1868.06.26
828 στίχοι · 6.909 λέξεις · 102 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 29
Τῆς 26 Ἰουνίου 1868.
Τετάρτη.
Ὥρα 2½ μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται.— Ὑπάρχουν δύω ἀναφοραὶ, μία τοῦ βουλευτοῦ κ. Κοπανίτσα ζητοῦντος τεσσαρακονθήμερον ἀπουσίας ἄδειαν, καὶ ἄλλη τοῦ κ. Ἀγγελικάρα ζητοῦντος τριακονθήμερον ἀπουσίας ἄδειαν. Ἐγκρίνει ἡ Βουλή;
§4Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δίδοντες ἀδείας, κ. πρόεδρε, νὰ προσέχητε πάντοτε νὰ ἦναι ἀπαρτία.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ τοῖς δοθῇ;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, λάβετε τὰς θέσεις σας. Ὁ πολίτης Βαφιαδάκης δημότης Σύρου ὑποβάλλει μίαν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλήν· ἔχει εὐχαρίστησιν ἡ Βουλὴ ν’ ἀναγνωσθῇ, ἢ νὰ ἀφήσωμεν ἕως οὗ σχηματισθοῦν αἱ ἐπιτροπαὶ καὶ τὰ τμήματα καὶ νὰ τὴν παραπέμψωμεν ἐκεῖ;
§8ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὰ τμήματα.
§9ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί περιέχει ἡ ἀναφορά;
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῷ ἠρνήθησαν νὰ θέσῃ κάλπην καὶ ἐξαιτεῖται νὰ διαταχθῇ ὁ νομάρχης Κυκλάδων νὰ τῷ χορηγήσῃ κάλπην κατὰ τὴν ἤδη ἐνεργουμένην ἐκλογήν.
§11ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§12ΔΑΓΡΕΣ. Ἠμπορεῖ νὰ ἐνεργηθῇ ἡ ἐκλογὴ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ καὶ νὰ ὑπάρξῃ πάλιν ἕνας λόγος εὐθύνης· φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§14ΔΑΓΡΕΣ. Ποία Βουλή; Εἷς βουλευτὴς τὸ εἶπε μόνον. Ἠμπορεῖ ἡ ἐκλογὴ νὰ ἐνεργηθῇ· ἐὰν ἐνεργηθῇ ἀργότερα, ἂς ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν δὲν ἐσχηματίσθη ἀκόμη, καὶ ἐνδεχόμενον ἡ ἐκλογὴ νὰ ἐνεργηθῇ ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ καὶ εἶναι καλὸν ἑπομένως ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§16ΔΑΓΡΕΣ. Τέλος πάντων ἐπιθυμῶ νὰ σημειωθοῦν αἱ παρατηρήσεις μου εἰς τὰ πρακτικά· ἔχουν σπουδαίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἐκλογὴν μιᾶς ἐπαρχίας, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ, καθ’ ὅσον μάλιστα εἶναι παροῦσα ἡ Κυβέρνησις, καὶ ὁ κ. Βαφιαδάκης δύναται νὰ θέσῃ κάλπην καὶ ἡ κυβέρνησι; νὰ μᾶς εἴπῃ τι νομίζει.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὀφείλει πρότερον ἡ ἀναφορὰ νὰ βασανισθῇ ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ τὴν γνώμην της. Δὲν δύναται νὰ χάσῃ οὐδὲν δικαίωμα ὁ ἀναφερόμενος, καὶ ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ χρονοτριβῶμεν.
§18Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι ἀνάγκη νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὑτὸ, κ. πρόεδρε· ἡ ἐκλογὴ τῆς Σύρου διετάχθη, καὶ πρέπει νὰ παρακαλέσωμεν τὴν κυβέρνησιν νὰ μᾶς εἴπῃ, διατί δὲν τῷ ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ θέσῃ κάλπην.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐκλογὴ εἶχε γίνει καὶ μέλλει νὰ ἐπαναληφθῇ· ἂν διετάχθη ἡ ἐπανάληψις τῆς ἐκλογῆς τῆς Σύρου, τότε δὲν εἶναι καιρὸς ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§20ΤΙΝΕΣ. Εἶναι καιρός.
§21ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, κ. πρόεδρε. Ἡ ἀναφορὰ αὐτὴ ἀναφέρει δικαιώματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν τύχην τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς, διότι εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἀρνηθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ δώσῃ κάλπην εἰς τὸν κ. Βαφιαδάκην ἐν Σύρῳ, καὶ ἀποδειχθῇ μετὰ ταῦτα ὅτι ὁ κ. Βαφιαδάκης εἶχε δικαίωμα νὰ θέση κάλπην, τότε ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος· εἰς περίστασιν δὲ καθ’ ἣν δὲν εἶχε δικαίωμα νὰ θέση κάλπην, διατί τὸ ζήτημα νὰ μὴ λυθῇ ἀπὸ τοῦδε; διατί νὰ θέσωμεν εἰς ἀμφιβολίαν τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς ἐκλογῆς μιᾶς ἐπαρχίας, ἥτις μέχρι τοῦδε δὶς ὑπεβλήθη εἰς τὴν δοκιμασίαν τῆς ἐκλογῆς; Ἡ βραδύτης νὰ ἀποστείλητε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν καὶ νὰ ἀποφανθῇ μετὰ τὸ πέρας τῆς ἐκλογῆς, δὲν ἔχει κανένα σκοπὸν, οὔτε εἶναι σήμερον τόσον σπουδαῖον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ γνωρίζῃ ἡ Βουλὴ, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ συζητήσῃ ἀμέσως ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§22ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀναγνωσθῇ.
§23Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅτι εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἥτις ἔγινε περὶ τῆς ἐκλογῆς τῆς Σύρου, τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ διῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἔκαμε μνείαν εἰς τὴν ἔκθεσίν της καὶ ὄχι μόνον ἐκεῖ, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν.
§24ΤΙΝΕΣ. Καθόλου.
§25Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ ὁ κ. Βαφιαδάκης ἔκαμεν ἔνστασιν περὶ τῆς ὁποίας γίνεται λόγος· εἰς τὴν ἔνστασιν ὁ ἐνιστάμενος ἀνέφερεν ὅτι τῷ ἀφῃρέθη τὸ δικαίωμα νὰ ἐκθέσῃ κάλπην. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐξετάσασα τὰ πρακτικὰ εὗρεν ὅτι ὁ Βαφιαδάκης δὲν εἶχεν ἐγκατασταθῇ νομίμως εἰς τὴν Σύρον, διότι πρὸ τριῶν μόλις ἢ τεσσάρων μηνῶν μετέφερε τὰ δικαιώματά του εἰς τὴν Σύρον. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐγὼ σᾶς ἀνέφερα τὸ πρόγραμμα τοῦ νομάρχου, ἐν τῷ ὁποίῳ ἐγένετο λόγος ὅτι ὁ Βαφιαδάκης δὲν δύναται νὰ ἐκθέσῃ κάλπην. Σᾶς ἀνέφερον τὴν ἔνστασιν αὐτὴν καὶ σᾶς εἶπον ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εὗρεν ἰσχυροὺς λόγους νὰ μὴ θέσῃ ὁ κ. Βαφιαδάκης κάλπην, καὶ ἡ ἔνστασις αὕτη δὲν ἐθεωρήθη τόσον σπουδαία, ὥστε νὰ γίνῃ λόγος περισσότερον περὶ αὐτῆς ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν. Ὥστε τὸ ζήτημα τοῦτο...
§26ΖΑΙΜΗΣ. Θεωρεῖται λελυμένον;
§27Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατ’ ἐμὲ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς θεωρεῖται λελυμένον. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι ἐδὼ καὶ, ἂν θέλητε, διατάξετε νὰ ἔλθουν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς διὰ νὰ ἴδητε.
§28ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν ἀπόφασιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ, ἀπ’ ἐναντίας ὑποστηρίζετε τὰς ἰδέας τὰς ἰδικάς μας, διότι ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσε τὴν ἐκλογὴν, τότε ἦτο λελυμένον τὸ ζήτημα· ἀφοῦ ὅμως ἠκύρωσε τὴν ἐκλογὴν, εἰς τὴν ἰδέαν τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, καθόλου παράδοξον νὰ ὑπῆρχεν ὅτι ὁ λόγος τῆς ἀκυρώσεως ἦτον ἡ μὴ δόσις κάλπης εἰς τὸν κ. Βαφιαδάκην. Διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα καὶ νὰ λυθῇ ἀμέσως ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ μὴ τεθῇ εἰς ἀμφιβολίαν ἡ θέσις μιᾶς ἐπαρχίας, ἥτις, καθὼς σᾶς προεῖπον, ἐτέθη δὶς ὑπὸ τὴν δοκιμασίαν τῆς ἐκλογῆς.
§29ΖΕΡΒΑΣ. Ἀπορῶ μὲ τοὺς κυρίους νὰ ζητοῦν νὰ ὑποδείξῃ ἡ Βουλὴ ἓν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν ἔλαβε χώραν· εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ εἴπωμεν ἐλᾶτε νὰ δικάσωμεν, περὶ τίνος ἀντικειμένου; περὶ οὐδενός. Ἡ Βουλὴ ἐπιλαμβάνεται τῆς συζητήσεως γεγονότων· ὑπάρχει τι γεγονὸς σήμερον νὰ δικάσωμεν; ὄχι· μία ἔκθεσις ἑνὸς νὰ βάλῃ κάλπην· ὅταν ζητήσῃ τις κάλπην ἔχει δικαίωμα, ἐννοεῖται, νὰ τῷ χορηγηθῇ· ἐὰν δὲν ἔχῃ, αὐτὸ ἀπόκειται εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς νὰ τὸ ἐκτιμήσουν. Μετὰ τὸ γεγονὸς, ὅταν τοῦ ἀρνηθοῦν τὴν κάλπην, τότε θὰ δικάσωμεν, τώρα ὅμως τί; ἔπειτα μήπως ὑπάρχει εἷς καὶ μόνος λόγος εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς κάλπης; Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι εἰς δεκαετὲς παιδάριον μὴ ἐγγεγραμμένον εἰς τὸν κατάλογον, ἀποφαίνονται 100 ἄνθρωποι νὰ δοθῇ κάλπη, τότε πρέπει ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ χορηγήσῃ κάλπην εἰς αὐτὸ, ἢ εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ ἐὰν τῷ δοθῇ; Τὸ αὐτὸ εἶναι καὶ διὰ τὸν ἱερέα· 100 ἄνθρωποι ζητοῦν νὰ τῷ χορηγηθῇ κάλπη, δὲν τῷ δίδει κάλπην ἡ κυβέρνησις, λοιπὸν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ θὰ παρανομήσῃ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν; Καὶ ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, διότι δὲν ἐχορήγησε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἱερέα νὰ θέσῃ κάλπην; Βλέπετε, εἶναι πολλοὶ λόγοι· ὅταν τὸ ζήτημα εἶναι ὑπαρκτὸν τότε εἰσέρχεται ἡ ἐκδίκασις καὶ ἢ ἐπικυροῦται ἢ ἀκυροῦται ἡ ἐκλογή. Ἀφήσατε λοιπὸν τὴν ἀναφορὰν νὰ τρέχῃ εἰς τὸν δρόμον της, καὶ ὅταν ἔλθῃ τὸ ζήτημα, τότε δικάζομεν.
§30ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, παρακαλῶ.
§31ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ κ. πρόεδρε, θὰ ὁμιλήσω, ἐξήλθομεν τοῦ θέματος, μᾶς ἐκαλέσατε νὰ’ ἐκλέξωμεν ἐπιτροπήν.
§32ΔΑΓΡΕΣ. Τὴν τάξιν εἰς τὴν συζήτησιν, κ. πρόεδρε, δὲν ἠμποροῦν νὰ μὲ διακόψουν.
§33ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, προτείνω ν’ ἐκλεχθῇ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἀμέσως ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ.
§34ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε πρόεδρε, ἀνηγγέλθη εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ὑπάρχει ἀναφορὰ, παρακαλῶ λοιπὸν ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ὥστε ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ τὴν συζητήσῃ. Ἄλλως ἔχω λόγους νὰ ἐπιμένω εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν.
§35ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασίς μου εἶναι νὰ προηγηθῇ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἀμέσως νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα.
§36ΔΑΓΡΕΣ. Ποίας ἐπιτροπῆς; διότι εἶναι πολλαί.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν ἂν δέχεται νὰ προβῶμεν εἰς συζήτησιν τῆς ἀναφορᾶς ἢ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§38ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν στερεῖται σπουδαιότητος, ἀλλ’ ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς· ἀμέσως μετὰ ταῦτα θὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν τῆς ἀναφορᾶς·
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Λοιπὸν νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου. Γενομένης τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης ὑπὸ τοὺς ψηφολέκτας Ἀβέρωφ ἀντιπρόεδρον, Τ. Ῥούκην καὶ Κοσονάκον, καὶ τῆς διαλογῆς περαιωθείσης, ὁ πρόεδρος ἀνήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα ὡς ἑξῆς.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ἀνέδειξεν ὡς μέλη τῆς ἐπιτροπῆς Δρόσον διὰ ψήφων 87, Ἀντωνόπουλον διὰ ψήφων 87, Νικολόπουλον διὰ ψήφων 36, Βαλασόπουλον διὰ ψήφων 86, Σπ. Βαλαωρίτην διὰ ψήφων 85, Κουρκουμέλην διὰ ψήφων 85 καὶ τοὺς κυρίους Ἀθ. Πετιμεζᾶν διὰ ψήφων 35, Σέρβον διὰ ψήφων 35 καὶ Μεταξᾶν διὰ ψήφων 35· εὑρέθησαν δὲ καὶ λευκὰ 15. Τὰ κύρια μέλη τῆς ἐπιτροπῆς παρακαλοῦνται νὰ συνέλθωσιν ἀμέσως.
§43ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀμέσως;
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀμέσως μάλιστα διὰ νὰ ἐργασθῶσιν.
§45ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὔριον εἰς τὰς 8 τὸ πρωΐ, διότι πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸν βασιλικὸν λόγον καὶ πρέπει νὰ μελετήσωμεν.
§46ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ κάμωμεν σήμερον τὸν εἰσηγητὴν καὶ αὔριον ἐργαζόμεθα.
§47ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν ᾖναι διὰ τὸν εἰσηγητὴν, μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι βουλευταὶ, Σ. Πετιμεζᾶς, Τσιτσάρας, Βαλασόπουλος καὶ Κολοκοτρώνης ὑποβάλουν διαφόρους τροπολογίας ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
§49ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ σχηματισθῇ μία ἐπιτροπὴ, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ σταλῇ αὐτὴ ἡ τροπολογία.
§50ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ διὰ νὰ μάθωμεν περὶ τίνος πρόκειται. Ἀναγινώσκεται ἔχουσα ὡς ἑξῆς.
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ
διαφόρων διατάξεων τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Τὰ ἄρθρα 2–7 ἀπαλείφονται· ἀντικαθίστανται δὲ διὰ τῶν ἑπομένων διατάξεων. Ἄρθρον 1. Πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ κανονίζει τὸν τρόπον ἐν ἀρχῇ ἑκάστης περιόδου. Ἄρθρον 2. Ἐὰν ἐντὸς τῆς βουλευτικῆς περιόδου ἐνεργηθῇ ἐκλογὴ, ἐξελέγχεται ὑπὸ ἑνδεκαμελοῦς ἐπιτροπῆς, ἐπὶ τούτῳ ἐκλεγομένης. Πρὸ τῆς τελευταίας περιόδου τοῦ ἄρθρου 34, ἀρχομένης ἀπὸ τῆς λέξεως «Συζητεῖται», νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς· «καὶ παραπέμπεται εἰς τὰ τμήματα ἵνα προσυζητηθῇ καὶ ὑποβληθῇ ἑπομένως ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν Βουλὴν, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ Κεφ...» Τοῦ ἄρθρου 35 ἡ διάταξις ἀπαλείφεται· ἀντικαθίσταται δὲ διὰ τῶν ἑπομένων. Ἄρθρον 35. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν τμημάτων ἀναγινώσκεται εἰς τὴν Βουλὴν. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν ἡ Βουλὴ ὁρίζει τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως· ἑπομένως τυποῦται καὶ διανέμεται ἡ ἔκθεσις εἰς ἕκαστον βουλευτὴν τὴν προτεραίαν τῆς τεταγμένης πρὸς συζήτησιν ἡμέρας. Ἄρθρον 36. Κατὰ τὴν τεταγμένην ἡμέραν ἀρχίζει ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς καὶ τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, καὶ περατοῦται κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἄρθρου 57 τοῦ Συντάγματος. Τὰ ἄρθρα 36 καὶ 37 ἀπαλείφονται. Τὰ ἄρθρα 48–51 ἀπαλείφονται· ἀντικαθίστανται δὲ διὰ τῶν ἑπομένων.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Εʹ.
Ἄρθρον 46. Ἐν ἀρχῇ ἑκάστης συνόδου, μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ προεδρείου, ἡ Βουλὴ διαιρεῖται διὰ κληρώσεως πάντων τῶν μελῶν αὑτῆς, εἰς ἐννέα τμήματα συγκροτούμενα ἐξ ἴσου ὅσον ἔνεστιν ἀριθμοῦ βουλευτῶν, καὶ διακρινόμενα δι’ ἀριθμητικῆς κατατάξεως, τοὐτέστι διὰ τοῦ ἀριθ. 1, 2, 3. κλπ. Ἄρθρον 47. Τὴν δευτέραν ἑκάστου μηνὸς ἀνανεοῦται ἡ διὰ κληρώσεως συγκρότησις τῶν τμημάτων. Ἄρθρον 48. Ἕκαστον τμῆμα ἐκλέγει πρόεδρον καὶ γραμματέα αὑτοῦ διὰ σχετικῆς πλειοψηφίας ἐκ τῶν ἰδίων του μελῶν. Ἄρθρον 49. Τὰ τμήματα συζητοῦσι κατ’ ἰδίαν ἕκαστον ὅλα τὰ νομοσχέδια καὶ προτάσεις, ἅτινα διαβιβάζονται εἰς αὐτά. Ἡ δὲ ἐν αὐτοῖς συζήτησις δὲν δύναται νὰ ἀρχίσῃ εἰμὴ τὴν ἐπιοῦσαν τῆς διανομῆς τῶν ἐγγράφων, ἐκτὸς περιπτώσεων τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἤθελε κρίνει ὡς κατεπειγούσας. Ἄρθρον 50. Μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως ἕκαστον τμῆμα ἐκλέγει διὰ σχετικῆς πλειονοψηφίας ἕνα εἰσηγητὴν ἐκ τῶν μελῶν του διὰ νὰ ἀποτελέσῃ μέρος τῆς τῶν εἰσηγητῶν ἐπιτροπῆς, ἥτις ὀφείλει νὰ συντάξῃ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον... ἔκθεσιν πρὸς τὴν Βουλὴν, σύμφωνα μὲ τὰ πορίσματα τῶν ἐν τοῖς τμήμασι συζητήσεων. Ἅμα τὰ δύω τρίτα τῶν τμημάτων ἐκλέξουσι τοὺς εἰσηγητάς των, οὗτοι συνέρχονται, συγκροτοῦσι τὴν ἐπιτροπὴν καὶ προβαίνουσιν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἔργου αὐτῆς. Ἄρθρον 51. Ἡ τῶν εἰσηγητῶν ἐπιτροπὴ ἐκλέγει ἐκ τῶν μελῶν της δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τὸν εἰσηγητὴν τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεως. Ἡ δὲ ἔκθεσις διαλαμβάνουσα τὴν γνώμην καὶ τοὺς λόγους τῶν τε πλειόνων καὶ τῆς μειονοψηφίας, καὶ τελευτῶσα μὲ ᾐτιολογημένην πρότασιν, τυποῦται καὶ διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτὰς τοὐλάχιστον τὴν προτεραίαν τῆς ἐνάρξεως τῆς ἐν γενικῇ συνεδριάσει συζητήσεως. Ἄρθρον 52. Τὰ τμήματα καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλουσι νὰ συμμορφωθῶσι, καθόσον ἀφορᾷ τὴν τάξιν τῶν ἐργασιῶν των, μὲ τὰς ἡμερησίας διατάξεις, τὰς ὁποίας ὥρισεν ἡ Βουλή. Ἄρθρον 53. Πρὸς ἐπεξεργασίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους, ὡς καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, ἐκλέγεται ἐπιτροπὴ ἐξ εἴκοσι καὶ ἑνὸς μελῶν διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας, σχετικῆς δὲ πλειοψηφίας καὶ διὰ ψηφοδελτίων, ἕκαστον τῶν ὁποίων περιέχει τὰ δύω τρίτα τῶν ἐκλεκτέων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκλέγει τὸν πρόεδρον, τὸν γραμματέα καὶ τὸν εἰσηγητὴν τῆς πρὸς τὴν Βουλὴν ἐκθέσεως ἐκ τῶν ἰδίων αὐτῆς μελῶν. Μετὰ τὸ ἄρθρον 56 νὰ προστεθῇ τὸ ἑπόμενον. Ἄρθρον 57. Πρὸς ἐξέτασιν τῶν εἰς τὴν Βουλὴν ὑποβαλλομένων ἀναφορῶν καθίσταται ἰδία ἐπιτροπή. Ἕκαστον τῶν τμημάτων τὴν ἐπιοῦσαν τῆς συστάσεώς του ἐκλέγει ἓν ἐκ τῶν μελῶν του πρὸς συγκρότησιν τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Τὸ ἄρθρον 67 νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς. Ὁσάκις ζητηθῇ ἄδεια τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 83 τοῦ Συντάγματος, πρὸς καταδίωξιν βουλευτοῦ τινος, παραπέμπεται ἡ αἴτησις αὕτη εἰς ἑπταμελῆ ἐπιτροπήν, ἐπὶ τούτῳ ἐκλεγομένην, πρὸς ἐξέτασιν καὶ γνωμοδότησιν· ἡ δὲ Βουλὴ ἀποφασίζει διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας κατὰ τὸ ἐδ. 2 τοῦ 61 ἄρθρου. Οἱ βουλευταὶ Σ. Πετιμεζᾶς, Δ. Τσιτσάρας, Ἰω. Βαλασόπουλος, Θ. Κολοκοτρώνης.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλεχθῇ μία ἐπιτροπὴ;
§52ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ πρῶτον.
§53ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν δουλειὰ καὶ θέλομεν μὲ αὐτὰ διὰ νὰ περάσωμεν καμμιὰ εἰκοσαριὰ ἡμέρας ἀκόμη. Μὲ συγχωρεῖτε, εἶναι καιρὸς νὰ μεταβάλωμεν τώρα κανονισμούς;
§54Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ ὑποβάλωμεν μερικὰς παρατηρήσεις, οὐχὶ ἐπὶ τῷ σκοπῷ βεβαίως νὰ θεωρηθῶσιν ὅσα εἶναι ὑπογεγραμμένα εἰς τὴν πρότασιν ὡς ἀξιώματα. Ἐνομίσαμεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μία σκέψις ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ καὶ φυσικῷ τῷ λόγῳ ἔπρεπε νὰ γίνῃ πρότασις ἵνα ἔλθῃ εἰς τοῦτο ἡ Βουλὴ καὶ τροποποιήσῃ ἄρθρα τινὰ τοῦ κανονισμοῦ, τὰ ὁποῖα ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι εἶναι ἀλυσιτελῆ εἰς τὸν σκοπόν· π. χ. αἱ ἐπιτροπαί, τὰς ὁποίας ἐξελέξαμεν πέρισυ καὶ προπέρισυ, καὶ εἰς τὰς ὁποίας ὑπεβλήθησαν διάφορα νομοσχέδια καὶ προτάσεις, δὲν εἰργάζοντο σπουδαίως, ἀλλ’ ἐπιπολαίως, ὥστε πολλάκις ἡ Βουλὴ ἠναγκάζετο νὰ ἀποῤῥίψῃ τὰς ἐκθέσεις των.
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰργάσθημεν εἰς ἐπιτροπὰς ὁμοῦ, κύριε Πετιμεζᾶ, καὶ πιστεύω, ὅτι εἰργάσθητε πολὺ καλά.
§56Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα εἰς τὰς πιστώσεις τῶν 10 ἑκατομμυρίων, δὲν δύνασθε ὅμως ν’ ἀρνηθῆτε τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων οὓς τώρα ἐκφέρω. Αὐτὸ τὸ ἐπὶ τροχάδην διέρχεσθαι σοβαρὰς προτάσεις ἀπεδείχθη πλημμελές. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προβῇ, ἂς ἀποφασίσῃ ἄλλως.
§57ΔΑΓΡΕΣ. Ἐννοεῖτε ν’ ἀναβληθῇ ἡ ἐκλογὴ τῶν ἐπιτροπῶν;
§58Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι· δὲν θὰ διακοπῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς ὡς ἐκ τῆς προτάσεως ταύτης. Ἂς ἐκλέξωμεν καὶ τὰς ἐπιτροπὰς εἰς τὰς ὁποίας νὰ ὑποβάλωμεν τὴν πρότασιν, ἵνα φέρωσι γνωμοδότησιν μᾶλλον ὡρισμένην.
§59ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πολὺ καλά.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς μεθαυριανῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐκλογὴ τῶν τμημάτων· αὔριον συνεδρίασιν δὲν ἔχομεν, καθόσον τὰ ψηφοδέλτια δὲν εἶναι ἕτοιμα. Ἕτερον ἀντικείμενον δὲν ἔχομεν σήμερον· (θόρυβος).
§61ΔΑΓΡΕΣ. Ἀφήσαμεν τὸ ζήτημα τοῦ Βαφιαδάκη ἐκκρεμές.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ μείνῃ διὰ μεθαύριον.
§63ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νὰ ἐγγραφῇ καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς ἐπιτροπῆς διὰ τὴν Τροιζηνίαν, διότι ὅλαι αἱ ἐργασίαι αἱ ἀποβλέπουσαι τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν προηγοῦνται.
§64Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἂς ἐκλεχθῇ μεταξὺ τῶν πρώτων.
§65ΔΑΓΡΕΣ. Τί γίνεται περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ Βαφιαδάκη;
§66ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ ἀναφορὰ, κύριε πρόεδρε, τοῦ κ. Βαφιαδάκη φέρει εἰς συζήτησιν δύω ζητήματα λίαν σπουδαῖα. Τὸ πρῶτον εἶναι ἂν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ προαποφασίζῃ περὶ τῶν προσόντων τῆς ἐκλεξιμότητος τῶν ὑποψηφίων βουλευτῶν, τὸ δὲ δεύτερον ποία ἡ ἔννοια τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁρίζοντος ὅτι, ἵνα ἐκλεχθῇ τις βουλευτὴς, ἀπαιτεῖται ἵνα κατάγεται ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς ἐκλέγεται, ἢ νὰ ἔχῃ τὴν διετῆ ἐγκατάστασιν. Αὐτὰ εἶναι δύω ἐκ τῶν σπουδαίων ζητημάτων καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς συζητήσεως αὐτῶν ἐξ ἐφόδου καὶ ἀνέτοιμοι. Ἂν μάλιστα, ἔπρεπε νὰ φέρω εἰς ὑποστήριξιν τοῦ λόγου μου ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν ἀνέτοιμοι ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, ἤθελον ἐπαναφέρει εἰς τὴν μνήμην τῆς Βουλῆς τί συνέβη ἐπὶ ἑτέρων σπουδαίων ζητημάτων, ἀφορώντων διατάξεις τοῦ Συντάγματος, ἅτινα ἀπεφασίσθησαν ἐξ ἐφόδου. Πρέπει λοιπὸν τὸ ζήτημα ν’ ἀναβληθῇ δι’ αὔριον ἢ μεθαύριον ὅπως σχηματίσωμεν τὴν περὶ τούτου γνώμην μας, διότι δὲν εἶναι ζήτημα ἀφορῶν τὸν Βαφιαδάκην καὶ τὴν Σύρον, εἶναι ζήτημα ἡ λύσις τοῦ ὁποίου θέλει ἐπηρεάσῃ καὶ κανονίσῃ τὰ προσόντα πολλῶν ἄλλων ἐκλεξίμων. Εἶναι ἐνδεχόμενον ἡ Κυβέρνησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος νὰ εὑρεθῇ σύμφωνος πρὸς τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἀναφερομένου, καὶ οὕτω νὰ μὴν εὑρεθῶμεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος· διότι ἂν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νομίζει ὅτι ὑπάρχει περίπτωσις νὰ δώσῃ κάλπην, ἀναντιῤῥήτως θὰ κάμωμεν συζήτησιν, καὶ μάλιστα εἰς τοῦτο δύναται ν’ ἀκουσθῇ ἡ Κυβέρνησις, ἔχει καὶ αὐτὴ γνώμην εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
§67ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει ν’ ἀκούσωμεν τὴν ἀναφορὰν ἵνα γνωρίζωμεν τί τρέχει, πρέπει ν’ ἀναγνωσθῇ.
§68Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁμολογῶ μετὰ τοῦ προαγορεύσαντος ὅτι τοιαῦτα σπουδαῖα ζητήματα ἐκ τοῦ προχείρου δὲν πρέπει νὰ λύωνται, καὶ ἂν πρόκηται νὰ θεωρηθῇ ζήτημα ὑπαγόμενον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς Βουλῆς, θὰ ἦμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ κ. Σαράβα, τοῦ ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις εἰς ἑτέραν συνεδρίασιν. Ἀλλ’ ἐγὼ, λέγω, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς αὐθεντικῶς νὰ τὸ λύσωμεν. Τί ἄλλο πρόκειται εἰμὴ νὰ ἑρμηνεύσωμεν, ἂν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος, μὲ τὴν σχετικὴν διάταξιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ἐννοῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο; τοῦτο δὲ δὲν δύναται νὰ λυθῇ εἰμὴ δι’ αὐθεντικῆς ἑρμηνείας, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ ἰσχὺν νόμου, νὰ ᾖναι ἐπίσημος ἑρμηνεία. Τὸ ἄρθρον 21 τοῦ Συντάγματος παραπέμπει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν τῶν νόμων, ἀλλὰ νομοθετικὴ ἐξουσία δὲν εἶναι μόνον ἡ Βουλὴ, εἶναι καὶ ὁ Βασιλεύς. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀποφανθῇ μόνον ἐπὶ δεδομένης περιστάσεως, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτό· π. χ. ὅταν μετ’ ὀλίγον ἔλθῃ εἰς ἐξέλεγξιν ἡ ἐκλογὴ τῆς Σύρου, καὶ ἢ ἔχει ἢ δὲν ἔχει κάλπην ὁ κ. Βαφιαδάκης, ἂν ἔχῃ καὶ ἐδόθη παρανόμως, θὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ κακῶς ἐδόθη· τότε ἐκφράζει γνώμην σχετικῶς ὡς πρὸς τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς, ἂν δὲν τῷ ἐδόθη, θὰ ἀποφανθῇ ὅτι κακῶς δὲν τῷ ἐδόθη; καὶ κατὰ συνέπειαν δύναται νὰ κηρύξῃ τὴν ἐκλογὴν ἄκυρον. Θὰ μοὶ εἴπητε ποῖον καλὸν δύναται νὰ ἔχῃ μία τοιαύτη ἀπόφασις, τὸ ν’ ἀκυροῦμεν ἐκ τῶν ὑστέρων τὴν ἐκλογὴν καὶ νὰ θέτωμεν τὸν λαὸν εἰς νέον ἀγῶνα, ἐνῷ δυνάμεθα νὰ ἐκφράσωμεν γνώμην προηγουμένως; ἀλλ’ ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωμεν, κύριοι, ἀφηρημένως δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται αὐθεντικῶς, κατηγορητικῶς καὶ ὑποχρεωτικῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ ἄρθρον 70 τοῦ Συντάγματος οὕτως ἢ ἄλλως πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ. Δύναται νὰ ἔλθῃ πρότασις νόμου διὰ τῆς κανονικῆς ὁδοῦ νὰ συζητηθῇ, νὰ λάβῃ τὸ κῦρος τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως, τῆς ὅλης δηλαδὴ νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ νὰ γίνῃ τέλος ἑρμηνευτικὸς νόμος. Ὅ,τι ἄλλο καὶ ἂν εἴπωμεν, εἶναι γνωμοδότησις ἁπλῆ καὶ ἀνίσχυρος. Διὰ τοῦτο λέγω ὅτι οὐ μόνον ἄκαιρος εἶναι ἡ συζήτησις αὐτὴ, καὶ τοιαύτη ἐκ τοῦ προχείρου δύναται νὰ θεωρηθῇ, ἀλλὰ δὲν ἔχει καὶ σκοπὸν, δὲν θὰ ἔχῃ κανὲν ἀποτέλεσμα. Ἀπόκειται εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν νὰ ἀποφασίσῃ, ἑρμηνεύουσα τὸ νόμον ὀρθῶς, καὶ νὰ εἴπῃ ἂν πρέπῃ νὰ δώσῃ ἢ μὴ κάλπην, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφορὰν τοῦ ἀναφερομένου, νὰ ἴδῃ ἂν ἔχῃ ὅλους τοὺς τίτλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι χορηγοῦν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξασκήσεως πολιτικῶν δικαιωμάτων καὶ ν’ ἀποφασίσῃ. Τὰ περὶ κύρους τῆς ἐκλογῆς ἐναπόκεινται εἰς τὴν Βουλήν. Σήμερον, φρονῶ, δὲν πρέπει ν’ ἀποφανθῶμεν καὶ νὰ δώσωμεν γνώμην, ἡ ὁποία νὰ μὴν εἰσακουσθῇ εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν. Πρέπει νὰ ἔλθῃ πρότασις τακτικὴ, νὰ ἐκδοθῇ νόμος. Τὸ πολὺ, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ κάμωμεν, εἶναι νὰ παραπέμψωμεν τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπὴν, ἢ τὸ πολὺ, πολὺ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον, ἵνα τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν· τίποτε περισσότερον, ὀρθῶς σκεπτόμενοι, δὲν δυνάμεθα νὰ πράξωμεν, διότι ἐξερχόμεθα ἄλλως τῆς κανονικῆς τροχιᾶς ἡμῶν.
§69ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ἐνοούσαμεν διὰ τῆς ἀναβολῆς, οὔτε ἐκάμαμεν τὴν παρατήρησιν, ἵνα προκαλέσωμεν συζητήσεις καὶ ἐξοδευθῇ καιρὸς ἐπὶ ματαίῳ· τὴν ἐκάμαμεν ὁρμώμενοι ἐκ τοῦ ἑξῆς συλλογισμοῦ. Ἐμάθομεν ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Σύρου προσδιωρίσθη ν’ ἀρχίσῃ τὴν 5 ἢ 6 Ἰουλίου, ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς ἡμέρας ἐκείνης δὲν μεσολαβοῦν παρὰ δέκα ἡμέραι, καὶ ἐπειδὴ τὸ διάστημα εἶναι βραχὺ, εἴπομεν ὅτι πρέπει, ἀφοῦ ἅπαξ ἦλθεν ἡ ἀναφορὰ, νὰ ἔλθωμεν εἰς μίαν σκέψιν. Τοσοῦτον δὲ μᾶλλον ἐνισχύθην εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, καθόσον πρὸ τεσσάρων ἡμερῶν ὡμίλουν μετὰ τοῦ προέδρου κ. Ἰακωβάτου καὶ ἐγένετο λόγος περὶ τῆς παλινῳδίας μελῶν τινων σχετικῶς περὶ τὴν γνώμην καὶ ψῆφον τὴν ὁποίαν ἔδωσαν. Ὁ κ. Ἰακωβάτος μοὶ εἶπεν· ἔγραψα εἰς τὴν ἔκθεσιν ὅτι διαφωνῶ καὶ δι’ οὐδένα ἄλλον λόγον ἐπείσθην ὅτι ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἄκυρος, ἢ διότι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἠρνήθη νὰ δώσῃ κάλπην εἰς τὸν κ. Βαφιαδάκην, καὶ ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἀρνηθῆ κάλπην, καὶ πάλιν εἶναι ἄκυρος. Ἡ παρατήρησις αὕτη δὲν εἶναι ἄσκοπος. Δὲν ὁμιλῶ ἵνα μεμφθῶ κανένα· τοῦτο μόνον θέλω νὰ εἴπω, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἔλθῃ ταχέως, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ φθάσῃ ταχέως εἰς Σύρον καὶ νὰ ᾖναι καιρὸς νὰ δοθῇ ἢ μὴ κάλπη. Εἰς τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἀπέχω ν’ ἀπαντήσω. Ἡ συζήτησις μόνον λέγω ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ ταχέως.
§70ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἂν ἤρχετο πρώτην φορὰν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, θὰ ἤμουν σύμφωνος μετὰ τοῦ προλαλήσαντος· αὕτη ἡ ἔνστασις ὅμως ὑπεβλήθη κατὰ τὴν συζήτησιν περὶ τῆς ἐκλογῆς Σύρου, καὶ ὁ κ. εἰσηγητὴς τὴν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν εἰς τὴν ἔκθεσίν του. Ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως ταύτης ἐπήνεγκε μίαν ἀπόφασιν ἡ Βουλὴ, ἀκυρωτικὴν ἢ ἐπικυρωτικὴν ἀδιάφορον. Ἡ ἐκλογὴ ἠκυρώθη· δὲν ἠμπορεῖ λοιπὸν πάλιν ἡ Βουλὴ νὰ ἔλθῃ ἐκ δευτέρου νὰ ἐξετάσῃ τὴν αὐτὴν ἔνστασιν. Ἡ νέα ἐκλογὴ θὰ φέρῃ νέας ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ γεννηθῶσι κατὰ τὴν διεξαγωγὴν αὐτῆς. Αἱ παλαιαὶ ἐνστάσεις εἰσὶ λελυμέναι, καὶ μία τῶν σπουδαιοτέρων παλαιῶν ἐνστάσεων ἦτο καὶ αὕτη, διότι μία ἄρνησις παρὰ τὸν νόμον, φέρει τὴν ἀκύρωσιν ὅλης τῆς ἐκλογῆς. Ἡ Βουλὴ ἤδη πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ῥητῶς ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τί ἀπεφάσισε τότε ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς· ἔλυσε καὶ τὴν προκειμένην ἔνστασιν καὶ πῶς; Οὕτω πως πρέπει νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα, νὰ εἴπῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἐν τῇ ἀποφάσει της περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Σύρου ἔλυσε καὶ τὸ προκείμενον ζήτημα, καὶ ὅτι ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν ἐκ νέου. Ἡ Βουλὴ πρέπει τὰς παρελθούσας ἐνστάσεις νὰ ἔχῃ λελυμένας. Διὰ τοῦτο θέτω οὕτω πως τὸ ζήτημα. Ἡ Βουλὴ ἐν τῇ προχθεσινῇ ἀποφάσει της ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν της καὶ τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ πῶς τὸ ἐννόησε, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς νέας ἀποφάσεως της ἡ Κυβέρνησις νὰ προβῇ εἰς τὴν παραχώρησιν ἢ μὴ τῆς κάλπης.
§71Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις ἵνα σαφηνισθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν δικαιοδοσίαν τῆς κυβερνήσεως. Ὁ νόμος εἶναι ὑποχρεωτικὸς ἤδη διὰ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ ἐπιτρέψῃ κάλπην εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὰ προσόντα. Ἓν τῶν ἀναγκαίων προσόντων εἶναι ἡ ἐγγραφὴ εἰς τὸν δῆμον τῆς ἐπαρχίας, ἢ ἡ ἐγκατάστασις καὶ διαμονὴ πρὸ δύω ἐτῶν. Σήμερον ἐπὶ τοῦ προκειμένου ταῦτα δὲν ὑπάρχουν καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ βεβαίως δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ θέσῃ κάλπην ὅστις δὲν ἔχει αὐτὰ τὰ προσόντα. Τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ πράξῃ διαφορετικὰ, ἢ νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον’ ὅστις ῥητῶς ἀναφέρει ταῦτα. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἰδέαν της, δύναται νὰ φροντίσῃ νὰ μεταβάλῃ τὸν νόμον· ἐνόσῳ ὅμως ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος κατέστη ἐκτελεστὸς, οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἀναστείλῃ τὴν ἐκτέλεσίν του. Ἂν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ γίνῃ ἕτερος νόμος νὰ καθορίσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, νὰ μεταβάλῃ τὴν ἔννοιάν του, ἂς τὸ πράξῃ· ἡ κυβέρνησις ὅμως ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν δύναται νὰ κάμῃ διαφορετικὰ, ἢ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ὡς τὸν ἐνόησεν οὔτε ἐννοεῖ ὅτι ὑπὸ μίαν νομολογίαν δύναται νὰ ὑποχρεωθῇ καὶ νὰ ἀναγκασθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν ἀκολουθήσῃ, δίδουσα ἡ Βουλὴ ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν σημασίαν. Ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει ἑρμηνεία αὐθεντικὴ γενομένη ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἑτέρας νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἣν ἡ κυβέρνησις ὀφείλει ν’ ἀκολουθήσῃ, ἡ κυβέρνησις θὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον, ὃν ἐψήφισεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς ἑτέραν λύσιν ἢ εἰς τὴν αὐθεντικὴν ἑρμηνείαν, πᾶσα ἄλλη νομολογία τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι δι’ αὐτὸν ὑποχρεωτική. Δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ὅ,τι ἤδη πράττομεν δὲν εἶναι ὀρθὸν, νόμιμον ὅμως εἶναι. Δύνασθε ὑμεῖς νὰ κάμετε ὅ,τι θέλετε, τὸ ὑπουργεῖον θ’ ἀκολουθήσῃ τὸν νόμον.
§72ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα νὰ προσβάλω τὴν κυβέρνησιν· εἶπον ἁπλῶς νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Βουλή.
§73ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν πολὺ ὀρθῶς ἔθεσε τὸ ζήτημα καὶ εἶπεν ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἀφοῦ ὑπάρχῃ ἕνας νόμος θὰ τὸν ἐκτελέσω, ὅπως τὸν ἐκτελῶ· ἂν δὲ τὸν ἐννοῇ διαφορετικὰ ἡ Βουλὴ, δύναται νὰ τὸν μεταβάλῃ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἐπεθυμούσαμεν νὰ μάθωμεν τὴν γνώμην τῆς κυβερνήσεως ὡρισμένως ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ, διότι ἐδὼ δὲν ἔχομεν νόμον (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε· δὲν ἔχομεν νόμον, τὸν ὁποῖον νὰ δύναται νὰ μεταβάλῃ ἡ Βουλὴ, ἔχομεν νόμον, τὸν ὁποῖον νὰ δύναται νὰ μεταβάλῃ ἡ Βουλὴ, ἔχομεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ὁρίζει ὅτι, ἵνα ἐκλεχθῇ τις βουλευτὴς ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν, πρέπει νὰ κατάγεται ἐξ αὐτῆς, ἢ νὰ ᾖναι πρὸ δύω ἐτῶν ἐγκατεστημένος εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτήν. Τώρα ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν πῶς ἐννοεῖ τὴν διάταξιν αὐτήν; ἐννοεῖ ὅτι ἀπαιτεῖται ἓν ἐκ τῶν δύω προσόντων ἵνα ἐκλεχθῇ τις βουλευτής· καὶ νὰ ἐξηγηθῇ, ὅταν τις μεταγράφεται ἀπὸ μίαν ἐπαρχίαν εἰς ἑτέραν, ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν νὰ ἐκλεχθῇ, ἢ πρέπει νὰ μείνῃ ἐν ταύτῃ διετίαν ἵνα γίνῃ ἐκλέξιμος; Τώρα ἄν τις μεταφέρῃ τὰ δικαιώματά του ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ἐγκατεστημένος εἰς ἐκείνην, ἐξ ἧς κατάγεται, πόσος καιρὸς ἀπαιτεῖται εἰς τὴν δευτέραν ταύτην ἐπαρχίαν ἵν’ ἀποκτήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλεξίμου; Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἤθελον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν καὶ οὐχὶ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμε. Διότι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀφοῦ ἔχει ἕνα νόμον θὰ τὸν ἑρμηνεύσῃ ὡς τὸν ἐννοεῖ· εἰς τοῦτο εἶμαι πληρέστατα σύμφωνος, ἀλλ’ ἐπεθύμουν ὡρισμένως ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος νὰ μᾶς ἐκθέσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν τὰς ἰδέας του.
§74Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ (Πρωθυπουργός). Ἵνα εὐχαριστήσω τὸν κύριον προλαλήσαντα λέγω ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἔθεσε καὶ αὐτὴ ἡ περίπτωσις, τὴν ὁποίαν ἐννοεῖ, οὐδόλως ἀναφέρεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ὁ κύριος Βαφιαδάκης θέλει νὰ θέση κάλπην, δὲν τοῦ δίδεται ἡ ἄδεια, διότι πρὸ ἓξ μηνῶν μόλις μετέφερε τὰ δικαιώματά του εἰς τὴν Σύρον, ἑπομένως δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὔτε καταγωγὴν ἔχει ἐκεῖθεν· οὔτε ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ συζητήσεως.
§75ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ (θόρυβος).
§76ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Μὴ διακόπτῃς.
§77Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον διώκετε διὰ τῆς παρούσης συζητήσεως, εἶναι πολὺ μεμακρυσμένος ἐπὶ τὴν ἰδέαν τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐννοήσητε, ὁ κύριος Βαφιαδάκης μόλις ἔχει ἓξ μῆνας εἰς Σύρον, οὔτε καταγωγὴν ἔχει ἐκεῖθεν. Ἑπομένως δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὴν ἰδέαν σας ὡς τὴν φέρετε ἁπλῶς ὡς ζήτημα· ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι ὁ νόμος δὲν εἶναι πολὺ σαφὴς, χρειάζεται ἑρμηνείαν, ἀλλ’ ἑρμηνείαν αὐθεντικὴν, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἐκείνη ἡ στιγμὴ, θέλομεν σᾶς δώσει τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις.
§78ΔΗΜΗΤΡΑΚΑΚΗΣ. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἀπεμακρύνθη ἀπὸ τὸ ζήτημα· τὸ ζήτημα εἶναι σχετικὸν μὲ τὴν ἐκλογὴν τῆς Σύρου. Ἐκεῖνο ὅπερ ἔθεσεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, χρειάζετε νέαν συζήτησιν. Ἐγὼ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς ἐκλογῆς Σύρου λέγω ὅτι ὁ κ. Βαφιαδάκης δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ἔχῃ κάλπην, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ὅτι εἰς τὴν προχθεσινὴν ἀπόφασίν της αὐτὴν τὴν ἰδέαν εἶχε (θόρυβος).
§79ΣΑΡΑΒΑΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι κατόπιν τῶν ἐξηγήσεων τοῦ κυρίου Πρωθυπουργοῦ, δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον συζητήσεως· ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, δὲν ἔχω σκοπὸν διόλου νὰ τὴν ἀκολουθήσω. Ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς εἶπεν ὅτι, προκειμένου περὶ ἐκτελέσεως τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὸν ἐφαρμόζω κατὰ τὴν σημασίαν ἣν ἐπέδωκεν αὐτῷ ἡ κυβέρνησις, ἡ δὲ Βουλὴ ἂν παραδέχεται διάφορον ἔννοιαν ἐνόσῳ δὲν διατυπώσει ταύτην διὰ ἑρμηνείας αὐθεντικῆς, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἐμέ. Δὲν εἶπε τοῦτο κύριοι;
§80ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§81ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος παρουσιάζεται εἷς πολίτης παραπονούμενος εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι ἀδικεῖται ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, διότι δὲν ἀναγνωρίζει εἰς αὐτὸν τὰ προσόντα τοῦ ἐκλεξίμου, καὶ ἂν αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἑρμηνεύουσα τὸν νόμον ὅτι ἔχει τὰ προσόντα, ἡ γνώμη αὕτη τῆς Βουλῆς, εἶπεν ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν κυβέρνησιν.
§82ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Περιορίζεται ἐντὸς τοῦ νόμου.
§83ΣΑΡΑΒΑΣ. Τοῦτο εἶναι καθαρὸν, καθότι θὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου ἐτούτου. Τούτου τεθέντος, νομίζω, ὅτι εἶναι καθαρὰ ματαιοπονία νὰ συζητῶμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι, νομίζω, ὅταν ἡ Βολὴ ἐκ τῶν προτέρων γνωρίζῃ ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως ὅτι ἡ γνώμη της δὲν δύναται διόλου νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς ἀποφάσεώς της, τότε, νομίζω, εἶναι περιττὴ πᾶσα συζήτησις. Ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ ἔχω διάφορον ἰδέαν περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐννοεῖτε, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τούτου σήμερον· δὲν πρόκειται νὰ ἐκφράσωμεν ποίαν ἰδέαν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἕκαστος ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου. Τὸ ζήτημα εἶναι τοῦτο· ἐὰν, δεδομένης εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἀξιοῖ ὅτι ἔχει ὁ ἀναφερόμενος, δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ θεωρηθῇ ὑποχρεωμένη ὡς ἐκ τῆς ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἀποδίδει ἡ Βουλὴ καὶ νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ ἡ κυβέρνησις ἀδιαφοροῦσα περὶ ὁποιασδήποτε ἐννοίας, τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει ἡ Βουλὴ. Νομίζω λοιπὸν περιττὴν τὴν συζήτησιν, διότι θὰ ᾖναι καθαρὰ δογματικὴ συζήτησις καὶ καθαρὰ θεωρητικὴ ἑρμηνεία. Ἐγὼ λέγω ὅτι, ὅταν ἕνας πολίτης ἔρχεται καὶ παραπονῆται ὅτι ἀδικεῖται, ἡ Βουλὴ νομίζω δὲν δύναται νὰ εἴπῃ· ἀφίνω πρῶτον νὰ γίνῃ ἡ ἀδικία, καὶ ἔπειτα θέλω σκεφθῆ. Ὁ πολίτης λέγει ὅτι ἀδικεῖται, διότι τῷ ἠρνήθην κάλπην· ἡ κυβέρνησις λέγει ὅτι ὁ πολίτης αὐτὸς δὲν ἀδικήθη, ὅπως ἐγὼ ἐννοῶ τὸν νόμον. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει ἀντίῤῥησιν. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐπαναλαμβάνων τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ἀποσύρω μάλιστα τὴν πρότασίν μου καὶ νομίζω ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον συζητήσεως.
§84ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦτο συνδέεται μὲ τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων.
§85Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ζήτημα τοῦτο ἦλθεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐξελέγξεων, καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν παρουσιάσθη ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Βαφιαδάκη, παρουσιάσθη ἡ ἀπόφασις τοῦ νομάρχου, διὰ τῆς ὁποίας ἀπεκλείσθησαν ὄχι μόνον ὁ Βαφιαδάκης, ἀλλὰ καὶ ἄλλοι δι’ ἄλλους λόγους, ὁ δήμαρχος Μυκωνίων καὶ καθεξῆς, ὥστε 5 ἢ 6 δὲν ἔλαβον Κάλπην. Τὸ ζήτημα εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν εἶναι πραγματικόν. Ὁ Βαφιαδάκης εἶχεν ἢ δὲν εἶχε τὰ προσόντα, νὰ ἐκλεχθῇ εἰς τὴν Σύρον, καὶ ἑπομένως νὰ λάβῃ κάλπην, ὁ Βαφιαδάκης πρὸ 6 μηνῶν μετέφερε τὰ δικαιώματά του ἀπὸ τὸν Πειραιᾶ εἰς Σύρον, δὲν εἶχεν ἑπομένως τὴν ἐγκατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ὁ νόμος· ἑπομένως ἡ ἐπιτροπὴ λαβοῦσα ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔνστασιν τοῦ Βαφιαδάκη καὶ τὸ ἔγγραφον τοῦ νομάρχου, εἶπεν ὅτι τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἶναι ἀρκοῦντα πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς, ὥστε τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἤδη λελυμένον. Ἤδη δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι, ὅταν ἕνας νόμος ἐξέλθῃ ἀπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ λάβῃ τὴν κύρωσιν τοῦ Βασιλέως εἶναι ὑποχρεωτικὸς διὰ τὴν κυβέρνησιν, καὶ ὁ νόμος αὐτὸς δὲν δύναται νὰ τροποποιῆται μετὰ τῆς ἰδέας τοῦ μὲν ἢ τοῦ δέ. Ἐὰν ἀπαιτῆται μία ἐπίσημος ἑρμηνεία τοῦ νόμου αὐτοῦ, τότε διατί δίδεται; διότι παρουσιάζεται ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ διὰ νὰ σαφηνισθῇ αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία, γίνεται πρότασις νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος εἰς τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἀμφίβολον, κυροῦται ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν δηλ. τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, καὶ τότε ἡ ἑρμηνεία αὕτη εἶναι ὑποχρέωσις, ἡ ὁποία δίδεται εἰς τὴν κυβέρνησιν διὰ νὰ τὴν ἐκτελέσῃ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι πολλὰ δικαίως παρετηρήθη, ὅτι διὰ νὰ ἑρμηνευθῇ ὁ νόμος, δὲν ἑρμηνεύεται κατὰ τὸ δοκοῦν ἑκάστῳ, θὰ ἑρμηνευθῇ ἐπισήμως, ἐὰν ἦναι ἀμφιβολία, κατὰ συνέπειαν μία πρότασις δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ φέρῃ νέαν ἑρμηνείαν· ἡ δὲ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ εἰμὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διατάσσει ὁ ἐκλογικὸς νόμος.
§86ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐὰν τὸ διατάττῃ· ἀλλ’ ἐγὼ ἴσα ἴσα λέγω, ὅτι δὲν τὸ διατάττει.
§87Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐτέθη ὅλως διόλου διαφορετικὸν ἀφ’ ὅ,τι ἔπρεπε νὰ τεθῇ. Τὸ Σύνταγμα διακρίνει τὰς ἐξουσίας καθαρώτατα· εἶπε πρῶτον ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ κάμνῃ τοῦτο, ἐκεῖνο, ἐκεῖνο καὶ εὑρίσκω αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὴν εὐκαιρίαν διὰ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ εἰς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους λέγω, διότι ἀποῤῥέουν ἀπὸ τὴν καρδίαν καὶ τὴν πεποίθησίν μου, νὰ προσφέρω εἰς τὸν κ. πρόεδρον τὸ σέβας μου. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν δύναται αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν πρᾶξιν νὰ πράξῃ, ἡ Βουλὴ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο νὰ ἐκτελέσῃ. Εἰς τὴν Βουλὴν, κύριοι, μόνην ἐδόθη τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως κατ’ ἐμὲ, κατὰ συνέπειαν ἐὰν ὁ ἀνακηρυττόμενος ἀπὸ τὸ δικαστήριον ἦναι, ἔστω καὶ Κινέζος, ὀφείλει νὰ τοῦ δοθῇ κάλπη καὶ ὅταν θὰ ἔλθῃ ἐδῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ θὰ τοῦ εἰποῦμεν, κύριε, εἶσαι Κινέζος, εἶσαι Μανδαρῖνος, πήγαινε. Τὸ ὑπουργεῖον ὅμως σήμερον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνηθῇ εἰς οὐδένα τῶν ἀνακηρυχθέντων κάλπην, καὶ αὕτη εἶναι ἡ ἰδέα μου, καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι τελειωμένον.
§88ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ὁ κ, Σαράβας.
§89ΖΑΪΜΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸ μιᾶς ὥρας·
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Ζαήμη, δὲν ἠκούσθη ἡ αἴτησίς σας, τώρα σᾶς σημειώνω.
§91ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος κ. Σαράβας συγκατατίθεται μὲν εἰς τὸ νὰ μὴ θεωρηθῇ, ὅτι ὑπάρχει πλέον ἀντικείμενον ὑπὸ συζήτησιν, μετὰ τὴν ὁμιλίαν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀλλ’ ἐννοεῖ νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν, κάτι τι τῆς αὐτογνωμοσύνης της· «ἐγὼ ἡ κυβέρνησις, εἶπεν, ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν, πράττω οὕτω, ἀδιάφορον ἐὰν ἡ Βουλὴ μὲ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸ εἶναι νόμιμον ἢ ὄχι.» Ὁ κύριος πρωθυπουργὸς δὲν ἐννόησεν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐφαρμόζει τὸν νόμον κατὰ γράμμα, ὅτι μολοτοῦτο δέχεται εὐχαρίστως ἐὰν ἤθελε παρουσιασθῇ ἀνάγκη τροποποιήσεως, καὶ ἐὰν αὕτη ἤθελεν ἀποφασισθῇ διὰ νόμου κανονικοῦ, εἰς τὸν ὁποῖον ἤθελον μετάσχει αἱ δύω ἐξουσίαι, νὰ συμμορφωθῶ μὲ τὸν νέον νόμον· ἐν ὅσῳ ὅμως ἔχομεν τὸν κείμενον νόμον, καὶ ὁ νόμος οὗτος ἔχει τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἔδωκε, φρονεῖ ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ πράξῃ διαφορετικῶς. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς ἐννοεῖ πάντοτε νὰ σεβασθῇ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἐὰν τυχὸν ἡ Βουλὴ εὑρίσκεται εἰς διαφωνίαν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς νόμου τινὸς, ἡ κυβέρνησις ἐνεργοῦσα ὡς ἁπλῆ μηχανὴ, οὕτως εἰπεῖν, καὶ πράττουσα τί διαφορετικὸν ἀπὸ τὴν ὀρθὴν ἑρμηνείαν τοῦ νόμου, δὲν ἐφαρμόζεται ὑπὸ τῆς ἁπλῆς γνώμης τῆς Βουλῆς, ἐὰν ἦναι ἀντίθετος ἀπὸ τὴν εὐθύνην μὲ τὴν ὁποίαν περιβάλλεται διὰ πᾶσαν κακὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἐπομένως ἡ αἰτίασις αὕτη, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι παντάπασιν ὑγιής. Εὑρισκόμεθα λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα, ὅτι σήμερον ἡ Βουλὴ δὲν δύναται, ὁποιανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἔχῃ, νὰ ἔχῃ ὑποχρεωτικὴν δύναμιν εἰς τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως· ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος δύναται νὰ συζητήσῃ τὴν ἀναφορὰν τοῦ πολίτου, καὶ νὰ τὴν παραπέμψῃ εἴτε εἰς μίαν ἐπιτροπὴν, εἴτε ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν κυβέρνησιν, εἰς ἣν ἀπόκειται νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον ὀρθῶς· ἐὰν ὅμως ἤθελε πράξει τις προφανῶς παρὰ τὸν νόμον, τότε τί γίνεται; τότε ἔχει τὸ δικαίωμα πᾶς βουλευτῆς νὰ φέρῃ μίαν πρότασιν νὰ ἐξελέγξῃ τὴν παράνομον πρᾶξιν, ἐὰν ἐπράχθη, καὶ νὰ κατηγορήσῃ τὴν κυβέρνησιν· ἀλλὰ πρὶν γίνῃ ἡ παράνομος πρᾶξις καὶ πρόκειται περὶ μέλλοντος πράγματος, δὲν δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν, οὕτω θὰ πράξῃς. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύνανται μόνον καὶ ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν κυβέρνησιν. Ἐν τούτοις ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου κ. Κολοκοτρώνη ἐγέννησεν ἄλλο ζήτημα· ὁ κ. Κολοκοτρώνης εἶπεν, ὅτι ἅμα τὸ δικαστήριον κηρύξῃ τινὰ ὑποψήφιον, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ πλέον δὲν ἔχει νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ἀκολουθοῦσα τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου νὰ χορηγήσῃ κάλπην. Θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Κολοκοτρώνης νὰ μὴ συμφωνήσω μαζί του. Τὸ δικαστήριον τίποτε ἄλλο δὲν κάμνει, εἰμὴ νὰ μετρᾷ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑπογραφῶν τῶν ἐκλογέων· εὐθὺς δ’ ὅπου εὕρῃ τὸ τριακοστὸν τῶν ἐκλογέων, ὀφείλει νὰ ἀνακηρύξῃ τοὺς ὑποψηφίους· ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὰ προσόντα, ἐὰν ᾖναι π. χ. γεννημένος εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἐὰν κατάγηται ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἐὰν ἔχῃ τὴν πολιτικὴν ἐγκατάστασίν του πρὸ δύο ἐτῶν, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα προσόντα, αὐτὰ εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Βουλῆς· ἡ διοικητικὴ ὅμως ἀρχὴ ἐὰν δὲν βλέπῃ προφανῶς, ὅτι ὑπάρχουν τὰ προσόντα ταῦτα εἰς ἕνα, δὲν δύναται νὰ δώσῃ κάλπην, καθὼς δὲν δύναται νὰ δώσῃ κάλπην καὶ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν δὲν προκαταβληθῇ τὸ τίμημα, καὶ ἐὰν ἐμπροθέσμως δὲν παρουσιασθῇ ἡ ἀπαίτησις· πᾶσαν δὲ παρανομίαν ἠμπορεῖ κατόπιν νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή. Τὸ παράδειγμα ἑπομένως, τὸ ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ κ. Κολοκοτρώνης τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον μόνον εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τῶν ὑπογραφῶν συμβαίνει, δὲν ἔχει ἐφαρμογήν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ Βουλὴ σήμερον δὲν δύναται τίποτε ἄλλο νὰ πράξῃ, εἰμὴ νὰ παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν ἢ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν ἢ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἐπιφυλαττομένη κατόπιν ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν ἐγένετο ἀδίκημά τι.
§92Θ. ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. Ἡ ἰδέα μου εἶναι, νομίζω, κατ’ ἐμὲ, σωστὴ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως ἑνὸς ὑποψηφίου τὸ νὰ ᾖναι ἀντιπρόσωπος νόμιμος ἢ ὄχι, τὸ ἂν ἔχῃ τὰ προσόντα ἢ ὄχι, καὶ ὅλα αὐτὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία θὰ σχηματισθῇ κατόπιν καὶ θὰ κάμῃ τὴν ἐξέλεγξιν. Δὲν ἠμπορεῖ π. χ. νὰ εἴπῃ ἡ κυβέρνησις, «στάσου νὰ σὲ κυτάξω εἰς τὰ δόντια, εἶσαι 28 ἐτῶν, φύγε» θὰ τὸ ἐξετάσῃ ἡ Βουλή. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ ἡ κυβέρνησις, εἶσαι ἀπὸ τὴν Κίνα, καὶ δὲν ἠμπορεῖς νὰ γίνῃς βουλευτὴς, διότι ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ δεκαπέντε ἀποδεικτικὰ, ὅτι εἶναι ἀπὸ τὴν Καρύταιναν, ἀπὸ τὰ Καλάβρυτα. Ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, «τὰ ἀποδεικτικά σου τὰ εὗρον σωστὰ, σὲ παραδέχομαι.» Δὲν ἠμπορεῖ ἡ κυβέρνησις ν’ ἀναμιχθῇ, ἀφοῦ ἀποφασίσῃ τὸ δικαστήριον. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου.
§93ΘΡ. ΖΑΪΜΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι σήμερον παρουσιάζεται ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἴσως μετ’ ὀλίγον θέλει συζητηθῆ πανηγυρικῶς ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου. Ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Βαφιαδάκη ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς μικράν τινα συζήτησιν, εἰς τὴν ὁποίαν νομίζω, ὅτι αἱ ἀληθεῖς ἀρχαὶ τῆς διακρίσεως τῶν ἐξουσιῶν δὲν ἀνεπτύχθησαν δεόντως. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς, καὶ εὐχαριστοῦμαι διότι ἴσως σπανίως εὑρεθῶ σύμφωνος μαζί του, ὁ κ. πρωθυπουργὸς, νομίζω, ὅτι ἔθεσε καλῶς τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ὄχι καθὼς τοὐλάχιστον ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ τεθῇ· πρόκειται περὶ ἑρμηνείας καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε πολλὰ δικαίως, ὅτι ὁποιανδήποτε γνώμην καὶ ἂν ἐκφράσητε, ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων ἀνετέθη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ αὕτη θὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον καθὼς τὸν ἐννοεῖ. Ἡ ἀρχὴ αὕτη εἶναι πολὺ ἀπόλυτος νομίζω ὡς ἐτέθη ὑπὸ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ· εἶναι ἀληθὴς κατὰ μέγα μέρος, ἀλλ’ ὡς ἐτέθη ὄχι εἰς τὴν γενικὴν αὐτὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἠθέλησε νὰ δώσῃ ὁ κ. πρωθυπουργός. Δύω εἰδῶν ἑρμηνεῖαι εἶναι, κύριοι, ἡ δογματικὴ ἑρμηνεία καὶ ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία τῶν νόμων, εἰς τὴν ἐπίσημον ἑρμηνείαν τῶν νόμων πρέπει νὰ λάβωσι μέρος καὶ τὰ δύω μέρη τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἀλλ’ ἡ δογματικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων, δύναται νὰ γίνῃ καὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς, καὶ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Σήμερον δὲν πρόκειται ἐνταῦθα περὶ ἐπισήμου ἑρμηνείας, πρόκειται ἁπλῶς περὶ δογματικῆς ἑρμηνείας. Παραπονεῖται πολίτης τις, ὅτι ἐνῶ ἐπρόκειτο νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἐκλογικόν του δικαίωμα, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἠρνήθη εἰς αὐτὸν κάλπην. Πρόκειται νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ ἔπραξε καλῶς ἢ κακῶς. Ἐὰν ἔλθῃ εἰς τὴν οὐσίαν ἡ Βουλὴ, εἰς τὴν ἐξέτασιν δηλ. τοῦ παραπόνου τοῦ πολίτου τούτου, θὰ ἔλθῃ βεβαίως εἰς τὴν δογματικὴν ἑρμηνείαν τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, καὶ εἶναι πιθανὸν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράσῃ γνώμην ἐναντίαν τῆς γνώμης, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐκτελεστικὴ ἀρχή. Εἶναι πιθανὸν ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι κακῶς ἔπραξε ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ ἀρνηθῇ κάλπην εἰς τὸν κ. Βαφιαδάκην, διότι κατὰ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν τὸ ἔχει ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ, εἶναι λέγω πιθανὸν, χωρὶς νὰ ἐκφράσω ἤδη καμμίαν γνώμην ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅτι ἐὰν ἔλθῃ εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ παραπόνου τοῦ βουλευτοῦ, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀπόφασιν περὶ τῆς ὁποίας ὁμιλῶ. Ἡ ἀπόφασις αὕτη θὰ ᾖναι, κύριοι, δογματικὴ ἑρμηνεία τοῦ νόμου γενομένη ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς· ἡ ἑρμηνεία αὕτη τοῦ νόμου βεβαίως νομικὴν ἰσχὺν δὲν ἔχει διὰ νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν κυβέρνησιν νὰ ἀποδεχθῇ τὴν ἑρμηνείαν αὐτὴν τῆς Βουλῆς, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶχε πληρέστατα δίκαιον. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι δύνασθε νὰ ἑρμηνεύσητε οὕτως ἢ ἄλλως τὸν νόμον, ἀλλ’ ἡ ἑρμηνεία αὕτη δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὴν κυβέρνησιν. Ὁμολογῶ, κύριοι, ὅτι τοιαύτη ἑρμηνεία δὲν δύναται νὰ ἔχῃ νομικὴν ὑποχρέωσιν διὰ τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ δὲν ἀποδέχομαι, ἰδίως ὅταν πρόκειται περὶ ἐκλογικοῦ ζητήματος, ὅτι ἡ ἑρμηνεία τὴν ὁποίαν ἤθελε δώσει ἡ Βουλὴ, δὲν δύναται νὰ ἐπιδράσῃ ἐπὶ τῆς γνώμης τῆς κυβερνήσεως. Ἐννοῶ ὅτι ἡ ἑρμηνεία αὕτη τῆς Βουλῆς προκειμένου μάλιστα περὶ ἐκλογικοῦ ζητήματος δὲν ἔχει νομικήν τινα ὑποχρέωσιν ὡς πρὸς τὴν κυβέρνησιν, ἔχει ὅμως ὑποχρέωσιν ἠθικήν. Δὲν εἶναι νομικῶς ὑποχρεωμένον, ἐπιθυμῶ νὰ ἐννοήσητε καλῶς τὴν ἔννοιαν τοῦ λόγου μου, τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἠθέλατε ἐκφράσει· νομίζω ὅμως ὅτι ὑπάρχει ἠθικὴ ὑποχρέωσις ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὴν γνώμην τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ ἤθελε ἐκφράσει, προκειμένου μάλιστα λόγου περὶ ἐκλογικῶν ζητημάτων, διότι ὁ νόμος καὶ αἱ ἀρχαὶ αἱ γενικαὶ τοῦ δικαίου ἀνεγνώρισαν, ὡς τὸν Ἄρειον Πάγον τρόπον τινὰ, τῶν ἀναφυομένων ζητημάτων περὶ τὰς ἐκλογὰς τὴν Βουλήν. Καὶ ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ διὰ τὴν κυβέρνησιν νομικὴ ὑποχρέωσις νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, ὑπάρχει ὅμως ἠθικὴ ὑποχρέωσις. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν, κύριοι, νομίζω ὅτι ἐὰν λύσωμεν τὸ ζήτημα οὕτω δὲν παραβιάζομεν τὰς ἀρχὰς αἱ ὁποῖαι διέπουν τὰς διαφόρους ἐξουσίας τοῦ Κράτους, δηλ. τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κυβέρνησιν. Δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν κ. πρωθυπουργὸν, πρέπει νὰ ἐκτελέσῃς τὸν νόμον καθὼς ἡμεῖς τὸν ἐννοοῦμεν. Δὲν δυνάμεθα νὰ τῷ εἴπωμεν παρ’ ὅταν γίνῃ ἑρμηνεία ἐπίσημος τοῦ νόμου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δυνάμεθα νὰ ἐκφέρωμεν γνώμην περὶ τῆς ἐκτελέσεως ὁποιουδήποτε νόμου, καὶ ἰδίως τοῦ ἐκλογικοῦ βουλευτικοῦ νόμου ἐν πεποιθήσει, ὅτι ἡ γνώμη ἡμῶν αὕτη πρέπει νὰ ἐπιδράσῃ εἰς τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ περαιτέρω συζήτησις εἶναι περιττὴ, διότι τὸ ἄλλο ζήτημα τὸ ὁποῖον ἠθέλησε ὁ κ. Δημητριάδης ἢ ἄλλος τις....
§94ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἔφερα κανὲν ζήτημα.
§95ΘΡ. ΖΑΪΜΗΣ. Τὸ ὁποῖον ἄλλος τις ἠθέλησε νὰ ῥίψῃ περὶ αὐτοῦ, δὲν πρόκειται σήμερον καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος. Πρόκειται ἀποκλειστικῶς περὶ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ κ. Βαφιαδάκη.
§96ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί συμπεραίνετε;
§97ΘΡ. ΖΑΪΜΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ κ. Βαφιαδάκη δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου, ἴσως ἐναντίαν τῆς γνώμης τῶν περισσοτέρων φίλων μου· φρονῶ ὅτι εἶναι δικαίωμα τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἡ χορήγησις τῆς κάλπης.
§98ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν νὰ σταλῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ νὰ τελειώσῃ.
§99ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δύω λέξεις θὰ σᾶς εἴπω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία εἶναι ἀνεξάρτητος ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν, καθὼς ἡ νομοθετικὴ ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικήν. Πᾶσα ἀρχὴ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἑρμηνεύσῃ ἕναν νόμον ἐν τῇ ἐφαρμογῇ του πῶς τὸν ἐννοεῖ. Σήμερον ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαιοδοσίαν νὰ δώσῃ ὁδηγίας εἰς τὴν κυβέρνησιν· ὅταν γίνῃ ἡ ἐκλογὴ καὶ ἔλθῃ ἡ ἐξέλεγξις, τότε θὰ ἀποφασισθῇ ἐπὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως ἂν δύναται μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιδράσῃ ἠθικῶς ἐπὶ τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦτο γίνεται δι’ ἐπερωτήσεως· καὶ πάλιν ὅταν ὑπάρχῃ ἱστορικόν τι γεγονὸς διὰ νὰ ἐπιδοκιμασθῇ ἢ νὰ κατακριθῇ μία κυβέρνησις. Νομικῶς μὲν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὐδὲν νὰ πράξῃ σήμερον ἡ Βουλὴ, ἠθικῶς πάλιν διὰ νὰ ἐπιδράσῃ δι’ ἐπερωτήσεως, καὶ τοιαύτη ἐπερώτησις δὲν ἔγινε, καὶ πάλιν καὶ τότε χρειάζεται ἱστορικὴ πρᾶξις, γεγονὸς, ἀδίκημα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος ὅλως διόλου ἡ συζήτησις. Πρέπει νὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ ἀναφορὰ τοῦ κ. Βαφιαδάκη νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον;
§101ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀποστολὴν τῆς ἀναφορᾶς νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) παρεδέχθη. Μεθαύριον ἔχομεν συνεδρίασιν. Αὔριον δὲν ἔχομεν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 5 καὶ 20/00.