1867.01.21
1,341 rows · 11,577 words · 100 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26
Τῆς 21 Ἰανουαρίου 1867.
(Σάββατον).
Ὥρα 12 τῆς Μεσημβρίας.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις, κύριοι, ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔχουσι καλῶς. — Πρὶν, κύριοι, ἀρχίσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἔχομεν δύω προτάσεις· μίαν τροπολογίαν τοῦ βουλευτοῦ Κωνσταντᾶ περὶ ὑποχρεωτικῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν παροχῶν ἢ εἰσφορῶν Κερκύρας. Θὰ τυπωθῇ καὶ θὰ διανεμηθῇ. Ἑτέρα τροπολογία τοῦ βουλευτοῦ Σπάρτης Σπηλιωτάκη ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ τροποποιήσεως τοῦ ἀπὸ 25 Δεκεμβρίου 1865 νόμου περὶ δημωφελῶν ἔργων καὶ ἱδρυμάτων ἐν Πύργῳ. Θὰ τυπωθῇ καὶ αὕτη. Ἔχομεν πρότασιν νόμου τοῦ βουλευτοῦ Μεγαλουπόλεως Ζατουνίτου περὶ ζωοκλοπῆς, ὅστις καὶ ἐζήτησε τὸν λόγον.
§4ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Βεβαίως, κύριοι, ἡ Βουλὴ δὲν περιμένει ἀπὸ ἐμὲ νὰ μάθῃ κατὰ πόσον εἶναι σπουδαῖον τὸ ζήτημα τῆς ζωοκλοπῆς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, διότι ὅλοι ἀντιπροσωπεύομεν ἐπαρχίας, καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς βουλῆς καὶ ἤδη μετὰ τὴν συγκάλεσιν αὐτῆς πανταχόθεν πολυπληθεῖς παραστάσεις γίνονται καὶ ἀξιώσεις ἀπὸ μέρους τῶν συμπολιτῶν μας περὶ ἐξαλείψεως τῆς μάστιγος αὐτῆς ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, καὶ ἰδίως τῆς Πελοποννήσου. Διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, δὲν φέρω νέους νόμους περὶ καταδιώξεως τῆς ζωοκλοπῆς, ἀναφέρομαι δὲ μόνον εἰς τὴν ἐφαρμογὴν τῶν ἐν ἰσχύει περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας νόμων· καὶ βεβαίως οἱ ἰσχύοντες νόμοι εἶναι ἀρκετοὶ νὰ τιμωρήσουν καὶ ἐξαλείψουν τὴν ἐπικρατήσασαν αὐτὴν μάστιγα τῆς κοινωνίας ἐν ᾗ περιπτώσει εὑρεθῇ νὰ γίνωσι φανερὰ καὶ ἀποδεδειγμένα ἐγκλήματα αὐτῶν· εἶναι δὲ τοσοῦτον αὐστηροὶ οἱ νόμοι, ὥστε δὲν ἔχουν ἀνάγκην οὐδεμιᾶς προσθήκης, καὶ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι παρὰ τίνι τρόπῳ νὰ δυνηθῶμεν νὰ ἀνακαλύψωμεν τοὺς ζωοκλέπτας καὶ ἐξασφαλίσωμεν τὰ ζῶα αὐτὰ ἀπὸ τὴν κακὴν αὐτῶν περιποίησιν, διότι γνωρίζομεν, ὅτι ἀπὸ τόπου εἰς τόπον τίποτε ἄλλο δὲν γίνεται, εἰμὴ εἷς αἰώνιος περίπατος τῶν ἀλόγων, τῶν ἡμιόνων καὶ τῶν ἄλλων ζώων. Παρακαλῶ τὸν βουλὴν νὰ μοῦ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ἀνακοινώσω μίαν ἰδέαν, ἥτις, βεβαίως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, δὲν εἶναι γέννημα τῆς κεφαλῆς μου, ἀλλὰ κατὰ μίμησιν ἀπὸ τυχαῖόν τι περιστατικὸν, τὸ ὁποῖον ἐν τῷ διαστήματι, καθ’ ὃ διέμενον εἰς τὴν πατρίδα, τυχαῖος ἄνθρωπος μὲ ἔκαμε νὰ ὠφεληθῶ· διήρχετο τὸ ἱππικὸν διὰ τὴν Μεσσηνίαν καὶ εἶχεν ὡραῖα ἄλογα· κατὰ δυστυχίαν ὅπως ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι, ἔχει καὶ ἐκεῖ ἀνθρώπους τινὰς, οἱ ὁποῖοι ἀρέσκονται εἰς τὰ ὡραῖα ἄλογα· συνωμίλουν τυχαίως περὶ ἑνὸς ἵππου καὶ ἐν εἴδει ἀστεϊσμοῦ ἔκαμα μίαν παρατήρησιν μὲ τὸν ἑξῆς τρόπον· ἐὰν αὐτὸ τὸ ἄλογον τυχὸν σοῦ ἤθελε σκαπετίσει τὶ νὰ τὸ κάμῃς; ἔχει μία βοῦλα, καὶ ἐννοοῦσε μὲ τοῦτο, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ τοῦ τὸ πάρουν, καὶ ἡ βοῦλα αὐτὴ εἶναι ἓν δεῖγμα, τὸ ὁποῖον βάζουν εἰς τὰ ἄλογα τῆς ὑπηρεσίας. Τὸ τυχαῖον αὐτὸ περιστατικὸν καὶ αἱ πανταχόθεν ἐλπιζόμεναι διορθώσεις ἐπὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ζητήματος μὲ ἔκαμαν νὰ σκεφθῶ καὶ συνδυάσω τοῦτο μὲ ἄλλους τινὰς λόγους, ἄνευ τῶν ὁποίων οὔτε τοῦτο δὲν δύναται νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας· καὶ φέρω ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὴν πρότασιν τοῦ νόμου αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν παρακαλῶ εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς οὔτε βεβαίως νὰ παραδεχθῇ, οὔτε καὶ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, ἀλλὰ νὰ τὴν λάβῃ ὑπὸ ὥριμον σκέψιν, καὶ ἐὰν ἐξασφαλίζῃ τὴν κοινωνίαν ἀπὸ τὴν ζωοκλοπὴν, νὰ τὴν παραδεχθῇ. Ἂν μὲ δίδετε τὴν ἄδειαν, νὰ τὴν ἀναγνώσω.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττὸν, νὰ τυπωθῇ.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν τοῦ περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας νομοσχεδίου.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Θὰ μὲ συγχωρήσετε, κύριοι, νὰ σᾶς ἐξηγήσω ὀλίγα τινὰ, διότι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, ἀναντιῤῥήτως περιέχει πολλὰς διατάξεις οὐχὶ τῆς καλῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ τῆς ἀνωμάλου καὶ δεινῆς, ἐν τῇ ὁποίᾳ εὑρίσκεται ἡ κοινωνία, καὶ διὰ τοῦτο ἔχομεν τὴν ἀνάγκην πρὶν προχωρήσωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, νὰ σᾶς εἴπω τὰς γενικὰς ἰδέας ἐξ ὧν ὡρμήθην εἰς αὐτὰς τὰς διατάξεις, καὶ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ συνέσει της ἂς προχωρήσῃ, παραδεχομένη, τροποποιοῦσα ἢ μεταβάλλουσα αὐτό... Πρῶτον, κύριοι, τὸ σύστημα τῆς καταδιώξεως, τὸ μέχρι τοῦδε ἐνεργηθὲν, κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀτελεσφόρητον, καὶ δὲν εἶναι πλέον δυνατὸν διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ νὰ φέρωμεν ἓν ἀποτέλεσμα· διατί; πρὸ πάντων διότι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, διότι οἱ κάτοικοι ἢ πολῖται, αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ δὲν δίδουν ἤδη ὅλην τὴν συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν, καὶ δὲν καταβάλλουν τὴν ἐπιμονὴν, ἥτις ἀπαιτεῖται πρὸς ἐκρίζωσιν τοῦ κακοῦ αὐτοῦ, καὶ κατὰ τὴν πεποίθησίν μου εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ λῃστεία ἀπὸ τὸν τόπον, ἐνόσῳ αὐτὴν δὲν πολεμήσουν μετ’ ἐπιμονῆς οἱ κάτοικοι καὶ αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ τοῦ τόπου. Ὅταν λοιπὸν συνέταττον ἢ ἐσκόπουν νὰ συντάξω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, μὲ ἐκυρίευεν αὐτὴ ἡ ἰδέα, ἡ λῃστεία δὲν ἐξαφανίζεται ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῶν κατοίκων. Τὰ μέχρι τοῦδε μέσα, τὰ ὁποῖα ἐγὼ ὁ ἴδιος ὡς ὑπουργὸς ἄλλοτε προσδιώρισα, τῆς μεγάλης ἀμοιβῆς καὶ ὠφελείας, ἀπεδείχθησαν ἀλυσιτελῆ. Ἐθέσαμεν ὑπέρογκα ποσὰ διὰ τὴν κεφαλὴν τῶν λῃστῶν καὶ δὲν ἐπετύχαμεν, κανεὶς δὲν προσέφερε τὴν συνδρομήν του ὑπὲρ τῆς λῃστείας χάριν αὐτῆς τῆς συνδρομῆς, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθημεν. Καὶ ὅτι μόνη ἡ συνδρομὴ τῶν κατοίκων καὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἐξαλείφει τὴν λῃστείαν εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς φέρω ὀλίγα παραδείγματα, ἐὰν ἔχετε ἀνάγκην, διότι ἀληθῶς γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου καὶ τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἡ συνδρομὴ αὕτη ἔχει. Δύω παραδείγματα ἔχω πρόσφατα· ὁ δήμαρχος Τρικολώνων μόνος, διότι ἤθελε νὰ καταστρέψῃ τὴν λῃστείαν, ἡ ὁποία μαστίζει τὸν τόπον του, τὴν κατέστρεψεν ἐντὸς 24 ὡρῶν, καὶ εἴχομεν τὴν εἴδησιν, ὅτι ἓξ λῃσταὶ ἔπεσαν θύματα τῆς ἐπιμόνου καὶ εἰλικρινοῦς συνδρομῆς του· εἷς ἄλλος δήμαρχος, εἰς τὴν Τριφυλίαν, θελήσας καὶ αὐτὸς νὰ ἐργασθῇ εἰλικρινῶς, ἔφθασεν εἰς ἀποτέλεσμα, καὶ χθὲς εἴχομεν τὴν εἴδησιν, ὅτι εἷς λῃστὴς ἐφονεύθη καὶ εἷς ἕτερος συνελήφθη. Αὐτὴ ἡ ἰδέα μὲ ἔπεισε περισσότερον, ὅτι ὅταν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ θέλουν νὰ καταδιώξουν τὴν λῃστείαν φθάνουν εἰς ἀποτέλεσμα. Ἀφοῦ, κύριοι, τὸ σύστημα τῶν ἀμοιβῶν ἀπεδείχθη μέχρι τοῦτο ἀνωφελὲς καὶ ἀνεπαρκὲς, καὶ δὲν ἦτο κατάλληλον, ἂς ἀντικαταστήσωμεν ἓν ἄλλο συμφέρον, τοῦ φόβου, ζημίας, ἀφαιρέσεως τῶν πλεονεκτημάτων τὰ ὁποῖα αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἐπὶ τῆς κοινωνίας, ἂν δὲν θέλουν νὰ ἐκτελέσουν αὐτὸ τὸ ἱερὸν καθῆκον ἂς ἀπειλήσωμεν τὰς πολιτικὰς μερίδας αἱ ὁποῖαι στηρίζουν τοὺς δημάρχους αὐτοὺς ὅτι θέλομεν τὰς στερήσει τῶν πλεονεκτημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν διὰ τῆς κατακτήσεως τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἀφαιροῦντες ἀπ’ αὐτοὺς τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, ἂν δὲν ἐκτελέσουν τὸ χρέος των; Ἰδοὺ ἡ ἀρχικὴ ἰδέα, ἡ ὁποία μὲ ἐπηρέασεν. Ἀλλ’ ἀπέναντι αὐτῆς ἵσταται ἐπίσης ἰδέα σοβαρὰ καὶ σπουδαία μήπως ἐκμηδενίσωμεν οὕτω τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, μήπως λύσωμεν χεῖρας Κυβερνήσεως θελούσης νὰ κάμῃ κακὴν χρῆσιν αὐτῆς τῆς δυνάμεως καὶ καταστρέψῃ οὕτω τὸ δημοτικὸν σύστημα καὶ τὰς δημοτικὰς ἐλευθερίας. Ἰδοὺ ὁ δεύτερος κίνδυνος, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε αὐτὸ τὸ ἴσως παράδοξον, ὅτι διὰ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἀπ’ αὐτὸν τὸν κίνδυνον, ἀφῃρέσαμεν ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν τὸ δικαίωμα τοῦ τιμωρεῖν καὶ τοῦ παύειν, καὶ τὸ παρεδώκαμεν εἰς τὰ δικαστήρια· καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ διὰ τὴν παράβασιν αὐτὴν τοῦ καθήκοντός των δὲν τιμωροῦνται πλέον κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον παρεδέχθημεν, ἀπὸ τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ ἀπὸ τὰ δικαστήρια, διότι εἰς τὰ δικαστήρια εἴπομεν ὅτι ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἐγγύησις.
§8Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον ἢ τὴν ἐπιτροπήν;
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κατὰ τὸ νομοσχέδιον· κατὰ τοῦτο ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ δὲν δύναται νὰ παύσῃ παρὰ δι’ ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου, καὶ ὅταν ἡ παῦσις ᾖναι ὁριστικὴ, ἡ ἀπόφασις αὕτη θέλει φθάσει μέχρις ἐφετείου.
§10ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατὰ τὴν τροπολογίαν.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, ἀλλὰ κατὰ τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ᾖναι κακῶς συντεταγμένον δὲν ἐξετάζω, αὐτὴ ὅμως εἶναι ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἔχει· θέλομεν, ὥστε αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ μὴ ἐκτελοῦσαι αὐτὸ τὸ ἱερὸν καθῆκον, ἵνα ἐπιφέρωσι τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, νὰ τιμωρῶνται, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ πίπτουν θύματα φατριαστικῆς ἐνεργείας, θέλομεν, ὥστε νὰ βεβαιοῦται αὐτὴ ἡ ὀλιγωρία των ἀπὸ δικαστικὰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ βεβαιοῦν καὶ ἀποδεικνύουν τὴν αἰτίαν αὐτήν. Δικαστικὴν ἀπόφασιν τὸ νομοσχέδιον ἐπικαλεῖται, καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς θέσεως τοῦ ἐκτοπισθησομένου· τοῦτο ὑποπτεύονται πράγματι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὑποστηρίζοντες λῃστάς, διότι οὗτοι πρέπει νὰ ᾖναι ἠναγκασμένοι νὰ διάγουν μακρὰν ἀπὸ τὸν τόπον ὅπου ἔχουν εὐκολίαν νὰ ἐκτελοῦν αὐτὸ τὸ ἔγκλημα. Εἶναι ἀποδεδειγμένον, καὶ θέλετε μὲ συγχωρήσει νὰ μὴ σᾶς ἀναγνώσω τηλεγραφήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔστειλαν ἀπὸ μέρη μαστιζόμενα ἐλεεινῶς ἀπὸ τὴν ληστείαν. Κατὰ τὰ τηλεγραφήματα αὐτὰ εἶναι ἐντελῶς ἐλλειπὲς τὸ νομοσχέδιον· ἐὰν ἦτο εἰς τὴν ἐξουσίαν τῶν πολιτῶν αὐτῶν, ἤθελον ἐγκαταστήσει μίαν δικτατορικὴν στρατιωτικὴν ἐξουσίαν, ἔχουσαν δικαίωμα ἐπὶ τῆς περιουσίας καὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὕποπτοι ὅτι ὑποστηρίζουσι λῃστάς. Πρέπει νὰ δώσετε, λέγουσι, ἐξουσίαν μεγάλην εἰς τοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες κατεδίωξαν λῃστείαν νὰ πολεμοῦν πανταχόθεν τόσον τοὺς λῃστὰς, ὅσον καὶ τοὺς λῃσταποδόχους, εἶναι λῃσταὶ πλουσιώτατοι. Ὁ Στοῦπας εἶναι ἄνθρωπος μεγάλης καταστάσεως καὶ ἔχει ἐλευθερίαν.
§12ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὸν φυλακίζουν αἱ ἀρχαί.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις καὶ τὰ ποίμνιά του καὶ ἡ οἰκία του καὶ ἡ οἰκογένειά του ἡσυχάζει καὶ ἐντρυφᾷ. Λοιπὸν θέλομεν ἀσφάλειαν, καὶ διὰ νὰ ἐπιτύχετε ἀσφάλειαν, τίποτε δὲν πρέπει νὰ ἀποβάλλετε, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπιψηφίσητε νόμον δραστήριον καὶ ἀπηνῆ ἐναντίον αὐτῶν τῶν κακούργων, οἵτινες λυμαίνονται καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν περιουσίαν μας καὶ πᾶν ὅ,τι ἔχομεν ἀγαθόν· αὐτὰ λέγουσιν αἱ ἐπαρχίαι. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν ἡ ὁποία εἶναι τὸ προϊὸν ἀγανακτήσεως, τὴν ὁποίαν γεννοῦν τὰ πρόσφατα δεινὰ, τὰ ὁποῖα ὑποφέρει ὁ ἄνθρωπος, εἰς τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐνδώσωμεν θέλομεν νὰ καταδιώξωμεν τὴν λῃστείαν, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐξασφαλίσωμεν ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ δικαιώματα τῶν ἀθώων. Διὰ τοῦτο, οὔτε ἐγὼ ἐνέδωκα, οὔτε ἡ Βουλὴ θὰ ἐνδώσῃ ἐνώπιον αὐτῶν τῶν ὑπερόγκων ἀπαιτήσεων τῶν παθόντων πολιτῶν· καὶ ὅμως σᾶς λέγω ὅτι τοιαῦται εἶναι αἱ ἀπαιτήσεις τῆς κοινωνίας ἡ ὁποία πάσχει ἀπὸ αὐτὸ τὸ κακούργημα τὸ ἔσχατον τῆς λῃστείας. Ἐλησμόνησα, Κύριοι, νὰ σᾶς εἴπω ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι διαρκὲς, εἶναι διὰ δύω ἔτη, καὶ ἂν θέλετε δύναται νὰ προσδιορισθῇ καὶ δι’ ἓν, εἶναι δηλαδὴ νομοσχέδιον τῆς ἀνάγκης. Ἔχομεν λοιπὸν ὡς ἐγγύησιν εἰς τοὺς πολίτας καὶ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τὰ δικαστήρια. Ἀπέναντι τοῦ συστήματος τῶν ποινῶν καὶ τῆς ἐκφοβίσεως ἠθελήσαμεν νὰ καθιερώσωμεν ἐντὸς τοῦ νόμου καὶ τὸ σύστημα τῆς ἀμοιβῆς, διότι εἶναι δικαιότατον οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι προσφέρουν τὰς ὑπηρεσίας των καὶ ἔπαθον χάριν τῆς κοινωνίας, νὰ ἀμείβωνται, καὶ τὰς ἀμοιβὰς αὐτὰς τὰς ἔθεσα ἐντὸς τοῦ νόμου, διότι, ὅπως παρετήρησα ἕως τώρα αἱ ἀμοιβαὶ αὗται ἢ δὲν δίδονται, ἢ κακῶς δίδονται ἢ ἀργὰ, π. χ. χθὲς ἀπεφάσισα περὶ μιᾶς ἀμοιβῆς ὀφειλομένης πρὸ 15 ἐτῶν. Πῶς εἶναι δυνατὸν λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι νὰ κινδυνεύουν, νὰ τρέχουν καὶ νὰ ἀφίνουν τὰς ὑποθέσεις των, καὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὸν κίνδυνον τῆς καταδιώξεως, ὅταν δὲν ᾖναι βέβαιοι ὅτι δὲν θέλουν ἀμειφθῆ καὶ ὅτι θέλει ἐκτιμηθῆ ἡ ἐνέργειά των ἀπὸ τὴν κοινωνίαν; Διὰ τοῦτο ἐνόμισα ὅτι καὶ τὸ σύστημα τῶν ἀμοιβῶν πρέπει νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ νόμου, διὰ νὰ ᾖναι ἀσφαλὲς καὶ ἀναπόφευκτος. Ἰδού, Κύριοι, αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι περιελήφθησαν κατὰ τὴν σύνταξιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου· ὅπως εἶπον καὶ ὅταν εἰσήγαγον αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, αὐτὰ ἐπαναλαμβάνω καὶ ἤδη νὰ εἴπω: ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας δὲν ὑπάγεται εἰς σύστημα θεωρητικὸν, οὔτε εἰς ἰδέας· τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ φέρῃ μόνη ἡ πεῖρα, μόνη ἡ ἀκριβὴς γνῶσις τῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς κοινωνίας· διὰ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν ἔρχομαι ἁπλῶς νὰ ὑποβάλλω τὰς ἰδέας μου, ἕτοιμος νὰ δεχθῶ πᾶσαν ἰδέαν καλλιτέραν, ἡ ὁποία θὰ παρουσιασθῇ, διότι καὶ ἐγὼ, καὶ ὅλοι ἡμεῖς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν ἔχομεν, τὴν ἐξάλειψιν τῆς ληστείας, ἢ τοὐλάχιστον τὸν περιορισμὸν αὐτῆς. Αὐτὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Ἐντὸς τῶν σχεδίων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον, εὗρον μέτρα τεράστια, ὁ εἷς ζητεῖ νὰ κηρυχθοῦν οἱ δήμαρχοι ὑπεύθυνοι καὶ νὰ πληρόνουν οἱ δῆμοι διὰ τὰς ζημίας. Ἔχω μίαν τροπολογίαν, καὶ δὲν ἀναφέρομαι εἰς κανένα βουλευτὴν, δι’ ἧς ζητεῖται νὰ καθιερώσωμεν τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον καθιέρωσαν εἰς τὴν Ἰταλίαν· καὶ ἐκεῖ μαστίζονται ἀπὸ τὸ ἴδιον κακὸν, καὶ δυστυχῶς περισσότερον. Δι’ ἡμᾶς ἡ λῃστεία δὲν εἶναι αἰωνία, ἀλλὰ τοὐλάχιστον διὰ τὴν Ἰταλίαν, εἷς Ἰταλὸς μὲ ἔλεγεν, θέλει εἶσθαι δι’ ἕνα αἰῶνα. Λοιπὸν νομίζουν πολλοὶ, ὅτι καὶ δι’ ἡμᾶς πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ αὐτὸς ὁ νόμος· καὶ ἠξεύρετε, ὅτι αὐτὸς δίδει ὑπέρογκον δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, συνιστᾷ ἔκτακτα στρατοδικεῖα καὶ ἐπιτρέπει καὶ διάφορα ἄλλα μέσα, τὰ ὁποῖα ἐνόμισαν πολὺ ἀναγκαῖα πρὸς ἐξάλειψιν τῆς ληστείας ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἐδῶ ὅλα αὐτὰ εἶναι περιττὰ, διότι δὲν συμβιβάζονται οὔτε μὲ τὰ ἤθη, οὔτε μὲ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου· χωρὶς λοιπὸν νὰ καταντήσωμεν εἰς ἄτοπα, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον αὐτόν. Παρακαλῶ καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν σύντονον προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ὥστε νὰ καταρτίσωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ὅσον τὸ δυνατὸν τελειότερον· διότι ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπαρχίας ἔχω ἐπανειλημμένας ἐπιπλήξεις, ὅτι δὲν κάμνομεν τίποτε, καὶ ἀφήσαμεν τὸν κόσμον ἕρμαιον κακούργων τινῶν οἱ ὁποῖοι ἐπιβουλεύονται καὶ λυμαίνονται καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν περιουσίαν των.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ὁ κύριος Γόνδικας.
§15ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶμαι κατὰ τῶν τροπολογιῶν· ἂς ὁμιλήσουν λοιπὸν οἱ ἔχοντες τοιαύτας, καὶ κατόπιν ἐγώ.
§16ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι, ὅταν ἡ μία προσπάθεια διαδέχεται τὴν ἄλλην, ἐννοεῖται, καὶ πιστεύομεν ὅλοι, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα· ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἐθεώρησεν ἀνεπαρκῆ μέτρα τινὰ, τὰ ὁποῖα ὁ προκάτοχός του.....
§17ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργὸς). Ἐπιθυμῶ νὰ μὴ παρεξηγηθῶ· εἶμαι κατὰ τοῦ συστήματος, τὸ ὁποῖον καὶ ἐγὼ καὶ ὅλον τὸ παρελθὸν ἠκολούθησε μέχρι τοῦδε· δὲν πρόκειται περὶ προκατόχου.
§18ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔχω σκοπὸν νὰ δώσω τὸν προσήκοντα ἔπαινον καὶ εἰς ὑμᾶς καὶ εἰς ὅλους. Λέγω λοιπὸν, ὅτι θὰ φθάσωμεν εἰς αἴσιον ἀποτέλεσμα, διότι καὶ ὁ προκάτοχος τοῦ σημερινοῦ πρωθυπουργοῦ εἶχε συγκαλέσει ἐπιτροπὴν πολυμελῆ ἐξ ἀνθρώπων ἐμπείρων καὶ εἰδικῶν, ἥτις συνέταξε μίαν ἔκθεσιν περὶ διαφόρων μέτρων· ὁ νῦν πρωθυπουργὸς ἐθεώρησεν ἀνεπαρκῆ αὐτὰ τὰ μέσα καὶ ἔχει πολὺ δίκαιον, διότι τὰ περιμενόμενα ἀποτελέσματα δὲν ἐπαρουσιάσθησαν. Ἔρχεται ὁ Κ. πρωθυπουργὸς μὲ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἐδικήν μου κρίσιν δὲν εἶναι πλῆρες. Ἐνταῦθα εἴμεθα συμφωνότατοι, ὅπως ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς εἶπεν, ὅτι, εἷς καὶ ὁ αὐτὸς σκοπὸς εἶναι, ἡ καταδίωξις τῆς ληστείας καὶ ταύτην ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν, διότι ἔχομεν τὰ αὐτὰ συμφέροντα. Ποῦ διαφωνοῦμεν τώρα; Εἰς τὰ μέτρα· ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς προτείνει διάφορα μέτρα, ἄλλοι δὲ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἄλλας ἰδέας, προτείνουν διαφορετικά. Τώρα πρόκειται νὰ συμφωνήσωμεν εἰς τὰ μέτρα, καὶ θὰ συμφωνήσωμεν· ἓν μόνον παρατηρῶ εἰς τὸν Κ. Πρωθυπουργὸν, εἰπόντα ὅτι ἐὰν ἐὰν θελήσουν οἱ κάτοικοι ἢ οἱ δήμαρχοι, οἱ λησταὶ ἐξαλείφονται. Δὲν εἶναι τοῦτο, πρέπει νὰ μᾶς πείσῃ τὸ παρελθόν· ἡ ληστεία ἐπεκράτησε δυστυχῶς εἰς τὴν Ἑλλάδα· καὶ κατ’ ἀρχὰς μὲν ἀπεδίδετο εἰς τὰ πολιτικὰ, μετὰ ταῦτα εἰς τὴν αἰσχροκέρδειαν, κατόπιν εἰς τὰς σχέσεις, ἐν ἑνὶ λόγῳ πάντοτε ἐδικαιολογήθη ἡ ληστεία ὄχι διότι οἴκοθεν ἦτο αὐθύπαρκτος, ἀλλ’ ἀπεδίδετο ποτὲ μὲν εἰς τοὺς μὲν, καὶ ποτὲ εἰς τοὺς δέ. Τὴν ληστείαν πρέπει νὰ ἐξαλείψωμεν καὶ εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι. Κύριοι, ὅτι δὲν πείθομαι ποτὲ πολίτης Ἕλλην κάτοικος νὰ ᾖναι ὑπὲρ τῆς ληστείας, πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ ᾖναι κακοῦργοι διαθέσεις, ἀλλὰ θὰ ᾖναι ἐξαιρέσεις· τοιαῦτα τέρατα εὐτυχῶς εἶναι πολὺ ὀλίγα εἰς τὰς κοινωνίας· ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἕνας εἰς τὴν στερεὰν Ἑλλάδα, ἄλλος εἰς τὴν Πελοπόννησον· ἡμεῖς ὅμως πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὸ γενικὸν, καὶ τὸ γενικὸν εἶναι, ὅτι οὐδεὶς θέλει τὴν ληστείαν πλέον.
§19ΤΙΝΕΣ. Πῶς διατηρεῖται τότε;
§20ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Διατηρεῖται, διότι δὲν ἐπαρκοῦν τὰ μέσα, καὶ ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ παρουσιάσω παραδείγματα, ὅτι πολλοὶ δήμαρχοι, πολλοὶ κάτοικοι, οἵτινες ἐφόνευσαν λῃστὰς, ἔπαθαν ἔπειτα ἀπὸ συγγενεῖς τῶν λῃστῶν, φίλους, καὶ εἶναι κατατρομασμένοι οἱ κάτοικοι. Καὶ ποῖος δὲν θέλει τὴν ἀσφάλειάν του; δὲν θέλει νὰ καλλιεργῇ ἐλευθέρως, δὲν θέλει νὰ ἐμπορεύεται ἀσφαλῶς, ἀδικοῦμεν τὴν Ἑλλην. κοινωνίαν ἂν παραδεχώμεθα διὰ μίαν στιγμὴν ὅτι ὁ λῃστὴς περιθάλπεται ἀπὸ δήμαρχον ἢ κάτοικον.
§21ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν πολεμεῖται.
§22ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν πολεμεῖται εἶναι τὸ ἴδιον μὲ τὸ περιθάλπεται.
§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§24ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἂς ᾖναι, δέχομαι τὸ ἰδικόν σας. Λοιπὸν, κύριοι, οἱ κάτοικοι ἐπιθυμοῦν, ὡς προεῖπον, τὴν ἡσυχίαν, τὴν ἀσφάλειαν· ἡ κυβέρνησις, τοὺς ἐξασφαλίζει πρὸς καιρὸν, ἔπειτα ὅμως, διότι δὲν ἐπαρκοῦσι τὰ μέσα, μένουσιν ἐκτεθειμένοι. Μέτρα λοιπὸν καὶ διὰ νόμου, ἀλλὰ καὶ μέτρα διοικητικά· στρατὸς ἀνάλογος. Ὅταν ᾖναι στρατὸς ἀνάλογος εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἡ ληστεία, ὄχι μόνον θὰ μετριασθῇ καθὼς εἶπεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ θὰ καταστραφῇ· καὶ μὴ νομίζετε, ὅτι μόνον οἱ νόμοι καὶ αἱ διαταγαὶ ἰσχύουν εἰς τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, τὸ κυριώτερον εἶναι ἡ κατάλληλος ἐκλογὴ τῶν προσώπων καὶ ἡ ἀνάλογος δύναμις· ἐπειδὴ εὐτυχῶς ὅλοι ἔχομεν τὸ αὐτὸ συμφέρον, δὲν διαφωνεῖ κἀνείς· ἀπεναντίας ἡ σημερινὴ κυβέρνησις ἐνεργεῖ προβαίνουσα εἰς τὰ μέτρα τὰ κατάλληλα· διὰ τοῦτο συμφωνῶ νὰ ψηφισθῇ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· ἐπειδὴ ὅμως θὰ εἰσέλθουν πολλαὶ τροπολογίαι, μὴ νομίζετε, ὅτι ἔχω τὸ πνεῦμα τὸ ἀναβλητικὸν, ἀπεναντίας θέλω νὰ ἐπιταχύνω, ἀλλὰ μετὰ ὡρίμου σκέψεως καὶ μετὰ κάποιας κανονικότητος, εἰς τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παρουσιάσθη, ἔχω τροπολογίας, ἔχομεν καὶ ἄλλας τρεῖς ἐπίσης σπουδαίας, μίαν τοῦ κυρίου Κυπριάδου, μίαν τοῦ κυρίου Πετιμεζᾶ καὶ μίαν τοῦ κυρίου Δαρειώτου· ἐὰν προβῶμεν σήμερον εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς ἕνα κυκεῶνα, εἰς τοιοῦτον, βαθμὸν ὥστε δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν οὐδ’ ἓν ἄρθρον. Ἰδοὺ τὶ προτείνω, κύριοι. Προτείνω νὰ συνέλθουν οἱ προτείναντες τὰς τροπολογίας εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ὑπουργείου, παρόντος τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, νὰ συζητήσουν καὶ ἐν ἡσυχίᾳ ὅπως καταρτίσουν ἓν νομοσχέδιον ὅσον τὸ δυνατὸν καλλίτερον, νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν ἔργον τρόπον τινὰ πλῆρες, κ’ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ συζητήσωμεν καὶ φέρωμεν ἄλλας τινας διορθώσεις· ἐὰν ὅμως ἀρχίσωμεν, σᾶς τὸ προλέγω ἀπὸ τοῦδε, ὅπως ἔχει σήμερον τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἶναι αἱ τροπολογίαι, δὲν ἠξεύρω ἐὰν κατορθώσωμεν ἓν καὶ μόνον ἄρθρον νὰ συζητήσωμεν σήμερον. Σκεφθῆτε λοιπὸν, σήμερον ἡ ἀναβολὴ δὲν εἶναι μεγάλη, ἂς μείνουν ἐδὼ, ἐὰν δὲν θέλουν νὰ ὑπάγουν εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ὑπουργείου, ἂς διαλυθῇ ἡ συζήτησις καὶ ἂς συζητήσουν μετὰ τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, καὶ πιστεύω, ὅτι τότε θὰ προβῶμεν μετὰ περισσοτέρας ταχύτητος, καὶ θὰ παρουσιασθῇ ἓν ἔργον τοὐλάχιστον καλλίτερον ἀφ’ ὅ,τι ὑπάρχει.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε πρόεδρε, προχθὲς τὰ ἴδια ἐλέγαμεν, καὶ μεθαύριον τὰ ἴδια θὰ εἴπωμεν· μήπως τέσσαρες ἄνθρωποι θὰ κάμουν τὸ πλῆρες νομοσχέδιον; ἂς γίνῃ ἡ συζήτησις, καὶ βλέπομεν, ἴσως καμμία τροπολογία δὲν θὰ ἀποῤῥιφθῇ, αὔριον θὰ ἔλθῃ ἄλλη τροπολογία, θὰ ἀναβάλωμεν πάλιν.
§26Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κἀνὲν πρᾶγμα, κύριοι, δὲν εἶναι πολυτιμώτερον τοῦ καλοῦ παρὰ τὸ καλλίτερον· ἑπομένως ὅταν πρόκειται νὰ ἀποφασίσωμέν τι καλὸν πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ τι καλλίτερον· ἀλλ’ ἀκόμη εἶναι καὶ ἄλλο τι εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ προσέξωμεν· ὅταν πρόκειται νὰ κάμωμεν μίαν διάταξιν διὰ νὰ ἐξαλείψωμεν ἓν κακὸν προσέξατε μήπως ἡ διάταξις αὐτὴ ἐπιφέρει πολλὰ κακά. Καὶ βεβαίως, κύριοι, τὰ νοσήματα εἴτε τὰ πολιτικὰ, εἴτε τὰ κοινωνικὰ ὁμοιάζουν τὰ νοσήματα τὰ φυτικὰ· ὡς ὅταν τὸ νόσημα τὸ φυσικὸν ᾖναι εὐθεράπευτον εἶναι δυσδιάγνωστον, διότι εἶναι εἰς τὴν ἀρχὴν, καὶ τὸ αὐτὸ συμβαίνει καὶ εἰς τὰ πολιτικὰ νοσήματα, ἐάν τις δὲν βλέπῃ μακρύτερα· εἰς τὴν ἀρχὴν μὲν τὸ κακὸν εἶναι μικρὸν, μετὰ ταῦτα ὅμως θὰ γίνῃ μέγα καὶ δὲν θεραπεύεται· ὅταν δὲ τὸ νόσημα γίνῃ μέγα τότε ἐννοοῦν ὅλοι ἀλλὰ κἀνεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ θεραπεύσῃ. Πρόκειται σήμερον, κύριοι, περὶ τῆς ληστείας πῶς νὰ ἐξαλείψωμεν τὴν ληστείαν ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον, καὶ ὅλα κύριοι τὰ σφάλματα καὶ ὅλη ἡ αἰτία ἀποδίδεται εἰς τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας εἰς αὐτὸν τὸν λαόν· ἀλλὰ μόνον δημοτικοὶ ἄρχοντες ὑπάρχουν εἰς τὸ κράτος τοῦτο; δὲν ὑπάρχουν ἆρά γε πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοὶ, καὶ δικαστικοὶ ἄρχοντες, οἱ ὁποῖοι πρὸ τόσων χρόνων διαχειριζόμενοι τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν δὲν ἠμποροῦν νὰ φθάσουν εἰς ἀποτέλεσμα; καὶ ποῖος ἐξ αὐτῶν τῶν ἀρχόντων ἐτιμωρήθη ποτέ; τί θὰ εἴπητε δι’ ἕνα νομάρχην, ἕνα ἔπαρχον, ἕνα εἰσαγγελέα ἐφετῶν ἕνα εἰσαγγελέα πρωτοδικῶν, ἕνα μοίραρχον, διὰ τοὺς ὁποίους ἐξοδεύονται τόσα χρήματα καὶ δὲν κάμνουν τίποτε; ποῖοι δὲ πταίουν; οἱ ἄρχοντες τοὺς ὁποίους ἐξέλεξεν ὁ δῆμος; οἱ δὲ ἄρχοντες τοὺς ὁποίους φέρουν τὰ πολιτικὰ κόμματα εἰς τὰ πράγματα αὐτοὶ εἶναι ἀνεύθυνοι; αὐτοὶ πρέπει νὰ ἀρέσκωνται μόνον εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων; Μεταβατικοὶ ἐπὶ μεταβατικῶν, ἀποσπάσματα ἐπὶ ἀποσπασμάτων διέρχονται ὅλας τὰς πόλεις καὶ τὰ χωρία ὅλων τῶν δήμων· ἔρχονται τρεφόμενοι εἰς βάρος τοῦ λαοῦ καὶ οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἔφεραν ποτὲ, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἐτιμωρήθη· λοιπὸν νὰ τιμωρήσωμεν τοὺς δημοτικοὺς ἄρχοντας, νὰ ἐκστρατεύσωμεν κατὰ τῶν δημάρχων, νὰ ἐκστρατεύσωμεν κατὰ τοῦ δημοτικοῦ συστήματος! Ναὶ κακὸν εἶναι ἡ λῃστεία, καὶ πρέπει νὰ τὴν καταπολεμήσωμεν, ἀλλὰ πρέπει νὰ εὕρωμεν καὶ τὰ μέσα, νὰ τὴν πολεμήσωμεν, ὄχι τὰ μέσα νὰ τὴν ἐνισχύσωμεν. Μὴ ζητοῦν, κύριοι, νὰ μᾶς πτοήσουν μὲ τὰς πολιτικὰς λῃστείας· αἱ λῃστεῖαι ὑπῆρξαν καὶ ὑπάρχουν λῃστεῖαι πολιτικαὶ καὶ λῃστεῖαι ἰδιοτελεῖς, καὶ τοιαῦται εἶναι αἱ εἰς τὸν τόπον μας· εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν ὑπῆρξαν λῃστεῖαι πολιτικαὶ, καὶ σήμερον ἡ λῃστεία τῆς Ἰταλίας εἶναι λῃστεία πολιτικὴ, εἶναι μία διαμαρτύρησις καθ’ ἑνὸς καθεστῶτος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου μερὶς ὁλόκληρος ἐκείνου τοῦ λαοῦ καταφέρεται· ἑπομένως δὲν ἔχει τὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον φέρει ἡ λῃστεία, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν τόπον μας· διότι ὑπῆρξαν καὶ ἐδῶ ἄλλοτε λῃστεῖαι τινὲς πολιτικαὶ, τὰς ὁποίας ὠνόμασαν λῃστανταρσίας, ἀλλὰ τῷ ὄντι αὗται εἶχαν πολιτικὸν χαρακτῆρα· σήμερον ὅμως πολιτικὸν χαρακτῆρα ἡ λῃστεία δὲν ἔχει· ἑπομένω δὲν δύναται κἀνεὶς νὰ ἀποδώσῃ ποτὲ ἐνέργειαν πολιτικὴν εἰς αὐτάς· καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἐνέργεια πολιτικὴ, πῶς εἶναι δυνατὸν, κύριοι, μόνοι οἱ ἄρχοντες τοῦ λαοῦ νὰ ἦναι ὑπεύθυνοι, οἱ δὲ ἄρχοντες τῆς πολιτικῆς ἐξουσίας νὰ μένουν ἀνεύθυνοι; συνομολογῶ, κύριοι, μετὰ τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ὅτι ὅταν ὁ λαὸς θέλῃ, λῃστεία δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ, μάλιστα ὅταν ὁ λαὸς θέλῃ, κἀνὲν κακὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ εἰς κἀνένα κλάδον καὶ εἰς κἀνὲν ἐπάγγελμα, καὶ εἰς κἀμμίαν κοινωνίαν· ἀλλ’ ὁ λαὸς ὅλος δὲν εἶναι συντεταγμένος, δὲν εἶναι σύνταγμα διὰ νὰ παρατάττεται ἑκάστοτε καθ’ ὅλων τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ἔρχονται· ὁ λαὸς ἐξακολουθεῖ τὰ ἔργα του· πρέπει λοιπὸν διὰ τοῦτο νὰ ἐπιῤῥίπτωμεν αὐτὰ τὰ σφάλματα εἰς τὸν λαόν; ὁ λαὸς εἶπε, σᾶς δίδω φόρους, σᾶς δίδω στρατὸν, σᾶς δίδω δύναμιν, ἐνεργήσατε καὶ ἀφήσατέ με νὰ καλλιεργήσω τὰ κτήματά μου, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ζητήσωμεν καὶ τὸν φόρον, καὶ τὸν στρατὸν, καὶ ὅλα νὰ παραχωρήσῃ, καὶ νὰ ἀφήσῃ καὶ τὸ ἄροτρον καὶ νὰ λάβῃ τὸ ὅπλον νὰ παραταχθῇ μαζὺ μὲ τὸν στρατιώτην κατὰ τῆς λῃστείας. Κύριοι, προχθὲς ἐπολέμησα τὸ νομοσχέδιον τοῦτο μόνον κατὰ τὰς διατάξεις αὐτοῦ, ὄχι κατὰ τὴν ἔννοιάν του· διότι δὲν ὑπάρχει κἀνεὶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος δὲν θέλει νὰ μὴ ὑπάρχῃ κακὸν εἰς τὸν τόπον του· καὶ μὅλα ταῦτα σήμερον, ἐνῷ περιέμενον νὰ ἴδω, ἐὰν αἱ παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας τότε ἔκαμον ἐν εἴδει ἐρωτήσεως ἀνετράπησαν, δὲν ἀνετράπησαν παντάπασι. Τὶ μᾶς εἶπεν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; θέλει νὰ λάβῃ τὸ δικαίωμα τῆς βραβεύσεως, διότι πολλαὶ ἀμοιβαὶ προσδιορισθεῖσαι διὰ διατάγματος δὲν ἀπεδόθησαν· ἀλλὰ δὲν μᾶς εἶπε πῶς τὸ ἐννοεῖ νὰ δοθοῦν αὐταὶ αἱ ἀμοιβαὶ διὰ νὰ μὴ σφετερισθοῦν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα παραχωροῦνται δι’ ἄλλων νόμων· θέλομεν νὰ μάθωμεν τὶ εἶναι αὐταὶ αἱ ἔκτακτοι βραβεύσεις, ἑπομένως βλέπετε, ὅτι ἐνῷ κατ’ οὐσίαν δὲν πολεμεῖ κἀνεὶς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, εὔκολον εἶναι νὰ παρίσταται κἀνεὶς πάντοτε ὡς θῦμα, ὅτι τὸν πολεμοῦν εἰς ὅλας του τὰς ἰδέας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθὲς, ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν τὴν Κυβέρνησιν εἰς ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ λάβῃ, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μᾶς ὑποδείξῃ διὰ ποίαν περίστασιν θέλει νὰ τὰ ἐφαρμόσῃ· ἔπειτα Κυβέρνησις εἶναι ἀφηρημένον πρᾶγμα, αὔριον δὲν θὰ ἦσθε σεῖς, θὰ ἦναι ἄλλοι, καὶ ποῖος μ’ ἐγγυᾶται, ὅτι εἷς ὑπουργὸς ἄλλος αὔριον δὲν θὰ θελήσῃ νὰ κόψῃ τὴν κεφαλὴν τοῦ δημοτικοῦ συστήματος ἀντὶ τῆς κεφαλῆς τῶν λῃστῶν; καὶ νομίζετε, ὅτι τότε θὰ ὑπηρετῆτε τοὺς νόμους, θὰ ὑπηρετῆτε τὴν πατρίδα, θὰ ὑπηρετῆτε τὴν ἐλευθερίαν μας, κόπτοντες τὴν κεφαλὴν τοῦ δημοτικοῦ συστήματος ἀντὶ τῆς κεφαλῆς ἑνός ἢ δύω λῃστῶν; κἀνεὶς δὲν φοβεῖται τὴν χρῆσιν οὐδενὸς πράγματος, φοβεῖται ὅμως τὴν κατάχρησιν καὶ περὶ τῆς καταχρήσεως δὲν δύνασθε νὰ μοῦ ἐγγυηθῆτε, ὅτι εἰς ἕνα ἄλλον ὑπουργὸν ὄχι διὰ τὸν ἑαυτόν σας, διότι δὲν πιστεύομεν, ἀλλ’ ὅτι εἰς ἕνα ἄλλον ὑπουργὸν δὲν θὰ ὑπάρχῃ κακὴ πρόθεσις.
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμῃ, διὰ τοῦ νόμου δίδομεν περισσοτέρας ἐγγυήσεις.
§28ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θὰ ἔλθω εἰς αὐτὸ· τὸ συμφέρον εἶναι καὶ δι’ ἐμὲ καὶ διὰ σᾶς τὴν Κυβέρνησιν· μὴ νομίζετε, ὅτι τὸ φοβοῦμαι περισσότερον ἀπὸ σᾶς. Λέγω λοιπὸν, κύριοι, ὅτι τὸ κατ’ ἐμὲ ἀντικρούω τὰς διατάξεις ὅλων αὐτῶν τῶν νόμων, διότι εὗρον εἰς αὐτὰ τὰ πράγματα ἐλλείψεις οὐσιώδεις, ἐλλείψεις, αἵτινες στέκουν καταντικρὺ τῶν νόμων. Τὸ νὰ ἀποφασίσῃ τὸ πρωτοδικεῖον ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς πρωτοκόλλου, εἶναι τοῦτο ἀπόφασις δικαστική; τὸ νὰ ἦμαι ἐγὼ πρωτοδίκης εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ ἀποστέλλουν ἓν πρωτόκολλον ἀπὸ τὴν Χαλκίδα ὁ ἕπαρχος καὶ ὁ Μοίραρχος; τί θέλετε νὰ κάμω ἐγώ, ὅταν πρόκειται νὰ ἀποφασίσω ἐπ’ αὐτοῦ; νὰ παραδεχθῶ τὸ πρωτόκολλον; καὶ τότε οὔτε ἤκουσα περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, οὔτε ἠξεύρω τὶ συμβαίνει· νὰ μὴ τὸ παραδεχθῶ; μὰ ἐὰν κάμω κακόν; λοιπὸν βλέπετε, ὅτι πολεμῶ τὸν τρόπον μὲ τὸν ὁποῖον θὰ γίνωνται αὗται αἱ ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου.
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα εἰς τὴν ἀρχὴν τώρα, δὲν ἤμεθα εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§30ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι στηριζόμενος εἰς πραγματικὰς ἐλλείψεις τοῦ νομοσχεδίου ἀντετάχθην προχθὲς κατ’ αὐτοῦ, δὲν ἐζήτησα τίποτε ἄλλο παρὰ μόνον καὶ μόνον νὰ ὑποβληθῇ εἰς μίαν βάσανον σπουδαίαν, ὥστε αἱ διατάξεις του νὰ εὕρουν ἐφαρμογήν· διότι τί νομίζετε; ὅτι εἶναι μέγα πρᾶγμα τὸ νομοθετεῖν; τὸ σοφῶς νομοθετεῖν εἶναι κἄτι τι, εἰ δὲ ἠμπορεῖ νὰ ψηφίσῃ κἀνεὶς καθ’ ἡμέραν ἑκατὸν νόμους· ὑπάρχουν νόμοι περὶ λῃστείας, καὶ ἡ λῃστεία δὲν ἐξαλείφεται· νόμοι περὶ ἀμοιβῶν καὶ κανὲν ἀποτέλεσμα δὲν ἐπῆλθεν· ὅλα αὐτὰ δὲν ἀποδεικνύουν ὅτι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μέχρι τοῦδε ἐλήφθησαν, ἦσαν ἀτελῆ; λοιπὸν ἔχουν ἄδικον αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, ὅπως ὁ ἔντιμος κύριος Χατζίσκος, οἱ ὁποῖοι σᾶς λέγουν σκεφθῆτε, ἂν θέλετε νὰ κάμωμεν κἄτι τι ἀποτελεσματικὸν, ἀφοῦ μάλιστα ὁ κύριος πρωθυπουργὸς πρὸ ὀλίγου σᾶς εἶπεν, ὅτι ὅλα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐλάβαμεν, ἦσαν κακά; Ἀλλὰ δὲν τελειώνομεν ποτὲ, πῶς θὰ τελειώσωμεν; θὰ τελειώσωμεν συζητοῦντες ὅλοι μαζῇ. Κύριοι, ποτὲ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κάμωμεν ἓν καλὸν, ὅταν λάβωμεν μίαν ἐξαίρεσιν ὡς γενικὸν κανόνα καὶ ἐπ’ αὐτοῦ νὰ συζητήσωμεν. Εἶναι εἷς δήμαρχος, ὁ ὁποῖος ἐσκότωσε δέκα λῃστάς· ἐὰν ὅλοι οἱ δήμαρχοι ἤθελον, θὰ ἐσκότωναν ὅλους τοὺς λῃστάς. Εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσω ὅτι δὲν θέλουν ὅλοι νὰ σκοτώσουν λῃστὰς, ἀλλ’ ἴσως ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐφόνευσεν αὐτοὺς τοὺς λῃστὰς, τὸ ἐπέτρεψεν ἡ θέσις του, τὸ χωρίον του, ἴσως ἦτο στρατιώτης, ἀλλὰ νὰ σηκωθῇ ὁ Κύριος Σκοῦφος νὰ πάρῃ ἕνα τουφέκι εἰς τὸν ὦμόν του νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν Χασιὰ νὰ κυνηγήσῃ τὸν Κίτσον, τοῦτο ποτὲ δὲν γίνεται. Λοιπὸν δὲν λέγω, ὅτι τοῦτο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ κύριος πρωθυπουργὸς δὲν εἶναι ἀληθὲς, μάλιστα εἶναι ἀληθὲς, ἀλλὰ δὲν εἶναι γενικόν· αἱ διατάξεις ὅμως θὰ ᾖναι γενικαὶ καὶ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μοῦ ἀρνηθῆτε, ὅτι οἱ περισσότεροι δήμαρχοι εἶναι καὶ οἰκοκυραῖοι καὶ ἔντιμοι ἄνθρωποι χρηματίσαντες βουλευταί, γερουσιασταί, εἰς τὰς πλέον ὑψηλὰς θέσεις, ἔχοντες καταστάσεις. Δύνανται νὰ ᾖναι καὶ ἐξαιρέσεις, δὲν λέγω ὄχι, ἀλλ’ αἱ ἐξαιρέσεις δὲν εἶναι γενικὸς κανών.
§31ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Δι’ ἐκείνους εἶναι ὁ Νόμος.
§32ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δι’ ἐκείνους, λέγετε, εἶναι ὁ Νόμος, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι θὰ γίνῃ μόνον διὰ τοὺς καλοὺς ὁ Νόμος, τὸ φοβοῦμαι, διότι ἔχω πεῖραν καὶ βασίζομαι εἰς περιστατικὰ, τὰ ὁποῖα θὰ σᾶς ἀναφέρω.
§33ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ὁ ἀδελφός σου ἦτο εἰς τὰς φυλακὰς εἰς τὰ 54, καὶ ὁ ἀδελφός μου εἰς τὰς Πάτρας, καὶ ἂν δὲν ἔμενον αὐτοὶ εἰς τὰς φυλακὰς, ἡ λῃστεία δὲν θὰ ἐξηλείφετο οὔτε ἀπὸ τὴν Ἠλείαν, οὔτε ἀπὸ τὰ Καλάβρυτα· αὐτὸ μοὶ τὸ ἐδίδαξε μία πεῖρα πολὺ πικρά.
§34ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα θ’ ἀπαντήσω· εὐχαριστῶ τὸν κύριον βουλευτὴν, ὅτι μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν καὶ θὰ σᾶς εἴπω ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ πραγματοποιηθῇ ἡ ἰδέα αὕτη, ὅπως ἐπραγματοποιήθη ἄλλοτε. Εἰς τὰ 54 ἀπεφασίσθημεν τότε νὰ ἐκτελεσθῇ μία κατὰ τῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν ἐκστρατεία, καὶ τῷ ὄντι πολλοὶ ἄνθρωποι ζήλῳ πατριωτικῷ κινούμενοι, καὶ μὴ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τίποτε ἄλλο, ἐπῆγαν ἐκεῖ. Ἐπεβλήθη ἡ Κατοχὴ καὶ ἐπῆλθεν ἡ μεταλλαγὴ τῆς ἐξουσίας· καὶ ἦλθον οἱ ἐχθροὶ αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐζήτησαν τὴν φυλάκισίν των, διὰ τὴν ὁποίαν ἐξανέστη ὄχι μόνον ἡ κοινωνία, ἀλλὰ καὶ τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἀπολύσαντα αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἐξύβρισαν τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους. Αὐτὸ λοιπὸν τοῦτο φοβοῦμαι καὶ σήμερον, ὄχι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ὡς συνέπειαν αὐτοῦ τοῦ Νόμου, καὶ πρέπει νὰ συλλογισθῆτε, ὅτι ἐὰν ποτὲ τὰ πολιτικὰ πάθη ἦσαν εἰς βαθμὸν ἕνα, σήμερον εἶναι εἰς ἑκατόν. Λοιπὸν τὴν κατάχρησιν, ταύτην ἴσα, ἴσα θέλω νὰ πολεμήσω, τὴν φοβοῦμαι, τὴν προβλέπω, ὅτι θὰ ἐπιπέσῃ εἰς τὴν κεφαλὴν τοῦ δημοτικοῦ συστήματος. Κύριοι, ἐλπίζω, ὅτι θέλετε μὲ ἀκούσει εἰς μικράς τινας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θέλω ὑποβάλλει ἐνώπιόν σας· ὑποθέσατε, κύριοι, ὅτι δίδομεν τὴν ἐξουσίαν σήμερον εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἢ καθὼς εἶναι τροποποιημένη εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ὑπὸ δικαστικοὺς τύπους, δίδομεν τὴν ἐξουσίαν, κύριοι, κατὰ τῶν δημάρχων· ἐγὼ θὰ σᾶς εἴπω ἐν ὀλίγοις τὰ ἀποτελέσματα αὐτοῦ τοῦ συστήματος· πρῶτον, κύριοι, ἑκάστη ἀποτυχοῦσα μερὶς τῶν δήμων θέλει ζητήσει ἀμέσως τὸ μέσον πρὸς ἀποκεφάλισιν τῶν δημάρχων, καὶ ἐπειδὴ τὸ πρόσχημα εἶναι ἡ λῃστεία, τὸ ἥμισυ τῆς μερίδος θυσιάζον καὶ αὐτὴν τὴν ἠθικὴν θέλει συνεννοηθῆ μὲ τοὺς λῃστὰς, ὅπως τοὺς φέρῃ ἐντὸς τοῦ δήμου διὰ νὰ δοθῇ ἡ προσήκουσα ἀφορμὴ καὶ σχηματισθῇ τὸ πρωτόκολλον καὶ κοπῇ τὸ κεφάλι τοῦ δημάρχου.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα κόπτεται διοικητικῶς.
§36ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑποθέσατε τώρα, ὅτι ἐπῆλθεν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα· νομίζετε ὅτι ὁ δήμαρχος ἐκεῖνος θὰ ἡσυχάσῃ; τὸ ἄλλο ἥμισυ θὰ καταφύγῃ εἰς τὰ αὐτὰ μέσα, καὶ οὕτω θὰ νομοθετήσητε τὴν ἐπιείκειαν τῶν πολιτῶν κατὰ τῶν λῃστῶν, καὶ ἑπομένως φοβηθῆτε μήπως νομοθετήσαντες πάθωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔπαθεν ἄλλοτε ἄνθρωπός τις, ὁ ὁποῖος θέλων νὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὰ μικρὰ ζωύφια, τὰ ὁποῖα ἦσαν εἰς τὸ σπίτι του, ἔκαυσε τὸν οἶκον καὶ ἔπειτα δὲν εἶχε ποῦ νὰ κοιμηθῇ. Μόλα ταῦτα, Κύριοι, ἐπειδὴ ὁ κύριος πρόεδρος ἐνθυμήθη ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε........
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὴν γνωρίζω, κύριε.
§38ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶσαι βουλευτὴς καὶ τὴν ἔλαβες, ἡ πρόληψις εἶναι ὑπὲρ ἐμοῦ.—Τί εἶπεν ὁ κύριος πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως; Νὰ ἐξεγείρωμεν τὸν λαὸν κατὰ τῆς λῃστείας, καὶ ἐγὼ διὰ τῆς προτάσεώς μου τί λέγω; νὰ τὸν καταστήσωμεν ὑπεύθυνον, καὶ θὰ σᾶς εἴπω τοὺς λόγους διὰ τοὺς ὁποίους ὡρμήθην καὶ ἐγὼ εἰς τοῦτο. Πρέπει νὰ μάθητε πρῶτον ποῖος ὁ χαρακτὴρ τῆς λῃστείας εἰς τὴν Ἑλλάδα. Βλέπετε, ὅτι ἡ λῃστεία ἔδειξε πρὸ πολλοῦ χαρακτῆρα, ὅτι δὲν ἐπιπίπτει εἰς δημόσια μέρη κατὰ τῶν πτωχῶν, κατὰ τῶν ἐμπόρων, τῶν μεταβαινόντων ἀπὸ μέρος εἰς μέρος, διότι τὰ συναλλάγματα ἔκαμον ὥστε χρήματα οἱ ἔμποροι δὲν μεταφέρουν· τὶ ὅμως ἔκαμεν; ἐπέπεσε κατὰ τοῦ πλούτου. Ὁ Κίτσος τὶ κάμνει εἰς τὰς Ἀθήνας; Ἀπὸ καιρὸν εἰς καιρὸν συλλαμβάνει πλούσιόν τινα, λαμβάνει ἐξ αὐτοῦ τὰ ἀναγκαῖα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν διὰ τὴν συντήρησιν καὶ τῶν φίλων του ἔξω καὶ ἀπέρχεται καὶ κἀνεὶς δὲν τὸν καταδιώκει. Λοιπὸν πρέπει ὑπὲρ τῶν πλουσίων νὰ νομοθετήσωμεν. Προτείνω λοιπὸν ὑπευθύνους τοὺς δήμους, ποίους δήμους; τὸν δῆμον, εἰς τὸν ὁποῖον διεπράχθη ἡ λῃστεία· δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀναπτύξω περισσότερον τὴν ἰδέαν μου, διότι γνωρίζετε αὐτὰ τὰ πράγματα. Πρέπει, Κύριοι, νὰ ᾖναι ὑπεύθυνοι, διότι εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος ἐξετελέσθη ἡ πρᾶξις, ὑπεύθυνοι, διότι πρέπει νὰ βοηθήσωμεν τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οὓς λῃσταὶ ἔῤῥιψαν ἀπὸ τὴν εὐδαιμονίαν εἰς τὴν πενίαν, ὡς π. χ. τὸν Κ. Σωτηρόπουλον. Ἰδοὺ ποία ἦτον ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὅστις ἤξευρε νὰ διοικῇ τὴν Ἑλλάδα εἰς ὅλας τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις, ὁ Γέρων Κολοκοτρώνης. Ὑποστηρίζω λοιπὸν, κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ τροποποιηθῇ ἄρθρον κατ’ ἄρθρον πρῶτον κατὰ τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν ὁ Κ. Κυπαριάδης, καὶ κατὰ τὰς παρατηρήσεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ἐσχηματίσθη, καὶ καθ’ ὅλας τὰς παρατηρήσεις, ἃς θέλομεν δεχθῇ. Ἀπὸ τοῦδε ὅμως λέγω, προσέξατε μὴ ἀντὶ νὰ ἐξαφανίσωμεν τοὺς λῃστὰς, ἐξαφανίσωμεν τὸ δημοτικὸν σύστημα, ὅτι ἂν ὑποπέσῃ εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι πικρὰ συνέπεια θὰ ᾖναι νὰ ὑποκύψουν ὅλοι οἱ πολῖται τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ οὕτω νὰ ὑποδουλώσωσι τὴν ἀντιπροσωπείαν εἰς τὰς ὀρέξεις τῆς Κυβερνήσεως.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἐγὼ τῳόντι θαυμάζω τὴν μεγίστην εὐφυΐαν τοῦ ἐντίμου φίλου μου Κ. Πετιμεζᾶ, ὁ ὁποῖος κατώρθωσε νὰ πολεμήσῃ τὸ νομοσχέδιον μὲ τρόπον πειστικὸν, ὅστις καὶ ἐμὲ ἐκλόνισεν, εἰς τὴν περὶ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν διάταξίν του. Κατὰ τὸν νόμον τὸν ὑπάρχοντα ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα, λαμβάνων πληροφορίας νὰ παύῃ τοὺς δημάρχους, κατὰ τῶν ὁποίων ὑπάρχει ὑποψία· ἐν τούτοις ἐγὼ σήμερον λέγω νὰ μὴ ἔχῃ ὁ ὑπουργὸς τοιοῦτον δικαίωμα, ἀλλὰ νὰ τὸ ἔχουν τὰ δικαστήρια. Δόσατέ μας ὅσας μεγαλῃτέρας θέλετε ἐγγυήσεις νὰ ᾖναι ἁρμόδια τὰ Πρωτοδικεῖα τὰ Ἐφετεῖα. Εἶναι πολὺ εὐφυὴς ὁ λόγος τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ τὸ νὰ λέγῃ, ὅτι ἐγὼ θέλω νὰ καταστρέψω τὸ δημοτικὸν σύστημα.
§40Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θαυμάζω καὶ ἐγὼ μὲ τὸν Κ. Πρωθυπουργὸν, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ παύωνται οἱ δήμαρχοι ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχει εὐθύνη.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀρχῆς· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχήν. Ὁ Κ. Γόντικας ἔχει τὸν λόγον.
§42ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὅταν εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, Κύριοι Βουλευταὶ, πρὸ 15 ἡμερῶν ἐζητήθη ἡ ἀναβολὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐκ μέρους ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι σήμερον κάμνουν τροπολογίας, ἐπὶ λόγῳ, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαχθῇ τελειότερόν τι, ἢ νὰ τὸ μελετήσωμεν, ὡς πολὺ σπουδαίου τοῦ ἀντικειμένου ὄντος. Ἀπόντος τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ τότε, ἐπολέμησα τὴν ἰδέαν τῆς ἀναβολῆς ὡς καὶ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ παραπεμφθῇ εἰς ἐπιτροπὴν, διότι καὶ αὕτη σύγκειται ἀπὸ βουλευτάς· καὶ τὸν λόγον τοῦ νόμου αὐτοῦ ὅλοι ἡμεῖς οἱ βουλευταὶ εἴμεθα εἰς θέσιν νὰ τὴν γνωρίζομεν. Ἂν κἀνεὶς τῶν Κ. βουλευτῶν λέγῃ, ὅτι δὲν θέλει τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, εἶμαι κατ’ ἀρχὴν ἐναντίος, διότι δὲν ὑφίσταται ἐν τῷ λόγῳ αὐτῷ, λόγος νόμιμος, καὶ τότε ἤθελον συμφωνήσει εἰς τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἵτινες ζητοῦν τὴν ἀναβολὴν· καὶ ἤθελον εἰπῆ, ὅτι πραγματικῶς εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ὑπάρχει νόμιμος λόγος, διότι ὅλοι γνωρίζετε καὶ ὅσοι ἐσπουδάσατε τὰ νομικὰ καλλίτερά μου, ὅτι εἰς ἕκαστον νόμον πρέπει νὰ ὑφίσταται εἷς νόμιμος λόγος, ἐκ τοῦ ὁποίου ὁ νομοθέτης ὁρμώμενος ἔρχεται εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ νόμου. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς τὴν ἐπιοῦσαν ἐπιληφθεὶς τῆς προτάσεως περὶ ἀναβολῆς, συνῄνεσεν εἰς τὴν περὶ ἀναβολῆς πρότασιν, ὅπως παρουσιασθῇ, εἰ δυνατόν, τελειότερον νομοσχέδιον. Ἂς ἴδωμεν ἤδη ἂν οἱ προτείναντες τὴν ἀναβολὴν κατὰ τὸ διάστημα αὐτῆς, καθ’ ὃ ἐπρόκειτο νὰ μελετήσωσι, κατώρθωσαν νὰ παρουσιάσωσι τελειότερόν τι, ἢ ἂν παρουσίασαν προτάσεις, αἵτινες ἀντίκεινται εἰς προφανεῖς νόμους καὶ εἰς ῥητὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ αἱ ὁποῖαι ὁρμῶνται ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην αἰτίαν, παρὰ ἀπὸ ἀληθῆ νόμιμον λόγον. Πολεμῶν ἀνὰ μίαν τῶν τροπολογιῶν τούτων, ἄρχομαι πρῶτον ἀπὸ ἐκείνης τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, τὴν ὁποίαν καθόλου τὴν πολεμῶ, διότι τὰς ἄλλας ἐν μέρει τὰς παραδέχομαι καὶ ἐν μέρει τὰς ἀποκρούω. Ἐπερίμενα νὰ ἴδω εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ τὸν λόγον τοῦ νομοσχεδίου. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς μᾶς εἶπεν ἐν τῇ ἀγορεύσει του καὶ ἐν τῇ ἐκθέσει τοῦ νόμου, ὅτι τὰ τελευταῖα πρόσφατα γεγονότα ἠνάγκασαν τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔθεσε τὴν πρώτην διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας προτίθεται νὰ δώσῃ παρότρυνσίν τινα τῆς φιλοτιμίας τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν· πλησίον τοῦ νόμου ὅστις ὑπῆρχε καὶ ἐβράβευε τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ εἰς μίαν ἀποτελεσματικωτέραν βράβευσιν, καὶ ἂν θέλετε σᾶς φέρω καὶ παράδειγμα τῆς ἐλλείψεως ταύτης. Ὁ Δήμαρχος Τρικκολώνων, ὅστις ἐφόνευσε 6 λῃστὰς, δὲν ἀντημείφθη ποτὲ, καὶ ἐν τούτοις ἕνας ἄλλος δήμαρχος, ὅστις ἐφόνευσεν ἕνα μόνον, ἐπῆρεν ἀριστεῖον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω καὶ τοῦ ὁποίου κακῶς ἡ ἐπιτροπὴ συνιστᾷ τὴν ἀπάλειψίν του, εἶναι ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἂν σήμερον ὑπάρχῃ ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, αὔριον θὰ ὑπάρχῃ ἄλλη, ἑπομένως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει νόμιμον λόγον, διατὶ τὸ πολεμεῖτε; εἶναι κακὸν νὰ λέγῃ, ὅτι θέλω νὰ βραβεύσω ἐκεῖνον, ὅστις ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ὁ ὁποῖος ἐφόνευσε λῃστάς; Τὸ 1 ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου προσθέτει κάτι τι περισσότερον πρὸς ἐνθάῤῥυνσιν· οἱ προηγούμενοι νόμοι ἔλεγον, ὅτι ὅστις φονεύσει τὸν δεῖνα λῃστὴν, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀποκεκηρυγμένος, ἔχει ὡς βραβεῖον τόσας χιλιάδας δραχμάς. Ἂν σήμερον π. χ. εἷς δήμαρχος φονεύσῃ τὸν Λύγκον, κοντὰ εἰς τὸ ποσὸν αὐτὸ θὰ ἔχῃ καὶ ἓν παράσημον. Κατὰ τί λοιπὸν ὁ νομικὸς λόγος τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἶναι ἐλλειπής; Σήμερον δὲ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς φέρει τροπολογίαν, ἡ ὁποία λέγει ἂν γίνῃ μία λῃστεία εἰς τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα δῆμον ν’ ἀποζημιόνουν ὅλοι οἱ κάτοικοι. Ἕκατος Νόμος, Κύριοι, ὡς ἐν ἀρχῇ εἶπον, ἔχει ἕνα λόγον νόμιμον· εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ νόμιμος λόγος εἶναι τὸ ἀδίκημα, τὸ ὁποῖον ἀναγκάζει τὸν νομοθέτην καὶ λέγει ὁ ἀδικῶν εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς ἀποζημίωσιν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὑπάρχει ἕνας Νόμος πρὸ 2000 χρόνων, ὁ Ἀκουίλιος Νόμος, ὅστις δὲν μετεβλήθη ἀπὸ κᾀμμίαν νομοθεσίαν, καὶ ὁ ὁποῖος δίδει χώραν εἰς ἀγωγὴν ἀποζημιώσεως κατὰ τοῦ ἀδικήσαντος· ἀλλ’ ὁ λόγος αὐτὸς δὲν ὑφίσταται εἰς τὴν σημερινὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Πετιμεζᾶ. Κατ’ αὐτὴν, ἐνῷ ἀδικῶ ἐγὼ ὁ καθήμενος εἰς Γορτυνίαν, θὰ πληρώσῃ ὁ κάτοικος ὁ ὀρεινὸς, ὅστις τυχὸν διαμένει εἰς Ἀθήνας, θὰ λῃστεύσῃ ὁ Κώστας καὶ θὰ πληρώσῃ ὁ Παῦλος. Ποῦ ὑφίσταται τότε ὁ νόμιμος λόγος; ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, οἱ πολῖται ὅλοι τοῦ μέρους, εἰς ὃ συνέβη ἡ λῃστεία, θὰ θεωροῦνται ἔνοχοι τοῦ μεγαλειτέρου ἐγκλήματος, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τιμωρῆται καὶ μὲ θάνατον, καὶ ἑπομένως πολλοὶ, καί τοι ἀποδημοῦντες ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου θὰ θεωροῦνται συνένοχοι, καὶ δὲν θὰ ἔχουν δικαίωμα ἀνταγωγῆς κατὰ τοῦ λῃστοῦ. Βλέπετε εἰς ποῖον ἔγκλημα προφανὲς μᾶς θέτει ἡ τροπολογία. Τοιαύτη τις νομοθεσία ὑπῆρχεν εἰς τὸ κράτος τοῦτο καὶ πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1843, καὶ ἐπειδὴ δὲν εἶχεν ὡς βάσιν εἰμὴ ἓν πλάσμα νομικὸν, κατηργήθη, διότι ἡ βάσις του ἦτο ψευδὴς, διότι ἔλεγε ν’ ἀποζημιόνῃ ὁ μὴ ἀδικήσας. Τί λέγει ἀκόμη; Ἄρθρον 6. «Τὸ ἐπιβαλλόμενον μέρος ἀποζημιώσεως εἰς τοὺς δημότας τῶν δήμων, ἐν οἷς ἡ λῄστευσις ἔλαβε χώραν, μερίζεται εἰς τοὺς φορολογουμένους δημότας, ἐπὶ τῇ ἀναλογίᾳ τῶν βεβαιωθέντων φόρων τοῦ ἀμέσως παρελθόντος ἔτους διὰ πρωτοκόλλου συντασσομένου ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου, τοῦ ἐφόρου καὶ τοῦ οἰκείου δημάρχου.» Ἀλλὰ τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι λόγος· ἐπειδὴ πέρισυν ἔσπειρα καὶ εἶχον γέννημα καὶ ἐφέτος δὲν ἔσπειρα, ἕνας ἔφορος, ἕνας ἔπαρχος λαμβάνει τὰ περισυνὰ φορολογικὰ βιβλία καὶ μοῦ λέγει ἔλα, πλήρωσε. Δὲν λέγει, ὅτι ὡσαύτως κατὰ κεφαλὴν πρέπει νὰ πληρόνουν τόσον. Ἀλλὰ, Κύριε, ἂν μὲ ὑποχρεόνῃς νὰ πληρώσω πολιτικὴν ἀποζημίωσιν, φέρε με εἰς τὰ δικαστήρια, πρέπει νὰ μὲ καταδικάσῃς· ἄλλως, Κύριοι, ἡ διάταξις αὕτη τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ εἶναι αὐθαίρετος, διότι οὕτω, Κύριοι, ἀφίνομεν εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτὰς νὰ καταστρέψουν τὸν πολίτην, διατὶ νὰ πληρώσῃ ἐκεῖνος, ὅστις ἔσπειρεν ἢ δὲν ἔσπειρε, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει μυριάδας δραχμῶν εἰς τὸ κιβώτιόν του νὰ μὴ πληρώσῃ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ βασίζεται ἐπὶ ἑνὸς νομικοῦ πλάσματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ τροπολογία αὐτὴ εἶναι καὶ ἀνεφάρμοστος, καὶ θὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Εἰς τὰ 1839 ἐφονεύθη εἰς τὸν δῆμον Κλειτωρίας εἷς Οἰκονομόπουλος· ἀλλ’ ἐφονεύθη μεταξὺ τοῦ δήμου Κλειτωρίας καὶ Λαγκαδίων, τότε ἐγεννήθη ἡ ἀμφισβήτησις ὡς πρὸς τὰ ὅρια τῶν δήμων, καὶ ἀπεφασίσθη, ὅτι δῆθεν ἐφονεύθη εἰς τὸν δῆμον τῶν Λαγκαδίων, ἐνῷ ἦτο κυρίως εἰς τὸ ὅριον τοῦ δήμου Κλείτορος· εἰς τὸν δῆμον Λαγκαδίου ὑπῆρχεν εἷς δήμαρχος κακοήθη, ὅστις ἄφησε καὶ ἐδικάζετο ὁ δῆμος ἐρήμην, καὶ ἐστάθη ἀδύνατον ἀπὸ τοῦ 39 ἕως τώρα νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος οὗτος διοικητικῶς εἰς τὸν δῆμον Λαγκαδίων· καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπῆλθεν ἀπόφασις κατὰ τοῦ δήμου ἐκείνου καὶ κατεδικάσθη εἰς 34,000 δραχμῶν. Ὡς βλέπετε λοιπὸν, ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ δὲν ἔχει κἀνένα νόμιμον λόγον, οὔτε δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἐφαρμογήν. Ἔρχομαι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μανωλίδου.
§43ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ γίνεται ἡ συζήτησις τακτικῶς, ὅπως ἐπέλθῃ ἓν ἀποτέλεσμα.
§44ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Αἱ τροπολογίαι σχετίζονται μὲ τὰ ἄρθρα.
§45ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, Κ. Σωτηρόπουλε, θὰ ὁμιλήσω καθ’ ὅλων τῶν τροπολογιῶν. Ὁ Κύριος Μανωλίδης ἔχει μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ ἐμμέσως πως νὰ καλύψῃ μίαν σπουδαίαν διάταξιν τοῦ συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ 24 ἄρθρον μοῦ φαίνεται λέγει, ὅτι οὐδεὶς βουλευτὴς δύναται νὰ φέρῃ πρότασιν ἀφορῶσαν αὔξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν. Δι’ αὐτῆς ὅμως τῆς τροπολογίας, ἐπειδὴ τοῦ ἔδωκε τὸ δικαίωμα ὁ κανονισμὸς νὰ κάμνῃ τροπολογίας, ἐνόμισεν, ὅτι εἶχε καὶ τὸ δικαίωμα νὰ φύγῃ καὶ ἀπὸ τὸ ὅριον τοῦ νόμου, καὶ νὰ εἴπῃ δώσατε εἰς τὸν ἕνα σύνταξιν ἢ εἰς τὸν ἄλλον. Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι μία ἄμεσος παραβίασις τῶν ὁρίων τοῦ Συντάγματος καὶ παραβίασις τοῦ κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος λέγει ῥητῶς, ὅτι αἱ τροπολογίαι πρέπει νὰ περιορίζωνται ἐντὸς τοῦ θέματος τοῦ ὑπὸ συζήτησιν· σήμερον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν νομοσχέδιον περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας καὶ οὐχὶ προτάσεις διὰ τῶν ὁποίων νὰ δώσωμεν σύνταξιν εἰς τὸ δεῖνα ἢ τὸ δεῖνα πρόσωπον, τὸ ὁποῖον πρὸ 10 ἐτῶν ἠγωνίσθη. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, διὰ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μανωλίδη ζητεῖται καὶ ἄλλο τι παράνομον, ζητεῖται εἰς τὸν νόμον αὐτὸν, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ψηφίσωμεν, νὰ δώσωμεν ἀναχρονικὴν δύναμιν· ἀλλ’ ἠξεύρετε ὅλοι οἱ νομικοὶ, ὅτι ὅλοι οἱ νόμοι εἶναι μέλλοντος χρόνου, κἀνεὶς νόμος δὲν εἶναι παρελθόντος, ἐκτὸς μόνον δι’ εἰδικάς τινας ὡρισμένας περιπτώσεις, καὶ ὄχι νὰ λέγῃ ἡ πρότασις ὅσοι ἐφονεύθησαν, ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ὅσοι; Σήμερον διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν συντάξεις εἰς χήρας, τῶν ὁποίων οἱ σύζυγοι ἐφονεύθησαν ἀπὸ λῃστάς. Κατὰ συνέπειαν καὶ αὐτὴ ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Μανωλίδη εἶναι ἀποῤῥιπτέα. Ἔρχομαι εἰς τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Κυπριάδου, τὴν ὁποίαν παραδέχομαι ἐξαιρέσει ἑνὸς παραγράφου. Ὁ Κ. Κυπριάδης ζητεῖ νὰ συμβιβάσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ μὲ δικονομικὰς διατάξεις· ὁ Κ. Κυπριάδης μᾶλλον κατὰ τὸ λεκτικὸν διορθόνει τὸ νομοσχέδιον παρὰ προφανῶς τὸ πολεμεῖ. Δὲν παραδέχομαι ὅμως τὴν ἰδέαν τῆς τροπολογίας ταύτης, ἥτις ἀντὶ δύω ἀρχῶν ζητεῖ 4 ἐπιτροπάς. Ἰδέτε τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐπιτροπῶν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει μόνον τὸ ἐλαττωματικὸν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Καὶ δὲν εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ μεταβάλῃ τις τὴν ποινικὴν νομοθεσίαν· τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τοῦ Κ. Κουμουνδούρου δὲν κάμνει ἄλλον νεωτερισμὸν εἰς τὴν ποινικὴν δικονομίαν, παρὰ τὸ τῆς ἐκτοπίσεως. Ὁ Κ. Κυπριάδης παρουσιάζει καὶ 4 ἄλλα πρόσωπα, τὸν μοίραρχον, τὸν εἰσαγγελέα κτλ. ἀλλ’ ὅλαι αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ δὲν θὰ κάμωσι τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ δώσουν χώραν εἰς κατηγορίας, θὰ πηγαίνῃ ὁ ἕνας μὲ τὸ βούτυρο, ὁ ἄλλος μὲ τὸ ἀρνὶ καὶ τὴν κότα, παραδείγματα ἔχομεν ἄπειρα· ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸς ὁ μοίραρχος καὶ οἱ ἄλλοι ὅταν ἔχωμεν τὸν εἰσαγγελέα. Θεωρῶ ὡσαύτως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὀρθὸν καὶ δι’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, διότι ἐνῷ ἡ Κυβέρνισις ἔχει ἀπόλυτον ἐξουσίαν καὶ ἔχει ἰσχυρὸν ἀντιφάρμακον πρὸς καταδίωξιν τῶν ἐχθρῶν της, μὲ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τὸ ἀποκρούει, καὶ εἶναι ἀξιέπαινος ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ἐπειδὴ θέλει ν’ ἀφαιρέσῃ ἓν μέσον, τὸ ὁποῖον ἡ ἐξουσία ἔχει, καθόσον αὐτὸς δὲν θὰ ᾖναι πάντοτε ὑπουργὸς, ἄλλος θὰ τὸν διαδεχθῇ, ὅστις πιθανὸν νὰ τοῦ κάμῃ ὅ,τι δὲν πρέπει. Εἶμαι ὑπὲρ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου ζητῶν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ τελευταία λέξις «πασίγνωστον». Πασίγνωστος λέγεται μόνον ὁ κεκηρυγμένος λῃστής. Ὅταν ἕνας ποιμὴν παρουσιάζεται εἰς ἕνα δήμαρχον καὶ τοῦ λέγῃ καὶ αὐτὸς λῃστὴς, ὅτι εἶναι, καὶ ἐπειδὴ ὁ δήμαρχος τὸν κατεδίωξεν πρέπει αὐτὸς ὁ δήμαρχος νὰ ζητῇ ἀμοιβὰς; Τὸ περὶ ἐκτοπίσεως, Κύριοι, ὅπερ ἔχει τὸ Νομοσχέδιον ἀπᾴδει, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο εὐγνωμονῶ αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ζητεῖ τὴν ἀπάλειψιν. Εἰς τὸ Νομοσχέδιον ὑπάρχει καὶ ἡ λέξις βλαχοποιμένες, δὲν ἠξεύρω ἂν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ διάκρισις εἰς τὴν Στερεάν· διὰ τῆς λέξεως βλαχοποιμένες καταντοῦμεν νὰ καταστρέψωμεν ὅλον τὸν κόσμον· ὅλα ὅσα ἔχομεν εἶναι ἱκανὰ, καὶ δι’ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θέλομεν νὰ προσθέσωμεν θὰ καταστρέψωμεν οἰκογενείας διὰ τῆς ἐκτοπίσεως· διότι, ἐὰν ἐγὼ ἦμαι δήμαρχος καὶ ἔχω ἕνα συγγενῆ μου, ὅστις εἶναι λῃστὴς πρέπει νὰ ἔλθῃς νὰ μὲ ἐκτοπίσῃς; Ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ Κυρίου Δαρειώτη παραδέχομαι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου περὶ ἐκτοπίσεως.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ πρῶτον ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ Νομοσχεδίου
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἵνα ἐκλείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία, θὰ εἴπω δύω λέξεις. Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦ πρώτου ἄρθρου δὲν βλέπω τίποτε ἐπικίνδυνον, διότι ἀμοιβὰς δὲν ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις παρὰ διὰ Νόμου, ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ἀπονομὴν ἀριστείων, π. χ. διὰ Βασιλικῶν Διαταγμάτων, ἀλλὰ κατὰ τὸ Νομοσχέδιον δὲν ἐννοεῖται αὐτὸ, καὶ ἂν θέλετε ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ ἐξήγησις τοῦ πράγματος. Ἐτέθη δ’ οὐτὴ ἡ διάταξις, διότι ἕως τώρα οὐδεμία ἀμοιβὴ ἐδόθη, καὶ διότι θέλομεν νὰ δείξωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, ἐὰν κάμωσι τὸ καθῆκόν των, θὰ δώσῃ ἀμοιβάς. Ἐὰν λοιπὸν νομίζετε, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον δὲν ἀρκεῖ, ἂς ἐξηγηθῇ οὕτω πῶς. Τώρα, νομίζω, ἠμπορεῖτε νὰ σημειώσητε ἀποκεκηρυγμένους ἀντὶ τῶν πασιγνώστων, ἀλλ’ εἶναι καὶ κρύφιοι· αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι, οἵτινες δὲν ἀπεκηρύχθησαν διὰ Βασιλικῶν διαταγμάτων, καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἡ συνδρομὴ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἡ ἀποτελεσματικὴ πρέπει νὰ ᾖναι εἷς λόγος ἀμοιβῆς. Ἀκόμη παραδέχομαι καὶ τὴν ἄλλην τροπολογίαν τὴν θέλουσαν νὰ ἀφαιρεθῶσιν αἱ λέξεις δημοτικοὶ ἀστυνόμοι. Τὴν δὲ τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Δαρειώτη δὲν τὴν δέχομαι, διότι εἶναι ἐναντία τοῦ συστήματός μου. Ἐκείνην δὲ τοῦ Κυρίου Μανωλίδου δὲν τὴν εἶδον.
§48ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον παρακαλῶ. Εἶμαι, Κύριοι, ἐναντίος τῆς ὑπάρξεως τοῦ πρώτου ἄρθρου, διότι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἀμοιβῆς παρασήμων καὶ ἄλλα μέσα, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰδικὸν περὶ τούτου ἄρθρον· δύνανται νὰ ἀπονεμηθῶσι βραβεῖα οὐχὶ μόνον εἰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἀλλὰ καὶ εἰς ἄτομα, ὅταν προσφερθῶσιν ἐκδουλεύσεις. Ἑπομένως θεωρῶ περιττὸν νὰ γραφῇ τοῦτο, ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο ν’ ἀπονείμῃ βραβεῖα, ὅταν μάλιστα συστηθῶσιν ὑπὸ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν. Ἡ τελευταία ὁμιλία τοῦ Κυρίου πρωθυπουργοῦ μοὶ αἴρει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι θὰ γίνῃ χρῆσις χρηματικῶν ἀμοιβῶν, πλὴν πρέπει νὰ προστεθῇ, ὅτι βραβεύονται ἠθικῶς.
§49ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐθεώρησα, Κύριοι, ὡς ἄριστον οἰωνὸν τὸ ὑποβληθὲν Νομοσχέδιον, διότι τείνει εἰς τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ μιάσματος τῆς λῃστείας καὶ θέλω τὸ ὑποστηρίξει μέ τινας τροπολογίας. Δότε μοι τὴν ἄδειαν νὰ ἐκθέσω σκέψεις τινὰς ἐπ’ αὐτοῦ.
§50ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
§51ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Περὶ τῆς ἀρχῆς πρόκειται. Κύριοι, ἡ λῃστεία δὲν ἐκπηγάζει οὔτε προστατεύεται ἀπὸ τοὺς δημάρχους, ἀλλ’ εἶναι ἀποκύημα διοικητικῆς ἀβελτηρίας, καὶ τοῦτο τὸ εἶπον ἄλλοτε εὑρισκόμενος διοικητικὸς ὑπάλληλος ἐν Βάλτῳ. Οἱ Δήμαρχοι, ὅσον καὶ ἂν θέλωσι διὰ νὰ καταδιώξωσι τὴν λῃστείαν δὲν εἶναι ἱκανοὶ νὰ τὴν ἐξοντώσωσιν, ὅταν δὲν ἔχουν εἰς βοήθειάν των τὴν κυβέρνησιν, ὅταν δὲν ἔχουν τὰς στρατιωτικὰς καὶ διοικητικὰς ἀρχὰς, αἵτινες, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ὅτι πολλάκις ἀπὸ τῆς κεφαλῆς μέχρι τοῦ ἐσχάτου ἀκόμη ὑπαλλήλου, τοῦ κλητῆρος, καὶ τοῦ χωροφύλακος, ἐμπορεύονται τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι κατὰ τὰς ἐνδόξους ἡμέρας τοῦ ἱεροῦ μας ἀγῶνος, ὅτι δὲν ἐφάνη οὐδεμία λῃστεία, οὐδὲ κλοπὴ, διότι τότε ἕκαστος πολίτης ἐστήριζε τὴν ὕπαρξίν του εἰς τὸ ξίφος καὶ τὸ ὅπλον του, καὶ ὑπερησπίζετο τὰ δικαιώματά του· ἀλλ’ ὅτε ἐσυστήσαμεν ἀρχὰς καὶ ἤρξαντο νὰ χειραφετῶσι τὴν κακίαν καὶ πολεμῶσι τὴν ἀρετὴν, τότε ἀνεφύη τὸ μίασμα τῆς λῃστείας· καὶ τοῦτο πόθεν ἕνεκεν; ἕνεκεν ἀφορμῆς, κύριοι, διότι ἐνθυμεῖσθε τοὺς διαβοήτους ἐκείνους Χοντρογιανναίους, οἵτινες ἠναγκάσθησαν νὰ δοθῶσιν εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον καὶ διαταράξωσι σύμπασαν τὴν κοινωνίαν διὰ τὸ ἀδίκημα μιᾶς ἀπαγωγῆς, διότι καταφεύγοντες εἰς τὰ δικαστήρια καὶ τοὺς ἄρχοντας, εὗρον ἀντὶ δικαιοσύνης ἀδικίαν αἰσχίστην· καὶ τοιαῦτα ὑπάρχουσι πολλὰ παραδείγματα. Θέλετε τὴν ἐξόντωσιν τῆς λῃστείας; ἂς ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην· ἀλλ’ ὅταν βλέπω σήμερον νὰ προστατεύωνται ἐκεῖνοι, οἵτινες περιέθαλψαν τὴν ληστείαν, ἐκεῖνοι οἵτινες ἕνα δήμαρχον τῆς πατρίδος μου τὸν ἔχουν αἰχμάλωτον, ἀπελπίζομαι. Ἀκούσατε καὶ θὰ φρίξετε· ἕνα ἄνθρωπον, ὅστις παρευρέθη εἰς δύο αἱματηρὰς σκηνὰς, καὶ εἰς τὴν πρώτην ἐπληγώθη, τοὐτέστιν εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ Κουλοῦ, καὶ εἰς ἄλλην πρότερον, εὐηρεστήθη εἷς ὑπουργὸς νὰ τὸν ἀπολύσῃ ἐνδίδων εἰς λῃστοτρόφων ἀξιώσεις· τοιουτοτρόπως νομίζετε, ὅτι ἐξασφαλίζεται ὁ τόπος καὶ ἐπέρχεται ἡ ἐξόντωσις τῆς ληστείας; Ποτὲ, ποτέ· εὕρετε τὰ καταλληλότερα ὄργανα, πρὸς ἐξόντωσιν τῆς λῃστείας, εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Ἤκουσα ἐκ στόματος τοῦ πρωθυπουργοῦ προφερόμενον τὸ ὄνομα τοῦ δημάρχου Τρικκολώνων· ἀλλ’ ἠξεύρετε τί ἔμαθον σήμερον; ἔλαβον σπαραξικαρδίους ἀγγελίας, ὅλοι οἱ λῃστοτρόφοι συνώμοσαν κατ’ αὐτοῦ τοῦ δημάρχου, διότι ἔχουν προστάτας καὶ τοὺς ὠθοῦν, διότι μετετόπισαν ὅλας τὰς ἀρχὰς πρὸς χάριν αὐτῶν· ἀλλ’ ἦτον ἐκεῖνος, ὅστις δὲν φοβεῖται ἀνθρωπάρια, ἀλλὰ κτυπᾷ ταῦτα ὡς παράδειγμα.
§52ΤΙΝΕΣ. Τί ἔγινε δηλαδή;
§53ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐκεῖ, κύριοι, ὑπῆρχε μία δημοτικὴ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν διὰ τῆς καλπονοθεύσεως, καὶ ἐνῷ ὅλη ἡ πόλις ἦτο ἐναντία καὶ ἔθετεν ὡς ὑποψήφιον τὸν δήμαρχον Τρικκολώνων καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ, οὐδέποτε εὐδόκησεν ὁ τότε Βασιλεὺς καὶ ἡ τότε κυβέρνησις νὰ τὸν προτείνουν ὡς δήμαρχον. Ἐζητήθησαν καὶ ζητοῦνται λογαριασμοὶ 30,000 δραχμῶν ἐκ τῶν σχολείων καὶ ἐκκλησιῶν καὶ δι’ ὅλα αὐτὰ ἀπετόλμησαν νὰ λῃστεύσουν τὸν δήμαρχον, διότι τοὺς κατέστρεψε 6 λῃστὰς, καὶ προχθὲς ἄλλους 6, καὶ ἀντὶ νὰ λάβῃ ἀμοιβὴν παρὰ τῆς κυβερνήσεως, ἀπεναντίας ὅλαι αἱ ἀρχαὶ ἐκεῖ μέχρι κλητῆρος μετετράπησαν καὶ διωρίσθησαν λῃστοτρόφοι.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μᾶς ἀναφέρετε ἐν παραδείγματι ποῖοι μετετράπησαν;
§55ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οὐδεὶς δὲν ἔμεινε· προέβησαν, κύριοι, καὶ μέχρι τῶν δημοδιδασκάλων, ποῖος; ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· οὕτω πως, κύριε Χρηστόπουλε, διασκορπίζονται τὰ χρήματα καὶ οὕτω πως ἐπεμβαίνεις εἰς τὴν πατρίδα μου, ἀφοῦ σοὶ ἐπέτρεψα νὰ μένῃς εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν; (Θόρυβος). Τὸ μόνον, ὅπερ μᾶς ἐκληροδότησεν ἡ πολιτικὴ μεταβολὴ τῆς δεκάτης Ὀκτωβρίου, εἶναι αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ, διότι ὡς γνωρίζετε καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν διάστημα δὲν εἴχομεν δημοτικὰς ἀρχὰς, διότι τότε αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἦσαν εἰμὴ ἀποκύημα τῆς βίας καὶ τῆς διαφθορᾶς· ἦλθον τὰ θαυματουργὰ σφαιρίδια καὶ ἔθεσαν ἕνα ἕκαστον εἰς τὴν τάξιν του. Λοιπὸν, ἀφοῦ δυνάμεθα διὰ τῶν σφαιριδίων σήμερον νὰ πολεμήσωμεν τὴν βίαν, πρέπει νὰ νομιμοποιήσωμεν αὐτὴν διὰ νόμου; ὁ προτεινόμενος νόμος εἶναι ἀντισυνταγματικός· τὸ Σύνταγμα, λέγει, τὰ ἔκτακτα δικαστήρια ἀπαγορεύονται. Ἀρκεῖ κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον διὰ μιᾶς ἐκθέσεως ἑνὸς χωροφύλακος, ἑνὸς κλητῆρος, ἑνὸς ὑπαλληλίσκου, ἀφοῦ τὴν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἓν δικαστήριον, ἄνευ ὑπερασπίσεως νὰ κοπῇ κεφαλὴ δημάρχου, παρέδρου, τοὐτέστι νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸ καλπονοθευτικὸν ἐκεῖνο σύστημα. Ὁ νόμος, κύριοι, εἶναι καθ’ ὅλα καλὸς, ζητῶ μόνον ν’ ἀπαλειφθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν τὸ 4 ἄρθρον, ὅπερ ἐπιβάλλει ποινὰς οἵας δήποτε εἰς τοὺς δημάρχους ἢ δημαρχικοὺς παρέδρους· διότι ὅταν, κύριοι, μείνῃ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει, πιστεύσατε, ὅτι δημοτικὰς ἀρχὰς δὲν θὰ ἔχωμεν οὐδαμῶς· αὐτοὶ οἱ ἴδιοι οἱ λῃσταὶ, αὐτοὶ οἱ λῃσταποδόχοι θὰ πηγαίνουν αὔριον, ὅπως εἶπε καὶ ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, νὰ λῃστεύσουν αὐτοὺς τοὺς ἰδίους καὶ κατόπιν θὰ εἴπουν μᾶς ἐλῄστευσαν, ἐζητήσαμεν ἀπὸ τὸν δήμαρχον καὶ τὸν πάρεδρον βοήθειαν καὶ δὲν μᾶς ἤκουσαν· ἂς κόψωμεν λοιπὸν τὴν κεφαλὴν τοῦ δημάρχου καὶ δημαρχικοῦ παρέδρου. Ἡ λῃστεία, ὡς εἶπον, δὲν εἶναι εἰμὴ ἀποκύημα διοικητικῆς ἀβελτηρίας· αἱ στρατιωτικαὶ ἀρχαὶ κατὰ δυστυχίαν δὲν ὑπακούουν εἰς τὰς διοικητικάς· τοῦτο εἶμαι εἰς θέσιν νὰ τὸ ὁμολογήσω, ὅτι συμβαίνει εἰς τὰς ἐπαρχίας· εἶναι τοσοῦτον αὐθαίρετοι οἱ χωροφύλακες σήμερον, ὥστε αἱ διαταγαὶ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν θεωροῦνται ὑπ’ αὐτῶν ὡς τίποτε. Οἱ πολῖται πληρόνουν ἀρκετὰ, καὶ νομίζω, ὅτι ὅλως διόλου ἔπρεπε ν’ ἀπαλλαχθῶσιν ἐκ τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας· διότι τὶς ἡ ἀνάγκη νὰ πληρόνω ἐγὼ τόσους φόρους, καὶ κατόπιν νὰ ἦμαι ὑποχρεωμένος νὰ καταδιώξω καὶ τὴν ληστείαν; νὰ διακινδυνεύσω καὶ τὴν ζωήν μου; τοιουτοτρόπως ἐρχόμεθα εἰς ἓν σύστημα αὐτοδιοικηίσεως. Λέγομεν εἰς τοὺς δημάρχους ἐπιβλέψατε τὴν περιφέρειάν σας, ὑπερασπίσατε τοὺς πολίτας· ἀλλ’ ὅταν μοὶ ἐπιβάλλῃ τοιαύτας ὑποχρεώσεις, δὲν πρέπει νὰ μὲ δώσῃ καὶ ἄλλα δικαιώματα; Ἀλλὰ, Κύριοι, δυστυχῶς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, καὶ δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω πρόσωπα, ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἵτινες δὲν τολμοῦν νὰ ἐξέλθουν τῆς οἰκίας των περὶ λύχνων ἁφὰς, οἵτινες δὲν εἶδον ἄλλον τόπον εἰμὴ τὴν πατρίδα των, οἵτινες δὲν ἔμαθον εἰμὴ 5, 6 κολυβογράμματα· ὅταν εἰς αὐτοὺς ἀνατίθεται ἡ διοικητικὴ ὑπηρεσία, περιμένετε ἀπὸ αὐτοὺς διοικητικὴν ἀσφάλειαν; ποτὲ μὴ γένοιτο. Εὕρετε ὄργανα ἰσχυρὰ, καὶ τότε βλέπετε πῶς ἐξασφαλίζεσθε. Ἀλλὰ δὲν σᾶς ἀκούει ἕνας βουλευτὴς, σᾶς ἐνοχλεῖ καὶ ὁ ἄλλος, ὑμεῖς ὑποχωρεῖτε· ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ καταθέσητε τὴν ἐξουσίαν.
§56ΤΙΝΕΣ. Τὸν δημοδιδάσκαλον ὅμως τὸν ζητεῖς.
§57ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἑνὸς διδασκάλου ἡ διαγωγὴ ᾖναι ἐπιλήψιμος, τότε ἐννοῶ τὴν παῦσίν του, ἀλλ’ ὅταν πηγαίνητε καὶ μοὶ ἀνατρέπετε τὸ σχολεῖον τῆς πατρίδος μου, τότε δὲν θὰ φωνάξω; Εἶπον εἰς τὸν κύριον Λομβάρδον, ἐὰν κανεὶς ᾖναι εἰς τὴν πατρίδα μου ὡς ὑπάλληλος ἐπιληψίμου διαγωγῆς, νὰ τὸν παύσῃ, ἀλλὰ νὰ ἀνατρέψῃ τὴν ὑπαλληλίαν ἐκεῖ χάριν ἀντεκδικήσεων δὲν τὸ δέχομαι. Σᾶς τὸ εἶπον, κύριε, Λομβάρδε, ἢ ὄχι; Ἡ σιωπή σας τὸ ἐπιβεβαιοῖ.
§58ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐντὸς τοῦ ζητήματος.
§59ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ μὲ διακόπτετε, θέλω νὰ σᾶς ἀπαντῶ. Διὰ νὰ ἐξαλειφθῇ λοιπὸν ἡ ληστεία πρέπει ἀφ’ ἑνὸς τὰ διοικητικὰ ὄργανα νὰ ᾖναι ἱκανὰ καὶ κατάλληλα, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ διαταχθῇ ἡ χωροφυλακὴ νὰ ὑπακούῃ εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς κατὰ τὸν νόμον, διότι ἕνεκα τούτου γίνονται παράπονα. Ἔρχομαι λοιπὸν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀμοιβὴν ἥτις προτείνεται, δὲν εἶναι ὅπως τινὲς ἠθέλησαν νὰ τὴν παραστήσουν· ἐξ ἐναντίας μάλιστα διὰ τοῦ νόμου τούτου ἐμψυχόνονται οἱ πολῖται, κινοῦνται κἄτι δραστηριώτερον, καὶ τοιουτοτρόπως φθάνομεν εἰς τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει· ἀφ’ ἑτέρου εἶναι καὶ μία ἠθικὴ ἔμμεσος ὑποχρέωσις εἰς τὸν ὑπουργόν· κύριε, τῷ λέγει, ἔχεις νόμον, ὅστις λέγει, ὅτι θέλει βραβεύονται ἐκεῖνοι ὅπου ἐξέθεσαν τὴν ζωήν των· ἰδοὺ ὅτι φέρω ἐκεῖνο ἢ ἐκεῖνο τὸ ἀποτέλεσμα· διὰ τί δὲν μὲ βραβεύεις; Καὶ πρὸς ἀπόδειξιν νὰ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα πρόσφατον· εἷς δήμαρχος, ὅστις εἶχεν ἐξοντώσει 6 λῃστάς.
§60ΤΙΝΕΣ. Τῶν Τρικκολώνων.
§61ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι 12 οἱ λῃσταί, ἀλλὰ ἓξ ἐπὶ τοῦ παρόντος ὑπουργείου· εἷς δὲ ἄλλος εἶχεν ἐξοντώσει μόνον δύω· καὶ εἰς τοῦτον μὲν δίδεται εὐαρέσκεια καὶ σταυρὸς, εἰς δὲ τὸν ἄλλον οὐδεμία ἁπλῆ εὐαρέσκεια· ἐὰν ὅμως ὑπῆρχεν ὁ νόμος αὐτὸς, νομίζω, ὅτι τὸ πρώην ὑπουργεῖον ἤθελεν ἐρυθριάσει ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἀμοιβὴν αὐτήν· ὥστε ὁ νόμος αὐτὸς ἐνθαῤῥύνει τοὺς πολίτας. Διὰ τοῦτο λοιπὸν εἶμαι ὑπὲρ τοῦ πρώτου ἄρθρου.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅστις εἶναι κατὰ ἂς λάβῃ τὸν λόγον· εἶναι ἐγγεγραμμένοι Μπούμπουλης, Ζουμπουλάκης, καὶ Κυπριάδης.
§63ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Σακελλαριάδης, ἡ Κυβέρνησις θὰ βραβεύσῃ.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο εἶναι διὰ τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§65ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ δεύτερον εἶναι, ὅταν σκοτόνεται ὁ ἄνθρωπος· διὰ τοῦτο ἂς συνταχθῇ, ὅπως πρέπει, τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Κατόπιν τὸ συντάττομεν· «πᾶς οἱοσδήποτε».
§67ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καλὸν εἶναι, ἐὰν ἠδύνατο νὰ προστεθῇ, ὅτι βραβεύονται ὑποχρεωτικῶς.
§68ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Τοῦτο φαίνεται. «Βραβεύονται» λέγει.
§69ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τότε μάλιστα, δὲν ἔχω καμμίαν ἄλλην ἀντίῤῥησιν.
§70ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἦλθον νὰ ζητήσω βραβεῖον καὶ ὑπὲρ τῶν βουλευτῶν· ἡ ὁμιλία μου ἔχει σχέσιν μᾶλλον μὲ τὸ 4 ἄρθρον, ἀλλ’ ἐπειδὴ πρόκειται ἐκεῖ περὶ ποινῶν, δὲν δυνάμεθα βεβαίως νὰ θέσωμεν ποινὰς ἐκεῖ ὅπου θέτομεν ἀμοιβάς· διὰ τοῦτο λαμβάνω τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου, καί τοι εἰς ἐμὲ ἦτο προχειρότερον νὰ πολεμήσω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν ἀρχήν του, διότι ποτὲ δὲν πιστεύω, ὅτι ἐκτὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν ὑπάρχουν ἄλλα μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν ἢ τὴν ἐξουσίαν, νὰ καταπολεμηθῇ ἡ λῃστεία, ὅπως κατεπολεμήθη καὶ ἄλλοτε διότι ὅταν ἡμεῖς δὲν ὑπήρχομεν· ἡ λῃστεία δὲν κατεπολεμεῖτο; ἢ ἐὰν σήμερον ἡμεῖς δὲν ὑπάρχωμεν ἐδῶ συντεταγμένοι ὡς σῶμα νομοθετικόν, δὲν εἶχε μέσα ἡ ἐξουσία ἐκ τῶν ἐνόντων, νὰ πράξῃ τὸ χρέος της, καὶ νὰ καταδιώξῃ ἀποτελεσματικῶς τὴν λῃστείαν; τοῦτο δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ. Διὰ τοῦτο σᾶς λέγω καὶ δι’ ἄλλους λόγους ὁμοῦ, ἦτο πολὺ πρακτικώτερον νὰ πολεμήσω τὴν βάσιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου· ἀλλ’ ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι μεγάλη ἀνάγκη μᾶς φέρει εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς μίαν τέλος πάντων ἀποφασιστικὴν ψῆφον αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, προτείνω, ὥστε αἱ εὐεργετικαὶ συνέπειαι, ἀφ’ ἑνὸς τῆς βραβεύσεως ὅλων τῶν ὑπαλλήλων, νὰ ἐπεκταθοῦν καὶ ἐπὶ τῶν διοικητικῶν ὑπαλλήλων, πρὸς τούτοις δὲ καὶ τῶν βουλευτῶν, καὶ διὰ νὰ μὴ ἐπαναλαμβάνω ταῦτα ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ 4 ἄρθρου νὰ προστεθῇ «αἱ δὲ διατάξεις τοῦ 4 ἄρθρου καὶ ἰδίως περὶ ποινικοῦ προστίμου χρηματικοῦ καὶ ἡ περὶ στερήσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ ἐπὶ τῶν βουλευτῶν»· διότι, Κύριοι, ἐὰν ἔχετε τὴν πεποίθησιν ὅτι ψηφίζετε ἕνα νόμον καλὸν διὰ τὴν κοινωνίαν, διατί νὰ στερηθῆτε καὶ σεῖς τὰ εὐεργετήματα αὐτοῦ;
§71ΤΙΝΕΣ. Οἱ βουλευταὶ δὲν εἶναι πολῖται;
§72ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω ὡρισμένως, εἰ δυνατόν, νὰ δώσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπόδειξιν αὐτῆς τῆς γενναιότητος καὶ τῆς εἰλικρινείας, διότι πιστεύω ὅτι οἱ βουλευταὶ εἶναι οἵτινες δύνανται νὰ παρέξουν τὴν μεγαλητέραν συνδρομὴν εἰς τὴν ἐξάλειψιν αὑτοῦ τοῦ κακοῦ, καὶ ἐπειδὴ προχθὲς δὲν ἐῤῥίψα τυχαίως τὴν φράσιν αὐτὴν εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ἠθέλησα σήμερον νὰ διατυπώσω καὶ ἐγγράφως τὴν πρότασίν μου ταύτην.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἠδυνήθην ἐκ τῆς δευτέρας ταύτης συζητήσεως νὰ τροποποιήσω κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ τὸ ἄρθρον «δήμαρχοι, δημαρχικοὶ καὶ εἰδικοὶ πάρεδροι, ἀστυνόμοι καὶ πᾶς πολίτης, οἵτινες, εἴτε διὰ καταδείξεως............. κεκηρυγμένων ἢ πασιγνώστων λῃστῶν». Θὰ παρακαλέσω δὲ τὸν Κ. Μιχαλόπουλον ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του, διότι ὡς πολῖται ὑπαγόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν.
§74ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ πασιγνώστων.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ θέλετε, Κ. Πρωθυπουργέ;
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ὁμιλῶμεν περὶ λῃστῶν, ἔχομεν δύω τάξεις, εἶναι οἱ κεκηρυγμένοι διὰ διατάγματος καὶ οἱ κρύφιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐκηρύχθησαν...
§77ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ τῆς βραβεύσεως, ἥτις κατὰ τὸ ἄρθρον δίδεται διὰ πάντα οἷον δήποτε λῃστὴν εἴτε κεκηρυγμένον, εἴτε πασίγνωστον. Τώρα λέγει ὁ νόμος ὅτι, ἐκτὸς τῶν ἀμοιβῶν, αἱ ὁποῖαι διὰ τῶν καθεστώτων νόμων ἀποδίδονται διὰ τοὺς κεκηρυγμένους ἢ πασιγνώστους λῃστάς......
§78ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ποῖοι εἶναι οἱ πασίγνωστοι;
§79ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Μελέτησε τοὺς νόμους· εἶναι ὁ νόμος τοῦ 1841, εἶναι καὶ τὸ ἄλλο τῶν κεκηρυγμένων λῃστῶν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῶν ὁποίων εἶναι ὡρισμέναι ἀμοιβαί. Λοιπὸν, ὅταν ἀφαιρέσωμεν τὸ πασίγνωστον, τροποποιοῦμεν τοὺς παρελθόντας νόμους.
§80ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς ὅπερ λέγει ὁ κ. Κυπριάδης.
§81ΛΕΩΝΤΑΡΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ, κ. Πρόεδρε, προτείνει τὴν ἀπάλειψιν ὅλου τοῦ ἄρθρου καὶ λέγει καὶ τοὺς λόγους.
§82ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐδῶ δὲ νομοθετοῦμεν διὰ μίαν περιφέρειαν ἑνὸς λῃστοῦ θεωρουμένου ὡς γνωστοῦ· καὶ ἂν θέλετε, τὰ κατασχετήρια δὲν γίνονται γνωστὰ ποτέ· (θόρυβος) ἐκδίδεται ἓν κατασχετήριον ἀπὸ τὴν ἀνάκρισιν· γνωρίζω ἐγὼ, ὅτι δὲν ἐπρόφθασε νὰ κάμῃ πληρεξούσιον καὶ λαμβάνει τὸν συμβολαιογράφον καὶ τὸν κάμνει πληρεξούσιον (θόρυβος)· αὐτὸ θὰ ἐξακολουθῇ νὰ ἐπικρατῇ· λοιπὸν κατὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ θὰ θεωρῆται πασίγνωστος, καὶ ὅμως δὲν εἶναι· λοιπὸν δὲν ἐννοῶ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ πασίγνωστοι· εἶνε μία ἰδέα τοσοῦτον εὐρεῖα, ὅσον εἶναι τὸ χάος αὐτῆς τῆς αἰθούσης.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂς λείψουν καὶ τὰ δύω.
§84ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Βάλετε «κεκηρυγμένων καὶ μή».
§85ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον λέγει «κατ’ ἰδιαιτέραν ἀπόφασιν τῆς Κυβερνήσεως», ἐννοεῖ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον;
§86ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βέβαια.
§87ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νὰ τεθῇ τοῦ «ὑπουργικοῦ συμβουλίου».
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπωτέρα γνώμη εἶναι τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις ζητεῖ τὴν ἀπάλειψιν. Καθήσατε νὰ σᾶς ἐρωτήσω. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ά. ἄρθρου, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται τινὲς) ἀπεῤῥίφθη.— Ὅσοι παραδέχονται ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ «πασιγνώστων» νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται ὀλίγιστοι) ἀπεῤῥίφθη.—Ὥστε οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου, ὡς ἔχει, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη.— Ἐρχόμεθα εἰς τὸ 2 ἄρθρον (ἀναγινώσκεται). Ἡ ἐπιτροπὴ τὸ παραδέχεται. Ὁ Κ. Κυπριάδης λέγει «πολίτας ἐν γένει ἢ ἐθνοφύλακας».
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πᾶς πολίτης δὲν εἶναι ἐθνοφύλαξ κατὰ τὸν νόμον· ὡς πρὸς δὲ τοὺς στρατιώτας, ὁ Κ. Πετιμεζᾶς εἶναι εἰς θέσιν καλλιτέραν νὰ εἴπῃ, διότι νομίζω, ὅτι στρατιώτης εἰς τοιαύτην περίστασιν φονευόμενος, ἔχει δυνάμει τοῦ νόμου σύνταξιν.
§90Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ νόμος ὁρίζει τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς εἷς στρατιώτης ἔχει σύνταξιν διὰ πάθημα ἐντὸς διατεταγμένης ὑπηρεσίας, ἀπολαμβάνει ὅμως μίαν σύνταξιν πολὺ κατωτέραν ἀπὸ ταύτην. Ἑπομένως, ἐὰν θέλετε νὰ δικάσητε, ν’ ἀποφασίσετε, ἐγὼ δὲν θὰ ᾖμαι πολὺ σύμφωνος· ἀλλὰ διὰ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, καὶ πρᾶξιν, καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ πρέπει νὰ ὑπαχθῶσιν εἰς ἕνα καὶ τὸν αὐτὸν Νόμον. Ἀλλὰ λέγω ἀκόμη νὰ προσθέσητε «ἐντὸς διατεταγμένης ὑπηρεσίας», διότι ἄλλως πῶς θὰ ἐξελεγχθῇ; πρέπει λοιπὸν νὰ βεβαιοῦται τοῦτο κατά τινα τύπον, διότι ἠμποροῦν νὰ συμβοῦν τόσα πράγματα καὶ ἠμπορεῖ νὰ παύσουν καὶ κανέναν ἀθῶον, καθὼς ἔγινεν εἰς τὴν Λαμίαν. Τώρα ἤκουσα νὰ ἐλέγετε ἐδῶ, ὅτι βραβεύονται διὰ τοῦ Σταυροῦ τοῦ Σωτῆρος· δὲν εἶναι ἀνάγκη ῥητῶς νὰ τὸ βάλλῃ εἰς τὸν νόμον· θέλετε λοιπὸν νὰ δώσητε ἓν δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ βραβεύῃ; προσθέσατέ το, ὅτι εἶναι τοιοῦτον, καὶ θὰ βραβεύωνται κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, διότι, καθὼς παρετήρησεν ὁ Κ. Κυπριάδης, τὰ μὲν ψηφίζομεν θετικὰ, τὰ δὲ ἀμφίβολα. Διότι πρέπει νὰ ἠξεύρετε, ὅτι ἡ ἐλαστικότης εἰς τοὺς νόμους εἶναι μέγα πρᾶγμα, καὶ πολλάκις κατέστρεψε τὴν οὐσίαν καὶ φέρει τὰ ἐναντία ἀποτελέσματα.
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς δὲν ἔβλεπε μετὰ φόβου αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, δὲν καταλαμβάνω ποῦ εὑρίσκει αὐτὰς τὰς σοφίας διὰ νὰ προσβάλλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς ὅλα τὰ μέρη. Μίαν ἔλλειψιν ἔχει, δὲν ἐτέθη δηλ. διάταξις περὶ στρατιωτῶν, διότι εἷς νόμος κανονίζει τὸ περὶ ἀμοιβῆς στρατιωτῶν πεσόντων κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ὑπηρεσίας των. Ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ θέσωμεν τοὺς στρατιώτας μὲ τοὺς πολίτας εἰς τὴν αὐτὴν τάξιν, διότι ὁ στρατιώτης ἐνεργεῖ τὸ καθῆκόν του, ἑπομένως ἀμείβεται ὅπως ὁ ἐν γένει νόμος κανονίζει· ὁ πολίτης ὅμως δὲν ἔχει κανὲν καθῆκον· τὸν πέρνομεν ἀπὸ τὴν οἰκίαν του καὶ ἀπὸ τὸ ἔργον του καὶ τοῦ λέγομεν πήγαινε· διὰ τοῦτο ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ ἀμοιβὴ αὐτοῦ πρέπει νὰ ᾖναι μεγαλειτέρα. Νομίζω δὲ, ὅτι ἔχει καὶ ἓν ἄλλο μεγαλείτερον ἄτοπον τὸ σύστημα τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ· ἐὰν στρατιώτης εἰς τοιαύτην περίστασιν πάθῃ, πρέπει, λέγει, ν’ ἀνταμειφθῇ περισσότερον, ἀλλ’ ὅταν πολεμῇ ὑπὲρ πατρίδος, πῶς θ’ ἀνταμειφθῇ; διότι τὸ καθῆκον, ὅταν πολεμῇ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, εἶναι μεγαλείτερον. Ποῦ εὗρεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι σκεπτόμεθα ν’ ἀνταμείψωμεν τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι κόπτουν τὰ ξύλα μὲ τὸ κλαδευτήρι; ἐγὼ δὲν τὸ εὗρον οὔτε ἐδῶ, οὔτε εἰς καμμίαν ἄλλην διάταξιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι διὰ νὰ βραβευθῇ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ μία διαδικασία. Ὑποθέτω, ὅτι δέκα πολῖται ἐξέρχονται εἰς τὸν Πειραιᾶ, καὶ εἰς τὸν δρόμον εὑρίσκονται ἀπέναντι τῶν λῃστῶν, καὶ τοὺς φονεύουν· τί κανόνα νὰ θέσωμεν τότε; Λέγομεν λοιπὸν, ὅτι ὅστις συγκρουσθῇ μὲ λῃστὴν καὶ πάθῃ ἐκ τούτου, τότε νὰ ἀμείβεται. Εἰς καμμίαν περίστασιν δὲν ἐτέθη τὸ πῶς ἀποδεικνύεται. Ἂν θέλετε νὰ κάμετε διαδικασίαν, ἄλλο πρᾶγμα.
§92Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀπήντησα, καθόσον ἀφορᾷ τὸν στρατιώτην· ἐγὼ λέγω, ὅτι οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι φέρουν τὸν στρατιώτην εἰς τὴν ὑποχρέωσιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς πατρίδος ὥρισαν καὶ τὰς ἀμοιβὰς, καὶ εἶναι βέβαιον, ὅτι ὁ περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ νόμος προέβλεψεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. πρόεδρος, ὅτι εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις τοῦ στρατιώτου, ὅταν πάθῃ, πῶς θὰ ἀνταμειβῆται· ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος εἶναι ἐξαιρετικός. Προκηρύττεται ὁ φόνος ἑνὸς λῃστοῦ διὰ 3000 δραχ., καὶ ἂν ὁ στρατιώτης σκοτώσῃ τὸν λῃστὴν, πέρνει τὰς 3000 δραχ. Διὰ τί λοιπὸν τότε ἡ ἔκτακτος ἀμοιβὴ δὲν ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους; ἤδη δὲ ἀντίκειται προκειμένου περὶ ἐκτάκτου ἀμοιβῆς; ἐνῷ καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἔκτακτος, τὴν μίαν δίδομεν, τὴν ἄλλην ὄχι· ἀλλ’ ἀκόμη σᾶς παρατηρῶ καὶ ἓν ἄλλο. Ἐδῶ πρόκειται βεβαίως περὶ τῶν ἁπλῶν στρατιωτῶν καὶ τῶν ὑπαξιωματικῶν. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι μισθωτοὶ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι ἔχουν ἐπάγγελμα αὐτὸ τὸ ἔργον· εἶναι κληροῦχοι, τοὺς ὁποίους φέρει ὁ νόμος τῆς ἀπογραφῆς· ἐπειδὴ λοιπὸν ἔτυχε νὰ πέσῃ ὁ κλῆρος εἰς αὐτὸν, πρέπει νὰ στερῆται τοῦ δικαιώματος τῆς ἰσότητος; Αὐτὸ μοὶ φαίνεται ἐναντίον τῆς ἰσότητος, ἐναντίον τῆς λογικῆς. Ἔπειτα ὁ Κ. Λεωτσάκος μοι παρετήρησεν ἓν πρᾶγμα πολὺ ἀληθές. Δὲν ἠμποροῦν νὰ λάβουν αὐτὴν τὴν ἀμοιβὴν ὅσοι στρατιῶται εἶναι εἰς ἄδειαν, καὶ μὅλα ταῦτα αὐτοὶ δὲν ἐκτελοῦσι στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν· διότι, ὅταν ὑπάγῃ εἰς τὸν δῆμόν του, εἶναι δημότης. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι δὲν ἔχω πολὺ ἄδικον, οὔτε τόσον μωρὸν μοὶ φαίνεται τὸ νομοσχέδιον ἐκτὸς τῆς διατάξεως τῶν δημάρχων· διότι ἡ διάταξις ἐκείνη εἶναι τῳόντι μωρὰ, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ διάταξις εἰς ἐφαρμογὴν, πολλοὶ, ἐλπίζω, θὰ τὸ αἰσθανθοῦν περισσότερον ἀπὸ ἐμέ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶμαι εἰς ἀντίφασιν τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ἀπεναντίας εἶμαι σύμφωνος· μὰ διότι τοῦ φαίνονται μωρὰ ὅλα, ὅσα λέγω, τί πταίω ἐγώ;
§93ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἀπορῶ, Κύριοι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, πῶς ὁ Κ. Πετιμεζᾶς παραγνωρίζει τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον τοῦ ἐπιβάλλει ἡ κοινωνία, ἡ πατρίς του ὁλόκληρος. Ἡ κοινωνία, Κύριοι, ἐπιβάλλει ἐν γένει ἓν καθῆκον εἰς τὸν πολίτην, καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ τὸ ἐκτελέσῃ. Ἡ κοινωνία λοιπὸν ἔχει ἀνάγκην ἀσφαλείας. Διὰ νὰ ἔχῃ λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἀσφάλειαν, εἴτε ἔξω, εἴτε ἔσω, συνέταξε μίαν νομοθεσίαν, συνέταξε διαφόρους ἄλλους ὀργανικοὺς ὀργανισμούς, δυνάμει τῶν ὁποίων ὑπάρχει καὶ συγκροτεῖται αὐτὴ ἡ κοινωνία. Ὅταν ἡ κοινωνία ἐπιβάλλῃ εἰς ἕνα πολίτην, εἰς ἕνα ὡρισμένον χρόνον νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν κοινωνίαν αὐτὴν, καὶ δυνάμει αὐτῆς τῆς ὑπηρεσίας τοῦ παρέχῃ δικαιώματά τινα εἰς ὡρισμένας τινὰς περιστάσεις, πῶς ἔρχεσαι σὺ διὰ μιᾶς νὰ ἀνατρέψῃς ὅλα αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα συντηροῦν τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον; πῶς ἔρχεσαι σύ, ὁ ὁποῖος γνωρίζεις τοὺς νόμους ἐκείνους, οἵτινες διέπουν τὴν κοινωνίαν, νὰ προτείνῃς, δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποῖον πνεῦμα, ἀνεξαρτήτως τοῦ παρόντος, δηλαδὴ ἀνεξαρτήτως τῶν κειμένων νόμων, οἵτινες διέπουν τὴν κατάστασίν μας, διὰ νὰ φέρῃς εἰς τὴν αὐτὴν θέσιν ἄνθρωπον ὑποχρεωμένον ἀπὸ τὴν κοινωνίαν αὐτὴν νὰ ἐκτελέσῃ ἓν καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις ἀνεξαρτήτως, εἴτε ἐσωτερικῶς, εἴτε ἐξωτερικῶς, μὲ τὸν πολίτην ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος δι’ ἄλλων νόμων, δι’ ἄλλων περιστάσεων ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του; Ἐγώ, Κύριοι, πληρόνω τοὺς φόρους μου, ἐγὼ πληρόνω τὰ πάντα, διὰ νὰ ἔλθῃς σὺ ὁ στρατιώτης, τὸν ὁποῖον πάλιν ἐγὼ φέρω, διότι σήμερον θὰ τὸν φέρῃ ἡ οἰκογένεια ἡ ἰδική σου, αὔριον ἡ ἰδική μου, νὰ συντηρήσῃ τὴν εἰρήνην. Ἐκπληρῶ ἓν καθῆκον ὅλως ἀλλότριον ἐγὼ ὁ πολίτης, ὁ ὁποῖος, καίτοι φορολογούμενος, λαμβάνομαι διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς λῃστείας. Λοιπὸν ἔρχεται σήμερον ἡ κοινωνία διὰ νὰ ἐμψυχώσῃ αὐτὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἄλλως πως δὲν δύναται νὰ τὰ ὑποχρεώσῃ, νὰ τὰ ἑλκύσῃ, ἢ διὰ μιᾶς ἀμοιβῆς, ἢ δι’ ἑνὸς ἄλλου μέσου, δυνάμει τοῦ ὁποίου θὰ ἐξοικονομήσῃ καὶ τὴν ὑπολιποῦσαν οἰκογένειάν του. Λοιπὸν ἐπειδὴ δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, ὁ νομοθέτης προέβλεψεν, ὅτι εἰς αὐτὸν πρέπει νὰ δώσῃ κἄτι τι περισσότερον, παρὰ εἰς τὸν στρατιώτην, ὁ ὁποῖος εἶναι ὑποχρεωμένος δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ, διότι εἶναι καθῆκον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐκτελέσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν, ἄλλως τε δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ. Εἶναι λυπηρὸν σήμερον νὰ ἔρχωνται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑπάρχουν ἐν τῷ στρατῷ, νὰ γνωρίζωσι τοὺς κειμένους νόμους, νὰ θέλουν νὰ ἀνατρέψουν ὅλην τὴν βάσιν τῆς κειμένης νομοθεσίας. Ἐγὼ ἠπόρησα μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅταν ἤκουσα τὸν Κ. Πετιμεζᾶν, νὰ λέγῃ τοιαῦτα ἀπὸ τοῦ βήματος, σᾶς βεβαιῶ ἀνετριχίασα, διότι γνωρίζω, ὅτι δὲν εἶναι εἰς τὴν πεποίθησίν του αὐτά. Ἂς ἔλθωμεν τώρα ἐντὸς τῆς θεωρίας καὶ ἂς ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα. Δὲν ἠμποροῦμεν εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν ν’ ἀνατρέψωμεν τὸ ὑπάρχον καὶ νὰ κάμωμεν ἐξαιρέσεις, διότι ὁ στρατιώτης καὶ ὁ ὑπάλληλος ὁ διοικητικὸς ἔχουν καθῆκον, τὸν πληρόνει ἡ κοινωνία καὶ ὀφείλει νὰ θυσιασθῇ. Διὰ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρατήρησίν του, λέγει, ὅτι ὁ στρατιώτης ἔρχεται διὰ κλήρου· βεβαίως, αὐτὴ εἶναι ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ κοινωνία καὶ τὴν ὁποίαν δὲν ἠμπορεῖ ν’ ἀποφύγῃς. Λοιπὸν αὐτὴ ἡ ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν σοὶ ἐπιβάλλει ἡ ὕπαρξις τῆς κοινωνίας, δὲν εἶναί τι, τὸ ὁποῖον σοὶ δίδει δικαίωμα νὰ εἴπῃς, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν ἐξαιρετικὴν περίστασιν πρέπει νὰ μὲ δώσῃς ἀμοιβήν. Ὄχι, Κύριε, δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν τοὺς στρατιώτας εἰς τὸν αὐτὸν βαθμὸν τῆς ἀμοιβῆς καὶ τῆς περιβλέψεως, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν εἰς τὴν οἰκογένειαν τοῦ πολίτου, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν ὑπηρεσίαν ὅλως ἔκτακτον χάριν τῆς ἀνάγκης. Διὰ τοῦτο λοιπὸν, Κύριοι, εἶμαι ἐναντίος αὐτῆς τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει οἱ στρατιῶται νὰ ἔχουν ἐξαιρετικὰς ἀμοιβὰς εἰς τὰς τοιαύτας περιστάσεις· ὄχι, κύριοι, ἡ ὑπηρεσία τοῦ τὸ ἐπιβάλλει καὶ ὀφείλει νὰ τὸ κάμῃ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις καὶ δὲν ἔχει τὸ ἐλάχιστον δικαίωμα νὰ ζητήσῃ νὰ ἀνατρέψῃ τοὺς κειμένους νόμους, οἵτινες διέπουν τὴν κοινωνίαν ὁλόκληρον.
§94ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Εἶμαι ἠναγκασμένος, κύριοι, νὰ ὁμιλήσω, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅπως ἐτροπολογήθη τὸ ἄρθρον αὐτὸ, συνετάχθη ἀπὸ ἐμέ· ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας ἄλλως πως θεωρεῖ τὰ πράγματα, συγκρίνας στρατιώτας μὲ πολίτας· δὲν πρόκειται, κύριοι, περὶ πολέμου, δὲν πρόκειται περὶ καθήκοντος στρατιωτικοῦ, δὲν πρόκειται περὶ τιμῆς ἢ προσβολῆς τοῦ στρατιώτου· εἶναι γνωστὸς δὲν εἶναι ὁ προορισμὸς τοῦ στρατιώτου προορισμὸς τῆς καταδιώξεως τῆς λῃστείας εἶναι ὅμως, καθῆκόν του νὰ θυσιάζηται ἀπέναντι τοῦ ὅπλου εἰς πᾶσαν περίστασιν, ὅταν πρόκηται δι’ ἁπλῆν τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς τάξεως. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐδῶ εἶναι μία εἰδικὴ περίστασις· εἰς τὴν εἰδικὴν αὐτὴν περίστασιν δίδεις προνόμια, ἐφαρμόζεις ποινὰς, καὶ τί κάμνεις ἄλλο; ἀφαιρεῖς τὸν στρατιώτην ἀπὸ τὸν προορισμόν του, ὅστις εἶναι ὁ πόλεμος· περὶ αὐτοῦ προβλέπουν οἱ νόμοι τῶν συντάξεων, δὲν προβλέπουν, ὅτι ὁ στρατιώτης θὰ πολεμήσῃ ἐναντίον τοῦ προορισμοῦ του, καὶ σᾶς φέρω ἀμέσως ἓν παράδειγμα· ὁ ἀξιωματικὸς διοικεῖ τὸν στρατόν του μέχρις οὗ φθάσῃ εἰς τὴν συμπλοκὴν μετὰ λῃστῶν· τότε οὔτε ὁ ἀξιωματικὸς διοικεῖ τὸν στρατιώτην του, οὔτε ὁ στρατιώτης διοικεῖται ὑπὸ τοῦ ἀξιωματικοῦ· δὲν εἶναι πλέον παρὰ ἀτομικὴ πάλη, πάλη, διὰ τὴν ὁποίαν ποτὲ τακτικὸς στρατὸς δὲν ἐδιδάχθη· ἐγὼ τοὐλάχιστον ὑπῆρξα στρατιώτης 25 ἔτη, καὶ ἀξιωματικὸς 15· ποτὲ στρατιώτην δὲν ἐδίδαξα πῶς πρέπει νὰ πολεμήσῃ μὲ τὸν λῃστήν· οἱ λῃσταὶ εἶναι λῃσταὶ, καὶ ὁ ἐχθρὸς εἶναι ἐχθρός· ὁ λῃστὴς εἶναι ἐχθρὸς τῆς κοινωνίας, τὸν ὁποῖον σκοτόνει καὶ ὁ στρατιώτης καὶ πᾶς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ εὐεργετήσῃ τὴν κοινωνίαν· ἀλλ’ ὅταν θέλῃς νὰ βραβεύῃς ἕνα πολίτην ἢ ἕνα δήμαρχον ἢ ἄλλον τινὰ διότι ἐθριάμβευσε φονεύσας τὸν λῃστὴν, διὰ τὶ νὰ μὴ κινῇς καὶ τοῦ στρατιώτου τὴν φιλοτιμίαν, νὰ ἐξασφαλίζῃς τὸ μέλλον του, διότι καὶ αὐτὸς ἔχει παιδιὰ; διὰ τί τάχα τὰ παιδιὰ αὐτοῦ νὰ πάσχουν; ὁ στρατιώτης, διότι ὁ κλῆρος τὸν ἔβαλεν εἰς τὸν στρατὸν, δὲν εἶναι ἕλλην; καὶ λοιπὸν ὁ στρατιώτης ἔχει τὴν ὑπηρεσίαν του, τὴν ὁποίαν ἐκπληροῖ πιστῶς καὶ μάλιστα εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅπου κάθε εἰκοσιτέσσαρας ὥρας ὁ στρατιώτης φυλάττει τὴν βάρδια του· τὸν στέλλεις λοιπὸν καὶ τοῦ λέγεις πήγαινε νὰ φονεύσῃς τὸν λῃστὴν, ἐνῷ αὐτὸς τὸν λῃστοπόλεμον δὲν τὸν ἐξέμαθε· διατὶ νὰ στερήσῃς τὸν στρατιώτην ἐκεῖνον, διότι ἡ ἀτυχία του (ἀτυχῆ πρέπει νὰ τὸν ὀνομάζωμεν τὸν στρατιώτην, τὸν ἔφερεν εἰς τὸν κλῆρον, τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἔχει ὡς πολίτης; ὁ στρατιώτης φονεύεται καὶ φονεύεται μὲ περισσοτέραν ἀπόφασιν καὶ ζῆλον. Πῶς θέλετε αὐτὸ τὸ σχίσμα μεταξὺ στρατιώτου καὶ πολίτου; Πᾶς πολίτης λοιπὸν, πᾶς ἄνθρωπος, πᾶς δήμαρχος, πᾶς φρόνιμος, ὀφείλει νὰ καταπολεμήσῃ τὴν ἀταξίαν, καὶ νὰ σφαγιασθῇ, καὶ ὁ στρατιώτης πρέπει νὰ ἀνταμειφθῇ, ὅταν αὐτὸς πέραν τοῦ καθήκοντός του ὑπηρετῇ μίαν ὑπηρεσίαν· καὶ ἐπειδὴ δυστυχῶς οἱ στρατιῶται δὲν ἀντημείφθησαν καὶ κατὰ καιροὺς ἠδικήθησαν, διατί νὰ μὴ τὸν βάλλῃς καὶ αὐτὸν εἰς τὴν ἀμοιβὴν αὐτὴν, ὅπου ἐγὼ ὁ ἀξιωματικὸς ἐκτίθεμαι ἀπέναντι τῶν λῃστῶν καὶ ἐξετέθην καὶ ἐκινδύνευσα; τρέχει μόνος του, περιπλανᾶται φονεύεται καὶ δὲν ἀπολαμβάνει τίποτε. Ἐὰν τὴν θυσίαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν κάμνει ἀπέναντι τῶν ἀφανῶν λῃστῶν τὴν ἔκαμνεν εἰς πόλεμον ἠμποροῦσε νὰ βάλῃ θριάμβους καὶ νὰ περιβληθῇ τὸν στέφανον. Δὲν προέβλεψεν ὁ νόμος ἀμοιβὴν τοῦ στρατιώτου διὰ τὰς μάχας, διότι ὁ στρατιώτης, ὅταν πηγαίνῃ εἰς τὴν μάχην, ἀναμένει στέφανον· ὅταν λοιπὸν προσδιορίσετε ἀμοιβὰς διὰ νὰ κεντήσητε τὴν φιλοτιμίαν καὶ νὰ ἐξασφαλίσητε τὸν φονευόμενον πολίτην, πρέπει νὰ ἀσφαλίσητε οὕτω πως καὶ τὸν στρατιώτην, ὁ ὁποῖος συμπράττει μὲ τὸν πολίτην, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει τὰ αὐτὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχει ὁ ἕλλην, καὶ ὑπάγεται εἰς τὰς αὐτὰς δυστυχίας, εἰς τὰς αὐτὰς ἀνάγκας.
§95ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐνῷ οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι ἐκανόνισαν ὡρίμως καὶ σαφῶς τὰ περὶ στρατοῦ, ἡμεῖς ἐρχόμεθα ἤδη, καὶ μάλιστα ἀξιωματικοί τινες, οἵτινες ἔπρεπε νὰ μᾶς διερμηνεύωσι τοὺς νόμους αὐτοὺς καὶ ζητοῦμεν τὴν ἀνατροπὴν αὐτῶν. Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, εἶναι ἀνάξιον καὶ πολὺ ταπεινὸν νὰ ζητήσωμεν νὰ καταβιβάσωμεν τὸν στρατιώτην, ὅστις ἵσταται χιλιάκις ὑψηλότερον ἀπὸ τὴν τάξιν τοῦ πολίτου. Τοῦ στρατιώτου τὰ καθήκοντα εἶναι ὑψηλὰ, εἶναι εὐρύτατα, εἶναι ἐκεῖ ὅπου δὲν δύναται νὰ φθάσῃ ποτὲ ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου. Ὁ στρατιώτης λοιπὸν δώσας τὸν πρὸς τὴν πατρίδα ὅρκον δὲν εἶναι εἰμὴ θυσία, ὁλοκαύτωμα τῆς πατρίδος του, καὶ δὲν ἀξιοῖ διὰ νὰ λάβῃ, εἰμὴ ὅ,τι οἱ νόμοι διακελεύουσι· σήμερον δὲ προκειμένου περὶ ἐκτάκτου ἐπιτυχίας τινὸς ὑποθέσεως, ἐρχόμεθα διὰ νὰ καταβιβάσωμεν τὸν στρατιώτην εἰς τὴν τάξιν τοῦ πολίτου· ὄχι, ὁ στρατιώτης ἵσταται ὑψηλὰ, οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι τάττουσι καὶ ἀμοιβὰς καὶ προβιβασμοὺς καὶ βραβεύσεις. Ἠξεύρομεν, ὅτι ὅπου πολλοὶ πολλάκις τῶν στρατιωτῶν ἠρίστευσαν κατὰ τῆς μάστιγος αὐτῆς ἠξιώθησαν βαθμῶν, ἠξιώθησαν χρημάτων, οὐδέποτε διεφιλονείκησεν ἡ κυβέρνησις τὸ προνόμιον τοῦτο εἰς τὸν στρατιώτην, καὶ ἐγὼ αὐτὸς εἶμαι αὐτόπτης, καὶ ἐγὼ γνωρίζω, ἐγὼ μάλιστα ἂν θέλετε ἔκαμον καὶ προτάσεις περὶ προαγωγῆς στρατιωτῶν καὶ προήχθησαν· ὥστε οὐδέποτε, κύριοι, διεφιλονεικήθη τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ στρατιώτου, καὶ, ὅπως παρετήρησεν ὁ ἀξιότιμος κύριος Μπούμπουλης, σήμερον εἶναι ἡ ἰδική σου σειρὰ, αὔριον εἶναι ἡ ἰδική μου· οἱ πολῖται δὲν εἶναι, εἰμὴ μία φάλαγξ, ἥτις εἶναι προωρισμένη διὰ νὰ προστατεύσῃ τὴν πατρίδα εἰς ὅλας της τὰς ἀνάγκας, εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, καὶ κατὰ τῆς ληστείας καὶ κατὰ τῶν ἐγκλημάτων καὶ ἐν γένει παντοῦ. Διὰ τοῦτο, κύριοι, εἶμαι πολὺ ἐναντίος τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ κ. Κουμουνδουράκης ἢ ἡ ἐπιτροπή. Τὸν στρατιώτην πρέπει νὰ τὸν ἀφήσωμεν νὰ ἵσταται ὑψηλὰ καὶ νὰ φροντίσωμεν μόνον περὶ πολιτῶν, καθ’ ὅσον καὶ ὁ νόμος οὗτος δὲν εἶναι πάγιος, δὲν εἶναι διαρκὴς, ἀλλ’ εἶναι ἐφήμερος, εἶναι μέχρις ἐξοντώσεως τῆς ληστείας, καὶ σᾶς λέγω ὅτι περὶ τὸ ἔαρ ἐξοντοῦται καὶ αὐτὴ οἴκοθεν χωρὶς κἂν νὰ ληφθῶσιν οὐδὲ αὐτὰ τὰ μέτρα.
§96ΤΙΝΕΣ. Καὶ πῶς τὸ ἠξεύρετε.
§97ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι καὶ ὁ νόμος αὐτὸς θὰ μείνῃ εἰς ἀχρηστείαν, διότι τὸ ἔαρ ὅλη ἡ ληστεία ἐξαφανίζεται· διὰ τοῦτο λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, καὶ τὰ περαιτέρω εἶναι μάταια.
§98ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Κύριοι, ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου εἶναι διπλοῦς· ὁ πρῶτος νὰ ἐνθαῤῥύνῃ καὶ ἐμψυχώσῃ πάντα διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, ὁ δεύτερος νὰ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην. Ἐδῶ μοὶ φαίνεται ὀλίγον οἰκονομικώτατον, ἢ ἂν θέλετε γλίσχρον, καὶ ἀποζημιοῦται μόνον διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἰάσεως· νομίζω νὰ προστεθῇ καὶ τοῦτο «οὐ μόνον ἀποζημιοῦται διὰ τὰ ἔξοδα τῆς ἰάσεως, ἀλλὰ λαμβάνει περιπλέον ὡς ἀμοιβὴν καὶ δραχ. 50– 100». Διότι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος θὰ ὑποφέρῃ καὶ θὰ βασανισθῇ καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νομοθέτου εἶναι νὰ ἐμψυχώσῃ τοὺς πολίτας· διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ μικρὰ αὕτη προσθήκη θὰ συντελέσῃ μᾶλλον παρὰ θὰ βλάψῃ.
§99ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκεῖ, κύριε πρόεδρε, νὰ ἀναβάλλωμεν δι’ αὔριον.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ μόνοι σας διαλύετε τὴν συνεδρίασιν, τὴν διαλύω καὶ ἐγώ. Ἐξακολουθεῖ αὔριον ἡ συζήτησις. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 4 παρὰ 10.