| 72 | «Ἄρθρον 1. | Προσωπικὸν δημοτικῶν σχολείων | 117,000 | |
| 73 | » 2. | Ἔξοδα » » | 3,500 |
| 1208 | Ἐφέται | 212,232. | |
| 1209 | Πρωτοδίκαι | 683,933. |
1,666 rows · 14,214 words · 2 tables · 105 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 70
Τῆς 20 Μαρτίου 1867.
(Δευτέρα).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, πλήρους εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς κύριος Γρηγοριάδης ὑπέβαλεν ἀναφορὰν, διὰ τῆς ὁποίας παρακαλεῖ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἀπονείμῃ αὐτῷ, ὡς Γερουσιαστῇ, τὴν αὐτὴν ἣν ἀπένειμεν καὶ εἰς τοὺς λοιποὺς συναδέλφους του σύνταξιν, χωρὶς ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἐκδοθεῖσαν ἀπόφασιν τῶν δικαστηρίων, ὡς καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἐπὶ παρομοίας ὑποθέσεως ἐξέδωκε.
§4ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ Ἄρειος Πάγος εἰς ἓν ζήτημα τοιοῦτον ἐξέδωκε δύω ἀντιφατικὰς ἀποφάσεις· τὸ ὑπουργεῖον ἔχον τὰ ἔγγραφα ὀφείλει νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας, τὶ τρέχει;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι βουλευταὶ Κυπριάδης καὶ Μπαλάνος ἔφεραν τροπολογίαν ἐπί τινων ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς δικαιοσύνης. Ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία. Νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§7ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Πρὸ ἑνὸς μηνὸς ἐνθυμεῖται ἡ Βουλὴ ὅτι ἐδώσαμεν μίαν ἀναφορὰν ἐκ μέρους χηρῶν τινῶν ἀξιωματικῶν, ὡς τοῦ Κολοκοτρώνη, Λεωνάρδου καὶ ἄλλων. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε νὰ συστηθῇ εἰς τὸν ὑπουργὸν, μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ φέρῃ τὸν νόμον· ἐγὼ παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπῃ πότε θὰ φέρῃ τὸν νόμον. Δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ μεγάλου ποσοῦ· ἁπλῶς μόνον περὶ 800 δραχμῶν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν σᾶς ἀπαντᾷ.
§9ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὡς τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς περὶ συστάσεως δικαστικοῦ γραφείου, ὑποβάλλω τὴν ἑξῆς ἔπειτα ἀπὸ ὅσα ἐῤῥέθησαν περὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἄρθρον μοναδικόν. «Συνιστᾶται παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν θέσις συμβούλου μὲ βαθμὸν ἀντιπροέδρου τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ μηνιαῖον μισθὸν δραχμῶν ὀκτακοσίων (800). Ὁ σύμβουλος οὗτος διορίζεται διὰ πέντε ἔτη· διευθύνει τὸ παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν δικαστικὸν τμῆμα, δύναται δὲ νὰ παρίσταται ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ δημοσίου· πᾶς δὲ ἕτερος δικηγόρος πληρεξούσιος τοῦ δημοσίου διορίζεται τῇ προτάσει αὐτοῦ ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Τὰ λοιπὰ αὐτοῦ καθήκοντα κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος». Τὸ νομοσχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς ἐσυζητήθη δὶς, ἑπομένως δὲν μένει παρὰ ἡ τρίτη συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν νὰ συζητηθῇ ἡ τροπολογία αὕτη.
§10ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ ἡ τροπολογία.
§11ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω, κύριοι, ἐγένοντο ἐκτεταμέναι συζητήσεις ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, κατὰ τὰς ὁποίας ὁ κύριος ὑπουργὸς ἐστήριξεν ἕτερον σύστημα ἰδικόν του· συνεπείᾳ τοῦ συστήματος τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ἡ ἐπιτροπὴ παρεδέχθη τὴν πίστωσιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὅπερ σημειώνει ὅτι ἡ Βουλὴ ἐσυμφώνησε μὲ τὸ σύστημα τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ· ἑπομένως, κύριοι, δυνάμεθα, ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι ἐξηντλημένον, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως αὐτῆς διὰ τρίτην φοράν.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχωροῦμεν εἰς τὴν διακοπεῖσαν προχθὲς ψηφοφορίαν. Ὁ κ. Γόνδικας ἐπρότεινε νὰ γείνῃ προσθήκη εἰς τὴν πίσωσιν τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως, ὅπου ἀναφέρεται ὅτι, τὰ ἔξοδα τῆς δημοτικῆς ἐκπαιδεύσεως εἶναι εἰς βάρος τῶν Δήμων, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἐπέρχεται εἰς βοήθειαν τῶν ἀπόρων Δήμων· πέρυσιν ἡ πίστωσις ἦτο 135,000, ἐφέτος ὁ κύριος ὑπουργὸς θέλει 117,000, ὁ δὲ κύριος Γόνδικας θέλει νὰ προστεθῶσιν ἀκόμη 20,000. Ὁ ὑπουργὸς ἐρωτηθεὶς εἶπεν, ὅτι δὲν θέλει περισσότερα ἀφ’ ὅσα ἐζήτησεν.
§14ΓΟΝΔΙΚΑΣ. Ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς δὲν θέλει, τότε ἐγὼ ἀνακαλῶ.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν λοιπὸν εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Κεφ. 4. Δημοτικὴ ἐκπαίδευσις.
| «Ἄρθρον 1. | Προσωπικὸν δημοτικῶν σχολείων | 117,000 |
| » 2. | Ἔξοδα » » | 3,500 |
«Κεφ. 5. Βοηθήματα. Ἐπιστημονικαὶ ἔρευναι ἐν Θήρᾳ. Ἐπίδομα ἀρχιερέων.
§17ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤλθατε εἰς τὸ ἐπίδομα τῶν ἀρχιερέων καὶ δὲν ἔχετε τίποτε ἄλλο. Ἐπειδὴ εἶναι ἡ σειρὰ αὐτὴ καὶ ἐπειδὴ τελειόνει ἤδη ὁ προϋπολογισμὸς τῶν ἐκκλησιαστικῶν, χρεωστῶ νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις εἰς τὸν Κ. ὑπουργόν. Πρέπει νὰ ῥίψῃ πολλὴν προσοχὴν εἰς τῆς ἐκκλησίας τὰ πράγματα, διότι πολλάκις γίνονται ἱερεῖς..... δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ εἴπω — γίνονται χειροτονίαι.... δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ εἴπω· καὶ ἡ πηγὴ εἶναι ἀπ’ ἐδῶ, ἀπὸ τὴν Σύνοδον· ἐὰν λοιπὸν δὲν γίνῃ καμμία διόρθωσις, ἡ ἐκκλησία μας πάει, παρέλυσε.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν Κύριοι, ἐτελείωσε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν. Ἔχομεν τὸν τῆς Δικαιοσύνης. Ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει γνώμην. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς. Τί λέγει ὁ Κ. ὑπουργός;
§19ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). Ὑποθέτω ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν θὰ ἐπιμείνῃ. Δὲν προστίθεται τίποτε περισσότερον ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὑπῆρχεν εἰς τὰ 1845.
§20ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Νόμος δὲν ὑπάρχει· δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν πίστωσιν.
§21ΓΟΝΔΙΚΑΣ. Τὸ καταστατικὸν τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης κάμνει λόγον περὶ τμηματάρχου. Τὸ προσωπικὸν τοῦ ὑπουργείου αὐτοῦ εἶναι τὸ ὀλιγώτερον ἀπὸ ὅλα τὰ ὑπουργεῖα τοῦ Κράτους· θέλετε ἰδῆ ὅτι εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐκκλησιαστικῶν εἶναι καὶ τμηματάρχης καὶ γενικὸς γραμματεὺς, εἰς τὸ τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι παρὰ εἷς τμηματάρχης. Ὅλη ἡ ἐσωτερικὴ ὑπηρεσία τοῦ ὑπουργείου ἀνάγεται εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ τμηματάρχου, ὁ δὲ γραμματεὺς εἶναι εἰσηγητὴς ἐπὶ τῶν διορισμῶν, παύσεων, προτάσεων καὶ λοιπῶν. Ὡς βουλευτὴς παρατηρῶ, ὅτι ὁ γενικὸς Γραμματεὺς δὲν ἔχει παρὰ καθαρῶς πολιτικὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὁσάκις καταφεύγει τις νὰ ζητήσῃ παρ’ αὐτοῦ πληροφορίας, πάντοτε αὐτὸς θὰ ἀποταθῇ εἰς γραμματεῖς κατωτέρους. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἔλλειψις τοῦ καταστατικοῦ τοῦ ὑπουργείου τούτου, νὰ φέρῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς νόμον ὅστις νὰ κανονίσῃ μιὰ φορὰ γιὰ πάντα τὰς ἀναγκαίας θέσεις. Δὲν πρέπει νὰ περιμένετε τίποτε ἀπὸ τὰς ἐπιτροπὰς, διότι πολλοὶ βουλευταὶ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς αὐτὰς, εἰς τὰς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπάς. Βλέπετε, εἰς μίαν Σύνοδον ἔρχεται μία ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ζητεῖ προσθήκην μιᾶς θέσεως, μία ἄλλη ἐπιτροπὴ τῆς ἄλλης Συνόδου ζητεῖ τὴν ἐλάττωσιν· τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ πολλάκις δικάζουν πρόσωπα καὶ οὐχὶ τὰς θέσεις. Προτείνω λοιπὸν νὰ ὑπάρξῃ ἡ θέσις τοῦ τμηματάρχου, διότι εἶναι θέσις τῆς ὑπηρεσίας· ὁ τμηματάρχης ἔχει τὴν ἄμεσον ἐπιτήρησιν ἐφ’ ὅλων τῶν δικαστηρίων καὶ ἀρχῶν τοῦ Κράτους, καὶ εἰς τὸ ἐξωτερικὸν δύναται νὰ ἔχῃ πολλάκις ἀλληλογραφίαν, ἐνῷ ὁ κ. ὑπουργὸς ἀνακατόνεται εἰς τὴν πολιτικὴν καὶ ὁ γραμματεὺς βοηθεῖ αὐτὸν ἐπίσης εἰς τὴν πολιτικήν. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει παρὰ πέντε ὑπαλλήλους, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι, ὅτε ὑμεῖς, Κ. Πρόεδρε, εἶσθε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ἠθέλατε νὰ πάρητε ἕνα ὑπάλληλον, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ καταλογίζομεν εἰς βάρος σας.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔλαβον κἀνένα, δὲν ὑπῆρχε νόμος ἀκόμη· τὸ καταστατικὸν ἦτο καθὼς ἔγεινεν εἰς τὸ 1844. Οὐδὲ προσθήκη οὐδὲ ἀφαίρεσις ἔγεινε.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅτι ἡ ὑπηρεσία χωλαίνει, τοῦτο δὲν εἶναι κᾀμμία ἀμφιβολία, ἂν δὲν γίνῃ διόρθωσις εἰς τὸ προσωπικόν· τοῦτο μόνον σᾶς λέγω, ὅτι ἡ στατιστικὴ τῆς πολιτικῆς καὶ ποινικῆς δικαιοσύνης δὲν συνετάχθη ποτὲ παρὰ εἰς τὸ 1847. Διάφοροι αἰτήσεις μᾶς ἔγειναν πρὸς ἀποστολὴν τοιούτων στατιστικῶν, καὶ ἡμεῖς μετ’ ἐντροπῆς εἴπομεν, ὅτι δὲν ὑπάρχουν. Ἂν μὲ ἐρωτήσητε τίνες καὶ πόσαι ἐκκρεμεῖς δίκαι ὑπάρχουσι, δὲν ἠξεύρω νὰ σᾶς εἴπω τίποτε. Ὅτι εἶναι ἀνάγκη νόμου, τοῦτο τὸ ἀναγνωρίζω καὶ ἐγὼ καὶ θέλω τὸν παρουσιάσω κατόπιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν πίστωσιν. Ἠθέλησα προηγουμένως νὰ ἴδω ἐὰν ἡ Βουλὴ ἦναι διατεθειμένη νὰ δεχθῇ τὴν πίστωσιν καὶ κατόπιν νὰ φέρω τὸν νόμον.
§24ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Δὲν συμφωνῶ εἰς τοὺς λόγους τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης· ἡ προσθήκη πρῶτον εἶναι παράνομος, διότι ὑπάρχει ὁ καταστατικὸς νόμος τοῦ 1846· δεύτερον, εἶναι καὶ ἐναντίον τῆς τάσεως τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἀποφάσεως τῆς Κυβερνήσεως νὰ φέρῃ οἰκονομίας. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη τμηματάρχου, διότι μέχρι σήμερον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας ὑπῆρχε γραμματεύς. Ἀπὸ τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου ὅλα τὰ ἔργα τὰ ἀφορῶντα αὐτὴν, ἐξετελέσθησαν ὑπὸ ἁπλῶν γραμματέων. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος νὰ προστεθῇ ὁ τμηματάρχης, διότι οἱ ὑπάρχοντες ὑπάλληλοι ὄχι μόνον εἶναι ἀρκετοὶ ἀλλὰ δύνανται νὰ λείψουν καὶ δύω ἀκόμη· ἐγὼ μάλιστα προτείνω νὰ καταργηθῇ καὶ ἡ θέσις τοῦ γενικοῦ γραμματέως καὶ νὰ ὑπάρξῃ εἷς τμηματάρχης, διότι ὁ νομοθέτης λέγει, ὅτι εἰς ἕκαστον ὑπουργεῖον θὰ διορίζεται εἷς γενικὸς γραμματεὺς ὑποθέτων, ὅτι εἰς τὰ διάφορα ὑπουργεῖα θὰ ἔχουν διάφορα τμήματα καὶ οὗτος θὰ διευθύνῃ αὐτὰ, θὰ φέρῃ τὴν ὑπηρεσίαν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ κλπ. Ἀλλ’ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἓν καὶ μόνον τμῆμα ὑπάρχει.
§25ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἂν ἡ ὑπηρεσία τοῦ γενικοῦ γραμματέως καὶ τοῦ τμηματάρχου τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης περιωρίζετο εἰς τὴν ἁπλῆν ἀλληλογραφίαν, εἰς τὰς προτάσεις περὶ διορισμῶν, εἰς τὰς κοινοποιήσεις τῶν διορισμῶν καὶ τῶν παύσεων, τότε βέβαια εἶναι μία ὑπηρεσία ἁπλουστάτη, δυναμένη νὰ ἐκτελεσθῇ ὄχι μόνον ἀπὸ ὑπουργικὸν γραμματέα, ὅπως εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἕνα γραφέα. Ἡ ὑπηρεσία αὕτη δὲν χρῄζει παρὰ ἑνὸς σχεδίου Β. Διατάγματος, ἑνὸς σχεδίου μιᾶς κοινοποιήσεως. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὰ καθήκοντα τοῦ γενικοῦ γραμματέως καὶ τοῦ τμηματάρχου τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης εἶναι πολὺ ὑψηλὰ, διότι ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ἐπιβάλλει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τὴν σύνταξιν διαφόρων ἐκθέσεων καὶ στατιστικῶν πληροφοριῶν, αἵτινες δὲν δύνανται νὰ ἐκτελεσθῶσιν ὑπὸ ἁπλοῦ γραφέως καὶ ὑπὸ γραμματέως. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ἔχει τὴν ἀνωτέραν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς ἀρχαιότητος, τῆς ἱκανότητος, τῆς ἐπιμελείας ὅλων τῶν δικαστηρίων· διὰ νὰ δυνηθῇ εἷς γενικὸς γραμματεὺς νὰ κρίνῃ περὶ τῆς ἱκανότητος ἑνὸς δικαστοῦ πρέπει νὰ ᾖναι ἐπιστήμων, νὰ ἔχῃ αὐτὸς πεῖραν μεγάλην τῆς δικαστικῆς ὑπηρεσίας.
§26ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ ὅλα ἀνατίθενται εἰς τὸν ὑπουργόν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, κύριοι βουλευταί.
§28ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἀληθῶς, κύριοι, ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὴν τὴν μεγάλην ἱκανότητα καὶ αὐτὸ τὸ ὑψηλὸν καθῆκον κατὰ νόμον ὑποτίθεται ὅτι τὴν ἔχει ὑπουργός τις· γνωρίζετε ὅμως, κύριοι, ὅτι ὡς ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἐδιορίσθησαν πάντοτε οἱ ἐπὶ νομομαθείᾳ διακρινόμενοι, διότι ἡ πολιτικὴ ἀποδίδει τὰ ὑπουργεῖα εἰς τὰ πρόσωπα τῆς ἰσχυούσης μερίδος, ἀδιαφοροῦσα περὶ τῆς ἱκανότητος ἢ καταλληλότητος αὐτῶν. Τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης ηὐτύχησε νὰ διευθύνεται κατά τινας ἐποχὰς ἀπὸ νομομαθεῖς, ἀλλὰ συνήθως εἶχε καὶ ὑπουργοὺς οἵτινες πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ νομομαθεῖς. Ἀνεξαρτήτως τούτου, δύναται ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ν’ ἀνακατεύεται εἰς αὐτὰ, ἐνῷ ἔχει ἄλλα καθήκοντα, τῆς γενικῆς διοικήσεως, τῆς παραστάσεως ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; Ὥστε, καὶ ἂν τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου ᾖναι, ὅτι ὑπουργὸς ὁ πρέπει νὰ ἔχῃ μεγαλειτέραν ἱκανότητα ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους του, μολαταῦτα δυστυχῶς συμβαίνει τὸ ἐναντίον· δὲν πρέπει νὰ κρυπτώμεθα ὄπισθεν τοῦ δακτύλου μας. Κύριοι, κατὰ τὴν κρίσιν μου, μεταξὺ τῶν ἐλλείψεων, αἵτινες ὑπάρχουν εἰς τὰ δικαστήρια, εἶναι καὶ ἡ ἔλλειψις ἐπιτηρήσεως ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης· εἶναι, κύριοι, ἀναγκαῖον, καὶ ἄλλοτε ὑπῆρχεν ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἔχῃ τὸ ὄμμα ἐστραμμένον διαρκῶς ἐπὶ τῆς διαγωγῆς, ἐπὶ τῆς πορείας τῶν πράξεων τοῦ δικαστηρίου. Καθὼς, κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν δύναται νὰ ἀδιαφορῇ περὶ τῆς πειθαρχίας, τῆς τάξεως, τῆς ἐνεργητικότητος τοῦ στρατοῦ, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ὄμματα εἰς τὰ δικαστήρια καὶ νὰ γνωρίζῃ πόσαι ὑποθέσεις εἶναι ἐκκρεμεῖς, καὶ πότε δικάζονται καὶ πότε ἀποφασίζονται, πῶς ἀποφασίζονται. Αὐτὰ ὅλα τὰ προσόντα δὲν δύναται νὰ τὰ ἔχῃ ἕνας ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· ὅταν ὅμως ἔχῃ τμηματάρχην ἱκανὸν, δύναται νὰ ἐπιβλέπῃ εἰς αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα, καὶ τότε πιστεύσατε, ὅτι οἱ δικασταὶ δὲν θέλουν παρεκκλίνει τῆς εὐθείας ὁδοῦ, διότι ὑπάρχει ἕνας ὀφθαλμὸς, ὅστις τοὺς ἐπιτηρεῖ. Πρέπει λοιπὸν νὰ δώσωμεν μέσα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ἂν θέλετε νὰ ῥίψῃ ὄμμα προσεκτικὸν ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῶν δικαστηρίων· νὰ δώσωμεν τὰ μέσα νὰ δυνηθῇ νὰ λαμβάνῃ τὰς προσηκούσας πληροφορίας καὶ ἐξασκῇ αὐτὴν τὴν ἐπιτήρησιν, ἥτις εἶναι ἀναγκαία. Σήμερον, κύριοι, τίς ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης γνωρίζει τοὺς δικαστὰς, γνωρίζει τὰ δικαστήρια τί κάμνουν; Πότε θὰ εὐτυχήσωμεν νὰ ἴδωμεν ἕνα ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης νὰ ἐπισκεφθῇ τὰ δικαστήρια, νὰ ἴδῃ εἶναι δικαστήρια αὐτὰ εἰς τὰ ὁποῖα δικάζονται οἱ πολῖται, ἢ κτίρια σεσαθρωμένα; Προσέτι ἔρχονται αἱ ὧραι τῶν συνεδριάσεων καί τινες τῶν δικαστῶν κοιμῶνται, ἄλλοι εἶναι εἰς τὸ πρόγευμά των· ἦλθε ποτὲ νὰ κάμῃ μίαν ἔφοδον τρόπον τινὰ ὁ ὑπουργὸς διὰ νὰ ἴδῃ, ὅτι οἱ δικασταὶ εἶναι ἀπόντες καὶ νὰ τοὺς ζητήσῃ λόγον καὶ τοὺς τιμωρήσῃ; διότι ἄλλως εἶναι ἔμφυτον εἰς τὸν ἄνθρωπον νὰ παραδίδεται εἰς τὴν νωθρότητα καὶ παραγνώρισιν τῶν καθηκόντων, ὅταν δὲν ἐπιτηρῆται. Λοιπὸν χρῄζει ἐπιτηρήσεως τὸ δικαστήριον καὶ ἐξελέγξεως διὰ τὴν ὑπηρεσίαν· πρέπει ὁ γραμματεὺς, ὁ ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ συνεχῆ ἀλληλογραφίαν περὶ τῆς καταστάσεως τῶν δικαστηρίων, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τοὺς λόγους, δι’ οὓς αἱ ὑποθέσεις δὲν ἐκδικάζονται, πρέπει νὰ σκέπτεται ποῖα μέτρα πρέπει νὰ προτείνῃ πρὸς βελτίωσιν. Ὅταν λοιπὸν ὁ προαγορεύσας λέγῃ, ὅτι ἕνας ὑπουργικὸς γραμματεὺς φθάνει, σᾶς λέγει ἕν τι, ὅπερ ἐστὶν ἀδύνατον, διότι ἡ ἐργασία τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης δὲν εἶναι ἐργασία μεταβιβαστικῆς ἀλληλογραφίας, ἀλλ’ ἐπιστημονικῆς σπουδῆς. Πῶς θέλετε ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅστις, καθὼς εἶπον, δὲν εἶναι συνήθως ἐκ τῶν νομομαθῶν, νὰ δύναται αὐτὸς νὰ φωτίσῃ τὰς ὑπαλλήλους ἀρχὰς ἐπὶ διαφόρων νομικῶν ζητημάτων τὰ ὁποῖα τοῦ ὑποβάλλονται, τοὺς συναδέλφους του ὑπουργοὺς ἐπὶ διαφόρων νομοσχεδίων, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἕνα σύμβουλον παρ’ ἑαυτῷ; Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔργα τοῦ γενικοῦ γραμματέως τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης. Δὲν θεωρῶ λοιπόν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀρνηθῇ τὰ ὄργανα τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῶν ἀναγκῶν ἐθεώρησεν ἀναγκαῖα. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν παρατήρησιν, ὅτι παραβιάζεται τὸ καταστατικὸν τοῦ ὑπουργείου, ὁ ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι πρῶτον ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν πίστωσιν καὶ κατόπιν θὰ φέρῃ νόμον δι’ οὗ θὰ ἐπέρχεται ἡ συμπλήρωσις· αὐτὸς δὲν εἶναι λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πίστωσιν. Παρατηρῶ μάλιστα εἰς τὸν κ. Δαρειώτην, ὅτι ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, βλέπω, ὅτι παραδέχεται πίστωσιν 100,000 διὰ τὴν σύστασιν 3 Πρωτοδικείων, ἐνῷ δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν δεχθῇ, καὶ μάλιστα λογικῶς καὶ ὀρθῶς λέγει, ὅτι ἡ πίστωσις πρέπει νὰ παραδεχθῇ καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ ὁ νόμος.
§29ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ μάθω, διὰ νὰ συστηθοῦν νέα δικαστήρια, ἀπαιτεῖται νόμος, ἢ ὄχι;
§30ΛΕΟΝΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁ ὀργανισμὸς λέγει, ὅτι εἰς ἕκαστον νομὸν, δύναται νὰ συστηθῇ ἓν τοὐλάχιστον Πρωτοδικεῖον.
§31ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν νὰ συστήσωμεν εἰς κάθε ἐπαρχίαν καὶ ἓν Πρωτοδικεῖον;
§32ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Χαίρω, κύριοι, διότι βλέπω σήμερον, ὅτι ἡ συζήτησίς μας εἶναι καθαρὰ, εὐκρινὴς καὶ παῤῥησιαστική. Τούτου ἕνεκα ἀνέρχομαι καὶ ἐγὼ τὸ βῆμα. Ἤκουσα τὸν κ. Κυπριάδην νὰ χαρακτηρίζῃ τοσοῦτον ἁπλοῦν τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης· δὲν δύναται, λέγει, νὰ κάμῃ οὐδὲν βῆμα, διότι ἔχει ἕνα μόνον ὑπάλληλον, ἐνῷ οἱ ὑπάλληλοι εἶναι 5 ἢ 6, διότι ἀπαιτεῖται ἕνας τμηματάρχης, καὶ ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι ἐπιστήμων, διὰ νὰ χορηγῇ τὰ φῶτά του εἰς τὸν ὑπουργὸν, διὰ νὰ διαβιβάζῃ τὴν ἀλληλογραφίαν του εἰς τὰς ἀρχὰς, καὶ καθοδηγῇ αὐτὸν εἰς τὴν διοίκησιν· ἀλλὰ λέγει ὁ κύριος Κυπριάδης μας, ὅτι μέχρι τοῦδε δὲν ὑπῆρχε ὑπουργεῖον Δικαιοσύνης, καὶ πρόκειται νὰ τὸ ἀνακαινίσωμεν σήμερον. Καὶ τίνι τρόπῳ ζητεῖ τὴν ἀνακαίνισιν; διὰ μιᾶς παρανομίας· χορηγήσατε, λέγει, πίστωσιν δι’ ἕνα τμηματάρχην καὶ τόσους ὑπαλλήλους, καὶ κατόπιν παρίσταται ὁ ὑπουργὸς μὲ τὸν νόμον. Καὶ διατί νὰ παρανομήσωμεν ἡμεῖς, νὰ χορηγήσωμεν διὰ γενικοὺς γραμματεῖς πιστώσεις, καὶ τοιουτοτρόπως ἀντὶ νὰ καταβοᾷ ὁ κόσμος ἐναντίον τῆς ἀθλιότητος αὐτῆς, νὰ καταβοᾷ ἐναντίον τῆς Βουλῆς, νὰ λέγῃ, ὅτι ἡμεῖς ψηφίζομεν πλείονα ἀφ’ ὅσα ζητοῦν οἱ ὑπουργοί; Ἔ! Κύριοι, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κ. Κυπριάδης, αὐτὸ εἶναι φρεναπάτη· ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ καταστατικὰ ἑνὸς ἑκάστου ὑπουργείου καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ἐκείνων νὰ χορηγῇ καὶ τὰς πιστώσεις της· ὄχι νὰ ἔρχεται ὁ κ. Κυπριάδης.... Κύριε Κυπριάδη, ἐπιτρέψατέ μοι· ἐπεθύμουν πολὺ νὰ σᾶς ἴδω εἰς ἄλλην θέσιν· τώρα νὰ ἔρχεσθε νὰ παραβιάσητε τὰ κανονισμένα, τοῦτο δὲν σᾶς περιποιεῖ τιμήν· Ἂν θέλετε, νὰ βαδίσωμεν ὀρθῶς καὶ φρονίμως.... ἂν δὲ ὅπως βουλόμεθα ἢ ὅπως ἡ καρδία τῆς πλειονοψηφίας λέγει, τοῦτο ἂς ᾖναι διὰ λογαριασμὸν τῶν πολλῶν καὶ εἰς λογαριασμὸν τῶν ὀλίγων. Διὰ τοῦτο εἶμαι ἐναντίος τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠμπορῶ νὰ θεωρήσω τὴν συζήτησιν περατωμένην;
§34ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς περὶ πιστώσεως δι’ ἕνα τμηματάρχην καὶ ἕνα γραμματέα νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη (θόρυβος). Θὰ ἐρωτήσω καὶ τὸ ἐναντίον· οἱ παραδεχόμενοι τὸν προϋπολογισμόν, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Προχωροῦμεν, κύριοι, «Ἀρείου Πάγου». Ἔχει ἡ ἐπιτροπὴ γνώμην. (Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς). ΚΕΦ. 1. Ἄρθρον 2. «Τὴν αἰτουμένην πίστωσιν διά τε τὴν θέσιν τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελέως καὶ ἀντεισαγγελέως δὲν νομίζει δίκαιον νὰ δεχθῇ ἡ ἐπιτροπή, διότι, κατὰ τὴν σχηματισθεῖσαν πεποίθησίν της, καὶ ἔχουσα ὡς ὁδηγὸν τὸ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν οἰκονομίαν τῶν ἐξόδων ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, φρονεῖ ὅτι εἷς ἐκ τῶν δύο τούτων ὑπαλλήλων δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ παρὰ τῷ δικαστηρίῳ ἐκείνῳ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα. Ἑπομένως, ἀπαλειφομένης ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου τῆς διὰ τὴν κατωτέραν θέσιν ζητουμένης πιστώσεως ἐκ δραχ. 4,860, μένει εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργοῦ ἵνα σύμφωνα πρὸς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου πραγματοποιήσῃ ἐν μέρει ἢ ὁλοσχερῶς τὴν παραδεχομένην δαπάνην διὰ τῆς διατηρήσεως εἰσαγγελέως ἢ ἀντεισαγγελέως.» Ὁ Κ. Κυπριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§36ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, μετὰ τὴν ἐπιτίμησιν, ἣν μ’ ἔκαμεν ὁ ἔντιμος Κ. Σακελλαριάδης, ἡ τόλμη τὴν ὁποίαν λαμβάνω νὰ ὑποβάλω τὴν ὑπὸ συζήτησιν πρότασιν ἐλαττοῦται, διότι ἐκτὸς ὅτι ἡ πρότασις αὕτη ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς καὶ εἰς τὴν οἰκονομίαν, προσέτι ἔχει καὶ τὴν ἐκ προκαταβολῆς καταφορὰν τοῦ Κ. βουλευτοῦ. Ἐνόμισαν κύριοι τινὲς, ὅτι πρόκειται νὰ φιλοσοφήσω, καὶ διὰ τοῦτο ἄλλοι συνάδελφοι μὲ ἀπεκάλεσαν φιλόσοφον, ἄλλοι δὲ ἐπίστευσαν ὅτι πρόκειται νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον περὶ ἀναδιοργανώσεως τῶν δικαστηρίων· ἀλλὰ τίποτε ἐξ αὐτῶν δὲν ἐπαγγέλλομαι, οὔτε εἶναι καιρὸς ἤδη τῆς συζητήσεως τοιούτου ἀντικειμένου, διότι ἁπλῶς καὶ καθαρῶς πρόκειται περὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ ὅταν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐζήτησα ἀναβολὴν διὰ νὰ κάμω πρότασιν, οἱ περισσότεροι βεβαίως ὑπέθεσαν, ὅτι πρόκειται νὰ προτείνω οἰκονομίας ἢ αὐξήσεις. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἀντικείμενον διὰ τὸ ὁποῖον ἔρχομαι νὰ ἀπασχολήσω δι’ ὀλίγας στιγμὰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν κύριοι, ἡ ἀνάγκη περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται, δὲν ἦτο μεγάλη καὶ σπουδαία, ἐὰν τὰ συμφέροντα τὰ ὁποῖα ἐξαρτῶνται ἐκ τῆς θεραπείας αὐτῆς τῆς ἀνάγκης δὲν ἦτο πολύτιμα, πιστεύσατε ὅτι δὲν ἤθελον τολμήσει νὰ ἔλθω ἐνώπιόν σας νὰ σᾶς προτείνω μέσα πρὸς θεραπείαν αὐτῆς τῆς ἀνάγκης· διότι ἐγὼ αὐτὸς πρὸ ἡμερῶν ἐπολέμησα ἄλλας προσθήκας προτεινομένας εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ὤφειλον νὰ ἦμαι συνεπής. Αἱ ἀνάγκαι ὅμως, κύριοι, τὰς ὁποίας πρόκειται νὰ θεραπεύσωμεν εἶναι τῆς μεγαλειτέρας σπουδαιότητος· καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ψηφίζει 28 περίπου ἑκατομμύρια διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, δὲν πιστεύω ὅτι θέλει ἀπομακρυνθῆ τῆς ἀποστολῆς της, ὅτι θέλει παραβιάσει τὸν πατριωτισμόν της, ἐὰν πρόκειται ἀκόμη νὰ παραδεχθῇ καὶ μίαν ἄλλην θυσίαν τοῦ ἔθνους πρὸς ἐκπλήρωσιν αὐτῆς τῆς οὐσιωδεστάτης ἀνάγκης. Πρόκειται, κύριοι, σήμερον περὶ τῶν δικαστηρίων ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐξαρτᾶται ἡ τιμή, ἡ ζωὴ καὶ ἡ ἰδιοκτησία μας· δὲν πρόκειται περὶ νομαρχῶν καὶ εἰσπρακτόρων, περὶ τελωνῶν καὶ ἐπάρχων· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἠκούσατε τὴν κυβέρνησιν καί τινας ἄλλους νὰ σᾶς εἴπουν, ὅτι ἡ καθαίρεσις τῶν νομαρχῶν καὶ ἡ ἀντικατάστασις αὐτῶν ὑπὸ γραμματέων, ὅτι ἡ παῦσις ἐπάρχων τινῶν καὶ ἡ ἀντικατάστασίς των ἀπὸ γραμματεῖς, ἡ ἔλλειψις τινῶν ὀργάνων τῆς ἐξουσίας χρησίμων διὰ τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων ἐσόδων ἐπέφερε βλάβην εἰς τὸ κράτος, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πεισθεῖσα εἰς αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, εἶπε, δὲν θέλω νὰ ἀφαιρέσω ἀπὸ τὸν μηχανισμὸν τῆς κυβερνήσεως τὰ ἀναγκαῖα ὄργανα ὅπως ἡ μηχανὴ κινῆται κανονικῶς καὶ εὐτάκτως. Ἐάν, κύριοι, παραδεχθῆτε ὅτι ἡ ἀναπλήρωσις τοῦ ἐφόρου ἀπὸ τὸν πρωτοκολλιστὴν βλάπτει τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὰ δημόσια συμφέροντα, δὲν φαντάζεσθε ποῖος κίνδυνος καὶ βλάβη προκύπτει εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅταν ὁ δικαστὴς ἀναπληροῦται ἀπὸ τυχαῖα πρόσωπα, ἀπὸ ἕνα δικηγόρον, ὅστις πᾶν ἄλλο εἶναι παρὰ δικαστὴς, ἀπὸ ἕνα πάρεδρον, τοῦ ὁποίου ἡ ἱκανότης εἶναι ἀμφίβολος καὶ ἡ τιμιότης δὲν εἶναι δεδοκιμασμένη; Δὲν πιστεύετε, ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς καταστάσεως βλάπτονται τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν, ὅτι κινδυνεύει ἡ τιμὴ καὶ ἡ περιουσία αὐτῶν; Ἰδοὺ, κύριοι, διατί δὲν διστάζω σήμερον νὰ σᾶς παραστήσω ὅτι δικαστήρια δὲν ἔχομεν ὅπως ὁ νόμος τὰ θέλει, ὅτι δὲν εἶναι κατηρτισμένα διὰ νὰ χορηγῶνται αἱ ἀπαιτούμεναι ἐγγυήσεις εἰς τοὺς πολίτας· καὶ ἂν ἦναι ἀνάγκη νὰ ἔχωμεν δικαστήρια, δὲν πρέπει σήμερον νὰ φειδωλευθῶμεν καὶ νὰ εἴπωμεν ὅτι ἀδιαφοροῦμεν διὰ τὰ δικαστήρια, εἴτε δικασταὶ δικάζουν, εἴτε πάρεδροι, εἴτε δικηγόροι· ὅστις βλάπτεται, ἂς αἰτιᾶται τὸν ἑαυτόν του. Δὲν εἶναι, κύριοι, αὐτὸ κοινωνικὸν, καὶ δὲν εἶναι ὠφέλιμον οὔτε παντάπασιν ἀνεκτόν. Ἐξ ἐναντίας ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶναι ὀρθὸν καὶ εὔλογον, εἶναι τὸ ἑξῆς· καθὼς σήμερον, ἐκτιμῶντες τὰς περιστάσεις καὶ τὰς παραστάσεις τῆς Κυβερνήσεως, παραδέχθημεν καὶ θέλομεν παραδεχθῆ νὰ ψηφίσωμεν φόρους εἰς βάρος τοῦ λαοῦ, τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ προνοήσωμεν περὶ τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, διὰ νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον κἄτι τι ἀντάλλαγμα τῶν θυσιῶν του, τὰς ὁποίας κάμνει, διὰ νὰ ἔχῃ διοίκησιν καλλιτέραν παρ’ οἵαν εἶχε μέχρι σήμερον, καὶ νὰ δύναται νὰ ἀπολαμβάνῃ τὸ δίκαιόν του ἀσφαλῶς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· διότι ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως γνωρίζετε, ὅτι πολλὰς ἀδικίας ὁ πολίτης δύναται νὰ ὑποφέρῃ, μίαν παῦσιν ἀπὸ μίαν δημόσιον ὑπηρεσίαν, μίαν φορολογίαν ἀνωτέραν, ἀλλ’ ὅταν καταφεύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια διὰ νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ τιμαλφέστερα δικαιώματά του καὶ ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης δὲν εὑρίσκῃ τὸ δίκαιόν του, τότε τὸν καταλαμβάνει ἀπελπισία· αὐτὰ εἶναι ἡ ἄγκυρα τῶν ἐλπίδων τῶν πολιτῶν. Τὰ δικαστήρια λοιπὸν πρέπει νὰ ἦναι σεβαστὰ, πρέπει νὰ παρέχουν ἐμπιστοσύνην, καὶ διὰ νὰ ἦναι ὑπαρκτὰ, πρέπει νὰ τὰ συντάξωμεν καὶ νὰ τὰ καταρτίσωμεν ὅπως ὁ νόμος τὰ καθιέρωσε, καὶ νὰ δώσωμεν τὰ μέσα τῆς κινήσεως εἰς αὐτά. Διαφέρουσι, κύριοι, αἱ περὶ τῶν δικαστηρίων ἰδέαι· τινὲς εἶναι ἰδέαι γενικαὶ, ἀφορῶσαι τὴν καταλληλότητα τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, περιστρεφόμεναι εἰς σκέψεις, ἐὰν δύναται ὁ ὀργανισμὸς αὐτῶν νὰ μεταβληθῇ. Φρονοῦν π. χ. τινὲς, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι προτιμότερον ἀντὶ πολυμελῶν πρωτοδικείων, τὰ ὁποῖα ἔχομεν, νὰ συγκροτῶνται ἀπὸ ἕνα μόνον δικαστὴν, νὰ ἐκταθοῦν δὲ εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ κράτους· ἄλλοι ἐσκέφθησαν ἐὰν ὁ θεσμὸς τῶν εἰρηνοδικείων δὲν ἤθελεν ἐπιτυγχάνει περισσότερον, ἐὰν τὰ μέλη τοῦ πρωτοδικείου ἤθελον περιφέρεσθαι εἰς τοὺς δήμους καὶ τὰ χωρία, δικάζοντα τὰς διαφορὰς τῶν πολιτῶν· διότι ὑπάρχουσι μεγαλείτεροι ἐγγυήσεις εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ πρωτοδίκου, ὅστις καὶ ἱκανότητα καὶ μισθὸν μεγαλείτερον ἔχει, καὶ ἑπομένως θέλει ἀποδώσει τὸ δίκαιον εἰς τὸν πολίτην καλλίτερα παρὰ τοὺς εἰρηνοδίκας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀμαθεῖς ἢ ἀπὸ τὰ κατώτερα στρώματα τῆς κοινωνίας καὶ ὑπόκεινται εἰς τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ βουλευτοῦ, καὶ ἑπομένως δύναται πολὺ εὐκόλως ἕνας τοιοῦτος εἰρηνοδίκης νὰ μὴ ἀποφασίσῃ κατὰ δίκαιον. Ἄλλοι προσέτι ἐσκέφθησαν ἐὰν ἦναι δυνατὸν τὰ Ἐφετεῖα, ἀντὶ νὰ σύγκεινται ἀπὸ 5 μέλη, νὰ σύγκεινται ἀπὸ 3, καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος ἀντὶ 7 ἀπὸ 5. Αὐταὶ αἱ ἰδέαι ἐκυκλοφόρησαν, ἀλλὰ κατέληξαν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τελειότερος ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὴν σημερινὴν ἐποχὴν, παρὰ ὁ ἐν ἰσχύϊ, ὅστις εἶναι σοφὸς καὶ παρέχει ἐγγυήσεις εἰς τοὺς πολίτας· ἑπομένως πᾶσα μετακίνησις αὐτοῦ εἶναι ἡ καταστροφὴ τοῦ οἰκοδομήματος, τὸ ὁποῖον ἐπ’ αὐτοῦ θεμελιοῦται. Αὐτὴ δὲ ἡ γνώμη δὲν εἶναι γνώμη κυβερνώντων ἢ δικηγόρων, ἀλλ’ ὅλων τῶν ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ ὁ πρόεδρος καὶ οἱ ἀντιπρόεδροι τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν Ἐφετῶν ἐκ συμφώνου εἶπον, μὴ ἐγγίξατε παντάπασι τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, διότι τότε καταστρέφεται ὅλως διόλου ἡ δικαστικὴ τάξις καὶ ἡ ἐγγύησις τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης. Ἕνεκα τούτου, κύριοι, πιστεύω, ὅτι οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ τῆς Δικαιοσύνης, μ’ ὅλην τὴν θέλησιν τὴν ὁποίαν ἔχουν τοῦ νὰ ἐπιφέρουν βελτίωσιν τῶν δικαστηρίων, μολαταῦτα ἐσταμάτησαν ἀπέναντι τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν γνωμῶν, αἱ ὁποῖαι τοῖς ὑπεβλήθησαν. Ἕνεκα τούτου καὶ ἐγὼ σήμερον ὄχι μόνον διότι δὲν ὑπάρχει ὁ κατάλληλος χρόνος, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ἀσπάζομαι αὐτὰς τὰς ἰδέας, δὲν ἔρχομαι νὰ σᾶς προτείνω οὐδεμίαν μεταβολὴν τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, ἀλλὰ μόνον νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφανθῇ, ἂν αὐτὸς ὁ ὀργανισμός, ἐν ἰσχύϊ ὢν, πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται καὶ νὰ ὑπάρχῃ, ἢ πρέπει νὰ καταστρέφηται ἐν τῇ σιωπῇ διὰ τῆς παραβιάσεως καὶ τῆς παρανομίας. Εἶναι ἑπομένως ἀληθὲς, καὶ χρεωστῶ ὡς ἐκ τῆς εὐθύνης τὴν ὁποίαν ἔχω νὰ τὸ ἀναγγείλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων σήμερον σύγκειται ἀπὸ τὰς ἐφεξῆς τρεῖς κατηγορίας προσώπων ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον. Ὑπάρχουν ὀλίγοι δικασταὶ, μετρούμενοι ὅμως εἰς τὰ δάκτυλα, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὸν ζῆλον εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των, εἶναι ἀφοσιωμένοι ψυχῇ τε καὶ σώματι εἰς τὴν δικαστικὴν λειτουργίαν· αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι θυσιάζουν ὄχι μόνον τὴν ἀνάπαυσιν καὶ τὰ συμφέροντά των, ἀλλὰ καὶ αὐτὴν τὴν ζωήν των καταγινόμενοι εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Ἔχομεν πρόσφατα δύο παραδείγματα ἀνθρώπων, τῶν ὁποίων ὁ θάνατος χρεωστεῖται εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιμονὴν τῆς ἐκπληρώσεως τῶν καθηκόντων, εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀμετρήτους κόπους τοὺς ὁποίους κατέβαλον· τὸ μὲν εἶναι ἀρχαιότερον, ὁ μακαρίτης Σουϊδόπουλος, τὸ δὲ, ὁ θάνατος τοῦ μακαρίτου Σπηλιάδου· τοιαῦτα πρόσωπα εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν. Ἀλλὰ ἀρκοῦν 5 ἢ 6 μόνον πρόσωπα εἰς ὅλον τὸ κράτος διὰ νὰ διατηροῦν ἐν καλῇ καταστάσει καὶ νὰ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη ὀρθῶς καὶ δικαίως; βεβαίως ὄχι. Ἐὰν λοιπὸν παραλίπωμεν αὐτοὺς τοὺς ὀλίγους, οἱ ὁποῖοι ἐκτελοῦν τὸ καθῆκόν των μεθ’ ὑπερβάλλοντος ζήλου, ἔχομεν μίαν ἄλλην τάξιν δικαστῶν, οἱ ὁποῖοι εὑρισκόμενοι πρὸ χρόνων εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, ἔχουν μὲν ἱκανότητα, ἀλλὰ δὲν ἔχουν πλέον ζῆλον, διότι εἶδον νεωτέρους αὑτῶν κατὰ τὸν διορισμὸν νὰ τοὺς φθάσουν εἰς τὴν θέσιν, εἶδον ἀνικανωτέρους νὰ γίνουν ἴσοι μὲ αὐτοὺς, εἶδον τὸν ἑαυτόν των παραγκωνιζόμενον εἰς τοὺς προβιβασμούς· βλέπουν τέλος πάντων ὅτι οἱ κόποι των δὲν ἀνταμείβονται ἐκ τῆς μισθοδοσίας τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουν. Αὐτοὶ λοιπὸν σήμερον εὑρίσκονται εἰς μίαν κατάστασιν νωθρότητος, ἀποθαῤῥύνσεως, ἀξιοῦντες ὅπως τὸ νομοθετικὸν σῶμα ῥίψῃ ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν κόπων καὶ τῶν δικαιωμάτων αὐτῶν τῶν δικαστῶν καὶ τοὺς ἐνθαῤῥύνῃ διὰ μιᾶς προβλέψεως, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ λάβῃ. Εἶναι ἡ τρίτη τάξις, ἥτις σύγκειται ἀπὸ νέους πρωτοεισαχθέντας εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν, μὴ δεδοκιμασμένους εἰσέτι, μὴ ἀποκτήσαντας τὴν προσήκουσαν πεῖραν καὶ μὴ δυναμένους νὰ χρησιμεύσωσιν ἐκ τοῦ διορισμοῦ των. Αὐτοὶ δὲ οἱ νέοι τίποτε ἄλλο ἔργον δὲν ἔχουν παρὰ νὰ σπουδαρχοῦν πῶς ταχύτερον νὰ προβιβασθοῦν· καὶ βλέπετε ἕνας πρωτοδίκης διορίζεται ἀπὸ τὸ Πανεπιστήμιον, κάμνει δύω χρόνους καὶ μετὰ ταῦτα ἔχει ἀξιώσεις νὰ διορισθῇ πρόεδρος καὶ ἔπειτα ἐφέτης, χωρὶς νὰ ἐννοῇ ὅτι ὁ προβιβασμὸς πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἱκανότητα καὶ τὰ ἔργα του, ἀλλὰ φροντίζει διὰ τῶν μέσων καὶ μυρίων ῥᾳδιουργιῶν νὰ προβιβασθῇ. Ἕνεκα τούτων, κύριοι, τὰ δικαστήρια δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν σύγκεινται σήμερον ἀπὸ τοὺς καταλληλοτέρους ἄνδρας. Θέλετε ὅμως μὲ εἴπει, ποῖος εἶναι ὁ παραίτιος τῆς τοιαύτης καταστάσεως, ἧς ἕνεκα ὁ ζῆλος τῶν δικαστῶν ἀπεθαῤῥύνθη; ἧς ἕνεκα οἱ δικασταὶ ἀναξίως προβιβάζονται; εἶναι ἡ Βουλή; Βεβαίως ὄχι. Αὐτό εἶναι εὐθύνη τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ἀπὸ τὴν ὁποίαν σήμερον δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ζητήσωμεν λόγον. Μάθετε, κύριοι, προσέτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζετε, ὅτι ἀπὸ τὰ δικαστήρια ἀπεμακρύνθησαν πλεῖσται ὅσαι ἱκανότητες· πολλοὶ νομομαθεῖς παρῃτήθησαν ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ καὶ ἐπροτίμησαν τὴν θέσιν τοῦ δικηγόρου ἢ τὴν θέσιν τῆς συντάξεως. Καὶ διὰ τὶ τοῦτο; διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διότι δὲν ἐξετιμήθη ἡ ἱκανότης των, διότι ἡ ἀμοιβὴ τοῦ δικαστοῦ εἶναι πολὺ δυσανάλογος μὲ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν ἱκανότητα. Σήμερον, κύριοι, ἐὰν θελήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης νὰ κάμῃ ἀνατροπὴν ὅλων τῶν θέσεων καὶ τῶν συστάσεων αἱ ὁποῖαι τῷ γίνονται, νὰ εἴπῃ ὅτι θὰ μορφώσῃ τὰ δικαστήρια ἀπὸ τοὺς τιμίους καὶ ἱκανοὺς νομομαθεῖς, δὲν δύναται νὰ τὸ κατωρθώσῃ, διότι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἀξίαν ἀρνοῦνται, διότι ἕνας ἐφέτης, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ᾖναι ἐπιστήμων καὶ νὰ ἔχῃ πεῖραν καὶ ἱκανότητα καὶ τιμιότητα, αὐτὸς ἀνταμείβεται μὲ 399 δρ. τὸν μῆνα· ἕνεκα τούτου δὲ ἀπομακρύνονται τῆς ὑπηρεσίας οἱ ἱκανοὶ καὶ δὲν δέχονται, καὶ τὰ δικαστήρια εἶναι φύρδην μίγδην σχηματισμένα ἀπὸ ὅ,τι εἶναι ἀνίκανον καὶ δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ εἰς ἄλλην ὑπηρεσίαν. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ μία ἔποψις τῶν ἐλαττωμάτων τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὰ δικαστήρια. Ἡ δὲ ἑτέρα ἔποψις, ἕνεκα τῆς ὁποίας τὰ δικαστήρια δὲν εἶναι εἰς ἀκμαίαν κατάστασιν, προέρχεται ἐκ τοῦ ὅτι δὲν εἶναι διωρισμένοι τόσοι δικασταὶ, ὅσους ἀπαιτεῖ ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων. Τὸ ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν, κύριοι, ἔχει τὰς σπουδαιοτέρας ὑποθέσεις, διότι εἰς αὐτὸ δικάζονται αἱ μεταξὺ δημοσίου καὶ ἰδιωτῶν δίκαι, καὶ ἄλλαι αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν ὄχι μόνον μεγάλα καὶ πολύτιμα συμφέροντα, ἀλλὰ καὶ τὸν Ἑλληνισμὸν ἐν γένει καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τοῦ ἔθνους· ὁ προκάτοχος λοιπὸν ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, γνωρίσας τὴν συσσώρευσιν τῶν ὑποθέσεων εἰς τὸ ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν, τὴν βραδύτητα μὲ τὴν ὁποίαν ἐκδικάζονται, καὶ τὴν ἀνάγκην ἥτις ὑπάρχει, ὥστε νὰ δοθῇ μία ὤθησις, παρεδέχθη τὸ μέτρον νὰ διαιρεθῇ τὸ ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν εἰς 3 τμήματα. Καὶ ἐνῷ ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων λέγει, ὅτι τὸ ἐφετεῖον πρέπει νὰ ἔχῃ 5 δικαστὰς διὰ νὰ σύγκειται νομίμως καὶ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη ἐντὸς ἑκάστου τμήματος, ἐν τούτοις σύγκειται ἀπὸ 3 μόνον δικαστὰς, οἱ δὲ λοιποὶ 2 προσλαμβάνονται ἀπὸ τὸν ἕνα καὶ ἀπὸ τὸν ἄλλον πάρεδρον ἢ δικηγόρον· καὶ ὁ δικηγόρος ὅστις προσκαλεῖται νὰ δικάσῃ τὰς μεγαλειτέρας καὶ σημαντικωτέρας ὑποθέσεις, δὲν ἔχει τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν νὰ σκεφθῇ, νὰ ἀναγνώσῃ τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ δώσῃ ψῆφον δικαίαν καὶ ὀρθήν. Ὁ νόμος ἐπρόβλεψε περὶ ἀναπληρωτικῶν δικαστῶν, ὁσάκις κωλύονται οἱ τακτικοὶ, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἐθεώρησαν ὡς μίαν ἐξαίρεσιν καὶ σπανιώτατα δυνάμενον νὰ συμβῇ. Τοῦτο λοιπὸν βλάπτει οὐσιωδῶς τὴν δικαιοσύνην. Ἢ λοιπὸν δὲν ἔπρεπε νὰ γείνουν 3 τμήματα εἰς τὸ ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν, ἢ ἀφοῦ ἐγένοντο, εἶναι ἱεροσυλία καὶ παρανομία νὰ μὴν ἔχουν τὰ τακτικὰ μέλη τῶν δικαστῶν, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἀπαιτεῖ διὰ νὰ δικάζωσι τὰς ὑποθέσεις τῶν πολιτῶν. Λοιπόν, κύριοι, ποία εἶναι ἡ θεραπεία; πράγματι εἶναι τρία τμήματα εἰς τὸ ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν· 3 οἱ 5 γίνονται 15, πρέπει νὰ ἦναι καὶ ἕνας δικαστὴς ἀκόμη, διότι ὁ ἐφέτης συνήθως χρησιμεύει ὡς πρόεδρος τοῦ κακουργιοδικείου, καὶ διότι τέλος πάντων, ἄνθρωποι εἶναι καὶ αὐτοὶ οἱ 15, καὶ ἢ ἐξαιροῦνται μερικοὶ ἀπό τινας ὑποθέσεις, ἢ ἀσθενεῖ ὁ ἕνας, ἢ κωλύεται ὁ ἄλλος, ἀλλὰ τέλος πάντων εἶναι 15, ἐκτὸς τοῦ προέδρου σήμερον εἶναι 11, καὶ μοιράζονται εἰς τὰ 3 τμήματα, ἀπὸ 3 εἰς ἕκαστον τμῆμα· μένουν καὶ 2, ὁ ἕνας συνήθως γίνεται πρόεδρος τοῦ κακουργειοδικείου. Λοιπὸν θέλετε νὰ καταρτίσητε τὸ ἐφετεῖον ὡς τὸ θέλει ὁ νόμος, διὰ νὰ μὴ παραπονῶνται οἱ πολῖται, καὶ διὰ νὰ μὴ λαμβάνουν χώραν μεροληψίαι καὶ βραδύνῃ ἡ ἐκδίκασις τῶν ὑποθέσεων; πρέπει νὰ διορίσητε ἀκόμη 5 ἢ 4 τοὐλάχιστον ἐφέτας.
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπὸ τρεῖς ἐφέτας δύναται νὰ ἀπαρτίζητε ἕκαστον τμῆμα.
§38ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Προτιμότερον εἶναι αὐτὸ, ἀλλὰ τί συμβαίνει; τί λέγουν οἱ νομομαθεῖς ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ἐν γένει πάντες ὅσοι ἔχουν συμφέρον εἰς τὸ νὰ διεξάγωνται ταχέως αἱ ὑποθέσεις; Μὴν ἐγγίζετε τὸν δικαστικὸν ὀργανισμόν· οἱ 3 δὲν δύνανται ν’ ἀπονείμουν τὴν δικαιοσύνην ὅπως θέλει ὁ νόμος, καὶ ὅπως θέλει ἀπονεμηθῇ ἡ δικαιοσύνη, ἐὰν ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐφετῶν εἶναι 5· διότι αὐτὸς εἶναι ὁ τελειότερος βαθμὸς τῶν δικαστηρίων. Διατὶ δὲν παραπονεῖται ὁ λαὸς διὰ τὰ πρωτοδικεῖα; διότι, ἐὰν γείνῃ ἀπὸ αὐτὰ κανὲν ἄτοπον, διορθώνεται ἀπὸ τὸ ἐφετεῖον· ἀλλ’ ἐὰν γείνῃ ἀπὸ τὸ ἐφετεῖον, ποῖος θὰ τὸ διορθώσῃ; ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν δικάζει ἐπὶ τῆς οὐσίας. Ἢ πρέπει λοιπὸν νὰ ἦναι 3, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον, καθὼς σᾶς εἶπα, εἶναι τολμηρὸν, ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ γείνῃ νόμος, ἢ πρέπει νὰ ἦναι 5 τακτικοὶ δικασταὶ εἰς ἕκαστον τμῆμα, καὶ ἑπομένως 15 τὸ ὅλον· καὶ ὅταν γείνῃ τοῦτο, ά) θὰ δικάζωνται ταχύτερον καὶ περισσότεραι ὑποθέσεις, καὶ ὅσαι περισσότεραι ὑποθέσεις δικάζονται, τόσον περισσότερα θὰ εἰσπράττῃ τὸ δημόσιον, διότι ὁ περὶ χαρτοσήμου νόμος, μετὰ τὴν αὔξησιν, ἥτις πρόκειται νὰ λάβῃ χώραν, εἶναι ἀρνίον παραγωγικόν· αἱ 15 ὑποθέσεις, τὰς ὁποίας θὰ τελειώσουν 15 δικασταὶ, παράγουν περισσότερα δικαιώματα παρ’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παράγουν αἱ 9 ὑποθέσεις τῶν 9 δικαστῶν. Αὐτὴ, κύριοι, εἶναι ἡ μία ἀνάγκη τὴν ὁποίαν ἐπιθυμοῦμεν· διὰ τοῦτο παρεκάλεσα προχθὲς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦτο εἶχον εἰπῇ νὰ διανεμηθῇ αὐτὴ ἡ πρότασις· διότι, ἐνῷ σᾶς τὸ λέγω ἐγὼ, καλὸν ὅμως θὰ ἦτον νὰ ἐξετάζατε καὶ τοὺς φίλους σας καὶ τοὺς δικαστὰς καὶ ὅλους ἐκείνους οἵτινες ἐνδιαφέρονται ἐπ’ αὐτοῦ, διὰ νὰ μάθετε ἐὰν συμβαίνουν αὐτά. Ἐὰν ὅμως σᾶς ἦναι γνωστὰ, ἐὰν τὰ ἐλάβατε ὑπ’ ὄψιν, τότε σκεφθῆτε, ὅτι ἔχομεν μεγάλην εὐθύνην, καὶ πρέπει νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς δικαιοσύνης· καὶ ἂν νομίζετε ὅτι τὸ ἔθνος δὲν πρέπει νὰ ὑποστῇ μίαν ζημίαν, ἂς ἀφήσωμεν τὰ δικαστήρια, ἂς γογγύζουν οἱ πολῖται, ἂς παραπονῶνται οἱ ἔχοντες ὑποθέσεις εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἂς μὴ δύναται νὰ ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ὑποθέσεώς των· ἐὰν τοῦτο ἦναι τὸ ὀρθὸν, εἶσθε κύριοι νὰ τὸ ἀποφασίσητε, ἀλλὰ πρέπει πρότερον νὰ τὸ σκεφθῆτε, πρέπει νὰ τὸ εἴπητε, πρέπει νὰ τὸ ἀποφασίσητε, διότι βλέπετε τοὺς ὑπουργοὺς, ὁσάκις παραπονοῦνται εἰς αὐτοὺς καὶ τοὺς λέγουν νὰ δώσουν προσοχὴν διὰ νὰ δικάζωνται ταχύτερον αἱ ὑποθέσεις, οἱ ὑπουργοὶ λέγουν ὅτι δὲν τολμοῦν νὰ ζητήσουν πίστωσιν, αἱ δὲ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι δημοσιεύονται δὲν εἶναι πάντοτε τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐμβριθεστέρας μελέτης καὶ τῆς πλέον ἀκεραίας δικαιοσύνης. Λοιπὸν, κύριοι, ζητῶ πρὸ πάντων καὶ παρακαλῶ τὴν Βουπλὴν νὰ δώσῃ πίστωσιν διὰ νὰ προστεθῶσιν οἱ 9 αὐτοὶ ἐφέται· καὶ ἂν δὲν θέλετε νὰ φροντίσητε καὶ διὰ τὸ ἐφετείον τῆς Ναυπλίας, μολονότι, ἐγὼ νομίζω, καὶ δι’ αὐτὸ εἶναι ἀνάγκη νὰ φροντίσητε κατὰ δεύτερον λόγον, τοὐλάχιστον διὰ τὸ ἐφετείον τῶν Ἀθηνῶν τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ σπουδαιότερον, τὸ ὁποῖον ἔχει τὰς σημαντικωτέρας ὑποθέσεις, τὸ ὁποῖον ἔχει νὰ ἐκδικάσῃ χιλιάδας ὑποθέσεων, τοὐλάχιστον δι’ αὐτὸ οἱ 12 νὰ γίνουν 15. Τὸ ἐφετείον τῆς Ναυπλίας ἔχει δύω τμήματα, ὥστε καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ ἔχῃ 10 δικαστάς· ἐν τούτοις ἔχει 7 ἢ 8, ὥστε ὅ,τι συμβαίνει εἰς τὸ ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὸ τῆς Ναυπλίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης σπουδαῖον, διότι πολλάκις αἱ ὑποθέσεις τῶν Ἀθηνῶν ὑπάγονται εἰς αὐτὸ καὶ ἡ ἐπαρχία ἔχει ἀρκετὰς καὶ ἐπίσης σπουδαίας ὑποθέσεις· ὥστε τὸ καθῆκόν μου εἶναι ν’ ἀπαιτήσω καὶ αὐτὸ τὸ Ἐφετεῖον νὰ καταρτισθῇ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἐφετεῖον τῶν Πατρῶν, ἐκεῖ εἶναι 5 ἢ 6 ἐφέται, οἵτινες ἀργοῦν, καθὼς ἐπίσης καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν, ἀλλὰ εἰς τὸ ἐφετεῖον τῶν Ἀθηνῶν, εἰς τὸ ἐφετεῖον τῆς Ναυπλίας δὲν ἀργοῦν. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶναι καθόσον ἀφορᾷ τὸ προσωπικὸν, καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν, σᾶς ἐξέθεσα ἤδη τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς αὐτήν.
§39ΛΑΠΠΑΣ. Αὐτοῦ εἶναι ὁ κόμπος, ἐδῶ πρέπει νὰ τὰ καταφέρῃς καλά.
§40ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δύω λόγοι προεκάλεσαν τὰς σκέψεις ἐπὶ τοῦ ποσοῦ τῆς μισθοδοσίας τῶν δικαστῶν. Ὁ πρῶτος λόγος εἶναι τὸ νὰ χορηγήσωμεν τὰ μέσα εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὥστε νὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ μορφώσῃ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος ἐπὶ τὸ βέλτιον, τὸν δικαστικὸν κλάδον, νὰ τῆς χορηγηθοῦν τὰ μέσα νὰ δυνηθῇ νὰ εὕρῃ τὰ κατάλληλα πρόσωπα· καὶ δὲν δύναται σήμερον νὰ εὕρῃ τὰ κατάλληλα πρόσωπα, διότι ὁ μισθὸς εἶναι δυσανάλογος μὲ τοὺς κόπους, τὴν ἀξίαν καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῶν ὡς οἰκογενειακῶν· δεύτερον, Κύριοι, εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν ἐκτὸς τῆς ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος τὴν ὁποίαν ὀφείλουν νὰ ἔχουν, πρέπει προσέτι νὰ ἔχουν καὶ ἀρκετὴν πεῖραν, τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ σπουδαιότης τῆς θέσεως τὴν ὁποίαν κατέχουν· τὸ πρῶτον κατορθοῦται ὅταν αὐξήσωμεν τὴν μισθοδοσίαν των κατὰ 100 δραχμὰς, διότι ἄλλως ὁ ἱκανὸς νομομαθὴς μετέρχεται τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δικηγόρου καὶ δύναται ν’ ἀπολαμβάνῃ 600, 1,000, ἐνίοτε δὲ καὶ 2,000 δραχμὰς κατὰ μῆνα· τοὐλάχιστον ἂς τῷ δώσωμεν τὰ μέσα τοῦ νὰ δύναται νὰ ζήσῃ ἐν οἰκονομίᾳ καὶ ἐν ἀνέσει, καὶ νὰ μὴ παραπονῆται ὅτι ἐργάζεται περισσότερον ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους ὑπαλλήλους καὶ καταγίνεται εἰς τὰ σπουδαιότερα, καὶ μολαταῦτα δὲν ἔχει τὸν ἐπιούσιον ἄρτον. Πολλοὺς ἐφέτας εἶδον νὰ ψωνίζουν μόνοι τους τὰ κρεμύδια καὶ τὰ ὀψάρια, καὶ ἂν τοὺς ἐρωτήσῃς διατί, θὰ σοῦ εἰποῦν, διότι δὲν τοὺς φθάνει ὁ μισθὸς διὰ νὰ ἔχουν καὶ ὑπηρέτας· καὶ ὅταν τοὺς ἐρωτήσῃς διατί, σοῦ λέγουν, πῶς εἰμποροῦμεν νὰ ζήσωμεν; θὰ πληρώσωμεν τὸ ἐνοίκιον, τὰ δίδακτρα τῶν παίδων μας, τὴν τροφὴν, τὴν ἐνδυμασίαν, ὥστε ὁ μισθὸς αὐτὸς δὲν μᾶς ἀρκεῖ. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον ὅταν ὁ δικαστὴς εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν.... τοὐλάχιστον τὸ λέγω πρὸς ἔπαινον τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ὅτι δὲν φαίνεται νὰ εἰσεχώρησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ψώρα τῆς δωροδοκίας· ἀλλὰ ὅταν δικάζεται σημαντικόν τι ποσὸν καὶ ὁ δικαστὴς δὲν εἶναι εἰς τὴν θέσιν νὰ ζήσῃ ἀνέτως καὶ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, διότι δὲν τοῦ φθάνει ὁ μισθὸς, δὲν εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ εἰσχωρήσῃ καὶ ἐνταῦθα ἡ ψώρα τῆς δωροδοκίας καὶ νὰ πηγαίνουν ν’ ἀγοράζουν τὴν δικαιοσύνην ἀπὸ τοὺς δικαστάς; βλέπετε λοιπὸν ποίας συνεπείας θὰ ἀπομακρύνετε, ἐὰν προσθέσητε μικρόν τι ποσὸν κατὰ μῆνα. Τί γίνεται ὅσον ἀφορᾷ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἐφετῶν; προτείνω, ὥστε ὁ μισθὸς τοῦ προέδρου, τοῦ ἀντιπροέδρου καὶ τῶν ἄλλων, καθὼς καὶ τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ ἀρείου Πάγου, νὰ αὐξήσῃ κατὰ δραχμὰς 100 ἀκόμη. Ὁ ἄρειος Πάγος δὲν εἶναι τῆς πρώτης κατεπειγούσης ἀνάγκης, ἀλλ’ ἐννοεῖτε ὅτι καὶ τοῦ ἀρείου Πάγου αἱ ὑποθέσεις θὰ αὐξήσουν, διότι θὰ εἰσάγωνται περισσότεραι ὑποθέσεις καὶ ἑπομένως εἶναι ἐπιθυμητὸν ὁ ἄρειος Πάγος νὰ διαιρεθῇ καὶ αὐτὸς εἰς δύω τμήματα καὶ νὰ λάβουν μέρος εἰς αὐτὸν καὶ δικασταὶ τῆς Ἑπτανήσου· ἀλλ’ ἐπειδὴ μέχρι σήμερον δὲν παρουσιάσθη αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, διὰ τοῦτο λέγω, ἂς ἀναβάλωμεν αὐτὸ ἐπὶ ἓν ἢ δύο ἔτη καὶ ἂς δώσωμεν μίαν αὔξησιν εἰς τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀρειοπαγιτῶν· διότι, ἐνῷ εἶναι ἓν τμῆμα καὶ θὰ εἰσάγωνται περισσότεραι ὑποθέσεις καὶ αὐτοὶ θὰ ἐργάζωνται περισσότερον, ἐκτὸς τούτου ἡ θέσις τῶν ἀρειοπαγιτῶν εἶναι σπουδαία. Πρὸς τούτοις ὁ ἄρειος Πάγος ἐμπεριέχει 3 ἢ 4 ἄτομα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τοῦ γήρατος καὶ τῶν πολλῶν κόπων ἴσως ἀπέλθουν τῆς ὑπηρεσίας καὶ λαμβάνουν τὴν σύνταξίν των· διὰ νὰ δυνηθῶμεν λοιπὸν νὰ τοὺς ἀντικαταστήσωμεν μὲ ἄλλους, πρέπει ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ τοὺς ἀντικαταστήσωσι, νὰ ἦναι κατά τι ἄξιοι, ὥστε νὰ λάβωσιν αὐτὴν τὴν θέσιν· ἀλλὰ πρέπει καὶ ἡ μισθοδοσία αὐτῶν νὰ ἦναι τοιαύτη, ὥστε νὰ παρακινηθῶσι νὰ τὴν λάβωσιν, ἄλλως κανεὶς ἐκ τῶν δικηγόρων τῶν διακεκριμένων καὶ τῶν καθηγητῶν δὲν θέλει λάβει μέρος εἰς τὸν ἄρειον Πάγον. Λοιπὸν ἡ πρότασις προτείνει διὰ τὸν Ἄρειον πάγον αὔξησιν μισθοδοσίας 100 δραχμῶν εἰς ἕκαστον κατὰ μῆνα· καθόσον ἀφορᾷ τοὺς ἐφέτας, προτείνω ἐπίσης νὰ λαμβάνωσιν 100 δραχμὰς κατὰ μῆνα περισσότερον ἀφ’ ὅσον ἐλάμβανον· διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, δὲν δύναται ἕκαστος νὰ καταλάβῃ ἐπαξίως τὴν θέσιν αὐτῶν, ὡς εἰς τὸν διοικητικὸν κλάδον δύναται ἕκαστος νὰ γείνῃ καὶ οἰκονομικὸς ἔφορος καὶ ταμίας. Εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἐφέτου δὲν εἰμπορεῖ νὰ χρησιμεύσῃ πᾶς τις, ἐὰν δὲν ἐσπούδασε τὴν ἐπιστήμην καὶ δὲν ἀπέκτησε τὴν πεῖραν, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ νὰ λάβῃ τις αὐτὴν τὴν θέσιν. Μόνον ὑπουργοὶ δυνάμεθα ὅλοι νὰ γείνωμεν καὶ νομάρχης δύναται νὰ γείνῃ πᾶς διοικητικὸς ὑπάλληλος, ἀλλὰ τὸν καλὸν δικαστὴν δὲν δυνάμεθα νὰ τὸν εὕρωμεν παρὰ μεταξὺ ἐκείνων, οἵτινες ἐστολίσθησαν μὲ τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πεῖραν, καὶ προσέτι ἀπαιτεῖται μεγάλη τιμιότης εἰς τὴν ἀπονομὴν τῆς δικαιοσύνης. Λοιπὸν ὁ μισθὸς, τὸν ὁποῖον λαμβάνουν, δὲν εἶναι ἀρκετὸς καὶ διὰ τοῦτο παραπονοῦνται· καὶ ὅταν τοὺς κάμῃ τις τὴν παρατήρησιν, μᾶς λέγουν, ὅτι διὰ νὰ δικάσετε σεῖς μίαν ὑπόθεσιν λαμβάνετε 400 δραχμὰς, ἐνῷ ἡμεῖς τὰς λαμβάνομεν ἐργαζόμενοι ἕνα μῆνα καὶ τὸ κάτω τῆς γραφῆς καὶ αὐτὰς τὰς 400 δὲν τὰς λαμβάνομεν, διότι ἔχομεν δύω μῆνας ποῦ δὲν τὰς ἐλάβομεν. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς πρωτοδίκας παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν σημειοῦνται οἱ ὑπάρχοντες ὡς μισθοδοτούμενοι πρὸς 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἐνῷ κατὰ τὸ 1859 ἐξεδόθη εἷς νόμος κατὰ τὸν ὁποῖον οἱ πρωτοδιοριζόμενοι πρωτοδίκαι λαμβάνουν 200 δραχ. κατὰ μῆνα· μετὰ δύω ἔτη λαμβάνουν περισσότερον καὶ μετὰ 5 ἔτη λαμβάνουν 300· ἐν τούτοις ὑπάρχει πίστωσις δι’ ὅλους πρὸς 300 δραχμὰς κατὰ μῆνα. Ἐγὼ δεχόμενος αὐτὸν τὸν κανόνα ὡς δίκαιον, προτείνω ὅτι μετὰ 5 ἔτη ὑπηρεσίας νὰ δίδεται μία αὔξησις 50 δραχμῶν κατὰ μῆνα, διότι οἱ πρωτοδίκαι προάγονται. Ἐν τούτοις πρέπει καὶ περὶ αὐτῶν νὰ γείνῃ μία πρόνοια, διότι ἐπίσης τὰ πρωτοδικεῖα ἔχουν ἀνάγκην δικαστῶν· εἶναι πολλοὶ μὲν δικηγόροι ἄξιοι νὰ καθέξουν αὐτὴν τὴν θέσιν, ἀλλὰ μὲ τὸν μισθὸν αὐτὸν δὲν δέχονται νὰ διορισθῶσι δικασταί· δέχονται μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν πεῖραν. Ἐὰν ὅμως ὁ μισθὸς τῶν πρωτοδικῶν προσδιορισθῇ εἰς 300 δραχμὰς, εἰς τὰς ὁποίας μετὰ πενταετίαν θὰ προστίθενται 50 δραχμαὶ, πιστεύω ὅτι καὶ τοῦτο θέλει συντελέσει εἰς καλὴν μόρφωσιν τῶν δικαστηρίων. Τελευτῶν τὸν λόγον σᾶς ὑποβάλλω καὶ τὴν λογιστικὴν ἐργασίαν μου· ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας, τότε ἐπέρχεται μία προσθήκη 10,600 διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον κατ’ ἔτος, διὰ δὲ τὰ ἐφετεῖα ἀπαιτεῖται (ἐὰν αὐξήσουν κατὰ 9 οἱ ἐφέται καὶ ὁ μισθός των κατὰ 100 δραχμὰς) 19,060 προσθήκη, καὶ διὰ τὰ πρωτοδικεῖα 30,000 περίπου, τὸ ὅλον 125,000. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ περιορισθῇ ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ παραδεχθῇ τὴν ἀπολύτως ἀναγκαίαν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ, τότε ἡ δαπάνη ἀναβαίνει μόνον εἰς 40,000 δραχμάς.
§41ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καλλίτερα νὰ αὐξήσῃ ὁ μισθός των.
§42ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Διὰ νὰ μὴ λάβω, κύριοι, καὶ δευτέραν φορὰν τὸν λόγον, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ κάμω λόγον καὶ περὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἔκθεσίν μου μνημονεύω. Θεωρεῖ ἡ Βουλὴ ἀναγκαῖον νὰ κάμῃ οἰκονομίας, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ κύριος σκοπός της, ἢ νομίζει, ὅτι πρέπει νὰ προβλέψῃ περὶ τῶν κυρίων καὶ οὐσιωδῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους; Ἐὰν πρόκειται περὶ τοῦ δευτέρου, τότε, συνεπὴς εἰς τὴν ἀρχὴν αὐτὴν ἡ Βουλὴ, πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν αὔξησιν καὶ τῆς μισθοδοσίας καὶ τοῦ προσωπικοῦ, καὶ προσέτι τὴν προσθήκην τῶν δικαστηρίων περὶ τῶν ὁποίων γίνεται λόγος εἰς τὸν προϋπολογισμόν. Ἐὰν εἴπῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὰ μᾶλλον κατεπείγοντα πρέπει νὰ θεραπεύσω καὶ θέλω νὰ κάμω οἰκονομίας, τότε ἂς παραδεχθῇ τὸ μέσον τῆς οἰκονομίας. Ἴσως ἡ γνώμη αὕτη ὑπερισχύσει. Ἡ σύστασις πρωτοδικείων ἐννοῶ, ὅτι θέλει φέρει εὐκολίαν εἴς τινας ἐπαρχίας, θέλει ἱκανοποιήσει τινὰς ἐπαρχίας, ἀλλὰ δὲν θέλει βελτιώσει τὴν κατάστασιν τῆς δικαιοσύνης, καὶ ἑπομένως θέλουν εἶσθαι καὶ ἄλλα τρία πρωτοδικεῖα κολοβωμένα καὶ κακῶς δικάζοντα· ἐνῷ, ἂν ἀφαιρέσωμεν τὰς 100,000, αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς τὴν σύστασιν τῶν τριῶν πρωτοδικείων, τότε δυνάμεθα νὰ ἀναπληρώσωμεν πάνθ’ ὅσα ἀπαιτοῦνται κατὰ τὴν πρότασιν τὴν ἰδικήν μου. Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ μόνον τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ καὶ ὄχι τῆς μισθοδοσίας, τότε θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μὴ ἀποῤῥίψῃ καὶ τὰ τρία πρωτοδικεῖα, ἀλλὰ μόνον τὸ ἓν, καὶ τότε ἐξ αὐτῶν θὰ προέλθῃ ἡ δαπάνη, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ τὴν συμπλήρωσιν τῶν ἐφετῶν.
§43ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Καὶ ἡ ἔκθεσις ἡ γραπτὴ καὶ ἡ ἔκθεσις ἡ προφορικὴ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος μὲ ὑποχρεοῖ καὶ ἐμὲ νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις· καὶ μὲ ὑποχρεοῖ, διότι δὲν εἶναι μικρὸν πρᾶγμα. Εἷς νομομαθὴς καὶ ἐξέχων δικηγόρος, τοσαύτην ἱκανότητα, τοσαύτην πεῖραν ἀποκτήσας περὶ τὰ τοιαῦτα, ἀναγγέλλει ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, ὅτι μόνον 5 ἢ 6 δικασταὶ ὑπάρχουσιν, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ᾖναι καὶ ἱκανοὶ καὶ ἐπιστήμονες. Καὶ ἔπειτα ἀπὸ τὴν διασάφησιν συλλογιζόμενοι, ὅτι ἔχομεν 80 πρωτοδίκας, 30 ἐφέτας, 7 Ἀρειοπαγίτας, τὸ ὅλον ἑκατὸν τόσα πρόσωπα, καὶ ὅταν μόνον 5 ἢ 6 ᾖναι οἱ ἱκανοὶ καὶ οἱ ἄξιοι τοῦ νὰ καταλάβωσι τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, τὸ νὰ γείνῃ μία τοιαύτη παρατήρησις πρέπει νὰ κάμῃ εἰς καθένα ἐντύπωσιν, πολὺ δὲ περισσότερον εἰς ἕνα, ὅστις ἔτυχε νὰ διευθύνῃ τὸ ὑπουργεῖον τῆς δικαιοσύνης.
§44ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἶπον, ὅτι 5 ἢ 6 εἶναι ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Σωστά· μάλιστα πρώτη κατηγορία εἶναι αὐτὴ τῶν 5 ἢ 6, δευτέρα εἶναι ἐκείνων ποῦ θέλουν νὰ οἰκονομηθῶσι, τρίτη ἐκείνων, οἵτινες εἶναι νέοι, ἀνίκανοι, ἄπειροι κτλ. Μὲ τοῦτο δὲν ἐννοῶ νὰ ἐναντιωθῶ εἰς τὴν εἰδικὴν πεῖραν τοῦ προλαλήσαντος· λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι παράπονα ὑπάρχουν καθόσον ἀφορᾷ τὴν βραδύτητα τῆς ἀπονομῆς τῆς δικαιοσύνης, καὶ εὐχῆς ἔργον εἶναι ταχύτερον ν’ ἀπονέμηται ἡ δικαιοσύνη. Ἤθελεν εἶναι πολὺ λυπηρὸν νὰ πιστεύῃ τις ὅτι 5 ἢ 6 εἶναι ἄξιοι τῆς θέσεως, ἣν κατέχουν, οὐχ ἧττον ὅμως οὔτε, ὅτι δὲν ὑπάρχουν παράπονα, παραδέχομαι. Ἐκ τῶν παραπόνων τούτων κατὰ καθῆκον ἐσκέφθην καὶ εἶδον, ὅτι, ἐὰν δὲν ᾖναι ἐντελῶς βάσιμα, ἀλλ’ εἶναι ὁπωσοῦν δικαιολογημένα· διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, καλὸς δικαστὴς, καθὼς τὸν ἐννοεῖ ὁ κύριος Κυπριάδης καὶ καθὼς πρέπει νὰ τὸν ἐννοήσουν ὅλοι, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἕνας, παραδείγματος χάριν, ὅστις μόλις ἐτελείωσε τὰς σπουδάς του καὶ ἀμέσως διωρίσθη ὡς δικαστής· δὲν ἠμπορεῖ βεβαίως αὐτὸς νὰ ἔχῃ τὴν πεῖραν ἐκείνην, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμά του. Καλὸς δικαστὴς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἕνας ἐν ὅσῳ εἶναι νέος, καλὸς δικαστὴς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἕνας, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἄλλα μέσα καὶ ἄλλους πόρους παρὰ τὰς 250 δραχ. τὰς ὁποίας λαμβάνει κατὰ μῆνα, καλὸς δικαστὴς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἕνας ὁ ὁποῖος τρέχει καὶ παρακαλεῖ διὰ νὰ διορισθῇ, καὶ ἐὰν τὸν ἐρωτήσῃς, διατὶ ἐζήτησε νὰ διορισθῇ, σοῦ ἀπαντᾷ, «ὅπως γυμνασθῶ·» καλὸς δικαστὴς δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ ἕνας ὁ ὁποῖος ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν θέσιν τοῦ δικαστοῦ, καὶ τὸν ἐρωτᾷς, διατί θέλεις νὰ διορισθῇς δικαστὴς; «διότι, σοῦ ἀπαντᾷ, δὲν ἠμπορῶ νὰ οἰκονομήσω μίαν δραχμὴν τὴν ἡμέραν· διότι εἶμαι εἰς τοιαύτην κατάστασιν, ὅπου δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἡ οἰκογένειά μου». Ἀλλὰ διατὶ διωρίσθησαν καὶ διατὶ διορίζονται τοιοῦτοι; Ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἓν μέρος μόνον τῆς μομφῆς ταύτης ἀπέδωκεν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· σᾶς παρετήρησε δὲ προσέτι, ὅτι μὲ τὴν μισθοδοσίαν, ἡ ὁποία σήμερον ὑπάρχει, δὲν ἠμπορεῖ ἡ κυβέρνησις νὰ εὕρῃ καὶ διορίσῃ τοὺς καταλλήλους δι’ αὐτὰς τὰς θέσεις, διότι δὲν ἔρχεται ὁ ἀξιότιμος Κυπριάδης, ὅσον καὶ νὰ τὸν παρακαλέσῃς, ὅσον φίλος του καὶ ἂν ἦται, δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ νὰ λάβῃ θέσιν οὔτε εἰς τὸ ἐφετεῖον, οὔτε εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον εἰς τὸ πρωτοδικεῖον. Ἀνάγκη λοιπὸν προκύπτει οὗτοι νὰ διορίζωνται εἰς τὰ δικαστήρια, ἐὰν αὐξήσωμεν τὸν μισθόν, καὶ εἰς τοῦτο συμφωνῶ μὲ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα, καὶ ἐπὶ τούτου ἐσκέφθην· ἀλλὰ ἐὰν θελήσωμεν νὰ μένουν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι, βεβαίως τὰ παράπονα δὲν θὰ ἐκλείψουν· ἀλλὰ εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ τοῦτο; εἶναι δυνατὸν εἰς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, νὰ γείνῃ τοῦτο Εἰς τὴν προκειμένην κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα σήμερον, ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ ἓν τοιοῦτον; Καὶ ἐὰν ἐγὼ σᾶς ἔλεγον καὶ ἄλλα, μεταχειριζόμενος πολὺ μεγαλείτερα καὶ πολὺ εὐγλωττότερα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω, ἐπιχειρήματα ἢ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἷς μέτριος δικηγόρος κερδίζει 500 δραχ. κατὰ μῆνα, δότε μου τὸν μισθὸν αὐτὸν, νὰ πάρω ἀπὸ τοὺς τοιούτους πρωτοδίκας· ἐὰν ἄλλος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ καθίσῃ ἐφέτης, κερδίζῃ 700, 1000 δραχ. κατὰ μῆνα, δότε μου τόσα νὰ τὸν βάλω, εἴμεθα εἰς κατάστασιν; ὑπάρχει ὁ τρόπος; Ἐὰν ἠμπορούσαμεν ὄχι μόνον ν’ αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν πρωτοδικῶν, τῶν ἐφετῶν καὶ τῶν Ἀρειοπαγιτῶν εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ ἠμπορέσωμεν πραγματικῶς νὰ ἀποταθῶμεν εἰς τὰ ἄτομα αὐτὰ, ἀλλὰ νὰ αὐξήσωμεν καὶ τὸν μισθὸν τῶν εἰρηνοδικῶν, ὥστε νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ σχηματίσωμεν τὰ δικαστήρια ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι νὰ ἠμποροῦν νὰ ἐπιβάλουν σεβασμὸν καὶ νὰ λαμβάνωσιν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὴν διανομὴν τῆς δικαιοσύνης, καὶ χωρὶς νὰ ἐπέμβω εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ δικηγορικοῦ ἐπαγγέλματος, ἐπειδὴ δὲν εἶναι τὸ ἰδικόν μου, ἂν κατὰ τοῦτο ἠμπορούσαμεν ν’ αὐξήσωμεν τοὺς μισθοὺς τῶν εἰρηνοδικῶν ἀπὸ 200 μέχρι 300 δραχμῶν κατὰ μῆνα, τοὺς μισθοὺς τῶν πρωτοδικῶν ἀπὸ 500 μέχρι 600 δραχ. κατὰ μῆνα, τοὺς μισθοὺς τῶν ἐφετῶν ἀπὸ 600 μέχρι 800 δραχ. καὶ τῶν Ἀρειοπαγιτῶν ὑπεράνω τῶν 800 χωρὶς νὰ σᾶς παρουσιάσω ὑπέρβασιν εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ἔπρεπε κατά τι νὰ ἐγγίξωμεν τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, καὶ ἐδυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ὄχι μικρὰν ὠφέλειαν εἰς τὴν κοινωνίαν μας, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμόν των καὶ ν’ αὐξήσωμεν κατά τι τὴν δικαιοδοσίαν. Ἀλλὰ διὰ νὰ κάμωμεν τοῦτο, ἐπαναλέγω, ἔπρεπε ν’ ἀλλάξωμεν τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, καὶ ὄχι κατὰ μεγάλα πράγματα, νὰ περιορισθῶμεν ἀντὶ πέντε δικαστῶν εἰς τρεῖς. Δὲν εἶμαι εἰδικὸς εἰς τὰ τοιαῦτα, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας σᾶς εἶπε σήμερον, καθὼς εἶναι τὰ ἐφετεῖα μας, δικάζει εἷς μόνον ἐφέτης. Τὸ ὅτι ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων μας καθὼς ὑπάρχει εἶναι ὁ τελειότερος πάντων εἶναι θεωρία· ἡ πρακτικὴ ἀλήθεια εἶναι, ὅτι σήμερον εἷς ἐφέτης δικάζει καὶ δύω πάρεδροι πλησίον του ἱστάμενοι, οἱ ὁποῖοι ἄν ὄχι συνήθως, ἀλλὰ συχνάκις, δὲν εἶναι οἱ πλέον πεπειραμένοι, οὔτε οἱ πλέον ἱκανώτεροι εἰς τὰ νομικά· ὁμιλῶ κατ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἤκουσα πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν Κ. Κυπριάδην, καὶ τὰ ὁποῖα ὅσοι γνωρίζουν τὰ δικαστήριά μας δὲν ἠμποροῦν νὰ ἀρνηθῶσιν. Ἐὰν λοιπὸν ἀντὶ ἑνὸς ἐφέτου καὶ δύω παρέδρων νέων ἀπείρων, ὅσον ἔντιμοι καὶ ἂν ἦναι, ἠθέλομεν ἔχει τρεῖς πραγματικοὺς ἐφέτας καὶ τοιούτους ὁποίους ἤθελε μᾶς ἐπιτρέψει νὰ παραλάβωμεν ἡ αὔξησις τοῦ μισθοῦ, νομίζω, θὰ σχηματίζομεν καλὸν δικαστήριον.
§46ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αἱ ἀποφάσεις θὰ ἔβγαινον μετὰ 10 ἔτη.
§47ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κάμετε τρία, πέντε τμήματα, δὲν ἔχει ἐπιῤῥοήν. Ἐὰν ἀντὶ τῶν πρωτοδικείων καθὼς τὰ ἔχομεν σήμερον νομοθετημένα καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἐν τῇ πρακτικῇ εἷς μόνος πρωτοδίκης δικάζει, ὁ εἰσηγητὴς, ἠθέλομεν ἔχει μονομελῆ πρωτοδικεῖα, καὶ ἂν ἀντὶ 10 ἢ 12 πρωτοδικῶν ἠθέλομεν ἔχει 2 ἢ 3, ἠθέλομεν φθάσει εἰς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα· ἐὰν ἀντὶ 200 ἢ 400 εἰρηνοδικῶν, τοὺς ὁποίους ἔχομεν ἀνὰ 60 δραχμὰς κατὰ μῆνα, ἠθέλομεν ἔχει εἰρηνοδίκας ἀπὸ 200 ἢ 300 δραχ. κατὰ μῆνα, δὲν ἠθέλαμεν κερδίσει; Ἀλλ’ ἔρχεται τὸ ζήτημα τοῦ ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, καὶ οἱ ἀξιότιμοι νομομαθεῖς, τοὺς ὁποίους ἐσυμβουλεύθην, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦτο καὶ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας, ὅλοι μὲ εἶπον, μὴ ἐγγίσῃς τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων, καὶ ἐνόησα καὶ ἐγὼ, ὅτι πραγματικῶς δὲν πρέπει νὰ τὸν ἐγγίσωμεν, διότι δὲν εἶναι καιρὸς διοργανισμοῦ, ἀλλὰ καιρὸς προετοιμασίας· καὶ διὰ τοῦτο σᾶς προητοίμασα τὸν προϋπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον σᾶς παρουσίασα ἐν τῇ πεποιθήσει, ὅτι καθὼς ὑπάρχουν τὰ δικαστήριά μας δὲν ἠμποροῦν νὰ μείνουν· πρέπει νὰ διορθωθῶσι, καὶ ὅτι γρήγορα θὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῆς διοργανώσεως. Αὐτὰ, τὰ ὁποῖα προτείνει ὁ Κ. Κυπριάδης, οὔτε τὰ ὑποστηρίζω, οὔτε τὰ ἀποκρούω· ἡ Βουλὴ ἂς κάμῃ ὅ,τι νομίσει κατάλληλον. Θὰ ἐπέλθῃ ἡ πραγματικὴ ἐκείνη διόρθωσις εἰς τὰ δικαστήρια, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ὁ Κ. Κυπριάδης; ἴσως ἐπέλθῃ, καθόσον ἀποβλέπει τὴν ταχύτητα, ἀλλὰ καθόσον ἀποβλέπει τὴν καλλιτέρευσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐπιδιώκει ὁ Κ. Κυπριάδης, ἐγὼ νομίζω, ὅτι μὲ 100 δραχμὰς τὸν μῆνα περισσότερον δὲν θὰ ἐπιτύχωμεν· οὐχ ἧττον δὲν πολεμῶ τὸ σχέδιον τοῦ Κ. Κυπριάδου, δὲν τὸ ὑποστηρίζω, ἡ Βουλὴ ἂς κάμῃ ὅ,τι νομίζει καταλληλότερον· θέλει νὰ προσθέσῃ τοὺς 9 ἐφέτας; θέλει τὸν μισθὸν τὸν ὁποῖον ζητεῖ; δὲν τὸ πολεμῶ. Καθόσον ἀποβλέπει τὴν σύστασιν τῶν νέων προτεινομένων δικαστηρίων, διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ τώρα περισσότερον, ἐπιφυλάττομαι εἰς τὸ ἁρμόδιον κεφάλαιον. Αὐταὶ εἶναι αἱ σκέψεις, αἱ ὁποῖαι μὲ ὡδήγησαν εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλον· ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐννοῶ νὰ ὑποστηρίξω, δὲν ἐννοῶ νὰ πολεμήσω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κυπριάδου. Ὁ Κ. Κυπριάδης εἶναι πλέον εἰδικὸς εἰς αὐτά· ἡ Βουλὴ ἂς κάμῃ ὅ,τι νομίζει ἀναγκαῖον.
§48ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὴν τόσον δικαίαν καὶ σαφῆ πρότασιν τοῦ κυρίου Κυπριάδου οὔτε δύναμαι, οὔτε εἶμαι ἑτοιμασμένος νὰ τὴν ἀποκρούσω, ἀλλὰ βλέπω ὅτι ὁ κύριος ὑπουργὸς ὡμίλησεν ἤξεις, ἀφίξεις, οὔτε τὴν ἀποκρούει, λέγει, οὔτε τὴν ὑποστηρίζει. Ἐπεθύμουν ν’ ἀκούσω ἀπ’ αὐτὸν μίαν γνώμην, εἰ δὲ τὸ νὰ ἀναθέτῃ τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Βουλὴν, μοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθόν. Παραδέχεται ὅτι καὶ λογικὴ καὶ δικαία εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Κυπριάδου, τὴν ὁποίαν κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος παραδέχομαι, μάλιστα ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ τῶν δικαστηρίων, ὄχι τόσον ὡς πρὸς τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ· διότι καὶ τὴν δωροδοκίαν, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει, τὴν ἀπήντησα καὶ εἰς πλουσίους καὶ παρετήρησα, ὅταν ἔπερναν 200 δραχμὰς, καὶ τὸ καθῆκόν των ἐξεπλήροναν καὶ βιβλιοθήκας εἶχον· τώρα πέρνουν 400 δραχμὰς καὶ δὲν ἠξεύρουν οὔτε νὰ ὀρθογράψουν, τώρα τοὺς παρουσιάζονται αἱ μεγαλύτεραι ἀνάγκαι αἱ κοινωνικαὶ καὶ ἔχουν ἀνάγκην μεγαλητέρου μισθοῦ. Δὲν ἀρνοῦμαι, ὅτι οἱ ἐφέται δὲν ἔχουν δίκαιον νὰ ζητοῦν αὔξησιν, ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ νομοθετήσῃ ἕνας νομοθέτης μόνον διὰ τὰς Ἀθήνας, νομοθετεῖ δι’ ὅλον τὸ κράτος, εἰς δὲ τὰς ἐπαρχίας δὲν θέλει κἀνεὶς νὰ ὑπάγῃ. Οἱ ἀριστοκράται τῆς δικαιοσύνης θὰ μένουν πάντοτε εἰς τὰς Ἀθήνας· οὔτε ὁ Μπαλάνος, οὔτε ὁ Κυπριάδης δὲν θὰ δεχθοῦν οὔτε μὲ 1000 δραχμάς· διὰ τοῦτο εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι οἱ ἐδῶ ἔπρεπε νὰ πληρόνουν περισσότερον φόρον. Ὡς πρὸς τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις δὲν νομίζω δίκαιον νὰ λαμβάνουν μέρος δικηγόροι καὶ ἠξεύρετε, ὅτι τὸ δικαστήριον τοῦ Ναυπλίου ἔχει 4 νομοὺς, ἠξεύρετε πόσα ἐγκλήματα ἐγεννήθησαν κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν, ἠξεύρετε, ὅτι εἰς τὰ περισσότερα βουλεύματα λαμβάνουν μέρος οἱ δικηγόροι· λοιπὸν ἔχει δίκαιον ὁ Κ. Κυπριάδης νὰ ζητῇ αὔξησιν προσωπικοῦ ὄχι μόνον δι’ Ἀθήνας, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ Ναύπλιον, διότι εἶναι ἐκκρεμεῖς τόσαι ὑποθέσεις, καὶ ἀπόδειξις εἶναι τὰ κακουργοδικεῖα. Τὰ κακουργοδικεῖα, Κ. Πρόεδρε, εἶναι ἔκτακτα δικαστήρια, συνεδριάζουν μόλις δὶς ἢ τρὶς τοῦ ἔτους, καὶ μολαταῦτα ἐδῶ εἶναι συνεχῆ παντοῦ. Ἔρχομαι τώρα εἰς τὰς πολιτικὰς ὑποθέσεις. Νομίζει ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δὲν ἠξεύρω πόθεν ἔλαβε τὰς εἰσηγήσεις αὐτοῦ, καθόσον δὲν ἐπαγγέλλεται τὸν νομικὸν καὶ δὲν τὸ ἀρνεῖται, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ καλλιτέρευσις ὅταν ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν δικαστηρίων; ὅταν μεταβάλωμεν τὸν ὀργανισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ Μάουερ, τοῦ ὁποίου ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἐπαγγελλόμενοι τὸν ἀριστοκράτην νομικὸν, ἐδῶ, εἶναι ὅλοι μαθηταὶ, καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ τὸ ἀρνηθοῦν; Ὅταν λοιπὸν τὸν ὀργανισμὸν αὐτὸν ἔκαμεν ὁ Μάουερ, καὶ σεβόμεθα τὴν μνήμην τοῦ ἀνδρὸς ἐκείνου, νομίζει ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὅταν ἀντὶ 5 δικαστῶν κάμῃ 3, θὰ ἔχῃ ἀποφάσεις; Λοιπὸν εἶναι κακὴ ἡ συμβουλὴ αὐτή· τὸν ἀριθμὸν πρέπει νὰ τὸν κρατήσωμεν διὰ τὴν ταχύτητα, ἡ ὁποία εἶναι τὸ μόνον εὐεργέτημα τῆς δικαιοσύνης· διότι, ὅταν ὁ πολίτης ἀποπερατώνῃ τὰς ὑποθέσεις του μετὰ 50 ἔτη δὲν ἠξεύρει ἐὰν θὰ ζήσῃ· ἔχω 23 ἔτη μίαν ὑπόθεσιν οἰκογενειακὴν, τὴν ὁποίαν γνωρίζει ὁ Κ. Κυπριάδης, καὶ δὲν ἀπεπερατώθη ἀκόμη. Λοιπὸν, ὅταν ὑπάρχουν περισσότεροι δικασταὶ, θὰ ἐπιταχύνηται ἡ δικαιοσύνη, καὶ αὐτὸ εἶναι ὁ προορισμός της. Καὶ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ δὲν τὴν παραδέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν συμμερίζομαι νὰ δοθοῦν 300 δραχμαὶ εἰς τὸν εἰρηνοδίκην, ἀφοῦ πολλοὶ δὲν ἠξεύρουν νὰ διαβάζουν· θέλω μόνον νὰ προσθέσωμεν ἐφέτας ἐδῶ καὶ εἰς τὸ Ναύπλιον (ἂν εἰς τὰς Πάτρας καὶ τὴν Κέρκυραν ὑπάρχῃ ἀνάγκη δὲν τὸ γνωρίζω), καὶ πρέπει νὰ γίνῃ διὰ νὰ μὴ ἀναπληρόνουν τοὺς δικαστὰς πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὡς ἐκ τοῦ προορισμοῦ των δὲν ἔχουν συμφέρον· διότι δὲν ἔχομεν παρέδρους τὸν κ. Κυπριάδην, τὸν κ. Μπαλάνον, τὸν κ. Παπαῤῥηγόπουλον, τὸν κ. Ῥάλλην καὶ πολλοὺς ἄλλους ἱκανοὺς, ἀλλὰ συνήθως γίνονται πάρεδροι οἱ κατὰ πρῶτον λαμβάνοντες τὴν ἄδειαν τοῦ δικηγορεῖν· διότι ποῖος ἐτρελλάθη νὰ γείνῃ πάρεδρος, νὰ ἀναπληρόνῃ ἐναντίον τοῦ συμφέροντός του, ὅταν ἔχῃ πελατείαν; Λοιπὸν ἐννοεῖτε, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ πάρεδροι δὲν ἔχουν φωνὴν ἀπέναντι ἑνὸς προέδρου, ἀπέναντι δικαστῶν διακεκριμένων νὰ ἐπιφέρουν γνώμην, ἔστω καὶ ἂν ᾖναι ἐξαιρετικῶς ὀρθή. Προτείνω λοιπὸν τὴν αὔξησιν τοῦ προσωπικοῦ εἰς τρεῖς δικαστὰς εἰς τὰ ἐφετεῖα Ἀθηνῶν καὶ Ναυπλίου.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τί νὰ θέσω θέμα.
§50ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ζητῶ διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον 10,400 δραχμὰς διὰ τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐπιτροπή. «ΚΕΦ. 1. Ἄρθρον 2. «Τὴν αἰτουμένην πίστωσιν διά τε τὴν θέσιν τοῦ παρὰ τῷ Ἀρείῳ Πάγῳ εἰσαγγελέως καὶ ἀντεισαγγελέως δὲν νομίζει δίκαιον νὰ δεχθῇ ἡ ἐπιτροπὴ, διότι, κατὰ τὴν σχηματισθεῖσαν πεποίθησίν της καὶ ἔχουσα ὡς ὁδηγὸν τὸ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν δέουσαν οἰκονομίαν τῶν ἐξόδων ἄνευ βλάβης τῆς ὑπηρεσίας, φρονεῖ ὅτι εἷς ἐκ τῶν δύω τούτων ὑπαλλήλων δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ τὰ παρὰ τῷ δικαστηρίῳ ἐκείνῳ εἰσαγγελικὰ καθήκοντα. Ἑπομένως, ἀπαλειφομένης ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου τῆς διὰ τὴν κατωτέραν θέσιν ζητουμένης πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 4,860, μένει εἰς τὴν κρίσιν τοῦ ὑπουργοῦ, ἵνα σύμφωνα πρὸς τὸ ἄρθρον 23 τοῦ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμου πραγματοποιήσῃ ἐν μέρει ἢ ὁλοσχερῶς τὴν παραδεχομένην δαπάνην διὰ τῆς διατηρήσεως εἰσαγγελέως ἢ ἀντεισαγγελέως».
§52ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ δεχθῇ τοῦτο· ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου εἶναι κατ’ ἐμὲ θέσις, ἡ ὁποία δὲν ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ· εἶναι θέσις, ἡ ὁποία εἶναι ἀναγκαία καὶ διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τὴν δικαστικὴν καὶ διὰ τὸν φωτισμὸν, τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δίδῃ εἰς τοὺς κατὰ καιροὺς ὑπουργοὺς τῆς δικαιοσύνης τόσον ὅταν ᾖναι εἰδικοὶ, διὰ νὰ τοὺς χαλιναγωγῇ ἀπὸ τὰ λάθη χάριν τοῦ συμφέροντος τῆς ἐπιστήμης, εἰς τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ ὑποπέσουν, ὅσον, ὅταν δὲν ᾖναι εἰδικοὶ, διὰ νὰ τοὺς χαλιναγωγῇ ἐπίσης ἀπὸ τὰ λάθη τῆς πολιτικῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ ὑποπέσουν. Καὶ εἰς τὸν Ἄρειον πάγον, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Κυπριάδου, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, πρέπει νὰ προστεθῶσι δύω δικασταὶ ἑπτανήσιοι διὰ τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου· καὶ ἐὰν τοὺς δύω αὐτοὺς δικαστὰς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προσθέσωμεν σήμερον, εἰς τὴν θέσιν τοὐλάχιστον τοῦ ἀντεισαγγελέως πρέπει νὰ διορισθῇ δι’ αὐτὴν τὴν πρακτικὴν αἰτίαν· ἑπομένως ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἠμπορεῖ νὰ λείψῃ· ἐὰν ἀντεισαγγελεὺς πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, πρέπει νὰ ᾖναι Ἑπτανήσιος, καὶ ἑπομένως ἐγὼ παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν νὰ μὴ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἰδέαν καὶ ν’ ἀφήσῃ καὶ τὰς δύω θέσεις, ὡς εἶναι ἐν τῷ προϋπολογισμῷ, καὶ ἔπειτα μένει ἐλεύθερον τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὰς ἀναπληρώσῃ ἢ ὄχι.
§53ΛΕΟΝΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁ λόγος, ὅστις ὡδήγησε τὴν ἐπιτροπὴν, εἶναι ὁ λόγος τῆς οἰκονομίας.
§54ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Οὐδεὶς ἄλλος λόγος, ὅπως εἴδετε ἐκ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ὕπαρξιν ἀντεισαγγελέως, παρὰ ἡ προσθήκη τῆς Ἑπτανήσου, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὑποβάλλονται ζητήματα ἀφορῶντα τὴν παλαιὰν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου· εἰς αὐτῶν τῶν ζητημάτων τὴν λύσιν ἔχει ἀνάγκην ὁ Ἄρειος πάγος ἑνὸς εἰσαγγελέως εἰδήμονος καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται ἡ προσθήκη. Ἄλλοτε, κύριοι, ὑπῆρχεν εἰσαγγελεὺς καὶ ἀντεισαγγελεύς· ἡ πεῖρα ὅμως ἀπέδειξεν, ὅτι ἦτο περιττὴ ἡ θέσις καὶ οὐδεμία ἔλλειψις ἐπῆλθε διὰ τὴν κατάργησιν, οὐδεὶς ᾐσθάνθη τὴν ἔλλειψιν, οὔτε αὐτοὶ οἱ δικασταί. Χάριν πολυτελείας, λέγουν, διατὶ νὰ μὴν ᾖναι δύω, ἀφ’ οὗ εἶναι εἰς τὰ ἄλλα δικαστήρια; Ἀλλὰ ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν πρωτοδικῶν, κύριοι, ἔχει εἰδικὴν ὑπηρεσίαν· ἐκεῖνος διευθύνει ὅλην τὴν ἀνάκρισιν τῶν καταγγελλομένων ἐγκλημάτων, εἰς αὐτὸν θὰ διευθυνθοῦν ὅλαι αἱ καταγγελίαι, αὐτὸς θὰ διευθύνῃ ὅλην τὴν ἀνάκρισιν μέχρι τῆς συστάσεως τῆς δικογραφίας διὰ νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ δικαστήριον, καὶ αὐτὸς θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν κατηγορίαν. Ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν εἶναι κατήγορος ἐνώπιον τῶν κακουργιοδικῶν. Ἀλλ’ ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν ἔχει τοιούτους περισπασμοὺς, οὔτε εἰς τὴν ἀνάκρισιν νὰ ἐπέμβῃ, οὔτε εἰς τὸ κακουργιοδικεῖον νὰ ἔλθῃ· εἶναι ἐκεῖ ὅπου ὅλα ἔρχονται παρεσκευασμένα· ἔχει μόνον νὰ ἐκθέσῃ μίαν γνώμην καὶ πάντοτε λέγει, ἀναφέρομαι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστηρίου. Τὸ ἀνώτατον δικαστήριον τοῦ Ἀρείου Πάγου δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀδικήσω, δὲν λέγω, ὅτι δὲν ἔχει ὅλα τὰ φῶτα, ὅλην τὴν πεῖραν, ἥτις ἀπαιτεῖται διὰ νὰ δικάσῃ, καὶ ἔχει ἀνάγκην καὶ ἑτέρων βοηθημάτων, ὅσον ἀφορᾷ τοὺς ἑπτανησίους. Αἴ, κύριοι, τὰ ἀφορῶντα τοὺς ἑπτανησίους εἶναι τόσον πολλὰ καὶ τόσον ἀκατάληπτα; Ὅλα τὰ εἰσαγόμενα ἔχουν μίαν ἀνάλυσιν, θὰ τὰ ἀναπτύξῃ ὁ δικηγόρος· ὁ νομικὸς ἄνθρωπος ἔχει τὸν λύχνον τοῦ φωτὸς διὰ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν διάγνωσιν· δὲν πιστεύω νὰ χρειάζωνται καὶ εἰδικαὶ γνώσεις· καθὼς σᾶς εἶπον, ἡ ἐξάσκησις, ἡ πεῖρα εἶναι τὸ πᾶν. Ἂν ᾖναι τὰ δικαστήρια ὅπως ἐννοοῦμεν καὶ ὅπως πρέπει νὰ ᾖναι ὕστερον ἀπὸ τὴν πολυχρόνιον σύστασιν τῶν δικαστηρίων, ἡ ἐξάσκησις ἔκαμεν ὅλους νὰ γνωρίζουν. Εἶναι τώρα λόγος, ὡς νὰ ᾖναι πρωτόπειροι οἱ ἄνθρωποι, νὰ μὴν ἠμποροῦν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὴν γνῶσιν τῶν εἰσαχθησομένων πραγμάτων; Ποικίλαι εἶναι αἱ ὑποθέσεις, ἀλλ’ ἡ ἐπιστήμη ἔχει τὸν ὁδηγόν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ νὰ ὑπάρχῃ καὶ αὐτὴ ἡ θέσις εἶναι ὅλως διόλου ἀνίσχυροι. Λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἐπειδὴ κατὰ τὸ μέτρον τῆς οἰκονομίας ἐβαδίσαμεν εἰς ὅλα τ’ ἄλλα ἀντικείμενα, ὀφείλομεν καὶ τώρα νὰ σκεφθῶμεν οὕτως, διότι δὲν φέρομεν οὐδεμίαν ἐλάττωσιν, διότι τὰ πράγματα ἀποδεικνύουν, ὅτι ἡ ἐργασία σήμερον γίνεται ἄνευ ἐλλείψεως. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς, διότι αὕτη μετὰ σκέψιν ὥριμον ἐγνωμοδότησε.
§55ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ Κ. Καλλιφρονᾶ, ὁ ὁποῖος ἐθεώρησε τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρ. Πάγου ὡς συνισταμένην εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον γίνεται σήμερον, εἰς τὸ ἀναφέρεσθαι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ δικαστοῦ· διότι μαρτύρομαι τὸν Κ. Γρηγοριάδην, ὅστις παρετήρησεν, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος ἐβγῆκαν δύω ἀποφάσεις διαφορετικαί· δὲν ὑπάρχει τοὐτέστι τὸ ὁμοιόμορφον εἰς τὴν νομολογίαν.
§56ΚΟΥΡΗΣ. Ἔγεινεν ἀπόφασις;
§57ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Βέβαια.
§58ΚΟΥΡΗΣ. Λοιπὸν δὲν χρειάζονται ἄλλα!
§59ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸν λόγον, Κ. πρόεδρε, διότι δὲν μᾶς ἔμεινε τίποτε πλέον (θόρυβος). Μὴ ταράτεσθε, ὁ Κ. Κυπριάδης ἐλάλησε τέσσαρας ὥρας καὶ δὲν ἐταράχθητε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§61ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Συμβαίνει δὲ, κύριοι, ὥστε ἡ Νομολογία τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι ὁ κανὼν ἀπὸ τὸν ὁποῖον θὰ ὁδηγῶνται τὰ κατώτερα δικαστήρια εἰς τὴν λύσιν τῶν νομικῶν ζητημάτων, συμβαίνει ὥστε νὰ ᾖναι πολλάκις ἀντιφατικὴ, καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποφασίζονται τὸ ἓν ἔτος, νὰ ἀλλοιοῦνται τὸ ἄλλο, ὄχι μόνον διότι ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως δὲν ἐκπληροῖ τὸν προορισμόν της, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ ἑξῆς. Ὁ Ἄρειος Πάγος, ὅταν συγκροτῆται ἀπὸ τακτικοὺς δικαστὰς, ἀποφασίζει καλλύτερον· ὅταν ὅμως κωλύωνται οὗτοι καὶ τοὺς ἀναπληροῦν Δικηγόροι, τότε ἔρχεται μία ἄλλη γνώμη, καὶ οὕτω μεταβάλλεται ἡ πρώτη νομολογία, ἥτις εἶναι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν Νόμων, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι ἑνιαία, σταθερὰ, ἵνα ἀποκόπτωνται αἱ ἔριδες καὶ ὁδηγῶνται τὰ κατώτερα δικαστήρια. Ἡ θέσις τοῦ εἰσαγγελέως τοῦ Ἀρ. Πάγου εἶναι σπουδαία, διότι ὁ νόμος δὲν λέγει ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς εἰς τὰς πολιτικὰς δίκας ἠμπορεῖ νὰ λέγει, ἀναφέρομαι εἰς τὴν κρίσιν τοῦ Δικαστηρίου, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ καὶ ὁ Δικ. Κλητὴρ, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ νὰ μελετᾷ τὰς δικογραφίας καὶ τὰς προτάσεις ἀμφοτέρων τῶν μερῶν καὶ νὰ ἔρχεται νὰ δίδῃ γνώμην ἐπὶ ἑκάστου ζητήματος. Ἔγεινε ποτὲ τὸ τοιοῦτον; ἴσως ἐπὶ ἀρχαιοτέρων ἡμερῶν, ὅτε ὑπῆρχε μεγαλητέρα ἀφοσίωσις εἰς τὴν δικαστικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν θέσιν κατεῖχον οἱ ἱκανώτεροι καὶ νοημονέστεροι τῶν συμπολιτῶν μας· ἴσως ἔγεινε δοκιμὴ καὶ ἐσχάτως ὅταν τὴν θέσιν τοῦ εἰσαγγελέως τὴν κατέλαβεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Προβελέγγιος· ἂν ἐξαιρέσετε αὐτὴν τὴν περίστασιν, ἄλλοτε ἐγίνετο ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς. Αὐτὸ ὅμως δὲν εἶναι ἡ θέλησις τοῦ Νόμου· πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ εἰσαγγελεὺς μεγάλην ἱκανότητα καὶ ἐπιμέλειαν, πρέπει νὰ μελετᾷ σπουδαίως τὰς ὑποθέσεις διὰ νὰ ἔρχεται νὰ δίδῃ τὴν γνώμην του, νὰ φωτίζῃ τοὺς δικαστὰς, νὰ ἐπιβλέπῃ μήπως γίνωνται παρανομίαι ἢ μεταβολαὶ τῶν γνωμῶν· ἔχει προσέτι καὶ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ ἡγεμὼν τοῦ Δικαστικοῦ κλάδου, μεθ’ οὗ θέλει ἡ δικαστικὴ χορεία συνεννοεῖται· διότι ὁ ἀνώτερος δικαστικὸς λειτουργὸς εἶναι ὁ Εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρίου Πάγου. Αὐτὰ ὅμως δὲν ἐκτελοῦνται σήμερον, καὶ διὰ τοῦτο χειροτερεύομεν καὶ αἱ ἀποφάσεις δὲν εἶναι ὀρθαὶ καὶ ἡ κατάστασις τῶν δικαστηρίων βαίνει ἐπὶ τὸ χεῖρον. Ἐκτὸς ὅμως τούτων, Κύριοι, ὁ εἰσαγγελεὺς τοῦ Ἀρ. Πάγου ἔχει καὶ ἄλλας σπουδαιοτέρας ἐργασίας· ἔχει τὰς ποινικὰς ὑποθέσεις, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι τρόπον τινὰ διάδικος, καὶ καθὼς ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς ἐθεώρησεν, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς τῶν ἐφετῶν, διότι διεξάγει, ἐπιτηρεῖ τὰς ἀνακρίσεις, εἶναι πρόσωπον ἀναγκαῖον, τοιουτοτρόπως κατὰ μείζονα λόγον ὁ εἰσαγγελεὺς, ὁ ὁποῖος εἰσάγει εἰς τὸ συμβούλιον ὅλας τὰς ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάγονται εἰς ἀναίρεσιν· εἶναι μάλιστα πολὺ σπουδαία ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου παρὰ ἑνὸς Κακουργιοδικείου, παρὰ ἡ τῶν συνέδρων, διότι ἡ ἀπόφασις τοῦ Ἀρείου Πάγου ἢ σώζει ἢ καταστρέφει τὸν πολίτην διὰ μιᾶς διαφορετικῆς ἑρμηνείας. Λοιπὸν αὐτὸς εἶναι ὁ μεγαλείτερος εἰσαγγελεὺς, ὁ τοῦ Ἀρείου Πάγου, καὶ ὅταν ᾖναι τόση πληθὺς ὑποθέσεων, δὲν δύναται νὰ ἐπαρκέσῃ. Τώρα προστίθεται καὶ τὸ ἄλλο· ἀφ’ οὗ ὁ εἰσαγγελεὺς ὀφείλει νὰ γνωμοδοτῇ, πρέπει νὰ ᾖναι νομομαθὴς, πρέπει νὰ γνωρίζῃ τὴν νομοθεσίαν καλὰ, ἀφ’ οὗ εἶναι ὁ κατήγορος, ὁ διάδικος, ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς κοινωνίας εἰς τὰς ὑποθέσεις τὰς ποινικάς. Βέβαια ἠμπορεῖ τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐπειδὴ ἀπεκτήσαμεν τὴν Ἑπτάνησον, ἐπειδὴ αἱ ὑποθέσεις ἐκεῖναι ἔχουν τὴν εἰδικότητά των, ἔχουν περιπλοκὴν, ἂν δὲν δυνάμεθα ἐντὸς τοῦ Ἀρείου Πάγου νὰ ἔχωμεν δύο δικαστὰς εἰδότας τὴν νομοθεσίαν ἐκείνην, τοὐλάχιστον νὰ ἔχωμεν ἕνα εἰσαγγελέα, ὁ ὁποῖος θὰ βοηθῇ τοὺς Ἀρειοπαγίτας καὶ ὁ ὁποῖος θὰ λέγῃ ἀμέσως, ὅτι αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ προβλέπει ὁ δεῖνα νόμος, ὁ δεῖνα συγγραφεὺς, ὥστε θὰ φωτίζῃ τοὺς Ἀρειοπαγίτας· ἐνῷ, ὅταν δὲν ἔχουν τοιοῦτον ὁδηγὸν, ὅταν ὁ εἰσαγγελεὺς δὲν ἔχῃ καιρὸν νὰ μελετᾷ τὴν νομοθεσίαν αὐτὴν, εἴτε, καὶ διότι δὲν γνωρίζει, δὲν τοὺς βοηθεῖ, τότε βέβαια θέλουν ἐπέρχεσθαι ἄτοπα. Θεωρῶ λοιπὸν πολὺ ὀρθὸν τὸν λόγον τῆς ὑπάρξεως τοῦ εἰσαγγελέως καὶ ἀντεισαγγελέως τοῦ Ἀρείου Πάγου· ἂν δὲ δὲν ὑπῆρχεν αὐτὸς ὁ λόγος, ἤθελον εἶσθαι καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τῆς οἰκονομίας. Εὔχομαι λοιπὸν νὰ ἐκπληρωθῇ ἡ εὐχὴ ἡ ἐκφρασθεῖσα, νὰ ᾖναι ὁ εἰσαγγελεὺς ἢ ἀντεισαγγελεὺς ἑπτανήσιος.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θὰ σᾶς ἐρωτήσω περὶ τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία θέλει νὰ ἀποῤῥιφθῇ εἷς τῶν δύο· ἕνα μόνον ἀφίνει. Ὁ Κ. ὑπουργὸς δὲν τὸ δέχεται καὶ εἶναι σύμφωνοι καί τινες βουλευταί. Λάβετε τὰς θέσεις σας, θὰ ζητήσω δι’ ἀναστάσεως τὴν γνώμην σας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ περὶ Ἀρείου Πάγου. Ὁ Κ. Κυπριάδης προτείνει αὔξησιν πιστώσεως 10,000 διὰ μισθοδοσίας, οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην του νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Λοιπὸν προχωροῦμεν «Ἐφετῶν» δὲν ὑπάρχει γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς.
§63ΛΕΟΝΤΑΡΑΚΗΣ. Δέχεται ἡ ἐπιτροπὴ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ περὶ αὐξήσεως ἑνὸς ἐφετείου.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κυπριάδης ζητεῖ αὔξησιν προσώπων καὶ αὔξησιν μισθοῦ.
§65ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ περὶ αὐξήσεως μισθοῦ ἀπεῤῥίφθη, ἀφ’ οὗ ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη αὐτὴν διὰ τὸν Ἄρειον Πάγον.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν.
§67ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ ἠξεύρω ἐγώ. Ἡ Βουλὴ ταύτην τὴν στιγμὴν ἀπέῤῥιψε τὴν αὔξησιν τοῦ μισθοῦ διὰ τοὺς Ἀρειοπαγίτας, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ φανῇ ἀσυνεπής (θόρυβος).
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον ζητῶ τὴν γνώμην σας διὰ τὴν αὔξησιν 4 ἐφετῶν μὲ τὴν προσθήκην 100 δραχ. κατὰ μῆνα.
§69ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Χωριστὰ τὸ ἓν καὶ χωριστὰ τὸ ἄλλο.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντελήφθην πολὺ καλὰ ἐγὼ τὴν πρότασιν.
§71ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσοι εἶναι ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως θὰ ψηφοφορήσωσι κατὰ διὰ τὴν μισθοδοσίαν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι δέχονται τὰ πρόσωπα τὰ ἐννέα συμπεριλαμβανομένου καὶ τοῦ μισθοῦ, νὰ σηκωθοῦν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· δὲν παρεδέχθη. Τώρα τὸ ἄλλο· ὅσοι δέχονται τὴν προσθήκην τῶν ἐννέα ἐφετῶν, νὰ ἐγερθοῦν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Δὲν παρεδέχθη.
§73ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε δεκαπέντε; (ἐγείρονται δέκα πέντε). Κατὰ τὸ χρέος μου καὶ τὸν κανονισμὸν, καίτοι ἐκφρασθείσης τῆς Βουλῆς, χρεωστῶ νὰ ζητήσω τὴν γνώμην της δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§75ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ὁ σκοπὸς, ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη; αὐτὴ εἶναι μία πίεσις. (θόρυβος).
§76ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν πιέζεται.
§77ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἂν δὲν ἔχῃς τόλμην νὰ ψηφοφορήσῃς, ἄλλος λόγος, δὲν ἐννοῶ ὅμως τὴν πίεσιν.
§78ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω περισσότερον ἀπὸ ὑμᾶς θάῤῥος.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκφρασις τοῦ βουλευτοῦ Κέας δὲν εἶναι καλή· ὁ βουλευτὴς εἶναι ὡρκισμένος. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τῶν ἐννέα ἐφετῶν, λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι· ὁρίσατε, ψηφολέκται.
§80ΛΑΠΠΑΣ. Διὰ τοὺς 4, Κ. Πρόεδρε.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, καθὼς σᾶς ἀκούω, νὰ μὲ ἀκούετε· ὁ Κ. Κυπριάδης οὕτω προτείνει.
§82ΛΑΠΠΑΣ. Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι θέλομεν τοὺς 4, τί θὰ εἴπωμεν;
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἔλθῃ κατόπιν καὶ αὕτη ἡ πρότασις. Ὅταν ὁ Κ. Κυπριάδης θέλῃ, ἠμπορεῖ νὰ τὴν ἀνακαλέσῃ.
§84ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐγὼ δὲν ἔχω σκοπὸν μήτε κἀνένα νὰ ἐκθέσω, μήτε περὶ ἐμαυτοῦ φροντίζω· ἀφοῦ ἡ Βουλὴ δὲν δέχεται τοὺς ἐννέα, ἀνακαλῶ τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, καὶ ἂς ψηφοφορήσωμεν δι’ ἀναστάσεως διὰ τοὺς τέσσαρας.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε λοιπὸν, ἀφοῦ ἀπαλλαττόμεθα τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως. Κύριοι Βουλευταί, θὰ ψηφοφορήσωμεν περὶ 4 μόνων. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τεσσάρων μόνον ἐφετῶν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη.
| Ἐφέται | 212,232. |
| Πρωτοδίκαι | 683,933. |
§86Δ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον. Ἡ προσοχὴ, τὴν ὁποίαν κατεβάλατε, κύριοι, ἀπ’ ἀρχῆς ἐπιληφθέντες τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῆς Δικαιοσύνης, ἀποδεικνύει τὴν ἐπιθυμίαν τὴν ὁποίαν πάντες ἔχομεν τοῦ ν’ ἀπονέμεται ἡ δικαιοσύνη ἐγκαίρως καὶ μὲ ὀλιγωτέρας θυσίας τῶν διαφερομένων μερῶν, διότι τότε καὶ μόνον τότε ὑπάρχει ἡ βασιλεία τῶν νόμων, δηλ. ἡ εὐνομία. Πολλὰ ἐλέχθησαν παρὰ τῶν προλαλησάντων περὶ τῆς κακῆς καταστάσεως εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ δικαιοσύνη, καὶ κατ’ ἐμὲ τὰ λεχθέντα ἐνώπιόν σας δὲν εἶναι ψεύδη, ἂν καὶ ἔχωσι πολλὴν τὴν ὑπερβολήν. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, ὅτι καὶ τὰ Ἐφετεῖα καὶ τὰ Πρωτοδικεῖα καὶ τὰ Εἰρηνοδικεῖα δὲν διατελοῦσιν εἰς κατάστασιν ἀνθηρὰν, σύμφωνον μὲ τὰς ἐλπίδας καὶ τὰς προσδοκίας τῆς κοινωνίας, καὶ τὸν προορισμὸν, ὃν ὁ νόμος ἔδωκεν εἰς αὐτά. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλὰ ὀλίγοι ἐκ τῶν συγκροτούντων τὰ ἀνωτέρω δικαστήρια εἰσὶν ἀφωσιωμένοι εἰς τὴν λειτουργίαν των, διότι ἄλλοι κατέχονται ὑπὸ μαρασμοῦ, ἄλλοι εἰσῆλθον εἰς τὰ δικαστήρια ἄνευ τινὸς ἐλέγχου καὶ ἄνευ προηγουμένων, καὶ τέλος πάντων ἡ κοινωνία δὲν ἀπολαμβάνει πλήρη δικαιοσύνην καὶ ἐγγύησιν δικαιοσύνης· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὴν κατωτέραν βαθμίδα τῆς δικαιοσύνης εἰσεπήδησαν πρόσωπα κακῆς ὑπολήψεως, καὶ ἀπαιτεῖται νὰ καταβληθῇ ἡ δέουσα προσπάθεια ὅπως ἐπέλθῃ διόρθωσίς τις. Σήμερον πρόκειται περὶ τῶν Πρωτοδικείων. Τὰ Πρωτοδικεῖα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν, κατὰ τὸν ὀργανισμὸν τῶν δικαστηρίων εἶναι 13, ἀπὸ ἓν εἰς ἕκαστον τῶν 13 νομῶν. Τινὲς τῶν νομῶν εἶναι πολυπληθέστεροι ἄλλων, καὶ εἴς τινας ἐπαρχίας ὑπάρχουσι μέρη, τὰ ὁποῖα πολὺ ἀπέχουσι τῆς ἕδρας τῶν δικαστηρίων, καὶ μέσα συγκοινωνίας δὲν ὑπάρχουσι καὶ ἡ ὁδοιπορία δὲν εἶναι ἀσφαλὴς, καὶ ἡ πολιτικὴ δικαιοσύνη χωλαίνει καὶ ἡ ποινικὴ δὲν εἶναι ἀκμαία. Διὰ τοῦτο πολλαὶ ποινικαὶ ὑποθέσεις μένουσιν ἐκκρεμεῖς, τὰ πινάκια τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων πληροῦνται ἐγγεγραμμένων ὑποθέσεων, τὰ παράπονα, τὰ ὁποῖα ἐγείρονται, ὁλονὲν αὐξάνουσι, διότι δὲν ἀπονέμεται ταχέως δικαιοσύνη, καὶ μὲ ὀλιγωτέραν δαπάνην. Δὲν γνωρίζω ποῖαι εἶναι αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον σημειοῖ ὡς ἐχούσας ἀνάγκην συστάσεως πρωτοδικείων. Μεταξὺ ὅμως ἄλλων ἐπαρχιῶν ὑπάρχει καὶ ἡ τῆς Κορινθίας, ἡ ὁποία ἔχει 11 δήμους, ἔχει προσόδους 10,000, ἀπέχει δὲ πολλὰς ὥρας μακρὰν τῆς Ναυπλίας, ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου. Ἡ Ζαχόλη καὶ ἕτεροι δῆμοι ἀπέχουν 20 ὥρας, καὶ ἐν καιρῷ χειμῶνος δὲν εἶναι μόνον δυσχερὴς ἡ μεταβίβασις τῶν διαδίκων καὶ μαρτύρων ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἕτερον τῆς ἕδρας τοῦ Πρωτοδικείου, ἀλλὰ καταντᾷ καὶ ἀδύνατος, διότι ἡ ὁδὸς δὲν εἶναι ἀσφαλής. Τὸ δημόσιον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πληρόνῃ σημαντικὰ ποσὰ διὰ τοὺς μάρτυρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀναχωροῦσιν ἀπὸ τοῦ ἄκρου τῶν δήμων καὶ ἔρχονται εἰς τὸ ἕτερον τοῦ Πρωτοδικείου, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐξωγκωμένα ποσὰ δι’ ἀποζημιώσεις μαρτύρων. Αἱ ποινικαὶ δίκαι καθ’ ἑκάστην ἀναβάλλονται, καὶ ἀναβαλλομένων τῶν ποινικῶν δικῶν, ἐπιβαρύνεται ἐπίσης ὁ προϋπολογισμὸς μὲ τὰ ἔξοδα αὐτὰ, διότι ἡ ἀναβολὴ δὲν χρεωστεῖται εἰς τὸ λειπομαρτύριον δι’ ἀπείθειαν τῶν μαρτύρων, ἀλλ’ εἰς τὰς δυσχερείας, τὰς ὁποίας ἔχουν ν’ ἀπαντήσουν οἱ διάδικοι καὶ οἱ μάρτυρες. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται ὡς μάρτυρες καὶ προσφέρουν ἓν καθῆκον ὑπηρεσίας εἰς τὴν κοινωνίαν, ὅπως τιμωρηθῶσιν οἱ ἔνοχοι, ἀναγκάζονται νὰ ἐγκαταλείπωσι τὰς ἐργασίας των ἐν καιρῷ καθ’ ὃν ἡ παρουσία των εἶναι ἀναγκαιοτάτη εἰς αὐτοὺς, καὶ ἀπουσιάζουν πέντε καὶ ἓξ ἡμέρας. Ἐννοεῖτε ὁποία ζημία ἐπίκειται εἰς αὐτοὺς, καὶ αὐξάνει πρὸς τούτοις τὸ τοιοῦτον καὶ τὸ πολυάσχολον τῶν δικαστῶν, διότι ἐπέρχονται πολλαὶ ἀλλεπάλληλοι δίκαι. Οἱ λόγοι αὐτοὶ, κύριοι, δικαιολογοῦν τὴν σύστασιν Πρωτοδικείου εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτήν. Τὸ Πρωτοδικεῖον τοῦτο δὲν θέλει ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμόν· διότι πρῶτον θέλει φέρει τὴν ἐλάττωσιν δύω ἢ τριῶν πρωτοδικῶν ἐκ τῶν Πρωτοδικείων, ἅτινα ὑπάρχουν τὴν σήμερον, θέλει οἰκονομήσει πρὸς τούτοις σημαντικὸν ποσὸν διὰ τὰς δαπάνας, αἱ ὁποῖαι χρειάζονται διὰ τοὺς μάρτυρας τοὺς μεταβαίνοντας ἀπὸ μακρὰς ἀποστάσεις εἰς τὴν ἕδραν τοῦ δικαστηρίου Ἐκτὸς δὲ τούτου θὰ εὐκολύνωμεν καὶ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀναγκάζονται νὰ δαπανῶσιν ἁδρὰ ποσὰ, καὶ παρέρχονται ἑβδομάδες ὁλόκληροι, καθ’ ἃς ἐκτίθενται εἰς κινδύνους μυρίους, ὅταν μάλιστα ἐν καιρῷ χειμῶνος ὁδοιπορῶσιν. Ἐκτὸς δὲ τούτου θ’ αὐξηθῶσι καὶ αἱ δικαζόμεναι ὑποθέσεις, καὶ θὰ καταναλίσκεται πλειότερος ἔνσημος χάρτης, θ’ αὐξήσωσιν ἑπομένως καὶ τὰ ἔσοδα. Οὕτω θὰ ἐνθαῤῥύνωμεν τὴν φιλοπονίαν, θ’ αὐξήσωμεν τὴν δραστηριότητα τῆς δικαιοσύνης, ὥστε παροῦσα αὕτη νὰ τιμωρῇ τοὺς κακοποιοὺς ἀνθρώπους, ἐνῷ τώρα, καὶ ἂν θέλῃ, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν. Ἐκτὸς τούτων ἡ Κόρινθος, ἡ ὁποία εἶναι πόλις νέα, κειμένη ἐν τῷ μέσῳ δύω λιμένων, εἶναι γέφυρα, ἡ ὁποία συνδέει τὴν Ἀνατολὴν μὲ τὴν Δύσιν· ἡ πόλις αὕτη χρεωστεῖται εἰς τὴν φιλοτιμίαν τῶν κατοίκων καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὁμογενῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συμπαθοῦντες πρὸς τοὺς κατοίκους, οἵτινες ἔπαθον, παρέσχον αὐτοῖς τὴν προστασίαν των, εὐχόμενοι καὶ ἐλπίζοντες ἵνα ἡ πόλις αὕτη ἐνισχυομένη κατασταθῇ πόλις λόγου ἀξία, τιμῶσα τὴν ὅλην πατρίδα. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκτιμῶσα ἀκριβῶς τὰς περιστάσεις καὶ θεραπεύουσα τὰς ἀνάγκας, θέλει πληρώσει τὴν ἐπιθυμίαν αὐτὴν καὶ τὸν διακαέστατον πόθον τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς, ἐπιψηφίζουσα πίστωσιν. Καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι 100,000, αἱ ὁποῖαι εἶναι σημειωμέναι εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι ἀρκεταὶ, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξηθῇ τὸ κονδύλιον αὐτὸ, διότι τρεῖς μῆνες παρῆλθον τοῦ ἔτους 1867 καὶ τὸ Πρωτοδικεῖον αὐτὸ βεβαίως θ’ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας του τὰς ἀρχὰς Μαΐου· ἑπομένως ἡ ὑπάρχουσα πίστωσις εἶναι ἀρκετή· θὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ 68, κύριοι, καὶ θὰ παρατηρήσετε πόσον δικαία καὶ συμφέρουσα εἰς τὸ δημόσιον εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα.
§87ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν, κύριοι, δὲν ὑποτίθεται, ὅτι εἴμεθα μία ἑταιρία συμφερόντων, ἀλλ’ ἓν νομοθετικὸν σῶμα, πρέπει εἰς ἑκάστην πρότασιν, ἥτις ἀποβλέπει ἴδια συμφέροντα ἐπαρχιακὰ καὶ οὐχὶ γενικὰ ὁλοκλήρου τοῦ Κράτους, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι λίαν προσεκτική· συνιστῶσα Πρωτοδικεῖα εἰς μερικὰς ἐπαρχίας, ἀμέσως διεγείρει τὸ αἴσθημα τῆς προσωπικῆς φιλοτιμίας τοῦ νὰ ζητῇ ἕκαστος βουλευτὴς Πρωτοδικεῖον εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, εἰς τὴν ὁποίαν ἀνήκει, ὅταν μάλιστα τὰ δικαιώματα τῆς ἐπαρχίας ᾖναι ἀνώτερα. Παρὰ τοῦ προλαλήσαντος, ζητοῦντος σύστασιν Πρωτοδικείου εἰς τὴν Κορινθίαν, δὲν ἠδυνήθην ν’ ἀκούσω λόγους πειστικοὺς δημοσίου συμφέροντος, ὥστε νὰ ᾖναί τις προπαρεσκευασμένος ν’ ἀντικρούσῃ· μολαταῦτα, ἐπειδὴ οἱ λόγοι, οἱ ἀποκρούοντες τὴν σύστασιν εἰδικοῦ δικαστηρίου εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν, εἶναι λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐν παντὶ καιρῷ καὶ χρόνῳ δύνανται νὰ λεχθῶσιν, ἔρχομαι ἀπροπαρασκεύαστος νὰ προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συστάσεως οὐ μόνον εἰς τὴν Κορινθίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας, ὅπου ζητεῖται κατ’ ἐξαίρεσιν ἡ σύστασις τοιούτων δικαστηρίων, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχει δικαιολογημένη γνωμοδότησις ὁλοκλήρων ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν συμβουλίων, ἐνόσῳ δὲν ὑπάρχουν δικαστικῶς ἀποδεδειγμέναι ἐκθέσεις τῶν εἰσαγγελέων, αἵτινες νὰ δικαιολογῶσι τοιαύτην σύστασιν, καὶ οὐχὶ μόνον ἡ πρότασις, ἡ ὁποία κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀπαράδεκτος, ἑνὸς βουλευτοῦ ἢ τῶν βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ σύστασις Πρωτοδικείων δὲν αὐξάνει τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ μὲ τὰ αὐτὰ ἔξοδα δύνανται νὰ συστηθῶσι δικαστήρια. Ὅταν, κύριοι, βουλευταὶ, προστεθῶσι δικαστήρια, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ ἀνάλογον προσωπικὸν, ὅπως μὴ οἱ δικασταὶ οἱ τακτικοὶ ἀναπληρῶνται ἀπὸ παρέδρους καὶ δικηγόρους καὶ συμβαίνουν τ’ ἀδικήματα, διὰ τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνία ἔχει δίκαιον ν’ ἀπαιτῇ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ συμπληρώσῃ τὰ μέχρι τοῦδε ὑπάρχοντα, καὶ ὄχι νὰ ζητῇ νὰ δημιουργήσῃ νέας ἀτελείας. Ποῦ θὰ εὕρωμεν τὸ προσωπικὸν, ἀφοῦ εἶναι πανθομολογούμενον, ὅτι δὲν εὑρίσκομεν σήμερον νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ δικαστήρια, διότι ὅλαι αἱ ἐπισημότητες ζητοῦν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Πρωτεύουσαν; ποῦ θὰ εὕρωμεν δικαστὰς, ὅταν σήμερον δὲν εὑρίσκωμεν ἕνα καλὸν Πρόεδρον νὰ στείλωμεν εἰς τὴν Τρίπολιν; Καὶ ὅταν δεκαπλασιάσωμεν τὰ δικαστήρια, τί θὰ γείνῃ; Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι τὸ δικαστήριον δὲν θ’ αὐξήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ἀμέσως θὰ προστεθῶσι τὰ ἔξοδα τῶν φυλακῶν, τῶν ἐπιστατῶν, θὰ διορισθῶσιν εἰσαγγελεῖς, ἀντεισαγγελεῖς κτλ. Ὡσαύτως νομικῶς δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ Πρωτοδικεῖον εἰς τὴν Κόρινθον, τότε θὰ εὐκολύνωνται οἱ μάρτυρες νὰ διέρχωνται μεγάλας ἀποστάσεις· τὰ ἐγκλήματα γίνονται εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Π. χ. εἷς Γορτύνιος ἔκαμεν ἓν ἔγκλημα εἰς τὴν Πρωτεύουσαν· δυνατὸν εἶναι νὰ προσκληθῶσι μάρτυρες ἐκ τῆς Γορτυνίας, ἀλλ’ ὅταν ᾖναι ἁπλουστάτη ἡ ὑπόθεσις, δὲν ἀπαιτεῖται ὁ ἀνακριτὴς νὰ καλῇ ἐνώπιόν του τοὺς μάρτυρας, διότι παραγγέλλει ἁπλῶς τὸν εἰρηνοδίκην τοῦ τόπου νὰ τοῦ στείλῃ τὴν ἔκθεσιν. Πρέπει νὰ ἔλθωμεν, κύριοι, εἰς τὰ πράγματα· τὸ δημόσιον ἐν τῇ περιστάσει ταύτῃ δὲν θέλει ὠφεληθῆ, ἀλλὰ θ’ αὐξήσῃ ὁ προϋπολογισμὸς ἀνὰ 300 δραχ. τὸν μῆνα διὰ 10 πρόσωπα, θ’ αὐξήσῃ διὰ σύστασιν φυλακῶν, ἐν αἷς βεβαίως θὰ ὑπάρχουν καὶ ἐπιστάται. Μᾶς προτείνουν τὴν ἐκ τοῦ χαρτοσήμου αὔξησιν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι αἱ δίκαι θὰ ᾖναι αἱ αὐταί. Δὲν ἀρκεῖ μόνον ἡ καλὴ ποιότης τῶν δικαστῶν, πρέπει καὶ αἱ ἀποφάσεις ταχέως νὰ ἐκδίδωνται, διότι ὑπάρχουσι σωρεῖαι ὑποθέσεων, αἵτινες θὰ ᾖναι αἱ αὐταὶ καὶ μετὰ τὴν αὔξησιν τῶν δικαστηρίων. Ἑπομένως ἔχομεν, ὡς βλέπετε, ἀνάγκην μᾶλλον δικαστῶν, διότι οἱ καλλίτεροι προτιμοῦν τὴν Πρωτεύουσαν, τὰς Πάτρας, τὸ Ναύπλιον· ὁ κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης πρὸ ἑνὸς μηνὸς διώρισε δικαστὴν εἰς τὴν Τρίπολιν, ὅστις μὴ ἀρεσκόμενος εἰς τὸ ἐαρινὸν τοῦ κλίματος, ζητεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Πρωτεύουσαν. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ διαμείνῃ δικαστὴς εἰς ἐπαρχίαν, θέλετε νὰ πολλαπλασιάσωμεν τὰ δικαστήρια; Νομίζετε δὲ, ὅτι θὰ φέρετε εὐκολίας καὶ εἰς τοὺς κατοίκους νὰ μὴ πηγαίνουν μακρὰν νὰ δικάζωνται; Ὁ Ζαχωλίτης, ὅταν γείνῃ ἔφεσις, δὲν θὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Ἐφετεῖον Ναυπλίας; δὲν θὰ ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας εἰς τὸν Ἄρειον Πάγον; Ἑπομένως ὁ λόγος οὗτος τῆς εὐκολίας, ὡς προτείνεται, τῶν κατοίκων δὲν ὑπάρχει. Ἔτι δὲ, κύριοι, εἶμαι ἐναντίος καὶ εἰς τὴν σύστασιν πολλῶν Εἰρηνοδικείων, διότι ταῦτα (ἐκ πείρας γνωρίζομεν) ἔφερον τὴν διαφθορὰν εἰς τὴν κοινωνίαν, καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔγειναν στρεψοδίκαι, καὶ μάλιστα, ὅταν ὑπῆρχεν ὁ νόμος τῶν πενήτων, δὲν εἶχον παρὰ νὰ δικάζωσι πέντε καὶ δέκα δραχμῶν ὑποθέσεις· — Πρέπει κατὰ τὴν σύστασιν τῶν δικαστηρίων ἡ Κυβέρνησις νὰ ᾖναι βεβαιωμένη ἐξ ἐπισήμων ἐκθέσεων, καὶ τότε μόνον δύναται νὰ κάμῃ εὐεργεσίαν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἄλλως θὰ φέρῃ τὴν διαφθορὰν ἐντὸς αὐτῆς. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ διὰ τοὺς λόγους τοῦ δημοσίου συμφέροντος δὲν παραδέχομαι τὴν σύστασιν δικαστηρίων. Ἤκουσά τινας νὰ λέγωσι περὶ τῆς Λευκάδος· καθόσον ἀφορᾷ τὸ μέρος τοῦτο δὲν γνωρίζω. Ἡ σύστασις λοιπὸν δικαστηρίων δὲν ὑποστηρίζεται ἀπὸ κἀνένα λόγον, οὔτε ἀπὸ τὸν λόγον τοῦ πληθυσμοῦ, οὔτε ἀπὸ τὸν λόγον τῶν δικαστικῶν ἐξόδων, διότι ταῦτα πάντοτε θὰ γείνουν· πρὸς δὲ μάρτυρες ἔρχονται ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τοῦ κόσμου· ἁπλῶς μόνον, κύριοι, θὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν προϋπολογισμὸν μὲ ἓν ἔξοδον μάταιον καὶ περιττὸν, μὲ συστάσεις δεσμωτηρίων, φυλακῶν κτλ.
§88ΛΑΠΠΑΣ. Κύριοι, δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς συστάσεως τῶν τριῶν πρωτοδικείων· ἐγὼ βλέπω, ὅτι διὰ νὰ θεραπευθῇ αὐτὸ τὸ κακὸν πρέπει νὰ ἴδωμεν καὶ τὰς ἐπαρχίας· π. χ. εἰς τὴν Εὐρυτανίαν, ὅπου νὰ σηκωθῇ κἀνεὶς ἀπὸ τὸ Καρπενῆσι, θέλει 60 ὥρας νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ Μεσολόγγιον, καὶ ἂν ᾖναι χειμῶνας, βεβαιωθῆτε ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ περάσῃ· καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας ἀκόμη, ὅπου ἡ ἀπόστασις εἶναι ἀπομακρυσμένη, ὥστε οἱ ἄνθρωποι ἐν καιρῷ χειμῶνος προτιμοῦν νὰ ἐξοδεύσουν 500 δραχ. παρὰ νὰ κινδυνεύσουν νὰ πνιγοῦν (θόρυβος). Τώρα λοιπὸν νὰ εὕρωμεν μίαν ἀπόστασιν ἀνάλογον. Εἶπα, ὅσαι ἐπαρχίαι εἶναι 20 ὥρας μακρὰν ἀπὸ τὰ διάφορα πρωτοδικεῖα, νὰ σχηματισθῇ ἐκεῖ ἓν πρωτοδικεῖον ἀδιακρίτως· δὲν θέλω οὔτε πληθυσμὸν, οὔτε ἐξαίρεσιν· αὐτὸ εἶναι δίκαιον. Τὰ ἔξοδα τοῦ ἐνοικίου νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένοι νὰ τὰ πληρόνουν οἱ δῆμοι. Παρατηρήσατε, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἶναι 260,000 σημειωμέναι διὰ τὰ ἔξοδα τῶν μαρτύρων.
§89ΤΙΝΕΣ. 472,000.
§90ΛΑΠΠΑΣ. Τόσον καλλίτερον δι’ ἐμέ· ἂν ἀποσπάσωμεν 100 χιλιάδας δραχ. ἀπὸ τὰς 400,000, ἠμποροῦμεν ἀξιόλογα μὲ μίαν οἰκονομίαν νὰ σχηματίσωμεν 10 πρωτοδικεῖα, καὶ τοιουτοτρόπως καὶ τὰς ἐπαρχίας αὐτὰς θὰ εὐεργετήσωμεν καὶ ἡ οἰκονομία δὲν θὰ βλαφθῇ. Διὰ τοῦτο ἔκαμα μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἀφ’ οὗ σᾶς ἀναγνώσω, σκεφθῆτε, καὶ ἂν ᾖναι δικαία, δόσετε τὴν ψῆφόν σας· ἄλλως, κάμετε ὅ,τι θέλετε.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις. Ἄρθρον 1. «Συνιστῶνται πρωτοδικεῖα εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας μόνον, εἰς ἃς ἡ ἀπόστασις ἀπέχει ἀπὸ τῆς ἕδρας τῶν ἤδη πρωτοδικείων πλέον τῶν εἴκοσιν ὡρῶν. Ἄρθρον 2. Τὸ προσωπικὸν τῶν δικαστηρίων τούτων θέλει σύγκειται ἀπὸ ἕνα Πρόεδρον, δύω Πρωτοδίκας, ἕνα Ἀντεισαγγελέα καὶ ἕνα Γραμματέα. Ἄρθρον 3. Τὸ ἐνοίκιον τῶν καταστημάτων καὶ τῶν φυλακῶν ἐπιβαρύνει τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας.»
§92ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Προκειμένου, κύριοι, περὶ συστάσεως πρωτοδικείων, δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι, οἱαδήποτε κυβέρνησις καὶ ἂν ᾖναι, δὲν θὰ προτιμηθοῦν ἄλλα παρὰ τὰ μέρη ἐκεῖνα, ὅπου ὑπάρχει ἀνάγκη μεγάλη, καὶ τοιαύτη ἀνάγκη εἶναι ποῦ Γυθείου· ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ ὅσοι ὑπήρξατε πληρεξούσιοι, ὅτι πολλάκις ἐπανελήφθη ἡ πρότασις καὶ εἰς τὴν ά. Βουλευτικὴν σύνοδον, καὶ ἐδῶ ἐπίσης. Τὰ ἀπώτερα μέρη τῆς Λακωνίας μέχρι τῆς Σπάρτης ἀπέχουσι 30 ὥρας, μεσολαβεῖ θάλασσα, καθὼς εἶναι τὰ Κύθηρα, εἶναι ποταμοὶ καὶ καταντοῦν ἀδιάβατα αὐτὰ τὰ μέρη. Ἑπομένως ἡ πόλις τοῦ Γυθείου εἶναι καλὴ καὶ ἐμπορική· ἐγένετο δρόμος ἁμαξιτὸς, ἔχει γεφύρας· εἶναι πόλις ἥτις ἀπέχει τόσον πολὺ ἀπὸ τὸν νομὸν τῆς Λακωνίας, ὅσον οὐδεμία ἄλλη ἐπαρχία. Δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ἓν μόνον πρωτοδικεῖον ἂν συστηθῇ, ἡ κυβέρνησις δὲν θὰ προτιμήσῃ παρὰ τὸ μέρος ὅπου ὑπάρχει ἡ μεγαλητέρα ἀνάγκη, καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ Γύθειον. Ἐνδεχόμενον ὅμως νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἰς ἄλλας ἐπαρχίας τοιαύτη ἀνάγκη· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ δοθῇ πίστωσις διὰ 5 τοὐλάχιστον πρωτοδικεῖα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν σύστασιν τῶν εἰρηνοδικείων, ἐγὼ τὰ θεωρῶ πολὺ ἀναγκαῖα.
§93ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασις, κύριοι, ἡ διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ ὑποβαλλομένη, εἶναι ἀρκετὰ εὐφυὴς, δυναμένη ὅλους μας νὰ μᾶς ἡσυχάσῃ μὲ τὴν ἐλπίδα, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐπαρχίας μας, ἐνῷ μοὶ φαίνεται ὅτι κατόπιν θὰ ἀκούσωμεν ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν ποῖαι εἶναι αἱ ἐπαρχίαι, τῶν ὁποίων αἱ ἀνάγκαι ἔπεισαν τὴν κυβέρνησιν νὰ παραδεχθῇ τὴν σύστασιν πρωτοδικείων· ἂν πηγαίνωμεν μὲ τὴν ἐλπίδα, τότε καὶ ἐγὼ, διότι ἀνήκω εἰς μίαν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει οὔτε ἔφορον, οὔτε ἔπαρχον, οὔτε ταμίαν, ἡ ὁποία δὲν χωρίζεται ἀπὸ ποταμοὺς, ἀλλ’ ἀπὸ θαλάσσας, ἡ ὁποία δὲν ἔχει συγκοινωνίαν ταχυδρομικὴν παρὰ εἶναι ἠναγκασμένος ὁ κάτοικος μὲ ἓν πλοιάριον νὰ θαλασσοπορῇ ἐν καιρῷ χειμῶνος καὶ νὰ πνιγῇ, ἂν ἐπρόκειτο κἀνεὶς νὰ μὲ βεβαιώσῃ, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου ἤθελε συστηθῆ πρωτοδικεῖον, καὶ ἐγὼ ἤθελα σιωπήσει· καὶ ὅμως, ὅταν εἶπον ὅτι θὰ τὸ πολεμήσω, μοῦ εἶπεν ἕνας ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐπαρχίαν σου θὰ γείνῃ. Λοιπὸν, ὅταν δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ ἀπαιτήσεις ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ πρόκειται μόνον περὶ γενικῶν ἀναγκῶν, ἂν παραδεχθῶμεν ὅσα εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, ὅτι ἐκ τῶν πολλῶν συζητήσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμεν, ἐπείσθη ὅτι σήμερον εἶναι καιρὸς προτιμήσεως καὶ οὐχὶ διοργανώσεως, ἂν αὐτὸς ὁ λόγος ἰσχύσῃ καὶ ἀκούσωμεν τὸν διορισμὸν 3 ἢ 2 ἐφετῶν μὲ μίαν δαπάνην 26,000 δραχμῶν, βεβαίως τοῦτο θέλει ἰσχύσει περισσότερον, προκειμένου περὶ 150,000 διὰ 3 πρωτοδικεῖα· ἂν δὲ γείνουν 10, ὡς εἶπεν ὁ κ. Λάππας, ἢ 5, ὡς εἶπον ἄλλοι, τότε θὰ ὑπερβῶμεν τὸ ποσὸν τῶν 200,000 δραχ., ὥστε ἀνοίγεται ἓν στάδιον μεγάλης δαπάνης, μία πληγὴ, ἥτις δὲν πρέπει νὰ ἀνοιχθῇ, διότι τὴν αἰσθανόμεθα ὅλοι. Τί δὲ λέγω ἐγώ; ὅτι ἐννοῶ τὴν αὔξησιν τῶν δικαστηρίων τοῦ κράτους προκειμένου περὶ αὐξήσεως τοῦ Κράτους· καὶ νὰ ἦσθε βέβαιοι ὅτι, ἂν μετὰ 2 μῆνας παραλάβωμεν τὴν Κρήτην, τότε δικαιολογημένως θὰ εἴπωμεν, κάμνομεν 10 πρωτοδικεῖα καὶ ἀκόμη ἕνα Ἄρειον πάγον, καθὼς τὸ ἐπράξαμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον (θόρυβος). Πρόκειται περὶ συστάσεως πρωτοδικείων εἰς ὅλας τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν; τὸ ἐννοῶ· πρόκειται περί τινων ἐπαρχιῶν; περὶ προνομίων; δὲν εἶναι ἀνάγκη, οὔτε εἶμαι σύμφωνος.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ Κύθηρα εἶναι τὸ πλέον μεμακρυσμένον μέρος (θόρυβος).
§95ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν, λέγω, δὲν ὑπάρχῃ κατεπείγουσα καὶ ἀποδεδειγμένη ἀνάγκη τῆς συστάσεως πρωτοδικείων, τὰ πρωτοδικεῖα ὅπως ὑπάρχουν εἶναι ἀπὸ τὰ 1835, καὶ συνεστήθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑπάρχοντος ὀργανισμοῦ τῶν δικαστηρίων, τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης δὲν ἠθέλησε νὰ ἐγγίσῃ, διότι οὕτως ἐγνωμοδότησαν ὅλοι οἱ δικηγορικοὶ ὑπάλληλοι, καὶ δὲν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν περὶ συστάσεως πρωτοδικείων παρὰ ἐν περιπτώσει αὐξήσεως τῶν ὁρίων τῆς Ἑλλάδος· ἂν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἔγεινέ τις παράλειψις πρωτοδικείου, δὲν ἀντιτείνω νὰ γείνῃ, διότι εἶναι λάθος, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ διορθωθῇ· καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ λοιπὸν κράτος, δὲν εἶναι ἀνάγκη· ἢ πρέπει νὰ ᾖναι γενικὸν ἢ διόλου.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἡ γνώμη μου εἶναι γνωστὴ ἐκ τῶν προτέρων· ἐγὼ εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ὑπὲρ τῶν πολλῶν δικαστηρίων, διότι νομίζω, ὅτι ἀνάγκη τῆς κοινωνίας εἶναι, ἡ δικαιοσύνη νὰ ἀποδίδεται ταχεῖα, καὶ ἀπέναντι αὐτῆς οἱ μικροὶ ταμιευτικοὶ λόγοι πρέπει νὰ ὑποκύψουν. Δὲν ἠξεύρω τῷ ὄντι ἂν ὑπὸ τὴν ταμιευτικὴν ἔποψιν ἡ σύστασις δικαστηρίων τινῶν εἶναι οἰκονομία ἢ σπατάλη, καὶ οἰκονομία οὐχὶ πρὸς βλάβην τῶν ἀδικουμένων, διότι ὑποθέτω, ὅτι πολλὰ εἰσοδήματα χάνονται ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τῶν δικαστηρίων. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου, διότι νομίζω ἐντροπὴν ἀληθῶς νὰ ἐξετάζωμεν τὴν ἀπονομὴν τῶν δικαστηρίων μὲ τὸν πῆχυν τὸν ταμιευτικόν· καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν ἂν τὸ ἐξετάσητε, ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης ἡ ταχεῖα καὶ ἀσφαλὴς εἶναι πρόξενος ἐθνικοῦ μεγαλείου, πλουτισμοῦ μεγάλου, διότι τότε ἡ παραγωγὴ καὶ ἡ πρόσοδος καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐξάνει. Ὑπὸ τὴν εἰδικωτέραν λοιπὸν αὐτὴν ἔποψιν ἂν ἐξετάσωμεν τὸ πρᾶγμα, ἡ σύστασις τῶν δικαστηρίων εἶναι αὔξησις τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἀτόμων καὶ τῆς κοινωνίας. Ἀλλὰ, κύριοι, ὑπὸ τὴν ἔποψιν αὐτὴν δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται· πολλοὶ ἐξ ὑμῶν γνωρίζετε, ἐγὼ τὸ γνωρίζω καὶ ὡς δημόσιος ἄνθρωπος καὶ ὡς ἰδιώτης, ὅτι πολλὰ δικαιώματα κατεστράφησαν, καὶ εἰς πολλὰ μέρη ἡ ἀδικία ἐθρασύνθη καὶ τὰ ἐγκλήματα ἐπολλαπλασιάσθησαν, διότι ἡ δικαιοσύνη ἢ ἡ ἀπόλαυσις αὐτῆς εἶναι δυσχερὴς ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας καὶ τῶν ἀποστάσεων, καὶ πολλάκις οἱ πολῖται ἀποφασίζουν νὰ ὑποφέρουν ἀδικίας τινὰς, διὰ νὰ ἀποφύγουν τὰς ζημίας καὶ τὰ βάσανα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ὑποστῶσι μεταφερόμενοι εἰς τὴν ἕδραν τῶν δικαστηρίων διὰ νὰ ζητήσουν δικαιοσύνην· καὶ ὅταν εἰς μέρος τι τοιαύτη ᾖναι ἡ κατάστασις τῆς κοινωνίας καὶ ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προτιμοῦν νὰ ἀδικηθῶσι, τότε ἡ κοινωνία ἐκείνη δὲν εἶναι πολιτισμένων ἀνθρώπων· καὶ εἰς τὴν Μεσσηνίαν συνέβη πολλάκις ἐξ αἰτίας τῶν δυσκολιῶν αὐτῶν νὰ προτιμήσωσιν ἄνθρωποι νὰ ζητήσωσι τὸ δίκαιόν των δι’ αὐτοδικίας, διότι ὑπελόγισαν, ὅτι μεταβαίνοντες εἰς τὴν Μεσσηνίαν θέλουσι κινδυνεύσει καὶ θὰ ἔχουν ἀνάγκην μεγάλων ἐξόδων, καὶ τοιουτοτρόπως τὸ ἔγκλημα εἰς πολλὰ μέρη ἑδρεύει. Κύριοι, ἐσχάτως ἐλάβομεν αἰτίαν νὰ γνωρίσωμεν, ὅτι εἰς πολλὰς ἐπαρχίας ἡ ἀνάγκη τοῦ ὑφισταμένου συστήματος ἔκαμε νὰ ζητήσωσι θεραπείαν· καὶ ἔχουν δίκαιον· καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ κ. προλαλήσας, ὅστις πρὸ ὀλίγου ἐζήτει καὶ αὔξησιν τῶν δικαστηρίων, διότι αἱ κοινωνικαὶ ἀνάγκαι ηὐξήθησαν καὶ αἱ δίκαι ἐπολλαπλασιάσθησαν καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν ἀπονέμεται ὅπως ἔπρεπε, καὶ πρὸς θεραπείαν ἐζήτει αὔξησιν τῶν δικαστηρίων, πῶς ὡς πρὸς τὰ πρωτοδικεῖα ἀρνεῖται αὐτὴν τὴν ἀνάγκην καὶ ἐπιμένει νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἰδίαν κατάστασιν.
§97ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Διότι δὲν τὸ ἐδέχθη ἡ Βουλή.
§98ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης θὰ ᾖναι βραδυτέρα τότε.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅσον αὐξάνουν τὰ δικαστήρια, τόσον αὐξάνουν αἱ δίκαι· ὅσον αὐξάνουν τὰ δικαστήρια, μὲ ὀλιγώτερα ἔξοδα ἕκαστος ἀπολαμβάνει τὸ δίκαιόν του· ἐγὼ νομίζω, ὅτι αἱ πολλαὶ πολιτικαὶ δίκαι ἀποδεικνύουν τὴν πρόοδον μιᾶς κοινωνίας. Λοιπὸν, κατὰ τὸν κ. Γόντικαν, ἐλαττώσατε τὰ δικαστήρια, θέλετε ἐλαττώσει τὰς δίκας, καὶ τότε θέλετε καθιερώσει τὸ ἔγκλημα καὶ τὴν ἀδικίαν, διότι οὐδεὶς θέλει τρέχει εἰς τὰ δικαστήρια νὰ ζητήσῃ τὸ δίκαιόν του. Λοιπὸν, κύριοι, ἐπανειλημμένα παράπονα καὶ αἰτιάσεις ἐπανειλημμένας ἔχει ἡ κυβέρνησις, καὶ ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ἐξέτασαν τὰς δυσκολίας, τὰς ὁποίας οἱ πολῖται δοκιμάζουν καὶ ἐξετραγῴδησαν τὰ δυστυχήματα τὰ ὁποῖα συνέβησαν. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι πολλοὶ ἐπνίγησαν; Ἐγὼ τὸ γνωρίζω. Καὶ ἂν ἠμπορούσαμεν νὰ σώσωμεν τὴν ζωὴν ἑνὸς ἀνθρώπου συσταίνοντες ἓν δικαστήριον, ἐγὼ ἤθελον τὸ κάμει, καὶ τὴν Βουλὴν ἤθελα συμβουλεύσει νὰ τὸ κάμῃ, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς κοινωνίας ὡς πρὸς τὰ μικρὰ πλημμελήματα ποτὲ δὲν θέλει διορθωθῆ, ἂν δὲν κατασταθῇ πλησιεστέρα ἡ δικαιοσύνη. Γίνεται ἓν τραῦμα, μία μικρὰ ἐπίθεσις· νομίζετε, ὅτι θὰ ἀποφασίσῃ ὁ προσβληθεὶς νὰ διατρέξῃ ἓν μέγα διάστημα νὰ διαζητήσῃ δικαιοσύνην; καὶ ὅτι ἴσως, ἴσως θὰ εὕρῃ μάρτυρας οἱ ὁποῖοι νὰ διατρέξουν 2 ἡμερῶν δρόμον, λαμβάνοντες δέκα δραχμὰς, διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν δικαιοσύνην; καὶ πολλὰ ἐγκλήματα δὲν θὰ μείνουν ἀκαταδίωκτα, καὶ ὁ παθὼν δὲν θέλει διεκδικήσει αὐτὴν τὴν ἀδικίαν, ἥτις τῷ ἔγεινε; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ σύστασις δικαστηρίων καὶ ἡ αὔξησις αὐτῶν εἶναι ἀναποφεύκτως ἀναγκαία καὶ ὠφέλιμος διὰ τὸν τόπον. Καὶ δὲν πρόκειται βεβαίως περὶ συστάσεως δικαστηρίων εἰς τὴν Κέαν, διότι ἰδίως ἀνέφερεν ὁ κ. Κυπριάδης δύω μέρη, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ κάμω λόγον. Πρόκειται κυρίως νὰ συστηθῇ ἓν δικαστήριον εἰς τὴν Λευκάδα, καὶ ἰδοὺ διὰ τί. Αὐτὴν τὴν ἰδέαν τὴν ὑπεστήριξα καὶ ἄλλοτε ἐνώπιόν σας, διότι εἶναι ἡ πεποίθησίς μου· ἡ Λευκὰς δὲν εἶναι εἰς τακτικὴν καὶ συνεχῆ συγκοινωνίαν μὲ τὴν Κέρκυραν, ἑπομένως δὲν εἶναι εὔκολον οἱ διάδικοι οἱ ἔχοντες ἀνάγκην νὰ παρουσιασθοῦν εἰς τὸ δικαστήριον εὐκόλως. Γνωρίζω, κύριοι, ὅτι συνέβη εἰς ἀνθρώπους νὰ ἐξοδεύσωσι 30 ὁλοκλήρους ἡμέρας διὰ νὰ μεταβῶσιν εἰς Κέρκυραν καὶ ἐπιστρέψωσιν εἰς Λευκάδα εἴτε ὡς μάρτυρες, εἴτε ὡς κατήγοροι καὶ δικηγόροι. Δὲν ἔχουν δίκαιον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι νὰ ἀρνηθῶσι τὴν ἐμφάνισίν των; Καὶ θέλετε τοὺς εἰπῇ τότε ὅτι κακῶς ἔκαμαν; Αὐτὸ δὲν εἶναι δίκαιον. Καὶ ταῦτα δὲν εἶναι θεωρίαι, ἀλλ’ εἶναι γεγονότα, καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον πολλὰ ὑπάρχουν τοιαῦτα παράπονα. Καὶ λυποῦμαι, κύριοι, ὅτι τώρα αἱ πλεῖσται ὑποθέσεις, ὅτι μεγάλα συμφέροντα εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἔπαθον καὶ καταστρέφονται, διότι εἶναι δύσκολον νὰ ζητήσωμεν δικαιοσύνην ἐνώπιον τοσούτων δυσκολιῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, ἂς ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς ἕνα τόπον, ὅστις ἀπώλεσεν ὅλα διὰ μιᾶς. Γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τῶν νήσων πρὸ τῆς συγχωνεύσεως· αἱ νῆσοι ὑπῆρχον κοινωνία αὐθύπαρκος, εἶχον ἰδίαν καὶ τὴν διοίκησιν καὶ τὴν δικαιοσύνην, ἑνωθεῖσαι δὲ μεθ’ ἡμῶν, καὶ αὐτὰ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα εἰς τὴν κοινωνίαν τὰ ἀπώλεσαν, διότι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἓν ἐξ ἐκείνων, ἅτινα εἶναι τὰ σπουδαιότερα· ὅσον δήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἀνεκτικὸς ὁ ἄνθρωπος, ὅταν τις ἀρνῆται εἰς αὐτὸν τὴν δικαιοσύνην, θέλει καταντήσει νὰ καταρασθῇ τὴν στιγμὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν μετέβαλε τὴν προτέραν αὐτοῦ κατάστασιν.
§100ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸν λόγον, κύριε Πρόεδρε.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, νομίζω, πῶς ἦτο ἀναγκαῖον νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τοὺς δικαίους αὐτοὺς καὶ οὐσιώδεις, λόγους ἐκ τῶν ὁποίων ἐξάγεται ὅτι πρέπει εἰς αὐτὸ τὸ μέρος τὰ παράπονα νὰ θεραπευθῶσι. Καθὼς ἠξεύρετε, εἶναι τὸ πρῶτον μέρος, τὸ ὁποῖον οἱ ἔξω ὁμογενεῖς ἀδελφοί μας μόνον βλέπουσι· πρέπει τὰ μέρη τοὐλάχιστον αὐτὰ, τὰ ὁποῖα οἱ ἔξω ἀδελφοί μας βλέπουσι, νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν εὐχάριστα καὶ εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, καὶ ἡ πρώτη ἀπόκρισις εἰς τόν ἐρωτήσοντα ἕνα πολίτην Λευκάδιον, ἡ πρώτη ἀπόκρισις θέλετε νὰ ᾖναι, ὅτι ἡ κατάστασίς μας δὲν εἶναι καλή! Διότι βεβαίως οὗτος θὰ ἀποκριθῇ ἔχων ὑπ’ ὄψιν του τὴν δικαιοσύνην, τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ ἀπολαύσῃ. Ἀλλὰ, κύριοι, μεταξὺ ἡμῶν, οἵτινες εἴμεθα ζηλότυποι εἰς τὰ δικαιώματά μας, συμφωνῶ, ὅτι ἢ πρέπει νὰ τὰ θέλωμεν ὅλα ἢ τίποτε· εἶναι, κύριοι, ἡ ἔκφρασις βεβαίως τοῦ αἰσθήματος τῆς ἰσότητος, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἔχομεν, καὶ νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν τὴν πρωτοβουλίαν εἰς ἄλλον· ἀλλ’ εἰς ἔθνος, ὡς εἴμεθα ἡμεῖς, δὲν δύναται νὰ λάβῃ χώραν τοῦτο· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, δὲν θὰ παραδεχθῶμεν τίποτε καὶ θέλομεν καταδικάσει ἡμεῖς ἡμᾶς αὐτοὺς δι’ αὐτὴν τὴν ἀντιζηλίαν νὰ μὴ ἀπολαύσωμεν οὔτε τὸ ὀλίγον, διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀπολαύσωμεν τὸ ὅλον. Βέβαια καὶ ἄλλοτε ἐγὼ ὑπερασπίσθην αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδύνατον σήμερον νὰ γείνῃ· εἶναι ἀδύνατον νὰ προσθέσωμεν χιλιάδας δραχμῶν πολλὰς διὰ νὰ συστήσωμεν δικαστήρια εἰς ὅλα τὰ μέρη. Δύναται νὰ γείνῃ τοῦτο; εἴπατε, ὅτι σήμερον θέλομεν κάμει ὅ,τι εἶναι πρὸ πάντων ἀναγκαῖον, καὶ αὔριον ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν τὸ ἴδιον καὶ διὰ τὰ ἄλλα μέρη, ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη νὰ συστηθῶσι. Καὶ πραγματικῶς εἶναι ἀνάγκη νὰ συστηθῶσι 10 δικαστήρια· ἐὰν συστηθῶσι 5 ἢ 6, βεβαίως καὶ ἐκεῖνοι εἰς τὰς ἐπαρχίας τῶν ὁποίων δὲν θέλουσι γίνει, θέλουν εἶσθαι εἰς θέσιν κατόπιν νὰ ζητήσωσι καὶ αὐτοὶ, καὶ οὕτως ὀλίγον κατ’ ὀλίγον θέλουσιν ὅλα γίνει· διότι, ἐὰν ἐκεῖνοι εἰς τῶν ὁποίων τὰς ἐπαρχίας δὲν γίνεται τὸ τοιοῦτον, ἐναντιωθῶσι, τότε δὲν θέλουν ἀποκτήσει τὸ ἴδιον πρᾶγμα καὶ αὐτοί· διότι ἐπίσης οἱ ἄλλοι θὰ τοὺς ἔλεγον ἢ ὅλα ἢ τίποτε. Λοιπὸν, κύριοι, πιστεύω, ὅτι θέλετε εὐαρεστηθῆ νὰ δεχθῆτε τὴν πίστωσιν περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται· ἡ πίστωσις αὕτη θὰ θεραπεύσῃ μερικὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς πλέον κατεπειγούσας, τὰς ἀναγκαίας, τὰς πλέον ἀναποφεύκτους. Ἐὰν, κύριοι, τὸ ζήτημα πρόκειται νὰ λυθῇ νομοθετικῶς, σεῖς θὰ τὸ λύσετε· ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ λυθῇ διοικητικῶς, τοὐτέστι διὰ διατάγματος, καθὼς ἐγὼ νομίζω, τότε ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι θέλει λυθῆ ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τὴν μεγαλητέραν ἀνάγκην· δι’ αὐτὰς ἐγὼ τοὐλάχιστον συμφωνῶ, καὶ θέλω ἀπαιτήσει τὴν σύστασιν τῶν δικαστηρίων. Πιστεύω, ὅτι θέλετε δεχθῆ τὴν πίστωσιν, διότι, ἐὰν ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἰδέαν ἢ ὅλα ἢ τίποτε, δὲν θὰ κάμωμεν τίποτε.
§102Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχετε ἀμφιβολίαν, ἂν πρέπῃ νὰ λυθῇ νομοθετικῶς ἢ διοικητικῶς;
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν δὲν εἶχον ἀμφιβολίαν, δὲν τὸ ἔλεγον.
§104Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀναβάλλομεν τὴν συζήτησιν δι’ αὔριον, κύριε Πρόεδρε; ἐπέρασεν ἡ ὥρα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ᾖναι. Λύεται ἡ συνεδρίασις· (ὥρα 5 παρὰ 20).
| 72 | «Ἄρθρον 1. | Προσωπικὸν δημοτικῶν σχολείων | 117,000 | |
| 73 | » 2. | Ἔξοδα » » | 3,500 |
| 1208 | Ἐφέται | 212,232. | |
| 1209 | Πρωτοδίκαι | 683,933. |