1867.03.31
2,200 rows · 18,852 words · 140 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 79.
Τῆς 31 Μαρτίου 1867.
(Παρασκευή).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως καὶ ἐνεκρίθησαν.
§1Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὴν 28 λήγοντος μηνὸς κατ’ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ὁ κύριος πρόεδρος διώρισε πενταμελῆ ἐπιτροπὴν μεταξὺ τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς, ὅπως ἐπιληφθῇ τῆς ἀνακρίσεως τῶν ἀποδιδομένων εἰς τὸν Βουλευτὴν Γόρτυνος Κ. Σακελλαριάδην μομφῶν. Ἡ ἐπιτροπὴ συνῆλθεν, ἐκάλεσε πρόσωπά τινα νὰ τὰ ἐξετάσῃ· πρὶν ἢ ἐπιληφθῇ δὲ τῆς ἐξετάσεως τῶν προσώπων τούτων, παρέστη ὁ βουλευτὴς κύριος Σακελλαριάδης ὑποδεικνύων, ὅτι ἔχει λόγους ἐξαιρέσεως κατὰ τοῦ κυρίου Μπαλάνου, μέλους τῆς ἐπιτροπῆς, διατεινόμενος, ὅτι πέρυσι διέστη πρὸς αὐτόν. Ὁ κύριος Μπαλάνος ἀντέτεινεν, ὅτι, καί τοι μὴ αἰσθανόμενος λόγους ἐξαιρέσεως, νομίζει, ὅτι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τῆς ἐπιτροπῆς πρέπει νὰ ἀποχωρίσῃ. Τὰ τέσσαρα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἔλεγον, ὅτι δὲν ἐπροτάθησαν ὡρισμένοι λόγοι ἐξαιρέσεως, καὶ ὅτι ὁ κύριος Μπαλάνος ἔπρεπε νὰ μείνῃ· ἐν τούτοις ἡ ἐπιτροπὴ, ἀφοῦ συνεστήθη πενταμελὴς, δὲν ἐνόμισε καθῆκόν της καὶ πρέπον μετὰ ταῦτα νὰ προβῇ εἰς τὰς ἐργασίας της τετραμελὴς, ὅπως μὴ ἡ ἔκθεσις αὐτὴ θεωρηθῇ ὡς κακῶς συντεταγμένη. Διὰ ταῦτα παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς ἀντικατάστασιν τοῦ κυρίου Μπαλάνου.
§2ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΑΛΛΟΙ. Νὰ προχωρήσουν τὰ ὑπάρχοντα μέλη.
§3ΕΤΕΡΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐγκρίνεται ἡ παραίτησις τοῦ Μπαλάνου.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Μπαλάνε, ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνει τὴν παραίτησιν· τί λέγετε;
§5ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Μολονότι ἐγὼ δὲν εὑρίσκω οὐδένα λόγον ἐξαιρέσεως, οὔτε ἐνθυμοῦμαι τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ Κ. Σακελλαριάδης, νομίζω, ὅτι, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ ὑποθέσεως λίαν σπουδαίας, ἀφορώσης τὴν ἠθικὴν ὕπαρξιν τοῦ Κ. Σακελλαριάδου, εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἀποτελῶ μέρος, ὅπως μὴ ἐγερθῶσιν ὑπόνοιαι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐξεπλήρωσε δικαίως καὶ ἀμερολήπτως τὸ καθῆκόν της.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθὲς ἔλαβε τὴν τιμὴν ὁ προεδρεύων Κ. ἀντιπρόεδρος νὰ ἀναφέρῃ ἐνώπιόν σας τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἔμελλον ν’ ἀπαρτίσουν τὴν ἐπιτροπήν· μεταξὺ τούτων εἶχε διορίσει καὶ τὸν Κ. Σωτηρόπουλον· οὗτος ὅμως παρουσίασε λόγον εὔλογον ἐξαιρέσεως, διότι, ὅτε παρουσίασε τὸ νομοσχέδιον περὶ τοῦ φόρου τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου καὶ τοῦ ἐξαγομένου μολύβδου, ὁ Κ. Σακελλαριάδης ὡμίλησε κατά· ἑπομένως, ἵνα μὴ ὑποτεθῇ, ὅτι θέλει μεροληπτήσει, ἐξῄρεσεν ἑαυτόν· ἀντ’ αὐτοῦ διώρισεν ὁ Κ. Ἀντιπρόεδρος τὸν Κ. Γαΐταν, ὁ ὁποῖος εἶναι ξένος. Ἂν θέλετε καὶ ἀντὶ τοῦ Κ. Μπαλάνου θέλομεν διορίσει ἕτερον.
§7ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§8ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἔχω ν’ ἀπαντήσω εἰς μίαν ἐπερώτησιν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κορινθίας κύριος Δημητριάδης ἀπηύθυνεν ἐπερώτησιν εἰς ἐμὲ καθ’ ἣν ὥραν δὲν ἤμην παρών, ὥστε δὲν εἶμαι ἐν πλήρει γνώσει τῶν ὅσων ἐῤῥέθησαν· μοὶ ἔδωκεν ὅμως ὁ ἴδιος καὶ ἐξηγήσεις, ἐφ’ ὧν θέλω φέρει μερικὰς παρατηρήσεις. Ὁ Κ. Δημητριάδης ἀπηύθυνε παράπονα κατὰ τοῦ ἐν Σμύρνῃ Προξενικοῦ ὑπαλλήλου τοῦ διευθύνοντος τὸ προξενεῖον ἐκεῖνο, ὡς ἀρνηθέντος νὰ ἐκτελέσῃ δικαστικὴν ἀπόφασιν· καὶ δὲν περιώρισεν εἰς μόνον τὸν ὑπάλληλον τὰς αἰτιάσεις του, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸν ὑπουργὸν αὐτὸν ἐξέτεινε ταύτας, ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔδειξε τὸν ἀναγκαῖον ζῆλον, ἵνα ὑπερασπίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ζητοῦντος τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως· εἰς ἀπόδειξιν δὲ τούτου σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τῆς ἀναφορᾶς, διὰ τῆς ὁποίας ὁ διάδικος ἐζήτει τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐξέφραζε τὰ παράπονά του, τὸ ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἐνήργησε πρᾶξιν, παρὰ νὰ παραπέμψῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν πρόξενον διὰ τὰ περαιτέρω. Δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα. Τὸ ὑπουργεῖον τὴν ἀναφορὰν ἐκείνην τὴν παρέπεμψεν, ὅπως ἡ ἐπισημειωτικὴ διαταγὴ ἀναφέρει, ἵνα ἐκτελέσῃ ὁ πρόξενος τὴν αἴτησιν ἐφόσον τὸ καθῆκόν του τῷ ἐπιτρέπει καὶ νὰ ἀναφέρῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ὁ διευθύνων τὸ προξενεῖον πραγματικῶς ἀνέφερεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἡ ἔκθεσίς του, ἣν ἀπέστειλε περὶ ταύτης τῆς ὑποθέσεως, δὲν κατετέθη εἰς τὰ ἀρχεῖα ἀλλ’ ἀπεναντίας ἀνεκοινώθη εἰς τὸν διάδικον διὰ τῆς ἀστυνομίας, διὰ τῆς ὁποίας γίνονται αἱ τοιαῦται ἀνακοινώσεις. Ἡ ἀστυνομία, εἰς τὴν ὁποίαν παρεπέμφθη τὸ ἔγγραφον, δυστυχῶς ἀφοῦ τὸ ἀνεκοίνωσε, δὲν ἠξεύρει τί ἔγεινε τὸ ἔγγραφον, ὥστε δὲν τὸ ἔχω ἐδῶ, ὅπως τὸ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν εἰς ἀπολογίαν τοῦ προξενικοῦ ὑπαλλήλου. Ἐκ τῆς ἀναφορᾶς ὅμως τοῦ διαδίκου, ἡ ὁποία ἐπεδόθη παρὰ τοῦ βουλευτοῦ Κ. Ἀρώνη, συνάγεται, ὡς ὁ ἴδιος διάδικος ὁμολογεῖ, ὅτι ὁ πρόξενος δὲν ἐξετέλεσε τὴν ἀπόφασιν, διότι δὲν ἦτο εἰς θέσιν νὰ προκαταβάλῃ οὗτος τὰς δαπάνας. Ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ἐννοῶ τί ἀπαιτεῖ ὁ κύριος Ἀρώνης καὶ ὁ Κ. Δημητριάδης. Ὁ νόμος ἀπαιτεῖ τὴν προκαταβολήν. Πῶς δύναται νὰ ἔχῃ ἀπαιτήσεις ὁ διάδικος ὅπως ἡ προκαταβολὴ γίνῃ παρὰ τοῦ προξένου, ἢ ὅπως τὸ ὑπουργεῖον διατάξῃ τὸν προξενικὸν ὑπάλληλον νὰ κάμῃ τὴν προκαταβολήν; Ὁ κύριος Δημητριάδης, ἐξ ὅσων ἤκουσα, συνάγει καὶ τὰ ἑξῆς, ὅτι ὁ πρόξενος ἠρνήθη νὰ ἐκτελέσῃ ἐπὶ τῷ λόγῳ, ὅτι εἷς τῶν διαδίκων ἦτο ὑπήκοος ὀθωμανός. Τὸ ὑπουργεῖον, κύριοι, δὲν δύναται νὰ γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ ὑπηκοότης ἑνὸς διαδίκου. Δύναται κατόπιν, ἀφοῦ ἐκτελεσθῇ ἡ ἀπόφασις, νὰ πληροφορηθῇ τί ἔγεινε περὶ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἂν ἰδῇ, ὅτι ἐκ κακῆς προθέσεως καὶ ἀνικανότητος ἠδίκησεν εἷς προξενικὸς ὑπάλληλος πολίτας ἕλληνας ἔχοντας δίκας ἐκκρεμεῖς, νὰ φροντίσῃ ἵνα ἐπέλθῃ ἡ ἐπανόρθωσις καὶ τιμωρηθῇ ὁ ὑπάλληλος· ἀλλ’ ἐφόσον ἡ διαφορὰ εἶναι ἐκκρεμὴς, τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐπεμβαίνει, ὁ πρόξενος ἐνεργεῖ ὡς δικαστὴς καὶ δὲν ἔχει τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν ἐπὶ τῶν προξενικῶν ὑπαλλήλων πλειοτέραν δικαιοδοσίαν ὅσης ἔχει τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Νομίζω, ὅτι ὁ κύριος Δημητριάδης, ὁ ὁποῖος εἶναι νομικὸς διακεκριμένος, ἀντὶ νὰ προσβάλῃ τὸ ὑπουργεῖον διότι δὲν παρενέβη, ἔπρεπε νὰ τὸ ἐπαινέσῃ, διότι δὲν ἤθελε νὰ μεροληπτήσῃ, ἀλλ’ ἁπλῶς ἀνέφερεν εἰς τὸν πρόξενον τὰ καθήκοντά του. Πρὸς τούτοις μοὶ εἶπεν ὁ Κ. Δημητριάδης, ὅτι εἶχε λόγους κατὰ τοῦ προξενικοῦ ὑπαλλήλου, ὅτι μεροληπτεῖ, ὡς ἐξάγεται ἐξ αὐτῆς τῆς ἀποφάσεως, διότι ἀπῄτησε τὴν προσαγωγὴν ἀποδείξεών τινων καὶ ἠρώτησεν ἂν ἔγεινεν ἀνακοπὴ ἢ ἀναίρεσις, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ γίνωνται αὐτεπαγγέλτως ὑπὸ τῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῶν διαδίκων καὶ τοῦ δικηγόρου. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι ὑπάρχουσι περιπτώσεις ἐν τῇ δικονομίᾳ, καθ’ ἃς ὁ δικαστὴς ὀφείλει νὰ πληροφορῆται ἂν ἔγεινεν ἀνακοπὴ ἢ ἀναίρεσις, π. χ. ὅταν πρόκειται περὶ ἐκτελέσεως κατὰ τρίτου. Τὸ ὑπουργεῖον ὅμως δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς ταῦτα. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι ἀφοῦ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις, τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ πῶς ἐφέρθη ἐπὶ ταύτης ὁ πρόξενος, καὶ ἂν δύναται νὰ πληροφορηθῇ ἐκ τῶν ἐγγράφων, καλῶς, ἄλλως νὰ πράξῃ περὶ τούτου ὅ,τι καὶ περὶ ἄλλων, νὰ στείλῃ ἐπιθεωρητὴν ἵνα φέρῃ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας δὲν ἔχει τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τότε τὸ ὑπουργεῖον θέλει λάβει ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα· γνωρίζομεν ὅμως ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔχει τὰς ἀρίστας περὶ αὐτοῦ πληροφορίας, καὶ ὅτι τὴν διαγωγήν του, τὴν ἱκανότητά του ἐξετίμησαν ὅλοι οἱ προκάτοχοι. Ὁ κύριος Δεληγεώργης τοσαύτην ἐμπιστοσύνην εἶχε πρὸς τὸν ὑπάλληλον αὐτὸν, ὥστε τῷ ἀνέθεσε τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς τῶν σπουδαιοτέρων προξενείων τοῦ κράτους, καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ προκατόχου μου ἦτο δικαία, διότι ὁ ὑπάλληλος οὗτος, ἐφόσον ἠδυνήθην νὰ μάθω, ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του μετὰ πολλῆς συνειδήσεως καὶ ζήλου.
§9ΑΡΩΝΗΣ. Ὁ Εὐθύμιος δι’ ἀναφορᾶς του, τῆς 2 Ἰουλίου 1866 ἐζήτησε τὴν προσωπικὴν κράτησιν τοῦ ἀντιδίκου· ὁ πρόξενος εἶπε, παραγγέλλω νὰ γείνῃ μετὰ 30 ἡμέρας. Ἔφθασε τὸ πλοῖον εἰς τὸν ἐκεῖ λιμένα τῆς Σμύρνης· ὁ Εὐθύμιος ζητεῖ δι’ ἀναφορᾶς του τὴν κατάσχεσιν τοῦ πλοίου, 5 Αὐγούστου 1866, ὁ πρόξενος δὲν τοῦ δίδει ἀπάντησιν καὶ δὲν ἐνεργεῖ τίποτε· τὸ πλοῖον ἔμεινε καὶ ἐξεφόρτωσεν ἐκεῖ τὸν σῖτον τὸν ὁποῖον εἶχε, καὶ μένει διὰ 30 ἡμέρας καὶ ἀναχωρεῖ τὸ πλοῖον. Βλέπων ὁ Εὐθύμιος, ὅτι τὸν ἠπάτησεν ὁ πρόξενος, παρουσιάζει ἄλλην ἀναφορὰν, 13 Σεπτεμβρίου 1866, καὶ τοῦ λέγει διὰ τί δὲν ἔγεινεν οὔτε ἡ κράτησις, οὔτε ἡ κατάσχεσις τοῦ πλοίου; Τότε μόνον τοῦ εἶπε νὰ προκαταβάλῃ τὰ ἔξοδα τοῦ κλητῆρος ἀορίστως, καὶ προτείνει ὁ πρόξενος νὰ συμβιβασθῇ, νὰ λάβῃ ἑκατὸν τάλληρα μόνον, τὰ ὁποῖα, εἶπεν, ἐγὼ σοῦ τὰ δίδω. Μετὰ ταῦτα ὁ Εὐθύμιος ἔκαμεν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὅπως παραγγείλῃ εἰς τὸν πρόξενον νὰ ἐνεργήσῃ. Μετὰ 5 ἡμέρας ἐπανέρχεται τὸ πλοῖον εἰς τὸν λιμένα, καὶ δίδει ἐκ νέου ἀναφορὰν εἰς τὸν πρόξενον νὰ κατασχεθῇ τὸ πλοῖον, 31 Ἰανουαρίου 1867· ἐδέχθη νὰ γίνῃ ἡ κατάσχεσις, ἀλλὰ δὲν ἐνήργησε τίποτε· 11 Φεβρουαρίου 1867 διεμαρτυρήθη κατὰ τοῦ προξένου· τὴν 13 τοῦ ἰδίου προφασισθεὶς ὁ πρόξενος λέγει, ὅτι, ἐὰν δὲν μοὶ φέρῃς πιστοποιητικὸν τοῦ προξενείου Κωνσταντινουπόλεως, ὅτι δὲν ἀνεκόπη ἡ δίκη, οὔτε ἐφεσίβληθη, δὲν ἐνεργῶ τίποτε. Ὁ Εὐθύμιος ἐπανέρχεται εἰς Κωνσταντινούπολιν, φέρει τὸ πιστοποιητικὸν, τὸ παρουσιάζει δι’ ἀναφορᾶς του 4 Μαρτίου 1867, καὶ αἰτεῖ τὴν κατάσχεσιν τοῦ πλοίου ὅπου ἦτον ἐκεῖ κενόν· τότε προφασισθεὶς, εἶπεν, ὅτι εἶναι ἕτοιμον πρὸς ἀπόπλουν καὶ δὲν ἠμπορῶ, ἐνῷ ἦτο κενὸν καὶ χωρὶς ναύτας. 11 Μαρτίου 1867 ὁ Εὐθύμιος ζητεῖ τὸν λιμενάρχην νὰ λάβῃ πιστοποιητικὸν, ὅτι εἶναι κενὸν καὶ χωρὶς ναύτας· ὁ λιμενάρχης ἐρωτᾷ τὸν πρόξενον καὶ τοῦ λέγει, ὅτι δὲν συγχωρεῖται νὰ δίδωνται τοιαῦτα πιστοποιητικά. Τότε ἐζήτησεν ἀπὸ πολίτας καὶ τοῦ ἔδωκαν πιστοποιητικόν· ὁ πρόξενος ἐκ νέου προτείνει τὸν συμβιβασμὸν εἰς τὸν Εὐθύμιον, νὰ τοῦ δώσῃ ἑκατὸν πεντήκοντα δίστηλα. Εἶναι ἀπάτη τοῦ προξένου ἢ δὲν εἶναι; Αὐτὸν τὸν δυστυχῆ τὸν ἔκαμε νὰ τρέχῃ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ ἀπὸ τὴν Σμύρνην καὶ νὰ ἐξοδεύηται διὰ νὰ ἠμπορέσῃ νὰ κερδήσῃ τὴν δίκην του! διὰ τί νὰ τοῦ κάμῃ αὐτὰς τὰς στρεψοδικίας ὁ πρόξενος; Τώρα λοιπὸν τί πρέπει νὰ κάμῃ ὁ ἄνθρωπος; Τοῦ ἐζήτησε πιστοποιητικόν. Διὰ τί νὰ μὴν ἐνεργήσῃ κατάσχεσιν τοῦ πλοίου; Τοῦ εἶπε «νὰ σοῦ δώσω 150 τάλληρα καὶ νὰ φύγῃς». Τί εἶναι ὁ πρόξενος; μεσίτης; Πρὸς τούτοις ἀπεποιήθη νὰ τοῦ δώσῃ δύω ἀναφορὰς, τὰς ὁποίας τοῦ παρουσίασε 2 Ἰουλίου 1866 καὶ 5 Αὐγούστου.
§10Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ὁ πτωχὸς, περὶ οὗ πρόκειται, ἐπέτυχεν ἀπόφασιν τοῦ ἐν Κωνσταντινουπόλει δικαστηρίου, διὰ τῆς ὁποίας κατεδικάζετο ὁ ἀντίδικός του νὰ τοῦ δώσῃ μίαν ποσότητα χρημάτων. Τὴν ἀπόφασιν ταύτην ἐκοινοποίησε τακτικῶς· ὁ ἀντίδικός του ὅμως κατέφυγεν εἰς Σμύρνην, καὶ ἐκεῖ ὁ πρῶτος ἐζήτησε παρὰ τοῦ προξένου νὰ προσωποκρατηθῇ. Ὁ πρόξενος ἠρνήθη ἁπλῶς καὶ καθαρῶς νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν· ἄλλως τε οὔτε δικαιώματα εἶχεν ἀνάγκην νὰ ζητήσῃ, οὔτε πιστοποιητικά. Ἀπέστειλε δὲ ἐκ τῆς οἰκίας του καὶ ἄνθρωπον ἄγνωστον καὶ τοῦ εἶπε, πάρε 150 τάλληρα καὶ φύγε. Ὁ δανειστὴς, Ἑπτανήσιος, ξένος καὶ μὴ ἔχων γνωρίμους εἰς τὸν τόπον, ἀνεχώρησεν ἰδὼν ὅτι ἀνεχώρησε καὶ ὁ ὀφειλέτης. Μετὰ παρέλευσιν ἡμερῶν τινων κατέπλευσε τὸ πλοῖον τοῦ ὀφειλέτου εἰς Σμύρνην, ἐπανέρχεται καὶ ζητεῖ νὰ κρατηθῇ τὸ πλοῖον, ὁ δὲ πρόξενος τοῦ λέγει, χρειάζεται νὰ μοῦ φέρῃς τὸ πιστοποιητικόν. Λέγει, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι δὲν πρόκειται περὶ σχέσεων τρίτου, οὔτε περὶ ἀποφάσεως κατὰ τρίτου, ἀλλὰ περὶ κατασχέσεως πλοίου συνεπεία ἀποφάσεως καταδικαζούσης τὸν κύριον τοῦ πλοίου· ἅμα ἔφερε τὸ πιστοποιητικὸν, ἀμέσως τοῦ προτείνεται ἡ ἔνστασις ἐκκρεμοδικίας, ἐνῷ ἡ ἐμπορικὴ ἔφεσις δὲν ἀναστέλλει τὴν ἐκτέλεσιν. Φέρει τὸ πιστοποιητικὸν καὶ παρακαλεῖ νὰ γίνῃ ἡ κατάσχεσις τοῦ πλοίου· ὁ πρόξενος ὅμως τοῦ λέγει, ὅτι, ἀφοῦ ἐσκέφθη ὡρίμως, δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ τὴν κατάσχεσιν, διότι τὸ πλοῖον εἶναι ἕτοιμον πρὸς ἀπόπλουν, καὶ κατὰ τὸν νόμον τὸν ἐμπορικὸν, ὅταν ἓν πλοῖον ᾖναι ἕτοιμον πρὸς ἀπόπλουν καὶ ἔλαβε τὰ ἀποδημητήριά του, δὲν δύναται νὰ κατασχεθῇ. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ὑπῆρχεν, οὔτε ὁ πρόξενος ἔφερε πιστοποίησιν ὅτι τὸ πλοῖον ἐξεφόρτωσεν· ἀφοῦ δὲ δὲν ἐξεφόρτωσε, πῶς ἦτο ἕτοιμον πρὸς ἀπόπλουν; Ἕνεκα τούτων ἔρχεται ἐνταῦθα ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς καὶ καταγγέλλει τὸν πρόξενον εἰς τὸ ὑπουργεῖον· τὸ ὑπουργεῖον ὅμως ἀντὶ νὰ προσκαλέσῃ τὸν πρόξενον ν’ ἀπολογηθῇ καὶ νὰ διατάξῃ ῥητῶς καὶ καθαρῶς νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, ἠρκέσθη νὰ τοῦ εἴπῃ, νὰ μᾶς ἀναφέρῃς τί ἔγεινεν. Ἡμεῖς συνειθίσαμεν νὰ ἤμεθα σκαιότεροι ἀλλ’ ὁσάκις προσκαλεῖ ὑποδεεστέρους ὑπαλλήλους, τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν, βλέπομεν ὅτι ὁμιλεῖ εἰς αὐτοὺς μὲ γλῶσσαν ἁβρόφρονα. Ὁ πρόξενος λαβὼν τὸ ἔγγραφον αὐτὸ, εὗρε λόγους καὶ λόγους σπουδαίους ν’ ἀπαντήσῃ, τοὺς ὁποίους δὲν εἶχε πρὶν ἀναφέρει· εἶπεν, ὅτι δὲν κατέθεσε τὰ ἀπαιτούμενα χρήματα, ἵνα στείλῃ νὰ τὸν συλλάβῃ εἰς ἕτερον τόπον, καὶ δεύτερον, ὅτι ἦτον ὁ ὀφειλέτης καὶ ὀθωμανὸς ὑπήκοος· ἐνῷ, ὅταν ἐδικάσθη εἰς τὸ ἐφετεῖον καὶ τοῦ εἶπον, ὅτι εἶναι ὑπήκοος ὀθωμανὸς, αὐτὸς διεμαρτυρήθη, ὁ πρόξενος τὸν ἔκαμε τοῦρκον. Ἔρχεται ἤδη ὁ Κύριος ὑπουργὸς καὶ σᾶς λέγει, δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα νὰ ἐπεμβῶμεν πλειότερον, καὶ μόνον εἴχομεν τόσην ὅσην τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης πρὸς τοὺς δικαστάς· ἡμεῖς δὲν ζητοῦμεν πλειότερον. Δὲν εἶναι δικαστικὰ μόνον τὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ πρόξενος· εἶναι καὶ διοικητικὰ, καὶ ἐπὶ τούτων ἔχει ἁρμοδιότητα τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Δὲν ἔχει ἁρμοδιότητα νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὁ ὀφειλέτης ᾖναι ὑπήκοος ὀθωμανός.
§12Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχει πλοῖον μὲ ἑλληνικὴν σημαίαν καὶ ἤδη ὁ πρόξενος τὸν ἔκαμε τοῦρκον. Θὰ ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν ὅταν, τελειώσῃ, μᾶς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργός· ἐγὼ, Κύριοι, δὲν δύναμαι παρὰ νὰ συγχαρῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν διὰ τὸν ζῆλον καὶ τὴν προθυμίαν, τὴν ὁποίαν δεικνύει ὑπερασπιζόμενος τοὺς ὁμογενεῖς.
§13ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ παραδέχομαι ὅσα εἶπεν ὁ Κ. Δημητριάδης, ὅτι πολὺ πιθανὸν νὰ ὑπῆρχον ἀμφισβητήσεις καὶ ἐνστάσεις περὶ τῆς μὴ πλήρους ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων τοῦ Προξένου· ἂν ὅμως τὸ ὑπουργεῖον ἐπενέβαινεν εἰς τοιαύτας ἐξετάσεις, θὰ ἐξετίθετο εἰς τὴν δικαίαν μομφὴν τοῦ Κ. Δημητριάδου, ὅτι ἐπεμβαίνει εἰς καθήκοντα ἀλλότρια. Κατόπιν θέλομεν ἐξετάσει, ὅτε θέλει ἀποδειχθῇ, ἂν ὁ πρόξενος κακῶς διεξήγαγε τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§14ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Φρονῶ, ὅτι ὁ ἁρμόδιος εἰσηγητὴς δὲν ἐξετίμησε τὰ ἀδικήματα τοῦ ἀναφερομένου· ὡς ἐκ τούτου νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ζητήσῃ λεπτομερῆ ἀπολογίαν παρὰ τοῦ Κ. προξένου ἐπὶ ποινῇ παύσεως.
§15ΑΡΩΝΗΣ. Εἰς τὴν Σμύρνην οἱ πατριῶται μας, ἕνεκα τῆς μὴ ὑπερασπίσεως αὐτῶν παρὰ τοῦ προξένου, ἐπῆγαν νὰ γείνουν ὑπήκοοι ὀθωμανοὶ, διότι δυσκόλως ὑπερασπίζονται· καὶ ἤθελον νὰ σᾶς ἀναφέρω διάφορα γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ἀλλὰ δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς προσωπικότητας. Πρέπει ὅμως ὁ Κ. ὑπουργὸς καὶ ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἐνταῦθα, ὅπου παραβιάζονται τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν καὶ δὲν λαμβάνουν οἱ πολῖται μεγάλην ὑπεράσπισιν, καὶ οἱ πρόξενοι ἀμαυροῦσι τὸν ἑλληνικὸν χαρακτῆρα. Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὁ πτωχὸς τώρα τί πρέπει νὰ πράξῃ; ἐξήντλησε τὰς δυνάμεις του, τὸ ὑλικόν του, δὲν ἔχει πλέον μέσα· παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ, ὥστε νὰ δικασθῇ ἄνευ ἐξόδων. Λοιπὸν τοῦτο μόνον μένει εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ κάμῃ μίαν ἀπόφασιν, ὥστε χωρὶς πληρωμὴν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ τελειώσῃ τὴν ὑπόθεσίν του.
§16ΤΙΝΕΣ. Προχώρει, κ. Πρόεδρε.
§17ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὅταν ὑπάρχῃ μία ἀπόφασις ὁριστικὴ, πρέπει νὰ λάβῃ τὴν ἐκτέλεσίν της· ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας ὑπάρχει ὁ τύπος καθ’ ὃν ἐκτελοῦνται αἱ ὁριστικαὶ ἀποφάσεις, ὑπάρχουν οἱ κλητῆρες οἵτινες ἐὰν εὕρουν ἀντίστασιν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν προσκαλοῦν τὴν δημοσίαν δύναμιν καὶ τὴν ἐκτελοῦν. Ἐξωτερικῶς ἔχομεν τοὺς προξένους· τώρα οἱ πρόξενοι αὐτοὶ ἠμποροῦν νὰ ἀποφύγουν τὴν ἐκπλήρωσιν αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος; τότε ποῖος θὰ ἐκτελέσῃ αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις; Ἐννοεῖται λοιπὸν, ἐὰν ὑπάρχῃ ὁριστικὴ ἀπόφασις, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συστήσῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ νὰ γίνῃ ἡ ἐκτέλεσίς της, καὶ νὰ γίνῃ καὶ μία ἀνάκρισις, διότι ἡ προξενικὴ ὑπηρεσία δὲν εἶναι καλὰ συστημένη· ἀείποτε ἔχομεν πολλὰ παράπονα κατὰ τῶν προξενικῶν ἀρχῶν. Ἐπειδὴ ἀπορεῖ τὸ προεδρεῖον τί νὰ κάμῃ, λέγω ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ ἡ ὑπόθεσις εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ἐκτελεσθῇ ἡ ὁριστικὴ ἀπόφασις, ἐὰν ὑπάρχῃ, καὶ νὰ ζητηθῇ λόγος διατί δὲν ἐξετελέσθη. Αὐτὸς εἶναι ὁ λογικώτατος τύπος εἰς τοιαύτας περιστάσεις.
§18ΤΙΝΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, δόσατε τέλος νὰ προχωρήσωμεν.
§19ΠΑΝΑΡΕΤΟΣ. Τοὐλάχιστον αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἠδικήθη καὶ πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῇ. Ἔχομεν ἀρκετὰ πληροφορηθῆ ἀπὸ τοὺς Κυθηρίους τὸ τί ἔκαμαν οἱ πρόξενοι πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ὑπηκόων ἑλλήνων πρέπει νὰ παυθῇ αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος.
§20Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἀδικηθέντων ἔστειλα εἰδικὸν ἀνακριτήν.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλά.
§22ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Προχθὲς ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων κ. Πετιμεζᾶς ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῆς καταστάσεως εἰς ἣν εὑρίσκεται ἡ ὑπόθεσις τοῦ κληροδοτήματος Στουρνάρη· ἐξέτασα εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ δὲν εὗρον οὐδεμίαν ἐνέργειαν ἀπὸ τοὺς προκατόχους μου, διότι, καθόσον ἐνθυμοῦμαι ὡς βουλευτής, ὅταν κατὰ πρώτην φορὰν ἐδημοσιεύθη ἡ διαθήκη, δὲν ἔδιδεν οὐδὲν δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ὡς ἐκτελεστὰς τῆς διαθήκης του ἄφησε τὰ τότε νομοθετικὰ σώματα καὶ τὸν θεῖόν του. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐπέμβῃ εἰς καθήκοντα ἀλλότρια· νομίζω, κατὰ τὴν διαθήκην, ἁρμοδία εἶναι ἡ Βουλὴ καὶ ἑπομένως δύναται νὰ διορίσῃ ἓν μέλος ἵνα ἐξετάσῃ.
§23ΤΙΝΕΣ. Δύω.
§24ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καλὰ· ἐγὼ δὲν κάμνω πρότασιν, λέγω μόνον, ὅτι δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Κυβερνήσεως, κατὰ τὴν διαθήκην τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σεβασθῶμεν.
§25ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅ,τι ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς εἶπε δὲν ἦτο ἄγνωστον· ἡ Βουλή, νομίζω, ὕστερον ἀπὸ τὴν ἐπερώτησιν ἐπεφόρτισε τὸν ὑπουργὸν νὰ ἐξετάσῃ εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ ἐκκρεμὴς δίκη.
§26ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία κατὰ τὴν διαθήκην.
§27ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἡ Βουλὴ σᾶς ἐπιφορτίζει νὰ ἐξετάσητε, ὄχι νὰ διαχειρισθῆτε· καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἔπρεπεν ἐν καιρῷ τῆς Συνελεύσεως, ἀφοῦ τὰ δύω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τὰ ἀπὸ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων ἐκλεγόμενα κατηργήθησαν ἕνεκα τῆς καταργήσεως τῶν νομοθετικῶν ἐκείνων σωμάτων, νὰ ἐκλεχθῶσιν εἴτε ἓν εἴτε δύω μέλη ἐκ τῆς Συνελεύσεως, καὶ κατόπιν, ταύτης διαλυομένης, ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ἐξέλεγξις καὶ διαχείρισις τῆς περιουσίας αὐτῆς, ὥστε νὰ ἔλθῃ εἷς ἀπολογισμὸς περὶ τῶν ἐξοδευθέντων, περὶ τῶν εἰσπραχθέντων, περὶ τῆς καταστάσεως τῆς δίκης, διότι πρόκειται, κύριοι, περὶ 40,000 ταλλήρων. Νομίζω λοιπὸν εἴτε νὰ ἐπιφορτίσῃ τὸ ὑπουργεῖον ἡ Βουλὴ, εἴτε ἡ Βουλὴ νὰ ἐκλέξῃ δύω ἢ ἓν ἐκ τῶν μελῶν αὑτῆς, διὰ νὰ ἐξακολουθήσῃ αὐτὴ ἡ διαχείρισις καὶ ἐξέλεγξις τῆς περιουσίας αὐτῆς. Ἐγὼ, ὅταν ἦλθον εἰς βοήθειαν τοῦ ἐπερωτήσαντος κ. Πετιμεζᾶ, ἠθέλησα νὰ ἐννοήσω ν’ ἀναθέσῃ ἡ Βουλὴ τὴν προσωρινὴν ἁρμοδιότητα εἰς τὸ ὑπουργεῖον διὰ νὰ ἐξετάσῃ. Ὅταν ἐγὼ, κύριοί μου, ἤμην μέλος, δὲν ἔπραξα τίποτε, διότι μετ’ ὀλίγον ἔπαυσα· ἔκτοτε ἀνέλαβεν ὁ μακαρίτης Μανάκης· καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ὑπηρεσίας μου αὐτῆς ἐγὼ οὔτε λεπτὸν ἔλαβα, οὔτε λεπτὸν ἐξώδευσα.
§28ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ δίκη ποῦ εἶναι;
§29ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ ἐδῶ δικαστήρια.
§30ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Παρατηρῶ, κύριοι, ὅτι ὅσον μεγάλην σημασίαν ἔχει τὸ πρᾶγμα, εἰς τόσην ἐπιπολαιότητα καὶ ἄγνοιαν, εὑρισκόμεθα· καὶ προχθὲς ἔκαμα αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶναι τὸ πρῶτον φιλογενέστατον δεῖγμα τὸ ὁποῖον ἔδειξεν αὐτὸς ὁ μακαρίτης Στουρνάρης. Δὲν ἦτο ἄμοιρος οὔτε συγγενῶν, οὔτε φίλων, καὶ παρούσης καὶ Κυβερνήσεως, ἥτις ὅλα τ’ ἀπεῤῥόφα κατὰ τὸ σύστημά της αὐτὸς ἐβάθυνε περισσότερον εἰς τὴν καρδίαν τοῦ ἔθνους· εἶπεν, ὅτι θέλω τὴν περιουσίαν μου, τὴν ὁποίαν ἀπέκτησα μετὰ κόπων καὶ μόχθων, νὰ τὴν ἀφιερώσω εἰς τὴν πατρίδα μου, καὶ ἐνόμισα, ὅτι δὲν εὑρίσκω ἀσφαλεστέραν ἐγγύησιν παρὰ τὰ νομοθετικὰ σώματα. Ἰδέτε μὲ πόσην ἐπιπολαιότητα ἀκούομεν, ὅτι εἶναι μία δίκη καὶ εὐχαριστούμεθα εἰς τὰ λεγόμενα, καὶ ἐντοσούτῳ ἀφορᾷ ἑκατομμύρια καὶ εἶναι 15 ἤδη ἔτη. Ἐπιτρέπεται λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀμέλεια ἐπὶ 15 ἔτη, καὶ δὲν ὀφείλομεν νὰ λάβωμεν ἀκριβῆ γνῶσιν ποῦ εὑρίσκεται ἐξησφαλισμένη; Ὁ μακαρίτης ἀφῆκε κληρονόμον τὸ ἔθνος καὶ ἐκτελεστὴν τὰ τότε νομοθετικὰ σώματα· ἡ περιουσία εὑρίσκεται ἐξησφαλισμένη εἰς τραπέζας, εἰς ἐπιχειρήσεις σιδηροδρόμων, ἄλλα εἰς ἑταιρίας καὶ εἰς δάνεια· μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχει ἓν δάνειον ἐκ 40,000 ταλλήρων πρὸς τὴν ἑταιρίαν τοῦ ἐξαδέλφου, τοῦ συγγενοῦς του Τοσίτζα, καὶ πάντα μὲν τ’ ἄλλα ποσὰ τὰ ὁποῖα μνημονεύονται ἐν τῇ διαθήκῃ του ὅλα συνήχθησαν, ἀλλὰ τὸ ποσὸν, ὅπερ ὑπάρχει εἰς συντροφικὴν ἑταιρίαν τοῦ Τοσίτζα, αὐτὸ ἀπωλέσθη.
§31ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀπωλέσθη.
§32ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τέλος πάντων δὲν ὑπάρχει· δὲν θὰ ἠξεύρομεν καλὰ ὅλα δυστυχῶς, διότι πάντοτε ἐπιπολαίως ἐσυζητήσαμεν καὶ δὲν ἦλθε κανὲν βέβαιον. Ἔλεγον τότε, περιποιούμεθα τὸν Τοσίτσαν, καὶ φερόμεθα οὕτως, ὥστε ἀφίνομεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· ἅμα μετὰ τὸν θάνατόν του ἴδομεν τί ἄφησε καὶ αὐτός· εἶπον νὰ εἰσαχθῇ εἰς δίκην μετὰ παρέλευσιν 15 ἐτῶν, καὶ τώρα δὲν ἠξεύρομεν ποῦ εὑρισκόμεθα. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ μία ἔκθεσις περὶ τῶν συμβάντων, διὰ νὰ ἴδωμεν ποῦ εὑρίσκεται αὐτὴ ἡ περιουσία. Ἂν ἴσως δὲν ὑπάρχῃ κανεὶς καὶ ὑπάρχῃ χηρεύουσα περιουσία, τότε δίδομεν ἐντολὴν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπέμβῃ, νὰ τὰ ἐξελέγξῃ καὶ μᾶς τὰ παρουσιάσῃ.
§33ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔχε δικαίωμα ἡ Βουλή.
§34ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔχει.
§35ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τότε μεταβάλλετε τὴν θέλησιν τοῦ μακαρίτου Στουρνάρη· αὐτὸς ἠθέλησε τὰ νομοθετικὰ σώματα νὰ ἐκτελέσωσι τὴν διαθήκην του· διατί ἀποφεύγομεν;
§36ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν εἶπον νὰ μεταβιβάσωμεν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Κυβέρνησιν· εἶπον νὰ δώσωμεν παραγγελίαν, διαταγήν. Καὶ, κύριοι, τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς ποῖος εἶναι ὁ ἐκτελεστής, παρὰ τὸ ὑπουργεῖον; Μόλα ταῦτα, ἂν θέλετε, νὰ ἐκλεχθῇ μία τριμελὴς ἐπιτροπὴ νὰ τὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἐξετάσῃ.
§37ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, μάλιστα, καὶ ὡς μέλη αὐτῆς εἶναι κατάλληλα καὶ ὁ κ. Πλατύς........
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, τὴν δευτέραν.
§39ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, εἰς τὰ πρακτικὰ παρετηρήθη μία ἔλλειψις 1) παρελείφθη ἡ θέσις κτηματιῶν.
§40ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Προσετέθη.
§41ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Χθὲς καὶ ὁ Πρόεδρος καὶ ἡ Βουλὴ ἐνόησαν ὅτι ἐπέρασεν ὁ λαχανοπώλης εἰς τὴν πρώτην καὶ ὄχι εἰς τὴν δευτέραν κλάσιν.
§42ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν τρίτην εἴπομεν χθές· χθὲς ἐπρότειναν, κύριοι ὁ ἐπιτηδευματίας, πωλητὴς πτηνῶν καὶ λαχάνων, ὁ ὁποῖος κατατάσσεται εἰς τὴν δʹ. κλάσιν τῆς ἀ. κατηγορίας, νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν πρώτην, ἐγὼ εἶπον νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν τρίτην, καὶ ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη.
§43ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι παρεδέχθη ὁ ὑπουργὸς τὴν τροποποίησιν τὴν ἰδικήν μας, δηλ. νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν βʹ. κλάσιν τῆς ἁ. κατηγορίας καὶ ὄχι εἰς τὴν γʹ.
§44ΤΙΝΕΣ. Ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ.
§45ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐρωτήσατε, Κ. Πρόεδρε, ἂν ἔχωσι καλῶς τὰ πρακτικά.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἔχουσι καλῶς, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· παρεδέχθη. Ἔχομεν διαφόρους τροπολογίας, καὶ ἰδίως ἐπὶ τοῦ συζητουμένου νομοσχεδίου οἱ βουλευταὶ Μπαλάνος καὶ Κουρῆς ἔχουσι πρότασιν, Ὁ βουλευτὴς Μανουσάκης ὑποβάλλει πρότασιν. Ὁ Κ. Θεοχάρης ἐπίσης περὶ ναυτικῆς φάλαγγος.
§47ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Νὰ τυπωθῶσι. Ἐδῶ ἔχομεν καὶ ἀναφορὰν τοῦ ἀντιπλοιάρχου Ἀναστ. Ῥομπότζη περὶ τοῦ καταπατουμένου βαθμοῦ του.
§48ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Παπαμιχαλόπουλος ἔχει προσθήκην εἰς τὸ περὶ ἐγγείου φόρου νομοσχέδιον.
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ
Τοῦ ἄρθρου 8 τοῦ περὶ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐγγείου φόρου καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικαρπίας διὰ τὸ ἔτος 1867 Νομοσχεδίου. Ἄρθρον 8. «Δὲν ὑποβάλλονται εἰς δικαίωμα ἐπικαρπίας αἱ ὁπωσδήποτε πρὸς ἰδιώτας παραχωρηθεῖσαι ἐθνικαὶ γαῖαι, ἂν παρεδόθη εἰς αὐτοὺς τὸ παραχωρητήριον πρὸ τῆς 1 Ἀπριλίου ε. ε. Τὸ ὁλοκάρπωμα τῶν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ΙΖʹ. νόμου τῆς 20 Δεκεμβρίου 1863 ἐκποιουμένων ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ἀνήκει εἰς τὸν ἀγοραστὴν τοῦ κτήματος, ἐὰν κατεκυρώθη εἰς αὐτὸν τὸ κτῆμα κατὰ τὸ ἄρθρον 8 § 5 τοῦ νόμου τούτου πρὸ τῆς ἐκδόσεως τῆς διακηρύξεως τοῦ ἁρμοδίου οἰκονομικοῦ ἐφόρου περὶ ἐνοικιάσεως τοῦ ὁλοκαρπώματος τῶν τοιούτων ἐθνικῶν καὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων». Ἐν Ἀθήναις, τὴν 30 Μαρτίου 1867.
Ὁ βουλευτὴς
Ν. ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΔΟΣ.
§50Λ. ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, ἡ χθεσινὴ συνεδρίασις καὶ συζήτησις περὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ τὰ σήμερον πάλιν λεχθέντα μὲ ἔφεραν ἐν μέρει εἰς ἔκπληξιν, διότι ἀφ’ ἑνὸς εἶδα ἕνα μέγαν διϊσχυρισμὸν ἐκ μέρους τοῦ τε εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ὅτι δὲν ὑπῆρξεν ἡ δέουσα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου προσοχὴ, ὥστε οἱ βουλευταὶ δὲν ἤκουσαν περὶ τίνος πρόκειται. Ἐνόμισα λοιπὸν, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐπειδὴ θεωρῶ ὅτι εἶμαι εἰς τοῦτο ἁρμόδιος, ἀφοῦ ὡμίλησα καὶ ὅτε οἱ ἐπιτηδευματίαι πολῖται Ἀθηνῶν συνῆλθον εἴς τινα συνεδρίασιν, ἀποτέλεσμα τῆς ὁποίας ἐπῆλθεν, ὅτι τινὲς παρεξήγησαν τὸ πνεῦμα αὐτῆς καὶ ἐξελθόντες προσέβαλον τινὰς ἐκ τῶν βουλευτῶν. Καὶ ἐνθυμεῖσθε τὸ ἄθλιον ἀποτέλεσμα τῆς τοιαύτης συνεδριάσεως. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἡ ἐπικρατοῦσα τοῦ τόπου ἀνέχεια ἐν μέρει προέρχεται ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως, διότι εἶναι 3 ἤδη ἔτη καθ’ ἃ ἡ φύσις ὑπῆρξε φειδωλὴ εἴς τε τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς καὶ εἰς τὰ ἄλλα προϊόντα τοῦ τόπου· καὶ ἐν μέρει, διότι ἀκόμη δὲν ἐπῆλθεν ἡ τάξις, καὶ οἱ πλεῖστοι κάτοικοι δὲν τολμοῦν νὰ ἐξέλθουν ἵνα συλλέξωσι τοὺς καρπούς των, καθ’ ὅσον εἴς τινας ἐπαρχίας ἐπιπολάζει ἡ λῃστεία. Καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅτε ἐξῆλθεν ἕνας ἀπὸ τὴν Δημητζάνην διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ συγκομίσῃ τοὺς κόπους του εἰς Βυτίνην, συνελήφθη καὶ ἔκτοτε δὲν τολμοῦν νὰ ἐξέλθουν ἄλλοι. Ὡς ἐκ τῶν δύω λοιπὸν αὐτῶν περιστάσεων, τῆς τε ἀφορίας τῆς φυσικῆς καὶ τῆς μὴ ἐπανόδου τῆς τάξεως, οἱ ἄνθρωποι κατήντησαν νὰ στεροῦνται· εἶσθε ὅλοι ἀπὸ ἐπαρχίας καὶ γνωρίζετε τὴν δύσκολον θέσιν των. Ἀλλὰ, κύριοι, οἱ πολῖται Ἀθηνῶν οἱ τότε συνεδριάσαντες, ἀφοῦ ἐπληροφορήθησαν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπιθυμεῖ ν’ ἀκούσῃ τὰς παρατηρήσεις των καὶ τὰ παράπονα, δι’ ἃ συνῆλθον, συνετισθέντες, ἔδωκαν ἀναφορὰν εἰς αὐτήν, δι’ ἧς ἐξέφραζαν τὰ παράπονά των, ἐξαιτούμενοι νὰ τοῖς ἀποδοθῇ δικαιοσύνη. Ἐγώ, κύριοι, ὁ ὁποῖος κατέκρινα τότε τινὰς ἐξ αὐτῶν ὡς θρασυτέρους, καὶ εἶπον, ὅτι, ὅταν χειροκροτῶμεν ἀκούοντες, ὅτι τὸ ἔθνος ἔχει ἀνάγκην ἑτοιμασίας πρὸς σωτηρίαν του, πρέπει καὶ νὰ ἤμεθα πρόθυμοι νὰ συντελέσωμεν εἰς τοῦτο ἐκ τῶν ἐνόντων, ἐγὼ αὐτὸς ἐνόμισα σήμερον ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ ἐξηγηθῶ· τοὐτέστι νὰ δώσωμεν μὲν αὔξησιν φόρων ἀναλόγως τῶν προϋπολογισθέντων, ἀλλὰ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ὥστε νὰ ὑπάρξῃ ἓν μέτρον ἀνάλογον καὶ νὰ μείνωμεν εἰς τοῦτο σύμφωνοι μὲ τὸν ὑπουργὸν τῆς οἰκονομίας, ὅστις θέλει ἰσότητα φόρων. Διὰ νὰ μὴ ἐρχώμεθα λοιπὸν κατὰ πᾶν ἄρθρον εἰς συζήτησιν, ἐνόμισα καλὸν νὰ ὁδηγηθῶ ἀπὸ τὸν ποιμνιακὸν φόρον καὶ τοῦτον νὰ παραδεχθῶ ὡς βάσιν. Εἰς αὐτόν, κύριοι, εἴχομεν πέρυσιν εἰς ἕκαστον μικρὸν ζῶο φόρον 25 λεπτὰ, ἐφέτος δὲ ἐπροσθέσαμεν καὶ 10 ὥστε ἐθέταμεν 40%. Ἀναλόγως λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν αὐτὴν κλίμακα καὶ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ νὰ προσθέσωμεν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν παρελθόντων ἐτῶν, διὰ τὰς παρούσας ἀνάγκας, 40%, καὶ οὕτω νὰ λείψουν αἱ συζητήσεις τῆς τε ἐπιτροπῆς ἐπιμενούσης διὰ τοῦ εἰσηγητοῦ της, καὶ τοῦ κ. ὑπουργοῦ, ὅστις, ἐλπίζω, θέλει εὐχαριστηθῇ, ὡς πάντοτε ἀγαπῶν τὴν εἰς τοὺς φόρους ἰσότητα. Κύριοι, δὲν μᾶς εἶναι γνωσταὶ μόνον αἱ ἀνάγκαι τοῦ τόπου ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τῶν πολιτῶν Ἀθηναίων· ἕκαστος ἡμῶν τὰς γνωρίζει καὶ ἀπὸ τὴν ἰδίαν του ἐπαρχίαν, καθὼς καὶ ἐγὼ λαμβάνω πάντοτε πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι μὲ λέγουν «ὅτι τὸ ἐφετεινὸν ἔτος ἔπρεπε νὰ μᾶς ἐλαττώσητε τοὺς φόρους καὶ ὄχι νὰ τοὺς αὐξήσητε. Ἀλλ’ ἀφοῦ παρουσιάζεται ἀνάγκη, ἀφοῦ οἱ φόροι αὐτοὶ πρόκειται νὰ ἐξοδευθῶσιν εἰς ἀνάγκας τῆς πατρίδος, ἀποφασίσατε, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ τὰς δυνάμεις μας· μὴ μᾶς ἐπιθέσητε βάρος, τὸ ὁποῖον δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ φέρωμεν, διότι οὕτω δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ δώσωμεν τίποτε καὶ θὰ καταντήσωμεν ἐκ τῆς ἀνεχείας εἰς ἄρνησιν, ἡ ἄρνησις θὰ ἐπιφέρῃ τιμωρίας καὶ δὲν ἠξεύρομεν μετὰ τὰς τιμωρίας τὶ εἰμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ. Δὲν ἀγνοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπιβάλλεται εἰς τὴν νοημονεστέραν τάξιν τῶν πολιτῶν, διότι τὰ ἐπιτηδεύματα ἐπιβαρύνουν τὰς πρωτευούσας. Αἱ πρωτεύουσαι εἶναι πάντοτε οἱ διδάσκαλοι καὶ διερμηνεῖς τῶν λοιπῶν τοῦ Κράτους λαῶν· ὥστε τὸ καλὸν καὶ κακὸν ἀπὸ τὰς πρωτευούσας ἀποῤῥέει. Ἐνθυμῆσθε, Κύριοι, (καὶ μὲ συγχωρεῖτε νὰ φέρω κατὰ παρέκβασιν καί τινας ἀναμνήσεις,) ἐνθυμηθῆτε τοῦ μεγάλου Περικλέους τὸ δόγμα, ὅστις εἶχεν ὑποχρεώσει ἕνα τῶν περὶ αὐτὸν νὰ τῷ ἐπιφωνῇ· «Βλέπε, Περίκλεις, ὅτι ἄρχεις Ἑλλήνων, ἄρχεις Ἀθηναίων.» Αὐτὸς ὁ εὐλογημένος λαὸς ἔχει τὸ ἔμφυτον διερευνητικὸν πνεῦμα, ὥστε νὰ ἀνευρίσκῃ τὰ κρύφια τῶν ψυχῶν. Δὲν πρέπει νὰ τὸν ἐπιβαρύνωμεν, ἀλλὰ ν’ ἀφήσωμεν τὸν φόρον εἰς 40%, ὥστε νὰ ἀντέχῃ, μήπως τὸ πολὺ βάρος τὸν κάμῃ νὰ καταφύγῃ εἰς ὅ,τι κατέφυγον οἱ Συρακούσιοι ἐπὶ Διονυσίου τοῦ τυράννου μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν νέων φόρων. Ἡ κατάστασις, κύριοι, (δὲν αἰδοῦμαι νὰ τὸ εἴπω, καὶ νομίζω ὅτι ὅλοι τὸ γνωρίζετε) ἡ κατάστασις τοῦ τόπου βαίνει, κατ’ ἐμέ, ἐπὶ τὸ χεῖρον οἰκονομικῶς, διοικητικῶς καὶ δικαστικῶς, καὶ κατὰ τὴν χωρικὴν παροιμίαν, κάθε πέρυσι καὶ καλλίτερα. Θὰ ἐπιβάλλωμεν λοιπὸν φόρους ἐπαχθεῖς εἰς τοιαύτης καταστάσεως λαοὺς καὶ κατοίκους; Ὄχι βέβαια, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ὑμᾶς νὰ ἀρκεσθῆτε εἰς μόνην τὴν αὔξησιν τῶν 40%, διότι αὕτη ἀναλογεῖ εἰς τὴν θέσιν των καὶ θέλει χρησιμεύσει καὶ εἰς τὴν ἐσωτερικὴν εὐταξίαν τοῦ τόπου, ἥτις ἀκόμη κλονίζεται, ὡς γνωρίζετε ὅλοι. Ποία ἡ αἰτία, κύριοι, δι’ ἣν τὸ γενικὸν ταμεῖον διατελεῖ εἰς ἀνέχειαν; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἰτία εἶναι ἡ στέρησις, τὴν ὁποίαν, ὡς εἶπον, ἔχουν οἱ ἰδιοκτῆται καὶ αἱ ἰδιοκτησίαι, ὡς ἐκ τῆς τριετοῦς φυσικῆς ἀφορίας καὶ τῶν ὑπαρχουσῶν ἀνωμαλιῶν. Διὰ τὸν λόγον αὐτόν, σᾶς λέγω πάλιν, οὔτε ὁ ἰδιοκτήτης τολμᾷ νὰ ἐξέρχηται διὰ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ κτῆμά του, καὶ ἂν ἐξέλθῃ, δὲν εὑρίσκει τὸ ζῷόν του νὰ ἱππεύσῃ, διότι τοῦ εἶναι κλεμμένον. Λοιπόν, κύριοι, ὅταν τὰ κεφαλόβρυσα, δηλαδὴ αἱ πηγαί, στειρεύσουν, ὁ ποταμὸς δύναται νὰ ἔχῃ νερά; Ποταμός, κύριοι, εἶναι τὸ ταμεῖον, πηγαὶ δὲ αἱ ἰδιοκτησίαι τῶν πολιτῶν· ὅταν οἱ ἰδιοκτῆται δὲν ἔχουν, οἵτινες εἶναι αἱ πηγαί, τότε δὲν ἔχει τὸ ταμεῖον, καθὼς ὁ ποταμός. Ἔπειτα, ἐὰν ἐπιθέσητε βαρεῖς φόρους, θὰ ὠφελήσητε τὸ ταμεῖον; Θέλω παρακαλέσει τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ μὲ παρακολουθήσῃ εἰς μίαν παρομοίωσιν καλοῦ ποιμένος. Ὁ ποιμὴν, ὅστις πρόκειται νὰ προνοήσῃ διὰ τὸ ποίμνιόν του, θέλει τὸ φέρει εἰς γαίας στερουμένας χόρτου, ἢ θὰ ἐκλέξῃ καλόν τινα καὶ χλοηφόρον λειμῶνα, ὥστε νὰ λάβῃ πλειότερον εἰσόδημα, γάλα, τυρί, μαλλίον, καὶ φυλάττῃ τὰ πρόβατα ἐν καλῇ καταστάσει διὰ νὰ τὰ ἔχῃ καὶ εἰς τὸ ἐρχόμενον; Τώρα τί γίνεται, Κύριοι; Ἂν ἐπιβάλωμεν μεγαλειτέρους φόρους εἰς τὸν λαὸν, εἶναι φόβος μὴ πάθῃ τὸ πρόβατον καὶ ἔπειτα δὲν τὸ ἔχομεν. Ὁ λόγος εἶναι νὰ ἔχωμεν τὸν λαὸν, καὶ διὰ νὰ τὸν φορολογῶμεν τακτικῶς, εἶναι ἀνάγκη ν’ ἀφήσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν ἀναγκαίαν τροφὴν, ἄλλως τὸν χάνομεν διὰ πάντα.
§51ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Πολὺ σωστά.
§52ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, συγχωρήσατε εἰς τὴν πρεσβυτικήν μου ἀδυναμίαν, διὰ νὰ μὴν εἴπω περιφιλαυτίαν, νὰ κάμω μίαν παρέκβασιν. Εἰς τὰ 1825, ὅτε ἤμην βουλευτὴς, (καὶ σᾶς τὸ λέγω διὰ νὰ ὑπάρχῃ καὶ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ, ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ καὶ αὐτὸ εἰς τὸ μέλλον καθὼς καὶ τὰ ἄλλα ὡς μάρτυρες τῶν λόγων τοὺς ὁποίους λέγω, ἀλλ’ εὔχομαι νὰ ψευσθῶ), ὅτε ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Κουντουριώτου ἔστειλεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δημοπρατήσουν τὰς προσόδους τῆς ἐπαρχίας Τριφυλίας, οἱ εὐτολμότεροι τῶν κατοίκων ἀπεδίωξαν τοὺς ἀπεσταλμένους, οἵτινες ἐπανῆλθον ἄπρακτοι, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀπεφάσισε νὰ στείλῃ στρατιωτικὴν δύναμιν ἵνα τιμωρήσῃ τοὺς Τριφυλίους. Ἀλλ’ αὐτοὶ μεταμεληθέντες ἔπεμψαν ἀπεσταλμένους καὶ παρεκάλεσαν, ζητοῦντες συγχώρησιν, νὰ στείλῃ νὰ δημοπρατήσῃ τὰς προσόδους. Τὸ Ἐκτελεστικὸν ὅμως ἐπέμενεν εἰς τὴν ἀποστολὴν τῆς δυνάμεως. Τὸ Βουλευτικὸν τότε διὰ τριῶν προβουλευμάτων ἀπέτρεψε τὸ Ἐκτελεστικὸν, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὤφειλε νὰ ὑπακούσῃ. Ἀλλ’ αὐτὸ ἔστειλε τὴν δύναμιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἐντόπιοι ἐνισχυθέντες ἀπὸ τὴν ἀντίπαλον τοῦ Ἐκτελεστικοῦ μερίδα, ἀπεδίωξαν. Καὶ τοῦτο ἐστάθη αἰτία τοῦ ἐμφυλίου πολέμου, ἀποτέλεσμα τοῦ ὁποίου ἦτον ἡ φυλάκισις ἐν Ὕδρᾳ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἡ εὐκολία τοῦ Ἰμβραὴμ νὰ κάμῃ ἀπόβασιν εἰς τὰ Μεσσηνιακὰ φρούρια, καὶ νὰ προχωρήσῃ εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τῆς Πελοποννήσου, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ μὴν ἠμποροῦν νὰ τὸν ἐμποδίσουν. Ἤμην καὶ τότε κατὰ τοῦ μέτρου τῆς Κυβερνήσεως· εὔχομαι καὶ τώρα νὰ μὴν ἐπαληθεύσουν οἱ λόγοι μου. Πέρυσιν, ὅταν ἐσυζητεῖτο ἡ ὑπόθεσις τῆς Κωπαΐδος, (ἴδε περυσινὰ στενογραφήματα) βιαζόμενος νὰ διαλύσω τὰς ἀπορίας τῶν ἀντιτεινόντων, εἶπον· «Κύριοι, μᾶς φέρετε εἰς θέσιν, διὰ νὰ σᾶς πείσωμεν, νὰ δείξωμεν ὅλα τὰ τρωτὰ μέρη αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, (καθ’ ὅσον ἐλέγετο, ὅτι ἐκ τῆς Κωπαΐδος μεγάλαι ὠφέλειαι θὰ προκύψουν) καὶ ἑπομένως, ἀφοῦ ὁ ἔχων συμφέρον ἐργολάβος πληροφορηθῆ αὐτὰ, πιθανὸν ν’ ἀποτύχῃ ἡ ἐπιχείρησις». Ἐνθυμεῖται δὲ τοῦτο πρὸ πάντων εἷς τῶν Κυρίων βουλευτῶν, ὅστις μοὶ ἀπεκρίθη, πολὺ καλά. Καὶ ἐν τοσούτῳ, ἰδού, ἐνῷ πέρυσι μᾶς παρεκάλουν, ἐφέτος παρακαλοῦμεν καὶ δὲν τὴν δέχονται. Δι’ ὅλα ταῦτα παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ στέρξῃ εἰς τὸν φόρον τῶν 40%, διότι ἐγὼ παρετήρησα εἰς τοὺς καταλόγους, ὅτι ὁ κουρεὺς εἰς τὰς Ἀθήνας, ὁ ὁποῖος ἔδιδε 18 δραχ. θὰ δώσῃ 48 καὶ ἄλλοι πλειοτέρας ἀκόμη. Π. χ. ὁ σιδηρουργὸς ἐνῷ πέρυσιν ἔδιδεν 20 δραχμὰς, ἐφέτος θὰ δώσῃ δεκαπλάσια, καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει λέγει σιδηρουργοὺς ἐκείνους οἵτινες δι’ ἰδίων κεφαλαίων ἔχουν σιδηρουργεῖα καὶ κατασκευάζουν διάφορα ἔργα· ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι σιδηρουργοὶ ἀγοράζουν εἰς τὸν τόπον τὸν σίδηρον διὰ νὰ κατασκευάζουν ἀξίνας καὶ ὑνία, ὥστε τὰ κεφάλαιά των ὡς μηδαμινὰ δὲν παρέχουν εἰς αὐτοὺς, εἰμὴ μικρὸν κέρδος, δι’ οὗ μόλις ἀποζοῦν. Αὐτοὶ ἐπλήρονον πέρυσιν εἰς τὴν Πύλον 10 δραχμὰς, ἐφέτος εἶναι 21· διατί νὰ μὴν ᾖναι 14, 40%; Εἴπομεν, Κύριοι, ὅτι θὰ δικαιολογήσωμεν τὴν ψῆφόν μας, διότι χρεωστοῦμεν νὰ δικαιολογήσωμεν καὶ τὴν φορολογίαν. Διατί λοιπὸν νὰ μὴ τεθῇ καὶ εἷς ἀνάλογος ὅρος; Νὰ δώσωμεν βεβαίως φόρους διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ καὶ νὰ μὴ καταδικασθῶμεν νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὰ σπίτια μας, καὶ νὰ μᾶς ἐγκαταλείψουν, ὅταν ἀποθάνωμεν, χωρὶς νὰ μᾶς συνοδεύσουν εἰς τὸν τάφον οἱ συγγενεῖς μας!
§53ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν συγγενεῖς;
§54ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀλλὰ ἔχετε καὶ συμφέρον νὰ αὐξήσητε τοὺς φόρους ὡς ὑπουργοὶ, καὶ διατρίβετε μακρὰν τῶν ἐπαρχιῶν σας.
§55ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ τὸν ἑαυτόν μας τὰ θέλομεν;
§56ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω καὶ θέλω τὴν αὐτὴν ἐπὶ πάντων ἀναλογίαν τῶν 40% τῶν ποιμνίων. Μὴ ἐξιππασθῆτε, Κύριε ὑπουργὲ, ἐὰν σᾶς εὐχηθῶ, διὰ νὰ ἰδῆτε τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιθυμίας σας, νὰ ἦσθε καὶ τὸ ἑπόμενον ὑπουργὸς, διὰ νὰ βεβαιωθῆτε πόσα θὰ συνάξετε καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν θὰ ᾖναι ὁ λαός. Λέγω δὲ νὰ ἦσθε ὑπουργὸς, διὰ νὰ μ’ ἐνθυμηθῆτε εἰς τὴν νέαν τῶν φόρων ἐπιβολήν. Τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ πάντοτε ἐν Ἑλλάδι ἐθεώρησα ποινὴν, διότι πολλαὶ αἱ ἐξ αὐτῆς πικρίαι. Ἀλλὰ πόσοι εὑρίσκονται, Κύριοι, οἵτινες ὑπηρέτησαν τὴν πατρίδα ὡς ἀληθεῖς ὀπαδοὶ τοῦ Πλάτωνος, τοῦ μεγάλου ἐκείνου ἀνδρὸς, ὅστις ἐδογμάτισε «πατρὸς καὶ μητρὸς καὶ τέκνων πάντων προτιμοτέρα καὶ ἐν μείζονι μοίρᾳ ἐστὶν ἡ πατρίς;» Τρία εἴδη ἀνθρώπων εἶναι, Κύριοι, οἵτινες ἐπιζητοῦν συνήθως τὴν ἐξουσίαν· πρῶτον, οἱ μὴ δοκιμάσαντες τὴν ὑπουργικὴν πικρίαν, δεύτερον, οἱ μάταιοι ἢ ἄφρονες, τοὺς ὁποίους τ’ ἀποτελέσματα δὲν σωφρονίζουν ποτὲ, καὶ τρίτον, ὅσοι ζητοῦντες νὰ γίνουν ὑπουργοὶ ἀπὸ ἰδιοτέλειαν, λαμβάνουσι τὴν ἀρχὴν διὰ νὰ ὠφελήσωσιν ἑαυτοὺς ἢ τοὺς φίλους των· εἶναι δὲ ἴσως καὶ τέταρτόν τι εἶδος, σπανίων πατριωτῶν, οἵτινες ἐὰν τοὺς τὸ ἐπιτάξουν, δέχονται τὸ τοιοῦτον βάρος, καὶ τὸ δέχονται μόνον δι’ ἀγάπην τοῦ ἔθνους καὶ διὰ νὰ προσφέρουν μίαν θυσίαν· ἀπὸ αὐτὸ τὸ εἶδος ἐπεθύμουν νὰ εἶχεν ὅλους τοὺς ὑπουργούς της ἡ Ἑλλάς.
§57ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ Ἑλλὰς ὅλους ἀπὸ αὐτὸ τὸ εἶδος τοὺς ἔχει. (ἱλαρότης).
§58ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς τὸν λόγον τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος εἶπε προχθὲς «ὅτι δὲν σᾶς εὐγνωμονοῦμεν, ὅταν μᾶς λέγετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πάρωμεν φόρους, ἀλλ’ ὅταν μᾶς δείξετε καὶ πόρους.» Ἰδοὺ ἐγὼ πῶς ὑποδεικνύω τὴν εὕρεσιν πόρων· διότι δὲν εἶναι ἀξιέπαινος ὁ ἐξελέγχων καὶ καταδικάζων τοὺς ὑπουργοὺς διὰ τὴν κακὴν διοίκησιν, τὴν κακὴν οἰκονομίαν ἢ διὰ τὴν κακὴν πολιτικὴν διεύθυνσιν, ἀλλὰ ὅστις φωτίζει τοὺς ὑπουργοὺς δεικνύων εἰς αὐτοὺς τὴν ὁδὸν, δι’ ἧς νομίζει ὅτι δύνανται νὰ εὑρεθῶσι πόροι. Δὲν ἤλθομεν ἐδῶ οὔτε ὁ εἷς, οὔτε ὁ ἄλλος, νὰ ἐλέγχωμεν ἀλλήλους, ἀλλὰ νὰ λέγωμεν ὅ,τι αἰσθανόμεθα ἕκαστος πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους καὶ εὕρεσιν πόρων. Ἰδού, κύριοι, κατ’ ἐμὲ ποῖα εἶναι τὰ μέσα, καὶ συγχωρήσατε νὰ σᾶς κάμω μίαν παρέκβασιν. Ὅταν ἡ ἀντιβασιλεία ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐνοικιάζοντο αἱ πρόσοδοι μὲ μετρητὰ, καὶ τὰς ἐνοικίαζον οἱ ἔχοντες συνήθως κατάστασιν. Ἐνοικιάσαμεν μία συντροφία τὰς προσόδους τοῦ δήμου Ἤλιδος καὶ εἶχα διευθυνθῆ εἴς τινα κώμην, ἥτις λέγεται Σαβάλα· τότε ὁ μακαρίτης Μαυροκορδᾶτος ἦτον ὑπουργός. Ὡς τίμιος ἄνθρωπος τοῦ ἔγραψα ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ χωρίον ἦταν ἐπὶ Τουρκοκρατείας 53 ζευγάρια, καὶ τότε εὗρον ὀκτώ. Ἔγραψα εἰς τὸν ἴδιον, νομίζω, ὅτι τὸ διανεμητικὸν σύστημα δὲν θὰ ἦναι εὔκολον καὶ ταχὺ, καὶ, ἂν δύναται, νὰ προβῇ ἡ κυβέρνησις εἰς ἐνοικιάσεις πολυετεῖς· διότι, ἂν γείνῃ τοῦτο, τότε ὁ ἐνοικιαστὴς ἐρχόμενος, ὄχι ὅταν θερίζουν, ἀλλ’ ὅταν σπείρουν, θὰ ἠμπορέσῃ νὰ δώσῃ χρήματα ν’ ἀγοράσωσι βόας, σπόρον, καὶ ἀκόμη νὰ φάγουν οἱ ἄνθρωποι· εἶπον πρὸς τούτοις, ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατίας οἱ κάτοικοι εἰς τρεῖς ἢ τέσσαρας ἑορτὰς ἐπεφορτίζοντο νὰ τοὺς κάμνουν τὸ λεγόμενον παρασπόρι, τοὐτέστι διὰ τὸν τόκον τῶν χρημάτων· Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε ὅτι ἐμιμήθημεν ἀκόμη τὴν πολιτικὴν τὴν ἐπὶ τουρκοκρατίας ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικά μας; Ἐγὼ λέγω, ὄχι. Ὁ Μέγας Ἀπόστολος καὶ διδάσκαλος τῶν ἐκκλησιῶν, Παῦλος, ἀναφέρων τοὺς κοπιάζοντας περισσότερον διὰ νὰ σαγηνεύσουν εἰς τὴν πίστιν τοῦ Χριστοῦ, παρωμοίασεν αὐτοὺς εἰπών· «ὁ σπείρων φειδομένως, φειδομένως καὶ θερίσει· καὶ ὁ σπείρων ἐπ’ εὐλογίαις, ἐπ’ εὐλογίαις καὶ θερίσει.» Ἐγὼ θεωρῶ τοῦτο φυσικὸν, κύριοι· ἐὰν δὲν σπείρῃς, τί θὰ εὕρῃς διὰ νὰ θερίσῃς καὶ νὰ δημοπρατήσῃς; Διατὶ νὰ μὴν ἔλθωμεν τοὐλάχιστον εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἐπὶ τουρκοκρατίας, ἡ ὁποία εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ κουτζοὺκ μπαϊρὰμ (μικρὸν Πάσχα) ἐτέλει τὰς ἐνοικιάσεις, τὸν δὲ 7βριον εὑρίσκοντο οἱ ἐνοικιασταὶ εἰς τὰ κτήματα, οἵτινες τοῖς ἔδιδον καὶ ἄλλας πολλὰς εὐκολίας, ὥστε ἔσπερνον πολλὰ καὶ εὕρισκον τὸν Μάϊον πολλά; Δὲν φροντίζεις νὰ σπείρῃς, καὶ ἐλπίζεις νὰ θερίσῃς; Αἴ, Κύριε ὑπουργὲ, ζήτησε τὴν ἄδειαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃς πολυετεῖς ἐνοικιάσεις εἰς τὰ δάση, τὰ γεννήματα, τὰ ἅλατα, τὰ τελωνεῖα κτλ. καὶ τότε θέλω σοὶ ἀποδείξει μὲ ἀριθμοὺς, ὅτι ἡ ὠφέλεια εἶναι μεγάλη. Καὶ παράδειγμα σᾶς φέρω τὰ ἰχθυοτροφεῖα, τὰ ὁποῖα ἐνοικιάζονται πολυετῶς. Σᾶς λέγω δὲ ὡς τίμιος ἄνθρωπος, ἐπὶ δύω δεκαετίας ἔχουν οἱ συγγενεῖς μου τὸ ἰχθυοτροφεῖον Ἀγουλινίτσης, οἱ αὐτοὶ καὶ τὴν τρίτην· τὴν πρώτην δεκαετίαν τὸ ἐνοικίασαν 24,000, τὴν δευτέραν 33,000 καὶ τὴν τρίτην, ἥτις ἔγεινε πρὸ ἐτῶν, 56,000· ἰδοὺ ἡ ὠφέλεια τῆς πολυετοῦς ἐνοικιάσεως! Ὅταν ὑπάγῃ ὁ ἐνοικιαστὴς, βλέπει τί τοὺς λείπει, τὸ δίδει, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀπολαμβάνει πολλὰ ἕνεκα τῆς πολυετοῦς ἐνοικιάσεως. Βλέπετε καὶ ἀπὸ τοῦδε ποία ὠφέλεια προέρχεται ἐξ αὐτοῦ τοῦ συστήματος. Ἰδοὺ, Κύριοι ὑπουργοὶ, οἱ πόροι τοὺς ὁποίους δύναμαι νὰ σᾶς δείξω, καὶ σᾶς βεβαιόνω, ὅτι, ἐὰν ἐξακολουθήσητε νὰ ἐνοικιάζητε πολυετῶς ὅλας τὰς προσόδους, θὰ συνάξωμεν 40,000,000 δραχμῶν. Ἀπὸ τὰ ἅλατα μόνον, Κύριοι, εἰς τὰ 54, (δὲν ἠξεύρω τώρα πόσα εἰσπράττονται), ὅταν ἐγὼ ἤμην ὑπουργὸς, ἀπὸ τὰ ἅλατα μόνον 300 ἕως 360 χιλιάδες δρ. εἰσήγοντο εἰς τὸ ταμεῖον, ἐκτὸς τῶν ἐξόδων· ἦλθε τότε μία ἑταιρία ἀπὸ τὴν Σῦρον καὶ μὲ προσέφερεν 800,000 δραχ. ἐζήτητα νὰ τὸ κατορθώσω, δὲν ἐπέτυχα καὶ ἀπεσύρθην. Νομίζω λοιπὸν, ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὸ τὸ σύστημα καὶ ἐνοικιάσωμεν τὰ τελωνεῖα, θὰ εὕρωμεν ἑταιρίας ξένας, αἱ ὁποῖαι νὰ πάρουν τοὺς τελωνιακοὺς φόρους καὶ νὰ συνάξωμεν ἐξ αὐτῶν πλειότερα τῶν 15 ἑκατομμυρίων. Διὰ τὸ ἐφετεινὸν ἔτος δύναται νὰ παραδεχθῇ, κύριοι, τὸ περὶ ἐπιτηδευμάτων, ὡς προεξηγήθην ἐπὶ 40%, νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου· παρακαλῶ δὲ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ φέρῃ συνάμα καὶ τὸ περὶ Λαυρίου νομοσχέδιον, διότι κατὰ τὸ περὶ τούτου νομοσχέδιον τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, πρὸς 25 δραχμὰς τὸν τόνον, ἡ ἑταιρία, καθ’ ἃς ἔχω πληροφορίας, δι’ ὅσον μόλυβδον ἐπεβίβασεν, ὀφείλει περὶ τὸ ἑκατομμύριον. Διῆλθον, κύριοι βουλευταὶ, τὰ κατὰ τὴν μεταπολίτευσιν ἁρπαγέντα καὶ ἐμελέτησα μετὰ προσοχῆς μίαν ἀκριβῆ ἐπεξεργασίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐξ αὐτῶν ἡ ἐπιτροπὴ τινὰ μὲν παρέλειψε, μερικὰ ὅμως εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσπραχθῶσι, καὶ αὐτὰ εἶναι ἀπὸ γεννήματα καὶ χρήματα περισσότερα τῶν 400,000 δραχμῶν. Προχθὲς ἀκόμη προσήγαγεν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, αἰτήσει τινὸς ἐκ τῶν βουλευτῶν, κατάλογον τοῦ Παλαμᾶ, ἐξ οὗ βλέπετε ὅτι εἶναι 301,000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐσφετερίσθησαν, καὶ εἶναι ὅλαι ἀπαιτηταὶ, καὶ τὰ εἴδατε ὅλα ἐνώπιόν σας.
§59ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὰ εἴδαμεν αὐτά.
§60ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Σᾶς τὸ λέγω ἐγὼ, εἶναι 301,000, κατετέθη εἰς τὸ γραφεῖον τὸ ἔγγραφον, καὶ ἐνόμιζα, ὅτι ἐλάβατε γνῶσιν· ἐὰν ἀγαπᾶτε, τυποῦται.
§61ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Ἴσα, ἴσα, αὐτὸ ὅπου ἐζητήθη δὲν ἦλθεν, ἀλλὰ ἦλθεν ἄλλο.
§62ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι ὑπουργοὶ, εἶναι καιρὸς, καὶ πάλιν τὸ λέγω, νὰ λάβωμεν μέτρα, καὶ μὴ μὲ κατηγορήσητε ἐὰν πάντοτε ὠφελοῦμαι ἀπὸ τὰ ἔκτακτα συμβάντα· ἐφθάσαμεν εἰς πολλὰ ἐλεεινὴν κατάστασιν καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ λαοί μας. Πολλάκις ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ τὸ εἶπον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη συμπνοίας. Οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἂς προχωρήσουν ἐπὶ τῇ βάσει ἀπολύτου δικαιοσύνης. Δὲν ἐννοῶ τοὺς νῦν ὑπουργοὺς, ἀλλὰ πάντας, καὶ ἐμὲ τὸν ἴδιον. Ἂς παύσουν αἱ μικροφιλοτιμίαι, αἱ καταδιώξεις· ἂς ὑποστηριχθοῦν οἱ τίμιοι ἄνθρωποι εἰς τὰς θέσεις των, ἂς ᾖναι βέβαιοι, ὅτι θὰ ᾖναι διαρκεῖς, καὶ τότε σᾶς βεβαιόνω, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν εἰσπράξεις 50% περισσότερον, παρ’ ὅσον μέχρι τοῦδε ἔχομεν. Διότι, κύριοι, τί νομίζετε; καὶ ὁ πλέον γενναῖος χαρακτὴρ, ὅταν προβλέπῃ ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ παύσῃ ἀπὸ τὴν θέσιν του, καὶ ἠξεύρῃ ὅτι θὰ ἀφήσῃ τὰ τέκνα του λιμώττοντα, δύνασθε νὰ ἐννοήσητε εἰς ποίαν θέσιν εὑρίσκεται. Ἀφ’ ἑνὸς λαλεῖ ἡ φιλοτιμία, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἡ ἀνάγκη· ἂν ἀκούσῃ τις τὴν φιλοτιμίαν, νὰ μὴ πάρῃ, θὰ ἀποθάνουν τὰ παιδιά του ἐκ τῆς πείνης· ἂν πάρῃ, θὰ ᾖναι ἄτιμος. Ὁ ἄνθρωπος λοιπὸν πολλάκις εὑρίσκεται εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ ἀποφασίσῃ, διὰ νὰ ζήσουν τὰ τέκνα του, τὸ ὁποῖον εἶναι φυσικὸν, νὰ καταφεύγῃ εἰς τοιαῦτα ἄτιμα μέσα καὶ ἐξ ἀνάγκης γίνεται κλέπτης καὶ κακός. Διὰ τοῦτο πάντοτε ἐθεώρησα ὅτι αἱ θέσεις πρέπει νὰ ᾖναι διαρκεῖς, διότι οἱ ὑπάλληλοι, ὅταν ἠξεύρουν ὅτι εἶναι εἰς τὰς θέσεις των μόνιμοι, δὲν ἐπηρεάζονται· ὅλοι ὅσοι νομίζουν ὅτι ἔχουν σχέσεις μὲ τοὺς ὑπουργοὺς, πάντοτε θέλουν κἄποιαν ὑπεροχὴν καὶ προνόμια νὰ ἔχουν εἰς τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν ὅλοι τοὺς ὑπαλλήλους ἀνενοχλήτους, ἂς τοὺς στερεώσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ θὰ ἰδῇ ὅτι ἀπὸ τὰς πολυετεῖς ἐνοικιάσεις; θὰ ἔχῃ 100% αὔξησιν· ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε ἂν οἱ ὑπάλληλοι ἀσφαλισθοῦν εἰς τὰς θέσεις των, θὰ ἔχωμεν 50%, θὰ ἔχωμεν δὲ καὶ 400 ἕως 500 χιλιάδας δραχμὰς κατ’ ἔτος ἀπὸ τὸ Λαύριον· ἠμποροῦν λοιπὸν αὐτὰ νὰ σᾶς ἐξισάσουν καὶ νὰ μὴ μᾶς παραβιάσητε, ἀφοῦ σᾶς δίδομεν 40%· ἐλάβατε ἀπὸ τὰ ποίμνια 40%, ὡσαύτως καὶ ἀπὸ τὴν γῆν, λάβετε τόσα καὶ ἀπὸ τὰ ἐπιτηδεύματα. — Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη μου ἡ ἀδελφικὴ καὶ συμβουλευτικὴ, χωρὶς κανὲν συμφέρον ἐκτὸς τοῦ γενικοῦ νὰ μ’ ἐμπνέῃ, διότι ὅταν τὸν λαὸν πλέον τοῦ δέοντος τὸν βαρύνετε, δὲν δύναται εἰμὴ νὰ ἀπαυδήσῃ καὶ ἀπολεσθῇ.
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἦτο περιττὸν νὰ προσθέσῃ ἐν τῷ τέλει τῆς ὁμιλίας του ὁ Σ. πρόεδρός μας τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν παρεκινήθη ἀπὸ κἀνένα ἄλλον πλάγιον σκοπὸν, παρὰ μόνον ἀπὸ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ τόπου, διότι κἀνεὶς βέβαια δὲν ἤθελε τῷ ἀποδώσει πλάγιον σκοπόν. Ἐγὼ τὸν ἤκουσα μετὰ προσοχῆς καὶ σήμερον, καθὼς καὶ πρὸ δύω ἢ τριῶν μηνῶν, ὅταν ἔλαβε τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος· καὶ εἰς τὴν ά. καὶ εἰς τὴν βʹ. ὁμιλίαν του πάντοτε διὰ παραδειγμάτων ἠθέλησε νὰ ὁμιλήσῃ, ἀναφερόμενος εἰς τὴν ἱστορίαν, καὶ διὰ παροιμιῶν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὴν παροιμίαν, ἥτις μ’ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, κύριοι· τί θέλουν, εἶπε, μερικοί; καὶ τὴν πήτταν γερὴν καὶ τὸν σκύλον χορτάτον· δὲν γίνεται ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο. Ἐπρόσθεσε μάλιστα καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι κατὰ τὴν ἐπανάστασίν μας τὴν μεγάλην ἐκινδύνευσεν ἡ πόλις, εἰς τὴν ὁποίαν κατῴκει, τοῦ Πύργου· ἐπρότεινεν εἰς τοὺς συμπολίτας του νὰ καταβάλῃ ἕκαστος ἓν μέρος τῆς περιουσίας του διὰ νὰ μισθώσουν στρατὸν καὶ ἀντικρούσουν τὸν ἐχθρὸν, ὅστις τοὺς ἠπείλει· δὲν τὸν ἤκουσαν· ἦλθεν ὁ ἐχθρὸς, ἔκαυσε τὴν πόλιν, καὶ τότε ἐνθυμήθησαν τὴν συμβουλήν του οἱ συμπολῖταί του, εἰπόντες, εἶχες δίκαιον, καλλίτερον ἦτο νὰ ἐθυσιάζαμεν ἓν μέρος τῆς περιουσίας μας παρὰ νὰ χάσωμεν τὸ ὅλον. Δὲν ἠξεύρω πότε εἶχε δίκαιον, ὅταν ἔλεγεν αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἢ σήμερον, ὅτε κατὰ τὴν κρίσιν μου λέγει ὅλως ἀντίθετα; τί συνέβη δὲν γνωρίζω, ὥστε νὰ μεταβάλῃ οὐσιωδῶς τὰς ἰδέας του, τὰς ἀρχάς του· λέγω δὲν ἠξεύρω, διότι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἔλαβε τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποδείξῃ οἰκονομίας, καὶ ἑπομένως νὰ καταδείξῃ περιττὰς δαπάνας, ἀλλ’ ἤδη κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων τοὺς ὁποίους ἐπίτηδες καλῶς πράξασα ἡ Βουλὴ ἄφησε μετὰ ταῦτα, διὰ νὰ ἴδωμεν πρῶτον πόσων δαπανῶν ἔχομεν ἀνάγκην, καὶ κατόπιν νὰ ψηφίσωμεν τοὺς φόρους. Ἐψήφισεν ἡ Βουλὴ, προεδρεύοντος τοῦ κ. Λυκούργου, τὸν προϋπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ὅστις ἀνέβη εἰς 29 ἑκατομμύρια· ἂν οἱ προτεινόμενοι φόροι πείθουν τὸν ἔντιμον βουλευτὴν καὶ πρόεδρόν μας, ὅτι θὰ ὑπερβοῦν τὰ 29 ἑκατομμύρια, βεβαίως θὰ συμφωνήσω νὰ μὴν αὐξήσωμεν τοὺς φόρους· τοῦτο ἐπερίμενα, ὅταν ἐπρότεινε τὴν αὔξησιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων κατὰ 40%, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θὰ μᾶς φέρῃ 200,000 δραχμῶν αὔξησιν, διότι κατὰ τοὺς ὑφισταμένους νόμους λαμβάνομεν 400,000 δραχ. ἐπερίμενα μίαν γενικὴν ἀνακεφαλαίωσιν τῶν κονδυλίων καὶ κεφαλαίων τῶν εἰσπράξεων, διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι μόνον 160,000 δραχμῶν ἔχομεν ἀνάγκην ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόρον καὶ ὄχι περισσότερον· ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν εἶδον· περιωρίσθη μόνον εἰς τοὺς φόρους τοῦ ἐπιτηδεύματος. Ἂν τὸ μέτρον τὸ οἰκονομικὸν, τοὐτέστιν ἡ πολυετὴς ἐνοικίασις ὅλων τῶν ἰδιοκτησιῶν τοῦ δημοσίου, τοὐτέστι τῶν ἁλικῶν, τῶν τελωνείων, τῶν γαιῶν καὶ τῶν δασῶν, ἂν αὐτὸ τὸ σύστημα ἦναι καλὸν, ἀπορῶ πῶς νὰ μὴ ὑποβάλῃ μίαν πρότασιν τελείαν. Τῳόντι αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως τῶν ἁλικῶν καὶ τῶν τελωνείων ἐπικρατεῖ εἰς τὴν Τουρκίαν. Τὸ τοιοῦτον σύστημα, κύριοι, τὸ ἀποκρούομεν· δὲν τὸ εὑρίσκω ὀρθὸν, ἀλλ’ ὀλεθριώτατον· τὸ ἐδοκιμάσατε καλλίτερα εἰς τὰς ἡμέρας σας· εἴχετε ἀποτελέσματα καλά; αὐτὰ τὰ 58 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα εἴδετε, εἶναι προϊὸν τοῦ συστήματος αὐτοῦ τῶν ἐνοικιάσεων· ἀφίνω τὰς καταπιέσεις, τὰς ὁποίας βεβαίως πολλοὶ ἰδιοτελεῖς ἐνοικιασταὶ θέλουν κάμει εἰς τοὺς φορολογουμένους. Ἐπρότεινεν ἄλλοτε ὡς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν τὴν πολυετῆ ἐνοικίασιν τῶν ἁλικῶν, ἀλλ’ ἡ πρότασίς του δὲν ἐγένετο δεκτή· πότε, δὲν τὸ γνωρίζω.
§64ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἰς τὰ 1854.
§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν Βουλήν; ἔπρεπε νὰ παραιτηθῆτε.
§66ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρητήθην.
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔπρεπε νὰ φέρητε τὴν πρότασιν αὐτὴν ὡς Βουλευτής. Ἀλλά, κύριοι, τὴν ἰδέαν αὐτὴν τὴν ἤκουσα καὶ ἀπὸ τὸν κ. Κοντόσταυλον, διότι καὶ αὐτὸς φρονεῖ ὅτι ἐνοικιαζόμεναι αἱ ἁλικαὶ ἤθελον φέρει πρόσοδον ἀνωτέραν ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐλάμβανε τὸ Δημόσιον, διότι τότε ἐλάμβανε 350,000 πρὸς 8 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, σήμερον δὲ λαμβάνει 700–800 χιλ. Ἀλλὰ τί θὰ συμβῇ καθ’ ἣν ἐποχὴν λήξῃ ἡ ἐνοικίασις; ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχει ἅλας πολύ, τότε τί θὰ τὸ κάμῃ; εἶναι ἰδιοκτησία του. Ἐκτὸς τούτου, εὑρίσκετε μίαν ἑταιρίαν, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ δώσετε αὐτὴν τὴν διαχείρισιν; ἡμεῖς δὲν εὑρίσκομεν νὰ κάμωμεν ἐνοικιάσεις ἄλλας ἀσφαλεστέρας, διότι ἀμέσως ἔρχονται καθυστερήσεις· ἐνοικιάζομεν ὀλίγους φόρους, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας τοῦ ἐλαίου, τῆς σταφίδος, καὶ ὁλονὲν καθυστερήσεις ἀφίνουν· δὲν βλέπω λοιπὸν ὁποῖον καλὸν ἀποτέλεσμα ἤθελον ἔχει αὗται αἱ ἐνοικιάσεις, παρὰ νὰ λάβουν τὰ χρήματα οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ νὰ μὴ πληρώσουν τὸ Δημόσιον. Λυποῦμαι διότι τὸ σύστημά του δὲν τὸ ἔθεσε κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν εἰσήχθησαν τὰ φορολογικὰ νομοσχέδια, διὰ νὰ τὰ μελετήσω καὶ ἐγὼ καὶ οἱ Βουλευταί, καὶ ἂν τὸ ἔβλεπον καλόν, εὐχαρίστως ἤθελα ἀφήσει τὴν θέσιν μου εἰς τὸν κ. Κρεστενίτην διὰ νὰ ἐφαρμόσῃ πληρέστατα τὸ σύστημά του· βεβαίως τὰ πρόσωπα δὲν θὰ κυβερνήσουν, ἀλλ’ αἱ ἰδέαι· ἂν ᾖναι ὀρθὴ ἡ ἰδέα σας, ἡ Βουλὴ θὰ τὴν παραδεχθῇ καὶ θὰ σᾶς ὑποστηρίξῃ. Τέλος πάντων ἐγὼ δὲν ζηλεύω τὸ σύστημα τοῦτο, δὲν εὑρίσκω πλεονεκτήματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν ἐπικράτειαν, τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν καὶ τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ ἴδω πλῆρες τὸ σύστημα τοῦ κ. Κρεστενίτη, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ εἰσπράξῃ τὰ 29 ἑκατομμύρια, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναται νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος, ἐκτὸς ἂν ἐννοῇ διοίκησιν, νὰ περιέρχεται τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον εἰς τὸ χάος, καὶ εἰς τὸ χάος εὑρισκόμεθα σήμερον, ἂν δὲν προνοήσωμεν. Ὅπως εἴπετε πολὺ ὀρθὰ ὅτι, ὅστις σκάπτει ἀφθόνως, ἀφθόνως θὰ θερίσῃ, τὸ αὐτὸ παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσῃ καὶ ὡς πρὸς τὴν φορολογίαν· ἂν δὲν λάβῃς τὰ κατάλληλα μέτρα πρὶν κάμῃς τὰς ἀναγκαίας εἰσπράξεις, ἡ χρεωκοπία, ἥτις σήμερον εἶναι εἰς τὸ Δημόσιον ταμεῖον, θὰ γείνῃ ἔτι μεγαλητέρα· 3–6 μῆνας μένουν ἀπλήρωτοι οἱ ὑπάλληλοι, καὶ ὁ ἀνώτατος ἄρχων 3 μῆνας ἔχει νὰ λάβῃ τὴν βασιλικὴν ἐπιχορήγησιν. Εἶναι, σᾶς ἐρωτῶ, καλὴ αὐτὴ ἡ κατάστασις; Παρῆλθον οἱ γόνιμοι μῆνες, καὶ ἐνόμιζέ τις ὅτι ἤθελεν εἶναι ἐνήμερον τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἀλλ’ εὑρέθη βεβαρυμένον μὲ πολλὰ χρέη· καὶ τότε ὅταν εἰσήλθομεν δύω μηνῶν καθυστερεῖτο ἡ Β. χορήγησις· ἀναφέρω τοῦτο ὡς παράδειγμα διὰ νὰ ἐννοήσητε κατὰ πόσον καὶ τῶν λοιπῶν ὑπαλλήλων καθυστερεῖται ἡ μισθοδοσία· μετὰ πολλοῦ κόπου δυνάμεθα σήμερον νὰ εἰσπράττωμεν τὰ ἀναγκαιοῦντα διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ στρατοῦ, καὶ μὲ τὰς μεγαλητέρας καὶ αὐστηροτέρας καταδιώξεις, μέτρον τὸ ὁποῖον πληγόνει τὴν καρδίαν μου. Ποῦ λοιπὸν στηριζόμενοι λέγετε, ὅτι 160,000 δραχ. ἂν λάβωμεν ἀπ’ αὐτὸν τὸν φόρον, αἱ ἀνάγκαι τοῦ δημοσίου ἱκανοποιήθησαν; Ἀλλά, κύριοι, νομίζετε ὅτι ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ φόρου ἐπιτηδευμάτων κύριον σκοπὸν εἶχε τὴν αὔξησιν τῆς προσόδου, τῆς προερχομένης ἐκ τοῦ πόρου τούτου, ὄχι· εἶχε τὴν διόρθωσιν τοῦ ἀδικήματος, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν ἀπὸ τὸ 1837, τοῦ νὰ συνεισφέρουν καὶ φορολογοῦνται οἱ πλούσιοι ὅπως καὶ οἱ πτωχοί, νὰ φορολογοῦνται οἱ κατοικοῦντες εἰς μεγάλας πόλεις ὅπως καὶ οἱ εἰς μικράς· ἀπὸ τὸ 1837 ἐπικρατεῖ αὐτὸς ὁ νόμος, καὶ ἠκούοντο τὰ μεγαλείτερα παράπονα ἐκ τῶν πτωχῶν, οἵτινες βλέπουν, ὅτι πληρόνουν ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν φόρον μὲ τοὺς πλουσίους. Τὰ ἀδικήματα τοῦ νόμου τούτου ὁμολογοῦνται παρὰ πάντων. Ἐν τούτοις ὁ Κύριος Λυκοῦργος σήμερον εἰς τὰ 1867 θέλει νὰ μένῃ τὸ ἀδίκημα τοῦτο, καὶ ἀκόμη νὰ αὐξήσῃ· διότι τί θὰ εἰπῇ τὸ νὰ αὐξήσωμεν ἐν γένει τὸν φόρον κατὰ 40%; νὰ αὐξήσωμεν τὸ ἀδίκημα κατὰ 40%· διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, ἕνας ἔμπορος, ὅστις σήμερον πληρόνει τὸν αὐτὸν φόρον μὲ τὸν μεγάλον, ἂν πληρώσῃ τὸ διπλάσιον ἢ 40%, θὰ αὐξήσῃ τὸ ἀδίκημά του ἔτι περισσότερον. Δὲν παρακολουθεῖ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων τὴν ἀναλογίαν, ἥτις ὑπάρχει εἰς ὅλους ἐν γένει τοὺς φόρους, καὶ ἰδίως εἰς τὸν περὶ ζώων. Καὶ ἓν ἄλλο μεγαλείτερον ἀδίκημα ὑπάρχει σχετικῶς μὲ τὰς ἄλλας τάξεις, διότι ἡ θεμελιώδης βάσις τοῦ συντάγματός μας εἶναι, ὅτι ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας του συνεισφέρει. Εἴδετε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων αὐξάνει εἰς 30 περίπου ἑκατομμύρια· καὶ ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὰ πληρόνονται ἐν γένει ἀπὸ ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας μας. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι δικαία διανομή, ἡ εὐπορωτέρα τάξις τῶν ἐπιτηδευματιῶν, τῶν ἐμπόρων, τῶν τραπεζιτῶν, καὶ ἐν γένει τῆς καλλιτέρας βιομηχανικῆς τάξεως, νὰ πληρόνῃ 300 χιλ. ἐνῷ ὅλαι αἱ ἄλλαι πληρόνουν 28 ἑκατομμύρια; Τὸ ἀδίκημα τοῦτο, λέγει, νὰ μένῃ ἀκόμη, διότι τὸ εὕρομεν ἀπὸ τὴν Τουρκοκρατίαν· ἡ νοημονεστέρα, λέγει, τάξις τῶν ἐπιτηδευματιῶν θὰ παραπονεθοῦν, θὰ προκαλέσουν ἴσως καὶ ἀταξίας· αἴ λοιπὸν, τοὺς χωρικοὺς πρέπει νὰ φορολογῶμεν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν γλῶσσαν, οὔτε νοῦν! Ἡ Συνέλευσις εἶχε δίκαιον ὅταν εἶπεν, ὅτι αὐτὴ ἡ τάξις πρέπει νὰ ἐλαφρυνθῇ· ἡ Συνέλευσις τῷ ὄντι ἔθεσε βάσεις πολὺ καλάς· δυστυχῶς ἡ πολιτικὴ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρέθη, δὲν ἄφησε νὰ ἀποπερατώσῃ τὸ ἔργον της, καὶ διὰ τοῦτο ἔγειναν πολλαὶ ἐκκρεμεῖς προτάσεις πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει ὅτι ἕκαστος ἀναλόγως τῆς περιουσίας του πρέπει νὰ συνεισφέρῃ. Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριε Λυκοῦργε, νὰ μοὶ εἴπητε ἐν συνειδήσει, ποίαν τάξιν βλέπετε εἰς καλλιτέραν κατάστασιν;
§68ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ μὲ παρεξηγεῖ, Κ. πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§69ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐνδέχεται. Συνέκρινες τὸν φόρον τῶν ζώων μὲ τὸν τῶν ἐπιτηδευματιῶν· τοὐτέστιν ἐπῆρες μίαν τάξιν ἐλεεινὴν, τὸν φόρον τῶν ποιμένων· καὶ ἠξεύρετε αὐτὴ ἡ τάξις κατὰ τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον εἴχομεν, πόσον ἐσχάτως ἐπλήρωνεν; 1,200.000· καὶ κατὰ τὴν πρότασιν αὐτὴν θὰ φθάσῃ ἐφέτος 1,800,000· κατὰ τὸν ὑπολογισμόν μου, καὶ ἡ τάξις ἡ ἄλλη τῶν εὐπόρων ἐπιτηδευματῶν ἐπλήρονε 300,000! βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐλεεινὴ τάξις τῶν ποιμένων ἐπλήρονε τὸ τετραπλάσιον. Θέλεις νὰ μένῃ αὐτὴ ἡ ἀδικία; διότι βλέπετε, ὅτι ἐνῷ οἱ ποιμένες πρόκειται νὰ πληρώσουν 1,800,000, οἱ ἐπιτηδευματίαι κατὰ τὴν πρότασίν σας πρέπει νὰ πληρόνουν μόνον 600,000· αὐτὸ τὸ νομίζεις δικαιοσύνην; Πρέπει, λέγει, καὶ ὁ ἴδιος καθὼς καὶ ἡ Βουλὴ νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι, ὅταν ἐπανέλθωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας, τί θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας, καὶ ἑπομένως νὰ θέσωμεν τοιούτους φόρους, ὥστε νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ δικαιολογηθῶμεν. Τί θὰ εἴπητε, Κ. πρόεδρε, εἰς τοὺς ἐκλογεῖς σας; ἰδοὺ, τί θὰ εἴπητε· εὕρομεν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπιβεβαρυμένον ἐκτὸς τῶν ἄλλων δανείων, τὰ ὁποῖα εἶναι συμπεφωνημένα, ἐπιβεβαρυμένον μὲ 21,000,000 ἐλλείμματα, προελθόντα ἐντὸς 6 ἐτῶν· εὕρομεν τὸ δημόσιον ταμεῖον κενὸν, μὴ δυνάμενον νὰ πληρώσῃ οὐδ’ αὐτὸν τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, οὐδ’ αὐτοὺς τοὺς λειτουργοὺς τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἂν ἀφίναμεν αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν κατάστασιν νὰ παραταθῇ, βεβαίως δὲν μᾶς περιμένει τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀποσύνθεσις τῆς κοινωνίας. Αὐτὰ θὰ εἴπητε. Καὶ μάλιστα ἂν δὲν λάβωμεν ἐγκαίρως τὰ μέτρα μας, ἡ ἀποσύνθεσις εἶναι βεβαία· καὶ αὕτη εἶναι ἡ μεγαλειτέρα μάστιξ διὰ τὸν λαὸν, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύεις· ἡ ἀπεχθεστέρα φορολογία εἶναι ἡ χρεωκοπία τοῦ δημοσίου ταμείου· διότι ὅταν δὲν πληρόνεται ὁ στρατὸς ἐγκαίρως, δὲν δύνασαι νὰ ἔχῃς αὐτὴν τὴν ποθητὴν ἀσφάλειαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν πηγάζει ἡ εὐημερία τοῦ πολίτου. Ναί· εἶναι παράδοξον μὲ μερικοὺς, οἱ ὁποῖοι λέγουν, δότε μας καλὴν διοίκησιν καὶ ἀσφάλειαν, καὶ τότε σᾶς χορηγοῦμεν τὰ μέσα· ἡ δὲ Κυβέρνησις λέγει, δότε μοι τὰ μέσα νὰ διοικήσω διὰ νὰ σᾶς χορηγήσω ἀσφάλειαν· τίς θὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα; Καὶ δὲν τὸ λέγω δι’ ἡμᾶς, διότι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν δὲν ἀφορᾷ τὴν ἐνεστῶσαν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὅλας τὰς Κυβερνήσεις· δὲν ἐπιθυμῶ, καὶ τὸ παρετήρησα εὐχαρίστως, νὰ ἀναμιγνύηται τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν μὲ τὰς διαθέσεις τὰς πολιτικὰς, διότι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν εἶναι ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ κτίσῃ πᾶσα Κυβέρνησις οὐχὶ ἡ ἐνεστῶσα, ἀλλὰ καὶ ἡ μέλλουσα. Ὑπάρχει, λέγει, ἡ μεγαλειτέρα ἀνέχεια εἰς τὸν τόπον, καὶ τίς δὲν τὴν ὁμολογεῖ; ἀλλ’ οἱ προτεινόμενοι φόροι δὲν πρόκειται νὰ εἰσπραχθῶσι σήμερον· δὲν φροντίζομεν διὰ τὴν σήμερον· καὶ ἴσως ἐν ᾧ ἡμεῖς λαμβάνομεν τὸ θάῤῥος νὰ φανῶμεν ἐπαχθεῖς πρὸς τὸν λαὸν, καὶ νὰ φανῇ ὁ Κ. Λυκοῦργος δημοτικὸς, ἐν ᾧ ἡμεῖς ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε χορηγοῦνται εἰς τὸ δημόσιον δὲν ἐξαρκοῦν διὰ νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος, καὶ ἐξασφαλισθῇ ἡ ἀσφάλειά σου, ἴσως, λέγω, αὐτὴ ἡ σήμερον ἀντιπολίτευσις θὰ ἔχῃ μίαν ἡμέραν τοὺς καρποὺς αὐτῆς τῆς ἀντιδημοτικότητος τῆς ἰδικῆς μας. Διότι βεβαίως πότε θὰ εἰσπραχθῶσιν αὐτοὶ οἱ φόροι; τὸν Αὔγουστον, τὸν Σεπτέμβριον, εἰς τὸ τέλος σχεδὸν τοῦ ἔτους. Δὲν πρόκειται λοιπὸν σήμερον περὶ ἡμῶν, ἡμεῖς ἑτοιμάζομεν διὰ τὰς μελλούσας κυβερνήσεις καλλίτερον ἔδαφος. Ὅταν ὁ λαὸς, λέγει, δυστυχῇ, πῶς θὰ πληρώσῃ; Μάλιστα· ἀλλ’ ἠμπορεῖ καὶ νὰ εὐτυχῇ, καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον οὐδόλως νὰ εὑρίσκεται εἰς καλὴν κατάστασιν· ἑπομένως τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον εἴπετε, ὅτι τότε ὁ ποταμὸς λαμβάνει ἔκτασιν μεγάλην, ὅταν αἱ πηγαὶ ᾖναι ἄφθονοι, δὲν εἶναι ἐπιτυχές· δύνανται πολὺ καλὰ νὰ ᾖναι αἱ πηγαὶ ἄφθονοι καὶ νὰ μὴ συῤῥέουν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον· δύνανται οἱ πολῖται νὰ ᾖναι πλουσιώτατοι· ἀλλὰ τί πλούσιος; πλούσιος λέγεται ὁ πολίτης, ὅταν δὲν ἔχῃ τὴν ἀσφάλειάν του; Ὑποθέσατε, ὅτι κατηργήσατε τοὺς φόρους, ὅτι ὁ πολίτης δὲν θὰ συνεισφέρῃ ὅλως διόλου· ἂς παραδεχθῶμεν, ὅτι ὑπάρχει τόση ἀρετὴ εἰς τὴν κοινωνίαν, ὥστε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην οὔτε ὑπαλλήλων, οὔτε στρατιωτῶν, οὐδεμιᾶς ἀρχῆς· τὸ δημόσιον ταμεῖον νομίζετε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ λεπτόν; βεβαίως δὲν ἔχει· ἑπομένως δύναται νὰ εὐτυχῇ ὁ λαὸς, χωρὶς τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ λαμβάνῃ ὀβολόν. Ἡ συνάθροισις, Κύριοι, τῶν Ἀθηνῶν, ἥτις ἔλαβε χώραν πρὸ 2, 3 μηνῶν, (καὶ ἐνθυμεῖσθε, τότε ὁ Κύριος Πρόεδρος ἔλαβε τὸν λόγον, διὰ νὰ φέρῃ νουθεσίας τινὰς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπεκίνησαν, καὶ τῷ ὄντι οἱ λόγοι του ἦσαν σεβαστοί·) ἡ συνάθροισις ἐκείνη ἀπεδείχθη, ὅτι ἐκ πλάνης ἔλαβε χώραν· διότι ἠθέλησαν νὰ παραμορφώσουν τὸν νόμον· διέδωκαν, ὅτι οἱ ἐργάται, οἱ κτίσται, ἡ μικρὰ τάξις πρὸ πάντων θὰ ἐπιβαρυνθῇ, καὶ τὰ ὑπεκίνησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπον, ὅτι ἠδύναντο νὰ φορολογηθοῦν πολύ.
§70ΑΝΤΥΠΑΣ. Οἱ νοήμονες.
§71ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν ὅμως εἶδον, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἐπεζήτει παρὰ τὴν δικαίαν διανομὴν τῶν φόρων, τότε ἔμειναν μόνοι των, καὶ βλέπετε ποῖα μέτρα λαμβάνονται διαιροῦνται εἰς τάξεις οἱ φορολογούμενοι· διότι εἰς τάξεις ὑπάρχουν καὶ αἱ περιουσίαι τῶν ἐπιτηδευματιῶν. Ἦτον ἄδικον ὁ τελευταῖος δικηγόρος νὰ πληρόνῃ τὸν αὐτὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ καλλίτερος τῶν δικηγόρων, τουτέστιν ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μόλις ἀποζῇ, κερδίζει 600, 1000 δραχ. τὸν χρόνον, ἐπλήρονεν 75 δραχ. φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπλήρονε καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς, καὶ ὁ Κ. Μπαλάνος, ὁ Κ. Παπαῤῥηγόπουλος, καὶ τόσοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἀπολαμβάνουν 20 καὶ 30,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Ὅταν εἶδον ὅμως, ὅτι ὁ δικηγόρος, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ὑποθέσεις πολλὰς καὶ δὲν ἀπολαμβάνει, πρόκειται νὰ πληρώσῃ 50 δραχ., ὁ δὲ Καλλιγᾶς, καὶ ὁ Μπαλάνος πρόκειται νὰ πληρώσουν 360,400, τότε εἶπον· μᾶς ἐξηπάτησαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ φορολογηθοῦν σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο..............
§72ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ Κύριος Μπαλάνος;
§73ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὄχι δά! — Ἦλθον, Κύριοι, πολλὰ ἔντιμα μέλη τῶν ἐμπόρων, τῶν ἐπιτηδευματιῶν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι ἡ βάσις τοῦ νόμου εἶναι δικαιοτάτη· τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον σᾶς συνιστῶμεν, διότι ἠκούσαμεν παράπονα, εἶναι νὰ λάβητε μέριμναν ὑπὲρ τῶν ἀπόρων. Αὐτό, τοῖς εἶπον, ἐπιδιώκει τὸ νομοσχέδιον, καὶ ἐπείσθησαν οἱ ἄνθρωποι. Δὲν ὑφίσταται λοιπὸν κἀνὲν παράπονον, ἀπεναντίας ὡς καλοὶ πατριῶται καὶ ἐκεῖνοι πρέπει νὰ συνεισφέρουν καὶ θὰ συνεισφέρουν ἀναλόγως τῶν ἄλλων τάξεων. Δὲν ἠξεύρω, ἐὰν ὁ Κ. Πρόεδρος, (διότι ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι μία σύμπτωσις), ἅμα εἶδεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ δανείου, εἶπε· περιττοὶ οἱ φόροι, θὰ δανεισθῇ ἡ Κυβέρνησις, περιττὸν νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαός· εἶναι βεβαίως μία σύμπτωσις· μόλις ὑπεβλήθη ἡ πρότασις, τότε ἠκούσαμεν τὸν Κ. Πρόεδρον ἔχοντα διαφορετικὰς ἰδέας ἀπὸ ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐξέθεσε πρὸ 2, 3 μηνῶν. Ἡ Κυβέρνησις, ὅπως σᾶς εἶπον καὶ τότε καὶ τώρα, δὲν θὰ ζητήσῃ δάνειον, παρ’ ὅταν βλέπῃ, ὅτι θὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, ὄχι μόνον ἡ ἐνεστῶσα, ἀλλὰ καὶ ἡ μέλλουσα, καὶ διὰ νὰ ἐκπληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις της, ἔχει ἀνάγκην ἐσόδων. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι δυνάμεθα μόνον διὰ δανείων νὰ ὑπάρξωμεν, πρῶτον, ὅτι εἶναι ἄτιμον, καὶ δεύτερον, ὅτι οὔτε εὑρίσκομεν. Δὲν εὑρίσκομεν, λέγω, ὅταν ἕκαστος προϋπολογισμὸς ἢ ἀπολογισμός μας ἀφίνῃ ἔλλειμμα 3 καὶ 4 ἑκατομμυρίων· δὲν εἶναι οἱ κεφαλαιοῦχοι πολὺ ἁπλοῖ ἄνθρωποι, διὰ νὰ μὴ ἐξετάζουν, ὅταν πρόκηται νὰ δώσουν τὰ χρήματά των, τὰ ἔσοδα ἐκείνου, εἰς τὸν ὁποῖον τὰ δίδουν, καὶ τὰ ἔξοδά του συγχρόνως. Δυστυχῶς μέχρι τοῦδε αὐτὸ συνέβαινεν· ἡ Κυβέρνησις ἐδανείζετο καὶ ἀνεπλήρωνε τὰ ἐλλείμματά της, ἀλλὰ μέχρι τινός· μᾶς ἐνόησαν· δὲν μᾶς δίδουν πλέον (ἱλαρότης). Βεβαίως δὲν μᾶς δίδουν πλέον, παρ’ ὅταν πεισθοῦν, καὶ ἠξεύρετε ἡ πίστις δὲν ἐπιβάλλεται, πρέπει νὰ τὴν ἐμπνεύσητε, καὶ διὰ νὰ τὴν ἐμπνεύσωμεν, πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτούς· μέχρι τοῦδε εἴχομεν περισσότερα ἔξοδα καὶ ὀλιγώτερα ἔσοδα, συνέπεια ἦτο ἡ χρεωκοπία τοῦ δημοσίου ταμείου· σήμερον ὅμως πρόκειται νὰ τοὺς εἴπωμεν, ὅτι τὰ ἔσοδά μας θὰ ᾖναι ἴσα μὲ τὰ ἔξοδά μας. Τοῦτο μόνον δύναται νὰ πείσῃ τοὺς κεφαλαιούχους, νὰ δώσουν τὰ χρήματά των, ἄλλως μὴ πιστεύσητε, ὅτι θὰ εὕρητε δάνεια, μολονότι τὰ προηγούμενα βεβαίως ἀφῆκαν κακὰς ἀναμνήσεις καὶ ἐγέννησαν τὴν μεγαλειτέραν δυστυχῶς δυσπιστίαν· διότι, κύριοι, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ εἶπον, ἐν καιρῷ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεώς μας, εἰς τὰ 1821 καὶ 21 εὑρέθησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὰ χρήματά των καὶ ἐχρησίμευσαν εἰς τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον ἀγῶνα· ἔκαμε δάνειον τότε ἡ πατρίς μας, μόλις ἔλαβε τὰ ὅπλα καὶ ἔχαιρε πίστιν, καὶ ἔπειτα ἀπὸ 30 ἐτῶν ὕπαρξιν δὲν χαίρει· εἶναι καλὴ αὐτὴ ἡ κατάστασις;
§74ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Διότι βλέπουν, ὅτι τοὺς δίδομεν 1% ὕστερον ἀπὸ 30 ἔτη.
§75ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὴν λοιπὸν τὴν κακὴν κατάστασιν ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν δύναμίν της νὰ ἐπανορθώσῃ καὶ εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ λαὸς πρέπει νὰ συνεισφέρῃ, ἀλλὰ νὰ συνεισφέρῃ ἀναλόγως τῆς περιουσίας του, ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον, ὁ πλούσιος νὰ πληρόνῃ περισσότερα καὶ ὁ πτωχὸς ὀλιγώτερα, καὶ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐπιδιώκει ἰδίως ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ὁ κ. Λυκοῦργος θέλει, αὐτὸς ὁ νόμος τοῦ 1837, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγεννήθησαν καὶ ἔπρεπε νὰ γεννηθῶσι τὰ μεγαλήτερα παράπονα, αὐτὸς ὁ νόμος νὰ μένῃ· αὐτὸν εὕρομεν, αὐτὸν, λέγει, πρέπει νὰ διατηρήσωμεν· ἀδιάφορον, ἐὰν ἀδικῆται ὁ λαὸς, ἀδιάφορον ἐὰν ἀδικῆται ὁ πτωχὸς γεωργός· τοὺς πλουσίους, τοὺς νοήμονας μὴ τοὺς ἐγγίζωμεν. Αὐτὴν τὴν γλῶσσαν μετεχειρίσθη σήμερον ὁ σεβαστὸς πρόεδρός μας.
§76ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε, μὲ προκαλεῖτε. Θαυμάζω, διότι κατὰ δυστυχίαν δὲν εἴπετε ἀλήθειαν. Πρῶτον ἀρχίζω ἀπὸ τοὺς Ἀθηναίους, περὶ ὧν εἴπατε, ὅτι, ὡς σᾶς εἶπον, εἶναι πολὺ εὐχαριστημένοι καὶ μετεμελήθησαν. Καὶ ὅμως ἔχω εἰς τὸ προεδρεῖον μὲ χιλίας ὑπογραφὰς ἀναφορὰν, παραπονουμένων διὰ τὴν ὑπερβάλλουσαν τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπιβάρυνσιν. Λοιπὸν σᾶς παρακαλῶ, μὴ παρεξηγεῖτε τὸ πνεῦμα τὸ ἰδικόν μου. Ἐγὼ ἔβαλα φόρον, ἐπρόσθεσα διὰ τὰς ἀνάγκας· εἶμαι συνεπέστατος. Ὅταν ἐξέλεγξα τὸν τρόπον, δὲν εἶπον ν’ ἀφαιρέσητε, μολονότι ὁ λαὸς πεινᾷ, τρώγει χόρτα. Τώρα, κύριοι, ὁ ψαρᾶς δὲν εἶναι πλούσιος, ὁ ὁποῖος ἔδιδε 10 δρ. καὶ τώρα θὰ δώσῃ 30, ὁ γύφτος, ὅπου ἔδιδε 8 δρ. θὰ δώσῃ 24· ὁ πτωχὸς λοιπὸν ἐπιβαρύνεται. Ἐγὼ εἶπον κατὰ τὴν παροιμίαν, δι’ ἣν μὲ ἐπεπλήξατε, οὔτε τὸ σουβλὶ, οὔτε τὸ κρέας. (Ἰλαρότης). Καταλαμβάνω, νὰ σοῦ δώσῃ ὁ λαὸς ὅ,τι δύναται, ἀλλὰ δὲν ἐρωτᾷς ἂν ἔχῃ καὶ ἐκεῖνος νὰ σοῦ δώσῃ;
§77ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν τὶ νὰ γείνῃ;
§78ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἰδοὺ τὶ νὰ γείνῃ· οἰκονομία. Τὶ τὰς θέλεις 12,000 δραχ. διὰ μαθητευομένους ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου;
§79ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὰς ἔχει ὁ προϋπολογισμός. Δὲν ἐκάμετε λοιπὸν καλὰ, ἀφοῦ τὸ ἐβλέπετε κακὸν, νὰ μὴ τὸ ἀπαλείψητε.
§80ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μάλιστα· σέβομαι τὴν ἀπόφασιν, ἀλλὰ μὲ πειράζεις καὶ θὰ τὸ εἴπω, μὴ θέλετε μὲ ψεύδη νὰ μὲ παρεξηγήσητε· ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῶν φόρων.
§81ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐγείνατε ἀντιπολιτευόμενος ἀπὸ χθές;
§82ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κἀνεὶς δὲν εἶναι οὔτε ἀντιπολιτευόμενος, οὔτε συμπολιτευόμενος· ἐγὼ εἶμαι πάντοτε φίλος τοῦ ἀπονέμοντος τὸ δίκαιον· σφίγγω τὴν χεῖρα, ἔστω καὶ τοῦ ἐχθροῦ μου, ὅστις θὰ κάμῃ καλόν· ἡ διαγωγή μου εἶναι γνωστή· κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ μὲ εἴπῃ, ὅτι ἔκλεψα, οὔτε ὅτι κατεχράσθην· ἠμπορῶ νὰ ἦμαι πτωχὸς καὶ νὰ ἔχω ἐλαττώματα· ἀλλὰ κλέπτην δὲν μὲ εἶπε κἀνεὶς, οὔτε θὰ μὲ εἴπῃ, οὔτε ἐμὲ, οὔτε τὴν γενεάν μου. Ὅταν ὁμιλῆτε, μὴ παρεξηγεῖτέ τινα, καὶ δὲν ἐρχόμεθα εἰς διαπληκτισμούς. Εἴπετε, ὅτι δὲν ἔχομεν χρήματα. Ἰδοὺ τὰ τοῦ Λαυρίου, τὰ ὁποῖα θὰ δίδουν 1,000,000, ὅταν γείνῃ ὁ νόμος.
§83ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ νόμος θὰ ἔλθῃ, κύριε πρόεδρε, καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὑπάρχει ἔσοδον προερχόμενον ἐκ τοῦ Λαυρίου, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ τὸ ἠξεύρετε.
§84ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πόσον ποσόν;
§85ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, 250,000.
§86ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι 1,000,000.
§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι 7,000 τόνοι, ὅπου ἐξήχθησαν καὶ ἔχομεν 200,000 περίπου λάβει.
§88ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν εἶναι τόσα εἰς τὰ ἔσοδα.
§89ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὰ εἶναι καὶ ἐδαπανήθησαν.
§90ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἠρωτήσατε, τὶ θὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαόν μας, ὅταν ἐπιστρέψωμεν· θὰ τοὺς εἴπωμεν ὅτι, σᾶς ἐπωλήσαμεν, σᾶς ἀφήσαμεν χωρὶς χιτῶνα. Αἴ, Κ. ὑπουργὲ, παράξενον σοῦ ἐφάνη, διότι εἶπον νὰ σᾶς δώσωμεν 40% περιπλέον ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόρον; Ὅ,τι εἶπον καὶ τότε, τὸ αὐτὸ λέγω καὶ τώρα· δὲν εἶπον ὅμως νὰ ἀπογυμνώσωμεν τὸν λαὸν, διὰ νὰ συλλέξωμεν πολλὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει· διὰ νὰ τὸν ἔχετε καὶ τὸ ἐρχόμενον, εἶπα, πρέπει νὰ θέσετε φόρον, πρὸς τὸν ὁποῖον νὰ ἀντέχῃ. Τοὺς ἀπωλέσατε ἐφέτος, ἐπώλησαν τὴν κατάστασίν τους, τοῦ χρόνου δὲν θὰ ἔχουν, ποῖος θὰ χάσῃ; Ὅταν ἀπὸ 1000 πρόσωπα ἀποθάνουν ἀπὸ τὴν πεῖναν ἢ πωλήσουν τὴν κατάστασίν τους 800, τοῦ χρόνου τί θὰ ἔχετε; Ἰδοὺ λοιπὸν ἡ πρόνοιά σας ὑπὲρ τοῦ λαοῦ. Τί ἔρχεσθε καὶ λέγετε δικηγόρους; Ἐδῶ εἶναι ψαράδες, εἶναι χαλκεῖς, οἱ ὁποῖοι περιπατοῦν ἀνυπόδητοι. Ὑπὲρ αὐτῶν λαλῶ καὶ μὲ παρεξηγεῖτε. Δὲν θέλω νὰ ὁμιλήσω περισσότερα, διότι δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς περισσοτέρους διαπληκτισμούς. Τὸ ἀληθὲς εἶναι, ἡ ὁμιλία μου ἀπέβλεπεν εἰς τὸ νὰ σᾶς πείσω νὰ δεχθῆτε καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅσον ἐδέχθητε καὶ ἀπὸ τοὺς ποιμένας φόρον. Σᾶς λέγω, ὅτι εἰς τὰ χωρία εἶναι εἷς ἐπιτηδευματίας καὶ 15 ποιμένες. Ὅλοι οἱ γεωργοὶ ἔχουν πρόβατα, ὅλοι εἶναι ποιμένες, τὸ πλεῖστον μέρος τῶν κατοίκων εἶναι ποιμένες καὶ γεωργοί· ἐπιτηδευματίαι εἶναι ὀλίγιστοι, καὶ ἐὰν ἐξέλθετε ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν, θὰ ἰδῆτε, πόσοι ἐχρεωκόπησαν καὶ ἀπὸ τοὺς ἐμπορευομένους καὶ τοὺς ἐπιτηδευματίας, καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν εἶναι οἱ λοιποί! Διατί ἐταράχθητε τάχα; διότι σᾶς εἶπον, σᾶς παρεκάλεσα μάλιστα νὰ συγκαταβῆτε εἰς τὰς 40%; διότι χθὲς ἔγεινε μία τρομερὰ ἀντίῤῥησις μεταξὺ ὑμῶν καὶ τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ εἷς ἐπέμενε καὶ ὁ ἄλλος ἐπέμενε. Λοιπὸν εἶπον νὰ πάρωμεν μίαν βάσιν γενικήν. Σᾶς παρακαλῶ μόνον, ὅταν ἀπαντᾶτε, νὰ μὴ μᾶς παρεξηγῆτε. Ἐγὼ εἶμαι συντηρητικός, καὶ ἰδοὺ ὅτι προσθέτω, κατ’ ἐμὲ, 40% περισσότερον, οὐχὶ ὅμως καθ’ ὑμᾶς 500%.
§91ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν Κ. Πρόεδρον, ἐπειδὴ λέγει περὶ ἰχθυοπωλῶν κτλ. αὐτὰ ἐτελείωσαν χθὲς, καὶ χθὲς δὲν ἔκαμε κανένα λόγον. Σήμερον ὁ λόγος εἶναι περὶ τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν ἄλλων.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ῥηγόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§93ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πέρυσιν, ὡς ἴσως, ἐνθυμεῖσθε, ἤμην ἐναντίος εἰς τὴν ἐπιβολὴν παντὸς ἄλλου φόρου, διότι ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἰδίως ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν, εἶναι ἐλεεινὴ, καὶ κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ τὸ ἀρνηθῇ. Τὰ δὲ αἴτια τῆς τοιαύτης καταστάσεως—μεταξὺ τῶν ὁποίων ἓν ξενικὸν ἀντεθνικὸν σύστημα ἐπὶ πολλὰ ἔτη—τὰ ἀνέφερον ἄλλοτε, καὶ δὲν εἶναι σήμερον τοῦ προκειμένου. Ἐφέτος ὅμως, ὅτε ἐπέρχονται ἔκτακτοι περιστάσεις, ὄχι ἀπροσδόκητοι εἰς ἐμὲ, Κύριοι,—διότι τὰς προεῖδον —ἀλλὰ καταπληκτικαὶ, σπουδαῖαι, κατεπείγουσαι διὰ τὸ γένος ἡμῶν, παραδέχομαι ἐπιβολὴν νέων τινῶν φόρων· καὶ ὤφειλον διὰ τοῦτο νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅπως δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου ὡς τίμιος καὶ εἰλικρινὴς πατριώτης. Νέους φόρους, κύριοι, δὲν ἔπρεπε νὰ δώσῃ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς οὔτε πέρυσιν, οὔτ’ ἐφέτος, οὐδὲ ἴσως πολλὰ ἀκόμη ἔτη· ἐρχομένων ὅμως αὐτῶν τῶν σοβαρῶν περιστάσεων, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ λαὸς αὐτὸς τῆς θυσίας, ὁ πάντοτε φιλογενὴς καὶ φιλότιμος, παραδέχεται αὐθορμήτως καὶ νέους φόρους. Καὶ δὲν πρόκειται σήμερον νὰ τονίσωμεν τὸν ὕμνον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι ὑπέρτερος πολλῶν ἀτομικοτήτων, καὶ διὰ τῆς διαγωγῆς του, καθ’ ὅλην τὴν ἱστορίαν, ἀπέδειξε καὶ νοῦν καὶ πατριωτισμὸν καὶ πᾶσαν αὐταπάρνησιν· καὶ πολλάκις ἔσωσε τὰ ἱερώτερα συμφέροντα αὐτῆς τῆς ἀνθρωπότητος. Κατὰ τὸν μεσαίωνα, Κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς ἔσωσε τὴν Εὐρώπην ἀπέναντι τῶν εἰσβολῶν τῶν ἀπ’ ἄρκτου, ἀπ’ ἀνατολῶν καὶ ἀπὸ μεσημβρίας, ὅταν δὲ τὸ Βυζάντιον ἔπιπτεν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς διὰ τοῦ Μάρκου τοῦ Ἐφέσου καὶ Γενναδίου τοῦ Σχολαρίου διέσωσε καὶ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας μας καὶ τὴν ἐθνικὴν ἡμῶν προσωπικότητα, καὶ διὰ τῶν προσφύγων αὐτοῦ λογίων ἀνεζωογόνησεν εἰς τὴν Δύσιν τὸν Εὐρωπαϊκὸν πολιτισμόν· εἰς δὲ τὰ πρόθυρα αὐτὰ τῆς δουλείας μας, διὰ τοῦ Γεωργίου τοῦ Καστριώτου, προοιώνισε τὴν νέαν Χριστιανικὴν Ἑλλάδα τοῦ ΙΘʹ. αἰῶνος. Κατὰ δὲ τὸ μακρὸν διάστημα τῶν πικρῶν δεινῶν μας, διὰ τῶν Κλεφτῶν του, διὰ τῶν σχολείων του, διὰ τῶν φιλογενῶν ἐμπόρων του καὶ διὰ τοῦ ἱεροῦ Κλήρου μας, ὅστις πάντοτε ὑπῆρξεν ὁ σημαιοφόρος τῆς ἐθνικότητος καὶ τῶν ἐλευθεριῶν μας, ἐδυνήθη ν’ ἀντισταθῇ κατὰ τῆς βαρβαρότητος, νὰ τὴν καταβάλῃ ἠθικῶς καὶ ἐπὶ τέλους νὰ τὴν νικήσῃ εἰς τὴν μεγάλην ἡμῶν ἐπανάστασιν τοῦ 1821, ἥτις εἶναι ἡ σημαία ὅλων τῶν ἐθνικοτήτων τῆς Εὐρώπης. Καὶ τίς δύναται νὰ εἴπῃ, Κύριοι, τὸν ἡρωϊσμόν του, τὰς θυσίας του, τὸν ὕψιστον πατριωτισμόν του καὶ τὴν κοινωνικὴν σοφίαν του κατὰ τὴν ἔνδοξον ἐποχὴν τοῦ ἀγῶνος καὶ μετὰ ταῦτα; Ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καίεται εἰς τὸ Σέκκον, καίεται εἰς τὸ Μεσολόγγιον, νικᾷ μίαν ἄλλην ἀντεθνικὴν πολιτικὴν κατὰ τὸ 1843 καὶ 1862, καὶ ἤδη, ὅτε ἡ Κρήτη ἀναλαμβάνει τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα τοῦ 1821, καίεται εἰς τὸ Ἀρκάδιον! Καὶ ἠξεύρετε τί εἶναι τὸ Ἀρκάδιον; — Εἰς τοὺς καπνούς, οἵτινες ὑψώθησαν ἀπὸ τὰ πυρίκαυστα καὶ αἱματωμένα ἐκεῖνα ἐρείπια, εἰς τοὺς καπνοὺς αὐτοὺς ἐσκιαγραφήθη ἡ Ἁγία Σοφία! (χειροκροτήματα, εὖγε). Ἀπὸ τοιαῦτα πατριωτικὰ αἰσθήματα ἐμπνεόμενος ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, δέχεται καὶ σήμερον αὔξησιν φόρων. Ἀλλὰ Κύριοι, πρέπει νὰ προσέξωμεν. Ἂν ἀφ’ ἑνὸς ᾖναι μεγάλη ἡ φιλογένεια τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἀφ’ ἑτέρου εἶναι σήμερον πολλὴ ἡ δυστυχία του. Διὰ τοῦτο πρέπει ἡ αὔξησις τῶν φόρων νὰ γίνῃ μέχρι τινὸς, ὡς εἶπε καὶ ὁ Κ. Κρεστενίτης καὶ ὡς ἐννοεῖ βεβαίως καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν· διότι ὅταν περάσωμεν ὅρια τινὰ, πέραν αὐτῶν ὑπάρχει ἡ ἔκπνευσις καὶ ὁ θάνατος, καὶ τότε, κύριοι, καὶ τὸ δημόσιον αὐτὸ ἐκπνέει καὶ ἀποθνήσκει. Εἶναι τῷ ὄντι ἀξιέπαινος ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι κατέγεινε μετὰ πολλοῦ ζήλου καὶ ἐπροσπάθησε νὰ εὕρῃ τὴν καλλιτέραν μέθοδον, ὅπως ἐξισωθῶσιν οἱ φόροι, καθόσον μέχρι τοῦδε βάσιν δὲν εἶχον τὴν ἰσότητα, καὶ ἰδίως ὁ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἀλλὰ πρέπει μετὰ πολλῆς προσοχῆς καὶ ἐμβριθείας νὰ συζητήσωμεν τὰ καθυποβληθέντα νομοσχέδια διὰ νὰ μὴν ὑποπέσωμεν εἰς ἀδικίαν τινὰ καὶ ἐθνικὴν ζημίαν. Καὶ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τοιοῦτο ἦτο καὶ τὸ πνεῦμα τῆς ἀγορεύσεως τοῦ κ. Κρεστενίτου, καὶ ὄχι ὅτι ἔπρεπε νὰ πληρόνωσιν ὀλιγώτερα οἱ πλούσιοι καὶ πλειότερα οἱ πτωχοὶ, ὡς παρεννοήθη. Εἴτε πλούσιοι, εἴτε πτωχοὶ, πρέπει ὅλοι νὰ συνεισφέρωσιν ἐξ ἴσου εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των· ἀλλ’ ἡ αὔξησις τῶν φόρων πρέπει νὰ γίνεται κατὰ τὸ δυνατὸν, διὰ νὰ μὴ στειρεύσῃ ἡ ἰδιωτικὴ παραγωγὴ καὶ ἑπομένως καὶ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, ὕστερον ἀπὸ συζητήσεις ἐμβριθεῖς καὶ ἀκριβεῖς ἐρεύνας προέλθωσιν ἐλαττώσεις τινὲς εἰς τὴν ὑπολογισθεῖσαν αὔξησιν τῶν φόρων, τότε δυνάμεθα ν’ ἀναπληρώσωμεν τὰ ἐλλείμματα ἢ τὰ κενὰ ταῦτα δι’ ἄλλων μέσων, δι’ ἄλλων πόρων, τοὺς ὁποίους ἄλλοτε καὶ ἐγὼ σᾶς ὑπέδειξα, καὶ πρὸ ὀλίγου ὁ Κ. Κρεστενίτης· ἓν μόνον αὐτοῦ δὲν παραδέχομαι, τὴν ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐνοικίασιν, ἐκτὸς ἂν αὕτη ἤθελε γενῇ δι’ ἄλλης μεθόδου καὶ ὑπὸ ἄλλους ὅρους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ὑποδείξω καὶ ἐγὼ ἕνα ἄλλον πόρον, τὸν ὁποῖον καὶ πέρυσιν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀναφέρω. Διατί, κύριοι, νὰ ἀφίνωμεν τὰ καθυστερούμενα, ἐννοῶ τὰ μεγάλα ποσά; Γνωρίζετε, ὅτι ὅλα ἀναβαίνουσιν εἰς 60 περίπου ἑκατομμύρια· ἐγὼ παραδέχομαι μόνον τὰ 40, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναμφισβήτητα. Ἂς γίνῃ λοιπὸν εἷς κατάλογος τῶν ὀφειλόντων τὰ μεγάλα ποσὰ καὶ μάλιστα τῶν εὐπορούντων, καὶ ἂς προσκληθῶσι πανταχοῦ νὰ πληρώσωσιν ἀμέσως μίαν τινὰ δόσιν· καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι σήμερον, εἰς τὴν σπουδαίαν ταύτην κρίσιν τοῦ γένους μας, θέλουν ἀποδείξει, ὅτι ἔχουν ἀληθεινὸν πατριωτισμοῦ αἴσθημα. Καθὼς ὁ πτωχὸς λαὸς δέχεται ἀγογγύστως αὔξησιν φόρων, οὕτω καὶ οἱ ὀφείλοντες τὰ μεγάλα ποσὰ πρέπει νὰ ἀποδώσωσιν ἐφέτος μίαν κἂν δόσιν, διότι ἄλλως οἱ ἴδιοι ἐκεῖνοι καὶ τὰ τέκνα των ἠδύναντο μίαν ἡμέραν πικρῶς νὰ μετανοήσωσιν. Οὕτω δὲ, Κύριοι, δυνάμεθα ἐκ τῶν καθυστερουμένων νὰ ἔχωμεν ἐντὸς ὀλίγων μηνῶν δέκα ἢ τοὐλάχιστον πέντε ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλὰ πρὸς ποῖον σκοπὸν καὶ ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς καὶ ἐγὼ, ὡς Βουλευτὴς, χορηγοῦμεν ὅλα τὰ δυνατὰ μέσα εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν; —καὶ σήμερον ἠθέλομεν πράξει τὸ αὐτὸ πρὸς πᾶσαν Κυβέρνησιν νόμιμον. —Πρὸς ἕνα σκοπὸν, Κύριοι· πρὸς ἄμυναν τῆς πατρίδος μας. Δὲν ἐννοῶ πρὸς ἐπίθεσιν, ἀλλὰ πρὸς ἄμυναν. Ἀλλ’ εἶναι, εἶναι λυπηρὸν, Κύριοι, μετὰ 30 περίπου ἐτῶν λεγόμενον πολιτισμὸν—καὶ ἰδοὺ, σήμερον βλέπομεν τὰ ἀποτελέσματα ἑνὸς ξενικοῦ ἀντεθνικοῦ συστήματος—εἶναι λυπηρὸν, λέγω, νὰ ἤμεθα ἀκόμη εἰς τὸ σημεῖον τῆς ἀμύνης καὶ ὄχι τῆς ἐπιθέσεως· ἐνῷ ἔπρεπε νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι δι’ ἐπίθεσιν, ἀδιάφορον ἂν δὲν ἐκάμνομεν χρῆσιν αὐτῆς· ἀλλὰ τότε καὶ ἡ ἄμυνα θὰ ἦτο πλήρης καὶ τελεσφόρος. Διατί, κύριοι, μετὰ τὸ τέλος τῆς ἐνδόξου ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, μετ’ ἐκείνην τὴν φοβερὰν καταστροφὴν καὶ πενίαν, εἴχομεν 30,000 στρατοῦ, 70 πλοῖα καὶ μόλις τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους ἀνέβαινον εἰς 6 ἑκατομμύρια φοινίκων, ἀναλογούντων μὲ τὰς δραχμάς; Διότι τότε ἡ Ἑλλὰς ἦτον ἠθικῶς μεγάλη, διότι αἱ ψυχαὶ ἔφθανον εἰς ὕψος μέχρις ἀστέρων, διότι τὸ σύστημα τῆς διοικήσεως, ἐσωτερικῶς καὶ ἐξωτερικῶς, ὑπῆρχεν ἐθνικὸν, λαοσωτήριον, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἦτο φοβερὰ πρὸς τοὺς ἐχθροὺς καὶ σεβαστὴ πρὸς τὴν Διπλωματίαν· διὰ τοῦτο, ὕστερον ἀπὸ τόσους χρόνους νέων δεινῶν, ἔτι μᾶλλον ὑψηλὴ καὶ μεγάλη σκιαγραφεῖται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν ὁρίζοντα ἡ μορφὴ τοῦ ἀειμνήστου Ἰωάννου Καποδιστρίου! Ἀλλὰ μὴ φοβηθῶμεν, κύριοι, οὔτε διὰ τὰς ἐλλείψεις μας, οὔτε διὰ τὰς ἁμαρτίας μας· καὶ αἱ ἁμαρτίαι μας αὐταὶ πίπτουν εἰς βάρος μᾶλλον τῆς διπλωματίας ἀπὸ τοῦ 1833. Ἂς μὴ ζητήσωμεν λοιπὸν νὰ φενακίσωμεν κἀνένα. Ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἂς εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν καὶ πρὸς τὸν λαὸν καὶ πρὸς τὴν Εὐρώπην μετὰ παῤῥησίας καὶ θάῤῥους, τὸ ὁποῖον ἐμπνέει ὄχι μόνον ἡ πεποίθησις, ἀλλὰ καὶ ἡ εἰλικρινὴς αὐτὴ μετάνοια. Πρέπει νὰ θίξωμεν τὴν σιδηρὰν χορδὴν τῆς καρδίας μας· πρέπει νὰ ὁμιλήσωμεν μὲ τὸν ὑψηλὸν πόνον τοῦ Δάντου, διότι, ὡς ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ, οὕτω καὶ τὸ Ἑλληνικὸν γένος ζητεῖ ἀπὸ αἰώνων εἰρήνην, pace, καὶ εἰρήνην δὲν τοῦ δίδουσι. Μὴ φοβηθῶμεν λοιπὸν νὰ εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, διότι ἡ Ἑλλὰς εἶναι ἀθάνατος, ὡς ὁ Προμηθεὺς, καὶ δύναται νὰ εἴπῃ πρὸς τοὺς ἐχθροὺς καὶ προδότας, εἴτε ἐξωτερικοὺς, εἴτε ἐσωτερικοὺς, οἵτινες τίποτε κατ’ αὐτῆς δὲν θὰ κατορθώσωσιν, ὅ,τι εἶπεν ὁ Τιτὰν ἐκεῖνος διὰ τοῦ Αἰσχύλου; «Τί δ’ ἂν φοβοίμην, ᾧ θανεῖν οὐ μόρσιμον;» Λοιπὸν, κύριοι, δὲν εἴμεθα οὔτε δι’ ἄμυναν! Εἴμεθα ἀνέτοιμοι, ἐνῷ ἡ Τουρκία εἶναι ἑτοίμη, ὄχι βέβαια, ὡς ἔπρεπε νὰ ᾖναι — διότι ἐπῆλθεν ἡ ἀγωνία της ἤδη — ἀλλὰ σχετικῶς πρὸς ἡμᾶς· καὶ ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, Κύριοι, οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες τῆς Τουρκίας, καί τοι μὴ ἔχοντες πατρίδα, αἰσθάνονται ὅμως τὸν πατριωτισμὸν τῆς φυλῆς των καὶ μετὰ σφοδρότητος μάλιστα. Διὰ τοῦτο ἡ Τουρκία μᾶς ἀπειλεῖ διὰ πρώτης καὶ δευτέρας διακοινώσεως· καὶ συλλογίσθητε, κύριοι, ὅτι σήμερον ἡ Ἑλλὰς δὲν ἔπρεπε νὰ φοβερίζεται, ἀλλὰ νὰ φοβερίζῃ τοὺς Τούρκους. Καὶ μολαταῦτα, κύριοι, ἐγὼ ὅστις οὕτω σᾶς ὁμιλῶ, ἠξεύρετε τί φρονῶ; Μὲ ὅλην τὴν ἀλαζονικὴν θέσιν τῆς Τουρκίας ἡ ἀπειλητικὴ διακοίνωσίς της κατ’ οὐσίαν φανερώνει δειλίαν. Καὶ διατί, κύριοι, νὰ μὴ εἴμεθα ἕτοιμοι μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης, ἐνῷ ἐπέρασεν ἤδη ἕνας σχεδὸν χρόνος ἀπὸ τῆς ἐπαναστατικῆς ἐκρήξεως ἐν Κρήτῃ; Ἀπὸ τὴν Βουλὴν ταύτην ἐξῆλθε πέρυσι—καὶ ἴσως δὲν τὸ ἐλησμονήσατε—μία φωνὴ προῤῥήσεως, προαγγέλλουσα τὰ σπουδαῖα γεγονότα, τὰ ὁποῖα διαδραματίζονται καὶ ἐξακολουθοῦν ἐν τῇ δυτικῇ καὶ ἀνατολικῇ Εὐρώπῃ· καὶ ἂς ἴδωσιν ὅσοι ἐπιθυμοῦν νὰ ἐργάζωνται ἄνευ τῆς Βουλῆς, ὅτι καὶ ἡ σημερινὴ Βουλὴ δύναται νὰ δώσῃ σωτηρίους συμβουλάς, ἀρκεῖ μόνον αὗται νὰ εὑρίσκωσιν ὦτα ἀκουόντων (εὖγε). Ἂν δὲ μοὶ ἐπιτρέπητε, κύριοι,—καὶ δὲν κινοῦμαι ἀπὸ κἀμμίαν ματαιότητα, ἀλλὰ, μόνον διότι ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου—θέλω σᾶς ὑπενθυμίσει καὶ σᾶς ἀναγνώσει ἓν ἀπόσπασμα τῆς ἀπὸ 24 Δεκεμβρίου 1865 ἀγορεύσεώς μου, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ κάμω ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ, προκειμένου περὶ τῶν ἀνθυπασπιστῶν καὶ ἐν γένει περὶ τοῦ γενναίου στρατοῦ μας. Ἰδοὺ τί εἶπον τότε, πρὶν εἰσέτι ἔλθουν τὰ Πρωσσικὰ καὶ Ἀνατολικὰ πράγματα. Κύριοι! Σήμερον παρά ποτε ἔχομεν ἀνάγκην ἐθνικῆς διοργανώσεως εἰς ὅλους τοὺς κοινωνικοὺς κλάδους. Ἰδίως δὲ νὰ λάβωμεν πρόνοιαν περὶ τῶν δυνάμεων τοῦ ἔθνους, ἤγουν τοῦ στρατοῦ, τῆς ἐθνοφυλακῆς καὶ τοῦ ναυτικοῦ. Πρέπει νὰ σχηματίσωμεν ἕνα στρατὸν, μικρὸν μὲν, κατὰ τὰ ἐνόντα ἡμῶν μέσα βεβαίως, ἀλλὰ ἀνελλιπῆ, πλήρη καὶ σπουδαῖον κατὰ τὴν ἐκπαίδευσιν, ὅστις νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ζωντανὸν στρατιωτικὸν σχολεῖον, ἐξ οὗ θὰ προέλθῃ ἡ πολεμικὴ ἐξάσκησις καθ’ ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα. Ἂν, κύριοι, εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν ἡ Ἑλλὰς δὲν ἀποφασίσῃ ἀληθῶς νὰ ἐκπαιδευθῇ καὶ ἐξασκηθῇ στρατιωτικῶς καὶ ναυτικῶς, θὰ ᾖναι ὄχι πρότυπον βασίλειον ἐν τῇ Ἀνατολῇ, ἀλλὰ τὸ μωρὸν παιδίον ἐν τῇ Ἀνατολῇ. Ἔχω, κύριοι, ἓν προαίσθημα, ὄχι τυφλὸν, ἀλλ’ ἐξαγόμενον ἀπὸ τὴν προσεκτικὴν παρατήρησιν τῶν γεγονότων, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ σᾶς ἐκφράσω. Φρονῶ, ὅτι εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς μεγάλων συμβεβηκότων ἐν τῇ Εὐρώπῃ· διότι πολλὰ ζητήματα, ἀφορῶντα καὶ τὰς ἐθνικότητας καὶ τὰς ἐσωτερικὰς μεταῤῥυθμίσεις εἰς ἕκαστον ἔθνος, ὡρίμασαν ἤδη καὶ σπεύδουν εἰς μίαν λύσιν. Ἡμεῖς δὲ οἱ Ἕλληνες, οἵτινες δὲν ἐξεπληρώσαμεν εἰσέτι τὴν ἀποστολήν μας, δὲν ἐπραγματοποιήσαμεν τοὺς ἐθνικοὺς πόθους μας, εἰς τὴν προπαρασκευὴν ταύτην τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ὀφείλομεν νὰ μὴ μείνωμεν ὀπίσω, χανόμενοι εἰς μόνους προσωπικοὺς διαπληκτισμοὺς καὶ εἰς ἐγωϊστικὰ καὶ μικρὰ πάθη, ἀλλ’ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς νὰ λάβωμεν ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, πᾶσαν συνετὴν πρόνοιαν, ὁποίαν ἔδειξαν εἰς παρομοίας περιστάσεις καὶ οἱ ἀρχαῖοι ἡμῶν πρόγονοι καὶ οἱ πατέρες μας τοῦ 1821. Διότι ἄλλως ἐδύνατο νὰ ἔλθῃ μία ἡμέρα νὰ μετανοήσωμεν καὶ ἡμεῖς πικρῶς καὶ γενεὰς ὁλοκλήρους νὰ πάρωμεν εἰς τὸν λαιμόν μας, ἕνεκα μωρίας καὶ ἐγωϊσμοῦ ἀσυγχωρήτων πλέον. Ἂν δὲ ἡ ποίησις εἶναι ἡ καλλιτεχνικὴ καὶ πλαστικὴ, οὕτως εἰπεῖν, μορφὴ τῆς ἀληθείας, ἐπιτρέψατέ μοι, κύριοι, προκειμένου περὶ ὑπερτάτου πράγματος, ὁποῖον εἶναι ἡ ἀνέγερσις τοῦ Ἑλληνισμοῦ, νὰ σᾶς ἐκφράσω διὰ τῆς ποιήσεως ὅ,τι ἡ ψυχή μου προαισθάνεται. Βλέπω καὶ ἐγὼ εἰς τοὺς οὐρανοὺς, ὡς πολλοὶ ἄλλοι ἐν Εὐρώπῃ, μίαν ἀρχαγγελικὴν σάλπιγγα ἑτοίμην νὰ ἠχήσῃ ἴσως Δευτέραν Παρουσίαν· καὶ τὴν σάλπιγγα ταύτην πρέπει ὅλοι νὰ διακρίνωμεν καὶ νὰ ἤμεθα ἕτοιμοι ὅταν ἀκούσωμεν αὐτὴν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην τὴν φοβεράν. Τελειόνων δὲ, κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι πρέπει ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις νὰ προετοιμασθῶμεν καὶ δι’ ἠθικῆς πολιτικῆς καὶ δι’ ὅλων τῶν ἄλλων μέσων, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα εὐκόλως νὰ εὕρωμεν, ἂν ἐμπνεώμεθα ἀπὸ τὸ ἐθνικὸν ἡμῶν πνεῦμα καὶ ἀπὸ ἰσχυρὸν πατριωτισμοῦ αἴσθημα. Πρέπει ὄχι μόνον νὰ μὴ ἀδικηθῇ ὁ στρατός, ἀλλὰ καὶ ὁ στρατὸς καὶ ἡ ἐθνοφυλακὴ νὰ ὀργανισθῶσι σπουδαίως καὶ νὰ γίνωσιν ὁ νέος Ἱερὸς Λόχος, ὄχι πλέον τοῦ θανάτου, ἀλλὰ τῆς νίκης κατὰ τὴν μεγάλην ἡμέραν τοῦ Πανελληνίου!» Τὴν σάλπιγγα ταύτην τὴν ἀκούομεν πρὸ πολλῶν ἤδη μηνῶν (ναὶ, ναὶ, συγκίνησις). Καὶ ἐν τούτοις τότε, φίλος τις ἔντιμος, μετ’ ἐμὲ ἀγορεύσας, εἶπεν, ὅτι δὲν ἔβλεπε καὶ αὐτὸς τὴν σάλπιγγα ἐκείνην.— Τὴν ἀκούετε σήμερον;
§94ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος εἶναι;
§95ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τὸν εὑρίσκετε. — Ἀλλὰ διατί ἡ προηγηθεῖσα κυβέρνησις, ἐλθοῦσα εἰς τὴν λῆξιν τοῦ Αὐστροπρωσσικοῦ πολέμου καὶ ἅμα τῇ ἐκρήξει τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως, νὰ μὴ συγκαλέσῃ ἀμέσως τότε τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτῆς πᾶν τὸ ἀπαιτούμενον, ὅπως προετοιμάσῃ τὸ κράτος εἰς ἄμυναν διὰ πάντα ἐνδεχόμενον κίνδυνον; Καὶ εἰς τί χρησιμεύει λοιπὸν ἡ Βουλή, ἀφοῦ εἰς τὰς σπουδαιοτάτας τοῦ ἔθνους περιστάσεις δὲν συγκαλεῖται; Ἡ προηγηθεῖσα κυβέρνησις εἶχε καιρὸν ἓξ μῆνας, καὶ ὅμως ποίαν προετοιμασίαν ἔκαμε; Καμμίαν. Πῶς ἐννοοῦμεν λοιπὸν τινὲς τὴν πολιτικὴν ἐν Ἑλλάδι; Πολιτικὴ εἶναι, κύριοι, ἐπιστήμη προοράσεως, προνοίας καὶ προετοιμασίας. Καὶ ὑμεῖς δὲ, κύριοι, οἱ σήμερον κυβερνῶντες, τί ἐκάματε ἤδη τέσσαρας μῆνας; δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἐζητήσατε παρὰ τῆς Βουλῆς τὰ μέσα, πρὸς προετοιμασίαν, ἀλλὰ δυστυχῶς ἀκόμη εἴμεθα εἰς τὰ χαρτία, ἐνῷ ἡ Τουρκία εἶναι εἰς τὰ ὅπλα καὶ εἰς ἀπειλάς. Ἀλλὰ προσέξατε, κύριοι! Αἱ περιστάσεις εἶναι κρισιμώταται διὰ τὸ ἔθνος ἡμῶν, τὰ δὲ πράγματα δεινοῦνται, κατεπείγουν· πρέπει δὲ τὸ ταχύτερον νὰ ληφθῶσιν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς ἐπίτευξιν τοῦ σκοποῦ τῆς ἀμύνης, καθόσον ὁ λαὸς, ἰδοὺ προσφέρει καὶ ἤδη πᾶν ὅ,τι δύναται, πᾶν ὅ,τι τοῦ ζητοῦμεν. Συλλογίσθητε δὲ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνετε ἀπέναντι τοῦ ἔθνους εἰς τὰς σημερινὰς μάλιστα περιστάσεις. Ἐρωτῶ λοιπόν, κύριοι· τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα λαμβάνει ἡ σημερινὴ κυβέρνησις, εἶναι ἀνάλογα μὲ τὸ δεινὸν καὶ κατεπεῖγον τῶν περιστάσεων, καὶ ἐπαρκῆ πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον;— Ὄχι, κύριοι, εἶναι ἀνεπαρκῆ. Τὰ πράγματα τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀνατολῆς λαμβάνουν σοβαρώτερον χαρακτῆρα πᾶσαν ἡμέραν· ἡ δὲ Τουρκία, ναὶ μὲν εἶναι εἰς τὴν ἀγωνίαν της, ἀλλὰ γνωρίζετε καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας καὶ ἐκ τῶν φυσικῶν νόμων, ὅτι οἱ ἐκπνέοντες συνήθως ἐκπέμπουσι λαμπηδόνας, καὶ ἴσως καὶ ἡ Τουρκία ἐκπέμψῃ τοιαύτην λαμπηδόνα πρὶν, ὡς κράτος, ἐκλείψῃ· οὐδὲ θὰ περιμείνῃ ἡμᾶς νὰ προετοιμασθῶμεν. Ἡ Τουρκία, κύριοι, προβαίνει εἰς διακοινώσεις, ἑτοιμάζεται ἐν Ἠπείρῳ καὶ Θεσσαλίᾳ, παραχωρεῖ ὅ,τι θέλουσιν, εἰς τοὺς Ῥουμανοὺς καὶ εἰς τοὺς Σέρβους, ἀπαντᾷ ἀρνητικῶς εἰς τὰς περὶ Κρήτης συμβουλὰς τῆς διπλωματίας καὶ, ἀλαζονικὴ ὡς ἐπὶ Μωάμεθ Βʹ. καὶ ἐπὶ τῶν Γενιτσάρων, προσηλοῦται εἰς ἓν μόνον ὄνομα, τὴν Ἑλλάδα, συγκεντρόνει πανταχόθεν τὰς δυνάμεις της καθ’ ἡμῶν καὶ περιμένει τὸν καιρὸν νὰ μᾶς προσβάλῃ. Ἀφ’ ἑτέρου οἱ ὑπὸ τὸν ὀθωμανικὸν ζυγὸν ἀδελφοί μας δὲν ὑποφέρουσι πλέον· θὰ ἐγερθῶσι καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεως ἡμῶν καὶ ἐναντίον τῆς θελήσεως τῆς διπλωματίας· οὐδὲ τὸν ἐλεύθερον ἑλληνικὸν λαὸν δύναταί τις πλέον νὰ τὸν ἀναχαιτίσῃ. Κᾀνεὶς δὲν δύναται, κύριοι, νὰ ἐμποδίσῃ τὰ ἐπαναστατικὰ κινήματα εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας, διότι τὰ σπέρματα τῆς ἐπαναστάσεως ὑπάρχουν ἐκεῖ, ὡς καὶ ἐπὶ τοῦ 1821, καὶ πλειότερα μετὰ ταῦτα, καὶ τυφλὸς ὅστις δὲν τὰ βλέπει. Εἰς τοιαύτην λοιπὸν κατάστασιν, ἀπέναντι τοιούτων κινδύνων, τὰ μέτρα τῆς παρούσης κυβερνήσεως εἶναι, τὸ ἐπαναλέγω, ἀνεπαρκῆ. Εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ Τουρκία φοβεῖται πάντοτε τοὺς Ἕλληνας· ἀλλὰ φρονεῖτε, ὅτι θὰ σταυρώσῃ ἐπὶ πολὺ τὰς χεῖρας καὶ θὰ μᾶς περιμείνῃ νὰ προετοιμασθῶμεν; Δὲν πιστεύω τόσην μωρίαν ἀπὸ μέρους της. Βεβαίως, κύριοι, ἂν ἡ Τουρκία ἐτόλμα εἰσβολὴν καθ’ ἡμῶν, βεβαίως, καὶ ὑμεῖς καὶ ἐγὼ καὶ ὅλος ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἠθέλομεν παλαίσει καὶ μὲ γυμνὰς τὰς χεῖρας, καὶ τὰ κόκκαλα τῶν βαρβάρων θὰ συνεθάπτοντο μὲ τὰ ἰδικά μας· ἀλλ’ ὄχι, δὲν ἔπρεπε, δὲν πρέπει ἡ Ἀκρόπολις νὰ ἴδῃ τοιοῦτον αἶσχος.... νὰ ἴδωμεν τοὺς βαρβάρους εἰς τὰ πρόθυρα τῶν ἑλληνικῶν πόλεων (εὖγε, εὖγε). Ταῦτα λαμβάνοντες, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν, φρονῶ καὶ προτείνω, ὅτι πρέπει ἀμέσως καὶ δραστηρίως νὰ προετοιμασθῶμεν ἐντὸς τὸ πολὺ δύο μηνῶν, καθὼς ἄλλοτε, εἰς ἀναλόγους περιστάσεις εὑρεθέντες, ἡτοιμάσθησαν καὶ ἠγωνίσθησαν καὶ ἐνίκησαν ἐπὶ τέλους καὶ οἱ Ἑλβετοὶ πρὸ πολλῶν αἰώνων, καὶ οἱ Γάλλοι κατὰ τὸ 1789 καὶ 93. Πρέπει ἀμέσως ὅπλα καὶ πολεμοφόδια νὰ προμηθευθῶμεν, 3 ἢ 4 θωρακωτὰ πλοῖα ν’ ἀγοράσωμεν, καὶ ὄχι 30 ἢ πράγματι 14 χιλιάδας ὡς ἐπρότεινεν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλὰ 60 χιλιάδας ἀνδρῶν νὰ ὁπλίσωμεν τὸ ταχύτερον. Καιρὸν δὲν ἔχομεν διὰ νὰ καταρτίσωμεν στρατόν, ὥς τινες ἐνοοῦσιν· οὔτε εἰς ἓν ἔτος, οὔτε εἰς πέντε, στρατὸς δὲν σχηματίζεται. Ἂς συγκαλεσθῶσι λοιπὸν τὰ ἐπαρχιακὰ συμβούλια καὶ μετὰ τῶν δημοτικῶν, στρατιωτικῶν καὶ διοικητικῶν ἀρχῶν, βάσιν ἔχοντα τοὺς στρατολογικοὺς καταλόγους, ἂς προσκαλέσωσιν εἰς τὰ ὅπλα τοὺς ἱκανοὺς διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ μετὰ τοῦ ὑπάρχοντος ἤδη στρατοῦ μας δύναμις ἑξήκοντα χιλιάδων ἀνδρῶν. Εἰς τούτους ἂς δοθῶσιν ὅπλα καὶ φορέματα, οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ τοῦ στρατοῦ μας, ὅλοι, κύριοι, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, εἶναι πρόθυμοι νὰ ὑπάγουν νὰ ὀργανίσωσι τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς εἰς λόχους καὶ τάγματα, χωρὶς νὰ ἔχωσιν ἀξιώσεις προβιβασμοῦ καὶ μισθῶν μεγαλειτέρων, διότι ὁ στρατός μας ἐδείχθη πάντοτε φιλότιμος καὶ πατριωτικὸς εἰς ὅλας τοῦ ἔθνους μας τὰς κρίσεις. Ἀφοῦ δὲ ἀμέσως στείλωμεν τὰς δυνάμεις αὐτὰς εἰς διάφορα σημεῖα τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς, τὰ δὲ πλοῖά μας μὲ τοὺς ἀνδρείους νησιώτας μας περιπλέουν τὰ ἑλληνικὰ πελάγη, τότε, ἐστὲ βέβαιοι, ἡ Τουρκία ὄχι μόνον δὲν θὰ τολμήσῃ εἰσβολὴν καθ’ ἡμῶν, ἀλλ’ οὐδὲ νὰ μᾶς ἀπειλῇ θὰ τολμᾷ πλέον (ἐπιδοκιμασίαι). Ἴσως τινὲς δὲν ἀναγνωρίζουσι τὴν ἀνάγκην ταύτην· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι εἴμεθα εἰς τὰς παραμονὰς σοβαρωτέρων γεγονότων, καὶ ἂν δὲν λάβωμεν ἀμέσως τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ καθυποβάλλω, ἐδυνάμεθα ἴσως νὰ μετανοήσωμεν. Καὶ ἂς τὸ μελετήσωσι καλῶς ὅσοι φέρουσι τὴν εὐθύνην. Ἐγὼ ὤφειλον νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου αὐτήν, διὰ νὰ μὴ ἔχω ἔλεγχον συνειδήσεως. Ἀλλὰ θὰ μ’ εἴπῃ — καὶ μοῦ τὸ λέγει ἤδη — ἡ παροῦσα κυβέρνησις, ποῦ εἶναι τὰ μέσα πρὸς ταχεῖαν καὶ πλήρη κατόρθωσιν τούτων; — Μάλιστα, κύριοι, σᾶς ἀπαντῶ. Ἡμεῖς σᾶς ἐδώκαμεν τὴν ἄδειαν νὰ πραγματοποιήσετε δάνειον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, τὴν ὁποίαν ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, ἀπὸ πατριωτικὸν αἴσθημα ἐμπνεόμενος, παραδέχεται, ἂν καὶ εὑρίσκεται εἰς δυσχερῆ οἰκονομικὴν κατάστασιν. Σᾶς ἀναφέρομεν ἤδη καὶ ἄλλους πόρους. Τώρα σᾶς προσθέτω, ὅτι ἐν ἀνάγκῃ, ἂν δὲν ἤθελεν ἐπαρκέσῃ τὸ προταθὲν δάνειον, δύναται νὰ εὑρεθῇ ἓν ἄλλο δάνειον ἐσωτερικόν. Ἀλλά, κύριοι, διὰ νὰ κατορθωθῇ δάνειον καὶ εὑρεθῶσι καὶ ἄλλα μέσα, ἀπαιτεῖται ἠθικὴ δύναμις. Ἂν μία κυβέρνησις ἔχῃ τὴν ἠθικὴν ταύτην δύναμιν, τότε ὅλα τὰ μέσα τὰ εὑρίσκει. Ἡ ἠθικὴ δύναμις εἶναι ἡ ψυχὴ καὶ εἰς ἔθνος καὶ εἰς κυβέρνησιν καὶ εἰς ἰδιώτην. Ἡ ἠθικὴ δύναμις εἶναι τὸ μυστηριῶδες αἴτιον, τὸ ὁποῖον κινεῖ τὰ πάντα, καὶ ἄνευ αὐτῆς, τῆς ἠθικῆς δυνάμεως, οὔτε δάνεια δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν, οὔτε ἄνδρας νὰ ὀργανώσωμεν, οὔτε ἀγάπην ν’ ἀποκτήσωμεν, οὔτε τίποτε τελεσφόρον νὰ πράξωμεν. — Ἡ Ἑλλὰς τοῦ 1821 δὲν ἦτον ἀσθενής; καὶ τὸν κόσμον σχεδὸν ὅλον δὲν τὸν εἶχεν ἐναντίον; Ἀλλ’ εἶχε τὴν ἠθικὴν δύναμιν, καὶ οὕτω κατενίκησεν. Ἡ Ἰταλία ἐπίσης διὰ τοιαύτης ἠθικῆς δυνάμεως ἔγεινε μία καὶ μεγάλη. Ἡ δὲ ἠθικὴ αὕτη δύναμις ἄλλο δὲν εἶναι, εἰμὴ μία διοίκησις νοήμων καὶ ἐθνική, ἀξιοπρεπὴς καὶ τιμία, ἐμπνευομένη ἀπὸ ἓν ἰδανικόν, ἀπὸ τί ὑπέρτερον καὶ προβλέπουσα μακρόθεν. Τότε ὑπάρχει ἡ πολιτικὴ πίστις, καὶ αὕτη φέρει τὴν οἰκονομικὴν πίστιν. Τὰ ἔθνη λοιπὸν δὲν βαδίζουσι στηριζόμενα ἀποκλειστικῶς ἐπὶ ἁπλῶν ἀριθμῶν· οἱ ἀριθμοὶ εἶναι τὸ μέσον, ἀλλ’ εἶναι προϊὸν μιᾶς ἠθικῆς δυνάμεως. Καὶ θὰ μοῦ ἐπιτρέψετε νὰ σᾶς ἀναφέρω ἑνὸς μεγάλου τῆς Εὐρώπης ἀνδρὸς καὶ ἀκλονήτου φιλέλληνος, τοῦ κ. Ἐδγὰρ Κυϊνὲ (Edgar Quinet) μίαν ὡραίαν διατύπωσιν τῆς ἰδέας αὐτῆς. Ὁ διάσημος οὗτος γάλλος καὶ εἰλικρινὴς φίλος τοῦ ἔθνους μας, ἀντιπρόσωπος εἰς τὴν Γαλλικὴν Συνέλευσιν τοῦ 1848, ἐπεσκέφθη τὴν Ἑλλάδα κατὰ τὸ 1829, καὶ ἠνόησε τὸ πνεῦμά της καὶ τὸν προορισμόν της, διὰ μέσου τῶν ὀστῶν καὶ τῶν καπνιζόντων ἐρειπίων της, εἰς τὴν περιήγησίν του, ἐκδοθεῖσαν κατὰ τὸ 1830. Οὐδέποτε ἀπηρνήθη τὸν φιλελληνισμόν του, διότι ἐβάθυνεν εἰς τῶν λαῶν τὰ βάσανα· καὶ ἀπὸ τὴν ἐξορίαν του, ὅπου εἰσέτι μένει, ὑπερασπίσθη καὶ πάλιν τὴν ἀγαπητήν του Ἑλλάδα, κατὰ τὸ 1856, εἰς τὸν νέον πρόλογον τῆς δευτέρας ἐκδόσεως τῆς περιηγήσεώς του ἐκείνης. Ὤφειλον δὲ, νομίζω, κύριοι, δοθείσης εὐκαιρίας, νὰ ἐκφράσω τὴν ἐθνικὴν εὐγνωμοσύνην πρὸς τοιούτους ἄνδρας ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Ἑλληνικῆς Βουλῆς· (Μάλιστα, εὖγε). Ἰδοὺ λοιπὸν τί εἶπεν ὁ ἔξοχος αὐτὸς πολιτικὸς φιλόσοφος, ὁ κ. Κυϊνὲ, λαλῶν περὶ τῶν οἰκονομολόγων ἐκείνων, οἵτινες στηρίζονται μόνον εἰς ἀριθμοὺς—καὶ τὰ κατ’ ἐμέ, δὲν θέλω νὰ ἐφαρμόσω τοῦτο εἰς κανένα ἐκ τῶν ἡμετέρων — καὶ ἠξεύρετε περὶ τίνος ὁμιλεῖ; ὁμιλεῖ περὶ ἑνὸς, ὄχι μὲν μεγάλου πολιτικοῦ, ἀλλὰ διακεκριμένου οἰκονομολόγου, τιμιωτάτου δὲ ἀνδρὸς, τοῦ Νέκερ (Neker) πατρὸς τῆς Κυρίας Στάελ· εἶπε λοιπόν. «Ils croient avoir tout prevou par des chiffres, et il se trouve qu’ une veleur morale, qu’ ils n’ avaient pas fait entrer dans leurs calculs change l’ univers.» ἤγουν· «Νομίζουν (οἱ τοιοῦτοι πολιτικοὶ) ὅτι ὅλα τὰ προεῖδον δι’ ἀριθμῶν, καὶ ἐν τούτοις μία ἠθικὴ ἀξία, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον περιλάβει εἰς τοὺς λογαριασμούς των, μεταβάλλει τὸν κόσμον!» Μεγάλη ἀλήθεια, ἐννοουμένη ἀπὸ τὸν αἰῶνά μας καὶ λαμπρῶς ἐκπεφρασμένη ἀπὸ ἕνα ἀληθῆ ἀντιπρόσωπον τοῦ πνεύματος αὐτοῦ. (Ἐπιδοκιμασίαι.) Ναὶ, Κύριοι, ἐν ἀνάγκῃ, δύναται ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς νέας νὰ ὑποστῇ θυσίας, ἀρκεῖ μόνον νὰ βλέπῃ τὴν ἠθικὴν δύναμιν, περὶ τῆς ὁποίας ὡμίλησα· καὶ τὴν φιλοτιμίαν καὶ αὐταπάρνησιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ οὐδεὶς δύναται νὰ τὴν ἀρνηθῇ. Δὲν δημοκοπῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀλλὰ λέγω τὴν ἀλήθειαν. Εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ, τῆς ἐθνικότητος, εἶναι τοσοῦτον ἰσχυρὸν, ὥστε τὰ πάντα δύναται νὰ θυσιάσῃ ὑπὲρ τῆς μεγάλης ταύτης ἰδέας. Ἐδυνάμην νὰ σᾶς φέρω ἄπειρα παραδείγματα, ἀλλὰ καὶ ποῖος δὲν τὰ γνωρίζει; Οἱ ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι ἤξευρον ὅτι ἐπὶ πολλὰ ἔτη μετὰ τὴν ἕνωσιν, ἤθελον ὑλικῶς ζημιωθῆ, ἀλλὰ χάριν τοῦ αἰσθήματος τῆς ἑνότητος τοῦ γένους μας ἐπολέμησαν ἐπανειλημμένως τὴν ξένην προστασίαν καὶ ἀπεφάσισαν νὰ μοιράσωσι μεθ’ ἡμῶν καὶ τὰς ἁμαρτίας μας αὐτὰς ἐπὶ πολλοὺς χρόνους καὶ νὰ ἑνωθῶσι μαζύ μας. Ἀκούσατε πρὸς τούτοις, Κύριοι, ἓν ἄλλο γεγονὸς, μικρὸν μὲν, ἀλλὰ σημαντικὸν δεῖγμα τῆς φιλοτιμίας καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, τὸ ὁποῖον μοῦ ἐδιηγήθη ἕντιμός τις φίλος, ὁ ἔμπορος Κ. Μαντσαβῖνος. Προπέρυσι, νομίζω, εἶχε γενῆ ἐπιτροπή τις ἐν Ἀθήναις, τῆς ὁποίας μέλος ἦτον καὶ οὗτος, ἐντολὴν λαβοῦσα νὰ συλλέξῃ συνεισφορὰς ὑπὲρ τῶν ἀπόρων ἐθνοφυλάκων. Ἐνῶ ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη διέβαινε τὴν ὁδὸν Ἑρμοῦ, πλησίον τῶν ἁμαξῶν, πτωχός τις ἄνθρωπος, μόλις ἀποζῶν ἀπὸ πώλησιν ψητοῦ κρέατος, τὸ ὁποῖον ἐμαγείρευεν ἐν ὑπαίθρῳ, ἐρωτᾷ ἄλλον τινὰ, τὶ ζητοῦν οἱ διερχόμενοι; Μαθῶν δὲ τὸν σκοπὸν τῆς ἐπιτροπῆς αὐτῆς, πλησιάζει πρὸς τὸν Κ. Μαντσαβῖνον καὶ τοῦ λέγει. Διατὶ δὲν ζητεῖται καὶ ἀπὸ ἐμέ; Ἡ δὲ ἐπιτροπὴ γνωρίζουσα τὴν πενίαν του, καὶ μὴ ἐπιθυμοῦσα νὰ τὸν ἐνοχλήσῃ, τοῦ ἀπαντᾷ, ὅτι ἄλλοτε, εἰς ἄλλην εὐκαιρίαν θέλει ζητήσει καὶ τὴν ἰδικήν του συνδρομήν. Ἀλλ’ ὁ πτωχὸς ἐκεῖνος ἄνθρωπος, φιλογενέστατος δὲ εἰς τὸ ἄκρον, προσέφερε, μετὰ παρακλήσεως μάλιστα, δραχμὰς δέκα πρὸς τὴν Ἐπιτροπὴν (εὖγε). Διὰ τὸν πάμπτωχον ἐκεῖνον συμπολίτην μας, Κύριοι, δέκα δραχμαὶ ἰσοδυναμοῦν μὲ χιλιάδας δι’ ἄλλους. Τοιοῦτον εἶναι τὸ αἴσθημα τοῦ πατριωτισμοῦ εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Μία δὲ νοήμων, ἐθνικὴ καὶ ἠθικὴ Κυβέρνησις, καὶ εἰς τὰς πλέον δεινὰς περιστάσεις, δύναται νὰ κάμῃ πᾶν ὅ,τι ἀπαιτοῦν αἱ ἀνάγκαι τοῦ ἔθνους μας μὲ λαὸν τοσοῦτον φιλογενῆ καὶ φιλότιμον. Κύριοι, πρέπει νὰ προετοιμασθῶμεν. Τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἔφθασε. Τὸ αἰσθάνομαι εἰς τὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου· τὸ ἀκούω εἰς τὴν φωνὴν τοῦ αἰῶνός μας καὶ εἰς τοὺς ἤχους, τοὺς ὁποίους ἀφίνουν τὰ γεγονότα τοῦ κόσμου. Προκειμένου δὲ περὶ ὑπολογισμῶν τοῦ φίλου μου κ. Κεχαγιᾶ, θέλω κάμει καὶ ἐγὼ ἕνα ὑπολογισμὸν, ἄλλου ὅμως εἴδους. Ὑπάρχουσι, Κύριοι, πολλάκις καί τινες συμπτώσεις εἰς τὸν βίον τῶν ἐθνῶν, συμπτώσεις τυχαῖαι, ἀλλὰ δυνάμεναι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς ἁρμονίαν μὲ τὴν λογικὴν τῶν πραγμάτων, μὲ τοὺς νόμους τῆς προόδου τῶν ἐθνῶν. Κύριοι, πεντήκοντα χρόνοι παρῆλθον ἀπὸ τοῦ 1769, ἤτοι τῆς πρώτης ἐπαναστατικῆς ἀποπείρας τοῦ Ἑλληνισμοῦ μέχρι τοῦ 1821, ὅτε ἤρχισεν ἡ μεγάλη ἡμῶν ἐπανάστασις. Καὶ ἄλλα σχεδὸν πεντήκοντα ἔτη μετροῦνται ἀπὸ τοῦ 1821 μέχρι τῆς σήμερον.— Ἀλλὰ τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου ἔφθασε διὰ τὴν Ἑλλάδα, Κύριοι, ὄχι διὰ τὴν ἄλλως τε εὐτυχῆ ταύτην σύμπτωσιν· ἔφθασε, διότι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς πάσχει ἀπὸ ἀσφυξίαν εἰς τὸν περιορισμὸν ὑπὸ τὸν ὁποῖον τὸν ἔβαλεν ἡ συνήθως τυφλώττουσα διπλωματία—διότι ἑκὼν ἄκων σπεύδει εἰς τὴν ἑνότητα συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνος—διότι ἡ ἐλευθερία πλέον εἶναι μία ἀνάγκη καὶ ὁ ζυγὸς ἀνυπόφορος—διότι οἱ Ἑπτανήσιοι ἡνώθησαν ἤδη μετ’ αὐτοῦ—διότι ἔλαβε πλήρη συνείδησιν τοῦ ἰδανικοῦ του καὶ τῆς νέας αὐτοῦ ἀποστολῆς—διότι τέλος ἔφθασε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου καὶ διὰ τὰς λοιπὰς τῆς Εὐρώπης ἐθνικότητας καὶ διὰ τὴν λύσιν ὅλων τῶν ἄλλων ἐκκρεμῶν Εὐρωπαϊκῶν ζητημάτων. Σήμερον ἡ ἀλληλεγγύη ὑπάρχει ὄχι μόνον εἰς τὰς ψυχὰς τῶν λαῶν, ἀλλὰ καὶ μεταξὺ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Εἶναι ἡ ἀποκάλυψις τοῦ κοινωνικοῦ ἠλεκτρισμοῦ.— Ὁ αἰών μας, Κύριοι, ὁ μέγας 19ος αἰὼν, εἶναι μία τριπλῆ ἐπανάστασις, θέατρον πολλῶν γενεῶν μαρτύρων καὶ ἄστρον λαμπροτάτης καὶ μεγίστης ἀκτινοβολῆς. Καὶ ἡ μὲν Γαλλικὴ ἐπανάστασις εἶναι ὁ θρίαμβος τῆς ἐλευθερίας, ἡ δὲ Ἀμερικανικὴ, ὁ θρίαμβος τῆς ἰσότητος μεταξὺ τῆς αὐτῆς φυλῆς, ἡ δὲ Ἑλληνοϊταλικὴ, ὁ θρίαμβος τῆς ἀδελφότητος μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, ἡ ἀδελφοποίησις τῆς ἀνθρωπότητος. Διὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας, ἀνεξαρτήτων γενομένων, ἡ Εὐρώπη ἀναγεννᾶται καὶ ἀνορθοῦται· αὗται σώζουν τὴν μεγάλην Γαλλικὴν ἐπανάστασιν. Καθὼς δὲ ἀπὸ τὴν σύζευξιν τῆς ἰδέας τῆς ἀρχαίας Ἑλλάδος μὲ τὴν ἰδέαν τῆς Ἰουδαίας ἐγεννήθη ὁ Χριστιανισμὸς, οὕτως ἀπὸ τὸν ἀσπασμὸν τῆς νέας Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀμερικῆς θέλει γεννηθῆ ἡ νέα θαυμασία κοινωνικὴ σύνθεσις, ὁ νέος καταπληκτικὸς πολιτισμὸς τῆς ἀνθρωπότητος. — Ὅλα λοιπὸν, Κύριοι, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ αἰῶνός μας, καὶ ὁ πόνος καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν λαῶν, καὶ τὰ γεγονότα τὰ σύγχρονα, τὰ ὁποῖα πρὸ ἑνὸς περίπου ἔτους ἤρχισαν καὶ ἐξακολουθοῦν ὑπὸ φάσεις σπουδαιοτέρας μάλιστα — ὅλα τείνουν πρὸς λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, εἰς τὴν ἐλευθερίαν καὶ κατάρτισιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Πρέπει λοιπὸν, Κύριοι, νὰ μὴ φανῶμεν κατώτεροι τῶν περιστάσεων, νὰ μὴ μείνωμεν πλέον ὀπίσω, ἀλλὰ νὰ προετοιμασθῶμεν. Τὸ ἔθνος χορηγεῖ ὅλα τὰ μέσα· ὅσοι δὲ ἀνέλαβον τὴν εὐθύνην, πρέπει νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τοὺς ἐθνικοὺς πόθους, διότι ἄλλως ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει ζητήσει λόγον ἀπὸ αὐτούς. Δὲν ἔρχονται πᾶσαν ἡμέραν αἱ εὐκαιρίαι. Δυσκόλως δὲ ἀπὸ τοῦδε δύνανται οἱ λαοὶ ν’ ἀπατηθῶσι. Πρέπει λοιπὸν νὰ προετοιμασθῶμεν, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, παρὰ μόνον εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς κυρίως, καὶ ὄχι εἰς ἄλλους, ἐκτὸς τοῦ Θεοῦ, ὅστις προνοεῖ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας. Καθ’ ὃν καιρὸν οἱ παλαιοὶ Ῥωμαῖοι εἶχον πολέμους μετὰ τῆς ἀντιπάλου των Καρχηδόνος, καὶ εἶδον ὅτι αὕτη ἔπρεπε νὰ ἐκλείψῃ ὡς Κράτος, καὶ τοῦτο κατήντησεν εἰς τὰς ψυχὰς ὅλων μία ἀνάγκη ὑπερτάτη — καθὼς τὸ αἴσθημα τῆς ἐθνικότητος εἶναι εἰς τὴν καρδίαν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ — τότε πᾶς Ῥωμαῖος, ἐγειρόμενος νὰ ὁμιλήσῃ περὶ οἱουδήποτε πράγματος, εἴτε εἰς τὴν Γερουσίαν εἴτε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ἠξεύρετε πῶς ἤρχιζε; Delenda Carthago! «καταστραφήτω ἡ Καρχηδὼν». — Ἡμεῖς δὲ οἱ σημερινοὶ Ἕλληνες ἂν ἐφωτίσθημεν ἀπὸ τὴν πεῖραν, ἂν εἴμεθα τῳόντι σπουδαῖοι, πρέπει καὶ σκεπτόμενοι καὶ ἀγορεύοντες νὰ λέγωμεν πάντοτε! Δι’ ἡμῶν. Ὡς σύνθημα πρέπει νὰ ἔχωμεν τὸ δι’ ἡμῶν· ὅτι δι’ ἡμῶν θέλει ἐπιταχυνθῆ καὶ πραγματοποιηθῆ ἡ λύσις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, λύσις Ἑλληνικὴ, ἤγουν δικαία· καὶ νὰ μὴ περιμένωμεν νὰ μᾶς ἐλευθερώσῃ πότε ἡ Δύσις καὶ πότε ἡ Ἄρκτος.... δὲν λείπει πλέον παρὰ ὁ αὐτοκράτωρ τῆς Κίνας!! Ἂν, Κύριοι, θέσωμεν ὡς πρόγραμμα τὸ δι’ ἡμῶν, τότε, ἐστὲ βέβαιοι, θέλομεν ἔχει ὄχι μόνον τὰς συμπαθείας τῶν Εὐρωπαϊκῶν καὶ Ἀμερικανικῶν λαῶν ἰσχυροτέρας ἢ σήμερον, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν διπλωματίαν, μὲ ὅλας της τὰς προλήψεις μὲ ὅλα τὰ ἀποκλειστικὰ καὶ κακῶς ἐννοούμενα συμφέροντά της, ἑκοῦσαν ἄκουσαν, θέλομεν τὴν σύρει ὑπὲρ ἡμῶν. — Δὲν παρατηρεῖτε, Κύριοι; Οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Κρῆτες ἐγείρονται νὰ ἐλευθερωθῶσι, παλαίουν ἡρωϊκῶς, χύνουν αἷμα ποταμηδὸν, σφάζονται γυναικόπαιδα, καίονται χωρία, ἡ Τουρκία στέλλει ἀδιακόπως στρατοὺς καὶ δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ μίαν φοῦκταν ἀνθρώπων, στερουμένων καὶ τροφῶν καὶ ἐνδυμάτων καὶ πολεμοφοδίων· ἐν τοσούτῳ, ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία τί κάμνει; Ἀλλάσσει χαρτία καὶ πάλιν χαρτία, καὶ ἐπὶ τέλους, ἀφοῦ οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης φωνάζουσιν ὑπὲρ ἡμῶν, αἱ Εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις περιορίζονται εἰς ἁπλᾶς μόνον συμβουλὰς πρὸς τὴν Τουρκίαν· ἡ Ἀγγλικὴ δὲ κυβέρνησις μάλιστα, οὐδὲ τοῦτο κάμνει, ἀλλὰ μένει οὐδετέρα καὶ ἄφωνος, ἡ δύναμις, ἥτις ἐνδίδουσα εἰς τὸ πνεῦμα τῶν καιρῶν, παρεχώρησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰς Ἰονίους νήσους, καὶ εἶχεν ἔτι μᾶλλον τὸ δικαίωμα νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ παραχωρήσεως τῆς Κρήτης. Ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἀγνώμονες διὰ τὴν πρᾶξιν της ἐκείνην· ἀλλ’ ἡ πολλάκις προορατικὴ Ἀγγλία ἔπρεπε νὰ μὴ μυωπῇ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην καὶ νὰ μὴ λησμονῇ, ὅτι ἡ λογικὴ εἶναι μία, καὶ πᾶν σόφισμα εἶναι ἐπὶ τέλους καταστροφή. Μὴ περιμένωμεν σχεδὸν τίποτε ἀπὸ τὴν παλαιὰν Εὐρώπην. Ὅταν ἐσχάτως εἰς τὴν Βουλὴν τῶν Λόρδων ὁ Κόμης Δέμπης (Denbigh) ἠρώτησε τὸν Ἄγγλον πρωθυπουργὸν Λόρδον Δέρβην, ἂν ἀπὸ κοινοῦ αἱ ἄλλαι Δυνάμεις ἐσυμβούλευσαν τὴν Πύλην νὰ παραχωρήσῃ τὴν Κρήτην εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἂν αὗται ἤθελον στηρίξει διὰ παντὸς τρόπου τὰς συμβουλευτικὰς αὐτὰς παραστάσεις των, ὁ πρωθυπουργὸς τῆς Ἀγγλίας ἀπήντησε καθαρῶς, ὅτι ἑκάστη μόνον Δύναμις κατὰ μέρος ἐσυμβούλευσεν ἁπλῶς τὴν Τουρκίαν περὶ τούτου, ἀλλ’ εἶναι βέβαιος, ὅτι ἡ συμβουλὴ αὕτη δὲν θὰ ὑποστηριχθῇ διὰ τρόπων ἐκβιάσεως. — Ἐννοεῖτε λοιπόν, Κύριοι; Μὴν ἀπατώμεθα πλέον. Μόνον εἰς τὰς δυνάμεις ἡμῶν, ἠθικὰς καὶ ὑλικάς, μόνον εἰς τὰ ἴδια ἡμῶν μέσα πρέπει τοῦ λοιποῦ νὰ ἐλπίσωμεν, ἂν ἔχωμεν νοῦν καὶ πατριωτισμόν. Ἂν ὅμως ἐξακολουθήσωμεν ἐξωτερικῶς μὲν νὰ ἐλπίζωμεν, ὅτι ὡς διὰ θαύματος θὰ μᾶς παραχωρήσωσιν αἱ Δυνάμεις τὴν κληρονομίαν τῶν πατέρων μας, ἐσωτερικῶς δὲ, κακῶς νὰ διοικώμεθα, νὰ μένωμεν ἀνέτοιμοι καὶ νὰ κυλιώμεθα ἀπὸ ἄβυσσον εἰς ἄβυσσον, τότε, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν, ἠξεύρετε ποῦ; —καὶ συλλογισθῆτέ το καλὰ— εἰς τὴν ἄπατον ἀπώλειαν, τὸν χαμὸν χωρὶς βάθος, bottomless perdition, ὡς διετύπωσε τὴν φρίκην ταύτην ὁ μεγαλόνους καὶ φιλέλλην Βάϋρων. (Συγκίνησις) —Ναί, Κύριοι· μόνον δι’ ἡμῶν δυνάμεθα νὰ ἔλθωμεν εἰς τελεσφόρον λύσιν τοῦ ἐθνικοῦ ἡμῶν ζητήματος. Καὶ τὴν ἰδέαν ταύτην, Κύριοι, δὲν τὴν ἐκφράζω τώρα πρώτην φοράν, ἀλλὰ πρὸ πολλοῦ, κατὰ τὸ ἔτος 1853, ὅτε ἐκ τῆς Ἀμερικῆς ἐπανῆλθον εἰς τὸ Λονδῖνον. Ἦτο τότε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ἡ παραμονὴ τοῦ Κριμαϊκοῦ πολέμου· ἐνθουσιασμὸς δὲ ὑπὲρ τῶν Τούρκων, μέχρι παραφορᾶς, ἔσειε τὸ τότε ἐξηπατημένον κοινὸν τῆς Δύσεως, οἱ δὲ στεναγμοὶ τῶν χριστιανικῶν λαῶν τῆς Ἀνατολῆς οὐδὲ κἂν ἠκούοντο εἰς τὴν ταραχὴν ἐκείνην. Πανταχοῦ τὸ ἑσπέρας εἰς τὴν πόλιν τοῦ Λονδίνου συνελεύσεις ἐγίνοντο τοῦ λαοῦ, ὅπου πολλοὶ ὑπεστήριζον τὴν Τουρκίαν καί τινες μάλιστα ἐμυκτήριζον τοὺς Ἕλληνας. Μόνη μία φιλελληνικὴ συνέλευσις ἐγένετο κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἰς τὴν Βρετανικὴν πρωτεύουσαν, ἐνεργείᾳ τοῦ ἀειμνήστου φιλέλληνος Κόβδεν (Cobden) καὶ τῶν δύω φιλελλήνων ἀδελφῶν Σαὶν–Ζὼν (St. John). Εἰς τὴν συνέλευσιν ἐκείνην, ἐνώπιον πολυπληθοῦς ἀκροατηρίου, λαβὼν τὸν λόγον καὶ ἐγὼ μετὰ τοὺς ἄγγλους ῥήτορας, εἶπον, ὅτι ἂν ὁ Ἀγγλικὸς λαὸς συμπαθήσῃ καὶ πράξῃ πᾶν τὸ δυνατὸν ὑπὲρ τῶν ἀναξιοπαθούντων χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς, θέλει οὕτω πλύνει τὰς κηλίδας ἀπὸ τὸ μέτωπον τῆς Κυβερνήσεώς του, ἥτις ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ Μωαμεθανισμοῦ καὶ τῆς βαρβαρότητος καὶ ἐγκατέλειψε τὰ συμφέροντα τῶν Ἑλλήνων καὶ λοιπῶν χριστιανῶν τῆς Ἀνατολῆς. Περὶ δὲ τῆς λύσεως τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος, τοὺς εἶπον, ὅτι οἱ Ἕλληνες μόνοι ἠρχίσαμεν τὴν λύσιν τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος κατὰ τὸ 1821 καὶ οἱ Ἕλληνες μόνοι θὰ τὴν τελειώσωμεν .— Καὶ αὕτη εἶναι, Κύριοι, ἡ μόνη ἀλήθεια· δι’ ἡμῶν πρέπει καὶ θὰ πραγματοποιηθῇ ἡ λύσις τοῦ ζητήματος ἐκείνου, καὶ τότε ἡ λύσις αὕτη θέλει γίνει συμφώνως μὲ τοῦ Ἑλληνισμοῦ τὰ συμφέροντα. Ὅλα τὰ ἄλλα εἶναι μάταια καὶ ὄνειρα καὶ παραμύθια. Καὶ πῶς ἄλλως, Κύριοι, τελεῖται συνήθως ἡ λύσις τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων; Ἐλησμονήσατε τὴν ἱστορίαν; Πῶς γίνεται ἡ ἀνεξαρτησία τῶν λαῶν, οἵτινες δι’ ἁμαρτίας ἄλλων ὑπέπεσαν εἰς τὴν δουλείαν βαρβάρων ξένων; — Τελεῖται δι’ ἑαυτῶν, διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεών των, καὶ σχεδὸν πάντοτε διὰ πολέμου· καὶ μάλιστα, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῆς Ἑλλάδος, ἔθνους ἔχοντος μεγάλην ἱστορίαν, τόπον ὡραῖον, πολλὰ πλεονεκτήματα καὶ μέλλον λαμπρότατον. Δὲν εἴδετε κατὰ τὸ 1821; ὀκτὼ ἔτη ἐπάλαιον οἱ πατέρες μας, καὶ μόλις μετὰ τόσους ἡρωϊσμοὺς καὶ θυσίας τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ηὐδόκησαν αἱ Δυνάμεις νὰ μᾶς συνδράμωσιν. Ὅ,τι ἔκαμον τότε οἱ πατέρες μας, πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ κάμωμεν· νὰ προετοιμασθῶμεν καὶ, ἐν ἀνάγκῃ, νὰ παλαίσωμεν καὶ νὰ καρτερήσωμεν. Ἂς κάμωμεν, Κύριοι, ὅ,τι κάμνει ἡ Τουρκία σήμερον. Οἱ Τοῦρκοι συναισθάνονται —καὶ οὐδεὶς ἀμφιβάλλει—τὸ τέλος τῆς δυναστείας των, τὴν ἀγωνίαν τῆς αὐτοκρατορίας των. Διὰ τοῦτο μάλιστα ἑτοιμάζονται καὶ συγκεντροῦνται εἰς τὸν παλαιὸν Τουρκισμόν, τὸν ἐπὶ τῆς κατακτήσεως, τὸν περιφρονοῦντα τὰς μεταῤῥυθμίσεις· κύπτουν εἰς τὸ Κοράνιον, ζητοῦντες ν’ ἀντλήσωσι νέαν ζωὴν· ὁ δὲ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Τουρκίας Φουὰτ Πασᾶς ἀπειλεῖ τοὺς Ἕλληνας, καὶ ἀπαντᾷ μεθ’ ὑπερηφανείας πρὸς τοὺς Φράγκους, ὡς νὰ ἔζη κατὰ τὸν 15ον αἰῶνα. Ἐγὼ ἐπαινῶ, Κύριοι, καὶ τὸν Φουὰτ καὶ τοὺς λοιποὺς Τούρκους, διότι πράττουν τὸ καθῆκόν των. Ἀλλ’ ἡμεῖς οἱ Ἕλληνες δὲν θὰ ἐκτελέσωμεν τὸ ἰδικόν μας καθῆκον; Δὲν θὰ ἑτοιμασθῶμεν, δὲν θὰ συγκεντρωθῶμεν, δὲν θὰ ζητήσωμεν νέαν ζωὴν ἀπὸ τὸ 1821; Μόνον εἰς ἡμᾶς αὐτοὺς πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν. Διότι ἠξεύρετε τί εἶναι, Κύριοι, τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα; Διὰ τὴν παλαιὰν Εὐρώπην, διὰ τὴν διπλωματίαν τῆς Εὐρώπης, τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα εἶναι σκάνδαλον. Καὶ παρακαλῶ, Κύριοι νὰ ἐπιστήσητε ἰδίως εἰς τοῦτο τὴν προσοχήν σας. Πρόκειται περὶ τῶν ζωτικωτέρων συμφερόντων τοῦ ἔθνους μας....
§96ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα. Ἐξακολουθήσατε.
§97ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Ἀνατολικὸν ζήτημα λοιπὸν εἶναι, Κύριοι, σκάνδαλον διὰ τὴν παλαιὰν Εὐρώπην. Εἶναι ὡς ἡ Σφὶγξ μὲ τὸ φοβερὸν αἴνιγμά της. Ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία τὸ φοβεῖται. Ἀπέναντι αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ταράττεται καὶ ὠχριᾷ. Τυφλωμένη ἀπὸ προλήψεις καὶ ἐγωϊστικὰ ἴσως πάθη, σιωπᾷ ἐνώπιον τοῦ αἰνίγματος, τὸ ἀποφεύγει. Ἀλλ’ ἂν κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1821 ἐδύνατο ἐν μέρει νὰ δικαιολογηθῇ ἡ ἀνθελληνικὴ πολιτική της, σήμερον ὅμως, μετὰ τοσαύτην πεῖραν, ἡ ἰδία πολιτικὴ εἶναι ἀδικαιολόγητος. Ἂν ἔβλεπε καλλίτερον, ἂν ὠφελεῖτο ἀπὸ τὴν τριακονταετῆ πεῖραν καὶ κατενόει τὸ μᾶλλον σύμφωνον μὲ τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντά της, καὶ συνάμα τὸ ἀναγκαῖον καὶ ἀναπόφευκτον, ἤθελεν ὁμολογήσει, ὅτι ἡ λύσις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος εἶναι, σήμερον μάλιστα, εὐκολωτάτη. Ἀλλ’ ὄχι· ἡ παλαιὰ Εὐρώπη δὲν βλέπει πλέον, δὲν ἀκούει πλέον. Συμβαίνει εἰς αὐτὴν ὅ,τι καὶ εἰς τὸν ἐκπνέοντα Πολυθεϊσμόν· ὁ ἄγνωστος Θεὸς ἦτον ἐνώπιον τῶν παλαιῶν, καὶ αὐτοὶ δὲν τὸν ἔβλεπον καὶ ἀκόμη τὸν ἐζήτουν. Ὁ ἄγνωστος σήμερον, ὦ διπλωμάται, εἰς τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα, εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν γένος, τὸ ὁποῖον ἀπεκαλύφθη κατὰ τὸ 1821. Ποῖον ἄλλον λοιπὸν ἀκόμη ζητεῖτε; Τὸ ἑλληνικὸν γένος εἶναι ὁ ἄγνωστος, ὅστις θ’ ἀντικαταστήσῃ τὴν Τουρκικὴν αὐτοκρατορίαν. Οὐαὶ εἰς τοὺς μὴ βλέποντας! (εὖγε). Ἀλλ’ ἂν διὰ τὴν παλαιὰν Εὐρώπην τὸ ἀνατολικὸν ζήτημα ᾖναι σκάνδαλον, διὰ τοὺς λαοὺς ὅμως αὐτῆς εἶναι ἀποκάλυψις σωτηρίας, εἶναι προαίσθημα παρηγορίας· διότι ἡ φυσικὴ, ἡ ἑλληνικὴ λύσις τοῦ Ἀνατολικοῦ ζητήματος εἶναι πράγματι ἡ λύσις τοῦ ζητήματος ὅλων τῶν λαῶν, εἶναι ὁ στέφανος τῶν ἰδεῶν τοῦ αἰῶνός μας· διὰ τοῦτο οἱ λαοὶ ἁπαξάπαντες κηρύττονται πλέον μετὰ πλήρους πεποιθήσεως ὑπὲρ τοῦ παλαίοντος καὶ εἰσέτι καταδιωκομένου ἑλληνισμοῦ.— Ἡ δὲ Τουρκικὴ αὐτοκρατορία, Κύριοι, τί εἶναι πρὸ πολλοῦ ἤδη; Εἶπόν τινες, ὅτι εἶναι ὁ ἀσθενὴς ἐν τῇ Εὐρώπῃ. Ὄχι, κύριοι· εἶναί τι χειρότερον. Εἶναι ἡ ἀσθένεια ὁλοκλήρου τῆς Εὐρώπης, καὶ πρέπει νὰ ἐκλείψῃ—καὶ θὰ ἐκλείψῃ. (εὖγε). Δι’ ἡμῶν λοιπὸν, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, καὶ τότε θὰ ἔχωμεν ὑπὲρ ἡμῶν καὶ λαοὺς καὶ κυβερνήσεις. Ἑπομένως ὀφείλομεν σήμερον, εἰς μὲν τὸ ἐσωτερικὸν ν’ ἀναδείξωμεν διοίκησιν νοήμονα, ἐθνικὴν, τιμίαν καὶ σπουδαίαν, ἐξωτερικῶς δὲ νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ κατάλληλα μέτρα, συμφώνως μὲ τὴν σοβαρότητα καὶ τὸ κατεπεῖγον τῶν περιστάσεων, καὶ μὲ τὰ συμφέροντα καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους μας. Πρέπει ν’ ἀναβῶμεν εἰς τὸ ὕψος τοῦ 1821 καὶ ἔτι πλέον. Οὕτω δὲ θέλομεν καλλίτερον δείξει, ὅτι εἴμεθα ἄξιοι ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν καταπίπτουσαν καὶ ἀγωνιῶσαν Τουρκικὴν αὐτοκρατορίαν....
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον, παρακαλῶ.
§99ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλα ταῦτα ἔχουν σχέσιν· διότι πρόκειται περὶ τοῦ σκοποῦ, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγώ, ὡς Βουλευτὴς, παραδέχομαι τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ....
§100ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· ἐξακολουθήσατε.
§101ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Οὕτω πράττοντες, Κύριοι, θέλομεν δυνηθῆ νὰ μεταβάλωμεν καὶ τὴν Εὐρωπαϊκὴν διπλωματίαν. Ἡ ἀγγλικὴ πολιτικὴ δὲν μετεβλήθη, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε; Ὁ ἀείμνηστος λόρδος Κάνιγκ δὲν ἐκηρύχθη ὑπὲρ Ἑλλάδος; Ὁπωσδήποτε ὅμως ὑπὸ τὴν σημερινὴν διπλωματικὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει ἡ νέα Ἀγγλία, ἡ ἀναπτύσσουσα τὴν παράδοσιν τοῦ Κάνιγκος, ἡ Ἀγγλία τοῦ Γυΐλφορδ τοῦ Βάϋρων, τοῦ Ἅστιγκος, τοῦ Γλάδστωνος, τοῦ Κόβδεν, τοῦ Γρέγορυ, τοῦ Γίβσωνος, τοῦ Κράουφορ, ἡ ἐγγὺς νὰ θριαμβεύσῃ εἰς τὰς Βρεττανικὰς νήσους. — Ἡ Ῥωσσία ὅλη, Κύριοι, δὲν εἶναι ἤδη ὑπὲρ ἡμῶν; Αὕτη εἰσέρχεται εἰς στάδιον προόδου, ἀπελευθερώσασα τοὺς δουλοπαροίκους της. Καταφανῶς δὲ διεδήλωσε τὰς συμπαθείας της ὑπὲρ τῶν ἀγωνιζομένων Ἑλλήνων ἐν Κρήτῃ— Τί δὲ νὰ εἴπω, Κύριοι, διὰ τὴν Γαλλικὴν διπλωματίαν; διατί τόσον ἐνωρὶς ἐλησμόνησε τὴν ἰδέαν τῶν ἐθνικοτήτων, προκειμένου περὶ Ἑλλάδος; Εὔχομαι, Κύριοι, νὰ τὸ ἐνθυμηθῇ ἐκ νέου. Ἀλλ’ ὁ Κ. Τιέρ, ὁ πνευματώδης ἱστορικὸς καὶ ῥήτωρ τῆς Γαλλίας διατὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Γαλλικῆς Βουλῆς νὰ κατακρίνῃ τοὺς ἀγωνιζομένους ὑπὲρ τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας Ἕλληνας; Ἡ πολιτικὴ τῶν ἐθνικοτήτων, τὴν ὁποίαν ἀποκαλεῖ χιμαιρικὴν, δὲν βλέπει αὐτὸς, ὅστις θεωρεῖται ὡς πρακτικώτατος νοῦς, ὅτι σήμερον εἶναι ἡ μόνη τελεσφόρος καὶ ἡ μόνη συνάμα, ἥτις δύναται νὰ ἐμποδίσῃ πᾶσαν τῆς Ῥωσσίας ἀξίωσιν ἐπὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως; Ποῦ δὲ εὗρεν ὅτι ὑπάρχει διαίρεσις θρησκευτικὴ καὶ φυλετικὴ εἰς τοὺς χριστιανικοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς; Οἱ Ἕλληνες δὲν ζητοῦν νὰ πάρωσι τὰ ἀλλότρια, οὐδὲ νὰ ὑποβάλωσιν εἰς ζυγὸν ἄλλους· οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν Ῥουμανοὶ καὶ Σέρβοι ἀποτελοῦν ἰδίας ἐθνικότητας ἀνεξαρτήτους· οἱ δὲ Ἕλληνες ἄλλην ἀξίωσιν δὲν ἔχουν, εἰμὴ νὰ καταρτίσωσι τὴν ἰδίαν ἐθνικότητα, τὴν ἑνότητα τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐντεῦθεν τοῦ Αἵμου μέχρι τῶν ὁρίων ἐκείνων τῆς Ἀσίας, ὅπου παύει ἡ Ἑλληνικὴ γλῶσσα, τὸ ὄνομα, ἡ παράδοσις, ἡ ἱστορία τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἄλλως τε ἡ Τουρκικὴ αὐτοκρατορία δὲν εἶναι ἑτοιμόῤῥοπος; Δὲν τὸ βλέπει ὁ ἄλλοτέ ποτε διορατικὸς νοῦς τοῦ Κ. Τιέρ; Αἱ μεταῤῥυθμίσεις τί ἐχρησίμευσαν εἰς τὴν Τουρκίαν; Ὡς ἐκ τῆς φύσεώς του ὁ τουρκικὸς ὀργανισμὸς εἶναι ἀνεπίδεκτος βελτιώσεως. Καὶ βεβαίως εἶναι ἀξιέπαινοι καὶ ὁ Μαχμούτης καὶ ὁ Ῥεσὶτ πασᾶς διὰ τὰς μεταῤῥυθμιστικὰς ἀποπείρας των, καὶ σήμερον ὁ Μουσταφᾶς Φαζὴλ πασᾶς διὰ τὰς συνταγματικὰς καὶ ἰσοπολιτικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας προτείνει δι’ ἐπιστολῆς του πρὸς τὸν Σουλτάνον· ἀλλὰ ταῦτα εἶναι χίμαιρα. Τὸ Κοράνιον ἐδιπλώθη ἐνίοτε μὲ ἓν ἐξώφυλλον τοῦ Εὐαγγελίου, καὶ τίποτε περισσότερον. Τὸ Κοράνιον ἀποκρούει τὰς μεταῤῥυθμίσεις, διὰ τοῦτο οἱ πιστοὶ ὀπαδοὶ αὐτοῦ εἶναι ἐχθροὶ αὐτῶν καὶ ἐκείνων ὅσοι τὰς προτείνουσιν. Ἡ ἰσοπολιτεία μεταξὺ Χριστιανῶν καὶ Μωαμεθανῶν ἐν τῇ Τουρκικῇ αὐτοκρατορίᾳ δὲν δύναται — καὶ ἀπεδείχθη πλέον — νὰ πραγματοποιηθῇ ἀπὸ Τουρκικὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ ἀπὸ μόνην μίαν κυβέρνησιν Ἑλληνικὴν ἐν Κωνσταντινουπόλει. Οἱ Τοῦρκοι δὲν δύνανται, εἰμὴ νὰ ἔχωσι δούλους τοὺς χριστιανούς· μόνοι οἱ χριστιανοὶ, μόνοι οἱ Ἕλληνες, λαμβάνοντες τὴν διεύθυνσιν, δύνανται νὰ κάμωσι πολίτας καὶ ἀδελφοὺς τοὺς Τούρκους, καὶ νὰ τοὺς φέρωσιν εἰς τὴν ὁδὸν τῆς προόδου, τῆς πνευματικῆς καὶ ὑλικῆς ἀναπτύξεως. Ἡ Ἑλλάς, μὲ ὅλα τὰ ἐμπόδια, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τόσους χρόνους, μὲ ὅλον τὸ στενὸν τῶν ὁρίων της, σχετικῶς πρὸς τοὺς Τούρκους, ἔκαμε μεγάλας προόδους, καὶ περιέχει τὰ σπέρματα νέου μεγάλου πολιτισμοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἀπορῶ διὰ τὸν ἔντιμον Κ. Τιὲρ, διότι ἀνήκει εἰς τὴν σχολὴν τῶν doctrinaires καὶ fatalistes. Καὶ ἠξεύρετε τί εἶναι ἡ σχολὴ αὕτη; Οἱ θιασῶταί της πιστεύουν εἰς τὸ γεγονὸς μόνον, οἷον δήποτε, καὶ ὕστερον δημιουργοῦν μίαν θεωρίαν, doctrine, διὰ τῆς ὁποίας δικαιολογοῦν ἢ ἐξηγοῦν τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο. Ἰδίως δὲ ὁ Κ. Τιὲρ πιστεύει εἰς τὴν εἱμαρμένην, fatalisme, ἥτις ἐξαφανίζει τὸ αἰώνιον δίκαιον, ἀφαιρεῖ τὴν εὐθύνην καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἀπὸ τὰς ἀνθρωπίνας πράξεις, καὶ οὕτω καταστρέφει πᾶσαν πρόοδον. Μὴ λοιπὸν συμπαθεῖ ὁ κ. Τιὲρ εἰς τὴν Τουρκικὴν φυλὴν, καθόσον καὶ αὕτη πιστεύει εἰς τὴν εἱμαρμένην; Ἀλλὰ πλησίον τῶν ἀνθρώπων τούτων τοῦ παρελθόντος ὑπάρχει, Κύριοι, καὶ ζῇ καὶ μᾶς δίδει ἐλπίδας καὶ θάῤῥος ἡ νέα Γαλλία τοῦ Λαφαγὲτ, τοῦ Βερανζὲ, τοῦ Λαμενναὶ, τοῦ Φαββιὲ, τοῦ Βιλμαὶν, τοῦ Σαινμὰρκ Γιραρδὲν, τοῦ Ἐδγὰρ Κυϊνὲ, τοῦ Βίκτωρος Οὕγκου. Αὕτη ἡ Γαλλία θὰ κατισχύσῃ καὶ θὰ ᾖναι ὑπὲρ ἡμῶν εἰς πᾶσαν περίστασιν.—Ἡ δὲ Πρωσσία, ἢ μᾶλλον ἡ Γερμανία, ἡ ἐγειρομένη καὶ ζητοῦσα τὴν ἑνότητά της, ὡς ἡμεῖς; ἡ Γερμανία τοῦ Φίχτ, τοῦ φιλοσόφου τοῦ καθήκοντος, καὶ τοῦ Κέρνερ, τοῦ ποιητοῦ τῆς ἐθνικῆς ἀνεξαρτησίας, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν ᾖναι ὑπὲρ ἡμῶν; Δὲν ἀναφέρω, Κύριοι, τὴν ἀδελφὴν Ἰταλίαν. Ἡ αὐτὴ ἱστορία, τὰ αὐτὰ βάσανα καὶ αἱ δόξαι μᾶς συνδέουσιν. Ἡ Ἑλληνοϊταλικὴ ὑπόθεσις εἶναι μία. Καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ὁ λαὸς τῆς Ἰταλίας ἦσαν καὶ εἶναι ὑπὲρ ἡμῶν. Ἡ πατρὶς τοῦ Φωσκόλου, τοῦ Σανταρόζα, τοῦ Κίνου Καππόνη, τοῦ Γαριβάλδου εἶναι ὁ φυσικὸς ὑπέρμαχος τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ὁ γενναῖος πρόδρομος τῆς Ἰταλικῆς ἀναγεννήσεως, ὁ Ματσίνης, πρὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν ὑπερησπίζετο τοὺς Ἕλληνας εἰς ἀγγλικὰ περιοδικὰ φύλλα καὶ ἐθεώρει δίκαιον καὶ ὠφέλιμον εἰς τὴν πρόοδον τῆς Εὐρώπης, τὴν κατάρτισιν τῆς ἑλληνικῆς ἐθνικότητος εἰς ἓν Κράτος μὲ πρωτεύουσαν τὴν Κωνσταντινούπολιν. Καὶ δὲν ἀκούετε τὰς ὁμοθύμους συμπαθητικὰς φωνὰς, αἵτινες ἐγείρονται ἀπὸ ἐκεῖνον τὸν ὡραῖον τόπον; —Ἡ δὲ Ἀμερικὴ, Κύριοι; Ὁ φιλελληνισμὸς τῆς Ἀμερικανικῆς Συμπολιτείας εἶναι πασίγνωστος, καὶ εἶναι διττός. Ἡ Ἀμερικὴ ἀναγνωρίζει τὴν Ἑλλάδα ὡς πηγὴν τῶν ἐλευθεριῶν της· αἱ δὲ Ἐκκλησίαι αὐτῆς θεωροῦν τὴν Ἑλληνικὴν ἐκκλησίαν ὡς μητέρα αὐτῶν ἀγαπητήν. Εὐτυχήσας νὰ διατρίψω εἰς τὰς εὐδαίμονας ἐκείνας πολιτείας κατὰ τὸ 1852–53 δύναμαι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως, Κύριοι, νὰ σᾶς τὸ βεβαιώσω. Καὶ δὲν τὸ βλέπετε ὁλονὲν εἰς τὰς ἐκπεμπομένας ἐκεῖθεν συμπαθείας; Ἀλλὰ πότε ἡμεῖς ἐφροντίσαμεν νὰ καλλιεργήσωμεν τὰς συμπαθείας αὐτὰς τῶν λαῶν; Πότε ἐσκέφθημεν νὰ τοὺς φωτίσωμεν περὶ τῶν τάσεων καὶ ἀναγκῶν μας; Διατί νὰ μὴ στείλωμεν, ὄχι πομπώδεις πρεσβείας, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐκτάκτους καὶ ἀθορύβους ἀποστολὰς, καὶ μάλιστα εἰς Ἀμερικήν; Τί γίνεται ἡ ἀποφασισθεῖσα διὰ τὴν Ἀμερικὴν ἀποστολή; Δὲν ἐσυλλογίσθητε, ὅτι ἡ Ἀμερικὴ εἶναι ἡ πατρὶς τοῦ Βάσιγκτων, ὅστις ἐθεμελίωσε τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ κατέστρεψε τὰ προνόμια μεταξὺ τῆς ἰδίας φυλῆς, καὶ τοῦ Γιάκσων, ὅστις ὕψωσε τὴν πολιτικὴν, ὄχι τῆς ἀπομονώσεως, ἀλλὰ τῆς συνεργασίας καὶ ἀλληλεγγύης μετὰ τῶν ἄλλων λαῶν, πολιτικὴν, ἥτις ἤρχισε νὰ ἐπενεργῇ εἰς τὰ πνεύματα τῶν Ἀμερικανῶν καὶ ἥτις θὰ ᾖναι σωτήριος εἰς τὴν ἀνθρωπότητα; Ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν ἤδη, Κύριοι, καὶ εἰς τοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς, τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν καὶ μεθ’ ἡμῶν συζήσαντας ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας, τοὺς Ῥουμανοὺς (Μολδοβλάχους) καὶ τοὺς Σέρβους μετὰ τῶν λοιπῶν Σλάβων. Οἱ λαοὶ οὗτοι προητοιμάσθησαν συμφώνως μὲ τὰς ἀνάγκας τῶν καιρῶν καὶ τῶν περιστάσεων. Ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ εὐρωπαϊκὴ διπλωματία ἐβοήθησε τοὺς λαοὺς αὐτοὺς εἰς τὴν λύσιν τῶν ἐθνικῶν ζητημάτων των. Καὶ ἡμεῖς συγχαίρομεν αὐτοὺς, διότι ἀπέκτησαν τὴν ἀνεξαρτησίαν των ἀναιμωτὶ ἀπὸ μέρους τῆς Τουρκίας, μεσολαβήσει τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων. Ἡμεῖς βεβαίως χαίρομεν, διότι ἐπιθυμοῦμεν τὴν ἀπελευθέρωσιν ὅλων τῶν λαῶν, καὶ διότι αὐτοὺς μάλιστα τοὺς θεωροῦμεν ὡς στενώτερον μεθ’ ἡμῶν συνδεομένους. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὀφείλουν καὶ οἱ λαοί οὗτοι νὰ συλλογισθῶσιν, ὅτι ἄνευ τῆς ἐλευθερίας ἡμῶν τῶν Ἑλλήνων, δὲν ἔχουν ἀποχρώσας ἐγγυήσεις εἰς τὸ μέλλον περὶ τῆς αὐθυπαρξίας των. Ἀλλὰ διατί, κύριοι, ἡ Εὐρωπαϊκὴ διπλωματία ὅ,τι ἔκαμεν εἰς τοὺς ἄλλους χριστιανικοὺς λαοὺς τῆς Ἀνατολῆς νὰ μὴ συναινῇ νὰ τὸ κάμῃ καὶ διὰ τὸν ἑλληνικὸν λαόν; Διατί νὰ μὴν ἐφαρμόσῃ τὴν αὐτὴν στάθμην τῆς δικαιοσύνης καὶ εἰς τὸν ἀγωνιζόμενον καὶ ἀναξιοπαθοῦντα λαὸν τῆς Κρήτης; — Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, ὑπηρέτησε πλειότερον καὶ καλλίτερον παντὸς ἄλλου λαοῦ τὴν ἀνθρωπότητα, καὶ τὸ μαρτυρολόγιόν της εἶναι τὸ τραγικώτερον δρᾶμα. Διατί αὐτὴ ἡ ἀδικία πρὸς ἡμᾶς; Ἕως πότε λοιπὸν τὸ Ἑλληνικὸν γένος θὰ μένῃ κρεμάμενον ἐπὶ τοῦ σταυροῦ; Δὲν συλλογίζεται ἡ παλαιὰ Εὐρώπη, ὅτι δύναται ἐπὶ τέλους νὰ διαῤῥαγῇ τὸ καταπέτασμα τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ ναοῦ ἀπὸ ἄνω ἕως κάτω, καὶ σκότος νὰ καλύψῃ τὴν γῆν; Ὑπάρχουν ἐνίοτε ἀδικίαι τοιαῦται, Κύριοι, διὰ τὰς ὁποίας καταπληκτικὴ, θεία δικαιοσύνη συνήθως ἐγκυμονεῖται. Ἀλλ’ οἱ λαοὶ τῆς Εὐρώπης δὲν θὰ ἴδωσι τὴν ἀδικίαν αὐτήν; Ὁ πόνος ἑνὸς ἔθνους, οἷον τὸ Ἑλληνικὸν, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν ἀντηχήσῃ μέχρις ἐγκάτων τῶν Εὐρωπαϊκῶν καὶ Ἀμερικανικῶν λαῶν. — Μὴ ἀπελπισθῶμεν λοιπὸν, ἂν συνετισθῶμεν. Ἂς ὑψώσωμεν τὴν διάνοιάν μας καὶ ἂς ἐργασθῶμεν σπουδαίως, μετὰ ζήλου καὶ πατριωτισμοῦ ἀληθοῦς. — Ἐγὼ βλέπω ἤδη ἀστέρας τινὰς κλίνοντας εἰς τὸν ὁρίζοντα, καὶ μετ’ αὐτῶν ἐξαφανιζόμενον κόσμον ἀδικίας ὁλόκληρον. Ἂν ἡ παλαιὰ Εὐρώπη σήμερον μᾶς ἀδικῇ, ἡ φωνὴ ὅμως τῶν λαῶν, διὰ τοῦ μεγάλου ἀντιπροσώπου των, τοῦ Βίκτωρος Οὕγκου, λέγει πρὸς ὅλους τοὺς Ἕλληνας ὅ,τι εἶπε πρὸ ὀλίγου εἰς τοὺς ἀγωνιζομένους ἀδελφοὺς ἡμῶν Κρῆτας, «ἐπιμείνατε!» Ἂς ἐργασθῶμεν λοιπὸν, ἂς ἐπιμείνωμεν καὶ θὰ σωθῶμεν! (Εὖγε, Εὖγε). (Ἐνταῦθα ἀναλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Π. Κυριακός).
§102ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε. Θὰ ὁμιλήσω περὶ πόρων.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε (θόρυβος).
§104ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀφείλομεν, Κ. βουλευταί, χάριτας εἰς τὸν ἔμφρονα Κ. Πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ βουλευτὴν Ἠλείας, διότι ἔδωκε πρῶτος τὴν ἀφορμὴν ἡ μὲν συζήτησις ν’ ἀνυψωθῇ διὰ πρώτην φορὰν σήμερον εἰς ἀληθὲς μέχρι τοῦδε ἰδανικὸν ὕψος, νὰ λεχθῶσι δὲ καὶ διὰ πρώτην φορὰν οἰκονομικαὶ ἀλήθειαι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐκφράζω ἐπίσης, τὸ κατ’ ἐμὲ, τὴν εὐγνωμοσύνην μου καὶ εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, διότι ἐκ τῆς ἀγορεύσεως αὐτοῦ λαμβάνω ἀφορμὴν ποῦ μὲν νὰ τὸν ἀκολουθήσω, ποῦ δὲ νὰ ἐκφέρω τὴν γνώμην μου, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον εἰς ἐμὲ δὲν δύναται ν’ ἀπευθύνῃ τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν πλαγίως ἀπηύθυνεν εἰς τοὺς ἄλλους, ὅτι παρὼν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν ἐπολέμησα τὰς ὑπερβάσεις· ἐγὼ δὲν ἤμην παρὼν τότε.
§105ΤΙΝΕΣ. Ὀφείλατε νὰ ἦσθε (θόρυβος).
§106ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἀκολουθῶ τὸν ἔντιμον πρόεδρον τῆς Βουλῆς εἰς τὰ αἰσθήματα, ἅτινα ἐξέφρασε ὑπὲρ τοῦ τῳόντι πολυπαθοῦς καὶ πενομένου λαοῦ τοῦ ἑλληνικοῦ Κράτους· δὲν τὸν ἀκολουθῶ ὅμως ὡς πρὸς τὸ σύστημα τῶν πόρων, τὸ ὁποῖον προτείνει καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἀντίκειμαι. Τοὺς λόγους εἶναι περιττὸν ἤδη νὰ τοὺς ἐξηγήσω.
§107ΤΙΝΕΣ. Σύντομα.
§108ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω προσπαθήσει νὰ ἐξηγήσω καὶ ἐγὼ τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὴν Βουλὴν μέσα τινὰ καὶ συνδιαλλακτικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον δὲν συνέλαβα μὲν, διότι ἱστορικῶς ὑπῆρχε καὶ ὑπάρχει, κύριοι, καὶ ἐφαρμόζεται ἀπ’ αὐτὴν τὴν Τουρκίαν, τῆς ὁποίας ἡμεῖς τὸ φορολογικὸν σύστημα ἀκολουθοῦμεν εἰς τὴν πατρίδα μας· δηλ. ἡ μὲν Τουρκία ἤλλαξε σύστημα, εὐδοκίμησε, προοδεύει, εἰσπράττει πέραν τῶν προσδοκιῶν τῆς, ἡμεῖς δὲ ἀκολουθοῦντες τὸ ὑπάρχον λαοφθόρον φορολογικὸν σύστημα, χάνομεν ἀντὶ νὰ κερδίζωμεν. Ἡ ἰσότης τῶν φόρων, ἣν ἐπιδεικνύει ὁ Κ. ὑπουργός, εἶναι τῳόντι ἀρχὴ δικαιοτάτη· πρέπει νὰ πληρώσουν αἱ εὔποροι τάξεις· λέγω μάλιστα περιπλέον, καὶ τὸ ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε, πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς ἕνα ἑκούσιον καὶ γενναῖον ἔρανον, ἐὰν κινδυνεύῃ τῷ ὄντι τὸ Κράτος. Δὲν παραδέχομαι, ὅτι μία μόνη τάξις νὰ τὸ σώσῃ διὰ τῆς ἑαυτῆς θυσίας· καὶ αὐτὴ εἶναι, κύριοι, ἡ τάξις τοῦ γεωργικοῦ πληθυσμοῦ τῆς Ἑλλάδος, τὴν ὁποίαν οὐ μόνον ὑποστηρίζω, ἀλλὰ καὶ ὑπὲρ τῆς ὁποίας ἑτοιμάζω διαμαρτύρησιν κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἐγγείου φόρου (θόρυβος)· διότι ὡς πρὸς μὲν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δι’ οὗ φορολογοῦνται αἱ τάξεις ἐκεῖναι, αἵτινες παντάπασι δὲν ἐφορολογοῦντο, ἢ κακῶς ἐφορολογοῦντο, συμφωνῶ πληρέστατα, δὲν θέλω ὅμως ἐπιτρέψει διὰ τῆς ψήφου μου τοὐλάχιστον, οὐδεμίαν αὔξησιν τῆς φορολογίας τῆς γῆς, ἐφ’ ὅσον ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν ἄρει ἐκ μέσου τὰ μεγάλα καὶ ὀλέθρια προσκόμματα, ἅτινα ἔφερον τὴν τάξιν αὐτὴν εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται καὶ τὴν βλέπομεν σήμερον. Εἶναι τὸ κακὸν φορολογικὸν σύστημα, εἶναι ἡ φορολογία τῆς ἀκαθαρίστου, λεγομένης, γεωργικῆς προσόδου. Ἐπειδὴ δὲ δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τούτου ἐπιφυλάττομαι καθ’ ἣν στιγμὴν θέλει ἔλθει εἰς συζήτησιν τὸ περὶ τῶν ἐγγείων φόρων Νομοσχέδιον. Κύριοι, ὑποβάλλω μόνον εἰς τὴν Βουλὴν παρατηρήσεις τινὰς περὶ τοῦ ὁποίου προηγουμένως ἐλάλησα φορολογικοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καθὼς σᾶς εἶπον καὶ ἡ Τουρκία αὐτὴ παρεδέχθη. Εἶναι, κύριοι, τὸ σύστημα τῆς στρεμματικῆς δηλώσεως, δι’ οὗ δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν πάσας τὰς δυσχερείας καὶ ἔχωμεν καὶ μεγάλα εἰσοδήματα (θόρυβος). Διατί δὲν ἔχετε ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε, ἀφοῦ ἠκούσατε ἄλλους ἐπὶ ὥραν. Δὲν ἔχω ἤδη προχείρους τὰς σημειώσεις, ἃς ἐκράτησα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου διὰ νὰ σᾶς πείσω μαθηματικῶς, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ ἀπὸ τοῦδε τὸ προτεινόμενον σύστημα ἄνευ οὐδενὸς προσκόμματος, ἄνευ οὐδεμιᾶς προπαρασκευῆς· ν’ ἀποφύγωμεν δὲ τὰ πολυπληθῆ προσκόμματα.
§109ΤΙΝΕΣ. Τί σχέσιν ἔχουν αὐτὰ μὲ τὸ ζήτημα.
§110ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγένετο, κύριοι, λόγος περὶ πόρων, περὶ εὑρέσεως πόρων. Ἰδοὺ λοιπόν· ἀνὰ μίαν δραχμὴν εἰς ἕκαστον στρέμμα γῆς ἂν θέσητε θὰ ἔχωμεν πόρους εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅπου εἶμαι σχετικῶς μὲ τὸ ζήτημα καὶ μὴ θορυβεῖσθε.
§111ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν ἐγειρόμενοι). Αὔριον.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, ἔχομεν καιρὸν ἀκόμη. Ἐδῶ καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ κύριος Εὐθυμιόπουλος.
ΚΛΑΣΙΣ Ϛʹ.
«1) Κρεοπώλης μετὰ κρεωσφαγείου· οἱ πωλοῦντες ἐκτὸς τῆς κεντρικῆς ἀγορᾶς τῶν πόλεων πληρόνουσι κατὰ τὸ τέταρτον ὀλιγώτερον».
§113ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παραδεχόμεθα κατὰ τὸ ἥμισυ· μένει δὲ ἐκκρεμὲς ἂν θέλῃ μείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν τάξιν ἢ εἰς κατωτέραν.
§114ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ εἰς τὸ ἐπιτήδευμα τοῦτο ἐπρότεινε τὴν ἑξῆς τροποποίησιν· ἀπὸ τὴν 6ην κλάσιν μεταφέρει τὸ ἐπιτήδευμα τοῦτο εἰς τὴν 3ην καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ λόγοι τῆς μεταφορᾶς. Αἱ ἐξαιρέσεις, Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ κάμωσι τὸν κανόνα· ὁ κανὼν εἶναι ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι. Κατά τινας ἐπαρχίας, Κύριοι, αὐτὸ τὸ ἐπιτήδευμα δὲν εἶναι τόσον πλούσιον, τόσον προσοδοφόρον, ὥστε νὰ ὑποφερθῇ καὶ νὰ ᾖναι δίκαιος ὁ φόρος τὸν ὁποῖον προβλέπει τὸ νομοσχέδιον. Συμβιβάζεται ὁ φόρος οὗτος, μεταφερόμενος εἰς τὴν 3ην κλάσιν τῆς Αʹ. κατηγορίας τοῦ ἀ. τιμολογίου. Πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι εἰς τὰς κωμοπόλεις καὶ μικρὰς πόλεις δὲν ὑπάρχει ἐπιτήδευμα, ὥστε νὰ παρέχῃ ἀφθονίαν κερδῶν, εἶναι ἐπιτήδευμα ἑβδομαδιαῖον· σφάζει ὁ κρεωπώλης 5 ἢ 6 σφακτὰ καὶ μόλις δύναται ν’ ἀποζήσῃ, καὶ μολαταῦτα τὸν ὑποβάλλετε εἰς ἕνα φόρον βαρύτατον· ὁ πληθυσμὸς 2,000 ψυχῶν, κύριοι, ὑποβάλλεται εἰς τὸν φόρον, κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ, εἰς 40 δραχμῶν· συλλογισθῆτε λοιπὸν, ὅτι εἶναι πολὺ βαρύς. Ἀλλ’ ὅταν τὸ μεταφέρωμεν εἰς τὴν 3ην κλάσιν τότε δὲν ἔχομεν πολὺ βαρὺν φόρον. Λοιπὸν εἶναι δίκαιον νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν 3ην κλάσιν τῆς Αʹ. κατηγορίας. Ἂν ὁ Κ. ὑπουργὸς ἔχῃ ἀντίῤῥησιν ὡς πρὸς τοῦτο, τοῦ προτείνω ἕνα ἄλλον τρόπον λύσεως αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἐπειδὴ καὶ εἰς τὰς μεγαλουπόλεις καὶ εἰς τὰς κωμοπόλεις δὲν ὑπάρχει ἓν ὀρθὸν τιμολόγιον, ὅπως ὑπάρχει ἐδῶ, ἠμποροῦμεν νὰ τὸ μεταφέρωμεν εἰς τὸ γʹ. τιμολόγιον ὅπως τὸ ἐκάμαμεν διὰ τοὺς ξυλεμπόρους, ἠμποροῦμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ ὑπαγάγωμεν αὐτὸ τὸ ἐπιτήδευμα εἰς τὸν πληθυσμόν, δηλ. ἀπὸ 20,000 καὶ ἐπέκεινα νὰ ὑποβάλλεται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, ἀπὸ τόσας εἰς αὐτὴν καὶ οὕτω καθεξῆς· ἕως νὰ φθάσωμεν εἰς τοὺς πληθυσμοὺς τῶν κωμοπόλεων βαθμηδὸν νὰ προχωρῶμεν. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὁποῖον ἠμπορούσαμεν νὰ κάμωμεν.
§115ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ἡ ἐπιτροπὴ προτείνει τὴν κατάταξιν τῶν κωμοπόλεων εἰς τὴν γʹ. τάξιν, οἱ δὲ ἔντιμοι βουλευταὶ Ἀττικῆς προτείνουν νὰ μετατεθῇ εἰς τὴν 4ην ἀπὸ τὴν 6ην, παραδέχομαι τὴν πρότασιν τῶν βουλευτῶν Ἀττικῆς.
§116ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι θὰ πληρώσῃ ὁ κρεωπώλης 30 δραχμάς....
§117ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 48 θὰ πληρώσῃ εἰς 20,000 πληθυσμὸν, 42, ἀπὸ 15–20, 36, 30, 28, 12 εἰς τὰς κωμοπόλεις.
§118ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. 30.
§119ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὰ σεῖς ἔχετε πάντοτε εἰς τὸν νοῦν σας τὸ Ἄργος, διότι δὲν λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ 12. Οἱ δὲ πωλοῦντες, εἴπομεν, ἐκτὸς τῆς ἀγορᾶς θὰ πληρόνουν τὸ ἥμισυ ἀντὶ τὰ ¾.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. εἰσηγητοῦ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν παρεδέχθη. Προχωροῦμεν λοιπόν. «2) Λιθοξόος μετὰ καταστήματος ἀσκεποῦς ἢ μή.
§121ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. (θόρυβος). Ἐδῶ πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν.
§122ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρον 4ον. (Ἀναγινώσκεται). Ἄρθρον 4. «Οἱ τῆς δευτέρας κατηγορίας ἐπιτηδευματίαι διαιροῦνται καὶ οὗτοι εἰς ἓξ κλάσεις. Ἑκάστη δὲ κλάσις περιέχει τάξεις, (ἢ φορολογικὰς βαθμίδας), ὧν ὁ ἀριθμὸς κανονίζεται κατὰ λόγον τοῦ πληθυσμοῦ μέχρι τῶν ἓξ κατ’ ἀνώτατον ὅρον. Τὸ ποσὸν τοῦ φόρου κατὰ κλάσιν καὶ τάξιν, ὡς καὶ οἱ εἰς ἑκάστην κλάσιν ὑπαγόμενοι ἐπιτηδευματίαι, μετὰ τῆς διακρίσεως, ἂν ὁ φόρος ἐπιβάλλεται ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ἐνοικίου τοῦ καταστήματος τοῦ ἐπιτηδευματίου ἢ τῆς κατοικίας του, ἐμφαίνονται εἰς τὸ ὑπὸ στοιχ. Β. Τιμολόγιον.» Τώρα θὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ τιμολόγιον.
§123ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κ. Πρόεδρε, πρέπει νὰ ἐρωτήσητε ὅσοι παραδέχονται οἱ ἐπιτηδευματίαι τῆς Βʹ. κατηγορίας νὰ πληρόνουν 10% νὰ ἐγερθῶσι.
§124ΤΙΝΕΣ. Τί ζητεῖτε;
§125ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶπον χθές, ὅτι ἂν καὶ παραδέχωμαι τὴν βάσιν ἐν γένει, ἀλλ’ ἡ κλῖμαξ ἣν παραδέχομαι διὰ τοὺς ἐπιτηδευματίας, δηλ. διαιρεῖ τὸ ἐνοίκιον τὸ ἀνώτατον μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν κλάσεων καὶ τὸ πηλίκον κατατάσσει τὸν ἐπιτηδευματίαν εἰς τὴν τελευταίαν τάξιν. Σᾶς εἶπον χθές, ὅτι ἕνας ἐπιτηδευματίας τοιοῦτος τῆς Τριπόλεως θὰ πληρόνῃ 400 καὶ ὁ τῶν Ἀθηνῶν θὰ πληρόνῃ 50. Βλέπετε λοιπὸν τὴν βάσιν. Λοιπὸν προτείνω νὰ παραδεχθῶμεν 10%. Καὶ 2% ἂν προσθέσωμεν ἀκόμη νομίζω ὅτι θὰ εὐχαριστηθῇ ὁ Κ. Ὑπουργός.
§126ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐννοοῦμεν.
§127ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν ἐννοεῖτε;
§128ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Βέβαια, τί ζητεῖτε;
§129ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ νὰ τὸ ἐννοήσουν Κύριε Πρόεδρε, οἱ Κύριοι, λέγω, ὅτι τὸ ἄρθρον 4ον ῥητῶς λέγει, ὅτι τὸ ἀνώτατον ἐνοίκιον ἑνὸς ἐπιτηδευματίου, ἐμπόρου π.χ. διαιρεῖται μὲ τὸν ἀριθμὸν τῶν τάξεων τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ τόπου, ἔνθα ἔχει τὸ κατάστημά του, τὸ σπῆτί του, ἀδιάφορον. Λάβετε ὑπ’ ὄψιν ἀνώτατον ἐνοίκιον π.χ. τοῦ Παπαῤῥηγοπούλου, τοῦ Μπαλάνου, αὐτὸ θὰ ἐκτιμᾶται 6,000 κατ’ ἔτος, ἅμα τὸ διαιρέσωμεν μὲ τὸ 6 θὰ μᾶς δώσῃ πηλίκον 1,000 δραχμὰς καὶ κατατάσσονται, εἰς τὴν τάξιν τὴν τελευταίαν. Τώρα λέγει εἰς τὰς Ἐπαρχίας ναὶ μὲν ὁ πληθυσμὸς εἶναι μικρότερος, ἀλλ’ εἶναι καὶ ὁ διαιρέτης μικρότερος καὶ τὸ πηλίκον θὰ ᾖναι μεγαλείτερον. Ἐκεῖ ὑπάρχουν τὰ ἐνοίκια πολὺ μικρά. Ἡ διαφορὰ εἶναι ὅτι ἂν τὸ ἀνώτατον ἐνοίκιον ᾖναι 1,200, τὸ κατώτατον εἶναι 900, ὥστε ἅμα διαιρέσωμεν τὸ 1,200 μὲ τὸ 4 θὰ ἔχωμεν πηλίκον 300 δραχμάς. Τὰ μαγαζιὰ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἀπὸ 40 δραχμὰς ποτὲ δὲν εἶναι, οὔτε 80 πληρόνουν, λοιπὸν ἐπάνω ἀπὸ 600· κατὰ συνέπειαν θὰ πληρόνουν 120 δραχμάς. Θὰ συμβῇ λοιπὸν τὸ ἄνισον· ὥστε 1,200 δραχμὰς ὅταν πληρόνῃ εἰς τὴν Τρίπολιν κανείς, θὰ πληρόνῃ 120, ἐνῶ ἐδῶ μόνον 100.
§130ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἠξεύρετε, Κύριοι, τὶ σᾶς προτείνει, τὸ ἑξῆς ἀντὶ τῆς διαιρέσεως εἰς τάξεις τῆς Βʹ. κατηγορίας τῶν ἐπιτηδευματιῶν, τουτέστι α. β. γ. δ. ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, διότι παρατηρήσατε ὅτι εἰς τὰς μεγαλουπόλεις παραδεχόμεθα 6 τάξεις, τουτέστι διακρίσεις μεταξὺ τῶν ἐπιτηδευματιῶν τουτέστι μπακάλεις π.χ. εἰς 6 τάξεις ἀπὸ 20,000 καὶ ἐπέκεινα· εἰς τὸν πληθυσμὸν 15–20,000 παραδεχόμεθα 5 τάξεις, διότι ὅσον ὀλιγώτερος ὁ πληθυσμὸς τόσον μικρότεραι καὶ αἱ διακρίσεις· εἰς τὸν πληθυσμὸν 10–15, 4 τάξεις· εἰς τὸν πληθυσμὸν 5–10 3 τάξεις· εἰς τὸν πληθυσμὸν 2–5, 2 τάξεις καὶ οὕτω καθεξῆς. Ὁ Κ. Γόντικας δὲν θέλει τὴν διαίρεσιν εἰς τάξεις, παρὰ τὶ προτείνει, ἀντὶ ταύτης νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον ἐπιτηδευμάτων 10% ἐπὶ τοῦ πληρονομένου ἐνοικίου καὶ νὰ λείψῃ ἡ διαίρεσις εἰς τάξεις. Ἰδέτε τί ἀδίκημα θὰ γείνῃ ἂν παραδεχθῆτε τὸ τοιοῦτον· τὸ ἑξῆς. Εἰς τὰς Ἀθήνας, ἢ καὶ ἄλλας μεγάλας πόλεις, εἶναι πολλοὶ ἐπιτηδευματίαι τῶν ὁποίων τὸ ἐπιτήδευμα ἀπαιτεῖ μεγάλο κατάστημα, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἐξάσκησις τοῦ ἐπιτηδεύματός των δὲν δίδει τὰ ὠφελήματα ἅτινα δίδει ἕν ἄλλο ἐπιτήδευμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀπαιτεῖ μεγάλο κατάστημα λ. χ. τὰ ξενοδοχεῖα εἰς τὰς Ἀθήνας. Οἱ ξενοδόχοι ἔχουν συμφέρον νὰ ἔχουν μεγάλο κατάστημα, πληρόνουν 10 καὶ 12,000 κατ’ ἔτος. Ὁ ἐπιτηδευματίας, ὁ τραπεζίτης, ὁ μπακάλης, ὅστις δὲν ἔχει ἀνάγκην μεγάλου καταστήματος, πληρόνει 5,000 μόνον ἐνοίκιον, θὰ πληρώσῃ 500 δραχμὰς, ὁ ξενοδόχος 1,000· εἶναι δίκαιον τὸ τοιοῦτον; Ἀδικώτατον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἂν παραδεχθῆτε αὐτὸ, θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν, διότι εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅπου τὰ ἐνοίκια δὲν εἶναι μεγάλα, εἰς πολλὰς ἐπαρχίας μάλιστα ἀναβαίνουν 30, 40, 50 δραχμὰς. 30 δραχμὰς κατὰ μέσον ὅρον εἰς τὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πληθυσμὸν ὁπωσοῦν μέτριον, εἶναι κατ’ ἔτος 360, 400, μὲ 10% θὰ πληρώσῃ 440, ὥστε ἀντὶ αὐξήσεως θὰ ἔχωμεν ἐλάττωσιν, διότι ὁ ἔμπορος τῆς Τριπόλεως π.χ. κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον πληρόνει 75 δραχμὰς. Ὡς πρὸς τὸ σύνολον λοιπὸν θὰ ἔχωμεν ἀντὶ αὐξήσεως ἐλάττωσιν καὶ ἡμεῖς ἐπιδιώκομεν τὴν αὔξησιν· ἀλλ’ εἶναι καὶ δικαία ἡ διανομὴ αὐτή; (Θόρυβος καὶ διάλογοι)....
§131ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θέλοντες νὰ προλάβωμεν αὐτὸ τὸ ἀδίκημα, ἰδοὺ τὶ ἐκάμαμεν· ἡ τελευταία μονὰς τῆς πόλεως τῶν Ἀθηνῶν, ἡ φορολογικὴ, δὲν εἶναι ἴση μὲ τὴν τελευταίαν μονάδα τὴν φορολογικὴν ἑνὸς ἄλλου πληθυσμοῦ· διότι παρατηρήσατε εἰς τὰς Ἀθήνας ἡ φορολογικὴ μονὰς εἶναι πάντοτε μεγαλειτέρα, ἐνῷ εἰς τὰ μέρη τὰ ἔχοντα ὀλιγώτερον πληθυσμὸν ὑποδεεστέρα καὶ ὀλιγωτέρα, ὥστε ὁ τῆς τελευταίας τάξεως τῶν Ἀθηνῶν δὲν θὰ πληρώσῃ τὸν αὐτὸν φόρον μὲ τὸν τῆς τελευταίας τάξεως ἄλλου πληθυσμοῦ. Εἰς τὰς Ἀθήνας ἡ τελευταία φορολογικὴ μονὰς εἶναι 20 δραχ. εἰς τὰς Πάτρας 12, εἰς ἄλλα μέρη 16 καὶ ἀλλαχοῦ τέλος 10 καὶ ἀλλαχοῦ 6· καὶ ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὴν τελευταίαν συμβαίνει καὶ εἰς τὰς ἄλλας, ἑπομένως ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ καταταχθῶσιν εἰς ἀνωτέραν τάξιν εἰς πληθυσμὸν μικρότερον θὰ πληρώσουν ὀλιγώτερον ἀπὸ τοὺς κατωτέρας τάξεως εἰς πληθυσμὸν μεγαλείτερον. (θόρυβος)....
§132ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ θέλω νὰ νομοθετήσωμεν δι’ ὅλον τὸ κράτος.
§133ΤΙΝΕΣ. Προσθέσατε μίαν τάξιν ἀκόμη, κύριε Ὑπουργέ. (θόρυβος).
§134ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ 10% τί σὲ βλάπτει, κύριε Ὑπουργέ;
§135ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μὲ τὸ 10% ἀπὸ τὰς μεγάλας πόλεις θὰ λάβωμεν τὴν μεγαλειτέραν φορολογίαν ἀπὸ δὲ τὰ χωρία δὲν θὰ λάβωμεν τίποτε.
§136ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν ἂν δέχηται τὴν βάσιν τοῦ 10%.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι οἱ ἐπιτηδευματίαι τῆς δευτέρας κατηγορίας θὰ πληρόνουν φόρον μόνον....
§138ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι πλήρης ἡ Βουλή.
§139ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις. (Ὥρα 5 Μ. Μ.)