1867.02.15
2,183 rows · 18,946 words · 130 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 46
Τῆς 15 Φεβρουαρίου 1867.
(Τετάρτη.)
Ὥρα 1 παρὰ 25/60 Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, πλήρους εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἔφερε τὴν ἔκθεσίν της ἐπὶ τῶν καθυποβληθεισῶν πιστώσεων π. ε. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἀναγνώσωμεν, ἢ νὰ τυπωθῇ πρότερον;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διάφοροι πολῖται Ἀθηνῶν ἐξαιτοῦνται παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ἐπὶ τοῦ περὶ αὐξήσεως τῶν ἐπιτηδευμάτων νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προσοχὴν αὐτῆς ὡς ἐπιβαρύνοντος αὐτοὺς ὑπερόγκως καὶ πρὸς βλάβην των.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἴτησις Ἀδαμαντίου Δαλαπόρτα, ἐφόρου τῆς Πετρουτζίου σχολῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ τῆς Πάλλης, περὶ συστάσεως γυμνασίου ἐν τῇ πόλει Ληξουρίου τῆς Κεφαλληνίας, ἢ προικοδοτήσεως τῆς Πετρουτζίου σχολῆς ὑπὸ τοῦ δημοσίου πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ αἰτουμένου γυμνασίου.
§8ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς παιδείας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Ν. Παμπούκης μεταβὰς εἰς Κρήτην καὶ ἐπανελθὼν, ἐκθέτει τὰς ὑπὸ τῶν Τούρκων σφαγὰς καὶ ὠμότητας ὧν εἰς τὰ γυναικόπαιδα τῶν χριστιανῶν κλπ. ὧν ὑποβάλλει ἔκθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅπως ἐνεργήσῃ ὅ,τι ἡ φιλανθρωπία ἀπαιτεῖ διὰ τὸν ἀτυχῆ τοῦτον λαὸν τῆς Κρήτης.
§10ΜΑΝΩΛΙΔΗΣ. Τὰ εἴδαμεν αὐτὰ εἰς τὰς ἐφημερίδας.
§11ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Λέγει περισσότερα, Κύριε Πρόεδρε, ἢ ὅσα λέγουν αἱ ἐφημερίδες;
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βέβαια.
§13ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Λοιπὸν νὰ σταλῇ εἰς μίαν ἐπιτροπήν.
§14ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§15ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἀντικείμενον λίαν σπουδαῖον καὶ κατεπεῖγον· ἕκαστος τῶν βουλευτῶν καὶ γνωρίζει καὶ ἤκουσεν, ἑπομένως ἔχει τὴν γνώμην του. Νομίζω, ὅτι προτιμότερον εἶναι νὰ ἀναγνωσθῇ, καὶ ἂν ἔχῃ ἡ Βουλὴ, νὰ ἐκφράσῃ κἀμμίαν εὐχὴν ἢ τίποτε ἄλλο. Ὁ ἄλλος, Κύριοι, σφάζεται, ὁ ἄλλος καίεται· λοιπὸν νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν; Φρονῶ καὶ προτείνω ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ νὰ κάμῃ ἂν ἔχῃ κανεὶς κἀμμίαν παρατήρησιν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀκούσατέ την (ἀναγινώσκεται).
§17ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον. Κύριοι! Δὲν ἐξετάζω ποῖος ὁ ἀναφερόμενος, οὔτε ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τὸν γνωρίζω, συγκινοῦμαι μόνον ἀπὸ τὸ περιεχόμενον εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δύναμαι, παρὰ νὰ δώσω πίστιν, καθὼς καὶ ὑμεῖς, καθόσον εἶναι γνωστὰ τὰ τραγικὰ δυστυχήματα ἐν Κρήτῃ, ὄχι βέβαια μεταξὺ τῶν διαμαχομένων μερῶν, διότι εἰς αὐτὸ δὲν ἐπεμβαίνομεν, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἀθώων καὶ ἀδυνάτων γυναικῶν, γερόντων καὶ παίδων χριστιανῶν. Ἡ Ἑλλὰς βέβαια εὑρισκομένη εἰς φιλικὰς σχέσεις μετὰ τῆς Ὀθωμανικῆς Πύλης, καὶ ὀφείλουσα νὰ τηρήσῃ, ὡς ἐτήρησε καὶ τηρεῖ, τὴν οὐδετερότητα, δὲν δύναται νὰ δώσῃ οὔτε νὰ προκαλέσῃ κἀμμίαν ἐνέργειαν περιστρεφομένην εἰς τὰ πολεμικά· ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς τὰ αἰσθήματα τῆς φιλανθρωπίας τὰ αἰσθάνεται, καὶ πρέπει νὰ τὰ αἰσθάνεται ἐπὶ τοσοῦτον, ὅσον τὰ αἰσθάνονται ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ ἰδίως ἡ ἐξευγενισμένη ἐπιτροπή. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν θέλομεν προσκρούσει παντάπασιν οὔτε εἰς τὰς σχέσεις τὰς φιλικὰς, οὔτε εἰς τὴν οὐδετερότητα, ἂν, λαμβάνοντες ἀφορμὴν νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, ἐκφράσωμεν τὰς ἐπιθυμίας μας, ἐκφράσωμεν τὰς εὐχάς μᾶς, καὶ φέρωμεν μίαν σύστασιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅπως ἐνεργηθῶσιν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἡ φιλανθρωπία ὑπαγορεύει, ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὁ ἐξευγενισμένος κόσμος ἀποδέχεται. Ἡ πρότασίς μου λοιπὸν εἶναι, Κύριοι, τὸ νὰ συστήσωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ νὰ τὴν παρακαλέσωμεν ὅπως, ἀφοῦ προηγουμένως συνεννοηθῇ μετὰ τῶν Πρέσβεων τῶν προστατίδων Δυνάμεων, δοκιμάσῃ καὶ προσπαθήσῃ, ὥστε νὰ μὴ θεωρηθῇ πρόσκρουσις κατά τινος ἄν, παραδειγματισμένη ἀπὸ ὅσας ἐνεργείας μέχρι τοῦδε ἡ Εὐρώπη ἔκαμε, δοκιμάσῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς νὰ σώσῃ ἀπὸ τὰς σφαγὰς καὶ τὰς λεηλασίας τὰ γυναικόπαιδα καὶ τοὺς γέροντας, καθόσον εἶναι ἐφικτὸν εἰς τὰ μέσα τῆς Ἑλλάδος. Εἶναι, Κύριοι, σπαραξικάρδιον τῷ ὄντι καὶ ἀπελπιστικὸν διὰ τοὺς ὁμογενεῖς καὶ ὁμοθρήσκους μας, τὸ νὰ μὴ βλέπωσιν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς τολμᾷ νὰ χορηγήσῃ, ὄχι ὅπλα, ὄχι ἄνδρας πρὸς πόλεμον, ἀλλὰ μίαν συνδρομὴν ὑπαγορευομένην ἀπὸ τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας, ἐνῷ συνέδραμεν αὐτὴ ἡ ἐξευγενισμένη Εὐρώπη. Καὶ ἐξηγοῦμαι. Μοὶ φαίνεται παράδοξον πῶς, ἐνῷ εἰς τὰς ἀκτὰς τῆς Κρήτης προσῆλθον πλοῖα Ῥωσσικὰ, Ἀγγλικὰ, τὰ ὁποῖα ἐδέχθησαν εἰς τοὺς κόλπους των τὰ ἀθῶα καὶ κινδυνεύοντα γυναικόπαιδα, καὶ τὰ μετέφερον ἀλλαχοῦ πρὸς σωτηρίαν των, πῶς ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠδυνήθη νὰ φανῇ μὲ ἓν πλοῖον ἐξ ὅσων ἔχει, διὰ νὰ χορηγήσῃ παρομοίαν συνδρομὴν εἰς τὰς γυναῖκας, τὰ τέκνα καὶ τοὺς γέροντας τῆς ἐπαπειλουμένης νόσου. Ἡ Κυβέρνησις ἴσως, Κύριοι, φοβεῖται μὴ παρεξηγηθῇ, ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ὀφείλουσι νὰ ἐνισχύσωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸ νὰ πράξῃ ἓν παρόμοιον βῆμα, ὅταν, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πρόκειται νὰ προσκρούσῃ εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς οὐδετερότητος, ἀλλὰ μόνον νὰ ἐνδώσῃ εἰς τὰς φωνὰς τῶν ἀδυνάτων καὶ εἰς τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς φιλανθρωπίας. Ὑπ’ αὐτῶν τῶν σκέψεων, Κύριοι, ὁρμώμενος, φρονῶ, ὅτι θέλομεν πράξει τὸ καθῆκόν μας, ὅτι θέλομεν διαδηλώσει ὅ,τι αἰσθανόμεθα ἐν τῇ συνειδήσει μας, ὅ,τι ἡ καρδία μας αἰσθάνεται, ἂν συστήσωμεν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ παρακαλέσωμεν αὐτὴν νὰ λάβῃ, εἰ δυνατὸν, ἓν μέτρον, ὄχι διὰ νὰ παραβιάσῃ ἢ προσκρούσῃ εἰς τὴν οὐδετερότητα, ἀλλὰ μόνον νὰ προνοήσῃ δι’ αὐτὰ τὰ δυστυχῆ κατασφαζόμενα, ἀσθενῆ ὄντα, ἅτινα οὐδεμίαν ἔχουν μετοχὴν εἰς τὰς πράξεις τοῦ πολέμου, καὶ τὰ σώσῃ ἀπὸ τὴν μάχαιραν εἰς ἣν καθημερινῶς ἀκούομεν ὅτι ὑποκύπτουν.
§18ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει νὰ συστηθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πράξῃ ὅ,τι ἐκ τῶν καθηκόντων της καὶ τῶν ἐνόντων, τηροῦσα τοὺς ὁρισμοὺς τοῦ διεθνοῦς δικαίου. Ἔχομεν μίαν πρότασιν νόμου περὶ ἐξετάσεως τῶν ἐν τῇ Ἀκαδημίᾳ Κερκύρας περαιωσάντων τὰς ἰατρικὰς καὶ νομικὰς σπουδάς των, ὑποβληθεῖσαν εἰς συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον καὶ μὴ περαιωθεῖσαν. Θὰ τυπωθῇ καὶ κατόπιν ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ ὅ,τι ἐγκρίνει.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῶν προϊόντων τῆς βιομηχανίας, γʹ. συζήτησις· (ἀναγινώσκεται τὸ μοναδικὸν ἄρθρον). Ἄρθρον μοναδικόν. «Ὡς εἴδη τῶν τῆς ἐγχωρίου βιομηχανίας προϊόντων, ὑπὲρ ὧν θέλει ἐπιστρέφεσθαι, κατὰ τὸ ἄρθρον 4 τοῦ περὶ δασμολογίου νόμου, τὸ πληρωθὲν εἰσαγωγικὸν τέλος ἐπὶ τῶν ἀναλόγων πρώτων ὑλῶν, ὁρίζονται ἐπὶ τοῦ παρόντος τὰ κατειργασμένα δέρματα καὶ τὰ ἄλευρα ἢ ζυμαρικά. Πᾶσα περὶ τῶν τοιούτων προϊόντων ψευδὴς διασάφησις τιμωρεῖται μὲ τὴν ποινὴν τοῦ λαθρεμπορίου.»
§22ΠΛΑΤΥΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν πρὸς περισσοτέραν διασάφησιν νὰ προστεθῇ ἡ λέξις δίπυρα, παξιμάδια κτλ. ἥτις δὲν περιλαμβάνεται εἰς τὴν λέξιν ζυμαρικά.
§23ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι ὑπὸ τὴν λέξιν ζυμαρικὰ περιλαμβάνονται καὶ τὰ δίπυρα, διότι καὶ αὐτὰ ζυμαρικὰ εἶναι.
§24ΠΛΑΤΥΣ. Ὄχι αὐτὰ, μὲ συγχωρεῖτε, δὲν εἶναι ζυμαρικά.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τεθῇ λοιπὸν εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς διασάφησις;
§26ΠΛΑΤΥΣ. Ὄχι, ἂς τεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον.
§27ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πολὺ καλὰ, δὲν πειράζει.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν καὶ τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη;
§29ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ τὸ σύνολον;
§31ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δεύτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ κυρώσεως τοῦ ἀπὸ 15/27 8βρίου 1835 Διατάγματος, περὶ παροχῆς προθεσμιῶν εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ Δημοσίου, γʹ. συζήτησις. Ὁ Κύριος Βαλασόπουλος ἔχει τὸν λόγον. Ἰδοὺ καὶ τὸ πρόσθετον ἄρθρον τοῦ Κ. Σινανιώτη (ἀναγινώσκεται). «Αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου δὲν ἐφαρμόζονται ὡς πρὸς τοὺς μέχρι τοῦδε ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου.»
§33ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, πρόκειται ἡ γʹ. συζήτησις τοῦ ὑπὸ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν προτεινομένου νόμου περὶ καταργήσεως τοῦ ἀπὸ 15/27 8βρίου 1835 Διατάγματος. Δὲν μοὶ φαίνεται τόσον παράδοξος ἡ κατάργησις αὐτοῦ τοῦ Διατάγματος, ὅσον ὁ λόγος εἰς ὃν ἐστηρίχθη ὁ Κ. ὑπουργὸς διὰ νὰ φέρῃ αὐτὸν τὸν νόμον. Ὁ λόγος αὐτὸς εἶναι ἡ μεγάλη καθυστέρησις τῶν δημοσίων φόρων, ἡ προερχομένη ἀπὸ τὰς ἀδείας, ἀπὸ τὰς ἀναστολὰς τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν, ἐπὶ τῶν αἰτήσεων τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου. Ἐνόμιζα, Κύριοι, καὶ νομίζω ἀκόμη καὶ σήμερον, ὅτι τὸ αἴτιον τῶν μεγάλων καθυστερήσεων δὲν εἶναι αἱ ἀναστολαὶ, ὡς ἰσχυρίζεται ὁ Κ. ὑπουργὸς, τῶν κατὰ καιροὺς ὑπουργῶν· διὰ τοῦτο εἰς μίαν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ἐζήτησα νὰ παρουσιάσῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τοῦ τελευταίου ἔτους τὰς ἀναστολὰς τοιαύτης φύσεως. Σήμερον βλέπω ἕνα κατάλογον, ὁ ὁποῖος ἔχει καὶ τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ προπαρελθόντος ἔτους. Ἀλλ’ ἐγὼ περιορίζομαι ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰανουαρίου 1866 μέχρι σήμερον, καὶ βλέπω ὅτι εἰς τὸ ἔτος αὐτὸ διὰ τρία ταμεῖα ὑπάρχουν 70 μόνον ἀνασολαί· ὅ ἐστὶ 20 περίπου εἰς ἕκαστον ταμίαν· ἂν ὑποθέτωμεν, ὅτι ἔχομεν 40 ταμεῖα, ὀκτακοσίας μόνον ἀναστολὰς κατ’ ἔτος· τὶ σημαίνει αὐτὸ ἀπέναντι τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου; Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι οἱ μὲν μεγάλοι ὀφειλέται τοῦ Δημοσίου ἀναβαίνουσιν εἰς μυριάδας, οἱ δὲ ὀφειλέται ἐκ τῶν φόρων εἶναι ὅλον τὸ ἔθνος, ἑκατοντάδες χιλιάδων. Τὶ σημαίνουν λοιπὸν 800 ἀναστολαί; Τίποτε. Δὲν σημαίνουν λοιπὸν τίποτε αὐταὶ αἱ ἀναστολαὶ ἀπέναντι τοῦ μεγάλου ἀριθμοῦ τῶν καθυστερήσεων, αἱ ὁποῖαι λαμβάνουν χώραν, καὶ αἱ ὁποῖαι ἀναβαίνουν εἰς 15–20 ἑκατομμύρια. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς τὰ αἴτια τῶν καθυστερήσεων, καὶ ὅταν ἴδωμεν, ὅτι τὰ αἴτια εἶναι αὐτὰ, τότε θὰ ἔχωμεν τὴν ἐνήμερον πληρωμὴν τῶν εἰσοδημάτων τοῦ δημοσίου· ἄλλως εἶναι ἀδύνατον, ὅταν φέρωμεν ἕνα νόμον, ὅστις μίαν μόνον περίπτωσιν προβλέπει, νὰ κάμωμεν τίποτε. Ποῖα εἶναι τὰ αἴτια; ὁ λογικὸς ἄνθρωπος πρέπει νὰ εὑρίσκῃ τὰ ποιητικὰ αἴτια παντὸς ἀποτελέσματος. Τὰ αἴτια κατ’ ἐμὲ εἶναι δύω· εἶναι τὸ φορολογικὸν σύστημα καὶ ἡ προστασία τῶν ὑπαλλήλων. Διὰ τί δὲν ἔχομεν καθυστερήσεις εἰς τοὺς φόρους τοὺς εἰσπραττομένους εἰς τὰ τελωνεῖα; διότι δὲν εἰσάγεται, οὔτε ἐξάγεται προϊὸν, ἂν δὲν προπληρωθῇ. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν δὲν μεταβάλωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα, πάντοτε θὰ ἔχωμεν τὰ αὐτά. Δεύτερον αἴτιον εἶναι ἡ προστασία τῶν ὑπαλλήλων, ἡ ἐπιβολὴ τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω πῶς ἐνεργοῦνται αἱ καταδιώξεις τῶν ὀφειλετῶν, θὰ εἴπω ὅμως μερικὰ πράγματα διὰ μερικοὺς βουλευτὰς τῆς Ἑπτανήσου, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠξεύρουν τὸ σύστημα τῶν καταδιώξεων λεπτομερῶς. Δύω εἶναι τὰ μέσα τῶν εἰσπράξεων, οἱ δημόσιοι εἰσπράκτορες καὶ οἱ ταμίαι· ὁ ταμίας, ὅταν λήξῃ τὸ χρέος, συντάττει ἕνα κατάλογον, τὸν ὁποῖον ὑποβάλλει εἰς τὸν Νομάρχην, διὰ νὰ ἐκδώσῃ τὸ ἔνταλμα τῆς φυλακίσεως· ὁ Νομάρχης ἐκδίδων τὸ ἔνταλμα, τὸ παραπέμπει εἰς τὸν Μοίραρχον διὰ νὰ τὸ ἐκτελέσῃ· ὁ μοίραρχος εἰς τοὺς ἐνωμοτάρχας διὰ νὰ συλλάβουν τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου. Καὶ ὁ μὲν ταμίας πολλάκις δὲν καταλέγει εἰς τὸν κατάλογον ὅλους τοὺς ὀφειλέτας, χαρίζεται εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι φίλοι τῆς Κυβερνήσεως ἢ προσωπικοί του φίλοι· ὁ Νομάρχης ἐπίσης κάμνει μερικὰς ἐξαιρέσεις, ὁ μοίραρχος ἐπίσης ἄλλας ἐξαιρέσεις, ἐπίσης οἱ ἐνωμοτάρχαι κάμουν ἄλλας ἐξαιρέσεις διὰ τοὺς φίλους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς προσωπικούς των φίλους· πηγαίνουν εἰς τὸν χωροφύλακα, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς θέλει νὰ πάρῃ τὴν δραχμήν του, νὰ πάρῃ τὸ κέρασμά του· καὶ βλέπετε οὕτω μίαν σειρὰν ἐμποδίων εἰς τὴν ἀκριβῆ εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ἔστω ὅτι κατωρθώθη νὰ συλληφθῇ ἕνας ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου καὶ παρουσιάσθη εἰς τὸν ταμίαν νὰ πληρώσῃ· ὁ ταμίας, ἐὰν ἔχῃ συμπάθειαν εἰς αὐτὸν, ἐὰν χρεωστῇ 10 χιλιάδας δραχμὰς, μὲ 100 δραχμὰς ἀναστέλλει τὴν καταδίωξίν του, ἐὰν δὲ τὸν βάλῃ εἰς τὴν φυλακὴν, τάττει περισσότερον 10 ἢ 20%. Πότε ἐτιμωρήθη ἕνας ταμίας, ἢ πότε ἐφηρμόσθη καθ’ ἑνὸς ταμίου ὁ περὶ λογιστικοῦ νόμος, ὅστις λέγει, ὅτι εἶναι ὑπόλογος, ἐὰν δὲν ἀποδείξῃ ὁ ταμίας, ὅτι ἐφήρμοσεν ὅλα τὰ μέσα; Καὶ αὐτὸς ὁ σήμερον ὑπουργὸς καὶ ἄλλοτε ὑπάρξας τοιοῦτος, πότε ἐξέδωκε καμμίαν τοιαύτην διαταγὴν καθ’ ἑνὸς ταμίου; Ἐρχόμεθα εἰς τοὺς εἰσπράκτορας· λαμβάνουν τὸν κατάλογον καὶ πηγαίνουν εἰς ἕνα δῆμον. Τί νομίζετε, ὅτι κάμνουν μὲ τοὺς χωροφύλακας; πηγαίνουν καὶ ἂν ᾖναι ὁ καταδιωκόμενος φίλος τοῦ συστήματος ἢ φίλος τοῦ δημάρχου, δὲν τὸν καταδιώκουν, ἄλλως ἀμέσως τὸν καταδιώκουν καὶ τοῦ τρώγουν τὴν κότα καὶ τὴν πήτα του. Διατί ὁ εἰσπράκτωρ κάμνει τοῦτο; διότι ποτὲ δὲν διορίζεται κατὰ τὸν νόμον, ἀλλ’ εἶναι τὸ προϊὸν τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἰσχυρῶν τῆς ἡμέρας, τῶν φίλων τῆς Κυβερνήσεως. Βλέπετε λοιπὸν μίαν σειρὰν καταδιωκτῶν καὶ καταδιωκομένων· καὶ ὅταν ἔρχεται ἡ ἄλλη Κυβέρνησις, τὸ ἄλλο σύστημα, τὰ αὐτὰ πράττει. Ἐν ὅσῳ λοιπὸν, Κύριοι, δὲν ἔχομεν εἰσπράκτορας καὶ ὑπαλλήλους ἀνεξαρτήτους, μὴ ἐπιβαλλομένους εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ μὴ ἀποῤῥέοντας ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν μόνον, καὶ ἐν ὅσῳ ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ κολακεύῃ μίαν μερίδα ἀνθρώπων, ποτὲ δὲν θὰ ἔχωμεν σύστημα καλὸν, οὔτε ἕνα νόμον ἐν ἰσχύϊ, οὔτε ὁ περὶ καταδιώξεως νόμος, οὔτε ὁ ποινικὸς, οὔτε κἀνεὶς ἄλλος θὰ ἰσχύῃ ἐν ὅσῳ αὐτὴ ἡ προστασία ὑπάρχει. Καὶ αὐτὰ εἶπον ὅταν ἦλθε καὶ ὁ περὶ λῃστείας νόμος, διότι νόμοι περὶ λῃστείας ὑπάρχουν πολλοὶ ἐν ἰσχύϊ, ἀλλὰ δὲν ἐφαρμόζονται. Ἡμεῖς, Κύριοι, περιεπέσαμεν εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ μέγα Ἀγγλικὸν ἔθνος ὑπέπεσε πρὸ ὀλίγων αἰώνων· πρὸ δύω αἰώνων μετὰ τὴν παῦσιν τῶν ταραχῶν καὶ τῶν ἐμφυλίων πολέμων εἶχε καταντήσει μία δυσπιστία εἰς ὅλους τοὺς νοήμονας καὶ ἐνεργητικοὺς ἀνθρώπους, ὥστε ἐθεώρουν ὅλα τὰ περὶ τροποποιήσεων τῶν πολιτικῶν νόμων χάλτια. Ἐπὶ εἴκοσιν ἔτη ἄνθρωποι ἐνεργητικοὶ καὶ εὐφυεῖς κατεγίνοντο πῶς νὰ εὕρουν ἓν σύστημα κυβερνητικὸν, διαφορετικὸν τοῦ ὑπάρχοντος· ἄλλοι ἤθελον Γερουσίαν διαδοχικὴν, ἄλλοι Κυβέρνησιν δημοκρατικὴν, ἄλλοι Γερουσίαν ἐκλεγομένην κατ’ ἔτος, ἄλλοι ἐκλεγομένην ἰσοβίως· δὲν ἤξευρον τὶ ἐζήτουν· ἔφερον νόμους καὶ ἐδημιούργουν ἀρχὰς μὲ ὀνόματα Ἑλληνικὰ στρατηγοὺς, φυλάρχους, λόρδους, ἄρχοντας· ἐκάθηντο καὶ συνεζήτουν μὲ πολλὴν σπουδαιότητα πῶς πρέπει νὰ φορέσῃ τὸ καπέλλον του ὁ ὑπάλληλος, μὲ δύω ἢ τρεῖς κώχας, ἂν πρέπῃ νὰ ᾖναι κόκκινον ἢ ἄσπρον, πῶς πρέπει νὰ κρατῇ τὴν ῥάβδον του ὁ πρόεδρος· τοιαῦτα πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀποσπῶσι τὸν γέλωτα, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀπὸ τὸν φόβον ὅλων αὐτῶν τῶν ἀστάτων πολιτευμάτων δὲν εἶχον κᾀμμίαν πεποίθησιν. Εἰς τοιαύτην περιεπέσαμεν, Κύριοι, καὶ ἡμεῖς κατάστασιν· ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ ἐρωτᾷ πόσαι εἶναι αἱ καθυστερήσεις· 58,000,000· ἀλλὰ ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι δὲν ἐξετάζει· εἶναι, διότι ὁ ὑπουργὸς ἀναστέλλει τὰς καταδιώξεις, καὶ ἐπειδὴ ἑνὸς ἀνεστάλη ἡ καταδίωξις, ζητεῖ καὶ ὁ ἄλλος τὸ αὐτό· ἀμέσως λοιπὸν προτείνει νὰ καταργήσωμεν τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῆς καταδιώξεως. Αὐξάνει ἡ ληστεία· ἀμέσως νὰ κάμωμεν ἕνα νόμον νὰ καταδιώξωμεν τοὺς δημάρχους. Ἔρχεται ἄλλος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης· πόσοι εἶναι οἱ φυγόδικοι; τόσαι χιλιάδες· διατί; διότι δὲν τελειώνει ἡ ἀνάκρισίς των. Ἀμέσως λοιπὸν προτείνει ἄλλον νόμον.
§34ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ποῖος ἔκαμεν αὐτοὺς τοὺς νόμους;
§35ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς οἱ ἴδιοι τοὺς ἐκάμαμεν.
§36ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἄτοπον νὰ λέγωνται αὐτά.
§37ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ κατὰ τοῦ διέποντος ἐν γένει συστήματος.
§38ΛΑΠΠΑΣ. Καὶ ἡ εὐγενία σου ἔκαμες ὑπουργός.
§39ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα καὶ ἐγὼ, ἀλλ’ ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθῃ ἕκαστος εἰς τὴν θέσιν του.
§40Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δι’ αὐτῶν τῶν μέσων ἴσως, Κύριε Πρόεδρε, θέλουν νὰ καταθλίψουν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§41ΤΙΝΕΣ. Ὄχι δά.
§42Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τότε λοιπὸν ἡσυχάσατε καὶ σηκωθῆτε κατόπιν νὰ τὸν ἀντικρούσητε· ἡμεῖς ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φωτισθῶμεν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς δὲν προσβάλλει κᾀνένα, ὁμιλεῖ γενικῶς.
§44ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦλθεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ἔφερε τὸν νόμον περὶ ληστείας καὶ μᾶς εἶπε, ψηφίσατέ τον κατεπειγόντως, καὶ ὅλαι αἱ κεφαλαὶ τῶν ληστῶν θὰ καταπέσουν; Ἀλλά, καθὼς εἶπον τότε, τὰ στηρίγματα τῆς ληστείας δὲν θὰ πέσουν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, καὶ θὰ ὁμιλήσωμεν, Κύριε ὑπουργὲ τῶν ἐσωτερικῶν, πάλιν περὶ ληστείας καὶ θὰ ἴδητε τὶ λέγω. Ἂς ἔλθωμεν, Κύριοι, εἰς τὸ διάταγμα τὸ σημερινόν· τί λέγει; μήπως ἀφίνει μίαν ἐξουσίαν εἰς τὸν ὑπουργὸν κατὰ θέλησιν, ἄνευ ὅρων, ἄνευ ἐγγυήσεων, ἄνευ περιορισμῶν, νὰ ἀναστέλλῃ εἰκῇ ὅλας τὰς καταδιώξεις κατὰ παντὸς ὀφειλέτου; Τί λέγει τὸ διάταγμα; «Ἄρθρον 1. Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις καθ’ ἃς ἐδόθη προσωπικὴ ἢ πραγματική τις ἐγγύησις διὰ τὴν ἔγκαιρον πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων, πρέπει τοῦ λοιποῦ, ἅμα παρέλθῃ ἡ προσδιορισθεῖσα διὰ τὴν πληρωμὴν προθεσμία, νὰ ἐκτελεσθῇ χωρὶς τινα συγκατάβασιν ἡ ἐγγύησις αὕτη, ἀνίσως ἔγειναν ἤδη κατὰ τοῦ πρωτοφειλέτου τὰ ἀναγκαῖα βήματα διὰ τὴν πραγματοποίησιν τῆς πληρωμῆς. Μόνον ὅταν ὑπάρχωσιν ἰδιαίτεροι λόγοι ὑπὲρ τοῦ ἐγγυητοῦ, πρέπει νὰ γίνηται πρὸς ἡμᾶς ἀναφορά». Καὶ ποῦ ἀλλοῦ ὑπάρχει ἐγγύησις περισσοτέρα, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς δὲν ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐκτιμήσῃ τοὺς λόγους; «Ἄρθρον 2. Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐδόθη κἀμμία ἐγγύησις, δίδομεν εἰς τὴν Γραμματείαν τῶν Οἰκονομικῶν τὴν ἐξουσίαν νὰ χορηγῇ προθεσμίας ἐντὸς τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀναλογίζηται τὸ χρέος· ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν ὑπάρχωσιν ὑπὲρ αὐτῶν ἰδιαίτερα ἢ ἀποδεδειγμένα ἢ ἀξιόπιστα περιστατικὰ, καὶ ὅταν τὸ δημόσιον δὲν ἐπαπειλῆται μὲ ζημίαν, δηλ. ἂν παρουσιάζωνται ἀσφαλεῖς ἐγγυηταὶ καὶ πληρωταὶ, ἢ ἂν οὗτοι εἶναι περιττοὶ, διὰ τῆς γνωστῆς καλῆς καταστάσεως τοῦ ὀφειλέτου, καὶ τέλος, ὅταν ἡ κατάστασις τοῦ δημοσίου ταμείου συγχωρῇ τὴν τοιαύτην συγκατάβασιν χωρὶς ζημίαν. Ἡ Γραμματεία τῶν Οἰκονομικῶν κηρύττεται ὑπεύθυνος διὰ τὴν χρῆσιν τῆς ἐξουσίας ταύτης, καὶ ὀφείλει εἰς πᾶσαν ἐξαίρεσιν νὰ ζητῇ τὴν Ἡμετέραν ἰδιαιτέραν διαταγήν». Ἀφίνει λοιπὸν τὴν ἐκτίμησιν εἰς ἕνα λειτουργὸν, ὅστις εἶναι τὸ πρῶτον ὄργανον τῆς πολιτείας. Ἔρχεται λοιπὸν ἕνας ὑπουργὸς καὶ λέγει, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀνθέξω εἰς τὴν πίεσιν, ἥτις γίνεται· ἀπαιτοῦν νὰ δώσω εἰς ὅλους τοὺς ὀφειλέτας ἀδείας καὶ δὲν ἠμπορῶ νὰ ὑποφέρω αὐτὸ τὸ πρᾶγμα· εἶναι λοιπὸν κατάστασις πραγμάτων αὐτὴ, νὰ ἔρχεται ἕνας ὑπουργὸς νὰ λέγῃ, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντισταθῶ εἰς τὴν πίεσιν;
§45ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τὸ εἶπα αὐτό.
§46ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ λέγει ὁ νόμος σου. Καὶ ἐὰν, Κύριοι, δὲν ἔχωμεν ἐγγύησιν, ὅτι ἕνας τῶν ἀνωτέρων λειτουργῶν δὲν δύναται νὰ ἀντισταθῇ εἰς τὴν πίεσιν τῶν Βουλευτῶν, πῶς ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν ταμίαν νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ χρέος του, ὅστις εἶναι μικρὸς ὑπάλληλος, ἐξαρτώμενος ἀπὸ τὴν πίεσιν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἰσχυροῦ; Ποῦ λοιπὸν θὰ ζητήσετε ἐγγύησιν; εἰς τὸν εἰσπράκτορα, τὸν μικρὸν ὑπάλληλον, ὅστις εἶναι ὡς κάλαμος ὑπ’ ἀνέμου σαλευόμενος; Ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς καὶ σᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀνθέξῃ, καὶ προτείνει νὰ ἀφαιρέσητε τὸν δεσμὸν αὐτὸν ἀπὸ τὸν ὑπουργόν· καὶ ἐξεναντίας αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι σοφὸς, προφυλάττει πολλάκις τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ τὰ ἰδιωτικά. Εἶναι φερ’ εἰπεῖν ἕνας ἐνοικιαστὴς ἐλαίου καὶ ἔχει τὸ ἔλαιόν του εἰς τὴν δεξαμενὴν, τὴν ὁποίαν καὶ τὸ δημόσιον φυλάττει μὲ φύλακας, ἐὰν ὑπάρχῃ ὑποψία ὑπεξαιρέσεως ἢ κλοπῆς. Αὐτὸς λέγει, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ πωλήσω σήμερον τὸ πρᾶγμα, δὲν ἔχω ἀγοραστὰς, περιμένω νὰ ἔλθῃ πλοῖον διὰ νὰ πωλήσω τὸ πρᾶγμα μετὰ 15 ἡμέρας· ὄχι, λέγει ὁ ὑπουργὸς, δὲν σοῦ δίδω προθεσμίαν 15 ἡμερῶν, θὰ πωληθῇ σήμερον, ἔστω καὶ μὲ ζημίαν 30%, ἐνῷ κἀμμία ζημία ἢ βλάβη τοῦ δημοσίου δὲν ἐπίκειται ἐκ τῆς εὐκολίας τῶν 15 ἡμερῶν, γινομένης καὶ ταύτης ἀζημίας, πληρόνοντος τοῦ ἐνοικιαστοῦ τὸν νόμιμον τόκον. Ἐὰν λοιπὸν ἀρθῇ αὐτὸ τὸ μέσον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ ὑπουργὸς ἐκτιμῶν τὰς περιστάσεις, τί συμβαίνει; νὰ πωλήσῃ ὁ ἐνοικιαστὴς μὲ ζημίαν τὸ ἔλαιόν του καὶ νὰ μείνῃ καὶ καθυστέρημα. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι πολλάκις ὁ ὑπουργὸς ἐν τῇ συνέσει του ἠμπορεῖ νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον νὰ γίνῃ ὠφέλιμος καὶ εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὸν ἰδιώτην. Ἐὰν ὅμως καταχρασθῇ, περὶ καταχρήσεως οὐδεὶς λόγος· διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ ἀφαιρέσωμεν τὴν χρῆσιν τῶν πραγμάτων διὰ τῶν καταχρήσεων, κἀνὲν πρᾶγμα δὲν ὠφελεῖ· καὶ τὸ νερὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ πρώτη οὐσία τῆς ὑπάρξεως ὅλου τοῦ κόσμου καὶ τοῦ ζωϊκοῦ καὶ τοῦ ὀργανικοῦ, ἐὰν τὸ καταχρασθῆτε, καὶ αὐτὸ φέρει βλάβην, ὑδρωπικίας καὶ τόσα ἄλλα πράγματα· ὁ οἶνος, ὁ τοσοῦτον χρήσιμος εἰς τὴν κοινωνίαν, ὁ ζωογονῶν τὸν ἄνθρωπον καὶ προξενῶν τόσας ὠφελείας, ἂν τὸν καταχρασθῆτε, ἔχετε τὰ πλέον ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Πρέπει λοιπὸν νὰ περιορίσωμεν τὴν κατάχρησιν, καὶ ὅταν ἕνας ὑπουργὸς δὲν ἠμπορῇ νὰ περιορίσῃ τὴν κατάχρησιν εἰς τὸν ἑαυτόν του, αὐτὸ τὸ ἔθνος δὲν εἶναι ἄξιον νὰ κυβερνηθῇ. Ἐὰν θέλετε λοιπόν, κύριοι, σήμερον ὄχι μόνον ὁ περὶ καθυστερήσεως νόμος νὰ ἐνισχυθῇ ἀλλ’ ὅλοι ἐν γένει οἱ νόμοι τῆς πολιτείας, πρέπει ὅλοι νὰ τὸ συναισθανθῶμεν καὶ νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκλέγῃ τὰ κατάλληλα ὄργανα ὅσα θεωρήσει ἁρμόδια· δὲν πρέπει νὰ πιέζηται ἡ ἐξουσία. Ἀλλ’ ὅταν ἀφεθῇ ἡ ἐξουσία πρέπει νὰ ᾖναι αὐστηρὰ καὶ δρακόντιος εἰς τὰ ποινὰς τὰς ἐπιβαλλομένας, ὅταν εὑρίσκωνται εἰς παραπτώματα οἱ ὑπάλληλοι αὐτῆς· καὶ ὅταν καταστήσωμεν μίαν κυβέρνησιν τοιαύτην καὶ παύσωμεν τοῦ νὰ ἐπιβάλλωμεν ἀνθρώπους καταχραστὰς καὶ ἀναξίους, τότε δυνάμεθα νὰ κάμωμεν κάτι τι. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἐπειδὴ θεωρῶ αὐτὸ τὸ διάταγμα εἰς χεῖρας καλοῦ ὑπουργοῦ ὠφέλιμον, πρέπει νὰ καταργηθῇ ὁ νόμος αὐτός.
§47ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἀπαιτεῖται, κύριοι, ὁ προαγορεύσας νὰ μᾶς δώσῃ καὶ τὰ χαρακτηριστικὰ τοῦ καλοῦ ὑπουργοῦ, καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν τῶν καλῶν ὑπουργῶν τοὺς ὁποίους ὑπαινίττεται, διὰ νὰ δυνηθῶ νὰ συμφωνήσω μετ’ αὐτοῦ ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι περιττός. Ἀλλ’ ὅμως ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν γίνεται συνήθως μεταξὺ ἡμῶν πάντοτε Ἕλλην, καὶ ἂν ἀφ’ ὅτου ὑπάρχομεν πολιτικῶς κατὰ τὸν κύριον Βαλασόπουλον δὲν εὑρέθη καλὸς ὑπουργός, τότε μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἐλπίζομεν νὰ εὑρεθῇ τόσον ταχέως καὶ εἰς τὸ μέλλον καὶ ἑπομένως ἡ γνώμη του δὲν ἔχει στηρίγματα· ἐὰν παραδείγματος χάριν ἠδύνατο νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀναβιβαζόμενος αὐτὸς οὗτος δύναται, ἔχων τὴν ἐξουσίαν τοῦ νὰ δίδῃ παρατάσεις καὶ προθεσμίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας, μόλα ταῦτα λαμβάνων τὰ ἄλλα θεραπευτικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἐπρότεινεν ὡς ἰατρός, νὰ μὴ πιέζεται ἀπὸ τοὺς φίλους καὶ ὀπαδοὺς τῆς κυβερνήσεως καὶ οὕτω νὰ εἰσπράξῃ τὰ καθυστεροῦντα, ἤθελον χειροκροτήσει καὶ συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὅμως τὰ προηγούμενα καὶ ἡ πεῖρα ἀπέδειξαν ὅτι ἢ ἀνύπαρκτα εἶναι τὰ ὑπαινιττόμενα ὑπὸ τοῦ κυρίου προαγορεύσαντος, ἢ δὲν δύνανται νὰ θεραπευθῶσι διὰ τῶν μέτρων τὰ ὁποῖα αὐτὸς ἐν τῇ διανοίᾳ του νομίζει πρόσφορα, τουτέστι μόνον διὰ τῆς εὑρέσεως ἑνὸς καλοῦ ὑπουργοῦ. Εἶπεν ὅτι τὰ καθυστερούμενα πηγάζουν ἐκ τῆς ἐνεργείας τῶν ὑπαλλήλων· τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ τὸ ἀποκρούσω. Ἀκούων ὅμως ἀπὸ ἕνα συνάδελφον ὅστις ἀνέβη εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ, ἀπὸ τὸ στόμα τουτέστι προσώπου τὸ ὁποῖον ἀντελήφθη αὐτῆς τῆς περιστάσεως ἰδίαις αἰσθήσεσιν, ὅτι τὰ καθυστεροῦντα πηγάζουν καὶ ἀπὸ τὴν πίεσιν τῶν βουλευτῶν, ἂν καὶ ἐγὼ ὑπουργὸς δὲν ἔκαμα διὰ νὰ γνωρίζω αὐτὸ τοῦτο ὡς πραγματικόν, μολαταῦτα χρεωστῶ νὰ τὸ πιστεύσω. Ἀλλ’ ἐδὼ ἔπρεπε νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ κύριος συνάδελφος, ὅτι αὐτὸς καὶ ἄλλοι φίλοι του διετέλεσαν ὑπουργοί, καὶ μόλα ταῦτα δὲν ἐπιέσθησαν ἀπὸ τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους καὶ ἀπὸ τοὺς φίλους των, διότι τότε μόνον πειθόμενος ὅτι ἡ ἐνεστῶσα Κυβέρνησις ἢ ἡ παρελθοῦσα ἢ ἡ μέλλουσα κατ’ αὐτὸν σφάλλει καὶ εἶναι παραίτια τῆς καθυστερήσεως, ἤθελα παραδεχθῆ τὴν γνώμην του· δὲν μᾶς ἔφερεν ὅμως τοιαῦτα παραδείγματα, ἀλλὰ μᾶς εἶπεν ὅτι αἱ κυβερνήσεις πιέζονται ἀπὸ τοὺς φίλους των, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι καταδιώκουν μεροληπτικῶς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἔφερε καὶ τὰ μέσα τῆς θεραπείας· καὶ ὅταν ὅλοι ὑπαγώμεθα εἰς αὐτὸ τὸ κακόν, τὸ Νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν τοῦ σημερινοῦ, ὅστις τοὐλάχιστον θέλει νὰ ἀποπλύνῃ τὰς χεῖράς του καὶ λέγει, ἐπειδὴ δὲν ἔχω τὰ προσόντα τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ὁ προαγορεύσας, νὰ ᾖμαι ὁ ἄριστος ὑπουργὸς, ὁ ἀνεπηρέαστος, ἂς μοῦ λείψῃ αὐτὸς ὁ πειρασμός, δὲν θέλω αὐτὸ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἔχω· διὰ ποῖον λόγον σήμερον αὐτὸν τὸν ὑπουργὸν νὰ τὸν κατακρίνωμεν; Ἐπειδὴ εἴμεθα ἄνθρωποι, ἔχομεν φίλους, εἴμεθα Ἕλληνες, διὰ τοῦτο, ἂν μία Κυβέρνησις δυνηθῇ νὰ ἀποκόψῃ αὐτὸ τὸ αἴτιον τοῦ σκανδάλου, μοὶ φαίνεται ὅτι ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της. Ὑπάρχουν, κύριοι, καθυστερούμενα ἢ ὄχι; ὑπάρχουν, καὶ εἰς ἕνα βαθμὸν καταπληκτικόν. Αὐτὰ πηγάζουν ἀπὸ τὴν μὴ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων; ἀπὸ τὴν μεροληπτικὴν καταδίωξιν; Περὶ τούτων δὲν ἀντιλέγω· τὰ περισσότερα ὅμως καθυστερήματα πηγάζουν καὶ ἀπὸ τὴν ἔνδειαν καὶ τὰς προθεσμίας, τὰς ὁποίας ἡ κεντρικὴ ἀρχὴ δίδει ἑκάστοτε εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου, καὶ αὐτὴ ἡ τακτικὴ φέρει τὸ παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν κατακρινόμενον σήμερον σύστημα τῶν εἰσπράξεων, διότι ὁ ὀφειλέτης δὲν φοβεῖται καὶ δὲν ἔχει ἀνάγκην οὔτε τοῦ εἰσπράκτορος, οὔτε τοῦ ταμία· ἐὰν ὁ ταμίας θελήσῃ νὰ κάμῃ τὸ καθῆκόν του καὶ τὸν καταδιώξῃ, ὁ ὀφειλέτης ἔχει στηρίγματα εἰς τὴν κεντρικὴν ἀρχὴν, καὶ τότε γεννᾶται ἀφορμὴ ἐκδικήσεων καὶ παύσεων καὶ μεταθέσεων τοῦ ταμία καὶ τοῦ εἰσπράκτορος. Πῶς θέλετε λοιπὸν ὁ ὑπάληλος νὰ εἰσπράξῃ τὰ καθυστεροῦντα, νὰ ἔχῃ τόλμην νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, ὅταν γνωρίζῃ ὅτι ἄνωθεν ἠμπορεῖ νὰ τοῦ ἔλθῃ μία ἄλλη διαταγὴ δι’ ἕνα φίλον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, καὶ ὁ ὑπουργὸς ἠμπορεῖ μάλιστα νὰ τοῦ εἴπῃ, αὐθαδίασες, διότι ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃς ὅτι αὐτὸς εἶναι φίλος τῆς κυβερνήσεως, καὶ ἐπειδὴ ἔκαμες τὸ καθῆκόν σου, σὲ παύω; Ἰδοὺ πῶς ἔρχεται ἡ παραλυσία εἰς τὰς εἰσπράξεις τῶν καθυστερούντων. Ναί, κύριοι, χρειάζεται ἡ ἀντιπολίτευσις, διότι προκαλεῖ συζήτησιν, καὶ ἡ συζήτησις φέρει εἰς τὴν ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, ἀλλ’ εὔχομαι πάντοτε, ὥστε ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ γίνεται ἐπὶ θεμελίων στερεῶν, ἂν ἔλθῃ μία πρᾶξις ψεκτέα τῆς κυβερνήσεως, νὰ τὴν ἐπικρίνωμεν· ὅταν ὅμως κάμνωμεν τὴν ἀντιπολίτευσιν τῆς κυβερνήσεως εἰς κάθε τι, ἀδιακρίτως, ἀκόμη καὶ ὅταν μᾶς λέγῃ ἡ κυβέρνησις, ὅτι δὲν θέλω νὰ ἔχω τὸ δικαίωμα τῆς ἀναστολῆς τῶν καταδιώξεων, νὰ ἔχω τὴν μομφὴν, ὅτι ἔδωκα παρατάσεις προθεσμίας εἰς φίλους μου, θέλω νὰ ἀπεκδυθῶ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, τότε βεβαίως ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν φαίνεται εἰλικρινής. Ἡ κυβέρνησις καὶ ὁ ἐπικρινόμενος μᾶς λέγουν, εἶμαι ὑπουργὸς ἐφήμερος, διότι τὰ ὑπουργεῖα εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν εἶναι διαρκῆ· εἶμαι ὅμως βουλευτὴς καὶ πολίτης· ἔχω κἄποιαν πεῖραν· θέλω ν’ ἀπεκδύσω τοὺς διαδόχους μου καὶ πᾶσαν ἄλλην κυβέρνησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, καὶ σήμερον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· οἱ ἀντιτείνοντες ἀπαντῶσιν, ὄχι, θὰ ἔλθωμεν ἡμεῖς αὔριον εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργοῦ· διατί νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἐξουσίαν νὰ δίδωμεν προθεσμίαν εἰς τοὺς φίλους μας, τοὺς δὲ ἄλλους νὰ καταδιώκωμεν; διατί νὰ παραιτήσωμεν δικαίωμα τὸ ὁποῖον μία ἐξουσία δύναται νὰ τὸ μεταχειρισθῇ ὄχι μόνον εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν διεύθυνσιν τῆς πολιτείας, εἰς αὐτὰς τὰς ἐκλογάς; Ἠξεύρετε πόσαι καταχρήσεις γίνονται εἰς τὰς ἐκλογάς; τὸ ἐπικρατοῦν κυβερνητικὸν σύστημα δύναται νὰ μεταχειρισθῇ τὸ ὅπλον καὶ αὐτῆς τῆς καταδιώξεως, καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ γίνωνται ἀναστολαὶ ὑπὲρ τῶν φίλων καὶ ἐκλογέων της, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ καταδιώκωνται αὐστηρῶς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐναντίοι της. Βλέπετε πόσον μέγα εἶναι αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν· καὶ ὅταν σᾶς λέγῃ, ὅτι αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος δύναμαι νὰ κάμω χρῆσιν, ἀλλ’ ἂς λείψῃ ἀπ’ ἐμὲ καὶ τοὺς διαδόχους μου, εἰς μίαν τοιαύτην περίστασιν δὲν βλέπω τί δύναται κἀνεὶς εὐλόγως νὰ ἀντιτείνῃ. Ἀλλὰ κατὰ τὸν Κ. Βαλασόπουλον δὲν θὰ φέρῃ τὸ προσδοκόμενον ἀποτέλεσμα ἐντελῶς· τὸ παραδέχομαι· ὡς ἄνθρωπος τῆς πείρας ὅμως ἂς ἐφεύρῃ ἄλλο μέσον, ἂς φέρῃ πρότασιν διὰ τίνος τρόπου θὰ δυνηθῶμεν νὰ σωφρονίσωμεν τοὺς ταμίας καὶ εἰσπράκτορας νὰ μὴ τρώγουν τὴν πήτταν καὶ τὸ κρασὶ τῶν φορολογουμένων· αὐτὸ ὅμως δὲν ἀποκλείει τὸ προκείμενον μέτρον τὸ ὁποῖον λαμβάνετε. Καί, κύριοι, ἐτόλμησα νὰ διακόψω τὸν κύριον Βαλασόπουλον ἀγορεύοντα, διότι, ἐνῷ ἡμεῖς προχθὲς μετὰ μεγάλην συζήτησιν καὶ σκέψιν παρεδέχθημεν ἓν νομοσχέδιον, σήμερον ἦλθε νὰ ψέξῃ ὄχι τὴν κυβέρνησιν πλέον, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὴν Βουλήν· διότι ναὶ μὲν ὁ βουλευτὴς δύναται νὰ ἐπικρίνῃ τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νόμων, ὄχι ὅμως νὰ ψέγῃ ὅ,τι παρεδέχθημεν τὴν μίαν ἡμέραν, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν νὰ ἐπαναφέρῃ εἰς συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, καὶ νὰ λέγῃ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ κάμωμεν ἕνα ἔκτακτον νόμον περὶ ζωοκλοπῆς. Αὐτὸ, νομίζω, δὲν εἶναι τακτικόν, διότι προσβάλλομεν ἡμᾶς αὐτοὺς, ἐκθέτομεν τὴν ὑπόληψίν μας· διότι τὰ ἔργα τῶν χειρῶν μας ὅταν ἡμεῖς αὐτοὶ ἀρχίσωμεν νὰ τὰ ἐπικρίνωμεν καὶ τὰ καταδικάζωμεν, ἢ μόνον εἷς ἐξ ἡμῶν, τότε ἀφαιροῦμεν ἀπ’ αὐτὰ τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἡ κοινωνία περὶ τῆς ὀρθότητός των, τῆς ἀμεροληψίας καὶ σοβαρότητος μεθ’ ὧν ἐργασθεῖσα ἡ Βουλὴ τὰ καθιέρωσε. Ἀλλ’ εἶπεν ὁ Κ. Βαλασόπουλος ὅτι δι’ αὐτῆς τῆς πληθύος τῶν νόμων πράττομεν ὅ,τι πρὸ αἰώνων ἔπραττεν ἡ Ἀγγλία, τῆς ὁποίας τὰ νομοθετήματα καθίσταντο γελοῖα. Ἐγὼ εὔχομαι νὰ κάμωμεν ὅσα σφάλματα ἔκαμεν ἡ Ἀγγλία, ἀλλὰ νὰ φθάσωμεν εἰς αὐτὸν τὸν βαθμὸν τῆς ὀρθότητος καὶ δικαιοσύνης εἰς ὃν διατελεῖ ἡ Ἀγγλία. Εἶναι ἀδύνατον ἓν ἔθνος ἀμέσως νὰ ᾖναι τέλειον καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν κολοφῶνα τῆς δόξης χωρὶς νὰ κάμῃ καὶ σφάλματα. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, νομίζω ὅτι τὸ νομοσχέδιον τῆς κυβερνήσεως δὲν εἶναι ἀποῤῥιπτέον, καὶ παραδέχομαι τὴν ἀρχήν του καὶ τὸ συνιστῶ καὶ εἰς ὑμᾶς.
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον νὰ ἐπιφέρωμεν τὴν ψῆφόν μας, εἶναι πολὺ σπουδαιότερον παρ’ ὅ,τι ἐδύνατο νὰ παρασταθῇ ἐνώπιόν σας. Ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου Κ. Βαλασόπουλος σᾶς ἀπέδειξε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον ἐφαρμόζεται αὐτὸς ὁ νόμος, καὶ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τοῦ τρόπου τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου. Τὸν Κ. Βαλασόπουλον ἐξηγήσαντα ταῦτα, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ζητήσωμεν ἀλλοῦ τὰς ἀποδείξεις παρ’ εἰς τὰς ἐπαρχίας εἰς τὰς ὁποίας ἡμεῖς ζῶμεν, καὶ εἰς τὰς ὁποίας τὴν ἐφαρμογὴν τῶν καταδιώξεων καὶ τοῦ νόμου τούτου βλέπομεν καθημερινῶς, τὸν Κ. Βαλασόπουλον, λέγω, εἰπόντα τὰς ἀληθείας ταύτας, ἀντέκρουσεν ὁ Κ. Κυπριάδης διὰ τρόπου λίαν περιέργου. Καὶ δὲν ἠρκέσθη μόνον νὰ τὸν ἀντικρούσῃ ἐπὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος· ἀνέβη ὡς ὑψιπέτης ἀετὸς ὑψηλὰ καὶ κατέκρινε τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ εἶπε τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον αὕτη πολιτεύεται, καὶ τὸν παρέστησε κακόν. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀξιότιμε φίλε, δὲν θὰ λάβῃ ποτὲ τὴν ὑψηλὴν τιμὴν νὰ σᾶς συμβουλευθῇ πῶς θέλει διεξαγάγει τὴν πορείαν της, καὶ ἑπομένως εἰς ὑποθέσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν καλεῖσθε νὰ λάβητε μέρος, εἶναι περιττὸν νὰ φροντίζητε. Ἡ ἀντιπολίτευσις, κύριοι, ἀκολουθοῦσα τὴν πορείαν, καὶ ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν διὰ τῆς συζητήσεως νὰ φέρῃ εἰς φῶς πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἀποβῇ ἐπιβλαβὲς εἰς τὴν κοινωνίαν, δὲν θέλει βεβαίως λάβει ὑπ’ ὄψιν ὅσα περὶ αὐτῆς λέγονται, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῆς πεποιθήσεως ἀρυομένη τὸ θάῤῥος της, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ δανείζεται οὔτε γνώμας, οὔτε συμβουλὰς, οὔτε βοηθείας ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου αὐτὴ νομίζει, ὅτι δὲν ὑπάρχουν. Μετὰ ταῦτα, κύριοι, νομίζω ὅτι καλὸν εἶναι ἡ συζήτησις νὰ περιστραφῇ εἰς τὸ οὐσιαστικὸν μέρος τῆς προκειμένης ὑποθέσεως. Πρῶτον λοιπὸν ἐνώπιόν σας παρουσιάζεται ἕνας νόμος, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφισιν ἡ κυβέρνησις ζητεῖ ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ταὐτοχρόνως σᾶς παρουσιάζεται ἕτερος νόμος τοῦ ὁποίου τὴν κατάλυσιν ἐπίσης ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ ἐπιψηφίσητε. Εὔκολον πρᾶγμα εἶναι, κύριοι, νὰ ῥίπτῃ τις τὸ βάρος πάντοτε εἰς τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον σκεπτόμενοι, νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν τὸ βάρος πάντοτε εἰς τοὺς νόμους, καὶ νὰ ἐξακολουθῶμεν τὸ ἔργον τῆς ἀνατροπῆς τῆς νομοθεσίας ἄνευ λόγων τόσον ἰσχυρῶν, οἱ ὁποῖοι νὰ καθιστῶσιν αὐτὴν τὴν ἀνατροπὴν πειστικωτάτην. Τί ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, κύριοι, σήμερον; ἕνα νόμον τὸν ὁποῖον ζητεῖ ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ ἐπιψηφίσωμεν, καὶ ἂν δὲν λανθάνωμαι, ἕνα νόμον τοῦ 1835 τοῦ ὁποίου αἱ διατάξεις βεβαίως θὰ καταστραφῶσι, καὶ μίαν τροποποίησιν ἑνὸς ἄρθρου τοῦ λογιστικοῦ νόμου. Ὅ,τι μᾶς προτείνετε σήμερον, κύριοι, εἶναι καλλίτερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον ἔχομεν; ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα· ἐὰν ὁ νόμος, τοῦ ὁποίου τὴν ἐπιψήφισιν ζητοῦν ἀπὸ ἡμᾶς, εἶναι καλλίτερος, βαίνῃ πρὸς τὸν σκοπὸν εὐθύτερον καὶ ἀσφαλέστερον, εἶναι κανεὶς ὅστις θ’ ἀποκρούσῃ τὸ καλόν; Ἐὰν ὅμως δὲν ᾖναι τοιοῦτος, εἶναι ἀνάγκη ἆρά γε νὰ τὸν ἐπιψηφίσωμεν πράττοντες τὸ κακόν; Εἶναι βέβαιον, κύριοι, ὅτι εἰς ἣν κατάστασιν τὰ πράγματα φθάνουσιν, εἶναι δύσκολον νὰ ἐμποδίσῃ τις τὸ κακόν, καθὼς ἐπίσης καὶ εἶναι δύσκολον τὸ νὰ πράξῃ τὸ καλόν. Μολαταῦτα, καὶ εἰς ἐκείνας, λέγω, τὰς περιστάσεις οἱ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι σκέπτονται περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, δὲν πρέπει νὰ ἔχουν ἄλλην βάσιν, ἄλλον σκοπὸν ὑπ’ ὄψιν των, εἰμὴ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων αὑτῶν· διὰ τοῦτο πάντοτε, ὁσάκις πρόκειται νὰ φέρωμεν ἀντιῤῥήσεις εἰς νόμους, τοὺς ὁποίους παρουσιάζει ἡ Κυβέρνησις σχετικῶς πρὸς ἄλλους νόμους, τοὺς ὁποίους θέλει ν’ ἀνατρέψῃ, νομίζω ὅτι ἀδιστάκτως πρέπει νὰ ἐπιφέρωμεν καὶ τὴν γνώμην, καὶ τὴν κρίσιν καὶ τὴν ἀπόφασίν μας, διότι ποτὲ δὲν θὰ πιστεύσουν ὅτι εἶναι δυνατόν, καὶ ἀφοῦ γνωσθῇ ἓν πρᾶγμα ὅτι εἶναι χειρότερον ἐκείνου τὸ ὁποῖον πρόκειται ν’ ἀνατρέψῃ, ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ νὰ τὸ πράξῃ. Πρίν, κύριοι, ἀκόμη εἰσέλθω εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν νόμων αὐτῶν, θὰ παρατηρήσω εἰς ὑμᾶς τὸ ἑξῆς περιστατικόν· οἱ νόμοι, εἴτε οἰκονομικοί, εἴτε στρατιωτικοί, εἴτε ὁποιονδήποτε κλάδον ὑπηρεσίας ἀποβλέπουσι, πάντοτε πρέπει νὰ συνδέωνται μὲ τὴν πολιτικὴν σύνεσιν, ἥτις ἀποτελεῖ τὰ στοιχεῖα τῆς ὑψηλῆς διοικήσεως ἑνὸς τόπου· καὶ οὐδέποτε ἐναντίον τῆς πολιτικῆς καταστάσεως ἑνὸς τόπου, ἢ ἐναντίον τῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ ἐπιφέρῃ αὐτὸς ὁ νόμος, πρέπει ἁπλῶς καὶ ξηρῶς μόνον, ἔχοντες περιωρισμένον τὸν νοῦν εἰς τὸ ἀντικείμενον ἐκεῖνο, χωρὶς νὰ ἐξετάζωμεν τὰς συνεπείας, ν’ ἀποφασίζωμεν, διότι πολλάκις ἡ ἐλαστικότης τῶν νόμων δύναται νὰ ἐξαγάγῃ τὸ κράτος ἀπὸ μεγάλους κινδύνους, τοὺς ὁποίους δὲν ἤθελε βεβαίως ἀποφύγει, ἐὰν ἡ ἐλαστικότης αὕτη τῶν νόμων δὲν τοῦ ἔδιδε τὰ μέσα αὐτά. Κύριοι, ὑποθέσατε μίαν περίστασιν ὅλως ἔκτακτον, ἥτις ἤθελε προκαλέσει τὴν ἐξέγερσιν ὅλου τοῦ ἔθνους, ἢ τοὐλάχιστον τοῦ πλείστου μέρους αὐτοῦ, εἴτε ἐξ ἐσωτερικῶν λόγων ἰδίως, εἴτε καὶ ἐκ λόγων ἐξωτερικῶν· νομίζετε ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλετε χεῖρα καὶ νὰ σύρετε ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἴσως ἴσως δὲν παρέβησαν τὰς ὑποχρεώσεις των, εἰς τὰς φυλακάς; νομίζετε ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ πράξετε τοῦτο; Δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω ῥητὰ παραδείγματα, ἐνώπιον τῶν ὁποίων πολλάκις ὁ νόμος ὑπεχώρησεν εἰς τὴν ἀνάγκην· πιστεύω ὅτι ὑμεῖς ἀναμιμνῃσκόμενοι τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου τούτου, θέλετε πεισθῆ, ὅτι εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας τοῦ νόμου τὸ ἀλύγιστον εἶναι ἐπιβλαβές. Πρὸ ὀλίγου, κύριοι, ἡ κυβέρνησις αὕτη ἦλθεν ἐνώπιόν σας καὶ σᾶς εἶπεν, ἔχω ἀνάγκην νὰ κύψῃ μία διάταξις τοῦ νόμου, νὰ κύψῃ ἀπέναντι ὀλίγων ἀνθρώπων, τῶν φυγοδίκων, καὶ ὁ νόμος εὐσεβάστως ἔκλινε τὴν κεφαλήν του, καὶ οἱ φυγόδικοι ἐπάτησαν εἰς τὸν αὐχένα τοῦ νόμου. Δὲν ἦτον ἴσως ἡ περίστασις αὕτη ἴση μὲ ἐκείνας τὰς ὁποίας πρέπει νὰ προβλέψητε, δηλ. ἡ περίστασις ἐκείνη δὲν ἦτο ἱκανὴ ἴσως νὰ ἐπιφέρῃ εἰς ὁλόκληρον μίαν πολιτείαν τοιαύτας συνεπείας, κατὰ τὴν ἰδίαν μου γνώμην, ἀλλ’ ὑπεράνω τῆς περιστάσεως αὐτῆς πολὺ ὑψηλότερον ἵστανται ἄλλαι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ διαφύγουν τὴν προσοχήν σας, δὲν πρέπει νὰ διαφύγουν τὴν σύνεσιν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει νὰ διαφύγουν τὴν πεῖράν σας, κύριοι, διότι ἄλλως ἤθελεν ὑποθέσει τις, ὅτι ἡ πεῖρα εἰς αὐτὸν τὸν κόσμον εἶναι κἄτι τι ἄχρηστον, ὅτι ἡ ἱστορία ἔπρεπε νὰ μείνῃ ἔξω τῆς διοικήσεως τῶν πολιτικῶν. Καὶ δὲν ὑπῆρξαν, κύριοι, περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὀλίγαι ἀνωμαλίαι μιᾶς καὶ μόνης ἐπαρχίας ἐπέφεραν, κύριοι, τί ἐπέφεραν; τὸ ἀδύνατον τῆς εἰσπράξεως καθ’ ὅλον τὸ κράτος; εἰς τοιαύτας περιστάσεις τί θὰ γείνῃ, κύριοι; Ἀκούω τὸν Κ. ὑπουργὸν καὶ λέγει ἀνωτέρα δύναμις, ἀλλ’ ἴσα ἴσα θέλω νὰ προφυλάξω τὴν πατρίδα ἐξ αὐτῶν τῶν δυστυχισμένων ἐπιχειρημάτων τῆς ἀνωτέρας αὐτῆς δυνάμεως, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ ὅπως εἰς τοιαύτας περιστάσεις ἡ πολιτεία ἐνδίδῃ, ὅπως μὴ λέγῃ ἀνωτέρα δύναμις, καὶ πρέπει νὰ φροντίζῃ νὰ ἐξέρχηται ἡ κυβέρνησις ἀξιοπρεπῶς τῶν θέσεων τούτων, καὶ οὐχὶ νὰ ὑποκύπτῃ, διότι, μεταξὺ τῶν δύω τούτων πραγμάτων, δὲν θέλετε εὕρει κἀμμίαν κυβέρνησιν ἡ ὁποία νὰ διστάζῃ· θὰ προτιμήσῃ τὸ μέσον τῆς ἐντίμου ὑποχωρήσεως παρὰ τῆς ὑποταγῆς. Ἀλλά, Κύριοι, ἀκόμη θέλω λαλήσει ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν, καὶ θέλω σᾶς εἴπει τὸ ἀκόλουθον. Αἱ καθυστερήσεις, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἀπὸ τὸ 33 μέχρι σήμερον, εἶναι ὅλαι ἐκ δυστροπίας ἢ ἐξ αὐτῶν πολλαὶ κατέστησαν ἰδανικαί, ἢ πολλαὶ ἐξ αὐτῶν δὲν δύνανται καὶ νὰ πραγματοποιηθῶσιν. Ἐὰν λοιπόν, κύριοι, ἐκ δυστροπίας αἱ καθυστερήσεις αὗται γίνωνται, κατὰ τῶν δυστροπούντων ἐψηφίσθη νόμος δρακόντειος, ὁ ὁποῖος ἐν ἰσχύϊ ὑπάρχει, ὁ νόμος τῶν καθυστερούντων, ὅστις 4 διατάξεις ἔθηκε φοβερὰς, τὴν κατάσχεσιν τῆς ἀκινήτου περιουσίας, τῆς κινητῆς περιουσίας, τὴν μεσεγγύησιν καὶ τὴν φυλάκισιν· κατὰ τῶν δυστροπούντων λοιπὸν ὑπάρχει νόμος ἐν ἰσχύϊ, ὁ ὁποῖος ὠνομάσθη τότε δρακόντειος. Θέλετε λοιπὸν, κύριοι, τοὺς δυστροποῦντας νὰ καταδιώξητε; ἔχετε νόμους. Θέλετε νὰ καταδιώξητε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἴτε προσκαίρως, εἴτε διὰ παντὸς δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσι; Καὶ τί θὰ σᾶς ὠφελήσωσιν οἱ νόμοι; μήπως αἱ διατάξεις τοῦ διατάγματος τοῦ 1835, τοῦ ὑφισταμένου νόμου, δὲν εἶναι ἀρκεταί, συνδεδεμέναι μὲ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ καθυστερούντων νόμου; Ἐγὼ λέγω, ὅτι ὄχι μόνον εἶναι ἀρκεταί, ἀλλ’ εἶναι καὶ σοφώταται. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι κατὰ τῶν δυστροπούντων νόμοι ὑπάρχουν· ἀλλ’ οἱ νόμοι δὲν ἐκτελοῦνται, σᾶς λέγουν. Αἴ, καὶ ὅταν δὲν ἐκτελοῦνται ἐκεῖνοι οἱ νόμοι, πῶς θὰ ἐκτελέσωμεν τούτους; Ἐὰν οἱ νόμοι δὲν ᾖναι δυνατὸν εἰς μίαν πολιτείαν νὰ ἐκτελεσθῶσιν, ὡς γραμμένοι ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν ἢ τὴν ἄλλην, νομίζετε, ὅτι θὰ ἐκτελεσθῶσι, διότι θὰ μετατρέψητε τὰς διατάξεις αὐτῶν; πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ ἁπλοῦς ἄνθρωπός τις, διὰ νὰ πιστεύσῃ, ὅτι οἱ νόμοι ἔχουν ἐν ἑαυτοῖς μαγικὴν δύναμιν ὅπως ἐκτελῶνται καὶ μὴ ἐκτελῶνται. Ὁσάκις, κύριοι, παρετήρησα, θέλουν νὰ δώσουν κἄποιον ὕψος εἰς μίαν ἰδέαν, πάντοτε ἐπικαλοῦνται τὰ εὐνομούμενα κράτη ἀπολύτως· ἀλλ’ ὄχι, εἶναι σφάλμα· ὅ,τι κύριοι, ἐφαρμόζεται εἰς τὴν Γαλλίαν, ἀπολύτως δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐδῶ· εἶσθε συνεπείς εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν; ἐγὼ θέλω σᾶς ἀποδείξει ἀμέσως, ὅτι δὲν εἶσθε συνεπείς. Εἰς τὴν Γαλλίαν, κύριοι, ὁ ἔγγειος φόρος καὶ ὁ φόρος τῆς ἐπικαρπίας εἶναι τὸ 7ον τῶν εἰσοδημάτων, καὶ ἐδῶ καὶ αὐτὸ πάλιν ἐὰν ψηφισθῇ, θὰ ᾖναι τὸ τρίτον. Βλέπετε, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοῦτο, εἶναι εἰς τὴν Γαλλίαν, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ ἐκεῖνο, δὲν εἶναι εἰς τὴν Γαλλίαν· εἶναι λοιπὸν, κύριοι, περιστάσεις τοιαῦται, ὅπου ἕνας νόμος δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐκεῖ καὶ δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐδῶ. Ἐὰν ἤθελον νὰ φέρω εἰς ὑμᾶς παραδείγματα, ἔπρεπε νὰ δαπανήσω ὥρας ὁλοκλήρους καὶ νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, ἵνα ἀποδείξω πόσα νομοθετήματα τῆς Γαλλίας δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν ἐδῶ ὡς ἐκ τῶν ἠθῶν, τοῦ πληθυσμοῦ, τῆς πενίας, τῆς βιομηχανίας, τοῦ ἐμπορίου καὶ τόσων ἄλλων περιστατικῶν, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἐκπληρώσουν τοὺς ὅρους τῶν ὀργανικῶν διατάξεων ὅπως ἐν Γαλλίᾳ. Λοιπὸν, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσέχητε πάντοτε, ὁσάκις σᾶς λέγουν, οὕτω γίνεται εἰς τὰ εὐνομούμενα κράτη· ἀλλὰ γίνονται καὶ πολλὰ ἄλλα πράγματα ἐκεῖ, τὰ ὁποῖα οὐδέποτε ἠδυνήθητε νὰ ἐκτελέσητε καὶ νὰ ψηφίσετε ἐνταῦθα. Κύριοι, ἠξεύρετε, ὅσοι εἶσθε ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας τῆς Πελοπονήσου καὶ τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος, διότι οἱ ἀξιότιμοι φίλοι μας Ἑπτανήσιοι δὲν γνωρίζουν ἀκόμη κατὰ βάθος ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων εἰς τὸν τόπον τοῦτον. Ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι ἐγὼ ἐνοικίασα μερικοὺς φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐβεβαιώθησαν· ἅμα βεβαιωθῶσιν αὐτοὶ οἱ φόροι, ἐγὼ εἶμαι ὑπόλογος νὰ πληρώσω τὸ ἐνοίκιον αὐτοῦ τοῦ φόρου εἰς τὸ δημόσιον· ἐὰν δὲν τὸ πληρώσω, καθυστερῶ· ἀλλὰ ποῖα μέσα ἔχω ἐγὼ ὁ ἰδιώτης νὰ συνάξω ὅ,τι μοὶ ὀφείλουσιν οἱ συμπολῖταί μου; δὲν ἔχω κανέν· πρέπει λοιπὸν νὰ δανεισθῶ τὰ μέσα ταῦτα ἐκ τῆς ἀρχῆς· ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ δὲν τὰ χορηγεῖ, καὶ ὅμως ἐγὼ πρέπει νὰ πληρώσω, ἐνῷ μοὶ ὀφείλουν καὶ δὲν δύναμαι νὰ λάβω. Λοιπὸν, κύριοι, εἰς τοιαύτην περίστασιν μὴ δώσητε αὐτὴν τὴν προθεσμίαν, σύρατέ με εἰς τὴν φυλακὴν, καταστρέψατε τὴν περιουσίαν μου, διότι ἔχω ἀνάγκην ἑνὸς μηνὸς προθεσμίας καὶ συνδρομῆς, ὅπως συνάξω ὅ,τι ὀφείλουσι καὶ εἰς ἐμὲ καὶ πληρώσω· καὶ τοιαῦται περιστάσεις ὑπάρχουσιν ἄπειροι, ὡς πρὸ ὀλίγου εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω πολλὰς τοιούτου εἴδους ἀναφορὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἤδη θέλω παρατηρήσει εἰς ὑμᾶς ἄλλο τι· εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῆς οἰκονομίας μοὶ ἔκαμε πολὺ κακὴν ἐντύπωσιν μία φράσις ἁπλουστάτη. Ἀκούσατε, κύριοι. «Ἅμα ὀφειλή τις πρὸς τὸ δημόσιον κατεστάθη κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἀπαιτητὴ, δυοῖν θάτερον, ἢ πρέπει νὰ πληρωθῇ ἢ πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου, ὅτι ὁ ὀφειλέτης δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ ἵνα ἐπέλθῃ νομίμως ἡ ἀπάλειψις τῆς ὀφειλῆς, διότι τὸ δημόσιον δὲν ἐπαγγέλλεται τὸν δανειστήν.» Σωστὰ, κύριοι. Βλέπετε τί ἁπλούστατον πρᾶγμα εἶναι; Εἰμποροῦμεν νὰ ἐξαλείψωμεν χιλιάδας ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι χρεωστοῦν εἰς τὸ δημόσιον· καὶ βεβαίως ἀφοῦ δὲν εἰμποροῦν νὰ πληρωθῶσι, τί ἄλλο μένει παρὰ νὰ τὰς ἐξαλείψωμεν;
§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ νόμου.
§50ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τάχα διὰ νόμου εἶναι ὀλιγώτερον ἀπάλειψις;
§51ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διαφέρει.
§52ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα θὰ ἴδωμεν ἂν διαφέρῃ πολύ.—Μέχρι τοῦδε, κύριοι, τοιαύτη ἀπάλειψις δὲν συνεχώρηθη νὰ γείνῃ, καὶ δὲν βλέπω καὶ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου μας πρέπει νὰ γείνῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἐὰν, ἀφοῦ ἐκπληρωθῶσιν ὅλαι αἱ καταδιώξεις, δὲν ἔχω νὰ πληρώσω, εἶναι ἀδιάφορον ἐὰν θ’ ἀπαλείψητε ἢ μὴ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὀφείλω. Τί κάμνετε, ὅταν σᾶς χρεωστεῖ ἕνας ἄνθρωπος; τὸν καταδιώκετε, λαμβάνετε ἀπόφασιν κατ’ αὐτοῦ, τὸν θέτετε εἰς τὰς φυλακὰς, ἀλλ’ ὅταν πεισθῆτε, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε νὰ σᾶς πληρώσῃ, τότε τί κάμνετε; ἀπαλείφετε τὸ χρέος του; μὰ εἶναι ἀπηλειμμένον· διότι τί θὰ λάβῃς ἀπὸ ἐκεῖνον ὅστις δὲν ἔχει; Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν ἔχει πρακτικὸν σκοπὸν, πρὸς ὠφέλειαν τοῦ δημοσίου. Ἀλλ’ ἐγὼ θὰ σᾶς ἀποδείξω, πῶς ἔχει πρακτικώτατον σκοπὸν διὰ ν’ ἀπαλειφθῶσι αὐτὰ τὰ χρέη, καὶ ἰδοὺ πῶς. «Ἅμα ὀφειλή τις πρὸς τὸ δημόσιον κατεστάθη κατὰ τοὺς κειμένους νόμους ἀπαιτητὴ, δυοῖν θάτερον, ἢ πρέπει νὰ πληρωθῇ, ἢ πρέπει ν’ ἀποδειχθῇ διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου!..........» πῶς θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου! πῶς θὰ κατασταθῇ τόσον εἰλικρινὴς ἡ ἐφαρμογὴ αὕτη τοῦ νόμου, ὥστε νὰ μὴ συμπεριληφθῶσι καὶ πλῆθος ἀνθρώπων οἱ ὁποῖοι ὀφείλουν εἰς τὸ δημόσιον! Ὑποθέσατε ἕνα ἔχοντα κτηματικὴν περιουσίαν, διότι αὕτη εἶναι ἡ βάσις, καὶ καθὼς συμβαίνει καὶ τὸ ὁποῖον δὲν εἰμποροῦμεν ν’ ἀποφύγωμεν, δυστυχῶς ἡ περιουσία αὕτη εἶναι περιπεπλεγμένη μὲ τόσα ἄλλα δικαιώματα, ὥστε ἐγὼ δὲν διστάζω νὰ τὴν ἐκθέσω εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ δημοσίου, καὶ ὅμως ἐγὼ ἔχω καὶ κεφάλαια ἄπειρα εἰς τὸ σπίτι μου, τὰ ὁποῖα δὲν ὑποκύπτουν εἰς τὴν θέλησιν τοῦ δημοσίου· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί θὰ γείνῃ; θὰ καταδιώξῃ τὸ δημόσιον τὴν περιουσίαν μου· θὰ τὴν εὕρῃ περιπεπλεγμένην· θὰ μὲ φυλακίσῃ ἴσως καὶ πέντε ἡμέρας, διότι εἶναι εὔκολον ν’ ἀπολυτρωθῶ, ὅταν μάλιστα ἡ τσέπη μου ἦναι ζεστή· ἐξεπληρώθησαν οἱ ὅροι τοῦ νόμου· ἑπομένως ἡ ἀπάλειψις εἶναι τετελεσμένη. Ναί· ἀλλὰ θὰ γείνῃ διὰ νόμου· ὡς νὰ ἦτο τάχα δύσκολον νὰ φέρουν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ νὰ φέρουν ἀποδείξεις τῶν ἀρχῶν, ὅτι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ πληρώσουν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι. Τί θὰ εἴπῃ ἡ Βουλή; θὰ κάμῃ ἐξετάσεις, ἐὰν ἔγειναν καθὼς πρέπει αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐὰν δὲν ἐγένοντο μεροληψίαι, ἐὰν δὲν ἐγεννήθησαν συμμαχίαι συμφερόντων ἐξ ἐκείνων αἱ ὁποῖαι γεννῶνται τρομακτικαὶ, αἱ ὁποῖαι ἀρχίζουν ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον τῆς Πελοποννήσου καὶ πηγαίνουν μέχρι Φθιώτιδος; Αὐτὸ τὸ εἴδομεν εἰς τὰ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια, εἰς τὰς ἐνοικιάσεις, εἰς τὰ Κρητικὰ γραμμάτια καὶ τόσα ἄλλα. Νομίζετε, ὅτι αἱ συμμαχίαι αὗται δὲν θὰ γεννηθοῦν φοβεραὶ, καὶ δὲν θὰ ἔλθουν νὰ κερδοσκοπήσουν; Ψηφίσατε αὐτὴν τὴν διάταξιν τοῦ νόμου, ψηφίσατέ την· ἐγὼ θὰ τὴν ἀποκρούσω, ἑπομένως ἡ εὐθύνη θὰ ᾖναι εἰς ἕκαστον, ὁ ὁποῖος θὰ παραδεχθῇ τοιαύτην ἀρχήν.
§53ΚΟΥΡΗΣ. Τί εἶναι συμμαχία συμφερόντων;
§54ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα σᾶς ἐξηγῶ· συμμαχία συμφερόντων ἐννοῶ τὰς ἰδιαιτέρας συμφωνίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται μεταξὺ συνεταίρων· ἐκαταλάβετε τώρα; εἶναι ἁπλούστατον τὸ πρᾶγμα. Λοιπὸν, κύριοι, αὐτὴ ἡ μικρούτσικη καὶ ἁπλῆ φράσις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ εἰς ἐμὲ ἔκαμε πολλὰ κακὴν ἐντύπωσιν. Πολὺ πιθανὸν αἱ διανοητικαί μου δυνάμεις νὰ μὴ ᾖναι ἱκαναὶ νὰ ἐννοήσω τόσον γρήγορα τὴν ἀλήθειαν, ἡ ὁποία ἔπεισε τὸν Κ. ὑπουργόν· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι σφάλμα ἰδικόν μου· οὕτως ἐπλάσθην· ἐγὼ ὅμως ἐπιμένω καὶ πείθομαι, ὅτι θέλουν συμβῆ ὅσα σᾶς εἶπον. Ἂς ἔλθωμεν, κύριοι, τώρα νὰ ἐξετάσωμεν τὰς διατάξεις τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ἀκυρώσωμεν, καὶ τὰς διατάξεις τῶν νόμων, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ ἐπικυρώσωμεν. Πρῶτον, κύριοι, ὑπάρχει τὸ διάταγμα τοῦ 1835. Πείθομαι, ὅτι ὅλοι ἡμεῖς, δηλ. ἐν συνόλῳ τὸ ἔθνος ἀπὸ τὸ 1835 προώδευσε πολύ· διότι φυσικῶς ἡ κατάστασις ἡ σημερινὴ ὡς πρὸς ἐκείνην ἔχει διαφορὰν μεγίστην· ἀλλ’ ἀμφιβάλλω εἰς ἓν πρᾶγμα, ἐὰν καὶ ὡς πρὸς τὴν δύναμιν τῶν νομοθετῶν ἐκάμαμεν ἀναλόγους προόδους, καὶ διὰ τοῦτο θέλω νὰ ἐξετάσωμεν μετὰ προσοχῆς, τί ἦτο διατεταγμένον τότε, καὶ διὰ τί ἦτο διατεταγμένον, τί ζητεῖται σήμερον, καὶ διὰ τί ζητεῖται. Τὸ πτωχὸν ἐκεῖνο διάταγμα, κύριοι, τὸ ὁποῖον ἔζησε 33 ἔτη καὶ μέλλει νὰ ἀποθάνῃ ἐντὸς ὀλίγου ἴσως, ἔχει τρεῖς διατάξεις. «Εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἐδόθη προσωπικὴ ἢ πραγματικὴ ἐγγύησις...» Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἰς τὸ ἄρθρον πρῶτον περιέχεται ὁλόκληρος μία ἰδέα. Τὸ ἄρθρον πρῶτον λοιπὸν λαλεῖ περὶ πραγματικῆς ἢ προσωπικῆς ἐγγυήσεως· μία κατηγορία. Τὸ δεύτερον ἄρθρον λέγει· «εἰς ὅλας τὰς περιπτώσεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐδόθη κἀμμία ἐγγύησις.....» Δευτέρα κατηγορία. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν τὸ πρῶτον ἄρθρον νὰ ἴδωμεν, ἂν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομιῶν νὰ ἐπιψηφίσωμεν σήμερον, δὲν ἐμπεριέχεται καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας. Ἰδού, κύριοι, τί λέγει ὁ νόμος εἰς τὴν πρώτην περίστασιν. «Εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, εἰς ἃς ἐδόθη προσωπικὴ ἢ πραγματική τις ἐγγύησις διὰ τὴν ἔγκαιρον πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων πρέπει τοῦ λοιποῦ, ἅμα παρέλθῃ ἡ προσδιορισθεῖσα διὰ τὴν πληρωμὴν προθεσμία, νὰ ἐκτελεσθῇ χωρὶς τινὰ συγκατάβασιν ἡ ἐγγύησις αὕτη· ἐὰν ἴσως ἔγειναν ἤδη κατὰ τοῦ πρώτου ὀφειλέτου τὰ ἀναγκαῖα βήματα.......... πρέπει νὰ γείνῃ πρὸς ἡμᾶς (τὸν Βασιλέα) ἀναφορὰ» λέγει ὁ νόμος. Λοιπὸν εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν τί διατάττει ὁ νόμος; Διὰ τὴν ἔγκαιρον πληρωμὴν τῶν ὀφειλομένων νὰ καταδιωχθῇ ὁ πρῶτος ὀφειλέτης πρῶτον, καὶ ὄχι ὁ ἐγγυητὴς, καὶ ἀφοῦ ἐξασκηθῶσι κατ’ αὐτοῦ ὅλα τὰ μέτρα καὶ δὲν δυνηθῇ νὰ πληρωθῇ τὸ δημόσιον, νὰ στραφῇ τὸ δημόσιον κατὰ τοῦ ἐγγυητοῦ, ὁ ὁποῖος εἴτε προσωπικῶς, εἴτε διὰ πραγμάτων ἐγγυήθη, εἴτε προσωπικὴν, εἴτε πραγματικὴν ἔδωκεν ἐγγύησιν, καὶ μόνον, ὅταν ὑπάρχουν ἰδιαίτεροι λόγοι, λέγει, ὑπὲρ τοῦ ἐγγυητοῦ, πρέπει νὰ γίνῃ πρὸς ἡμᾶς ἀναφορά. Τώρα ποῖοι εἶναι οἱ ἰδιαίτεροι λόγοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἔχουν τόσην σημασίαν, διὰ νὰ ἀναφερθῶσιν εἰς τὸν Βασιλέα; Πρέπει βεβαίως νὰ ᾖναι σημαντικοὶ, καὶ τότε, κύριοι, ἓν σύστημα πολὺ διαφορετικὸν διοικήσεως ἦτο, καὶ αὐστηρότερον ἐγένετο ἡ ἐξέτασις ὅλων τῶν πραγμάτων. Λοιπὸν βλέπετε, κύριοι, ὅτι οἱ ἰδιαίτεροι λόγοι ἦσαν, λέγει ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ἡ εὔνοια. Πιθανὸν νὰ ἔχῃ ἀφορμὰς νὰ τὸ γνωρίζῃ, ὅτι ἀπὸ εὔνοιαν τότε εἶχε μεγάλην ἰσχύν.
§55ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλ’ εἰς τὰ καταστατικὰ δὲν ὑπάρχει τὸ ὄνομα τοῦ Κεχαγιᾶ ὡς καθυστεροῦντος.
§56ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶναι τὸ ἰδικόν μου;
§57ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔκαμα ἕνα συμψηφισμὸν διὰ 50,000 δραχμῶν.
§58ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Διὰ 50;
§59ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Διὰ 30.
§60ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρὰ κάτω ἀκόμη.
§61ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πόσα ἦσαν;
§62ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. 10 ἦσαν.
§63ΚΕΧΑΓΙΑΣ. 10. Ὡς τόσον τὸ ὄνομα τοῦ Κεχαγιᾶ δὲν ἦτο, ἀφοῦ τὸ θέλεις.
§64ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μάλιστα, τὸ θέλω· δὲν πρέπει ν’ ἀμφιβάλλῃς, ὅτι τὸ θέλω. — Λοιπὸν, κύριοι, βλέπετε, τί ἦτο ἡ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐνεργεῖτο ἡ εὔνοια. Σᾶς ἐπαναλέγω, ὅτι δὲν ἔχω ἀφορμὰς νὰ γνωρίζω αὐτὴν τὴν εὔνοιαν. Ἐὰν ἄλλοι τὴν γνωρίζουν καλὰ, καὶ ὑπάρχουν περιστάσεις αἱ ὁποῖαι ἐβεβαίωσαν τὴν ἀναγνώρισιν αὐτὴν, τότε βεβαίως ὁμολογῶ, ὅτι τὸ πρᾶγμα ἔχει κακῶς· ἀλλ’ ἐγὼ φρονῶ, ὄχι δὲν ἦσαν αἱ διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ δοθοῦν εἰς τὴν εὔνοιαν, ἀλλ’ ἐδίδοντο εἰς τὰς πραγματικὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς πολιτικὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, ὅπου ἡ φρόνησις ἡ πολιτικὴ ἀπαιτεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ ᾖναι λίαν προσεκτική. Ἐπειδὴ, κύριοι, ὁ κ. ὑπουργὸς ἐλάλησε περὶ ἐμοῦ, εἶναι ἀδύνατον νὰ σιωπήσω ἐνώπιόν σας. Τῳόντι, κύριοι, ὁ μακαρίτης πατήρ μου εἶχεν ἀγοράσει ἀπὸ τὸ δημόσιον 100 στρέμματα σταφίδος καὶ ἕνα μύλον, καὶ ταῦτα ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσι κατὰ τοὺς νόμους τῶν προικοκτησιῶν καὶ τῶν φθαρτῶν κτημάτων· ὁ ἀξιότιμος φίλος μου κ. Κεχαγιᾶς, ἐπειδὴ κατὰ τοῦ δημοσίου ἐκέρδησα δίκην τινὰ, ἔσπευσε νὰ συμψηφίσῃ 10,000 δρ. πρὸς πληρωμὴν τῆς σταφίδος καὶ τοῦ μύλου, τὸν ὁποῖον ὁ φίλος μου Ἄννινος γνωρίζει, ἔσπευσε νὰ τὰ συμψηφίσῃ ἐναντίον τοῦ νόμου, καὶ διατί τὸ ἔκαμεν ὁ κ. Κεχαγιᾶς, μολονότι ἀνήκομεν τότε, νομίζω, εἰς τὸ αὐτὸ πολιτικὸν σύστημα;
§65ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τόσον καλλίτερα.
§66ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἠξεύρετε διατί τὸ ἔκαμε; Διότι ἐγὼ δὲν ἠθέλησα τόσον πολὺ νὰ κλίνω τὴν κεφαλήν· ἤμην ὀλίγον σκληροτράχηλος εἰς μερικὰς τότε περιστάσεις, καὶ ἀληθῶς ὁ κ. Κεχαγιᾶς, ὅταν πρόκειται, τὸ ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ κομματισμοῦ, δὲν ἀστειεύεται περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ κόμματός του· καὶ λαμβάνει ἀπ’ ἐμὲ τὰς 10,000 δραχ., καὶ δικάζομαι μετὰ τοῦ δημοσίου σήμερον καὶ ἐλπίζω ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ληφθῇ ὀπίσω· τὸ εὐτελὲς ἐκεῖνο ποσὸν τὸ ὁποῖον ὑπεχρεώθην νὰ πληρώσω ἐγὼ ὡς κληρονόμος κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, τὸ ἐπλήρωσα, καὶ ζήτησε εἰς τὰ ἔγγραφα τοῦ ὑπουργείου διὰ νὰ εὕρῃς ἐάν ποτε κατεδέχθην, ἢ ἐδόθη, ἢ ἐζήτησα ἀπὸ κανένα προθεσμίαν ἢ ἀναβολήν. Δὲν γνωρίζω βέβαια τὰ μυστήρια τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ πιθανὸν νὰ τὰ μάθω, καὶ τότε ἐπιφυλάττομαι νὰ ὠφεληθῶ καλλίτερα. Λοιπὸν, κύριοι, σήμερον παραιτῶ τὴν γενικὴν ἀρχὴν, καὶ ἔρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθέκαστα· τὸ δεύτερον μέρος τί λέγει; Εἰς τὴν περίστασιν καθ’ ἣν δὲν ἐδόθη καμμία ἐγγύησις «δίδομεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν κτλ». Ἀκούετε, κύριοι; Σοφωτάτη διάταξις σᾶς λέγει, ὅτι ὅταν δὲν ὑπάρχῃ διάταξις νὰ ἀσφαλίζεται τὸ δημόσιον, ὀφείλουν οἱ γραμματεῖς τῶν οἰκονομικῶν νὰ καταδιώκουν καὶ νὰ δίδουν μόνον προθεσμίας ἐντὸς τοῦ ἔτους, διότι πέραν τοῦ ἔτους δὲν ἔχουν ἐξουσίαν νὰ δώσουν προθεσμίαν. Καὶ πότε δύναται νὰ μὴ γίνῃ ἡ πληρωμή; καὶ πότε δύναται νὰ χορηγηθῇ ἡ προθεσμία; ὅταν οἱ ὀφειλέται παρουσιάσωσιν ἐγγυητὰς ἀξιοχρέους. Βλέπετε, ὅτι ἐπρόβλεψε σοφῶς τὸ ἄρθρον περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἵτινες δύνανται νὰ παρουσιάσωσιν ἐγγυητὰς ἀξιοχρέους, καθὼς καὶ περὶ τῶν ἄλλων· καὶ τὰς σοφὰς ταύτας διατάξεις ἔρχεσθε σήμερον νὰ καταργήσετε, λέγοντες, ὅτι δὲν ἐφαρμόζονται; καὶ πρόκειται νὰ καταργηθοῦν αὗται αἱ διατάξεις ἀπὸ ποίους; ἀπὸ ὑμᾶς, οἵτινες ἐγίνατε ὑπουργοὶ πολλάκις! Καὶ ἂν δὲν ἐφαρμόζωνται ποῖοι εἶναι οἱ ἔνοχοι; καὶ τί δύναται νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι αἱ νέαι διατάξεις θὰ ἐφαρμοσθῶσι καλλίτερα; ἢ δὲν ὑπάρχουν εἰς τοὺς Κώδικας τοσοῦτοι νόμοι εἰς ἀχρηστίαν; Ἔχομεν ἀρκετὰς διατάξεις ἐπίσης εἰς τὸν Κώδικα, καθὼς καὶ εἰς τὸν λογιστικὸν νόμον, καὶ ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς καὶ μᾶς προτείνει τὴν μεταβολήν· καὶ ποίαν μεταβολὴν προτείνει; νὰ καταδιώξῃ τοὺς ὀφειλέτας, καὶ ἀφοῦ ἐξαντλήσῃ τὰ μέσα, ν’ ἀπαλείψῃ τὰ δημόσια χρέη. Αὐτὴν λοιπὸν, κύριοι, τὴν διάταξιν, αὐτὴν τὴν νέαν διάταξιν παραβάλλω μὲ τὰς προλαβούσας διατάξεις, τοὐλάχιστον κατὰ τὴν κρίσιν μου, καὶ τὴν εὑρίσκω πολὺ κατωτέραν, διὰ νὰ μὴν εἴπω τίποτε ἴσως χειρότερον. Κατὰ συνέπειαν ὅλων τούτων τῶν πραγμάτων, κύριοι, διατί ν’ ἀποῤῥίψωμεν διὰ μιᾶς καὶ καταστρέψωμεν νόμον ὅστις παρέχει ὅλα τὰ μέσα, καὶ ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἔποψιν ἐξεταζόμενος, καὶ ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν διάταξιν ἐντὸς τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει πολιτικὸν μέτρον, κατ’ ἐμὲ, δυνάμενον οὕτω νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν; Διὰ ποῖον λόγον, κύριοι, ὁ νόμος ἀναφέρει, ὅτι αἱ παροχαὶ γίνονται ἀπὸ τὴν γραμματείαν; διότι τότε ὅτ’ ἐξεδόθη, δὲν ὑπῆρχον βουλαί. Διὰ τοῦτο καθιστᾷ τὴν γραμματείαν ὑπεύθυνον ἀπέναντι τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος· διότι κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι καὶ σήμερον ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος καὶ ἀπέναντι τοῦ Βασιλέως καὶ ἀπέναντι ἡμῶν καὶ ἀπέναντι ἴσως ὅλου τοῦ ἔθνους. Ἐὰν λοιπὸν οἱ ὑπουργοὶ σήμερον παραβαίνουν τὸν νόμον, τί ἀνάγκην ἔχετε νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νέον, καὶ νὰ καταδιώξωμεν καὶ νὰ καταργήσωμεν; Θέλετε νὰ δώσετε ἀμνηστείαν; κάμετέ το· τίς ἡ ἀνάγκη νὰ καταργήσετε τὸν νόμον; Θέλετε νὰ τοὺς καταδιώξετε; Ἰδοὺ ὁ νόμος εἰς χεῖρας ὑμῶν, ἐκτελέσατέ τον· τί θέλετε νέους νόμους, οἵτινες ἀφίνουσι χιλίας ὑποψίας εἰς τὰ ὄμματα τοῦ ξένου κόσμου; Σᾶς εἶπον, κύριοι, καὶ ὁμολογῶ ὅτι, τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν κάμνομεν τίποτε, τὸ ὁποῖον νὰ μὴν ᾖναι χειρότερον εἰς τὸν νέον νόμον. Παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχουν ἐλλείψεις μεγάλαι, καὶ νομίζω, ὅτι ἔχω καθῆκον ν’ ἀποκρούσω τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου αὐτοῦ. Σᾶς ἀναφέρω περιστατικόν τι, τὸ ὁποῖον ὡς ἀκροατὴς ἤκουσα ἐκ τοῦ θεωρείου ἐκείνου εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὁ πολλὰ γνωστὸς εἰς πάντας ὑμᾶς ἐξάδελφός μου Γ. Πετιμεζᾶς, ὁ ὁποῖος διετέλει τότε ὡς πληρεξούσιος ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ περιβόλου, ἔφερε τότε μίαν πρότασιν, καὶ πιστεύω, ὅτι τὴν ἔχει δανεισθῆ ἀπὸ τοὺς νόμους τῶν Σπαρτιατῶν καὶ Ἀθηναίων, καὶ εἶπεν ὅτι, πᾶς ὅστις ὀφείλει εἰς τὸ δημόσιον νὰ μὴν ἐκλέγηται ὡς βουλευτής· διότι καὶ οἱ Σπαρτιᾶται ἐκεῖνοι, οἵτινες ὤφειλον εἰς τὸ δημόσιον, δὲν ἔχαιρον τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι, καὶ οἱ Ἀθηναῖοι· τὸ αὐτὸ ἐπρότεινε, καὶ νομίζω, ὅτι συνέχεε τὸν νόμον· διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ ἀμφισβήτησις ἐάν τις ὀφείλῃ ἢ ὄχι. Ἀλλά, κύριοι, ποῖοι ἦσαν ἐκεῖνοι οἵτινες ἐπολέμησαν κατὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς; ὅσοι εἶσθε τότε πληρεξούσιοι τοὺς γνωρίζετε. Ὁ λόγος δὲ τῆς Συνελεύσεως διὰ τὸν ὁποῖον δὲν παρεδέχθη αὐτὴν τὴν πρότασιν, εἶναι διότι δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀμφισβήτησις.
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν τὸ λέγετε δι’ ἐμὲ, σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ δὲν ἤμην.
§68ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶμαι ὑποχρεωμένος διὰ ν’ ἀναφέρω ὅλα ἐκεῖνα τὰ πρόσωπα τὰ ὁποῖα ἐπολέμησαν αὐτὴν τὴν ἰδέαν· εἶναι εἰς τὰ πρακτικὰ καὶ ἂν θέλετε νὰ ὁμιλήσω δικαίως, ἦσαν οἱ νόμοι μὲ τοὺς ὁποίους ἔπρεπε νὰ ἐξασφαλίσητε τὰ παλαιὰ χρέη, καὶ ἄλλαι τινες διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων ἠδύνατο ν’ ἀποδοθῇ δικαιοσύνη, νὰ ὑπάρχῃ ἀνάγκη, νὰ μὴ γνωρίζετε ποῖος εἶναι ὁ φίλος, καὶ ποῖος ὄχι. Ἀλλὰ ἡ διάταξις αὕτη ἀποῤῥίπτεται καὶ σήμερον ἔρχεται μία ἄλλη πρότασις, (θόρυβος). Λοιπὸν βλέπετε ἐξ ὅλων ὅσων εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι αἱ διατάξεις τὰς ὁποίας θέλετε νὰ ἐπιψηφίσητε, δὲν ἔχουν κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποκρούσῃ τὸν νόμον.
§69ΚΕΧΑΓΙΑΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν.) Παρεξενεύθη ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων μὲ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον ὁ βουλευτὴς Κέας κύριος Κυπριάδης ἀπήντησεν εἰς τὸν κύριον Βαλασόπουλον. «Πῶς, εἶπεν, ἐτόλμησε νὰ ἐξελέγξῃ τοὺς λόγους, τὰς ῥήσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως; δὲν εἶναι ἰδικόν του ἔργον». Κύριοι, ἐὰν οὕτω πῶς φρονῇ ὁ κύριος βουλευτὴς Καλαβρύτων, λανθάνεται πολύ· ὅπως ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, οὕτω πῶς καὶ ἡ συμπολίτευσις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀποκρούῃ, νὰ συζητῇ καὶ νὰ κρίνῃ τοὺς λόγους τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν εἶναι λοιπὸν παρέκβασις τῶν καθηκόντων, ἐὰν ἤθελε νὰ ἐξετάσῃ τις ἐπιεικῶς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, δικαιοῦμαι κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν νὰ ἐξελέγξω τοὐλάχιστον ὡς πρὸς τοῦτο τὸ ἀντικείμενον τὴν τακτικὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι βλέπετε, ὅτι ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἠγέρθη ἀντιπρόσωπος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι ἅμα γίνεται λόγος ὁ Πετιμεζᾶς ἀγωνιᾷ.
§70Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ἐλησμόνησες, ὅτι εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος ὄχι τώρα, ἀλλὰ ἀπὸ προτήτερα.
§71ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πρὸ ἡμερῶν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἔκαμεν ἓν νομοσχέδιον περὶ τῆς ληστείας καὶ δι’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐπρότεινε ποινάς τινας κατὰ τῶν δημάρχων, ποινὰς αἱ ὁποῖαι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐπιβληθῶσιν εἰμὴ παρὰ τῶν δικαστηρίων. Ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς κατέκρινε τὴν Κυβέρνησιν, διότι εἶπεν, ὅτι οἱ δήμαρχοι πρόκειται νὰ παραδοθοῦν εἰς τὰς χεῖρας τῶν ὀργάνων τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἑπομένως ἀπέκρουσε τὸ νομοσχέδιον αὐτό· διότι ἔλεγεν, ὅτι τρέχουν κίνδυνον οἱ δήμαρχοι, ἐὰν τοιοῦτον δικαίωμα δώσωμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ δὲν δίδεται εἰς τὴν ἐξουσίαν, οὐδὲ ἔχει αὐτὴν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ εἰς τὰ δικαστήρια. Σήμερον, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἡ ἰδία προτείνει τὴν κατάργησιν ἑνὸς νόμου, τὸν ὁποῖον ἔχει εἰς τὰς χεῖράς της, καὶ τοῦ ὁποίου ἀπεδείχθη, ὅτι γίνεται κακὴ χρῆσις. Ἀντιθέτως σήμερον ἡ ἀντιπολίτευσις λέγει, κράτησε τὸ δικαίωμα καὶ κάμε, ἂν δυνηθῇς, καλὴν χρῆσιν· ἀντιθέτους παρ’ ὅ,τι ἔλεγεν εἰς τὸ νομοσχέδιον φέρει ἐνστάσεις.
§72ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἴδιον ἐλέγομεν, ὑμεῖς ἀντιφάσκετε.
§73ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅταν, Κύριοι, εἰσηγάγομεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, σᾶς εἴπομεν, ὅτι μακρὰ πεῖρα 33 ἐτῶν ἀπέδειξε τὸ πλημμελὲς τοῦ διατάγματος ἐκείνου· καὶ τὸ ἀπέδειξα, διότι ἐγὼ ὁ ἴδιος σᾶς παρέστησα, ὅτι ὑπάρχει καθυστέρημα 58 ἑκατομμυρίων περίπου· ἔπρεπε νὰ κοπῇ τὸ νῆμα τῶν καθυστερουμένων καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλα τὴν πρότασιν, δι’ ἧς προτείνω τὸ νὰ μὴ δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ χορηγῇ προθεσμίαν εἰς τοὺς ὀφειλέτας. Ἐπίστευα, Κύριοι, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ τοιαῦτα ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἄφησεν ἡ διάταξις ἐκείνη, ἐπίστευα, λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχουσα, ὑπ’ ὄψιν μάλιστα τὴν στενοχωρίαν εἰς ἣν διατελεῖ τὸ δημόσιον ταμεῖον, θέλει παραδεχθῇ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, διότι τὶ σᾶς εἶπον; ἐκτὸς τῶν ἄλλων οἰκονομιῶν αἵτινες θὰ προκύψωσιν ἐκ τούτου, σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτὸ τὸ διάταγμα ἐγεννήθη εἰς μίαν ἐποχὴν καθ’ ἣν δὲν ὑπῆρχον ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους· ἡ θέλησις τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος ἦτο καὶ νόμος. Κατ’ ἐκείνην τὴν περίστασιν ἔγεινε τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου αἱ ἀποφάσεις τῆς ἀντιπροσωπείας ματαιοῦνται. Κατ’ ἔτος ψηφίζετε τὰ ἔσοδα καὶ κατ’ ἔτος προσδιορίζετε τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν οἱ φορολογούμενοι θέλουσι πληρώσει τοὺς φόρους. Ἀπεναντίας δι’ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος τὴν ἀπόφασιν τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος τὴν ματαιοῖ ἕνας ὑπουργὸς εἴτε χαριζόμενος, εἴτε ἀπὸ κακὴν πρόθεσιν, εἴτε ἀπὸ κακὴν διάγνωσιν τῶν περιστάσεων, αἱ ὁποῖαι τοῦ παρουσιάζονται, διότι, ὅπως ἐγὼ τοὐλάχιστον παρετήρησα, εἰς τὸ λεγόμενον τοῦτο διάταγμα ἡ ἐξουσία ὅλη μένει εἰς τὸν ὑπουργόν· μόνον οἱ ἰσχυροὶ ὠφελοῦνται, διότι μόνοι αὐτοὶ τρέχουν εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ ἐπιτυγχάνουν τὰς προθεσμίας. Ὁ μικρὸς πολίτης, ὁ ἀδύνατος, ἐκεῖνος ἐπλήρονε, διότι δὲν εἶχε τὰ μέσα. Θέλετε λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον ἀδίκημα; Ἀλλὰ ὁ κύριος Βαλασόπουλος μᾶς εἶπεν, αὐτὸ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν συνείδησιν τοῦ ὑπουργοῦ. Αἱ, κύριε, Βαλασόπουλε, ἀπὸ τῆς συστάσεως αὐτοῦ τοῦ Βασιλείου δὲν εὑρέθη εἷς ὑπουργὸς νὰ κάμῃ καλὴν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ διατάγματος, διατί; διότι πᾶσα χάρις ἥτις γίνεται εἰς ἕνα, γίνεται ἀδικία εἰς ἄλλον· ἐὰν ὑπάρξῃ αὐτὸς ὁ νόμος, σᾶς λέγω, ὅτι καὶ ἐγὼ θὰ εὑρεθῶ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ χαρισθῶ ὄχι ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἐξ ἀγνοίας, καὶ οὐδεὶς ὑπουργὸς θὰ εὑρεθῇ, ὅστις νὰ μὴ χαρίζεται. Δὲν πταίει λοιπὸν ἡ διάταξις αὐτὴ, πταίει τὸ φορολογικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα· ὅταν εἰσαγάγωμεν βέβαια τὸ Εὐρωπαϊκὸν σύστημα, τότε θὰ λείψῃ, εἶπεν ὁ προλαλήσας ὅστις ὑπέπεσεν εἰς τὴν μεγαλῃτέραν ἀντίφασιν· ἠξεύρετε λοιπὸν τὶ θὰ εἰπῇ Εὐρωπαϊκὸν σύστημα καὶ ποῖοι φόροι καθυστεροῦνται; Ὁ φόρος τῶν ἀμπέλων ἀφίνει καθυστερούμενα, ὁ φόρος τῶν οἰκοδομῶν, ὅστις ἀπ’ εὐθείας εἰσπράττεται ἀφίνει καθυστερούμενα, ἑπομένως ὅλα τὰ ἀπ’ εὐθείας εἰσπραττόμενα ἀφίνουσι καθυστερούμενα, ἑπομένως ἀλλοίμονον ἐὰν εἰσαγάγωμεν τὸ εὐρωπαϊκὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐν Εὐρώπῃ· μὴ πιστεύετε, ὅτι θὰ εὑρίσκωμεν φόρον νὰ εἰσπράξωμεν, διότι ἀφ’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς φόρους μένουν τὰ καθυστερήματα, ἐνῷ οἱ φόροι οἱ ὁποῖοι πληρόνονται εἰς τὰ τελωνεῖα, ἐκεῖνοι εἰσπράττονται ἐμπροσθέσμως ὅλοι, ὥστε εἰς τὴν ἀπ’ εὐθείας φορολογίαν ἀφίνεται τὸ καθυστέρημα. Λοιπὸν τὶ σᾶς πταίει τὸ φορολογικὸν σύστημα; Ἀπεναντίας ἐνόσῳ ἔχομεν αὐτὸ τὸ σύστημα, θὰ ἔχωμεν καὶ καθυστερούμενα μόνον 10 τοῖς ἑκατὸν, ἐνῷ, ἐὰν τὸ καθολικεύσωμεν, διότι τοῦτο θὰ εἰπῇ εὐρωπαϊκὸν σύστημα, τότε θὰ ἔχωμεν ὄχι 10 τοῖς ἑκατὸν, ἀλλὰ 30 τοῖς ἑκατὸν καθυστερούμενα, ἐὰν εἰσαγάγωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα τῆς εἰσπράξεως. Ἀλλὰ τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ ἀντιβασιλεία, τὸ ἔλαβε μὲ σκοπὸν νὰ καταστήσῃ ὀφειλέτας ὅλους τοὺς ὑπηκόους, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ κρατῇ καὶ τὸν ἐλάχιστον πολίτην ὀφειλέτην· καὶ τῷ ὄντι τὸ κατώρθωσεν. Ὅλοι σχεδὸν εἶναι ὀφειλέται εἰς τὸ δημόσιον, καὶ οἱ μὲν ὠφελήθησαν, οἱ δὲ ὄχι. Οἱ ἰσχυροὶ ὠφελήθησαν καὶ ὅσοι ἠδυνήθησαν ἔγειναν μεγαλοκτηματίαι, ἀλλ’ οἱ πτωχοὶ χωρικοὶ δὲν εἶχον τὰ μέσα αὐτὰ καὶ ἂν δὲν ἐπλήροναν κατεδιώκοντο αὐστηρῶς· ἐκτὸς δὲ τούτου οἱ πολῖται δὲν ἠδύναντο παρὰ νὰ ὑποστηρίξωσιν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς τοὺς ὑποψηφίους τῆς ἐξουσίας, διότι δὲν ἠδύναντο ν’ ἀντισταθῶσιν εἰς τὴν θέλησιν τῆς ἐξουσίας· διότι ἡ ἐξουσία ἐκείνη αὐτὸν εἶχε τὸν σκοπὸν, ὅτε ἐξέδωκεν αὐτὸ τὸ διάταγμα, διὰ νὰ καταστήσῃ ὅλους τοὺς πολίτας ὀφειλέτας εἰς τὸ δημόσιον. Ἐγὼ τοιοῦτον σύστημα τὸ ἀποκρούω, εὔχομαι νὰ μὴν ἴδω τὴν παραμικρὰν στρεψοδικίαν κατὰ τῆς πολιτείας· πολῖται δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὀφειλέται τοῦ δημοσίου, ἀλλὰ νὰ ᾖναι δανεισταὶ ὅπως εἶναι εἰς ὅλα τὰ μέρη, ἐνῷ εἰς ἄλλα μέρη ὁ λαὸς δανείζει τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὄχι ἡ Κυβέρνησις τὸν λαόν. Λοιπὸν αὐτὸ ἐπιδιώκει, αὐτὸ προσπαθεῖ πάντοτε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, νὰ ἀφίνῃ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ὁ πολίτης δύναται νὰ ᾖναι πάντοτε ὀφειλέτης, τουτέστι δοῦλος τῆς πολιτείας, δοῦλος τῆς ἐξουσίας· δὲν πταίει λοιπὸν τὸ φορολογικὸν σύστημα, ἀλλὰ πταίει τὸ σύστημα τοῦ νὰ κατασταίνωμεν τοὺς πολίτας ὀφειλέτας εἰς τὸ δημόσιον καὶ ἔπειτα νὰ ἐπικαλούμεθα περὶ αὐτῶν εὐεργετικοὺς νόμους, διατάγματα διὰ νὰ κάμωμεν χάριτας. Τοιοῦτον λοιπὸν σύστημα θὰ τὸ πολεμήσω καὶ τὸ ἐπολέμησα καὶ ὡς ὑπουργὸς ἄλλοτε καὶ ὡς πολίτης καὶ ὡς βουλευτής. Τώρα λέγει ὁ κύριος Βαλασόπουλος· πταίομεν ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ, οἱ ταμίαι, οἱ εἰσπράκτορες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκτελοῦν τὰ καθήκοντά των· πταίουν λοιπὸν τὰ ὄργανα· τὸ συνταγματικὸν αὐτὸ σύστημα, λέγει, ἀφίνει αὐτὸ τὸ ἔλλειμμα, διότι ὁ βουλευτὴς πιέζεται, ὁ ταμίας πιέζεται. Αἰ, κύριε Βαλασόπουλε, τὰ καθυστερούμενα αὐτὰ τῶν 58 ἑκατομμυρίων ἔγειναν εἰς τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν ὁ πολίτης δὲν ἴσχυεν, ἀλλὰ μία μόνη θέλησις. Πῶς λοιπὸν θέλετε τὰ ἐλαττώματα αὐτὰ νὰ τὰ ἀποδώσητε εἰς τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ ὀρθὸν καὶ ἀληθὲς τοῦ συντάγματος, ἐνῷ τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐγένετο ὅτε μία θέλησις μόνη διῴκει τὴν Ἑλλάδα, ἡ θέλησις τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, καὶ ἕνεκα αὐτοῦ καθυστερήθησαν; Ὑπῆρχον οἱ ταμίαι, ἀλλὰ διωρίζοντο παρὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὑπῆρχον οἱ ἀνακριταὶ κτλ. ἀλλ’ ὡς καὶ αὐτοὶ οἱ εἰσπράκτορες ἀπέῤῥεον ἐκ τῆς θελήσεως τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Ἡ σημερινὴ ὅμως περίστασις δὲν ὁμοιάζει, οὐδ’ ἀποῤῥέει ἐκ τῆς αὐτῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, καὶ ἐν τούτοις τὰ καθυστερούμενα θέλουν μένει (Ὁ Κ. Χατζίσκος ὑπομειδιᾷ). Δὲν τοῦ ἀρέσει τοῦ κυρίου Χατζίσκου. Πότε ἐτιμωρήθησαν ταμίαι; Καὶ πῶς νὰ τιμωρηθῶσιν, ὅταν οἱ ἴδιοι οἱ ὑπουργοὶ ὑπαγορεύουν τὸν διορισμόν των; Ἀλλ’ ὅταν λείψῃ τὸ μέσον, παύουν καὶ αἱ ἀφορμαὶ, καὶ ὅταν ὁ πολίτης γνωρίζῃ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἄλλο μέσον παρὰ νὰ πληρώσῃ, δὲν θὰ προστρέξῃ εἰς τὸν βουλευτὴν ἢ εἰς τὸν ὑπουργόν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, ὁ πολίτης καταστρέφεται νὰ μὴ ἔχῃ προθεσμίαν ἑνὸς μηνός· καὶ ποῦ, Κύριοι, εὕρετε, ὅτι ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς πρόκειται αὐτὸς ὁ φορολογούμενος πολίτης ἢ νὰ πληρώσῃ, ἢ νὰ ὑποστῇ ὅλας τὰς τιμωρίας, ἃς ὁρίζει ὁ νόμος; Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἀγνοεῖ ὅτι ὁ χρόνος ἑκάστης χρήσεως διαρκεῖ 22 μῆνας· τουτέστι τὰ ἔσοδα τοῦ 1866 πρέπει ἐντελῶς νὰ εἰσπραχθῶσιν, ἄλλως ὁ ταμίας εἶναι ὑπεύθυνος, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1867. Πρέπει ὁ ταμίας νὰ δείξῃ εἰς τὸν ὑπουργὸν ὅτι ἢ εἰσέπραξεν, ἢ κατεδίωξε καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ εἰσπράξῃ τὰ εἰσοδήματα τοῦ 1866 ἐπὶ 10 μῆνας καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τοῦ ἔτους. Αὐτὴν, Κύριοι, τὴν διάταξιν ἐπρότεινον νὰ τροποποιήσω τὴν ἔχουσαν οὕτω, καὶ οὐχὶ ὅπως ἠθέλησεν ὁ Κ. Πετμεζᾶς νὰ τὴν παραμορφώσῃ καὶ νὰ περιλάβῃ ἐν ταύτῃ ἰδέας, τὰς ὁποίας οὔτε κατὰ νοῦν εἶχον. Ἀλλὰ νομίζει, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου δύναται νὰ γεννήσῃ ὑποψίας, ὅτι δηλ. προσέξατε, πρόκειται περὶ ἀπαλείψεως, ὅτι ἀντὶ ὠφελείας τὸ δημόσιον θέλει καταστραφῆ. Κύριοι, ὁ νόμος περὶ ἀπαλείψεως ὑπάρχει καὶ δὲν τὸν ἐγγίζομεν ποσῶς, διότι τὸ ἄρθρον 106 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ λέγει «ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πίνακος τούτου γίνονται κατ’ ἔτος προτάσεις περὶ ὁριστικῆς ἀναγνωρίσεως παραλειμμάτων τόσον τῆς χρήσεως, τῆς ὁποίας μέλει νὰ κυρωθῇ ὁ ἀπολογισμὸς, καθὼς καὶ τῶν πρὸ αὐτῆς. Πᾶσα δὲ πρότασις περὶ παραλειμμάτων πρέπει νὰ περιέχῃ λεπτομερῆ ἔκθεσιν τῶν πρὸς εἴσπραξιν ἐνεργηθέντων μέτρων, καὶ τῶν λόγων, ἐφ’ ὧν στηρίζεται τὸ ἀδύνατον τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων.» Δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν τὸ ἄρθρον τοῦτο μὲ τὸ 153, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ τῆς εὐθύνης τῶν ταμιῶν. Ἰδοὺ τί λέγει· «Οἱ ἐπαρχιακοὶ ταμίαι εἶναι ὑπεύθυνοι διὰ τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν τῶν ἀνατεθέντων εἰς αὐτοὺς εἰσπρακτέων. Ἑπομένως ὀφείλουν νὰ δικαιολογήσωσι πᾶσαν καθυστέρησιν ἐνώπιον τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν κατὰ τὰ ἐφεξῆς ἄρθρα.» Ἄρθρον 154. «Ἡ καθυστέρησις δικαιολογεῖται, ἐὰν ἀποδειχθῇ ὅτι οἱ ταμίαι ἔλαβον ἐγκαίρως κατὰ τῶν ὀφειλετῶν ὅλα τὰ μέτρα, ὅσα συγχωρεῖ ὁ περὶ καταδιώξεως νόμος, ἢ ὅτι κατ’ ἀνωτέραν διαταγὴν ἀνεβλήθη ἡ εἴσπραξις, παραχωρηθείσης προθεσμίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας.» Αὐτὸ τὸ δεύτερον πρόκειται ν’ ἀπαλειφθῇ. Ποῦ βλέπει τὴν ἰδέαν τῆς ἀπαλείψεως ὁ κύριος Πετιμεζᾶς; τὸ ἔκαμε μόνον ἵνα σᾶς ῥίψῃ στάκτην εἰς τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ νὰ σᾶς γεννήσῃ ὑπονοίας, ὅτι πρόκειται περὶ δημοσίων συμφερόντων καὶ προσέξατε. Πρέπει, Κύριοι, εἰλικρινῶς νὰ συζητῶμεν· δὲν δίδω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν καθένα νὰ ἐμβαίνῃ εἰς τὴν διάνοιάν μου, ἀλλ’ ἁπλῶς μόνον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κρίνῃ τοὺς λόγους μου καὶ τὰς προτάσεις, διότι ἀλλοίμονον ἂν εἰσέλθωμεν καὶ εἰς τὴν διάνοιαν· ἐγὼ δὲν εἰσέρχομαι καὶ δὲν θέλω νὰ εἴπω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους κατακρίνουσι πολλοὶ τὴν πρότασιν, διότι τότε ἀνοίγομεν ἓν στάδιον εὐρύ. Δὲν πρόκειται λοιπὸν περὶ ἀπαλείψεως, περὶ τῆς ὁποίας ἔκαμε τόσον λόγον, διότι εἰδικὴ διάταξις ὑπάρχει, καὶ ἂν γίνῃ ἡ ἀπάλειψις, θὰ γίνῃ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, οὓς δὲν τροποποιοῦμεν, ἀλλ’ ἀφίνομεν ὡς εἶπον· καὶ πάλιν ἡ ἀπάλειψις, ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ, θὰ γίνῃ μὲ τὴν ψῆφον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους· ἑπομένως δὲν δύναμαι ν’ ἀποθαῤῥύνω, ἂν θέλετε, κ’ ἐκείνους οἱ ὁποῖοι θὰ εὑρεθοῦν εἰς θέσιν νὰ ἐπιψηφίσουν τοιαύτας προτάσεις ὀρθὰς καὶ συμφερούσας. Κρατήσατε, λέγει, σεῖς οἱ ὑπουργοὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ὥστε ὅπου νομίζετε καλὴν τὴν προθεσμίαν νὰ δώσετε, ὅπου δὲν νομίζετε νὰ μὴ δώσητε. Εὔκολος τρόπος, ἐν ἐντιπροσωπικῷ μάλιστα συστήματι, νὰ δίδωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς ὑπουργοὺς ἀλλοῦ μὲν νὰ χαρίζωνται, ἀλλοῦ δὲ ὄχι, νὰ φέρωνται σκληρῶς. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο ἐπεξετάθη, καὶ ἤδη μάλιστα ὁ Κ. Πετμεζᾶς θὰ μοὶ εἴπῃ ὅτι, προσβάλλω τοὺς προκατόχους καὶ θὰ ἔλθῃ νὰ τοὺς ὑπερασπισθῇ.
§74Σ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ τοὺς ὑπερασπισθῶ, μάλιστα.
§75ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οἱ προκάτοχοι ἡμῶν τὸ ἐπεξέτειναν καὶ εἰς τὰ ἐντάλματα· ἐπήγαιναν οἱ πολῖται εἰς τὸ ὑπουργεῖον μὲ τὸ ἔνταλμα, ἐνῷ εἶχεν ὅλους τοὺς τύπους τῆς πληρωμῆς, καὶ ἐν τούτοις εἰς ἄλλους μὲν ἐδίδετο ἡ ἄδεια τῆς πληρωμῆς διὰ τῆς ἐπιθεωρήσεως, εἰς ἄλλους δὲ ὄχι. Οὕτω πῶς ἐννοοῦν....
§76Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Εἶναι ἀληθὲς αὐτό.
§77ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οὕτω πῶς ἐνόουν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πολιτεύματος· ἐπήγαιναν οἱ ἄνθρωποι καὶ ἔλεγον, βάλε, κύριε ὑπουργὲ, τὴν μονογραφήν σου ἵνα πληρωθῶ. Μετεβλήθη ὁ ὑπουργὸς εἰς θέσιν ταμίου· οὕτω πῶς ἐννοοῦν νὰ γίνεται χρῆσις τῶν δημοσίων χρημάτων· εἰς τὸν ἕνα νὰ λέγουν σὲ πληρόνω, καὶ εἰς τὸν ἄλλον δὲν σὲ πληρόνω. Ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ὑπάρχουν τοιαῦτα μέσα, διὰ τῶν ὁποίων διαφθείρεται ὁ πολίτης, καὶ ἐζητήσαμεν ἐκ παντὸς τρόπου πῶς νὰ καθιερώσωμεν ἐλευθερίας, καὶ ἐν τούτοις εἰς τὸ σημαντικώτερον πρᾶγμα διστάζετε, τοὐτέστι, θέλετε μία κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ λαοῦ τὸ μέσον τῆς καταδιώξεως, ὅν τινα θέλει νὰ καταδιώκῃ καὶ ὅν τινα δὲν θέλει νὰ μὴ καταδιώκῃ· ἐπίστευον, κύριοι, ὅτι τὴν πρότασιν ταύτην τῆς κυβερνήσεως, μόνη ἡ ἀντιπολίτευσις ἔπρεπε νὰ ὑποστηρίξῃ· διότι μία κυβέρνησις δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ νόμου, ὡς ἔκαμεν ἡ προκάτοχος. Λοιπὸν, ὅταν αὐτὴ ἡ ἰδία κυβέρνησις ἔχῃ ἕνα νόμον, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὁποίου δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν, καὶ ἔρχεται λέγουσα δὲν θέλω νὰ κάμω χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, διότι εἶναι ἐπιβλαβεῖς αἱ συνέπειαι αὐτοῦ, διότι μᾶς ἄφησε 58,000,000 καθυστεροῦντα, διότι κατ’ ἔτος δὲν δυνάμεθα νὰ εἰσπράττωμεν τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ψηφίζομεν, διότι ἕνας ὑπουργὸς δύναται ν’ ἀθετῇ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, ἔρχεσθε νὰ πολεμήσητε τὴν πρότασιν ταύτην; μεθαύριον θὰ συζητήσετε τοὺς φορολογικοὺς νόμους καὶ θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἐνῷ ἑκάστου φόρου προσδιορίζεται καὶ ἡ ἐποχὴ τῆς πληρωμῆς, ἐν τούτοις εἷς ὑπουργὸς δύναται νὰ τροποποιήσῃ τὰς προθεσμίας κατὰ τὴν θέλησίν του. Ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον σᾶς παρέστησεν, ὅτι ὁ πολίτης δύναται νὰ κινδυνεύσῃ ἂν δὲν δύναται ὁ ὑπουργὸς νὰ δώσῃ προθεσμίαν ἑνὸς μηνὸς τοὐλάχιστον, εἶναι ἀνύπαρκτος, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, 22 μῆνας ἔχει καιρὸν ὁ ταμίας νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ μέσα, καὶ ἑπομένως ἔχει οὐχὶ ἑνὸς μηνὸς προθεσμίαν ἀλλὰ 22 μηνῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, πῶς θέλετε διὰ μερικοὺς φόρους νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ μέσον, δι’ ἄλλους δὲ νὰ μὴ ὑπάρχῃ; Πρότερον ὑπῆρχε νόμος, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς διὰ Β. Διατάγματος ἔδιδε προθεσμίαν εἰς τὴν πληρωμὴν τῶν τελωνιακῶν τελῶν τρίμηνον ἀναλόγως τοῦ ποσοῦ, καὶ ἐπειδὴ ὑπῆρχε προθεσμία, ὑπῆρχον καὶ καθυστερούμενα. Ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς ἐπρότεινα εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν κατάργησιν τῆς προθεσμίας· ἔκτοτε ἔπαυσαν αἱ καθυστερήσεις. Οἱ φόροι οἱ ὁποῖοι πληρόνονται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν τῶν προϊόντων πληρόνονται ἄνευ προθεσμίας, ὡσαύτως ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου, τοῦ ἅλατος, τόσοι ἄλλοι φόροι· πῶς θέλετε τώρα νὰ ὑπάρχῃ προθεσμία δι’ αὐτοὺς, καὶ οὐ μόνον προθεσμία, ἀλλὰ καὶ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ παρατείνῃ τὴν προθεσμίαν εἰς τὸ ἐπ’ ἄπειρον; Τὸ διάταγμα λέγει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς προθεσμίας, ἃς ἤθελε χορηγήσει· διὰ τὰ 58 ἑκατομμύρια ὅμως ποῦ εἶναι οἱ ὑπεύθυνοι; Θέλετε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν νόμον ἡ εὐθύνη· δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ ἐκκόψετε τὴν ῥίζαν τῆς καταχρήσεως; Διότι, κύριοι, συμβαίνει καὶ τὸ ἑξῆς, ἡ καθυστέρησις τῶν φόρων φέρει εἰς τὴν ἀνάγκην τὴν κυβέρνησιν νὰ τοὺς αὐξήσῃ, καὶ ἑπομένως νὰ πληρόνῃ πάντοτε ὁ ἀδύνατος, ὁ δὲ ἰσχυρὸς νὰ μένῃ ἀνενόχλητος. Τοιαύτη δικαιοσύνη βεβαίως δὲν εἶναι ἀνεκτὴ, καὶ ἀπορῶ πῶς ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐννοῶ τὸν Κύριον Πετιμεζᾶν, διότι οὗτος φαίνεται ὡς ἀντιπρόσωπος, τὴν ὑποστηρίζει.
§78ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεξήγησεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ λῃστείας νόμου καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παραιτηθῇ τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ὁ πρὶν ἔδιδεν εἰς αὐτήν. Ἡ ἀντιπολίτευσις σκοπὸν εἶχε νὰ δώσῃ θάῤῥος εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐκτελῇ τὰ καθήκοντά της ἄνευ πιέσεως, κατὰ τὴν συνείδησίν της καὶ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ὡς ἄλλοτε ἠθέλαμεν τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν ὑπεύθυνον διὰ πᾶσαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν ἤθελε κάμει ἕνας δήμαρχος, οὕτω καὶ σήμερον τὰς αὐτὰς ἀρχὰς ἔχομεν καὶ θέλομεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἀποκρούῃ τὰς παρανόμους ἀπαιτήσεις περὶ ἀναστολῆς καταδιώξεως, νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι συμφέρουσαι μὲ τὸν νόμον, καὶ νὰ περιορισθῇ μόνον καὶ μόνον εἰς τὰς περιπτώσεις, ἃς τὸ διάταγμα ὁρίζει. Ἤθελε ν’ ἀποδείξῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ ἐννοήσῃ τὰ καθήκοντά της ἐναντίον τῆς ὑπαρχούσης πιέσεως. Ὑπερασπιζόμενος ἐγὼ τὸ σύστημα τῶν προθεσμιῶν μὴ νομίσητε, ὅτι εἶμαι ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου· σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι καμμίαν ὀφειλὴν δὲν ἔχω εἰς τὸ δημόσιον. Ὑπερασπίζομαι ὅμως τὸν νόμον τοῦ 35, διότι νομίζω, ὅτι περιέχει συμφερούσας διατάξεις καὶ ὅτι ἐφαρμοζόμενος καλῶς ὠφέλειαν φέρει ἀντὶ ζημίας. Ἐπεθύμουν ὁ παρουσιασθεὶς κατάλογος νὰ ἦτο ἀκριβέστερος, νὰ ἐμπεριεῖχε τὴν χρῆσιν τῆς ὀφειλῆς ἕνεκα τῆς ὁποίας ἐζητήθη ἡ ἀναστολὴ, νὰ ἐμπεριεῖχε τὰ ποσὰ τῶν ὀφειλῶν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ὀφειλετῶν. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ὑπάρχουν αὐτά. Ἀναδιφήσας εἰς τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐπισυνῆψεν ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, παρατηρῶ μὲ λύπην μου, ὅτι αἱ περισσότεραι ἀναστολαὶ ἐγένοντο παρὰ τὸν νόμον τοῦ 35. (θόρυβος).... Ἐγὼ θέλω νὰ ἐννοήσητε, ὅτι ὁ νόμος ἐκτελούμενος κατὰ γράμμα, καὶ οὐχὶ κατὰ παράβασιν, εἶναι ὠφέλιμος. Παρετήρησα, ὅτι ἐνῷ τὸ διάταγμα λέγει, ὅτι δίδεται προθεσμία ἐντὸς τοῦ ἔτους, εἰς τὸ ὁποῖον ἀναλογίζεται τὸ χρέος, παρατηρῶ ἐδῶ, ὅτι εἰς τὸν Γεώρ. Μαντζαράκην ἐδόθη προθεσμία διὰ χρέος προϋπάρχον ἀπὸ τὸ 61, εἰς ἄλλον διὰ τὸ 62 καὶ εἰς ἄλλον διὰ τὸ 59, διὰ περιπτώσεις δηλ. τὰς ὁποίας τὸ διάταγμα δὲν προβλέπει. Τὰ τοιαῦτα εἶναι πράξεις παράνομοι καὶ τιμωρητέαι κατὰ νόμον. Εἶναι παραβάσεις τῶν καθηκόντων τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ἐπειδὴ ἕνας ὑπουργὸς παραβιάζει τὰ καθήκοντά του, πρέπει διὰ τοῦτο νὰ καταργήσωμεν τοὺς νόμους; δὲν εἶναι λογικὸν αὐτό. Ἔπειτα, Κύριοι, ἂν καταργήσωμεν τὸ διάταγμα τοῦ 35 καὶ ἐπιψηφίσωμεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρουσίασεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, δὲν εὑρίσκεται πάλιν ὁ τρόπος τῆς παραβιάσεως; Μία Ἰταλικὴ παροιμία λέγει..... ἅμα γίνεται ἕνας νόμος ἀμέσως εὑρίσκονται καὶ τὰ μέσα τῆς παραβάσεώς του. Ἀντὶ ἐπισήμως νὰ γράψῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὅπως ἀναστείλῃ τὴν καταδίωξιν τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος ὀφειλέτου, δὲν εἰμπορεῖ δι’ ἑνὸς ἡμιεπισήμου γράμματος νὰ κάμῃ τὸ ἴδιον;
§79ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι ὑπεύθυνος ὁ Ταμίας.
§80ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλοι εἶναι ὑπεύθυνοι, καὶ ἐν τούτοις γνωρίζει Ταμίας, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον προκαταβολάς. Ἡ ἀτιμωρησία ἔκαμε τὸ ἀνίσχυρον τῶν νόμων, αἱ παραβάσεις αὐτῶν καὶ ὑπερβάσεις αὐτῶν ἔκαμον τοὺς νόμους ἀνισχύρους· ἐνθυμοῦμαι μάλιστα μίαν περίστασιν πολὺ σπουδαίαν τοιαύτης παραβάσεως. Πλησίον τῆς Σπάρτης ὑπάρχει ἕνας κῆπος, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἐνοστιμεύθη ὁ δήμαρχος, ὁ ὁποῖος εἶναι ὀφειλέτης τοῦ δημοσίου καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου εἶχεν ἐκδοθῆ ἔνταλμα φυλακίσεως, νὰ κάμῃ ἕνα γεῦμα εἰς τοὺς ὑπαλλήλους· εἰς τὸ γεῦμα παρευρέθησαν ὅλαι αἱ ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἐκτελέσουν τὸ ἔνταλμα, καὶ ὁ Ταμίας, καὶ ὁ Νομάρχης, καὶ ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς, καὶ ὁ Μοίραρχος καὶ ὁ ἀντιμοίραρχος, καὶ πρὸς τούτοις ἐκερνῶντο κρασὶ ἀπὸ φυγοδίκους· ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς γίνονται αἱ παραβιάσεις τῶν νόμων· ἀπὸ τὴν ἀτιμωρησίαν καὶ τὴν παράλειψιν τῶν καθηκόντων τῶν ὑπαλλήλων ἀρχῶν. Δὲν λέγω, Κύριοι, οὔτε συμφωνῶ μὲ τὸν Κύριον ὑπουργὸν ὅτι δὲν ὑπῆρξαν ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν κατεχράσθησαν τὸν νόμον αὐτόν· τοὐναντίον μάλιστα λέγω, ὅτι πολλοὶ ὑπουργοὶ ὑπῆρξαν οἱ ὁποῖοι ἐξεπλήρωσαν τὸ Διάταγμα τοῦ 1835 καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, οὔτε συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. ὑπουργὸν ὅτι πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως τοῦ 43 ἦσαν περισσότερα καθυστερούμενα· ἐξ ἐναντίας, Κύριοι, ἀπὸ τὰ 43 καὶ ὕστερον ἔρχονται αἱ μεγάλαι καθυστερήσεις, καὶ μάλιστα ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως τῆς 10 8βρίου· δὲν ἔπταιεν ἡ ὕπαρξις τοῦ διατάγματος τοῦ 1835 ἀλλ’ οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξα. Ποῖος, ἂν ψηφίσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, θέλει μᾶς ἐγγυηθῇ, ὅτι δὲν θὰ παραβιασθῇ; καὶ ἂν θὰ παραβιασθῇ, διὰ τί νὰ μὴν ἀφήσωμεν τὸν ὑπάρχοντα; ἢ θέλομεν μόνον καὶ μόνον νὰ πράττωμεν καινοτομίας; Ἐκ τούτων συμπεραίνω, Κύριοι, ὅτι δὲν πταίουν οἱ κείμενοι νόμοι· πρέπει νὰ ἐμβατεύσωμεν εἰς τὰς αἰτίας ἕνεκα τῶν ὁποίων παραβιάζονται, πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν καταλλήλων ὀργάνων, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦσι τοὺς νόμους, διότι οἱ νόμοι εἶναι χάρτης, λαμβάνουσι ψυχὴν ἀπὸ τοὺς δημοσίους λειτουργοὺς· δὲν πταίουν λοιπὸν οἱ νόμοι, ἀλλ’ ἡ κακὴ χρῆσις αὐτῶν, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν δίδω τὸ δικαίωμα εἰς ἑκάστην Κυβέρνησιν νὰ φέρῃ ἀνατροπὴν τῶν κειμένων νόμων. Προτείνω ἑπομένως τὴν ἀπάλειψιν.
§81Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Κατ’ ἐμὲ, ἡ κατάργησις τῶν προθεσμιῶν εἶναι πρᾶξις εὐεργετικὴ διὰ τὸν λαὸν, διότι, ὅταν ἕκαστος ἔχῃ τὴν εὐκολίαν νὰ μὴ πληρόνῃ τὸ χρέος του, ἀρέσκεται εἰς τοῦτο, καὶ κατὰ συνέπειαν πολλάκις παρατείνεται ἐπὶ τοσοῦτον ἡ πληρωμὴ τοῦ χρέους, ὥστε ἐπαυξάνει ἀπὸ ἔτους εἰς ἔτος καὶ καθίσταται δυσπλήρωτον· τοῦτο μάλιστα φέρει τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους εἰς μεγάλην συνάφειαν μὲ τοὺς κομματάρχας καὶ ἡ ψῆφός των πλέον δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν θέλησίν των· τοῦτο τὸ λέγω ἐγὼ, δὲν τὸ λέγει ὁ Κ. ὑπουργὸς, καὶ εὐχαριστῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν ὅστις ἔρχεται νὰ ἐξαλείψῃ ἓν μέσον πιέσεως τοῦ πολίτου· αἱ προθεσμίαι πιέζουν τὸν πολίτην παρὰ νὰ τὸν εὐκολύνουν εἰς τὴν πληρωμὴν, διότι ὅταν ὁ πολίτης γνωρίζῃ ὅτι κατ’ ἔτος ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ τὸν φόρον του, θὰ τὸν πληρώσῃ, ἐνῶ ὅταν ἔχῃ τὴν βεβαιότητα, ὅτι δύναται νὰ ἀπαλλαγῇ ἐπί τινα καιρὸν, μυρίας προσπαθείας θέλει καταβάλλει, καὶ θέλει δώσει μυρίας ὑποσχέσεις, ὅπως ἐπιτύχῃ, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ᾖναι πάντοτε δεσμευμένος. Ὁ Κύριος Βαλασόπουλος διϊσχυρίζεται ὅτι ὁ νόμος μέχρι τοῦδε δὲν ἐνηργήθη, ἀλλὰ καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν καὶ 60,000,000 καθυστερούμενα· ἂν δὲν εἴχομεν τὸν νόμον αὐτὸν, ἴσως δὲν θὰ τὰ εἴχομεν· τὰ 60,000,000 ταῦτα εἶναι φόροι τοὺς ὁποίους ἐπλήρωσεν ὁ λαὸς, ἀλλὰ κατεχράσθησαν οἱ ἐνοικιασταί· τοῦτο θὰ συμβῇ καὶ σήμερον, διότι πιστεύω, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς πρεσβεύει τὴν ἀρχὴν τῆς ἐνοικιάσεως τῶν φόρων, καὶ ὁ μὲν φορολογούμενος θὰ πληρόνῃ ἀφ’ ἑνὸς, ὁ δὲ ἐνοικιαστὴς δὲν θὰ πληρόνῃ καὶ θὰ λαμβάνῃ ἀδιακόπως προθεσμίας. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ εἶναι εὐεργετικώτατον διὰ τὸν πολίτην καὶ ὠφελιμώτατον διὰ τὸ δημόσιον.
§82ΣΩΚΡ. ΚΟΥΡΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔχω καθῆκον νὰ ὑποβάλω ὀλίγας ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρατηρήσεις, καὶ πολὺ μᾶλλον, διότι χάριν τῶν Ἑπτανησίων, ὡς ἤδη ἐῤῥέθη παρὰ τινων τῶν προαγορευσάντων ἐντίμων Βουλευτῶν, χάριν ἡμῶν τῶν Ἑπτανησίων ἐξετέθησαν γεγονότα τινα, τὰ ὁποῖα βεβαίως ἡμεῖς οἱ ἐρχόμενοι ἀπὸ αὐτὰς τὰς μεμακρυσμένας ἐπαρχίας καὶ ἕνεκα τῆς ἀποστάσεώς των ἴσως ἐγκαταλειπομένας, δὲν γνωρίζομεν, ὡς ὑμεῖς οἱ ἐνταῦθα διαμένοντες, καὶ τὰ πάντα καλῶς γινώσκοντες, ἐκτὸς τῶν τὴν Ἑπτάνησον ἀφορώντων. Σᾶς ὁμολογῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι, ἀφοῦ τὴν προσοχήν μου εἶχον ἐπιστήσει καὶ ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ὅπερ καθυπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐπὶ τοῦ προηγουμένου νόμου τὸν ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς σήμερον προτίθεται νὰ καταργήσῃ, εἰς μεγίστην περὶ τοῦ πρακτέου εὑρέθην ἀμηχανίαν· δὲν ἠδυνάμην ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον τοῦ Αʹ. νόμου, διότι ἐγὼ ἐνόμιζον, ὅτι, προκειμένου περὶ φόρων, ἕκαστος ὀφείλει τοὺς φόρους νὰ πληρόνῃ, καὶ ἑπομένως δὲν ἔβλεπον καθαρὰν τὴν αἰτίαν δι’ ἣν ἐξουσιοδοτοῦντο αἱ πρὸς πληρωμὴν φόρων παρατάσεις καὶ προθεσμίαι, τὰς καθυστερήσεις συνεπιφέρουσαι. Ἤκουσα ὅμως σήμερον παρὰ τοῦ Κ. ὑπουργοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ποῖαι αἱ προκαλέσασαι τὸν νόμον ἐκεῖνον αἰτίαι, καὶ ὅτι ἄμεσον αὐτοῦ ἀποτέλεσμα ἐστάθη ἡ κοινωνικὴ διαφθορὰ ἐν ἀγνοίᾳ τῶν λόγων τοῦ Αʹ. νόμου· ἐταλαντευόμην ἂν ὤφειλον ν’ ἀποφανθῶ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ δευτέρου, καὶ δὲν ἠδυνάμην νὰ ἐννοήσω τὸν λόγον δι’ ὃν σήμερον προτείνεται ἡ κατάργησις τοῦ πρώτου. Περιπίπτων εἰς λάθος ἐνόμιζον, ὅτι διὰ τοῦ πρώτου εἴς τινας δυσχερεῖς περιπτώσεις, οἱ ἀποροῦντες, οἱ ἀδυνατοῦντες ἕνεκα οἰκονομικῶν δυσχερειῶν, ἐλάμβανον τὰς πρὸς διευκόλυνσιν τῆς πληρωμῆς προθεσμίας. Ἀλλὰ ἀπὸ τὰς ἀγορεύσεις τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ ἤκουσα, ἔμαθον καὶ ἐπείσθην ὅτι οὐχὶ οἱ ἀποροῦντες, οἱ ἀδυνατοῦντες ἐλάμβανον εὐκολίας· ἀλλ’ ὡς ἐῤῥέθη, οἱ ἰσχυροὶ, οἱ εὔποροι, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι χαρακτηρίζονται, κατὰ τὰς λέξεις, ἃς ἐνταῦθα ἤκουσα, κομματάρχαι, δυνάμενοι, ὡς εἶπον ἄλλοι, νὰ πιέζωσι τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ μέχρι τῆς ἀνωτάτης κλίμακος τοῦ ὑπουργοῦ. Ἐγὼ, Κύριοι, πρὶν λάβω τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελέσω μέρος τῆς Βουλῆς ταύτης εἶχον ἀναγνώσει διατριβάς τινας, αἱ ὁποῖαι μοὶ ἔδωκαν νὰ ἐννοήσω καὶ νὰ πεισθῶ, ὅτι πολλὰ ἐλαττώματα ἔχει τὸ φορολογικὸν ἐν Ἑλλάδι σύστημα, καὶ ὅτι ὁ τρόπος τῆς διαβεβαιώσεως καὶ τῆς εἰσπράξεως δίδει ἀφορμὰς εἰς καταπιέσεις πολλὰς, εἰς ἀδικίας καὶ μεγάλας δαπάνας. Ἀλλὰ καὶ ὅλα τὰ πράγματα δὲν ἠδύναντο εἰς τὸν Ἑπτανήσιον νὰ ᾖναι γνωστὰ. Τὸ εἶπον καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπομονὴν νὰ πληροφορηθῶμεν καὶ περὶ πραγμάτων καὶ περὶ προσώπων διὰ νὰ δυνάμεθα καὶ ἡμεῖς ὅπως δήποτε νὰ ἤμεθα χρήσιμοι οὐ μόνον εἰς τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ δι’ αὐτῆς εἰς ἅπαν τὸ ἔθνος, διὰ τὸ ὁποῖον, ἐστὲ βέβαιοι, οἱ Ἑπτανήσιοι ἐνδιαφέρονται, καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, μεγάλως ἐνδιαφέρονται. Ἔβλεπον ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ ὡς ἐξ ἑνὸς συστήματος πάντη ἀντιθέτου καθυστεροῦντα ἕνεκα φόρων δὲν μένουσιν· ἀδικίαι, καταπιέσεις, ἔκτακτοι δαπάναι δὲν ἐγίνοντο· ἐν τούτοις σήμερον ἔχω ὑπ’ ὄψιν διάταγμα, ὅπερ πρόκειται νὰ καταργηθῇ, καὶ νόμον ὃν πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσωμεν. Κύριοι Βουλευταί! Δὲν ἤγγικεν εἰσέτι ἡ ὥρα ἵνα διεξοδικώτερον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκφρασθῶ ἐπὶ τῶν φορολογικῶν ἀντικειμένων· κύριοι Βουλευταὶ, βλέπετε ἐντοσούτῳ καθυστεροῦντα ἀναβιβαζόμενα εἰς τὸ ὑπέρογκον ποσὸν 60, ὡς λέγουν, περίπου ἑκατομμυρίων. Ἠκούσατε ὅτι αἱ προθεσμίαι καὶ αἱ παρατάσεις ἐπέφερον οὐ μόνον τὰς ὑπερόγκους ταύτας καθυστερήσεις, ἀλλὰ καὶ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὴν ἑλληνικὴν κοινωνίαν συνεπείας. Γνωρίζω μέχρι τινὸς τὴν θέσιν, εἰς ἣν διατελοῦσιν οἱ ὑπουργοί· καὶ ὅταν λέγω ὑπουργοὺς, δὲν ἀποβλέπω εἰς τὴν παροῦσαν ἢ εἰς ἄλλην προηγουμένην Κυβέρνησιν, δὲν ἀποβλέπω εἰμὴ εἰς τὸ ἠθικὸν πρόσωπον, τὸ ὁποῖον ἀποκαλεῖται κυβέρνησις ὑπουργῶν· γνωρίζω τὰς δυσκολίας τῆς θέσεώς των, ἤκουσα καὶ ἀκούω καθεκάστην τί γίνεται, καὶ πῶς οἱ ὑπουργοὶ ἔχουν πάντοτε τὴν τύχην νυχθημερὸν ἀπὸ πολλοὺς νὰ περιστοιχῶνται· ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ γεγονὸς, ὅτι 60 ἑκατομμύρια ὀφείλονται εἰς τὸ δημόσιον, εἶναι ἀναντίῤῥητον, τὸ γεγονὸς ὅτι κατὰ δυστυχίαν τὰ ταμεῖα πρὸ πολλοῦ καὶ καθ’ ἑκάστην μένουσι κενὰ καὶ δὲν ἀνταποκρίνονται εἰς τὰς κοινωνικὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας, καὶ τοῦτο εἶναι βέβαιον· εἶναι δὲ βέβαιον καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸ διαφιλονεικήσῃ, ὅτι διατελοῦμεν εἰς θέσιν τοιαύτην, ὥστε ἡ μὲν Κυβέρνησις ἕνεκα τῶν σπουδαίων, κρισίμων καὶ σοβαρῶν περιστάσεων ὀφείλει μετὰ μεγίστης συνέσεως πολιτευομένη νὰ πράττῃ τὰ δέοντα, ἀξιοπρεπῶς φερομένη καὶ ἀποβλέπουσα εἰς τὸ νὰ διατηρήσῃ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἔθνους, ἡμεῖς δὲ, οἵτινες τὸ ἔθνος ἀντιπροσωπεύομεν, τοιαύτην νὰ ἐνισχύσωμεν Κυβέρνησιν. Γνωστὸν εἶναι, ὦ συνάδελφοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καταπιέζεται ἀπὸ πολλὰς ἀνάγκας. Τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅταν λέγω κυβέρνησις δὲν ἀποβλέπω εἰς πρόσωπα. Γνωρίζω κατὰ δυστυχίαν, τὸ ἐν Ἑλλάδι σύστημα νὰ ἀνεβοκαταβάζωνται οἱ ὑπουργοί. Ἂς εὐχηθῶμεν ὅτι καὶ τοῦτο θέλει παύσει. Ἀλλ’ ἐντούτοις ποία ἡ θέσις τοῦ ἔθνους ἡμῶν, ποία ἡ αἰτία δι’ ἣν προτείνονται σήμερον νομοσχέδια φορολογικά; Ἐννοῶ πολὺ καλά, κύριοι, ὅτι ἴσως ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὅτι αἰτία νὰ ἐπαυξήσωμεν τὰ βάρη τοῦ λαοῦ δὲν ὑπάρχει. Ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις, ἕκαστος θέλει ἐκφράσει μετὰ παῤῥησίας τὴν γνώμην του ἐπὶ τῶν φορολογικῶν μέτρων καὶ καταλλήλων μέσων. Ἀλλ’ ἐντούτοις τί προτιμότερον εἶναι, Κύριοι; Προτιμότερος κατ’ ἐμὲ, εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος δι’ οὗ πρόκειται νὰ ἀρθῶσιν αἱ πρὸς πληρωμὴν τῶν φόρων παρατάσεις καὶ προθεσμίαι. Προτιμότερος εἶναι ὁ νόμος ἐκεῖνος δι’ οὗ δὲν θέλει δύνασθαι νὰ ἐπηρεάζεται ὁ ὑπουργὸς ἢ νὰ προφασίζεται· ὅτι ἐπηρεάσθη, δι’ οὗ δὲν θέλει τοῦ λοιποῦ ἐπιτρέπεσθαι εἰς οὐδένα νὰ εἴπῃ, ἕνεκα τῶν μέσων μου, τῆς ἐπιῤῥοῆς μου, τῶν ἐνεργειῶν ἢ ὑπουργικῶν καταπιέσεων, ἠδυνήθην νὰ ἐπιτύχω ὅ,τι δὲν εἶναι δίκαιον καὶ ὀρθὸν, ὁ δὲ ὑπουργὸς νὰ λέγῃ, ἠναγκάσθην νὰ χορηγήσω αὐτὰς τὰς ὁποίας ὁ ὀγκώδης φάκελλος διαλαμβάνει, καί τοι ἀκούω ὅτι δὲν ἀφορᾷ μόνον 3 τοῦ κράτους ταμεῖα, προθεσμίας καὶ παρατάσεις ὑπὲρ τῶν ἰσχυρῶν καὶ εὐπορούντων. Ἴσως ἀπατῶμαι, Κύριοι, ἴσως ὑποπίπτω εἰς λάθη. Ἐστὲ, Κύριοι! συγκαταβατικοὶ· οἱ Ἑπτανήσιοι πρέπει νὰ πίπτωμεν εἰς λάθη μέχρις οὗ καλὰ ὅλα δὲν γνωρίζομεν. Ἀφ’ ἑτέρου ὅμως σκεφθῆτε, ὅτι τὰ λάθη τῶν Ἑπτανησίων, καὶ εἶναι τόσον ὀλίγοι οἱ ἐνταῦθα παρευρισκόμενοι καὶ τόσον καλῶς διῃρημένοι, δὲν δύνανται νὰ φέρωσι βλάβην καὶ κίνδυνον, διότι ὀλίγιστοι ἀπέναντι πολλῶν. Ἀφοῦ ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ἀναθέτω τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀπόφασιν εἰς ὑμᾶς, δύναμαι δὲ καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ὡς Βουλευτὴς, θέσατε, Κύριοι βουλευταὶ, τὴν χεῖρα εἰς τὴν συνείδησιν, καὶ ἀποφανθῆτε κατὰ τὸ ὀρθὸν καὶ δίκαιον, πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, κηρύττεται ἡ συζήτησις ἀποπερατωμένη.
§84ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου;
§86ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§87ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, λέγει ὁ κανονισμὸς, ἐγείρονται.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος ἀκολουθεῖ τὴν σειρὰν εἰς ἣν εὐχαριστεῖται ἡ Βουλή· μέχρι τοῦδε αὐτὸ ἔγεινεν· ἀφοῦ ὅμως ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἔστω· «οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν νὰ ἐγερθῶσιν» (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Τίς ἔχει ἀμφιβολίαν;
§89ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ, Κ. Πρόεδρε, γίνεται διότι πρέπει νὰ γίνεται.
§90ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ παρεδέχθη κατ’ ἀρχὴν, Κ. Πρόεδρε, ἔχω νὰ εἴπω δύω λέξεις ἐπὶ τῶν καθέκαστα. Εἶμαι καὶ ἐγὼ, κύριοι, ἐξ ἐκείνων, οἵτινες φρονοῦσιν ὅτι ὅσον μέτριον καὶ ἐπιεικὲς πρέπει νὰ ᾖναι τὸ δημόσιον, ἄλλο τόσον ἀδυσώπητον εἰς τὴν εἴσπραξιν, διότι, καθὼς εἶπον πολλάκις, τὸ δημόσιον δὲν εἶναι ἔμπορος, δὲν εἶναι τοκιστής, δὲν εἶναι τραπεζίτης· ἐπιβάλλει φόρους, ἔχει ἀνάγκην νὰ εἰσπράξῃ τοὺς φόρους διὰ νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους καὶ πληρώσῃ τὰ διάφορα ἔξοδα. Ἐπειδὴ δὲ τῶν ἐξόδων δὲν δύναται νὰ γίνῃ καμμία ἀναβολὴ ὡς πρὸς τὴν πληρωμὴν, εἶναι βέβαια ἀνάγκη νὰ εἰσπράττωνται ἐγκαίρως καὶ οἱ φόροι. Διὰ τοῦτο εἶμαι σύμφωνος κατ’ ἀρχὴν μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, δι’ οὗ ζητεῖται ἡ κατάργησις τοῦ διατάγματος αὐτοῦ τοῦ 1835, δι’ οὗ χορηγεῖται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ δώσῃ προθεσμίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου· διότι κατὰ δυστυχίαν ἐγένετο κακὴ χρῆσις, καὶ ὅταν γίνεται ἑνὸς δικαιώματος κακὴ χρῆσις, καλλίτερον εἶναι νὰ ἐκλείψῃ ὅλως διόλου. Φρονῶ δὲ ὅτι ἡ κατάργησις αὕτη θέλει βέβαια συντελέσει κατά τι ὄχι εἰς τὸ ὅλον, διότι δὲν εἶναι τὸ διάταγμα ἐκεῖνο ἡ μόνη αἰτία τῶν καθυστερήσεων, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολλαὶ ἄλλαι αἰτίαι. Ἀλλὰ, κύριοι, ἴσα, ἴσα διὰ τὴν ταχυτέραν, εὐκολωτέραν καὶ ἀσφαλεστέραν εἴσπραξιν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον ἄνευ μικρᾶς τινος ἐξαιρέσεως. Καὶ ἰδοὺ εἰς τί στηρίζω τὴν σκέψιν μου αὐτήν. Τὸ δημόσιον εἰς τὴν Ἑλλάδα εὑρίσκεται δυστυχῶς εἰς μίαν θέσιν ἐξαιρετικὴν, εἰς ἣν δὲν εὑρίσκονται τὰ δημόσια οὐδενὸς ἄλλου κράτους. Εἰς ὅλα τὰ κράτη τὸ δημόσιον εἶναι εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τοὺς φορολογουμένους καὶ εἰσπράττει ἀπευθείας τοὺς φόρους. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον τῆς Ἑλλάδος δὲν εἰσπράττει ὅλους τοὺς φόρους ἀπ’ εὐθείας ἕνεκα τῆς ἀθλιότητος τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Τὸ δημόσιον εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μισθόνῃ τοὺς φόρους του, νὰ παύῃ τοῦ νὰ ᾖναι δημόσιον καὶ νὰ εὑρίσκεται εἰς ἄμεσον συνάφειαν καὶ κάμνῃ μίαν πρᾶξιν ἐμπορικήν· διότι τί ἄλλο εἶναι ἡ μίσθωσις; ἑπομένως ἀφοῦ εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, φρονῶ ὅτι τὸ δημόσιον μιμούμενον τοὺς φρονίμους ἐμπόρους, πρέπει νὰ κάμνῃ κάποιαν συγκατάβασιν, ἂν ᾖναι ἀποδεδειγμένον ὅτι ἡ μικρὰ αὕτη συγκατάβασις δύναται νὰ εὐκολύνῃ ἔτι μᾶλλον τὴν εἴσπραξιν. Καὶ διὰ νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερον σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα· ὑποθέσατε ὅτι ἐνοικίασέ τις τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς ἑνὸς χωρίου ἢ δήμου· κατὰ τὸν νόμον αὐτὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ βεβαιώσῃ τοὺς φόρους, οὐχὶ δὲ καὶ νὰ τοὺς εἰσπράξῃ ἐν τούτοις, ἂν ἔλθῃ ἡ τεταγμένη προθεσμία ἐντὸς τῆς ὁποίας ἔπρεπε νὰ ἐξοφληθῇ τὸ ἐνοίκιον καὶ τὸ δημόσιον δὲν κατώρθωσε νὰ τοὺς εἰσπράξῃ ὅλους τοὺς φόρους, εἶναι ὑπόχρεως ὁ ἐνοικιαστής. Ἀλλὰ φαντασθῆτε ὅτι ἐνοικίασέ τις διὰ 10 χιλιάδας δραχμὰς, ὅτι παρέδοσε τοὺς καταλόγους εἰς τοὺς εἰσπράκτορας, αὐτοὶ δὲν κατώρθωσαν νὰ τοὺς εἰσπράξουν, ἦλθεν ἡ προθεσμία, λέγει ὁ ταμίας πλήρωσε, κύριε ἐνοικιαστὰ, τὰς 10 χιλιάδας αἱ ὁποῖαι καθυστεροῦνται. Εἰς τοιαύτας περιστάσεις δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ δώσωμεν μίαν μικρὰν προθεσμίαν ἑνὸς, δύω μηνῶν, διὰ νὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ συνδράμῃ τοὺς εἰσπράκτορας εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ νὰ μὴ πάσχῃ καὶ ὁ ἐνοικιαστὴς ἄνευ οὐδεμιᾶς ὠφελείας τοῦ δημοσίου εἰς τὰς φυλακάς; Δεύτερον· ἐνοικιάζει τις τοὺς φόρους τῶν ἐλαίων, τὴν ἐπικαρπίαν τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων σταφιδαμπέλων. Ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ εἰς εἶδος καὶ ὀφείλει νὰ ἀποστείλῃ τὰ εἰσπραχθέντα εἰς ἀποθήκας γνωστὰς καὶ δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ τὰ δικαιώματά του ἄνευ τῆς ἀδείας τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν καὶ χωρὶς νὰ καταθέσῃ τὸ ἀνάλογον ποσὸν εἰς τὸ ταμεῖον. Ὑποθέσατε ὅτι ἕνας εἰσέπραξεν ἀρκετὴν ποσότητα ἐλαίου καὶ ἔχει αὐτὰ τὰ προϊόντα ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ὑπαλλήλων τῆς κυβερνήσεως. Ἔρχεται ἡ προθεσμία, αὐτὸς δὲν εὗρε νὰ πωλήσῃ τὸ ἔλαιον ἢ τὴν σταφίδα· νομίζετε ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ συντελεῖ εἰς τὴν εἴσπραξιν τὸ νὰ συλλάβετε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον καὶ τὸν ἀναγκάσετε νὰ πωλήσῃ αὐτὰ τὰ προϊόντα εἰς μηδαμινὴν τιμήν; δὲν εἶναι τάχα συμφερώτερον δι’ αὐτὸ τὸ δημόσιον νὰ δώσῃ προθεσμίαν ἑνὸς, δύω μηνῶν, διὰ νὰ παρουσιασθῇ ἀγοραστὴς καὶ πωληθοῦν εἰς τὴν ἀληθῆ τιμήν; Τρίτον· ὑποθέσατε ὅτι εἷς ἐνοικιαστὴς ἐνοικίασε προσόδους τινὰς διὰ 10,000 δραχμὰς ἐπὶ προσδοκίᾳ νὰ ὠφεληθῇ καὶ αὐτὰς ἄλλας χιλίας, δύω χιλιάδας δραχμάς· ἐν τούτοις ἐναντίον τῶν προσδοκιῶν του ἀντὶ νὰ εἰσπράξῃ 10,000 δραχ. εἰσπράττει μόνον 5 ἢ 6. Πότε θὰ ἰδῇ ὅτι ἐζημιώθη; ὅταν ἔλθῃ ἡ προθεσμία τῆς πληρωμῆς τοῦ χρέους αὐτοῦ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂν βλέπῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ὅτι ὁ ἐνοικιαστὴς αὐτὸς δύναται, μένων ἐλεύθερος τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, νὰ οἰκονομήσῃ καλλίτερον τὸ ποσὸν τῶν καθυστερήσεων, καὶ πληρώσῃ, διότι ἢ περιμένει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὰ προϊόντα του ἅτινα ὁ ἴδιος θέλει συγκομίσει, ἢ εἶναι ἐλεύθερος νὰ πωλήσῃ τι τῶν κτημάτων του, δὲν εἶναι ὠφέλιμον εἰς τὸ δημόσιον νὰ μὴ ἐφαρμόσῃ τὸ μέτρον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως; Ἰδοὺ τρεῖς περιστάσεις καθ’ ἃς ἡ φρόνησις καὶ τὸ καλῶς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ δημοσίου ὑπαγορεύει νὰ δίδωνται μικραὶ προθεσμίαι εἰς μόνους τοὺς ἐνοικιαστάς. Ἀλλὰ δύναται νὰ μὲ εἴπῃ τις, ὅτι αὐτὰς τὰς μικρὰς προθεσμίας ἠμπορεῖ νὰ τὰς χορηγήσῃ καὶ ὁ ταμίας, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑπεύθυνος διὰ τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν. Ἀλλ’ ὁ νόμος περὶ λογιστικοῦ λέγει, ὅτι, ἂν ὁ ταμίας δὲν ἀποδείξῃ ὅτι ἔλαβεν ἐγκαίρως ὅλα τὰ καταδιωκτικὰ μέτρα κατὰ τοῦ ὀφειλέτου, καταλογίζονται ὅλα τὰ καθυστερήματα εἰς βάρος του. Σᾶς ἐρωτῶ, ἂν ἕνας ταμίας γνωρίζῃ ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, ἐτρελλάθη αὐτὸς ὁ ταμίας νὰ δώσῃ προθεσμίαν; Ἐγὼ, κύριοι, ἐχρημάτισα ταμίας, καὶ ὅταν εἶχον αὐτὸν τὸν φόβον, ὅ,τι ἠμποροῦσα ἔπραττον, εἰς τὰς φυλακὰς τοὺς ἐνοικιαστὰς ἔθετον, ποινικῶς τοὺς κατεδίωκον. Βλέπετε, ὅτι ὁ ταμίας καὶ ἂν βλέπῃ, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ δοθῇ ἡ εὐκολία αὐτὴ, δὲν τὸ κάμνει, διότι φοβεῖται μήπως οἱ ὑπολογισμοί του ἀποδειχθῶσιν ἐσφαλμένοι. Ἄλλη ὅμως εἶναι ἡ θέσις τοῦ ὑπουργοῦ· δὲν ὑπάγεται εἰς τὰ κατὰ τοῦ ταμίου μέτρα· ὁ ὑπουργὸς τὸ πολὺ θέλει δώσει λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ δύναται νὰ εἴπῃ· τί ζητεῖτε λόγον ἀπὸ ἐμὲ διότι δὲν ἐπώλησα τὸ ἔλαιον τοῦ Α. ἀφοῦ καὶ ὁ Β. καὶ ὁ Γ. καὶ ἄλλοι δὲν τὰ ἐπώλησαν, διότι προσεδόκων αὔξησιν τῆς τιμῆς; Πιστεύω ὅτι κἀνεὶς δὲν θέλει εὑρεθῆ νὰ καταδικάσῃ τὸν ὑπουργὸν, τὸν ταμίαν ὅμως θὰ τὸν καταδικάσῃ. Δι’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους, ἀποβλέπων εἰς τὴν ἔγκαιρον καὶ ἀσφαλεστέραν εἴσπραξιν τῶν ὀφειλομένων, θὰ σᾶς παρακαλέσω, ἀφοῦ παρεδέχθητε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ βέβαια θέλετε παραδεχθῆ καὶ τὸ μοναδικὸν ἄρθρον, νὰ παραδεχθῆτε μίαν μικρὰν προσθήκην ἡ ὁποία διαλαμβάνει τοῦτο· «Μόνον διὰ χρέη ὑπαγόμενα εἰς ἐνοικιάσεις προσώπων ἢ χρημάτων ἐπιτρέπεται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ χορηγῇ προθεσμίας οὐχὶ πέραν τῶν 6 μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τοῦ χρόνου, ἂν διὰ τῆς προθεσμίας ταύτης καθίσταται ἀσφαλεστέρα ἡ πληρωμὴ αὐτῶν.» (Θόρυβος).
§91ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἤθελον προσέξει περισσότερον μήπως ᾖναι ἀνάγκη τοιαύτης ἐξαιρέσεως, ἀλλ’ αὕτη περιστρέφεται εἰς ὠφέλειαν τῶν φορολογουμένων, οἱ ὁποῖοι πληρόνουν ἀμέσως τοὺς φόρους των εἰς τὸ δημόσιον. Καὶ τῷ ὄντι, ἂν ἤθελεν ὑποβληθῆ κἀμμία περίστασις, ἡ ὁποία νὰ φέρῃ κίνδυνον εἰς τὰ συμφέροντα τῶν φορολογουμένων, καὶ ἐπρόκειτο αὐτὸς ὁ κίνδυνος νὰ προληφθῇ διά τινος μέτρου προβλεπτικοῦ, τότε ἤθελον προσέξει περισσότερον ἂν δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶ αὐτὸ τὸ μέτρον. Ἀλλ’ ὅμως σήμερον ἔρχεται μία τροπολογία ἀποβλέπουσα τὴν προστασίαν τῶν ἐνοικιαστῶν. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ μὴ ἦμαι ἐπιεικὴς, διότι τί σᾶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας; ὅτι τὸ δημόσιον ἀναγκάζεται νὰ μετέρχεται ἓν εἶδος ἐμπορίου, καὶ νὰ ἐνοικιάζῃ τοὺς φόρους εἰς ὡρισμένα ἄτομα ἐπὶ ὡρισμένῳ μισθώματι· ἀκριβέστερον εἶναι νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ δημόσιον πωλεῖ τοὺς φόρους του, διότι ἡ μίσθωσις δὲν εἶναι αὐτὸ, ἀλλὰ πώλησις· ἡ μίσθωσις εἶναι πρᾶγμα ὅπερ δὲν καταστρέφεται· δὲν χορηγεῖτε τὴν οὐσίαν, ἀλλὰ τὴν χρῆσιν. Ἐδῶ λέγομεν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν, ὅτι θὰ εἰσπράξω ὑποχρεωτικῶς 1000 κοιλὰ ἀπὸ τὸν δεῖνα δῆμον, σοῦ τὰ πωλῶ ἀντὶ τοσούτου τιμήματος· λοιπὸν ὁ ἐνοικιαστὴς πέρνει τὸ πρᾶγμα καὶ πληρόνει τὸ τίμημα· εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν εἶναι ἀνάγκη νὰ προνοήσωμεν. Τοιουτοτρόπως καὶ τὸ δημόσιον εἶναι κύριον νὰ εἴπῃ, ὅτι πωλῶ τὰ εἰσοδήματά μου καὶ θέλω τὸ τίμημα εἰς τὴν δεῖνα προθεσμίαν καὶ μὲ τὴν δεῖνα ἀσφάλειαν· ἐκεῖνος ὅστις ἔρχεται καὶ κάμνει τὴν ἀγοραπωλησίαν, καταναγκάζεται ἀπὸ τίνα; Καὶ πρέπει νὰ συγχωρήσωμεν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν πρόχειρα κεφάλαια, νὰ κερδοσκοποῦν μὲ βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου; Καὶ μία ἀπὸ τὰς ἀφορμὰς εἶναι αὕτη, διότι οἱ ἐνοικιασταὶ ἔρχονται χωρὶς κεφάλαια, ἔχοντες μόνον μίαν ἐλπίδα τοιούτου κέρδους· ἐὰν δὲ ἔλθῃ ζημία, λέγουν δὲν θὰ μᾶς πάρουν τίποτε, ἀδιάφορον ἂν θὰ μᾶς φυλακίσουν. Ἀνάγκη λοιπὸν νὰ μὴ ἤμεθα ἐπιεικεῖς εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐργολάβους, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται καὶ κερδοσκοποῦν μὲ τὴν τύχην. Λέγει λοιπὸν ὁ προαγορεύσας, ὅτι, ὅταν ἐνοικιάσῃ τις τὰς προσόδους ἑνὸς δήμου δημητριακῶν καρπῶν καὶ τοὺς βεβαιώσῃ, ὁ δὲ ταμίας ἀναλαβὼν τὴν εἴσπραξιν, δὲν κατορθώσῃ αὐτὴν κατὰ τὴν διάρκειαν καθ’ ἣν ὁ ἐνοικιαστὴς ὤφειλε νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον τὸ τίμημα, ἐρωτᾷ ὁ προαγορεύσας, ὁ προτείνας τὴν τροπολογίαν, δὲν εἶναι δίκαιον νὰ φανῇ τὸ δημόσιον ἐπιεικὲς πρὸς αὐτὸν τὸν ἐνοικιαστήν; λέγω ὄχι· καὶ διὰ δύω λόγους· αʹ) διότι δὲν δύναται νὰ συμβῇ τὸ τοιοῦτον τόσον εὐκόλως· καὶ βʹ) διότι ὁ ἐνοικιαστὴς πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἐὰν ἔχῃ κεφάλαια νὰ πληρώσῃ τὸ χρέος του. Τὸ πρῶτον, τὸ ὅτι δὲν δύναται νὰ συμβῇ εὐκόλως, τὸ γνωρίζετε ἐκ τῆς πείρας, καὶ τέλος πάντων θεραπεύεται, ἐὰν ὑπάρξῃ κἀμμία ἔκτακτος περίστασις· πῶς εἶναι δυνατὸν ὁ ταμίας, εἰς τὸν ὁποῖον ἐγὼ ὁ ἐνοικιαστὴς ἔχω δομένα διπλότυπα διὰ νὰ μοῦ συνάξῃ 1000 κοιλά, ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ ἀμελῇ καὶ νὰ χαρίζεται εἰς τοὺς φορολογουμένους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ μὲ βάζῃ εἰς τὴν φούρκαν, καὶ νὰ μοῦ λέγῃ φέρε 1000 κοιλά; Δὲν εἶναι δυνατὸν τὸ τοιοῦτον· διότι, ἂν φέρεται τόσον περιποιητικῶς, ὑπάρχει ἡ προϊσταμένη ἀρχὴ, εἰς τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ ὁ ἐνοικιαστὴς νὰ παραπονεθῇ κατὰ τοῦ ταμίου, καὶ τὸ ὑπουργεῖον πρέπει νὰ φέρῃ μίαν διόρθωσιν, λέγον εἰς τὸν ταμίαν, δός μοι λόγον, διατί παραμελεῖς τὴν εἴσπραξιν. Δεύτερον ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι, περιστάσεις ἔκτακτοι ἐπέφεραν τὴν ἀνωμαλίαν αὐτὴν τῆς εἰσπράξεως τῶν βεβαιωθέντων φόρων, ὑποθέτετε ὅτι ὁ ταμίας θέλει εἶσθαι τοσοῦτον ἄδικος, ὥστε νὰ μὴ ἀναγνωρίζῃ τὰς ἐξαιρετικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ὁ ἐνοικιαστής; τῷ δίδεται τὸ δικαίωμα ἐπὶ εἴκοσι δύω μῆνας νὰ ἀναβάλλῃ τὴν καταδίωξιν ἑνὸς ὀφειλέτου, ὅταν ᾖναι ἀρκετὰ προσεκτικός, ὥστε νὰ ᾖναι ἠσφαλισμένος μήπως ἡ περιουσία τοῦ ἐνοικιαστοῦ ἐλαττωθῇ. Ἐδῶ ὅμως δὲν εἶναι τοιαύτη περίστασις κατὰ τὸ παρὸν, διότι ὁ ταμίας ἔχει εἰς χεῖράς του τὰ διπλότυπα καὶ ἀρκεῖ νὰ θέλῃ, καὶ θὰ τὰ εἰσπράξῃ· ἠμπορεῖ καλῶς νὰ δώσῃ εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν μίαν μικρὰν προθεσμίαν. Δευτέρα περίπτωσις, λέγει, δύναται νὰ συμβῇ, ὥστε ὁ ἐνοικιαστὴς εἰς τινας περιστάσεις εἰς τὰς ὁποίας αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰσπράττει τοὺς καρποὺς, νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ τοὺς πωλήσῃ καθ’ ἣν στιγμὴν ἔρχεται ἡ ἐποχὴ τῶν δόσεων, καὶ θὰ ᾖναι ἠναγκασμένος νὰ τοὺς πωλήσῃ εἰς τιμὴν ὀλιγωτέραν, διότι κινδυνεύει ἡ προσωπική του ἐλευθερία. Καὶ τοῦτο εἶναι μία μεγάλη πρόνοια ὑπὲρ τῶν καλῶν αὐτῶν ἐνοικιαστῶν, τοὺς ὁποίους ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, ἐκτὸς ὀλίγων, διότι δὲν τοὺς εἶδα ποτὲ ἐπιεικεῖς εἰς τοὺς φορολογουμένους· ἐὰν ὑπάρχουν παράπονα, εἶναι ἐκ τῶν καταχρήσεων τῶν ἐνοικιαστῶν καὶ τῶν εἰσπρακτόρων. Λοιπὸν διατί τόσον περιπαθῶς εἰς αὐτοὺς τοὺς ἐνοικιαστὰς νὰ ἐνοικιάζωμεν καὶ νὰ φοβούμεθα μήπως τοῖς ἀκολουθήσῃ τοιοῦτόν τι; ἰδοὺ τί ἀπαντῶ· ἐνδέχεται νὰ συμβῇ τὸ τοιοῦτον, ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐνοικιάσῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ κεφάλαια διαθέσιμα, καθὼς ὁ ἔμπορος ἄνευ κεφαλαίων δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ τίποτε, ὁ δὲ ἐνοικιαστὴς ἀρχίζει καὶ συνάζει χωρὶς νὰ ἔχῃ κεφάλαια. Ἂς ἔχῃ λοιπὸν πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι, ἂν θέλῃ νὰ πωλήσῃ περισσότερον τὸ πρᾶγμά του, πρέπει νὰ ἔχῃ χρήματα ἕτοιμα· ἐὰν δὲν ἔχῃ, ἂς τὸ πωλήσῃ καὶ εἰς ἐκπεσμόν, διότι πρέπει νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον. Λοιπὸν, κύριοι, καλὸν εἶναι, ἐπειδὴ ἐβάλαμεν χεῖρα εἰς τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, καὶ τὸ ἐσυζητήσαμεν μετὰ τόσης ζέσεως, καὶ ἡ Βουλὴ ὁμοθύμως παρεδέχθη τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, τοῦ διδομένου εἰς τὸν ὑπουργὸν, καλὸν εἶναι νὰ ἀποκόψωμεν ὅλως διόλου τὰς ἀφορμὰς, νὰ λείψῃ αὐτὸς ὁ πειρασμὸς ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ, διότι, καθὼς εἶπεν ὁ κύριος Βαλασόπουλος, ἅμα γεννᾶται ὁ νόμος, γεννᾶται καὶ ἡ ἀνομία. Λοιπὸν ἂς λείψῃ καὶ τοῦτο· δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ἐπιεικείας ὄχι βέβαια τῶν φορολογουμένων, ἀλλὰ τῶν ἐνοικιαστῶν, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθωμεν εἰς καμμίαν ἐξαίρεσιν.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὸν φορολογικὸν νόμον· ἔχομεν πολλὰ ἐκεῖ.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν φέρετε αὐτὴν τὴν πρότασιν, θὰ τὴν πολεμήσω.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολεμήσατέ την.
§95ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Περιττὸν νὰ εἴπω ἄλλα παρ’ ὅσα ὁ προλαλήσας ἀνέφερε πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς προτάσεως τοῦ Κυρίου Σωτηροπούλου. Ὁ Κύριος Σωτηρόπουλος εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ δημόσιον ἐμπορεύεται ὡς πρὸς τὴν εἴσπραξιν τινῶν δικαιωμάτων, πρέπει ἐξαιρετικῶς διὰ τὴν εἴσπραξιν αὐτὴν νὰ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν ἵνα χορηγῇ προθεσμίαν, καὶ ἔφερε ῥητοὺς φόρους, ὡς τὸν φόρον τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ τοῦ ἐλαίου· εἶπεν ὅτι, ὅταν τὸ δημόσιον ᾖναι ἐξησφαλισμένον, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ προσωποκρατήσῃ ὁ ταμίας τὸν ἐνοικιαστήν; ἀπεναντίας ὁ ἐνοικιαστὴς πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθερος, ἵνα συντηρήσῃ τὸ δημόσιον διὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων· τίς ἡ ἀνάγκη νὰ προσωποκρατήσετε τὸν ἐνοικιαστὴν, ὅστις ἔχει εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ δημοσίου τὸ ἔλαιον, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει ὡς ἐγγύησις τοῦ ἐνοικίου, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπλήρωσεν; Εἶναι ὀρθόταται αἱ παρατηρήσεις, ἀλλὰ νομίζω περιττὸν τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον προτείνει, διότι, ὅπως σᾶς εἶπον, ὁ ταμίας ἔχει καιρὸν 22 μῆνας μετὰ παρέλευσιν τῶν ὁποίων εἶναι ὑπόλογος καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὰς καθυστερήσεις ἐκείνας, κατὰ τῶν ὁποίων δὲν ἔλαβε κανὲν μέτρον. Ὁ ταμίας βεβαίως εἶναι ἄνθρωπος, ὅστις ἔχει συμφέρον διὰ τὴν ἔγκαιρον εἴσπραξιν, διότι λαμβάνει ἓν ποσοστὸν, καὶ λογικὸν εἶναι νὰ μὴ ζητῇ διὰ τοῦ μέσου τῆς προσωποκρατήσεως νὰ ἐνεργῇ τὴν εἴσπραξιν, ἐνῷ βλέπει ὡς λογικὸς ἄνθρωπος, ὅτι ἡ προσωποκράτησις θὰ ἐμποδίσῃ τὴν εἴσπραξιν τοῦ φόρου. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι εἶναι εἷς ταμίας, ὅστις οὔτε τὸ συμφέρον του ἀγαπᾷ, ἢ εἶναι μωρὸς νομίζων, ὅτι διὰ μόνης τῆς προσωποκρατήσεως ἠμπορεῖ νὰ εἰσπράξῃ τὸ δικαίωμα τοῦ δημοσίου. Ὅταν λοιπὸν ὁ ταμίας ᾖναι ὑπόλογος διὰ τὴν μὴ ἔγκαιρον εἴσπραξιν, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ὁ ὑπουργὸς νὰ χορηγῇ προθεσμίαν, ἀφοῦ βλέπει, ὅτι τὸ δημόσιον εἶναι ἐξησφαλισμένον; Καὶ ποῦ εὑρίσκει τὸ συμφέρον, ὅτι οἱ καρποὶ καὶ τὸ ἔλαιον εἶναι ἐντὸς τῶν ἀποθηκῶν τοῦ δημοσίου; Κύριοι, πρέπει νὰ μαντεύσῃ ὁ ὑπουργὸς διὰ νὰ χορηγήσῃ τὴν προθεσμίαν καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, ὅτι πολλοὶ ἐνοικιασταὶ σταφίδος εἶχον εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ δημοσίου τὰ εἰσπραχθέντα δικαιώματα· ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ἐξέπεσε· παρεκάλεσαν τὸ δημόσιον νὰ τοὺς δώσῃ προθεσμίαν, ἵνα, αὐξηθείσης τῆς τιμῆς, πωλήσωσι τὸν καρπὸν καὶ πληρώσωσι τὸ δημόσιον· καὶ ἠξεύρετε τί συνέβη; ἐξέπεσεν ἔτι περισσότερον ἡ τιμὴ καὶ ἐπέταξαν μάλιστα τὴν σταφίδα, διότι ἦτο βρεγμένη· ἐζημιώθησαν λοιπὸν οἱ ἐνοικιασταὶ καὶ συγχρόνως ἐζημιώθη καὶ τὸ δημόσιον. Ὁ ὑπουργὸς λοιπόν, Κύριε Σωτηρόπουλε, ὅστις θὰ δώσῃ αὐτὴν τὴν προθεσμίαν, δὲν εἶναι ὑπόλογος, διότι τὸν φέρετε εἰς θέσιν νὰ μαντεύσῃ, ὅτι ἡ τιμὴ τῆς σταφίδος ἢ τοῦ ἐλαίου θὰ γίνῃ ἀνωτέρα. Πῶς λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν μόνον αὐτὴν τὴν περίπτωσιν καὶ δὲν λαμβάνετε καὶ τὴν ἀντίστροφον; ἀλλ’ ἀπέναντι ῥητῆς συμφωνίας, ἡ ὁποία ἔγεινε μεταξὺ τοῦ ἐνοικιαστοῦ καὶ τοῦ δημοσίου, ὅτι εἰς τόσας δόσεις θὰ πληρώσῃ, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ νέα συμφωνία; Μερικοὶ ἴσως ἐπέτυχον τὴν προθεσμίαν, μερικοὶ ὅμως δὲν τὴν ἐπιτυγχάνουν. Λοιπὸν ἕνας ἐνοικιαστὴς ἔχων ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἐπιτύχῃ τὴν προθεσμίαν, προσφέρει περισσότερον, ὁ ἄλλος, μὴ ἐλπίζων τοιαύτην ἐπιτυχίαν, δὲν συναγωνίζεται. Ἀφοῦ λοιπὸν ὁ ταμίας εἶναι ἄνθρωπος λογικὸς καὶ ἔχει εὐθύνην καὶ ἔχει 22 μηνῶν χρόνον, εἶναι περιττὸν νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ δίδῃ ἐξαιρετικὰς προθεσμίας.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ τροπολογία τοῦ Κυρίου Σωτηροπούλου θὰ τεθῇ ὡς συνέχεια τοῦ 1 ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Τὸ πρῶτον ἄρθρον τὸ παραδέχεται ἡ Βουλή;
§97ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἓν ἄρθρον τοῦ Κ. Σινανιώτη, τὸ ὁποῖον εἶναι, καθὼς ὁ Κύριος ὑπουργὸς εἶπε χθές· «ἡ διάταξις τοῦ παρόντος νόμου δὲν ἐφαρμόζεται ὡς πρὸς τοὺς μέχρι τοῦδε ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου».
§99ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ ἄλλην τροπολογίαν τὴν ἑξῆς· «ὁ παρὼν νόμος ἐφαρμόζεται εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ 1866 καὶ ἐντεῦθεν χρέη».
§100ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁ νόμος, ὅστις εἰσάγεται, δὲν λέγει ἄλλο, παρὰ τροποποιεῖ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον πραγματεύεται περὶ τῆς χρήσεως τοῦ τρέχοντος ἔτους· λοιπὸν πολὺ περισσότερον θὰ γίνῃ διὰ τὰ παλαιά· κἀμμία προθεσμία διὰ κανὲν χρέος δὲν ἠμπορεῖ νὰ δοθῇ. Νομίζω, Κύριοι, εἶναι πολὺ σκληρὸν καὶ ἐπιζήμιον εἰς τὸ ἔθνος, ὅταν θελήσωμεν νὰ δώσωμεν προθεσμίας εἰς τοὺς ὀφειλέτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρὸ τόσων χρόνων κατακρατοῦν τὰ δημόσια χρήματα καὶ τὰ ἐμπορεύονται καὶ ἔκαμαν κατάστασιν, νὰ μὴ δώσωμεν εἰς τὸν ἐνοικιαστὴν τὸν ἐφετεινὸν, ὅστις λέγει, ἕνα μῆνα θέλω διὰ νὰ πωλήσω τὸν καρπόν. Ἀλλά, λέγουν, τὸ διάταγμα τοῦ 1835 δίδει τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὅταν εὑρεθῇ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν καὶ δὲν βλάπτεται τὸ δημόσιον, νὰ δώσῃ μίαν τοιαύτην προθεσμίαν· δὲν λέγει ὅμως διὰ τὰ παλαιὰ χρέη, διότι εἶναι ἄλλος νόμος δι’ αὐτά· δὲν ἠμπορεῖτε λοιπὸν, λέγουν, νὰ δώσητε μίαν ὀπισθενεργὸν δύναμιν διὰ τὰ παλαιὰ χρέη, ἀλλὰ πρέπει νὰ φέρητε νέον νόμον. Πῶς εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, ἀφ’ οὗ ὑπάρχει νόμος εὐεργετικὸς, ὅστις προσδιορίζει τὰς δόσεις καὶ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως, νὰ θέλωμεν διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ, ὅστις καταργεῖ μίαν μόνην περίπτωσιν, νὰ ἀνατρέξωμεν καὶ νὰ δώσωμεν μίαν ὀπισθενεργὸν δύναμιν; (θόρυβος).
§101ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Πλεῖστοι τῶν ἐνοικιαστῶν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ παλαιοῦ νόμου, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν κατὰ τὴν ἐφαρμογήν του θέλησιν τοῦ ὑπουργείου, ἐπῆγαν καὶ ἐνοικίασαν· τώρα αὐτοὺς θέλομεν νὰ τοὺς ἀφήσωμεν ἀπροστατεύτους; ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων ὑπάρχουν χρέη εἰς τὸ δημόσιον προερχόμενα ἀπὸ τὴν μεταπολίτευσιν· τώρα οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν καταδιώκονται· πρέπει ν’ ἀφήσωμεν αὐτοὺς τοὺς ἐνοικιαστὰς νὰ καταδιώκωνται;
§102ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§103ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ὁ νόμος ἔχει σκοπὸν νὰ καθιερώσῃ τὴν εἰς τὸ μέλλον μὴ καθυστέρησιν. Ἐπίσης ὑπάρχουν καὶ ἐκ τῶν ἐνοικιάσεων τῶν ἐλαιῶν τὰ καθυστερήματα, τὰ ὁποῖα σχεδὸν καθίστανται μυθώδη· πρέπει νὰ καταδιώξωμεν καὶ αὐτούς; Διὰ τοῦτο λέγω εἰς τὴν τροπολογίαν μου· «Ὁ παρὼν νόμος ἐραρμόζεται εἰς τὰ ἀπὸ τοῦ 1866 καὶ ἐντεῦθεν χρέη».
§104ΚΕΧΑΓΙΑΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ὅσοι διϊσχυρίζονται, ὅτι τὰ καθυστεροῦντα, τὰ 58 ἑκατομμύρια, νὰ ὑποβληθοῦν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ἐσόδων ἑκάστου χρόνου, ζητοῦν πρᾶγμα ἀδύνατον· πρῶτον—καὶ κανεὶς ταμίας δὲν εὑρίσκεται—πρέπει νὰ προσωποκρατηθοῦν ὅλοι, καὶ κανεὶς ὑπουργὸς δὲν ἀναδέχεται τοιαύτην εὐθύνην· τί θὰ εἰπῇ, ὅτι τὰ 58 ἑκατομμύρια εἶναι ὅλα ληξιπρόθεσμα; μόλις 4–5 εἶναι τῶν ὁποίων δὲν ἔληξεν ἡ προθεσμία, ὅλα τ’ ἄλλα εἶναι καθυστεροῦντα· καὶ ἠξεύρετε τί θὰ εἰπῇ καθυστεροῦντα; εἰσπρακτέα κατὰ τὴν τρέχουσαν χρῆσιν· ἑπομένως οἱ ταμίαι θὰ ἔχουν τὰ 32 ἑκατομμύρια τὰ ἔσοδα, καὶ ἄλλα 58 εἰσπρακτέα ἐντὸς τοῦ ἔτους· εἶναι δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ τοῦτο; Πρὸ ὀλίγου ἔκαμα παρατήρησιν ὡς πρὸς τὴν ἀντίφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποπίπτουν· πρῶτον δὲν ἤθελαν ὁ ὑπουργὸς νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ χορηγῇ προθεσμίαν καὶ διὰ τὸ μέλλον, καθὼς καὶ διὰ τὸ παρελθόν· τώρα, ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη μόνον διὰ τὸ μέλλον, λέγουν ὄχι καὶ διὰ τὸ παρελθόν.
§105ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸ λέγομεν.
§106ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ εἴπατε. — Κύριοι, ὅταν ὑπέβαλον τὴν πρότασιν αὐτὴν, βεβαίως εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν καὶ τὴν ἄλλην πληγὴν, τοὐτέστι τῶν μεγάλων καθυστερήσεων, καὶ ἴδετε, ὅτι ὑπέβαλον πρότασιν περὶ συστάσεως εἰδικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον κυρίως θὰ ἐνασχολῆται εἰς αὐτὴν τὴν πληγὴν τῆς ἐκκαθαρίσεως, τῆς εἰσπράξεως, τῶν προθεσμιῶν. Ἐκεῖ εἶναι ὁ τόπος ὁ ἁρμόδιος περὶ χορηγίας προθεσμιῶν ἢ μὴ, ὄχι ὅμως καὶ εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν, ἥτις ἀφορᾷ τὸ μέλλον, ἀφορᾷ τὴν ἀναγκαίαν εἴσπραξιν τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ κατ’ ἔτος ψηφίζει· ὅταν ἔλθῃ ἡ πρότασις περὶ καθυστερούντων, ἐκεῖ καλεῖται ἕκαστος βουλευτὴς νὰ εἴπῃ τὴν γνώμην του. Ἡ παροῦσα πρότασις ἀφορᾷ τὰς μελλούσας χρήσεις καὶ σκοπὸν ἔχει νὰ προλάβῃ τὰς καθυστερήσεις ἐν τῷ μέλλοντι· οὕτω πως ἐννοῶ τὸν νόμον, προθεσμία δὲν δίδεται εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν καθυστερούντων τῆς τρεχούσης χρήσεως.
§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν δὲν τὸν ἐννοῶ ἐγώ.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε λοιπόν.
§109ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ὅταν ὑπεστηρίζομεν τὸ διάταγμα ἡμεῖς καὶ ἐπολεμούσαμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν, σᾶς εἴπομεν, ὅτι τοῦ διατάγματος ἐκείνου ἐγίνετο κατάχρησις ἐκ μέρους τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· σᾶς εἴπομεν, ὅτι δὲν ἐννοοῦμεν νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, παρὰ θέλομεν τὴν ἐφαρμογὴν καὶ καθόσον ἀποβλέπει τὰς ἐλευσομένας χρήσεις· ἀλλὰ δὲν ἐνοήσαμεν ποτὲ, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ δίδῃ προθεσμίας διὰ τὰ παρελθόντα χρέη πρὸς τὸ δημόσιον· ὥστε ὁ κ. ὑπουργὸς κατὰ τοῦτο ἢ μᾶς παρεξήγησεν ἢ δὲν μᾶς ἐνόησεν. Ἐπιστεύσατε, Κύριοι, καὶ μεταξὺ ὑμῶν, Κύριοι Ἑπτανήσιοι, ὅτι τὰ 58 ἑκατομμύρια, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἐλάλουν ἐδῶ, εἶναι πράγματα, τὰ ὁποῖα δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου θὰ συναχθῶσι; Βλέπετε ὁ σκοπὸς ποῖος εἶναι· ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ μὴ συναχθοῦν ἐκεῖνα, καὶ σᾶς λέγουν ἔρχεται περὶ ταμείων νόμος· καὶ τί θὰ μᾶς χρησιμεύσῃ, ὅταν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ συνάξωμεν τὰ χρήματα; τί νὰ βάλωμεν εἰς τὸ ταμεῖον; νὰ βάλωμεν τὰ χαρτιὰ ὅσα ἀποβλέπουν τὰ καθυστεροῦντα; Ἰδοὺ ὡραῖον ταμεῖον· ἰδοὺ χαρτιὰ· μὲ αὐτὰ ἠμπορεῖτε νὰ χαλάσητε τὸν κόσμον· μὲ αὐτὰ ἔλεγεν ὁ Κύριος Κουρῆς, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ ἐκπληρώσωμεν ἐθνικὰς ἀνάγκας. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐὰν αἱ ἔκτακτοι ἀνάγκαι ᾖναι ἀληθεῖς, ἐὰν πρέπῃ τέλος πάντων ὅλοι νὰ συνεισφέρωμεν διὰ τὰς ἰδέας, ὅσαι παρουσιάσθησαν καὶ ἔφεραν ὅλα τὰ οἰκονομικὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τέλος πάντων οἱ μὴ ὀφείλοντες πρέπει νὰ καταβάλωσι διὰ τὰς ἰδέας αὐτὰς, οἱ δὲ ὀφείλοντες νὰ μὴ καταβάλωσιν· ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι χρεωστοῦν εἰς τὸ δημόσιον νὰ μείνουν ἀκαταδίωκτοι, ἐκεῖνοι δὲ, οἱ ὁποῖοι δὲν χρεωστοῦν, νὰ πληρώσουν· ἂν αὐτὸ ἦτο τὸ πνεῦμα τοῦ ὑπουργείου, τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν ἠπατήθην διόλου, διότι ἐνόησα ὅλον τὸ σύμπλεγμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἔρχεται αὐτὴ ἡ περίπτωσις ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ σᾶς εἶπον προτήτερα, μὴν ἐλπίζετε νὰ λάβητε τίποτε ἀπὸ τὰ παρελθόντα, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Θέλετε νὰ λάβητε ὅσα εἶναι δυνατόν; νὰ καταδιωχθῶσιν ὅσοι χρεωστοῦν εἰς τὰ 62, 63, 64, 65, μᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Δαρειώτης πρὸ ὀλίγου. Καὶ ἀπὸ πότε εἶναι τὰ 20 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα χρεωστοῦμεν σήμερον παρὰ ἀπὸ τότε; πόθεν εἶναι αὐτὰ τὰ δάνεια; διατί ἔγειναν; διότι τότε δὲν εἰσεπράττετο τίποτε, διότι ὅλα τὰ εἰσοδήματα τὰ ἔφαγον οἱ ἐνοικιασταὶ, καὶ σήμερον, ἐνῷ τὸ μεγαλήτερον ἔλλειμμα ὑπάρχει ἀπὸ τὰ 62 ἕως τὰ 66, λέγετε, ἀφήσατε αὐτοὺς, καλὰ τὰ ἔφαγαν, δόσατε προθεσμίαν εἰς ἐκείνους. Ἰδοὺ λοιπὸν ποῦ μᾶς φέρουν ὕστερον διὰ τῆς τροπολογίας αὐτῆς, διὰ τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν δίδουν εἰς τὸν νόμον· νὰ μὴ καταδιωχθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔφαγαν τὰ δημόσια χρήματα ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, καὶ ἀφίνουν τὰ παλαιὰ· εἶναι ἔωλα, λέγει ὁ Κύριος Δαρειώτης, καὶ ἂν ᾖναι ἔωλα, τί σχηματίζεις τὸ ταμεῖον; νὰ βάλλῃς νεκροὺς μέσα, ἔωλα πράγματα; Λοιπὸν βλέπετε, Κύριοι, ὅτι παραδεχόμενοι τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ νόμου, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα σύμφωνοι εἰς τὸ προηγούμενον, καὶ εἴπομεν νὰ μείνῃ τὸ δεύτερον· ἀλλὰ μὴ νομίζετε, ὅτι διαφέρει τίποτε τοῦ πρώτου· ἅμα συγχωρῇ ἕνας νόμος, νὰ δοθῇ ἐντὸς τοῦ ἔτους προθεσμία, δὲν βλάπτει. Ἀλλ’ οἱ ὑπουργοὶ ἔδιδον καὶ διὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος ἀκόμη· αὐτὴ εἶναι ἡ κατάχρησις τοῦ νόμου, ὡς ἂν αὐτὸς ὁ νόμος δὲν ἤθελεν ὑποκύψει εἰς κατάχρησιν. Εὔχομαι νὰ μὴ γίνῃ, ἀλλὰ θὰ γίνῃ, διότι ποῖος ὑπουργὸς κατεδικάσθη; κανένας· καὶ διὰ τοῦτο τίποτε δὲν θὰ γίνῃ. Λοιπὸν, κύριοι, ἂν ἡ Βουλὴ θὰ ᾖναι συνεπὴς, ὀφείλει νὰ μὴ δεχθῇ οὔτε τὰς ἐξηγήσεις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, οὔτε τὴν τροποποίησιν τοῦ κυρίου Δαρειώτου. (Ἄ, Ἄ.) Τὸ ἠξεύρω καὶ ἐγώ· παραδεχθῆτέ το· ἀναγνωρίζω ὅτι ὑπάρχουν μερικὰ πράγματα, καὶ σᾶς τὸ εἶπον καὶ προτήτερα, τὰ ὁποῖα δὲν εἰμποροῦν νὰ εἰσπραχθοῦν· φέρ’ εἰπεῖν, θὰ εὕρετε εἰς τὸν στρατιωτικὸν προϋπολογισμὸν ἑκατομμύρια καθυστερούμενα. Εἶναι ἀδύνατον αὐτὰ νὰ εἰσπραχθοῦν, ἀλλ’ εἶναι καὶ πολλὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ εἰσπραχθῶσι, καὶ ἑπομένως, διὰ νὰ εἰσπραχθῶσι, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ καταδίωξις.
§110ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κύριοι, ἐξυφαίνεται τῷ ὄντι κἄτι τι διὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἢ τὸ νομοσχέδιον λαμβάνεται ὡς ἐπιχείρημα διὰ νὰ ἐξυφανθῇ μία συκοφαντία; ἰδοὺ, κύριοι, τὶ θὰ ἐξετασθῇ· σᾶς ζητοῦμεν σήμερον διὰ τοῦ νομοσχεδίου νὰ παύσῃ ἡ καταδίωξις τῶν ὀφειλετῶν τοῦ παρελθόντος; ἐὰν σᾶς ζητῶμεν τοῦτο, τότε μάλιστα ἐξυφαίνεται κἄτι τι διὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἐὰν ὅμως δὲν σᾶς ζητῶμεν τοῦτο, ἐὰν δὲν πρόκειται νὰ κανονίσῃ τὸ νομοσχέδιον τοιοῦτόν τι, τότε τὸ νομοσχέδιον ἐχρησίμευσεν ὡς πρόφασις διὰ μίαν συκοφαντίαν.
§111Α. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρόκειται περὶ τῆς τροπολογίας.
§112ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, μὴ βιάζεσαι. — Πρῶτον ἤδη, κύριοι, ἤκουσα ἐδῶ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐπειδὴ ὁ κύριος ὑπουργὸς πρὸς ὑποστήριξίν του εἶχεν ὡς ἕνα τῶν λόγων τὰς δοθείσας κατ’ ἐπανάληψιν παρατάσεις, τὰς ὁποίας ἐχαρακτήρισεν ὡς καταχρήσεις, δὲν πρέπει νὰ τὸ δεχθῆτε, διότι αἱ καταχρήσεις δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύσουν ὡς λόγος πρὸς ὑποστήριξιν νομοσχεδίου· ἂς μὴ γίνωνται καταχρήσεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθὲς, αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν ἔχει ἄμεσον σχέσιν καὶ σκοπὸν αὐτὰς τὰς καταχρήσεις τῶν ὑπουργῶν· ἠξεύρετε διατί ἐπαρουσιάσθη καὶ τί προτίθεται; προτίθεται ν’ ἀφήσῃ τὴν εὐθύνην ὅπου πρέπει νὰ ᾖναι ἡ εὐθύνη, καὶ ἀφίνον τὴν εὐθύνην ὅπου πρέπει νὰ ᾖναι, ν’ ἀποκαταστήσῃ τὰ εἰσπράξιμα ἀληθῶς εἰσπράξιμα. Ἐξηγοῦμαι. Ὑπάρχει, κύριοι, εἷς νόμος. Ὁ νόμος αὐτὸς ἦλθε κατόπιν τοῦ διατάγματος, καὶ ἂν ὁ νόμος ὑπῆρχε, τὸ διάταγμα δὲν ὑφίστατο, διότι τὸ διάταγμα καὶ ὁ νόμος εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν. Ὑπάρχει ἕνας νόμος ὁ ὁποῖος ἀμέσως κηρύττει ὑπεύθυνον διὰ τὰς εἰσπράξεις τὸν ταμίαν· αὐτὸς καὶ μόνος εἶναι ὑπεύθυνος, καὶ ἐὰν δὲν δικαιολογήσῃ διατὶ δὲν εἰσέπραξε τὰ εἰσπρακτέα τιμωρεῖται· πρὸ αὐτοῦ τοῦ νόμου ὑπάρχει τὸ διάταγμα· αὐτὸ τὸ διάταγμα, ἐνῷ ὁ ταμίας κηρύττεται ὑπεύθυνος, δίδει εἰς τὸν ὑπουργὸν τὸ δικαίωμα νὰ ἐμποδίζῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ταμίου διὰ τῶν ἀναστολῶν. Δὲν εἶναι ἀντίφασις τοῦτο; Τί ἐγίνετο δυνάμει αὐτῆς τῆς ἀντιφάσεως; Ὁ ὑπουργὸς ὁ ἀνεύθυνος εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ διακόπτῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ταμίου, καὶ ὁ ταμίας ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἠδύνατο νὰ σᾶς εἴπῃ δι’ ὅ,τι συνέβαινε, τὶ σᾶς πταίω ἐγώ; ἔγεινε κατάχρησις, ἐπωλήθησαν τὰ κτήματα, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὑπεύθυνος· ὁ ὑπουργὸς ὁ ἀνεύθυνος ἔδωκε προθεσμίαν τῶν ἐνοικιαστῶν Μεσσηνίας, μ’ ἐμπόδισεν ὁ ὑπουργὸς νὰ ἐνεργήσω. Διὰ τοῦτο οἱ ταμίαι ἀδυνατοῦν νὰ εἰσπράξουν, διότι ὁ ὑπουργὸς ὁ ἀνεύθυνος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ σταματήσῃ τὴν ἐνέργειαν τοῦ ταμίου, καὶ ὁ ταμίας ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ, ἠξεύρω ἐγὼ τὶ ἔγειναν τὰ λάδια; αὐτὰ ὁδοιποροῦσι μετὰ τῶν ἐνοικιαστῶν εἰς Κρήτην· τὶ μὲ μέλλει; ἂς εἶναι ὑπεύθυνος ἐκεῖνος, ὅστις μᾶς ἐμπόδισε νὰ καταδιώξωμεν. Τί θέλει λοιπὸν κυρίως τὸ νομοσχέδιον; θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τὸν ἀνεύθυνον ἐντελῶς, τὴν ἐξουσίαν τοῦ διακόπτειν τὴν ἐνέργειαν τοῦ ταμίου, καὶ νὰ ἀφήσῃ εἰς τὸν ταμίαν τὸν ὑπεύθυνον νὰ διαχειρισθῇ τὴν εἴσπραξιν καὶ νὰ δώσῃ λόγον. Αὐτὸς εἶναι εἷς τῶν σπουδαίων λόγων ὑπὲρ τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἂν τῷ ὄντι καθιερώσητε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἐὰν τῷ ὄντι ἀφήσητε ἐλευθέρους τοὺς ἀληθῶς ὑπευθύνους, ἡ εἴσπραξις ἐλπίζω ὅτι θὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὁ νόμος περὶ οὗ πρόκειται δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἄρῃ τὴν ἀντίφασιν αὐτὴν, ἥτις ὑπῆρξε μεταξὺ τῶν δύω νόμων, καὶ συνεπείᾳ τῆς ὁποίας ὁ μὲν ὑπεύθυνος ἐμποδίζετο νὰ ἐνεργήσῃ, καὶ ἀνελάμβανε ὅλην τὴν ἐξουσίαν ὁ ἀνεύθυνος ὑπουργὸς, ὅστις διέκοπτε τὴν ἐνέργειαν τοῦ ταμίου. Τώρα αὐτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ αὐτὴ ἡ ἰδέα, ἥτις ἔρχεται νὰ καθιερωθῇ διὰ τοῦ νόμου, εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀποτέλεσμα καὶ σκοπὸν διὰ τὸ παρελθόν; Ἐὰν εἰμπορῇ νὰ ἔχῃ, βεβαίως σκοπεύει νὰ καταστρέψῃ ὅλην τὴν ἐνέργειαν τοῦ παρελθόντος καὶ νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀναγκαστικὴν εἴσπραξιν, ἄνευ διακοπῆς καμμιᾶς. Δεύτερον, κύριοι, σᾶς λέγω, καὶ ἂν τὸ διατάξητε, εἶναι μάταιον. Σᾶς ἐρωτῶ πρῶτον καὶ ἐρωτῶ τοὺς πολεμοῦντας τὸ νομοσχέδιον, τὴν τροπολογίαν, ποῖα εἶναι τὰ εἰσπρακτέα; καὶ λέγοντες εἰσπρακτέα, τί ἐννοεῖτε; Ἐννοεῖτε ἀναμφισβήτητα δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἢ ὄχι; καὶ ποῖα εἶναι τὰ ἀναμφισβήτητα δικαιώματα τοῦ δημοσίου τὰ ἠξεύρετε; Ὄχι, οὔτε εἶναι δυνατὸν, καὶ ἰδοὺ διατί· διότι ἦλθον νόμοι ἀλλεπάλληλοι οἱ ὁποῖοι ἐκήρυξαν ὅλα αὐτὰ τὰ εἰσπρακτέα, ὅλα τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου ἀμφισβητήσιμα· ἦλθον νόμοι οἱ ὁποῖοι εἶπον, δὲν εἰμπορεῖτε νὰ καταδιώξητε ἅμα παρουσιασθῇ μία ἔνστασις, ἓν παράπονον ἐκ μέρους τοῦ ὀφείλοντος, ὅτι ἔχει λόγον νὰ μὴ τὰ πληρώσῃ. Λοιπὸν αὐτὰ δυνάμει τοῦ νόμου δὲν εἰμπορεῖτε νὰ τὰ εἰσπράξητε, ὅταν ὑπάρχῃ ἓν παράπονον. Δεύτερον, κύριοι, ὑπάρχουν ἄλλου εἴδους εἰσπρακτέα, εἰσπρακτέα ὀφειλόμενα ἐκ μέρους τῶν κατοίκων. Ἐρωτῶ ὅσους ἐνησχολήθησαν, ὅσους ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνουν τὸ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργεῖον καὶ ἐνησχολήθησαν, διὰ ποῖα ἐξ αὐτῶν ὑπάρχουν τίτλοι, βεβαιοῦντες τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου; Ὁ κ. Σωτηρόπουλος εἶναι εἰς καλλιτέραν κατάστασιν νὰ μᾶς εἴπῃ. Καθ’ ἃς ἐγὼ ἔχω πληροφορίας, πολλὰ ὀλίγοι τίτλοι ὑπάρχουν· οἱ πλεῖστοι ἀπωλέσθησαν, οἱ πλεῖστοι κεῖνται εἰς τὰ ἀρχεῖα τῶν παλαιῶν ἐγγράφων φύρδην μύγδην ἐντὸς σάκκων, ὅπως ἐλαμβάνοντο δηλαδὴ ἐσφραγισμένοι. Συνέβη, κύριοι, εἰς πολλὰ ἄλλα μέρη τὰ εἰσπραχθέντα νὰ μὴ καταλογισθῶσι καὶ φαίνονται ὀφειλέται πολῖται, ἐνῷ τὰ χρήματα αὐτὰ εἰσεπράχθησαν ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ κατεχράσθησαν ὑπὸ ταμίας τινάς. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ· σᾶς ἀνέφερον τρεῖς κατηγορίας καθυστερούντων καὶ ἀποφεύγω νὰ κάμω λόγον περὶ ὅλων αὐτῶν τῶν νόμων, τῶν εὐεργετικῶν καὶ προστατευτικῶν. Σᾶς ἐρωτῶ τώρα· ὑποθέσατε ὅτι ὁ νόμος τὸν ὁποῖον καθιεροῦτε, ἔχει τὴν ἔννοιαν τοῦ νὰ διαταχθῶσιν οἱ εἰσπράκτορες ἢ οἱ ταμίαι νὰ εἰσπράξωσιν ὅλα τὰ καθυστεροῦντα τῶν παλαιῶν χρήσεων· τί θέλετε νὰ κάμουν διὰ τὰ εἰσπρακτέα τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν σᾶς περιέγραψα; Ἀδιαφόρως νὰ καταδιώξουν, ὑπάρχουν ἐὰν ὑπῆρχον ὀφειλόμενα, ἐὰν ὑπάρχουν δὲν ὑπῆρχον ἀποδείξεις, ἢ τίτλοι, ἢ καὶ μόνον διότι τινὰ ἐξ αὐτῶν εἶναι σημειωμένα εἰς τὰ βιβλία; ἢ θέλετε εἰς τὴν πρώτην ἔνστασιν τῶν ὀφειλετῶν νὰ σταματήσουν οἱ καταδιώκοντες; Ἐὰν θέλετε τὸ πρῶτον, θέλετε ἓν πρᾶγμα ἀδύνατον καὶ ἄδικον, διότι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπουν, ὅτι τὸ δικαίωμα νὰ μὴ πληρώσουν τὸ ἔχουν δυνάμει ἑνὸς νόμου, ὅστις ἀπαιτεῖ ἕνα τίτλον· λοιπὸν δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ζητήσητε τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἀμφισβητοῦνται. Ἐὰν ὅμως θέλετε νὰ δώσητε τὴν ἄδειαν εἰς τὸν ταμίαν νὰ μὴ εἰσπράξῃ τὰ ἀμφισβητούμενα, ποῖος θὰ κρίνῃ αὐτὰς τὰς ἀμφισβητήσεις; ἢ θὰ ἀφήσητε εἰς τὴν ἀπόλυτον δικαιοδοσίαν τοῦ ταμίου νὰ προσδιορίσῃ κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ; Τότε θ’ ἀποκαταστήσετε τὸν ταμίαν ἀπόλυτον δεσπότην τῆς τύχης τῶν πολιτῶν, δυνάμενον νὰ καταστρέψῃ δικαιώματα ἀποκεκτημένα καὶ νὰ καταδιώξῃ ἀνθρώπους τοὺς ὁποίους αὐτὸς εὐχαριστεῖται νὰ καταδιώξῃ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ ἂν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ διάταξις τοῦ ὅτι ὁ ὑπουργὸς εἰς περιστάσεις δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς καταδιώξεως, λέγω ὅτι αὐτὴ ἡ διάταξις ἤθελεν εἶσθαι φρόνιμος, διότι κατ’ ὀφειλετῶν ἐν γένει δὲν ἠμπορεῖτε ἀνεξαρτήτως νὰ ἐνεργήσητε τὸ δικαίωμα τῆς καταδιώξεως· ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ὑπάρχει διόλου αὐτὴ ἡ διάταξις. Ἡ τροπολογία θέλει ν’ ἀφήσῃ τὰ πράγματα εἰς ἣν ἦσαν κατάστασιν, ἀλλὰ μεταβάλλει ὁ νόμος τὰ πράγματα, ναὶ ἢ ὄχι; Ἐὰν δὲν τὰ μεταβάλλῃ, τὶ σημαίνουσι τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος ῥηθέντα, ὅτι ἐξυφαίνομεν ἕνα νόμον διὰ νὰ καθιερώσωμεν τὴν καθυστέρησιν, νὰ καταστήσωμεν ἀνύπαρκτα τὰ μὴ εἰσπραχθέντα, καὶ ὅσα ἄλλα ἐῤῥέθησαν διὰ νὰ προσβάλουν τὴν Κυβέρνησιν μόνον; Καὶ βλέπετε, οὔτε ἡ τροπολογία οὔτε ὁ νόμος περὶ αὐτῶν κάμνει λόγον. Ἡ τροπολογία λοιπὸν, κύριοι, καὶ ὡς τοιαύτην νομίζω πῶς ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ τὴν δεχθῇ, δὲν κάμνει τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ ἀφίνῃ τὰ πράγματα εἰς ἣν εὑρίσκονται θέσιν, διότι δὲν δύναται καὶ ἄνευ τῆς τροπολογίας νὰ ἐπιτευχθῇ ὅ,τι νομίζουν πῶς δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ. Ὑποθέτετε ἤδη ὅτι καὶ ἂν δὲν ὑπῆρχον ὅλαι αὐταὶ αἱ δυσκολίαι, καὶ ἂν ὑπῆρχον εἰσπράξιμα ὅλα αὐτὰ, ὑποθέτετε πῶς 60 ἑκατομμύρια εἶναι εἰσπράξιμα; ὅτι δὲν ὑπάρχει κἀμμία ἀμφισβήτησις, ὅτι τὰ ἀπὸ τὰ 1830 μέχρι τοῦ 1867 ὀφειλόμενα ταῦτα πρέπει νὰ εἰσπραχθοῦν ἀναμφισβητήτως; Σᾶς ἐρωτῶ, ἦτο δυνατὸν οἱ ταμίαι τοῦ Κράτους νὰ ὑποχρεωθῶσι κατ’ ἀνάγκην νὰ εἰσπράξωσιν ἢ μὴ εἰσπράττοντες νά πληρώσωσιν αὐτοὶ διὰ μιᾶς καὶ ἐντὸς μιᾶς χρήσεως 100 ἑκατομμύρια, τὰ ἔσοδα καὶ τὰ καθυστεροῦντα; διότι, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ κάμητε διαστολήν· ἀμφότερα ἔσοδα εἶναι, καὶ ἐὰν τῷ ὄντι πρέπει νὰ καταδιωχθοῦν, πρέπει νὰ καταδιωχθοῦν ὅλοι ἀνεξαιρέτως, καὶ νὰ πληρώσουν ὅλοι ἀνεξαιρέτως· ἄλλως πρέπει νὰ ὑπάγουν ὅλοι εἰς τὴν φυλακήν. Λοιπὸν καὶ ἂν ἔλειπον αἱ ἀμφισβητήσεις, θέλετε ἀπαιτήσει σήμερον νὰ εἰσπράξητε ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα διὰ τὸ τρέχον ἔτος 100 ἑκατομμύρια, διότι εἰς ἐναντίαν περίπτωσιν, κατὰ τὸν νόμον, ἐὰν ὁ ταμίας δὲν εἰσπράττῃ αὐτὰ τὰ ποσὰ, ὁ ταμίας πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἀποζημίωσιν, νὰ τὰ πληρώσῃ αὐτός; Πιστεύω, κύριοι, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι σπουδαῖον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ στηριχθῇ ἐδῶ μετὰ σπουδαιότητος, ἐκτὸς ἐὰν πρόκειται ἢ νὰ εὑρεθῇ μομφὴ κατὰ τῆς Κυβερνήσεως ἄδικος, ἢ νὰ πολεμηθῇ διὰ τοιούτων μέσων τὸ νομοσχέδιον. Κύριοι, ὀφείλονται ἀναντιῤῥήτως πολλὰ καὶ ἔχομεν τὸ δικαίωμα ὅσοι ἔλαβον πάντοτε ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ δὲν ἐπληρωσάν ποτε ἢ ὅσοι εὑρέθησαν εἰς περιστάσεις νὰ μὴ ὀφείλουν ποτὲ, διότι βεβαίως πολλοὶ ἄνθρωποι ἐπλήρωσαν τοὺς φόρους, καὶ ἐκλαμβάνουν αὐτὰ τὰ ὀφειλόμενα ὡς τῷ ὄντι βέβαια καὶ ἀσφαλῆ καὶ ν’ ἀπαιτοῦν νὰ πληρωθῶσι καὶ ν’ ἀποροῦν διατὶ δὲν ἐπληρώθησαν καὶ νὰ θαυμάζουν ὅτι εἴμεθα εἰς στενοχωρίαν, ἐνῷ ἔχομεν τόσα νὰ λάβωμεν, ὡς ἕνας ὑπουργὸς Βαυαρὸς ἔφερε προϋπολογισμὸν φέροντα περίσσευμα 30,000,000, καὶ ἐκήρυξεν, ὅτι ὁ τόπος εὐτυχεῖ, διότι 30,000,000 περισσεύουν καὶ ὅμως σᾶς λέγω, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι δὲν εἶναι ἀκριβεῖς· ἐγὼ, κύριοι, ἐπὶ τούτου ἐνησχολήθην πολύ. Ὀφείλονται ἀληθῶς καθυστερούμενα, καὶ πολλὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ πληρωθῶσιν, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς τέλος ἐν ὅσῳ τὰ καθυστερούμενα αὐτὰ δὲν ἐκκαθαρισθῶσι. Τὸ ἐναντίον σύστημα ἐδοκιμάσθη εἰς τὴν Ἑλλάδα· μὴ νομίσετε ὅτι δὲν ἐδοκιμάσθη. Ἦλθεν εἷς ὑπουργὸς ἀρκετὰ εὐφυὴς, ὅστις εἶπε· δὲν ἀναγνωρίζω ἀπ’ ὅσα θέλω νὰ εἰσπράξω τὰ καθυστερούμενα καὶ κατὰ τὴν εἴσπραξιν καθαρίζονται αἱ ἀμφισβητήσεις. Ἐγένετο τίποτε; ἐπραγματοποιήθη τίποτε; ὄχι· ὁ ὑπουργὸς αὐτὸς ἦτο ὁ κύριος Σῖμος· ἐζήτησε κἄτι τι ἀδύνατον. Ὁ παρὼν νόμος δὲν μεταβάλλει τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων ὅπως εἶχεν ἕως τώρα· ἐπειδὴ ὅμως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὴν βελτιώσῃ διὰ τὸ παρελθὸν, ζητεῖ νὰ τὴν βελτιώσῃ διὰ τὸ μέλλον, καὶ θέλει νὰ θέσῃ ἕνα τέρμα διὰ τὸ μέλλον· δὲν σταματᾷ εἰς παρελθόντα ἀνύπαρκτα· τὰ παρελθόντα πρέπει νὰ εἰσπραχθῶσι, πρέπει νὰ ἐνεργηθῇ ἡ καταδίωξις. Ἐῤῥέθησαν πολλὰ ἐνταῦθα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ δὲν εἶχον καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἤκουσα μάλιστα ἐνταῦθα ἕνα τῶν συναδέλφων μας, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καὶ ὑπουργὸς, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ δὲν κάμνουν τίποτε ἄλλο παρὰ νὰ λέγουν καὶ προτείνουν ὅ,τι τοῖς ὑποβάλλουν οἱ ὑπάλληλοί των, καὶ τοῦτο, ὅτι προέρχεται ἐξ ἐλλείψεως πείρας. Τοῦτο, κύριοι, δύναται εἰς τοὺς λέγοντας νὰ ἐφαρμόζεται· δὲν εἶχον ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ τὸ λέγουν καὶ εἰς ἐκείνους οἱ ὁποῖοι δὲν προτείνουσιν εἰμὴ ὅ,τι καλῶς γνωρίζουν, ἀλλὰ μάλιστα καυχῶνται, ὅτι ὅ,τι φέρουν τὸ φέρουν μετὰ προηγουμένην αὐτῶν μελέτην καὶ εἶναι καθαρὸν προϊὸν τῆς ἰδίας αὑτῶν πείρας.
§113ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετὰ (θόρυβος).
§114ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Καλὸν εἶναι νὰ μὴ ὠφελούμεθα ἀπὸ παρεξηγήσεις καὶ ἀπὸ λέξεις μόνον, ἀλλὰ ν’ ἀκούωμεν καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ μὲ τὴν αὐτὴν διάθεσιν καὶ ὑπομονήν. Τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον δὲν δύναται παρὰ νὰ ἦναι πληρέστατα εὐχαριστημένον ἀπὸ τὴν προθυμίαν καὶ τὴν συνδρομὴν τὴν ὁποίαν τῷ δίδει ὁλόκληρος ἡ Βουλὴ, ὅλοι οἱ κύριοι βουλευταὶ ἀπ’ ἀρχῆς. Ναί, ἔχει τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον τοὺς φίλους του, ὡς ἔχουν ὅλα συνήθως τὰ ὑπουργεῖα ἐν Ἑλλάδι· ἀλλὰ δὲν βλέπω καὶ τοὺς ἐχθρούς του. Διότι ἕκαστος, κύριοι, ἀποβλέπει εἰς τὸ σπουδαῖον καὶ κρίσιμον τῶν περιστάσεων, καὶ οὐ μόνον θέλει νὰ δώσῃ τὴν συνδρομήν του, ἀλλὰ καὶ εὔχεται τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Κράτους νὰ ἐπιτυγχάνουν ὡς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος τὸ ἀπαιτεῖ. Καὶ ἡ συμπολίτευσις αὐτὸ τοῦτο ποθεῖ, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ οὐδέποτε θέλει νὰ φαίνεται ἐναντία εἰς ὅ,τι εἶναι δίκαιον καὶ συμφέρον εἰς τὸ Κράτος, ἐνίοτε μάλιστα προτιμᾷ καὶ νὰ σιωπᾷ καὶ νὰ μὴ ἐκφράζῃ τὰς ἐναντίας πεποιθήσεις, διὰ νὰ μὴ βλάψῃ ἐν ἀμφιβολίᾳ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, καὶ νὰ μὴ φέρῃ οὕτω προσκόμματα εἰς τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις εἶναι καὶ ὑπεύθυνος διὰ τὰ ἀποτελέσματα. Τῷ ὄντι τὸ μέτρον τοῦ σημερινοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν ἔχει καὶ κάτι τι θετικόν· καὶ ἔρχεται διατί; διότι, ὅπως καὶ εἰς ἄλλα ἀντικείμενα, ἐπιπολαίως πως θέλομεν νὰ τιμωρήσωμεν ἄλλους διὰ τὰς ἐλλείψεις καὶ ἁμαρτίας ἄλλων· ἔρχεται, λέγω, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, καὶ μᾶς λέγει, ὅτι σειρὰ περιστάσεων ἔπεισεν αὐτὸν νὰ φέρῃ τοιοῦτον νόμον, τὸ ν’ ἀπεκδυθῇ δηλονότι τῆς δυνάμεως, ἣν εἶχε, καὶ νὰ τὴν ἐναποθέσῃ εἰς μόνους τοὺς ταμίας τοῦ Κράτους συμφώνως μὲ τοὺς περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμους. Λοιπὸν ποῖος εἶναι ὁ σκοπός; ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ συλλέξωμεν τὰ καθυστεροῦντα, νὰ συλλέξωμεν τὸ εἰσόδημά μας· αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς βεβαίως· ἀλλὰ πιστεύετε, κύριε ὑπουργὲ, ὅτι θὰ συλλέξητε τίποτε; οὐδὲ ὀβολὸν, τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν θὰ συλλέξητε ἀπὸ τὸ παρελθὸν, οὔτε ἀπὸ τὸ τῆς τρεχούσης χρήσεως. Ἡ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι οἱ λόγοι τοῦ ὑπουργοῦ ἔχουσι μεγάλην ἐπιῤῥοὴν, καὶ ὅταν εἰς ὅλον τὸ κράτος ἀκουσθῇ, ὅτι ἦλθε νέος νόμος τροποποιῶν τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν ὀφειλομένων, οὐδεὶς θὰ πληρώσῃ βεβαιότατα (θόρυβος). Ἔρχεται κατόπιν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς καὶ μᾶς λέγει, ζητεῖτε νὰ ὑποβάλλητε ὅλους τοὺς ὀφειλέτας τοῦ δημοσίου εἰς ἕνα νόμον τοιοῦτον, ὥστε νὰ εἰσπράξητε κατ’ αὐτὸ τὸ ἔτος 100,000,000.
§115ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἶναι ὅλα εἰσπρακτέα.
§116ΧΑΤΣΙΣΚΟΣ. Ὅταν καταργήσητε τὸν νόμον τὸν ὑπάρχοντα, δυνάμει ποίου νόμου θὰ καταδιώξῃ ὁ ταμίας; δυνάμει τοῦ παρόντος ἀναμφιβόλως, διότι ὁ μέχρι τοῦδε καταργεῖται. Τί συμβαίνει τότε παρὰ χάος; Διὰ ταῦτα εἶμαι ἐναντίος τῶν ἐξηγήσεων, ἃς ἐδώκατε· ἐννοῶ τὸν ταμίαν ὑπόλογον σύμφωνα μὲ τὸν περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμον καὶ μὲ τὸν παρόντα νόμον· διὰ τὸ ἄλλο ὅμως δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ κἀμμίαν τροπολογίαν, διότι θὰ ᾖναι ἐπιβλαβεστάτη. Πρέπει, κύριε ὑπουργὲ, νὰ ἔλθητε αὔριον μὲ νέον νόμον περὶ καθυστερούντων....
§117ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχω εἰδικὸν νόμον.
§118ΧΑΤΣΙΣΚΟΣ. Καὶ εἶμαι εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον ἀπῄτησαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ὑποβάλῃ πίνακα τῶν καθυστερούντων κατὰ τὸ 1863, 1864 καὶ 1865, καὶ ἓν ἐλάχιστον ἀποτέλεσμα τῆς προτάσεώς μου εἶναι καὶ οἱ ὀλίγοι ὑπ’ ὄψιν μας πίνακες τῶν καθυστερούντων τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ἐννοῶ ἑπομένως ὁ νόμος ὡς κατηρτίσθη νὰ μένῃ, ἡ δὲ τροπολογία νὰ μὴ παραδεχθῇ, καὶ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἂς σπεύσῃ νὰ μᾶς φέρῃ τὸν περὶ καθυστερούντων νόμον, καὶ ἐκεῖ ἂς ὁρίσῃ τὴν ἐποχὴν τῶν πληρωμῶν· διότι ἂν εἴπῃ σήμερον, τὰ παρελθόντα δὲν ὑπάγονται εἰς τὸν παρόντα νόμον, ἠξεύρετε ἀπὸ πότε θὰ θεωρηθοῦν; Οὐχὶ ἀπὸ σήμερον, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν θὰ κυρωθῇ ὁ νόμος· οὕτω συμφέρει, ἂς τὸ ἐννοήσουν ὅλοι οἱ ὀφειλέται. Διὰ τοῦτο, ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, τροπολογίαν δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν· αἱ ἐξηγήσεις τοῦ ὑπουργοῦ νὰ μένουν οὐχὶ μὲ ὡρισμένην ἐποχήν· Παρελθόντα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἄλλοι νόμοι προεῖδον καὶ ἀνεγνώρισαν, καὶ ἔχομεν νόμον περὶ τούτων. Εἶμαι ἐναντίος λοιπὸν τῆς τροπολογίας.
§119ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Αὔριον, αὔριον.
§120ΕΤΕΡΟΙ. Σήμερον.
§121ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ τροπολογία εἶναι σπουδαία καὶ ἦλθεν ἐξαίφνης· ἡ ὥρα παρῆλθε, δὲν εἶναι δίκαιον μίαν τροπολογίαν, ἡ ὁποία εἶναι δυνατωτέρα ἀπὸ τὸν νόμον, νὰ τὴν πέρνωμεν ἐξ ἐφόδου.
§122ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τοῦ ὑπουργοῦ εἶναι περιττὴ ἡ τροπολογία.
§123ΤΙΝΕΣ. Ἀποσύρεται (θόρυβος).
§124ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ παρακαλέσω τὴν κυβέρνησιν ἡ ἰδία νὰ μὴ ἐπισπεύσῃ ἀπόψε τὴν συζήτησιν, διότι θ’ ἀποβῇ σκανδαλώδης, ἀλλὰ μάλιστα θὰ παρακαλέσω τὸν κύριον πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον, πρακτικώτερον, διότι ἄλλως θὰ διχοτομηθῇ τὸ ἔθνος εἰς δύω, διότι οὕτω προστατεύεται ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 33 ὁλόκληρα ἔτη διεχειρίσθη τὰ δημόσια χρήματα, ὠφελήθη τοὺς τόκους, καὶ θὰ καταδιώκεται ἄνθρωπος, ὅστις χρεωστεῖ 5 δραχμάς. — Μὴ θέλωμεν, κύριοι, νὰ μεταβάλλωμεν τὰ καλῶς κείμενα. Γνωρίζετε, ὅτι ὅλα τὰ χρέη τὰ ὁποῖα προϋπῆρχον ἐξ ἀνάγκης καὶ ἐκαθαρίσθησαν, πρόκειται νὰ πληρωθῶσιν εἰς 12 ἔτη, καὶ κατὰ τοσοῦτον εἶναι ἀπαιτητὰ, καθόσον τὰ ἔτη ἔληξαν (θόρυβος). Μὴ ἐπισπεύσωμεν τὴν συζήτησιν μέχρις οὗ σκεφθῇ καὶ ἡ κυβέρνησις καλλίτερον καὶ ἕκαστος βουλευτὴς, καὶ παρουσιασθῇ κἄτι τι τελειότερον. Διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐν ὅλῃ τῇ ἀγαθότητι καὶ εἰλικρινείᾳ εἰσήγαγε τὸν νόμον, ἀλλ’ ὅμως ἀνεφάνησαν κατὰ τὴν συζήτησιν τοιαῦτα πράγματα, τὰ ὁποῖα θὰ διχοτομήσουν τὸ ἔθνος.
§125ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ φέρῃ πληρέστερον ἔργον· ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τὸ ἔργον τῆς κυβερνήσεως εἶναι πληρέστατον, διότι διαιρεῖ εἰς δύω μέρη τὰς εἰσπράξεις· ὡς πρὸς τὸ μέλλον εἶπεν, ἀπαγορεύεται τοῦ λοιποῦ νὰ δίδεται προθεσμία· καθόσον ἀφορᾷ τὸ παρελθὸν, συσταίνεται ἴδιον ταμεῖον καὶ ἔχω περὶ τούτου ἰδίαν πρότασιν. Ἑπομένως τὸ ἔργον εἶναι πληρέστατον· ἂν δὲν τὸ ἐμελέτησεν ὁ προλαλήσας, δὲν πταίω ἐγώ.
§126ΧΑΤΣΙΣΚΟΣ. Εἶπεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅτι τὸ ἔργον του εἶναι πληρέστατον, καὶ ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος, δὲν ἐννοῶ, ὅπως ὁ κύριος ὑπουργὸς, τὸ μέλλον· ἐννοῶ καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον. Ὁ κύριος ὑπουργὸς λέγει, θὰ φέρω νόμον· ὅταν φέρῃς τὸν νόμον, κύριε ὑπουργὲ, καὶ κυρωθῇ, τότε ἐννοῶ, ὅτι θὰ διακρίνῃς τὰ καθυστερούμενα τῆς δεῖνα ἐποχῆς ἀπὸ τῆς δεῖνα. Σήμερον ὅμως ἐννοῶ τὸν νόμον ἰσχύοντα καὶ διὰ τὸ παρελθὸν καὶ διὰ τὸ παρὸν καὶ διὰ τὸ μέλλον.
§127ΒΑΛΑΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πλήρης ἡ Βουλή.
§128ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν βλέπω ποία εἶναι ἡ ἀνάγκη ἐξ ἐφόδου νὰ ἀφαρπάσωμεν τὸ ζήτημα.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγένετο ἔνστασις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι πλήρης, ἑπομένως θὰ γίνῃ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου. Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μόλις εἴμεθα 89· ἑπομένως διαλύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 5, παρὰ 5 λεπτά.