1868.07.03
725 στίχοι · 5.618 λέξεις · 95 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 33
Τῇ 3 Ἰουλίου 1868.
(Τετάρτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκωνται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΖΑΛΩΝΗΣ. Μάλιστα. Χθὲς, κύριοι, ἐνόμισα καθῆκον νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν μικρὰν τροπολογίαν εἰς τὴν παράγραφον ἐκείνην, τὴν ἀφορῶσα τὴν Κρήτην· ἡ τροπολογία αὕτη, πιστεύω, ὅτι δὲν ἀπατᾶσθε, δὲν ἐλησμονήσατε, ὅτι ἐγένετο δεκτὴ διὰ ψηφοφορίας καὶ ὁ κ. πρόεδρος ἐκήρυξε τὸ ἀποτέλεσμα. Τώρα δὲ παρατηρῶ μετ’ ἀπορίας μου, ὅτι τὰ πρακτικὰ λέγουσιν ὅτι ἀπεῤῥίφθη.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τινὲς ἐφώναζον, ὅτι παρεδέχθη, ἀλλὰ τὸ προεδρεῖον εἶπεν ὅτι ἀπεῤῥίφθη.
§4ΖΑΛΩΝΗΣ. Πολλοὶ ἐκ τῆς μερίδος εἰς ἣν ἀνήκω ὁμολογοῦν μετὰ πεποιθήσεως ὅτι ἐγένετο δεκτή.
§5ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ποία ἦτο ἡ τροπολογίας σας;
§6ΖΑΛΩΝΗΣ. Ἦτο ὅτι εὔχεται τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἑλλάδος, ὅπως οἱ πόθοι τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἐκπληρωθῶσι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐγένετο παραδεκτή.
§8ΦΙΛΗΜΩΝ. Καὶ ἐγὼ, κύριε πρόεδρε, ἱστάμην ἐκεῖ καὶ ἀντελήφθην, ὅτι ἐγένετο παραδεκτή.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν ἔχω κανὲν ἐνδιαφέρον νὰ σᾶς εἴπω ὅτι παρεδέχθη ἢ δὲν παρεδέχθη· ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι δὲν παρεδέχθη.
§10ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κ. πρόεδρε, ἐπειδὴ ὑπάρχει σήμερον μία σύγχυσις, ἂν παρεδέχθη ἢ ὄχι ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὁ κ. Ζαλώνης ἔφερε, διότι τινὲς μὲν τῶν κ. βουλευτῶν ἰσχυρίζονται ὅτι παρεδέχθη, τὸ δὲ προεδρεῖον ἀντισχυρίζεται ὅτι δὲν παρεδέχθη, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, νὰ ἐρωτηθῇ δηλ. ἡ Βουλὴ ποίαν ἰδέαν εἶχεν ὅταν ὁ κ. Ζαλώνης ἔφερε τὴν τροπολογίαν· παραδέχθη ἢ ὄχι, διότι σήμερον τὸ ἀποτέλεσμα ἀμφισβητεῖται, ἀμφισβητεῖται ἡ ἀκρίβεια τῶν πρακτικῶν καὶ τὴν ἀμφισβητοῦν 2 βουλευταί. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι καλὸν νὰ διευκρινισθῇ τὸ ζήτημα· διότι οἱ μὲν λέγουν ὅτι παρεδέχθη, οἱ δὲ ὄχι· καὶ δυστυχῶς βλέπετε, ὅτι καὶ ἡ πρότασις τῆς παραδοχῆς καὶ τῆς μὴ παραδοχῆς προέρχεται ἀπὸ τὸ αὐτὸ μέρος. Κατὰ συνέπειαν, νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ λυθῇ αὐτὴ ἡ σύγχυσις καὶ διὰ νὰ μὴ ὑπάρχουν εἰς στενογραφημένα πρακτικὰ αἱ παρατηρήσεις, αἱ ὁποῖαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν γίνονται· διότι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Β. λόγον εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαιότερα ἔγγραφα, καὶ δὲν πρέπει ν’ ἀναβῇ ἐπάνω εἰς τὸν βασιλέα ἡ ἀπάντησις μὲ τὴν σύγχυσιν, ἂν παρεδέχθη ἢ ὄχι ἡ δεῖνα τροπολογία, ἀλλὰ πρέπει νὰ διευκρινισθῇ καθαρῶς το ζήτημα καὶ ἡ Βουλὴ νὰ καθαρίσῃ τὰς ἰδέας της ἐπ’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας, διότι αὔριον ἐγὼ λέγω εἰς τὸν Βασιλέα ὅτι, Μεγαλειότατε, ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλαν δὲν ἦτον ὅπως ἐψηφίσθη, καθόσον ἡ τροπολογία αὕτη τοῦ κ. Ζαλώνη παρεδέχθη.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ τῶν πρακτικῶν νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή, κ. πρόεδρε, ἐὰν ἔχωσι καλῶς.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, σᾶς παρακαλῶ δύω λέξεις. Ἡ ἀμφιβολία ἡ ὁποία παρίσταται σήμερον εἰς τὸ κοινοβούλιον, ἀποδίδει πλαγίαν μομφήν τινα εἰς τὸ προεδρεῖον.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§14ΖΑΛΩΝΗΣ. Ἐγὼ τὴν ἔκαμα καὶ δὲν ἐννοῶ νὰ ἀποδώσω κανένα πλάγιον σκοπὸν εἰς τὸ προεδρεῖον, κ. πρόεδρε.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ.
§16ΖΕΡΒΑΣ. Ἐὰν θέλετε, κ. πρόεδρε νὰ λάβετε τὸν λόγον πρέπει νὰ καταβῆτε εἰς τὸ βῆμα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Ἀβέρωφ, ὁρίστε εἰς τὴν ἕδραν. (Ἀφίνει τὴν ἕδραν του ὁ πρόεδρος κ. Λαζαρέτος καὶ καταλαμβάνει αὐτὴν ὁ ἀντιπρόεδρος κ. Ἀβέρωφ).
§18ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. (ἀπὸ τοῦ βήματος). Κύριοι βουλευταί......
§19ΒΑΣΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι δὲν εἶναι ἀνάγκη κ. πρόεδρε, νὰ καταβῆτε εἰς τὸ βῆμα· ἀπὸ τὴν ἕδραν σας νὰ δώσητε τὰς ἐξηγήσεις. (Ὁ κ. Λαζαρέτος ἐπανέρχεται εἰς τὴν ἕδραν του).
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ· ἡ ἀμφιβολία ἡ ὁποία ἀνεφύη σήμερον ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου βεβαίως δίδει εἰς τὸ προεδρεῖον νὰ ἐννοήσῃ, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία ἐπὶ τῆς διευθύνσεως τῶν πρακτικῶν. Τὸ προεδρεῖον, κύριοι, δὲν ἔχει ἄλλο καθῆκον εἰμὴ μόνον νὰ διευθύνῃ τὰς συνεδριάσεις εἰλικρινῶς καὶ ἀμερολήπτως. Ἀλλά, κύριοι, τὸ ζήτημα ἐτέθη χθές· ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς ἔλαβε τὸν λόγον καὶ εἶπεν ὅτι ἤθελεν ἐπιφέρει αὐτὴν τὴν τροπολογίαν εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Ὁ πρόεδρος ἐφώναξε δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ἐπικαλεῖτο τὴν σιγήν σας· καὶ διατί τοῦτο; διότι πᾶν ὅ,τι ἀπὸ τὸ προεδρεῖον ἀπαγγέλλεται πρέπει νὰ γίνεται ὁμαλῶς γνωστὸν εἰς ὅλους ὑμᾶς τοὺς κυρίους βουλευτὰς, διότι δὲν ἔχω δύναμιν περισσοτέραν νὰ ὁμιλήσω καὶ ἐπικαλοῦμαι πάντοτε τὴν σιγήν σας. Τώρα γεννᾶται ἡ ἀμφιβολία, οἱ μὲν λέγουν ὅτι παρεδέχθη, οἱ δὲ ὄχι. Τὸ προεδρεῖον ἐν συνειδήσει ὡμολόγησεν, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ. Τώρα λοιπὸν πρὸς τί νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰ προαποφασισμένα; ἢ δὲν ἔχομεν πίστιν εἰς τὸν ἑαυτόν μας ἢ θέλομεν νὰ γινώμεθα αἰτία ὁμιλίας. Ὁ κ. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§21ΖΕΡΒΑΣ. Ἐὰν θέλουν νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, μάλιστα· ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ ἠρωτήθη, ὅτι ἔχουσι καλῶς τὰ πρακτικά...
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάνθη, ὅτι ἔχουσι καλῶς.
§23ΖΕΡΒΑΣ. Ἐὰν ἀπεφάνθη ἄλλο πρᾶγμα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον ἠρώτησεν, ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς· πλεῖστοι εἶπον ὅτι ἔχουσι καλῶς, καὶ τὸ προεδρεῖον κατὰ συνέπειαν ἀπεφάνθη ὅτι ἔχουσι καλῶς.
§25ΔΑΓΡΕΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τί λέγετε κ. πρόεδρε; ἀμφιβάλλωμεν καὶ περὶ αὐτῆς ταύτης τῆς ὁμιλίας σας. Ἡ συζήτησις εἶναι ἐκκρεμής.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠρωτήθη ἡ Βουλή.
§27ΖΕΡΒΑΣ. Ἐὰν ἐννοῇ τὸ προεδρεῖον ὅτι ἀπεφάνθη ἡ Βουλή, ὅτι ἔχουσι καλῶς τὰ πρακτικὰ, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ ὁμιλήσωμεν, ἄλλως μάλιστα.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη.
§29ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, ἀληθῶς χθὲς τὸ ἑσπέρας ἐπαρουσιάσθη ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τήνου μὲ μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν πολλοὶ οὔτε κἂν τὴν ἠκούσαμεν σχεδὸν τί ἔλεγε, διότι τὴν ἐπαρουσίασεν ἐν τέλει. Ἡ Βουλὴ ἠρωτήθη ἂν παραδέχεται αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον καθόσον ἐγὼ ἐκ μέρους μου ἀντελήφθην, 10 ἐσηκώθησαν καὶ εἶπον ὅτι παρεδέχθη, ἄλλοι δὲ ἡμεῖς ὅτι δὲν παρεδέχθη. Ὁ πρόεδρος ὡμίλησεν, ἀλλὰ φαίνεται, ὅτι ἐπειδὴ ἡ φωνή του εἶναι βραχνὴ ἢ ἐκ τοῦ θορύβου δὲν ἠκούσθη τί εἶπε. Λοιπὸν ὅ,τι καὶ ἂν εἶπεν ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικά. Σήμερον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ μέρους, ἂν πρῶτον ἡ Βουλὴ δὲν ἀποφανθῇ ὅτι κακῶς ἔχουσι τὰ πρακτικά. Ἂν ὑπάρχῃ ἔλλειψις τώρα......
§30ΤΙΝΕΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ συζήτησις ἴσα ἴσα.
§31ΦΙΛΗΜΩΝ. Πρῶτον, κύριοι, ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω τὴν ἰδέαν τοῦ κ. προέδρου τῆς Βουλῆς, ὅτι ἔμμεσος ἢ ἄμεσος ὑπάρχει μομφὴ περὶ τῆς καλῆς πίστεως τοῦ προεδρείου. Τὰ πρακτικὰ ἀναγινώσκονται, ἐρωτᾶται ἡ Βουλὴ, ἂν ἔχωσι καλῶς ἢ κακῶς. Ἐὰν παρατηρήσεις γίνωνται ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι ὑπάρχει δυσπιστία κατὰ τοῦ προεδρείου, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἔγινε λάθος, καὶ διὰ τοῦτο ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ, ἐὰν μή τι λάθος παρεισέφρυσεν. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ σήμερον. Ἐνθυμοῦμαι χθὲς, ἱστάμενος εἰς τὸ αὐτὸ μέρος, ἐγίνετο πολὺς θόρυβος, ἐνθυμοῦμαι ὅμως κάλλιστα, ὅτι ὅταν ἐγένετο αὐτὴ ἡ τροπολογία ἐκ μέρους τοῦ κ. Ζαλώνη, ἢ μᾶλλον αὐτὴ ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν δὲν ἐγνώριζα προηγουμένως, ἐνθυμοῦμαι καὶ ἤκουσα ὅλους ὅτι ἔγινε δεκτή. Τὴν πρότασιν δ’ αὐτὴν, νομίζω, ὅτι πρέπει ν’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἴδῃ τὴν ἀξίαν της καὶ συγχρόνως νὰ ἐκτιμήσῃ ὁποία εἶναι, διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ᾖναι ἄξιον μία ἑλληνικὴ Βουλὴ νὰ κάμῃ λόγον, ἂν πρέπῃ νὰ θέση αὐτὴν τὴν προσθήκην. «Τὴν γενομένην περίθαλψιν εἰς πάσχοντα ἀδελφὸν λαὸν ἡ Βουλὴ εὐχομένη ὅπως ἐκπληρωθῶσιν οἱ πόθοι αὐτοῦ». Αὐτὴ εἶναι ἡ προσθήκη· ἐννοεῖται, ἂν ἦναι ἄξιον εἰς μίαν ἑλληνικὴν Βουλὴν νὰ γίνετται λόγος ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ τοιαύτη προσθήκη, καὶ ὅτι ἀφοῦ ἐγένετο τοιαύτη τροπολογία, ἡ Βουλὴ τὴν ἀπέῤῥιψε; Πρέπει νὰ γίνεται ζήτημα, ὅτι ἡ Βουλὴ τῶν ἑλλήνων ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν αὐτὴν, τὴν εὐχὴν αὐτὴν περὶ ἐκπληρώσεως τῶν πόθων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ; Αὐτὸ εἶναι ἀνεξάρτητον μιᾶς οἱασδήποτε κυβερνητικῆς ἐνεργείας. Ὁμολογῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐμπλέξῃ καθόλου τὴν κυβέρνησιν· εἶναι ἡ ἔκφρασις τῆς Βουλῆς, ἥτις εἶναι καὶ ἡ μόνη, ἥτις καλλύνει ὁπωσοῦν τὴν ὠχροτάτην ἀπάντησιν τῆς Βουλῆς ὡς πρὸς τὰ ἀφορῶντα τὸ τῆς Κρήτης ζήτημα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, κύριοι.
§33ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε· καὶ ἐγὼ ἤμην αὐτόπτης αὐτοῦ τοῦ περιστατικοῦ καὶ αὐτήκοος· εἶδον ὅτι ὑπῆρχεν ὡς ἐκ τῆς κουράσεως καὶ ἐκ τῶν ἄλλων ἕνας θόρυβος· ἑπομένως, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ἐφαίνετο προδιατεθειμένη νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τὴν ὑπουργικὴν, καθ’ ὅσον ἡ ἀντίθετος πρότασις ὡς πρὸς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου εἶχε τραβηχθῆ, ἡ Βουλὴ ἀνεσηκόνετο εἰς ὅλα· ὁ πρόεδρος ἔλεγεν, οἱ παραδεχόμενοι νὰ σηκωθῶσι καὶ ἀνεσηκόνοντο εἰς ὅλα, διότι ἦτο προδιατεθειμένη πεισθεῖσα ἀπὸ τὴν συζήτησιν θετικῶς, καθ’ ὅσον δὲν θέλω νὰ παρεξηγηθῶ, νὰ παραδεχθῇ τὸ σχέδιον τὸ ὑπουργικὸν, ἂς τὸ ὀνομάσω οὕτω.
§34ΖΕΡΒΑΣ. Τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§35ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Πολὺ καλά. Τότε, κύριοι, ἐπροτάθη ἡ ἔνστασις καὶ ἡ Βουλὴ τὴν παρεδέχθη· ἀλλὰ τὸ προεδρεῖον κατόπιν, ἐπειδὴ ὑπῆρχε θόρυβος καὶ εἰς τὸ γραφεῖον ἀκόμη, τὸ παρετήρησα πολὺ καλὰ διότι ἐστεκόμην ἐκεῖ. Ὁ κ. πρόεδρος δὲν παρετήρησεν ὅτι διῆλθεν ἡ πρότασις, εἶπεν ὅτι παρεδέχθη, ἀλλ’ ὁ γραμματεὺς εἶχε διαβάσει τὴν τροποποίησιν. Καὶ δὲν ἐπιθυμῶ ν’ ἀκούσω ἀπὸ στόμα Βουλῆς νὰ λέγῃ ὅτι μία τοιαύτη προσθήκη, ἥτις ἐγένετο, τὴν ἀπέῤῥιψε. Τὴν παρεδέχθη καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλ’ ὁ πρόεδρος ἐνόμισεν ὡς ἐκ τοῦ θορύβου ὅτι παρεδέχθη μόνον τὸ σχέδιον.
§36Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ τροπολογία ὅταν ἐπροτάνθη, ἐὰν δὲν τὴν ὑποστηρίξῃ κανεὶς, δὲν πρέπει νὰ τὴν δεχθῆτε. Κατὰ δυστυχίαν ἡ Βουλὴ δὲν ἦτον εἰς ἡσυχίαν. Τὸ ἀληθὲς εἶναι ὅτι, ὅταν ἐρωτούσατε κατὰ παράγραφον καὶ ἐσηκόνοντο, σᾶς ἔγινε μία παρατήρησις ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Οἰκονομίας ὅτι, κύριε πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ, νὰ μείνῃ ὁ λόγος καθὼς εἶναι.
§37ΖΑΛΩΝΗΣ. Χάριν τῆς ἀληθείας ὁμολογῶ ὅτι αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς τροπολογίας αὐτῆς.
§38ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιατικῶν καὶ Παιδείας). Ἐδὼ, κύριοι, πρέπει νὰ χωρίσωμεν δύο ζητήματα...
§39ΖΑΛΩΝΗΣ. (Πρὸς τὸν Λ. Κρεστενίνην), εἶναι ἐντροπὴ ν’ ἀντιπράττετε εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα (θόρυβος).
§40Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχεις περισσότερον πατριωτισμὸν ἀπὸ ἐμὲ (θόρυβος).
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τάξιν, παρακαλῶ, κύριοι.
§42ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, ἠγέρθη ἓν ζήτημα μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, ἐὰν τὰ πρακτικὰ ἔχωσι καλῶς ἢ ὄχι· ἐθεωρήθη ἀναγκαία αὐτὴ ἡ παρατήρησις εἰς τὸ προεδρεῖον, λέγω, ὅτι μία τροπολογία εἰς μίαν παράγραφον τοῦ Βασιλ. λόγου, ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ ἐντίμου συναδέλφου κ. Ζαλώνη, κατά τινας μὲν ἐγένετο ἀποδεκτὴ, κατὰ δὲ τὸ προεδρεῖον ὄχι. Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας, δὲν ἔχει καμμίαν παρατήρησιν νὰ κάμῃ, καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ τύπου, τί ἔλαβε χώραν χθὲς ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, τὸ προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον περιεβλήθη μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην σας, τὸ ὁποῖον ὡς ἐκ τῶν καθηκόντων του διευθύνει τὰς συζητήσεις τοῦ σώματος καὶ ἀποφαίνεται ἐπὶ τῶν διαφόρων ψηφοφοριῶν, ἐσχημάτισε τοιαύτην πεποίθησιν καὶ εἶπεν ὅτι ἡ πρότασις ἢ ἡ τροπολογία αὕτη ἀπεῤῥίφθη. Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, κύριοι, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὸ ζήτημα τῆς οὐσίας δὲν ἔχει τίποτε ν’ ἀντιλέξῃ· ἐξαρτᾶται δὲ ἀπὸ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας ἀντελήφθη χθὲς ἡ πλειονοψηφία, ἂν ἡ τροπολογία αὕτη τοῦ κ. Ζαλώνη ἀπεῤῥίφθη ἢ ἀπεδέχθη. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ὅλως διόλου τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς ἀντιλήψεις τῶν κκ. ὑπουργῶν· καὶ ἐὰν ἡ ἀντίληψις τοῦ κ. προέδρου καὶ τῶν κκ. βουλευτῶν δὲν ἦτο πραγματικὴ, εἴτε ὡς καὶ τοῦ μικροῦ θορύβου ἢ τῆς παρατεταμένης ὥρας, ἕνεκα τῆς ὁποίας διήρκησεν ἡ συζήτησις, δὲν ἠξεύρω, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύων τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, λέγω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει τίποτε ν’ ἀντιλέξῃ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῆς φράσεως· ἐὰν δὲν ἔγινεν ἀποδεκτὴ ἢ ὄχι, αὐτὸ εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς πλειονοψηφίας πρὸς τὸ προεδρεῖον.
§43ΤΙΜ. ΦΙΛΗΜΩΝ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν τελευταίαν φράσιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῆς ἐμπιστοσύνης τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ προεδρεῖον, αὐτὴν τὴν ἀποκρούω· δὲν πρόκειται περὶ τούτου, διότι πᾶσα διόρθωσις ἐπερχομένη εἰς τὰ πρακτικὰ εἰς οἱονδήποτε μέρος αὐτῶν, δὲν ἀφορᾷ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς πρὸς τὸ προεδρεῖον· πιθανὸν νὰ ἠπατήθη τὸ προεδρεῖον, ἑπομένως, ἐὰν σήμερον δὲν διορθώσωμεν τὰ πρακτικὰ, δὲν θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἔχομεν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ προεδρεῖον.
§44Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ φωτισθῶμεν ἀπὸ τὰ στενογραφήματα καὶ τελειώνει αὐτὸ νὰ γίνῃ.
§45ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, διατί θέλετε νὰ φέρετε εἰς δίλημμα ἓν μικρὸν ζήτημα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ζητήσητε νὰ διαιρέσητε τὰς ἰδέας τῆς Βουλῆς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν εὐόδωσιν τοῦ ἀγῶνος τούτου; Κύριοι, ποσῶς δὲν δυσκολευόμεθα νὰ προφέρωμεν λόγους ἐπιθυμιτικοὺς ὑπὲρ μιᾶς ὑποθέσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἐχύσαμεν αἷμα. Ὁλόκληρον ἔτος πενθῶ τὸν υἱὸν τῆς ἀδελφῆς μου καὶ ἤδη ταράττεται ἡ καρδία μου. Γνωρίζετε ὅλοι τὸν Ἰωάννην Βασιλείου τὸν ἀξιωματικὸν, ὅστις ἔχυσε τὸ αἷμά του ὑπὲρ τοῦ ἀγῶνος αὐτοῦ. Ἔρχεσθε τώρα νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι δυσκολευόμεθα νὰ ἐκφράσωμεν τοιαύτην εὐχὴν ὑπὲρ τοιαύτης ἰδέας;
§46ΑΥΓΕΡΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ποῖος σᾶς τὸ λέγει αὐτό;
§47ΖΕΡΒΑΣ. Θέλετε νὰ μᾶς φέρετε εἰς δίλημμα, ἂν δυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν μίαν τοιαύτην εὐχὴν ἢ ὄχι· ἀλλὰ σᾶς λέγω δὲν δυσκολευόμεθα· δὲν ἐφείσθημεν αἷμα, καὶ λόγια θὰ φεισθῶμεν; Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, νὰ φέρωμεν μίαν διάκρισιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, διότι ὡς ἕλληνες τὸ αὐτὸ εὐχόμεθα· εἶναι ζήτημα ἁπλοῦν, ζήτημα τάξεως. Σᾶς εἶπον ὅτι χθὲς περὶ τὸ τέλος παρουσιάσθη μία τροπολογία ἐκ μέρους τοῦ βουλευτοῦ Ζαλώνη, τὴν ὁποίαν δὲν τὴν ἠκούσαμεν κἄν· ἐγὼ σᾶς λέγω ἐν τιμῇ δὲν ἠμπόρεσα νὰ μάθω τί ἔτρεχεν ἕνεκα τοῦ θορύβου. Ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ χωρὶς νὰ ἠξεύρωμεν καὶ χωρὶς ν’ ἀκούσωμεν τί λέγει αὐτὴ ἡ τροπολογία. Ὁ πρόεδρος εἴτε ἐκ τοῦ κόπου, εἴτε διότι ἡ φωνή του εἶναι τοιαύτη, δὲν διεκρίθη τί μᾶς εἶπεν. Οὔτε τὴν πρότασιν ἤκουσαν, οὔτε τὴν τροπολογίαν, οὔτε τὴν ἀπαγγελίαν τοῦ προέδρου. Λοιπὸν τώρα, ἐὰν ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τὴν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν λέγει ὁ πρόεδρος, οὕτω πως ἔγινεν· ἐὰν δυσπιστῶμεν, τότε ἂς τὴν παραδεχθῶμεν. Ἀλλ’ ἐγὼ εἶπον, οἱανδήποτε ἔλλειψιν καὶ ἐὰν προτείνῃ τις εἰς τὰ πρακτικὰ, πρέπει νὰ ἀποφανθῇ πρῶτον ἡ Βουλὴ ἐὰν ἔχωσι καλῶς ἢ ὄχι. Δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ἀφορμὴν ἀπὸ τοιαύτας λέξεις ἢ τοιαῦτα ἀντικείμενα διὰ νὰ ἐκτιθέμεθα ὁ εἷς κατὰ τοῦ ἄλλου διὰ πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ὅλοι ποθοῦμεν. Αὐτὰ ἤθελον νὰ εἴπω. Ἑπομένως νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ κατὰ τάξιν, ἐὰν καλῶς ἔχωσι τὰ πρακτικά· ἐὰν παραδεχθῇ ὅτι ἔχωσι καλῶς, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἐθεώρησε σπουδαίαν τὴν προσθήκην αὐτὴν καὶ δὲν τὴν παρεδέχθησαν ὅσοι τὴν ἤκουσαν· ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὅτι ἔχουσι κακῶς, τότε δὲν δυσκολευόμεθα ποσῶς ἐὰν δύνανται νὰ ὠφελήσουν μόνον οἱ λόγοι, διότι λέγω ὅτι τὰ πράγματα ὠφελοῦσι καὶ ὄχι οἱ λόγοι.
§48ΔΑΓΡΕΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τί λέγουσι τὰ στενογραφηθέντα πρακτικά;
§49Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἂν δὲν ἤθελε γίνει κᾀμμία παρατήρησις, τὸ πρᾶγμα εἶχε καλῶς· γενομένης ὅμως τῆς παρατηρήσεως ταύτης, νομίζω ὅτι ἔχομεν χρέος νὰ διορθώσωμεν τὸ λάθος, ἂν ἐγένετο. Καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι ὕστερον ἀπὸ τὰς εἰλικρινεῖς ἐξηγήσεις τῶν κ. ὑπουργῶν, ὕστερον ἀπὸ τὰς ὑποσχέσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, εἰπόντος ὅτι μετ’ ὀλίγον θὰ ἴδωμεν τὰ ἔργα τῆς κυβερνήσεως, καὶ ὑπηνίξατο μάλιστα τὰς προσπαθείας αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ μεγάλου καὶ σοβαροῦ αὐτοῦ ζητήματος, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι καὶ ὅπως ἔχει ἡ παράγραφος, ἀρκεῖ διὰ νὰ ἐκφράσῃ τοὺς πόθους τῆς τε κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς ὑπὲρ τοῦ Κρητικοῦ ἀγῶνος. Ἐπειδὴ ὅμως ἔγινεν ἡ παρατήρησις ἂν χθὲς παρεδέχθη ἢ ὄχι αὐτὴ ἡ μικρὰ προσθήκη, λέγω καὶ ἐγὼ ὅτι εἰς τὴν πρώτην ἀπόφασιν τοῦ κ. προέδρου τῆς Βουλῆς ἐκυρήχθη ὡς παραδεκτή· κατόπιν ὅμως ἀφ’ οὗ πολλοὶ εἶπον ὅτι δὲν τὸ ἤκουσαν, τὸ προεδρεῖον εἶπεν ὅτι παρεδέχθη ἡ παράγραφος αὐτὴ ὡς ἔχει. Ἀλλ’ ἐπειδὴ σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, διερμηνεύων τὰ φρονήματα ὁλοκλήρου τῆς Κυβερνήσεως, εἶπεν ὅτι κατ’ οὐσίαν ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει τίποτε νὰ ἀντείπῃ, παρακαλῶ καὶ τὸ προεδρεῖον καὶ τὴν Βουλὴν, νὰ ἀφήσῃ τὴν προσθήκην αὐτήν. Τοῦτο πράττοντες δὲν ἐννοοῦμεν ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν ἔχουσι καλῶς, ὅτι παρεμορφώθησαν, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρξεν ἓν λάθος. Ἂς προστεθῇ λοιπὸν ἡ προσθήκη αὕτη, διότι δὲν βλάπτει τίποτε, διότι ἐκφράζει μίαν εὐχὴν, καὶ ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ δύναται καὶ ὀφείλει νὰ κάμῃ τοῦτο· τοσούτῳ μᾶλλον ὅσον οὔτε ἐκ τῆς διπλωματικῆς ἐνεργείας προσκόπτει, οὔτε εἰς ἄλλο τι συμφέρον τῆς πατρίδος ἀντίκειται.
§50ΠΟΛΛΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΘΕΝ. Ἂς προστεθῇ.
§51Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δηλ. νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ἔχωσι καλῶς τὰ πρακτικὰ μετὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς.
§52Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ὁδηγούμεθα ἀπὸ τὰ στενογραφήματα;
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ δεδικασμένα; Τότε θὰ παρακαλέσω τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ προσέχωσι διὰ νὰ συνεννοούμεθα καὶ ἀκουώμεθα καὶ ἐγὼ καὶ αὐτοὶ, διὰ νὰ μὴ συμβαίνουν τὰ τοιαῦτα.
§54ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἴδωμεν τὴν τροπολογίαν.
§55Η. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ (Ὑπουργὸς ἐκκλ. καὶ παιδείας). Ἀνεγνώσθη τώρα.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ κάμω τὴν ἐρώτησιν εἰς τὴν Βουλήν.
§57ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἰδοὺ ἡ προσθήκη· «εὐχομένη ὅπως ἐκπληρωθῶσιν οἱ πόθοι αὐτοῦ».
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠμπορῶ παρὰ νὰ φέρω τὴν ἐρώτησιν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ.
§59ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§60ΣΙΜΟΣ. (Ὑπουργὸς οἰκονομ.). Ἂς τὸ θέσωμεν, ἀλλὰ χωρὶς νὰ θέσωμεν ποῖος τὸ ἐπρότεινε.
§61ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὄχι, ὄχι.
§62ΖΑΛΩΝΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ἓν ἁπλοῦν αἴσθημα καὶ εἰλικρινὲς παρεξηγεῖται καὶ ἀπὸ τὴν μίαν καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην πτέρυγα. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἀνήκω εἰς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα· σέβομαι τὰς πεποιθήσεις ὅλων, ἀλλὰ καὶ τὰς ἰδέας μου. Δὲν ἐννοοῦσα νὰ παρεξηγήσετε αὐτὴν τὴν λέξιν, καὶ μίαν τοιαύτην εὐχήν· λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ κ. ὑπουργοῦ τὴν δέχομαι πληρέστατα, ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ κάμετε χρῆσιν τοῦ ὀνόματός μου.
§63ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, μετὰ τόσην συζήτησιν καὶ ἀφ’ οὗ εἶναι γεγραμμένη εἰς τὰ στενογραφήματα, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραμορφώσῃ τὴν ἀλήθειαν τῶν περιστατικῶν, ὅπως συνέβησαν, οὕτω καὶ θὰ ἐκτεθῶσι καὶ εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ καὶ εἰς τὰ ἐπίσημα, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ συγχωνεύσῃ τὰς ἰδέας του.
§64ΒΑΛΑΤΣΟΣ (Γραμματεύς). Εἰς τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ ἀναφέρονται ὅλα ὡς συνέβησαν.
§65ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Ζαλώνης ἰσχυρίσθη ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν ἔχουσι καλῶς, διότι ἡ προσθήκη, ἥτις πράγματι ἐγένετο δεκτὴ, τὸ προεδρεῖον ἠρνήθη ὅτι παρεδέχθη. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι σήμερον δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τὴν οὐσιαστικὴν συζήτησιν, ἀλλ’ εἰς τὴν συζήτησιν ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχωσι καλῶς ἢ κακῶς.
§66ΣΙΜΟΣ. Ποῦ τὸ ἠξεύρετε;
§67ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ σήμερον θὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς ἢ ὄχι; καὶ ἂν ἔχωσι καλῶς, θὰ γίνῃ τὸ σχέδιον ὅπως ἔχει· ἄλλως πρέπει ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πλειονοψηφίας νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ κ. βουλευτής. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκριβὴς καὶ εἰλικρινὴς ἀφήγησις καὶ ἐξέτασις τῶν πραγμάτων.
§68ΣΙΜΟΣ (Ὑπουργ. οἰκονομ.). Ὁ κ. Πετμεζᾶς ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ γνώμη του, ἀλλὰ δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀγαθὴ κατάστασις τῶν πραγμάτων, διότι αὐτὰ ἀποδεικνύονται ἐκ διαμέτρου ὅλως διόλου ἀντίθετα πρὸς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα λέγει ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἐνίσταται ὅτι τὸ ζήτημα ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ποτὲ δὲν ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἓν ζήτημα τοιοῦτον· καὶ ἐν τοσούτῳ εἶναι, διότι ὅταν ἔρχεται ὁ κ. Φιλήμων, ὅστις λέγει ὅτι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ αὐτὸ τὸ ἀφῃρημένον ζήτημα τῶν πρακτικῶν, ἀλλὰ μόνον τὸ τῆς οὐσία· διότι εἶπεν ὅτι δὲν πιστεύει ὅτι, ὅταν τεθῇ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ὅτι θέλει εὑρεθῆ κανεὶς νὰ τὸ ἀντικρούσῃ· ὅταν, λέγω, δὲν γίνῃ ζήτημα κυρίως ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, ἀλλ’ ἀναγνωσθῇ τὸ περιεχόμενον, γίνει ἔκκλησις εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ γίνῃ μία οἰκονομία εἰς τὸ πρᾶγμα, διατὶ ἔρχονται νὰ λέγουν δὲν εἶναι ἔτσι ἀλλ’ ἔτσι. Ἔπειτα ἐνῶ τὸ προεδρεῖον λέγει ὅτι οὕτως ἀντελήφθην, ἐγὼ φρονῶ ὅτι δὲν ἐννοεῖ, ὅτι ἔγινε δεκτὸν καὶ μάλιστα ἡ κυβέρνησις λέγει ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀδιάφορος, τότε τὸ πρᾶγμα μένει νὰ γίνῃ, διὰ νὰ τακτοποιηθοῦν αὐτὰ τὰ πράγματα, φρονῶ ὅτι ὁ πατριωτισμὸς τοῦ κ. Ζαλώνη (θόρυβος). Τὶ θέλετε κύριοι; θέλετε νὰ πάρετε τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς ἀληθείας τῶν πρακτικῶν, ἐκεῖ καὶ μόνον; τότε ἂς γίνῃ ἐκεῖνο. Θέλετε νὰ γίνῃ οἰκονομία εἰς τὸ πρᾶγμα; πρέπει νὰ γίνῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον ἐγὼ καὶ εὐχαριστῶ τὸν κ. Ζαλώνην, διότι εὑρέθη σύμφωνος.
§69ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν σήμερον, παραβιάζων καὶ τὸν κανονισμὸν καὶ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἐπανέφερε τὸ ζήτημα τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς οὐσίας, τὰς ἀπαντήσεις εἰς τὸν Β. λόγον. Καὶ ὅταν, κ. πρόεδρε, ἡ Βουλὴ αὐτὴν τὴν στιγμὴν θεωρήσῃ ὡς νέαν συζήτησιν καὶ ὡς νέαν παραδοχὴν τὴν προσθήκην τοῦ κ. Ζαλώνη, καὶ δὲν θέλει νὰ φέρῃ τὸ ζήτημα πρὸς διόρθωσιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν, τότε, κύριοι, ἐπαναφέρομεν τὴν συζήτησιν ἐφ’ ὅλου τοῦ Β. λόγου ὅπως ἐγένετο χθὲς (φωναὶ ἀποδοκιμασίας ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος). Μάλιστα αὔριον· μπορεῖτε νὰ φωνάζητε ὅσον θέλετε, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων καὶ αὐτὴ εἶνε ἰσχυροτέρα ἀπὸ ὅλας τὰς φωνὰς, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ γνωρίζητε. Σήμερον, κύριοι, σᾶς ἦλθεν ἡ ἔνστασις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν καθαρὰ, ἐπὶ τῆς οὐσίας δὲν δύναται νὰ γίνῃ συζήτησις. Ἐγὼ δὲν εἶμαι εἰς θέσιν νὰ εἴπω ἂν παρεδέχθη ἢ δὲν παρεδέχθη ἡ πρότασις, διότι δὲν ἤμην ἐδὼ, καὶ ἑπομένως ἐὰν ἐρωτηθῶ θὰ ἀρνηθῶ ψῆφον· βλέπετε σᾶς λέγω καὶ τὰς ἰδέας μου αὐτάς· ἀλλὰ σήμερον δὲν δύναται νὰ γίνῃ καμμία συζήτησις ἐπὶ τῆς οὐσίας, διότι σεῖς ἀπεφασίσατε χθὲς ὅτι ἔκλεισεν ἡ συζήτησις καὶ παρεδέχθητε ἓν σχέδιον. Ἂν ἐπῆλθε σύγχυσις, τοῦτο εἶνε ὅλως διαφορετικόν, θὰ ἐρωτηθῇ μόνον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ἡ Βουλή.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμόν, κύριοι, μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, ὁ πρόεδρος ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν ἂν ἔχωσι τὰ πρακτικὰ καλῶς, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται. Λοιπὸν ἠγέρθη τὸ ζήτημα αὐτό, συνεννοηθείσης τῆς Βουλῆς ἐπῆλθε συμφωνία. Τώρα λοιπὸν αὐτὴ ἡ προσθήκη προσετέθη εἰς τὰ πρακτικά. Λοιπὸν τὸ προεδρεῖον ἐρωτᾷ, ἂν τὰ πρακτικὰ ἔχωσι καλῶς μὲ τὴν προσθήκην αὐτήν.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι......
§73ΦΙΛΗΜΩΝ. Ὅπως ἔκαμε τὴν διόρθωσιν ὁ κ. Ζαλώνης ἡ φράσις δὲν ἔχει συντακτικῶς κάπως (θόρυβος). Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται ὁλόκληρος ἡ παράγραφος τοῦ σχεδίου μετὰ τῆς προσθήκης τοῦ κ. Ζαλώνη.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κῦρος τῶν πρακτικῶν νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐνταῦθα ἀναβὰς τὸ βῆμα ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἀνέγνω νομοσχέδιον περὶ διορισμοῦ Ληξιάρχων τοῦ στέμματος, ἔχον ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον μοναδικόν. Ὁ πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐκπληροῦσι καθήκοντα ληξιάρχου πρὸς σύνταξιν ληξιαρχικῶν πράξεων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν γέννησιν, τὸν γάμον ἢ τὸν θάνατον τοῦ Βασιλέως, ἢ τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν προσώπων. Αἱ πράξεις αὗται ἐγγράφονται ἐν δυσὶ πρωτοτύποις βιβλίοις, ἐξ ὧν τὸ μὲν κατατίθεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ δὲ εἰς τὰ τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Ἰουλίου 1868.
Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς
Π. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ.
Πρὸς τὴν Βουλήν! Ὁ Ἑλληνικὸς Ἀστικὸς Κῶδιξ δὲν προβλέπει περὶ τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων, τῶν ἀφορωσῶν τὸν Βασιλέα καὶ τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν πρόσωπα. Πρὸς ἐκπλήρωσιν τοῦ κενοῦ τούτου ἔπρεπε νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ παρ’ ἄλλοις ἔθνεσι νενομοθετημένα. Καὶ ἐν μὲν τῇ Γαλλίᾳ παρατηρεῖται ὅτι αἱ ληξιαρχικαὶ τοιαῦται πράξεις ἐκανονίσθησαν, κατὰ μὲν τὸ ἔτος 1806 δι’ Αὐτοκρατορικῆς ἀποφάσεως, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1816 διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος. Καὶ κατὰ μὲν τὴν Αὐτοκρατορικὴν ἀπόφασιν ἀρχικὸς ληξίαρχος ὑπῆρχεν ὁ Ἀρχικαγγελάριος, ὅστις συνέταττε τὴν ληξιαρχικὴν πρᾶξιν, μεταγραφομένην εἰς διπλοῦν βιβλίον παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ Αὐτοκρατορικοῦ Οἴκου· κατὰ δὲ τὸ Βασιλικὸν Διάταγμα τὰ καθήκοντα τοῦ ληξιάρχου ἀνετέθησαν εἰς τὸν Καγγελάριον τῆς Γαλλίας, ἤτοι τὸν πρόεδρον τῆς γερουσίας, ὁ δὲ ὑπουργὸς τοῦ βασιλικοῦ οἴκου, καὶ ἐν ἐλλείψει αὐτοῦ, ὁ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου μεταγράφει τὴν πρᾶξιν εἰς διπλᾶ βιβλία. Ἀλλ’ ὁ νεώτερος Ἰταλικὸς Κῶδιξ ἀνεπλήρωσε τὴν ἔλλειψιν τοῦ Γαλλικοῦ διὰ τῶν ἑξῆς διατάξεων. «Ὁ πρόεδρος τῆς Γερουσίας, συμπράττοντος τοῦ συμβολαιογράφου τοῦ Στέμματος, ἐκπληροῖ τὰ καθήκοντα ληξιάρχου πρὸς σύνταξιν τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν γέννησιν, τὸν γάμον ἢ τὸν θάνατον τοῦ Βασιλέως, ἢ τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν βασιλικὴν οἰκογένειαν προσώπων. Αἱ πράξεις αὗται καταχωρίζονται συνάμα ἐν δυσὶ πρωτοτύποις βιβλίοις, ἐξ ὧν τὸ μὲν φυλάττεται ἐν τοῖς γενικοῖς ἀρχείοις τοῦ Κράτους, τὸ δὲ ἐν τοῖς ἀρχείοις τῆς γερουσίας.» Θεωρῶν δὲ ὅτι ὁ κανονισμὸς τῶν τοιούτων ληξιαρχικῶν πράξεων ἀπαιτεῖται ἵνα καὶ παρ’ ἡμῖν διὰ νόμου ὁρισθῇ, συνετάχθη τὸ εἰσαγόμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ ληξίαρχος, πρὸς σύνταξιν τῶν ληξιαρχικῶν πράξεων, ὁρίζεται ὁ πρόεδρος τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης. Αἱ πράξεις αὗται ἐγγράφονται εἰς δύο πρωτότυπα βιβλία, ὑπογραφόμενα ὑπὸ τῶν εἰρημένων δύο προσώπων, καὶ τὸ μὲν ἓν βιβλίον κατατίθεται εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ δὲ ἕτερον εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῆς δικαιοσύνης. Ἐν Ἀθήναις τῇ 2 Ἰουλίου 1868.
Ὁ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸς
Π. ΒΑΡΒΟΓΛΗΣ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τυπωθῇ.
§76ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τῶν Κυθήρων.» Ἡ ὅλη ἔκθεσις ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἡ ἐπὶ τῆς ἐξελέξεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἐπιτροπή, ἰδοῦσα τὰ ὑποβληθέντα πρακτικὰ τῆς ἐπαναληφθείσης βουλευτικῆς ἐκλογῆς κατὰ τὸν δῆμον Κυθηρίων τῆς ὁμωνύμου ἐπαρχίας, παρατηροῦσα δὲ ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἐνεργήθη ἐν τάξει καὶ νομιμότητι, ἡ δὲ ἔνστασις τοῦ Διονυσίου Παπαδοπούλου, ποτὲ Κωνσταντίνου, κατὰ τῆς νομιμότητος τῆς ἐκλογῆς εἶναι ἀνυπόστατος, διότι ἡ ἀποστολὴ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Κυθηρίων ἐγένετο πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, καὶ οὐδεμία ἀπόδειξις ὑπάρχει, ὅτι ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν ἐκλογήν, οὐδὲ ἡ παρουσία τῆς Ἀφροέσσης ἐν τῷ λιμένι Καψάλη δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπέμβασις, καθὼς διατείνεται ὁ ἐνιστάμενος· διότι ἡ προτεινομένη, ὡς λαβοῦσα χώραν δωροδοκία, ποσῶς δὲν ἀποδεικνύεται· διότι αἱ προτεινόμεναι βίαι καὶ ἀπειλαὶ εἰς οὐδεμίαν ἐπίσης ἀπόδειξιν στηρίζονται· διότι τέλος ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ ὤφειλε νὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογὴν ὁλοκλήρου τῆς ἐπαρχίας καὶ οὐχὶ μόνον τοῦ δήμου Κυθηρίων, ἀντίκειται εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Κυθηρίων, ὅπως ἀναδειχθῶσι βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας Κυθήρων ὁ Κ. Θεόδωρος Κασιμάτης Ἀλοΐζος, λαβὼν ψήφους 334, Κοσμᾶς Πανάρετος, λαβὼν ψήφους 192 καὶ Γεώργιος Ἀρώνης, λαβὼν ψήφους 203, ὡς ἔχοντες τὰ παρὰ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἐγένετο ἐν Ἀθήναις τὴν 3 Ἰουλίου 1868.
Ὁ Πρόεδρος
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΙΑΚΩΚΑΤΟΣ.
Τὰ μέλη Ἀθ. Παραμυθιώτης, Δ. Δρόσος, Δ. Τριγγέτας, Β. Νικολόπουλος, Α. Βάσσος, Δ. Δημητρακάκης, Α. Ῥοντήρης, Σ. Πετιμεζᾶς, Ι. Καραγιαννόπουλος, Α. Σ. Δανόπουλος, Ἀντ. Γεωργαντᾶς, Γ. Κούστας, Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Ὁ εἰσηγητὴς Ι. Βαλασόπουλος.
§77ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὑποβάλλω, κύριοι, μίαν πρότασιν νόμου περὶ λῃστείας (τὴν ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 1. Πᾶσα λῃστοῦ ἀποκεκηρυγμένου ἀντίστασις κατὰ τὴν σύλληψίν του γενομένη τιμωρεῖται μὲ θάνατον. Ἐπίσης μὲ θάνατον τιμωρεῖται πᾶσα πρὸς λῃστείαν κατὰ συμμορίαν ἕνωσις, ὡς καὶ πᾶσα πρᾶξις συμμορίας. Ἄρθρον 2. Πᾶς τοιοῦτος λῃστὴς συλλαμβανόμενος προσάγεται ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου εἰσαγγελέως τῶν πλημελειοδικῶν καὶ δικάζεται ἐπὶ τῇ ἀντιστάσει καὶ ἐπὶ τῇ ἑνώσει ἀμέσως ὑπὸ κακουργιοδικείου· διώκεται δὲ ἡ κατηγορία διὰ κλητηρίου θεσπίσματος καὶ δι’ ἀπ’ εὐθείας κλήσεως κατὰ τὰ ἄρθρα 151– 163 τῆς Ποιν. Δικονομίας. Ἄρθρον 3. Τὸ ἐπὶ τούτῳ συγκαλούμενον ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως κακουργιοδικεῖον σύγκειται ἀπὸ τοῦ δικαστηρίου τῶν πλημμελειοδικῶν, δικαζόντων ὡς συνέδρων, καὶ ὑπὸ 24 ἐνόρκων πολιτῶν, ἐξ ὧν 4 μὲν εἰσὶν οἱ διὰ τὴν τελευταίαν σύνοδον τοῦ κακουργιοδικείου ὡς ἐπιλαχόντες κληρωθέντες, ἂν ὑπάρχωσιν, 20 δὲ προσδιορίζονται διὰ κληρώσεως κατὰ τὸ ἄρθρον 63 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ὡς μὴ ὑπαρχόντων τακτικῶν ἐνόρκων. Τὴν κλήρωσιν ἐνεργεῖ ὁ πρόεδρος τῶν συνέδρων ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Ἄρθρον 4. Πρὸς ἐκδίκασιν τοῦ προκειμένου ἐγκλήματος τῆς ἀντιστάσεως καὶ ἑνώσεως καθίσταται ἁρμόδιον πᾶν κακουργιοδικεῖον διὰ τῆς εἰς αὐτὸ εἰσαγωγῆς τῆς δίκης ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου εἰσαγγελέως· εἶναι δὲ περιττὴ ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον συγκρότησις τοῦ δικαστηρίου τῶν κακουργιοδικῶν, ἐὰν ὑπάρχῃ ἤδη συγκεκροτημένον καὶ ἑδρεῦον κακουργιοδικεῖον ἐν τῇ ἕδρᾳ τοῦ εἰσαγγελέως, καὶ ἐὰν ὁ εἰσαγγελεὺς προτιμᾷ νὰ εἰσαγάγῃ τὴν δίκην διὰ κλητηρίου θεσπίσματος εἰς ἄλλο ὑπάρχον κακουργιοδικεῖον. Ἄρθρον 5. Κατὰ τῆς ἐτυμηγορίας τῶν ἐνόρκων, ὡς καὶ κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῶν συνέδρων, δὲν ἐπιτρέπεται ἀναίρεσις. Ἄρθρον 6. Ἐὰν ὁ κατηγορούμενος ἀθωωθῇ τῆς ἐπὶ ἀντιστάσει καὶ ἑνώσει κατηγορίας, παραπέμπεται διὰ τὰς λοιπὰς αὑτοῦ πράξεις εἰς τὴν προσεχῆ τῶν κακουργιοδικῶν σύνοδον, διωκομένης τῆς κατηγορίας ἐπὶ τῇ βάσει τακτικῆς ἀνακρίσεως κτλ. Ἄρθρον 7. Πᾶς ὅστις συλλάβει λῃστὴν ἀποκεκηρυγμένον ὁπωσδήποτε λαμβάνει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀμοιβὴν δραχ. 5000, ἐὰν ὁ λῃστὴς ᾖναι ἁπλοῦς λῃστής, καὶ 20 ἐὰν ᾖναι ἀρχιλῃστής. Τὴν αὐτὴν ἀμοιβὴν λαμβάνει καὶ ἂν φονεύσῃ τις τὸν τοιοῦτον λῃστήν. Ἐὰν δὲ τὸ τοιοῦτον ἀποτέλεσμα ἐπέλθῃ ἕνεκα καταδείξεως, λαμβάνει ὁ καταδείκτης εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν δραχμὰς 2000· εἰς δὲ τὴν δευτέραν 5000. Ἄρθρον 8. Ἐάν τις λῃστὴς συλλάβῃ καὶ προσαγάγῃ εἰς τὰς ἀρχὰς ἀποκεκηρυγμένον λῃστὴν ἢ συντελέσῃ πρὸς τοῦτο, δὲν ἐξαιρεῖται τῆς ἀμοιβῆς, λαμβάνει ὅμως τὸ ἥμισυ αὐτῆς· προσέτι δὲ ἡ πρᾶξίς του αὕτη θεωρεῖται ὡς ἔμπρακτος μεταμέλεια καὶ χρησιμεύει ὡς ἐλαφρυντικὴ περίστασις πασῶν τῶν ἀξιοποίνων πράξεών του, αἵτινες θεωροῦνται, ἕνεκα τούτου, πλημμελήματα καὶ τιμωροῦνται σύμπασαι μὲ φυλάκισιν. Τὰ αὐτὰ ἰσχύουσι καὶ ἂν ὁ συλλαμβάνων φονεύσῃ τὸν συλλαμβανόμενον λῃστὴν ἀνθιστάμενον κατὰ τὴν σύλληψιν. Τοῦτο διὰ τοὺς ἀρχιλῃστὰς κρατῶν μόνον ὁσάκις ἂν ἀρχιλῃστὴς συλλάβῃ ἢ φονεύσῃ ἀρχιλῃστήν. Ἡ προκειμένη διάταξις περὶ μεταμελείας καὶ ἐλαφροτέρας ποινῆς δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τοὺς φονεῖς, οἵτινες τυχὸν ἐπιδοθῶσιν ἐφεξῆς εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον. Ἄρθρον 9. Τὰ περὶ ἀποκηρύξεως, ὡς καὶ τὰ περὶ βεβαιώσεως τῆς ταυτότητος, κανονίζονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος. Ἄρθρον 10. Τὸ περὶ ἀμοιβῆς πρωτόκολλον συντάσσεται ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐπάρχου, τοῦ εἰρηνοδίκου, τοῦ ὑπομοιράρχου, τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ ἀποσπασματάρχου ἀμέσως ἢ ἐντὸς 5 τὸ πολὺ ἡμερῶν. Κατατίθεται δὲ ὑπὸ τοῦ κυρίου ἐπάρχου παρὰ τῷ συμβολαιογράφῳ τοῦ τόπου καὶ χρησιμεύει ὡς βάσις ἀγωγῆς κατὰ τοῦ δημοσίου. Πᾶς δόλος τῶν διαληφθέντων ὑπαλλήλων τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ δεινοτέρα τις τοῦ δικαίου παράβασις. Ἐκτὸς δὲ τούτου πᾶς δόλος ἢ ἀμέλεια χορηγεῖ εἰς τὸν ἀδικηθέντα ἀγωγὴν ἀποζημιώσεως. Ἄρθρον 11. Οἱ κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1862 καὶ μέχρι τῆς ἐλεύσεως τοῦ Βασιλέως κακουργήσαντες καὶ φυγόδικοι διατελοῦντες τιμωροῦνται διὰ τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις των, οἱαιδήποτε καὶ ἂν ὦσι, μὲ φυλάκισιν 6 μηνῶν μέχρι 2 ἐτῶν. Ἐξαιροῦνται δὲ οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 288 τοῦ ποινικοῦ νόμου φόνοι· ὑπὲρ δὲ τῶν τότε πλημμελησάντων θεωρεῖται ἡ κατάστασις ἐκείνη ὡς ἐλαφροντικὴ περίστασις. Ὁ παρὼν νόμος ὡς πρὸς τοὺς λῃστὰς τίθεται εἰς ἐνέργειαν μετὰ ἕνα μῆνα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεώς του. Π. Μανολίδης, Ἰω. Μπλατσῆς, Εὐθ. Γουβέλης, Ι. Καραγιαννόπουλος, Α. Μοναστηριώτης, Γ. Στάϊκος, Κ. Δυοβουνιώτης, Γ. Βελέντζας, Π. Τζαμάλας, Β. Βαλατζὸς, Α. Ἴσκος, Γ. Παππαθανασίου, Ν. Καλαντζόπουλος, Δ. Δημητρακάκης, Θ. Παππακωνσταντίνου, Θ. Κανακάρης, Β. Α. Σπυρόπουλος, Ι. Α. Σοφιανόπουλος, Β. Ἠλιόπουλος, Α. Ῥοντήρης.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§79Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰς δύω ἐπιτροπὰς τῆς δικαιοσύνης καὶ τῶν ἐσωτερικῶν.
§80ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι, θέλω νὰ τυπωθῇ καὶ συζητηθῇ ὡς κατεπείγουσα. Ἄλλη πρότασις περὶ περιστολῆς τῶν καταχρήσεων τῶν μεταβατικῶν.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ.
Ἄρθρ. 1. Πάντες οἱ στρατιωτικοὶ, ὡς καὶ πάντες οἱ στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι, ἐξομοιοῦνται μὲ χωροφύλακας ὁσάκις εὑρίσκονται εἰς μεταβατικὴν ὑπηρεσίαν, ὡς πρὸς τὰ πραττόμενα ὑπ’ αὐτῶν κοινὰ πλημμελήματα καὶ κακουργήματα, καὶ ὑπάγονται διὰ ταῦτα, κατὰ τὸ ἄρθρον 38 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν τακτικῶν ποινικῶν δικαστηρίων. Τὸ αὐτὸ ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς, τοὺς συνοδεύοντας δημοσίους εἰσπράκτορας. Ἄρθρ. 2. Πᾶσα ὕβρις καὶ πᾶσα αἰκία πρὸς πολίτην γενομένη κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς, ὡς ἄνω, ὑπηρεσίας ὑπὸ στρατιωτικοῦ θεωρεῖται πλημμέλημα καὶ τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν τοὐλάχιστον 15 ἡμερῶν. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ἔνοχον καὶ χρηματικὴ ποινὴ δραχ. 25 μέχρι 200, πληρωνομένη εἰς τὸν παθόντα χάριν ἱκανοποιήσεως, ἥτις ἄλλως τε, δύναται νὰ ἐπιδιωχθῇ καὶ διὰ πολιτικῆς ἀγωγῆς. Ἄρθρ. 3. Πᾶσα τροφὴ ἀναγκαιοῦσα εἰς τὰ ἀποσπάσματα αἰτουμένη προμηθεύεται ὑπὸ τοῦ παρέδρου ἐκ τῶν ἐνόντων, ἐπὶ προπληρωμῇ, κατὰ τὴν διατίμησιν. Πᾶσα δὲ ἀφαίρεσις σφαγίου γενομένη ἄλλως καὶ ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως ἰδιοκτήμονος θεωρεῖται κλοπὴ καὶ τιμωρεῖται κατὰ τὸν περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας νόμον. Ἄρθρ. 4. Εἰς κώμας καὶ εἰς χωρία, ὅπου προσφέρεται ὑπὸ τῆς κοινότητος ἰδιαίτερον κατάλυμα εἰς τοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας τῆς μεταβατικῆς ὑπηρεσίας, ἢ ὑπαξιωματικοὺς καὶ στρατιώτας, τοὺς συνοδεύοντας εἰσπράκτορας, τὸ κατάλυμα τῆς εἰς ἰδιωτικὰς οἰκίας, ἄνευ ἀποδεδειγμένης συγκαταθέσεως τῆς ἐνοικούσης οἰκογενείας, θεωρεῖται ὡς παραβίασις τοῦ ἀσύλου, καὶ τιμωρεῖται ὡς διατάραξις οἰκιακῆς εἰρήνης κατὰ τὸ ἄρθρ. 201 τοῦ ποινικοῦ νόμου. Ἄρθρ. 5. Οὐδεὶς στρατιωτικὸς δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ἀποσπασματάρχης μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, εἰς ἣν ἀσκεῖ τὰ πολιτικά του δικαιώματα ἢ εἶναι ἐγκατεστημένος. Οἱ βουλευταί. Κ. Δυοβουνιώτης, Ι. Καραγιαννόπουλος, Καλαντσόπουλος, Σ. Μακρῆς, Α. Χρ. Μοναστηριώτης, Α. Ἴσκος, Α. Βαλατσὸς, Γ. Στάϊκος, Δ. Δημητρακάκης, Γ. Ι. Βελέντσας, Κ. Δαγρὲς, Θ. Παπακώστας, Α. Δ. Αὐγερινὸς, Θ. Κανακάρης, Κ. Θεοδώρου, Α. Κ. Μεταξᾶς, Ἰωάν. Α. Σοφιανόπουλος, Θ. Χ. Δαραλέξης, Α. Ῥοντήρης, Β. Ἡλιόπουλος, Α. Α. Κατριβάνος, Β. Α. Σπυρόπουλος, Λεων. Ζωγράφος. Παρακαλῶ νὰ θεωρηθῇ καὶ αὐτὴ κατεπείγουσα καὶ τυπωθεῖσα νὰ συζητηθῇ ὡς τοιαύτη.
§81ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητοῦν ἄδειαν ἀπουσίας οἱ κκ. Ἰατρὸς 30ήμερον, Δυοβουνιώτης ἑνὸς μηνὸς καὶ Θ. Κολοκοτρώνης ἑξάμηνον.
§83ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τοὺς δοθῇ.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὴν κλήρωσιν τῆς μεγάλης πρεσβεύσεως διὰ τὴν ὑποβολὴν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον. Γίνεται ἡ κατὰ τὸν κανονισμὸν κλήρωσις.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαχον οἱ κκ. Σπυρίδων Βαλαωρίτης, Γεώργιος Παπαθανασίου, Χαράλαμπος Ἰακωβάτος, Ἀντώνιος Γεωργαντᾶς, Μάρκος Παΐζης, Ἀθανάσιος Ἴσκος, Δ. Δημητρακάκης, Πέτρος Τζάνος, Λ. Πετιμεζᾶς καὶ Τ. Ῥούκης. Τώρα ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ ἐπιτροπῶν. Ὁρίστε ψηφολέκται· (προσέρχονται οἱ κκ. Ἀβέρωφ, Δημητριάδης καὶ Κοσονάκος) Γίνεται ἡ διὰ ψηφοδελτίων κατὰ τὸν κανονισμὸν ἐκλογή.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ κηρύξωμεν κατὰ τὸν κανονισμὸν τὸ ἀποτέλεσμα.
§87ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ μὲ δύω ἀνθρώπους, καὶ κατὰ τύπον χρεωστῶ νὰ ἀπαγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα.
§89ΚΑΤΣΑΝΔΡΗΣ. Χρεωστεῖτε νὰ ἀναγνώσητε τὸν κατάλογον (θόρυβος).
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λυποῦμαι πολὺ, κύριοι, διότι ἐδέχθην αὐτὴν τὴν θέσιν, τὸ ὁμολογῶ.
§91ΖΕΡΒΑΣ. Πρέπει νὰ ἀπαγγείλητε τὸ ἀποτέλεσμα, διότι ἄλλως θὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν, δύο λόγια πρέπει νὰ εἴπητε, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα· κανεὶς δὲν σᾶς ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅτι δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§92ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἀφοῦ δὲν ἔγινεν ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας ἠμπορεῖτε νὰ ἀπαγγείλητε τὸ ἀποτέλεσμα.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὴν προτείνουν αὔριον καὶ πρῶτος ὁ κ. Δαγρές.
§94ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ ἀστειεύθην.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διαλογὴ ἀνέδειξεν ὡς μέλη, τῶν ἐπιτροπῶν τοὺς κκ. Ἐπιτροπαὶ τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν Αʹ. Σύνοδον τῆς Βʹ. Περιόδου. Αʹ.) Ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. 1) Σωτ. Πετιμεζᾶς. 2) Ἰω. Βαλασόπουλος. 3) Β. Νικολόπουλος. 4) Κ. Δημητριάδης. 5) Δ. Κουρκουμέλης. 6) Γ. Διαμάντης. 7) Γ. Παπαγεωργίου. 8) Ἀνδρ. Χ. Ἀναργύρου. 9) Κ. Δυοβουνιώτης. 10) Δ. Τσιτσάρας. 11) Ἰω. Ἀντωνόπουλος. 12) Δ. Δημητρακάκης. 13) Δ. Δρόσος. 14) Π. Μανωλίδης. 15) Εὐθύμιος Κεχαγιᾶς. 16) Σ. Σωτηρόπουλος. 17) Ἀθ. Πετσάλης. 18) Ν. Λεώπουλος. 19) Θ. Ζαΐμης. 20) Π. Κορωναῖος. 21) Γερ. Σέρβος. Βʹ.) Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν. 1) Δημ. Καροῦσος. 2) Γεώρ. Καραβᾶς. 3) Δ. Πατρινὸς. 4) Ἰωάν. Δεστούνης. 5) Ἰωάν. Φλέσσας. 6) Γεώρ. Κάγκας. 7) Σωτ. Σωτηρόπουλος. 8) Κ. Δαγρὲς, 9) Ἀθ. Πετσάλης. Γʹ.) Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν. 1) Ἀνδρ. Παπαδάτος. 2) Ἰω. Μπλατσὴς. 3) Δημ. Ἀποστολίδης. 4) Μάρκος Παΐζης. 5) Σωτ. Ἰωάννου. 6) Σπήλιος Ἀντωνόπουλος. 7) Ἀθ. Πετιμεζᾶς. 8) Εὐϛ. Ἡλιόπουλος. 9) Τ. Μαυρομμάτης. Δʹ.) Ἐπὶ τῆς Γεωργίας, Ἐμπορίου κλπ. 1) Ἀθαν. Παραμυθιώτης. 2) Ἀνδρ. Δανόπουλος. 3) Λεων. Πετιμεζᾶς. 4) Δημ. Πατρινός. 5) Ἀντών. Γεωργαντᾶς. 6) Τηλ. Ῥούκης. 7) Γ. Βελέντζας. 8) Ἰωάν. Σοφιανόπουλος. 9) Δ. Πονηρόπουλος. Εʹ.) Ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν. 1) Ν. Γουδὴς. 2) Ἰω. Καλογιάννης. 3) Κ. Ἐπιφανίου. 4) Κ. Γουλεμᾶς. 5) Β. Βουδούρης. 6) Ἀρισ. Ῥούκης. 7) Ν. Ἀγγελικάρας. 8) Λ. Καραλίβανος. 9) Ἰω. Προβελέγιος. ΣΤʹ. Ἐπὶ τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως. 1) Γ. Βακαλόπουλος. 2) Κ. Εὐθυμιόπουλος. 3) Ἰω. Καραγιαννόπουλος, 4) Ν. Τσικλητήρας. 5) Β. Σπυρόπουλος. 6) Ἀθ. Κατσανδρὴς. 7) Ἀριστ. Βαλαωρίτης. 8) Δ. Σαράβας. 9) Ἀλέξ. Δόσιος. Ζʹ. Ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. 1.) Ἰωσὴφ Μομφεράτος. 2) Λ. Κρεστενίτης. 3) Α. Λαγκαδᾶς. 4) Δ. Λένωσης. 5) Ν. Νικολαΐδης. 6) Ἄνινος Ῥοδοθεάτος. 7) Γ. Σέρβος. 8) Πολυχρ. Κωσταντᾶς. 9) Μελ. Μελετόπουλος. Ηʹ. Ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης. 1) Εὐθ. Γουβέλης. 2) Ἀθ. Παραμυθιώτης. 3) Ἀθ. Ῥοντήρης. 4) Ἀθ. Καλπακίδης. 5) Κ. Πετσάλης. 6) Γ. Παππαθανασίου. 7) Γ. Σέρβος. 8) Θεμ. Παπακώστας. 9) Ἀγαμ. Μεταξᾶς. Θʹ. Ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν. 1) Δ. Τριγγέτας. 2) Ἀθαν. Ἴσκος. 3) Ἀλ. Βάσος. 4) Λ. Ζωγράφος. 5) Περ. Μαυρομιχάλης. 6) Γεώρ. Μαλέας. 7) Σκαρλ. Σοῦτσος. 8) Παναγ. Παπακώστας. 9) Γ. Πλαπούτας. Ιʹ. Ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. 1.) Σπ. Βαλαωρίτης. 2) Παναγ. Κοκκίνης. 3) Ἰωάν. Βαλασόπουλος. 4) Γ. Δελλαπόρτας. 5) Ν. Κανάρης. 6) Ἰωάν. Ζαλλώνης. 7) Ν. Χατζόπουλος. 8) Πέτρος Ζάνος. 9) Θ. Κανακάρης. ΙΑʹ. Ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν. 1.) Κωνϛ. Λυμπερόπουλος. 2) Ἀνδρ. Ζέρβας. 3) Σωτ. Ἰωάννου. 4) Ἐμ. Ναυπλιώτης. 5) Δημ. Σταθόπουλος. 6) Κων. Οἰκονομόπουλος. 7) Σταμ. Μακρὴς. 8) Κ. Κοσονάκος. 9) Σπυρ. Νοταρᾶς. ΙΒʹ. Ἐπὶ τοῦ Λογιστικοῦ. 1) Ν. Παπαμιχαλόπουλος. 2) Θ. Θερμογιάννης. 3) Γ. Θωμᾶς. 4) Λ. Πετροπουλάκης. 5) Ζαρ. Ζαρειφόπουλος. 6) Ἀθ. Κατριβάνος. 7) Γ. Ἰατρός. 8) Χ. Κανελλόπουλος. 9) Ἰ. Σοφιανόπουλος. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 7. μ. μ.)