1867.01.18
1.295 στίχοι · 10.697 λέξεις · 66 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 23
Τῆς 18 Ἰανουαρίου 1867.
(Τετάρτη).
Ὥρα 12 καὶ 20.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὑπάρχει ἀναφορὰ διαφόρων ἀγωνιστῶν ἀποστράτων ἐξαιτουμένων ὅπως ὑπαχθῶσιν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 6 περὶ συντάξεως τοῦ μαχίμου στρατοῦ.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀναφορὰ τῶν κατοίκων Ἀμαλιάδος Ἠλείας ἐξαιτουμένων, ὅπως ἀποφασισθῇ, ὥστε τὰ λιμενικὰ τέλη, τὰ ὁποῖα ἐδίδοντο διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος Κυλλήνης, νὰ δοθῶσι πρὸς κατασκευὴν ἱεροῦ ναοῦ ἐν τῇ πόλει ταύτῃ.
§6ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι διοικητική. Ὁ Νομάρχης ἂς διατάξῃ μέρος τοῦ ποσοῦ αὐτῶν νὰ τὸ μεταχειρισθῶσιν εἰς ἄλλα δημοτικὰ ἔργα.
§7ΣΤ. ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου αὐτοῦ εἶναι ἀληθές, ὅτι ἔχουν ἀνάγκην νὰ κατασκευάσουν ἕνα ναὸν, ὅστις ἐπυρπολήθη, τὸν ὁποῖον δυστυχῶς δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κατασκευάσωσιν. Ἄλλοτε διὰ νόμου ὑπεβλήθη μία φορολογία εἰς τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ σταφιδοκαρποῦ, τὰ ἐντεῦθεν δὲ εἰσπραττόμενα χρησιμεύουν διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ λιμένος Κυλλήνης, ἀλλ’ ὁ λιμὴν αὐτὸς δὲν ἔχει τόσην ἀνάγκην, διότι ἔχει καὶ ἄλλα εἰσοδήματα ἀπὸ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ σταφιδοκαρποῦ τῶν παρακειμένων δήμων. Ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ συστήσῃ τὴν ἀναφορὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ νὰ φέρῃ Νόμον, δι’ οὗ μέρος τῶν εἰσοδημάτων αὐτῶν τῶν προωρισμένων διὰ τὴν κατασκευὴν τοῦ εἰρημένου λιμένος, νὰ παραχωρηθῇ εἰς τὴν κοινότητα· διότι ἕνεκα τῆς ἐπικρατούσης ἀχρηματίας δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ τὸν ἀνεγείρωσιν, ὥστε εὑρίσκονται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκκλησιάζωνται εἰς τὴν παρακειμένην κοινότητα, ἀφ’ ἧς διαχωρίζονται καὶ ἀπὸ ποταμόν. Οἱ κάτοικοι δὲν ζητοῦν οὔτε ξένην, οὔτε δημοσίαν περιουσίαν, ἀλλὰ μέρος τῆς ἰδικῆς των.
§8ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑπάρχει εἰδικὸς νόμος περὶ τοῦ λιμένος Κυλλήνης; εἰδικὸς νόμος ὑπάρχει καὶ διὰ τὴν προκυμαίαν Ναυπλίου, ἐν τούτοις διὰ τὰς δημοτικὰς ἀνάγκας λαμβάνονται ἐνίοτε καὶ ἐξοδεύονται ποσά.
§9ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τόσον τακτικὸν νὰ συστήσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ φέρῃ ἕνα νόμον, διότι ἡ Κυβέρνησις γνωρίζει τὰ καθήκοντά της· καὶ γνωρίζουσα τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους καὶ τῆς κοινωνίας ἐν γένει, ἐφ’ ὅσον εἶναι ἐφικτὸν, εἰσάγει νομοσχέδια. Ἂν ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων, τότε τὸ ἐννοῶ· μὴ ἔχοντες ἡμεῖς τὸ μέσον νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἀπευθυνόμεθα εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ προτάσεις νόμων· ὅταν ὅμως ἡ μὲν Βουλὴ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῶν προτάσεων, ἡ δὲ Ἠλεία τοὺς ἀντιπροσώπους της, δὲν ἤθελεν εἶσθαι τακτικώτερον οἱ βουλευταὶ τῆς ἐπαρχίας, οἵτινες γνωρίζουσι τὰ πράγματα καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ὑπολογίσουν τὴν ἀνάγκην τῆς εἰσαγωγῆς τοιούτου νόμου, νὰ φέρωσι πρότασιν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς ἐκκλησίας ἢ τῆς πολιτείας;
§10ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἤθελον νὰ παραπεμφθῇ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, οὐχὶ δι’ ἄλλο τι, ἀλλὰ διότι αὕτη συνήθως λαμβάνει τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τοιαῦτα πράγματα. Μολαταῦτα ἐπιφυλάττομαι νὰ φέρω πρότασιν Νόμου εἰς τὴν Βουλὴν περὶ τῆς προκειμένης ὑποθέσεως.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡμεῖς τὴν διευθύνομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§12ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὅλως διόλου περιττὸν καὶ ἐναντίον τοῦ Νόμου νὰ διευθυνθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Κυπριάδης. Ὁ Νόμος ὥρισεν εἰς τί θὰ χρησιμεύσωσι τὰ χρήματα· πῶς δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μεταβάλλῃ τὸν σκοπὸν τοῦ Νόμου;
§13ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Φαίνεται, ὅτι δὲν ἐνόησαν εἰσέτι τινὲς περὶ τίνος πρόκειται.
§14ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οἱ πολῖται νομίζω, ὅτι δὲν ἀναφέρονται πάντοτε δικανικῶς καὶ μὲ τὴν στάθμην, τὴν ὁποίαν θέλουν τινὲς τῶν δικηγόρων, ἀλλὰ λέγουν τὰ παράπονά των ὅπως ἡ καρδία των τοῖς λέγει. Παραπονοῦνται περὶ τῆς ὑποθέσεως, ἡ ὑπόθεσις εἶναι οὐσιώδης, εἶναι σοβαρά. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ δικάσωμεν, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ διευθύνωμεν τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸ ἁρμόδιον ὑπουργεῖον, καὶ αὐτὸ εἶναι ἁρμόδιον νὰ πράξῃ ὅ,τι πρέπει, καὶ ὄχι ν’ ἀποῤῥίψωμεν τὴν ἀναφορὰν τῶν πολιτῶν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν διευθύνομεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§16ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον ὅμως νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας, διότι ἐνδιαφέρεται ὅλη ἡ Βουλὴ διὰ τὸν αὐτὸν λόγον, διὰ τὸν ὁποῖον ἐνδιαφέρεται ἕκαστος βουλευτὴς ὡς πρὸς τὴν ἐπαρχίαν του.
§17ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει, Κύριοι, Νόμος, δυνάμει τοῦ ὁποίου οἱ κάτοικοι δι’ ἕνα λιμένα φορολογοῦνται ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τοῦ σταφιδοκαρποῦ των ἀνὰ 4 δραχ. τὴν χιλιάδα. Ὁ φόρος οὗτος ἀναβαίνει εἰς 12,000 δραχ. κατ’ ἔτος, μολονότι σήμερον ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ σταφιδοκαρποῦ τῆς κοινότητος γίνεται εἴς τινα παρακείμενον ὅρμον. Εἰς τὴν κοινότητα αὐτὴν συνέβη τὸ δυστύχημα νὰ πυρποληθῇ εἷς ἱερὸς Ναὸς πολυτελέστατος καὶ μεγαλοπρεπέστατος, τὸν ὁποῖον οἱ κάτοικοι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀνοικοδομήσουν ἕνεκα τῆς ὑπαρχούσης ἀχρηματίας. Ἑπομένως παρακαλοῦν διὰ τῆς ἀναφορᾶς των τὴν Βουλὴν νὰ τροπολογηθῇ ὁ Νόμος, ὥστε αἱ 12,000 δραχμαὶ, αἱ ὁποῖαι εἶναι προωρισμέναι διὰ τὸν λιμένα Κυλλήνης, νὰ διατεθῶσιν ὅλαι ἢ μέρος αὐτῶν ὑπὲρ ἀνεγέρσεως τοῦ Ναοῦ. Ἡ ἀναφορὰ ἑπομένως πρέπει νὰ σταλῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία πιθανὸν νὰ μὴ ἔλαβεν εἰσέτι γνῶσιν τοῦ ἀντικειμένου. Τί πληροφορίας λοιπὸν ζητεῖ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ὁ Κ. Χατσίσκος;
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διευθύνεται λοιπὸν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ἔχομεν τὸ νομοσχέδιον περὶ στρατολογίας, ὁ Κ. Βαλαωρίτης ἔχει τὸν λόγον.
§19Α. ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ἔντιμοι βουλευταί! Ἀνεδέχθημεν νὰ κυβερνήσωμεν τὴν Ἑλλάδα, εἶπεν ὁ πρωθυπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἀνεδέχθημεν νὰ κυβερνήσωμεν τὴν Ἑλλάδα ἐν στιγμαῖς καθ’ ἃς ἡ πολιτεία κλυδωνίζεται, ὅτε ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων ἐχαλαρώθη, ἐνῷ ὁ στρατὸς χρῄζει ῥιζικῆς διοργανώσεως, ἐνῷ ἡ δημοσία ἀσφάλεια κατήντησε φάσμα, ὅτε ἡ οἰκονομικὴ δυσχέρεια ἐκορυφώθη. Καὶ ὡς ἂν ταῦτα πάντα μὴ ἦσαν ἐπαρκῆ, προσέθηκεν ὁ πρόεδρος τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, ἀνεδέχθημεν νὰ κυβερνήσωμεν ἐν ἡμέραις, καθ’ ἃς κύκλῳ ἡμῶν αἱματηραὶ καταστροφαὶ διαταράττουσιν ἐκ βάθρων τὴν κοινωνίαν ἅπασαν καὶ διεγείρουσιν ἐν ἡμῖν τὸ ἀκαταμάχητον ἐκεῖνο αἴσθημα τῆς συμπαθείας, ὅπερ, πηγάζον ἐκ τῶν δεσμῶν τοῦ αἵματος, ἐκ τῆς ταὐτότητος τοῦ θρησκεύματος, τῆς γλώσσης, τῶν βασάνων, τῶν ἐλπίδων τῶν παραδόσεων, ἀποβαίνει σεβαστὸν, ἱερὸν, ἀκατάσχετον. Καὶ τοὺς λόγους τούτους ἐχειροκρότησεν ἡ βουλὴ, Κύριοι, διότι συνῃσθάνθη ὅτι δι’ αὐτῶν ἐθίγετο ἡ μυστηριώδης ἐκείνη χορδὴ, ἥτις, διατηρηθεῖσα ἀδιάφθορος ἐν τῇ καρδίᾳ παντὸς Ἕλληνος, προθύμως ἀνταποκρίνεται καὶ ἀντηχεῖ ἐναρμονίως, ὁσάκις εὑρίσκωνται δάκτυλοι ἱκανοὶ νὰ τὴν κρούσωσιν, ἱκανοὶ νὰ τὴν ζωογονήσωσιν. Ἐννοῶ, Κύριοι, τὴν ἀκροσφαλῆ θέσιν εἰς ἣν ἀπ’ ἀρχῆς καὶ ἐκ προοιμίων ἴσως τῆς συστάσεώς της εὑρέθη ἡ παροῦσα κυβέρνησις Ἐκτιμῶ δεόντως τὴν ἀνάγκην ἥτις ὑπεχρέωσε αὐτὴν νὰ σταθμίσῃ αὐστηρῶς πᾶσαν φράσιν, πᾶσαν λέξιν τοῦ προγράμματός της, ἐνίοτε δὲ νὰ προσφύγῃ καὶ εἰς τοὺς στρατηγικοὺς ἐκείνους ἑλιγμούς, δι’ ὧν μόνη ἡ ἑλληνικὴ γλῶσσα δύναται νὰ περικαλύψῃ τοὺς προφανεστέρους πόθους, τὰς ἀμετατρεπτοτέρας πεποιθήσεις. Ἐννοῶ πάντα ταῦτα καὶ ἐκτιμῶ καὶ ἐπαινῶ τὴν σύνεσιν καὶ τὰς προφυλάξεις τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν τῆς Ἑλλάδος. Ἐν τούτοις ἔκτακτα μέτρα, ἐξαιρετικαὶ πρόνοιαι καθίστανται ἀναπόφευκτοι πρὸς πραγματοποίησιν τῶν ὑποσχέσεων τῆς κυβερνήσεως, καὶ τὰ μέτρα ταῦτα ἤρχισαν ἤδη νὰ ἐκτυλίσσωνται ἐνώπιον ἡμῶν καὶ νὰ ὑποβάλλωνται εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς ἀντιπροσωπείας, ἄνευ ἀναβολῆς χρόνου τὸ ἓν μετὰ τὸ ἄλλο καὶ μετὰ ταχύτητος ἀναλόγου πρὸς τὴν σπουδαιότητα τῶν περιστάσεων, αἵτινες πανταχόθεν μᾶς πολιορκοῦσι καὶ μᾶς πιέζουσιν. Ἡ δὲ Βουλὴ προτίθεται νὰ τὰ παραδεχθῇ, διότι συναισθάνεται ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ παντός. Τοιαύτη τοὐλάχιστον εἶναι ἡ ἀτομική μου πεποίθησις, τοιαύτη ἡ ἀπόφασις ἥτις ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους θέλει καθοδηγήσει τὴν ψῆφον καὶ τὴν διάνοιάν μου. Ἤδη ὁ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸς καὶ ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ναυτικῶν προσήγαγον νομοσχέδια, δι’ ὧν πρώτην φορὰν ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς πρόκειται νὰ παρασταθῇ ἑτοίμη πρὸς ματαίωσιν παντὸς ἐνδεχομένου κινδύνου· ἡ δὲ κυβέρνησις, σχολιάζουσα τὰ νομοσχέδια ταῦτα, ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἀληθῆ θέσιν τῶν πραγμάτων καὶ ὑπέδειξεν ἡμῖν τὸν σκοπὸν πρὸς ὃν ἀπεφάσισε νὰ βαδίσῃ μετ’ εὐσυνειδησίας καὶ μετὰ θάῤῥους. Εὐλογημένη ἡ ὥρα! Ἀλλ’ ἡ ἐπαύξησις τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ κατὰ θάλασσαν στρατιωτικῶν τῆς Ἑλλάδος δυνάμεων συνεπιφέρει ἀναγκαίως τὴν ἐπαύξησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τὴν ἀνεύρεσιν νέων πόρων πρὸς ἀντιστάθμισιν τῆς ὑπερόγκου δαπάνης εἰς ἣν θέλει ὑποβληθῆ τὸ ἔθνος. Ἑπομένως νέοι φόροι, νέα δάνεια, καθόσον ταῦτα πάντα συνέχονται ἀδιαῤῥήκτως, οὐδ’ ἐπιτρέπεται νὰ τὰ διαζεύξωμεν, ἂν ἀληθῶς ἐπιποθοῦμεν νὰ ἴδωμεν πραγματιουμένας τὰς ἐλπίδας μας, ἐξασφαλιζομένας τὰς προσδοκίας μας. Ἀλλ’ ἐνῷ καταλαμβάνω, Κύριοι, τὴν βαρύτητα τῶν περιστάσεων καὶ ἐκ τῶν προτέρων παραδέχομαι τὴν ἀνάγκην τῶν θυσιῶν, ἀφ’ ἑτέρου δὲν δύναμαι ν’ ἀποκρύψω εἰς ὑμᾶς ὅτι σήμερον πλέον παρὰ ποτὲ συναισθάνομαι ἐπίσης τὴν ἀκαταμέτρητον εὐθύνην τοῦ βουλευτοῦ καὶ τρέμω ἀναλογιζόμενος τὸν ὄγκον τῆς ἐντολῆς, ἣν μοὶ διεπιστεύθη λαὸς κατάχρεως, λαὸς ἐξηντλημένος, ἀδίκως συκοφαντούμενος, ἀδίκως περιφρονούμενος ἀλλὰ καὶ δικαίως ἀπαιτῶν παρὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ ἴσην πρὸς τὰ παθήματά του αὐταπάρνησιν καὶ παῤῥησίαν. Πρέπει λοιπὸν νὰ λαλήσωμεν, κύριοι, καὶ νὰ λαλήσωμεν σαφῶς, διότι ἡ θέσις τῆς κυβερνήσεως διαφέρει μεγάλως ἀπὸ τῆς θέσεως τοῦ βουλευτοῦ. Ἐν τῇ νομοτελεστικῇ ἐξουσίᾳ κανὼν ἀμετάτρεπτος καὶ σταθερὸς ἂς ὑπάρξῃ ἡ σύνεσις, ἐπὶ δὲ τῶν χειλέων τοῦ βουλευτοῦ ἂς ἀνατείλῃ ἡ ἀλήθεια. Ὅ,τι οἱ ὑπεύθυνοι ὑπουργοὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐδύναντο νὰ προφέρωσιν, ἡ γλῶσσα τοῦ ἀντιπροσώπου πρέπει σήμερον νὰ τὸ εἴπῃ, διότι ἔφθασεν ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ὁ κόσμος ὅλος πρέπει νὰ μάθῃ ποῖαι αἱ ἀπαιτήσεις τῆς Ἑλλάδος, ποῖος ὁ ἀληθὴς λόγος τῆς χρονίας φθίσεως, ἥτις κατατρώγει τὰ σπλάγχνα μας, ποῖα ἡ θεραπεία δι’ ἧς δύνανται νὰ θεραπευθῶσιν αἱ πληγαί μας, καὶ πρέπει νὰ μάθωσιν οἱ δυνατοὶ τῆς γῆς ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ θεωρηθῶμεν ἡμεῖς παραίτιοι τοῦ φοβεροῦ ἀναβρασμοῦ, ὅστις συνταράττει τὴν κοινωνίαν ἅπασαν. Ἂς μείνῃ λοιπὸν ἡ κυβέρνησις αὐστηρῶς περιωρισμένη ἐν τῷ προγράμματί της· οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θέλει ἐκβιάσει τὴν σύνεσιν καὶ τὴν διάνοιάν της. Ἐγὼ ἀντιπρόσωπος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἐνῷ προτίθεμαι νὰ τὴν ὑποστηρίξω πάσαις δυνάμεσιν, αἰσθάνομαι ἀφ’ ἑτέρου τὴν ἀνάγκην νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφον καὶ τήν πορείαν μου, οὐ μόνον διότι θεωρῶ τὴν σιωπὴν ἀσυγχώρητον παραβίασιν τῶν βουλευτικῶν μου καθηκόντων, ἀλλὰ διότι πρεσβεύω, ὅτι ἐν τῷ αἰῶνι τούτῳ μόνος ὁ λόγος εἶναι ἰσχὺς τῶν ἀδυνάτων, διότι θεωρῶ ἀπάδουσαν πρὸς τὴν τιμὴν καὶ τὰ ἀληθῆ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος τὴν σιγὴν τοῦ ἔθνους ἐν στιγμαῖς, καθ’ ἃς παριστάμεθα ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν λαῶν καὶ ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὴν ἀπόφασιν τῆς κοινῆς γνώμης. Οὔτε πρόκειται, κύριοι, ἀνοήτως καὶ προδοτικῶς ἴσως νὰ ἐκτοξεύσωμεν ὕβρεις καὶ νὰ προκαλέσωμεν παρακαίρως ῥήξεις δυναμένας νὰ ἐπιφέρωσι σπουδαιοτάτας συνεπείας. Πρόκειται ἀφ’ ἑνὸς μὲν νὰ δικαιολογηθῶμεν ἐπιψηφίζοντες καὶ παραδεχόμενοι ἀγογγύστως μέτρα βαρύτατα καὶ ἐπαχθῆ, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ ἀποκρούσωμεν τὰς μομφὰς αἵτινες πανταχόθεν ἐπιῤῥίπτονται κατὰ τῆς Ἑλλάδος, διασαφίζοντες τὰ γεγονότα καὶ καταδεικνύοντες τὴν ἰσχὺν τῶν περιστάσεων, αἵτινες πειθαναγκάζουσιν ἡμᾶς νὰ φροντίσωμεν πρὸς ἐξασφάλησιν τῆς ὑπάρξεως καὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἑλληνισμοῦ. Τίς δύναται, κύριοι, νὰ μᾶς ἐπικρίνῃ διὰ τοῦτο; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν αὐτοὶ οἱ προστάται καὶ εὐεργέται τῆς Ἑλλάδος νὰ μὴ κολακευθῶσι βλέποντες ὅτι τὸ φυτὸν ἐκεῖνο, ὅπερ διὰ τοῦ αἵματός των ἐπότισαν καὶ διὰ τῶν χειρῶν των ἐκαλλιέργησαν, ἤρχισε τέλος ν’ ἀποδίδῃ τοὺς πρώτους του καρποὺς καὶ νὰ παρίσταται ἐνώπιόν των ἐν πάσῃ τῇ νεανικῇ αὑτοῦ ὡραιότητι; (ῥαγδαῖαι χειροκροτήσεις). Πρόκειται νὰ ὑποβληθῇ τὸ ἔθνος εἰς σκληρὰς στενοχωρίας. Καὶ θὰ φοβηθῶμεν ἡμεῖς νὰ ἐκφράσωμεν τοὺς κινδύνους ὑφ’ ὧν περιστοιχούμεθα καὶ νὰ διακηρύξωμεν συνάμα τὰ παθήματα καὶ τὰς προσδοκίας μας; Πέπρωται ἆρά γε ν’ ἀναδειχθῶμεν ἡμεῖς κατώτεροι τῶν γενναίων προπατόρων μας, οἵτινες κατὰ τὸ 1821 συνέταξαν ἐν Ἐπιδαύρῳ τὴν ἀείμνηστον διακήρυξίν των; (ῥαγδαῖαι χειροκροτήσεις). Βεβαίως, κύριοι, ἐν τῷ βίῳ τῶν ἐθνῶν, ἠρέμα ἀναπτυσσομένῳ, ἡ ἥσυχος, ἡ γαληνιαία διεξαγωγὴ τῶν δημοσίων πραγμάτων, ἡ κανονικὴ κίνησις τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς καθίστησιν ἐλαφροτέραν τὴν εὐθύνην τοῦ βουλευτοῦ. Ἀλλ’ ὅταν ἐκ μιᾶς ἀναφύωνται μεγάλα ἐθνικὰ ζητήματα, ὅταν ἡ ἀντιπροσωπεία προσκαλεῖται νὰ ἀποφανθῇ περὶ τῆς τύχης φυλῆς ὁλοκλήρου, ἐνῷ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν συναισθάνεται ὅτι πᾶσα φράσις, πᾶσα λέξις πίπτουσα ἀπὸ τῶν χειλέων, ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρεξηγουμένη, δύναται νὰ ἀνορύξῃ τάφους, νὰ γίνῃ πλημμύρα αἵματος, κήρυγμα θανάτου, ὕμνος νεκρώσιμος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅτι πᾶσα ἀπόφασις, ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς δειλίας ἢ ὑπὸ παιδαριώδους ἀμφιταλλαντεύσεως, δύναται ἐκ μιᾶς νὰ κόψῃ τὸ τελευταῖον νῆμα, δι’ οὗ συνέχονται τοσαῦται γλυκύταται ἐλπίδες, νὰ καταστείλῃ τοὺς παλμοὺς τοσούτων γενναίων καρδιῶν, ν’ ἀποῤῥοφήσῃ καὶ αὐτὴν τὴν τελευταίαν ἰκμάδα, δι’ ἧς μέχρι τοῦδε ἔζησεν ἡ τάλαινα, ἡ τρισαθλία Ἑλλάς, ὢ τότε, Κύριοι, ἡ εὐθύνη τοῦ βουλευτοῦ μεγαλύνεται, ἐξογκοῦται, καὶ οἱ λόγοι καὶ τὰ ἔργα αὐτοῦ πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ φέρωσιν οὐχὶ τὴν σφραγῖδα τῆς στιγμιαίας ἐξάψεως καὶ τοῦ κομματικοῦ ἐνδιαφέροντος, ἀλλὰ τὸν τύπον τῆς σπουδαίας μελέτης, τῆς ἀπεράντου ἐκείνης στοργῆς, ἥτις ὀφείλει νὰ ἐμπνέῃ τὰ τέκνα, ὁσάκις ἐκ τῆς διαγωγῆς αὐτῶν κρέμαται ἡ ζωὴ ἢ ὁ θάνατος φιλοστόργου καὶ περιποθήτου μητρός. Τοιαύτη εἶναι ἡ θέσις εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, κύριοι, ἐνώπιον τοῦ ἑλληνισμοῦ, ἐνώπιον τῶν εὐεργετίδων δυνάμεων, ἐνώπιον τοῦ κόσμου ὅλου. Ἐγὼ δὲ τὴν ἀποδέχομαι μετ’ ἀγαλλιάσεως καὶ εὐχαριστῶ τὸν Ὕψιστον ὅτι μοὶ ἐπέτρεψε νὰ ζήσω, ἵνα καὶ ἀπὸ τοῦ ἐθνικοῦ τούτου βήματος διακηρύξω τὰς πεποιθήσεις μου, καθὼς τὰς διεκήρυττον ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς ἰονίου βουλῆς καὶ τὰς ἀπηύθυνα πρὸς τὸν κραταιὸν θρόνον τῆς φιλελευθέρας Ἀλβιόνος. Ἄλλως τε πόθεν προέρχεται, Κύριοι, ὁ ἔκτακτος ὀργασμὸς ὑφ’ οὗ κατακυριεύεται σήμερον ὁ λαὸς οὗτος ἐπὶ τῇ ἁπλῇ νύξει ζητημάτων μακρόθεν σχετιζομένων μετὰ τῶν κρυφιωτέρων αὐτοῦ πόθων; Διὰ τί τάχα ἐπὶ τοῦ μετώπου ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀκροατῶν διαγελᾷ ἀπροσδόκητος χαραυγή; Καὶ ἵνα τί ἐν τοῖς βλέμμασιν ὑμῶν σπινθηροβολεῖ μυστηριώδης τις ἀκτίς, ὡσὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀπαυγάσῃ ἐκεῖθεν τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸν, τὸ ἀπὸ τοσούτων ἤδη ἐτῶν διατελέσαν κεκρυμμένον ὑπὸ τὸ παχὺ, ὑπὸ τὸ ὁμιχλῶδες κάλυμμα τῶν παθῶν καὶ τοῦ φατριατισμοῦ; Διὰ τί πλέον παρά ποτε σήμερον φιλήσυχοι πολῖται, πλούσιοι καὶ πένητες, συνέρχονται, συνωθοῦνται ἐντὸς τῆς πενιχρᾶς ταύτης αἰθούσης; Διὰ τί ἐν μέσῳ τῆς ἐπικρατούσης σιγῆς ἀκούω μυστηριωδῶς κρούοντα τὴν ἀκοήν μου τὸν παλμὸν τοσούτων καρδιῶν; Καὶ ἵνα τί κύκλῳ τοῦ προσώπου μου περιίπταται τώρα ἡ φλογώδης ἀναπνοὴ, ἥτις ἐξέρχεται ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ κόσμου τούτου, ζωογόνος ὡς αἱ θερμαὶ αὖραι τῆς ἀνοίξεως, ἀπειλητικὴ ὡς ἡ πνοὴ τῶν ἀνέμων τῆς ἐρήμου; Ποῖος ὑπῆρξεν ὁ λόγος, ποῖον τὸ σύνθημα, ποία ἡ δύναμις ἥτις διήγειρεν ἡμᾶς ἐκ τοῦ ληθάργου; Πῶς εἰσήλασεν αἴφνης εἰς τὰ στήθη μας τὸ πνεῦμα τῆς ζωῆς, καὶ ποία πλαστουργὸς ἐνέργεια ἠλέκτρισε τοὺς μοχλοὺς τοῦ ὀργανισμοῦ μας, διαταράξασα ἐκ βάθρων τὸ αἷμα, ὅπερ ἐσήπετο λιμνάζον ἐντὸς τῶν νεκρωμένων ἀρτηριῶν μας; Διὰ τί τάχα ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ὅπου ἀντήχησαν ἄλλοτε θορυβώδεις διαπληκτισμοί, πικροὶ γέλωτες, ἄγριαι φωναί, αἱματηραὶ ὕβρεις, ἡ Ἑλλὰς παρίσταται σήμερον ἐν πάσῃ τῇ σεμνότητι αὐτῆς, ὑπερήφανος, περιβεβλημένη τὴν σιδηρᾶν πανοπλίαν τῶν αἰωνίων καὶ ἀπαραγράπτων αὐτῆς δικαιωμάτων, ἄκαμπτος ἐν τῇ πτωχίᾳ, πανίσχυρος ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ της, ἀγερώχως ἐπιδεικνύουσα τὸν ἀρχαῖον χειτῶνα τοῦ μεγαλείου καὶ τῆς δόξης της, θαυμασίως μεταμορφωθέντα πάλιν εἰς αὐτοκρατορικὴν πορφύραν διὰ τῆς ἀνεξαλείπτου βαφῆς τοῦ μαρτυρίου καὶ τοῦ αἵματος; (ῥαγδαῖαι χειροκροτήσεις). Διὰ τί, κύριοι; Διότι εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἡ γῆ ἐκείνη, ἥτις ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ὁ ἀνθῶν τῶν ἰδεῶν, ἡ μήτρα ἔνθα ἐκυοφορήθη ὁ σπόρος τῆς ἐλευθερίας, ὅπου ηὔξησεν, ἠνδρώθη τὸ δένδρον τοῦ πολιτισμοῦ, ὅπου ἐκαρποφόρησε τὸ δόγμα τῆς θείας ἐνσαρκώσεως, εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἡ γῆ ἐκείνη δὲν ἔπρεπε νὰ μείνῃ στεῖρα. Οὔτε ὁ πέλεκυς τῆς κατακτήσεως, οὔτε αἱ δῃώσεις, οὔτε αἱ καταστροφαὶ ἴσχυσαν νὰ καταστρέψωσι τὰς ῥίζας τῆς γιγαντιαίας δρυός. Κύκλῳ τοῦ ἀπηρχαιωμένου κορμοῦ, εἶπεν ὁ Θεὸς νὰ βλαστάνωσιν ἀεννάως ἀειθαλεῖς παραφυάδες, καὶ ἐκ τοῦ φλοιοῦ τοῦ δένδρου ν’ ἀναφύωνται νέοι κλάδοι, νέα φύλλα (εὖγε, εὖγε· καὶ χειροκροτήματα). Ἡ ψυχὴ τῆς Ἑλλάδος, περικλεισθεῖσα ἐντὸς στενοχώρου εἱρκτῆς, ἀνιλεῶς, δεσμευθεῖσα, διέφυγε, Κύριοι, ἐκ τοῦ ζοφεροῦ καταγωγίου, ὅπου ἄσπλαγχνοι δεσμοφύλακες προσεπάθησαν νὰ τὴν θάψωσι, καὶ ἀφοῦ διέτρεξε τὰ ὄρη τῆς Ἠπείρου, ἀφοῦ ἠσπάσθη τὰς κορυφὰς τοῦ Ὀλύμπου καὶ τοῦ Πίνδου, ἀφοῦ ἐνηγκαλίσθη τὴν Κρήτην, ἦλθε καὶ παρεκάθησε μεθ’ ἡμῶν. Σεῖς εἶσθε σήμερον ἡ ψυχὴ τῆς Ἑλλάδος! (χειροκροτήσεις παρατεταμέναι). Καὶ τὸ βῆμα τοῦτο καὶ τὰ ψυχρὰ ἐκεῖνα ἑδώλια καὶ τὰ περιεστῶτα πλήθη καὶ ὁ θρόνος τοῦ προέδρου καὶ ὁ ἀὴρ ὃν ἀναπνέομεν καὶ ἡ εἰκὼν τοῦ Βασιλέως, πάντα ταῦτα σήμερον εἶναι ἡ ψυχὴ τῆς Ἑλλάδος! Ἂς παύσωσι λοιπὸν πρὸς στιγμὴν τὰ πάθη· (συνεχῆ χειροκροτήματα διακόπτουσι τὸν ἀγορεύοντα)· ἂς σβεσθῶσιν αἱ ἔριδες, ἂς ἐκλείψωσιν αἱ ἀτομικότητες, ἂς σιγήσῃ ἡ τρικυμία τοῦ συνήθους κοινοβουλευτικοῦ βίου, διότι βασιλὶς καὶ κυρίαρχος μόνη πρέπει νὰ λαλήσῃ καὶ νὰ εἰσακουσθῇ ἡ ψυχὴ τῆς Ἑλλάδος! (εὖγε! εὖγε!) Ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπεχωρίσθημεν, Κύριοι, κατὰ τὸν παρελθόντα Ἰανουάριον, ἤρχισαν ἐν τῇ ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ νὰ κυοφορῶνται μεγάλαι πολιτικαὶ μεταβολαί. Τὰ παρὰ τὸν Ἄλβιν δουκάτα ὑπῆρξαν ἡ αἰτία σπουδαίας ἀναστατώσεως, καθὼς πολλάκις μικρὸν καὶ ἀσήμαντον κέντημα διεγείρει ἐν τῷ ἀνθρωπίνῳ ὀργανισμῷ ἐπικίνδυνα νευρικὰ νοσήματα. Ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς ἀνθρωπότητος ὁ 19 αἰὼν θέλει διαλάμπει ἐν μέσῳ τοῦ κοιμητηρίου τοῦ παρελθόντος, οὐχὶ ὡς ἡμίσβεστος νεκρικὴ λυχνία, ἀλλ’ ὡς φαεινότατος ἀστὴρ, ἀναμμένος παρὰ αὐτῆς τῆς δεξιᾶς τοῦ Ὑψίστου. Τὰ αἵματα καὶ ἡ θυελλώδης ἐμφάνισις τῆς πρώτης γαλλικῆς αὐτοκρατορίας, ἡ ἀνέγερσις καὶ ἡ πτῶσις τῶν Βουρβόνων, ἡ συνταγματικὴ ἐπανάστασις τῶν 1830, ἡ γαλλικὴ δημοκρατία, ὁ κριμαϊκὸς πόλεμος, πάντα ταῦτα θέλουσι μείνει γεγραμμένα ἐν ταῖς δέλτοις τῆς ἱστορίας, καθὼς ἀναγράφονται ἐπὶ τῶν μαυσωλείων τὰ ὀνόματα τῶν τεθνεώτων. Ἀλλ’ ὅ,τι πέπρωται νὰ ζήσῃ ζωὴν αἰωνίαν, ὅτι θέλει καταστείλῃ καὶ αὐτὴν τὴν καταστρεπτικὴν ἐνέργειαν τοῦ χρόνου, ἀεννάως ἐνισχυόμενον καὶ κραταιούμενον, ἀναντιῤῥήτως εἶναι τὸ δόγμα τῶν ἐθνικοτήτων. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, εὐθὺς μετὰ τὴν ἅλωσιν τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐξελέχθη παρὰ τοῦ παντοδυνάμου Θεοῦ ἵνα παραλάβῃ ἐν τοῖς σπλάγχνοις αὑτοῦ καὶ ἐπῳάσῃ τὸν πολύτιμον σπόρον. Οὐδὲ παρῆλθε χρόνος πολὺς, καὶ ἀπὸ ἄκρας εἰς ἄκραν τῆς Ἑλλάδος ἤρχισαν ν’ ἀναφαίνωνται τὰ συμπτώματα τῆς θαυμασίας ἐνσαρκώσεως. Διῃρημένη ἡ ἡμετέρα φυλὴ εἰς ἀναρίθμητα κλάσματα, ὀρφανὴ, καθῃμαγμένη, ἔδειξεν ἀπὸ 400 ἤδη ἐτῶν ὅτι εἶχε πλήρη τὴν συναίσθησιν τῆς ἐντολῆς της, οὐδεμίαν δὲ παρέλειπεν εὐκαιρίαν ἵνα μαρτυρήσῃ ὑπὲρ τῆς ἀληθείας τοῦ δόγματος, ὅπερ θεόθεν εἶχε παραλάβῃ. Συνωμοσίαι ἐπὶ συνωμοσιῶν, ἐπαναστάσεις ἐπὶ ἐπαναστάσεων, σφαγαὶ, βάσανα, ἀκαταλόγιστοι συμφοραὶ, ὑπῆρξαν τὰ φαινόμενα τοῦ ἐμβρυϊκοῦ, οὕτως εἰπεῖν, βίου τῆς μεγάλης, τῆς ἱερᾶς ταύτης ἰδέας. Ὑπηρέται τοῦ αὐτοῦ δόγματος, καίτοι διαχωριζόμενοι ὑπὸ τοῦ μακροῦ διαστήματος 200 περίπου ἐτῶν, ὑπῆρξαν κατὰ τὸ 1684 ὁ ἀείμνηστος Θεόφιλος καὶ ὁ Γερμανὸς κατὰ τὰ 1821, ὁ λεοντοκάρδιος Κούρμας καὶ ὁ μεγαλομάρτυς Ἀθανάσιος Διάκος, ὁ Πάνος Μεϊτάνης καὶ ὁ Ὀδυσσεὺς Βερούσης, ὁ Ἀγγέλης Σουμήλας καὶ ὁ Κολοκοτρώνης, ὁ Σπαθόγιαννος καὶ ὁ Νικήτας. Καὶ ὅμως ἀπέναντι τῆς πασιφανοῦς ταύτης ἐνεργείας τοῦ ἑλληνισμοῦ, οἱ λαοὶ ἐν τῇ ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ ἔμενον ἀνάλγητοι, ἀπαθεῖς, καὶ ἐνῷ οἱ Φιλικοὶ συνεσκέπτοντο, ἐνῷ τὸ Ἑλλ. ἔθνος κατέθετεν ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ εὐαγγελίου τὸν φοβερὸν ὅρκον του, ἐνῷ ἐτροχίζετο παρ’ ἡμῖν ἐν κρυφῷ ἡ μάχαιρα καὶ ἔῤῥεεν ἐν παραβύστῳ ἐκ τῆς χύτρας ὁ μόλυβδος πρὸς κατασκευὴν τυραννοκτόνων σφαιρῶν, ἐκεῖ ἐγεννᾶτο τὸ τερατωδέστερον ἀποκύημα τοῦ αἰῶνος τούτου, ἡ ἱερὰ συμμαχία, καὶ συνετάττοντο συνθῆκαι, δι’ ὧν ἄλλα μὲν ἔθνη κατεσπαράττοντο, ἄλλα δὲ κατεδικάζοντο νὰ ζῶσιν αἰωνίως ἐντὸς τῶν στενωτάτων ὁρίων, ἅτινα εὐηρεστήθησαν νὰ χαράξωσιν ἀνατόμοι διπλωμάται. Ἀπέναντι τῆς ἀπελπιστικῆς ταύτης πολιτικῆς τῶν μεγάλων τῆς Εὐρώπης χριστιανικῶν δυνάμεων, ἡ Ἑλλὰς, πιστὴ εἰς τὴν ἀποστολήν της, ἐγείρεται πάλιν καὶ προκηρύσσει τὸ δόγμα τῆς ἐθνικῆς ἑνότητος, ὡσανεὶ διαμαρτυρουμένη μόνη κατὰ τῶν ἰσχυρῶν τῆς γῆς, ὡσανεὶ προαισθανομένη τὴν προσεχῆ βασιλείαν τῶν ἰδεῶν της. Καὶ τότε οἱ σπινθῆρες τῆς πυρκαϊᾶς τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ἐκσφενδονίζονται μέχρι περάτων τῆς γῆς· ἀναφλέγεται ἐκ μιᾶς τὸ εὐγενὲς αἷμα τῶν φιλελευθέρων· γεννᾶται ἐκ τοῦ Ἑλληνισμοῦ ὁ Φιλελληνισμὸς, καὶ ἰδοὺ ὡς ἐκ συνθήματος συνέρχονται καὶ συναντῶνται ἐπὶ τοῦ ἀπαισίου πεδίου τοῦ Πέτα οἱ ἀπόστολοι ἁπάντων τῶν ἐθνῶν, βαπτίζονται ἐν τῇ ἡμετέρᾳ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐν τῇ αἱματηρᾷ ἐκείνῃ σπονδῇ καθιεροῦσι μεθ’ ἡμῶν τὸ νέον σύμβολον, δι’ οὗ ἡ ἀνθρωπότης ἐπέπρωτο νὰ βαδίσῃ εἰς τὸν προορισμόν της. (Ζωηραὶ χειροκροτήσεις). Ἀλλ’ ἡ ἀλήθεια, ὅσον κραταιὰ, ὅσον ἀκαταμάχητος καὶ ἂν ᾖναι, δὲν δύναται νὰ βασιλεύσῃ ἐκ μιᾶς. Αἱ προλήψεις, τὰ ἀτομικὰ συμφέροντα ἡ φυσικὴ τάσις τῶν ἀνθρώπων πρὸς τὴν ἀντίῤῥησιν καὶ τὸν ἀνταγωνισμὸν, ἀνέστειλαν τὸν θρίαμβον τοῦ σωτηρίου δόγματος καὶ ἐκ μὲν τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ἐφύτρωσεν ἀπροσδοκήτως ῥαχητικὸν καὶ παράμορφον ἔκτρωμα, τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, (εὖγε, εὖγε....) ἐν δὲ τῇ ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ αἱ νέαι ἀρχαὶ ἐγένοντο μόνον καταφανεῖς διὰ σποραδικῶν καὶ στιγμιαίων ἐκρήξεων. Ἐφ’ ὅλην τριακονταετίαν διήρκεσεν ὁ ἀκατανόητος λήθαργος. Καὶ τὴν μὲν εὐρωπαϊκὴν κοινωνίαν ἐκυβέρνησεν ἡ θανάσιμος ἀρχὴ τοῦ statu quo, ἡ δὲ Ἀνατολὴ κατεδικάσθη νὰ σήπεται ὑπὸ τὸν ὄγκον ἄλλης θανασιμωτέρας ἀρχῆς, τῆς ἀρχῆς δι’ ἧς ἐκηρύσσετο ἡ ἀκεραιότης τῆς ὀθωμανικῆς αὐτοκρατορίας. Καὶ ὅμως, Κύριοι, τὸ δόγμα τῶν ἐθνικοτήτων εἰσέδυεν ἐν κρυφῷ. Αἴφνης ἐπὶ τοῦ θρόνου τῆς Γαλλίας ἀνορθοῦται ἡ γενεὰ τοῦ Μεγάλου Ναπολέοντος, καὶ ἐκ τοῦ στόματος ἑνὸς Βοναπάρτου ἐκφεύγει τὸ σύνθημα τοῦ πολέμου καὶ προκηρύσσονται τὰ κυριαρχικὰ τῶν ἐθνῶν δικαιώματα. Ἤδη ἡ Ἰταλία κατηρτίσθη, καὶ ἐν διαστήματι ἑνὸς περίπου μηνὸς σφριγῶσα, ἀρειμανὴς, ἐγείρεται ἡ γερμανικὴ ἐθνότης, καταπληκτικὴ, ἀκατάσχετος, ὡσὰν ἤθελε βιαίως νὰ κερδήσῃ τὴν ζωὴν, ἣν ἐπὶ ματαίῳ ἐδαπάνησεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἐν διαιρέσεσι καὶ σπαραγμοῖς. Ἐπὶ τοῦ πεδίου τῆς μάχης τῆς Σαδόβας ἐνίκησε μὲν ὁ Βίσμαρκ καὶ τὰ βελονωτὰ τῶν Πρώσσων πυροβόλα, ἀλλ’ ἀφανὴς καὶ ἀόρατος ἀρχηγέτης τοῦ πολέμου ἐκείνου, μὴ ἀμφιβάλλετε, ὑπῆρξε τὸ δόγμα τῶν ἐθνικοτήτων! Ἡ δ’ Αὐστρία ὑπεχώρησεν, οὐχὶ διότι ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ συμπλοκῇ ἐξηντλήθησαν τὰ γιγαντιαῖα πολεμικά της μέσα, οὐχὶ διότι ἀπεδειλίασε στρατὸς ἀληθῶς γενναῖος, ἀλλὰ διότι συνῃσθάνθη ὅτι διὰ τῆς λόγχης δὲν φονεύονται αἱ ἰδέαι, διότι ἐννόησεν ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς ἐπαφῆς καὶ τοῦ συγχρωτισμοῦ τῶν ἀντιμαχομένων ἐδύνατο νὰ προέλθῃ ἡ ἀποσύνθεσις τῆς αὐτοκρατορίας τῶν Ἁψβούργων. Ἐνίκησε λοιπὸν, κύριοι, νίκην περιφανῆ ἐν τῇ Ἑσπερίᾳ Εὐρώπῃ τὸ δόγμα τῶν ἐθνικοτήτων. Ἐπὶ δὲ τῇ χαρμοσύνῳ ἀγγελίᾳ, τί παράδοξον ἂν ἐγαλβανίσθησαν καὶ τὰ νεῦρα τοῦ κοιμωμένου ἑλληνισμοῦ; Ποία ἀνθρώπινος δύναμις θὰ ἴσχυέ ποτε νὰ καταστείλῃ τὴν ἔκρηξιν τῶν προαιωνίων πόθων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ποία εὐσυνείδητος καὶ τιμία πολιτικὴ θὰ ἀπετόλμα νὰ ἐπικρίνῃ καὶ νὰ καταδικάσῃ ἡμᾶς, ἢ νὰ φανῇ περίλυπος βλέπουσα τὸ γηραιὸν τοῦτο χῶμα ἕτοιμον πάντοτε νὰ διατρέφῃ τὰς ῥίζας τοῦ ἀειθαλοῦς δένδρου τῆς ἐθνικῆς αὐτονομίας; (χειροκροτήματα). Καὶ ὅμως, κύριοι, οἱ μεγάλοι, οἱ ἰσχυροὶ προστάται καὶ φίλοι τῆς Ἑλλάδος, μάρτυρες αὐτόπται τῆς φοβερᾶς καχεξίας, ἥτις ὁσημέραι ἀποῤῥοφᾷ πάσας ἡμῶν τὰς ζωτικὰς δυνάμεις, καὶ τοι γινώσκοντες ἀκριβῶς τὸν ἀληθῆ λόγον τῶν ἡμετέρων νοσημάτων, εὐαρεστοῦνται νὰ μένωσι ψυχροὶ θεαταὶ τῶν γεγονότων! Ἡ δὲ Ὑψηλὴ Πύλη ἔρχεται καθ’ ἑκάστην καὶ μᾶς παρενοχλῇ διὰ τῶν ἀπειλῶν καὶ τῶν διακοινώσεών της, ὡσὰν μὴ ἐγίνωσκεν ὅτι δυνάμει τῶν ἀμετατρέπτων κανόνων τῆς φύσεως, ὅταν αἱ αὖραι τῆς ἀνοίξεως ἀρχίζουν νὰ πνέωσι, πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ διαλύωνται οἱ παγετοί, (ἐνταῦθα ὁ ἀγορεύων διακόπτεται διὰ ζωηροτάτων χειροκροτήσεων) πρέπει ἐξ ἀνάγκης νὰ βλαστάνωσι σπόροι, οἵτινες, διαρκοῦντος τοῦ χειμῶνος, ἐκοιμῶντο ὑπὸ τὴν χιόνα. (Μικρὰ διακοπὴ). Ἡ Κρήτη ἀνέλαβε τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ προαιωνίου ἔργου, ὅπερ διὰ τῆς καταρτήσεως τοῦ ἑλληνικοῦ βασιλείου ἔμεινεν ἀνεκπεραίωτον. Δίδει τὸ τιμαλφὲς αὑτῆς αἷμα, τὴν πολύτιμον αὑτῆς σάρκα, προσθέτει τὰ λείψανα τῶν τέκνων της, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀνυψωθῇ ἐπ’ ὀλίγον ὁ πύργος τοῦ ἑλληνισμοῦ, καὶ σεῖς μᾶς ἐρωτᾶτε διὰ τί συμπονοῦμεν, διὰ τί συγκινούμεθα; Ἄπαγε τῆς βλασφημίας! Μὴ ὁ ἀγὼν οὗτος εἶναι νέος; Μὴ δὲν χωρίζουσι τὸν λαὸν ἐκεῖνον ἀπὸ τῶν κατακτητῶν ποταμοὶ αἵματος, γιγαντιαῖοι σωροὶ σωμάτων; Τί ζητεῖ λοιπὸν νὰ μάθῃ παρ’ ἡμῶν ἡ Υ. Πύλη; Καὶ πῶς, ἀντὶ νὰ ἀπευθύνηται πρὸς ἡμᾶς, δὲν ἐρωτᾷ τὴν συνείδησίν της καὶ δὲν ὁμολογεῖ τὴν ἀληθῆ αἰτίαν τοῦ νοσήματος ὑφ’ οὗ κατατρέχυται; (εὖγε, εὖγε....) Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἐπιλαμβανόμενος σήμερον τοῦ μεγάλου ἐθνικοῦ ζητήματος, δὲν προτίθεμαι νὰ ἐπικρίνω οὐδένα. Ἀπεναντίας φρονῶ ὅτι, ἀπουσιαζούσης τῆς βουλῆς, εἰς οὐδένα ἐπετρέπετο νὰ διατυπώσῃ πρόγραμμα καὶ νὰ χαράξῃ πορείαν, ἐξ ἧς ἐδύναντο νὰ προκύψωσι σπουδαιόταται συνέπειαι. Ἀλλὰ σήμερον, ὅτε τὸ ἔθνος ἀκέραιον διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτοῦ ἵσταται ἐνώπιον τοῦ νομίμου, τοῦ προσφιλοῦς αὑτῷ Ἡγεμόνος, σήμερον ὅτε πρόκειται νὰ ἐκφρασθῶσιν οἱ ἀληθεῖς πόθοι τῆς φυλῆς, ὅτε ἐν ἀγωνίᾳ θανάτου διατελοῦντες οἱ δοῦλοι Ἕλληνες προσμένουσι ν’ ἀκούσωσιν ἐκ στόματος ἡμῶν ἕνα παρήγορον λόγον καὶ νὰ μάθωσιν ὅτι δὲν φοβούμεθα νὰ διακηρύξωμεν τὴν νομιμότητα τῶν δικαιωμάτων μας, σήμερον ὅτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν εὐεργετίδων δυνάμεων, σιωπηλοὶ ἀκροάζονται ἵνα σταθμίσωσι τὸν βαθμοῦ τοῦ θάῤῥους καὶ τῆς ἀποφασιστικότητος ἡμῶν, ὤ! σήμερον, Κύριοι, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς ἡμᾶς νὰ σιωπήσωμεν. Ἀλλ’ ἂν καὶ τὰ στόματα ἡμῶν ἠθέλαμεν ἀποφασίσει νὰ φράξωμεν, ἂν χάριν τῆς πιέσεως, ἥτις πανταχόθεν διενεργεῖται ἐπὶ τῆς ἡμετέρας διανοίας, ἠθέλαμεν ποτὲ στέρξει νὰ μείνωμεν ἄφωνοι καὶ νὰ παραστήσωμεν οὕτω πως ἐνώπιον τοῦ κόσμου ὅλου τὸ ἐλεεινὸν θέαμα βουλῆς μὴ τολμώσης ν’ ἀποκαλύψῃ τὸν ἀληθῆ λόγον τῶν παθημάτων τοῦ ὑπ’ αὐτῆς ἐκπροσωπευομένου λαοῦ, ἂν ἀπέναντι τῆς γενναίας συμπαθείας, ἥτις ἁπανταχοῦ διεγείρεται ὑπὲρ τῶν ἀναξιοπαθούντων ὁμογενῶν, ἡμεῖς ἠθέλαμεν πεισθῆ νὰ διέλθωμεν ἀσυζητητὶ τὰ πάντα, ὦ! Κύριοι, πιστεύσατε ὅτι τὸν παιδαριώδη τοῦτον μυστικισμὸν οὐδεὶς θὰ τὸν ἐξετίμα, διότι διὰ μυρίων ἄλλων ὀχετῶν διασαλπίζεται πανταχόθεν ὅτι ὁ ἀγὼν τῆς Κρήτης εἶναι ἀγὼν τῆς Ἑλλάδος (χειροκροτήσεις ναὶ, ναί.) ὅτι τὰ παθήματα τῶν ὁμοφύλων εἶναι ἰδικά μας παθήματα, (ζωηραὶ ἐπιδοκιμασίαι) καὶ ὅτι πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἱερῶν ὑποχρεώσεων, αἵτινες ἐπιβάλλονται ἡμῖν ὑπὸ τοῦ ὅρκου τῶν 1821, δὲν δυνάμεθα παρὰ νὰ παρέχωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν συμπάθειαν καὶ τὰ δάκρυά μας, (εὖγε, εὖγε) ὅτι τὸ Βασίλειον τοῦτο οὔτε δύναται οὔτε θέλει νὰ ζήσῃ ἐντὸς τῆς στενοχώρου εἱρκτῆς, ἔνθα ἀπὸ τριακονταπενταετίας ἤδη τήκεται καὶ μαραίνεται. (παρατεταμέναι χειροκροτήσεις αἵτινες διακόπτουν τὸν ἀγορεύοντα). Τίς δύναται νὰ ἀμφιβάλλῃ πλέον περὶ τούτου; Ἡμεῖς ὅσοι καταναλίσκομεν τὸν ἐλεεινὸν βίον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, ἡμεῖς μόνοι δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν μέχρι τίνος προβῆ ἡ ἀπελπισία καὶ ἡ ἀποσύνθεσις. Ὅταν ἡ ζωὴ καταντήσῃ νὰ ᾖναι διηνεκὴς πάλη κατὰ τῆς βίας, ἡ προσωπικὴ τοῦ πολίτου ἐλευθερία, ἐνῷ κεῖται ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ θεμελιώδους νόμου, νὰ ἐξήρτηται ἐκ τῆς ἰδιοτροπίας τῶν κακούργων, νὰ βλέπῃ τις τὸν νόμον ἀνίσχυρον κατὰ τῆς αὐθαιρεσίας τοῦ τυχόντος, παραλελυμένην τὴν διοίκησιν, νεκρὰν τὴν δικαιοσύνην, κλεισμένον τὸ μέλλον εἴς τε τὰς παρούσας καί τὰς ἐπερχομένας γενεὰς, τὴν χρεωκοπίαν βασιλεύουσαν, ὦ! τότε, Κύριοι, ἡ ὕπαρξις ὄχι μόνον δὲν ἔχει θέλγητρα, ἀλλὰ μεταβάλλεται εἰς μαρτύριον, εἰς σκληρὰν ἀγωνίαν. Καὶ αὐτὴ ἡ αὐτονομία, ἣν διὰ τοσούτων θυσιῶν ἀπεκτήσαμεν, κατήντησεν ἤδη πικρὰ εἰρωνία. Τὰ διαθρυλούμενα κυριαρχικὰ τοῦ κράτους τούτου δικαιώματα εἶναι χλευασμὸς αὐτόχρημα καὶ περίγελως, ἀφοῦ οὔτε κἂν νὰ συμπαθῶμεν πρὸς τοὺς βασανιζομένους καὶ τοὺς προκινδυνεύοντας ἀδελφοὺς μᾶς ἐπιτρέπεται! (ζωηραὶ ἐπιδοκιμασίαι). Καὶ ὅμως ὁ λαὸς οὗτος ζῇ........ ζῇ, κύριοι! Μὰ τοὺς ἐν Κρήτῃ πίπτοντας καὶ βασανιζομένους ζῇ (ἀπὸ τοῦδε μέχρι τέλους ὁ ἀγορεύων διεκόπτετο συνεχῶς ὑπὸ τῶν χειροκροτήσεων τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἀκροατηρίου· συγκίνησις βαθυτάτη) Ζῇ μὰ τὴν θυσίαν τοῦ Εὐμενίου! Μὰ τὸ αἷμα τοῦ Βαφιάδου....τοῦ Βαρνάβα........... τοῦ Ἔσλεν.......... μὰ τὰς πληγὰς καὶ τὴν αἰχμαλωσίαν τοῦ Πραΐδου............. καὶ τοῦ Μάνου ....... ζῇ. Μὰ τὰ πυρίκαυστα ἐρείπια τοῦ Ἀρκαδίου...... ζῇ. Μὰ τὸν θρῆνον καὶ τὸν κοπετὸν ἀπειραρίθμων γυναικῶν καὶ παίδων...... ζῇ. Μὰ τοὺς πεινῶντας καὶ γυμνητεύοντας ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας...... ζῇ. Μὰ τὸ ἀπερίγραπτον ἄλγος ὑφ’ οὗ κατακυριεύεται πᾶσα ἑλληνικὴ καρδία.... ζῇ. Ἡμεῖς ἐθέσαμεν τὸ ὠτίον ἐπὶ τοῦ ἀγροίκου, ἐπὶ τοῦ πολυπαθοῦς στήθους του καὶ ἠκροάσθημεν, καὶ εὕρομεν ὅτι ἡ καρδία του εἶναι ὑγιὴς καὶ τὸ αἷμα του πλῆρες θερμότητος καὶ πλαστικῆς δυνάμεως. Ἠκροάσθημεν πάλιν καὶ ἠκούσαμεν βρυχωμένην ἐν τοῖς σπλάγχνοις του μυστηριώδη τρικυμίαν. Ἐπανελάβαμεν τὴν ἔρευναν καὶ ἐπείσθημεν, ὅτι οἱ βροντώδεις παλμοί του δὲν εἶναι σύμπτωμα ὀργανικῆς ἀσθενείας, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀκατασχέτου ὑπεραιμίας· ὅτι αἱ ἐξάψεις τοῦ νοός του δὲν εἶναι φαινόμενον ἐγκεφαλικῆς ἀλλοιώσεως· ὅτι ἡ θορυβώδης ἀναπνοή του δὲν εἶναι δύσπνοια προερχομένη ἐξ ὀργανικοῦ τῶν πνευμόνων ἐλλείμματος, ἀλλ’ εἶναι ἀδημονία προκαλουμένη ἐξ ἀνυποφόρου ἀδημονίας. (εὖγε....εὖγε....) Καὶ ἀφοῦ ἐπείσθημεν περὶ πάντων τούτων, ἐμορφώσαμεν, Κύριοι, τὴν διάγνωσίν μας, καὶ ἰδοὺ ἐρχόμεθα σήμερον νὰ διακηρύξωμεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅτι μόνη θεραπεία εἶναι ἡ ἐπέκτασις τῶν ἑλληνικῶν ὁρίων εἶναι ἡ ἀποκατάστασις τῆς μεγάλης ἑλληνικῆς ἐθνότητος. (χειροκροτήσεις καὶ ἐπιδοκιμασίαι πανταχόθεν). Ἐν ταῖς ὀλίγαις ταύταις λέξεσι περικλείεται, Κύριοι, τὸ αἴνιγμα τῆς παρούσης ἀθλιότητος καὶ τῆς μελλούσης εὐημερίας. Αὗται πρέπει ἀπὸ τοῦδε νὰ γείνωσι τὸ πρόγραμμα οἵας δήποτε Κυβερνήσεως, τὸ θέμα τῆς δημοσιογραφίας, τὸ ἀντικείμενον τῶν φροντίδων καὶ τῶν σκέψεών μας· (εὖγε, εὖγε. Ναὶ, ναὶ). Πᾶσα ἄλλη ὑπόσχεσις εἶναι ψεῦδος, εἶναι ἀπάτη. Ἀπέναντι τῆς μεγάλης ταύτης ἀληθείας, τοῦ φοβεροῦ τούτου βράχου, πᾶσα ἄλλη ἀπόπειρα, πᾶσα ἄλλη ἐνασχόλησις θέλει ναυαγεῖ οἰκτρῶς καὶ θέλει πνίγεται ἐν τῷ πελάγει τῆς μεγάλης ἐθνικῆς ἀπαιτήσεως· (εὖγε, εὖγε). Λάβετε λοιπὸν, κύριοι, (ἀποτείνεται ὁ ἀγορεύων πρὸς τοὺς ὑπουργούς) παρὰ τοῦ πολυπαθοῦς τούτου ἔθνους πάντα τὰ μέσα, ἀλλὰ....................ἐνεργήσατε. Ἡ βουλὴ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον πέποιθα ὅτι θέλει παρέξει εἰς ὑμᾶς πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην της. Ἂς ῥιφθῶσι τέλος ἐντὸς τῆς ἐθνικῆς πυρᾶς καὶ ἂς διακαμινευθῶσιν οἱ ἱδρῶτες τῆς φυλῆς, τὸ αἷμα τοῦ ἔθνους, ὁ δημόσιος πλοῦτος, αἱ καρδίαι, αἱ διάνοιαι, τὰ ἐρείπια τοῦ Παρθενῶνος, τὰ ὀστᾶ τῶν προγόνων μας. Ἂς πληρωθῶσιν αἱ ἀρχαῖαι ὀφειλαὶ, ὁ ἱερὸς οὗτος ἄρτος τῆς ἐλεημοσύνης, ἐξ οὗ ἔφαγον οἱ πατέρες μας. Ἂς συνομολογηθῶσι νέαι, ἀρκεῖ μόνον ἐκ τοῦ μεγάλου τούτου ὁλοκαυτώματος νὰ γεννηθῇ ἡ ζωὴ, νὰ ἀνατείλῃ τὸ μέλλον.................. Ναί τὸ μέλλον! φθάνει πλέον τὸ παρελθόν. Συνεζήσαμεν παραπολὺ, Κύριοι, μετὰ τῶν τεθνεώτων, καὶ ἡ νάρκη τῶν μνημείων μᾶς ἀπεκοίμησεν ...................... Ἰδέτε τὶ διαδραματίζεται ἐν Κρήτῃ. Ὁ ἀρχαῖος, ὁ μυριετὴς ἀγὼν, ἐν πλήρει ὑπερμεσοῦντι 19 αἰῶνι, ἔλαβε τὸν χαρακτῆρα τῆς ῥιζικῆς ἐξοντώσεως.... Χεῖρες αἱμοχαρεῖς ἀγρίων θεριστῶν βυθίζουσι τὸ δρέπανον ἐν τοῖς σπλάγχνοις τῶν μητέρων καὶ πειρῶνται ν’ ἀποκόψωσι πρόῤῥιζα τοὺς βλαστοὺς τοῦ ἀναγεννωμένου ἑλληνισμοῦ..... (γενικὴ συγκίνησις). Σπεύσατε πρὶν ἢ ἀκαταμάχητα γεγονότα μᾶς ποδοπατήσωσιν. Ἐν μιᾷ μόνῃ ἡμέρᾳ δύνανται σήμερον νὰ καταρτισθῶσι νέαι ἐθνικαὶ κοσμογονίαι. Ὁ Ἀρματωλικὸς μεσαιὼν ὑπῆρξεν ἐγκυμοσύνη, ἡ ἑκατονταετηρὶς αὕτη εἶναι τοκετός. Ἀποκατάστασις τῆς ἑλληνικῆς ἐθνότητος, ἐπέκτασις τῶν ἑλληνικῶν ὁρίων, αὕτη ἔσεται ἀπὸ τοῦδε ἡ σημαία τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος. Ὑψώσατε αὐτὴν μετὰ παῤῥησίας, μετὰ πίστεως, καὶ ὑπὸ τὴν ζωογόνον αὐτῆς σκιὰν, μὴ ἀμφιβάλλετε, θέλετε ἴδει ὅσον οὔπω συνερχομένους καὶ συναδελφουμένους μεθ’ ἡμῶν οὐ μόνον τοὺς Κρῆτας, ἀλλὰ καὶ Θεσσαλοὺς καὶ Μακεδόνας καὶ Ἠπειρώτας πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν πατροπαραδότων προφητειῶν καὶ πρὸς πραγματοποίησιν τῶν εὐχῶν καὶ τῶν ὀνείρων τεσσάρων μακρῶν καὶ ἀτελευτήτων ἑκατονταετηρίδων (χειροκροτήσεις παρατεταμέναι συνοδεύουν τὸν ῥήτορα καταβαίνοντα τοῦ βήματος. Ἡ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς διακόπτεται, οἱ δὲ Βουλευταὶ μετὰ συγκινήσεως προσερχόμενοι ἠσπάζοντο τὸν Κ. Βαλαωρίτην).
§20ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ ἔντιμος ῥήτωρ τὸ συμπέρασμα· (φωναὶ) κάτω, κάτω (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὰς θέσεις σας, Κύριοι βουλευταὶ, ἔχομεν τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου περὶ τοῦ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς διὰ τρίτην φοράν.
§22ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δύω λέξεις, Κύριε Πρόεδρε, ἐπιφυλάττομαι ἐν ἄλλῃ τινὶ ἡμέρᾳ διὰ ν’ ἀκολουθήσω τὸν φίλον μου, τὸν Κύριον Βαλαωρίτην, τὸν ὁποῖον ἐπεκρότησα καὶ ἠσπάσθην, καὶ θέλω καταλήξει εἰς τὸ συμπέρασμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρέλειψεν, ἐπικαλούμενος μάρτυρα τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἀκροατήριον, διότι ἐγὼ δὲν ἐσυνήθισα ποτὲ νὰ λέγω, ἀλλὰ μᾶλλον νὰ πράττω, εἶμαι ἀνὴρ τῶν ἔργων καὶ οὐχὶ τῶν λόγων, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἐκείνη ἡ ὥρα, θέλει ἰδεῖ ἕκαστος τὶς ὁ εἷς καὶ τὶς ὁ ἕτερος.
§23ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Θ’ ἀναγνώσω ἓν νομοσχέδιον περὶ ἐπικυρώσεως ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Γαλλίας· ἡ αἰτιολογικὴ ἔκθεσις περιέχει τοὺς λόγους τοὺς προκαλέσαντας τὸ νομοσχέδιον (ἀναγινώσκει τὸ νομοσχέδιον). Θέλετε ν’ ἀναγνώσω τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν;
§24ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι νὰ τυπωθῇ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔρχεται ἡ τρίτη ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου τοῦ περὶ στρατοῦ τῆς ξηρᾶς.
§26ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ προηγηθῇ ἡ τροπολογία μου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ πρῶτον τὸ νομοσχέδιον καὶ κατόπιν.
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα (ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον).
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε καὶ τὴν τροπολογίαν (ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία δὲν ἀντίκειται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου· παραδέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, διὰ τρίτην φοράν.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρχόμεθα τώρα τῆς ἀναγνώσεως κατ’ ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου καὶ τῆς τροπολογίας (ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς τροπολογίας).
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς, ἤκουσε τὸ πρῶτον ἄρθρον τῆς τροπολογίας τὶ λέγει;
§34ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τῆς Κέας ἐπρότεινε διὰ τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς τροπολογίας του τὴν αὔξησιν τῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως ἀπὸ 14,000 κατὰ τὸ νομοσχέδιον εἰς 21,000 καί τινα· ὑπάρχει λοιπὸν διαφορὰ αὐξήσεως 7,000 ἀπὸ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν τὸ νομοσχέδιον προτείνει. Ἂν, Κύριοι, ἐνόμιζον ὅτι αἱ ἀνάγκαι τῆς ὑπηρεσίας αἱ τακτικαὶ, ὅτι οἱ πόροι τῆς ἐπικρατείας οἱ τακτικοὶ, καὶ ἡ ὑποχρέωσις νὰ ἐμβλέψωμεν εἰς τὰς γεωργικὰς τάξεις, ἃς ὅσον τὸ δυνατὸν δὲν πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωμεν πέραν τοῦ δέοντος καὶ ἄνευ ἀνάγκης, ἂν αὐτοὶ οἱ λόγοι δὲν ὑπῆρχον ἤθελον παραδεχθῆ πολὺ εὐχαρίστως τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ· ἀλλὰ τὰ τρία, ἅτινα προανέφερον, δὲν συμφωνοῦν δυστυχῶς μὲ τὰ πράγματα. Ἡ αὔξησις, ἣν προτείνει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, θέλει ἐπιβαρύνει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν πέραν τῶν πόρων τῆς ἐπικρατείας, δὲν ὑπαγορεύεται δὲ πρὸς τούτοις, νομίζω, ἀπὸ τακτικὰς ἀνάγκας τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας περὶ ἧς προβλέπει ἡ τακτικὴ δύναμις. Νομίζω, Κύριοι, καὶ ὑπὸ τὰς τρεῖς ταύτας ἐπόψεις δὲν εἰμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ ἡ τροπολογία αὕτη. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ δύναμις, ἣν προτείνω, εἶναι, ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ἐπαρκοῦσα καὶ ἐξισουμένη μὲ τοὺς πόρους, καὶ μὴ ἐπιβαρύνουσα τὰς τάξεις ἐκείνας, ἃς πρέπει νὰ προστατεύσωμεν. Ἐμμένω λοιπὸν εἰς τοῦ νομοσχεδίου τὸ ἄρθρον.
§35ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Ὡρμήθην νὰ ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ αὐτοῦ νομοσχεδίου περὶ τῆς στρατιωτικῆς αὐτῆς δυνάμεως, διότι ἡ πολυχρόνιος ὑπηρεσία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις μ’ ἐτίμησε μὲ τὴν ἐμπιστοσύνην της, καὶ μὲ διέταξε, μὲ κατέστησεν ἱκανὸν νὰ γνωρίσω τὸν τόπον ἀπὸ τὸ ἓν ἄκρον τῆς ὁροθετικῆς γραμμῆς μέχρι τοῦ ἑτέρου. Γνωρίζω κάλλιστα τὰς ἀποστάσεις καθ’ ὥραν, κατὰ μέτρον καὶ κατὰ σπιθαμήν. Ἡ δύναμις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Κ. ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς ἐπρότεινεν, εἶναι σχεδὸν τοιαύτη, ὁποίαν εἰμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν; Οὐδεὶς ἀγνοεῖ, Κύριοι, ὅτι, ὅτε πρὸ ὀλίγου ἡ ἐπικράτεια ἐμεγαλύνθη, αἱ ἀνάγκαι αἱ ἐσωτερικαὶ ἀπῄτησαν αὔξησιν στρατιωτικῆς δυνάμεως πρὸς ἐπισκίασιν καὶ διατήρησιν τῆς τάξεως. Ἡ ἐπισκίασις αὕτη, Κύριοι, μὲ ὅσα ἄλλα μέτρα, καὶ μὲ ὅσα ἄλλα ἐπιχειρήματα θέλουσι μεταχειρισθῆ, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπέλθῃ, ἀπαιτεῖται στρατιωτικὴ δύναμις· καὶ πάλιν στρατιωτικὴ δύναμις περιοριζομένη μόνον, καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἐσωτερικὰς τοῦ Κράτους ἀνάγκας. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, μὲ 6,000 στρατὸν, ὃν ἔχομεν σήμερον, ἔστω καὶ μὲ 7,000, νὰ ἐπισκιάσωμεν τὴν ἐπικράτειαν καὶ ἐπαναφέρωμεν τὴν τάξιν, ὥστε νὰ ἐξέρχεται ὁ πολίτης ἀκινδύνως καὶ πορίζεται τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεώς του. Οἱ ὑπήκοοι τοῦ Κράτους, κύριοι, ἔχουν ἀνάγκην προστασίας· οὐδεὶς ἀπὸ ἡμᾶς ἀγνοεῖ, ποία εἶναι ἡ τῶν ἐπαρχιῶν κατάστασις, τὸ νόσημα ἐμεγαλύνθη, καὶ ἐπίκειται ἀνάγκη δραστηρίου καὶ θεραπευτικοῦ μέσου· ὡς μόνον δὲ δραστήριον θεραπευτικὸν μέσον δὲν εἶναι ἄλλο, εἰμὴ μία δύναμις στρατιωτικὴ ἀνάλογος τῶν μέσων τοῦ Κράτους. Πολλοὶ καταφεύγουν πάντοτε εἰς τὸ ὅτι ἡ πρότασίς μου ἀντίκειται εἰς τὰς ἐργασίας τοῦ πολίτου, ὅτι θέλει ὀπισθοδρομήσει ἡ γεωργία καὶ οἱ πόροι της καὶ δὲν θὰ ἀνταποκριθῇ μὲ ἐκεῖνο ὅπερ ἀπαιτεῖται νὰ δώσῃ. Δὲν λείπει τίποτε, Κύριοι· ὅλα τὰ μέσα ὑπάρχουν, διότι τὰ χρήματα, ἅτινα ὁ λαὸς δίδει, καὶ ἅτινα ἡ Κυβέρνησις θέλει ἐξοδεύσει εἰς τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ἴσα ἴσα, ἐκεῖνα εἶναι ἡ μεγαλητέρα εὐτυχία τοῦ λαοῦ, διότι δὲν κωλύεται τοῦ νὰ ἐργασθῇ, καὶ αἱ ἐργασίαι του εἶναι προσοδοφόροι. Ἔχομεν λοιπὸν πρῶτον ἀνάγκην στρατοῦ ἴσης δυνάμεως μὲ τὴν τροπολογίαν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν εἶναι ὁ καταλληλότερος διὰ νὰ κατανοήσῃ καὶ ἐφεύρῃ τὰ μέσα τὰ καταλληλότερα καὶ συντελεστικώτερα, ἅτινα θὰ ἐπιφέρουν τὴν πλήρη ἰσχὺν τῆς τάξεως εἰς τὸ ἐσωτερικὸν τοῦ Κράτους. Πολλαὶ ἰδέαι ἐπροτάθησαν ἀπὸ ἐμπειροτέρους ἐμοῦ, ἀλλ’ ὅλα αὐτὰ εἶναι θεωρίαι, αἵτινες δύνανται νὰ τυπωθῶσιν εἰς τὸν χάρτην, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν οὐδὲν αὐτῶν ἔρχεται· τὸ μόνον, ὅπερ ἔρχεται εἰς τὴν ἐφαρμογὴν καὶ θέλει φέρει καρποὺς ἀναλόγως τῶν ἐπιθυμιῶν τοῦ λαοῦ, εἶναι ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἡ διὰ κλήρου· αὐτὴ εἶναι ἐκείνη, ἥτις παρέχει ὅλα τὰ ἐχέγγυα, καὶ πρέπει ὁ φόρος αὐτὸς τοῦ αἵματος νὰ ἐπεκταθῇ ἐφ’ ὅλων τῶν τάξεων τῶν κατοίκων· τότε ὁ στρατὸς καθ’ ὅλα γίνεται στρατός, παρέχων πλεῖστα ἐχέγγυα εἰς τὸν τόπον, στρατὸς, ὅστις ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἄλλαι περιστάσεις σπουδαιότεραι, καθ’ ἃς θὰ φέρῃ καρπούς. Ἀποκρούων τὰς ἰδέας τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, λέγω, ὅτι θέλω αὔξησιν στρατοῦ, καὶ δὲν ζητοῦμεν ἄλλο παρὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ λαοῦ. Ἡ παροῦσα περίστασις ἀπαιτεῖ ἐντὸς τεσσαράκοντα ἡμερῶν ν’ ἀρχίσῃ ἡ ἐκγύμνασις· λοιπὸν δὲν προτίθεμαι ν’ ἀποκρούσω τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, ἀλλὰ τὴν ὑποστηρίζω μέ τινας ἀντιῤῥήσεις· ἀποδειλιῶ, ὅταν ἀκούω τὴν λέξιν ἐθελονταὶ, ἀλλὰ περιορίζομαι καὶ λέγω, ὅτι ἀπὸ τοὺς ἐθελοντὰς δὲν δύναται τὸ ἔθνος νὰ περιμένῃ ὅ,τι ἀπὸ τὸν μόνιμον καὶ τακτικὸν στρατὸν· οἱ ἐθελονταὶ δὲν θὰ θεωρηθῶσι μόνιμοι, καὶ δὲν θά ὑπαχθῶσιν εἰς ὅλα.
§36ΤΙΝΕΣ. Εἰς ὅλα θὰ ὑπαχθῶσι.
§37ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Χρειάζεται τακτικὸς στρατὸς ἐπὶ τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, καὶ ἐνθυμεῖσθε παρελθοῦσαν ἐποχήν· δὲν θέλω νὰ προσβάλλω πρόσωπα, π. χ. τοὺς πιστοὺς καὶ ἀξιοτίμους ἐκείνους ἄνδρας, οἵτινες πολλὰς ἐπὶ πολλὰ ἔτη κατέβαλλον προσπαθείας, ἀλλὰ δὲν ἔφερον τ’ ἀποτελέσματα τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ· ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Κ. Χατσίσκου καὶ πολλῶν ἄλλων· ὁ τακτικὸς στρατὸς διαφέρει τῶν ἐθελοντῶν. Ἡ Κυβέρνισις ἔχει ἀνάγκην τακτικῆς στρατιωτικῆς δυνάμεως. Ποῖος δύναται νὰ μοὶ ἀρνηθῇ, ὅτι τὸ 1855 εἰς τὴν Αἰτωλοακαρνανίαν 50 σώματα λῃστῶν περιεφέροντο; ποῖος τοὺς κατέστειλεν; ὁ τακτικὸς στρατὸς μόνον, διότι τότε ὁ πολίτης κατεδείκνυε τὸν λῃστὴν, διότι ἔβλεπεν, ὅτι ἔχει μίαν σκιὰν, ἥτις τὸν προστατεύει καὶ δὲν τὸν καταλιμπάνει· ἰδοὺ διατὶ δὲν θέλω ἐθελοντάς· θέλω νὰ ληφθοῦν ἐθελονταὶ ἀπὸ τὰς τάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται σήμερον ἐξαιρετέαι· ἐκείνους ὅμως τοὺς ὁποίους ἔστελλεν ὁ δήμαρχος ἀπὸ τὴν Σύρον, τοὺς τοιούτους δὲν τοὺς δέχομαι· αὐτοὶ εἶναι λύκοι, δὲν εἶναι πρόβατα ὅμοια μὲ ἡμᾶς. Ἐὰν θέλωμεν, Κύριοι, τὸ ἔθνος αὐτὸ νὰ εὑρεθῇ εἰς ἤρεμον κατάστασιν, νὰ ἐργασθῇ κἄτι τι περισσότερον παρ’ ὅ,τι σήμερον, καὶ νὰ ἀπολαύσωμεν κατόπιν στιγμάς τινας ἀναπαύσεως, πρέπει νὰ κάμῃ στρατόν· δὲν πρέπει τὸ ἔθνος νὰ φεισθῇ νὰ πληρώσῃ δι’ εἴκοσι χιλ. στρατοῦ ἔξοδον 15 ἑκατομμύρια· ἔχω τὸν προϋπολογισμὸν, διότι εἰργάσθην εἰς τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, καὶ εὗρον, ὅτι οὐκ ἔστιν ἄλλως γενέσθαι, θέλομεν στρατόν. Δὲν ἔχω, Κύριοι, κἀνὲν συμφέρον νὰ ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ θέλω ἴσα, ἴσα νὰ τὴν ὑποστηρίξω διὰ τακτικοῦ στρατοῦ, παρέχοντος πλείστας ἐγγυήσεις εἰς τὸ ἔθνος καὶ τὸν Βασιλέα. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ δεύτερον τὸ περὶ ἐκτάκτου δυνάμεως, ἐπιμένω καὶ διὰ τὴν συγκάλεσιν τῆς δυνάμεως ταύτης, διότι καὶ ἀπ’ αὐτὴν εὑρίσκω τὰ αὐτὰ ἐχέγγυα. Ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτιμήσῃ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον θέλει συγκροτηθῆ αὐτὴ ἡ δημοσία δύναμις τόσον διὰ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, καθὼς καὶ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν μὲ τὰς ὀλίγας γνώσεις καθυπέβαλλον, διότι, νομίζω, ὅτι εἶναι συμφερώτερον καὶ συντελεστικώτερον διὰ τὴν πατρίδα.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Μόνον περὶ ἐθελοντῶν, Κύριοι, θὰ ὁμιλήσω. Ἀπὸ χθὲς ἀκούω διαφωνίαν μεταξὺ κληρούχων καὶ ἐθελοντῶν· πολλοὶ θέλουν, ὅτι οἱ ἐθελονταὶ αὐτοὶ δὲν εἶναι ὁ στρατὸς, ὁ ὁποῖος θὰ ἀνήκῃ εἰς τὸν προορισμόν του, ἀλλ’ ὅτι δύναται νὰ ᾖναι ἐπιβλαβὴς ἀντὶ ὠφέλιμος. Ἐξεναντίας, Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ πνεῦμα τοῦ νομοσχεδίου δὲν ἀποβλέπει, οὔτε διαχωρίζει τὸν κληροῦχον ἀπὸ τὸν ἐθελοντὴν, διότι καὶ οἱ δύω αὐτοὶ ἀνήκουν εἰς τοὺς αὐτοὺς νόμους καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις, καὶ μάλιστα, ἂν θέλετε, οἱ ἐθελονταὶ πάντοτε διακρίνονται ἀπὸ τοὺς κληρούχους, διότι οἱ ἐθελονταὶ ὁρμῶνται ἀπὸ ἓν αἴσθημα ἐπιθυμίας νὰ ὑπηρετήσουν τὸν στρατὸν, ἐνῷ οἱ κληροῦχοι καταφεύγουν εἰς πολλὰ μέσα καὶ ἐνίοτε δράττονται τῶν περιστάσεων, ἐνῷ οἱ ἐθελονταὶ δέχονται ὑπηρεσίαν ἐθελουσίαν, ἡ ὁποία εἶναι πολὺ ἀνωτέρα τῆς ὑποχρεωτικῆς· καὶ ὅστις ὑπηρέτησεν εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν, πολὺ καλὰ δύναται νὰ διακρίνῃ τὴν διαφορὰν τῆς ὑπηρεσίας μεταξὺ ἐθελοντοῦ καὶ κληρούχου· ὅτι οἱ ἐθελονταὶ προήχθησαν προτήτερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ἐὰν ἐννοοῦν τινες, ὅτι οἱ ἐθελονταὶ αὐτοὶ θὰ εἶναι ἀπὸ ἄλλα κράτη, ὅτι θὰ ᾖναι τὰ μαζεύματα τῆς πρωτευούσης, αὐτὸ εἶναι ἄλλο πρᾶγμα. Εἰς τὴν Ἑλλάδα σήμερον, ἐὰν δὲν ἦτο περιωρισμένος ὁ ἀριθμὸς τῶν στρατευσίμων, ἤθελεν ἔχει ἴσως διπλάσιον καὶ τριπλάσιον στρατὸν Ἑλλήνων ἐπαρχιωτῶν, ἐνῷ εἰς τὸν κλῆρον, πάντοτε συνεργείᾳ τῶν δημάρχων, κρύπτονται οἱ καλοὶ, ἐξαιροῦνται, καὶ πηγαίνουν ἄλλοι. Εἶναι λοιπὸν μία παρεξήγησις ἡ ἰδέα αὕτη περὶ ἐθελοντῶν. Διατί λοιπὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὸ ὑποχρεωτικὸν καὶ νὰ μὴ δώσωμεν στάδιον εἰς τοὺς ἐθελοντὰς, ἐνῷ σήμερον, ἐὰν θέλωμεν νὰ στρατολογήσωμεν πενταπλάσιον ἀριθμὸν, βεβαιωθῆτε, ὅτι εὑρίσκομεν πάντοτε στρατευσίμους διακεκριμένους· δὲν δεχόμεθα ἐθελοντὰς, διότι ὁ ἀριθμὸς εἶναι συμπληρωμένος. Θέλω λοιπὸν νὰ συστήσω ἐκ τῶν γνώσεών μου εἰς τὸ στρατιωτικὸν στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον ἀρκετὸν χρόνον ὑπηρέτησα, ὅτι ἡ ὑπηρεσία τῶν ἐθελοντῶν καὶ ἡ ἀνάγκη αὐτῶν εἶναι μεγαλειτέρα τῆς ὑποχρεωτικῆς· ἡ ἰδέα τοῦ ὅτι τὸ ἐξ ἐθελοντῶν σῶμα δὲν θὰ ᾖναι μόνιμον καὶ σταθερὸν καὶ εἰς τὸν προορισμόν του χρήσιμον, ὅπως καὶ τὸ ὑποχρεωτικὸν, εἶναι μία ἰδέα, κατ’ ἐμὲ, ἐσφαλμένη· ἐξεναντίας λέγω, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν στρατὸν ἀπὸ ἐθελοντὰς, πράγματι καλλίτερον.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἐπιθυμῶ νὰ δώσω μίαν ἐξήγησιν ὡς πρὸς τοὺς ἐθελοντάς. Κύριοι, ὅταν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐκτιμῶν τὴν ἀνάγκην τῶν περιστάσεων, ἐζήτησε τὴν αὔξησιν τοῦ στρατοῦ, τὴν ὁποίαν βλέπετε, τὴν ἀναγκαιοῦσαν ἐν τακτικαῖς καὶ ὁμαλαῖς περιστάσεσιν, εὑρέθη, ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν αὔξησιν, τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἐζήτησεν, ἔπρεπε νὰ προσθέσωμεν δύω χιλιάδας νεοσυλλέκτους, τοὺς ὁποίους τὸ ἔθνος κατ’ ἔτος ὀφείλει νὰ ἀποστείλῃ εἰς τὸν στρατόν. Οἱ νεοσύλλεκτοι εἶναι οἰκογενειῶν ἐργατικῶν, εἶναι χεῖρες παραγωγοὶ, καὶ γνωρίζετε καλῶς ὁποῖαι ἀπαντῶνται δυσκολίαι πρὸς συλλογὴν αὐτῶν, ὄχι, διότι εἶναι ἀπεχθὲς τὸ πνεῦμα τοῦ λαοῦ πρὸς τὸ στρατιωτικὸν ἐπάγγελμα, ἀλλὰ διότι ἡ ἀφαίρεσις τῶν ἐργατικῶν αὐτῶν χειρῶν ἀπὸ τὴν οἰκογένειάν των καταστρέφει τὴν οἰκογένειαν αὐτῶν. Ἐσκέφθημεν τότε, καὶ μοὶ ἐπιτρέπουν οἱ κύριοι συνάδελφοι νὰ τὸ εἴπω, πρὸ πάντων ἐγὼ καὶ ὁ Κ. Τρικούπης, ὅτι ἦτο καλλίτερον καὶ συμφερώτερον νὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν καὶ ἀπὸ αὐτὸ τὸ δεύτερον βάρος τῆς ἀφαιρέσεως, δηλαδὴ 2 χιλιάδων ἐργατικῶν χειρῶν τῆς ὑπηρεσίας. Δὲν ἠμποροῦμεν, εἴπομεν, νὰ ἀφήσωμεν αὐτὰς τὰς ἐργατικὰς χεῖρας καὶ νὰ δώσωμεν εἰς τὸν στρατὸν χείρας ἄλλας, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι ἐργατικαὶ καὶ εὐχαρίστως θέλουν νὰ ἐπιδοθοῦν εἰς αὐτὸ τὸ ἐπάγγελμα, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἕξεις τοιαύτας, καὶ αἱ ὁποῖαι μένουσαι ἐν τῇ κοινωνίᾳ, δὲν ὠφελοῦν τόσον, ὅσον ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ζητοῦμεν νὰ ἀποσπάσωμεν, δὲν εἶναι λοιπὸν καλὸν μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους νὰ συμπληρώσωμεν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ κάμωμεν ἐθελοντὰς οὐχὶ ὅπως εἰς τὴν γενικὴν ἔκφρασιν ἐννοεῖται, ἀλλὰ τάγματα ἐκ τοιούτων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἐπιθυμοῦν νὰ ὑπηρετήσουν στρατιωτικῶς, καὶ οἱ ὁποῖοι νὰ ᾖναι κάτοικοι Ἕλληνες ἀποκαταστημένοι πρὸ ἑνὸς καὶ δύω ἐτῶν, καὶ ὄχι ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑποπτεύονται, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμω διάκρισιν μεταξὺ ἐντοπίων καὶ μὴ, ἀλλὰ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κάθηνται ἐδῶ ἀπὸ ἔτη καὶ χαίρουν πολιτικὰ δικαιώματα, καὶ ὄχι ἐλθόντες χθὲς ἀπὸ τὴν Σμύρνην καὶ τήν Ἀνατολὴν, ἀλλὰ συνταυτίσαντες τὴν τύχην των μὲ ἡμᾶς, δὲν εἶναι, εἴπομεν, καλὸν νὰ λάβωμεν τοιούτους ἀνθρώπους νὰ τοὺς διοργανώσωμεν, νὰ τοὺς ὑποτάξωμεν εἰς ὅλους τοὺς στρατιωτικοὺς κανόνας, νὰ ἐπαναφέρωμεν τέλος πάντων τὰ τάγματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς Βασιλείας τῆς Αʹ. ὑπηρετοῦσαν, τὰ λεγόμενα Λακωνικὰ τάγματα, τὰ ὁποῖα δὲν ἦσαν τίποτε ἄλλο παρὰ τακτικοὶ στρατιῶται μὲ χωριστὸν ἔνδυμα, κ’ ἐνομίσαμεν, κύριοι, ὅτι τοιουτοτρόπως θέλομεν συμπληρώσει τὸν στρατὸν μὲ ὠφέλειαν τῆς κοινωνίας καὶ θέλομεν ἀπαλλάξει τὴν κοινωνίαν ἀπὸ δυστυχίας, τὰς ὁποίας ἡ αὔξησις τῆς νεοσυλλεξίας ἐπιβάλλει. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὶ ἐννοοῦμεν διὰ τῆς λέξεως ἐθελονταί. Τώρα, νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω παρὰ ὀλίγα νὰ προσθέσω ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. στρατηγοῦ. Βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι εὐτυχὴς ἡ Ἑλλὰς, ἂν ἠδύνατο νὰ ἀναπτύξῃ, ὄχι τόσας δυνάμεις, ἀλλὰ καὶ περισσοτέρας· κατὰ δυστυχίαν ὅμως πρὸ πάντων χρήματα δὲν ἔχομεν, καὶ δὲν ἀρκεῖ νὰ δώσητε πίστωσιν, ἀλλὰ χρειάζεσθε 15 ἑκατομμύρια μετρητὰ, καὶ αὐτὰ δὲν ὑπάρχουν. Ἰδοὺ ὁ πρῶτος λόγος καὶ κύριος διὰ τὸν ὁποῖον δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀναβιβάσωμεν τὴν τακτικὴν στρατιωτικὴν δύναμίν μας εἰς τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προτείνει ὁ κύριος στρατηγός· ἄλλως καὶ ἐκ τῆς ὑπηρεσίας καὶ τῆς γνώσεως τοῦ τόπου, νομίζομεν, ὅτι ἡ δύναμις τὴν ὁποίαν προτείνομεν ὡς ἀναγκαιοῦσαν εἰς τὴν τακτικὴν ὑπηρεσίαν ἐν ὁμαλαῖς περιστάσεσιν, ὅτι ἡ δύναμις αὕτη εἶναι ἀρκοῦσα, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸ ἔθνος οὔτε μὲ περισσότερα ἔξοδα, οὔτε μὲ περισσοτέρας θυσίας ἀνθρώπων.
§40ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν, παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, νὰ μοὶ δώσητε νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἐὰν ἡ ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ὑπάρχουσα φράσις «δι’ ἐθελουσίας κατατάξεως» συνεπάγεται τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ αὐτὰ δικαιώματα τῆς φράσεως, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν νόμον τῶν στρατευσίμων, ὅστις λέγει, ὅτι «ἡ συμπλήρωσις τοῦ στρατοῦ ἐνεργεῖται ἐξ ἀπογραφῆς ἢ ἐξ ἐθελουσίας κατατάξεως»· ἡ ἐθελουσία κατάταξις δὲν ἀπαγορεύεται, ὡς βλέπετε, κατὰ τοὺς κειμένους νόμους, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην τῆς φράσεως αὐτῆς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ. Ἐὰν ὅμως πρόκειται νὰ ἐγκατασταθῶσιν σώματα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχωσι διαφορετικὰ δικαιώματα τοῦ λοιποῦ στρατοῦ, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξηγηθῇ ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐπ’ αὐτῆς τῆς περιστάσεως θὰ ζητήσω τὸν λόγον.
§41ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Δὲν ἐννοοῦμεν τὰ σώματα αὐτὰ νὰ ἔχουν κανὲν δικαίωμα, οὔτε κανὲν πλεονέκτημα ἄλλο, παρὰ ὅ,τι ἐν γένει ὁ στρατός.
§42Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. ....... (θόρυβος).
§43ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς στρατιωτικῶν). Αὐτὴ ἡ ἐρώτησις εἶναι λίαν περίεργος ἐκ μέρους ἑνὸς τῶν νοημονεστέρων στρατιωτικῶν· ἂν θέλῃ νὰ προΐδῃ ὁ νόμος τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐννοοῦμεν, ἀπόκειται εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς Κυβερνήσεως· ἡ ὀργάνωσις τοῦ στρατοῦ δὲν εἶναι ἀντικείμενον νόμου· δύναται λοιπὸν νὰ ᾖναι ἐντὸς τῶν 10 ταγμάτων καὶ δύνανται νὰ σχηματισθῶσι 4 καὶ 10 ἄλλα.
§44Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, ὅτι εἶχον δίκαιον νὰ τὴν κάμω· ὁ νόμος περὶ ἀπογραφῆς τοῦ 1837 προσδιώρισε ῥητῶς καὶ εἶπεν, ὅτι αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ συμπληροῦνται δι’ ἀπογραφῆς καὶ ἐξ ἐθελοντῶν, ὑπήγαγε δὲ τοὺς ἐθελοντὰς ἐκείνους εἰς τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ νόμου· καὶ βεβαίως δὲν ἤθελον ἐννοήσει διόλου τὴν ἀπαίτησιν αὐτὴν, ὑπάρχοντος ἑνὸς νόμου, νὰ μὴ ἐμπεριέχεται εἰς τὸ νομοσχέδιον μία φράσις, ἡ ὁποία μὲ ἔκαμε νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι πέραν τοῦ νόμου ἐκείνου ζητοῦν κἄτι τι ἐκ τῆς ἀνάγκης. Λοιπὸν μέχρι τοῦδε ὑπῆρχον κληροῦχοι καὶ ἐθελονταὶ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἀπογραφῆς νόμου, νῦν δὲ ζητοῦνται κληροῦχοι καὶ ἐθελονταὶ ὑπαγόμενοι εἰς τὸν νόμον ἐκεῖνον. Λοιπὸν σήμερον ὑπάρχει ὅ,τι καὶ προτήτερα, καὶ ἐθελονταὶ καὶ κληροῦχοι· σχηματίζουν βέβαια ὄχι σώματα χωριστὰ, ἀλλὰ τὰ αὐτὰ, Κ. ὑπουργὲ τῶν στρατιωτικῶν, διότι ἔλαβον ἀφορμὴν ἀπὸ τὸν λόγον τοῦ Κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις εἶπε, καὶ ἐγὼ ἐνόησα τί εἶπε, τὸ εἶπεν ὡς παράδειγμα καὶ ὄχι τύπον. Ἐθελονταὶ ὑπῆρχον τὰ λακωνικὰ τάγματα, καὶ ἦσαν ἄριστα. Ἤθελον νὰ μάθω λοιπὸν σήμερον, τύπος θὰ ᾖναι ταῦτα ἢ παράδειγμα. Ἔκαμα λοιπὸν μίαν ἐρώτησιν, ἥτις περιέχει μίαν οὐσιαστικωτάτην ἔννοιαν. Οὐδὲν λοιπὸν ἔκαμα εἰμὴ νὰ ἑρμηνεύσω τὴν διάνοιαν τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ὑπόληψις, τὴν ὁποίαν ἔχω καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ ἰδίως εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, εἶναι ἀνωτέρα παντὸς λόγου· καὶ οὐδὲ κἂν δύναται νὰ εἰσχωρήσῃ ἡ ἐλαχίστη ὑπόνοια εἰς τὴν διάνοιάν μου περὶ τῆς χρήσεως, τὴν ὁποίαν θέλει κάμει· ἀλλὰ τοῦτο δὲν μ’ ἐμποδίζει παντάπασι νὰ ἔλθω εἰς βοήθειαν τῆς ὑπολήψεως τῆς κυβερνήσεως, τουτέστι νὰ φέρω μίαν γνώμην, ἥτις θὰ ἐπιτύχῃ περισσότερον τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ κυβέρνησις· καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἤθελα παντάπασι νὰ ἀναβῶ εἰς τὸ βῆμα, καὶ συνεννοήθην ἰδιαιτέρως καὶ μετὰ τοῦ ἀξιοτίμου προέδρου τῆς κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν καὶ ἐμείναμεν σύμφωνοι, καὶ εἶπον, ὅτι οἱ ἐθελονταὶ πρέπει νὰ ᾖναι τῆς Ἑλλάδος πολῖται ἐγκατεστημένοι πρὸ δύω ἐτῶν. Καὶ δὲν νομίζω δίκαιον νὰ ἀμφιβάλλῃ ἡ Βουλὴ περὶ τῆς ὠφελείας αὑτῆς τῆς διατάξεως, δὲν νομίζω δὲ καὶ ἀναγκαῖον νὰ προκαλέσωμεν συζήτησιν διὰ νὰ ἀποδείξωμεν τὴν δύναμιν τοῦ ἰσχυρισμοῦ μας, τὴν ὁποίαν ἐπορίσθημεν ἀπὸ μακρὰν καὶ πικρὰν πεῖραν ὑπηρεσίας εἴκοσι χρόνων εἰς τὸν στρατόν. Ἰδοὺ λοιπὸν τί ἠθέλησα νὰ ζητήσω σήμερον, πρῶτον ἐὰν τὸ παράδειγμα τοῦ κυρίου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως ἦτο παράδειγμα ἢ τύπος μέλλοντος σχηματισμοῦ τοῦ στρατοῦ, ἠθέλησα προσέτι νὰ προφυλάξω τὸν στρατὸν ἀπὸ ἐθελοντὰς ποιότητος, τὴν ὁποίαν κρίνουν οἱ κύριοι ὑπουργοί. Ἐὰν τώρα ἡ κυβέρνησις θέλῃ νὰ σχηματίσῃ τάγματα ἐκ μόνων ἐθελοντῶν ἢ ἐξ ἐθελοντῶν καὶ κληρούχων, τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν διαμφισβητεῖται· ἐὰν ὅμως πράξητε τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, αὐτὸ μένει εἰς τὴν φρόνησίν σας, εἰς τὰς περιστάσεις, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν εὐθύνην σας.
§45ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λοιπὸν τὸ μὴ ὑπαγόμενοι νὰ ἀπαλειφθῇ.
§46Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὡς πρὸς αὐτὸ νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ φωτισθῇ ὀλίγον· ὁ νόμος περὶ ἀπογραφῆς ἔθετεν ὅρους τινὰς, μεταξὺ τῶν ὁποίων εἶναι καὶ ἡ ἡλικία· ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην πέραν τῶν εἴκοσι τεσσάρων χρόνων· λοιπὸν ἐὰν θέσῃ τὸν ὅρον μὴ ὑπαγόμενοι ἡ κυβέρνησις θὰ καταβῇ κάτω διότι ὁ νόμος ἔγεινεν ἀπὸ τὰ 1837. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἡ κυβέρνησις θέλῃ νὰ στρατολογήσῃ 30 καὶ 40 χρόνων ἀνθρώπους, δὲν ἠμπορεῖ, ἑπομένως καλὸν εἶναι καὶ δίκαιον νὰ ὑπάγῃ ἐμπρὸς, καὶ εἰς αὐτὸ ἐγὼ δὲν βλέπω κανὲν κακὸν, εἶναι μία εὐκολία. Ἄλλος ἦτο ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ἐξηγήθην, καὶ διὰ τοῦτο λέγω εἰς τὸ νομοσχέδιον νὰ θέσουν οἱ ὑπουργοὶ μίαν τροπολογίαν ἡ ὁποία νὰ μᾶς ἀσφαλίσῃ ἐπὶ τοῦ ποιοῦ τῶν ἀνθρώπων· εἶπεν ὁ κύριος πρόεδρος νὰ ἦναι πολῖται Ἕλληνες ἐγκατεστημένοι πρὸ δύω ἐτῶν καὶ ἤμεθα σύμφωνοι· νομίζω ὅμως ὅτι ἠμπορούσαμεν νὰ τὸ προσθέσωμεν.
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι περιττὸν, διότι διὰ νὰ ἦναι πολίτης, λέγει ὁ νόμος, ὅτι πρέπει νὰ ἦναι ἢ ἰθαγενὴς ἢ ἐγκατεστημένος πρὸ δύω ἐτῶν.
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πολὺ καλά· νὰ τεθῇ λοιπὸν μόνον τὸ πολῖται ἕλληνες.
§49ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον τὸ μὴ ὑπαγόμενοι εἶναι εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸ τέλος τοῦ δευτέρου ἄρθρου.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι εἰς ἀντίφασιν.
§51ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐὰν καλῶς ἐνόησαν, οἱ ἐθελονταὶ δὲν λείπουν ἀπὸ πᾶσαν τάξιν ἡλικίας καὶ ἀπὸ πολίτας ἕλληνας· ἀλλὰ, ἐὰν δὲν φθάσῃ ὁ ἀριθμὸς οὗτος, τότε θὰ πάρῃς καὶ πάρα κάτω· λοιπὸν αὐτὸ δὲν ὑπάγεται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἀπογραφῆς νόμου.
§52ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς Στρατιωτικῶν). Νομίζω, κύριε Βουλευτὰ, ὅτι συγχέετε τὰς δύω χιλιάδας κληρούχους μὲ τοὺς ἐθελοντάς· ἡ μία παράγραφος ὁμιλεῖ περὶ κληρούχων, ἡ δὲ ἄλλη περὶ ἐθελοντῶν· 4½ χιλιάδες εἶναι κληροῦχοι καὶ θέλουσι καταταχθῆ εἰς τὸν στρατὸν, οἱ δὲ ἄλλοι θέλουσι μένει διὰ νὰ πληρώσουν τὰ κενὰ τῶν ἐθελοντῶν· τὸ δὲ τῶν ἐθελοντῶν λέγει, ὅτι θέλουσι συμπληρωθῆ ἐκ τῶν μὴ ὑπαγομένων.
§53ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οἱ ἐθελονταὶ νὰ ἦναι ἐκτὸς τῶν ἐγγεγραμμένων εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς καταλόγους.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.
§55ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐζήτησα, κύριοι, τὴν ἑρμηνείαν πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ὀφείλω νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀπάντησίς του δὲν μὲ εὐηρέστησε καθ’ ὅλα, διότι μὲ ἄφησεν εἰς τὴν αὐτὴν ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον πρὶν τὸν ἐπερωτήσω. Τὸ νομοσχέδιον, κύριοι, παρατηρήσατε, ὅτι ἔχει εἰδικὴν φράσιν περὶ κατατάξεως καὶ ἐθελοντῶν ἐν τῷ στρατῷ· φρονῶ, κύριοι, καὶ κατὰ μείζονα λόγον ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς, ὅτι ἡ ἐθελουσία κατάταξις σήμερον μὲ τὰς ὑποχρεώσεις καὶ μὲ τὰ δικαιώματα τῶν στρατευσίμων ἐκ πείρας ἀπεδείχθη, ἂν ὄχι ἀδύνατος, ἀλλὰ πολὺ πλέον δύσκολος, καὶ ἐὰν πράγματι ἡ κυβέρνησις ἔχῃ ῥητὴν ἀπόφασιν νὰ κανονίσῃ τὴν κανονικὴν δύναμιν ἐν τῷ στρατῷ εἰς τὸν ἀριθμὸν 14,000, σᾶς ἐγγυῶμαι, ὅτι διὰ τῆς κατατάξεως ἐθελοντῶν δὲν θέλει τὸ κατορθώσει. Ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν, κύριοι, δυστυχῶς ἐγκατέλειψαν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ οἱ ἐθελονταὶ καὶ δὲν εἶναι παράξενον τοῦτο, διότι καὶ ὁ τόπος ἔχει ἀνάγκην βραχιόνων καὶ ἡ ἐθελουσία κατάταξις δυστυχῶς δὲν ἐξετιμήθη. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καὶ ἄλλοτε διατελέσας ὡς τοιοῦτος γνωρίζει κάλλιον παντὸς ἄλλου, ὅτι πρὸς συμπλήρωσιν τῶν χηρευουσῶν θέσεων ἐν τῇ χωροφυλακῇ δὲν εὑρέθησαν ἐθελονταὶ νὰ πληρωθοῦν τὰ κενὰ, καὶ εἶναι σῶμα κατ’ ἐξαίρεσιν προνομιοῦχον, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα τότε ὁ αὐτὸς κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διέταξε τὴν συμπλήρωσιν τῶν κενῶν τῆς χωροφυλακῆς διὰ μεταθέσεως τακτικῶν στρατιωτῶν καὶ σήμερον, κύριοι, φρονεῖ σπουδαίως ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δύναται διὰ τῆς κατατάξεως ἐθελοντῶν νὰ πληρώσῃ τὰ κενὰ καὶ νὰ φέρῃ τὸν ἀριθμὸν τῆς δυνάμεως εἰς 14,000 ἄνδρας; καὶ ποῖα πλεονεκτήματα παρουσιάζει εἰς τὸν πολίτην ἕλληνα σήμερον ὁ τακτικὸς στρατὸς, ὅπως ἔχει, ἵνα ἐγκαταλείψῃ τὴν ἑστίαν του, ν’ ἀφήσῃ τὰς μικράς του ἐπιχειρήσεις καὶ νὰ καταταχθῇ μετ’ ἐλαχίστου ποσοῦ; δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν δι’ ἐθελουσίου κατατάξεως νὰ συμπληρωθοῦν τὰ κενὰ, καὶ καθὼς εἶπον εἰς ἑρμηνείαν τινὰ, τὴν ὁποίαν ἐζήτησα ἀπὸ τὸν κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν, μήπως ἀπηγορεύετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διατάξῃ τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς νὰ ἐπιδώσουν ἐγκυκλίους, νὰ προτρέψουν τινὰς τῶν κατοίκων ἀνεξαρτήτως τῆς ὑποχρεώσεως τὰ καταταχθοῦν; Μήπως ὁ περὶ στρατευσίμων νόμος ἀποκρούει τὸ δικαίωμα τῆς κατατάξεως; Τὸ ὑποπτεύομαι, κύριοι, καὶ τὴν ὑποψίαν μου ταύτην ἐν μέρει ὑπέθαλψεν ἓν παράδειγμα τοῦ κυρίου προέδρου τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν· ὅτι δύνανται οἱ ἐθελονταὶ νὰ ἀπαρτίσουν ἴδια σώματα, εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως, δὲν τὸ φιλονεικεῖ κανεὶς, πρὶν ὅμως ἀντικαταστήσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, ἔχομεν δικαίωμα ἡμεῖς ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ ζητήσωμεν ποίαν χρῆσιν θὰ κάμῃ ἡ Κυβέρνησις. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι οἱ ἐθελονταὶ οἱ καταταχθησόμενοι δὲν θὰ ἔχουν ἴσως τὰ ἴσα δικαιώματα καὶ τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις μὲ τοὺς στρατευσίμους, δὲν εἶναι πολὺ πιθανὸν, κύριοι, οἱ ἐθελονταὶ νὰ ἀπαρτίσουν ἴδια σώματα, νὰ ἔχουν μίαν μηνιαίαν μισθοδοσίαν, νὰ ἔχουν διάφορον τρόπον τοῦ ζῇν, νὰ μὴ δύνανται νὰ φερθοῦν εἰς τὰς πόλεις, ἀλλὰ μόνον εἰς τὰ ὄρη· καὶ τότε, κύριοι, θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἓν ἄλλο σύστημα, τὸ ὁποῖον κατεδικάσθη, εἰς τὸ σύστημα μονίμων σωμάτων πρὸς εἰδικὰς ὑπηρεσίας, τὰ ὁποῖα, κύριοι, δυστυχὴς πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι δὲν ἀνταπεκρίθησαν οὔτε εἰς τὰς θυσίας τοῦ τόπου, οὔτε εἰς τὴν δαπάνην· καὶ ἂν, κύριοι, δὲν ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ὑποψία, σπουδαίως δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις πιστεύει, καὶ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὑποθέτει, ὅτι δύναται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν ὑποχρεώσεων τῶν στρατευσίμων νὰ ἔλθουν 2,000 ἐθελονταὶ εἰς τὸν στρατόν· καὶ δὲν ἔχετε τελευταῖον τὸ παράδειγμα ὅτι εἰς τὴν χωροφυλακὴν, ἡ ὁποία εἶναι σῶμα πολὺ προνομιοῦχον ἀπὸ τὸ πεζικὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὑπὸ τὴν προεδρείαν τοῦ σημερινοῦ προέδρου ἠναγκάσθη ν’ αὐξήσῃ τὴν μισθοδοσίαν της διὰ νὰ συντηρήσῃ αὐτὸ τὸ σῶμα, καὶ σεῖς οἱ ὁποῖοι γνωρίζετε τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος δειψᾷ χειρῶν, νομίζετε, ὅτι θὰ εὕρῃ ἡ Κυβέρνησις 2,000 πολιτῶν ἑλλήνων ἐγκαταστημένων, ἠθικῶν, καλῆς διαγωγῆς, καὶ νὰ τοὺς φέρῃ εἰς τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ; Καὶ ἂν ἔχῃ αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ἡ Κυβέρνησις, μήπως ὁ περὶ στρατευσίμων νόμος τὴν κωλύει; Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ψηφίζοντες αὐτὸν τὸν νόμον θ’ ἀναγκασθῶμεν νὰ συζητήσωμεν, ὅταν ἴσως θὰ ᾖναι ἀργὰ, περὶ αὐθυπάρκτων σωμάτων, περὶ σωμάτων ἐχόντων εἰδικὴν ὑπηρεσίαν καὶ τῶν ὁποίων αἱ ὑπηρεσίαι δὲν ἀνταπεκρίθησαν, ὡς σᾶς εἶπον προηγουμένως, οὔτε εἰς τὰς θυσίας τοῦ τόπου, οὔτε εἰς τοὺς μεγάλους φόρους του. Λοιπὸν ἐπιθυμῶ καὶ δι’ αὐτὸ ἐπηρώτησα τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν νὰ μᾶς εἴπουν εἰλικρινῶς ἀπὸ τοῦδε, καὶ καθὼς εἶπεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς, Κ. Πετιμεζᾶς χωρὶς νὰ φειλονικήσῃ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ διαθέσῃ τοὺς στρατιώτας κατὰ σώματα ἢ καθ’ ὅπλα, ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ γνωρίζῃ ἐκ τῶν προτέρων μήπως ψηφίζοντες αὐτὸν τὸν νόμον καταστήσωμεν νέα σώματα, τὰ ὁποῖα εἴτε ὁροφυλακὴν, εἴτε χωροφυλακὴν τὰ ὀνομάσετε, εἴτε διὰ μηνιαίων μισθῶν τὰ τροφοδοτήσετε, θὰ ᾖναι σώματα ὁποῖα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διὰ τὴν ὑπηρεσίαν των διελύσατε ἄλλοτε, καὶ δὲν γνωρίζω, κύριοι, ποίας ἀφορμὰς δύναται νὰ ἔχῃ ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις, ἐὰν αἱ ὑποψίαι μου ᾖναι ἀληθεῖς, νὰ προπαρασκευάσῃ τοιαῦτα μέτρα, ἀφοῦ ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν ὁ ἐν γένει στρατὸς τῆς Ἑλλάδος ἀνέλαβεν ὅλα τὰ καθήκοντα τῆς κοινωνίας καὶ τὰ ἐξεπλήρωσεν ἐφ’ ὅσον ἦτο δυνατὸν πολὺ ἐπιτυχέστερον παρ’ ὅλα τὰ προηγούμενα ἄλλα σώματα. Νομίζω λοιπὸν καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ὁμολογήσῃ, διότι ἄλλως θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰς τὸν ὁποῖον θέλομεν ἰδεῖ ποῦ οἱ ἐθελονταὶ θὰ ἀπαρτίζωσι μέρος, ἐὰν θὰ σχηματίσωσι νέον σῶμα καὶ κατὰ συνέπειαν θὰ ζητηθῇ νέα πίστωσις· πρὶν λοιπὸν συζητήσωμεν τότε, ὅτε ἡ Κυβέρνησις δικαίως θὰ σᾶς εἴπῃ ὅτι σφετερίζεσθε τῆς δικαιοδοσίας της ὅταν θὰ εἰσέλθετε εἰς τὸ ὀργανικὸν μέρος τοῦ στρατοῦ, νομίζω ἀπὸ τοῦδε, ὅταν πρόκηται νὰ συζητήσωμεν τὸν νόμον τῆς στρατολογίας νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, χωρὶς ποσῶς νὰ τῆς περιορίσωμεν τὰ μέτρα της, ὥστε ὅλοι οἱ στρατεύσιμοι καὶ ὅλοι οἱ ἑκουσίως καταταχθησόμενοι νὰ ἔχουν τὰς αὐτὰς ὑποχρεώσεις καὶ τὰ αὐτὰ δικαιώματα. Πιστεύω δὲ, κύριοι, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἰς τὸν νόμον αὐτὸν δὲν ἠνόει ἄλλους ἐθελοντὰς ἴσως πλέον τῆς ἡλικίας τῶν 24 ἐτῶν, οἱ ὁποῖοι ναὶ μὲν νὰ ὑπάγωνται εἰς τὴν στρατιωτικὴν νομοθεσίαν, νὰ διάγουν ὅμως βίον κατά τι ἀλλοῖον τοῦ βίου, τὸν ὁποῖον ὁ λοιπὸς στρατὸς διάγει· δι’ αὐτὸ, κύριοι, ἤθελον παρακαλέσει τὴν κυβέρνησιν καὶ ἰδίως τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸν νὰ καθαρίσῃ τὰς ἰδέας του ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν πραγματικῶς πιστεύῃ, ὅτι δύνανται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν αὐτῶν ὑποχρεώσεων καὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λοιποῦ στρατοῦ νὰ καταταχθῶσι κατὰ τὸ 1867 δύω χιλιάδας ἐθελοντῶν· ἐὰν ὅμως φρονῇ, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ τοιούτους, ἀλλ’ ὅταν τοὺς σχηματίσῃ ἴδιον σῶμα, ὅταν τοὺς δώσῃ εἰδικὴν ὑπηρεσίαν, ὅταν τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὰ βάρη τῆς καθεκάστην ὑπηρεσίας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ὅταν τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸ δυσβάστακτον φορτίον τῆς ἀτομικῆς πιέσεως, ἡ ὁποία ἐξασκεῖται ἀπὸ τοὺς στρατιωτικοὺς νόμους καὶ κανονισμοὺς ἐπὶ τοῦ λοιποῦ πειθαρχικοῦ στρατοῦ, τότε μάλιστα συνομολογῶ, ὅτι δύναται νὰ εὕρῃ καὶ 2000 καὶ 4000 καὶ ὅσους θέλει· ἀλλὰ, κύριοι, εἶναι συμφέρον νὰ ἱδρύσωμεν νέα σώματα ἐκτὸς τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ μὲ ἀλλοῖον ὀργανισμὸν, μὲ ἀλλοίαν μισθοδοσίαν, μὲ ἄλλον τρόπον τοῦ βίου; Αὐτὸ, κύριοι, ὤφειλον νὰ τὸ θέσω ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, καὶ κατὰ συνέπειαν συμπεραίνων λέγω, ὅτι ἐπιθυμῶ τὴν κυβέρνησιν νὰ ἐξηγηθῇ σαφῶς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, διότι, εἰ μὲν πρόκειται νὰ ὑπαγάγῃ τοὺς ἐθελοντὰς εἰς τὰς διατάξεις ἐν γένει τῆς κατατάξεως τῶν ἐθελοντῶν περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ὁ περὶ στρατευσίμων νόμος, εἶναι συμφέρον, συμφερώτατον· ἐὰν ὅμως πρόκηται διὰ τῆς ἐθελουσίας κατατάξεως τῶν ἐθελοντῶν νὰ σχηματισθοῦν ἴδια σώματα, τὰ ὁποῖα νὰ χρησιμεύουν πρὸς καταδίωξιν τῆς ληστείας, καὶ νὰ φρουροῦν διαρκῶς εἰς τὴν ὁροθετικὴν γραμμὴν, εἶμαι διαῤῥήδην ἐναντίος διὰ τοὺς λόγους τοὺς ὁποίους, ὅταν πληροφορηθῶ περὶ τούτου, θέλω ἐκθέσει εἰς τὴν Βουλήν.
§56ΒΟΤΣΑΡΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Ὁ ἔντιμος κύριος πρωθυπουργὸς σᾶς εἶπε πῶς ἐπήγασεν ἡ ἰδέα τῶν ἐθελοντῶν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· κατ’ ἀρχὰς ἐνυπῆρχεν ὁ ἀριθμὸς τῶν 4500 κληρούχων πρὸς συμπλήρωσιν τῶν τάξεων τοῦ στρατοῦ· μόνη δὲ ἡ ἰδέα ὅτι ὁ ἀριθμὸς οὗτος ὡς τακτικὸς ἀριθμὸς θὰ ἐπιβαρύνῃ τὰς τάξεις τὰς γεωργικὰς τῆς κοινωνίας μας ἐπέφερε τὴν διαίρεσιν ταύτην· δὲν ὑπῆρχε λοιπὸν ποσῶς ἐν ἀρχῇ ἄλλη τις ἰδέα περὶ ὀργανισμοῦ ταγμάτων, ἀλλ’ οὔτε περὶ ἀλλοίου προορισμοῦ αὐτῆς τῆς δυνάμεως τῶν ἐθελοντῶν, καὶ ἑπομένως, ἐπειδὴ ἐθεωρήθη συμφερώτερον ν’ ἀποτανθῶμεν εἰς τὴν ἐθελουσίαν κατάταξιν παρὰ εἰς τὴν κλήρωσιν προσετέθη αὐτὸ τὸ ἄρθρον δυνητικῶς πάντοτε, ὥστε ἐὰν δὲν ἤθελον συμπληρωθῆ αἱ τάξεις τοῦ στρατοῦ διὰ τῶν ἐθελουσίων κατατάξεων, νὰ ἔρχωνται οἱ κληροῦχοι, οἵτινες ἐκ προοιμίων ἤθελον κληρωθῆ· καὶ αὐτὸ δεικνύει ὅτι καὶ ἡμεῖς, ἔντιμε κύριε βουλευτὰ, ἀμφιβάλλομεν, ἐὰν κατορθωθῇ ἡ συμπλήρωσις, καὶ διὰ τοῦτο εἴπομεν, ὅτι ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει αὐτὸ τῶν ἐθελοντῶν, νὰ ἔχωμεν τοὺς κληρούχους. Ἀρχικῶς λοιπὸν οὐδεμία ἐκ προοιμίων ὑπάρχει ἰδέα, εἴτε ἀπόφασις οὔτε ἐν τῇ διανοίᾳ τῆς κυβερνήσεως, οὔτε ἐν τῇ διανοίᾳ ἐμοῦ ὡς ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν πῶς θέλομεν μεταχειρισθῆ τὴν δύναμιν ταύτην· εἶπον ὅμως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὴν αὔξησιν ταύτην τὴν ἐθεώρουν ἀναπόφευκτον, διότι ἐπιθυμῶ ν’ ἀναθέσω εἰς αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ στρατοῦ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας καὶ τὴν φύλαξιν τῶν ὁρίων διὰ ν’ ἀποσύρω τὸν στρατὸν ἐκεῖθεν, ἵνα τακτοποιηθῇ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ ἔμβῃ ἐντὸς τοῦ νόμου, οὔτε νὰ σᾶς εἴπω ἀπὸ τοῦδε ποία εἶναι ἡ ἐν γένει ἰδέα μου. Ὅταν ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ κλήρωσις, τότε ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητος θὰ γείνῃ σκέψις πῶς θὰ γείνῃ χρῆσις αὐτῆς τῆς δυνάμεως, εἴτε πρὸς συμπλήρωσιν τῶν ἤδη ὑπαρχόντων ταγμάτων, εἴτε διὰ σχηματισμὸν σωμάτων εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἀνατεθῇ ἄλλη τις ὑπηρεσία· τοῦτο δὲ τὸ τελευταῖον παρατηρῶ· ὅτι ἐγείρει ὄχι ὑπονοίας· ἀλλ’ ἀνησυχίαν τινὰ, διότι ὑποτίθεται ἐκ μέρους ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀμφιβάλλουν, ὅτι ὑπάρχει ὁ σκοπὸς νὰ σχηματισθῇ ἐκ νέου ἡ ἄλλοτε ὁροφυλακή. Ἐὰν διὰ τούτου ἐννοῶμεν τὸ νὰ σχηματισθοῦν τὰ ἀρχαῖα τάγματα τῆς ὁροφυλακῆς μόνον, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν ἀνδρῶν διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, δὲν τὸ ἀποκρούω, καὶ εὑρίσκω, ὅτι εἶναι πολὺ καλὴ τοιαύτη κατάταξις, ἀλλὰ, καθόσον ἀφορᾷ τὴν τακτικὴν αὐτοῦ, λέγω ἀπὸ τοῦδε ὅτι ἀντίκειται κατάντικρυς εἰς τὰς ἰδέας μου· δὲν ἐννοῶ σήμερον, ὑπάρχοντος ἀποκλειστικῶς τακτικοῦ στρατοῦ, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ἓν σύστημα σωμάτων ἀτάκτων, ὡς ἦσαν ἄλλοτε· πάντοτε ἐννοῶ, ὅτι ὄχι μόνον θέλουν ἐφαρμόζεσθαι οἱ νόμοι εἰς αὐτὰ, αἱ ὑποχρεώσεις αἱ στρατιωτικαὶ, ἡ πειθαρχία ἡ στρατιωτικὴ ἡ ἱεραρχία ἡ στρατιωτικὴ, ἀλλὰ καὶ πᾶν ὅ,τι ἀποτελεῖ τὴν βάσιν τῶν τακτικῶν στρατῶν, δηλ. ἐκτὸς ὅλων αὐτῶν τὸ ὁμοιόμορφον τοῦ ὁπλισμοῦ, τοῦ ἱματισμοῦ τῶν ἀσκήσεων, τὸ ὁποῖον πάλιν δὲν θὰ εἴπῃ, ὅταν ἔχουν σώματά τινα εἰδικὴν ἀποστολὴν ὅτι πρέπει χωρὶς ἄλλο καὶ ἐν μέσῳ τῶν βαράθρων ὅπου θὰ κυνηγοῦν τοὺς λῃστὰς νὰ κάμουν ἀσκήσεις· ἐνδεχόμενον εἶναι ἡ πεῖρα, ἡ ἀνάγκη νὰ ἐμπνεύσῃ ἕνα τοιοῦτον ὀργανισμὸν, ἡ ὑπηρεσία ὅμως θὰ ᾖναι πάντοτε τακτική. Λέγω λοιπὸν, ὅτι πρὸς τὸ παρὸν οὔτε ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς, οὔτε ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἰδέαν τινὰ ἐσχηματισμένην· ἡ ἐπιθυμία ἡμῶν εἶναι νὰ συμπληρώσωμεν τὰς τάξεις τοῦ στρατοῦ. Ἐζητήσαμεν τοὺς ἐθελοντὰς, ὄχι, διότι εἴχομεν κατὰ διάνοιαν νὰ σχηματίσωμεν ἄλλα σώματα, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον διὰ ν’ ἀπαλλάξωμεν τὴν γεωργικὴν τάξιν ἀπὸ τὴν ὑποχρέωσιν τῆς κληρώσεως. Ἀμφιβάλλομεν, σᾶς εἶπον, πολὺ, ἐὰν θὰ ἐπιτύχωμεν αὐτοὺς τοὺς ἐθελοντὰς διότι δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν προνόμια· διὰ τοῦτο θὰ μείνουν οἱ 200 κληροῦχοι διὰ νὰ ἀναπληρώσουν τὰ τυχὸν ἐλλείποντα ἐκ τῶν ἐθελοντῶν καὶ τότε θὰ γείνῃ σκέψις ἐντὸς τῆς εὐθύνης μας νὰ διοργανώσωμεν τὸν στρατὸν ὅπως νομίζομεν, ὅτι εἶναι συντελεστικώτερον διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τῆς ἐπικρατείας· καὶ οὐδεὶς νομίζω δύναται νὰ θέσῃ ἀπὸ τοῦδε εἰς συζήτησιν καὶ διαφιλονείκησιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἢ δὲν ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ οὕτως ἢ οὕτως τὴν ὑπηρεσίαν, τα γυμνάσια, τὴν ἐκπαίδευσιν ἑνὸς σώματος· αὐτὸ γίνεται καθ’ ἑκάστην κατὰ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἡ κυβέρνησις ἔχει, καὶ, νομίζω, οὐδεὶς, οὔτε ἐκ τῶν προλαλησάντων ἐντίμων στρατιωτικῶν ἐννοεῖ νὰ ἔχῃ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, διότι ἄλλως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ὑπηρεσία, ἐὰν ἐντὸς τῶν νόμων ἔπρεπε νὰ κανονισθοῦν ὅλα τὰ ὀργανικὰ διατάγματα. Ἐὰν ἀπαιτῆτε καὶ ἄλλας ἐξηγήσεις, παρακαλῶ νὰ τὰς εἰπῆτε διὰ νὰ μὴ ἀναβαίνω καὶ πάλιν τὸ βῆμα.
§57ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Κύριε ὑπουργὲ, εἴπατε, ὅτι διὰ τῆς κληρώσεως θέλομεν ἐπιβαρύνει μόνον τὴν γεωργικὴν τάξιν.
§58ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Ὅλας.
§59ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ βʹ. ἄρθρου τοῦ Συντάγματος οὐδεὶς ἐξαιρεῖται.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§62ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ κατ’ ἐμὲ, κύριοι, ὀφείλω ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν Κύριον ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸν, ὅτι καμμία διάνοια ἢ ὑποψία, καθὼς ἐνόμιζε, διῆλθεν ἀπὸ τὴν φαντασίαν μου, καθότι, ἐὰν ἤθελον ὑποθέσει ἄλλο τι παρ’ ὅ,τι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐξήγησε, πρέπει νὰ ᾖναι βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελον διστάσει ἀμέσως νὰ παλαίσω κατὰ τῆς ἰδέας, τὴν ὁποίαν ἐν τῇ πεποιθήσει μου κατεδίκαζον. Τὸ δικαίωμα τοῦ ὀργανίζειν τὸν στρατὸν ἐξήγησα ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Σύνοδον εἰς πολὺ ἐκτεταμένην κλίμακα, ἑπομένως οὐχὶ μόνον δύναται ἡ κυβέρνησις νὰ σχηματίζῃ ὅπως δήποτε θέλει τὸν στρατὸν ἀναλόγως τοῦ σκοποῦ εἰς τὸν ὁποῖον προτίθεται νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὸν, ἀλλὰ καὶ τὴν διδασκαλίαν καὶ τὴν ἐνδυμασίαν, πολλάκις καὶ τὸν ὁπλισμὸν δύναται νὰ τροποποιήσῃ. Τοιαῦτα παραδείγματα ἠδυνάμην νὰ σᾶς φέρω ἄπειρα ἐξ αὐτοῦ τοῦ Εὐρωπαϊκοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι μάταιον νὰ ἐπασχοληθῶ εἰς ζητήματα πολὺ γνωστὰ, ἠθέλησα μόνον, κύριοι, διὰ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, νὰ μάθω, ἐὰν ὁ στρατὸς ἤθελε πάθει κατὰ τὴν ἑνότητά του, ἠθέλησα νὰ μάθω μόνον, ἐὰν ἡ κυβέρνησις διενοεῖτο νὰ θέσῃ ὅρια μεταξὺ σωμάτων καὶ σωμάτων· τοῦτο οὐδὲ τότε δὲν τὸ ὑπώπτευσα, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἄλλοι τινὲς τὸ ὑπώπτευσαν, διὰ τοῦτο ἠρώτησα τὸν κύριον πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως τοῦ ὁποίου ἡ ἀπάντησις, καθὼς καὶ ἐκείνη τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀφῄρεσε πᾶσαν ὑποψίαν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἑπομένως δύναμαι νὰ ὁμολογήσω, τοὐλάχιστον ὅσον ἀποβλέπει ἐμὲ, ὅτι καμμίαν ὑπόνοιαν δὲν ἔχω ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ, τὸν ὁποῖον θὰ κάμῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ὁ ὀργανισμὸς θέλει βασίζεται εἰς τοὺς θεμελιώδεις νόμους τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας καὶ τῆς στρατιωτικῆς τάξεως, εὔχομαι μάλιστα νὰ ἐκλεχθῶσι σώματα κατάλληλα διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας, εὔχομαι νὰ ἐπιτύχουν τὸν προορισμόν των καὶ ἤθελον χειροκροτήσει πρῶτος τὴν ἐπιτυχίαν αὐτήν· οὐχ ἧττον ὅμως ἤθελον παραλείψει ἓν καθῆκον εἰς ἐμαυτὸν, ἐὰν πρὶν καταβῶ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἤθελον παρατηρήσει ἀκόμη μίαν φορὰν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐν τῇ συνέσει αὐτῆς ὀφείλει νὰ μελετήσῃ καὶ εὕρῃ τὸν καταλληλότερον τρόπον· ἡ ἀνάμιξις τῶν τάξεων τῶν στρατολογικῶν ὅθεν καὶ αὕτη ἔρχεται, εἴτε ἐξ ἐθελοντῶν, εἴτε ἐκ κληρούχων, διότι, κύριοι, πολλάκις τὰ σώματα τὰ ἐκπηγάζοντα ἀπὸ μίαν κλάσιν στρατολογικὴν σχηματίζουν πνεῦμα πάντῃ διάφορον τῶν σωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐκπηγάζουν ἀπὸ ἄλλην κλάσιν ἐπιθυμῶ νὰ ἔχωσιν ἓν πνεῦμα, τὸ πνεῦμα τοῦτο ἂς ὑπάρξῃ εἰς τὸν νέον ὀργανισμὸν τοῦ στρατοῦ. Δὲν φιλονεικῶ παντάπασι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ σχηματίσῃ καὶ ἐξ ἐθελοντῶν σώματα ὅλως διόλου ἴδια, εὔχομαι ὅμως τοῦτο νὰ μὴ γίνῃ, εὔχομαι ν’ ἀναμιχθῶσιν οἵ τε ἐθελονταὶ καὶ οἱ κληροῦχοι. Παραδείγματα, κύριοι, δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω, μολονότι ἡ ἰδία ἡ πατρὶς ἡμῶν προσφέρει πικρὰ παραδείγματα, καὶ ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω ἄπειρα καὶ ἐκ τῆς παλαιᾶς καὶ ἐκ τῆς νέας ἱστορίας, ἀλλὰ σᾶς λέγω μελετήσατε τὴν πρὸ μικροῦ ἱστορίαν τοῦ τόπου μας καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐξ ἁγνότητος ἔρχομαι νὰ προσφέρω τὴν ἰδέαν μου εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὰς ἐργασίας της πρὸς ἰδίαν αὐτῆς ὠφέλειαν· ἐὰν μὲν ἐκτιμηθῇ ἡ ἰδέα μου, ἐγὼ ἄλλο τίποτε δὲν ἔπραξα, εἰμὴ τὸ χρέος μου, ἐὰν ὅμως δὲν ἐκτιμηθῇ, τότε ἡ Κυβέρνησις ἂς ἔχῃ τὴν εὐθύνην τῶν καλῶν ἢ κακῶν ἀποτελεσμάτων.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἔλθωμεν, κύριοι, εἰς ἓν τέλος. Ὁ κύριος βουλευτὴς Κέας ἐπιμένει εἰς τὴν τροπολογίαν του.
§64ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Μάλιστα ἐπιμένω· παρακαλῶ νὰ ψηφισθῇ.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι τρεῖς αἱ διαφοραί, ά. τῆς πληθύος, διότι τὸ νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου λέγει 31, ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Λαζαρέτου λέγει 34. Βʹ. Τὸ μὲν ὑπουργεῖον ζητεῖ διὰ τακτικὴν ὑπηρεσίαν 14, ἡ δὲ τροπολογία 20· γʹ. τὸ περὶ ἐθελοντῶν· θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν πρῶτον τὸ πρῶτον ἐδάφιον τῆς τροπολογίας, ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 1. Ἡ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ 1867 ἔτος εἰς τριάκοντα τέσσαρας χιλιάδας καὶ πεντακοσίους τριάκοντα, ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικούς, μουσικοὺς καὶ στρατιώτας, καὶ διαιρεῖται εἰς τακτικὴν καὶ ἔκτακτον. Οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα εἰς τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου, ἔχει ὡς ἑξῆς· Ἡ δύναμις τοῦ κατὰ γῆν στρατοῦ ὁρίζεται διὰ τὸ 1867 ἔτος εἰς τριάκοντα μίαν χιλιάδας, καὶ τριακοσίους ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικούς, μουσικοὺς καὶ στρατιώτας, καὶ διαιρεῖται εἰς τακτικὴν καὶ ἔκτακτον. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἐδάφιον βʹ. τῆς τροπολογίας ἔχει ὡς ἑξῆς· Ἡ μὲν τακτικὴ θέλει εἶσθαι ἀπὸ εἴκοσι μίαν χιλιάδα πεντακοσίους τριάκοντα, ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικούς, μουσικοὺς καὶ στρατιώτας. Ἡ δὲ ἔκτακτος θέλει εἶσθαι ἐκ δεκατεσσάρων χιλιάδων ἀνδρῶν, ἤτοι ἐκ κληρούχων τριῶν χιλιάδων, ἐκ τῶν καθυστερουμένων τοιούτων ἀπὸ τὰς παρελθούσας κληρώσεις, ἐκ τῶν τακτικῶν ἐφέδρων, καὶ ἐκ τῶν ἐξυπηρετησάντων ὑποχρεωτικὴν θητείαν, μὴ ὑπερβαινόντων κατὰ μέγιστον ὅρον τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, καλουμένων εἰς τὰ ὅπλα ἐν περιπτώσει ἀπολύτου ἀνάγκης τοῦ Κράτους. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Ἐρχόμεθα ἑπομένως εἰς τὸ βʹ. ἐδάφιον τοῦ ά. ἄρθρου τοῦ νομοσχεδίου. Καὶ ἡ μὲν τακτικὴ θέλει εἶσθαι ἐκ δεκατεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων ἀνδρῶν, ἐξ ὧν δισχίλιοι ἐθελονταὶ πολῖται Ἕλληνες μὴ ὑπαγόμενοι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ περὶ ἀπογραφῆς νόμου. Ἡ δὲ ἔκτακτος θέλει εἶσθαι ἐκ δεκαεπτά χιλιάδων ἀνδρῶν, ἤτοι ἐκ κληρούχων μέχρι δισχιλίων πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ μονίμου στρατοῦ τῆς γραμμῆς, ἐκ τῶν τακτικῶν ἐφέδρων, ἐξ ἐθελοντῶν, καὶ ἐν ἐλλείψει τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ τοιούτων, ἐξ ἁπάντων τῶν ἐξυπηρετησάντων τῶν μὴ ὑπερβαινόντων τὸ τεσσαρακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας των, καλουμένων εἰς τὰ ὅπλα πρῶτον τῶν τῆς μικροτέρας ἡλικίας. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. Μετὰ ταῦτα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἄνευ ἀντιῤῥήσεως τὸ βʹ. καὶ γʹ. ἄρθρον δι’ εἰδικῆς ἀναστάσεως ἐφ’ ἑκάστου ἔχοντα ὡς ἑξῆς. Ἄρθρ. 2. Ἡ στρατολογία προσδιορίζεται διὰ τὸ 1867 ἔτος εἰς τέσσαρας χιλιάδας πεντακοσίους ἄνδρας, ἤτοι 2,500 διὰ τὴν τακτικὴν δύναμιν καὶ 2,000 διὰ τὴν ἔκτακτον. Οἱ κληροῦχοι διανεμηθήσονται κατ’ ἀναλογίαν τοῦ ἀριθμοῦ τῶν δημοτῶν, ὑπὸ μὲν τῶν Νομαρχῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὑπὸ δὲ τῶν Ἐπάρχων εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους. Οἱ 2,500 τῆς τακτικῆς δυνάμεως λαμβάνονται κατὰ τὴν ἀναλογίαν τῆς μερίδος ἑκάστου δήμου ἐκ τῶν λαχόντων τῶν μικροτέρων ὑποχρεωτικῶν ἀριθμῶν, οἱ δὲ λοιποὶ δισχίλιοι ἐκ τῶν λαχόντων τῶν μετὰ τοὺς ἀνωτέρω ὑποχρεωτικῶν ἀριθμῶν ἀλλ’ ἐκ τούτων θέλουσι κληθῆ καὶ εἰς τὴν τακτικὴν δύναμιν, καθόσον δὲν ἤθελε συμπληρωθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν δισχιλίων ἐθελοντῶν τῆς τακτικῆς δυνάμεως. Ἄρθρον 3. Αἱ ἐν τοῖς ἄρθροις 2 μέχρι τοῦ 11 συμπεριλαμβανομένου καὶ τούτου διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας νόμου τοῦ 1851 ἔτους ἰσχύουσι καὶ διὰ τὴν στρατολογίαν τοῦ 1867, καθόσον δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ΦϞΒʹ. Νόμον, τῆς 19 Μαΐου 1860.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ σύνολον. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Αὔριον ἔχομεν συνέχειαν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 3½ Μ. Μ.