1867.01.04
505 στίχοι · 3.700 λέξεις · 64 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 15
Τῆς 4 Ἰανουαρίου 1867.
(Τετάρτη).
Ὥρα 1 μ. μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις, Κύριοι, ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἀπὸ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου δὲν βλέπω οὔτε λέξιν, καὶ παρακαλῶ τὸν συντάκτην ἄλλοτε νὰ προσέχῃ. Ἀναφέρει τὴν ἀγόρευσιν ὁλόκληρον τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, καὶ τοῦ ἀγορεύσαντος δὲν ἀναφέρει παντάπασι.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, διότι ἐπείσθη μάλιστα ἡ Βουλὴ καὶ ἀπεφάσισαν πολλοὶ νὰ συστήσουν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ θέλω φροντίσει περὶ τῆς διορθώσεως. Ὁ εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τοῦ λογιστικοῦ τῆς Βουλῆς θ’ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσίν της. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς ὑπὸ τοῦ βουλευτοῦ Κ. Ῥούκη, εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς.
§5ΡΟΥΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ συνελθοῦσα νὰ ἐργασθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἠθέλησε νὰ κάμῃ μερικὰς προσθαφαιρέσεις· ὀφείλω δὲ ἐγὼ ὡς μέλος αὐτῆς νὰ δώσω λόγον αὐτοῦ τοῦ λογαριασμοῦ διὰ νὰ ᾖναι ἐν γνώσει ἡ Βουλή.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ τότε κατὰ τὴν συζήτησιν γίνεται λόγος. Δώσατέ μοι τὴν ἔκθεσιν, Κ. εἰσηγητὰ, καὶ σᾶς εὐχαριστῶ διὰ τὸν κόπον σας. Ὑπάρχουν τινὲς προτάσεις. Πρότασις νόμου περὶ ὑποχρεωτικῆς χρηματικῆς ἐκκαθαρίσεως τῶν ἀκαθαρίστων ἐτησίων παροχῶν Κερκύρας· θέλει τυπωθῆ. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον τῆς Κωπαΐδος διὰ νὰ ἀποφασίσωμεν περὶ τοῦ συνόλου.
§7ΣΤΑΜΑΤΑΡΑΣ. Παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς ἐδῶ, διότι θέλω νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν.
§8ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ διανεμηθῇ, διότι ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ κἀμμία βελτίωσις.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη εἰς ὅλους· ἐὰν κατὰ περίστασιν δὲν τὸ ἔλαβε κἀνεὶς, ἂς τὸ ζητήσῃ. Ἔχετε, Κ. Βουλευτὰ, τίποτε περὶ τοῦ συνόλου;
§10ΣΤΑΜΑΤΑΡΑΣ. Ὄχι, μίαν παρατήρησιν μόνον θὰ κάμω, διὰ νὰ μὴ παραβλαφθοῦν τινὰ δικαιώματα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ, νὰ συζητηθοῦν δύω νομοσχέδια διὰ τρίτην φορὰν ἕως οὗ νὰ ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς, ἀλλὰ πρότερον ὑπάρχει διὰ δευτέραν φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν.
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται διὰ δευτέραν ἀνάγνωσιν τὸ νομοσχέδιον περὶ ἀνανεώσεως τῶν ἐγγραφῶν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει ἡ Βουλὴ;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκονται τὰ ἑξῆς δύω νομοσχέδια.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ.
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
«Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου Λογιστικοῦ καὶ τὸ ἄρθρ. 2 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΡΙΑʹ. νόμου περὶ κυρώσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους διὰ τὸ 1865· γνωμοδοτήσει τοῦ Ἡμετέρου ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάττομεν. Ἄρθρον 1. Ἐπὶ τοῦ εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν ἐξόδων τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1865 χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις δραχμῶν ἑξήκοντα χιλιάδων ἀριθ. 60,000 καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ Κεφ, Δʹ. ἄρθρ. 6. Ἀποζημιώσεις μαρτύρων. Ἄρθρον 2. Ἡ προκειμένη πίστωσις ὑποβληθήσεται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς προσεχοῦς Βουλῆς. Εἰς τοὺς Ἡμετέρους ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργοὺς ἀνατίθεται ἡ δημοσίευσις καὶ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος Διατάγματος. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 10 Μαρτίου 1866.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Τ. Ι. ΦΟΡΕΣΤΗΣ, Π. ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ.»
§15ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ διὰ τῶν πιστώσεων αὐτῶν ζητεῖται ἡ ἐπικύρωσις δαπανῶν, τὰς ὁποίας τὰ ὑπουργεῖα ἐνήργησαν καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, φρονῶ ὅτι εἶναι ὀρθὸν πρὶν ἡ Βουλὴ ἐπικυρώσῃ αὐτὰς, νὰ παραπέμψῃ τὰ νομοσχέδια εἰς ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα καὶ νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ἐὰν τῷ ὄντι ἦτον ἀνάγκη νὰ δαπανηθοῦν αὐτά. Διότι, ἀφοῦ μίαν φορὰν ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὰς ἀναγκαίας εἰς ἕκαστον ἄρθρον δαπάνας, νὰ ζητοῦνται τώρα αὐξήσεις τῶν δαπανῶν χωρὶς νὰ παρουσιάζηται κἀνὲν δικαιολογητικὸν ἔγγραφον, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ κἀμμία ἐπιτροπὴ αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα, μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν εἶναι πολὺ ὀρθόν.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ φαίνεται ὅτι αὐτὸ ἔπρεπε νὰ γίνῃ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν· ἀλλὰ μόλα ταῦτα δυνάμεθα καὶ τώρα νὰ τὰ διευθύνωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον περὶ Κωπαΐδος, καθὼς συνηρμολογήθη.
§17ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ ἔλθῃ ὁ ὑπουργὸς ἐδῶ, μήπως θέλῃ νὰ ἐπιφέρῃ κᾀμμίαν διόρθωσιν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ παρουσία τοῦ ὑπουργοῦ.
§19ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ποτὲ νὰ περιμένῃ, τὸ ὑπουργεῖον γνωρίζει τὰς στιγμὰς τῆς συζητήσεως, καὶ ἂν θέλῃ, παρουσιάζεται.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, εἶναι περιττόν· ὁ ὑπουργὸς ἔχει πλήρη πεποίθησιν καὶ ἐμπιστοσύνην εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τοῦτο φαίνεται ὅτι ἀδιαφορεῖ. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον.
§21ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχω παρατήρησιν· μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ μνεία αὐτῶν τῶν παραχωρήσεων, ὅπως ἀναφέρονται ἐδῶ, διότι ὁ νόμος αὐτὸς καὶ ἡ σύμβασις δὲν ἀφοροῦν μόνον παραχώρησιν τῆς περιμέτρου, ἀφοροῦν καὶ ἀτελείας καὶ φόρους, ὥστε μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι καλλίτερον νὰ λείψῃ, διότι κατὰ τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἡ Βουλὴ νὰ ἐπικυρώσῃ τὰς συνθήκας ὅλας. Ἡ σύμβασις περιλαμβάνει καὶ διοικητικὰς διατάξεις· ἡ σύναψις συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν ἀφορῶσι παραχωρήσεις, εἶναι τῆς προνομίας τοῦ Βασιλέως, ὥστε ἡ Βουλὴ ἐγκρίνουσα τὰς παραχωρήσεις τὰς ὁποίας ἡ συνθήκη ἐπιτρέπει, εἶναι ἐντὸς τοῦ καθήκοντός της καὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως προτείνω νὰ τεθῇ οὕτω πως: ἡ παραχώρησις διὰ τῆς συνθήκης ἥτις συνήφθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Σαραζίνου Μομφεῤῥῥιέρου, ἢ τῶν δικαιούχων καὶ δικαιοδόχων αὐτοῦ πρὸς ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, ἐπικυροῦται ὅπως ἐτροποποιήθη διὰ τοῦ παρόντος νόμου.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθὼς περιλαμβάνεται εἰς τὸ ἄρθρον αὐτὸ, νομίζετε ὅτι ἡ Βουλὴ ἀφαιρεῖ δικαιώματα ἄλλου· ἀλλ’ οἱ σύμβουλοι τοῦ Στέμματος βλέπετε ὅτι τὸ παραδέχονται.
§23ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔπειτα κατὰ τὸν κανονισμὸν προκειμένου περὶ τοῦ συνόλου δὲν γίνεται πλέον κἀμμία τροποποίησις ἢ θὰ πέσῃ ὅλον τὸ σύνολον. Ἐγὼ βλέπω ὅτι εἶναι μία εὐγένεια τοῦ ὑπουργείου, ἐπειδὴ ἀφίνει εἰς τὴν Βουλὴν δικαιώματα ἅτινα εἶναι ἰδικά του. Ἀναγινώσκεται τὸ δεύτερον καὶ τρίτον ἄρθρον.
§24ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐδῶ εἰς τὸν δεύτερον § παρετήρησα κἄτι τι. Ὁ σκοπὸς ἦτο ν’ ἀποκόψωμεν πᾶσαν ἐνδεχομένην ἀμφιβολίαν. Ὅταν εἴπομεν ὅτι προσκαλεῖται ὁ ἰδιοκτήτης, εἴπομεν ὅτι προσκαλεῖται καὶ ὁ ἐργολάβος, διότι δὲν διορίζει αὐτὸς τὸν πραγματογνώμονά του, καὶ ὅταν τοῦ εἴπωμεν, ὅτι δὲν τὸν διώρισες, λέγει ὅτι δὲν τὸν προσεκαλέσατε. Λοιπὸν διὰ ποῖον λόγον νὰ προσκαλῆται ὁ ἰδιοκτήτης, καὶ ἂν δὲν διορίσῃ, νὰ διορίζῃ ὁ ἔπαρχος, καὶ νὰ μὴ προσκαλῆται ὁ ἐργολάβος, ὅστις ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ πᾶσαν ἐκτίμησιν; Διὰ τοῦτο εἶχον κάμει λόγον εἰς τὸ μέρος αὐτὸ, καὶ ἂν τὸ ἐνθυμῆσθε, παρακαλῶ νὰ διορθωθῇ.
§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνθυμοῦμαι καθόλου, οὔτε δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τώρα μεταβολάς.
§26Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, μὲ φαίνεται ὅτι ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς θὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς αὐτὴν τὴν παρατήρησιν. Εἴπομεν, ὅτι τρεῖς θὰ ᾖναι οἱ ἐκτιμηταὶ, καὶ ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θὰ γίνῃ κατὰ πλειοψηφίαν· ἀλλ’ ὅταν δὲν παρουσιασθῇ οὔτε ὁ εἷς, οὔτε ὁ ἄλλος, καὶ οἱ δύω δὲν συμφωνήσουν, τότε τὶ γίνεται;
§27ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον ἐπεψηφίσθη, τὰ πρακτικὰ ἐπεκυρώθησαν, ἐγὼ διὰ τὸν ἑαυτόν μου δὲν δέχομαι κἀμμίαν τροποποίησιν.
§28ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἀλλαγῆς, πρόκειται περὶ διορθώσεως ἀσαφείας, ἐὰν τυχὸν παρουσιασθῇ τοιοῦτον συμβάν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε γίνεται ὅ,τι γίνεται συνήθως κατὰ τὸν νόμον εἰς τοιαύτας περιστάσεις.
§30ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸν 7 § ἐπρότεινα ἡ προθεσμία νὰ ᾖναι 10 ἡμερῶν καὶ τὸ παρεδέχθη ἡ Βουλή.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κ. Σακελλαριάδης, προκειμένου περὶ ἐπιδικάσεως ἐφέσεως, ἐπρότεινεν ἡ προθεσμία ἀντὶ 5 ἡμερῶν νὰ γίνῃ 10 καὶ ἡ Βουλὴ ἔμεινε σύμφωνος.
§32ΣΠΗΛΙΩΤΑΚΗΣ. Ἀντὶ δημοσίας ὠφελείας νὰ τεθῇ δημοσίας ἀνάγκης.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ τεσσαρακοστὸν δεύτερον ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ «ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως ταύτης οὐδεμία νέα πρότασις, ἐξ ἐκείνων περὶ τῶν ὁποίων ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ γίνῃ ἀντικείμενον συζητήτεως, καὶ οὐδεμία τροποποίησις δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς συζήτησιν, ἂν δὲν ἔχῃ ἀντικείμενον ἀποκλειστικὸν τὴν συζήτησιν τοῦ κειμένου,» ὥστε νέα πρότασις δὲν δύναται νὰ γίνῃ, μόνον δυνάμεθα νὰ διορθώσωμεν λάθος τι τὸ ὁποῖον εἰσεχώρησε καὶ ἀντίκειται εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀπεφασίσαμεν (ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ἑπομένου ἐδαφίου). «Τὸ δικαστήριον ἐκδίδει κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τὴν ἀπόφασιν αὐτοῦ, δι’ ἧς θέλει ἀναγνωρίσει, ὅτι τὸ κτῆμα, ἢ τὸ μέρος τοῦ κτήματος, ἀπαλλοτριοῦται λόγῳ δημοσίας ὠφελείας, καὶ θέλει προσδιορίσει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν ἐκτιμητῶν καὶ τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ καθιερωθείσης ἀρχῆς, τὴν ἀξίαν τῆς ἰδιοκτησίας, διατάσσον ἐν τούτῳ τὴν κατάθεσιν τοῦ ἀντιτίμου αὐτῆς εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν, καὶ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς ἑταιρίας εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ κτήματος, ἀμέσως μετὰ τὴν γενομένην κατάθεσιν. Ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου δὲν ὑπόκειται οὔτε εἰς ἀνακοπὴν, οὔτε εἰς ἄλλο ἔνδικον μέσον· εἶναι δὲ ἀνέκκλητος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ τὴν ἐγκατάστασιν».
§34ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ μέρος αὐτὸ ἐμπεριέχει μίαν ἀσάφειαν, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς λέγει, ὅτι «ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου δὲν ὑπόκειται οὔτε εἰς ἀνακοπὴν οὔτε εἰς ἄλλο ἔνδικον μέσον», εὐθὺς κατόπιν προσθέτει «εἶναι δὲ ἀνέκκλητος καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ τὴν ἐγκατάστασιν», ἐγὼ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ εἴπωμεν οὕτω, «ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου δὲν ὑπόκειται εἰς ἀνακοπὴν, εἶναι δὲ ἀνέκκλητος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ τὴν ἐγκατάστασιν».
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Οὕτω παρουσιάσατε τὴν τροπολογίαν, κοὶ οὕτω παρεδέχθη.
§36ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς νὰ δυσαρεστῆται, ἐὰν προσπαθῶμεν νὰ κάμωμεν καλὸν τὸν νόμον, καὶ πρέπει νὰ ὁμιλήσω περὶ αὐτοῦ διὰ νὰ χρησιμεύσῃ τὸ τοιοῦτον πρὸς φωτισμὸν τῶν δικαστηρίων· ἐγὼ εἶμαι ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ, διότι ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι δὲν εἶναι δεκταὶ αἱ τροπολογίαι, αἵτινες ἔλαβον χώραν ἢ εἶναι ὅλως νέαι· δεκτὴ δὲ πᾶσα πρότασις ἀφορῶσα τὸ κείμενον. Ὅταν τὸ κείμενον ἐκφράζῃ ἄλλο παρ’ ὅ,τι ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, νομίζω, ὅτι τὸ τοιοῦτον ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τὸ διορθώσωμεν· λοιπὸν σᾶς ἐρωτῶ, ὡς νομικὸν, κύριε πρωθυπουργὲ, νὰ μὲ εἰπῆτε ποίαν ἔννοιαν ἔχει οὕτω πως ὑπάρχον, διότι ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς λέγει ὅτι ἕνας ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ κάμῃ κατὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαστηρίου οὔτε ἀνακοπὴν, οὔτε ἔφεσιν, οὔτε ἀναίρεσιν, κατόπιν λέγει, εἶναι ἀνέκκλητος μόνον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ τὴν ἐγκατάστασιν, ἐνῷ ἡμεῖς εἴπομεν, ὅτι «ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου» δὲν ὑπόκειται εἰς ἀνακοπὴν, εἶναι δὲ ἀνέκκλητος καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς κἀνὲν ἄλλο ἔνδικον μέσον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ τὴν ἐγκατάστασιν, ὥστε ἐνταῦθα δὲν πρόκειται, εἰμὴ περὶ διορθώσεως τοῦ κειμένου.
§37ΣΤΑΜΑΤΑΡΑΣ. Τὸ ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ ὅτι αὐτὸ ἔγεινε.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ, ἐὰν θελήσητε νὰ μοὶ δώσητε αὐτὴν τὴν ἄδειαν ἠμπορῶ νὰ εὕρω λόγους, ν’ ἀλλάξω ὅλα αὐτὰ τὰ ἄρθρα, καθὼς καὶ κάθε ἄλλος βουλευτὴς δύναται νὰ κάμῃ τοῦτο· τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν σήμερον κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ συνόλου, δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς νέαν συζήτησιν· ἐὰν αὐτὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ δυνάμεθα ν’ ἀρχίσωμεν ἐκ νέου τὴν συζήτησιν.
§39ΣΤΑΜΑΤΑΡΑΣ. Ἀσαφείας ἠμποροῦμεν νὰ διορθώσωμεν.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν ἔρχειται τὸ νομοσχέδιον, ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν, ὅσας θέλομεν παρατηρήσεις, ὅταν ὅμως πρόκειται περὶ τοῦ συνόλου δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρχίσωμεν ἐκ νέου νὰ φιλολογῶμεν τ’ ἄρθρα, διότι τότε δὲν θὰ τελειώσωμεν ποτέ.
§41ΣΤΑΜΑΤΑΡΑΣ. Τί σᾶς μέλει;
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ μέλει, διότι πρέπει νὰ τελειώσωμεν, διότι ἐάν τις προτείνῃ ἀσαφείας εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον, καὶ ἄλλος εἰς τὸ δεύτερον, τότε ποῦ θὰ καταντήσωμεν; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ φέρωμεν νέας τροπολογίας εἰς νομοσχέδιον ἐπιψηφισθέν· ἐὰν ὅμως, κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν τύπωσιν ἔγραφον ἄλλο, παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσαμεν, τότε πρέπει νὰ διορθωθῇ, διότι μία κακὴ τύπωσις δὲν πρέπει νὰ παραβλάψῃ τὴν οὐσίαν, ἐὰν ὅμως δὲν συνέβη τὸ τοιοῦτο, τότε δὲν δυνάμεθα νὰ φέρωμεν κἀμμίαν διόρθωσιν.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ ἐμπεριέχει αὐτὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσαμεν.
§44ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσα, ἴσα, περὶ αὐτοῦ ἔκαμε λόγον ὁ κύριος Κυπριάδης.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὰ πρακτικὰ τῶν δύω ἡμερῶν καὶ τὰ βλέπετε· χθὲς ἦτο τὸ σύνολον, καὶ ἐπειδὴ μᾶς ἔγειναν μερικαὶ προτάσεις, τὸ ἀφήσαμεν σήμερον.
§46ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ ἂν δὲν ᾖναι ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν ν’ ἀναγνωσθῶσι τὰ πρακτικὰ, διὰ νὰ ἴδωμεν, τὶ λέγουν καθόσον ἀφορᾷ τὸ μέρος αὐτό.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δι’ αὐτὸ καὶ ἐγὼ πάντοτε σᾶς λέγω νὰ προσέχητε πάντοτε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν πρακτικῶν, διὰ νὰ μὴ ἔχητε κατόπιν ἀμφιβολίας (ἀναγινώσκεται τὸ σχετικὸν μέρος τῶν πρακτικῶν.)
§48ΚΟΥΡΗΣ. Ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τοῦ Κυρίου Κυπριάδου πρέπει νὰ προσέξωμεν· ὁ σκοπός μας εἶναι νὰ μὴ παραδεχθῶμεν εἰς ἓν ἄρθρον ἕν ἄτοπον τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδικαιολόγητον· τὸ πρῶτον μέρος τῆς § φαίνεται, ὅτι ἀποκρούει ὅλα τὰ ἔνδικα μέσα, καὶ ἀκολουθεῖ ἡ δευτέρα §. ἥτις παραδέχεται ἓν μέσον, πρέπει λοιπὸν νὰ διορθωθῇ αὐτὸ διὰ νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς ἓν λάθος ἀσύγγνωστον, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπός μας, νὰ μὴ ὑπάρχῃ εἰς τὸ ἐδάφιον αὐτὸ εἷς σολοικισμὸς ἀσυγχώρητος.
§49ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δυστυχῶς, οὔτε οἱ νομικοὶ, οὔτε οἱ Θεολόγοι ἐσυμφώνησαν ποτὲ, ὁ μὲν παριστάνει τὰ πράγματα ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν, ὁ δὲ ὑπὸ τὴν ἄλλην· ἡμεῖς ἔχομεν ἕνα κανονισμὸν, καὶ ὁ κανονισμὸς λέγει, νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ συνόλου, καὶ ἂν παρεισέφρυσε κἀνὲν τυπογραφικὸν λάθος, ἢ ἐμπεριέχεται εἰς τὸ νομοσχέδιον ἄλλο παρ’ ὅ,τι ἀπεφασίσαμεν, τὸ τοιοῦτον μόνον νὰ διορθώνητε, τὸ δὲ νὰ θέλωμεν νὰ κάμωμεν νέας τροπολογίας, τὸ τοιοῦτον καταστρέφει καὶ τὰ πρακτικὰ καὶ τὸν κανονισμόν. Ποῦ ἤμεθα, Κύριοι χθὲς; σήμερον ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ, οὐδεὶς ὅμως ἐπρόσεξεν ἐπὶ τῆς ἀναγνώσεως αὐτῶν.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὅσον καὶ ἂν εἶναι κακὸς αὐτὸς ὁ παράγραφος, συνδυαζόμενος μὲ τὸν δεύτερον παράγραφον, ὅστις ὁμιλεῖ περὶ ἐφέσεως, ὅτι δύναται ν’ ἀφορᾷ μόνον τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως ἀφαιρεῖ πᾶσαν ἀμφιβολίαν (ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις.) «Ἡ ἔφεσις δύναται νὰ ἀφορᾷ μόνον τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ἂν τὸ Πρωτοδικεῖον δὲν ἤθελε συμμορφωθῇ μὲ τὰς ἀνωτέρω τεθείσας βάσεις. Ἡ ἔφεσις, ἥτις γίνεται ἐντὸς δέκα ἡμερῶν, ἐκδικάζεται ὡς κατεπείγουσα τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ παρέλευσιν δέκα ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως. Ἀλλὰ καίτοι ὑπαρχούσης ἐφέσεως, ἡ πρωτόδικος ἀπόφασις ἐκτελεῖται καὶ μετὰ τὴν κατάθεσιν τοῦ τιμήματος ἡ ἐγκατάστασις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τῆς ἑταιρίας διὰ πρωτοκόλλου συντασσομένου ἐπιτοπίως ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου, ἐπὶ παρουσίᾳ τοῦ ἐπάρχου, τοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἑταιρίας καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου, ἂν θελήσῃ νὰ ἐμφανισθῇ. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο ὡς καὶ ἡ ἀπόφασις μεταγράφονται εἰς τὸ βιβλίον τῶν μεταγραφῶν. Ἅμα ἡ ἑταιρία καταθέσῃ εἰς τὴν Τράπεζαν τὸ παρὰ τοῦ πρωτοδικείου ὁρισθὲν τίμημα, γίνεται ἀναμφισβητήτως κύριος τῶν ἀπαλλοτριωθεισῶν γαιῶν, ἐλευθέρων παντὸς βάρους· ὀφείλει ὅμως, ἂν τὸ ποσὸν τῆς ἀποζημιώσεως αὐξηθῇ ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου, νὰ καταβάλῃ τὸ ὑπόλοιπον ἐντὸς δεκαπέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως τῆς ἀποφάσεως. Ἑπομένως αἱ ἐγγεγραμμέναι ὑποθῆκαι ἐξαλείφονται καὶ τὰ πραγματικὰ δικαιώματα τῶν τρίτων δύνανται νὰ ἐνασκηθῶσι μόνον ἐπὶ τῶν κατατεθειμένων χρημάτων ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς ἐπιμελείᾳ τοῦ Ἐπάρχου πρὸς τοὺς ἐνυποθήκους δανειστὰς κοινοποιήσεως τῆς καταθέσεως καὶ τῆς καταχωρίσεως αὐτῆς εἰς τὴν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιφυλαττομένης πάσης προσωπικῆς ἀγωγῆς κατὰ τοῦ πρώτου ἰδιοκτήτου. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τριμήνου ταύτης προθεσμίας, ἡ Ἐθνικὴ τράπεζα, μὴ ὑπαρχουσῶν κατασχέσεων ἢ ἀναγγελιῶν, δύναται νὰ ἀπαλλαχθῇ καταβάλλουσα τὰ κατατεθέντα χρήματα εἰς τὸν πρώην ἰδιοκτήτην, ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ ἐπισήμου ἀντιγράφου τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως καὶ τῶν ἀποδεικτικῶν τῶν ἐμφαινόντων, ὅτι αὕτη κατέστη τελεσίδικος. Ἄρθρον 4. Αἱ παρὰ τοῦ ἀπαλειφομένου δεκάτου ἄρθρου τῆς συμβάσεως ὁριζόμεναι ἐργασίαι τροποποιούμεναι ἐκτελοῦνται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· ἐπιτροπὴ, ἐξ ἑπτὰ ἐμπειροτεχνῶν συγκειμένη, διορίζεται ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Κωπαΐδος, καὶ μετὰ ταῦτα εἰς Λάρυμναν. Καὶ εἰς μὲν τὴν πεδιάδα τῆς Κωπαΐδος οἱ ἐμπειροτέχναι θέλουν προσδιορίσει ὁριστικῶς καὶ νομίμως δαπάνῃ τῆς ἑταιρίας τὴν περίμετρον τῆς συνήθους πλημμύρας. Εἰς Λάρυμναν δὲ θέλουν ὁρίσει ἐπὶ τόπου διὰ μονίμων ὁροσήμων, δαπάνῃ ἐπίσης τῆς ἑταιρίας, τὴν θέσιν καὶ τὰ ὅρια τῶν παρὰ τῷ λιμένι τούτῳ παραχωρήσεων. Δύο μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης διορίζονται παρὰ τῆς ἑταιρίας, δύο παρὰ τοῦ προέδρου τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν, δύο παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ἕβδομον, ὅπερ προεδρεύσει τῆς ἐπιτροπῆς, παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Οἱ ἐμπειροτέχναι ὁδηγούμενοι ἐκ τοῦ διαγράμματος τοῦ Γάλλου μηχανικοῦ κ. Σωβάζ, ἐκ τῶν ἐπὶ τῶν βράχων σταθερῶν ἰχνῶν, καὶ ἐκ πάσης ἄλλης ἀναμφιλέκτου ἀποδείξεως, θέλουν ἐνεργήσει χωροσταθμήσεις καὶ θέλουν στήσει ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, δαπάνῃ τῆς ἑταιρίας, σταθερὰ σήματα ἱκανὰ ὅπως ὁρισθῇ θετικῶς ἡ περίμετρος τῆς συνήθους πλημμύρας κατὰ τὸ ἄρθρον 1 τῆς Συμβάσεως. Ἀφ’ οὗ δὲ τοιουτοτρόπως ἐξακριβωθῇ ἀμετακλήτως ἡ εἰρημένη περίμετρος καὶ ὁρισθῇ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἡ ἐπιτροπὴ θέλει συντάξει λεπτογραφικὸν χάρτην τοῦ Κωπαϊκοῦ πεδίου, ἐφ’ οὗ θέλει διαγράψει τὴν νόμιμον περίμετρον, πρὸς δὲ καὶ χάρτην τῆς Λαρύμνης, ἐφ’ οὗ ἐπίσης θέλει διαγράψει τὰ ὅρια τῆς κατὰ τὸν λιμένα τοῦτον παραχωρήσεως. Οἱ ἐμπειροτέχναι θέλουν ἀκολούθως συντάξει πρωτόκολλον ὁρίζον ὅσον ἔνεστιν ἀκριβέστερον καὶ λεπτομερέστερον τὰς σχετικὰς θέσεις τῶν σημάτων, τῶν ἐνδεικνυόντων τὰς γραμμὰς τῆς νομίμου περιμέτρου. Τὸ αὐτὸ πρωτόκολλον θέλει περιλάβει καὶ τὴν σχετικὴν θέσιν τῶν ὁροσήμων τῆς ἐν Λαρύμνῃ παραχωρήσεως. Πᾶσα ἀξίωσις ἐπὶ γαιῶν κειμένων ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου τῆς συνήθους πλημμύρας εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἀντίγραφα ἴσα ἀπαράλλακτα τῶν τε διαγραμμάτων καὶ πρωτοκόλλων θέλουν παραδοθῆ πρὸς τὴν Ἑταιρίαν ὡς τίτλοι ἰδιοκτησίας πρὸς ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων αὐτῆς. Ἄρθρον 5. Ἡ σύμβασις τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· α) Αἱ §§ 4, 5 καὶ 6 τοῦ ἄρθρου 1 ἀπαλείφονται. β) Ἡ § 2 τοῦ ἄρθρου 6 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Ἡ ἐγγύησις θέλει κατατεθῆ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν ἐν διαστήματι εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ψηφίσεως τοῦ περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος Νομοσχεδίου, ἡ δὲ Τράπεζα θέλει καταβάλει αὐτὴν εἰς τὸ δημόσιον Ταμεῖον ἀμέσως μετὰ τὴν Βασιλικὴν κύρωσιν αὐτοῦ. Ἡ Κυβέρνησις θέλει πληρώνει διὰ τὴν κατάθεσιν ταύτην ἐνιαύσιον τόκον 6% ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον καταθέσεως μέχρι τῆς ἀποδόσεως, γενησομένης ἀμέσως μετὰ τὴν πλήρη ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ἀποξηράνσεως.» Ἡ § 6 τοῦ ἄρθρου 3 τῆς συμβάσεως τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς. «Τὴν χρῆσιν τῶν ὑδάτων, τῶν ποταμῶν καὶ τῶν χειμάῤῥων, ὅσοι εἰσβάλλουσιν εἰς ἀποξηρανθησομένην πεδιάδα, ἀλλ’ ὅλαι αἱ ἰδιόκτητοι ἢ κατεχόμεναι γαῖαι, ὅσαι ποτίζονται ἐκ τῶν ὑδάτων τῶν ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων, τῶν εἰσβαλλόντων εἰς τὴν Κωπαΐδα, διατηροῦν ἀπαραμείωτον τὸ δικαίωμα τῆς ἀρδεύσεως· ἀλλὰ νέα δικαιώματα ἢ ἐπέκτασις κεκτημένων δικαιωμάτων δὲν θέλουσιν εἰς τὸ ἑξῆς παραχωρηθῆ. γ) Ἡ κατὰ τὴν § 1 τοῦ ἄρθρου 7 ἑξάμηνος προθεσμία περιορίζεται εἰς δύο μῆνας· εἰς τὸ τέλος δὲ τῆς § 2 προστίθεται τὸ «ἢ ἄλλης τινὸς περιουσίας ἐθνικῆς.» Ἡ § 3 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς. «Ἡ Κυβέρνησις θέλει πληρώσει ἐτήσιον τόκον 7% ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταβολῆς μέχρι τῆς ἀποδόσεως, ἥτις θέλει γενῆ ἐντὸς δέκα ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταβολῆς. δ) Ἡ § 2 τοῦ ἄρθρου 8 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Ἐὰν αἱ ἐργασίαι δὲν ἀρχίσωσιν ἢ δὲν ἀποπερατωθῶσιν ἐντὸς τῶν ἀνωτέρω προθεσμιῶν ἢ ἐὰν δὲν γίνῃ ἐμπροθέσμως τὸ δάνειον, ἢ δὲν κατατεθῇ ἡ ἐγγύησις ἐντὸς τῆς ταχθείσης προθεσμίας, τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον δικαιοῦται νὰ κηρύξῃ δι’ ἀνεκκλήτου ἀποφάσεως ἔκπτωτον τὴν ἑταιρίαν. έ) Τὰ ἄρθρα 10 καὶ 11 τῆς συμβάσεως ἀπαλείφονται. ϛʹ) Ἡ § 1 τοῦ ἄρθρου 13 τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς. «Ἀφοῦ ἡ ἑταιρία συλλέξῃ τοὺς καρποὺς τοῦ τελευταίου ἔτους τῆς ἐπικαρπίας ἐκ τῶν προσκαίρως παραχωρουμένων αὐτῇ γαιῶν, αἱ γαῖαι αὗται ἐπανέρχονται εἰς τὴν ἐπικράτειαν μεθ’ ὅλων ἐν γένει τῶν ἔργων τῆς ἀποξηράνσεως, τῆς ἀρδεύσεως καὶ τῶν οἱωνδήποτε οἰκοδομῶν, τιθεμένων ἁπάντων παρὰ τῆς ἑταιρίας ἐν καλῇ καταστάσει, χωρὶς νὰ ἔχῃ αὕτη οὐδὲν δικαίωμα ἀποζημιώσεως.» Μετὰ δὲ τὴν 3 § τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου προστίθεται καὶ 4 ἔχουσα οὕτως. «Ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ ἔχῃ ἐν Ἀθήναις γραφεῖον ὑπηρεσίας, οὗ τὴν σύστασιν θέλει ἐπισήμως γνωστοποιήσει εἰς τὸν ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν, ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου· ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει πᾶσα πρὸς αὐτὴν ἀπευθυνομένη κοινοποίησις ἰσχύει γινομένη παρὰ τῷ εἰσαγγελεῖ τῶν ἐν Ἀθήναις πρωτοδικῶν.» ζʹ) Τὸ 14 ἄρθρον τῆς συμβάσεως τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς. «Πᾶσαι αἱ ἀμφισβητήσεις, αἱ τυχὸν ἐγερθησόμεναι μεταξὺ Κυβερνήσεως καὶ τῆς Ἑταιρίας ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, παραβίασιν καὶ ἐκτέλεσιν τῆς συμβάσεως, θέλουν δικάζεσθαι ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου εἰς πρῶτον καὶ τελευταῖον βαθμὸν δι’ ἀγωγῆς συνοπτικῆς, τηρουμένης τῆς περιπτώσεως τοῦ ἄρθρου 8 τῆς συμβάσεως.» Ἄρθρον 6. Οἱ χωρικοὶ οἱ ἀποκατασταθησόμενοι ἐπὶ τῶν εἰς τὴν ἑταιρίαν προσωρινῶς παραχωρουμένων γαιῶν θέλουν ἀπολαύσει μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἑξῆς πλεονεκτημάτων. Αἱ παρ’ αὐτῶν οἰκοδομηθεῖσαι, ἢ παρὰ τῆς ἑταιρίας πρὸς αὐτοὺς δωρηθεῖσαι, οἰκίαι (ἂν ἡ δωρεὰ αὕτη ἔγεινε δέκα ἔτη τοὐλάχιστον πρὸ τοῦ τέλους τῆς ἐπικαρπίας) γίνονται ἰδιοκτησίαι αὐτῶν ἀναφαίρετοι μετὰ συνεχομένων τριῶν στρεμμάτων δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν. Πρὸς ἀπόκτησιν δὲ ἄλλων ἐθνικῶν γαιῶν, κατὰ τοὺς περὶ τούτου νόμους, οὗτοι ἀπολαμβάνουσι τὰ πλεονεκτήματα τῶν κατόχων.
§51ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ ἕκτου ἄρθρου, ἀντὶ τῶν λέξεων «δέκα ἔτη» νὰ θέσωμεν τὰς λέξεις «τεσσαράκοντα ἔτη»· ἰδοὺ ποῖος εἶναι ὁ λόγος, Κύριοι· ὅτι εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἐὰν ἀφήσωμεν νὰ λάβῃ αὐτὸ τὸ πλεονέκτημα μετὰ 10 ἔτη νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ διαθέσῃ τὰ κτήματα αὐτὰ εἰς ἄλλους γεωργοὺς καὶ ἀποίκους (καὶ ἠξεύρετε, ὅτι θὰ ἔλθουν καὶ Γάλλοι) τότε μετὰ τὴν λῆξιν ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ εὕρῃ τίποτε νὰ πάρῃ, καὶ ἐκτὸς τούτου.....................
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Περὶ τῶν οἰκιῶν πρόκειται.
§53ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τῶν γεωργικῶν;
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα.
§55ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εὐχαριστοῦμαι εἰς τὴν ἐξήγησιν. Ἀναγινώσκονται τὰ ἄρθρα 7, 8, 9, 10 καὶ 11 τοῦ περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος νομοσχεδίου. Ἄρθρον 7. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ παρὰ τῆς ἑταιρίας, τῆς ἀναλαβούσης τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, δραχμὰς ἓν ἑκατομμύριον ἑπτακοσίας χιλιάδας κατὰ τοὺς ἑξῆς ὅρους. Ὁ τόκος ὁρίζεται εἰς ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν ἐτησίως. Ἡ καταβολὴ τοῦ δανείου γενήσεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς νομίμου δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου. Ἡ ἀπόδοσις τοῦ δανείου ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς προσόδου τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους, ἢ ἄλλης τινὸς περιουσίας ἐθνικῆς, θέλει δὲ γενῇ ἐντὸς δέκα ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταβολῆς· ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ κανονίσῃ μετὰ τῆς ἑταιρίας τοὺς τύπους τῆς ἐγγυήσεως τοῦ δανείου τούτου. Ἄρθρον 8. Ὅτε ὁ ἐπιτυχὼν τὴν παραχώρησιν καὶ οἱ δικαιοδόχοι αὐτοῦ περατώσωσι τὴν ἀποξήρανσιν καὶ προβῶσιν εἰς σύστασιν ἑταιρίας πρὸς καλλιέργειαν τῶν ἀποξηρανθεισῶν γαιῶν ἡ δημοσία ἐγγραφὴ μετοχῶν τῆς ἑταιρίας ταύτης θέλει ἀρχίσει ταὐτοχρόνως ἐν Παρισίοις καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἐὰν δὲ τὸ καταγραφησόμενον κεφάλαιον ᾖναι ἀνώτερον τοῦ ζητουμένου, αἱ ὑπὸ Ἑλλήνων πολιτῶν γενησόμεναι ἐγγραφαὶ δὲν θέλουσιν ὑπόκεισθαι εἰς μείωσιν. Ἄρθρον 9. Αἱ ἐπὶ τοῦ παραχωρημένου ἐν γένει πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἐδάφους, εἴτε διαρκουσῶν τῶν πρὸς ἀποξήρανσιν ἐργασιῶν εἴτε καὶ κατ’ ἄλλην ἐποχὴν, ἀνευρεθησόμεναι ἀρχαιότητες οἱαιδήποτε, καθὼς καὶ πᾶν ἀντικείμενον τῆς φυσικῆς ἱστορίας καὶ ἐρείπια ἀρχαίων πόλεων, ἀνήκουσιν εἰς τὸ Κράτος. Ἄρθρον 10. Ἡ ἐκχώρησις, ἣν ὁ Κ. Σαῤῥάζινος Μομφεῤῥιέρος ἐποιήσατο διὰ τοῦ ἀπὸ 28 Αὐγούστου 1865 Ε. Ν. συμβολαίου γενομένου ἐν Παρισίοις, πρὸς τὸν Κ. Ἑῤῥῖκον Βονναὶρ ἱππότην τῆς Λεγεῶνος τῆς τιμῆς πρῴην οἰκονομικὸν ἐπιθεωρητὴν, ἐγκρίνεται. Ὅθεν ὁ Κ. Βονναὶρ καὶ οἱ δικαιοδόχοι αὐτοῦ κηρύσσονται ἀπὸ τῆς σήμερον ὡς λαβόντες τὴν παραχώρησιν· εἰς αὐτοὺς δὲ καὶ εἰς ἣν ἐσχημάτισαν Ἑταιρίαν ἀφορῶσιν εἰς τὸ ἑξῆς τὰ βάρη καὶ τὰ ὠφελήματα τὰ προκύπτοντα ἐκ τῆς συμβάσεως τῆς 22 Ἰουλίου 1865 καὶ τοῦ παρόντος νόμου. Ἄρθρον 11. Ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν συμφώνως πρὸς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 8 τῆς συμβάσεως κηρυχθῇ ἡ ἑταιρία ἔκπτωτος, ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ παραχωρήσῃ τὸ ἔργον εἰς πάντα ἄλλον κατὰ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως καὶ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἀνεγνώσθη ὡς βλέπετε ὅλον τὸ νομοσχέδιον· ἔχει κἀνεὶς ἀντίῤῥησιν;
§57ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ πρᾶγμα εἶναι οὐσιῶδες, παρακαλῶ οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῆτε (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι)· παρεδέχθη.
§59ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομικῶν). Μέχρις ὅτου ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867 καὶ ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς, ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀνάγκην προσωρινῶν πιστώσεων· μὅλον ὅτι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι ἐντὸς τοῦ Ἰανουαρίου θέλει ὑποβληθῇ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 1867, μὅλον τοῦτο διὰ πᾶν ἐνδεχόμενον ζητῶ πίστωσιν προσωρινὴν διὰ δύο μῆνας, τὸν Ἰανουάριον καὶ Φεβρουάριον ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866. (Ἀναγινώσκει τὴν πρὸς τοῦτο πίστωσιν). Διὰ τὴν σύνταξιν τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπαιτεῖται ἡ παράτασις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου τοῦ 1864 περὶ ἐλαττώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων· αἱ ἀνάγκαι, αἱ ὁποῖαι ὑπηγόρευσαν τὸ μέτρον ἐκεῖνο ὑφίστανται καὶ σήμερον κατὰ μεγαλήτερον λόγον. Διὰ τοῦτο ὑποβάλλω πρότασιν νόμου, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖται ἡ παράτασις τῆς ἰσχύος τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ διὰ τὸ 1867.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τῆς πιστώσεως τῶν δύο μηνῶν θὰ τὴν τυπώσωμεν καὶ θὰ τὴν διευθύνωμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§61ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττόν· ἀφοῦ εἶναι ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ 1866 τὴν θεωροῦμεν κατεπείγουσαν.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ εἰς τὴν ἐρχομένην συνεδρίασιν.
§63ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχομεν, Κύριοι, κἀνὲν θέμα συζητήσεως σήμερον· παρακαλῶ, καὶ αὔριον δὲν ἔχομεν, ἐπειδὴ καὶ διὰ νὰ τυπωθοῦν αὐτὰ ἀπαιτεῖται καιρὸς, ἔπειτα εἶναι καὶ παραμονὴ τῶν Φώτων. Λοιπὸν τὴν ἐρχομένην Δευτέραν σᾶς περιμένω. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 2 παρὰ 5 μ. μ.)