1867.02.16
845 στίχοι · 7.074 λέξεις · 112 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 47
Τῆς 16 Φεβρουαρίου 1867.
(Πέμπτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, πλήρους εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς, φαίνεται, ἀπεπεράτωσε τὰς ἐργασίας τῶν πιστώσεων.
§4ΤΙΝΕΣ. Ὄχι ὅλων, τρεῖς ἐτελείωσαν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τρεῖς πιστώσεις καὶ μίαν πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως δικαστικοῦ γραφείου ἐν τῷ ὑπουργείῳ τῶν Οἰκονομικῶν· αὗται θὰ τυπωθοῦν· φαίνεται, παρεκινήθη ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὰ ἔξοδα ὅπου ἔγειναν εἰς τοὺς δικηγόρους.
§6ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, πρό τινων ἡμερῶν ἀπέθανεν ἓν λείψανον τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, ὁ Γεροθανάσης, ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ συγγενεῖς ἐσφάγησαν ὑπὸ τῶν Τούρκων εἰς τὴν ἅλωσιν τοῦ Μεσολογγίου· αὐτὸς λοιπὸν ἔχει γυναῖκα καὶ τέκνα πολλά, τὰ ὁποῖα μένουν ἄνευ προστάτου καὶ τρέχουν τὸν κίνδυνον νὰ ἀποθάνουν τῆς πείνης· δυστυχῶς οὐδὲν μέτρον μέχρι τοῦδε ἐλήφθη ὅπως προληφθῶσι τὰ κακά, τὰ ὁποῖα πάσχει αὐτὴ ἡ οἰκογένεια, ἕνεκα τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα ὅπως τὴν περιθάλψῃ· πιστεύω εἰς τὰ αἰσθήματα τῶν Κυρίων βουλευτῶν, οἵτινες εἶναι πολλοὶ καὶ τέκνα ἀγωνιστῶν, καὶ πολλοὶ ἐξ ὑμῶν εἶσθε οἱ ἴδιοι ἀγωνισταὶ, πιστεύω, ὅτι ἐμπνεόμενοι ἀπὸ αἰσθήματα φιλανθρωπικά.........
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, τὸ 20 ἄρθρον τοῦ συντάγματος ἀπαγορεύει νὰ γίνωνται προτάσεις ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν.
§8ΤΙΝΕΣ. Κάμετε μίαν σύστασιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§9ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὑποβάλλω πρότασιν νὰ γίνῃ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ ῥητὸν ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ ἀπαγορεύει τὸ νὰ γίνεται πρότασις τοιαύτη ἐκ μέρους τῶν βουλευτῶν· κάμετε μίαν ἀναφορὰν καὶ ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ τὴν συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§11ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐκεῖνα λοιπὸν, τὰ ὁποῖα εἶπα, ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ νὰ τὰ συστήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ ἀκυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15 Ὀκτωβρίου 1835 Β. Διατάγματος· τρίτη συζήτησις.
§13ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω, ἥτις ἐξάγεται ἐκ τοῦ συνόλου τῶν συζητήσεων· παρετήρησα, ὅτι πάντοτε, ὁσάκις πρόκειται περὶ φορολογικῶν νόμων, μᾶς προτάττεται ὡς ἔνστασις, ὅτι ὅλα τὰ καθυστερούμενα ὑπάγονται εἰς τὴν χρῆσιν τὴν ὁποίαν καθιέρωσεν εἷς νόμος· οὐχ ἧττον ὅμως ἐπεθύμησα καὶ ἐπιθυμῶ διὰ νὰ ᾖναι ἐν γνώσει καὶ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, ἅπαξ διὰ παντὸς ἐπεθύμησα, λέγω, νὰ παρακαλέσω τὸν κύριον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ἐὰν εὐαρεστῆται, νὰ μᾶς δώσῃ μίαν σημείωσιν, ἔστω καὶ κατὰ προσέγγισιν, τῶν κατηγοριῶν εἰς ἃς ὑπάγονται, καθὼς καὶ τὰ ποσὰ ὡς ἔγγιστα, διὰ νὰ λάβωμεν γνῶσιν περὶ αὐτοῦ.
§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κατηγορίαι εἶναι χίλιαι, θέλετε νὰ γίνῃ ὀνομαστικὸς κατάλογος;
§15Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι δὲν θέλω τοῦτο.
§16ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κατὰ κεφάλαια καὶ ἄρθρα, μάλιστα.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Πετιμεζᾶ, ἐὰν ἀγαπᾶτε εἶσθε ὁ πρῶτος ὅστις ἔχετε τὸν λόγον εἰς τὴν συνέχειαν τοῦ νομοσχεδίου περὶ οὗ πρόκειται.
§18ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω νὰ εἴπω ὀλίγας λέξεις· ὁ παρὼν νόμος ἐφαρμόζεται ἀπὸ τὰ 66 καὶ ἐντεῦθεν· περὶ αὐτοῦ δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία. Τί ἐννοεῖτε, κύριε Δαρειώτη, διὰ τῆς τροπολογίας σας τὴν ὁποίαν ἐφέρατε, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς νὰ δίδῃ προθεσμίαν εἰς τοὺς ὀφείλοντας εἰς τὸ δημόσιον πρὸ τοῦ 66;
§19ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ναί, αὐτὸ ἐννοῶ.
§20ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Χθὲς, κύριοι, κατὰ τὴν συζήτησιν ἀνέβη τὸ βῆμα ὁ κύριος ὑπουργὸς καὶ ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ μομφὴν εἰς ἐμὲ, ὅστις κατέκρινα τὴν τάσιν τὴν ὁποίαν ἔχομεν ὅλοι εἰς τὸ νὰ φέρωμεν νομοσχέδια, διὰ τῶν ὁποίων ν’ ἀνατρέπωμεν ἄλλους ἰδίους ἡμῶν νόμους. Ἔκαμα ταύτην τὴν παρατήρησιν, διότι ἡ πεῖρα τὴν ἀπέδειξε σφαλερὰν καὶ πολλάκις ἀνεπαρκῆ, διότι ὁ ἴδιος ὑπουργὸς ἔφερε πρότασιν ἀνατρέπουσαν νόμους, τοὺς ὁποίους αὐτὸς ὁ ἴδιος εἶχε προτείνει. Ἐμβαίνων εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος ζητήματος, εἶπεν, ἀπορῶ πῶς ἠδυνήθη ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι εἰς τὸν παρόντα νόμον ἐξυφαίνεται μία ἰδέα νὰ ἀπαλείψωμεν τὰ παλαιὰ χρέη. Οὐδὲν εἶπον ἄλλο, οὔτε ἔχω νὰ εἴπω, παρὰ ὅτι πρέπει νὰ καταστήσωμεν ἰσχυρὸν τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον. Οἱ ταμίαι, οἱ ὁποῖοι διὰ τῶν λογιστικῶν νόμων περὶ καθυστερούντων εἶναι ὑπεύθυνοι κατ’ ἔτος νὰ δίδουν λόγον τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν καὶ τῶν εἰσπρακτόρων, ἔγειναν ἀνυπεύθυνοι, διότι προτείνουν τὴν ἔνστασιν τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀπορῶ πῶς τῷ ὄντι μία τοιαύτη ἰδέα περιῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ· εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ τις, ὅτι τὸ διάταγμα εἶναι ἀνώτερον τοῦ νόμου τοῦ λογιστικοῦ; Βλέπετε, ὅτι αὐτὸ εἶναι μία ἀπάτη, μία πλάνη· διότι τὸ διάταγμα αὐτὸ μίαν μόνην κατηγορίαν προβλέπει, τὸ νὰ χορηγῇ τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ παράτασιν προθεσμίας ὁ ὑπουργὸς διὰ μίαν χρῆσιν μόνον, τὴν τρέχουσαν. Διατὶ διὰ τὰς ἄλλας χρήσεις δὲν εἶναι ὑπεύθυνος; Σᾶς ἀπέδειξα χθὲς ὅτι αἱ παρατάσεις ἀποβλέπουν μόνον δι’ ἓν ἔτος. Κἀνεὶς ὑπουργὸς δὲν ὑπέβαλεν εἰς τιμωρίαν ἐκεῖνον τὸν ταμίαν, ὅστις δὲν ἐξεπλήρωσε καλῶς τὰ καθήκοντά του· ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου βλέπετε, ὅτι οὐδὲ αἱ παρατάσεις βλάπτουν τὸν λογιστικὸν νόμον· γίνονται ἐντὸς ἑνὸς ἔτους. Ὁ περὶ λογιστικοῦ νόμος καθιστᾷ ὑπευθύνους τοὺς ταμίας διὰ 22 μῆνας· τὸ διάταγμα δὲν συγχωρεῖ νὰ δοθῇ παράτασις πέραν τοῦ ἔτους, καὶ ἐὰν δοθῇ, εἶναι κατάχρησις νόμου, εἶναι ὑπεύθυνος ὅστις δώσει τὴν παράτασιν· δὲν εἶναι ἔλλειψις νόμου τὸ τοιοῦτον, εἶναι παρανομία τοῦ ὑπουργοῦ. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ διάταγμα δὲν καταστρέφει τὸν λογιστικὸν νόμον περὶ τῶν καθυστερούντων· ἄλλως τε, Κύριοι, τὶ εἶπον χθὲς οἱ ὑπουργοί; «Κύριοι ἀπεκδυόμεθα ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν· καὶ τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν, ἔχοντες τὴν εἰλικρίνειαν σᾶς λέγομεν, ὅτι παραιτούμεθα ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ γείνῃ πιεστικὸν εἰς χεῖρας κακοῦ ὑπουργοῦ·» καὶ πλαγίως ὑπέδειξαν, ὅτι ἠμποροῦν νὰ παραδεχθοῦν τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου βουλευτοῦ, ἥτις περιορίζει αὐτὸν τὸν νόμον ἀπὸ τοῦ 66 καὶ ἐπέκεινα, ὅ ἐστὶ διὰ τὰ χρέη τὰ πρὸ τοῦ 66 δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ δώσῃ παράτασιν. Ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι ὀλίγον παράνομον καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὸ ἔθνος, διατί; διότι τὸ διάταγμα περιορίζει τὴν παράτασιν δι’ ἓν ἔτος, ἐνῷ ἡ τροπολογία τὴν ἐπεκτείνει μέχρι τοῦ 66. Ὅθεν βλέπετε ἐκ τούτου, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 35 ἀφίνει εἰς πλήρη ἰσχὺν τὸν νόμον περὶ καθυστερούντων. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἀπαιτεῖ, ἐνῷ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ προθεσμίαν πέραν τοῦ ἔτους, νὰ παραδεχθῶμεν τώρα αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἥτις δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ δύναται νὰ δίδῃ προθεσμίαν διὰ τὰ παρελθόντα χρέη, τὸ ὁποῖον καταστρέφει ἄρδην τὸν νόμον τῶν καθυστερούντων καὶ ἀφίνει εἰς τὸ αὐθαίρετον ὅλων τῶν ὑπουργῶν νὰ καταστήσωσιν αὐτὸν τὸν νόμον χάρτην ἄγραφον, ἄχρηστον. Οἱ δύο κύριοι ὑπουργοὶ, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὡμίλησαν περὶ καθυστερούντων, ἀλλὰ εὑρέθησαν εἰς ἀντίφασιν, διότι, ἐνῷ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔφερε νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου σχηματίζεται ταμεῖον τῶν καθυστερούντων, καὶ ὑπεστήριξεν, ὅτι δύναται διὰ τῶν διατάξεων αὐτοῦ νὰ εἰσπράξῃ πολλὰς χιλιάδας δραχμῶν, αἵτινες θὰ χρησιμεύσωσι πρὸς ἀπαλλαγὴν τῶν δημοσίων χρεῶν, ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πιστεύωμεν, ὅτι θὰ συναχθῶσι καθυστερούμενα, καὶ ὅτι νὰ κοπιάζωμεν περὶ τούτου εἶναι μάταιον· ὥστε ἡ πρότασις τοῦ συναδέλφου του εἶναι χιμαιρικὴ, διότι οὐδέποτε θὰ πληρωθῶσι τὰ χρέη, διότι ὑπάρχει ἕνας νόμος εὐεργετικὸς νὰ μὴ καταδιώκωνται, διότι ὑπάρχει ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος, διότι ὑπάρχει ὁ περὶ προικοκτησιῶν νόμος, διότι ὑπάρχουν αἱ δεκαετεῖς πιστώσεις, διότι ὑπάρχουν ἀπαιτητὰ χρέη, τὰ ὁποῖα δὲν στηρίζονται εἰς τίτλους, καὶ δι’ αὐτὸ τοῦτο ἀπέδειξεν ὡς χιμαιρικὸν τὸ σχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀπορῶ λοιπὸν ποῖον νὰ πιστεύσω, τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν ἢ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἔντιμος φίλος μου κύριος Πετιμεζᾶς νὰ εἴπῃ, ὅτι εἰς τὸν νόμον αὐτὸν ὑποκρύπτεται ἓν καταχθόνιον σχέδιον νὰ ἀπαλειφθῶσι τὰ παλαιὰ χρέη. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι παραλογώτατον, πολλὰ ἄδικον, νὰ θελήσωμεν νὰ ἀκυρώσωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ δίδῃ παράτασιν προθεσμίας ἐπὶ ἓν ἔτος, καὶ νὰ θελήσωμεν νὰ δώτωμεν τὴν ἐξουσίαν εἰς αὐτὸν νὰ δίδῃ τοιαύτην διὰ 33 ἔτη· διότι ἀπὸ τὰ 33 ἕως τὰ 66 εἶναι 33 ἔτη. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Δαρειώτου, θέλομεν καταστρέψει ὅλον τὸ σύστημα τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου καὶ θέλομεν καταστρέψει ἀκόμη καὶ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἐννοηθῇ καλῶς καὶ γείνουν μερικαὶ τροποποιήσεις, θὰ ἦναι πολλὰ ὠφέλιμον. Δι’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς λόγους προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Δαρειώτου.
§21ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν). Ἀδύνατον Κύριοι, τῇ ἀληθείᾳ νὰ συζητῇ τις πλέον, διότι δὲν συζητοῦμεν ὅ,τι παρουσιάζει ὁ Νόμος, παρὰ τὰ καταχθόνια σχέδια, τὰ ὁποῖα διανοεῖταί τις, τὰ ὁποῖα ὑποτίθενται, ἀλλ’ ὅταν ἐν τοῖς πράγμασιν προσκαλῆταί τις νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν, δὲν τὰ κάμνει. Σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Βαλασόπουλος περὶ τῶν διατάξεων τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου· ἠρώτησε διὰ τὸ παρελθὸν τὶ θὰ γείνῃ, διὰ τὰ χρέη τὰ ἄλλα· εἶπε περὶ καταχθονίων σχεδίων, καὶ τὰ τοιαῦτα, ἀλλὰ περὶ αὐτῶν δὲν διαλαμβάνει τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Ὁ Κ. Δαρειώτης τίποτε ἄλλο δὲν λέγει, παρὰ ἐκεῖνο· ὅτι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν, ὑποβάλλει πρότασιν Νόμου· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ μέλλον, ὁ ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ δίδῃ προθεσμίας, καὶ δὲν δύναται καὶ διὰ τὰ ἔσοδα τῆς τρεχούσης χρήσεως. Τὶ εἶπε, Κύριοι, αὐτός; περιέχεται τι εἰς τὸ νομοσχέδιον διὰ τὰ παρελθόντα; τὶ θὰ γείνῃ ὅταν γείνῃ παραδεκτὸν τὸ νομοσχέδιον ἢ ἐὰν δὲν παραδεχθῇ ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔκαμα; Ὅ,τι ἐγίνετο κανονίζεται δι’ αὐτῆς τῆς τροπολογίας καὶ προτάσεως τοῦ Κ. Δαρειώτη; Αὐτὸς λέγει ὅτι ὁ παλαιὸς Νόμος ἰσχύει διὰ τὰ ἔσοδα τῆς χρήσεως ἀπὸ τοῦ 1856 καὶ ἐφεξῆς. Λέγει τίποτε περὶ τῶν παρελθόντων;
§22ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠρώτησα τὶ ἐννοεῖ.
§23ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πάλιν τὶ ἐννοεῖ, τὶ διανοεῖται. Δι’ αὐτὸ εἶπον ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ συζητήσῃ τις.
§24ΤΙΝΕΣ. Μὴ διακόπτετε.
§25ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἄρθρον μοναδικόν· τὸ ἀναγινώσκω πάλιν. «Τὸ ἀπὸ 15 8βρίου 1835 Β. Διάταγμα περὶ παροχῆς προθεσμιῶν ὑπὲρ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου ἀκυροῦται κτλ.» Ποῦ ἀκυροῦνται οἱ Νόμοι περὶ καταδιώξεως; Ποίαν διάταξιν εὑρίσκετε ὅτι ἔχει πλάγιόν τι, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ καταστρέψῃ τὸν Νόμον περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ κτλ; Ἡμεῖς θέλομεν νὰ καθιερώσωμεν τὸν Νόμον διὰ τὸ μέλλον· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν, τὶ θὰ γίνεται; ὅ,τι ἐγίνετο πάντοτε. Ἡμεῖς περὶ τοῦ μέλλοντος ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ φροντίσωμεν· ἐὰν κανεὶς ἔχῃ νὰ εἴπῃ περὶ αὐτοῦ, ἂς εἴπῃ· ἀπ’ ἐναντίας λοιπὸν ὅταν πρόκειται περὶ αὐτῆς τῆς διατάξεως, εἶναι περιττὸν ν’ ἀναβιβάζωμεν τὴν φαντασίαν μας πολὺ ὑψηλὰ, καὶ ν’ ἀποδίδωνται καταχθόνιοι σκοποὶ εἰς τὸ Νομοσχέδιον.
§26Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἡ τροπολογία τὶ λέγει; αὕτη λέγει, ὅτι τὸ διάταγμα τὸ ὁποῖον δυνάμει τοῦ νόμου τούτου ἠκυρώθη ἀναλαμβάνει ζωὴν διὰ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις· λοιπὸν βλέπετε ὅτι πολὺ κακῶς εἴπατε, ὅτι βλέπομεν φανταστικῶς, ἐνῷ βλέπομεν πραγματικῶς· ὁ νόμος αὐτός, τὸ ἄρθρον τοῦτο τὸ μοναδικὸν, ἀνῄρεσε τὸ διάταγμα τοῦ 35, καὶ μετέβαλε τὸ ἄρθρον τοῦ λογιστικοῦ νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐγίνοντο αἱ εἰσπράξεις· ἀφοῦ λοιπὸν ὁ νόμος αὐτὸς ἠκυρώθη, τὶς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ζωήν; (θόρυβος.) Λοιπὸν, κύριοι, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀποκρούσῃ τὴν τροπολογίαν. Ἡμεῖς ἀληθῶς εἴμεθα ὑπὲρ τῶν διατάξεων τοῦ 35, ἡ Βουλὴ ὅμως εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ παραδεχθῇ αὐτὸν τὸν νόμον· ἡμεῖς λέγομεν, ὅτι, ἀφοῦ ἅπαξ ἔγεινε παραδεκτός, πρέπει νὰ γίνῃ δι’ ὅλον τὸν κόσμον, καὶ ὄχι διὰ τοὺς ἀπὸ τοῦ 62–67 καθυστεροῦντας νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ζωὴν τὸ διάταγμα τὸ ὁποῖον ἀκυρώσαμεν.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός.). Ἡ συζήτησις ἐπ’ αὑτοῦ τοῦ ἀντικειμένου εἶναι ματαία, διότι περὶ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων ὑπάρχει νόμος, ὅστις ἐπιτρέπει εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ δίδῃ ἀναστολάς· τὶ συζητοῦμεν λοιπὸν τώρα; τὶ λέγετε ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ διατάγματος ἔδιδεν ἀπολύτως τὸ δικαίωμα αὐτό; Ὅλα ταῦτα εἶναι ἀντιστάσεις, καὶ δὲν τὰς λέγω ἀντιῤῥήσεις, διὰ τῶν ὁποίων καθίσταται δύσκολος ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου. (θόρυβος).
§28ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι μὲ παρεξήγησεν ὁ ὑπουργὸς· ἐγὼ δὲν ἐνοοῦσα νὰ δώσω ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸν νόμον· ἐγὼ ἐνοοῦσα καὶ εἶπον, ὅτι αἱ προθεσμίαι αὗται θέλουσιν ἀκυρωθῆ ἀπὸ τὸ διάταγμα· ἀλλὰ δὲν ἠμπορῶ νὰ ἐννοήσω πῶς ἠμπορεῖ νὰ εἰσέλθῃ μία τροπολογία θέτουσα ποινὰς, ὅταν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς νὰ δίδῃ προθεσμίαν. Εἴμεθα λοιπὸν σύμφωνοι, μόνον μία παρεξήγησις ἐγένετο. Νὰ ἀπαλειφθῇ λοιπὸν ἡ τροπολογία καὶ νὰ μείνουν τὰ πράγματα ὅπως εἶναι.
§29Κ. ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Μᾶς εἶπον ὅτι ἐρχόμεθα νὰ κανονίσωμεν τὴν καθυστέρησιν.... (θόρυβος).
§30ΣΕΡΒΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι ἀφ’ ἑνὸς μὲν οὐσιώδης καὶ λίαν οὐσιώδης, ἀλλὰ μέλλει νὰ καταντήσῃ τυπική. Ἐπὶ τοῦ παρόντος ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων; Ὑπάρχει ἓν διάταγμα ἔχον ἰσχὺν νόμου, δυνάμει τοῦ ὁποίου ἐξουσιοδοτεῖται ὁ ὑπουργὸς νὰ παραχωρήσῃ προθεσμίαν ἐντὸς τῆς τρεχούσης χρήσεως. Αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων. Ἀλλ’ αὐτὸ τὸ διάταγμα ἐπεξετάθη καὶ ἐδίδοντο προθεσμίαι διὰ κεκλεισμένας χρήσεις. Ὁ ὑπουργὸς ἔρχεται προτείνων διὰ τὸ μέλλον, ὅτι αὐτὴ ἡ κατάστασις πρέπει νὰ καταπαύσῃ, καὶ ἑπομένως προτείνει τὸ νομοσχέδιον δυνάμει τοῦ ὁποίου δὲν ἐξουσιοδοτεῖται ὁ ὑπουργὸς νὰ χορηγήσῃ τοιαύτας ἀδείας. Ἕως ἐδὼ τὸ σύστημα τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι πλῆρες, διότι διὰ μόνον τὸ μέλλον ἐπρότεινεν αὐτὸ τὸ σύστημα, διὰ δὲ τὸ παρελθὸν ἐπρότεινεν ἓν ἄλλο νομοσχέδιον. Ἠθέλησαν ὅμως κατόπιν νὰ παρεμβάλωσι μίαν ἄλλην πρότασιν, ἥτις δὲν φέρει εἰμὴ μίαν σύγχυσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, καὶ αὐτὴ εἶναι, ὅτι τὸ παρὸν διάταγμα, ὁ παρὼν νόμος δὲν ἰσχύει εἰμὴ διὰ τὸ μέλλον. Τί σημαίνει εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, ὅστις ἔχει ὡς κανόνα ὅτι δὲν παραχωροῦνται προθεσμίαι, καὶ λέγομεν ὅτι θὰ ἰσχύῃ διὰ τὸ μέλλον; Ἐνῷ λοιπὸν ὁ ὑπουργὸς προτίθεται νὰ ἀφήσῃ ἀνέπαφα τὰ τοῦ παρελθόντος, ἡμεῖς θὰ τὰ κανονίσωμεν, διότι δυνάμει αὐτῆς τῆς προσθήκης ἡ ἐξαίρεσις ὑποθέτει ὅτι διὰ τὸ παρελθὸν δύναται τυχὸν νὰ ὁρισθῇ προθεσμία. Ἀλλ’ ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἐπὶ τοῦ παρόντος καὶ ἐνῷ ὑπάρχει ἐκκρεμὲς ἓν ἄλλο νομοσχέδιον, εἶναι εὔλογον, εἶναι δίκαιον, εἶναι ὀρθὸν νὰ τὸ κανονίσωμεν τὴν σήμερον; Ἐγὼ νομίζω ὄχι· αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν θεωρῶ ὅλως περιττὴν διότι ἐκ τῶν προτέρων, ἀφοῦ ὁ ὑπουργὸς προσήγαγε δύω νομοσχέδια, τὸ μὲν διὰ τὸ μέλλον, τὸ δὲ διὰ τὸ παρελθὸν, ἐννοεῖται ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἀφορᾷ εἰ μὴ τὸ μέλλον, καὶ ὁποία δήποτε προσθήκη πάντοτε προκαλεῖ σύγχυσιν εἰς τὰ πράγματα· φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, ἐπιφυλαττόμενοι νὰ κανονίσωμεν τὰ τοῦ παρελθόντος δυνάμει τοῦ νομοσχεδίου ὅπερ ὑπεβλήθη.
§31ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶσθε κατὰ τῆς τροπολογίας;
§32ΣΕΡΒΟΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν· ἐγὼ ἐννοῶ ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον κανονίζει τὰ διὰ τὸ μέλλον· τὰ παρελθόντα τὰ ἀφίνει, καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ κανονισθῶσι δυνάμει τοῦ προϋποβληθέντος νομοσχεδίου.
§33ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ προτείνας αὐτὴν τὴν τροπολογίαν Βουλευτὴς, καθὼς καὶ ἡ Βουλὴ, ἡ ὁποία δεικνύεται τὸ πλεῖστον μέρος ὑπὲρ αὐτῆς τῆς προτάσεως, προέρχεται, Κύριοι, ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ἀπὸ τὴν σκέψιν, ἡ ὁποία εἶναι πολλὰ φυσική. Πᾶς νόμος διὰ τοῦτο γίνεται, καὶ διὰ τοῦτο ἐξετάζεται, διὰ νὰ ᾖναι ἐφαρμοστέος, καὶ νόμος τοῦ ὁποίου ἡ ἐφαρμογὴ θὰ ἔχῃ ἐκ προοιμίου τὸ ἀσυμβίβαστον καὶ ἀκατόρθωτον, δὲν προτείνεται καλῇ τῇ πίστει. Καλῇ τῇ πίστει προτείνεται νόμος ὅστις ἔχει τὴν βάσιν τῆς ἐκτελέσεώς του· ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἐπροτάθη καὶ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ τὸ ἐξήγησεν, ὅτι ἐρχόμεθα διὰ νὰ κανονίσωμεν ὄχι ὅτι εἰμπορεῖ νὰ περιπλέξῃ, ἀλλ’ ἐν τῷ ὀρθῷ συλλογισμῷ ὅτι εἰμπορεῖ εἰς τὸ μέλλον νὰ τακτοποιήσῃ, διὰ νὰ μὴ γείνουν ἐλλείψεις ὡς εἰς τὸ παρελθόν. Ἡμεῖς θέλομεν ἐξετάσει πόθεν προῆλθον αὐτὰ τὰ καθυστερήματα, ἀπὸ τὴν παράλειψιν τοῦ ὑπουργοῦ ἢ τοῦ ταμία· ἀλλ’ ἔχομεν τώρα τὸν καιρόν; ἠξεύρετε τώρα ποῖα διατάγματα ἐξεδόθησαν; ἐγὼ δὲν τὰ ἠξεύρω. Σήμερον λοιπὸν δὲν εἰμποροῦμεν νὰ σκεφθῶμεν ὀρθῶς εἰμὴ τί εἰμπορεῖ νὰ ᾖναι πραγματοποιούμενον, καὶ τοιοῦτον εἶναι αὐτὸ ὅπερ μᾶς προτείνεται. Θέλομεν λοιπὸν τὴν πρότασιν αὐτὴν, καὶ ἡ πρότασις εἶναι κατὰ γράμμα ἐξήγησις τῶν προσφορῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο. Δὲν ἠξεύρω λοιπὸν τώρα ποῖος εἶναι ὁ λόγος ὅστις φέρει καταφορὰν κατὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς. Ἡ πρότασις αὕτη, κύριοι, δὲν εἶναι παρὰ μία ἐπεξήγησις. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι πολλὰ λογική.
§34ΚΟΥΡΗΣ. Χθὲς, κύριοι, ὑπεστήριξα τὸ προταθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ σήμερον τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑποστηρίζων, ὀφείλω νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου ὅτι δὲν εἶναι δεκτὴ ἡ τροπολογία. Εἶναι γνωστὸν τοῖς πᾶσιν, ὅτι οἱ νόμοι δὲν κανονίζουν εἰμὴ τὸ μέλλον, καὶ ὁσάκις θέλει τις εἰς ἐκτάκτους τινὰς περιστάσεις νὰ δώσῃ ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸν νόμον, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον ῥητὴ ῥήτρα ἐν τῷ νόμῳ αὐτῷ. Βλέπετε, κύριοι, μίαν τροπολογίαν· ὅταν χθὲς ὑπεστήριξα νὰ γείνῃ ὁ νόμος αὐτὸς, διότι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου μοὶ ἐφάνη καλὸς, τὸν ὑπεστήριξα ὅπως καταργηθῇ τὸ ψήφισμα ἢ ὁ προηγούμενος νόμος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου χορηγεῖται ἡ ἄδεια εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ χορηγῇ προθεσμίας πρὸς παράτασιν τῶν πληρωνομένων φόρων. Καὶ ἀφ’ οὗ ἅπαξ ἡμεῖς παρεδέχθημεν ὡς Βουλὴ τὸν νόμον αὐτὸν, τί παρεδέχθημεν; ὅτι οὔτε εἰς τὸ παρελθὸν, οὔτε εἰς τὸ μέλλον δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ χορηγῇ προθεσμίας. Τώρα, Κύριοι, ἂν τὰ ἀφορῶντα ἀντικείμενα καθυστερούντων φόρων κανονίζωνται δι’ ἄλλων νόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἡμεῖς δὲν ἐδηλώσαμέν τι, τοὺς ὁποίους δὲν κατηργήσαμεν, ἐννοεῖτε ὅτι οἱ νόμοι οὗτοι θὰ διευθετῶσι τ’ ἀφορῶντα τὰ παρελθόντα· καὶ ἐπειδὴ πάντοτε, κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ τοὺς οἴακας τῆς Κυβερνήσεως ἔχοντες εἰς τὰς χεῖρας, δὲν πρέπει νὰ ἀντιστρατεύωνται κατὰ τῆς κοινωνίας, ἐννοῶ πολὺ καλὰ ὅτι ἂν 60,000,000 χρεωστοῦνται, ἔτι μᾶλλον θὰ γείνουν πιστοὶ εἰς τοὺς νόμους· διότι ἐννοεῖτε τὶ ἤθελε συμβῇ, ἂν ἠθέλατε ὑποχρεώσει ὅλους ὅσοι χρεωστοῦν τὰ ἑξήκοντα ἑκατομμύρια νὰ τὰ πληρώσωσιν· αὐτὸ δὲν ἤθελεν εἶσθαι πατριωτικὸν, καὶ οἱ νόμοι, ὡς ἤκουσα, δὲν δίδουν τοιοῦτον δικαίωμα. Ἤκουσα ὅτι δι’ ἄλλους ἀπαιτοῦνται τίτλοι, καὶ αὐτοὶ δίδουν ἀναστολάς τινας. Τώρα λοιπὸν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐγὼ φρονῶ, εἶναι, ὅτι, ἂν τυχὸν εἰς τὸ παρελθὸν ἔλαβόν τινες, δυνάμει τοῦ προϋπάρξαντος νόμου καὶ κατὰ τὴν ἑρμηνείαν, ἥτις ἐδίδετο ἀπὸ ὅλας τὰς προηγουμένας κυβερνήσεις, προθεσμίας, μὰ τὴν ἀλήθειαν ἀπέκτησαν δικαίωμα. Ἀλλ’ ἂν ζητοῦμεν ὅλοι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ νόμος δὲν κανονίζει εἰμὴ μόνον τὸ μέλλον, κατὰ τὴν γνώμην μου, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ ὅτι δὲν πρέπει Βουλὴ νομοθετικὴ τοιαύτας ῥήτρας νὰ θέτῃ εἰς τὸν Νόμον.
§35ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριοι, δὲν ἀπέχομεν πολὺ νὰ συμφωνήσωμεν. Ὁ Κ. Κουρῆς, καθὼς καὶ οἱ ἄλλοι ὅσοι ἀπέκρουσαν τὴν τροπολογίαν, νομίζουν ὅτι ἡ πρότασις αὕτη τοῦ νόμου περιέχει ἓν μόνον ἀντικείμενον, τὸ ἀντικείμενον τῆς καταργήσεως προθεσμιῶν ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ πρὸς τοὺς ὀφειλέτας· ἂν τῷ ὄντι τοῦτο μόνον περιεῖχεν, εἶχον δίκαιον, ἀλλὰ περιέχεται καὶ ἡ εὐθύνη τοῦ ταμίου. Τί λέγει ὁ νόμος περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, οὗ τὴν τροπολογίαν ἐπρότεινα; λέγει ὅτι οἱ ταμίαι εἶναι ὑπόλογοι διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον εἴσπραξιν ὅλων τῶν εἰδῶν τῆς χρήσεως· καὶ ἂν εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως δὲν ἀποδείξωσιν ὅτι ἔκαμον χρῆσιν ὅλων τῶν καταναγκαστικῶν μέτρων, αὐτοὶ εἶναι ὑπόλογοι εἰς ἀποζημίωσιν. Ἂν ἐπρόκειτο τὰ ἔσοδα τοῦ κράτους νὰ ᾖναι μόνον τὰ 32,000,000, ὅλα ἤθελον βεβαιωθῇ ὡς ἔσοδα· ἐννοεῖται, ἦτο περιττὴ ἡ τροπολογία· ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἐσόδων αὐτῶν εἶναι καὶ τὰ εἰσπρακτέα ὅλων τῶν ἄλλων χρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἔληξαν, ἀλλὰ δὲν εἰσεπράχθησαν· εἶναι ὄχι ὅλα, ἀλλ’ ἓν μέγα μέρος τῶν καθυστερήσεων, περὶ ὧν ἐπρότεινα πρότασιν, τοὐτέστι καὶ τῶν 58,000,000, ὥστε οἱ ταμίαι ἔχουν δύο τινὰ νὰ ἐνεργήσουν, τὴν εἴσπραξιν τῶν βεβαιωθέντων ἐσόδων τῆς τρεχούσης χρήσεως, καὶ τῶν καθυστερούντων τῶν παρελθουσῶν χρήσεων. Καὶ παρατηρήσατε εἰς τὸν προϋπολογισμόν· μεταξὺ τῶν ἄλλων ἐσόδων, ἅτινα θεωροῦνται ὅτι θὰ εἰσπραχθῶσιν, ὑπάρχει καὶ ἓν κεφάλαιον ἔσοδα ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων. Λοιπὸν βλέπετε ὅτι αἱ ταμίαι πρέπει νὰ εἰσπράξουν τὰ ἔσοδα ὅσα θὰ βεβαιωθοῦν, καὶ ὅσα ἐκ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων δυνηθοῦν. Τώρα νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς, ὅτι εἶσθε ὑπόλογοι ἂν δὲν ἀποδείξητε, ὅτι ἐκάματε χρῆσιν ὅλων τῶν καταναγκαστικῶν μέτρων, ὄχι μόνον διὰ τὰ ἔσοδα τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῶν καθυστερήσεων τῶν κεκλεισμένων χρήσεων; Εἶπον πολλοὶ, καθὼς ὁ Κ. Κουρῆς, ὅτι διὰ νὰ ζητήσωμεν νὰ εἰσπράξωμεν διὰ μιᾶς τοσαῦτα ἑκατομμύρια, εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ ἀναγκάσωμεν ὅλην τὴν κοινωνίαν. Λοιπὸν, ἂν λάβουν ὑπ’ ὄψιν τὴν εὐθύνην οἱ ταμίαι, πρέπει νὰ σπεύδουν εἰς τὴν καταδίωξιν ὅλων. Βλέπετε ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Δαρειώτου σκοπὸν ἔχει νὰ καλύψῃ τὴν εὐθύνην, ὄχι διὰ τὸ μέλλον, ἀλλὰ διὰ τὸ παρελθὸν, διότι ἄλλως εἶναι ἠναγκασμένοι οἱ ταμίαι νὰ λάβουν ὅλα τὰ καταναγκαστικὰ μέτρα ὑπ’ ὄψιν. Ἂν ἐγίνετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν καθυστερούντων, βεβαίως ἦτο περιττὴ ἡ τροπολογία· ἀλλ’ ἠξεύρομεν ποίαν τύχην θὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ Νομοσχέδιον; δὲν τὸ γνωρίζομεν· καὶ ἀφοῦ δὲν τὸ γνωρίζομεν, ὁ Κ. Δαρειώτης ἔφερε τὴν τροπολογίαν, ἥτις ἤθελεν εἶσθαι περιττὴ, ἐπαναλαμβάνω, ἂν ἐγίνετο δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, διότι ὁ νόμος θέλει κανονίσει τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως καὶ εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι τοῦτο παρεδέχετο, ποία ἤθελεν εἶσθαι ἡ συνέπεια; ὅτι οἱ ταμίαι, διὰ νὰ καλύψουν τὴν εὐθύνην των, πρέπει νὰ καταδιώξουν ὅλους τοὺς ὀφειλέτας καὶ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἄλλως εἶναι ὑπόλογοι. Τὸ διάταγμα, οὗ τὴν κατάργησιν προτείνομεν, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Βαλασόπουλος, ἀφορᾷ τὰς προθεσμίας ἃς χορηγοῦν οἱ ὑπουργοὶ διὰ τὰ ἔσοδα τῆς τρεχούσης χρήσεως τοῦ τρέχοντος ἔτους· μάλιστα, διότι δὲν ὑπῆρχε διάκρισις μεταξὺ ἔτους καὶ χρήσεως. Νόμοι δὲν ὑπάρχουν ἐπιτρέποντες τὴν χορήγησιν προθεσμιῶν· πηγαίνομεν, λέγει τώρα, νὰ καθιερώσωμεν τοῦτο δι’ αὐτῆς τῆς καταργήσεως· ἀλλ’ ὅταν τὸ διάταγμα αὐτὸ δὲν δίδῃ τὴν ἄδειαν αὐτὴν παρὰ μόνον διὰ τὰ ἔσοδα τῆς τρεχούσης χρήσεως, ποῦ βλέπετε ὅτι καθιερόνομεν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ δίδωμεν ἀδείας ἐπὶ τῶν καθυστερούντων; Ἐδόθησαν τοιαῦται, ἀλλὰ παρανόμως ἐδόθησαν. Ἐγὼ θέλω δι’ αὐτῆς τῆς καταργήσεως καὶ διὰ τὰ ἔσοδα τῆς τρεχούσης χρήσεως νὰ μὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς νὰ δίδῃ ἀδείας. Ὑπάρχει νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου ὁ ὑπουργὸς χορηγεῖ προθεσμίας; ὄχι· ὁ νόμος τὸ δίδει αὐτὸ τὸ δικαίωμα; ὄχι. Λοιπὸν ποῦ βλέπετε τὰς συνεπείας, ὅτι ἐπαναφέρεται εἰς τὴν ζωὴν ὁ νόμος διὰ τὰς προθεσμίας; ποῦ εἶναι; δὲν ὑπάρχει. Λοιπὸν οἱ φόβοι σας εἶναι μάταιοι. Ἂν οἱ ὑπουργοὶ ἔδωκαν μέχρι τοῦδε ἀδείας, τὰς ἔδωκαν παρανόμως. Λοιπὸν δὲν ἐπαναφέρομεν νόμον, ὁ ὁποῖος δὲν ὑπῆρξε ποτέ· ὑπῆρξε κατάχρησις, διότι τὸ διάταγμα αὐτὸ ἔδιδε τὸ δικαίωμα διὰ τὰ ἔσοδα τῆς τρεχούσης χρήσεως. Ὑπῆρχον καὶ διὰ τὰ καθυστεροῦντα νόμοι; ὄχι· εἶναι περιττὸν νὰ φοβούμεθα· ἡ πρότασις εἶναι ἀναγκαία μόνον διὰ τὸν λόγον τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπα, διότι δὲν γνωρίζομεν ἂν θὰ παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν καθυστερούντων.
§36ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις, Κ. πρόεδρε.
§37ΠΟΛΛΟΙ. Φθάνει (θόρυβος).
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, μετὰ τὸν ὑπουργὸν, πᾶς τις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ.
§39ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι ἡ τροπολογία δὲν ἔχει τὴν δύναμιν νὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργόν......
§40ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καλύπτει ὅμως τὴν εὐθύνην τῶν ταμιῶν.
§41ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ ποῖον δικαιολόγημα θὰ φέρῃ ὁ ταμίας ἂν δὲν καταδιώξῃ; Αἱ κεκλεισμέναι χρήσεις εἶναι ἀπαιτηταί, εἶναι λοιπὸν ὁ ταμίας ὑπεύθυνος. Πῶς αὐτὴ ἡ τροπολογία θέλει ἀπαλλάξει τὸν ταμίαν ἀπὸ αὐτὴν τὴν εὐθύνην; Δὲν εἶναι λοιπὸν κἀμμία ἀπαλλαγή. Ἂν θέλετε, δύνασθε νὰ εἴπετε, ὅτι οἱ ταμίαι εἶναι ὑπεύθυνοι εἰς τὸ μέλλον, διὰ δὲ τὰς παρελθούσας χρήσεις νὰ μὴν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ δίδουν προθεσμίας, ἀλλὰ νὰ ἐνεργοῦν τὸν νόμον ἐπιεικῶς. Οἱ ταμίαι δὲν μένουν ἀνεύθυνοι· καὶ τῷ ὄντι ματαιοπονοῦμεν ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς ταμίας· οὔτε ἐγὼ πιστεύω τὰ καθυστερήματα νὰ εἰσπραχθῶσι διὰ μιᾶς· ἄλλως τε πολλοὶ νόμοι κανονίζουν αὐτὰ τὰ πράγματα. Μένουν καθυστερούμενα ἀπὸ τὸ 1834· εἰς ἐκεῖνα τί θὰ εἴπῃ ὁ ταμίας ὅταν εἶναι ληξιπρόθεσμα; Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ τροπολογία εἶναι ματαία· ἐδύνασθε νὰ εἴπητε ὅτι οἱ ταμίαι εἶναι ὑπεύθυνοι εἰς τὸ μέλλον, διὰ δὲ τὰς παρελθούσας χρήσεις θέλουν ἐνεργεῖ τὸν νόμον ἐπιεικῶς.
§42ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ ἐπιδιώκει καὶ ὑποστηρίζει καὶ ἡ τροπολογία· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προστεθῇ καὶ τὸ ἑξῆς· «Ἡ εὐθύνη τῶν ταμιῶν λογίζεται διὰ τὰς ἀπὸ τοῦ 1866 καὶ ἐφεξῆς ἀδικαιολογήτους καθυστερήσεις ἐκ τῶν δημοσίων ἐσόδων.»
§43ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, βλέπετε, ὅτι καθ’ ὅσον συζητοῦμεν, κατὰ τοσοῦτον προσεγγίζομεν εἰς τὰς ἰδέας μας· καὶ πραγματικῶς ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Δαρειώτη, κατὰ τὴν κρίσιν μου τοὐλάχιστον θεωρεῖται λίαν περιττή, διότι ὁ νόμος καθ’ ἃ εἶπε καὶ ἐξεδήλωσεν ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς, εἶχε σκοπὸν νὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον καὶ διόλου τὸ παρελθόν· διότι, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κανονίσῃ τὸ παρελθὸν, ἔπρεπε νὰ ᾖναι ῥητὴ μνεία· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημον ἑρμηνείαν τὴν ὁποίαν δίδει τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1835 δὲν ἔδιδε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ δίδωσιν ἀναστολὰς προθεσμιῶν διὰ κεκλεισμένας χρήσεις, αὐτὸ τοῦτο μᾶς πείθει ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Δαρειώτη εἶναι λίαν περιττή. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὸ ὑπόλογον τῶν ταμιῶν, τοῦτο ὑφίστατο καὶ πρὸ τῆς κυρώσεως τοῦ νόμου τούτου καὶ θέλει ὑφίστασθαι· διότι ὁ νόμος τοῦ 1835 καὶ ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος ἦσαν εἰς ἑρμηνείαν καὶ μὲ τὴν εὐθύνην καὶ μὲ τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ ταμείου διότι ἀφῄρουν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς προθεσμιῶν ἐπὶ κεκλεισμένων χρήσεων· καὶ ὅταν αὐτὸ εἶναι γεγονός, δὲν δύνασθε, κύριοι, νὰ ἀφαιρέσητε τὴν εὐθύνην τῶν ταμιῶν, ἥτις ὑφίστατο μέχρι τοῦδε, διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι καὶ τότε οἱ ταμίαι ὤφειλον νὰ εἰσπράξουν τὰς καθυστερουμένας χρήσεις, ὅταν ἦσαν ἀπαιτηταί· μόνον ἐκ τῶν τρεχουσῶν χρήσεων οἱ ταμίαι ἐδύναντο νὰ ἔχωσιν ἓν δικαιολόγημα· ἀλλ’ ἐλάμβανον χώραν τοιαῦται ἀναστολαὶ καὶ ἐθεωρήθησαν ὑπερβάσεις καθηκόντων, παρανομίαι φοβεραί, καὶ σήμερον ἐντίμως ἡ κυβέρνησις τὰς ἀναγνωρίζει ὡς παρανομίας. Δοιπὸν αὐτὰς τὰς παρανομίας θέλετε σήμερον διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Δαρειώτου νὰ τὰς μεταβάλετε εἰς νόμον; Θέλετε νὰ δώσετε εἰς τὸ μέλλον τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, ὥστε μέχρι τῆς σήμερον, τοῦ 1866, νὰ φέρουν ἀναστολὰς ἐπὶ ἀναστολῶν, ἐνῷ αὐτὸ τὸ δικαίωμα δὲν τὸ εἶχον μέχρι τοῦδε, καὶ θεωρεῖται σήμερον ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ τοῦ στόματος τῆς κυβερνήσεως ὡς μία παρανομία; Καὶ θέλετε νὰ νομοποιήσωμεν λοιπὸν αὐτὰς τὰς ἰδέας; νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπουργοὺς παρανομοῦντας νὰ εὑρίσκωνται ἐντὸς τοῦ νόμου; Πρέπει λοιπὸν νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν.
§44ΤΙΝΕΣ. Διὰ τὸ παρελθὸν βέβαια.
§45Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ τὸ παρελθὸν νὰ τὰ ἀφήσωμεν ὅπως εἶχον, μὲ μόνην τὴν παρατήρησιν ὅτι ἡ χρῆσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμον οἱ ὑπουργοί, ἦτο παράνομος.
§46ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί πρέπει νὰ γείνῃ λοιπόν;
§47Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ γείνῃ ὄχι ὅ,τι ἐπιθυμῶ ἐγὼ καὶ ὑμεῖς, ἀλλ’ ὅ,τι ὁ νόμος τοῦ 1835 ἐπιβάλλει εἰς τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ταμίας, καὶ ὄχι νὰ γίνωνται αἱ κακαὶ χρήσεις τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι τὸ κατέστησαν ὡς ἔθιμον καὶ μετέφερον τὰ καθυστερούμενα ἀπὸ χρήσεως εἰς χρῆσιν. Κύριοι, βλέπετε τὴν εἰλικρίνειαν μὲ τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον φέρεται, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν εὐεργετικὴν χρῆσιν νὰ τὴν ἄρῃ ἀπὸ τὸ μέσον διὰ νὰ μὴ παρουσιάζωνται καθυστερήσεις· καὶ ποσῶς δὲν ἐνόμισα ὅτι ὁ νόμος τοῦ ὑπουργοῦ εἶχε σκοπὸν νὰ κανονίσῃ τὸ παρελθόν· μερικοὶ ὅμως συνάδελφοι κακῶς ἠθέλησαν νὰ εἴπουν ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς ἔχει ἀναδρομικὴν δύναμιν· ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τοὺς λόγους καὶ τὰς ἰδέας τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς πρέπει νὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον, τὰ δὲ παρελθόντα μένουσιν εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν.
§48ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ λέγει καὶ ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Δαρειώτη.
§49Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πολὺ καλά, εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλά, κύριοι, τίς ἡ ἀνάγκη τότε ἐξηγήσεων, ὅταν ὑπάρχῃ γενικὴ ἀρχή, ὅτι οἱ νόμοι πρέπει νὰ κανονίζουν τὸ μέλλον; τί ἀνάγκην ἔχετε νὰ μνημονεύσετε τὸ παρελθόν, ἐκτὸς ἐὰν θέλετε νὰ ἑρμηνεύσητε τὴν διάταξιν τοῦ νόμου τοῦ 1835, ὄχι ὅπως τὸ θέλει ὁ νομοθέτης, ἀλλ’ ὅπως ὑμεῖς; καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ διαφορά· πρόκειται νὰ καταστήσητε νόμον μίαν παράβασιν νόμου, μίαν κακὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ πολὺ καλὰ μᾶς εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ ποτὲ ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1835 δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπουργοὺς νὰ κάμουν ἀναστολάς. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι συμφωνοῦμεν πληρέστατα μὲ τὴν κυβέρνησιν, ὅτι ὁ νόμος θὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον, καὶ δὲν πρόκειται νὰ κανονίσωμεν τὸ παρελθόν· ὥστε ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Δαρειώτη τί σκοπὸν ἔχει; Ἐὰν ὁ κύριος Δαρειώτης, ὅστις ὑπέβαλε τὴν πρότασιν, φρονῇ, ὅπως καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ἐγώ, ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1835 ἀποκλείει ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῶν προθεσμιῶν ἐπὶ τῶν κεκλεισμένων χρήσεων, ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι περιττή. Ἐὰν νομίζῃ ὁ κύριος Δαρειώτης ὅτι πρόκειται νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ ὑπεύθυνον τῶν ταμιῶν, τὸ ὁποῖον δὲν ὑφίσταται, οὔτε ἔχει δικαίωμα νὰ τὸ ἀπαλλάξῃ, ἐνόσῳ ὁ νόμος ὁ περὶ λογιστικοῦ ὑφίσταται, ἐνόσῳ τὸ διάταγμα τοῦ 1835 πώποτε δὲν ἔχει κατὰ διάνοιαν νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ δίδῃ ἀναστολὰς ἐπὶ κεκλεισμένων χρήσεων, ἀλλὰ μόνον ἐπὶ τῶν τρεχουσῶν, καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, ὅτι οὔτε ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως δὲν δεχόμεθα ἀναστολὰς, τότε εἴμεθα σύμφωνοι. Ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Δαρειώτου εἶναι νὰ δύναται εἰς τὸ μέλλον ὁ ὑπουργὸς νὰ δίδῃ παράτασιν προθεσμιῶν ἀπὸ τῆς χρήσεως τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1867. Ἐὰν αὐτὸ ᾖναι ἀληθὲς, τί ἔρχεσθε σήμερον νὰ νομοθετήσετε; Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Δαρειώτου ἀποῤῥέει ἀπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τῶν οἰκονομιῶν, τὸ ὁποῖον ἡ σημερινὴ κυβέρνησις ἐπιδιώκει; Εἶναι σχετικὸν πρὸς τὴν πολιτικὴν τῆς κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σᾶς λέγει ὅτι σᾶς καταδεικνύω τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου μας καὶ ἔρχομαι νὰ ζητήσω ἡρωϊκὰ φάρμακα πρὸς θεραπείαν; Καὶ ὅταν, κύριοι, ἀπέναντι τοιαύτης πολιτικῆς, ἀπέναντι τοιούτων ἡρωϊκῶν φαρμάκων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωσι τὴν κοινωνίαν, εἶναι δεκτὴ μία πρότασις, ἡ ὁποία ἐγκαθιστᾷ τὴν ἀσυδοσίαν, βεβαιωθῆτε ὅτι, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος κατεκρίθησαν αἱ καθυστερήσεις, ὅτι διὰ τῆς προτάσεως τοῦ κυρίου Δαρειώτου δὲν ὑποχρεοῦνται οἱ ὑπουργοὶ, ὅτι μέχρι τοῦ 1867 δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐφαρμόσουν τὸν νόμον, ἀλλ’ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ δίδουν ἀναστολάς. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Δαρειώτου διαῤῥήδην ἀντίκειται εἰς τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον θέλει καὶ τὴν κατάργησιν τοῦ εὐεργετικοῦ δικαιώματος τῆς ἀναστολῆς, καὶ καλῶς ἔπραξεν. Ἀφοῦ λοιπὸν, κύριοι, πρὸς αὐτὸ τὸ πνεῦμα πρόκειται ἐν συνειδήσει νὰ νομοθετήσωμεν εἰς τὸ μέλλον, δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν μίαν πρότασιν, τῆς ὁποίας ἡ ἔννοια εἶναι αὕτη, ἐνόσῳ ὁ κύριος Δαρειώτης ἀπὸ τοῦ βήματος δὲν διαψεύσει τὰς ἰδέας μου; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τοὐλάχιστον μετὰ τὰ ῥηθέντα ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργοῦ εἴμεθα ἐντελῶς σύμφωνοι· ἐγὼ τοὐλάχιστον προσωπικῶς λέγω, ὅτι ὁ νόμος ἔχει σχέσιν διὰ τὸ μέλλον, ὅτι τὰ παρελθόντα μένουσιν εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν καὶ ὅτι μένουσιν ἐν ἐνεργείᾳ οἱ νόμοι οἱ μέχρι τοῦδε κανονίζοντες τὰ περὶ καθυστερουμένων.
§50ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ τοῦτο λέγει καὶ ἡ τροπολογία.
§51Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ καλυπτώμεθα ἀπὸ τὰς λέξεις, ἀλλὰ κατ’ ἀρχὴν νὰ συνεννοηθῶμεν τί σκοπὸν ἔχομεν καὶ τί πρέπει νὰ νομοθετήσωμεν. Πρόκειται διὰ τοὺς καθυστεροῦντας μέχρι τοῦ 1867 νὰ δώσωμεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ ἐπ’ ἄπειρον προθεσμίας, ναὶ ἢ ὄχι;
§52ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§53Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δηλαδὴ, ἅμα τὸ χρέος γείνῃ ἀπαιτητὸν, νὰ κλεισθῇ ἡ χρῆσις, νὰ ἐφαρμόζεται ὁ περὶ καταδιώξεως νόμος· αὐτὸ τοῦτο ἐννοῶ καὶ αὐτὸ ψηφίζω καὶ νομίζω ὅτι ὁ ὑπουργὸς καὶ ἡ κυβέρνησις αὐτὸ λέγουν.
§54ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν συνειδήσει ψηφίζετε τοῦτον τὸν νόμον, καὶ ἀφίνετε τὴν εὐθύνην εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ εἰσπράξῃ ὅλα τὰ ἑκατομμύρια; Δὲν χρεωστῶ οὐδὲ λεπτὸν εἰς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ τὸ σημερινὸν ζήτημα εἶναι ἐθνικὸν, καὶ ἂν ὑπάρχῃ νόμος, τὸν ὁποῖον ἔδωκεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ βαυαροκρατία, εἶναι αὐτὸ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐρχόμεθα νὰ ἐνταφιάσωμεν σήμερον. Τὸ παρελθὸν μᾶς ἄφησεν 60 ἑκατομμύρια δραχμὰς χρέος· τί θὰ γείνῃ λοιπὸν; τί θὰ κάμῃ ὁ ὑπουργὸς καὶ οἱ ταμίαι; Ἐξηγηθῆτε, καὶ τότε, ἂν συμφωνῶμεν, βαδίζομεν.
§55Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω νὰ γείνῃ ὅ,τι ἐγένετο μέχρι τοῦδε μὲ τὸ διάταγμα τοῦ 1835.
§56ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τίποτε δὲν εἶναι τὸ διάταγμα τοῦ 1835· τί θέλει;
§57Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κ. ὑπουργὸς ὅστις εἶπεν ὅτι τὸ διάταγμα τοῦ 1835 ἐννοεῖ νὰ δίδῃ ἀναστολὰς προθεσμιῶν ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως.
§58ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι θὰ κανονισθῇ κατόπιν διὰ νόμου νὰ δώσῃ προθεσμίας εἰς τοὺς καθυστεροῦντας τὰ 60 ἑκατομμύρια, διότι δὲν εἰμπορεῖ νὰ τὰ εἰσπράξῃ· ἐπὶ τοῦ παρόντος ὅμως τὸ πρᾶγμα πρέπει νὰ οἰκονομηθῇ μὲ τὴν τροπολογίαν.
§59Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐννοῶ ὅτι πολὺ σκοτίζεται τὸ ζήτημα τοῦτο μὲ τὰ καθυστερούμενα, ἀλλ’ εἶναι ἀργά· ὠφείλατε καὶ ὠφείλαμεν ἴσως, ὅταν ὑπεβάλετο νόμος περὶ τῆς ἄρσεως τοῦ εὐεργετικοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ὑπουργόν· κύριε ὑπουργὲ, φέρετε νόμον διὰ τὸ μέλλον νὰ κανονίσῃ, ὥστε νὰ μὴ λαμβάνουν χώραν αἱ καθυστερήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπερβαίνουν τὰ 60 ἑκατομμύρια. Τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι συναφῆ καὶ σχετικὰ, ἀλλ’ εἶναι ἀργά, διότι ἐσπεύσαμεν νὰ ψηφίσωμεν χθὲς τὸν νόμον· ἠμπορούσαμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν κυβέρνησιν ὅτι πρόκειται νὰ κανονίσητε, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ δίδωνται προθεσμίαι· ἀλλ’ εἶναι ἀπολύτως δίκαιον ἐγὼ, ὅστις μέχρι τοῦ 1867 δὲν ὀφείλω ὀβολὸν εἰς τὸ δημόσιον, καὶ ἕνεκα μιᾶς ἀτμοσφαιρικῆς περιπετείας δύναμαι νὰ ὑποβληθῶ κατὰ τὸ τρέχον ἔτος εἰς μίαν καθυστέρησιν 100 δραχμῶν, αἴφνης νὰ γίνωμαι ἀνάρπαστος ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν μου καὶ νὰ ἄγωμαι εἰς τὰς φυλακὰς, ἐνῷ τὸ παρελθὸν ἔτος διὰ καθυστέρημα ἀδικαιολόγητον 10 καὶ 20 χιλ. δραχμῶν ἐλάμβανον ἀναστολήν; Ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις, ὁ ὑπουργὸς ἐγκαίρως ὑπέβαλε τὸν νόμον· εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν δὲν ἔγεινε καμμία παρατήρησις, εἰς τὴν δευτέραν ἐπίσης, καὶ ἤδη εὑρισκόμεθα εἰς τὴν τρίτην. Ἔχετε λοιπὸν τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ καταστήσετε νόμον τὰς ὑπερβάσεις καὶ τὰς παρανομίας; Καὶ ἂν, κύριοι, νομίζετε ὅτι εἶναι καιρὸς πάντοτε, ὁ νόμος αὐτὸς καὶ ἡ ἐφαρμογή του εἶναι τῆς χρήσεως τοῦ 1867, ἥτις θὰ τελειώσῃ εἰς τὸν 8βριον τοῦ 1868, ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς θέλει ἔχει πραγματικὴν ἐφαρμογὴν μετὰ 8 μῆνας· δυνάμεθα ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ χρονικοῦ διαστήματος, καὶ πιστεύω νὰ ἔχωμεν τὸν νόμον περὶ καθυστερούντων τὰ ὁποῖα θὰ κανονίσωμεν· ὅταν ὅμως διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν γίνεται καμμία πρόνοια περὶ καθυστερούντων, δὲν δυνάμεθα, κανονίζοντες τὸ μέλλον, νὰ κανονίσωμεν τὸ παρελθόν· θὰ ἀφήσωμεν τὸ παρελθὸν ὅπως ἔχει, θὰ ἀφήσωμεν τὴν εὐθύνην ἐκεῖ, ὅπου οἱ νόμοι ὥρισαν, καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ὑπουργῶν ἀκέραια καὶ πλήρη, ὅπως οἱ νόμοι ὥρισαν· ὁ νόμος τοῦ 1835 θὰ ἰσχύῃ μέχρι τοῦ 66. Ἀλλὰ σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς ὅτι ὁ νόμος οὗτος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ δίδῃ ἀναστολὰς ἐπὶ τρεχουσῶν χρήσεων· ἀλλ’ ἐγίνοντο ὑπερβάσεις καθηκόντων, καὶ ἔρχεσθε σεῖς διὰ μιᾶς προτάσεως αὐτὰς νὰ τὰς νομιμοποιήσετε, καὶ νὰ εἴπητε ὅτι ἀπὸ τοῦ 33 αἱ ἀναστολαὶ πρέπει νὰ ἔρχωνται ἐπ’ ἄπειρον;
§60ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἐννοῶ, ὅπως ὁ ὑπουργὸς ἐξηγήθη ὅτε εἰσήγαγε τὴν πρότασιν· εἶπεν ὅτι θέλω νὰ κανονίσω τὴν ἐνέργειαν τοῦ ὑπουργοῦ διὰ τὰς μελλούσας χρήσεις, περὶ δὲ τῶν παρελθουσῶν χρήσεων ἀφίνω τὰ πράγματα εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν· ποία εἶναι ἡ κατάστασις αὕτη; Ἰδέτε τὸν φάκελλον καὶ ἀναγνώσατε. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἐνεργειῶν ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ κάμω τίποτε. Νομίζετε ὅτι παρανομεῖ τὸ ὑπουργεῖον; κατηγορήσατέ το. Ἀφίνω τὰ πράγματα εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν· τοῦτο λέγει ἡ τροπολογία μου.
§61Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἶναι λοιπὸν περιττή.
§62ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Εἶναι ἀναγκαία, διότι θέλω νὰ κανονίσω τὴν ἐνέργειαν τοῦ ὑπουργοῦ διὰ τὸ μέλλον.
§63Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πιστεύω ὅτι εἷς βουλευτὴς, ὅταν ὑποβάλλῃ πρότασιν, τῆς ὁποίας ἀμφισβητεῖται τὸ ἀληθὲς πνεῦμα, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥῥος νὰ τὸ ἀποκαλύπτῃ.
§64ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Σᾶς τὸ εἶπα.
§65Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν σᾶς ἀποδίδω τόσην εὐφυΐαν καὶ πρᾶξιν, ὥστε νὰ θελήσητε ἕνα νόμον, ὅστις μετὰ τὴν ἐξήγησιν τὴν ὁποίαν σᾶς ἔδωκεν ὁ ὑπουργὸς πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὸ μέλλον, νὰ ἔλθετε διὰ μιᾶς προτάσεώς σας νὰ εἴπητε διὰ τὸ παρελθόν.......
§66ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Δὲν ἠξεύρετε πρῶτον ἂν ἦμαι σύμφωνος μὲ τὸ νομοσχέδιον.
§67Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, θὰ ζητήσω ἵνα ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, μετὰ τὰ ὅσα εἶπε, μᾶς εἴπῃ ἂν συμφωνῇ μὲ τὴν ἰδέαν μου αὐτήν, ὅτι ἂν ὁ νόμος, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ εἰσπράττῃ τὰ καθυστεροῦντα μέχρι τοῦ 1866, καὶ ὅστις εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1835, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς εἰς τὸ μέλλον θὰ δίδῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ δίδῃ ἀναστολὰς προθεσμιῶν ἐφ’ ὅλων τῶν χρήσεων· καὶ ὅταν μὲ βεβαιώσῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς ὅτι ὁ νόμος τοῦ 1835 ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου θὰ γίνεται ἡ εἴσπραξις καθυστερουμένων, ἐννοεῖ ὥστε νὰ δώσῃ ἀναστολὰς ἐπὶ τῆς τρεχούσης χρήσεως καὶ οὐχὶ τῆς παρελθούσης, τότε μετὰ τὴν τοιαύτην ἑρμηνείαν τοῦ ὑπουργοῦ δέχομαι πᾶσαν τροπολογίαν οἱανδήποτε.
§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς οἰκονομικῶν.). Τὸ σχέδιόν μου εἶναι πλῆρες καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὰ τῆς τρεχούσης χρήσεως, ἀλλὰ καὶ τῆς παρελθούσης· ἐν τούτοις ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ εὑρέθησαν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παραβιάζουν τὸ διάταγμα, διότι, ἐννοεῖται οἴκοθεν, ὅταν κατέστησαν 30, 50 ἑκατομ., πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ἀπαιτοῦν ἀπὸ τοὺς ταμίας ὅτι ἢ θὰ τὰ εἰσπράξετε ἢ θὰ εἶσθε ὑπόλογοι; Εὑρίσκοντο λοιπὸν εἰς τὴν ἀνάγκην ἕνεκα τῶν καταχρήσεων τῶν προκατόχων ὁ ἕνας νὰ διαδέχεται τὸν ἄλλον. Λοιπὸν καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ παρελθόν, ὑπέβαλον πρότασιν, ἡ ὁποία θὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκκαθαρίσεως ἢ τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων· καθ’ ὅσον δὲ ἀφορᾷ τὸ μέλλον, εἶπα νὰ παύσουν τοῦ λοιποῦ νὰ δίδωνται προθεσμίαι ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν εἰς τοὺς ὀφειλέτας, καὶ ἑπομένως οἱ ταμίαι νὰ καλύπτουν τὴν εὐθύνην. Τώρα, Κύριοι, ἂν εἶσθε εἰς τὴν θέσιν μου καὶ εἴχετε ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1867, εἰς τὸν ὁποῖον βλέπετε ὅτι 32 ἑκατομ. θὰ βεβαιωθοῦν, οἱ δὲ ταμίαι ἔχουσιν εἰς τὰ βιβλία των ὡς εἰσπρακτέα 58 ἑκατομμύρια, τὶ ἠθέλετε πράξει ὡς ὑπουργοί; Ἠθέλετε εἰπῆ εἰς τοὺς ταμίας, ἐφαρμόσατε τὸν νόμον, ἄλλως εἶσθε ὑπόλογοι; Καὶ ἠξεύρετε τὶ ἠθέλετε εἰπῆ; Καταδιώξατε ὅλους διὰ νὰ εἰσπράξετε τὰ 30, τὰ 40, τὰ 50 ἑκατομμύρια. Καὶ τοῦτο θὰ ἦτο παραλογισμός. Λοιπὸν ὁ Κ. Δαρειώτης, ὅστις ἐνίσταται καὶ λέγει ὅτι δὲν γνωρίζει τὴν τύχην τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλα, εἶπεν ὅτι τὸ ἓν νομοσχέδιον σήμερον γίνεται δεκτὸν, ἀλλ’ ἠξεύρομεν ἂν θὰ γίνῃ τὸ ἄλλο; Θὰ εὑρεθοῦν λοιπὸν οἱ ταμίαι εἰς τὴν θέσιν ἢ νὰ καταδιώξουν ὅλους καὶ νὰ ἀναστατώσουν τὸ πᾶν, ἢ αὐτοὶ εἶναι ὑπόλογοι, καὶ θὰ παραιτηθοῦν. Διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ λοιπὸν τοιαύτη κατάστασις, θέλω, ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς νὰ ἀφορᾷ τὸ μέλλον καὶ ὄχι τὸ παρελθόν. Νομίζω, ὅτι, ὅταν νομοθετῶμεν, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ πράγματα, καὶ ὄχι ἀφῃρημένως· ὅμως συμφωνῶ μαζί σας ὅτι ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ παρανόμως ἔδωκαν προθεσμίας ὄχι μόνον εἰς τὰ ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔξοδα. Βεβαίως θὰ ᾖναι βαρὺ ὁ ταμίας νὰ εἰσπράξῃ 58 ἑκατομμύρια.
§69Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί! Ὀλίγον κατ’ ὀλίγον ἡ συζήτησις δύναται βεβαίως νὰ συμπλησιάσῃ τὰς ἀντιθέτους γνώμας. Δὲν πιστεύω ποτὲ, ὅτι σκοπὸν ἔχει κανεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ καταστρέψῃ τὴν κοινωνίαν, οὔτε κανεὶς ἐξ ἡμῶν νὰ παραβλάψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Διὰ τὸν λόγον τοῦτον ὀφείλομεν νὰ συζητήσωμεν, καὶ νὰ συζητήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐμβριθέστερον, θετικώτερον, ὅπως μὴ διὰ καμμιᾶς παραβάσεως ἀφήσωμεν ἢ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν ἀσυδοσίαν, ἢ κανονίσωμεν τίποτε κακὸν διὰ τὸ μέλλον καὶ ἀνατρέψωμεν τὴν κοινωνίαν. Ἐνθυμεῖσθε χθὲς, κύριοι, ὅταν ἡμεῖς ἠθέλομεν νὰ πείσωμεν τὴν Βουλὴν, ὅπως μὴ ἐγγίσῃ τὸ διάταγμα τοῦ 1835, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι σᾶς εἴπομεν ὅλοι τὰς ἀμφιβολίας, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τούτου ἐγεννήθησαν εἰς τὸν νοῦν μας, καὶ μολαταῦτα δὲν ἔλειψαν ἀπὸ τοῦ νὰ τολμήσουν νὰ μᾶς εἴπωσι συκοφάντας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, νὰ μᾶς εἴπωσιν, ὅτι τὸν νόμον ἐκεῖνον τὸν ἐθέσαμεν ὡς βάσιν, διὰ νὰ συκοφαντήσωμεν· καὶ ποίους νὰ συκοφαντήσωμεν; νὰ συκοφαντήσωμεν τοὺς ὑπουργοὺς, τοὺς ὁποίους ἔχομεν δικαίωμα νὰ κατηγορήσωμεν, νὰ πράξωμεν τὸ ἐλάχιστον, ἐνῷ ἔχομεν δικαίωμα νὰ πράξωμεν τὸ μέγιστον. Πρίν, καθὼς ἠξεύρετε, καὶ χθὲς, καθὼς καὶ σήμερον, ἐλέχθησαν λέξεις ἐγγικτικαὶ, κατὰ τῶν ὁποίων ὅμως δὲν θέλομεν μεταχειρισθῇ ἡμεῖς τ’ αὐτὰ μέσα, ἀλλὰ θέλομεν ἐπιφέρει τὴν σιωπὴν συνοδευομένην μὲ τὸ αἴσθημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀξίζει εἰς τοιαύτας πράξεις. Μετὰ ταῦτα, κύριοι, σᾶς λέγω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ὅτι πρόκειται ν’ ἀποφασίσωμεν διὰ τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον παρεδέχθημεν χθὲς, νὰ κανονίσωμεν, καθὼς λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, τὰ δικαιώματα τοῦ ὑπουργείου καὶ τὴν εὐθύνην τῶν ταμιῶν ὡς πρὸς τὸ μέλλον, ὡς πρὸς δὲ τὸ παρελθὸν, καθὼς λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι τὰ πράγματα πρέπει νὰ μείνουν ὡς ἔχουν, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι.
§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ὅπως ἐγίνοντο.
§71ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, κατὰ τοῦτο διαφέρομεν. Τώρα, ἐὰν εἰπῆτε, ὅτι διὰ τὸ παρελθὸν δὲν κανονίζομεν τίποτε, καμμία εἴσπραξις δὲν εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ. Ὁ νόμος εἶπεν· ἀκυροῦται τὸ διάταγμα τοῦ 35, δὲν ἰσχύει διὰ τὸ παρελθόν· ἀφήσαμεν τὸ παρελθόν· ἐὰν εἴπωμεν ὅμως, ὅτι ὁ νόμος θὰ ἔχῃ ἰσχὺν διὰ τὸ μέλλον, τὸ δὲ διάταγμα διὰ τὸ παρελθὸν, ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, πῶς ὅμως; ἄνευ τῶν καταχρήσεων ἢ μὲ τὰς καταχρήσεις; Ἐὰν δεχθῶμεν τὰς καταχρήσεις τοῦ διατάγματος ἐκείνου, τότε δὲν θὰ εἰσπράξωμεν τίποτε, ἐὰν δὲν δεχθῶμεν τὰς καταχρήσεις, θὰ γίνῃ ὅ,τι φοβεῖται ὁ κ. ὑπουργός· ἐντὸς τοῦ ἔτους μόνον θὰ δοθοῦν προθεσμίαι, ὥστε ἐντὸς τοῦ ἔτους θὰ καταδιωχθῶσιν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν καὶ τῶν ὁποίων αἱ ὀφειλαὶ εἶναι ἀπαιτηταί. Λοιπὸν ἐγὼ δὲν ἠξεύρω τί νὰ προτιμήσω· νὰ παραδεχθῶ τὸ διάταγμα τοῦ 35 διὰ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις μὲ τὰς καταχρήσεις; ὄχι δὲν εἶμαι σύμφωνος.
§72ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ὑφίσταται τότε, διότι τὸ διάταγμα λέγει, διὰ τὰς τρεχούσας χρήσεις, ὥστε διὰ τὸ παρελθὸν δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ.
§73ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τί θὰ γείνῃ λοιπὸν διὰ τὸ παρελθόν; Ἐδῶ βλέπω ἕνα μεγάλον κυκεῶνα· ὁ νόμος ἰσχύει διὰ τὸ μέλλον, τὸ διάταγμα εἶναι καὶ αὐτὸ διὰ τὸ μέλλον· διὰ τὸ παρελθὸν τί νὰ κάμωμεν;
§74ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶναι ὁ νόμος περὶ καθυστερούντων.
§75ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀλλὰ τότε οἱ ταμίαι πάλιν εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὸ μέλλον· ὥστε βλέπετε, ὅτι καὶ ὑπὸ τὰς τρεῖς ταύτας ἐπόψεις θὰ καταντήσωμεν νὰ ζητήσωμεν ὅλα τὰ χρήματα τὰ ὁποῖα χρεωστοῦν αὐτοὶ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος· λοιπὸν τώρα, κύριοι, εἶναι ἀτελὲς τὸ σύστημα τὸ ὁποῖον ἔχομεν μέχρι τοῦδε ἀποφασίσει· βλέπετε, θὰ ζητήσωμεν ὅλα τὰ χρήματα. Μὰ ὅλοι τρομάζομεν ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἰδέας· νὰ σιωπήσωμεν καὶ ν’ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἐγίνοντο, δὲν θὰ εἰσπράξωμεν τίποτε. Λοιπὸν εἴχομεν δίκαιον χθὲς ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴπομεν, ὅτι δὲν εἶναι πλήρης αὐτὴ ἡ ἰδέα· τὸ κατ’ ἐμὲ λέγω, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ κ. Δαρειώτου δὲν πρέπει νὰ γίνῃ παραδεκτὴ, διότι δι’ αὐτῆς δὲν βλέπω τί θὰ νομοθετήσωμεν· λέγομεν, ὅτι ὁ νόμος ἰσχύει, ὁ κ. Δαρειώτης λέγει, «ὁ παρὼν νόμος ἐφαρμόζεται εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ 1866 καὶ ἐντεῦθεν χρέη». Διὰ τὰ ἄλλα ποῖος νόμος θὰ ἰσχύσῃ;
§76ΕΥΘ. ΔΕΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὸ διάταγμα.
§77ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε ἐντὸς τοῦ ἔτους θὰ γίνουν ἀπαιτητὰ ὅλα τὰ χρέη· λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὑπὸ τὰς ἐπόψεις αὐτὰς, ἡ πρότασις τοῦ κ. Δαρειώτου δὲν ἔχει ἄλλην ἔννοιαν, εἰμὴ μόνον νὰ εἴπῃ, ὅτι περὶ τῶν παρελθόντων δὲν γίνεται λόγος. Ἡ εὐθύνη τῶν ταμιῶν ποῦ εἶναι; θὰ ἰσχύῃ τὸ διάταγμα τοῦ 35 διὰ τὰ παρελθόντα ἢ δὲν θὰ ἰσχύῃ; Ἅμα ἀφαιρέσητε τὸ διάταγμα, ἐτροπολογήσατε καὶ τὸν νόμον· τότε δὲν ὑπάρχει πλέον καμμία εὐθύνη, καὶ τὸ 1½ ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ κ. ὑπουργὸς, ὅτι θὰ εἰσπράξῃ ἅμα ἀφαιρέσητε τὴν εὐθύνην τῶν ταμιῶν, θὰ ᾖναι πλέον εἰς τὴν καλὴν ἢ κακὴν αὐτῶν χώνευσιν· λοιπὸν, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, λέγω, ὅτι εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δαρειώτου ὁ παρὼν νόμος ἐφαρμόζεται διὰ τὰ ἀπὸ τοῦ 66 καὶ ἐντεῦθεν χρέη νὰ προστεθῇ τὸ δὲ διάταγμα τοῦ 35 ἰσχύει διὰ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις.
§78ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν τὸ πειράζει κανεὶς αὐτό.
§79ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ ἀφοῦ ἀκυροῦται εἰς τὸν νόμον, πρέπει νὰ τοῦ δώσωμεν ὕπαρξιν, ζωὴν διὰ τὰς κεκλεισμένας χρήσεις· εἰμποροῦμεν;
§80ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀφοῦ δὲν τὴν εἶχεν ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς....
§81ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δι’ αὐτὸ τὸ κατηργήσατε;
§82ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ κατηργήσαμεν διὰ τὸ μέλλον.
§83ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τὸ παρελθὸν τί θὰ γίνῃ;
§84ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὰ προβλέπει ἐδῶ.......
§85ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὸ δεύτερον νομοσχέδιον· ἀλλὰ τότε ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Δαρειώτου τί θέλει;
§86ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπιφυλάσσεται.
§87ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ τί ἐπιφυλάσσεται; Ἐὰν ἔχωμεν νὰ ψηφίσωμεν αὔριον τὸν νόμον, ἡ τροπολογία εἶναι περιττή· ἐὰν ἔχωμεν σκοπὸν ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὸν νόμον αὔριον, τότε ἂς καλύψωμεν τὰ παρελθόντα. Τὸ κατ’ ἐμὲ, προσωπικῶς εἶμαι ἐναντίος τῆς τροπολογίας τοῦ κυρίου Δαρειώτου.
§88ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττεται ἀποπερατωμένη ἡ συζήτησις, κύριοι· ν’ ἀναγνώσω πρῶτον τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νόμου.
§90ΠΟΛΛΟΙ. Παρεδέχθη αὐτό.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν τροπολογίαν.
§92ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Νὰ ἔλθουν οἱ Κ. βουλευταί.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι· χθὲς 27 ἔλλειψαν εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἄλλοτε θὰ δημοσιεύω τὰ ὀνόματα τῶν φευγόντων. Ἰδοὺ, κύριοι, ἡ τροπολογία τίθεται ὡς ἄρθρον δεύτερον. «Ὁ παρὼν νόμος ἐφαρμόζεται εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ 1866 καὶ ἐντεῦθεν χρέη».
§94ΛΕΩΤΣΑΚΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἦσθε 15.
§96Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι, ὄχι.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ κ. Δαρειώτου ὡς ἀνεγνώσθη, διὰ 2 ἄρθρον, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι).
§98ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως εἴπομεν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ παρεδέχθη.
§100ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα καὶ ἀφοῦ γίνῃ ἡ ψηφοφορία.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχετε κανὲν δικαίωμα, διότι ὁ κ. Λεωτσάκος εἶπε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως καὶ ἐζήτησα νὰ σηκωθῆτε 15 καὶ δὲν ἐσηκώθητε (θόρυβος).
§102ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ δὲν διεκρίθη.
§103ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Κύριε πρόεδρε, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· πρέπει νὰ ἔχῃ τις τὸ θάῤῥος νὰ ἐκφέρῃ δημοσίᾳ τὴν ψῆφόν του.
§104Α. ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ ΔΕΞΙΟΘΕΝ. Κύριε πρόεδρε, τὸ ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλὰ, δύω ψηφολέκτας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, παρεδέχθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Δαρειώτου διὰ ψήφων 83 ἀπέναντι 21, ἀρνηθέντος 1, ὥστε τίθεται ὡς δεύτερον ἄρθρον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ νόμου νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· παρεδέχθη. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ ζωοκλοπῆς· τ’ ὄνομά μου εἶναι κατὰ λάθος σημειωμένον εἰς τὸ νομοσχέδιον. Ἐνταῦθα γίνεται παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου καὶ τ’ ἄρθρα δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ψηφοφορίας ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὴν πρότασιν περὶ συστάσεως ὑποτελωνείου εἰς Μύλους τοῦ Ἄργους· παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ ἄρθρον διὰ ά. ἀνάγνωσιν;
§108ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις τοῦ κ. Κυριακοῦ περὶ συστάσεως ταμείων τῆς ἐθνοφυλακῆς. Ἐνταῦθα γίνεται παραδεκτὴ ἡ ἀρχὴ τῆς προτάσεως καὶ τ’ ἄρθρα, δι’ εἰδικῆς ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου ψηφοφορίας, ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἄλλην ἡμερησίαν διάταξιν. Αὔριον ἔχομεν τὴν συνέχειαν, ἀρχίζοντες ἀπὸ τὸ νομοσχέδιον περὶ ζωοκλοπῆς.
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τὴν πίστωσιν.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, τὴν προτάσσομεν ἀπὸ ὅλα. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (Ὥρα 3. Μ. Μ.)