1867.10.16
1,322 rows · 10,544 words · 163 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 13
Τῆς 16 Ὀκτωβρίου 1867.
(Δευτέρα).
Ὥρα 12½ Μ. Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν ἀνάγνωσιν διαφόρων ἐγγράφων.— Μᾶς ἐδόθη ἀναφορὰ Κ. Ῥοσολύμου, Ζακυνθίου, αἰτουμένου παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ συστήσῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς δημοσίας ἐκπαιδεύσεως ὅπως δώσῃ αὕτη πληροφορίας περὶ τῶν ἀγγελιῶν, ἃς εἶχε δώσει εἰς τὸ ὑπουργεῖον περὶ ἐκδόσεως Ἀγγλο–Ἰταλο–Ἑλληνικοῦ λεξικοῦ.
§4ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸ ἀρχεῖον.
§5ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Βέβαια. Τί ἐργολαβίαν θὰ κάμωμεν ἐδῶ;
§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, διότι δὲν ἠξεύρομεν τί τρέχει.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα Ν. Παντολέοντος, δικηγόρου, περὶ ἐκτυπώσεως ἐν τῷ Ἐθνικῷ τυπογραφείῳ τῆς πέρυσιν ὑποβληθείσης ἐκθέσεώς του περὶ τῆς δίκης τοῦ Λαυρίου. —Εἶχεν ἀποφασίσει ἡ Βουλὴ νὰ ἐκτυπωθῇ πέρυσι καὶ δὲν ἐξετυπώθη.
§9ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§10ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Νομίζω, ὅτι ἔχομεν μίαν ἔλλειψιν νὰ παρατηρήσωμεν εἰς μίαν ἐπιτροπήν. Τὸ Σύνταγμά μας διατάττει ἐντὸς τῆς πρώτης συνόδου νὰ ἐκδοθῇ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν.—Εὑρίσκομεν ἐν τῇ σελίδι 18ῃ καὶ 19ῃ τῶν πρακτικῶν μας τῆς παρελθούσης συνόδου, ὅτι ἐγένετο λόγος ἐκ μέρους πολλῶν περὶ ὑποβολῆς τοιούτου νόμου· τὸ ἀποτέλεσμα ἦτο· «Μετά τινας δ’ ἄλλας παρατηρήσεις ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ προτάσει τινὸς ἀπεφάνθη ὅπως ἡ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐπιτροπὴ φέρῃ προσεχῶς ἔκθεσιν ἐπὶ τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος ἐκκρεμοῦς προτάτεως περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν». Παρεκαλέσαμεν λοιπὸν τότε τὴν ἐπιτροπὴν καὶ τὴν παρακαλοῦμεν καὶ ἐφέτος νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της. Προσέτι καιρὸς εἶναι νὰ ὑποβληθῇ καὶ νομοσχέδιον περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων.
§11Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Θέλει παρουσιασθῆ ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§12ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Παρατηρῶ, Κύριοι, τὸ ἑξῆς. Αἱ ἐπιτροπαὶ δὲν ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ὑποβάλλουν νομοσχέδια· ἔχουν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐξετάζουν τὰ εἰς αὐτὰς παραπεμπόμενα καὶ νὰ ὑποβάλλωσι τὰς ἐκθέσεις των. Ἡ ἐπὶ τῆς δικ. ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος, ἐξήτασε τὰ νομοσχέδια τὰ ὁποῖα τῆς ὑπεβλήθησαν περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν καὶ εὗρεν ἐν τῇ κρίσει της, ὅτι αὐτὰ δὲν εἶναι παραδεκτὰ, καὶ τοιαύτην ἔκθεσιν ὑπέβαλε πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους. Τώρα ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ ἀντικαταστήσῃ νομοσχέδιον εἰς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον; Ἂν εἷς ἐκ τῶν κυρίων βουλευτῶν νομίζῃ ὅτι πρέπει νὰ ὑποβληθῇ τοιοῦτος νόμος, ποῖος τὸν ἐμποδίζει νὰ τὸν ὑποβάλῃ; Ἀλλὰ νὰ ἐπιβληθῇ ἡ ὑποχρέωσις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ φέρῃ νόμον, τοῦτο δὲν τῇ ἐπιβάλλεται ὑπ’ οὐδενὸς νόμου, οὔτε ὑπὸ τοῦ κανονισμοῦ.
§13ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΗΣ. Συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, ἂν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν ἐπιτροπὴν εἰς τὸ βάρος αὐτό· ἀλλὰ, Κύριοι, ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὴν δύω νομοσχέδια, καὶ τὸ μὲν τὸ ἀπέῤῥιψεν ἐν γένει, εἰς δὲ τὸ ἄλλο ἐπέφερε παρατηρήσεις, ὅτι περιέχει πολλὰ κενά. Εἰς τοῦτο τὸ δεύτερον ἡ ἐπιτροπὴ μοι φαίνεται, ὅτι ἔπρεπε νὰ σημειώσῃ αὐτὰ τὰ κενὰ μέρη καὶ φέρῃ τὸ τελειότερον διότι εἶπεν, ὅτι ἔχει ἐλλείψεις, ἀλλὰ τὰς ἐλλείψεις αὐτὰς δὲν τὰς κατέδειξε.
§14ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Οἱ κύριοι βουλευταὶ, οἵτινες ὑπέβαλον αὐτὰ τὰ νομοσχέδια εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἂς τὰ ὑποβάλουν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ θέλει φέρει τὰς παρατηρήσεις της.
§15ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ὑπεβλήθη καὶ ἓν νομοσχέδιον του σοφοῦ ἀνδρὸς Κ. Διομήδους Κυριακοῦ.
§16ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, καὶ πέρυσι τὸ εἶπον καὶ ἐφέτος τὸ λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑποχρεωμένη δυνάμει τοῦ Συντάγματος νὰ φέρῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον. Ὅταν τὸ Σύνταγμα ἔχῃ ῥητῶς, ὅτι εἰς τὴν πρώτην βουλευτικὴν σύνοδον πρέπει νὰ ὑποβληθῇ νόμος περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν, τότε δὲν ἐνόμισεν, ὅτι εἷς βουλευτὴς ἔχει τὴν δύναμιν νὰ παρουσιάσῃ τοιοῦτον ὑποχρεωτικὸν νομοσχέδιον. Ὁ νόμος ἀφῆκε τὴν ἠθικὴν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν παροῦσαν, διότι αὐτὸν τὸν τύπον δὲν ἠθέλησε νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ κἀμμία κυβέρνησις, καὶ φαίνεται, ὅτι δὲν συμφέρει εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔρχονται ὑπουργοὶ, τοιοῦτος νόμος. Ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ παρουσιάσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, διότι ἂν τὸ παρουσιάσῃ εἷς βουλευτὴς, ὅταν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὴν πλειονοψηφίαν, τὸ πολεμήσῃ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ. Ὥστε ὅλαι αἱ παρατηρήσεις τῶν προλαλησάντων εἶναι μάταιαι. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν κ. Πρωθυπουργὸν νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καθὼς καὶ εἰς τὸ κερκυραϊκὸν ζήτημα, διότι ἕως πότε θὰ εἶναι πρωθυπουργός; ἠμπορεῖ νὰ εἶναι ἕνα χρόνον, δύω (γέλως), ἀλλ’ ὄχι διὰ πάντα, καὶ θέλει ἔχει τότε τὸ συμφέρον νὰ τιμωρῶνται ἐκεῖνοι οἱ ὑπουργοὶ οἵτινες θὰ τὸν διαδεχθοῦν· διότι, Κύριοι, πέρυσιν ἔπαυσε δημάρχους καὶ ἐτιμωρήθη τὸ ὑπουργεῖον, ἀλλ’ ἔχει τὸ συμφέρον καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις σήμερον, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔπραξε τὸ αὐτὸ νὰ τιμωρηθῇ. Παρακαλοῦμεν λοιπὸν τὴν Κυβέρνησιν ὡς καλὸν διαχειριστὴν τῶν κοινῶν νὰ παρουσιάσῃ τοιοῦτον νομοσχέδιον.
§17ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὅλοι οἱ βουλευταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἐκπληρῶσι τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τοῖς ἐπιβάλλει εἴτε ἡ Βουλὴ εἴτε τὸ Σύνταγμα. Αἱ ἐπιτροπαὶ εἶναι ὑποχρεωμέναι νὰ ἐκτελῶσι τὰς ἐργασίας ἐκείνας τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς αὐτάς. Δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ συντάξῃ ἕνα νόμον, ἀφ’ οὗ τῆς ὑπεβλήθη διὰ νὰ τὸν προεξεργασθῇ καὶ κατόπιν λέγει, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν στηρίζεται εἰς τὸ δίκαιον. Διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ συγκροτεῖται ἐξ ὅλων τῶν νομικῶν, καὶ νομίζω ὅτι εἶναι τὸ ἄνθος τῆς Βουλῆς. Ὅταν αὐτοὶ δὲν ἀσχολοῦνται εἰμὴ ἂν τοὺς παρακαλέσωσι, δὲν θὰ ἔχωμεν οὐδέποτε νόμον τοιοῦτον. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον εἶπέ τις, ὅτι νὰ ὑποβάλῃ τὸ ὑπουργεῖον νόμον, καὶ τί ἀνάγκην ἔχει τὸ ὑπουργεῖον; ποτὲ δὲν θέλει ὑποβάλει νόμον περὶ εὐθύνης του. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις πρέπει νὰ ἀνατεθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ αὐτὴ εἶναι ἀξία καὶ δύναται ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ αὐτὸν τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ὁ κ. Μπαλάνος πιστεύω ὅτι ἔχει κατηρτισμένον ἐν τῷ νῷ.
§18Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νομοσχέδιον περὶ εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν νομίζω ὅτι ὑπάρχει καὶ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον συνέταξεν ὁ κ. καθηγητὴς τοῦ Πανεπιστημίου Διομήδη Κυριακοῦ τὸ ὁποῖον εἶναι γνωστὸν εἰς τοὺς αἰτιωμένους τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης. Διατί δὲν ζητοῦν νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν; Ἂς μὴ περιμένουν ἀπὸ τὴν ἐπιτροπήν· φρονοῦμεν ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἶναι ὑπόχρεως νὰ φέρῃ νομοσχέδιον· δικαίωμα μόνον ἔχει, ἀλλ’ ἂν νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ νομοσχέδιον συμπληροῦν τὰ ἐλλειπῆ, ὅταν ἔλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν ἕν νομοσχέδιον, θέλει ὑποδείξει τὰς ἐλλείψεις καὶ θέλει ἐπιφέρει τὰς ἰδέας της.
§19ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ 78 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ῥητῶς λέγει, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ νόμος ἐντὸς τῆς πρώτης συνόδου κτλ. Τοῦτο δὲ εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν βουλευτὴν, διότι σᾶς φέρω ἕνα παράδειγμα· ὁ βουλευτὴς ἠμπορεῖ καὶ νὰ ἀποθάνῃ, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀποθνήσκει ποτέ.
§20ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ πάλιν λέγω, ὅτι ἀφ’ οὗ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς λέγουν, ὅτι εἶναι τρία νομοσχέδια, ἡ ἐπιτροπὴ μὴ ἔχουσα γνῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, νὰ παρακληθῇ νὰ πάρῃ αὐτὰ τὰ τρία νομοσχέδια καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ μᾶς φέρῃ ἕνα σκελετόν. Διὰ τοῦτο ἐξελέχθησαν οἱ εἰδημονέστεροι, διὰ νὰ φέρουν ἕνα σχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ συζητηθῇ ἐδῶ.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ ἐπιφορτισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συντάξῃ ἓν σχέδιον;
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ ά) τὸ περὶ τροποποιήσεως τῶν περὶ ἐκτελέσεως διατάξεων τῆς πολ. Δικονομίας· εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις.
§24ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ περὶ σιδηροδρόμου νὰ ἀναγνωσθῇ.
§25ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, προχθὲς ὑπέβαλον μίαν πρότασιν, καὶ ἡ Βουλὴ διέταξε νὰ τυπωθῇ· διατί λοιπὸν δὲν ἐτυπώθη οὔτε διενεμήθη;
§26ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι καλὸν αὐταὶ αἱ τροπολογίαι αἱ ἐπὶ τῆς Πολ. Δικονομίας νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν ἀφ’ οὗ πολλοὶ τῶν κυρίων βουλευτῶν δὲν τὰς ἔλαβον, διότι ὀφείλομεν νὰ μελετήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σπουδαίου ἀντικειμένου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη, διενεμήθη· ἤδη εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Ν’ ἀναβληθῇ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις. Ἐνταῦθα ἀνεγνώσθη καὶ ἐγένετο δεκτὸν ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ περὶ κυρώσεως τῆς μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοῦ Ἐδουάρδου Πίκεριγκ συμβάσεως περὶ συστάσεως σιδηροδρόμου μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νομοσχέδιον διὰ πρώτην φοράν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὸ περὶ βαθμιαίας ἐκκαθαρίσεως τῶν κτηματικῶν καὶ ὑποθηκικῶν σχέσεων ἐν Κερκύρᾳ. Εἴμεθα εἰς τὸ 5 ἄρθρον. Ἄρθρον 5. «Οἱ ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν καὶ κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἀπὸ 3 Ἀπριλίου 1830 ΚϚʹ. νόμου τοῦ τρίτου κοινοβουλίου ἀπαλλαγέντες τῶν τιμαριωτικῶν δασμῶν καὶ ὑποχρεώσεων πρώην τιμαριοῦχοι λαμβάνουσι, πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ ἀγρολήπτου, ἐμφυτευτοῦ ἢ ἐδαφονομέως πληρονομένην πρόσοδον, καὶ λόγῳ ἀποζημιώσεως, παρὰ τῆς ἐγχωρίου διοικήσεως, κατ’ ἔτος ἢ κατὰ διετίαν τὸ ποσὸν εἰς ὃ ἀποβαίνουσιν αἱ ὑπὲρ τῶν ἀγροληπτῶν, ἐμφυτευτῶν ἢ ἐδαφονομέων ὁρισθεῖσαι πιστώσεις.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§30ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Παρετηρήθη προχθὲς ὑπὸ τοῦ κ. Μπαλάνου, ὅτι αἱ λέξεις «ἐντὸς τῶν νομίμων προθεσμιῶν» εἶναι σολοικισμὸς, καὶ ὅτι ἔπρεπε νὰ μεταβληθῇ οὕτως, «ἡ ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν τοῦ νόμου» τὴν τροπολογίαν ταύτην παραδεχόμεθα πάντες. Μετὰ ταῦτα κατὰ λάθος ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξε τὴν τελευταίαν περίοδον τοῦ ἄρθρου εἰς τρόπον ὥστε κατ’ ἔτος θὰ ἀποδίδεται ὁλόκληρον τὸ κεφάλαιον τῆς ἐκπτώσεως τοῦ κεφαλαίου τῶν δύο τρίτων. Πολὺ δὲ ὀρθῶς παρετήρησεν, ὅτι πρέπει νὰ διορθωθῇ ἡ φράσις οὕτω· «τὸν πρὸς 4% τόκον ἐπὶ τοῦ ποσοῦ εἰς ὃ ἀναβαίνουσιν αἱ ἐκπτώσεις.» Προσθέτω δὲ, ὅτι πρὸς σαφήνειαν τῆς τελευταίας περιόδου νὰ προστεθῇ μετὰ τὴν λέξιν «ὁρισθεῖσαι» ἡ λέξις «τιμαριωτικαὶ» διὰ τὸν ἀκόλουθον λόγον. Κατὰ τὴν προχθεσινὴν συνεδρίασιν ἀρκούντως συνεζητήθη ἡ φράσις τοῦ πέμπτου ἄρθρου εἰς ὃ ἀναβαίνουσιν αἱ ἐκπτώσεις. Πλὴν ἕως νὰ φέρωμεν τὴν συλλογὴν τῶν Ἰονίων Κοινοβολευτικῶν Νόμων ἐκ τῆς βιβλιοθήκης τοῦ προεδρείου παρετηρήθη, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἦτον ἐν ἀπαρτίᾳ, ἡ δὲ συνεδρίασις διελύθη καὶ ἡ Βουλὴ δὲν ἀπεφάνθη. Ἔρχομαι λοιπὸν σήμερον ἐκ νέου ἐπαναλαμβάνων, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ λέξις «τιμαριωτικαὶ» πρὸ τῆς λέξεως «ἐκπτώσεις» ὅπως ἀρθῇ πᾶσα ἐνδεχομένη παρεξήγησις. Συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ἐκθέσω τοὺς λόγους, οἵτινες προκύπτουσιν ἐκ τῶν Κοινοβουλευτικῶν Νόμων ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου. Ἐν πρώτοις σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον τρίτον τοῦ 67 Νόμου τοῦ δευτέρου Κοινοβουλίου. Ἰδοὺ τὶ λέγει· «Τὸ εἰσόδημα τὸ λεγόμενον «λιβίλλον» (ἤτοι κανόνας) ὁποίας λογῆς καὶ ὁποίου ὀνόματος καὶ ἂν εἶναι, ὁποῦ κατάγεται καὶ ἀνῆκεν εἰς φέουδον (ἤτοι προέρχεται ἀπὸ τιμαριωτικὰ κτήματα) θὰ πληρόνεται εἰς τόσα ἄσπρα, καταβάζοντες ἀπὸ τὴν τιμὴν τῶν καπιταλίων ὁποῦ περιλαμβάνονται μέσα εἰς τὰ συμφωνητικὰ ὁποῦ ἔγειναν μεταξὺ τῶν φεουδούχων· 1) τὸ τέταρτον, κατὰ τὸ ἐκ παλαιᾶς συνηθείας δικαίωμα ὁποῦ ἐπικρατεῖ εἰς Κορφούς· 2) τὰ καπιτάλια ὁποῦ ἀνταποκρίνονται μὲ τὸ τέσσαρα τὰ ἑκατὸν εἰς τὰ δύο τρίτα τοῦ δοσίματος ὁποῦ ἐπληρόνετο εἰς τὴν Αὐθεντίαν (κυβέρνησιν) ἀπὸ τὸν κάθε φεουδοῦχον». Ὁμοίως τὸ ἄρθρον τέταρτον τὸ ἀφορῶν τὰς ἀγροληψίας ὁρίζει ὅτι· «Τὰ μερίδια τῶν σέμπρων θὰ πληρόνωνται εἰς τόσα ἄσπρα ξετιμόνοντας τὸ ὑποστατικὸν ὁποῦ ἀνῆκεν εἰς τὸν φεουδοῦχον κατὰ τὸ δικαίωμα τῆς παλαιᾶς συνηθείας τῶν Κορφῶν... καὶ ἀπὸ τὴν τιμὴν ταύτην κάμνοντας τοὺς ἄνωθεν καταιβασμοὺς (δηλ. τὸ τέταρτον ἢ τὰ ⅔ τοῦ φόρου).» Προτοῦ προχωρήσωμεν ἂς σπουδάσωμεν τὰς ῥήσεις τῶν ἄρθρων τούτων. Ταῦτα ὁρίζουσιν, ὅτι οἱ ἔχοντες εἰσοδήματα καταγόμενα ἐκ τιμαριωτικῶν δικαιωμάτων θέλουσι λάβει τὴν ἀξίαν τῶν κανόνων καὶ μερίδων, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττον, ἀφ’ οὗ ἀφαιρεθῇ ἐξ αὐτῶν πρῶτον, τὸ τέταρτον, δεύτερον, τὰ ⅔ τῆς ἀξίας τοῦ φόρου, ὃν εἰσέπραττεν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ αἱ δύω αὗται ἐκπτώσεις γίνονται οὐχὶ αὐθαιρέτως· γίνονται δυνάμει τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων τοῦ κτηματολήπτου, ὅστις, κατὰ τὸν νόμον, ἐν περιπτώσει μετατροπῆς ἢ ἐξαγορᾶς τοῦ εἰσοδήματος ἔχει δικαίωμα νὰ ἀμειφθῇ μὲ τὸ ἓν τέταρτον τῆς ἀξίας ταύτης. Ὁ νόμος λέγει ῥητῶς κατὰ τὸ ἐκ παλαιᾶς συνηθείας δικαίωμα. Ἡ δευτέρα ἔκπτωσις γίνεται, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις ἐδώρει εἰς τοὺς γεωργοὺς τὰ ⅔ τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον εἰσέπραττε. Τώρα ἡ Κυβέρνησις τί ἔπραξε διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ 26 Νόμου τοῦ Γʹ Κοινοβουλίου; Ἐπειδὴ, λέγει, αἱ μετατροπαί, τὰς ὁποίας ὁρίζει ὁ Νόμος 67 τοῦ Βʹ Κοινοβουλίου, δὲν πραγματοποιοῦνται, διὰ τοῦτο ὅστις τῶν τιμαριούχων πληρώσῃ τὸ κεφάλαιον τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς ἓξ τοῖς ἑκατὸν εἰς τὸν πληρονόμενον φόρον, δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο ὅπως καταστῇ τὸ τιμάριον ἐλευθέρα περιουσία του. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἐπώλησε τὸ δικαίωμά της, ἤτοι τὴν ἔκπτωσιν τοῦ φόρου, ἣν ἐχάριζεν εἰς τὸν γεωργὸν, ἐπώλησε τὰ ⅔, τὰ ὁποῖα ἐχάριζεν εἰς τὸν γεωργὸν, καὶ τὸ ἕτερον τρίτον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐχάριζεν εἰς τὸν γεωργὸν, δὲν ἐπώλησε, καὶ τὸ τέταρτον ὀλιγώτερον, ὅπερ ἀπολαμβάνουσιν οἱ γεωργοὶ λόγῳ κεκτημένου δικαιώματος καὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῆς καλῆς πίστεως τῆς συνηθείας, δυνάμει τῆς ὁποίας συνωμολογήθησαν τὰ ἀρχαῖα συμβόλαια· δὲν ἔπραξε τοῦτο, ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο νὰ σφετερισθῇ ὅ,τι δὲν τῇ ἀνῆκεν. Ἀκούσατε τί λέγει τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ εἰκοστοῦ ἕκτου Νόμου τοῦ Γʹ Κοινοβουλίου. «Ὅλα τὰ κτήματα τὰ ἀνήκοντα εἰς τιμάρια πάσης κατηγορίας θέλουσι γείνει ἐλεύθερα καὶ ἀφορολόγητα καθ’ ὃν χρόνον καὶ ὅρον ὁρίζουσιν αἱ διατάξεις τοῦ Νόμου, ὅταν οἱ τιμαριοῦχοι πληρώσωσιν εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον τὸ κεφάλαιον τὸ ὁποῖον ἀναλογεῖ πρὸς ἓξ τοῖς ἑκατὸν εἰς τὸν φόρον ὃν ἐπλήρονον εἰς τὴν Κυβέρνησιν». Τί λοιπὸν ἐπώλησεν ἡ Κυβέρνησις; τὸν εἰσπραττόμενον φόρον, ὄχι καὶ τὸ τέταρτον τῆς ἀξίας, ὅπερ κατὰ τὸν 67 Νόμον ἀνῆκεν εἰς τοὺς γεωργοὺς, οὐχὶ ὡς δωρεὰ, ἀλλ’ ὡς ἰδιοκτησία ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστος. Ἐὰν λοιπὸν εἴπωμεν ἁπλῶς «ἐκπτώσεις,» δὲν ἐκκαθαρίζομεν τὸ ζήτημα· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «τιμαριωτικαί».
§31ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅταν γείνῃ δεκτὴ ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν προχθὲς νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ τὴν ὁποίαν σήμερον ἠσπάσθη καὶ ὁ Κ. Κωσταντᾶς, ὅτι ἐδῶ πρέπει νὰ μείνωμεν, νὰ ἐξαλείψωμεν δηλ. τὸ «νομίμως» καὶ νὰ προσθέσωμεν ὅτι πληρόνεται ὁ τόκος ὁ πρὸς 4%. Ζητεῖ τώρα ὁ Κ. Κωσταντᾶς πρὸ τοῦ «ἐκπτώσεις» νὰ θέσωμεν «τιμαριωτικαὶ ἐκπτώσεις». Ποῖαι εἶναι αὐταί; Ἡμεῖς ἐννοοῦμεν τὰς δύω ἐκπτώσεις, περὶ ὧν γίνεται λόγος ἐν ἄρθρῳ 3.
§32ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, ὄχι, μίαν. Σᾶς ἐνόησα ἐξ ἀρχῆς (θόρυβος).
§33ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὄχι· τὰς δύω ἐκπτώσεις θὰ ἐνεργήσωμεν. Ἀλλὰ λέγει ὁ Κ. Κωσταντᾶς, ὅτι ἔχει μίαν ἔκπτωσιν· πρῶτον λοιπὸν, δὲν εἶναι ἡ ἔκφρασις ὀρθὴ, καὶ δεύτερον καὶ ἡ ἰδέα. Περὶ τίνων κτημάτων πρόκειται σήμερον; περὶ τῶν τιμαριωτικῶν. Ἐνθυμεῖσθε ὅτι αὐτὰ τὰ κτήματα διῃρέθησαν εἰς δύω κατηγορίας, κτήματα τὰ ὁποῖα ἐξακολουθοῦν νὰ εἶναι βεβαρυμένα, καὶ κτήματα, τὰ ὁποῖα ἀπηλλάγησαν αὐτῶν τῶν ὑποχρεώσεων διὰ καταβολῆς γενομένης εἰς τὴν ἐγχώριον κυβέρνησιν. Ἐκανονίσαμεν τὰ πρῶτα καὶ εἴπομεν, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσι δύω ἐκπτώσεις, «νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ 25% καὶ τὸ κεφάλαιον τὸ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὰ ⅔ τοῦ φόρου.» Αὐτὰς τὰς δύω ἐκπτώσεις λέγομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ εἰς τὰ ἄλλα κτήματα, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν ἀγροληπτῶν καὶ ἄνευ βλάβης τῶν ἀπαλλαξάντων τὰ κτήματά των. Διατί; διότι ὁ ἰδιοκτήτης, καταβαλὼν ὅ,τι ὁ νόμος ἐπέβαλεν εἰς αὐτὸν, ἀπήλλαξεν αὐτὸ τὸ κτῆμα τῶν τιμαριωτικῶν ὑποχρεώσεων· καὶ ἐὰν ὁ νόμος μὲ λέγῃ, ἐὰν τὸ κτῆμα τὸ δημόσιον θελήσῃς νὰ τὸ καταστήσῃς ἰδιωτικὸν, πρέπει νὰ καταβάλῃς τὸ δεῖνα ἀντικείμενον, καὶ τὸ καταβάλλω, τότε παύει νὰ εἶναι δημόσιον. Λοιπὸν ἡ σχέσις, ἡ ὁποία θὰ ἐξετασθῇ μεταξὺ ἐμοῦ τοῦ λήπτου εἶναι σχέσις μεταξὺ ἰδιοκτήτου κτήματος πρὸς τὸν καλλιεργητὴν αὐτοῦ. Θέλετε λοιπὸν δικαιοσύνην; ἂς εἴπωμεν, οἱ ἀπαλλάξαντες τὰ κτήματά των διὰ τῆς καταβολῆς τοῦ δυνάμει τοῦ Νόμου ἀντιτίμου ἔρχονται εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀπολύτου κυρίου. Ἀλλὰ τότε ποῦ θὰ φθάσωμεν; οἱ ἀγρολῆπται θὰ ζημιωθοῦν, διότι πρόκειται περὶ σχέσεων μεταξὺ ἰδιοκτητῶν πρὸς καλλιεργητὰς, καὶ θὰ τοὺς εἴπωμεν ὅτι οὐδεμίαν ἔκπτωσιν θὰ ἐνεργήσωμεν. Ἀλλ’ ἐσκέφθημεν ἄλλως. Εἴπομεν, ἂς μὴ ἐπιβαρυνθοῦν οἱ καλλιεργηταὶ, ὁ Νόμος ἂς εἶναι ἐπιεικής· λοιπὸν ὁποίαν ὠφέλειαν λαμβάνει ὁ ἀγρολήπτης τοῦ μὴ ἀπαλλαγέντος τιμαριωτικοῦ κτήματος ἂς τὴν λάβῃ καὶ ὁ ἀγρολήπτης τοῦ τιμαριωτικοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἤδη ἐλεύθερον. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν ὠφέλειαν ἑνὸς μόνου, πρέπει νὰ ἰσοζυγίζωμεν τὰ πράγματα· αὐτὴν τὴν ὠφέλειαν τὴν ἐξάγομεν ἀπὸ τὸ βαλάντιον τοῦ τιμαριώτου καὶ πρέπει νὰ τὸν ἀποζημιώσωμεν. Τὸν προαποζημιοῦμεν λοιπὸν διὰ τῶν διατάξεων αὐτῶν, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἐγχώριος Διοίκησις ἔλαβε τὸ ἀντίτιμον, ὅπερ δωροῦμεν εἰς τοὺς λήπτας, ἂς πληρώσῃ τὸ ἀντίτιμον ἡ ἐγχώριος Διοίκησις. Ἐσυζητήσαμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο διὰ μακρῶν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὅλοι ἐμείναμεν σύμφωνοι, καὶ ἴδατε, ὅτι προχθὲς, ὅτε ἀνεγνώσθη τὸ ἄρθρον, εἴπομεν ὅλοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ κάμνῃ τις τροπολογίας, ἀλλ’ ἐν τούτοις δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὁριστικῶς παρεδέχθημεν καὶ εὕρομεν ὅλοι ἐν τῇ αὐστηρᾷ ἐξετάσει τῶν πραγμάτων, ὅτι εἶναι ὀρθαὶ καὶ παραδεκταί. Τέλος πάντων λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ ἐγχώριος κυβέρνησις, ἤτοι οἱ δῆμοι, δὲν θὰ πληρώσουν παρὰ τὸν τόκον τῶν 4% τοῦ τετάρτου τοῦ κεφαλαίου καὶ τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀντιστοιχοῦντος εἰς τὰ ⅔ τοῦ φόρου· ὅλαι αὗται αἱ παρατηρήσεις τοῦ Κ. Κωσταντᾶ ἐξετάσθησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἐσυμφώνησε καὶ οὗτος μεθ’ ἡμῶν.
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Διόλου· ἀποκρούω ταῦτα ὡς συκοφαντίαν· ποτὲ δὲν ἐσυμφώνησα, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ πρακτικὰ τοῦ Σαββάτου.
§35ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ μείνῃ εἰς τὰ ἀποφασισθέντα· ἄλλως, ἐὰν εἴπωμεν, ὁρισθεῖσαι τιμαριωτικαὶ ἐκπτώσεις, θὰ γείνωσι σφοδραὶ καὶ παρατεταμέναι συζητήσεις πρὸς προσδιορισμὸν αὐτῶν, καὶ θὰ ἀρχίσωμεν ἱστορικὰς ἐρεύνας τοῦ μεσαιῶνος, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ἀποφύγωμεν διὰ νὰ ἤμεθα σαφεῖς καὶ καθαροὶ, καὶ ὁ νόμος νὰ μὴ δίδῃ ἀφορμὴν τοιούτων συζητήσεων.
§36ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι δὲν εἶμαι εὔγλωττος δικηγόρος, διὰ νὰ ὑπερασπισθῶ δεόντως ἕνα δυστυχῆ λαόν· λυποῦμαι προσέτι ὅτι ὁ λαὸς, ὃν ἀντιπροσωπεύω, δὲν δύναται νὰ μοὶ παρέξῃ τὰ χρηματικὰ μέσα διὰ νὰ προκαλέσω δικηγόρους νὰ ὑπερασπισθοῦν σοφιστικῶς τὰ δίκαιά του, ὡς οἱ τιμαριοῦχοι ἔπραξαν· οὐχ ἧττον μὲ ὅλην τὴν ἀνικανότητά μου, παρουσιάζομαι ἐνώπιόν σας, καὶ ἐκφράζω θαῤῥαλέως τὰς πεποιθήσεις καὶ τὰ δίκαια αὐτοῦ τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ ὡς προκύπτουσιν ἐκ τῶν τίτλων τῆς ἰδιοκτησίας του. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τὰ παραδεχθῇ; καλῶς, δὲν θέλει; ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ὁ Κ. Μπαλάνος ἀγορεύσας πρὸ ὀλίγου διὰ μακρῶν, ἀπέφυγε τὸ κύριον ζήτημα. Περὶ τίνος, κύριοι, πρόκειται; Περὶ ἐκπτώσεως τοῦ τετάρτου κατὰ τὴν ἐξαγοράν. Εἶναι τοῦτο ἔκπτωσις ἐπιβαλλομένη εἰς τὸν τιμαριοῦχον διότι ἦτο τιμαριοῦχος, διότι τὰ κτήματα ἦσαν τιμαριωτικά; ὄχι· ἡ ἔκπτωσις αὕτη ἐπεβλήθη, διότι δυνάμει τῶν ἐγχωρίων νόμων καὶ ἐθίμων τῆς Κερκύρας πᾶσα μεταβολὴ κτηματικῶν συνεισφορῶν εἰς ὡρισμένας χρηματικὰς προσόδους συνεπιφέρει τὸ τέταρτον ὀλιγώτερον, καθότι ἀντικαθίσταται τὸ ὡρισμένον, τὸ βέβαιον, τὸ καθαρὸν χρηματικὸν εἰσόδημα εἰς τὸ ἀόριστον, εἰς τὸ ἀβέβαιον καὶ ἀκαθάριστον. Δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· ἔχομεν τὸν 67 νόμον, ὅστις διὰ τοῦ τρίτου καὶ τετάρτου ἄρθρου λέγει· «καταιβάζοντες ἀπὸ τὴν τιμὴν τῶν καπιταλίων, ὅπου περιλαμβάνονται μέσα εἰς τὰ συμφωνητικὰ ὁποῦ ἔγειναν μεταξὺ τῶν φεουδούχων, 1) τὸ τέταρτον, κατὰ τὸ ἐκ παλαιᾶς συνηθείας δικαίωμα, ὁποῦ ἐπικρατεῖ εἰς Κορφούς....» Δὲν λέγει λοιπὸν ἐξαιρετικῶς ὅταν πρόκειται περὶ μεταλλαγῆς τιμαριωτικῶν δικαιωμάτων, ἀλλ’ ἐν γένει περὶ μεταβολῆς παντὸς δικαιώματος. Μὲ ἐρωτᾷ δὲ ἐὰν δύναμαι νὰ εἴπω εἰς ποῖον ἄρθρον τοῦ νόμου, γενομένου λόγου περὶ μεταβολῆς τῶν ἀγροληπτικῶν ἰδιωτικῶν εἰσοδημάτων, ἐκπίπτει τὸ τέταρτον. Οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει ὡς πρὸς τοῦτο μεταξὺ ἰδιωτικῶν, κυβερνητικῶν καὶ τιμαριωτικῶν ἀγροληψιῶν, καὶ τοῦτο λέγει καθαρὰ τὸ ἄρθρον τοῦ νόμου, ὅπερ σᾶς ἀνέγνωσα. Αἱ μεταλλαγαὶ δὲ αὗται ἐγένοντο δυνάμει ἰδιωτικῆς θελήσεως καὶ οὐχὶ τοῦ νόμου, ἐπειδὴ νόμος ὑποχρεωτικὸς δὲν ὑπῆρχεν. Ἀλλ’ ὁσάκις ἐλάμβανε χώραν ἡ μεταλλαγὴ, ἡ ἔκπτωσις ἐγίνετο δυνάμει τῶν ἐθίμων, ὡς μαρτυρεῖ ὁ νομοθέτης τοῦ 67 νόμου τοῦ Βʹ. κοινοβουλίου. Ταῦτα ἐν ἀρχῇ. Ἀλλὰ, κύριοι, τί λέγει τὸ ἀνωτέρω τρίτον ἄρθρον τοῦ 67 νόμου; Ἀκούσατε. «Τὸ εἰσόδημα τὸ λεγόμενον «λιβίλλον» ὁποίας λογῆς καὶ ὁποίου ὀνόματος καὶ ἂν εἶναι, ὁποῦ κατάγεται καὶ ἀνήκει εἰς φέουδον....» Τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος εἰσοδήματα δὲν κατάγονται ἐκ τιμαρίων εἴτε φεούδων; Τὰ εἰσοδήματα ταῦτα δὲν εἶναι φέουδα εἰσέτι; Μία μόνη διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ τούτων καὶ τῶν λοιπῶν, ὅτι δὲν πληρόνουσι τὸν φόρον ὃν ἐξηγόρασαν, οὐχ ἧττον ὅμως αἱ μεταξὺ τῶν κυρίων αὐτῶν καὶ τῶν ὑποτελῶν σχέσεις εἶναι σχέσεις τιμαριωτικαί. Ἐπὶ τέλους διατρέξατε ὅλον τὸν 26 Νόμον τοῦ Γʹ. Κοινοβουλίου, καὶ θέλετε πεισθῇ ἐξ αὐτοῦ, ὅτι ἡ ἐξαγορὰ τοῦ φόρου ἄλλον σκοπὸν δὲν ἔχει, εἰμὴ τὴν κατάργησιν τοῦ καταπιστευματικοῦ δεσμοῦ καὶ οὐδὲν ἄλλο. Καθ’ ὅλα τὰ λοιπὰ εἶναι εἰσέτι φέουδα, ἤτοι τιμάρια καὶ βαρωνίαι μὴ φορολογουμέναι. Ἐπὶ τέλους τὰ δικαστήρια ἔλυσαν τὸ ζήτημα. Τὰ ὑπὸ συζήτησιν τιμάρια ὑπήγοντο εἰς μετατροπὴν μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἐγίνετο μόνον ἡ ἔκπτωσις τοῦ τετάρτου καὶ οὐχὶ τοῦ ἐξαγορασθέντος φόρου, ἐν ᾧ ἐκ τῶν λοιπῶν τιμαρίων ἐξέπιπτε καὶ ὁ φόρος καὶ τὸ τέταρτον. Ἐὰν δὲ μέχρι τῆς ἀφομοιώσεως ἐπεκράτει ἡ τοιαύτη ἀρχὴ, θέλετε σήμερον νὰ δώσωμεν τοὺς δήμους χάριν τῶν πολυτίμως ὑπερασπιζομένων τὰς ἀδίκους ἀπαιτήσεις τῶν τιμαριούχων; Τοῦτο θὰ εἶναι ὄνειδος (θόρυβος).
§37ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Καίτοι μὴ ὢν κάτοχος τῆς Ἰονικῆς νομοθεσίας, ἀκούω ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἠμπορῶ ἐκ τοῦ προχείρου νὰ ἀποκρούσω. Μᾶς εἶπεν ὁ Κ. Κωσταντᾶς, ὅτι εἰς ὅλα τὰ κτήματα γίνεται ἡ ἔκπτωσις· τώρα λέγει, πῶς δύναται νὰ γείνῃ ἔκπτωσις; Λοιπὸν ὁ ἴδιος ὁμολογεῖ, ὅτι εἰς τὰς ἀγροληψίας δὲν ἐγίνετο ἡ ἔκπτωσις. Ἀλλὰ λέγει, εἶναι νόμος. Πῶς συνυπάρχουν αὐτὰ τὰ πράγματα; Ὁ νόμος λέγει «καταβολῆς τιμαριωτικῆς» λοιπὸν ὁ νόμος λέγει περὶ τιμαρίων.
§38ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μὴ κατασοφίζεσθε τὸν νόμον· τὰ δικαιώματα τῶν ἀγροληπτῶν ἦσαν αἰώνια, δὲν ἦσαν μισθωταί· αἱ συμβάσεις ἐπέφερον αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα καὶ τὸ δίκαιον τῶν ἐθίμων, ὡς λέγει ὁ 67 νόμος τοῦ Ἰονίου Κοινοβουλίου.
§39ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Λοιπόν, κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, βλέπετε, ὅτι ὁσάκις πρόκειται περὶ τιμαριωτικοῦ κτήματος, τότε ἐγίνετο ἔκπτωσις. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀρχὴ γενικὴ τῆς Ἑπτανήσου, ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ χαρισθῇ τὸ τέταρτον εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Ὑποθέσατε, ὅτι ἔχω κτῆμα εἰς μίσθωσιν, διαλύεται ἡ μίσθωσις· θὰ χαρίσω ποτὲ τὸ τέταρτον; Ὁ νόμος λοιπὸν ἦτο διὰ τὰ τιμάρια, διότι ἤθελε νὰ ὠφεληθῶσιν οἱ κάτοχοι αὐτῶν (θόρυβος).
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐπειδὴ πρόκειται περὶ χριστιανικῶν αἰσθημάτων, κατὰ τὸν κύριον Μπαλάνον, ἀπαντῶ ὅτι ἐγὼ δὲν ἐπρότεινα νὰ ἀποφασίσητε ὅπως δωρηθῇ ἡ περιουσία οὐδενός· ἀλλ’ ἐὰν ἀμφιβάλλετε, πρέπει νὰ ἀφήσετε τὰ δικαιώματα ἄθικτα ὅπως λύσωσι τὸ ζήτημα οἱ δικασταί. Τοιουτοτρόπως δὲ ἤθελεν οἰκονομήσει ὁ προαγορεύσας τὰ θρησκευτικὰ αἰσθήματά του πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν τιμαριούχων καὶ τῆς χριστιανικῆς θρησκείας.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, τὰ δικαστήρια νὰ λύσωσι τὸ ζήτημα.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχομεν δύω τροπολογίας· ἡ μία εἶναι τὸ «νομίμων προθεσμιῶν» νὰ ἀντικαταστῇ διὰ τῆς φράσεως «τῶν προθεσμιῶν τοῦ νόμου.» Παρεδέχεται ἡ Βουλὴ τοῦτο;
§43ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δευτέρα τροπολογία εἶναι· «κατ’ ἔτος ἢ κατὰ διετίαν διὰ τοῦ πρὸς 4% τόκου ἐπὶ τοῦ ποσοῦ εἰς ὃ ἀναβαίνουσι.» Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τώρα ἔρχεται ἡ προσθήκη τοῦ Κ. Κωσταντᾶ.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ προσθήκη «τιμαριωτικὰ» διότι τὸ ζήτημα θὰ λυθῇ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων.
§48ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ προτείνας ἐπιμένει νὰ προστεθῇ ἡ λέξις «τιμαριωτικῶν» μεταξὺ τῶν λέξεων «ὁρισθεῖσαι ἐκπτώσεις». Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ 6 ἄρθρον. «Ἡ ἐκκαθάρισις τῶν εἰρημένων χρηματικῶν προσόδων γίνεται ἐπὶ ποινῇ ἀκυρότητος ἢ διὰ συμβολαιογραφικῆς πράξεως ἢ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§50ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΗΣ. Ἀντὶ «ἐκκαθάρισις» νὰ τεθῇ «τροπή».
§51ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 7. «Αἱ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως ὁρισθησόμεναι χρηματικαὶ πρόσοδοι πληρώνονται κατὰ Δεκέμβριον ἑκάστης διετίας, ἐὰν προέρχωνται ἐξ ἐλαιοστασίων· κατὰ Νοέμβριον δ’ ἑκάστου ἔτους, ἂν προέρχωνται ἐξ ἄλλων κτημάτων. Παρελθόντος ἀνωφελῶς τοῦ χρόνου τούτου, οἱ πρώην τιμαριοῦχοι δικαιοῦνται νὰ εἰσπράξωσι τὰς ὀφειλομένας αὐτοῖς προσόδους, κηρύττοντες ἐκτελεστὸν τὸ συμβόλαιον ἢ τὴν ἀπόφασιν. Πρὸς πληρωμὴν δ’ αὐτῶν ἔχουσι προνόμιον ἐπί τε τῶν τιμαριωτικῶν κτημάτων καὶ ἐπὶ τῶν καρπῶν αὐτῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 911, ἐδάφιον 5 τῆς πολιτικῆς δικονομίας».
§53ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΗΣ. Διαφωνοῦμεν ὡς πρὸς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν γίνεται ἡ συγκομιδὴ τῶν καρπῶν· προτείνω λοιπὸν νὰ τεθῇ «κατὰ τοὺς διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ὁρισθησομένους μῆνας».
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι τινές). Ἀπεῤῥίφθη. — Ἄρθρον 8. «Ἐὰν ἐντὸς δύω ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου ὁ πρώην τιμαριοῦχος δὲν εἰσαγάγῃ τὴν πρὸς ἐκκαθάρισιν τῆς χρηματικῆς προσόδου ἀγωγὴν αὑτοῦ, ἀπόλλυσι πᾶν δικαίωμα εἰσπράξεως ἐκ τῶν πρώην τιμαριωτικῶν κτημάτων, διατηρουμένου μόνου τοῦ δικαιώματος τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 4 εἰς χρήματα ἀναγωγῆς· ἡ ἀπώλεια αὕτη ὡς πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ 5 ἀναφερομένους πρώην τιμαριούχους ἐκτείνεται καὶ εἰς τὴν διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὡρισμένην ἀποζημίωσιν. Ἡ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὑποχρέωσις τοῦ κατόχου τοῦ ἀκινήτου πρὸς πληρωμὴν τῶν ὁρισθησομένων χρηματικῶν προσόδων ἄρχεται ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀγωγῆς, δι’ ἧς ἐπιδιώκεται ἡ εἰς χρήματα ἀναγωγή· ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ δὲ χρόνου ἄρχεται ὡς πρὸς τοὺς ἐν τῷ ἄρθρῳ ἀναφερομένους πρώην τιμαριούχους καὶ ἡ διὰ τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου ὡρισμένη ἀποζημίωσις.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§55ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ἀλλ’ ἀντὶ τοῦ «ἐκκαθάρισις» νὰ τεθῇ «τροποποίησις».
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 9. Ὁ κάτοχος τοῦ πρώην τιμαριωτικοῦ κτήματος δύναται νὰ ἐξαγοράσῃ τὴν ἐπὶ τοῦ κτήματος μερίδα τοῦ πρώην τιμαριούχου συνεπείᾳ συμφωνίας, μεταξὺ αὐτῶν γενησομένης, καὶ περὶ ἧς συντάσσεται συμβολαιογραφικὴ πρᾶξις, ἢ καταβάλλων τὸ ἀντιστοιχοῦν ἐπὶ τῆς κατ’ ἔτος ἀναλογούσης χρηματικῆς προσόδου κεφάλαιον, λογιζομένης τῆς προσόδου ταύτης ὡς τόκου πρὸς 6%». Ὑπάρχει ἡ ἑξῆς προσθήκη τοῦ κ. Κωσταντᾶ· «Ὡσαύτως ὑπάγονται εἰς ἐξαγορὰν καὶ αἱ εἰς χρήματα ἀρχικῶς συνομολογηθεῖσαι πρόσοδοι, ἀφοῦ ἐνεργηθῶσιν αἱ ὑπὸ τοῦ 3 ἄρθρου ὁριζόμεναι ἐκπτώσεις».
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Πρόκειται διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ καταστήσωμεν ἐξαγορασίμους ὄχι μόνον τὰς προσόδους τὰς συνισταμένας εἰς τυχηρὰς ἀγροληπτικὰς μερίδας, ἀλλὰ καὶ τὰς εἰς ὡρισμένα ποσὰ προϊόντων καὶ εἰς χρήματα συνισταμένας, ἤτοι εἰς τὰς ἐμφυτεύσεις καὶ ἐδαφονομὰς παντὸς εἴδους, καὶ διὰ τοῦτο προτείνω, ὥστε ἡ λέξις «μερίδα» νὰ γείνῃ «μετατραπεῖσαν πρόσοδον» καὶ κατόπιν νὰ προστεθῇ ἡ προσθήκη ἣν προτείνω διὰ τῆς τροπολογίας μου.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§59ΚΟΥΡΗΣ. Δύω λόγους θὰ εἴπω, κύριοι, διότι δὲν παραδέχομαι τὸ τελευταῖον τῆς προσθήκης μέρος. Παρατηρήσατε, ὅτι ὑπάρχει μεγίστη διαφορὰ ὅταν πρόκειται περὶ τῆς ἐξαγορᾶς προσόδων, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν παρόντα νόμον μετατρέπονται εἰς χρήματα, ἐνῷ πρότερον συνίσταντο εἰς καρπούς, καὶ τῆς ἐξαγορᾶς χρηματικῆς εἰσφορᾶς. Παραδέχομαι, ὅτι πρέπει νὰ ἐξαγοράζωνται ἅπασαι αἱ πρόσοδοι, διότι σκοπὸν ἔχομεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ ὅλα τὰ βάρη αὐτῆς· ὁ τρόπος ὅμως τῆς ἐξαγορᾶς δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὁ αὐτὸς (θόρυβος). Τὰ κτήματα εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους ἦσαν εἰς κατάστασιν σχεδὸν ἀκαλλιέργητον καὶ μικρὰ ἦτο ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανον ἐκ τῆς εἰς καρποὺς προσόδου ὁ εἰς ἐμφύτευσιν ἢ ἐδαφονομὴν τὰ κτήματα ταῦτα διαθέσας. Σήμερον, προκειμένου λόγου νὰ μετατραπῇ τὸ εἰς καρποὺς εἰσόδημα εἰς χρήματα, λαμβάνομεν ὡς βάσιν ἢ τὴν ἐν τοῖς ἀρχικοῖς συμβολαίοις ὁρισθεῖσαν ἀξίαν, ἢ τὴν εὑρίσκομεν τῆς ἀξίας τῆς προσόδου λογιζομένης ὡς τόκου κατὰ λόγον 4%, ἐκ δὲ τοῦ προκύπτοντος κεφαλαίου γίνονται αἱ κατὰ τὸ ἄρθρον τρίτον ἐκπτώσεις. Ζημιοῦται κατά τι ὁ τὴν εἰς καρποὺς πρόσοδον ἀπολαμβάνων ἕνεκα τῶν ἐκπτώσεων, ἀλλ’ ὠφελεῖται συνάμα ἕνεκα τοῦ τρόπου δι’ οὗ μέλλει νὰ ὑπολογισθῇ ἡ ἀξία τῆς προσόδου καὶ τοῦ ἐξ αὐτῆς προκύπτοντος κεφαλαίου. Ἐκεῖνος ὅμως ὅστις κατὰ τοὺς ἀρχαίους χρόνους ἐπὶ εὐτελεστάτῃ τιμῇ δι’ ὡρισμένον χρηματικὸν ποσὸν τὸ κτῆμά του εἰς ἐδαφονομὴν διέθεσε, ζημιοῦται καὶ ἕνεκα τῶν διαλαμβανομένων ἐκπτώσεων ἐν τῷ εἰρημένῳ ἄρθρῳ καὶ διότι σήμερον ἡ ἐξαγορὰ ἐπιτρέπεται πρὸς 6%, ἐν ᾧ κατὰ τὸ ἀρχαῖον σύστημα καὶ τὰς ὑφισταμένας συμφωνίας ὑπελογίζετο μὲ τὸ 4%. Ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν καθιεροῦται οὐδὲ εἰς τὸν Ἰονικὸν περὶ ἀπελευθερώσεως τῶν τιμαριωτικῶν κτημάτων νόμον, οὐδὲ τοιοῦτον μέτρον ἐνέκρινεν ἡ πλειοψηφία τῆς συνταξάσης τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς. Συμπεραίνω ὅθεν, ἀποκλείων τὰς ἐκπτώσεις, ἂν ἡ ἐξαγορὰ τῶν χρηματικῶν εἰσφορῶν μέλλει νὰ γείνῃ μὲ τὸ 6%.
§60ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ κυρίου Κουρῆ εἰς οὐδὲν ἐξ ὅσων εἶπε. Καὶ ἐν πρώτοις παρατηρῶ αὐτῷ, ὅτι οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ προσόδων εἰς καρποὺς καὶ προσόδων εἰς χρήματα, διότι ἀμφότερα παριστάνουσι τὴν ἀξίαν τοῦ εἰσοδήματος τοῦ κεφαλαίου τοῦ ἀνήκοντος εἰς τὸν κτηματοδότην. Ἡ εἰς χρήματα πρόσοδος προσδιωρίσθη κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ συμβολαίου ἐπὶ τῇ βάσει τῆς σταθερᾶς ἀξίας αὐτῆς, ἡ δὲ εἰς καρποὺς προσδιωρίσθη ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἀκαθαρίστου καὶ τῆς ἀποζημιώσεως τῶν ἀξιῶν. Ἑπομένως ὁ νομοθέτης διὰ τῆς πρὸς 4% ἀναγωγῆς σκοπὸν ἔχει νὰ ὑποβιβάσῃ τὸ ποσὸν, εἰς ὃ ἤθελεν ἀναβῆ ἡ εἰς καρποὺς πληρονομένη πρόσοδος, μέχρις ἐκείνου τοῦ χρηματικοῦ ποσοῦ, εἰς ὃ ἤθελε συνομολογηθῆ ἡ πρόσοδος ἐξ ἀρχῆς εἰς χρήματα. Ὥστε οὐδεμίαν σχέσιν ἔχει ἡ ἀναγωγὴ τῶν εἰς καρποὺς προσόδων πρὸς τὴν ἐξαγοράν. Ἤδη εἴτε ἐκ καρπῶν προέρχεται ἡ ἐκκαθαρισθεῖσα πρόσοδος, εἴτε ἐκ προσόδων προκαταρκτικῶς χρηματικῶν, εἶναι τὸ αὐτὸ, ἔχομεν δηλαδὴ νὰ ἐξαγοράσωμεν πάντοτε χρηματικὰς προσόδους. Ὁ κύριος Κουρῆς προτείνει λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἡ χρηματικὴ πρόσοδος προέρχεται ἐκ καρπῶν ἀναχθέντων εἰς χρήματα, νὰ γίνωνται αἱ ἐκπτώσεις τοῦ τετάρτου καὶ τῶν ⅔ τοῦ φόρου· ἂν ὅμως ἐξ ἀρχῆς συνομολογήθησαν εἰς χρήματα, νὰ μὴ γίνεται οὐδεμία ἔκπτωσις. Τοῦτο εἶναι καὶ παράλογον καὶ ἄδικον καὶ ἀνάξιον νὰ προέρχεται ἐκ τῶν σκέψεων ἀνδρὸς σπουδαίου, διότι, ἀφ’ οὗ ἀμφότεραι εἶναι ἐκκαθαρισμέναι πρόσοδοι, διατί νὰ μὴ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰ αὐτὰ μέτρα τῆς ἐξαγορᾶς; Δὲν ἀπαντῶ πρὸς ὅσα εἶπε περὶ ἐπιτροπῆς, διότι μ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχω πρὸς τὰ μέλη αὐτῆς, ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἦτο παραπολὺ ἀφωσιωμένη εἰς τὴν ἱκανότητα καὶ τιμιότητα τοῦ κυρίου Κουρῆ, καὶ ἑπομένως δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ λάβῃ τις τὰς ἐμπνεύσεις αὐτῆς ὑπ’ ὄψιν.
§61ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, κύριοι, μὲ τὸν κύριον Κωσταντᾶν εἰς τὴν προκειμένην τροπολογίαν. Περὶ τίνος πρόκειται, κύριοι; περὶ ἐξαγορᾶς τῶν μεριδίων τῶν προσόδων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τοὺς τιμαριούχους. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐγὼ ὁ τιμαριοῦχος ἔχω κτήματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα λαμβάνω καρπὸν, ἔχω ἄλλα κτήματα ἀπὸ τὰ ὁποῖα λαμβάνω χρήματα. Ὁ κάτοχος αὐτῶν θέλει νὰ παύσῃ ἡ σχέσις μεταξὺ ἡμῶν· διατί εἰς ἀμφοτέρας τὰς περιπτώσεις νὰ μὴ λαμβάνουν χώραν αἱ αὐταὶ συνέπειαι, τὰς ὁποίας ὥρισε διὰ πρώτην τὸ νομοσχέδιον κατηγορίαν; Μοὶ φαίνεται δὲ, ὅτι καὶ ὁ νόμος τὸν ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κ. Κωσταντᾶς ἐκπληροῖ τὸ αὐτὸ, καὶ διὰ τοῦτο συμφωνῶ νὰ γείνῃ δεκτὴ ἡ τροπολογία τοῦ κ. Κωσταντᾶ.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία· «ὡσαύτως ὑπάγονται εἰς ἐξαγορὰν καὶ αἱ εἰς χρήματα ἀρχικῶς συνομολογηθεῖσαι πρόσοδοι, ἀφοῦ ἐνεργηθῶσιν αἱ ὑπὸ τοῦ 3 ἄρθρου ὁριζόμεναι ἐκπτώσεις». Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§63ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§64ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἴπομεν ὅτι πρέπει νὰ τροπολογηθῇ καὶ ἡ λέξις «μερίδα» εἰς ἀμετατραπεῖσαν πρόσοδον» διὰ νὰ ἐννοῆται παντὸς εἴδους πρόσοδος, ἀγροληπτικὴ, ἐδαφονομικὴ καὶ ἐμφυτευτική.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρον 10. Οἱ ἐν ἄρθρ. 5 ἀναφερόμενοι πρώην τιμαριοῦχοι, ἐνεργουμένης τῆς ἀνωτέρω ἐξαγορᾶς λαμβάνουν παρὰ μὲν τοῦ κατόχου τοῦ κτήματος τὸ ἐν τῷ ἀνωτέρῳ ἄρθρῳ ὡρισμένον κεφάλαιον, παρὰ δὲ τῆς ἐγχωρίου διοικήσεως τὸ κεφάλαιον τὸ ἀντιστοιχοῦν εἰς τὴν κατὰ τὸ αὐτὸ ἄρθρον πληρωνομένην αὐτοῖς ἀποζημίωσιν, λογιζομένην ὡς τόκον πρὸς 6%». Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§67ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. «Ἄρθρον 11. Τὸ πρὸς ἐξαγορὰν κεφάλαιον δύναται νὰ πληρωθῇ εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις. Ἑκάστη δὲ δόσις δὲν δύναται νὰ εἶναι ἐλάσσων τῶν εἴκοσι δραχμῶν».
§69ΚΟΥΡΗΣ. Ζητῶ, κύριοι, τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου καὶ συντόμως θὰ ἐκφέρω τοὺς λόγους. Πρόκειται νὰ λυθῶσι τὰ πολύπλοκα τῆς Κερκύρας ζητήματα· ὡς ἐκ τούτου ὁ νομοθέτης λόγῳ γενικῆς ὠφελείας θεωρεῖ ἀναγκαῖον ὁ συνιδιοκτήτης τοῦ κτήματος νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἀνήκουσαν αὐτῷ ἰδιοκτησίαν εἰς τὸν ἕτερον συγκύριον ἵνα παύσουν αἱ κοινωνικαὶ δυσχέρειαι, αἱ διαφωνίαι καὶ αἱ προϋπάρχουσαι περιπλοκαί, ἀπαλλαχθῶσι δὲ τὰ τῆς Κερκύρας κτήματα ἐκ παντὸς βάρους. Σημειώσατε δὲ ὅτι δὲν πρόκειται νὰ παραχωρήσῃ ἡ μία πρὸς τὴν ἄλλην τάξιν τὰ βεβαρυμένα κτήματα, διότι, ὡς κανονίζεται τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ διὰ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, ὁ ἔχων μεγαλείτερον δικαίωμα συγκυριότητος ἐπὶ τοῦ κτήματος ὀφείλει ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ἄλλον συνιδιοκτήτην, συνεπείᾳ δὲ τῶν διαφόρων εἰσφερομένων μερίδων ἔχουσιν ἀνώτερον ἐπὶ τοῦ κτήματος δικαίωμα ἄλλοτε μὲν οἱ ἀγροδόται καὶ ἄλλοτε οἱ ἀγρολῆπται· ὥστε πρόκειται περὶ μέτρου ἀφορῶντος ἅπασαν τὴν κοινωνίαν, δηλαδὴ πρόκειται περὶ κτημάτων, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε μὲν οἱ ἀγρολῆπται πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωσι πρὸς τοὺς ἀγροδότας, ἄλλοτε δὲ οἱ ἀγροδόται πρὸς τοὺς ἀγρολήπτας. Ἀφοῦ λοιπόν, κύριοι, ὁ νομοθέτης λόγῳ κοινωνικῆς ὠφελείας λαμβάνει τοιαύτην πρόνοιαν, δὲν δύναται νὰ παρεκτραπῇ καὶ ἀπὸ τὴν ἀρχήν, τὴν ὁποίαν βλέπομεν καθιερωμένην ἀπὸ τοὺς ἀρχαιοτέρους χρόνους, ὅτι δηλαδὴ ὁσάκις αἱ περιστάσεις ὑπαγορεύουσι τὸ μέτρον ἢ ἡ κοινὴ ὠφέλεια ἀπαιτεῖ, ὥστε πολίτης τις, ἢ μία τάξις πολιτῶν, ὁλόκληρος τῆς κοινωνίας μερὶς νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν της, ὀφείλει πάντοτε νὰ προηγῆται δικαία ἀποζημίωσις. Τὴν ἀρχὴν ταύτην ἀπαντῶμεν εἰς ὅλας τὰς ἀρχαιοτέρας καὶ νεωτέρας νομοθεσίας, τὴν ἐπανέλαβεν ὁ Ἰόνιος πολιτικὸς Κῶδιξ διὰ τοῦ ἄρθρου 431, τὴν καθιεροῖ καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα εἰς τὸ ἄρθρον 12 Οὐδεὶς λοιπὸν δύναται νὰ ἐκβιασθῇ νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του ἄνευ προηγουμένης καὶ δικαίας ἀποζημιώσεως. Ὅταν δὲ παρουσιάζομαι ἐνώπιόν σας διὰ νὰ ζητήσω τὴν ἐφαρμογὴν τῆς παγκοσμίου ταύτης ἀρχῆς, ζητῶ οὐσιωδῶς τὴν τήρησιν συνταγματικῆς τῆς Ἑλλάδος ἀρχῆς, οὐδὲ εἰς τὸ βῆμα ἀνέρχομαι ὅπως ἐφαρμοσθῇ ὑπὲρ τοῦ ἑνὸς καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ ἄλλου, ὑπὲρ τοῦ χωρικοῦ καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τοῦ πολίτου, ἢ ὑπὲρ τοῦ πολίτου, ἀποκλειομένου τοῦ χωρικοῦ. Ὅλοι ἐν γένει πρέπει νὰ ἤμεθα εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν, ἴσοι ἀπέναντι τοῦ νόμου. Ἀλλά, σᾶς παρακαλῶ, ἀποδίδεται ἡ προηγουμένη ἀποζημίωσις ὅταν μετατρέψωμεν τὰς ἰδιοκτησίας εἰς πιστώματα; ὅταν διὰ δόσεων ἐπὶ ὁλόκληρον δεκαετίαν θὰ πληρωθῇ ὅ,τι ὀφείλει ἀμέσως νὰ προκαταβληθῇ, ὅπως ὁ εἷς στενοχωρηθῇ πρὸς ἕτερον νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του; Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον, κατὰ τῆς ὁποίας εἰς διαφόρους περιστάσεις ὑπέβαλον τὰς παρατηρήσεις μου, ἀντικρούσας ἀρχήν, τὴν ὁποίαν δὲν δύναμαι, κύριοι, νὰ παραδεχθῶ καὶ δι’ ἕτερον λόγον. Ἡ Κερκυραϊκὴ κοινωνία ἀρκετὰ συνταράσσεται μεταβαλλομένου τοῦ ἀρχαίου συστήματος διὰ νόμου ἐπὶ νέων βάσεων στηριζομένου, τὰς ὁποίας παραδεχόμεθα διὰ τοὺς προεκτεθέντας λόγους, καὶ ὅπως ἡ κατάστασις τοῦ τόπου ἐκείνου βελτιωθῇ. Ναὶ μὲν αἱ νέαι βάσεις εἶναι ὠφελιμώτεραι, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε, δὲν ἀγνοεῖτε ὅτι, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐσυνήθισαν εἰς συστήματά τινα, δυσκολεύονται νὰ πιστεύσουν, καὶ μόνον ὁ χρόνος καὶ ἡ πεῖρα θὰ τοὺς πείσῃ, ὅτι τὰ νέα ταῦτα συστήματα εἶναι κατὰ πολὺ προτιμότερα τῶν πεπαλαιωμένων. Ἀλλ’ ἐν τούτοις εἶναι ἤδη γνωστόν, ὅτι ὑπάρχει μία μεγάλη μερὶς ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐκείνῃ, ἡ ὁποία νομίζει, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ θέσητε χεῖρα ἐπὶ τῶν ἀρχαίων συμβάσεων, δι’ ὧν ῥυθμίζονται αἱ μεταξὺ γεωργῶν καὶ κτηματιῶν σχέσεις. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη ἡ ἰδέα αὕτη· ἀλλὰ ποίαν ἐντύπωσιν δὲν θὰ προξενήσῃ ἡ μεταβολὴ τοῦ συστήματος, ὅταν θὰ ἐκβιάζεται ἡ ἐπὶ κτημάτων παραχώρησις τῶν δικαιωμάτων τινὸς ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως; Ἂν τοῦτο πράξωμεν, ἕκαστος δικαιοῦται νὰ εἴπῃ· παρεβιάσθησαν αἱ παραδεδεγμέναι εἰς ἅπαντα τὰ πολιτισμένα ἔθνη ἀρχαί, παρεβιάσθη ἡ καθιερωμένη ἀρχὴ εἰς τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὑποχρεοῦται ὁ μὲν νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν του εἰς τὸν δὲ ἄνευ προηγουμένης καὶ δικαίας ἀποζημιώσεως. Πόσαι καὶ ποῖαι αἱ δυσχέρειαι τοιούτου συστήματος, ἕκαστος εὐκόλως τὸ ἐννοεῖ· ἐκπληρῶ καθῆκον, ὑπενθυμίζων εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου τούτου δὲν συνᾴδει πρὸς τὰς θεμελιώδεις τοῦ δικαίου ἀρχάς, θὰ διεγείρῃ παράπονα καὶ γογγυσμοὺς —δὲν θὰ καταπαύσῃ τὸν σάλον πασχούσης καὶ πολλὰς ζημίας ὑποστάσης κοινωνίας. Ζητῶ ὅθεν τὴν ἀπάλειψιν τοιούτου ἄρθρου, ἡ διάταξις τοῦ ὁποίου ἐν τοῖς ἄλλοις ἐπαναλαμβάνεται εἰς πολλὰ ἕτερα μέρη τοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου.
§70ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας πάντοτε ἐκπληροῖ ἓν ἱερὸν καθῆκον ὁμιλῶν ὑπὲρ τῆς ἰδιοκτησίας· σήμερον ὅμως ἐκπληροῖ ἕτερον καθῆκον πολὺ ἱερώτερον ὁμιλῶν ὑπὲρ τῆς πράγματι διατηρήσεως τοῦ τιμαριωτισμοῦ. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, σήμερον περὶ παραχωρήσεως ἰδιοκτησίας, πρόκειται περὶ ἐξαγορᾶς τιμαριωτικῆς δουλείας. Σᾶς εἶπε, Κύριοι· ἐπιθυμῶ μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας ἐπιφέρετε, μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας θεραπεύετε ἐπὶ τοῦ σώματος τῆς κοινωνίας, προελθούσας ἐκ τῶν δηγμῶν τοῦ τιμαριωτισμοῦ, ἐπιθυμῶ οὐχ ἧττον νὰ ὑπάρξῃ διάταξίς τις ἐντὸς τοῦ νόμου, ἡ ὁποία νὰ παρατείνῃ τὴν ζωήν του ἢ τοὐλάχιστον νὰ χρησιμεύῃ ὡς σκώληξ εἰς τὸ σῶμα τῆς ἐλευθερίας, τὴν ὁποίαν παρὰ τὴν θέλησιν τῶν πελατῶν μου θέλετε νὰ ἀναστήσητε ὑπὲρ τῆς κοινωνίας τῆς Κερκύρας. Καὶ διὰ νὰ πείσῃ τὴν Βουλὴν, ἐκάλυψε πάλιν τὸν σκοπόν του διὰ τῆς ἱερᾶς χλαμύδος τῆς ἰδιοκτησίας. Τοῦτο δὲν μὲ ἐκπλήττει, διότι μήπως τὰ ἱερὰ ἐκάλυψαν πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, τὴν ἀρετήν; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τῷ ὄντι, ὅταν τις λέγῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὀφείλετε νὰ ὑποχρεώσητε τοὺς κατόχους τῶν τιμαριωτικῶν κτημάτων ὅπως διὰ μιᾶς καὶ μόνης φορᾶς ἐξαγοράσωσι τὰς τιμαριωτικὰς ὑποχρεώσεις των, δὲν εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἔλεγε· δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέψητε εἰς τοὺς χωρικοὺς νὰ ἐξαγοράσουν πώποτε τὰς ἑαυτῶν ὑποχρεώσεις; διότι οὐδέποτε θὰ ἠμπορέσουν αὐτοὶ οἱ δυστυχεῖς ἄνθρωποι, ἀφοῦ ἔμειναν πλέον μὲ μόνον τὸ δέρμα τοῦ σώματός των, νὰ χορηγήσουν ἅπαξ τοσαῦτα ποσὰ εἰς τοὺς τιμαριούχους. Ἐὰν δὲν παραχωρήσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἀπόσβεσιν αὐτῶν τῶν ὑποχρεώσεων, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαλειφθῇ ὁ τιμαριωτισμὸς ἐν Κερκύρᾳ, καὶ τότε εἶναι περιττὸν νὰ ψηφίσωμεν ὅλον αὐτὸν τὸν νόμον. Σᾶς λέγει πρὸς τούτοις, πῶς τολμᾶτε νὰ παραβιάσητε τὰς συνταγματικὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ὁρίζουσιν, ὅτι προτοῦ ἀφαιρέσητε τὴν ἰδιοκτησίαν τινὸς πρέπει νὰ προηγηθῇ ἀποζημίωσις; Λυποῦμαι, Κύριοι, βλέπων τὸν κ. Κουρῆν, ὅστις καὶ μαθήματα ἠδύνατο νὰ μοὶ δώσῃ περὶ νομικῶν ζητημάτων, νὰ θέλῃ καὶ καλὰ νὰ συγχύζῃ καὶ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα μὲ τὰς τιμαριωτικὰς ὑποχρεώσεις τῆς Κερκύρας. Τὸ Σύνταγμα λέγει περὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὁσάκις προτίθεται νὰ καταλάβῃ ἰδιωτικὴν περιουσίαν, δὲν ἐννοεῖ τὸν διὰ νόμου κανονισμὸν τῶν σχέσεων τῆς ἰδιοκτησίας. Σήμερον ἡ κοινωνία ἔρχεται καὶ δώσῃ χεῖρα ἀρωγὸν πρὸς αὐτὸν τὸν λαὸν, ὅπως ἐλευθερωθῇ, λέγουσα πρὸς αὐτόν· μετάβαλε τὰς σχέσεις καὶ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἐξάλειψον τὰς ὑποχρεώσεις σου διὰ τῶν νομίμων μέσων· δὲν λέγει, κατάλαβε τὰς ξένας ἰδιοκτησίας διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως. Κύριοι, ἐὰν δεχθῆτε τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουρῆ, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ εἶναι, ὅτι αἰωνίως ὁ τιμαριωτισμὸς ἐν Κερκύρᾳ θὰ εἶναι εἰς τὴν ἰδίαν του κατάστασιν, καὶ τὸ χείριστον εἶναι, ὅτι δὲν θὰ παρίσταται ὑπὸ τὸ ἀληθὲς σχῆμα τῆς ἀδίκου φορολογίας, ἀλλὰ ὑπὸ τὸν ἱερὸν μανδύαν τοῦ ἐνυποθήκου πιστωτοῦ· διότι ποτὲ ὁ πτωχὸς χωρικὸς δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ δώσῃ διὰ μίαν καὶ μόνην φορὰν πρὸς τὸν τιμαριοῦχον 50, 60 καὶ 100 τάλληρα πρὸς ἀπόσβεσιν αὐτῶν τῶν σχέσεων. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ δεχθῆτε τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, ὅπως δυνηθῇ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ὁ λαὸς νὰ ἀποσβέσῃ αὐτὰς τὰς σχέσεις.
§71ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου 11, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Κουρῆ, νὰ ἐγερθῶσιν (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη. Ὥστε παρεδέχθη ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον 11 ὅπως ὑπάρχει. «Ἄρθρον 12. Κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ προηγουμένου ἄρθρου δύναται νὰ πληρώσῃ καὶ ἡ ἐγχώριος διοίκησις τὸ ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερόμενον ποσόν».
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§74ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νομίζω καλὸν τὸ λεκτικὸν νὰ διορθωθῇ, ἀντὶ τοῦ «δύναται νὰ πληρώσῃ» «καταβάλλει».
§75ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§76ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ «τοῦ προηγουμένου ἄρθρου» εἶναι ἐσφαλμένον, διότι δὲν εἶναι τὸ 11, εἶναι τὸ 10. Λοιπὸν ἀντὶ νὰ λέγῃ «τοῦ προηγουμένου ἄρθρου» πρέπει νὰ λέγῃ «τοῦ 10 ἄρθρου,» ἢ νὰ ἀποτελέσουν ἐκεῖνα τὰ δύω ἄρθρα ἕν.
§77ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Μάλιστα, καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ 10 καὶ 11 δύνανται ν’ ἀποτελέσωσιν ἓν ἄρθρον.
§78ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 13. Ὁ τιμαριοῦχος ἔχει προνόμιον κατὰ τὸ ἄρθρον 941, ἐδαφ. 5 τῆς πολ. δικονομίας, ἐπὶ τοῦ κτήματος καὶ τῶν καρπῶν μέχρι πληρωμῆς τῶν δόσεων τούτων μετὰ τῶν τόκων αὐτῶν».
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§81ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ προνόμιον, ἀναφέρομαι εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα προεῖπον.
§82ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΗΣ. Κύριοι, αὐτὸ εἶναι ἐπανάληψις τοῦ 8 ἄρθρου.
§83ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἄλλα χρέη αὐτὰ καὶ ἄλλα ἐκεῖνα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ 13 ἄρθρου;
§85ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. «Ἄρθρον 14. Πρὸς πληρωμὴν τῶν ἐν τοῖς ἄρθροις 5 καὶ 10 ἀναφερομένων ἀποζημιώσεων ἡ ἐγχώριος διοίκησις δύναται νὰ ἐκποιήσῃ μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν τῆς διαχειριστικῆς ἐπιτροπῆς, ἐγκεκριμένην ὑπὸ τοῦ νομάρχου, τὰ προσενεχθέντα ὑπὸ τῶν ἀπαλλαγέντων πρώην τιμαριούχων κτήματα. Πρὸς τὸν αὐτὸν δὲ σκοπὸν δύναται νὰ μεταχειρισθῇ καὶ τὰ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 5 τοῦ ἀπὸ 1|13 Μαΐου 1840 νόμου τοῦ 7 Κοινοβουλίου τυχὸν ὀφειλόμενα. Ἐὰν τὰ οὕτως ἀποκτηθέντα χρηματικὰ κεφάλαια δὲν ἐπαρκῶσιν εἰς τὴν προκειμένην ἀποζημίωσιν, τὸ ἐλλεῖπον ἀναπληροῦται ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν δήμων Κερκύρας.»
§87ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μίαν προσθήκην προτείνω. Ἠξεύρετε, ὅτι ἡ διαχειριστικὴ ἐπιτροπὴ συγκροτεῖται ἐκ τῶν ἀντιπροσώπων ὅλων τῶν δήμων, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται αὐτὴν τὴν ἐγχώριον περιουσίαν. Φρονῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σκοπεῖ, ὡς ἐβεβαιώθην, κατὰ τὴν παροῦσαν σύνοδον νὰ ὑποβάλῃ νόμον περὶ διανομῆς αὐτῆς τῆς περιουσίας, καὶ τότε θὰ ἐκλείψῃ ἡ ἐπιτροπή, ἥτις ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τῆς ἀδιανεμήτου δημοτικῆς περιουσίας.
§88ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Αὐτὰ θὰ κανονισθῶσι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἁρμοδίου νομοσχεδίου.
§89ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δευτέραν παρατήρησιν κάμνω. Ἐκτὸς τῶν προσόδων, αἱ ὁποῖαι ὁρίζονται ὑπὸ τοῦ νόμου, ὅπως ἡ ἐγχώριος διαχείρισις πληρώσῃ αὐτοὺς τοὺς τυχὸν ἔχοντας δικαίωμα ἀποζημιώσεως τιμαριούχους, ἦτο καλὸν νὰ ἐπιτρέψωμεν εἰς αὐτὴν τὴν διαχείρισιν νὰ ἐκποιήσῃ καὶ πάντα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τυχὸν ἤθελον προκύψει ἐκ τῆς διαλύσεως τῶν τιμαρίων, ὑπὲρ αὐτῆς. Προχθὲς εἴχομεν ἐπιφυλάξει ὑπὲρ τῆς ἐγχωρίου διαχειρίσεως τὰ τυχὸν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον προέλθει ὑπὲρ αὐτῆς ἐκ τῆς διαλύσεως τῶν τιμαρίων· ὥστε νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ θέσωμεν ἐδῶ καὶ τὰ ἐκ τῆς διαλύσεως τῶν τιμαρίων προκύπτοντα ὑπὲρ αὐτῆς δικαιώματα. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι αὐτὸ προσβάλλει κανενὸς τὰ δικαιώματα, τὸ ἀποσύρω.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος μὴ ἐπιμένετε εἰς τὰς παρατηρήσεις σας, διότι θέλει ληφθῆ πρόνοια δι’ εἰδικοῦ νόμου.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν αὐτήν;
§92ΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐπιμένει.
§93ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Μάλιστα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 14 ὡς ἔχει. «Ἄρθρον 15. Ἐὰν μετὰ προηγουμένην ἐπιταγὴν ἡ ἐγχώριος Διοίκησις δὲν καταβάλῃ τὰ δυνάμει τοῦ παρόντος νόμου ὀφειλόμενα, δύναται ὁ δικαιοῦχος ν’ ἀποζημιωθῇ ἐκ πάσης οἱασδήποτε φύσεως προσόδου αὐτῆς, μὴ ἀπαγορευομένης καὶ τῆς κατασχέσεως καὶ ἐκποιήσεως τῆς κινητῆς τῆς διοικήσεως ταύτης περιουσίας». Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§96ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὑπάρχει νόμος τοῦ κράτους, ὁ ὁποῖος ἐχορήγησε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς πιστωτὰς νὰ κατέχωσι μόνον τὸ πεμπτημόριον τῶν εἰσοδημάτων τῶν Κοινοτήτων, τὰ δὲ λοιπὰ νὰ μένουν πρὸς συντήρησιν τῶν δήμων. Φρονῶ, ἐὰν δὲν κάμωμεν αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν ἐδῶ, ὅτι θὰ καταστρέψωμεν τὰ εἰσοδήματα τῶν δήμων.
§97ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ τροποποιεῖ ἐκεῖνον τὸν νόμον.
§98ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπή, Κύριοι, ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸν νόμον αὐτὸν, κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ δῆμοι δὲν δύνανται νὰ ὑποχρεωθῶσι νὰ πληρώσωσι πλέον τοῦ πεμπτημορίου τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὑποθέσατε, ὅτι καταλαμβάνεται ἀκίνητος ἰδιοκτησία μου χάριν δημοτικῆς ἀνάγκης. Δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν εἶναι ὑπόχρεως ὁ δῆμος νὰ μὲ προαποζημιώσῃ, ἀλλὰ δύναται ἀπὸ τὸ ἀνάλογον ποσὸν τοῦ πεμπτημορίου τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν ἀντιπροσωπεύει ἴσως τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου, νὰ πληρόνῃ κατὰ ἐτησίας δόσεις, πολλάκις ἀτελευτήτους. Εἴπομεν λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν νὰ μὴ καθιερώσωμεν, ἀλλὰ νὰ ὑποβληθῶσιν οἱ δῆμοι Κερκύρας εἰς τὴν κατὰ τὴν ἐν ἄρθρῳ 15 ὁριζομένην ἀποζημίωσιν, διότι ἄλλως οὔτε οἱ ἀπόγονοι τοῦ 100 βαθμοῦ δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ λάβουν τὸ δικαίωμά των. Ἐὰν τυχὸν ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἀποδείξῃ, ὅτι οἱ δῆμοι ἔχουν ἀνάγκην βοηθείας, τότε δι’ ἄλλου τρόπου δύναται νὰ γείνῃ συνδρομὴ ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ οὐχὶ ποτὲ νὰ γείνῃ φανερὰ παραβίασις τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Διὰ ταῦτα ἐμμένω εἰς τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐξέφρασε.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Κωσταντᾶ;
§100ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι· δὲν ἐπιμένω, ἀφ’ οὗ πρόκειται περὶ ἰσότητος, ἥτις τόσον μᾶς ἀνησυχεῖ τοὺς Ἕλληνας (γέλως).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον;
§102ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 16. Ἐὰν ὁ ἀποχωρισμὸς τῆς μερίδος τοῦ πρώην τιμαριούχου ἐγένετο δυνάμει διανομῆς τοῦ κτήματος, αἱ ὑποθῆκαι ἢ τὰ προνόμια, τὰ ἐπιβαρύνοντα τὴν ἀδιαίρετον μερίδα τῶν ἐνεχομένων, μεταβιβάζονται αὐτοδικαίως ἐπὶ τοῦ εἰς ἕκαστον τούτων ἀνήκοντος μεριδίου τοῦ κτήματος· ἂν δὲ ἡ ἐξαγορὰ ἐγένετο διὰ χρηματικῶν ποσῶν, κατατίθεται τοῦτο εἰς τὸ ἐν Κερκύρᾳ ἐνεχυροδανειστήριον, καὶ ἀντίγραφον τῆς πράξεως τῆς καταθέσεως καταχωρίζεται ἐντὸς τριάκοντα ἡμερῶν εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως ἢ εἰς ἄλλην, διὰ Β. Διατάγματος ὁρισθησομένην, ἕκαστος δὲ τῶν ἐνυποθήκων ἢ προνομιούχων δανειστῶν διατηρεῖ τὰ δικαιώματά του ἐπὶ τῆς κατατεθείσης ἀξίας. Ἐὰν τὸ πληρωτέον χρηματικὸν ποσὸν ἀνήκῃ εἰς πρόσωπα ὑπὸ ἐπιμέλειαν διατελοῦντα, κατατίθεται τοῦτο εἰς τὸ ἐνεχυροδανειστήριον, ἀσφαλίζεται δὲ καὶ διατίθεται κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ ἀστυκοῦ νόμου.»
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§105ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 17. Οἱ ἐνυπόθηκοι ἢ προνομιοῦχοι πιστωταὶ δὲν δύνανται νὰ παρεμβῶσιν εἰς τὰς μεταξὺ τοῦ πρώην τιμαριούχου καὶ τῶν κατόχων τοῦ τιμαριωτικοῦ κτήματος δίκας, οὐδὲ νὰ ἀνακόψωσι τὰς ἐκδοθείσας ἀποφάσεις, ἐκτὸς ἂν ἀποδειχθῇ δόλος.»
§107ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Τὸ τελευταῖον κῶλον τοῦ ἄρθρου τούτου «δὲν δύνανται ν’ ἀνακόψωσι τὰς ἐκδοθείσας ἀποφάσεις ἐκτὸς ἂν ἀποδειχθῇ δόλος» εἶναι περιττὸν, διότι, ὁσάκις ὑπάρχει δόλος, ὁ τρίτος ἐνδιαφερόμενος δύναται ν’ ἀνακόψῃ πᾶσαν ἀπόφασιν φέρουσαν βλάβην εἰς τὰ δικαιώματά του. Λοιπὸν δὲν προστατεύομεν τίποτε, ἀφοῦ ὑπάρχει γενικὴ περὶ τούτου διάταξις. Τὸ πρῶτον μέρος τὸ θεωρῶ ἐπιβλαβές. Κατὰ τὴν διάταξιν αὐτὴν, οἱ προνομιοῦχοι πιστωταὶ δὲν δύνανται νὰ παρεμβῶσιν εἰς τὰς μεταξὺ τοῦ πρώην τιμαριούχου καὶ τῶν κατόχων τοῦ τιμαριωτικοῦ κτήματος δίκας. Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι γίνεται μία δίκη μεταξὺ ἐμοῦ τοῦ τιμαριούχου καὶ τοῦ κατόχου τοῦ κτήματος πρὸς ἐξαγοράν. Ὁ τρίτος, ὅστις εἶναι ἐνυπόθηκος δανειστής μου προνομιοῦχος, ὅστις ἔχει συμφέρον ὅπως αὐξήσῃ τὸ ποσὸν τὸ ὑπὲρ ἐμοῦ ὁρισθησόμενον, ὅπως δυνηθῇ καὶ αὐτὸς νὰ λάβῃ τὸ εἰς αὐτὸν ἀνῆκον κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, πρέπει νὰ εἶναι ἀμέτοχος τῆς δίκης αὐτῆς; Ὁ δανειστὴς δὲν πρέπει νὰ ἐμποδίζεται τοῦ νὰ λάβῃ μέρος καὶ ἐπιτηρῇ, ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὑτοῦ συμφερόντων, εἰς δίκας εἰς ἃς ὁ ὀφειλέτης του εἶναι κυρίως διάδικος. Ἐὰν ἀποκλείσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς παρεμβάσεως καὶ καθιερώσωμεν μόνον τὸ τῆς τριτανακοπῆς ἐν περιπτώσει δόλου, θέλομεν καθιερώσει ἀρχὴν πολλάκις ἀπραγματοποίητον, διότι ἀδύνατον πολλάκις καθίσταται ν’ ἀποδειχθῇ ἡ μεταξὺ δύω διαδίκων πρὸς βλάβην τρίτου λαβοῦσα χώραν συνεννόησις. Ἄλλως, διατί νὰ δύναται νὰ ἀντιπράξῃ ὁ δανειστὴς μόνον κατὰ τῶν ἐπιζημίων κατ’ αὐτοῦ συνεπειῶν, ὅταν ἐκ δόλου προέρχωνται, καὶ νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπερασπίσῃ τὰ συμφέροντά του τὰ διακινδυνεύοντα εἰς τὰς τυχὸν ὀλιγωρίας τοῦ ὀφειλέτου του; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ποία ἡ ἐκ τῆς παρεμβάσεως βλάβη; Ἠκούσατε ποτὲ νὰ γείνουν παράπονα ἢ ἀπὸ τὰ δικαστήρια ἢ ἀπὸ τοὺς διαδίκους ὅτι ἡ παρέμβασις φέρει κωλύματα εἰς τὴν ταχεῖαν πρόοδον τῶν δικῶν; Δὲν βλέπω λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ καταργήσωμεν γενικὰς τῆς πολιτικῆς δικονομίας διατάξεις διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος ἄρθρου.
§108ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Αὐτὴ ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἶναι ἀναγκαία, διότι ἄνευ αὐτῆς δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ἐκλείψωσιν αἱ σχέσεις αἱ τιμαριωτικαὶ μεταξὺ κατόχων καὶ τιμαριούχων· διότι, ὁσάκις ὁ τιμαριοῦχος δὲν θέλει νὰ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀπαλλαγὴν τοῦ κατόχου ἀπὸ τῶν βαρῶν, δύναται νὰ μεταχειρισθῇ μέσα καὶ διὰ τῶν πιστωτῶν νὰ τὴν ἐμποδίσῃ. Λοιπὸν διὰ τῶν μέσων τούτων αἱ σχέσεις θέλουν διαιωνισθῆ, καὶ διὰ τοῦτο καὶ ὁ νόμος τοῦ κοινοβουλίου προενόησε περὶ τούτου καὶ οἱ λόγοι ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἠναγκάσθη ὁ νομοθέτης νὰ κάμῃ τοῦτο εἶναι αὐτοί. Ἀλλὰ λέγει ὁ Κ. Μπαλάνος, ὅτι δύναται νὰ ἐπέλθῃ δόλος· ἀλλὰ μήπως οἱ νόμοι τοῦ Κράτους δὲν προβλέπουσι περὶ τούτου; Ἐὰν δι’ αὐτὸν τὸν λόγον πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τότε πρέπει νὰ ἐκλείψουν ὅλαι αἱ γενικαὶ διατάξεις καὶ νὰ τὰς ἀντικαταστήσωμεν δι’ εἰδικῶν. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ μένῃ, διότι καὶ ὁ τρίτος ἐξασφαλίζεται διὰ τοῦ τιμήματος τὸ ὁποῖον τίθεται.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον. Ἄρθρον 18ον (γίνεται 19ον). «Δυνάμει τῆς ἐξαγορᾶς, τῆς καταβολῆς τοῦ ἀντιτίμου καὶ τῆς εἰς τὴν ἐφημερίδα καταχωρίσεως τὸ κτῆμα ἀπαλλάσσεται πάσης ὑποθήκης καὶ παντὸς προνομίου, ὑπάρχοντος εἰς βάρος τοῦ πρώην τιμαριούχου.»
§110ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 19ον (γίνεται 20ον). «Ἐπὶ διενέξεων ἀναφυομένων κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν τῶν προσόδων τούτων καὶ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ διὰ τὴν ἐξαγορὰν ὀφειλομένου ποσοῦ, εἶναι ἁρμόδιον τὸ πρωτοδικεῖον Κερκύρας.»
§112ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 20ον (γίνεται 21ον). «Κάτοχοι διαφόρων τιμαριωτικῶν κτημάτων, κειμένων εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν δῆμον, δύνανται νὰ ἐνάξωσι καὶ νὰ ἐναχθῶσι κοινῶς πρὸς ἐκκαθάρισιν τῶν παρ’ ἑκάστου τούτων ὀφειλομένων χρηματικῶν προσόδων.»
§114ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 21ον (γίνεται 22ον). «Τὸ πρωτοδικεῖον δικάζει συνοπτικῶς. Πᾶσα περὶ τῶν τοιούτων ὑποθέσεων ὡς καὶ περὶ ὀφειλομένων μεριδίων καὶ κανόνων τῆς ἁρμοδιότητος αὐτοῦ δίκη συζητεῖται καὶ διαρκουσῶν τῶν δικαστικῶν διακοπῶν τὴν τρίτην ἡμέραν μετὰ τὴν ἐπίδοσιν, (προστιθεμένης τῆς προθεσμίας τῆς ἀποστάσεως κατὰ τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων 195, 196 καὶ 541 τῆς Πολ. Δικονομίας) ἐγγραφομένης τῆς ὑποθέσεως εἰς τὸ δελτίον ἄνευ πράξεως τοῦ προέδρου.»
§116ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 22ον (γίνεται 23ον). «Ἡ αὐτὴ διαδικασία λαμβάνει χώραν καὶ κατ’ ἔφεσιν. Ἡ κατὰ τῆς ἀποφάσεως ὅμως ἔφεσις γίνεται ἐντὸς 10 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 752 τῆς Πολ. Δικονομίας γενομένης ἐπιδόσεως τῆς ἀποφάσεως.»
§118ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23ον (γίνεται 24ον). «Τὰ περὶ ἀντικειμένων προβλεπομένων ὑπὸ τοῦ παρόντος νόμου δικόγραφα, ὡς καὶ τὰ πρακτικὰ τῶν δικαστηρίων συντάσσονται ἐπὶ χαρτοσήμου 50 λεπτῶν, τὰ δὲ πρωτότυπα τῶν ἀποφάσεων ἐπὶ χαρτοσήμου δύω δραχμῶν.»
§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐὰν ἀναγνώσητε, κύριοι, τὸ ὑπόμνημα τοῦ Κ. Προβελεγίου, θέλετε παρατηρήσει, ὅτι πᾶσα ἡ νῆσος Κέρκυρα παρέστησε τὴν ἀνάγκην ὅπως περατωθῶσιν αἱ δίκαι εἰς ἄσημον χάρτην, διότι αἱ περιστάσεις δὲν εἶναι τακτικαὶ, ἀλλ’ ὅλως ἔκτακτοι καὶ μὴ συνήθεις· ἐὰν λείψῃ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, τὸ δημόσιον ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς ἰδιοκτησίας ἀποζημιοῦται ἀρκούντως διὰ τὰς ἐλαττώσεις τῶν τελῶν. Προτείνω λοιπὸν νὰ μετατεθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐκεῖ νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἀφ’ οὗ ἕκαστος σκεφθῇ ὡρίμως κατ’ ἰδίαν.
§121ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ μετατεθῇ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, διότι ἐνταῦθα κάμνομεν λόγον περὶ ἁρμοδιότητος καὶ περὶ ἐκδικάσεως τῶν δικῶν· ἄλλως τε καὶ κατ’ οὐσίαν ἐξεταζόμενον αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι ὀρθόν. Βλέπετε πόσον εἶναι συγκαταβατικὸς ὁ προκείμενος νόμος, διότι ἐπὶ τοῦ προκειμένου λέγει, ὅτι τὰ πρωτότυπα τῶν ἀποφάσεων γίνονται ἐπὶ χαρτοσήμου 2 δραχμῶν καὶ τὰ πρακτικὰ καὶ πάντα τὰ δικόγραφα ἐπὶ χαρτοσήμου 50 λεπτῶν. Ἀλλ’ ὁ Κ. Κωσταντᾶς λέγει, ὅτι οἱ Κερκυραῖοι ὅλοι εἶναι σύμφωνοι εἰς τοῦτο. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο. Καὶ πάντας τοὺς διαδίκους ἂν ἐρωτήσετε ἂν θέλουν νὰ πληρόνουν φόρους χαρτοσήμου, θὰ εἴπουν ὄχι, ἀλλὰ πρέπει νὰ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν τοῦ χαρτοσήμου κατάργησιν διὰ τὸν λόγον τοῦτον; ὄχι. Ποῖος δὲ εἶναι ὁ λόγος ὁ προκαλῶν τὴν ἐπὶ τῶν δικῶν, περὶ ὧν ἐνταῦθα γίνεται λόγος, ἀπαλλαγὴν τοῦ χαρτοσήμου; Εἶπεν ὁ Κ. Κωσταντᾶς, ὅτι εἶναι πολλαὶ δίκαι καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ πληρόνηται μικρὸν τέλος. Ὁ λόγος ὅτι πρέπει οἱ τοιοῦτοι διάδικοι νὰ ἀπαλλαγῶσιν ὅλως διόλου τοῦ χαρτοσήμου δὲν εἶναι δεκτὸς, διότι πρέπει καὶ αὐτοὶ νὰ συντελῶσι διὰ τοῦ φόρου εἰς τὴν ἀνακούφισιν τῶν βαρῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ παρετήρησεν ὅτι αἱ δίκαι αἱ ἐκ τοῦ προκειμένου νόμου ἐκπηγάσουσαι θέλουν εἶσθαι πολλαὶ, καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἓν τμῆμα εἰς τὸ πρωτοδικεῖον τῆς Κερκύρας, καὶ ὅτι ἴσως καὶ τὸ Ἐφετεῖον δὲν θὰ ἐξαρκέσῃ καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ γείνουν πρόσθετοι δαπάναι· καὶ διὰ τοῦτο ἔκρινεν ἀναγκαῖον ὅπως συντελέσωσι καὶ οἱ διάδικοι αὐτοὶ εἰς τὰς δαπάνας. Προσέτι δὲ ἐτέθη αὐτὸ τὸ μικρὸν τέλος καὶ δὲν ἠθέλησεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ἀπαλλάξῃ ἐντελῶς τοὺς κατοίκους Κερκύρας ἀπὸ τὸ τέλος τοῦ χαρτοσήμου, διὰ νὰ μὴ ἐγείρωνται μάταιαι δίκαι· διότι τότε ὁ διάδικος, ἀφοῦ δὲν πληρόνει τέλος, δὲν θέλει ἀποφεύγει τὰς δίκας, μὴν ἔχων ἄλλην δαπάνην παρὰ τὴν τῶν δικηγορικῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου αἱ δίκαι θὰ ὑπεραυξήσουν, ὥστε μᾶλλον ζημία παρὰ ὠφέλεια προξενηθήσεται.
§122ΣΕΡΒΟΣ. Καταλαμβάνετε καλῶς, ὅτι δὲν ἐπεθυμοῦσα νὰ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ πράγματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς Κερκυραίους· πρόκειται ὅμως περὶ ἑνὸς ζητήματος φορολογικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρει ἅπαν τὸ ἔθνος, καὶ καταλαμβάνετε ὅτι τὸ παρὸν ζήτημα συσχετίζεται μὲ διάφορα ἀντικείμενα. Ἐγὼ λοιπὸν ἐν πλήρει γνώσει δύναμαι νὰ ἐκφέρω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Εἰς τὴν νῆσον Κέρκυραν ἡ ἰδιοκτησία εἶναι τοσοῦτον διανεμημένη, ὥστε εἶναι ἀκατανόητον πῶς δύναται νὰ γείνῃ μία διάκρισις. Εἰς τὴν Κέρκυραν διὰ νὰ γείνῃ μία ἐκτίμησις, ἀπαιτοῦνται 20, 25 δραχμαί· ἀλλὰ πῶς δύναταί τις νὰ ἐξοδεύσῃ 25 δραχμὰς, ἐνῷ πρόκειται νὰ ἀπολαύσῃ μίαν ἢ δύω; Ἔχω ἰδιοκτησίαν δύω, τριῶν, τεσσάρων ἐλαιοδένδρων, τὰ ὁποῖα κανονίζονται ἀπὸ διάφορα συμβόλαια· τώρα ἐγὼ, ἐὰν ἦμαι ὑποχρεωμένος νὰ κάμω μίαν δίκην ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου καὶ ὑποβληθῶ ὄχι εἰς ἔκτακτα ἀλλὰ τὰ τακτικὰ ἔξοδα, τότε εἶναι ἀδύνατον νὰ κάμω τὴν δίκην, διότι θὰ ἐξοδεύσω περισσότερα ἀφ’ ὅ,τι θὰ λάβω, καὶ οὕτω τὰ ἔξοδα θὰ ἀποῤῥοφήσουν τὴν ὠφέλειαν. Βλέπετε λοιπὸν εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ φέρετε αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους; Ἢ πρέπει νὰ κάμητε μίαν μικρὰν θυσίαν, ἢ εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ καθαρίσητε αὐτὰς τὰς ἰδιοκτησίας· ἔγειναν πολλαὶ θυσίαι, πρέπει νὰ γείνῃ καὶ αὐτὴ, διότι αὐτὴ θὰ φέρῃ αἴσιον ἀποτέλεσμα. Ἑπομένως φρονῶ, ὅτι ὁ κύριος Προβελέγιος....
§123ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὴ ὁμιλῆτε περὶ τοῦ Προβελεγίου, διότι δὲν εἶναι βουλευτὴς, καὶ ὅσα ἔγραψε δὲν ἔχουν καμμίαν ἐδῶ σημασίαν.
§124ΣΕΡΒΟΣ. Ὁ κύριος Προβελέγιος ἐν τῇ μεγάλῃ συνέσει του καὶ εὐθυδικίᾳ, ὅστις συνέλεξεν ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξομαλύνωσιν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ νὰ εἰρηνεύσωσι τὴν νῆσον, γνωμοδοτεῖ καὶ σᾶς λέγει· «θέλετε νὰ φθάσητε εἰς τὸ ἐξαγόμενον τῆς εἰρηνεύσεως τῆς νήσου; πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀσυδοσίαν· θέλετε τὴν νῆσον νὰ τὴν φέρετε εἰς θέσιν ἤρεμον ἐπ’ ἀγαθῷ καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τοῦ δημοσίου,—διότι τότε θὰ προαχθῶσι καὶ αἱ πρόσοδοι καὶ ὡς ἐκ τούτου θὰ ὠφεληθῶσι καὶ οἱ ἰδιῶται καὶ τὸ δημόσιον—θέλετε νὰ κάμητε τοῦτο; πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀσυδοσίαν, ἥτις θὰ παραγάγῃ μεγαλειτέρους τοὺς καρπούς.» Αὐταὶ εἶναι αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἤθελα νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εὐελπίζομαι, ὅτι θέλουν γείνει παραδεκταὶ διὰ τὰ μεγάλα καλὰ, τὰ ὁποῖα μέλλουν νὰ ἀποφέρουν, τὴν ἐκκαθάρισιν τῆς ἰδιοκτησίας, τὴν εἰρήνευσιν τῆς νήσου καὶ τὴν ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου.
§125ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ δημόσιον ἀπολαμβάνει ἀπὸ αὐτά;
§126ΣΕΡΒΟΣ. Ὀλιγώτερα.
§127ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὴν σελ. 6 τῆς Δικονομίας γίνεται λόγος, ὅτι, ὅταν ὁ ἡγεμὼν παρεχώρησε τὰ τιμαριωτικὰ κτήματα καὶ ἐσυμφώνησεν ἐκεῖνο καὶ ἐκεῖνο, εἰς τὰ συμβόλαια ἔθετε καὶ τὸν ὅρον τῆς συνεισφορᾶς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι σήμερον αὐτὰ ἀφίνονται, ἀπ’ ἐναντίας δὲ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου λείπουν.
§128ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὶς ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον Σέρβον νὰ ὁμιλήσῃ περὶ Κερκύρας· καὶ πρῶτον τὸν ἤκουσα ἄλλοτε διὰ νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ τῶν προνομίων τῶν κλητήρων τῆς ὑψηλῆς Ἀστυνομίας, καὶ τοὺς ἐπανηγύρισε τόσον, ὥστε μᾶς τοὺς παρέστησεν ὡς αἰσθητοὺς ἀγγέλους, καὶ ὅλοι ἠξεύρομεν ποῖοι ἦσαν οἱ κλητῆρες καὶ ἡ ἀστυνομία ἐκείνη. Ἤδη ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει, ὅτι, ἐὰν θέλητε νὰ διατηρηθῇ ἡ ἡσυχία αὐτοῦ τοῦ τόπου, πρέπει νὰ παραχωρήσητε ἀσυδοσίαν. Κύριοι, ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἐκείνου τῆς ἐξοχῆς ἀγωνίζομαι πρὸ πολλῶν ἐτῶν· ἀλλὰ τὸν λαὸν τῆς Κερκύρας τὸν γνωρίζω, μᾶλλον εἰπεῖν, πλέον ἢ ὅ,τι τὸν γνωρίζει ὁ κύριος Σέρβος. Γνωρίζω τὴν κατάστασιν, τὰς θλίψεις, τὰς ἀνάγκας του, ἀλλὰ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἀπολαμβάνει ἤδη, τοῦ εἶναι, νομίζω, ἀποχρῶντα, μολονότι, κατ’ ἐμὲ, ἔπρεπε νὰ εἶναι γενναιότερα· ἀλλὰ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητοῦν περὶ ἀσυδοσίας, ὅλως διόλου ἀπάδει πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον θηρεύουν, διότι, καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ κύριος Μπαλάνος, ἀντὶ νὰ λείψουν θὰ πολλαπλασιασθῶσιν αἱ δίκαι, ἐπειδὴ καὶ οἱ ἄνθρωποι θὰ ἀφήσουν τὰς ἐργασίας των, θὰ τοὺς ξεγυμνώσουν οἱ δικηγόροι καὶ δὲν θὰ ἔχουν ἄλλο τίποτε παρὰ κρισολογίας. Δὲν ἠθέλησα οὐδέποτε νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ θέματος καὶ νὰ ἀναφέρω τὰς θυσίας, τὰς ὁποίας κάμνει τὸ ἔθνος, διὰ νὰ μὴ φέρω κανὲν σχίσμα· ἀλλ’ ἐπειδὴ μᾶς τὸ κτυπᾶτε εἰς τὸ πρόσωπον, ὅτι αὐτὴ ἡ περιουσία εἶναι δημοτικὴ, σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δημοτικὴ ἀλλ’ ἐθνικὴ περιουσία, καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς περιῆλθεν εἰς τοὺς δήμους τῆς Ἑπτανήσου, ἐνῷ ὅλοι οἱ ἄλλοι δῆμοι τοῦ κράτους εἶναι γυμνοὶ καὶ ἀπόγυμνοι· ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ ἔθνος συνεισφέρει καὶ ὄχι οἱ δῆμοι. Τὸ ἔθνος μάλιστα ἔκαμε μίαν γενναιοτέραν θυσίαν· παρεχώρησε τοσοῦτον μεγάλας καὶ ὑπερόγκους περιουσίας, τὸ ὁποῖον ἄλλαι κυβερνήσεις καὶ Βουλαὶ δὲν ἤθελον παντάπασι κάμει· ἀλλ’ ἡμεῖς ἐκλείσαμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐνταῦθα. Ὀλίγον λοιπὸν εἶναι αὐτὸ τὸ ποσὸν, ὅπου εἶναι τὸ τριτημόριον ὅπου καταβάλλει εἰς τὰ δικαστήρια· ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καταβάλλει εἰς τὰ δικαστήρια εἶναι μᾶλλον ὑπὲρ τοῦ λαοῦ τῆς ἐξοχῆς, εἶναι μᾶλλον ὑπὲρ τῶν τιμαριούχων παρὰ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Τὸ δημόσιον δὲν δύναται νὰ ὠφεληθῇ, διότι εἶναι ἠναγκασμένη ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δικαστήρια ἀκόμη νὰ προσθέσῃ εἰς τὴν Κέρκυραν, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Μπαλάνος, διὰ νὰ διεξαγάγουν αὐτὸ τὸ πλῆθος τῶν δικῶν, ἀλλὰ ἴσως καὶ ἐφετεῖον.
§129ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡμεῖς δὲν ἐπιμένομεν εἰς τοῦτο, οὐδ’ ἐναντιούμεθα, διὰ νὰ μὴ διακινδυνεύσῃ ὁ πατριωτισμὸς τινῶν ἀντιπροσώπων (γέλως).
§130ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔπρεπε νὰ μὴ μᾶς κάμητε νὰ ὁμιλήσωμεν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 23 (γίνεται 24).
§132ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 24 (ἔγεινεν 25). «Αἱ διαρκεῖς πρόσοδοι, αἱ εἰς καρποὺς ὀφειλόμεναι ἕνεκα ἀγροληψίας, ἐμφυτεύσεως ἢ ἐδαφονομῆς ἐπὶ ἀκινήτων ἀνηκόντων εἰς τὴν πρώην ἐγχώριον κυβέρνησιν ἀνάγονται εἰς χρηματικὰς κατὰ διετίαν πληρωτέας προσόδους, ἂν πρόκειται περὶ ἀποδόσεως ἐλαίου, ἐτησίας δὲ εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν.»
§134ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 25 (ἔγεινεν 26) «Αἱ ἐξ ἀγροληψιῶν πρόσοδοι ἀνάγονται εἰς χρηματικὰς προσόδους ὡς ἑξῆς. Ὁρίζεται ἡ κατὰ μέσον ὅρον εἰς τὸν ἀγροδότην ἀνήκουσα πρόσοδος ἐπὶ τῇ βάσει τῆς παραγωγῆς τῶν τελευταίων εἴκοσιν ἐτῶν, ἀποδεικνυομένης διὰ τῶν παρὰ τῇ πρώην ἐγχωρίῳ Κυβερνήσει ὑπαρχόντων βιβλίων ἢ καταστίχων ἢ ἐνταλμάτων ἐκτιμήσεως, ἢ καὶ δι’ ἄλλων νομίμων μέσων· ὁ μέσος οὗτος τῆς παραγωγῆς ὅρος μετατρέπεται εἰς χρήματα κατὰ τὸν μέσον ὅρον τῆς κατὰ τὴν τελευταίαν εἰκοσαετίαν ἀγοραίας ἀξίας τῶν καρπῶν.»
§136ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Οὔτε κατὰ τὰς συζητήσεις, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, οὔτε κατὰ τὴν ἰδιαιτέραν μου μελέτην ἠδυνήθην νὰ πεισθῶ περὶ τοῦ δικαίου τῆς ἐκπτώσεως τῶν 35%. Κατὰ τὴν συζήτησιν ὑπῆρξε μεγάλη πλειονοψηφία ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου, καὶ ἐγὼ διὰ τοῦτο, καί τοι ἐναντίος, εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ νομοσχεδίου ἐσημείωσα αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Ἀλλὰ, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε κατὰ τὴν συζήτησιν οὔτε κατὰ τὴν ἰδιαιτέραν μου μελέτην ἠδυνήθην νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου, ὅτι τὸ 35% πρέπει νὰ τὸ ἐκπέσωμεν. Ἰδοὺ δὲ οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους, λέγουν, πρέπει νὰ γείνῃ τοῦτο. Πρόκειται περὶ κτημάτων τῆς ἐγχωρίου Κυβερνήσεως. Τὰ κτήματα ταῦτα, ἀνήκοντα εἰς τὴν ἐγχώριον Κυβέρνησιν Κερκύρας, ἐδόθησαν εἰς καλλιεργητὰς πληρόνοντας προσόδους· τώρα ἀναγνωρίζεται ἡ ἀρχὴ, ὅτι ἡ πρόσοδος δύναται νὰ μετατραπῇ εἰς χρήματα, καὶ τοῦτο γίνεται κατὰ τοῦ δευτέρου ἐδαφίου τοὺς ὁρισμούς. Λαμβάνομεν εἴκοσιν ἐτῶν προσόδους καὶ τὴν ἀξίαν αὐτῶν, ὁρίζομεν τὸν μέσον ὅρον τῆς προσόδου καὶ τῆς ἀξίας, καὶ οὕτως εὑρίσκομεν τὴν χρηματικὴν δόσιν. Ἀλλὰ τί λέγει τὸ ἄρθρον τοῦτο; Ἐκ τοῦ οὕτω πως σχηματισθέντος μέσου ὅρου ἐκπίπτομεν 35%. Θέλομεν νὰ εὕρωμεν π. χ. ἐγὼ, ὅστις ἔδιδον κατὰ τὸ 1846 τόσα καὶ κατὰ τὸ 47 τόσα καὶ καθεξῆς, τί θὰ δίδω εἰς χρήματα; Ἀφοῦ εὕρωμεν τὸν μέσον ὅρον, ὡς εἴρηται, ἐὰν ἔδιδον κατὰ μέσον ὅρον ἑκατὸν, θ’ ἀφαιρέσωμεν 35 καὶ θὰ δίδω μόνον 65. Κατὰ τὴν συζήτησιν ἐῤῥέθη, ὅτι ἡ ἐγχώριος Κυβέρνησις ἔδιδε τὰ κτήματα εἰς ἐνοικιαστάς, οἵτινες ἐλάμβανον τὴν πρόσοδον ἀπὸ τοὺς καλλιεργητάς· ἡ κυρία δὲ πρόσοδος εἶναι ἐλαιοκαρπός. Λοιπὸν ἐγίνετο ἐκτίμησις τοῦ ἐλαιοκαρποῦ, καὶ ἐπειδὴ ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον ἐγένοντο αἱ ἐκτιμήσεις, ἔδιδεν ἀφορμὴν εἰς πολλὰς καταχρήσεις, ἐπειδὴ οὕτω οἱ ἐνοικιασταὶ κατώρθονον διὰ τῆς ἐκτιμήσεως νὰ λαμβάνωσι ποσὰ πολὺ ἀνώτερα τῶν ἀληθῶς ὀφειλομένων, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἡ ἔκπτωσις. Νομίζω ὅμως, ὅτι καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ ἐνοικιασταὶ ἔκαμνον τοιαύτας καταχρηστικὰς ἐκτιμήσεις, δύναται νὰ διορθωθῇ τὸ πρᾶγμα, καθόσον ποῖος εἶναι ὁ τρόπος, διὰ τοῦ ὁποίου προσδιορίζομεν τὸν μέσον ὅρον; Μήπως τυφλοῖς ὄμμασιν ὑποχρεοῦμεν τὰ δικαστήρια νὰ στηριχθῶσιν εἰς τὰς ἐκτιμήσεις τὰς γενομένας καὶ νὰ παραδεχθῶσιν ὡς ἀληθεῖς τὰς καταχρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο ὑπὸ τῶν ἐκτιμητῶν, ὥστε καὶ τὰ ἀποτελέσματα νὰ μὴ εἶναι ἀληθῆ; Αἱ ἐκτιμήσεις εἶναι μόνον ἓν τῶν μέσων, εἰς τὰ ὁποῖα ὀφείλει τὸ δικαστήριον νὰ καταφύγῃ, διότι τὸ ἄρθρον αὐτὸ λέγει, ὅτι «ἡ πρόσοδος δύναται νὰ ὁρισθῇ διὰ τῶν παρὰ τῇ πρώην ἐγχωρίῳ Κυβερνήσει ὑπαρχόντων βιβλίων ἢ καταστίχων ἢ ἐνταλμάτων ἐκτιμήσεως ἢ καὶ δι’ ἄλλων νομίμων μέσων» ὥστε δύναται ὁ ἐνδιαφερόμενος, ὅταν ἔλαβον χώραν καταχρήσεις εἰς τὴν ἐκτίμησιν καὶ ἐτέθησαν ἑκατὸν δρ., ἐνῷ δὲν ἦσαν παρὰ εἴκοσι, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν κατάχρησιν, καὶ τὸ δικαστήριον, στηριζόμενον εἰς ἄλλα διδόμενα παρὰ τὰς καταχρηστικὰς ἐκτιμήσεις, νὰ ὁρίσῃ τὸν μέσον ὅρον τῆς ἀληθοῦς κατὰ εἰκοσαετίαν παραγωγῆς. Στοχάζομαι λοιπὸν, ὅτι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον λέγουν, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις εἰς τὴν ἐκτίμησιν, δὲν εἶναι ἀποχρῶν καὶ διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀπάλειψιν αὐτῆς τῆς ἐκπτώσεως.
§137ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι περιττὸν, διότι τὰ ἐσυζητήσαμεν.
§138ΚΟΥΡΗΣ. Ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς παρεδέχθη τὸ ἄρθρον ὡς συνετάχθη εἶναι, κύριοι, ἡ παρακατιὸν ἀναφερομένη. Τὰ ἐγχώρια κτήματα μὴ ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον ἀλλὰ εἰς ἐκκλησίας, ὧν τὴν διαχείρισιν τῆς περιουσίας ἀνέλαβε πρὸ πολλοῦ ἡ ἐγχώριος Κυβέρνησις, ὡς εἶπεν ὁ κ. Μπαλάνος, ἐδίδοντο εἰς ἐνοικιαστάς. Οὗτοι τὰ ἐμίσθωνον ἐπὶ διετίαν, καὶ προσεπάθουν ἐντὸς τῆς βραχυτάτης ταύτης προθεσμίας ν’ ἀπολαύσουν εἰσοδήματα πολὺ ἀνώτερα τῆς ἐπιδεκτικότητος καὶ παραγωγικῆς δυνάμεως τῶν ἐκμισθουμένων κτημάτων. Μυρίας δὲ ἔπραττον καταχρήσεις, ἰδίως κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐλαιοκάρπου, γεγονὸς πασίγνωστον καὶ μὴ ἀμφισβητούμενον ἐν Κερκύρᾳ. Οἱ ἐνοικιασταὶ οὗτοι, ὅπως εἰσπράξωσι τὰς παρ’ αὐτῶν καταχρηστικῶς προσδιορισθείσας μερίδας, ἐσημείωνον ταύτας εἰς τὰ ἐκδιδόμενα ἐντάλματα καὶ εἰς τὰ σχετικὰ βιβλία, ἅτινα παρεδίδοντο εἰς τὸ εἰσπρακτορεῖον. Ἐπῆλθε κατόπιν νόμος κοινοβουλευτικὸς εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δι’ οὗ ὁ Ἰόνιος νομοθέτης, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς γενομένας παρὰ τῶν ἐνοικιαστῶν καταχρήσεις, θέλων δὲ πραγματικῶς ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν κτηματικῶν σχέσεων καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν βαθμηδὸν ν’ ἀπαλλάξῃ ἐκ τῶν βαρῶν αὐτῆς πρὸς ὄφελος τῶν κατόχων, ἐθέσπισεν, ὅτι εἰς τὸν κάτοχον ἀγροληπτικῶν κτημάτων ἐπετρέπετο ἡ μετατροπὴ τῆς προσόδου εἰς χρήματα, ὁ δὲ χρηματικὸς κανὼν, μετὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ κεφαλαίου, πρὸς τὸ κεφάλαιον ὡς τόκος ἰσοδυναμοῦσε προαφαιρουμένου 35%. Τὸν ἑπτανησιακὸν τοῦτον νόμον κατήργησεν ὁ ΡΝʹ. καὶ τοι ἦτο εὐεργετικὸς διὰ τοὺς κατόχους τῶν ἐγχωρίων κτημάτων. Τώρα, προκειμένου λόγου νὰ τακτοποιήσωμεν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, ἀναφερόμεθα εἰς τὰς διατάξεις τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Ἰονίου νόμου, δι’ οὗ πλεῖστα ἠλευθερώθησαν κτήματα ἐκ τῆς ἐτησίας ἢ κατὰ διετίαν συνεπεία ἐκτιμήσεων πληρωμῆς ἀγροληπτικῶν μερίδων, μετατρέψαντες εἰς χρηματικοὺς κανόνας τὰς μερίδας ταύτας· ἀλλ’ εἶναι δίκαιον, εἶναι συνετὸν ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔρχεται εἰς βοήθειαν αὐτῶν τῶν κατόχων τῶν μὴ εἰσέτι μετατρεψάντων εἰς χρηματικοὺς κανόνας τὰς ἀγροληπτικὰς μερίδας, ἐν γνώσει οὖσα τῶν καταχρήσεων, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουσι χώραν ὑπὸ τῶν ἐνοικιαστῶν τῶν ἐγχωρίων κτημάτων, νὰ περιορίσῃ τὰς πρὸς τοὺς κατόχους ὠφελείας κατὰ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ χρηματικοῦ κανόνος ἢ νὰ δειχθῇ φειδωλοτέρα τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως; ἰδοὺ οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ τὸ νομοσχέδιον συντάξασα ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο πρέπον νὰ μὴ γείνῃ ἀλλοίωσίς τις καὶ νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§139ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἀντικατάστασις αὕτη δὲν ἀφορᾷ παρὰ τὴν καταστολὴν τῶν καταχρήσεων τῶν ἐνοικιαστῶν· πιστεύω, ὅτι τοῦ λοιποῦ δὲν θὰ ὑπάρχωσιν αἱ καταχρήσεις αὗται. Δύναμαι νὰ βεβαιώσω τὸν κ. Κουρῆν, ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον, οἱαδήποτε κακὰ καὶ ἂν συμβαίνουν, ἱεροσυλία οὐδέποτε συνέβη.
§140ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Τὸ 35% εἶναι, μοὶ φαίνεται, πολὺ· προτείνω νὰ περιορισθῇ εἰς τὸ 25%.
§141Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὄχι, ὄχι, δι’ ὄνομα Θεοῦ.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Μπαλάνου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Παγκράτη, δηλ. τὸ 35% νὰ ἐλαττωθῇ εἰς 25%, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§143ΖΕΡΒΟΣ. Δὲν παρεδέχθη· ἐρωτήσατε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον ἀπεφάνθη. — Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 26 ἄρθρον. Ἄρθρον 26. «Αἱ ἐξ ἐμφυτεύσεων ἢ ἐδαφονομιῶν εἰς καρποὺς ὀφειλόμεναι πρόσοδοι ἀνάγονται εἰς χρηματικὰς προσόδους, μετατρεπομένης κατὰ τὰ ἐγχώρια ἔθιμα Κυρκύρας εἰς χρηματικὸν κεφάλαιον τῆς ἐμφυτευτικῆς ἢ ἐδαφονομικῆς προσόδου· ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου ὁ πρὸς 4% τόκος ἀποτελεῖ τὴν κατ’ ἔτος ἢ κατὰ διετίαν πληρωτέαν χρηματικὴν πρόσοδον.»
§145ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 27. «Οἱ ἀγρολῆπται, ἐμφυτευταὶ ἢ ἐδαφονομεῖς ὀφείλουσιν ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου νὰ κοινοποιήσωσι διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος εἰς τὸν Νομάρχην Κερκύρας κατάλογον ἀκριβῆ τῶν εἰς τὴν πρώην ἐγχώριον κυβέρνησιν ἀνηκόντων κτημάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων αὐτοὶ εἰσὶν ἀγρολῆπται, ἐμφυτευταὶ ἢ ἐδαφονομεῖς, ἐμφαίνοντα τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν κτημάτων, τὰ ὅρια αὐτῶν, τὰ ἐν αὐτοῖς δένδρα ἢ οἰκοδομὰς καὶ τὴν ἐτησίαν ἢ διετῆ πρόσοδον αὐτῶν.»
§147ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 28. «Ἐν περιπτώσει μὴ ἐμπροθέσμου κοινοποιήσεως τοιούτου καταλόγου, ἢ ἂν ὁ κατάλογος δὲν εἶναι ἀκριβὴς, οἱ μὲν ἀγρολῆπται στεροῦνται τῆς ἐλαττώσεως τοῦ 25%, οἱ δὲ ἐμφυτευταὶ καὶ ἐδαφονομεῖς πληρόνουσι πρόσοδον χρηματικὴν οὐχὶ ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρὸς 4% ὑπολογιζομένου κατὰ τὸ 25 ἄρθρ. τόκου, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ βάσει ὑπολογισμοῦ πρὸς 6%.»
§149ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 29. «Ἐν τῇ περιπτώσει τοῦ ἀνωτέρω ἄρθρου ὁ Νομάρχης Κερκύρας ὀφείλει ἐντὸς 3 μηνῶν ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας, νὰ εἰσαγάγῃ ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου Κερκύρας ἀγωγὴν πρὸς ἀναγνώρισιν τοῦ ἐπὶ τῶν μὴ δηλωθέντων ἀκινήτων δικαιώματος τῆς πρώην ἐγχωρίου Κυβερνήσεως.»
§151ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κατὰ τὸ 27 ἄρθρον, ὀφείλουσιν οἱ ἀγρολῆπται, ἐμφυτευταὶ ἢ ἐδαφονομεῖς νὰ προσαγάγωσι κατάλογον ἐντὸς 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, τῶν κτημάτων τὰ ὁποῖα κατέχουσι, καὶ τῶν εἰσοδημάτων τὰ ὁποῖα εἰσπράττουσιν οἱ δῆμοι, ὁ δὲ νομάρχης ἐντὸς 18 μηνῶν ὀφείλει νὰ κάμῃ τὴν ἐκκαθάρισιν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν βιβλίων τῆς διαχειρίσεως· ἑπομένως τὸ 29 ἄρθρον φρονῶ, ὅτι χορηγεῖ ὅλα τὰ μέσα τῆς στρεψοδικίας εἰς τοὺς κατέχοντας κτήματα, ὅπως οὐδέποτε ἐκπληρώσωσι τὰς ὑποχρεώσεις ταύτας.
§152ΚΟΥΡΗΣ. Χάνουν τὰ δικαιώματά των.
§153ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὰ χάνει ἡ ἐπιχώριος διαχείρισις, δηλαδὴ αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ, διότι ἐγὼ ὁ ἀγρολήπτης, ἀρνούμενος νὰ προσαγάγω τὸν κατάλογον, ὑποχρεόνω τὸν νομάρχην νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ δικαστήριον ἵνα διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματα τῶν δήμων, ὅπως ἐκ νέου συζητηθῶσιν οἱ τίτλοι τῆς ἰδιοκτησίας. Ἐπομένως διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου τὰ δικαιώματα τῶν δήμων καταργοῦνται. Ἐγὼ ζητῶ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου ὅλως διόλου.
§154ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἐσκέφθη ἡ ἐπιτροπή. Οἱ κάτοχοι κτημάτων ἀνηκόντων εἰς τὴν ἐγχώριον κυβέρνησιν ὀφείλουν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ δηλώσωσιν, ὅτι τὰ κτήματα ἀνήκουν εἰς τὴν ἐγχώριον κυβέρνησιν· ἐν περιπτώσει μὴ δηλώσεως οἱ κάτοχοι στεροῦνται τῶν ἐλαττώσεων τοῦ 25%. Ὑποθέσατε ὅμως, ὅτι ἐγὼ δὲν κάμνω τὴν δήλωσιν· θὰ ὑποφέρω τὴν ποινήν, ἀλλ’ ἐπ’ ἄπειρον δὲν δύνανται νὰ μένωσι τὰ πράγματα ἐκκρεμῆ, δὲν πρέπει δηλαδὴ ἐπ’ ἀόριστον χρόνον νὰ μὴ εἶναι ὡρισμένον, ἂν τὸ κτῆμα ἀνήκει εἰς ἐμὲ ἢ εἰς τὴν ἐγχώριον κυβέρνησιν. Διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὁ νομάρχης ἐντὸς 3 μηνῶν ἀπὸ τῆς παρελεύσεως τῆς ἀνωτέρω προθεσμίας νὰ εἰσαγάγῃ ἀγωγὴν ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου περὶ ἀναγνωρίσεως τῶν δικαιωμάτων τῆς ἐγχωρίου διοικήσεως, διότι ἄλλως δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ κάμῃ τὴν ἐκκαθάρισιν· ἄλλως, ἂν μένουν αἱ τύχαι τῶν κτημάτων μετέωροι, δύνανται μετὰ παρέλευσιν 30 ἢ 40 ἐτῶν νὰ προτείνωσιν οἱ κάτοχοι τὴν παραγραφήν.
§155ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κ. Κωνσταντᾶς λέγει, ὅτι, ἐπειδὴ εἷς κάτοχος δημοτικοῦ ἢ μοναστηριακοῦ κτήματος παρημέλησε τὴν δήλωσιν, πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ὁ νομάρχης ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι μοναστηριακὸν ἢ δημοτικὸν (θόρυβος).
§156ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Βλέπετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον κινουμένη ἐκ τοῦ φόβου μὴ μείνωσι κτήματα ἐν Κερκύρᾳ μετέωρα καὶ αἰωνίως ἀκαθάριστα· ἀλλὰ τὸ ἄρθρον 30 αἴρει πᾶσαν ἀμφιβολίαν. Ὀφείλουν οἱ ἀγρολῆπται ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ κανονίσουν τὸν κατάλογον τῶν ἑαυτῶν κτημάτων· ἐὰν ὅμως δὲν ἐκπληρώσουν τὸ χρέος τοῦτο, ὁ νομάρχης ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κτηματολογίου τοῦ ὑπάρχοντος, τουτέστι κατὰ τὰ ὑπάρχοντα βιβλία, θὰ κάμῃ τὴν ἐκκαθάρισιν. Ὁ νομάρχης κρατεῖ ὅλα τὰ κατάστιχα καὶ ὅλας τὰς ἀποδείξεις περὶ τῆς ὑπαρχούσης ἰδιοκτησίας καὶ ἐντὸς 18 μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου πρέπει νὰ ἔχῃ κοινοποιημένον κατάλογον ὅλων τῶν ἰδιοκτητῶν, καὶ ἐὰν κατ’ αὐτοῦ ὑπάρχωσιν ἀντιῤῥήσεις, ὁ ἀγρολήπτης ἢ ὁ ἐμφυτευτὴς ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου Κερκύρας δύνανται νὰ προσβάλωσι τὴν ἐκκαθάρισιν· ὥστε οὐδεὶς ὑπάρχει φόβος, ὅτι θέλουσι μείνει κτήματα μετέωρα καὶ ἀκαθάριστα. Ἂν ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον 29, θέτομεν τοὺς ἰδιοκτήτας, ἤτοι τοὺς δήμους, εἰς τὴν ἀνάγκην ν’ ἀποδείξωσι τὸ ἀναμφισβήτητον τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀλλὰ τί εἶναι δῆμοι; δὲν εἶναι ὁ λαὸς ὃν ὑπερασπιζόμεθα ἐνταῦθα;
§157ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Συμφωνῶ εἴς τινα τροποποίησιν, τοῦ ἄρθρου τούτου ἀπαλειφομένου καὶ γινομένης μικρᾶς προσθήκης εἰς ἑπόμενόν τι ἄρθρον.
§158ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς δύνασθε νὰ κάμετε ἕνα ἄνθρωπον ἐνάγοντα μόνον καὶ μόνον διότι τὸν ἐνεγράψατε ἐντὸς ἑνὸς νόμου; (θόρυβος).
§159ΚΟΥΡΗΣ. Διὰ τοῦ ἄρθρου 29 πρόκειται νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 28 προνοούμενα.
§160ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἂν μείνῃ τὸ ἄρθρον 29, θὰ γείνουν πολλαὶ καταχρήσεις. Πολλοὶ κάτοχοι θὰ σιωπήσουν καὶ θὰ εἴπουν, ἐὰν ἐντὸς 18 μηνῶν δὲν τὸ ἐννοήσῃ ὁ νομάρχης, γινόμεθα κύριοι καὶ ἰδιοκτῆται· ἂν τὸ ἐννοήσῃ, πρέπει νὰ φέρῃ τίτλους, ἀποδείξεις, ἵνα ἀναγνωρίσῃ τὸ κτῆμα ὡς μοναστηριακὸν ἢ δημοτικὸν, ἐνῷ δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς οὗτος.
§161ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν εἶναι πλήρης ἡ Βουλή.
§162ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἂς μείνωμεν ἕως ἐδῶ, ἵνα σκεφθῶμεν ὡριμώτερον καὶ φέρωμεν τὴν ἀναγκαίαν θεραπείαν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 3 παρὰ 10|60.)