1867.10.20
967 rows · 7,763 words · 148 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 17
τῆς 20 Ὀκτωβρίου 1867.
Παρασκευή.
Ὥρα 12.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι βουλευταὶ ὑπέβαλον νομοσχέδιον περὶ συστάσεως Ἐφετείου εἰς Σύρον.
§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔχομεν τὴν ψηφοφορίαν περὶ τῆς συντάξεως τοῦ Ἀσωπίου.
§6ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ κάμω μίαν ἐπερώτησιν. Ἐπὶ τῆς συλλήψεως τῶν λῃστῶν Πλούμπιου καὶ Νεοφωτίστου συνετάχθη πρωτόκολλον, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσθησαν ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν αἱ ἀμοιβαὶ αἱ ὑπὸ τοῦ νόμου ὡρισμέναι, καὶ ὡρίσθησαν τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἐδικαιοῦντο νὰ λάβωσιν αὐτάς. Ἠκούσθη, ὅτι τὸ πρωτόκολλον αὐτὸ μετεῤῥυθμίσθη ὑπὸ τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ εἴς τινα μὲν πρόσωπα ηὔξησε τὸ ποσὸν τῆς ἀμοιβῆς, εἰς ἄλλα δὲ τὸ ποσὸν τοῦτο ἠλαττώθη· πρὸς δὲ καὶ προσετέθησαν καὶ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἓν πρᾶγμα· ἔλαβον χώραν αἱ τοιαῦται μεταβολαὶ, καὶ πόθεν τὸ ὑπουργεῖον ἠρύσθη τὰς πληροφορίας νὰ ἐπενέγκῃ τὰς μεταβολὰς αὐτάς; καθόσον οἱ ἀδικούμενοι δὲν θέλουν ἀνεχθῆ τὴν ἀδικίαν, καὶ θὰ προσέλθωσιν εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ὡς ἐκ τούτου τὸ δημόσιον θὰ ὑποβληθῇ εἰς ζημίας.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἀφοῦ θὰ καταφύγουν εἰς τὰ δικαστήρια, ἐὰν ἠδικήθη κανεὶς, ἂς καταφύγῃ.
§8ΕΥΘΥΜΙΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς δὲν θέλει νὰ δώσῃ ἀπάντησιν, ἐπιθυμῶ νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν τράπεζαν τῆς Βουλῆς τὸ πρωτόκολλον.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς ὅ,τι δὲν ὀφείλω νὰ δώσω ἀπάντησιν οὔτε πρωτόκολλον δὲν θὰ καταθέσω, διότι διὰ πᾶσαν ἐνέργειαν, κατὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ κινηθῇ ἀγωγὴ, καὶ ὁ ἀδικούμενος νὰ καταφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια, δὲν χρεωστεῖ ὁ ὑπουργὸς νὰ δώσῃ λόγον. Ἐὰν νομίζῃ κανεὶς, ὅτι δι’ αὐτὴν τὴν ἐνέργειάν μου ἠδικήθη, τότε τὰ δικαστήρια εἶναι ἀνοικτά.
§10ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ὅμως, κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ Κ. Εὐθυμιοπούλου, δύναται νὰ προέλθῃ βλάβη εἰς τὸ δημόσιον, νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ δώσῃ μίαν ἀπάντησιν· ὥστε ἂς μείνῃ ἡ ἀπάντησις δι’ ἄλλην ἡμέραν.
§11ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν πρέπει νὰ δώσῃ λόγον ἢ ὄχι.
§12ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀρκεῖται ἡ Βουλὴ εἰς τὰ λεχθέντα.
§13ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κ. Πρωθυπουργὲ, εἴπατε ὅτι διὰ πάντα ὅστις ἀποκτᾷ δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις εἶναι τὰ δικαστήρια. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀπάντησις.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν θέλετε, μίαν ἄλλην ἡμέραν.
§15ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μάλιστα.
§16ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ ἀπάντησις τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ εἶναι καθαρὰ καὶ σαφής· σᾶς λέγει ῥητῶς, «ἐὰν ἔχω ἀδικήσει κανένα, ἰδοὺ ἡ δικαιοσύνη».
§17Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν νομίζω σπουδαῖον ὑπουργὸς νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον (θόρυβος). Δικαστὴς τοῦ ὑπουργοῦ παρανομήσαντος δὲν εἶναι παρὰ ἡ Βουλή· ἅμα ὁ ὑπουργὸς δέχεται νὰ δώσῃ πληροφορίας .....
§18ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὅταν ἔλθῃ τὸ Νομοσχέδιον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, θὰ ἴδωμεν ποῖον εἶναι τὸ δικαστήριον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔχομεν τὴν ψηφοφορίαν περὶ τῆς συντάξεως τοῦ Ἀσωπίου. (Ἐγένετο ἡ ψηφοφορία ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ ἀντιπροέδρου Κορφιωτάκη καὶ τοῦ βουλευτοῦ Γόντικα)· ἐψηφοφόρησαν τὸ ὅλον 103· 95 ἦσαν ὑπὲρ καὶ 8 κατά. Ὥστε παρεδέχθη ἡ πρότασις. Τώρα θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Κωσταντᾶ.
§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα, ἐπιμένω νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κωνσταντᾶ. Ἀναγινώσκεται. «Η κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον διάλυσις τῶν ὑφισταμένων ἀγροληψιῶν καὶ ὑπαγροληψιῶν γίνεται μετατρεπομένης τῆς ἀγροληπτικῆς προσόδου εἰς ἐτησίους χρηματικοὺς κανόνας κατὰ τὰ ἐγχώρια ἔθιμα Κερκύρας». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καθὼς καὶ ἡ διαλογὴ ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν βουλευτῶν Γαΐτα καὶ Γόντικα). Ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη διὰ ψήφων 59 κατὰ 49, ἀρνηθέντων τινῶν.
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τώρα ἔρχεται ἡ δευτέρα πρότασίς μου περὶ διανομῆς.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργὸς). Νομίζω πῶς ὅσα φέρουν δυσκολίας εἶναι δυνατὸν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ συμφέροντα τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ, εἶναι δυνατὸν, λέγω, νὰ τὰ διασκεδάσῃ ἡ τροπολογία αὕτη, ἡ ὁποία δὲν ἔχει τὸν σκοπὸν νὰ καθιερώσῃ κατ’ ἀρχὴν το δικαίωμα εἰς τὸν ἔχοντα τὴν περισσοτέραν μερίδα, ἀλλὰ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἔχοντα τὴν ὀλιγωτέραν ἵνα λάβῃ ἀποζημίωσιν ἢ αὐτούσιον τὴν μερίδα· αὐτὸ εἶναι ὠφέλιμον καὶ εἰς τοὺς ἀγροδότας καὶ εἰς τοὺς ἀγρολήπτας. Πρῶτον, ὁ ἀγρολήπτης, ὅστις συνέδεσε τὴν τύχην του μὲ τὸ κτῆμα, αὐτὸς δὲν ἀποπέμπεται, ἀλλ’ ὅταν ἔχῃ ὀλιγωτέραν μερίδα, ἢ θὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν ἢ θὰ λάβῃ αὐτούσιον τὸ κτῆμα· ἀλλ’ ἠμπορεῖ καὶ ὁ ἀγροδότης νὰ ἔχῃ ὀλιγωτέραν μερίδα· πρέπει λοιπὸν ν’ ἀναγκάσητε αὐτὸν, ὥστε ὁ ἀγρολήπτης νὰ τοῦ δίδῃ τόσα χρήματα, τὰ ὁποῖα νὰ μὴ πιάνουν τόπον; τοῦτο ἠμπορεῖ νὰ γεννήσῃ πολλὰς δυσκολίας καὶ νὰ καταντήσῃ ὁ κτηματίας νὰ γείνῃ ἁπλοῦς μισθωτής· διατὶ νὰ μὴ δώσωμεν τὸ δικαίωμα καὶ εἰς τὸν ἀγροδότην; Νομίζω λοιπὸν ὅτι αὐτὴ ἡ τροπολογία εἶναι πολὺ κατάλληλος, ὥστε ὁ ἔχων ὀλιγωτέραν μερίδα νὰ λάβῃ ἢ αὐτούσιον τὸ κτῆμα ἢ ἀποζημίωσιν.
§24ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Βεβαίως, ἐὰν εἴχομεν τὸ διαβατήριον τοῦ Κυρίου Μπαλάνου καὶ τοῦ κυρίου Κουρῆ, θὰ ἐπερνούσαμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἀλλὰ δὲν ἠμπορέσαμεν.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα ὅμως νὰ ἴδητε ἂν ὁ κύριος Κωσταντᾶς ἔχῃ δίκαιον κατακρίνων αὐτὴν τὴν τροπολογίαν. Τί λέγει τώρα ὁ κύριος Κωσταντᾶς; «νὰ μοιράζηται τὸ κτῆμα,» καὶ αὐτὸ θεωρεῖ ὡς καλόν· τί λέγει αὐτὴ ἡ τροπολογία; «νὰ μοιράζηται, ἐὰν θέλῃ, αὐτὸς ὅστις ἔχει τὴν ὀλιγωτέραν μερίδα. Πιστεύω λοιπὸν ὅτι δὲν ἔχουν δίκαιον νὰ παραπονῶνται, διότι αὐτὴ ἡ τροπολογία δίδει περισσοτέρας ὠφελείας εἰς τοὺς ἀγρολήπτας, ἐὰν ἔχουν ὀλιγωτέραν μερίδα. Τί λέγει ὁ νόμος; (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον). Θὰ εἴπωμεν λοιπὸν· «δύναται ὅμως νὰ λάβῃ αὐτούσιον τὴν μερίδα, ἐὰν τὸ προτιμᾷ.»
§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἤθελον παρακαλέσει τὸν Κύριον Πρωθυπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ πῶς λύει τὸ ζήτημα τῆς νομῆς, διότι ἄλλο πρᾶγμα εἶναι τὸ ἓν καὶ ἄλλο πρᾶγμα τὸ ἄλλο· αὐτὴ ἡ νομὴ τιμᾶται πολὺ ἀκριβὰ, φθάνει μέχρι τῶν 50%· τώρα αὐτὴ ἀνήκει εἰς τὸν γεωργὸν ἢ εἰς τὸν ἀγροδότην; εἰς ποῖον λοιπὸν ἀνήκει ἡ νομή; Ἡ νομὴ βεβαίως ἀνήκει εἰς τὸν ἀγρολήπτην, δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ἄλλον. Ἐὰν δὲ εἶναι ἱερὰ ἡ ἰδιοκτησία, διατί νὰ μὴ θεωρήσωμεν ἱερὰν καὶ τὴν νομήν, ἥτις καὶ αὐτὴ εἶναι ἰδιοκτησία;
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι κατὰ τὰ ἔθιμα ἢ τοὺς νόμους ἐν Κερκύρᾳ, τὸ ἀνῆκον εἰς ἕκαστον μέρος τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι γνωστὸν, ἡ δὲ νομὴ θὰ ἀνήκῃ εἰς ὃν παρεχωρήθη.
§28ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν εἶναι γνωστὸν τοῦτο εἰς τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πῶς προτείνετε λοιπὸν τώρα νὰ γείνῃ ἡ διανομή;
§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Λέγω, κατὰ τὸ ἔθιμα Κερκύρας.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, ἔχω ὑπ’ ὄψιν μου τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς· ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς ἦλθεν αὐτὸ τὸ ζήτημα καὶ ἐσυζητήθη· ἡ ἀμφισβήτησις εἶναι ποῖος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ τὸ κτῆμα ὁλόκληρον, ἀλλ’ ἐγεννήθησαν ὡς ἐκ τούτου παράπονα, ὅτι οἱ ἀγρολῆπται θὰ ἀδικηθῶσι· λοιπὸν ἢ νὰ πάρουν εἰς χρήματα τὴν ἀξίαν τῆς νομῆς ἢ τὸ μερίδιόν των· αὐτὸ εἶναι καὶ ὑπὲρ τῶν ἀγροδοτῶν.
§32ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ἔκαμα· ἐφέτος ὁ ἀγρολήπτης ἔχει δικαίωμα συγκυριάρχου.
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εἰπῇ εἰς τὸν κύριον Μπαλάνον νὰ μὴ λησμονήσῃ καὶ μίαν ἄλλην πρότασίν του, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης θὰ ἔχῃ δικαίωμα ἰδιοκτησίας, ἐὰν θέλῃ τὸ ἕτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν, ὁ ἀγροδότης.
§34ΚΟΥΡΗΣ. Μίαν μόνην παρατήρησιν ὀφείλω νὰ ὑποβάλω· αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅπως ἤδη ἐδήλωσε καὶ ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς, παρουσιάσθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐσυζητήθη, κατὰ πλειονοψηφίαν δὲ ἀπεῤῥίφθη ἡ τροπολογία αὕτη. Ποῖος ὁ λόγος; Πρῶτον, ὁ μέγας κατακερματισμὸς, ὅστις θὰ λάβῃ χώραν, ἐνῶ ἀνάγκην ἔχομεν τῆς συγκεντρώσεως τῶν κτημάτων. Σᾶς εἴπομεν, καὶ πάντες οἱ βουλευταὶ Κερκύρας εἶναι σύμφωνοι, ὅτι μικρὰ τεμάχια γῆς ἢ ὀλίγα δένδρα ἀποτελοῦν τὸ ἀντικείμενον τῆς ἀγροληψίας. Ἐὰν, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ, ὁ ἔχων τὸ ἐλάχιστον μέρος λάβῃ αὐτούσιον τὴν μερίδα του, τὸ μικρὸν τεμάχιον ὑποδιαιρεῖται. Ὑποθέσατε μικρὰν ἄμπελον, τὴν ὁποίαν ἔδωκέ τις εἰς ἀγροληψίαν· ὁ ἔχων τὸ δέκατον ἢ τὸ τρίτον αὐτῆς δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἐλάχιστον μέρος ἑνὸς μικροῦ τεμαχίου γῆς; δὲν συμφέρει καὶ ἄνευ λόγου κατακερματίζεται ἡ ἰδιοκτησία. Ἀφ’ ἑτέρου θὰ γειτονεύωσι δύω πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θὰ εὑρίσκωνται πάντοτε εἰς συγκρούσεις καὶ διενέξεις, καλὸν δὲ εἶναι νὰ ἐκλείψωσι τοιαῦται γειτονικαὶ σχέσεις.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Χαίρω, ὅτι ἦλθε σήμερον ὁ Κύριος συνάδελφος νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του καθαρὰ· τί τὴν θέλομεν, εἶπεν, αὐτὴν τὴν γειτονιὰν, ὅπου θὰ εὑρισκώμεθα πάντοτε εἰς διαστάσεις; πρέπει νὰ λείψῃ ὁ ἕνας ἀπὸ τὸ μέσον. Καὶ ποῖος πρέπει νὰ εἶναι αὐτὸς; Ὁ χωρικὸς, λέγει ὁ κύριος Κουρῆς. Θέλουν λοιπὸν νὰ μᾶς καταστήσουν νέους ῥαγιάδες. Ἐὰν ἠθέλατε νὰ ἀποφύγητε τὴν κακὴ γειτονιὰ, ἔπρεπε νὰ ψηφίσητε καὶ νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἰδικήν μου πρότασιν, τὴν ὁποίαν σεῖς ἐπροτείνατε καὶ ἐγὼ ὑπεστήριξα· ἐγὼ δὲν δύναμαι τώρα παρὰ νὰ ἐπιμένω ὑποστηρίζων τὴν ἰδέαν περὶ διανομῆς, ἥτις εἶναι συνεπὴς πρὸς τὰς ἀρχάς μου.
§36ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἐρωτήσατε, Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ ἄρθρον ὅπως ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὸν κύριον Πρωθυπουργόν.
§37ΚΟΥΡΗΣ. Νὰ τροπολογηθῇ οὕτως· «Ἐπὶ τῶν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Ἰονίου Κώδικος διηνεκῶν ἀγροληψιῶν, ἐφ’ ὧν ὁ ἀγρολήπτης ἔχει δικαίωμα συγκυριότητος κτλ.»
§38ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις. Ἐν Κερκύρᾳ πρὸ τοῦ 1841 συνωμολογοῦντο συμβόλαια ἀγροληψίας, ἀλλ’ ἐὰν τὰ συμβόλαια ταῦτα ἀπηγόρευον εἰς τὸν χωρικὸν τὸ δικαίωμα τῆς συνιδιοκτησίας, ἦσαν ἄκυρα, διότι ἀντέβαινον εἰς ἀπαγορευτικοὺς νόμους τοῦ τόπου· διὰ τοῦτο, ὁσάκις ἐξωνεῖτο κτῆμα, τὰ δικαστήρια δὲν ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν τὴν μὴ συγκυριότητα, ἀλλὰ κατεκύρουν τὴν μερίδα τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὸν γεωργὸν, δυνάμει τῶν ἐθίμων ἢ ἐπιχωρίων νόμων. Τοῦτο εἶναι, Κύριοι, ἀληθές· ἢ θέλετε ν’ ἀκούσητε τὸ διαβατήριον τοῦ Κυρίου Μπαλάνου; Κάμετε ὅ,τι θέλετε, εἶσθε ἐλεύθεροι (θόρυβος).
§39ΚΟΥΡΗΣ. Δὲν θὰ μεταβῶμεν εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν καὶ ἑπομένως δὲν ἔχομεν ἀνάγκην διαβατηρίων.
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὰ διαβατήρια δίδονται καὶ διὰ τὸ ἐσωτερικόν.
§41ΚΟΥΡΗΣ. Ἤδη πρόκειται νὰ καταστήσωμεν σαφέστερον τὸ ἄρθρον, ἵνα καλῶς ἐννοηθῇ, ὅτι μόνον ὁ ἀγρολήπτης ὁ ἔχων δικαίωμα συγκυριότητος δύναται νὰ λάβῃ αὐτούσιον τὴν μερίδα. Μερίς τις δὲν ἀνήκει πάντοτε εἰς τὸν ἀγρολήπτην, διότι οὐχὶ πάντοτε ἔχει δικαίωμα συγκυριότητος (θόρυβος).
§42ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μετὰ τὰ 1841 δὲν ἔχει πάντοτε, πρὶν ὅμως, εἶχε πάντοτε.
§43ΚΟΥΡΗΣ. Ἀλλ’ ἂν τυχὸν διὰ συμβολαίου προγενεστέρας ἐποχῆς ῥητῶς δηλοῦται, ὅτι δὲν θέλει ἔχει δικαίωμα συγκυριότητος, δύνασθε νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ἀπέναντι τῆς ῥήτρας ταύτης πρέπει νὰ ἔχῃ τοιοῦτον δικαίωμα; Θεωρίας τοιαύτας οὐδεὶς δύναται νὰ παραδεχθῇ· ἀλλ’ ἰδοὺ καὶ ἕτερός τις λόγος διὰ τὸν ὁποῖον πολλοὶ δὲν ἔχουν δικαίωμα συνιδιοκτησίας. Μετὰ τὰ 1827 διὰ κοινοβουλευτικοῦ νόμου ἀπηγορεύθησαν αἱ διηνεκεῖς ἀγροληψίαι καὶ δὲν ἐπετρέπετο εἰς οὐδένα νὰ συνάψῃ τοιαύτας συμφωνίας. Ἐσυγχωρήθησαν μόνον αἱ προσωριναὶ ἀγροληψίαι, αἱ μὴ ὑπερβαίνουσαι τὰ 29 ἔτη, δι’ ὧν δικαίωμα συγκυριότητος δὲν ἀπελάμβανεν ὁ λαβὼν τὸ κτῆμα. Ἐπειδὴ δὲ οἱ χωρικοὶ, καίτοι ὑπάρχοντος τοῦ νόμου διὰ τοῦ ὁποίου ἀπηγορεύοντο αἱ διηνεκεῖς ἀγροληψίαι, τὴν διηνεκῆ ἐπροτίμων ἀγροληψίαν, ἠκολούθησαν καὶ τὴν καλλιέργειαν τῶν κτημάτων τούτων ἄνευ νέας συμβάσεως, οὐδεὶς δὲ ἐξ αὐτῶν δύναται σήμερον ν’ ἀντιποιηθῇ δικαίωμα συγκυριότητος, διότι προσωριναὶ μόνον ἀγροληψίαι ἐπετρέποντο ἀπὸ τοῦ ἔτους 1827. Ἡ ἐπιτροπὴ, θέσασα ὡς ἀρχὴν τὸ τῆς συνιδιοκτησίας δικαίωμα ὁσάκις ὑφίσταται, ἐνόμισε περιττὴν πᾶσαν ἑτέραν πρὸς διασάφησιν προσθήκην· ἐπικαλοῦμαι δὲ τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ παρευρεθέντων, ὅπερ ἄλλως τε ἐμφαίνεται καὶ ἐκ τοῦ ἄρθρου 60 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου. Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ὡρίσθη ὅτι, ὅταν ὁ ἀγρολήπτης δὲν ἔχῃ κανὲν δικαίωμα συγκυριότητος, ἂν ὁ ἀγροδότης αἰτήσῃ τὴν διάλυσιν τῆς ἀγροληψίας, πρέπει νὰ τὸν ἀποζημιώσῃ δίδων αὐτῷ τὸ εἰκοστὸν μέρος τῆς ἐν τῷ καιρῷ τῆς διαλύσεως ἀξίας τοῦ κτήματος, ἐκτὸς ἐὰν ἡ κατάστασις τοῦ κτήματος μετεβλήθη ἐπὶ τὸ χεῖρον. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἔχομεν ἀγροληψίας πρὸ τοῦ κώδικος, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ ἀγρολήπτης δὲν εἶναι καὶ συνιδιοκτήτης, ἐγεννήθη ἡ ἀμφιβολία μήπως τὸ ἄρθρον ἀπονέμῃ πάντοτε τοιοῦτον δικαίωμα εἰς τὰς πρὸ τοῦ κώδικος ἀγροληψίας, τοῦθ’ ὅπερ δὲν ἐνόησε νὰ πράξῃ ἡ ἐπιτροπή, καὶ ὡς ἐκ τούτου ὁ μὴ ἔχων δικαίωμα συγκυριότητος ἀπολαμβάνει τὸ εἰκοστὸν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος ἐν τῇ προνοουμένῃ περιπτώσει ὑπὸ τοῦ 60 ἄρθρου.
§44ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἂν ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Κουρῆ φέρεται πρὸς διασάφησιν πλειοτέραν τοῦ ἄρθρου, ἐννοῶ, καὶ βεβαίως πάντοτε μία διασάφησις εἰς ἕνα νόμον ἀποβαίνει χρήσιμος. Ἂν ὅμως φέρεται ὡς τροπολογία πρὸς ἀναπλήρωσιν ἐλλείψεως ὑπαρχούσης ἐν τῷ ἄρθρῳ, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθή. Διότι πρέπει νὰ ὑποθέσητε, ὅτι συνέστη ἐπιτροπὴ πολυμελὴς περιλαμβάνουσα πολλὰ πρόσωπα κατάλληλα, καὶ ὅτι ὁ κατ’ ἐντολὴν εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης κάθε λέξιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν ἐμελέτησε, τὴν ἐσκέφθη καὶ ἐπροσπάθησε νὰ καταστήσῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ πλήρεις. Ἂν σήμερον θελήσωμεν νὰ ἔμβωμεν εἰς τὸν κυκεῶνα, τὸν ὁποῖον μᾶς ἐκθέτουν αἱ ἀγορεύσεις τῶν ΚΚ. Κουρῆ καὶ Κωσταντᾶ, δὲν θέλομεν ποτὲ τελειώσει. Ὁ μὲν Κωσταντᾶς λέγει: εἷς νόμος τοῦ 41 ἔλεγεν οὕτως, ὁ ἕτερος, ἔλεγεν ἄλλως· ταῦτα ὅμως ἐξετάσθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπήν, παρουσιάσθησαν οἱ νόμοι οὗτοι, οὓς ἤδη ἐπικαλοῦνται καὶ τοὺς ὁποίους ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὅμως τὰ μέλη τοὺς ἐμελέτησαν, ἑπομένως ἡ ἰδέα τοῦ Κυρίου Κουρῆ θὰ ἐμπεριέχεται εἰς τὸ ἄρθρον. Ἂν δὲν ἐμπεριέχεται, τότε εἶναι ἔλλειψις τῆς ἐπιτροπῆς, ἣν πρέπει ν’ ἀναπληρώσωμεν· ἂν ἐμπεριέχεται καὶ ζητοῦμεν ἐκ νέου νὰ τὴν θέσωμεν, τότε θὰ ἐπέλθῃ πλεονασμὸς καὶ σύγχυσις. Τί λέγει τὸ ἄρθρον; «Ἐπὶ τῶν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Ἰονίου Κώδικος διηνεκῶν ἀγροληψιῶν τὸ ἀγροληπτικὸν κτῆμα κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἀγροληψίας περιέρχεται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν κυριότητα τοῦ κεκτημένου τὴν μείζονα μερίδα τῆς συνιδιοκτησίας ....» Τὸ ἄρθρον ὑποθέτει, ὅτι εἶναι δύω ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν συνιδιοκτησίαν καὶ ὅτι ὁ εἷς ἔχει μικροτέραν καὶ ὁ ἕτερος μεγαλειτέραν, καὶ διατάττει εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ὁ ἔχων τὴν μικροτέραν μερίδα νὰ τὴν παραχωρῇ εἰς τὸν ἔχοντα τὴν μεγαλειτέραν ἐπὶ ἀποζημιώσει· κατὰ δὲ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅτι «ὁ ἔχων τὴν μικροτέραν μερίδα δύναται νὰ ζητήσῃ αὐτούσιον τὸ μέρος του». Ἡ τροπολογία δὲ «ἐπὶ τῶν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Ἰονίου Κώδικος διηνεκῶν ἀγροληψιῶν, ἐφ’ ὧν ὁ ἀγρολήπτης ἔχει δικαίωμα συγκυριότητος ....» εἶναι ὅλως διόλου περιττή, διότι ἔχομεν τὸ ἄρθρον 60. Ἐκεῖνο δέ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος πρωθυπουργός, παραδέχομαι καὶ πρέπει νὰ αἰτιολογήσω τὴν γνώμην μου. Τῳόντι εἶναι οἰκονομολογικὴ ἀρχή, ὅτι ἡ συγκέντρωσις τῆς ἰδιοκτησίας φέρει καὶ τὴν μεγαλειτέραν καλλιέργειαν καὶ ἑπομένως καὶ τὴν μεγαλειτέραν παραγωγήν. Ἐνταῦθα ὅμως δὲν κάμνομεν γενικὰς διατάξεις νομοθεσίας περὶ τοῦ τρόπου τῆς καλλιεργείας· θέλομεν ἁπλῶς νὰ διαλύσωμεν διενέξεις ὑπαρχούσας μεταξὺ ἰδιωτῶν, καὶ ἐπεμβαίνομεν ὀλίγον θαῤῥαλέως, ἵνα θυσιάσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ ἑνὸς καὶ παραβλέψωμεν τὴν αὐστηρότητα τῶν ἀπαιτήσεων τοῦ ἄλλου διὰ νὰ φέρωμεν συμβιβασμόν τινα. Πρέπει ὅμως νὰ σταματήσωμεν καὶ ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὸν ἀγρολήπτην τὴν διάκρισιν νὰ κρίνῃ ἂν συμφέρῃ εἰς αὐτὸν νὰ λάβῃ ἓν μικρὸν τεμάχιον ἀγροῦ, τὸ ὁποῖον ἴσως δὲν θὰ τοῦ χρησιμεύσῃ, ἢ τὸν συμφέρῃ νὰ πάρῃ τὰ χρήματα, διότι αὐτὸ τὸ κομμάτι τὸ τόσον περιωρισμένον τοῦ ἀγροῦ δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ τὸν κάμῃ ἰδιοκτήτην· νὰ μὴ ἔλθῃ δὲ ὁ νομοθέτης νὰ τοῦ εἴπῃ, ἐπειδὴ σὺ δὲν γνωρίζεις τὸ συμφέρον σου, διὰ τοῦτο σὲ ὑποχρεῶ νὰ κάμῃς τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Διὰ τοῦτο εὑρίσκω εὔλογον τὴν προσθήκην τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ. Ὑπάρχει κατὰ γενικὸν κανόνα ἡ ἀρχὴ, ὅτι ὁ ἔχων τὸ μεγαλεῖτερον δύναται νὰ πάρῃ τὸ μικρότερον, ἐκεῖνος ὅμως, ὅστις ἔχει τὸ μικρότερον, ἂν θέλῃ, δύναται νὰ λάβῃ αὐτούσιον τὸ τεμάχιον τοῦ ἀγροῦ του, ἂν τὸ θέλῃ.
§45ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Δὲν καταδέχομαι νὰ κατέλθω εἰς ἀπάντησιν φράσεων ἀτόπων καὶ ἀνοικείων λεχθεισῶν ἐνταῦθα σήμερον, τὰς ἀφίνω διὰ λογαριασμὸν τοῦ λέξαντος. Ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν, ὅτε ἐγένετο λόγος περὶ τοῦ 55 ἄρθρου, καὶ ἐξέθεσα ὅτι δὲν ἐννοῶ νὰ τροποποιήσω τὴν διάταξιν οὐσιαστικῶς, ἀλλὰ μόνον ὅπως γείνῃ τὸ ἄρθρον σαφές. Ἡ ἰδέα τῆς ἐπιτροπῆς ἦτο τοιαύτη ὁποία λέγεται· ὅτι ἐπὶ τῶν διηνεκῶν ἀγροληψιῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ ἀγρολήπτης ἔχει δικαίωμα συγκυριότητος, ἐφαρμόζεται τὸ ἄρθρον 55. Αἱ ἐπεξηγήσεις αὗται ἐγένοντο, διότι, ὅτε ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν ἐξέτασιν διαφόρων ἐπιτροπῶν, τινὲς εἶπον, εἶναι ἀμφίβολον τὸ ἄρθρον, εἶναι ἀμφίβολον τὸ νομοσχέδιον, θὰ ἦτο καλὸν νὰ γείνῃ αὕτη ἢ ἐκείνη ἡ διασάφησις· ἕτεροι εἶπον, τὸ νομοσχέδιον εἶναι σαφὲς, καθαρόν. Ἡ τροποποίησις δὲν ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα μεταβάλῃ δικαιώματα, ἀλλ’ ἵνα σαφηνίσῃ τὸ ἄρθρον· νομίζει ἡ Βουλὴ, ὅτι εἶναι σαφές; ἂς τὸ ὁρίσῃ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι εἶναι σαφές· νομίζει ὅτι εἶναι ἀσαφές; ἂς τὸ σαφηνίσῃ.
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ γείνῃ ἡ ἑρμηνεία ὡς καὶ πρότερον ἐγίνετο δικαστικῶς· αὐτὸ ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη. «Ἐπὶ τῶν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Ἰονίου Κώδικος διηνεκῶν ἀγροληψιῶν τὸ ἀγροληπτικὸν κτῆμα κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἀγροληψίας περιέρχεται εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν κυριότητα τοῦ κεκτημένου τὴν μείζονα μερίδα τῆς συνιδιοκτησίας ἐπὶ ἀποζημιώσει τοῦ ἔχοντος τὴν ἐλάσσονα μερίδα, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν ἄρθρων 58 καὶ 60· δύναται ὅμως ὁ ἔχων τὴν ἐλάσσονα μερίδα νὰ λάβῃ αὐτούσιον τὴν μερίδα του, ἐὰν τὸ προτιμᾷ. Τὸ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ἰονίου Κώδικος συναφθεισῶν ἀγροληψιῶν, καθ’ ἃς ὑπάρχει συμπεφωνημένη ἡ συγκυριότης τοῦ ἀγρολήπτου».
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον ὡς ἐτροπολογήθη καὶ ἡρμηνεύθη ὑπὸ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ;
§50ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 56. «Ἐπὶ ἴσων μερίδων ὁ ἀγροδότης ἔχει τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα ἢ νὰ λάβῃ αὐτούσιον τὸ ἥμισυ τοῦ κτήματος, ἢ νὰ καταλίπῃ αὐτὸ εἰς τὸν ἀγρολήπτην ἐπὶ ἀποζημιώσει κατὰ τοὺς ἑπομένους ὁρισμούς».
§52ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὑπάρχει ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογία τοῦ κ. Λούβρου.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐλύσαμεν τὸ ζήτημα ἐπὶ ἀνίσων μερίδων, ὅτι δηλ. ἐπὶ μερίδων ἀνίσων γίνεται τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· ἐπὶ ἴσων διατί νὰ τοὺς ἀναγκάσωμεν;
§54ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐπὶ ἴσων μερίδων. Διὰ τῆς φράσεως ταύτης ἐννοοῦμεν τὰς μερίδας ἐπὶ τῆς καθαρᾶς ἀξίας τοῦ κτήματος. Φρονῶ, ὅτι ἐπὶ ἴσων μερίδων ὁ ἀγρολήπτης ἔχει καὶ κἄτι τι περισσότερον, ἔχει καὶ τὴν νομὴν, ἐπειδὴ πρὸ αἰώνων αὐτὸς κατέχει τὸ κτῆμα· ὥστε καὶ ἱστορικῶς εἶναι δίκαιον ὅπως τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα ἐπὶ ἴσων μερίδων ἔχῃ ὁ ἀγρολήπτης, τοὐτέστι νὰ δύνηται, ἐὰν θέλῃ, νὰ κρατήσῃ τὸ ὅλον κτῆμα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Λούβρου. «Ἐπὶ ἴσων μερίδων ὁ ἀγρολήπτης ἔχει τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα ἢ νὰ λάβῃ αὐτούσιον τὴν μερίδα του, ἢ νὰ κρατήσῃ τὸ ὅλον κτῆμα ἐπὶ ἀποζημιώσει τοῦ ἀγροδότου».
§56ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Λούβρου ἀντιστρέφεται ὅλως διόλου ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56, διότι τὸ ἐκλεκτικὸν δικαίωμα τὸ δίδει εἰς τὸν ἀγροδότην καὶ οὐχὶ εἰς τὸν ἀγρολήπτην, ὡς ἔχει τὸ νομοσχέδιον. Ὁ κ. Κωνσταντᾶς, αἰτιολογῶν τὴν γνώμην του ταύτην, ἐπέφερεν ὅτι ὁ ἀγρολήπτης ἔχει καὶ ἓν δικαίωμα περισσότερον, ἔχει τὴν νομήν. Ἂν ἐνταῦθα ἦτο συζήτησις νομικὴ, ἠδύνατό τις νὰ ἰσχυρισθῇ, ὅτι ἡ κυριότης εἶναι δικαίωμα ἐπικρατέστερον τοῦ δικαιώματος τῆς νομῆς, ὅτι ἐπὶ συνιδιοκτησίας δὲν ἔχει τὴν νομὴν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐφάπτεται τοῦ κτήματος καὶ καλλιεργεῖ αὐτὸ, ἀλλὰ θεωρεῖται ὅτι οὗτος ἔχει τὸ ἥμισυ τῆς νομῆς ἰδανικῶς καὶ τὸ ἕτερον ἥμισυ ὁ ἕτερος συνιδιοκτήτης· ἑπομένως δὲν εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι μόνον ὁ ἀγρολήπτης ἔχει τὴν νομήν· μάλιστα δύναταί τις νὰ προσθέσῃ, ὅτι διὰ τοῦτο λαμβάνει μέρος εἰς τὴν κυριότητα, διότι ἔχει αὐτὸς τὴν νομὴν τὴν ὁποίαν τοῦ παρεχώρησεν ὁ κύριος. Ὁ ἀγροδότης ἕνεκα τῆς καλλιεργείας παρεχώρησεν εἰς αὐτὸν μέρος τῆς κυριότητός του, τοῦτο ὅμως δὲν ἔθεσε τὸν ἀγρολήπτην εἰς κρείσσονα θέσιν. Αἱ ἀρχαὶ τοῦ νομοσχεδίου εἶναι, ὅτι θεωροῦνται συνιδιοκτῆται ἄλλοτε κατὰ τὸ ἥμισυ, ἄλλοτε κατὰ τὸ τρίτον· αἱ ἀρχαὶ δὲ τῆς συγκυριότητος εἶναι, ὅτι ἕκαστος τῶν συνιδιοκτητῶν μετέχει ἐφ’ ἑκάστου βώλου γῆς μόνον κατὰ τὴν μερίδα ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι συγκύριος. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἐθεωρήθη ὑπὸ ἔποψιν κοινωνικὴν καὶ ἡ νομὴ χωρισθεῖσα ἐθεωρήθη ὡς ἰδιοκτησία τοῦ ἀγρολήπτου, αὕτη αὐξάνει τὴν μερίδα τούτου, καὶ τότε μόνον ἔχει ἴσην μερίδα, ὅταν ἡ ἐπὶ τῆς καθαρᾶς ἰδιοκτησίας ᾖναι ἐλάσσων τοῦ ἡμίσεως. Ἐγὼ συμφωνῶ ἑπομένως μὲ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἡ Βουλὴ εἰς τὸ προηγούμενον ἄρθρον, καὶ τὴν ὁποίαν εὑρίσκω δικαίαν καὶ λογικήν· ἀποκρούων ἑπομένως τὴν τροπολογίαν τοῦ κυρίου Λούβρου, ὑποβάλλω τὴν ἐφεξῆς· «Ἐπὶ ἴσων μερίδων ἕκαστος συνιδιοκτήτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ λάβῃ αὐτούσιον τὸ ἥμισυ τοῦ κτήματος, ἐκτὸς ἂν συμφωνήσας μετὰ τοῦ ἑτέρου παραχωρήσῃ τὴν μερίδα του ἐπὶ ἀποζημιώσει».
§57ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Κατὰ τὸ ἄρθρον 55 ἐτέθη ἡ ἀρχὴ, ὅτι προτιμᾶται ὁ ἔχων τὴν μείζονα μερίδα τοῦ ἔχοντος τὴν ἐλάσσονα. Ὁ σκοπὸς ἦτο ὁ μὴ κατακερματισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, ὥστε ἐν περιπτώσει κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἔχων τὴν ἐλάσσονα μερίδα δὲν ἤθελε συμφωνήσει νὰ λάβῃ ταύτην αὐτούσιον, νὰ ὑποχρεοῖ τὸν ἔχοντα τὴν μείζονα νὰ λαμβάνῃ τὴν μερίδα του ἐπὶ ἀποζημιώσει. Τὸ αὐτὸ πρέπει νὰ εἴπωμεν καὶ ἐπὶ ἴσων μερίδων, ὅπως μὴ κατακερματίσωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κυπριάδου, ὅταν ὁ εἷς τῶν δύω θέλῃ νὰ λάβῃ τὴν μερίδα αὐτοῦ, ἐπέρχεται πάλιν ὁ κατακερματισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, διότι τὸ θέλει ὁ εἷς. Ὅπως ἔχει τὸ ἄρθρον, ὅταν ὁ ἀγροδότης δὲν θέλῃ νὰ λάβῃ τὸ κτῆμά του, δὲν κατακερματίζεται ἡ ἰδιοκτησία. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, τὸ 56, εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἀγρολήπτου, διότι δυνάμεθα νὰ ἐξομοιώσωμεν τοὺς δύω συγκυρίους τὸν μὲν ἕνα πρὸς τὸν ἔχοντα τὴν ἐλάσσονα μερίδα, τὸν δ’ ἕτερον πρὸς τὸν ἔχοντα τὴν μείζονα, καὶ τότε πάλιν ἐπανερχόμεθα εἰς τὸ 55 ἄρθρον. Ἑπομένως τὸ ἄρθρον εἶναι ὑπὲρ τοῦ ἀγρολήπτου, ὅστις συνήθως συμβαίνει νὰ ἔχῃ τὴν ἐλάσσονα μερίδα.
§58ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου.
§59ΛΟΥΒΡΟΣ. Ἀποσύρω καὶ ἐγὼ τὴν πρότασίν μου.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ ἄρθρου 56 ὡς ἀνεγνώσθη;
§61ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 57. «Ἐὰν αὐτὸς ὁ ἀγροδότης ἔχῃ πλείονα κτήματα παρὰ τῷ αὐτῷ ἀγρολήπτῃ, ἡ διάλυσις τῆς ἀγροληψίας δύναται νὰ γείνῃ καὶ οὕτως, ὥστε τινὰ μὲν ἐξ αὐτῶν νὰ περιέλθωσιν ὁλόκληρα εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν κυριότητα τοῦ ἀγροδότου, ἕτερα δὲ εἰς τὴν τοῦ ἀγρολήπτου κατὰ τὴν ἑκάστου αὐτῶν ἐνοχὴν εἰς τὴν συγκυριότητα.»
§63ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 58. «Ἡ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 55 ὁριζομένη ἀποζημίωσις συνιστᾶται εἰς τὴν κατ’ ἐκτίμησιν ἀξίαν τοῦ λαμβανομένου μεριδίου τοῦ κτήματος, τοῦ κατὰ τὰ ἐγχώρια ἔθιμα εἰς τὸν ἀποζημιωθησόμενον ἀνήκοντος. Πρὸς ἐκτίμησιν δὲ τοῦ κτήματος λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐν τῷ καιρῷ τῆς ἐκτιμήσεως ἀξία αὐτοῦ.»
§65ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 58, ὁρίζεται εἰς τὶ συνίσταται ἡ ἀποζημίωσις ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 55 ὁριζομένη. Ἀλλὰ ἐνίοτε ὁ ἀγροδότης ἔδωκε τὸ κτῆμα εἰς τὸν ἀγρολήπτην ἄνευ οἰκιῶν καὶ ἑτέρων προσαυξήσεων, ὁ δὲ ἀγρολήπτης ἰδίᾳ δαπάνῃ ἔκτισεν οἰκίας, ἔκαμε διαφόρους οἰκοδομικὰς καὶ μηχανικὰς προσαυξήσεις· αὗται τί μέλλουν γενέσθαι; θὰ ἀποτελέσουν μέρος τοῦ διανεμηθησομένου κτήματος; Πρέπει, νομίζω, ἐνταῦθα νὰ γείνῃ μία διασάφησις, τὶ θὰ γείνουν αὗται αἱ προσαυξήσεις.
§66ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἔχητε κτῆμα καὶ πρόκειται νὰ τὸ μετρήσητε, πῶς τὸ μετρεῖτε; κατὰ μέτρον ἢ ἐκτιμᾶτε τὸ κτῆμα; Ἑπομένως, ἐὰν ἔχητε οἰκίαν εἰς τὸ κτῆμα, ἐκτιμᾶται καὶ αὐτή, καὶ ὕστερον διανέμεται, ὥστε ὁ πέρνων τὴν οἰκίαν, πέρνει ὀλιγώτερον οἰκόπεδον.
§67ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐσυμφωνήσαμεν, ὅτι ὀφείλω νὰ μεταβάλω τὸν ἀγρὸν εἰς ἐλαιῶνα ἢ ἀμπελῶνα, ἐγὼ δὲ ἔκτισα καὶ μίαν οἰκίαν, ἓν ἐλαιοτριβεῖον καὶ ἄλλας οἰκοδομάς, δαπανήσας ἴδια κεφάλαια, εἰς τὰ ὁποῖα σεῖς ὁ ἀγροδότης δὲν ἐχορηγήσατε οὔτε λεπτόν· ἐπ’ αὐτῆς τῆς οἰκίας, τὴν ὁποίαν ἔκτισα, ἔχετε δικαίωμα σεῖς ὁ ἀγροδότης διαλυομένης τῆς ἀγροληψίας;
§68Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί οἰκίαι εἶναι αὗται;
§69ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κατοικίαι, ἀποθῆκαι διὰ τὰ προϊόντα καὶ διάφορα ἄλλα οἰκοδομήματα.
§70ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ διαλυθῇ ἀσυζητήτως, ἵνα μὴ μᾶς ἀναθεματίσωσιν οὗτοι οἱ λαοί. Νομίζω, ὅτι εἶναι τὸ σπουδαιότερον ὅλων, διότι οἱ χωρικοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔλαβον τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτήν, τὴν ἐκαλλιέργησαν· ἐκεῖ ἔχουν τὰς οἰκίας των, ἐν γένει τὰ κατοικητήριά των. Λοιπὸν ἔρχεται μία διανομή, ὅπως ἐκανονίσθη καὶ ὅπως ἐψηφίσθη· ἡ ἐκτίμησις λοιπὸν θὰ γείνῃ ἐπὶ τῆς διανομῆς γαιῶν, θὰ γείνῃ μόνον διὰ τοὺς ἀγροὺς ἢ τοὺς ἀμπελῶνας ἢ τοὺς ἐλαιῶνας, ἢ καθόσον ἀφορᾷ καὶ τὰ καταστήματα ἐκεῖνα, ἅτινα ὁ χωρικὸς ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του καὶ σεναγμοῖς οἰκοδόμησε; νομίζω ὅτι ταῦτα, ἀνήκουν εἰς τὸν ἀγρολήπτην, διότι ὁ ἀγροδότης δὲν συνεισέφερε, δὲν ἐδαπάνησεν. Ἀπ’ ἐναντίας μάλιστα ὁ ἀγροδότης ἤθελε νὰ ἔχῃ ὁ ἀγρολήπτης ὡραίαν οἰκίαν, καὶ νὰ πηγαίνῃ ἐκεῖ, νὰ τρώγῃ τὴν ὄρνιθά του καὶ νὰ ἀναπνέῃ τὸν καθαρὸν ἀέρα· καὶ ἄν δὲν ἤθελε νὰ κάμῃ μίαν τοιαύτην οἰκίαν ὁ ἀγρολήπτης, ἤθελε τοῦ τὸ ἐπιβάλει καὶ ἤθελε καὶ τὸν ἐξουθενίσει. Λοιπὸν αἱ οἰκίαι εἶναι καθολοκληρίαν ἰδιοκτησίαι τῶν ἀγροληπτῶν καὶ οὐχὶ τῶν ἀγροδοτῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν καὶ ἰδίως τὸ ὑπουργεῖον νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, διότι εἶναι λίαν σπουδαῖον καὶ σοβαρόν. Κατερχόμενος τοῦ βήματος παρακαλῶ τὴν Βουλήν, ὥστε αἱ ἰδιοκτησίαι αὗται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἰδιοκτησίαι ἀπολύτως ἀναφαίρετοι τῶν ἀγροληπτῶν, καὶ ἄν ποτε ἔλθουν εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς διανομῆς τοῦ κτήματος, τότε θέλει γείνει ἐκτίμησις ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν καὶ θέλει τὰς λαμβάνει κατ’ ἐκτίμησιν ὁ ἀγροδότης, ἀποζημιώνων τοὺς χωρικούς.
§71ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Πρέπει νὰ γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ ὁ ἀγρολήπτης μίαν οἰκίαν μέσα εἰς τὸ ἴδιον ὑποστατικὸν, τὸ ὁποῖον ἦτο ὑποτελὲς, ἔπρεπε νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν παρὰ τοῦ ἀγροδότου, καὶ ὁ ἀγροδότης τὸν ὑπεχρέονε νὰ τοῦ βάλῃ καὶ ἓν μικρὸν σολιάτικο διὰ τὴν ἰδιαιτέραν ταύτην χρῆσιν τοῦ γηπέδου. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι αὐτὰ τὰ κτίρια εἶναι κεφάλαια τῆς ἀποκλειστικῆς κυριότητος τοῦ χωρικοῦ.
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλα ἐν γένει;
§73ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§74ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τέλος πάντων, Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ὁ γεωργὸς, λαμβάνων τὴν ἀγροληψίαν, βέβαια ἐπιχειρεῖ διαφόρους γεωργικὰς ἐπιχειρήσεις, ἑπομένως σπείρει, φυτεύει ἐκεῖνα τὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα τὸ ἔδαφος εἶναι ἱκανὸν νὰ παραγάγῃ· πολλὰ δὲ ἐξ αὐτῶν ἀπαιτοῦν ἀρδεύσεις καὶ ἄλλας περιποιήσεις· ἔσκαψε λοιπὸν φρέατα· εἶχεν ἀνάγκην κατοικίας, ἔκαμεν οἰκίαν κτλ. Ἀλλ’ ὁ ἀγροδότης, ἐνίοτε καταχρώμενος τῆς τότε ποινικῆς νομοθεσίας, κατεδίωκε τὸν γεωργὸν, ὅτι ἔκαμε κατάχρησιν τοῦ κτήματος· ὁ χωρικὸς, διὰ νὰ ἀποφύγῃ αὐτὴν τὴν καταδίωξιν, ἔκαμε μίαν προσθήκην ἐδαφονομίου. Ὥστε ἔχομεν ἀγροληψίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι διάφορα πρόσθετα ἔργα μὴ πηγάζοντα ἐκ τῆς γεωργικῆς καλλιεργείας, γεννώμενα δαπάνῃ τοῦ ἀγρολήπτου, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἐπεβαρύνθη ὁ ἀγρολήπτης μὲ πρόσθετα βάρη. Ἔχομεν δὲ ἀγροληψίας, εἰς ἃς προσετέθησαν καὶ ἐμφυτευτικὰ ἢ ἐδαφονομικὰ βάρη διὰ τὴν κατάχρησιν τοῦ ἐδάφους ἢ δι’ ἄλλους λόγους. Τὰ τελευταῖα ταῦτα ἀνάγονται εἰς τὸ περὶ ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομῶν ζήτημα. Ἐρωτῶ δὲ περὶ τῶν πρώτων. Ἐγὼ λοιπὸν θέτω τὸ ζήτημα οὕτω· τὶ θὰ γείνουν αἱ προσαυξήσεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν ἐξ ἰδίων κεφαλαίων τοῦ ἀγρολήπτου; Τοὐτέστιν, ἂν ὁ γεωργὸς ἔκαμε προσαυξήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἀγροληπτικαὶ ὑποχρεώσεις, τί μέλλουν γενέσθαι αὗται κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἀγροληψίας; Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα.
§75Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Θὰ μᾶς ἐπιτρέψουν αἱ ἀγροδόται, Κύριε Πρόεδρε, νὰ συμφωνήσωμεν μὲ τὸν κ. Κωσταντᾶν. Τῷ ὄντι ὄχι μόνον τὸ ζήτημα λύεται οὕτω δι’ αὐτοὺς, ἀλλὰ καὶ οἱ ἰδικοί μας γεωργοὶ, ἂν ἐπιχειρήσουν τὸ αὐτὸ, οὕτω θέλει λυθῆ τὸ ζήτημα· ἂν ἔκαμεν ὁ χωρικὸς ἀποθήκας, ἀνώρυξε φρέατα, πρέπει νὰ ἀποζημιωθῇ.
§76ΚΟΥΡΗΣ. Κύριε Κωσταντᾶ, ἔχω ὑπ’ ὄψιν τὴν ἤδη τυπωθεῖσαν τροπολογίαν σας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 58· ἀποσύρεσθε ἀπὸ αὐτήν; διατυπώσατε δὲ τὴν νέαν τροπολογίαν.
§77ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα, ἰδοὺ συνυπολογιζομένης καὶ τῆς ἀξίας τῶν προσαυξήσεων ὑπὲρ τῆς μερίδος τοῦ ἀγρολήπτου.
§78Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Βέβαια δὲν ἐννοεῖται νὰ ἀποζημιωθῇ εἰς ὅ,τι ἄξιζεν ἡ προσαύξησις ὅτε ἐγένετο, ἀλλ’ εἰς ὅ,τι ἀξίζει τώρα.
§79ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Βέβαια.
§80ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Πρέπει, Κύριοι, νὰ προστεθῶσι καὶ αἱ λέξεις «καθόσον συνέτεινε πρὸς αὔξησιν τῆς ἰδιοκτησίας.»
§81ΚΟΥΡΗΣ. Φθάνει μόνον νὰ μὴ συγχύσωμεν τὰς προερχομένας βελτιώσεις ἐκ τῆς ἁπλῆς καλλιεργείας (θόρυβος).
§82ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὅταν, Κύριοι, κάμνωμεν νόμον, πρέπει νὰ μεταχειριζώμεθα λέξεις γνωστάς· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ὁ κ. Κωσταντᾶς, ἂς τὸ γράψῃ.
§83ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἠμποροῦμεν νὰ βάλωμεν «τῶν προσαυξήσεων καὶ τῶν οἰκοδομῶν» ἁπλῶς.
§84ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ καὶ μίαν οἰκοδομὴν ὁ ἀγροδότης. Λοιπὸν πρέπει νὰ προστεθῇ· «ὑπολογιζομένης ὑπὲρ τοῦ ἀγρολήπτου τῆς ἀξίας τῶν παρ’ αὐτοῦ γεινομένων προσαυξήσεων καὶ τῶν οἰκοδομῶν τῶν μὴ σχετιζομένων μὲ τὴν καλλιέργειαν»· διότι ἔκαμεν ἓν ἐλαιοτριβεῖον, τότε δὲν ἀνήκει καὶ τοῦτο εἰς τὸν οἰκοδομήσαντα ὡς ἀποκλειστικὴ ἰδιοκτησία του;
§85ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προστεθῇ αὐτὴ ἡ τροπολογία εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου 58;
§87ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 59. Ὁ ἀγρολήπτης δύναται νὰ παραιτηθῇ παντὸς ἐπὶ τοῦ κτήματος δικαιώματος ὑπὲρ τοῦ ἀγροδότου. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οὗτος ἀποβάλλει πᾶν δικαίωμα κατὰ τοῦ ἀγρολήπτου λόγῳ καθυστερούντων ἐπὶ τοῦ κτήματος μεριδίων». Τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;
§89ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 60. Ἐὰν ὁ ἀγρολήπτης δὲν ἔχῃ δικαίωμα συγκυριότητος, λαμβάνει κατὰ τὴν διάλυσιν τῆς ἀγροληψίας τὴν ἐν τῷ καιρῷ αὐτῆς ἐπελθοῦσαν τῆς καλλιεργείας αὔξησιν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος· ἐν ἐλλείψει δὲ τοιαύτης βελτιώσεως, ἐὰν τὴν διάλυσιν ζητήσῃ ὁ ἀγροδότης, τὸ 1/20 τῆς ἐν τῷ καιρῷ τῆς διαλύσεως ἀξίας τοῦ κτήματος, ἐκτὸς ἐὰν ἡ κατάστασις τοῦ κτήματος μεταβληθῇ ἐπὶ τὰ χείρω».
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔχω ἐγὼ νὰ συντάξωμεν τὸ ἄρθρον τοῦτο συμφώνως μὲ τὴν ἀνωτέρω γενομένην ἑρμηνευτικὴν τροπολογίαν, διότι ἡ αὐτὴ περίπτωσις ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ καὶ ἐνταῦθα. Παρατηρῶ δὲ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ εἰποῦσα, ὅτι τὸ εἰκοστὸν μέρος τοῦ κτήματος χορηγεῖται εἰς τὸν ἀγρολήπτην ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς ἀγροληψίας, σκοπὸν εἶχε νὰ δώσῃ μίαν ἀμοιβὴν εἰς τὸν ἀγρολήπτην αἰτήσει τοῦ ἀγροδότου. Ἤτοι ἡ ἐπιτροπὴ διὰ τῆς περικοπῆς ταύτης σκοπὸν εἶχε νὰ λύσῃ ὄχι τὸ ζήτημα τῆς νομῆς, ἀλλὰ νὰ ὁρίσῃ μίαν ἀμοιβήν. Ὁ Κ. Κυπριάδης δὲν συγχέει τὴν νομὴν μετὰ τῆς ἰδιοκτησίας εἰμὴ ὡς πρὸς τὴν νομικὴν θεωρίαν, ἀλλ’ ἐν Ἑπτανήσῳ χωρίζεται ῥητῶς ἡ νομὴ ἀπὸ τὴν κυριότητα καὶ ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν. Ἐν Κεφαλληνίᾳ λ. χ. οἱ γεωργοὶ λαμβάνουν τὸ κτῆμα διὰ νὰ ἔχουν μόνην τὴν νομήν. Τώρα, ἀφοῦ μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ἰονίου κώδικος ὁ ἀγρολήπτης δὲν ἔχει δικαίωμα συγκυριότητος, ἐὰν δὲν συνομολογηθῇ οὕτω, καὶ ἀφ’ οὗ ἤδη δὲν ἐπιτρέπεται ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἀποβληθῇ τοῦ κτήματος ὁ ἀγρολήπτης, εἰμὴ ἐν περιπτώσει παραβιάσεως τῶν ὅρων τοῦ συμβολαίου ὡς πρὸς μόνην τὴν ὑπερημερίαν, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὁ νόμος χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ἀγροδότην νὰ διαλύσῃ τὴν ἀγροληψίαν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ ἀπολεσθῇ ἡ ὑπὸ τοῦ νόμου ἀσφαλιζομένη νομὴ πρὸς βλάβην τοῦ ἀγρολήπτου. Τὸ ἄρθρον δὲ τοῦτο ἀποζημιώνει τὸν ἀγρολήπτην διὰ τὰ κεφάλαιά του, ἀλλὰ δὲν λέγει τι διὰ τὴν νομήν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§93ΤΙΝΕΣ. Τί προτείνετε σεῖς, Κύριε Κωσταντᾶ;
§94ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Προτείνω μετὰ τὰς λέξεις «αὔξησιν τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος» νὰ προστεθῇ «καὶ τὴν κατ’ ἐκτίμησιν ἀξίαν τῆς νομῆς», ὅλον δὲ τὸ ἄλλο «ἐν ἐλλείψει κτλ.» νὰ ἐξαλειφθῇ.
§95ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κύριοι, νὰ ἐξηγούμεθα. Ἔχομεν ἐνταῦθα ἀγρολήπτην, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει δικαίωμα συγκυριότητος· ἐπέρχεται διάλυσις τῆς σχέσεως αὐτοῦ μετὰ τοῦ ἀγροδότου· τί θέλει λάβει αὐτὸς ὁ ἀγρολήπτης, ἂν ηὔξησε τὸ κτῆμά του διὰ τῆς καλλιεργείας; ὁ νόμος τῷ χορηγεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ἀποζημιωθῇ. Ἂν λοιπὸν μετέβαλε τὸν ἀγρὸν εἰς περιβόλιον, εἰς ἐλαιῶνα κτλ. ὅλαι αὗται αἱ προσαυξήσεις θὰ πληρωθῶσιν εἰς τὸν ἀγρολήπτην. Ὁ νόμος, βλέπετε, εἶναι εὐεργετικός· τὸ νομοσχέδιον προσθέτει ὅτι εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ὁ ἀγρολήπτης δὲν ἔφερε προσαύξησίν τινα, πρέπει νὰ τοῦ δοθῇ τὸ 1/20· τί περισσότερον δύναται νὰ ζητήσῃ;
§96ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀποσύρω τὴν τροπολογίαν ὡς μὴ ἀναγκαίαν εἰς τὴν διασαφήνισιν τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ 60 ἄρθρου;
§98ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 61, 62 καὶ 63, ἔχοντα οὕτω· «Ἄρθρ. 61. Αἱ κατὰ τὰ προηγούμενα 58 καὶ 60 ἄρθρα ὀφειλόμεναι ἀποζημιώσεις δύνανται νὰ πληρωθῶσιν εἰς ἐτησίας δόσεις μετὰ τόκου πρὸς 6% κατὰ τὰ ἐν ἄρθρῳ 11 ὡρισμένα». «Ἄρθρον 62. Κατὰ τὰ ἀνωτέρω ὡρισμένα γίνεται καὶ ἐπὶ ὑπαγροληψιῶν ἡ ἐκκαθάρισις τῶν δικαιωμάτων ἑκάστου τῶν ἐνεχομένων.» «Ἄρθρον 63. Πρὸς ἐξασφάλισιν τῆς πληρωμῆς τῶν δυνάμει τῶν ἀνωτέρω διατάξεων ὀφειλομένων ἔχει ὁ πιστωτὴς προνόμιον ἐπί τε τοῦ ἀκινήτου καὶ τῶν καρπῶν, κατὰ τὸ ἐδάφιον 8 τοῦ ἄρθ. 940 τῆς πολ. δικονομίας, τὰ δὲ δικαιώματα τῶν ἐνυποθήκων ἢ ἄλλων δανειστῶν τοῦ πιστωτοῦ ἐξασκοῦνται ἐπὶ τοῦ εἰς τοῦτον πληρωτέου ποσοῦ, κατατιθεμένου εἰς τὸ ἐν Κερκύρᾳ ἐνεχυροδανειστήριον, καὶ καλουμένων τῶν δικαιούχων πρὸς ἐνάσκησιν τῶν ἐπὶ τοῦ κατατεθέντος δικαιωμάτων αὐτῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 16.»
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «βʹ. Ἐμφυτεύσεις καὶ ἐδαφονομαί». Ἄρθρον 64. Ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομῶν, ὑποκειμένων ὅμως εἰς διάλυσιν τῶν τε ἤδη ὑφισταμένων καὶ τῶν ἐν τῷ μέλλοντι συστηθησομένων, αἰτήσει τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἢ ἐδαφονομέως.»
§100ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ὑποβάλλω τροπολογίαν πρὸς ἔκφρασιν τῆς ἐννοίας τοῦ νόμου· «Ἐπιτρέπεται ἡ σύστασις ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομῶν εἴτε προσωρινῶν, εἴτε διηνεκῶν, ὑποκειμένων εἰς διάλυσιν τῶν τελευταίων τούτων, κἂν ὑφίστανται ἤδη, κἂν εἰς τὸ μέλλον συστηθῶσιν.» Ὥστε καὶ αἱ γενόμεναι πρὸ τοῦ νόμου καὶ αἱ γενησόμεναι διηνεκεῖς πάλιν δύνανται νὰ διαλυθῶσι.
§101ΚΟΥΡΗΣ. Αἱ διηνεκεῖς θὰ ἔχωσι τότε μικροτέραν διάρκειαν τῶν μὴ διηνεκῶν.
§102ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Λοιπὸν τὶ θὰ κάμωμεν τὰς διηνεκεῖς;
§103ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον καθὼς ἔχει.
§104ΚΟΥΡΗΣ. Ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαγορεύσῃ τὰς διηνεκεῖς ἀγροληψίας, αἱ ὁποῖαι ἐδέσμευον τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ ἐπέφερον αἰτίας διενέξεων, ἐθεώρησεν ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἐμφύτευσιν καὶ ἐδαφονομήν, ἐπειδὴ ἡ σύμβασις αὕτη ἐπωφελὴς καὶ σπουδαία παρίσταται, ἀφοῦ μάλιστα τροπολογηθῶσι διατάξεις τινὲς τῶν νῦν ἰσχυόντων νόμων. Δυνάμεθα ὅθεν νὰ συστήσωμεν διηνεκεῖς ἐμφυτεύσεις, ὑφ’ ὅρον ὅμως ἐξαγορᾶς τοῦ προσδιοριζομένου εἰς καρποὺς ἢ χρήματα ἐμφυτευτικοῦ κανόνος, ὑπὸ τὸν αὐτὸν ὅρον ἐπιτρεπομένης καὶ τῆς ἐπὶ ἀστικῶν κτημάτων ἐδαφονομῆς. Σύμφωνα δὲ πρὸς τὴν καθιερωθεῖσαν ἀρχὴν τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν κτημάτων τῆς τε πόλεως καὶ ἐξοχῆς ἐκ παντὸς βάρους, ἐπιτρέπεται ἡ ἐξαγορὰ παντὸς προηγουμένου λόγῳ ἐμφυτεύσεως ἢ ἐδαφονομῆς κανόνος· ὥστε ὁ λαβὼν τὸ κτῆμα δύναται, ἐξαγοράζων τὸν κανόνα κατὰ τοὺς εὐεργετικοὺς ὅρους τοῦ νομοσχεδίου, νὰ ἐλαττόνῃ ἀπὸ φορὰν εἰς φορὰν τὸ ἐτήσιον ἢ κατὰ διετίαν δόσιμον μέχρις οὗ, τὸ ἀντιστοιχοῦν κεφάλαιον ἀποπληρόνων, ἀπολυτρωθῇ καὶ τοῦ ὅλου κανόνος. Ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ προσωρινῶν ἐμφυτεύσεων ἢ ἐδαφονομῶν ἐπὶ 10, 15 ἢ 20 ἔτη, ἐπειδὴ ἐν τοιαύταις περιστάσεσι δὲν μεταβιβάζεται ἡ κυριότης τοῦ κτήματος εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν ἢ ἐδαφονομέα, οὐδὲ πρόκειται περὶ διηνεκοῦς βάρους, τὸ δὲ κτῆμα ἐπανέρχεται ἐλεύθερον εἰς τὸν κτηματοδότην, δὲν ὑπάρχει λόγος καὶ περίπτωσις πρὸς ἐξαγορὰν κανόνος τινός. Ὡς ἐκ τούτου ὅσα συμβόλαια ἐδαφονομῶν ἢ ἐμφυτεύσεων εἶναι διηνεκῆ, καίτοι τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ κανόνος ἀπαγορευομένης, ὁ λαβὼν τὸ κτῆμα δικαιοῦται νὰ ἐξαγοράσῃ τὸν κανόνα, καὶ τὸ κτῆμα νὰ καταστήσῃ τῆς ἀπολύτου κυριότητός του. Ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ προσωρινῆς ἐμφυτεύσεως ἢ ἐδαφονομῆς σύμβασις, ἄλλως τε ἀναγκαίας καὶ εἰς ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα γνωστῆς, δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον τῆς ἐξαγορᾶς τοῦ ἀντιστοιχοῦντος εἰς ἁπλοῦν μίσθωμα κανόνος. Τοιοῦτον μέτρον, ἀντὶ νὰ εὐεργετήσῃ, εἶναι ἐπιζήμιον. Εὐελπίζομαι διότι δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν δυσκολίαν ἡ Βουλή, ὡς ἐπίσης καὶ οἱ συνάδελφοί μου βουλευταὶ Κερκύρας, ὥστε καθὼς εἴπομεν εἰς τὰς ἀγροληψίας, ὅτι αἰτήσει τοῦ ἀγροδότου ἢ ἀγρολήπτου διαλύονται αἱ διηνεκεῖς, οὕτω καὶ ἐνταῦθα νὰ ἐπιτρέψωμεν οὐ μόνον εἰς τὸν ἐμφυτευτὴν καὶ ἐδαφονομέα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν κτηματοδότην, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ προκαλῇ τὴν ἐξαγορὰν τῶν διηνεκῶν κανόνων. Δὲν εἶναι δίκαιον, ὁ μὲν νὰ εἶναι δεσμευμένος, ὁ δὲ, καίτοι λαβὼν τὸ κτῆμα ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ μὴ ἠμπορῇ νὰ ἀπαλάσσηται τοῦ βάρους, οὗτος μόνος νὰ διαλύῃ τὰς ὑφισταμένας σχέσεις. Λόγῳ ἰσότητος, λόγῳ δικαιοσύνης, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἔχῃ καμμίαν ἀντίῤῥησιν ἡ Βουλὴ νὰ προσθέσωμεν «αἰτήσει τοῦ κτηματοδότου, ἐμφυτευτοῦ ἢ ἐδαφονομέως».
§105ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι, ὁ προαγορεύσας ἐξέφρασε δύω ἰδέας· ἡ μὲν πρώτη συνίσταται εἰς τὸ νὰ διευκρινισθῶσιν αἱ διατάξεις τοῦ 64 ἄρθρου οὕτως, ὥστε ἡ διάλυσις νὰ μὴ ἐπεκτείνηται καὶ ἐπὶ τῶν προσωρινῶν ἐμφυτεύσεων, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν διηνεκῶν. Ἡ δὲ δευτέρα ἰδέα του εἶναι, νὰ προστεθῇ λόγῳ ἰσότητος ἡ φράσις· «αἰτήσει τοῦ κτηματοδότου ἢ τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἢ ἐδαφονομέως». Καταφεύγω καὶ ἐγὼ εἰς τὸ κοινὸν κήρυγμα τῆς ἰσότητος, ὁσάκις προτείνω τροπολογίαν καὶ ἀνθίσταμαι εἰς τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, ἀναγκάζομαι ὅμως τώρα νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ὡς ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν διατρεξάντων. Ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ἰδέαν ταύτην ἐβασάνισε πολλάκις καὶ ἡ διάταξις αὕτη παριστᾷ τὸ ὡριμώτερον προϊὸν τῶν διασκέψεων τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπιτροπὴ τότε ἔλεγεν, ὅτι λόγῳ ἰσότητος δικαιωμάτων βεβαίως πρέπει νὰ τεθῇ τὸ «αἰτήσει τοῦ κτηματοδότου ἢ τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἢ ἐδαφονομέως», ἀλλὰ παρετήρησε πολλὰ ὀρθῶς, ὅτι τὸ «αἰτήσει τοῦ κτηματοδότου» ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ τὸν κτηματοδότην πολὺ καταπιεστικὸν κατὰ τοῦ ἐμφυτευτοῦ. Ὑποθέσατε, ὅτι κτηματοδότης τις ἔχει 20 συμβόλαια μετὰ τοῦ ἐμφυτευτοῦ καὶ ζητεῖ πάντα ταῦτα νὰ διαλύσῃ. Δύναται ὁ ἐμφυτευτὴς νὰ ὑποστῇ ὅλα τὰ ἀποτελέσματα τῆς διαλύσεως τῆς ἐμφυτεύσεως, τοὐτέστι νὰ πληρώσῃ συγχρόνως τόσας ἀποζημιώσεις; Αἱ διατάξεις τοῦ κεφαλαίου δευτέρου περὶ ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομῶν σκοπὸν ἔχουν νὰ εὐεργετήσουν μᾶλλον τὸν ἐμφυτευτὴν ἢ τὸν κτηματοδότην, διότι ὁ τελευταῖος ἔδωκε τὸ κτῆμά του πάντοτε ἐπὶ τῇ ἰδέᾳ νὰ λαμβάνῃ διηνεκῆ πρόσοδον μὴ ἀποσβεστέαν, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ εἶπεν, ὅτι παραχωροῦμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ἐμφυτευτὰς νὰ διαλύωσιν αὐτὰς τὰς σχέσεις, ὅπως ἀπαλλάττωνται αὐτῆς τῆς αἰωνίας ὑποχρεώσεως διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ ἀντιστοίχου κεφαλαίου. Ὥστε βλέπετε, ὅτι πολὺ ὀρθῶς ἡ ἐπιτροπὴ ἀπέκλεισε τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀπὸ τοὺς κτηματοδότας. Καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὴν διευκρίνισιν τῶν ἄρθρων ὡς πρὸς τὰς προσωρινὰς ἐμφυτεύσεις, αὕτη εἶναι περιττή, διότι αὗται εἶναι συμβάσεις εἰδικαὶ διαλυόμεναι κατὰ τὰ συμπεφωνημένα μεταξὺ τῶν μερῶν, ἅτινα ὥρισαν τὸν χρόνον τῆς διαλύσεως, ἡμεῖς δὲ νομοθετοῦμεν διὰ τὴν διάλυσιν τῶν αἰωνίων ὑποχρεώσεων. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὑποστηρίζω τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§106ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§108ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑπάρχει τροπολογία.
§109ΚΟΥΡΗΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν φέρω· «Αἰτήσει τοῦ κτηματοδότου, ἐμφυτευτοῦ ἢ ἐδαφονομέως».
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν τοῦ Κ. Κουρῆ νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἀπεῤῥίφθη. Λοιπὸν μένει τὸ ἄρθρον 64 ὅπως ἔχει. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκονται καὶ γίνονται παραδεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἑπόμενα ἄρθρα 65, 66, 67 καὶ 68. Ἄρθρον 65. «Ὁ αἰτῶν τὴν διάλυσιν ἐμφυτευτὴς ἢ ἐδαφονομεὺς ὀφείλει πρὸς ἀπαλλαγὴν τοῦ κτήματος ἀπὸ τῶν βαρῶν τούτων νὰ καταβάλῃ εἰς τὸν δικαιοῦχον τὸ κεφάλαιον τοῦ κανόνος, λογιζομένου τούτου ὡς τόκου τοῦ κεφαλαίου πρὸς 6%. Ἄρθρον 66. Ἐὰν ὁ κανὼν σύγκειται εἰς καρποὺς ἢ εἰς χρήματα, μετατροπὴ αὐτῶν γίνεται ἐκτιμωμένου τοῦ κανόνος κατὰ τὴν ἐν καιρῷ τῆς ἐκτιμήσεως ἀξίαν, τὸ δὲ ποσὸν ὅπερ προκύπτει ἐκ τῆς ἀξίας ταύτης, λογιζόμενον ὡς τόκος 6 ἐπὶ τοῖς ἑκατόν, ἀποτελεῖ τὸ κεφάλαιον τὸ εἰς τὸν κτηματοδότην ἢ ἐμφυτευτὴν πληρωτέον. Ἄρθρον 67. Τὸ ἕνεκα διαλύσεως ὀφειλόμενον ποσὸν δύναται νὰ πληρωθῇ εἰς δόσεις κατὰ τὰ ἐν ἄρθρῳ 11 ὡρισμένα. Ἄρθρον 68. Περὶ τῆς ἐξασφαλίσεως τῆς πληρωμῆς τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου καὶ τῶν τόκων, περὶ τῶν δικαιωμάτων τρίτων κατὰ τοῦ κτηματοδότου, τῶν ἐνασκουμένων ἐπὶ τοῦ ὀφειλομένου κεφαλαίου, τῆς καταθέσεως αὐτοῦ εἰς τὸ ἐνεχυροδανειστήριον, τῆς διαδικασίας κτλ. ἰσχύουσιν οἱ ὁρισμοὶ τῶν ἄρθρ. 16–23.» Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 69. «Οἱ πρὸ τοῦ παρόντος νόμου ὑπάρχοντες ἐμφυτευταὶ ἢ ἐδαφονομεῖς δύνανται, ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ κτῆμα εἰς τὸν κτηματοδότην· καὶ ἐὰν μὲν ὑπάρχωσι βελτιώσεις γενόμεναι ὑπὸ τοῦ ἐμφυτευτοῦ ἢ τοῦ ἐδαφονομέως, μὴ συνιστάμεναι εἰς τὴν ἁπλῆν καλλιέργειαν ἢ τὴν συντήρησιν, δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσι τὴν ἐν καιρῷ τῆς ἐγκαταλείψεως ἀξίαν αὐτῶν, ἂν δὲ τὸ κτῆμα κατέστη χεῖρον ἐκ πταίσματος τοῦ ἐδαφονομέως ἢ ἐμφυτευτοῦ, ὑποχρεοῦται οὗτος εἰς ἀνόρθωσιν.»
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§112ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔχω ἐγὼ ἀντίῤῥησιν, Κύριε Πρόεδρε. Παρετήρησα, ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις, ἐν ᾧ φαίνεται ὅτι εἶναι εὐεργετικὴ εἰς τὴν κοινωνίαν τῆς Κερκύρας, ἐξεταζομένη ὅμως ἐπισταμένως, εἶναι ἐπιβλαβὴς, δι’ αὐτῆς δὲ δυνάμεθα τῷ ὄντι νὰ κατηγορηθῶμεν ὡς ἀνατροπεῖς τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ἐχθρὸς τῶν νομίμων ἰδιοκτητῶν, ὡς τινες εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος (εὖγε!). Σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸ εὖγέ σας καὶ ἡ ἱστορία τοῦ μέλλοντος θέλει ἀποκαλύψει ἑκάστου τὰς σκέψεις. Ὑποθέσατε ὅτι ἰδιοκτήτης τις δίδει ἐντὸς τῆς πόλεως ἓν μικρὸν γήπεδον εἰς ἐδαφονομὴν, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ γηπέδου εἶναι 100 δραχμῶν, ὅτι προϊόντος τοῦ χρόνου ὁ ἐδαφονομεὺς ἐγείρει οἰκίαν πολυτελῆ, τῆς ὁποίας ἡ ἀξία εἶναι ἑκατὸν χιλιάδων δραχμῶν. Ἂν δυνάμει τοῦ ἄρθρου τούτου εἴπῃ εἰς τὸν πτωχὸν κτηματοδότην, λάβε τὸ κτῆμά σου καὶ δόσε τὴν ἀξίαν τῶν βελτιώσεων, εἶναι δίκαιον τοῦτο; Ὁ κτηματοδότης, διὰ νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν ἐδαφονομέα, πρέπει νὰ πωλήσῃ ὄχι μόνον τὸ κτῆμα καὶ τὸ οἴκημα, ἀλλ’ ἴσως πρέπει νὰ προσθέσῃ καὶ ἔτι τὰ δύω τρίτα τοῦ κεφαλαίου. Τοῦτο εἶναι κἄτι τι χεῖρον τῆς δημεύσεως, καὶ θαυμάζω πῶς οἱ ὑπερασπισταὶ τῆς ἰδιοκτησίας, οἱ συντάξαντες τὸ ἄρθρον, δὲν ἐσκέφθησαν τοῦτο, ἐκτὸς ἐὰν τοιαύτη διάταξις συνεβιβάζετο μὲ τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντά των. Ὥστε καλὸν, ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι νὰ εἴπωμεν· «Οἱ πρὸ τοῦ παρόντος νόμου ὑπάρχοντες ἐμφυτευταὶ ἢ ἐδαφονομεῖς ἐκτὸς τῶν ἀστυκῶν κτημάτων δύνανται κλπ».
§113ΣΕΡΒΟΣ. «Οἱ πρὸ τοῦ παρόντος νόμου ὑπάρχοντες ἐμφυτευταὶ», καὶ νὰ λείψῃ τὸ ἐδαφονομεῖς, διότι αὐτὸ εἶναι ἐπὶ τῶν ἀστυκῶν κτημάτων.
§114ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καλλίτερον εἶναι νὰ προστεθῇ τὸ ἀστικῶν κτημάτων διὰ νὰ ἀποκλείσωμεν τὰς οἰκοδομὰς ἢ λοιπὰ κτήματα τῶν χωρίων, ἤτοι τῶν ἐκτὸς τοῦ ἄστεως.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προσθέσατε· «Ἡ διάταξις τοῦ παρόντος ἄρθρου δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ ἀστικῶν ἐδαφονομῶν.»
§116ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§117ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀλλὰ πρὸ τοῦ 70 ἄρθρου ἔχω νὰ προσθέσω ἓν νέον ἄρθρον. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου, τρέπονται ὅλα τὰ εἰς εἴδη εἰσοδήματα, ἐκτὸς τῶν ἀγροληπτικῶν, εἰς χρηματικὰς προσόδους. Τώρα τὰ εἰσοδήματα ταῦτα ἐχορηγοῦντο πρὸς τοὺς δικαιούχους, οἵτινες λαμβάνοντες αὐτὰ μετέβαλλον εἰς χρήματα πωλοῦντες εἰς τὴν ἀγοράν, ὅπου ἐπλήρονον τοὺς νενομισμένους φόρους. Σήμερον τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπλήρονεν ὁ κτηματοδότης διὰ τὴν εἰς εἴδη κτηματικὴν ταύτην πρόσοδον, πληρόνει ὁ κτηματολήπτης, δηλαδὴ ὁ ἐμφυτευτής. Κάμνω εἰσέτι ἑτέραν παρατήρησιν. Ἐν Κερκύρᾳ, ὁσάκις ὁ κτηματολήπτης ἤθελε νὰ λάβῃ κτῆμα ἀπὸ τὸν κτηματοδότην, ἔδιδεν εἰς τὸν κτηματοδότην ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐλέγετο ἐμβατίκιον ἢ κοινῶς μπατίκι, ἤτοι δικαίωμα εἰσόδου εἰς τὸ κτῆμα. Ἐρωτῶ ἤδη τὴν Βουλὴν, τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐχορήγησεν ὁ κτηματολήπτης εἰς τὸν κτηματοδότην ὑπὸ τὴν πρόφασιν ταύτην, δὲν θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν διάλυσιν αὑτῶν τῶν σχέσεων; Διὰ τοὺς λόγους τούτους προτείνω τὴν προσθήκην τοῦ ἀκολούθου ἄρθρου, ὅπερ πρέπει νὰ τεθῇ πρὸ τοῦ 70. «Κατὰ τὴν μετατροπὴν τῶν εἰς εἴδη κτηματικῶν προσόδων ἀφαιρεῖται ὑπὲρ τοῦ κατόχου τὸ ποσὸν τῶν δημοσίων καὶ δημοτικῶν φόρων, καὶ ὁ πρὸς 6% τόκος τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ προκύπτει ἐκ τοῦ συμβολαίου, ὅτι ἐδόθη ὑπὸ τοῦ κτηματολήπτου εἰς τὸν κτηματοδότην κατὰ τὴν διομολόγησιν αὐτοῦ.» Ὑποθέσατε, ὅτι πληρόνω 10 ὀκάδας ἐλαίου, αἱ ὁποῖαι πωλούμεναι εἰς τὴν ἀγορὰν παρέχουν 20 δραχ. ἀλλ’ ἐκ τῶν 20 αὐτῶν δραχ. προαφῃρέθησαν οἱ φόροι τῆς πολιτείας καὶ τοῦ δήμου. Λοιπὸν αὐτὸς ὁ κτηματοδότης λαμβάνει 10 ὀκάδας ἐλαίου, λαμβάνει τὸν τόκον τοῦ συμφωνηθέντος κεφαλαίου καὶ τὸν φόρον. Ἤδη ἀναδέχομαι ἐγὼ ὁ ἐμφυτευτὴς νὰ πωλῶ τὸ ἔλαιον, καὶ τὴν καθαρὰν ἀξίαν τοῦ τόκου νὰ ἀποδίδω εἰς τὸν ἰδιοκτήτην· ἄρα ἐγὼ ὁ πωλητὴς τῆς προσόδου πληρόνω καὶ τὸν φόρον. Λοιπὸν ὁ φόρος οὗτος δὲν πρέπει νὰ ὑπολογισθῇ κατὰ τὴν μετατροπὴν τῆς προσόδου εἰς χρήματα;
§118ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἀγοραία ἀξία δὲν εἶναι αὐτή;
§119ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἰς τὴν ἀγορὰν πωλοῦνται εἴδη οὐχὶ εἰς τὴν πραγματικὴν ἀξίαν των, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν φόρων ἐκ τῆς ἀξίας· π. χ. πωλῶ μίαν ξέστην ἐλαίου καὶ λαμβάνω δώδεκα δραχμάς. Ὁ ἔμπορος ὅστις ἀγοράζει τὸ ἔλαιον ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν πόση εἶναι ἡ ἀξία τοῦ ἐλαίου καὶ πόσος ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσῃ εἰς τὸ τελωνεῖον (διότι ὅλοι οἱ φόροι πληρόνονται εἰς τὸ τελωνεῖον)· ἀφαιρεῖ πρῶτον τὸν φόρον τοῦτον, καὶ τὸ ὑπόλοιπον μοὶ προτείνει εἰς ἀξίαν τοῦ εἴδους. Τὸ ὑπόλοιπον τοῦτο λαμβάνει ὁ κτηματοδότης ἤδη λαμβάνων τὸν ἐμφυτευτικὸν κανόνα εἰς εἴδη. Πρόκειται δὲ ἐγὼ ὁ ἐμφυτευτὴς ἀντὶ τοῦ εἴδους νὰ δίδω χρήματα, δηλαδὴ νὰ πωλῶ ἐγὼ τὰ εἴδη εἰς τὸν ἔμπορον καὶ νὰ παραδίδω τὰ χρήματα· δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ κρατήσω τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπλήρονεν ὁ κτηματοδότης;
§120ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐνόησα· ἐξηγηθῆτε καλλίτερα.
§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ ἄρθρον 66 λέγει· ἐὰν ὁ κανὼν συνίσταται εἰς καρποὺς, ἡ εἰς χρήματα μετατροπὴ γίνεται ἐκτιμωμένου τοῦ κανόνος κατὰ τὴν ἐν καιρῷ τῆς ἐκτιμήσεως ἀξίαν. Τώρα θέλει νὰ εἴπῃ ὁ Κ. Κωσταντᾶς· ἐκτιμωμένου τοῦ κανόνος κατὰ τὴν ἐν καιρῷ τῆς ἐκτιμήσεως ἀγοραίαν ἀξίαν τοῦ προϊόντος.
§122ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου· ἐὰν ὅμως θέλετε νὰ διασαφηνίσωμεν τὸ 66 ἄρθρον πρὶν συζητήσωμεν ὅ,τι προτείνω, δέχομαι, διότι εἶναι τῷ ὄντι σκοτεινὸν καὶ συνδέεται μὲ τὸ προτεινόμενον.
§123ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ὁ κανὼν συνίσταται εἰς 10 ὀκάδας ἐλαίου, ἡ ἐκτίμησις θὰ γείνῃ κατὰ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἑκάστη ὀκὰ εἰς τὴν ἀγοράν. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἀσαφὲς τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου, τότε ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ· «τῆς ἐκτιμήσεως τῆς ἀγοραίας ἀξίας τοῦ προϊόντος.»
§124ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πολὺ καλά· δύνασθε νὰ θέσητε ὁποιανδήποτε φράσιν, ἀλλ’ ἠξεύρετε, τί ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ; τὸν διπλασιασμὸν τῶν κανόνων. Π. χ. ἐγὼ ἔλαβον ἀπὸ ὑμᾶς ἓν γήπεδον ἢ ἕνα ἀγρόν· τὸν ἐξετιμήσαμεν, καὶ ἀντὶ νὰ συμφωνήσωμεν νὰ σᾶς δίδω τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου εἰς χρήματα συνεφωνήσαμεν νὰ σᾶς δίδω μίαν ξέστην ἐλαίου, διότι ἡ τιμὴ τῆς ξέστης τοῦ ἐλαίου τότε ἦτο ἴση μὲ τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου, καὶ συνεφωνήσαμεν, ὅτι ἐν περιπτώσει ἐξαγορᾶς, ἡ ἀξία αὐτοῦ τοῦ κανόνος θὰ ἔχῃ λόγου χάριν εἴκοσι πέντε δίστηλα, ἅτινα εἶναι τὸ κεφάλαιον τὸ ἀνταποκρινόμενον πρὸς τὸν εἰς ἔλαιον χορηγούμενον τόκον. Τώρα, κατὰ τὸν κύριον Δεληγεώργην, ἡ ξέστη τοῦ ἐλαίου ἔχει ἀγοραίαν τιμὴν 3 διστήλων. Ἐὰν λοιπὸν προσδιορίσωμεν τὴν ἀξίαν τοῦ κανόνος κατὰ τὴν ἀγοραίαν τιμὴν τοῦ προϊόντος, θὰ ἔχωμεν κεφάλαιον ἴσον μὲ τὸ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὸν τόκον τρία δίστηλα, καὶ ὄχι εἰς τὸν τόκον δύω δίστηλα, ἥτις ἦτο ἡ ἀξία τοῦ ἐλαίου τότε καὶ ὁ τόκος τοῦ συμφωνηθέντος κεφαλαίου. Ὥστε ἀντὶ 25 διστήλων θὰ ἔχωμεν δώδεκα ἥμισυ περιπλέον, ἤτοι 37½. Ἐρωτῶ εἶναι δίκαιον τοῦτο;
§125ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύω περιστάσεις εἶναι, ἢ εἶναι προσδιωρισμένον εἰς χρήματα, ἢ εἶναι ἀπροσδιόριστον εἰς εἶδος.
§126ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀλλ’ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν αὐτοῦ τὴν τότε κατάστασιν τοῦ κεφαλαίου.
§127ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ, νὰ ἐννοήσω καὶ ἐγώ. Σεῖς δηλαδὴ ἐννοεῖτε, ἐὰν εἶναι ὁ κανὼν εἰς ἔλαιον, εἰς εἶδος· τώρα νὰ ἐκτιμήσωμεν ὄχι κατὰ τὴν παροῦσαν ἀγοραίαν ἀξίαν, ἀλλὰ τὴν ἀξίαν τὴν ὑπάρχουσαν τότε.
§128ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα, τὴν συμπεφωνημένην, τὴν ὑπάρχουσαν τότε.
§129ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Νὰ ἐκτιμήσωμεν ὅπως ἐξετιμήθη πρὸ 300 χρόνων;
§130ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, δὲν τὸ ἐνοήσατε καλῶς καὶ ἑπομένως ἀναγκάζομαι νὰ ἐξηγηθῶ θετικώτερον. Ἡ ἰδέα μου εἶναι ὅτι τὸ ἄρθρον 66 δὲν πρέπει νὰ μεταβάλῃ τὸ ὑπάρχον σύστημα τῆς ἀξίας τῶν κανόνων εἰς καρπούς, ὅταν γίνεται ἡ ἐξαγορά. Ἑπομένως ἐγὼ ἐννοῶ νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ γίνηται ὅ,τι ἐγίνετο μέχρι σήμερον περὶ αὐτοῦ.
§131ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε, ἀναφέρεται εἰς κανόνας συνισταμένους εἰς χρήματα;
§132ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, εἰς εἶδος. Τὸ εἶδος παριστᾷ ἀξίαν ἑνὸς κεφαλαίου. Τέλος πάντων, ἐπειδὴ δὲν ἐννοούμεθα, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο κατήντησε βαβυλώνιος πυργοποιΐα, σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ ἰδέα μου εἶναι αὕτη, νὰ μὴ μεταβάλωμεν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων· ὅπως σήμερον ἐξαγοράζονται καὶ μεταβάλλονται τὰ ἐδαφονόμια καὶ οἱ ἐμφυτευτικοὶ κανόνες, νὰ ἐξακολουθήσουν καὶ εἰς τὸ μέλλον.
§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Κωσταντᾶ, σᾶς ἐρωτῶ. Σήμερον ὑποθέσατε, ὅτι ἔχομεν ἐμφυτευτικὸν κανόνα 3 ξέστας ἐλαίου. Πῶς θὰ κάμωμεν τὴν ἐκτίμησιν;
§134ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἰδοὺ τὶ θὰ κάμωμεν, Κύριε Πρωθυπουργέ. Θὰ ἴδωμεν ποία εἶναι ἡ ἀξία τοῦ κεφαλαίου, ἡ ὁποία ἀντιστοιχεῖ πρὸς μίαν ξέστην ἐλαίου κατὰ τὰ νενομοθετημένα εἰς τὸν τόκον. Ἀφ’ οὗ εὕρωμεν τὸ κεφάλαιον, εὑρίσκομεν καὶ τὸν τόκον, ὅστις ἀντικαθίσταται εἰς τὰς τρεῖς ξέστας τοῦ ἐλαίου. Π. χ. μία ξέστη τιμᾶται 20 δίστηλα, τρεῖς ἔχουσι 60 δίστηλα, ὁ τόκος πρὸς 6% εἶναι 3,60· ἕπεται ὅτι ἢ θὰ πληρώσω ἅπαξ 60 δίστηλα, ἢ ἕως οὗ δὲν πληρόνω αὐτὰ, θὰ δίδω κατ’ ἔτος ἢ διετίαν δραχ. 3,60.
§135ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ εἰς τὶ νομίζω, ὅτι συνίσταται ἡ ἀπαίτησις τοῦ Κ. Κωσταντᾶ. Ὑποθέσατε, ὅτι ἓν κτῆμα παρέχει 10 βαρέλια ἐλαίου, καὶ ἐπὶ τοῦ κτήματος αὐτοῦ ὁ ἀγρολήπτης εἶναι ὑπόχρεως νὰ δίδῃ εἰς τὸν ἀγροδότην 3 βαρέλια· τότε θὰ μείνουν εἰς τὸν ἀγρολήπτην, διὰ νὰ ἐξαχθοῦν ἀπὸ τὴν νῆσον, μόνον 7 βαρέλια, καὶ ὁ ἀγρολήπτης θὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον κατὰ τὴν ἐξαγορὰν τῶν 7 βαρελίων ἀπὸ 2 τάλληρα.
§136ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ πρᾶγμα· εἶσθε εἰς τοὺς ἀντίποδας τοῦ ζητήματος.
§137ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ Κ. Κωσταντᾶς. Πρόκειται νὰ δώσητε 3 βαρέλια ἐλαίου. Ὑποθέσατε, ὅτι δὲν ἔκαμα διόλου ἔλαιον, καὶ ἐντούτοις πρόκειται νὰ δώσω 3 βαρέλια. Πόσα χρήματα θὰ πληρώσω; Θὰ πληρώσω τὴν ἀξίαν κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμήν; Ὁ Κ. Κωνσταντᾶς λέγει ὄχι.
§138ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καὶ πάλιν ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω, ὅτι καὶ ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς οὔτε κἂν ἐπλησίασε τὴν ἔννοιαν τοῦ ζητήματος, ὅπερ ἐκάματε, Κύριοι, νὰ γενῇ τῷ ὄντι ὁ πύργος τῆς Βαβὲλ, ὡς ἔλεγον πρὸ μικροῦ (γέλως).
§139ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠμπορούσατε νὰ εἴπητε νὰ τεθῇ ὁ μέσος, ὅρος σειρᾶς τινος ἐτῶν· παραπονεῖσθε δηλ. ὅτι εἶναι δυνατὸν ἡ ἀξία τῆς ἐκτιμήσεως..... (θόρυβος).
§140ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ πληρώσω 3 βαρέλια ἐλαίου, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐξαγοράσω τὸν κανόνα αὐτόν· τὶ χρήματα θὰ δώσω; Ὁ κ. Κωσταντᾶς λέγει, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀποφασισμένον· θὰ δώσω 60 τάλληρα, διότι ἡ τιμὴ τῆς ἐξαγοράσεως εἶναι προσδιωρισμένη ἐκ τῶν προτέρων.
§141ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νὰ διασαφήσωμεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν σας διότι ἐπλησίασεν εἰς τὸ ζήτημα.
§142ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Πόθεν εἶναι βεβαιωμένον, ὅτι ἡ παλαιὰ ἀξία πρὸ 300 ἐτῶν τοῦ εἴδους αὐτοῦ τὸ ὁποῖον ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν κανόνα, καὶ ὁ κανὼν εἰς τὸ ποσοστὸν τοῦ κεφαλαίου, πόθεν εἶναι βέβαιον ὅτι ὁ κανὼν αὐτὸς ἔχει οὐχὶ 10 τάλληρα ἢ βαρέλα, ἀλλὰ 10 δραχμάς;
§143ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐκ τῶν συμβολαίων, ἐκ τῶν ἐγχωρίων Νόμων, ἐκ δικαστικῶν ἀποφάσεων καὶ ἐν γένει ἐκ τοῦ ἐπικρατοῦντος συστήματος.
§144ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λοιπὸν ὁρίζεται ἡ τιμή;
§145ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα· ὑπάρχουν τὰ ἔθιμα τοῦ τόπου. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν ἔχει καλῶς, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐξέφρασεν αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν ὁ κ. Δεληγιώργης, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐξηγήσωμεν. Τὸ ἄρθρον λέγει· ἐκτιμᾶται ὁ κανὼν κατὰ τὴν ἀγοραίαν ἀξίαν, δηλαδὴ κατὰ τὴν ἀξίαν ἣν ἀποδίδουσι τὰ τελευταῖα συμβόλαια ἢ αἱ δικαστικαὶ ἐκποιητικαὶ πράξεις.
§146Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ παρατηρῶ, ὅτι τὰ ἄρθρα 64, 65 καὶ 66, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν τὴν μετατροπὴν τοῦ εἴδους εἰς χρήματα, εἶναι καθ’ ὁλοκληρίαν ὅμοια μὲ τὰ ἄρθρα 3 καὶ ἑπόμενα τοῦ νόμου περὶ τιμαριωτικῶν κτημάτων (θόρυβος). Τὰ ἄρθρα λοιπὸν ἔχουσι καλῶς, ἀλλ’ ὅπως τὰ ἐξήγησεν ὁ κ. Κωσταντᾶς. Τώρα ἔρχεται ἄλλη ἀπαίτησις τοῦ κ. Κωσταντᾶ· ἀφ’ οὗ ἀποζημιώνομεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸν κτηματοδότην, τὶ γίνεται ὁ φόρος;
§147ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα....
§148ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ τὸ διακόψωμεν, Κύριοι, ἀπόψε τὸ ζήτημα τοῦ φόρου. Ἀναγγέλλω εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι κατὰ τὰς εἰδήσεις, τὰς ὁποίας ταύτην τὴν στιγμὴν ἐλάβομεν, οἱ γάμοι τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἐτελέσθησαν τὴν παρελθοῦσαν Κυριακήν· ἑπομένως αὔριον περὶ τὴν 11 ὥραν Π. Μ. θὰ ψαλῇ ἐπὶ τούτῳ δοξολογία. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 3 καὶ 20 Μ. Μ.)