1867.10.13
2.498 στίχοι · 20.383 λέξεις · 123 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
Τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1867.
(Παρασκευή.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ὑποβάλλω νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τῆς μισθοδοσίας τοῦ ἐν Ἀλεξανδρείᾳ προξένου· συνοδεύεται μὲ αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς, Κύριος Μακρυγιάννης, κάμνει πρότασιν νόμου περὶ ἐξαιρέσεως τῶν περὶ σφραγίσεως διατάξεων τοῦ νόμου περὶ ζωοκλοπῆς εἰς τοὺς δήμους Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς.
§5ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τοῦτο κεῖται εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἤδη τὰς ἐκλογάς. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ὕδρας· ἔχει ὡς ἑξῆς. Τὸ Αʹ. Τμῆμα τῆς Βουλῆς «Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς Ὕδρας πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ ἀποβιώσαντος βουλευτοῦ Κ. Ἀθ. Μιαούλη, καὶ παρατηρῆσαν, ὅτι ἐτηρήθησαν ἅπασαι αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, οὐδεμία δὲ ἔνστασις ἐδόθη κατὰ τῆς ἐκλογῆς ταύτης, εἰμὴ μόνον, διαρκούσης αὐτῆς, μία διαμαρτύρησις τοῦ ὑποψηφίου Δημ. Βουδούρη, δι’ ἧς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐλάμβανε δῆθεν χώραν δωροδοκία κατὰ τὴν ἐκλογὴν, καὶ ἀπεσύρθη τοῦ ἐκλογικοῦ ἀγῶνος· ἡ δὲ ἔνστασις αὕτη οὖσα ἀνυπόστατος καὶ ἀόριστος ὅλως καὶ ἀνυποστήρικτος, εἶναι ἀπαράδεκτος· Προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ἐκλογῆς ταύτης πρὸς τὸ τέλος τοῦ ν’ ἀνακηρυχθῇ ὡς νόμιμος βουλευτὴς τῆς ἐπαρχίας Ὕδρας ὁ πλειονοψηφήσας Κύριος Θ. Κουντουριώτης. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 10 8βρίου 1867. Τὰ μέλη Ἰω. Α. Ζαΐμης, Α. Α. Ἀντωνόπουλος, Σ. Καραϊσκάκης, Τ. Λαζαρέτος, Π. Λεωτσάκος, Ἰ. Δουλίδης, Κ. Πλατὺς, Π. Α. Πετράκης, Δ. Βαλαβάνος, Μ. Κ. Κανάρης, Γ. Α. Πεῤῥωτῆς, Γ. Λάππας, Γ. Ἀποστολίδης, Τ. Πλέσσος. Οἱ εἰσηγηταὶ Μ. Καΐρης. Α. Χατσόπουλος.»
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις; Οἱ παραδεχόμενοι ὡς νόμιμον τὴν ἐκλογὴν τοῦ Θεοδώρου Κουντουριώτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται ἑτέρα ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Ὕδρας· ἔχει ὡς ἑξῆς. Τὸ Αʹ. Τμῆμα τῆς Βουλῆς. «Λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τ’ ἀφορῶντα τὴν ἐκλογὴν Ὕδρας πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ πρῴην βουλευτοῦ κυρίου Ἀνδρέα Κουντουριώτου πρακτικὰ, καὶ παρατηρῆσαν ἐπισταμένως, ὅτι ἐτηρήθησαν ἀκριβῶς αἱ νόμιμοι διατυπώσεις καὶ μόνον μία ὑπάρχει ἔνστασις τοῦ ἀναπληρωτοῦ τοῦ ὑποψηφίου Θ. Γκίκα, ἀόριστος καὶ ἀσθενὴς, περὶ δωροδοκίας δῆθεν λαβούσης χώραν, ἥτις καθὸ τοιαύτη ἐξελέγχεται ἀνυπόστατος· Προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς ὡς εἴρηται ἐκλογῆς, ὡς τυγχανούσης πλήρους νομιμότητος, καὶ τὴν ἀνακήρυξιν ὡς βουλευτοῦ τοῦ νομίμως πλειονοψηφήσαντος Ἰωάννου Καλογιάννη. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 10 Ὀκτωβρίου 1867. Τὰ μέλη Ἰω. Ζαΐμης, Α. Α. Ἀντωνόπουλος, Σ. Καραϊσκάκης, Τ. Λαζαρέτος, Δ. Βαλαβάνος, Ἰω. Δουλίδης, Κ. Πλατὺς, Π. Α. Πετράκης, Π. Λεωτσάκος, Τ. Πλέσσος, Μ. Κ. Κανάρης, Γ. Λάππας, Γ. Πεῤῥωτῆς, Γ. Ἀποστολίδης. Οἱ εἰσηγηταὶ Μ. Καΐρης. Α. Χατζόπουλος.» Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν τοῦ Ἰωάννου Καλογιάννη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐξελεγκτικῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς Κερκύρας, ἔχουσα ὡς ἑξῆς. Πρὸς τὴν Βουλήν. «Τὰ ὑπογεγραμμένα μέλη, τὰ συγκροτοῦντα τὸ 6 Τμῆμα τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, συνελθόντα σήμερον καὶ λαβόντα ὑπ’ ὄψιν τὰ πρακτικὰ τῆς ἐνεργηθείσης βουλευτικῆς ἐκλογῆς Κερκύρας πρὸς ἀντικατάστασιν τοῦ παραιτηθέντος βουλευτοῦ Γ. Μαρκορᾶ, ἐξάγουσι τὰ ἑπόμενα. Ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἐνηργήθη τακτικῶς, τηρηθέντων πάντων τῶν τύπων τῶν διατασσομένων ὑπὸ τοῦ περὶ ἐκλογῆς τῶν βουλευτοῦ νόμου, πλειονοψηφήσαντος καὶ ἀνακηρυχθέντος βουλευτοῦ τοῦ Κυρίου Πέτρου Βράϊλα Ἀρμένη διὰ ψήφων 2499 πρὸς 1122 ἐπὶ ψηφοφορησάντων 3621· ὅτι οὐδεμία ἔνστασις κατὰ τῆς ἐκλογῆς ἐπροτάθη· Ἐπειδὴ ἂν καὶ δὲν προτείνεται ἀκυρότης τις κατὰ τῆς ἐκλογῆς, εἶναι ὅμως βέβαιον, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς κύριος Πέτρος Βράϊλας Ἀρμένης διατελῶν, καθ’ ὃν καιρὸν ἐξελέχθη, πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ, εἰς ὑπηρεσίαν δηλονότι ἔμμισθον, ἀσυμβίβαστον κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος πρὸς τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ, δὲν ἐξελέχθη νομίμως· Διὰ ταῦτα κατὰ πλειονοψηφίαν τὸ τμῆμα ἀποφαίνεται ἄκυρον τὴν προκειμένην ἐκλογὴν τοῦ βουλευτοῦ Κερκύρας Πέτρου Βράϊλα Ἀρμένη, ὡς διατελοῦντος εἰς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 10 8βρίου 1867. Τὰ μέλη τῆς πλειονοψηφίας τοῦ τμήματος Δ. Τσώκρης, Δ. Παπαλουκᾶς. Δ. Καλλιφρονᾶς, Ν. Μπουντούρης, Α. Δημητριάδης, Αἰακ. Λογιωτατίδης, Κ. Μελαχρινὸς, Π. Γουζούασης, Χ. Μαστραπᾶς. Ὁ Εἰσηγητὴς Δ. Τσαμόπουλος.» «Ἓν δὲ μέλος, ὁ Κύριος Θ. Ζερβὸς μειονοψηφῶν, διατείνεται, ὅτι ὁ Κύριος Βράϊλας εἰς ἔκτακτον διατελῶν ὑπηρεσίαν, οὐχὶ κανονικῶς ἔμμισθον, δὲν ἀποκλείεται τοῦ δικαιώματος τῆς ἐκλογῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 71 τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, οὐχὶ δὲ καὶ τοὺς ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους τῆς Κυβερνήσεως, ἐξομοιουμένους μὲ τοὺς ὑπουργούς. Ἐκτὸς δὲ τούτου, προκειμένου περὶ στερήσεως δικαιώματος, ἡ ἑρμηνεία τοῦ νόμου δὲν δύναται νὰ εἶναι διασταλτική.
Θ. ΖΕΡΒΟΣ.»
Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἄκυρον τὴν ἐκλογὴν τοῦ Πέτρου Βράϊλα νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἔχομεν ἤδη τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτάκτων δημοτικῶν πόρων πρὸς περίθαλψιν τῶν ἐκ Κρήτης προσφύγων. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται παραδεκτὸν δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου αὐτοῦ ψηφοφορίας ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ δευτέραν συζήτησιν.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου δὲν δύναται νὰ συζητηθῇ καὶ παραδεχθῇ ὡς τροπολογία, παρακαλῶ νὰ διατάξῃ νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φοράν. Ἐνταῦθα δίδουσι τὸν ὅρκον τοῦ βουλευτοῦ οἱ Κύριοι Θ. Κουντουριώτης καὶ Ἰω. Καλογιάννης.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγει ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ;
§10ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ θεωρήσῃ ὡς τροπολογίαν τὴν πρότασιν, διότι δὲν δύναται διὰ μιᾶς ψηφοφορίας καὶ ἀποφάνσεως νὰ μεταβάλῃ τὰ πράγματα. Ἐννοῶ τροπολογίαν, νὰ μὴ ζητηθῇ ἡ γνώμη τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἀλλὰ τοῦ ἐπαρχιακοῦ ἢ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος προσώπου, νὰ προηγηθῇ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· εἷς ὅμως νέος νόμος δὲν δύναται νὰ εἶναι τροπολογία, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔλθῃ αὐτοτελὴς ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκτιμήσεως. Πρόκειται περὶ διατάξεως συνταγματικῆς καὶ καθ’ ἣν ὁ νόμος πρέπει νὰ συζητηθῇ τρίς. Ἂν παραδεχθῶμεν ὅτι εἶναι τροπολογία, τότε ἕκαστος δύναται νὰ εἰσάγῃ νόμον αὐτοτελῆ καὶ νὰ λέγῃ ὅτι εἶναι τροπολογία διατάξεως ἄλλου ἀσχέτου νόμου, καὶ οὕτω ν’ ἀποφεύγῃ τὴν τριπλῆν συζήτησιν. Φοβοῦμαι, ὅτι, ἂν θεωρήσωμεν τὸν νόμον ὡς τροπολογίαν, θὰ εὕρωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογήν του δυσκολίας σπουδαίας· ἂν ψηφίσωμεν νόμον ἅπαξ μόνον ἀναγνωσθέντα, τότε δύνανται νὰ διαφιλονεικήσωσι τὰ δικαστήρια τὴν ἰσχύν του, διότι ἀντιφάσκει πρὸς τὸ Σύνταγμα καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι νόμος.
§11ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἀναγνωσθῇ διὰ πρώτην φοράν. Ἀναγινώσκεται ὁ νόμος περὶ ἐκτιμήσεως τοῦ ἐλαιοκάρπου διὰ πρώτην φορὰν, καὶ γίνεται δεκτὸς δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου ψηφοφορίας ἄνευ ἀντιῤῥήσεως.
§12ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε πρόεδρε, οἱ πραγματογνώμονες, ἂν δὲν θελήσουν νὰ ὑπάγουν, τοὺς ἀπειλεῖται ποινή· ποία εἶναι ἡ ἀμοιβή των; Μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἔλλειψις, ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ὑπόκειται εἰς ποινὴν νὰ μὴ ἀμείβεται· κάμνω προσεκτικοὺς τοὺς κκ. ὑπουργοὺς καὶ βουλευτάς.
§13ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ βαθμιαίας ἐκκαθαρίσεως τῶν κτημάτων καὶ ὑποθηκικῶν σχέσεων ἐν Κερκύρᾳ. Τρίτη συζήτησις.
§15ΚΟΥΡΗΣ. Εὐχαρίστως, κύριοι, παρατηρῶ ὅτι ἤγγικεν ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλληνικὴ Βουλὴ θὰ ἐπιληφθῇ ἑνὸς ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἔχει βεβαίως οὐ μικρὰν σπουδαιότητα καὶ βαρύτητα οὐ μόνον διὰ τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων μου ἀνήκω, ἀλλὰ καὶ διότι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, βεβαιωθῆτε, κύριοι, συνδέεται καὶ μὲ πολλὰ ἄλλα ὑψηλὰ συμφέροντα, ἐπὶ τῶν ὁποίων δὲν θέλει λείψει ἴσως ἡ περίστασις νὰ ἐπιστήσω σοβαρῶς τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς. Τὸ ζήτημα τοῦτο, καθὼς ἤδη γινώσκετε, ἐπέφερε διαστάσεις, διαιρέσεις καὶ διχονοίας οὐκ ὀλίγας· παρεννοήθησαν καὶ παρεξηγήθησαν αἱ πρὸς τὴν Ἑπτάνησον διαθέσεις τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁ τόπος ἐκεῖνος πρό τινος χρόνου διατελεῖ εἰς λίαν δυσάρεστον θέσιν. Πολλαὶ ἐγένοντο προσπάθειαι ὅπως, εἰ δυνατόν, τὰ πράγματα τακτοποιηθῶσιν, ἔχοντες δὲ ὑπ’ ὄψιν τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας καὶ τὰς πολιτικὰς μεταβολὰς συναισθανθῶσιν ἅπαντες τὸ καθῆκον τοῦ νὰ ἐκπεραιώσωσι συμβιβαστικῷ τῷ τρόπῳ τοιαῦτα ζητήματα. Αἱ ἰδιωτικαὶ ὅμως αὗται προσπάθειαι ἀπέβησαν δυστυχῶς μάταιαι, καὶ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἄνευ τῆς συνεργείας καὶ συμπράξεως τῆς κυβερνήσεως ἡ κατάστασις τῆς νήσου ὡς ἐκ τῆς ἐκκρεμότητος τοῦ ζητήματος ἤθελεν ἔτι μᾶλλον χειροτερεύσει. Ἀνέλαβε λοιπὸν τὴν πρωτοβουλίαν ἡ κυβέρνησις καὶ καλῶς ἔπραξε. Τὸ πολύπλοκον Κερκυραϊκὸν ζήτημα δὲν ἠδύνατο κατ’ ἄλλον τρόπον νὰ λυθῇ· ὡς ἐκ τούτου συνέστησεν ἡ κυβέρνησις ἐπιτροπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος σπουδαῖα καὶ ἀξιότιμα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶχον τὴν ὑπομονὴν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας πολλὰ νὰ ἀκούσωσιν ἕνεκα τῶν ὑφισταμένων μεταξὺ κτηματιῶν καὶ ἀγροληπτῶν διαφορῶν. Ἐννοεῖται, ὅτι ἅπαντες οἱ βουλευταὶ δὲν ἠδύναντο νὰ ὦσι σύμφωνοι εἰς ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα, πολλῷ δὲ ἧσσον εἰς τὰ προτεινόμενα πρὸς λύσιν τῶν διαφόρων ζητημάτων μέτρα. Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, ἀποβλέψας ἀφ’ ἑνὸς εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ λυθῇ ζήτημα ἀκανθῶδες καὶ σπουδαῖον συνδεόμενον μετὰ τῆς δημοσίας τάξεως, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐξασφαλιζομένης κατὰ τὸ δυνατὸν τῆς ἰδιοκτησίας, νὰ βελτιωθῇ ἡ κατάστασις τοῦ τόπου ἐκείνου καὶ ἀπαλλαχθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἀπὸ δεσμὰ, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπετιμήθη μεγάλως, ἐνόμισα, ὅτι ἓν καθῆκον εἶχον νὰ ἐκπληρώσω ἐνώπιον αὐτῆς τῆς ἐπιτροπῆς, νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου μετὰ θάῤῥους καὶ μὲ τὴν ἡσυχίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ὀφείλει ἕκαστος νὰ τηρῇ ὁσάκις παρίσταται ἐνώπιον ἀνθρώπων νοημόνων καὶ ἀμερολήπτων· ἐγὼ δὲν ἔχω ἄλλο μέσον νὰ μεταχειρισθῶ πρὸς ἔκφρασιν τῶν ἰδεῶν μου, εἰμὴ αὐτὸ τὸ θεῖον τοῦ λόγου δικαίωμα· ἠμπορεῖ νὰ ἀπατῶμαι εἰς τὰς ἰδέας καὶ κρίσεις μου, καὶ διὰ τοῦτο σήμερον εὐχαρίστως παρουσιαζόμενος ἐνώπιον ὑμῶν, ὦ βουλευταὶ, ἐλπίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ τὰς ἐσφαλμένας οἱουδήποτε γνώμας θέλε ἀντικρούσει, ἵνα ὅσον τὸ δυνατὸν νόμος ἐντελέστερος δημοσιευθῇ, δι’ οὗ νὰ προστατευθῶσι τὰ ἱερὰ τῆς ἰδιοκτησίας δικαιώματα, νὰ ἐπέλθῃ δὲ ἡ ποθητὴ εἰρηνοποίησις ὁμάδων, τάξεων, προσώπων, ἅτινα πρέπει νὰ ζήσωσιν ἀδελφικῶς, διότι ἀποτελοῦσι μίαν καὶ μόνην οἰκογένειαν, εἶναι τέκνα μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς πατρίδος καὶ ἅπαντες πρέπει νὰ ἐνθυμούμεθα ὅτι μόνον διὰ τῆς εἰρηνοποιήσεως καὶ ἀδελφικῆς συμπράξεως δυνάμεθα νὰ προβῶμεν ἐπὶ τὰ πρόσω, νὰ ὑπηρετήσωμεν οὐ μόνον ἐπαρχιακὰ συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τοῦ ἔθνους μας ὁλοκλήρου· ἄλλως τε ἐπιδιώκων τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς, δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐπιμείνω ἀποκλειστικῶς εἰς τὰς γνώμας μου, καθόσον μάλιστα ἐθεώρουν τὴν ἐπιτροπὴν ταύτην ὡς διαιτητικὸν σῶμα, προτιθέμενον νὰ ἀποφανθῇ μεταξὺ τῶν ἀντιδοξούντων βουλευτῶν Κερκύρας καὶ καταρτίσῃ νομοσχέδιον, ὅπερ εἰσαγόμενον εἰς τὴν Βουλὴν ἤθελε προκαλέσει εὐρεῖαν συζήτησιν, ἐξ ἧς ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ Ἑλ. Βουλὴ ἐνδιαφέρεται εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅτι δὲν ἀνέχεται νὰ ἀδικῆται ὁλόκληρος κοινωνία, διότι παντοῦ καὶ πάντοτε ὀφείλεται σεβασμὸς εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν. Ἰδοὺ οἱ λόγοι ἕνεκα τῶν ὁποίων, καί τοι μὴ συμμεριζόμενος ὅλας τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ἔθεσα ἐν τούτοις τὴν ὑπογραφήν μου. Λάθη, Κύριοι, ἔλαβον χώραν· ὑπεπέσαμεν ἅπαντες, πολῖται καὶ βουλευταὶ, εἰς λάθη. Ἀλλ’ ἰδοὺ, αὐτὴ ἡ κυβέρνησις, τὰ λάθη ταῦτα ἐπιθυμοῦσα νὰ διορθώσῃ, προσκαλεῖ σήμερον τὴν Βουλὴν ὅπως ἐπανορθώσῃ ὅ,τι ἄτοπον, ἄδικον ἔλαβε χώραν, δυνάμενον νὰ προσβάλῃ τὰ δικαιώματα πολιτῶν διατελούντων ὑπὸ συνταγματικὴν κυβέρνησιν, ἀφοῦ μάλιστα ῥητὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος καθιεροῦσι τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀπαραβιάστου τῆς ἰδιοκτησίας. Συγχωρήσατε αὐτὴν τὴν μικρὰν προεισαγωγὴν, μὴ ὀφείλων ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἀναπτύξω ἔτι μᾶλλον τὰς ἰδέας μου, ἀφοῦ ἤδη ἀρκούντως ἐξεφράσθην ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς καὶ θέλω ἐπανέλθει κατὰ τὴν συζήτησιν ἄρθρων τινῶν. Τὸ συνταχθὲν, Κύριοι, ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς νομοσχέδιον ἐπαρουσιάσθη ἐνώπιον ὑμῶν καὶ κατὰ τὴν λῆξιν τῆς παρελθούσης συνόδου· δὲν ἐπέμεινα δὲ τότε ὅπως ἀμέσως συζητηθῇ, οὐχὶ δι’ ἔλλειψιν θάῤῥους, διότι ὁ τὰ καθήκοντά του συναισθανόμενος ὀφείλει μετὰ θάῤῥους νὰ ὑπερασπίζηται τὰ συμφέροντα πασχούσης κοινωνίας· ἀλλ’ ἐνόμισα, ὅτι κατὰ τὰς τελευταίας στιγμὰς τῆς Συνόδου παραδεχόμενοι νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀπαρτίζεται ἀπὸ πολλὰ καὶ σπουδαῖα ἄρθρα, δὲν ἠθέλατε ἔχει τὸν καιρὸν νὰ ἀποφανθῆτε ἐμβριθῶς ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτοῦ· καὶ τοῦτο δὲ ἂν ὑπῆρχεν ἐφικτὸν, δὲν ἤθελον ὅμως πεισθῆ οἱ συμπολῖταί μου, ὅτι ἐν τῷ διαστήματι ὀλίγων ὡρῶν, καθ’ ἃς ἀλλεπάλληλα νομοσχέδια ἐλάμβανον κῦρος νόμου, ὅτι πραγματικῶς ἡ Βουλὴ ἐπισταμένως ἐμόρφωσεν ἰδίαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου πεποίθησιν· ἄλλως τε ἐνόμιζον καθῆκόν μου, μὴ ὑπάρχοντος τοῦ ὑλικοῦ καιροῦ, ὥστε ὡρίμως νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν ὤφειλον νὰ ἐπιμείνω, ὅπως ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν καὶ μελετηθῇ τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχέδιον παρὰ τῶν ἐνδιαφερομένων συμπολιτῶν μου, οἵτινες καὶ ἐδικαιοῦντο καὶ καθῆκον εἶχον νὰ ἐκφέρωσι γνώμην ἐπ’ αὐτοῦ. Τὴν αὐτὴν δὲ ἰδέαν ἀσπασθεῖσα καὶ ἡ Κυβέρνησις, εἶδον μὲ εὐχαρίστησίν μου, ὅτι ἀπέστειλεν εἰς Κέρκυραν σεβαστὸν πρόσωπον, ὅπως ἐκ τοῦ πλησίον καὶ ἐξ ὅλων τῶν τάξεων ἀρυσθῇ πληροφορίας περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ζητήματος. Ὁ Κ. Προβελέγγιος λοιπὸν, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα εἶναι ἀρκετὰ γνωστὸν, ἐπεφορτίσθη νὰ μεταβῇ εἰς τὴν πατρίδα μου. Ὁ Κ. Προβελέγγιος ἔλαβε τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσῃ πολλά, (καὶ ἠξεύρετε, ὅτι ὅταν πολλὰ λέγωνται, οὐχὶ καὶ ὅλα εἶναι καλά)· διέτριψεν εἰς τὴν πόλιν, μετέβη εἰς τὴν ἐξοχὴν, ἔλαβεν ὑπομνήματα καὶ ὑπέβαλεν ᾐτιολογημένην ἔκθεσιν πρὸς πληροφορίαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἐν τοσούτῳ ἄρχεται ἡ νέα σύνοδος τῆς Βουλῆς καὶ ἓν ἐκ τῶν πρώτων ἀντικειμένων εἶναι τὸ Κερκυραϊκὸν ζήτημα· διανέμεται τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ ἐπιτροπή, ἀλλὰ παραδόξως εἶδον, ὅτι προηγεῖται αὐτοῦ διεξοδικὴ αἰτιολογικὴ δῆθεν ἔκθεσις. Ἐρωτῶ λοιπὸν κατὰ πρῶτον τὸν πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως, καὶ εὐελπίζωμαι, ὅτι θέλει εὑρεθῆ εἰς κατάστασιν νὰ μοὶ δώσῃ ἀμέσως τὴν ἀπάντησιν· ἡ αἰτιολογικὴ αὕτη ἔκθεσις ἡ μετὰ τοῦ νομοσχεδίου συῤῥαφεῖσα εἶναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελέσω μέρος; Καὶ ἂν μὲν τὸ πρᾶγμα ἔχῃ οὕτω, δὲν δύναμαι νὰ παραπονεθῶ ὅτι δὲν προσεκλήθην νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπὴν κατὰ τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως, καθόσον εὑρισκόμην μακρὰν καὶ εἶχε τὸ δικαίωμα ἡ κυβέρνησις νὰ προσκαλέσῃ τὰ ἐνταῦθα διαμένοντα μέλη· οὐχ ἧττον ὅμως μ’ ὅλον τὸν σεβασμὸν πρὸς τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἤθελον ἀντικρούσει πολλὰ μέρη τῆς ἐκθέσεως ταύτης καὶ ἤθελον ἀποδείξει, ὅτι ἡ ἔκθεσις ἀπᾴδει πρὸς τὰς οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου καὶ δύναται μόνον νὰ χρησιμεύσῃ ὡς αἰτία παρερμηνειῶν καὶ δικαστικῶν διενέξεων. Τοῦτο ὅμως δὲν θέλω πράξει εἰμὴ μόνον ὅταν πληροφορηθῶ ὅτι ἡ ἔκθεσις εἶναι ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς. Ἂν ἄλλως ἡ ἔκθεσις αὕτη εἶναι ἔργον βουλευτοῦ τινος, συναδέλφου Κερκυραίου, λαβόντος μέρος εἰς τὴν ἐπιτροπήν, θέλω περιορισθῆ μόνον νὰ εἴπω, ὅτι ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ οἱανδήποτε γνώμην.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Εἶναι ἑνὸς μέλους.
§17ΚΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν ἀπαιτῶ εἰμὴ μόνον νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι ἔργον τῆς συνταξάσης τὸ νομοσχέδιον ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ἡ ἔκθεσις αὕτη. Παρεκτὸς τούτου ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ζητήσω ἀπὸ τοῦ βήματος μίαν μικρὰν χάριν, διότι τὰς χάριτας τὰς ζητῶ, κύριοι ὑπουργοί, ἀπὸ τοῦ βήματος μόνον· ὁ Κ. Προβελέγγιος εἰς τὴν ἔκθεσίν του ἀναφέρων τὰ γεγονότα τὰ ἐν Κερκύρᾳ ὑπ’ αὐτοῦ συλλεχθέντα, λέγει, ὅτι ἀκούσας διαφόρους καὶ ἐν τῇ πόλει καὶ ἐν τῇ ἐξοχῇ ἠδυνήθη νὰ κατατάξῃ εἰς τρεῖς κατηγορίας τὰς γνώμας τῶν κατοίκων τῆς νήσου ἐκείνης. Τινὲς, λέγει ὁ Κ. Προβελέγγιος, θεωροῦσιν, ὅτι τὰ ἀρχαῖα συμβόλαια, δι’ ὧν ἐκαλύφθη ἡ Κέρκυρα ἀπὸ προσοδοφόρα ἐλαιόδενδρα, δὲν πρέπει διόλου νὰ προσβληθῶσι, καθόσον πρόκειται περὶ κανονισμένων δικαιωμάτων, ἅτινα ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ποσῶς νὰ θίξῃ· ἰδέα τὴν ὁποίαν ἀποκρούει ὁ κύριος Προβελέγγιος, καὶ κατὰ τοῦτο εἶμαι πληρέστατα μετ’ αὐτοῦ σύμφωνος. Ἀλλὰ δὲν νομίζετε, κύριοι βουλευταί, ὅτι κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὀφείλω νὰ ἐκπληρώσω ἓν καθῆκον; Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὁ ἄνθρωπος τῶν διαιρέσεων, καὶ καθόσον αἱ περιστάσεις μοὶ τὸ ἐπιτρέπουν, προσπαθῶ νὰ τείνω τὴν μίαν χεῖρα εἰς τὴν μίαν μερίδα, καὶ τὴν ἄλλην εἰς τὴν ἑτέραν, ἐπὶ σκοπῷ νὰ ἐπιτύχω ὅ,τι ἕκαστος ὀφείλει νὰ ἐπιδιώξῃ καὶ ἅπαντες πρέπει νὰ ἐπιθυμήσωμεν, τοὐτέστι, νὰ παύσωσιν αἱ ὑπάρχουσαι διαιρέσεις, ἐξ ὧν ἐπῆλθε καὶ ἐπέρχεται μεγάλη βλάβη εἰς τὴν κοινωνίαν ἐκείνην. Ἐγὼ, ὅστις σήμερον παρουσιάζομαι ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς πόλεως Κερκύρας, δὲν πρόκειται βεβαίως νὰ ἐξετάσω μονομερῶς τὰ πράγματα, διότι μονομερῶς ἐξετάζων φρονῶ ὅτι δὲν ὑπηρετῶ τὴν πατρίδα μου, ἥτις ἀναμφιβόλως βλάπτεται ὅταν ἀδικοῦνται τὰ συμφέροντα μιᾶς τάξεως ἀπέναντι τῆς ἄλλης. Καὶ πῶς δύναται νὰ κατορθωθῇ τοῦτο, κύριοι, μὴ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰς διαφόρους γνώμας καὶ ἰδέας τῶν συμπολιτῶν μου, ἐξ ὧν θέλομεν ἀρυσθῆ τὴν ὅσον ἔνεστιν ἀκριβεστέραν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος ὅπως μὴ ἀδικηθῇ οὐδεμία τάξις; Καὶ τοιαύτας ἐκθέσεις, κύριοι, ὑπέβαλον οἱ συμπολῖταί μου εἰς τὸν κ. Προβελέγγιον, οὗτος δὲ διὰ τῆς ἐκθέσεώς του διαβίβασεν αὐτὰς εἰς τὸν κ. Πρωθυπουργόν. Ζητῶ ἑπομένως νὰ κατατεθῶσι τὰ ὑπομνήματα ταῦτα, ἵνα δυνηθῶ νὰ ἐξετάσω μήπως ἀπατῶμαι εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐμόρφωσα, καὶ ὅπως τεθῶ εἰς κατάστασιν νὰ ἀντικρούσω μετὰ θάῤῥους ἰδέας ἀπαραδέκτους, ἀτόπους ἢ μὴ συμβιβαζομένας μὲ τὰς τωρινὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας τῆς νήσου ἐκείνης. Κατ’ ἐμὲ μάλιστα, ἤθελον ὅπως τὰ ὑπομνήματα ταῦτα ἐκτυπωθῶσι.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλα εἰς τὴν διάθεσίν σας εἶναι.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Προτείνετε τὴν ἀναβολὴν, κύριε Κουρῆ;
§20ΚΟΥΡΗΣ. Ὄχι, διότι νομίζω ὅτι ἐπειδὴ τὸ ἀντικείμενον εἶναι καὶ σπουδαῖον καὶ διεξοδικὸν, δὲν θέλομεν δυνηθῆ σήμερον νὰ τελειώσωμεν· ὥστε δύνανται νὰ κατατεθῶσι τὰ ὑπομνήματα ταῦτα ὅπως ὁ ἐπιθυμῶν τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν.
§21ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριε πρόεδρε, τὸν λόγον.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωσταντᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§23ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι βουλευταί, σήμερον ἔπεσαν εἰς παγίδα, πιστεύσας εἰς τὴν εἰλικρινῆ ἕνωσιν δύω συστημάτων τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, ἅτινα ἐφαίνοντο εἰς ἐμὲ ὅτι κατ’ οὐσίαν ἐσυμφώνουν, ἡ δὲ διαφωνία των ἦτον ἁπλῶς τυπική. Ἐφρόνουν δηλαδὴ, ὅτι ἡ μερὶς τῶν προνομιούχων ἀνεγνώριζε τὰ δίκαια τῶν λαῶν τῆς Κερκύρας, ἀλλ’ ὅτι ἀπῄτουν ὅπως ἡ ἀπόδοσις αὐτῶν γείνῃ τῇ πρωτοβουλίᾳ αὐτῆς τῆς προνομιούχου τάξεως τῆς κοινωνίας. Τὴν ἰδέαν ταύτην κατέστησεν ἔτι μᾶλλον ἰσχυρὰν ἡ εἴδησις, ὅτι ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτῶν ἀνελάμβανε τὴν πρωτοβουλίαν ὅπως ἀπὸ τοῦ βήματος, ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ἀγορεύσῃ κατὰ τῆς ἀθλιότητος τοῦ λαοῦ, καταδείξῃ τὴν πηγὴν αὐτῆς καὶ ὑποστηρίξῃ ὅτι ἀνάγκη ὅπως ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία λάβῃ ὑπ’ ὄψιν οὐχὶ τὴν τακτικὴν καὶ ὁμαλὴν κατάστασιν τῶν δικαιωμάτων, ὁπότε ἐφαρμόζονται αἱ ἀρχαὶ τοῦ θετικοῦ Δικαίου, ἀλλὰ τὸ ἔκτακτον, τὸ ἀντικοινωνικὸν καὶ τὸ ἀνώμαλον τῆς καταστάσεως, ἥτις ἐγεννήθη ἐκ τῆς βίας, ἐκ τῆς χρήσεως τῆς ἰσχύος τοῦ δυνατοῦ κατὰ τοῦ ἀδυνάτου· ἐνίοτε πρέπει νὰ ἰσχύωσι μόνον αἱ ἀρχαὶ τοῦ ἀπολύτου δικαίου, τῶν αἰωνίων ἐκείνων ἀρχῶν, αἵτινες διέπουσι τὰς σχέσεις τῶν κοινωνιῶν κατὰ τὴν ἀναγέννησίν των. Ἀλλ’ ὁ κύριος Κουρῆς ὑποδεικνύει, ὅτι ἡ ἐπιψήφισις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἶναι ἀναγκαία, διότι λέγει ἐμμέσως, μὴ τολμῶν νὰ ὁμιλήσῃ φανερὰ, αἱ σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας εἶναι ἀνώμαλοι ὡς ἐκ τοῦ ΡΝ. νόμου, ὅστις ἀνέτρεψε τὰ συμφέροντα πρὸς ἱκανοποίησιν παραπόνων, τὰ ὁποῖα ἡ δημοκοπία ἔπλασεν. Ἠπατήθην ἀπάτην οἰκτρὰν, δὲν ἐνόησα ἐγκαίρως ὅτι αἱ περιποιήσεις εἶναι τῆς ἀνάγκης αἱ ἀπατηλαὶ εἰκόνες, ὅτι οἱ λαοὶ εἰς μόνην τὴν ἱστορίαν των πρέπει νὰ στηρίζωνται καὶ νὰ μὴ ἀνοίγωσιν εὐκόλως τὴν καρδίαν καὶ τὰ ὦτά των εἰς τοὺς κύπτοντας τὸν αὐχένα οὐχὶ χάριν τοῦ δικαίου, ἀλλὰ χάριν τοῦ σιδηροῦ σκήπτρου τῶν περιστάσεων. Ἔρχομαι ἑπομένως νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν προαγορεύσαντα, ὅλως ἀνέτοιμος. Πεποιθὼς ὅμως εἰς τὴν δύναμιν τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας, ἀναλαμβάνω θαῤῥαλέως τὸ χειρόκτιον καὶ ἀπαντῶ ὅσον ἔνεστι συντόμως καὶ ἀφελῶς, καθότι φρονῶ, ὅτι, προκειμένου λόγου περὶ ζητημάτων κοινωνικῆς ἀνάγκης, περὶ λύσεως ζητημάτων ἀφορώντων τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ λαοῦ, πρέπει ἡ εἰλικρίνεια, ἡ καθαρότης τῶν ἰδεῶν, ἥτις εἶναι ἡ φυσικὴ εἰκὼν τῆς καθαρᾶς πεποιθήσεως, νὰ προεξάρχῃ εἰς τὰς ἀγορεύσεις, ἵνα ἐπιχέωσι τὸ φῶς τῆς ἀληθείας εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν ἀκροατῶν, καὶ οὐχὶ αἱ προσποιήσεις, οἱ μορφασμοὶ, καὶ τὰ λιγηρὰ παράπονα, ἅτινα ἐμφαίνουσι τὴν καλλιτεχνικὴν λεπτότητα τοῦ δόλου, οὗτινος τὴν συμμαχίαν ἐπεδίωξαν ἀείποτε πάντες οἱ ἐχθροὶ τῆς λογικῆς καὶ τῆς εὐημερίας τῶν λαῶν. Λάθη, λέγει ὁ κύριος Κουρῆς, πραχθέντα ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν, ἀνέτρεψαν τὰς σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας. Οὐδὲν λάθος, κύριε Κουρῆ, ἐκ μέρος τοῦ λαοῦ ἐπράχθη, ἐκτὸς ἐὰν ὡς λάθος ἐκλαμβάνετε τὴν ἀφοσίωσίν του εἰς τὸ σύστημα, ὅπερ ἠκολούθησε, ζητήσας οὐχὶ δι’ αὐτοδικίας, ἀλλὰ διὰ τῶν νομίμων μέσων νὰ δικαιωθῇ ἐναντίον τῶν κατ’ αὐτοῦ διαπραχθεισῶν ἀδικιῶν. Ἔπρεπε νὰ εἴπῃς τὴν ἀλήθειαν, διότι ἔλεος δὲν ζητοῦμεν, ἀλλὰ δικαιοσύνην. Ἔπρεπε νὰ εἴπῃς, ὅτι ἀπαιτοῦμεν σεβασμὸν πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν μας, ἥτις κατήντησε χρῆμα ἄχρηστον καὶ ἐπικίνδυνον διὰ τὸν χωρικόν, ἐκτιθέμενον κατὰ πᾶσαν στιγμὴν εἰς τὰς ἁρπακτικὰς ἐπιθέσεις μιᾶς φούκτας φαυλοκρατῶν συνωμοσάντων κατὰ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς ζωῆς, τῆς τιμῆς καὶ τῆς ἐθνικότητος τοῦ τόπου, ἅμα ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἡ ξενοκρατεία ἐκ τῶν σαρδελοπωλείων καὶ τῶν σταύλων διὰ νὰ τοὺς καταστήσῃ αἰσχρὰ ὄργανα τῶν συμφερόντων της· καὶ ὄχι ὅτι ἀμφότεραι αἱ μερίδες ἔπραξαν λάθη. Ὁπότε τὸ δίκαιον τῶν χωρικῶν ἐνεγράφη εἰς τὸν κώδηκα τῶν ὑπὸ ζήτησιν ἐθνικῶν ζητημάτων τῆς ἡμέρας καὶ κατέστη ζήτημα περισπούδαστον καὶ ἄξιον τῆς προσοχῆς τοῦ ἔθνους, ἔλεος δὲν ζητοῦμεν, ἀλλ’ εἰλικρίνειαν καὶ ἀμεροληψίαν εἰς τὰς περὶ αὐτοῦ κρίσεις τῶν δικαστῶν μας. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐνεπαίχθημεν, ἐχλευάσθημεν, ὠνομάσθημεν κακοῦργοι, δημοκόποι, τολμήσαντες νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν δικαιοσύνην τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ δὲν μνησικακοῦμεν, διότι ἐλεεινολογοῦμεν τὴν ἠθικὴν κατάστασιν τῶν ἀντιπάλων μας, ἡ δὲ ἱστορία καὶ ἡ ἐκ τοῦ σύνεγγυς πεῖρα τῶν πραγμάτων ἀρκούντως ἤδη μᾶς ἐδικαίωσαν. Ὅλα δὲ ταῦτα ἔπρεπε νὰ πάθωμεν ὡς ὁ Θεὸς τῶν ἀγροτῶν, ὁ Διόνυσος, τολμήσας νὰ ζητήσῃ ὡς Θεὸς θέσιν τινὰ εἰς τὴν κοινωνίαν τῶν Θεῶν ἐν τῷ Ὀλύμπῳ. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ ὑπὸ τοῦ ΡΝʹ. νόμου παραχθεῖσα κατάστασις, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μας, οὔτε τῶν πατέρων μας, εἶναι προϊὸν τοῦ πατριωτισμοῦ τῶν προνομιούχων ἀντιπάλων μας. Καὶ τῷ ὄντι ὁ ΡΝʹ. νόμος, ὃν ἐψηφίσαμεν κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον, τὶ κακὸν ἔπραξε; οὐδὲν, διότι εἰσήγαγε καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ τὴν νομοθεσίαν, τὴν ἀπὸ τοσούτου χρόνου διέπουσαν τὰς τύχας τῆς ἰδιοκτησίας σας, ἥτις ὑπὸ τὸ κράτος τῶν νόμων τούτων προήχθη ἐκ τοῦ μηδενὸς, καὶ ἤδη ὄχι μόνον εὑρίσκεται εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν, ἀλλὰ προάγεται κατά τε τὸ ποιὸν καὶ τὸ ποσὸν, αἱ δὲ σχέσεις αὐτῆς οὔτε ἀνατρέπονται, οὔτε περιπλέκονται. Μὴ ἆράγε ἡ οὐσία τοῦ δικαίου μεταβάλλεται ἐφαρμοζομένη καὶ ἐν Κερκύρᾳ; Ὁ κύριος Κουρῆς ἦτο μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συνταξάσης τὸν ΡΝʹ. Νόμον, καὶ μόνον ὅπως ἀποφύγῃ τὴν ὑπογραφήν του ἀπεδήμησε προσωρινῶς εἰς Κέρκυραν· ἄλλως ὤφειλε νὰ παρευρεθῇ εἰς τὴν τριπλῆν συζήτησίν του καὶ νὰ ἀποδείξῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰς ἀδικίας, ἃς ἔμελλεν ἐν Κερκύρᾳ νὰ εἰσάξῃ. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐπέφερεν ὁ νόμος οὗτος τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐφαρμογῆς καλοῦ ἀστυνομικοῦ συστήματος εἰς τὴν χώραν τῶν λῃστῶν (γέλως). Ἐν Κερκύρᾳ, κύριοι, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, οἵτινες πιστεύουσιν ἐκ παραδόσεως; ὅτι αὐτοὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ ζῶσιν ἐν βλακείᾳ, κραιπάλῃ, μέθῃ καὶ ἀσωτίᾳ, μηδὲν ἐργαζόμενοι, ἀλλ’ ἀπεκδεχόμενοι τὸ προσκυνῶ ἑτέρας τάξεως ἀνθρώπων, ἥτις κατ’ αὐτοὺς προώρισται νὰ ἐργάζηται ὡς ὁ παρίας τῶν Ἰνδιῶν καὶ νὰ παράγῃ πρὸς πάχυνσιν τῆς ἐξοχότητός των. Ὁ ΡΝʹ. νόμος λοιπὸν ἐτάραξε τὴν ἡσυχίαν των βεβαίως, ἀνέτρεψε τὰς σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ἐπέβαλεν αὐθαιρέτως τὸν κανόνα, ὅτι τὸ προϊόν τῆς ἐργασίας ἀνήκει εἰς τὸν παραγωγὸν, ὁ δὲ μὴ ἐργαζόμενος πρέπει νὰ ψοφᾷ τῆς πείνης (γέλως). Ὅτι οὕτως ἔχουσι τὰ πράγματα ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς νοθετικῆς καὶ νομολογικῆς ἱστορίας πεντήκοντα ἐτῶν, καθ’ ἣν οὗτος ἠδύνατο νὰ ἁπλοποιήσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ἥτις στηρίζεται ἐπὶ τῶν ἀξιῶν τῶν ἱπποτῶν τῆς Ἱερουσαλὴμ, καὶ νὰ προάξωσι τὴν ἐλευθέραν ἐργασίαν, ἐξ ἧς ἐξαρτᾶται ἡ ἀληθὴς εὐδαιμονία τῶν λαῶν. Ἀπεναντίας κατέσβεσαν καὶ τὰ ἀμυδρότερα δίκαια τῶν χωρικῶν, ἅτινα ὁ μεσαιὼν ἐσεβάσθη, καὶ κατὰ τὸ ἔτος 1840 κατέστησαν αὐτὸν ὁριστικῶς εἵλωτα. Πέποιθα, ὅτι τὰ δάκρυα καὶ αἱ δεήσεις, καὶ οἱ μορφασμοὶ δὲν ἔφερον ὑμᾶς εἰς μετάνοιαν διὰ τὰς ἁμαρτίας τοῦ ΡΝʹ. νόμου, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον ἔχω καθῆκον νὰ ἐκκαθαρίσω τοὺς λογαριασμούς μας μετὰ τῶν ἀντιῤῥωνιστῶν διὰ τῆς ἐκθέσεως τῶν γεγονότων, ἀποδεικνύων, ὅτι, ἐὰν οἱ ἀντιῤῥωνισταὶ δὲν ἀπατῶσιν ἑαυτοὺς, θέλουσι νὰ ἐξαπατήσωσι τοὺς ἄλλους παραμορφόνοντες τὴν κατάστασιν τοῦ Κερκυραϊκοῦ λαοῦ καὶ τὰς αἰτίας, αἵτινες παρήγαγον αὐτήν. Ὅ,τι λοιπὸν ὤφειλεν ὁ κύριος Κουρῆς νὰ πράξῃ λόγῳ σεβασμοῦ τοὐλάχιστον πρὸς τὴν καταγωγήν του, ὅπως ἀποφύγῃ καὶ τὰς ἐπικρίσεις τῶν συμπατριωτῶν μας, θέλω πράξει ἐγὼ ἀμέσως ἐκθέτων λεπτομερῶς τὴν πρώην κατάστασιν τῆς ἰδιοκτησίας καὶ πῶς ἐπενήργησεν ὁ ΡΝʹ. νόμος ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ὁποῖαι αἱ ἀνάγκαι, αἵτινες θεραπεύονται ὑπὸ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, οὗτινος πρόκειται νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ καθ’ ἕκαστα εἰς τρίτην ὁριστικὴν συζήτησιν. Καὶ ἐν πρώτοις σᾶς ἐκθέτω τὴν ἄδικον κατάστασιν τῆς ἰδιοκτησίας ὡς ἔχει σήμερον. Ἡ κυριότης τοῦ κτήματος διαιρεῖται, κύριοι, παρ’ ἡμῖν εἰς δύω κυριότητας, ἤτοι εἰς ψιλὴν καὶ εἰς ὠφέλιμον. Ἐννοεῖται δὲ ὅτι ἡ κυριότης κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου εἶναι ἀδιαίρετος, διότι διαιρουμένη καταργεῖται· ἑπομένως πέποιθα, ὅτι ἅμα ἠκούσατε ὅτι ἡ κυριότης τῶν κτημάτων Κερκύρας διαιρεῖται εἰς ὠφέλιμον καὶ εἰς ψιλὴν, θὰ ἐνοήσατε εὐθὺς ὅτι κυριότης, τουτέστιν ἰδιοκτησία, δὲν ὑπάρχει ἐν Κερκύρᾳ, καὶ ὅτι ἡ σύγχυσις αὕτη τῶν δικαιωμάτων ἐῤῥίφθη ὡς πλέγμα δικτυωτὸν κατὰ τῶν συμφερόντων τῆς ἐνεργητικῆς κοινωνικῆς μερίδος πρὸς ὄφελος μιᾶς τάξεως, ἥτις περιβληθεῖσα μὲ προνόμια, καταστρέφει τὴν πραγματικὴν ἰδιοκτησίαν τῶν μὴ ἐχόντων προνομιοῦχα δικαιώματα. Ἡ ὠφέλιμος λοιπὸν κυριότης περιέχει· αʹ) τὴν διηνεκῆ καὶ πραγματικὴν κατοχὴν τοῦ κτήματος· βʹ) τὸ δικαίωμα τοῦ ὑποβάλλειν τὸ κτῆμα εἰς δουλείας καὶ εἰς πραγματικὰ δικαιώματα τρίτων· γʹ) τὸ δικαίωμα τῆς κληρονομίας, προικοδοτήσεως κτλ. καὶ δʹ) τὸ δικαίωμα τοῦ διεκδικεῖν τὸ κτῆμα κατὰ τρίτου καὶ κατὰ τοῦ διπλοῦ λεγομένου κυρίου. Ἡ ψιλὴ κυριότης περιέχει ἐν ἑαυτῇ τὸ δικαίωμα τοῦ εἰσπράττειν ἐτησίως ἢ κατὰ διετίαν ἓν ποστοστὸν τοῦ τυχηροῦ εἰσοδήματος, ἢ ἓν ὡρισμένον καὶ βέβαιον ποσὸν ἀνεξάρτητον τοῦ εἰσοδήματος, συνιστάμενον εἰς καρποὺς, ζῶα, πτηνὰ ἢ χρήματα. Ὥστε ὁ ὠφέλιμος κύριος, ἤτοι ὁ χωρικὸς, πληρόνει πρὸς τὸν προνομιοῦχον ψιλὸν κύριον 1) τὰ ¾, ⅔, ½, ⅓, ¼, ⅕ ....... ⅒, 1|30 τῆς ἐτησίας ἢ κατὰ διετίαν παραγωγῆς τοῦ κτήματος· 2) εἰς ἐτησίας ἢ κατὰ διετίαν παγίας συνεισφορὰς χρημάτων, ἐλαίου, σίτου, οἴνου, φασολίων, ὀρνίθων, πτηνῶν, ὠῶν, ζώων, ἁλάντων, κηρίου, ἀνθέων· 3) εἰς δικαιώματα βοσκῆς, ἀδείας συλλογῆς τῶν προϊόντων, ξυλεύσεως, τὰ ὁποῖα πληρόνει ὁ κύριος τοῦ κτήματος πρὸς τὸν δικαιοῦχον τιμαριωτικῷ ἢ ὡσανεὶ τιμαριωτικῷ τίτλῳ. Ὥστε δὲν σᾶς φαίνεται, Κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα εἶναι πανόμοιον τῷ ἐν Γαλλίᾳ καταργηθέντι κατὰ τὴν λαοσωτήριον ἐπανάστασιν τοῦ 1789; Τὰ εἰσπραττόμενα ταῦτα δικαιώματα δὲν εἶναι τὰ ἐν τῇ δυτικῇ Εὐρώπῃ γνωστὰ ὑπὸ τὸ ὄνομα «δικαίωμα προστασίας, ἁλιείας, κυνηγίου κτλ. ἢ diritti riquovili;» Ἡ κατάστασις αὕτη κυρίαν ἱστορικὴν καταγωγὴν ἔχει τὸν τιμαριωτισμὸν, ὃν αὐτοὶ οἱ Βυζαντινοὶ Αὐτοκράτορες, μιμούμενοι τὸ ἐν τῇ Δύσει εἰσαχθὲν τότε σύστημα, εἰσήγαγον καὶ ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Διάφοροι δὲ συγγραφεῖς καὶ τὰ σωζόμενα διοικητικὰ ἔγγραφα ἐν τοῖς ἀρχειοφυλακείοις Κερκύρας, Βενετίας, Νεαπόλεως καὶ τῶν τιμαριωτῶν μαρτυροῦσιν, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐν μέρει εἶναι ἰδιοκτητικὰ, καὶ ἐν μέρει φορολογικὰ, ἅπαντα ὅμως ἀνῆκον εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀφ’ οὗ ἀπεσπάσθησαν λόγῳ δημοσίας ὑπηρεσίας, καὶ τοῦτο ἐφ’ ὅρῳ οὐχὶ τελείας ἰδιοκτησίας, ἀλλ’ ἐν ὅσῳ διήρκει τὸ τιμαριωτικὸν στρατιωτικὸν σύστημα. Συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, νὰ κάμω μικράν τινα ἱστορικὴν ἐκδρομὴν ὅπως σχηματίσωμεν ἰδέαν τοῦ ζητήματος μᾶλλον συγκεκριμένην καὶ μᾶλλον καθαράν. Ὅτε κατὰ τὴν τετάρτην σταυροφορίαν ἡ Βενετία ἐγένετο κυρία τῆς νήσου, μὴ δυναμένη νὰ ἀσφαλίσῃ εἰς ἑαυτὴν τὴν κυριαρχίαν λαοῦ, ἀναδειχθέντος κατὰ τὰς προγενεστέρας ἱστορικὰς περιόδους σφόδρα φιλοπολέμου, παρέδωκε τὸν τόπον εἰς δέκα ὁπλαρχηγοὺς Βενετοὺς, ἐφ’ ὅρῳ τοῦ νὰ διοικῶσιν αὐτὸν, νὰ εἰσπράττωσι τοὺς φόρους, οὓς καὶ οἱ Βυζαντινοὶ εἰσέπραττον, καὶ νὰ διανέμωσιν ἀλλήλοις τὰ εἰσοδήματα τῶν κτημάτων τοῦ δημοσίου καὶ τοῦ στέμματος. Μέρος δὲ τῶν εἰσοδημάτων τούτων ἔδιδον ἐτησίως εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῆς Βενετίας, καὶ εἶχον τὴν ὑποχρέωσιν νὰ δέχωνται μὲ βασιλικὰς τιμὰς τὸν Δοῦκα διερχόμενον ἐκ Κερκύρας. Πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τούτων ἡ Βενετικὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν εἰς ἐνέχυρον τὰ ἐν Βενετίᾳ κτήματα τῶν δέκα τούτων ὁπλαρχηγῶν καὶ τὰ θαλάσσια φρούρια τῆς Νήσου. Ἡ ἀλήθεια τοῦ ἱστορικοῦ τούτου γεγονότος περιέχεται εἰς τὸ εἰσέτι σωζόμενον συμβόλαιον, λατινιστὶ γεγραμμένον μεταξὺ τῶν δέκα τούτων ἀνδρῶν καὶ τῆς τότε Κυβερνήσεως τῆς Βενετίας. Οἱ νέοι οὗτοι κατ’ ἐντολὴν στρατιωτικοὶ διοικηταὶ διήρεσαν τὴν νῆσον εἰς δέκα διοικητικὰ καὶ οἰκονομικὰ τμήματα, ἐξ ἑκάστου δὲ τῶν τμημάτων εἰσεπράττοντο ὑπὲρ τῶν προϊσταμένων οἵ τε φόροι ἐπὶ τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας καὶ τὰ ἐκ τῶν δημοσίων κτημάτων εἰσοδήματα. Τά τε φορολογούμενα ἰδιωτικὰ κτήματα καὶ τὰ δημόσια ἀνεγράφοντο εἰς βιβλίον, ὅπερ ἐκαλεῖτο Ἀναγραφὴ, συνετάσσετο δὲ κατὰ χωρία καὶ περιοχάς. Οἱ Κερκυραῖοι μετ’ οὐ πολὺ ἐπαναστατήσαντες ἀπέβαλον τοὺς Βενετοὺς, καὶ ὑπήγαγον τὴν νῆσον ἐκ νέου εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν Βυζαντινῶν Αὐτοκρατόρων, ἐξ ὧν Μιχαὴλ ὁ Κομνηνὸς, μετὰ τὴν ἐκδίωξιν τῶν Σικελῶν ἐκ Κερκύρας, διῄρεσε τὰ δέκα τιμαριωτικὰ τμήματα εἰς εἴκοσι καὶ τέσσαρα, ἐξ ὧν τὸ ἓν ἐδωρήσατο εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς νήσου πρὸς συντήρησίν της, τὰ δὲ ἕτερα εἰκοσιτρία παρεχώρησεν εἰς ἰσαρίθμους ἐγχωρίους ὁπλαρχηγοὺς, ἐφ’ ὅρῳ τοῦ νὰ διατρέφῃ καὶ νὰ συντηρῇ ἕκαστος τὴν ἀναγκαίαν στρατιωτικὴν καὶ ἱππικὴν δύναμιν πρὸς ἄμυναν τοῦ τόπου κατὰ τῶν ξένων κατακτητῶν καὶ νὰ ἀποφέρωσι κατ’ ἔτος μέρος τῶν εἰσοδημάτων εἰς τὸ αὐτοκρατορικὸν ταμεῖον πρὸς ἀναγνώρισιν τῆς πρωτοτύπου κυριότητος τοῦ δημοσίου. Ἐνταῦθα διῃρέθη ἡ κυριότης εἰς ὠφέλιμον καὶ εἰς ψιλήν· καὶ ἡ μὲν ὠφέλιμος κυριότης ἀνῆκεν εἰς τὸν κάτοχον τιμαριοῦχον, ἡ δὲ ψιλὴ εἰς τὸ δημόσιον. Αἱ κληρονομικαὶ σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης ἐκανονίζοντο καταπισωματικῶς μεταξὺ τῶν κληρονόμων καὶ διαδόχων τοῦ τιμαριούχου, τὸ δὲ δημόσιον ἐπανήρχετο εἰς τὴν πλήρη κυριότητα τοῦ τιμαρίου, ἅμα ἐξέλειπεν ἡ νόμιμος κληρονομικὴ γραμμὴ, ἢ ὁ τιμαριοῦχος δὲν ἐξεπλήρου τοὺς ὅρους τῆς περιβολῆς, ἤτοι τοῦ μεταξὺ Ἡγεμόνος καὶ αὐτοῦ συμβολαίου, ἢ παρέβαινε τὸν πρὸς τὸν Ἡγεμόνα ὅρκον πίστεως καὶ ἀφοσιώσεως. Τὸ σύστημα τοῦτο τῆς κυριότητος τῆς ἰδιοκτησίας ἐφηρμόσθη προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ μεταξὺ ἰδιωτῶν, οἵτινες ἔδιδον εἰς πλήρη ἰδιοκτησίαν οἰκίας καὶ ἀνεπιστρεπτὶ τὰ κτήματά των εἰς τρίτους, ἐφ’ ὅρῳ ἀπολαυῶν μέρους τῶν προϊόντων πρὸς διατήρησιν τῆς ψιλῆς κυριότητός των. Διὰ τοῦτο βλέπομεν ὅτι ὅλαι αἱ διατάξεις τοῦ τιμαριωτικοῦ δικαίου, αἱ κανονίζουσαι τὰς σχέσεις μεταξὺ τιμαριούχου καὶ Ἡγεμόνος, ἐκτὸς τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, κατεστάθησαν ἔθιμον ἰσχύον ἢ καὶ ἄγραφον δίκαιον μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν ἢ ὡς ἀποτελοῦν τοὺς ὅρους τῶν συνομολογουμένων συμβολαίων ἀγροληψίας, ἐμφυτεύσεως καὶ ἐδαφονομῶν. Τὰ συμβόλαια ταῦτα, συνομολογούμενα μεταξὺ ἰδιώτου καὶ ἰδιώτου, καθιέρουν τὰς μεταξὺ δημοσίου καὶ τιμαριούχου κτηματικὰς σχέσεις· συνομολογούμενα μεταξὺ τιμαριούχου καὶ ἰδιώτου, καθιέρουν σχέσεις κτηματικὰς μεταξὺ ἰδιώτου, τιμαριούχου καὶ δημοσίου. Αἱ μεταξὺ ἰδιώτου καὶ δημοσίου σχέσεις ἦσαν αἱ μεταξὺ ὠφελίμου κυρίου καὶ ψιλοῦ ἰδιώτου κυρίου σχέσεις, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν κυρίως λεγομένην παρ’ ἡμῖν ἰδιοκτησίαν, διότι τὸ δημόσιον ἦτο δικαίῳ καὶ πράγματι ὁ ἀρχικὸς ἰδιοκτήτης — Μεταξὺ δὲ ἰδιώτου καὶ τιμαριούχου καθιέρουν σχέσεις ὠφελίμου κυρίου καὶ κατ’ ἐντολὴν ψιλοῦ κυρίου, διότι ὁ τιμαριοῦχος ἀντεπροσώπευε πράγματι τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ὡς πρὸς τοὺς φόρους καὶ τὰ ἐπὶ τῶν ἀπωλήτων κτημάτων τοῦ Ἡγεμόνος δικαιώματα τοῦ δημοσίου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὁσάκις ὁ τιμαριοῦχος μετέβαλλε τὰς σχέσεις αὑτοῦ πρὸς τὸν ἰδιώτην ὠφέλιμον κύριον τοῦ κτήματος αὐξάνων τὰς ὑποχρεώσεις αὐτοῦ, ὁ Ἡγεμὼν ἠκύρου τὰς συμβάσεις καὶ ἄλλας πράξεις, καὶ ὥριζε τὸ ἀμετάβλητον τῆς ὑποχρεώσεως τοῦ κατόχου τοῦ κτήματος, ἥτις ἦτον ἐπὶ μὲν ἀγροληψίας τὸ δέκατον τῶν προϊόντων, ἐπὶ δὲ ἐδαφονομῶν ἢ ἐμφυτεύσεως ὡρισμένον ποσὸν ἰσοδυναμοῦν μὲ τὸ δέκατον τῆς παραγωγῆς. Τοιαῦται πράξεις τῶν Ἐνετῶν Δουκῶν σώζονται ἄπειροι καὶ ἐν τῷ τιμαριωτικῷ κώδικι τῆς Βενετίας, καὶ ἐν τοῖς ἐγχωρίοις νόμοις Κερκύρας καὶ εἰς τὰ ἀρχεῖα τῆς Βενετίας καὶ πολλῶν ἰδιωτῶν. Σημειώσατε, ὅτι πρὸ τοῦ ἔτους 1386, ἤτοι πρὸ τῆς συνθήκης μεταξὺ Κερκυραίων καὶ Ἐνετῶν, δι’ ἧς ἐτέθη ἡ νῆσος ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς ἑνετικῆς πολιτείας, οἱ Αὐτοκράτορες πολλὰ δημόσια κτήματα καὶ φορολογικὰ δικαιώματα εἶχον παραχωρήσει καὶ εἰς σωματεῖα μοναχῶν πρὸς σύστασιν ναῶν καὶ ναϊδίων, ἅτινα εἶναι πάμπολλα ἐν Κερκύρᾳ, καὶ τὰ ὁποῖα οἱ Ἐνετοὶ μετὰ ταῦτα παρεχώρουν πότε εἰς ἱερωμένους καὶ πότε εἰς λαϊκούς, ὅπως ἀναλαμβάνωσι τὴν ἐπικαρπίαν τῶν εἰσοδημάτων καὶ διατηρῶσι τὰ καταστήματα ταῦτα. Τοῦτο μαρτυρεῖται ἐκ διαφόρων σωζομένων αὐτοκρατορικῶν πράξεων καὶ ἐκ τῶν ἐγχωρίων νόμων ἐπὶ Ἐνετῶν, οἵτινες ἐκανόνιζον τὴν διαχείρισιν τῶν ἐκκλησιῶν τούτων. Ἔχομεν λοιπὸν ἀγροληψίας, ἐμφυτεύσεις καὶ ἐδαφονομάς, 1) τιμαριωτικάς, 2) ἐκκλησιαστικάς, 3) ἰδιωτικάς. Αἱ τιμαριωτικαὶ δὲ καὶ ἐκκλησιαστικαὶ διαιροῦνται, 1) εἰς φορολογικὰς — ἤτοι δικαιώματα ἐπὶ τῶν προϊόντων τῶν ἰδιωτικῶν κτημάτων, εἰσπραττόμενα ὑπὸ τῶν τιμαριούχων καὶ τῶν ἐκκλησιῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἀναγραφῶν, καὶ 2) εἰς ἰδιωτικάς, ἤτοι δικαιώματα ἰδιοκτητικά, εἰσπραττόμενα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν συμβολαίων δι’ ὧν παρεχωροῦντο τὰ κτήματα εἰς ἰδιώτας καλλιεργητάς, καὶ ἀναφερόμενα εἰς τὰς σχετικὰς ἀναγραφὰς, αἵτινες παριστάνουσι τὸ σύνολον τῶν εἰσπραττομένων εἰσοδημάτων τῶν τιμαρίων καὶ ἐκκλησιῶν. Οἱ ἰδιῶται εἶχον ἐπίσης ἰδιωτικὰς ἀναγραφὰς λεγομένας κατάστιχα, ἐν οἷς ἐνεγράφοντο τὰ ἐπὶ τῶν συμβολαίων ἰδιοκτητικὰ δικαιώματα τῆς ψιλῆς κυριότητός των ἐπὶ τῶν παραχωρηθέντων κτημάτων. Ἐπειδὴ δὲ πολλὰς καταχρήσεις καὶ σφετερισμοὺς διέπραττον κατὰ τοῦ δημοσίου, οἱ Δοῦκες τῆς Βενετίας καὶ οἱ ἐν Κερκύρᾳ διοικηταὶ τῆς ἑνετικῆς Κυβερνήσεως ἐπέβαλλον τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν ἀνὰ δεκαπενταετίαν. Πῶς συνετάσσοντο αἱ ἀναγραφαὶ αὗται; Ἀκούσατε — Ἡ ἑνετικὴ Κυβέρνησις, αἰτήσει τῶν τιμαριωτῶν, ἐλάμβανεν ἐκ τοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἔγγραφον, δι’ οὗ ἀφωρίζετο πᾶς χριστιανὸς, ὅστις ἤθελε κρύψει κτῆμα πληρόνον φορολογικὸν ἢ ἰδιοκτητικὸν δικαίωμα εἰς τὸν τιμαριοῦχον. Τὸ ἔγγραφον τοῦτο παρεδίδετο εἰς τοὺς ἐν τοῖς χωρίοις Ἱερεῖς, οἵτινες, προηγουμένης προκηρύξεως, ἀνεγίνωσκον ἐν ταῖς πλατείαις τῶν χωρίων ἱεροφοροῦντες, νεκρικὰ σημαίνοντες τοὺς κινδύνους τῶν Ἐκκλησιῶν, καὶ κρατοῦντες μαῦρα κηρία. Μετὰ τὸν ἀφορισμὸν τοῦτον ὁ τιμαριοῦχος παρακολουθούμενος ὑφ’ ἑνὸς μηχανικοῦ, ἑνὸς συμβολαιογράφου καὶ τριῶν μαρτύρων ἀγραμμάτων, ὥριζον τὰ ὅρια τῶν τιμαρίων, κατέγραφον κατὰ σειρὰν τὰ κτήματα καὶ τὰ ἐπ’ αὐτῶν εἰσπραττόμενα δικαιώματα. Ὁσάκις αἱ προγενέστεραι ἀναγραφαὶ δὲν ἐβοήθουν αὐτοὺς, μετεχειρίζοντο τοὺς μάρτυρας, οἵτινες κατέθετον ὅτι ἐγνώριζον ἢ ἤκουσαν ἢ ἔμαθον ἐκ τῶν κατόχων, ὅτι τὰ κτήματα δεῖνος ἢ δεῖνος ἐπλήρονον ἐδαφονόμιον ἢ κανόνας ἢ μερίδια εἰς τὸ τιμάριον, ἢ ὅτι τὰ ἔλαβον οἱ προπάτορες τῶν κατόχων δυνάμει συμβολαίων ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας ἢ ἐνοικιαστὰς τῶν τιμαρίων. Τὴν μαρτυρίαν ταύτην ἀνέγραφεν ὁ συμβολαιογράφος καὶ ἐβεβαίου ἢ αὐτὸς ἢ διὰ δύω ἄλλων ἀγραμμάτων μαρτύρων τὸ γνήσιον αὐτῆς. Τινὲς τῶν κατόχων, φοβούμενοι τὰς συνεπείας τῶν τιμαριωτικῶν ἱεροδικαστηρίων, ἢ δὲν ἐτόλμων νὰ ἀναιρέσωσι τὰς διαβεβαιώσεις τῶν ἀγραμμάτων μαρτύρων ἢ καὶ ἐπεμαρτύρουν ὅτι ὑπέκειντο εἰς τιμαριωτικὴν ὑποτέλειαν, ὡς εἶχον ἀκούσει παρὰ τῶν προγόνων των. Καὶ ἄλλοτε ἠκούσατε, ὅτι οἱ τιμαριοῦχοι Κερκύρας παρὰ τὴν στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν εἶχον καὶ διοικητικὴν, ἦσαν δὲ ἄνθρωποι αἱμοβόροι καὶ διεφθαρμένοι. Εἰς τὴν ὑπηρεσίαν των εἶχον τοὺς κακοηθεστάτους τῶν κατοίκων, ἢ ἐν ἐλλείψει τοιούτου προϊόντος ἐν Κερκύρᾳ ἐστρατολόγουν τοὺς τοιούτους ἐν Δαλματίᾳ καὶ Σκλαβονίᾳ. Δι’ αὐτῶν κατέστρεφον ὁλοκλήρους οἰκογενείας διὰ τὸν μόνον λόγον ὅτι ἦσαν ὕποπτοι, ὅτι δὲν ἐσέβοντο αὐτοὺς ἢ διότι δὲν ὑπέβαλλον τὴν τιμὴν τῆς οἰκογενείας των εἰς τὴν πατρικὴν ἐξουσίαν των, ἢ διότι δὲν ἐχορήγουν τὰ ζῶά των εἰς τὰς αὐθαιρέτους τιμαριωτικὰς ἀγγαρίας. Κύριοι, εἶδον μὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου, παρόντος καὶ τοῦ Κερκυραίου ταγματάρχου Μάνεση, κατὰ τὸ ἔτος 1865 τὸ σωζόμενον ὑπόγειον εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ τιμαριώτου Χαλικιοπούλου ἐν Καβαλαρίῳ Κερκύρας, πλῆρες εἰσέτι κεφαλῶν ἀνθρωπίνων, καὶ ποδῶν ἵππων, ἀναμεμιγμένων, ἅτινα εἶναι τὰ λείψανα τῆς τιμαριωτικῆς λύσσης. Ἐν Γαστουρίῳ μοὶ ὑπεδείχθη ἐλαιοτριβεῖον ἑτέρου τιμαριώτου, οὗτινος εἷς τοῖχος καὶ ἡ βάσις τῶν πιεστηρίων ἐστηρίζοντο εἰς σκελετὸν ἀνθρώπινον, παρὰ τὴν κεφαλὴν τοῦ ὁποίου ἦτον ὁ πέλεκυς καὶ ὁ λίθος τῆς ἐκτελέσεως τῆς κεφαλικῆς ποινῆς, διότι δὲν ὑπέκυπτεν εἰς τὰς θελήσεις τοῦ τιμαριώτου. Τὴν ἱστορίαν δὲ τοῦ γεγονότος τούτου ἤκουσα μετὰ φρίκης παρὰ γέροντος κατοίκου. Εἰς τοὺς τοίχους ἑτέρας τιμαριωτικῆς οἰκίας κατεδαφισθείσης εὑρέθησαν ἐπίσης ἀνθρώπινοι σκελετοί. Διὰ τῆς τρομοκρατίας λοιπὸν ταύτης συνετάσσοντο αἱ τιμαριωτικαὶ ἀναγραφαὶ, οἱ τίτλοι οὗτοι τῆς ἱερᾶς, κατὰ τὸν κύριον Κουρῆν, ἰδιοκτησίας τῶν τιμαριούχων!! Ἂς προβῶμεν, κύριοι, εἰς τὸν ἀνασυρμὸν τοῦ παραπετάσματος, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου κρύπτεται ἅπασα ἡ ἱερότης τῆς ὑποθέσεως, ἣν ἐστάλη ὅπως ὑπερασπισθῇ ὡς ἀντιπρόσωπος ὁ προαγορεύσας. Αἱ ἱστορικαὶ μαρτυρίαι ἔχουσι κῦρος ἀναντίῤῥητον, καὶ ἀνώτερον τῆς ἀγαθοπιστίας τῶν ὑπερασπιστῶν τοῦ παρελθόντος. Φρονῶ τοὐλάχιστον ὅτι πᾶσα ἀντιλογία πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς ἀντιθέτους μαρτυρίας ἐπίσης ἱστορικὰς, διὰ νὰ πεισθῇ ἕκαστος ὅτι συκοφαντῶ τὸ παρελθὸν ἵνα ὑποστηρίξω παραλόγους δῆθεν ἀξιώσεις τοῦ ἐνεστῶτος. Αἱ ἀναγραφαὶ λοιπὸν, ὧν τὸ συντακτικὸν κῦρος ἐξέθηκα, ἤθελον ἔχει ὄχι τόσον πρακτικὰ ἀποτελέσματα μετὰ τὴν παῦσιν τῆς ἑνετικῆς προστασίας, καὶ ἰδίως μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ δημοκρατικοῦ πολιτεύματος ἐν Κερκύρᾳ κατὰ τὸ ἔτος 1797, ἐὰν ἕτεροι θεσμοὶ δὲν καθιεροῦντο ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως τῆς Ῥωσσοτουρκικῆς καὶ ἔπειτα Ἀγγλικῆς προστασίας, οἵτινες ὄχι μόνον ἐξησφάλισαν τὸν τιμαριωτισμὸν, ἀλλ’ ἐπεξέτειναν τὴν χρῆσιν τῆς αὐθαιρέτου φορολογίας τῶν ἰδιωτικῶν κτημάτων εἰς πάντα τυχοδιώκτην, τιμαριοῦχον ἢ μή. Εἶναι γνωστὸν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ σύστημα τῶν ἐκτιμήσεων, ὅπερ κατηργήθη πέρυσι διὰ τοῦ ΡΝ Νόμου. Κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων καὶ κατὰ πολλὰς διοικητικὰς ἀποφάσεις τῆς Γερουσίας, οὐδὲν συνταγματικὸν κῦρος ἐχούσας, αἱ ἀναγραφαὶ τοῦ παρελθόντος καὶ τὰ κατάστιχα τῶν ἐκτιμήσεων ἀπετέλουν τὸν νόμιμον τίτλον τῶν δικαιωμάτων τῶν καταπιεζόντων τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ λαοῦ. Ἐνομοθετήθη δὲ κατὰ τὸ ἔτος 1841 καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐπανελεύσεως, ἤτοι τῆς ἀποβολῆς τοῦ ἰδιοκτήτου ἐκ τοῦ κτήματος, λόγῳ μὴ πληρωμῆς τῶν τοιούτων καθυστερημάτων, σύστημα, ὅπερ ἐπίσης κατηργήθη ὑπὸ τῆς ἐνεστώσης Βουλῆς διὰ τὰς ἀδικίας, αἵτινες διεπράχθησαν κατὰ τῆς νομίμου ἰδιοκτησίας. Τὸ δικαίωμα τῆς διαῤῥήξεως τῶν ἀμφιμερῶν συμβολαίων, ὁσάκις δὲν ἐκπληροῦνται οἱ ὅροι, εἶναι βεβαίως ἱερὸν ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ἀπόλυτον, ὅταν ἀφορᾷ κτήματα, ἀναγόμενα εἰς τὴν συνιδιοκτησίαν, ἢ εἰς ἄλλας κατηγορίας τῆς ἀπαλλοτριώσεως· ἰδίως δὲ τὸ δικαίωμα τοῦτο καθιερώθη ὡς πρὸς τὴν προσωρινὴν κατὰ παράκλησιν κατοχήν. Ἐκ τοῦ συστήματος τῶν ἀναγραφῶν καὶ ἐκτιμήσεων, τῆς ἐπανελεύσεως καὶ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως ἐνισχύθη ἡ τοκογλυφία, ἡ δολιότης τῶν συμβολαίων, ὁπόθεν ἐξῆλθεν ἕτερον τερατῶδες εἶδος δικαιωμάτων γνωστῶν ὑπὸ τὸ ὄνομα «καταχρηστικαὶ ἀγροληψίαι, ἐμφυτεύσεις, ἐδαφονομαὶ κτλ.» Τὰ ζητήματα ταῦτα θέλομεν ἐξετάσει ὅταν φθάσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου τῶν ἀφορώντων αὐτὰ, διότι ἡ ἀνάλυσις αὐτῶν εἶναι ὄχι μόνον περιττὴ, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβὴς σήμερον, καθότι σκοτίζει ἀντὶ νὰ φωτίσῃ τὴν προκαταρκτικὴν συζήτησιν. Ἡ κατάστασις τῆς ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῆς τελευταίας Ἀγγλικῆς προστασίας ἦτο λοιπὸν ἡ ἑξῆς. Ἅπασα σχεδὸν ἡ ἀκίνητος ἰδιοκτησία ὑπέκειτο εἰς τὰς ἀναγραφὰς τῶν τιμαριούχων, εἰς τοὺς καταπιστευματικοὺς θεσμοὺς καὶ εἰς τὰ κατάστιχα τοῦ τυχόντος. Τὰ δικαιώματα ταῦτα ἦσαν ἀπαράγραπτα καὶ προνομιοῦχα. Κτῆμα δὲ θεωρούμενον κατὰ τὰς δηλώσεις τῶν ὑποθηκικῶν καὶ μεταγραφικῶν βιβλίων ὡς ἐλεύθερον παντὸς πραγματικοῦ δικαιώματος τρίτου, ὑπεβάλλετο εἰς ἀγροληπτικὸν δικαίωμα ἢ εἰς ἐμφυτευτικὸν κανόνα ἢ ἄλλα βάρη, διότι διήρχετο κατ’ ἄγνωστον ἡμέραν τυχοδιώκτης τις μετὰ ἐκτιμητῶν, ἐξετίμων τὰ προϊόντα καὶ παρήρχετο ἡ ὀγδόη ἡμέρα ἄνευ προσβολῆς τῆς ἐκτιμήσεως, μετὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικαίωμα ἐθεωρεῖτο κεκτημένον καὶ ἀπρόσβλητον ἐνώπιον τῶν πραγματικῶν λεγομένων δικαστηρίων, ἢ διότι εὑρίσκετο πρὸ αἰώνων ἐγγεγραμμένον εἴς τι πλῆρες κονιορτοῦ κατάστιχον, ὅτι εἰσεπράχθη τοιοῦτον δικαίωμα. Εἰς μάτην ὁ ἰδιοκτήτης ἐπεκαλεῖτο τοὺς νομίμους τίτλους του· ὤφειλε νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν καθυστερούντων, ἢ νὰ στερηθῇ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας ἢ τοῦ κτήματος λόγῳ συνομολογήσεως τοῦ συμβολαίου ἄνευ τῆς ἐγκρίσεως τοῦ κεκρυμμένου κτηματοδότου, ἢ λόγῳ ὑπερημερίας τῆς πληρωμῆς τῶν δικαιωμάτων. Τὸ Κοινοβούλιον συνέταττε νόμους, ἐὰν ἠδύναντο νὰ ὀνομασθῶσι τοιοῦτοι, περὶ ἰδιοκτησίας, ἡ Γερουσία καὶ ὁ Ἁρμοστὴς ἐξέδιδον ἀποφάσεις, λεγομένας κυβερνητικὰς πράξεις, δι’ ὧν ἀνετρέποντο ἢ ἐσυγχύζοντο αἱ νομοθετηθεῖσαι κτηματικαὶ σχέσεις. Τὰ προνομιοῦχα δικαιώματα ἦσαν ἐν γένει ἡ παγὶς τῶν κεφαλαίων, τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς νομίμου ἰδιοκτησίας. Τούτου ἕνεκεν διεδόθη ἡ ἀδράνεια, ἡ κακὴ πίστις, ἡ πλέον ἀναίσχυντος τοκογλυφία, ὁ ἐξευτελισμὸς τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ κακοήθεια καὶ ἡ ἐν γένει παραλυσία τῶν ἠθῶν τοῦ τόπου, ἐξ οὗ ὁ μαρασμός, ἡ ἀγραμματοσύνη, ἡ μεσαιωνικὴ ὀπισθοδρόμησις, περὶ τῆς ὁποίας εἶμαι βέβαιος, ὅτι τετραετὴς πεῖρα τῶν προσώπων καὶ τῶν πραγμάτων σᾶς ἐδίδαξεν ἀρκούντως. Τούτων οὕτως ἐχόντων, ἦλθεν ὁ ΡΝ νόμος, οὗτινος τὸ ὄνομα εἶναι φοβερὸν εἰς τοὺς προνομιούχους, καὶ ἡ θανατικὴ ἀπόφασις τῶν ποινικῶν δικαστηρίων εἰς τὸν ὑπόδικον κακοῦργον (θόρυβος). Τί ἔπραξεν ὁ ΡΝʹ. Νόμος; Ἂς ἴδωμεν καὶ αὐτοῦ τὰς ἁμαρτίας. Τὸ σύστημα τῆς ἰδιοκτησίας, ὡς προεξετέθη, ὑπεστηρίζετο καὶ ὑπ’ ἀναλόγου κυβερνητικοῦ καὶ διοικητικοῦ συστήματος, διότι αἱ περὶ Κυβερνήσεως καὶ διοικήσεως θεμελιώδεις ἰδέαι πάσης πολιτείας πηγάζουσι, κύριοι, πάντοτε ἐκ τοῦ συστήματος τῆς ἰδιοκτησίας τῶν λαῶν. Τὴν ἀλήθειαν ταύτην μαρτυρεῖ ἡ ἱστορία ὅλων τῶν αἰώνων καὶ εἶναι πάντη περιττὸν νὰ ἀναπτύξωμεν αὐτήν. Ὁ διοργανισμὸς δὲ πάσης πολιτείας ἐστηρίχθη ἀείποτε καὶ θέλει πάντοτε στηρίζεται ἀναποφεύκτως εἰς τὸν διοργανισμὸν τῆς ἰδιοκτησίας, διότι εἶναι ἡ κρηπὶς παντὸς ἀνθρωπίνου θεσμοῦ, καθὸ βάσις τῆς ὑπάρξεως καὶ ἀναπτύξεως ἢ δεσμεύσεως τοῦ ἀτόμου ἢ τῆς κοινωνίας. Ἀναγνώσατε τὴν κοινωνικὴν ἱστορίαν τῶν ἀρχαίων μεσαιώνων καὶ νεωτέρων πολιτειῶν, καὶ θέλετε πεισθῆ περὶ τῆς μεγάλης ταύτης ἀληθείας. Διὰ τοῦτο πᾶσα πολιτικὴ μεταβολὴ προηγγέλθη ἐκ τῆς συμπράξεως καὶ συγκρούσεως τῶν ἰδεῶν περὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας. Ἀκούσατε λοιπὸν ποῖον κυβερνητικὸν καὶ διοικητικὸν σύστημα διεῖπε τὰς τύχας μας ἀπὸ τοῦ 1800· δὲν ἀναφέρω τὸ πρὸ τοῦ 1800, διότι ὡς ἐκ τῆς ἐποχῆς καὶ τοῦ εἴδους τῆς Ἑνετικῆς κυβερνήσεως δύναται ὡς ἔγγιστα νὰ σχηματίσῃ ἕκαστος ὡρισμένην περὶ αὐτοῦ ἰδέαν. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἦτο πότε μὲν πενταμελὴς καὶ πότε ἑπταμελής, ἔχουσα καὶ νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ σχηματιζομένη ἐξ εὐγενῶν. Ἀνῆκε δὲ εἰς τὴν τάξιν τῶν εὐγενῶν ὅστις ἀνῆκεν εἰς οἰκογένειαν ζῶσαν πρὸ τριῶν γενεῶν, μὴ μετερχομένην οὔτε ἐμπόριον, οὔτε τέχνας ἢ ἐπιτήδευμά τι μὴ ἀναγόμενον εἰς τὴν δικηγορίαν, ἰατρικὴν ἢ δημοσίαν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐγγεγραμμένην εἰς τὸ βιβλίον τῶν εὐγενῶν, καλούμενον ἰταλιστὶ «libro d'oro». Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξελέγετο ἐπίσης ἐκ τῆς τάξεως τῶν μεγάλων εὐγενῶν καὶ ὑπὸ ἀριθμοῦ ἐκλογέων ἀνηκόντων εἰς τὴν τάξιν τῶν εὐγενῶν τῆς κατωτέρας τάξεως, ἥτις περιελάμβανε τοὺς μεγαλοκτηματίας καὶ μᾶλλον ἀφωσιωμένους. Κατ’ ἀρχὰς ἡ τάξις τῶν ἐκλογέων μόλις περιελάμβανε καθ’ ὅλην τὴν Ἑπτάνησον διακοσίους πεντήκοντα, ἔπειτα μετὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἔφθασαν οἱ ἐκλογεῖς εἰς τὴν Κέρκυραν μέχρι τριῶν περίπου χιλιάδων. Ἡ ψηφοφορία ἐγίνετο μέχρι τοῦ 1849 φανερά, ἔπειτα δὲ ἐνομοθετήθη ἡ μυστική, ἐξ ἧς ἐξῆλθεν ἡ ἐννάτη Βουλή, ἥτις ὠνομάσθη καὶ πρώτη ἐλευθέρα Βουλὴ τῆς Ἑπτανήσου. Οἱ νόμοι εἰσήγοντο πρῶτον εἰς τὴν Βουλήν, ἐψηφίζοντο δεύτερον ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὁ ἁρμοστὴς εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας καὶ ἡ Βασίλισσα τῆς Ἀγγλίας ἠδύνατο νὰ ἀκυρώσῃ αὐτοὺς ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία οὐδεμίαν εἶχεν εὐθύνην, εἶχε δὲ τὸ δικαίωμα, σχολαζούσης τῆς Βουλῆς, ἥτις συνήρχετο ἀνὰ διετίαν, νὰ ἐκδίδῃ κυβερνητικὰς πράξεις ἐχούσας ἰσχὺν νόμου. Ἡ ἀστυνομία ἦτο ὑψηλὴ καὶ χαμηλή. Ἡ μὲν ὑψηλή, ἀνήκουσα εἰς τὸν ἁρμοστήν, εἶχε δικαίωμα ζωῆς καὶ θανάτου, ἐξώριζεν, ἐδήμευε καὶ εἰς οὐδεμίαν ὑπέκειτο εὐθύνην. Ὁ Ἁρμοστὴς ἦτον ὁ ἀρχιδικαστής. Τὸ ἀνώτατον τετραμελὲς συμβούλιον τῆς δικαιοσύνης συνίστατο ἐκ δύω Ἄγγλων καὶ ἐκ δύω Ἑπτανησίων εὐγενῶν, ὅπερ ἐδίκαζε καὶ ὡς Ἐφετεῖον καὶ ὡς ἀκυρωτικὸν δικαστήριον, αἱ δὲ ἀποφάσεις του εἶχον ἰσχὺν νόμου, πάντη ἀντιθέτως πρὸς τοὺς κειμένους νόμους. Εἵποντο δὲ τριμελῆ καὶ μονομελῆ Πρωτοδικεῖα καὶ εἰρηνοδικεῖα κατὰ πόλεις, ἅτινα ἦσαν καὶ ποινικὰ δικαστήρια. Ἡ χαμηλὴ ἀστυνομία ἦτο καὶ ἐκτελεστικὴ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν τοῦ Ἁρμοστοῦ καὶ ἐξετέλει τὰς διοικητικὰς καὶ δικαστικὰς ἀποφάσεις—δημοτικὴ ἐλευθερία δὲν ὑπῆρχεν—ὁ λαὸς τῶν χωρίων προϊστάμενον εἶχε μόνον τὸν κατάσκοπον τῆς ἀστυνομίας, ὅστις ἦτο ἢ χωροφύλαξ ἢ προεστὼς ἢ ἄλλος τις μετημφιεσμένος ἀντιπρόσωπος τοῦ ἀστυνόμου. Οὐδεμία ἐξέλεγξις, οὐδεμία εὐθύνη, αὐθαιρεσία τοῦ προϊσταμένου, τυφλὴ ὑπακοὴ τοῦ πάσχοντος πολίτου ἦτον ὁ κώδηξ τῶν ἐλευθεριῶν. Ἡ συνθήκη τῆς ἑνώσεως κατήργησε τὸν Ἁρμοστὴν καὶ τὴν Γερουσίαν, ἀλλὰ τὸ σύστημα ἔμενε φοβερώτερον μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1863, διότι ἡ σύγχυσις τῶν ἐξουσιῶν ἦν ὁ τρομερώτερος τύραννος. Ὁ μὲν χωρικὸς ἐπίστευεν, ὅτι ἔζη ἤδη ὑπὸ τὸ κράτος Συντάγματος καθιεροῦντος τὴν ἰσοπολιτείαν καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ τιμαριωτισμοῦ, ἀλλὰ τὸ διοικητικὸν καὶ δικαστικὸν σύστημα ὕψωνε τὴν σιδηρᾶν ῥάβδον τοῦ παρελθόντος κατὰ τῆς κεφαλῆς τῶν τολμώντων νὰ ἐπικαλεσθῶσι τὰ εὐεργετήματα τοῦ Συντάγματος τῆς μεταπολιτεύσεως.—Ὁ ΡΝʹ νόμος ἦλθε καὶ κατήργησε τὸν πολιτειακὸν τοῦτον τραγέλαφον καταστήσας ἀλήθειαν τὰς συνθήκας, τὸ ψήφισμα τῆς Ἰονίου Βουλῆς περὶ ἑνώσεως καὶ τὸ καθιερωθὲν Σύνταγμα τοῦ 1863. Ἰδοὺ διατί οἱ ἄνθρωποι τοῦ παρελθόντος καὶ διὰ τοῦ τύπου, καὶ ἐν τῇ διοικήσει τῶν νήσων καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ταύτης παρέστησαν καὶ παριστῶσι τὸν νόμον τοῦτον ὡς τὸν ἐφιάλτην τῶν προνομίων των. Ἄνευ τοῦ ΡΝʹ νόμου ἡ βασιλεία τῆς αὐθαιρεσίας τῶν προνομίων ἤθελεν εἶσθαι φοβερωτέρα, ἡ ἕνωσις ἤθελεν εἶσθαι κόλασις τοῦ λαοῦ καὶ τὸ νέον Σύνταγμα περίγελως τῆς κοινωνίας. Αὗται εἶναι αἱ ἁμαρτίαι τοῦ ΡΝ Νόμου· δὲν ἔχουσιν ἄρά γε δίκαιον νὰ καταρῶνται αὐτοῦ οἱ προνομιοῦχοι, οἵτινες ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ἔχασαν τὰς ὠφελείας των, ἔπαυσεν ὁ δεσποτισμός των καὶ ἠναγκάσθησαν νὰ θεωρῶσι τὸν ἐργάτην ὡς ἄνθρωπον, ὅπερ δὲν εἶχον συνειθίσει πώποτε νὰ συλλογισθῶσι, διότι ἡ κεφαλή των ἦτο ἀνεπίδεκτος διὰ τοιαύτας θεωρίας; Συνεπείᾳ λοιπὸν τῆς μεταβολῆς, ἣν ἐπέφερεν ὁ ΡΝʹ νόμος, ὁ λαὸς ἀνεγνώριζε μὲν τὰς ὑποχρεώσεις του, ἀλλ’ ἀπῄτει νὰ πεισθῇ περὶ τῆς νομιμότητος αὐτῶν, διότι ἔλεγον οἱ ἄνθρωποι, πολὺ δικαίως, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν νὰ ἀναγνωρίζωμεν τοὺς τιμαριωτικοὺς τίτλους, ἀφοῦ οὗτοι οὐδὲν κῦρος ἔχουσιν ἤδη, ἐὰν στηρίζωνται ἐπὶ τῆς φορολογίας καὶ τῆς αὐθαιρεσίας, θέλουσι καταστῆ νόμιμα κτητικὰ δικαιώματα ἀναγνωριζόμενα ἑκουσίως μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν καὶ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς ἰσοπολιτεύσεως καὶ ἐν Κερκύρᾳ. Αἱ δίκαιαι αὗται ἀξιώσεις ἔδωκαν ἀφορμὴν εἰς τὴν ἐξέγερσιν τῶν προνομιούχων, οἵτινες μεταβληθέντες ἀμέσως εἰς συνιδιοκτήτας, καὶ πιστευθέντες παρά τινων κούφων, ἡμιμαθῶν καὶ διεφθαρμένων, συνεταιρισθέντων μετὰ τῶν ὀργάνων τοῦ τιμαριωτισμοῦ, ἐπέτυχον ὅ,τι δὲν εἶχον ἀπὸ τῆς ἐγκαταστάσεως τοῦ τιμαριωτισμοῦ μέχρι τῆς παύσεως τῆς προστασίας. Ἡ ἄρνησις τῆς πληρωμῆς ἢ ἡ ἔλλειψις τῆς ἀδείας τῆς συλλογῆς τῶν καρπῶν οὐδέποτε ἐχαρακτηρίσθη ἐν Κερκύρᾳ ὡς ποινικὴ πρᾶξις συνεπιφέρουσα τὰς ποινὰς τοῦ ἄρθρου 371 καὶ ἀκολούθως τοῦ ἑλληνικοῦ ποινικοῦ κώδηκος, ἀλλ’ ἐπὶ μὲν τῶν Βενετῶν μέχρι τοῦ 1840 ἦτο πρᾶξις ὑπαγομένη εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια, μετὰ δὲ τὸ ἔτος 1840 ἐχαρακτηρίζετο ὡς ἀστυνομικὴ παράβασις συνεπιφέρουσα πρόστιμον ἢ ἁπλῆν κράτησιν.—Σήμερον ὅμως, τῇ εἰσηγήσει τῶν τιμαριωτῶν, τὰ παιδαριώδη δικαστήρια τῆς νήσου, ἅτινα ἐσύστησεν ὁ Φορέστης, ὑπήγαγον αὐτὴν εἰς τὸν πίνακα τῶν πλημμελημάτων καὶ κακουργημάτων· ὁ δὲ Ἄρειος Πάγος, συγχύσας ἐν ἀγνοίᾳ του τὴν ψιλὴν καὶ ὠφέλιμον κυριότητα μετὰ τῆς συνιδιοκτησίας, ἐκύρωσε τὴν νομολογίαν ταύτην, δηλαδὴ ἐξήλεγξεν ἓν λάθος τοῦ τιμαριωτισμοῦ καὶ διώρθωσεν αὐτὸ κατὰ τοῦ λαοῦ ἐν ὑπερμεσοῦντι δεκάτῳ ἐννάτῳ αἰῶνι!! (ψιθυρισμοὶ καὶ θόρυβος). Σᾶς ἐξέθηκα λοιπὸν, Κύριοι, τὰ δύω πρῶτα μέρη τοῦ ζητήματος, ὡς σᾶς ὑπεσχέθην· ἤτοι τὴν κατάστασιν τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ποῖα τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ΡΝʹ νόμου ἐν Κερκύρᾳ. Μένει ἤδη νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα περὶ τῶν ἀναγκῶν, τὰς ὁποίας θεραπεύει τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον. — Ἀκούσατε, παρακαλῶ, ἐπ’ ὀλίγον καὶ θέλω παύσει ἐπασχολῶν τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τοῦ ὀχληροῦ τούτου ἀντικειμένου. — Προεκλήθην νὰ προβῶ εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὑπὸ τοῦ προαγορεύσαντος. Ἐγὼ δὲ οὔτε κατὰ νοῦν εἶχον νὰ ὁμιλήσω ὡς πρὸς τὴν συζήτησιν τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως ταύτης, διότι ἡ ἀνάγκη τοῦ νόμου δὲν ἀμφισβητεῖται. Ἐξ ὅσων ἐξέθετα καὶ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συντάξασα τὸ νομοσχέδιον, ἧς καὶ ἐγὼ ἀπετέλουν μέρος, τὰ βάρη τῆς ἰδιοκτησίας Κερκύρας διαιροῦνται, ά) εἰς τιμαριωτικά· βʹ) εἰς δημοτικὰ ἢ ἐπιχώρια· γʹ) εἰς κυρίως ἰδιωτικὰ καὶ δʹ) εἰς ὑποθηκικά. Τὰ τιμαριωτικὰ διαιροῦνται εἰς φορολογικὰ καὶ ἰδιοκτητικὰ, τὰ δὲ κυρίως ἰδιωτικὰ, εἰς ἰδιοκτητικὰ καὶ εἰς εἰκονικὰ ἢ ἐξ αὐθαιρέτων ἐκτιμήσεων προερχόμενα. Τὸ νομοσχέδιον καταργεῖ ὅλα τὰ εἴδη τῶν φορολογικῶν καὶ καταχρηστικῶν βαρῶν καὶ διατηρεῖ ἔγκυρα τὰ ἐκ καθαρᾶς ἰδιοκτησίας προερχόμενα. Ἐννοεῖ δὲ ἰδιοκτητικὰ δικαιώματα τὰ προερχόμενα ἐξ ἐπισήμων συμβολαίων, γνησίων ἢ εἰκονικῶν καὶ καταχρηστικῶν. Τὰ μὲν ἐμφυτευτικὰ καὶ ἐδαφονομικὰ δικαιώματα ἐκκαθαρίζει εἰς χρηματικὰ κεφάλαια πληρωθησόμενα ὑπὸ τῶν κτηματοληπτῶν ἢ ἀμέσως ἢ εἰς δέκα ἐτησίας δόσεις· εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὑπήγαγε καὶ τὰ δημοτικὰ καὶ ἐκκλησιαστικὰ δικαιώματα. Τὰ δὲ ἀγροληπτικὰ ὑπήγαγεν εἰς τὴν μετατροπὴν τῶν εἰσοδημάτων, εἰς ἐμφυτευτικοὺς χρηματικοὺς κανόνας, ἐξοφλητέους ὡς αἱ ἐμφυτεύσεις καὶ αἱ ἐδαφονομαὶ, ἢ εἰς τὴν διανομὴν κατ’ ἀρέσκειαν τῶν ἐνδιαφερομένων εἰς τὴν διάλυσιν τῆς συνομολογηθείσης ἀγροληψίας. — Τὰ εἰκονικὰ καὶ καταχρηστικὰ συμβόλαια ὑπήγαγεν εἰς τὰς ἀκυρωτικὰς διατάξεις τοῦ 33ου νόμου τοῦ Βʹ. Ἰονίου Κοινοβουλίου δι’ ἑρμηνευτικῶν διατάξεων, ὅπως ἀνατρέψῃ τὰς ψευδεῖς ἑρμηνείας τῆς νομολογίας τοῦ ἐν Κερκύρᾳ ἀνωτάτου συμβουλίου. Τὰ δευτερεύοντα μέρη τοῦ ἄλλου ζητήματος λύονται ἐπίσης διὰ τρόπου ἀσφαλίζοντος τὴν ἰδιοκτησίαν καὶ τὴν ἐργασίαν, οὕτως, ὥστε ἐντὸς βραχυτάτου χρονικοῦ διαστήματος νὰ παύσωσιν αἱ σχέσεις τῆς ἰδιοκτησίας, ἃς ἔπλασε τὸ παρελθὸν, καὶ νὰ εὑρεθῇ ὁ τόπος εἰς κατάστασιν, ἥτις νὰ ἐπιτρέψῃ αὐτῷ τὴν περαιτέρω νομοθετικὴν ἀνάπτυξιν τῶν συμφερόντων του, ὅπως ἀνακύψῃ ἐκ τοῦ μαρασμοῦ καὶ τῆς ὀπισθοδρομήσεως, ἣν τὸ παρελθὸν ἐνέπηξεν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς κοινωνίας. Τοῦτο εἶναι τὸ πνεῦμα, ὅπερ ὑπηγόρευσε τὴν σύνταξιν τοῦ νόμου τούτου. Τὸν σκοπὸν τοῦτον ἐπεδίωξαν καὶ αἱ διάφοροι κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος· τοῦτο ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ ἕκαστος εὐσυνείδητος ἄνθρωπος, ἀλλὰ τὸ τιμαριωτικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον παρίστατο ὑπὸ τῆς ὀλιγαρχικῆς τάξεως ἐν τῇ κυβερνήσει καὶ ἐν ταῖς Βουλαῖς, ἀντεστρατεύετο κατὰ τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ κοινωφελοῦς τούτου σκοποῦ. — Ὁ Ναπολέων ὁ πρῶτος ἐξέδωκε διάταγμα καταργοῦν τὰ τιμάρια Κερκύρας ἀπὸ τοῦ ἔτους 1797, διατάξας «Tous les fiefs du Corphu sont abolis» ἀλλὰ ἡ Ῥωσσοτουρκικὴ Κυβέρνησις τοῦ 1800 ἐπανέφερεν αὐτὰ, καταργήσασα μόνον τὰς στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις τῶν τιμαριωτῶν, ὑποχρεώσασα αὐτοὺς νὰ τῇ χορηγῶσι μέρος τοῦ εἰσοδήματος καὶ ἐξασφαλίσωσι τὴν ἰδιοκτησίαν των ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ταμείου. — Ὁ ἁρμοστὴς Ἄδαμ κατὰ τὸ ἔτος 1825 καὶ 1827 ἐπεχείρησε νὰ καταργήσῃ τὰ τιμάρια διὰ τοῦ συστήματος, ὅπερ νομοθετοῦμεν σήμερον πρὸς τὸ συμφέρον τῶν γεωργῶν, ἀλλ’ ὠφεληθέντες οἱ ὀλιγαρχικοὶ μετὰ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ ἁρμοστοῦ τούτου ἐκ τῶν περιπλοκῶν καὶ τῆς ἀσαφείας πολλῶν διατάξεων τοῦ νόμου, πρῶτον μὲν κατήργησαν αὐτὸν καὶ ἐπανέφερον τὰ πράγματα εἰς τὴν προηγουμένην αὐτῶν κατάστασιν, ἔπειτα δὲ ἀνεκάλεσαν τὸν πρῶτον νόμον εἰς ἰσχύν, ἀλλ’ ἡ νομολογία τοῦ ἀνωτάτου συμβουλίου τῆς δικαιοσύνης, ἥτις ἴσχυεν ὡς νόμος, εἰς τὰ κατώτερα δικαστήρια διέστρεψε τὰ πάντα ὑπὲρ τοῦ τιμαριωτισμοῦ, ὅστις περιεσώθη ἕως σήμερον. Ἐδέησε δὲ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἕνωσις καὶ ἡ ἐθνικὴ ἀποκατάστασις τῆς Κερκύρας ὅπως ἀποβληθῶσιν οἱ ὀλιγαρχικοὶ ἐκ τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς καθολικῆς ψήφου καὶ ἔλθωμεν οἱ χωρικοὶ καὶ παραστήσωμεν τὴν ἀθλιότητα τῆς κοινωνίας, ὅπως κάμψωμεν τὴν καρδίαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας καὶ ἐργασθῇ πρὸς κατάργησιν συστήματος ἀπάδοντος πρὸς τὴν ἰσοπολιτείαν, διότι ἦτο ἀδύνατον νὰ εἶναι συγχρόνως οἱ χωρικοὶ ἐλεύθεροι πολῖται τῆς Ἑλλάδος καὶ δουλοπάροικοι τῶν τιμαριωτῶν τῆς Βενετίας. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ νομοσχέδια, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ συνάδελφός μου πολλὰ εἶπε καὶ εἰς τὰ ὁποῖα δὲν δύναμαι νὰ τὸν παρακολουθήσω, καθότι καὶ τοῦ χρόνου φείδομαι καὶ ματαία θέλει εἶσθαι μία τοιαύτη πολυλογία, παρατηρῶ ὅτι παρέλειψε νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του πρὸς ἐπιτροπὴν ἐντίμων βουλευτῶν, ἡ ὁποία ἠγωνίσθη, ἐκοπίασεν, ἐμελέτησε, καὶ ἐπὶ τέλους ἐτέθη ὡς διαιτητὴς μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῶν προνομιούχων ἀντιπάλων μας, ὅπως μᾶς συμβιβάσῃ καὶ δυνηθῶμεν νὰ φθάσωμεν εἴς τι ὡρισμένον συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἔχετε ἐνώπιόν σας. Ἐὰν, κύριοι, θελήσω νὰ μακρηγορήσω ἐφ’ ὅλης τῆς κοινωνικῆς καταστάσεως τῆς πατρίδος μου, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ δαπανήσω ὁλόκληρον μῆνα, ἐν ᾧ οὔτε εὔγλωττος εἶμαι οὔτε δικηγόρος, καθὼς ὁ συνάδελφός μου, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ τὴν παραστήσω ἐπὶ τὸ ῥητορικώτερον, διὰ νὰ σᾶς σαγηνεύσω· οὐχ ἧττον περιορίζομαι καὶ θέλω περιορισθῆ πάντοτε εἰς τὴν πραγματικότητα, θὰ ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὁμιλήσω πρακτικῶς καὶ θετικῶς, καὶ ὑμεῖς θέλετε ὡς εὐσυνείδητοι ἄνθρωποι σκεφθῆ καὶ ἀποφασίσει τὰ καταλληλότερα μέτρα, ἔχοντες πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι ὑπερασπίζεσθε ἁπλοῦς χωρικούς, οἱ ὁποῖοι παρίστανται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὐχὶ ὑπὸ ῥητόρων ὡς οἱ ἀντίπαλοί των. Μὴ νομίσετε ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν χωρικῶν εἶναι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δύνανται ν’ ἀντιπαραταχθῶσι πρὸς τοὺς ἀνθρώπους τῆς πόλεως, ἔστω καὶ πρὸς ἕνα μόνον. Οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν χωρικῶν δὲν δύνανται εἰμὴ νὰ εἴπωσι τὴν ἀλήθειαν, καὶ οὔτε δύνανται νὰ παραστήσωσιν αὐτὴν μὲ ὅλους τοὺς ῥητορικοὺς μορφασμούς, μὲ τοὺς ὁποίους περιβάλλονται τὰ ψεύδη τῶν ἀντιθέτων ὅπως γίνωσι πιστευτά. Λοιπὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δύναμαι νὰ πράξω ἐκ μέρους τῶν χωρικῶν, εἶναι νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν εὐσυνειδησίαν σας, τὴν ὥριμον σκέψιν, καὶ νὰ παρατηρήσω, ὅτι εἶναι πρακτικὸν καὶ θετικὸν τὸ ζήτημα καὶ δὲν πρόκειται περὶ δικογραφίας διὰ νὰ ἀναφερώμεθα εἰς δικονομίας, νομολογίας καὶ εἰς κώδηκας. Ἡ Βουλὴ δὲν ἔρχεται νὰ δικάσῃ ὡς δικαστήριον, διὰ νὰ ἔχῃ ἀνάγκην δικογραφιῶν καὶ κωδήκων· ἔρχεται νὰ δικάσῃ περὶ ἀδικιῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς τὴν νῆσον ἐκείνην πρὸ αἰώνων, καὶ ἑπομένως διὰ τῆς δυνάμεως ἣν ἔχει ἐν ἑαυτῇ νὰ τὰς ἐπανορθώσῃ· οὔτε αἰτιολογίαι δικαστικαὶ δύνανται νὰ ἰσχύσωσιν ὅπως διαστρέψωσι τὰ δίκαια τῶν χωρικῶν, τὰ ὁποῖα τόσον συχνὰ καὶ ἀσυστόλως κατεπατήθησαν, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων πολλοὶ πολλάκις ἐδημοκόπησαν, ἐν ᾧ σήμερον παριστῶσι πρόσωπον ἀντίπαλον. Διότι πολλοὶ εἶπον εἰς τοὺς χωρικοὺς πολλάκις ἐπὶ ἀγγλοκρατίας· «Ἐκλέξατέ μας ἀντιπροσώπους καὶ θέλομεν σᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τὰ βάρη σας·» χλευάζοντες τὸν λαὸν, ὡς ἀποδεικνύεται ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων.
§24ΚΟΥΡΗΣ. Ἐλπίζω ὅτι αὐτὰ δὲν ἀποτείνονται πρὸς ἐμέ.
§25ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὄχι, καθόλου πρὸς ὑμᾶς ἀτομικῶς, ἀλλὰ πρὸς τοὺς ὑποστηρίξαντας καὶ ὑποστηρίζοντας καὶ δικαιολογοῦντας τὰ παράπονα τοῦ ψυχοῤῥαγοῦντος τιμαριωτισμοῦ κατὰ τοῦ λαοῦ.
§26ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Κερκύρας στηρίζεται αὐτὴ ἡ ἔκθεσις τὴν ὁποίαν μᾶς ἐκάματε;
§27ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Λάβε τὴν καλωσύνην νὰ τὴν μελετήσῃς, καὶ θέλεις μάθει πλειότερα.
§28ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νὰ φέρητε τὰ ἔγγραφα ἐδῶ, τὰ ὁποῖα ἀνεφέρατε εἰς τὴν ἀγόρευσίν σας.
§29ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καὶ ταῦτα καὶ τὰ ζητηθέντα παρὰ τοῦ κ. Κουρῆ ἔγγραφα εἶναι ὅλως περιττά· διότι τίς δύναται νὰ σχηματίσῃ γνώμην ἐκ τῶν ἐγγράφων ἐπὶ ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ εἶναι δύσκολον, συγχωρήσατέ μου τὴν ἔκφρασιν, νὰ λάβητε ἰδέαν ἐκ τοῦ προχείρου;
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένετε λοιπὸν εἰς τὴν ἀναβολὴν, κ. Κουρῆ;
§31ΚΟΥΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐζήτησα ἀναβολήν. Παρεκάλεσα νὰ κατατεθοῦν τὰ ἔγγραφα, διὰ νὰ λάβουν γνῶσιν οἱ κκ. βουλευταί.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε λοιπὸν, θὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον· εἶναι τρίτη συζήτησις.
§33ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ συνιστῶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὴν θεωρήσῃ δευτέραν.
§34ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καὶ δεκαπεντάκις ἐὰν ἀναγνωσθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὴν αὐτὴν δυσκολίαν θὰ παρέξῃ ἡ συζήτησις. Ἐπομένως ἀντικρούω τὴν πρότασιν.
§35ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐννοῶ νὰ συζητηθῇ εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγνωσιν, ὡς ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τρίτης συζητήσεως. Ὁ σκοπὸς ὅλων βεβαίως εἶναι νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὰς χεῖράς μας ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ περιλαμβάνῃ τὴν καλλιτέραν γνώμην.
§36ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Εἰς τὸ σύνολον. Ἄλλως, πῶς δυνάμεθα νὰ ὑπαγάγωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τέσσαρας συζητήσεις χωρὶς νὰ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς;
§37ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὸ σύνολον δὲν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν καμμίαν μεταβολήν, εἶναι δὲ ἡ φύσις τοῦ νομοσχεδίου τοιαύτη. Εἶναι δυσκολώτατον νομοσχέδιον, διότι ά) κάθε ἄρθρον αὐτοῦ ἀφορᾷ ἓν ἢ πλείονα νομικὰ ζητήματα, βʹ) ἡ Βουλὴ δὲν ἔρχεται νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους ἀλλὰ νὰ καινοτομήσῃ ἐπὶ τῶν νόμων. Στοχασθῆτε λοιπὸν, πρόκειται περὶ ἐξαιρετικῶν ὅλως νομοσχεδίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἴσως δὲν θὰ συζητήσωμεν ποτέ. Διὰ τοῦτο λέγω νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν μίαν ἀνάγνωσιν, οὐχὶ διὰ νὰ γείνῃ τότε ἡ κυρία συζήτησις, ἀλλὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ τὸ δικαίωμα, ὥστε πᾶν λάθος νὰ διορθοῦται.
§38ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι ἐκκρεμὲς ἀπὸ τὸν καιρὸν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως· ἐνθυμηθῆτε, παρακαλῶ, ὅτι ἐγράφησαν καὶ ἐῤῥέθησαν περὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος πολλὰ καὶ ποικίλα φρονῶ ὅτι, ἐὰν συλλέξωμεν τὰ συγγραφέντα ἐν ταῖς ἐφημερίσι καὶ διὰ διαφόρων φυλλαδίων, θὰ σχηματίσωμεν τόμον παχύτατον. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι δεκαεπταμελὴς ἐπιτροπὴ, συνισταμένη ἐκ τῶν νομομαθεστέρων ἐν Ἀθήναις καὶ ἐν Κερκύρᾳ ἱερέων τῆς Θέμιδος, ἐπελήφθη αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀκούσασα ἀμφοτέρας τὰς μερίδας καὶ τὰς συζητήσεις καὶ τὰς προτάσεις των. Τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐν Ἀθήναις ἐπιτροπῆς, ὅπερ χρησιμεύει ὡς κείμενον τῶν συζητήσεών μας, εἶναι ἤδη τέσσαρας μῆνας τυπωμένον καὶ ὑπέστη ὅλας τὰς συζητήσεις καὶ δοκιμασίας ὑπὸ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐνδιαφέρονται. Ἐὰν λοιπὸν μέχρι τοῦδε δὲν ἠδυνήθημεν νὰ σχηματίσωμεν καθαρὰν ἰδέαν περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, πιστεύετε, ὅτι διὰ τῶν θορυβωδῶν ἐνταῦθα συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ὅπως δήποτε, φίλοι μου, παρέχουν ταραχὴν καὶ εἰς τὸν νοῦν καὶ εἰς τὴν καρδίαν ἑκάστου, δυνάμεθα νὰ μορφώσωμεν καθαρωτέραν ἰδέαν; Φρονῶ ὅτι θὰ εἶναι ἀπώλεια χρόνου ματαία.
§39ΖΕΡΒΟΣ. Καὶ διὰ τί ὅλα τὰ νομοσχέδια λαμβάνουν τρεῖς συζητήσεις καὶ τοῦτο τέσσαρας;
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ὅ,τι σᾶς λέγουν, κύριοι, εἶναι βεβαίως σπουδαῖον, σπουδαιότατον. Ἡ κατάστασις τῆς Κερκύρας εἶναι ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις κακὴ καὶ δύσκολος ἐξ αἰτίας αὐτοῦ τοῦ θέματος πρὸ πάντων. Ἡ ἰδιοκτησία εἶναι δεσμευμένη, ἡ πρόοδος δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ χώραν, ἡ βελτίωσις ἐσταμάτησεν, αἱ σχέσεις ἐχαλαρώθησαν, ὁ τόπος, τέλος πάντων, ἔχει ἀνάγκην διορθώσεώς τινος· διότι ὅπου τὰ πράγματα ἔχουν οὕτως, ἡ πρόοδος εἶναι ἀνέφικτος· καὶ ὄχι μόνον ἡ ὑλικὴ πρόοδος εἶναι ἀνέφικτος, παρὰ ἡ κατάστασις αὕτη χορηγεῖ τὰ σπέρματα ἀδιαλείπτου διχονοίας καὶ διαιρέσεως, καὶ λυπηρὸν εἶναι πῶς τῷ ὄντι αὐτὴ ἡ δύσκολος κατάστασις ἑνὸς τόπου δὲν ἐθεραπεύθη πρὸ τοσούτων χρόνων. Τὸ δίκαιον, τὸ δύσκολον ἀλλὰ καὶ εὐάρεστον αὐτὸ ἔργον ἀνετέθη εἰς τὴν ἀδελφὴν Ἑλλάδα, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ συγχαίρω ἐμαυτὸν καὶ ὑμᾶς, διότι ἡμεῖς πρῶτοι ἐρχόμεθα νὰ δώσωμεν λύσιν εἰς ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον λυόμενον καὶ περαιούμενον θὰ δώσῃ νέαν ζωὴν, νέαν ὕπαρξιν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ὁ ὁποῖος πολλαπλῶς πάσχει καὶ ὁ ὁποῖος εἶναι ἀδύνατον νὰ βελτιωθῇ ποτε, ἐν ὅσῳ αὐτὴ ἡ κατάστασις ὑπάρχει ὅπως ὑπάρχει. Εἶναι λοιπὸν ἀπόλυτος ἀνάγκη τὸ ζήτημα αὐτὸ νὰ λυθῇ ὅσῳ τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης ἀπόλυτος ἀνάγκη νὰ λυθῇ καὶ ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερον. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν, κύριοι, ἔχοντες ἐφροντίσαμεν δι’ ὅλων τῶν μέσων καὶ δι’ ὅλων τῶν τρόπων ν’ ἀνακαλύψωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ συμβιβάσωμεν τὰ συμφέροντα, διότι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν ὅτι τὸ νομοσχέδιον, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον, ἔχει δύω τάξεις, βάσεις τινὰς ἐκτάκτους, ἐκτὸς τοῦ κοινοῦ δικαίου, καὶ εὑρίσκεταί τις εἰς τὴν ἀνάγκην, κύριοι, νὰ κόψῃ δεσμούς τινας, διὰ νὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα· καὶ διὰ τοῦτο ὅλοι ἐσκέφθημεν καὶ ἐφροντίσαμεν τὸ κακὸν αὐτὸ, τὸ ἄτοπον αὐτὸ νὰ εἶναι ὅσῳ τὸ δυνατὸν μικρότερον, ὅσῳ τὸ δυνατὸν ἐλαφρότερον, νὰ συμβιβάζῃ ὅσῳ τὸ δυνατὸν τὰ συμφέροντα ὅλων, καὶ διὰ τοῦτο, κύριοι, πολλαὶ ἔγειναν ἐξετάσεις, διὰ τοῦτο πολλὴ κατεβλήθη ἐπιμέλεια εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς καὶ εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, καὶ πρέπει νὰ τὸ κηρύξω δημοσίως, ὅτι πολλὴν ἐγὼ τοὐλάχιστον ὀφείλω χάριν εἰς τὸν κ. Μπαλάνον, ὁ ὁποῖος πολὺ συνετέλεσεν εἰς τὴν κατάρτισιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου. Ὁ κ. Δεληγεώργης σᾶς λέγει· διὰ νὰ ἐπιψηφίσητε τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ζήτημα, πρέπει νὰ τὸ σπουδάσητε, πρέπει νὰ τὸ γνωρίσητε, διὰ νὰ ἠξεύρετε τὶ πρόκειται, καὶ διὰ νὰ πράξητε ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερα· καὶ διὰ τοῦτο, σᾶς λέγει ὁ κ. Δεληγεώργης, ἀντὶ νὰ τὸ συζητήσητε διὰ τρίτην φορὰν, συζητήσατέ το διὰ δευτέραν φοράν. Ἀλλὰ θὰ ἐπέλθῃ συζήτησις; ἐρωτῶ· φοβοῦμαι πῶς δὲν θὰ ἐπέλθῃ· διότι οἱ ἰδίως σπουδάσαντες αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, οἱ ἐπιτοπίως γνωρίζοντες αὐτὴν τὴν κατάστασιν, αὐτοὶ τὸ ἐμελέτησαν, τὸ ἐσκέφθησαν καὶ τὸ κατήρτισαν ὅπως τὸ ἔχετε ἐνώπιόν σας. Τὰ ἄρθρα αὐτὰ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι δὲν εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τὰ συζητήσουν· ἑπομένως συζήτησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ. Τί θὰ συζητήσωμεν, ὅταν π. χ. δεκαπέντε ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, εἶναι σύμφωνοι εἰς τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα παρεδέχθησαν; Ν’ ἀρχίσουν μίαν συζήτησιν παράλογον διὰ νὰ δείξουν ἕκαστος τὶ ἠξεύρει; Ἀντιλογία δὲν ὑπάρχει, διότι οἱ συντάξαντες αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὅλοι ὁμόφωνοι. Θέλει ἐγερθῆ ἴσως συζήτησις ἐπὶ ὀλίγων τινῶν ἀντικειμένων, διότι ὀλίγισται ὑπῆρξαν αἱ διαφωνίαι· ἑπομένως συζήτησις ἐπὶ ὅλου τοῦ νόμου, ὁποία ἔγεινε κατὰ τὴν σύνταξίν του, (διότι τότε ἕκαστον ἄρθρον ἐρχόμενον κατὰ σειρὰν ἔπρεπε νὰ μελετηθῇ, νὰ ἐξετασθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ) συζήτησις τοιαύτη δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἐφ’ ὅλων τῶν ἄρθρων· ὥστε, νομίζω, θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, ὅσον καὶ ἂν τὸ συζητήσωμεν· τὰ δὲ μερικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖα καὶ εἰς τὰ ὁποῖα θὰ γείνῃ συζήτησις, αὐτὰ ἂς συζητηθοῦν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐκτενέστερον, καὶ ἂν δὲν ἐπαρκέσῃ ἡ συζήτησις μιᾶς ἡμέρας, ἂς ἐπαναληφθῇ καὶ εἰς δευτέραν καὶ εἰς τρίτην καὶ εἰς τετάρτην ἡμέραν, καὶ τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ὡριμώτερον συμπέρασμα.
§41ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἰδέας τοῦ κ. Δεληγιώργη. Τὴν πρότασιν αὐτὴν θεωρῶ πρακτικωτέραν. Ἐγὼ εὐτύχησα νὰ ᾖμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον· ἐφρόντισα κ’ ἐγὼ νὰ δυνηθῶ ὅπως κατανοήσω τὴν κατάστασιν αὐτὴν τὴν τόσῳ πολύπλοκον. Ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ, κύριοι, ὅτι ἐχρειάσθημεν ἡμέρας ὁλοκλήρους ν’ ἀκούσωμεν προφορικὴν ἔκθεσιν τῶν ἰδεῶν ἀμφοτέρων τῶν μερίδων. Παρατηρήσατε ὅμως, κύριοι, τὸ ἑξῆς, ὅτι τὸ σπουδαῖον αὐτὸ ζήτημα, τὸ Κερκυραϊκὸν, πάντοτε ἔφερεν εἰς ἀμφιβολίαν, οὕτως εἰπεῖν, τοὺς ἁρμοδίους ἀνθρώπους εἰς τὸ νὰ ἔλθουν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα· πάντοτε ἀνέβαλλον ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν, μὴ τυχὸν προέλθουν λάθη, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ βλάψουν τὴν κοινωνίαν ἐκείνην. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρηκολούθησαν ὅλοι ἐκεῖνοι, ὅσοι ἐπεφορτίσθησαν νὰ ἐργασθῶσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, παρουσιάζεται σήμερον εἰς τὴν Βουλήν· καὶ τί σᾶς λέγει ὁ κ. Δεληγεώργης; Θεωρήσατέ την δευτέραν ἀνάγνωσιν· ἐν ἄλλαις λέξεσι σᾶς λέγει· παρακολουθήσατε τὴν αὐτὴν πορείαν, τὴν ὁποίαν παρηκολούθησε καὶ ἡ Κυβέρνησις καὶ αἱ ἐπιτροπαὶ ἐν Κερκύρᾳ καὶ ἐν Ἀθήναις. Ὅλοι, κύριοι, καὶ αὐτὴ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς καὶ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, ἅμα παρουσιάζετο μία ἔνστασις ἀναβολῆς, μία ἔνστασις δευτέρας σκέψεως, ἐνέδιδε. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει παρὰ νὰ εἶναι συνεπὴς ἂν τὸ δεχθῇ ὡς δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ γείνῃ συζήτησις.
§43ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Προσθέτω δὲ τὸ ἑξῆς, ὅτι, ἐὰν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, νὰ παραδεχθῇ συνάμα, ἅμα ὁ γραμματεὺς ἀναγινώσκει τὸ πρῶτον ἄρθρον λ. χ. τοῦ νόμου, ν’ ἀναγινώσκῃ συνάμα καὶ τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τὰς παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, αἵτινες δίδουν τὸν λόγον ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου. Βλέπετε ἐδῶ τί λέγει ἡ ἔκθεσις· «Διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου νομοθετεῖται ἡ ἀρχὴ τῆς καταργήσεως τῶν ὑφισταμένων τιμαριωτικῶν σχέσεων ἐν τῷ μέλλοντι·» ὥστε ὁ βουλευτὴς ν’ ἀκούῃ μὲν τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει, ν’ ἀκούῃ δὲ συνάμα καὶ τοὺς εἰδικοὺς λόγους. Ὑποστηρίζω λοιπὸν, κύριοι, τὴν πρότασιν τοῦ ν’ ἀναγνωσθῇ διὰ δευτέραν φορὰν καὶ συνάμα τὴν τακτικὴν ν’ ἀναγινώσκωνται καὶ αἱ εἰδικαὶ παρατηρήσεις.
§44ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κ. Πρόεδρε, τῳόντι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι νομοσχέδιον σπουδαιότατον. Ὅλοι οἱ προλαλήσαντες συνεφώνησαν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Τῳόντι κατεβλήθη μεγάλη προσπάθεια διὰ νὰ συμβιβασθῶσι τὰ συμφέροντα ὅλων ὅσον τὸ δυνατὸν προσφορώτερον. Τῳόντι εἰς τὴν ἐπιτροπὴν εἰργάσθημεν πολὺ, καὶ μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως κατέβαλον καὶ ἐγὼ κόπους τινὰς εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου· τοὺς κατέβαλον κατὰ καθῆκον ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς ὀφείλων μεγάλην εὐγνωμοσύνην εἰς ἐκείνην τὴν νῆσον, ὅπου ἔλαβον τὴν ἀνάπτυξιν. Παρατηρῶ, ὅτι σήμερον δὲν θὰ ᾖναι βεβαίως δυνατὸν νὰ τελειώσῃ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον. Ὅταν τοῦτο παραδεχθῶμεν, νομίζω, ὅτι μέχρι τοῦ ἄρθρου 44 δὲν θὰ ἐγερθῶσι σπουδαῖαι συζητήσεις. Ὑπάρχει τὸ κείμενον τοῦ νομοσχεδίου, ὑπάρχουν τροπολογίαι τινὲς, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Κωσταντᾶς. Αἱ τροπολογίαι, ὑποθέτω, θὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς συζητήσεις· θὰ εἶναι τόσον καθαραὶ, ὥστε ἀμέσως θὰ εἶναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ. Σπουδαῖαι παρατηρήσεις θὰ γείνουν ὡς ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ ἀξιοτίμου εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου. Δὲν πιστεύω νὰ φθάσωμεν ἐκεῖ σήμερον· ἀλλὰ καὶ ἐὰν τυχὸν φθάσωμεν, τότε θὰ ἦναι εἰς θέσιν ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ· διακόπτω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ δεῖνα ἄρθρου, ἑωσότου, ἀφοῦ ἀκούσουν τὴν συζήτησιν οἱ κύριοι βουλευταὶ, σκεφθῶσιν ὡρίμως, καὶ ἑπομένως ἐν πλήρει συνειδήσει καὶ γνώσει ἀποφανθῶσι. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἀρχίσωμεν τὸ ἔργον μας καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ὁριστικὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς δευτέραν ἀνάγνωσιν...
§46ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἐπιμένει κἀνείς· δὲν ὑπάρχει πρότασις τοιαύτη.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου εἰς τρίτην ὁριστικὴν συζήτησιν;
§48ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου.
§50ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Προτείνω, κύριοι, νὰ μεταβληθῇ ἡ ἐπιγραφὴ, διότι φρονῶ, ὅτι σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι νὰ ἀπαλλάξῃ τὴν ἰδιοκτησίαν ἀπὸ διάφορα βάρη ὄχι ὑποθηκικὰ, ἀλλὰ βάρη ἰδιόκτητα, ἀναγόμενα εἰς κατηγορίαν πάντῃ διάφορον τῶν ὑποθηκικῶν κτλ.
§51ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀφ’ οὗ διατρέξωμεν, κύριοι, ὅλον τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐξετάσωμεν συζητοῦντες ὅλας τὰς διατάξεις αὐτοῦ, θέλομεν ἰδῆ, ὅτι τὰ βάρη, περὶ ὧν εἶπεν ὁ κ. Μπαλάνος, ἐκτὸς τῶν ἄλλων δεσμῶν, μὲ τοὺς ὁποίους δεσμεύουσι τὴν ἰδιοκτησίαν, περιέχουσι καὶ ὑποθηκικοὺς δεσμοὺς καὶ προνόμια, ἅτινα ἴσως εἶναι σπουδαιότερα τῆς οὐσίας αὐτῶν τῶν βαρῶν· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ μὴ ἐπιληφθῶμεν τώρα τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἐπιγραφῆς (θόρυβος) καὶ μετὰ τὸ πέρας τῆς συζητήσεως τροποποιοῦμεν τὴν ἐπιγραφὴν, ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι δὲν ἐκφράζει τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται, κύριοι, ἡ ἀνάγνωσις τοῦ πρώτου ἄρθρου. Ἄρθρον 1. «Ἅπαντα τὰ ἐν Κερκύρᾳ τιμαριωτικὰ κτήματα, τὰ μὴ τυχὸν εἰσέτι ἀπαλλαγέντα τῶν τιμαριωτικῶν δεσμῶν καὶ ὑποχρεώσεων, ἀπαλλάσσονται αὐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, οἱ δὲ κύριοι αὐτῶν δύνανται νὰ διαθέσωσιν αὐτὰ κατὰ τὸ δοκοῦν». Ὑπάρχει, κύριοι, ἡ ἑξῆς τροπολογία τῶν κυρίων βουλευτῶν Κωσταντᾶ, Παγκράτη, Καρύδου καὶ Ζερβοῦ. «Ἅπαντα τὰ ἐν Κερκύρᾳ τιμαριωτικὰ κτήματα τὰ μὴ τυχὸν εἰσέτι ἀπαλλαγέντα τῶν τιμαριωτικῶν δεσμῶν καὶ ὑποχρεώσεων, ἀπαλλάσσονται αὐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου, οἱ δὲ γενόμενοι κύριοι αὐτῶν δύνανται νὰ διαθέσωσιν αὐτὰ κατὰ τὸ δοκοῦν, ἐπιφυλαττομένων τῶν δικαιωμάτων ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου ἢ τῶν δήμων Κερκύρας, τῶν πηγαζόντων τυχὸν ἐκ τῶν περὶ ἰθαγενείας, περιβολῆς καὶ λοιπῶν διατάξεων τῶν τιμαριωτικῶν νόμων».
§53ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ βουλευτὴς Κερκύρας Κύριος Κωσταντᾶς διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν τροπολογίαν του.
§55ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, Κύριοι, ὅπερ συζητοῦμεν περιλαμβάνει τὸ Α καὶ τὸ Ω, τὴν ἀρχὴν δηλ. καὶ τὸ τέλος τοῦ ζητήματος τῆς τιμαριωτικῆς περιουσίας. Ἀλλ’ εἰς τὴν τιμαριωτικὴν ἰδιοκτησίαν ἐνδιαφέρονται πολλοί. Ἔχομεν κατὰ πρῶτον λόγον τοὺς κατόχους τῶν κτημάτων, ἤτοι τοὺς ὑποτελεῖς, κατὰ δεύτερον λόγον τὸ δημόσιον ἢ τοὺς δήμους Κερκύρας, καὶ τελευταῖον τοὺς τιμαριούχους, οἵτινες ἐξασκοῦσι δικαιώματα ἢ ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας ἢ ἐπὶ τῆς ἐπικαρπίας τῶν κτημάτων. Καὶ ἄλλοι μὲν ἔχουσιν ἀπόλυτα καὶ ἄλλοι ὑφ’ ὅρον δικαιώματα, ἤτοι ἔχουσι τινὲς αὐτῶν, ὡς εἶναι οἱ τιμαριοῦχοι, περιωρισμένον καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας, ἐν ᾧ τινὲς πάλιν ἐκ τῶν τιμαριούχων, καὶ οἱ διατελοῦντες ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ εἰκοστοῦ ἕκτου νόμου τοῦ τρίτου Ἰονίου Κοινοβουλίου ἐνδεχόμενον νὰ ἔχωσι κεκτημένον καὶ τὸ ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας τῶν τιμαριωτικῶν δικαιωμάτων ἐγκτητικὸν δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ ἄρθρον, ὡς συνετάχθη, ἀμφιβάλλω ἐὰν ἀσφαλίζῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν δήμων ἐπὶ τῶν τιμαρίων, τὰ ὁποῖα δὲν μετηλλάχθησαν πρὸ τῆς καταργήσεως τοῦ εἰκοστοῦ ἕκτου νόμου ὑπὸ τῶν τιμαριούχων. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι πολὺ σπουδαῖον, θὰ ἔχῃ δὲ καὶ σπουδαιοτάτας τὰς συνεπείας του ὡς πρὸς τὸ μέλλον τοῦ δημοτικοῦ θεσμοῦ ἐν Κερκύρᾳ, ἀφ’ οὗ ἀμφιβάλλεται, ἐὰν διατηρῆται τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τῶν δήμων εἰς τὰ μὴ μεταλλαχθέντα τιμάρια καὶ βαρωνίας καὶ ἄλλα ὡσανεὶ τιμαριωτικὰ κτήματα, ἐν ᾧ τὸ πέμπτον ἄρθρον καὶ τὰ ἐφεξῆς τοῦ νομοσχεδίου ἐπιβάλλουσιν εἰς τοὺς δήμους τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἀποζημιώσωσι τὰς τυχὸν προελευσομένας ἐκ τῆς μετατροπῆς καὶ τῆς ἐξαγορᾶς ζημίας εἰς τοὺς μεταλλάξαντας τὰ τιμάρια δυνάμει τοῦ ἀνωτέρω νόμου τοῦ τρίτου Κοινοβουλίου.
§56ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν καταλαμβάνομεν τί τρέχει· ἐξηγηθῆτε, παρακαλοῦμεν.
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καὶ εἶναι μεγίστη ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ καταλάβωμεν καὶ νὰ ἐννοήσωμεν τὶ τρέχει, ἵνα μὴ περιπλεχθῶμεν οὕτως, ὥστε νὰ μὴ δύναται οὐδεὶς ἔπειτα νὰ θεραπεύσῃ τὸ κακόν, ὅπερ ἐνδέχεται νὰ πράξωμεν ἐν ἀγνοίᾳ. Τὰ τιμαριωτικὰ καὶ βαρωνικὰ κτήματα, Κύριοι, εἴτε ἐλεύθερα, εἴτε ἀγροληπτικά, ἐμφυτευτικὰ ἢ ἐδαφονομικὰ εἶναι, ἐκτὸς βεβαίως τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν φορολογικῶν, εἶναι κτήματα ἐθνικὰ ἀνήκοντα ἢ εἰς τὸ δημόσιον ἢ εἰς τὸ στέμμα. Ἐπὶ μὲν τῶν δημοσίων κτημάτων συνεστήθησαν τὰ κυρίως λεγόμενα τιμάρια, ἐπὶ δὲ τῶν τοῦ στέμματος κτημάτων συνεστήθησαν αἱ βαρωνίαι. Μεταξὺ βαρωνίας καὶ τιμαρίου οὐδεμία διαφορὰ ὑπάρχει καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν φύσιν τῶν ὑποχρεώσεων, μόνη ἡ διαφορὰ τῆς καταγωγῆς ὑπάρχει. Τὰ κτήματα ταῦτα καὶ δικαιώματα ἐδίδοντο ἀπὸ τοὺς σταυροφορικοὺς χρόνους εἰς διαφόρους ὁπλαρχηγούς, ὅπως νέμωνται τὰ προϊόντα, δίδωσιν αὐτὰ εἰς καλλιέργειαν, ἐπαυξάνωσι τὴν ἀξίαν καὶ τοὺς καλλιεργητὰς αὐτῶν εἰς ὄφελος τοῦ δημοσίου χωρὶς οἱ ὁπλαρχηγοὶ οὗτοι νὰ ἔχωσι δικαίωμα κυριότητος, ἤτοι ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν κτημάτων καὶ δικαιωμάτων τῶν τιμαριωτικῶν καὶ βαρωνικῶν. Ἡ ἐπικαρπία καὶ αἱ ὑπὸ τοῦ ὁπλαρχηγοῦ ἀναλαμβανόμεναι ὑποχρεώσεις ἦσαν κληρονομικαί. Ἔπαυον δὲ ἢ λόγῳ ἐκλείψεως τῆς γενεαλογικῆς γραμμῆς, ἢ λόγῳ μὴ ἐκπληρώσεως τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τὸ δημόσιον, ἢ λόγῳ ἀπιστίας πρὸς τὸν Ἡγεμόνα. Τὰ ἐν Κερκύρᾳ τιμάρια μετέβησαν ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν εἰς διαφόρους οἰκογενείας. Κατ’ ἀρχὰς ἐνέμοντο αὐτὰ δέκα ὁπλαρχηγοὶ Ἑνετοὶ κατὰ τὴν τετάρτην σταυροφορίαν· ἔπειτα ἐδόθησαν εἰς εἰκοσιτέσσαρας ὁπλαρχηγοὺς Ἕλληνας. — Μετὰ τὴν κατάκτησιν τῆς Κερκύρας ὑπὸ Καρόλου τοῦ Ἀνδηγαυοῦ ἐδόθησαν εἰς ὁπλαρχηγοὺς Γάλλους καὶ Σικελούς. — Μολονότι δὲ ἡ Βενετία διὰ τῆς ἐν ἔτει 1386 συνθήκης ὑπεσχέθη τὴν διατήρησιν τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν εἰς τοὺς τότε κατόχους, δὲν ἀπέβαλεν ὅμως καὶ τὰ δικαιώματα τῆς κυριότητος καὶ ἰδιοκτησίας, οὔτε ἀπήλλαξεν αὐτοὺς τῶν στρατιωτικῶν ὑποχρεώσεών των. Μάλιστα διὰ τοῦ τρίτου καὶ πέμπτου ἄρθρου ὁρίζεται ῥητῶς, ὅτι ἡ ἐπικαρπία τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν χορηγεῖται ἐν ὅσῳ οἱ κάτοχοι τιμαριοῦχοι καὶ βαρῶνοι ἐκπληροῦσι τὰς ὑποχρεώσεις των. Πολλοὶ ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ 14 καὶ 16 αἰῶνος ἀπεβλήθησαν καὶ ὑπ’ ἄλλων ἀντικατεστάθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Περὶ τὸ ἔτος δὲ 1625 καὶ κατὰ τὰ ἐπακόλουθα ἔτη ὁ Δοὺξ τῆς Βενετίας διέταξε τὴν ἀνανέωσιν τοῦ κτηματολογίου ἑκάστου τιμαρίου, τὴν συλλογὴν ὅλων τῶν ἀρχαίων ἐγγράφων τῶν ἀφορώντων τὰ τιμάρια καὶ βαρωνίας Κερκύρας, καὶ τὴν καταχώρισιν αὐτῶν εἰς δύο βιβλία, ἐξ ὧν τὸ μὲν ὠνομάζετο βαρωνίαι Κερκύρας, τὸ δὲ τιμάρια Κερκύρας. Ἐπεκύρωσε δὲ τὸν νέον ὀργανισμὸν τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν, καὶ τῆς τιμαριωτικῆς δυνάμεως τῆς Νήσου, ὃν συνέταξεν ὁ διοικητὴς Κερκύρας Ἰάκωβος Κανάλης, διὰ τῶν διατάξεων τοῦ ὁποίου ἐπαναλαμβάνεται καὶ πάλιν, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἔχουσιν οἱ τιμαριοῦχοι καὶ βαρῶνοι ἐπὶ τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αὐτοῖς οὔτε ἡ δώρησις, οὔτε ἡ προίκισις, οὔτε ἄλλος τρόπος ἀπαλλοτριώσεως ἢ κατακερματίσεως μεταξὺ τῶν κληρονόμων αὐτῶν, ὅτι μόνον ἐπὶ διηνεκεῖ εἰσφορᾷ τοῦ δεκάτου τῶν προϊόντων μεταβίβασις τῶν κτημάτων εἰς καλλιεργητὰς ἐπιτρέπεται ἐφ’ ὅρῳ συντάξεως τῶν συμβολαίων καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει εἰδικῶς ὁ νόμος ἐκεῖνος, καὶ ὅτι ἡ ἐπικαρπία αὕτη χορηγεῖται μόνον ἐφ’ ὅσον οἱ τιμαριοῦχοι καὶ βαρῶνοι ἐκπληροῦσι τὰς πρὸς τὸ κράτος στρατιωτικὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ῥητῶς ὁ νόμος περιγράφει. Ἡ κατάστασις αὕτη ἐξηκολούθησε μέχρι τοῦ ἔτους 1797, ὅτε ὁ Ναπολέων ὡς κατακτητὴς τῆς Κερκύρας ἐξέδοτο διάταγμα, συνεπεία τῆς συνθήκης τοῦ Καμποφορμίου, δι’ οὗ κατήργησε τὰ τιμάρια καὶ βαρωνίας Κερκύρας καὶ ἤρξατο ἡ Γαλλικὴ Κυβέρνησις τὰ μὲν ἐλεύθερα κτήματα καὶ τὰ ἰδιόκτητα ἀγροληπτικά, ἐμφυτευτικὰ καὶ ἐδαφονομικὰ δικαιώματα νὰ ἀποδίδῃ εἰς τὸ ταμεῖον τῆς Νήσου διὰ τὰς ἐπιτοπίους ἀνάγκας αὐτῆς, τὰ δὲ φορολογικὰ νὰ καταργῇ. Κατὰ τὸ ἔτος 1799 ἀπεβλήθησαν οἱ Γάλλοι μετὰ αἱματηρὸν ἀγῶνα ὑπὸ τῶν ἡνωμένων δυνάμεων τῆς Τουρκίας καὶ Ῥωσσίας καὶ τῇ συμπράξει τῆς Ἀγγλίας, κατὰ δὲ τὸ ἔτος 1800 συνωμολογήθη ἡ συνθήκη τοῦ Μαρτίου ἐν Κωνσταντινουπόλει, δι’ ἧς διωργανίζετο ἡ Ἑπτάνησος εἰς πολιτείαν ἀνεξάρτητον ὑπὸ τὴν διπλῆν προστασίαν τῆς Τουρκίας καὶ Ῥωσσίας. Διὰ τοῦ νέου δὲ Συντάγματος τῆς πολιτείας ἐπανήρχετο ὁ θεσμὸς τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς πληρωμῆς μεγάλου μέρους τοῦ εἰσοδήματος εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀντὶ τῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας, ἣν ἀνελάμβανεν ἡ πολιτεία διὰ συστάσεως μονίμου στρατοῦ. Περὶ τούτων ἔχομεν τὸ Σύνταγμα τῶν 1802 καὶ τὸν νόμον καὶ τὸ διάταγμα τῆς Γερουσίας τῶν 1804, δι’ ὧν διατηρεῖται ἐκ νέου ἡ κυριότης καὶ ἡ ἰδιοκτησία τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ὑπάρχει ἀπόφασις τοῦ Προέδρου τῆς πολιτείας Θεοτόκη, δι’ ἧς ὁρίζεται ῥητῶς, ὅτι οὐδὲν δικαίωμα ἔχουσι κατὰ τὸν τιμαριωτικὸν νόμον οἱ μὴ ἰθαγενεῖς τιμαριοῦχοι νὰ κατέχωσι τιμάρια καὶ βαρωνίας μετὰ τὴν σύστασιν τῆς Ἑπτανησιακῆς πολιτείας, καὶ ὅτι ἐπιφυλάσσεται ἡ πολιτεία νὰ ἐξασκήσῃ τὰ περὶ τούτου δικαιώματά της. Ἐφοβεῖτο νὰ προβῇ ῥητῶς ἡ τότε Κυβέρνησις εἰς τὴν ἀποβολὴν τῶν Ἑνετῶν ἐκ τῆς κατοχῆς των τιμαρίων, διότι οὗτοι ἦσαν ἤδη ὑπήκοοι τῆς Αὐστρίας, ἥτις εἶχεν ἀξιώσεις ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἀναγνωρίσῃ τὴν σύστασιν αὐτῆς εἰς πολιτείαν ἀνεξάρτητον. Μία δὲ τοιαύτη πρᾶξις κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους τῆς γενικῆς ἀναστατώσεως τῆς Εὐρώπης ἤθελε χορηγήσει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Αὐστρίαν λόγῳ προστασίας τῶν συμφερόντων τῶν ὑπηκόων της νὰ προβῇ εἰς τὴν κατοχὴν τῆς Ἑπτανήσου καὶ εἰς τὴν κατάκτησιν αὐτῆς, ἀφ’ οὗ μάλιστα ἡ Ῥωσσοτουρκικὴ συμμαχία, ἥτις ἐπροστάτευε τὴν Ἑπτάνησον, εἶχε διαλυθῆ, αἱ δὲ λοιπαὶ δυνάμεις ἦσαν ἐπησχολημέναι ἑκάστη εἰς τὴν συντήρησιν τῆς ἰδίας ὑπάρξεως. Ἡ Ἰονικὴ Κυβέρνησις περιορισθεῖσα εἰς τὴν συντήρησιν τοῦ καθεστῶτος, ἐξηκολούθει τὴν ἀναγνώρισιν τῶν περιβολῶν ἄνευ προσβολῆς τῶν ἐκ τῶν νόμων προκυπτόντων δικαιωμάτων της. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1800 σωρεία κυβερνητικῶν πράξεων ἐξεδόθη, ἐξ ὧν μαρτυρεῖται ἡλίου φαεινότερον ἡ ἰδιοκτησία τῆς ἑπτανησίου κυβερνήσεως ἐπὶ τῶν τιμαρίων. Ἐν ἔτει 1825–1827 ἐξεδόθησαν δύω νόμοι, δι’ ὧν ἐνομοθετεῖτο ἡ κατάργησις τῶν τιμαριωτικῶν δικαιωμάτων, καὶ τὸ ἐκ τῶν ἐξαγορῶν μέρος, ὅπερ ἀνῆκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐδωρεῖτο εἰς τοὺς τιμαριούχους ὑπὸ τὸν ὅρον τῆς πραγματοποιήσεως τοῦ νόμου. Οἱ νόμοι ὅμως οὗτοι ἔμειναν γράμμα νεκρὸν, διὸ ἡ κυβέρνησις τοῦ τρίτου κοινοβουλίου κατήργησεν αὐτοὺς καὶ ἀνέλαβε πλήρη τὰ δικαιώματά της. Ἐχορήγησε δὲ μόνον τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς τιμαριούχους νὰ γείνωσι κύριοι τῶν τιμαρίων, ἐὰν ἤθελον πληρώσει εἰς χρήματα ἢ κτήματα τὸ κεφάλαιον, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως εἰσπραττόμενον εἰσόδημα ἐκ τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν. Μόλις τρεῖς ἢ τέσσαρες τιμαριοῦχοι ἠδυνήθησαν νὰ ὠφεληθῶσιν ἐκ τοῦ νόμου τούτου, διότι αἱ διάδοχοι κυβερνήσεις ἰδοῦσαι τὴν κακοήθειαν τοῦ εἰκοστοῦ ἕκτου νόμου τοῦ τρίτου κοινοβουλίου, δι’ οὗ ἐπωλοῦντο τρόπον τινὰ τὰ δικαιώματα τῆς κυβερνήσεως ἐπὶ τῆς φαυλοδουλείας τῶν γεωργῶν, οἵτινες ὑπήγοντο εἰς τὴν ἄμεσον κυριότητα τῶν τιμαριούχων, κατήργησε τὸν νόμον τοῦτον καὶ ἐπανέφερεν εἰς ἰσχὺν τοὺς νόμους τοῦ 1825–1827. Ἀλλ’ ἅπαντες οἱ νόμοι οὗτοι πάλιν κατηργήθησαν διὰ τοῦ ΡΝʹ νόμου καὶ ἤδη μένουν τὰ πράγματα εἰς ἣν εὑρίσκοντο κατάστασιν πρὸ τοῦ 1825, ἐκτὸς τῶν συνεπεία ἀγορῶν κεκτημένων δικαιωμάτων ἢ τῶν τιμαριούχων ἢ τῶν ὑποτελῶν. Ἔχομεν λοιπὸν πολλὰ τιμάρια καὶ βαρωνίας ὑπαγόμενα εἰσέτι εἰς τὸ δημόσιον ἢ εἰς τοὺς δήμους Κερκύρας, ὡς μαρτυρεῖται ὄχι μόνον ὑπὸ τῶν ἀρχαίων καὶ νεωτέρων νόμων τοῦ τόπου, ἀλλὰ καὶ ὑπ’ αὐτῶν τῶν περιβολῶν, μὲ τὰς ὁποίας περιεβλήθησαν τὴν ἐπικαρπίαν τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν οἱ τιμαριοῦχοι.
§58Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὶ εἶναι περιβολή;
§59ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Περιβολὴ εἶναι τὸ παραχωρητήριον ἔγγραφον, δι’ οὗ ἡ κυβέρνησις ἔδιδε τὴν ἐπικαρπίαν εἰς τὸν βαρῶνον ἢ τιμαριοῦχον ἐπί τισιν ὅροις... Οἱ ὅροι οὗτοι ἦσαν, ά) ὅτι θέλει διατηρήσει ἀλώβητα τὰ δικαιώματα τῶν δημοσίων ἐπὶ τῶν τιμαρίων· βʹ) ὅτι θέλει ἐργασθῆ πρὸς βελτίωσιν αὐτῶν· γʹ) ὅτι δὲν θέλει ἐπιτρέψει τὸν σφετερισμὸν τῶν κτημάτων· δʹ) ὅτι θέλει ἔχει πάντοτε εἰς καλὴν κατάστασιν τό τε ἱππικὸν καὶ πεζικὸν, οὗπερ ἀνελάμβανε τὴν διατήρησιν πρὸς ὑπεράσπισιν τοῦ ἡγεμόνος καὶ τῆς νήσου· έ) ὅτι θέλει ἔχει ἀκλόνητον πίστιν καὶ ἀφοσίωσιν πρὸς τὸν ἡγεμόνα· ϛʹ) ὅτι δὲν θέλει δεχθῆ ποτὲ ὑπηρεσίαν ξένου ἡγεμόνος καὶ ἄλλα τινὰ, ἅτινα εἶναι περιττὸν νὰ ἀναφέρω. Λέγεται δὲ περιβολὴ τὸ ἔγγραφον τοῦτο, διότι ἐδίδετο μετὰ παρατάξεως θρησκευτικῆς καὶ στρατιωτικῆς, καθ’ ἣν περίπτωσιν ὁ ἀναγορευόμενος τιμαριοῦχος ἐλάμβανε καὶ τὰ παράσημα τῆς ὑπηρεσίας του. Ἐκ μεταφορᾶς δὲ ὠνομάζετο ἔπειτα περιβολὴ (investituva) πᾶν ἔγγραφον δι’ οὗ παρεδίδετο εἰς τὴν κατοχὴν ἑτέρου κτῆμα ἀκίνητον ὑπὸ ἰδιοκτήτου. Κατὰ τὸ τιμαριωτικὸν δίκαιον, δὲν ἐπετρέπετο ἡ περιβολὴ τιμαριώτου μὴ ἰθαγενοῦς, διότι ὁ τιμαριοῦχος, ὢν ὑπάλληλος τοῦ Κράτους, εἰς ὃν ἀνετίθεντο σπουδαῖα στρατιωτικὰ συμφέροντα τοῦ ἡγεμόνος, πολλάκις δὲ ἀνελάμβανε καὶ διοικητικὰ καὶ δικαστικὰ καθήκοντα, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν πολιτικὴν ἰθαγένειαν τοῦ Κράτους, εἰς ὃ ἀνῆκε τὸ περιβαλλόμενον τιμάριον ἢ βαρωνία. Τώρα γεννᾶται νέον ζήτημα· οἱ συνεπείᾳ τοῦ εἰκοστοῦ ἕκτου νόμου τοῦ τρίτου κοινοβουλίου παραχωρήσαντες κτήματα ἢ χρήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν πρὸς ἀπελευθέρωσιν τιμαρίων ἢ βαρωνιῶν, ὧν τὴν κατοχὴν δὲν εἶχον νομίμως κατὰ τοὺς θεμελιώδεις νόμους τῆς ἐπικρατείας, θεωροῦνται κύριοι τῶν κτημάτων τούτων μετὰ τὴν ἀπόλυτον κατάργησιν τοῦ τιμαριωτισμοῦ; Διότι τί ἠγόρασαν οἱ τιμαριοῦχοι ἐκεῖνοι; ἠγόρασαν δικαιώματα τοῦ δημοσίου πρὸς βλάβην τῶν ὑποτελῶν πολιτῶν ἐπὶ τιμαρίων, ἅτινα κατεῖχον παρανόμως. Ὁ νόμος εἰκοστὸς ἕκτος ἐχορήγει τὸ δικαίωμα τῶν ἐξαγορῶν εἰς τοὺς νομίμους ἐπικαρπωτὰς τιμαριούχους, οὐχὶ εἰς τοὺς παρανόμως κατέχοντας τὴν ἐπικαρπίαν καὶ ὑπαγομένους εἰς τὴν ποινὴν τῶν ἀποζημιώσεων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Ὥστε βλέπετε, ὅτι τὸ δημόσιον ἢ οἱ δῆμοι Κερκύρας ἔχουσι δικαίωμα ἰδιοκτησίας καὶ κυριότητος καὶ ἐπὶ τῶν μεταλλαχθέντων τιμαρίων συνεπείᾳ τοῦ εἰκοστοῦ ἕκτου νόμου τοῦ τρίτου κοινοβουλίου. Ὅλα ταῦτα τὰ δικαιώματα δὲν πρέπει ῥητῶς νὰ διατηρήσωμεν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἢ τῶν δήμων Κερκύρας, ἐὰν, ἐκτὸς τῆς ἱερότητος τοῦ ἐθνικοῦ τῆς ἰδιοκτησίας δικαιώματος, γείνῃ καὶ συμψηφισμὸς μεταξὺ τῶν ἐνδεχομένων ἀποζημιώσεων ἐκ μέρους τῶν δήμων καὶ τῆς ἐπανόδου τῆς ἰδιοκτησίας των εἰς τὴν κυριότητα καὶ κατοχήν των; Πέποιθα, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἐπιφυλάξωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου ἢ τῶν δήμων Κερκύρας, ὅπως ἐξασκήσωσιν αὐτὸ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τὴν γνώμην ταύτην εἶχον καὶ οἱ συντάξαντες τὸ ἄρθρον, καὶ μολονότι οἱ συνάδελφοι φρονοῦσιν ὅτι ἐκφράζει τὴν ἰδέαν ταύτην, ὡς συνετάχθη τὸ ἄρθρον, φοβοῦμαι μήπως ὑπάρξῃ ἀμφιβολία τις εἰς τὴν κρίσιν τῶν δικαστῶν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ἢ νὰ παραδεχθῇ τὴν τροπολογίαν τῆς συντάξεως τοῦ ἄρθρου, ἢ νὰ καταχωρισθῇ αὕτη εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως χρησιμεύῃ ὡς ἑρμηνεία τῆς ἐννοίας, ἣν ἀποδίδει ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτι δηλαδὴ διὰ τοῦ νόμου τούτου δὲν παραβλάπτονται καθόλου τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἢ τῶν δήμων Κερκύρας, τὰ ὁποῖα προκύπτουσιν ἐκ τῶν περιβολῶν καὶ τῶν ἀρχαίων τιμαριωτικῶν νόμων περὶ ἰθαγενείας κτλ. τοῦ τιμαριώτου, ὅπως κατέχῃ νομίμως τὴν ἐπικαρπίαν τοῦ τιμαρίου καὶ ἐγκύρως συναλλάσσηται περὶ αὐτοῦ ἐντὸς τῶν ὅρων τῆς νομίμου δικαιοδοσίας του.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα· δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§61ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὡς κύριον ἐννοοῦμεν οἱονδήποτε, καὶ τὸ δημόσιον καὶ τοὺς ἰδιώτας. Τοῦτο τὸ λέγω ἵνα μὴ τυχὸν διὰ τῆς εἰς τὰ πρακτικὰ σημειώσεως δώσωμεν ἀφορμὴν εἰς ἄλλας συζητήσεις.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ὑποθέσατε, Κύριε Κωσταντᾶ, ὅτι εἶναι πολλαπλᾶ δικαιώματα· ἡ ἰδέα σας εἶναι νὰ τὰ ἐπιφυλάξητε ὅλα;
§63ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ ἰδέα μου, Κύριοι, εἶναι αὕτη. Μετὰ τὴν διάλυσιν τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθησαν, νὰ λάβῃ ἕκαστος συμβαλλόμενος τὸ μέρος τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τοῦ ἐκ τῆς ἀπελευθερώσεως τῶν βαρῶν κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον δικαιοῦται νὰ λάβῃ δυνάμει τῶν ἀρχαίων τιμαριωτικῶν νόμων περὶ ἰθαγενείας, καὶ κατὰ τοὺς ὅρους τῶν περιβολῶν τοῦ τιμαρίου ἢ βαρωνίας. Ἔχει δικαίωμα ἰδιοκτησίας; νὰ τὸ λάβῃ· ἔχει δικαίωμα ἐπικαρπία; νὰ ἀπέλθῃ ὡς διαλυθέντος τοῦ τιμαρίου, νὰ θεωρηθῶσι δὲ ὡς ἀπαλλοτριωθέντα τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἐκ μόνων τῶν τιμαρίων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα νομίμως κατεῖχον οἱ μεταλλάξαντες τιμαριοῦχοι, οἱ δὲ μὴ νομίμως κατέχοντες εἰσέτι ἢ κατέχοντες ὅτε μετήλλαξαν, νὰ ὑποστῶσι τὰς συνεπείας τῶν ἀποζημιώσεων ὡς κάτοχοι κακῆς πίστεως. Ἐν ἄλλοις λόγοις φρονῶ, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ δημόσιον ἢ οἱ δῆμοι Κερκύρας θὰ ἀποζημιώσωσιν ἑτέρους τιμαριούχους, οἱ ὁποῖοι ἀπέκτησαν τυχὸν δικαιώματα εἰς τὴν μεταλλαγὴν τῶν τιμαρίων, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ μένωσιν ἀπροστάτευτα τὰ δικαιώματα τῶν δήμων χάριν προσωπικῆς ἁβροφροσύνης πρὸς τοὺς τιμαριούχους.
§64ΚΟΥΡΗΣ. Εἶναι βεβαίως ἐπιθυμητὸν καὶ ἀναγκαῖον μετὰ τῆς μεγαλειτέρας σαφηνείας νὰ συντάσσωνται οἱ νόμοι· φρονῶ δὲ ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον, κατὰ τὸ κείμενον, εἶναι συντεταγμένον εἰς τρόπον, ὥστε δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται ὁ νομοθέτης. Πρόκειται νὰ μεταβληθῶσι διὰ τοῦ προτεινομένου νόμου αἱ εἰσέτι ὑπάρχουσαι σχέσεις μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἀποκαλοῦνται τιμαριῶται, καὶ τῶν κατόχων τῶν ὑποτελῶν κτημάτων. Ἔκπαλαι, πρὸ 400 ἢ καὶ 500 ἐτῶν, ἕκαστος δὲ ἐννοεῖ πόσαι κατὰ τὸ χρονικὸν τοῦτο διάστημα ἐπῆλθον μεταβολαὶ καὶ μεταβιβάσεις ἰδιοκτησίας, ἡ κυβέρνησις, ἥτις εἶχε τὴν ἀπόλυτον κυριότητα ἐπὶ ἐκτεταμένων γαιῶν ἵνα ἀνταμείψῃ σημαντικὰς ἐκδουλεύσεις καὶ ὑπηρεσίας, παρεχώρησε τὰς γαίας ταύτας εἰς τοὺς πολιτικῶς ἢ στρατιωτικῶς τὸ κράτος ὑπηρετήσαντας, εἰς οὓς ἐχορηγεῖτο ὁ τίτλος τοῦ βαρῶνος ἢ τιμαριούχου. Ἐσυστήθησαν ὅθεν τιμάρια, βάσιν ἔχοντα τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς κυβερνήσεως, μὴ δυνάμενα νὰ συγχυσθῶσι τὰ ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας ταύτης ἀποκτηθέντα δικαιώματα μὲ τὰ εἰς ἕτερα κράτη κατὰ τοὺς μεσαιωνικοὺς χρόνους εἰς τοὺς τιμαριούχους ἀπονεμηθέντα προνόμια, πάντῃ ἄγνωστα ἐν Ἑπτανήσῳ. Οἱ κατὰ τῶν Ὀθωμανῶν ἐκστρατεύσαντες καὶ τοὺς Ὀθωμανοὺς ἀποκρούσαντες, ὅπερ μέγιστον κατ’ ἐμὲ ὑπῆρξεν εὐτύχημα διὰ τὸν πολιτισμὸν καὶ τὸν χριστιανισμὸν, ἔλαβον τίτλον τιμαριούχου καὶ δικαιώματα ἐπὶ κτημάτων. Οἱ κύριοι οὗτοι, οἵτινες μεγάλας ἔλαβον ἐκτάσεις γαιῶν, τὰς διέθεσαν κατὰ τεμάχια, ὅπως καλλιεργηθῶσιν εἰς διαφόρους τῶν ἀγρῶν κατοίκους οἵτινες ἐλάχιστόν τι μέρος, τὸ δέκατον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, ἀπέδιδον εἰς τὸν τιμαριοῦχον, τὸ δὲ ὑπόλοιπον ἀπελάμβανεν ὁ γεωργός. Σήμερον θεωροῦμεν ἀναγκαῖον νὰ παύσωσι καὶ αἱ σχέσεις αὗται· ὡς ἐκ τούτου δὲ συνετάχθη τὸ 1 τοῦ νομοσχεδίου μέρος. Ἐὰν τὸ δημόσιον ἢ οἱ δῆμοι ἢ τρίτος τις οἱοσδήποτε ἔχῃ δικαίωμα ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἰδιοκτησίας, δὲν μοὶ φαίνεται, οὔτε πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι δύνανται νὰ παραβλαφθῶσι τὰ δικαιώματα αὐτῶν. Ἐπειδὴ δὲ οἱ τὰς γαίας πρὸς ἀμοιβὴν περιφανῶν ἐκδουλεύσεων λαβόντες ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, ἐκτὸς τῶν ἀναδεχθεισῶν ἐν περιπτώσει ἐκτάκτου ὑπηρεσίας ὑποχρεώσεων, ἐπλήροναν ὡρισμένον τινὰ πρὸς τὸ δημόσιον φόρον, τὸν τιμαριωτικὸν λεγόμενον φόρον, ἡ ἐπὶ Ἀγγλικῆς προστασίας ἐν Ἑπτανήσῳ κυβέρνησις, σκοπὸν ἔχουσα νὰ λάβῃ τὰς καταλλήλους προνοίας, ὅπως παύσωσιν ἅπαντες οἱ τιμαριωτικοὶ δεσμοὶ καὶ αἱ ἐπὶ τῆς ἰδιοκτησίας περιπλοκαὶ, ἐξέδοτο νόμον διὰ τοῦ ὁποίου ἀπήλλαττε τοὺς τιμαριούχους ἀπὸ τὴν πληρωμὴν τοῦ φόρου καὶ ἐκ παντὸς περιορισμοῦ καὶ πάσης πρὸς τὴν κυβέρνησιν ὑποχρεώσεως, χορηγήσασα μάλιστα καὶ τὸ δικαίωμα εἰς αὐτοὺς νὰ καταστήσωσιν ἐλεύθερα καὶ τῆς ἀπολύτου κυριότητός των τὰ ἀνέκαθεν παραχωρηθέντα κτήματα, ὑπὸ ὅρον ὅμως ὅπως, ἕνεκα τῶν νέων τούτων παραχωρήσεων, ἐπιτρέψωσιν εἰς τοὺς κατόχους ἢ γεωργοὺς ν’ ἀπελευθερώσωσι τὰ ὑπ’ αὐτῶν κατεχόμενα τιμαριωτικὰ κτήματα, κανονισθέντος τοῦ τρόπου τῆς ὀφειλομένης πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἀποζημιώσεως. Ὁ εὐεργετικὸς οὗτος νόμος μετά τινα χρόνον καταργεῖται καὶ πάλιν ἐπανέλαβε τὴν ἰσχύν του, ἀλλ’ ἐν τούτοις καὶ οὗτος μετὰ πολλῶν ἄλλων εὐεργετικῶν διατάξεων ἠκυρώθησαν διὰ τοῦ ΡΝʹ. νόμου. Σήμερον δὲ διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου ἐπανερχόμεθα εἰς τοὺς προϋπάρξαντας ἐν Ἑπτανήσῳ εὐεργετικοὺς νόμους, διευκολύνοντες καὶ κανονίζοντες μόνον τὴν διαδικασίαν, ὅπως πραγματοποιηθῇ ἡ τῶν κτημάτων ἀπελευθέρωσις. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ, ὅτι αὗται αἱ λεπτομέρειαι, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀπέραντοι, εἶναι καὶ δυσκατάληπτοι εἰς πολλοὺς ἐξ ὑμῶν· ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι, καθὼς συνετάχθη τὸ ἄρθρον, δὲν παραβλάπτονται τὰ δικαιώματα οὐδενὸς, ὅτι δὲν καθιεροῦνται προσωπικὰ προνόμια καὶ ὅτι ἡ προτεινομένη τροπολογία δὲν τείνει εἰς ἄλλο εἰμὴ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς πολλὰς διενέξεις. Ἐπιθυμῶ ν’ ἀπαλλαχθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἐκ τῶν δεσμευόντων ταύτην βαρῶν, ἀλλ’ εἶναι ταυτοχρόνως ἐπιθυμητὸν νὰ μὴ περιπλεχθῶμεν καὶ εἰς ἀδιεξόδους καὶ ἀπεράντους δίκας, διότι τότε, θέλοντες νὰ θεραπεύσωμεν μίαν πληγὴν, ἀνοίγομεν ἄλλην, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν δὲν ἠξεύρω ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ποία δύναται νὰ θεωρηθῇ προτιμοτέρα κατάστασις.
§65Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μίαν ἐρώτησιν θὰ σᾶς κάμω· τὸ τιμάριον ἐγεννήθη ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τῶν κτημάτων ἢ ἐκ μεταβιβάσεως τῆς κυριότητος τοῦ δημοσίου;
§66ΚΟΥΡΗΣ. Ἡ κυριότης ὑφ’ ὅρους τινὰς παρὰ τοῦ δημοσίου μετεβιβάζετο εἰς τοὺς ὑπηρετήσαντας τὴν ἐπικράτειαν.
§67Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Βλέπω, ὅτι εἰς τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν ὑπάρχει διαφωνία.
§68ΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐξηκριβώθη τοῦτο καὶ ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικά μας, ὅτι ἡ ἔκθεσις αὕτη δὲν ἔχει ἐπισημότητά τινα· εἶναι ἔργον ἑνὸς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς, τοῦ συναδέλφου μου Κ. Κωσταντᾶ.
§69Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὸ δημόσιον δὲν ἔχει ἄλλο δικαίωμα.
§70ΚΟΥΡΗΣ. Ἰδοὺ τὸ δικαίωμα. Εἰς δύω κατηγορίας ἕνεκα τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ νόμων ἀνάγονται τὰ τιμαριωτικὰ κτήματα· ἄλλοι μὲν, ἐκπληρώσαντες τοὺς ἐπιβληθέντας ὅρους, δυνάμει τοῦ νόμου κατέστησαν ἐλεύθερα τὰ κτήματα αὐτῶν καὶ ἐξέλιπε πᾶσα προϋπάρξασα μεταξὺ τῶν ἰδίων καὶ τοῦ δημοσίου τιμαριωτικὴ σχέσις, ἄλλοι δὲ, μὴ συμμορφωθέντες μὲ τοὺς κατὰ καιρὸν ἐκδοθέντας νόμους, δὲν διέλυσαν πᾶσαν μετὰ τοῦ δημοσίου τιμαριωτικὴν σχέσιν.
§71Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἔχω μίαν ἔκθεσιν τοῦ Κ. Κωσταντᾶ, ἥτις λέγει ἄλλο· διασαφήσατέ το, διότι εἶναι πολὺ οὐσιῶδες.
§72ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Θὰ ἐκθέσω, κύριοι, ποία ἦτο ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς, τοὐλάχιστον ἡ ἰδική μου, κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου. Ἡ Ἰονικὴ κυβέρνησις διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ Κ. Κουρῆς ἔδωκεν εἴς τινας πρὸ αἰώνων κτήματα μὲ ὑποχρεώσεις τινάς· ποῖαι ἦσαν αὗται; Σοὶ δίδω αὐτὸ τὸ κτῆμα, καὶ κατά τινας περιπτώσεις θὰ μοὶ δίδῃς ἀμοιβάς τινας· ἐν περιπτώσει πολέμου μὲ τοὺς Ὀθωμανοὺς θέλεις μοὶ δίδει τόσους στρατιώτας ἢ ἵππους ἢ σῖτον καὶ κριθὴν καὶ καθεξῆς. Μία ὑποχρέωσις λοιπὸν, τὴν ὁποίαν ἀνεδέχθη ὁ λαβὼν τὸ κτῆμα πρὸς τὴν τότε κυβέρνησιν. Ἄλλη ὑποχρέωσις· τὸ κτῆμα αὐτὸ δὲν θὰ εἶναι εἰς τὴν ἀπόλυτον χρῆσίν σου, νὰ τὸ μεταχειρισθῇς ὅπως θέλεις, ἀλλὰ θὰ διατηρήσῃς τὴν κυριότητα διὰ τὸ δεῖνα πρόσωπον, διὰ τὸν πρωτότοκον ἢ δὲν ἠξεύρω ποῖον. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι τὸ εἶδος τῶν ὑποχρεώσεων, διπλῶν, ὡς βλέπετε. Ἐπῆλθε νόμος τις, δὲν ἐνθυμοῦμαι τίνος ἔτους, τῆς Ἰονίου Κυβερνήσεως, τοῦ 1825, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, καθ’ ὃν ἡ τότε κυβέρνησις βλέπουσα, ὅτι ἀφ’ ἑνὸς μὲν αὐτὰς τὰς βοηθείας, τὰς ὁποίας ἔπρεπε νὰ λάβῃ κατὰ τὰ κανονισμένα, δὲν ἦτο ἀνάγκη πλέον νὰ τῷ χορηγηθῶσιν, εἶπε νὰ ἀπαλλαχθῶσιν αὐτὰ τὰ πρόσωπα τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας ἔχουν πρὸς τὴν κυβέρνησιν καὶ τῶν ὑποχρεώσεων τὰς ὁποίας εἶχον νὰ μεταβιβάσουν εἰς ὡρισμένα πρόσωπα τὰ κτήματα αὐτά. Εἶπε λοιπὸν ὁ νόμος· σὲ ἀπαλλάττω αὐτῶν τῶν ὑποχρεώσεων, ἀλλ’ ἐπειδὴ σοὶ κάμνω αὐτὴν τὴν ὠφέλειαν, πρέπει νὰ λάβω καὶ ἐγὼ μίαν ἄλλην, πρέπει νὰ μοὶ δώσῃς τὸ δεῖνα πρᾶγμα εἰς κτήματα ἢ χρήματα. Ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔδιδε καὶ προθεσμίαν τινὰ, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ συμμορφωθῶσιν οἱ θέλοντες μὲ τὸν νόμον αὐτόν· ἡ προθεσμία τοῦ νόμου παρῆλθε καί τινες συνεμορφώθησαν ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας. Νόμος τις ἄλλος ἀνεκάλεσε τὸν νόμον τοῦτον· ἐν τῷ μεταξὺ τῶν δύω τούτων νόμων, τιμαριώτης ἐγὼ καὶ τιμαριώτης ὁ ἄλλος, ἀλλ’ ἐγὼ ἔδωκα εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅσα ὁ νόμος μὲ ὑπεχρέωσεν, ἐνῷ ὁ ἄλλος δὲν ἔδωκεν· ὥστε ὁ τελευταῖος εὑρίσκεται ὑπὸ τὴν ἀρχαίαν ὑποχρέωσιν. Τώρα τί λέγομεν; ἐννοοῦμεν νὰ ἀπαλλάξωμεν καὶ αὐτὸν ἀπὸ ἀμφοτέρας τὰς ὑποχρεώσεις, καὶ λέγομεν, ὅτι «ἅπαντα τὰ ἐν Κερκύρᾳ τιμαριωτικὰ κτήματα τὰ μὴ τυχὸν εἰσέτι ἀπαλλαγέντα τῶν τιμαριωτικῶν δεσμῶν καὶ ὑποχρεώσεων, ἀπαλλάσσονται αὐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου». Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει πλέον κᾀμμία ὑποχρέωσις, ἅμα κυρωθῇ ὁ νόμος οὗτος· «οἱ δὲ κύριοι αὐτῶν δύνανται νὰ διαθέσουν αὐτὰ κατὰ τὸ δοκοῦν». Πιστεύω, ὅτι μετὰ τὰ ὀλίγα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλήν, εἶναι σαφὲς τὸ ἄρθρον. Τώρα ἔρχεται ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν θὰ ἐξετάσωμεν. «Οἱ γενόμενοι» προσθέτει. Εἶναι περιττὸν τοῦτο, εἶναι πλεονασμός· προσθέτει δὲ καὶ τὸ ἑξῆς· «ἐπιφυλαττομένων τῶν δικαιωμάτων ἰδιοκτησίας τοῦ δημοσίου ἢ τῶν δήμων Κερκύρας τῶν πηγαζόντων τυχὸν ἐκ τῶν περὶ ἰθαγενείας· περιβολῆς καὶ λοιπῶν διατάξεων τῶν τιμαριωτικῶν νόμων»· τῶν ἀρχικῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα εἰς τὰ 1260 εἶχεν ἡ κυβέρνησις ἐπ’ αὐτῶν τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἔδωκεν εἰς τὸν μὲν καὶ δὲ διὰ νὰ καλλιεργήσωσιν· ἐὰν ὁ Κ. Κωνσταντᾶς ἐννοῇ τοῦτο, καταστρέφομεν τὸ ἄρθρον καὶ δὲν ἀπαλλάσσομεν αὐτὰ τὰ πρόσωπα, ἐνῷ ἐννοοῦμεν ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ ἔχῃ κἀνὲν δικαίωμα.
§73ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐννοεῖ τοῦτο, ὡς πρὸς μόνους τοὺς τιμαριούχους, καὶ τότε μάλιστα ἡ τροπολογία ἐξηγεῖ καθαρώτερον τὴν ἔννοιαν τοῦ νόμου.
§74ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τώρα ἴσως θὰ μοῦ εἴπῃ τις, αὐτὰ τὰ πρόσωπα, οἱ τιμαριῶται, εἶχον τὰς προειρημένας ὑποχρεώσεις, νὰ χορηγῶσιν εἴδη τινὰ καὶ ἄλλα καὶ νὰ ἔχωσι τὸ κτῆμά των βεβαρυμένον· εἰς ποῖον δωρεῖ ἡ κυβέρνησις αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἀπαντῶμεν. Ἡ δωρεὰ δὲν γίνεται εἰς τοὺς τιμαριώτας, αὐτὴ ἡ ἀπολαυὴ δὲν γίνεται ὑπὲρ αὐτῶν, ἀλλ’ ὑπὲρ τῶν χωρικῶν· εἶναι τὸ ἄρθρον 3. Αὐτὰ τὰ κτήματα δὲν τὰ ἐκαλλιέργουν οἱ τιμαριῶται, ἀλλὰ τὰ ἔδωκαν πρὸς καλλιέργειαν εἰς ἀγρολήπτας λεγομένους· λοιπὸν πῶς ἐκκαθαρίζεται αὐτὴ ἡ σχέσις τῶν χωρικῶν; Καθιεροῦμεν διὰ τοῦ ἄρθρου 3, ὅτι ἐκκαθαρίζεται δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου· ἐκτιμᾶται κτλ. καὶ τότε ἐκπίπτομεν τὸ ἓν τέταρτον ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀξίαν· ἐὰν δὲν ἦτο αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ἑνὸς τετάρτου, τότε θὰ ἐπλήρονεν ὁ χωρικὸς τὴν ὅλην ἀξίαν. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι τὴν ἀξίαν τῶν προειρημένων ἀπαλλαγῶν ἀπολαμβάνει ὁ καλλιεργητής.
§75ΠΑΓΚΡΑΤΗΣ. Τὰ περισσότερα κτήματα τὰ ἔχουν οἱ πολῖται καὶ οἱ πολῖται τὰ ἔδωκαν ὑπὸ ἀγροληψίαν· μὴ λέγετε οἱ χωρικοί.
§76ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μαζύ σας καὶ ἀνακαλῶ τὴν λέξιν χωρικοὺς καὶ λέγω ἀγρολήπτης, ὁ καλλιεργῶν, ὅστις καὶ ἂν εἶναι. Τὴν ὠφέλειαν λοιπὸν ἀπολαμβάνει οὗτος καὶ τὴν στερεῖται τὸ δημόσιον. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι πᾶσα προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον εἶναι περιττή.
§77ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐκ τῶν τελευταίων λέξεων τοῦ προαγορεύσαντος, αἵτινες περιλαμβάνουσιν ὅλην τὴν ἔννοιαν τῆς ἀγορεύσεώς του, φαίνεται, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν ἐνοήθη ὑπ’ αὐτοῦ ὡς ἔδει. Καὶ πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι, ἐὰν ὅλα τὰ δημόσια κτήματα κατείχοντο ὑπὸ καλλιεργητῶν, εἴτε αὐτῶν, εἴτε χωρικῶν, ἡ πρὸς αὐτοὺς δωρεὰ, κατὰ τὸν προαγορεύσαντα, ἡ ὑπὸ τῶν τιμαριούχων γενομένη, δὲν εἶναι ἀποχρῶσα ὅπως τὸ δημόσιον ἀπωλέσῃ πᾶν δικαίωμα ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ἔχει ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ τιμαρίου. Ἀλλὰ τὰ κτήματα τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν δὲν εἶναι ἅπαντα δεδομένα εἰς καλλιεργητάς, καθότι εἶναι ἄπειρα κτήματα, τὰ ὁποῖα κατέχουσιν ἐλεύθερα οἱ ἴδιοι τιμαριοῦχοι καὶ βαρῶνοι, καλλιεργοῦντες ἀμέσως καὶ διὰ λογαριασμόν των. Πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν διανοεῖται νὰ δωρήσῃ τὴν περιουσίαν ταύτην εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ὑπῆρξαν ἡ μάστιξ τῆς κοινωνίας, ὁ ὄλεθρος τῆς ἐλευθερίας καὶ οἱ διῶκται τοῦ ἑλληνισμοῦ μέχρι τῶν ἐσχάτων ἀποφράδων ἡμερῶν τῆς Ἑπτανήσου. Καθότι, ὡς σᾶς εἶπεν ὁ κ. Μπαλάνος πρὸ μικροῦ, ὑπάρχει κλάσις τιμαριωτῶν, οἱ ὁποῖοι, μετὰ τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς ἰδιοκτησίας, δικαιοῦνται νὰ ἀποζημιωθῶσι διὰ τὰ ἐντεῦθεν ἀπολεσθησόμενα κεκτημένα δικαιώματά των. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συντάξασα τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, ἵνα ᾖ σύμφωνος ἡ ἐργασία της μὲ τὰς ἀρχὰς τῆς ἰσότητος καὶ τοῦ δικαίου, ὑπήγαγε τὴν ἀπελευθέρωσιν τῶν καλλιεργητῶν τῶν ἀπελευθερωθέντων τιμαρίων εἰς τοὺς αὐτοὺς κανόνας εἰς οὓς ὑπήχθησαν οἱ καλλιεργηταὶ τῶν μὴ ἀπαλλαγέντων τιμαριωτῶν ἐκ τῶν πρὸς τὴν κυβέρνησιν τελουμένων δικαιωμάτων. Ἀλλὰ παρετηρήθη, ὅτι ὅσοι τῶν τιμαριούχων ἔδωκαν χρήματα ἢ κτήματα πρὸς ἀπελευθέρωσιν τῶν τιμαρίων ἐκ τῶν φορολογικῶν σχέσεων πρὸς τὴν κυβέρνησιν ἠδικοῦντο, διότι δὲν ὑπελογίζοντο τὰ πρὸς τὴν κυβέρνησιν χορηγηθέντα. Τούτου ἕνεκα ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξε τὸ πέμπτον ἄρθρον, δι’ οὗ ὑποχρεοῦνται οἱ δῆμοι Κερκύρας εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῶν καταστάντων κυρίων τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν. Ἐὰν ἀκολουθήσωμεν τὴν γνώμην τῶν προαγορευσάντων, θέλουσιν οἱ τιμαριοῦχοι οἱ μὴ μεταλλάξαντες ὠφεληθῇ ὅλα τὰ ἐλεύθερα κτήματα καὶ τὰ κεφάλαια τῶν μεταλλαγῶν τῶν τιμαριωτικῶν δικαιωμάτων, τὰ ἐκκαθαριζόμενα κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ τρίτου καὶ τετάρτου ἄρθρου, ἅτινα ὅλα ἀνήκουσιν εἰς τοὺς δήμους, οἱ δὲ μεταλλάξαντες δικαιοῦνται συγχρόνως νὰ λάβωσιν ἀπὸ τοὺς δήμους τὰς ἐλαττώσεις, ἃς ὁ νόμος ὁρίζει ὑπὲρ τοῦ καλλιεργητοῦ. Ὥστε οἱ δῆμοι, κατ’ αὐτοὺς, ἤτοι ἡ βάσις τῆς αὐτοδιοικήσεως, πρέπει νὰ πέσωσι θῦμα εἰς τὸν βωμὸν τοῦ τιμαριωτισμοῦ, ἐὰν πρόκειται νὰ λυθῇ τὸ κοινωνικὸν τοῦτο ζήτημα· τουτέστι διὰ νὰ σώσῃς τὴν ζωήν σου, λέγουσι πρὸς τὸν λαὸν τῆς Κερκύρας, πρέπει νὰ ἀπολέσῃς τὴν διανοητικὴν καὶ ἠθικὴν ἀνάπτυξίν σου, ἤτοι τὴν λογικὴν ἐλευθερίαν σου. Ἐγὼ, κύριοι, συμφωνῶ, ὅτι ὅστις τῶν νομίμως κατεχόντων μέχρι τοῦδε τιμάρια ἔχει κεκτημένα δικαιώματα μέλλοντα νὰ ὑποστῶσι βλάβην χάριν τῆς λύσεως τοῦ κοινωνικοῦ ζητήματος, πρέπει νὰ ἀποζημιωθῇ ὑπὸ τῶν δήμων, ἀλλ’ ὅ,τι δικαίωμα ἔχουσιν οἱ δῆμοι ἐπὶ τῶν τιμαρίων οὔτε κατὰ κεραίαν δὲν πρέπει νὰ παραβλαφθῇ. Παρακαλῶ λοιπὸν ὅπως σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ τροπολογία μου ὡς ἐπίσημος ἑρμηνεία τῶν πρώτων ἄρθρων τοῦ νομοσχεδίου.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι λοιπὸν παραδεκτὸν τὸ πρῶτον ἄρθρον;
§79ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἡ προταθεῖσα τροπολογία ὡς ἑρμηνεία τοῦ παραδεχθέντος ἄρθρου;
§81ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὸ πρῶτον ἐγένετο δεκτὸν κατὰ τὴν ἔννοιαν τῆς τροπολογίας.
§83ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, τοῦτο ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ (θόρυβος).
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον δεύτερον. Ἄρθρον 2. «Πᾶσα διηνεκὴς, εἰς καρποὺς συνισταμένη πρόσοδος (ἐξαιρουμένων τῶν δώρων, τῶν ὑπὸ τὸ ὄνομα συγκράτια καὶ κανίσκια, ἅτινα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου καταργοῦνται) ὀφειλομένη λόγῳ ἐμφυτεύσεως, ἐδαφονομῆς ἢ ἀγροληψίας ἐπὶ τιμαριωτικῶν κτημάτων, μετατρέπεται εἰς χρηματικὰς προσόδους.»
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ κυρίου Κωσταντᾶ, προτείνοντος νὰ προστεθῇ ἡ λέξις συνομολογηθείσης μετὰ τὴν λέξιν τοῦ κειμένου λόγῳ καὶ πρὸ τῆς λέξεως ἐμφυτεύσεως, ὥστε νὰ γείνῃ ἡ φράσις τοιαύτη· ὀφειλομένη λόγῳ συνομολογηθείσης ἐμφυτεύσεως, ἐδαφονομῆς ἢ ἀγροληψίας κτλ.
§86ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Σᾶς εἶπον, κύριοι, ἀπαντῶν εἰς τὴν εἰσαγωγικὴν ἀγόρευσιν τοῦ κυρίου Κουρῆ, ὅτι ἓν τιμάριον ἦτο μία περιφέρεια γῆς, περιεχούσης τὰ αὐτόθι ἐλεύθερα ἢ ἀγροληπτικά, ἐμφυτευτικὰ καὶ ἐδαφονομικὰ κτήματα τοῦ δημοσίου, καὶ ἄλλα κτήματα ἰδιωτῶν, ὑπαγόμενα εἰς τὰ διάφορα εἴδη τῆς ἐγγείου ἢ ἀμέσου φορολογίας· ὅτι ἡ ἐπικαρπία τῶν ἐν τῇ περιφερείᾳ ταύτῃ κτημάτων, ἐγκτητικῶν δικαιωμάτων καὶ φορολογικῶν τελῶν τοῦ δημοσίου ἐδίδετο εἰς τὸν τιμαριοῦχον πρὸς διατήρησίν του καὶ πρὸς διατήρησιν ἱππικοῦ καὶ πεζικοῦ ἑτοίμου πρὸς ὑπεράσπισιν τῆς νήσου, ὅταν ὁ Ἡγεμὼν ἢ ὁ ἀντιπρόσωπος αὐτοῦ εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀποκρούσῃ ξένην ἐπιδρομήν. Ἵνα δὲ μὴ συμβαίνωσι καταχρήσεις καὶ σφετερισμοὶ τῶν δημοσίων δικαιωμάτων, καὶ ἵνα εἰσπράττωνται τὰ εἰσοδήματα ἐπὶ τῶν νενομοθετημένων ἢ συμπεφωνημένων βάσεων, ἀνὰ δεκαπέντε ἔτη συνετάσσετο κατὰ διαταγὴν τοῦ Ἡγεμόνος ὁ κατάλογος τῶν δημοσίων ἐλευθέρων κτημάτων, τῶν ἐμφυτεύσεων, ἐδαφονομῶν καὶ ἀγροληψιῶν τοῦ δημοσίου, καὶ τῶν φορολογικῶν δικαιωμάτων, συνισταμένων ἐπίσης εἰς μέρος τῶν προϊόντων, ἢ εἰς ὡρισμένον ποσὸν χρημάτων, ὡς καὶ σήμερον γίνεται ἐπὶ τῆς φορολογίας τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τῶν ἀμπέλων. Τὸ κατάστιχον τοῦτο, περὶ οὗ σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ, εἶναι ἡ λεγομένη Ἀναγραφή. Γνωρίζετε ἤδη πῶς συνετάσσετο ἡ ἀναγραφὴ καὶ ὁποῖαι καταπιέσεις καὶ ἀδικίαι δι’ αὐτῆς ἐπράττοντο διὰ τὰ κυρίως ἐλεύθερα, ἀγροληπτικά, ἐδαφονομικὰ καὶ ἐμφυτευτικὰ κτήματα τοῦ δημοσίου, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸ ἐπαναλάβω. Ἀλλ’ ἀπὸ τοῦ ἔτους 1760 ἀναγραφὴ νέα δὲν ἐγένετο, ἡ δὲ Γερουσία δι’ ἀποφάσεώς της ἐν ἔτει 1822 παρεδέχθη, ὅτι αἱ εἰσπράξεις αἱ τιμαριωτικαὶ πρέπει νὰ γίνωνται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν σωζομένων ἀναγραφῶν. Ἑπομένως πάντα τὰ δικαιώματα, ἀνεξαρτήτως τῆς φορολογικῆς ἢ ἰδιοκτητικῆς καταγωγῆς των, βεβαιοῦνται διὰ τῶν ἐκτιμήσεων καὶ εἰσπράττονται ἀνεξαρτήτως, ὡς καὶ τὰ λοιπὰ ἰδιωτικὰ ἀγροληπτικὰ δικαιώματα, ὑπὸ τὸν ὅρον ὃν ὥρισεν ὁ περὶ ἐκτιμήσεων Νόμος, ἀγροληπτικὰ μερίδια. Ἤδη ὁ Νόμος οὗτος διαλύει τὰ τιμάρια· ἤτοι καταργεῖ τὸν τιμαριωτισμόν, ἑπομένως καταργεῖ πᾶν ὅ,τι πηγάζει ἐκ τοῦ δημοσίου μεσαιωνικοῦ δικαίου, καὶ κανονίζει τὰς σχέσεις τῶν ἐξαγορῶν τῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἔχουσι τὴν πηγήν των εἰς τὴν ἰδιωτικὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου. Ἄρα ἓν μέρος τῶν ἀναγραφῶν καταργεῖται, τὸ ἀφορῶν τὴν ἀναγραφὴν τῶν φορολογικῶν δικαιωμάτων. Πῶς λοιπὸν θὰ ἐκφρασθῇ ὁ νομοθέτης διὰ νὰ ἀποκλείσῃ ῥητῶς τὴν τιμαριωτικὴν φορολογίαν, καὶ νὰ καταργήσῃ αὐτὴν ἀπολύτως, ἀφ’ οὗ αἱ σωζόμεναι ἀναγραφαὶ δὲν διακρίνουσι τίνα τῶν δικαιωμάτων εἶναι φορολογικὰ καὶ τίνα εἶναι ἐγκτητικά; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, ὅπερ προτίθεμαι νὰ λύσω διὰ τῆς προσθήκης ἣν προτείνω. Πλὴν τόσον αἱ ἀναγραφαί, καθὼς καὶ τὰ ἀρχειοφυλακεῖα τῶν τιμαριούχων, παρέχουσιν ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας ἀποδείξεις, ὅπως χειραγωγηθῇ ὁ δικαστὴς εἰς τὴν ἀνακάλυψιν τῶν φορολογικῶν καὶ διάκρισιν αὐτῶν ἀπὸ τῶν ἐγκτητικῶν; Αἱ ἀναγραφαὶ ἀναφέρουσι τὸ ἄμεσον προκαταρκτικὸν συμβόλαιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται τὸ ἐγκτητικὸν δικαίωμα, ὅταν εἶναι κτητικῆς καταγωγῆς· δὲν λέγουσιν ἀπολύτως τίποτε περὶ συμβολαίου, ὅταν στηρίζωνται τὰ δικαιώματα εἰς τὴν φορολογίαν, καταγίνονται δὲ μόνον εἰς τὴν ἀνακάλυψιν ἐὰν τὰ κτήματα, περὶ ὧν γίνεται λόγος εἰς τὰς ἀναγραφάς, ὑπήγοντο εἰς τὸ τιμάριον. Προσέτι ὅλα τὰ συμβόλαια τὰ ἀφορῶντα κτήματα τιμαριωτικὰ διδόμενα εἰς ἀγροληψίαν, ἐδαφονομὴν ἢ ἐμφύτευσιν, ἔπρεπε κατὰ τὸ τιμαριωτικὸν δίκαιον, ὡς ἀναφέρει ὁ ὑπὸ τοῦ Ἰακώβου Κανάλη ἐκδοθεὶς τιμαριωτικὸς κανονισμὸς Κερκύρας, ἔπρεπε, λέγει, νὰ συντάσσωνται ἐνώπιον Συμβολαιογράφου εἰδικοῦ, ἀνήκοντος εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῶν ἐν τῇ Νήσῳ ἐφορευτικῶν ἐπὶ τῶν τιμαρίων ἀρχῶν, καλουμένου τιμαριωτικοῦ Συμβολαιογράφου. Ἀντίγραφον τῶν συμβολαίων τούτων ἔπρεπε νὰ σταλῇ εἰς Βενετίαν, ὅπως καταχωρισθῇ εἰς τὰ βιβλία τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν Κερκύρας, ὅπου περιελαμβάνοντο αἱ ἀναγραφαὶ καὶ τὰ συμβόλαια ἀπὸ τῆς πρώτης ἐποχῆς τῆς συστάσεως τῶν τιμαρίων καὶ βαρωνιῶν. Ὥστε οἱ τιμαριοῦχοι ἔχοντες ἀσφαλεῖς καὶ ὡρισμένας πηγάς, ἐξ ὧν νὰ λαμβάνωσι τὰς ἀποδείξεις τῶν παριστανομένων ὑπ’ αὐτῶν τιμαριωτικῶν δικαίων, ἔχουσιν ἅπαντες πλήρη τὰ ἀρχειοφυλακεῖά των τῶν ἀναγκαίων ἀποδείξεων περὶ τῆς ἰδιωτικῆς ἢ φορολογικῆς καταγωγῆς τῶν εἰσπραττομένων δικαιωμάτων, ἃς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὁ πτωχὸς, ὁ ῥακενδύτης καὶ ἀγράμματος γεωργὸς, ὁ μέχρι τοῦδε συνηθίσας νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὰς παρὰ τῆς προσωπικῆς κρατήσεως χορηγουμένας ἀποδείξεις τῶν ὑποχρεώσεών του. Λέγοντες λοιπὸν ἐν τῷ Νόμῳ λόγῳ συνομολογηθείσης ἐμφυτεύσεως, ἐδαφονομιῶν ἢ ἀγροληψίας, ὁ δικαστὴς ἀναγκάζεται νὰ ἀπαιτήσῃ τὴν ἀπόδειξιν τῶν ἐγκτητικῶν καταγωγῶν τοῦ δικαιώματος· διότι εἶναι ὑποχρέωσις ἐπιβαλλομένη αὐτοδικαίως εἰς τὸν δικαστὴν ὑπὸ τοῦ Νόμου νὰ προστατεύῃ τὸν πολίτην αὐτεπαγγέλτως, προσκαλούμενος νομίμως νὰ δικάσῃ ἐπὶ πάσης φορολογικῆς πιέσεως, ἀντιβαινούσης εἰς τὸν Νόμον.
§87ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Δυστυχῶς καὶ εἰς αὐτὴν τὴν τροπολογίαν δὲν εἶμαι σύμφωνος, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσῃ πολὺ τὴν προσοχήν της ἡ Βουλὴ, διότι ἔχει μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἡ τροπολογία αὕτη. Ἡμεῖς λέγομεν· «Πᾶσα διηνεκὴς, εἰς καρποὺς συνισταμένη πρόσοδος (ἐξαιρουμένων τῶν δώρων τῶν ὑπὸ τὸ ὄνομα συγκράτια καὶ κανίσκια, ἅτινα ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου καταργοῦνται) ὀφειλομένη λόγῳ ἐμφυτεύσεως, ἐδαφονομῆς ἢ ἀγροληψίας ἐπὶ τιμαριωτικῶν κτημάτων, μετατρέπεται εἰς χρηματικὰς προσόδους.» Ὁ κύριος Κωσταντᾶς προσθέτει τὴν λέξιν συνομολογηθείσης· ἡμεῖς λέγομεν, ἐὰν ὑπάρχῃ σχέσις ἀγροληψίας, ἐμφυτεύσεως, ἐδαφονομῆς, μετατρέπεται κτλ. Ὁ κύριος Κωσταντᾶς λέγει συνομολογηθείσης, δηλ. ὅταν ἡ ἀγροληψία κτλ. εἶναι ἀποτέλεσμα συμβάσεως. Δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν ὅμως τὸν περιορισμὸν τοῦτον, διότι δὲν ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ὁ κ. Κωσταντᾶς θηρεύει. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐὰν μία ἀγροληψία, ἐμφύτευσις, ἐδαφονομὴ δὲν συνωμολογήθη, ἀλλὰ στηρίζεται εἰς δωρεὰν, ἥτις εἶναι πρᾶξις μονομερὴς, ἢ εἰς διαθήκην, δικαστικὴ ἀπόφασιν, πρᾶξιν ἁπλῶς, περὶ τῶν τοιούτων σχέσεων δὲν ἤθελεν ἀποφαίνεσθαί τι τὸ νομοσχέδιον. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ κάμωμεν ἓν ἐλλειπὲς νομοσχέδιον, θὰ κανονίσωμεν μὲν τὰς συνομολογηθείσας ἀγροληψίας κτλ, ἀλλὰ θ’ ἀφήσωμεν ἀτελεῖς τοὺς λόγους, ἐν ᾧ ὁ σκοπὸς τῶν συντακτῶν τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι αὐτός. Ἀλλ’ ὑποθέτει ὁ κ. Κωσταντᾶς, ὅτι δὲν ὑπάρχουσιν ἀγροληψίαι, ἐμφυτεύσεις καὶ ἐδαφονομαὶ μὴ στηριζόμεναι εἰς συμβάσεις; Ἂν ὑποθέτῃ τοῦτο, ἀπατᾶται, καὶ ἡ πλάνη εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσεν εἶναι πολλὰ μεγάλη. Αἱ σχέσεις ἰδιοκτησίας κανονίζονται μόνον δυνάμει συμβάσεων; Ὄχι· ἡ ἰδιοκτησία ἀποκτᾶται καὶ δι’ ἄλλων τρόπων, μεταξὺ δὲ τῶν ἄλλων τρόπων εἶναι καὶ ἡ παραγραφή. Ὑποθέσατε λοιπὸν ὅτι ὁ προπάτωρ τοῦ προπάτορος τοῦ προπάτορος, δὲν ἠξεύρω μέχρι τίνος βαθμοῦ νὰ εἴπω, ἔλαβεν ἓν κτῆμα καὶ ἐπλήρωσεν ἀγροληπτικὸν δικαίωμα, καὶ ὁ υἱός του μέχρι τοῦ σήμερον κατόχου ἐξακολουθεῖ νὰ πράττῃ τὸ αὐτό· νομίζετε, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ πρὸ 500 ἐτῶν σχέσις αὐτὴ δὲν στηρίζεται εἰς συμβόλαιον, διὰ τοῦτο δὲν χορηγεῖ δικαίωμά τι εἰς τὸν πρὸ ἀμνημονεύτων ἐτῶν λαμβάνοντα μερίδιον ἢ κανόνα ἐμφυτευτικόν, καὶ ὅτι αὐτὸς πρέπει νὰ μὴ λάβῃ τι ἐκ τοῦ κτήματος, ἀλλὰ νὰ θεωρηθῇ πάντῃ ἀλλότριος πρὸς αὐτὸ, διότι δὲν προσάγει ἔγγραφον συμβόλαιον βεβαιοῦν τὴν ἀρχικὴν σύναψιν τῆς περὶ ἧς πρόκειται σχέσεως; Ἐὰν τὸ νομίζητε αὐτὸ ὡς ὀρθόν.....;
§88ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς κοινῆς ἰδιοκτησίας καὶ τοῦ κοινοῦ δικαίου.
§89ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κατὰ συνέπειαν δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ καταργήσωμεν τώρα θεσμοὺς, οἵτινες οὔτε εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη, οὔτε εἰς τὸ δίκαιον ἀντιβαίνουσι, καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ καταστρέψωμεν δικαιώματα κεκτημένα καὶ διὰ τῆς παρελεύσεως τόσου χρόνου καθιερωμένα, καὶ νὰ λάβωμεν τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ ἑνὸς νὰ τὴν δώσωμεν εἰς ἄλλον.
§90ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Νομίζει ὁ κύριος Μπαλάνος, ὅτι διὰ τῆς προσθήκης αὐτῆς σκοπὸν ἔχω ν’ ἀνατρέψω δῆθεν τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὅτι σκοπὸν ἔχω νὰ ἀνατρέψω τὰ δίκαια, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς τοὺς κατόχους τῶν κτημάτων· ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὅμως νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἢ πολὺ ἀπατᾶται μὴ ἐννοῶν περὶ τίνος συζητοῦμεν καὶ περὶ τίνος πρόκειται, ἢ ὁμιλεῖ μὲ τοιαύτην γλῶσσαν ὅπως συγχύσῃ τὸν ἱερὸν σκοπόν. Προτίθεμαι νὰ ἐξηγήσω εἰς τὴν Βουλὴν ἵνα μὴ καταστραφῶσι τὰ δίκαια τῶν κατόχων, περὶ ὧν ὀλίγον μεριμνᾷ ὁ ἀγορεύσας. Τὰ δικαιώματα ἐπ’ αὐτῶν τῶν κτημάτων εἶναι δύω εἰδῶν, κτηματικὰ δικαιώματα καὶ φορολογικὰ δικαιώματα. Τὰ φορολογικὰ ἔπρεπε πρὸ πολλοῦ νὰ θεωρηθῶσιν αὐτοδικαίως κατηργημένα, ἀλλὰ τὰ δικαστήρια ἄλλως εἰσέτι ἀποφαίνονται περὶ αὐτῶν, χωρὶς νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν παραγραφὴν περὶ ἧς θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι οὔτε κἂν λόγος πρέπει νὰ γίνεται περὶ παραγραφῆς, προκειμένου περὶ τοιούτων ζητημάτων, ὑπὸ τῶν συζητούντων ἐν καλῇ τῇ πίστει. Ὡς ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κυρίου Μπαλάνου παρουσιάζονται δύω ζητήματα· ά) τὰ εἰσπραττόμενα φορολογικὰ δικαιώματα ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῶν ἐγκτητικῶν δικαιωμάτων δυνάμει τῶν ἀναγραφῶν εἶναι ἔγκυρα; βʹ) τὰ εἰσπραττόμενα πρὸ τριακονταετίας ἐγκτητικὰ δικαιώματα, ἐν γένει μὴ στηριζόμενα εἰς δικαιώματα, μὴ προερχόμενα ἐκ κτημάτων δοθέντων ὑπὸ τῶν τιμαριωτῶν εἰς ἀγρολήπτας, ἐμφυτευτὰς ἢ ἐδαφονομεῖς, ἀλλ’ εἰσπραττόμενα αὐθαιρέτως ὡς ἐκ τοῦ καταπιεστικοῦ συστήματος τοῦ παρελθόντος, εἶναι ἔγκυρα ἐπίσης καθὸ δικαιώματα κεκτημένα διὰ τῶν παραγραφῶν; Αὐτὰ εἶναι τὰ ζητήματα, ἅτινα πρέπει νὰ λύσωμεν.
§91ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια, βέβαια.
§92ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ὁ προαγορεύσας, μὴ δυνάμενος νὰ ὑποστηρίξῃ ἐν ὑπερμεσοῦντι δεκάτῳ ἐννάτῳ αἰῶνι, ὅτι τὰ φορολογικὰ τιμαριωτικὰ δικαιώματα, τὰ ἐπιβληθέντα κατὰ τὸν μεσαιῶνα, εἶναι ἔγκυρα, καταφεύγει εἰς τὴν παραγραφὴν, διότι τοιουτοτρόπως εἰς τὴν μάνδραν τῶν παραγραφῶν περιλαμβάνονται καὶ τὰ ἀρχαῖα τιμαριωτικὰ ἐκ φορολογίας δικαιώματα. Ὁ τρόπος οὗτος εἶναι τῷ ὄντι μία δικηγορικὴ εὐφυΐα, ἀξία τῆς γνωστῆς ἱκανότητος τοῦ κυρίου τούτου (γέλως). Εἶναι περιττὸν, κύριοι, νὰ ἐπιμένω εἰς τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ τιμαριωτικὴ φορολογία εἶναι ἔγκυρος, διότι πολλὰ περὶ τούτου εἶπον, καὶ οὐδεὶς ἀντιτείνει, μὴ ἐξαιρουμένων καὶ τῶν δικηγόρων τῶν τιμαριωτῶν (θόρυβος). Ἔρχομαι εἰς τὸ περὶ παραγραφῆς ζήτημα. Λυποῦμαι, ὅτι ἀναγκάζομαι νὰ ἐξελέγξω τὸν προαγορεύσαντα ὡς μὴ ἐννοήσαντα ἴσως τί συζητεῖ, καὶ νὰ ἀνατρέψω τὰς ἐνστάσεις του δι’ αὐτῶν τῶν δικαστηρίων τῆς Κερκύρας, διὰ τῶν κειμένων νόμων ἐν Ἑπτανήσῳ περὶ ἐμφυτεύσεως, ἐδαφονομῆς καὶ ἀγροληψίας, καὶ δι’ αὐτῆς τῆς παραγραφῆς ἣν ἐπικαλεῖται. Καὶ πρὸ τῆς ἀφομοιώσεως καὶ μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν τῆς νομοθεσίας ἐν Κερκύρᾳ ἡ προσαγωγὴ τοῦ συμβολαίου ὑπῆρξε πάντοτε ἡ πρώτη ἀπαίτησις τῶν δικαστῶν, ὁσάκις προτείνεται ὑπὸ τοῦ ἐναγομένου, ὅπως δεχθῇ τὴν αἴτησιν τοῦ ἐνάγοντος κτηματοδότου. Οὐδέποτε τὸ μακροχρόνιον τῆς εἰσπράξεως ἐλαμβάνετο ὡς μέσον ἀποκτήσεως τῆς κυριότητος τοῦ κτήματος λόγῳ ἐμφυτεύσεως, ἐδαφονομῆς ἢ ἀγροληψίας. Τὸ ἄρθρον 26 τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν Ἰονίων δικαστηρίων, ἐδάφιον ὄγδοον, ὥριζε μόνον τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Εἰρηνοδικείου τοῦ νὰ δικάζῃ καθυστερούσας ἀπαιτήσεις, ὧν ἡ εἴσπραξις ἐγένετο κατὰ τὴν τελευταίαν πενταετίαν, ἀλλ’ ὥριζε ῥητῶς ὅτι εἶχε τὸ δικαίωμα ὁ ἐναγόμενος νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ Πρωτοδικεῖον ὅπως καταργήσῃ τὴν ἀπόφασιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τοῦ δικαιώματος, ὑποχρεόνων τὸν κτηματοδότην νὰ ἀποδείξῃ διὰ συμβολαίου ὅτι τὸ κτῆμα εἶναι ἰδικόν του καὶ ἔδωκεν αὐτὸ εἰς ἐμφύτευσιν, ἐδαφονομὴν ἢ ἀγροληψίαν. Κατὰ τὴν ἑνετικὴν νομοθεσίαν, οὐδεμία ἀπαίτησις καθυστερούντων εἰσοδημάτων ἦτο ἔγκυρος καὶ ἡ εἴσπραξις δὲν ἀπετέλει δικαίωμα κεκτημένον, προκειμένου περὶ κτημάτων δεδομένων εἰς καλλιεργητὴν κατέχοντα αὐτὰ κατὰ παράκλησιν, ἐὰν δὲν ἀπεδεικνύετο διὰ συμβολαίου, καὶ τούτου μεταγεγραμμένου εἰς τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν. Ἐξαίρεσις ἐγίνετο μόνον προκειμένου περὶ μισθώσεως οἰκίας, ἥτις γενομένη προφορικῶς ἦτο ἔγκυρος μόνον δι’ ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος. Ὅστις ἀμφιβάλλει περὶ τούτου ἂς διατρέξῃ τὸ ἑνετικὸν δίκαιον, ὅπερ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ συντάξασα τὸ νομοσχέδιον. Αἱ εἰσπράξεις προϊόντων ἐκ δικαιωμάτων ἀγροληπτικῶν, ἐμφυτευτικῶν καὶ ἐδαφονομικῶν δὲν ἀποτελεῖ μέσον ἀποκτήσεως τῆς κυριότητος μετὰ παρέλευσιν ὁσουδήποτε χρονικοῦ διαστήματος. Τοῦτο ὁρίζεται ῥητῶς ὑπὸ τῶν περὶ ἀγροληψίας, ἐμφυτεύσεως καὶ ἐδαφονομῆς ἐξαιρετικῶν διατάξεων τοῦ Ἰονίου Κώδικος. Λέγω δὲ ἐξαιρετικῶν διατάξεων, διότι αἱ συμβάσεις περὶ ἀγροληψίας, ἐμφυτεύσεως καὶ ἐδαφονομῆς κανονίζονται ἐν Κερκύρᾳ, ὡς πάντοτε ἐκανονίσθησαν μέχρι τοῦδε, κατὰ τρόπον ὅλως ἄδικον, πολὺ ἀπομακρυνόμενον ἐκ τῶν κανόνων τοῦ κοινοῦ δικαίου. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 1627 συνδεόμενον μετὰ τοῦ ἀκολούθου 1630 ὁρίζει, ὅτι ἡ ἀγροληψία εἶναι συμβόλαιον ἀποδεικνυόμενον μόνον δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου. Τὰ ἄρθρα 1651–1652 συνδεόμενα μετὰ τοῦ ἀκολούθου 1654 ὁρίζουσιν, ὅτι ἡ ἐμφύτευσις καὶ ἡ ἐδαφονομὴ εἶναι συμβόλαια ἀποδεικνυόμενα μόνον δι’ ἐπισήμου ἐγγράφου. Παρατηρητέον δὲ ὅτι ἡ λέξις μόνον σημαίνει ὅτι ἀποκλείεται πᾶν ἄλλο εἶδο ἀποδείξεως. Ἐρώτησον πάντας τοὺς δικαστάς, ἐὰν ἤθελον παραδεχθῆ ἐκτιμήσεις καὶ εἰσπράξεις ὅσων δήποτε ἐτῶν ὡς μέσα ἀποδείξεως, ὅταν ὁ ἐναγόμενος ἀρνῆται τὴν πληρωμὴν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἀπολύτου κυριότητός του ἐπὶ τοῦ κτήματος, ἐπικαλούμενος τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ Κώδηκος· βεβαίως θέλουν ἀπαντήσει ὄχι. Σημειώσατε προσέτι, ὅτι αἱ διατάξεις αὗται τοῦ Κώδηκος εἶναι ἐξ ἐκείνων, αἵτινες κανονίζουσι καὶ τὰς πρὸ τοῦ Κώδηκος ὑφισταμένας ἀγροληψίας, ἐμφυτεύσεις καὶ ἐδαφονομάς, ἐν ὅσῳ δὲν ἀποδεικνύεται ὅτι ὑπῆρχεν ἐξαιρετικὸς δι’ αὐτὰς νόμος, ὅστις ἐπέτρεπε τὴν μεταβίβασιν τῆς ἐπιφανείας, τῆς κατοχῆς ἢ τῆς κυριότητος τῶν ἀκινήτων λόγῳ ἐμφυτεύσεως, ἐδαφονομῆς ἢ ἀγροληψίας διὰ προφορικοῦ καὶ οὐχὶ ἐπισήμου ἐγγράφου συμβολαίου· ἐπειδή, κατὰ γενικὸν κανόνα, τὸ ἑνετικὸν δίκαιον, ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ ὁποίου ἀνεπτύχθησαν αἱ σχέσεις αὗται, ἀπῄτει ἔγγραφον ἐπίσημον συμβόλαιον καὶ μεταγεγραμμένον εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκοφυλάκων, ὅπως ἔχῃ κῦρος ἡ μεταβίβασις καὶ τὰ δι’ αὐτῆς συσταινόμενα δίκαια. Εὐτυχῶς ἐνταῦθα, κύριοι, δὲν ἔχετε οὔτε ἀγροληψίας, οὔτε ἐμφυτεύσεις, τὰς τῆς Κερκύρας δηλαδὴ, οὔτε ἐδαφονομὰς διὰ νὰ ἐννοῆτε καλῶς τὸ ζήτημα· διὰ τοῦτο ὁ προαγορεύσας καθ’ ὅλην τὴν ὁμιλίαν του ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τίποτε περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν προσθήκην τοῦ κυρίου Κωσταντᾶ, ἥτις ἀπαιτεῖ συμβόλαιον, ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ τὸ μέσον τῆς παραγραφῆς καὶ τῆς μεταβιβάσεως διὰ διαθήκης πρὸς ἀπόκτησιν τῆς ἰδιοκτησίας. Συμφωνῶ, κύριε Μπαλάνε, πληρέστατα, ὅτι ἡ παραγραφὴ εἶναι ἓν μέσον ἀποκτήσεως τοῦ κτήματος, δὲν συμφωνῶ ὅμως ὅτι αἱ ἐμφυτεύσεις, αἱ ἀγροληψίαι καὶ αἱ ἐδαφονομαὶ δύνανται νὰ συναφθῶσι διὰ διαθήκης (θόρυβος). Ἀλλ’ ἡ παραγραφὴ διὰ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς νόμιμον μέσον ἀποκτήσεως τῆς κυριότητος, προϋποθέτει τὴν κατοχήν. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν τί ἐστὶ πραγματικὴ κατοχή. Ὅλοι γνωρίζετε, ὅτι ἐκεῖνος παραγράφει ἐντὸς τριακονταετίας τὴν κυριότητα τρίτου, ὅστις κατέχει εἰρηνικῶς, ἀνενοχλήτως τὸ κτῆμα μόνο; καὶ καλῇ τῇ πίστει. Ἀλλ’ ὁ εἰσπράττων ἀνὰ διετίαν μέρος προϊόντων ἐπὶ τῇ βάσει νόμου τιμαριωτικοῦ, ὅστις λέγει κρατῶν ἀνὰ χεῖρας τὴν στέρησιν τῆς προσωπικῆς σου ἐλευθερίας, ὀφείλεις νὰ πληρώσῃς ἀρχαῖα δικαιώματα τοῦ δημοσίου καταχωρισθέντα τῷ τιμαριώτῃ διὰ τῆς ἀναγραφῆς καὶ τῆς περιβολῆς, κατέχει τὸ κτῆμα εἰρηνικῶς, ἀνενοχλήτως, ἀνεξαρτήτως τῆς κατοχῆς τρίτου, διὰ νὰ παραγράψῃ καὶ νὰ ἀποκτήσῃ τὴν κυριότητα τοῦ κτήματος; Μὰ τὴν ἀλήθειαν, χάνει κανεὶς τὸν νοῦν του συλλογιζόμενος τοιοῦτον σύστημα παραγραπτικῆς ἀποκτήσεως κτημάτων, ἐν ᾧ τὸ ἀνώτατον συμβούλιον τῆς δικαιοσύνης διὰ τῆς ἀποφάσεώς του ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τῶν κατοίκων Καλαμοῦ καὶ Καστῶν καθιεροῖ τὴν ἐναντίαν ἀρχὴν, ὅτι δηλαδὴ δικαιώματα μὴ κτητικὰ ἀλλὰ φορολογικὰ, καταργοῦνται ὅσος δήποτε καὶ ἂν παρῆλθε χρόνος καθ’ ὃν εἰσεπράττοντο τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἐν ᾧ ἡ ἐν ἰσχύϊ κοινὴ δικονομία τῆς Ἑλλάδος καὶ παντὸς ἄλλου Κράτους πολιτισμένου καθιεροῖ ἐπίσης τὴν ἀρχὴν τῆς παύσεως πάσης κατοχῆς, ἐὰν ἐντὸς ἔτους καὶ μιᾶς ἡμέρας δὲν ἐξασκηθῇ ἡ πραγματικὴ κατοχή. Ἐπὶ τέλους εἶναι περίεργος ὁ προαγορεύσας θέλων νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ δικαίου ἐπὶ ἀντικειμένου κανονιζομένου ὑπὸ τοῦ τιμαριωτικοῦ δικαίου, ὅπερ εἶναι ἄλλως ἐξαιρετικὸν ὡς τὸ ἐμπορικόν. Δὲν θέλετε, κύριοι, ὀνομάσει ἀγράμματον καὶ ἀνεπιστήμονα τὸν δικηγόρον ἐκεῖνον, ὅστις ἤθελεν ἔχει τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐφαρμόσῃ ἀπαράλλακτον τὸ σύστημα τῶν ἀποδείξεων τοῦ Δικαίου ἐπὶ ἐμπορικῶν ὑποθέσεων; Εἰς τὴν Γαλλίαν μετὰ τὴν κατάργησιν τῶν τιμαρίων ἡ εἴσπραξις δὲν ἐλαμβάνετο ὑπ’ ὄψιν πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι κέκτηται ὁ τιμαριοῦχος τὴν κυριότητα τοῦ κτήματος ὡς κτηματοδότης, διότι τότε ὅλα τὰ ψηφίσματα τῶν Γαλλικῶν συνελεύσεων καὶ τὰ χυθέντα αἵματα κατὰ τὴν ἀναμορφωτικὴν ἐκείνην ἐποχὴν ἀπέβαινον περιττὰ ἦτον χάρτης ἄγραφος ἡ κοινωνικὴ ἱστορία τῆς Γαλλίας. Τὰ γαλλικὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν σαφῶς καὶ ὡρισμένως, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα ἔπρεπε νὰ ἀποδεικνύωνται διὰ συμβάσεως, ἄλλως ἡ κατάργησίς των εἶναι οἰκτρὸς περίγελως τοῦ λαοῦ, ὅστις δὲν δύναται ἀπολύτως νὰ ἀναδιφήσῃ τὰ τιμαριωτικὰ χαρτοφυλάκια, νὰ τρέξῃ εἰς τοὺς πρώτους αἰῶνας τῆς συστάσεως τῶν τιμαρίων καὶ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι τὸ κτῆμα δεῖνα φορολογεῖται καὶ δὲν πληρόνει ἐγκτητικὸν δικαίωμα, τὸ δὲ ἄλλο εἶναι ἀγροληπτικὸν ἀνῆκον εἰς ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου ἢ τοῦ τιμαριώτου, δοθεῖσαν εἰς ἐμφύτευσιν, ἀγροληψίαν ἢ ἐδαφονομήν. Ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου διὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως συνομολογηθείσης προτίθεμαι, κύριοι, τὴν κατάργησιν παντὸς δικαιώματος μὴ ἐγκτητικοῦ, ἐπειδὴ τὰ ἐγκτητικὰ δικαιώματα ἀποδεικνύονται διὰ συμβολαίων, ὧν ἡ ἀπώλεια εἶναι ἀδύνατος, ἐπειδὴ ἐκτὸς τῆς διατηρήσεως αὐτῶν δι’ ὧν μέσων σᾶς εἶπον, αὐτὰ εὑρίσκονται μεταγεγραμμένα καὶ εἰς τὰ βιβλία τῶν μεταγραφῶν, ἅτινα περιεσώθησαν.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Κωσταντᾶ, τώρα ὑπάρχουσι δύω σχέσεις δικαιωμάτων, ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ φορολογία· παραδέχεσαι τὰ ἐγκτητικὰ δικαιώματα τῶν τιμαρίων;
§94ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ ἐξαιρεθῶσι μόνον τὰ μὴ ἐγκτητικὰ δικαιώματα.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐδῶ εἶναι δικαιώματα λεγόμενα ἐμφύτευσις, ἐδαφονομὴ καὶ ἀγροληψία· ὁ νόμος τὰ δικαιώματα τὰ μὴ ἐγκτητικὰ δὲν ἀναφέρει.
§96ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἀλλ’ ὑπάρχει ἡ ἰδέα, ὡς εἴδατε, ὅτι πᾶν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὰς ἀναγραφὰς ἢ εἰς τὰς ἐκτιμήσεις καὶ εἰσπράξεις, ἰσχύει.
§97ΣΕΡΒΟΣ. Ἴσα ἴσα διὰ νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θέλετε, πρέπει νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος. Ὅταν λέγῃ ἐδαφονομῆς, ἐμφυτεύσεως καὶ ἀγροληψίας δικαιώματα, δὲν λέγει τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ὅ,τι θέλετε. Ἡ φορολογία δὲν ἀναφέρεται καὶ ἑπομένως δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὸν νόμον, διότι ἡ φορολογία δὲν εἶναι ἐναέριον πρᾶγμα.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Κωσταντᾶς λέγει, νομίζω, ὅτι ὑπάρχει καὶ ἓν ἄλλο ζήτημα, κατὰ τὸ ὁποῖον βασίζονται ἐν Κερκύρᾳ τὰ δικαιώματα τοῦ ἀγροδότου πρὸς τὸν ἀγρολήπτην, καὶ τὸ δικαίωμα αὐτὸ τὸ στηρίζουσιν οὐχὶ διὰ τῶν συμβολαίων ἀλλὰ διὰ τῆς ἀναγραφῆς, τῆς ἐκτιμήσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως. Ἡ ἀναγραφὴ εἶναι βιβλίον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐγγράφονται αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ ἀγρολήπτου καὶ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐξασκεῖ ὁ ἀγροδότη. Τώρα ἠμπορεῖ τὰ δικαιώματα αὐτὰ νὰ πηγάζουν ἀπὸ δικαίωμα φορολογικόν. Ἄλλο εἶναι τὸ δικαίωμα ἐμφύτευσις· ἀγροληψία ἢ ἐμφύτευσις, αὐτὸ πηγάζει ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας· πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτὸ νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτον; Ἐὰν δὲν τεθῇ αὐτὴ ἡ λέξις συνομολογηθείσης, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ γνωρισθῇ, ὅτι ἓν δικαίωμα δὲν εἶναι φορολογικόν;
§99Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιτυγχάνομεν τοῦτο, ἐὰν προστεθῶσιν αἱ λέξεις καὶ τῶν φορολογικῶν εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον μετὰ τὰς λέξεις συγκράτια καὶ κανίσκια.
§100ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δύω λέξεις ἔχω διὰ νὰ εἴπω, Κύριοι, καὶ θὰ ὁμιλήσω ὡς πρὸς τὴν παραγραφὴν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ κ. Μπαλάνος. Ἡ παραγραφὴ τῶν ἐθνῶν ὡς καὶ τῶν λαῶν εἶναι ἀπέραντος· δὲν δύνανται ποτὲ νὰ παραγραφῶσι τὰ δικαιώματα ἑνὸς λαοῦ. Τοῦτο μόνον τὸ διαφιλονεικεῖ ὁ Σουλτάνος, ὅστις λέγει, ὅτι ἔχει δικαίωμα κατακτήσεως, διότι πρὸ 400 ἐτῶν κατέκτησε τὰς ἑλληνικὰς πόλεις, καὶ φρονῶ, ὅτι ὅσον καὶ ἂν διεμελέτησεν ἡ ἐπιτροπὴ τὸ ζήτημα τοῦ τιμαριωτισμοῦ, δὲν ἐνεβάθυνεν εἰς τὸν καθαρὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπῆρξαν τὰ τιμάρια. Τὰ τιμάρια, Κύριοι, καθὼς γνωρίζετε, ὄχι μόνον εἰς τὴν Κέρκυραν ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλα μέρη κατὰ τὸν μεσαίωνα ἐδίδοντο εἰς τοὺς Σατράπας, εἰς τοὺς ληστὰς, εἰς τοὺς φονεῖς, εἰς ἐκείνους δηλαδὴ, οἵτινες ἐτυράννουν καὶ κατεβασάνιζον τοὺς λαοὺς καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Τὰ τιμάρια ταῦτα ὑπῆρχον καὶ παρ’ ἡμῖν ἐπὶ τουρκοκρατίας, ὡς προελέχθη, διότι ὁ Σουλτάνος ἢ ἡ Σουλτάνα ἔδιδον τὰ τιμάρια αὐτὰ, ἀλλὰ ἔδιδον μόνον τὴν ἐπικαρπίαν καὶ οὐδέποτε τὴν γῆν. Πότε ἐξέλιπον οἱ τιμαριοῦχοι ἐκ τῆς Κερκύρας; τοῦτο εἶναι ἄγνωστον, διότι οὐδέποτε ὁ λαὸς αὐτὸς ἀνένηψεν, οὔτε ἐπὶ τῆς ἑνετοκρατίας, οὔτε ἀπὸ τοὺς Ῥώσσους, οὔτε τοὺς Γάλλους, οὔτε ἀπὸ τοὺς Ἄγγλους· ἐδόθη μὲν κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἁρμοστίας τῆς Ἀγγλίας εἰς τὰ Ἰόνια δικαστήρια τὸ δικαίωμα νὰ δικάζουν ἐπ’ αὐτῶν, ἀλλὰ ἠξεύρετε, κύριοι, ποῖοι ἐδίκαζον; Ἐρωτήσατε ἐμὲ, ὅστις τοὺς εἶδον· ἐδίκαζον πάλιν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες εἶχον δικαίωμα νὰ διαφιλονεικοῦν τὰ προνόμια ταῦτα. Ἡ Ἑπτάνησος λοιπὸν δὲν εὑρέθη οὐδέποτε οὐδεμίαν ἡμέραν ἐλευθέρα, διότι ὁ ξένος πάντοτε τὴν ἐπίεζε καὶ τὴν ἐτυράννει· τοῦτο εἶναι ὁμολογούμενον, τὸ διεμαρτυρήθησαν ὅλαι αἱ Βουλαὶ τῆς Ἰονίου πολιτείας, καὶ ἐὰν ἐγὼ ψεύδωμαι, δὲν ψεύδονται ἐκεῖναι. Τὰ τιμάρια λοιπὸν, κύριοι, περιῆλθον ὁπωσδήποτε, ὅπως καὶ σήμερον περιέρχονται εἰς τοὺς Σατράπας τῆς Τουρκίας, εἰς χεῖρας τῶν τιμαριούχων. Ὁ λαὸς ἤδη ἀνέκτησε τὰς ἐλευθερίας του, ὀφείλει ἐπίσης νὰ ἀνακτήσῃ καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν του· παραγραφὴ δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ· ἔπρεπεν οἱ τιμαριοῦχοι ἐκεῖνοι νὰ φέρωσι τὰ συμβόλαια ἐκεῖνα διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦν τὴν κατοχὴν, τὴν κατάληψιν, ζητοῦν νὰ ἔχουν θήτας, πολίτας οὐχὶ ἐλευθέρους· διὰ τοῦτο πολὺ ὀρθῶς εἶπεν ὁ κ. Δεληγεώργης, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔπρεπε νὰ συζητηθῇ διὰ δευτέραν φορὰν, διότι «πάντως λόγος λόγῳ παλαίει» καὶ διὰ τῆς συγκρούσεως τῶν ἰδεῶν εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Διότι ὅσον καὶ ἂν ἐκοπίασεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ ὅσας παρατηρήσεις καὶ διορθώσεις καὶ ἂν ἔκαμεν, εἰς τὴν ὁποίαν βεβαίως ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη διὰ τοὺς κόπους τοὺς ὁποίους κατέβαλε, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ καὶ ἐγκαυχηθῇ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν περιέχει πολλὰς ἀντιστάσεις, πολλὰ στραβὰ μέρη, τὰ ὁποῖα κατόπιν θέλουσι μᾶς καταδείξει τὰ δικαστήρια, καὶ θέλει εἰπῆ ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἐσκέφθη ὅπως ἔπρεπε νὰ σκεφθῇ, δὲν διευκρίνησε τὸ ζήτημα ὅπως ἔπρεπε νὰ τὸ διευκρινήσῃ. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, κύριοι, ὡμίλησα κατὰ τοῦ ζητήματος τῆς παραγραφῆς, τὸ ὁποῖον μόνον ὁ Σουλτάνος καὶ ὁ Πάπας δύνανται νὰ διαφιλονεικήσουν. Ἡ κοινωνία δὲν δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ τοῦτο. Εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν σήμερον ν’ ἀνακτήσουν τὰ δικαιώματά των, ὀφείλομεν νὰ τοὺς τὰ δώσωμεν, διότι καὶ ἡμεῖς ἀπεκτήσαμεν τὴν ἰδιοκτησίαν μας, τὴν ὁποίαν εἶχαν κατακτήσει οἱ Τοῦρκοι· ἐὰν καὶ ἡμεῖς ἠθέλαμεν ζητήσει τοῦτο ἀπὸ τὰ δικαστήρια, οὐδὲ ἡμεῖς ἠθέλαμεν ἔχει οἰκίαν καὶ περιουσίαν, διότι ὁ τόπος αὐτὸς ἦτο κατερημωμένος, ὡς γνωρίζετε. Τὸ δεύτερον λοιπὸν ἄρθρον γνωμοδοτεῖ μόνον· δὲν εἶμαι δὲ ἐντελῶς σύμφωνος μὲ αὐτό. Ἤθελα νὰ καταβληθῇ ὅλη ἡ περιουσία εἰς τὰ τέκνα ἐκείνων τῶν προπατόρων, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὴν ἀφήρπασαν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκβιαζόμεθα, ἐπειδὴ μᾶς ἐκβιάζει ἡ ἀνάγκη, ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, παρὰ νὰ συνταχθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ σύμφωνα μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κωσταντᾶ· καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὸ παραδεχθῇ.
§101ΣΕΡΒΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει νὰ ἐξηγηθῶμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος αὐτοῦ καὶ ἐκθέσωμεν καθαρὰ τὴν ἀλήθειαν. Ποία εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ Κ. Κωσταντᾶ; Αὐτὸς λέγει, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπόχρεως νὰ πληρόνω φορολογικὸν τέλος· πληρόνω αὐτὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πληρόνουν οἱ ἄλλοι πολῖται, καὶ εἰς τοῦτο μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι σύμφωνος ὁ Κ. Κωσταντᾶς μὲ τὸ νομοσχέδιον, διότι ἐπῆλθε μία ἄλλη φορολογία καὶ ὡς ἐκ τούτου οἱ πολῖται δὲν πρέπει νὰ πληρόνουν δύω διάφορα τέλη. Θέλει, λέγει ὁ Κ. Κωσταντᾶς, νὰ ἐκφρασθῇ αὐτὴ ἡ ἰδέα, ὅτι, ἐὰν τιμαριώτης τις ἔχῃ ἀξίωσιν ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τούτων, νὰ ἀποκλεισθῇ· ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ σύνταξις αὐτοῦ τοῦ νόμου εἰς τὰ δύω ἄρθρα ἔχει πολλὰ ὀρθῶς καὶ ἐκφράζεται πληρέστατα ἡ ἰδέα τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Κωσταντᾶς θέλει νὰ φέρῃ ἐν τῷ ἄρθρῳ. Ἰδοὺ ἡ ἰδέα μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Τὸ πρῶτον ἄρθρον καθαρὰ ἐμπεριέχει τὴν ἰδέαν αὐτὴν, διότι ὁ νόμος δὲν ἐκφράζει τὴν ἰδέαν τῆς φορολογίας· σὲ λέγει ὁ νόμος, ὅτι εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃς διὰ τὴν ἐμφύτευσιν, ἐδαφονομὴν ἢ ἀγροληψίαν· ἐννοεῖται, ὅτι ἀπέκλεισε τὴν φορολογίαν, δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπάρξῃ ἀγροληψία ἄνευ ἀγρολήπτου· ἐσὺ εἶσαι ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσῃς μόνον αὐτὰ τὰ βάρη, καὶ ὅταν ὑπάρχουν αὐτὰ τὰ βάρη, θὰ εἰπῇ ἀποκλείεται πᾶν ἄλλο. Τὰ κτήματα κηρύττονται ἀπηλλαγμένα μὲ τὴν ὑποχρέωσιν νὰ πληρώσουν τοῦτο· ἑπομένως ἀποκλείεται πᾶν ἄλλο. Ἐνταῦθα κανονίζονται αἱ σχέσεις οὐ μόνον μεταξὺ ἀγροδότου καὶ ἀγρολήπτου, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ ἀγροδότου καὶ δημοσίου. Λάβετε τὸ σύνολον τοῦ νόμου καὶ θέλετε τὸ ἰδῆ. — Ἡ πρώτη σχέσις ἦτο μεταξὺ τιμαριούχου καὶ κυβερνήσεως. Τί εἶπεν ὁ Κ. Μπαλάνος; Ὁ τιμαριοῦχος εἶχε ῥητὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὴν κυβέρνησιν· ἔπρεπε νὰ πληρώσῃ φόρον, ἔπρεπε νὰ χορηγῇ στρατιώτας, ἱππεῖς, σῖτον, κριθήν· ὅλα τὰ βάρη ταῦτα εἶναι ἀποκεκλεισμένα τὴν σήμερον, ἐξηλείφθησαν ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου.
§102ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Δὲν ἐννοεῖτε, φαίνεται, κύριε Σέρβε, περὶ τίνος πρόκειται. Συγχύζετε ἀκουσίως ὅλον τὸ ζήτημα. Τί ἐμβαίνουσιν ἐδῶ αἱ σχέσεις τῶν τιμαριούχων καὶ τοῦ δημοσίου; Ἐδῶ πρόκειται περὶ τῶν φορολογικῶν δικαιωμάτων τῶν μεταβληθέντων εἰς ἐγκτητικὰ δικαιώματα πρὸς βλάβην τοῦ ὑποτελοῦς τοῦ τιμαρίου.
§103ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Εἶναι καλλίτερον νὰ διασαφηνισθῇ περισσότερον, καθαρώτερον.
§104ΣΕΡΒΟΣ. Φοβοῦμαι μὴ τιθεμένης τῆς ἰδέας γεννηθῇ ἀμφιβολία.
§105Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ ὁ νόμος ἀναφέρει ῥητῶς ἐμφυτεύσεις, ἐδαφονόμια ἢ ἀγροληψίας, δὲν εἶναι κίνδυνος νὰ ἐννοηθῇ ἕτερόν τι βάρος ἰδιαίτερον. Ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς παρατηρήσεως τοῦ Κ. Κωσταντᾶ, ὅτι ἐπεκράτει εἰς τὸν τόπον συνήθεια, ἵνα ὅσα δικαιώματα ἐνυπῆρχον εἰς τὸ βιβλίον τῆς ἀναγραφῆς ἐξακολουθῶσι, δὲν εἶναι φόβος μήπως, ἀφοῦ εἰς τὰς ἐξαιρέσεις ὑπὸ τὸ ὄνομα συγκράτειαι καὶ κανίσκια δὲν ἐξαιροῦνται ἕτερα δικαιώματα, ἐννοηθῶσιν ἐξακολουθοῦντα ἕτερα δικαιώματα εἰς βάρος τῶν ἀγροτῶν;
§106ΣΕΡΒΟΣ. Ὄχι· ὅταν ἀναφέρῃ ῥητῶς, ὅτι ἐπιβάλλονται αὐτὰ τὰ βάρη, ἐννοεῖται, ὅτι ἀποκλείονται ὅλα τὰ λοιπά. Ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, δὲν δύναται νὰ παράσχῃ οὐδένα δισταγμόν.
§107ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Καὶ πάλιν μίαν διασάφησιν. Ὅλα τὰ ἐμφυτευτικὰ καὶ ἐδαφονομικὰ δικαιώματα εἰσεπράττοντο ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἀναγραφῆς, ἄλλος τίτλος ἀποδεικτικὸς δὲν ἦτο. Ἡ ἀναγραφὴ ἀποδεικνύει τὰ δικαιώματα τῶν τιμαριούχων, ἅτινα εἰσεπράττοντο καὶ διὰ προσωπικῆς κρατήσεως. Εἰς αὐτὰ τὰ βιβλία τῶν ἀναγραφῶν εἶναι ἐγγεγραμμένα ὅλα τὰ δικαιώματα, εἴτε ἐκ φορολογίας προέρχονται εἴτε ἐξ ἰδιοκτησίας. Τώρα δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀποκλεισθῶσιν αἱ ἀναγραφαὶ καὶ νὰ ἀντικατασταθῶσι τὰ γνήσια ἀποδεικτικὰ ἔγγραφα; ἢ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διακρατηθῶσιν ὡς μὴ φορολογικὰ μόνον τὰ ἐν τῇ ἀναγραφῇ ἀναφερόμενα, ὅτι προέρχονται ἐξ ἀμέσων προκαταρκτικῶν συμβολαίων ἐγκτητικὰ δικαιώματα; Τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα.
§108ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀναγνωρίζει ὑφιστάμενα δικαιώματα ἐκπηγάζοντα ἀπὸ φορολογίαν· εἴμεθα σύμφωνοι μετὰ τοῦ κυρίου Κωσταντᾶ, ὁ ὁποῖος θέλει διὰ τοῦ «συνομολογηθείσης» ν’ ἀποκλείσῃ τὰ δικαιώματα αὐτά. Κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Δὲν καθιεροῦται ἐνταῦθα ἡ ἀναγραφὴ ὡς ἀναμφισβήτητος ἀπόδειξις;
§109ΚΟΥΡΗΣ. Μία λέξις ὑπάρχει, ἡ ὁποία φέρει ὅλας αὐτὰς τὰς δυσκολίας. Ὁ Κ. Κωσταντᾶς ἐπιθυμεῖ νὰ τροπολογηθῇ τὸ ἄρθρον εἰς τρόπον, ὥστε ἀντὶ τοῦ κειμένου νὰ θέσωμεν «ὀφειλομένη λόγῳ συνομολογηθείσης ἐμφυτεύσεως, ἐδαφονομῆς ἢ ἀγροληψίας». Αὐτὸ εἶναι τὸ θέμα· διότι σήμερον θέλομεν προχωρήσει εἰς ἕτερα ἄρθρα τοῦ νομοσχεδίου ἀφορῶντα καὶ τὰς ἀναγραφὰς, καὶ δυνάμεθα τότε νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν εἶναι ἀνεπαρκεῖς αἱ καθιερούμεναι διατάξεις. Ποία εἶναι ἡ ἔννοια, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ὀφείλει νὰ μορφώσῃ, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ κείμενον καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν τροπολογίαν; Τὸ κείμενον βασίζεται ἐπὶ παραδεδεγμένων ἀρχῶν τοῦ δικαίου, ὁ δὲ Κ. Κωσταντᾶς ταύτας παραγκωνίζων ἀπαιτεῖ, ὅτι, ὁσάκις ὀφείλει τις πρόσοδόν τινα συνεπείᾳ ἐμφυτευτικῶν ἢ ἀγροληπτικῶν σχέσεων, νὰ μὴ δύναται νὰ ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑποχρεώσεώς του, ἂν δὲν παρουσιάζηται καὶ τὸ σχετικὸν συμβόλαιον. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου δὲν ἤθελα νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι εἶναι καθαρόν. Δὲν ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ τὸ συμβόλαιον τῆς ἐμφυτεύσεως, ἐδαφονομῆς ἢ ἀγροληψίας ὅπως διατηρήσω τὸ κεκτημένον ἐπὶ τοῦ κτήματος δικαίωμα, διότι καὶ ἄνευ τῆς ὑλικῆς τοῦ συμβολαίου ὑπάρξεως, διὰ πολλῶν ἑτέρων ἐννόμων μέσων δύναται τὸ δικαίωμα νὰ προκύψῃ. Ἡ παραγραφὴ λ.χ. τὴν ὁποίαν τινὲς ἀντικρούουσιν εἶναι ἀρχὴ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀντικρούσῃ ἡ ἑλλην. Βουλὴ, θέλομεν δὲ δώσει ἀφορμὴν εἰς περιπλοκὰς καὶ ἀδικίας ἐὰν προσθέσωμεν εἰς τὸ ἄρθρον ὅ,τι δὲν πρέπει νὰ τεθῇ, τὴν λέξιν τοὐτέστι «συνομολογηθείσης»· διότι, ἂν ἀπέκτησα πρὸ 20 ἢ καὶ 30 ἐτῶν δικαίωμά τι, καί τοι δὲν ἔχω προκαταρκτικὸν συμβόλαιον, δὲν δύναμαι τὸ ὑφιστάμενον δικαίωμα ν’ ἀπολέσω· δύναμαι δὲ καὶ διὰ πολλῶν ἑτέρων ἐγκύρων μέσων νὰ τὸ ἀποδείξω, ὡς λ. χ. διά τινος προικοδοτηρίου πράξεως, διὰ δωρεᾶς, διὰ διαθήκης κλπ; ὥστε καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἐκ τῆς παραγραφῆς ἀποῤῥέοντος δικαιώματος, δὲν εἶναι πάντοτε ἀπαραιτήτως ἀναγκαία ἡ τοῦ καταρκτικοῦ συμβολαίου προσαγωγή. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πρόνοιαν τοῦ Κ. Κωσταντᾶ μήπως ἀπαλειφομένης τῆς λέξεώς του γεννηθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει οἱ κάτοχοι τῶν τιμαριωτικῶν κτημάτων νὰ πληρόνουν δύο φόρους, εἶναι ἰδέα ἐπίσης ἐσφαλμένη, διότι, ἂν ἐξετάσωμεν τὸ κείμενον τοῦ δευτέρου ἄρθρου, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησε καὶ ὁ Κ. Σέρβος, ἀποκλείεται ἡ ἰδέα αὕτη· ἄλλως τε καὶ τὰ Ἰονικὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν οὕτω πως εἴς τινα ὑπόθεσιν Καλαμῶν καὶ Κασῶν, τοῦτο δὲ τὸ γνωρίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις. Ἐπρόκειτο ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ οὐχὶ περὶ ἰδιοκτησίας παραχωρηθείσης παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ περὶ ἐκχωρήσεως προσόδου ἣν τότε ἀπελάμβανεν ἡ κυβέρνησις. Ἐγένετο δίκη, καὶ αἱ λεγόμεναι περιβολαὶ, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ὡμίλησεν ὁ Κωσταντᾶς, δὲν ἐχορήγουν δικαίωμα κυριότητος ἐπὶ κτημάτων. Ἐξ αὐτῶν τῶν τίτλων προέκυπτεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν εἶχε παραχωρήσει ἰδιοκτησίαν, ἀλλὰ τὸ φορολογικὸν μόνον τῆς δεκατίας δικαίωμά της. Ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐμπνεώμεθα ἀπὸ τοὺς φόβους τοῦ Κ. Κωσταντᾶ, διότι εἴπομεν καὶ ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, καὶ δὲν ἐννοοῦμεν ὥστε οἱ κάτοχοι τιμαριωτικῶν κτημάτων, εἴτε ἀστοὶ εἴτε χωρικοὶ, νὰ πληρόνουν δύω φόρους, ὅπερ ἤθελεν εἶσθαι ἄδικον, καὶ δὲν τὸ παραδέχεται οὔτε ἡ κυβέρνησις οὔτε ἡ ἀντιπροσωπεία. Ἡμεῖς ἐνταῦθα κανονίζομεν ἁπλῶς τὰς κτηματικὰς σχέσεις, καὶ πρέπει νὰ περιορισθῶμεν εἰς τοῦτο· ἀδικοῦμεν δὲ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον, ἂν ἀπαιτήσωμεν νὰ ἐξαρτᾶται εἰς πᾶσιν περίπτωσιν ἡ πληρωμὴ ἐδαφονομίου τινὸς ἢ τῆς ἀγροληπτικῆς μερίδος ἐκ τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τοῦ καταρκτικοῦ συμβολαίου.
§110ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Φαίνεται, ὅτι ἀμφότεραι αἱ μερίδες δὲν θέλουσι νὰ καθαρίσωσι τὴν ὑπόθεσιν. Ἰδοὺ τί τρέχει· δύω εἶναι τὰ θέματα· ὑπάρχουν τιμάρια πηγάζοντα ἀπὸ κυριότητα καὶ ἕτερα πηγάζοντα ἀπὸ δικαιώματα φορολογικά. Κατὰ τὸ ἔτος 1827 ἦλθεν ἕνας νόμος, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ καταργήσῃ αὐτὰ, τοὐτέστι νὰ μὴ πληρόνουν· εἰς τοὺς τιμαριώτας ἐπλήρονον καὶ διὰ τὰ δύω δικαιώματα, καὶ διὰ τὸ δημόσιον καὶ δι’ ἑαυτούς.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον μὲ τὰς γενομένας ἐξηγήσεις ὑπὸ τοῦ Κυρίου πρωθυπουργοῦ;
§112ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὸ δεύτερον ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη. Ἄρθρον 3. «Ἡ εἰς χρήματα ἀναγωγὴ τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένης διηνεκοῦς προσόδου ἐπὶ ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομιῶν, ὅταν αὕτη εἶναι ὡρισμένη εἰς καρποὺς, γίνεται ὡς ἑξῆς. Ὁρίζεται ἡ ἐν τῷ καιρῷ τῆς συστάσεως τῆς ἐμφυτεύσεως ἢ ἐδαφονομῆς ἀξία τῆς εἰς καρποὺς προσόδου· ὁ προσδιορισμὸς δὲ οὗτος γίνεται κατὰ τὴν ἐν τοῖς ἀρχικοῖς συμβολαίοις ὁριζομένην ἀξίαν τοῦ πρὸς τὴν πρόσοδον ἀναλογοῦντος κεφαλαίου, ἢ ἐν ἐλλείψει τοιούτου προσδιορισμοῦ, δυνάμει ἄλλων συγχρόνων συμβολαίων τοῦ αὐτοῦ εἴδους, ἢ δυνάμει τῶν παλαιῶν ἀναγραφῶν, ἂν αὗται κριθῶσιν ἰσχυραὶ παρὰ τῶν δικαστηρίων, ἢ δυνάμει ἀποδείξεων παραλαβῆς τῶν παλαιῶν κυρίων τοῦ τιμαρίου ἢ δι’ ἄλλων μέσων, πειθόντων τὸ δικαστήριον περὶ τῆς εἰρημένης ἀξίας· ἀφοῦ ὁρισθῇ οὕτως ἡ τῆς προσόδου ἀξία, τὸ προκύπτον ἐξ αὐτῆς κεφάλαιον, ἐὰν τοῦτο δὲν ὁρίζεται ἐν τοῖς ἀρχικοῖς συμβολαίοις, εὑρίσκεται λογιζομένης τῆς διαληφθείσης ἀξίας ὡς τόκου κατὰ λόγον 4%. Ἐκ τοῦ κεφαλαίου τούτου ἀφαιρεῖται· ά) τὸ τέταρτον αὐτοῦ καὶ βʹ) τὸ κεφάλαιον τὸ προκύπτον ἐκ τῶν ⅔ τοῦ φόρου, ὃν ὁ πρώην τιμαριοῦχος ἐπλήρωσεν εἰς τὴν ἐγχώριον Κυβέρνησιν, λογιζομένου τοῦ φόρου τούτου ὡς τόκου κατὰ λόγον 4%. Ὁ πρὸς 4% τόκος ἐπὶ τοῦ μετὰ τὰς ἀφαιρέσεις ταύτας ὑπολοίπου ἀποτελεῖ τὴν ἐτησίαν, ἢ τὴν κατὰ διετίαν χρηματικὴν πρόσοδον τὴν ἀντικαθιστῶσαν τὴν εἰς καρποὺς συνισταμένην καὶ κατηργημένην διηνεκῆ πρόσοδον.»
§114ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ μᾶς δοθῶσιν ἐπὶ τούτου μερικαὶ ἐξηγήσεις.
§115ΚΟΥΡΗΣ. Διὰ τοῦ δευτέρου ἄρθρου παρεδέχθημεν, ὅτι πᾶσα διηνεκὴς εἰς καρποὺς συνισταμένη πρόσοδος μετατρέπεται εἰς χρηματικὰς εἰσφοράς· εἶναι δὲ ἀναγκαῖον νὰ εἴπω, ὅτι οἱ τιμαριῶται διαθέσαντες τεμάχια γαιῶν ὅπως καλλιεργηθῶσιν, ἄλλοτε μὲν ἐλάμβανον παρὰ τῶν γεωργῶν ὡρισμένας χρηματικὰς εἰσφοράς, καὶ ἄλλοτε ποσοστόν τι ἐκ τῶν παραγομένων προϊόντων ἀπὸ τὰ πράγματα τὰ ὁποῖα ἔδιδον πρὸς καλλιέργειαν. Πολλὰ ἠγέρθησαν ἐν Κερκύρᾳ παράπονα ἕνεκα τῶν ἐκτιμήσεων, δι’ ὧν προσδιορίζεται τὸ εἰς τὸν τιμαριώτην ἀνῆκον ποσοστὸν τοῦ προϊόντος, ἰδίως δὲ ὅταν ἐπρόκειτο νὰ ἐκτιμηθῇ ὁ τῶν ἐλαιοδένδρων καρπὸς, ὁ ἀποτελῶν καὶ τὸ κυριώτερον τῆς νήσου προϊόν· ὁ προσδιορισμὸς τῆς ὀφειλομένης μερίδος ἐκ τῶν ἑτέρων προϊόντων δὲν παρέχει ἀφορμὰς μεγάλων διενέξεων, διότι ἕκαστος ἀγροδότης μετέβαινεν ἢ αὐτοπροσώπως ἢ διά τινος ἐπιτετραμμένου του ἐπιτοπίως λαμβάνων ἀμέσως τὴν ἐκ τῶν προϊόντων μερίδα του. Ἡ πληθὺς τῶν ἐλαιοδένδρων, τὸ ὕψος αὐτῶν, ὁ τρόπος τῆς συλλογῆς τοῦ ἐλαιοκάρπου, αἱ ἐπερχόμεναι κατὰ τὸν χρόνον τῆς συγκομιδῆς καὶ κατὰ τὴν ἐκτίμησιν ζημίαι, ἕνεκα τῶν ὁποίων πολλάκις ἐλαττοῦται ἡ ἐλαιώδης τοῦ καρποῦ οὐσία, καθιστῶσι δύσκολον τὸν ἀληθῆ προσδιορισμὸν τῆς εἰς ἐλαιόλαδον ὀφειλομένης μερίδος, ὡς ἐκ τούτου δὲ πλεῖστα τὰ καθεκάστην τῶν γεωργῶν παράπονα. Ἐστοχάσθημεν ὅθεν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη τὸ τρίτον καὶ τέταρτον ἄρθρον, σύμφωνα ἄλλως τε πρὸς τοὺς ἐν Ἑπτανήσῳ προϋπάρξαντας νόμους, ὅπως τὰ ἐπὶ τῶν τιμαριωτικῶν κτημάτων βάρη ὁλοσχερῶς ἐκλείψωσιν, ἀρθῶσι δὲ συνάμα καὶ ἅπασαι αἱ περὶ τὴν ἐκτίμησιν τοῦ ἐλαιοκάρπου ἀφορμαὶ αἱ προκαλοῦσαι τὰ δίκαια, πολλάκις δὲ καὶ τὰ ἄδικα τῶν κατόχων ὑποτελῶν κτημάτων παράπονα. Ὁσάκις ὅθεν πρόκειται περὶ προσόδου καὶ καρπῶν συνισταμένων συνεπείᾳ ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομῶν διηνεκῶν, ὡρίσθη διὰ τοῦ τρίτου ἄρθρου ὁ τρόπος, δι’ οὗ ὀφείλει ἡ πρόσοδος αὕτη νὰ μετατραπῇ εἰς χρηματικήν. Ἰδοὺ ἡ αἰτία διὰ τὴν ὁποίαν τὸ πρῶτον μέρος τοῦ ἄρθρου διαλαμβάνει ὅτι, «ἡ εἰς χρήματα ἀναγωγὴ τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἀναφερομένης διηνεκοῦς προσόδου ἐπὶ ἐμφυτεύσεων καὶ ἐδαφονομῶν, ὅταν αὕτη εἶναι ὡρισμένη εἰς καρποὺς, γίνεται ὡς ἑξῆς.» Ἰδοὺ τὰ μέσα δι’ ὧν δυνάμεθα νὰ προσδιορίσωμεν τὴν ἀξίαν τῆς προσόδου καὶ τὸ προκύπτον ἐξ αὐτῆς κεφάλαιον, ἐὰν τοῦτο δὲν ὁρίζεται ἐν τοῖς ἀρχικοῖς συμβολαίοις· ἐν ἄλλοις λόγοις, ἐὰν μετὰ τὰς ἀναφερομένας ἐν τῷ τρίτῳ ἄρθρῳ ἐκπτώσεις δικαιοῦται ὁ τιμαριοῦχος νὰ λάβῃ ἐτησίαν πρόσοδον ἀξίας δραχμῶν 24, τὸ κεφάλαιον τῆς καθαρᾶς ταύτης προσόδου συνίσταται εἰς δραχ. 600.
§116Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐννοεῖτε τὸ εἰσόδημα τοῦ ὅλου κτήματος; (θόρυβος).
§117ΚΟΥΡΗΣ. Ἐκ τοῦ κεφαλαίου κάμνομεν ἐξαιρέσεις τινὰς πρὸς ὄφελος τῶν γεωργῶν, τῶν κατόχων, ἀδιάφορον ἂν οὗτοι εἶναι χωρικοὶ ἢ πολῖται.—Τὸ τοιοῦτον μέτρον ἀποβαίνει εὐεργετικὸν εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ κάτοχοι τοῦ κτήματος, οἱ δουλεύοντες τὸ κτῆμα.—Ποῖαι ἀφαιρέσεις γίνονται; «Ἐκ τοῦ κεφαλαίου ἀφαιρεῖται πρῶτον τὸ τέταρτον» καὶ ἑπομένως ἂν ἔχωμεν κτῆμα ἀξίας 100 ταλλήρων, τὴν περιορίζομεν εἰς μόνον τάλληρα 75· πρὸς τούτοις ἀφαιρεῖται «τὸ κεφάλαιον τὸ προκύπτον ἐκ τῶν ⅔ τοῦ φόρου, ὃν ὁ πρώην τιμαριοῦχος ἐπλήρονεν εἰς τὴν ἐγχώριον κυβέρνησιν, λογιζομένου τοῦ φόρου τούτου κατὰ λόγον 4%.» Εἶπε δὲ ὁ Κ. Μπαλάνος, ὅτι τὰ τιμάρια συνεισέφερον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἕν τι, τὸ ὁποῖον ἀπετέλει τὸν τιμαριωτικὸν φόρον, ὡς ἐπίσης ἕτερον φόρον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑποτελείας, ἐξ ὧν ἀπαλλάσσονται ὁλοσχερῶς οἱ τιμαριοῦχοι, ἕνεκα τούτου δὲ γίνεται ὑπὲρ τῶν κατόχων ἡ ἐλάττωσις αὕτη, τὴν ὁποίαν εἶχε καθιερώσει ὁ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐκδοθεὶς ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς προστασίας νόμος, καὶ ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν πρέπει σήμερον νὰ παραβλέψωμεν τοιοῦτον νόμον (θόρυβος).
§118ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Προσδιωρίσατε 4% ἐπὶ τῆς προσόδου, μετὰ ταῦτα ἀπὸ τοῦ κεφαλαίου, τὸ ὁποῖον προκύπτει ἀπὸ τὸν τόκον, ἀφαιρεῖτε τὸ ἓν τέταρτον· διὰ τί νὰ προσδιορίσητε 4% καὶ νὰ μὴ εἴπητε 3%; δὲν βλέπω ἐνταῦθα ποία διαφορὰ ὑπάρχει.
§119ΚΟΥΡΗΣ. Ἐλήφθη τὸ μέτρον νὰ ἐπαναληφθῶσι προηγούμεναι ὑπὲρ τῶν κατόχων εὐεργετικαὶ τῶν πρώην Ἰονίων νόμων ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου διατάξεις, εἰς τοῦτο δὲ ἀποβλέποντες, ἕκαστος ἐκ τῶν ἐν Κερκύρᾳ ἐνδιαφερομένων θέλει ἐννοήσει ὅτι αἱ ἀφαιρέσεις αἱ ὁποῖαι γίνονται σήμερον εἶναι αὐταὶ ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἐπὶ τιμαρίων ἐγένοντο δυνάμει τῶν Ἰονικῶν νόμων. Τεθεῖσαι αἱ βάσεις τοῦ Ἰονικοῦ νόμου, ἐτηρήθησαν καὶ οἱ ἤδη γνωστοὶ ἐν Κερκύρᾳ ὑπολογισμοὶ, ἵνα προσδιορισθῇ ἡ πρόσοδος καὶ ἡ ἀξία αὐτῆς.
§120ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ ἐπανορθώσω ἀνακριβείας τινὰς τοῦ Κ. Κουρῆ. Κατὰ τὰ ἔθιμα Κερκύρας, ἡ ποσότης μιᾶς διετοῦς ἢ ἐτησίας εἰσφορᾶς προϊόντων θεωρεῖται ὡς τόκος ἑνὸς παγίου καὶ ἀμεταβλήτου κεφαλαίου. Π. χ. μία ξίστη ἐλαίου συνεισφερομένη ἀνὰ διετίαν, εἶναι ὁ τόκος εἰς καρποὺς τοῦ κεφαλαίου δεκαὲξ ταλλήρων. Ἓν μέτρον σίτου συνεισφερόμενον κατ’ ἔτος, εἶναι ὁ τόκος εἰς καρποὺς τοῦ κεφαλαίου εἴκοσι ταλλήρων, καὶ οὕτω καθεξῆς διὰ πᾶν εἶδος προϊόντος κατ’ ἔτος ἢ κατὰ διετίαν συνεισφερομένου. Ἡ ἀγοραία ἀξία τοῦ εἴδους δὲν μεταβάλλει τὴν ἀξίαν, ἤτοι τὴν ποσότητα τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ, ὡς εἶπον, εἶναι σταθερὸν καὶ ἀμετάβλητον. Τὸ κεφάλαιον τοῦτο προσδιορίζεται ὑπὸ τῶν συμβολαίων ἀναλόγως τῆς εἰδικῆς καταστάσεως τοῦ κτήματος, τὸ ὁποῖον δίδεται εἰς ἐμφύτευσιν ἢ ἐδαφονομὴν, ἢ κατ’ ἄλλας τοπικὰς καὶ καιρικὰς περιστάσεις, καὶ ἑπομένως ποῦ μὲν λ. χ. ἡ ξέστη τὸ ἔλαιον ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου εἴκοσι ταλλήρων, ποῦ δὲ μὲ τὸν τόκον τοῦ κεφαλαίου 18 ἢ 16 κτλ. ταλλήρων. Πολλάκις τὰ συμβόλαια σιωπῶσι τὸν προσδιορισμὸν τοῦ κεφαλαίου· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἀκολουθήσασα τὰς διατάξεις τοῦ 67ου Νόμου τοῦ Βʹ. Κοινοβουλίου, λέγει, ὅτι δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν τὸ κεφάλαιον λαμβάνοντες τὸν προσδιορισμὸν αὐτοῦ, τὸν ὁποῖον κάμνουσιν ἄλλα συμβόλαια σύγχρονα διὰ τὸ αὐτὸ εἶδος τῆς προσόδου· ἢ ἐὰν δὲν ὑπάρχωσι σύγχρονα συμβόλαια βοηθοῦντα εἰς τοῦτο, λαμβάνομεν τὰς συγχρόνους παλαιὰς ἀναγραφὰς, αἵτινες ἀναφέρουσαι τὸ συμβόλαιον, εἰς ὃ στηρίζεται ἡ εἴσπραξις τῆς προσόδου, ὁρίζουσι πολλάκις καὶ τὸ κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ δώσῃ ὁ ἐμφυτευτὴς ἢ ὁ ἐδαφονόμος εἰς τὸ δημόσιον διὰ νὰ καταστήσῃ τὸ κτῆμα ἀπόλυτον ἰδιοκτησίαν του. Λέγει δὲ ὁ Νόμος, ἐὰν αἱ ἀναγραφαὶ κριθῶσιν ἰσχυραὶ παρὰ τῶν δικαστηρίων, διότι πολλαὶ ὑπάρχουσαι ἀναγραφαὶ δὲν εἶναι νομίμως ἀνανεωμέναι ἐντὸς τῶν προθεσμιῶν, τὰς ὁποίας ὥριζεν ὁ νόμος· ἄλλαι δὲν εἶναι νομίμως κυρωμέναι παρὰ τοῦ Ἡγεμόνος καὶ ἄλλαι δὲν προσήχθησαν κατὰ τὸ ἔτος 1804 διὰ νὰ ἐγκριθῶσι παρὰ τῆς Γερουσίας κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τῆς 20 Μαρτίου περὶ τιμαρίων· ἄλλαι πάλιν περιλαμβάνουσι τὰς προσόδους ἐπηυξημένας παρὰ τὰς διατάξεις τῶν τιμαριωτικῶν νόμων καὶ πολλῶν ἀποφάσεων καὶ ἐγκυκλίων τῶν ἑνετικῶν ἀρχῶν, αἵτινες δὲν ἐπέτρεπον τὴν σύστασιν τιμαριωτικῆς προσόδου μεγαλειτέρας τοῦ δεκάτου τῶν εἰσοδημάτων τοῦ κτήματος. Κατὰ γενικὸν κανόνα, ὁριζόμενον ὑπὸ τῆς πρώτης περικοπῆς τῆς δευτέρας περιόδου τοῦ ἄρθρου τούτου, πρέπει νὰ εὑρεθῇ ἡ ἀξία τῆς προσόδου εἰς καρπούς. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν εὑρέθη τὸ ἀρχικὸν κεφάλαιον καθ’ ἕνα τῶν ἀνωτέρω τρόπων, ἡ ἀξία αὕτη ἰσοῦται μὲ τέσσαρα ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν τοῦ εὑρεθέντος κεφαλαίου. Λ. χ. εὑρέθη ὅτι μία ξέστη ἐλαίου πληρωνομένου κατὰ διετίαν ἀντιστοιχεῖ μὲ κεφάλαιον ταλ. εἴκοσι ἢ δραχ. 116, οὗτινος ὁ τόκος πρὸς 4% ἐτησίως εἶναι δραχ. 64. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ἔλαιον συνεισφέρεται κατὰ διετίαν, ἕπεται ὅτι καὶ ὁ τόκος συνεισφέρεται κατὰ διετίαν· ἑπομένως ἡ ἐτησία ἀξία τῆς προσόδου κατὰ τὴν εὑρεθεῖσαν ἀξίαν τοῦ ἀναλογοῦντος κεφαλαίου εἶναι τὸ ἥμισυ, ἤτοι δραχμαὶ 2,32, τὸ ἀντίστοιχον κεφάλαιον εἰς τὴν πρόσοδον τοῦ ἔτους ἐκ δραχ. 58. Ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν ἐκλείψει κάθε μέσον ἀνακαλύψεως τῆς ἀξίας τοῦ κεφαλαίου, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὴν εἰς καρποὺς διδομένην πρόσοδον (ὅπερ ἀδύνατον), τότε καὶ μόνον τότε, λαμβάνομεν τὴν ἀξίαν τῶν καρπῶν κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ἀνάγομεν αὐτὴν εἰς χρήματα, καὶ λογίζοντες αὐτὴν ὡς τόκον κεφαλαίου πρὸς 4%, εὑρίσκομεν τὸ ἀντίστοιχον κεφάλαιον. Π. χ. δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν πρὸς ποῖον κεφάλαιον ἰσοδυναμεῖ μία ξέστη ἐλαίου συνομολογηθεῖσα κατὰ τὸ ἔτος 1700· εὑρίσκομεν ὡς ἔγγιστα πόσον ἐτιμᾶτο τὸ ἔλαιον τότε· ἐτιμᾶτο, ὑποθέσατε, ἓν νόμισμα, ὅπερ σήμερον ἰσοδυναμεῖ μὲ δώδεκα δραχμὰς τὴν ξέστην· ἕπεται λοιπὸν ὅτι πρὸς 4% ἀντιστοιχεῖ πρὸς τὸ κεφάλαιον 300 δραχμῶν. Καὶ ἐπειδὴ ἡ εἰσφορὰ εἶναι διετὴς, ἄρα τὸ πραγματικὸν κεφάλαιον εἶναι 150 δραχμαί. Ὥστε ὅλαι αὐταὶ αἱ ἐργασίαι χρησιμεύουσι διὰ νὰ προσδιορίσωσι τὴν πραγματικὴν ἀξίαν τοῦ κεφαλαίου, σχετικῶς πρὸς τὰ ἐτήσια εἰσοδήματα, καθότι αἱ ἐκκαθαρίσεις καὶ αἱ ἐκπτώσεις γίνονται κατὰ τὰς ἑπομένας δύω περιόδους τοῦ ἄρθρου ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κεφαλαίου τούτου. Ἀφ’ οὗ εὑρέθη τοιουτοτρόπως τὸ καθαρὸν κεφάλαιον τὸ ἀντιστοιχοῦν πρὸς τὰ ἐτήσια εἰσοδήματα, γίνονται αἱ ἑπόμεναι ἀφαιρέσεις ὑπὲρ τοῦ γεωργοῦ· ά) ἐκπίπτουν τὸ τέταρτον, ὀλιγώτερον δηλαδὴ 25%, ὥστε τὸ κεφάλαιον 100, γίνεται 75. β) Ἐκ τοῦ κεφαλαίου 75 ἀφαιρεῖται προσέτι τὸ κεφάλαιον, πρὸς τὸ ὁποῖον ἀντιστοιχοῦν πρὸς 4% τὰ δύο τρίτα τοῦ εἰσοδήματος, ὅπερ ἐλάμβανεν ἡ κυβέρνησις ἐκ τιμαριωτικῶν εἰσοδημάτων· π. χ. ἐλάμβανεν ἡ κυβέρνησις τρεῖς δραχμάς· τὰ ⅔ εἶναι δύω δρ. τὸ δὲ ἀντιστοιχοῦν κεφάλαιον πρὸς 4% εἶναι 50 δρ. Ἀφαιροῦνται λοιπὸν 50 δραχμαὶ ἐκ τῶν 75 καὶ μένουν ὡς καθαρὸν κεφάλαιον δραχμαὶ 25. Μετὰ ταῦτα ζητεῖται ποῖος εἶναι ὁ τόκος πρὸς 4% τοῦ κεφαλαίου 25· οὗτος εἶναι μία δραχμὴ, ἄρα ὁ γεωργὸς ὀφείλει νὰ πληρόνῃ μίαν δραχμὴν ἐτησίως μέχρις ἀποδόσεως τοῦ κεφαλαίου 25· ἀντὶ τῶν διετῶν ἢ ἐτησίων πληρωμῶν προϊόντων λόγῳ ἐμφυτεύσεως ἢ ἐδαφονομῆς. Προσέτι ὀφείλω νὰ κάμω ἄλλην μίαν παρατήρησιν. Ὁ νόμος οὗτος δὲν ἐννοεῖ ὅτι τὸ καθαρὸν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον πληρόνει ὁ γεωργὸς, ἢ ὁ τόκος τῶν κεφαλαίων εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ τιμαριούχου. Τοῦτο θέλει προσδιορισθῆ παρὰ τῶν δικαστηρίων σύμφωνα μὲ ὅσα εἴπομεν ἀνωτέρω περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου ἢ τῶν δήμων Κερκύρας. Δυνατὸν προσέτι νὰ ἐγερθῇ ἓν ζήτημα ἤδη. Ἡ κυβέρνησις ἐλάμβανε ½, ⅓, ¼, ⅕ ἐκ τοῦ συνόλου τῶν εἰσοδημάτων τοῦ τιμαρίου, τὰ ὁποῖα εἰσέπραττεν ἐκ τῶν γεωργῶν ὁ τιμαριοῦχος· πῶς δυνάμεθα τώρα νὰ εὕρωμεν τὰς ἀναλογίας ταύτας σχετικῶς πρὸς ἓν ἕκαστον κτῆμα; Π. χ. ἡ κυβέρνησις ἐλάμβανε τὸ ½ τοῦ ὅλου τιμαριωτικοῦ εἰσοδήματος· ἑπομένως τὰ ⅔ τοῦ ἄλλου ἡμίσεως θὰ ἀφεθῶσιν ὑπὲρ τῶν γεωργῶν τοῦ τιμαρίου, οἵτινες συνεισφέρουσιν ἄλλοι πλειότερον καὶ ἄλλοι ὀλιγώτερον. Ἀλλὰ τὸ ½ τοῦ ὅλου τιμαριωτικοῦ εἰσοδήματος ἰσοδυναμεῖ μὲ τὸ ἄθροισμα τοῦ ἡμίσεως τῶν συνεισφορῶν ἑκάστου γεωργοῦ, ὥστε τὰ ⅔ τοῦ ἡμίσεως τοῦ κατ’ ἔτος ἢ κατὰ διετίαν πληρονομένου εἰσοδήματος ἐκπίπτουσι κατὰ τὴν ἐκκαθάρισιν ὑπὲρ ἑκάστου τῶν γεωργῶν. Π. χ. ὁ Α. γεωργὸς πληρόνει μίαν ξέστην ἔλαιον κατὰ διετίαν· τὸ ἥμισυ ἐλάμβανεν ἡ Κυβέρνησις· ἡ ἀξία τοῦ ἡμίσεως τούτου εἶναι τὸ ἥμισυ τῆς ἐκκαθαρισθείσης ἀξίας τοῦ εἰσοδήματος. Εὕρομεν κατὰ τὰ ἀνωτέρω, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ εἰσοδήματος ἐτησίως εἶναι δύω δραχμαὶ καὶ τριάκοντα δύω λεπτά· ἕπεται, ὅτι μία δραχ. καὶ δεκαὲξ λεπτὰ ἀνήκουσιν εἰς τὴν κυβέρνησιν, τὰ δὲ ⅔ ταύτης, ἤτοι 77 λεπτὰ δωροῦνται εἰς τὸν γεωργόν. Ἑπομένως ἐκπίπτει ἐκ τοῦ κεφαλαίου 75, τὸ κεφάλαιον δραχ. 19, 25, ὅπερ ἀντιστοιχεῖ πρὸς 4% εἰς τὰ λεπτὰ 77, ἅπερ εἶναι τὰ ⅔ τοῦ φόρου τοῦ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τελουμένου ὑπὸ τοῦ τιμαριούχου.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον τρίτον ὡς ἀνεγνώσθη καὶ ἡρμηνεύθη;
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 3½).