1867.02.23
1.922 στίχοι · 16.404 λέξεις · 60 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51
Τῆς 23 Φεβρουαρίου 1867.
(Πέμπτη).
Ὥρα 12½.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰάκωβος Λούζης καὶ Νικόλαος Φωκᾶς ζητοῦν νὰ τοὺς πληρωθῶσιν οἱ καθυστερούμενοι μισθοί των, τοῦ μὲν ὡς ληξιάρχου Ἀργοστολίου, τοῦ δὲ ὡς βοηθοῦ αὐτοῦ, λέγοντες ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης δὲν τοὺς ἐπλήρωσε· θὰ σταλοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἄρθρον μοναδικόν. «Συσταίνεται Πρωτοδικεῖον ἐν Καρπενησίῳ, περιλαμβάνον τὴν ἐπαρχίαν Εὐρυτανίας καὶ τὸν δῆμον Τυμφρηστοῦ τῆς ἐπαρχίας Φθιώτιδος». Πρότασις Γεωργίου Ἀρώνη καὶ Κοντολέοντος· «Συσταίνεται Πρωτοδικεῖον εἰς Νεάπολιν τῶν Διῶν, περιλαμβάνον τὰς ἐπαρχίας Κυθήρων καὶ Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς.
§4ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ γίνῃ μία γενικὴ πρότασις νὰ συστηθοῦν 40, 50 Πρωτοδικεῖα· ἰδοὺ, σᾶς φέρω μίαν διὰ 54 διὰ νὰ μὴν ἔχωμεν κάθε ἡμέραν τοιαύτας προτάσεις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναφορὰ Εὐθυμίου Τρίγκα, ὑπηκόου Ἕλληνος, κατοικοῦντος εἰς Δαμιάτιον, παραπονουμένου κατὰ τοῦ ὑποπροξένου Δημοσθένους Μητσάκη, ὡς μὴ ἀποδόσαντος εἰς αὐτὸν δικαιοσύνην, καὶ ἐξαιτουμένου προστασίαν παρὰ τῆς Βουλῆς. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§6ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ ἐπιμένω εἰς τὴν πρότασίν μου τὴν περυσινὴν περὶ πρωτοδικείων.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἰωάννης Ἀντωνίου Οἰκονόμου, ἀρχηγὸς τῆς ἐπαναστάσεως, ἐκθέτων τὰς πρὸς τὴν πατρίδα μεγάλας ἐκδουλεύσεις καὶ θυσίας τοῦ πατρός του καὶ ἑαυτοῦ, προστρέχει εἰς τὴν Βουλὴν, ἐξαιτούμενος τὴν σύστασιν τῆς αἰτήσεώς του εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅπως ἀπονεμηθῇ αὐτῷ ἀνάλογος σύνταξις. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Γεώργιος Βραδῆς, δεκανεὺς τῆς καταργηθείσης Ἰονικῆς ἀστυνομίας, θεωρῶν, ὅτι ἐν τῷ ὑποβληθέντι νομοσχεδίῳ τῶν συντάξεων ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ποιεῖ λόγον περὶ ἐκείνων τῶν προσώπων, ἅτινα κάμνουσι μνείαν τὰ ἐν Λονδίνῳ πρωτόκολλα, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ τῶν ἄλλων, ἐξαιτεῖται παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ ἀπονεμηθῇ καὶ εἰς αὐτὸν ἡ ἀπαιτουμένη σύνταξις. Εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§8ΡΩΜΑΙΟΣ. Τί νὰ κάμῃ ἡ ἐπιτροπή;
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε ἄλλην πρότασιν.
§10ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν καὶ αὐτή.
§11ΛΕΟΝΤΑΡΑΚΗΣ. Νὰ μείνῃ ἡ ἀναφορὰ μέχρι τῆς συζητήσεως τῆς ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, διὰ νὰ πληρωθοῦν αὐταὶ αἱ συντάξεις.
§12ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπέβαλον τοιαύτην πρότασιν, ἀλλὰ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἀποκτήσει τὸ δικαίωμα καὶ τῶν ὁποίων τὰ ὀνόματα συμπεριελήφθησαν εἰς τὴν σύμβασιν. Αὐτοῦ δὲν συμπεριελήφθη, διότι δὲν εἶχεν ἀποκτήσει τότε τὸ δικαίωμα· ὅπως δήποτε ἡ κυβέρνησις περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου δὲν ἐσκέφθη ἀκόμη, ἂς ἀπευθυνθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ διευθυνθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§15ΚΟΥΡΗΣ. Εἶναι ἁρμοδιώτερον αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν, καὶ ἴσως αὕτη δώσῃ ἀφορμὴν νὰ προπαρασκευασθῇ σύντομος ἔκθεσις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἡ ὁποία νὰ φωτίσῃ τὴν κυβέρνησιν.
§16ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ τακτικόν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἀναφορῶν. Ἄρχεται ἡ ἡμερησία διάταξις· πρῶτον ἀντικείμενον εἶναι τὸ περὶ πολιτογραφήσεως τοῦ θείου τοῦ Βασιλέως. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ διὰ δευτέραν συζήτησιν;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως δραχμῶν 250,000, δευτέρα συζήτησις. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ φόρου ἐπὶ τῶν ζώων, τρίτη συζήτησις.
§24Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§26Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀναβὰς εἰς τὸ βῆμα ὅπως ἐκθέσω πρὸς ὑμᾶς τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ κηρυχθῶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, ἐλπίζω, ὅτι θέλω τύχει τῆς εὐμενοῦς ἀκροάσεώς σας σήμερον μάλιστα, ὅτε ἡ βουλὴ πρόκειται νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ὑψηλότερον αὑτῆς καθῆκον, ὡς ὑποχρεωμένη, οὕτως εἰπεῖν, νὰ κρίνῃ μεταξὺ τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου ἀντιπροσωπεύει τὰ συμφέροντα, καὶ τῶν μέτρων, ὅσα ἡ κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῆς, διὰ τῶν ὁποίων ὁ λαὸς μεγάλως θέλει φορολογηθῆ. Βεβαίως διὰ τοιαύτην ὑπόθεσιν μόνη ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων ἔχει τὴν ὑπερτάτην ἐξουσίαν νὰ ἀποφασίσῃ, ὡς φέρουσα πρώτη τὴν μεγίστην εὐθύνην· μάλιστα δὲ, ἀφοῦ ἡ προηγουμένη κυβέρνησις ἀπέδειξεν, ὅτι διὰ τῶν ὑπαρχόντων πόρων τοῦ δημοσίου, οἰκονομικῶς διαχειριζομένων, ἱκανοποιοῦνται ἀσφαλῶς αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως ἄνευ αὐξήσεως τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι δύνανται ὅμως καὶ τὴν παραγωγὴν τοῦ λαοῦ νὰ καταστρέψωσιν. Ἐὰν, κύριοι, αἱ ἰδέαι, ὅσας θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν σήμερον, δὲν στηρίζωνται εἰς τὴν ἀλήθειαν, τὸ κακὸν ἀποβαίνει ἀσήμαντον, διότι εἷς καὶ μόνος εὑρεθήσεται εἰς τὴν πλάνην καὶ τὴν ἀπάτην· ἐὰν ὅμως αἱ ἰδέαι αὗται ἀποδειχθῶσιν, ὡς πιστεύω, ἀληθεῖς, μεγίστη θέλει σᾶς ἐπιβαρύνει ἀπέναντι τοῦ λαοῦ εὐθύνη, καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα, ἐρχόμενος εἰς βοήθειαν τῆς κρίσεως, ἥτις θέλει βεβαιώσει τὰς διαθέσεις σας, ἱερὸν ἐκτελῶ καθῆκον, διότι, ὡς φρονῶ, τίποτε ἄλλο δὲν ἐπιζητεῖ σήμερον ἡ Βουλὴ περισσότερον παρὰ τὴν δικαιοσύνην μὲ τὴν ὁποίαν μέλλει νὰ ἀποφασίσῃ μεταξὺ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον ἀντιπροσωπεύει, καὶ τῶν συμφερόντων τῆς διοικήσεως αὐτοῦ. Κύριοι, οἱ φόροι εἰς τὰ ἔθνη ἐπιβάλλονται κατὰ τὸ μέτρον τῶν πολιτικῶν ἀναγκῶν, αἱ ὁποῖαι γεννῶνται εἴτε λόγῳ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, εἴτε λόγῳ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Καὶ διὰ τοῦτο πρὶν ἢ ἐπιψηφισθῶσιν ἀπὸ τὰς Βουλὰς φόροι, αἱ ἀνάγκαι αὗται πρέπει νὰ ἐξετάζωνται ὑφ’ ὅλας αὐτῶν τὰς ἐπόψεις, πρὸ πάντων εἰς τὰ ἐλεύθερα κράτη, διότι εἰς τὰ κράτη τὰ μοναρχικὰ, εἰς τὰ κράτη, ὅπου ὁ δεσποτισμὸς προΐσταται, οἱ λαοὶ φορολογοῦνται ὑπὸ τοῦ δεσπότου διατασσόμενοι, χωρὶς νὰ ἔχωσι καὶ δικαίωμα νὰ ἐξετάσωσι τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπαγορεύουσι τὴν διαταγὴν ταύτην· εἰς τὰ ἐλεύθερα ὅμως κράτη οἱ πολῖται ὑποβάλλονται εἰς τὰ βάρη τῶν φόρων ἑκουσίως καὶ οὐχὶ διατασσόμενοι· διὰ τοῦτο μάλιστα οὐδεὶς ἐπιβάλλεται φόρος καὶ κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα, ἐὰν δὲν ἐπιψηφίσωσιν αὐτὸν πρότερον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ. Εἰς τὰ δεσποτικὰ κράτη, εἰς τὰ ὁποῖα μόνος ὁ δεσπότης εἶναι ὑπεύθυνος, τὸ μέτρον τῆς φορολογίας ἐπιβαρύνει μόνον ἐκεῖνον· καὶ ἐὰν ὁ λαὸς ἀρνηθῇ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν διαταγὴν αὐτοῦ, τοὐτέστι τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων, ἀναπόφευκτος ἐπέρχεται ἡ ἐπανάστασις καὶ ἡ τοῦ δεσπότου ἀνατροπή. Οἱ λαοὶ πολλάκις εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ δεσπότου καὶ μετὰ τὴν καταστροφὴν αὐτοῦ, ἐπλήρωσαν μετὰ προθυμίας τοὺς αὐτοὺς φόρους, ὅπως τὴν ἀδικίαν καὶ τὴν ἀφροσύνην τιμωρήσωσι, τοῦθ’ ὅπερ διδάσκει ἡ καθόλου ἱστορία τοῦ κόσμου τούτου. Οἱ Ἄγγλοι ἐπὶ Ἰακώβου δὲν ἠθέλησαν νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν βαρελλιακὸν φόρον, καὶ ὁ φόρος ἐκεῖνος ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς μεγάλης καὶ φοβερᾶς ἀγγλικῆς ἐπαναστάσεως. Ὁ αὐτὸς ὅμως λαὸς, ὅστις δὲν ἠθέλησε νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ Ἰακώβου, ὑπήκουσεν εἰς τὴν διαταγὴν τοῦ κοινοβουλίου, καὶ ἐπλήρωσε πολλαπλασίους φόρους, πειθόμενος εἰς τὸ ὑπεύθυνον τῶν βουλευτῶν αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους ἠδύνατο σφάλλοντας νὰ τιμωρήσῃ. Ὅπως πληρώσωσι λοιπὸν οἱ ἐλεύθεροι λαοὶ τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐπιβάλλουν εἰς αὐτοὺς οἱ ἀντιπρόσωποι, δικαίωμα ἔχουσι νὰ κρίνωσι τὴν ἀνάγκην, τὴν πραγματικὴν, λέγω, ἀνάγκην, ἡ ὁποία ὑπαγορεύει τὴν ἀπόφασιν τῶν ὑπευθύνων ἀντιπροσώπων. Καὶ ὅταν, κύριοι, ἡ ἀνάγκη ἀποδειχθῇ πραγματικὴ, οὐδεὶς θέλει διστάσει νὰ δώσῃ τὴν συνδρομήν του εἰς τὰ κυβερνητικὰ μέτρα, τοὐτέστιν εἰς τὴν διοίκησιν. Τὴν ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων λοιπὸν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν σήμερον, ἀφοῦ περὶ μὲν τῆς ἀνάγκης θέλει ἀποφασίσει ἡ ψῆφος ἡμῶν, περὶ δὲ τῆς ψήφου ἡμῶν ἡ ψῆφος τῶν συμπολιτῶν μας μετ’ οὐ πολύ. Ἠκούσατε, κύριοι, τὴν κυβέρνησιν λέγουσαν, ὅτι μέγα παρίσταται ἔλλειμμα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους· ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἀληθές, ποῖος περιμένετε νὰ ἀναπληρώσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο; Ἡμεῖς· καὶ πρέπει νὰ τὸ ἀναπληρώσωμεν, ἐὰν ἀληθῶς ὑπάρχῃ, καὶ ἐὰν δὲν ἀνεπληρώθη ἀπὸ τὰ ληφθέντα μέχρι τοῦδε μέτρα. Ἰδού, κύριοι, τὸ θέμα, ὅπερ σήμερον θέλομεν ἐξετάσει. Ὑπάρχει πραγματικὸν ἔλλειμμα; ἂς ἐπιβάλωμεν φόρους ὅπως ἀναπληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα· ἄλλως, ἀποῤῥίψωμεν τὰ φορολογικὰ τοῦ ὑπουργείου νομοσχέδια. Κύριοι, δὲν πρέπει νὰ παρεξηγήσῃ κανεὶς ἐξ ὑμῶν τὸν λόγον, ὅστις μὲ ἀνεβίβασε σήμερον εἰς τὸ βῆμα. Ὁ λόγος εἶναι ἁπλοῦς· εἶναι ἡ ἐπιθυμία νὰ προκαλέσω ἐκτεταμένην συζήτησιν, διότι, κατ’ ἐμέ, μόνη ἡ συζήτησις φέρει εἰς φῶς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ἐὰν ἡ συζήτησις ᾖναι πάντοτε ἀναγκαία, σήμερον παρὰ ποτε εἶναι ἀναπόφευκτος. Κατὰ τοῦτο δὲ συμφωνῶ μετὰ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος χθὲς, ὡς ἠκούσατε πάντες, παρεκάλει μάλιστα ὅπως ἡ συζήτησις λάβῃ ὅλας αὐτῆς τὰς διαστάσεις. Καὶ ἀληθῶς· ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι δίκαιον ἔχει ἡ κυβέρνησις, ἐξαιτουμένη νέαν συνδρομήν, διατὶ νὰ κατηγορῆται; Ἐὰν ὅμως ἄδικον ἔχῃ, διατὶ νὰ μὴ καταδείξωμεν εἰς αὐτὴν τὸ ἴδιον αὐτῆς ἄδικον; Ἀλλὰ ταῦτα πάντα δὲν δύνανται νὰ ἀποδειχθῶσι παρὰ διὰ μόνης τῆς συζητήσεως. Μὴ λησμονήσητε, ὦ βουλευταί, ὅτι καὶ τὰ πολυμελῆ Σώματα ὑπόκεινται εἰς πλάνην· μὴ λησμονήσητε μάλιστα, ὅτι καὶ ἡ ὁμόφωνος ἑνὸς κοινοβουλίου θέλησις ἀποβαίνει οὐχ ἧττον δεινὴ πλάνη, ἀφοῦ τοιαύτη ἠθέλησεν ὁ Θεὸς νὰ ᾖναι ἡ ἀτέλεια τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων. Καὶ εἰς ἀπόδειξιν τοῦ λόγου μου ἐπικαλοῦμαι τὰς ἰδίας ἡμῶν πράξεις καὶ τὰς ἰδίας ἡμῶν ἀποφάσεις. Ὁμοφώνως ἐψηφίσαμεν κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου, καὶ ὅμως ἡ πεῖρα ἀπέδειξε μετ’ οὐ πολύ, ὅτι μεγάλως ἐπλανήθημεν· καὶ τὴν πλάνην ταύτην καλῶς ποιοῦσα ἔρχεται σήμερον ἡ κυβέρνησις νὰ διορθώσῃ, ὑποβάλλουσα εἰς τὴν ἐπιψήφισίν μας ἀντίθετα μέτρα. Ὄχι μόνον λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία ἢ μειονοψηφία τῶν πολυμελῶν Σωμάτων, ἀλλὰ καὶ τὸ σύνολον αὐτῶν, ὡς παρατηρεῖτε, δύναται νὰ ὑποκύψῃ εἰς ἄτοπα. Διὰ τοῦτο πρὸ πάντων ἐπικαλοῦμαι οὐχὶ μόνον συζήτησιν ἐκτεταμένην, ἀλλὰ καὶ τὴν σοφὴν ὑμῶν κρίσιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος. Εἰσερχόμενος εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ θέματος, προαισθάνομαι πόσον θέλει φανῆ παράδοξον εἰς ὑμᾶς, ὅταν φθάσω καὶ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι αἱ ἰδέαι ὅσας ἔρχομαι σήμερον νὰ ὑποστηρίξω εἶναι ἰδέαι αὐτοῦ τοῦ πρωθυπουργοῦ. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο μὴ πιστεύσητε, ὅτι θέλω εὑρεθῆ σύμφωνος μὲ τὴν κυβέρνησίν του· εὑρίσκομαι μᾶλλον εἰς τὸ ἀντίθετον σημεῖον, ἀφοῦ ὁ αὐτὸς πρόεδρος καὶ ἡ κυβέρνησίς του ὑποστηρίζουσι σήμερον ὅλως ἀντιθέτους ἰδέας, δικαιολογούμενοι διὰ τοῦ συνήθους εἰς αὐτοὺς ἐπιχειρήματος τῆς ἀνάγκης. Ἀλλὰ μ’ ὅλα ταῦτα ἂς προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Πρῶτον ἡ ἐσωτερικὴ πολιτική, διὰ νὰ ὀνομάσω οὕτω τὴν ἐν γένει διοίκησιν, εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει στηριζόμενοι καὶ νὰ συζητήσωμεν καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν, διότι ἔκτακτοι ἐξωτερικοὶ λόγοι δύνανται μὲν νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὸ φαινόμενον, νὰ μὴ ὦσι δὲ καὶ ἡ πραγματικὴ ἀνάγκη. Διὰ τοῦτο, ἐὰν μέλλωμεν νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τοσοῦτον σπουδαίου καὶ θετικοῦ ἀντικειμένου, ὀφείλομεν νὰ στηριχθῶμεν καὶ εἰς θετικὴν βάσιν, ἥτις ἐστὶ μόνη ἡ ἐσωτερικὴ πολιτική, καθότι, ἐὰν περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς φθάσωμέν ποτε εἰς συζήτησιν, ἐξετάζοντες τὰς ἀνάγκας ἑνὸς ἐθνικοῦ πολέμου, θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς εὐχάριστα ἀποτελέσματα, οὐδὲ πολλαπλάσια τῶν μέτρων τούτων θέλουσιν ἐπαρκέσει, διότι οὐχὶ ποσοστὰ τῆς ἐθνικῆς καὶ ἀτομικῆς περιουσίας, ἀλλ’ αὐτὴν ὅλην τὴν περιουσίαν πρέπει νὰ δαπανήσωμεν, καὶ εἴθε νὰ ἐπαρκέσῃ! Ἡ ἐσωτερικὴ πολιτικὴ τῶν κυβερνήσεων τί ἄλλο εἶναι παρὰ αἱ ἀνάγκαι ὅσας πρόκειται νὰ θεραπεύσῃ ἡ ἔμφρων καὶ συνετὴ διοίκησις; Τὴν συνετὴν λοιπὸν διοίκησιν θέλομεν νὰ ἐνισχύσωμεν· αὐτὸ μᾶς προβάλλει ἡ κυβέρνησις, καὶ διὰ νὰ τὴν ἐνισχύσωμεν μᾶς συμβουλεύει νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, ὅπως ἐπαρκέσῃ, αὐξανομένων τῶν ἐσόδων· ὥστε, ἂν ἀληθῶς δὲν ἐπαρκῶσι τὰ ἔσοδα, ὀφείλομεν τότε νὰ παραδεχθῶμεν τὰς συμβουλὰς αὐτάς· ἄλλως ποτὲ δὲν πιστεύω χάριν δαπανῶν ἀνωφελῶν, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιβαρύνει σπουδαίως τὸν λαόν. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπόν, κύριοι, τὸ ζήτημα εἰς τὸ ἀληθὲς αὐτοῦ ἔδαφος, τουτέστιν εἰς τὴν παρουσιαζομένην ἀνάγκην, εἰς τὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔλλειμμα. Τί εἶναι αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα; Ἡ διαφορὰ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἔξοδα· καὶ ἡ κυβέρνησις ἀντιστρατευομένη εἰς τὰς παλαιὰς ἀρχάς της, ἀπαιτεῖ διὰ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, ὅπως κατὰ τὰ ἔξοδα κανονίσωμεν σήμερον τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους, ἐναντίον τοῦ οἰκονομικοῦ ἀξιώματος τοῦ κ. Κουμουνδούρου, ὅστις τοσαύτας ἔδρεψε διὰ τοῦτο δάφνας ἄλλοτε ἐν τῇ Συνελεύσει. Πρέπει λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν νέαν ταύτην ἀρχήν, ἥτις ἀποκρούει τὰς οἰκονομίας. Πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, καὶ ὄχι μόνον νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, ἀλλὰ νὰ ἐξεύρωμεν καὶ δάνειον, τοὐτέστι νὰ ἐπιβάλωμεν ἐπὶ πλέον φόρους· καὶ πρὸς τοῦτο ὁρμαθὸν φορολογικῶν νομοσχεδίων μᾶς ὑπέβαλεν ἡ συνετὴ κυβέρνησις. Μὴ θαυμάσητε ὅθεν, ἐὰν θέλω λαλήσει γενικῶς περὶ τῆς φορολογίας, ἐπειδὴ σήμερον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν μόνον τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων, διότι ἡ φορολογία εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος, καὶ μόνον ὁ τρόπος, δι’ οὗ μέλλομεν νὰ φορολογήσωμεν ἕκαστον εἶδος, ὑποδιαιρεῖται· διότι τὰς ἀμπέλους π. χ. δὲν δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν, καθὼς φορολογοῦμεν τὰ ζῶα καὶ τοὺς καρπούς· καὶ διὰ τοῦτο δι’ ἕκαστον εἶδος φορολογίας εἰδικὸς νόμος ἀπαιτεῖται. Εἶπον, ὅτι ἡ φορολογία εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή· καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα τὰ διάφορα εἴδη τῶν φόρων ἔχουν τοιαύτην μεταξὺ των συνάφειαν, ὥστε ἀρκεῖ νὰ ἐγγίσητε ἓν μόνον εἶδος, καὶ ἐγγίζετε, ὡς δι’ ἠλεκτρικοῦ ῥευστοῦ, ἀκαριαίως ὅλα τὰ συμφέροντα τῆς γεωργίας, βιομηχανίας καὶ ἐμπορίας. Διὰ τοῦτο λοιπὸν μὴ παραξενευθῆτε, ἐὰν σήμερον λαλῶν κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, δὲν λαμβάνω διόλου ὑπ’ ὄψιν μου τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἓν καὶ μόνον εἰδικὸν νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων. Εἶχόν ποτε τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅταν τὰ ἔσοδα ἑνὸς κράτους δὲν ἀνταποκρίνωνται εἰς τὰ ἔξοδα, αἱ κυβερνήσεις καταφεύγουσιν εἰς δύω, τὰ ἀκόλουθα μέτρα, τὰς οἰκονομίας, τοὺς φόρους ἢ τὰ δάνεια· ἀλλὰ τὰ δάνεια δὲν εἶναι παρὰ φόροι, διότι ὅταν δι’ ἓν δάνειον θὰ πληρώσητε τόκους καὶ χρεωλύσιον, θὰ ἐλαττώσητε τὴν καθαρὰν τοῦ δημοσίου πρόσοδον, τὴν ὁποίαν γρήγορα ἢ ἀργὰ θὰ ἀναγκασθῆτε νὰ πληρώσητε διὰ φόρων. Ἄρα τὰ δάνεια εἶναι φόροι. Πᾶσα συνετὴ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ καταφύγῃ κατὰ πρῶτον εἰς τὰς οἰκονομίας, καὶ ἐὰν τὸ μέτρον τοῦτο ἀποδειχθῇ ἀνεπαρκὲς, τότε δέον νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς τὸ δεύτερον μέτρον, τὸ τῆς φορολογίας, προσέχουσα ὅμως πάντοτε μεγάλως ὅπως μὴ ἡ ὑπέρογκος φορολογία ἐλαττώσῃ τὰ παραγωγικὰ τοῦ ἔθνους κεφάλαια καὶ προκαλέσῃ ἄφευκτον καταστροφήν. Εὐτυχῶς ἡ προηγουμένη κυβέρνησις πρὸς ἰσοῤῥοπίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ κράτους ἔκρινεν ἀρκετὸν τὸ μέτρον τῆς οἰκονομίας· ἀπέκρουσε τοὺς φόρους καὶ τὰ δάνεια, πιστεύσασα, ὅτι διὰ τῶν οἰκονομιῶν μόνον ἦτο δυνατὸν νὰ ἱκανοποιηθῶσιν ἀσφαλῶς αἱ ἀνάγκαι τῆς διοικήσεως τοῦ κράτους. Τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην διεδέχθη ἀμέσως ἡ σημερινὴ κυβέρνησις, ἥτις μὲ πολὺ τῷ ὄντι θάῤῥος, ἂν καὶ παραδεχομένη τὰς οἰκονομίας ὡς καλὰς, τὰς θεωρεῖ ἀνεπαρκεῖς πρὶν τὰς δοκιμάσῃ, ἐπικαλουμένη καὶ τὸ ἕτερον μέτρον, τοὐτέστι τὰ δάνεια καὶ τοὺς φόρους. Τὰ δύω ταῦτα συστήματα, ἀλληλοδιαδόχως ἐλθόντα εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐν βραχεῖ πρόκειται σήμερον νὰ δικασθῶσιν ἐνώπιόν σας· ἀλλὰ τὸ πρῶτον ἐκ τούτων ἔλαβε μόνον ἀρχὴν ἐκτελέσεως, καὶ ἐνῷ δὲν ἐδοκιμάσθη, ὥστε νὰ ἔχωμεν πλήρη περὶ αὐτοῦ ἰδέαν, μᾶς προσκαλοῦσι νὰ προτιμήσωμεν τὸ μέτρον τῶν φόρων ἀντὶ τοῦ μέτρου τῶν οἰκονομιῶν. Δὲν πιστεύω κανεὶς ἐξ ὑμῶν νὰ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ἡ ἐδική μου γνώμη καὶ εἶναι καὶ ἔσεται ὑπὲρ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν μέχρις ὅτου αὗται δοκιμασθεῖσαι ἀποτύχωσι· διὰ τοῦτο μάλιστα πολεμῶ τὴν ἐναντίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν θέλω πασχίσει νὰ ἀποδείξω ἐσφαλμένην, ὅσον δυνηθῶ ἀσφαλέστερον. Ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις, μόλις ἀναλαβοῦσα τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, ἀμέσως δι’ ἐπιστολῆς της πρὸς τὴν Α. Μ. ἐξέθεσεν ἀκριβῶς τὰς περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους ἰδέας της, ἀποδείξασα, ὅτι τὰ δημόσια ἔσοδα, κατὰ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1865, ἅτινα κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἦσαν γνωστὰ, διότι τοῦ ἔτους ἐκείνου ἡ χρῆσις εἶχε τελειώσει, ἠδύναντο νὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως. Τὰ ἔξοδα τοῦ 1865 ἀνέβησαν εἰς 27,837,916 δρ. καὶ ταῦτα μετὰ τὴν διαχείρισιν καὶ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς παρούσης κυβερνήσεως. Ὁμολογούσης τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, ὅτι θέλει διατηρήσει εἰς ἐνέργειαν ἐν μέρει τὸ μέτρον τῶν οἰκονομιῶν τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, ἀναμφιβόλως θέλομεν ἔχει ἐλάττωσιν ἐξόδων τοὐλάχιστον ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ἀφοῦ ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις ὑπεσχέθη 1,584,531 δραχ. οἰκονομίας καθ’ ἑξαμηνίαν, τοὐτέστι τριῶν ἑκατομμυρίων ἐπέκεινα ἐλάττωσιν κατ’ ἔτος. Ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, πιστεύσασα εἰς τὸ μέτρον τῶν οἰκονομιῶν, προσεπάθησε νὰ τὸ ἀποδείξῃ ἀληθές· τὰ πράγματα δυνατὸν νὰ μὴ ἐβεβαίωσαν ἀληθῆ τὸν προϋπολογισμὸν αὐτῆς. Οὐχ ἧττον ἀληθεῖς ἀπεδείχθησαν κατὰ μέγα μέρος αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι, καὶ διὰ τοῦτο πολλὰς ἐξ αὐτῶν καὶ ἡ σημερινὴ κυβέρνησις ἠσπάσθη καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους διὰ τὸ 1867 ἀνέγραψε. Βεβαίως ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἀπετέλουν μέρος ἐκείνης τῆς κυβερνήσεως, καὶ πολὺ περισσότερον ἤμην μακρὰν τῆς διοικήσεως ἐκείνου τοῦ κλάδου. Διὰ τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ παρουσιάσω ἐνώπιόν σας κατ’ ἔκτασιν καὶ ὅλα τὰ ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο κατέφυγον, ὡς καταφεύγουν πάντες ὅσοι δὲν εἶναι μέλη μιᾶς κυβερνήσεως, εἰς τὰς ἐπισήμους ἐκθέσεις, ὅσαι δημοσιεύονται εἴτε διὰ τῆς ἐπισήμου, εἴτε διὰ τῶν ἰδιαιτέρων ἐφημερίδων. Ἐκ μιᾶς τοιαύτης ἐκθέσεως, δημοσιευθείσης διὰ τῆς ἐφημερίδος ἡ «Νέα Γενεὰ», ἣν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, καὶ ἥτις φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γενικοῦ Λογιστηρίου, ἐξάγω, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα τῶν οἰκονομικῶν μέτρων ἐπέτυχον κατὰ πολὺ, διότι ἐκ τῶν οἰκονομιῶν, ὅσας ὁ πρώην ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ὑπελόγισε διὰ τὸ ὑπὸ τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ ὑπουργεῖον, ἐπραγματοποιήθησαν καθ’ ὁλοκληρίαν ὅλαι, πλὴν τοῦ ἀσημάντου ποσοῦ τῶν 470 δραχμῶν.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τί χρονολογίαν φέρει;
§28ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. 18 νοεμβρίου 1866. Μὴ ταράσσεσθε σεῖς οἱ ἄλλοι· ἡ ἐφημερὶς δὲν εἶναι μυστήριον· αὕτη δημοσιεύεται μέχρι τῶν περάτων τοῦ κόσμου. Ὡς παρατηρεῖτε, αἱ οἰκονομίαι ἐκεῖναι ὄχι μόνον ἔλαβον ἀρχὴν ἐκτελέσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπέτυχον· πλὴν ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις δὲν ἐστάθη εἰς τὰ πρόσκαιρα ἐκεῖνα μέτρα, ὅσα ἠδύνατο νὰ λάβῃ μόνον διοικητικῶς σχολαζούσης τῆς Βουλῆς. Ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε πλέον ἐκτεταμένον σχέδιον οἰκονομικῶν μέτρων, ὡς ἐξεδήλωσε τοῦτο εἰς τὴν πρὸς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα ἔκθεσιν αὐτῆς, διὰ τῆς ὁποίας καὶ πρὸς τὸ ἔθνος ἐλάλησε μετὰ παῤῥησίας· τὸ σχέδιον ἐκεῖνο ἤθελεν ἐκτελεσθῆ, ἅμα ἡ Βουλὴ συνερχομένη ἀνελάμβανε τὴν νομοθετικὴν αὐτῆς ἐξουσίαν, διότι εἰς μόνην τὴν Βουλὴν ἐναπέκειτο νὰ ἐκτείνῃ τὰς οἰκονομίας διὰ τῶν νόμων καὶ οὕτω νὰ ἀποτελεσθῇ τῶν οἰκονομιῶν ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα νομοθετικῶς, ἀφοῦ διοικητικῶς δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν πρέπουσαν ἔκτασιν. Τούτων οὕτως ἐχόντων, θέλω ἐξετάσει ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε δίκαιον ὑποσχεθεῖσα νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον διὰ τῶν ὑπαρχόντων ἐσόδων τοῦ κράτους καὶ τοῦ οἰκονομικοῦ αὐτῆς συστήματος. Ἀλλ’ ὅπως ἀποδειχθῇ ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐκείνη εἶχε δίκαιον, πρέπει νὰ ἀποδειχθῇ ὅτι τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα παρουσιάζει ὁ προϋπολογισμὸς, ἀνταπεκρίνοντο εἰς τὰ ἔξοδα, καὶ οὕτως αἱ ἀνάγκαι τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως νὰ ἱκανοποιοῦνται, χωρὶς, τὸ ἐπαναλαμβάνω, νὰ συνυπολογίζωμεν ἀνυπάρκτους ἐκτάκτους περιστάσεις. Πρὸς ἀπόδειξιν τῶν ἰσχυρισμῶν μου, θέλω πάλιν παρακολουθήσει τὴν νομολογίαν τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως, ἥτις, ὡς ἐπληροφορήθητε, παραδέχεται ἐν μέρει τὰς οἰκονομίας· ἑπομένως ὀφείλομεν, κύριοι, νὰ παραδεχθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι καθ’ ὅλον τὸ ἔτος αὕτη θὰ οἰκονομήσῃ τοὐλάχιστον 1,000,000 δραχμῶν. Ἐὰν λοιπὸν ἀπὸ τὰ βεβαιωθέντα ἔξοδα τῆς χρήσεως τοῦ 1865, ἀναβάντα εἰς δραχ. 27,837,916 δραχ., ἀφαιρέσωμεν 1,000,000, τὰ ἔξοδα διὰ τὸ τρέχον ἔτος θὰ καταβιβασθῶσιν εἰς 26 περίπου ἑκατομμύρια ὡς ἔγγιστα. Ὑπολογίσαντες ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους, μένει ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὰ ἔσοδα, ὅπως ἐκ τῆς παραβολῆς πληροφορηθῶμεν τὴν διαφορὰν, τοὐτέστι τὸ ἔλλειμμα. Εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν λαμβάνω πάλιν ὡς βάσιν ὅσα ὁμολογεῖ ὁ ὑποβληθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ 1867 ἢ μᾶλλον ὅσα ὁ ὑπουργὸς λέγει διὰ τῆς ἐκθέσεώς του. Κατὰ τὸ λῆξαν ἔτος 1866 ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ δημοσία ἐκ τῶν τελωνείων πρόσοδος ἠλαττώθη 1,200,000 δραχ. ἡ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου κατὰ 700,000 δραχ. ἡ ἐκ τοῦ ἅλατος κατὰ 120,000 δραχ. ἡ ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων κατὰ 350,000 δραχ. Πόθεν ὅμως προῆλθεν ἡ ἐλάττωσις αὕτη τῶν ἐσόδων; εἶναι ἆρά γε διαρκὴς ἢ τυχαία; Κατ’ ἐμὲ, εἶναι ὅλως διόλου τυχαία· καὶ ἀληθῶς ἡ κίνησις τοῦ ἐμπορίου ἐλαττωθεῖσα ἕνεκα τοῦ Γερμανικοῦ πολέμου, τοῦ ἀγῶνος τῆς Κρήτης καὶ ὅλων τῶν περιστάσεων, ὅσαι μᾶς περιβάλλουσιν, ἐπέφερον τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐκ τῶν τελωνείων εἰσοδημάτων. Ἡ ἐλάττωσις αὕτη λοιπὸν εἶναι τυχαία, καὶ τὰς μεγαλειτέρας ἀποδείξεις τούτου σᾶς φέρει ἀντ’ ἐμοῦ ὁ ἴδιος ὑπουργὸς, ὅστις εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867 ἀναγράφει τὴν ἐκ τῶν τελωνείων πρόσοδον εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἰσεπράττετο πάντοτε. Εἰς ἐναντίαν περίστασιν δὲν ἤθελε ποτὲ τολμήσει νὰ ἀναγράψῃ τόσον ψευδῆ αὔξησιν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ Κράτους ἐκ τῶν τελωνείων, διότι ἤθελε δώσει πάραυτα λόγον ἐξελεγχόμενος παρ’ ἡμῶν.
§29ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὑπελογίσθη ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμολογίου.
§30ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠκούσατε τὸν κ. ὑπουργὸν λέγοντα, ὅτι ταῦτα ἐγένοντο ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αὐξήσεως τοῦ δασμολογίου. Πιστεύετε ὅμως, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι τὸ νέον δασμολόγιον δύναται νὰ φέρῃ ἀνώτερα εἰσοδήματα τῶν μέχρι τοῦδε, πρὶν ἀποδειχθῇ τοῦτο ἐκ τῆς πείρας; Οὕτως ἐφρόνεις καὶ ἄλλοτε, ὅτι θὰ αὐξήσῃ καὶ ἡ ἐκ τοῦ χαρτοσήμου πρόσοδος τοῦ δημοσίου, ὅτε δηλ. ἐπεψηφίζετο ὁ περὶ τούτου νόμος πέρυσι, καὶ οὔτε σεῖς, οὔτε ἡμεῖς ἐξεφράσαμεν τότε ἀμφιβολίαν τινὰ, διότι εἴχομεν εἰσέτι κἄποιαν ὑπόληψιν εἰς τοὺς ὑπολογισμούς σας. Ἐν τούτοις καὶ σεῖς σήμερον ὁμολογεῖτε καὶ πάντες ἐπίστευσαν, ὅτι ἀντὶ αὐξήσεως ἐπῆλθεν ἐλάττωσις εἰς τὰ συνήθη ἔσοδα κατὰ 700,000 δραχμὰς. Τοιαῦται ἀποδείξεις δὲν εἶναι λοιπὸν ἰσχυραὶ πλέον, δὲν εἶναι μάλιστα οὐδὲ πιθαναί, ἐὰν κρίνωμεν ἐκ τῶν προτέρων, καὶ διὰ τοῦτο ἐπανερχόμενος εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου, ἐπιμένω, ὅτι ἡ ἐκ τῶν τελωνείων ἐλάττωσις εἶναι τυχαία καὶ τοιαύτας ἐλαττώσεις δὲν ἔπρεπε νὰ ἐκλέξητε, κύριε ὑπουργὲ, ὡς ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ συντάξητε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867, διότι, ἂν κατὰ τὸ 1866 τὰ εἰσοδήματα ἐκ τῶν τελωνείων ἠλαττώθησαν κατὰ 1,200,000, κατὰ τὸ 1867 δύνανται νὰ αὐξήσωσι κατὰ πολὺ μεγαλείτερον ποσόν. Εἰς τοιαῦτα τυχαῖα περιστατικὰ προερχόμενα ἀπὸ ὑπερανθρωπίνους περιστάσεις, μία ἀξία καὶ εἰλικρινὴς κυβέρνησις ἑνὸς κράτους οὔτε δύναται, οὔτε πρέπει νὰ βασίζεται, ὅπως ἐπιβάλλῃ φόρους εἰς πενόμενον λαὸν, χωρὶς νὰ παραγνωρίσῃ τὴν ἀποστολήν της. Τὰ εἰσοδήματα ἐκ τοῦ ἅλατος ἠλαττώθησαν κατὰ 120,000 δραχ. λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, κατὰ τὸ 1866· ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι τυχαῖον περιστατικόν, διότι ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867 παραδέχεται, ὅτι θέλει εἰσπράξει 70,000 δραχ. Ἄρα οὐδ’ ἐπὶ τοῦ γεγονότος τούτου, ὅλως τυχαίου, δύνασθε στηριζόμενος νὰ συντάξετε προϋπολογισμὸν, καὶ πολὺ περισσότερον δὲν δύναται νὰ στηριχθῇ ἡ Βουλὴ καὶ ἐπιβάλῃ φόρους εἰς πεινῶντα λαόν. Τὰ ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων εἰσοδήματα, λέγει ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, ἠλαττώθησαν κατὰ 250,000 δραχ. τὸ παρελθὸν ἔτος· ἀλλὰ καὶ τοῦτο εἶναι ὅλως τυχαῖον περιστατικὸν, προελθὸν ἀπὸ τὰς ἐκ τῆς Κρητικῆς ἐπαναστάσεως γεννηθείσας περιστάσεις. Εἰς τοῦτο ἐπίστευσε καὶ ὁ κ. ὑπουργὸς, δι’ ὅπερ καὶ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867 ἀναγράφει κατὰ 100,000 δραχ. ηὐξημένον τὸ ἔσοδον τοῦτο παρ’ ὅ,τι εἶχε σημειωθῆ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866. Τὰ ὅλως τυχαῖα ταῦτα περιστατικὰ ἐπιτηδείως συνεσώρευσεν ὁ κ. ὑπουργὸς ὡς φαινομένην δῆθεν ἀλήθειαν, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι δισταγμοὶ εἰλικρινεῖς ἐγεννήθησαν εἰς τὸ πνεῦμα τῆς κυβερνήσεως, καὶ οὕτω νὰ πιστεύσωμεν οἱ ἁπλούστεροι, ὅτι αὕτη δὲν δύναται νὰ προβῇ ἄνευ φόρων εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Εὐτυχῶς δὲν θέλει πιστευθῆ, ἂν ὄχι ἀπὸ τὴν Βουλὴν, τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸ ἔθνος, κατὰ τὴν κρίσιν μου. Ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν μετὰ ταῦτα λέγει εἰς τὴν ἔκθεσιν αὑτοῦ, ὅτι τὰ ἔσοδα κατὰ τὸ τρέχον ἔτος θὰ ἀναβῶσιν εἰς τὸ ποσὸν τῶν 25 ἑκατομμυρίων. Ἀλλ’ ἐὰν προσθέσωμεν τὰς προεκτεθείσας τυχαίας ἐλαττώσεις εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, ἔχομεν ἄθροισμα 27,320,000. Παραβάλετε νῦν τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα, καὶ θέλετε πεισθῆ, ἐὰν τοιαύτην ἔχετε διάθεσιν, ὅτι τὰ ἔξοδα δύνανται νὰ ἰσοῤῥοπηθῶσι πρὸς τὰ ἔσοδα. Ἐὰν δὲ ἡ κυβέρνησις προβῇ καὶ εἰς οἰκονομίας ἐκτεταμένας, ἐκτὸς ὅτι θέλει ἐπαρκέσει εἰς τὰς συνήθεις ἀνάγκας, θέλει ἔχει καὶ περίσσευμα διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπιτύχῃ καὶ μικρὸν δάνειον, ὅπως σταματήσῃ τὰ κινητὰ χρέη. Οὕτω δὲ θέλει μᾶς ἀπαλλάξει ἀπὸ τοῦ νὰ θέσωμεν χεῖρα εἰς τὰ παραγωγικὰ κεφάλαια τῶν συμπολιτῶν μας, τοὐτέστι τὸν ἀφανισμὸν τοῦ τόπου. Κύριοι βουλευταὶ, ἀφοῦ σᾶς ἀπέδειξα μέχρι τοῦδε διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ τῆς οἰκονομίας, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς δὲν συνετάχθη εἰς εἰλικρινεῖς ἀναγραφὰς τῶν ἐσόδων, θέλω σᾶς ἀποδείξει ἤδη, ὅτι ἐξωγκώθη καὶ μὲ παρανόμους ἀναγραφὰς ἐξόδων, αἵτινες μετὰ προθέσεως ἐνεγράφησαν, ὅπως σᾶς πείσωσι νὰ ψηφίσετε τὴν αὔξησιν τῶν φόρων. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπεφόρτισε τὴν ἀτυχῆ χρῆσιν τοῦ 1866, εἶπον, μὲ παρανόμους ἀναγραφάς· παράνομος ἀναγραφὴ δὲ λέγεται πᾶσα ἀναγραφὴ, ἥτις γίνεται ἐναντίον τῶν διατάξεων τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Πρὸς ἀπόδειξιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μου τούτου, σᾶς γνωστοποιῶ, ὅτι ὁ κ. ὑπουργὸς μὲ τολμηρὰν ἀληθῶς ἐπιτηδειότητα παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἀπὸ 1 Ἰανουρίου 1867 νομοσχέδιον περὶ ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως 1,002,000 δραχμῶν, ἐκ τῆς ὁποίας ἀπαιτεῖ 270,000 δραχ. πρὸς ἐκτέλεσιν τελεσιδίκων κατὰ τοῦ δημοσίου ἀποφάσεων καὶ 48,000 δραχ. δι’ ἀντιμισθίαν δικηγόρων. Ἀκούσατε ὅσα περὶ τούτου λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, δι’ ἧς ὑποβάλλει τὸ νομοσχέδιον. «Καὶ μετὰ τὴν ἐξάντλησιν τῆς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ χορηγηθείσης διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου πιστώσεως ἐκ δραχ. 275,000 εἰς ἐκτέλεσιν καταδικαστικῶν κατὰ τοῦ δημοσίου ἀποφάσεων, καθυστεροῦνται σήμερον εἰς διαφόρους ἀντιδίκους αὐτοῦ συνεπεία ἑτέρων τελεσιδίκων ἀποφάσεων περὶ τὰς δραχ. 275,000». Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ζητεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς καὶ 48,000 δραχ. διὰ δικηγορικὰς ἔτι ἀντιμισθίας κτλ. Κύριοι, εἶχον ἀναγραφῆ ὑπὸ τῆς Βουλῆς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866 δραχ. 275,000, καὶ προσέτι 60,000 δι’ ἀντιμισθίαν δικηγόρων. Σήμερον δὲ ὁ κ. ὑπουργὸς ἀπαιτεῖ παρὰ τῆς Βουλῆς ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν 270,000 δι’ ἐκτέλεσιν τελεσιδίκων ἀποφάσεων καὶ προσέτι διὰ δικηγορικὰς ἀντιμισθίας 48,000· τὸ κονδύλιον τοῦτο διὰ τὸ 1866 ἐπιφορτίζεται μὲ 653,000 περίπου. Ἀλλά, κύριοι, τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀληθῶς χρεωστεῖ ἡ χρῆσις τοῦ 1866; Καὶ δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ μᾶς παρουσιάσῃ τὰς τελεσιδίκους ἀποφάσεις τοῦ ἔτους τούτου, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀπαιτεῖται τὸ ἀνωτέρω ποσὸν, ὅπως πληροφορηθῶμεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται ἀληθῶς εἶναι τοῦ 1866; Οὔτε κἂν ἀμφίβολον δὲν ὑπάρχει, ὅτι τὰ ἔξοδα ταῦτα ἀνήκουσιν εἰς πολὺ παρῳχημένας χρήσεις· κατὰ δὲ τὸν λογιστικὸν νόμον, διὰ τοῦτο μάλιστα ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν πίστωσιν ὁ κ. ὑπουργὸς εἰς βάρος τῆς τρεχούσης χρήσεως, τοὐτέστιν εἰς βάρος τῶν ἐξόδων τοῦ 1867, καὶ ὄχι εἰς βάρος τοῦ ἀτυχοῦς 1866, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1866, μετὰ τὴν 31 δεκεμβρίου ἰδίου ἔτους, δὲν δύναται πλέον νὰ ἐπιφορτισθῇ μὲ κανὲν ἔξοδον. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἀπὸ τοῦ τέλους τοῦ ἔτους ἐξακολουθεῖ ἐπὶ δέκα εἰσέτι μῆνας ἡ χρῆσις τοῦ 1866, ἀλλὰ δὲν τρέχει πλέον· ἐξακολουθεῖ δὲ, ὅπως κλείσῃ τοὺς ἰδίους αὐτῆς λογαριασμοὺς, δαπανῶσα ἐκ τῶν ἀκυρωθεισῶν αὐτῆς πιστώσεων πρὸς ἐξόφλησιν τῶν ληψοδοσιῶν της. Τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν ἠδύνατο ὁ κ. ὑπουργὸς νὰ ἐπιφορτίσῃ τὴν χρῆσιν αὐτὴν μετὰ τὴν 31 δεκεμβρίου μὲ ἔξοδα παρῳχημένων χρήσεων· ἐὰν δὲ εἶχεν ἀνάγκην ἐξόδων διὰ τοιαύτας χρήσεις, τὴν πίστωσιν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν χρῆσιν τοῦ 1867, τοὐτέστι τὴν τρέχουσαν, διότι ἡ χρῆσις τοῦ 1866, ὡς σᾶς προεῖπον, ἐξακολουθεῖ μὲν, ἀλλὰ δὲν τρέχει πλέον. Ἄλλως τε ἠθέλαμεν ἔχει ἐντὸς τοῦ αὐτοῦ ἔτους δύω τρεχούσας χρήσεις, ὅπερ παράλογον Τὸ ἄρθρον 67 τοῦ λογιστικοῦ τοῦ κράτους λύει ἐπὶ τούτου πᾶσαν ἀμφιβολίαν· ἀκούσατε. «Ἄρθρον 67. Πρὸς πληρωμὴν χρέους ἀποχρώντως ἀποδεδειγμένου κλεισμένης τινὸς χρήσεως, μὴ συμπεριλαμβανομένου εἰς τὰ πληρωτέα ὑπόλοιπα κατὰ τὸν ἀπολογισμὸν αὐτῆς, ἀπαιτεῖται ἀναπληρωτικὴ ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως πίστωσις» καταλογιζομένη εἰς τὸ κεφάλαιον «Κλεισμέναι χρήσεις». Ἀλλ’ ὅπως δήποτε ὁ κ. ὑπουργὸς τὸ ποσὸν τῶν 270,000 καὶ 48,000 δραχμῶν ἠθέλησε παρανόμως νὰ ἀναγράψῃ εἰς βάρος τοῦ 1866· ἄλλως τε ἀπετύγχανε τοῦ σκοποῦ· καὶ ἀπόδειξιν τὴν μεγαλειτέραν παρουσιάζει αὐτὸς ὁ παρὰ τοῦ κ. ὑπουργοῦ συνταχθεὶς προϋπολογισμὸς τοῦ 1867, ὅστις διὰ τὸ αὐτὸ κονδύλιον ἀναγράφει μόνον 250,000 δραχ. Καὶ ὅμως διὰ τῆς προεκτεθείσης τολμηρᾶς ἐπιτηδειότητος ἔκρινε σκόπιμον τὸ αὐτὸ κονδύλιον διὰ τὸ 1866 νὰ ἐπιβαρύνῃ μὲ 653,000 δραχ. ὡς τακτικὸν δῆθεν ἔξοδον. Ταῦτα πάντα ἔπραξε βεβαίως ὁ ἐπιτήδειος ὑπουργὸς, ὅπως διὰ τῆς ἐξογκώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866 σᾶς πείσῃ ἀσφαλέστερον νὰ ἐπιβάλετε διὰ τὸ τρέχον ἔτος βαρυτάτους φόρους εἰς τὸν ὑπὸ τῆς πενίας καὶ δυστυχίας μαστιζόμενον λαόν. Πλὴν δὲν συντάσσονται, ἀξιότιμε φίλε, κ. Κεχαγιᾶ, οἱ προϋπολογισμοὶ μὲ ἐπιτηδείους τρόπους, καὶ παρανόμους ἀναγραφὰς, διότι, ἐὰν ἐπὶ τοιούτων προϋπολογισμῶν ἐξόδων προσδιορίζωμεν τὰ ἔσοδα, ταχέως φοβοῦμαι ὅτι ὁ μὲν προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων θέλει ἀνέλθει εἰς 100,000,000, οἱ δὲ φόροι εἰς 50%. Ἡ σημερινὴ κυβέρνησις δὲν γνωρίζει ἐμπόδια ἐκ τῶν νόμων· θέλει μόνον νὰ φθάσῃ εἰς τὸν οἰκονομικὸν αὐτῆς σκοπόν· εἰς τοῦτο ἐπείσθην ἀπὸ ἑτέραν αὐτῆς πρᾶξιν, ἣν ἀνεκάλυψα, μελετῶν τὰς ὑποβληθείσας ὑπὸ τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1866. Ἀκούσατε· ὁ κ. ὑπουργὸς ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν 8 φεβρουαρίου ε. ε. νομοσχέδιον ἀναπληρωτικῆς πιστώσεως ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 1866 ἐκ δραχ. 466,328· ἐκ τῆς πιστώσεως ταύτης ἀπαιτεῖ διὰ τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν 415,000, ἐναντίον καὶ τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ γενικοῦ νόμου καὶ πάσης διατάξεως τῶν εἰδικῶν νόμων. Ἡ αἴτησις αὕτη, κύριοι, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, παράλογος, αὐθαίρετος, ἐγκληματικὴ καὶ ὑβριστικὴ, ἂν θέλετε, κατὰ τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ἐν γνώσει πάντων τούτων διατελῶν ὁ κ. ὑπουργὸς, δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς παρουσιάσῃ τοιαύτην πίστωσιν, διατηρήσας ἐπίτηδες ἄκραν σιωπὴν, ὅπως ἀπαρατήρητος διέλθῃ ἡ πίστωσις ἐκ τῆς Βουλῆς.
§31ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὸς κύρωσιν ὑπεβλήθη ἡ νέα ἀναπληρωτικὴ πίστωσις εἶναι; διότι δὲν ἐνθυμοῦμαι καλῶς.
§32ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸς κύρωσιν· καὶ τὰ ἔξοδα ταῦτα, ὡς καλῶς γνωρίζετε, ἐγένοντο ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν. Ἐγὼ ἴσως δὲν γνωρίζω ποῖος ὑπουργὸς διέταξε τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, οὐδὲ ποῦ βασιζόμενος ἔκαμε τὰ ἔξοδα ταῦτα ἐναντίον τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπιψηφισθέντος ὑπὸ τῆς βουλῆς, ἀφοῦ μάλιστα οὔτε εἰς διάταγμά τι, οὔτε εἰς πρακτικὸν κἂν τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου στηρίζεται ἡ αἴτησίς σας, περὶ τῆς ὁποίας σεῖς μόνος δύνασθε νὰ κρίνητε, καὶ οὐχὶ οἱ βουλευταὶ, πρὸς τοὺς ὁποίους ἀποτεινόμενος λέγω, ὅτι, ἀφοῦ ἐναντίον τῶν ἀποφάσεών σας, τῶν νόμων τοῦ κράτους, τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ παντὸς λόγου, 415,000 δραχ. ἐξοδεύονται κατὰ τὴν θέλησιν ἑνὸς ὑπουργοῦ, τί ἀπομένει πλέον εἰς τὴν ἐξουσίαν τῆς Βουλῆς, καὶ εἰς τί χρησιμεύει ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους, ἀφοῦ εἷς ὑπουργὸς κατὰ βούλησιν ἐξοδεύει ἐκ τοῦ δωματίου του ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχ.; Καὶ ὅμως ὁ κ. ὑπουργὸς ὄχι μόνον μᾶς συμβουλεύει νὰ παραδεχθῶμεν τοιαῦτα ἔξοδα, ἀλλ’ εἰς τοιαῦτα ἔξοδα βασιζόμενος συντάττει τοὺς προϋπολογισμοὺς, καὶ ἐπὶ τοιούτων προϋπολογισμῶν στηριζόμενος μᾶς προτείνει νὰ ἐπιβάλωμεν βαρυτάτους εἰς τὸν λαὸν φόρους. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς, κύριοι βουλευταὶ, διατί ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν σιγᾷ, σιγᾷ, καὶ ἐν ἄκρᾳ σιωπῇ μᾶς ὑπέβαλε τὴν πίστωσιν ταύτην; Εἰς ἄλλην περίστασιν, εἶμαι βέβαιος, ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἤθελε δράξει μετ’ ἄκρας εὐχαριστήσεως τοιαύτην εὐκαιρίαν κατὰ τῶν παρελθουσῶν κυβερνήσεων, καὶ καταδιώξει αὐτὰς μέχρις ἐσχάτων· ἀλλὰ σήμερον συμφέρει εἰς τὸν σκοπὸν αὐτοῦ νὰ σιωπηθῶσι καὶ τὰ τῶν ἐχθρῶν σφάλματα, ὅπως δικαιολογηθῶσιν οἱ φόροι καὶ τὰ δάνεια. Ἀλλ’ ἐὰν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν συμφέρῃ ἡ σιωπὴ, εἰς τὴν Βουλὴν δὲν συμφέρει· ἄλλως πρὸς τί κάθησθε καὶ ψηφίζετε νόμους καὶ προϋπολογισμοὺς, ὅταν εἰς τίποτε ἄλλο δὲν χρησιμεύουν αἱ ἀποφάσεις σας, παρὰ πρὸς μόνον ἐμπαιγμὸν τοῦ λαοῦ καὶ ἡμῶν αὐτῶν; Οἱ ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἐξοδεύωσιν ἑκατομμύρια κατὰ τὰς διαθέσεις αὑτῶν; Ἔπειτα εἶναι, φρονεῖτε, ἀρκετὸν διὰ τὴν τιμήν μας, ἐὰν μᾶς ὑποβάλλωσι τυπικῶς νομοσχέδια πιστώσεων καὶ ἡμεῖς τὰ ἐγκρίνωμεν; Ἀλλὰ τότε δὲν ψηφίζετε καὶ οἱονεὶ παραδέχεσθε ὡς νόμον, ὅπως αἱ μὲν ὀρέξεις τῶν ὑπουργῶν κανονίζωσι τὰ ἔξοδα, ἡ δὲ περιουσία τοῦ λαοῦ συνεισφέρῃ τὰ ἔσοδα, ἐπὶ τοιούτων βάσεων στηριζόμενα καὶ κατὰ τοιοῦτον τρόπον ἐπιψηφιζόμενα; Εἶναι λοιπὸν εἰλικρινὴς αὐτὴ ἡ κατάστασις; Οἱ τοιοῦτοι προϋπολογισμοὶ εἶναι ἀλήθεια; Δέχεσθε σεῖς ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν, ὅπως διὰ τοιαῦτα παράνομα καὶ παράλογα ἔξοδα ἐπιβάλητε βαρυτάτους φόρους εἰς τοὺς συμπολίτας σας; Ποτέ μὴ προβῆτε εἰς τοιαύτην ἀδικαιολόγητον ἀπόφασιν, μάλιστα, ἀφοῦ σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι, καὶ ἂν παραδεχθῆτε ὡς ἔξοδα τοῦ 1867 τὰ βεβαιωθέντα ἔξοδα τοῦ 1865, τοῦ ἔτους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον οἱ πλεῖστοι ἐξ ὑμῶν κατεδικάσατε πέρυσιν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ περιβόλου ὡς πολυέξοδον, ὡς σπάταλον, θέλομεν φθάσει εἰς ἰσοῤῥοπίαν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῶν ἀναγκαίων οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἐπιβάλετε εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀντὶ τῶν φόρων τοὺς ὁποίους αὕτη σᾶς συμβουλεύει νὰ ἐπιβάλετε εἰς τοὺς πενομένους καὶ πεινῶντας συμπολίτας σας. Ἀκούω περιέργους ψιθυρισμούς· βλέπω μάλιστα φίλους μου τινὰς ἐκ τῶν τῆς Ἑπτανήσου βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι δεικνύουσιν ἀποστροφὴν πρὸς τὰς ἰδέας μου. Τοὺς φίλους τούτους παρακαλῶ νὰ προσέξωσι καλῶς, ἐὰν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωσιν ὄχι εἰς αὐτοὺς, ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς μόνον φόρους· τοὺς παρακαλῶ μάλιστα νὰ ἔχωσιν ἀδιαλείπτως ὑπ’ ὄψιν, ὅτι, ἐὰν νομίζωσι τὴν μὲν αὔξησιν τῶν ἐσόδων ὡς ἀναγκαίαν εἰς τὸ δημόσιον, τὴν δὲ ἐπιβολὴν τῶν νέων φόρων ὡς ἀγαθὸν εἰς ἡμᾶς, τὸ ἀγαθὸν τοῦτο χάριν δικαιοσύνης πρέπει νὰ καταφθάσῃ καὶ αὐτούς· τοὺς παρακαλῶ μάλιστα νὰ ἐνθυμηθῶσιν, ὅτι καὶ ἄλλοτε κατείχοντο ὑπὸ τῶν ἰδεῶν τῆς μὴ ἀφομοιώσεως, ἀλλὰ τὰ πράγματα διέψευσαν τὰς ἐλπίδας των ταύτας· διὰ ταῦτα συνιστῶ εἰς αὐτοὺς ὡς χρέος ὑπομονὴν, ἵνα τοὐλάχιστον ἀποφασίσωσιν, ἔστω καὶ περὶ ἡμῶν τῶν ἄλλων, ἐσκεμμένως. Μετὰ τὰ προεκτεθέντα, κύριοι βουλευταὶ, νομίζω, ὅτι δικαιοῦμαι νὰ ἀποκρούσω κατ’ ἀρχὴν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ἀναφερόμενος, τὸ ἐπαναλαμβάνω, πάντοτε εἰς τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ἐξωτερικήν.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐν γένει.
§34ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν ἐπιθυμῆτε γενικὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς καθόλου πολιτικῆς ὑμῶν, προκαλέσατέ την, καὶ θέλετε μὲ εὕρει προθυμότατον. Κύριοι, μὲ ἠκούσατε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς ὁμιλίας μου, εἰπόντα, ὅτι διαφωνῶ μετὰ τοῦ κ. πρωθυπουργοῦ μόνον ὡς πρὸς τὴν λεγομένην ἀνάγκην τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, ἀλλ’ ὅτι μετ’ αὐτοῦ ἔχω κοινὰς τὰς περὶ φορολογίας ἀρχὰς καὶ ἰδέας· ἀφοῦ δὲ τοῦτο σᾶς ἀποδείξω, δικαιοῦμαι νὰ διακηρύξω ὅτι ἢ θέλω νικηθῆ μετὰ τοῦ κ. Κουμουνδούρου σήμερον, ἢ θέλω νικήσει μετ’ αὐτοῦ, ἀποδεικνύων θριαμβευούσας τὰς περὶ φορολογίας κοινὰς ἀρχὰς καὶ ἰδέας ἡμῶν, αἵτινες ἐκ διαμέτρου εἶναι ἀντίθετοι τοῦ ὑπουργοῦ τῆς οἰκονομίας. Ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του κατὰ τὴν εἰσήγησιν τῶν φορολογικῶν νομοσχεδίων ἀνεκήρυξεν, ἂν δὲν λανθάνωμαι, τὸ ἑξῆς ἀξίωμα, οἱ μὲν ἰδιῶται ὀφείλουσι νὰ κανονίζωσι τὰ ἔξοδα κατὰ τὰ ἔσοδα αὑτῶν, τὰ δὲ κράτη ἀντιστρόφως. Πλὴν ὁ πρωθυπουργὸς κ. Κουμουνδοῦρος καὶ ἐγὼ ἀντιπαρατάσσομεν ἄλλο ἀξίωμα κατ’ αὐτοῦ ὅλως ἀντίθετον· «πρὸ πάντων», ἔλεγεν ἐν τῇ Συνελεύσει ὁ κ. πρωθυπουργὸς, τὸν ὁποῖον παρακολουθῶ σήμερον, «ἡ Ἑλλὰς ὀφείλει νὰ κανονίζῃ τὰ ἔξοδα αὑτῆς πρὸς τὰ ἔσοδα»· ἰσχυριζόμενος, ὅτι, ἂν μέχρι τοῦδε ἐσώθημεν ἀπὸ τὴν χρεωκοπίαν, ἐσώθημεν, διότι ἀπαρεγκλίτως ἠκολουθήσαμεν τὴν ἀρχὴν αὐτήν· ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως λοιπὸν, ἔργον τοῦ ὁποίου ὑπῆρξεν ἡ ἐλάττωσις τῶν φόρων, ἔχει ἀρχὰς ἀντιθέτους τοῦ κ. ὑπουργοῦ τῆς οἰκονομίας· καὶ τὰς ἀρχὰς ταύτας ὑπεστήριξεν ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ περιβόλου, συνεδριαζούσης τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως, μετὰ μεγίστης θερμότητος.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τώρα.
§36ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν τὸ ἠκούσατε· ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως λέγει, ὅτι καὶ τώρα ὑποστηρίζει ἀντιθέτους ἀρχὰς, ἀντίθετα ἀξιώματα ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς οἰκονομίας· καὶ μὅλα ταῦτα ἔχουσι τὴν αὐτὴν πολιτικὴν, συμβιβάζοντες τὰ ἀσυμβίβαστα! Ἀλλ’ ἡμεῖς τὸν συμβιβασμὸν τοῦτον δὲν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν, διότι τὸ ἔθνος ἡμῶν δὲν ὑψώθη εἰς τὴν περιωπὴν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἅτινα δύνανται νὰ ἀκολουθήσωσιν ἀφόβως τὰς ἀρχὰς τοῦ κ. Κεχαγιᾶ· διότι εἰς τὰ μεγάλα ἔθνη αἱ κυβερνήσεις δημιουργοῦσι πόρους, ἐπιμελῶς προάγουσαι τὴν βιομηχανίαν, τὴν γεωργίαν καὶ τὸ ἐμπόριον· ἀλλ’ εἰς ἡμᾶς τὰ ἀγαθὰ ταῦτα δὲν προήχθησαν ἔτι ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ δύναται πᾶσα τάξις καὶ πᾶσα ἡλικία ἀνθρώπων ἐργαζομένη νὰ αὐξάνῃ τοὺς πόρους μας. Εἰς τὰ μεγάλα κράτη, ἐνῷ οἱ ἄνδρες ἐργάζονται εἰς τέχνην τινὰ, αἱ γυναῖκες, τὰ τέκνα καὶ πάντα τὰ μέλη τῶν οἰκογενειῶν ἐπιλαμβάνονται τῆς ἐργασίας· ἀλλ’ ἐδῶ ἐξ 1,000,000 ψυχῶν, αἵτινες ἀποτελοῦσι τὸν πληθυσμὸν τῆς πρώην Ἑλλάδος, αἱ 500,000 εἶναι γυναῖκες, μὴ ἔχουσαι ποῦ νὰ ἐργασθῶσιν· ἐὰν δὲ ἐκ τῶν ὑπολοίπων 500,000 ἀφαιρέσητε τοὺς γέροντας καὶ τὰ παιδία, θέλετε εὕρει, ὅτι μόλις 200,000 ἄνδρες ἐργάζονται διὰ νὰ τρέφωσιν ὅλους τοὺς ἄλλους· καὶ ὅμως τοὺς ἄνδρας τούτους σήμερον θέλουν νὰ ὑποβάλωμεν εἰς βαρεῖς φόρους, ὅπως ἀσφαλέστερον τοὺς καταστρέψωμεν. Νομίζω, ὅτι θέλετε θαυμάσει ἔτι περισσότερον, κύριοι, βουλευταὶ, ἀφοῦ μάθετε, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ὄχι μόνον ἀντιστρατεύονται κατ’ ἀλλήλων δι’ ἀντιθέτων οἰκονομικῶν ἀξιωμάτων, ἀλλ’ ὅτι ἀντιστρατεύονται καὶ κατὰ τοῦ ἰδίου συστήματος ἕκαστος αὐτῶν. Κατὰ τὴν Συνέλευσιν ὁ κ. Κουμουνδοῦρος εἶχεν ἀνακηρύξει ἓν σύστημα οἰκονομικῶν ἀρχῶν· ἕτερον σύστημα μᾶς ὑπέβαλε κατὰ τὴν πρώτην τῆς Βουλῆς Σύνοδον. Σήμερον ὑποστηρίζων τὴν γνώμην τοῦ κ. Κεχαγιᾶ, ἐπανέρχεται εἰς νέον σύστημα. Ἐντὸς 2 ἢ 3 ἐτῶν ἄρα παρουσιάζουσιν εἰς ἡμᾶς τρία οἰκονομικὰ συστήματα, ἅτινα ἀποτυγχάνουσι τὸ ἓν τοῦ ἄλλου χειρότερον· καὶ ὅμως οἱ ἄνδρες οὗτοι δὲν ἀποκάμνουσιν εὐκόλως· ἀνενδότως καταφεύγουσιν εἰς νέας δοκιμασίας· ἀλλ’ εἰς τὰς δοκιμασίας ταύτας ἡ Βουλὴ δύναται νὰ βασισθῇ πλέον καὶ νὰ κανονίσῃ ἐπ’ αὐτῶν πολιτικήν τινα; Ἐξετάσατε π. χ. τὰ εἰδικὰ αὐτῶν νομοσχέδια, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι καὶ αὐτοὶ καὶ ἡμεῖς φοβερῶς ἠπατήθημεν εἰς τὰς προσδοκίας μας. Καὶ ἀληθῶς δὲν παρουσίασαν εἰς τὴν Βουλὴν πέρυσι νόμον νέον περὶ χαρτοσήμου; δὲν μᾶς ὑπεσχέθησαν τότε, ὅτι διὰ τοῦ νόμου θὰ αὐξήσωσι τὰ ἔσοδα; Καὶ ὅμως σήμερον εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ κ. ὑπουργὸς ὁμολογεῖ τὴν πλάνην αὑτοῦ, μᾶς ὑπόσχεται ὅτι θέλει ὑποβάλει τρίτον περὶ χαρτοσήμου νόμον, διότι ὁ δεύτερος ἀντὶ νὰ αὐξήσῃ ἠλάττωσε τὰ ἔσοδα κατὰ 700,000 δραχμῶν. Εἴθε μὴ ἐπιψηφίσωμεν τέταρτον μετ’ οὐ πολύ! καὶ ἐντὸς τῆς αὐτῆς Συνόδου! Ἀλλ’ ἐὰν ταῦτα ᾖναι ἀληθῆ, οἱ κκ. Κουμουνδοῦρος καὶ Κεχαγιᾶς ἐπιθυμοῦν νὰ φορολογήσωσι σήμερον τὰ κεφάλαια τῆς παραγωγῆς καὶ τῆς ἐργασίας τῶν ἀτόμων· ἄρα τὰς πηγὰς τῆς παραγωγῆς θέλουσι νὰ ἀποξηράνωσι. Πλὴν οἱ κύριοι οὗτοι δὲν ὑπεστήριζον κατὰ τὴν Συνέλευσιν τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων μόνον, ἀλλ’ ὑπεστήριζον μετὰ τῆς αὐτῆς θερμότητος τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον σήμερον πολεμοῦσι, κατακρίνοντες τὰς διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ γενομένας παραλόγους καὶ ἀτόπους δαπάνας· καὶ πρὸς ἀπόδειξιν τούτου ἀκούσατε τί ἔλεγε τότε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος. —«Τὰ ἐν αὐτῷ (τῷ προϋπολογισμῷ) σημειούμενα ποσὰ εἶναι ἱερὰ καὶ ἕνεκα τούτου περισσότερον πρέπει νὰ ὑποστηριχθῶσι. Κύριοι, ἐπίστευσα πάντοτε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, ὅπως ὑπῆρξε καὶ ἡ αὔξησις τοῦ προϋπολογισμοῦ, δὲν προέρχεται ἀπὸ προσθήκην μόνον τῶν ἐξόδων, δὲν ἐξωγκώθη διότι παρεισήχθησαν μόνον κονδύλια, ἐξωγκώθη, διότι ἀνεπτύχθησαν αἱ ἀνάγκαι, ἐξωγκώθη, διότι ἀνεπτύχθη ἡ ὑπηρεσία, ἐξωγκώθη, διότι ἀνεπτύχθησαν τὰ ἔσοδα, τὰ ὁποῖα κατὰ συνέπειαν ἔφερον αὔξησιν εἰς τὰ ἔξοδα· ἀλλὰ μὅλαταῦτα καὶ τότε καὶ ἤδη ὁμολογῶ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς αὐτὸς δύναται νὰ ὑποστῇ μεγάλας ἐλαττώσεις χωρὶς ποσῶς νὰ πάθῃ ἡ ὑπηρεσία· ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ ὑπάρχουν, κύριοι, θέσεις σημαντικαὶ, καὶ πληρωμαὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφοροῦν εἰμὴ τὴν ἱκανοποίησιν ἁπλῶς προσώπων». Ἐκ τούτων ὅλων, κύριοι, παρατηρεῖτε, ὅτι εἰς τὸ ἀντίθετον τοῦ σημερινοῦ σημείου εὑρίσκετο τότε ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, διότι ὑπὲρ τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων καὶ τῆς ἀπαλείψεως τῶν περιττῶν δαπανῶν διεμαρτύρετο. Ἀλλ’ ἐὰν τότε ἔπρεπε νὰ διαγραφῶσιν αἱ περιτταὶ δαπάναι, δὲν δύνανται νὰ διαγραφῶσι καὶ σήμερον; Ἢ μήπως σήμερον ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι αἱ πλάκες τοῦ Μωϋσέως; Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος ἦτο τότε ἀνεξάντλητος εἰς τὰ ἐπιχειρήματα, διότι ἐπεκράτει εἰς αὐτὸν μόνη ἡ καρδία καὶ οὐχὶ τὸ ἐκ τῆς πολιτικῆς συμφέρον· διὰ τοῦτο ῥαγδαίως ἐπιπίπτω, ἔλεγε, πρὸς τοὺς ἀντιφρονοῦντας· τί κραυγάζετε πρὸς ἡμᾶς περὶ τῶν συμφερόντων τῆς διοικήσεως, ὅταν αὐτὴ ἡ διοίκησις μᾶς φορολογῇ μέχρι τοῦ μυελοῦ τῶν κοκκάλων; τοιαύτην διοίκησιν τί τὴν θέλομεν, ὅταν ἀντὶ νὰ μᾶς σώζῃ μᾶς καταστρέφῃ; Σήμερον ὅμως, ἀδιαφορῶν περὶ τοῦ λαοῦ καὶ μόνον ὑπ’ ὄψιν ἔχων τὸ συμφέρον τῆς ἐξουσίας, μᾶς συμβουλεύει νὰ καταστρέψωμεν τὸν λαὸν, φορολογοῦντες αὐτὸν μέχρι τοῦ μυελοῦ τῶν κοκκάλων. Ἀλλὰ, κύριοι βουλευταὶ, μήπως σήμερον κεῖται βαθύτερον παρὰ τότε ὁ μυελὸς τῶν κοκκάλων τοῦ λαοῦ; Ὄχι· ἡ ἀλήθεια καὶ τότε καὶ τώρα εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή. Μόνον τὰ ἐκ τῆς πολιτικῆς συμφέροντα ἤλλαξαν. Διὰ τοῦτο ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οὐδὲ σήμερον ὁ λαὸς δύναται νὰ βαστάσῃ ὅ,τι τότε δὲν ἠδύνατο νὰ ὑποφέρῃ! Καὶ μὴ νομίζετε ὅτι σᾶς εἶναι ἐπιτετραμμένον σήμερον νὰ νομοθετήσητε πράγματα, ἅτινα τὸ ἔθνος δὲν δύναται νὰ ἐκτελέσῃ, διότι τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι τὸ αὐτὸ, ὡσὰν ἐπιστεύετε, ὅτι δύνασθε νὰ ψηφίσετε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διαζευχθῶσιν αἱ γυναῖκες τοὺς ἄνδρας αὐτῶν. Θαυμάζετε διὰ τὸ παράλογον τοῦ λόγου· ἀλλ’ ἐὰν τὸ δεύτερον εἶναι ἄτοπον νὰ νομοθετηθῇ, δὲν στοχάζεσθε, ὅτι καὶ τὸ πρῶτον εἶναι ἐπίσης ἀπρεπὲς καὶ ἀδύνατον, διότι καταστρέφει τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν ἐργασίαν τῶν ἀτόμων ὅλου τοῦ ἔθνους; Ἀλλ’ ἐὰν μόλα ταῦτα ἡ Βουλὴ ἐπιψηφίσῃ τοὺς σήμερον προτεινομένους νόμους, φοβοῦμαι, ὦ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, φοβοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ἀντὶ φόρων θὰ εἰσπράττωμεν πικρὰς δοκιμασίας. Ὁ κ. Κουμουνδοῦρος, κύριοι βουλευταὶ, ὡς ἄνθρωπος πολιτικὸς, ἀποφασίσας νὰ ἐπιφέρῃ μίαν ἐλάττωσιν τῶν φόρων κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Συνελεύσεως, ὤφειλε νὰ ἐπινοήσῃ τὴν ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος. Τὰ πρὸς ἀναπλήρωσιν μέσα, ὡς εἶχεν αὐτὰ προμελετήσει, παρουσίασεν ἀμέσως εἰς τὴν Συνέλευσιν δι’ ἀλλεπαλλήλων προτάσεων, ἐξέτεινε τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, ἐζήτησε νὰ αὐξήσῃ κατὰ 6, 7 λεπτὰ τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τῆς ζακχάρεως καὶ τοῦ καφὲ, 20% τὸ τῆς ξυλείας, 20% αὔξησιν ἐπὶ τοῦ χαρτοσήμου. Ἐκ τῶν τελῶν τούτων οἱ κκ. Κουμουνδοῦρος καὶ Κεχαγιᾶς ὑπελόγισαν, ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους ἤθελον αὐξήσει κατὰ 3 ἑκατομμύρια δραχμάς. Καὶ ὅμως ἡμεῖς τὰς αἰτήσεις ταύτας τοῦ κ. Κουμουνδούρου ἐπεψηφίσαμεν πρὸ ὀλίγου διὰ τοῦ νέου δασμολογίου εἰς ἀναβιβασμένην μάλιστα κλίμακα, διότι οὐχὶ κατὰ 6, 7 λεπτὰ, ἀλλὰ κατὰ 25 τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος τοῦ καφὲ καὶ τῆς ζακχάρεως ηὐξήσαμεν. Δὲν ἠξεύρω κατὰ πόσον ἐπὶ πλέον τῶν 2% ἀνεβιβάσαμεν τὴν διὰ τὴν ξυλείαν φορολογίαν, παρεκτὸς, ὅτι ἐν γένει ηὐξήσαμεν τὰ εἰσαγωγικὰ τέλη παντὸς εἴδους· καὶ μὅλα ταῦτα οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νομίζουσιν, ὅτι οἱ φόροι οὗτοι δὲν ἐπαρκοῦσι πλέον καὶ πολλαπλασίους τούτων σᾶς ἀπαιτοῦσιν· οἱ ὑπολογισμοὶ λοιπὸν τῶν πολιτικῶν τούτων ἀνδρῶν ἀποδεικνύονται ἐσφαλμένοι· ἀλλ’ ἐὰν κατὰ τὰ 1864 ἔσφαλαν ἐπὶ τοσοῦτον, μήπως δὲν ὑπέκυψαν εἰς μεγαλείτερα σφάλματα κατὰ τὸ 1865 καὶ 1866, ὥστε νὰ μὴ σφάλωσι καὶ σήμερον; Ἤθελον σᾶς ἐπασχολήσει πολὺ ἐὰν ἐπεχείρουν νὰ ἀναλύσω ὅλους τοὺς ἐν τῇ Συνελ. λόγους τῶν κκ. Κεχαγιᾶ καὶ Κουμουνδούρου, ὅπως σᾶς ἀποδείξω τὴν ἀστάθειαν τῶν ἰδεῶν καὶ τὴν ἀσυνέπειαν τῶν ἔργων τῶν πολιτικῶν τούτων ἀνδρῶν. Ἀλλ’ ἐνῷ ἤθελε δι’ ἐμὲ χρειασθῆ πρὸς τοῦτο καὶ κόπος καὶ χρόνος πολὺς, ἤθελε χρειασθῆ καὶ εἰς ὑμᾶς μεγάλη ὑπομονή· ἀλλὰ τῆς εὐγενοῦς ὑμῶν ταύτης ὑπομονῆς, δι’ ἧς τοσάκις μὲ ἐτιμήσατε καὶ δι’ ἣν θέλω διατελεῖ ἀείποτε εὐγνώμων, δὲν ἐπιθυμῶ νὰ καταχρασθῶ. Κύριοι βουλευταὶ, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ πολεμήσω πάλαι ποτὲ ἐκ τοῦ αὐτοῦ βήματος τὰ διὰ τοὺς πρέσβεις ἐπινοηθέντα νέα ἔξοδα· καὶ μολονότι αἱ περιστάσεις τότε ἦσαν πολὺ διαφορετικαὶ, διότι ἐν καλῇ πίστει οἱ περισσότεροι τῶν συμπολιτῶν μας ἐπίστευον εἰς ὅ,τι τις πλέον δὲν πιστεύει εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, μὅλα ταῦτα δὲν ἐδίστασα νὰ ὑψώσω τὴν φωνήν μου, μὴ πτοηθεὶς ἀπὸ τὴν πλάνην, εἰς ἣν εἶχε περιπέσει τὸ κοινὸν, καὶ νὰ σᾶς συμβουλεύσω ὅπως μὴ πράξητε ὅ,τι μόνον ἔβλαψε. Δὲν εἰσηκούσθην τότε παρ’ ὑμῶν· καὶ ὅμως τὰ πράγματα, ἐρχόμενα ὁσημέραι ἰσχυρότερον, τείνουσι νὰ δικαιώσωσι δυστυχῶς τὰς τότε ὑποψίας μου· οὐδὲ παραπονοῦμαι μὴ εἰσακουσθεὶς, ἀφοῦ δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν νὰ παραδέχωνται τὴν ἐμὴν γνώμην ἀβασανίστως οἱ ἄλλοι· ἀλλ’ οὔτε καὶ διστάζω νὰ ἀποκρούσω ἐκ νέου τὰ μέσα, δι’ ὧν οἱ ὑπουργοὶ θέλουσιν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ ἀποκρούσωσι τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, ὅπερ δύναται νὰ μᾶς σώσῃ, εἰς ἑαυτοὺς ἀντιστρατευόμενοι καὶ χάριν τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας, ἥτις, καθὼς αὐτοὶ ἀπέδειξαν καὶ ὄχι ἐγὼ, ἀναμφιβόλως θέλει μᾶς καταστρέψει. Ἀλλὰ τί θέλετε ὠφεληθῆ, ἐὰν λάβητε ὀλίγα ἑκατομμύρια ἀπὸ τὸν λαὸν σήμερον, ὅπως μὴ λάβητε τίποτε παρὰ τοῦ λαοῦ αὔριον στειρεύοντες τὴν παραγωγήν του, καὶ αὐξάνοντες τὴν δυστυχίαν του; Πάθετε, ὅτι εἰς τὴν πλουσιωτέραν ἀπὸ δημητριακοὺς καρποὺς ἐπαρχίαν τῶν Καλαβρύτων ὁ μὲν σῖτος τιμᾶται σήμερον ἀνὰ 60, ὁ δὲ ἀραβόσιτος ἀνὰ 44 λεπτὰ τὴν ὀκάν. Ὁ λαὸς λοιπὸν πεινᾷ, κύριοι, δυστυχεῖ, ἔχει ἀνάγκην νὰ τραφῇ καὶ νὰ καλλιεργήσῃ· ἀκούσατε μετὰ προσοχῆς τὴν λέξιν ταύτην ὅσοι καλλιεργεῖτε, ὅσοι γνωρίζετε τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, ὅσοι ἐδοκιμάσατε πόσον εἶναι φοβερὰ τὰ ἔξοδα ταῦτα διά τε τὸν λαὸν καὶ τοὺς ἰδιοκτήτας· καὶ μὅλα ταῦτα δὲν διστάζουσι νὰ σᾶς προτείνωσιν, ὅπως ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸν λαὸν τοῦτον 10 κατ’ ἔτος ἑκατομμύρια! Αὗται εἶναι, κύριοι βουλευταὶ, αἱ ἰδέαι ὅσας εἶχον νὰ σᾶς ὑποβάλω περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως καὶ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων· καὶ αἱ ἰδέαι αὗται, ὡς παρατηρεῖτε, δὲν εἶναι ἰδικαί μου, ἀλλ’ αὐτῶν, οἵτινες ἀποτελοῦν τὴν κυβέρνησιν σήμερον· τὰς ἰδέας ταύτας παραδεχθεῖσα ἡ Ἐθνοσυνέλευσις μετέβαλεν εἰς νόμον, τὸν δὲ νόμον ἐκεῖνον σᾶς προτείνουν σήμερον νὰ ἐπιψηφίσητε, εἰς ἀντίστροφον ὅμως τάξιν. Δὲν εἶχον λοιπὸν δίκαιον, κύριοι, προειπὼν, ὅτι ἐὰν σήμερον νικηθῶ, θέλω νικηθῆ μετὰ τοῦ φίλου μου κ. Κουμουνδούρου, ἀφοῦ αἱ ἰδέαι, ὅσας ὑπερασπίζομαι σήμερον, εἶναι ἰδέαι αὐτοῦ τοῦ ἰδίου, ὡς σᾶς ἀπέδειξα; Δὲν νομίζω παντάπασι πολιτικὸν νὰ θίξω σήμερον τὸ περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς τῆς κυβερνήσεως· ἀναφερόμενος ὅμως, κύριοι, εἰς τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου τούτου, σᾶς συμβουλεύω μὴ πτοηθῆτε ἀπὸ φαντασιώδεις ἀπειλὰς, διότι λέγω, ὅτι, ἐάν ποτε ἤθελε τολμήσει ὁ γνωστὸς ἐχθρὸς νὰ προσβάλῃ τὴν Ἑλλάδα, μὴ πιστεύσητε, εἰς τοιαύτην περίστασιν, ὅτι θέλει μᾶς σώσει ὁ προϋπολογισμὸς, μὴ πιστεύσητε, ὅτι θέλει μᾶς σώσει ἡ ποιητικὴ στρατολογία τῶν ὑπερστρατευσίμων, τὴν ὁποίαν ἁπλοῖ τινες φρονοῦσιν ἤδη ὡς παρατεταγμένην σχεδόν. Εἰς τοιαύτην περίστασιν ὁ ἐθνικὸς πλοῦτος ὁλόκληρος, οἱ βραχίονές μας καὶ τὰ στήθη μας θέλουσιν ἀνυψώσει τὴν δόξαν τῆς πατρίδος, καθὼς ἀνύψωσαν αὐτὴν καὶ ἄλλοτε. Ἐὰν τολμᾷ ὁ ἐχθρὸς, τὸν ὁποῖον ὑποπτευόμεθα, ἂς πλησιάσῃ νὰ μετρηθῇ μεθ’ ἡμῶν, καὶ τότε οὐδεὶς ἂς μὴν ἀμφιβάλλῃ, ὅτι ὁ μὲν ἑλληνικὸς λαὸς ἀνυπολογίστους θέλει προσφέρει θυσίας χρημάτων, ὁ δὲ ἐχθρὸς θέλει πάθει ὅσα καὶ ἄλλοτε πρὸς δόξαν ἡμῶν. Χιλιάδες ἐχθρικῶν πτωμάτων θέλουσι πέσει εἰς τὰ αὐτὰ μέρη, ὅπου καὶ ἄλλοτε ἔπεσον· ἀλλὰ τότε δὲν θέλετε ζητήσει προϋπολογισμούς· προϋπολογισμὸς θέλει εἶσθαι ἡ ἐθνικὴ περιουσία καὶ στρατόπεδον ὁλόκληρος ὁ ἑλληνισμός. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν κατὰ μέρος τὰς συζητήσεις περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, περὶ ἧς πρέπει μὲν νὰ μεριμνῶμεν ἀείποτε, χωρὶς νὰ πιστεύωμεν, ὅτι καὶ ἡ τῆς ἐκτελέσεως στιγμὴ ἔφθασε, καὶ ἂς ἐπιστρέψωμεν εἰς τὸ θέμα τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὁποίας σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι ἐπαρκοῦσι τὰ ἔσοδα παραδεχομένου τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν. Συμφέρει, νομίζω, νὰ ζήσωμεν διὰ τῆς οἰκονομίας κατὰ τοὺς δυστυχισμένους τούτους καιροὺς, καθ’ οὓς πένεται ὁ λαός. Ἐὰν οἱ νόμοι, κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἦναι κατάλληλοι πρὸς τοὺς καιροὺς, καὶ συνετοὶ πρὸς τὰς περιστάσεις, δὲν ἐπιτυγχάνουσι τοῦ σκοποῦ των. Νομίζω, ὅτι πρὸ ὀλίγου κατεστρέψαμεν τὸν νόμον τοῦ 1834, ἀφαιρέσαντες ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τὸ δικαίωμα τοῦ δίδειν παρατάσεις εἰς τοὺς καθυστεροῦντας. Πάντες ἐπιστεύσατε, ὅτι τὸ ἑπόμενον ἔτος θέλομεν αὐξήσει τὰ ἔσοδα διὰ τοῦ νέου νόμου. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, καὶ εἶχον καὶ ἔχω ἐναντίαν ἰδέαν, χωρὶς δὲ νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι προτίθεμαι νὰ ἐπικρίνω τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἰσχυρίζομαι καὶ πάλιν ὅτι τὰ ἐναντία θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα τῶν προσδοκωμένων, διότι φρονῶ, ὅτι κατὰ τὸν χρόνον τῶν δημοπρασιῶν οἱ μὴ ἔχοντες κεφάλαια διαθέσιμα δὲν θέλουν ἐκτεθῆ εἰς συναγωνισμὸν, φοβούμενοι τὰς αὐστηρὰς διατάξεις τοῦ νόμου, καὶ τότε ἢ θὰ ἐκλείψῃ ἢ θὰ ἐλαττωθῇ μεγάλως ὁ συναγωνισμός. Διότι μόνον οἱ πλούσιοι θὰ παρουσιασθῶσιν εἰς αὐτὸν, καὶ μόνον αὐτοὶ ἀντὶ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν λοιπῶν πολιτῶν θέλουν ὠφεληθῆ μὲ μεγίστην ἐλάττωσιν τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων. Εἴθε ὁ χρόνος νὰ μὲ διαψεύσῃ, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι ὁ χρόνος θέλει ἐπαληθεύσει τὰς ὑποψίας μου. Πολλάκις ἀπεφασίσαμεν καὶ ἐπεψηφίσαμεν νόμους, βασισθέντες εἰς ψευδεῖς ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἡ ἀνηλεὴς πεῖρα ἐρχομένη κατόπιν ἀπέδειξεν ἢ ἀνεπαρκεῖς ἢ ἐπιβλαβεῖς. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν παροῦσαν σοβαρὰν περίστασιν, ἀφορῶσαν εἰς ὅλην αὐτῶν τὴν γενικότητα τὰ τοῦ λαοῦ συμφέροντα, σᾶς παρακαλῶ νὰ προβῶμεν μετὰ μεγάλης σοβαρότητος καὶ μεμετρημένης συνέσεως, ἐξετάζοντες μεθ’ ὅλης τῆς προσοχῆς καὶ τὰς δυνάμεις καὶ τὰ παραγωγικὰ τοῦ λαοῦ κεφάλαια, μήπως ἀπροσέκτως προσβάλλοντες αὐτὰ, χειροτερεύσωμεν καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους καὶ τοὺς πόρους τοῦ δημοσίου ταμείου· μήπως ἀντὶ εἰσοδημάτων ἀποκτήσωμεν ἐλλείμματα· πρὸ πάντων δὲ μήπως φέρωμεν τὸν λαὸν εἰς ἀδυναμίαν νὰ πληρώσῃ τὰς κατὰ νόμον ὑποχρεώσεις του, καὶ ἐκ τούτου προκαλέσωμεν βεβιασμένην ἀπείθειαν, διότι οὔτε πολιτικὸν, οὔτε συμφέρον εἶναι ποτὲ νὰ περιέρχεται ὁλόκληρος λαὸς μεταξὺ τοῦ νόμου καὶ τῆς ἀνάγκης. Αἱ κυβερνήσεις καὶ αἱ συνεταὶ Βουλαὶ διὰ τοῦτο μάλιστα τίθενται ἐπὶ κεφαλῆς τῶν ἐθνῶν, ὅπως προλαμβάνωσι τὸ κακὸν πρὶν αὐτὸ πλησιάσῃ, διότι, ὅταν τὸ κακὸν πλησιάσῃ, καὶ οἱ κοινότεροι τῶν ἀνθρώπων τὸ βλέπουσι, χωρὶς ὅμως νὰ δύναται κανεὶς νὰ τὸ ἐμποδίσῃ. Ἰδοὺ οἱ λόγοι, κύριοι βουλευταὶ, ὅσοι μὲ ἔπεισαν νὰ κηρυχθῶ κατὰ τῆς ἀρχῆς τῆς αὐξήσεως τῆς φορολογίας. Ἐὰν οἱ λόγοι οὗτοι δὲν ᾖναι ἰσχυροὶ ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ὡς εὔχομαι ἐξ ὅλης ψυχῆς καὶ καρδίας, μόνος ἐγὼ θέλω εὑρεθῆ εἰς ἀπάτην· ἐὰν ὅμως ᾖναι ἀληθεῖς, εἰς ὑμᾶς ἐναπόκειται νὰ σκεφθῆτε ὅ,τι συμφερώτερον, ἀφοῦ ἐγὼ ἐξετέλεσα ὅ,τι ἐνόμιζον καλλίτερον.
§37ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Χαίρω, κύριοι, διότι ὁ προλαλήσας ἔθεσε τὸ ζήτημα ὅπως ἔπρεπε νὰ τεθῇ, χαίρω, διότι μὲ ἀπαλλάττει ἀπὸ παρεξηγήσεις, τὰς ὁποίας μοὶ ἀπέδωκε πολλάκις, ὁσάκις ἠθέλησα νὰ κάμω λόγον περὶ τῶν ἰδεῶν τῆς προλαβούσης κυβερνήσεως. Παρετηρήσατε, ὅτι ὁσάκις ἠθέλησα ν’ ἀποδείξω ἐσφαλμένας τὰς ἰδέας τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως, κάμνων σύγκρισιν τῶν ἰδεῶν τῆς ἐνεστώσης, ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἐκραύγαζε, κατηγορεῖτε τὴν παρελθοῦσαν κυβέρνησιν. Χαίρω λοιπὸν, διότι ὁ ἴδιος σήμερον μοῦ δίδει ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσωμεν τὰς ἰδέας τῆς προλαβούσης κυβερνήσεως μὲ τὰς τῆς σημερινῆς, καὶ ἑπομένως, τόσον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, καθὼς καὶ τὸ κοινὸν, νὰ κρίνῃ ποῦ εὑρίσκεται ἡ πλάνη. Ὅταν πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν εἰσήγαγον τὸν προϋπολογισμὸν, ἔκαμα μίαν παρομοίωσιν μεταξὺ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866 καὶ τοῦ 1867, ἀπὸ τὴν ὁποίαν κατεδείχθη, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1866 ἀφίνει ἔλλειμμα 3 περίπου ἑκατομμύρια, μολονότι ἡ διαχείρισις ἐγένετο παρὰ τῆς προλαβούσης Κυβερνήσεως· εἶπον τότε, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς, καί τοι ἐκτιμηθεὶς παρὰ τῆς προλαβούσης κυβερνήσεως, καὶ συγκείμενος ἀπὸ 27,192,000, δὲν ἐξήρκεσε πρὸς πληρωμὴν τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἐχρειάσθη νὰ ζητηθῶσιν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις 2,439,000 ὥστε τὰ ἔξοδα, ἐνῷ ὑπελογίσθησαν εἰς 27,000,000, ἀνεβιβάσθησαν εἰς 29,632,000. Ὅταν ὑπέβαλον, λέγω, τὸν προϋπολογισμὸν, καθὼς καὶ τὰς ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις, ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἐπρόλαβε νὰ εἴπῃ, ὅτι θὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν θ’ ἀποδείξωμεν, ἂν αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ εἶναι ἀληθεῖς ἢ ὄχι, θὰ ἔλθωμεν, εἶπε, μὲ τὰ κατάστιχα τὰ ἰδικά μας· ἦλθε τῳόντι μὲ τὰ ἰδικά του, καὶ τί σᾶς εἶπεν; ὅτι ἡ ζητηθεῖσα ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 270,000 πρὸς πληρωμὴν τελεσιδίκων ἀποφάσεων δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866, διότι δὲν ἀνῆκεν εἰς αὐτὸν, ἀλλὰ εἰς τὰς προλαβούσας χρήσεις, καὶ ὅμως ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν παρανόμως ἐζήτησε νὰ ἐπιφορτίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866. Φαίνεται τὴν λέξιν παρανόμως συνηθίζει πολλάκις ἐπιπολαίως νὰ τὴν μεταχειρίζεται. Ἀνέγνωσε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, καὶ ἐν τούτοις δὲν ἐνόησεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ διϊσχυριζόμην. Τί λέγει τὸ ἄρθρον τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν; ὅτι, ὅταν ἓν ἔξοδον ἀναφανῇ ἐπὶ τῶν ἐξόδων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων ζητεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις. Πότε, κύριοι, ἀνεφάνη ἡ δαπάνη τῶν 270,000; ὅταν ὁ κύριος Χρηστίδης ἦτο ὑπουργὸς, ὅταν ὑπῆρχον ἀποφάσεις κατὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἐν τούτοις ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν ἦτο δαπάνη ἐὰν ἔλεγεν εἰς τοὺς δικαιούχους δὲν ἔχω πίστωσιν. Μὲ τοῦτο ἐλαττοῦνται αἱ δαπάναι τοῦ κράτους; Ἀλλὰ τὴν σήμερον, ὅταν δηλ. παρῆλθε τὸ 1866, παρανόμως ζητεῖ ὁ ὑπουργὸς τὴν ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν διὰ χρῆσιν μὴ κεκλεισμένην; Ἡ χρῆσις τοῦ 66 θὰ κλείσῃ τὸν 8βριον τοῦ 67· ποῦ εὑρίσκει λοιπὸν τὸ παράνομον; Μέχρι τοῦ 8βρίου τοῦ 1867, ὁσάκις ἀναφαίνεται, ἔξοδον, ὁ ὑπουργὸς ζητεῖ ἀναπληρωτικὴν πίστωσιν ἐπιβαρύνων τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους, τοῦ 1866, διότι ἡ χρῆσις τότε θὰ κλείσῃ. Ἀλλ’ αὐτὰ τὰ χρήματα τῶν 270,000 ὀφείλονται, ναὶ ἢ ὄχι; εἶναι τελεσίδικοι ἀποφάσεις καὶ ὀφείλονται· ἔπρεπε λοιπὸν νὰ ζητηθῇ πίστωσις διὰ νὰ μὴ λέγωμεν εἰς τοὺς δικαιούχους, δὲν ἔχω πίστωσιν. Μὲ τοιαῦτα μέσα θὰ ζητήσουν ν’ ἀποδείξουν, ὅτι τὰ ἔξοδά μας δὲν εἶναι πολλά; ἀναβάλλοντες τὴν πληρωμὴν καὶ πληρόνοντες 12% τόκον; Αὐτὸ ὀνομάζεται οἰκονομία; αὐτὸ ὀνομάζεται ἐλάττωσις ἐξόδων; ἢ θέλουν νὰ ῥίψουν στάκτην εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς τῶν ἀνθρώπων; Τὸ 8% τὸ ὁποῖον πληρόνεται διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐντόκων γραμματίων φαίνεται μέγα· τὸ 12 τοῖς 100 τὸ ὁποῖον πληρόνεται ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων, αὐτὸ ἀποσιωπᾶται, διὰ νὰ μὴ βεβαιωθῇ ἓν ἔξοδον καὶ νὰ εἴπουν, ὅτι ἡμεῖς διοικοῦμεν μὲ ὀλιγώτερα ἔξοδα. Δὲν εἶναι εἰλικρίνεια τοῦτο, κύριοι· ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν καὶ μὲ ὅλην τὴν παῤῥησίαν, νὰ εἴπῃ τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται τὸ δημόσιον ταμεῖον, καὶ ἑπομένως, ἂν ἦναι ἀνάγκη, νὰ ζητήσῃ θυσίας ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ· διότι αἱ γινόμεναι θυσίαι ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ δὲν γίνονται χάριν προσώπων, ἀλλὰ χάριν αὐτοῦ τοῦ ἰδίου λαοῦ. Βεβαίως οἱ φόροι δὲν πληρόνονται διὰ νὰ ἱκανοποιηθῶσι τὸ δεῖνα καὶ δεῖνα πρόσωπον, ἀλλ’ ἵνα διοικηθῇ ὁ τόπος, ἵνα ἔχῃ ὁ πολίτης ἀσφάλειαν καὶ τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας του· καὶ μάλιστα ὁ λαὸς, δύναμαι νὰ τὸ εἴπω παῤῥησίᾳ, ὅτι ἀντιπροσωπεύω ἤδη αὐτὴν τὴν στιγμὴν τὰς ἰδέας του, δὲν παραπονεῖται διὰ τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ἀλλὰ ζητεῖ ἀσφάλειαν ἡ ὁποία ἐξέλιπε κατὰ δυστυχίαν ἕνεκα τῶν ἐσφαλμένων ὑπολογισμῶν· διότι ἐνόμιζον οἰκονομίαν νὰ ἀραιωθῇ ὁ στρατὸς καὶ ἔδιδον ἀδείας, καὶ δὲν ἐστρατολόγουν διὰ νὰ μὴ πληρόνωνται πολλὰ ἔξοδα διὰ τὸν στρατόν. Αὐτὸ λοιπὸν θέλει ὁ λαὸς, ἀσφάλειαν, καὶ μὲ τὴν μεγαλειτέραν οἰκονομίαν νὰ διαχειρίζωνται τὰ ἔξοδά του, οἱ φόροι του. Ἐπερίμενα νὰ ἀποδείξῃ τὴν σπατάλην, τὴν πολυτέλειαν, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ὁποῖον ὑπεβάλομεν. Εἶναι 29 ἑκατομμύρια προϋπολογισμένα τὰ ἔξοδα· εἶχε τὸ στάδιον ἀνοικτὸν νὰ εἴπῃ, τὶ ζητεῖτε αὔξησιν φόρων; ἰδοὺ, μεταξὺ τῶν 29 ἑκατομμυρίων εἶναι περιττὸν τὸ δεῖνα κεφάλαιον, ἡ δεῖνα δαπάνη καὶ ἑπομένως περιορίζω τὰ ἔξοδα εἰς 25 ἢ 26 ἑκατομμύρια· διὰ τί δὲν ἔπραξε τοῦτο; Τότε ἤθελε δείξει τῷ ὄντι καὶ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους καὶ εἰς τὸ κοινὸν, ὅτι τῷ ὄντι δύναται ὁ τόπος νὰ διοικηθῇ μὲ 25 ἑκατομμύρια· ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη, οὔτε ἐτόλμησε νὰ τὸ κάμῃ, διότι αἱ πράξεις τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως μαρτυροῦσι τὸ ἐναντίον· διότι 27 ἑκατομμύρια δὲν ἤρκεσαν, ἀλλ’ ἐχρειάσθησαν 29. Τί εἶπε διὰ τὴν ἄλλην πίστωσιν τῶν 400,000 δραχμῶν; Ὁ ὑπουργὸς τοῦ πολέμου παρανόμως τὰς ἐδαπάνησε· καὶ τίς τὸ λέγει; εἷς συνάδελφος, διότι ὑποθέτω, ὅτι κατ’ ἐντολὴν βέβαια τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ κυρίου Χρηστίδου τὰ λέγει τὰ τοιαῦτα· ὁ κύριος βουλευτὴς ἐννοεῖ, ὅτι εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ μία κυβέρνησις, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τοῦ πολέμου εἰμπορεῖ νὰ δαπανᾷ χωρὶς νὰ ζητῇ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ἐν τούτοις ἐνοχοποιεῖ ἕνα συνάδελφον, καὶ λέγει, ὅτι εἶναι ὑπέρβασις· χάριν τοῦ λογιστικοῦ τύπου ἔπρεπε νὰ καλυφθῇ αὐτό. Πῶς λοιπὸν ἐπέτρεψαν τὴν πληρωμὴν τῶν 400,000 δραχμῶν; πῶς ἠνείχετο νὰ γίνεται σπατάλη καὶ νὰ μένῃ συνάδελφος μὲ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς Κυβερνήσεως; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐκ τῶν 2 ἑκατομμυρίων 439 χιλιάδων δραχμῶν τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων τὰς ὁποίας εἰσήγαγον διὰ νὰ καλυφθῶσιν αἱ ἀποφάσεις, μόνον ἠθέλησε νὰ μὴ παραδεχθῇ τὰς 270,000, ὄχι διότι δὲν εἶναι δαπάνη· τὴν ἀναγνωρίζει, ἀλλὰ δὲν ἔπρεπε, λέγει, νὰ ἐπιφορτίσῃ τὸ 66, ἀλλὰ τὸ 67· διότι ἡ χρῆσις δὲν ἔκλεισεν ἀκόμη· καὶ τοῦτο ἵνα μὴ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἴπῃ, διατὶ νὰ ἐπιφορτισθῇ αὐτὴ ἡ χρῆσις μὲ τὰ ἔξοδα τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἂς τὰ ἀφήσω διὰ τὸν διάδοχόν μου. Ὅστις δὲν ἐξακριβόνει τὴν κατάστασίν του καὶ ἐξοδεύει χωρὶς νὰ ὑπολογίσῃ αὐτὴν, ἐκεῖνος ζητεῖ νὰ ἀπατήσῃ τὸν ἑαυτόν του. Ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, λέγει, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ εἰσπράξωμεν τοὺς φόρους. Τὰ ἔσοδα τῶν τελωνείων ἠλαττώθησαν κατὰ 1,200,000, διότι καιρικαὶ περιστάσεις πολιτικαὶ ἦσαν ἀφορμή· παραδέχομαι τοῦτο καὶ ἐγὼ, ἀλλὰ μήπως αὗται αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις δὲν ἐξηκολούθουν, καὶ εἰς μεγαλείτερον μάλιστα βαθμὸν, κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος; Παρεδέχθην τὸ ἴδιον ποσὸν, ὑπολογίσας τὴν αὔξησιν, ἥτις ἐπέρχεται ἀπὸ τὴν τροποποίησιν τοῦ δασμολογίου· τὸ κατηρτίσαμεν εἰς 700,000, ἀλλὰ ἠλαττώθη· τόσον χειρότερον. Λοιπὸν οἱ ὑπολογισμοὶ τοὺς ὁποίους ἐκάμαμεν, ὅτι τὰ ἔξοδα θὰ αὐξήσουν εἰς 29,000,000, εἶναι λανθασμένοι· θὰ εἰπῇ ὅτι πρέπει νὰ ἐλαττώσωμεν ἔτι περισσότερον τὰ ἔσοδα· τὸ ἅλας 120,000 ὀλιγώτερον. Βλέπετε ὅτι σήμερον δὲν ἤρκεσαν τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα προϋπελογίσθησαν κατὰ τὸ 1866 καὶ εἰσήχθησαν ἀναπληρωτικαὶ πιστώσεις 2,500,000· ἀλλὰ καὶ αὐτὰ τὰ ἔσοδα δὲν εἰσεπράχθησαν καὶ οὔτε ἐβεβαιώθησαν ὅπως προϋπελογίσθησαν. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ εἷς ἄλλος λόγος, ὅστις συνηγορεῖ ὑπὲρ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων, διότι καὶ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπελογίσαμεν μὲ τὰς ὑπαρχούσας φορολογικὰς μονάδας δὲν ἤρκουν νὰ εἰσπραχθῶσι. Ἀλλὰ, κύριοι, ἀπέναντι τῶν ἀριθμῶν τοὺς ὁποίους ὑπέβαλον καὶ εἰς τοὺς ὁποίους ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐνόμισε καλὸν νὰ μὴ ἐνδιατρίψῃ ὁλοτελῶς, τοὐτέστιν ἀπέναντι τῶν ἐλλειμμάτων 5 ἐτῶν, τί εἶπε; διατί τὸ 1861 ἄφησεν ἔλλειμμα 2,591,000; διατί τὸ 62 ἄφησεν ἔλλειμμα 2,777,000; διατί τὸ 63 ἄφησεν ἔλλειμμα 1,269,000; τὸ 64, 583,000; τὸ 65, 3,000,000, καὶ τὸ 66, 3 ἐπίσης ἑκατομμύρια; τοὐτέστι 21,000,000 ἔλλειμμα ἀπὸ τὸ 61 καὶ ἐντεῦθεν; Τί σᾶς εἶπε περὶ αὐτῶν τῶν ἐλλειμμάτων; Μείνατε μὲ κενὰς ἐλπίδας· τὰ ἐλλείμματα αὐτὰ ἔκαμαν, ὥστε τὸ δημόσιον ταμεῖον νὰ μὴ ἦναι ἐνήμερον. Ἡ κατάστασις αὐτὴ εἶναι καλή; Ἀλλὰ, λέγει, ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις εἶπεν, ὅτι δύναται νὰ διευθύνῃ ἄνευ φόρων καὶ δανείων· τί ἀπέδειξεν ὅμως; ὅτι τρία ἑκατομμύρια ἄφησεν ἔλλειμμα ἡ διαχείρισις αὐτῆς τῆς ἰδίας κυβερνήσεως, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ ταῦτα εἶπεν, ὅτι ἔχω ἀνάγκην δανείων. Τί σᾶς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς; ὅτι τὰ δάνεια τὶ ἄλλο εἶναι παρὰ φόροι; καὶ ὅτι ποτὲ δὲν θὰ εὕρωμεν δάνειον, ἐὰν δὲν ἀποδείξωμεν ὅτι πληρόνομεν τοὺς δανειστάς μας· ποτὲ μὴ ἐλπίζετε νὰ ἔχωμεν δάνειον ἐὰν τοῦτο δὲν κατορθωθῇ, τοὐτέστιν, ἐὰν δὲν ἐξαλειφθῇ ἡ πληρωμὴ τοῦ τόκου καὶ χρεωλύτρου τῶν δανείων. Καὶ αὐτὸ ἐλπίζει ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, διότι ὁμολογουμένως ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς τὴν μεγαλειτέραν χρηματικὴν ἔλλειψιν. Ἀλλὰ τίνι τρόπῳ θὰ δυνηθῶμεν νὰ πληρώσωμεν τοὺς τόκους καὶ τὰ χρεώλυτρα τῶν δανείων, ἐὰν δὲν ἐξασφαλισθῇ ὁ πολίτης, ἐὰν δὲν αὐξήσωμεν τοὺς φόρους, τὰς συνεισφορὰς τοῦ λαοῦ, ἵνα πληρόνωνται αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὁ τόκος τῶν δανείων; Αὐτὰ τὰ ζητήματα διὰ τὸν κ. Πετιμεζᾶν εἶναι ἐπουσιώδη· τὰ 21 ἑκατομμύρια τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύονται δι’ ἀριθμῶν, περὶ αὐτῶν ἂς φροντίσουν ἄλλοι. Λοιπὸν δὲν θέλετε τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, διότι νομίζετε ὅτι τὰ ἔσοδα ἐπαρκοῦν πρὸς τὰ ἔξοδα; κάμνω ἕνα ἁπλούστερον λογαριασμόν. Νομίζετε ὅτι δύναται νὰ διοικηθῇ ὁ τόπος μὲ μόνον 26,000,000 καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη ν’ αὐξήσουν τὰ ἔσοδα· τὶ θὰ εἰπῆτε διὰ τὰ ἐλλείμματα, διὰ 21,000,000; Πέντε ἑκατομμύρια ἀπαιτοῦνται, κύριοι, ἵνα ἔλθῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐνήμερον, καὶ διὰ τὰ 5 ἑκατομμύρια ὁ ἴδιος ὁ κ. Χρηστίδης εἰς τὴν ἔκθεσίν του λέγει, εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑπάρχῃ ἓν ἀποταμίευμα ἵνα δύναται εἰς τοὺς ἀγόνους μῆνας νὰ ἐπαρκῇ τὸ κράτος· καὶ ποῦ θὰ εὑρεθῶσι τὰ 5 ἑκατομμύρια; Ἡ Συνέλευσις προέβη εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐλαττώσεως τῶν φόρων, ἀλλ’ ὅπως καὶ προχθὲς σᾶς εἶπον, δὲν εἶχεν ἀποπερατώσει τὸ ἔργον της· ὑπῆρχον ἄλλαι ἐκκρεμεῖς προτάσεις πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ἔβλεπεν ὅτι θὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐλαττώσεως τοῦ ἐγγείου φόρου, ἀλλὰ δὲν ἀπεπεράτωσε τὸ ἔργον της. Ἐν τούτοις ποῖον εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα ἐκ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης; εἶναι ἔλλειμμα 5 ἑκατομμυρίων, καθὼς κατεψηφίσατε εἰς τὸν προϋπολογισμόν· εἰς τὰ 62 5,000,000, εἰς τὰ 63 1,000,261. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ Συνέλευσις εἶχε σκοπὸν νὰ φέρῃ τὴν δικαίαν διανομὴν μεταξὺ τῶν φόρων· ποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμά της; τὸ νὰ ὑπάρξῃ ἔλλειμμα καὶ κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐκ 5,000,000 εἰς τὰ 62, ἐξ 1,000,261 εἰς τὰ 63. Καὶ σήμερον, κύριοι, μήπως ἡ κυβέρνησις δὲν ἐπιδιώκει ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν ἡ Συνέλευσις, τοὐτέστι, δὲν ἐπιδιώκει τὴν δικαίαν διανομὴν τῶν φόρων; μήπως δὲν ἦλθε ν’ ἀνατρέψῃ ἕνα νόμον ὅστις ὑπῆρχε ἀπὸ τὸ 37 ἐνταφιασμένο; καὶ κατὰ τὸν ὁποῖον ἡ φορολογία ὑπῆρχεν ἄνισος; δὲν ἔφερε τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ἵνα ὁ φόρος διανέμηται ἐξ ἴσου πρὸς ὅλας τὰς τάξεις; Ἀπὸ τὴν ἀρχὴν αὐτὴν καὶ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις ἐλαύνεται, καὶ θέλει καθὼς καὶ ἐκείνη τὴν δικαίαν διανομὴν τῶν φόρων καὶ δικαίως, διότι ἡ φορολογία πρέπει νὰ ἐπιβαρύνῃ ὅλας τὰς τάξεις ἀναλόγως. Βεβαίως τὸ ἐπικρατοῦν εἰς ἡμᾶς σύστημα φορολογίας ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συστάσεως τοῦ Βασιλείου, νὰ ἐπιβαρύνεται ἡ γεωργικὴ τάξις, τὸ σύστημα αὐτὸ, λέγω, εἶναι ὀλέθριον· διὰ τοῦτο καὶ ἡ Συνέλευσις, καθὼς καὶ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις, προσεπάθησαν νὰ φέρωσι τὴν δικαίαν διανομὴν τῶν φόρων, καὶ διὰ τοῦτο καὶ τὸ δασμολόγιον ἐτροποποιήσαμεν, ὡς καὶ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὅπως εἴδατε εἰς τὸ ὑποβληθὲν νομοσχέδιον. Μόλις 400,000 δραχμαὶ εἶναι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων· εἶναι δικαιοσύνη μόνον 400,000 νὰ συνεισφέρῃ ἡ βιομήχανος τάξις, ἐνῷ τὰ ἑκατομμύρια τὰ πληρόνει ἡ γεωργικὴ τάξις; Ἐπιζητεῖ λοιπὸν ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις ὅ,τι καὶ ἡ Συνέλευσις, τὸ νὰ διανεμηθῶσιν οἱ φόροι ὅσον ἔνεστι δικαιότερον πρὸς ὅλας τὰς τάξεις. Περὶ τοῦ φόρου τῶν ζώων, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον, δὲν λέγω λέξιν· ἐπροσπάθησα μόνον ν’ ἀντικρούσω τὰς λέξεις αἱ ὁποῖαι κατ’ ἐμὲ δὲν ἀνήκει νὰ ῥηθῶσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τοὐτέστιν, ὅτι οἱ φόροι εἰς δεσποτικὰ κράτη διατάττονται, εἰς συνταγματικὰ κράτη προσφέρονται παρὰ τοῦ λαοῦ· ἴσως εἶναι ἁρμόδιον νὰ ῥηθῶσι ταῦτα ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, οὐχὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς. Τί ἄλλο προσπαθεῖ ἡ ἐνεστῶσα κυβέρνησις νὰ κάμῃ ἢ νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν ἐπιψήφισίν σας τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα θέλουσι ἐπιβαρύνει τὸν λαόν; Ἦτο λοιπὸν πάντη περιττὴ ἡ θεωρία τίνι τρόπῳ ἐπιβάλλονται εἰς τὰ συνταγματικὰ κράτη οἱ φόροι καὶ τίνι τρόπῳ εἰς τὰ δεσποτικά. Ὁ φόρος τῶν ζώων, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον, φρονῶ ὅτι εἶναι δικαιότερος σχετικῶς ἀπὸ τὸν ὑπάρχοντα φόρον, διότι, κύριοι, κανεὶς φόρο, δὲν εἶναι καλὸς, κανεὶς δὲν συνηγορεῖ ὑπὲρ τῶν φόρων, ἀλλὰ καθόσον ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ διατηρηθῇ ἡ ἀσφάλεια τοῦ κράτους καὶ ἡ ἰδιωτικὴ περιουσία· ἄλλως τε κανεὶς δὲν εἶναι φίλος τῶν φόρων· προτιμότερον εἶναι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα προσφέρονται πρὸς συντήρησιν τῆς τάξεως, νὰ ἦσαν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν πολιτῶν, διότι βεβαίως καὶ παραγωγικώτερα ἤθελον καταστήσει αὐτά· ἀλλὰ τί ὠφελεῖ ὅταν οἱ πολῖται δὲν δύνανται νὰ ἐργασθῶσι καὶ νὰ παραγάγωσιν ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς ἀσφαλείας; Εἶναι πολὺ προτιμότερον νὰ κάμωσι μικρὰν θυσίαν, ὅπως ἀναπτύξωσι περισσότερα καὶ ἐξασφαλίσωσι τὰ ἐπίλοιπα. Ὁ φόρος τῶν ζώων ἀνεβιβάσθη ἀπὸ 25 λεπτὰ εἰς 35, τοὐτέστι κατὰ 10 λεπτὰ, ἑπομένως ὑπολογίζομεν αὔξησιν ἐσόδων κατὰ 500,000 δραχμῶν. Ὁ φόρος αὐτὸς ὑπῆρχεν εἰς τὴν αὐτὴν τιμὴν πρὸ τοῦ 33, τουτέστιν εἰς λεπτὰ 35, καὶ ὑπῆρχεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν, ὅταν καὶ ἡ τιμὴ τοῦ κρέατος, τοῦ γάλακτος καὶ τοῦ τυροῦ ἦτο πολὺ ὀλιγωτέρα ἀπὸ τὴν σημερινήν. Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι καλὸς αὐτὸς ὁ φόρος, ὅτε παρουσιάζεται ὄχι ὡς καθαρὸς φόρος, ἀλλ’ ὡς πρόσοδος μιᾶς ἐθνικῆς περιουσίας, τουτέστιν ὡς πρόσοδος τῶν ἐθνικῶν βοσκῶν. Ἠξεύρετε ὅτι οἱ ἰδιῶται ἐνοικιάζουν τὰς βοσκὰς τῶν ἰδιωτῶν πρὸς μίαν δραχμὴν ἕκαστον ζῶον, καὶ ἡ κυβέρνησις ἀφίνει αὐτὰς μόνον πρὸς 35 λεπτά· πρέπει κανεὶς νὰ παραπονεθῇ δι’ αὐτό; Ἐὰν θέλετε νὰ κατηγορήσητε αὐτὸν τὸν φόρον, ἡ κυβέρνησις θέλει ἐνοικιάζει τὰς βοσκὰς 2 τοὐλάχιστον ἑκατομμύρια διὰ τὰ μικρὰ ζῶα, τῶν ὁποίων ὁ ἀριθμὸς ἀναβαίνει εἰς 4,000,000, ἐὰν ἐνοικιάσῃ τὴν βοσκὴν μόνον πρὸς 50 λεπτὰ ἕκαστον ζῶον.
§38ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅλαι αἱ γαῖαι δὲν εἶναι ἐθνικαί.
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν ἂν περιορισθῇ τοῦτο. Πιστεύω, ὅτι ἄλλος εἰδικώτερος θὰ ὁμιλήσῃ ἐπὶ τοῦ φόρου, καὶ τότε ἐπιφυλάσσομαι νὰ εἴπω ὅσα θεωρήσω ἀναγκαῖα. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς δὲν ἠρκέσθη εἰς τοὺς ἰσχυρισμοὺς, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσε διὰ τὴν μὴ αὔξησιν τῶν φόρων· δὲν ἠρκέσθη, λέγω, εἰς τοῦτο, παρὰ ἠθέλησε νὰ εἴπῃ ὅτι καὶ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ δὲν ὑπαγορεύει τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, ὅταν, λέγει, ἡ πατρίς μας ἐμποδισθῇ, προσβληθῇ, θ’ ἀντιταχθῶσιν οἱ βραχίονες· ναὶ, καὶ θέλετε αὐτοὶ οἱ βραχίονες νὰ ᾖναι γυμνοὶ; πρὸς τὶ θὰ χρησιμεύσουν αἱ δαπάναι τὰς ὁποίας ἐζήτησεν ἡ κυβέρνησις, καὶ τὰς ἐζήτησεν ἐξ ἀνάγκης, τουτέστιν, ἡ ἔκτακτος πίστωσις τοῦ 1,000,000; Τὰ θέλομεν, σᾶς εἴπομεν, νὰ ἐξοπλίσωμεν τὸν στρατὸν μὲ ὅπλα καὶ ἄλλα χρήσιμα, διότι οἱ βραχίονες, ὅταν ᾖναι γυμνοὶ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπηρετήσουν τὴν πατρίδα· καὶ ἂν δὲν ἐπράττομεν ὅ,τι ἐπράξαμεν, σεῖς οἱ ἴδιοι ἠθέλατε μᾶς κατηγορήσει, καὶ δικαίως, καὶ θὰ μᾶς ἐλέγατε, ὅτι δὲν εἴμεθα προνοητικοί· διότι λοιπὸν προνοοῦμεν διὰ τὸν ἐξοπλισμὸν τῶν βραχιόνων, διὰ τοῦτο εἴμεθα ἄξιοι κατακρίσεως, διότι αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς προτείνομεν δὲν εἶναι ἄξια λόγου; Ἐπιφυλάσσομαι ὅπως πάλιν, ἐὰν ἄλλος εἰδικώτερος ὁμιλήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τοῦ σημερινοῦ, τουτέστι τοῦ φόρου τῶν ζώων, νὰ λάβω πάλιν τὸν λόγον.
§40ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω σήμερον, ἀλλὰ λαμβάνω τὸν λόγον μόνον διὰ ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ὡς πρὸς τινας παρατηρήσεις τὰς ὁποίας ἔκαμε, περὶ τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως εἰς τὴν ὁποίαν ἀνῆκον. Δὲν εἶναι ὅλως διόλου ἀληθὲς, οὔτε πιστεύω, ὅτι τὸ φρονεῖ καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν (καὶ ἂν τὸ εἶπε, τὸ εἶπε διότι ἐχρεώστει ἀπάντησιν εἰς τὸν πρὸ αὐτοῦ λαλήσαντα), ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐφρόνει, ὅτι μὴ πληρόνουσα ἐφήρμοζεν οἰκονομικὸν σύστημα. Ἀγνοῶ ἂν ὑπάρχῃ τις τῶν πολιτευομένων ἐν Ἑλλάδι, ὅστις νὰ ἔχῃ τοιαύτην ἀρχήν· ἀλλὰ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν εἶχεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, διότι δὲν εἶναι ἀρχὴ, δὲν εἶναι σύστημα, εἶναι ἀνοησία. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ὅταν ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα, εὗρε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους εἰς ἀθλίαν κατάστασιν, ὅπως εἶναι παρὰ πάντων ὁμολογούμενον, καὶ τὴν ἀθλίαν αὐτὴν κατάστασιν εἶχε τὸ δικαίωμα μᾶλλον πάσης ἄλλης νὰ τὴν καταδείξῃ, διότι οὔτε εἰς τὰ ἐλλείμματα ἔλαβε μέρος, οὔτε εἰς τὰ δάνεια συνετέλεσεν, οὔτε εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ προέδρευσεν. Ὠφείλαμεν, Κύριοι, 21,000,000 δραχ. εἰς χρέος κινητὸν, ὅπερ ἐστὶ τὰ ⅞ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους. Ἐκ τούτου μέγα ποσὸν, περίπου 15 ἢ 16 ἑκατομμύρια, εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν χρεῶν, τὰ ὁποῖα καταπιέζουσι τὸ ταμεῖον καὶ φέρουσι πρόσκομμα εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν ἀναγκαίων διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους δαπανῶν· ἀρκοῦμαι νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι τὸ δάνειον τοῦ Βούρου καὶ τὰ ἔντοκα γραμμάτια τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς Ἑπτανήσου ἀνέβαινον εἰς 11 ἑκατομμύρια, καὶ ὅτι συγχρόνως ὠφείλαμεν ὁλόκληρον τὸν Μάϊον, ἤτοι 2 ἑκατομμύρια, καὶ ἕτερα 2½ ἑκατομ. ἐκ παρελθόντων μηνῶν τῶν δύω χρήσεων. Εὕρομεν προσέτι προϋπολογισμὸν μὲ ἐξωγκωμένα ἔσοδα καὶ ἐλλιπῆ ἔξοδα, ἤτοι ἔλλειμμα σπουδαῖον ἀντὶ πλεονάσματος. Εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν εὗρεν ἡ Κυβέρνησις τὰ οἰκονομικὰ τοῦ Κράτους, ὅταν ἦλθε τὸν Ἰούνιον εἰς τὴν ἐξουσίαν. Τί δύναται νὰ ἐξάξῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀποδεικνύων διὰ τῶν πιστώσεων τὰς ὁποίας ἔφερεν εἰς βάρος τοῦ 66, διὰ τῶν ὑπολογισμῶν τοὺς ὁποίους ἔκαμε τῶν ἐσόδων τῆς χρήσεως καὶ τῶν ἐξόδων, τί δύναται, λέγω, νὰ ἐξάξῃ εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ἐκ τῆς χρήσεως τοῦ 1866 διεχειρίσθη τὰ δημόσια μόνον ἐπὶ 6 μῆνας, ἐνῷ ἡ χρῆσις διαρκεῖ μῆνας 22; ἥτις δὲν συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι κακῶς ὑπελόγισε τὰ ἔξοδα καὶ τὰ ἔσοδα; ἥτις δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ νομοθετικὰς μεταβολάς; Τί δύναται νὰ εἴπῃ κατὰ Κυβερνήσεως, ἥτις ἔσπευσεν μετὰ θάῤῥους καὶ τόλμης πολλῆς, καὶ πολλῆς πεποιθήσεως, νὰ κάμῃ ὅ,τι ἦτο δυνατὸν εἰς αὐτὴν, νὰ σώσῃ ὄχι τὸ ὅλον, ὅ,τι ἠδύνατο νὰ σώσῃ, νὰ φέρῃ περιστολὴν εἰς τὰς δαπάνας τοῦ Κράτους, ὅσον αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὁ μηχανισμὸς τῆς διοικήσεως ἐπέτρεπεν; Ὑποθέσατε ὅτι τὸ ἔλλειμμα ἀνέβαινεν ὄχι εἰς τρία ἑκατομ. καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ εἰς τέσσαρα ἑκατομ. Ἔσφαλεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἥτις οὐδὲν ἐσπατάλησε καὶ χωρὶς νὰ παραβλαφθῇ ὁ μηχανισμὸς τῆς διοικήσεως, ἔστω 500 χιλιάδας, 800,000, 1,000,000, δραχ. εἶναι ἀδιάφορον, οἰκονόμησεν; Δὲν δύναται λοιπὸν κἀνεὶς νὰ κατηγορήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἐὰν παρουσιάσθη ἔλλειμμα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ 66, καὶ ἂν δὲν ἔχῃ τις τὴν εὐχαρίστησιν νὰ τὴν ἐπαινέσῃ, δὲν τοῦ εἶναι ὅμως ἐπιτετραμμένον διόλου νὰ τὴν κατηγορήσῃ. Ἐὰν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀναγκαζομένη ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐφήρμοσεν, ἤθελεν ἐφαρμόσει καὶ ἡ προκάτοχος Κυβέρνησις, ἥτις διεχειρίσθη ἐπίσης τὰ δημόσια τοὺς πρώτους ἓξ μῆνας τοῦ ἔτους, ἠθέλομεν ἔχει τὸ διπλάσιον ποσὸν οἰκονομίας ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἰκονομίσαμεν, καὶ ἐὰν ἀπὸ τοῦ 1865 ἤθελε ληφθῆ τὸ μέτρον τῆς περιστολῆς τῶν ἐξόδων, ἠθέλαμεν ἔχει τετραπλασίας οἰκονομίας, ἑπομένως καὶ τὰ ἐλλείμματα ὀλιγώτερα καὶ τὰς δαπάνας ὀλιγωτέρας καὶ ἑπομένως καὶ τὴν ἀνάγκην τῶν φόρων μικροτέραν ἢ οὐδαμῶς. Μεταβαίνω εἰς εἰδικώτερα τινὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀνέφερε. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔδωκεν ἀδείας εἰς τὸν στρατὸν, παραγνωρίσασα τὴν ἀνάγκην τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, ἥτις εἶναι ὁ μόνος καὶ κύριος λόγος ἕνεκα τοῦ ὁποίου δικαιολογοῦνται οἱ φόροι. Ὅσαι ἄδειαι φαίνονται κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εἶναι προγενέστεραι τῆς ὑπουργίας μας, εἶχον δοθῆ ἀπὸ πρὶν αἱ ἄδειαι εἰς τοὺς στρατιώτας. Ἡ κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἔδωκεν οὐδεμίαν ἄδειαν, ὡς λέγετε σεῖς. Τὴν δὲ στρατολογίαν δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὴν περιέστειλεν, ἀλλὰ μᾶλλον τὴν ἐξεβίασε, καὶ ἂν ἦτον παρὼν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, δὲν ἤθελεν τὸ ἀρνηθῆ, μολονότι δὲν πιστεύω ν’ ἀρνηθῇ τοῦτο καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν. Εἰς τοὺς δύω νομούς, οἵτινες κατὰ δυστυχίαν ὑποφέρουσι ἀπὸ τὴν λῃστείαν, τὸ πρῶτον μέλημα τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ἦτο νὰ συγκεντρώσῃ ἀρκετὴν στρατιωτικὴν δύναμιν καὶ συνεκέντρωσε περὶ τοὺς 800 στρατιώτας εἰς ἕκαστον αὐτῶν. Καὶ ὅταν, καθὼς εἴδατε, τὸ ἀπῄτησαν αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις, καὶ στρατόπεδα ἐσχηματίσαμεν ἐκ δύο χιλιάδων στρατοῦ ἕκαστον, τὰ ὁποῖα εἶχον διπλῆν ἀποστολὴν, καὶ ἐσωτερικὴν καὶ ἐξωτερικὴν, χάριν τῆς ἀσφαλείας. Εἶναι καλὸν ἑπομένως νὰ μὴ κατακρίνῃ τις τοὺς πολιτικοὺς του ἀντιπάλους, ἐκεῖ ὅπου ὤφειλεν ὅπως τοὺς ἐπαινέσῃ. Ἐξετάσατε τὰ ἀποτελέσματα τῆς διοικήσεώς μας ὡς πρὸς τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ θέλετε ἰδῆ, ὅτι πολλοὶ ἐφονεύθησαν λῃσταὶ καὶ 680 φυγόδικοι παρεδόθησαν εἰς τὴν δικαιοσύνην Ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο ἀντικείμενον συζητήσεως, καὶ περὶ τοῦ ὁποίου ἐζητήθη ὑπὸ τῆς σημερινῆς κυβερνήσεως πίστωσις, παρατηρῶ, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν εἶναι τῆς διαχειρίσεως τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Ποσὰ ὁρισθέντα καὶ ψηφισθέντα διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς ὡρισμένας ἀνάγκας, ἐδαπανήθησαν εἰς ἀνάγκας ἄλλας ἀπὸ παρελθούσας κυβερνήσεις, αἱ δὲ προβλεφθεῖσαι ὑπὸ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀνάγκαι ἔμειναν ἀθεράπευτοι καὶ γογγυσμὸς ὑπῆρχε πολὺς ἐκ μέρους τῶν πιστωτῶν. Ἂν ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔκαμε πληρωμὰς ἢ ὄχι, τὸ ἀγνοῶ· τοῦτο μόνον βεβαιῶ, ὅτι ἡ πίστωσις ἀφορᾷ ποσὸν παρελθούσης χρήσεως. Ἐπίσης δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐθεωρήσαμεν τὸ κινητὸν χρέος, τὸ ὁποῖον παραλύει τὴν διαχείρισιν τῶν οἰκονομικῶν, ὡς πρᾶγμα ἀδιάφορον. Ἐξ ἐναντίας καὶ αἱ οἰκονομίαι τὰς ὁποίας ἐφέραμεν προέρχονται ἐκ τῆς ἐναντίας ἰδέας τὴν ὁποίαν ἔχομεν, καὶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς τὸ εἴπομεν εἰς τὴν πρὸς τὸν Βασιλέα ἔκθεσίν μας· διότι ὡς πρώτιστον πρόσκομμα τῆς διοικήσεως τὸ ἐθεωρήσαμεν καὶ ὡς πρωτίστην ἀνάγκην τὴν θεραπείαν τῆς πληγῆς ταύτης ὡμολογήσαμεν. Ἐξετάσαντες δὲ ἐκ τοῦ κινητοῦ τούτου χρέους ὁπόσον ποσὸν ἐμποδίζει πρωτίστως τὴν πρόοδον τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως, ὡμολογήσαμεν τὴν ἀνάγκην ἑνὸς δανείου ἐκ 5,000,000, διότι βεβαίως εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρξῃ διαχείρισις οἰκονομικὴ, ὅταν τοσοῦτον κινητὸν χρέος ἔρχεται καὶ ἀποῤῥοφᾷ τὰ ἔξοδα τῆς τρεχούσης χρήσεως καὶ ἐμποδίζῃ τὰς πληρωμὰς τῶν ἀναγκῶν αὐτῆς. Σᾶς παρακαλῶ δὲ νὰ πιστεύσητε, κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον τοῦτο δὲν ἐλάνθασε τὴν κυβέρνησιν ἐκείνην, ἀλλὰ καὶ ἡ ἰδέα ἥτις συζητεῖται σήμερον, ἡ περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων· κατ’ ἐμὴν γνώμην, περιλαμβάνεται εἰς τὴν πολιτικὴν αὐτῆς. Διὰ τοῦτο διαφωνῶ πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων, ὅστις ἀποκρούει κατ’ ἀρχὴν τὴν αὔξησιν τῶν φόρων, τοὐλάχιστον διὰ τὸν ἑαυτόν μου, κύριοι, ὁμιλῶν, τὴν ἀρχὴν ταύτην δὲν τὴν προσβάλλω. Ὅταν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ὤφειλε νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς διοικήσεως, ὡς σᾶς ἐξέθεσα, καὶ σκεφθεῖσα, εἶπεν, ὅτι ἐκ παντὸς τρόπου πρέπει νὰ περιστείλῃ τὰς δαπάνας, καὶ ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἑνὸς δανείου 5 ἑκατομμυρίων, διὰ νὰ τακτοποιήσῃ τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν. Ἀλλὰ μετ’ οὐ πολὺ ἐρευνήσαντες ἐκ νέου τὴν διοίκησιν ἕνεκα τῆς μεταβολῆς τῶν πολιτικῶν περιστάσεων, τὴν ὁποίαν πάντες γνωρίζετε, εἴδομεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη ἀκόμη ἑτέρων θυσιῶν. Ὅταν κατὰ τὰς ἀρχὰς τοῦ Αὐγούστου ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὑπέβαλεν ἔκθεσιν εἰς τὸν Βασιλέα περὶ τῆς διαχειρίσεώς του εἶπε τὰ ἑξῆς· «Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς δανείου διὰ ν’ ἀποσβέσωμεν τὸ κινητὸν χρέος καὶ οὕτω νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὴν τρέχουσαν χρῆσιν τὰς προκαταβολὰς, τὰς ὁποίας ἔκαμεν αὕτη εἰς ἀπόσβεσιν μεγάλου ποσοῦ τοῦ κινητοῦ χρέους, ὅπως χρησιμεύσωσιν αὗται εἰς θεραπείαν τῶν ἰδίων της ἀναγκῶν·» πρᾶγμα τὸ ὁποῖον εἴπομεν, ὡς σᾶς προανέφερον ἐξ ἀρχῆς, καὶ φαίνεται εἰς αὐτὴν τὴν ἔκθεσιν τῆς κυβερνήσεως πρὸς τὸν Βασιλέα. «Ἔχομεν ὡσαύτως χρείαν δανείου διὰ νὰ χορηγήσωμεν προκαταβολήν τινα εἰς τὸ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν ναυτικῶν, ὅπως διασκευάσῃ καὶ συμπληρώσῃ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο τὸν ὁπλισμὸν καὶ τὰ ἐφόδια τοῦ στρατοῦ καὶ τοῦ ναυτικοῦ, καθ’ ὅσον μετὰ τὴν εὐτυχῆ ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς ἄλλης Ἑλλάδος ὁ πρότερον ὑπάρχων στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν δὲν ἐπαρκοῦσι πλέον εἰς τὰς χρείας τῶν ὑπηρεσιῶν τοῦ κράτους· συμπληρούμενα δὲ ὅ, τε στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν ἔχουσιν ἀνάγκην ὅπλων καὶ τῶν ἄλλων ἐφοδίων· ἐξ ἄλλου μέρους αἱ ἐπελθοῦσαι πρὸ ὀλίγου μεταῤῥυθμίσεις εἰς τοὺς στρατοὺς καὶ τὸ ναυτικὸν τῆς Εὐρώπης καὶ αὐτῆς τῆς Ἀνατολῆς ἐπιβάλλουσι τὴν ὑποχρέωσιν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μεταῤῥυθμίσῃ καὶ τελειοποιήσῃ καὶ αὐτὴ τὸν ὁπλισμόν της, καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν δύναται οὔτε νὰ κωφεύσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην ταύτην, οὔτε νὰ τὴν ἀναβάλλῃ χωρὶς νὰ κατακριθῇ, καὶ δικαίως, ὅτι προδίδει τὰ ἱερώτερα αὑτῆς καθήκοντα». Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης ἀπεφάσιζε ῥητῶς τὸ ζήτημα περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων, διότι διὰ τῆς ἐλαττώσεως τῶν δαπανῶν τοῦ κράτους, εἴτε διοικητικῶς, εἴτε καὶ νομοθετικῶς, διὰ τῆς μεταῤῥυθμίσεως μέρους τοῦ διοργανισμοῦ, ὅστις διέπει τὴν διοίκησιν, πιθανὸν νὰ εἴπῃ εἴτε ὁ ὑπουργὸς τῆς οἰκονομίας ἐκεῖνος, εἴτε ἄλλος τις, ὅτι πλὴν τῆς τακτικῆς καὶ ἡ ἔκτακτος ὑπηρεσία τῆς διοικήσεως δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἄνευ προσθήκης φόρων, ἀλλὰ ἐκ τῶν ἐνόντων σκεπτόμενος, δὲν φρονῶ κατάλληλον τὴν περίστασιν τοιαύτης συζητήσεως. Διὰ τοῦτο παραδέχομαι, ὅτι ὅπως κατορθωθῇ τὸ μικρὸν ἐκεῖνο δάνειον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ νὰ ἱκανοποιῇ τὰς ἀνάγκας τοῦ τρέχοντος χρέους, καὶ τὸ δάνειον, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται διὰ τὰς ἀφορμάς, τὰς ὁποίας ἠκούσατε ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀπαιτεῖται αὔξησις τις φόρων. Δὲν εἶμαι ὅμως σύμφωνος μετὰ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως, ὅτι οἱ φόροι δύνανται νὰ ᾖναι τόσον ὑπερβολικοὶ ὅσον τοὺς προτείνει ὁ Κύριος ὑπουργός. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς γνωρίζει κάλλιστα, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις δὲν πρέπει νὰ ζητῶσι τόσα, ὅσων ἔχουσιν ἀνάγκην, ἀλλὰ τόσα, ὅσα οἱ φορολογούμενοι δύνανται νὰ δώσωσι. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ὅτι εἶναι οὔτε φρόνιμον, οὔτε κατορθωτὸν νὰ αὐξηθῶσι διὰ μιᾶς οἱ φόροι εἰς 40 τοῖς 100 καὶ ἐπέκεινα. Εἶναι πράγματα ἀκατόρθωτα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ψηφίζωνται, δύνανται νὰ ἐκβιάζωνται, ἀλλὰ δὲν θέλουσι ποτὲ πλουτίσει, ἀπεναντίας θέλουν αὐξήσει τὴν πενίαν τοῦ λαοῦ καὶ ἐλαττώσει τὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους. Ὡς πρὸς τὸν φόρον ἰδίως τῶν ζώων, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον, νομίζω, ὅτι ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς περιλαμβάνει τὴν δικαίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐκτὸς μόνον ὡς πρὸς τὰ μικρὰ ζῶα· διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω διατὶ τὰ μικρὰ ζῶα ἡ ἐπιτροπὴ ἐξῄρεσε, καὶ διατὶ εἰς αὐτὰ τὴν αὔξησιν εἰς 40% ἐθεώρησεν οὐχὶ ὑπερβολικὴν, ἀλλὰ τὴν ἐθεώρησεν ὑπερβολικὴν ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων. Οὔτε μὲ πείθει ἡ παρατήρησις τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι ἐπὶ τῆς Βαυαροκρατίας ἐπληρώνετο τοιοῦτος φόρος, διότι δὲν πιστεύω οὔτε τὸ μέτρον τοῦ φόρου ἐκείνου, οὔτε τὰ οἰκονομικὰ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ ᾖναι ἀξιομίμητα. Μάλιστα, ἀφοῦ εἴχομεν 25 λεπτὰ κατὰ κεφαλὴν εἰς ἐποχὴν, ὅτε δωρεὰν ἡ Κυβέρνησις ἔδιδε τὰ λειβάδια εἰς τοὺς κτηνοτρόφους, νομίζω, ὅτι κατὰ μείζονα λόγον μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ νόμου, ὁ ὁποῖος μέγα μέρος τῶν λειβαδίων ἐκθέτει εἰς δημοπρασίαν πρὸς ὄφελος τῶν δήμων καὶ τοῦ δημοσίου, δὲν εἶναι δικαιολογημένη ἡ αὔξησις. Μόλα ταῦτα δύναται νὰ γίνῃ αὔξησις διὰ τὴν ἔκτακτον ἀνάγκην, ἡ ὁποία παρουσιάζεται. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι ὁ φόρος τῶν μικρῶν ζώων πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰς 20 ἀντὶ 30, ὥστε ὁ ἐπὶ τῶν ζώων φόρος ν’ αὐξήσῃ πρὸς 20 καὶ οὐχὶ πρὸς 40%.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Θὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, καὶ ἐγὼ ὀλίγα τινὰ, χαίρω δὲ πρὸ πάντων, διότι εἴμεθα σύμφωνοι μὲ τοὺς προκατόχους ὡς πρὸς αὐτὰ καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διεύθυναν τὰς τύχας τοῦ τόπου καὶ ἐκ τοῦ πλησίον ἀνεγνώρισαν τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ, ὅτι δὲν ἤθελον ἀποκρούσει μίαν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν αἱ περιστάσεις δυστυχῶς ἐπιβάλλουν. Ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινὰ, ἵνα σᾶς ἀποδείξω ἐκ τῶν πραγμάτων, ὅτι εἶμαι ὁ αὐτὸς πάντοτε καὶ πιστεύω ἀμετακλήτως εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔκτοτε εἶχον, καὶ αἱ ἰδέαι μου εἶναι, ὅτι οἱ φόροι εἰς ἓν ἔθνος εἶναι κακοὶ καὶ πρέπει νὰ τοὺς ἀποφεύγῃ τις, καὶ νὰ τοὺς παραδέχεται, ὅταν δὲν δύναται νὰ τοὺς ἀποφύγῃ. Ἰδοὺ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐπίστευσα, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν δὲν ἀπεμακρύνθην. Ὅτε, Κύριοι, κατὰ δευτέραν φορὰν παρουσίασα εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὴν εἰς τὴν πρώτην Σύνοδον ἕνα προϋπολογισμὸν, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς Συνόδου, διότι παρουσίασα καὶ ἕτερον εἰς τὸ τέλος, ὅτε δὲν ἦτο καιρὸς οὔτε οἰκονομίας, οὔτε ἐλαττώσεις, οὔτε εἰσπράξεις νὰ προτείνωμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν αὐτόν· διότι ἦτο προϋπολογισμὸς 2 μηνῶν καὶ εἰς τὰς δυσκολίας αὐτὰς τὰς ἀναποφεύκτους, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθην, μὲ παρεξήγησαν εἰπόντες, ὅτι ἀπέκρουσα τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐπρέσβευον· ὅτε παρουσίασα τὸν δεύτερον προϋπολογισμὸν, ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι σᾶς ὑπέβαλον τότε τὸ ἔλλειμμα, ὁποῖον τὸ 66 παρουσίαζε, καὶ σᾶς ἐζήτησα τὸ ἔλλειμμα νὰ θεραπεύσωμεν δι’ οἰκονομιῶν καὶ διὰ φόρων. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐπίστευσε τότε εἰς τὸ ζήτημα αὐτὸ καὶ ἐνθυμεῖσθε πολὺ καλὰ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔῤῥιψε τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος φορολογικοῦ. Ὥστε, Κύριοι, ἡ ἰδέα μου ἀπὸ τότε ὑπάρχει ὁποία ἦτο, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ προϋπολογισμοῦ ἦτο ἐλλειπὴς, καὶ ὅτι ἀναπόφευκτος ἀνάγκη ἦτο νὰ καταφύγωμεν εἰς οἰκονομίας καὶ εἰς φόρους· καὶ προτείνων ἤδη αὔξησιν τῶν φόρων, δὲν ἀρνοῦμαι τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πρεσβεύω. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἑκάστη ἰδέα, ἑκάστη ἀρχὴ, ὅταν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς αἰτία μεγαλητέρου κακοῦ, εἶναι κακή. Ἐξηγοῦμαι· ὅταν ἔχετε ἓν μέλος τοῦ σώματός σας βεβλαμμένον καὶ ἀπειλῇ νὰ βλάψῃ ὁλόκληρον τὸ σῶμά σας, πρέπει νὰ ἀποκόψετε τὸ μέρος ἐκεῖνο· ἔχω τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ αὐξήσεως τῶν φόρων· καὶ ὅταν οἱ φόροι δὲν ἐπαρκοῦν οὔτε εἰς τὸ ἥμισυ τῶν ἐξόδων, ποῖος θὰ μὲ κατηγορήσῃ ἂν τοὺς αὐξήσω; Πιστεύω εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐμπορίου καὶ εὔχομαι νὰ ἀναπτυχθῇ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ὀλίγοι φόροι νὰ ἐπαρκοῦν νὰ ὑπάρχουν εἰς τὰ τελωνεῖα· καὶ ποῖος θὰ μὲ κατηγορήσῃ, ὅταν τὴν πραγματοποίησιν αὐτῆς τῆς ἀρχῆς δὲν δύναμαι νὰ τὴν πραγματοποιήσω καὶ παραδέχωμαι τὴν εἴσπραξιν φόρων πολλῶν εἰς τὸ τελωνεῖον; Εἶναι, Κύριοι, τῷ ὄντι, εἶναι ἀναπόφευκτος, ἀναγκαία ἡ αὔξησις τῶν φόρων, ναὶ ἢ ὄχι; Θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ ἐξετάσω τὸ σύστημα τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ὄχι ἵνα μεμφθῶ ταύτην, ἀλλ’ ἵνα ἐξετάσω ποῖα ὑπῆρξαν τὰ ἀποτελέσματα, καὶ ἂν αὐτὰ τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μὲ καλὸν, πατριωτικὸν σκοπὸν, μὲ καλὴν πίστιν καὶ καλὴν διάθεσιν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἂν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐχάραξεν, ᾖναι σύστημα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιζητοῦμεν, τὸ νὰ φέρωμεν ἰσοῤῥοπίαν εἰς τὰ ἔσοδα καὶ ἔξοδα καὶ νὰ ἐκκόψωμεν τὰς ἀνάγκας. Ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις εὑρέθη τῷ ὄντι εἰς διαφορετικὰς περιστάσεις· ἐξωτερικαὶ δυσκολίαι εἰσέτι δὲν εἶχον ἀναφανῆ, ὥστε νὰ ἐφελκύσουν τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως· ἐμελέτησεν ἑπομένως τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν ὑπὸ τὴν ἐσωτερικὴν ἀπολύτως ἔποψιν. Τί εἶχεν ἐνώπιόν της ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἀναντιῤῥήτως δὲν θέλω νὰ κατηγορήσω, διότι εἶναι κατὰ πάντα ἀθῶα; εἶχεν ἐνώπιόν της δύω δυσκολίας, τὸ ἔλλειμμα, τὴν δυσκολίαν τὴν ἐκ τοῦ μεγάλου χρέους τοῦ καθημερινῶς ἀπαιτητοῦ, τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὴν οἰκονομίαν ἑνὸς τόπου, παραλύει τὸν προϋπολογισμόν· διότι οὗτος προσδιορίζει βέβαια ἔσοδα καὶ τὸ κινητὸν χρέος παρουσιάζεται ἀλληλοδιαδόχως. Εἶχε λοιπὸν τὴν δυσκολίαν τοῦ κινητοῦ χρέους, τὸ ὁποῖον παρέλυε τὰς ἐργασίας της. Τί ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις; τὸ κατ’ ἐμὲ, ἡ σκέψις της ἦτον ἐσφαλμένη, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπέφυγε τὰς δυσκολίας· ἀλλὰ, Κύριοι, ἦτο κυρία ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ σκεφθῇ ὅπως ἐσκέφθη· δὲν τὴν μέμφομαι διὰ τοῦτο, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὴν ἀκολουθήσω εἰς τὰς σκέψεις της, διότι ἡ σκέψις τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης δὲν ἐθεράπευε τὰς ἀνάγκας τὰς ὑφισταμένας. Ἀναγκάζομαι νὰ ἐξετάσω τὴν ὀρθότητα τῆς σκέψεως αὐτῆς, διότι ἐκ τούτου ἐξαρτᾶται ἡ ὀρθότης τῶν ἐνεργειῶν μας. Ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη εἶχεν ἐνώπιόν της χρέος κινητὸν, τὸ ὁποῖον τὴν παρέλυε κατὰ πᾶσαν στιγμήν· ἀντὶ νὰ σκεφθῇ πῶς νὰ μονιμοποιήσῃ τὸ χρέος καὶ πῶς ν’ ἀποφύγῃ τὰς καθημερινὰς ἐνοχλήσεις, διῄρεσε τὸ χρέος εἰς ἀπαιτητὸν καὶ μὴ ἀπαιτητὸν, εἰς κατεπεῖγον καὶ μὴ κατεπεῖγον. Καὶ τί εἶπεν; ἐκ τῶν 20 ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὀφείλω, τὰ 15 δὲν θὰ μοῦ ζητηθοῦν, καὶ διὰ τοῦτο μένει νὰ ἱκανοποιήσω μόνον 5· καὶ ἐκ τῶν 5 τί ὀφείλω νὰ κάμω; ἂν δυνηθῶ νὰ ἱκανοποιήσω 2, ἡ πίστις θὰ γεννηθῇ, ἑπομένως τὰ ἄλλα δὲν θὰ προσέλθωσι νὰ ἐξοφληθῶσιν, ἑπομένως ῥυθμίζω τὰ ἔργα μου. Διὰ 2 ἑκατομμυρίων λοιπὸν ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας 20 ἑκατομμυρίων. Ἀλλὰ τοιοῦτοι ὑπολογισμοὶ εἶναι ἐσφαλμένοι καὶ δὲν πρέπει νὰ τοὺς κάμῃ μία Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει πεῖραν καὶ θέλει, ὥστε ὁ προϋπολογισμός της νὰ ᾖναι ἀληθής. Κἀμμία Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ λέγῃ, εἶμαι ἥσυχος, διότι οἱ δανεισαί μου δὲν θὰ ἔλθουν νὰ μοῦ ζητήσουν τὰ δάνειά των· διότι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησιν τῶν δανειστῶν, οἱ ὁποῖοι δύνανται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ τὴν παραλύσουν· καὶ ἔχετε πλήρη ἀπόδειξιν, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ αὐτοὶ δὲν ὠφέλησαν, διότι αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ κινητοῦ χρέους ἐξηκολούθησαν καὶ ἡ Κυβέρνησις εὑρέθη εἰς στενοχωρίαν. Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη τότε, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ σωθῇ, νὰ βελτιωθῇ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, δὲν τὸ παραδεχόμεθα ἡμεῖς· ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν πάγιον χρέος καὶ οὕτω τὸν προϋπολογισμὸν τὸν ἐξασφαλίζομεν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, ἐκτὸς τῆς ἀνάγκης αὐτῆς, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις, εἶχε καὶ τὴν ἀνάγκην τῶν κατεπειγουσῶν τῶν ἡμερουσίων ἐλλειμμάτων, τὰς ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμέραν ἀναγεννῶνται. Πῶς ἐνόμισεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἀναγκαίαν ἔλλειψιν; Μετριάζουσα τὰ ἔξοδα, πράττουσα οἰκονομίας. Εἶπεν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη· ὀφείλω τόσα, καθ’ ἡμέραν, δὲν ἠμπορῶ νὰ τὰ πληρώσω ἀπὸ τὰς τακτικὰς εἰσπράξεις· λοιπὸν τί εἶπε; πρέπει νὰ ἀφήσω τὰς εἰσπράξεις ὁποῖαι εἶναι, καὶ νὰ ἐλαττώσω τὰ ἔξοδα, καὶ τότε ἴσως ἔλθω εἰς ἰσοῤῥοπίαν. Ηὐτύχησε καὶ ὡς πρὸς τὸ σύστημα τοῦτο ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη; Ὄχι, καὶ λέγω ὄχι, ἐξετάζων πάλιν τὰ πράγματα. Πρῶτον εἶναι ἀκριβὲς, ὅτι ὠφελοῦσιν αἱ οἰκονομίαι; Τὰς οἰκονομίας πρέπει νὰ διαιρέσωμεν εἰς δύω, εἰς οἰκονομίας καταργήσεως θέσεων, οἰκονομίας ἀληθῶς πραγματικὰς, καὶ ἀληθὴς οἰκονομία εἶναι νὰ μὴ ἔχῃ τις ἕνα νομάρχην, ἕνα ἔπαρχον· καὶ δεύτερον οἰκονομίας τυχαίας ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων, ἐπὶ τῶν ἀναγκῶν τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλ’ αὗται ἐνίοτε διπλασιάζουν καὶ τριπλασιάζουν τὰ ἔξοδα. Ὑποθέσατε ὅτι περιορίζομεν τὰ ἔξοδα τῶν μαρτύρων εἰς 200,000, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι οἰκονομία, διότι ἔξαφνα εἰς τὸ τέλος δύνανται νὰ ἐξοδευθῶσι 400,000· ἐσημειώθησαν οἰκονομίαι εἰς τὸ ὑλικὸν τῶν ὑπουργείων, ὅτι θέλουν ἐξοδευθῆ 20,000 δραχμαί· ἀλλ’ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους παρουσιάζεται ὅτι ἐξωδεύθησαν 40 καὶ 30, ὥστε αἱ οἰκονομίαι αὗται, αἱ δεύτεραι, δὲν εἶναι πραγματικαί. Αἱ οἰκονομίαι ὅλαι αἱ ὁποῖαι ἐνεργήθησαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον μόλις ὑπερβαίνουν τὰς 400,000 χιλιάδας δραχμῶν· διότι πολλαὶ πραγματικαὶ οἰκονομίαι κατ’ ἀρχὰς ἀποφασισθεῖσαι ἀνετράπησαν, διότι ἡ ὑπηρεσία ἔπαθε καὶ ἠναγκάσθη ἡ κυβέρνησις ἐκείνη πολλὰ φρονίμως νὰ διορθώσῃ ἐπαναφέρουσα θέσεις τὰς ὁποίας κατήργησε. Ἀλλά, κύριοι, ἵνα ἔχητε πλῆρες ἓν σύστημα, πρέπει νὰ τὸ ἐξετάσητε εἰς τὰ ἀποτελέσματά του· δὲν ἀρκεῖ νὰ ἐλαττώσητε τοὺς μισθούς, ἐξετάσατε ὁποίας συνεπείας θὰ ἔχῃ τοῦτο· διότι, ἂν καταργήσετε π. χ. ὅλους τοὺς τελώνας, δὲν θὰ ἔχετε καμμίαν οἰκονομίαν, καὶ τοιαῦται οἰκονομίαι βλάπτουσι, πολλαὶ τῶν ὁποίων ἔφερον μεγίστας καταστροφὰς εἰς τὰς εἰσπράξεις τοῦ δημοσίου καὶ εἰς τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, ὡς ἐγὼ ἐξέτασα σπουδαιότερον· καὶ πόθεν τοῦτο ἐξάγεται; ἐξάγεται ἀπὸ τὴν παραβολὴν τὴν ὁποίαν δύναταί τις νὰ κάμῃ ἐφ’ ὅλων τῶν εἰσπράξεων. Ὁ κ. ὑπουργὸς σᾶς ἀνέφερεν ὀλίγα μόνον, τὴν διαφορὰν τῶν τελωνείων καὶ τοῦ ἅλατος, ἡ ὁποία δὲν προῆλθεν ἀπὸ πολιτικὰς περιστάσεις, διότι αἱ πολιτικαὶ περιστάσεις δὲν περιορίζουν τοὺς ἀνθρώπους νὰ ἁλατίσουν τὸ τυρί των· ἂν λάβετε ὅμως τὴν διαχείρισιν τοῦ παρελθόντος, θὰ ἰδῆτε ὅτι αἱ οἰκονομίαι αὗται εἰς τὸ προσωπικὸν ἐπηρέασαν τὴν βεβαίωσιν καὶ τὴν εἴσπραξιν τῶν ἐν γένει φόρων. Ἐπομένως, ἂν παραβάλετε τὰς ἐργασίας τοῦ παρελθόντος ἔτους, οὐχὶ τῆς χρήσεως, θέλετε ἰδῆ ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος 66 καὶ αἱ βεβαιώσεις ἠλαττώθησαν καὶ αἱ εἰσπράξεις, καὶ ἡ διαχείρισις τοῦ παρελθόντος ἔτους, μόλον ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶχεν ὡς ἀρχὴν τὰς εἰσπράξεις, ἄφησε καθυστερήματα περισσότερα τῶν ἄλλων διαχειρίσεων. Λοιπόν, κύριοι, τὸ σύστημα αὐτὸ μᾶς ἐφάνη ἐλλειπὲς· δὲν πιστεύω νὰ πειραχθοῦν οἱ ἔντιμοι προκάτοχοί μας, καὶ ἂν νομίζουν ὅτι ἐγγίζονται, εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀνακαλέσω πᾶσαν φράσιν· τὸ σύστημα τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως ἦτο λίαν ἐλλειπές, καθ’ ἡμᾶς, καὶ δὲν ἠδύνατο ἢ νὰ φέρῃ εἰς ἀποτελέσματα ἐπιβλαβῆ· διότι τὸ κινητὸν χρέος τὸ ἄφινε πλῆρες, καὶ ἐνόσῳ μένει πλῆρες, δὲν δύναται ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ᾖναι βέβαιος· διότι ἑκάστοτε ἔρχονται καὶ σᾶς ζητοῦν ὅ,τι ὀφείλετε· διότι αἱ οἰκονομίαι, τὰς ὁποίας ἐπέφερεν, ἦσαν ὀλίγαι καὶ ἀνεπαρκεῖς, καὶ ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα παρέλυον τὴν διοίκησιν καὶ ἔβλαπτον τὴν οἰκονομίαν καὶ τὴν βεβαίωσιν καὶ ἐπηρέαζον τὰ ἔσοδα, ἔβλαπτον δὲ καὶ τὴν διοίκησιν ἐν γένει· διότι, κατ’ ἐμὴν πεποίθησιν, τὰ συστήματα τὰ διοικητικὰ καὶ κυβερνητικὰ πρέπει νὰ ᾖναι πλήρη, δὲν πρέπει νὰ τὰ ἀφίνωμεν ἡμιτελῆ, διότι ἕκαστον σύστημα ἐκανονίσθη καὶ ὑπελογίσθη κατὰ τὰς ἀνάγκας· ἔχομεν π. χ. τὸ νομαρχιακὸν σύστημα, ἔχομεν τὸν νομάρχην διοικητὴν καὶ ἐπιφορτισμένον τὴν διοίκησιν καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας· ἐπομένως οὗτος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπιφορτισμένος τοιαῦτα καθήκοντα, πρέπει νὰ ᾖναι πλήρης, νὰ ἔχῃ περὶ ἑαυτὸν ὅλα τὰ ἀναγκαῖα διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ἔργου του. Ὅταν ἀντὶ τούτου ἀφήσωμεν τὸν ἔπαρχον, οὗτος βεβαίως δὲν δύναται νὰ ὑπηρετήσῃ, ἡ δὲ διοίκησις θέλει βλαφθῆ, καὶ βλαπτομένης τῆς διοικήσεως, αὐξάνομεν τὰ ἔξοδα καὶ ἐλαττόνομεν τὰ ἔσοδα. Ἐννοεῖται, ὅτι δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ λαλήσω περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς διοικήσεως τῆς παρελθούσης κυβερνήσεως, τὰ ὁποῖα ἀναγνωρίζω καλὰ, περὶ τῆς ἀσφαλείας περὶ τῆς ὁποίας ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις εἰργάσθη ὅσον ἦτο δυνατὸν καλῶς, οἰκονομικῶς ὅμως τὸ σύστημά της ἦτο ὅλως ἐλαττωματικὸν καὶ ἀτελές. Λοιπόν, κύριοι, δὲν ἠμπορούσαμεν νὰ δεχθῶμεν αὐτὸ τὸ σύστημα ὡς τοιοῦτον· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἑτέρα ἀνάγκη. — Ἀλλά, διὰ νὰ ἦναι πλήρης, πρέπει νὰ εἴπω ἀκόμη ὀλίγα τινὰ ὡς πρὸς τὰ οἰκονομικὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα προῆλθον ἀπὸ τοῦ συστήματος ἐκείνου. Τὸ ὑπουργεῖον ἀναλαβὸν τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, κατ’ ἀρχὰς εὗρεν ἐκτὸς τῶν μεγάλων ἐλλειμμάτων καὶ ἔλλειμα ἡμερούσιον 5,000,000. ἐζήτησε δι’ ὅλων τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἔλαβε, διῆλθε τοὺς πλέον εὐφορωτέρους μῆνας καὶ εἰσέπραξε τὰ γεννήματα, καὶ ὅμως, ὅταν ἄφησε τὴν ἐξουσίαν τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο, ἄφησε τὸ μεγαλήτερον ἔλλειμμα 5,000,000, ἐνῷ ὅλοι οἱ εὔφοροι μῆνες κατηναλώθησαν, οἵτινες συνήθως ἀφίνουν καὶ περίσσευμα· τὸ ἀποτέλεσμα λοιπὸν ἦτο ὅτι ἐξώδευσεν ὅλας τὰς εἰσπράξεις τῶν φόρων καὶ ἄφησεν ἔλλειμμα μεγαλήτερον ἀφ’ ὅ,τι εὗρεν.
§42ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Ἐλησμονήσατε ὅμως νὰ προσθέσητε πόσον χρέος ἐξωφλήθη· πρέπει ταῦτα νὰ τὰ φέρητε εἰς ἕνα πίνακα.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν, διὰ νὰ ἀποδειχθῇ ποία ἦτον ἡ κατάστασις καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνέλαβον τὸ ὑπουργεῖον, καὶ πῶς ἄφησαν αὐτὴν ὅταν ἀνεχώρησαν, ἀφοῦ εἰσέπραξαν ὅλους τοὺς εὐφόρους μῆνας. Λέγω, κύριοι, ὅτι ἡ διαχείρισις ἐγένετο τιμίως καὶ μὲ πολλὴν ἀκρίβειαν ὅσον ἦτο δυνατόν, μὲ πολλὴν φρόνησιν καὶ μὲ πολλὴν ἐπιθυμίαν νὰ φθάσωσιν εἰς ἐπιτυχῆ ἀποτελέσματα, ἀλλὰ τί νὰ γίνῃ ὅταν τὸ σύστημα δὲν ἀνταπεκρίθη εἰς τὰς ἐπιθυμίας των; Εὕρομεν λοιπόν, κύριοι, καθ’ ἣν στιγμὴν ἀνελάβομεν τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων 21,000,000 κινητὸν χρέος, εὕρομεν καθυστεροῦντας μισθοὺς, ἀποφάσεις, ἐντάλματα πλέον τῶν 4,000,000, τὰ ἔσοδα κατηναλωμένα, ὄπισθεν ἡμῶν ἀγόνους μῆνας τῶν ὁποίων αἱ εἰσπράξεις δὲν ἐπήρκουν εἰς τὰ ἔξοδα· τώρα ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως τί νὰ κάμωμεν; Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, τὶ θὰ εἰπῇ νὰ μὴ ἔχῃ νὰ πληρώσῃ ἡ κυβέρνησις τὰς ἀπαιτήσεις τὰς καθημερινάς; χάνει πᾶσαν ὑπόληψιν, δὲν εἶναι κυβέρνησις, θεωρεῖται κακῆς πίστεως, ἀνίσχυρος, καὶ δὲν δύναται ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς μᾶλλον κατεπειγούσας ἀνάγκας. Εἶναι, κύριοι, ἡ χειροτέρα κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθημεν. Καὶ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· εὕρομεν, κύριοι, παντελῆ ἔλλειψιν εἰς τὰς ἀποθήκας, ὅπως ὁ κ. Χρηστίδης τὸ λέγει εἰς τὴν ἔκθεσίν του, καὶ κατεπείγουσα ἀνάγκη ἦτο νὰ θεραπεύσωμεν τὴν ἔλλειψιν αὐτήν. Ἕως σήμερον οἱ στρατιῶται ἔφερον ἀναξυρίδας ἐαρινάς· ὅλον τὸ χειμῶνα διῆλθον μὲ αὐτάς· ὑποδήματα ἔλειψαν καὶ ὅλα τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης εἰς τὸν στρατόν. Δὲν καταλαμβάνω τὴν προθυμίαν τινῶν πρὸς ὑπεράσπισιν κυβερνήσεως, τὴν τιμὴν καὶ τὴν εἰλικρίνειαν τῶν αἰσθημάτων καὶ τοῦ χαρακτῆρος τῆς ὁποίας ἐγὼ πρὸ πάντων ἀναγνωρίζω καὶ ἐκτιμῶ. Δὲν καταλαμβάνω λοιπὸν αὐτά. Κύριοι, ἐπαναλέγω, τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐκτιμῶ καὶ ἀναγνωρίζω τὸν χαρακτῆρα καὶ τὸν πατριωτισμὸν μεθ’ οὗ ἡ παρελθοῦσα κυβέρνησις διοίκησε· ἐγὼ λέγω μόνον διὰ τί ἀναγκαζόμεθα νὰ καταφύγωμεν εἰς αὐτὰ τὰ μέτρα· διατὶ ζητοῦμεν θυσίας ἀπὸ τὸν λαόν· θέλω ν’ ἀποδείξω ὅτι ἄλλως δὲν θὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰς ἀνάγκας μας. Ἰδοὺ διατί ἀναγκάζομαι νὰ ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου χωρὶς νὰ ἔχω ἀνάγκην νὰ προσβάλω. Καὶ ἐκτὸς τούτου ἂς ἀναμνησθῶμεν, ὅτι ἡ περίστασις αὕτη, ὅτι ἡ θέσις μας, ὅτι αἱ ἀνάγκαι ἀπὸ τὰς ὁποίας περιστοιχοῦμεθα, μᾶς ἐπιβάλλουν μίαν θέσιν ἀξιοπρεπεστέραν· ἀπαιτοῦν, ὥστε ἡ Ἑλλὰς νὰ μὴ καταναλίσκεται εἰς μικρολόγους ἀποκοπάς, εἰς οἰκονομίας ἀνωφελεῖς, ἀλλὰ νὰ παρουσιασθῇ ἔχουσα ἐν ἑαυτῇ ζῶντα τὰ στοιχεῖα τῆς ὑπερασπίσεώς της. Δὲν ἐννοῶ ἂν ἡ Ἑλλὰς προσκληθῇ, ὅπερ δὲν βλέπω ἐγγὺς, ὅτι θὰ αὐξήσῃ ὁ προϋπολογισμός· βέβαια, ὄχι, διότι τότε θὰ ἀρκέσουν αἱ ἀτομικαὶ θυσίαι, αἱ ὁποῖαι θὰ ᾖναι ἀνυπολόγιστοι, διότι οὐδεὶς θέλει ἀδιαφορήσει. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ διὰ τοῦτο, ὅτι πρέπει νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας, νὰ μείνωμεν ἄνευ ὅπλων, ἄνευ πυρίτιδος, ἄνευ οὐδενὸς μέσου, νὰ μείνωμεν ὡς γυναῖκες, διότι ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς, τότε θὰ περιμείνωμεν θυσίας ἀτομικάς. Εἰς τὰς παρούσας περιστάσεις, κύριοι, ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τοὐλάχιστον τὰ τῆς πρώτης ἀνάγκης, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὅ,τι ὅλος ὁ κόσμος ἐν ἡσύχοις καὶ ὁμαλοῖς καιροῖς νομίζει, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον· καὶ δὲν ἔπρεπεν ἡ Ἑλλὰς νὰ βλέπῃ παντοῦ τὴν ἔλλειψιν, ὅταν οἱ κίνδυνοι τὴν περιστοιχοῦν· καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τοὺς κινδύνους αὐτοὺς θέλει τοὺς ἀποσοβήσει. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἐνόμισα, ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ κρατήσῃ μίαν θέσιν ἀξιοπρεπῆ. Ἡμεῖς, Κύριοι, οὕτω ἐννοοῦμεν νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλὰς, τοὐλάχιστον τώρα· ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἐγκρίνῃ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν, ἂν θέλῃ μικρολόγον, ποταπὴν, μηδαμινὴν, τότε, κύριοι, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα τῆς πολιτικῆς αὐτῆς, καὶ οὔτε ἠμποροῦμεν νὰ καθήσωμεν· ἂς ἔλθουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι καὶ εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς ἠμπορεῖ διὰ τοῦ συστήματος αὐτῶν νὰ ζήσῃ ἡ Ἑλλάς. Κύριοι, παρετήρησα μίαν σύγχυσιν εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ πρώτου ἀγορεύσαντος· διότι κατὰ τῆς ὁμιλίας τοῦ Κ. Δεληγεώργη δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω. Ὁ πρῶτος ἀγορεύσας ἐσύγχισε τὸν προϋπολογισμὸν μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου· δὲν θέλει νὰ ὁμολογήσῃ ὅτι ἄλλο τὸ ἓν καὶ ἄλλο τὸ ἄλλο. Δὲν ὠφελεῖ ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ᾖναι πλήρης, ἀλλὰ τὸ ταμεῖον νὰ ᾖναι πλῆρες· καὶ δὲν κάμνομεν ἕνα προϋπολογισμὸν διὰ πολλὰ ἔτη, ἀλλὰ τῶν παρουσῶν ἀναγκῶν. Τί μᾶς ὠφελεῖ ἂν αἱ πιστώσεις εἶναι χρήσεως τῆς δεῖνος ἢ τῆς δεῖνος; τὸ ζήτημα εἶναι ἂν θὰ πληρώσωμεν αὐτὸ τὸ ἔτος· δὲν ἠμποροῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν τὴν πληρωμήν. Καὶ ὁ προϋπολογισμὸς ὁ ὁποῖος εἶναι δι’ αὐτὸ τὸ ἔτος, Κύριοι, ἔχει εἰλικρινεῖς τὰς ὀφειλὰς, εἰλικρινεῖς τὰς ὑποχρεώσεις, καὶ αὐτὰς δὲν δύναται νὰ τὰς ἀναιρέσῃ κανείς· ὀφείλομεν νὰ τὰς πληρώσωμεν, οὐχὶ διὰ τὴν ἀξιοπρέπειάν μας, παρὰ διότι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ μὴ πληρώσωμεν τοὺς μισθούς, μάλιστα τὴν τροφὴν τῶν στρατιωτῶν, τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ ἐργάζονται καὶ τόσα ἄλλα πράγματα. Ὁ προϋπολογισμὸς λοιπὸν ὁ παρὼν προβλέπει τὰς ἀληθεῖς ἀνάγκας τοῦ ἔτους. Αὐτὰς καὶ διὰ τῶν νομοσχεδίων καὶ διὰ τῶν νόμων τῶν φορολογικῶν ζητοῦμεν νὰ θεραπεύσωμεν. Ἂν ᾖναι ὑπερβολικοὶ οἱ φόροι, ἰδοὺ τὸ ἄλλο ζήτημα ὅπερ θὰ ἐξετασθῇ εἰς τὰ κατὰ μέρος νομοσχέδια. Δὲν ἀπομακρύνομαι, οὔτε θέλω ἀπομακρυνθῆ τῆς ἀρχῆς τοῦ ὅτι οἱ προϋπολογισμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα πρέπει νὰ στηρίζωνται εἰς τὰ ἔσοδα. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ εἴπῃ· τόσα ἔχω νὰ ἐξοδεύσω, λοιπὸν εὕρετε τὰ μέσα, διότι οὔτε δάνεια, οὔτε πόρους ἔχομεν ἀπ’ ἀλλοῦ. Πρόκειται περὶ τούτου σήμερον; Ὄχι, κύριοι. Εἶναι ὀφειλαὶ τὰς ὁποίας δὲν δυνάμεθα ν’ ἀποφύγωμεν. Δὲν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν νέα ἔξοδα. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἔξοδα αὐτά; Εἶναι τὸ ἔλλειμμα, εἶναι ἡ τακτοποίησις τοῦ κινητοῦ χρέους· αὐτὰς τὰς δύω ἀνάγκας πρέπει νὰ τὰς καλύψητε, διότι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ζῶμεν μὲ τοιαῦτα χρέη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχωμεν ἕνα προϋπολογισμὸν 20,000,000 καὶ νὰ ἔχωμεν καὶ ἄλλα ἑκατομμύρια, διὰ τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωμεν παράπονα καὶ ἐμπόδια πρὸς πρόοδον. Λοιπὸν πρέπει νὰ τακτοποιήσωμεν καὶ καλύψωμεν τὰς ἐλλείψεις, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς δανείου οὐχὶ 5,000,000, διότι δὲν πρόκειται νὰ ἱκανοποιήσωμεν δι’ αὐτῶν τὰ ἔντοκα γραμμάτια, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι τὸ χρέος. Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα τῶν 5,000,000· ἀπεσύρατε τὰ ἔντοκα γραμμάτια· τὰ ἐλλείμματα τί θὰ τὰ κάμετε; Θέλετε 4,000,000 εἰς τὸ τέλος τοῦ ἔτους πρὸς ἀναπλήρωσιν τῶν στερήσεων τῶν μηνῶν Ἀπριλίου, Μαΐου κτλ, διότι, καθὼς εἰξεύρετε, κατ’ αὐτοὺς τοὺς μῆνας ὑπάρχει στέρησις ἐσόδων· ἑπομένως ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἔχητε ἑκατομμύριά τινα τὰ ὁποῖα ν’ ἀναπληροῦν τὴν ἔλλειψιν τῶν εἰσπράξεων· ὥστε 5,000,000 εἶναι ἴσως ὑπολογισμὸς μὴ ὀρθὸς Ἔχομεν ἀνάγκην ἑνὸς δανείου σπουδαίου πρὸς τακτοποίησιν τῶν χρεῶν μας, καὶ πρέπει νὰ πληρώσωμεν τόκους καὶ χρεωλύσια. Ἔχομεν ἀνάγκην χρημάτων, διὰ νὰ καλύψωμεν τὰ ἤδη ἐλλείμματα· λοιπὸν, ἂν ζητήσητε νὰ ἐλαττώσητε τὰ ἔσοδά σας, τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι, ὅτι δὲν θὰ ἱκανοποιήσητε τὰς ἀνάγκας· ἑπομένως καὶ μὲ τὰ νέα βάρη ἡ κατάστασίς σας θὰ ᾖναι ἐλαττωματική. Διὰ τοῦτο ἐνόσῳ δὲν ἀποδειχθῇ, ὅτι αἱ ἀνάγκαι εἶναι ὀλιγώτεραι τῶν ἀπαιτουμένων, τὰ ἔσοδα δὲν θέλουσιν εἶσθαι ἀρκετά. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει λόγον νὰ παρακολουθήσῃ τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ· ἑπομένως νὰ ἀποκρούσῃ ἐν γένει τὴν ἀρχὴν τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων. Εἰς τὰ καθέκαστα θὰ ἴδωμεν τὰς τροποποιήσεις, διότι καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν ἐπιθυμίαν νὰ φορολογήσωμεν πέραν τοῦ δέοντος. Μὲ μεγάλην λύπην μας προκαλοῦμεν μέτρα τοιαῦτα, διότι δὲν βλέπομεν πῶς ἄλλως τὸ ἔθνος δύναται νὰ ἐξέλθῃ ἀπὸ τὴν κακὴν κατάστασιν. Καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ἀκούητε θεωρίας· τὰ πράγματα εἶναι, ὅτι ἔχομεν ἔλλειμμα, χρέος κινητὸν καὶ οὐδὲν τῶν ἀναγκαίων, ὧν ἔχομεν ἀναπόφευκτον χρείαν διὰ τὰς ἀνάγκας τὰς ἀπολύτους.
§44ΤΙΝΕΣ. Περιττὴ, Κ. πρόεδρε, ἡ περαιτέρω συζήτησις.
§45ΕΠ. ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Ἀτυχῶς ἀναγκάζομαι καὶ ἐκ δευτέρου νὰ λάβω τὸν λόγον, καί τοι μὴ ἔχων σκοπὸν οὔτε ἅπαξ νὰ λαλήσω. Παραξενεύομαι, Κύριοι, πῶς ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατεδίκασε τοσοῦτον πολὺ τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν, καὶ ὅταν ἀκόμη τὸ σύστημα τοῦτο ἐδικαιολόγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὡς ἀνάγκην ἀναπόδραστον καὶ ἀναπόφευκτον. Θαυμάζω, κύριοι, πῶς τὸ κατεδίκασε, ὅταν αὐτὸ ᾖναι τὸ σύστημα τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, διαρκέσαν ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως μέχρι τῆς σήμερον. Ἴσως δὲν εἶναι τὸ σύστημα τῶν κυβερνήσεων αἱ ὁποῖαι διῴκησαν, ὁμολογουμένως ὅμως εἶναι τὸ σύστημα, ὅπερ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, τὸ ἔθνος καθιέρωσε. Ἅμα συνῆλθεν ἡ Συνέλευσις, κύριοι, ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων μελημάτων της ὑπῆρξεν ἡ ἐλάττωσις τῶν ἐξόδων· καὶ σεῖς ἀκόμη ὡς Βουλὴ εἰς τὸ σύστημα τοῦτο ἐνησχολήθητε πέρυσιν. Ὁποῖος εἶναι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1864; προϋπολογισμὸς, ὃν συνέταξεν ἡ Συνέλευσις, τὸν ὁποῖον ἔλαβε καιρὸν νὰ συζητήσῃ καὶ ἐπεξεργασθῇ· αὐτὸς καταβιβάζει τὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους εἰς 24 ἑκατομμύρια. Ὁπόσον παρέλαβε τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἡ ἐπανάστασις; εἰς 28 ἑκατομμύρια τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1862 χωρὶς νὰ περιλάβῃ οὔτε ἓν ἔξοδον τῆς ἐπαναστάσεως· ἐννοῶ τὰς πιστώσεις μέχρι τοῖς 10 8βρίου 1862. Τὸν κατεβίβασε λοιπὸν εἰς 24,000,000 ἡ ἐπανάστασις διὰ τοῦ συστήματος τῶν οἰκονομιῶν, κύριοι. Ἡ καταβίβασις αὕτη δὲν ὀφείλεται παρὰ μόνον εἰς αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἡ Συνέλευσις τοὺς ἠλάττωσε τοὺς φόρους ἀντὶ νὰ τοὺς αὐξήσῃ.
§46ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰ 63 ὑπῆρχεν ἔλλειμμα 5,000,000.
§47Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ, ἴσως παρεξηγήθην, δὲν κατηγορῶ τὸ σύστημα αὐτό· ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν φέρει τὸ προσδοκώμενον ἀποτέλεσμα ὅπως ἐφηρμόσθη. Ἐγὼ ἔχω οἰκονομίας εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§48Ε. ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη μου, ἡ ἀγόρευσις τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ ἦτο, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἀκολουθήσωμεν τὸ σύστημα τῶν οἰκονομιῶν.
§49Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι· τὸ σύστημα ὅπως ἦλθε μεμονωμένον, εἶπα.
§50Ε. ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Δὲν ἐννοῶ τί θέλει νὰ εἴπῃ περὶ συστήματος μεμονωμένου. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν οἰκονομικὸν σύστημα μὲ γενικὰς οἰκονομίας. Ἡ ἀγόρευσίς μου ἡ πρώτη ἦτο πολὺ εἰλικρινὴς καὶ περιεῖχεν ὁλόκληρον τὸ σύστημα τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἐν ἀρχῇ καὶ μετέπειτα. Καὶ ἀπὸ τὴν ψῆφόν μου ἀκόμη εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ αὐξήσεως τοῦ φόρου τῶν ζώων, βλέπετε τὸ σύστημα τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης. Λέγω λοιπὸν ὡς πρὸς τὰς οἰκονομίας, ὅτι ἡ πολιτικὴ τῶν οἰκονομιῶν εἶναι πολιτικὴ τοῦ ἔθνους. Σᾶς ἀναφέρω δὲ τὸ 1864 μόνον, διότι παρουσιάζει ἔλλειμμα μόνον 500,000 δραχμῶν. Καὶ τοῦτο ἂς χρησιμεύσῃ ὡς ἀπάντησις εἰς τὸν Κ. Κυπριάδην, ὅστις μοὶ ἀνέφερε τὸ ἔλλειμμα τοῦ 1863.
§51ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐξετάζω τὰ μετὰ τὸ 1862 καὶ εὑρίσκω ἔλλειμμα 5,000,000.
§52Ε. ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Τὸ 1863; Ἀλλ’ ἐπλήρωσε χρέη τοῦ 1862 ἀρκετὰ, διότι ἐπλήρωσε τὰ ὀφειλόμενα εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, εἰς τὰ ταμεῖα τῶν συντάξεων περίπου 1,700,000, τοῦ ὁποίου τὰ 5/12 ἀνήκουν εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν τακτικήν.
§53ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τοῦ 1863 εἶναι πολὺ ἀνώτερον, ἀλλὰ συμπεριελήφθη τὸ δάνειον....
§54ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Ὅλαι αὐταὶ αἱ συζητήσεις εἶναι περιτταί, διότι πρόκειται περὶ τοῦ 1864, εἰς τὸν ὁποῖον ἡ Συνέλευσις ἔφερεν ἐλάττωσιν τοσαύτην, ὥστε τὸν κατεβίβασε εἰς μόνον 24,000, 000· καὶ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἔτους αὐτοῦ ἦτο ἀληθὴς, διότι ἔφερε ἔλλειμμα 500,000 δραχμῶν.
§55ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 23 καὶ ½.
§56ΔΕΛΗΓΙΩΡΓΗΣ. Ἀδιάφορον· τὸ τελικὸν ἔλλειμμα εἶναι τοιοῦτον. Δὲν ἐννοῶ, κύριοι, διὰ νὰ ἐπαινέσῃ τις τὸ σύστημα τὸ ἴδιον νὰ ἀναφέρῃ τὰς ἀτελείας τοῦ συστήματος τῶν προκατόχων του χωρὶς νὰ φέρῃ τινὰς ἀποδείξεις, νὰ πληροφορηθῇ ἡ Βουλή. Ἐγὼ σᾶς ἐπρότεινα καὶ παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν οἰκονομικῶν νὰ μοὶ φέρῃ κατάστασιν τῶν ἐργασιῶν τοῦ ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου καθ’ ὃν χρόνον ἀφῃρέθησαν 14 ἢ καὶ περισσότεροι ὑπάλληλοι· καὶ θέλετε ἰδῆ, ὅτι αἱ ἐργασίαι κατὰ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα εἶναι κατὰ τὰ πλεῖστα ἀνώτεραι τῶν ἐργασιῶν κατὰ τοὺς πρώτους ἓξ μῆνας τοῦ 1866 καθ’ οὓς ὑπῆρχεν ὁλόκληρον τὸ προσωπικόν. Τὸ σύστημα λοιπὸν αὐτὸ εἶναι αὐτὸ τοῦ ἔθνους δὲν δύναται νὰ καταδικασθῇ διὰ τὸν λόγον, ὅτι παρουσιάζει ἀποτελέσματα εὐάρεστα. Καὶ τὸ σύστημα αὐτὸ ἐπιδέχεται τελειοποιήσεως καὶ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐφαρμογήν του. Τί ἠθέλατε νὰ κάμῃ, κύριοι, ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ὅταν ἦλθεν εἰς ἣν κατάστασιν σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου; Εἴχομεν παράδειγμα ἄλλην διαφορετικὴν διαχείρισιν εἰς περιστάσεις οἰκονομικῆς στενοχωρίας· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι αὐτὸ ἔπρεπε ν’ ἀκολουθήσωμεν; Σᾶς ἀναφέρω αὐτὴν τὴν ἰδίαν κυβέρνησιν, ἥτις διεύθυνε τὸ κράτος 6 μῆνας· εὑρέθη εἰς ἀπορίαν, ἐδανείσθη 1½ ἑκατομμύριον, καὶ τὸ ἐδανείσθη παραβιάζουσα καὶ τοὺς νόμους, διότι δὲν εἶχε νόμον νὰ δανεισθῇ ὑπ’ αὐτοὺς τοὺς ὅρους· οὔτε ἑνὸς ὀβολοῦ οἰκονομίαν ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο δίκαιον νὰ κάμῃ· καὶ τὸ δάνειον αὐτὸ ἐπηρέαζει οὐχὶ κατ’ ὀλίγον τοὺς φόρους. Καὶ εἰς τὸ 1865 κακὴ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους· δὲν ἔγεινεν ὅμως παραμικρὰ οἰκονομία. Ἦτο σύστημα ἀξιόμεμπτον ἐκεῖνο, καὶ ηὔξησεν ἐπὶ τοσοῦτον μάλιστα, ὥστε εἰσεπράχθησαν ἔκτακτοι φόροι μὴ ὑπάρχοντες εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1865. Θέλετε λοιπὸν, κύριοι, νὰ συγκρίνετε τὰ οἰκονομικὰ συστήματα τῶν διαχειρίσεων; Συγκρίνετε αὐτὰ καθ’ ὁλοκληρίαν, μὴ θελήσετε νὰ ῥίψετε τοὺς δισταγμοὺς ἐκεῖ ὅπου ὀφείλετε ἐπαίνους. Ἐὰν δὲ, κύριοι, αἱ ἀποθῆκαι δὲν εἶχον πολεμεφόδια καὶ πυρίτιδα, ἐγὼ δὲν ἀπαντῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργόν. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς προσέθηκεν ἀκόμη, ὅτι ἀπόδειξις τῆς μὴ ἐπιτυχίας τῶν οἰκονομιῶν αἱ ὁποῖαι ἐμέμφθησαν εἶναι, ὅτι ἀναχωρήσασα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἀπὸ τὰ πράγματα κατὰ τὰ μέσα τοῦ Δεκεμβρίου, ἀφῆκεν ὀφειλόμενα περισσότερα ἀφ’ ὅ,τι ἦσαν ὅταν παρέλαβε τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ, διὰ νὰ ᾖναι ὀρθὴ ἡ παρατήρησις αὕτη πρέπει νὰ μάθετε, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν ἐξώφλησέ τινα τῶν κινητῶν χρεῶν τὰ ὁποῖα εὑρῆκε· διότι, ἐὰν ὑποθέσετε τοῦτο, ἐννοεῖτε, ὅτι ἡ διαφορὰ δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν. Εὑρῆκεν, ἀξιότιμε πρωθυπουργὲ, κατὰ τὴν 10 Ἰουνίου ὁλόκληρον τὸ ποσὸν τῶν ἐντόκων γραμματίων, δηλ. 6,000,000 δραχμῶν εἰς κυκλοφορίαν, ναὶ ἢ ὄχι; Τὸ εὑρῆκεν· ἀλλὰ ἀπὸ ἓξ ἑκατομμύρια καὶ τόσας χιλιάδας, δηλ. ὑπεράνω τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος ἐπιτρέπει, ὅταν ἀνεχώρησεν, ἦσαν ἐξωφλημένα ἓν ἑκατομμύριον τοὐλάχιστον. Εἶναι τοῦτο ἢ ὄχι ἐλάττωσις τοῦ κινητοῦ χρέους; Εὑρῆκεν ἢ ὄχι χρέη τινὰ ὀφειλόμενα καθὼς τοῦ Βούρου, πρὸς τὴν τράπεζαν τὴν Ἰονικὴν κλ. καὶ ἐξώφλησεν ἄλλα μὲν καθ’ ὁλοκληρίαν, ἄλλα δὲ ἐν μέρει; Ἠλάττωσε λοιπὸν τὸ κινητὸν χρέος, καὶ διὰ τοῦτο παράδοξον δὲν εἶναι νὰ ᾖναι ἡ διαφορὰ τῶν δύω χρήσεων μεγαλειτέρα. Ἂν δὲ θέλετε, πρόχειρα ἔχετε τὰ μέσα σεῖς ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς φέρετε μίαν κατάστασιν συγκριτικήν· ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ὅτι μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ κατάστασις ἐκείνη καὶ ἀφοῦ ἔλθῃ, δὲν δύνασθε νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐξώδευσεν ἀφ’ ὅ,τι ἦτο ἐψηφισμένον καὶ ὠφείλετο νὰ ἐξοδευθῇ, ἐξώδευσεν ἓν ἑκατομμύριον ὀλιγώτερον. Μίαν τελευταίαν παρατήρησιν ὤφειλεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς νὰ κάμῃ διὰ νὰ ἐξαντλήσῃ τὴν ὕλην ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου εἰς τὸ ὁποῖον ὠλίσθησε χωρὶς νὰ προκληθῇ· ἂν ἡ οἰκονομία ἐκ τῆς καταργήσεως τῶν θέσεων, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐπεζήτησεν, ἦτο ἀτυχεστέρα ἀπὸ τὸ οἰκονομικὸν μέτρον τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐπρότεινεν ὁ αὐτὸς κύριος πρωθυπουργὸς, τῆς ἐπιβολῆς εἰς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους τοῦ ἐντόκου γραμματίου. Σᾶς εἶπα καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, κύριοι, ὅτι δὲν νομίζω κατάλληλον τὴν ὥραν νὰ ἔλθωμεν εἰς ἀντεγκλήσεις, καὶ τοῦτο τὸ παρετηρήσατε ἀπ’ ἀρχῆς τῆς Συνόδου· καὶ ἄλλοτε προεκλήθημεν πολλάκις, ἀλλὰ δὲν ἀπηντήσαμεν ἐλπίζοντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει συνηθίσει εἰς τὰς περιστάσεις αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως ἐγεννήθησαν καὶ τῶν ὁποίων συνέχεια εἶναι αἱ σημεριναί. Ἠλπίζομεν δὲ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις συνήθισεν εἰς τὰς περιστάσεις αὐτὰς, ἐνόησε τὰς ἀξιώσεις καὶ αὐτῶν, καὶ δὲν ἤθελε δώσει ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἐξέτασιν παρελθούσης πολιτικῆς κατὰ τὴν σημερινὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν παρά ποτε ἄλλοτε πρέπει νὰ προέχωσι τὰ αἰσθήματα τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ὁμονοίας, ὄχι βεβαίως ἄνευ ὅρων μὲ τυφλοὺς ὀφθαλμούς· διότι τότε ἠθέλομεν καθιερώσει τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ ἰδέα, καὶ ὅταν δὲν ἐκτελεσθῇ, εἶναι ζήτημα ἀδιάφορον. Βεβαίως, κύριοι, ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ τῶν πρώτων λόγων τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς προκατόχου Κυβερνήσεως καὶ τῶν ὑστάτων λόγων· διότι, ὅταν ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, τῳόντι ὅλην τὴν ἐσωτερικὴν ἀνωμαλίαν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως αἱ ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος ἐγένοντο τὸ ἀντικείμενον τῶν συζητήσεων καὶ τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν κυβερνήσεων, αἱ ὑποθέσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ ὡς κράτους καὶ ὡς ἔθνους. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν μεταβολὴ τῶν περιστάσεων ἡ συμβᾶσα ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης βεβαίως ἀπῄτει παρεκτροπὴν τινα ἀπὸ τὸ αὐστηρὸν οἰκονομικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν ἀρχὴν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἠδύνατο νὰ ἐκτελέσῃ. Ἡ δὲ παρατήρησις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς ὡς πρὸς τὸ πρῶτον σύστημα τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἠρκεῖτο νὰ προμηθευθῇ ἓν δάνειον 5,000,000 μόνον διὰ νὰ ἐπέλθῃ ἡ τακτοποίησις εἰς τὰ οἰκονομικὰ, λέγω, ὅτι ἡ παρατήρησις ἐκείνη δὲν εἶναι ἐπιτυχὴς, διότι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη δὲν ἐπῆλθε ποτὲ ἡ ἰδέα νὰ ἐξαλείψουν καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ κινητὸν χρέος καὶ νὰ μεταβάλουν τὸ χρέος εἰς χρέος πάγιον· αὐτὴ ἡ Γαλλία, ὅταν ἔκαμε τὰς οἰκονομικὰς μεταῤῥυθμίσεις ὁ Φοὺλδ, ἓν μέρος τοῦ κινητοῦ χρέους, 300,000,000 φράγκα, αὐτὰ μόνον ἐστερεοποίησε, καὶ τὴν σήμερον ἔχει ὑπὲρ τὰ 150,000,000 κινητοῦ χρέους· διότι τὸ κινητὸν χρέος, ὅταν ᾖναι τόσον ἐλαφρὸν ἀναλόγως εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ὅταν συνιστᾷ καὶ ἀπαιτήσεις αἱ ὁποῖαι δὲν καταπιέζουν, δύναται νὰ ὑπάρχῃ ἀνενοχλήτως. Εἶναι δὲ ἀτυχὲς οἰκονομικὸν σύστημα ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἰς ὥραν καθ’ ἣν ἔχει ἄλλα μεγάλα ἔξοδα καὶ καθ’ ἣν συγχρόνως ἔχει καὶ παλαιὸν μέγα χρέος κινητὸν, θέλει καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς νέας διὰ τῶν μεγάλων ἐξόδων νὰ τὰς ἀναπληρώσῃ καὶ τὸ χρέος τὸ παλαιὸν νὰ τὸ ἐξοφλήσῃ διὰ νέων φόρων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ. Οἱ φόροι, ἔχουν τὸ μέτρον των.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἀπορῶ, κύριοι, διὰ τί ὁ προλαλήσας ἠρεθίσθη τόσον, ἐνῷ δὲν εἶχον σκοπὸν διόλου νὰ τὸν ἐρεθίσω εἰς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ὑποστηρίζω σήμερον, ὅπως θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σταθῶμεν εἰς τὰς ἄλλας ἰδέας. Καὶ πρῶτον μὲ παρεξήγησε, νομίσας, ὅτι πολεμῶ τὴν ἀρχὴν τῶν οἰκονομιῶν. Πολεμῶ τὰς οἰκονομίας ὅπως ἐφηρμόσθησαν. Εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν εἶναι ἀρκοῦν διὰ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν· ἑπομένως, ὄχι, δὲν πολεμοῦμεν τὰς οἰκονομίας· ἀλλ’ ἂν παρατηρήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν ὁ προλαλήσας, θέλει ἰδῆ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον διευθύνει ἔκαμε τὰς αὐτὰς οἰκονομίας ὑπ’ ἄλλον τρόπον· εἰς ἄλλα ὅμως κεφάλαια ἐνόμισεν, ὅτι ἐπιτυχῶς δύναται νὰ ἐπέλθῃ οἰκονομία. Ἀλλὰ, κύριοι, σᾶς ἐρωτῶ, χρέος εἶναι νὰ δανείζεται κανεὶς καὶ νὰ μὴ πληρόνῃ; ἂν ᾖναι νὰ δανείζεται, τότε ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔκαμε κανὲν χρέος, ἀλλ’ ἀρκεσθεῖσα νὰ μὴ πληρόνῃ ἔκαμε χειρότερον χρέος. Ναὶ μὲν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐζήτησε δάνειον, ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω προτιμότερον τὸ νὰ ζητῇ δάνειον καὶ νὰ ᾖναι τακτικὴ εἰς τὰς πληρωμάς της μία Κυβέρνησις παρὰ νὰ μὴ πληρόνῃ τὰς ὀφειλάς της, νὰ ἐκδίδωνται ἀποφάσεις, ἐντάλματα, καὶ ὁ ταμίας ἢ ὁ ὑπουργὸς νὰ λέγῃ νὰ μὴ πληρωθῶσι· καὶ τοῦτο δὲν εἶναι χρέος; Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ κινητοῦ χρέους διαφωνοῦμεν· ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι τὸ κινητὸν χρέος 150,000,000, ἀλλ’ εἰς τὴν Γαλλίαν ὁ προϋπολογισμὸς εἶναι 2,000 000,000. Ἐκεῖ, ἐνθυμεῖσθε, ἅμα ὁ Ναπολέων ἤνοιξεν ἓν βιβλίον, χωρὶς δυσκολίαν ἔσπευσαν ὅλοι· ἑπομένως εἰς τὴν Γαλλίαν δὲν εἶναι χρέος. Ἀλλὰ διὰ τὴν Ἑλλάδα νὰ μᾶς λέγουν, ὅτι κακῶς σκεπτόμεθα νὰ ἐξαλείψωμεν αὐτὸ τὸ κινητὸν χρέος, ἐνῷ ὁ προϋπολογισμός μας ὅλος εἶναι 25,000,000, καὶ ἐνῷ δὲν εἶναι εὔκολον νὰ εὕρωμεν ἓν δάνειον, μοὶ φαίνεται πῶς εἶναι πολὺ περίεργον. Περὶ τῶν ἄλλων δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, Κ. Πρόεδρε, ἐξακολουθοῦμεν.
§59ΚΟΥΡΗΣ. Μίαν στιγμὴν, κύριοι. Φρονῶ, ὅτι ἐπὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἐφ’ οὗ ἤρξατο σπουδαία συζήτησις, ὀφείλει τοὐλάχιστον εἷς ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῆς Ἑπτανήσου νὰ λάβῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τὸν λόγον· παραχωρῶ εὐχαρίστως τὸν λόγον εἰς οἱονδήποτε ἄλλον βουλευτὴν ἑπτανήσιον, διότι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἄλλοι ἱκανώτεροι καὶ καταλληλότεροι ἐμοῦ εὑρίσκονται ἐνταῦθα, ἵνα ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου συζητήσωμεν, καὶ τότε θέλω τηρήσει σιωπήν· ἄλλως θέλω λάβει τὸν λόγον. Ἐννοῶ, ὅτι τὸ θέμα ἔχει τὰς δυσκολίας του καὶ ἰδίως δι’ ἡμᾶς τοὺς ἕλληνας ἑπτανησίους· ἀλλὰ φρονῶ ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι οἱ ἕλληνες ἑπτανήσιοι καὶ τὰς δυσκολίας δὲν πρέπει ν’ ἀποφεύγωσι, καὶ εἰς τοὺς κινδύνους, ὁσάκις εἶναι ἀνάγκη, πρέπει νὰ εὑρίσκωνται. Βεβαίως τώρα ἡ ὥρα εἶναι προχωρημένη.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐξακολουθεῖ δι’ αὔριον ἡ συζήτησις Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 5 παρὰ 10/60 μ. μ.).