1867.11.29
1.298 στίχοι · 10.690 λέξεις · 139 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 42
Τῆς 29 Νοεμβρίου 1867.
(Τετάρτη)
(Ὥρα 1 Μ. Μ.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς 40 συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τίς ἀντίῤῥησιν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης 41 συνεδριάσεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τίς ἀντίῤῥησιν;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἐνταῦθα ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Βονίτσης Δ. Γρίβας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ὁ πρώην ἀντιβασιλεὺς Ἰωάννης ἐκ Σύρου μᾶς ἀπευθύνει μίαν ἐπιστολὴν, ἥτις νομίζω ἀναγκαῖον ν’ ἀναγνωσθῇ (ἀναγινώσκεται ἡ ἐπιστολὴ ἔχουσα οὕτω). Κύριε Πρόεδρε τῆς Βουλῆς, «Πρὶν ἢ ἀφήσω τὸ ἔδαφος τῆς Ἑλλάδος σᾶς ἀποχαιρετῶ καὶ αὖθις. Ἐπεθύμουν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς αὐτόσε διαμονῆς μου νὰ σᾶς ἐπισκεφθῶ, πλὴν ὅση μεγάλη καὶ ἂν ὑπῆρξεν ἡ ἐπιθυμία μου αὕτη, θὰ πιστεύσητε, ἐλπίζω, ὅτι ὁ μόνος λόγος ὅστις μὲ ἐμπόδισεν, ἦτον ἡ ἄκρα καλωσύνη τόσων προσώπων, ἅτινα μὲ ἐπεσκέπτοντο μέχρι τῆς τελευταίας στιγμῆς, ὥστε δὲν ἠδυνήθην νὰ ἐξέλθω τῶν ἀνακτόρων». «Δέχθητε ἤδη τοὺς εἰλικρινεῖς ἐγκαρδίους ἀποχαιρετισμούς μου καὶ εὐαρεστηθῆτε νὰ προσφέρητε τὰς ἐγκαρδίους προσρήσεις μου εἰς ἅπαντα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς. Εὐαρεστηθῆτε νὰ τὰ διαβεβαιώσητε περὶ τῶν αἰσθημάτων μου καὶ τῆς βαθείας θλίψεως, ἥτις μὲ κατέχει, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐγκαταλείπω τὴν ὡραίαν ταύτην καὶ πλήρη ἐνδιαφέροντος Ἑλλάδα. Ἀείποτε θέλω εὔχεσθαι διὰ διακαῶν εὐχῶν ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, τοῦ ὁποίου ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ καὶ ἐγὼ μέρος· εὐαρεστηθῆτε νὰ ἐξακολουθῆτε νὰ μὲ κρίνητε μετ’ ἐπιεικείας καὶ νὰ διατηρήσητε εὐνοϊκὴν περὶ ἐμοῦ ἐνθύμησιν». «Αἱ τελευταῖαι μου εὐχαὶ, ἀποχαιρετῶν τὴν Ἑλλάδα, εἰσίν· ὁ Θεὸς εὐλογήσοι τὸν Βασιλέα, τὴν Βασίλισσαν καὶ τὸ Ἔθνος». «Δέχθητε, παρακαλῶ, τὴν διαβεβαίωσιν τῆς διακεκριμένης ὑπολήψεως, μεθ’ ἧς διατελῶ, κύριε πρόεδρε τῆς Βουλῆς. Σύρος, 27 Νοεμβρίου 1867.
Ὁ ἀφωσιωμένος ὑμῶν
ΙΩΑΝΝΗΣ».
§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ γίνῃ μία ἀπάντησις.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑποβάλλω νομοσχέδιον, συνεπείᾳ ἐπανειλημμένων αἰτήσεων τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου Αἰτωλικοῦ καὶ εὐχῆς ἐκφρασθείσης ὑπὸ τῆς Βουλῆς, περὶ ἐπιβολῆς διοδίων ἐπὶ τῶν γεφυρῶν Αἰτωλικοῦ. Πρὸς τὴν Βουλήν. «Ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου Αἰτωλικοῦ, κωμόπολις ἀξία λόγου διά τε τὸν πληθυσμὸν αὐτῆς, τὸ φιλόπονον τῶν κατοίκων της καὶ τὴν πρὸς ἐμπορίαν πρόσφορον θέσιν της, ἀνεγειγερμένη ἐπὶ νησιδίου, συνδέεται πρὸς τὴν ξηρὰν διὰ δύο γεφυρῶν, κατασκευασθεισῶν δημοτικῇ δαπάνῃ πρὸ τριάκοντα περίπου ἐτῶν. Αἱ γέφυραι αὗται, λιθόκτιστοι ἤδη καὶ ἐκτάσεως ἱκανῆς, ἀπαιτήσασαι δὲ δαπάνην οὐχὶ εὐκαταφρόνητον, ἀποτελοῦσιν ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ἐν Ἑλλάδι δημοτικῶν ἔργων καὶ μαρτυροῦν τὴν πρὸς τὰ καλὰ τάσιν τῶν κατοίκων τῆς εἰρημένης πόλεως. Παρελθόντος ἀπὸ τῆς κατασκευῆς τῶν γεφυρῶν τούτων ἱκανοῦ χρονικοῦ διαστήματος, ἀνάγκη ἐπέστη σπουδαίων ἐπισκευῶν, εἰς τὰς ὁποίας δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ ὁ Δῆμος διὰ τῶν τακτικῶν αὐτοῦ μέσων. Τούτου ἕνεκα καὶ πρὸς θεραπείαν ἑτέρας ἀνάγκης τῆς αὐτῆς πόλεως, οὐχ ἧττον σπουδαίας, τῆς μετοχετεύσεως δηλ. ὕδατος ἐκ τῆς εἰς τὴν ἀπέναντι ξηρὰν πηγῆς τοῦ Κεφαλοβρύσου, ἐξ ἧς μετὰ δυσκολίας καὶ διὰ δαπανῶν ὑδρεύονται νῦν οἱ κάτοικοι, τὸ δημοτικὸν συμβούλιον τοῦ εἰρημένου Δήμου δι’ ἐπανειλημμένων πράξεών του ᾐτήσατο νὰ ἐπιβληθῇ φόρος διοδίων ἐπὶ τῶν γεφυρῶν, ὅπως διὰ τοῦ ἐξ αὐτοῦ εἰσπραχθησομένου ποσοῦ, οὐ μόνον ἡ ἐπισκευὴ καὶ συντήρησις αὐτῶν γίνηται, ἀλλὰ καὶ ἡ μετοχέτευσις τοῦ τοσοῦτον ἀναγκαίου εἰς τὴν πόλιν ποσίμου ὕδατος. Ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τεθέντων ὅρων συνέταξα τὸ ὑποβαλλόμενον σχέδιον νόμου, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἵνα εὐαρεστηθῇ νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτό. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 20 Νοεμβρίου 1867.
Ὁ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.»
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.
Περὶ ἐπιβολῆς διοδίων ἐπὶ τῶν γεφυρῶν Αἰτωλικοῦ. Ἄρθρον 1. «Ἐπὶ τῶν διὰ τῶν γεφυρῶν Αἰτωλικοῦ διαβαινόντων ἐπιβάλλονται τὰ ἑξῆς διόδια. ά) Δύο λεπτὰ δι’ ἕκαστον ἄτομον εἰσερχόμενον ἢ ἐξερχόμενον διὰ μιᾶς τῶν γεφυρῶν. βʹ) Τρία λεπτὰ δι’ ἕκαστον τῶν μεγάλων ζώων. γʹ) Ἓν λεπτὸν δι’ ἕκαστον τῶν μικρῶν ζώων. δʹ) Δέκα λεπτὰ δι’ ἑκάστην φορτηγὸν ἅμαξαν συρομένην ὑφ’ ἑνὸς ζώου, προστιθεμένων τριῶν λεπτῶν δι’ ἕκαστον περιπλέον ζῶον. έ) Δεκαπέντε λεπτὰ δι’ ἕκαστον ὄχημα, συρόμενον ὑφ’ ἑνὸς ζώου, προστιθεμένων πέντε λεπτῶν δι’ ἕκαστον περιπλέον ζῶον. Ἄρθρον 2. Ἐξαιροῦνται τῆς πληρωμῆς διοδίων· α) Οἱ δημόται τοῦ δήμου Αἰτωλικοῦ καὶ οἱ ὑπηρέται καὶ ἐργάται αὐτῶν, ὁσάκις οἱ τελευταῖοι οὗτοι ἐξέρχονται πρὸς καλλιέργειαν. β) Οἱ ἐν ἐνεργείᾳ πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ ὑπάλληλοι, ὁσάκις οὗτοι μεταβαίνουσι δι’ ὑπηρεσίαν. γ) Οἱ ἵπποι τῆς αὐλῆς, τῆς ταχυδρομικῆς ὑπηρεσίας, τοῦ στρατοῦ καὶ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν ὑπαλλήλων, ὁσάκις οὗτοι μεταβαίνουσι δι’ ὑπηρεσίαν. δ) Τὰ μεγάλα καὶ μικρὰ ζῶα τῶν δημοτῶν Αἰτωλικοῦ. Ἄρθρον 3. Τὸ ἐκ τῶν ἀνωτέρω διοδίων ἔσοδον προσδιορίζεται ἀποκλειστικῶς· α) Εἰς τὴν ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν γεφυρῶν. β) Εἰς τὴν κατασκευὴν ὑδραγωγείου πρὸς μεταφορὰν ὕδατος ἀπὸ τῆς πηγῆς Κεφαλοβρύσου εἰς τὴν πόλιν Αἰτωλικοῦ καὶ ἀνέγερσιν τῶν ἀναγκαίων κρηνῶν. Ἀποπερατωθεισῶν τῶν κατὰ τὸ ἐδ. βʹ. ἐργασιῶν, τὸ τυχὸν περίσσευον ποσὸν μετὰ τὴν συντήρησιν τῶν τε γεφυρῶν καὶ τοῦ ὑδραγωγείου δύναται νὰ διατεθῇ πρὸς ἐκτέλεσιν κοινωφελῶν ἔργων, ὁριζομένων ἑκάστοτε ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου. Ἄρθρον 4. Τὰ διόδια εἰσπράττονται διὰ μονοετοῦς ἢ πολυετοῦς ἐκμισθώσεως, τὸ δὲ μίσθωμα κατατίθεται κατὰ τριμηνιαίας δόσεις ἐν τραπεζικῷ καταστήματι. Ἄρθρον 5. Ἡ διαχείρισις τῶν ἐν τῇ τραπέζῃ κατατεθειμένων ποσῶν καὶ ἡ διεύθυνσις τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 3 ἔργων ἀνατίθεται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ νομάρχου εἰς τριμελῆ ἐπιτροπὴν, ἧς πρόεδρος μὲν εἶναι ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, τὰ δὲ δύο ἕτερα μέλη διορίζονται κατὰ διετίαν ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως ἐκ δημοτῶν τοῦ δήμου Αἰτωλικοῦ. Ἄρθρον 6. Τὰ διὰ τοῦ παρόντος νόμου ἐπιβαλλόμενα διόδια θέλουσι διαρκέσει ἐπὶ δεκαετίαν, ἀρχομένην ἀπὸ τῆς 11 Ἰανουαρίου 1868· παρελθούσης δὲ ταύτης, δύναται νὰ παραταθῇ ἡ διάρκεια αὐτῶν ἐπὶ τετραετίαν, ἑκάστοτε διὰ ψηφίσματος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἐγκρινομένου διὰ Β. Διατάγματος. Ἄρθρον 7. Τὰ καθήκοντα τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 5 ἐπιτροπῆς κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 20 Νοεμβρίου 1867.
Ὁ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.»
Ἓν ἄλλο περὶ μεταθέσεως ἑνὸς ποσοῦ 40,000 δραχ. ἀπὸ τὸ ἄρθρον 6 «Σύμβασις νέων τηλεγραφικῶν γραμμῶν» τοῦ κεφ. 8 εἰς τὸ ἄρθρον 5 «φύλαξις καὶ συντήρησις ἠλεκτρικῶν γραμμῶν τοῦ αὐτοῦ κεφ. τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργείου. Πρὸς τὴν Βουλήν. «Πολλαὶ τῶν ἐναερίων τηλεγραφικῶν γραμμῶν τοῦ Κράτους ἕνεκα τῆς πολυκαιρίας καὶ τῶν ἀτμοσφαιρικῶν περιστάσεων ὑπέστησαν σπουδαίας βλάβας, καὶ ἐντεῦθεν παρέστη ἀπόλυτος ἀνάγκη τῆς ταχείας καὶ ἀμέσου ἐπισκευῆς αὐτῶν, ἣν καὶ ἠναγκάσθην νὰ διατάξω. Ἐπειδὴ δὲ ἡ πρὸς τοιαύτας ἐπισκευὰς χορηγηθεῖσα διὰ τοῦ ἄρθρου 5, Κεφαλ. 8 τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ τ. ε. πίστωσις δὲν ἐπαρκεῖ εἰς ἐντελῆ ἀποπληρωμὴν τῶν ἀναδεχθέντων τὴν ἐπισκευὴν ταύτην ἐργολάβων, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ὅπως ἐγκρίνῃ νὰ μετατεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ἡ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ αὐτοῦ Κεφαλαίου προβλεφθεῖσα πίστωσις τῶν δραχμῶν 40,000 διὰ σύστασιν νέων ἐναερίων τηλεγραφικῶν γραμμῶν, ἥτις μένει ἤδη ἀνέπαφος, καθ’ ὅσον, ἕνεκα τῆς παρουσιασθείσης ὡς ἀνωτέρω ἀνάγκης τῆς ἐπισκευῆς τῶν ὑπαρχουσῶν γραμμῶν, δὲν διετάχθη ἡ κατασκευὴ οὐδεμιᾶς νέας, ἐφ’ ᾧ καὶ ὑποβάλλων τὸ ἀπαιτούμενον πρὸς τοῦτο σχέδιον Νόμου, παρακαλῶ νὰ ἐπιψηφίσῃ αὐτό. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 19 Νοεμβρίου 1867.
Ὁ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.»
ΣΧΕΔΙΟΝ ΝΟΜΟΥ.
Ἄρθρον 1. «Ἐπὶ τῶν διὰ τοῦ προυπολογισμοῦ τῆς ἐνεστώσης χρήσεως 1867 ψηφισθεισῶν πιστώσεων μετατίθενται δραχ. τεσσαράκοντα χιλιάδες, ἀριθ. 40,000, ἀπὸ τὸ κεφ. 8 ἄρθ. 6. «Σύστασις νέων τηλεγραφικῶν γραμμῶν», εἰς τὸ ἄρθρον 5 «φύλαξις καὶ συντήρησις ἠλεκτρικῶν γραμμῶν» τοῦ αὐτοῦ Κεφαλαίου τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργείου. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 19 Νοεμβρίου 1867.
Ὁ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.»
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Μακρυγιάννης ἔχει μίαν ἐπερώτησιν.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς τὴν κάμῃ.
§10ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν δὲν εἶναι ἐνταῦθα. Σκοπεύω νὰ τὸν ἀπευθύνω ἐρώτησιν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν νόμον τῶν ἐπιτηδευμάτων τὸν ψηφισθέντα πέρυσιν. Οἱ ἐπιτηδευματίαι κατατάσσονται εἰς τὸν φορολογικὸν κατάλογον, καὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως, ἔχουν δὲ καὶ τὸ δικαίωμα, ὅταν δὲν ἔλαβον γνῶσιν τοῦ καταλόγου, διὰ νὰ προσφύγωσι καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Πολλοὶ ἐκ τῶν συμπολιτῶν μου ὅλως διόλου ἐν ἀγνοίᾳ των καὶ ἐναντίον τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσαμεν πέρυσιν, ὅστις ἐξαιρεῖ τὰ κάρα, ὅσα οἱ πολῖται μεταχειρίζονται εἰς τὰ ἀγροτικά των ἔργα, τῆς φορολογίας, κατετάχθησαν εἰς τὸν κατάλογον διὰ νὰ πληρώσωσιν, ἄλλοι ὡς ἔχοντες δύο καὶ τρία, ἐνῷ δὲν ἔχουν οὐδὲ ἓν, καὶ ἄλλοι ὡς ἔχοντες ἓν καὶ τοῦτο πρὸς χρῆσιν τῶν ἀγροτικῶν των ἔργων. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι πολλοὶ δὲν εἰδοποιήθησαν, ὅτι εἶναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τοὺς φορολογικοὺς καταλόγους, ἄλλοι δὲ, καί τοι εἰδοποιηθέντες καὶ ζητήσαντες λόγον ἐγκαίρως, οὐδόλως εἰσακούσθησαν, ἀποῤῥιφθεισῶν τῶν ἐνστάσεών των· καὶ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι σήπονται εἰς τὰς φυλακὰς διὰ νὰ πληρώσουν ἕνα φόρον ἄνομον κατ’ ἐμὲ, διότι ἄνομος εἶναι ὁ φόρος ὁ μὴ συμπεριληφθεὶς εἰς τὸν περυσινὸν νόμον. Οἱ ἄνθρωποι οὗτοι κατέφυγον εἰς τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἁρμοδίου ὁδοῦ καὶ δι’ ἀναφορῶν των ζητοῦντες ν’ ἀπαλλαχθῶσι τῆς ἀδικίας ταύτης. Ὁ κύριος ὑπουργὸς ἀπέῤῥιψε τὰς αἰτήσεις των, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, ὅπως τοῦ δώσῃ τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας. Διότι ἐγὼ δὲν ἀναγνωρίζω εἰς τὴν ἀστυνομίαν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ πληροφορῇ αὐτὴ περὶ ἐπιτηδευματιῶν. Κατὰ τὸν νόμον μας, ὁ δήμαρχος ἢ ὁ ἀναπληρωτὴς πάρεδρος λαμβάνει μέρος εἰς τὴν κατάταξιν τῶν διαφόρων ἐπιτηδευματιῶν καὶ ἐν γένει τῶν διαφόρων φορολογουμένων· ἑπομένως παρακαλῶ τὸν κύριον ὑπουργὸν νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ ποῦ στηριζόμενος ἀπέῤῥιψε τὴν αἴτησιν αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων.
§11ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Νὰ καταθέσητε κατάλογον τῶν ἀδικουμένων.
§12ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ μὴν ἐνδιαφέρεσθε τόσον· ἐννοεῖτε πόσον δύσκολον εἶναι εἰς ἕνα ἰδιώτην τὸ τοιοῦτον. Σᾶς παρακαλῶ καὶ ἐγὼ νὰ φέρητε ἕνα κατάλογον τῆς ἐπαρχίας σας τῶν φορολογουμένων καὶ ἀδικουμένων.
§13ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Πρέπει νὰ φέρητε, λέγω, ῥητὴν κατηγορίαν.
§14ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ῥητὴν φέρω κατηγορίαν· λέγω, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τιμωροῦνται ἐπὶ τῇ παραβάσει τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου, καὶ ὅτι παρανόμως μία ἀρχὴ παρεμβῆκεν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ φορολογικοῦ καταλόγου. Καὶ ἐγὼ, κύριοι, λέγω, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν ὀφείλουν νὰ πληρώσουν, καὶ ἴσως μοὶ εἴπητε ὅτι προκαλῶ στάσιν κατὰ τῶν καθεστώτων· ἰδοὺ ὅτι εἶναι ῥητὴ ἡ κατηγορία μας· καὶ δεύτερον, διατί νὰ ἀδικήσετε τοὺς πολίτας; εἶναι κλοπὴ αὐτὴ νὰ πέρνετε ἀπὸ τὸν πολίτην, ὕστερον ἀπὸ τόσους φόρους, καὶ ἄλλους φόρους παρανόμους. Λοιπὸν ἂς προσδιορισθῇ μία ἡμέρα ἀπαντήσεως.
§15ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Μακρυγιάννης, εἶναι ὀρθὴ καὶ δικαία, προέρχεται δὲ ἀπὸ παράπονα ὁλοκλήρου τάξεως· διὰ τοῦτο δὲν ἐφαρμόζεται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν εἷς τῶν βουλευτῶν, νὰ φέρῃ τὸν κατάλογον, διότι εἶναι ὁλόκληρος τάξις. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἔλλειψις τοῦ ὑπουργοῦ· ὁ ὑπουργὸς δὲν γνωρίζει τίποτε περὶ τῶν καταλόγων αὐτῶν· οἱ κατάλογοι συντάσσονται, καὶ μετὰ τὴν σύνταξίν των, ὅπως ὁ νόμος κελεύει, ὁρίζεται ὁ χρόνος τῶν παραπόνων καὶ μετὰ ταῦτα καθίστανται ὁριστικοί. Ἐδῶ ἔρχεται τὸ ἀδίκημα, διότι ὁ ὑπουργὸς λέγει, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ παρατηρήσω, διότι οἱ κατάλογοι εἶναι ὁριστικοί· οἱ δὲ φορολογούμενοι λέγουν, καὶ ποῖος σᾶς εἶπε νὰ τοὺς καταστήσετε ὁριστικούς; Ἠμπορῶ ἐγὼ νὰ ὑπάγω νὰ ἰδῶ τὸν κατάλογον δι’ ἐπιτήδευμα διὰ τὸ ὁποῖον ὁ νόμος δὲν μὲ φορολογεῖ; Οἱ γεωργοὶ λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἔχουν ἕνα κάρον ἐλεύθερον φορολογίας, παραπονοῦνται, διότι αὐτὸ τὸ κάρον τοὺς τὸ ἐπέρασαν εἰς τὴν φορολογίαν τοῦ ἐπαγγέλματος τῶν καροτσαραίων. Ἐδῶ, βλέπετε, ὑπάρχει μία περίστασις, τὴν ὁποίαν ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ λύσῃ· ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ τὴν ἐξουσίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὅτι δύναται αὐτὸς νὰ κάμῃ ἀναθεώρησιν τοῦ καταλόγου ἢ νὰ ἀναθέσῃ αὐτὴν εἰς ἓν συμβούλιον, διότι οἱ μὲν φορολογούμενοι ἀδίκως κατατάσσονται νὰ πληρώσουν φόρον, τὸν ὁποῖον δὲν ὀφείλουν νὰ πληρώσουν, καὶ ὁ ὑπουργὸς λέγει ὅτι ἐπὶ τοῦ ὁριστικοῦ καταλόγου δὲν δύναμαι νὰ φέρω κἀμμίαν ἀλλοίωσιν. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν πρέπει ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις.
§16ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. (θόρυβος).
§17ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις.
§19ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§20ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Αὐτὸ ἔπρεπε νὰ τὸ εἰπῆτε εἰς τοὺς ἄλλους· ἀφοῦ ἐκεῖνοι ὡμίλησαν, θὰ εἰπῶ καὶ ἐγὼ δύω λέξεις. Ἐγὼ λέγω, κύριε πρόεδρε, ὅτι καλῶς οἱ κατάλογοι συνετάχθησαν παρὰ προσώπων, τὰ ὁποῖα ὁρίζει ὁ νόμος. Δὲν παραδέχομαι δὲ τὴν ἀρχὴν τοῦ κ. Καλλιφρονᾶ, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ ἐξουσίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν καταλόγων, διότι ὁ νόμος τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν τὴν δίδει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν· ὁ κύριος ὑπουργὸς δύναται, ὅταν προσφύγῃ τις ἐνώπιόν του, ὅστις δὲν ἐπαγγέλλεται ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον σημειοῦται ὅτι ἐπαγγέλλεται, ν’ ἀποφανθῇ (θόρυβος).
§21ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρχόμενος καὶ ἐγὼ, κύριοι, εἰς συμπλήρωσιν τῆς ἐπερωτήσεως τοῦ βουλευτοῦ Ἀττικῆς κυρίου Μακρυγιάννη, σᾶς λέγω, ὅτι τόσῳ μᾶλλον ἔχει δίκαιον, καθ’ ὅσον γνωρίζω, ὅτι ὁ ἔφορος Ναυπλίας μετὰ τὴν ὁριστικότητα τῶν φορολογικῶν καταλόγων συνέταξε καὶ παράρτημα χωρὶς νὰ τηρήσῃ τὰς νομίμους διατυπώσεις, καὶ ὅμως τὸ παράρτημα τοῦτο ἐκηρύχθη ἐκτελεστόν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου;
§23ΤΙΝΕΣ. Ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὰ λεχθέντα.
§24ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, πρέπει νὰ ἐξακριβωθῇ τὸ ζήτημα καὶ δώσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τὰς ἀπαιτουμένας πληροφορίας (θόρυβος). Ἐνταῦθα ἡ Βουλὴ ἐρωτηθεῖσα παρεδέχθη νὰ δώσῃ ὁ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς τὰς δεούσας πληροφορίας.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῶν πιστώσεων.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελα παρακαλέσει τὴν Βουλὴν ὕστερον ἀπὸ συζήτησιν πολλῶν ἡμερῶν νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔλθῃ εἰς τὰ καθέκαστα τῶν πιστώσεων.
§27Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μήπως ἔχομεν νομοσχέδιον κατ’ ἀρχὴν καὶ καθέκαστα; Τὸ ἀντικείμενον εἶναι αἱ πιστώσεις.
§28ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μέχρι τοῦδε ἐγένετο τακτικὴ συζήτησις, πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα (θόρυβος).
§29Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κ. πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἡ πολιτική του περικλείεται εἰς τὰς πιστώσεις· ἠρχίσαμεν τὴν πολιτικήν του μετὰ τῶν πιστώσεων, πολὺ φυσικὸν πρᾶγμα. Ἔπειτα ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔκαμε λόγον περὶ τῶν πιστώσεων, ὡμίλησε περὶ ὅπλων, περὶ πολεμεφοδίων κτλ. (θόρυβος).
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ δύω ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπὸ τοῦ βήματος ἀνεπτύχθησαν. Ἡ μία ἐξεφράσθη ἀπὸ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, καὶ ἡ ὁποία εἶναι ἰδέα τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ ταύτης τὴν πολιτικὴν ἀποβλέπει, ἡ ὁποία τείνει εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου· ἡ ἑτέρα, τὴν ὁποίαν ἀνεπτύξαμεν ἡμεῖς, λέγει, ὅτι δὲν ἀρκούμεθα εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀνάπτυξιν τοῦ τόπου, ἀλλὰ θέλομεν καὶ προπαρασκευάς, ὅσον τὸ δυνατὸν ἐκτάκτους, καὶ θέλομεν ὅπως ταύτας ἀποκτήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον ἡ Ἑλλάς. Περὶ τὰς δύω ταύτας ἰδέας περιεστράφη ἡ συζήτησις ἐπὶ δέκα ἤδη ἡμέρας. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι μετὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν, ἐφ’ ἧς πρέπει νὰ ἐπέλθῃ μία ἀπόφασις, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι τὸ μέσον δι’ οὗ προάγεται ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς. Διότι ἄλλως, ἂν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως εἶναι ἡ καλλιτέρα, αἱ πιστώσεις δὲν ἔχουν ἀξίαν.
§31Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρωθυπουργὲ, θέμα ψηφοφορητέον περὶ πολιτικῆς καθαρὸν δὲν ἐτέθη.
§32Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τὸ ἐπροκαλέσατε σεῖς.
§33Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑμεῖς εἴπατε, ὅτι αἱ πιστώσεις τίθενται πρὸς ἐξέλεγξιν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι αἱ πιστώσεις περιέχουν τὴν πολιτικήν σας· αὐτὸ λοιπὸν, τὸ ὁποῖον λέγετε τώρα, εἶναι ἕτερον ζήτημα. Ἕκαστος ἀγορεύων ἀνέτρεχε φυσικῶς καὶ εἰς ἕτερον ἀντικείμενον, διότι αἱ πιστώσεις περιέχουν καὶ ἔξοδα δημοσίου ἀσφαλείας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον δὲν δυνάμεθα νὰ χωρίσωμεν τὸ ἓν ἀπὸ τὸ ἕτερον. Ἡ συζήτησις τῶν πιστώσεων συνδέεται μετὰ τῆς πολιτικῆς· θ’ ἀρχίσωμεν κατὰ συνέπειαν νὰ τὰς συζητήσωμεν ἤδη καὶ εἰς τὰ καθέκαστα καὶ ἐπὶ τούτων νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, τὸ δὲ ψηφοφορητέον θέμα δὲν δύναται νὰ ᾖναι παρὰ αἱ πιστώσεις.
§34ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑμεῖς εἴπατε, ὅτι αἱ πιστώσεις περικλείουν τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου· αὕτη σᾶς ἐξεφράσθη διὰ τῆς ἰδέας, ὅτι θέλομεν τὴν προαγωγὴν τοῦ ἔθνους οὕτω πως καὶ οὕτω πως· ἢ αὐτὸ ψηφοφορήσητε ἢ τὰς πιστώσεις, εἶναι τὸ ἴδιον (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν).
§35Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς δύναται νὰ γίνῃ τοῦτο, ἀφοῦ εἰς τὰς πιστώσεις ὑπάρχουν καὶ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα παραδεχόμεθα καὶ ἡμεῖς; Αἱ πολιτικαί μας θέλουν χωρισθῆ διὰ τῶν πιστώσεων, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἀποκρούομεν.
§36ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψῃ τὴν ἀρχὴν τῶν πιστώσεων, πρὸς τί ἡμεῖς νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα αὐτῶν;
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ κυβέρνησις εἶπεν, ἡ πολιτική μου εἶναι αἱ πιστώσεις· ἡμεῖς παραδεχόμενοι μέρος αὐτῶν, παραδεχόμεθα ὡς πρὸς τοῦτο τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως· ἀποκρούοντες ἕτερον μέρος, ἀποκρούομεν τὴν εἰς ἐκεῖνο ἀναφερομένην πολιτικήν.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἦσθε εἰλικρινεῖς καὶ θαῤῥαλέοι εἰς τὰς πεποιθήσεις σας, ὅπως εἶναι ὁ κ. Πετιμεζᾶς· αὐτὸ ἀπαιτεῖ ἡ τιμὴ ὑμῶν.
§39ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πιστώσεις δὲν ἀντιπροσωπεύουν καμμίαν πολιτικήν· ταύτας ὑπηγόρευσεν ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ ἐξοπλισμὸς ἑνὸς πλοίου, ἡ προμήθεια ὑλικοῦ δὲν ἀντιπροσωπεύει πολιτικήν. Πῶς θέλετε λοιπὸν......(θόρυβος).
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν, ἡ ὁποία εἶναι λίαν οὐσιώδης, καὶ ἡ ὁποία δὲν λύεται ἀπὸ τὴν παραδοχὴν ἢ μὴ τῶν πιστώσεων. Π. χ. θέλετε αἱ προπαρασκευαὶ νὰ ᾖναι κατὰ τὸ ἐφικτὸν, νὰ περιορίζωνται εἰς τὰς ἐσωτερικὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας· θέλετε νὰ γίνωνται καθόσον εἶναι δυνατὸν, καὶ κατὰ συνέπειαν θέλετε, διότι τὸ εἶπον οἱ προλαλήσαντες, πρὸς τοὺς Κρῆτας νὰ προσφερώμεθα, ὅπως πρέπει νὰ προσφέρεταί τις εἰς ἀδελφοὺς δυστυχεῖς, καὶ τοῦτο δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὴν πολιτικήν. Ἡμεῖς ὅμως θέλομεν αἱ ἑτοιμασίαι νὰ γίνουν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, οὐχὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας· θέλομεν νὰ παρουσιάσωμεν ἰσχυρὰς δυνάμεις, ἵνα ᾖναι σεβαστὴ ἡ πολιτικὴ τῆς Ἑλλάδος, ἥτις θέλομεν νὰ ᾖναι Ἀνατολική· θέλομεν εἰς τὴν διατήρησιν τῶν προσφύγων Κρητῶν νὰ προσφερώμεθα οὐχὶ ὡς πρὸς ἀδελφοὺς δυστυχεῖς, ἀλλὰ κἄτι τι περισσότερον, καὶ διὰ τοῦτο θέλομεν νὰ δώσωμεν εἰς αὐτοὺς οὐχὶ ἐξ ὅσων ἔχομεν, ἀλλὰ καὶ ἐξ ὅσων δὲν ἔχομεν. Νὰ θυσιάσωμεν, νὰ δανεισθῶμεν, διότι τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης δὲν εἶναι ζήτημα φιλανθρωπίας. Ταῦτα εἶναι διαφορὰ πολιτικῆς, ναὶ ἢ ὄχι; Ἀλλ’ ὑποθέτω, κύριοι, ὅτι ἐδέχθητε τὴν πίστωσιν τὴν ὑπὲρ τῶν προσφύγων Κρητῶν, καὶ τὴν ἐφαρμόζετε. Ἂν σεῖς τὴν ἐφαρμόσητε κατὰ τὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας ἔχετε, ἅμα ἐξαντληθῇ, θέλετε παύσει, θέλετε εἰπεῖ δὲν δυνάμεθα.
§41ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν τὸ γνωρίζετε (θόρυβος).
§42Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι ὁ ἴδιος δὲν θέλετε καταδεχθῆ νὰ διαστρέψητε ὅ,τι εὐγλωττότερον τοῦ Δημοσθένους λέγει ἡ ἔκθεσις τῆς μειονοψηφίας τῆς ἐπιτροπῆς.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν πλανῶμαι εἴς τι, παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσητε, καὶ μετὰ πάσης εὐχαριστήσεως θέλω ἀκούσει. Εἴπατε χθὲς, ὅτι ἡ Ἑλλὰς, ἡ ὁποία προσεφέρθη τόσον γενναίως πρὸς τοὺς πρόσφυγας Οὕγγρους καὶ ἄλλους, εἶναι δυνατὸν νὰ ἀδιαφορήσῃ πρὸς τοὺς Κρήτας; Πρὸς αὐτοὺς πρέπει νὰ προσφερθῇ καλλίτερον. Ἂν λανθάνωμαι, παρακαλῶ νὰ μὲ διορθώσητε· εἰπέτε, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων θεωροῦμεν ἄσχετον πρὸς τὴν πολιτικήν.
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἕνεκα τῆς οὐδετερότητος.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν προσφύγων Κρητῶν δὲν θεωροῦμεν ὡς ἁπλοῦν ζήτημα πασχόντων ἀδελφῶν καὶ ἐχόντων ἀνάγκην ἁπλῆς συνδρομῆς, καὶ ἑπομένως θέλομεν νὰ δώσωμεν ἀκόμη καὶ ἐξ ὅσων δὲν ἔχομεν· ὥστε τὸ ζήτημα τοῦτο θεωροῦμεν στενῶς συνδεδεμένον μὲ τὴν πολιτικήν.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὕτω τὸ ἐννοοῦμεν καὶ ἡμεῖς.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ὅπως ἐννοοῦμεν ἡμεῖς, ὑπάρχει διαφορὰ μεταξὺ ὑμῶν καὶ ἡμῶν ὡς πρὸς τὸν τρόπον καὶ τὸν σκοπὸν προετοιμασιῶν· ἄλλως τὰς θέλομεν ἡμεῖς καὶ δι’ ἕτερον σκοπὸν, καὶ ἄλλως ὑμεῖς καὶ δι’ ἕτερον σκοπόν. Ἡμεῖς ἐνόσῳ ἔχομεν τὴν τιμὴν νὰ καθήμεθα εἰς τὰ ἑδώλια ταῦτα, τὸν σκοπὸν αὐτὸν θέλομεν ἀκολουθήσει· ἐπιθυμοῦμεν λοιπὸν νὰ μᾶς εἰπῆτε, τὸν σκοπόν μας αὐτὸν παραδέχεσθε; θέλετε καὶ ἡμεῖς τοιούτου εἴδους ἑτοιμασίας; Διότι δὲν ὠφελεῖ νὰ μᾶς δώσητε πιστώσεις τόσων ἑκατομμυρίων· διαδέχεσθε ἡμᾶς εἰς τὴν κυβέρνησιν, καὶ δὲν θέλετε νὰ ἐκτελέσητε τὰς πιστώσεις. Αἱ πιστώσεις δὲν εἶναι ὑποχρεωτικαί. Ἡ Βουλὴ ἤδη πρέπει ν’ ἀποφανθῇ· ἤκουσε τὴν μίαν πολιτικὴν, ἤκουσε τὴν ἄλλην, τὰς ἔχει ἤδη ἀπέναντι ἀλλήλων, πρέπει ν’ ἀποφανθῇ, δέχομαι ταύτην ἢ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἂν αὕτη εἶναι ἡ πολιτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἡ πολιτικὴ, ἣν ἐξέφρασεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, εἶναι ἡ κατὰ προτίμησιν πολιτικὴ τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως· ἡ πολιτικὴ, ἣν θέλομεν ἡμεῖς, εἶναι οὐχὶ ἡ κατὰ προτίμησιν τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως. Θέλομεν ἡ ἐσωτερικὴ ἀνάπτυξις νὰ ἐξακολουθήσῃ, θέλομεν ὅμως οὐσιωδῶς ἡ Ἑλλὰς νὰ στρέψῃ τὴν προσοχήν της, τὴν ἐνέργειάν της, νὰ καταβάλῃ τὰ μέσα πρὸς τὸ ἐξωτερικὸν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἡ ἀποστολή της, αἱ ὑποχρεώσεις της καὶ ἡ θέσις της τῆς ὑπαγορεύουν. Αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν. Ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ, διότι ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς θέλει κανονισθῆ τὸ προσωπικὸν τῆς κυβερνήσεως. Ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ ὅ,τι ἐξέφρασεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἡμεῖς δὲν θέλομεν ἔχει τὴν τιμὴν νὰ καθήμεθα ἐδῶ. Τοῦτο εἶναι οὐσιῶδες, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ. Μάλιστα ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς τόσον εὐφυέστατα ἐνόησε τὴν πολιτικήν μας, τόσον πολὺ καλὰ ἐνόησε τὰ λεγόμενά μας, ὥστε ἐπανέλαβεν, ἡ πολιτική σας εἶναι πλάνη. Δὲν τρέχετε κανένα κίνδυνον, δὲν ἀπειλεῖτε κανένα, ἑπομένως μᾶς πλανᾶτε. Μᾶς ἔδοσε λοιπὸν ἕνα χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἢ ἀποκρούσῃ ἡ Βουλή.
§48ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ ἐγωϊσμός, κύριοι, ἀνεπτύχθη κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους εἰς τὸν ὕπατον βαθμόν, καὶ ἐπειδὴ, κύριοι, αὐτὴ ἡ ἀσθένεια ἐπικρατεῖ εἰς ὅλους, πάσχω καὶ ἐγὼ ἀπ’ αὐτήν. Ἐν τούτοις προχθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διετύπωσεν, ὡς ἠκούσατε, τὴν πολιτικὴν τοῦ ὑπουργείου, ἀλλ’ ἂς μὴ λησμονήσωμεν ὅτι καὶ ἐγὼ τὴν προτεραίαν διετύπωσα τὴν ἄλλην πολιτικὴν, ὥστε ἐγὼ ἔλαβα τὴν πρωτοβουλίαν. Τί σᾶς εἶπον εἰς τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν; ὅτι ἡ καταλληλοτέρα ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἔπρεπε νὰ ᾖναι καὶ πρέπει τοὐλάχιστον εἰς τὸ μέλλον νὰ ᾖναι ἀξιοπρεπὴς, προπαρασκευαστικὴ διὰ τῶν ἐνόντων πρὸ πάντων μέσων καὶ προσδοκητική. Οὐδέποτε ὅμως ἐπανέλαβον, ἐρεθιστικὴ, σπάταλος καὶ προπαρασκευαστικὴ μὲ συνεπείας ἀφεύκτου καὶ ταχυτάτης ἐθνικῆς χρεωκοπίας. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ πρώτη πολιτικὴ εἶναι ἰδική μας, ἡ δευτέρα ἰδική σας, καὶ ἰδοὺ τίνι τρόπῳ λέγω, ὅτι ἔλαβα ἐγὼ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ διετύπωσα τὴν διαφορὰν τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πολιτικῆς. Τί μᾶς εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργός; θέλομεν, ἐπρόσθεσεν, οὐ μόνον τὴν ἐσωτερικὴν ἀνάπτυξιν, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξωτερικὴν καὶ μὲ θυσίας· καὶ ποῖος εἶναι ἐναντίος, κύριοι, εἰς μίαν τοιαύτην θέλησιν, ἥτις εἶναι θέλησις τῶν ἑλλήνων ἁπάντων;
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν εἴμεθα μαζῆ.
§50ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἰδοὺ ποῦ διακρίνεται ἡ μία πολιτικὴ ἀπὸ τὴν ἄλλην. Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν προπαρασκευὰς ἐκ τῶν ἐνόντων πρὸ πάντων, σεῖς τὸ ἐναντίον.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ νὰ διακρίνωμεν.
§52Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, βεβαίως σκοπὸν δὲν εἶχον νὰ ἔλθω σήμερον ἐπὶ τοῦ βήματος, πιστεύων, ὅτι ἡ συζήτησις ἤθελε διαρκέσει καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἡμέραν ταύτην. Δὲν ἀμφιβάλλετε ὅμως, ὅτι σκοπὸν εἶχον νὰ συζητήσω ἀκόμη μίαν φορὰν καὶ νὰ ἑρμηνεύσω τὴν πολιτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς συμπολιτεύσεως. Τὴν ἑρμηνείαν ταύτην ἤθελον κάμει ἐπὶ τῶν λόγων τῶν ὑπουργῶν καὶ ἰδίως ἐπὶ τῶν λόγων τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν κ. Βότσαρη. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπισπεύδει ἡ κυβέρνησις σήμερον νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν αὐτὴν διὰ τρόπου ὁ ὁποῖος νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ᾖναι λίαν ἐπικίνδυνος διὰ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, διὰ τοῦτο εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ λάβω τὸν λόγον. Καὶ πρῶτον, κύριοι, ἡ κυβέρνησις παρουσιάζουσα τὰς πιστώσεις εἶπε καθαρὰ, ὅτι ἐντὸς αὐτῶν ἐννοῶ νὰ ἐκφράσω τὴν πολιτικήν μου, τὴν μέλλουσαν πορείαν μου. Ἀκολούθως ἡ κυβέρνησις ἀνέπτυξεν ὅσον ἠδυνήθη ἀσαφέστερον τὴν πολιτικήν της, διότι καὶ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς καμμία πολιτικὴ δὲν εἶναι ἐκπεφρασμένη ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως. Εἴδετε, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἕως χθὲς χαρακτηρίσασα διὰ λέξεων τῳόντι πολὺ ἐκφραστικῶν τὴν πολιτικήν της, σᾶς λέγει, ἡ πολιτική μου εἶναι δραστήριοι καὶ ἔκτακτοι πολεμικαὶ παρασκευαί· ὕψωσε τὴν πολιτικήν της μέχρις οὐρανοῦ, ὡς εἶχεν ὑψώσει καὶ τὸ ἀνάστημά της. Σᾶς ὑπεσχέθην, ὅτι θέλω τὴν καταφθάσει καὶ διέλθει αὐτὴν λεπτομερῶς· καὶ τῳόντι ἡ πολιτικὴ ἐκείνη κατέπεσεν ἐκ τοῦ ὕψους της. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, λαλῶν ἐν ὀνόματι τῆς κυβερνήσεως, σᾶς εἶπε, κανένας κίνδυνος δὲν ἐπαπειλεῖται, καμμίαν ἰδέαν ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει ἢ μόνον τῶν παρασκευῶν· τῶν παρασκευῶν, ναί· ἀλλὰ διὰ ποῖον σκοπόν; διὰ μέλλοντα. Αὐτὸ εἶναι ἡ πολιτική σας· διὰ σκοπὸν τὸν ὁποῖον δὲν ἔχετε, καὶ ὁ ὁποῖος δύναται ν’ ἀναφανῇ μετὰ 10 ἔτη. Ἐγὼ σᾶς εἶπον προσέτι, ὅτι μὲ τοιαύτην πολιτικὴν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει ὡρισμένον σκοπὸν, μὲ πολιτικὴν, ἡ ὁποία δὲν δεικνύει πλησιέστατα τὸν κίνδυνον, τὰ ἔθνη δὲν ὑποβάλλονται εἰς πεντηκοστύας ἑκατομμυρίων βάρη. Καὶ πιστεύετε, κύριοι, ὅτι ὅλα τα ἔθνη εἰς τὸν κόσμον δὲν ἔχουν πόθους ἐκτὸς τῶν μεθορίων αὑτῶν; Πιστεύετε, κύριοι, ὅτι, ὅ,τι εἶναι δι’ ἡμᾶς ἡ καθ’ ὁλοκληρίαν ἀποκατάστασις τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, δὲν ὑπάρχει τοιαύτη τις ἀνάλογος καὶ πρὸς τὰ ὅμορα ἔθνη; Δὲν ἐζήτησαν οἱ Πρῶσσοι τὴν τελείαν ἀποκατάστασιν τοῦ Γερμανισμοῦ; Δὲν ἐζήτησαν οἱ Ἰταλοὶ τὴν τελείαν ἀποκατάστασιν τῆς Ἰταλίας; Οἱ Γάλλοι δὲν ἐθεμελίωσαν τὴν πολιτικήν των δι’ ἀπείρων αἱμάτων, ὅπως καθιερώσωσι μίαν γραμμὴν ὑπερασπίσεως τῆς Γαλλίας, τὸν Ῥῆνον; Κατήλθετε, κύριοι, εἰς τὰς κοινὰς προπαρασκευάς. Πολιτικὴν λοιπὸν ἐννοεῖτε τὰς κοινὰς προπαρασκευάς; πολιτική, κύριοι, δὲν εἶναι αὐτή. Ἀλλά, κύριοι, θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ ἐξηγηθῶ εἰς ὑμᾶς λίαν εἰλικρινῶς. Ὅταν ἡ κυβέρνησις δὲν εὑρίσκει ἓν ἔδαφος σταθερὸν νὰ θέσῃ τὸν πόδα της, εἰς ἑκάστην συζήτησιν γλιστρᾷ. Θέλει καὶ ζητεῖ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὸ κύριον θέμα, δὲν ἐδίστασε παντάπασι νὰ παρεννοήσῃ ἴσως ἰδέας ῥητὰς, καθαρῶς ἐκπεφρασμένας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου παρ’ ἐμοῦ, καὶ ἐκ τῶν λόγων τούτων καὶ ἐκ τοῦ τρόπου τούτου προσπαθεῖ νὰ περιάψῃ εἰς ἑαυτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι αὕτη διασκευάζει μόνη τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους, καὶ ὅτι ἡμεῖς τὸ ζητοῦμεν τὸ μεγαλεῖον εἰς αὐτὸ τὸ λεγόμενον καυκὶ, ὡς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργός. Ἂν ὄχι τι ἄλλο, ἡ ἰδέα αὕτη ῥιπτομένη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καθ’ ἑλλήνων δὲν ἔχει καμμίαν ἀξιοπρέπειαν. Οἱ ἄνθρωποι τῆς ἀντιπολιτεύσεως, κύριοι, ἔχουν ἱστορίαν, τὴν ὁποίαν τὸ μεγαλεῖον τῶν προγόνων των ἐχάραξε πρὸ αἰώνων· καὶ σεῖς θέλετε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι ἐλησμονήσαμεν τὴν δόξαν τῶν πατέρων;
§53ΚΑΤΣΑΚΟΣ. Τὴν ἱστορίαν... (θόρυβος).
§54Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κάθε ἄλλο; δύναται νὰ τὸ εἴπῃ.... (θόρυβος). Ἡ ἱστορία τῶν Μαυρομιχαλαίων εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναὶ, εἶναι μία.
§56Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἔθνος γνωρίζει τὴν οἰκογένειαν αὐτήν. Ἐκτὸς τῆς ἱστορίας, κύριοι, νομίζω, ὅτι ὅπως ἐξηγήσω καθαρώτερα, εὐκρινέστερα τὰς ἰδέας μου πρέπει τέλος πάντων ἅπαξ διὰ παντὸς νὰ ἐξηγηθῶμεν τί ἐννοοῦμεν λέγοντες ἐθνικὴν ἀποκατάστασιν τὴν μεγάλην ταύτην ἐθνικὴν ἰδέαν. Ἐγὼ θέλω σᾶς εἴπει εὐκρινῶς, εἶναι τοῦτο πρᾶγμα ἢ ἰδέα; Πρᾶγμα εἶναι, πρᾶγμα μέγιστον, κανεὶς δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Καὶ ἂν ἦναι μέγιστον πρᾶγμα, νομίζετε, πῶς δὲν ἀπαιτεῖ εἰς τὴν ἐκπλήρωσίν του μεγίστας θυσίας, μεγάλας πράξεις, ἀπέραντον μεγαλοφυΐαν; νομίζετε, πῶς αὐτὰ τὰ πράγματα δύνανται μόνα των νὰ γίνωσιν, ἀνεξαρτήτως τῆς καταστάσεως τοῦ ἔθνους, διὰ 50 ἢ 60,000 ὀκάδων πυρίτιδος καὶ διὰ 40 ἢ 50 κανταρίων σιδήρου εἰς ὅπλα καὶ εἰς πυροβόλα; Πολὺ ἀπατᾶσθε, ἂν νομίζητε, ὅτι δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς τὸν ἱερὸν τοῦτον σκοπὸν μὲ αὐτὰ τὰ εὐτελῆ καὶ μικρὰ πράγματα. Ὀφείλετε, κύριοι, νὰ προπαρασκευασθῆτε εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀλλὰ πρὸ πάντων πρέπει νὰ προπαρασκευάσητε τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἐξ ἧς θὰ πηγάσῃ ἡ ἐλευθερία τῶν ὑποδεδουλωμένων. Ποία εἶναι ἡ δύναμις αὕτη; εἶναι ἡ Ἑλλὰς αὐτή· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀκρόπολις, ἐκ τῆς ὁποίας θὰ ἐξέλθῃ ὁ πυρὴν τῆς ἐλευθερίας. Πῶς ἐννοεῖτε, κύριοι; ἐκ τῆς Ἑλλάδος ταύτης πρέπει νὰ πηγάσῃ πᾶσα ἰδέα ἢ πρέπει ἔξωθεν νὰ προκληθῇ; Ἐντεῦθεν θέλει καθιερωθῆ καὶ ἡ ἰδέα καὶ τὸ πρᾶγμα· καὶ ἂν ἐδῶ μέσα εὑρισκώμεθα εἰς ἀθλίαν καὶ ἐλεεινὴν κατάστασιν, πιστεύετε, ὅτι ἐκ τῆς καταστάσεως αὐτῆς δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε μεγάλα ἀποτελέσματα; Καὶ δὲν εἶναι πλάνη, ὅταν νομίζητε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι δύνασθε νὰ ἐπιτύχητε διὰ τοῦ μέσου τούτου, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην οἰκτρὰν κατάστασιν; Καὶ ἐὰν δὲν τὸ ὁμολογῆτε, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπεύθυνος· τὸ ὁμολογεῖ ὅμως πᾶς ἄνθρωπος, τὸν ὁποῖον ἡ τύχη δὲν ὑστερεῖ τὰ ὦτα καὶ τὴν ἀκοήν. Τί λοιπὸν σᾶς λέγει ἡ πολιτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ποῖον εἶναι τὸ συμφέρον τοῦ μέλλοντος διὰ νὰ ἐπιτύχητε ὅ,τι τὸ ἔθνος καθιέρωσε διὰ 500,000 μαρτύρων τοῦ 1821; Παρασκευασθήτω, λέγει, τὸ ἔθνος ἡ πολιτικὴ αὕτη, ἀλλ’ ὅπως πρέπει εἰς συνετὴν πολιτείαν. Κύριοι, πρέπει βεβαίως ν’ ἀνέλθω εἴς τινα παραδείγματα διὰ νὰ γίνω καταληπτὸς πρὸς τοὺς πλείστους τῶν ἀνθρώπων. Μέγιστα κεφάλαια διέθετον ποτὲ οἱ Ἀθηναῖοι, ναυτικὰς δυνάμεις, χρήματα ἄπειρα, ἄπειρα πλοῖα καὶ ὑποταγὴν τῶν συμμάχων, οἱ ὁποῖοι κατέβαλλον τὰς συντάξεις ἑαυτῶν. Καὶ ἐνόσῳ ἡ φρόνησις διεύθυνε τὴν πολιτείαν τῶν Ἀθηναίων, οἱ Ἀθηναῖοι ὑπερεῖχον καὶ ἐξεῖχον τοῦ κόσμου ὅλου· ἀλλ’ ὅταν ἀντὶ τοῦ μεγαλοφυοῦς καὶ εὐφρονεστάτου ἐκείνου Περικλέους καὶ τῶν πρὸ αὐτοῦ εἰσῆλθον εἰς τὴν ἐξουσίαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι παρεκίνουν τὴν πόλιν ταύτην εἰς τὰ πλέον παράλογα πράγματα καὶ ἐξῆπτον τὰς ἐλπίδας τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, καὶ οὗτοι παρεξετρέποντο εἰς πολέμους καὶ ἐπιχειρήσεις ματαίας καὶ παραλόγους, παραμελοῦντες τὴν ἐσωτερικήν των κατάστασιν καὶ ἀνάπτυξιν καὶ βελτίωσιν, ἀμέσως ἐξέπεσαν, καὶ διὰ τοῦτο ὅταν ἡ Σπάρτη, καίτοι πολὺ μικροτέρα, ἐνίκησε τοὺς Ἀθηναίους, τοὺς ἐνίκησαν ὄχι οἱ Σπαρτιᾶται, ἀλλὰ ἡ Σπάρτη. Οἱ Ῥωμαῖοι δὲν ἐνίκησαν τοὺς Καρχηδονίους, ἀλλ’ ἡ Ῥώμη τὴν Καρχηδόνα. Καὶ πᾶς πολιτικὸς ἄνθρωπος δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν σημασίαν τῶν λέξεων τούτων.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ συμπέρασμα.
§58ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πῶς λοιπὸν ἔγεινε τοῦτο; διὰ τῆς εὔφρονος πολιτικῆς, ἡ ὁποία συνετάξατο ἑαυτὴν, ὥστε νὰ ἀποκρούσῃ ὅλους τοὺς ἐσωτερικοὺς κινδύνους διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωκε. Τί εἶναι ἡ πολιτικὴ ἐντὸς ἑνὸς κράτους; εἶναι ἡ φρόνησις, ἥτις ἀποκρούει τὰ κακὰ, καὶ ἥτις εἰς πάντας χρησιμεύει. Λοιπὸν ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, συντάξατε τὴν πολιτικὴν οὕτω πως, δηλ. πρῶτον ἐπανορθώσατε τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν τοῦ κράτους καὶ προβῆτε εἰς τὴν προπαρασκευὴν, τὴν ὁποίαν ἑκάστη κυβέρνησις ἀναλόγως τῶν σκοπῶν της ἔχει· ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι κοινὴ καὶ οὐχὶ ἔκτακτος παρασκευή. Ἂν σᾶς λέγῃ κανεὶς νὰ μὴ ἔχετε ὅπλα, νὰ μὴ ἀγοράσητε πυρίτιδα, αὐτὸ εἶναι κοινὴ παρασκευή. Καταβιβάζετε λοιπὸν τὴν πολιτικήν σας ἀπὸ τὸ τόσον ὕψος μέχρι τῶν προμηθειῶν; Ἡμεῖς λοιπὸν, κύριοι, βλέπετε, ἐπιδιώκοντες τὴν πολιτικὴν τῆς ἐσωτερικῆς ἀναπτύξεως, τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων, τῆς ἠθικοποιήσεως τοῦ τόπου, τῆς εὑρέσεως ὅλων τῶν μέσων, χωρὶς δι’ ἐκτάκτων καὶ ἄλλων μέσων νὰ ἐξαντλήσωμεν τοὺς πόρους τοῦ ἔθνους, ζητοῦντες ὅλα ταῦτα, παρασκευαζόμεθα εἰς ὅ,τι ἡ φρόνησις ἀπαιτεῖ ὅπως ἐκτελέσωμεν τοὺς ἐθνικοὺς πόθους. Τί λέγετε ὅμως σεῖς; ὅτι ταχέως καὶ βιαίως διὰ πολλῶν χρηματικῶν θυσιῶν δύνασθε νὰ φθάσητε εἰς αὐτό. Ἡμεῖς λοιπὸν θέλομεν αὐτὰ τὰ μέσα πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν, καὶ σεῖς ἐκεῖνα, καὶ ἔχει μεγάλην διαφορὰν τὸ πρᾶγμα. Ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ᾖμαι καθαρὸς, διότι ἔχω τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ ἔθνος πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὶ ἕκαστος τῶν πολιτικῶν ἀνθρώπων ἔχει εἰς τὸν νοῦν του· τὰ μισὰ δὲν μὲ ἀρέσουν. Ἀπεκρούσαμεν λοιπὸν τὰς ἐκτάκτους προπαρασκευὰς, διότι ὑποστηρίζομεν, καὶ ἡ κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι κανεὶς κίνδυνος σπουδαῖος δὲν εἶναι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦτο· ἔχουν καὶ ἄλλα κακὰ αἱ ἔκτακτοι καὶ βίαιαι παρασκευαί· τὸ ἓν κακὸν εἶναι πολιτικὸν, τὸ δεύτερον εἶναι ὑλικόν· καὶ τὸ μὲν ὑλικὸν κακὸν ἠξεύρετε ποῖον εἶναι; εἶναι δυστυχῶς τὰ σφάλματα ὅσα προέκυψαν μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς βιαίας καὶ ἄνευ σχεδίου προμηθείας καὶ παρασκευῆς. Καὶ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὦ Βουλευταὶ, ὅτι ὅ,τι τὰ μεγάλα ἔθνη κάμνουσι παίζοντα, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ τὰ κάμωμεν καὶ ἀφοῦ ἐξαντλήσωμεν τὸ μέγεθος τῆς περιουσίας μας. Βεβαίως κατὰ τὸ 1854 ἡ Ἀγγλία ἠθέλησε νὰ παρασκευάσῃ ἕνα ὁλόκληρον σύστημα ναυτικοῦ καινοφανοῦς διὰ νὰ πολεμήσῃ τὸν Καναδᾶν, καὶ τοῦτο κατὰ σχέδιον σπουδαίου ἀνδρὸς τὸν ὁποῖον ἡ Ἀγγλία ἐσέβετο. Κατασκεύασε λοιπὸν ὁλόκληρον στόλον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξωδεύθησαν ἑκατομμύρια χρήματα, καὶ ὅταν ἦλθεν ἐνώπιον τοῦ Κρονστὰνδ, ἐκηρύχθη ἄχρηστος. Βλέπετε λοιπὸν, πόσον σοφὰ εἶναι τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα δὲν ἐμπιστεύονται καὶ εἰς τοὺς μεγαλειτέρους ἀνθρώπους τοῦ κόσμου, ἀλλ’ ὑποβάλλουν αὐτοὺς εἰς τὴν κρίσιν τῆς ἐπιστήμης, καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον προβαίνουσιν εἰς τὰς προπαρασκευὰς αὐτὰς, ἀφοῦ προηγουμένως ὑπάρχει γνωστὸς ὄχι μόνον ὁ πολιτικὸς, ἀλλὰ καὶ ὁ πολεμικός· διότι, ὅταν δὲν ἠξεύρῃς ποῦ θὰ ὑπάγῃς, πῶς θὰ ἠξεύρῃς τί σοῦ χρειάζεται; Σεῖς μὲ τὴν Τουρκίαν δὲν ἔχετε καμμίαν διαφορὰν, διότι τὴν ὑπερασπίσθητε μάλιστα· σεῖς μετὰ τῶν Μεγάλων Δυνάμεων, καθὼς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, εἶσθε εἰς πλερεστάτην εὐχαρίστησιν, καὶ μόνον ὡς πρὸς τὴν Ἀγγλίαν ἐξεφράσατε ὀλίγην, ὅτι δηλαδὴ αὐτὴ δὲν εἶναι τόσον θερμὴ εἰς τὰς ἰδέας σας.
§59ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἐξέφρασα τίποτε.
§60ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν λοιπὸν διανοῆσθε ὕστερον ἀπὸ ὅλα αὐτὰ νὰ κάμητε πόλεμον κατὰ τῆς Ἀγγλίας, κάμετε. Λοιπὸν αἱ ἔκτακτοι παρασκευαὶ ἔχουν καὶ αὐτὸ τὸ κακὸν, νὰ σᾶς φέρουν εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐντὸς ὀλίγου ἐκ τῆς πείρας θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἐλεεινά. Καὶ μὴ νομίζετε, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀδιάφορα αὐτὰ τὰ πράγματα εἰς ἓν μικρὸν κράτος· θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω πόσον τρομερὰ εἶναι αὐτὰ τὰ πράγματα διὰ τὰ ἔθνη. Ἕνας ἕκαστος ἀκούει τώρα 20 πυροβόλα ἀπὸ 300 δραχμὰς = 6,000 δραχμὰς, καὶ κυρίως θέλει νὰ ὁρίσῃ τὴν ἀξίαν των, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω. Ὁλόκληρος ἡ τύχη μιᾶς ἐπικρατείας ἐξαρτᾶται ἀπὸ 20 πυροβόλα· ἡ μάχη τοῦ Μαρέγκου ἐξήρτητο εἰς μίαν μόνον κανονοστοιχίαν, καὶ ἂν ἠδύναντο οἱ σύμμαχοι νὰ καταλάβωσι αὐτὴν, ἡ τύχη τῆς Εὐρώπης ἀπεφασίζετο διὰ μιᾶς· ἓν μόνον τάγμα τῶν ἐπιλέκτων τῆς Γαλλίας ἐξ ἑπτακοσίων γάλλων ἀπεφάσισε τὴν τύχην τοῦ Μαρέγκου. Πρέπει λοιπὸν, κύριοι, νὰ προσέξητε· ἡ πεῖρα θέλει σᾶς φέρει εἰς φοβερὰ σφάλματα, καὶ δι’ αὐτῶν τῶν ἐκτάκτων παρασκευῶν θέλετε φέρει εἰς κίνδυνον τὴν θέσιν τῆς πατρίδος μας. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶχον νὰ εἴπω. Ἀλλὰ δὲν θέλω λησμονήσει ἀκόμη ἱστορικήν τινα παρατήρησιν. Ὁ Κ. Βότσαρης ὁμιλῶν ἐνταῦθα περὶ τῶν μεθορίων, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Γαλλία ἄλλοτε ἠρνήθη τὴν συνδρομήν της εἰς τὸ Βέλγιον. Τὴν ἠρνήθη, ναί· ἠρνήθη νὰ παραδώσῃ τὸν θρόνον της εἰς ἕνα υἱὸν τοῦ Φιλίππου, ἀλλὰ τὰ Γαλλικὰ στρατεύματα, ἀφοῦ ἅπαξ ἐκινήθη τὸ Βέλγιον, ἠλευθέρωσαν τὸ Βέλγιον. Καὶ μία ἀπὸ τὰς λαμπροτέρας πράξεις τῆς πολεμικῆς ἱστορίας τῶν Γάλλων εἶναι ἡ πολιορκία καὶ ἡ κυρίευσις τοῦ Ἀμβέρ. Τοιοῦτον λοιπὸν παράδειγμα δὲν θὰ εὕρετε, ὅτι μέγα ἔθνος ἐσεβάσθη τὴν ἀξιοπρέπειάν του, καὶ μὲ τὴν μίαν χεῖρα ὅτι ἤθελε σταθῆ εἰς τὴν δυστυχίαν, μὲ τὴν ἄλλην δὲ ὅτι ἤθελε τοὺς παραδώσει εἰς τὰ ἐλεεινὰ μειδιάματα τῆς Εὐρώπης χάριν τῆς ἰδίας αὑτοῦ φιλοτιμίας. Οὐδέποτε θέλετε εὑρεῖ· καὶ ἂν τοιαύτη Κυβέρνησις ὑπῆρξέ ποτε εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, τὸ ἔθνος ἐπλήρωσε διὰ τὴν διαγωγὴν αὐτῆς ἀκριβὰ τὰ σφάλματά του, καθότι οἱ ἄνθρωποι κρίνοντες ἐκ τῶν φαινομένων δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς, καὶ τοῦτο ἔχει μεγάλας συνεπείας διὰ τὴν τιμὴν τῶν ἐθνῶν. Καὶ ταῦτα λέγων, κύριοι, ἐννοῶ νὰ προφυλάξω τὰς ὑπολήψεις ὅλων τῶν ἀνθρώπων κατακρίνων τὰς πράξεις καὶ ὄχι τὰ ἄτομα.—Ἀλλὰ, κύριοι, ὀφείλω, ἀδιαφορῶν περὶ τοῦ πόσοι θέλετε μὲ ἀκούσει καὶ πόσοι ὄχι, περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν πραγμάτων νὰ εἴπω ὅ,τι εἶναι συμφέρον διὰ τὴν Πατρίδα, ἀποκρούων τὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας ὁ κ. ὑπουργὸς ἤθελεν ἀποδώσει, θέλων νὰ ψηφηφορηθῇ ἡ πολιτική. Ἴσως ἴσως εἴπῃ ὅτι διὰ τοῦτο μὲ μέλει, ἂν ὀλιγώτεραι ἢ περισσότεραι ψῆφοι ἐγκρίνουν τὴν τοιαύτην πολιτικήν· τὴν ἀξίαν τῶν ἰδεῶν δὲν τὴν ἀποφασίζουν αἱ ψῆφοι, οὐδὲ ἡ ἀλήθεια ἠμπορεῖ νὰ ὑπαχθῇ κάτωθεν τῆς ὑλικῆς δυνάμεως τῶν ψήφων. Λέγω ὅμως, ὅτι ποτὲ δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ θέσῃ εἰς ψηφοφορίαν, ἂν δέχεται αὐτὴν τὴν πολιτικὴν ἢ ἐκείνην, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ εἶπον, ἂς ἐκφρασθῇ ἡ ἠθικὴ γνώμη τῆς Βουλῆς εἰς τοῦτο. Καὶ ἠξεύρετε διὰ τί; Πιστεύετε ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπὶ μιᾶς πολιτικῆς, ἔστω καὶ μὴ πιστευομένης ἀκόμη, δὲν ἐπιβαρύνει τὸ ἔθνος; δὲν δύναται νὰ ἔχῃ συνεπείας διὰ σᾶς τοὺς ἰδίους; Καὶ ἂν ἦτο διὰ σᾶς, ὀλίγον ἤθελον φροντίσει, ἀλλὰ θὰ ἔχῃ συνεπείας διὰ τὸ ἔθνος. Καὶ σεῖς ζητεῖτε, κύριοι, ὁλόκληρον τὸ ἔθνος νὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν πολιτικήν σας; Θέλετε εὑρεῖ εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου τοιαύτην ψηφοφορίαν; Θέλετε νὰ ἀναμιγνύητε εἰς τὴν πολιτικήν σας ὁλόκληρον τὸ ἔθνος; διὰ τοῦτο διαφωνῶ, καὶ εὔχομαι νὰ ἐκτιμηθοῦν οἱ λόγοι μου, οἱ ὁποῖοι δὲν προέρχονται εἰμὴ ἀπὸ μίαν πεποίθησιν εἰλικρινεστάτην. Βεβαίως, κύριοι, λαλήσας ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου καὶ ἀντικρούων τὰς ἰδέας τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ὅστις πιθανὸν νὰ ἐξηγήθη εἰς τρόπον, καθ’ ὃν δὲν τὸν ἐνόησα, δὲν ἐννοῶ νὰ βιάσω κανένα, οὔτε εἶχον τὴν ἰδέαν ὅτι ἤθελα πείσει τὸν μὲν ἢ τὸν δέ· ἀλλὰ δὲν ἐπιμένομεν εἰς τὴν πολιτικήν των, ἀλλ’ εἰς τὸν σκοπὸν, ὅστις κατ’ ἐμὲ ἀποβλέπει καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ, ἀποβλέπει τὴν Πατρίδα, τῆς ὁποίας ὅλοι ἡμεῖς εἴμεθα τέκνα. —Λοιπὸν, κύριοι, πρέπει νὰ ἀπαντήσω καὶ εἰς ὅσα περὶ Κρήτης ἐλάλησεν ὁ κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν σᾶς ἐνόησα, δὲν ἐπιμένω.
§62Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγώ, κύριοι, ἐπίστευσα ὅτι εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται ἀληθῶς καὶ μὲ τὸ συμφέρον τῶν ἀγωνιζομένων ἀδελφῶν καὶ μὲ τὰ αἰσθήματα τὰ ἰδικά μας, πρέπει νὰ κρατῇ κανεὶς πολὺ ἐλαφρὰν καὶ λεπτὴν γλῶσσαν· ἐπίστευσα ὅτι δὲν ἀπέτυχον τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπεδίωξα· τοὐλάχιστον ἐγὼ τοῦτον ἐπεδίωξα, καὶ ὅταν εἰς μίαν ἐρώτησιν τοῦ κ. Κυπριάδου ἠναγκάσθην νὰ ἀπαντήσω, ἔδωκα ἀπάντησιν, τῆς ὁποίας τὸ ὕψος ἔπρεπε νὰ ἐκτιμήσητε εἰλικρινῶς. Δὲν τὴν ἐξήγησα, διότι ὅλος ὁ κόσμος τὴν ἐνόησε, καὶ σεῖς ἐφάνητε ὅτι δὲν τὴν ἐνοήσατε, διότι ἔχετε πολὺ περισσοτέρας ἀφορμὰς νὰ τὴν ἐννοήσητε. Ὅταν, κύριοι, ἠρωτήθην χθὲς περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἀντ’ ἐμοῦ ἔθεσα τὴν Ἑλλάδα ἀντικρὺ τοῦ ζητήματος τούτου, καὶ σᾶς εἶπα, τί ἐρωτᾶτε ἐμέ; δὲν ἐρωτᾶτε τὸ ἔθνος, πῶς ἀποκρίνεται εἰς τοιαῦτα ζητήματα διὰ κάθε ἄλλον, πολὺ περισσότερον διὰ τοὺς ἀδελφούς; Καὶ ἔπρεπε νὰ σᾶς εἴπω ἐγὼ τί φρονῶ; Ἐγὼ εἶπα πῶς ἐφέρθη ἡ Ἑλλὰς εἰς πολλοὺς ἄλλους ξένους καὶ πῶς χρεωστεῖ νὰ φέρηται πρὸς τοὺς ἀδελφούς της, διότι τὰ αἵματα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων κεῖνται ἐδῶ κάτω εἰς τὸ Φάληρον μὲ τὰ αἵματα τῶν πατέρων μας. Ἔπειτα, κύριοι, θέλω σᾶς εἰπεῖ ἓν ἄλλο πρᾶγμα. Ἡ σημαία τοῦ 21 κυματίζει εἰς τὴν Κρήτην· αὐτὴν τὴν ἐγνώρισε τὸ ἔθνος καὶ εἰς αὐτὴν ἔστρεψεν ὅλην τὴν προσοχήν του. Βεβαίως δὲν εἶναι ἡ ψευδὴς σημαία τοῦ 1864, διότι αὕτη εἶναι ἐλαφρά· ἀλλ’ ἡ ἄλλη θέλει στιβαρὰς χεῖρας, θέλει θυσίας, θέλει 500,000 ἀνθρώπων κόκκαλα· τοιαύτας ἀρετὰς ἀπαιτεῖ ἡ σημαία τοῦ 1821 καὶ ἐκεῖ κυματίζει. Ἡμεῖς τὴν ἐγνωρίσαμεν καὶ ἀμέσως ἐξεφράσθημεν καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον ποία εἶναι ἡ ἰδέα μας· καὶ τὴν ἐξεφράσαμεν ῥητῶς εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς μειοψηφίας τῶν πιστώσεων, καὶ μόνον οἱ μὴ θέλοντες νὰ βλέπωσι τὴν ἀλήθειαν ἵνα ἐκμεταλλεύωνται αὐτὴν δύνανται νὰ τὸ ἀρνηθοῦν. Ἡμεῖς ἀφίνομεν τὸν κόσμον ὅλον νὰ κρίνῃ περὶ τῶν δυνάμεων καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις τὰ πάντα ἐκάλυψεν, ὅπως βοηθήσῃ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὸ χρέος της ἔπραξεν. Αὐτὰ εἶναι τὰ αἰσθήματα καὶ αἱ ἰδέαι μου, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἴσαι μὲ τὰς ἰδικάς σας, διότι ἡμεῖς δὲν λέγομεν ὅτι ἔχομεν πατριωτισμὸν περισσότερον ἀπὸ σᾶς. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἴσως πάντες ἔχομεν τὰ αὐτὰ αἰσθήματα, ἀλλὰ σεῖς, ὡς κυβέρνησις, εἴχετε τὴν εὐκολίαν νὰ τὸ πράξητε· ἠθέλαμεν τὸ πράξει καὶ ἡμεῖς, ἐὰν ἠθέλαμεν εὑρεθῆ εἰς τὴν θέσιν σας. Καὶ πῶς ὑμεῖς τὸ πράττετε καὶ πῶς ἡμεῖς ἠθέλαμεν τὸ πράξει δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἤθελα νὰ δώσω.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐγὼ θέλω σᾶς εἰπεῖ ὀλίγα, διότι δὲν ἔχω ἀνάγκην οὔτε νὰ δικαιολογηθῶ οὔτε νὰ ἀντιταχθῶ εἰς τὴν ἰσχὺν τῶν πραγμάτων· τὴν ἀνάγκην τοῦ ν’ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν ἰσχὺν τῆς ἀληθείας τὴν αἰσθάνεται ὁ κ. Πετιμεζᾶς, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ἐκτάσει ἐπανέλαβε σήμερον ὅσα χθὲς ἐν διαστήματι δύο ὡρῶν εἶπε κατὰ τῆς πολιτικῆς ἡμῶν. Συγχαίρω τὸν κ. Πετιμεζᾶν, διότι δὲν ἠκολούθησε τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν μέχρι τοῦδε ἠκολούθησεν ἡ μερίς του. «Εἶσθε ἀγορασμένοι, εἶσθε προδόται, δὲν ἀγαπᾶτε τὴν πατρίδα», ἐπανελάμβανον ἐπὶ ἡμέρας τόσας οἱ φίλοι του κατὰ τῆς πλειονοψηφίας. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς μᾶς κατέταξεν ἐν ἴσῃ τοὐλάχιστον μοίρᾳ. Εἶναι πρόοδος τοῦτο, καὶ τὸν συγχαίρω. Εὔχομαι τὴν πρόοδον αὐτὴν νὰ ἴδω πραγματοποιουμένην εἰς ὅλην τὴν μερίδα, ὅπως ἐκλείψῃ ἅπαξ διὰ παντὸς αὐτὸ τὸ ποταπὸν καὶ αἰσχρὸν φαινόμενον τῶν ὕβρεων, καὶ ὅπως μὴ τολμῶσί τινες νὰ θεωρῶσιν ἑαυτοὺς ἀνωτέρους τῶν ἄλλων, νὰ ἐξυβρίζωσι τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ εἰς ἑαυτοὺς νὰ ἰσχυρίζωνται ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια καὶ ἁγνότης. Εὔχομαι λοιπὸν τὸ παράδειγμα αὐτὸ νὰ τὸ ἀκολουθήσητε καὶ οἱ λοιποί. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι δὲν δύναμαι ἤδη, ἀλλὰ θέλει ἔλθει περίστασις συντόμως, ἐλπίζω, ὥστε νὰ ἐξηγήσω τὴν ἀξίαν τῶν συκοφαντιῶν καὶ τὸν σκοπὸν τῶν ὕβρεων, ὅσας καὶ ὁποίας ἀδιακόπως ἐπαναλαμβάνουσιν ἐναντίον τῆς πλειονοψηφίας, παρουσιαζόμενοι αὐτοὶ ὡς οἱ μόνοι φιλοπάτριδες, καὶ θέλω ἀποδείξει, ὅτι εἶναι σκοπὸς δολίας πολιτικῆς καὶ συμφερόντων· μιμοῦμαι ὅμως τὴν πλειονοψηφίαν, ἥτις ἀείποτε ἀξιοπρεπῶς ἅμα δὲ καὶ περιφρονητικῶς ἀπήντησεν εἰς ὅλας τὰς κατ’ αὐτῆς φωνασκίας. Κύριοι, ἐνθυμοῦμαι ἕν ἀνέκδοτον, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Ὄθωνος. Διευθέτας τότε δὲν εἶχον τὰ πυρόβολα, καὶ αὐτὸς δὲν ἀπεφάσιζε νὰ προμηθευθῶμεν, διότι δὲν διέκρινε ποῖον ἦτο τὸ καταλληλότερον σύστημα· κατηντήσαμεν οὕτω νὰ μὴ ἔχωμεν διευθέτας. Προετοιμάζεσθε, σᾶς λέγει καὶ ἤδη ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ἀλλ’ ἠξεύρετε ἄν αὔριον δὲν μεταβληθῇ τὸ σύστημα τῶν κανονίων, τῶν ὅπλων, τὰ ὁποῖα φέρετε; Λοιπὸν σπρώχνετε τὸ ἔθνος εἰς χρηματικὰς καταστροφὰς, ἀγοράζετε ἴσως ἄχρηστα πράγματα. Σταματήσατε! Ἀλλ’ ἕως πότε θέλετε, κ. Πετιμεζᾶ, νὰ σταματήσωμεν; ἕως οὗ σταματήσῃ ὁ κόσμος νὰ κινῆται; Ἀλλ’ ἐν ὅσῳ ὁ κόσμος προβαίνει, αἱ μεταβολαὶ θέλουν ἐπέρχεσθαι ἀδιακόπως ὡς καὶ αἱ βελτιώσεις. Λοιπὸν ὁ κ. Πετιμεζᾶς δὲν θέλει οὐδεμίαν προετοιμασίαν, διότι θὰ διατρέξωμεν καὶ βεβαίως θέλομεν διατρέξει τὸν κίνδυνον ὥστε τὰ ὅπλα, τὰ ὁποῖα ἠγοράσαμεν σήμερον, μετὰ τρία ἢ πέντε ἔτη νὰ ᾖναι ἄχρηστα ἴσως. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο, λέγει· πρέπει, διὰ νὰ σκέπτεσθε ὅπως σκέπτεσθε, νὰ μελετᾶτε ὅ,τι μελετᾶτε, νὰ περιμένετε τοὺς καιρούς! Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ καιροί; «Ἠξεύρετε, κύριοι, σᾶς εἶπε, πότε ὁ ἄλλος κόσμος ἔφθασεν εἰς μεγάλα τοιαῦτα ἀποτελέσματα; ὅταν μεγάλοι ἄνδρες ἐτακτοποίησαν τὴν ἐσωτερικὴν κατάστασιν καὶ ἀποκατέστησαν ἰδανικὴν τὴν κοινωνίαν των. Τότε περιμείνατε νὰ προετοιμασθῆτε καὶ σεῖς· ἀλλὰ μέχρις αὐτῆς τῆς στιγμῆς σταματήσατε». Οἱ ἰσχυρισμοὶ τοῦ κ. Πετιμεζᾶ εἶναι ἀόριστοι· τὸ συμπέρασμά του ὅμως εἶναι «σταματήσατε καὶ ἀσχοληθῆτε εἰς τὸ νὰ βελτιωθῆτε ἐσωτερικῶς, ἑτοιμάζεσθε δὲ ἐκ τῶν ἐνόντων· τῆς ἑτοιμασίας τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα κάμνετε τώρα, τί τὰ θέλετε; νὰ προσβάλετε δὲν σκοπεύετε, νὰ προσβληθῆτε δὲν φοβεῖσθε· τὸ ἔργον σας λοιπὸν εἶναι πλάνη. Ἀποκλειστικῶς, εἶπε, τὰ ἔργα σας ἔπρεπε ν’ ἀφορῶσι μόνον εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀνάπτυξιν». Αὐτὴ εἶναι ἡ συμβουλὴ τὴν ὁποίαν καὶ ἔξωθεν ἐπανειλημμένως μᾶς δίδουσι, καὶ αὐτὴν τὴν συμβουλὴν τὴν ἔδιδον ὄχι μόνον εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα ἔθνη μικρὰ ἄλλοτε, καθὼς ἡμεῖς. «Μὴ κάμετε τίποτε, λέγουσι καὶ ἔξωθεν· σταματήσατε. Πρὸς τί νὰ ὑποβάλητε τὸ ἔθνος εἰς ἔξοδα; Ἀναπτυχθῆτε ἐσωτερικῶς, καὶ τότε θέλομεν σκεφθῆ περὶ ὑμῶν, τότε θέλετε ἔχει μέλλον καλλίτερον». Ἐκεῖνα ὅμως τὰ ἔθνη ἐσκέπτοντο, ὄχι ὅπως μᾶς λέγει ἡ ἀντιπολίτευσις σήμερον—ἠδιαφόρουν διὰ τὰς συμβουλὰς αὐτὰς—καὶ ἡτοιμάζοντο καὶ ἐφρόντιζον καὶ παρεσκευάσθησαν· ὅταν δὲ ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου, δὲν εἶπον «δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι, σταθῆτε νὰ ἑτοιμασθῶμεν»· ἀλλ’ εἶπον, ὅτι ἦσαν ἕτοιμοι, καὶ ἕτοιμοι ὄντες ἐπραγματοποίησαν τὸν σκοπόν των. Ἐάν, κύριοι, (διότι πρέπει νὰ μεταχειρισθῶ καὶ ἐγὼ τὰ παραδείγματα τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ) ἐὰν οἱ Ἰταλοὶ, οἵτινες εἶχον καὶ αὐτοὶ ἀντιπολίτευσιν συμβουλεύουσαν αὐτοὺς, οὐχὶ ὅπως σεῖς συμβουλεύετε ἡμᾶς, ἐὰν αὐτοὶ παρεδέχοντο ἐκ τῶν ἐνόντων νὰ ἑτοιμάζωνται, ἐὰν περιωρίζοντο εἰς τὴν ἐσωτερικὴν ἀνάπτυξίν των μόνον, δὲν ἤθελον φθάσει ὅπου ἤδη εὑρίσκονται. Σημειώσατε δέ, ὅτι ἐνόντα εἰς ἡμᾶς εἶναι συνηθέστατα ἐλλείμματα· ἑπομένως θέλουν εἶναι μηδὲν αἱ ἑτοιμασίαι, ἢ πολὺ μικραί.
§64ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μὲ παρεξηγήσατε, ἐγὼ δὲν εἶμαι ὅλως δι’ ὅλου ἐναντίος.
§65ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἦσθε σύμφωνος.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν, κύριοι, τῳόντι ἤκουον οἱ Ἰταλοὶ αὐτὴν τὴν συμβουλὴν καὶ ἔδενον τὰς χεῖρας, καὶ δὲν ἐκινδύνευον εἰς τὴν Νοβάραν, καὶ δὲν ὑπέφερον αὐτὴν τὴν καταστροφὴν, καὶ δὲν ἔκαμνον στρατὸν, καὶ δὲν ἐλάμβανον μέρος εἰς τὴν ἐκστρατείαν τῆς Κριμαίας, καὶ δὲν ἐπαρουσιάζοντο ὡς ἔθνος ἔχον ὕπαρξιν, καὶ δὲν ἐθυσίαζον, νομίζετε καὶ πιστεύετε, ὅτι θὰ ἦσαν ὅ,τι ἤδη εἶναι; Λοιπὸν, κύριοι, ἔθνος ἐπιδιῶκον ἕνα σκοπὸν, ἔχον μίαν ἰδέαν, καθὼς καὶ ὁ ἁπλοῦς ἄνθρωπος, δὲν δένει τὰς χεῖρας, δὲν κοιμᾶται, ἀλλὰ διὰ κόπων καὶ ἀγώνων καὶ θυσιῶν προσπαθεῖ νὰ καθέξῃ τὴν θέσιν ἥτις ἁρμόζει αὐτῷ. Καὶ τί πράττομεν ἡμεῖς, τί σκοπεύομεν; ἐρωτῶσιν. Ὁ σκοπός μας εἶναι ἡ Ἑλλὰς αὐτὴ ν’ ἀνακτήσῃ δυνάμεις, νὰ καθέξῃ ἐν τῇ Ἀνατολῇ τὴν θέσιν, ἥτις τῇ ἀνήκει· θέλομεν ὥστε ὁ κόσμος νὰ βλέπῃ ὅτι ἡ Ἑλλὰς δὲν εἶναι τόπος τοῦ ἀγροῦ καὶ τῶν παντοπωλῶν, ὅτι, ὅταν γεννηθῶσι περιστάσεις καὶ ἀνάγκαι, νὰ μὴ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἐλεεινὴν καὶ τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, ἐν ᾗ εὑρέθη (καὶ αὐτὸ δὲν τὸ ἀποδίδω εἰς τὴν παρελθοῦσαν Κυβέρνησιν). Θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ μὴ εἴπω ὅ,τι δὲν εἶχε, διότι, ἐὰν ἀναγκασθῶ νὰ τὸ εἴπω, θέλετε......
§67ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπητε.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤθελα εἰπεῖ πολλά.
§69Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν εἴπατέ τι δὲν εἴχετε τίποτε, εἶναι περιττὸν νὰ εἴπητε περισσότερα.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι σήμερον βεβαίως ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα ν’ ἀναπτυχθῶ περὶ τοῦ ζητήματος, διότι αὐτὸ ἀνεπτύχθη ἤδη ἀρκούντως· ἀλλ’ ἤδη πρόκειται νὰ θέσωμεν τὸ ζήτημα ἁπλῶς, καὶ περὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ἔλαβον τὸν λόγον· ἠναγκάσθην δὲ νὰ ἐκταθῶ ὀλίγον, διότι ὁ κύριος Πετιμεζᾶς μὲ ἠνάγκασε. Τὰ κατὰ καὶ τὰ ὑπὲρ ἀνεπτύχθησαν ἤδη. Ποῖον ζήτημα πρόκειται νὰ τεθῇ; Ἡ πολιτικὴ τῶν ἐναντίων εἶναι ἐσωτερικὴ ἀνάπτυξις, διότι εἰς αὐτὴν πρὸ πάντων, ἐὰν ἐξηγοῦμαι καλῶς, νομίζουσιν ἀσφαλῆ τὴν ἐπιτυχίαν τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον πάντες ἐπιδιώκομεν καὶ ἐπιθυμοῦμεν. Δὲν εἴμεθα ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι θὰ ἀρνηθῶμεν εἰς ὑμᾶς πατριωτισμὸν καὶ ἀγάπην πρὸς τὴν εὐτυχίαν καὶ τὸ μέλλον τῆς πατρίδος· σεῖς τὸ ἀρνεῖσθε, ἡμεῖς δὲν τὸ συνειθίζομεν· σεῖς νομίζετε ὅτι τοιουτοτρόπως θέλομεν ἐπιτύχει τοῦ σκοποῦ μας, ἀναπτυσσόμενοι ἐσωτερικῶς καὶ προετοιμαζόμενοι ἐκ τῶν ἐνόντων.
§71Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τακτικῶν παρασκευῶν.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ κατάστασις αὕτη, τὴν ὁποίαν ζητεῖτε, εἶναι ἐξακολούθησις τῆς παρελθούσης, καὶ δι’ αὐτὴν, ὄχι τὴν ἀγάπην, ὄχι τὴν ἐμπιστοσύνην, ὄχι τὸν σεβασμὸν, ἀλλὰ τὴν καταφρόνησιν τοῦ κόσμου προσελκύομεν. Θέλομεν ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῆς νὰ ἐκβάλωμεν τὴν Ἑλλάδα· θέλομεν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἐσωτερικῶς ἀναπτυσσομένη, ἀλλὰ καὶ διὰ πάσης θυσίας ν’ ἀναδειχθῇ ἡ Ἑλλὰς ἐν τῇ Ἀνατολῇ ὡς δύναμις, ὡς ἔθνος ἔχον βαρύτητα καὶ μέσα ἴδια ὑπάρξεως. Θέλομεν, τοιουτοτρόπως......
§73ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, παρακαλῶ, ποίαν ἐννοεῖτε παρελθοῦσαν ἐποχήν;
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν σὺ ὑπηρέτεις ὡς ὑπαξιωματικός.
§75ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἐὰν ἐννοῆτε τὴν παρελθοῦσαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὑπηρετήσατε ὡς ὑπουργὸς, ἑπόμενον εἶναι ὅτι τώρα ὑπηρετεῖτε ὅπως καὶ τότε.
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν ν’ ἀναπτύξωμεν τὰς δυνάμεις μας, νὰ παρουσιαζώμεθα ὅσον οἷόν τε παρεσκευασμένοι, ἵνα προσελκύσωμεν τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἐμπιστοσύνην καὶ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν ἐν τῇ Ἀνατολῇ καὶ τῶν ἐν τῇ Δύσει. Θέλομεν τέλος πάντων νὰ ἐξαλειφθῇ πᾶν ἴχνος διαιρέσεως καὶ δυσαρεσκείας πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς λαούς. Ἰδοὺ πῶς θέλομεν τὴν Ἑλλάδα. Ὁμιλοῦμεν καθαρὰ, ἀλλὰ «δὲν πρόκειται περὶ τούτου, μᾶς λέγει ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, πρόκειται νὰ μᾶς εἴπητε ἐὰν θὰ κάμητε πόλεμον ἢ μή».
§77Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ εἴπατε, ὅτι δὲν κάμνετε πόλεμον· (θόρυβος).
§78ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλομεν νὰ μᾶς εἴπητε, ναὶ ἢ ὄχι.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ναί· θὰ εἴπω καθαρὰ τί θέλομεν. Ὁ πόλεμος εἶναι ἡ ἐσχάτη ἀνάγκη, εἰς τὴν ὁποίαν τὰ ἔθνη καταφεύγουσιν, ὅταν ἡ τιμή των καὶ τὰ συμφέροντά των κινδυνεύωσι· τότε τὸν ἀναλαμβάνουσι θαῤῥαλέως, δὲν τὸν φοβοῦνται παντάπασι, δὲν τὸν τρέμουσι ποσῶς, ὅπως σεῖς φοβεῖσθε καὶ καθὼς μᾶς εἴπατε, ὅτι ἐντὸς τριῶν ὡρῶν ἠμποροῦν νὰ ἔλθωσιν οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν! Δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, τὸ ἐλπίζω, τὸ εὔχομαι. Δὲν θὰ προκαλέσωμεν πόλεμον· δὲν τὸν ἐπιζητοῦμεν. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ὠθήσῃ τὸν τόπον εἰς τὴν ἐπικίνδυνον αὐτὴν θέσιν, δὲν θὰ ἀποδειλιάσῃ ἡ σημερινὴ Ἑλλάς· θὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, καθὼς τὸ ἐξεπλήρωσαν οἱ πατέρες ἡμῶν, καὶ θὰ ὑποστῇ θυσίας, ὅπως καὶ ἄλλοτε ὑπέστη (ἐπιδοκιμασίαι). Φοβεῖσθε σεῖς.
§80Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε πρόεδρε........
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὡμιλήσατε μόνος. Καὶ θέλω νὰ ἠξεύρω ἐὰν ὅλοι ἔχετε τὴν αὐτὴν ἰδέαν, ἢ ἕκαστος ὑμῶν ἔχει ἰδέαν ἰδίαν. Ἐὰν ἐκφράζῃ ἕκαστος μίαν ἰδέαν χωριστὴν ἰδικήν του, ἐγὼ ὁμολογῶ ὅτι εὑρίσκομαι εἰς ἕνα λαβύρινθον· ἐὰν ὅμως ἡ ἀντιπολίτευσις ὅλη λέγῃ ὅ,τι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξεφράσθη ὑπό τινων, ἐξέφρασε μόνον φόβους καὶ πολιτικὴν ἀρνητικὴν, πολιτικὴν ἀπραξίας. Τοῦτο δὲν ἐπεθύμουν ποτὲ, ποτὲ ἐνταῦθα νὰ τὸ ἀκούσω!
§82ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τί ἐνοήσατε;
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ἡ φορὰ τῶν πραγμάτων ἀναποφεύκτως φέρῃ τὸν τόπον εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς ἴδῃ προσβαλλομένην τὴν τιμὴν καὶ τὰ συμφέροντα αὐτῆς, θέλομεν τὸν πόλεμον! Θέλομεν τὸν πόλεμον, ὅταν πρόκηται νὰ σώσωμεν τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἔθνους· δὲν τὸν προκαλοῦμεν.
§84ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα, κύριε πρωθυπουργὲ, εἰς ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα;
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Παπαμιχαλόπουλε, μὴ ζητεῖς νὰ μὲ συγχύσῃς! Οὐδεὶς θέλει δυνηθῇ νὰ μὲ συγχύσῃ. Αἱ ἰδέαι μου εἶναι εὐκρινεῖς, καθόσον εἶναι ἰδέαι σχεδίου μεμελετημένου. Θέλομεν προσπαθήσει τὸ ἐφ’ ἡμῖν νὰ κατασταθῇ ἡ Ἑλλὰς ἀξία ἑαυτῆς. Τοῦτο σεῖς δὲν τὸ θέλετε. Δὲν εἶναι δὲ παντάπασιν ἀληθὲς, ὅτι τὰ μεγάλα ἔθνη, ἐὰν πρόκηται καὶ ἡμεῖς οἱ μικροὶ καὶ οἱ νάνοι νὰ παραβαλλώμεθα πρὸς αὐτὰ, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὰ ἔθνη, ὅταν πρόκηται νὰ κάμωσι πόλεμον, τότε μόνον ἑτοιμάζονται. Εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὡς παρ’ ἁπάντων ὁμολογεῖται, ὅτι τὰ ἔθνη ἑτοιμάζονται πρὸ πάντων χάριν τῆς ἀσφαλείας των καὶ ἵνα ἔχωσιν αὐτὰ τὴν δύναμιν ν’ ἀποκρούσωσι τοὺς κινδύνους. Λοιπὸν θέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ἑτοιμασθῶμεν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν πρὸ ἓξ μηνῶν. Εἶναι καθαρὸν τοῦτο, καθαρώτατον. Τώρα, ὡς βλέπετε, δὲν φιλονεικοῦμεν περὶ λόγων, φιλονεικοῦμεν περὶ πραγμάτων. Ἐὰν ὁ τρόπος, τὸν ὁποῖον προτείνομεν, δὲν ἀρέσκῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἂς τὸ εἴπῃ. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ χάνωμεν τὸν καιρὸν εἰς λογομαχίας, διότι ἐκ τῆς βραδύτητος ζημία ἐπέρχεται. Καθ’ ἡμᾶς λοιπὸν, ἡ παραδοχὴ τῶν πιστώσεων ἔχει τὴν σημασίαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς δίδομεν, καὶ σημαίνει τὴν παραδοχὴν τῆς πολιτικῆς μας· ἡ μὴ παραδοχὴ δὲ αὐτῶν ἔχει τὴν σημασίαν, ἣν ὑμεῖς ὡρίσατε, ἤτοι τὴν ἀποδοκιμασίαν τῆς πολιτικῆς μας. Διὰ τοῦτο λίαν ἀναγκαία ἦτο ἡ συζήτησις, διότι ἔπρεπε νὰ δοθῇ μία καταφανὴς σημασία, ὥστε ἐν γνώσει νὰ παραδεχθῇ ἡ ἐν ταῖς πιστώσεσι περιεχομένη πολιτικὴ ἢ μή.
§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ἡ παραδοχὴ τῶν πιστώσεων ἀποδεικνύει τὴν πολιτικὴν τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν, ἡ δὲ ἀπόῤῥιψις τῶν πιστώσεων ἀποδεικνύει τὴν παραδοχὴν τῆς πολιτικῆς τὴν ὁποίαν ὑμεῖς, ἡ ἀντιπολίτευσις, ὑποστηρίζετε.
§88ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τί ἐννοεῖτε παραδοχὴν τῶν πιστώσεων καθ’ ὅλου;
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς· διότι εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα τῶν πιστώσεων θέλετε ἰδεῖ, ὅτι καὶ ἡμεῖς θὰ προτείνωμεν μεταβολάς. Ἡ ἰδέα ὑπάρχει ἐν τῇ ἀρχῇ.
§90Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ πιστώσεις διαιροῦνται εἰς δύο μέρη, αἱ μὲν ὀνομάζονται «ἔκτακτοι κλπ.» αἱ δὲ «συνδρομαὶ προσφύγων». Αἱ πρῶται δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν πρὸς τὴν πολιτικήν, ὥστε παρεστήσατε..........
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ παραδεχθῶ πᾶσαν διαίρεσίν σας· ἀλλὰ θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ μὴ ἐννοῶ ὡς ὑμεῖς, «Συνδρομὴν καὶ βοήθειαν προσφύγων» ἁπλᾶ ἐλέη. Ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν τοῦτο, ἐννοοῦμεν τι περισσότερον· δὲν δεχόμεθα τὸν ὁρισμόν σας.
§92ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ τὸ ἐννοοῦμεν ὅλοι.
§93ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, κύριε πρόεδρε.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι μὲ συγχωρεῖτε, μίαν λέξιν θὰ εἴπω ἀκόμη. Εἶναι μία πίστωσις, ἡ περὶ προσφύγων, κατὰ τὴν ὁποίαν ἀντίῤῥησις δὲν ὑπῆρξε, λέγουσιν· ἂς τὴν προτάξωμεν.
§95ΤΙΝΕΣ. Ποία εἶναι;
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ περὶ προσφύγων καὶ ἡ περὶ ἀσφαλείας. Εἰς αὐτὴν λοιπὸν, νομίζω, εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ τὴν ψηφίσητε σήμερον, διότι μᾶς εἶναι ἀναγκαία.
§97ΤΙΝΕΣ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ. Ὄχι σήμερον!
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν εἶσθε σύμφωνοι.
§99ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, κηρύξατε περαιωμένην τὴν συζήτησιν· νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ ἀρχὴ τῶν πιστώσεων (θόρυβος).
§100ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, θέσατε τὸ θέμα.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει ἄλλος νὰ ὁμιλήσῃ;
§102ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Κ. πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία· ν’ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος, κάμνω ἔνστασιν.
§103Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω, ὅτι καμμία πίεσις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐλαττώσῃ τὴν συζήτησιν, διότι ἡ πίεσις δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ ᾖναι ἀσήμαντος διὰ μίαν στιγμὴν καὶ ἐγὼ ἀναβαίνω τὸ βῆμα καὶ τὸ κατέχω τέσσαρας ὥρας. Βέβαια νομίζω, ὅτι καὶ διὰ τῆς ἐνστάσεως, ἥτις ἐγένετο, ἐδαπανήσαμεν ἀρκετὴν ὥραν, καὶ ὅτι καθὼς κατήντησαν τὰ πράγματα ἡ συζήτησις δὲν εἶναι ἐφικτὴ, διότι, ὅταν τις διακόπτηται, δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀκολουθήσῃ τὴν σειρὰν τῶν ἰδεῶν του· δὲν τὸ κάμνω χάριν ἀναβολῶν, διότι ἐγὼ ὑπὲρ τῶν ἀναβολῶν δὲν εἶμαι· ἀλλὰ λέγω, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ τὴν ἀναβάλωμεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον.
§104ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ὀλίγον ἐνοχλοῦν τὴν Βουλὴν· πρὶν ψηφίσω λοιπὸν ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ λάβω τὸν λόγον· παρακαλῶ λοιπὸν αὔριον νὰ μοὶ δώσητε τὸν λόγον.
§105ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Δὲν δυνάμεθα ν’ ἀναβάλωμεν τὴν συνεδρίασιν, διότι ὁ Κ. Ῥηγόπουλος θέλει νὰ ὁμιλήσῃ αὔριον.
§106ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς γείνῃ, ἂν θέλετε, ἡ ψηφοφορία καὶ ἐγὼ θέλω ὁμιλήσει εἰς δευτέραν συζήτησιν.
§107Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καθ’ ὅλην αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἐῤῥέθησαν σπουδαῖαι ἰδέαι ἐκ τῶν μελῶν τῆς κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀνῃρέθησαν. Μεταξὺ τῶν σπουδαίων ζητημάτων εἶναι καὶ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος χθὲς πολὺ ἀναλυτικῶς καὶ μὲ πολλὴν πειστικότητα ὡμίλησε παρουσιάσας τὸ ὑλικὸν, τὸ ὁποῖον ἐπολεμήθη· ἐπειδὴ τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον καὶ πολλὰ ἀπαίσια διεδόθησαν, εἶναι ἀνάγκη πρὶν ἢ ψηφίσωμεν κατ’ ἀρχὴν τὰς πιστώσεις ν’ ἀναλυθῇ το ζήτημα αὐτό, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεὶς λόγος ἐγένετο. Ἂν ἡ κυβέρνησις ἐπιδιώκουσα ἄλλον σκοπὸν θέλῃ νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν, νομίζω, μετὰ μίαν συζήτησιν τόσων ἡμερῶν, καὶ ὅταν ἐξετέθησαν τόσα πράγματα καὶ ἐπῆλθε καὶ ἡ ὁμιλία τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, νομίζω, ὅτι ἀναβολή τις δὲν θὰ δυσκολεύσῃ τὸν σκοπὸν τῆς κυβερνήσεως, καὶ οὔτε θὰ ἀλλοιώσῃ τὴν πλειοψηφίαν. Νομίζω, ὅτι καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ σώματος καὶ αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως εἶναι νὰ δώσῃ καιρὸν μιᾶς ἡμέρας ὄχι δι’ ἄλλον λόγον, ἀλλὰ διότι ἡ ὥρα σήμερον παρῆλθε καὶ εἶναι πολὺ ἀργά.
§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ νὰ ζητῆται ἁπλῶς ἡ ἀναβολὴ τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ τὸ νὰ τὴν ζητῶμεν δι’ ἄλλον λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερον ἄλλοι, αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ. Ἔχομεν τρεῖς συζητήσεις καὶ θὰ συζητηθῶσιν αὐτὰ τὰ πράγματα· σήμερον δὲ πρόκειται περὶ μιᾶς πιστώσεως, περὶ ἧς ἐγένετο ἤδη λόγος. Νομίζω, κύριοι, ὅτι πρέπει τέλος πάντων μετὰ συζήτησιν 12 ἡμερῶν νὰ φθάσωμεν καὶ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Σήμερον λοιπὸν πρόκειται περὶ τῆς πιστώσεως τῶν προσφύγων Κρητῶν, καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἂν ἔχῃ τις νὰ προσθέσῃ τίποτε, ἂς ἔλθῃ.
§109Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἂν μέχρι τοῦδε οἱ ἀγορεύσαντες ἠκολούθουν τὸ αὐτὸ σύστημα τῆς συζητήσεως, ἠδυνάμην νὰ εἴπω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐξηντλήθη καὶ ὅτι πρέπει ν’ ἀπολήξωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ δυστυχῶς οἱ προαγορεύσαντες δὲν ἠκολούθησαν τὸ αὐτὸ σύστημα· ἀλλ’ οἱ μὲν περιεστράφησαν εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐν γένει πολιτικῆς, οἱ δὲ παραλείψαντες καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀπησχολήθησαν εἰς τὰς καθ’ ἕκαστα πιστώσεις. Ὥστε ἡ συζήτησις δὲν ἦτο μεθοδικὴ, ἦτο συζήτησις ἐν γένει, εἰς τὴν ὁποίαν ἕκαστος τῶν ἀγορευσάντων δὲν εἶχεν ἄλλον κανόνα παρὰ τῆς ἰδέας του ἐκ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως. Ἐπειδὴ καθ’ ὅλον τὸ διάστημα οὐδεὶς λόγος ἐγένετο περὶ ἐκτάκτων παρασκευῶν εἰμὴ μόλις χθὲς, ἐπειδὴ περὶ ναυπηγίας οὐδεὶς λόγος ἐῤῥέθη, ἐπειδὴ τέλος πάντων ἐπὶ τῶν πιστώσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποῤῥοφοῦν ὁλόκληρα 5,000,000 δὲν ἐγένετο συζήτησις, ὡς καὶ περὶ τῶν οἰκονομιῶν ἐπὶ τῆς διαχειρίσεως τῆς δικαιοσύνης· ἐπειδὴ λοιπὸν ἐκ τῶν προτέρων δὲν εἴχομεν ἐγκαταστήσει μέθοδον ὁριστικὴν καὶ ἐπειδὴ χθὲς ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν προκληθεὶς εἰς τὸ βῆμα εἰσῆλθεν εἰς τὸν κλάδον, τὸν ὁποῖον διευθύνει, καὶ ἐπειδὴ ὡς ἐκ τῆς συζητήσεως ὅλα συνδέονται καὶ ἰδίως ἡ προμήθεια συνδέεται μὲ τὴν πολιτικὴν, καὶ αὐτὴ ἰδίως εἶναι ἡ καθαρὰ πολιτικὴ τῆς κυβερνήσεως, διὰ τοῦτο ἔχομεν τὸ δικαίωμα, πρὶν ἀρχίσωμεν τὴν ψηφοφορίαν κατὰ κεφάλαιον καὶ ἄρθρον, νὰ φέρωμεν ἐπὶ τῶν πιστώσεων αὐτῶν μίαν συζήτησιν κατόπιν τῆς ὁμιλίας τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον φρονῶ, πρὶν ἢ ἔλθωμεν εἰς τὸ εἰδικὸν μέρος, καὶ ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὡμίλησεν ἐν γένει περὶ τῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως, νομίζω, πῶς δικαιούμεθα νὰ ἔλθωμεν νὰ τὸν ἀναιρέσωμεν. Ἂν νομίζητε, κύριοι, ὅτι παρὰ πᾶσαν τάξιν πρόκειται σήμερον νὰ λύσωμεν ὁριστικῶς αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, νομίζω, ὅτι ἀφοῦ συζητοῦμεν ἐπὶ 12 ἡμέρας, ἀφοῦ ἐῤῥέθησαν σπουδαῖα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν ἦλθε κἀμμία ἀναίρεσις, δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι ἡ ἀναβολὴ διὰ τὴν αὔριον εἶναι ἀναγκαία καὶ πρὸς τὸ συμφέρον καὶ αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως.
§110ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναί τις ἢ τυφλὸς ἢ κουφὸς, ὥστε εἰς διάστημα 10 ἡμερῶν, κατὰ τὰς ὁποίας ἐσυζητήθη καθ’ ὅλην τὴν ἔποψιν τὸ ζήτημα, νὰ μὴ ἐπείσθη ἀπὸ τὴν γενομένην συζήτησιν· πρέπει, ὡς σᾶς προεῖπον, νὰ ᾖναι ἢ κουφὸς ἢ τυφλὸς διὰ νὰ μὴ εἶδε καὶ νὰ μὴ ἤκουσεν, ὅτι ἡ συζήτησις ἔλαβεν ὅλας τὰς διαστάσεις, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ λάβῃ. Ἡ πολιτικὴ κυρίως τῶν ἀντιπολιτευομένων, τὴν γνωρίζω, εἶναι πολιτικὴ ἀναβολῶν, εἶναι πολιτικὴ θέλουσα νὰ παραλύῃ, θέλουσα ν’ ἀναβάλλῃ ἐπ’ ἄπειρον τὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ἀντικειμένου. Δὲν ἠμπορεῖτε, κύριοι, νὰ μὲ πείσητε, ὅτι δὲν εἶναι αὐτὴ μία στρατηγική σας· σᾶς λέγω ὅμως νὰ σκεφθῆτε· διότι ἡ στρατηγικὴ αὐτὴ ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ καθ’ ὑμῶν αὔριον, καὶ πρέπει νὰ πιστεύσητε, ὅτι θὰ ἔλθητε μίαν ἡμέραν καὶ σεῖς εἰς τὰ πράγματα, καὶ δὲν πρέπει νὰ σᾶς παραλύῃ τίποτε τὰς συνεδριάσεις καὶ τὰς συζητήσεις σας. Περὶ τοῦ ἐναντίου δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ πείσητε ἐν συνειδήσει· λοιπὸν προσέλθετε, κύριοι, νὰ συζητήσωμεν ἐν συνειδήσει καὶ ἐν εἰλικρινείᾳ.
§111Θ. ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐγὼ ἔλειπα κατὰ τὰς συζητήσεις καὶ θέλω καὶ ἐγὼ νὰ λάβω τὸν λόγον· ἔχω νὰ λαλήσω περὶ τοῦ ναυτικοῦ ζητήματος.
§112ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, μήπως ἐρχόμενοι εἰς τὰ καθ’ ἕκαστα θὰ ἐμποδισθῇ εἰς κανένα νὰ συζητήσῃ τὰ ναυτικά;
§113ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ πιστώσεις, κύριοι, θὰ ἔλθουν μία μία· ἡ πρώτη ἀφορᾷ τὴν περίθαλψιν τῶν προσφύγων Κρητῶν καὶ εἰς ἐκείνην ἐμβῆκεν ὁ κ. Δημητριάδης καὶ ὡμίλησεν ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν αὐτῆς τῆς πιστώσεως καὶ δὲν διαφιλονείκησεν. Ἂς προβῶμεν λοιπόν· ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ 1,000,000 διὰ προμήθειαν ὑλικοῦ, ἐκεῖ λαμβάνετε τὸν λόγον καὶ λέγετε ὅ,τι θέλετε· μήπως θὰ τὰς ψηφίσωμεν ὅλας τὰς πιστώσεις σήμερον; φιλονεικεῖτε τὴν πίστωσιν περὶ τῶν προσφύγων Κρητῶν; λάβετε τὸν λόγον· ἂν δὲν τὴν φιλονεικῆτε, ἂς τὴν ψηφίσωμεν.
§114Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ὡς στρατιωτικὸς ὁμολογῶ, ὅτι ἀφοῦ δὲν ἔγινε συζήτησις ἐπὶ τῶν προμηθειῶν, δὲν καταλαμβάνω τί τρέχει· ἂν ἐσεῖς καταλαμβάνετε, ἄλλος λόγος.
§115ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν πίστωσιν τῶν προσφύγων Κρητῶν καὶ ὅστις θέλει ἂς λάβῃ τὸν λόγον.
§116Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος πρῶτον.
§117ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένοι νὰ ὁμιλήσωσιν ὁ κ. Α. Δημητριάδης, ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος καὶ ἄλλοι.
§118ΤΙΝΕΣ. Τὸν κατάλογον ν’ ἀναγνώσητε, κ. πρόεδρε.
§119Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι σωστὸν νὰ ζητῶμεν νὰ πιέσωμε τὴν συζήτησιν. Ἡ πλειονοψηφία δὲν εἶναι δίκαιον νὰ πιέζῃ τὴν συζήτησιν.
§120ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸν λόγον, κ. πρόεδρε (θόρυβος).
§121Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. (θόρυβος) ...... ἡ ὥρα παρῆλθε καὶ τίποτε ἄλλο.
§122ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. (θόρυβος).
§123ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κανεὶς δὲν στερεῖ τὸν λόγον εἰς οὐδένα. Σεῖς ἀποφεύγετε τὸν λόγον.
§124ΤΙΝΕΣ. Ἀπεσύρθη ἡ ἔνστασις περὶ ἀπαρτίας;
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα.
§126ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, λυποῦμαι πολὺ νὰ βλέπω τοιαύτην ταραχὴν καὶ ἀνωμαλίαν. Ἐνῷ πρόκειται περὶ τοῦ τόσον σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου, ὅπως ἐζητήθη καὶ παρὰ τῆς συμπολιτεύσεως καὶ παρὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δυστυχῶς, τὸ ζήτημα τοῦτο ἀμφοτέρωθεν, οὕτως εἰπεῖν, παρεξηγήθη καὶ παρερμηνεύθη. Ὁ λόγος ἦτο, κύριοι, περὶ πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου. Ἡ πολιτικὴ τοῦ ὑπουργείου, ὅπως ἐξετέθη, νομίζω, ὅτι οὔτε ἀπεκρούσθη οὔτε ὑπεστηρίχθη, ἀλλ’ ἀπεναντίας βλέπω παρεξηγήσεις καὶ τρόπον τινὰ προκλήσεις ἀμφοτέρωθεν περὶ τοῦ τί πιστεύει ἕκαστος. Τὸ νὰ ζητῶμεν τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἄλλου, τί πιστεύει καὶ τί φρονεῖ περὶ τῶν γενικῶν συμφερόντων, περὶ τῆς μεγάλης καὶ ἱερᾶς ἐκείνης ἰδέας, εἶναι νομίζω ἔγκλημα, καὶ πολὺ παρακαλῶ τὰ ἀξιότιμα μέλη τῆς Βουλῆς νὰ μὲ ἀφήσουν ὀλίγον ἥσυχον, διότι σχεδὸν δὲν εἶμαι καλά. Τὸ μέγα τοῦτο ζήτημα οὐδέποτε ἀπεκρούσθη παρ’ οὐδενὸς Ἕλληνος, εἴτε αἱ παρασκευαὶ αἱ ἔκτακτοι, εἴτε αἱ τακτικαί, εἴτε ὁπωσδήποτε. Χαρὰ εἰς τὴν κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλὴν ἐκείνην, ἥτις τὰ παραδέχεται καὶ τὰ παρασκευάζει καὶ τὰ ὑποστηρίζει. Εἴθε, κύριοι, τὸ τοιοῦτον φρόνημα νὰ ἦτον ἀνεπτυγμένον καὶ πρὸ 10 καὶ 15 ἐτῶν, καὶ ἐὰν οὕτω πως ἐφρόντιζον αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις, πιθανὸν σήμερον νὰ μὴ ἐξεβιαζόμεθα νὰ ἐγκαταλείψωμεν τοὺς ἀδελφούς μας, τοὺς φίλους μας, νὰ μὴ τοὺς κατεμάστιζε, νὰ τὴ τοὺς ᾐχμαλώτιζεν ἡ ληστεία, ἥτις, ὡς εἶπον καὶ ἄλλοτε, εἶναι ἀποτέλεσμα μιᾶς μιαρᾶς συνθήκης, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς μὲ ὅλας τὰς ἀντιῤῥήσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο, πάλιν ἐψηφίσαμεν. Συνθήκη, κύριοι, δὲν ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς γείτονος δυνάμεως, ἐνόσῳ ἐκείνη κρατεῖ ὑπὸ τὸν ζυγὸν τοὺς ἀδελφούς μας ὡς αἰχμαλώτους καὶ τοὺς κατεδούλωσεν οὐχὶ ὡς ἀνθρώπους πιστεύοντας τὸν Χριστὸν, ἀλλ’ ὡς κτήνη. Ἡ συνθήκη, κύριοι, ἐκείνη, ἂς μοὶ συγχωρήσουν νὰ εἴπω, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἔδοσαν οἱ πατέρες ἡμῶν καὶ τὸν ὁποῖον ἡγίασαν μὲ τὰ πράγματα ταῦτα καὶ ἀνέστησαν τὴν πατρίδα αὐτῶν. Ἔπρεπεν ὅθεν νὰ ἤμεθα προμηθεῖς καὶ οὐχὶ ἐπιμηθεῖς. Πλὴν δὲν βλέπω, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, πρὸς τί ὁ ἀγὼν, πρὸς τί αἱ παρατεταμέναι συζητήσεις. Τὸ ζήτημα, δι’ ὃ ἐκλήθη τὸ ὑπουργεῖον, ἦτο οὐχὶ διὰ νὰ κηρύξῃ τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ πρόγραμμα· διότι μὰ τὴν ἀλήθειαν, δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τίποτε δὲν μᾶς εἶπε, παρὰ μόνον ἐζήτησε διὰ νὰ ὑποκλέψῃ τὰς διανοίας μας, τὰς καρδίας μας. Αἱ καρδίαι μας ὅμως, τὸ αἴσθημά μας εἶναι ἀναμφισβήτητον, κεκηρυγμένον· ἐνόσῳ τύραννος δεσμεύει τὴν Ἑλληνικὴν φυλὴν, ἐνόσῳ οἱ συμπολῖται ἡμῶν εἶναι αἰχμάλωτοι, ἡμεῖς, κύριοι, ἡμεῖς εἶναι ἀνάξιον καὶ νὰ ζῶμεν καὶ νὰ βουλευώμεθα εἰς αὐτὸ τὸ βουλευτήριον. (εὖγε! εὖγε!) Μὰ ἐγεννήθη μία ἀντίῤῥησις, ὅτι δῆθεν πάσχει ἡ κοινωνία· ἐντεῦθεν πιέζεται ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας, ἀπὸ τοὺς λῃστὰς, ἀπὸ ἄλλα καὶ ἄλλα. Κύριοι, ἂς ἐνθυμηθῶμεν τὰ 21, ἂς ἐνθυμηθῶμεν τὰ 24, 25 μέχρι τοῦ 29. Ποία, κύριοι, ἦτο ἡ κατάστασις ἡμῶν; Πάντες πένητες ἤμεθα· ὅλοι ἠμποροῦμεν νὰ εἴχομεν ὀλίγον τι ἐκ τῶν πρὸς ἀνάγκην, ἀλλὰ μολαταῦτα καὶ ἐκεῖνα τὰ γλίσχρα μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχον, τὰ ἐθυσίαζον εἰς τροφοδότησιν τοῦ στρατοῦ, εἰς ὅπλα, εἰς πολεμεφόδια, καὶ δὲν κατεδέχθησαν οἱ πατέρες ἡμῶν, αἰωνία αὐτῶν ἡ μνήμη, δὲν κατεδέχθησαν νὰ στρέψουν ποτὲ τὰ νῶτα εἰς τὸν ἐχθρόν. Καὶ ἡμεῖς σήμερον, ὅταν ἔχωμεν καὶ ἀγροὺς, καὶ οἰκίας, καὶ ζεύγη βοῶν, καὶ ποίμνια, καὶ, καὶ, τόσα ἀγαθὰ, καὶ πλοῖα, καὶ ὁμογενεῖς εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὁμογενεῖς, κύριοι, οἵτινες χρεωστῶ νὰ τὸ εἴπω, ὅτι εἶναι προθυμότεροι καὶ φιλογενέστεροι, οὕτως εἰπεῖν, ἡμῶν, εἶναι ἕτοιμοι εἰς πᾶσαν στιγμὴν, ὅταν ἠχήσῃ ἡ φωνὴ ἐκείνη, νὰ θυσιάσουν οὐχὶ μέρος, ἀλλὰ καὶ τὸ ὅλον τῆς περιουσίας αὑτῶν, οὐχὶ εὐκαταφρονήτους καταστάσεις, ἀλλὰ ἑκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα..... (θόρυβος). Ὡς πρὸς τὸ ἔνδικον μέσον, τὸ ὁποῖον ἐπροτάθη, τὸ περὶ δῆθεν ἀταξίας ἢ ἀναρχίας ἐν τῷ τόπῳ, δὲν τὸ θεωρῶ ἱκανόν· ποτὲ κυβέρνησις, ποτὲ οὐδεὶς Ἕλλην, ποτὲ οὐδεὶς ἄνθρωπος θὰ ὀπισθοχωρήσῃ ἀπέναντι τῆς καταιγίδος αὐτῆς, καὶ θὰ εἴπῃ, ἂς στενάζωσιν οἱ ἀδελφοί μου, ἂς μιαίνῃ βάρβαρος τοὺς τάφους τῶν πατέρων μου. Αἱ προετοιμασίαι, (καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ἂν καὶ δὲν ἤθελον νὰ ἐκφρασθῶ, καθὼς δὲν ἐξεφράσθην εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς λῃστείας, καθὼς δὲν ἐξεφράσθην εἰς ἄλλα ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ διατηρήσωμεν μυστικὰ καὶ ἀπόῤῥητα) αἱ προετοιμασίαι, κύριοι, μᾶς εἶναι ἀναγκαῖαι καὶ διὰ σήμερον καὶ δι’ αὔριον, ἀλλὰ καὶ δι’ ὀλίγον καιρὸν ἐπέκεινα. Διατί; ἔχομεν κύριοι τὸ ναυτικὸν, τὸ ὁποῖον εἴχομεν κατὰ τὰ 21; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἔχομεν πλοῖα μὲν διπλάσια τὸν ἀριθμὸν, ἀλλὰ δὲν ἔχομεν τοὺς μεγαλοπράγμονας ἐκείνους ναυάρχους, δὲν ἔχομεν τὸ ναυτικὸν, τὸ ὁποῖον εἴχομεν, καὶ ἐὰν σήμερον ἔχωμεν 10 ἢ 15 πλοῖα, μᾶς λείπουν οἱ ἀξιωματικοὶ, μᾶς λείπουν αἱ κανονιοφόροι, μᾶς λείπουν οἱ πυροβολισταὶ, μᾶς λείπουν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν νὰ προετοιμάσωμεν.
§127ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἀξιωματικοὺς ἔχομεν πολὺ περισσοτέρους καὶ καλλιτέρους ἀπὸ τότε.
§128ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχομεν σήμερον ἀξιωματικοὺς, μάλιστα· ἀλλὰ δὲν ἔχομεν Μιαούλας, δὲν ἔχομεν Κανάρας.
§129ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἠμποροῦν νὰ γείνουν.
§130ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Διὰ ν’ ἀναδειχθοῦν, ἀπαιτεῖται νὰ προετοιμασθοῦν, ὅπως ἐκεῖνοι ἦσαν προητοιμασμένοι· διότι ἠξεύρετε, ὅτι τὸ ναυτικόν μας ἦτο προητοιμασμένον ἕνεκα τῶν συμβασῶν τότε περιστάσεων, σήμερον δὲ δὲν ἐδόθησαν αἱ περιστάσεις διὰ νὰ προετοιμασθοῦν. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸς, ἐὰν ᾖναι εἰς τὰ ἐνταῦθα, νὰ τόν εἴπω, ὅτι καὶ ὁ στρατὸς σχεδὸν δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις ἔπρεπε νὰ ᾖναι. Διατί; διότι τὸν ἐκπέμπομεν εἰς καταδίωξιν τῶν λῃστῶν, τὸν στέλλομεν μὲ τοὺς εἰσπράκτορας, καὶ ὁ στρατὸς αὐτὸς δὲν εἶναι γεγυμνασμένος, ὅπως ἔπρεπε νὰ ᾖναι, κύριοι, σήμερον. Ἀνάγκη λοιπὸν καὶ τὸ ναυτικὸν νὰ προετοιμασθῇ ὅπως δεῖ καὶ ὅπως πρέπει, καὶ ὁ στρατὸς ἐπίσης. Αἱ προπαρασκευαὶ ἀπαιτοῦν, νὰ εὕρῃ ὁ κ. ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ εἰπράττῃ τὰς προσόδους, καὶ οὐχὶ νὰ ἐκκεντρίζῃ τῇδε κακεῖσε τὸν στρατὸν, ὥστε νὰ προετοιμασθῇ. Δι’ ὅλα λοιπὸν αὐτὰ ἀπαιτοῦνται ἔξοδα καὶ ἔξοδα ἔκτακτα. Τέλος πάντων ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐκλήθημεν, ὦ βουλευταὶ, εἰς στιγμὴν καθ’ ἣν ἡ παρθένος ἐκείνη αἱματοκυλίεται ἔτος καὶ ἐπέκεινα ἤδη, δὲν ἦτο πῶς νὰ διευθετήσωμεν τὰ μερικά, πῶς νὰ παραδεχθῶμεν ἕνα προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου, ἢ πῶς νὰ ψηφίσωμεν ἓν ἢ δύο ἀπὸ τὰ κοινὰ ἐκεῖνα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα καθ’ ἑκάστην ψηφίζομεν· ἀλλ’ ὁ προορισμὸς αὐτὸς ἦτο ἄλλος σήμερον, καὶ αἱ συνεισφοραὶ καὶ αἱ ψηφίσεις καὶ αἱ καταψηφίσεις ἐπὶ τοιούτων ἱερῶν ἀντικειμένων πρέπει νὰ γίνωνται μετὰ σπουδῆς καὶ εὐκρινείας.
§131Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δυνατώτερα.
§132ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, κύριοι, μίαν ἀλήθειαν. Ἄλλως πως ἤμην πληροφορημένος περὶ τῶν προμηθειῶν τοῦ ὑπουργείου, τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἄλλως τὰ ἤκουσα χθὲς ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν. Πολλοί, κύριοι, μὲ εἶχον διαβεβαιώσει, ὅτι ἡ πυρίτις, ἡ ὁποία ἐπρομηθεύθη, δὲν εἶναι εἰμὴ στάκτη, τὰ ὅπλα ἀρχαιοτάτης κατασκευῆς καὶ ἐντελῶς ἄχρηστα. Ἀλλ’ ἐξ ὧν εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ δύναμαι νὰ ἔχω πᾶσαν πεποίθησιν ἐπὶ τῆς ἀγορεύσεώς του, καὶ τὰ ὅπλα εὔχρηστα καὶ ἡ πυρίτις εὐχρηστοτάτη. Τοῦτο τιμᾷ τὸν ὑπουργὸν αὐτόν. Ὡς πρὸς τοὺς διευθέτας τὸ κακὸν αὐτὸ εἶναι ὀλίγον, νομίζω. Ἐὰν δὲν ἠγείρετο ἡ φωνὴ τῆς ἀποδοκιμασίας, τῆς κατακρίσεως, οἱ διευθέται αὐτοὶ ἤθελον μένει εἰς τοὺς στρατῶνας ἄνευ δοκιμασίας, καὶ εἰς μίαν στιγμὴν, ὅπως ἐξέφρασε καὶ ὁ ἴδιος ὑπουργὸς, ἠδύναντο νὰ γείνουν αἴτιοι μεγάλου κακοῦ· διότι ὅ,τι δύναται νὰ συντελέσῃ ἓν τηλεβόλον, δὲν δύνανται νὰ συντελέσουν εἰς μίαν στιγμὴν χίλιοι ἄνθρωποι. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι καὶ αἱ κατακρίσεις, ἐὰν θέλετε, ἵνα μὴ εἴπω ἐπικρίσεις, συντελοῦν πολλάκις· καθιστῶσι καὶ τὸν ὑπουργὸν καὶ τὸν βουλευτὴν καὶ πάντα ἄνθρωπον προσεκτικὸν, ἵνα μὴ περιπίπτῃ εἰς ἀτοπήματα, ὥστε, κύριοι, οὐδέποτε πρέπει νὰ δυσαρεστῆσθε ἐκ τῶν παρατηρήσεων. Ἐγὼ αὐτὸς ὠφελήθην πολλάκις ἐκ τῶν παρατηρήσεων, καὶ ἐὰν δὲν εὕρισκον φίλους αὐστηροὺς, νὰ μοὶ κάμουν παρατηρήσεις αὐστηρὰς, ἴσως ἤθελον ἐξοκείλει καὶ εἰς ἀτοπήματα. Ὁ δὲ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐτέθη τὸ ζήτημα, τοὐλάχιστον καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἦτο νὰ ἴδωμεν, ἐὰν αἱ προμήθειαι ᾖναι ἀκριβεῖς, ᾖναι τέλειαι, ἢ μήπως εἶναι ὁποῖαι ἠκούσαμεν πρότερον. Τώρα ἐξ ὅσων ἠκούσαμεν, δὲν ἔχω πλέον νὰ εἴπω τίποτε. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔχομεν καὶ ἄλλο, ἔχομεν τὰ πλοῖα. Περὶ τῶν πλοίων κανεὶς δυστυχῶς δὲν ἐγένετο λόγος ἀπὸ τοῦ βήματος.
§133ΤΙΝΕΣ. Ὅταν ἔλθῃ ἡ πίστωσις.
§134ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δέκα λέξεις θὰ εἴπω. Τὰ πλοῖα ἐκεῖνα, ὡς ἠξεύρετε, ἦσαν κατεσκευασμένα διὰ νὰ μεταφέρωσι βαμβάκια· κατόπιν ἐπωλήθησαν λόγῳ τοῦ νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ταχύπλοα. Οἱ μηχανικοὶ οἱ ἰδικοί μας, οἵτινες εἶχον μεταβῆ εἰς τὰ ἐκεῖ, εἶδον τὰ πλοῖα αὐτὰ καὶ τὰ ἐθεώρησαν ἐντελῶς ἄχρηστα καὶ διεμαρτυρήθησαν. Τί μεγαλείτερον θέλετε; Ἔγειναν διὰ 8 ἔτη· ἔμειναν 4 ἔτη ἀκίνητα, καὶ τοιουτοτρόπως τὰ ἔφαγεν ἡ σκουριὰ· ἠθέλησαν νὰ τὰ μετασχηματίσουν εἰς θωρακοφόρα. Ἐννοεῖται, ὅτι ὡς ἐκ τοῦ ζυγίσματος τῶν μηχανῶν ἔχασαν τὴν ἰσοσταθμίαν· ἐξῆλθε μόνον τὸ ἓν, τὸ ὁποῖον καὶ ἀναποδογύρισεν (ἱλαρότης) ἢ διεῤῥάγη, τὸ ἴδιον κάμνει. Τὸ δὲ ἕτερον, καὶ περὶ τούτου πρέπει τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ λάβῃ πρόνοιαν, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ πειθαναγκασθῇ ποτὲ ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ αὐτὰ τὰ πλοῖα.
§135ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κ. Σακελλαριάδη, μὴ χάνεις τὸν καιρόν σου, διότι οὔτε πύργοι γίνονται εἰς αὐτὰ, οὔτε τίποτε. Ἄφησε ν’ ἀκούσῃς ἀπὸ ἄλλους.
§136ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὴν γέφυραν ἠθέλησαν νὰ κάμουν κανονοστάσιον, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἰσοσταθμία οὐδεμία καὶ τοιουτοτρόπως καὶ αὐτὸ τὸ ἀτμόπλοιον κατέστη ἄχρηστον. Ἀλλ’ ὁπωσδήποτε καὶ ἂν ἔχῃ, ἐπειδὴ ἔγειναν παρὰ τὴν συνεννόησιν καὶ τὴν συγκατάθεσιν τῶν μηχανικῶν, καὶ ἐδαπάνησεν ἡ κυβέρνησις δι’ αὐτοὺς 10,000 δραχ. διὰ νὰ σταλῶσιν εἰς Ἀγγλίαν, νομίζω, ὅτι αὐτὰ πρέπει ὁλωσδιόλου νὰ τὰ ἀποκρούσωμεν, καὶ ἐγὼ τὰ ἀποκρούω.
§137ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§138ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθές; Ἀλλὰ πρέπει νὰ πιστεύσωμεν τοὺς ἀξιωματικούς μας, καὶ τοιουτοτρόπως τοὺς ἐνθαῤῥύνομεν νὰ κάμουν καλὰ ἔργα. Ὅταν ὅμως τοὺς στέλλομεν καὶ δαπανῶμεν ὑπὲρ αὐτῶν, καὶ κατόπιν χαριζόμενοι εἰς ἕνα κερδοσκόπον ὑποχωροῦμεν, τότε δὲν θὰ ἔχωμεν ἀξιωματικοὺς φιλοτίμους, δὲν θὰ ἔχωμεν ἄνδρας διὰ νὰ πράξουν ποτὲ τὸ καθῆκόν των. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἰσχυρίζεται ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος τὸ ὅτι δὲν θέλομεν· δὲν ἤκουσα νὰ εἴπῃ κανείς, ὅτι δὲν θέλομεν προπαρασκευάς· ἀλλ’ οἱ μὲν προκαλοῦν τὴν συμπολίτευσιν καὶ τῆς λέγουν· εἰπέ μας τὸ πρόγραμμά σου, θέλεις πόλεμον; Οἱ δὲ ἄλλοι λέγουν· εἰπέ τε σεῖς τὸ πρόγραμμά σας, θέλετε σεῖς πόλεμον; καὶ μήτε ὁ εἷς λέγει μήτε ὁ ἕτερος. Ἄρα δὲν πρέπει καὶ νὰ εἴπῃ τοῦτο οὐδείς· εἶναι ὁλωσδιόλου δημεγερτικόν. Πόλεμον, κύριοι, ἠμπορεῖ νὰ μὴ ἔχωμεν· ἠμποροῦν αἱ δυνάμεις, ἠμπορεῖ ἡ Εὐρώπη αὔριον νὰ εἴπῃ, ἄπελθε εἰς τὸν λειμῶνα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον 400 καὶ ἐπέκεινα ἔτη λυμαίνονται. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον, κύριοι, ὅστις θέλει τὴν εἰρήνην, πρέπει νὰ προετοιμάζηται εἰς πόλεμον, καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἄνευ ἑτοιμασίας. (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 5½.