1868.06.19
3,379 rows · 28,212 words · 200 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
Τῇ 19 Ἰουνίου 1868.
(Τετάρτη)
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἡ συζήτησις τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου. Ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει, «τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς μετὰ τὸν καταρτισμὸν νέων ὁριστικῶν καὶ διαρκῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου». Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς;
§4ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§5ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀναλαμβάνων νὰ ὑποστηρίξω τὸ κῦρος τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, εὑρίσκομαι εἰς τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκετο ὁ μαθηματικὸς τῆς ἀρχαιότητος ὅταν, ἀπέναντι σοφισματικῶν αἰτιολογιῶν, ἠναγκάζετο νὰ ἀποδεικνύῃ τὸ θεώρημα, ὅτι τὸ περιέχον εἶναι μεγαλείτερον τοῦ περιεχομένου· εὑρίσκομαι εἰς τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἀμηχανίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη εἷς διακεκρυμμένος πολιτικὸς ἀνὴρ τῆς Γαλλίας, ἐπιχειρήσας ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι δικαίωμα τόσῳ δυσχερὲς, εἶναι τὸ ἀποδεικνύειν πράγματα ἀνεπίδεκτα ἀμφισβητήσεως. Καὶ βεβαίως, μήπως ἀποδίδεται εἰς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου καμμία ἀπὸ τὰς ἀσχημίας ἐκείνας, δι’ ἃς προσεβλήθησαν πολλαὶ ἐκλογαὶ μέχρι τοῦδε; μήπως μᾶς λέγουν ὅτι ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου εἶναι προϊὸν καλπονοθεύσεων, δωροδοκίας, ἰδιωτικῆς εἴ τε δημοσίας, ἀποκλεισμοῦ ψηφοφόρων, εἰκονικῶν πρωτοκόλλων διαλογῆς καὶ τὰ παρόμοια; Οὐδὲν τούτων· τὸ μόνον παράπτωμα, τὸ θανάσιμον παράπτωμα τῆς ἐκλογῆς ταύτης εἶναι ὅτι, ἡ Ζάκυνθος ἦτον ἀρκετὰ ὑπερήφανος, ὥστε νὰ ἀποστείλῃ καὶ πάλιν εἰς τὸ βουλευτήριον τὸν ἐκλεκτὸν αὐτῆς μετὰ τῶν φίλων του· καὶ τόσον μεγαλείτερον εἶναι τὸ παράπτωμά της διότι τὸν ἀνέδειξε διὰ τοιαύτης πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία εἶναι λίαν ἐκφραστική. Ἔπρεπεν ὅμως νὰ εὑρεθῶσιν προφάσεις. Καὶ ἐκ τῶν μέχρι τοῦδε ἀναπτυχθέντων κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, εἴδετε, κύριοι, ὅτι εὐτυχῶς ἢ ἀτυχῶς ἡ ἑτοιμότης τοῦ πνεύματός μας παρέχει μέσα, ὅπως εὕρωμεν λόγους νὰ προσβάλωμεν καὶ τὰς πλέον νομίμους ἐκλογάς. Δὲν ὑπάρχουν κατάλογοι, εἶπαν, εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ ἡ ἰδέα αὕτη ἐκυκλοφόρησεν εἰς τοιοῦτον τρόπον, ὥστε κατήντησε νὰ ᾖναι τὸ ἀντικείμενον τῆς γενικῆς ἐρωτήσεως· ἐρωτᾷ ὁ κόσμος, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς μίαν ἐπαρχίαν ὅπου ἐγένοντο βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ κατὰ τὸ 1865, δημοτικαὶ ἐκλογαὶ κατὰ τὸ 1866, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ὑπάρχουν κατάλογοι βουλευτικοί; δὲν ὑπάρχουν τῳόντι, κύριοι, κατάλογοι, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐνηργήθη ἡ βουλευτικὴ ἐκλογὴ Ζακύνθου· ἐπιτετραμμένον ἦτο νὰ λέγηται τοῦτο ἀπὸ τοὺς ἀποτυχόντας καὶ παραπονουμένους καὶ νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐπίστευσαν, ὅτι οὕτω ἠδύναντο ν’ ἀκυρώσωσι τὴν ἐκλογὴν, οὐδέποτε ὅμως ἤλπιζα, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἤθελε παρουσιασθῇ καὶ ἐνώπιόν μας, ἀφοῦ τὰ ἔγγραφα ὅλα τὰ ἐκλογικὰ προσήχθησαν καὶ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν δεικνύεται τὸ ἀνυπόστατον τῆς κατηγορίας αὐτῆς. Δὲν ὑπῆρξαν κατάλογοι, κύριοι; καὶ μολοντοῦτο ὁλόκληροι φάκελλοι ὑπάρχουν, ὅτι ἐξεπληρώθησαν ὅλαι αἱ διατυπώσεις διὰ τὴν ἀνάκρισιν καὶ τὸν ὁριστικὸν καταρτισμὸν τοῦ καταλόγου· ὁλόκληροι φάκελλοι ὑπάρχουσιν, ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ ὁριστικὸς κατάλογος τοῦ 1867, καθὼς καὶ ὁ τοῦ 1866 διῆλθον ὅλην τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν διαγράφει ὁ νόμος περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, καὶ ἐπὶ τέλους κατέστησαν ὁριστικοί. Δὲν θέλω ν’ ἀναγνώσω ὅλα τὰ ἔγγραφα, ἀρκοῦμαι μόνον ν’ ἀναγνώσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἔκλεισεν ὅλην αὐτὴν τὴν διαδικασίαν, τὸ ἔγγραφον τοῦ νομάρχου· «ὁ νομάρχης Ζακύνθου».
§6ΤΙΝΕΣ. Περὶ τίνος καταλόγου;
§7ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀφορᾷ τὸν κατάλογον τοῦ 1866 καὶ ἔχει ἡμερομηνίαν 31 Αὐγούστου 1866.
§8ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νομάρχης;
§9ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἶναι ὁ νομάρχης Κολποδῖνος. Εὑρὼν ἐνταῦθα καὶ συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου κτλ.» Ὁ νομάρχης λοιπὸν ὁ ἴδιος διὰ τοῦ ἐγγράφου του, ὅπερ ἤδη ἀνεγνώσθη, βεβαιοῖ ὅτι ὁριστικοὶ κατάλογοι βουλευτικοὶ τοῦ ἔτους 1866 ὑπῆρξαν, ὅτι διῆλθον δι’ ὅλων τῶν διατυπώσεων, τὰς ὁποίας διαγράφει ὁ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμος, καὶ ὅτι ὁ νομάρχης εὗρεν ὅτι ἐνηργήθησαν ὅσα ὁ νόμος διαγράφει διὰ νὰ καταστῇ ὁριστικὸς ὁ κατάλογος. Δὲν ἦτον ἴσως ἀνάγκη νὰ φέρωμεν ἀπόδειξιν ὅτι ὑπῆρξαν ὁριστικοὶ κατάλογοι τοῦ 1866, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, ἀλλ’ ἐπιθυμοῦμεν ν’ ἀφαιρέσωμεν καὶ αὐτὸν τὸν ἐλάχιστον δισταγμόν, ὅτι ἐνδεχόμενον νὰ μὴν ὑπάρχουν ἐκλογικοὶ κατάλογοι κατὰ τὸ 1866. Ἀναγινώσκω ἐπίσης ἐκ τοῦ φακέλλου τοῦ ἀφορῶντος τὴν ἀνάκρισιν τοῦ βουλευτικοῦ καταλόγου τοῦ ἔτους 1867, μόνον τὸ ἔγγραφον τοῦ νομάρχου, τὸ ὁποῖον ἐμπεριέχει καί τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον ἐκ τοῦ προτέρου δεικνύει πόσον βάσιμος εἶναι εἷς ἕτερος ἰσχυρισμός, περὶ ὁποίου κατόπιν θέλω κάμει λόγον· «Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος· ὁ νομάρχης Ζακύνθου, πρὸς τὸν κ. δήμαρχον Ζακυνθίων.»
§10ΤΙΝΕΣ. Τί ἡμερομηνίαν ἔχει;
§11ΣΑΡΑΒΑΣ. 5 Ἰουλίου 1867. «Ἐξετασθέντων διὰ τοῦ προέδρου τῶν πρωτοδικῶν κτλ.» Καὶ συνεπεία τοῦ ἐγγράφου τούτου.
§12ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νομάρχης;
§13ΣΑΡΑΒΑΣ. Τί τὰ θέλετε; εἶναι ὁ Μαρίνος. Ὁ δὲ δήμαρχος, καὶ τὸ λέγω ἤδη διὰ νὰ μὴν ἐπανέλθω κατόπιν εἰς τοῦτο, συνεπῶς πρὸς τὴν παραγγελίαν τοῦ νομάρχου, ἐπέστειλε διὰ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 1039 ἐγγράφου του τὰ ἑξῆς· «Κατὰ τὴν ὑπ’ ἀριθ. .... διαταγὴν τῆς βασιλικῆς νομαρχίας ὑποβάλλομεν τὸ ἀντίγραφον τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ ἡμετέρου δήμου διὰ τὸ ἔτος 1867·» κατόπιν τούτου εἶναι ἀνάγκη νὰ δώσω τὸν προσήκοντα χαρακτηρισμὸν εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἰσχυρίσθησαν, ἢ δύνανται ἔτι νὰ ἰσχυρισθῶσιν ὅτι κατάλογοι βουλευτικοὶ δὲν ὑπῆρξαν; Ἀλλὰ μᾶς λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ὑπῆρξαν κατάλογοι, ὑπεξῃρέθησαν ὅμως οὗτοι, οἱ δὲ τυπωμένοι ἐκλογικοὶ κατάλογοι γίνονται διὰ τοῦτο φυλλάδια τυπωμένα, καὶ δὲν παρέχουν οὐδεμίαν πίστιν· ἄρα ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη ἄνευ καταλόγων. Πολὺ λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι βλέπω νὰ ῥίπτωνται ἐν τῷ κοινοβουλίῳ ἀβασανίστως γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐκτίμησιν τῆς γνώμης τὴν ὁποίαν ὑποβάλλουν οἱ εἰσηγηταί· ἕκαστος ἠμπορεῖ νὰ διαφέρῃ ἀπὸ τὸν ἄλλον κατὰ τὸν σχηματισμὸν τῆς κρίσεώς του· ἐκεῖ ὅπου ὁ εἷς εὑρίσκει ἀμφιβολίαν, ὁ ἄλλος δὲν εὑρίσκει· τὰ γεγονότα ὅμως, κύριοι, δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ μὴ παρουσιάζωνται ἐνώπιόν μας μὲ ὅλην ἐκείνην τὴν εἰλικρίνειαν, μὲ τὴν ὁποίαν αὐτὰ τὰ πράγματα ὁμιλοῦν. Ἐπιτετραμμένον ἦτον, ἐπαναλαμβάνω, εἰς ἄλλους νὰ λέγουν, ὅτι οἱ κατάλογοι ὑπεξῃρέθησαν· δὲν ἦτον ὅμως ἐπιτετραμμένον, τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως, καὶ ὅταν ἀκούσητε τοὺς λόγους θέλετε μὲ δικαιώσει, δὲν ἦτον ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ εἰς τὸν εἰσηγητὴν αὐτῆς νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ βεβαιώσῃ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον διαψεύδεται ἀπὸ αὐτὰ ἐκεῖνα τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ὁποῖα μνημονεύει ἐν τῇ ἐκθέσει. Καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ λέγω τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴν ὑποστηρίζω διὰ τῶν πραγμάτων, ἀναγινώσκω τὸ μέρος τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ νὰ ἴδητε ὅτι βεβαιοῖ ὅτι ὑπεξῃρέθησαν οἱ κατάλογοι. «Ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι συμφώνως μὲ τὰς ῥηθείσας διατάξεις τοῦ βουλευτικοῦ νόμου συνετάχθησαν βεβαίως καὶ ἐν Ζακύθῳ οἱ ὁριστικοὶ ἐκλογικοὶ κατάλογοι, οἵτινες καὶ διαρκεῖς θεωροῦνται, κατὰ τὸ ἄρθρον 23 τοῦ αὐτοῦ νόμου, πλὴν οἱ ὁριστικοὶ καὶ διαρκεῖς οὗτοι κατάλογοι ὑπεξῃρέθησαν, καθ’ ἃ προκύπτει καὶ ἐκ τῆς μεταξὺ νομάρχου καὶ δημάρχου Ζακυνθίων ἀλληλογραφίας καὶ ἐκ τῆς γενομένης ἀνακρίσεως (ἴδε ἔγγραφον ὑπ’ ἀριθ. Γ.Δ.Ε.)» Λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ μᾶς βεβαιοῖ ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐμελέτησε, προκύπτει ὅτι οἱ κατάλογοι οἱ ἐκλογικοὶ τοῦ δήμου Ζακυνθίων ὑπεξῃρέθησαν, ἀναφέρει δὲ ῥητῶς καὶ τὰ ἔγγραφα ἐφ’ ὧν στηρίζει τὸ συμπέρασμά της τοῦτο. Ἂς ἴδωμεν πρῶτον ἂν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα λέγουν ὅ,τι ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, καὶ κατόπιν τούτων θὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν τὰ συμπεράσματά της ὑποστηρίζωνται κατέναντι τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα οἱ βουλευταὶ Ζακύνθου προσήγαγον ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτε ἀνεκρίνετο ἡ ἐκλογή, καὶ περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐθεώρησε καλὸν νὰ κάμῃ μνείαν ἐν τῇ ἐκθέσει της, ἀλλὰ περιωρίσθη μόνον νὰ ἀναφέρῃ τὰ ἔγγραφα ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται, ὅτι οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι, κατὰ τὴν ἰδέαν της, ὑπεξῃρέθησαν. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἐν τῇ ἐκθέσει μνημονευόμενον ἔγγραφον ὑπὸ στοιχ. ΔΕ· τὸ ἀναγινώσκω· «Ὁ νομάρχης, πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον. Μετὰ τὴν τύπωσιν τοῦ διὰ τὸ ἔτος 1868 ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Ζακυνθίων, τοῦ κατὰ τὸ προηγούμενον ἔτος ἀνακριθέντος, γνωστοῦ γενομένου τούτου, σφοδρὰ ἠγέρθη καθ’ ἅπασαν τὴν πόλιν ἀγανάκτησις περὶ ἀπαλείψεως ἐκ τοῦ καταλόγου αὐτοῦ πολλῶν ἐκ τῶν διασημοτέρων πολιτῶν, ἢ περὶ μεταβολῆς τοῦ ὀνοματεπωνύμου ἢ ἐπαγγελμάτων αὐτῶν καὶ περὶ ἐξαλείψεως ἐπίσης πολλῶν ἄλλων πολιτῶν καὶ προσθέσεως προσώπων ἰδανικῶν, τεθνεώτων καὶ μὴ ἐχόντων τὰ προσόντα κτλ.» Ἰδίως περὶ τοῦ καταλόγου τοῦ 1867 ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἔγγραφον αὐτό· «Οὐδὲ τὰ μὴ διαγραφέντα κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου πρόσωπα· καὶ ὅμως εἰς τὸν τυπωθέντα καττάλογον (οὗ τὸ χειρόγραφον ὑπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ δημάρχου τηρῶ) εἰσὶ μόνα τὰ ἐν τῇ σημειώσει ἀναφερόμενα, διότι καὶ ἄλλα παράπονα ἔλαβον περὶ ἐξαλείψεως ἐκ τοῦ καταλόγου ἀνεγνωρισμένων ἐκλογέων, μηδέποτε εἰδοποιηθέντων, οὐδὲ ἡ ἐξαφάνισις τοῦ ἀρχικοῦ καταλόγου, ὅστις εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος, εἰσὶ πράξεις τυχαῖαι καὶ ἀνεπίληπτοι. Διὰ ταῦτα κατήγγειλα εἰς τὸν κ. εἰσαγγελέα τὸν δήμαρχον Ζακύνθου κ. Ἰω. Λισγαρᾶν, ἐπιστείλας τῷ κ. εἰσαγγελεῖ ὅσας ἔλαβον ἀναφορὰς καὶ εἰδοποιήσας αὐτὸν, ὅτι τὸ χειρόγραφον τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ 1867 τηρῶ.» Ὁ νομάρχης λοιπὸν, κύριοι, δι’ ἐγγράφου του πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ποιεῖ λόγον περὶ τῶν προσόντων τῶν διαφόρων πολιτῶν τῆς Ζακύνθου, καὶ περὶ μὲν τοῦ καταλόγου τοῦ 1866 λέγει ὅτι, ζητήσας αὐτὸν ἀπὸ τὸν δήμαρχον, ἔλαβεν ἀπάντησιν, ὅτι αὐτὸς ἐῤῥίφθη εἰς τὰ ἄχρηστα χαρτία. Θέλω ἐκθέσει κατόπιν διατί ἐδόθη ὡς τὴν νομαρχίαν τοιαύτη ἀπάντησις· διὰ δὲ τὸν κατάλογον τοῦ 1867, τὸν ὑπεξαιρεθέντα, σημειώσατέ το καλῶς, κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, βεβαιοῖ ὁ κ. νομάρχης ὅτι αὐτὸν τὸν τηρεῖ εἰς τὸ γραφεῖόν του. Καὶ μολοντοῦτο, κύριοι, ἐπὶ τοιούτου ἐγγράφου, οὕτω πως ἐκφραζομένου, ἔρχονται νὰ εἴπωσιν ὅτι στηρίζουσι τὸν ἰσχυρισμόν των, ὅτι οἱ κατάλογοι ὑπεξῃρέθησαν. Ἀπῄτουν, τὸ λέγω, διότι ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, περισσοτέραν καλὴν πίστιν ἀπὸ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς.
§14ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος εἶναι ὁ νομάρχης;
§15ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἶναι ἀδιάφορον, εἶναι ὁ κ. Παγανέλης.
§16ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Σᾶς παρατηρῶ, κ. Σαράβα, ὅτι προκαλεῖτε καὶ νὰ μὴ παραπονεῖσθε.
§17ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἂν θέλετε νὰ ἀκολουθήσητε ἓν ἄλλο σύστημα συζητήσεως, βεβαιωθῆτε ὅτι δὲν ἔχω νὰ σᾶς φοβηθῶ· ἐγὼ περιωρίσθην καὶ περιορίζομαι πάντοτε εἰς τὴν λογικὴν συζήτησιν.
§18ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Θὰ σᾶς ἀποδώσωμεν διπλάσια.
§19ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἠμπορεῖτε, ἀλλ’ ἐὰν ἔχουν τὸν τόπον των.
§20ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τὸ ἔγγραφον ἀποδεικνύει ἴσα ἴσα....
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§22ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐγὼ σᾶς ἀποδεικνύω δι’ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἐπικαλεῖσθε, ὅτι ἄλλα λέγουν τὰ χαρτιὰ, καὶ ἄλλα λέγετε εἰς τὴν ἔκθεσίν σας.
§23Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν παραπονεῖται διὰ τὴν ἔκθεσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ὀφειλομένου τρόπου εἰς τὴν συζήτησιν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε· λάβετε σημειώσεις καὶ κατόπιν ἀπαντήσατε.
§25ΣΑΡΑΒΑΣ. Διὰ τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῆς Βουλῆς. Βλέπετε ὅτι ὁ δήμαρχος, ὅταν ὁ νομάρχης τοῦ ἐζήτησε τὸν κατάλογον τοῦ 1866, εἶπεν ὅτι τὸν ἔῤῥιψεν εἰς τὰ ἄχρηστα χαρτιά· ὁ κ. νομάρχης εἶχεν εἰς χεῖράς του τὸν κατάλογον καὶ ἐν τούτοις ἐζήτησεν οὐχὶ ἀντίγραφον τοῦ καταλόγου τοῦ 1866, ἀλλ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον κατάλογον· ἑπόμενον ἦτον ὁ δήμαρχος νὰ ὑποπτευθῇ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἀπαντᾷ μὲ τοιαύτην τινὰ ὑπεκφυγήν· τὰ πράγματα ὅμως ἀπέδειξαν κατόπιν ὅτι καὶ ὁ κατάλογος ὁ χειρόγραφος τοῦ 1866 καὶ αὐτὸς ὑπῆρχεν εἰς τὴν δημαρχίαν. Ἡ ἰδέα, κύριοι, περὶ ὑπεξαιρέσεως τῶν καταλόγων ἐκυκλοφόρησεν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε κατηγγέλθη ὁ δήμαρχος Ζακυνθίων ἐπὶ τούτῳ, καὶ προσέτι ὅτι κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ καταλόγου δὲν συνεμοῤῥώθη μὲ τὰς πράξεις τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς. Συνεπείᾳ τῆς καταγγελίας ταύτης, ὁ εἰσαγγελεὺς ἔκαμεν ἔρευναν εἰς τὸ δημοτικὸν κατάστημα καὶ οἱ κατάλογοι τοῦ 1866 καὶ τοῦ 1867, περὶ τῶν ὁποίων ἀκόμη ἐν τῇ ἐκθέσει ἐξακολουθοῦν νὰ μᾶς λέγουν ὅτι ὑπεξῃρέθησαν, εὑρέθησαν σῶοι, σωότατοι εἰς τὸ δημοτικὸν κατάστημα καὶ κατεσχέθησαν ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως· τότε ὁ δήμαρχος Ζακυνθίων ἀπηύθυνεν εἰς αὐτὸν τὸ ἀκόλουθον ἔγγραφον· «Ἐπειδὴ κατὰ τὸν παρελθόντα Μάρτιον ἡ ὑμετέρα ἀρχὴ κατέσχε παρὰ τῷ γραφείῳ τῆς δημαρχίας Ζακυνθίων σὺν τοῖς ἄλλοις καὶ τοὺς δύω .......................... κτλ.» Ὁ δὲ κ. εἰσαγγελεὺς ἐπιλέγει· «Πιστοποιοῦμεν ὅτι μεταξὺ τῶν κατασχεθέντων ἐγγράφων ἐκ τῆς δημαρχίας Ζακυνθίων διὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἀνάκρισιν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Ζακυνθίων ἦσαν 1) εἷς κατάλογος ἐκλογικὸς χειρόγραφος τοῦ δήμου τούτου, ὑπογεγραμμένος παρὰ τοῦ δημάρχου Ἰω. Λισγαρᾶ καὶ δύω ἄλλων, καὶ φέρει χρονολογίαν ἔτος 1866, καὶ εἷς ἕτερος κατάλογος χειρόγραφος ἐπίσης τοῦ ἔτους 1867. ὑπογεγραμμένος παρὰ τοῦ αὐτοῦ δημάρχου καὶ δύω ἄλλων. «Ἐν Ζακύνθῳ 12 Ἰουνίου 1868
»Ὁ εἰσαγγελεὺς
»Γ. ΜΠΕΝΣΗΣ.»
§26ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Λέγει ὅτι εἶναι μονογεγραμμένοι παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς;
§27ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὄχι· εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον κύριον εἰσηγητὴν τῆς ἐπιτροπῆς, διότι μοὶ ἐνθύμισεν ἓν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ διαλάθῃ τὴν προσοχήν μου· μὲ ἐρωτᾷ ἐὰν βεβαιοῦται εἰς τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο ὅτι οἱ κατάλογοι εἶναι μονογεγραμμένοι ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, διότι τὴν ἔλλειψιν τῆς μονογραφῆς ἐκ μέρους τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς τὴν θεωρεῖ, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν αἰτιολογιῶν τῆς ἐκθέσεως, ὡς ἀναγκαίαν διατύπωσιν διὰ τὸ κῦρος τῶν καταλόγων τοῦ 1866 καὶ 1867. Ἀλλὰ, κύριέ μου, ἐὰν ἠθέλατε ἀναγνώσει καλλίτερον τὸν ἐκλογικὸν νόμον, ἠθέλατε ἰδεῖ, ὅτι δὲν ἀπαιτεῖ εἰς κανὲν μέρος ἵνα οἱ ὁριστικοὶ κατάλογοι μονογραφῶνται ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν· τοῦτο ἀπήτησε τὸ ἄρθρον 9 μόνον διὰ τοὺς προκαταρκτικοὺς καταλόγους. Κατ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ὅταν καταρτισθῶσιν ὑπὸ τοῦ δημάρχου οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι, πέμπονται εἰς διπλοῦν εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἥτις ἐπιστρέφει τὸν ἕνα εἰς τὸν δήμαρχον μονογεγραμμένον· τοῦτο ὅμως ἅπαξ μόνον ἐγένετο καθ’ ἣν ἐποχὴν τὸ πρῶτον ἐφηρμόσθη ὁ ἐκλογικὸς νόμος, ἀλλὰ τὸ ν’ ἀπαιτῶσι νὰ ἦναι μονογεγραμμένος ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος τοῦ 1866, ὁ ὁριστικὸς, ὁ χειρόγραφος, ὁ εὑρισκόμενος εἰς τὸ δημαρχεῖον καὶ ὁ τοῦ 1867 δὲν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅτι ἐσύγχυσαν τοὺς προκαταρκτικοὺς καταλόγους μὲ τοὺς ὁριστικούς· καὶ ἐνόμισαν, ὅτι εὗρον σπουδαιότατον ἐπιχείρημα, διότι οἱ κατάλογοι αὐτοὶ δὲν εἶναι μονογεγραμμένοι ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχήν.
§28Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν τὸ ὁμολογεῖτε ὅτι δὲν ἦσαν μονογεγραμμένοι;
§29ΣΑΡΑΒΑΣ. Λέγω ὅτι δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι μονογεγραμμένοι.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κατάλογος εἶναι εἰς τὰς Πάτρας καὶ κτυπήσατε τὸν τηλέγραφον νὰ σᾶς τὸν φέρῃ. (Διάλογοι).
§31ΣΑΡΑΒΑΣ. Μοὶ φαίνεται, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτείνω τὸν λόγον περισσότερον ὅπως ἀποδείξω ὅτι ὁ ὁριστικὸς κατάλογος τοῦ δήμου Ζακυνθίων συνετελέσθη καθ’ ὅλας τὰς νομίμους διατυπώσεις κατὰ τὸ ἔτος 1866 καὶ 1867, καὶ ὅτι οἱ ὁριστικοὶ οὗτοι κατάλογοι σώζονται αὐτότατοι εἰς τὴν νομαρχίαν καὶ εἰς τὸ δημαρχεῖον. Ἔρχεται ὅμως μία ἄλλη ἀντίῤῥησις πολλὰ σπουδαία, ἡ ὁποία πρώτην φορὰν παρουσιάζεται εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, καὶ λυποῦμαι, διότι αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ δὲν συνεζητήθη κατ’ ἀρχὰς, διότι ἀναντιῤῥήτως τὸ νέον τοῦτο μέτρον τῆς ἐξελέγξεως τῆς νομιμότητος τῶν ἐκλογῶν, τὸ ὁποῖον ἐφαρμόζεται εἰς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου, ἤθελε χρησιμεύσει νὰ ἀκυρωθῶσι πολλαὶ ἄλλαι ἐκλογαί. Ἀφοῦ ὑπάρχουν, κύριοι, ὅλαι αἱ ἀποδείξεις πλήρεις, πληρέσταται ὅτι ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος, διὰ νὰ γίνῃ ὁριστικὸς, διῆλθεν ὅλην τὴν διαδικασίαν, τὴν ὁποίαν διαγράφει ὁ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμος, ἔρχονται κατόπιν τῆς ἐκλογῆς καὶ προτείνουν παράπονα κατὰ τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου· οἱ ὁριστικοὶ κατάλογοι, λέγουν, περιέχουν ὀνόματα ἀνύπαρκτα, δὲν περιέχουν ὀνόματα προσώπων τὰ ὁποῖα εἶχον τὸ δικαίωμα ψήφου καὶ ἐψηφοφόρησαν καὶ ἄλλοτε πολλάκις. Τὸν δὲ ἀριθμὸν τῶν πραγματικῶν ψηφοφόρων, τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ περιέχῃ ὁ ὁριστικὸς κατάλογος, τὸν εὑρίσκουσιν ἁπλούστατα διὰ μιᾶς ἁπλουστάτης μεθόδου. «Ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ ἑπομένως ὅτι οὔτε ὁριστικοὶ καὶ διηνεκεῖς κατάλογοι ὑπάρχουσιν, οὔτε νομίμως καὶ ἐμπροθέσμως ἐγένετο ἡ δημοσίευσις καὶ τύπωσις αὐτῶν, καὶ ἀναντιῤῥήτως.» Πολὺ σᾶς παρακαλῶ νὰ προσέξητε εἰς τοῦτο, κύριοι, «ἀναντιῤῥήτως τὰ δημοσιευθέντα ὡς ἐκλογικοὶ κατάλογοι φυλλάδια»· ὑποθέτει, βλέπετε, ὅτι ἐὰν τὰ ὀνομάσῃ φυλλάδια καὶ ὄχι ἐκλογικοὺς καταλόγους, χάνουσι τὴν σημασίαν των, «περιέχουσιν ὀνόματα ἀνυπάρκτων, ἀνηλίκων, ἀποβιωσάντων, ἀλλοδαπῶν καὶ ἐν γένει ἀτόμων μὴ ἐχόντων τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα». Βλέπετε μὲ πόσην θετικότητα, κύριοι, σᾶς λέγουν ὅτι εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους εὑρίσκονται ὀνόματα ἰδανικῶν προσώπων, ἀνηλίκων, ἀποβιωσάντων, καὶ ὅτι παρελείφθησαν καὶ πολλὰ ἄλλα πρόσωπα, ἔχοντα τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλογέως»· πόθεν ὅμως ἐξάγεται τοῦτο; ποία ἡ ἀπόδειξις; καὶ ὁποῖα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα κακῶς ἐνεγράφησαν ἢ παρελείφθησαν; ἡ ἐπιτροπὴ τὸ εὑρίσκει εὐκολώτατα δι’ ἑνὸς ἁπλουστάτου συλλογισμοῦ· ἀναγινώσκω τὸ σχετικὸν μέρος τῆς ἐκθέσεως. «Ἡ ἐπαρχία Ζακύνθου, ἧς ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 35,000 κατοίκων, ἐθεωρήθη τὸ 1865 ὅτι εἶχε πληθυσμὸν 44,760». Βλέπετε, ὅτι ἡ πιστοποίησις ἡ ἐπίσημος τῆς ἀπογραφῆς διαψεύδεται ἀπὸ τὴν προσωπικὴν διαβεβαίωσιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ. Ἡ ἐπίσημος ἀπογραφὴ τῆς Κυβερνήσεως ἐβεβαίωσεν ὅτι ἡ ἐπαρχία Ζακύνθου εἶχε κατὰ τὸ ἔτος 1865 πληθυσμὸν 44,760 καὶ ὁ εἰσηγητὴς λέγει ὄχι· πιστεύσατε ἐμὲ, ὁ ὁποῖος λέγω ὅτι ἔχει 35,000· καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ὁ πληθυσμὸς ἀναβιβάζεται εἰς 44,000, ἀφαιρουμένων τῶν γυναικῶν μένουσιν 22,000· ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τούτου πρέπει νὰ ἀφαιρεθῶσι καὶ οἱ ἀνήλικες, οἵτινες, κατὰ τὰς στατιστικὰς ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ ὅλων τῶν χωρῶν τοῦ κόσμου, ἀναλογοῦσι πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ πληθυσμοῦ, ἑπομένως μένουν 11,190. Ἐκ τούτων ἀνάγκη πᾶσα νὰ ἀφαιρεθῶσιν οἱ μὴ ἔχοντες τὰ τοῦ ἐκλογέως προσόντα, ἤτοι ἀλλοδαποὶ, ἀκτήμονες, ὑπηρέται κτλ., ὧν ὁ ἐλάχιστος ὅρος εἶναι 25% μένουν 8,410, εἰς τρόπον ὥστε ἡ ἐπαρχία Ζακύνθου δὲν δύναται νὰ ἔχῃ πλείονας τῶν 8,410 ἐκλογέων, καὶ ἐπὶ τῇ ἀπαραδέκτῳ ὑποθέσει ὅτι ἔχει 44,790 κατοίκους. Μία ἐφημερὶς, κύριοι, θέλουσα νὰ μᾶς κατηγορήσῃ εἰς τὸ ζήτημα τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν, ἀδίκως βέβαια, εἶπεν ὅτι κατασκευάζομεν βουλευτὰς διὰ τῶν δύω παθῶν τῆς ἀριθμητικῆς, τῆς προσθέσεως καὶ ἀφαιρέσεως· τὸ ἀστεῖον τοῦτο δὲν ἐπίστευα ὅτι θὰ κατεῖχε τόσῳ σπουδαῖον μέρος εἰς τὴν ἔκθεσιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅτι ἤθελε χρησιμεύσει ὡς βάσις τῶν συμπερασμάτων της. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν θέλωμεν νὰ λάβωμεν τῳόντι ὡς μέσον ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τὴν μέθοδον τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ βλέπετε πόσον εἶμαι γενναῖος, δὲν θέλω νὰ ἐπικαλεσθῶ τὸ ἀπαράδεκτον, δὲν θέλω νὰ εἴπω ὅτι οἱ κατάλογοι, ἅπαξ γενόμενοι ὁριστικοὶ, εἶναι ἀπρόσβλητοι, καὶ πᾶν κατ’ αὐτῶν παράπονον εἶναι ἀπαράδεκτον, παραδέχομαι ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῷ ἀπολύτῳ κυριαρχικῷ αὐτῆς δικαιώματι δύναται νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ὅλαι αἱ ἐργασίαι αἱ προπαρασκευαστικαὶ ἐγένοντο ἀκριβῶς, καὶ ἐμπεριέχουσιν οἱ κατάλογοι πρόσωπα ἔχοντα τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν· ἐὰν, λέγω, θέλωμεν νὰ λάβωμεν τῳόντι τὴν στατιστικὴν ὡς βοήθημα διὰ νὰ εὕρωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ ἀναλογία μεταξὺ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων, οἵτινες ὑπάρχουν εἰς τὸν κατάλογον, ἀντὶ νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὴν στατιστικὴν ὅλων τῶν ἐποχῶν καὶ ὅλων τῶν χωρῶν τοῦ κόσμου, προτιμότερον καὶ εὐκολώτερον εἶναι νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν στατιστικὴν τῆς ἰδίας πατρίδος, προτιμότερον εἶναι νὰ συμβουλευθῶμεν τὴν στατιστικὴν τῶν γειτόνων ἐπαρχιῶν διὰ νὰ μάθωμεν ἐὰν τῳόντι ὑπάρχῃ ἡ δυσαναλογία, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν ὅτι ἀνεῦρε διὰ τῆς μεθόδου τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέφερον. Ἂς ῥίψωμεν τὸ βλέμμα εἰς τὴν γείτονα ἐπαρχίαν τῆς Ζακύνθου, εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἠλείας, καὶ ἂς ἴδωμεν ὁποία ἡ ἀναλογία μεταξὺ τοῦ ἀριθμοῦ, ὅστις ἀποτελεῖ τὸν ἀριθμὸν τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας, καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφόρων κατὰ τὸν ἐκλογικὸν κατάλογον. Εἰς ἓν βιβλίον ἀξιόλογον, τὸ ὁποῖον ἐσχάτως ἐξέδωκεν ὁ κ. Μανσόλας, ἀναφέρεται ὁ πληθυσμὸς ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν τοῦ κράτους κατὰ τὸ ἔτος 1862· εἰς αὐτὸ ἡ Ἠλεία σημειοῦται ὡς ἔχουσα πληθυσμὸν 40140 κατοίκων, δηλ. πληθυσμὸν ἐλάσσονα ἀπὸ ἐκεῖνον τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου, καὶ μολαταῦτα πόσους ἐκλογεῖς ἔχει ἐκείνη; 13,393. Ἄλλη γείτων ἐπαρχία ἡ τῶν Καλαβρύτων σημειοῦται ὡς ἔχουσα πληθυσμὸν 38,886.
§32Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ παραδέχομαι, διότι τότε ἤθελον εἶσθαι τέσσαρες βουλευταί· δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ χάσωμεν ἕνα βουλευτήν.
§33ΖΑΪΜΗΣ. 43,000.
§34ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἡ ἐπαρχία τῶν Καλαβρύτων, ἥτις σημειοῦται ἔχουσα πληθυσμὸν 38,000, ἔχει ἐκλογεῖς 13,130. Ποίαν ἄλλην ἐπαρχίαν θέλετε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἀπὸ ἐκείνας αἵτινες δίδουν 5 βουλευτάς; τὴν ἐπαρχίαν Γορτυνίας; αὕτη σημειοῦται ὡς ἔχουσα πληθυσμὸν 39,155, πόσους ἐκλογεῖς ἔχει; 14,689, καὶ κατὰ τὸν κατάλογον τοῦ ἐνεστῶτος ἔτους, 16,194· ἔχω τὴν σημείωσιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἐκλογέων τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν τοῦ κράτους, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ σᾶς κουράσω περισσότερον· μοὶ φαίνεται δὲ ὅτι δύναταί τις νὰ εἴπῃ ἀδιστάκτως, λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν του ταῦτα, ὅτι ἡ ἀναλογία μεταξὺ τοῦ πληθυσμοῦ τῶν κατοίκων καὶ τοῦ καταλόγου τῶν ψηφοφόρων κυμαίνεται μεταξὺ τοῦ τριπλασίου καὶ τετραπλασίου. Λοιπὸν, τὸ ἐπιχείρημα, κύριοι, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνήγαγον ἐκ τῆς δῆθεν δυσαναλογίας μεταξὺ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου καὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφόρων, δὲν εἶναι σπουδαῖον καὶ δὲν στηρίζεται εἰς καμμίαν λογικὴν βάσιν, ἀλλ’ εἰς προϋποθέσεις ὅλως αὐθαιρέτους καὶ διαψευδομένας ἀπὸ τὰ πράγματα. Ἀλλὰ, κύριοι, οἱ κατάλογοι αὐτοὶ οἱ τυπωμένοι, εἶναι ἐσφαλμένοι, μᾶς λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, οἱ κατάλογοι αὐτοὶ οἱ τυπωμένοι, παραβαλλόμενοι μὲ τοὺς χειρογράφους καταλόγους, δὲν παρουσιάζουσιν ἀκριβῶς οὔτε τὸν ἀριθμὸν οὔτε τὰ πρόσωπα τῶν ψηφοφόρων, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεξηρέθησαν ὅπως καταστῇ ἀδύνατος ἡ συμπαραβολή. Ὁ δήμαρχος Ζακυνθίων κατηγορήθη, ὡς προηγουμένως σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν διώρθωσε ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διαφόρων πράξεων τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς τὸν κατάλογον, καὶ ἰδοὺ τί προέκυψε· κατὰ τὸ ἐκδοθὲν βούλευμα, ἐκ τῆς ἀνακρίσεως· σᾶς ἀναγινώσκω ἐξ αὐτοῦ τὴν ἑξῆς περικοπήν. «Καὶ κατὰ τὰ δύο εἰρημένα ἔτη 1865 καὶ 1867 οὐδεμία ἐγένετο ἔνστασις κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὥστε ὁ κατὰ τὸ ἔτος 1867 ἐκλογικὸς κατάλογος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, ἔπρεπε νὰ περιέχῃ τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ ἀρχικοῦ διαρκοῦς καταλόγου μὲ τὰς μεταβολὰς, ἃς ἐπέφερον αἱ εἰρημέναι δύω ἀναθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ τῶν ἐτῶν 1866 καὶ 1867· ἐν τούτοις, ἀκριβοῦς γενομένης παραβολῆς καὶ ἐξελέγξεως τοῦ ἀρχικοῦ καταλόγου καὶ τοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1867 τυπωθέντος καὶ τῶν μεταβολῶν, ἃς αἱ δύω ἀναθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ τῶν ἐτῶν 1866 καὶ 1867 ἐπέφερον, προκύπτει ὅτι ὁ κατηγορούμενος δήμαρχος κτλ.» Λοιπὸν ὁ τυπωμένος κατάλογος, κατὰ τὸ ἐξαγόμενον τὸ ὁποῖον παραδέχεται τὸ συμβούλιον, ἔπρεπε διὰ νὰ ᾖναι ἀκριβὲς ἀντίγραφον τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου νὰ περιέχῃ τοὺς ψηφοφόρους, οἱ ὁποῖοι ἐμπεριείχοντο εἰς τὸν κατάλογον τοῦ 1866 καὶ συνάμα τὰς διαφόρους τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ τοῦ 1867, καὶ ἐν τούτοις κατὰ τὸ ἐξαγόμενον τὸ ὁποῖον παραδέχεται ὁ κ. εἰσαγγελεὺς καὶ τὸ συμβούλιον, τὸ ὁποῖον παρέπεμψε τὸν κ. Δισγαρᾶν δήμαρχον νὰ δικασθῇ ὅτι παρέβη τὸ καθῆκον του, ὁ τυπωμένος κατάλογος δὲν εὑρέθη ἐλλειπὴς, εἰμὴ καθόσον ὁ δήμαρχος, μὴ συμμορφωθεὶς ἀκριβῶς μὲ τὰς πράξεις τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς, παρέλειψε νὰ διαγράψῃ δώδεκα ἀποβιώσαντας καὶ 41 ἀποκτήσαντας τὸ τοῦ ἐκλογέως δικαίωμα, καὶ ἐνταῦθα προσέθηκε 1897 ὡς ἔχοντας τὸ δικαίωμα, χωρὶς ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τούτου ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐπιτροπή. Λοιπὸν ὁ κατάλογος τοῦ 1867, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου, περιέχει μόνον τὰ ὀνόματα τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου τοῦ 1866 καὶ ὅλας τὰς προσθήκας καὶ τροποποιήσεις τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς μὲ μόνας τὰς προεκτεθείσας ἀσημάντους διαφοράς. Κατόπιν τούτου ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ τις ὅστις νὰ ὑποστηρίξῃ ὅτι εἰς τὸν κατάλογον αὐτὸν παρεισέφρυσαν 6190 καὶ ἐπέκεινα ὀνόματα μὴ δυνάμενα νὰ θεωρηθῶσι νόμιμοι ἐκλογεῖς, τόσον δ’ εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κατάλογος ὁ τυπωθεὶς εἶναι ἀκριβὴς τύπωσις τοῦ χειρογράφου καταλόγου τοῦ κηρυχθέντος ἐκτελεστοῦ, ὥστε ἡ τύπωσις αὐτοῦ, ὡς θέλετε ἀκούσει κατόπιν, ἐγένετο ἀμέσως διὰ τοῦ νομάρχου.
§35Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅλη ἡ βάσις τῆς κατηγορίας τῆς ἐκλογῆς συνίσταται εἰς τὸ ἐὰν ὑπάρχουν ἢ δὲν ὑπάρχουν ὁριστικοὶ κατάλογοι. Ἐδὼ πρέπει νὰ μᾶς ἀποδείξητε ἐὰν ὑπάρχουν κατάλογοι, διότι εἶδα ὅτι ὁ δήμαρχος τοὺς ἀπέστειλεν· ἕνας κατάλογος ὑπάρχει εἰς κάθε δῆμον καὶ τοῦ 1867 καὶ τοῦ 1868;
§36ΣΑΡΑΒΑΣ. Τόσον εἶναι βέβαιον, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω ὅτι, ὁ κατάλογος ὁ τυπωμένος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ, τοῦ ἔτους 1867 εἶναι πιστὴ καὶ ἀκριβὴς τύπωσις τοῦ καταλόγου τοῦ 1867, τοῦ ἀποσταλέντος ἀπὸ τὸν δήμαρχον εἰς τὸν νομάρχην, ὅσον ὁ ἴδιος νομάρχης ἐσυμφώνησε τὴν τύπωσίν του, καὶ παρέδωκεν εἰς τὸν τυπογράφον τὸν πρὸς τύπωσιν κατάλογον.
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ τὸ γνωρίζω, εἶναι βέβαιον.
§38ΣΕΡΒΟΣ. Μίαν παρατήρησιν. Προέβη ἡ ἀνάκρισις, μοὶ φαίνεται, ἐπὶ παραβάσει τῶν καθηκόντων τοῦ δημάρχου.
§39ΣΑΡΑΒΑΣ. Μάλιστα.
§40ΣΕΡΒΟΣ. Καὶ αὐτὸς ὁ ὁριστικὸς κατάλογος δὲν ὑπάρχει, νομίζω ὅτι ἤθελεν ὑπάρχει περίπτωσις παραπομπῶν.
§41ΣΑΡΑΒΑΣ. Νὰ σᾶς ἀπαντήσω· ὁ εἰσαγγελεὺς μεταβὰς εἰς τὸ δημαρχικὸν κατάστημα εὗρε τοὺς καταλόγους καὶ ἐθεώρησεν ἐπὶ τοσοῦτον ἀβάσιμον τὴν μήνυσιν ὡς πρὸς τὴν ὑπεξαίρεσιν ὥστε οὔτε κἂν κατηγορίαν ἐνόμισε δέον νὰ τοῦ ἀπαγγείλῃ· αὐτὸ ἐξάγεται ἀπὸ τὸ ἱστορικὸν τοῦ βουλεύματος. Λοιπὸν ὅταν ἔχωμεν ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου αὐτὸς ὁ νομάρχης Ζακύνθου συμφωνεῖ μὲ δύο τυπογράφους νὰ τυπώσωσι τοὺς καταλόγους ὅλων τῶν δήμων τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου, καὶ ὅταν προστίθεται ἐν τῷ αὐτῷ συμβολαίῳ, ὅτι αὐτὸς ὁ νομάρχης παρέδωκεν εἰς τοὺς τυπογράφους ἀντίγραφα τῶν καταλόγων, δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἀμφισβήτησιν, ὅτι οἱ κατάλογοι οἱ τυπωμένοι δὲν εἶναι κατάλογοι περιέχοντες ἀκριβῶς τοὺς ψηφοφόρους, οἱ ὁποῖοι περιέχονται εἰς τοὺς χειρογράφους; ἔπρεπε μόνον ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου νὰ παρουσιάσῃ αὐτὸ τὸ ἔκτακτον φαινόμενον, ν’ ἀμφισβητῆται δηλονότι ὅ,τι εἶναι ἀνεπίδεκτον ἀμφισβητήσεως.
§42ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ συμβόλαιον. Τὸ ἀναγινώσκει. Ὁ κύριος Μακρὴς κατέχων θέσιν γραμματέως ἀναγινώσκει τὸ βούλευμα ἔχον ὡς ἑξῆς. Ἀριθ. 75. Τὸ συμβούλιον τῶν ἐν Ζακύνθῳ πλημμελειοδικῶν. Συγκείμενον ἀπὸ τοὺς δικαστὰς Κωνϛ. Σημαντῆραν πρόεδρον, Σ. Α. Σωτηρακόπουλον καὶ Βασίλειον Χ. Παμπούκην. Συνελθὸν ἐν τῷ πρὸς διάσκεψιν αὐτοῦ δωματίῳ τὴν 13 Μαΐου 1868 παρόντων, τοῦ τε εἰσαγγελέως Γ. Μπένση, καὶ τοῦ γραμματέως Δημητρίου Ν. Δικτᾶ ἵνα βουλευθῇ καὶ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῆς ἑξῆς ποιν. ὑποθέσεως. Ὁ Δημήτριος Ι. Πατέλης κάτοικος Ζακύνθου διὰ μηνύσεώς του ἀπὸ 27 Φεβρουαρίου 1868 πρὸς τὸν ἐνταῦθα εἰσαγγελέα, κατήγγειλε τὸν Ἰωάννην Λισγαρᾶν δήμαρχον Ζακυνθίων καὶ Ἰωάννην Λεονταρίτην γραμματέα αὐτοῦ, ὅτι ἐν ᾧ, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, ἡ ἐτησία ἀναθεώρησις γίνεται ἀπὸ τὴν 1–15 Ἀπριλίου, καὶ δημοσιεύεται ὁ κατάλογος ἐντὸς τῆς ὑπὸ τῶν ἄρθρων 25 καὶ 11–21 τοῦ αὐτοῦ νόμου τεταγμένης προθεσμίας διὰ τοῦ τύπου, ἡ ἀναθεώρησις τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ ἔτους 1867 ἐγένετο κατὰ τὴν 7 Ἰουνίου π. ε. καὶ ἐδημοσιεύθη διὰ τοῦ τύπου ἐσχάτως ἄνευ ἡμερομηνίας, ἐπικυρωμένος παρὰ τοῦ δημάρχου χωρὶς νὰ περιλαμβάνῃ ἅπαντα τὰ εἰς τὸν ἐκλογικὸν προγενέστερον κατάλογον περιεχόμενα ὀνόματα· περιέχει δὲ ὁ κατάλογος οὗτος τοῦ 1867 ἕτερα ἐπιπρόσθετα ἄνευ τῆς τηρήσεως τῶν τοῦ νόμου διατυπώσεων, ἄλλα δὲ ἀλλοιωμένα καὶ παραμορφωμένα, ἄλλα δὲ καταδικασμένων ἐπὶ κακουργήματι καὶ μὴ ἐχόντων τὰ προσόντα τοῦ ἐκλογέως, ἀποβεβιωκότων καὶ ἀνυπάρκτων ἀνθρώπων, ὅτι ὁ δήμαρχος ἐξηφάνισε τὸν ἀρχικὸν ἐκλογικὸν κατάλογον, ὅτι ὁ αὐτὸς δήμαρχος ἐπικυρώσας κατάλογον μὴ ὑπάρχοντα, εἶναι ὑπαίτιος πλαστογραφίας, εἰς ἁπάσας δὲ τὰς πράξεις ταύτας συνήργησε καὶ ὁ γραμματεὺς αὐτοῦ Ἰ. Λεονταρίτης κλπ. Ἐπὶ τῆς καταγγελίας ταύτης διετάχθη καὶ ἐνηργήθη τακτικὴ ἀνάκρισις, τὴν ὁποίαν ὑποβαλὼν ὁ εἰσαγγελεὺς εἰς τὸ δικαστικὸν Συμβούλιον διὰ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 88 προτάσεώς του ἐξέθεσεν ὡς ἑξῆς. Ἐπειδὴ ἐκ τῆς ἐνηργηθείσης τακτικῆς ἀνακρίσεως συνάγονται τὰ ἑξῆς. Ἐν ἐλλείψει δημοτικῆς ἀρχῆς ἐν Ἑπτανήσῳ μετὰ τὴν ἕνωσιν τοῖς κατὰ τὸ ἄρθρον 8 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν Νόμου προκαταρκτικοῖς λόγοις συνέταξαν συνεπείᾳ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 160 τῆς 28 Νοεμβρίου 1864 ἐγκυκλίου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐν μὲν τοῖς χωρίοις οἱ προεστῶτες μετὰ τῶν ἐφημερίων, ἐν δὲ τῇ πόλει κατὰ τμήματα οἱ ἐπαρχιακοὶ σύμβουλοι μετὰ ἐφημερίων· ἐπὶ τῇ βάσει δὲ τῶν προκαταρκτικῶν τούτων καταλόγων, κατὰ τὸ κεφάλαιον 3 τῆς αὐτῆς ἐγκυκλίου, οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι συνετάχθησαν ὑπὸ τριῶν ἐπαρχιακῶν συμβούλων προσδιορισθέντων διὰ κληρώσεως, εἰς δὲ τὰ διαμερίσματα παρὰ τῶν προέδρων μετὰ τῶν μελῶν τῶν περιοχικῶν συμβούλων. Ἐν Ζακύνθῳ μεταξὺ τῶν ἐκλεχθέντων ἐπαρχιακῶν συμβούλων πρὸς καταρτισμὸν τοῦ καταλόγου ἐξελέχθη καὶ ὁ ἤδη δήμαρχος Ἰωάννης Λισγαρᾶς, ὅστις καὶ ἐκληρώθη κατόπιν μέλος τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων ἐπιτροπῆς, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τοῦ ὑπ’ ἀριθ. 904 τῆς 26 Ὀκτωβρίου 1865 ἐγγράφου τοῦ ἐπάρχου καὶ τῆς κάτωθι τούτου πράξεως τῆς 27 Σεπτεμβρίου 1864 τῆς ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ καταλόγου ἐπιτετραμμένης ἐπιτροπῆς. Ὁ κατάλογος οὗτος, καταρτισθεὶς κατὰ τ’ ἄλλα συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἐτυπώθη κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 174 τῆς 18 Ὀκτωβρίου 1864 ἐγκυκλίου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν ἐπιμελείᾳ τοῦ τότε ἐπάρχου κυρίου Νικολάου Καραμαλίκη τὸν Ἰανουάριον τοῦ ἔτους 1865, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 23 περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου διαρκοῦς τούτου καταλόγου ἐγένοντο αἵ τε ἐκλογαὶ τῶν βουλευτῶν τῆς Αʹ. Περιόδου καὶ αἱ δημοτικαί. Ὁ διαρκὴς οὗτος κατάλογος ὑπέστη δύο γενικὰς ἀναθεωρήσεις κατὰ τὸ ἄρθρον 23 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου παρὰ τῆς ἐκ τοῦ δημάρχου καὶ δύο μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου συγκειμένης ἐπιτροπῆς κατὰ τὰ ἔτη 1866 καὶ 1867· καὶ κατὰ μὲν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ ἔτους 1866, ὡς ἐμφαίνεται ἐκ τῶν ἐν τῇ δικογραφίᾳ συνημμένων πρακτικῶν, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη συνελθοῦσα τὴν 6 Ἰουνίου 1866 διέταξε τὴν διαγραφὴν 41 ἐκλογέων ὡς ἀποβιωσάντων, 6 ὡς μὴ ἀνηκόντων εἰς τὸν δῆμον Ζακύνθου, καὶ τὴν ἐγγραφὴν 487 ἐκλογέων προσκτησάντων τὰ προσόντα· κατὰ δὲ τὴν τοῦ ἔτους 1867 ἡ αὐτὴ ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα τὴν 7 Ἰουνίου 1867 διέταξε τὴν διαγραφὴν 67 ἐκλογέων ἀποβιωσάντων, καὶ τὴν ἐγγραφὴν 65 προσκτησάντων τὰ τοῦ νόμου προσόντα· κατὰ τῶν ἐγγραφῶν δὲ καὶ διαγραφῶν τούτων καὶ κατὰ τοῦ λοιποῦ καταλόγου καὶ κατὰ τὰ δύο εἰρημένα ἔτη 1865 καὶ 1867 οὐδεμία ἐγένετο ἔνστασις κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὥστε ὁ κατὰ τὸ ἔτος 1867 ἐκλογικὸς κατάλογος, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένοντο αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαὶ, ἔπρεπε νὰ περιέχῃ τοὺς ἐκλογεῖς τοῦ ἀρχικοῦ διαρκοῦς καταλόγου μὲ τὰς μεταβολὰς, ἃς ἐπέφερον αἱ εἰρημέναι δύο ἀναθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ τῶν ἐτῶν 1866 καὶ 1867· ἐν τούτοις ἀκριβοῦς γενομένης παραβολῆς καὶ ἐξελέγξεως τοῦ ἀρχικοῦ καταλόγου καὶ τοῦ κατὰ τὸ ἔτος 1867 τυπωθέντος καὶ τῶν μεταβολῶν, ἃς αἱ δύο ἀναθεωρητικαὶ ἐπιτροπαὶ τῶν ἐτῶν 1866 καὶ 1867 ἐπέφερον, προκύπτει 1) ὅτι ὁ κατηγορούμενος δήμαρχος Ι. Λισγαρᾶς εἴς τινα χειρογραφικὸν ἐκλογικὸν κατάλογον, ὃν συνέταξε μετὰ τὴν ἐκλογήν του ὡς δημάρχου κατὰ τὴν 14 Ἰουνίου 1866, ἐπὶ τῇ βάσει ἐντύπου τινὸς καταλόγου, ὃν ἀνεῦρεν, ὡς ἰσχυρίζεται, καὶ ὅστις εἶναι ὁ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθεὶς ὡς προεξετέθη, ἀρχικὸς καὶ διαρκὴς κατάλογος τοῦ πρωτοτύπου, μονογεγραμμένου μὴ ὑπάρχοντος ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ δημαρχείου, ἐνέγραψεν αὐτογνωμόνως καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῶν δύο δημοτικῶν συμβούλων, ὡς ἐπιτάσσει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, 95 ἐκλογεῖς κατὰ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐγένετο ἔνστασις ἐν καιρῷ καὶ οὓς ἐνέγραψε καὶ εἰς τὸν ἔντυπον ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ 1867· 2.) ἐκ τῶν τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἔτους 1866 διαγραφέντων ὡς ἀποβιωσάντων 41 ἐκλογέων, καὶ οἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὰς πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης συνημμένας ἐν τῇ δικογραφίᾳ, παρέλειψε νὰ διαγράψῃ δώδεκα ἀποβιώσαντας, οἵτινες καὶ ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν ἔντυπον κατάλογον τοῦ ἔτους 1867· 3) ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἔτους 1866 ἐγγραφέντων ὡς προσκτησάντων τὰ δικαιώματα 487 ἐκλογέων παρέλειψε νὰ ἐγράψῃ εἰς τὸν ἔντυπον ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ ἔτους 1867 ἐκλογεῖς τεσσαράκοντα δύο ἀριθ. 42. Ἐπειδὴ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κατηγορουμένου ὅτι οἱ 95 παρ’ αὐτοῦ προστεθέντες ἐκλογεῖς ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ ἔτους 1867 ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν ὡς εἴρηται χειρόγραφον κατάλογον τῆς 14 Ἰουνίου 1866, συνταχθέντα παρ’ αὐτοῦ μετὰ τὴν ἐκλογήν του ὡς δημάρχου, καὶ ὃν κατήρτισεν, ὡς ἰσχυρίζεται, ἐπὶ τῇ βάσει ἐντύπου καταλόγου, ὃν εὗρε λαβὼν τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν ἐκ διαφόρων πληροφοριῶν, ἃς ἔλαβε μόνος ἀπὸ διαφόρους, δὲν ὠφελεῖ αὐτὸν, διότι ὑπάρχοντος ἀρχικοῦ διαρκοῦς καταλόγου, τὸ ἄρθρον 24 καὶ ἑπόμενα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου διαγράφουσι τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ, ἥτις γίνεται παρὰ τοῦ δημάρχου καὶ δύο μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, οὐδαμοῦ δὲ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀνευρίσκει τις διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τὴν ἐγγραφὴν ἐκλογέων παρὰ μόνον τοῦ δημάρχου. Ἐπειδὴ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κατηγορουμένου δημάρχου, ὅτι ἕνεκα παραδρομῆς τοῦ γραμματέως δὲν διεγράφησαν, κατὰ τὴν πρᾶξιν τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἔτους 1865, οἱ 12, ὡς εἴρηται, ἀποβιώσαντες, οὐδεμίαν ἔχει βασιμότητα λαμβανομένου ὑπ’ ὄψιν τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο διαγραφέντων 47 μόνον ἐκλογέων, κατὰ τὴν διαγραφὴν τῶν ὁποίων ἦτο δυνατὸν νὰ καταβληθῇ ἡ δέουσα προσοχή. Ἐπειδὴ διὰ τοῦ ἐν τῇ ἀνωτέρᾳ σκέψει λόγου ἀβάσιμος ὅλως ἀποβαίνει καὶ ἡ ἐκ μέρους τοῦ γραμματέως παραδρομὴ, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ δήμαρχος, πρὸς ἐγγραφὴν τῶν 41 ἐκλογέων κατὰ τὴν πρᾶξιν τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἔτους 1866, ἀφ’ οὗ 487 μόνοι ἦσαν οἱ κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο προστεθέντες. Ἐπειδὴ διὰ τὰς ὡς εἴρηται παραλείψεις καὶ ἐγγραφὰς οὐδεμίαν ἔχει ἐφαρμογὴν τὸ ἄρθρον 65 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, διότι κατὰ τοῦτο τιμωρεῖται ὁ δήμαρχος ἐὰν τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 41 διόρθωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου παραλείψῃ νὰ ἐγγράψῃ ἢ διαγράψῃ ἐκλογεῖς ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ πρωτοδικείου· ἀποφάσεις δ’ ἐκδίδει μόνον ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 16 τοῦ βουλευτικοῦ νόμου ἐπὶ τῶν ἐνστάσεων πενταμελὴς ἐπιτροπὴ καὶ οὐχὶ ἡ ἀναθεωρητική· ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου μὴ ὑπαρχούσης οὐδεμιᾶς ἐνστάσεως, δὲν ἐξεδόθησαν παρὰ τῆς πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Πρωτοδικείου κατὰ τὰ ἔτη 1866 καὶ 1867 ἀποφάσεις, ὥστε νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον τοῦτο κατὰ τοῦ δημάρχου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν προέβαινεν εἰς τὴν κατὰ τὰς ἀποφάσεις ταύτας διόρθωσιν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου. Ἐπειδὴ ὡς ἐκ τῶν ἐκτεθέντων ἀρκοῦσαι συνάγονται ἐνδείξεις πρὸς ὑποστήριξιν δημοσίας κατ’ αὐτοῦ κατηγορίας ἐπ’ ἀκροατηρίου. Ἐπειδὴ ἡ προκειμένη πρᾶξις προβλεπομένη εἰδικῶς ὑπὸ τοῦ βουλευτικοῦ νόμου, ὑπάγεται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 66 § 3 τοῦ ἰδίου νόμου. Ἐπειδὴ ὁ συγκατηγορούμενος γραμματεὺς Ἰωάννης Λεονταρίδης οὐδεμίαν φέρει κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον διὰ τὰς τοιαύτας πράξεις εὐθύνην. Διὰ ταῦτα ἐπρότεινε νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ ἀκροατήριον τῶν ἐνταῦθα πλημμελειοδικῶν ὁ Ἰωάννης Λισγαρᾶς δήμαρχος Ζακύνθου ἵνα δικασθῇ κατὰ νόμον ὡς ὑπαίτιος, 1) ὅτι κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, καθ’ ὃ ἡ ἐγγραφὴ ἢ ἡ διαγραφὴ ἐκλογέων ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ γίνεται παρ’ ἐπιτροπῆς συγκειμένης παρὰ τοῦ δημάρχου καὶ δύο μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, αὐτογνωμόνως προσέθηκεν ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ ἔτους 1867 τοὺς ἑξῆς ἐκλογεῖς Ἀκτύπην Παναγιώτην πτ. Ἀθανασίου, Ἀμὸρ Μόῤῥην πτ. Εὐσταθίου καὶ λοιποὺς τὸ ὅλον 95 ἐν τῷ διατακτικῷ τοῦ παρόντος βουλεύματος ἀναφερομένους, 2) ἐν ᾧ ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀναθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ διὰ πράξεως αὑτῆς τῆς 6 Ἰουνίου 1866 διέταξε τὴν ἐγγραφὴν 487 ἐκλογέων ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ, οὗτος παρέλειψεν ἐξ αὐτῶν νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ ἔτους 1867 τὰ ἐν τῷ διατακτικῷ τοῦ παρόντος βουλεύματος 35 πρόσωπα Λέκαν Βασίλειον πτ. Παναγιώτου καὶ λοιπούς, καὶ 3) ἐν ᾧ διὰ πράξεώς της τῇ 6 Ἰουλίου 1866 ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ βουλευτικοῦ νόμου διέταξε τὴν διαγραφὴν ἐκ τοῦ καταλόγου 41 ἀποβιωσάντων, παρέλειψε νὰ διαγράψῃ ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοὺς ἐν τῷ διατακτικῷ ἀναφερομένους δώδεκα ἀποβιώσαντας, ἤτοι ἐπὶ παραβάσει τοῦ ἄρθρου 66 § 3 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, ν’ ἀποφανθῇ δὲ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ τοῦ Ἰωάννου Λεονταρίτη. Ἀκοῦσαν τὴν προφορικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ εἰσαγγελέως. Διεξελθὸν ἀπόντος αὐτοῦ τὴν δικογραφίαν. Σκεφθὲν κατὰ τὸν νόμον. Ἐπειδὴ οἱ παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως ἐν τῇ ὑπ’ ἀριθ. 88 ε. ε. προτάσει του ἀναφερόμενοι λόγοι εἰσὶν ὀρθοὶ καὶ νόμιμοι, ὡς στηριζόμενοι εἰς τὸ ἐξαγόμενον τῶν ἀνακρίσεων καὶ εἰς τὸν νόμον. Ἐπειδὴ αἱ πράξεις τοῦ κατηγορουμένου Ἰωάννου Λισγαρᾶ προβλέπονται καὶ τιμωροῦνται ἀπὸ τὸ ἄρθρον 66 § 3 τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν νόμου ὁρίζον. Ἄρθρον 66 § 3. Πᾶσα δὲ ἄλλη παράβασις τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ὡρισμένων, ἐὰν δὲν προβλέπηται εἰδικῶς ὑπ’ αὐτοῦ, ἢ δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν ποινὴν 50–200 δραχμῶν, ἢ μὲ φυλάκισιν μέχρι τριῶν μηνῶν. Διὰ ταῦτα. Ἰδὸν καὶ τὸ ἄρθρον 251 § 4 καὶ 1 τῆς ποιν. δικονομίας. Παραπέμπει εἰς τὸ ἀκροατήριον τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνταῦθα πλημμελειοδικῶν τὸν Ἰωάννην Λισγαρᾶν, γεννηθέντα καὶ κατοικοῦντα εἰς Ζάκυνθον, ἐτῶν 63, δήμαρχον καὶ χριστιανὸν ἵνα δικασθῇ ὡς ὑπαίτιος τοῦ ὅτι 1) κατὰ παράβασιν τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου, καθ’ ὃ ἡ ἐγγραφὴ ἢ διαγραφὴ ἐκλογέων ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ γίνεται παρ’ ἐπιτροπῆς συγκειμένης παρὰ τοῦ δημάρχου καὶ δύο μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, αὐτογνωμόνως προσέθηκεν εἰς τοὺς καταλόγους τοῦ 1866 καὶ 1867 τοὺς ἑξῆς ἐκλογεῖς. (Παραλείπονται τὰ ὀνόματα 95 ἐκλογέων.) 2) Ἐν ᾧ κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀναθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ διὰ πράξεως αὑτῆς τῆς 6 Ἰουλίου 1866 διέταξε τὴν ἐγγραφὴν 487 ἐκλογέων ἐν τῷ ἐκλογικῷ καταλόγῳ, οὗτος παρέλειψεν ἐξ αὐτῶν νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ ἔτους 1867 τοὺς ἑξῆς. (παραλείπονται τὰ ὀνόματα 35 ἐκλογέων.) 3) Ἐν ᾧ διὰ πράξεως τῆς 6 Ἰουλίου 1866 ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ κατὰ τὸ ἄρθρον 24 τοῦ βουλευτικοῦ νόμου διέταξε τὴν διαγραφὴν ἐκ τοῦ καταλόγου 41 ἀποβιωσάντων, παρέλειψε νὰ διαγράψῃ ἐκ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοὺς ἑξῆς ἀποβιώσαντας. (παραλείπονται τὰ ὀνόματα 12 ἀποβιωσάντων ἐκλογέων) Ἀποφαίνεται ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ τοῦ Ἰωάννου Λεονταρίτη ἐπὶ ταῖς ἐκτεθείσαις πράξεσιν. Ἀνατίθησι τὴν ἐκτέλεσιν εἰς τὸν εἰσαγγελέα. Ἀπεφασίσθη καὶ ἐγένετο ἐν Ζακύνθῳ τῇ 13 Μαΐου 1868 καὶ ἐξεδόθη τὴν 17 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς καὶ ἔτους.
Ὁ πρόεδρος
Κ. ΣΗΜΑΝΤΗΡΑΣ.
Σ. Α. ΣΩΤΗΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ.
Β. Χ. ΠΑΜΠΟΥΚΗΣ.
Ὁ γραμματεὺς Δ. Ν. Δικτᾶς.
§43ΣΑΡΑΒΑΣ. Δύω λέξεις θὰ προσθέσω ἀκόμη, κύριοι, ἐκ τοῦ ἀναγνωσθέντος βουλεύματος· ἀκούσατε, καθὼς καὶ πρότερον εἶπον, ὅτι ὁ δήμαρχος εἶχε καταγγελθῆ συνάμα ἐπὶ ὑπεξαιρέσει τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, ὁ δὲ εἰσαγγελεὺς ἐπὶ τῇ βάσει τῆς καταγγελίας αὐτῆς, ἀφοῦ ἐνήργησε ἔρευναν εἰς τὸ δημαρχεῖον καὶ εὗρεν ὅτι ὑπῆρχον οἱ κατάλογοι, περὶ ὧν ἡ καταγγελία, οὔτε κατηγορίαν κἂν ἀπήγγειλε κατὰ τοῦ δημάρχου, ἀλλὰ περιωρίσθη νὰ ἀντιπαραβάλῃ τοὺς καταλόγους τούτους, καὶ τὰς πράξεις τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν πρὸς τὸν τυπωθέντα κατάλογον καὶ νὰ εὕρῃ τὰς διαφορὰς ἐκείνας, περὶ ὧν κάμνει λόγον τὸ βούλευμα καὶ αἵτινες ὁμολογουμένως εἶναι μία παράβασις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, δι’ ἣν καὶ παρεπέμφθη νὰ δικασθῇ, ὥστε ἔτι μᾶλλον ὑποστηρίζεται ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ἀπ’ ἀρχῆς ἐξέφρασα, καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ βουλεύματος ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ κατάλογοι οἱ ὁριστικοὶ, περὶ ὧν τόσος λόγος καὶ πάταγος ἐγένετο ὅτι ὑπεξῃρέθησαν, εὑρίσκοντο εἰς τὸ δημαρχεῖον καὶ ὁ εἰσαγγελεὺς τοὺς κατεῖχε.
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ τῶν ἄλλων δήμων δὲν μᾶς λέγετε τίποτε;
§45ΣΑΡΑΒΑΣ. Περὶ αὐτῶν δὲν γίνεται λόγος.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ λέγεται ὅτι καὶ περὶ τῶν ἄλλων δήμων αἱ αὐταὶ κατηγορίαι ὑπάρχουν.
§47ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἠμπορεῖ νὰ λέγονται· ἀλλ’ ἂν παρουσιασθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ ζητήσωμεν νὰ μᾶς φέρετε τὰς ἀποδείξεις.
§48ΔΑΓΡΕΣ. Πότε ἐγένετο ἡ κατάσχεσις;
§49ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διαρκούσης τῆς ἐκλογῆς ἐγένετο ἡ κατάσχεσις, πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία.
§50ΣΑΡΑΒΑΣ. Μίαν ἔτι παρατήρησιν ἔχω, κύριοι, καὶ τελειόνω· ὅπως ὑποστηριχθῇ ἔτι μᾶλλον ὅτι ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος εἶναι ἐξωγκωμένος κατὰ τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφόρων ἀνεφέρθη τὸ παράδειγμα τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς τοῦ 1865, καθ’ ἣν ἐψηφοφόρησαν, λέγει ἡ ἐπιτροπὴ, 5,000 μόνον· τοῦτο ὑποστηρίζει ἔτι μᾶλλον τὸ συμπέρασμά της, ὅτι ὁ κατάλογος δὲν δύναται νὰ περιέχῃ πραγματικοὺς ψηφοφόρους, εἰμὴ τὸν ἀριθμὸν ὅστις ἀναφέρεται ἐν τῇ ἐκθέσει της. Ἐλησμόνησεν ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ ν’ ἀναφέρῃ, ἀλλ’ οὐχὶ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ βουλευτικὴ ἐκλογὴ τοῦ 1865 ἐγένετο ἄνευ ἀνταγωνιζομένης μερίδος· καὶ ἀπορῶ μάλιστα πῶς ἐψηφοφόρησαν τόσοι. Ἀλλ’ ἴσως δὲν ἠθέλησεν ν’ ἀκολουθήσῃ τὸ παράδειγμα τοῦ δήμου Παλαίων, καλλίτερα ὅμως, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἤθελε πράξει τις, ἂν ἤθελε νὰ συγκρίνῃ τὰ προηγούμενα ἀποτέλεσμα, νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφορησάντων κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, ὅταν ἔγινεν ἐπίσης ζωηρὸς ὁ ἐκλογικὸς συναγωνισμός. Κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς ἐψηφοφόρησαν ὑπὲρ τὰς 10,000· τοῦτο ἐπαναλαμβάνω ὤφειλε νὰ τὸ ὑποβάλῃ ὑπ’ ὄψιν μας ἡ ἐπιτροπή, ἐὰν ἤθελε ν’ ἀρυσθῇ συμπέρασμα περὶ ὀρθότητος τοῦ καταλόγου ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφορησάντων κατὰ τὰς προηγουμένας ἐκλογάς. Ἂς σεβασθῶμεν, κύριοι, τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, ὅταν ἐξεφράσθη εἰς τρόπον μηδεμίαν ἀφίνοντα ἀμφιβολίαν, ὅτι αὐτὴ εἶναι καὶ ἔσται ἡ σταθερὰ καὶ ἀμετάβλητος θέλησίς του.
§51ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Παράδοξος εἶναι τῳόντι, κύριοι βουλευταὶ, ἡ τακτικὴ, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ ἡ μειοψηφία τῆς Βουλῆς εἰς τὰς συζητήσεις τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν· δὲν περιορίζεται αὕτη ν’ ἀποδείξῃ τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τῶν ἐκλογῶν, δὲν περιορίζεται ν’ ἀποδείξῃ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐκ πλάνης φέρει προτάσεις ἐπικυρωτικὰς ἢ ἀκυρωτικὰς μιᾶς ἐκλογῆς, ἀλλὰ προβαίνει πάντοτε μέχρις αἰτιάσεων· αἰτιᾶται δὲ τὴν ἐπιτροπὴν ὅτι αἱ προτάσεις αὐτῆς εἶναι ἀπόῤῥοιαι φατριασμοῦ καὶ κακῆς πίστεως.
§52ΣΑΡΑΒΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ἐλέχθη αὐτό.
§53ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν ἀναφέρομαι, κ. Σαράβα, μόνον εἰς ὑμᾶς. Σήμερον εἴπατε ὅτι ἐκ κακῆς πίστεως ἐγένετο ἡ πρότασις περὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύθου.
§54ΣΑΡΑΒΑΣ. Οὔτε αὐτό.
§55ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Μάλιστα τὸ εἴπατε, διότι ἂν ὑπάρχῃ κακὴ πίστις εἰς τὰς σκέψεις, ἕπεται, ὅτι ὑπάρχει κακὴ πίστις ἐπίσης καὶ εἰς τὸ συμπέρασμα. Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, ἀπόῤῥοια μεγάλης πλειοψηφίας τῆς Βουλῆς, κατὰ τὰς ἐργασίας αὑτῆς ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς δικαίας τῆς ὅλης Βουλῆς ἀπαιτήσεις, αἵτιναις εἰς δύω συνοψίζονται λέξεις, νομιμότης καὶ δικαιοσύνη. Ὑπὸ τοιούτων ἀρχῶν ὁρμωμένη ἐπιθυμίαν εἶχε, κκ. βουλευταὶ, νὰ φέρῃ ἐνώπιόν σας ὅσας τὸ δυνατὸν περισσοτέρας ἀκυρωτικὰς προτάσεις, ὤφειλεν ὅμως νὰ προσέξῃ μήπως ἀπὸ τοῦ ἑνὸς πέσῃ εἰς τὸ ἄλλο ἄκρον. Ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα εἰς τὰς ἐφημερίδας τῆς ἀντιπολιτεύσεως, εἰς τὰ φυλλάδια τὰ δημοσιευθέντα περὶ τῶν γενομένων ἐκλογῶν, θέλετε νομίσει καὶ ἐκ πρώτης ὄψεως πιστεύσει ὅτι παντοῦ ἔλαβον χώραν παρανομίαι, παντοῦ βία, παντοῦ καλπονοθεύσεις· ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, ἀπὸ τὰς κενὰς λέξεις τῶν ἐφημερίδων τῶν φυλλαδίων καὶ τῶν περισσοτέρων τῶν ἐνστάσεων, ἠθέλατε καὶ σεῖς ἔλθῃ εἰς τὴν βάσανον τῶν γεγονότων καὶ τῶν περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα προκύπτουν εἰς ἑκάστην ἐκλογὴν, ἠθέλατε πεισθῇ, καθὼς οἱ πλείονες ἐπείσθητε, ὡς ἐπείσθη ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι οὐχὶ παντοῦ ἔλαβον χώραν παρανομίαι, βία καὶ καλπονοθεύσεις. Ἰδοὺ ὁ λόγος, κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἐφέραμεν ἐνώπιόν σας, ὡς ἦτον ἡ ἐπιθυμία μας, περισσοτέρας ἀκυρωτικὰς προτάσεις. Ἐκ τῶν ἀκυρωτικῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, αἱ πλεῖσται, κύριοι, προσβάλλουσι πολιτικούς μας φίλους. Προὐτείναμεν, καὶ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς δύω ὑπουργῶν καὶ τοῦ προσωρινοῦ ἡμῶν προέδρου, ὅπερ ἀποδεικνύει ὄχι μόνον τὴν ἀμεροληψίαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ὅτι οὐδέποτε εἰς τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἐργασίας αὐτῆς εἰσεχώρησε κυβερνητικὸς δάκτυλος, καθὼς λίαν κακοπίστως ἀνέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρό τινων ἡμερῶν ὁ νῦν ὑποψήφιος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Σύρου κ. Χρηστίδης. Ὁ ἡμέτερος βουλευτικὸς νόμος καθιέρωσεν ἀρχάς τινας, κύριοι βουλευταὶ, αἵτινες ἀφορῶσι τὸν καταρτισμὸν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων· αἱ ἀρχαὶ αὗται δὲν εἶναι νέαι· τὰς ἠρύσθησαν οἱ συντάκται αὐτοῦ παρ’ ἄλλων νομοθεσιῶν· αἱ ἀρχαὶ αὗται εἶναι πρὸ πάντων ἡ τῆς ὁριστικότητος καὶ τοῦ διαρκοῦς τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου, ἀκολούθως ἡ εἰς ὡρισμένον χρόνον ἀναθεώρησις καὶ σύστασις αὐτοῦ. Ἡ ἀρχὴ, κύριοι, τῆς ὁριστικότητος καὶ τοῦ διαρκοῦς τοῦ καταλόγου, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ὁ νομοθέτης λαβὼν αὐτὴν, ὡς εἶπον, παρ’ ἄλλων νομοθεσιῶν, καθιερώθη καὶ ὑπὸ τῆς ἐπιστήμης· ἡ παράλειψις τῆς ἀρχῆς ταύτης, κύριοι, ἡ ὁποία περιεφρουρήθη ὑπὸ διαφόρων τύπων τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ νόμος ἀναφέρει, καθιστᾷ ἀκύρους τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους καὶ ἡ ἐκλογὴ, ἥτις γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἀκύρων ἐκλογικῶν καταλόγων, εἶναι ἄκυρος· αὐτὴ εἶναι ἡ θεωρία· ἡ θεωρία αὕτη δὲν εἶναι νέα, διότι δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ φέρω νέας θεωρίας, ἀλλὰ θεωρία, τὴν ὁποίαν παρεδέχθησαν οἱ μᾶλλον διακεκριμένοι νομομαθεῖς τοῦ αἰῶνός μας. Τὴν θεωρίαν ταύτην ἠκολούθησε, κύριοι, καὶ ἡ πρακτικὴ τῶν εὐρωπαϊκῶν κοινοβουλίων, καὶ νομίζω ὅτι δὲν θέλουσι τὴν ἀποκαλέσει παράδοξον, καθότι ἀγνοῶ κατὰ πόσον ἐπλούτισαν τὴν ἐπιστήμην τοῦ δικαίου τὰ μέλη τῆς μειοψηφίας, καὶ ἰδίως ὁ κ. Σαράβας, διὰ νὰ ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκαλῶσι παραδόξους, ὡς ἔπραξαν πρό τινων ἡμερῶν, τὰς θεωρίας τὰς ὁποίας παρεδέχθησαν οἱ δοκιμώτεροι ἐκ τῶν νομολόγων τοῦ αἰῶνός μας. Ἂς ἴδωμεν τώρα ἂν αἱ ἀρχαὶ αὗται ὑπάρχωσιν, ἂν ἀπαντῶμεν αὐτὰς εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὁποίων ὁ ἐκλογεὺς, καθὸ μέλος τοῦ κυριαρχικοῦ σώματος, ἠθέλησε νὰ ἐξασκήσῃ δι’ ἀντιπροσωπεύσεως τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ὀλίγας ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐτυπώθησαν ἐν Ζακύνθῳ διάφορα φυλλάδια, καὶ εἶχον τὸ δικαίωμα ἐν τῇ ἐκθέσει νὰ ἀποκαλέσω φυλλάδια ἔντυπα τὰ ὁποῖα δὲν φέρουσι καμμίαν ὑπογραφὴν, οὔτε ἡμερομηνίαν· ἰδοὺ αὐτά. «Κατάλογος τοῦ πρώτου δήμου τῆς πόλεως καὶ τῶν προαστείων Ζακύνθου». Ὁ κατάλογος οὗτος περιέχει ἓξ χιλιάδας ὡς ἔγγιστα ἐκλογεῖς· ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ καταλόγου τούτου ἔγινεν ἡ ἐκλογὴ ἐν ἐκείνῳ τῷ δήμῳ. Ὁ κατάλογος οὗτος δὲν ἔχει οὔτε ὑπογραφὴν, οὔτε ἡμερομηνίαν. Τὸ αὐτὸ ῥητέον καὶ περὶ ἑτέρων καταλόγων τῶν μεγαλειτέρων δήμων τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου. Ἰδοὺ ὁ λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν ἀπεκαλέσαμεν ἐκλογικοὺς καταλόγους, ἀλλὰ ἁπλᾶ ἔντυπα φυλλάδια τοὺς σήμερον θεωρουμένους ὡς νομίμους ἐκλογικοὺς καταλόγους, παρὰ τοῦ προλαλήσαντος βουλευτοῦ Οἰτύλου κ. Σαράβα. Καὶ, ναὶ μὲν, κύριοι, φαίνεται ἐξ ἑνὸς συμβολαίου, ὅπερ σᾶς ἀνέγνωσαν, ὅτι ὁ νομάρχης Ζακύνθου συνεφώνησε μέ τινα τυπογράφον νὰ τυπώσῃ διαφόρους καταλόγους, ἀλλ’ ἀγνοῶ, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ ὑπογραφὴ καὶ ἡμερομηνία, ἐὰν ᾖναι πραγματικῶς οὗτοι οἱ κατάλογοι, τοὺς ὁποίους ὁ νομάρχης ἔδωσε νὰ τυπώσωσι. Ναὶ μὲν, κύριοι, ὑπάρχει τὸ συμβόλαιον τοῦτο, ἀλλὰ μεταγενέστερα γεγονότα καὶ ἔγγραφα αὐτῆς τῆς νομαρχίας ἀποδεικνύουσιν ὅτι ἐν Ζακύνθῳ δὲν ὑπάρχει ὁριστικὸς καὶ διαρκὴς κατάλογος, δὲν δύναται ἑπομένως νὰ ἀναπληρώσῃ τὴν ἔλλειψιν τὸ συμβόλαιον ἐκεῖνο.
§56ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Παρακαλῶ.
§57ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ὁρίσατε, τί θέλετε νὰ μὲ εἴπητε.
§58ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Αὐτὰ τὰ 10 φυλλάδια, τὰ ὁποῖα λέγετε, νομίζω, ὅτι ὁ κ. νομάρχης τὰ διεύθυνεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν (θόρυβος).
§59ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅποιος θέλει νὰ ἀπαντήσῃ ἂς ζητήσῃ τὸν λόγον.
§61ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τὸ συμβόλαιον ἐκεῖνο, κύριοι, δὲν δύναται νὰ ἀναπληρώσῃ μίαν ἔλλειψιν, ἥτις εἶναι προφανὴς, καὶ ἥτις, καθ’ ἃ ἔλεγον προηγουμένως, ὄχι μόνον κατὰ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἡ ἐπιστήμη καθιέρωσεν, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν πρακτικὴν τῶν εὐρωπαϊκῶν κοινοβουλίων, ἀποτελεῖ ἀκύρους τοὺς καταλόγους, καὶ ἑπομένως ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ τῇ βάσει τῶν καταλόγων τούτων. Εὐθὺς ἅμα διενεμήθησαν οἱ κατάλογοι οὗτοι, αὐτὰ τὰ ἔντυπα φυλλάδια, μεγίστη ἠγέρθη ἀγανάκτησις καθ’ ὅλην τὴν ἐπαρχίαν· τοῦτο, κύριοι, ὁμολογεῖ αὐτὸς ὁ νομάρχης διὰ τοῦ ὑπὸ χρονολογία 28 Φεβρουαρίου ἐγγράφου του πρὸς τὸ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον (ἀνεγνώσθη τὸ ἔγγραφον). Εὐθὺς ἅμα ἐδημοσιεύθησαν τὰ φυλλάδια ταῦτα ὄχι μόνον γενικὴ ἠγέρθη, ὡς εἶπον, ἀγανάκτησις, ἀλλὰ καὶ ἔγγραφοι ἀναφοραὶ συνετάχθησαν πολλῶν κατοίκων διαφόρων τῆς ἐπαρχίας δήμων πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, διὰ τῶν ὁποίων ἐζήτουν τὴν ἀναβολὴν τῆς ψηφοφορίας, μέχρις οὗ καταρτισθῶσιν ὁριστικοὶ κατάλογοι σύμφωνα πρὸς τὸν νόμον, διότι τὰ δημοσιευθέντα φυλλάδια δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ὁριστικοὶ κατάλογοι, διότι περιέχουν ταῦτα ὀνόματα ἀνηλίκων, περιέχουν ὀνόματα ἀνυπάρκτων, περιέχουν ὀνόματα ἀποβιωσάντων, περιέχουν ὀνόματα μὴ ἔχοντα τὰ τοῦ ἐκλογέως δικαίωμα, πρὸς δὲ παρελείφθησαν ἐν αὐτοῖς πλεῖστα ὅσα ὀνόματα γνωστῶν πολιτῶν, οἵτινες πολλάκις ἐξήσκησαν τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα. Ἐπὶ τῶν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον ἐγγράφων τούτων, διὰ τῶν ὁποίων ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τῆς ἐκλογῆς, ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν· καὶ ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν, καθότι δὲν εἶναι ἐνστάσεις ἀποτυχόντων, οἵτινες ἔρχονται ἐνώπιόν σας καὶ ζητοῦν τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ἐπ’ ἐλπίδι νὰ διορθώσωσι τὰ λάθη, εἰς τὰ ὁποῖα περιπεσόντες πρότερον δὲν ἐπέτυχον, δὲν εἶναι αἱ κεναὶ ἐκεῖναι λέξεις αἱ περιεχόμεναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον εἰς τὰς ἐνστάσεις τῶν ἀποτυχόντων, εἶναι διαμαρτυρήσεις πλείστων πολιτῶν, εἶναι διαμαρτυρήσεις γενόμεναι ἐν ἀθώῳ χρόνῳ πρὶν τῆς ἐκλογῆς. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι ἂν δὲν ἐγνώριζον ὅτι οἱ κατάλογοι αὐτοὶ δὲν ἦσαν ὁριστικοὶ καὶ νόμιμοι, ἂν δὲν ἐγνώριζον ὅτι παρελείφθησαν οἱ ἔχοντες τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν καὶ προσετέθησαν οἱ μὴ ἔχοντες αὐτό, δὲν ἤθελον ζητήσει τὴν ἀναβολὴν καὶ τὸν καταρτισμὸν νέων καταλόγων. Μετὰ τὰς ἀναφορὰς ταύτας εἰς τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον ἀπήντησεν ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐκλογήν, ἀλλ’ ὅτι οἱ ἐνδιαφερόμενοι δύνανται νὰ φέρωσιν ἐγκαίρως τὰς ἐνστάσεις των κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, μετὰ τὰς ἀναφορὰς ταύτας ἐζητήθη παρὰ τοῦ νομάρχου, κύριοι, ὁ ὁριστικὸς κατάλογος, διότι ὁ ὁριστικὸς κατάλογος δὲν εὑρέθη ἐν τῇ νομαρχίᾳ. Ὅπως καταστῇ, κύριοι, ὁριστικὸς ὁ κατάλογος καὶ ἑπομένως διαρκὴς, ὁ νόμος ἀπαιτεῖ διατυπώσεις· πρόκειται δὲ περὶ τοῦ πρώτου συνταχθέντος καταλόγου μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νέου βουλευτικοῦ ὑμῶν νόμου, μετὰ τὴν ἐκπλήρωσιν, κύριοι, ὅλων τῶν διατυπώσεων τούτων ὁ κατάλογος οὗτος ἀντιγράφεται εἰς τριπλοῦν καὶ μονογραφεῖται παρὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς· ἓν ἀντίτυπον ἔπρεπε νὰ μένῃ εἰς τὸ γραφεῖον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἕτερον εἰς τὴν νομαρχίαν καὶ τρίτον ἐπέμπετο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν. Ὁ νομάρχης, κύριοι, δὲν εὗρεν εἰς τὸ γραφεῖον τὸν ὁριστικὸν κατάλογον τὸν μονογραφημένον ὅπως παραβάλῃ τοῦτον μὲ τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐνώπιόν του ἐκλογικοὺς καταλόγους διὰ νὰ ἴδῃ ἂν ᾖναι γνήσιοι ἢ νόθοι οἱ κατάλογοι οὗτοι· ἀπετάθη πρὸς τὸν δήμαρχον Ζακύνθου, καὶ ὁ δήμαρχος Ζακύνθου, ὡς εἶπον, ἀπήντησεν ὅτι δὲν ὑπάρχει, ὅτι ἐῤῥίφθη εἰς τὰ ἄχρηστα χαρτία. Οὐδὲ ἔχομεν σήμερον ἐνώπιόν μας τὸν κατάλογον αὐτὸν ὅστις εἶναι ὁριστικὸς καὶ διαρκὴς συμφώνως πρὸς τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Εἶχον ἀρκετὸν χρόνον οἱ ἐνδιαφερόμενοι νὰ τὸν εὕρωσιν, εἶχον τοὺς δημάρχους φίλους των καὶ ὤφειλον νὰ τὸν ζητήσουν καὶ νὰ τὸν φέρωσιν ἐνώπιόν μας· ἀλλ’ ἐνώπιόν μας δὲν ἔχομεν, ὡς εἶπον, τοὺς καταλόγους τούτους τοὺς ὁριστικοὺς καὶ διαρκεῖς διὰ νὰ τοὺς παραβάλωμεν καὶ ἴδωμεν ἂν ᾖναι νόθοι ἢ νόμιμοι οἱ σημερινοί. Καὶ ναὶ μὲν, κύριε Σαράβα, δὲν ἀπαιτεῖται ἡ μονογράφησις καθ’ ἕκαστον ἔτος, ἀλλ’ ἡ μονογράφησις ἀπαιτεῖται εἰς τὸν ὁριστικὸν καὶ διαρκῆ κατάλογον, καὶ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὰ γραφεῖα, καὶ ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ πιστεύω ὅτι ὑπεξῃρέθη. Καθ’ ἕκαστον ἔτος γίνεται ἡ ἀναθεώρησις τοῦ καταλόγου. Ὁ κατάλογος ὅστις ἀναθεωρεῖται, κατὰ τὰς διατυπώσεις τοῦ νόμου, τυπόνεται, δημοσιεύεται· ὁ κατάλογος ὅμως οὗτος δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ, οὕτω, θέλω τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς· ὁ κατάλογος ἐρείδεται εἰς δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα εἶναι αἱ ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου, τὰ πρακτικὰ τῶν ἐπιτροπῶν τῆς ἀναθεωρίσεως καὶ ἰδίως ὁ κατασταθεὶς ἅπαξ ὁριστικὸς καὶ διαρκὴς κατάλογος· ἄνευ αὐτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι οἱ σημερινοὶ κατάλογοι εἶναι νόμιμοι, διότι ἔχομεν ἀνάγκην, καθὼς ἐλάβομεν ἀνάγκην, κύριοι Σαράβα, νὰ παραβάλωμεν τὰ ὀνόματα τῶν παραλειφθέντων μὲ τὰ πρακτικὰ τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς, τοιουτοτρόπως ἔχομεν, λέγω, ἀνάγκην νὰ παραβάλωμεν μὲ τὸν ὁριστικὸν κατάλογον καὶ ἴδωμεν ἂν ὁ κατάλογος ὁ σημερινὸς συμφωνῇ μὲ τὸν κατάλογον ἐκεῖνον.
§62ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Συγχωρεῖται (θόρυβος).
§63ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐκ τοῦ ἐγγράφου τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη τοῦ κ. νομάρχου βεβαιοῦται ῥητῶς, ὅτι ὁ ὁριστικὸς κατάλογος, (καὶ ἀφοῦ τὸ λέγει ὁ νομάρχης πρέπει νὰ τὸ πιστεύσωμεν) δὲν εἶναι εἰς χεῖράς του. Ἰδοὺ διατὶ σᾶς ἠρώτησα, κύριε βουλευτὰ Οἰτύλου, ἂν ᾖναι μονογραφημένος ὁ κατάλογος. Τὸ ὁμολογεῖ ὁ νομάρχης, τὸ ὁμολογοῦσιν οἱ δήμαρχοι, τὸ ὁμολογοῦσι τὰ πράγματα ὅτι δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας τοὺς ὁριστικοὺς καὶ διαρκεῖς καταλόγους, τοὺς συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου καταρτισθέντας. Ἔχομεν, κύριοι, τὰ πρακτικὰ τῶν ἐπιτροπῶν, ἰδιαιτέρως τὰ πρακτικὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Ζακυνθίων, πρός δε καὶ διάφορα ἄλλα ἔγγραφα, ἅτινα ὑπάρχουσιν ἐδὼ μεταξὺ τῶν ἀνακριτικῶν ἐγγράφων καὶ ἐξ ὧν ἀποδεικνύεται, ὅτι ἀνήλικες ὑπῆγον νὰ ψηφοφορήσωσι καὶ ἐψηφοφόρησαν.
§64ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πόσοι;
§65ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἀδιάφορον ὁ ἀριθμὸς, κ. Λομβάρδε, τὸ πρᾶγμα ἀποδεικνύεται, καὶ θὰ μάθετε ἀκολούθως καὶ τὸ διατί.
§66ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι νὰ τὸ εἴπητε τώρα.
§67ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐκ τῶν πρακτικῶν, κύριοι, καὶ τῶν διαφόρων ἐγγράφων, ἅτινα ὑπάρχουν ἐνταῦθα, ἀποδεικνύεται ὄχι μόνον ὅτι ἀνήλικες ἐψηφοφόρησαν, ἀλλ’ ὅτι ἄλλοι, οἵτινες πολλάκις ἐξήσκησαν τὸ δικαίωμα τὸ ἐκλογικὸν καὶ δὲν ἀπώλεσαν τὸ δικαίωμα τοῦτο, προσῆλθον διὰ νὰ ψηφοφορήσωσιν ἀλλ’ ἐμποδίσθησαν καὶ δὲν ἐψηφοφόρησαν, ἐν ᾧ ἄλλοι, οἵτινες δὲν ἐμπεριέχονται εἰς τοὺς καταλόγους, οὔτε ἐξήσκητάν ποτε τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα, ἐψηφοφόρησαν. Καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι διὰ τὴν Βουλὴν εἶναι ἀδιάφορον, ἂν ἔχωμεν σήμερον βεβαιωμένα δέκα, εἴκοσιν, ἑκατὸν ὀνόματα, ἀρκεῖ ὅτι συνέβη τὸ πράγμα τοῦτο, διότι οἱ ἄνθρωποι δὲν ἠδύναντο νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ἐκλογὴν καὶ νὰ καταγίνωνται εἰς τὴν ἀνεύρεσιν αὐτῶν τῶν ὀνομάτων. Παρὰ τὰ γεγονότα ταῦτα ἔρχεται μαθηματικὸς ὑπολογισμὸς, δι’ οὗ ἀποδεικνύεται ἡ νόθευσις τοῦ ἐκλογ. καταλόγου τῆς ἐπαρχίας Ζακύθου. Δεκατέσσαρες χιλιάδες ἑξακόσιοι εἶναι οἱ ἐκλογεῖς Ζακύνθου, ἐνῷ ὁ πληθυσμὸς δὲν ὑπερβαίνει τὰς 45 χιλιάδας, ἤτοι τὸ ἓν τρίτον τῶν κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου εἶναι καὶ ἐκλογεῖς! Ἀνέφερον, κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσιν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ἡ Ζάκυνθος νὰ ἔχῃ 44 χιλιάδας καὶ ἐπέκεινα κατοίκους, ὅτι ἐξωγκώθη, ὁ ἀριθμὸς καὶ ἐξωγκώθη κύριοι, ὑπὸ τῶν δημάρχων οὐχὶ διότι δογματίζω, καθὰ εἶπεν ὁ κύριος Σαράβας, ἀλλὰ διότι ἐξέτασα τὴν στατιστικὴν τῆς ἐπαρχία Ζακύνθου. Ἀπὸ τὸ 1853, κύριε Σαράβα, μέχρι τοῦ 1862 ὁ πληθυσμὸς τῆς Ζακύνθου προέβαινεν ἐλαττούμενος. Τὸ 1853 εἶχε 40 χιλιάδας καὶ τὸ 1862 εἶχε 39· ἀπὸ τὸ 1862 ἕως τὸ 1865 ἔπαυσε νὰ ἐλαττοῦται καὶ ἤρχισε νὰ αὐξάνῃ· μοὶ ἐφάνη παράδοξον τὸ τοιοῦτον καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι δὲν παραδέχομαι τὸν πληθυσμὸν τῶν 45 χιλιάδων. Ἀλλ’ ἔστω ὅτι εἶναι 45 χιλιάδες, τὸ τρίτον δὲν δύναται βέβαια νὰ ᾖναι ἐκλογεῖς. Λάβετε ὅσας θέλεται στατιστικὰς καὶ θέλετε ἰδῇ, ὅτι δὲν κυμαίνεται ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλογέων μεταξὺ τοῦ τρίτου καὶ τετάρτου τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ· εἶναι λίαν ἐσφαλμένη ἡ γνώμη αὕτη τοῦ κ. Σαράβα· ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλογέων κυμαίνεται μεταξὺ τοῦ τετάρτου καὶ πέμπτου εἰς τὰ κράτη ὅπου ὑπάρχει καθολικὴ ψῆφος. Τοῦτο ἀποδεικνύεται καὶ ἐκ τῆς συμπαραβολῆς τῶν ἐκλογέων τῆς ἐπαρχίας μου. Ἡ ἐπαρχία μου ἔχει 29 χιλιάδας.
§68ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. 27.
§69ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. 27 ἔστω χιλιάδας κατοίκους, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο δὲν ἔχει εἰμὴ 6 χιλιάδας ψηφοφόρους, ἤτοι τὸ πέμπτον. Καὶ ἐκεῖ, κύριοι, οἱ κατάλογοι, ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω διότι εἶναι μία ἀλήθεια, γίνονται καθὼς ὁ νόμος ἀπῄτησε. Συνετάχθησαν συμφώνως πρὸς τὸν νόμον καὶ οὐδεὶς τολμᾷ νὰ ἐξογκώσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλογέων τῆς ἐπαρχίας μου· ἐκεῖ ὑπάρχει ἁγνὸς ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐκλογέων καὶ συμφωνεῖ μὲ τὴν θεωρίαν τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέπτυξα, συμφωνεῖ μὲ τὰς στατιστικὰς ὅλων τῶν ἐθνῶν, κ. Σαράβα, καὶ ὅλων τῶν χωρῶν τοῦ κόσμου.
§70ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἐκτὸς μόνον τῆς Ἑλλάδος.
§71ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν θέλω νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὸν πληθυσμὸν τῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν, δύνανται νὰ ᾖναι ἐσφαλμέναι αἱ στατιστικαὶ, δύνανται νὰ ᾖναι ἄκυροι οἱ κατάλογοι, ἂς ἤθελον μᾶς φέρει ἐνστάσεις, ὡς ἔφεραν οἱ ἀποτυχόντες τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου, καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἤθελεν ἐξετάσῃ, καὶ, ἂν δὲν ὑπῆρχον ὁριστικοὶ καὶ διαρκεῖς κατάλογοι, καθ’ ἃ ἀπαιτεῖ τὸ γράμμα καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ἤθελε προτείνει τὴν ἀκύρωσιν καὶ αὐτῶν τῶν ἐκλογῶν ἔστω καὶ ἂν ἀποτελοῦσι τὸ πλεῖστον μέρος τῶν ἐκλογῶν τοῦ Κράτους. Ὡς ἐπιχείρημα, κύριοι, σοβαρὸν πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ὑπάρχουν ὁριστικοὶ καὶ διαρκεῖς κατάλογοι, διότι δὲν δύνανται ν’ ἀρνηθῶσιν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ὁριστικῶν καὶ διαρκῶν καταλόγων ἵνα ἡ ἐκλογὴ θεωρηθῇ ἔγκυρος, σᾶς ἀνέφερον τὸ βούλευμα τῶν πλημμελειοδικῶν Ζακύνθου ὑπ’ ἀριθ. 75 ε.ε. Τὸ δικαστήριον ἀποφαίνεται ὅτι ὡρισμένος ἀριθμὸς ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τά πρακτικὰ τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν ἔπρεπε νὰ συμπεριληφθῶσι, δὲν συμπεριελήφθησαν· ὅτι ἐπίσης ὡρισμένος ἀριθμὸς ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι ἔπρεπε ν’ ἀπαλειφθῶσι δὲν ἀπελείφθησαν, καὶ ὅτι ἀπεναντίας συμπεριελήφθησαν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀναφέρονται εἰς τὸ πρακτικόν. Τὸ συμβούλιον τῶν πλημμελειοδικῶν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν καὶ συμπαρέβαλε τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα μὲ τὰ φυλλάδια ταῦτα, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται ἐκλογικοὶ κατάλογοι. Ὅτι τὰ πρακτικὰ τῶν ἐκλογικῶν ἐπιτροπῶν ὑπάρχουσι δὲν τὸ ἀναιροῦμεν, τὰ ἔχομεν ἐνταῦθα· ἀλλ’ εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν ὑπάρχει ἆρά γε ὁ ἀριθμὸς καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἐκλογέων τοῦ καταλόγου ὁ ὁποῖος ἀνεθεωρήθη; δύνανται τὰ πρακτικὰ ταῦτα ν’ ἀντικαταστήσωσι τὴν ἔλλειψιν τῶν καταλόγων; διατί δὲν φέρουν ἐνώπιόν μας τοὺς καταλόγους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐπιτροπὴ ὅτε συνέταξε τὸ πρακτικόν; Παραδέχομαι, κύριοι, ὅτι πιθανὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη τοῦ 1866 καὶ 1867 νὰ εἶχε τοὺς ὁριστικοὺς καὶ διαρκεῖς καταλόγους, πῶς σήμερον δὲν τοὺς ἔχομεν; πιθανὸν νὰ τοὺς εἶχεν, ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι αὐτοί, οἱ ὁποῖοι δὲν φέρουν οὐδὲ μίαν ὑπογραφὴν, δύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι ἔχομεν ἐνώπιόν μας.
§72ΔΑΓΡΕΣ. Ἰδοὺ ἕνας κατάλογος φέρων τὰς ὑπογραφὰς (δεικνύει πρὸς τὸν ἀγορεύοντα κατάλογον ὑπογεγραμμένον) (ψιθυρισμός).
§73ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Εἶναι τινές, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ὑπογραφάς· ζητῶ ὅμως τὸν ὁριστικὸν κατάλογον ἵνα παραβάλω μὲ τὴν πρᾶξιν τῶν ἀναθεωρητικῶν ἐπιτροπῶν, πρός δε ζητῶ τὸν ὁριστικὸν καὶ διαρκῆ κατάλογον τὸν μονογραφημένον ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἵνα παραβάλω τοῦτον μὲ τοὺς καταλόγους, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἐνώπιόν μας καὶ ἀποφανθῶμεν ἐν συνειδήσει, ὅτι οἱ κατάλογοι εἶναι νόμιμοι, ὅτι τὰ φυλλάδια εἶναι οἱ ὁριστικοὶ κατάλογοι μὲ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἡ ἀναθεωρητικὴ ἐπιτροπή. Δὲν σᾶς ἀναγινώσκω ὅλον τὸ βούλευμα, διότι ἄλλοι ἀντ’ ἐμοῦ τὸ ἀνέγνωσαν. Ἓν μόνον «προκύπτει» θὰ σᾶς ἀναγνώσω ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ὁριστικοὶ κατάλογοι. «Προκύπτει πρῶτον, ὅτι ὁ κατηγορούμενος, λέγει τὸ βούλευμα, δήμαρχος Ι. Λισγαρᾶς εἴς τινα χειρογραφικὸν κατάλογον, ὃν συνέταξε μετὰ τὴν ἐκλογήν του ὡς δημάρχου κατὰ τὴν 14 Ἰουνίου 1866 ἐπὶ τῇ βάσει ἐντύπου τινὸς καταλόγου, ὃν ἀνεῦρεν, ὡς ἰσχυρίζεται, καὶ ὅστις εἶναι ὁ παρ’ αὐτοῦ συνταχθείς, ὡς προεξετέθη, ἀρχικὸς καὶ διαρκὴς κατάλογος, τοῦ πρωτοτύπου μονογραφημένου μὴ ὑπάρχοντος ἐν τῷ γραφείῳ του.....» Τὸ λέγει τὸ βούλευμα, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ κατάλογος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ χρησιμεύσῃ ὡς δικαιολογητικὸν ἔγγραφον περὶ τοῦ ἐγκύρου τῶν καταλόγων καὶ ἑπομένως τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς τῆς γενομένης τῇ βάσει αὐτῶν. Ἐξ ὅλων τούτων βλέπετε, ὅτι δίκαιον ἔχει ἡ ἐπιτροπή, ἥτις εἰς μὲν τὸ διασκεπτικὸν μέρος σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ὁριστικοὶ κατάλογοι, εἰς δὲ τὸ διατακτικὸν ἐπρότεινε τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, ὡς γενομένης ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγων μὴ ἐγκύρων, καὶ ἐκλογὴ ἥτις γίνεται ἐπὶ τῇ βάσει ἀκύρων καταλόγων, οὐχὶ κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πρακτικὴν τῶν κοινοβουλίων, εἶναι ἐκλογὴ ἄκυρος, καὶ ὑμεῖς ὀφείλετε νὰ τὴν ἀκυρώσητε. Ἡ ἐπιτροπή, κύριοι, ὤφειλε βεβαίως νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν γενικὴν ἀποθάῤῥυνσιν τῶν ἀντιπάλων τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος. Ὅταν, κύριοι, οὗτοι εἶδον ὅτι μὲ τοὺς τοιούτους καταλόγους ἤρχισεν ἡ ἐκλογή, τοὺς κατέλαβεν ἀποθάῤῥυνσις, ἥτις συνδέεται μὲ τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τῆς νήσου Ζακύνθου περὶ τῆς ὁποίας γίνεται μνεία εἰς τὰς ἐνστάσεις. Εἶναι πασίδηλον, κύριοι, ὅτι ἐν Ζακύνθῳ δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία λόγου, φρονήματος καὶ ἐνεργείας ἔχω μαζὶ ὀνόματα ἀνθρώπων, ἐκ τῶν ὁποίων οἱ μὲν ἐφονεύθησαν, οἱ δὲ ἐτραυματίσθησαν, ἄλλοι ἠκρωτηριάσθησαν διὰ μόνον τὸν λόγον, ὅτι ἦσαν πολιτικοὶ ἀντίπαλοι τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος· καὶ τοῦτο εἰς τὸ διάστημα μόλις δύο ἥμισυ ἢ τριῶν ἐτῶν.
§74ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ μᾶς εἰπῆτε μερικὰ ὀνόματα.
§75ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Νικόλαος Πάσχου, προσβληθεὶς καὶ ῥαπισθεὶς (θόρυβος).
§76ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Διὰ ποῖον λόγον δὲν μᾶς λέγετε (θόρυβος).
§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς ἐπροκαλέσατε, νὰ σᾶς ἀναγνωσθῶσιν ὀνόματα.
§78ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Σεῖς μὲ ἐπροκαλέσατε. Ἔναυλος, κ. Κρεστενίτη, ἦτον εἰς τὰ ὦτα τῶν Ζακυνθίων ὁ κρότος τοῦ πιστολίου, τὸ ὁποῖον ἀφῄρεσε τὴν ζωὴν διακεκριμένου ἐφημεριδογράφου, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἔγραφεν κατὰ τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος. Ἔχομεν ἄρα, τὴν ἠθικὴν βίαν, περὶ τῆς ὁποίας ποιοῦσι μνείαν εἰς τὰς ἐνστάσεις, τὰς ὁποίας ὤφειλον ν’ ἀναφέρω, διότι ἔχει καθῆκον ἡ Βουλὴ νὰ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν. Ἔφθασεν ὁ κ. Λομβάρδος ἐν Ζακύνθῳ κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν ἐκλογῶν μεθ’ ἑνὸς μοιράρχου, ὅστις ἔμελλε ν’ ἀντικαταστήσῃ τὸν ἐπαξίως διευθύνοντα τὴν μοῖραν Ζακύνθου κ. Ἀθανάσιον Βουδούρην συγχρόνως ἔφθασαν ἐν Ζακύνθῳ 5 ἢ 6, ἐὰν δὲ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, κιβώτια μὲ ὅπλα λογχοφόρα. Προσεπάθησεν ὁ εἰσαγγελεὺς νὰ τὰ κατάσχῃ ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη, διότι ὁ δήμαρχος προέλαβε καὶ τὰ διένειμε μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων τῆς μερίδος του, καὶ, καθ’ ἃ ἐν Ζακύνθῳ διέδιδον, ἂν ἤθελεν ἀποτύχῃ ἡ σήμερον ἐπιτυχοῦσα μερίς, ἤθελεν ἐπιτεθῇ κατὰ τῶν οἰκογενειῶν τῶν ἐκλογέων (θόρυβος). Ἡ διάδοσις αὕτη οὐχὶ ὀλίγον συνέτεινεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον σήμερον βλέπομεν. Ἡ ἐπιτροπὴ συνδιεσκέπτετο περὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, ὅτε ἔφθασεν ἡ εἴδησις, διότι καὶ σήμερον τὰ αὐτὰ ἀκολουθοῦσιν, ὅτι ἀπόπειρα δολοφονίας ἐγένετο εἰς τὸ ἄτομον διακεκριμένου ἀνδρὸς, τιμῶντος οὐχὶ μόνον τὴν Ζάκυνθον, ἀλλ’ ὅλην τὴν Ἑλλάδα, τοῦ Δημητρίου Καλλινίκου, διότι ἐθεωρήθη ὡς συντάκτης μιᾶς ἐφημερίδος, ἥτις ἔγραφε κατὰ τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος. Ἐν Ζακύνθῳ, κύριοι, θὰ σᾶς ἀναφέρω παράδειγμα τὸ ὁποῖον θὰ σᾶς προξενήσῃ φρίκην, προέδρευε τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς Ζακύνθιός τις καλούμενος Καψικέφαλος· οὗτος εἶναι παραμορφωμένος διότι ἦτον ἀντίπαλος τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος· ὁ ἀποπειραθεὶς νὰ τὸν φονεύσῃ καὶ παραμορφώσας αὐτὸν, Ξένος τοὔνομα, ἦτον ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπιτυχούσης μερίδος παρὰ τῇ ἐφορευτικῇ ἐπιτροπῇ· ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἔλαβε τὴν χάριτα, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐφηρπάζοντο αἱ ὑπογραφαὶ τοῦ ἀγαθοῦ ἡμῶν Ἀντιβασιλέως, καὶ εἰς ἔγγραφα πλαστογραφημένα, ὡς θέλετε ἀκούσει ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Συνδυάσατε, κύριοι, τώρα τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τῆς νήσου Ζακύνθου μετὰ τῆς ἀποθαῤῥύνσεως ἣν ἐγέννησαν οἱ ῥηθέντες κατάλογοι, καὶ θέλετε πεισθῆ ὅτι ἡ γενομένη ἐκλογὴ δὲν εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς ἐλευθέρας τοῦ λαοῦ θελήσεως. Περίεργον δὲ εἶναι ὅτι εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην συνέτεινον ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἡ μεγάλη ἰδέα εἶναι ἰδικόν των κίνημα, καὶ δὲν ἐννοοῦσιν, ὅτι ἂν δὲν ἑλκύσωμεν ὑπὲρ ἡμῶν τὴν κοινὴν γνώμην τῆς Εὐρώπης, εἰς μάτην ἐπιδιώκομεν τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἡμετέρου ἔθνους. Καὶ ἀδύνατον νὰ μορφωθῇ ἐν Εὐρώπῃ κοινὴ γνώμη ὑπὲρ ἡμῶν ἐνόσῳ ὑπάρχουσιν ἐπαρχίαι εἰς τὰς ὁποίας ἐλλείπει, κύριοι, ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου, τοῦ φρονήματος τῆς ἐνεργείας, ἐνόσῳ ἔχομεν ἐπαρχίαν, ἀποτελοῦσαν κράτος ἐν κράτει καὶ τῆς ὁποίας ἡ ὑγιὴς μερὶς ζητεῖ νέαν πατρίδα (θόρυβος). Ἐξ ὅσων ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν ἕπετε, ὅτι ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς περὶ τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου εἶναι σύμφωνος ὄχι μόνον πρὸς τὸν νόμον, τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πρακτικὴν τῶν εὐρωπαϊκῶν κοινοβουλίων, ἀλλὰ πρότασις, ἡ ὁποία ὑπαγορεύεται ὑπὸ τοῦ ὀρθῶς ἐννοουμένου συμφέροντος τοῦ ἡμετέρου ἔθνους, καθότι ὅλοι ἡμεῖς, καθ’ ὃ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνου, ὀφείλομεν νὰ τείνωμεν ἀρωγὸν χεῖρα εἰς ἀδελφὸν λαὸν, ζῶντα ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀναγκαίως προτιμῶντα ἀντὶ τῆς παρούσης καταστάσεως τὴν τυραννικωτέραν τῶν κυβερνήσεων.
§79ΓΑΪΤΑΣ ΦΩΣΚΑΡΔΗΣ. Καὶ θὰ ἔλθῃς ἐσὺ νὰ μᾶς διορθώσῃς.
§80ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ναὶ αὐτὰ θὰ σᾶς διορθώσουν.
§81Κ. ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λαμβάνω, κύριοι, τὸν λόγον οὐχὶ διὰ νὰ παρατείνω, ἀλλὰ διὰ νὰ συντομεύσω καὶ τελειώσω τὴν συζήτησιν, καὶ παρακαλέσω τοὺς ἀγαθοὺς φίλους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι σκοπὸν νὰ λαλήσωσι κατόπιν, νὰ παραιτηθῶσι τῆς ἰδέας ταύτης καὶ νὰ ἐνθυμηθῶσι τί ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον εἰς αὐτούς· «τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου ἡ ἀκύρωσις ἂν προτανθῇ, νὰ παρασταθῶμεν νὰ ψηφίσωμεν σιωπηλῶς.» Εἶχον τοὺς λόγους μου, καθότι ἐγνώριζον προηγουμένως ποία ἦτον ἡ πεποίθησις τοῦ κυρίου εἰσηγητοῦ, τὸν ὁποῖον εὐχαριστῶ διὰ τὸν πρόλογόν του· τὸν εὐχαριστῶ δὲ ἔτι περισσότερον καὶ διὰ τὸν ἐπίλογόν του καὶ ἐλπίζω, ὅτι μὲ ἴσην ὑπομονὴν θέλει μὲ ἀκούσει ἀπαντῶντα, μὲ ὅσην καὶ ἐγὼ τὸν ἤκουσα προαγορεύοντα. Εἶχα λόγους νὰ πιστεύσω, ὅτι τοιαύτη ἦτον ἡ πεποίθησις τοῦ κ. εἰσηγητοῦ περὶ τῆς παρανομίας τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, ὥστε δὲν εἶχεν ἀνάγκην, ὁ κ. εἰσηγητὴς, οὔτε νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα, ὅπως ἀποφανθῇ περὶ τῆς παρανομίας τῆς ἐκλογῆς, καὶ μάλιστα ὅτε εἰσηγητὴς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς ταύτης ἐγένετο, πρὶν ἢ ἀκόμη τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων ἀνοίξῃ, ἀνήγγειλεν εἰς τὴν Ζάκυνθον πρὸς τοὺς φίλους του, ὅτι ἀρωγὸς χεὶρ ἐξετάθη ἕως ἐκεῖ καὶ ὅτι προτείνεται ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς.
§82ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§83ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. «Προσπαθῶ μάλιστα νὰ ἐπιτύχω» ἦτο ἡ ἔκφρασις τῆς ἐπιστολῆς «τὴν διαίρεσιν τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου εἰς δύο μέρη.»
§84ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐσυνείθισα νὰ λέγω πράγματα ἀναφερόμενα εἰς ἄτομα, παρ’ ὅταν ἔχω τὰ μέσα νὰ τὰ ἀποδείξω. Σοῦ λέγω ὅτι ὅταν ἔμαθες, ὅτι ἐγνώριζα τὸ περιστατικὸν τοῦτο, μὲ τὸ ἑπόμενον ἔγραψες εἰς τὴν Ζάκυνθον «διατί ἐκοινοποιήσατε τὴν ἐπιστολήν μου; ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς ἔγραψα ἐκοινοποιήθη καὶ ἐδῶ, καὶ μὲ κατηγοροῦν ὅτι δὲν κινοῦμαι ἀπὸ πεποιθήσεις, ἀλλ’ ἀπὸ πάθη». Παραδέχομαι ὅμως ὅτι οὐχὶ ἀπὸ πάθος, ἀλλ’ ἀπὸ πλήρους πεποιθήσεως ἐκινεῖτο ὁ εἰσηγητὴς, τοσοῦτον ἰσχυρῶς προκατειλημμένης, ὥστε δὲν εἶχεν ἀνάγκην οὔτε νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα· ὁμολογῶ ὅμως, ὅτι ἐπερίμενα ἐκ μέρους τοῦ κ. εἰσηγητοῦ (καὶ ὁμιλῶ περὶ μόνου αὐτοῦ καὶ οὐχὶ τῆς ἐπιτροπῆς, καθότι πρὸ ὀλίγου μᾶς εἶπεν «ἐγὼ ἔκαμα, ἐγὼ καθυπέβαλα τὴν ἔκθεσιν» καὶ ἑπομένως ἡ ἔκθεσις εἶναι τοῦ εἰσηγητοῦ καὶ οὐχὶ τῆς ἐπιτροπῆς) ἐπερίμενα, λέγω, ἔκθεσιν ὅλως διόλου διαφορετικὴν μὲ κάποια τινα ἐπιχειρήματα, τοὐλάχιστον μὲ τὸ ἐπείσθην, διότι ἐπείσθην, δὲν ἐπρόσμενα ὅμως ποτὲ τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως ταύτης. Ὅτε ἐδημοσιεύθη ἡ ἔκθεσις αὕτη, καὶ πάλιν παρεκάλεσα τοὺς φίλους μου νὰ ψηφίσωσι σιωπηλῶς καὶ ν’ ἀφήσωσιν ἀφ’ ἑνὸς μὲν τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν, ἐφ’ ἑτέρου δὲ τὴν ἐκλογὴν, ὅπως μᾶς δικάσῃ τὸ κοινόν· ἔπειτα ὅμως ἀπὸ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. εἰσηγητοῦ νομίζω, ὅτι πάντες πείθονται, ὅτι δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ παρατείνῃ τις τὴν συζήτησιν αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως· ἀλλ’ ἀφοῦ ἀνέβην τὸ βῆμα, εἰς τὸ ὁποῖον μὲ ἔφερε μᾶλλον ὁ ἐπίλογος τοῦ κ. εἰσηγητοῦ παρὰ τὰ προηγούμενά του, ἂς τὸν ἀκολουθήσωμεν εἰς τὰ κυριώτερα τῶν ὅσων εἶπε. «Νομιμότης, δικαιοσύνη» μᾶς εἶπεν· ὡραῖαι καὶ ἀφῃρημέναι λέξεις, ἐφαρμοζόμεναι μόνον διὰ τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου· ἀλλὰ δικαιοσύνη καὶ νομιμότης ὅλως ἐξαιρετικαὶ διὰ μόνην τὴν Ζάκυνθον. «Ὁριστικότης καὶ διάρκεια καταλόγων». Παρακαλῶ τοὺς ἐν τῇ Βουλῇ νομικοὺς νὰ μὲ βοηθήσωσιν ὅπως λύσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο. Τὸ ζήτημα τῆς ὁριστικότητος τῶν καταλόγων, ἄλλως φαίνεται τὸ ἐννοοῦμεν ἡμεῖς ἐν Ἑπτανήσῳ, καὶ ἄλλως τινὲς ἐδώ· ἴσως προέρχεται ἀπὸ τὰ προηγούμενά μας εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος ἐθεωρεῖτο ἐπαναλαμβανόμενος, οὕτως εἰπεῖν, κατ’ ἔτος· ἀφοῦ ἐπεθεωρεῖτο ἀπὸ τὴν ἐπιτροπὴν, τὴν διοριζομένην παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἐστέλλετο εἰς τὸ τυπογραφεῖον τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία τὸν ἐτύπωνεν εἰς τὴν ἐφημερίδα αὐτῆς, καὶ ὁ κατάλογος ἐκεῖνος ἦτον ὁριστικὸς τοῦ ἔτους ἐκείνου, καὶ ὅλοι οἱ προηγούμενοι δὲν ἤξιζον τίποτε. Ἴσως ἐκ τῆς ἰδέας ταύτης ὑπάρχει διαφορὰ τῶν γνωμῶν. Ἡμεῖς, λέγομεν, ἐξετάζοντες καὶ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὅτι ὁ νόμος θεωρεῖ ὁριστικὸν κατάλογον τὸν κατ’ ἔτος συντασσόμενον, ἀφοῦ διέλθῃ τὰ στάδια ὅλα, τὰ ὁποῖα διαγράφει ὁ ἐκλογικὸς νόμος· ἡμεῖς λέγομεν ὅτι καὶ ἂν τυχὸν οἱ κατάλογοι τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἀπωλέσθησαν, ἐν περιπτώσει μάλιστα μιᾶς ἐκλογῆς, δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ εἴπωμεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάλογος ὅπως γίνῃ ἡ ἐκλογὴ, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ τοῦ ἔτους ἐκείνου ἐπιθεωρημένος καὶ ἐκδεδικασμένος.
§86ΔΑΓΡΕΣ. Ἡ ὁριστικότης κατ’ ἔτος μεταφέρεται.
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀξιόλογα· ἐξάγεται δὲ τοῦτο, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ ῥητὸν γράμμα αὐτοῦ. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἰς τὸ εἰκοστὸν τέταρτον ἄρθρον διαγράφει τὸν τρόπον τῆς κατ’ ἔτος ἐπιθεωρήσεως τοῦ καταλόγου· εἰς δὲ τὸ 25 λέγει «τὴν 17 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἡ κατὰ τὸ ἄρθρ. 11 ἐπιτροπὴ κτλ. τὰ λοιπὰ (ἀκολουθεῖ τὸ ἄρθρον) τὰ λοιπὰ μέχρι τῆς ὁριστικότητος τοῦ καταλόγου ἐνεργοῦνται κατὰ τὰ ἄρθρ. 11–12 τοῦ παρόντος νόμου. Μετὰ δὲ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 21 ὁριστικὴν διόρθωσιν αὐτοῦ γίνεται κτλ.» Ὅθεν οὐ μόνον ἡ λογικὴ μᾶς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἰσχυριζώμεθα ὅτι εἷς πρῶτος καὶ μόνος ὁριστικὸς ἐκλογικὸς κατάλογος ὑπάρχει, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ φυλάττωμεν καλῶς μετὰ μεγάλης προσοχῆς ὡς οἱ Ἑβραῖοι τὴν Παλαιὰν Διαθήκην εἰς τὸ tabevnacolo, καὶ ὅστις ἂν χαθῇ δὲν θὰ δυνάμεθα πλέον νὰ κάμωμεν ἐκλογάς, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ τὸ ῥητὸν γράμμα σᾶς λέγει, ὅτι μόλις ἔλθῃ ἡ πρώτη Ἀπριλίου, ἡ ὁριστικότης τοῦ καταλόγου τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐκλείπει καὶ πρέπει ἐκ νέου νὰ ἐπιθεωρηθῇ καὶ ἐκδικασθῇ, ὅπως ἐκ νέου γίνῃ ὁριστικὸς μέχρι τῆς ἑπομένης 11 Ἀπριλίου. Ἀλλὰ παραδέχομαι διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν Ζάκυνθον εἷς πρῶτος ὁριστικὸς κατάλογος ποῖον θὰ παραδεχθῆτε ὡς τοιοῦτον; Ὁ μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλευτικοῦ νόμου κατάλογος συνετάχθη τὸ 1864 εἰς τὰς παλαιὰς ἐπαρχίας· εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὅμως δὲν ἦσαν δημοτικαὶ ἀρχαί. Θέλετε νὰ παραδεχθῆτε ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος συνετάχθη εἰς τὰ 1864 ἐν Ἑπτανήσῳ, συνεπείᾳ μιᾶς ἐγκυκλίου τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν; τὸ δέχομαι· ἰδού τον, ὑπάρχει αὐτούσιος τυπωμένος κατάλογος τοῦ 1864 (δεικνύει εἰς τὴν Βουλὴν ἔντυπον κατάλογον) καὶ δὲν ἔχετε νὰ εἴπητε ὅτι δὲν φέρει τὰς ὑπογραφὰς τοῦ ἐπάρχου Ζακύνθου, τῶν μελῶν τῆς τότε ἐπιτροπῆς κτλ, διότι ὅλοι εἶναι ὑπογεγραμμένοι, ἰδοὺ «Ζάκυνθος 23 Μαρτίου 1864 Σπυρίδων Καρβελᾶς ἔπαρχος κτλ.
§88ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸς ἐπὶ τίνι βάσει συνετάχθη;
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχον δημοτικαὶ ἀρχαὶ, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξέδωκεν ἐγκύκλιον διὰ τῆς ὁποίας ἔλεγεν, ὅτι ἀντὶ τῶν δημοτικῶν συμβουλίων θὰ γίνῃ τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα.
§90Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πότε ἔγινε κατὰ τὸν νόμον τὸ δημοτικὸν συμβούλιον;
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὰ 1866; ἰδοὺ ὁ κατάλογος τῶν 1865 τυπωμένος (δεικνύει τὸν κατάλογον) καθ’ ὃν ἐγένοντο αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας ἰσχυρὸς συναγωνισμὸς ἔλαβε χώραν μεταξὺ ὑμῶν καὶ τῶν ἀντιπάλων μας, οἵτινες σήμερον φωνάζουν κατὰ τοῦ καταλόγου τῶν 1867. Ποία ἡ διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἀπροσβλήτου καταλόγου τῶν 1865 καὶ ἐκείνου τῶν 1867; πόσα καὶ ποῖα ὀνόματα περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα ὑπάρχουσιν εἰς τὸν μὲν ἢ τὸν δέ; ἂς μᾶς τὸ εἴπωσι. Λάβετε σεῖς εἰς χεῖράς σας ἀμφοτέρους καὶ συγκρίνατέ τους. Ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἐκλογὴν ἐλάβομεν, ἀφαιρέσατε, ἂν θέλητε, ὅλον τὸ περιπλέον τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας, ἐπὶ τοῦ καταλόγου τῶν 1865 ἐμπεριέχει ὁ κατάλογος τοῦ 1867, ἀφαιρέσατέ τας, τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐκλογῆς μεταλλάσσει; οὐχί. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν μᾶς ἐζητήσατε τοὺς καταλόγους τῶν 66 καὶ 67, σᾶς εἴπομεν ὅτι οὗτοι εἶναι εἰς τὰ ἔγγραφα, σᾶς εἴπομεν ὅτι τὰ πρωτότυπα χειρόγραφα τῶν καταλόγων τούτων τῶν 66 καὶ 67, κατασχεθέντα παρὰ τοῦ εἰσαγγελέως τῶν Πρωτοδικῶν Ζακύνθου, εὑρίσκονται ὁλονὲν ἐν Πάτραις παρὰ τῷ παρ’ Ἐφέταις εἰσαγγελεῖ, καὶ ἀρκεῖ νὰ κτυπήσητε τὸν τηλέγραφον διὰ νὰ τὰ λάβητε ἀμέσως· σᾶς εἴπομεν ὅτι ὁ κατάλογος τῶν 1867, ἀναθεωρηθεὶς καὶ ἐκδικασθεὶς, ἐτυπώθη παρὰ τοῦ νομάρχου· σᾶς παρεδώκαμεν τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον ἂς τὸ ἀκούσῃ καὶ ἡ Βουλή. «Ἀριθμὸς 934 ἐννεακόσια τριάκοντα τέσσαρα. «Ἐκτύπωσις ἐκλογικῶν καταλόγων δραχ. 1601 48|100. «Ἐν Ζακύνθῳ σήμερον τὴν 30 τριακοστὴν τοῦ μηνὸς Ἰανουαρίου ἡμέραν τρίτην ὥραν 12 δωδεκάτην πρὶν μεσημβρίας ἤτοι μεσημβρινὴν τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἑξηκοστοῦ ὀγδόου ἔτους 1868, ἐν τῷ δημοσίῳ γραφείῳ μου, οἰκίᾳ Θεοδώρου Καραμαλήκη παρὰ τὴν ὁδὸν καὶ ἐν τῇ συνοικίᾳ Ἀναλήψεως, ἐνώπιον ἐμοῦ τοῦ Συμβολαιογράφου Ζακύνθου, αὐτόθι ἑδρεύοντος, Ἀνδρέου Στρούζα τοῦ Ἰωάννου καὶ τῶν κάτωθι μνημονευομένων καὶ προσυπογεγραμμένων μαρτύρων· ἐνεφανίσθησαν αὐτοπροσώπως οἱ πρὸς ἐμὲ καὶ τοὺς κατωτέρω μάρτυρας γνωστοὶ καὶ ἄσχετοι συγγενείας, ἀφ’ ἑνὸς ὁ κύριος Ἡρακλῆς Οἰκονόμου, Νομαρχῶν γραμματεὺς Ζακύνθου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ κύριοι Κωνσταντῖνος Ῥωσσόλυμος, Νέστωρ Ταρουσόπουλος, Νικόλαος Κοντογεώργης, τυπογράφοι καὶ κάτοικοι πάντες τῆς πόλεως Ζακύνθου καὶ αἰτησάμενοι τὴν σύνταξιν τοῦ παρόντος ἐγγράφου, συνωμολόγησαν καὶ συνεβάλοντο πρὸς ἀλλήλους τὰ ἑξῆς. Οἱ εἰρημένοι τυπογράφοι ἀναδέχονται καὶ ὑποχρεοῦνται τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τοῦ χιλιοστοῦ ὀκτακοσιοστοῦ ἑξηκοστοῦ ἑβδόμου 1867 ἔτους τῶν δέκα δήμων τοῦ Νομοῦ Ζακύνθου καὶ ὑπόσχονται νὰ παραδώσωσι πρὸς τὴν ἐνταῦθα Νομαρχίαν μέχρι τῆς δεκάτης πέμπτης 15 μηνὸς ἐρχομένου Μαρτίου ἐνεστῶτος ἔτους ἑκατὸν ἀντίτυπα ἑκάστου δήμου ἐῤῥαμμένα, μετὰ δὲ τὴν παράδοσιν θέλει πληρωθῶσι παρὰ τῆς ἁρμοδίου ἀρχῆς δι’ ἕκαστον ὄνομα λεπτὰ ἕνδεκα 11. Βάσις δὲ τοῦ προσωπικοῦ τῶν ἐκλογέων τίθεται ἀριθ. 14568 δεκατεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ἑξήκοντα ὀκτώ. Παρέλαβον δὲ τοὺς χειρογράφους καταλόγους τῶν ἐκλογέων καὶ σύμφωνα τούτων θέλει ἐνεργήσωσι τὴν ἐκτύπωσιν. «Φέρουσι δὲ οἱ ἐκλογικοὶ οὗτοι κατάλογοι τὸν ἑξῆς ἀριθμόν. Ὁ τοῦ δήμου Ζακυνθίων 6,190 χιλιάδες. Ὁ τοῦ δήμου Ναφθίων 838. Ὁ τοῦ δήμου Ὑριέων 710. Ὁ τοῦ δήμου Λιθακιωτῶν 960. Ὁ τοῦ δήμου Μεσογαίων 746. Ὁ τοῦ δήμου Ἀρκαδίων 1177. Ὁ τοῦ δήμου Ὀπιταϊδῶν 1020. Ὁ τοῦ δήμου Ἐλατίων 988. Ὁ τοῦ δήμου Ἀρτεμισίων 663 καὶ ὁ τοῦ δήμου Ψωφίδος 1276. Ὅθεν πρὸς ἀπόδειξιν τῆς συνομολογήσεως τῶν ἀνωτέρω συνετάχθη τὸ παρὸν ἔγγραφον ἐπὶ παρουσίᾳ τούτων καὶ τῶν μαρτύρων κυρίων Νικ. Βαρβιάνη ποτὲ Ἀντ. Φαρμακοποιοῦ καὶ Γεωργ. Α. Κάλλαλη ἐμποροϋπαλλήλου κατοίκων ἀμφοτέρων τῆς πόλεως Ζακύνθου, γνωστῶν μοι, πολιτῶν Ἑλλήνων, ἐνηλίκων, ἀσχέτων πρὸς ἐμὲ καὶ πρὸς ἀλλήλους πάσης συγγενείας μὴ ὑπαγομένων εἰς οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν. Ἀναγνωσθὲν δὲ εὐκρινῶς καὶ ἐντόνως εἰς ἐπήκοον πάντων τούτων ὑπεγράφη παρ’ αὐτῶν καὶ ἐμοῦ. Οἱ μάρτυρες Ν. Α. Βαρβιάνης. Γ. Α. Κάλλαλης. Τὰ μέλη. Ἡ. Β. Οἰκονόμου, Νέστωρ Ταρουσόπουλος, Κωνστ. Ῥωσόλυμος, Ν. Κοντογεώργης. Ὁ Συμβολαιογράφος (Τ. Σ.) Ἀνδρ. Στρούζας τοῦ Ἰωάννου. Διὰ τὸ ἀκριβὲς τῆς ἀντιγραφῆς, ἐν Ζακύνθῳ τὴν δεκάτην τρίτην μηνὸς Μαΐου ἰδίου ἔτους. Ὁ Συμβολαιογράφος Ζακύνθου Ἀνδρ. Στρούζας τοῦ Ἰωάννου.» Καὶ ὅμως ὁ κ. εἰσηγητὴς μᾶς εἶπεν ἐνώπιόν σας σήμερον, ὅτι τόσαι ἡμέραι παρῆλθον καὶ δὲν τοῖς ἐφέραμεν τοὺς μονογραφημένους καταλόγους νὰ τοὺς ἴδωσιν. Ἀλλὰ τὸ ἐπαναλαμάνω, κ. εἰσηγητὰ, σᾶς εἴπομεν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ὅτι οἱ κατάλογοι τῶν 1864 καὶ 1865 εἶναι ἐδῶ τυπωμένοι· ὁ τῶν 1867 εἶναι ἐπίσης ἐδῶ τυπωμένος, ἀλλὰ τῶν 1866 καὶ 1867 τὰ πρωτότυπα χειρόγραφα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἐζητήσατε, εἶναι κατεσχεμένα καὶ ὑπάρχουν εἰς τὴν εἰσαγγελίαν τῶν Πατρῶν καὶ σᾶς εἴπομεν κτυπήσατε τὸν τηλέγραφον καὶ παραγγείλατε τὸν εἰσαγγελέα τῶν ἐν Πάτραις ἐφετῶν νὰ σᾶς τὰ στείλῃ καὶ νὰ τὰ ἰδῆτε. (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήματα).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, εἰς τὸ ἀκροατήριον, θὰ ἀποβληθοῦν οἱ ἀτακτοῦντες.
§93Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε, κατὰ τὸν κανονισμὸν τὰ ἀκροατήρια δὲν ἐκκενοῦνται παρὰ μετὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπα τοὺς ἀτακτοῦντας.
§95Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ὁ κ. πρόεδρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέτρα, ὅσα εἶναι ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἀσφάλειαν, τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν. Καλὸν εἶναι ὅμως καὶ τὰ ἀκροατήρια νὰ δειχθοῦν μετριώτερα, διότι αὐτὰ δὲν ὠφελοῦν, ἀπεναντίας βλάπτουν.
§96ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διατάξω εἰς τὸ μέλλον νὰ ἀποβληθοῦν οἱ ἀτακτοῦντες.
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐζητήσαμεν νὰ σᾶς φέρωμεν ἀντίγραφα, ἐγράψαμεν εἰς τὴν Ζάκυνθον εἰς τὸν δήμαρχον· μᾶς ἀπήντησεν ὅτι δὲν ἔχει εἰμὴ τὸ πρωτότυπον, τὸ ὁποῖον κατεσχέθη παρὰ τῆς εἰσαγγελίας. Ἐζητήσαμεν πιστοποιητικὸν ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα περὶ τοῦ γεγονότος τῆς κατασχέσεως, καὶ τὸ πιστοποιητικὸν τοῦτο σᾶς τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κ. Σαράβας.
§99Σ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ἀναγνώσατέ το.
§100ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εὐχαρίστως· ἰδού το. «Πιστοποιοῦμεν, ὅτι μεταξὺ τῶν κατασχεθέντων ἐγγράφων, ἐκ τῆς δημαρχίας Ζακύνθου, διὰ τὴν ἐνεργηθεῖσαν ἀνάκρισιν ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου τοῦ δήμου Ζακύνθου, ἦσαν 1) εἷς κατάλογος ἐκλογικὸς χειρόγραφος τοῦ δήμου τούτου, ὑπογεγραμμένος παρὰ τοῦ δημάρχου Ἰω. Λισγαρᾶ καὶ δύω ἄλλων, καὶ φέρει χρονολογίαν ἔτους 1866, καὶ εἷς ἕτερος κατάλογος χειρόγραφος ἐπίσης τοῦ ἔτους 1867, ὑπογεγραμμένος παρὰ τοῦ αὐτοῦ δημάρχου καὶ δύω ἄλλων. Ἐν Ζακύνθῳ 21 Ἰουνίου 1868. Ὁ εἰσαγγελεὺς Γ. Μπένσης.» Ἐὰν λοιπὸν δὲν σᾶς ἐφέραμεν τὰ πρωτότυπα χειρόγραφα ἢ τὰ ἀντίγραφα πταίομεν ἡμεῖς ἢ σεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴχετε τὴν ἐξουσίαν καὶ ἠμπορούσατε νὰ ζητήσητε καὶ αὐτὰ καὶ ἄλλας ἀκόμη πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ σᾶς δώσωμεν; Ὑπάρχουν λοιπὸν οἱ κατάλογοι! ἢ θέλετε τὸν τοῦ 1864 νὰ λάβητε ὡς ἀρχικὸν κατὰ τὴν ἄλλην ἰδέαν. Ἀλλὰ δὲν φέρουν οὔτε ὑπογραφὰς οὔτε ἡμερομηνίαν τὰ φυλλάδια τὰ τυπωθέντα, τὰ ὁποῖα μόλις ἐτυπώθησαν, διὰ μιᾶς ἐτρόμαξαν τοὺς ἀντιθέτους μας καὶ ἔχασαν ὡς ἐκ τούτου τὴν ἐκλογήν! καὶ μαρτυρεῖ ἡ ἔκθεσις τοῦ νομάρχου περὶ τῆς διεγερθείσης ἀγανακτήσεως κατὰ τὴν τύπωσιν, μᾶς εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητής. Ποῖος ἐτύπωσε, κύριοι, τὰ φυλλάδια αὐτά; τὰ ἐτυπώσαμεν ἡμεῖς; τὰ ἐτύπωσεν ὁ δήμαρχος; οὐχὶ, ἀλλὰ ὁ νομάρχης (ἐπεμβαίνων κατ’ ἐμὲ εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ἵνα δείξῃ ζῆλον ὑπηρεσίας, δὲν τὸν κατηγορῶ εἰς τοῦτο) ἠθέλησε νὰ τυπώσῃ αὐτοὺς τοὺς καταλόγους καὶ νὰ ἐπιστατήσῃ εἰς τὴν τύπωσίν των. Οἱ δήμαρχοι τότε, καλῶς ποιοῦντες, ἄφησαν τὸν νομάρχην νὰ τοὺς τυπώσῃ διὰ νὰ μὴ ἔχουν παράπονα, ὅτι ἐτύπωσαν τοὺς καταλόγους ἀτάκτως. Παρέδωκεν ὁ νομάρχης εἰς τοὺς τυπογράφους, τὸ ὁμολογεῖ ὁ ἴδιος, τοὺς χειρογράφους καταλόγους, τοὺς μονογραφημένους καταλόγους, τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐν τῇ νομαρχίᾳ. Εἶναι ἔλλειψις, κύριοι, διότι δὲν φέρουν ἡμερομηνίαν τὰ τυπωθέντα φυλλάδια; ἡ ἔλλειψις εἶναι τοῦ νομάρχου καὶ δὲν εἶναι ἡμῶν. Εἶναι ἔλλειψις ὅτι δὲν φέρουν ὑπογραφήν; ἡ ἔλλειψις εἶναι ἐπίσης τοῦ νομάρχου· δὲν εἶναι ἔλλειψις ἀνθρώπων κακῆς πίστεως ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν ἔκβασιν τῆς ἐκλογῆς, ὅπως πράγματι ἀπέβη, εἶναι μάλιστα ἔλλειψις ἀνθρώπων ἐνδιαφερομένων ὑπὲρ τῆς ἐκβάσεως τῆς ἐκλογῆς ἀντιστρόφως παρ’ ὅπως ἀπέβη· ἀλλ’ ἡ ἔλλειψις αὕτη δὲν εἶναι κοινὴ εἰς ὅλους σχεδὸν τοὺς καταλόγους ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν; Διηγέρθη ἡ γενικὴ ἀγανάκτησις μετὰ τὴν τύπωσιν τῶν φυλλαδίων καὶ ἀναφοραὶ περὶ ἀναστολῆς ψηφοφορίας ἀπευθύνθησαν εἰς Ἀθήνας. Ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ μὴ κατέλθω εἰς λεπτομερείας, ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἀναφέρω μερικὰ πράγματα· παραλείπω πολλὰ, ἀλλ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ κάμουν νοητὴν τὴν ὑπόθεσιν, θὰ λάβητε τὴν ὑπομονὴν νὰ τὰ ἀκούσητε. Ἠλπίζετο, ἐπεριμένετο, ἐθεωρεῖτο βεβαία ἡ ἔκβασις τῆς ἐκλογῆς ἀντιστρόφως παρ’ ὅτι ἀπέβη. Ἐθεωρεῖτο βεβαία, οὐχὶ ἐν Ζακύνθῳ μόνον, εἰς τὰς κεφαλὰς τινῶν, ἀλλ’ ἐθεωρεῖτο βεβαία ἐδῶ ἡ ἀποτυχία τοῦ Λομβάρδου. Εἷς ὁ ὁποῖος ἐλειποτάκτησεν ἀπὸ τὰς τάξεις ἡμῶν ἐθεωρεῖτο ὅτι ἦτον ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἠμποροῦσε νὰ σύρῃ τὸν λαὸν τῆς Ζακύνθου. Βεβαία ἐθεωρεῖτο ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀποτυχία ἡμῶν· ἀλλ’ ὅταν τὸ δημόσιον πνεῦμα, πλησιαζούσης τῆς ἐποχῆς, ἤρχισε νὰ ἐκφράζηται, (καὶ ἐξεφράσθη καθὼς ἐκφράζεται πάντοτε πρὸ 20 ἐτῶν), ᾐσθάνθησαν τὴν ἀπάτην των. Εἶχαν δώσει ὑποσχέσεις, εἶχαν βεβαιώσει, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς θὰ ἦτον ὑπὲρ αὐτῶν καὶ καθ’ ἡμῶν, εἶδον ψευδομένας τὰς ἐλπίδας των, τί νὰ κάμωσιν; ἔστειλαν ἀντιπροσώπους ἐδὼ ζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς· τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀπήντησιν, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀναβάλῃ· εἶναι λανθασμένοι, λέγουν, οἱ κατάλογοι· τοὺς ἀπαντῶσι, κάμετε μετὰ τὴν ἐκλογὴν ἐνστάσεις, καὶ ἐδὼ ἐρχόμεθα, κύριοι, εἰς τὰ φυλλάδια, εἰς τὴν ὑπεξαίρεσιν κτλ. Ἐὰν ἠνόησα καλῶς, ὁ φίλος μου κ. Σαράβας εἶπεν, ὅτι δὲν ὑπεξηρέθησαν οἱ κατάλογοι· ἐὰν τοῦτο εἶπεν, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἡ ἔκφρασίς του δὲν εἶναι ἀκριβής. Ὑπεξηρέθησαν οἱ κατάλογοι, ὑπεξαίρεσις ἐγένετο, ἀλλ’ ὑπεξηρέθησαν πόθεν; ὁ νομάρχης τὸ λέγει, ὑπεξηρέθησαν ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς νομαρχίας· ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς νομαρχίας λείπει ὁ κατάλογος τοῦ 1866, ὄχι ἀπὸ τὸ γραφεῖον τοῦ δημάρχου. Ὅταν ἤρχισαν τὰς φωνὰς, ὅτι ὁ τυπωθεὶς κατάλογος περιέχει πλαστὰ ὀνόματα (καὶ αὐτὸ εἶναι μία συνήθης κατηγορία, ἡ ὁποία ἐγένετο καὶ ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς προστασίας ἀκόμη, ὅταν ἀπετύγχανον, ἔπταιεν ὁ κατάλογος. Ἐνθυμεῖσθε τὰ τῆς δεκάτης Βουλῆς;)
§101ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§102ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ γεννητικὴ δύναμις τοῦ ἐγκεφάλου των βλέπετε, εἶναι στερεότυπος ὡς τὰ τυπογραφεῖα τῆς Λειψίας. Παρακαλῶ νὰ ὑποφέρητε ὀλίγον.
§103Σ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὁμίλησε ἐν ἐκτάσει, πρέπει νὰ ὑποφέρωμεν.
§104ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εὐχαριστῶ διὰ τὴν ὑπομονήν σας, τόσῳ μᾶλλον, καθότι ἴσως μὲ ὑποφέρετε διὰ τελευταίαν φορὰν εἰς αὐτὴν τὴν σύνοδον, διότι εἰς τὴν ἄλλην θὰ συναντηθῶμεν πάλιν μὴν ἀμφιβάλλετε. Ὅταν ἤρχισαν, λέγω, αὐταὶ αἱ φωναὶ ἐπὶ τοῦ καταλόγου, ὁ νομάρχης προσεκάλεσε τὸν δήμαρχον, (ἦσαν μόνοι οἱ δύο των) καὶ τοῦ ἐζήτησε κατάλογον τοῦ 1866. Ὁ δήμαρχος εἶχεν ἤδη ἀκούσει τὰς φωνὰς, ὅτι εἶναι παραπεποιημένοι οἱ κατάλογοι, τοὺς ὁποίους εἶχε τυπώσει ὁ νομάρχης (καὶ σημειώσατε ἦταν κλεισμένοι διὰ πολλὰς ἡμέρας οἱ τυπωθέντες κατάλογοι εἰς τὴν νομαρχίαν. Μόλις ἠμπορέσαμεν νὰ λάβωμεν ὀλίγα ἀντίτυπα μετὰ δεκαπέντε ἡμέρας, καὶ ν’ ἀκουσθῇ ὅτι ἦσαν παραπεποιημένοι οἱ κατάλογοι, δικαίως ὑποπτεύσαμεν ὅλοι ὅτι κἄτι ἔτρεχεν). Ὁ δήμαρχος λέγει τί τὸν θέλετε νὰ σᾶς φέρωμεν τὸν κατάλογον; δὲν ἔχετε ἀντίγραφον τὸ ἰδικόν σας; τὸ ἔχασα λέγει ὁ νομάρχης, καὶ τὸ ἔχασε, κύριοι, ἀπὸ τὸ κατάστημα τῆς νομαρχίας! δὲν ἔπρεπε νὰ γεννηθῇ εἰς τὸν νοῦν τοῦ δημάρχου ὑπόνοια δικαία; Πρέπει νὰ μάθητε, ὅτι ὅλοι οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐπαύθησαν, ὅλοι ἀδιακρίτως πρὸ τῶν ἐκλογῶν ἐν Ζακύνθῳ. Ἦτο δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως δὲν τὸ ἐξετάζω, ἀλλ’ ἐπαύθησαν καὶ ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς προστασίας, τοὺς ὁποίους ἐσεβάσθησαν ὅλαι αἱ κυβερνήσεις αἱ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐλθοῦσαι, διότι ἦσαν ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον τὰς θέσεις των διὰ συναγωνισμοῦ καὶ ἐξεπλήρωνον μὲ τοιαύτην εὐσυνειδησίαν καὶ ἐπιμέλειαν τὰ ἔργα των, ὥστε ὅλαι αἱ κυβερνήσεις, μολονότι μία μεγάλη κραυγὴ ἠγέρθη μετὰ τὴν ἕνωσιν ὅτι πρέπει νὰ παυθοῦν ὅλοι οἱ ἐπὶ προστασίας ὑπάλληλοι, αὐτοὺς τοὺς διετήρησαν. Μεταξὺ αὐτῶν τῶν ὑπαλλήλων ἦσαν καὶ οἱ ὑπάλληλοι τῆς νομαρχίας. Ὁ νομάρχης ὅταν ἔλαβε τὰς παύσεις αὐτῶν γράφει ἡμιεπισήμως εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἵνα τῷ ἐπιτραπῇ νὰ μὴ κοινοποιήσῃ τὰς παύσεις αὐτάς, καθότι, ἔλεγεν, ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι παυθῶσι καὶ ἀντικατασταθῶσι δι’ ἐκείνων τοὺς ὁποίους προτείνετε, δὲν θὰ ἔχω ὑπηρεσίαν· τότε ἔρχεται ἡ ἀπάντησις ὅτι πρέπει νὰ κοινοποιήσῃ τὰς παύσεις· γράφει τότε ἐπισήμως ἐπαναλαμβάνων τὰ αὐτά, ἀλλ’ ἔλαβε καὶ πάλιν διαταγὴν νὰ κοινοποιήσῃ τὰς παύσεις. Ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ γεγονότος βλέπει ὁ δήμαρχος, ὅτι χάνονται οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ἀπὸ τὴν νομαρχίαν, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποπτευθῇ μήπως ἤθελε χαθῆ καὶ ὁ ἰδικός του, ἂν τὸν παρέδιδεν εἰς τοιούτων ὑπαλλήλων χεῖρας; Τὴν ἑπομένην ἡμέραν προσκαλεῖ ὁ νομάρχης τὸν δήμαρχον ἐνώπιον τῶν ἀντιπάλων μας ὑποψηφίων, (μεθ’ ὧν ὁ κ. νομάρχης καθημερινῶς συνεδρίαζε) καὶ ζητεῖ πάλιν τὸν κατάλογον, ὁ δὲ δήμαρχος τότε εἶπε, «δὲν ἠξεύρω ποῦ τὸν ἔχω κύριε νομάρχα, τὸν ἔχω εἰς τὰ ἄχρηστα, νὰ κυττάξω νὰ τὸν εὕρω·» ὁ δὲ γραμματεὺς τῆς δημαρχίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀλίγον τολμηρός, εἶπεν «Αἴ κύριε νομάρχα, μὴ μᾶς συγχύζῃς, ἡμεῖς τὸν ἐκάμαμεν φυσέκια διὰ τὴν Ἤπειρον καὶ τὴν Θεσσαλίαν». Τὴν ἐπιοῦσαν ἀπῄτησε τὸν κατάλογον δι’ ἐγγράφου του ὁ νομάρχης, ὁ δὲ δήμαρχος ἀπήντησε διὰ τοῦ ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐδῶ, ἐπαναλαμβάνων ὅσα προφορικῶς εἶπε. Λαβόντες τὸ ἔγγραφον τοῦτο τοῦ δημάρχου, ἐνόμισαν ὅτι ἔπιασαν, κατὰ τὴν παροιμίαν, τὸν δήμαρχον εἰς τὰ πράσσα, καὶ τὸν κατεμήνυσαν ἐπὶ ὑπεξαιρέσει δημοσίων ἐγγράφων. Τότε ἀπωλέσθη ὁριστικῶς τὸ χειρόγραφον ἀπὸ τὴν νομαρχίαν καὶ ἐδιπλασιάσθησαν αἱ κραυγαὶ κατὰ τῶν τυπωθέντων φυλλαδίων· ὁ δήμαρχος ὅμως καταμηνυθεὶς κατέθεσε τότε τοὺς χειρογράφους καταλόγους τῶν 66 καὶ 67 εἰς τὸ δικαστήριον. Ἔχετε λοιπὸν ἐνώπιόν σας τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐζητεῖτο πρόφασις προσβολῆς κατὰ τῆς ἐκλογῆς πρὶν ἀκόμη ἐκδοθῶσι καὶ τυπωθῶσιν οἱ κατάλογοι· ἔχετε ἐνώπιόν σας τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἐζήτουν οὐχὶ νὰ κάμουν ψηφοφορίαν, ἀλλὰ νὰ προσβάλωσι τὴν ψηφοφορίαν πρὶν ἀρχίσῃ καὶ ὅτι εἶχον πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι καὶ πάλιν ἤθελον ἀπωλέσει οἰκτρῶς τὴν ἐκλογήν· ἔχετε, λέγω, τὴν ἀπόδειξιν ταύτην πρὸς τοῖς ἄλλοις, καὶ ἀπὸ τὴν ἔνστασιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναφέρει ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία εἷς τῶν ἀντιθέτων ὑποψηφίων εἶχε κάμει, ζητήσας νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ «ὅτι διεμαρτύρετο κατὰ τῆς ἐκβάσεως τῆς ἐκλογῆς, διότι οἱ κατάλογοι εἶναι νόθοι». Ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ἤθελεν ἀποβῇ ὑπὲρ αὐτοῦ, ἐὰν εἶχε τὴν πλέον ἐλαχίστην πιθανότητα ὅτι τὴν ἐκλογὴν ἤθελε κερδήσει, σᾶς ἐρωτῶ ἤθελε διαμαρτυρηθῇ πρὶν ἀρχίσῃ ἡ ψηφοφορία; Εἰς οὐδεμίαν τῶν ἐκλογῶν τοῦ κράτους ἐγένετο παρὰ μιᾶς τῶν ἀντιφερομένων μερίδων ἔνστασις διαμαρτυρήσεως κατὰ τῆς ἐκβάσεως τῆς ἐκλογῆς πρὸ τῆς ψηφοφορίας. Ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου εἶναι μοναδικὴ καὶ κατὰ τοῦτο. Ἐζητεῖτο λοιπὸν πρόφασις καὶ πρόφασις εὑρέθη. Τὰ πρακτικὰ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ δήμου Ζακύνθου ἀναφέρουσιν, εἶπεν ὁ κ. εἰσηγητής, πολλοὺς ἀνήλικας, πολλοὺς οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν καὶ ἐζήτησαν νὰ ψηφήσωσι καὶ δὲν ἠμπόρεσαν κτλ. ἀλλὰ πόσοι ἦσαν οὗτοι, κύριε εἰσηγητὰ, δὲν εὐηρεστήθητε νὰ μᾶς εἰπῆτε· σᾶς ἐπροκάλεσα καὶ ἀπαντήσατε μόνον μὲ τὸ γενικὸν, «ἀρκεῖ τὸ γεγονὸς ὅτι εἶπον ὅτι εἶναι ἀνήλικοι». Διὰ δύω ἢ τρεῖς ἔγινεν ἡ ἔνστασις, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, ἀλλ’ ἔστω· διατί ὅμως αὐτὴ ἡ ἰδιαιτέρα δικαιοσύνη, καθὼς ἔλεγον ἀπ’ ἀρχῆς, διὰ τὴν ἐκλογὴν τῆς Ζακύνθου; εἰς ὅλας τὰς ἐκθέσεις τὰς ὁποίας καθυποβάλατε, ἐὰν οἱ ἐνιστάμενοι παρεπονοῦντο περὶ ἀνηλίκων ἢ ἐμποδισθέντων νὰ ψηφίσωσι κτλ. ὀρθῶς ἐσυμπεραίνετε, ἂν δὲν ἐδηλοῦτο εἰς τὰς ἐνστάσεις, πόσοι ἦσαν, ὅτι δὲν ἠδύνασθε νὰ ὑπολογίσητε ἂν ἠδύναντο νὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου τῆς ἐκλογῆς· ἐσυμπεραίνετε δὲ ὅτι διὰ γενικῶν καὶ ἀορίστων ἐνστάσεων δὲν δύναται νὰ ἀκυρωθῇ μία ἐκλογή· διὰ μόνον δὲ τὴν Ζάκυνθον σᾶς εἶναι ἀδιάφορον νὰ εἰπῆτε πόσοι ἦσαν, διὰ νὰ ἴδωμεν, ἐὰν τῷ ὄντι αὐτοὶ οἱ ἀνήλικες κτλ. οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν νὰ ψηφίσουν εἶχον ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ ἀποτελέσματος; Εἶναι δικαιοσύνη τοῦτο; ἀλλὰ, τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἶναι δικαιοσύνη ἡ ὁποία ἐφαρμόζεται ἐπὶ μόνης τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀναγνώσω ἐκ νέου τὸ βούλευμα τῶν πλημμελειοδικῶν· σᾶς τὸ ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Σαράβας. Τὸ βούλευμα τῶν πλημμελειοδικῶν Ζακύνθου σᾶς λέγει ῥητῶς, ὅτι ἐγένετο παρὰ τοῦ δικαστηρίου ἐξέτασις καὶ συμπαραβολὴ οὐχὶ, κύριε εἰσηγητὰ, μὲ τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς, ὡς εἴπατε, ἀλλὰ μὲ τὸν ἀρχικὸν κατάλογον· τοῦτο τὸ λέγει ῥητῶς τὸ βούλευμα, συμπαρέβαλον τὸν τυπωθέντα κατάλογον, κατὰ τοῦ ὁποίου φωνάζουν, μὲ τὸν ἀρχικὸν ὁριστικὸν κατάλογον. Κύριοι βουλευταὶ, αὐτοὶ οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς ἐκλογῆς ἐτρόμαξαν, κατὰ τὸν κ. εἰσηγητὴν, ἀπὸ τὴν τύπωσιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ νομάρχης τῶν καταλόγων, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχασαν τὴν ἐκλογὴν, αὐτοὶ οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἤξευρον καὶ ἐγνώριζον, ὡς λέγουσιν, ὅτι εἶναι τόσοι ἀνήλικες, τόσοι κακοῦργοι, τόσοι ἄλλοι κακῶς γεγραμμένοι εἰς τὸν κατάλογον, αὐτοὶ οἱ κύριοι, οἱ ὁποῖοι κατηγοροῦν τὸν δήμαρχον ἐπὶ ὑπεξαιρέσει καὶ ἐπὶ πλαστογραφίᾳ καὶ ἀνοίγεται ἀνάκρισις ἐνώπιον δικαστηρίου, συστηθέντος ὅπως τοὺς ὑπηρετήσῃ καὶ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν εἰσαγγελέως, ὁ ὁποῖος ἐστάλη μὲ εἰδικὴν ἐντολὴν (δὲν ἐννοῶ ἔγγραφον ἐντολήν.)
§105Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὰ εἶναι περιττά.
§106ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι δὲν εἶναι περιττὰ, διότι εἶναι πολὺ πρᾶγμα νὰ ἠξεύρητε ὅτι ἓν δικαστήριον, τὸ ὁποῖον ἐξετάζει μίαν ὑπόθεσιν, τὴν ἐξετάζει μὲ ἰδιάζουσαν προσοχὴν, αὐτοὶ λέγω οἱ κύριοι, χάριν τῶν ὁποίων ἐγράφη πρὸς τοῖς ἄλλοις ἡ αὐστηρὰ αὕτη διαταγὴ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν.» «Ἀριθ. 6733, 6737, 6831, 6990, «Ἀθῆναι τῇ 7 Μαρτίου 1868.
ΒΑΣΙΛΕΙΟΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ.
ΤΟ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΝ ΤΩΝ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ.
«Πρὸς τὸν Νομάρχην Ζακύνθου.» «Ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς ὑπ’ ἀριθ. 900, 1015, 1016, καὶ 1023 τέσσαρας ἀναφορὰς ὑμῶν καὶ τὰ δι’ αὐτῶν ὑποβληθέντα ἔγγραφα». «Παρατηροῦντες, ὅτι οἱ ἰσχυρισμοὶ τῶν ἀνενεχθέντων, ὅτι εἰς τὸν ἀνατυπωθέντα ἤδη ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ δήμου Ζακυνθίων ἐνεγράφησαν πρόσωπα μὴ ἔχοντα τὰ προσόντα τοῦ ἐκλογέως καὶ ἀποβεβιωκῶτα, ὅτι ἐσφαλμένως ἐνεγράφησαν ἢ ἐξετυπώθησαν τὰ ὀνόματα ἄλλων, ὅτι ἐνεγράφησαν ὀνόματά τινα μὴ περιεχόμενα εἰς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους τῶν προηγουμένων ἐτῶν ἢ εἰς τὰ πρακτικὰ τῶν ἐτησίων ἀναθεωρήσεων, καὶ τέλος ὅτι παρελείφθησαν ἐξ αὐτῶν ἐκλογεῖς ἔχοντες τὰ ἀπαιτούμενα προσόντα καὶ ἐξασκήσαντες τὰ ἐκλογικὰ δικαιώματά των κατὰ τὰς παρελθούσας ἐκλογὰς, δὲν δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν ἀναβολὴν τῆς ἐκλογῆς τῶν βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου καὶ θεωροῦντες, ὅτι ἂν ὁ δήμαρχος Ζακυνθίων, ὅστις κατηγγέλθη ἤδη εἰς τὸν εἰσαγγελέα παρ’ ὑμῶν τε καὶ τοῦ ἀνακηρυχθέντος βουλευτοῦ κ. Δ. Πατέλη, ἐνήργησεν αὐθαιρέτως καὶ κατὰ παράβασιν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν, τοιαύτας ἐγγραφὰς καὶ παραλείψεις ἢ ἐξετέλεσεν ἄλλας ἀξιοποίνους πράξεις, θέλει τιμωρηθῇ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρ. 65 τοῦ εἰρημένου νόμου καὶ τῶν περὶ πλαστογραφίας δημοσίων ἐγγράφων σχετικῶν ἄρθρων τοῦ ποινικοῦ. Σᾶς παραγγέλλομεν νὰ γνωστοποιήσητε τοῦτο πρὸς τοὺς ἀνηνεχθέντας, προσθέτοντες αὐτοῖς τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἂν οἱ ἰσχυρισμοὶ αὐτῶν ὦσι βάσιμοι, δύνανται νὰ ἐπιδώσωσιν ἐν καιρῷ ἐνστάσεις κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς καὶ νὰ συστήσητε τῷ ἁρμοδίῳ εἰσαγγελεῖ τὴν ἐν τάχει περαίωσιν της, συνεπείᾳ τῶν καταγγελιῶν, ἀρξαμένης ἤδη ἀνακρίσεως πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν λαβουσῶν χώραν ἀξιοποίνων πράξεων καὶ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δικαστικοῦ βουλεύματος. Θέλετε δὲ πέμψει πρὸς αὐτὸν συγχρόνως τῇ ἐπιμελείᾳ τοῦ πρώην ἐπάρχου Ζακύνθου, κατὰ τὴν τελευταίαν παράγραφον τῆς ὑπ’ ἀριθ. 174 ἀπὸ 18 Δεκεμβρίου 1864 ἐγκυκλίου τοῦ ὑφ’ ὑμᾶς ὑπουργείου, τυπωθέντα πρῶτον ἐκλογικὸν κατάλογον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐνηργήθη ἡ ἐκλογὴ τῶν βουλευτῶν τῆς Αʹ. περιόδου, μετὰ τῶν πρακτικῶν τῶν ἀναθεωρήσεων αὐτοῦ κατὰ τὰ ἔτη 1866 καὶ 1867 καὶ τῶν κατὰ τὰ αὐτὰ ἔτη ἀνατυπωθέντων καταλόγων, ὅπως ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δυνηθῇ διὰ τῶν ἐξελέγξεων ν’ ἀνακαλύψῃ κολασίμους πράξεις καὶ ἐνεργήσῃ τὰ δέοντα πρὸς τιμωρίαν τῶν ἐνόχων. «Τελευταῖον δὲ ἐπιβάλλομεν ὑμῖν τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ μὴ ἔγκυρος κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 24 τοῦ Νόμου περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν ἀναθεώρησις τοῦ εἰρημένου καταλόγου κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, δι’ ἣν ὁ δήμαρχος ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ πειθαρχικῶς ὑπὸ τῆς προϊσταμένης αὐτοῦ διοικητικῆς ἀρχῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 62 τοῦ εἰρημένου νόμου, δὲν καθιστᾷ ἀκύρους τὰς πράξεις τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἂν δὲ τὸ κατὰ τὸ ἄρθρον 11 ἐκδοθὲν πρόγραμμα τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἐδημοσιεύθη δεόντως, καὶ τούτου ἕνεκα οἱ δημόται δὲν ἐγνώριζον τὴν δεκαήμερον προθεσμίαν τῆς ἐκθέσεως τοῦ διορθωθέντος καταλόγου κτλ. ἵνα ὑποβάλωσι τὰς ἐνστάσεις των, δύναται ν’ ἀπευθυνθῇ καὶ ἐπὶ τῇ ἀξιοποίνῳ ταύτῃ πράξει καταγγελία πρὸς τὸν ἁρμόδιον εἰσαγγελέα πρὸς ἐνέργειαν τῆς νομίμου καταδιώξεως.
»Ὁ Ὑπουργὸς
»Δ. Γ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ.
Ἀρ. Φεταλίδης. Διὰ τὸ ἀκριβὲς τῆς ἀντιγραφῆς. Ἐν Ἀθήναις τῇ 7 Μαΐου 1868. Ὁ ἐπὶ τοῦ Ζʹ. τμήματος Τμηματάρχης Ἀρ. Φεταλίδης.» (καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν καλῶς ἔπραξε. Κἀγὼ ἐὰν ἤμην ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν τὸ ἴδιον ἤθελον πράξει· ἀφοῦ μοὶ ἀναγγέλλουν ὅτι ἕνας ἐκλογικὸς κατάλογος περιέχει τόσα ἐγκλήματα, ἤθελον διατάξει νὰ προβῇ ἡ ἀνάκρισις μεθ’ ὅλης τῆς αὐστηρότητος), αὐτοὶ, λέγω, οἱ κατήγοροι τοῦ καταλόγου καὶ τοῦ δημάρχου, διατί δὲν παρουσίασαν εἰς τὴν ἀνάκρισιν τὰ ὀνόματα τὰ πολλὰ τῶν ἐν τῷ καταλόγῳ ἐμπεριλαμβανομένων ἀνηλίκων, κακούργων, τεθνεώτων, ἀνυπάρκτων, καὶ τὰς σωρείας τῶν ὀνομάτων τῶν ἄλλοτε ψηφισάντων καὶ εἰς τὸν κατάλογον μὴ ἐγγεγραμμένων πολιτῶν; ἔγινεν ὅμως ἡ ἀνάκρισις μὲ ὅλην τὴν προσοχὴν καὶ δραστηριότητα, καὶ τί βγαίνει ἔξω; ὕστερον ἀπὸ μίαν ἀνάκρισιν δικαστικὴν (καὶ δὲν εἶναι πλέον ἀναθεωρητικαὶ ἐπιτροπαί, αἱ ὁποῖαι κληροῦνται καὶ τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ ὁ κλῆρος νὰ ἀναδείξῃ ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος, ἀλλὰ δικαστήριον, ὑπὲρ τῶν κυρίων τούτων ἐργαζόμενον). Τί προκύπτει; ὅλαι αὗται αἱ ἑκατοντάδες καὶ χιλιάδες ἀνηλίκων, τεθνεώτων, κακούργων, αὐθαιρέτως παρεισαχθέντων ἢ ἀποκλεισθέντων κτλ. συγκεφαλαιοῦνται εἰς 95 ὀνόματα ἐγγραφέντα, κατὰ τὸ λέγειν τῶν κ.κ. τούτων, αὐθαιρέτως παρὰ τοῦ δημάρχου· εἰς 45 ἄλλα ὀνόματα μὴ ἐγγραφέντα παρὰ τοῦ δημάρχου καὶ εἰς 12 ὀνόματα τεθνεώτων μὴ διαγραφέντων. Ὁ δήμαρχος παραπεμφθεὶς διὰ τὰς ἐλλείψεις ταύτας δικαιολογεῖται θριαμβευτικῶς, καὶ πέποιθα ὅτι τὸ ἐφετεῖον Πατρῶν θέλει ἐξαφανίσει τὸ βούλευμα τῶν πλημμελειοδικῶν Ζακύνθου· ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται· γεγονός εἶναι, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τοσοῦτον θόρυβον, ὁ κατάλογος τῶν 1867, τῇ βάσει τοῦ ὁποίου ἐγένετο ἡ ἐκλογὴ, τεθεὶς ὑπὸ αὐστηρὰν δικαστικὴν ἀνάκρισιν δὲν παρουσιάζει ὡς ἀμφισβητούμενα, εἰμὴ 95, 45, 12–152 ὀνόματα. Ἀφαιρέσατε 152 ψήφους ἀπὸ τὸν ἀριθμὸν τῶν ψήφων, τὰς ὁποίας ἐλάβομεν, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας δὲν ἀλλοιοῦται. Παρ’ ὀλίγον νὰ λησμονήσω, ὅτι ὁ κ. εἰσηγητὴς εἶπεν, ὅτι οἱ ἀντίπαλοί μας δὲν ἠδύναντο νὰ σημειώσουν εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς ψηφοφορίας τὰ ὀνόματα τῶν ἀνηλίκων καὶ τῶν ἄλλων τῶν μὴ ἐχόντων δικαίωμα ψήφου, οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν καὶ ἐψήφισαν, καθότι κατεγίνοντο εἰς τὴν ἐκλογὴν καὶ δὲν ἠμποροῦσαν νὰ τὴν ἐγκαταλείψουν. Ἰσχυρὸν τὸ ἐπιχείρημα, κύριοι, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν ἠξεύρω πῶς θὰ τὸ ἀντικρούσω. Τοῦτο μόνον σᾶς παρατηρῶ, ὅτι διὰ νὰ διατηρήσωμεν πλήρη τὴν τάξιν, τὴν ὁποίαν καυχώμεθα ὅτι ἡμεῖς τὴν διετηρήσαμεν (καὶ καυχώμεθα ὅτι διετηρήθη τοσαύτη τάξις κατὰ τὰς τελευταίας ἐκλογὰς ἐν Ζακύνθῳ, ὥστε μὲ ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν ἠκούσαμεν Ἄγγλους νὰ μᾶς εἴπωσι, «λοιπὸν ἠμπορεῖτε καὶ ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν νὰ κάμνητε ἐκλογὰς, καὶ νὰ τηρήσητε ἡσυχίαν καὶ τάξιν ἀνωτέραν ἐκείνης, ἥτις εἰς ὁμοίας περιστάσεις τηρεῖται εἰς Ἀγγλίαν» καὶ μὲ ἐθνικὴν ἐπίσης ὑπερηφάνειαν, ἐδὼ εὑρισκόμενος, ἤκουσα ὅτι ὁ ἐν Ζακύνθῳ Πρόξενος τῆς Ἀγγλίας, ὅστις δὲν εἶναι προσωπικὸς φίλος μου, ἔγραψεν ἐδῶ περὶ τῆς ἐκλογῆς· ἠξεύρετε τί ἔγραψε, καὶ δὲν θέλω νὰ τὸ ἐπαναλάβω) διὰ νὰ τηρήσωμεν, λέγω, πλήρη τὴν τάξιν καὶ ν’ ἀφαιρέσωμεν πᾶσαν πρόφασιν τῶν ἀντιπάλων, ὅτι τοὺς ἀφηρέσαμεν ψήφους, δὲν ἐφάνημεν κατὰ τὰς τέσσαρας ἡμέρας τῶν ἐκλογῶν εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας. Οἱ συνάδελφοί μου μόνον κατὰ τὴν τρίτην ἡμέραν ἢ τὴν τετάρτην ἐπαρουσιάσθησαν μόνον νὰ ψηφοφορήσωσι καὶ νὰ φύγουν ἀμέσως· ἐγὼ δὲ δὲν ἐπῆγα οὔτε νὰ ψηφοφορήσω, ἔμεινα κατὰ τὰς τέσσαρας ἡμέρας τῆς ψηφοφορίας περιωρισμένος εἰς τὸν οἶκον μου. Ὁ ναὸς εἰς τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ ψηφοφορία ἦτον ὅλος εἰς τὴν διάθεσιν τῶν ἀντιπάλων μας, καὶ καθ’ ὅλας τὰς τέσσαρας ἡμέρας ἦσαν παρόντες ἐπὶ τῶν καλπῶν των, αὐτοὶ, οἱ ἀντιπρόσωποί των, οἱ ἀναπληρωταὶ τῶν ἀντιπροσώπων των καὶ περιπλέον 30 ἢ 40 ἄλλα ἄτομα ἰδικά των, ὅπως κατὰ τὰς περιστάσεις τίθενται εἰς ἐνέργειαν ἐπὶ τῶν εἰσερχομένων ἐκλογέων, εἴτε ἡ ἀπειλὴ, ἢ ἡ ὑπόσχεσις, ἢ ἡ παραίτησις. Ἀφήκαμεν ἐγκαταλελειμένον τὸ στάδιον τῆς ἐκλογῆς μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι ἠθέλομεν χάσει πολλὰς ψήφους, ἀλλὰ ν’ ἀπομακρύνωμεν πᾶσαν αἰτίαν συγχύσεως, ἢ συγκρούσεως. Ἦσαν λοιπὸν ἀπόλυτοι κύριοι τοῦ τόπου τῆς ἐκλογῆς οἱ ἀντίπαλοί μας καὶ δὲν ἠδύναντο νὰ προσέξωσι καὶ νὰ σημειώσωσιν εἰς τὰ πρακτικὰ, πόσοι ἀνήλικες ἢ ἄλλοι μὴ ἔχοντες τὸ δικαίωμα νὰ ψηφοφορήσουν ἐπαρουσιάσθησαν καὶ ἐψηφοφόρησαν; Ἀποθάῤῥυνσις ἕνεκα τῆς τυπώσεως τῶν καταλόγων, ἀποθάῤῥυνσις ἕνεκα τῆς καταστάσεως εἰς ἣν διατελεῖ ἡ νῆσος Ζακύνθου. Κύριε εἰσηγητὰ, ἡ ἀντίθετος θέσις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκομαι καὶ σήμερον κατέναντι ὑμῶν καὶ τῶν συναδέλφων σου, δεικνύει ὅτι εὑρισκόμεθα διατελοῦντες καθεὶς εἰς τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν εἴχομεν καὶ ἄλλοτε· ἀλλ’ ἂς μὴ προσπαθῶμεν νὰ φέρωμεν ἐδῶ μέσα τὰ πάθη μας, ἂς μὴ προσπαθῶμεν νὰ φέρωμεν ἐδῶ τὰς ἐπαρχιακάς μας διενέξεις. Σεῖς δὲ, κύριοι βουλευταὶ, μὴ ἀκολουθῆτε τὰς ὑπαγορεύσεις, δὲν θέλω νὰ εἴπω τὰς ἐμπαθεῖς, ἀλλὰ τὰς ἐπαρχιακὰς ἡμῶν τῶν Ἑπτανησίων, αἱ ὁποῖαι ἀναφέρονται εἰς μίαν περασμένην κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ἄλλως εὐχαριστῶ ὅτι τὴν ἐκεντήσατε, κ. εἰσηγητά. Κατὰ τὸ διάστημα τῶν τριῶν τούτων ἐτῶν μετὰ τὴν ἕνωσιν, κατὰ τὸ ὁποῖον προσεπαθήσατε ἢ προσεπάθησάν τινες νὰ δείξωσιν ὅτι ἡ Ἑπτάνησος, καὶ ἰδίως ἡ Ζάκυνθος, μετὰ τὴν ἕνωσιν κατεστράφη, ἐπανειλημμένως προσεκάλεσα ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ νὰ ἀναφέρωσι γεγονότα. Σὲ εὐχαριστῶ ὅτι ἔθιξας τὸ ζήτημα καὶ εἶναι ἡ περίστασις τώρα, κατὰ τὴν ὁποίαν σᾶς παρακαλῶ, κύριοι βουλευταὶ, νὰ μὲ ὑποφέρητε, διὰ νὰ δείξωμεν ἐδῶ ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ τούτου βήματος, ἐὰν αὐταὶ αἱ συκοφαντίαι, αἱ ὁποῖαι ἐπεσωρεύθησαν κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς κυβερνήσεως καὶ κατὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἡ Ἑλλὰς παραλαβοῦσα τὰς ἑπτὰ παρθένους τοῦ Ἰονίου τὰς ἔκαμεν ἄντρον λῃστῶν καὶ κακούργων· εἶναι ἀληθεῖς ἢ ὄχι. Ἡ κατάστασις τῆς Ζακύνθου, κύριοι, ἐὰν ᾖναι καλὴ ἢ κακὴ, δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ τὸ ἐξετάσω τώρα, ἴσως τὸ ἐξετάσω μετ’ ὀλίγον, ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῆς νήσου ἐκείνης μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐκαλλητέρευσεν ἢ ἐχειροτέρευσεν; ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα.
§107Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὴν ἐκλογὴν κ. Λομβάρδε.
§108ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, ἐνθυμηθεῖτε, (δὲν θέλω νὰ ἀνατρέξω εἰς περασμένα) ὅτι προχθὲς ἐνῷ ἐσυζητεῖτο ἐν τῷ Ἀγγλικῷ Κοινοβουλίῳ τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης, ἐκεῖνοι οἵτινες ἀντέκρουσαν τὴν ἕνωσιν τῆς Κρήτης μετὰ τῆς Ἑλλάδος, μετεχειρίζοντο ὡς ἐπιχείρημα τὴν Ἑπτάνησον· «ἴδετε, ἔλεγον, πῶς κατήντησεν ἡ Ἑλλὰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ θέλετε νὰ προσθέσητε εἰς αὐτὴν καὶ ἄλλας ἐπαρχίας;» Πρέπει λοιπὸν ἀφοῦ ἐδόθη ἀφορμὴ, νὰ μὲ ὑποφέρητε διὰ μίαν στιγμὴν, διὰ νὰ ἰδῆτε καὶ σεῖς καθαρὰ εἰς τὸ ζήτημα.
§109ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§110ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ κ. εἰσηγητὴς διῆλθεν ἐν παρεκβάσει τὴν κατάστασιν τῆς Ἑπτανήσου.
§111ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ὄχι τῆς Ἑπτανήσου.
§112ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι τῆς Ἑπτανήσου, λέγει.
§113ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐὰν ὑπάρχουν ἐγκλήματα εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχουν μόνον εἰς τὴν Παλικήν. (θόρυβος).
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μεταξᾶ, θὰ σοῦ ἐπιβάλω σιωπήν.
§115ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐκεῖ ὑπάρχουν κακοῦργοι. (θόρυβος).
§116ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὄχι τῆς Ἑπτανήσου, λέγει ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλὰ τῆς Ζακύνθου.
§117ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Σᾶς τὸ εἶπα τῆς Ζακύνθου.
§118ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ εἶναι τόσον περισσότερον ὀρθὴ ἡ διάκρισις αὕτη, κύριοι, καθόσον ἡ κατάστασις τῆς Ζακύνθου ἐπὶ τῆς παρελθούσης ξενοκρατίας παριστάνει πράγματι κάτι διαφορετικώτερον ἀπὸ τὰς ἄλλας νήσους, καθὼς παριστάνει καὶ σήμερον. Εἰς ποίαν κατάστασιν παρελάβομεν τὴν Ζάκυνθον ἀπὸ τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας; Ἀλλὰ διὰ νὰ κρίνωμεν δικαίως πρέπει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα διὰ νὰ ἴδητε εἰς ποίαν κατάστασιν παρέλαβον οἱ Ἄγγλοι τὴν νῆσον ἀπὸ τοὺς Ἑνετούς. Δὲν σᾶς φέρω ἄλλους εἰς μαρτυρίαν, οἱ ὁποῖοι ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῶσι φατριασταὶ, ἀλλὰ τὸν Γάλλον Γρασσὲτ, ὁ ὁποῖος διῆλθε τὰς Ἰονίους νήσους τὸ ὄγδοον ἔτος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας· ἰδοὺ τὶ γράφει περὶ Ζακύνθου· σᾶς ἀναγινώσκω τὴν μετάφρασιν. Σελ. 250. «Ὅταν οἱ Βενετοὶ κατέλαβον τὴν νῆσον τῆς Ζακύνθου, εὗρον τὸν πληθυσμὸν ἠραιωμένον εἰς βαθμὸν μοναδικὸν, ἕνεκα τῶν κατὰ τῆς νήσου τουρκικῶν καταστροφῶν καὶ τῶν συνεπεία τούτων μεταναστεύσεων τῶν κατοίκων. Ἡ γερουσία τῆς Βενετίας οὐδὲν ἠμέλησεν ὅπως ἐφελκύσῃ νέους κατοίκους εἰς τὴν ἐνδιαφέρουσαν ταύτην νῆσον. Ἡ ἐγκαθίδρυσις σωματείου εὐγενείας, πρὸς τὸ ὁποῖον ἐχορήγησεν ἀφθόνως προνόμια, ὑπῆρξεν ἓν τῶν μέσων, τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ὡς τὸ καταλληλότερον πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν σκοπῶν της. Πρὸς τοῦτο ἡ ἐπιδαψιλευομένη εὔνοια πρὸς τοὺς εἰς τὴν νῆσον μεταβαίνοντας, διοίκησις ἠπιωτάτη ὑπαγορευομένη κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην παρὰ τῆς ἀνάγκης, ἔφερον ὡς ἀποτέλεσμα νὰ συῤῥεύσωσιν εἰς τὴν Ζάκυνθον σημαντικὸς ἀριθμὸς οἰκογενειῶν εὐκαταστάτων ἐκ διαφόρων μερῶν τῆς Ἰταλίας. Φεύγουσαι τὴν πατρίδα των, μαστιζομένην τότε ἐκ τῶν συμφορῶν καὶ τῶν διαιρέσεων τῶν ἐμφυλίων πολέμων, ἐζήτησαν καὶ εὗρον εἰρηνικὸν ἄσυλον ἐπὶ εὐφόρου γῆς καὶ ὑπὸ κλίμα θελκτικόν. Μετέφερον ἐκεῖ τὰ λείψανα τῆς καταστάσεώς των, καὶ τὸ παράδειγμά των ἐμιμήθησαν ἀκολούθως ἄλλαι οἰκογένειαι, ἐπίσης ὡς τὰς πρώτας δυστυχεῖς ἐν τῇ πατρίδι των ἢ ὠθούμενοι ὑπὸ τῆς ἐλπίδος ν’ ἀπολαύσωσι μεγαλειτέρου καὶ μᾶλλον ἐξησφαλισμένου πλούτου». (Σελ. 251.) «Ἡ ἠθικὴ κατάπτωσις καὶ αἱ ἀταξίαι ἔφθασαν ἐν Ζακύνθῳ εἰς βαθμὸν πολὺ ἀνώτερον ἢ εἰς πᾶσαν ἄλλην κτῆσιν τῆς Βενετίας. Τὸ ἀκόρεστον τῶν κυβερνώντων παρήγαγε καὶ διετήρει τὰς πλέον ἐγκληματικὰς καταχρήσεις. Ἐκ τῆς ἀτίμου ταύτης βουλιμίας τοῦ πλούτου ἐπήγασεν εἶδος πιέσεως ἀγνώστου καὶ εἰς τοὺς λαοὺς τοὺς πλέον βαρβάρους. .... Σελ. 252. Πολλοὶ εἰς τὴν νῆσον ταύτην κατώρθωσαν διὰ τοῦ ἀτίμου τούτου τρόπου νὰ ἐξέλθωσιν τῆς ἐνδείας καὶ νὰ γίνωσιν εὐκατάστατοι. Ἀλγῶ, μὴ ἔχων νὰ παρουσιάσω εἰς τὸν ἀναγνώστην μου εἰμὴ εἰκόνας, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ διαγείρωσιν εἰς αὐτὸν πάρεξ τὸ αἴσθημα τῆς φρίκης καὶ τῆς ἀγανακτήσεως· ἀλλὰ διατὶ νὰ φανῶ μᾶλλον μετριόφρων ἐκείνων, οἵτινες ἀντὶ νὰ τηρῶσι σιγὴν διὰ τὰς ἁρπαγάς των ἐκαυχῶντο ἐπ’ αὐτῶν ἀναιδῶς; Ἐκ τῆς τελειοποιήσεως ταύτης τῆς τέχνης τοῦ ἀπογυμνόνειν τὸν ἐργάτην, ἐγεννήθη μῖσος ἀρκετὰ ἰσχυρὸν τῶν χωρικῶν καὶ ἐργατῶν κατὰ τῶν εὐγενῶν, εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὁποίων συνεκεντρώθη ὅλος ὁ πλοῦτος τῆς νήσου. Πολλάκις οἱ κάτοικοι τῆς ἐξοχῆς ἔλαβον τὰ ὅπλα καὶ εἰσῆλθον εἰς τὴν πόλιν, ὅπως ἐπιβάλωσι διὰ τῆς βίας δικαιοσύνην.... Αἱ σταφιδοφυτεῖαι, πρωτίστη πηγὴ τοῦ πλούτου τῆς νήσου, πλέον ἢ ἅπαξ ἐκινδύνευσαν νὰ παραδοθῶσιν εἰς τὰς φλόγας παρὰ τῶν καλλιεργούντων αὐτάς· ἐπὶ τοσοῦτον ἡ δίψα τῆς ἐκδικήσεως τοὺς ἀπετύφλωνεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ συμφέροντός των». Σελ. 253. — «Τὸ συχνότερον τῶν ἐν Ζακύνθῳ κακουργημάτων ἦτον ἡ δολοφονία. Ἡ βεβαιότης τῆς ἀτιμωρισίας ἐφώπλιζε τὸν πολίτην κατὰ τοῦ πολίτου. Μικρὸν ποσὸν χρημάτων ἔδιδεν εἰς τὸν κακοῦργον τὴν ἐλευθερίαν νὰ βάψῃ τὰς χεῖράς του εἰς τὸ αἷμα συμπατριώτου κατὰ τοῦ ὁποίου οὐδὲν ἄλλο εἶχε ν’ ἀντιτάξῃ, εἰμὴ ὅτι τὸ θῦμα ἀνῆκεν εἰς οἰκογένειαν ἀντίζηλον. Κατὰ πᾶσαν ἡμέραν συνέβαινον δολοφονίαι. Ὁ κακοῦργος συνέδεε μετὰ τοῦ ἐγκλήματος τὴν πλέον μαύρην προδοσίαν· δὲν προσέβαλλε τὸ θῦμα κατὰ μέτωπον ὡπλισμένος διὰ πιστολίου ἢ τουφεκίου· παρεφύλαττε νὰ τὸ θυσιάσῃ εἰς στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ θῦμα οὐδεμίαν ἠδύνατο νὰ συλλάβῃ ὑποψίαν. Εἷς ἄνθρωπος ἔπιπτε κολυμβῶν ἐπὶ τοῦ αἵματός του· οἱ παροδῖται συνέῤῥεον τριγύρω του· ὁ δολοφόνος περιέμενε συχνάκις μετ’ αὐτῶν, πολλάκις δὲ κρατῶν τὸ μιαιφόνον ὅπλον ἀνὰ χεῖρας, τὸν ἔβλεπέ τις συνδυάζοντα τὴν ἀναίδειαν μετὰ τῆς ἀπανθρωπίας νὰ προσβάλλῃ, ἵνα εἴπω οὕτω τοὺς σπαραγμοὺς ἑνὸς πατρὸς ἢ ἑνὸς νυμφίου, τὸν ὁποῖον πρὸ μικροῦ ἐθυσίασε. Τοιοῦτοι ἦσαν οἱ ἄνθρωποι, οὓς ἀπεκάλουν «bravi» Τοιαῦτα ἦσαν τὰ τέρατα τὰ συνταράσσοντα τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν καὶ ἡσυχίαν τῆς πατρίδος των .... Ὅλοι σχεδὸν οἱ εὐποροῦντες τῶν ἐν Ζακύνθῳ εἶχον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των ἐμμίσθους bravi, οἵτινες χάριν μικρᾶς ποσότητος χρημάτων ἐπορεύοντο ἐν ὅλῃ τῇ ἀπαθείᾳ, θυσιάζοντες πάντα, ὅστις εἶχε τὴν ἀτυχίαν νὰ ᾖναι ἀντίπαλος τοῦ πάτρωνός των .... Προσθέτω ὅμως, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἴσως λαὸς παρὰ τῷ ὁποίῳ νὰ ᾖναι εὐκολώτερον τὸ νὰ ἐπανέλθῃ καὶ διατηρηθῇ ἡ τάξις, ὅσον παρὰ τῷ λαῷ τῆς Ζακύνθου. Τοῦτο φαίνεται παραδοξολογία, ἀλλ’ εἶναι ἀλήθεια ἀποδεικνυομένη ἐκ τοῦ παραδείγματος τινῶν διοικητῶν, οἵτινες ἐπιθυμοῦντες μᾶλλον τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός των ἢ τὴν ἀπόκτησιν πλούτου, ἔφθασαν ν’ ἀφοπλίσωσι τὸν ἄτιμον καὶ τὸν δολοφόνον, δεικνύοντες μόνον πρὸς αὐτὸν τὸ ῥόπαλον τῆς δικαιοσύνης». Καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ πραγματικὴ ἀλήθεια περὶ τοῦ λαοῦ τῆς Ζακύνθου. Ὁ νόμος καὶ ἡ δικαιοσύνη ἐν Ζακύνθῳ δὲν ἐπροστατεύθη πάρεξ ὑπὸ μόνου τοῦ λαοῦ, ἀλλαχόθεν δὲν προῆλθε καὶ προέρχεται ἡ ἐνίσχυσις καὶ ὤθησις πρὸς τὸ ἔγκλημα. Τοιαύτη ἦτον ἡ κατάστασις τῆς Ζακύνθου ἐπὶ Ἑνετοκρατίας. Ὁ κ. εἰσηγητὴς δὲν ἠθέλησε νὰ τὴν ἀναφέρῃ. Βλέπετε ὅτι οὔτε ζωὴ, οὔτε ἰδιοκτησία εἶχον οὐδεμίαν ἀσφάλειαν. Τὰ πάντα ἦσαν εἰς χεῖρας τῶν εἰς τὴν νῆσον προσκληθέντων παρὰ τῆς Ἑνετικῆς κυβερνήσεως ξένων, οἵτινες εἶχον οὐ μόνον τὴν προστασίαν τῆς κεντρικῆς κυβερνήσεως τῆς Ἑνετίας, ἀλλὰ διεύθυνον κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτοῖς τοὺς διοικητὰς τῆς νήσου, οἵτινες ἀνὰ διετίαν διοριζόμενοι καὶ μὴ γνωρίζοντες, οὔτε καιρὸν ἔχοντες νὰ διδαχθῶσι τὴν γλῶσσαν καὶ τὰ ἤθη τοῦ τόπου, δὲν εἶχον συνεπαφὴν εἰμὴ μετὰ τοῦ ξενικοῦ ἐν τῷ τόπῳ στοιχείου. Τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου δὲν ἀνεγνωρίζετο εἰμὴ εἰς τοὺς ξένους τούτους. Ἑκατὸν πεντήκοντα οἰκογένειαι γεγραμμέναι εἰς τὴν χρυσῆν λεγομένην βίβλον (Libro d’ oro) εἶχον μόναι τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου. Εἰς πᾶσαν δημοσίαν θέσιν, ἐκ τῆς ἀνωτάτης μέχρι τῆς κατωτάτης, δὲν ἠδύνατο νὰ διορισθῇ ἄλλος εἰμὴ ἐκ τῶν μελῶν τῶν οἰκογενειῶν αὐτῶν. Ἡ πάλη ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ ἀνοιχθῇ μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ πιέζοντος τούτου ξενικοῦ στοιχείου, καὶ ἔπρεπε ν’ ἀνοιχθῇ σπουδαία. Στάσεις διάφοροι ἔλαβον χώραν. Ἄξιον σημειώσεως εἶναι τοῦτο, ὅτι αἱ στάσεις αὗται ἐν Ζακύνθῳ δὲν ἔλαβον, ὡς εἰς τὰς ἄλλας νήσους, ὡς ἀντικείμενον ἢ κέντρον κοινωνικὰ ἀλλὰ καθαρῶς πολιτικὰ ζητήματα. Ὁ λαὸς ὁσάκις ἐστασίασεν ἀπήτησε πολιτικόν τι δικαίωμα. Ἡ πρώτη ὑπὸ τὴν Ἑνετοκρατίαν μνημονευομένη στάσις συνέβη τὸ 1628, διήρκεσε πέντε ἢ ἓξ ἔτη. Ἐζήτει τότε ὁ λαὸς τὸ δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ ἕνα ἀντιπρόσωπον εἰς τὸ τότε καθίδρυμα τοῦ foudaco καὶ ἄλλα τινὰ δικαιώματα. Βλέπετε λοιπὸν ποία ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Ζακύνθου ἐπὶ Ἑνετοκρατίας. Ἡ ζωὴ τοῦ πολίτου ἐκρέματο ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ μισθουμένου παρὰ τοῦ εὐγενοῦς δολοφόνου τοῦ bravo καὶ ἡ ἰδιοκτησία αὐτοῦ εὑρίσκετο εἰς τὴν διάθεσιν τοῦ ἔχοντος περισσοτέρους bravi. Εἰς τὴν κατάστασιν ταύτην ἔλαβεν ἡ ἀγγλικὴ προστασία τὴν νῆσον. Ὀφείλω νὰ τὸ ὁμολογήσω, διότι εἶναι ἀληθὲς, ἡ Ἀγγλικὴ προστασία ἐπέφερε μίαν μεγάλην καλλιτέρευσιν εἰς τὴν θέσιν τῆς νήσου. Ἡ ἰδιοκτησία ἐσεβάσθη, τὰ προνόμια τῆς χρυσῆς βίβλου ἔπαυσαν, καὶ ποῖα προνόμια νομίζετε, κύριοι, ὅτι ὑπῆρχον μεταξὺ τῶν ἄλλων; Ὁ ἄνθρωπος τοῦ λαοῦ, ὁσάκις διήρχετο ἐκ τοῦ καφφενείου ὅπου συνήρχοντο οἱ εὐγενεῖς, καὶ τὸ ὁποῖον ἔκειτο ἐν τῇ κεντρικῇ πλατείᾳ λεγομένῃ σήμερον τοῦ «Ποιητοῦ», ἦτον ὑπόχρεος δέκα βήματα πρὶν φθάσῃ νὰ ἀφαιρῇ τὸ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς του καὶ οὕτω ἀσκεπὴς νὰ πορευθῇ, ἕως οὗ ἤθελεν ἀφήσει ὄπισθέν του δι’ ἄλλα δέκα βήματα τὸ εὐγενὲς ἐκεῖνο καφενεῖον. Τὸ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ κάμῃ καὶ ὅταν διήρχετο ἀπὸ οἰκήματά τινα, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἦτον ἐκεῖ ὁ οἰκοδεσπότης. Ἀλλ’ ὡς πρὸς τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς, κύριοι, εἰς ποίαν κατάστασιν μᾶς παρέδωκε τὴν Ζάκυνθον ἡ προστασία; ἠδυνήθη νὰ διορθώσῃ τοὺς ἐργάτας τοῦ ἐγκλήματος; δὲν θέλω σᾶς ἀναφέρει σημειώσεις ἰδικάς μου ἢ τῶν φίλων μου, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ ἀρνηθῇ ὅσα εἴπω ὁ κ. εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι γεγραμμένα ἐδὼ (δεικνύει τὴν ἐπίσημον ἐφημερίδα τῆς Ἑπτανήσου) βλέπετε τὴν σφραγίδα ταύτην, ἥτις φέρει ἀναμνήσεις εὐφροσύνους διά τινας, δυσαρέστους δι’ ἄλλους; εἶναι ἡ ἐπίσημος ἐφημερὶς τῆς πρώην Ἰονίου πολιτείας. Ὁ ἁρμοστὴς Οὐάρδος, ὅστις καὶ τὸ ὄνομα ῥιζοσπάστου ἂν ἤκουεν ἐκυριεύετο ἀπὸ σπασμούς, περιελθὼν τὰς Ἰονίους νήσους κατὰ τὸ 1853 ἦλθε καὶ διέμεινε καὶ εἰς Ζάκυνθον ἐπί τινας ἡμέρας. Καλέσας εἰς ἐπίσημον γεῦμα τὸν ἔπαρχον μετὰ τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου καὶ λοιπῶν ἀρχῶν τῆς νήσου, τοὺς ἀπήγγειλλε τὸν ἑπόμενον λόγον, τὸν ὁποῖον ἐτύπωσεν εἰς τὴν ἐφημερίδα. Πῶς ἀπεικονίζει τὴν κατάστασιν τῆς νήσου ὁ ἁρμοστὴς Οὐάρδος μετὰ 40 ἔτη ἀγγλικῆς κατοχῆς. «Εἶμαι ἕτοιμος, λέγει, νὰ συμπράξω εἰλικρινῶς καὶ ἐγκαρδίως μὲ οἱονδήποτε ἄτομον καὶ μὲ οἱονδήποτε κόμμα, δυνάμενον νὰ ὑπαγορεύσῃ μέτρα ἐπωφελῆ καὶ ἐφικτὰ εἰς ἀνακούφισιν λαοῦ, εἰς τοῦ ὁποίου τὴν τύχην ἔλαβον καὶ θέλω λάβει ἀείποτε τὴν ζωηροτέραν σπουδήν. Ἡ σπουδὴ αὕτη κύριοι, ηὐξήθη ὑπὸ τῆς πλέον ἐνδομύχου γνώσεως, τὴν ὁποίαν ἠδυνήθην νὰ ἀποκτήσω κατὰ τὴν μεταξὺ ὑμῶν διατριβήν μου περὶ τῆς ἐνεστώσης καταστάσεως τῆς νήσου Ζακύνθου. Πανταχοῦ εὕρηκα λαὸν νοήμονα, βιομήχανον, φιλόφρονα καὶ μάλιστα γενναῖον εἰς τὴν φιλοξενίαν αὐτοῦ καὶ εὐδιάθετον πρὸς τὴν κυβέρνησιν αὐτοῦ, μὲ ὅλους τοὺς διηνεκεῖς ἐρεθισμοὺς τῶν τελευταίων ἓξ ἐτῶν, κατὰ τὰ ὁποῖα συγχωρήσατέ μοι ἂν σᾶς ὁμιλῶ μὲ τόσην ἐλευθερίαν, οἱ Κύριοι τῆς Ζακύνθου (the Signori of Zante) μὲ τὰς οἰκογενειακὰς αὐτῶν διενέξεις, ἐκίνησαν τὰ πάντα ἵνα ἐξασθενήσωσι καὶ τὴν ἐπιῤῥοήν των καὶ τὴν ἐξάσκησιν πάσης νομίμου ἀρχῆς. Εἰς τὰς προσωπικὰς ταύτας ἔριδας ἀποδίδω κατὰ μέγα μέρος τὰς λυπηρὰς δοκιμασίας, τὰς ὁποίας παρουσιάζει ἡ κοινωνικὴ κατάστασις τῆς νήσου, διὰ τὴν ἔλλειψιν τοῦ ἠθικοῦ ἐκείνου χαλινοῦ, ὅστις εἰς πᾶσαν ἐξευγενισμένην κοινότητα καθυποτάσσει εἰς τὴν κυριαρχίαν τοῦ νόμου τὰ προσωπικὰ πάθη καὶ θέτει τὴν ζωὴν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τοῦ ταπεινοτέρου πολίτου ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Κράτους. Εἰς Ζάκυνθον ἀπεναντίας εἰς τὴν μικρὰν ταύτην κοινότητα, μόλις ἀριθμοῦσαν 40,000 κατοίκους, εἴδομεν κατὰ τοὺς τελευταίους δεκαοκτὼ μῆνας εἰκοσιτρεῖς ἀνθρωποκτονίας καὶ τριάκοντα ἀποπείρας φόνου μὲ αἰκίας μᾶλλον ἢ ἧττον βαρείας. Φαίνεται ὅτι ἡ μάχαιρα ἐγένετο ὁ διαιτητὴς εἰς πᾶσαν Ζακύνθιον ἔριδα. Φαίνεται ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιωτικῆς ἐκδικήσεως ἀνεγνωρίσθη καθιερωμένον ὑπὸ τοῦ Συντάγματος. Φαίνεται ὅτι οἱ λῃσταὶ, ἐμψυχωθέντες ἀπὸ μακρᾶς σειρᾶς ἀδικημάτων μὴ τιμωρηθέντων καὶ ὑπὸ παρεννοημένης συμπαθείας ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ὤφειλον νὰ ἔχωσιν ὀρθοτέραν ἰδέαν περὶ τῶν καθηκόντων αὑτῶν ὡς πολιτῶν καὶ μάλιστα χριστιανῶν, γίνονται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν προπετέστεροι, συγκροτοῦσι μεταξὺ αὐτῶν μυστικὴν ἑταιρίαν, διαφοβίζουσι τοὺς μάρτυρας, ἔχουσιν ὡρισμένας σχέσεις μὲ τοὺς λεμβάρχους, καὶ ὠφελούμενοι ἀπὸ τὴν γειτνίασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν περὶ ἀποδώσεως συνθήκης μεταξὺ τῶν δύο Ἐπικρατειῶν, ἔφθασαν νὰ πεισθῶσιν ὅτι δύνανται πάντοτε νὰ ἀπολαύωσι τῆς αὐτῆς ἀτιμωρισίας. Ὑπὸ τοιαύτας περιστάσεις δὲν μοὶ ἀπομένει ἄλλο εἰμὴ νὰ θέσω εἰς ἐνέργειαν ὅλας τὰς ἐξουσίας τῆς κυβερνήσεως, ἵνα τελειώσω μίαν κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις καθιστᾷ τὴν τοσοῦτον ὡραίαν καὶ ἐνδιαφέρουσαν νῆσον, τὸ σκάνδαλον τοῦ ἐξευγενισμένου κόσμου. Προσκαλῶ οὖν δημοσίως, ὡς ἤδη ἔκαμα καὶ ἰδιωτικῶς, τὴν εἰς τὸ καλὸν τοῦτο ἔργον βοήθειαν καὶ σύμπραξιν παντὸς κλάδου τῶν τοπικῶν ἀρχῶν. Οἱ δικασταὶ πεπεισμένοι ὡς εἶμαι καὶ ἐγὼ, περὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης ἐκτάκτων μέτρων, μοὶ ὑπεσχέθησαν νὰ δώσωσι τὴν αὐστηροτέραν ἑρμηνείαν εἰς ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα τοῦ νόμου, ἅτινα ἀφίνουσιν αὐτοῖς ἐλαστικότητα. Ἡ ἐκκλησία θέλει ἐξασκήσει ὅλην αὑτῆς τὴν ἐπιῤῥοήν. Ἡ ἀστυνομία θέλει δείξει εἰς 24 ὥρας ὅτι ἠξεύρει νὰ μεταχειρισθῇ ὅλας τὰς ἐξουσίας τὰς ὁποίας τῇ δίδει ὁ Ποινικὸς Κῶδιξ πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὴν προστασίαν τῆς κοινωνίας. Καὶ θέλω νὰ πιστεύσω, κύριοι, ὅτι αὐτὴ ἡ ἕνωσις ὅλων τῶν ἐξουσιῶν κατὰ ἀδικήματος προξενοῦντος φρίκην εἰς πάντα ἔντιμον νοῦν, θέλει βοηθηθῇ ὑπὸ τῆς γενικῆς ἐπιδοκιμασίας τῶν πολιτῶν Ζακύνθου.» Καὶ πότε ἔλεγε ταῦτα ὁ Οὐάρδος; ὅτε εὑρίσκετο εἰς τὸ ἔπακρον τῆς μανίας του ἐναντίον ἡμῶν τῶν ῥιζοσπαστῶν. Ἐὰν καὶ μακρόθεν ἠδύνατο νὰ μᾶς ὑποπτεύσῃ ἢ νὰ μᾶς ἐνοχοποιήσῃ, ὡς ἐνεχομένους εἴτε ἀμέσως εἴτε ἐμμέσως εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην τοῦ τόπου, δὲν θὰ ἔδραττε μετὰ ζέσεως τὴν περίστασιν ὅπως ἐλευθερωθῇ ἀπὸ ἡμᾶς, εἴτε διὰ τῆς φυλακῆς, εἴτε καὶ διὰ τῆς ἀγχόνης, ὡς ἄλλοι εἰς ἄλλην περίστασιν τὸν ἐσυμβούλευον; (διότι, ἀκούσατε καὶ τοῦτο, κ.κ. βουλευταὶ, ὅταν ὁ Οὐάρδος ἐξώριζε τοὺς ῥιζοσπάστας, οἱ τότε ἐν τοῖς πράγμασι συμπολῖται μας τὸν ἐσυμβούλευον νὰ μὴ ζαλίζεται μὲ ἐξορίας, ἀλλὰ νὰ μᾶς παραδώσῃ εἰς αὐτοὺς νὰ μᾶς κατηγορήσωσιν ἐπὶ ἐσχάτῃ προδοσίᾳ καὶ τῷ ὑπέσχοντο ὅτι ἤθελον μᾶς καταδικάσει. Ναὶ, κύριοι, ἂν ζῶμεν σήμερον τὸ ὀφείλομεν εἰς τοὺς ἁρμοστάς. Οἱ συμπολῖται μας οὗτοι ἤθελον μᾶς ἀπαγχονίσῃ) ἐνῷ δὲ τὸν λαὸν ἐγκωμιάζει καὶ κατὰ τῶν ῥιζοσπαστῶν οὐδεμίαν κατηγορίαν φέρει, ὁ Οὐάρδος, κηρύσσει μόνους αἰτίους καὶ ὑπευθύνους διὰ τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν ἐκείνην τοῦ τόπου τοὺς κυρίους de Signori of Zante. Ὅτε δὲ συνέβαινον ταῦτα ποῖοι ἦσαν εἰς τὰ πράγματα, κ. εἰσηγητά; ποῖοι εἶχον τὴν ἐξουσίαν καὶ τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου; ἡμεῖς, ἢ οἱ φίλοι σας, οἵτινες εἶχον τότε τὰ πάντα εἰς χεῖράς των καὶ τῶν ὁποίων ἔρχεσθε νὰ πλέξητε σήμερον τὸν πανηγυρικόν, διότι εἰς τοιαύτην κατάστασιν τὴν Ζάκυνθον ἔφεραν; Μὲ ὅλον τὸν κεραυνοβόλον τοῦτον λόγον, μὲ ὅλα τὰ δραστήρια μέτρα, τὰ ὁποῖα ὁ ἁρμοστὴς ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν τί κατώρθωσεν; τίποτε! οὔτε νὰ ἐμποδίσῃ τὰ κακουργήματα, οὔτε νὰ συλλάβῃ τοὺς κακούργους ἠδύνατο. Ὁ τότε διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας εἰς ἐπίσημον διακοίνωσιν, τῷ εἶπε καθαρὰ «μὴ χαλᾶς τὸ κεφάλι σου, οἱ κακοῦργοι προστατεύονται παρὰ τῶν φίλων σου, τοὺς ὁποίους ἔχεις εἰς τὰς θέσεις· αὐτοὶ τοὺς ἐνθαῤῥύνουν, αὐτοὶ τοὺς κρύπτουν εἰς τὰς οἰκίας των καὶ εἰς τὰ ἀγροκήπιά των, καὶ ἐν ἀνάγκῃ τοῖς παρέχουσι τὰ μέσα νὰ δραπετεύωσιν ἐκ τῆς νήσου καὶ, ὡς ἐκ τούτου, ἡ ἀστυνομία δὲν ἠμπορεῖ νὰ τοὺς συλλάβῃ». Τῷ ὄντι ἡ κατάστασις ἐκείνη ἐξηκολούθησεν. Οἱ προστατευόμενοι κακοῦργοι ἐπετέθησαν πολλάκις καὶ κατὰ τῶν ἀρχῶν καὶ κατὰ τῶν ἀστυνόμων. Ὁ τελευταῖος ἁρμοστὴς Στὸρξ ἐξέδιδε κατὰ τὸ 1860 διὰ τῆς Γερουσίας τὴν ἑπομένην προκήρυξιν. «Δηλοποίησις» Τῆς γραμματείας τῆς γερουσίας Κερκύρᾳ 17 Μαρτίου 1860. «Ἐπειδὴ ἐν τῇ πόλει Ζακύνθου κατὰ τὸ μεσονύκτιον τῆς 1 τοῦ ὁδεύοντος μηνὸς εἰς μίαν τῶν ὁδῶν τῆς συνοικίας τοῦ ἁγίου Δημητρίου ἐφονεύθη ὁ κ. Σπυρίδων Ἐπισκόπουλος τοῦ Π. Νικολάου, ὑποστὰς ἕνδεκα πληγὰς διὰ ξίφους, καὶ τὸ πτῶμα αὐτοῦ εὑρέθη κατὰ γῆς. «Ἐπειδὴ ἡ ἤδη γενομένη κήρυξις ἐκκλησιαστικῶν παραινέσεων καὶ ἡ ἀκόλουθος ἐξέτασις πλείστων μαρτύρων οὐδὲν παρήγαγεν ἀποτέλεσμα πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ φρικτοῦ τούτου κακουργήματος. «Καὶ ἐπειδὴ μεγάλως ἐνδιαφέρει νὰ ἀνακαλυφθῶσιν οἱ ἔνοχοι τοῦ κακουργήματος, διὸ ἡ γερουσία μεταχειριζομένη τὰς ὑψηλὰς ἐξουσίας, τὰς ὁποίας δίδει αὐτῇ τὸ 183 ἄρθρον τοῦ Ποιν. Κώδικος καὶ τῇ συναινέσει τῆς Αὐτοῦ Ἐξοχότητος τοῦ Λόρδου μεγάλου ἁρμοστοῦ, διακηρύττει ὅτι «ά.) Ἀπονέμει τὴν ἐξάλειψιν τῆς ποινικῆς ἀγωγῆς καὶ ἑπομένως τὴν ἀτιμωρησίαν εἰς ἕνα ἢ δύω τῶν ἐνόχων ἢ συναιτίων τοῦ εἰρημένου κακουργήματος, ἐξαιρουμένου ὅμως τοῦ πρωταιτίου ἢ τῶν πρωταιτίων, οἵτινες ἤθελον καταγγείλει εἰς τὴν τιμωρὸν δικαιοσύνην τοὺς αὐτουργοὺς, πρωταιτίους καὶ ἄλλους συναιτίους καὶ ἤθελον χορηγήσει μέσα ἀποδείξεως κατ’ αὐτῶν. «βʹ .) Ἐὰν κατὰ συνέπειαν τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένων διακοινώσεων καὶ κατηγοριῶν, ἡ τιμωρὸς δικαιοσύνη ἤθελεν ἀνακαλύψει τοὺς αὐτουργοὺς τοῦ ῥηθέντος κακουργήματος, θέλει δοθῆ εἰς τὸν ὡς ἄνωθι φανερώσαντα, μετὰ τῆς ἀτιμωρησίας, καὶ ἡ ἀμοιβὴ λιρῶν Στερλινῶν ἑκατὸν (100) ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἣν προσδιορίζει ἡ περὶ τούτου προκήρυξις, δημοσιευθησομένη κατὰ τὸν νόμον, καὶ ἀδείᾳ τῆς κυβερνήσεως ὑπὸ τοῦ ἀνακριτοῦ Ζακύνθου. «γʹ .) Ἡ παροῦσα θέλει τυπωθῆ ἀνυπερθέτως δημοσιευθῆ δὲ καὶ τοιχοκολληθῆ εἰς ὅλους τοὺς συχναζομένους τόπους τῆς πόλεως καὶ εἰς πάσας τὰς κώμας Ζακύνθου, ὡς ἐπίσης θέλει δημοσιευθῆ καὶ εἰς τὰς ἄλλας νήσους τοῦ Κράτους πρὸς γενικὴν γνῶσιν.
»Ἐπιταγῇ τῆς γερουσίας
ΟΑ Λ. ΔΟΥΣΜΑΝΗΣ
Γραμματεὺς τῆς γερουσίας ἐπὶ τῷ γενικῷ τμήματι.» Ὁ Ἐπισκόπουλος οὗτος ἦτο λοχίας ἢ μοίραρχος τῆς ἀστυνομίας. Μ’ ὅλας τὰς γενομένας ἐρεύνας καὶ ὑποσχέσεις, ἡ ἐξουσία δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνακαλύψῃ ποῖοι τὸν ἐφόνευσαν. Πολλοὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ τῆς ἀστυνομίας, καὶ πρὶν καὶ μετὰ τὸ κακούργημα τοῦτο, ἐφονεύθησαν παρὰ τῶν προστατευομένων κακούργων. Ὁ ἐπὶ ἀγγλοκρατίας τελευταῖος διευθυντὴς τῆς ἀστυνομίας ὁ κ. Ζωλῆς, τὸν γνωρίζεις, (πρὸς τὸν εἰσηγητὴν) ἐξερχόμενος τοῦ γραφείου του ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ προσεβλήθη καὶ τοῦ ἔσπασαν τὴν κεφαλήν· ὀλίγας δὲ ἑβδομάδας πρὸ τῆς ἄρσεως τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας οἱ κακοῦργοι Λιουραῖοι ἐκρεούργησαν διὰ πελέκεων ἐντὸς τῆς οἰκίας της ὁλόκληρον οἰκογένειαν, συγκειμένην ἐκ πέντε ἀτόμων, τῶν τριῶν θηλέων. Τὸ φρικῶδες τοῦτο κακούργημα ἐνεποίησε τὴν μεγαλειτέραν φρίκην εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκείνην. Ὁ λαὸς ἠγέρθη εἰς τὸ ποδάρι κατὰ τῶν κακούργων, καὶ τὸ κακουργιοδικεῖον τοὺς κατεδίκασεν εἰς θάνατον. Ἀλλὰ ἔπρεπε καὶ εἰς αὐτοὺς νὰ δοθῇ προστασία! Ἡ ἀπόφασις ἐφεσιβλήθη εἰς Κέρκυραν. Ταξείδια ἐκεῖ ἐπεχειρίσθησαν, ἡ ἀπόφασις τοῦ κακουργιοδικείου Ζακύνθου ἀπεικονίσθη, ὡς ὑπαγορευθεῖσα ὑπὸ τῆ τρομοκρατίας τοῦ ὄχλου καὶ οἱ κακοῦργοι Λιουραῖοι ἀπελύθησαν ἐλεύθεροι δι’ ἰσοψηφίας τοῦ δικαστηρίου. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν, καὶ μὲ τοιαῦτα προηγούμενα, παρελάβομεν τὴν νῆσον ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας. Κατὰ τὰ τρία τελευταῖα ἔτη τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας συνέβησαν 45 φόνοι εἰς Ζάκυνθον· πόσοι συνέβησαν κατὰ τὰ τρία πρῶτα μετὰ τὴν ἕνωσιν ἔτη;
§119ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν εἶναι ὁ ἀριθμὸς ἀλλ’ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐπράχθησαν.
§120ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀξιόλογα. Ῥιζικὴ μεταβολὴ ἐκαλεῖτο διὰ τῆς ἄρσεως τῆς ἀγγλικῆς προστασίας. Ὁ λαὸς μετὰ καταπίεσιν 400 ἐτῶν ἐπανελάμβανε διὰ μιᾶς τὰ δικαιώματά του, ἡ δὲ Ἑλλὰς ἀνελάμβανε τὴν κυβέρνησιν τῆς νήσου, ἐνῷ διὰ μιᾶς ἐξέλιπεν ὁ ὄγκος τῆς ἀγγλικῆς δυνάμεως, ἐξέλιπεν ἡ ὑψηλὴ ἀστυνομία καὶ ἡ διοικητικὴ ἀστυνομία μὲ τὴν τότε δικαιοδοσίαν καὶ τὰ τότε μέσα της. Πανταχοῦ εἰς μίαν τοιαύτην μεταβολὴν τὰ ἐγκλήματα ἐπερίσσευσαν. Ἂν δὲ, κύριε Παραμυθιώτη, κατὰ τὰ τρία τελευταῖα τῆς ἀγγλικῆς προστασίας ἔτη συνέβησαν εἰς Ζάκυνθον 45 φόνοι, δὲν θὰ ἦναι ἀπόδειξις μὴ χειροτερεύσεως τῆς νήσου, ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, ἂν κατὰ τα τρία πρῶτα μετὰ τὴν ἕνωσιν ἔτη συνέβαινον (πόσον θέλετε;) ὀγδοήκοντα ἢ ἑκατὸν φόνοι; καὶ ὅμως δὲν συνέβησαν εἰμὴ μόνον 27. Παρατηρητέον δὲ ὅτι εἰς τοὺς 27 αὐτοὺς φόνους, οἵτινες συνέβησαν κατὰ τὰ τρία πρῶτα μετὰ τὴν ἕνωσιν ἔτη, συμπεριλαμβάνονται τοὐλάχιστον δέκα ἄνθρωποι τῆς μερίδος μας φονευθέντες ἀπὸ τοὺς μπράδους (pravi) τῶν ἀντιπάλων μας διὰ τὰ πολιτικά των φρονήματα. Φέρετέ μου ἓν τοιοῦτον γεγονὸς κατὰ τῶν ὑμετέρων, φέρετέ μοι ἓν γεγονὸς, ὅτι ἡμεῖς, εἴτε ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, εἴτε ἐκτὸς αὐτῆς ἐθαῤῥύναμεν ἢ ἐπροστατεύσαμεν κακούργους. Ἀναφέρατε, κ. εἰσηγητὰ, τὸ γεγονὸς τῆς δολοφονίας τοῦ ἀτυχοῦς Γαήτα. Περὶ τοῦ γεγονότος ἃς ὁμιλήσῃ ὁ ἐν τῇ Βουλῇ εὑρισκόμενος συγγενὴς στενὸς τοῦ δολοφονηθέντος, συνάδελφός μου βουλευτὴς Ζακύνθου κ. Δ. Γαήτας· εἶναι παρὼν, εἰς αὐτὸν ἀνήκει τὸ μέρος τοῦτο· εἰς ἐμὲ μόνον νὰ εἴπω τὶ ἐνήργησα ὡς ὑπουργὸς τότε τῆς Δικαιοσύνης, καὶ τί ἔπραξαν οἱ ἀντίπαλοί μου εἰς ὁμοίαν εὑρεθέντες περίστασιν πρὸς ἐμὲ εἰς ἣν εὑρέθην ἐγὼ πρὸς αὐτούς. Μόλις ἔμαθον τὸ λυπηρὸν γεγονὸς τῆς δολοφονίας τοῦ Γαήτα, προσεκάλεσα τὸν εἰσαγγελέα τοῦ Ἀρείου Πάγου, εὑρισκόμενον μὲ ἰδιαιτέραν ἐντολὴν εἰς Κέρκυραν, νὰ μεταβῇ ἀμέσως εἰς Ζάκυνθον, διέταξα δὲ τηλεγραφικῶς τὸν παρ’ ἐφέταις Πατρῶν εἰσαγγελέα νὰ μεταβῇ εἰς Ζάκυνθον, ὅπως διευθύνωσιν τὴν ἀνάκρισιν· τοῖς ἔδωκα πληρεξουσιότητα νὰ προβῶσιν εἰς οἱονδήποτε βῆμα ἤθελον νομίσει συντελεστικὸν πρὸς ἀνακάλυψιν τῶν δολοφόνων. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν μοὶ ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ προκηρύξῃ τὰς παρὰ τοῦ νόμου χορηγουμένας χιλίας δραχ. πρὸς ἀνταμοιβὴν, ἐκείνων, οἵτινες ἤθελον ἀνακαλύψει τοὺς αὐτουργούς. Ἀνεδέχθην τὴν εὐθύνην νὰ τὸν ἐξουσιοδοτήσω νὰ προκηρύξῃ πέντε χιλιάδας δραχμῶν. Ἀφοῦ ἐνόμισαν ὅτι δὲν εἶχον ἄλλο τι νὰ ἐνεργήσωσιν ἐπὶ τῆς λυπηρᾶς ταύτης ὑποθέσεως εἰς Ζάκυνθον, μοὶ ἔγραψαν ὅτι ἐσκόπευον ν’ ἀναχωρήσωσι, τοῖς ἀπήντησα παρακαλῶν αὐτοὺς νὰ μένωσι καὶ ἐπιμένωσιν ἐξετάζοντες. Ἔμειναν, καὶ πάλιν μοὶ ἔγραψαν ὅτι περιττὸν πλέον νὰ μένωσι, καὶ πάλιν τοῖς ἀπήντησα νὰ μὴν ἀναχωρήσωσι. Τί ἔπραξαν οἱ ἀντίπαλοί μου, εὑρεθέντος ἐμοῦ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀτυχοῦς Γαήτα; ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα, ἐνῷ οἱ ἀντίπαλοί μου διέθετον τὴν ἐξουσίαν; Ἐπορευόμην νὰ ἐπιβιβασθῶ ἐν Ζακύνθῳ εἰς τὸ ἀτμόπλοιον διὰ ἐδῶ τὴν 24 Ἰανουαρίου ἐφέτος, ὅτε αἴφνης ἀπευθύνονται δύω πυροβολισμοὶ κατ’ ἐμοῦ ἢ κατὰ τῶν παραπλεύρων μου συνακολουθοῦντων με. Δὲν ἔκαμον καταγγελίαν ἐγὼ, ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς ἠθέλησε νὰ προβῇ μόνος του εἰς τὰς ἀνακρίσεις, καὶ ἐξήτασεν 70 περίπου μάρτυρας, οἱ ὁποῖοι ὅλοι κατέθεσαν, ὅτι ἐνῷ διευθυνόμην ἀπὸ τὴν πλατείαν τὴν κεντρικὴν τῆς Ζακύνθου, καλουμένην «τοῦ Ποιητοῦ» τὰς δύω περίπου ὥρας μετὰ μεσημβρίαν, μόλις ἔφθασα εἰς τὸ καφφενεῖον, δύω πρῶτοι πυροβολισμοὶ ἐκ τοῦ καφφενείου ἐκείνου ἠκούσθησαν. Συμφωνοῦν καὶ οἱ 70 μάρτυρες εἰς τοῦτο. Ἐκ τῶν μαρτύρων τούτων πολλοὶ, μεταξὺ τῶν ὁποίων χωροφύλακες καὶ στρατιῶται τῆς φρουρᾶς, καταθέτουν, ὅτι εἶδον τὸν Α. καὶ Β, οἵτινες ἐκάθηντο ἔξωθεν τοῦ καφφενείου μὲ τὸν Γ, οἵτινες ὅταν ἐπλησίασεν ὁ Λομβάρδος, ἠγέρθησαν, ἔσυραν ἕκαστος αὐτῶν ἓν πιστόλιον καὶ σκοπεύοντες κατὰ τοῦ Λομβάρδου ἢ τῶν πλησίον αὐτοῦ, ἐπυροβόλησαν. Μάρτυρες ἐκ τῶν 70 καταθέτουσιν ὅτι, καθ’ ἣν στιγμὴν ὁ Α. ἐπυροβόλει, εἶδον μίαν χεῖρα, ἥτις ἐκτύπησεν ἐκ τῶν κάτω πρὸς τὰ ἄνω τὴν κρατοῦσαν τὸ πιστόλιον χεῖρα τοῦ Α. καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ σφαίρα διευθύνθη πρὸς τὰ ἄνω καὶ προσέβαλε παράθυρον ἄντικρυ οἰκίας, ὅπου καὶ εὑρέθη, ὡς ἐπιστοποίησεν ἡ ἔκθεσις τοῦ μηχανικοῦ. Ἀποδεικνύεται ἐπίσης, ὅτι ὁ Β. ἐπυροβόλησε κατ’ εὐθείαν κατὰ τοῦ Λομβάρδου ἢ τῶν παρ’ αὐτῷ, μάρτυρες δὲ καταθέτουσιν, ὅτι ἤκουσαν τὴν σφαῖραν διελθοῦσαν μεταξὺ τῆς κεφαλῆς των καὶ τῆς κεφαλῆς τοῦ παρὰ τῇ πλευρᾷ των εὑρεθέντος Λομβάρδου. Ἀφίνω κατὰ μέρος πολλὰς λεπτομερείας. Ὁ εἰσαγγελεὺς ἐζήτησε τὴν προφυλάκισιν τῶν ἐνοχοποιουμένων ἀλλ’ ὁ ἀνακριτὴς κ. Κοντολέων (τὸν γνωρίζετε, κ. εἰσηγητὰ, εἶναι ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον εὗρον ἀνακριτὴν εἰς τὴν Ζάκυνθον, διορισθέντα ἀπὸ τοὺς ἀντιπάλους μου. Τὸν ἐγνώριζα ὅτι ἦτο τυφλὸν ὄργανόν των, ἀλλ’ ἐπὶ ἓν ἔτος διατελέσας ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὄχι μόνον δὲν τὸν ἀπεμάκρυνα ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν, ἀλλ’ οὐδὲ τὸν μετέθεσα. Τὸν ἄφησα εἰς τὴν θέσιν του, διὰ νὰ δώσω τὴν ἀπόδειξιν εἰς τοὺς ἀντιπάλους μου, ὅτι τοὺς ἄφινα τὴν ἀνάκρισιν εἰς χεῖρας των καὶ δὲν ἐζήτουν νὰ λάβω ἐπιῤῥοὴν, προστατεύων ἐγκλήματα). Ὁ ἀνακριτὴς, λέγω, οὗτος διαφωνεῖ πρὸς τὸν εἰσαγγελέα, ὁ εἰσαγγελεὺς φέρει τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ συμβούλιον, καὶ οἱ δύω δικασταὶ συμφωνοῦν μετὰ τοῦ εἰσαγγελέως. Ὁ εἰσαγγελεὺς, ὁ τίμιος, ἱκανὸς καὶ αὐστηρὸς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του Σ. Δουκάκης, προτείνει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν παῦσιν τοῦ Κοντολέοντος, ὡς ἀνικάνου καὶ φατριαστοῦ. Ὁμοία πρότασις διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους εἶχεν ἀπευθυνθῇ καὶ προηγουμένως πρὸς ἐμὲ περὶ Κοντολέοντος, ἀλλὰ τὴν ἄφησα κατὰ μέρος, διὰ τὰ ὁποῖα προεξέθεσα αἴτια. Πρὸς ἀπάντησιν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως περὶ παύσεως τοῦ Κοντολέοντος, παύεται ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ οἱ δύω δικασταὶ, οἵτινες συνεφώνησαν μετ’ αὐτοῦ καὶ στέλλονται ἄλλοι, οἵτινες, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ νέου εἰσαγγελέως ἀπεφάνθησαν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ πρὸς κατηγορίαν κατὰ τῶν πυροβολησάντων Α. καὶ Β, πρέπει δὲ νὰ παραπεμφθῇ ἐπὶ ἀποπείρᾳ ἀναιρέσεως ὁ Γ ἐκ τῆς μερίδος μου, ὅστις μετὰ τοὺς πρώτους κατ’ ἐμοῦ πυροβολισμοὺς, ἀντεπυροβόλησεν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἀκούσατε ὅμως κάτι περιεργότερον. Εἷς ἐκ τῶν τριῶν δικαστῶν ἦτο ὁ κ. Ποϊάγος, τὸν γνωρίζετε, κ. εἰσηγητὰ, εἶναι ἐκ τῶν τιμιωτέρων καὶ ἱκανωτέρων δικαστῶν, τοὺς ὁποίους μᾶς ἄφησεν ἡ προστασία.
§121ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς, εἶναι τιμιώτατος καὶ ἱκανώτατος.
§122ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὁ Ποϊάγος διαφωνῶν πρός τε τὴν πρότασιν τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τὴν γνωμοδότησιν τῶν δύο ἄλλων δικαστῶν, ἐγνωμάτευσε νὰ παραπεμφθῶσι καὶ οἱ τρεῖς ὁ Α, Β καὶ Γ, καὶ οἱ δύο τουτέστι τῶν ἀντιπάλων μου καὶ ὁ τρίτος ὁ ἐκ τῆς μερίδος μου. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐσύμφερον, ἔπρεπε νὰ φανῇ ὅτι παραπέμπεται ὁ τῆς μερίδος μου καί τοι ἐν ἀμύνῃ, ἀπολύονται δὲ οἱ τῶν ἀντιθέτων μου καί τοι ἐπιτεθέντες. Ἀπαιτεῖτο πρὸς τούτοις ὁμοψηφία εἰς τὸ βούλευμα· ἐδηλώθη εἰς τὸν Ποϊάγον ὁ κίνδυνος τῆς παύσεώς του, ἂν ἐπέμενεν εἰς τὴν γνώμην του· ὁ τίμιος δικαστὴς ἐπέμεινε, καὶ ἡ παῦσις του τῷ ἐκοινοποιήθη. Συμπλέκεται, κ. Παραμυθιώτη (σᾶς εὐχαριστῶ, διότι ἐπιστήσατε τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς Ζακύνθου), συμπλέκεται, ἕνεκα πολιτικῆς λογομαχίας, εἷς μπράβος τῶν ἀντιπάλων μου μεθ’ ἑνὸς ἀνεψιοῦ ἑνὸς δημάρχου ἡμετέρου καὶ τελειώνει ἡ συμπλοκὴ μὲ ἓν ἢ δύο ῥαπίσματα ἑκατέρωθεν, καθότι οἱ παρευρεθέντες ἐμπόδισαν. Ζητοῦν ἀργότερα νὰ τοὺς ἀγαπήσωσι καὶ γίνεται δεκτὴ ἑκατέρωθεν ἡ πρότασις. Πορεύεται ὁ ἀνεψιὸς τοῦ δημάρχου συνοδευόμενος παρὰ τοῦ ἀδελφοῦ του καὶ ἄλλων εἰς τὸ καφφενεῖον, ὅπου ὑπηρέτει ὁ μπράβος· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ παρουσιασθῇ οὗτος μὲ τὸν δίσκον τοῦ καφφέ, παρουσιάζεται μὲ μίαν καραβίναν, τοῦ τὴν ἐκκενώνει εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ τὸν ἐξαπλώνει ἐνώπιον τεσσαράκοντα ἢ πεντήκοντα ἀνθρώπων. Ἐπρόκειτο νὰ δικασθῇ ὁ δολοφόνος πέντε ἢ ἓξ ἡμέρας πρὸ τῶν ἐκλογῶν. Ὅπως δοθῇ νέα ἀπόδειξις εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐκήρυττον, ὅτι δηλ. οἱ μπράβοι δὲν ἔχουν νὰ φοβηθῶσι τίποτε εἰς ὅ,τι καὶ ἂν πράξωσιν, οἱ κύριοι οὗτοι, οἱ ὁποῖοι ἔτρεμον καὶ ἐφοβοῦντο, διότι δὲν εἶχον ἀσφάλειαν, οἱ ἄνθρωποι οὗτοι τῆς τάξεως καὶ τῆς ἡσυχίας, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ παύσουν τὰ κακά, ὠθοῦνται εἰς τὸ κακουργοδικεῖον καὶ παμψηφεὶ ἀθωώνεται ὁ δολοφόνος· καὶ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, ἐκδίδεται ἔνταλμα συλλήψεως κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ τοῦ δολοφονηθέντος, ὁ ὁποῖος ἰδὼν τὸν ἀδελφόν του πίπτοντα ἐνώπιόν του θῦμα τοιαύτης αἰσχρᾶς δολοφονίας, ἐκκένωσε τὸ πιστόλιόν του κατὰ τοῦ δολοφόνου, ἀλλὰ χωρὶς ἀποτέλεσμα. Δολοφονεῖται ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ, δύο ἡμέρας μετὰ τὰς ἐκλογάς, ὁ πρῶτος ἀνεψιὸς τοῦ βουλευτοῦ Γκούσκου καὶ υἱὸς τοῦ πρώην πληρεξουσίου Νικολάου Καλυβᾶ. Ὁ δολοφόνος ἦτον ἄνθρωπος μὲ τὸν ὁποῖον οὐδεμίαν σχέσιν εἶχεν ὁ δολοφονηθείς· μαζὶ ἐπορεύοντο εἰς τὴν πόλιν ἐπὶ τοῦ δημοσίου δρόμου, συνομιλοῦντες ὁ δολοφόνος καὶ τὸ θῦμα, διὰ τὸ διάστημα δύω περίπου μιλίων· ἅμα δὲ ἔφθασαν εἰς τὸ κατάλληλον μέρος ἐτραβίχθη ἓν βῆμα ὁ δολοφόνος, ἐκκένωσε τὸ δίκανον τουφέκιόν του καὶ τὸ θῦμα ἔπεσεν. Ὁ δολοφόνος ἦτον εἷς ἐκ τῶν τριῶν ἀδελφῶν, οἵτινες μετ’ ἄλλων ὁμοίων των, ἠκολούθουν τοὺς ἀντιπάλους μας νυχθημερόν, ὡπλισμένοι μέχρις ὀδόντων. Αὐτὴ εἶναι οὐχὶ ἡ μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἀλλ’ ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς Ζακύνθου, εἰς ἣν οὐδέποτε περιῆλθεν ἡ νῆσος ἐκείνη. Ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὸν φόνον τοῦ Καλυβὰ πηγαίνουν νὰ βάλουν φωτιὰν εἰς τὸν οἶκον τριῶν ἀδελφῶν Κούτζη, συγγενῶν νομίζω καὶ φίλων στενῶν τοῦ δολοφονηθέντος. Ἀποτυγχάνει ἡ πυρκαϊά. Οἱ ἀδελφοὶ Κούτζη ἀναφέρονται εἰς τὰς ἀρχάς, πλὴν οὐδεμία φωνή, οὐδεμία ἀκρόασις, διότι οἱ ἀδελφοὶ Κούτζη εἶναι τῆς μερίδος μας. Συναντᾶται εἷς τῶν ἀδελφῶν Κούτζη μετ’ ὀλίγας ἡμέρας μέ τινας ἐκ τῶν ἀποπειραθέντων νὰ πυρπολήσωσι τὴν οἰκίαν, τοὺς ἐξύλισε καὶ ἐπῆρεν ἑνὸς τὸ τουφέκι. Ἀμέσως ἐκδίδεται κατ’ αὐτοῦ ἔνταλμα συλλήψεως ἐπὶ λῃστείᾳ, καὶ σήμερον ἔχετε δικαστικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἡ λῃστεία μετεδόθη καὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον. Ἂν τὸ μάθῃ ὁ Λαγιάρδος θὰ φωνάξῃ βεβαίως εἰς τὸ ἀγγλικὸν κοινοβούλιον, ὅτι ἰδοὺ ποῦ κατήντησεν ἡ Ζάκυνθος μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἰδοὺ ποία εἶναι τῆς Ἑλλάδος ἡ κυβέρνησις· ὄχι μόνον δὲν δύναται νὰ ἐξαλείψῃ τὴν λῃστείαν ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας τῆς Στερεᾶς, ἀλλὰ καὶ τὴν μετεβίβασε καὶ εἰς Ζάκυθον ὅπου ποτὲ δὲν ὑπῆρξεν. Ἐν τούτοις ἀποσπάσματα ἐξῆλθον διὰ νὰ συλλάβουν τοὺς λῃστὰς ἀδελφοὺς Κούτζη καὶ δώδεκα χωροφύλακες, συνοδευόμενοι ἀπὸ εἴκοσιν ἐκ τῶν ἐχθρῶν Κούτζη, ὡπλισμένων, ὑπῆγον νὰ ἐνεργήσωσι κατ’ οἶκον ἔρευναν πρὸς σύλληψιν τῶν λῃστῶν. Εἷς ἐκ τῶν ἀδελφῶν Κούτζη ἀσθενῶν, προβαίνων εἰς τὸ παράθυρον, εἶπε νὰ εἰσέλθωσι μόνον οἱ χωροφύλακες, ἀλλ’ ὅτι τοὺς ἄλλους δὲν τοὺς ἐμπιστεύεται καὶ ν’ ἀπομακρυνθῶσιν. Ἐνώπιον τῶν χωροφυλάκων τοῦ ἀπήντησαν μὲ δέκα ἢ δώδεκα πυροβολισμοὺς οἱ ὁπλοφόροι ἐχθροί του. Ὁ Κούτζης ἐπαναλαμβάνει πρὸς τοὺς χωροφύλακας ν’ ἀπομακρύνωσι τοὺς ἐνόπλους ἐχθρούς του· οἱ χωροφύλακες φωνάζουν εἰς αὐτοὺς ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως νὰ φύγωσιν, ἀλλὰ νέοι πυροβολισμοὶ ἀπευθύνονται κατὰ τοῦ Κούτζη, ὅστις ἔπεσε μὲ τεθραυσμένον τὸν βραχίονα ὑπὸ μιᾶς σφαίρας· τότε μόνον ἀπεσύρθησαν οἱ ἔνοπλοι. Ἀναφέρεται ὁ Κούτζης διὰ τὴν ἐνώπιον τῶν χωροφυλάκων προσβολὴν κατὰ τῆς ζωῆς του καὶ τοῦ οἰκιακοῦ του ἀσύλου, κατηγορῶν τοὺς ἐνόχους, μεταξὺ τῶν ὁποίων, ἂν καλῶς εἶναι πληροφορημένος, εἶναι καὶ εἷς ἀδελφὸς τοῦ δολοφόνου τοῦ Κολυβᾶ, ἀλλὰ πανταχοῦ σιγὴ καὶ ἀκινησία· μόλις μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἑβδομάδων συνελήφθη εἷς καὶ οὗτος ἐπαρουσιάσθη καὶ εἰσῆλθε μόνος του εἰς τὰς φυλακὰς, φοβούμενος τὴν ἐκδίκησιν τῶν προσβληθέντων. Οἱ λοιποὶ περιφέρονται ἀκόμη ἐν μέσῃ ἀγορᾷ. Ὁ Κούτζης ὅμως συνελήφθη, ἐνῷ ὁ ἐπὶ κεφαλῆς τῆς προσβολῆς κατὰ τῆς οἰκίας καὶ τῆς ζωῆς τοῦ Κούτζη διωρίσθη ἐσχάτως, ὡς πληροφοροῦμαι, φύλαξ τῶν δεσμωτηρίων, ὅπως αὐτὸς ἐπιτηρῇ τοὺς δεσμώτας! Δὲν θέλω νὰ ἐπιμείνω περισσότερον ἀπαριθμῶν πολλὰ ἄλλα ὅμοια τούτων λυπηρὰ γεγονότα, ἀρκοῦν αὐτὰ ὅπως λάβω τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω· οὕτω θὰ παγιωθῇ ἡ τάξις;
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ εἶναι κατηγορία κατὰ τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπὸν καὶ δικάζεται ἐρήμην.
§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μὲ γνωρίζετε, ὅτι ποτὲ δὲν ἐκάλυψα τὸ φρόνημά μου, ἀκούσατε λοιπὸν τὸ φρόνημα μου καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν. Ἂν ἔχῃ ἔλλειψιν τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὰ τοιαῦτα, ἡ ἔλλειψις εἶναι ὅτι μὴ γινῶσκον τὸν τόπον καὶ τὰ πράγματα, ἔδωκε πίστιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι συμφέρον νὰ δείξωσι διὰ παντὸς τρόπου, ὅτι ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν ἡ Ἑπτάνησος, ἔστω ἡ Ζάκυνθος, περιῆλθεν εἰς ἀθλίαν κατάστασιν. Δὲν ἀνέφερα τὰ τοιαῦτα ὁρμώμενος ἀπὸ πνεῦμα ἀντιπολιτεύσεως κατὰ τοῦ ὑπουργείου. Τὸ ὑπουργεῖον τὸ ἀντιπολιτεύομαι καὶ θὰ τὸ ἀντιπολιτευθῶ ἐδὼ, ἀλλ’ ἐκεῖ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, εἰς τὴν Ζάκυνθον δὲν τὸ ἀντιπολιτεύομαι. Ἐπεθύμουν, ἂν ἦτο δυνατὸν, νὰ καλύψω τὰ ἐκεῖ λάθη του, διότι ἐκεῖ εἰς Ζάκυνθον δὲν βλέπω κυβέρνησιν Κουμουνδούρου, ἢ Βούλγαρη, ἀλλὰ κυβέρνησιν Ἑλληνικὴν, ἡ ὁποία ἐπιθυμῶ, ἔχω τοὐλάχιστον πολιτικὸν, ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων μου, συμφέρον, νὰ τὴν βλέπω ἐπιτυγχάνουσαν κάλλιον τῆς παρελθούσης ξενοκρατίας, τὴν ὁποίαν διηνεκῶς ἐπολέμησα. Ἀνέφερα τὰ τοιαῦτα, διὰ νὰ δείξω ποῖα μέσα, ἔχοντες τὴν ἐξουσίαν ὑπακούουναν εἰς αὐτοὺς, μεταχειρίζονται οἱ ἀντίπαλοί μας πρὸς παγίωσιν τῆς τάξεως, καὶ ποίαν τάξιν ἐννοοῦσι νὰ παγιώσωσιν ἐν Ζακύνθῳ. Ἂς μᾶς δείξωσιν πότε, ὅτε ἡμεῖς εἴμεθα ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, συνέβη ἓν καὶ μόνον γεγονὸς ἐκ τῶν ὅσων προανέφερα, ὅτι ὁλονὲν συμβαίνουσιν ἐν Ζακύνθῳ. Ἀνέφερε (παρ’ ὀλίγον νὰ τὸ λησμονήσω) ὁ κ. εἰσηγητὴς τὸ γεγονὸς τῆς παραμορφώσεως, ὡς εἶπε, τοῦ μέλους τῆς ἐφορευτικῆς κατὰ τὴν τελευταίαν ἐκλογὴν ἐπιτροπῆς Α. Καψοκεφάλου, παρ’ ἑνὸς τῶν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἀντιπροσώπων ἡμῶν· ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ τοῦ εἴπω, τὸ γεγονὸς τοῦτο δὲν ἔλαβε χώραν μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἀλλ’ ἐπὶ προστασίας καὶ μάλιστα ἔτη τινὰ πρὶν τῆς ἄρσεως αὐτῆς, ἐξ αἰτίων ὅλως προσωπικῶν. Προχωρῶ εἰς τὸ συμπέρασμα τῆς ἀγορεύσεώς μου. Μὴ νομίζητε, ὅτι σᾶς ὁμιλῶ διὰ τὴν ἐκλογήν μου, ἀμφιβάλλων τάχα διὰ τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐπαναλήψεώς της. Ἂν τὴν ἀκυρώσητε, μὴ ἀμφιβάλητε ὅτι ξαναβλεπόμεθα. Σᾶς λέγω δὲ ἀκόμη, ὅτι ἂν κατὰ τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἐκλογὴν ἔλαβα 7489 ψήφους κατέναντι 9858 ψηφισάντων, ἂν ἐπαναληφθῇ, δὲν θέλω δεχθῇ τὴν ἐντολὴν, ἂν ὁ τόπος μου δὲν μοὶ δώσῃ τοὐλάχιστον 500 ψήφους περισσότερον. Τὴν ἱκανοποίησιν ταύτην, ἂν ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογὴν μου, θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸν τόπον, καὶ ὁ τόπος μου, μὴ ἀμφιβάλλετε, θὰ μοὶ τὴν δώσῃ, διότι θὰ ᾖναι ἱκανοποίησις ὄχι ἰδική μου ἀλλὰ ἰδική του διὰ τὰ προσβαλλόμενα δικαιώματά του καὶ τὴν τιμήν του. Σᾶς ὁμιλῶ ὅμως διὰ τὴν ἐκλογὴν Ζυκύνθου ἵνα ἴδητε, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν ταύτην δὲν πρόκειται περὶ ἐκλογῆς ἢ προτιμήσεως ἀτόμων, ὡς δύναται νὰ συμβαίνῃ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας. Ἡ ἐκλογὴ αὕτη σημαδεύει τὸ συμπέρασμα μιᾶς μακροχρονίου ἱστορίας, μιᾶς παρατεταμένης πάλης λαοῦ πιεζομένου κατὰ τῶν πιεζόντων αὐτόν. Ἡ προσβολὴ ἡ ὁποία γίνεται κατὰ τῆς ἐκλογῆς δεικνύει, ὅτι καί τοι παρῆλθεν ἡ ξενοκρατία δὲν ὑπάρχει ἐλπὶς ἀπέναντι τῶν ἐπανειλημμένων προσπαθειῶν μας πρὸς συμφιλίωσιν. Θέλουν νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸν πόλεμον καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν. Κύριε Παραμυθιώτη, γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τοῦ δεκάτου τρίτου κοινοβουλίου, γνωρίζετε τί ἐπρότεινα καὶ τί ἐνήργησα μετὰ τὴν ἕνωσιν.
§125ΜΕΤΑΞΑΣ. Ποίου χρώματος ἦτον ὁ κ. Παραμυθιώτης;
§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κατ’ ἀρχὰς ἦτο ῥιζοσπάστης, ἔπειτα μᾶς ἔφυγε καὶ ἔγινεν ἀντεισαγγελεύς. Γνωρίζετε, κ. Παραμυθιώτη, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς τῶν πληρεξουσίων, ἐγὼ αὐτοπροσώπως, συνοδευόμενος ὑπὸ φίλων μου, περιῆλθα κρούων τὰς θύρας τῶν ἀντιπάλων μου καὶ τοῖς εἶπα «ὅ,τι ἔγινεν ἕως τώρα, ἔγινεν, ὁ ξένος παρῆλθεν, ἂς λησμονήσωμεν τὰ παρελθόντα· ἔλθετε νὰ συνεργασθῶμεν εἰς τὴν νέαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, ἔλθετε νὰ ὑπάγωμεν μαζὶ ἐν τῇ Συνελεύσει. Εἴκοσι πληρεξούσιοι θὰ ἐκλεχθῶσιν, ὀκτὼ κρατοῦμεν ἡμεῖς, δώδεκα δίδομεν εἰς σᾶς, δότε ἡμῖν τὰ δώδεκα ὀνόματα». Ποῖος κομματάρχης ἐν Ἑλλάδι ἤθελε κάμει αὐτὴν τὴν πρότασιν εἰς ἐκείνους, οἵτινες διὰ μακρὰν σειρὰν ἐτῶν τὸν ἐπολέμησαν καὶ τοὺς ὁποίους εἶχεν ἐπανειλημμένως καὶ τελευταῖον ὁριστικῶς καταβάλλει;
§127ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Εἰς Ζάκυνθον ἐκάματε αὐτὰς τὰς προτάσεις;
§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ τὸ γνωρίζετε. Ἐγὼ ἔκρουσα τὰς θύρας των, ἐγὼ ὑπῆγα εἰς αὐτοὺς καὶ τοῖς παρεχώρησα δώδεκα πληρεξουσίους. Ἦλθεν ἡ ἐκλογὴ τῆς Βουλῆς τῆς περιόδου· δὲν ἠμποροῦσαν νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα καὶ ἐστοχάσθησαν ὅτι τηροῦν μίαν θέσιν φωνάζοντες, ὅτι ἡ τρομακρατία καὶ φαυλοκρατία δὲν τοὺς ἀφίνει νὰ συναγωνισθῶσιν ἄλλως θὰ ἐκέρδιζον. Ἦλθον αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ τοῦ 1866, τότε ἐνόμισαν ὅτι δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι καὶ ὑπέσχοντο καὶ τότε ὅτι θὰ ἐπιτύχωσιν, διότι εἶχον ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπροστάτευεν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ὑπῆρχον δύω ἑπτανήσιοι γινώσκοντες καὶ τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὴν Ζάκυνθον καὶ ἠξεύροντες πῶς νὰ μᾶς πολεμήσωσι. Ποῖον ἦτον τὸ ἀποτέλεσμα καὶ κατὰ τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς; ἐθριάμβευσαν καὶ πάλιν οἱ ἰδικοί μας ὑποψήφιοι· καὶ δήμαρχοι, καὶ πάρεδροι, καὶ ἐπαρχιακοὶ Σύμβουλοι καὶ ἀναπληρωταὶ ἔγιναν ὅλοι ἐκ τῶν ἡμετέρων, καὶ ὑπερισχύσαμεν μὲ πλειονοψηφίαν ἐν τῇ πόλει 3000 ψήφων.— Ἡμεῖς λοιπὸν εἴμεθα ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἴχομεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν ἐσκεμμένας νοθείας εἰς τὸν κατάλογον διὰ νὰ πάρωμεν μίαν ἐκλογήν; Ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἐκλογὴν ἠθέλησαν, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν προσβολὴν, ἥτις κατὰ τῆς ἐκλογῆς ταύτης γίνεται, θέλουν νὰ ἐξακολουθήσουν τὸν πόλεμον, καὶ τὴν ψῆφον σας δὲν ἐπικαλοῦνται ὡς δῆθεν ἀδύνατοι καὶ πιεζόμενοι, ἀλλ’ ὅπως καὶ πάλιν ἐπιτεθῶσιν ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐπὶ τέλους ἔλαβε τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ᾖναι καὶ αὐτὸς πολίτης. Ἀπολαύσας μετὰ πάλην, ἐπὶ τοσοῦτον παρατεταμένην, τὰ δικαιώματά του, ὁποίαν ἔλαβεν ἢ ἐζήτησε νά λάβῃ ἐκδίκησιν κατὰ τῶν σφετεριστῶν; κατὰ τί τοὺς προσέβαλεν ἢ τοὺς παρηνόχλησε; μίαν ψῆφον εἶχε νὰ ῥίψῃ καὶ τὴν ἔῤῥιψεν ὅπως ἤθελε, διατὶ οὕτως ἤθελε (Εὖγε, Εὖγε!) καὶ οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τῷ εἴπῃ «δὲν πρέπει οὕτω νὰ θέλῃς, διότι ἐγὼ ἄλλως θέλω». Ἐνώπιον τοῦ οὕτω θέλω τοῦ ἐκλογέως πᾶν ἄλλο οὕτω θέλω ὀφείλει νὰ κύψῃ διότι τὸ οὕτω θέλω τοῦ ἐκλογέως εἶναι τὸ θέλω τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Σᾶς μένει ἀμφιβολία πλέον διατὶ ζητοῦν αὐτὰ τὰ ὁποῖα ζητοῦν; τὰ ζητοῦν ἵνα φέρωσιν ἐκ νέου τὸν πόλεμον. Νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι συντελεστικὸν τὸ τοιοῦτον ὅπως παγιώσῃ τὴν τάξιν καὶ τὴν ἡσυχίαν μεταξὺ τῆς κοινωνίας τῆς Ζακύνθου; πράξατέ το· ἐγὼ ὅμως ὁ ὁποῖος γνωρίζω τὸν τόπον, τὴν ἱστορίαν του καὶ τὸν λαὸν ἐκεῖνον, ἠξεύρω ποῖαι θὰ ᾖναι αἱ ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας θὰ λάβῃ, ἅμα μάθῃ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς του. Τοῦτο θὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι μία ἐπιβολὴ, καὶ ἐγὼ δὲν σᾶς τὸ συμβουλεύω, διότι δὲν τὸ νομίζω συντελεστικὸν εἰς εἰρηνοποίησιν καὶ κατάπαυσιν τῶν παθῶν. Σεῖς νομίζετε τὸ ἐναντίον; πράξατέ το ἀλλ’ ὑπ’ εὐθύνην σας. Ἂν ἀκυρωθῇ διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον προτείνετε ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου, ἡ ἐπαρχία ἐκείνη δὲν θὰ ἔχῃ ἀντιπροσώπους ἐντὸς τῆς συνόδου ταύτης. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔκαμεν ἡ ξενοκρατία θὰ τὸ κάμετε σεῖς; Ὑπῆρξεν ἐποχὴ κατὰ τὴν ὁποίαν εἰς ὅλας τὰς νήσους κατώρθωσεν ἡ προστασία νὰ διαγράψῃ τὸν ῥιζοσπαστισμὸν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Μόνον ἡ Ζάκυνθος ἀνθεῖξε πάντοτε καὶ πάντοτε ἐπαρουσιάζετο εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Ἑπτανήσου, ὄχι διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἁρμοστὴν ὅτι δὲν μοὶ ἀρέσει ὁ γερουσιαστὴς ἢ ὁ ἔπαρχος, καθότι ὅ,τι ἂν ἠθέλομεν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ ἔχομεν, ἔφθανε νὰ ἀλλάξωμεν σημαίαν, ἀλλὰ ἐπαρουσιάζετο διὰ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἁρμοστὴν «Φύγε» (Εὖγε, Εὖγε!) Καὶ κατὰ τὴν ἀρχὴν τῶν συνόδων πάντοτε ἤμεθα ἐν μεγίστῃ μειονότητι, ἂν δὲ μόνον νεῦμα ἡ προστασία ἔκαμνε μᾶς ἀπεδίωκεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἂν ἤθελεν· καὶ ἠδύνατο νομίμως πως νὰ τὸ πράξῃ καθότι οὐ μόνον κατὰ τοῦ καθεστῶτος ἀντεπράττομεν ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Βουλῇ εἰσερχόμενοι ἐκηρύσσαμεν, ὅτι δὲν τὸ ἀνεγνωρίζαμεν. Ἡ προστασία ὅμως ἐσεβάσθη τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ· καὶ ὅ,τι δὲν ἔκαμεν ὁ ξένος θὰ τὸ κάμετε σεῖς; κάμετέ το. Δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔχετε οἱανδήποτε ἀμφιβολίαν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ δὲν εἶναι νόμιμος, ὅτι δὲν διεξήχθη καθ’ ὅλους τοὺς τύπους; Δὲν εἶναι μεσόγειος ἐπαρχία ἡ Ζάκυνθος, ὑπάρχουν ἐκεῖ καὶ ξένοι καὶ ἐπισημότητες, οἱ ὁποῖοι θὰ μαρτυρήσωσι καὶ θὰ δικάσουν τὴν ἀπόφασίν σας. Πράξατε ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ πράξετέ το μετὰ παῤῥησίας. Εἴπατε καθαρὰ ἀκυροῦμεν τὴν ἐκλογὴν, διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον εἶπεν ὁ κ. Παραμυθιώτης, τὴν ἀκυροῦμεν ὄχι διότι εἶναι ἄνομος, ἀλλ’ ὅπως εἰρηνεύσωμεν τὸν τόπον. Νομίζετε ὅτι θὰ φέρητε εἰρηνοποίησιν; μάθετε ὅμως ὅτι διὰ τῆς ἀκυρώσεως θὰ ἐξεγείρητε περισσότερον τὰ πάθη, καὶ τὴν εἰρηνοποίησιν, τὴν ὁποίαν λέγετε σεῖς ὅτι ἐπιθυμεῖτε, ἡμεῖς δὲ πράγματι τὴν ἐπιδιώξαμεν, θὰ τὴν ἀποκαταστήσετε πολὺ πλέον δυσκατώρθωτον ἴσως δὲ καὶ ἀδύνατον. Τὴν στιγμὴν δὲ ταύτην γίνεσθε, χωρὶς νὰ τὸ ἠξεύρετε, ὄργανα τῶν μικρῶν ἐπαρχιακῶν παθῶν τοῦ μὲν καὶ τοῦ δέ. Μίαν παρατήρησιν ἀκόμη ὡς πρὸς τὸ στατιστικὸν θεώρημα τοῦ κ. εἰσηγητοῦ καὶ παύω. Κατὰ τὸ θεώρημα τοῦτο, διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν εἷς ἐκλογικὸς κατάλογος ᾖναι νόμιμος καὶ ἂν ἡ τῇ βάσει αὐτοῦ ἐνεργηθεῖσα ἐκλογὴ ᾖναι ἐπικυρωτέα ἢ ὄχι, πρέπει νὰ λάβωμεν τὸν πληθυσμὸν τῆς ἐπαρχίας, νὰ ἀφαιρέσωμεν τὸ ἥμισυ διὰ τὰς γυναῖκας, ἐκ τοῦ ἡμίσεως τούτου ἕτερον ἥμισυ διὰ τοὺς ἀνηλίκους, καὶ ἐκ τοῦ ὑπολοίπου νὰ ἀφαιρέσωμεν 2,5 τοῖς ἑκατὸν διὰ τοὺς ξένους καὶ ἀνικάνους· τὸ τελευταῖον ὑπόλοιπον παριστάνει τὸν νόμιμον ἀριθμὸν τῶν ἐκλογέων. Παρακαλῶ τὸν κ. εἰσηγητὴν νὰ μοὶ δείξῃ μίαν μόνην ἐπαρχίαν τοῦ Κράτους τῆς ὁποίας ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος νὰ δύναται ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὴν βάσανον ταύτην. Ὅλοι οἱ κατάλογοι, κατὰ τὸ στατιστικὸν θεώρημα τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, ἀποδεικνύονται νόθοι καὶ οὐδεμία ἐκλογὴ θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐπικυρωθῇ. Κατὰ τὸ θεώρημα τοῦ κ. εἰσηγητοῦ, ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος πάσης ἐπαρχίας δὲν δύναται νὰ περιέχῃ πλέον τῶν 175 ἐκλογέων ἐπὶ 1000 κατοίκων, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἐκλογικοὶ κατάλογοι ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν ἐμπεριέχουσι 300 καὶ ἐπέκεινα ἐκλογεῖς ἐπὶ 1000 κατοίκων. Ἢ ὅλοι λοιπὸν οἱ κατάλογοι εἶναι νόθοι καὶ ὅλαι αἱ ἐκλογαὶ ἀκυρωτέαι, ἢ τὸ θεώρημα τοῦ κ. εἰσηγητοῦ εἶναι ἐσφαλμένον. Τὸ σφάλμα τοῦ κ. εἰσηγητοῦ ἔγκειται εἰς τοῦτο, ὅτι ἐνόμισεν ὁριστικῶς λελυμένον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μόλις τώρα τίθεται ὑπὸ συζήτησιν ἐν τῇ ἐπιστήμῃ. Ἐννοῶ τὸ ζήτημα τῆς θνησιμότητος τῶν διαφόρων ἡλικιῶν τοῦ ἀνθρώπου, τὸ ὁποῖον θὰ ἀργήσῃ πολὺ νὰ ἀρχίσῃ τιθέμενον ὑπὸ συζήτησιν ἐν Ἑλλάδι. Πρέπει νὰ γνωρίζητε, καὶ τὸ γνωρίζετε βεβαίως, ὅτι αἱ ἄχρι τοῦδε γενόμεναι ἔρευναι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ἐπαρουσίασαν ἄλλα ἐξαγόμενα διὰ μίαν ἐπικράτειαν καὶ ἄλλα διὰ τὴν ἄλλην· ἄλλα διὰ μίαν ἐποχὴν εἰς τὴν αὐτὴν ἐπικράτειαν καὶ ἄλλα δι’ ἄλλην ἐποχὴν· ἄλλα διὰ τὴν αὐτὴν ἐπικράτειαν κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν, ἀλλὰ διὰ διαφόρους περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας ἡ μία ἢ ἡ ἄλλη ἐπαρχία εὑρέθη· καὶ σεῖς ἔρχεσθε, κ. εἰσηγητὰ, ὡς ἀπὸ τρίποδος νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι ἀπὸ τοῦ 21 ἔτους καὶ ὄπισθεν εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἥμισυ τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ ἀπὸ τοῦ 21 καὶ ἔμπροσθεν τὸ ἕτερον ἥμισυ; Ἀλλὰ ἂς ἐφαρμόσωμεν, κ. εἰσηγητὰ, τὸ θεώρημά σας ἐπὶ τῆς ἐπαρχίας σας, περὶ ἧς εἴπατε ὅτι τὰ πάντα ἐκεῖ εἶναι νόμιμα. Ὁ πληθυσμὸς τῆς ἐπαρχίας σας σημειοῦται εἰς τὴν στατιστικὴν 27,000 ὁ δὲ ἐκλογικὸς κατάλογός της ἔχει 6978 ἐκλογεῖς. Ἐφαρμόσατε τώρα τὸ θεώρημά σας καὶ θὰ ἴδητε ὅτι ὁ ἐκλογικὸς κατάλογος Κερκύρας ἔχει 2000 ἐκλογεῖς πλέον τῶν ὅσων ἠδύνατο κατὰ σᾶς νὰ ἔχῃ· καὶ δύω χιλιάδες ἐκλογεῖς ἐπηρεάζουν μεγάλως καὶ ἀλλοιώνουν τὸ ἐξαγόμενον τῆς ψηφοφορίας. Δὲν ἠμπορέσατε νὰ φύγητε ἀπὸ τὸ συμπέρασμα τοῦτο· ἀφοῦ δὲ σεῖς ὁ ἴδιος κηρύσσετε καὶ ἀναγνωρίζετε τὴν ἐκλογήν σας ὡς παράνομον, εἶσθε ὑπόχρεος, ἐκ τῆς πολιτικῆς καὶ τῆς κοινωνικῆς τιμῆς, νὰ μὴ μείνητε πλέον ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀλλὰ νὰ ἀπέλθητε.
§129ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Σφάλλετε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας.
§130ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ ὅμως εἶναι ἰδικοί σας. Ἀλλὰ παραδέχομαι ὡς ἀληθὲς τὸ στατιστικὸν θεώρημά σας, παραδέχομαι νὰ τὸ ἐφαρμόσητε εἰς μόνην τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου. Δὲν δύναται, λέγετε, κατὰ τὸ θεώρημά σας, νὰ ἔχῃ ἡ Ζάκυνθος πλέον τῶν 8410 ἐκλογέων. Ἔστω. Ἐμπεριέχει λέγετε, ὁ κατάλογος Ζακύνθου 6 χιλιάδας ψήφους πλέον τῶν ὅσων ἔπρεπε νὰ ἔχῃ. Ἔστω. Ἀλλὰ δὲν μᾶς κάμνητε τὴν χάριν νὰ μᾶς εἴπητε διατὶ ἀφαιρεῖτε αὐτὰς τὰς 6 χιλιάδας ψήφους ὅλας ἐκ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφορησάντων; μήπως σημειοῦνται ὡς ψηφοφορήσαντες ὅλος ὁ ἀριθμὸς τοῦ καταλόγου, ἤγουν αἱ 14 χιλιάδες, καθὼς συνέβη εἴς τινας ἐπαρχίας, τῶν ὁποίων τὰς ἐκλογὰς ἐπεκυρώσατε, καὶ εἰς τὰς ὁποίας ἐσημειώθησαν ψηφοφορήσαντες ἀριθμὸς ἐκλογέων ἀνώτερος τῶν ἐν τῷ καταλόγῳ ἐγγεγραμμένων; Εἰς Ζάκυνθον ἐψήφισαν 9858. Κατὰ τὴν θεωρίαν σας δὲν ἠδύναντο νὰ ψηφίσωσι πλέον τῶν 8410· ἀφαιρέσατε ἐκ τῶν ψήφων τὰς ὁποίας ἐλάβομεν τὸ περιπλέον τῶν 8410 μέχρι τῶν 9858, ἀλλοιοῦται τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας; οὐχί. Ἰδοὺ ὅτι καὶ ἐφαρμοζομένου ὡς ἀληθοῦς τοῦ στατιστικοῦ θεωρήματός σας, τὸ ὁποῖον ἄλλως δὲν εἶναι εἰμὴ βλασφημία ἐπιστημονικὴ, ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου μένει ἀπρόσβλητος. Ψηφίσατε τώρα ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου ὅπως θέλετε· δὲν θέλει μὲ ταράξει οἱονδήποτε ἂν ᾖναι τὸ ἐξαγόμενον τῆς ψηφοφορίας σας. Δι’ ἓν μόνον θέλω λυπηθῆ, ἂν ὡς ἐκ τοῦ ἐξαγομένου τούτου λάβωσιν αἰτίαν οἱ ἐκεῖ ἐχθροὶ τῆς ἑνώσεως νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν λαὸν ἐκεῖνον. «Ἰδοὺ ἔπαθες ὑπὸ τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησίν σου, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ποτὲ δὲν ἔπαθες ἀπὸ τοὺς ξένους.»
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§132ΔΑΓΡΕΣ. Πρὶν ἔλθῃ ὁ κ. Ῥοντήρης......
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς δίδω τὸν λόγον, κ. Δαγρέ.
§134ΔΑΓΡΕΣ. Μίαν πληροφορίαν θὰ ζητήσω ἀπὸ σᾶς, κ. πρόεδρε, (θόρυβος).
§135ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἂν ᾖναι ἄλλος, κ. πρόεδρε, ἂς ὁμιλήσῃ καὶ κατόπιν ἔρχομαι ἐγώ.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Φιλήμων.
§137ΦΙΛΗΜΩΝ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προλαλήσαντα.
§138Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, παρατηρῶ μὲ λύπην μου ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου περιεπλέχθη, εἴτε ἀκουσίως εἴτε ἐκ προθέσεως, καὶ περιεπλανήθη εἰς ἀντικείμενα ὅλως ξένα τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, καὶ ἐνῷ τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον εἰς τὴν ὑπὸ συζήτησιν ἐκλογὴν, διότι εἶναι ζήτημα καθαρῶς νομικὸν, ἔξαφνα ἐκ τοῦ ἁπλουστάτου τούτου ζητήματος, ἐχρειάσθη νὰ ἐπαναληφθῇ ἱστορία 400 ἐτῶν ἐνώπιόν σας διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ πραγμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὅλως διόλου ξένα τῆς ἐκλογῆς. Μία καὶ μόνη, κύριοι, κατηγορία φέρεται κατὰ τῆς ἐκλογῆς καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ μὴ ὕπαρξις νομίμων καὶ διαρκῶν καταλόγων. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, κύριοι, παρουσιάζεται εἰς τὴν ἁπλουστάτην αὑτοῦ μορφήν· ὑπάρχει κατάλογος νόμιμος καὶ κατὰ τὰς διατάξεις τὰς ὁποίας ὁ νόμος ὁρίζει; ἡ ἐκλογὴ εἶναι νόμιμος· δὲν ὑπάρχει κατάλογος νόμιμος; ἡ ἐκλογὴ Ζακύνθου εἶναι ἄκυρος. Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιστραφῇ ἡ ὁμιλία τῶν προλαλησάντων. Καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν συζήτησιν ἐκείνην ἐκ τῆς ὁποίας δὲν πρέπει τις διόλου νὰ ἐξέρχηται· διότι τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα ἐλέχθησαν ἀπὸ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ἕως σήμερον, ὥστε ἐγὼ ἐπεθύμουν νὰ μὴ τὰ ἤκουον πλέον. Ἐπίσης θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ μὴ ἀκολουθήσω διόλου τὸν προαγορεύσαντα εἰς ὅσας ἐνστάσεις ἔκαμε κατὰ προσώπου ἀπόντος, διότι, νομίζω, δὲν εἶναι οὔτε δίκαιον, οὔτε πρέπον ὀχυρούμενοι ὄπισθεν τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὴν συνείδησιν καὶ ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων· τοῦτο δὲν τὸ νομίζω, οὔτε πρέπον, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ἀξιοπρεπὲς, καὶ συγχωρήσατέ με νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν οὔτε εἰς ἐμὲ νὰ ἐπιτρέψῃ ν’ ἀκολουθήσω τοὺς προαγορεύσαντας καὶ ὅσα ἐκεῖνοι εἶπον νὰ τὰ διαγράψῃ τῆς μνήμης της. Ἐπίσης δὲν εἶναι οὔτε πρέπον, οὔτε ἀξιοπρεπὲς, οὔτε δίκαιον νὰ ἔρχωνται μόνον διὰ λόγων κενῶν νὰ ἐπιφέρουν τοιαύτας κατηγορίας· τὸ ἐννοῶ, πρέπει νὰ κατηγορῶνται αἱ κυβερνήσεις, ἂν πρόκηται διὰ παύσεις ἢ μὴ παύσεις ὑπαλλήλων δι’ ὧν θέλουν νὰ μεταβάλουν τὰς πεποιθήσεις τῶν δικαστῶν· ἀλλὰ πρέπει νὰ γίνηται κατηγορία διὰ τῆς εὐθείας ὁδοῦ, ἥτις εἶναι τὸ κατηγορητήριον. Ἐγὼ λοιπὸν ἀπομακρύνομαι ἀπ’ αὐτὸ τὸ στάδιον καὶ ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω, μᾶλλον νὰ ἐξετάσω τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, εἶναι ἀληθὴς ἢ δὲν εἶναι; Ἡ ἐπιτροπὴ, κύριοι, τί σᾶς λέγει; κατάλογος ὁριστικὸς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει· ἂν τοῦτο ἀποδείξωμεν, νομίζω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει δίκαιον. Τώρα τί θὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ αὐτὸ δὲν εἶναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἀφίνεται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ ὅ,τι θέλει ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει κατάλογος ὁριστικὸς καὶ διαρκὴς, ἂν ἡ ἐκλογὴ ᾖναι νόμιμος ἢ παράνομος. Κύριοι, καθὼς πάντες γνωρίζετε, καὶ καθὼς ὁ νόμος ὡρισμένως διατάττει, εἷς καὶ μόνος κατάλογος ἅπαξ καταρτίζεται καὶ ἐπ’ αὐτοῦ γίνονται αἱ προσθαφαιρέσεις κατ’ ἔτος· ἀλλ’ οὗτος ὁ κατάλογος μένει διαρκής, ἐπανασκευαζόμενος κατ’ ἔτος, καὶ οὐδέποτε ἐξαφανίζεται. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ νόμος, κύριοι. «Ἄρθρον 23. Ὁ κατὰ τὰς ἀνωτέρω διατάξεις κατασταθεὶς ὁριστικὸς κατάλογος θεωρεῖται διαρκὴς καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἄλλας μεταβολάς, εἰμὴ τὰς ἐγγραφὰς καὶ διαγραφὰς αἵτινες δύνανται νὰ λάβουν χώραν κατὰ τὴν ἐτησίαν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ.» Ἀφοῦ λοιπὸν, κύριοι, μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ νόμου ἐσχηματίσθησαν οἱ ὁριστικοὶ κατάλογοι τοῦ δήμου, κατ’ ἔτος γίνεται ἡ ἀναθεώρησις, παρουσιάζονται αἱ ἐνστάσεις, δικάζονται κατὰ τὸν νόμον, διορθοῦται ὁ κατάλογος καὶ τυποῦται, μετὰ τὴν διόρθωσιν διανέμεται εἰς τοὺς πολίτας, καὶ οὕτως ὁ κατάλογος οὗτος εἶναι καὶ λέγεται νόμιμος, ὁριστικὸς καὶ διαρκής. Ἂν λοιπὸν, κύριοι, ὁ κατάλογος αὐτὸς δὲν ὑπάρχῃ, ἡ ἐκλογὴ δὲν εἶναι νόμιμος· διότι πῶς θέλετε νὰ ὑπάρξῃ ἐκλογὴ, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐκλογικὸς κατάλογος. Δύω, κύριοι, ἀποδείξεις ὑπάρχουν πράγματι περὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως καταλόγου. Ἡ πρώτη εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ δημάρχου καὶ τοῦ νομάρχου καὶ ἡ ἄλλη ἡ ὁμολογία τοῦ δικαστηρίου, δηλαδὴ τὰ ἔγγραφα ἐκεῖνα, ἅτινα ἐνόμισαν ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναι πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς ἐκλογῆς, ἀποδεικνύουν φανερώτατα ὅτι κατάλογος κατὰ τὸν νόμον ὁριστικὸς δὲν ὑπάρχει· ὑπεξῃρέθη, δὲν ὑπῆρξε ποτὲ· τοῦτο δὲν μένει εἰς ἐμὲ, εἰς τὴν Βουλὴν μένει νὰ τὸ ἐξετάσῃ. Καὶ περὶ μὲν τοῦ ἐγγράφου δὲν ἔχω νὰ σᾶς προσθέσω ἐγὼ περισσότερον, διότι βλέπετε, ὅτι ὁ δήμαρχος ῥητῶς εἶπεν ὅτι δὲν τὸν ἔχει, καὶ ὁ δημαρχικὸς γραμματεὺς, καθὼς εἶπεν ὁ κ. Λομβάρδος, εἶπεν ὅτι τὸν ἔκαμε φυσέκια διὰ τὴν Ἠπειρο–Θεσσαλίαν. Ἂν ὑποθέσητε, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει τόση δυσπιστία μεταξὺ τῶν ὑπαλλήλων, τότε πρέπει νὰ ὑποθέσητε ὅτι ὑπάρχει μεγάλη σύγχυσις εἰς τὴν διοίκησιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει, κύριοι, ἐπίδοσις ἀσφαλεστάτη· δὲν ὑπάρχει δικαστικὴ ἐπίδοσις; δὲν ἠδύνασθε νὰ σχηματίσητε ἓν πρωτόκολλον ἐνώπιον αὐτῶν τῶν ἀρχῶν καὶ νὰ ἐπιδώσητε αὐτὰ τὰ ἔγγραφα; Τίνα λοιπὸν σχέσιν ἔχουν τὰ πράγματα, ἅτινα λαμβάνουν χώραν σήμερον ἐκεῖ μεταξὺ τῶν ἀρχῶν; Δὲν εἶναι ἀληθὲς λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει δυσπιστία, καὶ ὅτι ὑπῆρχεν ὁ κατάλογος καὶ ὑπεξῃρέθη. Πρὸς τὰς ἄλλας ἀποδείξεις σᾶς ἀναγινώσκω αὐτὸ τὸ βούλευμα τοῦ δικαστηρίου, ὅπερ ἀποδεικνύει ὅτι τοιοῦτος κατάλογος δὲν ὑπῆρχε.
§139ΤΙΝΕΣ. Πάλιν αὐτὸ τὸ βούλευμα.
§140Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα αὐτὸ τὸ βούλευμα. Πρῶτον, κύριοι, θέλετε παρατηρήσει κάτι τι περίεργον, καὶ ἑπόμενον ἦτο νὰ συμβῇ τοιοῦτον εἰς τὰς ἑπτὰ νήσους. Ὅταν ἐδημοσιεύθη ὁ βουλευτικὸς νόμος ἐκεῖ, δὲν ὑπῆρχεν ὁ κατάλογος οὗτος. Ἐδέησε λοιπὸν νὰ ληφθῇ ἓν μέτρον διὰ νὰ διορθώσῃ τὴν ἔκτακτον κατάστασιν τῶν νήσων. Τὸ ὑπουργεῖον ἐξέδωκε τὴν ἐγκύκλιον καὶ διέταξε νὰ συνταχθῶσιν οἱ κατάλογοι ἀπὸ τὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον τότε. Καὶ τῳόντι οἱ κατάλογοι συνετάχθησαν ἀπὸ διαφόρους συμβούλους, ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα κτλ. Ἀλλὰ μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν πλέον κανὲν κώλυμα δὲν ὑπῆρχε νὰ συνταχθῶσιν οἱ κατάλογοι κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νέου νόμου, καὶ μάλιστα, θέλετε παρατηρήσει ὅτι ἐλήφθη ὡς βάσις ὁ κατάλογος, ὅστις συνετάχθη εἰς τὰ 1864 ὡς προπαρασκευαστικός. Τί λέγει, κύριοι, αὐτὸ τὸ βούλευμα; Λέγει, ὅτι «ὁ κατηγορούμενος δήμαρχος Ι. Λισγαρᾶς εἴς τινα χειρογραφικὸν ἐκλογικὸν κατάλογον, ὃν συνέταξε μετὰ τὴν ἐκλογὴν του ὡς δημάρχου κατὰ τὴν 14 Ἰουνίου 1866, ἐπὶ τῇ βάσει ἐντύπου τινὸς καταλόγου, ὃν ἀνεῦρεν, ὡς ἰσχυρίζεται, καὶ ὅστις εἶναι ὁ ὑπ’ αὐτοῦ συνταχθεὶς, ὡς προεξετέθη, ἀρχικὸς καὶ διαρκὴς κατάλογος τοῦ πρωτοτύπου, μονογεγραμμένου μὴ ὑπάρχοντος ἐν τῷ γραφείῳ τοῦ δημαρχείου, ἐνέγραψεν αὐτογνωμόνως καὶ ἄνευ τῆς συμπράξεως τῶν δύω δημοτικῶν συμβούλων, ὡς ἐπιτάσσει τὸ ἄρθρον 24 τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, 95 ἐκλογεῖς, κατὰ τῆς ἐγγραφῆς τῶν ὁποίων οὐδεμία ἐγένετο ἔνστασις ἐν καιρῷ καὶ οὓς ἐνέγραψε καὶ εἰς τὸν ἔντυπον ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ 1867. Ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἔτους 1866 διαγραφέντων ὡς ἀποβιωσάντων 41 ἐκλογέων, καὶ οἵτινες ἀναφέρονται εἰς τὰς πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης, συνημμένας ἐν τῇ δικογραφίᾳ παρέλειψε νὰ διαγράψῃ δώδεκα ἀποβιώσαντας, οἵτινες καὶ ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν ἔντυπον κατάλογον τοῦ ἔτους 1867. 3) Ἐκ τῶν ὑπὸ τῆς ἀναθεωρητικῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἔτους 1866 ἐγγραφέντων, ὡς προσκτησάντων τὰ δικαιώματα 487 ἐκλογέων, παρέλειψε νὰ ἐγγράψῃ εἰς τὸν ἔντυπον ἐκλογικὸν κατάλογον τοῦ ἔτους 1867 ἐκλογεῖς τεσσαράκοντα δύο (42). Ἐπειδὴ ὁ ἰσχυρισμὸς τοῦ κατηγορουμένου ὅτι οἱ 95 παρ’ αὐτοῦ προστεθέντες ἐκλογεῖς ἐν τῷ καταλόγῳ τοῦ ἔτους 1867 ὑπάρχουσιν ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν ὡς εἴρηται χειρόγραφον κατάλογον τῆς 14 Ἰουνίου 1866, συνταχθέντα παρ’ αὐτοῦ μετὰ τὴν ἐκλογήν του ὡς δημάρχου καὶ ὃν κατήρτισεν, ὡς ἰσχυρίζεται, ἐπὶ τῇ βάσει ἐντύπου καταλόγου, ὃν εὗρεν λαβὼν τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἐκ διαφόρων πληροφοριῶν, ἃς ἔλαβε μόνας ἀπὸ διαφόρους, δὲν ὠφελεῖ αὐτὸν, διότι ὑπάρχοντος ἀρχικοῦ διαρκοῦς καταλόγου, τὸ ἄρθρον 24 καὶ ἑπόμενα τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου διαγράφουσι τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ, ἥτις γίνεται παρὰ τοῦ δημάρχου καὶ δύω μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, οὐδαμοῦ δὲ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀνευρίσκει τις διάταξιν ἐπιτρέπουσαν τὴν ἐγγραφὴν ἐκλογέων παρὰ μόνου τοῦ δημάρχου». Λοιπὸν κατάλογος ὁριστικὸς, ὁ ὁποῖος νὰ ἐμονογράφῃ ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν καὶ νὰ διωρθώθη κατὰ τὰς ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου, τοιοῦτος κατάλογος δὲν ὑπῆρχε· τὸ ὁμολογεῖ τὸ βούλευμα. Καὶ ὁ κ. Λομβάρδος δὲν ἐδίστασε νὰ εἴπῃ, νὰ κτυπήσωμεν τὸ σύρμα καὶ θὰ ἔλθῃ ἀμέσως ὁ κατάλογος· ποῖος κατάλογος θὰ μᾶς ἔλθῃ; κατάλογος ὁ ὁποῖος δὲν ἦτο συντεταγμένος κατὰ τὸν νόμον καὶ μονογραφημένος καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἔχομεν ἤδη εἰδήσεις· τί νὰ μᾶς ἔλθουν νεώτεραι; Ἔπταισε λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ, διότι δὲν ἔκρουσε τὰ σύρματα νὰ ἐξέλθῃ ἓν ψεῦδος, τὸ ὁποῖον ἐξάγεται ἀπὸ τὰς ὁμολογίας τόσων ὑπαλλήλων, νομάρχου, ἐπάρχου κτλ. Πταίομεν λοιπὸν ἡμεῖς ἡ ἐπιτροπὴ, οἱ ὁποῖοι ἀνεκαλύψαμεν αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν καὶ τὴν ἐφέραμεν ἐνώπιόν σας; Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ὑπεράσπισις τῆς ἐκλογῆς δὲν ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ εἰς τὸ θέμα νὰ ἀποδειχθῇ, ὅτι ὁ κατάλογος, τὸν ὁποῖον νομίζομεν ἡμεῖς ὅτι δὲν ὑπάρχει, ὅτι ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἐν συνειδήσει ἀπέδειξαν τίποτε οἱ προαγορεύσαντες; σᾶς λέγουν, καὶ πῶς δὲν ὑπάρχει κατάλογος; μήπως ὁ νομάρχης δὲν ἐτύπωσεν ὅλους τοὺς καταλόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον εἰς τὸ γραφεῖόν του; Δὲν εἶναι ἱκανὰ τὰ τοιαῦτα, κύριοι, δὲν εἶναι κατάλογος αὐτὸς, διότι αὐτοὶ ἦσαν κατάλογοι, οἱ ὁποῖοι δὲν εἶχον καμμίαν ἐπισημότητα· ἠμποροῦσε νὰ μὴ τοὺς τυπώσῃ, ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ εἶπεν, ὅτι αἱ ἐνστάσεις πρέπει νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τοῦ εἶπεν ὅτι πρέπει νὰ τοὺς τυπώσῃ; Λοιπὸν τὸ συμβόλαιον δὲν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο, παρὰ ὅτι οἱ κατάλογοι ἐτυπώθησαν ὅπως εὑρέθησαν κακοὶ, ψυχροί. Συγχαίρω ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι τοιαῦτα ἐπιχειρήματα φέροντες, λέγουν ὅτι τὸν νόμον ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς. Τὸν νόμον ὑποστηρίζετε; ὑποστηρίζετε ὅ,τι πρέπει νὰ ὑποστηρίζητε, ἀλλ’ ἐνθυμηθεῖτε ὅτι ὑποστηρίζετε ὅ,τι σᾶς συμφέρει. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ὁ δήμαρχος ὁμολογεῖ, ὅτι κατάλογον δὲν ἔχει, διότι τὸν ἔῤῥιψεν εἰς τὰ ἄχρηστα· εἰς τὴν νομαρχίαν δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος εὑρέθη δὲν φέρει οὔτε ὑπογραφὴν οὔτε ἡμερομηνίαν· τὸ δικαστήριον ἐξέθεσεν ὅτι μονογραφημένος κατάλογος δὲν ὑπάρχει. Ἀφοῦ λοιπὸν ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀποδείξεις ὑπάρχουν ἐνώπιόν μας καὶ οὐδεμία ἀνταπόδειξις, ἑπόμενον εἶναι νὰ σᾶς εἴπωμεν, ὅτι κατάλογος νόμιμος δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου. Κύριοι! Οἱ θελήσαντες νὰ ὑπερασπισθῶσι τὴν ἐκλογὴν ὠχυρώθησαν ὄπισθεν συμπερασμάτων τοῦ εἰσηγητοῦ ἐπὶ τοῦ πληθυσμοῦ· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅτι εἴτε ἀληθῆ, εἴτε ψευδῆ τὰ συμπεράσματα ταῦτα, ἀνήκουν εἰς τὸν εἰσηγητὴν, δὲν ἀποτελοῦν καμμίαν βάσιν περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ μή· αὐτὴ εἶναι μία ἰδέα τὴν ὁποίαν ὁ εἰσηγητὴς ῥίπτει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Βλέπετε ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν βασίζεται εἰς τοιοῦτόν τι ἀλλ’ εἰς τὴν ἔλλειψιν καταλόγων. Ἔκαμαν τὴν παρατήρησιν τινὲς ὅτι ἴσως ἡ Βουλὴ δὲν ἔπρεπε νὰ καταβῇ εἰς τὸ στάδιον τῆς ἐξελέγξεως τῶν καταλόγων, μολονότι ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἂν ἀληθῶς ἡ Βουλὴ δύναται νὰ καταβῇ ὅπου θέλει καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ βέβαια αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἔχει ὅρια. Τὸ περὶ τῆς ἡλικίας καὶ τοῦ ἐπαγγέλματος ἑνὸς ἑκάστου αὐτὸ κανεὶς δὲν εἰμποροῦσε νὰ τὸ ἐξετάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ θέλει νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὑπάρχουν ἢ δὲν ὑπάρχουν κατάλογοι· αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον, διότι ἂν τοιοῦτοι δὲν ὑπάρχουν, δὲν ὑπάρχει ἐκλογή. Κύριοι βουλευταὶ, παρακαλῶ, νὰ λάβετε ὑπ’ ὄψιν σας τὸ ἑξῆς περιστατικόν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἀδιαφορεῖ ποῖος θὰ ἐκλεχθῇ μετὰ τὴν ἀκύρωσιν βουλευτὴς ἢ ποῖος δὲν θὰ ἐκλεχθῇ, καὶ νομίζω ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι μέλημα οὔτε τῆς ἐπιτροπῆς οὔτε τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ τῶν ἐπαρχιῶν αἵτινες θὰ τοὺς ἐκλέξουν, διότι ἂν λείψῃ εἷς Ἑπτανήσιος, τὰ βουλευτικὰ συμφέροντα δὲν θέλουσι βλαφθῆ, οὔτε ἂν λείψῃ εἷς ἐξ ἡμῶν θέλει χαθῆ τὸ Κράτος.
§141ΜΕΤΑΞΑΣ. Χάνει ἡ Ἑπτάνησος ἂν λείψῃ ὁ Λομβάρδος ἀπ’ ἐδῶ, διότι εἶναι ὁ μόνος· (θόρυβος).
§142Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἕκαστος, κύριοι, δύναται νὰ ἔχῃ τὰς ἰδέας περὶ τῆς ἀξίας του καὶ περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἄλλων.
§143ΜΕΤΑΞΑΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε καὶ σεῖς ὁποίαν ἀξίαν τοῦ δίδω ἐγώ.
§144Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸς ποῖον; δὲν συνειθίζω, κύριοι, ν’ ἀκολουθῶ τὴν γλῶσσαν τῶν ἰδίων παθῶν· ἂν μεταξὺ σας σεῖς οἱ Ἑπτανήσιοι ἔχετε τοιαῦτα, ὀφείλετε νὰ τὰ εἴπετε. Ἐγὼ ὀφείλω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅσα πρόσωπα εἶναι ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν, καθῆκον ἔχω νὰ τὰ σέβωμαι καὶ νὰ τὰ ἐκτιμῶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἰδικόν μου μέλημα ποῖος θὰ ἐκλεχθῇ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τοῦτο οὐδόλως πρέπει οὔτε νὰ λέγηται οὔτε νὰ πτοῇ κανένα. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ προσβάλωμεν τὴν ἐκλογὴν, διότι εἶναι τὸ δεῖνα πρόσωπον ἐδῶ μέσα, ἡμεῖς σᾶς φέρομεν μίαν ἔλλειψιν καταλόγων· ἀποδείξατέ μας ὅτι ὑπάρχουν οἱ κατάλογοι καὶ ἀμέσως θὰ ψηφίσωμεν ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς· ἂν ὅμως δὲν ἀποδείξητε, ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν ὅτι ἡ ὑποψία σας εἶναι σαθρά.
§145ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Εἰς χεῖράς σας ἔχετε τὰς ἀποδείξεις.
§146Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, καθὼς παρατηρεῖτε, ἐνταῦθα ἔχομεν αὐτοὺς τοὺς ἐκλογικοὺς καταλόγους διὰ τοὺς ὁποίους ἐμέμφθησαν τὸν εἰσηγητὴν, διότι τοὺς ὠνόμασε φυλλάδια· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ὑπογραφὴ καὶ ἡμερομηνία ἀλλὰ θὰ μὲ εἰπῆτε τοὺς καταλόγους αὐτοὺς τοὺς ἐτύπωσεν ὁ νομάρχης· τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι οἱ κατάλογοι ὑπάρχουν μέσα εἰς τὴν νομαρχίαν καὶ ὅτι εἶναι πιστὰ ἀντίγραφα, ἐνῷ καὶ ἐκεῖνοι δὲν ἔχουν τὰς ὑπογραφάς. Εἶναι λοιπὸν ἀντίτυπα ἀπὸ χειρόγραφα μὴ νόμιμα, μὴ ἔγκυρα· λοιπὸν κατάλογος μονογραφημένος δὲν ὑπάρχει, ὁποῖον ἀπαιτεῖ ὁ νόμος. Ἐπειδὴ δὲ ἴσως ἀμφιβάλλετε, εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον.
§147ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἠξεύρομεν.
§148ΔΑΓΡΕΣ. Ἐσύ........
§149Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τελευταίαν φορὰν, ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι ἐκ συνηθείας, εἴτε ὁπωσδήποτε ἐπιθυμεῖτε νὰ μὲ διακόπτετε, θὰ σᾶς παρακαλέσω ν’ ἀφίσητε αὐτὴν τὴν συνήθειαν. Λοιπὸν ἐπαναλέγω, ὅτι ἡμεῖς ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐστηρίξαμεν ὅλον μας τὸ οἰκοδόμημα, Ὑπάρχουσι κατάλογοι ὁριστικοί; ὄχι, διότι ὁ δήμαρχος δὲν τοὺς παρουσίασε, διότι ὁ γραμματεύς του εἶπεν ὅτι τοὺς ἔκαμε φουσέκια διὰ τὴν Ἡπειροθεσσαλίαν καὶ διότι ὁ μονογραφημένος κατάλογος δὲν ὑπάρχει κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ δικαστηρίου. Καὶ τί σημαίνει, κύριοι, ἡ ἔλλειψις μονογραφημένων καὶ ὁριστικῶν καταλόγων; ὑποθέσατε, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἕνας δήμαρχος καὶ ἔχω ἕνα κατάλογον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι μονογραφημένος καὶ ἀριθμημένος, νομίζετε ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸν μεταβάλω καὶ νὰ κάμω ὅ,τι θέλω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ καταλόγου; Καὶ πῶς ἠμπορεῖτε, λέγουν, νὰ τὸ κάμετε ὅταν ὑπάρχῃ ἀντίγραφον; καὶ ὅταν ὁ κατάλογος ὁ ὁριστικὸς ἐξηφανίσθη, μὲ τὶ θὰ παραβάλετε αὐτὸν τὸν κατάλογον; Λοιπὸν, κύριοι, αὐτὰ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπὴ, ἐνόμισεν ὅτι εἰλικρινῶς πράττει, ὅτι ἐνεργεῖ σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολήν της ἂν ἐνώπιόν σας φέρῃ ὅ,τι ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐξάγεται. Ὥστε ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Οἰτύλου, ὅτι ἡμεῖς ὄχι μὲ τόσην εἰλικρίνειαν καὶ καλὴν πίστιν ἐπαρουσιάσαμεν ταῦτα, δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι δὲν ἠδυνήθη νὰ τὸ ἀποδείξῃ· πιστεύω, ὅτι ἐν τῇ πεποιθήσει του ἐλάλησεν, ἀλλὰ καὶ αἱ πεποιθήσεις ἐνίοτε ἀκολουθοῦνται ἀπὸ τὴν πλάνην καὶ δὲν εἶναι παράξενον νὰ τὸ ἔπαθεν ὁ κ. Σαράβας καθὼς καὶ ἡμεῖς. Λοιπὸν εἰς ὅλα αὐτὰ στηριζομένη ἡ ἐπιτροπὴ λέγει, ὅτι ὁ ὁριστικὸς κατάλογος δὲν ὑπάρχει καὶ ἐπρότεινε τὴν ἀκύρωσιν καὶ τὴν ἐπανάλειψιν τῆς ἐκλογῆς· ἡ ἐπιτροπὴ μάλιστα ἀπὸ τοῦδε εὔχεται νὰ ἐπιτύχουν οἱ ἐδῶ σήμερον καθήμενοι, διότι τῆς εἶναι ἀδιάφορον, συμφέρον εἶχε νὰ τηρήσῃ τὸν νόμον καὶ ἀδιαφορεῖ τίς θὰ ἐπιτύχῃ.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ῥοντήρης ἔχει τὸν λόγον.
§151ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ κ. Λομβάρδου ἐθεώρουν περιττὴν πᾶσαν περαιτέρω ὑπεράσπισιν τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, διότι ἐξηντλήθη· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπί τινα λεπτὰ, διότι, ὡς πρὸς ἐμὲ, ὑπάρχει ἰδιάζουσα αἰτία νὰ λάβω τὸν λόγον, διὰ νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου. Ὅταν ὑπεστήριζα, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ τὴν σύστασιν τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατόπιν τὸ σύστημα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν πρὸς συζήτησιν, ἡ ῥύμη τοῦ λόγου μὲ ἔφερε νὰ εἴπω, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ αἱ νόμιμοι, καθ’ ὧν δὲν ὑπάρχει ὑπόνοια, θὰ προηγηθῶσιν. Εἶπον, ὅτι πολὺ φυσικὸν εἶναι ἐκεῖναι αἱ ἐκλογαὶ, καθ’ ὧν δὲν ὑπάρχουν ἐνστάσεις, θὰ ἦναι πρῶται ὥριμοι ὅπως ὑποβληθῶσιν, ἀνέφερον δὲ ὡς παράδειγμα τὰς ἐκλογὰς Ὕδρας καὶ Ζακύνθου. Τοιαύτη ἦτον ἡ πεποίθησίς μου καὶ τοιαύτη εἶναι, ἠπόρησα δὲ κατόπιν μεγάλως πῶς ἐπλάσθησαν λόγοι, πῶς ἐσχηματίσθη σύστημά τι κατηγορίας κατὰ τῆς ἐκλογῆς, ὥστε νὰ προταθῇ ἡ ἀκύρωσίς της. Τὸ νὰ ἔχω ἐκείνην τὴν πεποίθησιν ἔκτοτε, σημαίνει ὅτι εἶχον γνῶσίν τινα τῶν πραγμάτων· ὑπῆρχον δὲ λόγοι ἵνα ἐγὼ γνωρίζω τί συνέβη εἰς ἐκείνην τὴν ἐκλογὴν καὶ πῶς διεξήχθη, διότι κατοικῶ 4 ὥρας μακρὰν τῆς Ζακύνθου, διότι ἡ ἐπιμιξία μεταξὺ Ζακύνθου καὶ Μεσολογγίου εἶναι ἀδιάκοπος· δὲν λείπουν πλοιάρια ἐρχόμενα ἐκ Ζακύνθου μὲ καρποὺς καὶ πηγαίνοντα ἐκ Μεσολογγίου εἰς Ζάκυνθον μὲ ἰχθῦς κτλ. Ἐκεῖ λοιπὸν εἴμεθα εἰς θέσιν τόσον καλὴν διὰ νὰ ἠξεύρωμεν τί συνέβη καὶ τί συμβαίνει, ὅσον γνωρίζομεν καὶ διὰ τὸ Μεσολόγγιον καὶ τὰς πέριξ ἐπαρχίας. Τῳόντι, κύριοι, βλέπετε ὅτι δὲν γίνεται λόγος οὔτε περὶ βίας, οὔτε περὶ καλπονοθεύσεως· ἕως τώρα ἐγνωρίζομεν ἡμεῖς, ὅτι μία ἐκλογὴ εἶναι ὕποπτος ὡς καλπονοθευμένη ἢ ὡς ἀποτέλεσμα βίας, εἰς τὴν ἐκλογὴν αὐτὴν προέκυψε καὶ λόγος. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ σημερινὸν εἶναι πολὺ σπουδαῖον· εἶναι ζήτημα συντακτικόν. Πρόκειται περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι τὸ φαινόμενον, διότι, κατ’ ἐμὲ, ὑπολανθάνει ἄλλο ζήτημα πολὺ σπουδαιότερον. Τὸ ἐπιλανθάνον δ’ εἶναι τὸ δεσπόζον καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα πρέπει νὰ ἀπασχοληθῇ ὄχι ἐν συζητήσει, ἀλλ’ ἡ ἐκ τῆς συζητήσεως μόρφωσις τῆς πεποιθήσεως. Ἐννοῶ, κύριοι, τὸ ζήτημα ὅτι, ἐὰν ἡ πλειοψηφία ἔχῃ τὸ δικαίωμα, ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ ἀποβάλῃ τὴν μειοψηφίαν ἐκ τοῦ περιβόλου τούτου ἢ νὰ τὴν ἀκρωτηριάζῃ διὰ λόγους πολιτικούς, διὰ κομματικὰ ἢ φατριαστικὰ συμφέροντα. Κύριοι, ἐν πρώτοις ἐν ὀλίγοις θέλω ἀνασκευάσει τὰς ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι παρουσιάζονται κατὰ τοῦ κύρους τῆς ἐκλογῆς, καὶ κατόπιν θέλω προβῆ εἰς τοὺς ἄλλους λόγους καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι εἰς τὴν Ζάκυνθον ὄχι μόνον νόμιμος βουλευτὴς ἐξελέχθη ὁ κ. Λομβάρδος μετὰ τῶν φίλων του τῶν 5 ἢ τῶν 4, ἀλλὰ καὶ ἂν 50 ἐπρόκειτο νὰ ἐκλεχθῶσιν, οἱ 50 ἤθελον ἐκλεχθῆ ἐξ αὐτῆς τῆς μερίδος. Σᾶς λέγω τὴν πεποίθησίν μου καὶ ἂν θέλετε πιστεύσατέ την, ὅτι θεωρῶ νομιμωτέραν πασῶν τῶν ἐκλογῶν αὐτὴν καὶ δὲν ἐξαιρῶ οὔτε τὴν τῆς Ναυπακτίας, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκω. Τὰς ἐνστάσεις, κύριοι, τὰς ἄλλας θὰ τὰς διέλθω ἐπιτροχάδην καὶ θὰ σταθῶ κατόπιν εἰς τὴν τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε κρίνων τὴν κατὰ τοῦ ἐκλογικοῦ καταλόγου ἐκ τοῦ λόγου, ὅτι πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῆς τῆς ἐνστάσεως φαίνονται μορφωθεῖσαι καὶ ἄλλαι ἐνστάσεις μηδαμιναὶ καὶ ἄτοποι ὅλως, καὶ μὴ δυνάμεναι νὰ ὑποστῶσι σπουδαίαν συζήτησιν, ἐλπίζω νὰ διέλθω καὶ αὐτὴν ἐν ὀλίγοις. Εἷς ἐκ τῶν λόγων τῆς ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς εἶναι τὸ ὅτι ἅμα ἐτυπώθησαν τὰ φυλλάδια, αὐτὸ λέγει ὁ κ. εἰσηγητής, ἐπτοήθη ὁ τόπος ἐκεῖ, ἐπηρέασε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς καὶ ἀπέτυχον οἱ συμπολιτευόμενοι. Ἀλλ’ ὁ λόγος αὐτὸς θέλει ἀνασκευήν; καὶ μολοντοῦτο ὁ λόγος αὐτὸς ἐχρησίμευσεν εἰς μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεως τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ προτείνῃ τὴν ἀκύρωσιν μιᾶς ἐκλογῆς τοσοῦτον νομίμου.
§152Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς τὸ ἐνοήσατε τοῦτο;
§153ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἔκθεσις· «ἐπειδὴ μεγάλως ἐπηρέασε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς ἡ ἀποθάῤῥυνσις τῶν ἀντιπάλων τῶν ἀποτυχόντων, ἡ γεννηθεῖσα ἐκ τῆς δημοσιεύσεως παρατύπων καὶ παρανόμων ἐκλογικῶν καταλόγων.» Νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην κανεὶς ν’ ἀνασκευάσῃ τοιούτους λόγους.
§154Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Περὶ καταλόγου εἶπες;
§155ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μάλιστα περὶ καταλόγων, δὲν ἐδιάβασες τὴν ἔκθεσιν; Εἷς ἄλλος λόγος, κύριοι, καὶ ἀκούσατε καὶ αὐτόν, ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, διότι ὁ πνιγμένος ἀπὸ τὰ μαλλιά του πιάνεται, ὁ μὴ ἔχων σπουδαίους λόγους νὰ προτείνῃ, δὲν στέκεται πουθενά· σπουδαῖος λόγος εὑρέθη διὰ τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ποῖος; ὅτι εἰς τὸ 1865 ἐψήφισαν 4000 μόνον ἐκλογεῖς, εἰς δὲ τὰ 1868 ἐψήφισαν 9000. Ἐγὼ τί λέγω; ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῆς Ζακύνθου τοῦ 1865 δύναται νὰ ἀκυρωθῇ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐὰν ᾖναι δυνατόν, διότι δύναται νὰ διατυπωθῇ ἓν συμπέρασμα, ὅτι ἀπεκλείσθησαν οἱ ἀντίπαλοι καὶ ἐψήφισαν μόνον 4000· οὐδέποτε ὅμως νὰ προτείνω ἐκ τούτου συμπέρασμα, ὅτι πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογὴ τοῦ 1868, διότι ἐψήφισαν περισσότεροι, ἐκτὸς ἐὰν ἀποβάλωμεν τὸν κοινὸν λόγον. Ὅσον πλειότεροι ἐψήφισαν εἰς μίαν ἐπαρχίαν, τόσον μεῖζον καὶ καθαρωτέρα εἶναι ἡ ἀπόδειξις, ὅτι ἐγένετο σπουδαῖος διαγωνισμός, ἐγένετο πάλη. Ὁ λόγος αὐτὸς βλέπετε εἶναι ὑπὲρ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ 1868, κατὰ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς ἐκλογῆς τοῦ 1865. Ἐρχόμενος εἰς τὸν ἄλλον λόγον τῆς στατιστικῆς· ἐγὼ κάμνω μόνην μίαν παρατήρησιν, ὅτι ἐξελέγχεται μὴ σπουδαῖος ὁ λόγος, ψευδὴς καὶ ἀνυπόστατος ἐξ αὐτῆς τῆς ἰδίας ἐκθέσεως, διὰ νὰ μὴ φέρω ἄλλας ἀποδείξεις καὶ συλλογισμούς. Ὁ φίλος μου κ. Παραμυθιώτης, ὁ συνάδελφός μου, ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἰσχυρίζεται ὅτι οἱ ἐκλογεῖς ἐν Ζακύνθῳ εἶναι 8410, τὸ δὲ ἐπίλοιπον ἐννοεῖ ὅτι εἶναι πλαστόν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, κύριοι, ἂν ἦσαν 8410 οἱ ψηφοφόροι τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου, ἤθελον ψηφίσει, καθὼς γνωρίζω, 8400 μεῖον κατὰ ⅕, ἤθελον ψηφίσει 6500, τὸ πρωτόκολλον τῆς ψηφοφορίας ἤθελε φέρει ἀριθμὸν ψηφοφόρων μόλις 7000, καὶ ἐν τούτοις τὰ πρωτόκολλα φέρουν κατάλογον ψηφοφόρων 10000 ψηφοφορησάντων. Πῶς φαίνεται αὐτὸ, ἀφ’ οὗ οἱ ἐκλογεῖς τῆς Ζακύνθου εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον, κατὰ τὸν κ. Παραμυθιώτην, νὰ ᾖναι περισσότεροι τῶν 7000, πῶς ἐψηφοφόρησαν 10000;
§156ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Οἱ νόμιμοι ψηφοφόροι.
§157ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τώρα προτάττει ὁ κύριος οἱ νόμιμοι. Εἰς αὐτὸ ἔχω ν’ ἀντιτάξω δύω λόγους. Πρῶτον, ἐὰν ᾖναι νόμιμοι ἢ ὄχι οἱ ψηφοφόροι, τοῦτο προτείνεται κατὰ τὴν ἔγκρισιν τοῦ καταλόγου, ἡ ὁποία ἐγένετο τὸ 1866 καὶ τὸ 1867. Δεύτερον δὲ ἀντιτάττω τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, ἐὰν ἐμπεριλαμβάνωνται ἀνήλικες, ἢ ἐὰν ἐψήφισαν γυναῖκες ἢ ἱερεῖς, αὐτὸ ἤθελε βεβαιοῦται τοὐλάχιστον διὰ διαμαρτυρήσεως ἐνώπιον τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου. Τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς αὐτῆς εἶναι τακτικὰ, οὐδεὶς ἀπεκλείσθη, ἐγένοντο ἐνστάσεις, ὑπεγράφησαν οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν ὑποψηφίων, περὶ αὐτοῦ οὐδὲν ὑπάρχει παράπονον. Εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτὰ ἔγινε καμμία ἔνστασις, καμμία ἀντίῤῥησις, ὅτι ὁ δεῖνα, ὁ δεῖνα 3,000 π. χ. ψηφοφόροι, ὅτι αὐτοὶ εἶναι παράνομοι; καὶ τοῦτο πάλιν προκύπτει ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν. Πῶς; ἐν τῇ ἐκθέσει τῆς πλειοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς φαίνεται, ὅτι ἐψηφοφόρησεν ὁ ἱερεὺς «Κρυψιᾶς» ἀντὶ τοῦ «Κρυψίας», καὶ ὅτι ἀμφισβητεῖται τὸ νόμιμον τῆς ψηφοφορίας 30, 40, 50, 150, οὐχὶ 3,000. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι οἱ στατιστικοὶ ὑπολογισμοὶ τοῦ κ. Παραμυθιώτου εἶναι ὅλως διόλου ἐσφαλμένοι καὶ ἀποδεικνύεται τὸ ἐσφαλμένον ὄχι ἐκ θεωριῶν, ἀλλ’ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως καὶ διὰ ἀριθμῶν. Μ’ ὅλον ὅτι καὶ ἡ βάσις εἶναι ὅλως ἐσφαλμένη, διότι ὑποθέτει τοὺς κατοίκους τῆς Ζακύνθου 35,000. Καὶ ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ τοὺς ὑποθέσω 15, 12 χιλιάδας, καὶ νὰ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις. Ἔρχομαι λοιπὸν, κύριοι, εἰς τοὺς περιφήμους καταλόγους ὅτι ἐλλείπουσι. Δὲν ἠξεύρει κανεὶς, κύριοι, πῶς νὰ πραγματευθῇ σᾶς βεβαιῶ συχνότατα εὑρίσκεται ὁ σκεπτόμενος ἢ ὁ ἀγορεύων εἰς λίαν δυσχερῆ θέσιν, πῶς νὰ ἀποδείξῃ τὴν ἡμέραν ἡμέραν, ὅταν ᾖναι ἡμέρα, καὶ τὴν νύκταν νύκτα ὅταν ᾖναι νύκτα. Αὐτὸ φαίνεται, δὲν ἀποδεικνύεται. Οἱ κατάλογοι αὐτοὶ δὲν ὑπάρχουν, καὶ ἐδέησε νὰ γίνῃ μακρὰ συζήτησις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ ὥρας πολλὰς διὰ νὰ ἐννοήσω ἐγὼ τί ἔνστασις εἶναι αὐτὴ, περὶ τίνος πρόκειται. Καὶ τῷ ὄντι κατ’ ἀρχὰς ἡ ἔνστασις ἦτο τοιαύτη, ὅτι δὲν ὑπάρχουν οἱ χειρόγραφοι κατάλογοι εἰς τὸν φάκελλον τῶν ἐγγράφων· γνωρίζετε δὲ ὅτι εἰς οὐδένα φάκελλον οὐδεμιᾶς ἐκλογῆς ὑπάρχει ὁ πρωτότυπος, ὁ χειρόγραφος κατάλογος, ὑπάρχουν τὰ ἔντυπα αὐτὰ φυλλάδια. Κατόπιν λοιπὸν διευκρινίσθη τὸ ζήτημα, ὅτι ἐνόουν, ὅτι εἶναι πλαστὸς ὁ ἔντυπος κατάλογος, ὅτι εἶναι ἀντίγραφον πλαστοῦ καταλόγου, καὶ ἐπειδὴ εἶναι πλαστὸς ὁ κατάλογος αὐτὸς, πρέπει ν’ ἀκυρωθῇ ἡ ἐκλογή. Καλὰ, ὅταν προσβάλετε ἓν ἐπίσημον ἔγγραφον ὡς πλαστὸν, ποῖος φέρει τὴν ἀπόδειξιν; Ὁ προσβάλλων ὡς πλαστὸν δημόσιον ἔγγραφον, πρέπει νὰ φέρῃ τὴν ἀπόδειξιν ὅτι εἶναι πλαστόν. Ἔρχεται ἡ ἀντίστασις, φέρε τὸν χειρόγραφον κατάλογον νὰ σᾶς ἀποδείξω τὴν πλαστότητα· ἔρχεται ἄλλη ἀντίῤῥησις, φρόντισε νὰ λάβῃς τὸν κατάλογον, ὁ κατάλογος αὐτὸς μάλιστα εἶναι εἰς χεῖρας τῆς Βουλῆς, εἰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας, δὲν εἶναι βέβαια εἰς χεῖρας τῶν πολιτῶν σήμερον, καθὼς ἤκουσα. Ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, ὅπως ἔχει τὸ πρᾶγμα, τί εἶναι μὴ ἀποδεδειγμένον; μὴ ἀποδεδειγμένον εἶναι ἡ ἔνστασις τῆς πλαστογραφίας καὶ ἔπρεπε ν’ ἀποδειχθῇ ἐδὼ, ἐπειδὴ ἐνίστασθε, ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς εἶναι πλαστογραφημένος, καὶ ἐπειδὴ δὲν ἀποδεικνύετε τὴν πλαστότητα αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ. Σεῖς πρέπει νὰ φέρητε τὴν ἀπόδειξιν, πρέπει νὰ φροντίσητε νὰ φέρητε τὸν χειρόγραφον κατάλογον, νὰ τὸν παραβάλητε μὲ τὸν ἔντυπον. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀντὶ ν’ ἀποδείξουν τὴν ἐνοχήν μας οἱ ἀντίπαλοι ἡμῶν, ἂς ἀποδείξωμεν ἡμεῖς τὴν ἀθωότητά μας. Ἐλέχθησαν πολλὰ, θὰ δυνηθῶ καὶ ἐγὼ νὰ διέλθω δι’ αὐτῶν τῶν ὀλίγων ἀποδείξεων. Κύριοι, κατὰ τοὺς νόμους μας περὶ τῆς ἀποδείξεως δὲν ὑπάρχει ἰσχυρότερον μέσον ἀποδείξεως ἀπὸ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, καὶ μάλιστα ἂν τύχῃ νὰ ἦναι μεταξὺ αὐτῶν δικαστικὴ ἀπόφασις. Ἐὰν δὲν θελήσωμεν νὰ στηρίξωμεν αὐτὸ, δὲν ἔχομεν τίποτε, τότε καθιεροῦμεν ἓν κράτος αὐθαιρεσίας ἀκατανοήτου. Τὰ ἔγγραφα λοιπὸν, λέγετε, τὰ ἐπίσημα δεσμεύουσι, πείθουσιν ἡμᾶς καὶ ἔχουν πλήρη ἀποδεικτικὴν δύναμιν, καὶ ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ στηριχθῶμεν ἐπ’ αὐτῶν, δὲν μᾶς μένει τίποτε πλέον. Ἔχομεν λοιπὸν τρία ἐπίσημα ἔγγραφα ἀποδεικνύοντα τὴν ὕπαρξιν τοῦ καταλόγου, καὶ ἔχομεν, καὶ τί ἄλλο; καὶ τὸν ἠλεκτρικὸν τηλέγραφον, ὅστις εἶναι πλησίον, τέσσαρα. Δὲν ἀρκοῦν, κύριοι, τόσαι ἀποδείξεις διὰ τὴν ὕπαρξιν τῶν καταλόγων, ἀφ’ οὗ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι ν’ ἀποδείξωμεν τὴν ὕπαρξιν αὐτῶν; ἀφ’ οὗ τὴν πλαστότητα τὴν προτείνουν οἱ ἄλλοι, ἀφ’ οὗ αὐτοὶ ἔπρεπε νὰ φέρουν τοὺς καταλόγους πρὸς παραβολήν; Καθὼς προηγουμένως ἠκούσατε, κύριοι, τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εἶναι τὰ ἑξῆς· Ἓν συμβόλαιον ἐπίσημον τοῦ νομάρχου Ζακύνθου μὲ ἕνα τυπογράφον, ἑνὸς νομάρχου, μὴ εὐνοοῦντος παντάπασι τὴν μερίδα τὴν ἐπιτυχοῦσαν. Εἰς τὸ συμβόλαιον αὐτὸ ἀναφέρεται, ὅτι ἔλαβεν ὁ νομάρχης τοὺς χειρογράφους καταλόγους, ὅτι τοὺς εἶδεν, ὅτι ἐμέτρησε τοὺς ψηφοφόρους, ὅτι ἔδωκε τοὺς καταλόγους εἰς τὸν τυπογράφον καὶ ἐσυμφώνησε τὴν τύπωσιν. Ὕπαρξις λοιπὸν βεβαιότητος. Ἔχομεν ἔπειτα τὸ βούλευμα τοῦ δικαστικοῦ συμβουλίου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο λόγος. Εἰς τὸ βούλευμα, κύριοι, τοῦ συμβουλίου αὐτοῦ βεβαιοῦται, ὅτι ὑπάρχει οὐ μόνον ὁ κατάλογος τοῦ 1867, ἀλλὰ καὶ ὁ κατάλογος τοῦ 1866· καὶ, κύριοι, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν ὑπάρχῃ, διότι ἴσα ἴσα ἡ κατηγορία αὐτὴ ἦτον, ὅτι ἐπλαστογραφήθη αὐτὸς ὁ κατάλογος, καὶ ἄνευ τοῦ πλαστοῦ ἐγγράφου δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ ἡ ἀνάκρισις; ἐὰν, κύριοι, ὑπεξῃρῆτο ὁ κατάλογος, δὲν θὰ ὑπῆρχε κατηγορία ἐπὶ πλαστογραφίᾳ κατὰ τοῦ δημάρχου, θὰ ὑπῆρχε κατηγορία ἐπὶ ὑπεξαιρέσει καὶ καταστροφῇ τοῦ καταλόγου. Ὑπάρχει τοιαύτη περίπτωσις; ὑπάρχει κατηγορία κατὰ τοῦ δημάρχου, ὅτι ὑπεξῄρεσεν ἢ κατέστρεψε τὸν κατάλογον; ὄχι, καθόλου. Ὑπάρχει ἡ κατηγορία, ὅτι εἰς τὸν κατάλογον αὐτὸν προσετέθησαν παρανόμως 48 ὀνόματα ἢ 95 καὶ παρελείφθησαν 48. Ἐγένετο ἀνάκρισις, καὶ ἐγένετο παραβολὴ τοῦ καταλόγου αὐτοῦ μὲ τὸν ἔντυπον, καὶ εὑρέθη ὅτι τῳόντι ὁ δήμαρχος παρέλειψε νὰ σημειώσῃ 95· τί ἄλλην ἀπόδειξιν θέλομεν; Λέγω λοιπὸν, ἐκτὸς τοῦ συμβολαίου, εἰς τὸ ὁποῖον ἡμεῖς δὲν συνεπράξαμεν, δηλ. οἱ ἐνδιαφερόμενοι δὲν συνέπραξαν· ἐκτὸς τοῦ συμβολαίου, ἔχομεν δικαστικὴν ἀπόφασιν, ὅτι ὑπάρχει ὁ κατάλογος αὐτὸς, ὅτι τὸν κατάλογον μάλιστα τὸν ἐπλαστογράφησε, διὰ μίαν στιγμὴν παραδέχομαι, ὁ δήμαρχος· ἔχομεν, λέγω, δικαστικὴν ἀπόφασιν, ὅτι παραπέμπεται εἰς τὸ πλημμελειοδικεῖον ὁ δήμαρχος μόνον διὰ τὸ ὅτι ὑπάρχει ὁ κατάλογος. Δὲν εἶναι δυνατὸν ἓν σῶμα τόσον σπουδαῖον νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ὁ κατάλογος, ἀφοῦ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτοῦ τοῦ καταλόγου παραπέμπεται ὁ δήμαρχος ὡς πλαστογραφήσας αὐτὸν τὸν κατάλογον. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί τρέχει, κύριοι; ἀφοῦ ἐξωθοῦνται οἱ ἀντίπαλοι ἐξ ἑνὸς ὠχυρώματος, καταφεύγουν εἰς ἄλλο· ἐὰν ὁ κατάλογος ὑπάρχῃ· ἀλλ’ ὁ κατάλογος δὲν εἶναι ἔγκυρος. Ἐγὼ σᾶς παρατηρῶ, ὅτι εἶναι ἄλλο ζήτημα αὐτό. Κατ’ ἀρχὰς ἡ ἔνστασις ἦτον, ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάλογος, ὅτι εἶναι πλαστὸς, δεύτερον ὅτι δὲν ὑπάρχει κατάλογος· ἀφοῦ ὅμως ἀπεδείχθη, ὅτι ὑπάρχει ὁ κατάλογος, ὅτι ὑπάρχουν οἱ κατάλογοι καὶ τοῦ 1866 καὶ τοῦ 1867, ἰσχυρίζεται τώρα, ὅτι ὁ κατάλογος τοῦ 1867 δὲν εἶναι ἔγκυρος, ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὁριστικός. Τοιαύτη ἀρχὴ δὲν ὑπάρχει, καὶ ἐὰν ὑπάρχῃ, εἶναι ἄλλη ἔνστασις αὐτὴ ἀπὸ τὴν ὕπαρξιν τοῦ καταλόγου. Κύριοι, ὁ κατάλογος τοῦ 1866 διὰ τὴν Ζάκυνθον εἶναι ὁ ἀρχικὸς κατάλογος, ἐνῷ εἰς τὰς ἄλλας ἐπαρχίας, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε αὐτό, τῆς Πελοπονήσου καὶ τῆς Στερεᾶς ὁ ἀρχικὸς κατάλογος εἶναι ὁ τοῦ 1865, διότι εἰς τὴν Ζάκυνθον δημοτικαὶ ἀρχαὶ τότε ἐγκατεστάθησαν. Ὁ ἀρχικὸς κατάλογος τοῦ 1865 δὲν ἀναφέρεται εἰς τὸ βούλευμα· βέβαια δὲν ἀναφέρεται, διότι εἶναι ὁ κατάλογος τοῦ 1866 ὁ ὁριστικὸς τῆς Ζακύνθου· αὐτὸς δὲ ὁ κατάλογος ὑπάρχει· ἀλλὰ κυρίως ὁ κατάλογος τοῦ 1867, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἀμφισβητεῖται ἀπὸ κανένα, ὅτι ὑπάρχει. Τὸ ἀμφισβητεῖτε αὐτὸ, κύριε Παραμυθιώτη;
§158ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀφοῦ δὲν ὑπάρχῃ τοῦ 1866, πῶς θὰ ὑπάρχῃ ὁ τοῦ 1867.
§159ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ὄχι διὰ σοφισμάτων· ἀμφισβητεῖτε τὴν ὕπαρξιν;
§160ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι.
§161ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Λοιπὸν ὑπάρχει. Τώρα ὁ κατάλογος ἐχάθη ἀπὸ τὴν νομαρχίαν· τώρα πῶς ἐχάθη, κρίνατε σεῖς. Ἦτον εἷς κατάλογος εἰς τὸν δήμαρχον, ὅστις ἴσως ἔπρεπε νὰ μὴν ὑπάρχῃ· ἐζητήθη ἀπὸ τὸν νομάρχην ὁ κατάλογος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἦτον εἰς τὴν δημαρχίαν· ὁ δήμαρχος ἐφοβήθη· ἀφοῦ ἐχάθη ὁ πρῶτος, τὸ ἀντίγραφον, ὅπου ἦτον εἰς τὴν δημαρχίαν, ἠμπορεῖ νὰ χαθῇ καὶ αὐτό· καὶ ἐὰν ἐχάνετο αὐτὸς ὁ κατάλογος, τότε σήμερον βεβαίως ἐδικαιοῦντο οἱ ἐνιστάμενοι νὰ προκαλέσουν ἀκυρότητα. Ὁ δήμαρχος λοιπὸν ἔκαμεν ἔγγραφον, ὅτι δὲν ἔχει τὸν κατάλογον, διότι ἐχάθη.
§162ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Διότι δὲν τὸν εὑρῆκεν, εἶπεν.
§163ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δὲν τὸν ἀφῆκεν· ἀλλὰ κατόπιν ἀπεδείχθη, ὅτι αὐτὸ ἦτο ψεῦδος, καὶ ὅτι ἦτον ἕνα dolus bonus, ἓν ψεῦδος ἀγαθόν. Κανεὶς δὲν δύναται νὰ κατηγορήσῃ τὸν δήμαρχον αὐτὸν ὡς ψευδόμενον, διότι ἠθέλησε νὰ διασώσῃ ἓν δικαίωμα πολύτιμον, καὶ διὰ νὰ φυλάξῃ ἓν τοιοῦτον ἔγγραφον τόσον σπουδαῖον. Ἐν τούτοις αὐτὸ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀληθές. Κατόπιν ὁ εἰσαγγελεὺς ἔκαμεν ἔρευναν καὶ εὗρε τὸν κατάλογον τοῦ 1866 καὶ 1867 καὶ τὸν κατέσχε. Τί ἐπιχείρημα λοιπὸν σήμερον ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ἀπὸ τὸ ἔγγραφον τοῦ δημάρχου; Αὐτὸ εἶναι προγενέστερον, καὶ ὑπάρχουν μεταγενέστερα ἔγγραφα βεβαιοῦντα τὴν ὕπαρξιν τοῦ καταλόγου· ἡ κατάθεσις τοῦ εἰσαγγελέως, τὸ βούλευμα τοῦ συμβουλίου τῶν πλημμελειοδικῶν. Κύριοι, μένει νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον 25, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη καὶ προτήτερα, ὅτι ὁ ἀρχικὸς κατάλογος εἶναι ὁριστικὸς καὶ ἀνανεοῦται κατ’ ἔτος, καὶ κατ’ ἔτος κηρύττεται ὁριστικὸς, εἰς νέον διορθούμενος. Τοῦτο προκύπτει ἐκ τούτου. Τὴν 17 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς Ἀπριλίου ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 11 ἐπιτροπὴ ἐκτίθησι τὸν διορθωθέντα κατάλογον», καὶ αὐτὸς ὁ διορθωθεὶς κατάλογος μετὰ τὴν διάνυσιν τοῦ σταδίου τῆς ἀναθεωρήσεως εἶναι ὁριστικός. «Τὸν διορθωθέντα κατάλογον ἐν τῷ δημαρχείῳ, ἐκδίδει δὲ κατὰ τὸ ἄρθρ. 10 πρόγραμμα καὶ μετ’ αὐτοῦ δημοσιεύει ἐν μὲν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου κατάλογον, ἐμφαίνοντα τὰ ὀνόματα τῶν διαγραφέντων καὶ προστεθέντων, ὡς καὶ τοὺς λόγους τῆς διαγραφῆς, ἐν δὲ τοῖς παρεδρείοις τὰ ἀνήκοντα ἀποσπάσματα τοῦ καταλόγου τούτου. Τὰ λοιπά....» Τοῦτο εἶναι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας. «Τὰ λοιπὰ μέχρι τῆς ὁριστικότητος τοῦ καταλόγου ἐνεργοῦνται κατὰ τὰ ἄρθρα 11–21 τοῦ παρόντος νόμου. Μετὰ δὲ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 21 ὁριστικὴν διόρθωσιν αὐτοῦ γίνεται, κατὰ τὸ ἄρθρον 22, ἀνατύπωσις ὁλοκλήρου τοῦ καταλόγου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν.» Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι κατ’ ἔτος ὁ ἀρχικὸς κατάλογος ἀντιγράφεται. Ὁ δήμαρχος μετὰ δύω μελῶν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου κληρουμένων προσθέτει ἐκείνους, ὅσοι ἀπέκτησαν ἤδη τὴν ἡλικίαν καὶ ἐν γένει τὰ προσόντα τοῦ ἐκλέγειν, διαγράφει δὲ τοὺς ἀπολέσαντας αὐτὰ, καὶ κατόπιν αὐτὸς ὁ παλαιὸς κατάλογος ἀντιγράφεται ἐκ νέου καὶ γίνονται αἱ προσθέσεις καὶ ἀφαιρέσεις, καὶ ἐγκρίνεται ἐκ νέου, καὶ ἐκ νέου γίνεται ὁριστικὸς, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ νόμιμος κατάλογος· καὶ τοιοῦτος κατάλογος εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὑπάρχει διὰ τὸ 1867. Ἀλλὰ δὲν φθάνει αὐτὸ, μόνον ὑπάρχει ἐκ περισσοῦ καὶ ὁ λεγόμενος ἀρχικὸς κατάλογος, ὁ τοῦ 1866, διότι τὸν ἀναφέρει τὸ βούλευμα. Κύριοι, κατὰ τί λοιπὸν εἶναι ὁριστικὸς ὁ πρῶτος κατάλογος; Ἡ ὁριστικότης τοῦ πρώτου καταλόγου μένει μόνον ὡς πρὸς ἐκείνους τοὺς ψηφοφόρους οἱ ὁποῖοι, καί τοι πτωχοὶ μὴ ἔχοντες τὰ προσόντα, ἐνεγράφησαν, ἐγγραφέντες δὲ δὲν ἐπολεμήθησαν δι’ ἐνστάσεως· ὡς πρὸς ἐκείνους μένει ὁ κατάλογος ὁριστικός. Τοῦτο σημαίνει τὸ ὅτι ὁ κατάλογος εἶναι διηνεκὴς καὶ ὁριστικός· ὁ ἔχων δηλαδὴ ἅπαξ κεκτημένον δικαίωμα διὰ τῆς ἐγγραφῆς δὲν ἀπόλλυσιν αὐτὸ πλέον, εἰμὴ διὰ λόγους νομίμους γεννωμένου κατόπιν, αὐτὸ εἶναι ἡ ὁριστικότης. Συμπεραίνω λοιπὸν, ὅτι οἱ κατάλογοι, περὶ ὧν πρόκειται, ὑπάρχουν, ἀλλ’ ὑπάρχουν ἔντυποι, καθὼς ἐπαρουσιάσθησαν εἰς ὅλας τὰς ὑπὸ ἐξέλεγξιν ἐκλογὰς, ὅτι εἰς τὸν φάκελλον τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου δὲν ὑπάρχει χειρόγραφος κατάλογος, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος οὐδ’ εἰς καμμίαν τῶν ἄλλων ἐκλογῶν· ὅτι ἐκ περισσοῦ διὰ τὴν Ζάκυνθον ὑπάρχουν πλείονες ἢ διὰ πᾶσαν ἄλλην ἐπαρχίαν ἀποδείξεις, ὅτι ὑπάρχουν ὁριστικοὶ χειρόγραφοι κατάλογοι, διότι ὑπάρχουν ἔγγραφα ἐπίσημα βεβαιοῦντα τοῦτο, ἤτοι τὸ ἐπίσημον συμβόλαιον τοῦ νομάρχου, τὸ βούλευμα, τὸ ἔγγραφον τοῦ κ. εἰσαγγελέως, κτλ. κτλ. ὑπάρχει πρόχειρος καὶ ὁ ἠλεκτρικὸς τηλέγραφος. Σήμερον οἱ κατάλογοι αὐτοὶ ὑπάρχουν εἰς χεῖρας τοῦ εἰσαγγελέως τῶν ἐφετῶν, καὶ δυνάμεθα δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ κροτανισμοῦ νὰ ἔχωμεν ἐδῶ ἀμέσως τοὺς καταλόγους. Κύριοι, ἀνασκευάσας τοὺς λόγους τοὺς προτεινομένους κατὰ τῆς ἐκλογῆς, μένει νὰ σᾶς εἴπω ἤδη ἐν γένει τί γνωρίζω ὡς πρὸς τὴν ἐκλογὴν Ζακύνθου ἐν ὀλίγοις. Σᾶς βεβαιῶ, κύριοι, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη διεξήχθη ἡσύχως, διεξήχθη καλῶς· ἐπληροφορήθην ἀπὸ ἀξιωματικοὺς παρευρεθέντας παρόντας, οἱ ὁποῖοι διεξήγαγον τὴν ἐκλογὴν, ὅτι ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ λαοῦ ὁλοκλήρου σχεδὸν ὑπὲρ τῆς μερίδος τοῦ κ. Λομβάρδου ἦτο μέγας. Ἐπληροφορήθην ὅτι ἡ μερὶς ἡ ἀποτυχοῦσα οὐ μόνον δὲν ἔκθεσε τὴν ἀντίπαλον μερίδα, ἀλλὰ μάλιστα ἀπεσύρθη ἐκτὸς τοῦ σταδίου τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος· ὅτι ὁ κ. Λομβάρδος ἰδίως ἐκλείσθη εἰς τὸν οἶκόν του, καὶ ὅτι τὸ στάδιον ἦτο πάντη ἐλεύθερον εἰς ὅλους καθ’ ἡμέραν. Ἤρχοντο ἄνθρωποι ἐκ Ζακύνθου καὶ ἐπληροφορούμεθα καθ’ ἡμέραν, ἐπήγαιναν οἱ φίλοι μας καὶ ἔβλεπον καὶ ἐπῄνουν τὴν πορείαν τῆς ἐκλογῆς πρὸ αὐτῆς καὶ κατ’ αὐτήν· εἴθε ὁ Θεὸς νὰ δώσῃ νὰ προοδεύσωμεν ὅλοι εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν, καὶ νὰ γίνωνται ὅλαι αἱ ἐκλογαὶ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ μὲ αὐτὴν τὴν τάξιν καὶ ἡσυχίαν, καὶ νὰ λείψωσιν αἱ ἐναγεῖς καλπονοθεύσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι στίγμα αἰώνιον διὰ πλείστας κατὰ καιροὺς ἐπαρχίας (εὖγε, εὖγε!) Κύριοι, ὑπάρχει ἱστορικὸς λόγος διὰ τὴν Ἑπτάνησον καὶ τὴν Ζάκυνθον, καθ’ ὃν πλεονεκτεῖ ἡ μερὶς ἡ ἐπιτυχοῦσα καὶ μειονεκτεῖ ἀπείρως ἡ ἀποτυχοῦσα· φθονῶ, κύριοι, τὴν θέσιν τῶν Ζακυνθίων διὰ τὴν ἔνδειξιν τοῦ πατριωτισμοῦ, διὰ τὰς εὐγενεῖς ἀφορμὰς, τὰς ὁποίας ἔχει ὁ λαὸς αὐτὸς νὰ ὑποστηρίζῃ μὲ τόσην ἐπιμονὴν τοιούτους ἄνδρας.
§164ΤΙΝΕΣ. (Ἐξ ἀριστερῶθεν). Ὡραῖα!
§165ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Αὐταὶ εἶναι αἱ πεποιθήσεις μου, τὰς ὁποίας βέβαια δὲν ζητῶ νὰ ἐπιβάλω εἰς κανένα. Μὴ νομίζετε ὅτι ἐπηρεάζεται ὁ λαὸς οὗτος διὰ θέσεων, διὰ διορισμῶν ἢ ῥουσφετίων, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουν ἀρχαὶ, ὁ λαὸς ἔχει πολιτικὴν ἀνατροφὴν, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἱστορίαν της, καὶ διὰ τοῦτο ὑπάρχουν κόμματα καθιερωμένα. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ λυπήσω κανένα· ὅμως εἶμαι ὑπόχρεως νὰ βεβαιώσω ἓν γεγονὸς, ὅτι ἦτον ἐκεῖ ἓν κόμμα προσκολλημένον εἰς τὴν προστασίαν, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ ἀριστοκρατικὴ λεγομένη μερίς. Ὑπῆρχε δὲ καὶ ἄλλη μερὶς ἡ περιέχουσα τὸ δημοτικὸν στοιχεῖον, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ, ἐμερίμνα ὑπὲρ τοῦ τόπου, ἐφρόντιζεν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὴν Ἑλλάδα. Κατ’ ἐμὲ, τὸ κόμμα τοῦτο ἦτο τὸ ἀληθὲς ὄργανον τῶν πανελληνίων πόθων καὶ τῆς Ἑπτανήσου, δηλαδὴ καὶ ἡμῶν καὶ τῆς Ἑλλάδος συμπάσης (εὖγε, εὖγε). Ἡ μερὶς αὕτη εἰς τὴν Ζάκυνθον δὲν ἐνίκησε πρώτην φορὰν, ἀλλὰ πάντοτε, πεντάκις πρὸ τῆς ἑνώσεως καὶ τρὶς ἢ τετράκις μετὰ τὴν ἕνωσιν, εἰσέτι ὁ λαὸς ἐπηρεάζεται ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τιμῶν τὰς ἀναμνήσεις του· ἐὰν δὲ δικαίως ἐξακολουθῇ ἐμμένων, τοῦτο εἶναι ἄλλο ζήτημα. Ὁ λαὸς λοιπὸν ἕνεκα αὐτῶν τῶν λόγων συντάσσεται ὑπὲρ τῆς μερίδος αὐτῆς. Καὶ ἠξεύρετε τί; καὶ ὁ κ. Λομβάρδος αὐτὸς, ἐὰν λειποτακτήσῃ ἀπὸ τοῦ δημοτικοῦ στοιχείου, ἐκπίπτει καὶ αὐτὸς, ἀποτυγχάνει· φίλος μου τις ἐφαίνετο καὶ ἦτο πολὺ ἰσχυρὸς, ἅμα δὲ ἐγκατέλιπε τὴν σημαίαν τοῦ δημοτικοῦ στοιχείου καὶ ηὐτομόλησεν εἰς τὴν ἐναντίαν μερίδα, ἀμέσως ἐξέπεσεν· ἐπαναλαμβάνω, ὁ ἴδιος κ. Λομβάρδος, ὅστις εἶναι τόσον ἰσχυρὸς σήμερον, καὶ δικαίως καυχᾶται δι’ αὐτὸ καὶ διὰ τὰς ἀφορμὰς, ἐὰν ἐγκαταλείψῃ τὴν σημαίαν του, ὁ εὐγενὴς λαὸς τῆς Ζακύνθου θέλει τὸν ἐγκαταλείψει καὶ θέλει ἀναδείξει ἄλλους. Διὰ τοῦτο εἶπα φθονῶ ἢ ὀρθότερον ζηλεύω τὴν Ζάκυνθον, διότι εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη αἱ ψῆφοι διατίθενται ἄλλως πως, ἐξ ἄλλων ἀφορμῶν καὶ ἐξ ἄλλων ἐλατηρίων· εἰς τὴν Ζάκυνθον ὅμως εἶναι εὐγενέστερα πολὺ τὰ κινοῦντα ἐλατήρια. Ὅλον τὸ μῖσος τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ λαὸς τῆς Ζακύνθου κατὰ τῆς ἀριστοκρατικῆς μερίδος, ὅλον αὐτὸ τὸ μῖσος ἀγαπᾷ νὰ τὸ συγκεντρώσῃ ἐξ ἀντιθέτου εἴς τινα πρόσωπα· ἂν δὲ ἔχῃ δίκαιον ὁ λαὸς ἢ ἄδικον δὲν τὸ ἐξετάζω, μολονότι σπανίως ἔχει ἄδικον ὁ λαός· τοῦτο μόνον ἐξ ἀνάγκης βεβαιῶ, ὅτι οὕτω πως εἶναι τακτοποιημένα τὰ κόμματα· οἱ μὲν κατηγοροῦνται ὡς προστασιανοί, δικαίως ἢ ἀδίκως, δὲν ἠξεύρω, οἱ δὲ ἄλλοι θεωροῦνται κρατοῦντες τὴν δημοτικὴν, τὴν ἐθνικὴν σημαίαν· καὶ ἐν ὅσῳ πρεσβεύει ὁ λαὸς αὐτὰς τὰς ἰδέας, αὐτὰ τὰ ἀποτελέσματα θὰ ἔχωμεν.
§166ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Δὲν γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν μας.
§167ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὴν γνωρίζω κάλλιστα. Ἀπέδειξα ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη εἶναι νομιμοτάτη καὶ τὸ ἀπέδειξα ἐκ τῶν πρακτικῶν, ὑποστηρίζω δὲ ὅτι, καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον πρακτικὰ, ἐγὼ ὅμως εἶχον τὴν πεποίθησιν ὅτι αὐτὴ ἡ μερὶς ἐπέτυχε καὶ ἤθελον ἐννοεῖ ὅτι αὐτοὶ εἶναι οἱ βουλευταί. Ἠξεύρω ὅτι εἶναι τόσον ἰσχυρὰ αὐτὴ ἡ μερὶς, ὥστε ὄχι μόνον πέντε, ἀλλὰ 50 ἐὰν ἦσαν καὶ παρουσιάζοντο ὡς ὑποψήφιοι, ἤθελον ἐπιτύχει οἱ πεντήκοντα τῆς ἰδίας μερίδος· τοὐλάχιστον ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ ἀντίπαλος μερίς, ἡ ἀριστοκρατικὴ καὶ πολιτική, εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀντιπαραταχθῇ μὲ αὐτὴν τὴν μερίδα τὴν δημοτικήν· καὶ ἀμέσως θὰ σᾶς εἴπω ἓν παράδειγμα. Ἀξιωματικὸς ἔντιμος, τὸν ὁποῖον ἔχω πᾶσαν ἀφορμὴν νὰ πιστεύσω, μοὶ ἔλεγε τοὺς λόγους τῆς ἀποτυχίας τῆς ἀντιπάλου τοῦ κυρίου Λομβάρδου μερίδος· διότι ἐνδιεφερόμην καὶ ἐγὼ νὰ ἀποτύχῃ ὁ κύριος Λομβάρδος· δὲν εἴμεθα φίλοι, καὶ ἴσως οὔτε καλημέρα εἴπομεν ποτέ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον θέλω σᾶς εἰπεῖ εἶναι τὸ ἑξῆς. Τὴν τελευταίαν ἡμέραν εἷς ἐκ τῶν ὑποψηφίων τῆς ἀντιπάλου μερίδος τοῦ κ. Λομβάρδου, βαδίζων διὰ νὰ ψηφοφορήσῃ, ἐστράφη πρὸς τὸν ἀξιωματικὸν ἢ ἄλλον τινὰ καὶ τοῦ λέγει, ὑπάγω νὰ συναγελασθῶ μὲ αὐτὰ τὰ ζῶα· τί νὰ γίνῃ, ἀφοῦ περιήλθομεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ψηφίζωμεν μαζὶ μὲ αὐτὰ τὰ κτήνη; Ἐν ὅσῳ, κύριοι, ἔχουν τοιαύτας ἰδέας εἶναι ἀδύνατον νὰ ὀρθοποδήσῃ πολιτικῶς αὐτὴ ἡ μερίς.
§168ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐκεῖνος ὅστις σᾶς τὸ εἶπε δὲν εἶναι σωστόν· τὸ ἐπιστεύσατε;
§169ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὸ ἐπίστευσα, ὅταν τὸ ἔλεγεν εἰς ἐμὲ, ὅστις ἤμην ἐναντίος τοῦ κ. Λομβάρδου.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, λάβετε σημειώσεις, καὶ κατόπιν ἀντικρούσατε.
§171ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἡ ἀντίπαλος μερὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ πολεμήσῃ σπουδαίως πρὸς τὴν ἐπιτυχοῦσαν, διότι θεωρεῖ ὡς κτήνη τὸν λαὸν τῆς Ζακύνθου, καὶ ὁ λαὸς ἀμυνόμενος τὴν ἀποκρούει. Κύριοι, εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου, ὅτι τὸ φαινόμενον ζήτημα εἶναι ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ τὸ πρακτικὸν ζήτημα ἢ τὸ πρακτικὸν ἀποτέλεσμα εἶναι ἡ ἀποβολὴ νομίμων βουλευτῶν ἀπὸ τοῦ βουλευτικοῦ περιβόλου μόνον ὡς μειονοψηφούντων. Πολλοὶ λέγουσιν, ὅτι ὑφίσταται πολιτικὸς λόγος εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ὅτι ὑπάρχει πολιτικὸν συμφέρον. Κύριοι, μοὶ ἐδόθη ἀφορμὴ νὰ γνωρίσω καὶ νὰ βεβαιώσω τὴν εὐσυνειδησίαν πολλῶν· τὸ δυστύχημα εἶναι ὅτι πολλάκις ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι συνειδήσεως πεπλανημένης, διὰ τοῦτο θὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις περὶ τοῦ λεγομένου τούτου πολιτικοῦ συμφέροντος. Γίνεται μία σύγχυσις ἐλεεινὴ, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀξιοδάκρυτα ἀποτελέσματα· ἐκ τῆς συγχύσεως αὐτῆς τοῦ πολιτικοῦ συμφέροντος ἐγὼ διακρίνω τρία πράγματα ἀπ’ ἀλλήλων, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ συγχέωνται ποτέ. Πολιτικὸν συμφέρον, κύριοι, εἶναι ἄλλο, κομματικὸν συμφέρον εἶναι ἄλλο, καὶ φατριαστικὸν πάντη διάφορον, συνηθέστατα δὲ τὸ φατριαστικὸν συμφέρον συγχέεται μὲ τὸ πολιτικὸν, καὶ εἰς συνειδήσεις μὴ ἄγαν πεφωτισμένας ἐπέρχεται ἡ πλάνη αὐτή· διότι τῷ ὄντι, κύριοι, ὅταν ὑπάρχῃ πολιτικὸν συμφέρον, ὑπάρχουν προηγούμενα δυστυχῶς ἐν τῇ καθόλου ἱστορίᾳ, καθὰ δύναται νὰ κοιμᾶται ὁ νόμος δυστυχῶς, διότι ὁ νόμος δὲν πρέπει νὰ κοιμᾶται ποτέ· τὸ δίκαιον καὶ ὁ νόμος εἶναι τὸ θεμέλιον πάσης πολιτείας καὶ πάσης κοινωνίας. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, κύριοι, τί ἐστὶ πολιτικὸν συμφέρον; Πολιτικὸν συμφέρον, πρέπει νὰ τὸ ἐννοήσωμεν καλῶς, ὑφίσταται ὅταν πρόκηται περὶ σωτηρίας τῆς πόλεως, ὅταν πρόκηται περὶ ἑνὸς μεγίστου συμφέροντος τῆς πόλεως, περὶ σωτηρίας αὐτῆς· αὐτὸ εἶναι τὸ πολιτικὸν συμφέρον. Καὶ διὰ νὰ φέρω ἓν παράδειγμα σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν ἐπρόκητο σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, καὶ τὰ πράγματα ἦσαν τοιαῦτα, ὥστε ἔπρεπε νὰ ἀποβάλωμεν τὸν κ. Λομβάρδον διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ ἡ ἕνωσις, τότε ὑπῆρχε πολιτικὸν συμφέρον, καὶ ἴσως ἴσως ἠμποροῦσα πρῶτος ἐγὼ νὰ δώσω τὴν ψῆφον κατ’ αὐτοῦ, ἐὰν ἦτον αὐτὸς τὸ πρόσκομμα. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου· πολιτικὸν συμφέρον τοιοῦτο δὲν ὑπάρχει· συμβαίνει μάλιστα ὅλως τὸ ἐναντίον· ὁ κ. Λομβάρδος εἶναι εἷς ἐκ τῶν πρωτουργῶν τῆς ἑνώσεως· ὁ διωκόμενος ἴσως διὰ τοῦτο σήμερον τόσον ἀπηνῶς.
§172ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν κ. Ῥοντήρη;
§173ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Μάλιστα καὶ κάλλιστα· γνωρίζω ὅτι ἦτο ῥιζοσπάστης.
§174ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Τὴν διάκρισιν μεταξὺ ῥιζοσπαστῶν καὶ μὴ δὲν τὴν γνωρίζετε.
§175ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Τὴν γνωρίζω ἀξιόλογα, καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι θὰ λάβω τὸν λόγον πάντοτε ὑπὲρ παντὸς καταδιωκομένου ῥιζοσπάστου· ἐξετάζω ἤδη τί ἐστὶ κομματικὸν συμφέρον. Κόμμα, κύριοι, διὰ νὰ ζῇ καὶ ὑπάρχῃ ὡς τοιοῦτον, πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν σημαίαν μιᾶς ἰδέας· δύναται π. χ. νὰ ὑπάρξῃ κόμμα διοικητικῆς ἀποσυγκεντρώσεως ἀπέναντι ἄλλου κόμματος συγκεντρωτικοῦ ἀστυνομικοῦ. Ἀλλὰ τὸ τοιοῦτο κόμμα ὅσον λαμπρὸν καὶ ἂν ᾖναι, δὲν δύναται οὔτε χάριν τῶν ἀρχῶν του νὰ παραβιάσῃ ποτὲ τὸν νόμον καὶ τὸ δίκαιον· ἕκαστον μέλος τοῦ κόμματος δύναται νὰ ἐργάζηται ἐλευθέρως ὑπὲρ τοῦ κόμματός του καὶ κατὰ τῆς ἀντιπάλου μερίδος, ἀλλ’ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου· ἀπολύτως οὐδέποτε δύναται νὰ θέσῃ ἐκτὸς τοῦ νόμου τὴν ἀντίπαλον μερίδα, διότι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ ἡ μερὶς αὕτη ἡ πιεζομένη δικαιοῦται νὰ κηρύξῃ τὴν πρώτην μερίδα ἐκτὸς τοῦ νόμου· καὶ ἰδοὺ σύγχυσις καὶ χάος· ἰδοὺ ἀναστάτωσις, καὶ ἰδοὺ τὸ κτηνῶδες δίκαιον τοῦ ἰσχυροτέρου εἰς τὴν ἀκμήν του καὶ εἰς πλήρη ἐνέργειαν. Μόλον τοῦτο τὸ κομματικὸν συμφέρον ἔχει καὶ τὸ ἠθικόν· ἀλλὰ τὸ ἀπεχθὲς συμφέρον εἶναι τὸ φατριαστικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑπολανθάνον ὑποδύεται κομματικὸν συμφέρον καὶ πολιτικὸν συμφέρον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ πολεμηθῇ ἀπὸ τοὺς εἰδότας ὅλαις δυνάμεσι· τὸ συμφέρον τοῦτο εἶναι προσωπικόν, ποταπὸν συμφέρον, εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ νὰ ᾖναι ὁ δεῖνα ὑπουργὸς ἀντὶ τοῦ δεῖνα, ὁ δεῖνα ὑπάλληλος, ἀντὶ τοῦ δεῖνα κλπ. τὸ τοιοῦτο δὲ συμφέρον εἶναι ἀνάξιον πάσης προσοχῆς, πάσης ὑποστηρίξεως εὐσυνειδήτων ἀνδρῶν· ἐὰν σήμερον ἡμεῖς ἔχωμεν τὴν πλειοψηφίαν καὶ τὴν ἐξουσίαν, αὔριον θὰ τὴν ἔχουν οἱ ἄλλοι. Καὶ ἐθυμηθῆτε, ὅτι πολὺ ὀλίγος καιρὸς εἶναι ἀφ’ ὅτου ἀπώλεσε τὴν πλειονοψηφίαν ἡ ἀντιπολίτευσις. Καὶ μεταξὺ πολεμίων ὑπάρχει, κύριοι βουλευταί, κῶδιξ τις δικαίου καὶ λέγεται δίκαιον τοῦ πολέμου· τοὺς αἰχμαλώτους των οἱ Εὐρωπαῖοι δὲν τοὺς τρώγουν ὡς οἱ Κανίβαλοι, οὐδὲ τοὺς φονεύουν ὡς οἱ Τοῦρκοι, οὐδὲ τοὺς ἐκδαίρουσιν ὡς οἱ Ἰνδοί, ἀλλὰ φέρονται φιλανθρώπως πρὸς αὐτούς, τοὺς φιλοξενοῦσι, διότι ὑπάρχει δίκαιον πολέμου. Ἀφοῦ λοιπὸν μεταξὺ πολεμίων ὑπάρχει δίκαιόν τι, μεταξὺ συναδέλφων δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἓν δίκαιον κομμάτων; Καὶ τί ἐννοῶ; νὰ πολιτευώμεθα ἐντὸς τοῦ κοινοῦ νόμου καὶ οὐδέποτε νὰ θέσωμεν ἐκτὸς τοῦ νόμου τοὺς ἀντιπάλους μας, διότι θὰ εὑρεθῶσιν εἰς τὴν δυσχερῆ ἀνάγκην νὰ τεθῶσιν καὶ αὐτοὶ ἐκτὸς τοῦ νόμου, καὶ τότε οὐδὲν ὑπάρχει. Κύριοι, ἐλέχθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰς τὴν συζήτησιν μιᾶς ἄλλης ἐπίσης σπουδαίας ἐκλογῆς ὅτι ἡ ἀποπομπὴ νομίμων βουλευτῶν εἶναι πραξικόπημα. Τὸ λεχθὲν δ’ εἰς τὴν ἐκλογὴν ἐκείνην ἁρμόζει ἔτι μᾶλλον εἰς τὴν παροῦσαν, καθ’ ὅσον, τὸ κατ’ ἐμέ, πιστεύω ὅτι οἱ βουλευταὶ Ζακύνθου εἶναι πλέον τι ἢ νομιμώτατοι. Τί δ’ εἶναι, κύριοι, πραξικόπημα; Εἶναι οἱονεὶ ἐπανάστασις τῆς ἐξουσίας κατὰ τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ, εἶναι κατάλυσις τῶν κυριαρχικῶν του δικαιωμάτων, ἐπὶ δὲ τοῦ προκειμένου ζητήματος ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς τῆς ἐπαρχίας Ζακύνθου εἶναι πραξικόπημα καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς λέξεως· εἶναι ὑποβολὴ τῆς αὐθαιρεσίας ἡμῶν εἰς τὴν νόμιμον θέλησιν τοῦ λαοῦ τῆς Ζακύνθου· εἶναι ἐπανάστασις ἡμῶν κατὰ τῆς κυριαρχίας τοῦ λαοῦ τῆς Ζακύνθου· ἤτοι κατάλυσις τῶν δικαιωμάτων του. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θὰ προβῇ ποτὲ νὰ πράξῃ τοιοῦτον πραξικόπημα, καὶ παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρῆτε, διότι τὸ ὀνομάζω πάντοτε οὕτω, διότι αὕτη εἶναι ἀκριβῶς ἡ πεποίθησίς μου. Πιστεύω ὅτι οὐδεὶς ἔχει συμφέρον πραγματικὸν εἰς τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς· πιστεύω ὅτι δὲν εἶναι εὐγενὲς, ὅτι εἶναι μάλιστα ποταπὸν πρᾶγμα ἡ πίεσις τοῦ ἀδυνάτου. Πρεσβεύω ὅτι δὲν εἶναι εὐγενὲς πρᾶγμα νὰ κάμωμεν χρῆσιν τῶν προσωπικῶν παθῶν εἰς τὴν λύσιν συντακτικῶν ζητημάτων· νὰ ἐμπνεώμεθα ἀπὸ τὰς κομματικὰς καὶ προσωπικὰς διαιρέσεις μας καὶ ἕνεκα τούτου νὰ περάσωμεν ὑπὸ τοὺς πόδας ἡμῶν τοὺς εὐγενεῖς πόθους ἑνὸς λαοῦ ἐναντίον τῶν θεμελιωδῶν νόμων μας, ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, ἐναντίον τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἦλθεν ὁ κ. Λομβάρδος καὶ οἱ σύντροφοί του ἐν μέσῳ ἡμῶν. Ὑποστηρίζω τὴν μειονοψηφίαν. (Ἐπιδοκιμασίαι δεξιόθεν καὶ τινα χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§176ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, κύριε πρόεδρε, ἀρκετά.
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Παραμυθιώτης.
§178ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§179ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω λέξεις, κύριε πρόεδρε, θέλω εἰπεῖ, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως ὅλας αὐτὰς τὰς σωρείας τῶν λέξεων, ὅσας ὁ κ. Ῥοντήρης χωρὶς νὰ ὑποθέσῃ ὅτι ἡ ἄγαν πεφωτισμένη αὐτοῦ συνείδησις, ἥτις συγχέει τὰ πράγματα καὶ εἶναι εἰς τοιαύτην θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν, μάθετε, εὔχομαι νὰ μὴν εἰσέλθῃ κανεὶς ἄλλος καὶ νὰ ἀποδώσῃ τὸ ἁπλούστατον γεγονὸς τῆς συζητήσεως τοῦ ἀνυπάρκτου καταλόγων ἐκλογικῶν εἰς ἰδίας φατριῶν, κομμάτων καὶ πολιτικῶν συμφερόντων· καὶ δὲν ἠξεύρω ποίας ἄλλας θεωρίας ἠθέλησε νὰ ἀναπτύξῃ ἐδῶ ἀπέναντι συντρόφων του καὶ τῆς ἐπιτροπῆς, μεθ’ ἧς εἰργάζετο μέχρι τῆς χθὲς, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἐξέλθῃ ἀμέσως.
§180ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Σὲ ἐσύμφερεν ἀλλὰ δὲν τὸ ἔκαμνα ποτέ.
§181Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λέγω λοιπὸν ὅτι ὁλόκληρον ἓν κόμμα δὲν ἠμπορεῖ βεβαίως νὰ δεχθῇ νὰ ἀπαντήσῃ σπουδαίως ἐπὶ αἰτιάσεων, αἵτινες δὲν ἤξιζον, κατ’ ἐμὲ, νὰ ἔλθουν.
§182ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§183ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι φωτισμένη.....
§184ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετὰ, εἰς τὴν ψηφοφορίαν, κύριε πρόεδρε, νὰ τελειώσωμεν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ συζήτησις κηρύττεται περαιωμένη.
§186ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§187ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἐξέλθωσιν οἱ κύριοι βουλευταὶ διὰ νὰ ἀκούσωσι τὸ θέμα.
§188ΦΙΛΗΜΩΝ. Οἱ τακτικοὶ γραμματεῖς νὰ καταλάβουν τὰς ἕδρας των.
§189ΔΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Συμπληρώσατε τὸ γραφεῖόν σας, κύριε πρόεδρε (προσέρχονται ὡς ψηφολέκται οἱ κύριοι Ἀθ. Πετιμεζᾶς καὶ Μοναστηριώτης).
§190ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέμα εἶναι ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς· «Διὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ καὶ προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς, μετὰ τὸν καταρτισμὸν νέων ὁριστικῶν καὶ διαρκῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου.» Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τοῦ θέματος;
§191ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ Βουλὴ θὰ ἐρωτηθῇ ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ᾖναι ἔγκυρος ἢ ἄκυρος· ἐὰν κηρυχθῇ ἄκυρος ἡ ἐκλογὴ, ἔχομεν νόμον, ὅστις διατάσσει τὰς συνεπείας διὰ τὴν ἐπανάληψιν, δὲν δυνάμεθα νὰ διατάξωμεν ἡμεῖς τὰς συνεπείας, διότι ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ ἄκυρον τῆς ἐκλογῆς κατὰ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, θὰ δώσωμεν θάῤῥος εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ἐκλογὴν ἐν Ζακύνθῳ, ὡς καὶ ἄλλοτε ἐν Γορτυνίᾳ, μετὰ τὴν σύνταξιν ὁριστικῶν καταλόγων, ἤτοι θέλομεν ἐπαναφέρει τὸ πρότερον μαστίζον τὴν Ἑλλάδα σύστημα τῶν μᾶλλον φορολογουμένων, καὶ τότε δὲν θέλομεν ἔχει ἐκλογὴν ἢ μὴ.... κατὰ τὴν μεταβολὴν τοῦ διοικητικοῦ συστήματος.
§192ΤΙΝΕΣ. Δὲν πειράζει (θόρυβος).
§193ΜΑΛΛΙΑΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου σᾶς λέγω ὅτι εἰς τὰ διοικητήρια ὑπάρχουσιν ἀποφάσεις ἐπὶ δημαιρεσιακῶν καταλόγων, αἱ ὁποῖαι μένουν ἀκόμη ἐκκρεμεῖς.
§194ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΤΗΣ. Ὁ λόγος, δι’ ὃν ζητεῖται ἡ ἀκύρωσις τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου, εἶναι διότι ἐλλείπουν νόμιμοι κατάλογοι. Τόρα ἂν ἐπείσθη ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν ὑπάρχουν αὐτοὶ οἱ νόμιμοι ὁριστικοὶ κατάλογοι, θὰ ἀκυρώσῃ τὴν ἐκλογήν· θὰ εἰπῇ ἑπομένως ὅτι πρέπει νὰ γίνωσιν οἱ νέοι ὁριστικοὶ κατάλογοι.
§195ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ὅπως ὑπάρχει ἐν τῇ ἐκθέσει θὰ εἴπωσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι θὰ εἴπωσιν ὄχι. Ἰδοὺ ἀναγινώσκεται καὶ πάλιν ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς «Διὰ ταῦτα ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ καὶ προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τῆς ἐκλογῆς Ζακύνθου καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτῆς μετὰ τὸν καταρτισμὸν τῶν ὁριστικῶν καὶ διαρκῶν ἐκλογικῶν καταλόγων, συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν νόμου.» Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§196ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὴν ψῆφον τοῦ Γουδῆ δὲν πρέπει νὰ τὴν μετρήσητε, διότι ἤρχισεν ἡ διαλογή.
§197ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἠμπορεῖ, ἠμπορεῖ (θόρυβος). Ἡ διαλογὴ δὲν ἤρχισεν ἀκόμη (θόρυβος).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, κύριοι, καὶ ὕστερον λαμβάνετε τὸν λόγον καὶ φιλονεικήσατέ το. Ἀφήσατέ μας νὰ κάμωμεν τὴν διαλογὴν (θόρυβος).
§199ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. (ψηφολέκτης). Δὲν ὠφελεῖ καὶ ἡ ψῆφος αὐτή.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσετε λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἀπαγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς διὰ ψήφων 66 κατὰ 63. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 9 μ. μ).