1868.07.01
1.808 στίχοι · 15.426 λέξεις · 132 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 31
Τῆς 1 Ἰουλίου 1868.
Δευτέρα
(Ὥρα 2 μ. μ.)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐδέχθη τὴν παραίτησιν, ἀλλ’ ἐγένετο ἀναβολή.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα (διορθοῦνται τὰ πρακτικά). Λοιπὸν ἐγκρίνονται. Ὁ βουλευτὴς Νάξου κ. Ἰω. Προβελέγιος ζητεῖ 30θήμερον ἀπουσίας ἄδειαν· εἰς τὴν Βουλὴν ἐναπόκειται νὰ ἀποφασίσῃ ἂν ἐγκρίνῃ ἢ οὔ.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τῷ δοθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ὁρκίσωμεν τὸν κ. Καραλίβανον.
§7ΤΙΝΕΣ. Νὰ τελειώσωμεν τὴν ἐκλογήν.
§8ΑΒΕΡΩΦ. Διὰ μιᾶς.
§9ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ψηφοφορία, καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν δυνάμεθα....
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ γίνῃ οὐδεμία ψηφοφορία.
§11ΤΙΝΕΣ. Ἂς ὁρκισθῇ.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖόν σας, κύριοι, μετὰ τὴν παραλαβὴν τῶν καθηκόντων του, ὡς πρῶτον μέλημα ἐθεώρησε τὴν τακτοποίησιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ γραφείου, ἀνωτέρων, καὶ κατωτέρων καὶ τῶν κλητήρων. Τὸ προεδρεῖον εἰργάσθη καθ’ ὅλας τὰς ἡμέρας τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος· ἐπροσπάθησε νὰ θεραπεύσῃ τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα πολλοὶ τῶν κ. βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπὶ μακρὸν ὡμίλησαν, ὅτι δὲν λαμβάνουν ἐγκαίρως μεταφρασμένα τὰ στενογραφήματα καὶ εἰς τὸ καθαρὸν τὰ γεγραμμένα. Τοῦτο βεβαίως ἐλύπησε πολὺ τὸ προεδρεῖον, καθ’ ὅσον δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας ταύτας τῶν κ. βουλευτῶν, διὰ τὸν λόγον μόνον ὅτι σεβόμενον τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ τὸ προεδρεῖον καὶ μὴ δυνάμενον νὰ προβῇ κατὰ τὴν ἰδέαν του, διότι τὸ ἄρθρον 48 τοῦ κανονισμοῦ ὁρίζει μόνον τὸν ἀριθμὸν 4 γραφέων, ἐπροσκαλέσαμεν τοὺς στενογράφους καὶ τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους καὶ παρ’ αὐτῶν ἐπληροφορήθημεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν 4 μόνον γραφέων δὲν εἶναι ἐπαρκής. Προσέτι ἕτεροι τῶν κ. κ. βουλευτῶν παρεπονέθησαν ὅτι δὲν εἰδοποιοῦνται ἐγκαίρως καὶ εὑρίσκονται εἰς παντελῆ ἄγνοιαν περὶ ὅλων τῶν διατάξεων καὶ εἰδοποιήσεων, καὶ πολλάκις ἀπουσιάζουν καὶ παραπονοῦνται ὅτι τὸ προεδρεῖον δὲν λαμβάνει τὴν πρόνοιαν νὰ εἰδοποιῇ ἐγκαίρως τοὺς κ. κ. βουλευτὰς νὰ μεταβαίνουν εἰς τὰ καθήκοντά των· καὶ εἰς τοῦτο παρετηρήσαμεν ὅτι ὁ ἀριθμὸς τὸν ὁποῖον ὁ κανονισμὸς διαλαμβάνει τῶν 15 κλητήρων, εἶναι ὅλως ἀνεπαρκής. Καὶ καθ’ ὅσον ἀφορᾶ τὸ δεύτερον εἴχαμεν 12 ἐπιτροπὰς εἰς ἑκάστην τῶν ὁποίων ὑπάγεται εἷς κλητὴρ, ὅστις νὰ γνωρίζῃ τὰ πρόσωπα τὰ ἀπαρτίζοντα τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὰς κατοικίας αὐτῶν, καὶ εἰς πᾶσαν περίπτωσιν νὰ εἰδοποιοῦν τοὺς ἀπουσιάζοντας κ. κ. βουλευτὰς διὰ νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς συνεδριάσεις τῆς οἰκείας ἐπιτροπῆς. Ἔχομεν δεύτερον τὰ θεωρεῖα, τὰ ὁποῖα, ὡς βλέπετε, ἀπαιτοῦν ὄχι ὀλιγωτέρους τῶν 8 κλητήρων. Ἔχομεν τὸν περίβολον τοῦ βουλευτηρίου ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἀπαιτοῦνται ἐπίσης ὄχι ἐλάσσονες τῶν 8 κλητήρων διὰ νὰ δύνανται νὰ περιποιῶνται τοὺς κ. κ. βουλευτάς. Εἷς ἕτερος ἀναγκαιοῖ διὰ τὸ ἀναγνωστήριον καὶ εἷς διὰ τὸ συνδιαλεκτήριον. Τοὐτέστιν εἶναι ἀπόλυτος ἀνάγκη, ἂν νομίζῃ ὀρθὰς αὐτὰς τὰς σκέψεις τοῦ προεδρείου, νὰ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαυξηνθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν κλητήρων εἰς τὸν ἀριθμὸν τῶν 30, ὁ δὲ τῶν γραφέων εἰς τὸν ἀριθμὸν 10 καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δύναται τὸ προεδρεῖον νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς κ. κ. βουλευτὰς ὅτι μήτε τὸ πρῶτον παράπονον θέλει ὑπάρξει πλέον, μήτε τὸ δεύτερον. Θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ περὶ τούτων ἂν τὰ ἐγκρίνῃ καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§13ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Αὐτὸ θὰ τὸ συζητήσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Βουλῆς.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ἔχομεν ἀνάγκην ἕως ὅτου συζητηθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ σχηματισθῇ ἡ ἐπιτροπή· ὅταν ἀπὸ τοῦδε ἡ Βουλὴ ἀποφασίζῃ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ αὐτὰ θὰ ληφθοῦν ὑπ’ ὄψιν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἐὰν ἐγκρίνῃ ν’ ἀποφανθῇ.
§15ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἰμποροῦμεν νὰ ἐγκρίνωμεν ἀπὸ τοῦδε· ὅπως προηγουμένως τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς ἐπὶ μίαν τριετίαν ἐξηκολούθησεν, ὅταν εἶχεν αὐτὸν τὸν κανονισμὸν, ἂς ἐξακολουθήσῃ μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν θὰ ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς Βουλῆς. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀποφανθῶμεν ἀμέσως καὶ νὰ ἐκδώσωμεν ἀπόφασιν χωρὶς νὰ ἴδωμεν τὰς ἀνάγκας τῆς Βουλῆς.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φρονῶ ὅτι τὰς ἀνάγκας τῆς Βουλῆς μὲ πολλὴν λεπτομέρειαν τὰς παρέστησα.
§17ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ περὶ τροπολογίας ὅταν πρόκηται ἔπρεπε νὰ φέρετε μίαν πρότασιν, ἥτις νὰ τυπωθῇ.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι αὐτὴ καὶ δὲν χρειάζεται οὔτε τύπωσιν, οὔτε διανομὴν, οὔτε μεγάλην σκέψιν, τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον, ὑπάρχουν πολλοὶ βουλευταὶ, ὡς σᾶς εἶπον καὶ ἰδίως σεῖς, οἱ ὁποῖοι συκώνεσθε καὶ ὁμιλεῖτε, οἱ ὁποῖοι κ. βουλευταὶ ὁμολογοῦν ὅτι ἡ ἔλλειψις τῶν κλητήρων ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ παραπονῶνται.
§19ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ μάθῃ ἡ Βουλὴ πόσους γραφεῖς καὶ πόσους κλητῆρας εἶχεν ἡ παρελθοῦσα Βουλὴ, καὶ πόσους διώρισε τὸ προσωρινὸν προεδρεῖον τῆς παρούσης συνόδου διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν ἐν γνώσει, ἐὰν μὲν ἐπαρκῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν 15 κλητήρων νὰ τοὺς ἀφήσωμεν, ἄλλως νὰ τοὺς αὐξήσωμεν εἰς τὸν ἀριθμὸν, τὸν ὁποῖον λέγετε.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι δὲν ἐπαρκεῖ σᾶς τὸ εἶπον καθαρά· 15 ἔχει ἕως τώρα ὁ κανονισμός.
§21ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ παροῦσα Βουλὴ πόσους εἶχεν ἕως τώρα;
§22ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀφήσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα διὰ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Αὐτὸ εἶναι οἰκογενειακὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον κατόπιν λύεται.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ πρώτη τοῦ μηνὸς σήμερον, καὶ ἀπὸ σήμερον πρέπει νὰ κανονισθοῦν.
§24ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναβληθῇ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ ν’ ἀναβληθῇ.
§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§27ΖΕΡΒΑΣ. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἐρχόμεθα εἰς ἓν ἀποτέλεσμα.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρχόμεθα εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀνδανίας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης.
§29ΜΕΤΑΞΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν. Κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἀγνοεῖτε βεβαίως τὴν στυγερὰν δολοφονίαν τοῦ λαοφιλοῦς καὶ μεγαλεπηβόλου ἡγεμόνος τῆς Σερβίας Μιχαὴλ. Καθὼς γνωρίζετε ἅπασαι αἱ κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης, καθὼς καὶ ἡ Δανικὴ Βουλὴ, διὰ λόγου ἐντόνου καὶ γράμματος συλλυπητηρίου ἐξέφρασαν τὴν λύπην των πρὸς τὸν λαὸν τῆς Σερβίας ἐπὶ τῇ δολοφονίᾳ ταύτῃ. Ἐρωτῶ τὸ ὑπουργεῖον ἂν συνελυπήθη τὴν κυβέρνησιν τῆς Σερβίας ἐπὶ τῇ δολοφονίᾳ ταύτῃ. Ἂν δὲν ἔκαμε τοῦτο, νομίζω ὅτι παρέλειψε σπουδαῖον καθῆκον καὶ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Ἑλλήνων, ὅπως ἐπισήμως διὰ γράμματος συλλυπητηρίου ἐκφράσῃ τὴν λύπην της πρὸς τὸν λαὸν τῆς Σερβίας διὰ τὴν ἀπώλειαν τοῦ λαοφιλοῦς τούτου ἡγεμόνος, πρὸς τὸν λαὸν τοῦτον μὲ τὸν ὁποῖον μᾶς συνδέουσι τὰ αὐτὰ αἰσθήματα καὶ οἱ αὐτοὶ πόθοι.
§30ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἐὰν, κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἀπήντησε, πιστεύω, ὅτι ἐπερίμενε νὰ ἐκλεχθῇ ὁ νέος ἡγεμὼν καὶ ἀκολούθως συγχρόνως μὲ τὴν ἀντικατάστασιν νὰ συλλυπηθῇ διὰ τὸ προηγούμενον συμβάν. Δὲν ἠδύνατο δὲ τὸ ὑπουργεῖον νὰ γράψῃ χωρὶς νὰ ἠξεύρῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται ἐκεῖ τὰ πράγματα· τὰ πράγματα μετὰ τοιαῦτα θλιβερὰ συμβάντα εἶναι ἄνω κάτω εἰς ἕνα τόπον· λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον, ἂν μέχρι τοῦδε δὲν ἀπήντησε, πολὺ καλὰ ἔκαμε.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Ἀνδανίας.
§32ΜΕΤΑΞΑΣ. Πρέπει ν’ ἀπαντήσῃ, κύριε πρόεδρε, εἷς τῶν κυρίων ὑπουργῶν· αὐτὸ εἶναι τὸ λογικόν.
§33Π. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Κύριοι, ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν ἐγένετο γνωστὴ ἐν Ἀθήναις ἡ στυγερὰ αὕτη πρᾶξις κατὰ τοῦ ἡγεμόνος τῆς Σερβίας, τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν προεκάλεσε τὸν ἐν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν, διότι, ὡς γνωρίζετε, δὲν ἔχομεν εἰς Βελιγράδιον ἀντιπρόσωπον, νὰ ἐκφράσῃ πρὸς τὸν ἐκεῖ ἀντιπρόσωπον τῆς Σερβίας τὴν λύπην, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθη ἡ κυβέρνησις ἐπὶ τῷ ἀκούσματι τούτῳ. Ἐπιφυλάττεται δὲ κατόπιν ἡ κυβέρνησις νὰ πράξῃ ὅ,τι γίνεται εἰς ὁμοίας περιστάσεις.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα λοιπὸν εἰς τὴν ἐκλογὴν Ἀνδανίας. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§36ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχει μάλιστα· ἔχω ἀντίῤῥησιν ἐγώ. Τὰ πρακτικὰ νὰ ἔλθουν, κύριε πρόεδρε. Κύριοι βουλευταὶ, θὰ ζητήσω τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀνδανίας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, οὐχὶ διὰ κανένα ἄλλον λόγον, παρὰ μόνον καὶ μόνον, διότι ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἐνηργήθη ἐκτὸς τοῦ νόμου. Οὐσιαστικῶς, κύριοι, ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς δὲν ἠδύνατο νὰ ᾖναι ἄλλο, διότι οὕτω προετοιμάσθησαν τὰ πράγματα, ἀλλ’ εἰς τὸν δῆμον Ἀνδανίας ἐκλογὴ δὲν ἐνηργήθη, ὅσοι δὲν γνωρίζουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν, μίαν ἡμέραν θέλουν ἰδεῖ τὰ ἀποτελέσματα μιᾶς ἐκνόμου ἐνεργείας μιᾶς ἐκλογῆς, θραυόμενα ἐπὶ τῆς κεφαλῆς των. Ἡ ἐκλογὴ, κύριοι, τοῦ δήμου Ἀνδανίας προεκηρύχθη, ὅτι ἄρχεται κατὰ τὴν 16 τοῦ χθὲς λήξαντος μηνός· 16 εἴχομεν τὴν προπαρελθοῦσαν κυριακήν. Ἐννοεῖται, ὅτι κατὰ τὸν νόμον ἡ διάρκεια τῆς ψηφοφορίας ἔπρεπε νὰ ᾖναι τετραήμερος, ὡς καὶ εἶναι. Λοιπὸν ἡ ψηφοφορία ἔληξε τὴν 19 τοῦ λήξαντος. Τὴν 21 ἐγένετο ἡ ἀνακήρυξις ἡ ἀπαιτουμένη ἀπὸ τὸ ἄρθρ. 58 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν ὁ ἐκλογικὸς νόμος λέγει, ὅτι ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως τὰ πρακτικὰ μένουν ἐκτεθειμένα, διότι ναὶ μὲν λέγει τὸ προτεινόμενον ἄρθρον, ὅτι ἀμέσως ἀποστέλλονται εἰς τὸ ὑπουργεῖον παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ τὸ ἑπόμενον ἄρθρον ὁρίζει ῥητῶς, ὅτι πέντε ἡμέρας μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ ἀποτελέσματος, δύναται πᾶς τις νὰ δώσῃ ἔνστασιν κατὰ τῆς ἐνεργείας πάσης ἐκλογῆς. Ἤρχετο λοιπὸν ἡ ἡμέρα τῶν ἐνστάσεων τὴν 22 καὶ ἐξηκολούθει τὴν 23 τὴν 24 τὴν 25 καὶ 26. Τὴν 26 λοιπὸν τὸ ἑσπέρας ἔληγεν ἡ προθεσμία τῶν ἐνστάσεων κατὰ τῆς ἐκλογῆς. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον λέγω ἐγὼ τὸ ὁμολογοῦν τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, τὸ διατάττει ὁ νόμος, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ εἰσαχθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης, φέρει τὴν ἡμερομηνίαν τῆς 28 Ἰουνίου. Ἐρωτῶ τώρα, πῶς ἦτο δυνατὸν εἰς διάστημα μιᾶς ἡμέρας νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα ἀπὸ τὴν Μεσσηνίαν, νὰ σταλῶσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀπὸ τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ παρουσιασθῇ ἡ ἔκθεσις; Ὅλα ταῦτα ὄχι πλέον τεκμαίρονται, ἀλλὰ ἀποδεικνύουν ἡλίου φαεινότερον τὴν ἔκνομον ἐνέργειαν αὐτῆς τῆς ἐκλογῆς. Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν, κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ἴδωμεν, ἐγένετο ἐκλογὴ εἰς τὸν δῆμον Ἀνδανίας ναὶ ἢ ὄχι; Σᾶς εἶπον, κύριοι, ὅτι ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν τὸ ἀποτέλεσμα δὲν μεταβάλλεται, καὶ σᾶς τὸ εἶπον μὲ τὴν μεγαλειτέραν εἰλικρίνειαν, σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι εἰς τὸν δῆμον Ἀνδανίας ἐκλογὴ νόμιμος δὲν ὑπῆρξε. Σᾶς προέταξα δὲ τὰς προθεσμίας αὐτὰς, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ὁ νόμος, καὶ σᾶς ὑπέδειξα τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, διότι ἐξ αὐτῆς τῆς ἐνεργείας θέλετε πεισθῆ, ὅτι μετεχειρίσθη εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, ὁ γνωστὸς ἐκεῖνος νομάρχης, ὅλα τὰ μέσα πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ σφαγιασθῇ ὁ νόμος παντοιοτρόπως. Κύριοι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὅλαι αἱ ἐπιτροπαὶ, αἱ ἐκδικάζουσαι καὶ αἱ συντάττουσαι τὸν κατάλογον, καθὼς καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἥτις χρησιμεύει πρὸς ἐφόρευσιν τῆς νομίμου ἐνεργείας τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς ψηφοφορίας, ἔχουν μίαν νόμιμον ὕπαρξιν καὶ ζωὴν· ἐκτὸς αὐτῆς τῆς νομίμου ὑπάρξεως καὶ ζωῆς δὲν δύνανται, κύριοι, νὰ ᾖναι ἐπιτροπαὶ, εἶναι ἄτομα καὶ πᾶσα πρᾶξις αὐτῶν εἶναι ἔκνομος. Λοιπὸν αἱ ἐπιτροπαὶ ὅλαι, αἱ διατασσόμεναι καὶ ὁριζόμεναι ἀπὸ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἔχουν τὴν νομικήν των ὕπαρξιν μέχρι τῆς ά. Ἀπριλίου παρελθούσης ταύτης, αἱ παρελθοῦσαι ἐπιτροπαὶ δὲν ἔχουν πλέον νὰ ἀντιπροσωπεύσωσι τίποτε, διότι δὲν ἔχουν νομικὴν ὕπαρξιν καὶ ζωήν, Καὶ ὅμως γνωρίζετε, κύριοι, ποία ὑπῆρξεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὁ ὁποία διεξήγαγε τὴν ἐκλογὴν αὐτήν; Ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ παρελθόντος ἔτους· καὶ διατί τοῦτο; διότι, καθ’ ἃ ἐῤῥέθησαν καὶ τοῦτο δύναται νὰ ᾖναι πιστευτὸν, ἐὰν ἐξετάσωμεν λογικῶς καὶ αὐστηρῶς τὰ πράγματα, διότι καθ’ ἃ ἐλέχθησαν, φόβος ὑπῆρχε μήπως εἰς τὴν νέαν κλήρωσιν ὁ κ. νομάρχης δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ μέλη εἰς τὴν νέαν ἐπιτροπὴν, τὰ ὁποῖα νὰ ᾖναι εὐπειθῆ εἰς τὰς διαταγάς του. Διὰ τοῦτο, κύριοι, μολονότι παρῆλθεν ὅλος ὁ Ἰούνιος καὶ εὑρισκόμεθα εἰς τὸν Ἰούλιον, οὐδεμία ἐγένετο ἐπιτροπὴ οὔτε ἀναθεώρησις εἰς τὸν παρελθόντα κατάλογον καὶ ὁ βουλευτικὸς κατάλογος δὲν φέρει τὸν νόμιμον τύπον. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, ὅτι σεῖς χθὲς ἠκυρώσατε μίαν ἐκλογὴν, τῆς ὁποίας τὸ ἀποτέλεσμα ὑπὲρ τῶν ἐπιτυχόντων ἦτο κατὰ 4000 ψήφους, καὶ τὴν ἠκυρώσατε, διότι εἴπατε ὅτι δὲν ὑπάρχουν νομίμως κατηρτισμένοι οἱ βουλευτικοὶ κατάλογοι. Ἐπεθύμουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ἴδω, νὰ πληροφορηθῶ ἀπὸ τὴν ψῆφόν σας ἂν θὰ ἦσθε συνεπεῖς μὲ τὴν ἀπόφασίν σας τὴν προχθεσινήν. Ἀλλ’ ὑπάρχει, κύριοι, τοὐλάχιστον κατάλογος σύμφωνος μὲ τοὺς ὅρους τῆς ἐπιστήμης, τοὺς ὁποίους ἀνέγραψεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ καθιέρωσεν ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐκλογῆς κ. Παραμιθιώτης διὰ τῆς νομολογίας τῆς πλειονοψηφίας; Ὄχι· διότι ὁ βουλευτικὸς κατάλογος, ὅστις ἐστάλη μαζὶ μὲ τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι παρὰ ἕνας κατάλογος ἐγγεγραμμένος εἰς ἁπλᾶ χαρτιὰ καὶ φέρει μόνον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ δημάρχου, δὲν φέρει δὲ τὴν ὑπογραφὴν τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, καθὼς ἰσχυρίσθη ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου ἐπιστημονικῶς ὑποστηρίξας τὸ ζήτημα καὶ καθὼς μετὰ ταῦτα συνεφώνησεν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μὲ τὴν πρότασιν τὴν ἐπιστημονικὴν τοῦ κ. Παραμυθιώτου καὶ εἰσηγητοῦ. Ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος εἶναι ἐδῶ, κύριοι, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι φέρει μόνον μίαν ὑπογραφὴν τοῦ δημάρχου καὶ δὲν φέρει τοὐλάχιστον οὔτε τὴν ὑπογραφὴν τῶν δύω ἄλλων μελῶν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ ἐκλογικὸς νόμος καὶ τὰς ὁποίας φέρουν οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου, οἵτινες, εἰρήσθω ἐν παρόδῳ, ἠδύναντο νὰ ᾖναι καὶ μονογεγραμμένοι, ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ εἰς τὸ πιστοποιητικὸν τὸ ὁποῖον ἔδωκεν, ἴσως παρέλειψε νὰ κάμῃ καὶ τὴν μνείαν ταύτην, ἐπιστοποίει ὅμως καὶ ἐβεβαίου, ὅτι οἱ κατάλογοι ἐκεῖνοι ἔφερον τὰς ὑπογραφὰς τοῦ τε δημάρχου καὶ τῶν δύω μελῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιτετραμμένα ἀπὸ τὸν νόμον εἰς τὴν σύνταξιν παντὸς ἐκλογικοῦ καταλόγου. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, πρῶτον, ὅτι δὲν ἔχετε τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ 1868, τὸν ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος διὰ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογή· δὲν ἔχετε τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἀπαιτουμένην ἀπὸ τὸν νόμον διὰ νὰ ἐφορεύσῃ εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἀλλ’ ἔχετε 5 ἄτομα, διότι αὐτὰ πλέον δὲν ἔχουν νομικὴν ζωὴν καὶ ὕπαρξιν· δὲν ἔχετε προσέτι, διότι ἡ ἐπιτροπὴ σᾶς λέγει «τούτων οὕτως ἐχόντων καὶ ἀναμφισβητήτου ὄντος, ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς ἐχρησίμευσαν οἱ κατάλογοι τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους, ὅταν δὲν ὑπάρχουν ὁριστικοὶ τοῦ τρ. ἔτους»· δὲν ἠξεύρω ποῦ τὸ εὗρεν ὁ κ. εἰσηγητὴς, ὅτι ἀναμφισβητήτου ὄντος, ὅτι εἰς τὰς ἐκλογὰς χρησιμεύουσιν οἱ παρελθόντες κατάλογοι· ἐπεθύμουν νὰ μὲ πληροφορήσῃ ὁ κ. Θερμογιάννης ὁ εἰσηγητὴς εἰς ποῖον ἄρθρον τοῦ νόμου εὗρεν, ὅτι εἶναι ἀναμφισβήτητον. Κατάλογοι πρέπει νὰ ὑπάρχουν καὶ ἂν δὲν ὑπάρχουν, ὑπάρχουν διατάξεις καὶ εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον καὶ εἰς τὸν ποινικὸν, αἱ ὁποῖαι τιμωροῦν τοὺς παραβάτας. Ἔχετε ἀκόμη, κύριοι, περαιτέρω καὶ τὴν ἀκύρωσιν αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία διὰ τοῦτο δὲν πταίει, δύναμαι νὰ τὸ ὁμολογήσω, καθόσον δὲν ἠξεύρομεν, ἂν ἐστάλησαν ὅλαι αἱ ἐνστάσεις διὰ νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν· ἔπρεπε νὰ βραδύνῃ τὴν ἔκθεσίν της καὶ τὴν εἰσαγωγὴν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι αἱ προθεσμίαι δὲν ἐτηρήθησαν. Ὁ κ. νομάρχης ἰδοὺ τί λέγει. Βλέπετε, ὅτι ἡ ἀνακήρυξις ἔγινε τὴν 21ην. Ἔρχεται ἡ προθεσμία 22, 23, 24, 25 καὶ 26· τὴν 27ην ἤθελε στείλει ὁ νομάρχης τὰ ἔγγραφα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἀφίξεως ἤθελε τὰ στείλει τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, καὶ μετὰ ταῦτα ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ὑπογεγραμμένη τὴν 28ην, τοὐτέστι δὲν ἐπέτρεψεν εἰς τοὺς παραπονουμένους οὔτε τὴν ἔνστασιν νὰ κάμουν ἐντὸς τῆς νομίμου προθεσμίας. Τόσον λοιπὸν ὁ κατάλογος καθὼς καὶ ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ ἦτο παράνομος, ἀλλ’ ἦτο τοὐλάχιστον νόμιμον τὸ συμβούλιον τὸ ἀπαιτούμενον ἀπὸ τὸ ἄρθρ. 58 διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν βουλευτῶν; Ὄχι, ἕνας εἰρηνοδικειακὸς πάρεδρος, ἕνας τρίτος δημαρχικὸς, καὶ τὰ μέλη τῶν παρελθουσῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν συνῆλθον. Τὰ πάντα λοιπὸν, ὡς βλέπετε, εἶναι ἐκτὸς τοῦ νόμου κατὰ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, ἥτις δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐκλογή. Ὁμολογῶ, ὅτι οὐσιαστικῶς τὸ ἀποτέλεσμα πάντοτε ἤθελεν εἶσθαι τὸ αὐτὸ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ἤρξαντο ἀπὸ παρανομίας, ἔπρεπε νὰ τελειώσωσι καὶ μὲ παρανομίας, καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἄνευ τῆς ἐλαχίστης ἀνάγκης ἐτέθησαν ἐκτὸς τοῦ νόμου.
§37ΣΠΗΛΙΟΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οὐδαμῶς ἠπόρησα δι’ ὅσα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶπε κατὰ τῆς ἐκλογῆς Μεσήνης, ὤφειλε νὰ ἐκπληρώσῃ καθῆκον πρὸς τὸν ἀποκλεισθέντα ἄνδρα ἀπὸ τὸν περίβολον τοῦτον, καὶ ἦλθε νὰ δείξῃ ὅτι ἐξεπλήρωσε τὴν ὑπηρεσίαν του. Ἀλλά, κύριοι, ἐπεθύμουν, τὸ λέγω πρὸς γνῶσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς ὁδηγίαν αὐτῆς, ἥτις δὲν γνωρίζει, ἂν αὔριον ἐγὼ ἀποτελέσω μέλος αὐτῆς, ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ νὰ παρέχῃ πεποιθήσεις, διὰ νὰ ἦναι ἰσχυρὰ ἐν τῷ δικαίῳ καὶ κερδίζῃ τὴν κοινὴν γνώμην, πρέπει νὰ ἐκλέγῃ τὰ ζητήματα, ἐφ’ ὧν θὰ κάμῃ στάδιον, καὶ τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ τὰ καταστήσῃ πιστευτά, τοῦτο συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κράτη· ἡ ἀντιπολίτευσις ὅμως ἐνταῦθα ἔρχεται διὰ τῆς ἀμφιβολίας, διὰ τῆς διαστροφῆς τῆς ἀληθείας, ἐκ πνεύματος ἀντιδράσεως νὰ ἀπασχολήσῃ τὰς στιγμὰς τοῦ περιβόλου τούτου ἀπὸ σπουδαῖα ἀντικείμενα, παρουσιάζουσα ζητήματα τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουσιν ἰσχύν. Ἔρχομαι εἰς τὰ καθέκαστα. Πρῶτον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῶν Καλαβρύτων ἔψεξε τὴν ἐκλογὴν, διότι ἐνηργήθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταλόγου τοῦ 1867. Μικρὰν, κύριοι, ἢ ἐλαχίστην γνῶσιν τοῦ διοικητικοῦ δικαίου ἂν εἶχέ τις δὲν ἤθελε θέσει εἰς ἀμφιβολίαν τὸ τοιοῦτον. Ὁ κύριος βουλευτὴς Καλαβρύτων ὅμως δὲν γνωρίζει ἄλλο, παρὰ μόνον καὶ μόνον ὅ,τι ὁ νόμος λέγει. Ἂν, κύριοι, ὁ κατάλογος δὲν ἐπρόφθασε νὰ γίνῃ ἐγκαίρως ὁριστικὸς, πρέπει ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους νὰ μείνῃ ἐκτός; Εἰς ποῖα ἀτοπήματα οὕτω θέλει καταντήσει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ ἀντιπροσωπεύσῃ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπαρχίας; Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῇ τὸν Μάϊον μῆνα καὶ δὲν εἴχατε ὁριστικοὺς καταλόγους, κατὰ τὸν κ. βουλευτὴν πρέπει νὰ προσμένετε. Πρέπει νὰ μείνετε ἐκτὸς, καὶ ἐνῶ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ῥητῶς ὡρισμένον καιρὸν διὰ τὴν συγκάλεσιν τῶν βουλευτῶν, πρέπει νὰ παρουσιασθῇ τὸ Σύνταγμα. Τοιαῦτα εἶπε διὰ νὰ φέρῃ στίγμα εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτήν. Δὲν ἔρχονται αἱ ἀντιπολιτεύσεις, δὲν περιπίπτουν εἰς τὰ ἀτοπήματα ταῦτα, ὁσάκις εἰλικρινῶς ὑπερασπίζονται τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν, ὅτι καὶ ὁ κατάλογος εἶναι ἄκυρος, δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὁ ὁποῖος κατὰ τὴν προηγουμένην συζήτησιν εἶχε πολὺ ὁμιλήσει, ἔπρεπε νὰ ἀναφέρῃ τι κατὰ τοῦ καταλόγου. Ἠθέλησε νὰ ταυτίσῃ τὸν κατάλογον τοῦ 1867 μὲ τὸν κατάλογον τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου. Δὲν ἤμην ἐνταῦθα καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς ἔχουσι τὰ περὶ τῶν καταλόγων τῆς Ζακύνθου, ἐξ ὅσων ὅμως ἤκουσα ὑπάρχει μεγάλη διαφορά. Ἐνταῦθα παρουσιάζεται κατάλογος τοῦ 1867 τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ δὲν ἐπέκρινε κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον. Ἀφοῦ προέβη ἀπὸ συλλογισμοῦ εἰς συλλογισμὸν, προσέθηκεν ὅτι καὶ ἡ ἀνακήρυξις δὲν ἐγένετο νόμιμος, διότι ἕνας πάρεδρος εἰρηνοδικειακὸς ὑπῆρχε, καὶ δὲν ἠξεύρω τί ἄλλο εἶπεν· ὁ κ. βουλευτὴς ἐρωτῶν ἐχθὲς ἐνταῦθα τὸν φίλον του κ. Κουμουνδοῦρον ὅτι δήμαρχος ἐκεῖ δὲν ὑπῆρχε, καὶ ὅτι ὁ πρῶτος δημαρχικὸς πάρεδρος εἶχε ἀναχωρήσει διὰ τὰ ἐδῶ. Τί ἔπρεπε λοιπὸν νὰ πράξωμεν; Νὰ φτιάσωμεν ἕνα πάρεδρον καὶ ἕνα δήμαρχον, ἢ νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογή; Κατέληξεν εἰπὼν, ὅτι κατὰ τὴν ἐκλογὴν δὲν ἐδόθη ὁ ἀπαιτούμενος χρόνος διὰ νὰ γίνωσιν αἱ ἐνστάσεις. Καὶ ἐν τούτοις, κύριοι, τρεῖς ἐνστάσεις ὑπάρχουν, μία πρὸ τῆς ἐκλογῆς καὶ δύω μετὰ, αἱ ὁποῖαι λέγουν ὅσα εἶπε καὶ ὁ κύριος βουλευτὴς, ὅτι ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ ἀναβληθῇ μέχρις ὅτου γίνωσιν ὁριστικοὶ κατάλογοι, ἀλλὰ διατί δὲν ἔγιναν ὁριστικοί; ἐπιτρέψατέ μου νὰ σᾶς ἀναφέρω τοὺς λόγους τοῦ κ. νομάρχου, διότι ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι, ἀφοῦ τὸ σύστημα ἀπέτυχε ἀπὸ τὴν ἐκλογὴν Μεσσήνης, καὶ ἀφοῦ ἐπῆλθεν ἡ ἀκύρωσις τοῦ δήμου, ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ μεταχειρισθῶσι πᾶν μέσον ἵνα φέρωσι τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ νομάρχης· «Κατὰ τὰ μνημονευόμενα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἄρθρα......» Διὰ ταῦτα νομίζω, κύριοι, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐκτεθῇ κανεὶς ἐπὶ μιᾶς τόσον ἐγκύρου ἐκλογῆς.
§38ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τὰ φῶτα καὶ τὰς γνώσεις τοῦ τελευταῖον καταβάντος τοῦ βήματος κυρίου Ἀντωνοπούλου. Δύναται νὰ καθέξῃ τὴν ἕδραν καθηγητοῦ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, ἡ ἀντιπολίτευσις ὅμως ἂς μάθῃ ὅτι δὲν θὰ ἀκούσῃ τὴν διδασκαλίαν του· δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ μάθῃ παρ’ αὐτοῦ ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντά της. Ἂν ὁ κ. Ἀντωνόπουλος θέλῃ νὰ διδάξῃ ποῖα εἶναι τὰ καθήκοντά της, ἂς τὰ διδάξῃ εἰς τὴν συμπολίτευσιν ἂν δέχεται ἡ συμπολίτευσις· ἀπορία ψάλτου βήξ· τῷ λέγω ὅτι οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι εἶναι παράνομοι, σύμφωνα μὲ ὁμολογίαν χθεσινὴν τῆς Βουλῆς, ἐκεῖνος λέγει διατί δὲν ἐφέρατε τὰς ἐνστάσεις σας ὅταν κατηγορήσατε πρῶτον τὴν ἐκλογὴν, τοῦ λέγω ὅτι ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει ὕπαρξιν, δὲν ἔχει ζωὴν νομικὴν, λέγει δὲν ἔχομεν δεύτερον δημαρχικὸν πάρεδρον, ἐνταῦθα, κύριοι, ἐφαρμόζεται τὸ «’γειά σου Γιάννη, κουκιὰ σπέρνω»· ἄλλο λέγω καὶ εἰς ἄλλο ἀπαντᾷ, διότι εἰς τὸ πρᾶγμα δὲν δύναται νὰ ἀπαντήσῃ. Εἶπον ὅτι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀπαιτεῖται μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν πενταήμερος προθεσμία ἵνα δοθῶσιν αἱ ἐνστάσεις, ἐκεῖνος σᾶς εἶπεν ὅτι ἐδόθησαν πρὸ τῆς ἐκλογῆς, εἶναι νομικὴ ἀπάντησις τοῦτο; Ἐνστάσεις ἔχει δικαίωμα πᾶς πολίτης νὰ κάμῃ μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, τῆς τελευταίας ὥρας, τῆς τελευταίας ἡμέρας, τῆς τεταγμένης παρὰ τοῦ νόμου, ἐνῷ ἐνταῦθα καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔληγεν ἡ προθεσμία τῶν ἐνστάσεων, ἡ ἐπιτροπὴ συνέταττε τὴν ἔκθεσίν της καὶ τὴν ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς. Τώρα θὰ λύσητε τρία ζητήματα. Πρῶτον ἂν αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἐτέθη διὰ τὴν πενταήμερον προθεσμίαν, ᾖναι ἐν ἰσχύϊ ἢ ὄχι. Δεύτερον ἂν ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ παρελθόντος ἔτους ἢ τὸ ἄρθρον 58 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὸ ὁποῖον ὁρίζει ὅτι κατὰ τὴν πρώτην Ἀπριλίου γίνονται αἱ ἐπιτροπαὶ, ἔχει ἰσχὺν ἢ ὄχι· καὶ τρίτον θὰ ἀποδείξητε ἂν εἶσθε συνεπείς μὲ τὴν ἀπόφασίν σας, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ πρωτότυπος κατάλογος τὸν ὁποῖον παρουσιάζουν, καὶ ἔχετε ἀποδείξεις τοῦ εἰσαγγελέως, ὅστις σᾶς ἔλεγεν ὅτι οἱ κατασχεθέντες κατάλογοι φέρουν τὴν ὑπογραφὴν τοῦ δημάρχου καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ σεῖς μὲ τὴν ὑπόνοιαν ὅτι δὲν ἦσαν μονογεγραμμένοι σύμφωνα μὲ τὰς ὥρας τῆς ἐπιστήμης τοῦ κ. Παραμυθιώτου ἀκυρώσατε τὴν ἐκλογὴν, σήμερον δὲν ἔχετε τὴν ὑπογραφὴν, δὲν ἔχετε κανὲν στοιχεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος. Διὰ τῆς ἀποφάσεώς σας σήμερον ἂν ἐπικυρώσητε τὴν ἐκλογὴν θέλετε λύσει καὶ τὰ τρία ζητήματα· καὶ θέλετε ὁσάκις δικάζονται δημοτικαὶ ἐκλογαὶ δώσει ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ λύωνται τὰ ζητήματα σύμφωνα μὲ τὴν ἀπόφασίν σας. Ὅταν ὡμίλουν ἤκουσα μουρμουρισμόν· αὔριον σεῖς θέλετε μετανοήσει· τὰ χάσματα τὰ ὁποῖα ἀνοίγετε θὰ ᾖναι πρὸς βλάβην σας. Ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει δὲν γνωρίζει τὸ διοικητικὸν δίκαιον, καὶ μήπως ἐγὼ ἔκαμα ἔκθεσιν εἰς τὸ πρυτανεῖον διὰ νὰ μὲ κάμουν καθηγητήν; Διὰ ταῦτα παρακαλῶ νὰ μὴν ἐκδώσητε ἀπόφασιν τοιαύτην, διότι θὰ ἔχῃ σπουδαίας συνεπείας. Ἐνθυμηθῆτε ὅτι μετὰ ἓν ἔτος θὰ ἔχωμεν δημοτικὰς ἐκλογὰς, καὶ δὲν ἠξεύρω ποῦ θὰ εὑρεθῶμεν. Ἡ βάσις τῆς πολιτείας εἶναι ὁ δῆμος, μὴ δίδετε λοιπὸν εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν τοιαύτην μάχαιραν, διότι σεῖς θέλετε μετανοήσει.
§39ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, ὀλίγας λέξεις, καθότι ἐν τῇ συζητήσει αὐτῇ ἀνεφέρθη τὸ ὄνομά μου· ὁ πρῶτον λαλήσας βουλευτὴς ἐπρότεινε τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀνδανίας τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης διὰ τρεῖς λόγους· ὁ πρῶτος εἶναι ὅτι ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐκλογῆς μέχρις ἐκείνης καθ’ ἣν ἔγινεν ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἐμεσολάβησεν ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἀπαιτεῖ διὰ νὰ δοθῶσιν αἱ ἐνστάσεις· δεύτερος λόγος εἶναι ὅτι ἔγινεν ἡ ἐκλογὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταλόγου τοῦ 1867 καὶ οὐχὶ τοῦ 1868, καὶ ὁ τρίτος ὅτι ὁ κατάλογος δὲν εἶναι ὁριστικός.
§40Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ δὲ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς;
§41ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν ἀρκούντως ἀπήντησεν ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος· σᾶς εἶπεν ὅτι ὁ δήμαρχος παρῃτήθη, ὅτι ὁ πρῶτος πάρεδρος εὑρίσκετο ἐν Ἀθήναις, ἄρα ἔπρεπε κατὰ τὸν νόμον νὰ ἀντικατασταθῇ.
§42Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σᾶς εἶπον ὅτι τὴν ἐφορευτικὴν ἀπετέλει μία πεντὰς ἀτόμων, καὶ οὐχὶ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸν νόμον.
§43ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Εἴπατε καὶ αὐτὸ, ἀλλὰ δὲν τὸ ἀπεδείξατε.
§44Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κύριος Ἀντωνόπουλος τὸ ἐθεώρησεν ὡς ἀξίωμα.
§45ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πρακτικῶν ἐκ τούτων προκύπτει τὸ ἐναντίον, ὅτι νόμιμος ἐπιτροπὴ ἀνεκήρυξε τοὺς βουλευτὰς τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης. Ὡς πρὸς τὸν πρῶτον λόγον ἕνεκα τοῦ ὁποίου ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων θεωρεῖ ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπαρχίας Μεσσήνης, ὅτι δηλαδὴ δὲν παρῆλθεν ὁ χρόνος ὁ ἀπαιτούμενος διὰ νὰ δοθῶσιν αἱ ἐνστάσεις, ὁ λόγος οὗτος εἶναι ὅλως ἀνυπόστατος, καὶ ἀποδεικνύεται δι’ ἄλλου ἀριθμητικοῦ ὑπολογισμοῦ. Ὡς γνωρίζετε τέσσαρες ἡμέραι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἐκλογὴν, μία διὰ τὴν ἀνακήρυξιν καὶ πέντε διὰ τὰς ἐνστάσεις, τὸ ὅλον δέκα· ἀπὸ τῆς δεκάτης ἕκτης τοῦ μηνὸς μέχρι τῆς εἰκοστῆς ὀγδόης, καθ’ ἣν ἔγινεν ἡ ἔκθεσις παρῆλθον δώδεκα ἡμέραι, ἄρα παρῆλθε τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, ὅπως γίνῃ ἡ ἐκλογὴ καὶ δοθῶσιν αἱ ἐνστάσεις.
§46Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Προσθέσατε καὶ τέσσαρας ἡμέρας διὰ τὸ ταχυδρομεῖον.
§47ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Αὐτὰ, κύριε βουλευτὰ, εἶναι μαθηματικὴ ἀλήθεια. Δέκα ἡμέραι ἀπαιτοῦνται καὶ παρῆλθον δώδεκα· ἀπὸ τοῦ δήμου Ἀνδανίας μέχρι τῆς πρωτευούσης ἠδύναντο κάλλιστα ἐντὸς δύω ἡμερῶν νὰ φθάσουν τα ἔγγραφα. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν δεύτερον λόγον, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταλόγου τοῦ 1867, καθότι τὸν Ἀπρίλιον τοῦ 1868, ἀπαντῶ τὰ ἑξῆς, ὤφειλε νὰ ἀναθεωρηθῇ. Κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ καταλόγου ἐκ μέρους τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ὁποίας ποιεῖ μνείαν ὁ ἡμέτερος βουλευτικὸς νόμος, δίδονται αἱ ἐνστάσεις καὶ γίνεται ἔφεσις εἰς τὰ δικαστήρια. Μετὰ ταῦτα ὁ κατάλογος οὗτος δίδεται ἀναθεωρημένος εἰς τὸν νομάρχην καὶ μετὰ ταῦτα τυποῦται. Πᾶσαι αἱ προθεσμίαι αὗται δὲν παρῆλθον ὅπως κατασταθῇ ὁριστικὸς, σύμφωνα πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου ὁ κατάλογος τοῦ 1868 καὶ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταλόγου τούτου. Εἶναι δὲ ἀναμφίσβητον καὶ καλῶς ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς κ. Θερμογιάννης μετεχειρίσθη τὴν λέξιν ταύτην, οὐχὶ διότι ὑπάρχει ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλὰ διότι εἶναι λογικὸν συμπέρασμα ἐξηγούμενον ὑπ’ αὐτῆς τῆς λογικῆς σειρᾶς τῶν πραγμάτων. Εἶναι ἀναμφίσβητον ὅτι ἐνόσῳ δὲν γίνεται ὁριστικὸς ὁ κατάλογος τοῦ ἑνὸς ἔτους, ἡ ἐκλογὴ πρέπει νὰ γίνῃ μὲ τὸν κατάλογον τοῦ προηγουμένου. Καὶ ὁ δεύτερος λοιπὸν λόγος εἶναι ἀνυπόστατος. Τρίτος λόγος. Μεγάλη διαφορὰ ὑφίσταται μεταξὺ τοῦ καταλόγου τῆς Ζακύνθου καὶ τοῦ καταλόγου τοῦ δήμου τούτου. Σήμερον ἔχομεν ἐνώπιόν μας κατάλογον ὑπογεγραμμένον φέροντα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ δημάρχου, ἐνῷ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Ζακύνθου ὑπῆρχον μόνον ἁπλοῖ κατάλογοι, οἱ ὁποῖοι οὐδεμίαν ἔφερον ὑπογραφήν. Εἰς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου ἐγένετο ἔνστασις ἀποδεικνύουσα τὸ νόθον τοῦ καταλόγου, σήμερον τοιαύτη ἔνστασις δὲν παρουσιάζεται. Ἂν εἴχομεν τοιαύτην ἔνστασιν ἠθέλαμεν ἀμέσως ἐρευνήσει. Καὶ ὁ τρίτος λοιπὸν λόγος διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖται ἡ ἀκυρότης τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀνδανίας εἶναι ἀνυπόστατος, καὶ οὐδεμία ἀμφιβολία εἶναι ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι νόμιμος, ὡς καὶ ἐκ τοῦ ἀποτελέσματος ἀποδεικνύεται, διότι ἐκ τῶν προσελθόντων νὰ ψηφίσωσιν οἱ πλείονες ἐψήφισαν ὑπὲρ τῶν ἐπιτυχόντων, οἵτινες καὶ οὐδεμίαν ψῆφον ἂν ἐλάμβανον ἤθελον ἐπιτύχει. Διὰ τοῦτο δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπικυρώσει τὴν ἐκλογὴν τοῦ δήμου Ἀνδανίας κατὰ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§48Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, δύω λέξεις. Τὸ ζήτημα περὶ τοῦ χρόνου λύεται μὲ τὴν ἀριθμητικὴν εἰς τὰς χεῖρας. Ἡ ἀνακήρυξις ἐγένετο τὴν 21 ἐν Παμίσῳ, τὴν 22 ἤθελε φθάσει εἰς Καλάμας εἰς τὸν νομάρχην, ἐκεῖ ἤθελον μείνει ἐκτεθειμένα τὰ πρακτικὰ τὴν 22, 23, 24, 25 καὶ 26. Τὴν 26 τὸ ἑσπέρας ἔληγεν ἡ προθεσμία, τὴν 27 τὰ χαρτιὰ εὑρίσκοντο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν. Πῶς ἔφθασαν μὲ τὸν τάταρη; Μὲ Μεζίχι; Τέσσαρας ἡμέρας θέλει τὸ ταχυδρομεῖον.
§49ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκοῦν, κύριε πρόεδρε.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἔγκυρον τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου Ἀνδανίας, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἔγκυρον καὶ νομίμους βουλευτὰς τοὺς κυρίους Σ. Ἀντωνόπουλον, Ἀναγ. Νικολαΐδην καὶ Κ. Λ. Λυμπερόπουλον. Ἐνταῦθα ὁρκίζονται οἱ βουλευταὶ Σ. Ἀντωνόπουλος καὶ Καραλίβανος.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις διὰ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον· ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δημητρακάκης.
§52ΦΙΛΗΜΩΝ. Τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ λέγει ὅτι πρέπει πρῶτον νὰ καταρτισθῇ ἡ Βουλὴ. Πρέπει πρῶτον νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν ἐπιτροπῶν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο γίνεται συναινέσει τῆς Βουλῆς.
§54ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὡς ἴδετε, κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Β. Λόγου παρουσίασε δύω σχέδια, ἓν ἡ πλειοψηφία καὶ ἓν ἡ μειοψηφία· ἐν τῷ σχεδίῳ της ἡ μειοψηφία ἔχει μεταξὺ τῶν ἄλλων δύω οὐσιώδεις ἐπικρίσεις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μία οὐσιώδης ἐπίκρισις εἶναι ὅτι ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς ὑπὸ τὸν ὅρον τῶν ὑποψηφίων, καὶ ὅτι παρενέβη μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, καὶ δευτέρα ὅτι ἐβιάσθη νὰ κάμῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς πρὶν ἢ λάβῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους. Ἐγὼ θὰ ἀπαντήσω ἀρχόμενος ἀπὸ τῆς δευτέρας. Κύριοι, ὅλοι ἀναγνωρίζομεν ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς σοβαρὰς περιστάσεις, ὅτι ἡ πατρίς μας εὑρίσκεται εἰς ἀρκετὰ σπουδαίαν θέσιν, ἑπομένως αἱ συζητήσεις μας πρέπει νὰ γίνωνται μὲ πᾶσαν εἰλικρίνειαν, ὅπως δυνηθῶμεν ἕκαστος νὰ συνεισφέρωμεν ὅ,τι εἶναι δυνατὸν πρὸς ἐπανόρθωσιν ἢ βελτίωσιν τῶν πραγμάτων μας. Ἔπρεπε, λέγουν, ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρῶτον τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Ἀλλά, κύριοι, ὅταν φέρωμεν τὰς αἰτιάσεις, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀνατροφήν μας καὶ τὴν ἰδιοσυγκρασίαν μας. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν γίνεται αὐτό· παρουσιάζεται τὸ ὑπουργεῖον μὲ τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς καὶ λέγει εἰς αὐτὴν, θὰ σὲ διαλύσω, ἀλλ’ ἔχω ἀνάγκην αὐτοῦ καὶ ἐκείνου τοῦ νομοσχεδίου χάριν τῆς διατηρήσεως τοῦ Κράτους καὶ ὀφείλεις νὰ μοὶ τὰ δώσῃς καὶ ἡ Βουλὴ θεωρεῖ αὐτὸ καθῆκον καὶ πάντοτε τὰ δίδει. Ἂς ἴδωμεν, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις. Ἐγὼ λέγω ὅτι κανεὶς ἐξ ὑμῶν δὲν τὸ πιστεύει, οὔτε ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔγραψαν αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν. Ἠξεύρετε ὅλοι ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε κάμει αὐτὴν τὴν ἁβροφροσύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἤθελεν ὑποβάλει πρῶτον τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης· τότε ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἐγνώριζε βεβαίως ὅτι δὲν εἶχε τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς ἐκείνης, ἤθελεν ἔχει τὴν μειοψηφίαν· καὶ ἰδοὺ πάλιν ὅτι εἶχεν ἀνάγκην τῆς διαλύσεως. Ὥστε ἡ Κυβέρνησις προβᾶσα εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς δὲν ὑπέπεσεν εἰς κανὲν ἐλάττωμα, ἐνήργησε μάλιστα πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους καὶ τῆς ὑπηρεσίας· διότι οἰκονόμησε μερικὸν χρόνον ματαίας χρονοτριβῆς. Ἕπεται λοιπὸν ὅτι ἡ αἰτίασις αὐτὴ, τὴν ὁποίαν φέρει τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως τῆς μειοψηφίας, δὲν ἔχει ὑπόστασιν. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἄλλην αἰτίασιν τὴν σπουδαιοτέραν. Ἡ αἰτίασις κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ὅτι ἐνήργησε τὰς ἐκλογὰς ὑπὸ τὸ σύστημα τῆς ὑποψηφιότητος. Διὰ ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ σπουδαίως καὶ εἰλικρινῶς, ὀφείλομεν νὰ ἀνεύρωμεν τὴν καταγωγὴν, τὰ προσόντα τῆς ὑποψηφιότητος καὶ τὰ μέσα τῆς ἀποτελεσματικῆς ἐπιδιώξεως αὐτῆς. Ἐὰν ἀνατρέξωμεν, κύριοι, εἰς τὴν καταγωγὴν τῶν ὑποψηφίων, θέλομεν εὕρει τὴν ὑποψηφιότητα κατὰ τὸ 1831, ὅτε ὁ μεγαλόνους πολίτης διευθύνων τὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος, εἶχεν ἀνάγκην ἐλευθέρας ἐνεργείας διὰ τὴν σπουδαιότητα τῆς ὑπηρεσίας τῆς πατρίδος, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν εἶχεν ἀναπτυχθῆ ἐναντίον του μεγάλη ἀντιπολίτευσις. Ἐθεώρησε λοιπὸν ἐπάναγκες ὁ πολιτικὸς ἐκεῖνος ὅτι ἔπρεπε νὰ φέρῃ μίαν Συνέλευσιν, ἥτις νὰ λύσῃ αὐτὸν ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἀντιπροσωπικῆς ἐξελέγξεως, διότι αἱ περιστάσεις τοῦ Κράτους τοιαύτην διοίκησιν ἀπῄτουν· διέταξε λοιπὸν τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς ἵν’ ἀποστείλωσιν οὓς ἐκεῖνος προσδιώρισεν ὡς πληρεξουσίους διὰ νὰ συγκροτήσωσι τὴν Βʹ. ἐν Ἄργει Συνέλευσιν· ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν εἶχε καὶ τὰ μέσα νὰ ἐπιτύχῃ τοῦτο; Κατὰ τὸ τότε ἐκλογικὸν σύστημα τῶν κυάμων, παραπλήσιον τοῦ νῦν ἐν ἐνεργείᾳ τῶν σφαιριδίων, ἦτο μὲν μυστικὴ ἡ ἐκλογὴ, ἀλλὰ τὸ σύστημα αὐτὸ ἐχορήγει πληρέστατα τὰ μέσα τῆς ἐπιτυχίας τῶν ὑποψηφίων, καθόσον κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο τοῦ 1831, ἐπετρέποντο καὶ ἕτερα μέσα τὰ ὁποῖα εὐκόλυνον τὴν δημοσιότητα τῆς ψηφοφορίας. Κατὰ τὸ σύστημα ἐκεῖνο ἐπετρέπετο καὶ διὰ τῆς παμψηφίας νὰ ἀναδεικνύωνται πληρεξούσιοι, καὶ ἐν ᾧ εὑρίσκοντο οἱ ἐπαρχιακοὶ ἐκλέκτορες συνηθροισμένοι, ἂν δύω ἢ τρεῖς ἐξ αὐτῶν ἐπροσκάλουν τὴν ἐπαρχιακὴν συνάθροισιν νὰ κηρύξῃ τοὺς δεῖνα καὶ δεῖνα πληρεξουσίους, παμψηφεὶ παρεδέχετο ἀμέσως· ἀφίνω ὅτι καὶ δι’ ἀναφορᾶς τῶν ἐκλεκτόρων παρεδέχοντο αἱ Συνελεύσεις τοὺς προτεινομένους δι’ αὐτῆς ὡς πληρεξουσίους. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις ἔθεσεν ὑποψηφίους, εἶχε καὶ τὰ μέσα νὰ τοὺς ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν ἀποστολήν των. Μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην ἔρχεται ἡ ἐκλογὴ τοῦ 1832, διὰ τὴν ἐν Προνοίᾳ Συνέλευσιν, ἥτις ἔγινε ἀπὸ τὸ ἀντίθετον κόμμα τοῦ Κυβερνήτου, ἥτις συνελθοῦσα ἐκεῖ εἶχεν ὅλως ἀντίθετον πνεῦμα τῆς πρώτης, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν διελύθησαν ἀμφότεραι αἱ Συνελεύσεις αὗται ἄνευ ἀποτελεσματικῶν ἔργων, καὶ τοῦτο ἦτον ἓν δυστύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα, καθόσον ἐλθοῦσα κατόπιν ἡ δυναστεία κατὰ τὰ 1833, δὲν εὗρε χαλινὸν καὶ ὡς ἐκ τούτου πολὺ ἔβλαψε καὶ αὐτὴν καὶ τὸ ἔθνος. Μετὰ τὰς ἐκλογὰς αὐτὰς ἔρχονται αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1843, διὰ τὴν συγκρότησιν τῆς ἐν Ἀθήναις Αʹ. Ἐθνικῆς Συνελεύσεως, αἵτινες, ὡς εἶναι ὁμολογούμενον, ἐνεργήθησαν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ. Ἔρχομαι εἰς τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1844, εἰς τὴν πρώτην βουλευτικὴν ἐκλογὴν, τὴν ὁποίαν ἐνήργησε τὸ ἔθνος αὐτὸ ἅμα εἰσῆλθεν εἰς τὸν συνταγματικὸν βίον. Ἡ τότε Κυβέρνησις ἔθεσεν ὑποψηφίους καὶ τὸ ἐθεώρησε μάλιστα ὡς δικαίωμά της, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της τὰς ἐνεργείας Κυβερνήσεων ἄλλων ἔτι προγενεστέρων συνταγματικῶν ἐθνῶν. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν, κύριοι, πῶς ἐτόλμησεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ θέσῃ ὑποψηφίους, καὶ ἤλπιζε νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἐπιτυχίαν αὐτῶν· πρῶτον ὅτι ἔθεσεν ὑποψηφίους εἶναι βέβαιον, διότι ὥρισεν ὅλα τὰ ὀνόματα καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, δὲν θέλω δὲ σᾶς ἀπασχολήσει νὰ σᾶς τὰ ἀναφέρω ἅπαντα, ἐκτὸς μόνον τριῶν ἢ δέκα ἐπαρχιῶν τὸ πολὺ, εἰς ἃς δὲν ἤλπιζε νὰ ἐπιτύχουν, εἴτε διότι εἰς τὰς μὲν οἱ ἐκεῖ φίλοι της ἦσαν ἀσθενέστατοι, εἴτε εἰς τὰς δὲ ἦσαν διῃρημένοι εἰς τοὺς διαφόρους συνδυασμοὺς, εἴτε τέλος δὲν εἶχεν εἴς τινας διόλου φίλους. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔθεσεν ὑποψηφίους, διότι εἶχεν ἕνα νόμον ὅστις τῆς ἔδιδεν αὐτὴν τὴν εὐκολίαν, διότι ὁ νόμος εἶχε καθιερώσει τὴν φανερὰν σχεδὸν ψηφοφορίαν. Ἡ ἐκλογὴ διὰ ψηφοδελτίων ἦτο φανερὰ, ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τοιοῦτον σύστημα ἐκλογικὸν, καθ’ ὃ ἠλέγχετο ἡ μυστικότης τῆς ψηφοφορίας, προσδιορίζουσα ὑποψηφίους δὲν ἔπραττέ τι, τὸ ὁποῖον ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ. Λοιπὸν ὁ νόμος αὐτὸς ἔδιδεν ἰσχὺν εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἤρχοντο καὶ τὰ ἄλλα μέσα. Δὲν ἦτον μόνον ἡ ἐπέμβασις λόγχης, περὶ ἧς τόσον καταχρηστικῶς γίνεται λόγος, διότι διὰ νὰ πιέσῃ διὰ τῆς λόγχης μίαν ἐπαρχίαν, ὤφειλε νὰ στείλῃ ὄχι δέκα καὶ πενῆντα στρατιώτας, ὤφειλε νὰ στείλῃ λόχους, διὰ τοῦτο εἰς μόνον 5 ἢ 6 ἐπαρχίας ἔκαμε χρῆσιν τοῦ μέσου τούτου ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη. Τὸ μεγαλείτερον ὅπλον τῆς ἐπεμβάσεως εἰς τὰς ἐκλογὰς ἦτον αἱ διοικητικαὶ καὶ δημοτικαὶ ἀρχαί. Ὁ δήμαρχος, κύριοι, δὲν ἐχρεώστει τὴν ἐπιτυχίαν του εἰς τὴν συνδρομὴν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ εἰς τὴν συνδρομὴν τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἔκαμε τὸν κατάλογον τῶν μᾶλλον φορολογουμένων ἐκλεκτόρων, οἵτινες τοὺς ἐξέλεγον ὑποψηφίους, ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε τὸν κατάλογον διὰ τοῦ ὁποίου ἐξελέγοντο οἱ δημοτικοὶ σύμβουλοι. Ὅλη ἡ καταγωγή των ἀνῆκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν ὁ δήμαρχος ἐχρεώστει τὴν καταγωγήν του εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὸ μεγαλείτερον ὅπλον ἦτον εἰς τὸ σύστημα τὸ ἀπρόσβλητον καὶ ἀκαταδίωκτον τῶν δημάρχων, διότι ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἐπροστάτευε, καθόσον δὲν ἠδύναντο νὰ εἰσαχθῶσι εἰς δίκην δι’ οἷον δήποτε ἔγκλημα τῆς ὑπηρεσίας των, ἐὰν δὲν ἐδίδετο ἡ ἄδεια τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἕτερον μέσον, δι’ οὗ ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὑποχειρίους τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ νὰ φέρῃ εἰς πέρας δι’ αὐτῶν τὰς ἐντολάς της. Ὁ δήμαρχος ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν θέλησιν τῆς κυβερνήσεως, διότι εἶχε τὰ μέσα τῆς διοικητικῆς του ἐξουσίας καὶ ἰδίως τὰ τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας, διὰ τῆς ὁποίας ἠδύνατο νὰ ἐκβιάσῃ τοὺς ψηφοφόρους, οἵτινες κατὰ τὰ 9/10 εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἢ γεωργοὶ ἢ ποιμένες· ἰδοὺ λοιπὸν διατί ἡ Κυβέρνησις τότε εἶχε τὰ μέσα νὰ φέρῃ τοὺς ὑποψηφίους. Μετὰ τὴν μεταβολὴν ὅμως, εἰσαχθέντος νέου συστήματος ψηφοφορίας εἰς τὸν δημοτικὸν καὶ βουλευτικὸν νόμον, ἐξέλιπον καὶ τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων ἡ κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν θέλησίν της, διότι ὁ νέος ἐκλογικὸς νόμος μετεβλήθη οὐσιωδῶς, καὶ ὁ δήμαρχος ἔχει τὴν καταγωγήν του οὐχὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅπως πρότερον, ἀλλὰ εἰς τὸν λαὸν, οὔτε δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ καλύψῃ ὑπὸ τὴν αἰγίδα της τὸν δήμαρχον ἀπὸ τὴν καταδίωξιν διὰ τὰ περὶ τὴν ὑπηρεσίαν ἐγκλήματά του· ἕπεται λοιπὸν ὅτι ὁ δήμαρχος οὔτε χρεωστεῖ τι εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὔτε τὴν φοβεῖται διόλου ἐκπληρῶν ἢ μὴ τὸ καθῆκόν του, τὰ δικαστήρια τὸν δικάζουσιν ἄνευ ἀδείας της. Βλέπετε λοιπὸν ἡ κυβέρνησις ἔχασεν ἓν μέσον νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν ἐκλογὴν τῶν ὑποψηφίων· προσέτι ἔχομεν καὶ τὸ σύστημα τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας· ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι τὰ δύω συστατικὰ, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν θέλησίν της, καὶ τὰ δύω αὐτὰ μέσα τὰ ἔχασε, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1865 καὶ τοῦ 1868 δὲν ἔθεσεν ὑποψηφίους. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ, κύριοι, τοὺς δύω ὑπογράψαντας εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειονοψηφίας δὲν παραξενεύομαι, διότι ὁ μὲν δὲν ὑπῆρχε πρὶν μεταξὺ ἡμῶν, ὁ δὲ ἦτο νεώτερος ὥστε δὲν γνωρίζει ἀκριβῶς τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του· ὡς πρὸς δὲ τὸν τρίτον τὸν βουλευτὴν Καλαβρύτων δὲν πιστεύω ὁ ἴδιος νὰ πιστεύῃ ὅτι ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ ποτὲ τοὺς ὑποψηφίους της. Τί ἔγινε, κύριοι, κατὰ τὰ 1865, διαλυθείσης τῆς Συνελεύσεως, ὅπου διεκρίθησαν οἱ φίλοι τῆς κυβερνήσεως καὶ οἱ ἀντίθετοι αὐτῆς; ἡ κυβέρνησις τότε ἐφρόντισε νὰ ἠμπορέσῃ νὰ φέρῃ εἰς συνενόησιν τινὰς φίλους της· αὐτὸ δὲ τὸ ἔκαμε διὰ νὰ σχηματίσῃ ἰσχυροὺς συνδυασμοὺς διὰ νὰ ἔχῃ ἂν ὄχι τὸ ὅλον, τὰ ⅔ ἢ τὴν πλειονοψηφίαν τοὐλάχιστον τῆς συγκροτηθησομένης βουλῆς. Ὑπὸ τοιοῦτον κανόνα, κύριοι, ἐνήργησεν ἡ τότε κυβέρνησις, ὑπὸ τοιοῦτον κανόνα ἐνήργησε καὶ ἡ παροῦσα. Ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔθεσεν ὑποψηφίους, διότι δὲν εἶχε καὶ τὰ μέσα νὰ τοὺς ἀποκαταστήσῃ, καὶ ποτὲ δὲν ἠδύνατο νὰ πέσῃ εἰς αὐτὸ τὸ λάθος. Οἱ φίλοι αὐτῆς μεταβάντες εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐνήργησαν συνδυασμοὺς, ὅπως ἕκαστος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ πράξῃ τοῦτο, ἀποδυόμενος εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, καὶ διὰ τοῦτο ὅλοι οἱ συνδυασμοὶ περιέχουν ὄχι μόνον ἑνὸς χρώματος, ἀλλὰ καὶ δύω καὶ τριῶν χρωμάτων πρόσωπα. Λοιπὸν εἶναι ὑποψήφιοι τῆς Κυβερνήσεως αὐτοί; εἶναι συνδυασμοὶ τῆς κυβερνήσεως; ἀλλὰ θὰ εἴπητε εἰς τὰ 1865 δὲν ὑπῆρξε τοιαύτη μομφὴ καὶ κατακραυγή· χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω ὅτι ἡ τότε ἀντιπολίτευσις ἐδείχθη δικαιοτέρα, διότι ὅ,τι δὲν ἐνεύρισκεν ὡς ἐλάττωμα τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, δὲν τὸ ἐχαρακτήριζεν ὡς τοιοῦτο· σήμερον δὲ ὅ,τι δὲν εὑρίσκει ἡ ἀντιπολίτευσις τὸ προσάπτει, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον ὅτι ὀφείλομεν εἰς τὴν συζήτησιν κατὰ πᾶσαν περίστασιν νὰ εἴμεθα εἰλικρινεῖς. Σᾶς ἀνέφερον ὅτι ἔπαυσεν ὑπαλλήλους καὶ διώρισεν ἄλλους· ἀδικοτέρα μομφὴ κατὰ πάσης κυβερνήσεως δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ παρ’ αὐτῇ. Εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν τίθεται εἰς κίνησιν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, νὰ μὴν ἔχῃ ἡ κυβέρνησις τὰ ὄργανα τῆς ἐμπιστοσύνης της διὰ νὰ διατηρήσῃ τὴν τάξιν· σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἔγκλημα, τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐὰν ἔπραττεν ἀντιθέτως μία κυβέρνησις ἤθελε δείξει μίαν εὐήθειαν. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν εἶχε νόμον συντρέχοντα αὐτὴν νὰ φέρῃ ὑποψηφίους· κατὰ συνέπειαν δὲν ἔκαμεν ὑποψηφίους, ἐφρόντισε μόνον νὰ τοποθετήσῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας ὄργανα, τὰ ὁποῖα νὰ ὑπηρετήσωσιν αὐτὴν πιστῶς, καθόσον ἐτίθετο εἰς κίνησιν ὁλόκληρον τὸ ἔθνος καὶ ἐν πεισματοδεστάτῃ ἀντεγκλήσει. Ἔρχομαι εἰς τὴν δευτέραν μομφὴν, τὴν ὁποίαν προσάπτουν εἰς τὴν κυβέρνησιν· ὄχι μόνον λέγουν ἔθεσεν ὑποψηφίους, ἀλλὰ ἠθέλησεν ὅ,τι δὲν ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ ἐκτὸς τῆς Βουλῆς, νὰ τὸ κατορθώσῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω ὅτι οὐδέποτε ᾐσθάνθην ἐγὼ ἢ ἕτερος τῶν μελῶν αὐτῆς πίεσιν κυβερνητικὴν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός μου τούτου, οὔτε εἰσῆλθεν ἡ κυβέρνησις, οὐδὲ ἐπενέβη εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων τῆς ἐπιτροπῆς. Εἰς τὰ 1865 καὶ αὐτὸς ὁ πρωθυπουργὸς κατέβη εἰς τὴν κονίστραν τῆς συζητήσεως τῶν ἐκλογῶν, ἐν ᾧ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐφετεινῶν ἐκλογῶν οὐδ’ ἐπάτησε κανὲν μέλος τῆς κυβερνήσεως ἐνταῦθα· βλέπετε λοιπὸν ὅτι καὶ ἡ μομφὴ αὐτὴ εἶναι ὅλως ἀνυπόστατος, ὅλως ἄδικος· ἀφοῦ μάλιστα ἐπρότεινε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς δύω μελῶν τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ προσωρινοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς. Ἀνέφερόν τινες ὅτι ἔγιναν ἐπεμβάσεις διὰ τοῦ στρατοῦ κατὰ τὰς ἐκλογάς· ποῖος στρατὸς ἐπενέβη; παρακαλῶ νὰ μὲ εἴπουν ἐν πεποιθήσει τὸ λέγουν αὐτὸ, ἢ ἀστειεύονται; ἐγὼ ἔχω τὴν πεποίθησιν νὰ εἴπω ὅτι ἀστειεύονται· ἐὰν λάβωμεν μάλιστα, κύριοι, τὰ παράπονα τῶν φίλων καὶ τῶν ἀντιθέτων τῆς κυβερνήσεως θέλομεν ἰδεῖ ὅτι περισσότεροι φίλοι τῆς κυβερνήσεως θέλουν εὑρεθεῖ ὅτι παραπονοῦνται κατὰ τῶν πράξεων τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Καὶ διατί; Δὲν θέλω νὰ προσβάλω τὸν στρατόν· δυστυχῶς ὅμως αὐτὸς ἀνήκει εἰς τὸν ἑαυτόν του καὶ οὐχὶ εἰς τὸ ἔθνος· καὶ ὡς ἀνήκων εἰς τὸν ἑαυτόν του, δὲν δύναται νὰ περιορισθῇ ἀπὸ καμμίαν κυβέρνησιν, ἀπεναντίας θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν πολιτείαν τὴν θέλησίν του. Λοιπὸν ποῦ εἶναι τὰ μέσα, δι’ ὧν κατέθλιψε κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἡ κυβέρνησις τοὺς ἀντιθέτους; Ποῦ εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ Κυβέρνησις ἔπεισε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἀκυρώσῃ τινὰς ἐκλογάς; Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι καὶ ἡ πρώτη καὶ ἡ δευτέρα μομφὴ, τὰς ὁποίας ἀναφέρουν εἰς τὴν ἀπάντησιν τῆς μειονοψηφίας, εἶναι ὄχι μόνον ἄδικοι, ἀλλὰ καὶ ἐντελῶς ἀνυποστήρικτοι· πιστεύω λοιπὸν ὅτι ἐκ τῆς ἱστορίας αὐτῆς ἀπεδείχθη ὅτι ὁ νέος ἐκλογικὸς νόμος δὲν δίδει τὰ μέσα εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ σχηματίσῃ ὑποψηφίους, ἑπομένως δὲν ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ ὑποπέσῃ εἰς ἓν τόσον μέγα λάθος, νὰ ἐπιχειρίσῃ ὅ,τι δὲν ἠμπόρει νὰ ἐκτελέσῃ· ὡς ἐκ τούτου αἱ ἐκλογαὶ τοῦ 1868 δὲν ἔγιναν ὑπὸ οὐδεμίαν διαφοράν, ἀλλ’ ἔγιναν ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1865. Μήπως νομίζετε ὅτι ἡ κυβέρνησις τότε δὲν ἀνεμίχθη εἰς τοὺς συνδυασμούς; Πάντοτε· καὶ ἀναφέρω ἓν παράδειγμα· ἐντεῦθεν εἶχε συνδυάσει τὸν σύγγαμβρόν του ὁ πρωθυπουργὸς μὲ τὸν Κορφιωτάκην, τὸν Κοπανίτσαν καὶ Μελετόπουλον, μεταβάντες εἰς Σπάρτην διελύθησαν, διότι δὲν συνεφώνησαν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ τετάρτου καὶ ἕκαστος ἔκαμεν ἰδιαίτερον συνδυασμόν· τοῦτο μαθὼν ὁ πρωθυπουργὸς τοῖς ἔγραψεν ἐντεῦθεν ἐπιστολὴν καὶ τοὺς ἠνάγκασε νὰ συμβιβασθῶσιν· εἶναι συνδυασμὸς ὑποψηφίων αὐτός· αὐτὸς περιεῖχε δύω τρία πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἀνῆκον εἰς τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, διὰ τοῦτο ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκείνη ἐφάνη, λέγω, δικαία. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν ὑπῆρχον τὰ μέσα δὲν ἔθεσεν ὑποψηφίους, καὶ διὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ τοιαύτη μομφὴ, ἡ δὲ ἀποδοθεῖσα μομφὴ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐπηρέασε τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, δὲν ἔπρεπε ν’ ἀποδοθῇ, διότι ἔπρεπε καὶ ὤφειλον νὰ σκεφθοῦν ὅτι τὸ τοιοῦτον ἐφάπτεται τῆς ὑπολήψεως 21 συναδέλφων, ἐκ τῶν ὁποίων εἶμαι καὶ ἐγὼ εἷς, καὶ εἰς κανένα δὲν δίδω τὸ δικαίωμα νὰ φανῇ πατριωτικότερος ἐνταῦθα. Ἔρχονται, κύριοι, καὶ φέρουν ἓν χαρτὶ καὶ ὑβρίζουν 21 μέλος τῆς Βουλῆς καὶ λέγουν, ὅτι γίνονται ὄργανα τῆς κυβερνήσεως, ἥτις, ὁμολογῶ, ὅτι καθόλου δὲν ἀνεμίχθη εἰς τὴν ἐξέλεγξιν, ὅπως κατὰ τὸ 1865 αὐτὸς ὁ πρωθυπουργὸς ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐσυζήτει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Διὰ τοὺς λόγους τούτους προτείνω τὴν μὴ παραδοχὴν αὐτῶν τῶν παραγράφων τῆς ἀπαντήσεως τῆς μειονοψηφίας. Ἐπειδὴ δὲ αἱ ἐκθέσεις δὲν μᾶς ἐξήγησαν τὸ ζήτημα τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, τὸ ὁποῖον ἡ τρίτη παράγραφος τοῦ βασιλικοῦ λόγου διαλαμβάνει, ὀφείλουν οἱ κύριοι εἰσηγηταὶ εἴτε τῆς κυβερνήσεως ἓν μέλος νὰ μᾶς τὸ ἐξηγήσῃ, καὶ τότε ἐρχόμεθα εἰς συζήτησιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§55ΤΙΝΕΣ. Νὰ συζητηθῇ κατὰ παραγράφους.
§56ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡμεῖς θὰ κάμωμεν ἀνὰ μίαν γενικὴν συζήτησιν καὶ κατόπιν θὰ τραβηχθῶμεν· τὴν αὐτὴν τάξιν ἠκολούθησε καὶ εἰς τὸ 1865 ἡ Βουλή.
§57ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Πάλιν, διστάζων, καὶ τρέμων λαμβάνω τὸν λόγον, διότι δὲν ἀνήκω εἰς οὐδεμίαν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν, δὲν ἔχω μεταξὺ ὑμῶν κάθισμα καὶ ἡ φωνή μου ἔσεται φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ· διστάζων, διότι εἶμαι ἄγνωστος καὶ τοῦ ἀγνώστου ἡ φωνὴ εἶναι βραχνή· ὁ ἄγνωστος ὁμοιάζει τὸ φύλλον, τὸ ὁποῖον ὁ βοῤῥέας τοῦ φθινοπώρου λαμβάνει καὶ σύρει καὶ δὲν ἀξιοῦται τοῦ διαβάτου τὸ βλέμμα· ὁ ἄγνωστος δὲν ἀκούεται· τρέμων, διότι βλέπω τὴν πατρίδα μου εἰς τοιαύτην κατάστασιν, καὶ τὴν Σχολὴν τῶν ἐπιτηδείων ἐξαπλόνουσαν δίκην ὀκτάποδος τοὺς πλοκάμους της καὶ εἰς τὸ ἔθνος, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ εἰς τὴν βασιλείαν. Ὤ! κύριοι! Διατί νὰ μὴν ἐγκριθῇ ἡ παραίτησις τοῦ στρατιωτικοῦ μου βαθμοῦ, ἣν ἀπὸ διετίας ἐπανειλημμένως ζητῶ, ὥστε νὰ ἦμαι σήμερον μακρὰν τῆς πατρίδος μου; Ἐνῷ ἤδη ἠναγκάσθην νὰ γίνω βουλευτὴς, ὅπως εὕρω ἄσυλον. Δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὴν ἀτομικήν μου, θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ καὶ τότε θὰ ἰδῆτε ὅτι θέλετε μὲ δικαιώσει, θέλετε ἀναγνωρίσει ὅτι ἔπρεπε νὰ φύγω ἀπὸ αὐτὸν τὸν τόπον, ἀλλ’ ἀληθῶς δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Ἐὰν δὲν εἶχον βαθμὸν, ἤθελον μένει πολίτης καὶ θὰ εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς σιωπῆς, ἀλλ’ ἤδη ὡς βουλευτὴς ὀφείλω νὰ ὁμιλήσω, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω τί αἰσθάνομαι, καὶ ἂν ᾖναι καλὸν, ὀφείλητε νὰ τὸ παραδεχθῆτε καὶ σεῖς· ἐὰν ᾖναι κακὸν ὀφείλετε νὰ τὸ ἀποῤῥίψητε. Νομίζω ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν εἶναι προωρισμένος νὰ τρέχῃ ἀπὸ ὑπουργείου εἰς ὑπουργεῖον καὶ νὰ ζητῇ ῥοσφέτια· νομίζω ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ κάμνῃ κολληγιαῖς διὰ νὰ καταλαμβάνῃ τὴν ἐξουσίαν. Ὁ βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ἔρχεται ἐδὼ καὶ ἐντὸς τῶν δυνάμεών του, ὅσον δύναται, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ εἰλικρίνειαν καὶ καλὴν διάθεσιν, νὰ λέγῃ τὰς στερήσεις τῆς ἐπαρχίας του καὶ ἐκφράζῃ ὅ,τι βλέπει κακὸν εἰς τὴν πατρίδα. Πόσον δύσκολος εἶναι ἡ θέσις μου! Ἐὰν, κύριοι, ἤμην ῥήτωρ ἤθελον κάμει ἐκτεταμένον προοίμιον, ἤθελον κάμει ἐκτεταμένον ἐπίλογον, καὶ εἰς τὸ μέσον τεχνικῶς ἤθελον ῥίψει τὰς ἰδέας μου, ἀλλὰ ῥήτωρ δὲν εἶμαι· ὅθεν θὰ σᾶς ῥίψω τὰς ἰδέας μου ἄνευ ῥητορικοῦ ὑποκαμίσου, γυμνάς. Ἐὰν, κύριοι, ἤμην ῥήτωρ ἤθελον εἰσέλθῃ εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου ἐντέχνως, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ εἰσέλθω βιαίως καὶ ἁπλῶς.
§58ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ (γραμματεύς). Τροχάδην.
§59Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Τροχάδην θέλετε ὑμεῖς; Λοιπὸν τροχάδην, διὰ τὸ χατήρι τοῦ κ. γραμματέως, ἀλλὰ μὴ μὲ διακόπτετε. Ἔχω, κύριοι, ὡς ἀρχὴν, μίαν ἀρχὴν τὴν ὁποίαν ἔθεσεν ὁ Jean Michélet ὁ γνωστὸς ἱστορικὸς τῆς Γαλλίας, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν βασιζόμενος θὰ ἀκολουθήσω. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς μεταφέρω ἀπ’ εὐθείας τὰς φράσεις του. «Ἀδελφοί! Ἀδελφοί! Διατὶ νὰ τὸ κρύψω; Ἀναβῆτε εἰς ὄρος τὸ πλέον ὑψηλὸν τῆς πατρίδος, κυτάξετε πρὸς τοὺς τέσσαρας ἀνέμους. Δὲν θὰ ἀντικρύσητε εἰμὴ ἐχθρούς. Σπεύσατε νὰ συνεννοηθῆτε· μὴ δίδετε πίστιν εἰς τὴν διαρκῆ ἡσυχίαν, τὴν ὁποίαν τινὲς σᾶς ὑπόσχονται. Αὕτη ἡ εἰρήνη εἶναι ἀπατηλή. Εἴμεθα διῃρημένοι ἀναμφιβόλως, ἀλλ’ ἡ Εὐρώπη πιστεύει ὅτι εἴμεθα διῃρημένοι πλειότεροι τοῦ πραγματικοῦ· ὅ,τι πικρὸν ἔχει ἕκαστος νὰ ἐκφράσῃ ἂς τὸ εἴπῃ. Ἂς ἀνοίξωμεν εἰλικρινῶς τὴν καρδίαν μας· ἂς μὴ κρύψωμεν οὐδὲν τῶν κακῶν μας καὶ ἂς ζητήσωμεν ταχέως τὴν θεραπείαν. Εἷς λαὸς, μία πατρὶς, μία Γαλλία. Μὴ διχοτομοῦμεν ποτὲ, δι’ ὄνομα τοῦ Θεοῦ! εἰς δύω τὸ ἔθνος· μὴ σᾶς παρακαλῶ· ἄνευ τῆς ἑνώσεως θὰ χαθῶμεν. Πῶς; Δὲν τὸ αἰσθάνεσθε; Γάλλοι οἱουδήποτε ἐπαγγέλματος, οἱασδήποτε κοινωνικῆς τάξεως, οἱασδήποτε πολιτικῆς ἀποχρώσεως πεισθῆτε εἰς τοῦτο τοὐλάχιστον· δὲν ἔχετε εἰς τὴν γῆν ταύτην εἰμὴ ἕνα καὶ μόνον πιστὸν φίλον, τὴν πατρίδα». Συγχωρήσατέ μοι λοιπὸν, διότι καὶ ἡμεῖς ἕνα μόνον εἰλικρινῆ καὶ πιστὸν φίλον ἔχομεν, τὴν πατρίδα, νὰ σᾶς εἴπω ἀνοικτὰ, ὅ,τι γνωρίζω καὶ ὅ,τι αἰσθάνομαι. Ἔκαμα μίαν ἀπάντησιν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ἡ ὁποία, σᾶς παρακαλῶ, νὰ θεωρηθῇ ὡς γενικὴ τροπολογία καὶ τὴν ὁποίαν θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω. Βασιλεῦ! Οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἀγαπῶσι προσωπικῶς, ἐκτιμῶσι δεόντως καὶ ὑπολήπτονται τὸν Βασιλέα· ὅθεν ἡ ἡμέρα τῆς ἐν μέσῳ αὐτῶν ἐμφανίσεως τῆς Υ. Μεγαλειότητος κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου ἦτον ἡμέρα τέρψεως, ἐνθουσιασμοῦ καὶ ἀγαλλιάσεως. Βασιλεῦ! Καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀγγελίαν τῶν γάμων τῆς Ὑμ. Μ. βεβαιωθῆτε, ὅτι ἅπασα ἡ Ἑλλὰς ἀνέμενε μετὰ παλμοῦ καὶ συγκινήσεως τὸ ἀγαπητὸν Ὑμῶν ζεῦγος νὰ πατήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, εὐχομένη ἀποκαρδίας ὑπὲρ τῆς εὐημερίας Αὐτοῦ, διότι διὰ τῆς μετ’ ὀρθοδόξου συζεύξεως ἐπραγματοποιήθη εἷς τῶν γενικῶν πόθων. Βασιλεῦ! Ὡς πρὸς τὴν διάλυσιν τῆς προκατόχου Βουλῆς, ἡ ἀντιπροσωπεία σεβομένη τὸν ἑαυτόν της, τὸν ἐγωϊσμόν της, τὰ δικαιώματά της, ὅσον σέβεται τὸν Βασιλέα, τὸν ἐγωϊσμὸν καὶ τὰ δικαιώματα Αὐτοῦ, δὲν δύναται νὰ μὴ καταγγείλῃ Ὑμῖν ὅτι τὰ πράγματα παρεστάθησαν ζωηρότερον τοῦ δέοντος, καὶ ἐκ δικαίας ἀποφάσεως ἐν τῇ εἰλικρινείᾳ της ἡ Υ. Μεγαλειότης κατέφυγεν εἰς μέτρον ἐντὸς τῶν δικαιωμάτων της βεβαίως, ἀλλ’ εἰς τὰς περιστάσεις ἀκατάλληλον, ὅπερ ἀφῆκε καὶ μίαν ὀδυνηρὰν ἀνάμνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις οἰστρηλατηθεῖσα ἀπὸ τὴν ἐπιτυχίαν, διέταξε τὴν διὰ τυμπανοκρουσίας, δίκην ἀστυνομικῆς διατάξεως, κοινοποίησιν τοῦ διατάγματος τῆς διαλύσεως πρὸς ἐξευτελισμὸν τῆς ἀντιπροσωπείας. Μετεχειρίσθη δὲ καί τινα ἔμμεσα μέτρα κατὰ τὴν ἐνέργειαν καὶ ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ὥστε νὰ φανῇ ἀλλοῖον τὸ ἀποτέλεσμα καὶ σύμφωνον μὲ τὰς πληροφορίας, ἃς ἔδιδε τῇ Υ. Μεγαλειότητι πρίν. Δικαίως δὲ ἡ ἀγαθή σας διάθεσις ἐκφράζεται εὐνοϊκῶς ὑπὲρ τῶν φιλονόμων αἰσθημάτων τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καθόσον μ’ ὅλας τὰς ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως δοθείσας ἀφορμάς, ἐτήρησε τὴν τάξιν εὐελπιζόμενος εἰς τὸ φιλοδίκαιον Ὑμῶν. Βασιλεῦ! Ἂς ἦναι βεβαία ἡ Κυβέρνησίς σας ὅτι θὰ ἔχῃ εἰς ὅσας δικαίας ἀπαιτήσεις της τὴν πλήρη συνδρομὴν ἡμῶν, ἀναλογιζομένων τὸ ἔκκεντρον τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ ἐδῶ ἀναγκαζόμεθα νὰ προσθέσωμεν ὅτι μόνη ἡ εἰλικρινὴς ἐνέργεια αὐτῆς, μόνη ἡ ἀποχή της ἀπὸ τῶν συνήθων τεχνασμάτων δύναται νὰ λύσῃ εὐκόλως καὶ ἁπλούστατα πᾶσαν δυσχέρειαν, εἴτε πολιτικὴν εἴτε οἰκονομικὴν, καθόσον τότε καὶ μόνον θὰ γεννήσῃ τὴν ἐμπιστοσύνην. Νομίζομεν δὲ ὅτι εἶναι καὶ καιρὸς πλέον νὰ ἐργασθῶσιν οἱ ἁρμόδιοι ἄλλως, ὥστε νὰ παύσῃ τὸ μέχρι τοῦδε ἐλεεινὸν εἶδος τῆς διοικήσεως, συνιστάμενον εἰς τὸ διορίζω, παύω, μεταθέτω. Ὡς πρὸς τὴν ἔκτακτον δαπάνην πρὸς συνδρομὴν πάσχοντος λαοῦ, τοῦ λαοῦ τῆς Κρήτης, ἡ Βουλὴ ἔχει τὴν ἰδέαν ὅτι πᾶν τὸ καλῶς δαπανώμενον δὲν εἶναι δαπάνη. Ἡ Κρήτη, Βασιλεῦ, ἦτον ἐλευθέρα μέχρι τοῦ 1829 καὶ ἡ εὐρωπαϊκὴ διπλωματία, δίκην σωματεμπόρου, ἐπανέφερε τὴν ἀτυχῆ αἱματόφυρτον ἔτι εἰς τὴν αἰχμαλωσίαν. Αἱ δὲ κατὰ καιροὺς ἐκρήξεις της εἶναι ἀναστεναγμοὶ ἐκδηλοῦντες τὸ δίκαιόν της παράπονον, εἶναι διαμαρτύρησις κατὰ τῆς ἀδικίας, εἶναι φωνὴ πνιγμένου εἰς τὸ αἷμα καὶ αἰτοῦντος βοήθειαν ἀπὸ τὴν κωφεύουσαν ἀνθρωπότητα τῆς Εὐρώπης. Ἐνταῦθα δὲν δύναται νὰ παρασιωπήσῃ ἡ ἀντιπροσωπεία, συγκινουμένη ἀπὸ τὴν πραγματοποίησιν τῆς ἑνώσεως τῆς Γερμανίας καὶ Ἰταλίας, ὅτι εὔχεται οὐχὶ μόνον τὴν ἐλευθερίαν τῆς νήσου ταύτης, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς καθόλου ἑνώσεως τῆς ἑλληνικῆς φυλῆς, χωρὶς διὰ τοῦτο νὰ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν ὑμῶν, ὅταν αὕτη ἔχουσα ὡς σημεῖον ὁδοιπορίας τὴν ἰδέαν ἐν τῇ ἴσῃ πρὸς τὴν πατρίδα ἀγάπην, λοξοδρομεῖ ἕνεκα τῆς Εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας. Ἐπὶ τοσοῦτον δὲ ἐῤῥιζώθη ὁ πόθος οὗτος εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τοσοῦτον αὕτη θὰ φωνάξῃ διὰ τοῦτο, ὥστε δέχεται ἀσμένως καὶ προτιμᾷ τὴν ἐκ νέου διάλυσιν αὑτῆς, ἔστω καὶ ὑπὸ ἄλλην πρόφασιν. Ἐν τέλει, Βασιλεῦ, ἡ Βουλὴ ἀκούσασα εἰς τὸν Βασιλικὸν Ὑμῶν λόγον μετ’ ἐκπλήξεως τὴν ἐξεπίτηδες καὶ διὰ τοῦ παραθύρου, οὕτως εἰπεῖν, εἰσαχθεῖσαν φράσιν ἀδιάκρισις τῶν ἐξουσιῶν» ἐπικράνθη· — ὡς εἰ ὑπῆρξέ ποτε διαφωνίας τις! — φράσιν ῥιφθεῖσαν, δίκην μήλου τῆς ἔριδος, καὶ ὑπεμφαίνουσαν ὅτι οἱ ἐπιτήδειοι ἐγέννησαν τὸν δισταγμὸν περὶ τῶν αἰσθημάτων ἡμῶν πρὸς τὴν Υ. Μεγαλειότητα, καὶ περὶ τοῦ σεβασμοῦ τῆς ἀντιπροσωπείας εἰς τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας. Εἴθε ὁ Παντοδύναμος Θεὸς νὰ προστατεύσῃ διὰ τῆς δεξιᾶς Αὑτοῦ τὴν Πατρίδα καὶ τὸν Βασιλέα.
Ὁ Βουλευτὴς Γορτυνίας
Θ. Ι. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ.
Ὀλίγο νερὸ νὰ μὲ δώσητε· θέλω, καὶ ἐγὼ ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ μέρος νὰ ὁμοιάσω τοὺς ῥήτορας. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ λόγου· θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ διακόψητε, νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ ὁμιλήσω, σᾶς συμφέρει, ἐγὼ θὰ πάθω· ἀφοῦ ἐγὼ δὲν φροντίζω δι’ ἐμαυτὸν οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φροντίζῃ δι’ ἐμέ. Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ λόγου, περὶ τῆς ἐμφανίσεως ἐν μέσῳ ἡμῶν τῆς Α. Μ. ἔχω νὰ προσθέσω τὰ ἀκόλουθα. Ὁσάκις ἔβλεπον τὴν Α. Μ. ὅτε πρωτοῆλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα μεταβαίνουσαν εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ἀληθῶς ἐτερπόμην. Ἔβλεπον τὸν Βασιλέα τῆς πατρίδος μου ἀναμιγνυόμενον μὲ τὸν λαὸν καὶ ᾐσθανόμην τὴν μεγαλειτέραν εὐχαρίστησιν. Ἔλεγα ἐν ἐμαυτῷ μετ’ ὀλίγον θὰ μᾶς γνωρίσῃ καὶ θὰ τὸν γνωρίσωμεν ἐκ τοῦ πλησίον· ἐνταῦθα συγχωρήσατέ μοι νὰ στείλω εἰς τὸν κόμητα Σπόνεκ ἕνα χαιρετισμὸν ἀπὸ τοῦ βήματος, διότι ἐκεῖνος τὸν ἐσυμβούλευσεν οὕτω.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ὁμιλήσετε ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως;
§61ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Μάλιστα, ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως· εἶναι ἀνάλυσις τῆς ἀπαντήσεως.
§62ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε!
§63ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ποῦ ἔμεινα στενογράφε; (Ἐνταῦθα ὁ στενογράφος ὑπενθυμίζει εἰς τὸν ἀγορεύοντα ὅτι ἔμεινεν εἰς τὸν χαιρετισμὸν εἰς τὸν Κόμητα Σπόνεκ.
§64ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Εὐχαριστῶ, διότι μοῦ ἔδεσες τὴν κλωστὴν τῆς ὁμιλίας μου. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγον δυστυχῶς ὁ σύμβουλος ἔφυγεν, οἱ ἐδὼ ἐπιτήδειοι εἶπον τότε καὶ μοὶ ἔλεγαν πολλάκις καὶ ἐμὲ ὁ ὁποῖος ἐφρόνουν τὸ ἐναντίον, «Ἆ! εἰς τὴν Ἀνατολὴν δὲν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ ἔθιμα, ἡμεῖς θέλομεν βασιλέα καβάλα, μὲ χρυσῆ σέλα, νὰ μὴ φαίνεται παρὰ σπανίως εἰς τὸν κόσμον»· καὶ ὁ βασιλεὺς σήμερον ἀπεμακρύνθη ἀπὸ πλησίον μας, δὲν τὸν βλέπομεν τόσον συχνὰ, καὶ ἂν θελήσῃ τις νὰ τὸν ἴδῃ πρέπει νὰ διαβῇ προδόμους, θαλάμους καὶ ἀντιθαλάμους, καὶ ἴσως ν’ ἀπαντήσῃ πρόσωπα, τῶν ὁποίων τὰ πρόσωπα δὲν τοῦ ἀρέσουν. Ἑπομένως, ἐννοεῖτε καλῶς, ὅτι ἀληθῶς ἐτερπόμην ἀπαντῶν τότε τὸν βασιλέα καὶ ἐχαιρέτων αὐτὸν ὑποκλινέστατα καὶ ἀπὸ καρδίας, ὅσον ἀποστρέφομαι μερικὰς πράξεις τινῶν, ἀποδεικνυόντων τὴν χαμέρπειαν καὶ τὴν ἀφοσίωσιν αὐτῶν, πράγματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοτε ἔβλαψαν τὴν Ἑλλάδα, καὶ συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, μίαν παρέκβασιν. Ὅταν ὁ δυστυχὴς βασιλεὺς Ὄθων ὁ μακαρίτης ἐξώσθη, τότε γνωρίζων κάλλιστα τὴν σχολὴν τῶν ἐπιτηδείων, διότι πολεμῶ πρὸ καιροῦ μετ’ αὐτῶν, εἴμεθα τρυφεροὶ φίλοι, γλυκοκυταζόμεθα, τότε συλλογιζόμενος ὅτι θὰ ἔλθῃ ὅπως δήποτε ἕτερος, καὶ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων θέλων νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν μακαρίτην πατέρα μου εἰς ἐκείνην τὴν καταδρομήν, ἐτύπωσα ἕνα μῆνα μετὰ τὴν μεταβολὴν ἓν βιβλίον· τὸ βιβλίον αὐτὸ τὸ ἀφιέρωσα εἰς τὸν μέλλοντα βασιλέα, τὸν ὁποῖον, ὡς ἐννοεῖτε, δὲν ἐγνώριζα. Συγχωρήσατέ μοι νὰ διαβάσω μίαν παράγραφον τῆς ἀφιερώσεώς μου. — «Ἔκτοτε ὁ θρόνος τῆς Ἑλλάδος ἀναμένει Σέ... Μετ’ ὀλίγον μέλλεις νὰ ἀναβῇς ἐπ’ αὐτοῦ· ἐκ τοῦ ὕψους του πιθανὸν νὰ μὴ διακρίνῃς τοὺς Ἕλληνας· ἐξέτασον λοιπὸν αὐτοὺς κατὰ τὴν διάβασίν σου εἰς τὴν ἐπὶ τοῦ θρόνου ἀνάβασιν. Ἐὰν τοὺς ἐννοήσῃς ἢ ἐὰν διὰ πατρικῆς μερίμνης προλαμβάνεις τὰς ἐπιθυμίας των, Σὺ μὲν θέλεις ζήσει ἥσυχος, ἡμεῖς δὲ εὐτυχεῖς. Οἱ Ἕλληνες ἀγαπῶσι τὸν βασιλέα των ἐν ὅσῳ αἰσθάνονται ὅτι ἀνταγαπῶνται. Ὁ ἑλλ. λαὸς εἶναι εὐκολοδιοίκητος, ἀλλὰ δὲν ἀνέχεται ἀδικίας. Μὴ τοὺς ἀδικήσῃς λοιπόν, ἀλλὰ φρόντισον διὰ τὴν εὐδαιμονίαν των. Θέλεις βασιλεύσει ἐπὶ τοῦ ἱπποτικωτέρου καὶ εὐγενεστέρου λαοῦ, τοῦ πλέον εὐαγώγου, ἀλλὰ δυστυχῶς θὰ μᾶς εὕρῃς ἀναγεννωμένους ἀπὸ τοῦδε, διότι κατηραμένη ἐνέργεια πᾶν προτέρημα ἀναφυόμενον τὸ κατεμάρανεν εἰς τὴν ἄνθησίν του. Ἔχει πολίτας λοιπὸν ἐν γένει λαμπροὺς ἡ πατρίς μου, ἀλλ’ ἔχει ἀνάγκην ἀπόλυτον καὶ πολιτῶν, τῶν ὁποίων ἡ φωνὴ νὰ ἐπιβάλῃ θελήσεις ὅπως ὑπῆρχον καὶ κατὰ τὸ 1821· οὗτοι θὰ σχηματισθῶσιν εὐθὺς καὶ τοῦτο ἐξαρτᾶται πολὺ ἐπ’ ἐσέ, διότι καλὴ ζύμη ὑπάρχει πλείστη ὅση. Πρόσεξον· οἱ πρῶτοι οἵτινες θὰ σὲ κυκλώσουν εἶναι οἱ κόλακες, ἕτοιμοι νὰ σὲ ἐγκαταλείψωσιν εἰς πρώτην εὐκαιρίαν· ὁ Ὄθων ἐξώσθη, διότι νέος ἔτι ἐπερικυκλώθη ἀπὸ τοὺς ἀφωσιωμένους καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἤκουε ποτὲ ὀρθὰς συμβουλὰς τῶν ὑπηρετούντων εἰλικρινῶς αὐτὸν καὶ τὴν πατρίδα· ὅθεν ἐὰν ἴδῃς ποτὲ εἰς τὰ πρόσωπα ὅλων τῶν ἑλλήνων μελαγχολίαν καὶ κατήφειαν· ἐάν, ὃ μὴ γένοιτο, ἴδῃς κατὰ τὴν διάβασίν σου μὴ χαιρετῶντας Σὲ τοὺς ἀνθρώπους, οὐχὶ τοὺς πέριξ ἢ τοὺς συνήθεις, φρόντισον νὰ ἐρωτήσῃς καὶ διόρθωσον τὰ πράγματα. Ἐὰν δὲ ἴδῃς καὶ γενικὰς ἐνθουσιασμοῦ ἐξάψεις μὴ σὲ ταράξῃ. Κατάβηθι ἐκ τῶν ἀνακτόρων Σου· ἀναμίχθητι καὶ συμφώνησον μὲ τὸν λαόν Σου, διότι εἶναι ἐκφράσεις εὐγνωμοσύνης. Ἔχομεν οἱ ἕλληνες μίαν εὐαισθησίαν ἠλεκτρικήν· ὁ ἐθνικὸς πόνος τοῦ πρώτου ἀντηχεῖ συγχρόνως εἰς τὰς καρδίας ὅλων. Ἡ ἔκφρασις μιᾶς εὐγνωμοσύνης ἑνὸς διαδίδεται εἰς τοὺς λοιποὺς ἀκαριαίως». Ὕστερον, κύριοι, ἀφ’ ὅσα σᾶς εἶπον, ὕστερον ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτὴν τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμα, βλέπετε πόσον ἀγαπῶ εἰλικρινῶς τὸν βασιλέα, καὶ τρέμων διὰ τὸν μέλλοντα τότε βασιλέα, ὅταν ἔγραφον, ἐπειδὴ εἶχον παράδειγμα τὸ παρελθὸν τοῦ ἀτυχοῦς ἐκείνου μακαρίτου, ἠθέλησα νὰ προλάβω καὶ ἔγραψα αὐτά. Ποῦ εἶναι οἱ φίλοι τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος; εἰς οὐδὲν πρόσωπον εἶδον μελαγχολίαν καὶ κατήφειαν· εἰς οὐδὲν πρόσωπον εἶδον ζωγραφισμένην τὴν ἀνάμνησίν του. Τάχα δὲν εὐεργετήθησαν ἀπὸ τὸν μακαρίτην ἐκεῖνον ἀρκετόν; Διατί δὲν ἔρχονται ὅσοι εὐεργετήθησαν ἐνώπιόν σας νὰ σᾶς εἴπουν; Δεκαοκταετὴς καὶ ἡ βασίλισσα Ἀμαλία ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ἐγήρασεν ἐδῶ, ἤδη δὲ χήρα μένει ἐξόριστος, ἔρημος, καὶ κρυόνει εἰς τὰ πάγη, δώσατέ της ἐπειδὴ τῆς χρεωστοῦμεν εὐγνωμοσύνην, δώσατέ της ἓν ἄσυλον εἰς τὸ ἀγροκήπιόν της νὰ περάσῃ τὰ ὀλίγα ἔτη ἀκόμη τῆς ζωῆς της μαζί μας. Διατί δὲν ἔρχονται; ποῦ εἶναι; ἠξεύρουν μόνον νὰ συκοφαντοῦν καὶ νὰ κολακεύουν. Δύω δημοσιογράφοι ἐξ αἰτίας των εἶναι εἰς τὴν φυλακὴν καὶ χωρὶς νὰ σᾶς εἴπω τίποτε περὶ αὐτῶν, θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἓν ἄλλο τεμάχιον ἑνὸς βιβλίου μου, τὸ ὁποῖον ἐξέδοσα κατὰ τὸ 1865. «Ἀπεδείχθη ὅτι ἡ κακῶς εὐνοουμένη ἀφοσίωσις γεννᾷ τὴν ἀναρχίαν διὰ τῆς ἀντιζηλίας. Αἱ καθημεριναὶ συγκρούσεις τῶν δύο τούτων παράγουσι τὸν κλονισμόν, τὸν ἐμφύλιον πόλεμον. Ἡ ἐπιστήμη τοῦ κυβερνᾷν ἔχει λύσει σήμερον πᾶν ζήτημα κοινωνικόν..... Δὲν εἶναι ἡ ἀντιπολίτευσις ἢ ἡ μεγάλη ἀντίδρασις, ἥτις ἀνατρέπει τινὰ Κυβέρνησιν. Ἡ κακὴ πορεία μιᾶς Κυβερνήσεως φυσικῷ τῷ λόγῳ πάντοτε γεννᾷ, ὑποθάλπει τὴν ἀντίδρασιν, ἣν καθιστᾷ ἐπὶ τέλους συνωμοσίαν φέρουσαν τὴν ἀνατροπήν. Δὲν εἶναι πνευματώδης σήμερον, ὅστις ἀποφαίνεται περὶ τοῦ καλοῦ ἢ κακοῦ μέλλοντος μιᾶς Κυβερνήσεως, εἶναι μᾶλλον ἱστορικός. Διὰ τὸν λόγον αὐτὸν ποτὲ δὲν ἤθελον καταδιώξει πολιτικὰς ἰδέας, ἃς ἐκφράζει ἢ γράφει τις. Ἐὰν οἱ λόγοι ἀπαντοῦν ἠχώ, ὅσην καταδίωξιν καὶ ἂν κάμῃ, ἐπὶ τέλους ἰσχύουσι, καὶ ὁ καταδιωκόμενος παριστᾷ τὸ πρόσωπον μάρτυρος, χωρὶς συχνὰ νὰ τὸ ἀξίζῃ. Ἐὰν ἡ ἐκφραζομένη ἰδέα δὲν ἀπαντᾷ ἠχώ, ὁ γράφων ἢ λέγων εἶναι ἀκαταλόγιστος». Διατί λοιπὸν νὰ μένουν οἱ δημοσιογράφοι εἰς τὴν φυλακήν; Ἐγὼ ἂν ἤμουν ἐξουσία, ἤθελον θέσει τοὺς κόλακας εἰς τὴν φυλακὴν ἀντὶ τῶν δημοσιογράφων· (χειροκροτήματα) χειροκροτήσεις δὲν ζητῶ, ἐργασίαν ζητῶ ἀπὸ ὅλους. Ἤδη ἔρχομαι, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν γάμον, τὸν κατάλληλον αὐτὸν γάμον, θέλω τὸν ἐξετάσει ὑπὸ τρεῖς ἐπόψεις, ὑπὸ τὴν ἀτομικὴν, ὑπὸ τὴν θρησκευτικὴν καὶ ὑπὸ τὴν πολιτικήν του ἔποψιν. Κύριοι, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ ἐπεκτεινόμενος, θὰ σᾶς ἀναγνώσω καὶ ὡς πρὸς τὰς δύω πρώτας ἰδέας μου δύω παραγράφους τὰς ὁποίας ἔγραψα κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν γάμων, ἐὰν θέλετε.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§66ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἰδοὺ τί ἔγραψα τότε πρὶν τοῦ γάμου. Δὲν ἔχω τὴν ἰδέαν ὅτι οἱ χριστιανοὶ τῶν διαφόρων αἱρέσεων εἶναι καὶ διάφοροι τὸ θρήσκευμα. Δὲν μὲ πνίγουσιν ὁ φανατισμὸς καὶ τὸ μῖσος κατὰ τῶν θνητῶν τῶν ἄλλων θρησκευμάτων. Μολαταῦτα πιστεύω ὅτι ἡ βασιλεία ἡ ἔχουσα τὸ αὐτὸ δόγμα μὲ τὸ κράτος της γεννᾷ πλειότερα θέλγητρα καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην. Τοιοῦτος ἐπλάσθη ὁ ἄνθρωπος. Ἡ μελλόνυμφος τοῦ βασιλέως εἶναι τοῦ αὐτοῦ δόγματος, φυσιογνωμίας ἀφελοῦς καὶ ἀγαθῆς, ἀνδρείου πατρός, καὶ ἐξ οἰκογενείας ἀναπτυξάσης τὸ ἔθνος της καὶ ἀκολουθησάσης ἀείποτε τὴν δ’ αὐτοὺς σωτηρίαν πολιτικὴν τοῦ μεγάλου Πέτρου». Τρία τινὰ, κύριοι, συνδέουν τὴν βασιλείαν μὲ τοὺς τόπους, ἤθη ἔθιμα, καὶ θρησκεία. Εἶναι γνωστοὶ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους δὲν ἔχομεν βασιλεῖς ἰθαγενεῖς. Ὅ,τι λοιπὸν ἀπαντήσωμεν τοῦτο εἶναι καλόν· ἡ βασίλισσα ἡμῶν ἔχει τὸ αὐτὸ θρήσκευμα μὲ ἡμᾶς· αὔριον ὁ διάδοχός της θὰ ἔχῃ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα καὶ τὴν αὐτὴν θρησκείαν. Τραβήξατε ἐμπρὸς 20 ἔτη μακρὰν καὶ θὰ ἴδητε τὴν εὐτυχίαν. Τώρα, κύριοι, ἐξετάζω τὸν γάμον ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν. Ὑπῆρχε μία ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν οἱ γονεῖς ἔπιαναν ὅταν ἐγίνετο 18 χρόνων τὸ κορίτσι καὶ 22 τὸ παιδὶ καὶ πρώτην φορὰν χωρὶς νὰ γνωρισθοῦν τοὺς συνέδεον. Ἀλλ’ ἡ ἐποχὴ ἐκείνη παρῆλθε. Θὰ ἐκλέξω τὴν γυναῖκα μου, λέγει ἕκαστος—ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν δὲν ἠδύνατο νὰ ἐκλέξῃ τὴν σύζυγόν του εἰς τοὺς λοιποὺς ἀστέρας, τὴν ἐζήτησεν εἰς τὴν γῆν· ἑκάστη γωνία γῆς ἔχει ἓν ὄνομα, ἔτυχε νὰ τὴν εὕρῃ εἰς τὴν Ῥωσσίαν· πρέπει νὰ ἤμεθα λογικοὶ, ἔτυχε νὰ τὴν εὕρῃ εἰς τὴν Ῥωσσίαν, δι’ αὐτὸ τάχα ἐγένετο ἔγκλημα;
§67ΤΙΝΕΣ. Τί ἐγένετο;
§68Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἔγκλημα δῆθεν. Ἐὰν θέλετε διακόπτετέ με ὅσον θέλετε, ξεκουράζομαι μάλιστα. Τὴν ἐποχὴν αὐτὴν τὰ συνοικέσια δὲν ἔχουν ἐπιῤῥοὴν ὡς πρὸς τοὺς τόπους καὶ πρὸς τὴν πατρίδα τῆς νύμφης ἢ τοῦ γαμβροῦ. Ἄλλοτε, ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι ἐκάμναμεν ἕνα κουμπάρο καὶ τὸν ἐτραβούσαμεν ἀπὸ τὴν μύτη καὶ τὸν ἐπηγαίναμε παντοῦ· ἀλλ’ ἤδη παρῆλθεν ἡ ἐποχὴ ἐκείνη. Λοιπὸν ὁ τόπος, εἰς τὸν ὁποῖον ἀνήκει ἡ Βασίλισσα ἢ ὁ Βασιλεὺς, δὲν θὰ ἔχῃ σύνδεσμον μετὰ τοῦ τόπου τῆς πατρίδος του. Σᾶς παρακαλῶ, μὲ ὅλην τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν κάμνω εἰς τοὺς Δανοὺς διὰ τὴν ἀνδρείαν, τὴν ὁποίαν ἀπέδειξαν τελευταῖον εἰς τὸν ἄνισον πόλεμον, τὸν ὁποῖον ἔκαμον μετὰ τῆς Πρωσσίας, σᾶς παρακαλῶ, τί σχέσιν ἔχει ἡ Δανία μὲ ἡμᾶς, ἂν καὶ ὁ Βασιλεὺς εἶναι Δανός; Τὸ ἴδιον συμβαίνει καὶ διὰ τὴν Ῥωσσίαν· δὲν ἔχει σχέσιν ἡ Ῥωσσία μὲ ἡμᾶς, διότι ἐλάβαμεν ἡγεμονίδα ἀπὸ ἐκεῖ, εἶναι ἄλλοι λόγοι οἱ ὁποῖοι μᾶς συνδέουν μὲ τὴν Ῥωσσίαν, εἶναι οἱ αὐτοὶ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μᾶς συνδέουν μὲ τὴν Γαλλίαν, μὲ τὴν Ἀγγλίαν, εἶναι, κύριοι, τὸ Ναυαρῖνον, εἶναι ἡ εὐγνωμοσύνη. Δὲν δύναταί τις λοιπὸν νὰ μᾶς κατηγορήσῃ ὅτι ἔχομεν συμπάθειαν πλειοτέραν εἰς τὴν μίαν ἢ εἰς τὴν ἄλλην δύναμιν. Ἐὰν ἡ Γαλλία π. χ. σήμερον ὑποσχεθῇ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν Κρήτην, βεβαιωθεῖτε, ὅτι ὑπόσχομαι νὰ μὴ πίω ποτὲ μπότκα (ῥακὴ) ῥωσσικὴ (ἱλαρότης). Ἐὰν ἡ Ἀγγλία θελήσῃ νὰ μᾶς δώσῃ τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν, βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ παρακαλέσω ὅλον τὸ ἔθνος καὶ θὰ τὸ παραδεχθῇ νὰ φάγωμεν ὅλους τοὺς γάλους τῆς ὑφηλίου παραγεμιστοὺς καὶ μὲ πατάταις (ἱλαρότης). Ἤδη, κύριοι, θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἱστορικὰ περιστατικὰ διὰ νὰ σᾶς δείξω ὅτι ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες ἐξίσου ἀγαπῶμεν τὰς τρεῖς δυνάμεις. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὸ 1854 ἡ Ῥωσσία ἐπολέμει πρὸς τὸν ἐχθρόν μας· ἡμεῖς ἐκάμνομεν πανηγύρεις ὑπὲρ αὐτῆς. Εἰς τὰ 1859 ἡ Γαλλία ἐπολέμει ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν εἰς τὴν Ἰταλίαν, ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, καὶ ἡμεῖς ἐκάμνομεν πανηγύρεις ὑπὲρ αὐτῆς. Καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι περιεφέρομεν εἰς τὰς ὁδοὺς τὰς εἰκόνας τοῦ Ναπολέοντος καὶ τοῦ Βίκτωρος Ἐμμανουήλ. Εἰς τὰ 1862 ἡ Ἀγγλία μᾶς ἄφησε τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἐνθυμεῖσθε τί ἐκάμαμεν; ἐψηφίσαμεν πρίγκιπα ἐκ τοῦ ἡγεμονικοῦ οἴκου τῆς Ἀγγλίας. Σήμερον πῶς δύναταί τις νὰ μᾶς εἴπῃ δὲν ἔπρεπε νὰ πάρητε ἀπὸ τὸν οἶκον τῆς Ῥωσσίας νύμφην, ἐνῷ εἰς τὰ 1862 ἠθέλαμεν νὰ πάρωμεν ἀπὸ τὸν οἶκον τῆς Ἀγγλίας Βασιλέα;
§69ΤΙΝΕΣ. Ποῖος τὸ εἶπε;
§70Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐξήγησιν, τὸ ἀνέγνωσα παντοῦ, καὶ ὤφειλον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ τὸ κτυπήσω. Δὲν λέγω ὅτι τὸ λέγει ἡ Βουλή· ἀλλὰ παντοῦ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ φωνή. Ἀπὸ τὴν Γαλλίαν μοῦ γράφουν οἱ φίλοι μου. «Ῥῶσσε, Νάπα, ὅλοι σεῖς εἶσθε ῥωσσόφρονες ἀποκλειστικῶς», καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ παραδεχθῶ. Εὐγνωμονῶ εἰς τὴν Ῥωσσίαν, εὐγνωμονῶ εἰς τὴν Γαλλίαν, εὐγνωμονῶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ἀλλὰ εἶμαι Ἕλλην, καὶ θέλω τὴν ἑλληνικὴν πολιτικὴν διὰ τὴν πατρίδα μου. Προχωρῶ, κύριοι, εἰς τὴν ἀνάλυσιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Ἐδὼ εἶναι τὸ ἐμπέρδευμα· ἐδὼ θὰ σᾶς πάρω νὰ πᾶμε μαζὺ εἰς ἓν ἐργοστάσιον, τὸ ὁποῖον ἐπιγράφεται ἐργοστάσιον τῆς σχολῆς τῶν ἐπιτηδείων· ὁ δρόμος εἶναι ὀλίγον μακρυνὸς, ἀλλὰ τὶ νὰ γίνῃ; ὀφείλομεν νὰ μεταβῶμεν. Δὲν θέλω ἐξετάσει τὰ τελευταῖα περιστατικὰ ὑπὸ τὴν φαινομένην ἔποψιν, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αἰτίαν· δὲν θέλω προσέξει εἰς τὰς λάβας, θέλω ἐξετάσει τὴν ἑστίαν τοῦ ἡφαιστείου, δὲν θέλω κόψει τοὺς κλάδους, θὰ κτυπήσω τὴν ῥίζαν τοῦ δένδρου. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, καὶ παρακαλῶ μὴ μοῦ εἴπῃ τις τῶν βουλευτῶν, ποῖος σοῦ τὸ εἶπε· ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἐψιθυρίζετο ἕνας κτύπος κατὰ τοῦ πολιτεύματος; Ἐνθυμεῖσθε τοῦτο; τότε πραγματικῶς ἔγινεν ἐργασία, ἀλλ’ ἡ ἐργασία ὀπισθοδρόμησε, διότι τὸ ἔθνος δὲν ἦτο τὸ ἔθνος τοῦ 1847 διὰ νὰ καταντήσῃ μοναρχία· εἰργάσθη λοιπὸν ἀλλέως ἡ σχολὴ τῶν ἐπιτηδείων· εἶπεν ὅτι θὰ ὠφελοῦμαι ἀπὸ πάντα τὰ περιστατικά, εἴτε ἀπὸ τὰς ἐξάψεις τὰς ἐθνικάς, εἴτε τὰς ἐν τῇ Βουλῇ, καὶ θὰ δυσφημῶ τὴν Βουλὴν, ὥστε νὰ χάσῃ τὸ πολίτευμα τὴν ἀξίαν του, καθὼς ἤρχισε νὰ δυσφημῇ καὶ τὴν παροῦσαν, ἀλλὰ δὲν θὰ τῆς γίνῃ ἡ χάρις. Εἰς δύω περιστάσεις ἡ Βουλὴ τοῦ 1865 ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ, καὶ νὰ διαλυθῇ δικαιότατα, μετὰ τὰς ἐξελέγξεις καὶ εἰς τὰ ἀναιβοκαταιβάσματα τῶν ὑπουργείων. Ἐὰν διελύετο τότε τὸ κτύπημα ἦτο σωτήριον, ὠφέλιμον, ἦτο θεραπεία. Τότε ὁ κ. Βούλγαρης ὀρθῶς σκεπτόμενος, καὶ ὡς οἰκοκύρης καὶ ὡς μέγας, εἶπε λίαν καλῶς ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ κατάστασις, πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ τὸ ἔθεσεν ὡς ἀρχήν. Τοῦτο τὸ ἔλαβεν ὡς ἐπιχείρημα ἡ σχολὴ τῶν ἐπιτηδείων, καὶ ἐσκέφθη «δὲν εἶναι καιρὸς τώρα νὰ διαλύσωμεν τὴν Βουλὴν, διότι δὲν ἀνεφάνημεν ἀκόμη εἰς τὸν ὁρίζοντα». Ἔπρεπε νὰ ἀναφανοῦν εἰς τὸν ὁρίζοντα· ἀνεφάνησαν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου Μωραϊτίνη· καὶ πρὸς τιμὴν τοῦ Μωραϊτίνη χρεωστῶ νὰ εἴπω ὅτι δὲν ἤθελε νὰ λάβῃ τὴν πρωθυπουργίαν· τότε τὸ ὑπουργεῖον εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἐδὼ θὰ ἰδῆτε τὴν εἰλικρίνειαν τῆς σχολῆς τῶν ἐπιτηδείων. Τότε τὸ ὑπουργεῖον εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν δόσατέ μας τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ δὲν σᾶς διαλύομεν, ἄλλως νὰ—καὶ ἐδείκνυον τὸν κ. Βούλγαρην (ἱλαρότης). Τὸν κ. Βούλγαρην, τὸν ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, καὶ σέβομαι καὶ τὸν θεωρῶ ὡς πρῶτον πολίτην τῆς πατρίδος μου, ἀλλ’ εἶμαι ἠναγκασμένος ὡς ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν γεγονότων νὰ ὁμιλῶ οὕτω. Τί ἔγινε, κύριοι; ἀφοῦ δὲν ἠδυνήθησαν οὔτε τὴν μύτην των νὰ βάλωσιν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου, εἶπον ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἀντιδημοτικὴ, ἂς τὴν διαλύσωμεν. Ἐὰν ὅμως ἐλάμβανον τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τὸ πρᾶγμα ἤλλασσε τότε, δὲν θὰ ἔφερον αὐτὴν τὴν θύελλαν. Ἐφώναξαν λοιπὸν τὸν κύριον Βούλγαρην εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ διέλυσε τὴν Βουλὴν, διότι ἐξ ἀρχῆς ὁ κ. Βούλγαρης εἶπε δὲν θέλω νὰ συνεργασθῶ μὲ μίαν Βουλὴν, ἡ ὁποία ἀναιβοκαταιβάζει τὰ ὑπουργεῖα. Ὄπισθεν λοιπὸν τοῦ κ. Βούλγαρη ἐβάδιζεν ἡ σχολὴ τῶν ἐπιτηδείων. Ἠθέλησε νὰ προχωρήσῃ καὶ δείξῃ εἰς τὸν κόσμον ὅτι δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ διέταξε τὴν διὰ τυμπανοκρουσίας διακήρυξιν τοῦ διατάγματος. Θὰ μοῦ εἰπῆτε, κύριοι, ἴσως ὅτι τοῦτο εἶναι διατεταγμένον ἀπὸ τὸν νόμον. Ἐὰν, κύριοι, πέσῃ ἕνα κανόνι εἰς αὐτὸ τὸ βουνὸ, δὲν ἔχω ἀνάγκην ὕστερον ἀπὸ μίαν ὥραν νὰ μοῦ τὸ εἴπωσι διὰ τυμπανοκρουσίας ὅτι ἔπεσεν ἕνα κανόνι, θὰ τὸ ἀκούσω ὅτι ἦτο κανόνι· Ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς ἦτο κανόνι, καὶ δὲν δημοσιεύεται διὰ τυμπανοκρουσίας· ἀλλὰ τὸ ἔκαμεν ἡ σχολὴ τῶν ἐπιτηδείων διὰ νὰ δείξῃ εἰς τὸν κόσμον ὅτι δύναται ὡς ἔχουσα ὅλα τὰ μέσα εἰς αὐτὸ τὸ ἔθνος νὰ διαλύῃ καὶ τὴν Βουλὴν, καὶ οὕτω νὰ ἐκπλήξῃ. Τὰ ἑπόμενα ἀπὸ τῆς διαλύσεως θὰ τὰ ἐξετάσουν ἄλλοι ἐνδιαφερόμενοι· καθόσον ἀφορᾷ τὴν κατόπιν πολιτικὴν αὐτῶν πορείαν, τοῦτο μόνον τὸ πρᾶγμα θὰ σᾶς εἴπω ὅτι οὗτοι ἐπροχώρησαν καὶ ἔκαμαν ἐμμέσους τινὰς ἐπεμβάσεις, ὄχι διότι ἐπεθύμουν νὰ ἐπιτύχουν οἱ μὲν ἢ οἱ δὲ, ἀλλὰ διὰ νὰ δώσουν τὴν ἰδέαν εἰς τὸν κόσμον ἐπίσης ὅτι ἡ κυβέρνησις κάμνει ὅ,τι θέλει καὶ ὅτι μίαν ἡμέραν δύνανται καὶ ἄνευ τοῦ κυρίου Βούλγαρη νὰ κάμουν ὅ,τι θέλουν αὐτοί. Ἔκαμαν ἐπίτηδες λοιπὸν ἐμμέσους ἐπεμβάσεις. Κατόπιν ἔλαβον θάῤῥος καὶ ἐπροχώρησαν εἰς τὸ σχέδιόν των καὶ ἔβαλον ἐντὸς τοῦ Βασιλικοῦ λόγου τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν. Καὶ πότε ὑπῆρξε διαφωνία μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βασιλείας καὶ τῆς Βουλῆς; δὲν ὑπεφέραμεν, κύριοι, ἓν ἄλλο ἄχροον ὑπουργεῖον ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ μακαρίτου ἐνδόξου κυρίου Ῥούφου, ὅπερ ἔπεσε μόνον του, διότι δὲν εἶχε στήριγμα· ὥρα του καλή. Ὥστε αὐτὸ ἦτο μέσον, καὶ τολμῶ νὰ τὸ εἴπω, διὰ νὰ μᾶς χωρίσουν ἀπὸ τὴν Βασιλείαν, καθὼς καὶ κατὰ τὰ 1847 διῄρεσαν τὸν Βασιλέα καὶ τὸ ἔθνος εἰς δύω, ὥστε αὐτοὶ νὰ μένουν εἰς τὸ μέσον. Αὐτὴ εἶναι ἡ σχολὴ τῶν ἐπιτηδείων. Προχωρῶ. Ἄλλοτε, κύριοι, ἐν ἐκτάσει θὰ τὸ κάμω ἀπὸ τοῦ βήματος θέμα καὶ θὰ σᾶς ἀποδείξω ῥητῶς τὰ στοιχεῖα των καὶ θὰ σᾶς φέρω καὶ τὸν κατάλογον· (γέλωτες).
§71ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπητε ἀπὸ τοῦδε ποία εἶναι αὐτὴ ἡ σχολή;
§72ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι καιρός.
§73ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ ἀρχηγοί;
§74ΕΤΕΡΟΙ. Μὴ τὸν βιάζετε.
§75ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν Κρήτην καὶ τὸ ἐξωτερικὸν ζήτημα, νομίζω φρόνιμον, καὶ θὰ τὸ παραδεχθῆτε, νὰ τὸ διεξέλθωμεν ὀλίγον ἐν σιωπῇ καὶ νὰ τὸ ἐφάψωμεν μόνον. Ἂς χύσωμεν λοιπὸν ἓν δάκρυ καὶ ὁ Θεός...... Τελειόνων τοῦτο μόνον θὰ εἴπω πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκακοσυνείθισαν καὶ αἰωνίως μόνον διὰ τῆς ἀφοσιώσεώς των δύνανται νὰ ζήσωσι. Τὸ ἔθνος εἶναι βέβαιον ὅτι εἶναι ἀποκαμωμένον· δέχεται ὁποιανδήποτε πίεσιν καὶ ἂν τοῦ κάμῃς· εἶναι κουρασμένον τὸ ἔθνος καὶ δέχεται οἱανδήποτε στενοχωρίαν καὶ ἂν τοῦ κάμῃς· καὶ ἁλύσεις ἐὰν μοῦ βάλητε, κύριοι, εἶμαι κουρασμένος καὶ θὰ τὰς δεχθῶ· θὰ εὕρω πλειοτέραν ἀσφάλειαν τιμῆς εἰς τὰ βάσανα καὶ τὴν φυλακήν.
§76ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Διαμαρτυρόμεθα.
§77Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, ἀλλ’ ἂς προσέξουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι μὴν ἐξαφανισθῶσι καμμίαν ἡμέραν. Ἂς παύσουν νὰ ὁμοιάζουν τὸν ἄτιμον ἐκεῖνον, ὅστις ἀπαντᾷ μίαν κόρην εἰς τὰς ὁδοὺς πτωχήν, ἀποκαμωμένην καὶ πεινῶσαν καὶ ὠφελούμενος ἐκ τῆς ἀδυναμίας της ζητεῖ νὰ τὴν ἀπατήσῃ, προσφέρων εἰς αὐτὴν τὴν εὐπορίαν τῆς ἀτιμίας. Τοὺς συμβουλεύομεν νὰ συναισθανθῶσι πλέον καὶ ἂς ἔλθωσι νὰ ζήσωσιν εἰλικρινῶς μαζύ μας, ἀντὶ νὰ ὑποδεικνύωσιν ἐκ συμφέροντος ὅτι τὸ ἔθνος εἶναι διῃρημένον αἰωνίως εἰς δύω τάξεις, εἰς τὴν τάξιν αὐτῶν, ἡ ὁποία ἀγαπᾷ τὸν Βασιλέα, ὅπως ἀπεδείχθη ὅτι ἠγάπα τὸν Ὄθωνα, καὶ εἰς τὴν τάξιν, ἡ ὁποία παρουσιάζεται ὑπ’ αὐτῶν αἰωνίως ὅτι συνωμοτεῖ κατὰ τοῦ Βασιλέως. Ἂς παύσῃ ἡ ἀφοσίωσις. Ὅλοι ἀγαπῶμεν τὸν Βασιλέα! Ἀρκετά, κύριοι, σᾶς ἐστενοχώρησα· ἀρκετὰ ἐμελαγχόλησα· ἀρκετὰ σᾶς ἐκούρασα. Ὑποθέτετε ὅτι καὶ ἐγὼ δὲν πάσχω; ὑπὸ τὸ πλαστὸν μειδίαμα τῶν χειλέων μου βεβαιωθῆτε ὅτι κρύπτεται ὀδύνη δι’ αὐτὸν τὸν τόπον, ὅπως εἰς ὅλους. Καταβαίνων δὲ ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἀφήσω μελαγχολικοὺς καὶ στενοχωρημένους, ἀλλὰ φαιδρούς. Ἐπιθυμῶ τὸ ἀκροατήριον, τὸ ὁποῖον εἶχε τὴν ὑπομονὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ, νὰ τὸ ἴδω ἐπίσης φαιδρὸν, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ γελάσω. Διὰ νὰ πραγματοποιήσω τοῦτο, σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν οἱ πολιτικοί μας εἶχον μύτην τριακοσίας χιλιάδας πήχεις μακρυὰν ἕκαστος, ἤθελεν εὐχαριστηθῆ πολύ. Καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι τὰ 9/10 δὲν βλέπουσι παρὰ ἕως εἰς τὴν ἄκραν τῆς μύτης των· Χαίρετε!
§78ΜΕΤΑΞΑΣ. Κύριοι βουλευταί, ἦτον ἑπόμενον τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου νὰ διαιρεθῶσι, καθότι πολιτικαὶ ἀρχαὶ διαιροῦν αὐτά. Ἐκ τῶν 9 μελῶν τῶν ἀπαρτιζόντων τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, τὰ μὲν 6 ἀνήκουσιν εἰς τὴν μερίδα τὴν ἀριστεράν, τὰ δὲ τρία εἰς τὴν δεξιάν, διαφορὰ δὲ τῶν πολιτικῶν ἀρχῶν διαιρεῖ τὰ μέλη ταῦτα. Ἐπομένως ἡ διαφωνία τῶν μελῶν αὐτῶν προκύπτει ἐξ αὐτῆς τῆς διαφωνίας τῶν ἀρχῶν. Τὰ ἓξ μέλη ἦλθον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ ὑποστηρίξωσι τὰς φράσεις αὐτὰς τοῦ Βασιλικοῦ λόγου, αἱ ὁποῖαι ἐκτίθενται διὰ τοῦ στόματος τοῦ βασιλέως, καὶ αἵτινες συνταγματικῶς εἶναι αὐτῶν τῶν ὑπουργῶν, διότι ὁ βασιλικὸς λόγος θεωρεῖται ὡς ἔργον ὑπουργικόν, καὶ ὡς τοιοῦτον ὀφείλομεν νὰ τὸ ἐλέγχωμεν· τοὐναντίον τὰ τρία μέλη τῆς μειοψηφίας ἀντιπροσωπεύουσιν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τὰς ἀρχὰς τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, τουτέστι τὰς τῆς νῦν ἀντιπολιτεύσεως. Μόνον εἰς μίαν παράγραφον τοῦ σχεδίου ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ βασιλικοῦ λόγου συνεφωνήσαμεν, μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀφορῶσαν τοὺς γάμους τοῦ Βασιλέως· διότι βεβαίως, κύριοι, πᾶσα Ἑλληνικὴ καρδία ἐσκίρτησεν ἐπὶ τῇ ἐπισήμῳ ἀγγελίᾳ τῶν γάμων τούτων, οἵτινες προαγγέλουσι τὴν μονιμότητα τῆς βασιλείας ἐν Ἑλλάδι καὶ τὸ αἴσιον μέλλον τῆς πατρίδος. Εἰς τὰς λοιπὰς δὲ παραγράφους τοῦ σχεδίου ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως τοῦ βασιλικοῦ λόγου διεφωνήσαμεν, ὡς ἦτον ἑπόμενον. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ἐπὶ τοῦ πρώτου ζητήματος, τουτέστιν ἐπὶ τῆς πρώτης παραγράφου, ὁ Βασιλεὺς προοιμιαζόμενος εἶπε διὰ τῶν ὑπουργῶν ὅτι ἔκαμε χρῆσιν βασιλικῆς προνομίας ὅπως ἐκφρασθῇ διὰ τῆς ἐκκλήσεως εἰς τὸν λαὸν ἡ γνώμη τοῦ ἔθνους ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ τόπου καὶ ἐπὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Βεβαίως, κύριοι, ἡ διάλυσις τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπολύτως βασιλικὴ προνομία, τὴν ὁποίαν συνταγματικῶς ἔχει ὁ Βασιλεὺς καὶ δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν ἐν τῇ συνέσει του συμφώνως πρὸς τὰς περιστάσεις, αἵτινες προκαλοῦσι τὴν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ βασιλικοῦ δικαιώματος, εἰς οὐδένα δὲ ἐξ ἡμῶν ἐπιτρέπεται νὰ σχολιάσῃ τοὺς λόγους, οἵτινες ἔπεισαν τὸν Βασιλέα νὰ προβῇ εἰς τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Εἶναι βασιλικὸν δικαίωμα, εἶναι προνομία, τοῦτο ἀρκεῖ. Οἱ ὑπουργοὶ διὰ τοῦ στόματος τοῦ Βασιλέως λέγουσιν ὅτι ἡ ἔκκλησις αὕτη πρὸς τὸν λαὸν σκοποῖ δύω τινὰ, πρῶτον ὅπως πεισθῶσι περὶ τοῦ φρονήματος τοῦ λαοῦ ἐπὶ τῆς κυβερνήσεως τοῦ τόπου καὶ δεύτερον ἐπὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι πολλάκις ἀνέγνωσα μετ’ ἐπιστασίας τὴν παράγραφον ταύτην, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ ἀνεύρω οὔτε τὸν σκοπὸν δι’ ὃν ἐγράφη αὕτη, οὔτε τὴν ἔννοιαν αὐτῆς Ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν, κύριοι, ἐνεγράφη ῥητῶς εἰς διάφορα ἄρθρα τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν συντάγματος, ἐν τοῖς ἄρθροις 21, 22, 23, 31 καὶ ἑξῆς, ἐν οἷς ῥητῶς ἀναφέρονται δύω ἐξουσίαι, ἡ νομοθετικὴ, ἥτις ἐνεργεῖται διὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ, ἥτις ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, διότι ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ θεματοφύλαξ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ὁποίαν δὲ διάκρισιν ἐξουσιῶν ἐννοοῦσιν οἱ ὑπουργοὶ, τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀγνοῶ. Ὅτε, κύριοι, ἐδημοσιεύθη ὁ βασιλικὸς λόγος εἰς τὰς ἐφημερίδας, διάφορα σχόλια ἐγένοντο ἐπ’ αὐτῆς τῆς φράσεως· πλεῖστοι δημοσιογράφοι ἐξήγησαν διαφοροτρόπως τὴν διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, ὅτι ὁ πρωθυπουργὸς δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὅλους τοὺς ὑπουργοὺς, ἀλλ’ ὅτι καὶ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ ἕνα ἢ δύω μέλη τοῦ ὑπουργείου· ἀλλ’ εἶπον ἐν τῇ δημοσιογραφίᾳ ὅτι πρόκειται νὰ μεταβληθῇ τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει γίνει συντακτικὴ πρὸς μεταβολὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἄλλοι ἄλλα. Ὥστε βλέπετε ὅτι ἐκ τῆς φράσεως ταύτης, τὴν ὁποίαν ἔθεσαν εἰς τὸ στόμα τοῦ Βασιλέως οἱ ὑπουργοὶ, διάφοροι ὑπόνοιαι καὶ ὑποψίαι ἠγέρθησαν. Πρῶτος, κύριοι, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἐπρότεινα ὅπως προσκληθῇ εἷς τῶν ὑπουργῶν καὶ μᾶς ἐξηγήσῃ τὴν φράσιν ταύτην· ἡ πλειοψηφία ὅμως τῆς ἐπιτροπῆς ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασίν μου, μάλιστα ὁ εἰσηγητὴς, κύριος Νικολόπουλος, εἶναι περιττὸν εἶπε νὰ προσκληθῇ ὑπουργός τις, καθότι ἡ ἔννοια τῆς φράσεως αὐτῆς, ἥτις ἀναγράφεται ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου, εἶναι ὅ,τι ἐν τῇ παρελθούσῃ κυβερνήσει ἐγένετο ἀνάμιξις καὶ σύγχυσις τῆς νομοθετικῆς μετὰ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τουτέστιν ὅτι οἱ βουλευταὶ ἐκεῖνοι ὅπως ὑποστηρίξωσι τὴν κυβέρνησιν, ἀπῄτουν ἱκανοποιήσεις καὶ ἀμοιβὰς παρὰ τῶν ὑπουργῶν· τούτου ἕνεκα εἶπεν ἐτέθη αὐτὴ ἡ φράσις ἐν τῷ βασιλικῷ λόγῳ.
§79ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἐγὼ εἶπα ὅτι ἐννοῶ, ὅτι πρέπει νὰ σεβασθῶμεν τὰ δικαιώματα ἀλλήλων.
§80ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι εἰς τοῦτο καὶ τὴν μαρτυρίαν τῶν λοιπῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς ὅτι εἴπατε ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐννοῇ τὸ ὑπουργεῖον ἄλλο τι, παρὰ τὴν ἀνάμιξιν τῶν βουλευτῶν ἐν τῇ διοικήσει τοῦ τόπου. Νομίζω δὲ ὅτι ὤφειλεν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἀποσιωπήσῃ τὴν ἔννοιαν τῆς φράσεως τῆς διακρίσεως ἐξουσιῶν, ἢ νὰ δώσῃ ἄλλην τινὰ ἔννοιαν ὑπεκφυγῆς. Δὲν ὑποστηρίζω, κύριοι, τὰς ἀρχὰς τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, διότι ἔχω συμφέρον, ἢ διότι παρεκινήθην ἀπ’ ἄλλον τινὰ λόγον· γνωρίζετε πάντες ὅτι πρώτην ἤδη φορὰν ἐξελέχθην βουλευτής, γνωρίζετε οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν ὅτι οὐδὲν ὠφελήθην ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ κ. Κουμουνδούρου, τοὐναντίον ἐζημιώθην. Πιστεύω λοιπὸν ὅτι θέλετε ἐννοήσει ὅτι ὁμιλῶ εἰλικρινῶς· δὲν ἀρνοῦμαι ἐπίσης ὅτι ἐπὶ τῆς ὑπουργίας Κουμουνδούρου ἐγένετο κατάχρησις ὑπὲρ τῶν συμπολιτευομένων βουλευτῶν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν πολιτικῶν κομμάτων. Ὅταν ὑποστηρίζητε τὴν ἀρχὴν ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξωσι πολιτικὰ κόμματα ἐν Ἑλλάδι, πρέπει ἀναγκαίως νὰ παραδεχθῆτε ὅτι ἐπιτρέπεται νὰ συμβαίνῃ καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ σήμερον, κύριοι, δὲν γίνονται τὰ αὐτὰ καὶ χειρότερα; Δύναμαι νὰ ἀποδείξω ὅτι εἰς τοὺς πλείστους τῶν βουλευτῶν τῆς πλειονοψηφίας ἐδόθησαν ἀφειδῶς αἱ τοιαῦται ἀμοιβαί.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές. (θόρυβος.)
§82ΜΕΤΑΞΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε.
§83ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ σᾶς φέρωμεν καταλόγους, καὶ ὄχι μόνον εἰς βουλευτὰς, ἀλλὰ εἰς ὑποψηφίους.
§84ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐγένετο τότε ἡ χρῆσις τῶν ἀμοιβῶν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων ὅπως μὴ φέρωσι πρόσκομμά τι ἐν τῇ Βουλῇ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν· ἀλλ’ ἡ παροῦσα κυβέρνησις ὄχι μόνον κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ πρὶν ἔδοσε τοιαύτας ἀμοιβάς. Ὅτε, κύριοι, ἐτέθησαν οἱ ὑποψήφιοι ἐν τῇ πρωτευούσει καὶ κατηρτίσθησαν οὕτως οἱ συνδυασμοὶ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἐδόθησαν καὶ τὰ βοηθήματα πρὸς τὴν ἐπιτυχίαν των· τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα. Θὰ εἴπητε, κύριοι, ὅτι ὑποψήφιοι δὲν ἐγένοντο, ὅτι δὲν ἐδόθησαν ἀμοιβαὶ εἰς ὑποψηφίους· ἀλλά τοῦτο δυνάμεθα νὰ τὸ ἀποδείξωμεν; διότι ἐν τῇ ὑποψηφιότητι καὶ ἐν τῇ ἀναμίξει τοῦ ὑπουργείου ἐν ταῖς ἐκλογαῖς ἔγκειται ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν. Εἰς τὰς Ἀθήνας, κύριοι, κατηρτίσθη ὑπουργικὸς συνδυασμὸς, πρώτη δὲ ἀμοιβή πρὸς ἀγορὰν ψήφων ὑπῆρξεν ἡ παραχώρησις 200 στρεμμάτων ἐθνικῆς γῆς εἰς τὸν δῆμον Φυλῆς κατὰ τὰς ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν· εἶναι δὲ περιττὸν νὰ ἀπαριθμήσω τοὺς ὑποψηφίους ἄλλων ἐπαρχιῶν καὶ νὰ μακρηγορήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Καί εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἀπεπειράθη ἡ κυβέρνησις νὰ καταρτίσῃ συνδυασμὸν, ἀλλὰ δὲν τὸ κατώρθωσε, διότι ὁ λαὸς ἐκεῖνος εἶναι ἀνεξάρτητος (θόρυβος), δὲν ἀκούει τὰς εἰσηγήσεις τῆς κυβερνήσεως (θόρυβος)· καὶ καθότι οἱ φίλοι τοῦ ὑπουργείου ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου δὲν ἠδύναντο ἕνεκα ἄλλων πολιτικῶν ἀρχῶν ἀναφερομένων εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν νὰ συμβιβασθοῦν μεταξύ των. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ Λεβαδίας κατηρτίσθη συνδυασμὸς ὑπουργικὸς ὑπὸ τῶν κυρίων Γεωργαντᾶ καὶ Σπυροπούλου καὶ τοῖς ἐδόθησαν ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἐπιτυχίαν· ἐν τῇ Ἀκαρνανίᾳ, (δὲν κάμνω διάκρισιν δι’ οὐδένα εἰς ὁποιονδήποτε καὶ ἐὰν ἀνήκῃ κόμμα·) ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τοῦ κυρίου Μαυρομμάτη ἀφειδῶς ἐδόθησαν εἰς τὸν συνδυασμὸν τὸν ὑπουργικὸν ὅλα τὰ μέσα πρὸς ἐπιτυχίαν του καὶ πρὸς ἀποκλεισμὸν τοῦ κυρίου Γρίβα (θόρυβος).
§85ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ ἐγὼ νὰ μοὶ τὸ ἀποδείξητε.
§86ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶναι περιττὸν, κύριοι, νὰ ἀπαριθμήσω τοὺς ἄλλους ὑπουργικοὺς συνδυασμοὺς, οἵτινες ἔλαβον χώραν καὶ εἰς οὓς ἐδόθησαν καὶ τὰ λάφυρα. Ἡ μειονοψηφία ἐν τῷ σχεδίῳ της ποιεῖται λόγον περὶ τῆς ἀναμίξεως τῶν ἐξουσιῶν καὶ λέγει ὅτι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν δὲν ἐτηρήθη εἰς δύω τινὰ, εἰς τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἐξουσίας κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν αὐτῶν, καὶ ὅτι ὡς ἐκ τούτου ἐναυάγησεν ὁ σκοπὸς τοῦ Βασιλέως, τὸν ὁποῖον προέθετο διὰ τῆς ἐκκλήσεως πρὸς τὸν λαὸν, ἤτοι διὰ τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς, διότι ἀφοῦ ἀπεδείξαμεν ὅτι ἐνοθεύθη διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τὸ φρόνημα τοῦ λαοῦ, βεβαίως ἡ ἐπιθυμία τοῦ Βασιλέως δὲν ἐξεπληρώθη. Εἴπομεν ὅτι ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὰς ἐκλογὰς ἐπενέβη. Ἐν Λεβαδίᾳ, κύριοι, ὁ ἀξιότιμος κύριος Σωτ. Πετιμεζᾶς σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐφατρίασεν, ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐδίωξεν ἀπὸ τὰ μέρη, ἔνθα ἐνηργεῖτο ἡ ἐκλογὴ, τοὺς ἀντιπάλους τοῦ κυρίου Γεωργαντᾶ, καὶ σᾶς εἶπεν ὡσαύτως ὁποίαν ἐπιῤῥοὴν ἔχει ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ὅταν λάβῃ μέρος εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὅτι εἷς στρατιώτης ἀρκεῖ ὁλόκληρα χωρία νὰ πτοήσῃ· ὅ,τι δὲ συνέβη ἐκ τῆς στρατιωτικῆς ἀρχῆς ἐν Λεβαδίᾳ, τὸ αὐτὸ συνέβη καὶ ἐν τῇ Ἀκαρνανίᾳ ὑπὸ τοῦ ἀρχηγοῦ ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας καὶ εἰς ἄλλα μέρη. Καὶ ἐν Κεφαλληνίᾳ ἡ στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἐφατρίασε διότι, ἐνῷ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ μου εἰς δήμους 1000 καὶ 1500 ψηφοφόρων ὑπῆρχον μόνον δύω στρατιῶται· εἰς τὴν ἐπαρχίαν Πάλλης, ἔνθα ἐνδιεφέρετο τὸ ὑπουργεῖον διὰ τὴν ἐπιτυχίαν τῶν νῦν βουλευτῶν, ὁ νομάρχης ἔστειλεν εἰς ἓν χωρίον 200 μόνον ψηφοφόρων 30 στρατιώτας ὅπως τοὺς πτοήσωσι. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν πανταχοῦ ἐφατρίασε, καθὼς καὶ πάντα τὰ ὄργανά του ἀπὸ τοῦ νομάρχου μέχρι τοῦ κατωτέρου ὑπαλλήλου, καὶ ὅτι ἀναιδῶς ἐστάλησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας ἔπαρχοι ἐπὶ τούτῳ· εἴς τινας ἐπαρχίας ἐστάλησαν διοικητικὰ ὄργανα ἐχθρικῶς διακείμενα πρὸς τοὺς ἀντιπολιτευομένους τὴν κυβέρνησιν, ὅπως τοὺς ἀποκλείσωσι δι’ ὅλων τῶν μέσων. Ἑπομένως τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα κωλύουσι τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος τοῦ λαοῦ, ἀφειδῶς ἐχορηγήθησαν· ἀλλ’ ἡ ἐπέμβασις τοῦ ὑπουργείου ἐπίσης ἐξησκήθη καὶ κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν. Ἐν τῷ σχεδίῳ μας λέγομεν ὅτι κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἀνεμίχθησαν, ἐσυγχίσθησαν αἱ ἐξουσίαι καὶ δὲν ὑπῆρξε διάκρισις ἐν αὐταῖς. Ἡ κοινὴ συνείδησις τὴν ὁποίαν ἐπεκαλέσθη ὁ κ. Νικολόπουλος ἀναγνωρίζει τὰ τέρατα τῶν ἐξελέγξεων· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναμνήσω παρὰ μόνον δύω, τὴν ἐκλογὴν τῆς Μεσσήνης καὶ τὴν τῆς Ζακύνθου. Σᾶς εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι ἐπράχθησαν πραξικοπήματα· μᾶς ἀπεκάλεσαν Κανιβάλους, ἐλέχθησαν ἀρχαὶ, αἵτινες οὔτε κατὰ τὸν μέσον αἰῶνα ἐλέχθησαν. Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις εἶναι λειποτάκτης τοῦ κοινοῦ φρονήματος. Μᾶς εἶπον ὅτι θέλομεν σᾶς δεκατίσει διότι δὲν συνταυτίζεσθε μὲ τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς μας· καὶ τὸ εἶπεν ἐκεῖνος, ὅστις καὶ διὰ τοῦ αἵματός του, ὅπως πολλάκις εἶπον, θέλει ὑποστηρίξει τὸ συνταγματικὸν ἐλεύθερον πολίτευμα τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐννοηθῇ ἄνευ ὑπάρξεως κομμάτων, ἄνευ συμπολιτεύσεως καὶ ἀντιπολιτεύσεως. Ποῖον φρόνημα ἐθνικὸν εἴχατε τότε κατὰ νοῦν, ὅταν μᾶς εἴπατε ὅτι θέλετε μᾶς τιμωρήσῃ διὰ τὴν λειποταξίαν ἡμῶν; Κατὰ τὰς ἐξελέγξεις, κύριοι, ἐνῷ, κατὰ τὸν κανονισμὸν ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν ἠθελήσατε νὰ πείσητε, νὰ περιλαμβάνῃ καὶ 5 ἢ 6 μέλη ἐκ τῆς μειοψηφίας, διὰ τῆς ψήφου σας ὅμως εἴπατε ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἔχωμεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ φωνὴν ὑπὲρ τοῦ δικαίου καὶ νομίμου.
§87ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητήματα τὰ ὁποῖα ἐλύθησαν τί τὰ ἀναφέρετε.
§88ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§89ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ἰσχύσῃ ὁ κανονισμός, κύριε πρόεδρε, (θόρυβος).
§90ΜΕΤΑΞΑΣ. Πάντοτε εἶμαι ἐπὶ τοῦ θέματος· θέλω ν’ ἀποδείξω ὅτι ἀνεμίχθησαν αἱ ἐξουσίαι διὰ τῆς ἐπεμβάσεως καὶ διὰ τῆς ἐκνόμου ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν.
§91ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ, ὁ βασ. λόγος θέλει ζητήματα παρελθόντα, ἐνεστῶτα καὶ μέλλοντα, κατὰ συνέπειαν δὲν ὑπάγεται εἰς τοὺς στενοὺς περιορισμοὺς τῶν κοινῶν ζητημάτων, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ ὑπαγάγετε εἰς τὸν κανονισμόν.
§92ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὁ φύλαξ τοῦ κανονισμοῦ αὐτός, κ. πρόεδρε;
§93ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐξακολουθῶ, κύριοι. Ἐν τῇ διακρίσει τῶν ἐξουσιῶν ἔγκειται ἡ ἐλευθερία τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, δὲν δύναμαι δὲ νὰ σιωπήσω, ὅταν βλέπω ὅτι ἡ διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν συγχίζεται καὶ ἐσυγχίσθη παρ’ ὑμῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλεῖσθε τὴν διάκρισιν ταύτην· ἀλλ’ ἴσως ὑπονοοῦν οἱ ὑπουργοὶ ἄλλην διάκρισιν τῶν ἐξουσιῶν, τὴν ὁποίαν δὲν θέλουν νὰ ἐκφράσωσιν, ἕνεκα δὲ τούτου ἀπὸ τοῦδε προκαλῶ καὶ εἰς τὸν ἐπίλογον τοῦ λόγου μου θέλω προκαλέσει τοὺς ὑπουργοὺς νὰ μᾶς εἴπωσι, τί ἐννοοῦν μὲ τὴν φράσιν διάκρισις ἐξουσιῶν, διότι ἡμεῖς ἐννοοῦμεν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν διαγράφει ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἐν τοῖς ἄρθροις 21 καὶ ἐν τοῖς ἑπομένοις· ἐννοοῦμεν δὲ ὡς σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν, ἥτις πρώτην ἤδη φορὰν ἐγένετο ἐν Ἑλλάδι ἀπὸ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς νέας δυναστείας, ἐννοοῦμεν, λέγω, τὴν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν κατὰ τὰς ἐξελέγξεις καὶ κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν. Ὡσαύτως, κύριοι, εἰς τὴν τρίτην παράγραφον διεφωνήσαμεν πρὸς τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς. Αὐτὰ ἐν τῷ σχεδίῳ των λέγουσιν ὅτι, διὰ τῆς εὐνομίας, (τὴν ὁποίαν δὲν ἐννοῶ, ὡς τὴν ἐννοοῦν) εὐοδούμεθα καὶ παρασκευαζόμεθα ἐν προόδῳ· φράσεις ἀόριστοι ὅλαι καὶ σόλοικοι. Ὡς εὐνομίαν ἐννοεῖ ἡ ἀντιπολίτευσις τὴν ἐφαρμογὴν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν καὶ τῶν νόμων· ἐν τῇ πιστῇ δὲ καὶ θρησκευτικῇ ἐφαρμογῇ αὐτῶν ἔγκειται ἡ τάξις καὶ ἡ ἐλευθερία. Διότι ὅταν ὁ λαὸς πεισθῇ περὶ τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων καὶ τῶν θεσμῶν, τότε θέλει τηρήσει τὴν τάξιν, ἥτις εἶναι συνέπεια τῆς εὐνομίας. «Παρασκευαζόμενοι ἐν προόδῳ», λέγουσιν οἱ ὑπουργοὶ καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνει. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις κατὰ τὴν ἀρχὴν καὶ τὴν πεποίθησίν της, καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ σωρεία τῶν νόμων ἢ ἡ πιστὴ ἐφαρμογὴ αὐτῶν πρὸς προπαρασκευὴν καὶ ἐκπλήρωσιν τοῦ σκοποῦ τῆς ἀναγεννήσεως, ὑπὲρ τῆς ὁποίας εὔχεται ἡ Αὐτὴ Μεγαλειότης, διότι ἡ εὐνομία συνεπάγεται μόνον τὴν ἐσωτερικὴν τάξιν ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ, οὐχὶ δὲ καὶ τὴν προπαρασκευὴν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀναγεννήσεως, ἥτις δι’ ἄλλων μέσων πρέπει νὰ ἐπιτευχθῇ. Κύριοι, δὲν παρασκευαζόμεθα εἰς πρόοδον διὰ τῆς εὐνομίας, ἀλλὰ παρασκευαζόμεθα καὶ πλησιάζομεν, καὶ ἐνατενίζομεν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀναγεννήσεως διὰ τῆς πασιφανοῦς ἀναπτύξεως τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων. Πρέπει νὰ μὴ κρυπτώμεθα, πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν ὅτι προπαρασκευαζόμεθα καὶ ὄχι νὰ παίζωμεν μὲ τὰς λέξεις, εὐοδούμενοι ἐν εὐνομίᾳ καὶ παρασκευαζόμενοι ἐν προόδῳ. Εἶναι γνωστόν, κύριοι, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς παντὸς κράτους στηρίζεται ἐπὶ τῆς πολιτικῆς του, καὶ ὡς εἶπεν ἐσχάτως εἷς ῥήτωρ ἐν τῷ κοινοβουλίῳ τῆς Γαλλίας, ὁ Θιέρς, ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι ἡ φωτογραφία καὶ ὁ καθρέπτης τῆς πολιτικῆς παντὸς ἔθνους. Πῶς θέλετε νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ σχέδιον τοῦ προϋπολογισμοῦ σας, τοὺς προταθησομένους φόρους, ἐὰν δὲν μᾶς εἴπητε καθαρῶς τὴν πολιτικὴν σας; τί φρονεῖτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης πρέπει νὰ τὸ εἴπητε σαφῶς, διότι ἄλλως δὲν δυνάμεθα ἐν συνειδήσει νὰ ψηφίσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον θέλετε μᾶς ὑποβάλλῃ. Κύριοι, οὐ μόνον ἐν τῇ καθαρᾷ προπαρασκευῇ καὶ ἐν τῇ ἀναπτύξει τῶν ἐθνικῶν δυνάμεων ἔγκειται ἡ ἀτένισις καὶ προσέγγισις ἡμῶν πρὸς τὴν ἀναγέννησιν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἕτερόν τι τὸ ἑξῆς. Πᾶσα ἑλληνικὴ κυβέρνησις, κύριοι, ὀφείλει νὰ κολακεύσῃ τὰς σχέσεις, αἵτινες ὑφίστανται μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν λοιπῶν ἐθνῶν τῆς Ἀνατολῆς ὡς ἐκ τῶν κοινῶν σκοπῶν, οἵτινες συνδέουσι τὸ Ἑλληνικὸν Ἔθνος πρὸς τὰ λοιπὰ Σλαβικὰ τῆς ἀνατολῆς· ὀφείλομεν νὰ συνδέσωμεν τὸν πολιτικὸν αὐτὸν κρῖκον στερεώτερον, διότι ἄλλως δυσκόλως δυνάμεθα ν’ ἀτενίσωμεν πρὸς τὴν ἀναγέννησιν. Τί ἔπραξε, κύριοι, ἡ Ἰταλία; Δὲν ἐφρόντισε μόνον νὰ παρασκευασθῇ διὰ πάσης θυσίας καὶ φανερὰ, ἀλλὰ προσεπάθησε νὰ ἐπισύρῃ τὴν εὔνοιαν τῶν ἐθνῶν ἐκείνων, ἅτινα διέκειντο ἐχθρικῶς πρὸς τὸν ἐχθρόν της, πρὸς τὴν Αὐστρίαν· ἐθυσίασεν ἑκατομύρια εἰς τὴν Κριμαίαν ὅπως ἐπισύρῃ τὴν φιλίαν τῶν μεγάλων δυνάμεων. Ἡ Ἰταλία ἠδύνατο νὰ πράξῃ μόνη καθ’ ἑαυτὴν, καὶ ὅμως ἀπεφάσισε νὰ ἐξοδεύσῃ ἁδρῶς ὅπως ἐπιτύχῃ καὶ συνάψῃ συμμαχίας. Ἡμεῖς δυστυχῶς ἐν τῇ Ἀνατολῇ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς παντελοῦς ἀναγεννήσεως δὲν δυνάμεθα μόνοι νὰ ἐνεργήσωμεν ἀποτελεσματικῶς. Πρέπει λοιπὸν νὰ συσφίξωμεν πολιτικὰς σχέσεις μετὰ τῶν λαῶν ἐκείνων, οἵτινες συνδέονται μεθ’ ἡμῶν διὰ τῶν αὐτῶν πολιτικῶν πόθων καὶ ἀρχῶν. Ὡσαύτως, κύριοι βουλευταὶ, διεφωνήσαμεν πρὸς τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης. Τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας ξηρὰ, ξηρὰ εἶπον, καὶ λέγουσιν ἐν τῷ σχεδίῳ αὐτῶν ὅτι ἡ γενομένη περίθαλψις, εἶναι δὲ ζήτημα ἐὰν γίνεται καὶ σήμερον, ὀφείλεται λόγῳ συμπαθείας. Ἡμεῖς δὲν φρονοῦμεν τὰ αὐτά. Περίθαλψις ὀφείλεται πρὸς τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ὅστις ἐμάχετο ἐν τοῖς πεδίοις τοῦ 1821 μετὰ τῶν πατέρων ἡμῶν· αὐτὸ δὲν ἀπαιτεῖ ἡ συμπάθεια, ἀλλὰ τὸ καθῆκον, πᾶσα δὲ γενομένη περίθαλψις δὲν εἶναι συμπάθεια, ἀλλ’ εἶναι ἱερὰ ὀφειλή· τούτων δ’ ἕνεκα τὰ μέλη τῆς πλειοψηφίας ἔθεσαν τὴν λέξιν ἀρωγὴν, ὡς μᾶλλον ἐκφραστικὴν, δὲν ἐννοοῦμεν δὲ δι’ αὐτῆς νὰ δώσωμεν τὸν ἄρτον εἰς τοὺς πρόσφυγας Κρῆτας, τὸν ὁποῖον ἐδόσαμεν ἄλλοτε καὶ εἰς τοὺς πρόσφυγας Πολωνοὺς καὶ Ἰταλοὺς, ἀλλ’ ὀφείλομεν ἀφειδῶς νὰ δώσωμεν τὴν συνδρομήν μας, τοῦτο δὲ ὀφείλομεν νὰ τὸ εἴπωμεν φανερά. Οἱ ξένοι γνωρίζουσιν ὅτι πᾶν ὅ,τι κάμνουν οἱ Ἕλληνες, τὸ κάμνουν κατὰ καθῆκον. Αἱ Συνελεύσεις ἅπασαι τῶν πατέρων μας εἶπον διὰ ψηφισμάτων, ὅτι θεωροῦνται ἐλεύθεροι ὅλοι οἱ Ἕλληνες, οἵτινες ἔλαβον τὰ ὅπλα κατὰ τὸ ἔτος 1821.
§94ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἀπὸ τὴν πατρίδα σου ἐπῆγαν πολλοὶ εἰς τὴν Κρήτην;
§95ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐπῆγαν, καὶ θέλουν ὑπάγει. Τὰ αἰσθήματα τῆς Κεφαλληνίας τὰ γνωρίζετε καὶ σεῖς καὶ ὁ πατήρ σας ὁποῖα ἦσαν ἀπὸ τὸ ἔτος 1821, ἄλλως, κ. Φλέσσα, λέγων ταῦτα εἰρωνικῶς ἀδικεῖς τὴν Κεφαλληνίαν καὶ συνάμα ἀδικεῖς καὶ τὸν αὐτόν σου.
§96ΦΛΕΣΣΑΣ. Ἐκεῖνα παρῆλθον, καθὼς καὶ τὰ πατρικά μου καὶ τὰ προσωπικά μου.
§97ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἡ μνήμη των ὅμως δὲν παρῆλθεν.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§99ΜΕΤΑΞΑΣ. Διεφωνήσαμεν ὡσαύτως, κύριοι βουλευταὶ, καὶ ἐπὶ τῆς προτελευταίας παραγράφου, ἥτις ἀναφέρει ὅτι δύναται νὰ ψηφίσῃ ἡ Βουλὴ τοὺς προϋπολογισμοὺς τοῦ Κράτους διὰ τὰ ἔτη 1868 καὶ 1869. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, ἐὰν καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς μειοψηφίας συμμερίζωνται εἰς τοῦτο τὴν ἰδέαν μου, καθότι φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ, δυνάμει τοῦ 60 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, δὲν δύναται ἐν τῇ αὐτῇ συνόδῳ νὰ ψηφίσῃ δύω ἐτῶν προϋπολογισμοὺς καὶ φόρου. Ἐπειδὴ δὲ καὶ ἡ πλειοψηφία ἐν τῷ σχεδίῳ της ἐκφράζεται ἀορίστως διὰ τῆς φράσεως, «κατὰ τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα» προκαλῶ καὶ εἰς τοῦτο τοὺς κυρίους Ὑπουργοὺς, ὅπως ἐξηγήσωσιν ἡμῖν τὴν γνώμην των. Ὁ βουλευτὴς κ. Δημητρακάκης ἐμέμφθη τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας, ὅτι δῆθεν τὸ σχέδιον ἡμῶν περιέχει πολλὰς μομφὰς κατὰ τῆς κυβερνήσεως. Μεταξὺ τῶν ἄλλων εἶπεν ὅτι ὑβρίζομεν τὴν κυβέρνησιν ἰσχυριζόμενοι, ὅτι ἐδιοίκησε τὸν τόπον ἐπὶ ἓξ μῆνας καὶ ἐφορολόγησε διὰ βασιλικῶν διαταγμάτων. Τὸ εἴπομεν, κύριοι, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνομεν. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους, τότε βεβαίως ἠθέλαμεν εἶσθαι ἄδικοι κατηγοροῦντες αὐτήν. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἤμην βουλευτὴς ὅτε ἐσυζητήθη ἐν τῇ τότε Βουλῇ κατὰ τὸ ἔτος 1865 τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀνέγνωσα ὅμως εἰς τὰς ἐφημερίδας τοὺς φιλιππικοὺς τοῦ κ. Σωτ. Πετιμεζᾶ καὶ τοῦ κ. Βαλασοπούλου καὶ τῶν ἄλλων ῥητόρων τῆς νῦν συμπολιτεύσεως καὶ τότε ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τῶν πράξεων ἐκείνων τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐπὶ τῆς διὰ διαταγμάτων διοικήσεως.
§100Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐνθυμεῖσθε καλὰ, φαίνεται.
§101ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν κ. Κουμουνδοῦρον, πρόκειται νὰ καταδείξω ὅτι τὸ νῦν ὑπουργεῖον παρηνόμησε κατὰ τοὺς ἓξ μῆνας τῆς διοικήσεώς του καὶ εἰσέτι παρανομεῖ. Ἡ τότε κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους, διότι ἐζήτησε τούτους, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις τῇ ἠρνήθη· ὅθεν ἠναγκάσθη νὰ διοικήσῃ διὰ διαταγμάτων. Ἂς ἴδωμεν ἤδη ἐὰν ἡ παροῦσα κυβέρνησις εὑρέθη εἰς τὴν ἰδίαν θέσιν. Δὲν ἐξιστορῶ, κύριοι, τὰ πολιτικὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσαν τὴν πτῶσιν τοῦ ὑπουργείου Κουμουνδούρου καὶ τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. Μωραϊτίνη εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ μεταβαίνω εἰς τὴν πρόσκλησιν τοῦ κ. Βούλγαρη. Ὅτε, κύριοι, προσεκλήθη ὁ κ. Βούλγαρης εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, ὑφίστατο ἡ Βουλὴ καὶ ἠδύνατο θαῤῥαλέως, ἐπειδὴ ἀντιπροσώπευε τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐν τῇ νέᾳ κυβερνήσει καὶ οὐχὶ πολιτικὸν κόμμα ἄχρουν, ἠδύνατο, λέγω, νὰ παρουσιασθῇ ἐν τῇ παρελθούσῃ Βουλῇ καὶ νὰ ζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοὺς φορολογικοὺς νόμους, νὰ ἐπιδείξῃ μάλιστα καὶ αὐτὸ τὸ διάταγμα τῆς διαλύσεως, ὡς εἴθισται ἐν Ἀγγλίᾳ· ἐὰν δὲ ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀρνηθῇ τοῦτο, ὅλον τὸ βάρος καὶ ἡ εὐθύνη ἤθελε πέσει εἰς τὴν σημερινὴν ἀντιπολίτευσιν. Ὁ κύριος Βούλγαρης ὅμως ἄλλως ἔπραξε· διέλυσε τὴν Βουλὴν χωρὶς νὰ ζητήσῃ οὔτε προϋπολογισμὸν, οὔτε φορολογικοὺς νόμους· ἑπομένως τὴν εὐθύνην ἔχει ἡ παροῦσα κυβέρνησις· δὲν εἶναι δὲ μομφὴ, ἐὰν λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, κ. Δημητρακάκη, διότι ὅταν τις λέγῃ τὴν ἀλήθειαν, δὲν μέμφεται, ἀλλὰ πράττει τὸ καθῆκόν του. Περαίνων, κύριοι, τὸν λόγον μου, προκαλῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ ἑρμηνεύσῃ ἡμῖν τινὰς φράσεις τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Καὶ πρῶτον τί ἐννοεῖ μὲ τὴν φράσιν «διάκρισις τῶν ἐξουσιῶν,» διότι, ὡς βλέπετε, ἄλλην ἑρμηνείαν δίδομεν ἡμεῖς καὶ ἄλλην ἡ πλειονοψηφία. Δεύτερον νὰ μᾶς εἴπῃ καθαρὰ, τί φρονεῖ περὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης, διότι δὲν δυνάμεθα κατὰ καθῆκον καὶ ἐν πεποιθήσει νὰ ψηφίσωμεν προϋπολογισμὸν, χωρὶς νὰ γνωρίζωμεν τὴν περὶ τούτου πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως. Πρέπει λοιπὸν νὰ μᾶς εἴπητε καθαρὰ τί φρονεῖτε περὶ Κρήτης, τί ἐπράξατε καὶ τί θέλετε πράξει. Κύριοι βουλευταὶ, πρὶν ἢ καταβῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῆς τελευταίας παραγράφου τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως τῆς πλειονοψηφίας. Ἔχων πρὸς τοῦτο καθῆκον, ἀναγινώσκω τὴν παράγραφον ταύτην· «Τὸ ἔθνος, Βασιλεῦ, ἀπέδειξεν ὅτι οὐδεμία πλαγία εἰσήγησις δύναται νὰ τὸ ἀποπλανήσῃ τῆς εὐθείας ὁδοῦ. Συσφιγγόμενον περὶ τὸν ἡγεμόνα του, ἀφοσιούμενον εἰς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ἐν οἷς εὑρίσκει τὴν συμμαχίαν τῆς ἐλευθερίας μετὰ τῆς τάξεως, καὶ μεταξὺ τῶν ὁποίων ἵσταται ἀκράδαντος, ὡς τὸ ἱερὸν παλλάδιον ὁ μέγας θεσμὸς τῆς βασιλείας, ἐναποθέτει μετὰ πίστεως τὰς ἐλπίδας αὑτοῦ εἰς τὴν θείαν Πρόνοιαν, τὴν μηδέποτε ἐγκαταλιποῦσαν τὴν Ἑλλάδα.» Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς παραγράφου ταύτης καὶ ὁ ἐν Ἑλλάδι ζῶν καὶ ὁ ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ θέλει ἐννοήσει ὅτι κἄτι τι τεκταίνεται ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἡμῶν καὶ ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἢ ὅτι ὑπάρχουσι κόμματα ἀντιδυναστικὰ, ἐνεργὸν κόμμα δημοκρατικὸν ἢ καὶ ἄλλα, ἅτινα σήμερον ἀντιπράττουσιν, ἢ ἀντέπραξαν, ἢ σπείρουσι κακὰς καὶ πλαγίας εἰσηγήσεις εἰς τὸν λαόν. Ἐὰν ἐν Ἑλλάδι ἔχωμεν τὰ κόμματα τῆς Γαλλίας, ἔνθα ὑπάρχουσι τὸ δημοκρατικὸν κόμμα, τὸ τῶν Βουρβώνων, τὸ τοῦ Φιλίππου, τὸ τοῦ Ναπολέοντος καὶ ἄλλα, βεβαίως ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος, συσφιγγόμενος περὶ τὸν Βασιλέα του καὶ ἀφοσιούμενος εἰς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ἀποκρούει τὰς πλαγίας εἰσηγήσεις τῶν ἐχθρῶν τῆς βασιλείας. Ἐν Ἑλλάδι ὅμως, εὐτυχῶς, ἅπαντες εἴμεθα βασιλικοὶ, δὲν ὑπάρχει ἄλλο κόμμα· διὰ ποῖον λόγον λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία λέγει ὅτι ὁ λαὸς συσφίγγεται περὶ τὸν Βασιλέα, διότι ἐν τῷ θεσμῷ τούτῳ τῆς βασιλείας εὑρίσκει τὴν σωτηρίαν του; βεβαίως ἡ πλειονοψηφία ἄλλο τι ὑπαινίττεται, καὶ ὀφείλει ἓν τῶν μελλῶν αὐτῆς, ἢ ἡ κυβέρνησις, νὰ μᾶς δώσῃ ἐπὶ τούτου σαφεῖς ἐξηγήσεις. Ὑποθέτω ὅτι τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας ὡρμήθησαν ἀπὸ ἄλλην τινὰ ἰδέαν, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε ποσῶς νὰ θίξωσι τὴν χορδὴν ταύτην, διότι ἐὰν θέλωσι νὰ κολακεύσωσι τὴν βασιλείαν διὰ μιᾶς ἀτόπου φράσεως, δὲν εὗρον κατάλληλον τὴν περίστασιν· τὸ ἔδαφος δὲν εἶναι στερεόν. Εἰς ἄλλους δύναται νὰ ἁρμόζῃ καὶ νὰ ἀποδοθῇ αὐτὴ ἡ μομφή, Οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες κρίνονται ἀπὸ τὰ προηγούμενα αὑτῶν καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ πρόσφατα. Κατὰ τὰς ἐκλογὰς τοῦ 1865 (θόρυβος). Δὲν θέλω κάμει δημοσίως χρῆσιν τῶν κοινωνικῶν γνωστῶν μοι μυστηρίων, ἀλλὰ ἐὰν μὲ προκαλέσητε θέλω τὸ πράξει.
§102ΤΙΝΕΣ. Νὰ τὰ εἴπητε (θόρυβος).
§103ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἰς ἄλλους, κύριοι, αἱ πλάγιαι εἰσηγήσεις δύνανται νὰ ἀποδοθῶσι, δὲν ἀποκαλῶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν. Μὴ θέλετε νὰ πωλῆτε ἀφοσίωσιν καὶ νὰ κολακεύσητε. Ἄλλα ἐπράξατε κατὰ τὸ ἔτος 1864, ἄλλα κατὰ τὸ 1865 καὶ ἄλλα ἐπαγγέλλεσθε σήμερον· δὲν ἦσθε συνεπεῖς. Ἡ μερὶς αὐτὴ (δεικνύων τὴν ἀντιπολίτευσιν) εἶναι πάντοτε συνεπὴς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο.
§104ΤΙΝΕΣ. Ὤ, ὤ (θόρυβος).
§105ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶναι ἡ μόνη, ἥτις ἐπρομάχησε πάντοτε ὑπὲρ τῶν μεγάλων ζητημάτων, ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑπὲρ τῆς ὑποστηρίξεως τῆς βασιλείας (θόρυβος). Θέλω, κύριοι ἐπανέλθει ὅταν τὸ ὑπουργεῖον μᾶς ἐξηγήσῃ τὴν φράσιν τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν, καὶ ἐκφρασθῇ καθαρῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς Κρήτης καὶ τρίτον, ὅταν ἓν μέλος τῆς κυβερνήσεως ἢ τῆς ἐπιτροπῆς μᾶς ἐξηγήσῃ ποίαν ἔννοιαν δίδει εἰς τὴν τελευταίαν παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς πλειοψηφίας.
§106ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓν μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ἐνθυμεῖσθε, σᾶς ἔδοσεν ἐξήγησιν.
§107ΜΕΤΑΞΑΣ. Δὲν μᾶς ἔδωκεν οὐδεμίαν ἐξήγησιν.
§108ΤΙΝΕΣ. Ὁρίστε εἰς τὸ βῆμα, κ, Νικολόπουλε.
§109ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω παρακολουθήσει τὸν προλαλήσαντα εἰς ὅσα εἶπε· θέλω νὰ εἴπω τόσα, ὅσα ἁρμόζει εἰς συζήτησιν νομοθετικοῦ σώματος· προκειμένου ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν ἡγεμόνα, δὲν θέλω κάμει παρέκβασιν εἰς προσωπικότητας καὶ ἀντεγκλήσεις, διότι ἐκτιμῶ τὸ σοβαρὸν τῆς πράξεως τοῦ ἔθνους, συνελθόντος σήμερον εἰς Βουλήν. Ὁ προλαλήσας ἀπετάθη εἰς ἐμὲ, τί ἐννοεῖς κ. Νικολόπουλε, ἐν τῇ γνώμῃ τοῦ ἔθνους· τὸν ἀπαντῶ, ἐννοῶ ὅ,τι ὅλον τὸ ἔθνος, ἐννοῶ ὅ,τι ἐνόησε τὸ ἔθνος κατὰ τὰς ἐκλογάς, ἐννοῶ ὅ,τι ἐνόει ἕκαστος πολίτης πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς βουλῆς, ἐννοῶν ὅ,τι ἐννοεῖ ἡ Βουλή. Εἶπον διάκρισιν ἐξουσιῶν καὶ λυποῦμαι, ὅτι παρεμόρφωσε τὴν γνώμην μου ἐν τῇ ἐπιτροπῇ. Τῳόντι ἐπρότεινεν ἓν τῶν μελῶν, τὸ ἐνθυμοῦμαι, νὰ παρουσιασθῇ εἷς ὑπουγὸς, ἀλλὰ δὲν εἶναι εἰθισμένον ἐνώπιον βουλευτικοῦ σώματος νὰ λέγεται τοιοῦτον. Ἐγὼ εἰσηγητὴς ὤν, εἶπον ὅτι δὲν βλέπω τίποτε σκοτεινὸν εἰς τὴν φράσιν αὐτὴν, εἶναι μία φράσις ἁπλῆ. Σεβασθῶμεν τὰ δικαιώματα ἀλλήλων. Αὐτὴν τὴν γνώμην τὴν εὗρον σύμφωνον μὲ τὴν ἀλήθειαν τοῦ πράγματος καὶ τὰ ἄλλα μέλη καὶ δὲν παραδέχθησαν τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας. Ἂν ὁ προλαλήσας ἐννοῇ καὶ θέλει νὰ παραδεχθῇ ὅ,τι ἔλεγαν εἰς τὰς ἐφημερίδας, εἶναι διὰ λογαριασμόν του· ἐθορυβήθη ὁ προλαλήσας· τί ἐννοεῖ ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς «οὐδεμία πλαγία εἰσήγησις δύναται νὰ τὸ ἀποπλανήσῃ τῆς εὐθείας ὁδοῦ». Τί πρέπει νὰ εἴπῃ τὸ ἔθνος, προκειμένου νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Β. λόγον, ὅταν ὁ Β. λόγος λέγῃ «ἐθαύμασα τὴν διαγωγὴν τοῦ ἕλληνος κατὰ τὴν διεξαγωγὴν τῶν ἐκλογῶν, ὅτι ὁ Ἕλλην ἔψευσε τὰς ἐλπίδας, ὅτι ποταμοὶ αἱμάτων θὰ ῥεύσουν» καὶ τὸ ἔθνος, προκειμένου νὰ ἀπαντήσῃ, τί θέλετε ν’ ἀπαντήσῃ; ὅτι δύναται νὰ τὸ ἀποπλανήσῃ πλαγία εἰσήγησις; Τὸ ἔθνος τοῦ λέγει, τὸ ἔθνος θεωρεῖ τὴν βασιλείαν ὡς τὸ παλλάδιον τῶν ἐλευθεριῶν· δὲν τὸ θεωρεῖτε ἐσεῖς; εἶναι διὰ λογαριασμόν σας· «συσφιγγόμενον, λέγει, περὶ τὸν ἡγεμόνα του» καὶ τοῦτο τὸ εὑρίσκουν μὴ ὀρθόν! ἀπορῶ, κύριοι, πῶς εὑρίσκει ὁ προλαλήσας, ὅτι ἡ φράσις αὕτη εἶναι πλημμελής; δὲν πρέπει νὰ εἴπῃ τὸ ἔθνος ἀπαντῶν εἰς ἕνα ἡγεμόνα, νὰ μὴ τοῦ εἴπῃ ὅ,τι αἰσθάνεται; Κάτι τι τεκταίνεται, λέγουν, αὐτὰ εἰμπορεῖ νὰ λέγωνται εἰς ἐφημερίδας, ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ Κοινοβουλίου ποτέ.
§110ΜΕΤΑΞΑΣ. Σεῖς τὸ ἐλέγετε, ἐγὼ τὸ ἀποκρούω.
§111ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς, εἴπομεν ὅτι καμμία πλαγία εἰσήγησις δὲν δύναται νὰ ἀποχωρίσῃ τὸν Ἕλληνα ἀπὸ τὸν Βασιλέα, διότι γνωρίζει ὅτι ἡ βασιλεία εἶναι ἡ ἄγκυρα τοῦ μέλλοντος τῆς Ἑλλάδος, ἡ βασιλεία εἶναι ἡ τάξις· καὶ σᾶς ταράττουν, κύριοι, αὗται αἱ ἰδέαι;
§112ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχει ἐναντίαν ἰδέαν κἀνεὶς ἐπ’ αὐτοῦ;
§113ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὸ φρονοῦν.
§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κολακία.
§115ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ κολακία ἀνήκει εἰς ἄλλους. Κόλαξ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις εἶπεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἐπεμβῆκε.
§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πάντοτε τοιαῦτα ἐπιχειρήματα νὰ ἐπικαλεῖσθε. Λυποῦμαι ὅτι γίνεσθε γελοῖοι.
§117ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄφετέ με, νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις καὶ ἔλθετε ἀπ’ ἐδὼ νὰ ὑπερασπισθῆτε τὸν ἑαυτόν σας. Ὁ προλαλήσας ἐπελάθετο ὅτι σήμερον δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον καὶ ἔκαμε παρεκτροπάς, ἔθιξε ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι προδικασμένα. Ἠθέλησε νὰ μεμφθῇ, δὲν ἠξεύρω, τὴν Κυβέρνησιν ἢ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐγένετο σύγχυσις ἐξουσιῶν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν. Δὲν εἶδα, κύριοι, οὐδένα τῶν ὑπουργῶν νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἢ νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν συζήτησιν καθὼς ἄλλοτε. Ἂς λέγουν, ἀκυρώθη ἡ δεῖνα καὶ δεῖνα ἐκλογή. Ἂς σεβασθῶμεν, κύριοι, ἀλλήλους· εἶναι ζήτημα πλέον ἡ ἐξέλεγξις τῶν ἐκλογῶν; πρόκειται, κύριοι, νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς ἢ διὰ νὰ ἀκούῃ τὸ ἀκροατήριον ὅτι κἄτι τὶ πρόκειται σήμερον; Ἡ πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ὡρμήθη εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἀπαντήσεως ἔχουσα ὑπογραμμὸν καὶ τὰς πράξεις ἄλλων ἐθνῶν. Ἡ ἀπάντησις, κύριοι, εἰς τὸν Β. λόγον εἶναι ἓν ἔργον φιλοφρονήσεως διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Βουλὴ ἐκθέτει τὸν σεβασμὸν εἰς τὸν Ἡγεμόνα Ἡ ἐπιτροπὴ νομίζει ὅτι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Β. λόγον δὲν εἶναι ἡ παλαίστρα, εἰς τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ ῥίψῃ ὅ,τι θέλει. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἔκαμε ἄλλο τι παρὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Β. λόγον· ἠδύνατο νὰ εἴπῃ τὰ αἰσθήματά της ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ τὸ ἄφησεν εἰς ἄλλην ἐποχήν. Ἔχει ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ εἴπῃ τίποτε; εὑρίσκει καιρὸν, ἀρκεῖ νὰ ἔχῃ τὰ μέσα. Ὁ προλαλήσας σᾶς ἔκαμε λόγον περὶ ὑποψηφιότητος· περὶ τούτου ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῆς Σπάρτης σᾶς εἶπε πολλὰ καὶ καλὰ, θεωρῶ περιττὸν νὰ προσθέσω τι, λέγω δὲ μόνον ὅτι εὔκολον εἰς τὸν καθένα νὰ ἀναβαίνῃ ἐδῶ καὶ νὰ λέγῃ περὶ ἐπεμβάσεων, νὰ λέγῃ τὰ πάντα, ἀλλὰ τὸ δυσχερὲς εἶναι νὰ ἀποδείξῃ, τὸ δυσχερὲς εἶναι νὰ πείσῃ καὶ τὸν ἄλλον. Τί ἄλλην ἀπόδειξιν θέλετε, κύριοι, ἀπὸ τὴν ὁμιλίαν τοῦ βουλευτοῦ Ἀμφίσης καὶ τόσων ἄλλων, ὅτι ἡ κυβέρνησις οὐδόλως δὲν ἐπεμβῆκεν.
§118ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Περίεργον πρᾶγμα (γέλως) αὐτὸ εἶναι γελοῖον.
§119ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ γελοῖα εἶναι συνειθισμένα εἰς ἄλλους, καὶ γελοῖοι εἶναι ἄλλοι.
§120ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ποῦ ἐγὼ δημοσίως ὁμιλῶν περὶ τῶν ἐκλογῶν, εἶπον ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἐπεμβῆκε;
§121ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν σας.
§122ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ναί· ἀλλὰ μήπως ἐπειδὴ δὲν ἐπεμβῆκεν εἰς μίαν ἐπαρχίαν, δὲν ἐπεμβῆκεν εἰς τὰς ἄλλας;
§123ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔρχεσθε κατόπιν ἐδῶ καὶ λέγετε ὅτι ἡ κυβέρνησις πανστρατιᾷ ἦλθεν εἰς τὴν Ἄμφισαν νὰ σᾶς ἀποκλείσῃ· (θόρυβος).
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι.
§125ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὰ λεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀντιπολιτευομένων, κατ’ ἐμὲ κριτὴν, οὔτε σπουδαῖα οὔτε σοβαρὰ τὰ βλέπω. Ἐπελήφθησαν ἑνὸς ζητήματος ἐθνικοῦ, τὴν Κρήτην. Ἰδού τὶ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ἕνας εἰς αὐτούς. Ἕνας ἐπῆγεν εἰς τὴν Σπάρτην καὶ ἤρχισε νὰ ἐπαινῇ τὸν Ἡρακλῆ, ἀλλ’ ἕνας ἄλλος τὸν κατέβασε λέγων, τίς ἐκατηγόρησε τὸν Ἡρακλῆ καὶ ἔρχεσαι νὰ τὸν ἐπαινέσῃς; Ἐπαινῶ, κύριοι, τὴν κυβέρνησιν, ἥτις λέγει ὀλίγα καὶ πράττει πολλά· ὁ πράττων ὀλίγα καὶ λέγων πολλὰ αὐτὸς εἶναι.... δὲν θέλω νὰ τὸν ὀνομάσω, τὸ ἐννοεῖτε (Εὖγε). Ὁ προλαλήσας μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν νὰ προβῶ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάλυσιν. Νὰ ἐρωτήσετε, κύριοι, καθένας τήν συνείδησίν του ἀνεξαρτήτως τῶν ἰδιαιτέρων παθῶν καὶ τῶν σκέψεών του. Ἂς σκεφθῇ ἕκαστος, ἂν τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῆς μειοψηφίας ἀνταποκρίνονται εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους, ἢ τὰ λεγόμενα ὑπὸ τῆς πλειοψηφίας.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δημητρακάκης.
§127ΤΙΝΕΣ. Πάλιν;
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων.
§129ΦΙΛΗΜΩΝ. Ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ἕνα ὑπαινιγμὸν τοῦ κ. Μεταξᾶ, ὑποθέτων ὅτι δὲν ἦτον ἐδὼ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· ἀλλὰ βλέπω ὅτι εἶναι ἐδὼ ὁ κ. ὑπουργός, ὅστις, νομίζω, εἶναι εἰς θέσιν νὰ δώσῃ καλλιτέρας πληροφορίας ἐπ’ αὐτῆς τῆς κατηγορίας, ἐκτὸς ἐὰν δὲν θέλῃ νὰ ὁμιλήσῃ καὶ τότε ἀναλαμβάνω ἐγὼ νὰ δώσω τὰς δεούσας ἐξηγήσεις.
§130ΣΙΜΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Περὶ τούτου θὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ ἐπειδὴ ἔχομεν ἔγγραφα πολλὰ σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτή.
§131ΠΟΛΛΟΙ (ἐγειρόμενοι). Αὔριον.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (ὥρα 6η μ. μ.)