1867.10.19
1,304 rows · 11,117 words · 50 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 16
Τῆς 19 Ὀκτωβρίου 1867.
(Πέμπτη.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. βουλευτὴς Λακεδαίμονος Σπηλιωτάκης ὑπέβαλε τροπολογίαν εἰς τὸ περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν νομοσχέδιον. Θὰ τυπωθῇ. Πολλοὶ Ἑπτανήσιοι ὑπέβαλον ὡσαύτως τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 80 ἄρθρου τοῦ ἐπὶ ἀγροτικοῦ ζητήματος νομοσχεδίου. Θὰ τυπωθῇ. Οἱ ὑπότροφοι ἐκ τοῦ Μανταβιγίου κληροδοτήματος ὑπέβαλον ἀναφορὰν ζητοῦντες τὴν ὑποτροφίαν, ἥτις ἀφῃρέθη ἀπ’ αὐτῶν, πρὸς ἐξακολούθησιν τῶν σπουδῶν των. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ὁ μοίραρχος, λοχίαι, ὑπομοίραρχοι τῆς ἐν Κεφαλληνίᾳ διαλυθείσης ἀστυνομίας ὑπέβαλον ἀναφορὰν ζητοῦντες τὴν σύνταξίν των. Ἔχομεν πρὸς ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀπογραφῆς.
§4ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρακαλῶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§7ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πρῶτον νὰ ψηφίσωμεν διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Ἀσωπίου.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα. (Ἄρχεται ἡ διὰ σφαιριδίων μυστικὴ ψηφοφορία.)
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 101, 89 ναὶ, 12 ὄχι. Ἄρα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§10ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Χθὲς, προκειμένου ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ 55 ἄρθρου, ἠγέρθη τὸ ζήτημα ἂν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν ἀγροληψιῶν τὴν γενικὴν διανομὴν ἢ τὴν μετατροπὴν τοῦ εἰσοδήματος εἰς χρήματα. Ἡ πρώτη τῶν προτάσεων τούτων ἦτο ἰδική μου, ἡ δευτέρα ἦτο τοῦ κ. Κουρῆ. Μετὰ πολλὰς συζητήσεις, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ Βουλὴ ἠσπάσθη τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουρῆ· ἑπομένως ἀνεκάλεσα καὶ καὶ ἐγὼ τὴν ἰδικήν μου καὶ ἐσυμφωνήσαμεν ὅπως τὸ ἑσπέρας συσκεφθῶμεν καὶ συντάξωμεν τὴν πρότασιν. Τῳόντι τὸ ἑσπέρας συνεσκέφθημεν εἰς τὴν κατοικίαν μου καὶ μετὰ διαφόρους σκέψεις ὁ κ. Κουρῆς διεφώνησεν οὐχὶ βεβαίως ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἰδέαν, ὅτι, μεταβαλλομένων τῶν εἰς καρποὺς εἰσοδημάτων, γίνονται αἱ ἀγροληψίαι ἐμφυτεύσεις, καὶ ἑπομένως ὑπάγονται εἰς ἐξαγοράν. Ἐπρότεινα πρὸς τὸν κ. Κουρῆν, ὅτι ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ παραδεχθῇ ὅπως, οἱ μὲν κανόνες οἱ προερχόμενοι ἐξ ἀγροληψιῶν, ὅπου ὁ κτηματοδότης ἔχει τὴν ἐλάσσονα μερίδα, ἐξαγοράζωνται ὑπὸ τῶν ἀγροληπτῶν, ὅπου δ’ ἔχει τὴν μείζονα μερίδα νὰ μὴ ἐξαγοράζωνται ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἀφίνοντες τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ κατὰ τὴν ἐρχομένην σύνοδον, ὁπότε δυνάμεθα, ὁδηγούμενοι ἐκ τῆς πείρας, νὰ λύσωμεν ὁριστικῶς τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ὁ κ. Κουρῆς παρετήρησεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο, ἀφοῦ παρεδέχθημεν εἰς τὸ κεφάλαιον περὶ ἐμφυτεύσεων τὴν γενικὴν ἀπαλλαγὴν τῶν ἐμφυτευτικῶν βαρῶν τῆς ἰδιοκτησίας. Δὲν εἶναι δυνατὸν, εἶπε, νὰ καθιερώσωμεν ἕτερον βάρος, τὸ ὁποῖον νὰ εἶναι ἀνεξαγόραστον καὶ διηνεκὲς μέχρι τῆς ἀποφάνσεως τῶν ἐνδιαφερομένων. Ἡ ἔνστασις αὕτη δύναται ν’ ἀρθῇ ἀμέσως, ἂν παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τῆς ἐξαγορᾶς καὶ διὰ τὰ μετατραπησόμενα ἀγροληπτικὰ εἰσοδήματα. Παρετήρησα δὲ ὅτι ἡ ἀντίπαλος μερὶς ἀποφεύγει τὴν χθεσινὴν πρότασίν της· ἐγὼ ὅμως, ἑπόμενος εἰς τὰ παρὰ τῆς Βουλῆς παραδεχθέντα, συνέταξα τὸ ἀκόλουθον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον, μετατρεπομένου τοῦ συστήματος τῆς ἐπιτροπῆς, ἀντικαθιστᾷ ὅλα τὰ ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἄρθρον τοῦτο στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν προτάσει τοῦ κ. Κουρῆ χθὲς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη.
§11ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Δὲν παρεδέχθη.
§12ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Σᾶς παραπέμπω, κύριε Μπαλάνε, εἰς τὰ χθεσινὰ πρακτικὰ διὰ νὰ βεβαιωθῆτε περὶ τούτων, ἐὰν σᾶς ἀπατᾷ ἡ μνήμη! Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ πρότασις. Ἀντὶ τοῦ 55, 56 καὶ λοιπῶν ἄρθρων περὶ ἀγροληψίας προτείνω· «Ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον διάλυσις τῶν ὑφισταμένων ἀγροληψιῶν καὶ ὑπαγροληψιῶν γίνεται μετατρεπομένης τῆς ἀγροληπτικῆς προσόδου εἰς ἐτησίους χρηματικοὺς κανόνας, κατὰ τὰ ἐγχώρια ἔθιμα Κερκύρας, καὶ ὑπαγομένων εἰς τὰς διατάξεις περὶ ἐξαγορῶν τῶν ἐμφυτευτικῶν κανόνων μερίδας μείζονος τοῦ ἡμίσεος τῆς ἰδιοκτησίας».
§13ΚΟΥΡΗΣ. Ὡς εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν, χθὲς ἔλαβον τὸν λόγον οὐχὶ διὰ νὰ φέρω τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μόνον ἵν’ ἀποκρούσω τροπολογίας τινὰς, τὰς ὁποίας ἔφερεν ὁ κ. Κωνσταντᾶς. Ἐνόμισα, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ τὸ ἀντικείμενον ἐσυζητήθη ἐνώπιον μιᾶς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἅπαντες οἱ ἐνδιαφερόμενοι ὑπέβαλον τοὺς λόγους ἕνεκα τῶν ὁποίων ἐνόμιζον δεκτὴν μίαν ἢ ἄλλην πρότασιν· ἀφοῦ τέλος πάντων οἱ ἀντιδοξοῦντες βουλευταί, μετ’ εὐρυτάτην συζήτησιν, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἀνέθεσαν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἐφ’ οὗ σήμερον ἀσχολούμεθα· ἐνόμισα, λέγω, ὅτι ἂν πραγματικῶς ἐπιθυμῶμεν τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ λυθῇ οὐχὶ πλέον ὡς ἑκάστη τῶν ἐνδιαφερομένων μερίδων ἐπιθυμεῖ, ἀλλ’ εἰς τρόπον ἧττον ἐπιβλαβῆ καὶ ἐπιζήμιον, καθῆκον ἔχομεν νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ ἤδη ἐν τῇ ἐπιτροπῇ καὶ διὰ τοῦ νομοσχεδίου ἀποφασισθέντα. Ἀλλ’ ἐν τούτοις παρετήρησα, ὅτι ὁ κ. Κωσταντᾶς ἐπρότεινε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 55, τὴν ὁποίαν ἐτύπωσε καὶ ἐφ’ ἧς ὤφειλον νὰ σκεφθῶ καὶ ἐγώ, κατὰ δὲ τὴν συζήτησιν νέαν ὑποτροπολογίαν προτείνει, δι’ ἧς καταστρέφει καὶ τὴν ἤδη τυπωθεῖσαν τροπολογίαν του καὶ τὴν διάταξιν τῶν δύω ἄρθρων 55 καὶ 56 τοῦ νομοσχεδίου.
§14ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε.
§15ΚΟΥΡΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἄλλων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν, εἶπον, ὅτι νῦν πρόκειται περὶ ἰδιωτικῆς περιουσίας, δὲν πρόκειται περὶ τιμαριωτικῶν δικαιωμάτων, οὐδὲ περὶ κτημάτων, τὰ ὁποῖα περιῆλθον εἰς τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ συνεπείᾳ δημεύσεως ἢ καταργήσεως μονῶν καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ πρόκειται ἁπλῶς καὶ καθαρῶς περὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἑκάστου, ὥστε ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ ἔτι μᾶλλον ὀφείλει ν’ ἀποδείξῃ σήμερον, ὅτι, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ Κέρκυρα ὡς ἐκ τοῦ συστήματος τῶν ἀγροληψιῶν, κατὰ τοῦ ὁποίου ἠγέρθησαν τοσαῦτα τῶν χωρικῶν παράπονα, θεωρεῖ ὅμως ὅτι τὸ πανάρχαιον καὶ παγκόσμιον τῆς ἰδιοκτησίας δικαίωμα εἶναι καὶ παρ’ ἡμῖν ἱερὸν, σεβαστὸν, δὲν πρέπει νὰ προσβληθῇ οὐδόλως. Σᾶς εἶπον δὲ, ὅτι, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ τὰ παράπονα πολλῶν, ὀφείλει νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα ἔστω καὶ διὰ συγκαταβάσεων καὶ παραχωρήσεων. Ἀλλ’ ἂν αἱ παραχωρήσεις πρέπει νὰ συνεπιφέρουν καὶ τὴν ἀπώλειαν τῆς ἰδιοκτησίας μας, τότε μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι προτιμοτέρα ἡ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν διατελοῦμεν, παρὰ αἱ θεραπεῖαι, τὰς ὁποίας διανοούμεθα νὰ κάμωμεν. Ὡς ἠξεύρετε ἤδη, καὶ δὲν εἶναι δύσκολον νὰ ἐννοήσῃ τις, ἡ ἀγροληψία δὲν εἶναι εἰμὴ σύμβασις, διὰ τῆς ὁποίας ὁ ἰδιοκτήτης κτήματός τινος τῆς ἀπολύτου κυριότητός του, τὸ ἔδοσεν εἴς τινα γεωργὸν ὅπως τὸ καλλιεργήσῃ, οὗτος δὲ ἀποδέχεται διὰ τοῦ συμβολαίου, α) νὰ τὸ καλλιεργῇ· β) νὰ συλλέγῃ τοὺς καρποὺς γ) τὸν ἐλαιόκαρπον νὰ μετατρέπῃ εἰς ἔλαιον· δ) νὰ μεταφέρῃ τὴν μερίδα τῶν προϊόντων εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἰδιοκτήτου· ταῦτα διωμολογοῦντο συνεπείᾳ συμβάσεων καὶ ῥητῶν συμφωνιῶν. Ἂν δὲ ὁ ἀγρολήπτης παρεβίαζε τὰ συμπεφωνημένα, τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο, ὅτι ἀπεβάλλετο τοῦ κτήματος χωρὶς νὰ διατηρήσῃ ἐπ’ αὐτοῦ κἀνὲν δικαίωμα.
§16ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, ὄχι.
§17ΚΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ ἀναφέρω ὅσα ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐῤῥέθησαν καὶ ἐξηκριβώθησαν· οἱ νόμοι ὑπάρχουσι· διηγοῦμαι πράγματα, τὰ ὁποῖα ἐκ τῶν νόμων προκύπτουσι καὶ μὲ τὴν ἀλήθειαν συνᾴδουσι. Τώρα, κύριοι, ἐπειδὴ ἠγέρθησαν παράπονα ἐκ μέρους ἐκείνων, οἵτινες ἔλαβον τὰ κτήματα ἵνα τὰ καλλιεργήσωσιν, ἐπειδὴ ἡ καθυστέρησις τῆς πληρωμῆς τῶν ἀγροληπτικῶν μεριδίων προεκάλεσε καὶ τὰ παράπονα τῶν ἀγροδοτῶν, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολῖται καὶ χωρικοί· ἐπειδὴ ἀφ’ ἑτέρου οἱ ἀγρολῆπται τὴν ὑπερημερίαν των θέλοντες νὰ δικαιολογήσωσι διατείνονται, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐλαιοκάρπου καταχρηστικῶς ἐπεβαρύνοντο, ἢ μετὰ τὴν ἀκριβῶς γενομένην ἐκτίμησιν, ἐπήρχοντο ζημίαι ἐλαττοῦσαι ἢ καταστρέφουσαι τὸν καρπόν· ἐσυμφωνήσαμεν ἅπαντες, καὶ μεθ’ ἡμῶν συμφωνοῦσιν οἱ πλεῖστοι τῶν τε ἀγροδοτῶν καὶ ἀγροληπτῶν, ὅτι, διαλυομένων μόνον τῶν ὑφισταμένων ἀγροληπτικῶν σχέσεων, δύνανται νὰ ἐκλείψωσιν αἱ τῶν παραπόνων αἰτίαι καὶ ἀφορμαὶ καὶ νὰ καθησυχάσῃ ὁλόκληρος κοινωνία, ἥτις ἀδιακόπως συνταρασσομένη καιρίως βλάπτεται καὶ καταστρέφεται. Ὅθεν ὑπεστήριξα καὶ ὑποστηρίζω τὸ μέτρον τῆς διαλύσεως τῶν ὑφισταμένων ἀγροληπτικῶν σχέσεων, ἐν τῷ συμφέροντι ὁλοκλήρου κοινωνίας, ἀπέναντι τῶν διατεινομένων διὰ λόγων ἰσχυρῶν μὲν ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀκαταμαχήτων, ὅτι ἐπὶ τῶν ὑπαρχουσῶν περὶ ἀγροληψιῶν ἢ καὶ ἑτέρας παραπλησίας φύσεως συμβάσεων μηδεμίαν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν μεταῤῥύθμισιν ἢ μεταβολήν. Γενικὸν καὶ ἐπικρατέστερον τῆς κοινωνίας συμφέρον ἀποκρούει τὴν γνώμην ταύτην, ὥστε ἡ διάλυσις ἀπεφασίσθη, μεγίστη δὲ ἀπαιτεῖται προσοχὴ πρὸς ῥύθμισιν τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτῆς. Τούτου τεθέντος, δὲν ἦτο βεβαίως δίκαιον καὶ συνετὸν μέτρον, ἀφοῦ ἔμελλον νὰ διαλυθῶσιν αἱ ὑφιστάμεναι διηνεκεῖς ἀγροληπτικαὶ σχέσεις, νὰ μὴ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ ἐπὶ τοῦ κτήματος τοῦ τε ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου δικαιώματα. Εἶναι ἤδη γνωστὸν, ὅτι πρὸ τοῦ Ἰονίου Κώδικος, ὡς ἐκ τῆς διομολογήσεως τοῦ συμβολαίου, ἀνεξαρτήτως πάσης ῥητῆς συμφωνίας ὁ γεωργὸς καθίστατο συγκύριος τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν εἰς ἀγροληψίαν, δικαίωμα τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ Ἰονίου Κώδικος δὲν ἠδύνατο, ἐν ἐλλείψει ῥητῆς συμφωνίας, ν’ ἀποκτήσῃ. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι τὸ τῆς συγκυριότητος δικαίωμα δὲν ἦτον ἀπόλυτον, ἀλλ’ ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ὁ καλλιεργητὴς ἀνεδέχετο, πλὴν εἶναι καὶ βέβαιον, ὅτι ἡ διάλυσις δὲν ἐπέρχεται σήμερον λόγῳ μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων αὐτοῦ, ἀλλ’ ἕνεκα μέτρων ὑπὸ δημοσίου συμφέροντος καὶ κοινωνικῆς ἀνάγκης ὑπαγορευομένων. Ὅθεν δὲν ἠδυνάμην νὰ εἴπω εἰς τὸν ἀγρολήπτην, τὴν μὲν ἀγροληψίαν, καί τοι διηνεκῆ, διαλύω, τὸ δὲ κτῆμα ἀπόδος εἰς τὸν ἀγροδότην, μολονότι εἶχες ἀποκτήσει δικαίωμα συγκυριότητος καὶ πολλὰ ἢ ὀλίγα ἐπὶ τοῦ κτήματος κατέβαλες κεφάλαια πρὸς καλλιέργειαν αὐτοῦ. Τοιοῦτον μέτρον ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον καὶ σκληρόν. Ἡ δικαιοσύνη ἀπῄτει ν’ ἀναγνωρισθῇ καὶ προστατευθῇ προσηκόντως τὸ τῆς συγκυριότητος ἑκάστου δικαίωμα, τὸ δὲ συμφέρον τῆς κοινωνίας ὑπηγόρευε τὸ μέτρον, ὁ ἔχων τὴν μείζονα τοῦ κτήματος μερίδα, ἐπὶ δικαίᾳ καὶ προκαταβαλλομένῃ ἀποζημιώσει νὰ λάβῃ καὶ τὴν μικροτέραν μερίδα, ἀποφεύγοντες οὕτω τὸν κατακερματισμὸν τῆς ἰδιοκτησίας. Ταῦτα καὶ ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ παρ’ ἡμῖν ὑπεστήριξα· οὐχ ἧττον ὅμως καὶ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ τὸ ἐπὶ δεκαετίαν διὰ δόσεων σύστημα πρὸς ἀποζημίωσιν παρεδέχθη, τῆς ἰδιοκτησίας μετατρεπομένης εἰς ἁπλᾶς ἐνυποθήκους πιστώσεις. Καὶ μολαταῦτα, δὲν εὐχαριστοῦνται εἰσέτι οἱ συνάδελφοί μου καὶ ἰδοὺ νέαι προτάσεις, δι’ ὧν πρὸς ἐκπλήρωσιν ἐντολῆς, (διότι ἴσως τοιαύτην ἐντολὴν ἔχουσιν ἀπὸ τοὺς συνδημότας αὐτῶν) ἀπαιτοῦν, ὥστε οἱαδήποτε καὶ ἂν εἶναι, μικρὰ ἢ μεγάλη, ἡ μερὶς τῶν ἀγροδοτῶν, τὰ κτήματα νὰ μένωσι πάντοτε εἰς τοὺς ἀγρολήπτας, λέγοντες εἰς τοὺς ἀρχικοὺς κυρίους, σεῖς θέλετε ἀποζημιωθῆ δι’ αὐτοῦ τοῦ ὀλεθρίου συστήματος τῆς δεκαετοῦς ἀποκαλουμένης ἀποζημιώσεως. Πολλαὶ ἐγένοντο μέχρι τοῦδε παραχωρήσεις, οὐδὲ δυνάμεθα νὰ προβῶμεν περαιτέρω. Τὰ προτεινόμενα μέτρα, ὅπως ἅπασα ἡ ἰδιοκτησία ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν τῶν ἀγροδοτῶν καὶ μεταβῇ εἰς τοὺς ἀγρολήπτας, εἶναι προφανῶς ἄδικα καὶ ἀπαράδεκτα. Ἠγέρθησαν ἤδη οὐκ ὀλίγα παράπονα, κύριοι, μετὰ τὴν δημοσίευσιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ τὰ παράπονα ταῦτα κατὰ μέγα μέρος βασίζονται εἰς λόγους ἰσχυροὺς καὶ δικαίους. Τί θὰ γείνῃ, κύριοι, εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκείνην, ἂν ἀντὶ νὰ βελτιώσωμεν τὸ νομοσχέδιον προσθέσωμεν νέας διατάξεις, αἱ ὁποῖαι τείνουν νὰ ἀφαιρέσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ τὰς χεῖρας ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους καθῆκον ἔχομεν νὰ τὴν διατηρήσωμεν; Οἱ λόγοι οὗτοι, μετὰ τὰς χθεσινὰς συζητήσεις, μὲ παρεκίνησαν νὰ ἔλθω εἰς νέαν συνέντευξιν μετὰ τοῦ κ. Κωσταντᾶ, ὅπως ἴδωμεν ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἐξαγόμενόν τι διὰ τῆς μετατροπῆς τῆς προσόδου τῶν ἀγροληπτικῶν μερίδων εἰς μὴ ἐξαγορασίμους χρηματικοὺς κανόνας, ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἦτο μέτρον κατορθωτὸν καὶ ὠφέλιμον, ἔμελλον δὲ νὰ μεταβληθῶσι καὶ αἱ κυριώτεραι βάσεις τοῦ νομοσχεδίου. Τὸ ἤδη προταθὲν νομοσχέδιον παρουσιάζει ἓν σύνολον καὶ ἅπαντα τὰ μέρη αὐτοῦ εἶναι πρὸς ἄλληλα συνηρμολογημένα· ἂν σήμερον τὸ μετατρέψωμεν ὡς πρὸς τὸ μέρος μόνον τὸ ἀφορῶν τὰς κοινὰς ἀγροληψίας, ἢ τὰς νέας ὑποτροπολογίας παραδεχθῶμεν τοῦ κ. Κωσταντᾶ, θὰ καταντήσῃ τραγέλαφος· ὡς ἐκ τούτου δὲ δὲν δύναμαι νὰ ἐνδώσω εἰς πρότασιν, δι’ ἧς ἅπαντα τὰ ἀγροληπτικὰ κτήματα ἀνεξαιρέτως μεταβιβάζονται εἰς τοὺς γεωργοὺς, οὐδὲ θέλετε παραδεχθῆ σύστημα, δι’ οὗ ἔτι μᾶλλον προσβάλλεται τῆς ἰδιοκτησίας τὸ δικαίωμα. Ἐμμένω εἰς τὸ νομοσχέδιον καὶ εὐελπίζομαι, ὅτι οἱ κύριοι βουλευταὶ, συναισθανόμενοι τὰ καθήκοντα αὑτῶν, θέλουσι προστατεύσει τὴν ἰδιοκτησίαν μὴ ἐπιτρέποντες τοιαύτας παρεκτροπάς.
§18ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐρχόμενος, κύριοι, νὰ ἀπαντήσω εἰς τὴν εὔστροφον εὐφράδειαν καὶ παλιμβουλίαν τοῦ προαγορεύσαντος, δὲν θέλω ἀρχίσει ὀνομάζων τὴν Βουλὴν ταύτην Ἑλληνικὴν, διότι οὔτε ἀμφιβάλλει τις περὶ τῆς ἐθνικότητος τῆς Βουλῆς, οὔτε ἄλλη Βουλὴ ξένης ἐθνικότητος ὑπάρχει ἐνταῦθα, εἰμὴ αὕτη ἡ ἐν Ἀθήναις Βουλὴ τῆς Ἑλλάδος. Οὔτε θέλω παρακολουθήσει ἐν ὅλοις τὰς λοξοδρομίας τοῦ ἐπιτηδείου τούτου ῥήτορος, ὅπως ἐξελέγξω τὸ ἀνυπόστατον τῶν ἀντιῤῥήσεών του, διότι αὐτὸς ἀφ’ ἑαυτοῦ ἀνατρέπεται χωρὶς νὰ ἐννοῇ, καὶ διότι πρόκειται περὶ θέματος, οὗτινος τὴν καταγωγὴν καὶ τὰ καθέκαστα ἤδη γνωρίζετε. Ὁ κύριος Κουρῆς, μὴ δεχόμενος τὴν διανομὴν, παρεκάλεσε χθὲς τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ τὴν μετατροπὴν τῶν ἀγροτικῶν εἰσοδημάτων εἰς χρήματα· ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν καὶ ἀνέθηκε τὴν σύνταξίν της εἰς ἐμὲ καὶ εἰς αὐτὸν, ἀλλ’ ἤδη μετανοεῖ, προσποιεῖται ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται, καὶ ἀναγκάζων τὴν Βουλὴν νὰ παλινδρομήσῃ, ἔρχεται νὰ καλύψῃ ὅλην τὴν ἱστορίαν ταύτην ἐπανερχόμενος εἰς ἐπιχειρήματα τετριμμένα καὶ ἤδη τοσάκις συζητηθέντα. Σᾶς εἶπε λοιπὸν καὶ πάλιν ἐν προοιμίοις, ὅτι πρέπει νὰ ἐμμένωμεν εἰς τὰ ἀποφασισθέντα παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς ἣν ἀμφότεραι αἱ μερίδες ἔλαβον μέρος· ὅτι παρετήρησεν, ὅτι ἐγὼ ὑπέβαλον χθὲς τροπολογίαν καταστρέφουσαν τὴν ἤδη πρὸ πολλοῦ ὑποβληθεῖσαν τετυπωμένην τροπολογικὴν πρότασίν μου ἐπὶ τοῦ 55ου ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου, ἐφ’ ἧς εἶχε καὶ αὐτὸς σκεφθῆ καὶ μελετήσει· ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τιμαριωτικῆς ἰδιοκτησίας, ἀλλὰ περὶ ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας, ἥτις ἔχει πηγὴν ἱερὰν καὶ σεβαστὴν, ὅτι, ἐνῷ πρόκειται νὰ παραβιασθῇ τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας διὰ τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος τῶν ἀγροληψιῶν, εἶναι προτιμότερον νὰ μένῃ ἡ ἐνυπάρχουσα κατάστασις. Ἔπειτα προχωρῶν εἰς τὴν κατ’ οὐσίαν συζήτησιν, σᾶς ἐξήγησε τὸ συμβόλαιον ἀγροληψίας καὶ τὰ ἐπὶ τοῦ κτήματος δικαιώματα τοῦ ἀγροδότου καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἀγρολήπτου, εἰπὼν ὅτι ὁ καλλιεργητὴς ἐχρεώστει, ά) νὰ καλλιεργῇ τὸ κτῆμα, βʹ) νὰ συλλέγῃ τοὺς καρποὺς, γʹ) νὰ μεταβάλλῃ τὸν ἐλαιόκαρπον εἰς ἔλαιον, δʹ) νὰ μεταφέρῃ τὴν μερίδα εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀγροδότου· ὅτι ἀπεβάλλετο τοῦ κτήματος ὁ ἀγρολήπτης, ἐὰν παραβίαζε τὰ συμπεφωνημένα, χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδὲν δικαίωμα ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας· ὅτι ὅλα ταῦτα προκύπτουσιν ἐκ τῶν νόμων· ὅτι ὁ ἀγρολήπτης εἶχε δικαίωμα συγκυριότητος ἐπὶ τοῦ κτήματος ἐὰν ἡ ἀγροληψία συνωμολογήθη πρὸ τοῦ ἔτους 1841, ὄχι ὅμως καὶ ἐὰν συνωμολογήθη μετὰ τὸ ἔτος 1841, ἐκτὸς ἐὰν ῥητῶς συνωμολογεῖτο ἡ συγκυριότης· ὅτι ἐγένοντο πολλαὶ παραχωρήσεις ἐκ μέρους τῶν ἀγροδοτῶν, καὶ εἶναι προφανὴς ἀδικία τὸ νὰ κατασταθῇ ὁ ἀγροδότης ἀγρολήπτης, ὁ δὲ ἀγρολήπτης νὰ γείνῃ κύριος τοῦ κτήματος· ὅτι τὸ μέτρον τοῦ νὰ μεταβάλωμεν τὸ ἀγροληπτικὸν εἰσόδημα εἰς ἐμφυτευτικοὺς κανόνας καθιστᾷ τὸ νομοσχέδιον τραγέλαφον ὡς ἐκ τῆς διασπάσεως τῆς ἀλληλουχίας τῶν ἰδεῶν τῆς ἐπιτροπῆς, ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν τροπολογίαν μου· καὶ τοῦτο φέρει ὡς λόγον ἰσχυρότατον, ὅπως προτείνῃ τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτῆς καὶ ὑποστηρίξῃ τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς συνετάχθη. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Κουρῆ ἀναγκάζομαι νὰ ἐπανέλθω εἰς συζήτησιν ἰδεῶν, ἥτις προηγήθη· νὰ σᾶς ἐπασχολήσω δὲ ἐπὶ ζητημάτων, ἅτινα δὲν εἶναι πράγματι ζητήματα, ἀλλὰ στρεψοδικία, εἶναι προϊὸν γονίμου φαντασίας παρατεθὲν ἐνώπιόν σας, ὅπως πεισθῆτε εἰς τὴν παραδοχὴν μέτρου, ὅπερ θέλει ἐπιφέρει τὴν ἀνατροπὴν τῆς ἰδιοκτησίας, ἣν ὁ προαγορεύσας προσποιεῖται, ὅτι θέλει νὰ προστατεύσῃ, καὶ τὴν ἐκγύμνωσιν ὁλοκλήρου πληθυσμοῦ, λόγῳ ὅτι ἔλαβον, δὲν ἔδωκαν ἄγονον γῆν, ἐφ’ ἧς ὅμως ᾠκοδόμησαν γόνιμον περιουσίαν, συσσωρεύσαντες ἐπὶ τῆς ἀγόνου ταύτης γῆς τὰ κεφάλαια καὶ τὴν ἐργασίαν πολλῶν γενεῶν, ἅτινα εἶναι ἰδιοκτησία πολλῷ ἱερωτέρα τῆς ἀγόνου καὶ ἀχρήστου γῆς ἢ τοῦ ἐγκαταλελειμμένου κτήματος τοῦ ἀγροδότου. Ἄρχομαι λοιπὸν ἐκ τῆς ἀνασκευῆς ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ προαγορεύσαντος προτοῦ εἰσέλθω εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ κυρίου θέματος, ἵνα προηγουμένως διασκεδάσω ὡς ἱστὸν ἀράχνης τὰς προλήψεις, ἃς ἐπεχείρησεν οὗτος νὰ ῥίψῃ εἰς τὸ πνεῦμα καὶ εἰς τὴν καρδίαν σας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ καταπείσῃ τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ τροπολογία, ἣν αὐτὸς ἐπρότεινε καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, εἶναι ἄδικος. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὴν ἱστορίαν τῆς συστάσεως τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις συνέταξε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Κατ’ ἀρχὰς τῆς δευτέρας συνόδου τῆς Βουλῆς προέτεινα νόμον, δι’ οὗ μετεβάλλοντο ἅπαντα τὰ εἰσοδήματα, ἀγροληπτικὰ, ἐμφυτευτικὰ καὶ ἐδαφονομικὰ, εἰς χρηματικὰς προσόδους, σκοπὸν ἔχων ὅπως προετοιμάσω τοιουτοτρόπως τὴν λύσιν τοῦ κοινωνικοῦ τούτου ζητήματος, καὶ καταστήσω περιττὰς ἐκ τῶν προτέρων τὰς ἐκτιμήσεις τῶν προϊόντων, ἃς οἱ μὲν ἀγροδόται ἐπικαλοῦνται ὡς συμφερούσας εἰς αὐτοὺς, καθ’ ὧν ὅμως ἅπας ὁ λαὸς τῆς νήσου κατεφέρετο, λόγῳ, ὅτι δι’ αὐτῶν ἐσφετερίζοντο οἱ ἀγροδόται ἅπαντα τὰ προϊόντα τῶν κτημάτων καὶ ἐνέβαλλον τοὺς ἀγρολήπτας εἰς ἀδιέξοδον λαβύρινθον χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἤγαγον τὸν τόπον εἰς τὴν ὑπάρχουσαν γενικὴν χρεωκοπίαν. Ὁ κ. Κουρῆς ἀντέστη κατὰ τῆς προτάσεως ἐκείνης ὡς ἀδίκου, ἡ Βουλὴ συνέστησεν ἐπιτροπὴν, ἥτις εἰργάσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἀλλ’ ἥτις, ἵνα φωτισθῇ ἐκ τῆς γνώμης τῶν ἀντιφερομένων μερίδων, παρεκάλεσε τοὺς ἀντιπροσώπους Κερκύρας ὅπως συντάξωσιν ἓν σχέδιον λύσεως, καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἔπειτα αὕτη ἐπὶ τῶν μερῶν εἰς ἃ ἠθέλομεν διαφωνῆ οἱ Κερκυραῖοι βουλευταί. Συνεσκέφθημεν πραγματικῶς οἱ ἀντιπρόσωποι, συνετάξαμεν ἓν νομοσχέδιον, καὶ ἀφ’ οὗ πολλὰ συνέβησαν ἕως οὗ περατωθῇ, ὑπεβάλομεν αὐτὸ εἰς τὴν βουλευτικὴν ἐπιτροπήν. Ἐν τούτοις ἡ κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ ἀναλάβῃ αὐτὴ τὸν κανονισμὸν τῆς λύσεως τοῦ ζητήματος καὶ νὰ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον εἰς τὴν Βουλήν. Πρὸς τοῦτο συνεκρότησεν ἐπιτροπὴν ἐκ διαφόρων νομικῶν μὴ βουλευτῶν, καὶ ἐκ διαφόρων βουλευτῶν, ὅπως συζητήσῃ ὅλα τὰ μέρη τοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ πρωθυπουργοῦ. Προσεκλήθημεν καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι Κερκύρας, ὅπως ἀκουσθῶμεν ἑκάστη μερὶς ὡς πρὸς τὰς ἀξιώσεις της. Ὁ κύριος Κουρῆς ἦτο ὁ ἑρμηνεὺς τῶν προτάσεων τῆς πόλεως, ἔχων βοηθὸν καὶ τὸν κύριον Παδοβᾶν· ἐγὼ ἤμην ὁ ἑρμηνευτὴς τῶν προτάσεων τῶν χωρικῶν, ἔχων βοηθοὺς τοὺς λοιποὺς ἀντιπροσώπους. Προηγεῖτο εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ ζητήματος ὁ κύριος Κουρῆς, εἰπόμην ἐγὼ ὡς ἀντιλέγων. Τοιουτοτρόπως συνεζητήσαμεν ἐπὶ τριάκοντα σχεδὸν ἡμέρας ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐσωτερικῶν. Συντάκται τοῦ νομοσχεδίου ἦσαν ὁ κ. Μπαλάνος καὶ ὁ καθηγητὴς Παπαῤῥηγόπουλος, οἵτινες καθ’ ἑσπέραν μετὰ τοῦ κυρίου Κουρῆ συνειργάζοντο καὶ συνέταττον τὸ νομοσχέδιον. Ἀνεγινώσκετο ἕκαστον μέρος ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀλλ’ εἰς μάτην ἐκραύγαζον οἱ χωρικοί· ἰδέαι ἐξελθοῦσαι ἐκ τῆς κεφαλῆς τριῶν νομικῶν, ἐξ ὧν οἱ δύο, πλὴν τοῦ κ. Κουρῆ, πρώτην φορὰν ἤκουσαν τὸ ζήτημα, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἀνατραπῶσιν ὑπὸ ἁπλῶν χωρικῶν, οἵτινες ἐθεωροῦντο ἐκεῖ ὡς ἁπλοῖ μάρτυρες τῆς γινομένης ἐργασίας. Ἠξεύρετε, ὅ,τι λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, οἱ λεγόμενοι νομικοί, θεωρεῖται ὡς ἀψευδέστερον καὶ τοῦ Εὐαγγελίου, εἶναι τὸ μὴ μοῦ ἅπτου τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ἀκριβείας. Παρὼν ἐγὼ μὲν ἐθεωρούμην ὡς ὁ βρυκόλαξ τοῦ ζητήματος, ὡς ὁ ἐξωλέστατος τῶν ὑπὸ τὸν ἥλιον, ὡς ὁ ἐφιάλτης τῶν προνομιούχων, ὡς ὁ δημοκοπήσας διὰ τοῦ ζητήματος τούτου· ὁ κ. Κουρῆς ἀπεναντίας ἐθεωρεῖτο ὡς ἡ Λυδία πέτρα τῆς τιμιότητος, τῆς νοημοσύνης, τῆς μετριοπαθείας καὶ τῆς φιλοπατρίας, ὡς ὁ Μεσσίας ὁ ἐλθὼν σῶσαι τὴν κοινωνίαν ἐκ τῶν χειρῶν τῶν δημοκόπων. Ἡ ἐπιτροπὴ ἑπομένως δι’ ἁβροφροσύνην μόνον μὲ ἤκουεν, ἀλλ’ ἐνεπνέετο ἐκ τῶν ἰδεῶν τοῦ κ. Κουρῆ, καὶ πολλῷ μᾶλλον ἀφ’ οὗ ἐλήφθη πρόνοια νὰ συκοφαντηθῶ διὰ μιᾶς ψευδοῦς ἐπιστολῆς ὅτι εἶχον σκοποὺς ἀντικοινωνικοὺς, ἥτις μετὰ τὴν σύνοδον ἐῤῥίφθη καὶ εἰς τὸν τύπον. Ἰδοὺ ὁ λόγος δι’ ὃν ὁ κύριος Κουρῆς θεωρεῖ τὸ Νομοσχέδιον ὡς εὐαγγέλιον, ἐγὼ δὲ ὡς τὸ Κοράνιον. Σᾶς λέγει, τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ συνεζητήθη ὑπὸ πολυμελοῦς Ἐπιτροπῆς, ἧς τὰς ἀποφάσεις πρέπει νὰ σεβασθῆτε· καὶ ἔχει δίκαιον, διότι ὅ,τι ἤθελεν ἔπραξεν ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ· ἀλλ’ ἡμεῖς συνεφωνήσαμεν ποτὲ; ὄχι! καὶ ἀπόδειξις ὅτι, ὅτε εἰσήχθη εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπειδὴ ἔπρεπε νὰ ὑπογραφῇ ὄχι μόνον ὑπὸ τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Κερκύρας, ὁ μὲν κύριος Κουρῆς ἀπεδέχθη αὐτὸ ἄνευ ἐπιφυλάξεως, ἡμεῖς δὲ ἑκόντες ἄκοντες ὑπεγράψαμεν, ῥητῶς ἐπιφυλαχθέντες νὰ φέρωμεν τροπολογίας. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος δι’ ὃν ἡμεῖς φέρομεν τροπολογίας καὶ παρατείνομεν τὰς συζητήσεις, ἵνα ἐκθέσωμεν ἐνώπιον τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς τὰ δίκαια τῶν χωρικῶν, ἅτινα νομίζομεν ὅτι δὲν ἐλήφθησαν ὑπ’ ὄψιν ὡς ἔδει ἐν τῇ Ἐπιτροπῇ, ὄχι ἀπὸ κακὴν τῶν μελῶν πρόθεσιν, τὰ ὁποῖα ἄλλως εἶναι τὰ ἀξιοτιμότερα, τὰ ἐπιστημονικώτερα, καὶ τὰ νοημονέστερα τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας μέλη, ἀλλ’ ἐξ ἀγνοίας τοῦ ζητήματος καὶ ἐκ προλήψεως ὡς πρὸς τὰ πρόσωπα, ἅτινα παρίστανον τὰ δίκαια ἑκατέρας τῶν μερίδων. Παραπονεῖται δὲ ὁ Κύριος Κουρῆς, ὅτι σήμερον φέρω τροπολογίαν καταστρέφουσαν τὴν προχθὲς προταθεῖσαν καὶ τυπωθεῖσαν καὶ ἣν ἔλαβε καιρὸν νὰ μελετήσῃ. Ἀπὸ τῆς προσαγωγῆς τῆς τυπωθείσης τροπολογίας, ἅμα ἤλθομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου τούτου, δὲν ὑπέβαλον μόνον τὴν τροπολογίαν ταύτην· ἐκτὸς τῆς τυπωθείσης ὑπέβαλον καὶ ἄλλας δύω, ἐξ ὧν ἡ μὲν ἀφώρα τὴν διατήρησιν τοῦ κτήματος εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ ἀγροδότου ἢ τοῦ ἀγρολήπτου ἐπὶ ἀποζημιώσει τοῦ ἑτέρου, προτιμωμένου ὅμως τοῦ ἀγρολήπτου, θέλοντος νὰ κρατήσῃ τὸ κτῆμα, ἵνα μὴ κατακερματισθῇ ἡ ἰδιοκτησία, ὡς ἐπιθυμεῖ ὁ Κύριος Κουρῆς, καὶ ἵνα μὴ πάλιν ὁλόκληρος πληθυσμὸς μείνῃ ἀκτήμων πρὸς βλάβην τοῦ Δημοσίου καὶ τῆς Κοινωνίας, ὑπὸ τὸν ὅρον δὲ πάντοτε νὰ ἐξασφαλισθῇ ὁ ἀγροδότης ὡς πρὸς τὴν ἀποζημίωσιν καὶ τοὺς τόκους τοῦ κεφαλαίου διὰ τοῦ ἰδίου κτήματος. Ἀλλ’ ὁ Κύριος Κουρῆς παραστήσας εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ τοιοῦτον πραγματοποιούμενον ἦτο καθαρὰ προσβολὴ κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας, ἦτον ἄντικρυς ἀνατροπὴ τῶν βάσεων τῆς κοινωνίας, ἠνάγκασε τὸν Πρωθυπουργὸν νὰ ὑποδείξῃ τὸ σύστημα τῆς διανομῆς πρὸς λύσιν τοῦ ζητήματος τῶν ἀγροληψιῶν, ὅπερ ἐγὼ πάλιν, ἐγκαταλείψας τὴν πρότασίν μου, διὰ νὰ εὐκολύνω τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς παραδέχθην μετά τινας ἐνδοιασμοὺς καὶ μετέβαλον εἰς πρότασιν, ὅπως ἀποφασίσῃ ἐπ’ αὐτῆς ἡ Βουλή. Ὁ Κύριος Κουρῆς ὅμως ἐξανέστη καὶ κατ’ αὐτῆς· σᾶς εἶπε, ποῦ βαίνετε, Κύριοι βουλευταί; εἰς ποῖον βάραθρον ῥίπτετε τὴν Κέρκυραν; Πρὸς Θεοῦ, στῆτε, μὴ ἀποφασίσετε, μὴ παραδεχθῆτε τοιαύτην πρότασιν, ἥτις θὰ καταστήσῃ ἄγονον τὴν γῆν τῆς Κερκύρας, θὰ φυγαδεύσῃ τὰ κεφάλαια τὰ προωρισμένα διὰ τὴν γεωργίαν διὰ τοῦ κατακερματισμοῦ τῶν ἐγγυήσεων! Ἀντικατέστησε δὲ ἑτέραν ἰδικήν του πρότασιν, δι’ ἧς μετεβάλλοντο τὰ εἰσοδήματα εἰς χρηματικὰς προσόδους. Ἐγὼ ὁ πτωχὸς καὶ ταύτην παρεδέχθην, ἡ δὲ Βουλὴ παραδεχθεῖσα τὴν ἀρχὴν αὐτῆς, διέκοψε τὴν συνεδρίασιν διὰ νὰ συσκεφθῶμεν καὶ νὰ συντάξωμεν ἐντὸς τῆς ἡμέρας τὴν πρότασιν, ὅπως παραδεχθῇ αὐτὴν τὸ Σῶμα σήμερον καὶ τὰ καθ’ ἕκαστα αὐτῆς, καὶ οὕτω δοθῇ ἓν πέρας εἰς τὸ ζήτημα. Ἀλλὰ πάλιν ὁ Κύριος Κουρῆς συνειθίσας νὰ ἐξομολογῆται, φαίνεται, καθ’ ἑκάστην, μετενόησε διὰ τὰ προταθέντα ὑπὸ τοῦ ἰδίου χθὲς, καὶ σᾶς λέγει σήμερον, δὲν παραδέχομαι ὅσα χθὲς εἶπον, διότι δὲν πρέπει νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἐκ τοῦ εὐαγγελίου, ὅπερ μᾶς παρέδωκεν ἡ Ἐπιτροπή. Τίς πταίει λοιπὸν, Κύριε Κουρῆ; σεῖς, ὅστις δὲν εὑρίσκεσθε οὔτε εἰς τὸν οὐρανὸν, οὔτε εἰς τὴν γῆν, οὔτε ἐν τοῖς ὕδασιν, οὔτε ὑπὸ τὴν γῆν, κατὰ τὸ ἀρχαῖον σύστημά σας, ἢ ἐγὼ ὅστις σᾶς παρακολουθῶ ὡς ὁ νεαρὸς καλόγηρος τὸν γέροντα Ἡγούμενόν του; (γέλως). Πλὴν δὲν δέχεται λέγει, Κύριοι, τὴν πρότασίν του περὶ μετατροπῆς τῶν εἰσοδημάτων εἰς χρηματικὰς προσόδους διὰ νὰ ὑποβληθῶσιν ἔπειτα εἰς ἐξαγορὰν, ἥτις θὰ ἔχῃ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ μένωσι τὰ κτήματα εἰς τοὺς ἀγρολήπτας, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται περὶ τιμαρίων, πρόκειται, λέγει, περὶ τῆς ἱερᾶς ἰδιοκτησίας τῶν ἰδιωτῶν! Θεέ μου! λοιπὸν μᾶς ἐπαίζατε (θόρυβος), κύριε Κουρῆ, λέγοντες, ὅτε συνεζητούσαμεν περὶ διαλύσεως τῶν τιμαρίων καὶ περὶ τῆς καταγωγῆς τῆς τιμαριωτικῆς ἰδιοκτησίας, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῶν τιμαρίων, ἦτο ἱερὰ ἰδιοκτησία τῶν τιμαριούχων, καὶ ὅτι οἱ ἀγρολῆπται, οἱ ἐμφυτευταί καὶ οἱ ἐδαφονομεῖς δὲν εἶχον οὐδὲν δικαίωμα νὰ λέγωσιν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία αὕτη ἦτο ἰδική των, ἐπιβαρυνθεῖσα μὲ μεσαιωνικὰ βάρη, ἐπαυξηθέντα καταχρηστικῶς ἢ ἐπιβληθέντα λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης; Διότι, ἀφ’ οὗ λέγετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφομοιωθῶσιν αἱ τιμαριωτικαὶ ἀγροληψίαι μὲ τὰς μὴ τιμαριωτικὰς ὡς πρὸς τὴν μετατροπὴν τῶν εἰσοδημάτων, ἐννοεῖτε βεβαίως ὅτι οἱ τιμαριοῦχοι ἀγροδόται, οἵτινες ὑπήχθησαν εἰς τὴν θυσίαν ταύτην, δὲν ἦσαν ἰδιοκτῆται, ἀλλὰ λῃσταί (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, Κύριοι, διότι ἐπαναλαμβάνω τὰ ἐπιχειρήματά σας, καὶ μὴ σᾶς κακοφαίνεται. Ἀλλὰ ἢ τότε ἐλέγετε τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἀρνῆσθε σήμερον ὅπως ληφθῇ τὸ μέτρον ἐκεῖνο καὶ διὰ τὰς ἀγροληψίας ταύτας, ἐπειδὴ ἀμφότεραι προέρχονται ἐξ ἰδιοκτησιῶν τῶν ἀγροδοτῶν, ἢ τώρα μόνον λέγετε τὴν ἀλήθειαν, καὶ τότε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ τὸ εἴπω, ἠπατήσατε τὴν εἰς τὸ ζήτημα τῶν τιμαρίων Ἐπιτροπὴν καὶ τὴν Βουλήν· ἐὰν ὅμως ἡ Ἐπιτροπὴ καὶ ἡ Βουλὴ καλῶς ἢ κακῶς παρεδέχθη ἅπαξ τὸ μέτρον τῆς μετατροπῆς, δὲν βλέπω τὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἡ μὲν Ἐπιτροπὴ δὲν παρεδέχθη, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ αὐτὸ σήμερον καὶ ἐπὶ τῆς διαλύσεως τῶν ἀγροληψιῶν τούτων. Μᾶς εἶπεν, ὅτι παρὰ νὰ μὴ μένῃ ἡ ἰδιοκτησία εἰς τοὺς ἀγροδότας, ὡς ἐπιθυμεῖ, προτιμᾷ νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσι καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀγροληψίας, διότι, λέγει, δὲν ἐννοεῖ νὰ δοθῇ λύσις μὴ δικαία καὶ συμφέρουσα εἰς τό ζήτημα τῶν ἀγροληψιῶν· νομίζει δὲ λύσιν δικαίαν καὶ συμφέρουσαν ἐκείνην, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἀποβληθῶσιν οἱ ἀγρολῆπται ἐκ τῶν κτημάτων, ὅπως μείνωσιν αὐτὰ εἰς τοὺς ἀγροδότας! Λοιπὸν ἰδοὺ ὁ ἄνθρωπος! Ὑποστηρίζει ὁ κύριος Κουρῆς τὸ ἄρθρον 55 τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἐπειδὴ φρονεῖ, ὅτι δι’ αὐτοῦ οἱ χωρικοὶ θέλουσιν ἀποβληθῆ ἀπὸ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα καλλιεργοῦσιν, ὡς ἡ τρίχα ἀπὸ τὸ ζυμάρι κατά τινα παροιμίαν, ἐν Κερκύρᾳ. Συμφωνῶ, κύριε Κουρῆ, καὶ ἐγὼ μὲ τὴν ἰδέαν σας· παρὰ νὰ ἀποβληθῶσιν οἱ χωρικοὶ ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας των πρὸς χάριν τῶν ἀγροδοτῶν, προτιμῶ νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν. Ἀλλ’ ἐνθυμήθητε, πόσον φόβον ἔχετε μὴ μείνῃ καὶ ὁ ΡΝ Νόμος ὅπως ἔχει. (γέλως). Ἐγὼ ὁμολογῶ χάριτας εἰς τὸν κύριον Κουρῆν, ὅστις λέγει φανερὰ, ὅτι τὸ ἄρθρον 55 τοῦ Νομοσχεδίου σκοπὸν ἔχει νὰ ἀποβάλῃ ἐκ τῆς κατοχῆς τοὺς χωρικοὺς, διότι τώρα ἡ θέσις μας ἐκκαθαρίζεται· ἐὰν δὲ πρέπει νὰ μείνωσι τὰ πράγματα ὡς ἔχουσιν ἢ ὄχι, οὐ δέδοται ἡμῖν γνῶναι τοῦτο, ἀλλὰ τῇ ὑπευθύνῳ Κυβερνήσει τοῦ ἔθνους. Δὲν ἀπαντῶ ἀμέσως εἰς τὰς λοιπὰς ἐνστάσεις τοῦ προαγορεύσαντος, διότι αὗται ἀναφέρονται εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος τῶν ἀγροληψιῶν, περὶ ἧς ἐπεφυλάχθην νὰ συζητήσω καὶ ἐγὼ, ἀναπτύσσων τὸ ἀγροληπτικὸν συμβόλαιον, ὄχι ὡς ἔπραξεν ὁ κύριος Κουρῆς, ὅστις ἀγορεύων περὶ αὐτοῦ ἐνόμιζεν ἑαυτὸν αὐτόχρημα αὐθεντίαν, ὡς ἐὰν ἦτο ἡ ἐνσάρκωσις τοῦ κύρους τῆς νομοθεσίας καὶ τῆς ἱστορίας τοῦ ζητήματος, διότι τοιαύτας ὑψηλὰς ἰδέας περὶ ἐμαυτοῦ οὔτε ἐγὼ δύναμαι νὰ φαντασθῶ δι’ ἐμαυτὸν, ὃν θεωρῶ μάλιστα μηδαμινὸν, οὔτε δύναμαι νὰ πιστεύσω, ὅτι σεῖς ἢ τὸ ἀκροατήριον, ἢ ὁ ἄλλος κόσμος δύνασθε νὰ συλλάβητε εἰς τὴν κεφαλήν σας δι’ ἐμὲ τοιαύτας ἰδέας ὑψηλὰς καὶ παρατόλμους. Ἐγὼ ἑκάστην ἰδέαν μου θέλω στηρίξει ἀπεναντίας εἰς τὸ κείμενον τῶν συμβολαίων, τῆς ἱστορίας καὶ τῶν Νόμων, διὰ νὰ ᾖμαι θετικὸς, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας, δὲν πρόκειται περὶ ποιήσεως, ὡς ἴσως ἐνόμισεν ὁ προαγορεύσας. Κύριοι, τὸ ἀγροληπτικὸν συμβόλαιον δὲν εἶναι ἰδιογενὲς συμβόλαιον, εἶναι ὁ συνεταιρισμὸς ἐφαρμοζόμενος ἐπὶ τῶν ἀκινήτων κτημάτων καὶ τῆς ἐργασίας. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ ἰδέα τῆ εἰσαγωγῆς τῶν ἀκινήτων κεφαλαίων ὡς στοιχείων τῶν συνεταιρισμῶν ἐμελετήθη ἀείποτε μετὰ θερμοῦ ἐνδιαφέροντος, καὶ ἐν Γερμανίᾳ λυθέντος τοῦ ζητήματος ἐπιτυχῶς, κατέστη ἤδη ἡ ἰδιοκτησία κινητὴ, ὡς τὸ χρῆμα, ὡς ἡ δραχμὴ, τεθεῖσα εἰς κυκλοφορίαν διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ἡ ἀγροληψία εἶναι εἷς τῶν πολλῶν συνδυασμῶν, εἰς τοὺς ὁποίους δύναται νὰ εἰσέλθῃ τὸ ἀκίνητον κτῆμα, διὰ νὰ κηρυχθῇ εἷς συνεταιρισμὸς πρὸς παραγωγὴν νέων κεφαλαίων. Διὰ τοῦτο καὶ οἱ Ἐνετοὶ, ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ὁποίων ἀνεπτύχθη τὸ συμβόλαιον τοῦτο, οὐδέποτε καλοῦσι τὴν ἀγροληψίαν colonnia, ὡς οἱ νεώτεροι, ἀλλὰ compagnia, διότι colonnia εἶναι συνεταιρισμὸς μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ προϊόντα τοῦ ἔτους καὶ ἀνάγεται εἰς τὸ εἶδος τῆς μισθώσεως οὐχὶ ἐπὶ ὡρισμένῳ μισθώματι, ἀλλὰ ἐπὶ μισθώματι ἰσοδυνάμῳ μὲ ἓν ποσοστὸν τῆς παραγωγῆς. Εἶναι ἐν ἄλλοις λόγοις ἡ colonnia ὅ,τι καὶ ἡ παρὰ τοῖς ἀρχαίοις μορτὴ ἢ ἐπίμορτη. Διὰ τοῦ ἀγροληπτικοῦ συμβολαίου, ὁ μὲν ἀγροδότης καταθέτει μόνην τὴν γῆν, ὁ δὲ ἀγρολήπτης καταβάλλει τὰ κεφάλαια τῆς καλλιεργείας, τῶν οἰκοδομῶν, τῶν ζώων καὶ παντὸς ὅ,τι εἶναι ἀναγκαῖον διὰ τὴν ἐκχέρσωσιν, προσαύξησιν καὶ συντήρησιν τοῦ κτήματος. Ἐπὶ δὲ τοῦ κτήματος ἔχουσιν ἀμφότεροι πραγματικὰ δικαιώματα ἰδιοκτησίας, καὶ ταῦτα, ἐπειδὴ τὸ συμβόλαιον ἦτο διηνεκὲς, αἰώνιον, ἀναφαίνονται εἰς τὰς ὑποθηκικὰς ὑποχρεώσεις ἑκάστου τῶν συνεταίρων πρὸς τρίτους πιστωτὰς ἢ δικαιούχους. Ὁ ἀγροδότης δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποθηκεύσῃ εἰμὴ μόνον τὴν μερίδα ἐπὶ τῶν προϊόντων τοῦ κτήματος, τῆς ὁποίας ἡ ἀξία κατὰ τὰ ἐγχώρια ἔθιμα ἰσοδυναμεῖ μὲ μίαν μερίδα τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ὁ δὲ ἀγρολήπτης ἠδύνατο νὰ ὑποθηκεύσῃ, α) ἅπασαν τὴν διακατοχὴν ἢ τὴν νομὴν τοῦ κτήματος, β) τὴν μερίδα του ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὅταν δικαστικῶς πωλῶνται τὰ δικαιώματα τοῦ ἀγροδότου ὑπὸ τῶν πιστωτῶν του, ὁ ἀγοραστὴς ἀντικαθιστᾷ τὸν ἀγροδότην εἰς μόνην τὴν εἴσπραξιν τοῦ εἰσοδήματος· ὁσάκις πάλιν πωλοῦνται τὰ δικαιώματα τοῦ ἀγρολήπτου, ὁ ἀγοραστὴς λαμβάνει τὴν κατοχὴν τοῦ κτήματος καὶ ἅπαντα τὰ δικαιώματα τοῦ ἀγρολήπτου. Ἡ ἀγροληψία ἔχει δύω περιόδους. Ἡ πρώτη περίοδος ἄρχεται ἐκ τῶν ἀρχαιοτέρων χρόνων καὶ λήγει κατὰ τὸ ἔτος 1841, ἡ δευτέρα ἄρχεται ἀπὸ τοῦ ἔτους 1841 καὶ λήγει σήμερον. Κατὰ τὴν πρώτην περίοδον, διαλυομένης τῆς ἀγροληψίας δι’ οἱονδήποτε λόγον, ὁ ἀγρολήπτης ἐλάμβανε τὰ ἐπὶ τοῦ κτήματος δικαιώματά του, λαμβάνων μέρος τοῦ ἰδίου κτήματος, καὶ διὰ τοῦτο ἐλέγετο συγκύριος· κατὰ τὴν δευτέραν περίοδον ὁ ἀγρολήπτης ἐλάμβανε τὰ ἐπὶ τοῦ κτήματος δικαιώματά του, λαμβάνων οὐχὶ μέρος τοῦ κτήματος, ἀλλὰ τὴν ἀποζημίωσίν του, ἥτις μετεβάλλετο εἰς πίστωμα προνομιοῦχον ἐπὶ τοῦ ἰδίου κτήματος· ἠδύνατο ὅμως νὰ συμφωνηθῇ ῥητῶς, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἐδικαιοῦτο νὰ λάβῃ μέρος τοῦ κτήματος, ὁπότε ὑπήγετο ἡ ἀγροληψία εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν πρὸ τοῦ ἔτους 1841 συνομολογηθεισῶν ἀγροληψιῶν. Σημειωτέον, ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς κατ’ οὐσίαν εἶναι ὁ αὑτὸς καὶ πρὸ τοῦ 1841 καὶ μετὰ τὸ ἔτος 1841, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι κατ’ ἀρχὰς ὁ ἀγρολήπτης ἐλάμβανε τὰ κεφάλαιά του, λαμβάνων μέρος τοῦ κτήματος, ἔπειτα ὅμως ἐλάμβανε τὰ κεφάλαιά του εἰς μετρητά. Ἡ ἀναλογία μεταξὺ μερίδος τοῦ καρποῦ καὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος δὲν μετεβλήθη. Ὅτι δὲ ἐν οὐσίᾳ δὲν μετεβλήθη ὁ κτηματικὸς οὗτος συνεταιρισμὸς ἀποδεικνύεται ἐκ τοῦ ὅτι οἱ τρίτοι ἠδύναντο ἐξ ἴσου νὰ ἀποκτήσωσι πραγματικὰ δικαιώματα ἐπὶ τῆς μερίδος τοῦ ἀγροδότου, ἢ τοῦ ἀγρολήπτου, καὶ ἐπὶ ἀπολύτου ἰδιοκτησίας ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν καὶ μετὰ τὸ ἔτος 1841. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ ζήτημα, περὶ οὗ ἡ Βουλὴ σήμερον συζητεῖ, δὲν εἶναι ὁποῖον περιεγράφη ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος ὅστις, ἀδικήσας τὴν ὑπόληψιν, ἣν ὁ δικανικὸς σύλλογος τῆς Κερκύρας καὶ ἡ συντάξασα τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπὴ ἔχει περὶ αὑτοῦ, εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν ἀγροληψίαν ὁ ἀγρολήπτης δὲν ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τοῦ κτήματος, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἔκαμε πολλὰς παραχωρήσεις εἰς τοὺς χωρικοὺς τῇ συγκαταθέσει τῆς ἐξοχότητός του, αἱ ὁποῖαι δι’ εὐσπλαγχνίαν τρόπον τινά, προκειμένου νὰ χειραφετήσωσι τοὺς δούλους των, συγκατετέθησαν τῇ μεσιτείᾳ τῆς ἐπιτροπῆς νὰ δώσωσι μικρὰν ἀποζημίωσιν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀθλίους. Ὁ ἀγρολήπτης, Κύριοι, εἶναι ὄχι μόνον ὁ συνέταιρος, ἀλλὰ καὶ ὁ διευθύνων, ὁ διαχειριστὴς τῆς ἑταιρίας ταύτης, διότι διεκδικεῖ τὸ κτῆμα κατὰ παντὸς τρίτου, ἔχει τουτέστιν ὅλας τὰς ποινικὰς καὶ πολιτικὰς ἀγωγὰς, συλλέγει τὰ προϊόντα, ἐπιμελεῖται τὸ κτῆμα καὶ τὰ λοιπὰ· ἕπεται ὅτι εἶναι καὶ ὑπεύθυνος καθὸ τοιοῦτος, διὰ τὰς κακὰς συνεπείας τῆς διαχειρίσεώς του. Πρῶτον, ὑποχρεοῦται νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν συνέταιρον ἀγροδότην διὰ πᾶσαν βλάβην τοῦ κτήματός του, καὶ δεύτερον, ἐὰν ἡ βλάβη εἶναι τοιαύτη, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ ἐλάττωσιν εἰς τὸ ἑταιρικὸν κεφάλαιον ἰσοδυναμοῦσαν μὲ τὴν ἀποῤῥόφησιν ὅλου τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ ἀνῆκεν εἰς τὸν ἀγρολήπτην, ἐπέρχεται ἡ διάλυσις τῆς ἑταιρίας καὶ τὸ κτῆμα μένει εἰς τὸν ἀγροδότην, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως, ἐὰν ἡ κατάστασις τοῦ κτήματος εἶναι τοιαύτη, ὥστε ἡ ἀξία του νὰ εἶναι κατωτέρα τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ὁπότε ἐδόθη εἰς ἀγροληψίαν. Ἐντεῦθεν μάλιστα φαίνεται καθαρώτερος ὁ κτηματικὸς συνεταιρισμὸς, ἤτοι ἡ συνιδιοκτησία τοῦ τε ἀγροδότου καὶ τοῦ ἀγρολήπτου, καθότι συμβαίνει καὶ ἐνταῦθα ὅ,τι καὶ εἰς τοὺς ἐμπορικοὺς συνεταιρισμούς. Τουτέστιν, ἐὰν ὁ διαχειριστὴς συνέταιρος μιᾶς ἑτεροῤῥύθμου ἢ ὁμοῤῥύθμου ἑταιρίας βλάψῃ τὰ κεφάλαια τῆς ἑταιρίας οὕτως, ὥστε ἡ βλάβη νὰ εἶναι μεγαλειτέρα τῶν μετοχῶν του, δὲν διαλύεται ἡ ἑταιρία, καὶ ὁ διαχειριστὴς συνέταιρος δὲν ὑποχρεοῦται νὰ ἀποζημιώσῃ τοὺς λοιποὺς διὰ τὴν ἐκ τῆς κακῆς διαχειρίσεώς του προελθοῦσαν βλάβην; Βεβαίως ναὶ, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι ὁ ὑποβαλλόμενος εἰς τὴν ἀποζημίωσιν καὶ ἀποπεμπόμενος συνέταιρος δὲν ἦτο συνέταιρος. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Κουρῆς ἀπεναντίας; ἐπειδὴ, εἶπεν, ὁ ἀγρολήπτης ὑποχρεοῦται νὰ καλλιεργῇ τὸ κτῆμα ἰδίᾳ δαπάνῃ, νὰ συλλέγῃ τοὺς καρποὺς, νὰ μεταβάλλῃ τὸν ἐλαιόκαρπον εἰς ἔλαιον, νὰ μεταφέρῃ καὶ νὰ παραδίδῃ αὐτοὺς εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ ἀγροδότου, καὶ ἐν περιπτώσει μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὅρων τούτων, ὑπόκειται εἰς ἀποζημιώσεις, ἢ διαλύεται ἡ ἀγροληψία, ἐὰν ἡ βλάβη εἶναι μεγαλειτέρα τῆς μερίδος τοῦ ἀγρολήπτου, ἕπεται, λέγει ὁ κ. Κουρῆς, ὅτι εἶχε δικαίωμα ὁ ἀγρολήπτης ὑφ’ ὅρον, δὲν ἦτο πράγματι ἰδιοκτήτης. Ἀλλὰ, κύριε Κουρῆ, ἀκολουθῶν τὸν ἐσφαλμένον τοῦτον συλλογισμόν σας, δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁ ἀγροδότης δὲν ἔχει οὐδὲν δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τοῦ κτήματος. Διότι σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ ἀγροδότης κατέβαλε τὸ κτῆμα, ἤτοι τὸ ἀκίνητον κεφάλαιον, ἀλλ’ ἔλαβε τὸ δικαίωμα τοῦ λαμβάνειν μέρος τῶν καρπῶν ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ νὰ ἀποζημιόνῃ τὸν ἀγρολήπτην δι’ ὅλα τὰ καταβληθέντα κεφάλαια καὶ ἐργασίας του, οὐ μὴν ἀλλὰ διὰ πᾶσαν ὠφέλειαν προσδοκωμένην ἐκ τῆς ἀγροληψίας, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν τὸ κτῆμα ἐκνικηθῇ ὑπὸ τρίτου, ἢ διαλυθῇ ἡ ἀγροληψία διὰ λόγους προερχομένους ἐκ τοῦ ἀγροδότου κτλ. Ἀλλὰ, Κύριοι, τόσον αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ ἀγροδότου, ὡς καὶ τοῦ ἀγρολήπτου, εἶναι ὑποχρεώσεις ἀποῤῥέουσαι ἐκ τῆς φύσεως τοῦ συνεταιρισμοῦ. Εἰς πᾶν ἀμφιμερὲς συμβόλαιον ἕκαστον τῶν συμβαλλομένων μερῶν ἀποκτᾷ δικαιώματα, ἀλλ’ ἀναδέχεται συγχρόνως καὶ ὑποχρεώσεις. Π. χ. πωλῶ ἐγὼ μίαν οἰκίαν εἰς τὸν Ἰωάννην· ἅμα ὑπογραφῇ τὸ συμβόλαιον, ἐγὼ ὁ πωλητὴς ἀποκτῶ τὸ δικαίωμα νὰ λάβω ἀμέσως τὸ τίμημα, ἐφ’ ὅρῳ διαλύσεως τοῦ συμβολαίου καὶ ἐπαναλήψεως τῆς οἰκίας μου, ἐὰν ὁ Ἰωάννης δὲν ἐκπληρώσῃ τὸν ὅρον τῆς πληρωμῆς· ἀλλ’ ἀναδέχομαι καὶ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσω τὸν Ἰωάννην ἐν περιπτώσει ἀπωλείας τῆς οἰκίας ἐξ ἐλαττωμάτων τοῦ συμβολαίου ἢ ἐκ νικήσεως τρίτου. Οὔτε ὅμως ἐν τῇ πρώτῃ, οὔτε ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει ἡ ἀπαλλοτρίωσις δὲν ἔπαυσε νὰ εἶναι ἀπαλλοτρίωσις, διότι ἡ οἰκία ἐπωλήθη ὑφ’ ὅρους, πηγάζοντας ἐκ παντὸς συμβολαίου ἀπαλλοτριώσεως, συμφώνως μὲ τὴν φύσιν τοῦ ἀντικειμένου, ἐφ’ οὗ τὸ συμβόλαιον στηρίζεται. Ὥστε βλέπετε καὶ πάλιν, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ὁ κύριος Κουρῆς, ἢ κατασοφίζεται τῆς ὑποθέσεως, ἢ δὲν ἐννοεῖ τί ἐστὶ ἀγροληψία· ἀλλ’ ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι οὔτε ἡ πρώτη, οὔτε ἡ δευτέρα ὑπόθεσις περιποιεῖ αὐτῷ τιμὴν, καθότι δὲν ἱκανοποιεῖ τὴν ὑπόληψιν, ἣν καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἄνθρωποι καὶ ἡ συντάξασα τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπὴ ἔχουσι περὶ αὐτοῦ. Λυποῦμαι, ὅτι κάμνω τοιαύτας πικρὰς παρατηρήσεις, ἀλλ’ ἀναγκάζομαι νὰ μὴ τὰς παραλείψω, ἵνα μὴ παραβῶ τὸ ἱερὸν καθῆκον, ὅπερ μᾶς ἐπιβάλλει ἡ δικαία ὑπόθεσις τῶν χωρικῶν, οὓς ἀντιπροσωπεύω. Ὁ Κύριος Κουρῆς, ἐὰν ἐμελέτα καλλίτερον τὸ ἀγροληπτικὸν συμβόλαιον, δὲν ἤθελε παρουσιασθῆ ἐνώπιόν σας μὲ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα λέγονται οὐχὶ εἰς τοὺς κύκλους τῶν ἀνδρῶν, οἵτινες εἶναι προωρισμένοι νὰ διέπωσι τὰς τύχας τῶν ἐθνῶν, ἀλλ’ εἰς τοὺς κύκλους τῶν ὑποδικηγόρων, ὧν ὁ προορισμὸς εἶναι ἡ σύνταξις τῶν κλήσεων καὶ κατασχέσεων. Ἤθελε δὲ βεβαιωθῆ, ὅτι ἀγροληψία λέγεται ἡ συνδρομὴ τοῦ ἀκινήτου κεφαλαίου καὶ τῆς ἐργασίας, πρὸς μόρφωσιν ἑνὸς νέου ἀκινήτου κεφαλαίου ἱκανοῦ νὰ παράγῃ νέα κινητὰ κεφάλαια κατ’ ἔτος ἐπὶ λογαριασμῷ τῶν συνεταίρων. Οὔτε ἡ γῆ ἢ τὸ ἐγκαταλελειμμένον κτῆμα τοῦ ἀγροδότου εἶναι ἱκανὸν νὰ παραγάγῃ ἄνευ τῶν ἐργατικῶν καὶ βιομηχανικῶν κεφαλαίων τοῦ ἀγρολήπτου, οὔτε τὰ κεφάλαια τοῦ ἀγρολήπτου ἄνευ τοῦ κτήματος τοῦ ἀγροδότου. Ἐπειδὴ δὲ ἡ συγχώνευσις ἀμφοτέρων ὑπὸ τὴν ἄμεσον καὶ ἀπόλυτον κατοχὴν τοῦ ἀγρολήπτου παρήγαγε τὸ προσοδοφόρον κτῆμα, ἐπήγασαν ἐντεῦθεν αἱ σχετικαὶ ἀναλογίαι ἑνὸς ἑκάστου ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου τῶν συγχωνευθέντων κεφαλαίων, ἤτοι ἐπὶ τοῦ ἀγροληπτικοῦ κτήματος. Οὐδεμία λοιπὸν παραχώρησις ἐγένετο ὑπὸ τῶν ἀγροδοτῶν εἰς τοὺς ἀγρολήπτας διὰ τοῦ νομοσχεδίου τῆς ἐπιτροπῆς, ἀλλ’ ἀπεναντίας, ὡς ἀποδειχθήσεται εἰς τὴν συζήτησιν τῶν οἰκείων ἄρθρων, πολλὰ δικαιώματα τῶν ἀγροληπτῶν, ἤτοι τοῦ ἀγροτικοῦ πληθυσμοῦ, ἐθυσιάσθησαν πρὸς κατάπαυσιν τῶν ἀενάων φωνασκιῶν καὶ συκοφαντιῶν τῶν ἀγροδοτῶν κατὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς, αἵτινες δῆθεν χαρίζονται εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν χωρικῶν πρὸς βλάβην τῶν ἀγροδοτῶν. Εἶναι, Κύριοι, γνωστὸν πόσα ἐγράφησαν εἰς τὰς ἐφημερίδας ὑπὸ τῶν ὀπισθοδρομικῶν, πόσα ἐῤῥέθησαν κρύβδην εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, καὶ εἰς τοὺς πρέσβεις τῶν ξένων Δυνάμεων, καὶ κατ’ ἐμοῦ ἰδίως, καὶ κατὰ τῶν χωρικῶν ἐν γένει, ὅπως παραστήσωσιν, ὅτι ἐπετέθημεν κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας των, διότι ἀπῃτήσαμεν συμφώνως μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τῆς ἐποχῆς νὰ παύσῃ ἡ τεχνουργηθεῖσα βουλοδουλεία, νὰ κινητοποιηθῇ ἡ ἰδιοκτησία καὶ νὰ ἀνοιχθῇ καὶ διὰ τοὺς χωρικοὺς Κερκύρας ἡ θύρα τῆς προόδου. Ἔρχεται τώρα ὁ κύριος Κουρῆς νὰ εἴπῃ ὅλα ταῦτα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ἄνευ αἰδοῦς πρὸς τὴν ἀλήθειαν, χωρὶς νὰ ἐνθυμῆται τί αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶπεν, ὅταν ἤρξατο ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, βεβαιώσας ὅτι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος εἶναι μία ὤθησις εἰς τὴν πρόοδον τῆς κοινωνίας, ἥτις μέχρι τοῦδε ἦτο καταδικασμένη εἰς τὴν στασιμότητα ἕνεκα τοῦ ὀργανισμοῦ πρὸ πάντων τῆς ἰδιοκτησίας. Εἶναι προφανὲς, λέγει, ἡ ἀδικία, ἐὰν μείνῃ τὸ κτῆμα εἰς τὸν ἀγρολήπτην καὶ ὄχι εἰς τὸν ἀγροδότην. Φαίνεται, ὅτι ὁ κύριος Κουρῆς νομίζει, ὅτι εἶναι δικαιοσύνη τὸ νὰ ἀποβληθῇ ὁ τεχνίτης, ὁ βιομήχανος, ὅστις εἶναι συνέταιρος καὶ κατήρτισεν ἐκ θεμελίων τὸ παραγωγικὸν κατάστημα, καὶ νὰ λάβῃ τὴν θέσιν του ὁ παραχωρήσας τὸ ἐγκαταλελειμμένον κτῆμα ἢ τὴν ἄγονον γῆν διηνεκῶς ἐφ’ ὅρῳ ἀπολαβῆς τυχηρᾶς προσόδου. Τὸ ὀρθότερον, τὸ λογικώτερον καὶ φυσικώτερον εἶναι νὰ ἐξακολουθῇ ἡ πρόσοδος τοῦ ἀγροδότου διὰ τῆς ἀποδόσεως τοῦ ἀντιστοίχου κεφαλαίου, ὁ δὲ ἀγρολήπτης συμφώνως πρὸς τὰ συμπεφωνημένα καὶ πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῶν κεφαλαίων καὶ τῶν ἐργασιῶν του νὰ μένῃ εἰς κατοχὴν, ἣν ἀπέκτησεν ἐφ’ ὅρῳ νὰ μεταβιβάζῃ αὐτὴν καὶ εἰς τοὺς κληρονόμους του. Ποῦ κεῖται λοιπὸν ἡ ἀδικία; ἐὰν ὁ ἀγρολήπτης κρατήσῃ τὸ κτῆμα εἰς τὴν κυριότητά του, καὶ ἀποδώσῃ εἰς τὸν ἀγροδότην τὸ κεφάλαιον, οὗ τινος οἱ τόκοι ἰσοδυναμοῦσι μὲ τὴν εἰσπραττομένην πρόσοδον; Ἐθαύμασα πρὸ πάντων τὴν εὐφυΐαν τοῦ ἐπιχειρήματος τοῦ κυρίου Κουρῆ, τὸ ὁποῖον ἐξήγαγεν ἐκ τῆς ἀλληλουχίας τῶν ἀρχῶν, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ νομοσχέδιον. Πῶς, εἶπε, δύναται ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου, ἣν ὑποστηρίζει ὁ κύριος Κωσταντᾶς, περὶ μετατροπῆς τῶν ἀγροληπτικῶν εἰσοδημάτων εἰς χρηματικὰς προσόδους; Ἐὰν πράξῃ τοῦτο ἡ Βουλὴ, εἶπεν ὁ κύριος Κουρῆς, παύει ἡ ἀρχὴ ἡ διέπουσα τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ καταντᾷ τραγέλαφος. Τραγέλαφος εἶναι τῷ ὄντι τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ συνέταξεν ἡ ἐπιτροπὴ, καὶ τραγελαφικὸς νόμος θέλει ψηφισθῆ, ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου. Παρατηρήσατε, Κύριοι, ὅλον τὸ νομοσχέδιον καὶ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἐν αὐτῷ γίνεται λόγος περὶ ἀγροληψιῶν τιμαριωτικῶν, περὶ ἀγροληψιῶν δημοτικῶν, ἤτοι ἐπὶ ἐπιχωρίων κτημάτων—ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων κτλ. Ἡ ἐπιτροπὴ πῶς κανονίζει τὰς νέας σχέσεις τοῦ ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου ἐπὶ τῶν ἀγροληψιῶν τούτων; Τὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐψηφίσαμεν καὶ ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι τὰ ἀγροληπτικὰ εἰσοδήματα τῶν τιμαριωτικῶν, δημοτικῶν, μοναστηριακῶν, ἐφημεριακῶν ἀγροληψιῶν μετεβάλομεν εἰς χρηματικὰς προσόδους, ἐξαγορασίμους διὰ τῆς ἀποδόσεως τοῦ κεφαλαίου· τουτέστιν ἐνομοθετήσαμεν, ὅτι τὸ κτῆμα μένει εἰς τὸν ἀγρολήπτην, ὅστις ὑποχρεοῦται νὰ ἀποδώσῃ εἰς χρήματα τὴν μερίδα τοῦ ἀγροδότου, καὶ ἕως οὗ ἀποσβέσῃ τὸ κεφάλαιον ὑποχρεοῦται νὰ πληρόνῃ τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ἀπεναντίας ἐρχόμενοι ἤδη εἰς τὸ αὐτὸ ζήτημα, τῆς αὐτῆς φύσεως καὶ τῆς αὐτῆς καταγωγῆς, τί μᾶς λέγει ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὁ ἐμπνεύσας αὐτὴν κύριος Κουρῆς; Πρέπει, μᾶς λέγουν, νὰ ἀλλάξωμεν σύστημα, πρέπει νὰ κρατήσῃ τὰ κτήματα ὁ ἀγροδότης, ὁ δὲ ἀγρολήπτης νὰ λάβῃ ὀλίγον ἄρτον λόγῳ εὐσπλαγχνίας καὶ νὰ ἀπέλθῃ. Σᾶς παρακαλῶ, εἴπατε ἐν τιμῇ, ἐκτὸς τοῦ ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο εἶναι τῷ ὄντι τραγελαφικὸν, δὲν εἶναι καὶ ἄδικον, ἀπάνθρωπον καὶ ἀντικοινωνικόν; Μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠξεύρω τί τρέχει εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν· ἐδῶ βλέπω δύω κεφαλὰς, δύω συστήματα συλλογισμοῦ ἐν τῷ αὐτῷ ἀτόμῳ. Βλέπω τὸν κύριον Κουρῆν λέγοντα, προκειμένου περὶ ἀγροληψίας, εἰς ἣν εἶναι ἀγρολήπτης, ὡς εἶναι αἱ τιμαριωτικαὶ, αἱ δημοτικαὶ, αἱ ἐκκλησιαστικαὶ ἀγροληψίαι, εἰς ἃς ἐνέχεται, βλέπω, λέγω, αὐτὸν ὑποστηρίζοντα, ὅτι πρέπει τὸ κτῆμα νὰ μείνῃ εἰς τὸν ἀγρολήπτην, ὁ δὲ ἀγροδότης νὰ ἀποζημιωθῇ εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις, λαμβάνων τὸ κεφάλαιον εἰς μετρητά. Προκειμένου ὅμως περὶ ἀγροληψιῶν, εἰς τὰς ὁποίας αὐτὸς εἶναι ἀγροδότης, βλέπω αὐτὸν λέγοντα, ὅτι τὸ κτῆμα πρέπει νὰ μείνῃ εἰς τὸν ἀγροδότην, ὁ δὲ ἀγρολήπτης ἂς λάβῃ ὅ,τι δώσῃ αὐτῷ ὁ ἀγροδότης καὶ ἂς ἀναχωρήσῃ. Δὲν σᾶς φαίνεται, ὅτι ἐνταῦθα ὑποκρύπτεται ἐγωϊσμὸς ὄχι τόσον ἀξιότιμος; (θόρυβος). Δὲν ὁμιλῶ ἐγώ, ὁμιλοῦν τὰ πράγματα· τί πταίω ἐγὼ, Κύριοι, ἀφ’ οὗ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι μόνοι καὶ ἀφ’ ἑαυτῶν προδίδουσι τὰς τάσεις καὶ τοὺς σκοπούς των εἰς τοὺς ἀντιπάλους των; Δι’ ὅλους λοιπὸν τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους καὶ προηγουμένως καὶ τώρα ἐξέθηκα, ὑποστηρίζω τὴν χθεσινὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Κουρῆ ἣν ἀνεδέχθην ἐγὼ, περὶ μετατροπῆς τῶν ἀγροληπτικῶν εἰσοδημάτων εἰς χρηματικὰς προσόδους, διότι πρὸς τούτοις, οὐδεμία γίνεται εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἀγροδοτῶν βλάβη, ἐπειδὴ θὰ ἐκτιμηθῇ ἡ μερὶς τῆς ἰδιοκτησίας, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸν ἀγροδότην, καὶ ἢ θὰ δοθῇ ἡ ἀξία εἰς μετρητὰ, δι’ ὧν ὁ ἀγροδότης θέλει καλλιεργήσει τὰ ἐλεύθερα κτήματά του καὶ αὐξήσει τὰς προσόδους του, ἢ θέλει συνεισφέρει ὁ ἀγρολήπτης τὸν τόκον ἕως οὗ ἀποδώσῃ τὸ κεφάλαιον· ὁ δὲ τόκος οὗτος θέλει ἀντιστοιχεῖ εἰς τὰ ἀγροληπτικὰ εἰσοδήματα τοῦ ἀγροδότου μὲ τρόπον ὡρισμένον καὶ θετικὸν καὶ ὄχι ἐξαρτώμενον ἐκ τῆς τύχης τῶν ἐσοδειῶν.
§19ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Κωσταντᾶ, μίαν διασάφησιν παρακαλῶ νὰ δώσητε. Ἡ μετατροπὴ τῶν εἰδῶν εἰς χρήματα θὰ εἶναι συνέπεια μιᾶς ἐκτιμήσεως;
§20ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐννοεῖται.
§21ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ σύστημα τῆς ἐκτιμήσεως εἶναι τὸ σύστημα, κατὰ τοῦ ὁποίου παρεπονεῖσθε ὑμεῖς οἱ ἴδιοι.
§22ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Λυποῦμαι, κύριε Μαυρομιχάλη, ὅτι δὲν ἐνοήσατε δυστυχῶς περὶ τίνος πρόκειται. Δὲν πρόκειται περὶ ἐκτιμήσεως κατ’ ἔτος, τοῦ ἐλαιοκάρπου λ. χ. καὶ τῆς πληρωμῆς τῆς ἀξίας αὐτοῦ εἰς χρήματα, διότι τοῦτο δὲν εἶναι διάλυσις ἀγροληψίας, ἀλλὰ τροποποίησις τοῦ τρόπου τῆς πληρωμῆς, ὡς δὲν εἶναι κατάργησις τοῦ φόρου τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἢ πληρωμὴ εἰς χρήματα τῶν βεβαιωθέντων δεκάτων. Ἐνταῦθα συζητοῦμεν περὶ διαλύσεως τῶν ἀγροληψιῶν, καὶ λέγομεν τίς τῶν δύω θὰ λάβῃ τὸ κτῆμα, καὶ πῶς θὰ ἀποζημιωθῇ ὁ ἕτερος· ὥστε θὰ ἐκτιμήσωμεν τὴν μερίδα τῆς ἰδιοκτησίας, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸν ἀγροδότην, ὡς ἐπράξαμεν τοῦτο καὶ διὰ τὰς τιμαριωτικάς, δημοτικὰς καὶ ἐκκλησιαστικὰς ἀγροληψίας, καὶ τὸ κεφάλαιον εἰς χρήματα ὃ ὀφείλει νὰ δώσῃ ὁ ἀγρολήπτης εἰς τὸν ἀγροδότην διὰ νὰ γείνῃ ἀπόλυτος κύριος τοῦ κτήματος, ἢ νὰ πληρόνῃ τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου τούτου ἐπὶ εἰδικῇ ὑποθήκῃ τοῦ κτήματος διὰ τὴν ἐξασφάλισιν τοῦ τε κεφαλαίου καὶ τοῦ τόκου ἐν περιπτώσει ὑπερημερίας. Ὥστε μία μόνη ἐκτίμησις θὰ γείνῃ, καὶ αὕτη θὰ ἀφορᾷ τὴν εὕρεσιν τῆς ἀξίας τῆς μερίδος τῆς ἰδιοκτησίας, ἥτις ἀνήκει εἰς τὸν ἀγροδότην. Ἐὰν δὲ ἐπρόκειτο νὰ σᾶς ἐκθέσω τί ἐστὶ ἐκτίμησις ἐλαιοκάρπων, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὄχι μόνον παραπονούμεθα, ἀλλ’ ὅτι φρίκη μᾶς καταλαμβάνει ὅταν ἀκούωμεν τὴν λέξιν, δὲν ἠδυνάμην νὰ κάμω τοῦτο μὲ δύω λόγια, μὲ μίαν διασάφησιν.
§23ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰ ἠξεύρομεν.
§24Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Κωσταντᾶ, ἡ μετατροπὴ τῆς ἐκτιμήσεως εἰς χρήματα ἀποσβύνει τὰ ἰδιόκτητα δικαιώματα τοῦ ἀγρολήπτου;
§25ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι.
§26Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ λοιπὸν, χωρὶς νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν τὸ μεῖζον ἢ ἔλασσον, νὰ γείνῃ ἡ διανομὴ τοῦ κτήματος καθ’ ἣν μερίδα ἔχει ἕκαστος, διὰ νὰ εἶναι καὶ ὁ εἷς ἰδιοκτήτης καὶ ὁ ἕτερος;
§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Αὐτὴ, κύριοι, ἦτο ἡ πρότασίς μου, καθ’ ἧς ἠγέρθη ὁ κ. Κουρῆς καὶ σᾶς παρέστησεν, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῆτε αὐτὴν, ἀλλοίμονον! ἡ Κέρκυρα ἀπωλέσθη! Τὴν πρότασιν, ἣν ὑποστηρίζω τώρα ἔφερεν ὁ κ. Κουρῆς πρὸς ἀντικατάστασιν τῆς διανομῆς ἣν ἐπρότεινα, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω ποῖον ὄνειρον εἶδε τὴν παρελθοῦσαν νύκτα, καὶ ἤδη εἶναι κατὰ τοῦ τέκνου του, ὅπερ ἐγὼ φιλανθρώπως φερόμενος προστατεύω, ἵνα μὴ ὁ φίλος μου κ. Κουρῆς γείνῃ τεκνοκτόνος ἢ πατροκτόνος, ὅπως ἄλλως θέλετε νὰ τὸν ὀνομάσητε (γέλως).
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Κωσταντᾶ, παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε διασαφήσεις τινάς. Καθὼς ἐνόησα, αἱ ἀγροληψίαι εἰς Κέρκυραν δὲν διαφέρουν ἀπὸ τῆς ἐμφυτεύσεως, εἰμὴ ὅτι ἐπὶ τῶν ἀγροληψιῶν λαμβάνει ὁ ἀγροδότης ἓν ποσὸν κατὰ τὴν παραγωγὴν, ἐπὶ δὲ τῶν ἐμφυτεύσεων εἶναι ὡρισμένον τὸ ποσὸν, παράγει δὲν παράγει τὸ κτῆμα, καὶ εἶναι εἴτε εἰς χρήματα, εἴτε εἰς καρπούς. Ἐπὶ τῶν ἀγροληψιῶν εἴπατε πολλάκις, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης ἔχει ἓν δικαίωμα συγκυριότητος, ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὸ ποσοστὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ δίδῃ εἰς τὸν ἀγροδότην. Ἐπὶ τῶν ἐμφυτεύσεων ἤθελον νὰ μάθω κατὰ τὸ ἐγχώριον ἔθιμον ἔχει δικαίωμα συγκυριότητος ὁ ἐμφυτευτής;
§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἔχει δικαίωμα συγκυριότητος ἀναμφισβήτητον καὶ πρὸ καὶ μετὰ τὸ ἔτος 1841. Ἀλλ’ ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ δικαιώματος καὶ δικαιώματος συγκυριότητος ἐπὶ ἐμφυτεύσεων καὶ ἀγροληψιῶν. Ἐπὶ ἐμφυτεύσεων ἡ συγκυριότης τοῦ ἀγροδότου ἢ κτηματοδότου ἀναλογεῖ μὲ ἓν χρηματικὸν κεφάλαιον, οὗτινος ὁ τόκος ἰσοῦται μὲ τὸ χορηγούμενον εἰσόδημα, ἡ δὲ τοῦ ἐμφυτευτοῦ μὲ τὴν ἀξίαν τοῦ ὑπ’ αὐτοῦ κατεχομένου κτήματος, ἀφ’ οὗ ἀφαιρεθῇ τὸ εἰς τὸν ἀγροδότην ἀνῆκον κεφάλαιον, ὅπερ ἔχει καὶ προνόμιον ἐπὶ τοῦ ὅλου κτήματος· ἐπὶ ἀγροληψιῶν πρὸ τοῦ ἔτους 1841 ἡ συγκυριότης τοῦ ἀγροδότου ἐμφαίνεται οὐχὶ εἰς χρήματα, ἀλλ’ εἰς αὐτούσιον μέρος τοῦ κτήματος, ἀναλόγως τοῦ λαμβανομένου εἰσοδήματος, ὁμοίως καὶ ἡ συγκυριότης τοῦ ἀγρολήπτου. Ἐπὶ δὲ ἀγροληψιῶν μετὰ τὸ 1841 ἡ συγκυριότης τοῦ ἀγροδότου ἐμφαίνεται πάλιν ἐπὶ τοῦ αὐτουσίου κτήματος, ἡ δὲ τοῦ ἀγρολήπτου ἐπὶ τῆς ἀξίας τοῦ κτήματος, ἐκτιμωμένου εἰς χρήματα καὶ καθ’ ἃς ἀναλογίας ὁρίζεται προκειμένου νὰ διανεμηθῇ τὸ κτῆμα εἰς αὐτουσίους μερίδας. Δηλαδὴ εἰς τὰς πρὸ καὶ μετὰ τὸ ἔτος 1841 ἀγροληψίας οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν διακρίνεται ἡ συγκυριότης ἑκάστου, ἐν περιπτώσει διαλύσεως τοῦ συμβολαίου. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι, ἐὰν εἰς τὰς μετὰ τὸ ἔτος 1841 ἀγροληψίας δὲν δοθῇ τὸ εἰς τὸν ἀγρολήπτην ἀνῆκον κεφάλαιον εἰς χρήματα, λαμβάνει οὗτος μέρος τοῦ κτήματος καταναγκαστικῶς· ὥστε μία κοῦφος ἀριστοκρατικὴ πρόληψις γεννᾷ ὅλας τὰς διαφωνίας περὶ διαφορῶν μεταξὺ τῶν πρὸ τοῦ ἔτους 1841 καὶ τῶν μετὰ τὸ ἔτος 1841 ἀγροληψιῶν.
§30ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἐννοῶ τὴν ἀμφιβολίαν αὐτὴν ἑνὸς βουλευτοῦ μὴ Κερκυραίου καὶ μὴ νομικοῦ, ἀλλά, πιστεύω, εἰς ὁποιονδήποτε τῶν κυρίων βουλευτῶν τῆς Κερκύρας δὲν ἤθελε γεννηθῇ αὐτὴ ἡ ἀμφιβολία· διότι εἶναι συνδεδεμένοι ὅλως μὲ τὴν ἰδέαν τῆς ἐμφυτεύσεως καὶ ἐδαφονομῆς, καὶ ἑπομένως γνωρίζουσι κάλλιστα ποῖαι αἱ διαφοραὶ αἱ μεταξὺ ἐμφυτεύσεως καὶ ἀγροληψίας. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ἔχω ἀγρόν τινα· ἐὰν δώσω αὐτὸν εἰς ἀγροληψίαν, ἤτοι ἐὰν δώσω αὐτὸν πρὸς καλλιέργειαν καὶ τὸν μισθώσω τὸν ἀγρὸν αὐτὸν, κατὰ τὸν Ἰόνιον Κώδικα, δι’ ὡρισμένον χρόνον ἢ καὶ διηνεκῶς, ὁ λαβὼν αὐτὸν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μοὶ δίδῃ ἓν μερίδιον ὡρισμένον, τὸ ποσοστὸν, καθὼς εἴπατε, τῶν παραχθησομένων καρπῶν· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ποῖος εἶναι ὁ κύριος; ἡ κυριότης μένει εἰς ἐμὲ νὰ δώσω τὸν ἀγρὸν εἰς καλλιέργειαν ἐκτὸς ἐὰν ῥητῶς συνεφωνήθη ἡ συγκυριότης, ἐνῷ ὁ λήπτης ἓν μόνον δικαίωμα ἔχει, τὸ τῆς πρὸς καλλιέργειαν κατοχῆς. Εἰς τὴν ἐμφύτευσιν δίδω τὸ ἀγροτικὸν κτῆμα πρὸς καλλιέργειαν ἐπὶ ὡρισμένῃ ἀμοιβῇ εἰς χρήματα ἢ εἰς προϊόντα τῆς γῆς· ὥστε, ἐνῷ ἐπὶ ἀγροληψίας λαμβάνω τὸ τρίτον, τὸ τέταρτον κτλ. τῶν καρπῶν, καὶ ἔχω συμφέρον εἰς τὸ νὰ γείνῃ ἡ δέουσα καλλιέργεια πρὸς αὔξησιν τοῦ εἰς ἐμὲ ἀνήκοντος μεριδίου, εἰς τὴν ἐμφύτευσιν λαμβάνω πάντοτε ὡρισμένον ποσὸν χρημάτων ἢ εἰδῶν, ἀδιαφορῶν διὰ τὴν καλλιέργειαν· τὸ μόνον συμφέρον καὶ δικαίωμα ἐμοῦ τοῦ δόντος εἶναι νὰ λαμβάνω ἐπὶ ἐμφυτεύσει τὸν ὡρισμένον κανόνα. Καὶ ἐὰν δὲν μὲ πληρώσῃ ὁ λήπτης, τότε ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποβάλω, καὶ ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτιμήσω τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ ἀγροῦ καὶ νὰ τὸν ἀποζημιώσω, ἐνῷ εἰς τὴν ἀγροληψίαν, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ζητήσω τὸ κτῆμά μου, δὲν ἔχω τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσω τίποτε, διότι ἡ ὑποχρέωσις τοῦ λήπτου ἦτο νὰ καλλιεργῇ καλῶς τὸ κτῆμα· καὶ ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ἔδωκα κτῆμα λογγῶδες καὶ ὁ λήπτης μετέβαλεν αὐτὸ εἰς λαμπρὸν κῆπον, δὲν ἔχει οὗτος δικαίωμα νὰ μὲ ζητήσῃ τί, διότι ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον το ἔλαβε. Βλέπετε λοιπὸν πόση μεγάλη εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐμφυτεύσεων καὶ ἀγροληψιῶν· ἐπικρατέστερον δικαίωμα λοιπὸν ἐπὶ ἐμφυτεύσεων εἶναι τὸ τοῦ κατόχου· ἐπὶ ἀγροληψιῶν ὅμως συμβαίνει τὸ ἐναντίον· ὁ δοὺς τὸ κτῆμα διατηρεῖ τὴν κυριότητα, ἐκτὸς ἐὰν ῥητῶς δὲν συνεφωνήθη, ὅτι ἀποκτᾷ δικαίωμα κυριότητος ὁ λήπτης. Ἂς ἔλθωμεν ἤδη εἰς τὸ πολύκροτον ζήτημά μας· εἶχον δίκαιον χθὲς, ὅταν ἰδιαιτέρως παρεκάλουν ὅπως τελειώτῃ πλέον τὸ ζήτημα αὐτὸ, διότι δυστυχῶς δὲν βλέπω μίαν μελετημένην ἰδέαν, ἡ ὁποία νὰ φέρηται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· καὶ δυστυχῶς ἐφ’ ὅσον παρατείνονται αἱ συζητήσεις, τόσον νέαι προτάσεις ἐσκεμμέναι γίνονται, ὅπερ ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν στηριζόμεθα εἰς ἀληθεῖς βάσεις. Ὅταν, Κύριοι, ἐφέρθησαν ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα εἰς συζήτησιν καὶ ἐγένετο μακρὰ συζήτησις, ὅλα τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς εἴμεθα σύμφωνα, ὅτι αὐταὶ αἱ σχέσεις πρέπει νὰ διαλυθῶσιν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ σκάνδαλον τῆς κοινωνίας ἐκείνης εἶναι ἡ διάρκεια αὐτῶν τῶν σχέσεων, πρέπει νὰ τὸ ἄρωμεν ἐκ μέσου. Ὅταν κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἐγένετο ἡ πρώτη καὶ δευτέρα ἀνάγνωσις τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, καμμία συζήτησις δὲν ἐγένετο· κατὰ δὲ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ τρίτη συζήτησις, οὐδεμία παρουσιάσθη ἐπὶ τούτου τροπολογία· ὅταν μετὰ παρέλευσιν ἑνὸς ἔτους εἴχομεν σκοπὸν νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, οὐδεμία ὡς πρὸς τοῦτο ἐφέρθη τροπολογία· ὅταν προχθὲς συνεζητεῖτο τὸ περὶ διαλύσεως τῶν διηνεκῶν ἀγροληψιῶν, οὐδεμία τροπολογία ἐφέρθη· ἀπ’ ἐναντίας τὸ ἄρθρον 54, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν, ἐπεψηφίσθη, καὶ κατ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου ἀπαγορεύεται ἡ σύναψις διηνεκῶν ἀγροληψιῶν, αἱ δὲ ὑπάρχουσαι διαλύονται τῇ αἰτήσει τοῦ ἀγροδότου ἢ τοῦ ἀγρολήπτου.» Καὶ τόσον εἴμεθα σύμφωνοι ὅλοι εἰς τὸ ὅτι πρέπει αὐταὶ αἱ ἀγροληψίαι νὰ διαλυθῶσιν, ὥστε ἐπροσθέσαμεν εἰς τὸν Νόμον ὅτι, «πᾶσα ἐναντίον τῆς παρούσης διατάξεως συναφθησομένη διηνεκὴς ἀγροληψία εἶναι ἄκυρος», ἐναντίον, ἐὰν θέλετε, τοῦ Γαλλικοῦ Κώδικος, ὁ ὁποῖος δὲν κηρύττει ἀκύρους τὰς διηνεκεῖς ἀγροληψίας· προσεθέσαμεν δὲ, διὰ νὰ ἤμεθα βέβαιοι περὶ τῆς μὴ ἐπὶ πλέον συνάψεως τοιούτων ἀγροληψιῶν, ὅτι «ὁ δὲ εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ περὶ αὐτῆς συμβολαίου συμπράξας συμβολαιογράφος ἀπολύεται τῆς ὑπηρεσίας», τὸ ὁποῖον εἰς ὀλιγίστας περιστάσεις εὑρίσκομεν εἰς τὴν νομοθεσίαν μας. Ὅταν λοιπὸν τοσοῦτον ἐκφραστικοὶ θέλομεν νὰ ἤμεθα ὡς πρὸς τὸ ὅτι διηνεκεῖς ἀγροληψίαι δὲν πρέπει νὰ συναφθῶσιν, ὅτι αἱ ὑπάρχουσαι πρέπει νὰ διαλυθῶσι, πῶς δυνάμεθα σήμερον νὰ ἐπανέλθωμεν; Πρῶτος λόγος λοιπὸν εἶναι αὐτός. Ἀλλά, Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ... ἀκούω νὰ μοὶ λέγῃ ὁ ἀντίδικος—ὄχι ἀντίδικος.
§31ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα, ἀντίδικος.
§32ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὄχι· ἀνακαλῶ τὴν ἔκφρασιν, ἐὰν ὑμεῖς μὲ θεωρῆτε ἀντίδικον· ἐγὼ σᾶς θεωρῶ ἀντιφρονοῦντα.
§33ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα, ἀντίδικος, διότι ἔχετε τὴν ἐντολὴν τοῦ ἀντιδίκου.
§34ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Δὲν ἔλαβον τὴν ἐντολήν· ἔχω τὴν γενικὴν ἐντολὴν νὰ ὑπερασπίζωμαι πᾶν νόμιμον καὶ δίκαιον καὶ συμφέρον τῇ πατρίδι. Κύριοι, ὅταν μετέβη ἐπίτηδες εἰς Κέρκυραν ὁ Κ. Προβελέγιος νὰ συλλέξῃ πληροφορίας, τῷ ἐγένοντο παρατηρήσεις ἐναντίον τῆς διαλύσεως τῶν ἀγροληψιῶν· ποῖος νομίζετε ὅμως ἦτο ὁ ὑποβαλὼν αὐτὴν τὴν αἴτησιν; ὁ πρώην συνάδελφός μας κ. Μαρκορᾶς, συνηγορῶν ὑπὲρ τῶν ἀγροδοτῶν. Ἡ ἀγροληψία, ἔλεγον αὐτοί, εἶναι ἐκείνη εἰς τὴν ὁποίαν χρεωστεῖται ἡ ὡραιότης καὶ τὸ προσοδοφόρον τῆς νήσου, ἡ ἐπωφελὴς ἀποβᾶσα καὶ εἰς τοὺς ἀγροδότας καὶ εἰς ἀγρολήπτας, καὶ τῷ ἐζήτουν νὰ διατηρηθῇ ἡ πρὸ τοῦ ΡΝ Νόμου ὑπάρχουσα νομοθεσία· ἀλλὰ κατ’ αὐτὴ, ὅταν ὁ ἀγρολήπτης δὲν ἐπλήρωνε τοὺς κανόνας, ὑπεβάλλετο εἰς προσωπικὴν κράτησιν, τὴν ὁποίαν πολὺ δικαίως εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον ἡ Βουλὴ κατήργησεν· ὅταν ὅμως ἀφαιρέσητε τὴν προσωπικὴν κράτησιν, ἐὰν τηρήσωμεν τὰ λοιπὰ μέρη τῆς νομοθεσίας ἐκείνης, δὲν θὰ γείνῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ διατηρήσωμεν τὸ σκάνδαλον.
§35ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ποῖος τὸ λέγει; τὴν αἰτίαν τῶν ἀδικιῶν, ὄχι τὸ σκάνδαλον.
§36ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ποῖος τὸ λέγει; τί λέγει τὸ πρῶτον ἄρθρον; Λέγει νὰ τραπῶσι τὰ εἴδη καὶ ποσοστὰ εἰς χρήματα· λοιπὸν εἰς τοιαύτην περίπτωσιν διαλύονται αὗται αἱ συμβάσεις; ὄχι· ἀλλὰ τί γίνεται; ἀντὶ ὁ χωρικὸς νὰ δίδῃ τὸ τρίτον ἢ τέταρτον κτλ. μέρος τῶν καρπῶν, θὰ δίδῃ δέκα, δώδεκα, εἴκοσι τάλληρα, ἀλλὰ θὰ ὑπάρχῃ πάντοτε αὐτὴ ἡ σχέσις μεταξὺ τοῦ ἰδιοκτήτου καὶ τοῦ χωρικοῦ· ὁ εἷς θέλει λέγει, τὸ κτῆμα αὐτὸ εἶναι ἰδικόν μου, διατὶ νὰ μὴ δύναμαι νὰ τὸ μεταχειρισθῶ ὅπως θέλω καὶ νὰ φυτεύσω ὅ,τι θέλω; ὁ δ’ ἕτερος ἐπικαλούμενος ἴδια δικαιώματα θέλει ἀντιφρονεῖ καὶ διάστασις μεταξὺ αὐτῶν θέλει πάντοτε ὑφίστασθαι· τοιαῦτα θὰ ὑπάρχουν πάντοτε, ἐὰν δὲν παραδεχθῶμεν τὴν ἀληθῆ διάλυσιν τῶν ἀγροληψιῶν, καὶ οὐχὶ μόνον τὴν τροπὴν τῶν εἰδῶν εἰς χρήματα. Ἐκφραστικώτατα, Κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸ παρὸν νομοσχέδιον, θέλετε εὕρει τὴν ἀρχὴν ταύτην ἐκπεφρασμένην. Λοιπὸν καὶ ἀπεφασισμένον ἀπὸ τὴν Βουλὴν εἶναι, καὶ ὀρθὸν καὶ δίκαιον εἶναι, ὅτι αὐταὶ αἱ συμβάσεις νὰ δύνανται νὰ διαλυθῶσιν, ὥστε ἕκαστος νὰ γνωρίζῃ τὶ ἔχει καὶ τὶ δὲν ἔχει. Τώρα μεταβαίνω εἰς τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα χθὲς δὲν ἐπεψηφίσθησαν· τίνα ἀρχὴν εὑρίσκομεν ἐν αὐτοῖς ἐκπεφρασμένην; ἀρχὴν δικαιοτάτην· ὅταν πρόκειται περὶ κτήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ ἀγρολήπτης ἔχει τὰ ἐννέα δέκατα τῆς ἰδιοκτησίας, ποῖος θέλει λάβει τὸ κτῆμα; ὁ ἀγρολήπτης· ὅταν ὅμως ἔχῃ ὁ ἀγροδότης τὰ ἐννέα δέκατα, ποῖος λόγος συνηγορεῖ εἰς τὸ νὰ τὸ λάβῃ ὁ ἀγρολήπτης; καὶ πότε; ὅταν ἔρχωνται ἄλλαι διατάξεις, τὰς ὁποίας ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς πόλεως ἀπέκρουσαν· ἐγὼ ὅμως ἐπέμεινα καὶ ἐπιμένω σήμερον νὰ τὸ παραδεχθῆτε, παραδεχόμενοι δι’ ἄρθρου ἑπομένου, ὅτι λαμβάνων ὁ ἀγροδότης τὴν ἰδιοκτησίαν του, εἶναι ὑπόχρεως ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ἀγρολήπτην, τὸν μὴ ἔχοντα ἄλλο δικαίωμα παρὰ τὸ τοῦ ἁπλοῦ καλλιεργητοῦ, διότι, ἐσκέφθην ὅτι ὁπωσδήποτε αὐτὸς ὁ καλλιεργητὴς ἔχει ἓν δικαίωμα, τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ καλλιεργῇ. Θέλετε νὰ τὸν ῥίψητε εἰς τὸν δρόμον, ὅτε τῷ ἀφαιρεῖτε αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Ὄχι· ἀντ’ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος πρέπει νὰ τῷ δώσωμεν κἄτι τί. Ὅταν λοιπὸν ἔχητε τοιαύτας εὐεργετικὰς διατάξεις, θέλετε πρόῤῥιζα νὰ καταστρέψητε τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας. Προφανῶς λοιπὸν τὸ πρῶτον ἄρθρον εἶναι δίκαιον, εἶναι ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι ὅλοι θέλετε παραδεχθῇ. Δὲν ἐλησμονήσατε, βεβαίως, τὴν χθεσινὴν συζήτησιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὅλοι εἴπομεν, ὅτι καταστρέφομεν τὰς ἤδη κατακερματισμένας ἰδιοκτησίας, ὑποδιαιροῦντες αὐτὰς ἀκόμη εἰς νέα μερίδια. Τί θέλω νὰ ἔχω ἐγὼ ἓν ἐλαιόδενδρον εἰς τὰ Μέγαρα, καὶ ἄλλο εἰς τὴν Ἀνάβυσον; Λοιπὸν βλέπετε ποῦ θὰ καταντήσωμεν ἐὰν παραδεχθῶμεν νέαν διανομήν. Τώρα ἔρχεται τὸ δεύτερον· ἐκεῖ εἴπομεν καθαρῶς, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν εἶναι ἴσα τὰ μέρη, ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ἀγροδότης νὰ λαμβάνῃ τὸ κτῆμα· ὁ ἀγροδότης εἶναι ὁ ἀρχικὸς κύριος, αὐτὸς παρεχώρησε τὸ ἥμισυ τοῦ κτήματος πρὸς καλλιέργειαν· ὁ ἀγρολήπτης ἀνέλαβε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐργάζηται καὶ ὑπὸ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς προκαταβολῆς τοῦ σπόρου, τῶν ζώων, τῆς καλλιεργείας κτλ., καὶ μετὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐπιβαλλομένων αὐτῷ ὑποχρεώσεων, ἔχει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ἥμισυ· λοιπὸν ὅταν θὰ διαλυθῇ ἡ σχέσις αὕτη, ὁ μὲν ἀγρολήπτης θὰ λάβῃ τὴν ἀποζημίωσιν, ὁ δὲ ἀγροδότης τὴν ἰδιοκτησίαν.
§37ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διατί νὰ τὸ πάρῃς ὅλον, ἀφοῦ εἶναι ἴσαι αἱ μερίδες;
§38ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τότε, ζήτω ἡ κλήρωσις! μολονότι ἐγὼ δὲν παραδέχομαι αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι αἱ ἀγροληψίαι αἱ διηνεκεῖς πρέπει νὰ διαλυθῶσιν, ἀλλ’ εἰς ἀληθῆ τρόπον· νὰ μὴ ῥίψωμεν στάκτην εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς μόνον· νὰ διαλυθῶσιν ὅπως πρέπει, νὰ διαλυθῶσιν εἰς τρόπον, ὥστε ὁ ἔχων τὴν μεγαλειτέραν μερίδα νὰ λάβῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἀδιάφορον ἂν εἶναι ἀγροδότης ἢ ἀγρολήπτης· ἐν περιπτώσει δὲ ἰσημερίας, νὰ λάβῃ ὁ ἀγροδότης αὐτὴν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπὶ ἀποζημιώσει τοῦ ἀγρολήπτου.
§39ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὸ ζήτημα τοῦτο κατήντησε, Κύριοι, τὸ ἀηδέστερον τῶν ὅσων συνεζητήσαμεν κατὰ τὰς τρεῖς ταύτας συνόδους τῆς Βουλῆς. Καὶ ἠξεύρετε πόθεν προέρχεται τοῦτο; Προέρχεται ἐκ τῶν Κυρίων ἐκείνων, οἵτινες ἐξέλαβον τὴν Βουλὴν ὡς δικαστικὴν παλαίστραν· προέρχεται ἐξ ἐκείνων, οἵτινες χωρὶς νὰ ἐννοῶσιν ὄχι μόνον τὸ ζήτημα, ἀλλ’ οὔτε κἂν τὴν συζήτησιν αὐτὴν, ἀναδέχονται ἐπὶ προσωπικῇ αὑτῶν εὐθύνῃ νὰ παραστήσωσιν ὄχι τὸ πρόσωπον τοῦ βουλευτοῦ, ἀλλὰ τοῦ δικηγόρου ἐπὶ ζητήματος ὄχι δικαστικοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς κοινωνικοῦ. Ἐὰν, Κύριοι, ἐπρόκειτο νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τοὺς δικαστικοὺς τύπους, διατί νὰ μὴ ἀπαλλαχθῶμεν τότε τοσούτων ταραχωδῶν συζητήσεων, καὶ παραπέμψωμεν τοὺς ἀντιδίκους εἰς τὰ δικαστήρια τοῦ Κράτους; Ἀλλὰ τὸ ἔθνος φρονεῖ, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο διαφεύγει τὴν δικαιοδοσίαν τῶν δικαστηρίων, καὶ διὰ τοῦτο ἀνεδέχθη τὴν εὐθύνην νὰ λύσῃ αὐτὸ οὐχὶ ὑπὸ δικαστικὴν ἀλλ’ ὑπὸ κοινωνικὴν ἔποψιν. Πρὸς Θεοῦ λοιπὸν, ἂς παύσωσιν αἱ δικηγορικαὶ ἐπιδείξεις, διότι ἀντὶ νὰ φωτίσωσι σκοτίζουσι τὸ ζήτημα καὶ κάμνουσι τὴν Βουλὴν νὰ εἰσέλθῃ εἰς λαβύρινθον ἀδιέξοδον. Ὁ προαγορεύσας χωρὶς νὰ καταγείνῃ ὅπως ἀνασκευάσῃ παῤῥησίᾳ τὰ ἐπιχειρήματά μου, ἐπιπλήττει τὸν κ. Σωτηρόπουλον, διότι ἠρώτησεν ἐμὲ περὶ ζητήματος ἀναγομένου εἰς τὴν κοινωνικὴν οἰκονομίαν· ἔχει δὲ δίκαιον, διότι νομίζει, ὅτι ὅλα τὰ κοινωνικὰ καὶ πολιτικὰ ζητήματα λύονται κατὰ τὸν δικαστικὸν τρόπον τοῦ συλλογίζεσθαι. Ἐπίστευσα λοιπὸν, ὡς καὶ ἕτερος βουλευτὴς ἐπίσης ἐπίστευσεν, ὅτι ὁ κ. Μπαλάνος, ὅστις ἐπετίμησε τὸν κ. Σωτηρόπουλον ἐμμέσως ἐπὶ ἀγνοίᾳ τῶν Ἰονίων νόμων, ἐκ τῶν διατάξεων τῶν ὁποίων ἀποδεικνύεται ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἀγροληψίας καὶ ἐμφυτεύσεως, ἐπίστευσα, λέγω, ὅτι ὡς διακεκριμένος νομομαθὴς, ἐμελέτησεν ἐμβριθῶς τὸ ζήτημα, κατενόησεν αὐτὸ, καὶ ὅτι ἦτο ἑπομένως εἰς κατάστασιν νὰ διαφωτίσῃ καὶ ἐμὲ καὶ τὴν Βουλὴν καθαρώτερον καὶ ἐπιστημονικώτερον περὶ τῶν διαφορῶν τῶν δύω τούτων συμβολαίων. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ προαγορεύσας νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ἀντὶ νὰ φωτίσῃ σκοτίζει τὰ ζητήματα ταῦτα, ὁσάκις λαμβάνει τὸν κόπον νὰ μᾶς διδάξῃ περὶ αὐτῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Τί μᾶς εἶπε, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος; Θέλετε, εἶπε, νὰ μάθητε ποία εἶναι ἡ διαφορὰ μεταξὺ ἐμφυτεύσεως καὶ ἀγροληψίας; ἀκούσατε. Ἡ ἀγροληψία, εἶπεν, εἶναι κατὰ τὸν Ἰόνιον Κώδικα μία μίσθωσις, δυνάμει τῆς ὁποίας ὁ ἀγρολήπτης κατέχει τὸ κτῆμα, ὅπως τὸ καλλιεργῇ καὶ ἀποδίδῃ τῷ ἀγροδότῃ ὡς μίσθωμα μέρος τρίτον, τέταρτον κτλ. ἐκ τῶν προϊόντων· ἑπομένως ἐὰν ἀμελῇ τὴν καλλιέργειαν καὶ ἐλαττοῦται τὸ μίσθωμα τοῦ ἀγροδότου, ἀποβάλλεται τοῦ κτήματος χωρὶς νὰ ἔχῃ οὐδὲν δικαίωμα ἀποζημιώσεως, ἐν ᾧ εἰς τὴν ἐμφύτευσιν, τὸ μίσθωμα εἶναι ὡρισμένον καὶ ἑπομένως ἡ ὑπεραύξησις τοῦ εἰσοδήματος, ἡ προερχομένη ἐκ τῆς καλλιεργείας, ὠφελεῖ μόνον τὸν ἐμφυτευτὴν εἴτε ἀγρολήπτην, καὶ διὰ τοῦτο ἀποβαλλόμενος οὗτος τοῦ κτήματος, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ ἀποζημιώσεις διὰ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας. Ὥστε ἡ διαφορὰ, λέγει, μεταξὺ ἀγροληψίας καὶ ἐμφυτεύσεως εἶναι ἡ ἀποζημίωσις ἢ μὴ τοῦ ἀγρολήπτου καθ’ ὃν χρόνον ἀποβάλλεται οὗτος τοῦ κτήματος. Ἐντεῦθεν ὁ κ. Μπαλάνος συνάγει συμπέρασμα, ὅπερ δὲν δυσκολεύεται νὰ σᾶς ἀναγγείλῃ. Σᾶς λέγει λοιπὸν, ἀφ’ οὗ ὁ ἀγρολήπτης πληρόνει ἓν μίσθωμα, ἡ κυριότης τοῦ κτήματος δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ἀγροδότην; Οὐδεὶς βεβαίως ἀμφιβάλλει περὶ τῆς ὀρθότητος τοῦ συμπεράσματος, ἀλλὰ λυποῦμαι πρῶτος ἐγὼ διατί νὰ παρουσιαζώμεθα ἐνταῦθα νὰ συζητῶμεν περὶ ἰδιοκτησίας μετὰ τοσούτου στόμφου χωρὶς νὰ ἐννοῶμεν τί λέγομεν. Κύριοι, ἡ ἀρχὴ, ἐξ ἧς ἀναχωρεῖ ὁ κ. Μπαλάνος, εἶναι ὄχι μόνον ἐσφαλμένη, ἀλλὰ καὶ ἀνυπόστατος, καὶ διὰ τοῦτο ἐσυμπέρανε πρὸς τὸ συμφέρον τῶν πελατῶν του, ὅτι οἱ ἀγρολῆπται καὶ ἐνοικιασταὶ δὲν ἔχουσι δικαίωμα συγκυριότητος. Ἀκούσατε λοιπὸν καὶ τὸν Ἰόνιον Κώδικα πῶς διαψεύδει τὸν προαγορεύσαντα. Ὁ Ἰόνιος Κώδιξ κανονίζει τὸ συμβόλαιον τῆς μισθώσεως κατὰ τρόπον πάντη διάφορον ἐκείνου, καθ’ ὃν κανονίζει τὸ συμβόλαιον τῆς ἀγροληψίας, ἐπειδὴ, κατὰ τὸ κεφάλι τοῦ νομοθέτου ἐκείνου, ἡ μὲν μίσθωσις εἶναι ἁπλῆ παραχώρησις τῆς νομῆς ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον καὶ τιμήματι, ἤτοι εἶναι τετιμημένη κατὰ παράκλησιν κατοχὴ, ἡ δὲ ἀγροληψία εἶναι διηνεκὴς ἑταιρία παράγουσα δικαιώματα ἰδιοκτησίας ἢ κυριότητος εἰς ἀμφότερα τὰ μέρη, καὶ ἑπομένως εἶναι διηνεκὴς καὶ μεταβιβάζονται τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις ἑκάστου τῶν συμβαλλομένων εἰς τοὺς κληρονόμους καὶ διαδόχους. Καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ προαγορεύσας μ’ ὅλην τὴν νομομάθειάν του νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι μόνος ὁ ὅρος τῆς μεταβιβάσεως ἑνὸς συμβολαίου μεταξὺ κληρονόμων καὶ διαδόχων παρέχει τὴν ἱστορικωτέραν καὶ μαθηματικωτέραν ἀπόδειξιν, ὅτι ὅπως καὶ ἂν κανονίζεται ἡ καταναγκαστικὴ διάλυσις τοῦ συμβολαίου, ἔχουσιν ἀμφότεροι οἱ συμβαλλόμενοι δικαιώματα συγκυριότητος ἐπὶ τοῦ κτήματος, καθότι μόνον αἱ ἐκ τῆς ἰδιοκτησίας ὑποχρεώσεις μεταβιβάζονται, ὄχι καὶ αἱ ἁπλῶς προσωπικαί. Λέγει λοιπὸν ὁ Κώδιξ, ἄρθ. 1516· «Ἡ μίσθωσις τῶν πραγμάτων (εἰς ἣν περιλαμβάνεται καὶ ἡ ἀγρομίσθωσις) εἶναι συμβόλαιον, δι’ οὗ εἷς τῶν συμβαλλομένων ὑποχρεοῦται νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἄλλον τὴν νομὴν πράγματός τινος ἐπὶ ῥητὸν χρόνον καὶ ἐπὶ προσδιωρισμένῳ τιμήματι, τὸ ὁποῖον οὗτος ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ. Ὁ ὡρισμένος δὲ οὗτος χρόνος δὲν δύναται νὰ εἶναι ἐπὶ ἀγρομισθώσεων, περὶ ὧν ὁ λόγος, μείζων τῶν τριάκοντα ἐτῶν.» Ἰδοὺ δὲ τί λέγει περὶ τούτων ὁ Κώδιξ διὰ τοῦ ἄρθρου 1567· «Δὲν δύνανται νὰ ἐκμισθωθῶσιν, οὐδὲ νὰ μισθωθῶσιν ἀγροτικὰ κτήματα ἐπὶ χρόνον ὑπερβαίνοντα τὰ τριάκοντα ἔτη· ἂν δὲ συμφωνηθῇ μείζων χρόνος, περιορίζεται εἰς τὴν εἰρημένην προθεσμίαν.» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὸν Ἰόνιον Κώδικα, ὃν φαίνεται, ὅτι ἐμβριθῶς ἐμελέτησεν ὁ κ. Μπαλάνος, ἡ μίσθωσις εἶναι συμβόλαιον ὡρισμένου χρόνου μὴ παρέχουσα κληρονομικὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ κτήματος, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι ἁπλῆ κατὰ παράκλησιν κατοχὴ τῆς νομῆς. Ἂς ἴδωμεν τώρα τί λέγει ὁ κώδιξ οὗτος καὶ διὰ τὰς ἀγροληψίας. Σᾶς παρατηρῶ δὲ ἐν παρόδῳ, ὅτι, ἐὰν ἡ ἀγροληψία ἦτο εἶδος μισθώσεως, ἤθελε κανονισθῇ τὸ συμβόλαιον αὐτῆς ὑπὸ τοῦ περὶ μισθώσεως τίτλου τοῦ κώδικος, ἀλλ’ ἀπεναντίας κανονίζεται ὑπ’ ἄλλου τίτλου, ἐπειδὴ θεωρεῖται ὡς καὶ εἶναι πράγματι συμβόλαιον διάφορον τοῦ τῆς μισθώσεως, ὡς ἡ Ἑλλὰς εἶναι Κράτος διαφέρον τῆς Κίνας. Ἡ ἀγροληψία εἶναι συμβόλαιον διηνεκὲς, τὰ δὲ ἐξ αὐτοῦ πηγάζοντα δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις μεταβιβάζονται ἐπ’ ἄπειρον εἰς τοὺς κληρονόμους καὶ διαδόχους διὰ διαθήκης, ἢ ἐξ ἀδιαθέτου διὰ δωρεῶν, προικὸς καὶ ὅλων τῶν μέσων τῆς μεταβιβάσεως τῆς ἰδιοκτησίας. Τὰ δικαιώματα δὲ καὶ οἱ ὑποχρεώσεις ὁρίζονται ἢ ὑπὸ τῶν συμβολαίων ἢ ὑπὸ τῶν ἐθίμων· ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει, καθ’ ἃς δηλαδὴ περιπτώσεις τὰ συμβόλαια καὶ τὰ ἔθιμα δὲν προνοοῦσιν, ἰσχύουσιν αἱ διατάξεις τοῦ Ἰονίου κώδικος. Κατὰ τὰς διατάξεις ταύτας, ἐν περιπτώσει διαλύσεως τοῦ συμβολαίου, ὁ ἀγρολήπτης λαμβάνει κτῆμα τὴν μερίδα τῆς κυριότητός του, ἐὰν συνωμολογήθη ἐν τῷ συμβολαίῳ ἢ τὸ συμβόλαιον συνωμολογήθη πρὸ τοῦ ἔτους 1841· ἐὰν δὲ τὸ συμβόλαιον συνομολογηθὲν μετὰ τὸ ἔτος 1841, δὲν ἀναφέρῃ ῥητῶς, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης λαμβάνει μέρος τοῦ κτήματος ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς ἀγροληψίας, ἡ ἀποζημίωσις τοῦ ἀγρολήπτου ὁρίζεται ὑπὸ τοῦ δικαστηρίου κατὰ τὰ ἐπικρατοῦντα ἔθιμα καὶ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου. Ὑπάρχει λοιπὸν ταυτότης μεταξὺ ἀγροληψίας καὶ μισθώσεως, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ κ. Μπαλάνος; Οὐδεμία. Τὸ συμβόλαιον τῆς ἀγροληψίας ἔχει ἀπεναντίας στενὴν σχέσιν κατ’ οὐσίαν μὲ τὸ συμβόλαιον τῆς ἑταιρίας καὶ τῆς ἐμφυτεύσεως, καθ’ ὅτι ὁ μὲν ἀγρολήπτης χορηγεῖ τὰ κεφάλαια καὶ τὴν ἐργασίαν, ὁ δὲ ἀγροδότης τὸ κτῆμα, καὶ οὕτω παράγεται τὸ ἀγροδοτικὸν κτῆμα, οὗτινος τὰ κέρδη διανέμονται οἱ συμβαλλόμενοι. Διαφέρει δὲ τῆς ἐμφυτεύσεως κατὰ τοῦτο μόνον, ὅτι ὁ ἀγρολήπτης εἰς τὴν ἀγροληψίαν χορηγεῖ εἰς τὸν ἀγροδότην μέρος τῆς παραγωγῆς, ἐν ᾧ εἰς τὴν ἐμφύτευσιν χορηγεῖ ὡρισμένον μέρος προϊόντων ἢ χρημάτων ἀνεξαρτήτως τῆς παραγωγῆς. Δὲν θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὰ περὶ ἐπιτροπῆς, περὶ Προβελεγίου, περὶ Μαρκορᾶ, περὶ, περὶ............ διότι ἐβαρέθηκα πλέον νὰ ἀκούω αὐτὰς τὰς αὐθεντίας, ὅσον ἀξιότιμοι καὶ ἂν εἶναι. Ἐσυνείθισα νὰ σκέπτωμαι ἐπὶ τῶν πραγμάτων μὲ τὸ σύστημα τῆς κεφαλῆς καὶ τῆς καρδίας μου, καὶ ὄχι νὰ δανείζωμαι τὰς καρδίας καὶ τὰς κεφαλὰς τῶν ἄλλων, διότι ἐπὶ τέλους ἄνθρωποι εἶναι καὶ οὗτοι. Ἔρχομαι λοιπὸν εἰς ἄλλο ἀντικείμενον. Μᾶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ὅτι κατὰ τὴν πρότασίν μου δὲν διαλύονται αἱ ἀγροληψίαι, ἀλλὰ διατηροῦνται, καὶ διὰ νὰ κρατύνῃ τὸ ἐπιχείρημά του, λέγει, τί ἄλλο γίνεται διὰ τῶν μετατροπῶν τοῦ εἰσοδήματος εἰς χρήματα εἰμὴ ἡ μεταβολὴ τῆς εἰσπράξεως καὶ ἡ διατήρησις τῶν ἀγροληπτικῶν σχέσεων, τὰς ὁποίας εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι νὰ καταταργήσωμεν; Μὲ συγχωρεῖ ὁ προαγορεύσας νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς καταργήσεως καὶ διαλύσεως τῶν ἀγροληψιῶν εἴμεθα πάντες σύμφωνοι, μὲ μίαν μόνον διαφοράν· ὁ κύριος Μπαλάνος, ὁ κύριος Κουρῆς καὶ ἡ κυρία ἐπιτροπὴ λέγουσι, θέλετε τὴν κατάργησιν καὶ τὴν διάλυσιν τῶν ἀγροληψιῶν, κύριοι χωρικοί; ἂς εἶναι, τὴν παραδεχόμεθα διὰ νὰ λείψωσι τὰ σκάνδαλα, ἀλλὰ πρέπει νὰ φύγητε ἀπὸ τὰ κτήματα, καὶ ἡ μερὶς τῆς ἰδιοκτησίας σας πρέπει νὰ μείνῃ εἰς ἡμᾶς ὡς ἀντίτιμον τῆς ἀπελευθερώσεώς σας (θόρυβος) Ἡμεῖς λέγομεν, ὄχι! τὰ κτήματα θὰ μείνωσιν εἰς ἡμᾶς, διότι εἰς ἡμᾶς ἀνήκουσι, καὶ θὰ σᾶς ἀποζημιώσωμεν διὰ τὰ ἐπ’ αὐτῶν δικαιώματά σας. Αὐτὴ ἡ μικρὰ διαφορὰ εἶναι, κύριοι, ἥτις μᾶς διαιρεῖ (γέλως). Ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τῶν σκέψεων τοῦ κυρίου Μπαλάνου συνίσταται εἰς τοῦτο, οἱ ἀγρολῆπται πρέπει νὰ φύγωσιν ἀπὸ τὰ κτήματα. Καὶ ἂν εἰκοσιπέντε χωρία τῆς Μέσης μένωσιν ἀκτήμονα, τί πρὸς τοῦτο; μὴ δὲν θὰ εὕρωσιν ἐργασίαν; Αὐτοὶ θὰ ἐργάζωνται εἰς τὰ κτήματα τῶν πρώην ἀγροδοτῶν. Τουτέστι, θέλει νὰ πλάσῃ ἕνα κόσμον περιμένοντα νὰ ζήσῃ ἐκ τῆς ὀρέξεως τῶν γαιοκατόχων· ὁπότε οὗτοι ἔχουν χρήματα ἢ εὐχαρίστησιν νὰ καλλιεργήσουν τὰ κτήματά των, τότε δύνανται καὶ οἱ κάτοικοι τῆς Μέσης νὰ τρώγωσιν· ὅταν δὲ οὗτοι δὲν ἔχουν χρήματα, ἢ ἀποφασίσουν νὰ μεταβάλουν εἰς δάσος τὰ κτήματά των διὰ νὰ πορίζωνται ἐκ τοῦ κυνηγίου ἀνεξόδους ὠφελείας (γέλως, τότε οἱ Μεσιῶται πρέπει νὰ τρώγωσι τὰς βαλάνους τοῦ δάσους τοῦ ἰδιοκτήτου. Ἀλλά, κύριοι, συμφέρει τὴν κοινωνίαν, συμφέρει τὸ Δημόσιον νὰ πλάσωμεν μίαν Ἰρλανδίαν ἐν τῷ κόλπῳ τοῦ Ἑλληνισμοῦ; Περὶ τούτου σᾶς ἀφίνω νὰ σκεφθῆτε· φρονῶ ὅμως ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν θέλουσι παραγνωρίσει τὰ καθήκοντά των, δὲν θέλουσι χαράξει μαύρας σελίδας τῆς κοινωνικῆς ἱστορίας τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δικηγορικὰ ἀξιώματα, ἀλλὰ τὰ ἀξιώματα τῆς ἱστορίας τοῦ λαοῦ. Τί ἔπραξαν ἐν Πρωσσίᾳ, ἐν Οὐγγαρίᾳ, ἐν Γερμανίᾳ, ἐν Μολδοβλαχίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ ὡς πρὸς τὴν λύσιν παρομοίων ζητημάτων; Ἐν Πρωσσίᾳ, κύριοι, δὲν ὑπῆρχον ἀγροληψίαι, ἀλλὰ κτήματα τῶν ἰδιοκτητῶν ἐλεύθερα, τὰ ὁποῖα ἐκαλλιέργουν ἄνθρωποι ἀνήκοντες οὐχὶ εἰς τὴν πολιτείαν ἢ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἀλλ’ εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἰδιοκτήτου, καὶ ἐν τούτοις οἱ μὲν καλλιεργοῦντες πολυετῶς τὰς γαίας ἔλαβον τὰ δύω τρίτα τοῦ κτήματος εἰς πλήρη ἰδιοκτησίαν των, οἱ δὲ προσωρινῶς, οἱ ὄντες δηλαδὴ μὴ διαρκεῖς καλλιεργηταὶ, ἔλαβον τὸ ἥμισυ τοῦ κτήματος. Ἐν Οὐγγαρίᾳ, Γερμανίᾳ καὶ Μολδοβλαχίᾳ οἱ καλλιεργηταὶ ἔλαβον τὰ κτήματα εἰς πλήρη ἰδιοκτησίαν ἐφ’ ὅρῳ ἀτόκου ἀποζημιώσεως τῆς ἀξίας αὐτῶν, ἐκτιμηθείσης κατὰ τὸ τρίτον τῆς πραγματικῆς. Ἐν Αὐστρίᾳ μάλιστα εἰς τὴν ἀποζημίωσιν ταύτην συνεισφέρει τὸ Κράτος καὶ τὰ τοπικὰ ταμεῖα τὰ δύω τρίτα τῆς ὁρισθείσης ἀποζημιώσεως πρὸς ἀνακούφισιν τῶν χωρικῶν. Ὅλα δὲ ταῦτα ἐγένοντο χάριν ἀνθρώπων, οἵτινες δὲν εἶχον οὐδὲν δικαίωμα ἰδιοκτησίας, οἵτινες δὲν εἶχον εἰς τὴν κυριότητά των οὔτε αὐτὴν τὴν ὕπαρξίν των· προκειμένου δὲ περὶ διαλύσεως συμβολαίων, δ’ ὧν παρεχωρήθη αἰωνίως ἡ διακατοχὴ καὶ ἡ ὑπεραξία τοῦ κτήματος οὐχὶ κατὰ χάριν, οὐχὶ λόγῳ φιλανθρωπίας, ἀλλὰ διότι συνεσωματώθησαν τὰ κεφάλαια τῶν καλλιεργητῶν μετὰ τοῦ ἀγόνου ἐδάφους καὶ παρήγαγον τὸ ἀγροληπτικὸν κτῆμα, ὅπερ ἡδύνει καὶ διεγείρει ἤδη τὴν ὄρεξιν τοῦ ἀγροδότου, δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ὁ ἀγρολήπτης εἰς τὴν κατοχὴν, ὑποχρεούμενος νὰ ἀποζημιώσῃ τὸν ἀγροδότην μέχρι λεπτοῦ, διότι δὲν ἐπιτρέπουσιν αὐτῷ αἱ δικηγορικαὶ ἕξεις; Εἶμαι, κύριοι, βέβαιος, ὅτι οὐχὶ ἡ βαρύτης τῆς δικηγορικῆς γνώμης, ἀλλ’ αἱ πολιτικαὶ ῥᾳδιουργίαι, αἱ πρὸ τοσούτων χρόνων χαλκευθεῖσαι, ἐπέδρασαν καὶ θὰ ἐπιδράσωσιν οὕτως, ὥστε νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασίς μου αὕτη, ἀλλὰ διαβεβαιῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι οἱονδήποτε ἄλλο σύστημα παραδεχθῇ, θέλει ναυαγήσει ὡς πρὸς τὰς ἀγροληψίας, ἐπειδὴ οὐδενός τὰ συμφέροντα ἱκανοποιοῦνται, μὴ παραδεχομένης τῆς Βουλῆς τὴν πρότασίν μου.
§40ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ λόγος, Κύριοι, ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν.
§41ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠξεύρετε σεῖς περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων.
§42ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω, ὅστις ἠγωνίσθην εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἀπὸ τὸ 1838; Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι ὀλίγας λέξεις, διότι ἐξωρίσθην εἰς ἐκεῖνον τὸν λαὸν καὶ δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ σιωπήσω. Κύριοι, πρόκειται περὶ ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἰδιοκτησία ἰδιοκτησίας διαφέρει, καὶ τὰς μὲν τῶν ἰδιοκτησιῶν θεωρῶ καὶ ἐγὼ ἱερὰς, τὰς δὲ, ἐὰν εἶχον δύναμιν καὶ ἐξουσίαν, ἤθελα τὰς μετατρέψει οὕτω καὶ ἤθελα εἴπει πρὸς τοὺς λαοὺς ἐκείνους λάβετε τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν πατέρων σας· ἀλλὰ δυστυχῶς ἠγέρθη ἀμέσως ὁ πόλεμος ὅταν ἐφάνη ἡ ἕνωσις, καὶ μία μερὶς ἀνθρώπων δὲν ἐξηρκέσθη νὰ μεταχειρισθῇ τὰ ἐθνικὰ ἐκεῖνα μέσα, ἀλλὰ κατέφυγε καὶ ἀλλαχοῦ ἀκόμη διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὸν τιμαριωτισμὸν καὶ δουλαγωγήσῃ αὐτὴν τὴν κοινότητα. Περὶ ἰδιοκτησίας πρόκειται· ἀλλὰ σᾶς ὑπομιμνήσκω, ὅτι ἔξωθεν τῆς Κερκύρας ὑπάρχει ἓν λαμπρὸν καὶ περιφανὲς οἰκοδόμημα· εἶναι κτισμένος ἐκεῖ εἷς χωρικὸς καὶ μέχρι τοῦδε φαίνονται τὰ ὀστᾶ του. Τί ἐντεῦθεν ἐξάγεται; ὅτι ὁ χωρικὸς ἐκεῖνος, καὶ εἶναι ὁ Σολωμὸς, ὅστις ἔγραφεν, ἦτο ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ λαμπροῦ ἐκείνου ὑποστατικοῦ. Τὰ ὑποστατικὰ τὰ ὁποῖα ἔχουν οἱ μεγάλοι κτηματίαι καὶ οἱ τιμαριοῦχοι εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δὲν τὰ προσέκτησαν ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου των, ὥστε ἡ ἰδιοκτησία αὐτῶν νὰ θεωρηθῇ ἱερὰ, ἀλλ’ ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ τὰ διήρπασαν βιαίως ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς, καὶ πολλοὶ τούτων ἔγειναν θύματα. Εἶναι ὁμολογούμενον, καὶ ὁμιλεῖ ὁ θεὸς τῶν νέων ποιητῶν περὶ τούτων καὶ λέγει, ὅτι εἰς τὴν δεῖνα οἰκίαν καὶ τὴν δεῖνα εὑρίσκονται τὰ ὀστᾶ τοῦ δεῖνος καὶ δεῖνος. Κάτωθεν τοὺς ἐνταφίαζον εἰς τὰ ὑπόγειά των καὶ σώζονται ὅλων τὰ ὀστᾶ. Δὲν σᾶς λέγω ψεύδη· καὶ προχθὲς, ὅταν ἐλάλησα, ἤθελα νὰ τὸ ἀποφύγω, καὶ σήμερον ἐβράδυνα νὰ ἔλθω εἰς τὴν Βουλὴν, νομίζων ὅτι θὰ εὕρω τὸ ζήτημα περαιωμένον, ὥστε νὰ μὴ ἀνέλθω τὸ βῆμα.—Ἰδιοκτησία λοιπὸν τῆς ἰδιοκτησίας διαφέρει· ἐὰν μεταβῆτε εἰς τὴν Κέρκυραν, θὰ ἴδετε, ὅτι ἡ περιουσία αὐτὴ, ἡ ἰδιοκτησία ἐν γένει, ἡ μὲν ὡς τιμάριον, ἡ δὲ οὕτως ἢ ἄλλως ἀνήκει εἰς ὀλίγους τινὰς, οἱ δὲ χωρικοὶ δὲν ἔχουν τίποτε· τοῖς παρέχουν αὐτὰς τὰς ἐκμισθώσεις· ἀλλ’ ἠξεύρετε πῶς γίνονται; πρέπει νὰ καλλιεργήσῃ; θὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν· νὰ θερίσῃ; ἐπίσης (θόρυβος).
§43ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂς φύγουν, καὶ ἂς ὑπάγωσιν εἰς τὴν Γαστούνην, ὅπου εἶναι τόσαι γαῖαι (θόρυβος).
§44ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Οἱ χωρικοὶ τῆς Μέσης δὲν ἔχουν χρείαν νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν Γαστούνην, ὡς οἱ συμπατριῶταί σου. Αὐτοὶ ἔχουν τὰ κτήματα τῶν γονέων των καὶ ταῦτα θέλομεν νὰ ἀσφαλίσωμεν ἀπὸ τοὺς ὄνυχας τῶν ἁρπακτικῶν χειρῶν τῶν ὑπὸ τοῦ κυρίου Κουρῆ καὶ Ζερβοῦ προστατευομένων αἰσχροκερδῶν τοκογλύφων. Ἡ Μέση εἶναι ὁ τόπος τῆς γεννήσεώς μου, τὸν ὁποῖον, κατὰ δυστυχίαν του, ἔμεινα μόνος ἐγὼ νὰ ὑπερασπίσω μὲ τὴν βοήθειαν ἑνὸς μόνου βουλευτοῦ Κερκύρας, τοῦ κυρίου Κωσταντᾶ, ὅστις ἐξ ἀρχῆς ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς τῶν χωρικῶν τῆς Νήσου. Σὲ παρακαλῶ νὰ μὴ προσβάλῃς αὐτὸν τὸν τόπον.
§45ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δύναται οὐδεὶς νὰ ἀφήσῃ τοὺς τάφους τῶν πατέρων του καὶ νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Γαστούνην, ἐκεῖ ὅπου τὸν προσκαλεῖτε ὑμεῖς· καὶ δὲν ἠξεύρω ἐὰν ὑπάρξῃ Κέρκυρα ἕως τότε. Ἡ Μέση, περὶ ἧς ὁ λόγος, δὲν εἶναι ὅπως ἠθέλησαν νὰ τὴν χαρακτηρίσουν τινὲς, εἷς φακὸς τόπου. Ἀπεναντίας ἔχει ἱκανὴν ἔκτασιν καὶ 24 χιλιάδας ψυχῶν· ὥστε ἐδῶ πηγαίνει διὰ νὰ καταπιεσθῇ τὸ μεγαλείτερον καὶ ἰσχυρότερον, οὕτως εἰπεῖν, μέρος τῆς Κερκύρας, καὶ ὅταν καταστήσητε αὐτοὺς φερεοίκους καὶ εἵλωτας, δὲν ἠξεύρω πλέον ἐὰν ὑφίσταται Κέρκυρα· διότι ἐνδεχόμενον καὶ ἐκεῖνοι νὰ ἔλθουν εἰς τὴν ἀπελπισίαν καὶ νὰ εἴπουν, ἀντὶ νὰ δουλεύωμεν αἰωνίως ἂς ὑπάγωμεν ἐκεῖ ὅπου μᾶς καλεῖ ὁ κ. Γόντικας, εἰς Γαστούνην, ὅπου εἶναι μέρος ἐκτεταμένον. Οἱ ἀξιότιμοι Ἑπτανήσιοι καὶ κυρίως οἱ Κερκυραῖοι γνωρίζουν τὰ καθέκαστα· ἠξεύρουν, ὅτι ποτὲ δὲν ὑπῆρχον τιμάρια, ὅτι δὲν ὑπῆρχον μεγάλοι ἰδιοκτῆται· ἠξεύρουν ἐπίσης, ὅτι ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ μεγάλοι ἰδιοκτῆται, οἱ κατηραμένοι ἐκεῖνοι, τίποτε ἄλλο δὲν κάμνουν παρὰ μόνον νὰ ἐργάζωνται μέχρι τινὸς πρὸς δούλωσιν τῆς πατρίδος των· καὶ ἂν ἠγέρθη φωνὴ ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ἐὰν ἔγεινεν ἡ ἕνωσις, ἔγεινεν ἕνεκα τῶν ἐνεργειῶν τῶν χωρικῶν. Λοιπὸν ποῖον θὰ εἶναι τὸ ἄρθρον αὐτό; νὰ τοὺς ἀφήσωμεν καὶ πάλιν εἰς τὴν θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται· τί ἐκέρδησαν τότε; — Ὑποστηρίζων λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ κ. Κωνσταντᾶ, παρατηρῶ καὶ παρακαλῶ νὰ τὴν ἐννοήσῃ ὅλη ἡ Βουλὴ, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ ἀναπτυχθῶ ἀκόμη, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τῆς Ἑπτανήσου δὲν εἶναι ὅπως τῶν ἄλλων, ἀλλὰ λάφυρον καὶ ἁρπαγή.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, θὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κ. Κωσταντᾶ. «Ἡ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον διάλυσις τῶν ὑφισταμένων ἀγροληψιῶν καὶ ὑπαγροληψιῶν γίνεται μετατρεπομένης τῆς ἀγροληπτικῆς προσόδου εἰς ἐτησίους χρηματικοὺς κανόνας κατὰ τὰ ἐγχώρια ἔθιμα Κερκύρας».
§47ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ δευτέρα πρότασίς μου, Κύριοι, ἥτις θέλει ψηφισθῆ ἐν περιπτώσει ἀποῤῥίψεως τῆς πρώτης, εἶναι αὕτη· «Ἡ διαίρεσις τῶν ἀγροληψιῶν γίνεται διανεμομένης τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῆς νομῆς τοῦ κτήματος κατὰ τὰ ἔθιμα Κερκύρας».
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρώτην πρότασιν, τὴν ἠκούσατε· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν, ὡς ἀνεγνώσθη, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοὶ)· ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀντίθετον· οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κωσταντᾶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί)· ὑπάρχει καὶ πάλιν ἀμφιβολία· λοιπὸν γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Κωσταντᾶ λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, δὲν ὑπάρχει ἀπαρτία.
§50ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία αὔριον. (Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 5 Μ. Μ.)