1867.10.31
1,981 rows · 17,331 words · 60 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 24
τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1867.
Τρίτη.
Ὥρα 2 μ. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν ἀναφοράς· ὑπάρχει ἀναφορὰ Ἀναστασίου Μαυροκεφάλου, ζητοῦντος νὰ πραγματοποιηθῇ ταχύτερον ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀγῶνος.
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καλλοδούκας ἐξαιτεῖται νὰ προνοήσῃ ἡ Βουλὴ ὑπὲρ αὐτοῦ ὡς ὑποδικηγόρου Ζακύνθου.
§6ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§7ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης). Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ νὰ τεθῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν νομοσχέδιά τινα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν καὶ ἐψηφίσθησαν δὶς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, ὡς π. χ. τὸ περὶ ὑποδικηγόρων τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἄλλα τινά.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπεβλήθη πρότασις νόμου παρὰ τῶν βουλευτῶν Εὐθυμιοπούλου καὶ Γουζούαση, ἔχουσα ὡς ἑξῆς· «Ἐν τῇ ἐννοίᾳ τοῦ ἄρθρου 3 τοῦ ΧΝΒʹ. νόμου τῆς 21 Αὐγούστου 1861 περιλαμβάνεται εἰς τὸν καταλογισμὸν τῶν ἐτῶν πρὸς ἀπολαυὴν συντάξεως καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν διατελεσάντων ἐν τῷ στρατῷ ἢ ἐν τῷ ναυτικῷ ἐπὶ βασιλείας ὑπαξιωματικῶν ἢ στρατιωτῶν.»
§9ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§10Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὑπεβλήθησαν μέχρι τοῦδε πολλαὶ σπουδαῖαι ἀναφοραί· παρακαλῶ λοιπὸν ὅπως ὁ κ. πρόεδρος διατάξῃ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ συνέλθῃ ἵνα τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§11ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, μετὰ προσοχῆς ἀληθῶς ἤκουσα χθὲς ἀγορεύοντα τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλ’ αἱ ἀντιῤῥήσεις, τὰς ὁποίας ἐξέθετο ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεώς μου, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον δὲν ἐφώτισαν οὔτε τὴν ἄγνοιάν μου περὶ τοὺς νόμους, οὔτε τέλος πάντων μὲ ἠνάγκασαν νὰ πεισθῶ ὅτι τοὺς νόμους αὐτοὺς δὲν ἐνόησα ὅπως ἐνόησεν ὁ συντάξας αὐτοὺς ἄλλοτε ὑπουργὸς σήμερον τῶν στρατιωτικῶν. Ἀλλ’ οἱ νόμοι αὐτοὶ, κύριοι, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς διανοίας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν; Ὄχι· οἱ νόμοι αὐτοὶ μετεφράσθησαν ἐκ τῶν Γαλλικῶν νόμων, καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι ὁ Γαλλικὸς νόμος, ἐξ οὗ ἐλήφθησαν, πᾶν ἄλλο ἠννόει ἢ ὅ,τι ἐξέθεσεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν. Ὁ κ. ὑπουργὸς μεταξὺ τῶν ἄλλων μὲ ἤλεγξε καὶ ὡς πρὸς τὴν σειρὰν τῶν ζητημάτων, μεθ’ ἧς τὸ ἓν κατόπιν τοῦ ἄλλου ἐξέθεσα, εἰπὼν, ὅτι τὸ τελευταῖον ζήτημα ἔπρεπε νὰ συζητήσω ὡς πρῶτον. Ἀντὶ νὰ μὲ εὐχαριστήσῃ διὰ τοῦτο, διότι τοῦ ἔδωκα ἀφορμὴν νὰ ἐπιθέσῃ στεφάνους καὶ νὰ ῥίψῃ ἄνθη ἐκεῖ ὅπου εἰς ἐποχὴν πεπερασμένην ἔῤῥιψεν ἀκάνθας, εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι τὸ τότε καθῆκόν του τῷ ὑπηγόρευσε τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν, καὶ ὅτι τὸ σημερινὸν τῷ ἐπιβάλλει ἀντίθετον. Συγχαίρω τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, διότι κατ’ αὐτὸν, τὸ καθῆκόν του ἐννοεῖ ἀναλόγως τῶν περιστάσεων καὶ τῶν συμφερόντων· δὲν εἶναι ἡ ἀπόῤῥοια πεποιθήσεων, ἀλλὰ καιρικῶν περιστάσεων. Εὐχαριστῶ ὅμως τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι τέλος πάντων ἀνεγνώρισεν ὅτι ὅ,τι ἔπραξε τότε τὸ καταδικάζει σήμερον, ἐνεργῶν ἀντιθέτως.
§12ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶμαι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τὸ νὰ τὰ ἀποκρούσω.
§13ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀλλ’ ὀφείλω, κύριοι, νὰ μεταβῶ εἰς τὰ καθέκαστα, καὶ ἔχω τὴν ἀτυχίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, νὰ ἦμαι ὁ μόνος, ὅστις πρόκειται νὰ ἀντιλέξω, διότι κατώρθωσε δι’ ἐνεργείας, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ καταδικάσω, νὰ μὲ στερήσῃ τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποία ἠδυνάμην νὰ τύχω ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀντιπολίτευσις; (ἱλαρότης).
§15ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐννοῶ ἓν ἄτομον. Καὶ τοιαύτη ἦτο ἡ χρῆσις τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα οἱ νόμοι ἔθεντο εἰς τὰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας, καὶ κατὰ τοῦτο ἐλπίζω, ὅτι θὰ ἔχω τὴν ἀῤῥωγὴν τῆς πλειοψηφίας, ὅτι ἡ ἔννοια τῆς ἐξουσίας πρέπει ἀποκλειστικῶς νὰ ἐπιδαψιλεύεται εἰς τοὺς πολιτικοὺς φίλους καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἐχθρούς. Εὐχαριστῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, διότι εἰς τὴν χθεσινὴν ὁμιλίαν του ἔθεσε καὶ νέον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὅμως ἀποβαίνει ἐναντίον αὐτοῦ· μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλε χθὲς εἰς τὴν σκέψιν τοῦ σώματος, ἐπελήφθη ὁ ὑπουργὸς καὶ ἑτέρου προβιβασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐγὼ διέλαθον. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν εἶπε χθὲς, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν φαλαγγιτῶν, ὅτι ἠδύνατο ἡ Βουλὴ ἅπασα νὰ ἀγνοῇ ἐκτὸς ἐμοῦ, ὅτι ἐπρόκειτο νὰ λάβωσι χώραν τὰ τοιαῦτα Κύριοι, λογίζομαι εὐτυχὴς, διότι καὶ ὡς ἄτομον ἐνήργησα ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἐδάφους, ὅπου καὶ ἐπισήμως σήμερον ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους ἔρχομαι νὰ ἐκθέσω. Παρετήρησα, κύριοι, χθὲς, ὅτι καθὼς ἐξεδόθη τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου μετετίθετο εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα πλῆθος προικοδοτημένων φαλαγγιτῶν, ἔφερε τὴν ἡμερομηνίαν 19 Μαρτίου, ἐνῷ ὁ νόμος τῶν φαλαγγιτῶν τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ ὑπουργὸς, ἔφερε τὴν 23 Μαρτίου κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τοῦ σώματος, ἡ δὲ ἀπόστασις μεταξὺ τοῦ διατάγματος καὶ τοῦ νόμου κατὰ συνέπειαν εἶναι τεσσάρων ἡμερῶν. Ὅτε ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὑπέβαλε τὸν νόμον τῶν φαλαγγιτῶν, ὑπετίθετο λογικῶς, ὅτι τὴν ἰδέαν τοῦ νόμου τὴν εἶχεν συλλάβει πρὸ δέκα ἢ δεκαπέντε τοὐλάχιστον ἡμερῶν· ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν τὴν ἰδέαν αὐτὴν εἶχε συλλάβει πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὡς ὁ ἴδιος μοὶ εἶπεν ἄλλοτε, ὅτι καὶ ἐπὶ τῆς παρελθούσης δυναστείας εἶχε τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἀλλ’ αἱ περιστάσεις δὲν τὸν συνέτρεξαν νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς τὰ παρελθόντα νομοθετικὰ σώματα· ἡ ἰδέα ὅθεν τῆς ὑποβολῆς τοῦ νόμου δὲν ἦτο αὐτόματος, ὑπηγορεύθη ἀπὸ πολλῶν χρόνων, ἐγκυμόνησε πρὸ πολλοῦ εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν. Ὁ νόμος ὅπως ἐτροπολογήθη καὶ ἐσκόπει νὰ θέσῃ εἰς ἴσην μοῖραν καὶ τοὺς προικοδοτηθέντας καὶ τοὺς ἐνεργοὺς φαλαγγίτας, ἵνα δοθῇ ἄρτος ἐν γένει εἰς τοὺς ἀγωνιστὰς, εἴτε εἰς τὴν μίαν εἴτε εἰς τὴν ἑτέραν τῶν καταστάσεων εὑρίσκονται, ἐκανόνιζεν ὥστε τὸ ἥμισυ τῶν θέσεων ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν μίαν τάξιν καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τὴν ἑτέραν. Καὶ ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ἐν ᾧ κατὰ τὴν 23 ὑπέβαλε τὸν νόμον, κατὰ τὴν 19 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς ἐπροκάλεσε διάταγμα ἐναντίον τῶν ἰδεῶν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, μὴ ἀναγνωρίζοντος τὸ τοιοῦτον δικαίωμα τῆς διὰ διαταγμάτων ἀνακλήσεως προικοδοτημένων φαλαγγιτῶν εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα· ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν χθὲς μᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ διάταγμα δὲν ἐξετελέσθη, ἀλλὰ τὸ διάταγμα τῆς 19 Μαρτίου καὶ μετὰ τὸν νόμον εἶναι ἀνεκτέλεστον, διότι κατ’ αὐτὸν ὁ νόμος τίθησιν ὅρια καὶ ἐπὶ τῆς μιᾶς τάξεως καὶ ἐπὶ τῆς ἑτέρας τῶν φαλαγγιτῶν, ὥστε τὸ διάταγμα καὶ πρὸ τοῦ νόμου καὶ μετὰ τὸν νόμον εἶναι ἄκυρον. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐγὼ τὸ ἐγνώριζον, διότι ἐκ μιᾶς ἀφορμῆς προσωπικῆς ὤφειλον νὰ τὸ ἐννοήσω. Ἰδοὺ τί ἐγνώριζον, κύριοι· πρὶν ἢ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν μοὶ εἴπῃ τὸ τοιοῦτον, ὅτε παρεστάθην εἰς τὸ ἐπίσημον γεῦμα τῶν ἀνακτόρων, ὅτε ἦλθεν ἡ Α. Υ. ὁ ἀντιβασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, ὅτε μετὰ τὸ γεῦμα ὁ βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος ἐχαιρέτησε τοὺς βουλευτὰς τοῦ ἔθνους καὶ ἀπέτεινεν εἰς ἕκαστον μίαν λέξιν, ἱστάμην πλησίον ἑτέρου συναδέλφου, τὸν ὁποῖον ἠρώτησεν ὁ βασιλεὺς, ἦτο ὁ Περικλῆς Μαυρομιχάλης, ποῖον βαθμὸν ἔχει ὁ πατήρ του. Ὁ Περ. Μαυρομιχάλης μοὶ εἶπεν, ὅτι ὁ βασιλεὺς μὲ ἐρώτησε τί βαθμὸν ἔχει ὁ πατήρ μου, καὶ τί ἐνόησα ἐκ τούτου; Διεδίδετο, ὅτι ὁ βασιλεὺς, προκειμένου νὰ ἀναχωρήσῃ, ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργήσῃ μεγάλας παρασημοφορίας καὶ νὰ δώσῃ μεγάλους βαθμούς· κατόπιν τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν εὐμενῶς φερόμενος εἰς τὴν οἰκογένειάν μου μοὶ εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ, ἂν θέλῃ ὁ πατήρ μου, νὰ τὸν μεταθέσῃ ἀπὸ τῆς μιᾶς τάξεως εἰς τὴν ἑτέραν. Τοῦ ἀπήντησα, ὄχι· ἐκ τῶν γεγονότων τούτων, κύριοι, ἐδυνάμην νὰ εἰκάσω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐπρόκειτο νὰ ὑποβάλῃ νόμον περὶ ἀριθμοῦ φαλαγγιτῶν; ἠδυνάμην νὰ τὸ ἐννοήσω ἐξ ὅσων μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης συνέβησαν; ἠδυνάμην νὰ γνωρίζω τὸ διάταγμα τῆς 19 Μαρτίου καὶ τὸν νόμον περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν φαλαγγιτῶν; Δὲν ἔχω τὴν ἀγχίνοιαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν καὶ τὴν ἱκανότητα περὶ τὸ ἀνακαλύπτειν ἵνα δυνηθῶ ἐκ τοῦ γεγονότος τούτου νὰ εἰκάσω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐσκόπει νὰ προκαλέσῃ διάταγμα μεταθέσεως πολλῶν προικοδοτημένων φαλαγγιτῶν εἰς τὴν ἐνεργὸν, καὶ νὰ μαντεύσω τὸν νόμον τῶν φαλαγγιτῶν. Δὲν ἐγνώριζον ὅθεν τὸν νόμον παρ’ ὅταν ὑπεβλήθη· δὲν ἐγνώριζα τὸ διάταγμα παρ’ ὅταν ἐδημοσιεύθη, καὶ ἀπόδειξις τῶν λεγομένων μου εἶναι, ὅτι τὸ διάταγμα τῆς 19 Μαρτίου δὲν ἐδημοσιεύθη εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς κυβερνήσεως τοῦ Μαρτίου, ἀλλὰ τοῦ Μαΐου· καὶ ἠξεύρετε διὰ τί ἐνήργησεν οὕτω πως ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν; Πρὶν ἢ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα εὗρεν ἀξιωματικοὺς φαλαγγίτας ὑπαγομένους τοὺς μὲν εἰς τὴν προικοδοτημένην, τοὺς δὲ εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα, καὶ διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 19 Μαρτίου, ἤτοι πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, ἠθέλησε νὰ μεταφέρῃ εἰς τὴν ἐνεργητικὴν φάλαγγα σειρὰν ἀριθμῶν ἐκ τῶν προικοδοτημένων, ἵνα πληρώσῃ τοὺς ἀριθμοὺς τῆς ἐνεργοῦ φάλαγγος, τοὺς ὁποίους κατὰ τὸν νόμον ἤθελεν ὁρίσει καὶ διὰ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους κατὰ τὴν ἐκτίμησίν του ἐθεώρει καταλλήλους. Ἐξέδοτο λοιπὸν τὸ διάταγμα τῆς 19 Μαρτίου καὶ συμπεριέλαβε, κατὰ τὸ λέγειν τοῦ ὑπουργοῦ, τοὺς ἄνδρας ἐκείνους εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ νόμου, καὶ οὕτω ἀπέκλεισε τοῦ εὐεργετήματος τῶν νόμων τοὺς λοιποὺς διὰ πολὺν χρόνον, ἐξασκήσας ἀποκλειστικῶς τὸ εὐεργέτημα τοῦ νόμου ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων, τοὺς ὁποίους ὁ ὑπουργὸς ἐθεώρει ἱκανοὺς καὶ ἀξίους. Ἀλλ’ ὅταν ἡ Βουλὴ ἐψηφίσατο τὸν τοιοῦτον νόμον, εἶχε τοιαύτας ἀρχὰς καὶ τοιαύτας ἰδέας; ἐπέτρεψεν ἡ Βουλὴ εἰς τὸν ὑπουργὸν τὴν ἀπ’ εὐθείας ἐκτίμησιν τῶν ἀτόμων; δὲν ἔθεσε τὴν δευτέραν διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας ῥητῶς ἀπηγόρευε τὴν τοιαύτην χρῆσιν, ὁρίσασα τὸ ἥμισυ τῶν ἀριθμῶν εἰς τοὺς μὲν καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ εἰς τοὺς δέ; Ἀπὸ τοιαύτας ἰδέας ἡ Βουλὴ ὁρμωμένη ἀπέῤῥιψε τοὺς ἰσχυρισμοὺς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν καὶ εἶχε δίκαιον ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν τότε νὰ μὴ συμπεριλάβῃ τοὺς προικοδοτηθέντας φαλαγγίτας, διότι ἤδη τοὺς προικοδοτηθέντας φαλαγγίτας διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 19 Μαρτίου ἔφερεν εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα. Ἐξεπλήρωσεν ὅθεν τὰς ὑποχρεώσεις του ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν πρὸς τοὺς ἄνδρας τοῦ ἀγῶνος καὶ οὐχὶ πρὸς τὴν τάξιν τοῦ ἀγῶνος, καὶ δι’ αὐτὸ εἰς τὸν νόμον δὲν ἔθεσεν ὅτι ὁ ἄρτος πρέπει νὰ δίδεται καὶ εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς τοὺς δὲ, καὶ ἔπρεπεν ἐγὼ καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος κ. Πετιμεζᾶς νὰ παρενείρωμεν τὴν διάταξιν, ὅτι καὶ οἱ προικοδοτηθέντες φαλαγγῖται πρέπει νὰ ἀπολαύσωσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν φαλαγγιτῶν ὁ ὑπουργὸς ἐν γνώσει καὶ ἐκ προθέσεως ἐνήργησε, διότι διὰ τῆς ἰδίας του δικαιοδοσίας ἤθελε νὰ πληρώσῃ τοὺς ἀριθμούς, τοὺς ὁποίους ἔθετο ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ὑμεῖς ἐψηφίσατε· καὶ ὁποῖον πρακτικὸν ἔλαβεν ἀποτέλεσμα; ἡμεῖς ὑπερασπίσθημεν κατ’ ἐξαίρεσιν τοὺς προικοδοτηθέντας, ἀλλὰ τοὺς ὑπερασπίσθημεν χωρὶς νὰ ἀφαιρέσωμεν τὰ δικαιώματα τῶν ἐνεργῶν· καὶ διὰ τοῦ διατάγματος ἠξεύρετε τί κατωρθώθη; κατωρθώθη, ὥστε πολλοὶ προικοδοτημένοι φαλαγγῖται νὰ καθέξουν ἀριθμοὺς ἐν τῷ νόμῳ, οἱ δὲ ἐνεργοὶ φαλαγγῖται νὰ μένουν εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο καὶ πρὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου, καὶ τὸ χείριστον ἀκόμη, κύριοι, ὅτι μετέβαλε τῶν προικοδοτημένων φαλαγγιτῶν τὴν ἀρχαιότητα, τὴν ὁποίαν, ὅτα θέλει ἂς λέγῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, τὴν ἔχουν καὶ τὴν διεκδικοῦν καὶ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὔτε ἡ κυβέρνησις ἄνευ νόμου νὰ μεταβάλῃ ἀρχαιότητα, τὴν ὁποίαν προγενέστεροι νόμοι καὶ τὰ δικαστήρια ἀνεγνώρισαν· καὶ δὲν ἠδύνατο ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅπως διεχειρίσθη καὶ τὸ ζήτημα τοῦ συναδέλφου Σαφάκα, ὅτι οἱ φαλαγγῖται δὲν ἔχουν ἀρχαιότητα, ἡ δὲ Βουλὴ ἀπεφάνθη ὅτι ἔχουν. Αὐτὴν τὴν σύγχυσιν καὶ αὐτὴν τὴν ἀνατροπὴν τῶν δικαιωμάτων ἐνήργησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν διὰ τοῦ διατάγματος τῆς 19 Μαρτίου. Κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ὅ,τι εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ φαλαγγιτῶν δὲν ἔχεται ἀληθείας. Κατόπιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ ἀκολουθῶν τὰ πρακτικὰ τοῦ Σώματος ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος τῆς παραβάσεως τῶν νόμων περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν. Τὰ πρακτικὰ λέγουσι· «τῆς πρώτης ταύτης κατηγορίας ἀνυποστάτου οὔσης κτλ.» Ὡς εἶπον, κύριοι, ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου μου, ὁ συντάξας τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι ἀποκλειστικῶς ἔργον τῶν χειρῶν του, διότι ὑπῆρχε πρὸ αὐτοῦ εἷς γαλλικὸς νόμος, τοῦ ὁποίου ἄρθρα ὁλοκληρωτικὰ μετεφέρθησαν εἰς τὸν ἡμέτερον. Πῶς ἑρμηνεύεται δὲ ὁ νόμος ὁ Γαλλικὸς, τοῦ ὁποίου μετάφρασις εἶναι ὁ ἑλληνικός; Εἶναι τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα τὸ γαλλικὸν, τὸ ὁποῖον περιέχει πλέον τῶν 200 ἄρθρων καὶ εἰς τὰ ἄρθρα αὐτὰ ἑρμηνεύονται ὅλαι αἱ περιστάσεις καὶ ὅλα τὰ τυχαίως, συμβησόμενα, ἐξ ὧν καταδεικνύεται ὁ τρόπος καθ’ ὃν ἡ ἐξουσία δύναται νὰ ἐνεργήσῃ τὰ δικαιώματα, ἅτινα οἱ νόμοι τῆς ἀναθέτουν. Ὁ κ. ὑπουργὸς ὅμως τῶν στρατιωτικῶν κατὰ τὰ πρακτικὰ (καὶ ἐζήτησα καὶ τὰ στενογραφημένα, τὰ ὁποῖα δυστυχῶς μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς μεσημβρίας δὲν εἶχον ἀντιγραφῆ), δὲν εἶναι πολὺ σαφὴς εἰς τὰς ἰδέας του· ἐσύγχυσε δὲ αὐτὰς ἐκ προθέσεως ἐπωφελούμενος, ὅτι ἐντὸς τοῦ σώματος οἱ πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν δὲν δύνανται νὰ ἐννοήσωσιν ἀκριβῶς πράγματα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τῆς εἰδικότητός των δὲν ἐννοοῦνται, τόσῳ μᾶλλον, ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος καὶ πεῖραν πολλὴν ἔχει καὶ εὔροιαν λόγου, δὲν θέλει νὰ σαφηνίσῃ ἐκ προθέσεως τὰ γεγονότα. Εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, κατὰ τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τοῦ σώματος, ὅτι ἐτήρησε τὸν νόμον, διότι ἀνεκάλεσεν ἴσον ἀριθμὸν ἀξιωματικῶν ἐκ τῆς ἀργίας καὶ ἴσον ἐπροβίβασε. Κύριοι, ὄχι ἐγὼ, τὰ διατάγματα ἀποκρούουν τὴν τοιαύτην ἰδέαν. Τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξέδοτο ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν εἶναι σύμφωνα πρὸς τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέφερεν. Αἱ ἡμερομηνίαι τῶν διαταγμάτων τῆς ἀνακλήσεως καὶ τῶν προβιβασμῶν ἀποδεικνύουσιν, ὅτι αὐτὰ τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν βασίζονται εἰς τὰ πράγματα. Πότε ἀνεκάλεσε τοὺς ἐξ ἀργίας καὶ πότε ἐνήργησε τοὺς προβιβασμούς; Ἀνεκάλεσεν ἐξ ἀργίας, ἀνεξαρτήτως τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους ἀκολούθως θὰ διαφιλονεικήσω, εἰς ἐποχὴν δύω μῆνας πρότερον πρὶν ἢ ἐνεργήσῃ τοὺς προβιβασμούς· τῷ ἐπετρέπετο ἀπὸ τὸν νόμον τὸ τοιοῦτον δικαίωμα; ἠδύνατο νὰ ἀνακαλέσῃ 5 ἀξιωματικοὺς ἐξ ἀργίας καὶ μετὰ δύω μῆνας νὰ προβιβάσῃ 5 ἀξιωματικοὺς ἐκ τοῦ στρατοῦ; ὄχι· διότι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους, τὰ ἐκτελεστικὰ διατάγματα, ἀπαγορεύουν τὴν τοιαύτην χρῆσιν. Νομίζω, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ὅτι κατὰ τὴν 22 Μαρτίου ἔφερεν ἐκ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐνέργειαν ἀνωτέρους ἀξιωματικούς, ἐπροβίβασε δὲ τὸν Ἰούλιον κατὰ τὰς 18· ἠδύνατο ἀπὸ τὸν νόμον νὰ κάμῃ χρῆσιν τοιαύτην; ὄχι, κύριοι, δὲν ἠδύνατο· καὶ δὲν ἠδύνατο, λέγω, στηριζόμενος εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, διότι ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι αἱ χηρεύουσαι θέσεις πληροῦνται ἡ πρώτη ἀπὸ τὴν ἀργίαν, ἡ δευτέρα διὰ προβιβασμοῦ. Καὶ ἦτο δυνατὸν νὰ συμβῇ ὅ,τι δὲν συνέβη, ἂν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἀνακαλέσας ἑπτὰ ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς κατὰ τὸν Μάρτιον, ἐπαύετο τῶν καθηκόντων του ἢ παρῃτεῖτο· ἂν ἐπήρχετο δὲ ἕτερος διάδοχος, ὁ ὁποῖος ἀνελάμβανε τὴν ὑπηρεσίαν του μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεκαλοῦντο ἐκ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐνέργειαν, εἰς ποίαν θέσιν ἤθελεν εὑρεθῇ ὁ διάδοχος ὑπουργὸς προκειμένου νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον; ἤθελεν εὕρει ὅτι διὰ προγενεστέρου διατάγματος ἀνεκλήθησαν πρὸ τῆς ἀφίξεώς του 5 ἢ 7 ἀνώτεροι ἀξιωματικοί· ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ προβιβάσῃ καὶ ἂν ἐκτὸς αὐτῶν τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῶν ἐκ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐνέργειαν κληθέντων ὑπῆρχον καὶ ἕτεροι, τί ὤφειλε νὰ κάμῃ ὁ διάδοχος ὑπουργὸς; ὤφειλε νὰ ἀρχίσῃ, ἂν ἤθελε νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, νὰ ἀνακαλέσῃ καὶ προβιβάσῃ νέους ἐκ τῆς ἀργίας ἀξιωματικούς· ποῖον δὲ τὸ ἀποτέλεσμα; ὅτι οἱ ἐκ τῆς ἀργίας θὰ ἦσαν διπλάσιοι τῶν προβιβασθέντων· καὶ ὁποίας συνεπείας ἤθελεν ἔχει αὐτό; κακὰς κατὰ τοῦ δημοσίου. Δὲν εἶναι λοιπὸν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν νὰ ὁρίσῃ τὸν χρόνον καθ’ ὃν ἤθελεν εἶσθαι ὑπουργός, καὶ δι’ αὐτὸ ὁ νόμος τοῦ ἔθεσε τὴν περιοριστικὴν ἐνέργειαν, ὁσάκις ἀνεκάλει ἐκ τῆς ἀργίας πρὸς πλήρωσιν θέσεων νὰ προβιβάζῃ συγχρόνως. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι παρεβίασε ῥητὴν καὶ κατὰ τοῦτο διάταξιν τοῦ νόμου ὁ ὑπουργός. Ὁ νόμος λέγει, ὅτι τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν θέσεων συγχρόνως δίδεται καὶ εἰς τοὺς μὲν καὶ εἰς τοὺς δέ. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, καὶ σήμερον ἀκόμη οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ προβιβασθέντες κατὰ τὴν 18 Ἰουλίου δύνανται νὰ ζητήσωσιν ἀποζημίωσιν ἀπὸ τῆς 22 Μαρτίου καὶ κανὲν δικαστήριον δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα. Ὥστε, κύριοι, ἐνέργεια τοῦ ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τὴν ἀνάκλησιν εἰς ἐνέργειαν καὶ μετὰ δύω μῆνας οἱ προβιβασμοὶ εἶναι ἐνέργεια παράνομος. Ἀλλὰ κατὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτὴν τῶν δικαιωμάτων παρεισέφρησαν νέαι παρανομίαι, διότι ἐπροβίβασεν ἀξιωματικοὺς ὄχι διὰ νὰ πληρώσῃ θέσεις ἐν τῷ στρατῷ, ὄχι διὰ νὰ πληρώσῃ νενομοθετημένας θέσεις, ἀλλὰ διὰ νὰ εὐκολύνῃ τὴν χρῆσιν δικαιωμάτων, ἐξαιρέσεων πρὸς εὐνοϊκὰ πρόσωπα. Καὶ κύριοι, εἶναι τὸ ζήτημα τῶν δύω ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τοὺς ὁποίους ἐπροβίβασε καὶ τοὺς ἔθεσεν εἰς τὴν θέσιν τῶν προγυμναστῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς, τοῦ κ. Σκούφου καὶ τοῦ κ. Ἀρβανίτου. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς λέγει, ὅτι ἡ ἐξουσία δύναται νὰ διαθέτῃ τὰς θέσεις, ὅτι ἡ ἐξουσία δὲν τῆς διεφιλονεικήθη μέχρι τοῦδε τὸ δικαίωμα εἰς ποίαν θέσιν θὰ θέσῃ τὸν ἕνα καὶ εἰς ποίαν τὸν ἕτερον. Συνεπῶς λοιπὸν πρὸς αὐτὸ τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐπροβίβασε τὸν λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ Σκοῦφον καὶ τὸν ἔκαμε ταγματάρχην καὶ τὸν ἔθεσε προγυμναστὴν τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἀλλὰ, κύριοι, ἡ ἐκτίμησις αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων ὀφείλει νὰ ὑπάγηται εἰς ἕνα ἠθικὸν κανόνα. Ποῖος εἶναι ὁ ἠθικὸς γνώμων, ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τὴν ἐκτίμησιν αὐτήν; ἐθεώρησε τὸν κ. Σκοῦφον, λοχαγὸν τοῦ πυροβολικοῦ, ἱκανὸν διὰ προγυμναστὴν τοῦ σώματος τῆς ἐθνοφυλακῆς; αὐτὴ εἶναι ἡ δικαία, ἡ λογικὴ ἐκτίμησις ἐπὶ τῆς ὁποίας μᾶς εἶπεν ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ κρίνωμεν; Καὶ προβιβάσας ὁ ὑπουργὸς καὶ τοποθετήσας εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, ποῖα συμφέροντα ἐπεδίωξε; τὰ συμφέροντα τοῦ ἀτόμου, ἢ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, ἢ τὰ συμφέροντα τῆς ἐθνοφυλακῆς; Οὔτε τὸ ἓν, οὔτε τὸ ἕτερον, κύριοι, διότι, ὡς προεῖπον, διὰ τοῦ προβιβασμοῦ καὶ τῆς τοποθετήσεως αὐτῆς ὁ κ. Σκοῦφος θεωρεῖται ἠθικῶς προσβεβλημένος· ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἐθνοφυλακὴ δὲν ἀπήλαυσεν ἄνθρωπον δυνάμενον νὰ τὴν ἐκγυμνάσῃ, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν, ἂν ὑπῆγε ποτὲ ὁ κ. Σκοῦφος νὰ ἐκγυμνάσῃ· καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἰδίου, παραπονεθέντος ὅτι τὸν διώρισεν εἰς ὑπηρεσίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ἐθεώρει ἑαυτὸν ἐντελῶς ἀκατάλληλον. Ἀλλ’ ἦτον ἀνάγκη νὰ προβιβάσῃ τὸν πρῶτον καὶ τὸν δεύτερον, διότι ἐπρόκειτο νὰ προβιβασθῇ ὁ τρίτος εὐνοούμενος, καὶ χάριν αὐτῆς τῆς εὐνοίας ἔπρεπε νὰ ὑποστῇ καὶ τὸ δημόσιον βλάβας καὶ τὰ ἄτομα προσβολάς. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν λέγει ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ, προβιβασθέντες, δὲν ἀνήκουν εἰς τὸ σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὑπηρετοῦν, ἀνήκουν πλέον εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, εἰς ἴδιον σῶμα, ἔχουν mission ὅλως ἰδιαιτέραν. Ἄρα αὐτὴν τὴν ἰδιαιτέραν ἀποστολὴν, κύριοι, αὐτὴν τὴν ἔκτακτον ὑπηρεσίαν ποῖος τὴν ἐκανόνισεν; Ὑπάρχει νόμος; ὑπάρχει· ὑπάρχει τὸ θέσπισμα τοῦ 1863 καὶ ὁ γαλλικὸς νόμος, ὅστις τὴν κανονίζει. Τὸ θέσπισμα τοῦ 1863 τί λέγει; ὅτι παρὰ τῇ ἐθνοφυλακῇ ἀποσπῶνται ἀξιωματικοὶ πρὸς ἐκγύμνασιν, μισθοδοτούμενοι ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ ταμεῖα. Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, πέρυσιν, ἐνθυμεῖσθε τί σᾶς ἐζήτησεν; ἀποκλειστικῶς θέσεις τῶν ἀξιωματικῶν διὰ τὴν ἐκγύμνασιν τῆς ἐθνοθνοφυλακῆς ἵνα ᾖναι ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ· τὸ ἀπεδέχθητε; τί εἶπον κατ’ ἐξαίρεσιν οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀττικῆς; τί εἶπον ὅσοι πιστεύουν ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας θὰ καταστήσωμεν ἐν τῇ Ἑλλάδι περισσοτέρους ἀξιωματικοὺς εἰς τὸν στρατόν; Δὲν ἀπεδέχθητε λοιπὸν νὰ ᾖναι οἱ προγυμνασταὶ ἐκτὸς τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ. Καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔχει πρόσφατον παράδειγμα, ὅτι μία διάδοχος κυβέρνησις κατήργησεν αὐτὰς τὰς θέσεις ὡς λίαν περιττὰς, διότι τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν δὲν τὴν αἰσθάνεται ἡ ἐθνοφυλακή. Καὶ τί σᾶς εἶπον οἱ βουλευταὶ τῆς Ἀττικῆς, οἱ μᾶλλον ἐνδιαφερόμενοι διὰ τὸν θεσμὸν αὐτόν; σᾶς εἶπον ὅτι δὲν θέλομεν ἀνωτέρους, ἀλλ’ ὑποδεεστέρους διὰ τὴν καθ’ ἑκάστην ἐκγύμνασιν τοῦ σώματος τῆς ἐθνοφυλακῆς· καὶ σήμερον ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔρχεται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸ δημόσιον μὲ νέους βαθμοὺς, οἱ ὁποῖοι μετὰ 24 ὥρας ἴσως θεωρηθῶσιν ἄχρηστοι· καὶ εἶναι πράγματι τοιοῦτοι, διότι παράδειγμα ἔχομεν πρόσφατον τὴν ἐθνοφυλακὴν τῆς πρωτευούσης. Καθ’ ἑκάστην ἐξέρχονται τὰ σώματα πρὸς ἐξάσκησιν· τίς ἐν Ἀθήναις προγυμναστὴς ἀξιωματικὸς ἀνώτερος ἐξασκεῖ τὰ σώματα; Ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐνταῦθα ὑπάρχουν τέσσαρες· εἴδατε ποτὲ τὸν ἀντισυνταγματάρχην κ. Ζορμπᾶν νὰ ἐκγυμνάζῃ τὸ σῶμα; λοιπὸν βλέπετε, κύριοι, αὐτὴ ἡ ἔκτακτος ἀποστολὴ, ἡ ἔκτακτος ὑπηρεσία τῶν προγυμναστῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς δὲν δικαιολογεῖται ἀπὸ τὰ πράγματα. Ἡ ἀξίωσις δὲ τοῦ ὑπουργοῦ, ὅτι ἔχει δικαίωμα νὰ τοποθετῇ εἰς οἱανδήποτε τῶν θέσεων θέλει ἕνα ἀξιωματικὸν, δὲν εἶναι δικαιολογημένη οὔτε ἀπὸ τὴν λογικὴν, οὔτε ἀπὸ τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, θέλων νὰ δικαιολογήσῃ τὰς τοιαύτας πράξεις, ἀναφέρεται εἰς μίαν φράσιν, νομίζω, τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος τοῦ νόμου περὶ προβιβασμοῦ τοῦ ἄρθρου 29, διὰ τοῦ ὁποίου λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὅτι ἐτήρησε τὴν ἀναλογίαν μεταξὺ τῆς ἀργίας καὶ τῆς ἐνεργείας· καὶ ποῦ ἀναφέρεται; εἰς τὴν φράσιν «σῶμα ὅπλον ἢ κλάδον» ἀλλ’ αὐταὶ αἱ λέξεις, κύριοι, εἶναι νέαι, αἱ λέξεις αὗται δικαιολογοῦν τὴν πρᾶξιν τοῦ ὑπουργοῦ; αἱ λέξεις αὗται ἐτέθησαν διὰ νὰ δικαιολογήσουν προβιβασμοὺς ἀξιωματικῶν, διὰ νὰ καθέξωσι θέσεις ἐν τῇ ἐθνοφυλακῇ; ἀλλ’ ὁ νόμος εἶναι προγενέστερος τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ τῆς ἐθνοφυλακῆς· ὁ νόμος εἶναι τοῦ 1861, ὁ θεσμὸς ἐπῆλθε μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν.
§16ΒΟΤΣΑΡΗΣ....
§17Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λοιπὸν, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν χθὲς κατὰ τὴν ἀγόρευσίν του εἶπεν ὅτι δὲν ἠδίκησα οὔτε τὸ σῶμα τοῦ πεζικοῦ, οὔτε τὸ σῶμα τοῦ πυροβολικοῦ προβιβάσας ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους ἀκολούθως μετέστησα καὶ ἐγκατέστησα εἰς τὸ σῶμα τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἀλλὰ τί ἐνόει ὁ νόμος ὅταν εἶπε σῶμα, ὅπλον ἢ κλάδον; Ἰδοὺ τί συμβαίνει, κύριοι, καὶ ὀφείλετε νὰ τὸ γνωρίζητε μετ’ ἐπιστασίας, διότι ψηφίζετε κατ’ ἔτος πλέον τῶν 10,000,000 πρὸς συντήρησιν τοῦ στρατοῦ, καὶ ὀφείλετε σεῖς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀνετέθη ἡ νομικὴ ἐποπτεία τῶν πράξεων τῆς κυβερνήσεως, νὰ μὴ δεχθῆτε ἄνευ ἀνάγκης τοῦ δημοσίου συμφέροντος νὰ ἐπιβαρύνηται ὁ λαός. Κύριοι, εἰς τὸν στρατὸν ὑπάρχουν ὅπλα, σώματα καὶ κλάδοι· δι’ αὐτῶν τῶν λέξεων οἱ στρατιωτικοὶ ἐννοοῦν τοῦτο, τὰ μὲν ὅπλα εἶναι τὸ πεζικὸν, τὸ πυροβολικὸν καὶ τὸ ἱππικόν· διὰ τῆς λέξεως σώματος ἡ στρατιωτικὴ νομοθεσία ὀνομάζει σήμερον τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν, τὸ σῶμα τοῦ μηχανικοῦ, ἢ ἂν θέλητε, πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ τὸ σῶμα τῶν πυροσβεστῶν· αὐτὸ εἶναι σῶμα σκαπανέων καθ’ ἡμᾶς· ὑπάρχει καὶ ἡ λέξις κλάδος· εἶναι ὁ κλάδος τῆς ὑγείας καὶ τῆς οἰκονομίας. Αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ, αὐτοὶ οἱ ἄλλοτε ὑπάλληλοι συντρέχουσι καὶ προστατεύονται ἀπὸ τοὺς νόμους καὶ τιμωροῦνται συγχρόνως ἀπ’ αὐτούς· αἱ θέσεις αὐτῶν πληροῦνται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ αἱ θέσεις τῶν ἐν ἐνεργείᾳ, τουτ’ ἔστι τοῦ μαχίμου στρατοῦ. Ὅταν λοιπὸν οἱ νόμοι, ὅταν τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα ἔλεγεν, ὅτι αἱ χηρεύουσαι θέσεις δίδονται εἰς ἕκαστον σῶμα, εἰς ἕκαστον κλάδον, εἰς ἕκαστον ὅπλον, κάθε ἄλλο ἐνόει παρὰ τὸν θεσμὸν τῆς ἐθνοφυλακῆς· ἐνόει, ὅταν οἱ ἰατροὶ μένουν εἰς ἀργίαν, ἢ καὶ οἱ ἄλλοτε ὑπάλληλοι τῆς οἰκονομίας, νῦν δὲ ἀξιωματικοὶ αὐτῆς, ἐχρονολογοῦντο εἰς τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον, καθ’ ὃν καὶ οἱ μάχιμοι ἀξιωματικοὶ, τὸ ἥμισυ διὰ τὸν ἀξιωματικὸν τῆς ἀργίας, καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ διὰ τὸν προβιβασμόν. Λοιπὸν, ὅταν ὁ νόμος λέγῃ σῶμα, ὅπλον ἢ κλάδον, ἐννοεῖ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς ἀργίας, τῆς οἰκονομίας, τὸ σῶμα τῶν γενικῶν ἐπιτελῶν καὶ τὸ πυροβολικόν· κατωτέρω θέλω ἔλθει εἰς τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὸ ζήτημα τοῦ κ. Πλέσα, τὸ ὁποῖον ἐσχέτισε μὲ τὸ ζήτημα τοῦ κ. Παπαγεωργίου, καὶ θέλω ἀποδείξει δι’ αὐτῶν τῶν νόμων, ὅτι οὐδεμία σχέσις ὑφίσταται, ὅτι αἱ θέσεις αὗται δὲν εἶναι ἐκτιμήσεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἶναι θέσεις διὰ τὰς ὁποίας ὑπάρχουν τὰ συστατικὰ διατάγματα, καὶ τὰ ὁποῖα οἱ προϋπολογισμοὶ κατ’ ἔτος διὰ τῶν πιστώσεων ἐπικυρόνουν. Ἀλλὰ, κατὰ τὸν γαλλικὸν νόμον, ἐνόησεν ὁ Γάλλος νομοθέτης ὅ,τι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι αἱ θέσεις αὗται εἶναι θέσεις ἐκτὸς τῶν σωμάτων, ἐκτὸς τῶν ὅπλων; Ὁ Γάλλος νομοθέτης δὲν ἀναφέρει τὰς λέξεις οὔτε σῶμα, οὔτε ὅπλον, οὔτε κλάδον· λέγει ἀποκλειστικῶς, ὅτι αἱ χηρεύουσαι θέσεις ἀποκλειστικῶς διανέμονται εἰς ἡμίσεις εἰς τοὺς ἕνεκα ἀργίας, εἰς ἡμίσεις διὰ προβιβασμοῦ εἰς τὸ ὅπλον, εἰς τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἀνήκει. Δὲν εἶχε λοιπὸν δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νὰ προβιβάσῃ ἀξιωματικοὺς, διὰ νὰ τοὺς θέσῃ ἀρχηγοὺς τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, φρονεῖτε, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις ὑπέστη μίαν ἀπάτην, ὅτι κακῶς ἐξετίμησε τὴν ἱκανότητα τοῦ κ. Σκούφου καὶ τοῦ κ. Ἀρβανίτη; Ὄχι, κύριοι· ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὅστις παρὰ πάντα ἄλλον γνωρίζει τὰ ἄτομα τὰ συγκροτοῦντα τὸν στρατὸν, δὲν ὑπέπεσεν, οὔτε ἠδύνατο νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιαύτην κακὴν ἐκτίμησιν· ἀλλὰ, κύριοι, ἐπρόκειτο νὰ διευκολύνῃ ἄλλα συμφέροντα, ἐπρόκειτο, καὶ τὸ λέγω καθαρὰ, νὰ προβιβάσῃ τὸν κ. Ἀρβανίτην διὰ νὰ προβιβάσῃ κατόπιν τὸν κ. Τσακανάκην· ἐπρόκειτο νὰ προβιβάσῃ τὸν κ. Σκοῦφον διὰ νὰ προβιβάσῃ τὸν κ. Χαντσερῆν, καὶ ἂν τὸν κ. Ἀρβανίτην καὶ τὸν κ. Σκοῦφον δὲν τοὺς ἔθετεν εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, δὲν ἠδύνατο νὰ προβιβάσῃ τὸν Τσακανάκην καὶ τὸν Χαντσερῆν. Λοιπὸν οὔτε εἰς τὸ σῶμα τῆς ἐθνοφυλακῆς ἔδωκε τοὺς ἱκανοὺς ἄνδρας, οὔτε τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦντο εἰς προβιβασμὸν, ἱκανοποίησε. Τὸ μόνον ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι ἐπεβάρυνε τὸ δημόσιον, ὅτι καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν νὰ ἐξέρχηται καθ’ ἑκάστην καὶ αὐτὸς καὶ πᾶς διαδοχός του ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν τῶν καταστατικῶν τῶν νόμων. Καὶ, κύριοι, εἴχατε δίκαιον καὶ ἔχετε δίκαιον ὅταν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν ἀνίστασθε κατὰ τῆς σωρείας τῶν προβιβασμῶν. Καὶ εἴχατε δίκαιον, ὅταν ἐν τῷ Συντάγματι, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀκολούθως θὰ ὁμιλήσω, εἴπατε, ὅτι εἰς τὸν βουλευτὴν δὲν δίδω τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς, διότι ἐπιστεύετε ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν στρατιωτικῶν ἠδύναντο τὰ πάντα νὰ ἐνεργήσωσι, διότι δι’ αὐτοὺς οὔτε οἰκονομικὴ διαχείρισις εἶναι ἐνήμερος. Καὶ ποσάκις δὲν ἤκουσα τὸν κ. Σωτηρόπουλον ἐξανιστάμενον κατὰ τῶν ὑπερόγκων δαπανῶν τοῦ στρατοῦ; ποσάκις δὲν ἐγένετο λόγος εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἔλεγχος ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων, ἐπὶ τοῦ τρίτου τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κράτους; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ὅτι χωρὶς νὰ παραβλάψῃ τὰ δικαιώματα τῶν ὅπλων ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐτοποθέτησε διὰ προβιβασμῶν ἀξιωματικοὺς εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, ἢ τὸ ἐναντίον τοῦ νόμου, ἐναντίον τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς, διότι κατέστησεν ἀξιωματικοὺς προγυμναστὰς ἀνθρώπους μὴ διοικήσαντας, μὴ ἐνεργήσαντας καὶ μὴ ἐνεργοῦντας μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς. Ὑπέστη καὶ ἑτέραν βλάβην ὁ στρατὸς διὰ τῶν προβιβασμῶν, διότι ἴσως θὰ ἔχῃ τὴν ἀτυχίαν αὔριον ἀξιωματικοὺς προγυμναστὰς τῆς ἐθνοφυλακῆς νὰ τοὺς θέσῃ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν σωμάτων τοῦ στρατοῦ, καὶ πᾶς διάδοχος ὑπουργὸς, θέλων νὰ ἐκτελέσῃ τὸν νόμον, ἐξ ἀνάγκης πιέζεται εἰς τοῦτο. Ἐὰν αὔριον, κύριοι, μία ἄλλη κυβέρνησις ἢ καὶ αὐτὴ ἡ κυβέρνησις καταργήσῃ τὰς θέσεις αὐτὰς, αἱ συνέπειαι δυνάμει τοῦ νόμου θὰ εἶναι, ὅτι ὁ μὲν κύριος Σκοῦφος θὰ εἶναι ταγματάρχης τοῦ πυροβολικοῦ, ὁ δὲ κύριος Ἀρβανίτης ταγματάρχης τοῦ πεζικοῦ, ἡ δὲ πρώτη χηρεύουσα θέσις ἀνήκει εἰς αὐτούς· ἐν ἄλλαις λέξεσιν ὁ κύριος Σκοῦφος, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς ἐθεώρησε κατάλληλον πρὸς ἐκγύμνασιν τῆς ἐθνοφυλακῆς, θὰ εἶναι ὑποδιοικητὴς τοῦ πυροβολικοῦ ἢ ὑποδιοικητὴς τοῦ ὁπλοστασίου ἢ τμηματάρχης τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, διότι τρεῖς θέσεις ταγματαρχῶν ἐν τῷ ὅπλῳ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀνήκει ὁ κύριος Σκοῦφος, ὑπάρχουσιν· ὁ δὲ κύριος Ἀρβανίτης θὰ εἶναι ὑποδιοικητὴς τάγματος τοῦ πεζικοῦ, καὶ ἐνῷ ἡ ἐκτίμησις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἦτο διὰ νὰ γυμνάζῃ ἐθνοφυλακὴν, ὁ νόμος θὰ ὑποχρεώσῃ πάντα διάδοχον ὑπουργὸν νὰ θέσῃ τὸν κύριον Ἀρβανίτην εἰς ἓν τάγμα τοῦ πεζικοῦ ὑποδιοικητήν. Ἀλλ’ ἐὰν ὑπῆρχε νόμιμος ἐκτίμησις τῆς ἀνικανότητος αὐτῶν τῶν προσώπων, διατί ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν του; Ἐὰν αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ ἦναι ἀνίκανοι νὰ καθέξουν θέσιν νομοθετημένην ἐν τῷ στρατῷ, διατί δὲν ἠθέλησε ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ ἀνικάνους ἀξιωματικοὺς διὰ τῆς χρήσεως τῶν δικαιωμάτων του; ἀλλ’ ἐὰν ἦσαν ἱκανοὶ, διατί νὰ τὸν στερῇς; Ἐξ ὅλων τούτων φαίνεται προφανῶς ὅτι οἱ προβιβασμοὶ δὲν ἐγένοντο πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας, οὔτε κατὰ συνέπειαν τῶν διατάξεων τοῦ νόμου· ἐγένοντο μόνον διὰ νὰ μὴ δώσῃ ὁ ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα ἀγωγῆς τῶν ἀτόμων κατὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ νὰ διευκολύνῃ τὰ τρίτα πρόσωπα τὰ ἐρχόμενα κατόπιν. Λοιπὸν ὁ νόμος λέγων σῶμα, ὅπλον, ἢ κλάδον δὲν ἐνόησεν, εἰμὴ τὸ σῶμα τῶν ἐπιτελῶν, τὸ σῶμα τῶν μηχανικῶν, τὸν κλάδον τῆς ὑγείας ἢ τὸν κλάδον τῆς οἰκονομίας, καὶ ἀπ’ αὐτὰς τὰς λέξεις καὶ τὰ καταστατικὰ διατάγματα διαιροῦν τὰ σώματα. Λοιπὸν δὲν εἶναι ἀληθὲς, δὲν πρέπει τὸ σῶμα νὰ δεχθῇ τὴν ἰδέαν αὐτὴν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι ἡ τοποθέτησις τῶν ἀξιωματικῶν ἀνήκει εἰς τὴν κυβέρνησιν· ἀνήκει εἰς μόνας τὰς τοποθετημένας θέσεις, ἀλλὰ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ προβιβάζῃ ἀξιωματικοὺς διὰ νὰ καθιστᾷ θέσεις ἀνωτέρων προγυμναστῶν ἐν τῇ ἐθνοφυλακῇ, διότι αἱ θέσεις αὗται δὲν εἶναι νομοθετημέναι· ἁπλῆ πίστωσις ἐδόθη διὰ νὰ χρησιμεύσῃ καὶ πρὸς ἐκγύμνασιν τοῦ θεσμοῦ αὐτοῦ ἐκ τῶν ἀξιωματικῶν, εἴτε ὑποδεεστέρων εἴτε τῶν ἐν ἀργίᾳ εὑρισκομένων. Κακὴ χρῆσις λοιπὸν αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων ἐγένετο, συνεπάγεται δὲ, καθὼς σᾶς προανέφερον, ἡ χρῆσις μυρίας συμφορὰς καὶ ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἐν τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Τί θὰ κάμῃ, κύριοι, πᾶσα διάδοχος κυβέρνησις ἢ καὶ αὐτὴ ἡ κυβέρνησις, ὅταν ἀναγνωρίσῃ ὅτι οἱ ἐκγυμνασταὶ τῆς ἐθνοφυλακῆς οὔτε ἔλαβον μέρος οὔτε σκοπεύουσι νὰ λάβωσι; τί θὰ εἴπῃ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, τὸ ὁποῖον κατὰ τὰ διατάγματα τοῦ διορισμοῦ εὐθύνεται, διότι ὀφείλει νὰ πληρώσῃ εἰς τοὺς προγυμναστὰς τοὺς ἀνωτέρους τῆς ἐθνοφυλακῆς Ἀθηνῶν; Ἡ ἐθνοφυλακὴ Ἀθηνῶν ἐκγυμνάζεται, ἡ ἐθνοφυλακὴ τῆς πρωτευούσης δὲν ὑπάγεται εἰς τὸ ἄρθρον 20 τοῦ θεσπίσματος, ἡ ἐθνοφυλακὴ τῆς πρωτευούσης εἶναι ἐνεργὸς, ἐξασκεῖται καθ’ ὅλας τὰς ἑορτὰς τοῦ ἔτους· ποῖος τὴν ἐξασκεῖ, κύριοι; Μεθαύριον ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν δύναται κατὰ συνείδησιν ἢ κατὰ πεποίθησιν νὰ ἐκδώσῃ ἐντάλματα πληρωμῶν πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς προγυμναστὰς τῆς ἐθνοφυλακῆς, μὴ συμμετασχόντας οὐδέποτε εἰς τὰ γυμνάσια τοῦ σώματος; Καὶ μολαταῦτα ὀφείλει κατὰ νόμον νὰ πληρώσῃ τοὐλάχιστον διὰ τοὺς ἀξιωματικοὺς τῆς πρωτευούσης, διότι τὸ σῶμα ἐκγυμνάζεται, εἶναι ὠργανισμένον. Θὰ ἐκδώσητε λοιπὸν καὶ ἐξεδόσατε μέχρι τοῦδε, κύριε ὑπουργὲ τῶν ἐσωτερικῶν, ἐντάλματα πληρονόμενα πρὸς τοὺς ἀξιωματικοὺς προγυμναστὰς τῆς ἐθνοφυλακῆς τῆς πρωτευούσης· ἴσως ὅμως ἡ δαπάνη εἶναι ὀλίγη, ἀλλ’ ἐὰν ἦτο μόνη αὐτὴ ἡ δαπάνη, θὰ ἦτον ὑποφερτόν. Κατόπιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἔλθουν νὰ διοικήσουν ὑποχρεωτικῶς ἀπὸ τὸν νόμον τάγματα τακτικά. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, μία κακὴ χρῆσις ἑνὸς δικαιώματος, καὶ αὐτὴ ἡ κακὴ χρῆσις συνεπάγεται μυρίας συνεπείας, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀποκρούσητε, διότι πράγματι θὰ καταστήσωμεν ἀξιωματικοὺς ἐν Ἑλλάδι πλείονας τῶν στρατιωτῶν. Κύριοι, μένουν τὰ ζητήματα τοῦ κ. Πλέσα καὶ Γρίβα καὶ εὐχαριστῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι τέλος πάντων ἠναγκάσθη νὰ δεχθῇ ἔδαφος ὑπερασπίσεως· ἐκεῖ ὅπου οὐδεὶς ἀμφισβήτησε· ἐδέχθη ἔδαφος τὴν πολιορκίαν τοῦ Μεσολογγίου διὰ τὸν κ. Πλέσαν, ἐδέχθη ἔδαφος τὴν ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν ἔκαμε τοῦ 72 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Κύριοι, καὶ ἐγὼ καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἐλάβετε μέρος εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦ ἔθνους, ἥτις συνέταξε τὸ πολίτευμα· κατ’ ἐξαίρεσιν ὁ νῦν πρωθυπουργὸς, ὁποῖος καὶ τότε ἦτον ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν. Γνωρίζετε ἀπὸ ποίας ἰδέας τότε ἡ συνέλευσις ἔθεσε τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, καὶ ἂν ἡ φράσις, ἡ ὁποία ἐμπεριέχεται ὅτι οἱ βουλευταὶ προβιβαζόμενοι κατ’ ἐκλογὴν ἀποβάλλουσι τὴν ἰδιότητα τοῦ βουλευτοῦ, ἐὰν ἡ φράσις αὕτη ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ προβιβάσῃ βουλευτάς. Κύριοι, τότε οἱ στρατιωτικοὶ ἀπετελοῦσαν μίαν σπουδαίαν μερίδα τῆς ἐθνοσυνελεύσεως· ἦσαν, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, πλέον τῶν 40. Γνωρίζετε, κύριοι, ὅτι εἰς τὴν μεταπολίτευσιν συνετέλεσε καὶ ὁ στρατὸς, ὅτι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος δὲν ἐθεωρήθη ἰσότης ν’ ἀποκλεισθῶσι τῶν δικαιωμάτων τοῦ βουλευτοῦ οἱ στρατιωτικοὶ, ἀλλ’ ἡ ἰδέα αὕτη ἀντίκειται πρὸς μίαν ἄλλην κυβερνητικὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν πᾶσα κυβέρνησις ὀφείλει νὰ πρεσβεύῃ, ὅτι κατερχομένων ὅλων τῶν στρατιωτικῶν εἰς τοὺς πολιτικοὺς ἀγῶνας, ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ παρασταθῇ γυμνὴ ἀπέναντι τῶν ἀγώνων, τοὺς ὁποίους ἐπρόκειτο νὰ διαδραματίσῃ τὸ ἔθνος. Ἐπρόκειτο λοιπὸν νὰ ἐφευρεθῇ ἓν μέσον, διὰ τοῦ ὁποίου οὔτε οἱ στρατιωτικοὶ νὰ ἐξέλθωσι τοῦ δικαιώματος, οὔτε ἡ ὑπηρεσία καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα νὰ πάθωσιν. Ἀλλ’, ὡς προεῖπον, γνωρίζετε ὅλοι ποία ἰδέα ὑπάρχει περὶ στρατιωτικῶν ἐν Ἑλλάδι, καὶ εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν συμμετέχουν ὅλοι ὅσοι δὲν ὑπηρέτησαν εἰς τὸν στρατόν· καὶ οἱ σήμερον κυβερνῶντες καὶ οἱ πρότερον κυβερνήσαντες καὶ οἱ μέλλοντες νὰ κυβερνήσουν φρονοῦν, καὶ ἴσως ἔχουν δίκαιον, ὅτι πρέπει νὰ τεθῶσιν ὅρια, πρέπει νὰ τεθῶσι φραγμοὶ ἀνυπέρβλητοι· διότι οἱ στρατιωτικοὶ τὰ πάντα δύνανται νὰ ἐκτελέσωσι, διότι οὔτε ἔλεγχον δίδουσιν, οὔτε ἔδωκαν, οὔτε εἶναι ὑπεύθυνοι νὰ δώσωσι. Καὶ οἰκονομολόγοι καὶ πολιτικοὶ αἰωνίως ἐξανίστανται καὶ αἰωνίως ἴσως δικαίως αἰτιῶνται μίαν τοιαύτην κατάστασιν, ἀλλὰ τὸ μέγα ἐκεῖνο πολιτικὸν σῶμα δὲν ἠδύνατο ν’ ἀποκλείσῃ τοὺς στρατιωτικοὺς ἀπὸ τοῦ νὰ κατέρχωνται εἰς τὸν πολιτικὸν ἀγῶνα. Κύριοι, τότε ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ὑπῆρχε καὶ τὸ ζήτημα τῶν ὑπαλλήλων, τὸ ὁποῖον οἱ ὑπάλληλοι τότε καὶ πληρεξούσιοι ἐν τῇ συνελεύσει ἤθελον νὰ σχετίσωσιν ἀποκλειστικῶς μὲ τὴν θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ. Τί συνέβη λοιπὸν τότε, πῶς συνετάχθη τὸ ἄρθρον, ποία ἑρμηνεία ἐδόθη, ποία ἑρμηνεία ἐξάγεται ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἦσαν σπουδαῖαι καὶ ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἠθέλησε νὰ ἀρυσθῇ βάσεις, ὅτι καλῶς ἐνήργησε; Τότε, κύριοι, προῆλθον ἄπειροι ἰδέαι· οἱ μὲν ὑπεστήριζον, ὅτι ναὶ μὲν οἱ στρατιωτικοὶ δὲν πρέπει ν’ ἀποκλεισθῶσιν, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ δικαίωμα κατὰ προτίμησιν πρέπει νὰ ἔχουν μόνον οἱ ἀνώτεροι βαθμοί· οἱ δὲ εἶπον, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ εἶναι ἄνθρωποι τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ δὲν πρέπει καὶ δὲν δύνανται νὰ συμμετέχουν εἰς νομοθεσίαν. Οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν δύνανται παρὰ νὰ ὑποπτεύουν τὸν πέλεκυν ἀείποτε τῆς ἐξουσίας, καὶ βουλευταὶ στρατιωτικοὶ παρακαθήμενοι ἐν τῷ βουλευτηρίῳ δὲν δύνανται παρὰ νὰ χαλινῶνται εἰς τὰς ἰδέας των ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως. Ἀλλὰ, κύριοι, ἡ μεγάλη ἀνάγκη, ἡ ἀνάγκη, ὅτι ὁ στρατὸς ἔλαβε μέρος εἰς τὴν μεταπολίτευσιν, ἡ ἀνάγκη ὅτι πλέον τῶν 40 ἀξιωματικῶν παρεκάθηντο εἰς τὰς ἕδρας τῆς Συνελεύσεως, ἐξηνάγκασε νὰ δεχθῶσι τὸ ἄρθρον. Ἐγὼ μάλιστα τότε, καὶ ἔχω τὴν μαρτυρίαν τοῦ ἐντίμου προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ἤμην ἄλλου συστήματος εἰς τὸ ζήτημα αὐτό· εἶπον ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ἀποφασίζοντες νὰ κατέλθωσιν εἰς τὸ πολιτικὸν στάδιον πρέπει νὰ μὴ ἔχουν ἐπιφύλαξιν καμμίαν τοῦ δικαιώματος τοῦ στρατιωτικοῦ· εἶπον ὅτι πρέπει νὰ τίθενται εἰς ἀργίαν, πρέπει αἱ θέσεις των νὰ πληροῦνται, καὶ ἐν ἀποτυχίᾳ νὰ ὑποφέρουν τὰς συνεπείας τῆς ἀργίας. Ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ μεταξὺ τῶν συναδέλφων μου στρατιωτικῶν καὶ πληρεξουσίων ἤμην μόνος. Τὸ ζήτημα αὐτὸ ἀκολούθως ὁ ἔντιμος πρόεδρος σήμερον τῆς κυβερνήσεως υἱοθέτησεν, ἀλλ’ ὁ φόβος τῶν ὑπαλλήλων, θελόντων νὰ μὴ ἐκλεχθῶσιν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ πολίτου ἀλλὰ τοῦ ὑπαλλήλου, καὶ ἡ πληθὺς τῶν στρατιωτικῶν πληρεξουσίων, ἀπώλεσαν τὴν ἰδέαν τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία ἐλέχθη ἐπισήμως, καὶ κατωρθώθη ἡ σύνταξις τοῦ ἄρθρου. Τί ἐνόησε δὲ καὶ τί εἶπε πράγματι τὸ ἄρθρον; Λέγει ὅτι, ἐπειδὴ ἐγὼ δὲν ἔχω πεποίθησιν, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ εἰσερχόμενοι, δὲν θέλουν πάντοτε ἐκμεταλλεύσει τὰς ψήφους των διὰ προβιβασμοὺς, θέλω νὰ θέσω ἕνα φραγμόν· τοὺς δέχομαι εἰς τὸ κοινοβούλιον, ἀλλ’ ὡς ἀνθρώπους, ἀπέναντι τῶν ὁποίων θὰ θέσω φραγμόν, κατὰ τῆς ἰδιοτελείας· καὶ τί εἶπεν; ὅτι προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογὴν ἀπολύει τὸν βουλευτὴν ἀπὸ τὴν ἰδιότητά του. Ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ἡ ἐθνοσυνέλευσις δὲν ἐγνώριζε τὸν νόμον περὶ προβιβασμῶν, δὲν ἐγνώριζεν ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς πρέπει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου. Ἡ συνέλευσις τότε, ἐκ τῶν πραγμάτων ἀπεδείχθη, ὅτι εἶχε δίκαιον, ἀπεδείχθη, ὅτι οἱ νόμοι δὲν ἔχουν πλήρη ἰσχὺν εἰς τὸν τόπον, ὅτι αἱ διατάξεις τῶν νόμων δὲν ἐφαρμόζονται ἐξίσου πρὸς τοὺς πάντας, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων εἶναι διὰ μόνους τοὺς ἀδυνάτους, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ δὲν προσβάλλει τὰ συμφέροντα τῶν δυνατῶν καὶ τῶν προστατευομένων, καὶ δικαίως ἡ συνέλευσις ἐθέσπισε τότε καὶ ἐψηφίσατο, ὅτι ἡ ἐκλογὴ συνεπάγεται τὴν ἀπώλειαν τῆς βουλευτικῆς ἰδιότητος. Ἦτον ἡ συνέλευσις ἐν γνώσει τοῦ νόμου περὶ προβιβασμῶν, ἀλλ’ εἶχε καὶ ἐπίσης τὴν πεποίθησιν, ὅτι οἱ νόμοι διὰ τοὺς ἰσχυροὺς εἶναι χαρτὶ ἄγραφον. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου, αὐτὴ εἶναι ἡ ἑρμηνεία τοῦ συντάγματος, καὶ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἑρμηνείας ἔρχομαι σήμερον νὰ ὑποστηρίξω τὴν πεποίθησιν τοῦ σώματος τῆς συνελεύσεως, ὅταν συνέταττε τὸ ἄρθρον, ὅτι οἱ νόμοι τοῦ κράτους δὲν δίδουν τὸ δικαίωμα νὰ προβιβάζῃ ὁ ὑπουργὸς κατ’ ἐκλογὴν βουλευτάς· ὅτι μόνον τότε ὁ ὑπουργὸς ἐξαναγκάζεται εἰς προβιβασμοὺς βουλευτῶν, ὁσάκις δύνανται νὰ γεννηθῶσι ζημίαι εἰς τὸ δημόσιον· ὁσάκις ἡ παράβλεψις ἀξιωματικῶν βουλευτῶν δύναται νὰ δώσῃ νόμιμα δικαιώματα ἀγωγῆς κατὰ τοῦ δημοσίου, τότε ἐπιβάλλεται εἰς τὸν ὑπουργὸν ὑποχρέωσις νὰ προβιβάζῃ βουλευτὰς ἀξιωματικούς· ὁσάκις ὅμως τοιοῦτος κίνδυνος δὲν ὑφίσταται, ὁ ὑπουργὸς δὲν ὀφείλει οὔτε ἠθικῶς, οὔτε κατὰ νόμον νὰ προβιβάζῃ κατ’ ἐκλογὴν βουλευτάς. Τὸν κ. Πλέσαν, ἀντισυνταγματάρχην σήμερον τῆς χωροφυλακῆς καὶ βουλευτὴν, ὤφειλε ὁ ὑπουργὸς, κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὰ καταστατικὰ τῆς χωροφυλακῆς, νὰ τὸν προάξῃ εἰς τὸν βαθμὸν ἀντισυνταγματάρχου ἄνευ ἀνάγκης; Καὶ, κύριοι, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν εἶπεν ὅτι ἔχει δύω ἐπιχειρήματα εἰς τὴν προαγωγὴν τοῦ κ. Πλέσα, ὅτι ἦτον ὁ πρῶτος ἀριθμὸς ἐν τῷ σώματι, καὶ ὅτι ἦτο βουλευτής. Τὸ μὲν πρῶτον ἀναγνωρίζω, τὸ δὲ δεύτερον ἀποκρούω· αὐτὴ μάλιστα ἡ ἐκτίμησις τοῦ ὑπουργοῦ, διὰ νὰ προβιβάζῃ βουλευτὰς ἄνευ ἀνάγκης, εἶναι ἰδέα, ἡ ὁποία ἀπεκρούσθη ἀπὸ τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὸ πολίτευμα. Μόνον ὅταν ὁ κ. Πλέσας εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ σᾶς ἐνάξῃ ἐπὶ παραβιάσει τῶν δικαιωμάτων του, τότε, καὶ τότε μόνον ὠφείλετε ὑποχρεωτικῶς νὰ τὸν προβιβάσητε, καὶ αὐτὴ ἡ περίστασις ὑπάρχει εἰς ἐμὲ προσωπικῶς. Καὶ ἐγὼ εἶμαι βουλευτὴς, καὶ ἐγὼ εἶμαι στρατιωτικὸς, καὶ ἐγὼ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ὑπουργίας σας μετετέθην ἀπὸ τῆς τάξεως τοῦ λοχαγοῦ δευτέρας εἰς τὴν τάξιν τοῦ λοχαγοῦ πρώτης· δὲν ἠδύνασθε νὰ μὲ παραλείψητε· ὅ,τι ἠδύνασθε, τὸ ἐκάμετε, καὶ δικαίως. Ὅταν ἀνελάβετε τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους, μὲ ηὕρετε πρῶτον λοχαγὸν δευτέρας τάξεως· καὶ δικαίως καὶ νομίμως καὶ ἠθικῶς δὲν ἔπρεπε νὰ μὲ μεταβάλητε, διότι καὶ τίποτε δὲν ἤθελον σᾶς χρησιμεύσει. Ἀλλ’ ὅταν ἡ ἀνάγκη τοῦ Κράτους, ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας σᾶς ὑπηγόρευσε νὰ κάμητε 15 λοχαγοὺς πρώτης τάξεως, δὲν ἠδύνασθε νὰ μὲ παραλείψητε πλέον, διότι, ἐὰν μὲ παρελείπετε, ἤθελον κινήσει ἀγωγὴν ἐναντίον σας, ὅτι μοῦ παραβλάπτετε τὰ δικαιώματά μου, τὰ ὁποῖα προστατεύει ὁ νόμος, ὅπως ἔπραξα τὸ ἴδιον, ὅταν παρεγνωρίσατε τὴν ἀρχαιότητά μου. Ὅταν ὅμως πρόκειται νὰ μὴ γεννήσῃ δικαιώματα ἀποζημιώσεως, τότε ἡ πρᾶξις τῆς κυβερνήσεως, ἐκτὸς ὅτι παρουσιάζει τι παράνομον, παρουσιάζει καὶ κάτι τι πλέον, παρουσιάζει μίαν τάσιν, καὶ ἡ τάσις αὕτη πράγματι ἐξεπληρώθη, καὶ διὰ τὴν τάσιν αὐτὴν σήμερον μένω μόνος ἐπὶ τοῦ βήματος. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη, δὲν ἦτο δημόσιον συμφέρον ὁ προβιβασμὸς τοῦ κ. Πλέσα, καθὼς καὶ ἐπίσης δὲν ἦτον ὁ προβιβασμὸς τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, καθ’ ἣν περίπτωσιν ὑμεῖς ὡς ὑπουργὸς ἀνεγνωρίζετε ὅτι ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶχε δεύτερον ἀριθμὸν καὶ ὄχι πρῶτον. Ἐὰν μὲν εἶχε πρῶτον ἀριθμὸν ἐν τῷ ὅπλῳ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὑπεχρεοῦσθε νὰ τὸν προβιβάσητε· ἐὰν ὅμως εἶχε δεύτερον, δὲν ἐδικαιοῦσθε, δὲν ὠφείλετε νὰ τὸν προβιβάσητε, διότι ἐὰν ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶχε δεύτερον ἀριθμὸν ἐν τῷ σώματι, δὲν ἠδύνατο νὰ σᾶς κινήσῃ δικαιώματα ἀποζημιώσεως· ἐὰν ὅμως ἦτο πρῶτος, ὅπως διατείνεται ἴσως λίαν λογικῶς, ὠφείλετε, ὑπεχρεοῦσθε, διότι εἴχετε ἀνάγκην τοῦ δευτέρου. Ἀλλ’ ἡ πρᾶξις τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Πλέσα ἐπιβαρύνεται καὶ ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ σῶμα, εἰς ὃ ἀνήκει, δὲν ἔχει δεύτερον βαθμὸν τοιοῦτον. Ἀλλά, κύριοι, ἐὰν τοῦτο τὸ δεχθῶμεν ὡς ἀξίωμα, σεῖς οἱ κυβερνῶντες θὰ μεταμεληθῆτε, σεῖς, οἵτινες τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους τοὺς ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπηρετήσαντας εἰς ἓν σῶμα εἰδικόν, εἰς ἓν σῶμα λίαν σπουδαῖον, ὅπως εἶναι τὸ τῆς χωροφυλακῆς, θέλετε τοὺς ἀπομακρύνει τοῦ σώματός των πρὸς βλάβην αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας· καὶ ὁ κ. Πλέσας πολὺ καλὰ ἐννοῶ, ὅτι ἐπιτυχῶς θὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντα καὶ τοῦ φρουράρχου καὶ τοῦ μέλους τοῦ ἀναθεωρητικοῦ, ἀλλ’ ἡ ὑπηρεσία θὰ πάθῃ, καὶ σεῖς, ὑπουργὲ τῶν στρατιωτικῶν, θὰ μεταμεληθῆτε, διότι ὁ κ. Πλέσας πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας πρέπει ν’ ἀνήκῃ εἰς τὸ σῶμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγεννήθη, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγήρασε.
§18ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὡς ταγματάρχης τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἦτον εἰς τὸ σῶμα.
§19Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὔριον θὰ ἦτο. Κύριοι, ἐννοῶ ἓν πρᾶγμα, καὶ αὐτὸ νομίζω ἐννοεῖ καὶ ἡ Βουλή, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ βουλευταὶ, καὶ νομίζω ὅτι ἡ Βουλή, ἡ ὁποία εἶναι τὸ πρῶτον τέκνον τῆς Συνελεύσεως, ὀφείλει νὰ σκεφθῇ καὶ νὰ ἐπιδείξῃ τὴν σκέψιν της διὰ τῆς ψήφου της, ὅτι ὡς πρὸς τοὺς βουλευτὰς τοὺς στρατιωτικοὺς δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ καμμία σχέσις εὐνοίας, ἥτις δύναται νὰ παραλύσῃ τὰς συνειδήσεις των, καὶ ὅ,τι τὸ σῶμα ἔκαμε διὰ τοὺς ὑπαλλήλους ἐν γένει τοῦ κράτους, τὸ αὐτὸ τοῦτο ὀφείλει σήμερον τὸ νομοθετικὸν σῶμα, πᾶσαν σχέσιν προερχομένην οὐχὶ ἐξ ἀνάγκης τοῦ κράτους νὰ τὴν καταργήσῃ. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη οὔτε δημοσίου συμφέροντος, οὔτε ἔδιδε δικαιώματα ἀποζημιώσεως οὔτε ὁ κ. Πλέσας, οὔτε ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἄλλων ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν μᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ κατάστασις διαθεσιμότητος καλύπτει τὴν πρᾶξιν αὐτήν· ἀλλὰ δὲν πιστεύω, καὶ τὸ λέγω μετὰ πεποιθήσεως, ὅτι εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν εἶναι βεβαίως ἐπιτετραμμένον, ὁσάκις πρόκειται νὰ ἀντιῤῥήσῃ ἐπὶ γεγονότων, νὰ ἑρμηνεύῃ τοὺς νόμους συμφώνως πρὸς τὸ πολιτικόν του δικαίωμα. Ἀλλὰ, κύριοι, σᾶς τὸ λέγω εἰλικρινέστατα, ὅτι ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται στρατιωτικῶς νὰ ἔχῃ τοιαύτας κρίσεις ἐπὶ τῶν λέξεων τῆς διαθεσιμότητος καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν· διότι, κύριοι, πραγματικῶς θὰ ἦτον ἀσύγγνωστον πρᾶγμα, καὶ δὲν πιστεύω πώποτε ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὁ ὁποῖος συνέταξεν, ὁ ὁποῖος ἐγήρασεν εἰς τὴν νομοθεσίαν τοῦ στρατοῦ, νὰ ἔχῃ τὰς αὐτὰς ἰδέας, διότι τὰς ἰδέας αὐτὰς τὰς ἐκαλλιέργησε, τὰς ἀνέπτυξεν ἐπὶ ἑνὸς ἐδάφους ἄλλης νομοθεσίας, καὶ ἡ ἄλλη νομοθεσία εἶναι ῥητὴ, ἔχει τὰ ἐκτελεστικὰ διατάγματα. Δὲν δύναται λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς κατὰ πεποίθησιν νὰ φρονῇ αὐτά· ἴσως ἡ θέσις του ὡς ὑπουργοῦ Συνταγματικοῦ τοῦ ἐπιβάλλει τοιαύτας ἑρμηνείας, ἀλλ’ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, μετερχόμενος ἀκολούθως ἴσως τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τοιαύτας δοξασίας, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ διαθεσιμότης δύναται νὰ καλύψῃ τοιαύτας πράξεις, ὅτι ἡ διαθεσιμότης εἶναι μία κατάστασις ἀποκλειστικῶς ἀνήκουσα εἰς βαθμοὺς ἀνωτέρους· καὶ ἰδοὺ, κύριοι, παραδείγματα. Κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους, πᾶς στρατιωτικός, καὶ ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς, ὀφείλει νὰ ἔχῃ θέσιν ἐν τῷ στρατῷ. Ἀλλ’ οἱ ἀξιωματικοὶ, γενόμενοι ὑπουργοὶ, ἐγκαταλείπουν πολλάκις θέσεις νομοθετημένας· τί γίνεται τότε; παραδείγματα ἔχομεν ἄπειρα· εἴδομεν τὸν κ. Καρνάλην, ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, τὸν κ. Ζυμπρακάκην ἐπίσης, οἵτινες ἐγκατέλειψαν τὰ σώματά των καὶ μετέβησαν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ. Εἶναι, κύριοι, ἀνάγκη, ὁσάκις ἀξιωματικοὶ κατέχουν θέσεις νομοθετημένας ἐν τῷ στρατῷ καὶ ἔχουν βαθμὸν κατώτερον τοῦ συνταγματάρχου ἢ τοῦ στρατηγοῦ, βαθμοὺς, εἰς τοὺς ὁποίους ἀποκλειστικῶς ἀνήκει ἡ κατάστασις τῆς διαθεσιμότητος, αἱ θέσεις των νὰ μένωσι κεναί, διότι ἡ θέσις τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι θέσις μὴ στρατιωτικὴ, εἶναι θέσις μὴ ἐξαρτωμένη ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους· ἡ θέσις τοῦ ὑπουργοῦ δύναται νὰ χαθῇ καὶ πάλιν εἰς μίαν στιγμὴν, καὶ ἂν ἐπρόκειτο ὁ κ. Ζυμβρακάκης, ὁ ἀρχηγὸς τοῦ πυροβολικοῦ, γενόμενος ὑπουργὸς, νὰ ἀντικατασταθῇ εἰς τὴν θέσιν, αἱ δὲ ἄλλαι θέσεις νὰ ἦναι πεπληρωμέναι, τί ἤθελε συμβῆ τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ἔπιπτεν ἀπὸ ὑπουργός; Ὁ νόμος δὲν ἐπρόβλεψεν· ἤθελε τεθῆ εἰς ἀργίαν; καὶ πῶς! ὑπουργὸς ἀξιωματικός, πίπτων, ὤφειλε νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν; ποῖος ὑπουργὸς ἤθελε προκαλέσει τὸ τοιοῦτον διάταγμα; Ἐτέθη εἰς ἀργίαν διότι κατελήφθη ἡ θέσις του· ἀλλ’ ἡ θέσις τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι ἰσόβιος. Ἡ θέσις τοῦ διοικητοῦ τοῦ Σώματος εἶναι κατηργημένη; ὄχι· λοιπὸν δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν, ἀλλ’ ἤθελε μισθοδοτεῖσθαι, χωρὶς νὰ ὑπηρετῇ τὸ ἔθνος, καὶ τότε, ὁσάκις στρατιωτικὸς ἀναβαίνει τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ θέσις μένει κενή. Καὶ δικαίως ὁ κ. Ζυμπρακάκης, γενόμενος ὑπουργὸς, ἀφῆκε τὴν θέσιν του κενὴν, καὶ ὁ κ. Καρνάλης ἐπίσης, καὶ μετὰ τὴν πτῶσίν των ἐπανῆλθον εἰς τὰς θέσεις των. Μόνον, ἐὰν εἶχον βαθμὸν συνταγματάρχου ἢ στρατηγοῦ, ἠδύνατο νὰ πληρωθῇ ἡ θέσις των, διότι ὁ βαθμὸς τοῦ συνταγματάρχου καὶ τοῦ στρατηγοῦ εἶναι ἀποκλειστικῶς βαθμὸς διαθεσιμότητος. Ὁ κ. Ἀρτέμης, συνταγματάρχης, γενόμενος ὑπουργὸς, δύναται νὰ πληρωθῇ ἀμέσως ἡ θέσις τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, καὶ πίπτων ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ νὰ ἔχῃ τὴν θέσιν τῆς διαθεσιμότητος, διότι ὁ βαθμὸς ἀνήκει εἰς τὴν τάξιν τοῦ διαθεσίμου, καθὼς καὶ ὁ βαθμὸς τοῦ στρατηγοῦ· ἐδικαιοῦτο δὲ εἰς πρώτην θέσιν χηρεύουσαν νὰ ζητήσῃ τὴν θέσιν του. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ διαφορὰ τῆς διαθεσιμότητος, ἥτις δὲν εἶναι διὰ τοὺς στρατιωτικοὺς βουλευτάς. Ἠξεύρετε διατί ἐτέθη ἡ διαθεσιμότης εἰς τοὺς βουλευτάς; διότι ἐγὼ ἐπρότεινα τότε εἰς τὸ σῶμα τῆς Συνελεύσεως νὰ τεθῇ εἰς ἀργίαν ὁ βουλευτὴς, ἂν ὄχι διὰ ποινὴν, ἀλλ’ ἕνεκα καταργήσεως θέσεως· καὶ ἠξεύρετε τότε τί εἶπεν ἡ Συνέλευσις; Εἶπε καὶ πολλοὶ τῶν συναδέλφων μου διϊσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ ἀργία εἶναι ποινὴ, καὶ δὲν πρόκειται νὰ τιμωρήσῃ τοὺς στρατιωτικοὺς τοὺς ἀποδυομένους εἰς τὸν βουλευτικὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ πρέπει νὰ τοὺς δώσῃ μίαν θέσιν ἐξαιρετικήν· τοὺς ἔδωκε λοιπὸν τὴν κατάστασιν τῆς διαθεσιμότητος, ἡ ὁποία ἀνήκει εἰς μόνους τοὺς στρατηγοὺς καὶ συνταγματάρχας. Ἀλλὰ, κύριοι, ὅσον καὶ ἂν πρόκηται νὰ καλύψωμεν τὰ πράγματα μὲ ὡραίας λέξεις, καθὼς ἔγινεν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ὅστις δὲν στερεῖται τῶν δώρων τοῦ ῥήτορος, τὰ πράγματα ὅμως εἶναι αὐτὰ, καὶ τὰ πράγματα δὲν εἶναι πλέον θεωρία, ἀλλὰ συνεπάγουσι ζημίας καὶ ὑλικὰς καὶ ἠθικάς. Δὲν ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη μὲ ὅλα τὰ ἀνεγνωρισμένα δικαιώματα τοῦ ἐντίμου συναδέλφου καὶ ὡς πρὸς τὸ σῶμα καὶ τὴν ἐν γένει πολιτείαν, νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν νὰ τὸν προβιβάσῃ ἄνευ ἀνάγκης. Καὶ, κύριοι, τίς ἐστέρησε τῶν προσωπικῶν δικαιωμάτων πάντα ἔντιμον συνάδελφον; Καὶ μήπως ἐγὼ πρῶτος, πρὶν ἄρξωμαι τοῦ λόγου μου, δὲν ἐξέθεσα ὅτι, ἀναγκαζόμενος νὰ προβῶ εἰς ὅλως προσωπικὸν ζήτημα, ἀποκρούω πᾶσαν ὑποψίαν, καὶ ὅτι ἴσως μετὰ τῶν προσώπων αὐτῶν μὲ συνδέουν σχέσεις καὶ φιλίαι, δὲν ἔχω δὲ οὐδὲν μῖσος; Μήπως εἶναι ἡ ἐποχὴ, καθ’ ἣν θὰ μοὶ ἀποδώσουν ὅτι ὁμιλῶ τοιουτοτρόπως, διότι πρόκειται νὰ σύρω τὰ παράσημα τοῦ ἀνωτέρου; Κύριοι, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ τύχη τῆς ἐπερωτήσεώς μου, καταλήγω καὶ ἐπισήμως, ὅπως ἔπραξα καὶ ἰδιαιτέρως, ὅπου, παραβλεπομένων τῶν προσωπικῶν δικαιωμάτων μου, ἠναγκάσθην νὰ καταλήξω· δὲν μετεχειρίσθην ἄλλην γλῶσσαν, δὲν ἐξεμεταλλεύθην ἄλλας ἰδέας, εἶπον καὶ ἰδιαιτέρως, λέγω καὶ ἐπισήμως, ὅτι οὐδὲν συμφέρον προσωπικὸν μὲ κινεῖ εἰς τὴν ἐπερώτησιν· ἂν ἀγανακτῶ, κύριοι, σήμερον περισσότερον τοῦ δέοντος, τὸ εἶπον καὶ χθὲς, αἴτιος εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν· εἶναι αἴτιος, διότι τὸν περιβάλλουσιν ἰδιότητες, ἐκ τῶν ὁποίων δὲν ἤλπιζε κανεὶς ὅτι ἤθελον ἐπέλθει τοιαῦται πράξεις. Θὰ ἤμουν ἴσως λίαν ἐπιεικὴς πρὸς ἕτερον ὑπουργὸν, τὸν ὁποῖον μία πολιτικὴ ἀνάγκη ἀνεβίβασεν εἰς τὴν εἰδικότητα ἑνὸς κλάδου τῆς πολιτείας· ἐν παραδείγματι, δὲν ἤθελα ὁμιλήσει ἴσως ποτὲ οὕτως ὡς πρὸς τὰ πράγματα τῆς δικαιοσύνης διὰ τὸν ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης· ἀλλ’ ὅταν ἐθεωρήσαμεν ἀναγκαῖον ὅτι τὸ μὲν κοινοβούλιον πρέπει νὰ ἔχῃ κοινοβουλευτικὴν κυβέρνησιν, εἰς δὲ τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐπικάθηνται εἰδικοὶ ἄνδρες, τὸ συμφέρον τοῦ τόπου ἐπιβάλλει μίαν γλῶσσαν λίαν αὐστηράν. Δὲν διενοήθην, κύριοι, πώποτε νὰ ἐλαττώσω τὰς ὑπηρεσίας τοῦ ἐντίμου συναδέλφου· τὰς σέβομαι καὶ ἔχω διττὰς ὑποχρεώσεις διὰ νὰ τὰς σέβωμαι· ἀλλὰ, κύριοι, ὅταν ἐπετελέσθη πρὸ ὀλίγων ἐτῶν μία μεταπολίτευσις, ἐθεώρησα ὅτι τὸ αἴτιον τῆς μεταπολιτεύσεως ἐκείνης ἦτο, διότι ἐπρόκειτο νὰ ἐπέλθῃ ἡ βασιλεία τῶν νόμων, ἐπρόκειτο νὰ ἐγκατασταθῇ ἓν βῆμα, ἀπὸ τοῦ ὁποίου νὰ λέγῃ πᾶς τις ὅ,τι πράγματι φρονεῖ, καὶ νὰ μὴν ἐπανέλθωμεν εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν ἄλλο νομοθετικὸν σῶμα ἐβουλεύετο ὑποκλινῶς, εἰς δὲ τὰς ἰδιαιτέρας του συνομιλίας ἀνεγνώριζε τὰ κακά. Ἡ ἔλλειψις, κύριοι, τῆς ἐξελέγξεως καὶ τῆς ἐπιτηρήσεως γεννᾷ καὶ τὰς συνωμοσίας καὶ τὰς ἐπαναστάσεις. Δὲν καταφέρομαι λοιπὸν κατ’ οὐδενὸς προσώπου· λυποῦμαι μάλιστα προσωπικῶς, καὶ τὸ λέγω ἐπισήμως, διὰ τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, περὶ τοῦ ὁποίου ἐγὼ πρῶτος, καὶ τὸ γνωρίζετε οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν, τί γλῶσσαν ἐκράτησα ἀπέναντι ἄλλων ἰδεῶν. Ἐν τέλει, κύριοι, ἐπέρχεται κατ’ ἀνάγκην ὁ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸς τοῦ κ. Γρίβα, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶπε κακῶς· «Ἐρχόμενος νῦν εἰς τὸ τελευταῖον ζήτημα τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Γρίβα, παρατηρῶ...» (Ἀναγινώσκει τὴν σχετικὴν περικοπικὴν ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν)· Αὐταὶ εἶναι αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἐξεφράσθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν εἶπεν ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει διάταγμα, ἀλλὰ δὲν εἶναι νόμος. Ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι ὁ νόμος, ὅστις ἀκολούθως βοηθεῖται ἀπὸ τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα, καὶ ὁ νόμος εἶναι ῥητός· καὶ ὄχι τὸ διάταγμα, ἀλλ’ ὁ νόμος αὐτὸς θέτει περιορισμοὺς εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ δικαιώματος τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ. Εἶναι, κύριοι, ὁ νόμος ὁ καθαρὸς καὶ ὄχι τὸ διάταγμα τοῦ 1861. Ἐν ἄρθρῳ 13 λέγει· «αἱ χηρεύουσαι θέσεις ταγματαρχῶν ἀπονέμονται ἐν ἑκάστῳ ὅπλῳ, στρατιωτικῷ σώματι ἢ κλάδῳ, ἐξ ἡμισείας μὲν κατ’ ἀρχαιότητα, ἐξ ἡμισείας δὲ κατ’ ἐκλογὴν εἰς τοὺς λοχαγούς». Ὁ αὐτὸς νόμος, καὶ ὄχι τὸ διάταγμα, ἐν ἄρθρῳ 15 λέγει· «διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος θέλουσιν ὁρισθῆ αἱ ἀπαιτούμεναι πρὸς προβιβασμὸν γνώσεις καὶ ἰδιότητες, ὡς καὶ ὁ τρόπος τῆς ἐκτιμήσεως αὐτῶν. α. Εἰς τοὺς διαφόρους βαθμοὺς τῶν ὑπαξιωματικῶν, συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀνθυπασπιστοῦ. β. Εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ταγματάρχου κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογὴν καὶ γ. Εἰς ὅλους τοὺς λοιποὺς βαθμοὺς κατ’ ἐκλογήν.» Ἐπειδὴ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον δὲν δύναται νὰ ὁρίσῃ τὰς περιστάσεις καὶ καταστήσῃ ἕνα νόμον συγκείμενον ἀπὸ ἑκατὸν ἄρθρα, λέγει ὅτι ἐγὼ ὁ νόμος θὰ ὁρίσω δι’ εἰδικοῦ διατάγματος τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ ἐνεργῆται τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς. Λοιπὸν ὁ νόμος καὶ ὄχι τὸ διάταγμα ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις καὶ περιορισμὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Καί, κύριοι, δὲν εἶναι ἰδέα ἰδική μου, ἀλλ’ ὅλων τῶν νομικῶν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς ἐβασίσθην, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τῆς ἐπερωτήσεώς μου. Δὲν εἶναι λοιπὸν τὸ διάταγμα, ἀλλ’ ὁ νόμος, ὅστις θέτει περιορισμόν· ἀλλ’ ὁ νόμος, καθὼς πᾶς νόμος, δὲν δύναται παρὰ νὰ συνοδεύεται ἀπὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα, καὶ μάλιστα νόμοι, ὅπως εἶναι ὁ παρών, καθολικός, πάγιος. Ἔρχεται ἀκολούθως πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ διατάγματος τοῦ νόμου καὶ λέγει ὁ νόμος ῥητῶς ὅτι, ἂν δὲν ἐπέλθῃ διάταγμα, εἶναι εἰς πλήρη ἀχρηστίαν ὁ νόμος κατὰ τὸ μέρος αὐτό. Καὶ πράγματι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὡς καὶ οἱ προκάτοχοί του τὸν νόμον περὶ προβιβασμῶν τὸν κατέστησαν νεκρὸν, διότι ῥητῶς λέγουν εἰς τὰ διατάγματά των, ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἔχω τὰ μέσα νὰ ἐκτελέσω τὴν ἐκλογὴν, προβιβάζω ἀποκλειστικῶς κατ’ ἀρχαιότητα. Λοιπὸν μέχρι σήμερον ἡ διάταξις αὕτη τοῦ ἐκλογικοῦ δικαιώματος εἶναι νεκρὰ, ἐνόσῳ δὲν γίνει γνωστὸν, τί ὁ νόμος ὁρίζει. Λοιπὸν ὁ νόμος, ἐπαναλαμβάνω, καὶ ὄχι τὸ διάταγμα, θέτει περιορισμόν. Ἀλλ’ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν συνεπάγεται καὶ ἕτερον συμπέρασμα ἐξ αὐτῆς τῆς ἐννοίας· ἐὰν ἐπίστευα, λέγει, ὅτι ὁ νόμος ἔχει τοιαύτην ἔννοιαν, ἠδυνάμην νὰ τροποποιήσω τὸ διάταγμα, ὅπως τὸ ἔπραξα καὶ ἐπὶ τοῦ βαθμοῦ τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν πολιτικῶν ἐκείνων, οἵτινες δὲν σκέπτονται διὰ σήμερον· ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν, εἰς τὰς πράξεις του ἀναφέρεται καὶ προβλέπει νέας ἐνεργείας. Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἐνεργεῖ αὐτομάτως, ἄνευ σκέψεως· καὶ ὑπῆρξαν πολλοὶ, οἵτινες εἶχον αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς ἐνεργείας· ὑπῆρξαν πολλοὶ ἄλλοτε, οἱ ὁποῖοι εἰς πρώτην θέλησιν πᾶσαν ἰδέαν τὴν μετέβαλλον εἰς νόμον, τὸν ὁποῖον μετὰ ταῦτα αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἠκύρονον· ἀλλ’ ὁ σήμερον ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὅταν ἐνεργῇ, ἐνεργεῖ πάντοτε λίαν σκοπίμως. Ἠξεύρετε, κύριοι, ἀσχολούμενος ἀπό τινος καιροῦ εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἐργασιῶν του, τί ἐξήγαγον ἐκ τοῦ τρόπου αὐτοῦ τῆς ἐνεργείας του; ὅτι, προκειμένου κατ’ ἐκλογὴν νὰ προβιβάσῃ ἀντισυνταγματάρχας καὶ μὴ δυνάμενος ἐκ τοῦ νόμου, ἐτροποποίησε τὸ διάταγμα, ἐνῷ διὰ τὸν κ. Γρίβαν δὲν τὸ ἐτροποποίησεν. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν πιθανόν, δὲν δύναμαι νὰ τὸ βεβαιώσω, διότι δὲν εἶμαι ἐντὸς τῆς διανοίας του, ἠθέλησε νὰ μὴν ἀνοίξῃ μίαν θύραν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ εἰσέλθουν καὶ ἄλλοι, ἀλλὰ μόνον μίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπίστευεν ὅτι θὰ εἰσέλθουν οἱ φίλοι του. Σᾶς εἶπον, κύριοι, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς μου, καὶ τὸ λέγω παῤῥησίᾳ, ὅτι ἡ ἐνέργειά του αὐτὴ δὲν ἦτον ἄσκοπος, ἀλλὰ λίαν σκόπιμος, καὶ ἂν αὔριον ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ὑποβάλῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους καὶ φέρῃ εἰς τὰς ἕδρας τῶν διοικητῶν τῶν Σωμάτων τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου, δὲν δύναται κατὰ τὸ διάταγμα αὐτὸ οἱονδήποτε ταγματάρχην, οἱονδήποτε λοχαγόν, ἄνευ ἐπιθεωρητοῦ καὶ ἄλλης ἐξελέγξεως νὰ τὸν προβιβάσῃ ἀντισυνταγματάρχην, ὅπως τὸ ἔκαμε διὰ τὸν κύριον Μεσσηνέζην. Δὲν δύναμαι λοιπὸν νὰ πιστεύσω, κύριοι, τὸ ἁπλοῦν, τὸ λίαν εὔπιστον ἐπιχείρημα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ὅτι δὲν ἐνόησε τὸν νόμον, ὅτι δὲν ἐνόησεν, ὅτι ὁ νόμος τοῦ θέτει τοιούτους περιορισμούς, ὅταν πρόκηται τὸ δικαίωμα αὐτὸ νὰ ἐνεργηθῇ ἐπὶ οἱουδήποτε προσώπου, κατέχοντος ἀνωτέραν θέσιν, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου θὰ ἀναφέρω ἀκολούθως. Λοιπὸν δὲν ἠθέλησε ν’ ἀνοίξῃ τὴν θύραν αὐτὴν διὰ τοὺς βαθμοὺς τοῦ λοχαγοῦ, ἀλλὰ μόνον τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Καί, κύριοι, ὅπως καὶ χθὲς σᾶς εἶπον, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καθ’ ὅλην τὴν ἐνέργειαν παρουσίασε, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, ὅστις ἐσπούδασα τὰς πράξεις του, ὅτι ἐφ’ ἑκάστης περιστάσεως εἶχεν ἴδιον μέτρον, ὅτι ἐπὶ τῆς αὐτῆς φύσεως τῶν ὑποθέσεων ὁτὲ μὲν ἐνήργησεν οὕτως, ὁτὲ δὲ ἐνήργησεν ἄλλως. Ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες, κύριοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν τὰ πρόσωπα καὶ τὰ πράγματα, δὲν δύναται νὰ μᾶς λάθῃ ὅτι αὐτὴ ἡ ἐνέργεια ἦτον αὐτόματος καὶ δικαία, ἀλλ’ οὐχὶ σκόπιμος καὶ ἀποτελεσματική. Ὁτὲ μὲν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἀνακαλεῖ διὰ μιᾶς ἀξιωματικούς, ὅτε δὲ ἀφίνει καὶ παρέρχονται δύω μῆνες, καὶ μετὰ ταῦτα προβιβάζει· ἠξεύρετε, κύριοι, τί δύναται νὰ συμβῇ; Δύναται νὰ συμβῇ ὅ,τι δὲν συνέβη, νὰ ἀνακληθῶσι δηλ. εἰς ἐνέργειαν οἱ ἀξιωματικοὶ καὶ νὰ πέσῃ ὁ ὑπουργός· ἀλλ’ ὁ διάδοχός του θὰ τοὺς εὕρῃ τοποθετημένους καὶ δὲν δύναται νὰ τοὺς φέρῃ εἰς ἀργίαν. Λοιπὸν τίποτε δὲν εἶναι τυχαῖον, τίποτε ἐκ παραδρομῆς, οὔτε αὐτόματον· εἶναι ἐσκεμμένον, ἐκ προθέσεως καθαρᾶς. Καὶ διατί; διότι ὁ ὑπουργὸς παρὰ πάντα ἄλλον γνωρίζει τοὺς νόμους καὶ τὰ πρόσωπα. Εἶπε χθὲς, καὶ δὲν εἶναι σημειωμένον εἰς τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα, ὅτι δὲν πταίει ὁ ὑπουργὸς, διότι δὲν ἔχει τὰ μέσα τῆς ἐξαιρέσεως, δὲν ἐνθυμοῦμαι δὲ καλῶς, ἂν ἀπέδωκεν εἰς ἐμὲ ἢ εἰς τὸ Σῶμα τὴν κατάργησιν τῆς θέσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν.
§20ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Εἰς τὰς περιστάσεις, εἶπον.
§21Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶχε λοιπὸν τὰ μέσα καὶ δι’ αὐτὸ ἠναγκάσθη νὰ προβῇ εἰς ἓν τοιοῦτον μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελε προβῆ νομίμως, ἐὰν εἶχε τὰ μέσα τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἀλλά, κύριοι, οὔτε ὑπὸ τὴν μίαν οὔτε ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ παρουσιάζεται ἀληθές. Οἱ ἐπιθεωρηταί, λέγει, δὲν ὑπάρχουσι διὰ νὰ ἐξελέγξωσιν· ἀλλ’ ἐγὼ λέγω, καὶ ὅλος ὁ κόσμος ἐπιμαρτυρήσει, ὅτι ἐπιθεωρηταὶ ὑπάρχουσι τρεῖς ὁλόκληροι, ὅτι ὑπάρχουσι τρεῖς ἀρχηγοὶ τοῦ στρατοῦ, εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ὁποίων διὰ προγενεστέρου διατάγματος ἀνετέθησαν καὶ τὰ καθήκοντα τῶν ἐπιθεωρητῶν. Λοιπὸν εἶχε τὰ μέσα πρόσφατα, νομοθετημένα, εὑρὼν αὐτὰ ἀπὸ τοὺς προκατόχους. Ἀλλὰ καὶ καθ’ ἣν περίστασιν ἀκόμη δὲν εὕρισκε τοὺς ἀρχηγοὺς καὶ τοὺς ἐπιθεωρητὰς, ὁ νόμος τοῦ Κράτους, τὸ προσωπικὸν τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ δὲν τῷ ἐχορήγει τὰ μέσα νὰ ἀποστείλῃ ἀξιωματικοὺς πρὸς ἐπιθεώρησιν; δὲν ἠδύνατο νὰ παραλάβῃ ἓν μέρος τοῦ ἀναθεωρητικοῦ στρατοδικείου καὶ ἕνα φρούραρχον τῆς πρωτευούσης καὶ νὰ διατάξῃ νὰ ἐπιθεωρήσουν τὰ σώματα καὶ νὰ παρουσιάσουν τοὺς καταλόγους καὶ ὑποβάλουν προτάσεις κατ’ ἐκλογήν; Ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ σταθῇ εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ προβάλλει ὅλως νέα καὶ ἄσχετα τὸ ἓν πρὸς τὸ ἄλλο· λέγει ὅτι, ἀφοῦ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ προτείνω κατ’ ἐκλογὴν εἰς τὸν Βασιλέα τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ προτείνω ἕνα συνάδελφον; καὶ δὲν εἶναι ἀληθές, μᾶς εἶπε χθὲς, ὅτι οἱ διαγγελεῖς τοῦ Βασιλέως, καθὼς καὶ οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι οἱ ἱκανώτεροι τῶν ἀξιωματικῶν· καὶ πόθεν ἠρύσθη ὁ ὑπουργὸς τὴν δοξασίαν αὐτήν; Θὰ σᾶς ἀναγνώσω, πῶς ἑρμηνεύεται ἡ θέσις τῶν διαγγελέων καὶ τῶν ὑπασπιστῶν, καθὼς καὶ τοῦ ἐπιτελείου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπ’ αὐτὸν τὸν γαλλικὸν νόμον, τοῦ ὁποίου καθαρὰ μετάφρασις εἶναι ὁ ἡμέτερος· θὰ ἴδητε ὅτι εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον μόνον οἱ ἀνώτεροι βαθμοὶ πληροῦνται, ὁσάκις μεταβαίνουσιν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τὴν προσωπικὴν τοῦ Βασιλέως, οἱ δὲ κατώτεροι προσλαμβάνονται ἀπὸ τὸν στρατὸν, αἱ δὲ θέσεις των μένουσι χηρεύουσαι, καὶ οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ θεωροῦνται ἀπεσπασμένοι καὶ συντρέχοντες εἰς τὴν ἀρχαιότητα μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς ὑπηρετοῦντας εἰς τὰ σώματα· μόνον περὶ τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τῶν προσκεκολλημένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ἄρχοντος, εἰς αὐτοὺς καὶ μόνους δίδει τὸ δικαίωμα νὰ μὴν ὑποβάλλωνται εἰς τὸν ἔλεγχον τῶν ἐπιθεωρητῶν. Καὶ, κύριοι, ὁ λόγος εἶναι σαφέστατος, διότι ὑποτίθεται, καὶ πάντοτε αἱ προλήψεις πρὸς ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἠξιώθησαν ἀνωτέρου βαθμοῦ, εἶναι πραγματικαὶ καὶ ἀληθεῖς, ὅτι ἕνας ἀνώτερος ἀξιωματικὸς, ὅστις προσκολλᾶται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Βασιλέως, ἔχει μίαν καλὴν πρόληψιν περὶ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι ἐκ τῶν δοκιμωτέρων καὶ ἱκανωτέρων, καὶ ὅτι ἔχει καὶ νέα στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα καθιστῶσι τὴν θέσιν του πλησίον τοῦ βασιλέως ἀναγκαίαν· μόνον περὶ αὐτῶν καὶ ὄχι ὅπως εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἡ θέσις τῶν διαγγελέων ἢ τῶν ὑπασπιστῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε δὲν δύναται νὰ εἰσχωρήσῃ ὁ ἐπιθεωρητής. Εἰς τὸν Γαλλικὸν νόμον, κύριοι, δὲν ὑπάρχουσιν οἱ ὑπάλληλοι, τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν, ἐξῃρημένον ἀπὸ τὴν διάταξιν καὶ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐπιθεωρήσεως· ὁ νόμος λέγει ῥητῶς legant de l’ état major, ἀλλ’ αὐτοὶ δὲν εἶναι τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου, αὐτοὶ εἶναι οἱ προσωπικοὶ ὑπασπισταὶ ἢ διαγγελεῖς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, καὶ τοιούτους ὁ Γάλλος ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔχει πλέον τῶν δέκα ἴσως. Καὶ καθ’ ὑμᾶς, κύριοι, μετεφράσθη· καὶ ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἔχει ὑπασπιστὰς καὶ διαγγελεῖς καὶ ἀφορᾷ ἡ διάταξις αὕτη τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν καθ’ ἣν ἡ μετάφρασις ἐγένετο τοιαύτη, δὲν τὴν ἀπέκρουσα, διότι καθὼς καὶ χθὲς καὶ σήμερον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ οἱ ὑπηρετοῦντες εἰς τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ὑπὸ τὴν ἄμεσον ἐποπτείαν τῶν σωματαρχῶν αὐτῶν· αὐτοὶ δὲν δύνανται νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἐπιθεώρησιν, καὶ ἑπομένως ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὁ καταλληλότερος καὶ ἁρμοδιώτερος. Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δίδουν τὸ δικαίωμα εἰς τὴν λογικὴν νὰ εἴπῃ ὅτι, ἐπειδὴ ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ προτείνω τοὺς ὑπαλλήλους μου, δὲν ἔχω τὸ γενικώτερον δικαίωμα νὰ προτείνω τοὺς συναδέλφους μου; Ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ μάθῃ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς ὅτι τὸ δικαίωμα τῶν ὑπαλλήλων του δὲν εἶναι δικαίωμα προσωπικὸν, εἶναι δικαιώματα κατ’ ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἐξασκηθῇ παρ’ ἄλλων, καὶ διὰ τοῦτο ἐτέθη εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ καθὼς σᾶς εἶπον, δὲν εἶναι οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον ἐξῃρημένοι, εἶναι μόνον οἱ ἐπιτελεῖς, τοὐτέστιν οἱ προσωπικοὶ ὑπάλληλοι τῆς ὑπηρεσίας τοῦ ὑπουργοῦ· αὐτοὶ μόνον εἶναι ἐξῃρημένοι τῶν ὑποχρεώσεων τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐπειδὴ καθ’ ἡμᾶς οἱ ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν προτείνονται διὰ τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, εἶναι συμπέρασμα λογικὸν ὅτι πρέπει νὰ προτείνωνται καὶ οἱ ὑπουργοὶ καὶ οἱ συνάδελφοι οἱ κατέχοντες ὑπουργικὰς θέσεις; Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν βιαζόμενος, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, νὰ ἀναιρέσῃ ὅ,τι ὁ νόμος αὐτὸς καὶ τὰ πράγματα λέγουσιν, ἐπεκαλέσθη πολιτικὰ γεγονότα καὶ πολιτικὰς περιστάσεις· καὶ εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁσάκις τοῦ γεννᾶται τὸ ζήτημα εἴτε ἐκ μέρους ἑνὸς προσώπου, εἴτε ἐκ μέρους μιᾶς ἀρχῆς, ἔχει πάντοτε ἰδιαιτέραν ἀπάντησιν, καὶ ἀπορῶ πῶς ἐνῷ χθὲς ἐποικοδόμησεν ἐπὶ ἰδεῶν, αἵτινες δὲν ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, πῶς ἐπελάθετο νὰ εἴπῃ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ἀνέφερε; Τίς, κύριοι, ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, ἐγὼ τοὐλάχιστον, διότι ἐγὼ μόνον ὡμίλησα, εἶπε περὶ τῆς ἀνικανότητος τοῦ ἀτόμου τοῦ κυρίου Γρίβα; καὶ πόθεν ἀρυόμενος αὐτὰς τὰς ἰδέας, ἦλθε νὰ μᾶς φέρῃ παραδείγματα; Τίποτε τοιοῦτον, κύριοι, δὲν ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος περὶ τοῦ ἀτόμου τοῦ προβιβασθέντος κατ’ ἐκλογὴν καὶ περὶ τῶν προσόντων καὶ τῆς ἱκανότητος αὐτοῦ· ἐῤῥέθη καὶ λέγεται καὶ σήμερον, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐκτίμησις δὲν ἀνῆκεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλὰ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὰ δὲ πολιτικὰ ἐπιχειρήματα τοῦ ὑπουργοῦ, ὅτι ἐνόμισεν ὅτι ἠδύνατο νὰ κάμῃ ὅ,τι ἔκαμεν, ὑπερασπιζόμενος τὴν πολιτικὴν θέσιν τοῦ ἀνδρὸς, δὲν ἔχουν καμμίαν σημασίαν, διότι ἡ θέσις αὐτὴ δὲν χορηγεῖ στρατιωτικὰ δικαιώματα. Ἐὰν αἱ πολιτικαὶ ἀρεταὶ τοῦ ἀνδρὸς ἔπρεπε νὰ ἐκτιμηθῶσιν, ἔπρεπε νὰ ἐκτιμηθῶσι πάντοτε, καὶ τότε ποῦ μένει τὸ κράτος τῶν νόμων; Ὁ νόμος ἀείποτε ἐδίκασε μὲ τὸν πῆχυν τῆς δικαιοσύνης τὰς πράξεις ἑκάστου ἀτόμου· τὴν σήμερον ὁ συνάδελφος δικαιοῦται ἐξαιρετικῆς εὐνοίας· αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν εὔνοιαν τὴν ἔδωκε τὸ ἔθνος, τὸ ἔθνος τὸν ἀπέστειλε νὰ προσφέρῃ τὸ στέμμα εἰς τὴν Α. Μ. τὸ ἔθνος τὸν περιέβαλε καὶ μὲ τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἀλλὰ ὁ νόμος ὅταν παραβλάπτηται μένει ἀδυσώπητος· ἦτον ἑπόμενον ὅθεν ὅτι πράξεις ἀναγόμεναι εἰς ἄλλην δικαιολογίαν ἔπρεπε νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἐπιχειρήματα, διότι παρεβιάσθη ῥητὸς νόμος. Ἀλλὰ ἐκτὸς τῶν ἄλλων δὲν παραβλάπτονται δικαιώματα τρίτων; Μᾶς εἶπεν ὅτι θέσις κατεχομένη δὲν προσκρούει οὔτε εἰς τὴν προαγωγὴν οὔτε εἰς τὰ συμφέροντα ἄλλου· ἀλλὰ ἀπατᾶται λέγων καὶ δὲν πιστεύω ἐν πεποιθήσει νὰ τὸ φρονῇ· τοῦτο εἶναι ἀπόῤῥοια μιᾶς πολιτικῆς ἀνάγκης. Ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς χθὲς παρενέβαλε τὸ ζήτημα τῆς ἀνικανότητος καὶ ἱκανότητος, λέξις ἥτις δὲν ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος, θὰ μοὶ ἐπιτραπῇ, ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παράνομον πρᾶξίν του, εἶπεν ὅτι δὲν πρόκειται νὰ καθέξῃ εἰς τὸ μέλλον στρατιωτικὴν θέσιν ὁ Γρίβας, δὲν πρόκειται νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ στάδιόν του ἐν τῷ στρατῷ;......
§22ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Δὲν εἶπον ἐγὼ αὐτό.
§23Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ εἶπον ὅτι, ἐπειδὴ χθὲς οἰκοδομήσατε ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἐῤῥέθη, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα......
§24ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Εἴπατε ὅτι ἐγὼ εἰς ἄλλην ἐποχὴν ἐφέρθην αὐστηρότερα· αὐτὸ μὲ ἠνάγκασε νὰ εἴπω κἄτι τι.
§25Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἄλλο αὐτὸ τὸ ζήτημα. Εἶπον λοιπὸν, κύριοι, ὅτι δὲν ἦτο αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ πολὺ δικαίως εἶπεν ὁ ὑπουργὸς χθὲς ὅτι, προβιβαζόμενος ὁ κ. Γρίβας, δὲν παρεβιάσθη ὁ νόμος, διότι εἰς αὐτὸν ἀνετέθη ἡ ἐκτίμησις· ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ ἡ ἐκτίμησις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν· δὲν εἶναι οὐδενὸς δικαίωμα ἡ ἐκτίμησις· εἶναι τοῦ νόμου καὶ ὅπου ὁ νόμος δὲν ἔρχεται νὰ καταδικάσῃ τινὰ, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα οὐδεὶς νὰ καταδικάσῃ τὸν ἕνα ὡς ἱκανὸν καὶ τὸν ἄλλον ὡς ἀνίκανον. Δὲν εἶναι ἐπίσης ἀληθὲς, ὅτι δὲν παρεβλάφθησαν δικαιώματα τρίτων· ἡ θέσις τοῦ βουλευτοῦ εἶναι θέσις ἐφήμερος, διαβατική· δὲν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἀτόμου νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἢ ὄχι· εἶναι ὑποχρέωσις τοῦ νόμου καὶ δὲν δύναται ὁ κ. Γρίβας, ἀπαλλασσόμενος τῆς ἰδιότητος τοῦ βουλευτοῦ ἢ τοῦ ὑπουργοῦ, νὰ ἀρνηθῇ τὴν ὑπηρεσίαν του εἰς τὸ κράτος· ὁ βαθμὸς εἶναι ἐπιβλητικὸς εἰς τὴν κυβέρνησιν· ἡ πρώτη θέσις ἀνήκει ὑποχρεωτικῶς εἰς αὐτόν· πῶς λοιπὸν δὲν παραβλάπτονται δικαιώματα; Καὶ τὰ δικαιώματα αὐτὰ ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ τὰ προασπίσῃ καὶ καθιέρωσε μὲν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκλογῆς, ἀλλὰ ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους ἔθηκε, καὶ οὐχὶ ὁ προβιβασμὸς νὰ προέρχεται ἀπὸ τὴν θέλησιν ἢ ἐκτίμησιν πολιτικῶν γεγονότων. Λοιπὸν παραβλάπτονται δικαιώματα, κύριοι, διότι ἡ κατάστασις τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ κατάστασις τοῦ βουλευτοῦ εἶναι κατάστασις διαβατικὴ, ἥτις δύναται νὰ χαθῇ καὶ νὰ λείψῃ διὰ παντός· ὁ βαθμὸς ὅμως δὲν χάνεται· εἶναι ἰσόβιος, ἕως ὅτου δὲν ἐπέλθῃ καταδικαστικὴ ἀπόφασις ἢ ἑκουσία παραίτησις. Παραβλάπτονται λοιπὸν δικαιώματα, γενῶνται ἠθικαὶ ζημίαι, ἔχει δικαίωμα νὰ παραπονῆται πᾶς ἀξιωματικὸς, διότι πᾶς ἀξιωματικὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πρεσβεύῃ ὅτι εἶναι ἱκανὸς νὰ προάγεται κατ’ ἐκλογὴν καὶ πρέπει νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος, πρέπει νὰ ἔλθουν ἀναγκαῖαι διατυπώσεις διὰ νὰ τοῦ καταστρέψουν αὐτὴν τὴν ἰδέαν. Καὶ πῶς λοιπὸν σεῖς, ἐνῷ κατὰ πρῶτον διετυπώσατε τὸν νόμον, προσβάλλετε τὴν ἰδέαν τοῦ σεβασμοῦ παντὸς ἀξιωματικοῦ, ὅστις ὀφείλει νὰ πρεσβεύῃ ὅτι δικαιοῦται εἰς κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν, ἐν ὅσῳ ἄλλως πως δὲν εἴπουν αἱ ἀναγκαῖαι διατυπώσεις καὶ ὁ νόμος; νὰ τὸν εἴπητε, ἐὰν θέλῃς, δύνασαι νὰ ὑπηρετῇς, ἀλλὰ θὰ ἔλθῃ καὶ θὰ προβιβασθῇ ὁ αʹ ἢ βʹ; Ἀλλὰ ἐὰν ἐνεργηθῇ ὁ νόμος καὶ τηρηθῶσιν αἱ ἀναγκαῖαι διατυπώσεις, τότε τί δύναμαι ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅταν πρόκηται νὰ ἐνεργηθῶσι κατ’ ἐκλογὴν, προβιβασμοί, ἐνώπιον ἑνὸς συναδέλφου μου, ὅστις ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου ἐξέθεσε τὴν ἱκανότητά του; Ἀλλὰ ἐνόσῳ δὲν πεισθῇ εἷς ἕκαστος περὶ τῆς ἱκανότητός του, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ εἴπητε σεῖς ὅτι ὁ δεῖνα εἶναι ἱκανὸς, διότι αἱ κρίσεις σας εἶναι προσβλητικαὶ διὰ τὴν κοινωνίαν αὐτήν. Ἀλλὰ ὁ κ. ὑπουργὸς λέγει, δύναμαι νὰ προβιβάζω καὶ κατ’ ἐκλογὴν τὸν ὑπουργὸν, βασιζόμενος ἐπὶ τῆς ἀξίας, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ διοικῇ τὸ κράτος· ἑπομένως δικαιοῦται ἂν ὄχι ἄλλο, τοὐλάχιστον ἑνὸς βαθμοῦ ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ· ἀλλά, κύριοι, ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὸ ὡς ἀλήθειαν, γνωρίζετε τὰς συνεπείας του; Καὶ ἂν πρόκηται ἕκαστος ὑπουργὸς, διοικῶν ἕνα κλάδον τῆς πολιτείας, νὰ λαμβάνῃ ἓν ἀξίωμα ἀπὸ τὸν κλάδον εἰς ὃν ὑπηρετεῖ, τότε ἔπρεπε νὰ ἴδωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην, εἰς τὸ κράτος μας αὐτὸ τοὺς διαφόρους ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους πολιτικαὶ περιστάσεις ἀνεβίβασαν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ, ὅλους νὰ ἔχουν ἀπὸ ἓν ἀξίωμα τοῦ κλάδου εἰς ὃν ὑπηρέτησαν· αὐτὴ θὰ ἦτον ἡ συνέπεια· καὶ ἂν ἔπρεπε νὰ ἀπονείμητε τοιοῦτον βαθμὸν, ἔπρεπε νὰ τὸν ἀπονείμητε εἰς τὸν κλάδον εἰς ὃν ἀνήκει. Δὲν εἶναι λοιπὸν λογικὸν αὐτό· ὁ Γρίβας δύναται νὰ ἦναι ἔξοχος πολιτικὸς ἀνὴρ, ἀλλ’ ὅταν πρόκηται νὰ ῥυθμισθῶσι δικαιώματα, θὰ τὰ ῥυθμίσῃ ὁ νόμος καὶ ὄχι ἡ θέλησίς σας, διότι, ἐὰν τοῦτο ἦτον ἀληθὲς, δὲν ἔπρεπε σεῖς νὰ προκαλέσητε τοιοῦτον νόμον καὶ νὰ δεσμεύσητε τὰς χεῖράς σας, τὰς ὁποίας χάριν πολιτικῶν λόγων τὰς ἀφήσατε ἐλευθέρας· ἀλλὰ μάθετε ὅ,τι καὶ πρέπει νὰ μάθῃ καὶ ἡ πολιτεία, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔγιναν διὰ νὰ παραγνωρίζουν τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων ἐναντίον τοῦ νόμου· πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἡ ἰδέα ὅτι οἱ νόμοι εἶναι διὰ τοὺς ἀδυνάτους, ὅτι εἰς τοὺς ἰσχυροὺς ὁ νόμος δὲν ἔχει ἀξίαν. Λοιπὸν ποῦ βασιζόμενος, κύριε ὑπουργὲ, ἐπροβίβασας τὸν συνάδελφον εἰς θέσιν ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ; Οἱ νόμοι δὲν τὸ ἐπέτρεπον, οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἀνέφερα δὲν τὸ ἐπέτρεπον· εἰς τί λοιπὸν ἐβασίσθητε; εἰς μίαν πολιτικὴν ἀνάγκην· ἀλλ’ οἱ ἄλλοι νομίζετε ὅτι ὀφείλουν νὰ ὑποκύπτουν εἰς τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας τοῦ ἀτόμου; νομίζετε ὅτι δύνασθε νὰ χορηγήσητε δικαίωμα εἰς ἓν ἄτομον, καταστρέφοντες τὰ δικαιώματα τοῦ ὅλου; Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, δὲν εἶναι ὁ νόμος, δὲν εἶναι οὐδεμία ἑρμηνεία, οὐδεμία περιττὴ ἔννοια τοῦ νόμου· ἡ χρῆσις εἶναι παράνομος χρῆσις, καθόσον δὲν ἐδικαιοῦτο ὅπου νόμος δὲν ὑπῆρξεν. Ἐὰν ὁ κ. Γρίβας ἀνῆλθεν εἰς ὑψηλὰς θέσεις, ἀνῆλθε χάριν τοῦ στρατιωτικοῦ βαθμοῦ, τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ βελτιώσῃ; Ἔχετέ τι προηγούμενον, κυβέρνησις νὰ θέλῃ νὰ ἀνταλλάξῃ διὰ βαθμοῦ τὰς πολιτικὰς ὑπηρεσίας τοῦ ἀτόμου; καὶ δὲν ἔχετε ἓν πρόσφατον παράδειγμα, ὅταν τὰς πολιτικὰς ἀρετὰς τοῦ κυρίου Κανάρη ἠθέλησαν νὰ ἀνταμείψουν, καὶ μάλιστα ὅταν αἱ ἀρεταὶ τοῦ ἀνδρὸς εἶναι ἀναγκαῖαι; Δὲν ἐθεωρήθη τοῦτο ἀναγκαῖον ἀντάλλαγμα· καὶ δὲν ἐνθυμεῖσθε σεῖς, ὅταν ὁ γέρων ναύαρχος Κανάρης ἀπεστάλη εἰς τὴν Εὐρώπην διὰ νὰ προσφέρῃ τὸ στέμμα εἰς τὴν Α. Μ. καὶ ἐν ἀγνοίᾳ του ἴσως ὑπεστήριξαν καὶ ἐζήτησαν ἀπὸ τὸ σῶμα νὰ τὸν περιβάλῃ μὲ τὸ ἀξίωμα τοῦ στρατηγοῦ, τί εἶπεν ἡ Συνέλευσις τοῦ ἔθνους; Εἶπεν ὅτι ἡ Συνέλευσις τοῦ ἔθνους δὲν ἀποδίδει προσωπικὰς χάριτας, ἐκτιμᾷ τοὺς ἄνδρας καὶ ὁμολογεῖ τὰς ὑπηρεσίας των, ἀλλὰ ἡ ἱστορία θὰ ᾖναι ἡ ὡραιοτέρα εἰκὼν καὶ ἡ ὡραιοτέρα ἀμοιβὴ τῶν πράξεών των· δὲν ἤθελε λοιπὸν τὸν ναύαρχον Κανάρην νὰ βαθμολογήσῃ ἡ Συνέλευσις, καὶ σεῖς ἐναντίον τοῦ νόμου, κύριε ὑπουργὲ, ἐναντίον τῶν προγεγενημένων, ἐναντίον τῆς ὡραίας ἀπαιτήσεως διὰ τὸν βαθμὸν τοῦ κυρίου Κανάρη, ἠθελήσατε παρὰ τοὺς νόμους, παρὰ τὸ δίκαιον καὶ τὴν ἀρχαιότητα ἄλλων, νὰ ἀπονείμητε βαθμὸν, τὸν ὁποῖον δὲν δύνασθε νὰ καλύψητε διὰ τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, διότι πολιτικαὶ παραστάσεις ὑπῆρξαν καὶ δι’ ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦντο νὰ ζητήσωσι καὶ μεγαλειτέρους βαθμούς· ἀλλ’ οὐδεὶς ἐζήτησεν, οὐδεὶς ἔλαβεν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι, λέγων ταῦτα δὲν πρόκειται νὰ ἐκφέρω προσωπικὴν γνώμην περὶ τῆς ἱκανότητος ἢ ἀνικανότητος οἱουδήποτε ἀτόμου· ἐγὼ δέχομαι τὴν ἱκανότητα πάντοτε πηγάζουσαν ἀπὸ τῶν νόμων· πᾶσα ἀτομικὴ θέλησις τοῦ ὑπουργοῦ, μὴ βασιζομένη εἰς τὸν νόμον, δὲν δύναται νὰ ᾖναι παρὰ ἀποκρουστέα. Ἐγὼ ἴσως, κύριοι, ὑπολάβητε ὅτι ἔπαθα προσωπικῶς· χωρὶς νὰ τὸ ἀρνηθῶ, κύριοι, λέγω ὅτι ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἔχω ἀρχαιότητα, καὶ σᾶς εἶπον ὅτι, καθὼς πᾶς ἄλλος ἀξιωματικὸς, ἐν ὅσῳ δὲν ἔλθῃ πρότασις εἰδικὴ τοῦ νόμου νὰ εἴπῃ ἐσὲ θεωρῶ κατώτερον τοῦ ἑτέρου, θεωρῶ τὸν ἑαυτόν μου καλλίτερον τοῦ ἄλλου, ὅτι ἐγὼ ἔχω τὸ δικαίωμα, καθὼς καὶ πᾶς ἄλλος ἀξιωματικὸς, νὰ παραπονοῦμαι δικαίως κατ’ αὐτῆς τῆς πράξεως, καὶ ὅτι σεῖς οἱ κυβερνῶντες ἔχετε τὸ συμφέρον, ὥστε εἰς αὐτὴν τὴν στρατιωτικὴν τάξιν νὰ ὑπάρχουν ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγώτερα παράπονα. Καὶ ὅταν διασείσητε, κύριοι, τὴν τύχην τῶν ἀξιωματικῶν καὶ τὴν ἀφήσητε εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου ὑπουργοῦ, ἔ, κύριοι, πεισθῆτε ὅτι ἡ κοινωνία αὐτὴ, οἱ δεσμοὶ αὐτῆς χαλαροῦνται, καὶ ἡ χαλάρωσις τῶν δεσμῶν τῆς κοινωνίας αὐτῆς δὲν εἶναι εὐάρεστος καὶ διὰ τὴν λοιπὴν κοινωνίαν, τῆς ὁποίας τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν ἐκλήθη νὰ τηρῇ αὕτη. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς ὅτι δὲν παραβλάπτονται δικαιώματα· παρεβλάφθησαν καὶ παραβλάπτονται καὶ πιθανὸν νὰ παραβλαφθῶσι καὶ εἰς τὸ μέλλον, καὶ πιθανὸν νὰ ἔλθῃ ἡμέρα νὰ τεθῶσι τινὲς ὑπὸ τὰς διαταγὰς ἀνθρώπων μὴ δικαιουμένων νῦν νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὰς διαταγάς των. Δὲν εἶναι λοιπὸν δικαίωμα οὔτε τῆς κυβερνήσεως οὔτε ἄλλου· τοῦτο εἶναι τοῦ νόμου καὶ αἱ πολιτικαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ ἀτόμου, καθὼς σᾶς εἶπον, δὲν δίδουν αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι ἔχετε προγενέστερα παραδείγματα καὶ ἐπὶ ἀνθρώπων πολὺ μεγαλειτέρας ἀξίας. Ταῦτα, κύριοι, εἶχον νὰ σᾶς εἴπω· καθόσον δὲ ἀφορᾷ τοὺς πλείστους ἐξ ὑμῶν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ καταληπτὸν καὶ νὰ πεισθῆτε ὅτι αἱ πράξεις τοῦ ὑπουργοῦ διαιροῦνται, ὡς εἶπον, εἰς δύω κατηγορίας· ἡ μὲν τοῦ Γρίβα εἶναι παράνομος, αἱ δὲ λοιπαὶ κακὴ χρῆσις προβιβασμῶν ἄνευ ἀνάγκης, καὶ πρέπει σεῖς νὰ θέσητε τέρμα εἰς τὴν κατάστασιν αὐτήν. Ἔξω ὑμῶν δὲν ὑπάρχει θεραπεία· μόνον τὸ σῶμα τοῦτο δικαιοῦται ν’ ἀναγκάσῃ τὸν ὑπουργὸν νὰ θέσῃ φραγμὸν εἰς τὰ ἑκάστοτε ἐντεῦθεν δυνάμενα νὰ προκύψωσι κακὰ ἀποτελέσματα. Τὰ δικαστήρια δὲν ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ἀκυρώσωσιν αὐτὰς τὰς πράξεις· τὰ δικαστήρια τὸ πολὺ θὰ εἴπωσιν, ὅτι ἐσὺ ἔχεις δικαίωμα, ἀλλὰ τὸ κακὸν πρέπει νὰ ὑφίσταται· εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας τὰ κακὰ δύνανται νὰ ἀφαιρεθῶσιν· εἰς τὸν στρατιωτικὸν ὅμως κλάδον εἶναι ἀνεξάλειπτα, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ νοήσητε ὅτι τὰ κακὰ θέλουν εἶσθαι ἰσόβια, καὶ πρέπει νὰ μὴ λαμβάνωσι χώραν ὅσον εἶναι δυνατόν. Διότι, κύριοι, ἐνόσῳ ὑπάρχει στρατὸς καὶ θέλετε νὰ ὑπάρχῃ στρατὸς, πρέπει νὰ προσπαθήσητε νὰ τὸν πείσητε νὰ ἐκτελῇ μετὰ ζήλου τὰ καθήκοντά του πρὸς τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ ἓν τρίτον τῶν εἰσοδημάτων του πρὸς ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς κοινωνίας, καὶ νὰ δύναται ἀκριβῶς νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά του. Εἶναι δύσκολον, κύριοι, περισσότερον παρὰ πᾶν ἄλλο, διότι ἐκτὸς τῶν στρατιωτικῶν καθηκόντων, αὐτὴ ἡ κοινωνία ἔχει καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φροντίζῃ ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως ὁλοκλήρου τῆς κονωνίας. Ἔχετε λοιπὸν καθῆκον νὰ θέτετε φραγμὸν καὶ νὰ περιορίζετε τὰ δίκαια τῶν ἀτόμων. Δι’ αὐτὰ, κύριοι, συμπεραίνων λέγω ὅτι, κατ’ ἐμὲ, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὰς πράξεις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, τὸ μὲν ὡς ἐνεργηθείσας παρανόμως, τὸ δὲ ὡς ἐνεργηθείσας ἄνευ ἀνάγκης.
§26ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς στρατιωτικῶν). Κύριοι βουλευταί! Ἔχω ἀφορμὰς νὰ εὐχαριστήσω ἀτομικῶς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, διότι μοὶ ἀπέδωκεν ἰδιότητας καλὰς καὶ μὲ ἀνύψωσε πολὺ ἄνω τῆς ἀξίας μου· μοὶ ἀπέδωκε πλήρη καὶ βαθεῖαν γνῶσιν τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας, μοὶ ἀπέδωκεν ἐμβρίθειαν περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων τούτων καὶ πολλὴν περίσκεψιν περὶ τὴν ἐνέργειάν μου ἐν γένει. Τῷ εὐγνωμονῶ διὰ ταῦτα πάντα, καὶ ἤθελον ἔτι μᾶλλον τῷ εὐγνωμονεῖ, ἂν τὸ συμπέρασμα τῆς ὁμιλίας του δὲ μοὶ ἐνέπνεε τὴν ἰδέαν, ὅτι προσεπάθησε νὰ μὲ ὑψώσῃ πολὺ, ἵνα μὲ ῥίψῃ ἀπὸ μεγαλειτέρου ὕψους κατὰ γῆς. Ἀλλ’ εὐτυχῶς, κύριοι, ἡ κατάπτωσις αὕτη δὲν θέλει μὲ πληγώσει· θέλω πατήσει ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἰδίαν αὐτοῦ ὁμολογίαν μοὶ ἐχρησίμευσε πάντοτε ὡς βάσις, ἤτοι ἐπὶ τοῦ ἐδάφους τῆς νομιμότητος, καὶ θέλω σταθῆ ὄρθιος ἐπὶ τῶν ποδῶν μου, στηριζόμενος ἐπὶ τὸν νόμον· ἡ δὲ ἀπάντησίς μου, βασιζομένη εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ἐλπίζω, ὅτι δὲν θέλει ἀποβῆ ὑπὲρ τὸ δέον μακρά. Λυποῦμαι, ὅτι ἠναγκάσθην καὶ ἐκ δευτέρου ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα, ἂν καὶ ὀλίγα νέα πράγματα ἤκουσα σήμερον, μὴ λεχθέντα χθές. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐθόλωσε τὰ ὕδατα, καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ καθαρισθῶσιν ὅπως ἴδητε τὴν ἀλήθειαν, καὶ μὴ ἐξαπατηθῶσιν ὅσοι ἐξ ὑμῶν δὲν ἔκαμαν ἀντικείμενον ἰδιαιτέρας μελέτης τὰ στρατιωτικὰ πράγματα καὶ τοὺς διέποντας ταῦτα νόμους. Ἤρχισε πάλιν ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς φάλαγγος. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἢ ὅτι ὁ νόμος ἐγένετο μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διατάγματος. Τὸ νόμιμον τοῦ διατάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπροβιβάσθησαν καὶ ἀνεκλήθησάν τινες εἰς τὴν ἐνεργὸν φάλαγγα, δὲν φιλονεικεῖ οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ὁ ἔντιμος προλαλήσας. Ὁ νόμος, ἐκδοθεὶς μετὰ ταῦτα, οὐδεμίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἐφαρμογὴν ἐπὶ τετελεσμένων ἔργων, οὐδὲ ν’ ἀναλάβῃ ἰσχὺν ἀναδρομικήν. Ἐπανῆλθεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα, τὸ τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, ὅστις κατ’ αὐτὸν διεστράφη, ἀφαιρεθέντων νομίμων δικαιωμάτων ἀπὸ τοὺς μὲν, καὶ δοθέντων εἰς ἄλλους, εἰς οὓς δὲν ἀνῆκον· τοῦτο προσεπάθησε νὰ ὑποστηρίξῃ, ἀναφέρων τὴν μετάθεσιν ἀξιωματικῶν τινων ἐκ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, καὶ ἄλλων εἰς τὸν στρατόν. Καὶ χθὲς, κύριοι, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸν κατάλογον τῶν γενομένων προβιβασμῶν καὶ νὰ ἐκθέσω κατὰ ποίαν ἀναλογίαν καὶ σειρὰν κατέλαβον τὰς χηρευούσας θέσεις, ἄλλοι μὲν δι’ ἀνακλήσεως, ἄλλοι δὲ διὰ προβιβασμοῦ· συμπληρῶ τὰς πληροφορίας ταύτας, οὐχὶ πρὸς φωτισμὸν τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, ὅστις δὲν συζητεῖ ἵνα πεισθῇ, ἀλλὰ πρὸς γνῶσιν ὑμῶν, παρὰ τῶν ὁποίων δὲν ἀπαιτῶ εἰμὴ νὰ μὲ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς καὶ ἄνευ προκαταλήψεως. Κατὰ τοὺς τελευταίους προβιβασμοὺς ὑπῆρχον εἰς τὸ πεζικὸν χηρεύουσαι θέσεις ἀντισυνταγματάρχου 7· ἐπροβιβάσθησαν 3, ἀνεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀργίας 3, καὶ εἷς, ὁ ἀντισυνταγματάρχης Τολμίδης, μετετέθη ἐξ ἄλλης ὑπηρεσίας. Χηρεύουσαι θέσεις ταγματάρχου ὑπῆρχον 7· ἐπροβιβάσθησαν 3, ἀνεκλήθησαν ἐκ τῆς ἀργίας 3, εἷς δὲ, ὁ ταγματάρχης Καπετανάκης, μετετέθη ἐκ τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἐκτὸς τῶν θέσεων αὐτῶν ὑπῆρχον εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν κεναὶ θέσεις ἀνωτέρων προγυμναστῶν, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ θεσπίσματος τῆς προσωρινῆς κυβερνήσεως· πῶς ἐπληρώθησαν αὗται; ἐγένετο ἀνάκλησις ἐκ τῆς ἀργίας εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν. Ἦτο τοῦτο νόμιμον, ναὶ ἢ ὄχι; Κατ’ ἐμὲ, ἦτο νόμιμον, νομιμώτατον, διότι κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν, τὸ ὁποῖον ἐνεχείρισα πρὸς ἀνάγνωσιν εἰς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, ἀλλ’ ἐθεώρησε καλὸν ν’ ἀποσιωπήσῃ, κατὰ τὸ ἄρθρον, λέγω, αὐτὸ, ἀνήκει εἰς τοὺς ἐν ἀργίᾳ ἀξιωματικοὺς τὸ ἥμισυ τῶν χηρευουσῶν θέσεων, εἰς τὸ ὅπλον, εἰς ὃ ἀνήκουν, τὸ δ’ ἕτερον ἥμισυ ἀνήκει εἰς τοὺς ἐν ἐνεργείᾳ, προβιβαζομένους εἰς ταύτας· ἄρα κατὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ νόμου, αἱ δύω αὗται κατηγορίαι τῶν ἀξιωματικῶν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ καθέξωσιν ἑκάστη τὸ ἥμισυ μόνον τῶν χηρευουσῶν θέσεων εἰς τὸ ὅπλον, εἰς ὃ ἀνήκουν, οὐχὶ δὲ καὶ τῶν θέσεων εἰς τὰ ὅπλα, εἰς ἃ δὲν ἀνήκουν. Ποῦ λοιπὸν εὗρεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας τὸν νόμον, ὅστις ὑποχρεοῖ τὸν ὑπουργὸν νὰ διανείμῃ μεταξὺ τούτων καὶ τὰς μὴ ἐν τῷ ὅπλῳ, εἰς ὃ ἀνήκουσι, χηρευούσας θέσεις; ἡ δὲ ἐθνοφυλακὴ μήπως ἀνήκει εἰς τὸ ὅπλον, εἰς ὃ ἀνήκουσιν οἱ περὶ ὧν ὁ λόγος ἀξιωματικοί; οὐδαμῶς· διότι ἡ ἐθνοφυλακὴ εἶναι θεσμὸς ἴδιος, μηδεμίαν ἔχων σχέσιν μετὰ τοῦ στρατοῦ· εἶναι δύναμις ἐντελῶς κεχωρισμένη τῆς δυνάμεως τοῦ ἐνεργοῦ στρατοῦ. Ὅθεν δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ πληρώσῃ τὰς νενομισμένας ἐν τῇ ἐθνοφυλακῇ θέσεις τῶν ἀνωτέρων προγυμναστῶν δι’ ἀξιωματικῶν παντὸς ὅπλου καὶ πάσης κατηγορίας. Τοῦτο ἔπραξα, κύριοι, ἐντὸς τῶν νομίμων δικαιωμάτων μου, ἀφοῦ συνεννοήθην μετὰ τοῦ κ. ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ, ἀνακαλέσας ἐκ τῆς ἀργίας κατ’ ἀρχαιότητα διαφόρους ἀξιωματικοὺς, ὅπως πληρώσωσι τὰς ἐν τῇ ἐθνοφυλακῇ θέσεις τῶν ἀνωτέρων προγυμναστῶν. Ἀλλὰ μήπως, καί τοι μὴ παραβὰς τὸν νόμον κατὰ τὴν ἐνέργειάν μου ταύτην, παρέβην τοὺς κανόνας τῆς δικαιοσύνης πρὸς τὰ ἄτομα, ἢ παρέβλεψα τὸ δημόσιον συμφέρον χάριν τῶν προσώπων; Νομίζω, κύριοι, ἀπ’ ἐναντίας, ὅτι πράξας ὅ,τι ἔπραξα, καὶ δικαιοσύνην ἀπέδωκα, συμπεσούσης εὐκαιρίας, εἰς ἄνδρας ἀναξιοπαθοῦντας, καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ἐξησφάλισα, τὸ μὲν, διότι ἀπέδωκα τὰ ὠφελήματα τῆς ἐνεργητικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἄρτον εἰς ἄνδρας, στερηθέντας τούτων πρὸ πολλῶν ἐτῶν, ὄχι διὰ παράπτωμά τι, ἀλλὰ διότι εἶχον καταργηθῆ αἱ θέσεις των· τὸ δὲ, διότι ἠλάττωσα τὸ μέτρον τῶν προβιβασμῶν, οὓς ἤθελε προκαλέσει ἡ γνώμη τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Τῷ ὄντι, κύριοι, τί ἤθελον πράξει κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ πρὸς πλήρωσιν τῶν θέσεων τῆς ἐθνοφυλακῆς; ἤθελον ἀνακαλέσει ἐκ τῆς ἀργίας 5 ἢ 6 ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς μόνον, τὰς δὲ λοιπὰς θέσεις ἤθελον πληρώσει διὰ προβιβασμοῦ ἄλλων ἐκ τῶν ἐν ἐνεργείᾳ· ἄρα ἤθελον προβιβασθῆ τινες ἀνώτεροι ἀξιωματικοὶ περιπλέον, ἀλλ’ ἰσάριθμοι τούτοις ἤθελον ἐξακολουθεῖ νὰ τρώγωσι τὸν ἄρτον τῆς ἀργίας. Ἐκ τούτων ἀπεδείχθη, νομίζω, κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον ἐτήρησα τὸν νόμον, ἀλλὰ καὶ ἐφήρμοσα αὐτὸν εἰς τὰ πρόσωπα, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὴν δικαιοσύνην ἀφ’ ἑνὸς καὶ τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου ἐξ ἄλλου. Μὲ ἐμέμφθη πρὸς τούτοις ὁ προλαλήσας, διότι ἄνευ ἀνάγκης καὶ λόγου ἐπροβίβασα τοὺς λοχαγοὺς Ἀρβανίτην καὶ Σκοῦφον, διορίσας αὐτοὺς ἀνωτέρους προγυμναστὰς εἰς τὴν ἐθνοφυλακήν. Ἀπαντῶ, ὅτι ὁ μὲν πρῶτος ἐπροβιβάσθη κατ’ ἀρχαιότητα, ὅπως καθέξῃ τὴν ἐν τῇ ἐθνοφυλακῇ θέσιν τοῦ ταγματάρχου Καπετανάκη, μετατεθέντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ· τὴν δὲ μετάθεσιν ταύτην ἐνήργησα ὡς ὑπαγορευμένην ἀπὸ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Ὁ δὲ δεύτερος, ἀνακτήσας δικαστικῶς τὴν ἀρχαιότητά του ἐπὶ ἄλλων προβιβασθέντων, εἶχεν ἀποκτήσει δικαίωμα εἰς προβιβασμόν· κατὰ τὸν κ. Μαυρομιχάλην, ἔπρεπεν οὗτος νὰ λάβῃ μίαν θέσιν ἐν τῷ στρατῷ· ἀλλ’ ὅλαι αἱ θέσεις τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν τόσον εἰς τὸ πυροβολικόν, ὅσον καὶ εἰς τὰς γενικὰς ὑπηρεσίας ἦσαν κατειλημμέναι· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ παύσω ἕνα τῶν ὑπηρετούντων ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, ἵνα διορίσω εἰς τὴν θέσιν του τὸν κ. Σκοῦφον· τοιοῦτο δικαίωμα δὲν εἶχον· τοιαύτην ἐκτίμησιν δὲν ἔκαμα· ὅθεν ἐπροτίμησα νὰ προβιβάσω τὸν κ. Σκοῦφον, ἀποκτήσαντα, ὡς προεῖπον, τὸ δικαίωμα τοῦτο δικαστικῶς, νὰ τὸν τάξω ὅμως ἐκεῖ, ὅπου ὑπῆρχε θέσις χηρεύουσα, χωρὶς νὰ παραβλάψω τὰ συμφέροντα τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῶν ἀτόμων. Δὲν εἶναι πρὸς τούτοις ἀληθές, ὅτι ὁ κ. Σκοῦφος πάσχει σήμερον, λαμβάνων μικροτέρας ἀποδοχὰς ἐκείνων, ἃς ἐλάμβανεν ὡς λοχαγός· ὁ κ. Σκοῦφος λαμβάνει πλήρεις τὰς ἀποδοχὰς τῆς ἐνεργείας τοῦ νέου βαθμοῦ του· ἐλπίζω δέ, ὅτι θέλει φανῆ χρήσιμος εἰς ἣν θέσιν προσωρινῶς διωρίσθη, μέχρις οὗ αἱ περιστάσεις τῆς ὑπηρεσίας ἐπιτρέψωσι νὰ καταλάβῃ ἐν τῷ στρατῷ θέσιν ἀνάλογον τοῦ βαθμοῦ καὶ τῆς ἱκανότητός του. Χθές, κύριοι, ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔκαμε λόγον καὶ περὶ ἄλλων προβιβασμῶν, τοὺς ὁποίους σήμερον δὲν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ν’ ἀναφέρῃ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει ν’ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω ὅσα ἔχουν σχέσιν μὲ τοὺς προβιβασμοὺς τῶν λοχαγῶν τῆς οἰκονομίας καὶ τοῦ ἰατρικοῦ κλάδου, ἵνα μὴ μείνῃ ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ὅτι ἔγιναν οὗτοι ἐντὸς τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα μοὶ θέτει ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος. Ὑπῆρχον, κύριοι, θέσεις χηρεύουσαι εἰς τὸν οἰκονομικὸν κλάδον ἑνὸς οἰκονομικοῦ ἐπιθεωρητοῦ καὶ 4 λοχαγῶν τῆς οἰκονομίας· καὶ τοῦ μὲν ἐπιθεωρητοῦ ἡ θέσις ἦτον εἰς τὴν Λαμίαν, τῶν δὲ λοχαγῶν, 3 εἰς τὸ στρατιωτικὸν λογιστήριον καὶ εἷς εἰς τὸ οἰκονομικὸν τμῆμα τοῦ ὑπουργείου· ἐκ τῶν θέσεων τούτων ἐπληρώθησαν αἱ μὲν δύω δι’ ἀνακλήσεως ἐκ τῆς ἀργίας τῶν δύω ἀρχαιοτέρων λοχαγῶν τῆς οἰκονομίας, δύω δὲ διὰ τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ Χρυσοχέρη καὶ Κοντογιάννη· ἐκτὸς αὐτῶν ἐπροβιβάσθη κατὰ σειρὰν ἀρχαιότητος καὶ ὁ κ. Πεταλᾶς, συνάδελφός μας.—Θέσεις ἰατρῶν ὑπῆρχον χηρεύουσαι τέσσαρες, ἐξ ὧν αἱ τρεῖς ἀνῆκον εἰς τὰ θεραπευτήρια Μεσολογγίου, Τριπόλεως καὶ Στυλίδος, καὶ ἡ τετάρτη εἰς τὸ νοσοκομεῖον Ἀθηνῶν· ἐξ αὐτῶν ἐπληρώθησαν δύω μὲν διὰ προβιβασμοῦ (τῶν Δρεπανιώτου καὶ Δωροβίνη), δύω δὲ δι’ ἀνακλήσεως ἐκ τῆς ἀργίας (τοῦ Ὀριγώνη καὶ Νίδερ). Ἐρωτῶ λοιπὸν ποῦ ὑπάρχει ἐνταῦθα παρανομία ἢ παρατυπία; Εἶπε πρὸς τούτοις ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι ὤφειλον λόγῳ δικαιοσύνης ν’ ἀνακαλέσω ἐκ τῆς ἀργίας πρὸς πλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων κατὰ προτίμησιν τοὺς κ. κ. Λινδερμάϊερ καὶ Ὀρνστάϊν, καθὸ ἀρχαιοτέρους τῶν ἀνακληθέντων ἰατρῶν· λυποῦμαι, ἀναγκαζόμενος νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι καὶ πάλιν ἐσύγχυσε τὰ πράγματα· ὁ ἰσχυρισμός του οὗτος ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον, ὅστις ὁρίζει τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει πᾶς ἀργὸς ἀξιωματικὸς, ἵνα καθέξῃ κατ’ ἀρχαιότητα θέσιν χηρεύουσαν τοῦ βαθμοῦ του, οὐχὶ δὲ καὶ βαθμοῦ ἀνωτέρου ἢ ὑποδεεστέρου· αἱ χηρεύουσαι εἰς τὸν ἰατρικὸν κλάδον θέσεις καὶ πληρωθεῖσαι ἦσαν θέσεις λοχαγῶν, οἱ δὲ προμνησθέντες δύω ἔχουν βαθμὸν ταγματάρχου, καὶ καθὸ τοιοῦτοι δὲν ἐδύναντο νὰ καταλάβωσι θέσεις ἀνηκούσας εἰς λοχαγούς. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐχήρευε καὶ μία θέσις ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ εἰς τὸν ἰατρικὸν κλάδον, ἀλλ’ ἡ θέσις αὕτη δὲν ἐπληρώθη εἰσέτι διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον. Κατὰ τὸ 1864 νομοθετηθείσης θέσεως ἀνωτέρου ἀξιωματικοῦ, ἀνεκλήθη εἰς ταύτην ἐκ τῆς ἀργίας (τοῦ Λινδερμάϊερ εὑρισκομένου τότε εἰς ἄλλην κατηγορίαν) ὁ Ὀρστάϊν· καταργηθείσης δ’ ἀκολούθως τῆς θέσεως ταύτης, ἐτέθη ὁ Ὀρστάϊν ἐκ νέου εἰς ἀργίαν, ὕστερον ἐκανονίσθη πάλιν ἡ θέσις, περὶ ἧς πρόκειται· ἐγεννήθη λοιπὸν τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἀκόμη δὲν ἠδυνήθην νὰ λύσω (καὶ παρακαλῶ τὸν κ. Μαυρομιχάλην νὰ προσέξῃ)· καί τοι ὢν δέκα ἤδη μῆνας εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καί τοι ἔχων συμπαθείας πρὸς τὸν κ. Λινδερμάϊερ, δὲν ἠδυνήθην, λέγω, εἰσέτι νὰ πεισθῶ ἂν ἡ πλήρωσις τῆς θέσεως ταύτης ἀνήκῃ εἰς τὴν σειρὰν τῆς ἀργίας ἢ εἰς τὴν τοῦ προβιβασμοῦ. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὑπάρχει διαφωνία ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, μένει ἡ θέσις κενὴ, μέχρις οὗ διαφωτισθῶ περισσότερον.
§27ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἤθελον σᾶς ζητήσει μερικὰς πληροφορίας. Εἴπατε, νομίζω, ὅτι εἴχατε 8 θέσεις ταγματαρχῶν καὶ ὅτι τὰς μὲν 4 ἐπληρώσατε δι’ ἀνακλήσεως, τὰς δὲ ἄλλας 4 διὰ προβιβασμῶν. Δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὰς τὰς θέσεις, τὰς ὁποίας ἐπληρώσατε τὰς μὲν δι’ ἀνακλήσεως, τὰς δὲ διὰ προβιβασμοῦ, νὰ μεταχειρισθῆτε καὶ τὸν κ. Ἀρβανίτην καὶ τὸν κ. Σκοῦφον;
§28ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὄχι· διότι ὑπῆρχον χηρεύουσαι θέσεις ταγματαρχῶν εἰς τὸ πεζικὸν, ὁ δὲ κ. Σκοῦφος, ἀνήκων εἰς τὸ πυροβολικὸν, δὲν ἦτο δυνατὸν προβιβασθεὶς νὰ ὑπηρετήσῃ ὡς ταγματάρχης εἰς τὸ πεζικόν· δύω δὲ ἄλλαι θέσεις ταγματαρχῶν, ἡ τοῦ εἰσηγητοῦ εἰς τὸ στρατοδικεῖον καὶ ἡ τοῦ τμηματάρχου τοῦ πυροβολικοῦ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, κατελήφθησαν διὰ προβιβασμοῦ ὑπὸ τῶν κατεχόντων τὰς θέσεις ταύτας πρώην λοχαγῶν Παναγιωτοπούλου καὶ Χατζερῆ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν κ. Ἀρβανίτην, οὗτος μετετέθη ἀντὶ τοῦ Καπετανάκη εἰς τὴν ἐθνοφυλακὴν, ὡς προεῖπον.
§29ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, ἑτέραν διασάφησιν ὡς πρὸς τὸ διάταγμα τῆς 19 Μαρτίου· νομίζω, ὅτι τὸ εἴχατε δημοσιεύσει πρὸ τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος ἐξῆλθε μεταγενεστέρως περὶ φάλαγγος· διὰ ποῖον λόγον;
§30ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Οἱ λόγοι συνεζητήθησαν πέρυσι.
§31ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πέρυσι δὲν εἴχατε τὸ δικαίωμα καὶ διὰ τοῦτο ἔγεινε νόμος.
§32ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα παραπέμπω ὑμᾶς εἰς τὴν περυσινὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ περὶ φαλαγγιτῶν νόμου καὶ εἰς τὰ προηγούμενα τριάκοντα ἐτῶν· ὁ δὲ νόμος ἐγένετο ὅπως κανονισθῇ διὰ τὸ μέλλον τὸ δικαίωμα τῆς ἐξουσίας καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἀτόμων, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν ἀρκούντως ἐξησφαλισμένα.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μετὰ τὸν νόμον ἐκάματε χρῆσιν τοῦ διατάγματος τῆς 19 Μαρτίου;
§34ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Πρὸ τοῦ νόμου, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῆς ἡμερομηνίας τοῦ διατάγματος.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν αἱ ἐφημερίδες τῆς κυβερνήσεως ᾖναι ὀρθαὶ, νομίζω, ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει 17 μεταθέσεις ἀξιωματικῶν ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων τῆς φάλαγγος, ἐξεδόθη τὴν 19 Μαρτίου, ἐδημοσιεύθη δὲ τὴν 3 Μαΐου· οὕτω φαίνεται εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς κυβερνήσεως· ὁ δὲ νόμος περὶ φάλαγγος φέρει ἡμερομηνίαν 11 Ἀπριλίου καὶ ἐδημοσιεύθη τὴν 13 Ἀπριλίου· ὥστε βλέπετε, ὅτι ἀπὸ τὴν 13 Ἀπριλίου, ὅτε ὁ νόμος ἐδημοσιεύθη, μέχρι τῆς 3 Μαΐου, ὅτε τὸ διάταγμα ἐξετελέσθη, παρῆλθον 20 ἡμέραι.
§36ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἐνδεχόμενον τὸ διάταγμα νὰ μὴ ἐτυπώθη εὐθὺς εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς κυβερνήσεως· τοῦτο δὲν μὲ ἀφορᾷ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης εὑρίσκεται εἰς μεγάλην ἀμηχανίαν πῶς νὰ ἐξηγήσῃ τὸ φαινόμενον, ὅτι μετεχειρίσθην διάφορον μέτρον κατὰ διαφόρους περιστάσεις. Κύριοι, τὸ μέτρον τὸ ἐμὸν εἶναι πάντοτε ἓν καὶ τὸ αὐτό, εἶναι τὸ μέτρον τοῦ νόμου, ὅπως τὸ ἐννοῶ ἐγώ· ἀλλὰ προφανῶς δὲν δύναμαι ν’ ἀπαντήσω εἰς τοιαύτας γενικὰς αἰτιάσεις· ἂς ἀναφέρῃ ὁ ἔντιμος προλαλήσας εἰδικὰς περιπτώσεις, καὶ προθύμως θέλω τῷ δώσει τὸν λόγον ἑκάστης πράξεως. Οὕτω π. χ. ὁ προλαλήσας εἶπε πολὺ καθαρὰ, ὅτι εἰς ὅλας μου τὰς ἐνεργείας κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς πάντοτε διέθεσα τὰ πράγματα οὕτως, ὥστε νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ φίλοι μου· ἀπατᾶται· ὁσάκις προεκάλεσα προβιβασμοὺς, δύω ἀρχὰς ἐπεδίωξα· πρῶτον μὲν ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἕκαστον τὸ νόμιμον δικαίωμά του, δεύτερον δὲ ν’ ἀποδοθῇ ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ προϋπολογισμοῦ, δικαιοσύνη εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν πλειοτέρους ἐκ τῶν ἐντίμως ὑπηρετούντων. Βλέπετε, κ. Μαυρομιχάλη, ὅτι διὰ τοῦ δευτέρου ὁμολογῶ μίαν ἀδυναμίαν μου, ἥτις ὀνομάζεται ἀπό τινας πολυτέλεια καὶ σπατάλη· τὴν ὁμολογῶ δὲ, νομίζων, ὅτι δὲν εἶναι ἀξία τῆς μομφῆς σας. Ἐγὼ, κύριοι, ἐπρέσβευσα, πρεσβεύω καὶ θέλω πρεσβεύει πάντοτε, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδίδεται εἰς τὸν στρατὸν ὅ,τι τῷ ἀνήκει, καὶ ὅτι ἐκ τούτου δὲν πηγάζει ζημία οὔτε εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, οὔτε εἰς τὸ δημόσιον. Διὰ τῆς ἀποδόσεως εἰς τὸν στρατὸν μιᾶς εὐρείας δικαιοσύνης δυνάμεθα νὰ ἀπαιτήσωμεν παρ’ αὐτοῦ καὶ εὐρύτητα κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του. Ὁ στενὸς κύκλος κατὰ τὴν ἀπόδοσιν τῆς δικαιοσύνης μαραίνει τὸν ζῆλον τοῦ ὑπηρετοῦντος, διότι περιορίζει τὸ στάδιον αὐτοῦ καὶ ἑπομένως ἐπέρχεται ἡ δικαία δυσαρέσκεια, ἥτις γεννᾷ ἄτοπα μεγάλα. Ὁμολογῶ λοιπὸν ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ἀδυναμίαν μου, ἂν τοῦτο ἦναι ἀδυναμία, διότι, ὡς προεῖπον, πρεσβεύω, ὅτι πρέπει ν’ ἀποδίδεται εἰς τὸν στρατὸν ὅ,τι τῷ ἀνήκει, καὶ νὰ τῷ ἀποδίδεται ἐγκαίρως καὶ μὲ εὐρύτητα· τῷ ἀνήκει δὲ ἀναμφισβητήτως ὅ,τι οἱ νόμοι, ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ στρατιωτικοὶ ὀργανισμοὶ διατάσσουν ἢ ἐπιτρέπουσιν. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὕτω θέλω διαχειρισθῆ τὰ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, διότι παρετήρησα, ὅτι εἰς τοὺς στρατοὺς τῆς Εὐρώπης, ὅπου ἐφηρμόσθη ἡ ἀρχὴ αὕτη, ἔφερεν ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Μόνον παρ’ ἡμῖν ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἵτινες μέμφονται ἐκ συστήματος τοὺς προβιβασμοὺς, ὅσον καὶ ἂν ὑπαγορεύωνται οὗτοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Ἐγὼ δὲ μέμφομαι ἐμαυτὸν, διότι δὲν ἐφήρμοσα τὴν ἀρχήν μου ταύτην μέχρι τοῦ ἄκρου· μόνον παρ’ ἡμῖν διαφιλονεικεῖται τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ νὰ προβιβάζῃ ἐκεῖ, ὅπου καὶ νόμοι καὶ κανονισμοὶ τῷ δίδουσι τὴν ἄδειαν, καὶ περιέμενον οἱ ὑπουργοὶ τὰς ἑορτὰς, ἵνα ἀποδώσωσι δικαιοσύνην, πρὸ πολλοῦ ὀφειλομένην. Μεταξὺ τοῦ στρατοῦ καὶ τῆς κοινωνίας ὑπάρχει, κύριοι, συνάλλαγμα· ἐκεῖνος μὲν νὰ χύνῃ τὸ αἷμά του προθύμως ὑπὲρ αὐτῆς, αὕτη δὲ νὰ τῷ δίδῃ ὅ,τι νομίμως τῷ ἀνήκει.
§37ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀκούσατε καὶ τοῦ γέροντος ἕνα λόγον· ὅταν ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ δώσῃ ὅ,τι πρέπει, ὡς παλληκάρι παραιτεῖται (θόρυβος).
§38ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Εἶπον καὶ λέγουν τινὲς, ἵνα δυσφημήσωσι τὴν ἐξουσίαν, ὅτι αὕτη διαχειρίζεται τὰ κοινὰ μετὰ σπατάλης, ὅτε εἰς ἐποχὴν, ὑπαγορεύουσαν οἰκονομίας, ἡμεῖς δαπανῶμεν ἐπὶ ματαίῳ τὰ δημόσια χρήματα εἰς προβιβασμοὺς καὶ βαθμολογίας καὶ ἄλλα πολλά· αἱ φρασεολογίαι αὗται οὔτε μ’ ἐπτόησαν, οὔτε θέλουν ποτὲ μὲ ἀποτρέψει τοῦ νὰ ἐκπληρώσω ὅ,τι θεωρῶ δίκαιον, νόμιμον καὶ συμφέρον τῇ πατρίδι. Πλὴν ἀκούσατε, κύριοι, ὁποίαν χρῆσιν ἔκαμα ἐγὼ, ὁ ἀποκαλούμενος πολυτελὴς καὶ σπάταλος περὶ τὴν ἀπονομὴν βαθμῶν καὶ προβιβασμῶν, τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι μᾶς χορηγοῦν· ἴσως τινὲς δὲν δίδουν πλήρη πίστιν εἰς τοὺς λόγους μου· τοὺς τοιούτους παρακαλῶ νὰ ἴδωσιν ἐκ τοῦ πλησίον καὶ ἐντὸς τῆς ὑπηρεσίας τὰ πράγματα, ὅπως πεισθῶσιν. Ὅτε παρέλαβον τὸ ὑπουργεῖον, ὑπῆρχον χηρεύουσαι 109 θέσεις· ἐξ αὐτῶν ἐπλήρωσα μόνον 49, αἱ δὲ λοιπαὶ εἰσὶν ἀκόμη ἀσυμπλήρωτοι. Ἐγὼ, ὁ καλούμενος πολυτελὴς κατὰ τοὺς προβιβασμοὺς, ἔλαβον ἄλλοτε νόμον ἀπὸ τὰ βουλευτικὰ σώματα, ὁρίζοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν ἀξιωματικῶν, διὰ τοῦ ὁποίου μοὶ ἐδίδετο τὸ δικαίωμα νὰ πλάσω, ἂν τὸ ἐθεώρουν ἀναγκαῖον, θέσεις ὀργανικὰς στρατηγῶν, συνταγματαρχῶν πλέον τῶν ἑβδομήκοντα, καὶ ὅμως ἐκ τῶν ἀνωτέρων θέσεων τούτων μόλις τὸ τρίτον ὑπάρχει ἐν ἐνεργείᾳ, ἂν καὶ ἠδυνάμην νὰ ἐνεργήσω ἐλευθέρως ἀντλῶν ἐπὶ τοῦ κεφαλαίου τούτου· καὶ ὅμως δὲν τὸ ἔπραξα. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι πέρυσι μοὶ ἐδώκατε τὸ δικαίωμα νὰ αὐξήσω τὴν δύναμιν τοῦ στρατοῦ διὰ τῆς προσθήκης 4 ταγμάτων εὐζώνων καὶ ἄλλων τινῶν λόχων, καὶ συγχρόνως ἐπεψηφίσατε καὶ τὴν δαπάνην διὰ τὴν δύναμιν ταύτην εἰς τὸν προϋπολογισμόν· ηὐξήσατε δὲ διὰ νόμου καὶ τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποδεεστέρων ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ. Ὁ προϋπολογισμὸς ἀφῄρει μόνον διὰ τρεῖς μῆνας τὴν δαπάνην τῆς προσθέτου ταύτης δυνάμεως· ποίαν χρῆσιν ἔκαμον ἐγὼ, ὁ ἀποκαλούμενος πολυτελὴς καὶ σπάταλος, περὶ τὴν ἀπονομὴν βαθμῶν, τῶν χορηγηθέντων μοι τούτων δικαιωμάτων, καὶ πῶς ὤφειλον νὰ ἐνεργήσω κατὰ τοὺς κανόνας τῆς στρατιωτικῆς ἐπιστήμης, τοὺς ὁποίους δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἔντιμος προλαλήσας καὶ πᾶς ἄλλος εὐκόλως δύναται νὰ ἐννοήσῃ; Τὸ πρῶτον καθῆκόν μου ἦτο, ἂν δὲν ἐκυριευόμην καθ’ ὑπερβολὴν ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς οἰκονομίας, νὰ διορίσω κατὰ πρῶτον ὅλους τοὺς βαθμοφόρους, ἀρχόμενος ἀπὸ τῶν ἀνωτέρων διοικητῶν μέχρι τοῦ τελευταίου ὑπαξιωματικοῦ· καὶ τοῦτο θὰ ἦτο τὸ λογικὸν, διότι πρέπει νὰ προϋπάρχωσι τὰ στελέχη διὰ νὰ σχηματισθῇ καὶ διοικηθῇ ὁ συγκαλούμενος στρατός. Ἐγὼ ὅμως ἔπραξα ἄλλως καὶ μέμφομαι διὰ τοῦτο ἐμαυτόν· διέταξα νὰ καταρτισθῇ κατὰ λόχους τὸ εἰς Λαμίαν εὐζωνικὸν τάγμα, δανειζόμενος τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ ὑπαξιωματικοὺς ἀπὸ τὰ ἄλλα τάγματα, μέχρι τῆς τελείας μορφώσεώς των· τὸ αὐτὸ ἔπραξα καὶ διὰ τὸ 2 εὐζωνικὸν, τὸ ἐν Ἀγρινίῳ σχηματισθέν· μόνον δὲ ἀφοῦ ἀμφότερα συνεπληρώθησαν, ἐπροκάλεσα τὸν διορισμὸν τῶν ὁριστικῶν διοικητῶν τῶν ταγμάτων τούτων καὶ μέρους μόνον τῶν ἀξιωματικῶν. Κατὰ τὴν αὐτὴν μέθοδον προέβην καὶ εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν δύω ἄλλων ταγμάτων, ἤτοι προέταξα τὴν κατάταξιν τῶν στρατιωτῶν τοῦ διορισμοῦ μέρους τῶν βαθμοφόρων· λέγω δὲ μέρους, διότι καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν εἶναι συμπεπληρωμέναι αἱ πλεῖσται τῶν θέσεων, ἂν καὶ μοὶ ἐπέτρεπον τὴν συμπλήρωσιν αὐτῶν ὁ νόμος τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ἀξιωματικῶν, ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ὀργανισμὸς τῶν ταγμάτων τούτων. Μὴ πιστεύσητε δὲ, κύριοι, ὅτι ἀνεβλήθη ὁ διορισμὸς τῶν βαθμοφόρων ἢ ἡ συγκρότησις τοῦ 3 καὶ τοῦ 4 τάγματος τῶν εὐζώνων δι’ ἔλλειψιν ἐθελοντῶν, διότι ἀπ’ ἐναντίας οὗτοι παρὰ προσδοκίαν συνέῤῥεον πανταχόθεν τῆς Στερεᾶς, ἀλλὰ μόνον διότι ἠθελήσαμεν ν’ ἀναβάλωμεν τὴν ἔναρξιν τῶν δαπανῶν ὅσον τὸ δυνατὸν πλειότερον. Τί δὲ ἐγένετο ὡς πρὸς τοὺς βαθμολόγους τῶν νέων λόχων τοῦ πυροβολικοῦ, τῶν σκαπανέων καὶ τῆς ἴλης τοῦ ἱππικοῦ; Οὐδὲν, κύριοι, μέχρι τοῦδε, διότι αἱ τάξεις δὲν συνεπληρώθησαν εἰσέτι εἰς τὰ σώματα. Λοιπὸν ἐκ συστήματος φειδοῦς ἡμεῖς, οἱ ἀποκαλούμενοι σπάταλοι, ἐσταματήσαμεν τοὺς προβιβασμοὺς ὅσον ἦτο λογικῶς δυνατόν· πέραν τοῦ σημείου τούτου δὲν ἦτο δυνατὸν ν’ ἀναβληθῇ μέτρον ἀφιλονεικήτου νομιμότητος, μέτρον ἀναγνωρισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ὡς πατριωτικὸν καὶ χρήσιμον. Τοιαῦται λοιπὸν χηρεύουσαι θέσεις εἶναι δίκαιον νὰ συμπληρωθῶσι, καὶ θέλουσι συμπληρωθῆ ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἔχει ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν παροῦσαν κυβέρνησιν. Τοιουτοτρόπως ἐννοῶ, κ. βουλευτά, νὰ προστατεύσω τοὺς φίλους μου. Διὰ τῆς πληρώσεως τῶν 49 αὐτῶν θέσεων ἔγινε φυσικῶς κίνησίς τις μεγαλειτέρα εἰς τὸν στρατὸν, ἥτις ὅμως δὲν φέρει οὐδεμίαν αὔξησιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, διότι οἱ προβιβασμοὶ δὲν ἦσαν εἰμὴ ἁπλῆ μετακίνησις, ἀμοιβαία ἀλλαγὴ θέσεων, μὴ πολλαπλασιάζουσα ταύτας, ἀποτελοῦσα δὲ τὸ στρατιωτικὸν στάδιον. Ἂν λοιπὸν ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐννοῇ, ὅτι διὰ τῆς κινήσεως ταύτης δὲν ἐσκόπουν ἄλλο ἢ νὰ κατορθώσω νὰ προβιβάσω τινὰ τῶν φίλων μου, τὸν συγχαίρω διὰ τὸ συμπέρασμα τοῦτο. Ἀδιαφόρησα, κύριοι, πάντοτε ἂν φίλοι, συγγενεῖς ἢ ἐχθροὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔμελλον νὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὰς τοιαύτας ἐν τῷ στρατῷ κινήσεις· ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς δὲν ἐδυνήθη νὰ ὑποδείξῃ ἢ δύω ἢ τρεῖς προβιβασμοὺς ὡς ὑπόπτους συμπαθείας, μεταξὺ τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν προβιβασμῶν, οὓς ἐπροκάλεσεν ἡ πλήρωσις τῶν 49 χηρευουσῶν θέσεων· σᾶς κατωνόμασε τοὺς κκ. Πλέσσαν, Πετιμεζᾶν καὶ Γρίβαν μόνον, ἐνῷ ὠφελήθησαν ἐκ τῆς κινήσεως ταύτης καὶ 5 ἢ 6 ἄλλοι τῶν συναδέλφων μας, μεταξὺ τῶν ὁποίων καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος. Ὄχι, κύριοι, εἶναι μακρὰν τῆς ἀληθείας ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ ἐν τῷ στρατῷ κίνησις προεκλήθη χάριν τινῶν προσώπων· ἀπ’ ἐναντίας τὰ ἄτομα ὠφελήθησαν ἐκ τοῦ γενικοῦ εὐεργετικοῦ ῥεύματος ἐντὸς τοῦ ὁποίου εὑρέθησαν· ἄλλως τε μεταξὺ τῶν ὀλίγων κατονομασθέντων προσώπων εἶναι καὶ ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὅστις πᾶν ἄλλο εἶναι σήμερον ἢ πολιτικός μου φίλος, καὶ ἐν τούτοις ἐπροβιβάσθη, διότι δὲν ἐτόλμησα νὰ τὸν στερήσω δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἀπέκτησε δυνάμει τῆς ἀρχαιότητος καὶ τῆς ἱκανότητός του. Εἰς τὰ ὄμματα τὰ ἐδικά μου τοιαῦτα δικαιώματα πρέπει νὰ ἀμείβωνται ἀδιακρίτως τοῦ πολιτικοῦ στρατοπέδου εἰς ὃ ἀνήκει τὸ ἄτομον· ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἶναι ὁ πλέον ἀμείλικτος ἀντίπαλος τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, διακρίνας τὴν ἱκανότητά του, ἐθεώρησα ἐμαυτὸν εὐτυχῆ, διότι εὑρέθην εἰς θέσιν ν’ ἀποδείξω, ὅτι ἐκτιμῶ ταύτην καὶ εἰς τὰς τάξεις τῶν ἀντιπάλων εὑρισκομένην. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὁμιλῶν περὶ τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει ἢ δὲν ἔχει ὁ ὑπουργὸς νὰ προβιβάζῃ κατ’ ἐκλογὴν, εἶπεν, ὅτι εἰς οὐδεμίαν περίστασιν δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, διότι, εἶπε, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν ὑπάρχουν ἐπιθεωρηταὶ, καθότι οἱ τρεῖς ἀρχηγοὶ ἠδύναντο νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς τοιοῦτοι. Πρῶτον, κύριοι, ἀπαντῶ, ὅτι καὶ ἂν ὑπῆρχον ἐπιθεωρηταὶ, ἐγὼ δὲν ἤθελα δεχθῆ τὴν ἐπέμβασιν αὐτῶν εἰμὴ εἰς μόνας τὰς παρὰ τοῦ νόμου προβλεπομένας περιστάσεις, οὐχὶ δὲ καὶ ὅταν ἠδυνάμην νὰ προβῶ καὶ ἄνευ αὐτῶν. Ἀλλ’ εἶναι ὀρθὸν, ὅτι ὑπῆρχον ἐπιθεωρήσεις καὶ ἐπιθεωρηταὶ, δυνάμενοι νὰ ἐξελέγξωσι τὰ προσόντα τῶν ἀξιωματικῶν διὰ προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογήν; Κ. βουλευτὰ, ὅταν ῥίπτωνται τοιαῦτα ζητήματα ἐν τῷ μέσῳ, σᾶς παρακαλῶ νὰ ῥίπτητε βλέμμα γενικὸν καὶ ἀναλυτικὸν ἐπὶ τῶν πραγμάτων· ἂν ἠθέλατε πράξει τοῦτο, δὲν ἠθέλατε εἰπῆ ὅ,τι εἴπατε, καὶ δὲν ἤθελον εὑρεθῆ καὶ ἐγὼ εἰς τὴν θέσιν νὰ περιττολογῶ ἐνταῦθα. Δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ τυπικῶν ἐπιθεωρήσεων μόνον, ἀλλὰ περὶ ὁλοκλήρου τοῦ σταδίου τῶν προκαταρκτικῶν ἐργασιῶν, αἵτινες πρέπει νὰ προηγηθῶσι πολὺ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἀποστέλλονται οἱ ἐπιθεωρηταί· αἱ ἐργασίαι αὗται ἔχουν διάφορα στάδια, καὶ ἐκτείνονται ἐφ’ ὅλας τὰς τάξεις, τόσον ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν ὅσον καὶ τῶ ὑπαξιωματικῶν. Ἄλλως τε, κύριοι, ἐγὼ δὲν ἔκαμα οὐδεμίαν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκλογῆς, διὰ νὰ μοὶ ἀντιτάσσηται ἡ ἀνάγκη τῶν ἐπιθεωρήσεων σήμερον· ἐγὼ ἐξέφρασα τὴν λύπην μου διατί νὰ διακοπῇ ἡ κανονισθεῖσα καὶ ἀρξαμένη τακτικὴ ἐνέργεια τῶν ἐπιθεωρήσεων, ἥτις καὶ ὡς πρὸς τὴν λεπτομέρειαν τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐν γένει διαγωγὴν τῶν στρατευμάτων καὶ ὡς πρὸς τὴν ἔγκαιρον ἐπανόρθωσιν ἀδικημάτων, τῶν ὁποίων δυσκόλως λαμβάνει γνῶσιν ὁ ὑπουργός, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκτίμησιν τῶν προσόντων τῶν ἀξιωματικῶν ἤθελε φέρει τοὺς ὡραιοτέρους καρπούς. Οὗτοι εἶναι οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων κατέκρινα τὴν κατάργησιν τῶν ἐπιθεωρήσεων, καὶ οὐχὶ διότι ἐστερήθην δικαιώματος, τοῦ ὁποίου δὲν ἔκαμα χρῆσιν μόνον ὑπὲρ τοῦ κ. Γρίβα, διότι δὲν εἶχον ἀνάγκην πρὸς τοῦτο προτάσεως ἄλλης τινὸς ἀρχῆς. Ἀλλὰ θὰ ἐπανέλθω, κύριοι, πάλιν εἰς ὅσα χθὲς εἶπον περὶ τοῦ προβιβασμοῦ αὐτοῦ;
§39ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§40ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ἀλλ’ ὁ κ. Μαυρομιχάλης ὡμίλησε τόσον περιπαθῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ὥστε μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν εἴπω καὶ ἐγὼ τινὰ εἰς ἀπάντησιν, ὑμεῖς δὲ κρίνατε. Καὶ πρῶτον ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὁ κ. Γρίβας, ὡς ὑπουργός, δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ ἐκτελεστικοῦ διατάγματος τοῦ περὶ προβιβασμῶν νόμου. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἔχει ἐξαιρέσεις· καὶ εἶπεν ὁ προλαλήσας, ὅτι κατὰ τὸ Γαλλικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις τοῦ ἡμετέρου, ἐξαιροῦνται οἱ ἐπιτελεῖς τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν· αὐτὸ τοῦτο ἀποδεικνύει τὴν ὀρθότητα τῶν ὅσων χθὲς ἐγὼ εἶπον, ὅτι δηλ. ὄχι ἡ ὑποθετικὴ ἱκανότης τῶν ὑπαλλήλων τοὺς ἐξαιρεῖ τῆς εἰς τὸν κατάλογον τῶν ὑποψηφίων ἀναγραφῆς, ἀλλὰ διότι δὲν ὑποτίθεται, ὅτι ὁ ἐπιθεωρητὴς θέλει εἰσέλθει ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου, ἵνα σταθμίσῃ τὴν ἱκανότητα ἑκάστου ἐνώπιον τοῦ προϊσταμένου τοῦ ὑπουργείου, ἤτοι τοῦ ἰδίου ὑπουργοῦ· διὰ τὸ ἀδύνατον λοιπὸν τῆς ἐπιθεωρήσεως ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου καὶ τῆς Αὐλῆς ἐξῃρέθησαν αἱ δύω αὗται τάξεις τῶν ἀξιωματικῶν. Ὅτε ἐγένετο ὁ περὶ προβιβασμῶν νόμος καὶ τὸ ἐκτελεστικὸν αὐτοῦ διάταγμα ἐπὶ τῆς πρώτης δυναστείας καὶ τοῦ πρώτου Συντάγματος, δὲν ὑπῆρχε καὶ τρίτη τάξις ἐξαιρεσίμων, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ προΐδῃ τις ὅτι μεταβολὴ τοῦ πολιτεύματος ἤθελε τὴν φέρει· ἡ τάξις αὕτη εἶναι ἡ τῶν βουλευτῶν, οἵτινες, μὴ κατέχοντες θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν· ἐξ’ ἄλλου τὸ Σύνταγμα αὐτὸ προβλέπει τὴν περίπτωσιν τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ βουλευτῶν στρατιωτικῶν. Διὰ τοῦτο νομίζω ἐγώ, ὅτι πᾶς βουλευτὴς στρατιωτικὸς δὲν ὑπόκειται εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸν κατάλογον τῶν ὑποψηφίων διὰ νὰ προβιβασθῇ κατ’ ἐκλογήν, καὶ ὅτι μόνος ὁ ὑπουργὸς δύναται νὰ ἐκτιμήσῃ τὰ προσόντα τοῦ βουλευτοῦ διὰ τὸν τοιοῦτον προβιβασμόν. Ἄλλοτε ὁ στρατιωτικός, ἐκλεγόμενος βουλευτὴς, ἐξηκολούθει κατέχων τὴν ἐν τῷ στρατῷ θέσιν αὐτοῦ· ληγούσης μάλιστα ἑκάστης συνόδου, ἐπανήρχετο εἰς τὰς τάξεις του, ὥστε ἐξηκολούθει οὗτος διατελῶν ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν ἁρμοδιότητα, ἑπομένως καὶ ὑπὸ τὴν τοῦ ἐπιθεωρητοῦ. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα συμπεριελήφθησαν ὅλαι αἱ τότε ὑπάρχουσαι κατηγορίαι τῶν στρατιωτικῶν, τῶν ἐξ ἀνάγκης μὴ ὑπαγομένων εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπιθεωρητῶν. Ἀλλὰ τὸ νέον πολίτευμα ἔπλασε καὶ ἄλλην τάξιν· δύνανται ἄρα ἤδη νὰ προβιβασθῶσι κατ’ ἐκλογὴν χωρὶς νὰ ᾖναι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν κατάλογον τῶν ὑποψηφίων καὶ οἱ βουλευταί· ὅταν δὲ οὗτοι ἐξαιρῶνται τῆς ὑποχρεώσεως ταύτης, ἐξαιρεῖται κατὰ μείζονα λόγον εἷς ὑπουργὸς βουλευτὴς, ὅστις ὄχι μόνον δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπιθεωρητῶν, ὡς μὴ ἔχων θέσιν τινὰ ἐν τῷ στρατῷ, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἀνώτερος πάσης ἄλλης στρατιωτικῆς ἀρχῆς. Ὁ προλαλήσας, ἐννοήσας, φαίνεται, συνεπείᾳ τῶν χθὲς λεχθέντων, ὅτι ἡ ἀπόλυτος ἐφαρμογὴ τῆς ἀρχῆς, ἣν ὑπεστήριζε χθὲς, «ὅτι οὐδεὶς προβιβάζεται, μὴ χηρευούσης θέσεως» ἄγει εἰς ἄτοπον μέγα, τὸ ἄτοπον ν’ ἀντίκηται εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ, ὁ προλαλήσας, λέγω, ὑπεχώρησε σήμερον κατά τι καὶ προέτεινε τὸν ἀκόλουθον συμβιβασμόν· νὰ θεωρῶνται νόμιμοι μόνοι οἱ προβιβασμοὶ, ὅσοι δὲν εἶναι πιθανὸν νὰ γεννήσωσι δίκας καὶ νὰ ἐπιφέρουν οὕτω ζημίαν εἰς τὸ δημόσιον. Κατ’ αὐτὸν λοιπὸν, πρέπει ὁ ὑπουργὸς ὁσάκις διανοεῖται νὰ προκαλέσῃ προβιβασμοὺς, νὰ συγκαλῇ νομικὸν συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ν’ ἀποφαίνηται προηγουμένως περὶ τοῦ ἂν οἱ μελετώμενοι προβιβασμοὶ δύνανται νὰ παραβλάψωσι τὰ ὑποθετικὰ δικαιώματα τρίτων. Πρωτοφανὴς ἡ ἰδέα αὕτη· ἂς θέσῃ ταύτην εἰς ἐνέργειαν πᾶς ἄλλος, ἐκτὸς ἐμοῦ· ἐγὼ δὲ θέτω καὶ πάλιν τὸ ζήτημα οὕτως· ἢ τὸ μνημονευθὲν ἄρθρον τοῦ νόμου ἔχει τὴν ἔννοιαν, ἣν τῷ ἀποδίδει ὁ προλαλήσας, ἢ ἔχει τὴν ἔννοιαν ἣν τῷ ἀποδίδω ἐγώ. Καὶ ἂν μὲν τὸ πρῶτον, τότε ὅλοι ὅσοι ἐκ τῶν βουλευτῶν ἐπροβιβάσθησαν, παρὰ τὸν νόμον ἐπροβιβάσθησαν, μὴ ὑπαρχούσης ἐν τῷ στρατῷ θέσεως κενῆς δι’ αὐτούς. Ἐνταῦθα, κ. βουλευτὰ, ὑπεκφυγὴ δὲν ὑπάρχει, οὐδὲ συμβιβασμὸς ἐπιτρέπεται· ἀλλὰ τούτου τεθέντος, σᾶς ἐρωτῶ τί γίνεται τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀφ’ ἑνὸς μὲν θέλει τοὺς βουλευτὰς ἄνευ θέσεως, ἐξ ἄλλου δὲ προβλέπει τὴν περίστασιν τοῦ προβιβασμοῦ αὐτῶν καὶ κατ’ ἐκλογὴν ἀκόμη; Μένει λοιπὸν τὸ μέρος τοῦτο τοῦ Συντάγματος νεκρὸν πρὸς βλάβην τῶν ἀτόμων, χάριν τῆς ἑρμηνείας, ἣν δίδει ὁ προλαλήσας εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου. — Κατὰ δὲ τὴν ἐμὴν ἑρμηνείαν, τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρον δὲν ἔρχεται εἰς ἀντίφασιν πρὸς τὸ Σύνταγμα, διότι ἐννοεῖ προφανῶς τὰς ἐν τῷ στρατῷ θέσεις καὶ τοὺς ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας γινομένους προβιβασμούς, οὐχὶ δὲ καὶ τὸν προβιβασμὸν ἐκείνων, οἵτινες, μὴ ἔχοντες θέσιν ἐν τῷ στρατῷ, δὲν ἀπώλεσαν οὐδὲν τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐνεργοῦ ὑπηρεσίας· εἰς τὴν κατηγορίαν ταύτην ὑπαγόμεθα, κ. βουλευτὰ, ἡμεῖς οἱ βουλευταί, ὡς ἀξιωματικοὶ ἐν ἐνεργείᾳ μὲν, ἀλλ’ ἄνευ θέσεως ἐν τῷ ἐνεργῷ στρατῷ, καὶ ὅσοι ἄλλοι διατελοῦσιν εἰς ὑπηρεσίας μὴ στρατιωτικάς. Δύναται λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς νὰ προβιβάσῃ καὶ ἐκείνους καὶ ἡμᾶς κατ’ ἀρχαιότητα καὶ κατ’ ἐκλογὴν, χωρὶς νὰ παραβιάσῃ οὔτε τὸ διάταγμα, οὔτε τὸν περὶ προβιβασμῶν νόμον· σᾶς εἶπον δὲ καὶ χθὲς, ὅτι δὲν προέβην εἰς ἄλλον προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν, διότι, προκειμένου ν’ ἀφαιρέσω ἀπὸ ἄλλον θέσιν τινὰ, ἵνα τὴν δώσω εἰς ἄλλον, ᾐσθανόμην τὴν ἀνάγκην νὰ προϋπάρξωσιν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις τοῦ διατάγματος, αἵτινες ἀτυχῶς σήμερον εἰσέτι λείπουν. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ νὰ λύσω καὶ ἑτέραν ἀπορίαν τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, μὴ ἐννοήσαντος καὶ μετὰ τὰ χθὲς λεχθέντα τὸν λόγον, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἐπροκάλεσα διάταγμα, μεταβιβάζον (ἐφ’ ὅσον δὲν ὑπάρχουν τὰ μέσα τῆς ἐκτιμήσεως) τὴν ἁρμοδιότητα τῶν ἐπιθεωρητῶν εἰς τὸν ὑπουργὸν, προκειμένου περὶ τοῦ προβιβασμοῦ τῶν ταγματαρχῶν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Δὲν ὑπάρχει οὐδὲν τὸ πλάγιον ἢ τὸ κρυπτὸν ἐν τῷ μέτρῳ τούτῳ· θέλω ἐξηγήσει πληρέστατα τὴν ἰδέαν μου. Ὡς γινώσκετε, κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμοῦ εἰς τοὺς ἀνωτέρους τοῦ ταγματάρχου βαθμοὺς ἀνήκει κατὰ τὸν νόμον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἐξουσίαν· ἀλλὰ τὸ ἐκτελεστικὸν διάταγμα ἀπαιτεῖ διὰ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν ταγματάρχου εἰς βαθμὸν ἀντισυνταγματάρχου νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐγγύησις τῆς γνωμοδοτήσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ· διὰ τοῦτο, ἔχων ὑπ’ ὄψιν ἐξ ἑνὸς μὲν τὸ ἀπόλυτον πρὸς ἐκλογὴν δικαίωμα τῆς ἐξουσίας εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον, ἐξ ἄλλου τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς τὸ διάταγμα ἐπέβαλλεν εἰς αὐτὴν, μετέτρεψα προσωρινῶς τὴν διάταξιν ταύτην, ἵνα μὴ μένῃ νεκρὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐξουσίας ἐκεῖ, ὅπου ὁ νόμος τὸ θέλει ἀπόλυτον. Ἄλλως ὅμως ἔχει τὸ πρᾶγμα ὡς πρὸς τοὺς βαθμοὺς, καθ’ οὓς τὸ δικαίωμα τῆς ἐξουσίας διὰ τὸν κατ’ ἐκλογὴν προβιβασμὸν δὲν εἶναι ἀπόλυτον, ἀλλὰ περιωρισμένον· ἂν ἤθελα ἐφαρμόσει καὶ διὰ τοὺς λοιποὺς βαθμοὺς τὸ ἴδιον μέτρον, ἤθελα ἀποῤῥοφήσει δικαιώματα καὶ ἐγγυήσεις πρὸς βλάβην τρίτων, καὶ τότε δικαίως, κ. βουλευτὰ, ἠθέλατε μὲ ὑποπτεύσει, ὅτι ἔθεσα κατὰ μέρος τὰς ἐγγυήσεις, ὅπως ἀπολύτως προβῶ κατὰ τὸ δοκοῦν μοι εἰς τὴν προαγωγὴν τῶν οἰκείων καὶ φίλων. Προέβην λοιπὸν ἕως ἐκεῖ, ὅπου νόμιμον δικαίωμα δὲν προσεβάλλετο, ἐσταμάτησα δὲ ἀπὸ εὐσυνειδησίαν ἐκεῖ, ὅπου, τοῦ δικαιώματος τῆς ἐξουσίας μὴ ὄντος ἀπολύτου, ἀπαιτεῖται ἡ ἐγγύησις τῆς ἐγγραφῆς εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων, ὅπως προβῶ εἰς προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογήν. Ἐπροτίμησα λοιπὸν, ἀφίνων νεκρὸν ὁλόκληρον τὸ δικαίωμα τῆς ἐξουσίας, νὰ μὴ ἐνεργήσω οὐδένα προβιβασμὸν κατ’ ἐκλογὴν, ἢ νὰ προβῶ εἰς μέτρον, καταστρέφον πᾶσαν ἐγγύησιν δικαιοσύνης καὶ ἀμεροληψίας. Μίαν μόνην ἐξαίρεσιν ἔκαμα ὑπὲρ τοῦ κ. Γρίβα, καὶ ἕνεκα τῆς ἐξαιρέσεως ταύτης περιπαθῶς ἐπὶ τόσην ὥραν ἐλάλησεν ὁ ἔντιμος βουλευτής. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν προβιβασμὸν τοῦτον, τὸ ζήτημα εἶναι ἂν ἐντὸς τοῦ νόμου ἢ παρὰ τὸν νόμον ἐνηργήθη. Ἐπαναλαμβάνω, κύριοι, ἐν ὀλίγοις ὅτι κατ’ ἐμὲ ὁ ὀρθὸς λόγος ὑπαγορεύει, ὅτι, δυνάμενος νὰ προβιβάσω κατ’ ἐκλογὴν τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν χωρὶς νὰ ὦσιν οὗτοι ἐγγεγραμμένοι εἰς τὸν πίνακα τῶν ὑποψηφίων, δύναμαι κατ’ ἀνώτερον λόγον νὰ προβῶ ἄνευ προτάσεως ἐπιθεωρητοῦ εἰς τὸν προβιβασμὸν ὑπουργοῦ, ὅστις εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, ἤτοι ἀρχῆς ὑποδεεστέρας τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀφοῦ, κύριοι, ἀνέλαβον ὡς ὑπουργὸς τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβάζειν εἰς τὸν βαθμὸν τοῦ ἀντισυνταγματάρχου ἄνευ τῆς προτάσεως τῶν ἐπιθεωρητῶν, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μοὶ φιλονεικηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦ προβιβασμοῦ κατ’ ἐκλογὴν ἑνὸς ὑπουργοῦ ἄνευ τῆς μεσολαβήσεως τοῦ ἐπιθεωρητοῦ! Αὕτη εἶναι, κύριοι, ἡ ἁπλουστάτη θεωρία, ἐπὶ τῆς ὁποίας βασιζόμενος προέβην εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦ κ. Γρίβα ἄνευ τῶν διατυπώσεων ἐκείνων, αἵτινες κατὰ τὸν ὀρθὸν λόγον δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς μέλος τῆς κυβερνήσεως, ἀφοῦ δὲν ἐφαρμόζονται εἰς κατηγορίας τινὰς ὑποδεεστέρων ὑπαλλήλων. Ἀλλ’ ἡ χρῆσις αὕτη τοῦ δικαιώματος, σᾶς εἶπεν ὁ κ. βουλευτὴς, παραβλάπτει δικαιώματα ἄλλων· τί λέγετε λοιπὸν, ὅτι περιωρίσθητε εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦτον καὶ μόνον, ὡς μὴ παραβλάψαντα τὰ δικαιώματα τρίτων; Ναὶ, ἀληθῶς· ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔχει δίκαιον ἀπολύτως καὶ μέχρι τινός· ἔχει δίκαιον, καθόσον πᾶς προβιβασμὸς κατ’ ἐκλογὴν, ὡς καὶ ὁ πλέον νόμιμος καὶ ὁ πλέον σκόπιμος, παραβλάπτει κατὰ φυσικὸν λόγον τὰ συμφέροντα ἐκείνου, ὅστις παρηγκωνίσθη· ἀλλ’ ἡ περίστασις αὕτη ἐφαρμόζεται ἐνταῦθα; Τίνος τὴν θέσιν κατέλαβεν ὁ κ. Γρίβας, ὅστις καθὸ ὑπουργὸς δὲν ἔχει θέσιν ἐν τῷ στρατῷ; τίς ἄλλος ἤθελε προβιβασθῇ ἀντ’ αὐτοῦ, ἂν ὁ προβιβασμὸς τοῦ κ. Γρίβα δὲν ἐλάμβανε χώραν; ποῖος παρηγκωνίσθη; οὐδείς. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ προβιβασμοῦ ἄλλου λοχαγοῦ κατ’ ἐκλογὴν ἄνευ ἐξελέγξεως, ὅστις ἤθελεν ἀμέσως ἀφαιρέσει ἓν δικαίωμα ἀπὸ ἄλλον, καὶ τῆς προαγωγῆς ἀξιωματικοῦ, ὅστις εἶναι ἄνευ θέσεως ἐν τῷ στρατῷ. Ὁμολογήσατε, κ. βουλευτὰ, ὅτι ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ ἑνὸς ἀδικήματος καὶ τοῦ ἄλλου. Αἱ συνέπειαι τοῦ προβιβασμοῦ τοῦ κ. Γρίβα δύνανται ν’ ἀναφανῶσιν ἐν τῷ μέλλοντι· εἶναι ὑποθετικαὶ, ἐνῷ ὁ προβιβασμὸς παντὸς ἄλλου ἤθελεν εἶσθαι ἄμεσος ἁρπαγὴ ἑνὸς δικαιώματος, καθόσον ἤθελεν εἶσθαι καὶ κατὰ τύπους ἀδικαιολόγητος. Ἄλλως τε, κύριοι, δὲν πρόκειται ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσωμεν καὶ σταθμίσωμεν τὰ λογικὰ ἢ μὴ λογικὰ παράπονα ὅσα πᾶσα προτίμησις δύναται νὰ ἐγείρῃ, ἀλλ’ ἂν ἡ πρᾶξις αὕτη εἶναι νόμιμος ἢ παράνομος. Ἂν ἐγὼ προέβην εἰς τὸν προβιβασμὸν τοῦτον, ποιήσας χρῆσιν τῶν νομίμων δικαιωμάτων μου, τότε τὰ παράπονα τρίτων, ὁμολογήσατε, κύριε βουλευτὰ, ὅτι δὲν ἔχουν τὸν τόπον των, διότι δὲν ἀποτελοῦν πλέον στέρησιν δικαιωμάτων, ἀλλὰ στέρησιν ὠφελημάτων μόνον. Δύνασθε αὔριον νὰ προβιβασθῆτε καὶ ὑμεῖς καὶ ἄλλοι κατ’ ἐκλογὴν, τηρουμένων ὅλων τῶν νομίμων τύπων· νομίζετε, ὅτι τούτου γενομένου δὲν θὰ ἐγείροντο ἀτομικὰ παράπονα; ἀλλὰ ταῦτα οὔτε ὑμεῖς πρέπει νὰ ὑποστηρίζητε, οὔτε ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς δύναμαι νὰ δεχθῶ. Τὰ ὑποθετικὰ, τὰ μὴ βασιζόμενα εἰς τὸν νόμον παράπονα πρέπει νὰ ἀποκρούωνται ἀπὸ ἀνθρώπους, οἵτινες ἔχουν καὶ παρὸν καὶ μέλλον ὡς ὑμεῖς, κ. Μαυρομιχάλη. Ἐπιτρέψατέ μοι δὲ ἀντὶ τῶν τόσων αἰτιάσεων κατὰ τῆς διαχειρίσεώς μου ὡς ὑπουργοῦ, ἀντὶ τῶν τόσων παρανομιῶν, ἃς μοὶ ἀπεδώκατε, νὰ σᾶς δώσω καὶ ἐγὼ μίαν συμβουλὴν φιλικὴν καὶ πατρικὴν (διότι ἡ ἡλικία μοὶ ἐπιτρέπει καὶ τοῦτο)· ἐστὲ μετριώτερος· καθήμενος εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, μὴ λησμονῆτε, ὅτι δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ δι’ ὑμᾶς ἡ στιγμὴ νὰ καθήσητε εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ, ἣν ἐπιδιώκετε· οὕτω σκεπτόμενος, θέλετε εὐκόλως κατανοεῖ τί ἁρμόζει νὰ ὑποστηρίζητε καὶ τί πρέπει ἀδιστάκτως ν’ ἀποκρούητε ὡς ἐπιζήμιον.
§41ΑΧΟΛΟΣ. Δύω λέξεις (θόρυβος).
§42ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἀρχόμενος τοῦ λόγου του εἶπεν, ὅτι ἐντέχνως ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔθεσε χαλινὸν εἰς τὸ στόμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ἐὰν ὁ κ. Μαυρομιχάλης ἔλεγεν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔθεσε χαλινὸν εἰς τὸ στόμα τῶν ἐν τῇ Βουλῇ στρατιωτικῶν ἀντιπροσώπων, ἤθελον σιωπήσει. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν ἔθεσε σήμερον τὸν φιμὸν εἰς τὸ στόμα τῶν στρατιωτικῶν βουλευτῶν....
§43ΑΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι! Ἂν πρόκηται νὰ ὁμιλήσῃ περὶ αὐτῆς τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἴσως ἀντελήφθητε ὄχι ὅπως τὴν ἐξέφρασα, ἢ ἦτον ἴσως λάθος ἰδικόν μου, ὅτι δὲν ἐξεφράσθην καλῶς, σᾶς λέγω· ἐγὼ εἶπον εἰς ὑποστήριξιν τῶν ἰδεῶν μου, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν κατώρθωσε νὰ μὲ ἀφήσῃ μόνον ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ ἠδύναντο ν’ ἀγορεύσουν μὲ πολλὴν ἐπιτυχίαν καὶ ἄλλοι ἔντιμοι συνάδελφοι ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Δὲν ἐνόουν ἄλλο, καὶ νομίζω, ὅτι καὶ Βουλὴ δὲν ἀντελήφθη ὅπως ἀντελήφθη ὁ ὁμιλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος· ἠθέλησα μόνον ἁπλῶς νὰ εἴπω, ὅτι αἱ πράξεις αὗται ἐπεδαψιλεύθησαν εἴς τινας, ἐπεδαψιλεύθησαν καὶ εἰς ἓν μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ μὲ συντρέξῃ σπουδαίως εἰς τὸ ζήτημα αὐτό.
§44ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὐχαριστοῦμαι ἀπὸ τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν καὶ παύω ἀμέσως. Προσθέτω μόνον, ὅτι αἰτία τῆς παρούσης διαμάχης δὲν εἶναι ἄλλο, παρὰ ὁ νόμος ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον πέρυσιν ἐκάμαμεν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡμεῖς ἐπολεμήσαμεν τὸ κατ’ ἐκλογὴν δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν, διότι δικαιώματα τοιαῦτα βεβαίως δὲν θὰ ἐξασκηθοῦν πάντοτε μὲ τὸν διαβήτην τῆς ἀπολύτου δικαιοσύνης. Αὐτὸς ἦτον ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἡμεῖς τοὐλάχιστον ἐπολεμήσαμεν τὴν ἰδέαν αὐτήν· ἀλλὰ ποῖος πταίει; ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τοιαῦτα ἀπόλυτα δικαιώματα εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῶν ὑπουργῶν, καθόσον μάλιστα αἱ καταγγελλόμεναι σήμερον καταχρήσεις δὲν ἐγένοντο παρὰ μόνον εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τοῦ προβιβάζειν κατ’ ἐκλογὴν, οὐχὶ τοῦ κατ’ ἀρχαιότητα (θόρυβος), καὶ τόσον περισσότερον, διότι, ἐὰν ἐμένομεν ἐκεῖ, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γίνουν ἀδικήματα (θόρυβος). Κύριοι, οὔτε παραλογίζομαι, οὔτε φλυαρῶ, οὔτε πολὺ ὁμιλῶ. Ἐπειδὴ μὲ διακόπτετε, σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ἀνοησία, ἐὰν παρουσιάζηται κανεὶς διὰ νὰ δώσῃ λόγον καὶ νὰ λάβῃ λόγον.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ, κύριοι, τὸ θέμα, ὅπως ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ. Ἰδοὺ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη· «Ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τοὺς γενομένους παρὰ τὸν νόμον καὶ ἄνευ ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας προβιβασμούς.» Τὸ πόρισμα δὲ τοῦ προεδρείου εἶναι αὐτό· «Ἐνήργησε παρανόμως ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν προβιβάσας τὸν Δ. Γρίβαν ταγματάρχην; ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τοῦ νόμου διὰ τοὺς λοιποὺς προβιβασμοὺς, οὓς ἐνήργησεν ὁ αὐτὸς ὑπουργός;»
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὴν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη εἶναι ἀδύνατον νὰ ψηφοφορήσητε, διότι προδικάζει τὸ παράνομον· «Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ τοὺς παρανόμους προβιβασμούς;» Προδικάζει, ὅτι οἱ προβιβασμοὶ εἶναι παράνομοι. Ἐπειδὴ ἡμεῖς ἔχομεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι δὲν εἶναι παράνομοι οἱ προβιβασμοὶ, διὰ τοῦτο θέλομεν ἐπ’ αὐτοῦ ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλή.
§47ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν εἰς τὴν πρότασιν τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ ἔθεσα τὸ ζήτημα αὐτὸ κατόπιν τῶν πεποιθήσεών μου καὶ τῶν λόγων μου. Ἐγὼ τὰς πράξεις τὰς διῄρεσα, εἶπόν τινας παρανόμους, εἶπον ἑτέρας ἄνευ ἀνάγκης. Κατ’ ἐμὲ, τὸ ζήτημα εἶναι καθαρόν· εἶναι ἤδη προαποφασισμένον, μελετημένον ἐν τῇ πεποιθήσει μου. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἀρνεῖται αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, καὶ δικαίως, διότι ἔχομεν διαφόρους πεποιθήσεις. Ἐπιθυμῶ διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῆς προτάσεώς μου νὰ ἐρωτηθῇ, ἐὰν αἱ πράξεις αἱ γενόμεναι παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν εἶναι παράνομοι. Ἐγὼ δέχομαι πληρέστατα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ δεύτερον, ἐὰν παραδεχθῇ τοῦτο, ἐννοεῖται κατὰ συνέπειαν, ὅτι εἶναι καὶ ἀποδοκιμασίαι.
§48ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν διστάζει κανεὶς νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ παρατηρήσατε, ὅτι ὑπάρχει ἓν μέγιστον ἄτοπον, τοὐτέστιν ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ κ. Δ. Γρίβα.
§49ΠΟΛΛΟΙ. Χωρὶς τὸ ὄνομα.
§50ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι θὰ εἴμεθα σύμφωνοι, ἐὰν τεθῇ τὸ ζήτημα οὕτως· «Οἱ γενόμενοι προβιβασμοὶ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἐγένοντο νομίμως καὶ κατ’ ἀποδεδειγμένην ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας, ναὶ ἢ ὄχι;»
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, τοῦ κ. Μαυρομιχάλη τὸ συμπέρασμα διαιρεῖται εἰς δύω, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι· ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐνήργησε παρανόμως, ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων του. Εἶναι σωστὸν αὐτὸ, τὸ δέχομαι, διότι ὅταν λέγῃ περὶ καλῆς ἢ κακῆς χρήσεως τῶν δικαιωμάτων, λέγει λέξιν, ἡ ὁποία ἔχει ἐκτεταμένην ἔννοιαν· διότι ἐγὼ λέγω, κάλλιστα εἶναι τῶν δικαιωμάτων ἑνὸς ὑπουργοῦ, ὅταν ὁ ὑπουργὸς ἀπομακρύνῃ ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν ἀνθρώπους ἐπιβλαβεῖς καὶ ἀνικάνους νὰ ὑπηρετήσουν. Λοιπὸν τὴν δέχομαι διὰ τοῦτο τὴν πρότασιν τοῦ κ. Μαυρομιχάλη, διότι εἰς τὴν κακὴν χρῆσιν ἐμπεριέχονται ὅλαι αὐταὶ αἱ ἰδέαι, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος κ. Μαυρομιχάλης καὶ πολλοὶ ἄλλοι συνάδελφοί του μὲ ἐδίδαξαν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἀκόμη, ἐνώπιον τῆς ὁποίας τὸ πρῶτον παράπονον ἦτον, ὅτι ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ στρατοῦ ἦσαν ἄνθρωποι πολλοὶ, οἱ ὁποῖοι κατὰ πάντα λόγον ἔπρεπε ν’ ἀπομακρυνθῶσιν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν. Λοιπὸν δέχομαι τὴν κακὴν χρῆσιν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, διότι εἰς τὴν καλὴν χρῆσιν ἔλαβε τοιαῦτα μέτρα, ὥστε ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κατὰ πάντα λόγον δὲν ἔπρεπε νὰ ἀνήκουν. Λοιπὸν ὅπως ἔθεσε τὸ ζήτημα ὁ κ. Μαυρομιχάλης, τὸ δέχομαι· «Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐνήργησε παρανόμως; ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων του;» Ἐὰν ἡ Βουλὴ εἴπῃ ναὶ, τότε ἐτελείωσε.
§52ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ δέχομαι ὅλας τὰς προτάσεις νὰ τεθοῦν εἰς ψηφοφορίαν, διότι εἶπον, ὅτι αἱ πράξεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ διαιροῦνται εἰς πράξεις παρανόμους, εἰς πράξεις κακῆς χρήσεως, καὶ εἰς πράξεις ἄνευ ἀποδεδειγμένης ἀνάγκης τῆς ὑπηρεσίας.
§53ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ.
§54ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁ κ. πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ ἐξηγήσῃ ἐν περιλήψει τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του, καὶ ἐγὼ ἔρχομαι εἰς ἐπικουρίαν τοῦ κ. προέδρου νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ἐγὼ ἐπίσης ζητῶ τὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, ὅπως τὴν ζητεῖ καὶ ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν ζητῶ νὰ ἐπέρχηται διὰ τοῦ νόμου καὶ νομίμως, καὶ ὄχι κατ’ ἀρέσκειαν τῆς θελήσεως τοῦ ὑπουργοῦ. Λοιπὸν δὲν ἔχω κανένα φόβον νὰ δεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ κ. προέδρου τῆς κυβερνήσεως, ὅτι οἱ προβιβασμοὶ, οἱ λαβόντες χώραν, αἱ πράξεις τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἀνάγονται εἰς τρεῖς κατηγορίας, εἰς κακὴν χρῆσιν δικαιωμάτων, εἰς παράνομον ἐνέργειαν καὶ εἰς ἐνέργειαν μὴ προερχομένην ἀπὸ ἀπόλυτον ἀνάγκην τῆς ὑπηρεσίας.
§55ΤΙΝΕΣ. Τὸ τελευταῖον δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ.
§56ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, εἰς ὅλον τὸ διάστημα τῆς συζητήσεως δὲν ὡμίλησεν οὐδεὶς, ἀλλ’ ἐδῶ εἰς τὸ θέμα ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω λόγον. Ἡ Βουλὴ εἶναι πολιτικὸν σῶμα, δὲν εἶναι δικαστήριον· τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ συντομώτατα· «Ἀποδοκιμάζει ἡ Βουλὴ τοὺς γενομένους προβιβασμοὺς ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, ναὶ ἢ ὄχι;»
§57ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν τὸ θέμα, κύριοι. «Εἰς τοὺς γενομένους προβιβασμοὺς ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐνήργησε παρὰ τοὺς νόμους καὶ ἔκαμε κακὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του, ναὶ ἢ ὄχι;» Οἱ παραδεχόμενοι λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι, λέγουν ὄχι.
§59ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐννοοῦμεν ὡς πρὸς τὴν ἐπερώτησιν· δὲν προβαίνομεν πάρα πέρα. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεῤῥίφθη ἡ πρότασις διὰ ψήφων 82 κατὰ 35. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 5 παρὰ 10 λ.