1867.01.23
1,377 rows · 11,571 words · 123 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27
Τῆς 23 Ἰανουαρίου 1867.
(Δευτέρα).
Ὥρα 1 παρὰ ¼.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κριζώτης ὑπέβαλε τὴν ἑξῆς πρότασιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐγγυηθῇ ὑπὲρ τοῦ δήμου τῶν Χαλκιδέων ἵνα αὐτὸς λάβῃ δάνειον 120,000 δραχ. πρὸς διοχέτευσιν ποσίμου ὕδατος ἐντὸς τῆς πόλεως Χαλκίδος. Ὁ δῆμος τῶν Χαλκιδέων πρὸς ἐξόφλησιν τῆς Κυβερνήσεως διά τε τὸ κεφάλαιον τῶν 120,000 δραχμῶν καὶ τὸν τόκον αὐτῶν θέλει ὑποθηκεύσει ἅπασαν τὴν κτηματικὴν αὐτοῦ περιουσίαν, καθὼς καὶ τὸ διοχετευθησόμενον ἐν τῇ πόλει ὕδωρ.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§5ΚΡΙΕΖΩΤΗΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μετὰ τὴν τύπωσιν.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Πλατὺς ὑπέβαλεν ἐκτενῆ τροπολογίαν, ἀφορᾷ τὸ δασμολόγιον. Θέλει τυπωθῆ. Ὁ Κύριος Κ. Θ. Βαλέτας ὑπέβαλεν ἀναφορὰν δι’ ἧς ζητεῖ νὰ ἀποζημιωθῇ δι’ ὅσας ζημίας ὑπέστη, ὡς ἐκ τῆς διὰ τοῦ πλοίου του μεταφορᾶς ἐπαναστατῶν κατὰ τὸ 1862 τῆς Κύθνου.
§8ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν θὰ διευθυνθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§9ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν ἀναφορὰν, καὶ παρακαλῶ, κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω δύω λέξεις. Ἀναγκάζομαι, κύριοι, καὶ ὡς ἐκ τοῦ καθήκοντος καὶ ὡς ἐκ τοῦ δικαίου νὰ ὑποστηρίξω τὴν αἴτησιν, ὅπως σᾶς ἐξηγήτω τί ζητεῖ ὁ ἀναφερόμενος. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν Κυθνιακῶν, ὅτε πολλοὶ τῶν ἐπαναστατῶν εἶχον συγκεντρωθῆ αὐτόθι, καὶ ἡ τότε Κυβέρνησις τοὺς προσέβαλε, καὶ ἄλλους μὲν εἴδομεν ἐνδόξως πεσόντας εἰς τὸ πεδίον τῆς μάχης, ἄλλοι δὲ διεσώθησαν, ὁ δυτυχὴς Βαλέτας εὑρέθη εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον ἔχων πλοῖον φορτωμένον ἵνα προσπορίσῃ τὰ μέσα εἰς τὴν οἰκογένειάν του. Συμμερισθεὶς ὅμως τὰ αἰσθήματα τῶν ἐπαναστατῶν καὶ προσέτι καμφθεὶς ἀπὸ τὰ αἰσθήματα τῆς φιλανθρωπίας, ἐπειδὴ τινὲς τῶν ἐπαναστατῶν ὡς ὁ Κ. Ἰάλεμος ἐζήτουν ἄσυλον διὰ νὰ διαφύγουν τὸν κίνδυνον, αὐτὸς παραιτήσας τὸν σκοπὸν τοῦ ταξειδίου του, παρέλαβεν αὐτοὺς καὶ τοὺς μετέφερεν εἰς τὴν Σύρον διὰ τοῦ πλοίου του. Οἱ ἐπαναστάται οὕτως ἐσώθησαν, αὐτὸς ὅμως κατεστράφη, διότι τὸ πλοῖόν του κατεσχέθη ἀπὸ τὰς λιμενικὰς ἀρχὰς εἰς τὴν Σύρον καὶ ἐκρατήθη ἐπὶ πολλοὺς μῆνας. Οἱ δανεισταί του ἰδόντες, ὅτι αὐτὸς ἠφανίσθη, ἐπῆραν τὸ πλοῖόν του καὶ αὐτὸς ἔκτοτε λοιμοκτονεῖ. Ἐὰν νομίζετε, ὅτι εἶναι δίκαιον ὁ πολίτης αὐτὸς νὰ γίνῃ θῦμα τῆς μεγαλητέρας δυστυχίας, διότι ἐνέδωκεν εἰς τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας, διότι συμμερίσθη τὰς ἀρχὰς τῆς τότε ἐπαναστάσεως, ἥτις ἔφερε τὴν μεταβολὴν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν βουλευόμεθα, τότε παραπέμψατε τὴν ἀναφοράν του εἰς τὸ γενικὸν μέτρον· ἂν ὅμως νομίζετε, ὅτι μία μικρὰ βοήθεια εἶναι ἀναγκαία δι’ αὐτὸν, ἵνα δυνηθῇ νὰ ἀποκτήσῃ πλοῖον καὶ προσπορίζῃ τὰ μέσα τῆς ζωῆς διὰ τὴν οἰκογένειάν του, τότε παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ πράξῃ ὅ,τι εἶναι δίκαιον.
§10ΤΙΝΕΣ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§11ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν δὲν ἤθελε σᾶς κάμει παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ ἔκαμα· ἀφοῦ ἤδη καὶ ἐγὼ ἐξηγήθην καὶ γνωρίζετε περὶ, τίνος πρόκειται, παραπέμψατε τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§12ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὰς ἀποδείξεις τὰς ὁποίας ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν θὰ ζητήσῃ, καλλίτερον θέλει ζητήσει τὸ ὑπουργεῖον, διότι οἱ κάτοικοι τῆς Προνοίας καὶ τῆς Ναυπλίας ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως ἔκαμαν ἀναφορὰν καὶ ἀπεφασίσθη νὰ τοῖς δοθῇ ἀποζημίωσις.
§13ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἀληθὲς ἢ μὴ τῆς αἰτήσεως αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου θὰ τὸ ἐξετάσῃ τὸ ὑπουργεῖον, διότι ἐκεῖ ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα τοῦ τελωνείου. Ἐρωτήσατε τὴν Βουλὴν, Κύριε πρόεδρε, ποῦ νὰ παραπεμφθῇ.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν. Ἑπομένως θὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Πρέπει ὅμως, κύριοι, νὰ ὁρίσωμεν μίαν ἡμέραν διὰ τὰς ἀναφοράς.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ Σάββατον.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Στεριόπουλος ὑπέβαλε μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ δασμολογίου. Θέλει τυπωθῆ. Ἐμβαίνομεν ἤδη εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ περὶ λῃστείας νομοσχεδίου. Ἐμείναμεν εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§17ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου ἔχω νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρατήρησιν. Εἰς τὸ 2 ἄρθρον ἀναφέρεται ἡ σύνταξις, ἥτις δίδεται ὁσάκις πληγωθῇ ὁ πολίτης ἢ ὁ ἐθνοφύλαξ ἐρχόμενος εἰς συμπλοκὴν μετὰ τῶν λῃστῶν. Εἰς τὸν περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ νόμον, στρατιῶται, οἵτινες εἰς διατεταγμένην ὑπηρεσίαν πληγόνονται, λαμβάνουν τὴν σύνταξίν των, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπιθεωρηθῶσιν ἀπὸ ὑγειονομικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀποφαίνεται περὶ τῆς ἀνικανότητος. Τὸ παρὸν ὅμως ἄρθρον, ὅπως ἔχει, εἶναι ἀόριστον, καὶ πρέπει νὰ περιορισθῇ, διότι εἶναι εὔκολον ἕνας πολίτης, ἅμα πληγωθῇ, νὰ λαμβάνῃ μίαν σύνταξιν. Πρέπει νὰ περιορισθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ καὶ νὰ τεθῇ, ὅτι θέλει λαμβάνει τὴν σύνταξίν του, ἀφοῦ προηγουμένως ἐπιθεωρηθῇ ἀπὸ ἐπιτροπὴν σχηματιζομένην εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν παρὰ τοῦ ἰατροῦ τῆς φρουρᾶς, τοῦ ἐπάρχου, καὶ ἄλλου τινός. Τότε θὰ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν καλὴν περίστασιν, νὰ μὴ λαμβάνῃ ὁ ἐλαφρῶς πληγωθεὶς σύνταξιν 40 καὶ 50 δραχμῶν. Λοιπὸν παρακαλῶ νὰ τεθῇ ὁ περιορισμὸς, «ἀφοῦ προηγουμένως θεωρηθῇ παρὰ τῆς ὑγειονομικῆς ἐπιτροπῆς».
§18ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, εἶχον τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ λέξις πολίτης ἢ ἐθνοφύλαξ δὲν εἶναι τόσον ἐπιτυχὴς· ὡσανεὶ αὐτὰ τὰ δύω νὰ ᾖναι διακεκριμένα, διακρίνονται διὰ τῶν φράσεων τοῦ νομοσχεδίου. Εἰς τοῦτο μᾶς ἀπήντησε πολὺ εὐκόλως ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, εἰπὼν, ὅτι πᾶς πολίτης δὲν εἶναι ἐθνοφύλαξ· ὤφειλεν ὅμως ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸ ἄλλο, πᾶς ἐθνοφύλαξ δὲν εἶναι πολίτης; Βλέπετε, ὅτι μὲ ἀντέκρουσε μονομερῶς, κατὰ συνέπειαν αὐτὴ ἡ λέξις ἐθνοφύλαξ περιλαμβάνει τὸν πολίτην, δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν διάκρισιν, μεταξὺ πολίτου καὶ ἐθνοφύλακος, πρέπει νὰ εἴπωμεν, «πᾶς ὅστις πληγωθῇ»· εἶναι πολίτης, θὰ ἀποζημιωθῇ; εἶναι ἐθνοφύλαξ; τόσον περισσότερον, διότι ἔχει καὶ ἑτέραν ἰδιότητα· διατί ὅμως ἐντὸς ἑνὸς νόμου νὰ ὑπάρχουν δύω λέξεις ταυτόσημοι; Κατόπιν, κύριοι, εἰς τὰς παρατηρήσεις καὶ εἰς τὰς σκέψεις ταύτας εὗρον, ὅτι ὁ περιορισμὸς ὅστις ἀποκλείει τοὺς στρατιώτας καὶ τοὺς χωροφύλακας ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἔκτακτον ἀμοιβὴν, δὲν εἶναι μοὶ φαίνεται ἀποτελεσματικός· ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι πρόσκαιρος δὲν εἶναι νόμος αἰώνιος, εἶναι νόμος ἔκτακτος, τῆς ἀνάγκης τοῦ ὁποίου ἡ διάρκεια εἶναι μόνον δύω ἐτῶν. Γνωρίζω καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως καὶ ἐκ πείρας, ὅτι εἷς ἐκ τῶν λόγων, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἡ ἐξόντωσις τῆς ληστείας δὲν ἐπιτυγχάνει, εἶναι ὁ ὀλίγος ζῆλος τῶν χωροφυλάκων καὶ τῶν στρατιωτῶν. Διότι ὁ χωροφύλαξ ὁ οἰκογενειάρχης ἐξερχόμενος τοῦ τακτικοῦ προορισμοῦ του, καὶ ὁ στρατιώτης ἐπίσης, καὶ ἐκτιθέμενος εἰς μίαν ὑπηρεσίαν ἔκτακτον, εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἐλευθερίαν νὰ σκεφθῇ οὕτω πῶς· ἐνῷ φρουρῶ μίαν πόλιν, ἐνῷ περιπολῶ εἰς τὰς Ἀθήνας, ἵνα συλλάβω νυκτοκλέπτας, ἵνα διαλύσω συγκρούσεις, δὲν εἶναι ἐκτεθειμένη ἡ ζωή μου τόσον προφανῶς, ἐνῷ ἂν ἔλθω εἰς συγκρούσεις μετὰ τοῦ ληστοῦ ἢ θὰ τὸν σκοτώσω, ἢ θὰ μὲ σκοτώσῃ· ἐγὼ ἔχω οἰκογένειαν, ἔχω παιδιὰ, ἔχω ζωήν, διὰ ποῖον λόγον, ἂν δύναμαι νὰ τὸ ἀποφύγω, νὰ λαμβάνω τὸν μισθόν μου, διὰ ποῖον λόγον νὰ καταδιώκω τοὺς ληστάς; καὶ οὕτω, κύριοι, ἀμελεῖ· ἕνεκα τούτου γνωρίζω, ὅτι ἡ πρὸς καταδίωξιν τοῦ Κίτσου δύναμις κατὰ μέγα μέρος περιέρχεται τὰ χωρία καὶ τὰ καφφενεῖα καὶ παντάπασι δὲν θέλει νὰ ἔλθῃ εἰς ῥῆξιν μετὰ τῶν ληστῶν. Λοιπὸν ὅταν αὐτὴ ᾖναι ἡ κατάστασις, καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις τὸ γνωρίζῃ καὶ θέλῃ νὰ δώσῃ μίαν ἐμψύχωσιν, καὶ εἰς τοὺς πολίτας, καὶ εἰς τοὺς χωροφύλακας καὶ εἰς τοὺς στρατιώτας, πρὸς ἐξόντωσιν τῆς ληστείας, διατί νὰ γίνεται ἡ διάκρισις αὕτη, καὶ ὁ πολίτης ἢ ὁ ἐθνοφύλαξ ἐλθὼν εἰς σύγκρουσιν μετὰ τῶν ληστῶν νὰ λαμβάνῃ σύνταξιν, ἐνῷ ὁ χωροφύλαξ εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν εὑρεθεὶς νὰ μὴ ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα; Πιστεύσατε, ὅτι θὰ γεννηθοῦν παράπονα καὶ ἔριδες, ὁ στρατιώτης θὰ λέγῃ, σὺ πολίτα, ὅστις θὰ λάβῃς σύνταξιν, πήγαινε νὰ σκοτωθῇς, ἐγὼ θὰ ἔρχωμαι ὄπισθεν.
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Καὶ ὁ στρατιώτης ἔχει σύνταξιν;
§20ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει τὰ πράγματα νὰ τὰ λέγωμεν σωστά· ὁ στρατιώτης ἔχει σύνταξιν 5 παράδων, διότι καὶ ὁ μισθός του εἶναι ἐλάχιστος· ὅταν πρόκειται χωροφύλακας, στρατιώτας, πολίτας, νὰ τοὺς ἐνθαῤῥύνωμεν πρὸς ἐξόντωσιν τῆς ληστείας, διατὶ νὰ φανῶμεν φειδωλοὶ εἰς τὸν χωροφύλακα, ὅστις πηγαίνει νὰ φονευθῇ, ἐνῷ τὰς ἀπολαυάς του δὲν τὰς αὐξάνει, τὰς ἀπολαυάς του τὰς αὐξάνει νὰ περιέρχεται τὰ χωρία καὶ νὰ φορολογῇ τοὺς χωρικούς; Δόσατέ του ἀμοιβὴν ἐὰν πληγωθῇ, καὶ ὁ στρατιώτης ἢ ὁ χωροφύλαξ εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ φονεύσῃ τὸν ληστήν, καὶ οὐχὶ ὁ πολίτης· δὲν εἶναι τόσον εὔκολον εἰς τὸν πολίτην, δὲν εἶναι προωρισμένος εἰς τοῦτο· διατὶ λοιπὸν ἡ κυβέρνησις νὰ φανῇ φειδωλὴ εἰς τοὺς χωροφύλακας; Μᾶς λέγουν, ὅτι λαμβάνει σύνταξιν, ἀλλ’ ἀπαντῶ ἡ σύνταξίς του εἶναι μηδαμινή, εἶναι ταὐτὸν ὡς νὰ μὴν ὑπῆρχε. Μᾶς λέγουν, ὅτι θὰ καταστραφῇ τὸ σύστημα τῆς συντάξεως τοῦ στρατοῦ, καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ, ὅτι ὁ νόμος οὗτος δὲν θὰ ἰσχύσῃ διὰ παντός, εἶναι νόμος πρόσκαιρος, καὶ δὲν πρέπει νὰ παραβλέψωμεν τὸ τοιοῦτον, ὅπως ἐξαλείψωμεν αὐτὴν τὴν μάστιγα. Πρόκειται περὶ ἑνὸς ἐκτάκτου μέτρου, πρόκειται νὰ ἐπιβάλλωμεν ποινὰς, πρέπει ἑπομένως καὶ τὰς ποινὰς γενικῶς νὰ δώσωμεν· καὶ ὄχι μόνον εἰς δημάρχους νὰ ἐπιβάλλωμεν ποινάς, ἀλλὰ καὶ εἰς τοὺς ἐπάρχους καὶ εἰς νομάρχας καὶ εἰς πάντα διοικητὴν μεταβατικοῦ σώματος, ὅστις ἀνέχεται νὰ βλέπῃ τὸν στρατόν του καθήμενον καὶ δὲν τρέχει εἰς τὰ ὄρη. Ἔχω, κύριοι, καὶ ἄλλην παρατήρησιν. Πολλοὶ ἐθνοφύλακες καὶ πολῖται, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γέροντας γονεῖς, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐξέρχονται εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, οἱ γονεῖς αὐτῶν ἀπολαμβάνουν τὰ πρὸς τὸ ζῇν ἀπὸ τὴν ἐργασίαν αὐτῶν τῶν τέκνων· ἂν λοιπὸν αὐτὸς ὁ υἱὸς ἐκτεθῇ εἰς καταδίωξιν ληστείας καὶ φονευθῇ, αὐτοὶ οἱ γέροντες τί θὰ γίνουν; δὲν εἶναι ἄξιοι οἰκτιρμοῦ ἂν οὐχὶ μεγαλητέρου, ἀλλ’ ἴσου μὲ τὴν σύζυγον, τὴν ὁποίαν ἀφῆκεν ὁ φονευθείς; Κατὰ νόμον, Κύριοι, καὶ κατὰ τὰς κοινωνικὰς ἀρχὰς, ὁ πατὴρ ἔχει τὸ ἴδιον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει καὶ τὸ τέκνον· καθὼς ἓν τέκνον ὀφείλει νὰ διατρέφῃ τὸν πατέρα του, οὕτω καὶ ὁ πατὴρ ὀφείλει νὰ διατρέφῃ τὰ τέκνα· ἐνταῦθα ὅμως εὑρισκόμεθα εἰς ἀναστάτωσιν, εὑρίσκομεν ὅτι ὁ πατὴρ ὑποχρεοῦται νὰ τρέφῃ τὰ τέκνα καὶ τὰ τέκνα νὰ μὴ τρέφουν τὸν πατέρα· ἂν φονευθῇ ὁ πατὴρ δίδει τροφὴν εἰς τὰ τέκνα, ἂν τὸ τέκνον, δὲν δίδει τροφὴν εἰς τὸν πατέρα. Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἀναστάτωσις τῶν ἀρχῶν τῆς φιλανθρωπίας καὶ τῆς νομικῆς· λοιπὸν ἤθελεν εἶσθαι καλὸν ἂν εἰς τὸν νόμον περιλάβωμεν, ὅτι ἂν ὁ πολίτης φονευθῇ, τότε ἡ διατροφὴ δίδεται εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα του ἢ πρὸς τοὺς γονεῖς του. Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις εἶχον νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλήν.
§21ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Πραγματικῶς, Κύριοι, εἰς τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν δύω αἰσθήματα γεννῶνται εἰς τὸν ἑαυτόν μου, τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας, καὶ τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος· ἀλλὰ τὸ αἴσθημα τοῦ καθήκοντος ζητεῖ νὰ νικήσῃ τὸ αἴσθημα τῆς φιλανθρωπίας, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ προλαλήσας καὶ ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς εἰς τὴν προχθεσινὴν ἀγόρευσίν του. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ στρατιώτης καὶ ὁ χωροφύλαξ ἔχει ἀπόλυτον καθῆκον νὰ προσφέρῃ τὴν ὑπηρεσίαν του εἰς τὴν κοινωνίαν τὴν πάσχουσαν, ἥτις φροντίζει νὰ τὸν μισθόνῃ καὶ νὰ τῷ δίδῃ ὅλα τὰ ἀναγκαῖα τῆς ὑπάρξεώς του, πῶς εἶναι δυνατὸν ὕστερον ἀπὸ κειμένους ὑπάρχοντας νόμους, οἵτινες ἀσφαλίζουν τὸν στρατιώτην καὶ τὸν χωροφύλακα, νὰ ζητήσωμεν αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν, ἥτις ὁπωσδήποτε εἶναι σκανδαλώδης. Διότι, ἂν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, θὰ ἔλθωμεν κατόπιν καὶ εἰς ἄλλας ἐξαιρέσεις καὶ δὲν θὰ εὕρωμεν ἄκρον. Λέγει ὁ προλαλήσας, ὅτι ἡ σύνταξις, τὴν ὁποίαν οἱ κείμενοι νόμοι τοῦ δίδουσιν, εἶναι πενιχρά. Ἀναγνωρίζω τοῦτο, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀρκετὸν νὰ φέρῃ τὴν ἐξαίρεσιν καὶ ν’ ἀναστατώσῃ ὅλον τὸν ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Εἶναι πενιχρὰ ἡ σύνταξις τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ στρατός; Ἂς φέρῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν νόμον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ βελτιώσῃ τὴν κατάστασιν τοῦ στρατοῦ· πῶς, κύριοι, δύναται ὁ χωροφύλαξ, τοῦ ὁποίου τὸ καθῆκον εἶναι νὰ ἐκτελῇ τὴν ὑπηρεσίαν του, νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι εἰς παράλληλον θέσιν μὲ τὸν πολίτην, ὁ ὁποῖος ἐκτελεῖ μὲν τὴν ὑπηρεσίαν ταύτην, ἀλλ’ εἶναι ἐκτὸς τοῦ καθήκοντός του; διότι αὐτοῦ τὸ καθῆκον εἶναι νὰ πληρόνῃ τοὺς φόρους καὶ πᾶν ὅ,τι ἄλλο τὸ καθῆκον τοῦ ἐπιβάλλει. Δὲν εἶναι δυνατὸν, κύριοι, νὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν, διότι εἶναι σκανδαλώδης· ἂν δὲ ψηφίσωμεν τὰς ἐξαιρέσεις ταύτας διὰ τοὺς στρατιώτας καὶ τοὺς χωροφύλακας, τότε θὰ λάβωμεν πρόνοιαν καὶ περὶ τῶν ναυτῶν, οἵτινες καὶ αὐτοὶ εἶναι στρατιῶται, τοὺς διατάττει αἴφνης ὁ ἀνώτερός των νὰ δώσουν βοήθειαν εἰς ἓν ναυαγοῦν πλοῖον, καὶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην τὴν ἔκτακτον παθαίνουν, ἡ τοιαύτη δὲ ὑπηρεσία δὲν εἶναι τοῦ καθήκοντός των ὡς λέγετε ὑμεῖς. Τί θὰ γίνουν λοιπὸν τότε; Πολλάκις τρέχουσιν αἱ λέμβοι νὰ δώσουν συνδρομὴν εἰς ἐμπορικὸν πλοῖον, καὶ πολλάκις οἱ ἄνθρωποι πνίγονται· πρέπει λοιπὸν νὰ δώσωμεν καὶ εἰς αὐτοὺς ἀμοιβὴν, καθὼς καὶ ὅταν πάσχουν καὶ ὅταν τρέχουν πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστοπειρατείας. Αὐτὰ τὰ πράγματα, Κύριοι, δὲν λέγονται, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ τὰ εἴπωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος ἄνδρες νομικοὶ καὶ πεπειραμένοι, καὶ ἂν τὰ λέγωσι, δὲν νομίζω ὅτι τὰ πιστεύουσι, καὶ νὰ μὴ κλονίζεται ἡ πεποίθησίς των ὅτι διὰ τούτων θέλουν ταράξει ὅλον τὸ στρατιωτικὸν καὶ ναυτικὸν σύστημα· ἂν πραγματικῶς ᾖναι πενιχρὰ ἡ σύνταξις ἡ διδομένη εἰς τὸν στρατὸν, ἂς ἔλθουν οἱ ὑπουργοὶ νὰ φέρουν μίαν βελτίωσιν, ἄλλως αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται, καὶ οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ γίνωσι.
§22Α. ΑΧΟΛΟΣ. Κύριοι, παρατηρῶ ὅτι καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν προηγουμένως καὶ εἰς τὴν Βουλὴν, πολλοὶ, δὲν θέλω νὰ εἴπω πρόσωπα, θέλοντες νὰ ῥητορεύσωσι καὶ ν’ ἀποδειχθῶσιν ὡς μεγάλοι, ἤρχοντο καὶ μᾶς ἐνασχολοῦσαν, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα νὰ φάσκωμεν καὶ ἀντιφάσκωμεν, διότι δυστυχῶς, πολλοὶ, δὲν ἐννοοῦμεν, μᾶς ῥίπτουν ἀπ’ ἐδῶ καὶ ἀπ’ ἐκεῖ καὶ λησμονοῦμεν τὰ πάντα, καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τὸ ῥίζι μὲ τὸ νερὸ, καὶ τὸ νερὸ μὲ τὸ ῥίζι. Ὥστε διὰ νὰ μὴ σᾶς ἐπασχολῶ, τὸ νομοσχέδιον εἶναι καλόν.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μπράβο.
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἔρχομαι ν’ ἀντικρούσω μίαν ἰδέαν, ἣν ἐξέφρασεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας φίλος μου, Κύριος Μπούμπουλης, ἥτις συνίσταται εἰς τὸ ὅτι εἶναι σκανδαλῶδες νὰ δώσωμεν συντάξεις εἰς ἀνθρώπους, οἵτινες ἔχουσι καθῆκον νὰ καταδιώξωσι τὴν λῃστείαν καὶ πληρόνονται ἐπὶ τούτῳ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἡ ἰδέα αὕτη δὲν εἶναι ὀρθὴ, καὶ δὲν συμβιβάζεται μὲ τὰ πράγματα, καὶ τὸν σκοπὸν τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐγὼ φρονῶ, Κύριοι, διὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνάγκας τῆς πολιτείας, ἔκτακτοι πρέπει νὰ ᾖναι καὶ αἱ βραβεύσεις, ἔκτακτοι καὶ αἱ τιμωρίαι, καὶ τοῦτο δὲν τὸ στηρίζω εἰς λόγους, ἀλλ’ εἰς πράγματα· εἰς παρελθούσας ἐποχὰς αἱ Κυβερνήσεις, διότι ἡ λῃστεία ἤγειρεν ἀλαζόνα τὴν κεφαλὴν, αἱ Κυβερνήσεις ἠναγκάσθησαν νὰ μεταχειρισθῶσι διάφορα ἔκτακτα μέτρα· ὡς ἐνθυμεῖσθε, χιλιάδες πολλαὶ ὡρίσθησαν διὰ τὴν κεφαλὴν ἑκάστου ἀρχιλῃστοῦ ἢ λῃστοῦ. Αὐτὰ τὰ μέτρα ἦσαν ἔκτακτα καὶ αἱ ἀμοιβαὶ αὐταὶ ὑπῆρξαν μόνον διὰ πολίτας ἢ διὰ πάντα ὅστις ἤθελε φέρει τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζόμενον; (τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου καταλαμβάνει ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Μαυρογιάννης). Ἐγὼ λοιπὸν δὲν δύναμαι νὰ ἐννοήσω τὴν ἐξαίρεσιν τῶν στρατιωτικῶν· ἐὰν θέλετε νὰ ὁρισθῇ αὐτὴ ἡ ἐξαίρεσις, θὰ ἐπέλθῃ τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα. Ἡ ἀνισότης τῶν βραβεύσεων ἔχει ὡς ἄμεσον συνέπειαν κατ’ ἐμὲ τὴν ψυχρότητα τοῦ ζήλου ἐκ μέρους τῶν στρατιωτικῶν· ἀναπόφευκτος συνέπεια ἤθελεν εἶσθαι ἡ μὴ ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ, ὃν τὸ νομοσχέδιον ἐπιδιώκει. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπειδὴ ἡ λῃστεία εἶναι μία μάστιξ ἔκτακτος, πρέπει ἔκτακτοι νὰ ᾖναι καὶ αἱ βραβεύσεις. Αἱ βραβεύσεις αὐταὶ εἶναι παράλογον νὰ δίδωνται μονομερῶς καὶ ν’ ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸν πυρῆνα, ἀπὸ τὴν δύναμιν ἐκείνην, ἥτις περισσότερον ὑπόσχεται τὴν καταστροφὴν τῆς λῃστείας. Εἶπεν ὁ κύριος Μπούμπουλης, ὅτι ἄνευ αὐτῆς τῆς ἐξαιρέσεως δὲν θὰ εὕρωμεν πέρας, διότι εἰμποροῦν αὔριον καὶ οἱ Ναυτικοὶ διὰ ναυτικὰς ὑπηρεσίας νὰ ζητοῦν τοιαύτας ἀμοιβάς· καὶ μήπως εἶναι παράλογον, ἂν παρουσιασθῶσι τοιαῦται ἀνάγκαι ἔκτακτοι, ν’ ἀποδοθῶσιν οὐχὶ εἰς πολίτας ναύτας, ἀλλὰ καὶ εἰς αὐτοὺς τῆς Κυβερνήσεως ὅμοιαι βραβεύσεις; Οὐδέποτε κατ’ ἐμὲ ἀνίσως πρέπει νὰ δίδωνται αἱ βραβεύσεις καὶ αἱ τιμωρίαι εἰς ἐκτάκτους περιστάσεις. Τὸ συμπέρασμά μου εἶναι, ὅτι πρέπει ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἀνίσου βραβεύσεως ἐπὶ τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας· αὕτη πρέπει νὰ ᾖναι ὁμοία καὶ ἀπαραλλάκτως· ὁ σκοπὸς εἶναι εἷς καταδίωξις τῆς λῃστείας· εἰς ὅλους ἐκείνους, οἵτινες ἐπιδίδονται εἰς τοῦτο, πρέπει ν’ ἀπονέμωνται αἱ αὐταὶ βραβεύσεις.
§25ΛΥΚΟΥΡΓΟΣ ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, λαμβάνω τὸν λόγον εἰς τὸ περὶ λῃστείας ζήτημα διότι ἡ πεῖρα μ’ ἔχει διδάξει τὸν τρόπον πῶς εὐκόλως ἡ λῃστεία κατεστρέφετο προλαβόντως. Ὑπῆρξα ἔπαρχος εἰς τὴν Ἀκαρνανίαν, εἰς τὴν Ὀλυμπίαν, ὅταν οἱ Χονδρογιανναῖοι, ὁ Κοντοβουνῆσος, Δημαρᾶς καὶ Κατσαβὸς μετήρχοντο τὸν λῃστήν. Δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νομοσχεδίου, ἐπιθυμῶ μόνον τὴν ἐφαρμογὴν, καὶ οἱ ὑπουργοὶ, καὶ οἱ δικασταὶ καὶ ὅλοι νὰ τὴν κάμνουν μὲ καλὴν πίστιν. Εἶπον πολλοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι δήμαρχοι, μοίραρχοι καὶ πολῖται ὑπερασπίζουσι τοὺς λῃστὰς, τοὺς κρύπτουν. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ πολίτης βλέπει τὸν λῃστὴν ὡς κάρβουνο, τὸ ὁποῖον διὰ μὲν τοὺς φίλους εἶναι σβεστὸν καὶ τοὺς μουντζουρόνει, εἰς δὲ τοὺς ἐχθροὺς ἀναμμένον, διότι τοὺς σκοτόνει τὸ ἄλογο καὶ τοὺς πέρνει καὶ τὸ παιδὶ χωρὶς ἀντίστασιν, διότι ὅταν ἐργάζεται ὁ πολίτης εἶναι μόνος· ἔχω παράδειγμα τὸ τοῦ Χονδρογιάννη, ὅταν αὐτὸς κατεδιώκετο ὑπὸ τῶν στρατιωτῶν ἐκείνων οἵτινες ἔθετον εἰς τὸ σακκοῦλι τὸ ψωμὶ καὶ ἐγύριζον· ἐπέρασαν εἰς τὴν Ἠλείαν, διότι ἐπληροφορήθησαν, ὅτι ἦτον εἰς τὴν Ἠλείαν διὰ νὰ τὸν ὑπερασπίσῃ ἕνας φίλος του· ἦτο δήμαρχος τότε ἕνας Στεφανόπουλος πατὴρ τοῦ πρὸ ὀλίγου παύσαντος Προέδρου τοῦ δικαστηρίου ἐδῶ· ἦλθε λοιπόν· μ’ ἐσυμβουλεύθη, τὶ νὰ γίνῃ· τοῦ ἔδοσα μίαν γνώμην τὸν ὡδήγησα, καὶ οὕτως ὁ ἀδελφὸς τοῦ............. ἐπῆρε νὰ τοὺς πάγῃ ψωμὶ, καὶ ἐνῷ ὡμίλουν ἀκουμβᾷ τὸ τουφέκι εἰς τὴν πλάτην καὶ τὸν ἐφόνευσεν. Ἔδωκα τὴν εἴδησιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἦτο ὑπουργὸς ὁ μακαρίτης Μανσόλας· εἶπον ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἀμοιβὴ εἰς τὸν Χονδρογιάννην· ἀλλ’ ἀπεκρίθη ὅτι δὲν ἔχομεν βεβαιότητα· εἶπον νὰ ὑπάγῃ ἕνας νὰ ἴδῃ, ἀλλ’ ὑπῆγον 100 καὶ ὁ Στεφανόπουλος ἔμεινε μόνος. Ἔπειτα ἦλθον ἄλλοι λῃσταὶ, τὸν ἐπολιόρκησαν εἰς τὴν οἰκίαν του καὶ τὸν ἔσφαξαν ὡσὰν ἀρνί. Δὲν ἀντιτείνω, Κύριοι, εἰς τὰς ἀποζημιώσεις· ἐπιθυμῶ μόνον οἱ στρατιῶται οἵτινες καταδιώκουν τοὺς λῃστὰς νὰ ἐνθυμηθοῦν τοὺς παλαιούς. Οἱ παλαιοὶ ὅταν εἰδοποιοῦντο, ὅτι ἔξωθεν εἶναι λῃσταὶ, ἔπερνον ψωμὶ καὶ ἔβαζον εἰς τὸ σακοῦλι διὰ μίαν ἑβδομάδα καὶ ἐξήρχοντο χωρὶς νὰ εἰσέλθουν εἰς τὰς καλύβας τῶν χωρικῶν καὶ μετὰ μίαν ἑβδομάδα ἐξήλειφον τὴν λῃστείαν. Πῶς θὰ ἐξαλειφθῇ ἡ λῃστεία, ὅταν εἰδοποιῶνται περὶ λῃστῶν καὶ κοιμῶνται εἰς τὰς οἰκίας τῶν χωρικῶν; ἀφίνω τὰς καταπιέσεις τῶν χωρικῶν ἐκ μέρους τῶν καταδιωκτῶν διὰ τὰς ὁποίας προτιμοῦν μᾶλλον τοὺς λῃστὰς παρὰ τοὺς καταδιώκτας. Δέχομαι νὰ δοθῇ οἵα δήποτε ἀποζημίωσις καὶ εἰς τοὺς στρατιώτας, ἀλλὰ θέλω τοὺς στρατιώτας νὰ μὴ δέρνουν τὰς γυναῖκας καὶ νὰ λέγουν φέρτε μας κρασὶ δύω ὥρας μακράν. Οἱ Νόμοι, Κύριοι, εἶναι καλοὶ ὅταν ἐφαρμόζωνται ἀπὸ εὐσυνειδήτους. Διὰ τοῦτο δὲν κτυπῶ κἀνὲν ἄρθρον τοῦ Νόμου, οὔτε τὰς τροπολογίας, εὔχομαι τὴν καλὴν ἐφαρμογήν.
§26ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι σᾶς εἶπεν ὁ τελευταῖον ἀγορεύσας περὶ τῆς λῃστείας εἶναι ἐν πολλοῖς ἀληθὲς κατὰ δυστυχίαν· καὶ πιστεύσατε, Κύριοι, ὅτι τὴν κατάστασιν αὐτὴν, τὸν τρόπον αὐτὸν τῆς κακῆς καταδιώξεως καὶ τὰς κακὰς αὐτῆς συνεπείας, δὲν τὰς παρέλειψεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ δὲν ἔμεινεν εἰς τὴν θεωρίαν μόνον, ἀλλὰ προέβη καὶ εἰς μέτρα. Ἰδοὺ τί ἔγεινε διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας ἐσχάτως εἰς ἓν μέρος, ὅπερ συγχωρήσατέ μοι νὰ μὴ ἀναφέρω· ἓν ἀπόσπασμα μέγιστον τὸ ἐφωδιάσαμεν μὲ τροφὰς ἑνὸς μηνὸς καὶ τοῦ ἀπηγορεύσαμεν τὴν εἴσοδον εἰς κἀνὲν χωρίον. Δεύτερον μέτρον, ὅπερ πρόκειται νὰ ἐξετασθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ ἂν ἐφαρμόζηται μὲ τὴν ἐπιτυχῆ καταδίωξιν, εἶναι ἂν πρέπῃ νὰ ἐγκαταστήσωμεν σταθμοὺς κατὰ δήμους ἢ ἐπαρχίας διὰ νὰ ἔχωμεν ἑτοιμοτέραν τὴν δύναμιν τῆς καταδιώξεως, καὶ νὰ μὴ γίνεται αἰτία ἐνοχλήσεων καὶ ζημιῶν εἰς κατοίκους, διότι ὅταν εἷς σταθμὸς μένῃ ἰδίως εἰς ἕκαστον δῆμον ἐνδυναμωμένος, καὶ ἕτοιμος εἰς πᾶσαν πρόσκλησιν νὰ ὑπακούσῃ καὶ τρέξῃ, ἐννοεῖτε ὅτι ἡ δύναμις θὰ ᾖναι ἕτοιμος καὶ πρόσφορος καὶ οὐχὶ εἰς βάρος τῶν κατοίκων. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ ἓν μέτρον τὸ ἐβάλαμεν εἰς ἐνέργειαν εἰς μέρη τινά· τὸ ἕτερον μέτρον εἶναι ὑπὸ συζήτησιν σπουδαίαν, διότι πρόκειται ἄνθρωποι τῆς πείρας ν’ ἀποφανθῶσιν ἂν τὸ μέτρον αὐτὸ συντελῇ εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀποζημιώσεως. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι τὸ ἐλατήριον τὸ κινοῦν τοὺς στρατιώτας, ἡ ἰδέα, ἣν πᾶσα κοινωνία καὶ Κυβέρνησις τείνει ν’ ἀναπτύξῃ καὶ γονιμοποιήσῃ ἐν τῷ στρατῷ, εἶναι ἡ ἰδέα τῆς συναισθήσεως τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος, καὶ δὲν εἶναι ἄξιος τοῦ ὀνόματος τοῦ στρατιώτου ἐκεῖνος ὅστις λαμβάνει κατ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας τὴν ἀποζημίωσιν ὀλίγων δραχμῶν καὶ ἐγὼ δὲν πιστεύω ὅτι θέλει ὑπάρξει δυνατὸν καλὸς στρατιώτης νὰ ὁρμᾶται ἀπὸ τὰς δραχμάς. Ἰδοὺ ὁ λόγος δι’ ὃν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐπρότεινεν αὐτὸ τὸ σύστημα, διότι ἐνόμισεν ὅτι πρέπει νὰ σταθῶμεν εἰς τὴν ὑψηλὴν σφαῖραν τῆς ἐκτιμήσεως τοῦ καθήκοντος καὶ τῆς συναισθήσεως τῆς τιμῆς, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡμεῖς νὰ προτείνωμεν ὅ,τι τῷ ὄντι εἶναι μηδαμινὸν, καὶ ὅτι τίποτε δὲν πρέπει νὰ περιμένῃ τις ἀπὸ τὸν στρατὸν ἂν δὲν τὸν ἀνταμείψῃ, καὶ μάλιστα μὲ ὀλίγα χρήματα· ἡ Βουλὴ νομίζει, ὅτι ἐπὶ τοσοῦτον ἐξηχρειώθησαν τὰ εὐγενῆ αἰσθήματα, ὅτι τῷ ὄντι τίποτε δὲν δύναταί τις νὰ ἐλπίσῃ ἄνευ χρηματικοῦ συμφέροντος; τότε δεχθῆτε τὴν γνώμην αὐτήν· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὴν προτείνωμεν. Κύριοι, εἶναι αὐτὸ τὸ καθῆκον μόνον ὅπερ ἔχει ὁ στρατός; Ὁ στρατὸς ὑπόκειται εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους εἰς ὅλα τὰ κακὰ τέλος πάντων, καὶ διὰ τοῦτο ὁ στρατὸς λαμβάνει μόνον μισθὸν διὰ ν’ ἀποζῇ· ἀνταμείβεται χρηματικῶς; ὄχι· καὶ πῶς ἐκτελεῖ αὐτὰ τὰ καθήκοντα; διότι συναισθάνεται τὸ αἴσθημα τῆς τιμῆς καὶ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ δι’ ὅλον τὸν σκληρὸν αὐτὸν βίον ἀμοιβάς. Ἰδού, Κύριοι, διατί, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἐκάμαμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, καὶ διατί νομίζω ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμένωμεν. Ἂν ὁ στρατὸς πρέπῃ ν’ ἀμειφθῇ χρηματικῶς δι’ αὐτὴν καὶ μόνην τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ τῷ ἀρνηθῆτε ἐπίσης τοιαύτας ἀμοιβὰς καὶ εἰς ἄλλας ὁμοίας περιστάσεις. Τί θέλετε δώσει εἰς ἀμοιβὴν ὅταν τοῦ ζητήσητε τὸ αἷμά του; Μένει τώρα εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτιμήσῃ, ἂν ὁ στρατὸς ὁ Ἑλληνικὸς ἔχῃ ἀνάγκην διὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του τῆς ἀμοιβῆς τῆς χρηματικῆς. Νομίζω, Κύριοι, δεύτερον, ὅτι καὶ ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν ἀκολουθήσαντες τὰς ἀρχὰς ἃς ὁ στρατιωτικὸς νόμος παρεδέχθη ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀποκτᾷν σύνταξιν, δὲν ἐσφάλαμεν. Ὁ στρατιωτικὸς νόμος κανονίζει τὰ περὶ συντάξεως καὶ μετὰ τὴν ἀποχώρησίν του, καὶ μεταβιβάζει εἰς τοὺς κατιόντας αὐτοῦ, ὄχι εἰς τοὺς ἀνιόντας· καὶ ὁ λόγος ἐξητάσθη ἄλλοτε καὶ εὑρέθη ὅτι εἶναι ὀρθὸς, ἀληθῶς σπουδαῖος, ἡ σύνταξις αὕτη νὰ μὴ μεταβιβάζηται παρὰ εἰς τοὺς κατιόντας, οἵτινες θεωροῦνται ὅτι ἔχουν ἀνάγκην τῆς συνδρομῆς καὶ ὑποστηρίξεως τοῦ ἡγεμόνος τῆς οἰκογενείας. Ἂν ὅμως ἀντὶ τοῦ λόγου τούτου θέλετε ν’ ἀντικαταστήσητε τὸ αἴσθημα τῆς στοργῆς, διατὶ τότε νὰ ἐξαιρέσητε καὶ τοὺς δυστυχεῖς ἀδελφοὺς καὶ ἀδελφάς; Καὶ τότε θέλει ἐκταθῇ ὁ κύκλος καὶ πάρα πέρα. Ὅλα τὰ πράγματα ἔχουν τὰς ἀτελείας των. Ἂς μένωμεν λοιπὸν εἰς ὅ,τι ἕως τώρα ἀπεφασίσαμεν, ἂς μὴ ἀρχίσωμεν μὲ ὅρους καὶ θεωρίας καὶ χαλάσωμεν τὰ καλῶς κείμενα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ἀκολουθῆσαν τὸν περὶ συντάξεων νόμον, ἔχει καλῶς· νομίζω δὲ, ὅτι ἡ διάκρισις μεταξὺ πολιτῶν καὶ στρατιωτῶν, εἶναι, Κύριοι, διάκρισις στηριζομένη εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὑποστηρίξωμεν.
§27Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 2 «Πολίτης ἢ ἐθνοφύλαξ, πληγωθεὶς ἐν συμπλοκῇ μετὰ λῃστῶν, ἀποζημιοῦται διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἰάσεως, καὶ ἂν κατασταθῇ ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, λαμβάνει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐὰν μὲν ᾖ ἔγγαμος, μηνιαίαν σύνταξιν δραχμῶν 50, ἐὰν δ’ ἄγαμος δραχ. 30. Ἡ σύνταξις αὕτη μεταβαίνει εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα τοῦ συνταξιούχου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων νόμου». Ἐρωτῶ λοιπὸν τὸν Κύριον ὑπουργὸν ἂν πολῖται μεταβαίνοντες ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, οὐχὶ πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας συμπλακῶσι μετὰ λῃστῶν καὶ πληγωθῶσιν, ὑπάγονται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου αὐτοῦ;
§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιότατα· εἶπον χθὲς, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαγάγῃ τις εἰς γενικοὺς κανόνας αὐτὸ τὸ γεγονὸς, διότι λαμβάνει χώραν κατὰ διαφόρους τρόπους καὶ τόπους· βέβαια δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι θὰ κάμωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· πρέπει λοιπὸν νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἀπροσδιόριστον, καὶ εἰς πᾶσαν ἰδιαιτέραν περίστασιν θὰ γίνῃ ὅ,τι ἡ περίστασις τὸ καλέσει. Ἡ ἰδέα μου εἶναι, ὅτι πολίτης ὁποιοσδήποτε εἰς ὁποιανδήποτε περίστασεν εὑρεθῇ, εἴτε ἐκ προθέσεως καταδιώκων τοὺς λῃστὰς, εἴτε καὶ μὴ, συγκρουσθεὶς μετὰ τῶν λῃστῶν καὶ παθὼν, πρέπει ν’ ἀνταμειφθῇ.
§29ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ ἐξήγησις αὕτη τοῦ πρωθυπουργοῦ.
§30ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἀπάντησιν τῶν προλαλησάντων, ὁ Κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἀπήντησεν, ὅτι τοὺς στρατιώτας τοὺς καταδιώκοντας τὴν λῃστείαν, πρέπει νὰ ὑποκινῇ ἡ συναίσθησις τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος, ὅ ἐστὶν ἐν τῷ μέσῳ τοῦ τοσούτου κοινοβουλευτικοῦ πατάγου ἔνθα ὁ σκοπὸς εἶναι ἡ ἐπιψήφισις ἐκτάκτων νόμων πρὸς καταδίωξιν τῆς λῃστείας, ἐν τῷ μέσῳ τοσούτων ἀμοιβῶν, αἵτινες δίδονται εἰς πολίτας καὶ ἐθνοφύλακας, διὰ τοὺς στρατιώτας ἀρκεῖ μόνον ἡ συναίσθησις τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος, καὶ τοῦτο μόνον διὰ τοὺς στρατιώτας, ὡς ἂν ἡ συναίσθησις τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος νὰ μὴν ἤρκει διὰ τοὺς πολίτας καὶ ἐθνοφύλακας, πρὸς μετοχὴν εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Εἰς τὰς πολιτείας οἱ στρατιῶται ἐκ τῶν σπλάγχνων τῆς πολιτείας λαμβάνονται, καὶ προσφέρουν ὡς φόρον τὸ αἷμα αὑτῶν, ὅ ἐστὶν ἀντὶ τῆς κοινωνίας· ὡς ἀντιπρόσωποι αὐτῆς ἀναδέχονται τὴν ἐκπλήρωσιν ἑνὸς καθήκοντος· ἀλλ’ ὅταν ἡ δύναμις αὕτη δὲν ἀρκῇ καὶ καταφεύγουν εἰς τοὺς πολίτας καὶ ἐθνοφύλακας, οἱ πολῖται αὐτοὶ καὶ ἐθνοφύλακες ἐκτὸς τῆς συναισθήσεως τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος ἔχουσι καὶ τὴν συναίσθησιν τῆς ἰδίας αὑτῶν συντηρήσεως. Ἂν θέλετε νὰ μὴ προσβάλλητε τὴν τιμὴν τοῦ πολίτου καὶ τοῦ ἐθνοφύλακος, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, διότι τὸ ἔθνος τὸ ἀποτελοῦν οἱ πολῖται καὶ οἱ ἐθνοφύλακες, δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν αὐτὴν τὴν διάκρισιν πρὸς βλάβην τῆς τιμῆς τοῦ πολίτου καὶ τοῦ ἐθνοφύλακος. Ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, μὲ κατεγοήτευσεν· ἦτο θεωρία καθαρῶς ἠθικὴ, πραγματικὴ, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω νὰ ἀντείπω μηδὲν. Πρὸς τὴν θεωρίαν αὐτὴν ἐξετάζω ἂν συμβιβάζωνται τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐνομοθετήσαμεν, καὶ τὶ εὑρίσκω; τὸ ἀντίθετον· ὅτι δυστυχῶς εἰς τοὺς παρελθόντας χρόνους ἔκτακτα μέτρα ἐψηφίσθησαν ὑπαγορευόμενα ἀπὸ τὴν ἀνάγκην, μέτρα, τὰ ὁποῖα ὑπέσχοντο ἀμοιβὰς καὶ χρηματικὰς καὶ ἠθικὰς ἀνεξαιρέτως εἰς πάντα καταδιώκοντα τὴν λῃστείαν. Εἶναι ὡραία ἡ ἰδέα τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ καὶ θὰ ηὐχόμην νὰ πραγματοποιηθῇ, ἐὰν δὲν εἶχον ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ χρηματικὰς ἀμοιβὰς μεγάλας καὶ μυρίας ἐνεργείας διοικητικὰς, καὶ μύρια ἄλλα μέσα ἐθέσαμεν πρὸς ἐξόντωσιν τῆς λῃστείας. Δὲν δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τώρα τὴν διαφορὰν ταύτην, ἐὰν πρέπῃ νὰ θεωρήσωμεν ὡς ὄργανον τὸν στρατιώτην, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τὸν στρατιώτην τὴν συναίσθησιν τῆς τιμῆς καὶ τοῦ καθήκοντος, πρέπει ἐπίσης καὶ ἀπὸ τὸν πολίτην καὶ τὸν ἐθνοφύλακα, διότι ὁ πολίτης ἐνδιαφέρεται πολλῷ μεῖζον ἀπὸ τὸν στρατιώτην, διότι καὶ πολλῷ περισσότερον αὐτοῦ κινδυνεύει· ὥστε, ὅσον καλὴν καὶ ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἰδέαν τοῦ πρωθυπουργοῦ, δὲν δύναμαι νὰ τὴν ὁμολογήσω ὡς συμβιβαζομένην μὲ τὴν ἄλλην, τὴν ὁποίαν πράγματι ζητοῦμεν· ὥστε ἡ τοιαύτη διάκρισις ἀφ’ ἑνὸς εἶναι ἄδικος καὶ ἀντίθετος ὡς πρὸς τὰ μέχρι τοῦδε πεπραγμένα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱονεὶ προσβλητικὴ ὡς πρὸς τὴν ἀξιοπρέπειαν καὶ τὴν τιμὴν τοῦ πολίτου καὶ ἐθνοφύλακος. Ἢ πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφαιρεθῇ πᾶσα ἀμοιβὴ ἀπὸ τὸν πολίτην ἢ τὸν ἐθνοφύλακα, ἢ πρέπει εἰς ὅλους ν’ ἀποδοθῶσι τὰ ἴσα, διότι τὰ ἄνισα φέρουν ἀποτυχίαν τοῦ προσδοκωμένου ἀποτελέσματος.
§31ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Συνήθως κύριοι, δὲν λαμβάνω τὸν λόγον, ἀλλ’ εἰς ἀντικείμενον τόσον σπουδαῖον, διὰ τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ἅπασα ἡ κοινωνία, μὲ ἴδετε καὶ προκαταρκτικῶς νὰ λάβω τὸν λόγον, καὶ ἐξακολουθῶ νὰ τὸν λαμβάνω. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ, ὅσον εἶναι δυνατὸν περισσοτέραν ἔκτασιν εἰς τὴν συζήτησιν, διότι, καθὼς προεῖπον, αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἐνδιαφέρει ὅλους ἡμᾶς· τὸ προκαλεῖ δὲ ἡ μεγάλη ἀνάγκη, ἡ καταστροφὴ μιᾶς μάστιγος ὀλεθρίας, ἀνηθίκου. Χαίρω, Κύριοι, διότι ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, καὶ ἐξ ὑπαρχῆς καὶ σήμερον ἀκόμη, ὑποστηρίζει τὴν ἰδέαν του, λέγων, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἐνδιαφέρει ὅλην τὴν κοινωνίαν, ἀποφασίσατε ὅ,τι εἶναι τὸ καταλληλότερον· δὲν συμφωνῶ ὅμως μὲ τὸν Κ. πρωθυπουργὸν, διότι μᾶς ὑπέδειξε, ὅτι πάντα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα διατάττονται, δὲν ἐκτελοῦνται. Κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν Φθιώτιδα εἶχε ληφθῆ τὸ μέτρον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μᾶς προεῖπεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, τοῦ νὰ περιφέρωνται τ’ ἀποσπάσματα εἰς τὰ ὕποπτα μέρη, οὐχὶ δὲ καὶ εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν· καὶ τοῦτο τὸ ἐπρότεινε μία ἐπιτροπὴ, τὸ παρεδέχθη τὸ τότε ὑπουργεῖον, τὸ διέταξε, καὶ μὅλαταῦτα τίποτε δὲν ἔγεινεν ἐλήφθη μετὰ ταῦτα τὸ μέτρον τοῦ νὰ σταθμεύουν διαρκῶς εἰς διαφόρους θέσεις· ἀλλὰ καὶ τοῦτο ἐσχάτως μεγάλα ἀποτελέσματα δὲν ἔφερε, οὐδ’ ἐπραγματοποιήθη καθ’ ὁλοκληρίαν. Ὁ νόμος αὐτὸς βλέπετε εἶναι ὅλως ἔκτακτος, ὅστις ἔχει οὕτως εἰπεῖν δρακοντείους διατάξεις· καὶ τοῦτο ἐγένετο διὰ νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ φέρωμεν ἓν αἴσιον ἀποτέλεσμα, τάξιν καὶ ἀσφάλειαν· τὶ ζητεῖ αὐτὸς ὁ νόμος; ἐξάλειψιν ληστείας· θὰ τὸ κατορθώσωμεν· πῶς; δι’ ὅλων τῶν μέσων. Καὶ, ἐὰν παραδεχθῶμεν μέτρα τινὰ καὶ δὲν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἄλλα, τὰ ὁποῖα προτείνομεν, ἠξεύρετε τὶ θὰ γίνῃ; θὰ κάμωμεν ἓν κακὸν, καὶ τὸ κακὸν ἔσεται τὸ νὰ προσκρούσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμά μας χωρὶς νὰ φέρωμεν τὸ ἐπιδιωκόμενον ἀποτέλεσμα. Καταντᾷ περίεργον εἰς ὅλους μας μὲ ὅλην τὴν καλὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν ἔχομεν, νὰ μὴ δυνάμεθα νὰ κατορθώσωμεν ἐξάλειψιν τῆς ληστείας, τῆς ἀείποτε συγκειμένης ἀπὸ ὀλιγίστους κακούργους. Ἂς ἐξετάσωμεν αὐτὰ τὰ μέτρα· δι’ αὐτῶν βεβαίως θὰ ἀποκλείσωμεν καὶ πολίτας καλοὺς· ἡ δὲ πρότασις αὕτη ἂς μὴ ἐξετασθῇ ὑπὸ τὴν μόνην ἔποψιν τῆς τιμῆς· καὶ χαίρω πολὺ, διότι ὁ Κ. βουλευτὴς δὲν ἐπιμένει εἰς τὴν ἰδέαν του· ἐξ ἐναντίας ὁ στρατιώτης ἔχει τὴν τιμήν του, τὸ καθῆκόν του, εἶναι φρουρὰ τοῦ ἔθνους. Καὶ ὅμως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν στρατιώτην σχετικῶς μὲ τὸν πολίτην εἰς τὰς στιγμὰς τῆς καταδιώξεως, καὶ ἐκεῖ ὁ στρατιώτης δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κρίνῃ ἐκεῖνο ὅπερ πρέπει νὰ κρίνῃ· αἴ, συνήθως τοῦ λέγει, σὺ πολίτα θὰ λαμβάνῃς 50 δραχ. καὶ ἐγὼ μόνον δέκα. Βλέπετε λοιπὸν Κύριοι ὅτι νομοθετοῦντες δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάζῃ αὐτὴ ἡ ἰδέα, ἀλλὰ μόνον ἡ ἰδέα νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν. Καὶ εἰς τὸ 4 ἄρθρον ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς φέρω καὶ ἑτέραν τροπολογίαν ἔτι δρακόντιον. Διὰ τοὺς λόγους τούτους παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ δεχθῇ τὴν πρότασιν, τοὐτέστι τὸ περιπλέον τῆς στρατιωτικῆς συντάξεως θέλει λαμβάνει καὶ ὁ στρατιώτης, ὁ σκοπός μου, Κ. πρωθυπουργὲ εἶναι νὰ μὴ φεισθῶμεν τίποτε πρὸς ἐξάλειψιν τῆς ληστείας.
§32Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ τρεῖς συζητήσεις, Κύριοι, τὰς ὁποίας προέβλεψε τὸ Σύνταγμα, ἐὰν εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις δὲν ἦναι τόσον ὠφέλιμοι, εἰς τὰς σπουδαίας ὅμως παρατηρῶ, ὅτι δύνανται νὰ ἀποβῶσιν ὠφέλιμοι διὰ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, ἥτις μᾶλλον εἶναι συνδιάλεξις, ὅπως προπαρασκευάσῃ τὴν συνείδησιν καὶ τὴν πεποίθησιν τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν ἑνὸς σοβαροῦ νομοσχεδίου. Ἡ σημερινὴ δευτέρα συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ καταδιώξεως τῆς ληστείας ἔχει καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα, καὶ παρατηρῶ, ὅτι ἔφερεν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν μερικὰ πράγματα ἄξια τῆς προσοχῆς τῆς Βουλῆς. Κύριοι, οἱ νόμοι δὲν εἶναι εἰς τὴν πολιτείαν τὴν πάσχουσαν, καθὼς ἡ ἰδική μας ἀπὸ τὴν ληστείαν, παρὰ φάρμακα· ἐὰν τὰ φάρμακα ἐπιτύχωσι, τὰ νοσήματα βεβαίως θέλουσιν ἐξαλειφθῆ, ἐὰν δὲ δὲν ᾖναι κατάλληλα, πιθανὸν νὰ θεραπεύσουν προσκαίρως μίαν νόσον, ἀλλὰ νὰ παρουσιάσουν μίαν ἄλλην πολὺ ἰσχυρωτέραν. Διὰ τοῦτο τῷ ὄντι νομοθετοῦντες ἐπὶ τοσοῦτον ἀκροσφαλῶν ζητημάτων ἀπαιτεῖται νὰ ἔχωμεν ὅλην τὴν προσοχὴν, καὶ ὄχι μόνον νὰ ἀκούσωμεν τὰς θεωρητικὰς ἐκείνας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι γοητεύουν, ἀλλὰ καὶ τὰς πραγματικὰς, αἱ ὁποῖαι ἐξῆλθον ἀπὸ μακροτάτην πεῖραν· μὲ κατεγοήτευσε, Κύριοι, ἡ εἰλικρινὴς ὁμιλία τοῦ Κ. Προέδρου τῆς Βουλῆς σήμερον, διότι μὲ ἔκαμε νὰ ἀναπολήσω εἰς τὴν μνήμην μου περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας τῷ ὄντι ἡ ὑπηρεσία, καθὼς καὶ τὰ διάφορα μέτρα, ἔφεραν καρποὺς σημαντικούς· τότε ἤλλαξαν τὰ πράγματα; ὄχι· ἡ διεύθυνσις εἶναι ἐκείνη, ἥτις δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν μηχανὴν εἰς τὴν πορείαν της. Καὶ τῷ ὄντι ὁ Κ. πρόεδρος τῆς Βουλῆς σᾶς παρετήρησεν, ὅτι οἱ στρατοὶ νὰ διαμοιρασθοῦν εἰς ἀποσπάσματα καὶ νὰ ἐκτελῶσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον διαγράφεται ἀπὸ τοὺς νόμους, καὶ τοιοῦτοι νόμοι ὑπάρχουσι, καὶ τότε θὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς καταστροφῆς της ληστείας. Ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, παραδεχθεὶς τὴν ὁμιλίαν τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν τὸ μέτρον τοῦτο, καὶ διέταξεν ἀποσπάσματα νὰ περιπολῶσι μακρὰν ὅπως ἀνακαλύψωσι τὰ ἴχνη τῶν λῃστῶν. Ὅσον, Κύριοι, μὲ ἐγοήτευσεν ἡ ὁμιλία τοῦ προέδρου τῆς Βουλῆς, τόσον μὲ ἐλύπησεν ἡ ὁμιλία τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· δὲν ἤλπιζον ποτὲ, ὅτι κατὰ πρώτην φορὰν τίθεται εἰς ἐνέργειαν ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὁ νόμος διὰ τοῦ ὁποίου διατάττεται ἡ καταδίωξις ὅλων τῶν ἐγκλημάτων. Ἐὰν λάβητε τὴν καλοσύνην ἢ μὲ ἐπιτρέψητε, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον θέλω κάμει εἰς τὴν αὐριανὴν συζήτησιν, θέλω σᾶς εἴπει ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς ἐνεργείας τῆς χωροφυλακῆς, ἐκ τῶν ὁποίων θέλετε πεισθῆ πῶς ἄλλοτε, ἐνῷ ὑπῆρχον 1000 χωροφύλακες, ἐνῷ εἶχον καθῆκον, διότι ἐδύναντο νὰ κρατήσουν τὰ ὅπλα, ἐνῷ τὰ ἄτακτα σώματα διελύθησαν κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν καὶ ἀντιβασιλείαν, καὶ οἱ στρατοὶ ἐκεῖνοι ἐδόθησαν εἰς τὴν ληστείαν, ἐπαναλαμβάνω, πῶς κατωρθώθη τότε τὰ ὀλίγα ὄργανα τῆς χωροφυλακῆς νὰ ἐπαναγάγουν τὴν τάξιν· ἅμα ἀναγνώσητε τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οἱ σοφοὶ ἐκεῖνοι ἄνδρες οἱ μεγάλοι, οἱ ὁποῖοι ἐκανόνισαν τὰς διατάξεις ταύτας καὶ δὲν ἦσαν βεβαίως οὔτε Ἕλληνες, οὔτε οἱ Βαυαροὶ, διότι ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς εἶναι τοιοῦτος, τὸν ὁποῖον μεγάλη καὶ μακρὰ πεῖρα τοῦ χρόνου ἐνομοθέτησεν εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ παρεδέχθη ὅλη ἡ Εὐρώπη. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ κανονισμὸς ἐκεῖνος ἔχει ὅλας τὰς σοφὰς διατάξεις, διὰ τῶν ὁποίων καὶ προλαμβάνονται καὶ καταδιώκονται τὰ ἐγκλήματα, καὶ ὅμως ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὸ πρῶτον σύστημα τῆς χωροφυλακῆς, ὁ νόμος αὐτὸς, ἔπεσεν εἰς ἀχρηστίαν. Πρέπει νὰ μάθητε, Κύριοι, ὅτι ὁ περὶ καταστάσεως τῶν ἀξιωματικῶν νόμος, καὶ τὸ διάταγμα τοῦ 1843 τοῦ μακαρίτου Λόντου, κατέστησε τὴν θέσιν τοῦ ἀξιωματικοῦ εἰς τὸν στρατὸν, ὡς ἰδιοκτησίαν τὸν βαθμόν του· ὁ δὲ ἀξιωματικὸς ἐὰν παρίστατο ὑπόπτου διαγωγῆς, ἢ ὑπέπιπτεν εἰς ἁπλοῦν χρέος, ἀπεβάλλετο τοῦ σώματος· ἡ δὲ διάταξις αὕτη οὐδέποτε ἐξετελεῖτο εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι οἱ ἀρχαῖοι ἐκεῖνοι καὶ λαμπροὶ ἄνθρωποι ἐξετέλουν τὸ καθῆκόν των, ὅπως εἶχον διδαχθῆ ἀπὸ τὴν μεγάλην σχολὴν τῆς ἐπαναστάσεως· οἱ ὑπαξιωματικοὶ, Κύριοι, τῆς χωροφυλακῆς, καὶ μόνον ἁπλῶς ἐὰν ὑπέκυπτον εἰς τὴν μέθην, ἀπεβάλλοντο διὰ διαταγῆς τοῦ ὑπουργείου τῶν Στρατιωτικῶν ἀπὸ τὸ σῶμα. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ἐκεῖνον ἑκάστη ἐνωμοτία ἔπρεπε νὰ διευθύνεται ὑπὸ τῶν ὑπομοιράρχων, οἵτινες ἦσαν ὑπόχρεοι ν’ ἀναφέρωνται εἰς τοὺς μοιράρχους καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, διότι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ ὄχι τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τὸ ὁποῖον μόνον διὰ τὸν ὀργανισμὸν ὑπὸ τὴν στρατιωτικὴν αὑτοῦ ἔποψιν εἶναι ὑπεύθυνον διὰ τὴν συντήρησιν τοῦ σώματος· ταῦτα πάντα ἤθελεν εἴπει τις, ὅτι εἶναι ἁπλῆ θεωρία, ἐὰν δὲν ἐξετελοῦντο διὰ πολλοῦ καὶ μακροῦ χρόνου, καὶ δὲν ἔφερον καρποὺς, οἱ ὁποῖοι ἐστάθησαν λίαν εὐάρεστοι διὰ τὴν κοινωνίαν. Καὶ ὁ κανονισμὸς ὑπάρχει, καὶ ἡ διάθεσις πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ μόνον διάθεσις, ἀλλὰ καὶ θέλησις ἰσχυρὰ καὶ δραστηριότης, ἡ ὁποία δύναται πολλάκις νὰ ἐπαναγάγῃ τὰ πράγματα εἰς τὴν θέσιν των. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πέρυσιν, ὅτε τὸ ἔθνος ἀνεδέχθη μίαν μεγάλην δαπάνην πρὸς αὔξησιν τοῦ μισθοῦ τῆς χωροφυλακῆς, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ πολεμήσω τὴν αὔξησιν τῆς χωροφυλακῆς, ἀλλ’ ὑπερασπίσθην τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας αὐτῆς. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ σῶμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἔλαβε μίαν ἔκτασιν πολὺ δυσανάλογον εἰς τὴν Ἑλλάδα, διὰ τὸ ὁποῖον δαπανῶμεν τετραπλάσια χρήματα παρ’ ὅ, τι ἤθελε δαπανηθοῦν εἰς στρατὸν ὁλόκληρον, πρέπει νὰ κανονισθῇ καὶ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ αὐτοῦ, αἱ ὁποῖαι ἄλλοτε ἐφηρμόσθησαν, καὶ ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν ἐλπίζεται κἀνὲν ἀποτέλεσμα. Αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὴν τῷ ὄντι δι’ ἐμὲ γοητευτικὴν ὁμιλίαν τοῦ Κυρίου Προέδρου, ὅστις ἐλάλησε μὲ τὰ πράγματα, τῶν ὁποίων ὑπῆρξε μάρτυς καὶ ἐργάτης. Εἶπα λοιπὸν, ὅτι ἐλυπήθην, διότι ἤκουσα τὸν Κύριον ὑπουργὸν καυχηθέντα ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἐτέθη ἓν ἀπόσπασμα· ὄχι ἓν, ἀλλ’ ὅλα τὰ σώματα τῆς χωροφυλακῆς καὶ τὰ τάγματα πρέπει νὰ τεθῶσιν ὑπὸ τὴν αὐτὴν αὐστηρότητα καὶ ὑπ’ αὐτὸν τὸν κανονισμόν, καὶ τότε τὸ ἀποτέλεσμα θέλει στέψει τοὺς ἀγῶνάς σας, καὶ περιποιήσει εἰς σᾶς τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἐξ ὅλης ψυχῆς σᾶς εὔχομαι. Ἀγαπῶ τὴν χωροφυλακὴν, διότι γνωρίζω τὴν μεγάλην ἔκτασιν τῶν καθηκόντων αὐτῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν, διὰ νὰ ἐνεργῇ τὸ καθῆκόν της πρέπει νὰ εὑρεθῶσι τὰ μέσα διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ὅπου ἦτο, ἀπολαμβάνουσα ὅλα τὰ πλεονεκτήματα καὶ τὰ προνόμια. Εὔχομαι λοιπὸν, ὅπως τὸ σῶμα τοῦτο καθαρισθῇ, καὶ κανεὶς νόμος δὲν ἀπαγορεύει, οὔτε ἐμποδίζει νὰ καθαρισθῇ τὸ σῶμα τοῦτο· βεβαίως ἤθελα ἐκθέσει φίλους μου, τοὺς ὁποίους ὑπολήπτομαι, ἐὰν ἔλεγα πλεῖστα παράπονα· ἤκουσα καὶ δημοσίᾳ μάλιστα περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐνεργουμένης ὑπηρεσίας ὑπὸ τοῦ σώματος τῆς χωροφυλακῆς, καὶ πιστεύω, ὅτι μεταξὺ τοῦ σώματος τούτου πολὺ ὀλίγοι ὑπάρχουσιν οἱ δυνάμενοι νὰ παραλύσουν τὸ σῶμα, διότι πολὺ ὀλίγοι ἀρκοῦν· δὲν ἠξεύρετε πόσον ὀλίγοι ἄνθρωποι εἰς ἓν στρατιωτικὸν σῶμα εἶναι ἱκανοὶ νὰ παραλύσουν καὶ τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν πειθαρχίαν καὶ τὰ πάντα. Εὔχομαι λοιπὸν, Κύριοι, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐννοοῦσα τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχει εἰς τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναλαμβάνει νὰ λάβῃ ὅλα τὰ μέσα ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ σώματος, καὶ τὸ ἀναβιβάσῃ οὕτως εἰς τὸ ὕψος καὶ τὴν τιμὴν, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ἀποδίδωνται εἰς τὸν ὅστις ἐκτελεῖ τὸ καθῆκόν του· καὶ τὸ καθῆκόν της τοῦτο τὸ ἐξετέλεσε πάντοτε ἐκτὸς περιστάσεών τινων, αἱ ὁποῖαι ἴσως ἀνεξαρτήτως τῆς θελήσεως τῶν ἀρχαίων ἐκείνων ἀξιωματικῶν ἔκαμον νὰ παρεισφρύσουν ἐντὸς τοῦ σώματος καὶ πολλὰ μέλη, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνίκανα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτοῦ. Τὸ φάρμακον λοιπὸν τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι τόσον ἰσχυρὸν νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, ὥστε, τολμῶ εἰπεῖν, ὁ νόμος αὐτὸς ἤθελε καταντήσει περιττός. Αὐτὰ συμβουλευόμενος σήμερον μεθ’ ὑμῶν, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑποβάλλω ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἓν φάρμακον βεβαίως, ἀλλὰ δὲν ἦναι ἐπαρκὲς, ἠθέλομεν προσθέσει, ὅ,τι ἡ συνείδησις τῆς Βουλῆς ἐγκρίνει ὡς ἐπιβοηθητικόν. Εἰς τὰς λεπτομερείας τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἰσέρχομαι, διότι αὔριον θὰ ἦναι ἡ τελευταία συζήτησις, κατὰ τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀναπτυχθοῦν ἐξ ὅλων τῶν μερῶν κατὰ μέγα πλάτος ὅλα, ὅπως πείσουν καὶ ἑαυτοὺς καὶ τὸ ἔθνος περὶ τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ληφθοῦν, καὶ τὰ ὁποῖα ἀξίζουν τῆς προσοχῆς καὶ ἡμῶν καὶ τοῦ ἔθνους, διότι εἶναι δυνατὸν νὰ ἀποβῶσι καὶ ἐπικίνδυνα, δυνάμενα ἴσως νὰ προξενήσωσι μικρὸν κατάῤῥουν, ἀλλὰ δυνάμενα νὰ θεραπεύσουν τὴν φθίσιν ὅλου τοῦ πνεύμονος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς σας, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν θέλω εἰσέλθει εἰς τὰς λεπτομερίας, καθ’ ὅσον ἐπιφυλάττομαι νὰ συγκεντρώσω ὅλας τὰς ἰδέας μου, ὅπως αὔριον ἦναι πλέον πρόσφατοι εἰς τὴν κρίσιν σας. Δὲν ἤθελον λαλήσει παντάπασι περὶ τοῦ ζητήματος τὸ ὁποῖον ἤγγισεν ὁ κύριος πρόεδρος, καὶ ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι περιστρέφουν τὰς βάσεις τῆς στρατιωτικῆς τιμῆς· ἂς ἦναι βέβαιος ὁ κύριος πρόεδρος, ὅτι οἱ συμπολῖταί μας αἰσθάνονται δυνατότατα τὴν τιμήν· ἂς ἦναι βέβαιος, ὅτι ὁσάκις εὑρέθη περίστασις ὁ ἕλλην στρατιώτης νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκον του, τὸ ἐκτελεῖ, καὶ τὸ ἐξετέλεσεν ἐν καιρῷ λῃστειῶν καὶ στάσεων καὶ ἐπαναστάσεων. Ταῦτα λέγων, Κύριοι, ἔρχομαι νὰ κάμω μίαν μικρὰν παρατήρησιν· ἐπρόκειτο ἆρά γε σήμερον, εἴτε χθὲς, ὅτε ἐξῆλθον νὰ λαλήσω περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἐπρόκειτο περὶ ἀμοιβῆς; ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς συντάξεως, ἡ ὁποία ἔπρεπε νὰ δίδεται εἰς τὰς χήρας καὶ τὰ ὀρφανά· ὁ φονευμένος εἴτε λαμβάνει ἀμοιβὴν, εἴτε ὄχι, τῷ εἶναι ἀδιάφορον· ὁ φονευμένος εἰς τὴν συμπλοκὴν οὔτε γνωρίζει ἂν θὰ φονευθῇ· τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὰς χεῖρας καὶ τὰς βουλήσεις τῆς θείας προνοίας. Πρόκειται λοιπὸν περὶ συντάξεως, καὶ αὕτη εἶναι εὐεργεσία ἀποδιδομένη εἰς τὴν δυστυχίαν, τὴν ὁποίαν ὅλοι πρέπει νὰ σέβωνται, διότι αὐτὴ εἶναι ὁ μέγας ἄρχων καὶ κοινὸς δεσπότης ὅλου τοῦ κόσμου. Σύνταξιν λαμβάνουν καὶ οἱ πολιτικοὶ χωρὶς νὰ ἀποθνήσκουν, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐμποδίζεται, διότι εἶναι δικαίωμα χορηγούμενον εἰς τὴν δυστυχῆ οἰκογένειαν, ἥτις ἤθελε χάσει τὸ στήριγμά της. Δὲν ἐπιμένω παντάπασι νὰ μεταβληθοῦν οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι, διότι δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὅταν οἱ ἄνθρωποι θέλουν φονευθῆ, δὲν θὰ ἐνθυμοῦνται τὸν νόμον καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ μάχωνται· ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον μοῦ ἔκαμε πολλὴν ἐντύπωσιν, εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει, ὡς εἶπον, νὰ δίδωνται ἀμοιβαὶ εἰς τοὺς στρατιώτας διὰ τὴν ἐκτέλεσιν οἱωνδήποτε ἔργων. Αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθὲς, καὶ δύναμαι νὰ σᾶς ἀπαριθμήσω παραδείγματα ἀπειράριθμα. Ἠδυνάμην ν’ ἀπαριθμήσω εἰς ὑμᾶς ἀπειράριθμα παραδείγματα, ὅτι αἱ ἀμοιβαὶ αὐταὶ δὲν εἶναι παρὰ ἐπίσης τιμητικαί· ἀλλὰ σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀποκρούετε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν μὲ τὴν μίαν χεῖρα, τὴν παρουσιάζετε πλουσίαν, πλουσιωτάτην, μὲ τὴν ἄλλην· καὶ τί ἄλλο εἶναι τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ὑπογράφετε καθ’ ἡμέραν περὶ ἀμοιβῶν; ποίαν ἐξαίρεσιν κάμνετε καθ’ ἡμέραν διὰ τοὺς στρατιώτας; Λοιπὸν σφάλλουν εἰς τὴν τιμὴν λαμβάνοντες τὰς ἀμοιβὰς ταύτας; ἀλλ’ ἐὰν σφάλλουν, εἶσθε σεῖς αἴτιοι, διότι σεῖς προκαλεῖτε τὰ διατάγματα αὐτά. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ γλῶσσα τῶν ἀρχόντων πρέπει νὰ ἦναι πάντοτε καθαρὰ καὶ ὅτι ἀδίκως δὲν πρέπει νὰ προσβάλλεται κανεὶς, τόσον μᾶλλον καθόσον, σεῖς ἡ ἰδία κυβέρνησις, ἐνῷ μὲ τὴν μίαν χεῖρα δίδετε πλουσίας ἀμοιβὰς μὲ τὴν ἄλλην ἐρίζετε περὶ τῆς τιμῆς· τὸ κατ’ ἐμὲ οὔτε περὶ τῶν μὲν, οὔτε περὶ τῶν δὲ φροντίζω, ἐλάλησα μόνον, διότι εἶχον καθῆκον, διότι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου δὲν δίδω καμμίαν ἀξίαν, διότι εἰξεύρω, ὅτι ὅλον τὸ ἀποτέλεσμα θὰ ᾖναι μηδέν. Αὐτὰ, κύριοι, εἶχον νὰ παρατηρήσω ὡς πρὸς τὰ δύω ταῦτα ἀντικείμενα ἐπιφυλαττόμενος νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο κατὰ τὴν αὐριανὴν συνεδρίασιν, ὅπως τὴν ἀνατομίαν τοῦ νομοσχεδίου τούτου παραστήσωμεν ὑπὸ ὅλας αὐτοῦ τὰς ἐπόψεις, καθότι, ὅσον καὶ ἂν ἐπιθυμοῦμεν ὅλοι καὶ ἂν θέλω καὶ ἐγὼ νὰ θεραπεύσωμεν τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὸ φοβερὸν νόσημα τῆς ληστείας, ἄλλο τόσον φοβοῦμαι μήπως ἀντὶ νὰ τὸ θεραπεύσωμεν προσθέσωμεν ἕτερον δεινότερον, φοβοῦμαι, ἐπαναλέγω, μήπως ἴδωμεν τοὺς δημοτικοὺς ἡμῶν θεσμοὺς καταστρεφομένους, φοβοῦμαι μήπως κάμωμεν ὀλίγα βήματα πρὸς τὰ ὀπίσω· αἱ συνέπειαι, κύριοι, τῶν διατάξεων ἐκείνων, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, θὰ ᾖναι θλιβεραί, ἠξεύρω καλῶς, ὅτι ὅσοι κρίνουν περὶ τῶν πραγμάτων μόνον τῆς ἡμέρας, ὅσοι θέλουν ὅπως δήποτε νὰ οἰκονομήσουν τὰς περιστάσεις εἶναι εὔκολον νὰ σκέπτωνται περὶ αὐτῶν τῶν οἰκονομιῶν· ἀλλά, λέγω, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἀναλαμβάνοντες τὴν διεύθυνσιν ἑνὸς κράτους καὶ μάλιστα εἰς συνταγματικὸν πολίτευμα ὅπου ἐξασκοῦσιν εἰς τόσον εὐρὺν κύκλον τὴν μεγάλην κοινωνικὴν ἐντολὴν, πρέπει νὰ ἔχουν θέλησιν, πρέπει νὰ ἔχουν δύναμιν διὰ τῆς ὁποίας νὰ ἀνθίστανται κατὰ τῶν κακῶν χωρὶς νὰ προσθέσουν κακὸν ἐπὶ κακοῦ διὰ νὰ θεραπεύσουν τὸ πρῶτον νόσημα. Βεβαίως εἶμαι ὀλίγον ἀφηρημένος, ἀλλὰ δὲν εἶμαι ἐγὼ, εἶναι τὰ πράγματα, καὶ θέλω εἶσθαι μᾶλλον συγκεκριμμένος αὔριον. Ταῦτα λοιπὸν σήμερον εἶχα νὰ παρατηρήσω, καὶ ἤθελον παρακαλέσει, ὅσοι τῶν κυρίων βουλευτῶν νομίσουν τοῦτο ἀναγκαῖον, νὰ συνδυάσωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μὲ ὅλας τὰς διατάξεις τῶν ἐν ἰσχύει νόμων τοῦ κράτους, διότι φοβοῦμαι, κύριοι, ὅτι κατ’ ὀλίγον θέλομεν ξεσχίσει τὴν ἅλυσιν τῆς νομοθεσίας ὁλοκλήρου, καὶ φοβοῦμαι μήπως τὰ μὲν δικαστήρια καταντήσουν πολιτικαὶ ἀρχαὶ, αἱ δὲ πολιτικαὶ ἀρχαὶ καταντήσουν δικαστήρια, δι’ αὐτῆς τῆς μεταλλαγῆς, ἵνα εἴπω κατὰ τὰς ἑπτανησιακὰς παραδόσεις, τῶν ἐξουσιῶν καὶ τῶν καθηκόντων. Κύριοι, θέλω παρατηρήσει ἀκόμη διὰ τελευταίαν στιγμὴν διὰ σήμερον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας, δὲν πρέπει μόνον νὰ τὸ ἐξετάσωμεν κατ’ ἄρθρον, πρέπει νὰ συνδυάσωμεν τὰς διατάξεις αὐτοῦ εἰς ὅλα τὰ μέρη, ὥστε νὰ τὸ κρίνωμεν καὶ κατ’ ἄρθρον καὶ ἐν συνόλῳ· θὰ μὲ εἰπῆτε, διατί; διότι πολλάκις ἡ διάταξις ἑνὸς ἄρθρου δὲν ἀποδεικνύει καὶ τὸ σύνολον τοῦ σκοποῦ· ἀλλ’ ὅταν τις μελετήσῃ καὶ συναρμολογήσῃ ὅλα τὰ μέρη τοῦ νόμου, καὶ μάλιστα ἂν ἀντιπαραβάλῃ ταῦτα μὲ τοὺς θεσμοὺς καὶ τὸν ποινικὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, δύναται εὐκόλως νὰ παρατηρήσῃ τὰ ἄτοπα, τὰ ὁποῖα θέλουν προκύψει ἐξ αὐτοῦ.
§33ΑΝΤΩΝΙΟΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, δὲν ἐσκόπευον νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς ληστείας, διότι ἀναγνωρίζω ἐμαυτὸν ἀκατάλληλον ὡς πρὸς τὰς διοικητικὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας θέτει τὸ νομοσχέδιον πρὸς καταστολὴν τοῦ νοσήματος αὐτοῦ· ἐπειδὴ ὅμως τὸ ζήτημα τῆς ληστείας συνδέεται μὲ τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν τῆς πολιτείας, καὶ κατόπιν τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, νομίζω ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ Βουλὴ τοῦ ἔθνους νὰ θέση τέρμα εἰς τὴν μάστιγα αὐτήν· ὤφειλον νὰ ἀνακοινώσω καὶ ἐγὼ τὰς ὀλίγας μου ἰδέας τοσοῦτο μᾶλλον, κύριοι, καθόσον ἡ ὕπαρξις τῆς ληστείας συνδέεται μὲ τὴν κακὴν ἢ καλὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ ἤκουσα μὲ λύπην μου πολλοὺς τῶν συναδέλφων παραπονουμένους κατὰ τῶν στρατιωτικῶν ἀποσπασμάτων, κατὰ τῆς διαμονῆς των εἰς τὰς οἰκίας τῶν πολιτῶν, αἴτια τὰ ὁποῖα ἐθεώρησαν ἀρκετὰ νὰ ἐπιῤῥίψουν μομφὴν εἰς τὰ σώματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνέλαβον τὴν καταδίωξιν, καὶ ἡ ἀδράνεια τῶν ὁποίων σήμερον κάμνει, ὥστε τὸ νόσημα αὐτὸ νὰ ὑφίσταται· ἀναγνωρίζω ὅτι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς εἶναι σῶμα ἀναγκαῖον εἰς πᾶσαν κοινωνίαν· ὅταν ὅμως ἡ λῃστεία εἰς ἕνα τόπον ὑπερβαίνῃ τὰ ὅρια τῆς ὁμαλῆς καταστάσεως, ἡ κατάπαυσις τοῦ νοσήματος αὐτοῦ μεταβαίνει εἰς ἄλλην σφαῖραν καὶ διαφεύγει πλέον τῶν καθηκόντων τοῦ σώματος αὐτοῦ· καὶ τοιαῦτα παραδείγματα δυστυχῶς παρουσίασεν ἡ Εὐρώπη, ὅταν αἱ λῃστεῖαι παρουσιάσθησαν ὄχι μόνον ὑπὸ τὴν ἰδιωτικὴν ἰδιότητα τοῦ κακούργου, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ πολιτικὰς πολλάκις περιστάσεις· ἡ λῃστεία σήμερον, ὅπως ἔχει εἰς τὸν τόπον μας, διαφεύγει πλέον τὰ τακτικὰ μέτρα τῆς κυβερνήσεως, διαφεύγει τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς, τὰ ὁποῖα ἕνας κανονισμὸς ὥρισεν. Ἡ χωροφυλακὴ σήμερον καὶ μὲ ὅλα τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα τῆς ἔδωκαν καὶ μὲ ὅλας τὰς αὐξήσεις, τὰς ὁποίας τῆς ἔδωκαν καὶ τὸ πλέον τῆς μισθοδοσίας, τὸ ὁποῖον τῆς ἀπενεμήθη, ἀνεπαρκεῖ νὰ καταστρέψῃ τὴν λῃστείαν. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι σήμερον θὰ παραδεχθῆτε καταδίωξιν τῆς λῃστείας ὄχι διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσι διατάττουσιν οἱ νόμοι. Πρέπει τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας νὰ τὴν θέσωμεν ἐκεῖ ὅπου πάντοτε κατεστράφη. Εἴδατε εἰς τὴν Νεάπολιν τὴν λῃστείαν ἐξεγερθεῖσαν ἀπειλητικῶς κατὰ τῆς ὑπάρξεως τῶν καθεστώτων, καὶ ἔφερε καὶ πολιτικὸν χαρακτῆρα, καὶ δυστυχεῖς περιστάσεις εἶναι ἐνώπιόν μας εἰς τὸν τόπον μας. Ἡ λῃστεία τοῦ 1856 ἦτον ἀκμαία καὶ ἤρκεσαν μόλις τρεῖς μῆνες, ὅταν τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας τὴν ἀνέλαβε καθαρῶς ὁ τακτικὸς στρατὸς μὲ τὴν τακτικήν του νομοθεσίαν, νὰ καταστραφῇ ὁλοσχερῶς. Ἦτο περιττὴ λοιπὸν ἡ αὔξησις ἡ τελευταία τῆς χωροφυλακῆς, ἦτο δυσφόρητος ὁ φόρος τοῦ ἔθνους πρὸς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας της, ὅταν διὰ τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἐγένετο, οἱ σκοποὶ δὲν ἐπεδιώχθησαν καὶ τὰ πράγματα σήμερον μαρτυροῦσι. Σήμερον ἡ λῃστεία, ὅπως κατήντησεν εἰς τὸν τόπον μας, ἔχει ἀνάγκην ἰδιαιτέρας προσοχῆς, καὶ ἀφοῦ ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκῆ τὰ συνήθη μέτρα, πρέπει ἀποκλειστικῶς νὰ ἀναθέσετε τὴν λῃστείαν εἰς τὴν καταδίωξιν τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· καί, κύριοι, εἶναι πλάνη νὰ λέγουν ὅτι διὰ τὴν λῃστείαν ἀπαιτοῦνται εἰδικὰ σώματα, εἶναι μωρία νὰ λέγουν ὅτι οἱ στρατολογούμενοι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ ἔθνους δὲν ἔχουν τὰς ἰδιότητας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι διὰ νὰ καταστήσουν τὸν στρατὸν ἱκανὸν νὰ ἀντισταθῇ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καθ’ ἑκάστην συνταράττουν τὴν κοινωνίαν· καὶ ἔχετε, κύριοι, ἀντὶ παντὸς ἄλλου τὰ εὐτυχῆ παραδείγματα τοῦ 1856, καὶ παρακαλῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ κάμῃ τοῦτο τὸ πείραμα, νὰ ἀναθέσῃ εἰδικῶς εἰς ἓν τάγμα εἰς μίαν ὡρισμένην περιφέρειαν λῃστῶν, νὰ ἐνεργήσῃ τὰ καθήκοντά του καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἀποτελέσματα λίαν εὐάρεστα· ἀλλὰ θὰ μοῦ εἰπῆτε, ὅτι μήπως σήμερον τακτικὸς στρατὸς δὲν ἐνεργεῖ τὴν καταδίωξιν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τα ἀποτελέσματα δὲν εἶναι εὐάρεστα; Θὰ σᾶς εἴπω τὸ αἴτιον.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου εἶναι ἡ συζήτησις.
§35ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νομίζω, ὅτι αἱ συζητήσεις εἶναι γενικαί.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅπως θέλετε.
§37ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῶν βραβεύσεων θὰ ἔλθω. — Δὲν ἀντίκειμαι, κύριοι, διαῤῥήδην καὶ ἐν ὅλῳ κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, διότι ἀναμφιβόλως, ἐκτὸς τῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ λάβῃ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐνέργειαν τῶν στρατιωτικῶν δυνάμεων, ὀφείλει αὐτὰ τὰ μέτρα νὰ τὰ ἐπεκτείνῃ καὶ ἐπὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν καὶ ἐπὶ τῶν δημοτικῶν· καὶ δυστυχῶς ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι καὶ δήμαρχοι καὶ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον εἴτε ἕνεκα ἐλλείψεως παρουσίας στρατιωτικῆς ἀρχῆς, εἴτε ἕνεκα λόγων συγγενείας ἢ φιλίας πρὸς τοὺς ληστάς, πολλάκις ὑπέθαλψαν, πολλάκις ἐτροφοδότησαν τοὺς τοιούτους. Ἐπανερχόμενος, κύριοι, εἰς τὴν σειρὰν τῆς πρώτης μου ἰδέας, λέγω, ὅτι, ἐὰν ὁ τακτικὸς στρατὸς σήμερον δὲν παρουσιάζῃ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ 1856, εἶναι, διότι συνεργάζεται μετὰ τῆς χωροφυλακῆς, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τοῦ πληθυσμοῦ της εἶναι ἐλάσσων τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· καὶ μ’ ὅλα ταῦτα εἰς πᾶσαν ἀποτελεσματικὴν καταδίωξιν ὑπάρχει ἔρις μεταξὺ τῶν ἀποσπασμάτων. Σήμερον λέγει ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ δοθῇ ἐπικουρία εἰς τὴν χωροφυλακήν, καὶ ἡ ἐπικουρία εἶναι τὸ ὅλον, ἐνῷ ἡ χωροφυλακὴ εἶναι εἰς· ἔρχονται τὰ ἀποτελέσματα δι’ ἑνὸς τακτικοῦ ἀποσπάσματος, καὶ τὴν δάφνην τῆς ἐπιτυχίας, δὲν τὴν συμμερίζεται τὸ ἀπόσπασμα, ἀλλὰ τὴν οἰκειοποιεῖται αὐθαιρέτως ὁ ἀξιωματικὸς τῆς χωροφυλακῆς. Ὅταν τὸ ἀπόσπασμα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ σύγκηται ἀπὸ 50, καὶ ἡ χωροφυλακὴ ᾖναι δύω, εἶναι ἐπικουρία ἡ παρουσία δύω χωροφυλάκων εἰς τακτικὸν ἀπόσπασμα; καὶ ἂν παρουσιάζηται ἀναποτελεσματικὴ ἡ ὑπηρεσία τῶν πέριξ τῆς Ἀττικῆς εἶναι ἡ διαρκὴς ἔρις μεταξὺ τῶν σωμάτων αὐτῶν· καὶ ἐνόσῳ ὑπάρξῃ τοιαύτη, μὴν ἐλπίσετε ποτὲ ἀποτελεσματικὴν καταδίωξιν.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τακτικὸς στρατὸς εἶναι εἰς τὴν Ἀττικὴν ὁ δεσπόζων.
§39ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Χαίρομαι, κύριε πρωθυπουργὲ, ὅτι σήμερον παρουσιάσατε δύω ἰδέας, αἱ ὁποῖαι συμφωνοῦν καὶ μὲ τὰς ἰδικάς μου, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἰδέας περὶ τακτικοῦ στρατοῦ καὶ χωροφυλακῆς.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αἱ ἰδέαι μου εἶναι πάντοτε ἀναλλοίωτοι.
§41ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὸ, κύριοι, εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ σπουδαῖα αἴτια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας λίαν ἀναποτελεσματικήν. Ὅταν λοιπόν, κύριοι, ἡ κατάστασις τῆς ληστείας ἐξῆλθε τῶν τακτικῶν ὁρίων μιᾶς ὁμαλῆς κοινωνικῆς καταστάσεως, ἡ καταδίωξις ἀπαιτεῖται νὰ ἐνεργηθῇ διὰ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτὸ τὸ παράδειγμα ἔχετε καὶ εἰς τὴν Ἱσπανίαν καὶ τὴν Νεάπολιν, ὅταν ὄχι πλέον χωροφυλακὴ, ἀλλὰ τακτικὸς στρατὸς ὁλόκληρος καὶ ἐπὶ κεφαλῆς στρατηγοὶ ἀνέλαβον τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὴν Νεάπολιν ἔγειναν σώματα ἰδιαίτερα καὶ ἐτέθησαν ὑπὸ στρατιωτικὴν διοίκησιν καὶ ἐδόθησαν ἑκατομμύρια.
§43ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εὐτυχῶς δὲν εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην ἀνάπτυξιν.— Ἓν λοιπὸν ἀπὸ τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν σήμερον τὴν ληστείαν λίαν ἐπίφοβον καὶ ἀπειλοῦσαν καθεκάστην τοὺς πολίτας, εἶναι καὶ τὸ αἴτιον αὐτό. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῶν βραβεύσεων, εἰς αὐτὸ συμφωνῶ πληρέστατα μὲ τὸν πρόεδρον τῆς κυβερνήσεως. Ἐὰν ἐπρόκειτο, κύριοι, ν’ ἀνταλλάξητε διὰ τῆς τιμῆς τὰς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, ὁλόκληροι οἱ θησαυροὶ τῆς Ἑλλάδος θὰ ἦσαν λίαν ἀνεπαρκεῖς· ἡ κοινωνία, κύριοι, ὑπάρξασα ἀπῄτησεν ἀπὸ τοὺς πολίτας τὸν φόρον τοῦ αἵματος, ὁ φόρος τοῦ αἵματος τὸν ὁποῖον δι’ αὐτῆς τῆς λέξεως ἐπικαλεῖσθε πάντοτε, εἶναι τόσον πιεστικὸς εἰς τοὺς ἀδυνάτους, τόσον ὑψηλὸς, ὅταν ἐπιδιώκῃ τὸν σκοπὸν τῆς συντηρήσεως ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας· δὲν πρόκειται, κύριοι, νὰ θέσωμεν εἰς παραλληλισμὸν, διότι ὑπάρχει μεγάλη διάστασις τῶν καθηκόντων τοῦ πολίτου καὶ τῶν καθηκόντων τοῦ στρατιώτου· τὸ πολίτευμα καὶ ἡ νομοθεσία μας ἀπῄτησαν, ὥστε μία μερὶς τοῦ ἔθνους ἐξίσου διανεμομένη, ἐξίσου ἀπογραφομένη, νὰ ᾖναι ἡ τάξις ἐκείνη τῆς κοινωνίας, ἥτις θὰ προστατεύῃ τὴν ἐργατικὴν κοινωνίαν, τοὺς φιλησύχους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τοὺς φόρους των ἄλλως πως καὶ συντηροῦν δι’ ἄλλων μέσων τὴν κοινωνικήν μας ὕπαρξιν. Δὲν ἀποδέχομαι, κύριοι, οὐδόλως, ὅτι ὁ στρατιώτης ἐκτελῶν τὸ καθῆκον του ὀφείλει χρηματικῶς νὰ ἀμείβεται. Οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι ἔθεντο τὰς διατάξεις ἐκείνας κατὰ τὰς ὁποίας παρέχουν εἰς τὰς οἰκογενείας τῶν στρατιωτικῶν, εἴτε ἀνικάνων γενομένων, εἴτε φονευομένων τὰς εὐεργετικὰς διατάξεις των, οὐχ ἧττον πάντοτε ἡ κυβέρνησις δὲν ἀποκλείεται ὁσάκις νομίζει ὅτι αἱ θυσίαι ἑνὸς στρατιώτου ὑπερέβησαν τὰς ὁμαλὰς θυσίας, τὰς ὁποίας ἓν ἄτομον προσφέρει εἰς τὴν πατρίδα, καὶ ἰδίας ἀμοιβὰς νὰ παρέχῃ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ φέρῃ νόμους περὶ ἀμοιβῆς. Νομίζω λοιπόν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς ἀμοιβῆς πρέπει νὰ χωρισθῇ, καὶ δὲν πρέπει πώποτε νὰ δοθῇ εἰς τὸν στρατιώτην. Ἀναμφιβόλως, κύριοι, καὶ ἴσως κατὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς γʹ. συζητήσεως τὸ ζήτημα τῆς ἀμοιβῆς ἐπὶ τῶν πολιτῶν συζητηθῇ, καὶ κατὰ συνέπειαν καὶ ἐγὼ σχηματίσω ἰδέαν ἂν καὶ οἱ πολῖται ὀφείλουν νὰ βραβεύωνται· ὅτι ὅμως καθιστᾷ τὴν ληστείαν δυστυχῶς ἐπιτόπιον εἰς τὸν τόπον, εἶναι ἡ ἔλλειψις στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ πολλάκις, κύριοι, αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, καὶ πολλοὶ ἔντιμοι πολῖται παρεπονέθησαν διὰ τοῦτο, καὶ ἡ κυβέρνησις ἔχει καθ’ ἑκάστην παρακλήσεις ἀπὸ τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς τοῦ κράτους διὰ τὴν σπάνιν στρατιωτικῆς δυνάμεως· πολῖται ἔντιμοι μισθοδοτοῦν καὶ τροφοδοτοῦν τοὺς κακούργους, καὶ πῶς ἄλλως, σοῦ λέγει ὁ κάτοικος τῆς Κηφισσίας καὶ ὁ κάτοικος τῶν Πατησίων, δύναμαι ν’ ἀπαλλαχθῶ ἀπ’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ὅταν δὲν ἔχω παροῦσαν στρατιωτικὴν δύναμιν; αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὅταν ἔχουν στρατιωτικὴν δύναμιν παροῦσαν θὰ ἑνώσουν τὰς προσπαθείας των πρὸς περιστολὴν τῆς ληστείας. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι σήμερον, ὡς κατέστη τὸ νόσημα, εἶναι ἀνάγκη ὅπως οἱ ἐπισφαλεῖς τόποι κατέχωνται ἀπὸ στρατιωτικὴν δύναμιν· καὶ εἶμαι, κύριοι, ἀποκλειστικῶς ὑπὲρ τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως, καὶ ἠξεύρετε διατί; ὄχι· διότι ἀνήκω εἰς τὸν τακτικὸν στρατόν, ἀλλὰ διότι, ὅταν ἀναθέσητε εἰδικῶς καὶ ἀποκλειστικῶς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας εἰς ὡρισμένα ἄτομα, εἶναι κίνδυνος μήπως τὰ ἄτομα αὐτὰ παραγνωρίζοντα τὴν θέσιν των συντελέσουν εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτῆς τῆς ληστείας· καὶ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι ὁ τακτικὸς στρατὸς πρέπει ν’ ἀναλάβῃ ὁλοσχερῶς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, νομίζω, ὅτι ἡ καταδίωξις αὕτη πρέπει νὰ ᾖναι περιοδική, καὶ τῆς τιμῆς αὐτῆς καὶ τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ τοῦ καθήκοντος θὰ συμμετάσχουν ἀλληλοδιαδόχως ὅλα τὰ σώματα.
§44ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά, κύριε πρόεδρε.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, κύριοι, ἀκούσατε τὸ ἄρθρον. Ἄρθρον 2. Πολίτης, ἢ ἐθνοφύλαξ, πληγωθεὶς ἐν συμπλοκῇ μετὰ ληστῶν, ἀποζημιοῦται διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἰάσεως· καὶ ἂν κατασταθῇ ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν λαμβάνει ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, ἐὰν μὲν ᾖ ἔγγαμος, μηνιαίαν σύνταξιν δραχ. 50· ἐὰν δ’ ἄγαμος, δραχ. 30. Ἡ σύνταξις αὕτη μεταβαίνει εἰς τὴν σύζυγον καὶ τὰ τέκνα τοῦ συνταξιούχου κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ περὶ συντάξεως τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων Νόμου.
§46ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, ἂν ἐγκρίνετε, νὰ θέσετε εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν μου, τὸ «πᾶς πολίτης ἢ ἐθνοφύλαξ» νὰ τεθῇ «πᾶς πληγωθεὶς»· τώρα ὡς πρὸς τὸ λεκτικόν....
§47ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ νὰ διορθωθῇ εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου.
§48ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ προσέξετε εἰς τὴν φράσιν τοῦ κυρίου Κυπριάδου, διότι εἶναι ἐλαστικὸν «πᾶς πολίτης» νὰ εἴπητε.
§49ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καὶ οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ δημαρχικοὶ πάρεδροι;
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν εἶναι πολῖται αὐτοί;
§51ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε πρόεδρε, νὰ ξεκαθαρισθῇ τί λέγει ὁ κύριος Κυπριάδης μὲ τὸ πᾶς.
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἡ ἰδέα ἡ ὁποία συνεζητήθη καὶ ὑπεστηρίχθη εἶναι, ἐὰν εἰς τὴν ἀμοιβὴν πρέπῃ νὰ συμπεριληφθῶσι καὶ στρατιωτικοὶ, αὐτὸ πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ· τὸ περὶ συντάξεως εἶναι κατόπιν.
§53ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν ὡμίλησα περὶ στρατιωτῶν καὶ χωροφυλάκων· παρέλειψα ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδία ἀμοιβὴ νὰ δύναται νὰ ἀποδίδεται καὶ εἰς τὸν δήμαρχον, τὸν πάρεδρον, τὸν ἀστυνόμον.
§54ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα· ὡς πρὸς τοὺς στρατιωτικοὺς καθαρίσατέ το.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχεται νὰ συμπεριληφθοῦν εἰς τὴν σύνταξιν αὐτὴν καὶ οἱ χωροφύλακες καὶ οἱ στρατιῶται. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη. Τώρα ἔχομεν τὴν δευτέραν τροπολογίαν, οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ὁ φονευόμενος ἢ ἀνίκανος καθιστάμενος ἐν συμπλοκῇ κατὰ τῶν λῃστῶν εἶναι ἄγαμος, νὰ μεταβαίνῃ ἡ σύνταξις εἰς τοὺς γονεῖς του παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Τώρα ἐρχόμεθα εἰς τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως· κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἶναι 50 δραχμαὶ, κατὰ τὴν τροπολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι 40· λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐγερθῶσιν, (οὐδεὶς ἐγείρεται). Ἀπεῤῥίφθη.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ δεύτερον ἄρθρον, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ πρόερος Κ. Κρεστενίτης.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ τρίτον ἄρθρον «πολίτου ἢ ἐθνοφύλακος φονευθέντος ἐν τῇ συμπλοκῇ μετὰ λῃστῶν, ἢ ἀποθανόντος ἐκ πληγῆς, ἣν ἐν τοιαύτῃ συμπλοκῇ ὑπέστη, ἡ μὲν σύζυγος ἐνόσῳ μένει ἐν τῇ χηρείᾳ, λαμβάνει μηνιαίαν σύνταξιν δραχμῶν τριάκοντα, τὰ δὲ ἄῤῥενα μέχρι τῆς ἐνηλικιότητος καὶ τὰ θήλεα μέχρι τοῦ γάμου, ἀνὰ δραχ. 15 ἕκαστον. Τὰ θήλεα προικίζονται προσέτι παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου, διὰ δραχμὰς 500 ἕκαστον». Ἔχομεν μίαν τροπολογίαν τοῦ Κ. Μανωλίδου «Νὰ προστεθῇ εἰς τὴν 3 παράγραφον ἢ ἐξ ἄλλης τινὸς αἰτίας» καὶ νὰ τεθῇ «τὰ ἀνωτέρω ἰσχύουν καὶ διὰ τὰς οἰκογενείας τῶν φονευθέντων ἢ ἀποθανόντων ἐθνοφυλάκων ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως».
§58ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ Κ. Κυπριάδου ἔχουσα οὕτως· Ἄρθρον 3. Τοῦτο δὲν εἶναι εἰς ἁρμονίαν μὲ τὸν § 2, τοῦ ἄρθρου 2 Κατὰ τοῦτον ἡ χήρα λαμβάνει μηνιαίαν σύνταξιν δραχ. 50, κατὰ τὸ ἄρθρον 3 ἡ χήρα λαμβάνει δραχ. 30, κατὰ τὸ ἄρθρον 3 λαμβάνουν καὶ τὰ τέκνα, κατὰ τὸ ἄρθρ. 2 οὐχί. Εἰς τὴν περίπτωσιν τοῦ ἄρθρου 2 δύναταί τις νὰ πληγωθῇ, νὰ ἰαθῇ, πλὴν νὰ καταστῇ ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, λαμβάνει αὐτὸς καὶ μετὰ τὸν θάνατόν του ἡ χήρα αὐτοῦ σύνταξιν, ἀλλὰ τὰ τέκνα του οὔτε σύνταξιν, οὔτε προῖκα λαμβάνουν. Εἶναι τοῦτο δίκαιον; ὁ καταστὰς ἀνίκανος δὲν εἶναι ὡς νεκρὸς διὰ τὴν οἰκογένειάν του; δίκαιον μετὰ τὸν θάνατόν του νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ ἄρθρον 3. Ἄγαμος υἱὸς γερόντων γονέων πληγόνεται ἢ φονεύεται ἐν συμπλοκῇ ὑπὸ λῃστῶν· δὲν εἶναι δίκαιον οἱ γονεῖς νὰ λαμβάνουν σύνταξιν; Κατὰ νόμον καὶ οἱ γονεῖς ἔχουν δικαίωμα διατροφῆς ἀπὸ τὰ τέκνα των, ὅπως τὰ τέκνα ἀπὸ τοὺς γονεῖς. Ὁ § 2 τοῦ ἄρθρου 3. Τὰ θήλεα προικίζονται προσέτι παρὰ τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ δραχ. 500 ἕκαστον πληρωτέας μετὰ τὴν τέλεσιν τοῦ γάμου αὐτῶν.
§60ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ ἐπικαλούμεθα νόμους, οἱ ὁποῖοι δὲν συμφωνοῦν μὲ τὸν παρόντα, ὡς π. χ. εἶναι ὁ περὶ συντάξεως τῶν ὑπαλλήλων νόμος, ὁ ὁποῖος ἀποδίδει εἰς τὴν χήραν τὴν σύνταξιν. Τώρα ἐδῶ ὁ νόμος οὗτος ποίαν βάσιν θὰ ἔχῃ;
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἀπορῶ πῶς ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας ἀμφιβάλλει.
§62ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παρακαλῶ, Κ. Πρωθυπουργὲ, μίαν λέξιν νὰ εἴπω. Νομίζω, ὅτι προτοῦ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν εἰς τὸ 13 ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς, οὐχὶ δι’ ἄλλο, ἢ διὰ τὴν κανονικότητα τῶν συζητήσεων. Ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ἑπομένως δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐξακολουθῇ νὰ προεδρεύῃ.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσθη.
§64ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι μέρος τοῦ ὅλου.
§65ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν παραδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου.
§66ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ κανονισμὸς λέγει (ἀναγινώσκει τὸ 13 ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ). Τὸ θέμα ἐνταῦθα εἶναι τὸ περὶ ληστείας νομοσχέδιον. Τὸ ζήτημα αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι συνταγματικὸν καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, προβλέπει τρεῖς περιστάσεις, καὶ ἀπορῶ πῶς ἔγινε σύγχυσις, ἐνῷ κατ’ ἐμὲ, εἶναι λίαν ἀκριβὲς καὶ εὐκρινές. Πρώτη περίστασις ὑπάρχει· εἷς παθὼν ἀποκατασταθεὶς ἀνίκανος κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ πρέπει νὰ λάβῃ 50 δραχμ. δηλ. περισσότερον τῆς διδομένης κατόπιν συντάξεως, διότι ἔχει νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰς ἰδικάς του ἀνάγκας καὶ τῆς οἰκογενείας του· ἐπειδὴ τὰ βάρη εἶναι μεγαλείτερα, διὰ τοῦτο ἐθεωρήθη ἀναγκαία μεγαλητέρα σύνταξις. Δευτέρα περίστασις καθ’ ἣν ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς ἀπέθανεν· εἰς τοιαύτην περίστασιν, ὁ νόμος, ὁ περὶ συντάξεων ἐν γένει κανονίζει τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ χήρα δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψυχῶν, τὰς ὁποίας ἔχει· τὰ τοιαῦτα ἐντὸς τοῦ νόμου τοῦ περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων ὑπάρχουν ἀκριβῶς ὡρισμένα, καὶ δὲν μένει τι ἀμφίβολον. Τρίτη περίστασις, καθ’ ἣν δὲν ὑπάρχει χήρα· τότε τὴν σύνταξιν λαμβάνουν τὰ ὀρφανά. Ἑπομένως ἐν ταύταις ταῖς περιστάσεσι κανονίζεται ῥητῶς τὶ πρέπει νὰ δοθῇ εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ ὀρφανά.
§68ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἰδοὺ ποῦ εὑρίσκω τὴν ἀσυμφωνίαν· τὸ ἄρθρον 2 λέγει, ὅτι ὁ πληγωθεὶς λαμβάνει σύνταξιν δραχμῶν 50· εἰς δὲ τὴν ἑπομένην παράγραφον εἶπεν, ὅτι ἡ σύνταξις μεταβαίνει εἰς τὴν χήραν καὶ τὰ τέκνα του, ἀλλ’ ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον δύναται νὰ φέρῃ σύγχυσιν καὶ φιλονεικίαν, διότι δύναται ν’ ἀξιῇ ἡ χήρα, ὅτι διὰ τῆς ἐκφράσεως τοῦ νόμου ἡ σύνταξις αὕτη ἐννοεῖ ὁ νομοθέτης νὰ δοθῇ εἰς τὴν χήραν πλήρης δηλ. 50 δραχμαί· ἀντὶ λοιπὸν νὰ παραπέμπωμεν εἰς τὸ ἄρθ. τοῦ περὶ πολιτικῶν συντάξεων νόμου, καὶ νὰ κάμνωμεν ἕνα κυκεῶνα, ἂν τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως ἦτο, νὰ δίδεται εἰς τὴν χήραν τὸ ἥμισυ τῆς συντάξεως· ἂν δὲ ἔχῃ τέκνα τὰ ¾· δυνάμεθα ἐνταῦθα νὰ τὸ διασαφηνίσωμεν, καὶ ὄχι νὰ παραπέμπωμεν εἰς ἄλλον νόμον, ὁ ὁποῖος στηρίζεται ἐπὶ ἄλλων ἀρχῶν καὶ ἄλλων βάσεων. Αὐτὸ ἐννοῶ ἐγὼ διὰ τῆς τροπολογίας μου· ἂν ἡ Κυβέρνησις θεωρῇ, ὅτι εἶναι σαφὲς τοῦτο, μὅλαταῦτα πᾶσα συζήτησις γινομένη, καταδεικνύει τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τοῦ νόμου, καὶ παρακινεῖ τὴν κυβέρνησιν νὰ διασαφηνίσῃ τὸ ἄρθρον, ἡ δὲ διασάφησίς του καταχωρίζεται εἰς τὰ πρακτικά. Ἔχω, κύριοι, καὶ ἑτέραν παρατήρησιν· ὁ καταδιώκων λῃστὰς πληγόνεται βαρέως, καθίσταται ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν, καὶ ὡς ἐκ τῆς πληγῆς του μετὰ τινας μῆνας ἀποθνήσκει. Εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν μήτε προῖκα λαμβάνουν αἱ κόραι του, μήτε ἰδιαιτέραν σύνταξιν τὰ τέκνα του, διατί λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ ἡ διαφορὰ αὕτη ἐνταῦθα;
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λαμβάνουν τὰ τέκνα του.
§70ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ δὲν λαμβάνουν προῖκα (θόρυβος).
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπειτα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ παραδέχεσθε τὸ γʹ. ἄρθρον;
§72ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 4. Ἄρθρον 4. Δήμαρχοι, δημαρχικοὶ καὶ εἰδικοὶ πάρεδροι καὶ δημοτικοὶ ἀστυνόμοι, ἐν ταῖς περιφερείαις τῶν ὁποίων ὑποκρύπτονται καὶ διαιτῶνται ὁμολογουμένως λῃσταὶ, γινώσκοντες τοῦτο καὶ μὴ λαμβάνοντες τ’ ἀναγκαῖα μέτρα πρὸς ἔγκαιρον καὶ ἀποτελεσματικὴν κατάδειξιν καὶ καταδίωξιν αὐτῶν, τιμωροῦνται ἕνεκεν ἀσυγγνώστου ὀλιγωρίας διὰ προσωρινῆς παύσεως δύω μέχρις ἓξ μηνῶν, καὶ ἐν ὑποτροπῇ δι’ ὁριστικῆς παύσεως ἀπὸ τῆς θέσεως αὐτῶν καὶ στερήσεως τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνακτῆσαι δημοσίαν ἢ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ τρεῖς ἕως ἓξ μῆνας.
§74ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔχω, Κύριοι, ἰδιαίτερον 4 ἄρθρον· 3 πρόσωπα, Κύριοι, λαμβάνουν μέρος εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας· ά. στρατιώτης, βʹ. ὁ ἐπιτετραμμένος ἐθνοφύλαξ καὶ γʹ. ὁ καταδείκτης· περὶ τοῦ στρατιώτου καὶ περὶ τοῦ ἐθνοφύλακος, βλέπετε, ὅτι ὁ νόμος ἔλαβε πρόνοιαν, διότι διὰ μὲν τὸν στρατιώτην εἶναι ὁ στρατιωτικὸς περὶ συντάξεων νόμος, διὰ δὲ τὸν ἐθνοφύλακα αὐτὸς ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ψηφίζομεν· μένει ὁ καταδείκτης, ὅστις εἶναι διὰ τὴν ἐξάλειψιν τῆς λῃστείας τὸ συντελεστικώτερον πρόσωπον. Ἔχομεν πλεῖστα παραδείγματα, ὅτι καταδεῖκται λῃστρικῶν συμμοριῶν κατεστράφησαν ἀπὸ τοὺς λῃστὰς πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ ν’ ἀποθαῤῥύνουν πάντα πολίτην τοῦ νὰ καταδεικνύῃ λῃστάς. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον οἱ καταδεῖκται καταστρέφονται ἢ αἰχμαλωτίζονται, καὶ οὗτοι εἶναι οἱ πρῶτοι, οἵτινες πάσχουσιν ἅμα φανῇ εἴς τι μέρος λῃστρικὴ συμμορία, σᾶς παρουσιάζω μίαν τροπολογίαν ἢ ἄρθρ. 4 «Πᾶς, ὅστις τυχὸν, συνεπείᾳ προηγουμένης ἀποτελεσματικῆς καταγγελίας τῶν λῃστῶν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἢ ἕνεκα φόνου ἢ συλλήψεως τοιούτων ἤθελε λῃστευθῆ, κακοποιηθῆ, ἢ καταστῆ ἀνίκανος πρὸς ἐργασίαν ὑπὸ λῃστῶν, ἀποζημιοῦται κατὰ τὸ ἥμισυ μὲν ἀπὸ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον, οὗ τινος δήμου εἰσὶ κάτοικοι ἢ δημόται οἱ λῃσταὶ, κατὰ δὲ τὸ ἕτερον ἥμισυ ἀπὸ τὸ δημοτικὸν ταμεῖον τοῦ δήμου ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ ὁποίου ἔλαβε χώραν ἡ λῃστεία, ἀφοῦ προηγουμένως ὁρισθῇ ἡ ζημία. Οἱ δὲ δῆμοι ἔχουσι τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως ἐκ τῆς περιουσίας τῶν λῃστῶν, ἢ ἐκ τῆς περιουσίας τῶν πατέρων των, κατὰ τὸ ἀναλογοῦν αὐτοῖς μέτρον, ἐὰν διατελῶσιν εἰσέτι ὑπὸ πατρικὴν ἐξουσίαν.»
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μίαν διασάφησιν παρακαλῶ νὰ μοὶ δώσητε· ὁμιλεῖτε περὶ τῆς ἀποτελεσματικῆς καταδιώξεως;
§76ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μάλιστα.
§77Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Καὶ ἂν ᾖναι ἀλλοδαποὶ οἱ λῃσταί;
§78ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πολλοὶ λῃσταὶ κάτοικοι διαφόρων δήμων τοῦ Κράτους ἔχουν τὴν πατρικήν των περιουσίαν. Εἶναι κάτοικοι π. χ. τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ἔρχονται εἰς τὴν Φθιώτιδα καὶ λῃστεύουν· ἐπανέρχονται ἐνταῦθα λαμβάνουν τὴν πατρικήν των περιουσίαν, πέρνουν τὸ ἀνάλογόν των καὶ προσφέρουν ἐνίοτε εἰς τοὺς πατέρας των χρήματα. Ἂν τεθῇ μία τοιαύτη διάταξις, νὰ ἦσθε παραβέβαιοι, ὅτι πολλοὶ γονεῖς θὰ ἀποτρέψουν τὰ τέκνα των νὰ γίνουν λῃσταί.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διατί δὲν περιορίζεσθε εἰς τὴν περιουσίαν των, ἀλλὰ προσθέτετε καὶ τοὺς δήμους; ποῖος ὁ σκοπός;
§80ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Θεωρῶ ὑπευθύνους τοὺς δήμους, καὶ δεύτερον διότι ὁ καταδείκτης δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν οὔτε ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ νὰ προστρέξῃ, οὔτε τὰ μέσα ἔχει· ὁ φόβος τὸν ἀπομακρύνει καὶ ἀπὸ τὴν πατρίδα του καὶ ἀπὸ τὴν περιουσίαν του.
§81ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἂν δὲν ἔχῃ περιουσίαν καὶ συνήθως οἱ λῃσταὶ δὲν ἔχουν.
§82ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὰ χάνει ὁ δῆμος.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία αὕτη εἶναι ἰδιαίτερον ἄρθρον, θέλει τυπωθῆ, μεταβαίνομεν ἑπομένως εἰς τὸ 4 ἄρθρ. τὸ ὁποῖον ἠκούσατε· ὁ Κ. Κυπριάδης εἰς τὴν τροπολογίαν του λέγει νὰ λείψῃ τὸ «δημοτικὸς» νὰ μείνῃ μόνον «ἀστυνόμος».
§84ΛΕΟΝΤΑΡΑΚΗΣ. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ποίους παρέδρους ἐννοεῖ; τοὺς δημαρχεύοντας;
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ δημαρχικοὶ πάρεδροι ἐνίοτε ἐπιφορτίζονται παρὰ τοῦ δημάρχου εἰς ἐκπλήρωσιν καθηκόντων τινῶν· ὅταν λοιπὸν ᾖναι εἰς ὑπηρεσίαν, τότε εἶναι ὑπεύθυνοι. Ἂς προστεθῇ τοὺς ἐκτελοῦντας ὑπηρεσίαν εἴτε κατὰ διαταγὴν, εἴτε ἄλλως.
§86ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 4 λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ κάμω τὰς ἑξῆς παρατηρήσεις. Εἶναι βέβαιον, ὅτι εἰς τὴν περιφέρειαν ἑνὸς δήμου ἠμποροῦν νὰ ὑπάρχουν οἱ λῃσταί, ἢ ἄνθρωποι ὑποκρύπτοντες, ὑποθάλποντες καὶ τροφοδοτοῦντες τοὺς λῃστάς...
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλετε νὰ βάλωμεν μίαν λέξιν καθ’ ἣν νὰ ἐξηγῆται, ὅτι οἱ δήμαρχοι δύνανται νὰ καλῶσι τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ἢ τὴν ἐθνοφυλακὴν εἰς βοήθειαν;
§88ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ναί· πρῶτον αὐτὸ, ὅτι ὁ δήμαρχος θὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ καθῆκον· ἡ ἄλλη παρατήρησις εἶναι, καὶ αὕτη συνδέεται μὲ τὴν γενικὴν παρατήρησιν, ἣν ἔκαμον ὡς πρὸς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων, ὅτι εἰς τὸ τέταρτον ἄρθρον μετὰ τὴν λέξιν τιμωροῦνται νὰ προστεθῇ μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχμῶν 100–500. Δὲν ἠξεύρω ποίαν σκέψιν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις περὶ τούτου. Θέλω ποινὴν ὡρισμένην ὑπὸ τοῦ νόμου.
§89ΤΣΙΤΣΑΡΑΣ. Ἡ παῦσις εἶναι ποινὴ, εἶναι πειθαρχικὴ ποινὴ, διότι μεταβιβάζεται ἡ δικαιοδοσία τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς εἰς τὸ δικαστήριον. Κύριε πρωθυπουργὲ, δὲν εἶναι ἔτσι;
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ λαλήσῃ ὁ Κύριος Κυπριάδης.
§91ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ποινικὸς νόμος ὁρίζει διὰ ῥητῶν ἄρθρων, ποῖα τὰ εἴδη τῶν ποινῶν· τώρα θὰ κάμωμεν μίαν νέαν νομοθεσίαν καὶ θὰ εἴπωμεν, ὅτι ποινὴ εἶναι καὶ ἡ παῦσις τοῦ δημάρχου; Τώρα ἔρχονται αἱ πειθαρχικαὶ ποιναὶ, ἃς προβλέπει ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων· ἀλλ’ αὗται ἐπιβάλλονται πάλιν ἀπὸ ὡρισμένα πρόσωπα· ἐδὼ λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δίδομεν ἁρμοδιότητα εἰς δικαστήριον ὁλόκληρον διὰ παραβάσεις καθήκοντος. Λοιπὸν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν κυρίαν ποινὴν τὴν παῦσιν. Ἐγὼ ἔκαμον ἓν σύστημα, καὶ εἶπον, ὅτι τὸ πνεῦμα τῆς Κυβερνήσεως τὸ ἐπαινῶ, θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὸν ἑαυτόν της τὴν ἐξουσίαν τοῦ τιμωρεῖν τοὺς δημάρχους διὰ παύσεως, καὶ νὰ τὴν ἀναθέσῃ εἰς τὰ δικαστήρια· ἀλλὰ τοῦτο δὲν δύναται νὰ γίνῃ, διότι θέλει ἐκταθῆ ἡ ἁρμοδιότης τῶν δικαστηρίων. Διὰ νὰ ἤμεθα λοιπὸν εἰς ἁρμονίαν μὲ τὸ δικαστήριον πρέπει νὰ βάλωμεν μίαν ποινὴν, ἥτις νὰ ἐπιτρέπηται ὑπὸ τοῦ νόμου, νὰ δικάζηται ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδικείου, καὶ ἥτις νὰ ἔχῃ τὴν παῦσιν ἀπὸ τῆς θέσεως· αὐτὰ τὰ προβλέπει ἡ νομοθεσία καὶ λέγει, ὅτι ἡ στέρησις τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων εἶναι συνέπεια μιᾶς ποινῆς., δὲν εἶναι ποινή.
§92ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅ,τι λέγει ὁ Κ. Κυπριάδης εἶναι ἀληθές· ἐντὸς τοῦ νόμου αἱ ποιναὶ εἶναι ὡρισμέναι, τοιαύτη δὲν ὑπάρχει ἀναντιῤῥήτως ἐν τῷ νόμῳ, ἀλλ’ ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ ὀργανισμοῦ. Ἡμεῖς λοιπὸν ἐσκέφθημεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν καὶ ἄλλην ποινὴν ἐκτὸς τῆς παύσεως· μήπως νεωτερίζομεν; Εὕρομεν ἐν τῇ σκέψει μας, ὅτι καὶ δὲν παραβιάζομεν τὸν νόμον, καὶ ἐμμένομεν ἐντὸς τῶν ὅρων αὐτοῦ. Ἐὰν ὅμως νομίζετε, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ εἶναι ἀντινομικὴ καὶ γεννᾷ σκάνδαλον, δὲν μὲ μέλλει νὰ προστεθῇ μικρὰ χρηματικὴ ποινή.
§93ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κύριοι, καὶ χθὲς εἶπον, ὅτι ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Κυπριάδου εἶναι παραδεκτή· δὲν ἠμποροῦμεν σήμερον νὰ ἐπιβάλλωμεν μίαν ποινὴν, ἣν δὲν προβλέπει ὁ νόμος· ἡ παῦσις εἶναι συνέπεια, καὶ ἂν δὲν τὸ βάλλωμεν εἰς τὸν νόμον, εἶναι συνέπεια τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως. Τώρα λοιπὸν πρέπει νὰ ἐπιβάλλῃς μίαν ποινὴν, ὁ νόμος λέγει τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν ποινὴν καὶ στέρησιν πολιτικῶν δικαιωμάτων· ἐδῶ δὲν ὑπάρχει γεγραμμένη ποινὴ ὑπαγορευομένη ὑπὸ τοῦ νόμου· ἀλλὰ δι’ αὐτὴν τὴν παράβασιν πρέπει ὁ παραβάτης νὰ ὑπαχθῇ εἰς μίαν χρηματικὴν ποινήν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη τροπολογία τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ· (ἀναγινώσκεται).
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν εἶναι παραδεκτή;
§96ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται.
§97ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ συζητηθῇ, Κύριε Πρόεδρε, τὴν ὑποστηρίζω ἐγώ.
§98ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ τέταρτον ἄρθρον, Κύριοι, ἂς ἀφήσω, ὅτι εἶναι πολιτικὸν τρόπον τινὰ, τοὐλάχιστον οὕτω θεωρεῖται ὑπὸ πολλῶν· παρατρέχω τὴν σφαλερὰν ἰδέαν, ὅτι θεωρεῖται ἐπίσημος ἡ λῃστεία ἐν Ἑλλάδι, παρατρέχω, λέγω, ὅλα ταῦτα καὶ θέλω νὰ μάθω ἀπὸ τὸν Κ. πρωθυπουργὸν, ποῖα καθήκοντα ἔχει ὁ δήμαρχος εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν; ἔχει ἄρα ἐκτεταμένην ἐξουσίαν διὰ νὰ τοῦ ἐπιβάλλωμεν καὶ τιμωρίας, ἂν δὲν ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του; Ὁ δήμαρχος κυρίως δὲν ἔχει τὸ καθῆκον τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας. Ὁ δήμαρχος ἠμπορεῖ νὰ συντελῇ ἄλλως πῶς πρὸς τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, οὐδέποτε ὅμως καὶ νὰ καταδιώκῃ τὴν λῃστείαν. Πολλοὶ δήμαρχοι εἰδοποιοῦν αὐθωρεὶ τὸν ἀποσπασματάρχην, καὶ ὅμως ὁ ἀποσπασματάρχης οὐδὲν πράττει ἢ μᾶλλον ὀλιγωρεῖ· ὅταν ἔχῃ φίλον καὶ τὸν Νομάρχην βεβαίως θὰ συντάξουν πρωτόκολλον, ὅτι ὁ δήμαρχος δὲν εἰδοποίησεν ἐγκαίρως. Διὰ τοῦτο προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου. Ἐὰν ὅμως ὁ ὑπουργὸς ἐπιμένῃ νὰ τὸ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, πρέπει νὰ τὸ τροποποιήσωμεν, νὰ δώσωμεν κἄποια δικαιώματα εἰς τοὺς δημάρχους.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κάμετε λοιπὸν τὴν τροπολογίαν σας.
§100ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἰδοὺ πῶς προτείνω νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον...
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τὴν κάμετε γραπτὴν Κ. Χατζίσκε.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συζητοῦσιν ἓν πρᾶγμα ὅπερ ζητοῦμεν ἴσα, ἴσα· αὐτοὶ εἶπον, ὅτι οἱ Δήμαρχοι πρέπει νὰ καταδιώξουν ἀναλόγως τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα ἔχουν. Ἂς κάμωσι τὴν τροπολογίαν των, καὶ τότε βλέπομεν.
§103ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἡ τροπολογία μου εἶναι μετὰ τὴν λέξιν αὐτῶν τοῦ ἄρθρου τετάρτου νὰ προστεθῇ «ἀναλόγως τῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν δημάρχων μέσων».
§104ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Χατζίσκου εἶναι πολὺ λογικὴ καὶ ὀρθὴ, διότι ἀπὸ τὸ ἄρθρον 4 ἐλλείπει τὸ οὐσιωδέστερον, καταδικάζομεν δημάρχους, Παρέδρους, τοὺς δὲ δημοσίους ὑπαλλήλους καὶ τοὺς στρατιωτικοὺς, εἰς τῶν ὁποίων τὴν διαχείρισιν συγκεντροῦται μεγάλη ὑπηρεσία καὶ ὑπὸ τοὺς ὁποίους ὑπάγονται ὅλοι οἱ δήμαρχοι καὶ πάρεδροι δὲν τοὺς λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν· ὅ,τι κάμνει ὁ μοίραρχος, ὁ νομάρχης, δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὁ δήμαρχος, ὅστις εἶναι, ἄμισθος, καὶ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ καταγίνεται εἰς τὰς ἰδικάς του ὑποθέσεις, διότι ἀπὸ ἐκεῖ τρέφεται. Πρῶτον μέρος λοιπὸν θὰ ἔχουν εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρῶτον χρεωστῶ νὰ ἀποκρούσω τὴν μομφὴν, ὅτι ὑπῆρξε Κυβέρνησις, ἥτις ἐνώπιον αὐτοῦ τοῦ ζητήματος ἐχαλάρωσε τὰς ἐνεργείας της. Ἀλλὰ, Κύριε Πρόεδρε, δὲν πρόκειται περὶ θεωριῶν, εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ὅλοι ὅσοι παραβιάζουν τὸ καθῆκόν των πρέπει νὰ τιμωρηθοῦν καὶ θέλω συγκεκριμένα πράγματα. Ἐγὼ τὴν ἀρχὴν τὴν παραδέχομαι ὅλοι νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς ποινὰς, ἂς ὁ Νόμος θέλει κανονίσει, νὰ κάμωμεν ἓν ἄρθρον, νὰ τὸ συζητήσωμεν καὶ τὸ παραδεχθῶμεν, ἂς ἀφήσωμεν τὰς θεωρίας.
§106ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐγὼ δὲν ὡμίλησα περὶ τῶν ποινῶν τῶν ὀλίγων ἢ τῶν μακρῶν· ἐγὼ ὡμίλησα περὶ τῆς παραλείψεως, ἣν ἔχει τὸ ἄρθρον ὡς πρὸς τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους· καὶ λάβετε, Κύριε Πρόεδρε, τὴν τροπολογίαν.
§107ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι, εὐχαριστοῦμαι εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ὑπουργοῦ· εὐτυχῶς δὲν εἶναι θεωρίαι, εἶναι καὶ πράγματα. Ἀκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Δαρειώτου (Ἀναγινώσκεται). Ἄρθρον πρόσθετον. Οἱ διοικητικοὶ, δικαστικοὶ, στρατιωτικοὶ ἢ δημόσιοι ὑπηρέται ἐπιτετραμμένοι τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας, ἢ προσκαλούμενοι ἁρμοδίως εἰς ἐνέργειαν μέτρων ἀναγομένων εἰς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν ὀλιγωροῦσιν, ἢ ὁπωσδήποτε ἄλλως παραμελοῦσι τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντος, τιμωροῦνται οἱ μὲν διοικητικοὶ καὶ δικαστικοὶ ὑπάλληλοι καὶ ὑπηρέται διὰ παύσεως καὶ στερήσεως τῆς ἱκανότητος τοῦ ἀνακτῆσαι δημοσίαν ἢ δημοτικὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ δεκαετίαν, οἱ δὲ στρατιωτικοὶ τιμωρούμενοι κατὰ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους τίθενται εἰς ἀποστρατείαν. Ἡ στέρησις τῆς ἱκανότητος πρὸς ἀπόκτησιν ὑπηρεσίας ὡς καὶ ἡ εἰς ἀποστρατείαν μετάβασις ἀποφασίζεται παρὰ του ἁρμοδίου ἐφετείου, ὑποκειμένης της ἀποφάσεως εἰς ἔφεσιν ἐνώπιον τοῦ Ἀρείου Πάγου». Λοιπὸν οἰκεία θέσις τοῦ προσθέτου αὐτοῦ ἄρθρου τοῦ Κ. Δαρειώτου εἶναι μετὰ τὸ 4 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένεις εἰς τὴν τροπολογίαν σου ἐπὶ τοῦ 4 ἄρθρου, Κύριε Πετιμεζᾶ;
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπειδὴ σήμερον ἡ συζήτησις δὲν εἶναι ἡ τελευταία, καὶ δὲν πρόκειται νὰ χάνωμεν καιρὸν, ἐγὼ δέχομαι ὅλας τὰς τροπολογίας, καὶ ἐπιφυλάττομαι νὰ ὁμιλήσω αὔριον διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς τελειώσωμεν καὶ τὴν δευτέραν συζήτησιν ἐὰν τὸ θέλετε, καὶ αὔριον ἂς ἑτοιμασθῇ καθείς σας. (Ἀναγινώσκονται τ’ ἄρθρα 4, 5, 6, 7, καὶ 8, καὶ γίνονται δεκτὰ διὰ δευτέραν φοράν).
§111ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Μέχρι τίνος ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ἐφθάσαμεν συζητοῦντες τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν;
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μέχρι τοῦ ἐννάτου· δὲν εἶναι οὕτω, κύριοι βουλευταί;
§113ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Γίνονται δεκτὰ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 9, 10, 11, καὶ 12, ὡς ἔχουσιν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ.
§114ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ νομοσχέδιον, κύριε πρόεδρε, περὶ ἐκποιήσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων εἶναι πολὺ κατεπεῖγον, καὶ παρακαλῶ νὰ συζητηθῇ διὰ δευτέραν ἀνάγνωσιν.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι, νὰ τελειώσωμεν.
§116ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Παρακαλῶ κύριε πρόεδρε. Ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις, κύριοι, τοῦ πολυθρυλλήτου νομοσχεδίου κατὰ λῃστείας ἐγένετο καὶ παρεδέχθη· παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἀποφασίσῃ τὸ ἑξῆς· νὰ συναρμολογηθῇ τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παρεδέχθη· τουτέστι παρουσιάσθη μία τροπολογία διὰ τοὺς καταδείκτας, ἡ ὁποία νὰ λάβῃ θέσιν 4. ἄρθρου, κατόπιν νὰ ἐξακολουθήσουν τὰ ἄλλα ἄρθρα καὶ ἡ τροπολογία τοῦ κυρίου Δαρειώτου νὰ λάβῃ τὴν θέσιν της, νὰ τυπωθῇ καὶ διανεμηθῇ (θόρυβος). Δὲν εἶναι κᾀνεὶς ἐναντίος, ἀλλὰ πρέπει νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συναρμολογηθῇ τὸ ὅλον διὰ νὰ σκεφθῶμεν ὡριμώτερον καὶ ἔλθωμεν εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν.
§117ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ συναρμολογία τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἡ νέα τύπωσις αὐτῶν γίνεται, ὅταν ὁριστικῶς παραδεχθῇ ἓν νομοσχέδιον· τότε τυποῦται ἐκ νέου καὶ διανέμεται καὶ ζητεῖται ἡ ἐπὶ τοῦ συνόλου ψηφοφορία.
§118ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Αὐτὰ εἶναι παλαιά.
§119ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φέρετε τὸν κανονισμόν.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, ἀφοῦ τελειώσῃ αὔριον, τότε θὰ τὸ συναρμολογήσωμεν. Παρακαλῶ, κύριοι, νὰ ὑπομείνετε ὀλίγον νὰ ἀναγνώσωμεν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἐκποιήσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως, διὰ δευτέραν φοράν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ σᾶς παρακαλῶ τὰς συνεδριάσεις μας νὰ τὰς κάμωμεν ὀλίγον τακτικωτέρας· παρακαλῶ δὲ καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν σκοπὸν νὰ φέρουν τροπολογίας, νὰ τὰς φέρουν εἰς ἄρθρα γραμμένα καθαρὰ διότι ἀφ’ ὅ,τι ἐγὼ ὡς πρόεδρος παρατηρῶ βλέπω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔχει διάθεσιν νὰ παραδεχθῇ πᾶν τὸ ἀφορῶν κατάργησιν τῆς λῃστείας, ὅπως ἡ Βουλὴ τὸ ἀποφασίσει.
§122Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐπὶ 8 ἡμέρας ἐζήτησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ δασμολογίου διὰ νὰ λάβῃ πληροφορίας, εἴτε ἀπὸ τὸ ἐμπορικὸν ἐπιμελητήριον τῆς Σύρου εἴτε ἀπὸ ἄλλο. Τοιαύτας πληροφορίας, ὡς ἔμαθον, ἔλαβεν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν πρὸ τῆς συζητήσεως ὅλα αὐτὰ νὰ τυπωθῶσι διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ἡ Βουλὴ καὶ σχηματίσῃ τὴν πεποίθησίν της ἐκτὸς τῆς ἀγορεύσεως, τὴν ὁποίαν θὰ κάμῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς διὰ νὰ ἀναπτύξῃ αὐτὰ τὰ πράγματα, διότι αἱ ἀγορεύσεις δὲν ἀφίνουν τὰς ἐντυπώσεις τὰς ὁποίας ἀφίνει μία μελέτη ἐσκεμμένη· καὶ πιστεύω ὅτι τὸ ὑπουργεῖον θὰ τὸ κάμῃ.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Πλατὺς εἶπεν, ὅτι τὰς τροπολογίας ἀπὸ τὴν Σύρον τὰς ἔχει ὅλας γραπτὰς καὶ θὰ τὰς φέρῃ. Αὔριον ἔχομεν τὴν συνέχειαν τοῦ δασμολογίου. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 4, 5 Μ. Μ.)