1868.07.02
3,193 rows · 27,411 words · 182 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 32
τῆς 2 Ἰουλίου 1868.
Τρίτη.
Ὥρα 2 μ. μ.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται. Ὁ διοικητὴς τῆς Ἐθνικῆς Τραπέζης ὑπέβαλε τὸν ἰσολογισμὸν αὐτῆς· θέλει ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ τὸ ἔγγραφον;
§4ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Θηβῶν κ. Διαμάντης ζητεῖ τριακονθήμερον ἄδειαν· νὰ δοθῇ;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς χθὲς διακοπείσης συζητήσεως.
§8Ε. ΣΙΜΟΣ (ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν). Ἔρχομαι, κύριοι, νὰ δώσω μερικὰς διασαφήσεις εἴς τινα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὸν χθὲς τελευταῖον προλαλήσαντα ἔντιμον βουλευτὴν Κεφαλληνίας ἐῤῥέθησαν. Κύριοι, καὶ ἐκ χαρακτῆρος καὶ ἐκ τῆς θέσεώς μου δὲν ἀγαπῶ νὰ ἦμαι ἐπιθετικός, οὔτε πικρῶς ἀμυντικός· ὅταν ὅμως ἔλαβον ἀνάγκην νὰ λαλήσω πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς ἴσως φανῶ ζωηρότερος παρ’ ὅ,τι ἐπεθύμουν. Μᾶς ἐζητήθη ἐπιμόνως νὰ χαρακτηρίσωμεν ἡμεῖς καὶ νὰ ἐξηγήσωμεν τί πρᾶγμα εἶναι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ βασιλικὸς λόγος. Ἀλλά, κύριοι, παράδοξος ἀντίφασις! Αὐτὴ ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ἐξηγήθη, ἐσχολιάσθη, ἐμελετήθη ἀπὸ τοὺς κυρίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τὴν ζητοῦν ὡς αἴνιγμα, ὡς κἄτι τι, τὸ ὁποῖον χρῄζει ἐξηγήσεως· καὶ ἐν τούτοις αὐτὴ ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ἀναφέρεται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἀναφέρεται καὶ εἰς μίαν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἡ ἔντιμος ἐντεῦθεν μερὶς προτείνει εἰς παραδοχὴν τῆς Βουλῆς. Λοιπὸν ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ὑπάρχει, εἶναι εἰς τὸ Σύνταγμα· διατί ζητεῖτε ἐξηγήσεις; Πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τῷ χάρτῃ καὶ ἵνα ὑπάρχῃ ἐν τῷ χάρτῃ, πρέπει νὰ ᾖναί τι ὡρισμένον, ἀφιλονείκητον. Τί ζητεῖτε λοιπόν, ποίαν ἄλλην ἐξήγησιν ἢ τὴν διήγησιν τοῦ Συντάγματος; ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο. Ὁ βασιλικός, κύριοι, λόγος, εἶναι ἔργον τῶν ὑπουργῶν, ἑπομένως εἶναι συζητήσιμος. Ναὶ, κατὰ γενικὸν κανόνα· ἀλλ’ εἶναι καὶ κἄτι τι, τὸ ὁποῖον διαφεύγει καὶ αὐτῶν τῶν ὑπουργῶν τὴν ἁρμοδιότητα· εἶναι οἱ λόγοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται εἰς τὸ νὰ δικαιολογήσουν, οὐχὶ νὰ δικαιολογήσουν, διότι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη δικαιολογήσεως, ἀναφέρονται εἰς πρᾶξιν ἡγεμονικὴν, ἡ ὁποία ὑπεκφεύγει καὶ τὴν ἰδικήν μας καὶ τὴν ἰδικήν σας ἁρμοδιότητα, αὕτη εἶναι ἡ πρᾶξις ἡ ἀφορῶσα τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἐδὼ, κύριοι, τὸ ἡγεμονικὸν δικαίωμα εἶναι ἀπόλυτον, δὲν ἐπιδέχεται οὐδεμίαν ἐξήγησιν, δὲν ἀπαιτεῖται οὐδεὶς λόγος, καὶ ὅταν ὁ Μονάρχης ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιστάσεως, καὶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶπεν ὅτι ἤθελε νὰ λάβῃ γνῶσιν περὶ τοῦ κοινοῦ φρονήματος, περὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου καὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν· εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς πρᾶξιν ἀνεπίδεκτον συζητήσεως ἐκ μέρους ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, θέλω ἀπὸ αὐτὴν τὴν δυσχέρειαν, διότι κανεὶς δὲν εἶναι, ὁ ὁποῖος νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι δύναται ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ ζητήσῃ λόγον, θέλω νὰ σᾶς ἐξαγάγω, θὰ λάβω ἐκ τῆς χειρὸς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, καὶ θὰ τὸν φέρω εἰς ἕτερον στάδιον, εἰς ἕτερον δρόμον, ὥστε νὰ ἠμποροῦμεν νὰ λαλήσωμεν ἐλευθέρως· καὶ θὰ τὸ πράξω εὐχαρίστως, διότι τὸ νομίζω πολὺ ἀναγκαῖον, καὶ διότι εἶδον κἄτι τι, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ ἔκφρασις, πονηρόν. Ἐνῷ ἐσυζητεῖτο, ποία εἶναι ἡ ἔννοια ἡ ἀποδιδομένη εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ἐῤῥέθη μία ἀμφιβολία, ὅτι θέλομεν ὅλως διόλου ν’ ἀπομακρύνωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν εἰς τρόπον τοιοῦτον, ὥστε ἡμεῖς θέλομεν νὰ ὑπάγωμεν ἐπέκεινα ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἀνεγνωρίσαμεν. Ἔρχομαι ἐπὶ ἑτέρου ἐδάφους, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θέλετε νὰ συζητήσωμεν· θὰ ἦμαι καθαρὸς ἐπὶ καθαροῦ ἐδάφους. Τῳόντι πρὸ τοῦ βασιλικοῦ λόγου ὑπῆρχε τὸ πρόγραμμα τῆς κυβερνήσεως, καὶ τοῦτο ἐνόησε καθαρῶς καὶ εἶπε μίαν περίστασιν σπουδαίαν, ὅτι δὲν ἔχει ν’ ἀναμιχθῇ εἰς τὰς ἐκλογὰς δι’ ἀθεμίτων μέσων, ὅπερ ἐστὶν ἀνεγνώρισε καὶ εἶπε καθαρὰ, παῤῥησία, τί ἐννοεῖ μέσα θεμιτὰ, τῶν ὁποίων θέλει νὰ κάμῃ χρῆσιν. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι αὐτὴ ἡ διήγησις καθαρὰ, καθαρὰ λέγω, ἐννοεῖ πάντοτε ὅτι ὑπάρχουσι μέσα θεμιτὰ, διὰ τῶν ὁποίων ὑπάρχει σχέσις στενὴ μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, τῶν ὑποστηριζόντων τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν μετέρχεται. Ἐννοοῦμεν λοιπὸν, ἐνοήσαμεν οὕτω καὶ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ὥστε ἡμεῖς νὰ ἔχωμεν τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ διάκρισις ἐκείνη τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ ῥιφθῇ ἐν τῷ μέσῳ τοιοῦτον πρᾶγμα περιττόν; Διατί ἐῤῥίφθη; Ναὶ, κύριοι, ὅταν τὸ παρελθὸν αὐτὸ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ θεωρηθῇ, ὅτι ἐγένετο σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, ὅταν αὐτὸ τὸ ἀνεγνώρισεν ἡ κοινὴ συνείδησις, ὅταν τὸ ἀνεγνώρισεν ὁ ἡγεμὼν ἐν τῇ ἀνωτάτῃ Αὑτοῦ κρίσει μετερχόμενος τὸ δικαίωμα Αὑτοῦ, διατί νὰ δώσωμεν ἑτέρας ἐξηγήσεις; Ἡμεῖς εὑρίσκομεν τὴν διάκρισιν, τὴν ἐννοοῦμεν πολὺ καλὰ, ἐννοοῦμεν καὶ ἐνοήσαμεν ὅτι ὑπάρχει ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς συνεννοούμεθα μετὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὴν ἡμετέραν πολιτικήν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν τὸ παρελθὸν αὐτὸ ἔκαμε νὰ ἐννοηθῇ ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία ἐθεωρήθη, ἐὰν οὐχὶ τὸ πρώτιστον, ἓν τῶν κυρίων αἰτίων μιᾶς καχεξίας, τί θέλετε νὰ εἴπωμεν ἡμεῖς; Μάλιστα, κύριοι, ἡμεῖς δὲν ἀπαρνούμεθα τοὺς φίλους ἡμῶν, δὲν ἀπαρνούμεθα ἓν εἶδος ἀλληλεγγύης, ἡ ὁποία ὑπάρχει μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῶν φίλων αὐτῆς, καὶ ἐννοῶ φίλους τοὺς συμμεριζομένους τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως, τὴν ὁποίαν εὐχόμεθα νὰ συμμερισθῇ ὅλος ὁ κόσμος καὶ σεῖς καὶ νὰ μὴν ὑπάρχουν φατρίαι. (θόρυβος).
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὐτὸ οὐδαμοῦ ἔγινεν· εἶναι δεσποτισμός.
§10ΣΙΜΟΣ. Διότι οὕτω πως, κύριοι, θὰ ἔχομεν φίλους πολιτικοὺς, διότι ἠξεύρομεν ὅτι προφυλάττουν τὴν ἡμετέραν πολιτικὴν καὶ τὴν τιμὴν, καὶ ἡμεῖς φυλάττομεν τὴν τιμὴν αὐτῶν. Θέλετε νὰ εἴπωμεν καὶ τί δὲν ἐννοοῦμεν; καὶ τοῦτο τὸ λέγομεν· δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ὑπάρχῃ μία πολιτικὴ, ἡ ὁποία ν’ ἀπομακρύνῃ τὴν εὐθύνην ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ μένῃ· ἐλέγετο ἄλλοτε ἐπὶ ἄλλων ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον τί νὰ κάμωμεν, ὁ ἡγεμὼν ἔκαμε τοῦτο, ὁ ἡγεμὼν ἀπεφάσισε τὸ ἄλλο, καὶ εἶναι κακοὶ οἱ ὑπουργοὶ οὗτοι, διότι οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν τὴν εὐθύνην, τὰ πάντα πρέπει νὰ πάρουν ἐπάνου των· δὲν θέλετε ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα τιμίων ὑπουργῶν ὅτι ὁ δεῖνα βουλευτὴς μοὶ εἶπε νὰ κάμω τοῦτο, καὶ ἔλεγα τότε τί νὰ κάμωμεν, δὲν μᾶς ἀφίνουν οἱ βουλευταί· ἄνθρωποι ἐπήγαιναν, παρουσιάζοντο, ἐζήτουν δικαιώματα, διαφόρους θέσεις καὶ ὅ,τι δήποτε ἄλλο, οὕτω πως δὲ ἡ εὐθύνη ἔφευγεν ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου ἦτο. Τοῦτο εἶναι, κύριοι, σύγχυσις ἐξουσιῶν, καὶ ὅταν, κύριοι, τὰ πράγματα ἦλθον εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε ἐθεωρήθη ὅτι διὰ μεγάλης καὶ ἐκτάκτου περιστάσεως εἰς κρίσιμον ἐποχὴν, ὅτε τὸ ἔθνος δὲν εὑρέθη εἰς μίαν κοινὴν περίστασιν ὅπως πάντοτε, ἀλλ’ εἰς περιστάσεις ἐκτάκτους, αἱ ὁποῖαι ἀπεφάσιζαν περὶ τῆς τύχης αὐτοῦ ἐπὶ ἔτη πολλά, τότε ἡ κοινὴ συνείδησις ἐπείσθη ὅτι δὲν ἐγένετο ἀρκετὴ διάκρισις, δὲν ἐγένετο ἀρκετὸς ἔλεγχος· καὶ τοῦτο ὁ κόσμος ἐνόμισεν ὅτι ἦτο μία ἀπὸ τὰς αἰτίας τοῦ κακοῦ· νομίζετε ὅτι ὁ ἡγεμὼν αὐτὸς δὲ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ ἴδω τί ἐπιθυμεῖ ὁ τόπος ἐπὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν; Ἰδού, κύριοι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, ἐθεωρήθη καὶ εἶχε τὸ νόημά της εἰς τὸ παρελθόν. Ἀλλὰ λέγουν πάλιν ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ζητεῖται σήμερον, ἀλλ’ ἀντιστρόφως πως· θέλετε νὰ τὴν ἐννοήσετε· ἡμεῖς λέγομεν ὅτι ὑπάρχει σύγχυσις ἐξουσιῶν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μᾶς λέγετε, ἐν ᾧ χθὲς ἐσυζητεῖτο ὁ λόγος συγχρόνως ἐγένοντο αἰτιάσεις κατὰ κυβερνήσεως ὅτι ἔκαμεν ἐπέμβασιν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἐπέμβασιν ἀθέμιτον· καὶ τί ἦτο; ὅτι ἡ κυβέρνησις μετεχειρίσθη τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα ὄργανα, ἀλλ’ αὐτὰ εἶναι τὰ θεμιτὰ μέσα τῆς κυβερνήσεως, τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα νομίζει κατάλληλα.
§11Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Αὐτὸ εἶναι σόφισμα.
§12ΣΙΜΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, τὴν ὁποίαν ἐνοήσαμεν, καὶ τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Βασιλικὸς λόγος ἀναφέρει. Ἔρχομαι εἰς ἕτερον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ, καὶ τὸ ὁποῖον ἰδίως ἐγὼ θέλω νὰ σᾶς ἐξηγήσω. Ἐλαλήσατε, κύριοι, περὶ γενομένης τινὸς παραχωρήσεως εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς. Ἀληθῶς λοιπὸν λαλεῖτε περὶ Φυλῆς; Θέλετε νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα τῆς Φυλῆς; Πολὺ καλὰ, κύριοι, σᾶς εὐχαριστῶ, χαίρω πολὺ, διότι θέλετε νὰ μᾶς δώσετε ἀφορμὴν νὰ δώσωμεν ἐξηγήσεις. Μάλιστα, κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς Φυλῆς εἶναι σπουδαῖον, ἀλλὰ δὲν εἶναι ζήτημα, κατὰ δυστυχίαν, ἐκλογικόν· εἶναι κακὸν δι’ ἐκείνους, οἵτινες ὀνειρεύονται ὅτι δύνανται εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ εὕρωσιν ἐκλογικὸν στάδιον· δὲν εἶναι παραχώρησις γενομένη κατὰ τὰς ἐκλογάς· εἶναι στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ πολεμηθῇ ἡ διαφθορὰ εἰς τὴν τολμηροτέραν, ἀκολαστοτέραν αὐτῆς ἐπίθεσιν. Ναὶ, κύριοι, καὶ λέγω κοινωνία! κοινωνία! ποία πρέπει νὰ ᾖναι ἡ κατάστασίς σου, ὅταν αὐτὸ τὸ ἀκάθαρτον δαιμόνιον ἀντὶ νὰ κρύπτῃ εἰς τὰ σκότη τῆς νυκτὸς τὴν εἰδεχθῆ μορφήν του, τολμᾷ νὰ ὑψόνῃ θρασεῖαν κεφαλὴν καὶ εὑρίσκει ἐδὼ μέσα ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, τοὺς ὁποίους ἐξαπατᾷ βεβαίως, καὶ ἔρχονται νὰ ἀναλάβουν τήν ὑπεράσπισιν. Εἶναι, κύριοι, σπουδαῖον τὸ ζήτημα· ἀφορᾷ, καθ’ ὅσον εἶπον, τὴν διαφθοράν, τὸ μεγαλείτερον κακόν, τὸν μεγαλείτερον ὄλεθρον, ὁ ὁποῖος ἠμπορεῖ νὰ καταλάβῃ τὰς κοινωνίας, ἐνῷ αὐτὸς ὁ ἀκάθαρτος δαίμων εἶναι νόσημα πολιτικὸν, παντοῦ πιάνει, παντοῦ προσκολλᾶται, παντοῦ ἀναῤῥιχᾶται, τὸ βλέπω, ἔρχεται ἀπὸ τὰ μεσημβρινὰ μέρη τοῦ κράτους, ὡς ὁ καυστικὸς λίβας, καὶ ποῦ δὲν στέκει, ποῦ δὲν ἐμπήγει τοὺς ἁρπακτικοὺς ὄνυχάς του; εἰς τὴν Μακαρίαν, εἰς τὸν ἅγιον Φλῶρον, εἰς τὸν Τρίνασον, εἰς τὴν Τρίπολιν, εἰς τὴν Τροιζηνίαν, εἰς τὸ Φάληρον, καὶ ἦλθε καὶ ἐσταμάτησεν εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς. Ἐκεῖ, κύριοι, ὅπου ἠγωνίζοντο ἄλλοτε οἱ λάτραι τῆς Περσεφόνης καὶ τῆς Δήμητρος, εἰς τοὺς Ῥύτους, ἐκεῖ πρὸ πάντων ἤθελε νὰ σταματήσῃ. Εἰς τὴν λίμνην τῶν Ῥύτων εἶχε τὸ δημόσιον ἐνοικιασμένον τὸ δικαίωμα τῆς ἁλιείας ἐπὶ 10 ἔτη δι’ ἕνα ποσὸν περίπου 4000 δραχμῶν· ἐπέρχεται μετὰ ταῦτα τὸ δαιμόνιον τῆς διαφθορᾶς καὶ ζητεῖ ν’ ἀγοράσῃ δύω ἐρείπια, τῶν ὁποίων ἡ ἀγορὰ ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν καταστροφὴν τοῦ εἰσοδήματος τοῦ ἰχθυοτροφείου. Εἶχε λοιπὸν τὸ δημόσιον ἐνοικιασμένον ἐπὶ 10 ἔτη καὶ μετὰ ταῦτα ἐπῆρε 2000 δραχμὰς, δὲν ἠξεύρω πῶς τὰς ἐπῆρε καὶ κατέστρεψεν οὕτω τὸ εἰσόδημα τὸ ἕτερον. Καὶ, κύριοι, ἐγένετο προσπάθεια νὰ πεισθῇ ὁ ἀγοραστὴς τοῦ ἰχθυοτροφείου νὰ μὴ ζητήσῃ τίποτε, νὰ παραιτηθῇ τοῦ δικαιώματος, καὶ νὰ χάσῃ τὸ δημόσιον τὰς 4000 δραχ. διὰ 10 ἔτη. Ἐκεῖνος ἤθελε τὴν ἀποζημίωσιν καὶ εἴμεθα ἤδη εἰς τὸ δικαστήριον καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ καταντήσωμεν, καὶ ἤδη προσπαθοῦν νὰ ἐφαρμόσουν τὸν λόγον τῆς ὑπερόγκου βλάβης, ἐὰν οὗτος δύναται νὰ προταθῇ εἰς τὰς δημοπρασίας· ἐκεῖ ἐγλυκάνθη τὸ τέρας καὶ εἶδεν ὅτι πλησίον εἶναι ὁ δῆμος τῆς Φυλῆς, δῆμος ἥσυχος, ἔχων 250 περίπου οἰκίας, καλὴν κτηνοτροφίαν ἐκ 12,000 μικρῶν ζώων καὶ 800 μεγάλων· ἔκαμεν ἐκεῖ μερικὰς φυτείας, ἔχει γαίας ἐθνικὰς, τὰς ὁποίας οἱ κάτοικοι μετεχειρίζοντο διὰ σπορὰν καὶ ὑπῆρχε καὶ μέρος τι ἔχον ὕδωρ, εἰς τὸ ὁποῖον αὐτοὶ ἐπότιζαν τὰ ζῶά των· ἐκεῖ εὑρέθη εἷς καὶ ἐζήτησε διὰ κρητικῶν γραμματίων νὰ παραχωρηθῇ τὸ μέρος αὐτὸ, ποῖον μέρος, ὀνόματι τὸ μέρος ἐκεῖνο τὸ μὴ καλλιεργημένον, εἰς τὸ ὁποῖον ἦτο καὶ τὸ ὕδωρ, μεγίστης ἀνάγκης ὑπάρχον διὰ τὴν κοινότητα· ἔλαβα, κύριοι, ἀφορμὴν, σᾶς λέγω ἐν τιμῇ καὶ ἐξεπλήχθην, ἔφριξα, λέγω, ὅταν εἶδον αὐτὰ τὰ ὄργια πῶς ἐνηργήθησαν, ὅταν εἶδον ὅτι ἐνηργοῦντο πράγματα, καὶ ἀκόμη καλῶς δὲν γνωρίζομεν, ποῖος ἦτον ὁ σκοπὸς, τί ἔμελλε νὰ γίνῃ, διότι τὸ τελευταῖον νόημα δὲν κατενοήθη, παρ’ ὅταν τὸ πρᾶγμα ἀνεκαλύφθη ὅλως διόλου, ὅταν ἦλθεν εἰς τὴν ὁριστικὴν ἀποπεράτωσιν. Μετὰ μεγάλης βίας οἱ ὑπάλληλοι ἠδυνήθησαν νὰ ἐνεργήσωσι, διότι ἦτον ἕτοιμος ὁ ἄνθρωπος νὰ τὰ ἀγοράσῃ. (θόρυβος) Ἔῤῥιψαν τὴν αἰτίασιν καὶ τὴν μομφὴν, ὅτι ἔγινε μία παραχώρησις διὰ τὰ ἐκλογικά· κύριοι, θὰ εἰδῆτε καὶ θὰ πεισθῆτε ὅτι κάθε ἄλλο ἐγένετο, παρὰ παραχώρησις διὰ τὰ ἐκλογικά Εἶδα, κύριοι, ὅτι ἀπῃτεῖτο κἄτι νὰ πράξω, διότι εἶχον καθῆκον, διότι θὰ σᾶς εἰπῶ ποῦ εὗρον τὴν ὑπόθεσιν, καὶ κάθε ἄλλο ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν κεφαλήν μου, παρὰ σκέψεις περὶ ἐκλογῶν· ἀπέδοσα ἀξίαν εἰς τὸν ἑαυτόν μου καὶ ἐνόμισα ὅτι εἶχον καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἠρχόμην νὰ ἐκπληρώσω· ἐθεώρουν δόξαν καὶ τιμήν μου νὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη περίστασις, καὶ νὰ δυνηθῶ νὰ γίνω ὄργανον, καὶ ν’ ἀποδώσω δικαιοσύνην εἰς τοιαύτην περίστασιν. Διετάχθη ἐσπευσμένη καταμέτρησις διὰ νὰ ἐφαρμοσθοῦν αὐτὰ τὰ κρητικὰ γραμμάτια· ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔγινε θὰ τὸ εἰδῆτε ἀκολούθως. Εἶδον οἱ δυστυχεῖς οἱ χωρικοὶ, ὅτι δὲν ὑπῆρχε κἂν τόπος ἱκανὸς, εἰμὴ μόνον τὸ μέρος, τὸ ποῖον περιεῖχε τὸ ὕδωρ τὸ χρήσιμον διὰ τὸ πότισμα τῶν ζώων καὶ τὸ ὁποῖον ἔμελλε νὰ στερήσῃ τοὺς κατοίκους ἀπ’ αὐτοῦ· ἐν τούτοις τί συνέβη, ἐπειδὴ δὲν ἐξήρκει ὁ τόπος, περιελήφθησαν καὶ τὰ μποστάνια τῶν κατοίκων καὶ αἱ βαμβακοσποραί· τότε οἱ χωρικοὶ τὸ ἐνόησαν καὶ δὲν τὸ ἐνόησαν· εἶδον ὅμως, ὅτι τοὺς πέρνουν τὸ νερό, ἔτρεξαν, ἐφώναξαν, ἔστειλαν ἀναφορὰν εἰς τὰς ἀρχὰς διὰ νὰ δώσουν πληροφορίας. Ποῖαι πληροφορίαι ἐδόθησαν, ὅτι δὲν ἔχουν κανένα λόγον, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ὅ,τι ζητοῦν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔλλειψις, ὅτι πρέπει νὰ δώσουν ὠφέλειάν τινα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἀνέφερον πράγματα ὑπερβολικά. Ἐν τούτοις ἐδόθη ἡ ὤθησις νὰ τελειώσῃ μίαν ὥραν ἀρχήτερα. Κατ’ εὐτυχίαν συνέβη ἐνταῦθα τὸ τῆς παροιμίας, «Ἀγαπᾷ ὁ Θεὸς τὸν κλέπτην ἀλλ’ ἀγαπᾷ καὶ τὸν οἰκοκύρην». Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ παρεμπόδισις ὀφείλεται εἰς ἕνα τῶν συναδέλφων μας, τὸν κύριον Φιλήμονα, ὁ ὁποῖος ἠδυνήθη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην νὰ παρεμβάλῃ τὴν βασιλικὴν ἐξουσίαν καὶ νὰ παρουσιάσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς καὶ ὑψηλότερα ἔτι καὶ οὕτω νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἄνομος καὶ ἀθέμιτος παραχώρησις.
§13ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς ποίαν ἐποχὴν ἐμποδίσθη μεσολαβήσει τοῦ κυρίου Φιλήμονος ἡ παραχώρησις;
§14ΣΙΜΟΣ. Κατὰ τὸν Δεκέμβριον.
§15ΦΙΛΗΜΩΝ. Κατὰ τὸν Νοέμβριον.
§16ΣΙΜΟΣ. Ἐστάλησαν ἐκεῖσε αἱ ἀρχαὶ νὰ ἐξετάσουν καὶ δώσουν πληροφορίας. Οἱ χωρικοὶ ἔλεγον, ἡμεῖς δὲν ἠξεύρομεν τί νὰ κάμωμεν, ποῦ θὰ ποτίζωμεν τὰ ζῶά μας. Ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἐξέτασις εὑρέθη ὅτι οὐ μόνον δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ σχέδιον, οὐ μόνον ἤθελον καταλάβει τὸ μέρος τὸ περιέχον τὸ ὕδωρ τὸ ἀναγκαιοῦν διὰ τοὺς κατοίκους, ἀλλ’ ἤθελον καταλάβει καὶ τὰς φυτείας αὐτῶν καὶ τὴν βαμβακοσποράν. Σᾶς λέγω τὴν ἀλήθειαν· ἅμα ἔμαθον ταῦτα δὲν τὰ ἐπίστευσα. Ἐζήτησα ἐπιμόνως νὰ γίνῃ μία ἐπιστημονικὴ καταμέτρησις καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ σχεδίου, καὶ ἔστειλα ἐκεῖ, ἐκτὸς τῶν ἀρχῶν, νομάρχου καὶ ἐφόρου, τὸν ἀρχηγὸν τοῦ γεωμετρικοῦ κλάδου μετὰ δύω ἀξιωματικῶν, καὶ νὰ πάρουν μεθ’ ἑαυτῶν καὶ τὸν ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε τὴν καταμέτρησιν, καὶ μοὶ παρέστησεν οὗτος ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν παράδοξον· διότι μόνον τὰ ἰδανικὰ τετραγωνικὰ σχήματα, εἶναι σχήματα ἀκριβῶς κανονικὰ παραλληλόγραμμα· τοιοῦτον (δεικνύει τὸ σχῆμα) ἐν τῇ φύσει δὲν εὑρίσκονται τοιαῦτα, καὶ ἐν τούτοις αὐτὸ, κύριοι, ἔχει τὴν κανονικότητα ἑνὸς ἐντελοῦς παραλληλογράμου. Αὐτὸ εἶναι, κύριοι, βλέπετε; (δεικνύει αὐτό), ἐφιλοτιμήθη ἡ φύσις νὰ κάμῃ τοιαύτας ἀκριβεῖς γραμμὰς, ὁποίας δὲν δύναται ὁ γεωμέτρης. Ὑπῆγον καὶ τὸ ἐφήρμοσαν αὐτὸ, κύριοι, ἔγινε καὶ τί εὑρέθη; ἀπὸ δυσμὰς πρὸς ἀνατολὰς ὑπάρχουν ἐντεῦθεν τὰ ὅρια τῆς ἱερᾶς ὁδοῦ καὶ ἐκεῖθεν οἱ πρόποδες τοῦ λόφου καὶ ἐδὼ σημειοῦνται 650 μέτρα, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ὑπερδιπλάσιον, καὶ δύναται νὰ καταλάβῃ μεγάλην ἔκτασιν. Ἀπὸ δὲ ἄρκτου πρὸς μεσημβρίαν τὸ μέρος εἶναι λίαν στενὸν, καὶ αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ καταλάβῃ τὰς φυτείας, καὶ ὅταν ἦλθον αἱ ἀρχαὶ μοὶ εἶπον ὅτι ἡ γραμμὴ αὕτη καταλαμβάνει ἀμπέλους, μποστάνια, βαμβακοσπορὰς κλπ. Ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν ἀνώτερος δὲν κατάλαβε τὸ τρομερὸν αὐτὸ ἀδίκημα, τότε πρῶτον ἐνόησεν ὅτι ἦτο λόγος περὶ παραχωρήσεως αὐτῶν τῶν ἀμπέλων, τῶν βαμβακοσπορῶν καὶ τῶν μποστανίων. Οἱ κάτοικοι, κύριοι, οἱ δυστυχισμένοι κάτοικοι τῆς Φυλῆς, ἐνόμισαν ὅτι τοὺς παίρνουν τὸ νερὸ μόνον, ἀλλὰ δὲν ἤξευραν ὅτι τοὺς παίρνουν καὶ τὰ ἀμπέλια, καὶ τὰ μποστάνια, διότι λέγουν, ἂν ἐγνώριζον τοῦτο θὰ ἐπήγαινε τὸ αἷμα γόνα· ἀλλ’ ἀπηλλάχθησαν τοῦ νὰ εὑρεθῶσιν εἰς αὐτὴν τὴν δυσάρεστον θέσιν, διότι συγχρόνως ὅταν τὸ ἔμαθον, ἦτον ἕτοιμος καὶ ὁ βραχίων ὅστις ἤθελε τοὺς ἀπαλλάξει. Καὶ ἔρχεσθε νὰ εἴπητε ὅτι αὐτὸ ἐγένετο χάριν τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅτι ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν τοῦτο διὰ νὰ λάβωμεν ψήφους;! Καὶ, κύριοι, τότε ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν διαφορετικὰ, ψήφους νὰ πάρωμεν, ἀλλ’ ὄχι νὰ παραχωρήσωμεν, ἀλλὰ ὄχι ν’ ἀφήσωμεν τὰς δυνάμεις ἀπὸ τὰς χεῖράς μας νὰ ἐξέλθωσιν· ἀλλὰ παντάπασι δὲν ἐκάμαμεν ἐκεῖνο πρὸς τὸν σκοπὸν, πρὸς τὸν ὁποῖον ἐῤῥέθη, ἀλλ’ ἐκάμαμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὠφείλαμεν νὰ κάμωμεν, καὶ τοὺς κατοίκους τοὺς ἀφήσαμεν νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν, καὶ ἠμποροῦσαν νὰ μᾶς δώσουν, ἢ νὰ μὴ μᾶς δώσουν ψήφους. Τί ἔκαμα λοιπὸν, κύριοι, ἀπέβαλα τοὺς ἅρπαγας.
§17Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν μᾶς λέγετε ποῖος ἤθελε νὰ τὰς πάρῃ;
§18ΣΙΜΟΣ. Ὁ Περωτὴς καὶ ὁ Φωστηρόπουλος· ὁ δεύτερος φαίνεται ὡς ὀνοματοδότης· τοὺς ἀπέβαλα λοιπόν· ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω διατί εἶναι ἀδυναμία ἀνθρωπίνη νὰ θέλῃ τις στερεότητα εἰς τὰ ἔργα του· ἔπρεπε καὶ νὰ τοὺς ἐξασφαλίσω· ἐσκέφθην ὅτι δὲν ἦτον ἄλλος τρόπος διὰ νὰ προφυλάξω αὐτὸν τὸν τόπον ἀπὸ τοὺς λύκους ἐκείνους, οἵτινες ἠδύναντο νὰ ἐπανέλθουν, εἰμὴ ἂν παρεχώρουν ὁριστικῶς τὸ μέρος αὐτὸ εἰς τοὺς κατοίκους. Ἤνοιξα τὸν νόμον καὶ ἐσυλλογίσθην εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν καὶ εἶδον, ὅτι αὐτὸς ὁ τόπος ἠμποροῦσε νὰ παραχωρηθῇ εἰς τοὺς κατοίκους δυνάμει τοῦ νόμου τῆς προικοδοτήσεως, δυνάμει τοῦ ἄρθρου 27· ἔκαμον εὐλαβῶς χρῆσιν τοῦ δικαιώματος κατὰ τὸν νόμον, ἐζήτησα τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου τὴν συγκατάθεσιν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν νόμον ἀντικατέστησε τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρᾶξις τὴν ὁποίαν ἐτόλμησαν ν’ ἀναφέρουν, καὶ τοὺς εὐχαριστῶ διὰ τοῦτο, διότι μοὶ ἔδωκαν ἀφορμὴν νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτῆς. Καὶ τοῦτο ἀκόμη ἐτόλμησαν νὰ προσθέσουν· «Πῶς ἔκαμε τοῦτο ὁ ὑπουργὸς ἐνῷ ὑπάρχει ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς υ» δηλ. παρεβλάπτετο ἡ περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς ἐπιθυμία διὰ τῆς παραχωρήσεως εἰς αὐτὸν τὸν λαὸν, ὅστις πρῶτος θὰ ὠφελεῖτο ἐκ τῆς διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς; καὶ δὲν παρεβλάπτετο, ἐὰν ἐδίδετο εἰς αὐτοὺς τοὺς ἁρπακτικοὺς ἀνθρώπους διὰ νὰ κάμουν εἵλωτας τοὺς κατοίκους αὐτοῦ τοῦ τόπου! Αὐτὸ μοὶ ὑπενθυμίζει τὸ ἄνιθον καὶ τὸ κύμινον τοῦ Ἱεροῦ Εὐαγγελίου. Παρεχωρήθη λοιπὸν αὐτὸς ὁ τόπος, χωρὶς ὅμως νὰ γενῇ οὐδεμία ζημία, διότι συγχρόνως ἐκανονίσθησαν καί τινες ὅροι τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ κανονίσωμεν. Ὑπάρχει διάβασις ἀνέκαθεν τῶν ποιμνίων, τὰ ὁποῖα ἔρχονται εἰς τὴν Ἀττικὴν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Στερεὰν, καὶ δὲν ἠθέλαμεν ἐρχόμενα ταῦτα κατὰ τὴν διάβασιν νὰ εὑρίσκουν ἐμπόδια ἀπὸ τοὺς κατοίκους. Λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι ἐγένετο ἡ παραχώρησις χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ τὸ δικαίωμα τῆς διαβάσεως τῶν ζώων καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἁλιείας τοῦ δημοσίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ παραχώρησις, ἥτις ἐγένετο καὶ δὲν ἐγένετο τίποτε ἄλλο, παρὰ μία ἐνέργεια τοῦ νόμου καὶ τῆς δικαιοσύνης, ὑπὲρ τῶν κατοίκων, δυνάμει τοῦ 27 ἄρθρου τοῦ περὶ προικοδοτήσεως νόμου, γενομένη, λέγω, εὐλαβῶς καὶ φυλαττομένων ὅλων τῶν τύπων, καθότι ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἴδω ὅτι ἐνήργησε καὶ ἄλλος εἰς ἄλλον δῆμον ἐκ τῶν προκατόχων μου· παρεχωρήθη δυνάμει τοῦ 27 ἄρθρου.
§19ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχετε τὸ παραχωρητήριον;
§20ΣΙΜΟΣ. Ἕνας νέος γεωμέτρης ὑπῆγεν ἐκεῖ, τί εἶπεν; Τί νὰ κάμω, ἦτον ἡ πρώτη φορὰ ὅπου ἐνήργησα τὸ γεωμετρικὸν καθῆκον δὲν ἐγνώριζον, ἔσφαλον, ἐνεπιστεύθην εἰς τὴν ἀνωτέραν πεῖραν τοῦ νομάρχου καὶ τοῦ ἐφόρου· αὐτὰ εἶπεν ὁ γεωμέτρης.
§21ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος ἦτο νομάρχης;
§22Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἤμην καὶ θὰ ἀπαντήσω.
§23ΣΙΜΟΣ. (Ἀναγινώσκει ἔγγραφον τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ γεωμετρικοῦ τμήματος).
§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 23 φεβρουαρίου λοιπὸν εἶναι ἡ αἴτησις;
§25ΣΙΜΟΣ. Ἀπὸ 23 φεβρουαρίου τοῦ νῦν ἐφόρου, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον ὅτι δὲν ἐπίστευσα ὅταν μᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι διαφορετικὰ αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἔστειλα δὶς καὶ τρὶς τὰς ἀρχὰς καὶ τοὺς γεωμέτρας, καὶ τὸν γεωμέτρην ἀκόμη ἐκεῖνον, ὅστις ἐνήργησε τὴν πρώτην καταμέτρησιν.
§26Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ γεωμέτρης οὗτος ἦτο πολίτης ἢ ἀξιωματικός;
§27ΣΙΜΟΣ. Πολίτης.
§28Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ εἶχε διορισθῆ πρώτην φορὰν ἐκεῖ νὰ κάμῃ καταμέτρησιν;
§29ΣΙΜΟΣ. Οὕτω λέγει αὐτὸς, ὅτι πρώτην φορὰν ἐνήργησε καταμέτρησιν, καὶ ἐπιέσθη ἀπὸ τὴν ἀνωτέραν πεῖραν τῶν κυρίων νομάρχου καὶ ἐφόρου. Κατεμέτρησαν εἰς παραχώρησιν καὶ ἓν μικρὸν ὄρος. Αὐτὸ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ παραχωρηθῇ· ὅλα ἐδῶ συγχέονται· ὅμως ὑπάρχει καὶ ἐδῶ σύγχυσις, ὡς ἡ σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν. Οὕτω λοιπὸν ἐγένετο, κύριοι, ἡ παραχώρησις. Ἄ! ὁ κ. Σωτηρόπουλος μὲ ἠρώτησεν, ἂν ᾖναι ἐδὼ τὸ παραχωρητήριον ..... Ἄ! ἐξέχασα νὰ σᾶς εἴπω ἓν ἄλλο πρᾶγμα πολλὰ περίεργον. Δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐγένετο λόγος περὶ παραχωρήσεως εἰς αὐτὸν τὸν δῆμον. Κατὰ τὸ 1863 ἐφώναζαν οἱ κάτοικοι ὅτι ἔχουν ἀνάγκην αὐτοῦ τοῦ τόπου, καὶ δὲν ἐγένετο μὲν παραχώρησις τότε, ἀλλ’ ἐδόθη ἐπίσημος ὑπόσχεσις ὅτι θὰ παραχωρηθῇ· ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, καὶ λέγω, ὅτι τοῦτο ἤρκει καὶ ἠδύνατο νὰ χρησιμεύσῃ, ὥστε νὰ μὴ γίνῃ ἡ παραχώρησις τῶν γαιῶν αὐτῶν ἀντὶ τῶν κρητικῶν γραμματίων, ἀφοῦ προϋπῆρχεν ἀπόφασις τῆς κυβερνήσεως καὶ ὑπόσχεσις, ὅτι αἱ γαῖαι αὗται θὰ διατεθῶσιν ὑπὲρ τῶν κατοίκων.
§30ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν μοὶ λέγετε, ἡ αἴτησις τοῦ Περωτοῦ ἢ Φωστηροπούλου πότε ἐδόθη, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἐσπευσμένως ἐγένοντο ὅλα αὐτά.
§31ΣΙΜΟΣ. Αὐτὸ ὅποτε θέλετε θὰ τὸ ἴδητε. Μοὶ ἐφάνη ὅτι καὶ ὑπουργοί τινες ἐπιέζοντο· δὲν εἶχον ἴσως πρόθεσιν, ἀλλὰ πάλιν ἠναγκάσθησαν.
§32ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα· δὲν εἶναι ἁρμόδιος ὁ καιρὸς τώρα νὰ συζητήσωμεν περὶ αὐτοῦ.
§33ΣΙΜΟΣ. Ποῖος τὸ ἔφερε, κύριοι, ἐνώπιόν σας αὐτὸ τὸ ζήτημα; Ἐγώ; ὄχι· ἄλλος καὶ τὸν εὐγνωμονῶ.
§34ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πίεσιν δὴν ᾐσθάνθην ἀπὸ κανένα.
§35ΣΙΜΟΣ. Ἐγὼ λέγω, κύριε Κεχαγιᾶ, ὅτι ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ὁ κ. Φιλήμων αὐτὸ τὸ πρᾶγμα θὰ ἐγίνετο· δὲν ἠξεύρω ἂν ἐξ ἀγνοίας (διάλογοι). Ἐγὼ εἶπον, ὅτι μοὶ ἐφάνη, ὅτι ὑπῆρχε διάθεσις νὰ σταματήσῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, ἐσεῖς ἐκλάβετε το ὅπως θέλετε. Λέγω λοιπὸν ὅτι τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἠθέλετε τὸ κάμει πρὸς μεγάλην δυστυχίαν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, ἐὰν δὲν ἐμποδίζετο, ὥστε νὰ εὕρω ἐγὼ τὴν εὐχάριστον αὐτὴν περίστασιν νὰ φέρω τὴν ὁριστικὴν λύσιν. Αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ ὑπόθεσις τῆς φυλῆς. Ἓν ἄλλο ζήτημα ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἔθιξεν· εἶπεν ὅτι ἤθελε νὰ δοθῇ ἐκ μέρους ἡμῶν μία διασάφησις πῶς ἐνηργήσαμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης. Περὶ τούτου καὶ ἓν ἄλλο μέλος τῆς κυβερνήσεως θὰ λαλήσῃ· ἀλλὰ, κύριοι, ἐπειδὴ ὁ λόγος εἶναι περὶ τούτου, θέλω νὰ εἴπω ὀλίγας τινὰς λέξεις γενικὰς ἐπὶ τοῦ ἐξωτερικοῦ αὐτοῦ ζητήματος, τοῦ ζητήματος τῶν πόθων τῶν Ἑλλήνων. Λοιπὸν, κύριοι, τί θέλετε ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος; νομίζετε ὅτι δύναται νὰ ῥιφθῇ καὶ τοῦτο ἐν τῷ μέσῳ καθὼς ὅλα τὰ ἄλλα; τί θέλετε λοιπόν; θέλετε τὸ πρᾶγμα ἢ τὴν ἐπίδειξιν αὐτοῦ; καὶ δὲν ἠξεύρετε ὅτι ἡ ἐπίδειξις θανατόνει τὸ πρᾶγμα; καὶ ἔχετε λέξεις εἰρωνείαν, ὅταν σᾶς λαλῶμεν περὶ εὐνομίας, καὶ ὅτι ἐν τῇ εὐνομίᾳ ὑπάρχει ἡ ἀληθὴς προπαρασκευή; καὶ πῶς λοιπόν; ἄνθρωποι λογικοὶ, πιστεύετε, ὅτι ὑπάρχουν τοιαῦται ὑπερπηδήσεις εἰς τὰ ἀνθρώπινα πράγματα κατορθωταὶ, ὥστε ν’ ἀναβαίνῃ τις τὴν ἀνωτάτην βαθμίδα χωρίς νὰ πατήσῃ τὴν κατωτάτην; Ἄνθρωποι χριστιανοὶ, δὲν γνωρίζετε ὅτι πρέπει νά ᾖναι τις ἐπ’ ὀλίγα πιστὸς νὰ γίνῃ καὶ ἐπὶ πολλά; Διατί λοιπὸν χλευάζετε τὴν εὐνομίαν; τὴν εὐνομίαν, ἥτις εἶναι ὁ ἀληθὴς δρόμος διὰ τοῦ ὁποίου φθάνει τις εἰς τὸν εἰρημένον σκοπόν; Θέλετε λοιπὸν μόνον λόγους; καὶ ἂν οἱ λόγοι ἤρκουν, ποῖος εἶπε περισσοτέρους λόγους ἐκ τῶν πρὸ ἡμῶν κυβερνησάντων, καὶ ὅταν ἦσαν ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, καὶ ὅταν εὑρέθησαν ἐκτὸς αὐτῆς ἔτι μᾶλλον; Ποῖον ἀποτέλεσμα λοιπὸν ἔφερον οἱ λόγοι, ἂν ὄχι τὸ ἀντίστροφον; Δὲν θέλετε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ εὐνομία θὰ φέρῃ τὴν πρόοδον καὶ ἡ πρόοδος τὰ μέσα; Γνωρίζω ὅτι ἡ Θεία Πρόνοια πολλάκις προεξοφλεῖ τὰς εὐεργεσίας της· πάντοτε ὅμως ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τῆς φρονήσεως. Αὐτὴν τὴν φρόνησιν, σᾶς ἐξορκίζομεν μὴ τὴν ἐγκαταλείψητε· ἠθέλατε νὰ φέρητε εἰς τὸ μέσον αὐτὰ τὰ ζητήματα· δὲν θέλω νὰ ἀρνηθῶ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου εἰς κανένα τὸν πατριωτισμόν, ἀλλά, κύριοι, ὅταν ἔρχωνται καὶ μᾶς προκαλοῦν μὲ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ συρμοῦ, ἔχομεν τότε δίκαιον νὰ ἐμβλέψωμεν εἰς τὰ ὀπίσω καὶ νὰ σᾶς ἀπαντήσωμεν, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν τὰς δοκιμασίας ἡμῶν σήμερον. Τὸ παρελθὸν εἶναι καθὼς ἡ εὐγένεια, ἥτις κατὰ τὴν γαλλικὴν παροιμίαν, ὑποχρεοῖ. Μᾶς ὑποχρεοῖ λοιπὸν τὸ ὑμέτερον παρελθόν, καὶ μᾶς ὑποχρεοῖ νὰ σᾶς παρακαλέσωμεν αὐτὰ τὰ ζητήματα νὰ μὴ τὰ θίγετε τόσον ἐπιδεικτικῶς. Ἄφετέ τα ἀνώτερα τῶν πολιτικῶν ἡμῶν διαπληκτισμῶν, ἄφετέ τα εἰς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην περιωπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται. Ἂς ἀναγνωρίσωμεν, ὅτι εἰς τὰ μεγάλα ἐθνικὰ ζητήματα, μέγας ἀπαιτεῖται καὶ ὁ πατριωτισμὸς, καὶ νὰ μὴ θέλωμεν νὰ κάμωμεν ἐπιδείξεις, διότι πολλάκις αὗται εὑρίσκονται εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰ πράγματα, καὶ αὐτὴ ἡ περίστασις ἀπέδειξεν, ὅτι ὅστις θέλει ἐπιδείξεις δὲν θέλει πράγματα καὶ ὅστις δὲν θέλει πράγματα δὲν ἔχει ἀληθῆ πατριωτισμόν. Ὁ ἀληθὴς πατριωτισμὸς, κύριοι, τὰ πάντα θυσιάζει εἰς τὴν πατρίδα, καὶ τὴν τιμήν του αὐτὴν ἀκόμη· τόσον εἶναι μακρὰν τῶν ἐπιδείξεων. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι ἐπὶ τῆς μεγάλης ἐποχῆς τοῦ ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας πολέμου τῆς Ἀμερικῆς συνέβη τι, τὸ ὁποῖον εἷς περίφημος Ἀμερικανὸς μυθιστοριογράφος, ὁ Κοῦπερ, ἐσχεδιογράφησε θαυμασίως. Ἄνθρωπός τις κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, πολίτης Ἀμερικανὸς, ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ τὸν κατάσκοπον κατὰ τῶν Ἄγγλων, καὶ μόνον ὁ Οὐασιγκτὼν, ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ, ἐγνώριζεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἦτον χρηστὸς πολίτης, ἐνῷ ὅλος ὁ ἄλλος κόσμος ἐθεώρει αὐτὸν ὡς ἄτιμον καὶ κατάσκοπον τῶν Ἄγγλων· καὶ ποσῶς δὲν ἐγνώσθη ἡ ἀλήθεια μέχρι τῆς τελευταίας του ὥρας· ἀπέθανε καὶ ἀπέθανεν ἐν τῇ ἀτιμίᾳ. Καὶ μόνον ἡ μαρτυρία τοῦ μεγάλου πολίτου Οὐασιγκτῶνος ἐξήγαγεν ἐκ τῆς ἀτιμίας τὴν μετὰ θάνατον μνήμην του. Ἰδοὺ, κύριοι, τί ἔργα κάμνει ὁ πατριωτισμός· οὐδὲ τῆς τιμῆς του φείδεται. Καὶ ἓν ἄλλο περιστατικὸν ἐνθυμοῦμαι, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσα πρὸ ἐτῶν. Ὁ Μιχαὴλ Ἄγγελος ὁ μέγας ἐκεῖνος τεχνίτης τῆς Ἰταλίας, τὸν ὁποῖον αἱ τρεῖς ὡραῖαι τέχναι ἁμιλλῶνται ποία νὰ τὸν θεωρήσῃ ὡς ἰδικόν της, διότι ἦτον καὶ μέγας ζωγράφος, καὶ μέγας γλύπτης, καὶ μέγας ἀρχιτέκτων, ὁ μέγας ἐκεῖνος τεχνίτης κατηγορήθη ἐν τῇ ἱστορίᾳ ὡς ἄνθρωπος λειποτάκτης, διότι ὅταν ἐπολιορκήθη ἡ πατρίς του Φλωρεντία ἐπὶ Καρόλου τοῦ Εʹ. αὐτὸς ἐδραπέτευσε καὶ ἐπῆγεν εἰς τὴν Μάντουαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐθεωρεῖτο ὄχι ὡς καλὸς πολίτης· καὶ μόλις πρὸ ὀλίγων ἐτῶν τί ἀνεκαλύφθη; Ἀνεκαλύφθη ἐξ ἐγγράφων ἐπισήμων, ὅτι ὁ Μιχαὴλ Ἄγγελος δὲν ἔφυγεν, ἀλλ’ ἐστάλη εἰς ἀποστολὴν διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ὑπὲρ τῆς πατρίδος αὐτοῦ, καὶ ὁ καλὸς πολίτης δὲν τὸ ἐφανέρωσε, καί τοι ζήσας ἔτη πολλὰ μετὰ ταῦτα· καὶ ἔμεινε καὶ μετὰ θάνατον ἡ μνήμη αὐτοῦ ἐσκοτισμένη, ἕως ὅτου ἐκ τύχης ἀνεκαλύφθη ὅτι ὁ μέγας τεχνίτης ἦτον καὶ μέγας πατριώτης. Ἰδοὺ ὁ πατριωτισμὸς, ὁ γνήσιος πατριωτισμὸς πόσον ἀποστρέφεται τὰς βλαβερὰς ἐπιδείξεις· οὕτω λοιπὸν ἂς πράξωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἂς ἀφήσωμεν αὐτὰ τὰ ζητήματα· περὶ ἄλλων πραγμάτων ἂς λαλῶμεν, περὶ ἄλλων, ἂν θέλετε, ἂς διαπληκτιζώμεθα· αὐτὰ ἂς τὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος, ἂς τὰ ἀφήσωμεν ὡς ἱερά. Ἄλλως δυνάμεθα νὰ ἀκούσωμεν εὐλόγως· «Μὴ δότε τὰ Ἅγια τοῖς κυσί, μὴ βάλετε τοὺς μαργαρίτας ἔμπροσθεν τῶν χοίρων.»
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔχει τὸν λόγον.
§37ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι! Ἤλπιζον, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει περὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ἤθελε μὲ ἀπαλλάξει τοῦ νὰ λαλήσω περὶ ταύτης, καὶ οὕτω ἤθελε μοὶ δώσει περισσότερον καιρὸν νὰ ἀσχοληθῶ εἰς τὰ λοιπὰ μέρη τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Ἀλλὰ, κατὰ δυστυχίαν ὁ κ. Σῖμος, εὑρεθεὶς στενοχωρημένος, ὡς ὑποθέτω, ἠθέλησε διὰ σκοτεινῶν λόγων, νὰ δώσῃ καὶ νὰ μὴ δώσῃ ἐξηγήσεις τινὰς περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος, πότε καταφεύγων εἰς τὸ ἐπιχείρημα ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαιοδοσίαν νὰ ἐξετάζῃ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν ἡγεμονικὴν πρᾶξιν, πότε, λέγω, καταφεύγων εἰς τὸν λόγον τοῦτον, ἵνα μὴ ἔλθῃ εἰς διασάφησίν τινα, πότε δὲ ἐγκαταλείπων τὸ στάδιον τοῦτο, ἔδοσεν ἐξηγήσεις τινὰς, σκοτεινὰς μὲν, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, ἐκδηλοῦσι καθαρῶς τὸ φρόνημα τῶν ὑπευθύνων συντακτῶν τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ἡ τόσον εὔγλωττος φωνὴ τοῦ κ. Σίμου, δὲν ἠθέλησε νὰ μὲ βοηθήσῃ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ οὕτω ν’ ἀπαλλάξῃ καὶ ἐμὲ καὶ ὑμᾶς τοῦ κόπου, τοῦ νὰ μὲ ἀκούσητε λαλοῦντα περὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Τὸν βασιλικὸν λόγον, κύριοι, ἐθεώρησα, ὡς τὸν θεωροῦσιν εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη, οὐχὶ ὡς πρᾶξιν τοῦ Ἡγεμόνος, ἀλλ’ ὡς κάτοπτρον τῆς κυβερνητικῆς πορείας, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πᾶσα παράγραφος τοῦ βασιλικοῦ λόγου ὑπόκειται εἰς συζήτησιν ἐκτεταμένην ἐνώπιον τοῦ κοινοβουλίου. Σπουδαιοτέρα τῶν παραγράφων τοῦ βασιλικοῦ λόγου μοὶ φαίνεται ἡ τρίτη, ἡ πραγματευομένη περὶ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς· ἐὰν ἀνεφέρετο ἁπλῶς ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς, ἴσως δὲν θὰ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ συζητήσωμεν τοὺς λόγους, οἵτινες προεκάλεσαν αὐτήν. Ἀλλ’ ὅταν, κύριοι, ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ ἀναφέρεται ὁ σκοπὸς καὶ οἱ λόγοι τῆς διαλύσεως, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον καὶ δικαίωμα, ὡς πρᾶξιν ὑπουργικὴν νὰ τὴν συζητήσῃ. Δύω ἀναφέρονται σκοποὶ τῆς διαλύσεως ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ· πρῶτον ἡ ἔκκλησις πρὸς τὸν λαὸν τοῦ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ τόπου, καὶ δεύτερον ἔκκλησις πρὸς αὐτὸν τοῦτον τὸν λαὸν διὰ νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τι ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Ἀνήκων εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ἐπεθύμησα αὐτὴν καὶ ηὐχήθην ὑπὲρ αὐτῆς· ὁ δὲ Ἀνώτατος ἄρχων χρῆσιν ποιησάμενος ἀπολύτου δικαιώματος αὑτοῦ, ἱκανοποίησεν ἐπιθυμίαν γενικευθεῖσαν κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην. Ἡ ἀντιπολίτευσις τότε, κύριοι, ἐπεζήτησε τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, καὶ τὴν ἐπεζήτησε διότι ἡ Βουλὴ ἐκείνη ὑπεστήριζεν ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου τὴν πολιτικὴν πορείαν ἡ τότε ἀντιπολίτευσις δὲν εὕρισκεν ὀρθήν. Ὅταν ὁ κ. Βούλγαρης ἐκλήθη εἰς τὴν ἐξουσίαν, βεβαίως δὲν ἠδύνατο νὰ συνεργασθῇ μετὰ Βουλῆς, ἥτις δὲν ἠσπάζετο τὰς ἰδέας τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ὤφειλε λοιπὸν, καὶ τὸ ἔπραξε, ὤφειλε νὰ θέσῃ ὅρον τῆς ἀνόδου του εἰς τὴν ἐξουσίαν, τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Διὰ τῆς διαλύσεως λοιπὸν ταύτης ἐκαλεῖτο ὁ λαὸς νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ τόπου· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διὰ ποῖον λόγον ἐῤῥίφθη τὸ σπουδαῖον καὶ ἀκανθῶδες ζήτημα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Τὸ κατ’ ἐμὲ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἤκουσα τὸν βασιλικὸν λόγον, τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνεποίησεν εἰς τὸν νοῦν μου ζωηρὰν ἐντύπωσιν. Ποία ἦτον ἡ ἀνάγκη νὰ ῥιφθῇ ἓν ζήτημα τοσοῦτον ἀκανθῶδες; Ὁ θεμελιώδης νόμος, τὸ γνωρίζετε ἅπαντες, ἀνέγραψεν ἐν τοῖς ἄρθροις αὑτοῦ, ὅλας τὰς συνταγματικὰς ἐξουσίας, αἱ ὁποῖαι ἀποῤῥέουν ἀπὸ τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους· ἐκεῖ ἔθηκε τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν καταρτίζουσαν τὸν διατάσσοντα νόμον. Ἀλλοῦ ἔθηκε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δίδουσαν τὴν ὤθησιν διὰ τῶν διαταγμάτων εἰς τὴν ἐκτέλεσιν καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων· ἀλλοῦ ἔθηκε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀποφασίζουσαν ὁριστικῶς ἐν ὡρισμέναις περιστάσεσι. Τὸ Σύνταγμα λοιπὸν καθιέρωσε τὰς ἐξουσίας καὶ ἡ ἁρμονία τῶν ἐξουσιῶν καὶ ὁ ἀμοιβαῖος σεβασμὸς αὐτῶν πρὸς ἀλλήλας ἀποτελοῦσι, κύριοι, τὴν συνταγματικὴν κυβέρνησιν· ἀλλ’ ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν εἶναι τί φοβερόν· δὲν εἶναι ἁπλούστατον ζήτημα νὰ σᾶς εἴπωσιν ὑπῆρξε· «σύγχυσις ἐξουσιῶν». Ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν ὑπὸ ἀπόλυτον Μοναρχίαν εἶναι σπανία καὶ πολλὰ ὀλίγον ἐπίφοβος, ἀλλ’ εἰς συνταγματικὴν πολιτείαν ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν εἶναι φοβερά. Ἐὰν, κύριοι, ἡ μία ἐξουσία ἀπεῤῥόφα τὴν ἄλλην, τὸ σκάφος τῆς πολιτείας ἤθελε σπρωχθῆ εἰς τὴν ἄβυσον. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἡ παρελθοῦσα ἀπεῤῥόφα τὰ δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, ἐὰν ἐσφετερίζετο τὰς βασιλικὰς προνομίας, ἐὰν ἀνελάμβανε παραδείγματος χάριν τὴν ἀρχηγίαν τοῦ στρατοῦ, ἐὰν ἀπένειμε χάριτας, ἐὰν ἀπένειμε παράσημα, ἐὰν συνῆπτε συνθήκας, τέλος ἐὰν εἰσέδυεν εἰς ὅλα τὰ ἄδυτα τὴν ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἤθελεν ὑπάρξει σύγχυσις ἐξουσιῶν. Ἡ σύγχυσις αὕτη τῶν ἐξουσιῶν ἤθελεν εἶσθαι φοβερὰ καὶ τότε ἐδικαιοῦτο ὁ λαὸς νὰ κληθῇ διὰ ν’ ἀποφανθῇ, ἐὰν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐννοῇ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματός του. Ἀλλά, κύριοι, ὑπῆρξε τοιαύτη σύγχυσις ἐξουσιῶν κατὰ τὸ ἄρτι παρελθόν; Ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ, τῆς ὁποίας βεβαίως δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ θαυμαστής, ἐπήνεγκε τοιαύτην σύγχυσιν ἐξουσιῶν; Ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ ἐσφετερίσθη δικαιώματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; Ἰδιοποιήθη βασιλικὰς προνομίας; θαῤῥαλέως δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὄχι. Ἀλλὰ τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καίτοι σκοτεινῶς, ἐναντίον τῆς συνηθείας του καὶ τῆς διανοίας του, ἥτις εἶναι καθαρὰ καὶ σαφής; τί σᾶς εἶπεν; ὅτι «τὸ παρελθὸν ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς τοῦτο, διότι κατὰ τὸ παρελθὸν ἐπροσπάθησαν ν’ ἀφαιρέσωσι τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς καὶ νὰ τὴν ρίψωσιν ἀλλοῦ». Περὶ τίνος ἐπρόκειτο; Ἂς εἴπωμεν καθαρὰ τὰ πράγματα· διατί νὰ μὴ τὰ εἴπωμεν; Ἤθελησαν νὰ χαρακτηρίσουν ὡς σύγχυσιν ἐξουσιῶν τὰς παραχωρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τοὺς βουλευτάς. Δὲν ἀνῆλθον βεβαίως εἰς τὸ βῆμα τοῦτο τοῦ δήμου διὰ νὰ προασπίσω παραχωρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ κοινὴ συνείδησις τοῦ ἔθνους πρὸς διακωμῴδησιν ἐχαρακτήρισε μὲ ὄνομα, τὸ ὁποῖον ἐδανείσθη ἀπὸ ξένην βάρβαρον γλῶσσαν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἀναμένῃ τις παρ’ ἐμοῦ τὴν ὑπεράσπισιν τῶν παραχωρήσεων τούτων. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς σύγχυσις ἐξουσιῶν αἱ ἀπαιτήσεις βουλευτῶν τινῶν παρὰ τοῖς ὑπουργοῖς, ὅταν οἱ ὑπουργοὶ μένουν κύριοι νὰ τὰς πραγματοποιήσωσιν ἢ νὰ τὰς ἀποκρούσωσιν. Πῶς εἶναι δυνατόν, κύριοι, ἡ τόσον, κατὰ τὴν γνώμην μου τοὐλάχιστον, φοβερὰ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, ἡ δυναμένη νὰ ἔχῃ τρομερὰς συνεπείας, πῶς εἶναι δυνατόν, λέγω, ν’ ἀποτελεσθῇ μόνον ὑπὸ τοῦ γεγονότος, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα; Ἐὰν, κύριοι, εἴς τινας συνταγματικὰς Μοναρχίας οἱ ὑπουργοὶ τοῦ κράτους προτιμοῦν εἰς τὰς θέσεις τῆς ἐπικρατείας τοὺς φίλους των καὶ τοὺς συγγενεῖς των, δύναταί τις νὰ κατηγορήσῃ τοὺς ὑπουργοὺς τούτους ἐπὶ παραβάσει τοῦ Συντάγματος; ὄχι βεβαίως· ἡ ἐθνικὴ συνείδησις δύναται νὰ ἐξεγερθῇ κατὰ τοιούτων διορισμῶν· ὀργίλοι δέ τινες ἐχθροὶ τοῦ νεπωτισμοῦ δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι πρὸς χάριν τοῦ συγγενικοῦ φίλτρου καταστρέφονται τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου· ἀλλὰ κατηγορία κατὰ τῶν ὑπουργῶν ἐπὶ παραβιάσει τοῦ Συντάγματος διὰ τοιοῦτον λόγον ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπος, ἤθελεν εἶσθαι γελοία· ἐὰν λοιπὸν πᾶς πολίτης, ἐὰν πᾶς φίλος, ἐὰν πᾶς γνώριμος ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ συνιστᾷ εἰς τὴν εὐμένειαν τῶν ὑπουργῶν πρόσωπά τινα, αἱ συστάσεις τῶν βουλευτῶν δύνανται ν’ ἀπαγορευθῶσιν; εἶναι ἄρα ἢ ἦσαν οἱ παρελθόντες βουλευταὶ ὑποστάθμη τῆς κοινωνίας καὶ ἦτον ἀνάγκη νὰ τεθῇ ὡς ἀρχὴ, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀποκρουσθοῦν αἱ ἀπαιτήσεις των; ὁ ὑπουργὸς μένει πάντοτε κύριος, ὡς σᾶς προεῖπον, ἢ νὰ δεχθῇ τὰς συστάσεις αὐτὰς καὶ νὰ ἀποδεχθῇ τὴν εὐθύνην εἰς ἑαυτὸν ἢ νὰ τὰς ἀποκρούσῃ. Ἐὰν δὲ ὑπάρχουν, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω, βουλευταὶ, οἵτινες θέτουν ὡς ὅρον τῆς ὑποστηρίξεως μιᾶς κυβερνήσεως τὴν ἀπονομὴν παραχωρήσεων, τότε ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος, κύριοι, ὅστις ἤθελεν ἰδῆ ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ διατηρήσῃ τὸ χαρτοφυλάκιόν του, ἄνευ τοιούτων παραχωρήσεων, ἤθελε πράξει κάλλιστα νὰ ἀνέλθῃ τὴν ὁδὸν, τὴν ἄγουσαν εἰς τὰ ἀνάκτορα καὶ νὰ καταθέσῃ τὴν παραίτησίν του. Τὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον λίαν συνεπτυγμένως καὶ σκοτεινῶς σᾶς ἀνέφερεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, δὲν ἀποτελεῖ κατὰ τὴν γνώμην μου σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, διότι καὶ ἂν ὑπάρχουν τοιαῦται συστάσεις βουλευτῶν, οἱ ὑπουργοὶ δύνανται νὰ τὰς ἀποκρούσουν καὶ νὰ μὴ τὰς πραγματοποιήσουν. Μὴ ἀποτελοῦντος λοιπὸν τοῦ γεγονότος τούτου σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, δὲν ἐννοῶ, κύριοι, διὰ ποῖον λόγον ἐῤῥίφθη τὸ ἀκανθῶδες αὐτὸ ζήτημα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψουν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ τοῖς εἴπω ὅτι ὑπέπεσαν εἰς ἀληθῆ πραγμάτων καὶ ἰδεῶν σύγχυσιν. Ἕτερον σπουδαῖον ζήτημα, περὶ τοῦ ὁποίου δὲν ἐπραγματεύθη ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, εἶναι τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν. Εἰς τὴν συνταγματικὴν πολιτείαν ἡ πιστὴ τήρησις τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ὑποχρεώσεων ἑκάστης τῶν ἐξουσιῶν καὶ ἡ ἀκριβὴς ἐφαρμογὴ τῶν ἰδεῶν των ἐν τῇ ἐξουσίᾳ τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀνήκοντες πρότερον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, προσεκλήθησαν νὰ κυβερνήσωσι τὸ κράτος, χορηγοῦν τὴν μεγαλειτέραν ἐγγύησιν περὶ τῆς ἀκριβοῦς καὶ εἰλικρινοῦς ἐφαρμογῆς τοῦ συντάγματος, καὶ περὶ τοῦ σχηματισμοῦ ἰσχυρᾶς κυβερνήσεως. Ἀμφότερα ταῦτα, κύριοι, εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν εὐεξίαν τοῦ πολιτικοῦ σώματος. Ἐπεθύμουν, καὶ σᾶς τὸ λέγω εἰλικρινῶς, ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς νὰ ἐσχημάτιζε κυβέρνησιν τοιαύτην ἰσχυρὰν, ὁποίαν ἐγὼ τὴν ἐννοῶ, καὶ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον· τὸ ἐπεθύμουν, διότι ὁλόκληρος ἡ ἀντιπολίτευσις, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, ἀνεγνώρισε τὸν κ. Βούλγαρην ὡς τὸν μόνον ἀρχηγόν της, καὶ ἐθεώρησε τὸν σεβαστὸν αὐτὸν ἄνδρα, ὡς δυνάμενον νὰ σχηματίσῃ κυβέρνησιν ἰσχυράν· τὸ λέγω εἰλικρινῶς ὅτι ἐπεθύμουν ὁ κ. Βούλγαρης νὰ σχηματίσῃ τοιαύτην κυβέρνησιν, διότι, ἐννοεῖτε, ὅτι αἴσθημά τι φιλοτιμίας καὶ ὑπερηφανείας ὑπηγόρευεν, εἰς ἕκαστον ἀντιπολιτευθέντα τὸ ὑπουργεῖον τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τὴν ἐπιθυμίαν τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἡ ἀντιπολίτευσις περιέβαλε μὲ ὅλον τὸν σεβασμόν της καὶ μὲ τὴν ἀπεριόριστον ὑπόληψίν της· ἀλλὰ δυστυχῶς ἀπὸ τὰ πρῶτα βήματα τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ὑπουργείου παρετήρησα μετ’ ἐγκαρδίου λύπης, καὶ πιστεύσατέ το, κύριοι, παρετήρησα ὅτι ἡ σημαία τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν ἐτηρήθη ἀκεραία. Ἐν τῇ σημαίᾳ τῆς ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Κουμουνδούρου εἶχον ἀναγραφῆ ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν, ἡ σώφρων οἰκονομία, ἡ ἀπόκρουσις τῆς καταστάσεως ἐκείνης, ἥτις διχοτομεῖ τὸν ἀγαθὸν ἑλληνικὸν λαὸν εἰς πιέζοντας καὶ πιεζομένους· πολλὰ ἄλλα, κύριοι, εἶχον ἀναγραφῆ ἐν τῇ σημαίᾳ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Παραλείπω τὰ ἄλλα καὶ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ περὶ ἐλευθερίας τῶν ἐκλογῶν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὸ περὶ ὑποψηφίων ζήτημα. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐξηντλήθη ἐν Ἑλλάδι. Πρὸ τῆς δεκάτης ὀκτωβρίου δύω μόνον τόποι ἦσαν γνωστοὶ, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπῆρχον ὑποψήφιοι, ἡ Γαλλία, ἡ Ἰουλιανὴ Γαλλία, καὶ ἡ Ἑλλάς· εἰς τὴν Ἀγγλίαν θὰ ἦτο γελοῖον νὰ ὑποθέσῃ τις ὅτι παρουσιάζονται κυβερνητικοὶ ὑποψήφιοι. Ἐν Ἑλλάδι τὸ σύστημα τῶν ὑποψηφίων κατέπεσε μετὰ τῆς πεσούσης δυναστείας. Ἀποδέχομαι λοιπὸν, διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι ὑποψηφίους δὲν ἔθηκεν, ὅτι συνδυασμοὺς ὑπουργικοὺς δὲν κατήρτισεν· ἀλλὰ τὰ πράγματα δὲν ἀλλάσσουν τὰ ὀνόματα· τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν δὲν ἐτηρήθη εἴς τινας ἐπαρχίας· τὰ ὄργανα, ἃ ὁ νόμος ἔταξε πρὸς ἐκτέλεσιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἶναι προωρισμένα εἰς τὴν τήρησιν τῆς τάξεως, εἴς τινας ἐπαρχίας ὕψωσαν σημαίαν ὑπὲρ τῶν φίλων τῆς κυβερνήσεως καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, κύριοι, καθ’ ἣν σᾶς λαλῶ, συνταράσσεται ἡ ἐμπορικωτέρα πόλις τῆς Ἑλλάδος ἕνεκα τῶν ἐπεμβάσεων· τὴν ὥραν αὐτὴν τὸ μεγαλείτερον κέντρον τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς ὑλικῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, ἡ Σύρος, δέχεται τὸ χειρόκτιον τῆς ἐξουσίας πρὸς ἀποκλεισμὸν τοῦ κ. Χρηστίδου· ὑπάλληλος δὲν ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν του, ὁ νομάρχης ἐκλήθη ἐνταῦθα, διότι ἐθεωρήθη ἀναρμόδιος εἰς ἐπεμβάσεις· ἀντὶ νὰ μένῃ εἰς τὴν ἕδραν του ἐκλήθη νὰ διατρίβῃ ἐντὸς τοῦ βουλευτικοῦ περιβόλου· ὅλοι οἱ ὑπάλληλοι ἄνευ ἐξαιρέσεως μετετοπίσθησαν, ἐπαύθησαν, μετετέθησαν. Γνωρίζω τὶ θὰ μοῦ εἴπουν. Μᾶς τὸ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἡ κυβέρνησις εἶναι κυρία νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ὄργανα τῆς ἐμπιστοσύνης της. Δὲν ἀρνοῦμαι, κύριοι, εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἀρνοῦμαι ὅμως εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μεταχειρίζωνται κατὰ τὰς ἐκλογὰς τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὑπήγαγεν ὑπ’ αὐτοὺς ὑπὲρ τῶν φίλων των. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ πιστεύσητε ὅτι τὴν συνταγματικὴν κυβέρνησιν, εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα ἐννοῶ μένουσαν θεατὴν καὶ ἀναμένουσαν νὰ γίνῃ τὸ ἕρμαιον τῶν ἀντιπάλων της. Ὄχι· ἐννοῶ τὴν κυβέρνησιν προσπαθοῦσαν διὰ τῶν ἰδιωτικῶν μέσων της, διὰ τῶν φίλων της, διὰ τῶν ἐφημερίδων της, τὰς ὁποίας πρέπει τὸ ἰδιωτικὸν ταμεῖον τῶν ὑπουργῶν νὰ διατηρῇ, ἐννοῶ τὴν κυβέρνησιν διὰ τοιούτων μέσων προσπαθοῦσαν νὰ ὑποστηρίξῃ τοὺς φίλους της· δὲν ἐννοῶ ὅμως τὴν κυβέρνησιν μεταχειριζομένην τὰ ὄργανα τοῦ νόμου διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ καὶ προστατεύσῃ τοὺς φίλους της κατὰ τὰς ἐκλογάς. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα δυστυχῶς κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν, καθ’ ἣν ἐγὼ λαλῶ, ὅλα ταῦτα διαπράττονται εἰς Σύρον. Οὐδεὶς ὑπάλληλος ἔμεινεν εἰς τὴν θέσιν του· ὑπεράριθμοι ὑπάλληλοι διωρίσθησαν πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν ἐκλογικόν· ἀρκεῖ νὰ μάθητε ὅτι εἰς τὸ λιμεναρχεῖον, τὸ ὁποῖον συνήθως ἔχει ἐν ὅλῳ 4, 5, ἢ 6 ναύτας καὶ ὑπαλλήλους, ὅτι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην ὑπάρχουν ἐκεῖ 21, διωρίσθησαν 14 ὑπολογισταὶ, διωρίσθησαν ἄπειροι ναῦται, καὶ μὴ νομίσητε ὅτι λέγω ὑπερβολὰς, ἐδὼ ἔχω τὰ ὀνόματα τῶν διορισθέντων. Ἀναμφισβήτητον λοιπὸν εἶναι ὅτι εἴς τινας ἐπαρχίας, δὲν λέγω εἰς ὅλας, εἴς τινας ἐπαρχίας ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν ἀναγράψει ἐπὶ τῆς σημαίας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν ἐτηρήθη. Ἐνθυμήθητε, κύριοι, πέρυσι πόσον πάταγον ἔκαμεν ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ ὑπουργείου τοῦ κ. Κουμουνδούρου, πόσον σάλον ἔῤῥιψεν εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ τὴν δημοτικὴν ἐκλογὴν τῆς Θουρίας, ἡ ὁποία δὲν ἐνηργήθη βεβαίως τότε ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἐλευθερίας. Δὲν ἐτηρήθη λοιπὸν ἡ σημαία τῆς ἀντιπολιτεύσεως ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο· τὸ κακὸν πρέπει νὰ προληφθῇ· τὸ κακὸν ῥιζοβολεῖ εὐκόλως εἰς τὸν τόπον τοῦτον. Ἀπὸ ὑμᾶς, κύριοι, ἐξήρτηται νὰ κτυπήσητε τὸ κακὸν εἰς τὴν ῥίζαν του· ῥίψατε βλέμμα εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1865· ὁμολογουμένως αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐνηργήθησαν ὑπὸ τὸ κράτους τῆς προσηκούσης ἐλευθερίας.
§38ΤΙΝΕΣ. (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶναι ἀληθές.
§39ΕΤΕΡΟΙ. (ἐκ δεξιῶν). Ἀληθέστατον.
§40ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ὡμολόγημαν τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὡμολόγησεν ὁ κ. Α. Μαυρομιχάλης.
§41ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§42ΖΑΪΜΗΣ. Ἀλλὰ, κύριοι, κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ τοῦ 1865 δὲν ἐπέστησε τὴν προσήκουσαν προσοχήν· δὲν ἐτιμώρησε τὰς παραβιάσεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου· καὶ ἡ ἀνοχὴ τῆς Βουλῆς ἐκείνης ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε κατὰ τὰς ἐφετεινὰς ἐκλογὰς αἱ παραβιάσεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου νὰ διπλασιασθῶσι, νὰ τριπλασιασθῶσι, νὰ δεκαπλασιασθῶσιν. Ἰδοὺ, κύριοι, ποῖον ἀποτέλεσμα ἔφερεν ἡ παραμέλησις τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν κατὰ τὸ 1865. Πρέπει νὰ ἐμφορηθῆτε ὑπὸ τῆς ἀληθείας τῶν πραγμάτων, τότε δὲ θέλετε προσενέγκει μεγίστην ὑπηρεσίαν καὶ εἰς τὴν πατρίδα σας καὶ εἰς τὴν βασιλείαν. Τότε θέλει πραγματοποιηθῆ τὸ ῥητὸν τοῦ Εὐαγγελίου, ἂς μιμηθῶ καὶ ἐγὼ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὡς πρὸς τὰ ῥητὰ τοῦ Εὐαγγελίου, τότε θέλετε ἰδεῖ ὅτι θὰ πραγματοποιηθῇ ὅ,τι εἶπε τὸ εὐαγγελικὸν λόγιον, «Καὶ γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς». Ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης. Δὲν εὑρίσκω ἀληθῶς πολὺ ὀρθὴν τὴν ἀποταθεῖσαν χθὲς παρὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας κ. Μεταξᾶ ἀπαίτησιν πρὸς τὴν κυβέρνησιν νὰ σᾶς εἴπῃ τὶ σκέπτεται περὶ Κρήτης. Τὶ σκέπτεται ἡ κυβέρνησις δὲν πιστεύω ν’ ἀμφιβάλῃ τις περὶ τούτου. Οἱ ὑπουργοὶ εἶναι Ἕλληνες· οἱ ὑπουργοὶ ἔχουσι τὸν αὐτὸν πατριωτισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχει πᾶς Ἕλλην, τοῦ ὁποίου ἡ καρδία πάλλει εἰς τὸ ἄκουσμα τοῦ πολυκλαύστου Κρητικοῦ ζητήματος· ἀλλὰ τί δύναται νὰ σκεφθῇ ἡ κυβέρνησις; Τὸ μόνον περὶ τοῦ ὁποίου ἤθελον παρακαλέσει τὴν κυβέρνησιν καὶ ἰδίως τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι, ἐὰν τῷ ᾖναι ἐπιτετραμένον, νὰ καταθέσῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς τὴν περὶ Κρήτης ἀλληλογραφίαν· ἐννοῶ ὅτι τοῦτο κοινοβουλευτικῶς δὲν εἶναι ὑποχρεωτικόν· ἐννοῶ, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ κάμῃ τὴν κατάθεσιν ταύτην, ἀλλ’ ἐὰν θέλῃ τον παρακαλῶ νὰ καταθέσῃ τὴν ἀλληλογραφίαν, καθόσον νομίζω ὅτι εἶναι καὶ συμφέρον αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως ἡ κατάθεσις αὕτη. Προκειμένου δὲ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, εἰς τὰς δύω ἐκθέσεις τῆς ἐπιτροπῆς σας δὲν εὑρίσκω οὐσιώδη τινὰ διαφοράν. Ἡ παράγραφος ὅμως τῆς μειονοψηφίας ἐκφράζει ζωηρότερον καὶ μὲ χρωματισμὸν καλλίτερον τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα κυριεύουν ὅλην τὴν Βουλὴν, τήν τε πλειοψηφίαν καὶ τὴν μειοψηφίαν. Ἐπειδὴ δὲ ἡ παράγραφος τῆς ἐκθέσεως τῆς μειοψηφίας δὲν ἔχει τι δυνάμενον νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, οὐδέ τι δυνάμενον νὰ παραβλάψῃ τὴν οὐδετερότητα τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, ἤθελον παρακαλέσει τὴν πλειοψηφίαν ν’ ἀποδεχθῇ τὴν παράγραφον ταύτην τῆς μειονοψηφίας, ἡ ὁποία ζωηρότερα ἐκφράζεται. Καὶ ὅταν, κύριοι, πρόκηται περὶ τοιούτων ζητημάτων ἡ ψυχρότης εἶναι κακόν. Πρέπει ὅ,τι αἰσθανόμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν διὰ τῶν πλέον ἐκφραστικῶν λέξεων καὶ τῶν ζωηροτέρων χρωμάτων. Σᾶς εἶπον χθὲς ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς πλειοψηφίας περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων τοῦ Κράτους δὲν εἶναι καλὴ, ὅτι διὰ τῆς μὴ ἐπιψηφίσεως ὑπὸ τῆς Βουλῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων παραβιάσθη τὸ Σύνταγμα· ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθὲς, καὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων ἄνευ συγκαταθέσεως τοῦ ἔθνους, ὅτι ἡ πληρωμὴ τῶν δαπανῶν ἄνευ τῆς νομοθετικῆς κυρώσεως ἀποτελεῖ παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, τοῦτο τὸ καθιέρωσεν ἡ Βουλὴ τοῦ 1865. Ἡ Βουλὴ τοῦ 1865 ἐκήρυξεν ὅτι ἀναπόδραστος ἀνάγκη ὑπηγόρευσεν εἰς τὴν τότε κυβέρνησιν, ὄχι μόνον τὴν πληρωμὴν τῶν δαπανῶν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀλλὰ καί τι περισσότερον· ὑπηγόρευσε τὴν νομοθέτησιν νομοθετημάτων ὅλως διόλου ἀνεξαρτήτων τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων. Ἡ σημερινὴ κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἀναπόδραστον αὐτὴν ἀνάγκην νὰ δαπανήσῃ καὶ νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους ἄνευ νόμου, εὑρέθη δὲ εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν ὑπῆρχε, καὶ διότι τὸ δικαίωμα τὸ ἀπόλυτον, τὸ ἡγεμονικὸν τῆς διαλύσεως, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποταχθῇ καὶ ὑποκύψῃ εἰς ἄλλα δικαιώματα. Τὸ κατ’ ἐμὲ λοιπὸν θέλω δώσει τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῶν διαταγμάτων τῶν φορολογικῶν, καὶ τῶν διαταγμάτων δι’ ὧν ἐγένοντο αἱ δαπάναι τοῦ κράτους. Εὔχομαι μόνον ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία τοῦ ὑπουργείου νὰ περιωρίσθη εἰς τὰ δύω ταῦτα καὶ νὰ μὴ ἐξετάθη εἰς ἄλλα ἀντικείμενα νομοθετικῆς ἐνεργείας. Ἀλλὰ τί ὠφελοῦν ὅλα ταῦτα; Πρέπει νὰ εἴπωμεν λυπηρὰν ἀλήθειαν ὅτι ἀπὸ τῆς ἱδρύσεως τοῦ νέου πολιτεύματος ὁ ἔλεγχος ὁ Συνταγματικὸς τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῶν δαπανῶν, ἐὰν δὲν κατεστράφη ἐντελῶς, ἠλαττώθη μεγάλως· προϋπολογισμὸς δὲν ὑπάρχει, καὶ δὲν ὑπῆρξε· διότι ἐψηφίζετο εἷς προϋπολογισμὸς, ἀλλ’ ἤρχοντο ἔπειτα πιστώσεις διὰ διαταγμάτων ἐκ δέκα ἑκατομυρίων, καὶ κατέστρεφον καὶ προϋπολογισμὸν καὶ ἰσοῤῥοπίαν καὶ τὰ πάντα. Ἂς εὐχηθῶμεν καὶ ἂς προσπαθήσωμεν, ὥστε τοὐλάχιστον τὴν τετραετίαν αὐτὴν, ἐὰν ἡ Βουλὴ διέλθῃ τὴν νόμιμον ζωήν της, ὁ προϋπολογισμὸς νὰ καταστῇ πράγματι ἀλήθεια, καὶ οἱ ὑπουργοὶ νὰ μὴ ἐξέρχωνται ἀπὸ τὰς πιστώσεις τοῦ προϋπολογιστοῦ, εἰμὴ ἐν περιπτώσει λίαν κατεπειγούσης ἀνάγκης. Τελευτῶ, κύριοι, διὰ τῆς ἀποκρούσεως τῆς τελευταίας παραγράφου τῆς ἐκθέσεως τῆς πλειονοψηφίας «Τὸ ἔθνος, λέγει ἡ τελευταία παράγραφος, ἀπέδειξεν ὅτι οὐδεμία πλαγία εἰσήγησις δύναται νὰ τὸ ἀποπλανήσῃ τῆς εὐθείας ὁδοῦ». Ἡ παράγραφος αὕτη, κύριοι, κατὰ τὴν γνώμην μου, πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἐντελῶς· διότι τείνει εἰς τὸ νὰ ἐμπνεύσῃ δυσπιστίαν μεταξὺ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος καὶ ἑνὸς μέρους τῶν κυβερνωμένων· ἔστω καὶ ἂν ἐπρόκειτο νὰ γεννηθῇ τοιαύτη μεταξὺ Ἡγεμόνος καὶ ἑνὸς ἀτόμου· τοιαύτην δυσπιστίαν δὲν ἐπεθύμουν νὰ τὴν γεννήσῃ ἡ Βουλή. Ποῖαι εἶναι αὗται αἱ πλάγιαι εἰσηγήσεις, διὰ τῶν ὁποίων ἐπροσπάθησαν ν’ ἀποπλανήσουν τοσοῦτον τὸ ἔθνος; Ἂς ἔλθωσι, κύριοι, νὰ μᾶς τὰς εἴπωσι καὶ νὰ μᾶς τὰς ἐξηγήσωσι ποῖαι εἶναι αὗται αἱ πλάγιαι εἰσηγήσεις, καὶ ὅταν μᾶς εἴπουν ὡρισμένα γεγονότα, ὅταν μᾶς ἀναφέρουν τὰς εἰσηγήσεις αὐτὰς, καὶ μᾶς πείσουν περὶ τῆς ὑπάρξεώς των, πρῶτος ἐγὼ δυνατώτερον ἀπὸ τὴν πλειονοψηφίαν θέλω στιγματίσει αὐτάς· ἀλλὰ, μὴ ὑπαρχουσῶν τοιούτων, πῶς ἔρχεσθε νὰ ῥίψητε τὴν δυσπιστίαν μεταξὺ τοῦ Ἡγεμόνος καὶ ἑνὸς μέρους τῶν κυβερνωμένων; Κύριοι! τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄτοπον· ἀτοπώτατον νὰ ἐμπνευσθῇ ἡ παραμικροτέρα δυσπιστία πρὸς τὸν Ἡγεμόνα. Ὁ Ἡγεμὼν εἶναι ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ· ὁ ἡγεμὼν δὲν ἐπεβλήθη εἰς αὐτὸν παρὰ ξένης τινὸς δυνάμεως. Ὁ ἡγεμὼν ἐξελέχθη παρὰ τοῦ λαοῦ· ὁ ἡγεμὼν ἀγαπᾶται καὶ σέβεται παρ’ ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ καμμία μερὶς ἂς μὴ θελήσῃ ν’ ἀναλάβῃ ὡς μονοπώλιον τὴν πρὸς τὸν ἡγεμόνα ἀγάπην. Ἄνευ λοιπὸν δεδομένων ὡρισμένων, ἡ παράγραφος αὕτη κατ’ ἐμὲ εἶναι ἐντελῶς ἄτοπος· εἶναι δὲ ἄτοπος, διότι δὲν ἀνταποκρίνεται πρός τινα παράγραφον τοῦ Βασιλικοῦ λόγου. Σᾶς εἶπε χθὲς ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς πλειονοψηφίας ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ βασιλικοῦ λόγου, εἰς τὴν ὁποίαν λέγονται τὰ ἑξῆς, «Δικαιώσωμεν τὰς ἐλπίδας τοῦ ἀγαθοῦ τούτου λαοῦ». Ἀπαντᾷ, κύριοι, εἰς τὴν παράγραφον ταύτην ἡ παράγραφος τῆς ἀπαντήσεως; Ὁ ἀνώτατος ἡγεμὼν τοῦ κράτους σᾶς λαλεῖ περὶ τῶν προσδοκιῶν τοῦ ἀγαθοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ ἡμεῖς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ διὰ τῆς ἀπαντήσεώς μας, ἐρχόμεθα νὰ ἐμπνεύσωμεν δυσπιστίαν μεταξὺ τοῦ ἡγεμόνος καὶ ἑνὸς μέρους τῶν κυβερνωμένων, ἔστω καὶ ἐλαχίστου! Ἐννοεῖτε, κύριοι, πόσον ἄτοπον ἤθελεν εἶσθαι ἡ παραδοχὴ τῆς παραγράφου ταύτης· διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι αὕτη πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἐντελῶς.
§43ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. (Ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν καὶ πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου). Ὅσον εὐχαριστῶ, κύριοι, ἐκ καρδίας τὸν προλαλήσαντα ἔντιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων κ. Ζαΐμην, διὰ τὰ ὁποῖα ἐξέφρασεν ὑπὲρ ἐμοῦ φιλικὰ αἰσθήματα ἐνώπιον τοῦ βουλευτικοῦ βήματος, ἄλλο τόσον ἠπόρησα πῶς ἠθέλησεν ἀφ’ ἑτέρου νὰ μοὶ ἀποδώσῃ μομφὰς ὅτι δῆθεν οἱ νόμοι δὲν ἐτηρήθησαν, καὶ ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν παρεβιάσθη. Περιττὸν νομίζω νὰ φέρω ἀπάντησιν λεπτομερῆ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθ’ ὅσον καὶ ὁ κ. προλαλήσας οὐδεμίαν λεπτομέρειαν μοὶ κατέδειξε. Ποῦ, κύριοι, εἴδατε ὅτι βία ἢ παρανομίαι, αἱ ὁποῖαι ἐμπόδισαν τὴν ἐκλογὴν, ἔλαβον χώραν; Ἐλάβατε πεῖραν ὑμεῖς ὅσοι ἐλαλήσατε κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ὅτι δῆθεν παρεβίασε τὰς ἐκλογάς; ἐλάβατε πεῖραν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ὑμῶν; Εἴπατε, κ. βουλευτὰ τῶν Καλαβρύτων, ἐὰν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ὑμῶν ἔλαβε χώραν βία ἢ ἄλλη τις παρανομία, καὶ ἐὰν ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν παρεβιάσθη διὰ νὰ μὲ φέρητε εἰς θέσιν νὰ σᾶς ἀπαντήσω. Ἂς εἴπουν καὶ οἱ χθὲς λαλήσαντες ἔντιμοι βουλευταὶ, ὡς ὁ βουλευτὴς Κεφαλληνίας κ. Μεταξᾶς, ὅστις ἐλάλησε περὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἂν ἔλαβε πεῖραν καὶ γνωρίζῃ, ὅτι καὶ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ αὑτοῦ παρεβιάσθη ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν.
§44ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀνέφερα.
§45Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἂς φέρουν ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ λάβουν τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ῥητὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα καὶ ν’ ἀποδείξουν καὶ εἶμαι ἕτοιμος ν’ ἀπαντήσω ἐπὶ τούτων, ἀποδεικνύων ὅτι ἡ ἐλευθερία τῶν ἐκλογῶν ἐτηρήθη μᾶλλον παρὰποτε, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίοδον ἐνηργήθησαν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ καὶ τάξει· ἂν δὲ συνέβησαν μικραί τινες παρεκτροπαὶ, αὗται προῆλθον ἐκ τῆς συγκρούσεως τῶν διαμαχομένων μερῶν, αὐτὰ βέβαια ἡ ἐξέλεγξις μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν τὰ ἐξέτασε, καὶ βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα ἀπέβη σύμφωνα μὲ τὸν νόμον, καὶ τὴν δικαιοσύνην, καὶ μὲ τὸν σκοπὸν καὶ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς κυβερνήσεως τοῦ νὰ ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ καὶ αἱ ἐξελέγξεις μὲ ὅλην τὴν ἀμεροληψίαν καὶ νομιμότητα. Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ φέρωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῷ μέσῳ, καθ’ ὅσον εἶναι ἀνάγκη νὰ τελειώσωμεν αὐτὸ τὸ σπουδαῖον ἔργον τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, καὶ καθ’ ὅσον οὐδεμία ῥητὴ περίστασις μοὶ παρουσιάζεται διὰ ν’ ἀπαντήσω ἀναλόγως. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν, ὅταν θέλητε, νὰ μοὶ παρουσιάσητε τοιαῦτα ζητήματα μετὰ βεβαίων περιστατικῶν, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς ἀπαντήσω, οὐχὶ δὲ περιοριζόμενοι εἰς λέξεις κενάς.
§46ΖΑΙΜΗΣ. Ἔφερα γεγονότα.
§47Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας δὲν ἠρκέσθη νὰ ὁμιλήσῃ περὶ τῶν δῆθεν γεγονότων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ ὡς ἀντικείμενα εἰς τὸν νόμον, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ φέρῃ παρατηρήσεις καὶ ἐπὶ μελλουσῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως, εἰπὼν ὅτι ἐν τῇ Σύρῳ λαμβάνει μέτρα διὰ τὴν προσεγγίζουσαν ἐκλογὴν ὡς ἐκ τῆς κινήσεως τῶν ὑπαλλήλων. Ἡ τοιαύτη, κύριοι, ἐπίκρισις δὲν εἶναι ἐπέμβασις ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐξουσίας, καὶ μία σύγχυσις ἐξουσιῶν; ἠθέλησεν ὁ προλαλήσας νὰ ἐπικρίνῃ τὰς κινήσεις, τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις κάμνει ἐπὶ τῶν ὑπαλλήλων της ἐν τῷ δικαιώματί της, διατὶ λέγει τὸν δεῖνα κλητῆρα, ἢ ἔπαρχον, ἢ νομάρχην ἐκάλεσε τὸ ὑπουργεῖον λόγῳ ὑπηρεσίας εἰς τὴν πρωτεύουσαν; Ἐὰν ὁ προλαλήσας ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων γνωρίζῃ θετικῶς ὅτι ἕνεκα τῆς ἐπεμβάσεως ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ἔγινε τοῦτο, πρέπει νὰ τὸ ἀποδείξῃ. Ἰδοὺ ὁ λόγος, δι’ οὗ ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἡ φράσις «διάκρισις ἐξουσιῶν τ. Θέλετε νὰ δώσῃ λόγον ἡ κυβέρνησις εἰς τὸν μὲν καὶ δὲ ποῖον ὑπάλληλον θ’ ἀντικαταστήσῃ, ποῖα μέτρα θὰ λάβῃ λόγῳ δημοσίας τάξεως ἢ διοικήσεως; ἐγὼ πιστεύω ὅτι ὅσα ἐῤῥέθησαν κατὰ τῶν ἐκλογῶν, ἐῤῥέθησαν ὡς πλάσματα τῆς φαντασίας, ὡς πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐδημιουργήθησαν ἐπίτηδες διὰ νὰ φέρωσι σκάνδαλα καὶ δώσωσιν ἀφορμὴν ὅπως πολεμηθῇ ἡ κυβέρνησις, ἐνῷ δὲν εὑρίσκουσι λόγους καὶ δίκαια, ὥστε νὰ φέρουν τὸν πόλεμον αὐτὸν διὰ πραγμάτων. Λοιπὸν, νομίζω, ὅτι εἶχε μέγιστον ἄδικον ὁ προλαλήσας ν’ ἀποδώσῃ μομφὰς εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ ὅτι ὅσα ἔφερεν εἰς τὸ μέσον, περὶ παραβιάσεως τῶν ἐκλογῶν, καὶ ὅσα ἐλάλησεν, οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἔλαβε πεῖραν αὐτῶν. Ὁ κ. Ζαΐμης ἔπρεπε νὰ μᾶς εἴπῃ ἐὰν εἰς τὰ Καλάβρυτα ἔλαβον χώραν βία καὶ παρανομία, ἢ ὁ κ. Μεταξᾶς εἰς τὴν Κεφαλληνίαν.
§48ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐγὼ εἶπα εἰς πολλὰς ἐπαρχίας.
§49Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Πρέπει νὰ μᾶς τὰς ὁρίσητε· δὲν εἶναι καλὸν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου νὰ ῥίπτωνται ἐδὼ πανδήμως ζητήματα τοιαῦτα καὶ αἰτιάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν φέρουν εἰμὴ σκάνδαλα· οὐδὲ πρέπει νὰ πιστεύσητε ὅτι θὰ πτοήσητε ἐκείνους κατὰ τῶν ὁποίων θέλετε νὰ ἀποδώσητε αὐτὰς τὰς μομφὰς, μόνον μὲ λόγους κενούς· ἐὰν δὲ εἰς τὸ μέλλον λέγετε ὅτι θὰ συμβοῦν παρανομίαι, τοῦτο οὔτε σεῖς δύνασθε νὰ τὸ γνωρίζητε, οὔτε ἐγώ. Ἐπὶ τῶν γεγονότων πρέπον εἶναι νὰ κρίνητε καὶ κατακρίνητε. Ἐλπίζω ὅτι τοῦ λοιποῦ θέλετε εἶσθε μετριώτεροι.
§50ΖΑΪΜΗΣ. Πολὺ μέτριος εἶμαι.
§51Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ λάβῃ τὸν λόγον περὶ τοῦ ἐκκρεμμοῦς ζητήματος τῆς Κρήτης, διότι δὲν ἐθεώρει τοῦτο ἀναγκαῖον· προκληθὲν ὅμως χθὲς καὶ σήμερον, ἔρχεται δι’ ἐμοῦ νὰ εἴπῃ ὀλίγας λέξεις. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας χθὲς, καὶ μετ’ αὐτὸν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης σήμερον, μᾶς ἐζήτησαν τί φρονοῦμεν περὶ τούτου. Ὁ κ. Μεταξᾶς ἐπρόσθεσε, τί πράττομεν καὶ τί διανοούμεθα νὰ πράξωμεν. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ φρόνημα τῶν ὑπουργῶν, καθὸ πολῖται Ἕλληνες, ἔχομεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τὸ αὐτὸ φρόνημα καὶ τοὺς πόθους, τοὺς ὁποίους καὶ ὅλοι ὑμεῖς· τὸ τί πράττομεν καὶ τὸ τί διανοούμεθα νὰ πράξωμεν, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἁρμόζει οὔτε ἐπιτρέπεται νὰ τὸ εἴπωμεν, ἄλλως τε τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης δὲν εἶναι νέον, δὲν ἀνεφύη ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπουργείου. Ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης χρονολογεῖται ἀπὸ δύω καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν· ὁπόταν δὲ πρὸ ἓξ μηνῶν ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως ἐκάλεσε τὸ παρὸν ὑπουργεῖον εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν κοινῶν πραγμάτων, πλεῖσται ἤδη ἐνέργειαι καὶ διαπραγματεύσεις εἶχον λάβει χώραν διὰ τὸ ζήτημα τοῦτο, εἰς τὰς ὁποίας καὶ ἓν ὑψηλότατον καὶ σεβαστὸν πρόσωπον ἐνεργητικώτατον εἶχε λάβει μέρος· τὸ ὑπουργεῖον εὗρε τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς Κρήτης εἰς τὴν τελευταίαν, οὕτως εἰπεῖν, φάσιν του· εὗρε δὲ ἰδίως τὸ βάρος 60 χιλιάδων ψυχῶν τῶν προσφύγων Κρητῶν, περὶ τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ μεριμνήσῃ καὶ διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ὁποίων ὤφειλε νὰ δαπανήσῃ ἓν ἑκατομμύριον κατὰ μῆνα, ἐνῷ δὲν εὗρεν εἰς τὸ ταμεῖον εἰμὴ μικρὰ λείψανα τῶν πρότερον συγκεντρωθέντων διαφόρων ποσῶν. Τὰ παρελθόντα ὑπουργεῖα, διότι, ὡς σᾶς εἶπα, ἡμεῖς πρὸ ἓξ μηνῶν μόνον διεδέχθημεν ἄλλους εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἐξ αὐτῆς τῆς πρώτης ἐκρήξεως τοῦ κρητικοῦ ἀγῶνος, ἀνεκήρυξαν ὅτι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει τηρήσει οὐδετερότητα. Τότε εἶχον τὴν τιμὴν, κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος τοῦ χρόνου τούτου, νὰ διατελῶ πρέσβυς τοῦ Βασιλέως εἰς Κωνσταντινούπολιν, ὅλοι οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ ἐμέτρησα ἕνδεκα τοιούτους περίπου ἐν τῷ μεταξὺ, δὲν μοὶ συνέστησαν εἰμὴ νὰ δίδω πληροφορίας ἀφ’ ἑνὸς εἰς τοὺς πρέσβεις τῶν μεγάλων δυνάμεων περὶ τῆς ἀληθοῦς καταστάσεως τῶν ἐν Κρήτῃ συμβαινόντων καὶ νὰ προσπαθῶ νὰ ἐπισύρω τὴν συμπάθειαν αὐτῶν ὑπὲρ τῶν μαχομένων Κρητῶν, ἀλλὰ συγχρόνως νὰ διατηρῶ ὅλαις δυνάμεσι τὰς καλὰς σχέσεις μετὰ τῆς γείτονος ἐπικρατείας, νὰ δικαιολογῶ δὲ τὴν κυβέρνησιν τὴν ἑλληνικὴν, διότι ἐμμένουσα εἰς τὴν οὐδετερότητα, δὲν ἠδύνατο, ἕνεκα τῶν παρ’ ἡμῖν ἰσχυόντων θεσμῶν, νὰ ἐμποδίζῃ τοὺς πολίτας νὰ σπεύδουν εἰς βοήθειαν τῆς Κρήτης ἢ νὰ πέμπουν ἐπικουρίας. Τὸ ὑπουργεῖον τὸ ἐνεστὸς ἐλθὸν εἰς τὰ πράγματα δὲν ἠκολούθησε νέαν τινὰ ἄλλην πολιτικήν· ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του πατριωτικώτατα μετὰ συνέσεως, ἄνευ ἐπιδείξεως, τηροῦν τὰς διεθνεῖς ὑποχρεώσεις. Εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι καὶ ἐπιθυμητὸν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τοῦτο περισσότερον, ἐὰν, ὅπως ὁ κ. βουλευτὴς Καλαβρύτων μοὶ ἐπρότεινε πρὸ ὀλίγου, ἠδυνάμεθα νὰ φέρωμεν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τὰ ἔγγραφα. Ἐλπίζω ὅτι ὁ καιρὸς θέλει ἔλθει μετ’ ὀλίγον, καθ’ ὃν ἄνευ βλάβης καὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης καὶ τῶν δημοσίων ἄλλων ἐθνικῶν συμφερόντων, θέλουσι κατατεθῆ τὰ ἔγγραφα ἐνταῦθα, καὶ τότε θέλει ἐκδοθῆ καὶ ἡ ἑλληνικὴ κυανῆ βίβλος καὶ θέλετε πληροφορηθῆ ὅτι ὅπως ἐπὶ ἑνὸς ἄλλου ἐθνικοῦ ζητήματος, τοῦ τῆς Ἑπτανήσου, διεξαχθέντος ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ σοβαροῦ πολιτικοῦ ἀνδρὸς, ὅστις καὶ σήμερον προΐσταται τῆς κυβερνήσεως, θέλετε πληροφορηθῆ, λέγω, ὅτι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον, ἐν τῇ ἑξαμήνῳ μόνον ταύτῃ διαρκείᾳ του, ἐνήργησε καὶ διπλωματικῶς καὶ ἄλλως πλέον ἢ ὅσον ὅλα τὰ ἄλλα πρὸ αὐτοῦ ὑπουργεῖα ἔπραξαν ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ. Ταῦτα μόνον ἔχω νὰ εἴπω ἐπὶ τοῦ παρόντος περὶ τοῦ κρητικοῦ ζητήματος.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται ὁ κ. Δημητρακάκης.
§53ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐὰν ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ ἕνας ἐκ τῶν ἄλλων.
§54ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ὁρκίσωμεν δύω βουλευτὰς διότι τὰ πάντα εἶναι ἕτοιμα;
§56ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§57ΠΟΛΛΟΙ. Διατί αὔριον; Ὁρκίζονται ὑπὸ τοῦ ἱερέως τὸν νενομισμένον ὅρκον οἱ βουλευταὶ Μεσσήνης Λυμπερόπουλος καὶ Νικολαΐδης.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις;
§59ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται λοιπὸν ὁ κ. Σπυρόπουλος, κατόπιν ὁ κ. Δημητρακάκης.
§61ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Εἴπομεν ὅτι θὰ ἔλθῃ ἕνας ἀπὸ τοὺς ἀντιπολιτευομένους νὰ ὁμιλήσῃ.
§62Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, δὲν ἐννοῶ τί κάμνετε· εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσουν, καλέσατέ τους.
§63ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι ἐγγεγραμμένος ἀπὸ χθὲς, κ. πρόεδρε; Διατί δὲν μὲ καλεῖτε;
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐκάλεσα.
§65ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἤκουσα τὸ ὄνομά μου. Κύριοι βουλευταί, δὲν ἔχετε βέβαια ἀνάγκην νὰ μάθητε καὶ νὰ ἀκούσητε ἀπὸ ἐμὲ ὅτι ἡ εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἀπάντησις εἶναι μία ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας συνταγματικὰς συζητήσεις, εἶναι μία ἀπὸ τὰς σπουδαιοτέρας συνταγματικὰς περιστάσεις, καθ’ ἃς λαμβάνει ἀφορμὴν ἥ τε συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις νὰ ἐκτυλίξουν τὰ πολιτικὰ αὐτῶν προγράμματα καὶ νὰ ἔλθουν εἰς συνενόησιν μετὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος. Εἰς αὐτὴν εὐτυχῶς τὴν περίστασιν εὑρισκόμεθα αὐτὴν τὴν στιγμήν, καὶ αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἐπιτελοῦμεν. Νέα κυβέρνησις, κύριοι, ἐσχηματίσθη κατὰ τὴν 25 Ἰανουαρίου 1868, καὶ ἡ νέα κυβέρνησις ἐδημοσίευσε πρόγραμμα καὶ εἰς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ προγράμματός της, λέγει τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, «ἐν μέσῳ πολιτικῆς καχεξίας ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ Βασιλέως ἐκάλεσεν ἡμᾶς εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ Κράτους κλπ.». Καὶ τῳόντι, κύριοι, ἐν μέσῳ πολιτικῆς καχεξίας προσεκλήθη τὸ ὑπουργεῖον τὸ παρὸν νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν ἀπὸ ποίας ἐποχῆς χρονολογεῖται ἡ πολιτικὴ αὕτη καχεξία. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν ἂν ἡμεῖς δυστυχῶς δὲν εἴμεθα οἱ κληρονόμοι αὐτῆς τῆς πολιτικῆς καχεξίας, τῆς καχεξίας ἐκείνης, ἡ ὁποία ἐμάρανε τὸν τόπον αὐτὸν ἐπὶ 30ετίαν. Βεβαίως, κύριοι, τὰ ἔθνη, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς μίαν κεχεξίαν, δὲν ὁμοιάζουν τὸ ἄτομον, τὸ ὁποῖον πάσχει ἀπὸ διαλείποντα πυρετὸν, καὶ τὸ ὁποῖον μὲ τὴν πρόσληψιν 20 κόκκων κινίνου δύναται νὰ τὸν θεραπεύσῃ ἀμέσως· ἀπαιτοῦνται χρόνοι διὰ νὰ ἐκριζώσωσι τὰς κακὰς ἕξεις, τὰς ὁποίας μία μακρὰ ζωὴ καθιέρωσε, τὰς ὁποίας ἐγκαθίδρυσεν εἰς τὸν τόπον αὐτόν. Ἀπὸ πότε λοιπὸν ἄρχεται ἡ πολιτικὴ αὕτη καχεξία εἰς τὸν τόπον μας, εἰς τὴν πατρίδα μας; Ἄρχεται, κύριοι, ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ὁ μὲν ἑλληνικὸς λαὸς, δίκην κτήνους, κύριοι, κατὰ τὰς ἐκλογὰς οὔτε ἠρωτᾶτο, οὔτε εἶχε καμμίαν δύναμιν διὰ νὰ προσέλθῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῶν πεποιθήσεών του καὶ διὰ τῆς ψήφου του ἐκφρασθῇ ὑπὲρ τῶν ἐκλεκτῶν του. Ἡ καχεξία λοιπὸν ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῶν ὑπουργικῶν συνδυασμῶν, καθὼς τοὺς ὠνόμασε κατὰ τὰ 1860 εἷς λίαν εὐφυὴς καὶ λίαν ποιητὴς ὑπουργός. Ἡ καχεξία λοιπὸν, κύριοι, τὴν ὁποίαν ἐκληρονόμησεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862, εἶναι καχεξία, τὴν ὁποίαν παρελάβαμεν ὡς κληρονομίαν ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἵτινες ἄλλοτε μὲν παρουσιάζοντο μὲ ἀναπεπταμένην τὴν σημαίαν τῆς ἐλευθερίας, ἄλλοτε δὲ γονυπετεῖς ἐπροσκύνουν εἰς ἕνα μάγειρον μιᾶς Αὐλῆς, τότε διευθυνούσης τὰ πράγματα. — Ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι, κύριοι! ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι δὲν ἐγένοντο μᾶς λέγουν οἱ κκ. ὑπουργοὶ, καὶ ποῦ εἶναι αἱ ἀποδείξεις σας, ὀνομάσατέ μας τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους! Καὶ ποίαν ἀνάγκην ἔχομεν νὰ σᾶς κατονομάσωμεν ἡμεῖς αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰς ἐπεμβάσεις σας, τοὺς ὑπουργικούς σας ὑποψηφίους, ὅταν σεῖς εἰς τὸ πρόγραμμά σας εὔχεσθε καὶ ὁμολογεῖτε πανδήμως καὶ ἀναγράφετε ὡς πολιτικὴν ἀρχὴν, ὡς δημόσιον δίκαιον τὴν ἐπέμβασιν εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ τὴν ἐπαναφορὰν τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων; Τί λέγει κύριοι τὸ πρόγραμμα τῆς 27 Ἰανουαρίου τοῦ 1868; «Κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν προσεχῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν, ἐξ ὧν περιμένεται ἡ ἀληθὴς ἔκφρασις τῆς γνώμης καὶ τῆς θελήσεως τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ τόπου», ὕστερον προσετέθη καὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. «Θέλομεν ἀπέχει ἡμεῖς πρῶτον πάσης δι’ ἀθεμίτων μέσων ἐπεμβάσεως.» Ῥητῶς, κύριοι, δὲν σᾶς λέγουν οἱ ὑπουργοὶ, ὅτι δι’ ὅλων τῶν θεμιτῶν μέσων θέλουν ἐπέμβη εἰς τὴν σύνθεσιν μιᾶς Βουλῆς, συναδούσης πρὸς τὰ πολιτικά των φρονήματα; Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ἀναγκαία συνέπεια τῶν σκέψεων τὰς ὁποίας πρέπει νὰ κάμητε; τί χρείαν ἔχομεν ἄλλων ὁμολογιῶν; δὲν ἔχομεν τὴν ὁμολογίαν αὐτὴν τῶν ὑπουργῶν τῆς 27 Ἰανουαρίου 1868; Εἶπε πρὸ ὀλίγου ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου κ. Ζαήμης, εἶπε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὁ ἔντιμος κ. πρωθυπουργὸς ἐγκατέλιπε τὴν σημαίαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς δὲν ἔδειξε τὸ ὑπουργεῖον τὴν δέουσαν ἀμεροληψίαν, καὶ εἶπε πολὺ ὀρθῶς, διότι τὰ ὄργανα τῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι προωρισμένα διὰ νὰ ὑπερασπίζωσι τὰ συμφέροντα τῶν ὑπουργῶν. Οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν τὴν ἐλευθερίαν ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των νὰ μεταχειρισθοῦν ὅλα τὰ λοιπὰ μέσα, πᾶσαν ἄλλην συνταγματικὴν ἐνέργειαν προκύπτουσαν ἐκ τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, ἤγουν τὸν τύπον τὰ προγράμματά των, τὰς πολιτικάς των ἀρχὰς, οὐχὶ ὅμως τὴν ἐξουσίαν καὶ τὰ ὄργανά της, διότι αὐτὰ ἔρχονται νὰ ἐκτελέσουν, καὶ ὑπερασπίσουν τὸν νόμον καὶ τίποτε περισσότερον· καὶ ἂν οὗτος δὲν ᾖναι ὁ προορισμὸς τῶν ὀργάνων αὐτῶν, ἰδοὺ ἡ σύγχυσις τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας τοσοῦτον ἐνδιαφέρονται οἱ κκ. ὑπουργοί. Ἀλλά, κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ σᾶς κάμω ἕνα παραλληλισμόν· αὐτὸς ὁ παραλληλισμὸς εἶναι λίαν ἀναγκαῖος, καὶ εἶναι λίαν ἀναγκαῖος νὰ φωτίσῃ ὅλους ἡμᾶς νὰ ἴδωμεν ἂν ἐμμένωμεν εἰς τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας καθιέρωσεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ 1862, ἀρχηγὸς τῆς ὁποίας ἦτο ὁ νῦν κ. πρωθυπουργός. Ὅταν, κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην συνεκαλεῖτο διὰ τῆς προκηρύξεως τῆς προσωρινῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου ὁ ἑλλ. λαὸς νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς καὶ ἀποστείλῃ τοὺς πληρεξουσίους του, τότε διεκηρύχθη πρὸς αὐτὸν μία ἐγκύκλιος, μία διακήρυξις λίαν ἐκτεταμένη, ἡ ὁποία περιεῖχε πληρέστατα τὰς εἰλικρινεῖς ἰδέας τῆς ἐπαναστάσεως, τὰς ὁποίας ἀντεπροσώπευεν ὁ κ. Βούλγαρης νῦν πρωθυπουργός. Σᾶς ἀναγινώσκω, λέγω, τὴν διακήρυξιν ἐκείνην καὶ συγκρίνατε, κύριοι, τὸ πρόγραμμα τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τοῦ κ. Βούλγαρη μὲ ἐκεῖνα τῆς παρούσης· «τὰ δεινὰ, λέγει, τοῦ παρελθόντος ὑπῆρξαν τόσον μεγάλα καὶ τόσον διαρκῆ, ὥστε ὁ ἑλλ. λαὸς δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀπατηθῇ κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ. Ὅθεν ἡ κυβέρνησις κρίνει περιττὴν πᾶσαν προτροπήν. Πάντες αἰσθανόμεθα ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν πολιτείαν ὅπως μὴ ἐπανέλθῃ ἡ θλιβερὰ ἐποχὴ τῆς παρελθούσης τριακονταετίας, ἐποχὴ ἀσεβείας πρὸς τοὺς νόμους, ἐπιβουλῆς τῶν δικαιωμάτων καὶ τῆς ἠθικῆς τοῦ λαοῦ· ὅθεν οἱ συγκροτήσοντες τὴν ἐθνοσυνέλευσιν ἀντιπρόσωποι θέλουσιν ἀναμφιβόλως φρονεῖ ἐν πεποιθήσει τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως. Ἓν μόνον καθῆκον ἐπιβάλλει τῇ κυβερνήσει τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος· νὰ ἀπέχῃ αὐστηρῶς ἀπὸ πάσης ἀμέσου ἢ ἐμμέσου ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἐκπληροῖ δὲ αὐτὸ μετὰ σεβασμοῦ ὡς ἱερὸν καθῆκον, ἔχουσα δὲ ἀκλόνητον πεποίθησιν ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἠθικὴ ἐπέμβασις αὐτῆς κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐθνοσυνελεύσεως εἶναι ἀσέβεια, ἀπέχει ὄχι μόνον παντὸς συνδυασμοῦ καὶ πάσης ὑποδείξεως ὑποψηφίων, ἀλλὰ καὶ αὐτοῦ τοῦ ἠθικοῦ ἐπηρεασμοῦ τῶν ἐκλογέων. Ἐν τῇ Συνελεύσει πρέπει νὰ εἰσέλθῃ καθαρὰ καὶ ἀνεπηρέαστος ἡ ἁγνὴ θέλησις τοῦ λαοῦ.» Ἀφοῦ λέγει κάμποσα ἄλλα, ἐξακολουθεῖ. «Διέταξεν ἡ κυβέρνησις τοὺς ὑπαλλήλους παντὸς κλάδου ν’ ἀπέχωσι πάσης συμμετοχῆς εἰς τὰς ἐκλογὰς, βέβαιοι ὄντες ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν θέλουσι στιγματισθῇ ὑπὸ τῆς ἐθνικῆς γνώμης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ παυθῇ καὶ τιμωρηθῇ αὐστηρῶς ὑπὸ τῆς ἐξουσίας, ἐὰν ἐξοκείλωσιν εἰς τὸ μεγαλείτερον τῶν ἐγκλημάτων, τὴν νόθευσιν τῆς ἐθνικῆς θελήσεως· οὐδεὶς δὲ τῶν ἐκλογέων ἂς μὴ πιστεύσῃ ὅν τινα ἐξ αὐτῶν ἤθελε τυχὸν ἀκούσει τὰ ἐναντία διαδίδοντα, ἀλλὰ τὴν συνείδησιν αὐτοῦ θωρακίσας ἂς προσέλθῃ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐνθυμούμενος ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔσεται ὁ κυρίαρχος τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος». Νομίζετε, κύριοι, ὅτι τὰ λέγω ἢ τὰ γράφω αὐτὰ ἐγώ; τὰ λέγει καὶ τὰ γράφει ὁ πρόεδρος τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου ὁ κ. Βούλγαρης, καὶ αὗται ἦσαν αἱ ἰδέαι, καὶ αὗται ἦσαν αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1862. Ὁ κ. Σῖμος βέβαια δὲν ἐγνώρισεν αὐτὰς τὰς ἀρχὰς καὶ εἶχε δίκαιον νὰ θέσῃ τὴν ὑπογραφήν του εἰς τὸ πρόγραμμα τῆς 27 Ἰανουαρίου 1868 καὶ εἴπῃ ἀπὸ τοῦ βήματος σήμερον, ὅσα εἶπεν. Ἀλλὰ θὰ μὲ εἴπητε καὶ τί πρὸς τοῦτο; τότε ὑπεγράψαμεν εἰς μίαν διακήρυξιν ἔγγραφον, ἡ ὁποία διετύπου τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ σήμερον ἐπίσης ὑπεγράψαμεν εἰς ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον διατυπόνει ἐπίσης τὰς ἰδίας ἀρχάς. Καὶ ποῦ εὑρίσκει τις αὐτὴν τὴν διαφορὰν τῶν ἀρχῶν; τὰς εὑρίσκω, κύριοι, διότι εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἡ μὲν κυβέρνησις ἔλεγεν εἰς τοὺς ὑπαλλήλους «καὶ ἂν τολμήσητε νὰ κάμητε τίποτε θέλετε παυθῇ» καὶ εἰς τὸν λαὸν ἔλεγεν «ἂν σᾶς εἴπουν τίποτε μὴ τοὺς πιστεύσητε, διότι αἱ ἀρχαὶ τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι ὁ καθαρὸς σεβασμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ». Τὸ ὑπουργεῖον τότε εἶπε· «λαὲ, πρέπει νὰ περιφρονήσῃς πᾶσαν πλαγίαν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἤθελε σοὶ κάμει ὁ ἐλάχιστος τῶν ὑπαλλήλων». Σήμερον δὲ τί λέγει τὸ πρόγραμμα; θέλομεν ἀπέχει τῶν ἐκλογῶν (δὲν ἐνθυμοῦμαι τὴν φράσιν, διότι μοῦ διαφεύγει· πρέπει νὰ ᾖναι τις ἐξησκημένος μὲ αὐτὰ τὰ πράγματα διὰ νὰ τὰ ἐνθυμῆται) πάσης ἐπεμβάσεως ἀθεμίτου· δηλ. ἡμεῖς οἱ ὑπουργοὶ λέγομεν ὅτι ὅλα τὰ θεμιτὰ μέσα θέλομεν τὰ μεταχειρισθῇ πρὸς ὑποστήριξιν τῶν φίλων μας. Ἂς ἐξετάσωμεν τώρα ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ θεμιτὰ καὶ ποῖα τὰ ἀθέμιτα μέσα. Ἂν, κύριοι, ἀναζητήσετε ἀναλογίας μεταξὺ τῶν θεμιτῶν καὶ τῶν ἀθεμίτων μέσων θὰ ἐπέλθῃ σύγχυσις, καθὼς ἐπῆλθε τοιαύτη καὶ μεταξὺ τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ἡ σύγχυσις αὕτη ἀδύνατον νὰ καθορίσῃ τὰ ὅρια τὰ μεταξὺ τῶν ἀθεμίτων καὶ θεμιτῶν ἐπεμβάσεων· διότι ἡ μία κυβέρνησις θὰ εἴπῃ, θεωρῶ θεμιτὰ μέσα τὰ Α. ἡ δευτέρα· θεωρῶ θεμιτὰ μέσα καὶ τὰ Βʹ· τρίτη· θεωρῶ θεμιτὰ μέσα καὶ τὰ Γʹ ἡ τετάρτη καὶ τὰ Δʹ καὶ ἡ τελευταία θέλει φθάσει μέχρι τῶν Ω· καὶ οὕτω ἐντὸς τοῦ κύκλου αὐτοῦ θέλει εὕρει μεμιγμένα τὰ θεμιτὰ μὲ τὰ ἀθέμιτα μέσα καὶ συνάμα σφαγιασμένα τὰ ἱερὰ τοῦ λαοῦ δικαιώματα, διότι τότε θὰ γίνῃ σύγχυσις μεταξὺ τῶν θεμιτῶν καὶ ἀθεμίτων μέσων ὡς ἐγένετο καὶ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθητε ἀπὸ μάρτυρας καθὼς ἀπήτησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς ὅτι ἐπεμβάσεις ἐγένοντο. Καὶ ἂν δὲν θέσητε τέρμα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, θέλετε ἔχει βέβαια τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα εἴχετε καὶ εἰς τὸ παρελθόν. Γνωρίζετε, κύριοι, τὰς ἐπεμβάσεις κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ παρελθόντος· ὀφείλω νὰ σᾶς κάμω αὐτὴν τὴν ἱστορικὴν περιγραφὴν, ἂν καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε αὐτὰ πολὺ καλλίτερον ἐμοῦ. Τὸ πρῶτον, κύριοι, οἱ ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι καθιερώθησαν τὸ 1847. Τότε εἷς ὑπουργὸς φέρων μία ἱστορίαν, τὴν ἱστορίαν ὁλοκλήρου τοῦ ἀγῶνος, προήδρευε τῆς τότε κυβερνήσεως (θόρυβος). Τὸ ὄνομα Κωλέτης εἶναι ἀρκετὸν νὰ σᾶς πείσῃ ποίαν δύναμιν ἔφερεν εἰς τὴν κυβέρνησιν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅτι κατόπιν αὐτοῦ ἤρχοντο Κανάρης, Τσαβέλας καὶ ἄλλα ἱστορικώτατα ὀνόματα. Τὸ ἔθνος τότε μόλις εἶχεν ἡσυχάσει ἀπὸ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1843, εἶχεν ἀκόμη τὰ φρονήματα μεγάλα, εἶχεν ἀκόμη τὰ φρονήματα ὑπερήφανα, ἀντετάχθη, ἀλλὰ δυστυχῶς κατεβλήθη. Ἠγέρθησαν τότε ἐπαναστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐκλόνισαν ἐκ βάθρων τὴν πολιτείαν· ἀλλ’ ἐπὶ τέλους τὸ φρόνημα αὐτὸ κατέπεσε· καὶ καταπεσὸν μετὰ ταῦτα ἔδωκε τὴν κληρονομίαν εἰς τοὺς πλέον τυχαίους, εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον οὐδεμίαν βαρύτητα, καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, τῶν ὁποίων τὸ ὄνομα δὲν ἦτο γνωστὸν οὔτε μέχρις Ἐλευσῖνος, νὰ κάμωσι τοὺς βουλευτὰς τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν τὸ κακὸν ἀρχίζῃ προλάβετε το, διότι τὰ ἀποτελέσματα θὰ ᾖναι ὀλέθρια καὶ δι’ ὑμᾶς καὶ δι’ ἡμᾶς, διότι εἶναι ὀλέθρια διὰ τὸ ἔθνος. Καὶ ἐζήτησεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς νὰ τοῦ κατονομάσωμεν τὰς ἐπεμβάσεις, τὰς ἐπεμβάσεις τὰς ὁποίας ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἔκαμε, κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι εἶσθε κουρασμένοι καὶ δὲν ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσητε. Βεβαιωθῆτε ὅτι θὰ σᾶς εἴπω πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς διαφωτίσουν σπουδαίως, θέλω μεταχειρισθῆ τὰς λέξεις καὶ τὰς ἰδέας αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Κατὰ τὴν δυστυχῆ ἐκείνην ἐποχὴν τοῦ 1861, ὅτε καθιερώθησαν οἱ ὑπουργικοὶ συνδυασμοὶ, ὁ κ. Βούλγαρης, μέλος σπουδαῖον τῆς τότε ἀντιπολιτεύσεως, ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. λόγον, μετὰ πολλῶν καὶ ἄλλων γερουσιαστῶν, ἤγειραν σπουδαίαν συζήτησιν κατὰ τῶν ἐπεμβάσεων τῆς ἐξουσίας τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ καταπαύσῃ πλέον αὐτὸ τὸ ὀλέθριον, αὐτὸ τὸ σατανικὸν, τὸ διεφθαρμένον σύστημα τῶν ὑπουργικῶν συνδυασμῶν· τοῦ ἐζήτησεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ καταθέσῃ τὰς ἀποδείξεις· καὶ ἰδοὺ ἐν τῇ ὁμιλίᾳ του τί λέγει ὁ κ. Βούλγαρης νῦν πρωθυπουργός. «Κατάλογος, λέγει, ἀπαριθμῶν τὰς παρανομίας καὶ ἐπεμβάσεις». Ἡ προσωποκράτησις δημοτικῶν συμβούλων καὶ κληρωσίμων κατὰ τὴν ὥραν τῆς κληρώσεως τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Δωριέων. Ὁ διωγμὸς ὑπὸ τῆς ἐνόπλου δυνάμεως τῶν πολιτῶν ἐκ τοῦ τόπου τῆς κληρώσεως τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν τοῦ δήμου Δωριέων καὶ Κιτινίων. Ὁ σχηματισμὸς δύω εἰκονικῶν ἐπιτροπῶν τῶν δήμων Δωριέων καὶ Κιτινίων παρὰ τοῦ εἰρηνοδικειακοῦ παρέδρου καὶ ἀντιπροσώπου τοῦ ἐπάρχου. Ἡ ἀποβολὴ τοῦ προέδρου τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Κρίσσης ὑπὸ τῆς ἐνόπλου δυνάμεως. Ἡ καλπονόθευσις εἰς τοὺς τρεῖς δήμους Δωριέων Κιτινίων καὶ Κρίσσης ὑποστηριχθεῖσα ὑπὸ τῆς ἐνόπλου δυνάμεως. Ὁ ἀποκλεισμὸς χιλίων ἑκατὸν περίπου ψηφοφόρων φίλων τῶν ἀντιπολιτευομένων ἐκ τῶν ἀνωτέρω τριῶν δήμων, ὡς βεβαιοῦται τοῦτο ἐξ ἀναφορᾶς τῶν ἰδίων ψηφοφόρων. Ἡ παρουσία διοικητικῶν ὑπαλλήλων ἐπιτηρούντων τὴν ψηφοφορίαν τῶν δήμων, εἰς οὓς ἡ πλειονοψηφία τῶν ἐπιτροπῶν ἀνῆκεν εἰς τοὺς ἀντιπολιτευομένους. Μεταξὺ τῶν ἀθεμίτων τούτων μέτρων ὄχι εὐαρίθμων θεμιτῶν, ἤτοι διοικητικῶν μέτρων, ἡ χρῆσις παρενεβλήθη, ὧν ὁ συνδυασμὸς μετὰ τῶν προειρημένων ἐπιβαρύνουσι τὰ μέγιστα τὴν ἐκπληκτικὴν ἐπέμβασιν, ὡς ἡ μετάθεσις τριῶν ἐπάρχων ἐν διαστήματι εἴκοσιν ἡμερῶν, ἡ τοῦ Ταμίου τῆς ἐπαρχίας καὶ τοῦ ἐφόρου, ἡ παῦσις τοῦ ἀστυνόμου Ἀμφίσσης καὶ ἐκείνης τοῦ δημάρχου Γαλαξειδίου, ἡ ἀντικατάστασις τοῦ δημάρχου Κιτινίων, ἡ ἀνάκρισις τοῦ δημάρχου Κρίσσης καὶ τοῦ πρώτου δημαρχιακοῦ παρέδρου ἐπὶ ἐξυβρίσει τοῦ Βασιλέως, καὶ ἡ ἀπειλὴ τῶν ἐπιλοίπων δημάρχων μὲ τὸ πάθημα τοῦ δημάρχου Γαλαξειδίου, ἡ ἀποστολὴ δύω λόχων καὶ πολεμικοῦ ἀτμοπλοίου διαμένοντος κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ἐκλογῆς, τοῦ νομάρχου, τοῦ ὑπομοιράρχου καὶ τοῦ ὑπομοιράρχου τοῦ ἱππικοῦ τακτικοῦ καὶ τῆς χωροφυλακῆς...» καὶ ὅλα ταῦτα καὶ πλείω τούτων δὲν ἔλαβον χώραν κατὰ τὰς ἐνεργηθείσας τελευταῖον ἐκλογάς. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ποῖα εἶναι τὰ ἀθέμιτα μέσα, ὡς τὰ ὠνόμασεν ὁ νῦν πρωθυπουργὸς καὶ τότε γερουσιαστὴς ἔντιμος κ. Βούλγαρης. Τὰ ἀθέμιτα μέσα εἶναι ἡ ἀποβολὴ ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἡ παρουσία τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀθέμιτα μέσα εἶναι ἡ παῦσις κλητήρων, ἀθέμιτα μέσα εἶναι ἡ ἀποστολὴ ἀτμοπλοίων εἰς τὰς ἐπαρχίας· ἡ ἀποστολὴ δὲ, κύριοι, μοιράρχων καὶ λόχων ὁλοκλήρων ὅπως συνέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτὴν τῶν Καλαβρύτων; ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐκλογῆς μοίραρχοι καὶ λόχοι ἔφθασαν διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους· ἠξεύρετε πῶς τὰ λέγει αὐτὰ ὁ κ. Σῖμος; θεμιτὰ μέσα. Αὐτὰ μετέφερεν ὁ κ. Σῖμος εἰς τὴν ἐποχὴν τοῦ 1868 καὶ τὰ ἠσπάσθη ὁ κ. Βούλγαρης. Πρὸ ὀλίγου, κύριοι, ὁ κ. Ζαΐμης ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ εἶπεν ὅτι αἱ ἐκλογαὶ κατὰ τὸ 1865 ἐνηργήθησαν ἀνεπηρεάστως καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κυβέρνησιν καὶ πολλοὶ ἐκ τῆς μερίδος αὐτῆς ἐθορυβήθησαν· εἷς, κύριοι, ἐκ τῶν πεσόντων θυμάτων τῆς παρανομίας κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶμαι καὶ ἐγώ.
§66Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§67Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ μολαταῦτα δὲν δύναμαι νὰ ἐγείρω παράπονα κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ἀπὸ πολὺν ζῆλον τοῦ νὰ φανῇ, ὅτι δὲν ἐπεμβαίνει οὔτε εἰς τὰς ἐκλογὰς οὔτε εἰς τὰς ἐξελέγξεις αὐτῶν, ἀφῆκε τοὺς πλείστους τῶν φίλων της ἐκτεθειμένους εἰς τὴν μάχαιραν τῆς ἀθεμίτου βίας. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέτωμεν διὰ νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, ἂν καὶ ὁ νῦν ὑπουργὸς τῆς παιδείας ὡμολόγησε τότε ὅτι δὲν ἐγένοντο ἐπεμβάσεις, ἂς ὑποθέσωμεν, κύριοι, ὅτι καὶ κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς ἔγιναν ἐπεμβάσεις, θὰ εἰπῇ ὅτι πρέπει τοῦτο τὸ κακὸν νὰ ἐξακολουθῇ σήμερον καὶ πάντοτε; ὄχι σᾶς λέγει ὁ ἴδιος γερουσιαστὴς, ὁ κύριος Βούλγαρης, ὁ νῦν πρωθυπουργὸς, καὶ τὸ λέγει κατηγορῶν καὶ ἀπαντῶν εἰς τὸν τότε καὶ νῦν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κύριον Σίμον. «Ὁ ἰσχυρισμὸς, λέγει, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἔλαβον χώραν τυχὸν τοιαῦτα γεγονότα κατὰ τὰς ἐκλογὰς, δὲν εἶναι λόγος ἰσχυρὸς δικαιολογῶν τὰ σήμερον διαπραχθέντα, καθ’ ὅσον προϊόντος τοῦ χρόνου, πρέπει ἐκ τῆς πείρας τοῦ παρελθόντος νὰ ὠφελώμεθα καὶ ὄχι νὰ προβαίνωμεν ἐπὶ τὸ χεῖρον». Καὶ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὴν ἰδέαν αὐτήν. Δὲν δύναμαι λοιπὸν καὶ ἂν ὑποθέσω ὅτι μία παρελθοῦσα κυβέρνησις ἔκαμεν ἐπεμβάσεις, ὅτι αὐταὶ ἐδικαιολόγουν καὶ τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν νὰ ἐπέμβῃ εἰς τὰς ἐκλογάς. Ἀλλὰ θέλετε καὶ μερικωτέρας ἀποδείξεις; δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ ἔλθω εἰς σύγκρουσιν μὲ οὐδένα ἐξ ἡμῶν χάριν ἁβροφροσύνης, καὶ δὲν θὰ ἔλθω εἰς σύγκρουσιν πολιτικὴν, ἀλλ’ ἡ πεποίθησίς μου εἶναι, ὅτι εἰς ἐκλογὰς ἐγένοντο παρανομίαι, καὶ δὲν ἐννοῶ μὲ τοῦτο νὰ προσβάλω κανὲν πρόσωπον, διότι ὅλα τὰ σέβομαι, ὅλα τὰ ὑπολήπτομαι, καὶ εἶναι δύσκολος ἡ θέσις μου νὰ εἴπω εἰς ἕνα συνάδελόν μου, «ἐξῆλθες διὰ καλπονοθεύσεως·» ἀλλὰ μὲ τοῦτο δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε ὅτι δὲν ἔχητε ἀποδείξεις· ὄχι, κύριοι, τὰς ἀποδείξεις τὰς ἐφέραμεν διὰ τῶν πραγμάτων, διὰ τῶν λόγων σας, δι’ ὧν καὶ τότε, ὄχι χάριν τοῦ ὀνόματός σας, ἐσύρατε κατόπιν τὸ Ἔθνος ὁλόκληρον εἰς μίαν ἐπανάστασιν· ἀλλ’ ἴσως θὰ θελήσητε καὶ κἀμμίαν ἀπόδειξιν πλέον συγκεκριμένην, πλέον ὡρισμένην, διὰ νὰ εἴδητε, ὅτι τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἦσαν εὐπειθῆ εἰς τὰς διαταγὰς τῶν ὑπουργικῶν ὑποψηφίων. Ἔχω, κύριοι, ἐπιστολὰς καὶ δὲν ἐπεθύμουν νὰ σᾶς τὰς ἀναγνώσω ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, διότι ἤθελον δυσαρεστήσει πρόσωπα, μὲ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπεθύμουν νὰ ἔλθω εἰς δυσάρεστον θέσιν. (θόρυβος). Ἰδοὺ μία ἐπιστολή· γράφει ἕνας ὑποψήφιος πρὸς ἕνα συνάδελφόν του καὶ τοῦ λέγει, «λάβε τὸ ἔγγραφον πρὸς τὸν ἀποσπασματάρχην, δὸς καὶ τὸ μπιλέτο μου εἰς τὸν ὑπομοίραρχον καὶ εἰπέ τους νὰ καθίσουν ὅπου ἔχομεν ἀνάγκην». Ἔχω, κύριοι, καὶ ἑτέρας ἐπιστολὰς, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὰς ἀναγνώσω, διότι αἱ ἐπιστολαὶ αὗται ἀνεγνώσθησαν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἁπλῶς μόνον σᾶς ἀνέγνωσα αὐτὴν, διὰ νὰ σᾶς φέρω μίαν ἀπόδειξιν, διότι, κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ σᾶς φέρῃ εἰς πᾶσαν περίστασιν ὅλας τὰς ἀποδείξεις πάντοτε, διότι αἱ ἀθέμιτοι ἐνέργειαι ἐνεργοῦνται κρυφίως, καὶ ἑπομένως αἱ ἀποδείξεις δὲν εἶναι εὔκολοι. Ἐτελείωσα, μοὶ φαίνεται, τὸν παράγραφον τὸν ἀφορῶντα τοὺς ὑπουργικοὺς ὑποψηφίους καὶ τὰς ἐπεμβάσεις ἐν ταῖς ἐκλογαῖς. Ἔρχεται τώρα ἡ ἐπέμβασις τῆς ἐξουσίας κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν. Οὔτε ἠνόησεν ἡ ἐπιτροπή σας, κύριοι, οὔτε ἐννοεῖ ὅτι προσβάλλεται τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς, διότι ἡ Βουλὴ ἀκολουθεῖ τὰς πεποιθήσεις της· ἡ ἐπιτροπή σας σκοπὸν εἶχε ν’ ἀποδείξῃ ὅτι καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν τὸ ὑπουργεῖον μετεχειρίσθη τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς χεῖράς του, καὶ ἴσως νὰ μὴν ἔφερεν ἀποτέλεσμα ἡ πίεσίς του, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὸ πιστεύσω· οὐχ ἧττον ὅμως εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι μετεχειρίσθη τοιαῦτα. Πρὸ ὀλίγου μᾶς εἴπετε, ἡ κοινὴ συνείδησις ὁμολογεῖ τὸ δεῖνα καὶ τὸ δεῖνα· ἡ κοινὴ συνείδησις, σᾶς λέγομεν καὶ ἡμεῖ, καὶ σᾶς τὸ λέγομεν ἀνεπηρεάστως, ὁμολογεῖ αὐτὴν τὴν στιγμὴν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἔδειξεν ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν νὰ μεταχειρισθῇ τὴν θέσιν του πρὸς μεταβολὴν τοῦ ἀποτελέσματος τῶν ἐκλογῶν, καὶ οὕτω, κύριοι, ἔφερεν εἰς τὰ πράγματα τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, διότι διὰ τῆς ἐπεμβάσεως κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν, ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν σύνθεσιν τοῦ μεγάλου καὶ μόνου πολιτικοῦ τούτου Σώματος. Δὲν σᾶς ἀπέκρυψε τὰ αἰσθήματά του ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν· εὔχομαι, εἶπε, νὰ γίνετε μία μερὶς ὅλοι· συνειθισμένος ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀπὸ τὰς ἀναύδους Βουλὰς, εἰς τὰς ὁποίας ἦτο γνωστὸν μόνον τὸ ναὶ, ἐπεθύμησε νὰ μᾶς ἴδῃ ὅλους εἰς μίαν μερίδα (γέλωτες), ἂν γίνωμεν ὅλοι μία μερὶς, τότε ἴσως ἐκπληροῦται τὸ πρόγραμμα τοῦ κυρίου Σίμου, ἀλλὰ ξεσχίζεται τὸ Σύνταγμα τοῦ 1862 καὶ ἐπανέρχεται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπερορίους τὸν Βασιλέα καὶ Σῖμον ἔκαμεν· ἡ μία ποίμνη εἷς ποιμὴν, δὲν ἐφαρμόζεται εἰς συνταγματικὰ κράτη. Διάκρισις ἐξουσιῶν! Εἰλικρινῶς σᾶς λέγω, ὅτι ὅταν ἀνέγνωσα τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ Βασιλ. λόγου ἐπὶ τοῦ φρονήματος τῆς κυβερνήσεως τοῦ τόπου καὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐννοήσω τὶ ἤθελε νὰ εἴπῃ, καὶ οὐδεὶς ἠδυνήθη ὡρισμένως νὰ εἴπῃ τὶ ἐννοοῦν μὲ τὴν φράσιν αὐτὴν τοῦ λόγου. Ὁ τύπος διεῤῥάγη καὶ ὁ ἐσωτερικὸς καὶ ὁ ἐξωτερικὸς, καὶ κατέστησεν ἀντικείμενον συζητήσεως τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Αἱ ἰδέαι ἐσυγχύσθησαν καθὼς καὶ αἱ ἐξουσίαι· οἱ μὲν ἔλεγον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει μεγάλας ἀπαιτήσεις καὶ συντελεῖ εἰς τὴν κακὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, πρέπει νὰ παύσῃ τοῦ νὰ συνιστᾷ τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἄλλοι ἔλεγον, δὲν εἶναι το το· ἄλλοι ὅτι εἶναι ἄλλος σκοπὸς πλέον σπουδαῖος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἀποφαίνηται ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ τόπου, δηλαδὴ ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελε μεμφθῇ ἓν ὑπουργεῖον ὡς κακῶς διοικοῦν, τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον διὰ τὸν ὅρον τοῦτον νὰ δώσῃ τὴν παραίτησίν του, διότι ἡ ἐκλογὴ τοῦ ὑπουργείου εἶναι ἀποκλειστικὸν δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, καὶ ὡς τοιοῦτον δὲν δύναται νὰ λάβῃ μομφὴν ἀπὸ κανένα. Οὐδεὶς ἀρνεῖται, κύριοι, τὸ ἀπόλυτον δικαίωμα εἰς τὸν βασιλέα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ ὑπουργείου· ἀλλ’ ὅταν τὸ ὑπουργεῖον δὲν διοικῇ καλῶς, τίς ἄλλος παρὰ τὸ ἔθνος εἶναι εἰς θέσιν νὰ εἴπῃ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνεπιστεύθητε, Μεγαλειότατε, τοὺς οἴακας τῆς Πολιτείας, δὲν ἔχει τὴν ἐμπιστοσύνην μου; καὶ ὁ ἡγεμὼν τί ἄλλην καλλιτέραν πρᾶξιν δύναται νὰ κάμῃ ἢ ν’ ἀκούσῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν εὐχὴν τοῦ ἔθνους; διότι πάντοτε ὑποτίθεται, ὅτι ἡ ὑπερτάτη δύναμις τοῦ ἡγεμόνος μὲ τὴν ὑπερτάτην δύναμιν τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ εὑρίσκωνται εἰς ἁρμονίαν, εἰς τὴν ἁρμονίαν ἐκείνην, ἥτις καθιέρωσε τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, τὰ ὁποῖα βλέπωμεν εἰς τήν πατρίδα μας μέχρι τοῦδε ἀπὸ τῆς νέας Βασιλείας καὶ εἰς ἑτέρας πολιτείας Συνταγματικάς. Ἀλλ’ εἰς τὸ περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν ζήτημα, ἐνταῦθα ἄλλοι ἔδωσαν ἄλλας ἐξηγήσεις καί ἕκαστος εἶχε μίαν ἰδέαν καὶ αἱ ἰδέαι ἐσυγχύσθησαν καὶ οὐδεὶς ἐπὶ τέλους ἠδυνήθη ὡρισμένως νά ἐννοήσῃ τί ἔθεσαν οἱ ὑπουργοὶ εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως. Δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον, κύριοι, εἰς τοιαύτας περιστάσεις τὰ πράγματα νὰ μένουν σκοτεινὰ, ἀλλὰ καθὼς οἱ πολῖται ὅταν ὁμιλοῦν πρὸς τοὺς Βασιλεῖς μεταχειρίζονται σαφεῖς λόγους, οὕτω καὶ οἱ ὑπουργοὶ ὁσάκις πρόκειται νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Βασιλεὺς δὲν πρέπει νὰ θέτουν εἰς τὸ στόμα του εἰμὴ λόγους εἰλικρινεῖς καὶ καθαροὺς καὶ οὐχὶ σκοτεινοὺς, διότι οὕτω φέρουν τὴν δυσπιστίαν καὶ τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν κοινωνίαν. Μᾶς ἐξήγαγεν ὅμως σήμερον ἀπὸ τὴν ἀμφιβολίαν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν; οὐχί· διότι εἶπε καὶ δὲν εἶπεν, ὅτι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν εἶναι, νὰ μὴ ἔχῃ «ἡ Βουλὴ τὸ δικαίωμα νὰ συνηστᾷ ὑπαλλήλους εἰς τὸ ὑπουργεῖον»· αὐτὸ ἦτον ἡ κρίσις του, τὸ εἶπε, καὶ δὲν τὸ εἶπε, τὸ εἶπε διότι τὸ ἐπίστευε, δὲν τὸ εἶπε, διότι δὲν τὸν ἐσύμφερε. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συνηστᾷ, (θόρυβος).
§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶπεν ὅτι ὑπάρχει ἀλληλεγγύη μεταξὺ τῆς κυβερνήσεως καὶ τῶν φίλων αὐτῆς.
§69ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶπε λοιπὸν, ὅτι ἔχει ἡ Βουλὴ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα πρέπει νὰ ἔχῃ καὶ τὰ ὅριά του, διότι ἔγιναν καταχρήσεις. Ὀφείλω κύριοι, νὰ ἐκθέσω ἐκ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὰς ἀρχάς μου καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ἂν ᾖναι κατάλληλοι νὰ συμβουλεύσουν τὴν κυβέρνησιν, ποίους πρέπει νὰ μεταχειρισθῇ ὑπαλλήλους, προπάντων εἶναι οἱ Βουλευταί. Αὐτὸ εἶναι ἀρχή μου, πεποίθησίς μου, διότι, κύριοι, ὅταν οἱ Βουλευταὶ δὲν συνιστοῦν τότε θὰ συνηστοῦν οἱ μάγειροι. Ὁ κύριος Θιέρσος εἰς τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς τῆς Γαλλίας ἀνέπτυξεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι ἡ ἀντίθετος μερὶς κατηγόρησε τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅτι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ χάος καὶ σύγχυσις, εἰς τὴν ὁποίαν συντελεῖ πρὸ πάντων ἡ Βουλὴ, ἥτις ἐπιδρᾷ ἐπὶ τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου καὶ τὴν παραλύει. Ὁ Θιέρσος ἀπήντησεν, ὅτι οἱ καταλληλότεροι διὰ νὰ συστήσουν τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως εἶναι οἱ Βουλευταὶ, οἵτινες εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ καὶ ἀντιπροσωπεύουν τὰς ἰδέας αὐτοῦ, καὶ οὐδεὶς καλλίτερον δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως παρὰ ὁ διοικούμενος, ἡ σχολὴ δὲ ἡ ὁποία μᾶς παρουσιάζει τὰς νέας ἰδέας εἶνε σχολὴ τοῦ παρελθόντος· ἀποκρούσατε τὰς ἰδέας, διότι ἂν δὲν συστήσετε σεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι, θὰ συστήσουν οἱ εἰς τὰς ἑσπερίδας τῶν ὑπουργῶν εὑρισκόμενοι καὶ ἐν Ἀθήναις μένοντες, οἱ ὁποῖοι θὰ λέγουν «διορίσατε αὐτὸν, κύριε ὑπουργὲ, εἶναι καλὸς,» καὶ δὲν εἶναι καλλιτέρα, κύριοι, ἡ σύστασις ἑνὸς ἀντιπροσώπου, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει 40 χιλ. λαοῦ ἀπὸ τὴν σύστασιν πολλάκις τοῦ κοινοτέρου ἀνθρώπου; Ἡ κοινὴ συνείδησις, ὡς λέγουν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, λέγει, ὅτι εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν ἔγιναν καταχρήσεις, διότι πολλοὶ βουλευταὶ ἔκαμαν διορισμούς· ἂν ἔκαμαν τοῦτο, πολὺ καλὰ ἔκαμαν· ἀλλὰ σεῖς, κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἀποκρούετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν δὲν ἐκάματε περισσοτέρους; καὶ μόλα ταῦτα τοὺς ἐκάματε εἰς ὑποψηφίους, καὶ οὐχὶ εἰς βουλευτὰς, μὲ περισσοτέραν ἀφθονίαν. Ὑπάρχει διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου ἐμποδίζονται οἱ ὑπουργοὶ, τοῦ νὰ διορίσουν ὑπαλλήλους ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εἰς τὰς ὁποίας ἀνήκουν, καὶ ἦτο πολὺ φρόνιμον πολὺ λογικὸν, διότι ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἄγγελος· ὑπόκειται εἰς ὅλας τὰς ὁρμὰς τῆς ἀνθρωπίνης ἀδυναμίας· ὅταν διορίζονται λοιπὸν νὰ ἐκπληρῶσι τὴν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατάγονται, δὲν δύνανται παρὰ νὰ ἔχουν συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας· καὶ ἐν τούτοις τὸ ὑπουργεῖον ἔκαμε τοιούτους διορισμοὺς, διὰ νὰ ἐπιτύχῃ εἰς τὰς ἐκλογὰς τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. «Ἐδιοικήσαμεν μὲ διατάγματα» μᾶς λέγουν (καὶ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν κ. Ζαΐμην, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἀναπόδραστος ἀνάγκη ἐπέβαλεν εἰς τὸ παρὸν ὑπουργεῖον νὰ διοικήσῃ μὲ διατάγματα). Οὐδεμία ἀναπόδραστος ἀνάγκη ὑπῆρξεν. Ὤφειλε τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ νὰ ζητήσῃ τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ ἠρνεῖτο, τὸ ὑπουργεῖον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ στιγματίσῃ τὴν ἀντισυνταγματικὴν συμπεριφορὰν τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς ἐδιοικήσαμεν μὲ διατάγματα, διότι ἀπέναντι ἡμῶν εἴχαμε μίαν ἀντισυνταγματικὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία μᾶς ἔθεσε διὰ τῆς διαγωγῆς της ἐκτὸς τοῦ νόμου καὶ τοῦ Συντάγματος. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, μοὶ ἔλεγε προχθὲς φίλος μού τις βουλευτὴς, ἡ συζήτησις εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου τελειώνει ἐντὸς δύω ὡρῶν, καὶ τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ καὶ ἐνταῦθα. Ἀλλὰ, κύριοι, διατί θέλετε νὰ παραδεχθῆτε αὐτὸ τὸ ἔθιμον καὶ δὲν παραδέχεσθε τὰ ἄλλα συνταγματικὰ ἔθιμα αὐτοῦ τοῦ Κράτους; Πρὶν διαλύσητε τὴν Βουλὴν, διατί δὲν ἐμείνατε ἐντὸς τῆς τροχιᾶς τοῦ Συντάγματος, νὰ ἔλθητε νὰ ζητήσητε παρ’ αὐτῆς τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ προϋπολισμὸν; δὲν ἐμείνατε, διότι προσεγγιζουσῶν τῶν ἐκλογῶν, δὲν ἠθέλατε νὰ γνωρίζῃ ὁ λαὸς τὰς θελήσεις σας ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων. Καὶ ὅλοι γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν μετεχειρίσθησαν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, αὐτὴν τὴν δημοκοπίαν, ἂς τὴν ὀνομάσω οὕτω, λέγοντες, «μὴ ἐκλέγετε τοὺς πρώην βουλευτὰς, διότι αὐτοὶ ηὔξησαν τοὺς φόρους, ἐκλέξατε τοὺς εἰδικούς μας, οἵτινες θὰ τοὺς ἐλαττώσουν.» Ἀλλὰ δὲν εἶχον ἔτι τελειώσει αἱ ἐκλογαὶ, καὶ τὴν 27 Μαρτίου ἐδημοσίευσε διάταγμα εἰς τὸ ὁποῖον ἐθεσπίζετο, ὅτι οἱ φόροι τοῦ 1867 θέλουν χρησιμεύσει καὶ διὰ τὸ 68. Ἰδοὺ ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἤθελον ἐνώπιόν σας νὰ σᾶς ζητήσουν τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμόν. Ἰδοὺ ὅτι πρὸς τὰ θεμιτὰ μέσα καὶ τὰς ἐπεμβάσεις των ἔλαβον καὶ τὴν ἐπικουρίαν τῆς δημοκοπίας. Χθὲς νομίζω, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λακεδαίμονος ἐπὶ τῆς ἰδέας αὐτῆς μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἐζήτησαν φορολογικοὺς νόμους, διότι καὶ ἂν ἐζήτουν δὲν τοὺς ἔδιδον. Δὲν ἔχει, κύριοι, κανεὶς δικαίωμα καὶ πολὺ περισσότερον ἐπὶ τοιούτων ἀντικειμένων νὰ καταδικάζῃ τὴν διάνοιαν. Ἴσα ἴσα, διότι ἐπίστευον, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε δόσει τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, ἔπρεπε νὰ ἔλθουν νὰ τὰ ζητήσουν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀποχρῶν καὶ σπουδαῖος ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Δημητρακάκης ἔφερε πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ἐπιχειρήματός του. «Εὐοδούμενοι ἐν εὐνομίᾳ καὶ παρασκευαζόμενοι ἐν προόδῳ». Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ἂν, μεθ’ ὅσα ἐξέθεσα ἀπὸ τοῦ βήματος, εὐοδούμεθα ἐν εὐνομίᾳ, διότι ἡ λέξις εὐνομία δὲν ἐξηγεῖ παρὰ τὸ ἀποτέλεσμα. Εἰς πολιτείαν ὅπου οἱ νόμοι ἐφαρμόζονται ἀκριβῶς καὶ ὅπου οἱ νόμοι καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐπικρατεῖ, αὐτὴ ἡ πολιτεία λέγεται εὐνομουμένη καὶ ἐκεῖ δύναταί τις νὰ μεταχειρισθῇ τὴν λέξιν εὐοδούμενοι ἐν εὐνομίᾳ, διότι ἡ εὐνομία εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαρκοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος. «Καὶ παρασκευαζόμενοι ἐν προόδῳ». Ἂν, κύριοι ὑπουργοὶ, ἐθεωρήσατε ὡς ἀναγκαίαν συνέπειαν τῆς προτάσεως τῆς εὐνομίας τὴν παρασκευὴν, ἔπρεπε πραγματικῶς κατὰ τὸ διάστημα εἰς τὸ ὁποῖον ἔχετε τοὺς οἴακας τῆς πολιτείας εἰς τὰς χεῖρας νὰ μᾶς δώσητε πρῶτοι τὸ παράδειγμα τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων καὶ τοῦ συντάγματος. Ἡμεῖς ἐπιθυμοῦμεν ἀμφότερα· ἐπιθυμοῦμεν ὅμως τὴν παρασκευὴν ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον· αἱ ἰδέαι μας ἴσως, κύριοι, δὲν εἶναι ἀρεσταὶ εἰς ὑμᾶς, ἀλλὰ τοῦτο μᾶς εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον θὰ σᾶς ἐκθέσωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ἀπὸ τῆς ἀκροπώλεως ταύτης τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τὸ ὁποῖον ἱδρύθη ὑπὸ τῶν αἱμάτων 300, 000 μαρτύρων, τὰς ἰδέας μας. Μεγάλη συζήτησις ἔγινεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν, ποία εἶναι ἡ ἰδική σας καὶ ποία εἶναι ἡ ἰδική μας πολιτική. Μοὶ φαίνεται ὅμως ὅτι κακῶς διεξήχθη ἡ συζήτησις ἐκείνη, ἐξ ὅσων κατόπιν ἔμαθον καὶ ἀνέγνωσα, διότι ἐγὼ δὲν ἤμην βουλευτής. Ἡ πολιτική σας, ἡ πολιτική μας. Καὶ ἂν, κύριοι, διεχωριζόμεθα ὡς πρὸς τὰς ἰδέας εἰς πολιτικὴν τὴν ὁποίαν, ὀφείλομεν νὰ κρατήσωμεν πρὸς τοὺς χριστιανικοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς τοὺς μὴ Ἕλληνας· σᾶς ἐννοοῦμεν καλῶς διότι αἱ ἰδέαι ὅλων εἶναι ὅτι οἱ δεσμοὶ καὶ αἱ σχέσεις ὅλων τῶν ἀνατολικῶν φυλῶν, πρέπει νὰ ὑπάρχωσι στενῶς συνδεδεμέναι, διότι ἑνούμεθα διὰ τῶν αὐτῶν πόθων καὶ συμφερόντων. Ἀλλὰ τὶ μᾶς λέγουν; ἡ πολιτική μας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, ἡ πολιτική μας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἠπείρου, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Θεσσαλίας. Καὶ ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν νὰ λέγητε ποία θὰ ἦναι ἡ πολιτική μας ἢ ἡ πολιτική σας; οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει πολιτικὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Ἠπείρου, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Θεσσαλίας. Καὶ ὑμεῖς καὶ ἡμεῖς ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἔχομεν παρὰ νὰ ἐκτελέσωμεν μίαν μεγάλην διαθήκην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἄφησαν οἱ πατέρες μας· καὶ ἡ διαθήκη τοῦ 1821 διαγράφει ὡρισμένως τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἀκολουθήσῃ ἕκαστος, δὲν δύναται νὰ ἐξέλθῃ οὔτε γραμμὴν τῆς τροχιᾶς τὴν ὁποίαν διέγραψεν ὁ ὅρκος τοῦ 1821. Ἀναγνώσατε εἰς τὴν συλλογὴν τοῦ κ. Μάμουκα τὰ ψηφίσματα τῶν ἀνδρῶν ἐκείνων καὶ θέλετε ἰδεῖ τὶ ἐννοοῦσιν μὲ τὴν λέξιν Ἑλλὰς καὶ μὲ τὴν λέξιν Ἕλληνες· τὰς ἰδέας αὐτὰς τὰς ἀνέπτυξεν εἰς τὴν συνέλευσιν τοῦ 1843 λίαν εὐγλώττως ὁ νῦν ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν κ. Σίμος. «Θὰ δώσωμεν περίθαλψιν εἰς λαὸν πάσχοντα.» Τί θὰ δώσετε; περίθαλψιν· καὶ ποῦ δίδεται, κύριοι, ἡ περίθαλψις; τὴν περίθαλψιν καὶ τὴν βοήθειαν τὴν παραχωρεῖ ὁ νεώτερος πολιτισμός, ἐκεῖ ὅπου τὴν καθιέρωσεν ὁ κ. ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὅστις εἶπεν ὅτι εἰς πάντα ἄνθρωπον οἱασδήποτε φυλῆς, τὸν ὁποῖον βλέπετε πεινῶντα, καὶ γυμνητεύοντα, καὶ διψῶντα ὀφείλετε νὰ δώσετε· ἀλλὰ εἰς ἀδελφὸν πάσχοντα, εἰς ἀδελφὸν ἀλυσσόδετον, εἰς πατέρα κεκυφότα ὑπὸ τὸ βάρος τῆς τυραννίας δὲν ὀφείλετε περίθαλψιν, ὀφείλετε νὰ δώσητε αἷμα, ὀφείλετε νὰ δώσητε ὅ,τι καὶ ἂν ἔχετε. Τὸ βῆμα αὐτὸ, κύριοι, καθὼς προεῖπον ἐστήθη ἐδὼ διὰ τῶν αἱμάτων τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Τὸ ἐπότισαν τὰ αἵματα τριακοσίων χιλιάδων μαρτύρων, καὶ τὰ κόκκαλα τῶν Ἑλλήνων τῶν ἁπανταχοῦ, εἶναι διεσπαρμένα εἰς ὅλας τὰς πεδιάδας τῆς νῦν ἐλευθέρας Ἑλλάδος· στρέψατε πρὸς τὸ μνημεῖον τοῦ Καραΐσκου, εἰς τὴν πεδιάδα ἐκείνην παρὰ τὸ Φάληρον· δὲν θέλετε ἰδεῖ ἐκεῖ διάκρισιν Πελοποννησίων καὶ Στερεελλαδιτῶν, Κρητῶν καὶ Θεσσαλῶν, Μακεδόνων καὶ Ἠπειρωτῶν· ὅλων τὰ κόκκαλα φύρδην μίγδην κεῖνται εἰς τὰς πεδιάδας· καὶ ἔρχεσθε, κύριοι, νὰ μᾶς εἴπητε ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική μας πολιτικὴ καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδική σας πολιτική; Καὶ δὲν ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ὅταν ὁ κληρονόμος δὲν ἐκτελέσῃ τὰς παραγγελίας τοῦ διαθέτου δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὠφεληθῇ ἀπὸ τὴν διαθήκην; Ἀλλὰ ἡ φρόνησις, μᾶς λέγει ἡ κυβέρνησις, ἡ φρόνησις καὶ ἡ πολιτικὴ σύνεσις, κύριοι, διεξάγει αὐτὰ τὰ ζητήματα· πάντοτε ὑπὸ τὴν φρόνησιν, πάντοτε ὑπὸ τὴν πολιτικὴν σύνεσιν καὶ ὑπὸ τὸν ὀλέθριον μυστικισμὸν ἐτυραννήθησαν τὰ ἔθνη καὶ δὲν ἐφανερώθη ποτὲ ἡ ἀλήθεια· σειρὰν ἐγγράφων, κύριοι, ἐδημοσίευσαν ὅλαι τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν αἱ κυβερνήσεις, καὶ ἡμεῖς ἓν ἔγγραφον ἀκόμη δὲν ἠξιώθημεν νὰ ἴδωμεν, περὶ τίνος; περὶ τοῦ Κρητικοῦ αὐτοῦ ζητήματος, τοῦ ἀδελφικοῦ ζητήματος. «Σύνεσις καὶ πολιτικὴ φρόνησις ἀπαιτεῖται, καὶ ἡμεῖς θὰ κάμωμεν ἐκεῖνο ποῦ θὰ κάμωμεν.» Δὲν γνωρίζω, κύριοι, ποία ὑπῆρξεν ἡ πολιτικὴ τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, δὲν γνωρίζω ποία εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς παρούσης, διότι μέλος οὐδεμιᾶς κυβερνήσεως ὑπῆρξα, ἀλλ’ οὔτε βουλευτὴς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, διὰ νὰ ζητήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν ὅ,τι ζητῶ καὶ ἀπὸ τὴν παροῦσαν. Τοῦτο μόνον γνωρίζω, καὶ τὸ γνωρίζω διότι τὸ ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι μέχρι πέρυσι ὡς τελευταία ἰδέα ἐσυζητεῖτο εἰς τὴν Εὐρώπην ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Κρήτης, ὑπὸ ἡγεμόνα χριστιανόν· ἐπολεμεῖτο δὲ σφόδρα ἡ προσάρτησις αὐτῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω ποῖοι ὑπῆρξαν οἱ ἀγῶνες καὶ τῶν κυβερνήσεων καὶ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν προστατίδων δυνάμεων, διότι ὅλοι ἀνεγνώσατε τὰς διαφόρους διακοινώσεις καὶ ἐπιστολάς, αἱ ὁποῖαι διημείφθησαν μεταξὺ τῶν διαφόρων κυβερνήσεων, καὶ εἶσθε εἰς πολὺ καλλῃτέραν θέσιν ἀπὸ ἐμὲ νὰ τὰ γνωρίζετε· σήμερον ἡ πλέον πλησιεστέρα ἰδέα εἶναι ἡ ἀνεξαρτησία τῆς Κρήτης ὑπὸ Ὀθωμανὸν ἡγεμόνα· τὰ ἀποτελέσματα ἐγώ, κύριοι, βλέπω καὶ ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων κρίνω· μόλον τοῦτο γνωρίζετε ὅτι ὅλαι αἱ κυβερνήσεις κατέστησαν τὸ ζήτημα τὸ Κρητικὸν, ζήτημα μεγάλης σπουδαιότητος, ἀντικείμενον σοβαρᾶς ἐξετάσεως, καὶ μόνον ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ δὲν γνωρίζομεν τὶ ἔπραξαν αἱ κυβερνήσεις μας. Διατί, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ μὴ εἴπωμεν τὰ ἰδέας μας καὶ τὰς ἀρχάς μας; Ποία ἐκ τῶν μεγάλων δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν καὶ σύνεσιν περισσοτέραν καὶ φρόνησιν ἀπὸ ἡμᾶς, θέλει ἀρνηθῆ τὰ ἀπαράγραπτα αἰσθήματα τὰ ὁποῖα ὁ τόπος ἔχει ἐπὶ τῶν χωρῶν τῶν ὑπὸ δουλίαν εὑρισκομένων ἀδελφῶν μας; καὶ πῶς εἶναι δυνατόν, ποία λέγω δύναται νὰ ἀρνηθῇ τὴν ἔκφρασιν δακρύων καὶ συνδρομῆς ὅταν ὁ μὲν πατὴρ μένει εἰς τὰς Ἀθήναις, ὁ δὲ υἱὸς εἰς τὴν Ἤπειρον, ὅταν ὁ μὲν ἀδελφὸς εἶναι εἰς τὸν Πειραιᾶ, ὁ δὲ ἕτερος εἰς τὴν μάχην; ποία εἶναι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἥτις θέλει σᾶς εἴπει ὅτι ἐὰν ἐκφράσητε φανερὰ αὐτὰ τὰ αἰσθήματα, κάμνετε κακὰ, διότι τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὴν πολιτικήν; Δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρξῃ πρὸς τιμὴν τοῦ αἰῶνος εἰς τὸν ὁποῖον ζῶμεν τοιαύτη κυβέρνησις, διότι τοιαῦτα αἰσθήματα δὲν δύνανται νὰ ἐκδηλωθῶσιν ἀπὸ πολιτισμένην κυβέρνησιν, νὰ βλέπωσιν ἡ μήτηρ καὶ ὁ πατὴρ τὸν υἱόν των σφαζόμενον καὶ αὐτοὶ νὰ μένωσιν ἀνάλγητοι εἰς τὰ παθήματά του. «Μᾶς ἐξώγκωσαν τὸν προϋπολογισμόν.» Ποῖον προϋπολογισμὸν καὶ τί εἶναι ὁ προϋπολογισμός μας; Καὶ ὅταν συντάττοντες τὸν προϋπολογισμόν μας, κύριοι, δὲν ἔχομεν εἰς τὰ αἰσθήματα καὶ εἰς τὴν διάνοιάν μας ὅλων τῶν ἀδελφῶν Ἑλλήνων τὴν θέσιν, ὢ τότε, ἐῤῥέτω τοιοῦτος προϋπολογισμός. Ἐξεῤῥάγη ἡ ἐπανάστασις εἰς τὴν Κρήτην καὶ μυρία ἔμμισθα ὄργανα τῆς Τουρκίας διεκοίνωσαν καὶ διεσάλπισαν, ὅτι ἡ ἐπανάστασις αὕτη δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς βίας καὶ τῆς πιέσεως, ἥτις προέρχεται ἀπὸ τὴν πάλην μεταξὺ Κορανίου καὶ Εὐαγγελίου· καὶ τὸ διεσάλπισαν, διότι τὰ χρήματα τοῦ Φουὰτ καὶ τοῦ Ἀλῆ εἶχον διαφθείρει ὅλους τοὺς ἐφημεριδογράφους· δακτύλιοι καὶ ταμβακοθῆκαι διέτρεχον, καὶ χρυσὸς καὶ ἄργυρος ἤνοιξαν τὰς πύλας ὅλων τῶν μισθωτῶν κατηγόρων τῆς Ἑλλάδος ἐν Εὐρώπῃ, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ τύπος καὶ αἱ ἐφημερίδες ἔλεγον ὅτι ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς κακῆς διοικήσεως, ἀλλὰ ἀποτέλεσμα ῥᾳδιουργίας εἴτε μιᾶς ξένης δυνάμεως, εἴτε τῆς Ἑλλάδος, ἀλλ’ εἶναι τοῦτο ἀληθές; εἴμεθα ἡμεῖς ἢ ἄλλοι ἐκτὸς τῆς τερατώδους διοικήσεως τοῦ Μουσουλμάνου ἡ αἰτία τῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ ἐπαναστάσεων; Ἡ Ἑλλὰς κύριοι, δὲν εὑρέθη δυστυχῶς εἰς τὴν εὐάρεστον θέσιν νὰ ὑποκινήσῃ, καὶ δὲν ὑπεκίνησε κἀμμίαν ἐπανάστασιν, ἀλλ’ ἅμα ἐκραγεῖσαν ὀφείλει, ἔχει καθῆκον μάλιστα, νὰ τὴν θρέψῃ, ἔχει καθῆκον νὰ τὴν θρέψῃ καὶ δι’ οὓς λόγους ἐξέθεσα καὶ διότι ἐκπληροῖ χρέος ἱερὸν καὶ σύμφωνον, οὐχὶ μόνον μὲ τὴν τιμήν της, ἀλλὰ καὶ μὲ τὰς ἀρχὰς τὰς ὁποίας τελευταῖον δι’ αἵματος ἀνέγραψεν εἰς ἀρχὴν δημοσίου τῆς Εὐρώπης δικαίου εἷς Αὐτοκράτωρ καὶ ἓν ἀνακτοβούλιον τῶν μεγαλειτέρων καὶ μᾶλλον πεφωτισμένων ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης. Ἡ ἐπανάστασις αὕτη ἐξεῤῥάγη ἕνεκα τῆς κακῆς διοικήσεως καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν πάλιν ὁ κ. Βούλγαρης ἦτο πρωθυπουργός. Τὴν εὕρομεν κινδυνεύουσαν καὶ ὠφείλαμεν νὰ τῆς δώσωμεν ὄχι περίθαλψιν, ἀλλὰ πᾶσαν συνδρομὴν, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχεν αὕτη ἡ ὑψηλὴ ἰδέα, πῶς ἤθελον εὑρεθῆ οἱ ὁμογενεῖς εἰς θέσιν νὰ ἀνοίξωσι τὰ βαλάντιά των; Τὰ ἤνοιξαν, κύριοι, διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν τὴν μεγάλην, τὴν εὐγενῆ αὐτὴν ἰδέαν, καὶ δὲν ἤνοιξαν τὰ βαλάντιά των μὲ τὸν εὐτελῆ καὶ μικροπρεπῆ σκοπὸν τῆς περιθάλψεως. Ἡ Ἑλλὰς ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς θέσεως εἰς ἣν εὑρίσκεται ἔχει ἕνα σκοπὸν, ἡ Ἑλλὰς διὰ τῆς πτώσεώς της ἐφώτισε τὴν Δύσιν, διὰ τῆς ἀναγεννήσεώς της θὰ φωτίσῃ τὴν Ἀνατολήν. Ἀλλ’ ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης εἶναι ἓν νέον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον φαίνεται παράξενον εἴτε εἰς ἡμᾶς εἴτε εἰς τὴν Εὐρώπην; Ὄχι! εἶναι παλαιόν. Ἐπαναστάσεις ἀλλεπάλληλοι ἐπιβεβαιοῦσι καὶ ἐπιμαρτυροῦσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων, οὓς εἷς μέγας ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας κατὰ τὰ 1830 ἀπεφάνθη, ὅτι «ἡ Κρήτη δὲν δύναται νὰ ζήσῃ μόνη καὶ πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα»· Ὁ μέγας πολίτης τῆς Ἑλλάδος Καποδίστριας εἶπεν εἰς τὴν αὐτὴν ἐποχὴν ὅταν ἀπεφασίσθη δυστυχῶς ἀπὸ τὴν σκληρὰν διπλωματίαν, ν’ ἀποσπασθῇ τῆς μητρός της καὶ νὰ ἐπανέλθῃ δεσμία πάλιν ὑπὸ τὸν ἄγριον τύραννόν της· «ὀφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀπόφασιν τῶν μεγάλων δυνάμεων, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἄλλως, δὲν θὰ παρέλθῃ ὅμως πολὺς καιρὸς, ὅτε αἱ μεγάλαι δυνάμεις θὰ ἴδουν ὅτι ἡ ἀπόφασίς των ἦτο κακὴ, διότι τὸ σημεῖον τῆς ἐπαναστάσεως ἐν τῇ Ἀνατολῇ θὰ δοθῇ ἀπὸ τὴν Κρήτην·» καὶ ἐδόθη.
§70ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ Πάλμερστων τὸ εἶπεν.
§71Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὗται εἶναι αἱ ἰδέαι μας, τὰς εἴπομεν καθαρῶς καὶ μᾶς παρεξηγήσατε, δὲν θέλομεν τὴν ἐξουσίαν ὡς μᾶς κατηγορήσατε, καὶ μᾶς εἴπατε, ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ κάμνομεν διὰ τὴν ἐξουσίαν· πλανᾶσθε, κύριοι, ποτὲ δὲν θέλομεν τὴν ἐξουσίαν, συμμερισθῆτε τὰς ἀρχάς μας καὶ, ὡς στρατιῶται σᾶς ἀκολοθοῦμεν (θόρυβος). Ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, κύριοι, σᾶς εἶπον, καὶ δὲν τὸ ἐλησμόνησα, ὅτι πολλὴν πεποίθησιν εἰς τὰς κρίσεις τοῦ κυρίου Σίμου, δὲν ἔχω. Αὐτὸ ἔρχομαι νὰ σᾶς ἀποδείξω. «Πλάγιαι εἰσηγήσεις» λέγει ἡ τελευταία παράγραφος τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον τῆς πλειονοψηφίας. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Γερουσίας, περὶ ἧς πρότερον σᾶς ἔκαμα λόγον, ὅταν τοῦ ἔφεραν τὴν ἔνστασιν, καὶ πῶς, κύριε ὑπουργὲ, τῶν Οἰκονομικῶν ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπαρχίας δὲν ἐξῆλθεν οὔτε εἷς ἀντιπολιτευόμενος; ἰδοὺ ἡ ἀπάντησις, «ὁ λαὸς καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν ἐξεδήλωσε καὶ διετράνωσε τὰ συντηρητικὰ αὐτοῦ αἰσθήματα πρὸς τὸ καθεστώς.» Τὸ ὑπεστήριξε εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν του, καὶ τὸ ἐπανέλαβε καὶ εἰς τὴν δευτέραν, εἰπὼν ἐπὶ λέξεσι· «κατὰ τὸ μεγάλον αὐτὸ ἔργον τῶν ἐκλογῶν, καὶ μέγιστον εἶναι καθ’ ὅλους τοὺς λόγους εἰς πᾶν ἔθνος τὸ ἔργον τῶν ἐκλογῶν, ποῖον φρόνημα ἐτήρησεν ὁ λαός; ὁ λαὸς ἐδείχθη συντηρητικὸς συντηρητικώτατος, φιλόνομος φιλονομώτατος.» Τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως ἐπεκαλεῖτο εἰς τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὅταν τῷ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, διατί οὔτε εἷς ἐκ τῶν ἀντιπολιτευομένων νὰ μὴν ἔλθῃ. Καὶ εἰς ποίαν ἐποχὴν ἔλεγε ταῦτα ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν; Ἔχετε ὑπομονὴν νὰ σᾶς εἴπω. Εἰς μίαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν εἷς βράχος κατὰ τὴν τιμὴν τὴν πολιτικὴν καὶ τὸν χαρακτῆρα, εἷς πολύπειρος Γερουσιαστὴς καὶ στερεὸς κατὰ τὰς πεποιθήσεις, ὁ κύριος Ψύλλας, ἰδοὺ τὶ ἔλεγε. «Ἐπειδὴ καὶ πολλάκις εἰς παρομοίας περιστάσεις ὁ λόγος ἀντήχησε καὶ ἐδὼ καὶ εἰς τὸν ἄλλον περίβολον καὶ εἰς τὸν τόπον καὶ εἰς τὴν κοινὴν ἔκφρασιν τοῦ λαοῦ, καὶ ἐν τούτοις οὐδεμία διαμαρτύρησις, οὐδεμία καταγγελία ἴσχυε νὰ φέρῃ διόρθωσίν τινα, ἐσκέφθην ὅτι ἤθελεν εἶσθαι πάντη περιττὸν καὶ ἤδη νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐνταῦθα τὰ αὐτά· ἤμην τῆς ἰδέας νὰ παύσῃ πλέον ὁ λόγος τοῦ βήματος, ὁ κατὰ τῶν παρανομιῶν καὶ τῶν ἐπεμβάσεων τῆς ἐξουσίας, ὥστε νὰ ἐννοήσῃ διὰ τῆς ἐπισήμου ταύτης σιωπῆς ὁ λαὸς, ὅτι δὲν ἰσχύει πλέον ὁ λόγος πρὸς διόρθωσιν τοῦ ὑπερεκχειλίσαντος κακοῦ καὶ ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ προστρέξῃ εἰς ἄλλα μέσα δραστηριώτερα, νόμιμα ἐννοῶ πάντοτε, ἐπικαλούμενος καὶ τὴν ἐξ ὕψους βοήθειαν, ἴσως ἐπέλθῃ βελτίωσίς τις ἐπὶ τῶν κακῶς κυβερνωμένων πραγμάτων τῆς πολιτείας.» Αὐτὰ λέγει ὁ κ. Ψύλλας· τί δὲ λέγει ὁ εὐφυέστατος Νικόλαος Μαυρομμάτης, ὁ ὁποῖος, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, δὲν ἐζήτησε πολιτικὴν θέσιν, δὲν ἐζήτησε νὰ γίνῃ ὑπουργὸς, καὶ τὸ λέγει εἰς τὴν ἰδίαν του ὁμιλίαν. «Ἐγὼ δὲ αὐτὸς ὅστις δὲν στοχάζομαι νὰ γίνω ὑπουργὸς, ἂν ἤμην τοιοῦτος καὶ ἐσκόπουν νὰ κάμω ἐπεμβάσεις ἤθελον πράξει εὐκολώτατα ὡς τὸ ἔπραξαν καὶ οἱ παρόντες ὑπουργοί. Σᾶς εἶπον πέρυσι κ. πρόεδρε, ὅτι εἶδον ἓν νέφος μαῦρον, ἀλλὰ σήμερον δὲν βλέπω αὐτὸ, διότι ὅλος ὁ οὐρανὸς ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς εἶναι νεφελώδης· ἴσως πολλάκις ἐπλεύσατε καὶ περισσότερον ἐμοῦ τὸν Ἀδριατικὸν κόλπον, ἀλλ’ ἤδη ἔχει τοιούτους σκοπέλους, ὅσους οὐδέ ποτε ἄλλοτε· εἰς τὸ λεγόμενον Ἀντίβαρι, κἄτι τί τρέχει, κἄτι τί γίνεται· πατοῦμεν ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω εἰς κρατῆρα καὶ προβλέπω καταστροφήν· ἀλλὰ ποῖον εἶναι αὐτὸ τὸ αἴτιον τῆς καταστροφῆς; εἶναι συνωμοσία τις, ἴσως μὲ ἐρωτήσουν, οὐχὶ, ἕν τι, τὸ ὁποῖον βλέπω μὲ τὰ ὀμμάτια τοῦ νοὸς καὶ τὸ ἀκούω μὲ τὰ αὐτία τοῦ νοὸς, καὶ ὅταν δὲν λάβωμεν μέτρα καὶ ἀπὸ αὐτὴν ἀκόμη τὴν στιγμὴν καὶ ἀφήσωμεν αὐτὸ τὸ κἄτι τι νὰ σχηματισθῇ εἰς σῶμα, τότε τὸ πᾶν τετέλεσται· εὔχομαι νὰ φανῶσι ψεύδη ὅσα καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις λέγει καὶ ἐγὼ ἐκφράζω, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον συνιστῶ τὴν σύμπνοιαν καὶ τὴν ὁμοφροσύνην, στοιχεῖα ἀναγκαῖα καὶ εἰς τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις ταύτας, αἵτινες περιστοιχίζουν τὴν πατρίδα.» Ὁ δὲ κύριος Σῖμος λέγει, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πανηγυρικῶς ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς καὶ ὅτι ἐὰν δὲν ἐξῆλθεν οὐδεὶς ἀντιπολιτευόμενος, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὰ συντηρητικὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ. Καὶ τί ἔγινε, κύριοι; μετὰ ἓξ μῆνας ἐγείρεται ἡ φοβερὰ πυρκαϊὰ τῆς Ναυπλίας, καὶ ὁ Σῖμος μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων του ἐπὶ τοῦ κρατῆρος εὑρεθέντος τρέμουσι. Λοιπὸν θέλετε νὰ ἔχω πεποίθησιν εἰς τὰς κρίσεις τοῦ κ. Σίμου, ὅστις, ὑπουργὸς ὢν τότε, δὲν διεῖδεν ὅτι ἡ ἐπανάστασις εὑρίσκετο πρὸ τῶν ποδῶν του, ἀλλ’ ἐκοίμιζε τὸν βασιλέα τότε διὰ τῶν συντηρητικῶν αἰσθημάτων τοῦ λαοῦ; καὶ εἰς ποίαν ἐποχήν; εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν οἱ συντηρητικώτατοι καὶ συνετώτατοι γέροντές μας ἔλεγον, «πρέπει νὰ παύσῃ ὁ λόγος καὶ τὸ τουφέκι νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα.» Καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. Σῖμος δὲν ἠδυνήθη νὰ ἴδῃ ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὑρίσκετο ἐπὶ κρατῆρος, καὶ μετὰ 5 μῆνας ἀκόμη μετὰ ταῦτα ὑπερόριος ἔγινεν ὁ Βασιλεὺς ἐκεῖνος, ὑπὲρ οὗ ἐξεδηλώθησαν τὰ συντηρητικὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλλ. λαοῦ κατὰ τὸν κ. Σῖμον· ἦτον ἀνάγκη λοιπὸν νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας, ὅτι τὸ Ἔθνος, Βασιλεῦ, καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν περίστασιν ἀπέδειξεν ὅτι οὐδεμία πλαγία εἰσήγησις δύναται νὰ τὸ ἀποπλανήσῃ; εἰς τί; ποῦ παρουσιάζονται αὐτὰ τὰ συμπτώματα, δι’ ὧν ζητεῖται ἡ ἀποπλάνησις τοῦ Ἑλλ. λαοῦ; καὶ πρὸς τίνα; ναὶ ἡ ἀντιπολίτευσις εἶπεν, ὅτι θὰ κατέλθῃ νὰ πολεμήσῃ μὲ ὅλας της τὰς δυνάμεις καὶ νὰ παλαίσῃ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ, κύριοι, οὐδεμία ἄλλη ἰδέα ὑπάρχει εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἄλλοτε, κύριοι, ἡ λέξις συντηρητικὸς ἦτον ἴση μὲ τὴν λέξιν ἀφοσιωμένος, δοῦλος· ἡ λέξις φιλελεύθερος ἦτον ἴση μὲ τὴν λέξιν ἐπαναστάτης, ἀντάρτης· αὐτὰς τὰς σημασίας εἶχον θέσει εἰς τὰς λέξεις ἐπὶ Ὄθωνος, δὲν τὰς ἄφησαν νὰ ἔχουν τὰς σημασίας, ἃς ταῖς ἔδωκαν τὰ λεξικὰ καὶ αἱ γραμματικαί. Δὲν ταῖς ἄφησε τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουν καὶ εἰς τὴν γραμματικὴν καὶ εἰς τὸ λεξικὸν, καὶ παρεμόρφωσε, καὶ θέλει ἴσως καὶ πάλιν νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν σημασίαν τῶν πρώτων λέξεων «συσφιγγόμενον περὶ τὸν ἡγεμόνα του, ἀφοσιούμενον εἰς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ἐν αἷς εὑρίσκει τὴν συμμαχίαν τῆς ἐλευθερίας μετὰ τῆς τάξεως». Ἐὰν ὑπῆρξαν ἄνθρωποι ποτὲ, οἱ ὁποῖοι νὰ ἐπιθυμοῦν τὰς δύο αὐτὰς λέξεις πράγματι νὰ συμβαδίζουν, ἐλευθερία καὶ τάξις, εἷς ἐξ αὐτῶν εἶμαι καὶ ἐγώ· θέλω τὴν ἐλευθερίαν τὴν καλῶς ἐννοουμένην ἐλευθερίαν, δὲν θέλω τὴν ἀκολασίαν, δὲν θέλω μὲ τὴν λέξιν ἐλευθερία τὴν ἀναρχίαν, διότι ἡ ἀναρχία εἶναι ὁ σπουδαιότερος τύραννος εἰς πᾶσαν πολιτείαν· θέλω τὴν τάξιν, τὴν θέλω ἐκτὸς τοῦ δεσποτισμοῦ, διότι ὁ δεσποτισμὸς εἶναι ἐπίσης εἷς φοβερὸς τύραννος, καὶ δὲν δύναται διὰ τοῦ δεσποτισμοῦ ν’ ἀναπτυχθῇ μία κοινωνία. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὴν τάξιν τὴν ζητῶ ἐκτὸς τοῦ δεσποτισμοῦ, τὴν ἐλευθερίαν ἐκτὸς τῆς ἀναρχίας. Ζητοῦμεν λοιπὸν καθαρῶς τὴν τάξιν ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ. Ἀλλ’ ἂς μὴ δώσωμεν, κύριοι, τὴν σημασίαν καὶ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν καὶ πρότερον ἔδιδον εἰς τὰς λέξεις, συντηρητικὸς, ἀφοσιωμένος, δοῦλος, φιλελεύθερος, ἀντάρτης. Δὲν ἐθεώρησα, κύριοι, ἀναγκαῖον ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, δι’ ὅσα εἶπε περὶ τῶν γαιῶν τῶν ἐν Στεφανίῳ τῆς Φυλῆς, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ προκειμένη περίστασις, ἡ τόσον σπουδαία καὶ σοβαρὰ δὲ, ἦτο διὰ νὰ ἔλθῃ νὰ χύσῃ ὁ κ. ὑπουργὸς τὴν χολήν του, τὸν εὐτελῆ φθόνον του εἰς πρόσωπα ἀπόντα. Εἰς μίαν ἄλλην συζήτησιν θὰ κάμω λόγον, καὶ ἐὰν μὲν ᾖναι ἀληθῆ τὰ ὅσα εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἔλλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του· σήμερον δὲ μόνον σᾶς λέγω, ὅσοι ἐξ ὑμῶν ἐπιθυμεῖτε, τὴν κυριακὴν ἔχω ἁμάξας ἑτοίμους, ἔλθετε νὰ κάμωμεν αὐτὸν τὸν περίπατον, διὰ νὰ ἰδῆτε, τὶ σᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἂν πρέπῃ νὰ τὸν πιστεύετε ποτέ.
§72ΤΙΝΕΣ. Τί ὥρα;
§73ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅ,τι ὥραν θέλετε. Ὑποστηρίζω λοιπὸν, κύριοι, δι’ ὅσους λόγους ἐν ἐκτάσει σᾶς ἀνέπτυξα, τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον, τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ συντάξω μετὰ δύω ἄλλων ἐντίμων συναδέλφων μου. Κατέρχομαι ὑπομιμνήσκων εἰς ὑμᾶς τὴν αὐτὴν ῥῆσιν, τὴν ὁποίαν ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς εἶπε. «Μὴ δίδετε τὰ ἅγια τοῖς κυσὶ, καὶ μὴ βάλητε τοὺς μαργαρίτας ἔμπροσθεν τῶν χοίρων.
§74Σ. ΜΗΛΙΟΣ (ὑπουργὸς στρατιωτικῶν). Σᾶς παρακαλῶ, πρὶν καταβῆτε· δὲν ἤμην ἐδῶ, δὲν σᾶς ἤκουσα, ἀλλ’ ἔμαθον ὅτι εἴπετε, ὅτι ἐστάλησαν λόχοι εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Καλαβρύτων.
§75ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ τὸ εἶπον; δὲν εἶπον τίποτε, ἐγὼ εἶπον, εἰς τὰ καθέκαστα δὲν ἔρχομαι χάριν ἁβροφροσύνης πρὸς τοὺς συναδέλφους μου.
§76Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸς ποίους; πρὸς ἡμᾶς;
§77Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ διατί πρὸς ὑμᾶς; Σεῖς κατηγορεῖτε τὴν ἐκλογὴν Λεβαδείας, καὶ εἴπετε· ἡ στρατιωτικὴ δύναμις ὁ λοχίας, ὁ ἀποσπασματάρχης ἐπεμβῆκαν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα διατί νὰ τὸ εἴπω ἐγώ; (Ὁ κ. Σωτ. Πετιμεζᾶς ἀναβαίνει τὸ βῆμα).
§78ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, πρέπει νὰ σᾶς ἐρωτήσω, ἐὰν θεωρῆτε τὸ ζήτημα ὥριμον.
§80ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§81ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα ἐνόσῳ ὑπάρχει τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει, ὅτι, διὰ νὰ θεωρῆται ἀποπερατωμένη πᾶσα συζήτησις, πρέπει νὰ λάβωσι τὸν λόγον πάντες οἱ ἐγγεγραμμένοι, οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν. Ὁ κ. πρόεδρος λοιπὸν κακῶς ποιῶν ἠρώτησε τὴν Βουλὴν, ἐὰν θεωρῇ τὴν συζήτησιν ἀποπερατωμένην.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ δίδει τὸ δικαίωμα.
§83ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὄχι, διαβάσετέ το καλλίτερον. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, εἶναι κεκμηκυῖα, ἡ ὥρα εἶναι 7η, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἰσότης δικαιωμάτων, πρέπει νὰ μὴ ὑπάρχῃ πίεσις, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐλευθερία τῶν λόγων. Χθὲς διελύθη ἡ συνεδρίασις κατὰ τὴν 5ην καὶ ἡμίσειαν ὥραν, διότι εἶχε νὰ μελετήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τὴν ἐπιοῦσαν· ἀπόψε θέλετε νὰ μᾶς βιάσητε νὰ ὁμιλήσωμεν, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς ἀκούσῃ;
§84ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Εἴμεθα.
§85ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν. Ἔπρεπε νὰ καθήσητε καὶ χθές. Ἰδοὺ ὁ κανονισμός. «Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· συζήτησις δὲν περατοῦται, πρὶν ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ ζητήσαντες τὸν λόγον, ἐκτὸς ἐὰν παραιτηθῶσιν αὐτοῦ. Μετὰ τοῦτο ὁ πρόεδρος κηρύττει περαιωμένην τὴν συζήτησιν». Λοιπὸν εἶναι ἐγγεγραμμένοι δέκα, δύνανται ἀπόψε νὰ ὁμιλήσωσιν ὅλοι;
§86ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, κ. Πετσάλη, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν.
§87ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶναι ἐξηντλημένη ὑπὸ τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ καύσωνος ἐπὶ τέσσαρας ὥρας ἀσχολουμένη, ὡς καὶ οἱ μέλλοντες νὰ λαλήσωσιν.
§88ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀναγνώσατε τὰ ὀνόματα τῶν ἐγγεγραμμένων.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κ. Ἀθ. Πετσάλης, ἀλλὰ κατὰ τὸν κανονισμὸν εἶναι ὁ κ. Ζαλώνης. Ἐπιμένετε νὰ ὁμιλήσητε κ. Ζαλώνη;
§90ΖΑΛΩΝΗΣ. Ἐπιφυλλάττομαι κατόπιν.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἀθ. Πετσάλης.
§92ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ ὁμιλήσω μετὰ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, πρέπει νὰ ἔλθῃ ἕτερος ἵνα τὸν ἀντιλέξῃ.
§93ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ κανονισμὸς λέγει τὸν ἀγορεύοντα διαδέχεται πάντοτε ὁ ἀντιλέγων.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρῃτήθησαν οἱ ἐναντίοι τοῦ νὰ ὁμιλήσουν.
§95ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ παρῃτήθησαν, ὁ θέλων ἂς ἔλθῃ νὰ ὁμιλήσῃ.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
§97ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Κύριε πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε, αὐτὸ εἶναι ἓν στρατήγημα, τὸ ὁποῖον θέλει νὰ μεταχειρισθῇ ἡ συμπολίτευσις διὰ νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν μίαν ὥραν προτήτερα, νομίζω ὅτι δὲν εἶναι γενναῖον. Ὅλοι βλέπετε, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κεκμηκυῖα, δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον νὰ ὁμιλήσῃ κανεὶς ἐκ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου μέρους, καὶ ἐγὼ θέλω νὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ δὲν εἶναι δυνατὸν σήμερον· πρέπει νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς.
§98ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον οἱ τότε κύριοι ὑπουργοὶ ἄφησαν ἀλληλοδιαδόχως μετὰ δύω ἡμέρας νὰ ὁμιλήσῃ ἡ ἀντιπολίτευσις.
§99ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δώδεκα ἡμέρας διήρκεσε τότε ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§100ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠμποροῦν νὰ μᾶς βιάσουν νὰ λάβωμεν τὸν λόγον. Ἔχουν νὰ εἴπουν τίποτε; Τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον.
§101ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, ὅ,τι λέγει ὁ κ. Δημητριάδης τὸ ἐννοοῦμεν ὅλοι διὰ ποῖον λόγον λέγεται· ἀλλ’ ἐρωτῶ τὸν κ. Δημητριάδην καὶ τὴν Βουλὴν εἶναι δίκαιον νὰ ἐπιμένῃ κατὰ τὴν 7 ὥραν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις;
§102ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§103ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Χθὲς προσκληθέντος τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν ν’ ἀναβῇ εἰς τὸ βῆμα νὰ ὁμιλήσῃ, ἔσειρε τὸ ὡρολόγιον καὶ εἶπε 5½ ἡ ὥρα, ἀναχωροῦμεν, καὶ ἡμεῖς ἀναχωρήσαμεν, διότι ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον νὰ δώσωμεν καιρὸν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἔλθῃ μελετημένος. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν συζήτησιν διότι ἐπὶ πέντε ὥρας συζητοῦμεν μὲ τὰ κυνικὰ καύματα.
§104ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἡμεῖς ἐργαζόμεθα τέσσαρα ἔτη ἐδῶ, καὶ ἠξεύρετε πολὺ καλὰ τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν ἠκολουθήσαμεν εἰς τὰς συζητήσεις. Βεβαίως δὲν εἶναι δίκαιον, ὅταν ἡ Βουλὴ ἔχει διάθεσιν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν, νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὰς ὀρέξεις ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος λέγει δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω.
§105ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁμιλήσατε σεῖς.
§106ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ εἶσθε περίεργοι, θέλετε νὰ βάλετε εἰς ἡμᾶς τὸν λόγον εἰς τὸ στόμα, ἐνῷ δὲν θέλομεν.
§107ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, προτείνω τὴν ἀναβολὴν δι’ αὔριον καὶ νὰ ψηφηφορηθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κολοκοτρώνη, ἐλάτε ὡς ψηφολέκτης.
§109Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχομεν τόσα προηγούμενα, ὁσάκις ἔτυχε σπουδαία συζήτησις, ἡ Βουλὴ παρέτεινε τὰς συζητήσεις της καὶ μέχρι τῆς 9ης ὥρας, καὶ ἤναψαν τὰ φῶτα, ἠμποροῦμεν νὰ καθήσωμεν καὶ ἕως τὸ μεσονύκτιον.
§110ΤΙΝΕΣ. Ἐκ δεξιῶν. Διατὶ δὲν ἐκαθήσατε χθὲς;
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως δι’ αὔριον λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἀναβολῆς ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 97 κατὰ 39. Ὁ κ. Ἀθ. Πετσάλης ἔχει τὸν λόγον.
§113ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, ἀπεῤῥίφθη ἡ περὶ ἀναβολῆς αἴτησις ἀναγκάζομαι, καίτοι κεκμηκὼς ἐνώπιον κεκμηκυίας Βουλῆς, ἐπειδὴ τὸ θέλει, νὰ ἐξακολουθήσω τὴν συζήτησιν. Βεβαίως δὲν δύναμαι νὰ περιορισθῶ ἐντὸς στενοῦ κύκλου. Κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον διεχαράχθη εἰς τὴν συζήτησιν, ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω γενικῶς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως. Ἐὰν ἤθελε ταχθῇ μία ἄλλη τάξις νὰ συζητηθῇ παράγραφος πρὸς παράγραφον, τότε ἠδυνάμην νὰ ἐκλέξω ἓν μέρος τῆς ἀπαντήσεως, τὸ ὁποῖον νὰ νομίζω σπουδαιότερον καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ περιορίσω τὸν λόγον. Σήμερον ὅμως ὀφείλω ν’ ἀκολουθήσω τὴν διαχαραχθεῖσαν ἐν γένει παρὰ τὴν ἄλλην ὁδὸν, καὶ ἀρχίζω τὴν συζήτησιν ἐκ τοῦ πρώτου παραγράφου τῆς ἀπαντήσεως· θέλω ἀποφύγει μόνον νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ πράγματα ἢ τὰς αὐτὰς ἰδέας, καὶ ἂν ἐκφράσω τὰ ἴδια πράγματα καὶ τὰς αὐτὰς ἰδέας, θέλω ἀναχωρήσει ἀπὸ ἑτέραν ἀφετηρίαν, ἢ θέλω διατυπώσει αὐτὰ κατὰ τὸν ἐμὸν τρόπον· εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλὰ μὲ τὰς πεποιθήσεις μου καὶ ἐλεύθερος, δὲν θέλω ἀκολουθήσει λοιπὸν συστηματικῶς ὑπερασπιζόμενος τὸ ἓν σχέδιον ἢ τὸ ἕτερον, θέλω δὲ ἐκφράσει τὴν προτίμησίν μου ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἑτέρου, δίδων πάντοτε τὸν λόγον. Ἄρχομαι λοιπὸν ἐκ τοῦ πρώτου παραγράφου. «ἐχέγγυον μονιμότητος τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας τῆς διηνεκοῦς ταύτης εὐχῆς τοῦ Ἔθνους ὁ εὐτυχὴς γάμος τῆς Ὑμετέρας Μεγαλειότητος μετὰ πριγκηπίσσης τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος, ἐνέπλησε χαρᾶς τὰς καρδίας ὅλων τῶν Ἑλλήνων.» Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῆς πλειονοψηφίας δὲν ἀπαντᾷ ταῦτα εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον ὀρθῶς. Τοὺς διηνεκεῖς ἐθνικοὺς πόθους, τοὺς συσχετίζει μὲ τὴν νομιμότητα τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας «ἐχέγγιον τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας τῆς διηνεκοῦς ταύτης εὐχῆς τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους.» Ἐνῷ ὁ Βασιλικὸς λόγος ὁμιλῶν περὶ διηνεκῶν εὐχῶν, τὰς συνδέει μετὰ τοῦ συνοικεσίου μετὰ πριγκηπίσσης τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος. Ἡ μονιμότης τῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι μία ἰδιάζουσα εὐχὴ τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, (ἐὰν ἦναι εὐχὴ) μ’ ὅλον ὅτι δὲν εἶναι εὐχὴ ἀλλ’ εἶναι θεωρία. Αὐτὸ εἶναι εὐχὴ ὅλων τῶν φιλομοναρχικῶν λαῶν, διότι ἡ διαδοχὴ ἀσφαλίζει περισσότερον τὴν τάξιν. Ὁ Βασιλεὺς λοιπὸν δὲν ὡμίλησε περὶ τούτου εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον διὰ νὰ ἀναφέρῃ εἰς παρόμοιόν τι τοὺς ἑλληνικοὺς πόθους, τὴν χαρὰν τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ὅτι ὑπῆρξαν ἀνέκαθεν διηνεκεῖς πόθοι ὑπὲρ Βασιλείας ὀρθοδόξου, τοῦτο εἶναι ἀναντίῤῥητον, καὶ ὅτι αὐτοὺς τοὺς προαιωνίους εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος πόθους, συνδεομένους μὲ τὸ θρησκευτικὸν αὐτοῦ αἴσθημα, ἐννόησεν ὁ Βασιλικὸς λόγος, καὶ τοῦτο εἶναι ἐπίσης βέβαιον. Ἡ ἀπάντησις λοιπὸν εἶναι ἀκατάλληλος ὅλως διόλου, καὶ ὄχι μόνον ἀκατάλληλος, ἀλλὰ στερεῖται καὶ τῆς κοινοτέρας ἀβροφροσύνης καὶ πρὸς τὴν Βασίλισσαν καὶ πρὸς τὸν ἴδιον Βασιλέα, ὅστις συγχαίρει τὸ ἔθνος διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἐγκαρδίου καὶ πολυχρονίου εὐχῆς αὐτοῦ, διὰ τῆς ἀπολαύσεως Βασιλίσσης τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος· ἡ δὲ Βουλὴ διὰ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ ἀπαντᾷ περὶ ἄλλου. Κατὰ τοῦτο φρονῶ ὅτι ἡ ἀπάντησις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς ἦτον εὐστοχωτέρα, ἦτον ὀρθωτέρα, ἦτο μᾶλλον ἁβρόφρων, διότι ἡ πλειοψηφία, ἂς μὲ συγχωρήσῃ αὐτὴν τὴν ἔκφρασιν, ὑπῆρξε κάπως ἄκριτος καὶ ὀλίγον ἱπποτικὴ, ἔπρεπε νὰ ἐκφράσῃ αὐτὰς τὰς λέξεις, σχετικῶς πρὸς τὴν χαρὰν ἣν ᾐσθάνθησαν οἱ Ἕλληνες ἀποκτήσαντες Βασίλισσαν τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος, ἥτις ἐπεφάνη εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὄχι νὰ ἀναφέρῃ τὴν ἔκφρασιν αὐτὴν εἰς τὴν μονιμότητα τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας. Ἰδοὺ λοιπὸν κατὰ πρῶτον ἡ μέμψις μου, ἡ δικαιολογημένη μέμψις μου καὶ ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῆς πρώτης παραγράφου· ἀλλ’ αἱ παρατηρήσεις μου δὲν ἐξηντλήθησαν ὡς πρὸς τὴν παράγραφον ταύτην, ὑπάρχουν καὶ ἄλλοι σολοικισμοὶ ἐντὸς αὐτῆς, σολοικισμοὶ λογικῆς. Ὁ Βασιλεὺς λέγει· «Τὰ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην πρὸς ἐμὲ καὶ τὴν Βασιλικήν μου σύζυγον δηλωθέντα αἰσθήματα, ἔσονται τὸ κάλλιστον τῶν μνημονευμάτων τῶν ἡμετέρων ἀπογόνων». Ἡ ἀπάντησις, τί ἀπαντᾷ εἰς ταῦτα ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς; «Τὰ κατὰ τὴν ὑποδοχὴν τῆς σεπτῆς καὶ φιλολάου ἡμῶν Ἀνάσσης δηλωθέντα πανταχοῦ τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῶν Βασιλέων αἰσθήματα, ἔσονται τὸ κάλλιστον τῶν μνημονευμάτων τῆς παρούσης καὶ τῆς ἐπερχομένης γενεᾶς». Ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο κάλλιστα νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ὑποδοχὴ ἡ ἐνθουσιαστικὴ, ἡ πλήρης χαρᾶς καὶ ἀγαλλιάσεως, ἡ ἐκδηλωθεῖσα πολυειδῶς καὶ πολυτρόπως ἐπὶ τῆς ἀφίξεώς του μετὰ τῆς χαριεστάτης Βασιλίσσης, ὁπότε ἐκπληροῦντο οἱ ἀρχαῖοι πόθοι τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ὡς πρὸς τὸ θρήσκευμα τῆς Μεγαλειότητός της, ἀπετέλει ἓν τῶν ἀξιολογωτέρων ἀπομνημονευμάτων τῶν ἀπογόνων του. Ὁ Βασιλεὺς, βλέπετε, ἐκφράζεται ἐνταῦθα περὶ ἰδιαιτέρου αἰσθήματος οἰκογενειακοῦ, ἡ δὲ ἀπάντησις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὅλως ἀκατάλληλος, ὅτι αὐτὰ τὰ ἀπομνημονεύματα τῆς παρούσης ἢ μελλούσης γενεᾶς θέλουν εἶσθαι τὰ κάλλιστα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους. Ἡ Βασιλικὴ οἰκογένεια ἢ ὁ Βασιλεὺς ἠμποροῦν νὰ δώσωσιν ἀφορμὰς πολὺ ἀνωτέρων ἀπομνημονευμάτων εἰς τὴν μνήμην τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, παρὰ τὴν λαμπρὰν ὑποδοχήν του, τῆς ὁποίας καὶ ἡ ἐντύπωσις μένει εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Ἡγεμόνος καὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ τῶν ἀπογόνων της, εἶναι φυσικὸν νὰ διατηρῆται ἀνεξάληπτος, ὡς ἀφορῶσα τὸν ἐκδηλωθέντα ὑπὲρ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βασιλίσσης των ἔξοχον ἐνθουσιασμὸν, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ λησμονηθῇ ἡ ἐντύπωσις αὕτη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος ἐξ ἄλλων ἐντυπώσεων μεγαλητέρων· ἡ φράσις λοιπὸν αὕτη ἔπρεπε νὰ διατυπωθῇ κατ’ ἄλλον τρόπον· ἐὰν ἦτον εἰς τὴν Εὐρώπην ἤθελον ἀπαντήσει ἄλλως ἐπιβεβαιοῦντες τὰ ἐκδηλωθέντα αἰσθήματα ἄνευ παραλογισμοῦ. Δὲν σκοπεύω νὰ προτείνω ἐπιδιορθώσεις καὶ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, διότι γνωρίζω ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὸ σχέδιον αὐτὸ ἀπὸ ἐπιμονὴν ὅλως ἀδικαιολόγητον, τὴν ὁποίαν προγνωρίζω, θέλει ψηφισθῆ ὅπως ὑπάρχει· εἶμαι λοιπὸν ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες ὡς ἐκ τῆς πείρας των δὲν θέλουν ποτὲ νὰ πράττουν ἢ νὰ προτείνουν μάταια πράγματα, ἄλλως τε τὸ πρᾶγμα αὐτὸ δὲν ἐνδιαφέρει ἰδίως οὔτε ἐμὲ, οὔτε τοὺς φίλους μου, ἀλλὰ διαφέρει περισσότερον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται εἰς τὸν περίβολον τοῦτο μὲ ἐξωτερικὰ αἰσθήματα καὶ ἀφοσιώσεις ὑπὲρ τῶν Αὐτῶν Μεγαλειοτήτων. Ταῦτα μὲν ὅτα ἀφορῶσι τὴν πρώτην παράγραφον. Μεταβαίνω εἰς τὴν δευτέραν παράγραφον ὅπου δυστυχῶς εὑρίσκω σοβαρώτερον νὰ ἐλέγξω· εὑρίσκω νὰ κατακρίνω ἰδέας αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὰς φιλοβασιλικὰς ἀρχὰς, τῶν ὁποίων οἱ ὑπουργοὶ κάμνον ἐπίδειξιν, εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ τὴν κυριωτέραν βάσιν τοῦ πολιτεύματός μας, εἶναι εἰς ἀντίθεσιν μὲ ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον οἱ ὑπουργοὶ ἐκήρυξαν ἀπὸ τοῦ βήματος ἀπόλυτον, καὶ τὸ ὁποῖον ἀσπάζωμαι ὡς τοιοῦτον, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τὸ παρεγνώρησαν καὶ τὸ ἠθέτησαν. Ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. «Ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης ἐποίησε συνετὴν χρῆσιν τοῦ βασιλικοῦ αὑτῆς προνομίου». Ἐρωτῶ, κύριοι, τὸν τυχόντα ἄνθρωπον ν’ ἀπαντήσῃ, ἐὰν ὅταν τις νομίζῃ ὅτι κέκτηται τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιδοκιμάζῃ δὲν ὑποτίθεται, ὅτι κέκτηται ἐπίσης καὶ ἐκεῖνο τοῦ νὰ ἀποδοκιμάζῃ καὶ κατακρίνῃ; Ἂν λοιπὸν πηγάζῃ ὁ ἔλεγχος ἐκ τούτου, πῶς ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ἐσφετερίσθη δικαίωμα, ὅπερ δὲν εἶχεν; εἶναι ἐπιβλαβέστατον τὸ προηγούμενον τοῦτο. Σήμερον αὐτὴ οἰκειοποιεῖται τὸ δικαίωμα ἵνα ἐπιδοκιμάσῃ, αὔριον ἑτέρα ἐπιτροπὴ ἢ ἡ Βουλὴ οἰκειοποιεῖται ἐκεῖνο τοῦ νὰ ἀποδοκιμάσῃ. Ἰδοὺ τὸ ἀπόλυτον αὐτὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ διαλύειν τὴν Βουλὴν ὑποβάλλεται ἀναγκαίως ἐκ τῶν ἀρχῶν, ἃς παραδέχεται ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἐλέγχους καὶ ἑπομένως παύει πλέον νὰ ᾖναι ἀπόλυτον. Ἐὰν ὑμεῖς ἔχετε σήμερο τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιδοκιμάσητε τὴν χρῆσιν τοῦ βασιλικοῦ προνομίου τῆς γενομένης διαλύσεως τῆς Βουλῆς, δὲν πρέπει λοιπὸν τότε νὰ ἀρνηθῆτε τὸ αὐτὸ δικαίωμα εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις καταδικάζει τὴν χρῆσιν εἰς τὴν περίπτωσιν τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ, τῶν ὁποίων ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τὸ κῦρος τὸ ὑπουργεῖον ἀπὸ τὴν παρελθοῦσαν Βουλὴν πρὶν διαλυθῇ. Ἐγὼ δὲν συμφωνῶ οὔτε μετὰ τῆς πλειοψηφίας, οὔτε μετὰ τῆς μειοψηφίας ὅπως κατακρίνω τὴν πλειοψηφίαν, ἥτις, οὐχὶ βεβαίως ἐξ εὐγενοῦς αἰσθήματος ὁρμηθεῖσα, ἀπεκάλεσε τὴν χρῆσιν συνετὴν, οὔτε καταδικάζω τὴν μειοψηφίαν, ἥτις ὑπέβαλεν εἰς ἔλεγχον τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος ἐλέγχουσα τὴν γενομένην χρῆσιν ἕνεκα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων, ὧν τὴν κύρωσιν τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐζήτησε πρὸ τῆς διαλύσεως. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ἐὰν δὲν ᾖναι ἀπόλυτον, δὲν εἶναι χρήσιμον, ἀλλὰ καταντᾷ περιττόν. Εἰς τὴν συνταγματικὴν οἰκονομίαν τὸ δικαίωμα αὐτὸ ἐναπετέθη εἰς πρόσωπον οὐδέτερον, διὰ νὰ κάμῃ χρῆσιν κατὰ τὰς περιστάσεις, περιστέλλον τὰς ὑπερβολὰς καὶ τὰς παρεκτροπὰς τῶν ἄλλων ἐξουσιῶν, καὶ αὐτὸ τὸ πρόσωπον εἶναι ὁ Βασιλεύς. Ἐάν λοιπὸν αἱ ἄλλαι ἐξουσίαι ἔχωσι δικαίωμα νὰ ζητῶσι λόγον περὶ τῆς χρήσεως αὐτοῦ, παύει τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ ᾖναι ἀπόλυτον, παύει ὁ σκοπὸς ὁ ὑπαγορεύσας αὐτὸ καὶ ὅστις εἶναι ἡ οὐδετερότης τῆς ἀρχῆς, ἐφ’ οὗ καὶ στηρίζεται πᾶσα ἡ ἰσοῤῥοπία τῶν ἐξουσιῶν ἐν συνταγματικῷ μοναρχικῷ πολιτεύματι. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὑπάρχουν πολιτικοὶ συγγραφεῖς κατὰ τὴν Εὐρώπην, οἵτινες ἀμφισβητοῦσι τὸ ἀπόλυτον τοῦ δικαιώματος, ὑποτάσσοντες αὐτὸ εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, καθ’ ὅσον καὶ τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως μιᾶς Βουλῆς ἔχει ἀνάγκην τῆς προσυπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν, καθισταμένων ὑπευθύνων διὰ τῆς ὑπογραφῆς των. Δὲν θέλω νὰ χρονοτριβήσω, κύριοι, εἰς ἐξέτασιν θεωριῶν, θέλω μόνον νὰ σᾶς εἴπω καὶ διατὶ ἐγὼ προτιμῶ νὰ παραδεχθῶ τὸ ἀπόλυτον τοῦ δικαιώματος. Κατὰ δυστυχίαν εἰς ὅλα τὰ κράτη ἐκεῖνα, ὅπου παρουσιάζονται αὐταὶ αἱ ἐναντίαι θεωρίαι, αἱ ζητοῦσαι νὰ ὑποτάξωσι τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ εἰς τὸν ἔλεγχον τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, τὰ συντάγματα ἀπέτυχον. Ἠμποροῦν νὰ ἔχουν δίκαιον οἱ συγγραφεῖς αὐτοὶ θεωρητικῶς, ἀλλ’ εἰς τὰ πράγματα ὅμως ἀπεδείχθη ὅτι ἔχουσιν ἄδικον. Ἐγὼ προτιμῶ ν’ ἀκολουθήσω ἀνεξετάστως ὡς πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς ἀρχῆς τὰ ἀποτελέσματα, προτιμῶ ν’ ἀκολουθήσω τὸ σοφὸν ἔθνος τῶν Ἄγγλων, ὅπου τὸ σύνταγμα εἶναι γηγενὲς, ὅπως τὸ λέγουν αὐτοὶ (chearthbene), τὸ ἐγέννησεν ἡ φύσις των, ὁ τόπος των. Ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἐνταῦθα παρεδέχοντο γηγενεῖς ἀνθρώπους, οὕτω καὶ οἱ Ἄγγλοι θεωροῦν τὸ σύνταγμά των γηγενές. Λοιπὸν εἰς αὐτὸ τὸ ἔθνος τὸ δικαίωμα, περὶ οὗ ὁ λόγος, ὑπῆρξε πάντοτε ἀπόλυτον, τοιοῦτον ἐθεωρήθη ὑπὸ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου, τὸ δὲ ἀγγλικὸν ἔθνος εἶδεν ἐκ τῆς ἰδικῆς του θεωρίας καρποὺς, εἶδεν ὅτι τὸ δένδρον αὐτὸ τὸ ὑψίκομον ἔῤῥιψε βαθείας ῥίζας, εἶναι τὸ μόνον πολίτευμα, ὅπου ὑπάρχει ἀληθὴς διοίκησις, εὐνομία καὶ τάξις ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ. Ἐξ αὐτῶν λοιπὸν τῶν λόγων ὁρμώμενος προτιμῶ τὸ σύστημα τὸ ἀγγλικὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς. Τὸ δικαίωμα τὸ θεωρῶ ἀπόλυτον καὶ δὲν ἐπιτρέπω εἰς κανένα νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Ἐνθυμοῦμαι ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπὶ Γουλιέλμου Γʹ. ἐντὸς ἑνὸς ἔτους διελύθη τρὶς τὸ κοινοβούλιον, μολοντοῦτο οὐδεὶς ἐκ τῶν συγγραφέων, ἐφ’ ὅσων ἐνθυμοῦμαι, εἶπεν ὅτι ὑπεβλήθη εἰς ἔλεγχον ὑπὸ τῶν κομμάτων ἡ χρῆσις. Ἡ ἐξουτία αὕτη, ἥτις παρεχωρήθη εἰς τὸν Βασιλέα, εἶναι ἡ αὐτὴ ἐξουσία, τὴν ὁποίαν ὁ Σεγνὲς αὐτὸς, ὁ τεράστιος κατασκευαστὴς τῶν συνταγμάτων, εἶχεν ἀνάγκην νὰ δημιουργήσῃ ἐντὸς τοῦ συντάγματος καὶ ἐπὶ τῆς ὑπατείας, ἤτοι ἕνα ἀνώτερον ἄρχοντα οὐδόλως μετέχοντα ἐνεργητικῆς ἐξουσίας ἀλλ’ ἐπιτηροῦντα τὴν τήρησιν τῶν νόμων. Τὸ δικαίωμα λοιπὸν τοῦτο, ὅπερ παρεχωρήθη εἰς τὸν Βασιλέα, δὲν πρέπει νὰ συγχέηται μὲ τὰ δικαιώματα καὶ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἄλλη εἶναι ἡ φύσις τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διενεργοῦνται ὑπὸ ὑπευθύνων ὑπουργῶν, καὶ ἄλλη εἶναι ἡ φύσις τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ἐναπετέθησαν εἰς τὸν Βασιλέα πρὸς ἕνα σκοπὸν γενικὸν τῆς παρεμποδίσεως τῶν παρεκτροπῶν τῶν καθεστηκυιῶν ἐξουσιῶν. Ἤθελα λοιπὸν ἐπιθυμήσει νὰ μὴ τεθῇ αὐτὴ ἡ λέξις ἐντὸς τοῦ σχεδίου, διότι δὲν ἀποδεικνύει ἀφοσίωσιν ἀληθῆ ὁποίαν ζητοῦν ν’ ἀποδείξωσι, διότι ἐδῶ, οὕτως εἰπεῖν, ἐλησμονήθη τὸ πραγματικὸν καθῆκον ἀπέναντι τῆς ἰδέας τῆς κολακείας ἢ ἀπέναντι τῆς ἐκδικήσεως τοῦ πάθους κατὰ τῆς παρελθούσης Βουλῆς, καθ’ ἧς ἔπρεπε νὰ ῥιφθῇ μομφή τις. Ναὶ, ἓν αἴσθημα τοιοῦτον ὑπηγόρευσε τὴν λέξιν αὐτὴν, διότι ὀλίγον ψυχρότερον ἂν ἐσκέπτετο ἐκεῖνος ὅστις ἔθεσε τὴν λέξιν, ἤθελε τὴν ἀποφύγει. Τούτου ἕνεκα δὲν δύναμαι νὰ ψηφίσω οὔτε τὴν δευτέραν παράγραφον τῆς πλειοψηφίας, οὐχὶ ἀκριβῶς εἰς τὴν αὐτὴν παράγραφον, ἀλλ’ εἰς τὴν περιέχουσαν τὴν μέμψιν κατὰ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς σχετικῶς πρὸς τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμόν.
§114ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ νὰ μάθω ποῦ ἔχει μέμψιν; Ἡμεῖς δὲν κάμνομεν διόλου λόγον περὶ τῆς διαλύσεως καὶ νὰ ἀναγνωρίζωμεν εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα ἀπόλυτον.
§115ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἰδοὺ ἃ θέλομεν ἀσχοληθῆ, Μεγαλειότατε, μετὰ πολλῆς ἐπιστασίας εἰς τοὺς ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος ὑποβληθησομένους ἡμῖν ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως προϋπολογισμοὺς καὶ φορολογικοὺς νόμους, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἡ ἐπιψήφισις αὐτῶν καθυστέρησεν οὐκ ὀλίγον, αἱ δὲ μέχρι τοῦδε ἐνεργηθεῖσαι δημόσιοι δαπάναι καὶ οἱ φόροι στεροῦνται τῆς ἀναγκαίας συγκαταθέσεως τοῦ ἔθνους, ἥτις ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ ζητηθῇ ἐγκαίρως ἀπὸ τῆς παρελθούσης Βουλῆς πρὸ τῆς διαλύσεως αὐτῆς». Αὐτὸ τοῦτο ἄρα περιλαμβάνει πλαγίαν μέμψιν κατὰ τῆς χρήσεως τοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς.
§116ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τοῦ ὑπουργείου· ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τὸ θεωροῦμεν ἀπόλυτον.
§117Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Τὸ θεωρεῖτε ἀπόλυτον, ἀλλ’ ἀπομακρύνεσθε ἀπὸ τὸ ἀπόλυτον αὐτὸ εἰς αὐτὴν τὴν παράγραφον — Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως. Ἡ καθυστέρησις τῶν φορολογικῶν νόμων καὶ τῶν προϋπολογισμῶν εἶναι συνέπεια τῆς χρήσεως τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, δὲν δύνασθε ἄρα νὰ ἐπιφέρετε παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, χωρὶς νὰ προσβάλλητε τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀπολύτου. Ἠμπορῶ νὰ σφάλλω ἀλλ’ οὕτως ἐδιδάχθην νὰ συλλογίζωμαι. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν συνήθως καὶ πάντοτε οἱ ὑπουργοὶ, προκειμένου περὶ διαλύσεως τῆς Βουλῆς, πρὶν τὴν διαλύσουν, παρουσιάζονται καὶ ζητοῦν παρ’ αὐτῆς τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε νὰ θέσητε εἰς τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον τὸ ζήτημα τοῦτο τὸ ἀφορῶν τοὺς ὑπουργούς· ἠμπορούσατε νὰ κάμετε μίαν ἐπερώτησιν καὶ νὰ φέρετε ἰδιαίτερον ζήτημα ἀφορῶν τοὺς ὑπουργούς. Εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον τιθεμένης αὐτῆς τῆς φράσεως, ὑπάρχει πλαγία προσβολὴ κατὰ τῆς χρήσεως τοῦ ἀπολύτου αὐτοῦ δικαιώματος ἐπὶ τῆς διαλυθείσης Βουλῆς. Μεταβαίνω, κύριοι, εἰς τὴν τρίτην παράγραφον Αὕτη εἶναι ἡ σοβαρωτέρα, ὅπως παρέστησεν αὐτὴν καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Ζαΐμης. «Δικαίως φρονεῖ ἡ Υ. Μ. ὅτι καὶ τὰ παρόντα συμφέροντα καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι μεγαλείτεται ἐθνικαὶ ἀνάγκαι ὑπαγορεύουσιν εἰς ἡμᾶς ἐξ ἴσου τὴν ἐπὶ τὸ βέλτιον διαῤῥύθμισιν τῶν ἡμητέρων πραγμάτων. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἄνευ εὐνομίας, οὐδεμία πρόοδος, οὐδεμία ἐπιτυχὴς καὶ σπουδαία προπαρασκευή. Ὁργῶν δὲ πρὸς τὸ αἴσιον μέλλον, τὸ προωρισμένον ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας εἰς τὴν φίλην ἡμῶν πατρίδα, εὑρίσκει εἰς τοὺς πάντοτε ἀκμάζοντας ἐθνικοὺς αὐτοῦ πόθους νέαν ἀφορμὴν προσκολλήσεως εἰς τὴν τήρησιν τῶν νόμων καὶ τῆς τάξεως». Εἶναι ἱερὰ καὶ ἅγια αὐτα, ὅσα ὑπάρχουν ἐντὸς αὐτῆς τῆς παραγράφου, ἂν δὲν γίνωνται μὲ σκοπὸν νὰ ῥίψωσι στάκτην εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ λαοῦ. Οἱ λόγοι, κύριοι, πρέπει νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰ αἰσθήματα, πρέπει νὰ ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰς πράξεις· καὶ εἶναι πολὺ δυστυχὲς τὸ ἔθνος, εἰς τὸ ὁποῖον ἔρχονται καὶ ῥίπτουν μεγάλας λέξεις καὶ μεγάλους λόγους ἀπέναντι μικρῶν, ταπεινῶν καὶ, δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ τὰ ὀνομάσω, πραγμάτων. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὰς φράσεις αὐτάς, ἀλλὰ δύναταί τις νὰ βεβαιώσῃ ὅτι αὐτοὶ οἱ λόγοι εἶναι τὸ ἀπεικόνισμα τῶν πραγμάτων; ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγετε, ὑμεῖς οἱ ὑπουργοί, εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως τῆς πλειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ἐπράξατε, ἢ ἔχετε σκοπὸν νὰ τὰ πράξητε; ἢ ἐκάματε ἀρχήν; Τίποτε, κύριοι· τὸ παρελθὸν ἐξακολουθεῖ νὰ ᾖναι τὸ ἴδιον καὶ θὰ ᾖναι διὰ πολὺν καιρὸν τὸ ἴδιον, διότι διαβουκολεῖται τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος πάντοτε διὰ λέξεων. Προσπαθοῦμεν εἰς τὰ προγράμματα καὶ εἰς τοὺς βασιλικοὺς λόγους καὶ τὰς ἀπαντήσεις νὰ θέσωμεν λέξεις ἠχηρὰς, εὐπαραδέκτους, λέξεις προσβαλλούσας τὴν φαντασίαν· ἡ δὲ διαγωγὴ ὑπάρχει ἀείποτε ἀλλοία αὐτῶν. Τίποτε ἄρα δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν κατὰ τῶν ἰδεῶν τῶν περιεχομένων εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, ἴσως ἴσως δὲν ἤθελον τολμήσει εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἢ εἰς τὴν Ἀμερικὴν νὰ θέσουν φράσεις καλλιτέρας, ἀπ’ αὐτὰς οἱ ὑπουργοί, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω λέγων ὅτι μόνον δὲν ἀρκοῦν αἱ λέξεις. Ἐγὼ ἐκ πεποιθήσεως καὶ ἐν συνειδήσει ὁμολογῶ ὅτι τὰ πράγματα ἀπέχουσι πολὺ τῶν λόγων. Γίνεται λόγος περὶ εὐνομίας καὶ προόδου. Ποῦ ὑπάρχει ἡ εὐνομία παρ’ ἡμῶν; Ὁ Διογένης ἤθελε τὴν ζητήσει μὲ τὸ φανάρι. Ἐγὼ δὲν τὴν γνωρίζω, ὁμολογῶ μάλιστα ὅτι κατὰ τοῦτο εἶμαι πεζὸς καὶ δὲν τὴν ἐννοῶ. Ποῦ ἡ πρόοδος εἰς τὸ ἔθνος μας, εἰς τὸ ὁποῖον κατηντήσαμεν νὰ μὴ ἔχωμεν τίποτε σήμερον; Προηγουμένως κἄτι εἴχομεν. Λοιπὸν εἶναι εὐχαὶ τὰς ὁποίας κάμνετε διὰ τὸ μέλλον ἂς περιμείνωμεν λοιπὸν νὰ ἴδωμεν πραγματοποιουμένας αὐτὰς, καὶ τότε νὰ στέψωμεν τοὺς μεγάλους ἄνδρας, οἵτινες αὐτὸ τὸ μέγα καλὸν θὰ προσφέρωσιν εἰς τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος. «Δικαίως φρονεῖ ἡ Υ. Μ. ὅτι καὶ τὰ παρόντα συμφέροντα καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι μεγαλείτεραι ἐθνικαὶ ἀνάγκαι ὑπαγορεύουσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐπὶ τὸ βέλτιον διαῤῥύθμισιν τῶν ἡμετέρων πραγμάτων». Τί συμβαίνει ὅμως εἰς τὴν Ἑλλάδα κατὰ δυστυχίαν; ὅ,τι πρὸ 30, πρὸ 40 ἐτῶν. Οὐδέποτε ἐπραγματοποιήθησαν αἱ εὐχαί, αὗται καί, ὡς θέλομεν ἰδεῖ παρακατιόν, ὄχι μόνον δὲν ἱκανοποιήθησαν, ἀλλὰ καὶ προσεκρούσθησαν πάντοτε, δὲν λέγω ὑπὸ μόνης τῆς παρούσης κυβερνήσεως, ἀλλὰ λέγω ὅτι παρεκρούσθησαν εἰς τὸ ἔθνος ὑπὸ τῶν κυβερνήσεων αὐτοῦ. «Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πεπεισμένος ὅτι ἄνευ εὐνομίας, οὐδεμία πρόοδος οὐδεμία ἐπιτυχὴς καὶ σπουδαία προπαρασκευή». Εἶναι ἀρχὴ αὐτὴ ἀδιαφιλονείκητος. Ποῖος ἠμπορεῖ νὰ τὴν φιλονεικήσῃ; Εἶναι Α πάσης λογικῆς ἐνεργείας. Πῶς θέλετέ τις νὰ προχωρήσῃ πρὶν κάμῃ τὸ πρῶτον βῆμα. Ἐνταῦθα χρεωστῶ νὰ ἐκφράσω τὴν ἰδιαιτέραν μου γνώμην ὅτι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πολιτικὴν τῶν προπαρασκευῶν, ὅπως κανονίζεται εἰς τὴν παράγραφον ταύτην, καὶ ἐγὼ τὴν ἀσπάζομαι· δὲν θεωρῶ ὅτι παράτολμα ἐπιχειρήματα διὰ τὰ ἔθνη εἶναι ὠφέλιμα ποτέ. Καὶ ἐγὼ συνιστῶ τὴν φρόνησιν, καὶ τὴν θεωρῶ ἀπαραίτητον ὅρον εἰς τὰς τοιαύτας ἐπιχειρήσεις.
§118ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Κ. πρόεδρε, διατάξατε νὰ ἀνάψουν τὰ φῶτα.
§119ΤΙΝΕΣ. Τὰ ἀνάπτουν, ἀλλὰ τὰ σβύνει ὁ ἀέρας.
§120ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ ἑτέρα φρᾶσις τῆς παραγράφου εἶναι ὀρθὴ καὶ σύμφωνος μὲ τὰ ἐθνικὰ αἰσθήματα. «Ὁργῶν δὲ πρὸς τὸ αἴσιον μέλλον, τὸ προωρισμένον ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας εἰς τὴν φίλην ἡμῶν Πατρίδα, εὑρίσκει εἰς τοὺς πάντοτε ἀκμάζοντας ἐθνικοὺς αὐτοῦ πόθους νέαν ἀφορμὴν προσκολλήσεως εἰς τὴν τήρησιν τῶν νόμων καὶ τῆς τάξεως.» Βέβαια πῶς ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μέγα τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ νὰ ἐπιδιώξῃ μεγάλα πράγματα, ἂν πρότερον δὲν ὀργανωθῇ, ἂν δὲν ἔχῃ στρατόν, δικαστήρια, διοίκησιν, οἰκονομίαν. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἂν δὲν ἔχῃ τάξιν, ἂν δὲν ἀναπτυχθῇ τὸ ἐμπόριον, ἡ βιομηχανία, ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος; Πόθεν θὰ ἀρυσθῇ τὰ μέσα ἐὰν δὲν ἀποκτήσῃ γενικὴν πίστιν; Αὐτὸ εἶναι ἀληθές, ἀλλὰ γεγραμμένον ἐπὶ τοῦ χάρτου, ὡς ἅπαντα τὰ μέχρι τοῦδε μεγάλα σχέδια καὶ αἱ μεγάλαι ἰδέαι. Δὲν εἶδον καμμίαν ἀληθῆ ἐνέργειαν, οὔτε πρᾶξιν, ἥτις νὰ ἐμφαίνῃ ἀρχὴν ἐνεργείας αὐτῶν τῶν ἰδεῶν καὶ σχεδίων. Μεταβαίνομεν, κύριοι, εἰς τὴν 4 παράγραφον. «Τὴν γενομένην περίθαλψιν εἰς πάσχοντα ἀδελφὸν λαὸν ἡ Βουλὴ θεωρεῖ ὡς ὀφειλὴν ἱερὰν καὶ ἀπαραίτητον, καίτοι ἀναγνωρίζουσα».
§121ΤΙΝΕΣ. Ἀφήσατε τὴν δευτέραν παράγραφον.
§122ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λοιπὸν ἐπιστρέφω. «Ἡ Υ. Μ. ἐποίησε συνετὴν χρῆσιν τοῦ Βασιλικοῦ αὑτῆς δικαιώματος, ζητήσασα διὰ τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἐκλογῆς τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου καὶ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν· ὁ δὲ ἑλληνικὸς λαὸς πιστὸς πάντοτε εἰς τὸν Βασιλέα του καὶ τοὺς Συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ἐδείχθη καὶ κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἄξιος αὑτοῦ, διακριθεὶς ἐπὶ φιλοτιμίᾳ καὶ ἀξιοθαυμάστῳ εὐταξίᾳ». Μέγα, κύριοι, ζήτημα· ὁ Βασιλικὸς λόγος ἔῤῥιψεν ἐν τῷ μέσῳ διὰ τῶν ὑπουργῶν τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Δὲν ἦσαν οἱ ὑπουργοὶ, οἵτινες εἶχον δικαίωμα νὰ προκαλέσωσι τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἰς τὴν λύσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ μία τύχη ἔφερεν, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ζήτημα. Βεβαίως ἐὰν δὲν ἐτίθετο τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐντὸς τοῦ Βασιλικοῦ λόγου καὶ ἐντὸς τῆς ἀπαντήσεως, κανεὶς τῶν κυρίων βουλευτῶν δὲν ἤθελε λάβει τὴν πρωτοβουλίαν νὰ τὸ θέσῃ σήμερον, καὶ ἂν ᾖναι καὶ κανεὶς δὲν ἤθελεν εὕρει οὗτος ὀπαδούς. Νομίζω ὅτι οἱ κύριοι Ὑπουργοὶ, οἵτινες ἔθεσαν εἰς αὐτὴν τὴν παράγραφον αὐτὴν τὴν φράσιν, νὰ ᾖναι μεταμελημένοι. Αὕτη εἶναι ἡ πεποίθησίς μου. Ἰδοὺ καὶ πάλιν ἡ φράσις «ζητήσασα διὰ τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἐκλογῆς τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου καὶ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν»· ἀλλ’ ἐπ’ αὐτῆς εἶναι δύω ἰδέαι. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς διὰ τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἀντιπροσωπείας ἐζήτησε νὰ πληροφορηθῇ περὶ τῶν δύω αὐτῶν ἀντικειμένων. Διὰ τῆς φράσεως, ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου, δύναται τις νὰ ἐννοήσῃ πολλὰ πράγματα, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν τρία πράγματα· ἢ κακίζει ὁ Βασιλικὸς λόγος τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου, διότι προσκόπτουν οἱ ὑπάρχοντες νόμοι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν, ἤτοι ἀπαιτοῦνται νέοι νόμοι νὰ συνταχθοῦν, ἢ ἡ ἰδέα τοῦ Βασιλικοῦ λόγου ἀναφέρεται εἰς τὴν τάσιν τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς ἐξωτερικῆς αὐτῆς πολιτικῆς πρὸς τὸν πόλεμον. Εἶναι καὶ μία ἄλλη ἰδέα, μήπως ἡ παράγραφος αὕτη, ἂν καὶ προτάσσεται, θεωρεῖται ὡς συνέπεια τῆς ἑπομένης φράσεως, τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ἂν ὁ Βασιλεὺς, στηριζόμενος ἐπὶ τοῦ τρίτου λόγου τὸν ὁποῖον ἀνέφερα, δηλονότι ἐπὶ τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ παρελθὸν Ὑπουργεῖον, ἠθέλησε νὰ συμβουλευθῇ τὸ ἔθνος, λέγω, ὅτι ἔπραξε κάλλιστα, καὶ αὐτὸ πράττουν πάντες οἱ Βασιλεῖς ὁσάκις παρουσιάζονται μεγάλα ζητήματα, δυνάμενα νὰ διακινδυνεύσωσι τὴν εἰρήνην, καὶ τὰ ζητήματα αὐτὰ παρουσιάζονται μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἤτοι ὁ Βασιλεὺς, ἔχει ἀνάγκην καὶ ὀφείλει ἐπὶ τοιούτου ζητήματος νὰ λάβῃ μίαν γνώμην, οὕτως εἰπεῖν, ἔγκαιρον καὶ νεαρὰν ἀπὸ τοῦ ἔθνους διὰ τῶν νέων ἀντιπροσώπων του, τοὺς ὁποίους ἐπροκλήθη ν’ ἀποστείλῃ· ἀλλ’ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, ὅπως ἔμεινον σιωπηλοὶ ὡς πρὸς ὅλα σχεδὸν ὅσα χρειάζονται ἐξήγησιν ἐντὸς τοῦ βασιλικοῦ λόγου, τοιουτοτρόπως καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μέρους δὲν εἶπον τίποτε. Βλέπετε ὅτι εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ κάμνωμεν ὑποθέσεις, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ὁμιλῶμεν ἐπὶ ὡρισμένων πραγμάτων· κάμνομεν ὑποθέσεις, διότι δὲν ἐλάβομεν καμμίαν ἐξήγησιν· τὰ πάντα ἔμεινον σκοτεινὰ ἐντὸς τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ἐγὼ νομίζω ὅτι ὅλη ἡ δυστυχία τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅλα ὅσα πάσχει ἀπὸ 25 ἐτῶν καὶ πλέον, ὅλα πρέπει ν’ ἀποδοθοῦν εἰς τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, ἥτις εἶναι δημιούργημα καὶ ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἐὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα, κύριοι, ἥτις ἀνέκαθεν ἐκ τῆς πρώτης στιγμῆς, καθ’ ἣν ἔλαβε τὰ ὅπλα, ἀπέδειξε τὰ φιλελεύθερα αἰσθήματά της καὶ ἐνῷ ἡ ἀνεξαρτησία της δὲν ἦτον εἰσέτι ἐξησφαλισμένη ἀνέγραφε τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν εἰς τὰ Συντάγματά της, ἂν εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρξε πράγματι καὶ ἡ ἀληθὴς διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν ἐν τοῖς ἔργοις, λέγω ὅτι ὅλα τὰ κακὰ τὰ ὁποῖα ὑπέφερεν ὁ τόπος ἤθελον ἐκλείψει καὶ προῆλθον ἐκ τούτου καὶ μόνου τοῦ λόγου. Παρατηρήσατε τὸ μέγα δυστύχημα ἐκεῖνο ἐπὶ Κυβερνήτου· ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία ὅμως δὲν ἦτο καταχρηστικὴ, ὑπῆρξεν ἡ δραστήριος αἰτία. Δὲν ἠμπορεῖ ὅμως νὰ μεμφθῇ κανεὶς τὸν ἄνδρα ἐκεῖνον ὅτι παρεβίαζε τὸν νόμον· ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης οἱ νόμοι ἐτηροῦντο θρησκευτικῶς, ἀλλ’ ὁ ἀνὴρ ἐκεῖνος εἶχε πολιτικὰς ἰδέας ἰδικάς του ἐσφαλμένας, ὅτι δηλ. τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἦτον εἰς κατάστασιν νὰ διοικηθῇ συνταγματικῶς καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ διοικηθῇ πατρικῶς καὶ νὰ ἐκπαιδευθῇ πρότερον, ἀλλὰ τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἐπὶ ἑπτὰ ἔτη εἰς τὰ δημοκρατικὰ Συντάγματά του εἶχε γευθῆ τὴν ἐλευθερίαν, ἥτις ἦτο δύσκολον καὶ ἐπικίνδυνον νὰ τῷ ἀφαιρεθῇ. Ὁ λαὸς εἶχεν ὑπόληψιν καὶ πεποίθησιν εἰς τὸν Κυβερνήτην, ἀλλ’ ὁ λαὸς, ἠξεύρετε, δὲν εἶναι πάντοτε σταθερὸς εἰς τὰς κρίσεις του, ἐπὶ τέλους παρεσύρθη, διότι οἱ ἄνδρες, οἱ τότε κρίνοντες, δυσκόλως ἔφερον τὴν στέρησιν αὐτῆς τῆς ἐλευθερίας. Καὶ ἂν πρὸς καιρὸν χάριν τοῦ ὀνόματος ἔκαμον αὐτὴν τὴν θυσίαν, δὲν ἠδυνήθησαν ὅμως ἐπὶ τέλους νὰ ἐμείνωσιν εἰς αὐτήν. Ὁ Κυβερνήτης εἰς τὴν ἐν Ἄργει Συνέλευσιν, ἐφ’ ἧς εἶχεν ἀποκτήσει ἀπόλυτον ἐπιῤῥοὴν, δὲν καθιέρωσε τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν· δὲν εἶχε μέρος τὸ ἔθνος εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἣν τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο ἐδημιούργησε· μία μόνη θέλησις ἴσχυε καθ’ ὅλα, καθ’ ὅσον ὁ ἔξοχος ἐκεῖνος ἀνὴρ περιεβάλλετο μὲ τὸν σεβασμὸν πάντων σχεδὸν τῶν ἀνθρώπων. Ἡ ἐποχὴ αὕτη τοῦ Κυβερνήτου καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς ἀντιβασιλείας μέχρι τοῦ 1843 εἶναι ἐποχὴ, ἥτις πρέπει νὰ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐκείνων, οἵτινες ἀμβλυωποῦν μὴ βλέποντες ἀκόμη τόσον καθαρά. Ἐγὼ καὶ ἄλλοτε εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος νὰ διοικηθῇ ἄλλως ἢ καθαρῶς συνταγματικῶς. Ὅσοι ἔχουν τὴν ἐναντίαν ἰδέαν εἶναι ἀνίκανοι πολιτικοὶ ἢ ὑποκρίνονται χάριν ἰδιοτελείας· θέλουν νὰ κολακεύσωσι χάριν τῆς ἐξουσίας, εἰς ἣν ὠθοῦνται ὑπὸ ἀσβέστου φιλαρχίας. Αὐταὶ αἱ δύω ἐποχαὶ καὶ ἡ ἐποχὴ τοῦ 1862 εἶναι μνημεῖα τοιαῦτα, τὰ ὁποῖα καὶ τοῖς τυφλοῖς παρουσιάζονται. Ὅστις λοιπὸν ἀγαπᾷ τὴν πατρίδα, ὅστις ἀγαπᾷ τὸν Βασιλέα πρέπει θρησκευτικῶς νὰ ἐκτιμᾷ τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ τὸ τηρῇ, οὐχὶ δὲ Ἰησουϊτικῶς, ὄχι ψευδῶς, ὄχι ἀγυρτικῶς. Ὑπεράνω τῆς Βουλῆς, ὑπεράνω τῆς βασιλείας ὑπάρχει μία κοινὴ γνώμη, ἥτις εἶναι πολὺ ἰσχυροτέρα, ἥτις κρίνει· ὑπάρχει ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους, ἡ ὁποία δὲν ἀπατᾶται. Τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικὸν σιωπᾷ, ἀλλὰ κρατεῖ σημειώσεις καὶ δὲν ἀνέχεται ἐπὶ πολλὰ ἔτη τὴν καταπάτησιν τῶν νόμων. Λυποῦμαι ὅτι τὸ ἔθνος τὸ ἑλληνικὸν ἐβιάσθη πολλάκις νὰ εὑρεθῇ εἰς μεγάλας πολιτικὰς περιπετείας χάριν τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ πολιτεύματός του, ἀλλ’ ἀνωφελῶς, διότι ἡ ἱστορία τῷ ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ὠφελεῖται ἐξ αὐτῶν καὶ οὔτε δι’ αὐτῶν ἐπλησίαζεν εἰς τὸν σκοπόν του, ἐνῷ τοσαύτας θυσίας, τοσούτους κινδύνους ὑπέστη ἵνα ἐξασφαλίσῃ τὰ συνταγματικὰ αὐτοῦ δίκαια. Τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν ἔχει τὴν ζωηρότητα, τὴν ἀπόφασιν, τὸ θάῤῥος νὰ διαμαρτύρηται ἀμέσως κατὰ τῆς παρανομίας τῶν κυβερνήσεων, ἴσως διότι δὲν ἔλαβεν εἰσέτι πρέπουσαν πολιτικὴν ἀγωγήν· τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ὁμοιάζει κατά τι τοὺς Ῥωμαίους, περὶ τῶν ὁποίων ὁ Τάκιτος εἶπε «nei totam bobertafem na totam sevi tatem pati possant,» ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὑποφέρωμεν μήτε ἅπασαν τὴν δουλείαν, μήτε ἅπασαν τὴν ἐλευθερίαν. Ἂν λοιπὸν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἦτο ζηλότυπον τῶν δικαιωμάτων του, δὲν ἤθελεν ἀναβάλλει πρὸς βλάβην ἑαυτοῦ καὶ τῆς τάξεως τὰ δίκαια παράπονά του κατὰ τῶν κυβερνήσεών του ἵνα μὴ εὑρίσκηται κατόπιν εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ μεγάλων θυσιῶν νὰ τὰ ὑπερασπίζηται. Ἂς τολμήσῃ σήμερον νὰ βιάσῃ Γάλλον εἰς τὴν χρῆσιν τῆς ψήφου του ἢ νὰ μεταχειρισθῇ τὰς παρανομίας, τὰς ὁποίας μεταχειρίζονται ἐν Ἑλλάδι, εἴτε χωροφύλαξ, εἴτε κλητὴρ τῆς ἀστυνομίας, εἴτε διευθυντὴς, εἴτε νομάρχης, εἴτε ἄλλος· ἐπανάστασις ἤθελε γίνει. Ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς Ἑλλάδος ἀνέγραψαν τὴν διαίρεσιν τῶν ἐξουσιῶν, διότι εἰς τὴν συγκέντρωσιν τῶν ἐξουσιῶν ὑπάρχει ἡ πλέον ἀφόρητος τυραννία, καὶ οἱ Ἕλληνες, οἵτινες ἀπεφάσισαν διὰ πάσης θυσίας ν’ ἀποτινάξωσι τὸν τουρκικὸν ζυγὸν, δὲν ἠθέλησαν νὰ ὑποτάξωσι τὸν ἑαυτόν των εἰς ἄλλον ζυγόν· ἀναγκαίως καὶ ἐκ τῶν παθημάτων καὶ ἐκ τῶν παραδόσεών των ἠσπάσθησαν τὰς φιλελευθέρους ἀρχὰς, αἵτινες, οὕτως εἰπεῖν, εἶναι αὐτοῖς ἔμφυτοι. Ὅπου ἐπεκράτησεν ἡ συγκέντρωσις τῶν ἐξουσιῶν, ἐκεῖ ἡ ἱστορία μᾶς ἀναφέρει ὅτι ἔγιναν τὰ τρομερώτερα κακουργήματα, αἱ φρικτότεραι παρανομίαι, ἀδιάφορον ἂν ἡ συγκέντρωσις τῶν ἐξουσιῶν ὑπάρχῃ εἰς χεῖρας ἑνὸς ἢ εἰς χεῖρας πολλῶν. Ἔχομεν τὰς δημοκρατικὰς συνελεύσεις τοῦ ἰταλικοῦ λαοῦ κατὰ τὸν μεσαιῶνα, τὸ μακροχρόνιον κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας, τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας τῆς Γαλλίας κατά τινας τῶν ἐποχῶν της πρὸς ἀπόδειξιν τῆς ἰδέας μας. Μεγαλείτερα κακουργήματα καὶ φρικωδέστερα δὲν ἐγένοντο ἐπὶ ἄλλων ἐποχῶν· αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς συγκεντρώσεως τῶν ἐξουσιῶν εἰς τὰς αὐτὰς χεῖρας. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἀνέγραψε τὴν διαίρεσιν τῶν ἐξουσιῶν ὡς πολιτικὸν δικαίωμα εἰς τὰ Συντάγματά του, οὐδέποτε αὕτη ἀπεδείχθη ἐν τοῖς ἔργοις μέχρι τοῦδε· (θόρυβος). Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κατηγορήσω κανένα, καὶ βλέπετε ὅτι ἐκφράζω τὰς κρίσεις μου γενικῶς καὶ ἀπαθῶς. Ἔγινεν ἡ μεταβολὴ τοῦ 1843, συνετάχθη τὸ Σύνταγμα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη ὡσαύτως τὴν διαίρεσιν τῶν ἐξουσιῶν Πῶς ἔγινε τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο, ὅλοι τὸ γνωρίζομεν. Βεβαίως αἱ ἐντυπώσεις, αἱ γινόμεναι εἰς τὸν τότε Βασιλέα θὰ ἦσαν ἀλγιναὶ, καὶ δὲν ἦτον διατεθειμένος ἐξ ὑπαρχῆς νὰ τὸ τηρήσῃ. Μόλον τοῦτο ἔχω τὴν πεποίθησιν ὡς ἐκ τοῦ χαρακτῆρος αὐτοῦ ὅτι, ἂν δὲν εὑρίσκωντο σύμβουλοι ἐσωτερικοὶ καὶ ἐξωτερικοὶ νὰ τὸν προτρέψουν εἰς παραβίασιν, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ἤθελε συμβιβασθῆ μὲ τὴν μεταβολὴν καὶ ἤθελε τηρήσει αὐτὸ κατὰ τὴν ἐκτέλεσίν του. Μόλον τοῦτο ὁ κύβος ἐῤῥίφθη περὶ αὐτοῦ, ἡ τύχη τοῦ Συντάγματος ἐκείνου ἀπεφασίσθη ἐκ τῶν προτέρων· πρὶν γεννηθῇ τὸ ἔμβρυον εἶχε καταδικασθῆ νὰ ἀποθάνῃ. Ἐνθυμοῦμαι, ἢ νὰ εἴπω μᾶλλον μὲ ἐνθυμίζει εἷς τῶν φίλων μου, ἀπέναντί μου ἤδη καθήμενος, περιστατικὸν πολλοῦ λόγου ἄξιον εἰς ἀπόδειξιν τῆς ἰδέας μου ταύτης. Ὅταν ἐτελείωσε τὸ ἔργον της ἡ Συνέλευσις ἐκείνη καὶ πάντες οἱ ἄνθρωποι, τόσον πληρεξούσιοι ὅσον καὶ ἀκροαταὶ, ἐγχώριοί τε καὶ ξένοι, ἦσαν συγκεκινημένοι εἰς τὴν τελετὴν τῆς διαλύσεως, εἰς τὰ ὄμματα πάντων εἶδον δάκρυα χαρᾶς ῥέοντα, μεταξὺ δὲ ἄλλων δὲν λησμονῶ τὸν μακαρίτην Λάϋενς, ὅστις ἦτον εἰς ἄκρον συγκεκινημένος, εἷς ἕτερος πρέσβυς εἶπε πρὸς ὁμήγυριν φίλων, ἐν οἷς παρευρέθην, «κύριοι, τέλος πάντων ἐπήρατε ἓν χαρτί.» Ἐγὼ ἀκόμη ἤμην ἁπλοῦς καὶ δὲν ἐνόησα τὴν σημασίαν τῆς λέξεως. Τί λέγει, εἶπον κατ’ ἐμαυτὸν, αὐτὸς ὁ ξένος; ἐπήραμεν ἓν χαρτὶ, ἡμεῖς ἐπήραμεν ἓν Σύνταγμα οὐράνιον, θὰ ἔχωμεν ἐκλογὰς καὶ κατόπιν βουλευτάς. Ἐκεῖνος ἦτο πεπειραμένος, ἐγνώριζε τὰ μυστήρια καὶ προεῖδε τὰ πράγματα· τὰ προεῖδεν ὅπως συνέβησαν. Ὅταν, κύριοι, μία ἐξουσία καθεστηκυῖα οἱαδήποτε, ἡ ἐκτελεστικὴ ἢ ἡ ἰδία νομοθετικὴ εὐθὺς ἐξ ὑπαρχῆς ἔχει τὴν διάθεσιν καὶ τὴν ἀπόφασιν νὰ παραβιάσῃ ἓν Σύνταγμα, ἀπ’ αὐτῆς ἐκείνης τῆς στιγμῆς αὐτὸ δὲν ὑπάρχει πλέον, διότι θέλουν νὰ τὸ ἐξευτελίσωσι πρῶτον καὶ μετ’ αὐτοῦ τὸ ἔθνος, ὅπερ νὰ συνειθίσωσιν εἰς τὸν ἐξευτελισμὸν τῶν δικαιωμάτων του, ἵνα ὑποφέρῃ μετὰ ταῦτα πάντα, ἀφοῦ ἐκλείψει πᾶσα ἀρετὴ, πᾶσα φιλοτιμία, πᾶς πατριωτισμός. Ἡ ἁρμονία, ἡ εἰλικρινὴς σύμπραξις τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἐγγυᾶται καὶ ἐξασφαλίζει τὴν ὕπαρξιν τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων. Ἡ κατάθλιψις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843 ἦτον ἀποφασισμένη πρὶν ἔτι αὐτὸ ἔμβῃ εἰς ἐνέργειαν. Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτελέσεως τῆς καταδίκης, πῶς νὰ ἐκμηδενισθῇ πρῶτον. Καὶ δὲν ἦτον ἄλλος τρόπος παρὰ ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν, ἤτοι ἡ ἔφοδος τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς. Γνωρίζετε πῶς ἐσχηματίζετο εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, πῶς ἤρχισαν αἱ ἐκλογαὶ διὰ τῆς φανερᾶς βίας, μετὰ ταῦτα διὰ τοῦ δόλου, τῶν καλπονοθεύσεων καὶ τελευταῖον διὰ τῆς εἰκονικότητος. Ἀπηλπίσθησαν πλέον οἱ ἄνθρωποι ὅτε δὲν ἠδύναντο νὰ παλαίσωσι κατ’ αὐτῶν τῶν μέσων τῆς ἐξουσίας καὶ ἀπεχώρησαν ἀπὸ τὸ στάδιον τῶν ἐκλογῶν, ἀφήσαντες ταύτας εἰς τὴν διάκρισιν τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Τότε ὑπεδουλώθη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν, δὲν ἦτο πλέον ἀνεξάρτητος, καὶ ἀφοῦ δὲν ἦτον ἀνεξάρτητος, κύριοι, δὲν ἐχρησίμευε παντάπασιν οὔτε εἰς τὸ ἔθνος, οὔτε εἰς τὴν βασιλείαν. Πολλοὶ ἐξ ὑμῶν, διότι ἐγὼ σπανιώτατα ἐπήγαινα, ἐνθυμεῖσθε τὴν ταπείνωσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο αὐτὸ τὸ Σῶμα, τὸ νὰ μὴν ὑπάρχῃ οὐδεὶς ἀκροατὴς εἰς τὰς συνεδριάσεις του, καὶ νὰ μὴ γίνωνται τακτικαὶ συζητήσεις, ἀλλὰ νὰ ἐντρέπονται οἱ τότε βουλευταὶ τὴν θέσιν των, θεωροῦντες ἑαυτοὺς ὡς λαθραίως εἰς αὐτὸ διὰ τοῦ παραθύρου εἰσελθόντες, καὶ ὄχι διὰ τῆς μεγάλης θύρας. Τότε ἡ ἀνάγκη μετέφερε τὴν συζήτησιν ἀπὸ τὸ σῶμα αὐτὸ, τὸ ὑποτιθέμενον τοῦ λαοῦ, εἰς τὸ τῆς Γερουσίας, τὸ ἐκπορευόμενον ἐκ τοῦ Βασιλέως καὶ θεωρούμενον συντηρητικόν· εἶχε παύσει πλέον τότε πᾶς λόγος καὶ πᾶσα συζήτησις ἐν τῇ Βουλῇ τῶν ἀντιπροσώπων, ἀλλ’ εἰς τόπον ἐλεύθερον, ζωηρὸν, μεσημβρινὸν, ὡς εἶναι ἡ Ἑλλὰς, εἰς τόπον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἱστορίαν παλαιὰν καὶ νέαν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διατηρηθῇ τοιαύτη δουλικὴ κατάστασις εἰς τὸ σῶμα τῶν ἀντιπροσώπων χωρὶς νὰ μεταφερθῇ ἀλλαχοῦ ἡ συζήτησις περὶ τῶν κοινῶν. Τὸ νομοθετικὸν σῶμα τοῦ λαοῦ μετέστη τότε εἰς τὸ τῆς Γερουσίας. Ἡ Γερουσία ὡς ἐκπορευομένη ἐκ τοῦ ἰδίου Βασιλέως, οὐδεμίαν εἶχε δύναμιν ἠθικὴν ἵνα ἀπομακρύνῃ τοὺς κινδύνους ἀπὸ τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ εἶχε μεγάλην δύναμιν διὰ τῆς συζητήσεως, ἥτις ἐξέλιπεν ἀπὸ τὸ ἕτερον σῶμα, νὰ ἀναφλέξῃ τὰ κοχλάζοντα πάθη. Ἡ Γερουσία δὲν συνετέλεσεν ὀλίγον κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν εἰς τὴν μεταβολήν. Λοιπὸν δὲν εἴχομεν διαίρεσιν ἐξουσιῶν ἐπὶ Ὄθωνος; ἐσυγχωνεύθη ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μετὰ τῆς νομοτελεστικῆς. Ἀποτέλεσμα τούτου ἦτον ἡ ἐπανάστασις, ἡ ὁποία ἐγένετο κατὰ τὸ 1862. Δὲν ἠμποροῦσε νὰ γίνῃ διαφορετικά. Πολλοὶ ἐπίσημοι συγγραφεῖς καὶ ἐπίσημοι πολιτικοὶ εἶχον εἰπεῖ ὅτι εἶναι ἀδύνατον ἡ χεὶρ, ἥτις μεταχειρίζεται τοὺς ὑπουργοὺς ὡς ὄργανα, αὐτὴ νὰ ᾖναι ἀνεύθυνος, καὶ αὐτοὶ νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι. Ἦτο μία πλάνη τοῦ μακαρίτου ἐκείνου Βασιλέως, καὶ πάντοτε ὁσάκις τῷ ἔλεγον ὅτι ὁ λαὸς διεύθυνε τὰ παράπονά του μέχρις αὐτοῦ, ἔλεγεν, ἐγὼ εἶμαι ἀνεύθυνος, εἶναι οἱ ὑπουργοί μου ὑπεύθυνοι. Ἐγένετο ἡ μεταβολὴ, κύριοι, καὶ συνῆλθεν ἡ Συνέλευσις. Βέβαια δὲν ἦτον ἐκείνη ἡ ἐποχὴ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, εἰς αὐτὴν συγχωνεύονται ἀναγκαίως ὅλαι αἱ ἐξουσίαι. Ἀλλὰ μετὰ ταῦτα γενομένης τῆς ἐκλογῆς τοῦ νῦν Βασιλέως, καὶ ἀφιχθείσης τῆς Μεγαλειότητός του ἐνταῦθα, συνετάχθη τὸ νέον πολίτευμα, τὸ ὁποῖον ἐτέθη μετ’ ὀλίγον εἰς ἐνέργειαν. Ποτὲ, κύριοι, δὲν ἠμποροῦσα νὰ φαντασθῶ ἐν τῇ ἁπλότητί μου, ὅτι ὕστερον ἀπὸ μίαν τοιαύτην μεταβολὴν, ἥτις ἦτο μεγάλη τῷ ὄντι, καὶ ἡ ἱστορία μίαν ἡμέραν θὰ τὴν θεωρήσῃ πολὺ μεγάλην, ἤθελον ἐπανέλθει εἰς τὸν τόπον αὐτὸν τὰ αὐτὰ πράγματα. Ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1865, καὶ ὑπῆρξεν ἐνταῦθα μία ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῶν δύο κομμάτων. Ἐγὼ εὑρίσκω διαφοράν τινα μεταξὺ τῆς διεκπεραιώσεως τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1865 καὶ ἐκείνης τοῦ 1868, καὶ θὰ σᾶς εἴπω μετὰ ταῦτα τὴν διαφοράν. Εἶναι εἰς τὴν φύσιν τῶν καταχρήσεων, ὅταν μένωσιν ἀτιμώρητοι, νὰ λαμβάνουν μεγάλας διαστάσεις μετὰ ταῦτα· καὶ αὐτὸ ἀπεδείχθη πάντοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ποτὲ δὲν ἠδυνήθη βραδύτερον ἡ κατάχρησις αὕτη νὰ περισταλῇ. Ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τοῦ 1865, ἐξαιρέσει τινῶν μερῶν ἢ μέρους, αἱ ἐκλογαὶ ἐκεῖναι διεξήχθησαν μὲ ἐπεμβάσεις, ἀλλὰ μερικῶς, ὑποκόφως, κρύφα· ὑπῆρχε κἄποια συστολή· ἀλλ’ αὕτη δὲν ἀπεδείχθη παντοῦ, ἂν καὶ εἰς τὰ πλεῖστα μέρη ἐφάνη. Ἦτο μία κατάχρησις κατ’ ἐμὲ, δὲν ἐφηρμόσθη τὸ σύνταγμα καθαρῶς, εἰλικρινῶς, ὅπως ὁρίζει, ὅπως ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὅπως ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὅπως ἐφαρμόζεται εἰς τὸ Βέλγιον, ὅπου οἱ ὑπουργοὶ εἶναι θεαταὶ τῶν ἐκλογῶν. Ποῖος ὅμως ὁ λόγος τῆς διαφορᾶς; Ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τοῦ 1868 ἀνήγειρεν ὡς ἀρχὴν δημοσίου δικαίου τὴν ἐπέμβασιν, τὴν ἀνέγραψεν εἰς τὸ πρόγραμμά του, ἦτο μεγίστη αὕτη τόλμη, μεγίστη ἀπόφασι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ βεβαίως σκοπός τις ἄλλος ἢ κολακεία, πρὸς ἀπολιτόφρονας ἰδέας ἐσωτερικὰς καὶ ἐξωτερικάς. Οὐδεὶς ἕτερος ἕλλην ὑπουργὸς ἠδύνατο νὰ τολμήσῃ τοῦτο τὸ νὰ κηρύξῃ, ὅτι θὰ ἐπέμβῃ ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν διὰ θεμιτῶν μέσων, καὶ νὰ ᾖναι κριτὴς τοῦ θεμιτοῦ αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες ἐχάραξαν τὰς ἀποτροπαίους αὐτὰς λέξεις. Ἐσυγχίσθησαν λοιπὸν ἐπὶ Ὄθωνος αἱ ἐξουσίαι, ἐσυγχίσθησαν καὶ πάλιν ἐπὶ Γεωργίου, ὅστις ὅμως δὲν εἶναι ἀνεύθυνος δυνάμει τοῦ πλάσματος, ὡς ἐκεῖνος, ἀλλὰ πράγματι· διότι ὁ μὲν Βασιλεὺς Ὄθων ἀνεμίχθη ὁ ἴδιος ἐπὶ τῶν παρανομιῶν τῶν ἐκλογῶν, ἐνῷ ὁ Γεώργιος δὲν ἀνεμίχθη ποτὲ, οὔτε εἰς αὐτὰς οὔτε εἰς ἄλλο τι, ἀλλ’ ὑπογράφει τὰς προτάσεις τῶν ὑπουργῶν του ὡς συνταγματικὸς βασιλεύς. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι ἂν ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐκέρδισε τίποτε ἄλλο, ἐκέρδισεν ὅμως αὐτὸ, ὅτι ἔχει σήμερον Βασιλέα τὸ καθ’ ἑαυτὸν θρησκευτικῶς τηροῦντα τὸ Σύνταγμα. Αὐτὴ ἡ ἐπέμβασις τοῦ ὑπουργείου ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, ἡ ὡς πολιτικὸν δόγμα ἀναγραφεῖσα καὶ τούτου ἕνεκα δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ ἔλθω εἰς ἀποδείξεις, τί ἄλλο εἶναι εἰμὴ φρικτὴ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν; τί ἄλλην μεγαλειτέραν ἀπόδειξιν θέλετε τῆς συγχύσεως τῶν ἐξουσιῶν, παρὰ τὴν ὁμολογίαν των ἐν τῷ προγράμματί των. Ποῖοι εἶσθε σεῖς, οἵτινες τὰ κυβερνητικὰ μέσα τὰ μεταχειρίζεσθε εἰς δικαιώματα ἰδικά σας; ὡς λέγετε, ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν; εἶναι ἰδιαιτέρα ἰδιοκτησία σας; πῶς μεταχειρίζεσθε τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἔθνους κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν του; ἠκούσθη ποτὲ αὐτὴ ἡ φιλοσοφία; Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι ἡ μειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς ὑπέπεσεν εἰς ἓν ἱστορικὸν λάθος, λέγουσα ὅτι ἡ ὑποψηφιότης παντοῦ κατεδικάσθη. Τουλάχιστον εἰς τὸν αἰῶνά μας, καθὼς πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ κ. Ζαΐμης, ὁ ἔντιμος οὗτος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἡ ὑποψηφιότης μόνον εἰς τὴν Γαλλίαν παρουσιάσθη ἐπὶ Ναπολέοντος σήμερον, ὅτε δὲν ὑπάρχει Σύνταγμα πολιτικὸν, ἀλλ’ αὐτοκρατορικὸν, καὶ αὐτὸ παραχωρεῖ τὰς ἐλευθερίας εἰς τὸ ἔθνος τῶν Γάλλων διὰ θεσπισμάτων, καὶ πρότερον ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου· τότε ὅμως ἔπεσε τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν ἐφηρμόζετο εἰς τὴν Γαλλίαν· οὐδὲ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ Σύνταγμα ἄνευ εἰλικρινείας. Ἐνθυμηθῆτε καὶ τοῦτο κατὰ τὸ παρόν· ἐγὼ ἠμπορῶ ν’ ἀποθάνω, ὅτι ἂν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος δὲν σωφρονισθῇ, ὥστε νὰ σέβεται περισσότερον τοὺς νόμους καὶ νὰ ποιεῖται περὶ πολλοῦ τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας του, ἂν αἱ κυβερνήσεις του δὲν ἀποκτήσωσι πλείονα φιλοπατρίαν, ὥστε νὰ ἀφήσωσιν ἐλευθέρας τὰς ἐκλογὰς, δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο θὰ γίνῃ, διότι προφήτης τοῦ μέλλοντος δὲν εἶμαι, ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω ὅτι εἰς ἑτέραν περίοδον ἂν ἡ σημερινὴ συζήτησις, ἡ ἔκφρασις τῆς Βουλῆς, ἡ διαμαρτύρησις τοῦ ἔθνους δὲν φέρῃ οὐδὲν ἀποτέλεσμα κατὰ τῆς ἀσεβείας τῶν κυβερνήσεων πρὸς τὰ δικαιώματα τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τῶν ἀντιπροσώπων του, θὰ διορίζωνται οἱ βουλευταὶ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, ὡς διωρίζοντο ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος. Ποῖος ἔκαμεν ἤδη ἔφοδον εἰς τὸ ἔδαφος τοῦ ἑτέρου; ἔκαμεν ἡ Βουλὴ, ἐσφετερίσθη ποτε αὕτη δικαιώματα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, δικαιώματα τῆς βασιλείας. Ὅλοι οἱ βουλευταὶ ὅταν παρουσιάζετο μία τοιαύτη κατηγορία, καὶ ἐφέρετο ἡ ἀπόδειξις, ὅλοι ἠθέλαμεν ἑνωθῇ ἵνα περιορίσωμεν τὴν κατάχρησιν καὶ νὰ δώσωμεν τὴν δέουσαν ἱκανοποίησιν. Ἀλλά, κύριοι, οὔτε ἐπὶ τῶν παρελθουσῶν Βουλῶν τοῦ Ὄθωνος ἠδύνατό τις νὰ προτείνῃ παρόμοιόν τι οὔτε σήμερον. Τινὲς ἵνα κατηγορήσωσι τὴν Βουλὴν εἰς ποίας μικρὰς καὶ ποταπὰς ἀναλογίας ἠθέλησαν νὰ περιορίσωσι τὸ μέγα ζήτημα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, εἰς παραχωρήσεις γινομένας πρὸς βουλευτὰς ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν; Καὶ ποῖος εἰς αὐτοὺς τοὺς βιάζει; Ποῖος τοὺς λέγει νὰ κάμουν τὰς παραχωρήσεις ταύτας; Τὰς κάμνουν οἴκοθεν καὶ διὰ νὰ διατηρῶνται εἰς τὴν ἐξουσίαν· Αὐτὸ εἶναι τὸ κακὸν τοῦ ἔθνους, ὅπερ ἔκαμε νὰ μὴ κάμῃ μέχρι σήμερον πολιτικὴν πρόοδον ἀληθῆ, ἔκαμε προόδους ἰδιωτικάς, ἀλλ’ ἀκόμη ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν τὸ «πᾶ στῶ» δὲν τὸ εὗρεν· ἀγωνίζεται 40 ἔτη, ἀλλὰ δὲν τὸ εὗρε. Δὲν ἀρκεῖ, κύριοι, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία μὲ τὴν ἠθικήν της δύναμιν, μὲ τὰ κυβερνητικὰ μέσα, ὡς ἡ σπάθη τοῦ Βρένου, νὰ τίθεται εἰς τὴν πλάστιγγα τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἂν ᾖναί τις ὀλίγον δυνατὸς τὸν κατασυντρίβει, δὲν ἀρκεῖ, λέγω, ὅτι μεταχειρίζεται αὐτὰ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων καταθλίβει, ἐξοντόνει τοὺς ἐναντίους της εἰς τὰς ἐκλογάς, διότι δὲν ἀναγνωρίζω κανένα ἄνθρωπον εἰς τὴν Ἑλλάδα τόσον ἰσχυρόν, ὥστε ὅταν ἡ ἐξουσία ἔνοπλος καταπέσῃ ἐναντίον του, ἠμπορῇ ν’ ἀνθέξῃ, ἀλλὰ ἐπιπίπτει κατ’ αὐτοῦ ἐντὸς τῆς ἰδίας Βουλῆς, ὅταν παρὰ τὰς ἀντενεργείας της ἐπιτύχῃ. Ἐνθυμεῖσθε τί ἐγένετο εἰς τὴν Μάνην ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Κωλέτου, ὅταν ἐστάλη ὁ μοίραρχος Κλεόπας, ἐφονεύθησαν καὶ ἓξ ἄνθρωποι, ἀλλ’ οἱ Μαυρομιχάλαι δὲν ἔγιναν βουλευταί, καὶ ἂς ἦσαν καὶ εἰς τὸ παλάτι μέσα, καὶ ἂς εἶχον 300 συγγενεῖς. Τίποτε, δὲν ἤθελε τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἤθελεν ἡ αὐλὴ, δὲν ἔγινον. Ἐφευρέθη ὅμως καὶ ἀνεκλήθη εἰς ἐνέργειαν κατὰ τὸ 1868 ἕτερος τρόπος ἀπομακρύνσεως τῶν ἐναντίων βουλευτῶν ἐκ τῆς Βουλῆς, ἐφαρμοσθεὶς τότε καὶ ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Κωλέττου· ἀνέστησαν καὶ σήμερον τὸ φόβητρον τῆς ἐπιτροπῆς τῆς δημοσίου σωτηρίας ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν. Ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν τῆς τρομοκρατίας τὴν ὁποίαν διήλθομεν· ἐγὼ καυχῶμαι ὅτι οὔτε εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἠδύνατο νὰ γίνῃ ἐκλογὴ ὡς τὴν ἰδικήν μου, ἀλλ’ ἐν τούτοις ὅλοι μ’ ἔλεγον ὅτι εἶμαι καὶ ἐγὼ προγεγραμμένος· ὅθεν χρεωστῶ εἰς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς πολλὴν χάριν, διότι μ’ ἐπέτρεψαν νὰ ζῶ ὡς βουλευτής (ἱλαρότης) Εἶναι αὐτὴ ἐπέμβασις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἰς τὰ καθήκοντα τῆς ἐκτελεστικῆς ἢ εἶναι τὸ ἀνάπαλιν; Ποῦ ἠκούσατε ποτε, κύριοι, ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς νομοθετικῆς, καὶ ποία ἀνεξαρτησία μένει πλέον εἰς ταύτην; Παρακαλῶ νὰ μ’ ἐξαγάγετε ἐκ τῆς πλάνης· τοιαύτην ἀνεξαρτησίαν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω, καὶ ἀπορῶ πῶς τινὲς ἐτόλμησαν νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἰς τὸν σχηματισμὸν τῆς νομοθετικῆς. Ἀνέγνωσα πολλὰς ἱστορίας, ὑπῆρξαν θορυβώδεις καὶ ἐπαναστατικαὶ ἐποχαὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπῆρξαν πραξικοπήματα (coups d’ état,) ἐφυλάκισαν καὶ ἐξώρισαν βουλευτάς, ἀλλὰ σᾶς λέγω ὅτι τοιοῦτον φόρεμα τὸ ὁποῖον ἐφήρμοσεν ἐπὶ τῆς ῥάχεως τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, δὲν ἠκούσθη οὐδαμοῦ. Τὰ (coups d'etat) ἔχουν τι γενναῖον, ἱπποτικὸν μὲν ἀλλὰ τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύει σκοπὸν πολιτικὸν γενικὸν καὶ οὐχὶ τῆς ἁπλῆς φιλαρχίας τῶν προσώπων θυσιαζόντων τὰ τιμαλφέστερα δίκαια τῆς πατρίδος των καὶ ἑαυτῶν, ἀντὶ προσκαίρου διαμονῆς ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Ἕν τι τοιοῦτον ἔκαμε τὸ διευθυντήριον τῆς Γαλλίας, συλλαβὸν καὶ ἐξωρίσαν τὸ ⅓ τῆς Γερουσίας καὶ τῆς Βουλῆς εἰς μίαν νύκτα, ἔστειλε δὲ καὶ δύω ἐκ τῶν μελῶν του, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῦ. Τοῦτο τὸ ἐννοῶ, καὶ τὸ θεωρῶ ὀλιγώτερον βαρὺ τῶν καθ’ ἑκάστην γινομένων πραξικοπημάτων. Τὸ τοιοῦτον θεωρῶ πλέον συγχωρημένον, παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γίνεται παρ’ ἡμῖν, νὰ τρέμουν ὅλοι οἱ βουλευταὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ἐξελέγξεων ἴσως· ἴσως τὰ μέλη τοῦ Συμβατηρίου ὀλιγώτερον ἔτρεμον ἐνώπιον τοῦ Ῥοβεσπιέρου ἢ ἡ Βουλὴ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ταύτης προεδρευομένης ἀπὸ τὸν κύριον Ἰακωβάτον (ἱλαρότης). Δὲν εἶναι τοῦτο σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν; Πῶς ἠμπορεῖ νὰ ὀνομασθῇ μ’ ἕτερα ὀνόματα, ἂς μοὶ εἴπωσι τὴν κατάλληλον λέξιν πρὸς χαρακτηρισμὸν τῆς ἐπεμβάσεως αὐτῆς. Δὲν ἀρκοῦν ταῦτα, ἀλλ’ ἕτερον ἔτι ἄτοπον, ἀποδεικνύον τὴν περιφρόνησιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὸ τῆς νομοτελεστικῆς, τὴν περιφρόνησιν, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὴν μεγάλην ἀσέβειαν τῶν κυβερνώντων πρὸς τοὺς νόμους, καὶ πρὸς πᾶσαν συστολὴν· ποῦ ἠκούσθη ποτε, κύριοι, καὶ βεβαίως θὰ φρίξῃ ὅλος ὁ κόσμος, ὅλη ἡ Εὐρώπη, ἐπεθύμουν δὲ νὰ μὴ φθάσῃ εἰς γνῶσιν της, ποῦ ἠκούσθη, λέγω, ὅτι ἅμα συνέλθωμεν ἐνταῦθα καὶ πρὶν καταρτισθῶμεν, ἐλάβομεν τὸ δικαίωμα νὰ τροποποιήσωμεν τὸν κανονισμὸν τῆς παρελθούσης Βουλῆς; ὁ κανονισμὸς εἶναι νόμος, καὶ ἠξεύρετε τί λέγει ὁ Βένθεμ, αὐτὸς ὁ κατ’ ἐξοχὴν νομοθετικὸς ἀνὴρ, ὅτι ὁ κανονισμὸς εἶναι οὐχὶ νομοθεσία, ἀλλ’ εἶναι οὐσιώδης νομοθεσία. Διὰ τί ἐγένετο τοῦτο; ἵνα ἀφαιρεθῇ ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς, διότι τὰ τμήματα ἐπὶ τῶν ἐξελέγξεων διετέλουν ἐλεύθερα. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς τὰς λεπτομερείας καὶ τὰ ἀποτελέσματα τῶν δύω συστημάτων, ἅτινα μὲ ἐδίδαξεν ἡ σημερινὴ πεῖρα, ἀλλὰ λέγω ὅτι παραδέχομαι τὰ τμήματα μᾶλλον, ὡς ἐκπηγάζοντα ἐκ τῆς ἀρχῆς τῆς ἐλευθερίας· ἐν αὐτοῖς ὑπάρχει πλήρης ἡ ἰσότης, οὐδεὶς εἶναι ἀνώτερος τοῦ ἄλλου. Ποῦ ἠκούσθη ποτε νὰ τεθῇ ἀνωτάτη ἀρχὴ ἐπὶ τῆς Βουλῆς καὶ νὰ δικάσῃ περὶ τῆς ὑπάρξεώς της; Δὲν διαιρεῖ τοῦτο τοὺς βουλευτὰς εἰς ἀνωτέρους καὶ ὑποδεεστέρους; εἰς κριτὰς καὶ δικαζομένους; Ἡ ἀντιπροσωπεία ταπεινοῦται· τοιαύτη πρᾶξις προσβάλλει τὸ ἴδιον αὐτὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔστειλε τοὺς ἀντιπροσώπους του καὶ δύναται νὰ θεωρήσῃ ἑαυτὸ προσβεβλημένον ἀπὸ τοιαύτην διαγωγὴν πρὸς αὐτοὺς καὶ κατὰ τῆς κυριαρχίας του. Ἀποδεικνύει τοιαύτη διαγωγὴ σεβασμὸν εἰς τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ; οὐχὶ, κύριοι, ὅλοι οἱ εἰσαχθέντες ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου βουλευταὶ πρέπει νὰ ἔχουν τὰ αὐτὰ δικαιώματα, οὐδεὶς ἔχει ἀνώτερόν τι δικαίωμα, καὶ δὲν δύνανται τὰ δικαιώματα αὐτὰ νὰ διατηρηθῶσιν ἀκριβῶς δι’ ἐπιτροπῆς δικτατορικῆς, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς τηρήσεως τῶν τμημάτων. Ἡ ἐξέλεγξις πρέπει νὰ ἐνεργῆται μετ’ ἐκείνης τῆς ἀνεξαρτησίας καὶ ἰσότητος, μὲ τὴν ὁποίαν γίνεται ἐν ταῖς εὐρωπαϊκαῖς συνόδοις, ὅταν συνέρχωνται πληρεξούσιοι διαφόρων κυρίαρχων κρατῶν. Ἐγένετο πολὺς λόγος περὶ ἐπεμβάσεων· ἡ ἐθνικὴ συνείδησις γνωρίζει τὶς ψεύδεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ τὶς λέγει τὴν ἀλήθειαν. Ὅσον καὶ ἂν προσπαθοῦν διὰ δολίων ἀποσιωπήσεων καὶ ἀρνήσεων νὰ καλύψουν τὰ ἐγκλήματά των τινὲς, τὸ ἔθνος γνωρίζει κάλλιστα τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ὁ μακαρίτης Ὄθων προσεπάθει νὰ καλυφθῇ, ἀλλὰ δὲν ἐκαλύφθη. Ἡ ἐπέμβασις τοῦ σημερινοῦ ὑπουργείου διὰ πάντων τῶν κυβερνητικῶν μέσων ἐγένετο παντοῦ ἀσυστόλως, ἀφθόνως, ἄνευ ὅρου, ἐγένοντο πᾶσαι αἱ δυναταὶ παραχωρήσεις πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν ὑποψηφίων ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως· (θόρυβος).
§123ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. (ἀριστερῶν)· ψεῦδος.
§124ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κατηγόρησαν τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν ὅτι ἀνεμίχθη· δὲν γνωρίζω τοῦτο· ἠξεύρω ὅτι εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐπαρχίαν, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ὁ στρατὸς ἐτήρησε παραδειγματικὴν νόμιμον διαγωγὴν, δὲν ἀπεμακρύνθη τοῦ στρατῶνος (ψιθυρισμοί). Ἂν ὁ στρατὸς ἐπεμβῆκεν εἰς κανὲν ἕτερον μέρος, εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν, ὁ κ. Μεταξᾶς καὶ ὁ κ. Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς ὀφείλουν νὰ φέρωσι τὰς ἀποδείξεις.
§125ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁμολογεῖτε ὅτι ὁ στρατὸς καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα δὲν ἐπεμβῆκεν;
§126Α. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Δὲν ἔφθασεν εἰς γνῶσιν μου τοιοῦτόν τι, καὶ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐλέχθη περὶ τῆς ἐκλογῆς Λεβαδείας δὲν τὸ γνωρίζω. Ἐγὼ γνωρίζω τὶ συνέβη εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου· ἂν ἐγένοντο ἐπεμβάσεις καὶ εἰς ἑτέραν ἐπαρχίαν δὲν τὸ γνωρίζω, οὔτε ἐπείσθην ἄχρι τοῦδε περὶ τοῦ ἐναντίου. Ἐκ τῆς ἐπαρχίας μου κρίνων χρεωστῶ νὰ νομίζω ὅτι οὐδαμοῦ ἀνεμίχθη ὁ στρατὸς εἰς τὰς ἐκλογάς. Δὲν ἔχω καμμίαν ἀφορμὴν νὰ περιποιηθῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, πρὸ 8 ἐτῶν μάλιστα μὲ τὸν Σπύρο Μίλιον διεκόψαμεν τὰς σχέσεις. Ἂν εἴς τινα μέρη ἐγένοντο παρεκτροπαὶ τοῦ στρατοῦ, δύνανται ν’ ἀποδοθοῦν εἰς τὸν χαρακτῆρα τῶν προσώπων, ἅτινα ἦσαν ἐπιφορτισμένα τὴν ἐκτέλεσιν τῶν διαταγῶν, ἔμαθον μάλιστα ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν ἐξέδοτο ἐγκύκλιον πρὸς ὅλας τὰς μοιραρχίας καὶ ὑπομοιραρχίας ὅπως ὁ στρατὸς μὴ ἐπεμβῇ ποσῶς κατὰ τὴν διάρκειαν τῶν ἐκλογῶν εἰς αὐτάς.
§127Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§128ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὸ μέρος τοῦτο εἴμεθα σύμφωνοι πληρέστατα.
§129ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα ποτὲ δὲν ἐφηρμόσθη; ποῖος ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον παραβιάζεται καὶ τὸ ἄρθρον περὶ διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν; καὶ τέλος πάντων διατί αὐτὸς ὁ τόπος ἀγωνίζεται, καταβάλλει μεγάλας θυσίας καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν του, ἤτοι τὴν πολιτικήν του ἀποκατάστασιν; Αὐτὸ, λέγω ὅτι ὀφείλεται εἰς τὰ ἤθη μας, ὅταν τὰ ἤθη μας δὲν ἦναι σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, δὲν ἀξίζουν τότε οἱ νόμοι. Εἶπεν ὁ Κικέρων «qumd leges rim moribus«. Τὰ αὐτὰ συνέβαινον καὶ εἰς τὴν Ῥώμην· ὁ ἄνθρωπος παντοῦ εἶναι ὁ αὐτὸς, μόνον ὡς ἐκ τοῦ κλίματος καὶ ἑτέρων τινῶν περιστάσεων δύναται νὰ παραλάσσῃ ὀλίγον, ἀλλ’ ἡ φύσις του εἶναι παντοῦ καὶ πάντοτε ἡ αὐτή. Εἶναι μεγάλη ἡ ἐπιῤῥοὴ τῶν ἠθῶν ἐπὶ τῆς νομοθεσίας· ἐνόσῳ ἡμεῖς ἔχομεν αὐτὰ τὰ ἤθη, νὰ θέλωμεν τοὺς νόμους διὰ τοὺς ἄλλους καὶ ἡμεῖς διὰ τὸν ἑαυτόν μας νὰ τοὺς παραβιάζωμεν, οὐδέποτε βεβαίως θὰ ἔχωμεν νομοθεσίαν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐφαρμοζομένην εἰς τον τόπον· λέγω δὲ περὶ νομοθεσίας ἐν γένει καὶ ἰδίως περὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἱστορία τῶν 25 ἐτῶν. Τὰ ἤθη μας μᾶς παροτρύνουν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ θάῤῥος ν’ ἀπατῶμεν τοὺς ἄλλους καὶ νὰ κρύπτωμεν τὰς πράξεις μας, νὰ μὴ ἔρχηται εἰς τὸ πρόσωπόν μας ἐκεῖνο τὸ ἐρύθημα νὰ συστελλώμεθα ὀλίγον, ἀλλὰ μένομεν ψυχροὶ ὡς τὸ μάρμαρον, ἀδυσώπητοι ὡς ἡ ἰδέα ἐνώπιον πάσης ἀληθοῦς κατηγορίας. Λέγομεν μόνον λέξεις ἵνα κερδίσωμεν προσωρινὸν θρίαμβον ὅτι κατεβάλομεν τοὺς ἐναντίους μας. Ἄνευ νόμων, κύριοι, τηρουμένων καὶ σεβαζομένων δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ οὔτε φιλοπατρία. Αὕτη εἶναι ἡ ἀπόῤῥοια τοῦ σεβασμοῦ τῶν νόμων. Ὅταν οἱ Ἀθηναῖοι μετηνάστευσαν εἰς τὴν Σαλαμῖνα καὶ τὴν Αἴγιναν παρῄτησαν τοὺς λίθους καὶ τὴν γῆν τῶν Ἀθηνῶν. Εἶχον τότε τὴν ἰσοπολιτείαν, τὰ δικαιώματα τῆς ἐλευθερίας, τὰ ὁποῖα παρεῖχεν αὐτοῖς τὸ πολίτευμά των, ἤθελον νὰ σώσωσι τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ ὁμοῦ νὰ σώσωσι τὰ ἤθη καὶ τὴν θρησκείαν των. Ἡ θρησκεία εἰς ἐκείνους τοὺς χρόνους εἶχε μεγαλειτέραν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῶν ἠθῶν παρ’ ὅτι ἔχει σήμερον. Τὴν αὐτὴν ἐπιῤῥοὴν εἶχεν ἡ θρησκεία κατ’ ἀρχὰς τῆς ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, καὶ συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς τὴν πρόοδον καὶ ἐπιτυχίαν της. Ἀπέκρουσαν λοιπὸν οἱ Ἀθηναῖοι τοὺς βαρβάρους, καὶ ἔστησαν τὰ λαμπρὰ ἐκεῖνα τρόπαια τῆς Σαλαμῖνος, τῆς Μυκάλης, τῶν Πλαταιῶν, ἀλλ’ ὅταν οἱ Βάνδαλοι εἰσεῖλθον ἐντὸς τοῦ Ῥωμαϊκοῦ κράτους, οἱ δυστυχεῖς αὐτοὶ κάτοικοι μὴ ἔχοντες μηδὲν νὰ σώσωσι, διότι οὐδεὶς νόμος ἐξησφάλιζε τὴν ἰδιοκτησίαν, τὴν τιμὴν, τὴν προσωπικὴν των ἀσφάλειαν, οὐδεὶς παρεῖχεν αὐτοῖς πολιτικὰ δικαιώματα, ἐδέχθησαν τοὺς Βανδάλους ὡς ἐλευθερωτὰς καὶ σωτῆρας. Θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἄνευ νόμων, καὶ νόμων ἐκτελουμένων παρὰ πάντων καὶ σεβομένων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ πατριωτισμὸς, διότι ὁ πατριωτισμὸς δὲν εἶναι ἀγάπη τῶν λίθων καὶ τοῦ χώματος, τῶν ὀρέων καὶ τῆς θαλάσσης, εἶναι κἄτι τι εἰδικώτερον καὶ ὑψηλότερον. Ἀγαπᾷ τις τὸν τόπον ἐν ᾧ ἐγεννήθη καὶ ἀνετράφη καὶ ὑπερασπίζεται αὐτὸν, διότι βλέπει ὅτι ἄλλως μέλλει νὰ στερηθῇ πολλῶν ἀγαθῶν· ὅταν ὅμως δὲν ἔχῃ ἐν τῷ τόπῳ νὰ ἐνθυμηθῇ τι ἢ ὀδύνας καὶ παραβιάσεις τῶν δικαιωμάτων του, ἀδικήματα γενικὰ καὶ μερικὰ, τότε ὁ πατριωτισμὸς ἐλαττοῦται, συστέλλεται καὶ ἐκλείπει. Οἱ αὐτοὶ Ἀθηναῖοι, ὅταν διεφθάρησαν οἱ νόμοι των καὶ ἀπώλεσαν τὰ καλὰ ἐκεῖνα ἤθη, ὑπετάγησαν εἰς τοὺς Μακεδόνας καὶ μετὰ ταῦτα εἰς τοὺς Ῥωμαίους· δὲν ἦτον ὁ ἴδιος λαός; Ὁ ἴδιος ἦτον ἀλλὰ δὲν ὑπῆρχε πλέον ἡ αὐτὴ πατρὶς καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἀφοῦ ἀπώλεσαν οἱ νόμοι τὴν ἰσχύν των. Τότε τὶ εἶχον νὰ σώσουν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἔνθα ἀσυστόλως παρεβιάζοντο οἱ νόμοι; Ἡ ἐπιῤῥοὴ τῶν ἠθῶν ἐπὶ τῆς νομοθεσίας εἶναι μεγίστη. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι οἱ φίλοι τοῦ Σωκράτους τὸν παρεκίνουν νὰ δραπετεύσῃ ἐκ τῆς φυλακῆς εἰς τὴν Θεσσαλίαν, ὅπου τοῦ εἶχον ἑτοιμάσει πόρον ζωῆς· αὐτὸς ἐπροτίμησε νὰ πίῃ τὸ κώνειον μᾶλλον, ἢ νὰ παραβιάσῃ τοὺς νόμους τῆς πατρίδος του· κανὲν ἄλλο αἴσθημα δὲν παρεκίνησε τὸν Σωκράτην εἰς τὴν θυσίαν τοῦ ἑαυτοῦ του παρὰ τὸ αἴσθημα τοῦ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους. Τότε ἴσχυον οἱ νόμοι εἰς τὰς Ἀθήνας, ἀδιάφορον ἂν κατεδίκασαν τὸν Σωκράτην. Αἱ ἰδέαι αἱ θρησκευτικαὶ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς δὲν ἐπέτρεπον καινοτομίας θρησκευτικάς· ἠμπορεῖ νὰ κατεδικάσθη ἀδίκως ὁ Σωκράτης, ἂν ἐσυκοφαντήθη, ἂν οἱ μάρτυρες δὲν κατέθεσαν τὴν ἀλήθειαν, ὁ νόμος ὅμως ἐνήργησε δικαίως. Εἴδατε τὸ θρησκευτικὸν αἴσθημα εἰς τοὺς μεταγενεστέρους χρόνους ὁποῖα φρικώδη ἀποτελέσματα ἐπήνεγκε. Δὲν εἶχεν ἀκόμη διαφθαρῆ ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἄρχεται ἡ διαφθορά του. Πρέπει λοιπὸν νὰ διορθωθῶσι τὰ ἤθη μας νὰ θελήσωμεν νὰ ἔχωμεν Σύνταγμα καὶ νόμους νὰ τὰ σεβώμεθα, καὶ τότε νὰ προοδεύσωμεν ἐν εὐνομίᾳ, ὡς λέγετε, πρέπει νὰ παραιτήσωμεν τὰς ἐπεμβάσεις ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, διότι ἐπεμβάσεις εἰς οὐδὲν μέρος τοῦ κόσμου γίνονται, ἀκόμη καὶ εἰς αὐτὸ τὸ Μεξικὸν ὅπου νόμος εἶναι τὸ δίκαιον τοῦ ἰσχυροῦ ἀμφιβάλλω ἂν γίνονται. Κύριοι, ἠξεύρετε πόθεν γνωρίζουν εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἐκέρδησεν ἢ ἔχασεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, διότι βέβαια τοῦτο ἀναγινώσκετε πολλὰ συνεχῶς εἰς τὰς ἐφημερίδας. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν οἱ ἄνθρωποι ἔχουν γνωστὰς ἀρχὰς καὶ εἶναι δι’ αὐτῶν γνωστοὶ οἱ ἴδιοι ἐὰν ᾖναι ἐκ τῶν ἐχόντων κοινοβουλευτικὸν βίον, δὲν ἔχουσι ἀνάγκην νὰ εἴπωσι ποῖοι εἶναι εἰς τοὺς ἐκλογεῖς των, ἐὰν δὲ προσέρχωνται πρώτην φορὰν εἰς ἐκλογικὸν ἀγῶνα, τότε εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ κάμωσιν ὁμολογίαν πίστεως πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς. Παρουσιάζεται, κύριοι, ὁ εἷς ὑποψήφιος καὶ ὁ ἄλλος καὶ ἐκθέτουν τὸ φρόνημά των, ὡς πρὸς τὰ ὑπάρχοντα ζητήματα καὶ ὡς πρὸς τὴν κυβέρνησιν. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σήμερον καὶ εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὸ Βέλγιον, μετὰ τὸ πέρας τῶν ἐκλογῶν γνωρίζουν τὸ ἀποτέλεσμα, διότι φθάνουν οἱ κατάλογοι τῶν διαφόρων ἐκλεχθέντων, οὓς γνωρίζουσιν ἐκ τῶν προτέρων, διότι ἐξέφρασαν τὰς πολιτικὰς ἀρχάς των. Στοχασθῆτε ὅτι καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ κόμμα τῶν δημοκρατῶν ἐπὶ 50 ἔτη ἀντιπροσωπεύεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ὁ Ταρνιὲρ–Παγὲ ἀδιακόπως ἐκλέγεται. Ἂν ἤθελεν ἐπεμβῇ ἡ κυβέρνησις τῆς Γαλλίας, καταλαμβάνετε πολὺ καλὰ, ὅτι ἠδύνατο νὰ τὸν ἀποκλείσῃ, ἀλλ’ αἱ κυβερνήσεις ἐκεῖ δὲν θέλουν ν’ ἀποκλείσουν κανένα· διότι ὅταν ἀντιπροσωπεύονται εἰς μίαν Βουλὴν, εἰς ἕνα νομοθετικὸν σῶμα ἅπασαι αἱ ἰδέαι καὶ πάντων τὰ συμφέροντα, τότε ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἀσφάλεια διὰ τὴν κυβέρνησιν, τὸ ἔθνος γίνεται κριτὴς τῶν ἰδεῶν ἑκάστου καὶ ἂν ἔχῃ δίκαιον τὸ λαμβάνει, ἂν ἔχῃ ἄδικον μυκτηρίζεται, ἐνῷ ὅταν ἀποκλεισθῇ τις παρανόμως, βιαίως τῆς χρήσεως τῶν δικαιωμάτων του, ἀγανακτεῖ, γίνεται ἐχθρὸς τῆς καθεστηκυίας τάξεως, διότι καὶ ἡ τοιαύτη τάξις ἐχθρικῶς φέρεται πρὸς αὐτὸν καὶ προσπαθεῖ διὰ παντὸς μυστικοῦ τρόπου νὰ τὸν ἀνατρέψῃ. Ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ἔχουν συμφέρον νὰ μὴν ἐμποδίζωσι καμμίαν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν ν’ ἀντιπροσωπεύεται ἐντὸς τῶν νομοθετικῶν σωμάτων. Ἐνθυμοῦμαι, κύριοι, κατὰ τὸ 1841 μίαν ἀξιομνημόνευτον περίστασιν. Κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ὁ διάδοχος τῆς οἰκογενείας τῶν Βουρβώνων, ὁ ἐξόριστος Ἑῤῥῖκος Δʹ, ὁ πρὸ ὀλίγου ἐλθὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἶχε φθάσει εἰς τὸ Λονδῖνον. Εἶχε δὲ τότε συγκαλεσθῆ καὶ ἡ Βουλὴ τῆς Γαλλίας. Τοῦτο συνέβαινεν ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου. Οἱ νομιμόφρονες τότε, ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ὁποίων ὁ Μπερχὲ, ἔσπευσαν εἰς τὸ Λονδῖνον νὰ τὸν προσκυνήσωσιν ὡς Βασιλέα τῆς Γαλλίας ἐνῷ ἦσαν Βουλευταί, τοῦτο ἐπροξένησεν ἀλγεινὴν ἐντύπωσιν εἰς ὅλην τὴν Γαλλίαν καὶ ἀπορίαν εἰς τὴν Εὐρώπην· εὑρέθησαν λοιπὸν εἰς κακὴν θέσιν καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔθεσε παράγραφον λέγουσαν. «Ἡ Βουλὴ στιγματίζει τὴν διαγωγὴν ἐκείνων, οἵτινες παρεγνώρισαν τὰ καθήκοντα πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν ὅρκον των πρὸς τὸ καθεστὼς κ. τ. λ.» Ἦλθεν ἡ ὑπόθεσις εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἔγινε μεγάλη καὶ ῥαγδαία συζήτησις, ἡ Βουλὴ ἐδέχθη νὰ μετριάσῃ τὴν λέξιν, καὶ ἀντὶ τοῦ στιγματίζει ἔθεσεν ἀποδοκιμάζει. Ἐπολέμησαν οἱ νομιμόφρονες τὴν ὅλην ἰδέαν, ἐζήτησαν τὴν ἀπάλειψιν, ἔγεινε ψηφοφορία, αὐτοὶ ἦσαν ὀλίγοι 20 ἕως 30 καὶ ἀπέτυχον. Ἀμέσως ἔδοσαν τὴν παραίτησίν των καὶ ὑπεβλήθησαν εἰς νέας ἐκλογάς. Στοχασθεῖτε ὁποῖον μέγα πρᾶγμα. Παρετηρήσατε ὅτι ἐπροσκάλεσαν τὴν κυβέρνησιν ἐνώπιον τοῦ δημοσίου πνεύματος, τοῦ ἔθνους. Ἠθέλησαν ν’ ἀποδείξουν ὅτι δὲν ἀπεμακρύνθησαν ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τῶν ἐντολέων των· τί συνέβη; ἐξελέχθησαν ὅλοι αὐτοί· ἐὰν ἦναι δυνατὸν νὰ γίνωνται αὐτὰ τὰ πράγματα ἅτινα ἐγίνοντο καὶ παρ’ ἡμῖν, βεβαίως οἱ οὕτω προκαλέσαντες τὴν κυβέρνησιν ἤθελον ἀποκλεισθῆ καὶ ἀποτύχει· ἦτον δυνατὸν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἐκλεχθοῦν, ἐὰν ἐβιάζοντο αἱ ἐκλογαὶ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως;
§130ΤΙΝΕΣ. Τοὺς ἔβγαλαν.
§131Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἐρωτήσω κἄτι τί; Ἤκουσα ὅλας τὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας εἴπατε περὶ ἐπεμβάσεων ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἄλλοτε καὶ τώρα ὡμιλήσατε δύω ὥρας καὶ ἐν τούτοις δὲν ἀναφέρατε ἓν παράδειγμα διὰ νὰ φανῇ ὅτι ἔγιναν καὶ τώρα ἐπεμβάσεις.
§132ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα γενικῶς, ὑπάρχει ἡ κοινὴ συνείδησις, ὅλον τοῦ ἔθνους γνωρίζει τὰ γινόμενα· ἐγὼ ἔκαμα μίαν ἔκκλησιν εἰς τοῦ ἔθνους τὴν συνείδησιν.
§133Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καὶ ἐγὼ κάμνω μίαν ἔκκλησιν εἰς τὴν ἰδικήν σου συνείδησιν.
§134ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔρχομαι εἰς μίαν παράγραφον, εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχει ἐπίσης τὸ σκοτεινὸν, τὸ γριφῶδες, τὸ ἀσαφὲς ἐπὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία ἐξήγησις ἐδόθη καὶ περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς λόγος ἐγένετο· ἴσως ἐγὼ δὲν ἐνόησα ἢ ἐνόησα κακῶς τὴν παράγραφον αὐτὴν, ὡς περιέχουσαν ἰδέας, τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ πρὸς τὸ ἴδιόν της συμφέρον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς τιμῆς της καὶ τῶν θεσμῶν. Τί λέγει ἡ παράγραφος αὕτη «Βασιλεῦ, ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἀναγνωρίζει, ὡς ἡ κοινὴ συνείδησις (καὶ πάντες ἀναφέρονται εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν) τὸ καίριον τῶν περιστάσεων (τοῦτο πάλιν οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ) καὶ τὸ δυσχερὲς τῆς ἐπανορθώσεως πολλῶν ἐκ τῶν κακῶς κειμένων». Πραγματεύεται περὶ μεγάλου τῳόντι καὶ δυσχεροῦς ἔργου, ἀλλὰ χωρὶς νὰ ὁρίζῃ εἰς τί αὐτὸ συνίσταται, ἀλλ’ ἀφίνει τὴν φαντασίαν νὰ περιπλανᾶται ὅπου θέλει, διότι πρόκειται περὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον σαφῶς οἱ ὑπουργοὶ δὲν δύνανται νὰ ἐκφρασθοῦν· δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος καὶ περὶ κοινοῦ νόμου, διότι περὶ κοινῶν πραγμάτων δὲν ἤθελε συνταχθῆ ἡ παράγραφος, οὔτε ἤθελε τηρηθῆ τόση μυστικότης· ἡ ἐπανόρθωσις τῶν κακῶν κειμένων εἶναι ἔκφρασις ὕποπτος δίδουσα μεγίστας ὑπονοίας διὰ τὸ λίαν ἀόριστον καὶ ἀσαφὲς αὐτῆς καὶ διὰ τὴν ἐπίμονον σιωπὴν τῶν ὑπουργῶν εἰς τὸ νὰ μὴ δώσωσι τὴν ἔννοιάν της· ὑποπτεύομαι ὅτι ὑπάρχει εἰς αὐτὴν ὑπαινιγμὸς κατὰ τοῦ Συντάγματος καὶ δὲν ἀρύομαι τὴν πεποίθησιν ἐκ μόνων τῶν λέξεων τῆς παραγράφου, τὴν ἀρύομαι ἐκ πολλῶν δεδομένων, τὰ ὁποῖα εἶχον καὶ ἔχω· εἶναι πολλοὶ φρονοῦντες ὅτι τὸ Σύνταγμα ὅπως ὑπάρχει συντεταγμένον γίνεται τὸ πρόσκομμα εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, εἰς τὸν εὐδαίμονα βίον τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ εἶναι αὕτη ἰδέα ἐσφαλμένη, ἐπίβουλος, ψευδής· διότι τὸ Σύνταγμα οὐδέποτε ἐφηρμόσθη εἰς τὴν Ἑλλάδα μέχρι τῆς ὥρας ταύτης, ἐὰν ἐφηρμόζετο, ὅπως ἔπρεπε, πόσον ὀλίγοι ἐξ ἡμῶν ἤθελον ἔλθει ἐδὼ! Λοιπὸν διατί νὰ τεθῶσιν αὐταὶ αἱ ἀόριστοι κατηγορίαι, εὐλόγως δυνάμεναι ν’ ἀποδοθῶσιν εἰς τὸ ἑλληνικὸν Σύνταγμα; ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐκφράζουν τοιαύτας ἰδέας δὲν εἶναι φίλοι εἰλικρινεῖς τῆς Βασιλείας, ἀλλ’ εἶναι εἰλικρινεῖς φίλοι ὅσοι μὲ πᾶσαν θυσίαν καὶ μὲ θρησκευτικὸν σέβας ζητοῦν τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ Συντάγματος. Ἔπρεπε νὰ δοθῶσι προηγουμένως ὑπὸ τῶν κ. κ. ὑπουργῶν διασαφήσεις πρὸς τὴν Βουλὴν πρὶν αὕτη ψηφίσῃ ταύτην τὴν παράγραφον, ἵνα μὴ ψηφίσῃ πράγματα τὰ ὁποῖα δὲν ἐννοεῖ, πράγματα τὰ ὁποῖα οἱ ὑπουργοὶ φανερὰ δὲν δύνανται νὰ εἴπωσι. Παρατηρῶ ὅτι, ἐπειδὴ οἱ ὑπουργοὶ προσκαλοῦνται νὰ ἐκφράσωσι τὸ φρόνημά των ὡς πρὸς τὸ Σύνταγμα, πρέπει εἷς ὑπουργὸς νὰ λάβῃ τὸν λόγον καὶ ν’ ἀπαντήσῃ, ἄλλως, κύριοι βουλευταί, θὰ ἦσθε ὑπὸ τὸ βάρος μιᾶς μεγάλης εὐθύνης ἐὰν ψηφίσητε ἀόριστον πρότασιν, δυναμένην νὰ ἔχῃ ἔννοιαν τινα κατὰ τοῦ Συντάγματος, δυνάμει τοῦ ὁποίου συνήλθομεν ἐνταῦθα. Ποῖα ἐπαναλαμβάνω δύνανται νὰ ᾖναι τὰ κακῶς κείμενα, κ. κ. ὑπουργοί, δὲν μᾶς τὰ λέγετε ὑμεῖς διὰ τῆς ἐκφράσεώς σας ταύτης; δὲν δυνάμεθα νὰ ἐννοήσωμεν ἄλλο παρὰ τὸ Σύνταγμα. Διὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον ἀρκετὰ ὡμίλησεν ὁ κ. Ἀθανάσιος Πετιμεζᾶς βουλευτὴς Καλαβρύτων καὶ πρὸ αὐτοῦ ὁ ἔντιμος Κ. Ζαΐμης, ὥστε ἀπαλλάττομαι τῆς ἀνάγκης καὶ δὲν κάμνω τόσον λόγον, θέλω μόνον προσθέσει ὀλίγας παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Κρητικοῦ ζητήματος. Πρῶτον, κύριοι, παρατηρῶ ὅτι τόσον ὁ βασιλικὸς λόγος καθὼς καὶ ἡ ἀπάντησις δὲν ἐτόλμησαν νὰ ἐκτιμήσουν τὸ ὄνομα τῆς Κρήτης, ἀλλὰ εἶπον «Ἀδελφικὸν λαὸν πάσχοντα» τὸν Κρητικὸν λαόν. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι εἶναι προτιμητέα ἡ φράσις τῆς ἀπαντήσεως τῆς μειονοψηφίας, ἡ ὁποία ὀνομάζει τὸν πάσχοντα λαὸν μὲ τὸ ὄνομά του. Πότε ὁμιλεῖ τις περιφραστικῶς; ὅταν ἔχει λόγον νὰ μὴ εἴπῃ ἀπ’ εὐθείας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον βιάζεται νὰ ὀνομάσῃ. Προκειμένου περὶ τοῦ ἡρωϊκοῦ λαοῦ τῆς Κρήτης, περὶ τῆς μεγάλης αὐτοῦ ἱστορίας, περὶ τῶν συμβαινόντων ἐκεῖ πρὸ 2 ἐτῶν, εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Εὐρώπην, νομίζω, ὅτι τὸ ὄνομα τῆς ἡρωΐδος νήσου ἔπρεπε φανερὰ νὰ τεθῇ καὶ εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ εἰς τὴν ἀπάντησιν, καὶ οὐχὶ τοιουτοτρόπως ὥστε μετά τινα χρόνον ἢ ἐὰν ξένος λάβῃ τὸ ἔγγραφον αὐτό, νὰ μὴν ἠξεύρῃ περὶ τίνος λαοῦ πρόκειται. Δὲν ἀφαιρῶ ἀπὸ κανένα τὸν πατριωτισμὸν καὶ δὲν θέλω κανενὸς τῶν ἑλλήνων νὰ προσβάλω κατὰ τοῦτο τὴν ὑπόληψιν, ἀλλ’ ὅμως οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἠθέλησαν νὰ εἴπωσι μηδὲν περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος· ὡμίλησαν μὲ τρόπον σκοτεινὸν καὶ ἀόριστον, ἐπεφυλάχθησαν βραδύτερον νὰ ἴδωμεν τὰς πράξεις καὶ τὰ κατορθώματά των ἵνα τοὺς θαυμάσωμεν. Μ’ ὅλον τοῦτο λυποῦμαι, ἐὰν προλαμβάνων ἐκφράζομαι κατ’ αὐτῶν, ὅτι πρὸ τῆς ἐποχῆς των ἐγίνετο μέγας λόγος εἰς τὴν Εὐρώπην, εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ καθ’ ὅλον τὸν κόσμον. Πέντε δυνάμεις ὁμοῦ, ἡγουμένης τῆς Γαλλίας, ἐστενοχώρουν τὴν Πύλην ν’ ἀποστείλῃ διεθνῆ ἐπιτροπὴν εἰς Κρήτην διὰ νὰ ἐξετάσῃ τὰ παράπονα τῶν χριστιανῶν, ὁ δὲ λόρδος Στάνλεϋ ἔλεγεν εἰς τὸν πρέσβυν τῆς Γαλλίας ἐν Λονδίνῳ, ὅτι ἔγραψεν ἰδιαιτέρως πρὸς τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν τῆς Ἀγγλίας νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασιν ἰδιαιτέρως· ἡ δὲ Ἀγγλία ἠξεύρομεν ὅτι κατεγίνετο ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐπιτύχῃ φιλικῶς ἡγεμονείαν αὐτόνομον τῆς Κρήτης ὑπὸ χριστιανὸν ἡγεμόνα. Ὅλα ταῦτα πρὸ ἓξ μηνῶν ἔπαυσαν καὶ οὐδεὶς γίνεται πλέον περὶ Κρήτης λόγος ἐν Εὐρώπῃ, οὐδεμία ὑπάρχει ἐλπίς. Δὲν λέγω ὅτι πταίουν οἱ σημερινοὶ ὑπουργοί, ἐὰν πρότερον δὲν ἴδω τὰς πράξεις των, ὅταν κατατεθῇ ἡ ἀλληλογραφία τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ἐξ ἧς δύναταί τις νὰ ἴδῃ ὅλας τὰς ἐνεργείας· δύναμαι ἀπὸ τοῦδε νὰ εἴπω τοῦτο πρὸς αὐτοὺς ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπταίσατε, ὑπήρξατε ὅμως ἀτυχεῖς νὰ σβύσῃ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης εἰς τὴν Εὐρώπην ἐπὶ τῆς ἐποχῆς σας καὶ νὰ γεννηθῇ ἡ ἀπελπισία. Ἐγὼ, κύριοι, εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἦσαν ἀπ’ ἀρχῆς ἐναντίοι εἰς τὴν ἐπανάστασιν τῆς Κρήτης, θεωρῶν τὴν ἐποχὴν ἀκατάλληλον, ἀλλὰ ἐκεῖ ὅπου τὰ πράγματα ἔφθασαν, νομίζω ὅτι ἐξαρτᾶται ἡ ὑπόληψις τοῦ τόπου τούτου ἐνώπιον τῆς Εὐρώπης καὶ ἡ εὐθύνη αὐτοῦ ἐνώπιον τῶν ἀνατολικῶν λαῶν ἐκ τοῦ εἴδους τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος, εἶναι καίριον τὸ ζήτημα αὐτὸ πρὸς τὴν Ἑλλάδα, διότι συνδέεται οὐσιωδῶς μὲ τὴν παροῦσαν ἡσυχίαν της καὶ μὲ τὸ μέλλον της. Ἢ ἔπρεπεν ἐξ ἀρχῆς νὰ ἐμποδίσωσιν οἱ τότε ἐν τοῖς πράγματι τὴν ἐπανάστασιν ἢ ἔπρεπε νὰ μὴ πράξωσιν ὅ,τι ἔπραξαν, νὰ μὴ γίνωσιν οὔτε αἱ θυσίαι ὅσαι ἔγιναν, ἢ πρέπει νὰ θεωρηθῇ πολὺ σπουδαία ἡ εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἔχουν πάντες οἱ ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῶν ὁποίων ἤθελε πέσει ἡ ἐπανάστασις τῆς Κρήτης, ματαιωμένων τῶν ἐθνικῶν πόθων. Ἐγὼ ἤθελα τοὺς ἐρωτήσει νὰ μοὶ εἴπωσι τί ἔπραξαν εἰς τὸ διάστημα τοῦτο τῶν 6 μηνῶν διὰ νὰ ἐνισχύσωσι τὸν Κρητικὸν ἀγῶνα; (θόρυβος)· ποῦ εἶναι οἱ ἐθελονταὶ τοὺς ὁποίους ἔστειλαν; ποῦ εἶναι τὰ ἄφθονα μέσα; Ἀφοῦ ἐνταῦθα ἦλθον τὰ γυναικόπαιδα τῶν Κρητῶν, ὑπῆρχεν εὐκαιρία νὰ ὀργανισθῇ τι σπουδαιότερον εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον, νὰ συστηθῶσιν ἀποθῆκαι, στρατόπεδα κλπ. Δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνακαλέσητε τοὺς ἐθελοντάς, ἔπρεπε νὰ στείλετε καὶ ἄλλους. Ἡ πρόφασις ὅτι οἱ Κρῆτες δὲν ἔχουν ἀνάγκην ἐθελοντῶν, ἀλλ’ ἠμποροῦν μόνοι των νὰ μάχωνται, ἡ πρόφασις, λέγω, αὕτη εἶναι ἀτυχὴς, διότι καὶ ἡ Ἑλλὰς εὑρισκομένη ἐπὶ τοῦ μεγάλου ἀγῶνος της, ὑπὸ πολλῶν ἐκ διαφόρων χωρῶν ὁμογενῶν καὶ ξένων ἐλάμβανε συνδρομὰς καὶ θάῤῥος, διότι εἰς τὸν ὑπὲρ τῶν ὅλων μαχόμενον ἡ παρουσία τοῦ ξένου εἶναι παρηγορία καὶ θάῤῥος. Δὲν ἔχω διδόμενα πραγματικὰ, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω πῶς ὑπάρχει κακὴ φήμη καθ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης κινδυνεύει τὸν ἔσχατον τῶν κινδύνων, ἐκπνέει· λέγω ταῦτα ὄχι διὰ νὰ κατηγορήσω τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, ἀλλὰ διὰ νὰ τοὺς παρακινήσω νὰ καταβάλουν περισσοτέραν προσοχὴν εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ μεγαλειτέρας προσπαθείας· νομίζω ὅτι ὡς πρὸς τοῦτο ἐκφράζω ὄχι ἰδικόν μου αἴσθημα, ἀλλὰ αἴσθημα γενικόν.
§135ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ ἔχομεν ὅλοι.
§136Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν μᾶς λέγετε ποῦ νὰ σχηματίσωμεν τὰ στρατόπεδα, διότι αὐτὴ ἡ ἰδέα εἶναι ζωηρά.
§137ΤΙΝΕΣ. Ἐν Ἀδάμαις.
§138ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, δὲν ἔχω τίποτε περισσότερον νὰ εἴπω ἀπὸ αὐτὰ τὰ ὁποῖα ὑπέβαλον εἰς τὴν σκέψιν σας. Ἀφοῦ μὲ ἐπιέσατε καὶ μὲ ὑποχρεώσατε νὰ λάβω τὸν λόγον, εἰ καὶ τῆς ὥρας παρελθούσης, εἰ καὶ κεκμηκὼς ὤφειλον νὰ ὁμιλήσω ὅσον ἠδυνήθην κατ’ ἔκτασιν καθ’ ὅσον εἶχον καθήκοντα νὰ ἐκπληρώσω· πολὺ δὲ πιθανὸν μετ’ ὀλίγας ἡμέρας νὰ ἀναχωρήσω, καὶ ἐὰν πρόκηται νὰ κλείσῃ ταχέως ἡ σύνοδος δὲν ἤθελον δυνηθῆ νὰ σᾶς ὁμιλήσω ἐντὸς αὐτῆς, ὅπερ δὲν ἐπεθύμουν νὰ συμβῇ· ἀφοῦ λοιπὸν μὲ ἐπιβάλατε αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν εἶμαι συγγνωστὸς καὶ ἐγὼ ἐὰν σᾶς ἐκούρασα ὀλίγον περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἐνομίζετε.
§139ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§140ΕΤΕΡΟΙ. Ἀπόψε.
§141ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, εἴπατε ποῖος ἔχει τὸν λόγον.
§142ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἔθεσα πρότερον τῆς ἀναβολῆς ἐτελείωσε, ἐναυάγησε δηλ. ἀνεβάλαμεν πιστεύοντες ὅτι νὰ καθήσωμεν ἀκόμη μίαν ἢ δύω ὥρας τὸ πολύ. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἠμποροῦμεν ἤδη νὰ ἀναβάλωμεν τὰς ἐργασίας.
§143ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§144ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Τότε ὁμιλῶ.
§145ΔΑΓΡΕΣ. Φρονῶ ὅτι οἱ ἐπισπεύδοντες δὲν ἔχουν συμφέρον. Κύριε πρόεδρε, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς καὶ τόσα ἄλλα τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν (θόρυβος).
§146ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Τὰ πτηνὰ, κύριοι, διαιροῦνται εἰς δύω τάξεις (ἱλαρότης) εἶναι τὰ πτηνὰ τὰ ὁποῖα ἐργάζονται τὴν ἡμέραν, εἶναι τὰ πτηνὰ τὰ ὁποῖα ἐργάζονται τὴν νύκτα καθὼς αἱ κουκουβάγιαι· (ἱλαρότης) ἑπομένως ἐπειδὴ ἔχω τὴν ἀτυχίαν, καθό σεβόμενος ὁπωσδήποτε τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, νὰ παίζω τώρα τὸν ῥόλον τῆς κουκουβάγιας, καὶ νὰ ὁμιλήσω τὴν νύκτα (ἱλαρότης) θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀκούσητε μὲ ὑπομονήν· Καὶ πρῶτον θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι διαίρεσις τῶν ἐξουσιῶν εἶναι νὰ μὴ πηγαίνουν οἱ βουλευταὶ καὶ τὸν ἐνοχλοῦν εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§147ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶπεν αὐτὸ ὁ κ. ὑπουργός.
§148ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Νομίζω πῶς αὐτὸ εἶπεν ὁ κ. ὑπουργός· πάρτε τὰ στενογραφήματα νὰ ἰδῆτε, εἶναι τελειομένα. Δεύτερον θὰ ὁμιλήσω κατὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν καὶ θὰ ἀποδείξω ὅτι ἐπεμβῆκεν εἰς τὰς ἐκλογάς. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, κύριοι, τὸ ἐθεώρησεν ὑπὸ μίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα, εἶπεν ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ εἰς τὴν διοίκησιν, ἀλλὰ νομίζω ὅτι ἡ διοίκησις ἐπεμβῆκεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ διὰ νὰ ὑπάρξῃ ἀληθὴς σεβασμὸς, πρέπει νὰ δώσῃ τὸ παράδειγμα ἡ διοίκησις. Περιττὸν κρίνω νὰ σᾶς ἐπασχολῶ περισσότερον καὶ νὰ σᾶς φέρω παραδείγματα, ὅτι ἡ διοίκησις ἐπάνω κάτω ὄχι εἰς τὴν .... (θόρυβος). Περιττὸν νὰ σᾶς ἀναφέρω τὴν ἐκλογὴν τοῦ κυρίου Γιαννάκη Μαυρομηχάλη τοῦ καλλίστου αὐτοῦ νέου. Ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασιν τῶν 54 ψήφων ἀποφασισάντων ὅτι εἶναι ἀνήλιξ καὶ 51 οἱ ὁποῖοι ἀποφάσισαν τὸ ἐναντίον, ἀπεπέμφθη ἐκ τῆς Βουλῆς. Τώρα δὲ ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, κύριοι, παρεξήγησε τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος (ψιθυρισμοὶ) ἔπειτα, κύριοι, εἶναι νύκτα καὶ τῆς νύκτας τὰ καμώματα τὰ βλέπει ἡ ἡμέρα καὶ γελάει. Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, κύριοι, παρέβη ἢ μᾶλλον παρεξήγησε ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἄδειαν τῶν 5½ μηνῶν διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς· ἐξέδωκε μίαν ἐγκύκλιον διὰ τῆς ὁποίας εἶπεν, καὶ τὴν ὁποίαν μοὶ ἐκοινοποίησε ἡ ὑπομοιραρχία εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὅτι ὅσοι τῶν στρατιωτῶν ἔλαβον 5½ μηνῶν ἄδειαν καὶ ἀποτύχουν, αὐτοὶ ὠφείλουν νὰ κάμουν τὴν ἄδειαν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἔλαβον. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸ παρελθὸν ἐπίεσε τὸν στρατὸν καὶ δὶς ὁ στρατὸς ἀπέδειξε τὴν ἀπαρέσκειάν του, ἀπέδειξεν ὅτι πιέζεται· τὰ ἴδια μᾶς ἤρχησαν καὶ σήμερον. Ἡ ἐγκύκλιος αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὀνομάσω στρατοκτόνον, διότι εἰς ἕνα ὁ ὁποῖος ἔλαβεν αὐτὴν τὴν ἄδειαν καὶ ὅστις λαμβάνει 97 δραχμὰς κατὰ μῆνα καὶ ἔχει οἰκογένειαν καὶ αὐτὸς εὑρίσκεται εἰς τὸ Γύθειον καὶ ἡ οἰκογένειά του ἐδὼ, τὶ θὰ στείλλῃ εἰς τὴν οἰκογένειάν του καὶ τὶ θὰ φάγῃ εἰς τὸ Γύθειον αὐτός; (θόρυβος)
§149ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ...............
§150ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Εἰς τὸν στρατὸν ἐδόθη ἓν ἐξαιρετικὸν δικαίωμα, ἐὰν ἤσουν πληρεξούσιος θὰ σοῦ ἔλεγε ὅτι κακὰ ἔκαμες νὰ τοῦ τὸ δώσῃς.
§151ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅστις στρατιωτικὸς γυρεύει ἄδειαν ἠξεύρει τὰς συνεπείας.
§152ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Φαντασθῆτε λοιπὸν, κύριοι, τὸν λοχαγὸν Στεφανάκον (θόρυβος) θέλετε, κύριοι, νὰ καταβῶ κάτω;
§153ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι εἰδικὸν διὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, δύνασθε δι’ ἐπερωτήσεως νὰ τὸ φέρετε.
§154ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἐπειδὴ, κύριοι, πάντοτε διακόπτεται τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἔρχομαι νὰ σᾶς περιγράψω τὴν σχολὴν τῶν ἐπιτηδίων εἰς τὸ παρελθὸν· ὅταν κύριοι, ὁ μακαρίτης Ὄθων ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἔμαθε τὴν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, περιεκυκλώθη καὶ ἀπὸ Ἕλληνας καλοὺς, καὶ ἀπὸ Ἕλληνας τῆς σχολῆς τῶν ἐπιτηδείων· ὅταν ἔκαμε τὴν πρώτην περίοδόν του μετέβη καὶ εἰς τὸν νομὸν τῆς Μαντινείας.
§155ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Θὰ συζητήσητε ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ βασιλικοῦ λόγου;
§156ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Μάλιστα, θὰ καταντήσω νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸν Ἰησουϊτισμὸν, τὸν ὁποῖον ἀνέπτυξαν εἰς τὰς ἐκλογάς· ἀκούσατέ τον, διότι πραγματικῶς εἶναι περίεργον· (θόρυβος). Λοιπὸν, κύριοι, ἐπειδὴ δὲ θέλετε ἀποδείξεις ἐπεμβῆκε καὶ ἐπεμβῆκε παρὰ πολὺ ἡ κυβέρνησις.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄλλος ποῖος εἶναι;
§158ΣΑΡΑΒΑΣ. Κ. πρόεδρε, ἀφήσατε τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον.
§159ΔΑΓΡΕΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ὁμιλήσωμεν, καὶ θέλομεν νὰ εἴπωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αἰσθανόμεθα.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Δαγρές.
§161ΔΑΓΡΕΣ. Μοὶ φαίνεται καλλήτερα νὰ μὴ καταντήσῃ ἡ συζήτησίς μας γελοία, ὅπως κατήντησεν.
§162ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀνακαλέσῃ, δὲν εἶναι γελοία ἡ συζήτησις.
§163ΕΤΕΡΟΙ. Κ. πρόεδρε, ἀναγνώσατε τὸν κατάλογον τῶν ἐγγραφέντων.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Στάϊκος.
§165ΣΤΑΪΚΟΣ. Παραιτοῦμαι.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παππαγεωργίου.
§167ΠΑΠΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐγὼ δὲν ἔχω τίποτε.
§168ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ψηφοφορίαν.
§169ΔΟΣΙΟΣ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις.
§170ΤΙΝΕΣ. Εἴμεθα· ψηφοφορία.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πῶς θέλει ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ, κατὰ παράγραφον ἢ τὸ ὅλον; Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τῆς πρὸς τὸν βασιλικὸν Λόγον ἀπαντήσεως.
§172ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, συμβουλευθῆτε, παρακαλῶ, τὸν κανονισμόν· πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ κατὰ παράγραφον.
§173ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτοῦ ἀρχίσῃ ἡ ἀνάγνωσις, ἐζήτησα τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη ἐπὶ τοῦ ὅλου.
§174ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀφοῦ ὑπάρχει ἔνστασις, πρὸ πάντων ἐναντίον τῆς τελευταίας παραγράφου, ἐκ μέρους τοῦ Κ. Ζαΐμη καὶ ἐμοῦ, πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ κατὰ παράγραφον.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὸ, κατὰ παράγραφον, ἀφοῦ γίνεται ἀντίῤῥησις.
§176ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ σχέδιον κατὰ παράγραφον, καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστου παραγράφου μέχρι τῆς 7 παραγράφου, ὡς ἕπεται. Βασιλεῦ! Ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων μετ’ ἀγαλλιάσεως εἶδεν ἐν τῷ μέσῳ αὑτῆς τὴν Υ. Μ. Ἐχέγγυον μονιμότητος τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, τῆς διηνεκοῦς ταύτης εὐχῆς τοῦ ἔθνους, ὁ εὐτυχὴς γάμος τῆς Υ. Μ. μετὰ Πριγκιπέσσης τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος, ἐνέπλησε χαρᾶς τὰς καρδίας ὅλων τῶν Ἑλλήνων. Τὰ κατὰ τὴν ὑποδοχὴν τῆς σεπτῆς καὶ φιλολάου ἡμῶν Ἀνάσσης δηλωθέντα πανταχοῦ τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῶν Βασιλέων αὑτοῦ αἰσθήματα, ἔσονται τὸ κάλλιστον τῶν μνημονευμάτων τῆς παρούσης καὶ ἐπερχομένης γενεᾶς. Ἡ Υ. Μ. ἐποίησε συνετὴν χρῆσιν τοῦ Βασιλικοῦ Αὑτῆς δικαιώματος, ζητήσασα διὰ τῆς ἀνανεώσεως τῆς ἐκλογῆς τὴν γνώμην τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῶν ἀφορώντων τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου καὶ τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν ὁ δὲ ἑλληνικὸς λαὸς, πιστὸς πάντοτε εἰς τὸν Βασιλέα του καὶ τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ἐδείχθη καὶ κατὰ τὰς τελευταίας βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἄξιος αὑτοῦ, διακριθεὶς ἐπὶ φιλονομίᾳ καὶ ἀξιοθαυμάστῳ εὐταξίᾳ. Χαίρομεν, Βασιλεῦ, πληροφορούμενοι, ὅτι αἱ μετὰ τῶν ξένων Δυνάμεων σχέσεις τῆς Υ. Μ. διατελοῦσι πάντοτε φιλικαί. Δικαίως φρονεῖ ἡ Υ. Μ, ὅτι καὶ τὰ παρόντα συμφέροντα καὶ αἱ ἐνδεχόμεναι μεγαλείτεραι ἐθνικαὶ ἀνάγκαι ὑπαγορεύουσιν εἰς ἡμᾶς ἐξ ἴσου τὴν ἐπὶ τὸ βέλτιον διαῤῥύθμισιν τῶν ἡμετέρων πραγμάτων. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι πεπεισμένος ὅτι, ἄνευ εὐνομίας οὐδεμία πρόοδος, οὐδεμία ἐπιτυχὴς καὶ σπουδαία προπαρασκευή. Ὁργῶν δὲ πρὸς τὸ αἴσιον μέλλον, τὸ προωρισμένον ὑπὸ τῆς Θείας Προνοίας εἰς τὴν φίλην ἡμῶν πατρίδα, εὑρίσκει εἰς τοὺς πάντοτε ἀκμάζοντας ἐθνικοὺς αὑτοῦ πόθους νέαν ἀφορμὴν προσκολλήσεως εἰς τὴν τήρησιν τῶν νόμων καὶ τῆς τάξεως. Τὴν γενομένην περίθαλψιν εἰς πάσχοντα ἀδελφὸν λαὸν ἡ Βουλὴ θεωρεῖ ὡς ὀφειλὴν ἱερὰν καὶ ἀπαραίτητον, καίτοι ἀναγνωρίζουσα τὴν ἐκ διαφόρων αἰτίων προελθοῦσαν οἰκονομικὴν δυσχέρειαν καὶ τὴν διαταραχθεῖσαν μεταξὺ τῶν πόρων καὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους ἰσοῤῥοπίαν. Ἀκολουθοῦσα δὲ τὴν πατρικὴν συμβουλὴν τῆς Υ. Μ. θέλει συμπράξει προθύμως μετὰ τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς εἰς τὴν τόσον ἐπιθυμητὴν βελτίωσιν τῶν οἰκονομικῶν ἡμῶν πραγμάτων διά τε συνετῶν οἰκονομιῶν καὶ διὰ τῆς ἐπικλήσεως τῆς πίστεως· εὔχεται δὲ ἵνα ταχέως ἐγκαινισθῇ ἔν τε τῷ κράτει καὶ τῇ κοινωνίᾳ νέος οἰκονομικὸς βίος, ζωογονουμένων τῶν παραγωγικῶν ἡμῶν δυνάμεων καὶ διὰ τῆς ἀναπτύξεως αὐτῶν ποριζομένων τῶν πρὸς περαιτέρω ἀνάπτυξιν μέσων.
§177ΖΑΛΩΝΗΣ. Κ. πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον. Κύριοι, παραδέχομαι πληρέστατα τὸ σχέδιον τῆς συμπολιτεύσεως, νομίζω ὅμως, ὅτι εἶναι καθῆκον τῆς Βουλῆς νὰ ἐκφράσῃ ἁπλῶς μίαν ἁπλὴν εὐχὴν, ὅπως οἱ πόθοι τοῦ Κρητικοῦ λαοῦ ἐκπληρωθῶσιν.
§178ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. βουλευτοῦ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοὶ) ἀπεῤῥίφθη.
§179ΖΑΛΩΝΗΣ. Πῶς, κ. πρόεδρε, ἀφοῦ ἐσηκώθη τὸ ὑπουργεῖον; παρεδέχθη ἡ πρότασίς μου, ἐρωτήσατε ἐκ νέου. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία. «Τὴν γενομένην περίθαλψιν εἰς πάσχοντα ἀδελφὸν λαὸν ἡ Βουλὴ, ἥτις εὔχεται, ὅπως ἐκπληρωθῶσιν οἱ πόθοι αὐτῶν, θεωρεῖ ὡς ὀφειλὴν κτλ.»
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παράγραφον μὲ τὴν τροπολογίαν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί). Παρεδέχθη.
§181ΤΙΝΕΣ. Ὄχι παρεδέχθη τὸ σχέδιον. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑκάστης παραγράφου ψηφοφορίας καὶ τὸ ἐπίλοιπον μέρος τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, ὡς ἕπεται. Ἡ Βουλὴ ἐκτιμῶσα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ ἐπιψήφισις τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν ἐνιαυσίου κυρώσεως χρηζόντων φορολογικῶν νόμων καθυστέρησε, θέλει συντελέσει διὰ συντόνου ἐνεργείας εἰς τὴν ταχεῖαν τακτοποίησιν τοῦ οὐσιώδους τούτου κλάδου τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας ἐντὸς τῆς κανονικῆς συνταγματικῆς ὁδοῦ. Ἐπίσης θέλει ἐπιστήσει πρόθυμον προσοχὴν καὶ εἰς ὅσα ἄλλα νομοσχέδια, σκοπὸν ἔχοντα τὴν βελτίωσιν διαφόρων κλάδων τῆς ὑπηρεσίας, θέλουσι προσαχθῆ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον αὐτῆς. Βασιλεῦ, ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἀναγνωρίζει, ὡς ἡ κοινὴ συνείδησις, τὸ καίριον τῶν περιστάσεων καὶ τὸ δυσχερὲς τῆς ἐπανορθώσεως πολλῶν ἐκ τῶν κακῶς κειμένων, ἀλλὰ πορίζεται χρηστοὺς οἰωνοὺς ἐκ τοῦ δηλωθέντος μεγάλου συντηρητικοῦ φρονήματος ἐν τῇ γνώμῃ τοῦ ἔθνους. Τὸ ἔθνος, Βασιλεῦ, ἀπέδειξεν, ὅτι οὐδεμία πλαγία εἰσήγησις δύναται νὰ τὸ ἀποπλανήσῃ τῆς εὐθείας ὁδοῦ. Συσφιγγόμενον περὶ τὸν ἡγεμόνα του, ἀφοσιούμενον εἰς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ἐν οἷς εὑρίσκει τὴν συμμαχίαν τῆς ἐλευθερίας μετὰ τῆς τάξεως, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων ἵσταται ἀκράδαντος, ὡς ἱερὸν παλλάδιον, ὁ μέγας θεσμὸς τῆς Βασιλείας, ἐναποθέτει μετὰ πίστεως τὰς ἐλπίδας αὑτοῦ εἰς τὴν Θείαν Πρόνοιαν, τὴν μηδέποτε ἐγκαταλιποῦσαν τὴν Ἑλλάδα. Περιφρουροίη ὁ Θεὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βασίλισσαν καὶ τηροίη αὐτοὺς ὑπὸ τὴν σκέπην του.
§182ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἡμερησία διάταξις τῆς αὔριον εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐπιτροπῶν καὶ ἡ κλήρωσις τῆς μεγάλης πρεσβείας. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 10 παρὰ ¼ μ. μ.