1866.12.29
2.138 στίχοι · 17.750 λέξεις · 126 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 11
Τῆς 29 Δεκεμβρίου 1866.
(Πέμπτη).
Ὥρα 12½.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ προσέξετε· ἓν οὐσιῶδες ἀντικείμενον παρουσιάζεται· ἠξεύρετε, ὅτι τοῦ μακαρίτου Βαρβάκη ἡ περιουσία ἀφιερώθη εἰς τὴν Ἑλλάδα διὰ διαθήκης· αὐτὴν λοιπὸν τὴν περιουσίαν, παρουσιάζονταί τινες κληρονόμοι καὶ τὴν ἀμφισβητοῦν, ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως ἔγεινε διορισμὸς μιᾶς ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας μέλη ἦτον ὁ μακαρίτης Πήλληκας καὶ ἕνας ἄλλος δικηγόρος· ἐπειδὴ δὲ ὁ Πήλληκας ἀπέθανε, διωρίσθη εἰς τὴν θέσιν του ὁ κύριος Καλλιγᾶς. Οἱ παρουσιαζόμενοι λοιπὸν ὡς κληρονόμοι ἐκίνησαν ἀγωγὴν, καὶ μὲ λύπην των βλέπουν οἱ διορισθέντες ὡς ἐπίτροποι, ὅτι τοῖς ἐπεδόθη ἀπόφασις κατ’ ἐρήμην ἐκδοθεῖσα. Παρουσιάζονται λοιπὸν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἀναφέρουσιν, ὅτι ἔχουσιν ὅλα τὰ κατάλληλα ἔγγραφα καὶ μέσα διὰ τῶν ὁποίων δύναται νὰ μὴ ἀπολεσθῇ αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ περιουσία, καὶ παρακαλοῦν νὰ φροντίσῃ καὶ ἡ Βουλὴ πρὸς τοῦτο καὶ νὰ ὑποχρεώσῃ τὸ ὑπουργεῖον ὅπως ἐπιταχυνθῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Ἐγὼ λέγω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ σταλῇ αὐτὴ ἡ ἀναφορὰ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης καὶ νὰ συστήσῃ εἰς αὐτὴν ἡ Βουλὴ τὴν ἐπιτάχυνσιν, ἡ δὲ γνώμη αὐτῆς νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὅπως φροντίσῃ διὰ τὰ περαιτέρω.
§4ΤΙΝΕΣ. Κατ’ εὐθεῖαν νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνει λοιπὸν ἡ Βουλή;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει σταλῆ μὲ τὴν σύστασιν νὰ ἐπιταχυνθῇ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις. Κύριοι, ἀρχόμεθα τῆς ἐξακολουθήσεως τῆς συζητήσεως τῶν ἀντικειμένων τὰ ὁποῖα ἔμειναν διὰ τρίτην φορὰν· καὶ πρῶτον ἔχομεν τὸ περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως, ἐκ δραχμῶν 250 χιλιάδων διὰ τὰς ἀποστολάς. Ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἔχει τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ.
§8ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ἀντίκειμαι ἐντελῶς εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ τῶν ἐκτάκτων ἀπεσταλμένων· διότι ἡ μὲν ζημία ἡ προερχομένη ἐκ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ εἶναι φανερὰ, ἡ δὲ ὠφέλεια εἶναι διόλου φανταστική. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου ζητεῖται νὰ ἐπιψηφίσωμεν ἀπέναντι τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1867 διακοσίας πεντήκοντα χιλιάδας δραχμῶν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο βεβαίως εἶναι ἡ πρώτη ἀπαίτησις. Δυστυχῶς τὸ ὑπουργεῖον ἐνῷ ὑπέβαλλε τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, δι’ οὗ ζητεῖ τὴν πίστωσιν, δι’ ἐκτάκτους ἀποστολὰς, οὔτε τὸν ἀριθμὸν οὔτε τὸν σκοπὸν αὐτῶν ἠθέλησε νὰ φανερώσῃ εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦτο οὐδὲ πόσοι θὰ ἦναι αὐτοὶ οἱ ἀπόστολοι, οὐδὲ πρὸς ποῖα σημεῖα τῆς γῆς θὰ διευθυνθῶσι, γνωρίζομεν, πολλῷ μάλιστα δὲν γνωρίζομεν διόλου ποῖος ὁ σκοπὸς τῆς διαπρεσβεύσεως αὐτῶν. Ταῦτα πάντα δυστυχῶς δὲν ἐκρίθη ἄξιον νὰ γνωρίσῃ τὸ ἔθνος. Αἱ διακόσιαι πεντήκοντα χιλιάδες δραχμαὶ εἶναι ἡ ποσότης, ἥτις θέλει ἐπαρκέσει ἆρά γε εἰς τοὺς ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους, ἢ κατόπιν θέλει μᾶς παρουσιάσει, κατὰ τὸ σύνηθες, ἡ Κυβέρνησίς μας συμπληρωτικὰς καὶ ἀναπληρωτικὰς, ἐκτάκτους καὶ τακτικὰς πιστώσεις; Δι’ ἐμὲ, κύριοι, οὐδὲ κἄν δὲν ὑπάρχει ἀμφίβολον, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου τοιαῦτα νομοσχέδια θέλουσι καταφθάσει εἰς τὴν Βουλήν· διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον δυστυχῶς αἱ Ἑλληνικαὶ κυβερνήσεις συνηθίζουσι νὰ πολιτεύωνται, ἀνοίγουσαι μίαν πολλὰ μικρὰν πύλην εἰς τὰ δημόσια χρήματα, μετ’ οὐ πολὺ ὅμως ἡ πύλη αὐτὴ θαυμασίως γίνεται μεγίστη, καὶ ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς ζητοῦνται ὀλίγαι χιλιάδες δραχμαὶ, ἡ ἀπαίτησις ἀμέσως ἐξογκοῦται εἰς ἑκατομμύρια· καὶ λόγοι εὔμορφοι ποτὲ δὲν ἀπολείπουσι πρὸς δικαιολόγησιν. Ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ ἔθνους, κύριοι, σήμερον, πάντες γνωρίζετε, καὶ ἐν μιᾷ τῶν ἐκ τοῦ βήματος τούτου ὁμιλιῶν αὐτοῦ ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως καλῶς νομίζω περὶ τούτου σᾶς ἐπληροφόρησε, καὶ σᾶς διεφώτισεν εἰς τρόπον, ὥστε νομίζω κἀνεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν εὑρίσκεται οὐδὲ κἄν εἰς ἀμφιβολίαν. Ἀπέναντι λοιπὸν τῆς οἰκονομικῆς ταύτης καταστάσεως, ἀπέναντι τῶν δεινῶν ἐλλείψεων, αἵτινες μᾶς μαστίζουσι καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐπαρκοῦμεν οὐδὲ κἄν εἰς τὰς ἐφημέρους ἀνάγκας τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας, ἡ κυβέρνησις δὲν διστάζει διόλου ν’ ἀνοίξῃ νέας ἀνάγκας, τοὺς ἐκτάκτους αὐτῆς ἀπεσταλμένους, διὰ τοὺς ὁποίους ἀπαιτοῦνται ἔξοδα χιλιάδων καὶ ἴσως ἑκατομμυρίου δραχμῶν. Ἀλλ’ αὐτὸ ὀφείλομεν νὰ ἐξετάσωμεν ἂν αὗται αἱ ἀποστολαὶ θέλουν ἀντιζυγίσει τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς θέλομεν κάμει, εὑρισκόμενοι εἰς τοιαύτην οἰκονομικὴν κατάστασιν, καταφεύγοντες οὐχὶ εἰς λόγους κενοὺς καὶ εἰς ἐλπίδας ματαίας, ἀλλ’ εἰς τὴν ἱστορίαν, εἰς αὐτὴν τὴν ἀλάνθαστον ἀλήθειαν. Πρέπει νὰ πληροφορηθῶμεν, νὰ ἐξετάσωμεν, νὰ ἴδωμεν, ποία εἶναι ἡ θέσις διαπρεσβευομένων μικρῶν ἐθνῶν, τουτέστι ποία ἡ θέσις τῶν ἰσχυρῶν ἀπέναντι τῶν ἀσθενῶν, ποία ἡ θέσις τῶν ἀσθενῶν ἀπέναντι τῶν ἰσχυρῶν; Κύριοι, ἡ ἔκτακτος ἀποστολὴ σκοπὸν βεβαίως θέλει ἔχει νὰ παραστήσῃ ἴσως τὰ ἑλληνικὰ συμφέροντα πρὸς τὴν Εὐρώπην καὶ προσπαθήσῃ ὅπως μὴ ταῦτα διακινδυνεύσωσιν· ἀλλ’ ὅμως εἰς ποίαν Εὐρώπην θέλουν παραστήσει οἱ ἀπεσταλμένοι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν πολιτικὴν, ἢ εἰς τὴν ἠθικήν; Ἡ πολιτικὴ Εὐρώπη, κύριοι, εἶναι αὐτὰ τὰ μυστικοσυμβούλια, καὶ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ἀποτελούμεναι ἐξ αὐτῶν· ἡ ἠθικὴ δὲ Εὐρώπη, εἶναι, οἱ αὐτοὶ ἄνδρες, οἱ ἀποτελοῦντες τὰ μυστικοσυμβούλια, καὶ τὰ ἔθνη. Πρὸς ποίους λοιπὸν θέλουν διαπρεσβεύσει οἱ ἔκτακτοι ἀπόστολοι; δὲν ἀμφιβάλλω, θέλουσι μᾶς ἀπαντήσει, ὅτι θέλουσι διαπρεσβεύσει εἰς ἀμφότερα. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν τί εἶναι ἡ πολιτικὴ Εὐρώπη καὶ τί εἶναι ἡ ἠθική, ὅπως ἐννοήσωμεν τί δύνανται νὰ κάμωσιν οἱ ἔκτακτοι ἀπόστολοι πλησίον τῶν μυστικοσυμβουλίων τῆς Εὐρώπης καὶ τῶν λαῶν αὐτῆς. Τὰ συμφέροντα, κύριοι, τῶν ἐθνῶν, τὰ συμφέροντα τῶν μεγάλων ἐθνῶν μάλιστα εἶναι σχεδὸν ἀναλλοίωτα· ὡς πρὸς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν εἶναι ἀμετάβλητα, καὶ οὐδεμία ἄλλη ἐνέργεια ἐκτὸς τῆς ἀνωτέρας δυνάμεως δύναται νὰ ὑποχρεώσῃ τὰ μεγάλα ἔθνη νὰ τροποποιήσωσιν ἢ νὰ ἐγκαταλείψωσιν αὐτά. Κἀνεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν ἀγνοεῖ, κύριοι, ὅτι ἡ Εὐρώπη ἔχει μεγάλα συμφέροντα ἐπὶ τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουσι πάντες ἀνατολικόν· εἰς ἅτινα προσέχει πρὸ αἰώνων, τουτέστιν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας, τῆς ὁποίας τὴν καταστροφὴν ἐξετέλεσε διὰ νὰ ᾖναι ἀσφαλὴς κινήσασα τὰς ὀλεθρίας ἐκείνας σταυροφορίας δι’ ὧν ἐπεχείρησε δῆθεν νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν Ἅγιον Τάφον. Ἀφοῦ δὲ ἠφάνισε τὴν ἰσχὺν τῆς αὐτοκρατορίας καὶ κατέκτησε καὶ αὐτὸν τὸν θρόνον τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου διὰ τῶν σταυροφόρων, ἐπὶ πολλοὺς χρόνους ἔμεινε πάντη ἀδιάφορος, καὶ εἰς τὴν ὥραν τοῦ κινδύνου ἄφησε νὰ καταβληθῇ ἡ αὐτοκρατορία ὑπὸ τοῦ Μωάμεθ καὶ ὑποδουλωθῇ ἡ ἡμετέρα πατρίς. Τὸ ἀνατολικὸν λοιπὸν ζήτημα συνδέει συμφέροντα ἀπ’ αἰώνων μὲ τὰ Εὐρωπαϊκὰ κράτη, καὶ ὡς πιστεύω δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἀκούσητε τοῦτο παρ’ ἐμοῦ, διότι πάντες γνωρίζετε τὴν πολικὴν ἱστορίαν τοῦ Κόσμου, ἑπομένως δὲν ἀμφιβάλλετε περὶ τοῦ σκοποῦ ὃν ἐπιδιώκει ἡ Γαλλία, φερ’ εἰπεῖν, εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ἀφοῦ αὐτὴ ἀνέγραψεν εἰς τὸν γεωγραφικὸν αὑτῆς χάρτην τὴν Μεσόγειον θάλασσαν ὡς λίμνην γαλλικήν· ἐπίσης δὲν ἀμφιβάλλετε διόλου περὶ τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Ἀγγλία εἰς τὴν Ἀνατολὴν, διότι οὗτος εἶναι ὅλως ἀντίθετος τοῦ Γαλλικοῦ, θέλει καὶ αὕτη τὴν ἐξουσίαν τῆς Μεσογείου διὰ νὰ φέρῃ τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου εἰς τὴν Ἀνατολὴν καὶ νὰ πλουτήσῃ ἐξ αὐτοῦ· ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶχεν ἀνάγκην στρατηγικῶν σημείων καὶ ὡς τοιαῦτα ἐξέλεξε τὴν Μελίτην, τὴν Σικελίαν, τὴν Αἴγυπτον, τὴν Συρίαν, ἀκόμη καὶ τὴν μικροσκοπικὴν αὐτὴν Ἑλλάδα, τῆς ὁποίας ἐν ὅσῳ εἶχεν ἀνάγκην, ἐκράτει τὰς νήσους, τὴν Κέρκυραν καὶ ὅλην τὴν Ἑπτάνησον. Κύριοι, τὰ συμφέροντα ταῦτα τῶν μεγάλων τούτων ἐθνῶν τῆς Εὐρώπης πρόκειται ἡμεῖς σήμερον νὰ μεταλάξωμεν κατὰ τὴν βάσιν αὐτῶν διὰ τῶν ἐκτάκτων ἀποστολῶν; οἱ ἔκτακτοι οὗτοι ἀπόστολοι ἀπέρχονται ἆρα νὰ δώσωσι τὸν νόμον εἰς τὴν Εὐρώπην; θέλουσιν ἆρά γε πείσει ἢ διατάξει τὰ πολιτικὰ σώματα τῶν ἐθνῶν τούτων νὰ μεταβάλωσι τὰ πολιτικὰ αὑτῶν σχέδια; Ὤ εἶμαι, κύριοι, πλέον παραβέβαιος, ὅτι οἱ πολιτικοὶ τῆς Εὐρώπης ἄνδρες εἰς ἀπόκρισιν θέλουσι ῥίψει ἐπ’ αὐτῶν εἰρωνικώτατον μειδίαμα, τὸ μειδίαμα λέγω ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ῥίπτουσιν οἱ δυνατοὶ πρὸς τοὺς ἀδυνάτους, ὅταν οἱ τελευταῖοι ἄνοιαν ὀφλισκάνωσιν. Ἐὰν ὅμως τὴν πολιτικὴν τῆς Εὐρώπης δὲν δυνηθῶσι νὰ κλονίσωσιν οἱ ἔκτακτοι ἀπεσταλμένοι, ἴσως εἴπωσί τινες, δὲν θέλουσι δυνηθῆ ἆρά γε νὰ κλονίσωσι τὴν ἠθικὴν Εὐρώπην; ὄχι λέγω, καὶ πρὸς τοῦτο ἂς ἴδωμεν τίνες εἴμεθα ἡμεῖς, καὶ τίνες εἶναι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀποτελοῦσι τὰ μυστικοσυμβούλια καὶ τὰς κυβερνήσεις τῆς Εὐρώπης. Πρὸ παντὸς, ὡς γνωρίζετε, οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι ἔχουσιν ἀρετὰς καὶ μέγιστα αἰσθήματα φιλανθρωπίας. Πολλάκις αὐτοὶ βλέπουσι τὰ κακουργήματα ἐνώπιον τῶν ὁποίων φρίττουσι περισσότερον ἡμῶν, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο τὸ καθῆκον τοὺς ὑπαγορεύει νὰ ἀδιαφορῶσι, καί τοι δεινῶς θλιβόμενοι, διότι πρὸ παντὸς ἄλλου οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες δὲν ἔχουσι καρδίαν· ὄχι διότι ὁ Θεὸς ἀπεστέρησεν αὐτοὺς τοῦ πρώτου αὐτοῦ ἀγαθοῦ τῆς πολιτικῆς ἕδρας, ἀλλὰ διότι τὸ πολιτικὸν συμφέρον διατάττει αὐτοὺς νὰ μένωσιν ἀπαθεῖς ὑπακούοντες μόνον καὶ μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τῶν ἐθνῶν τῶν ὁποίων τὰς τύχας διευθύνουσι. Τούτων οὕτω, ἐχόντων, Κύριοι, οἱ ἀπόστολοι τοὺς ὁποίους ἡμεῖς θέλομεν ἐξαποστείλει θέλουσιν ἆρά γε ἐπιβάλλει τὰ Ἑλληνικὰ συμφέροντα ἐπὶ τῶν τοιούτων ἀνδρῶν, δύνανται ἄρα γε νὰ μεταβάλλωσι τὴν ἠθικὴν Εὐρώπην; Τὸ κατ’ ἐμὲ ἤθελα τῳόντι λυπηθῆ ἐὰν εἷς ἐξ ἡμῶν ἤθελε πιστεύσει εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, καὶ δυνατὸν μὲν εἶναι νὰ εἴπῃ τις τὸ ἐναντίον, νὰ τὸ πιστεύσῃ ὅμως εἶναι ἀδύνατον, ἐκτὸς ἐὰν νοσῇ κατὰ τὴν κεφαλήν. Κύριοι, οἱ πρέσβεις τῶν μεγάλων ἐθνῶν πρὸς τὰ μεγάλα ἔθνη ἀποστελλόμενοι, σκοπὸν προτίθενται νὰ κανονίσωσιν ἀμοιβαῖα συμφέροντα συνδέοντες τὰ ἔθνη αὐτῶν διὰ συμβάσεων ὠφελείας ἴσης καὶ ἀμοιβαίας. Καὶ οἱ Πρέσβεις ἐκείνων εἶναι ἀπαραίτητοι, διότι ἐκτὸς ὅτι χρησιμεύουσιν ὅπως συνεννοηθῶσιν ὁπωσδήποτε τὰ ἔθνη, ἐξασκοῦσιν ἐπιῤῥοὴν διὰ τοῦ πλούτου καὶ τῆς δυνάμεως τῶν ἐθνῶν ἅτινα ἀντιπροσωπεύουσιν· ἀλλὰ ποίαν ἐπιῤῥοὴν δύναται νὰ ἐξασκήσῃ ἡ ἀποστολὴ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς θέλομεν κάμει, ἀφοῦ καὶ πτωχοὶ καὶ ἀδύνατοι ἐσμέν; πολλὰ παραδείγματα θέλω σᾶς ἀναφέρει πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ λόγου μου, καὶ τὰ παραδείγματα ὅσα θέλω σᾶς ἀναφέρει ἀποῤῥέουσιν ἐκ τῆς ἰδίας ἡμῶν πατρίδος, καὶ ἐξ αὐτῶν δὲν ἀμφιβάλλω ὅτι θέλετε πεισθῆ, ὅτι εἶναι ὅλως ματαία ἡ ἐπιψήφισις τῶν ἐκτάκτων ἀπεσταλμένων· εἶναι μάλιστα ἐπιβλαβὴς, διότι οἱ Πρέσβεις τῶν ἀδυνάτων πρὸς τοὺς ἰσχυροὺς, εἶναι μόνον ἐπιδίωξις ταπεινώσεως, πολλάκις δὲ καὶ ἐπισήμου ἀναγνωρίσεως τῆς ἀδικίας, διότι εἶναι ἡ ὁμολογία τοῦ δικαιώματος τῆς ἰσχύος, ἥτις δυστυχῶς εἶναι ἡ μόνη πραγματικὴ κυριαρχία ἐπὶ τοῦ κόσμου τούτου, καὶ ἀκούσατε. Ὅταν οἱ ἀρχαῖοι Ἀθηναῖοι εἶχον φθάσει εἰς τὴν ἀκμὴν τοῦ ὕψους καὶ τοῦ μεγαλείου των, ὅταν τὸ κράτος τῶν Ἀθηναίων ἐξουσίαζεν ὀκτὼ ἑκατομμύρια ἀνδρῶν Ἑλλήνων, ὅταν ὁ πλοῦτος ὅλης τῆς Ἀσίας ἕνεκα τῆς δυνάμεως ταύτης εἶχε συσσωρευθῆ εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ τὰ μακρὰ τείχη ἦσαν στολισμένα μὲ τρόπαια νικῶν καὶ δόξης, τότε οἱ Μακεδόνες, ἀνίσχυροι καὶ ἐκ τῆς ἀνάγκης πιεζόμενοι ἀπέστειλαν πρέσβεις εἰς τὰς Ἀθήνας, ἐπικαλούμενοι πᾶσαν συνδρομὴν καὶ βοήθειαν, ἀλλ’ ὁσάκις τὰ τῶν Ἀθηναίων συμφέροντα ἀντέκειντο εἰς τὰς διαπρεσβεύσεις ταύτας, οἱ πρέσβεις ἀπεβάλλοντο μετὰ φοβερᾶς καταφρονήσεως· ὅτε ὅμως μετ’ οὐ πολὺ ὁ Φίλιππος ἰσχυροποιηθεὶς κατέλαβε τὴν Ἀμφίπολιν, τὴν Ποτίδαιαν καὶ τὴν Χαλκιδικὴν Χερσόνησον, ὅτε κατέλαβε τὸ Βυζάντιον, καὶ οἱ Ἀθηναῖοι νικηθέντες εἶδαν τὰ συμφέροντα αὐτῶν κινδυνεύοντα, ἔπεμψαν πρεσβείαν εἰς Φίλιππον ἐπικαλούμενοι εὐμενῆ δικαιοσύνην, μόλον ὅτι οἱ Ἀθηναῖοι ἐτήρουν εἰσέτι καὶ μεγαλεῖον πολὺ, καὶ στρατὸν ἀξιόμαχον καὶ ναυτικὸν ἐπίφοβον. Οἱ πρέσβεις τῶν Ἀθηναίων καί τοι ἐκλεχθέντες μεταξὺ τῶν ἀρίστων καὶ δοκιμωτάτων, διότι μεταξὺ αὐτῶν ἐξελέχθησαν ὡς πρέσβεις καὶ ὁ Αἰσχίνης καὶ ὁ Δημοσθένης ὁ Δημοσθένης λέγω ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ὁ λόγος ἐμέθυεν ἐξ ἐνθουσιασμοῦ τὰ πλήθη τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τοῦ βήματος τῆς Πνυκὸς, οἱ πρέσβεις, λέγω, ἐκεῖνοι παρουσιασθέντες ἐνώπιον τοῦ Φιλίππου περικυκλουμένου ὑπὸ ἐνδόξου καὶ φοβεροῦ ἐκ στρατηγῶν ἐπιτελείου, φοβερᾶς στρατιωτικῆς δυνάμεως, ἔχασαν τὴν γλῶσσαν καὶ τὴν κεφαλὴν, εἰς μάτην ἐπροσπάθησεν ὁ Δημοσθένης νὰ λαλήσῃ, εἰς μάτην ἐνεθάῤῥυνεν αὐτὸν ὁ ἴδιος Φίλιππος, οἱ λόγοι ἐπνίγησαν ἐντὸς τοῦ λάρυγγος, καὶ ἡ σιωπὴ καὶ ταπείνωσις ἐφάνησαν καθ’ ὅλον τὸ μέγεθος αὐτῶν. Τοιαύτη εἶναι ἔκτοτε ἡ θέσις τῶν ἀδυνάτων ἀντικρὺ τῶν δυνατῶν, οἱ δὲ λόγοι οἵτινες τόσον ἐνεποίουν θάῤῥος εἰς τὰ τῶν Ἀθηνῶν πλήθη δὲν ἠδυνήθησαν νὰ θαῤῥύνωσι οὐδὲν τὸν ἴδιον Δημοσθένην ἐνώπιον τοῦ ἰσχυροῦ Βασιλέως, ὅπως ἀποδειχθῇ ὅτι ἄλλη κυριαρχία εἰς τὸν κόσμον δὲν ὑπάρχει ἐκτὸς τῆς δυνάμεως. Ὑπάρχει ὅμως, Κύριοι Βουλευταὶ, καὶ μέσον ἄλλο διὰ τοῦ ὁποίου πολλάκις τοιαῦται ἀποστολαὶ δύνανται νὰ ἐπιτύχωσι, μικρὰ ὅμως καὶ ταπεινὰ συμφέροντα, ἀλλ’ ὅπως ἐπιτύχωσι καὶ αἱ ἀποστολαὶ αὗται πρέπει ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ ἑκάστου ἔτους νὰ ἐπιψηφίζεται ἀριθμὸς ἑκατομμυρίων τινῶν, ὑπὸ τὸν τίτλον, ἔξοδα μυστικὰ μὴ ὑποκείμενα εἰς ἔλεγχον, ὡς παρεχώρουν ταῦτα οἱ Ἀθηναῖοι εἰς τὸν μέγαν Περικλέα, τὸ πρωτότυπον ἐκεῖνο τῆς πολιτικῆς εὐφυΐας· δέκα τάλαντα, ἐψηφίζοντο τότε δι’ ἔξοδα τοιαῦτα ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ Ἀθηναῖοι δὲν ἐδέχοντο κᾀμμίαν ἐξέλεγξιν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ὁ περινούστατος Περικλῆς διέφθειρε τοὺς ἐν Σπάρτῃ ἰσχυροὺς καὶ ἐξετέλει τοὺς σκοπούς του. Ὁ Ἰουγούρθας, Κύριοι, μεταβὰς εἰς Ῥώμην διὰ ν’ ἀπολογηθῇ κατηγορούμενος ἀπῆλθεν αὐτῆς ἐπιτυχὼν πάνθ’ ὅσα ἐβούλετο καὶ τιμώμενος, ἀφοῦ διεμοίρασεν εἰς τοὺς ἰσχυροὺς πατρικίους χρυσὸν καὶ ἄργυρον ἀμέτρητον· ἀναχωρῶν δὲ ἔλεγε πρὸς τοὺς ἑαυτοῦ φίλους, ὅτι ἡ πόλις αὕτη καὶ ἡ δύναμις αὐτῆς ἤθελεν ἐκτεθῆ εἰς πλειοδοσίαν, ἐὰν ὑπῆρχον ἀγορασταὶ δυνάμενοι ν’ ἀγοράσωσι τοὺς ἰσχυροὺς αὐτῆς. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, καὶ ἕτερον μέσον πρὸς ἐπιτυχίαν τῶν ἀπεσταλμένων ἡμῶν· πλὴν σεῖς ἔχετε τοιαῦτα ὅπλα ὅπως ἰσχυροποιήσητε τοὺς πρέσβεις ἡμῶν διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ χρυσοῦ, ἀφοῦ δὲν δύνασθε νὰ τοὺς παρουσιάσητε φοβεροὺς διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ σιδήρου; Μυρία ὅσα καὶ ἄλλα ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἀναφέρω παραδείγματα, ὅπως πεισθῆτε, ὅτι τῶν μικρῶν ἐθνῶν οἱ ἔκτακτοι ἀπεσταλμένοι δὲν εἶναι ἱκανοὶ διὰ κἀνὲν ἄλλο κατόρθωμα παρ’ ὅπως προσφέρωσι τὰς βαθυτάτας αὑτῶν ὑποκλίσεις διὰ νὰ προσελκύσωσι τὴν εὔνοιαν κἀνενὸς ἰσχυροῦ, ἢ ὅπως ἐπικυρώσωσι τὰς διαταγὰς τὰς ὁποίας οἱ μεγάλοι τῶν ἰσχυρῶν δυνάμεων θέλουν δώσει εἰς αὐτούς. Ἄξιον ὅμως τῆς προσοχῆς σας εἶναι τὸ ἑξῆς παράδειγμα ὡς πολὺ περίεργον. Αἱ Εὐρωπαϊκαὶ μεγάλαι δυνάμεις ἐκάλεσαν εἰς συμμαχίαν αὐτῶν ἄλλοτε, ὅπως ἀποσείσωσι τὸν ζυγὸν τοῦ Ναπολέοντος, τὰ μικρὰ ἔθνη· κατὰ τὰ 1813 ἡ κραταιὰ δύναμις τῶν Γάλλων ἐπίεζεν ἀκόμη ὅλην τὴν Εὐρώπην· οἱ Μονάρχαι ὅπως ἀπαλλαχθῶσι τοῦ ζυγοῦ ἐκείνου ἐκάλεσαν ὅλους τοὺς μικροὺς λαοὺς εἰς ἐπανάστασιν, ὑποσχεθέντες εἰς αὐτοὺς ὅλα τὰ δικαιώματα, ὅλας τὰς ἐλευθερίας, αὐξήσεις ὁρίων, καὶ τὰ παρόμοια· ἀμέσως ὅμως μετὰ τὴν νίκην συνελθόντες ἐν Παρισίοις, ὅπως συντάξωσι τὰς συνθήκας, οἱ μὲν μεγάλοι καὶ ἰσχυροὶ συνέταττον τὰς συνθήκας, καὶ ἐλάμβανον τὰς ὠφελείας, τοὺς δὲ μικροὺς ἔκλεισαν ἔξω τῶν θυρῶν, οὔτε κἂν ἀξιώσαντες αὐτοὺς τῆς τιμῆς νὰ συνεδριάσωσι, καὶ μόνον ἐκάλεσαν τοὺς ἐκτάκτους αὐτῶν ἀπεσταλμένους, ὅπως ὑπογράψωσι τὴν καταδίκην αὐτῶν. Ἰδοὺ λοιπὸν τὶ εἶναι οἱ ἔκτακτοι ἀπεσταλμένοι τῶν μικρῶν κρατῶν πλησίον τῶν μεγάλων, καὶ τοιοῦτον παρασκευαζόμεθα νὰ παίξωμεν καὶ ἡμεῖς σήμερον ἐλεεινὸν πρόσωπον. Οἱ προπάτορές μας θέλοντες νὰ χαρακτηρίσωσιν αὐτὴν τὴν κατάστασιν εἰς τοὺς ἁπλουστέρους τῶν συμπολιτῶν αὐτῶν, ἔπλασαν μῦθον ἄξιον τῆς Ἑλληνικῆς εὐφυΐας, δι’ οὗ παρέστησαν ὅτι κατὰ τὰ μέρη τῆς Σικελίας κατῴκει Κύκλωψ τις μέγας καὶ φοβερὸς ἔχων ἕνα καὶ μόνον ὀφθαλμὸν εἰς τὸ μέσον τοῦ μετώπου του καὶ ἀνθρωποφάγον· τὸν Κύκλωπα τοῦτον κατῴκισαν ἐντὸς σπηλαίου φοβεροῦ, εἰς ὃ εἰσελθὼν ἐξ ἀνάγκης ὁ ἡμέτερος Ὀδυσσεὺς, ὁ πολύμητις Ἰθακήσιος μετὰ τῶν συντρόφων του, ἔτρεξε τὸν μέγιστον τῶν κινδύνων, διότι ὁ Κύκλωψ ἁρπάσας ἕνα τῶν συντρόφων αὐτοῦ ἤρξατο κατατρώγειν αὐτόν· ὁ πονηρὸς ἐκεῖνος Ἰθακήσιος προσέφερεν ἀμέσως εἰς τὸν Κύκλωπα οἶνον λαμπρὸν, ὅπως σωθῇ· διότι ὁ Κύκλωψ μεθύσας ἐκοιμήθη, οὗτος δὲ ἀκολούθως λαβὼν δαυλόν τινα τὸν ἐτύφλωσε καὶ οὕτως ἐσώθη. Οὕτως οἱ Ἕλληνες παρέστησαν, ὅτι διὰ τῆς εὐφυΐας καταβάλλεται ἐνίοτε καὶ αὐτὴ ἡ δύναμις· ἀλλὰ μόλα ταῦτα πολὺ ἀμφιβάλλω ἐὰν ὁ Βίσμαρκ, ὁ Γκορτζακὼφ, ὁ Δέρβις, ὁ Ῥικάζολις, ὁ Μουτιὲ, οἱ νέοι αὐτοὶ κύκλωπες, θέλουσιν ἀποτυφλωθῆ ἀπὸ τοὺς Ὀδυσσεῖς, τοὺς ὁποίους θέλομεν στείλει ἡμεῖς ἐκεῖ, καὶ ὅτι θέλουν ἀλλάξει σχέδιον πολιτικῆς καὶ θέλουν ὑποχωρήσει μετατρέποντες πορείαν κατὰ τῶν τῆς Εὐρώπης συμφερόντων ἀπέναντι τῶν συμφερόντων ἡμῶν. Τὴν πολιτικὴν ταύτην κωμῳδίαν δὲν πιστεύουσιν οὐδὲ οἱ ἐργάται τῆς ἀναστηλώσεως τῶν πρεσβειῶν· ἀλλὰ ταῦτα γίνονται πρὸς μόνην ὠφέλειαν προσώπων, χάριν ἐλαττώσεως τῶν ἀπαιτήσεων, πρὸς ἀμοιβὴν τῶν συμμάχων πρωταγωνιστῶν ὅσοι συνετέλεσαν εἰς τὴν ἀνύψωσιν τῶν ἐν τοῖς πράγμασι πατρώνων. Οἱ ἀπεσταλμένοι τῶν μικρῶν πρὸς τὰ μεγάλα κράτη, καὶ κατὰ τοῦτο δύνανται νὰ βλάψωσι τὰ ἔθνη αὑτῶν, διότι χάριν ἀτομικῶν συμφερόντων, ἐξαπατῶσι πολλάκις τὰς ἰδίας αὑτῶν Κυβερνήσεις· τῷ ὄντι πολλάκις τὰ μεγάλα ἔθνη διὰ τῶν πρέσβεων τούτων ὑποκινοῦσι τὰ μικρὰ, ὅπως τὰ καταστήσωσιν ὄργανα τῶν θελήσεών των, τὰ καλοῦν μάλιστα εἰς συμμαχίας, λαμβάνουν τὰ πλοῦτη των, τὰς δυνάμεις των, τὰ προϊόντά των καὶ πάντα ὅσα συντελοῦσιν εἰς τοὺς σκοπούς των, ἔπειτα δὲ τὰ ἐμπαίζουσι, μάλιστα δὲ ἀντικαθιστῶσι καὶ βαρυτέρας τὰς ὑποχρεώσεις των ἀπ’ ἐκείνας, καθ’ ὧν ἐπολέμησαν· εἰς τοὺς Ἰταλοὺς, π. χ. ὁ Ἀρχιδοὺξ Ἰωάννης τῆς Αὐστρίας καὶ ὁ Βέτιγκ τῆς Ἀγγλίας διὰ προκηρύξεων πομπωδῶν ὑπεσχέθησαν πάσας τὰς ἐλευθερίας ὅπως σύρωσιν αὐτοὺς εἰς τὸν κατὰ Ναπολέοντος πόλεμον· ὅταν ὅμως οἱ πρέσβεις τῶν Ἰταλῶν παρουσιάσθησαν εἰς τὴν σύνοδον τῆς Βιέννης καὶ ἐζήτησαν τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποσχέσεων, ὁ Μέτερνιχ καὶ Καστελρῆγος εἶχον ἀπολέσει τὴν ἀκοὴν καὶ τὴν μνήμην, δὲν ἤκουον τὰς ἀπαιτήσεις των, δὲν ἐνεθυμοῦντο τίποτε ἐκ τῶν ὑποσχέσεων, καὶ ὡς μόνην ἀμοιβὴν εἶπον εἰς τοὺς Ἰταλοὺς, θὰ ἦσθε δοῦλοι, ὑπὸ τὸν τίτλον τοῦ Λομβαρδοβενετικοῦ Βασιλείου, καὶ οὐχὶ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἰταλίας. Ἀλλά, Κύριοι, διατί νὰ ἀνατρέχωμεν τόσον μακρὰν ἀναζητοῦντες εἰς τὴν μεγάλην ἀποθήκην τῆς ἱστορίας τὰ παραδείγματα, ὅσα τόσον εὐκόλως διδάσκονται καὶ τὰ τέκνα σας εἰς τὰ σχολεῖα σήμερον; Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἐποχὴν καὶ τὰ παραδείγματα τῶν ἡμερῶν μας. Κατὰ τὸ 1843, πρέσβυς τῆς Ἑλλάδος ἐν Λονδίνῳ ἦτον ὁ ἀξιότιμος καὶ σεβαστὸς πατὴρ τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν Κυρίου Τρικούπη· κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην αἱ μεγάλαι δυνάμεις ἀπεφάσισαν νὰ μεταβάλωσι τὴν ἀπόλυτον Βασιλείαν εἰς Συνταγματικήν· καὶ πρὸς τοῦτο τὰ πάντα προπαρεσκευάζοντο ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν μεγάλων δυνάμεων. Ἡ τότε Κυβέρνησις εἶχεν ὑποπτευθῆ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, καὶ ὁδηγίας πολλὰς καὶ ἀκριβεῖς ἔστειλε περὶ τούτου εἰς τὸν ἐν Λονδίνῳ ἰδίως πρέσβυν αὐτῆς, ὅπως πληροφορηθῇ τὰς ἀποφάσεις τῆς ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐξιλεώσῃ, εἰ δυνατὸν, τὸν ἰσχυρὸν Παλμερστῶνα, καὶ οὕτω προλάβῃ τὸ κακόν. Τῷ ὄντι ὁ Κύριος Τρικούπης παρουσιασθεὶς ἀμέσως, ἔλαβε συνέντευξιν μετὰ τοῦ Παλμερστῶνος, ἐκ τῆς ὁποίας πληρέστατα ἐξαπατηθεὶς ἔγραψεν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Βασιλέα Ὄθωνα, διηγούμενος τὴν μετὰ τοῦ Παλμερστῶνος συνομιλίαν αὐτοῦ, καὶ τὴν πληρεστάτην εὐχαρίστησίν του ἀπὸ τὰς διαθέσεις τοῦ ἄγγλου πρωθυπουργοῦ. Καὶ ὅμως ὁμοῦ μὲ τὴν ἐπιστολὴν ταύτην καὶ διὰ τοῦ αὐτοῦ ταχυδρομείου ἔφθασαν αἱ ὁδηγίαι εἰς τοὺς ἐνταῦθα πρέσβεις τῶν μεγάλων δυνάμεων, ὅπως ὑποβάλωσι τὴν ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν εἰς τὸν ζυγὸν τῶν οἰκον. μέτρων καὶ εὐκολύνωσι τὴν μεταβολὴν, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Ἀνέγνωσε λοιπὸν, Κύριοι, ὁ τότε Βασιλεὺς Ὄθων τὴν ἐπιστολὴν τοῦ πρέσβεως αὐτοῦ, ἀλλ’ ἐνταυτῷ ἀνέγνωσε καὶ τὴν διακοίνωσιν τῶν ἐνταῦθα πρέσβεων τῶν Μ. Δυνάμεων· καὶ τότε ἐνόησε πόσον τὸ ἐμπορεύεσθαι τῶν ἀδυνάτων πρὸς τοὺς δυνατοὺς εἶναι φοβερόν· μεγάλως ὠργίσθη διότι ἐνεπαίχθη, ἀλλ’ ἀντὶ πάσης ἄλλης ἐνεργείας, διέταξε τὴν παῦσιν τοῦ πρέσβεως, εἰπὼν, εἰ μὲν ἐξαπατῶσι τὸν πρέσβυν μου, τί μὲ χρησιμεύει; εἰ δὲ οὗτος δὲν δύναται νὰ πλησιάσῃ καὶ ἐννοήσῃ τῶν ἰσχυρῶν τὰ μυστήρια, τί τὸν θέλω; ἡ δὲ περὶ τούτου μαρτυρία, ἤτοι τὸ διάταγμα τῆς παύσεως τοῦ Κ. Τρικούπη, εὑρίσκεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν. Κατὰ τὰ 1854 ἐμελέτων καθ’ ἡμῶν αἱ Δυνάμεις κατοχὴν, πλὴν ὄχι μόνον οἱ πρέσβεις ἡμῶν ἔμαθον, ὅτι πρόκειται περὶ ἀποστολῆς κατοχῆς, ὅταν ἡ κατοχὴ ἔφθασεν εἰς Πειραιᾶ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ πρέσβεις ἐσχημάτισαν τὴν ἀντιδραστικὴν Κυβέρνησιν τότε. Εἰς τί ἄλλο μᾶς χρησιμεύουν λοιπὸν οἱ πρέσβεις ἢ οἱ ἔκτακτοι ἀπεσταλμένοι παρὰ εἰς τὸ νὰ μᾶς ἐξαπατῶσιν ἐν γνώσει ἢ ἐν ἀγνοίᾳ ἢ ἐπηρεαζόμενοι, δὲν ἠξεύρω, διὰ ποίους λόγους νὰ ἐπικυρόνωσι πολλάκις ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως καὶ καμμίαν κακὴν ἀπόφασιν; Ἔχετε ὑπ’ ὄψιν σας, Κύριοι βουλευταὶ, πρόσφατα καὶ τρομερὰ παραδείγματα ὅσα ἀναγινώσκετε καθημερινῶς καὶ εἰς τὰς πλέον μικρὰς ἐφημερίδας. Σᾶς ἐρωτῶ, τί ἔκαμαν οἱ πρέσβεις τοῦ Ἀνοβέρου, τῆς Σαξωνίας, τοῦ Νασάου καὶ τῆς Βαυαρίας, προχθές, ὅτε ἡ κατακτητικὴ δύναμις τῶν Πρώσσων συνέτριψε τὰς δυνάμεις τῆς Αὐστριακῆς Αὐτοκρατορίας εἰς τὸ Κένιχκρατς; τί ἔπραξαν οἱ πρέσβεις τῆς Νεαπόλεως, τῆς Φλωρεντίας, τοῦ Πάπα, τῆς Λούκας, τῆς Μοδένης, ἀφοῦ ἐνικήθησαν εἰς τὴν Μαγένταν καὶ τὸ Σολφερῖνον, καὶ τότε πάλιν αἱ δυνάμεις τῆς Αὐστρίας καὶ ἀπεφασίσθη ἡ ἕνωσις τῆς Ἰταλίας διὰ τὰ εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα; ἐνεπαίχθησαν ὡς μὴ ὑποστηριζόμενοι ἀπὸ ἰσχυρὰς στρατιωτικὰς δυνάμεις, καὶ ἢ ὑπέγραψαν τὴν καταδίκην τῶν ἡγεμόνων αὐτῶν ἢ παρεδόθησαν εἰς τὰ ἀνηλεῆ χλευάσματα τῆς πολιτικῆς εἰρωνείας, ἥτις παραλαμβάνει μετ’ οὐ πολὺ νέα τοιαῦτα θύματα, τοὺς ἰδίους ἡμῶν ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους. Κύριοι βουλευταί, σᾶς ἐρωτῶ ποῖος ἀπὸ σᾶς ἐσυλλογίσθη ποτὲ ἂν ὑπάρχει ἐν Ἀθήναις πρέσβυς τῆς Πορτογαλλίας, ἂν ὑπάρχει πρέσβυς τῆς Ἱσπανίας, τῆς Σουηδίας κτλ. Πάντες ὅμως ἐξετάζομεν περὶ τῶν πρέσβεων τῶν μεγάλων δυνάμεων, εἰς τοὺς ὁποίους ὀφείλομεν, ἀπὸ τοὺς ὁποίους ἐλπίζομεν καὶ τοὺς ὁποίους φοβούμεθα, διότι τὰ ἔθνη αὐτῶν κατέχουσιν ὅλην τὴν ἐπιφάνειαν τοῦ ὠκεανῶν καὶ τῆς γῆς δι’ ἀπειραρίθμων στρατιωτικῶν δυνάμεων· ἑκατομμύρια στρατοῦ δύνανται νὰ κινήσωσιν αὗται εἰς τὴν στιγμήν. Καὶ ὅμως τούτων οὕτως ἐχόντων, ἡ ἡμετέρα Κυβέρνησις μὴ ἔχουσα οὐδεμίαν ἰσχὺν νομίζει, ὅτι δι’ ὀκτὼ ἢ δέκα ἀπεσταλμένων θέλει κατορθώσει πολλὰ καὶ εἰς Πετρούπολιν, καὶ εἰς Βιέννην καὶ εἰς Παρισίους, καὶ εἰς Λονδῖνον, καὶ εἰς Βασιγκτῶνα, καὶ δὲν ἠξεύρω εἰς ποῖον ἄλλο κράτος, πιθανὸν τῆς Κίνας; Καὶ ἀληθῶς ὅταν φθάσουν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον οἱ ἀπεσταλμένοι ἡμῶν ἀμφιβάλλετε, ὅτι θὰ ἐξέλθουν αἱ Κυβερνήσεις νὰ τοὺς ὑποδεχθῶσιν ἐν τοῖς σταθμοῖς τῶν σιδηροδρόμων καὶ ὅτι θὰ ἀλλάξουν τὴν πορείαν αὐτῶν πάραυτα κατὰ τὰς θελήσεις ἡμῶν; Πλὴν δὲν εἶναι ἐντροπὴ νὰ συλλογιζώμεθα τοιουτοτρόπως σήμερον καὶ νὰ ἐξαπατῶμεν αὐτοὶ ἑαυτοὺς παιδαριωδῶς ἐπιβαρύνοντες μάλιστα τὸ πτωχὸν Ἑλλην. ταμεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπαρκεῖ νὰ πληρώνῃ οὐδὲ τὰς εὐτελεῖς συντάξεις τῶν λιμωττουσῶν χηρῶν τῶν ἡρώων τῆς πατρίδος; θέλετε ὅμως νὰ παίξετε τὴν κωμῳδίαν τῶν ἀπεσταλμένων ἐν Εὐρώπῃ; παίξατε αὐτὴν ἀλλὰ χωρὶς ἔξοδα τοὐλάχιστον· καὶ πρὸς τοῦτο ἐγὼ σᾶς παρέχω τὰ μέσα, διορίσατε ἀπεσταλμένους χωρὶς χρήματα· ἰδοὺ εἰς τὴν Βιένναν εὑρίσκεται κἄποιος Μεταξᾶς, ἀνὴρ τιμιώτατος καὶ ἔμπειρος τῆς πολιτικῆς, οὗτος εὑρίσκεται εἰς σχέσεις μεγάλας ἐν Βιέννῃ· εἰς Πετρούπολιν εὑρίσκεται ὁ κύριος Κοντογιαννάκης, εἰς Λονδῖνον πλῆθος Ἑλλήνων μεγαλεμπόρων· δὲν δύνανται αὐτοὶ ἆρά γε νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς ἔκτακτοι ἀπεσταλμένοι ἀφοῦ πέμψητε εἰς αὐτοὺς τὰς ὁδηγίας ἐκείνας δι’ ὧν νομίζετε, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις θὰ μεταβάλλωσι τὰ ἑαυτῶν συμφέροντα, χάριν τῶν ἡμετέρων; Πλὴν ὅμως μὴ λησμονήσητε καὶ τὸ ἑξῆς ἱστορικὸν διήγημα. Ἄλλοτε ὅταν οἱ Σουλτάνοι εἶχον φθάσει εἰς τὴν ἀκμὴν τῆς ἑαυτῶν δυνάμεως, οἱ πρέσβεις τῆς Γαλλίας ἢ ἔκτακτοι ἀπεσταλμένοι θέλοντες νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὸν Σουλτάνον ὑπεβάλλοντο εἰς τὰς ἑξῆς διατυπώσεις· μόλις οὗτοι ἔφθαναν εἰς τοὺς προθαλάμους τοῦ Σουλτάνου καὶ ἀμέσως διατεταγμένοι ἀξιωματικοὶ κατελάμβανον αὐτοὺς ἀπὸ τὸν τράχηλον, τοὺς ἔφεραν κύπτοντες βιαίως τὴν κεφαλὴν αὐτῶν, μέχρι τοῦ θρόνου, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου τοὺς ἔῤῥιπταν κατὰ γῆς εἰς σημεῖον ταπεινώσεως ὑποδούλου, (καθὼς διηγεῖται εἰς τὴν ἱστορίαν του ὁ Χάμερ ὅσα ἐγίνοντο πρὸ ἑκατὸν ἤδη ἐτῶν)· ἀλλὰ μὅλαταῦτα σήμερον ὅταν εἰσῆλθεν ὁ Κ. Βουρὲ εἰς Κωνσταντινούπολιν, 300 ἀξιωματικοὶ καὶ πάντες οἱ Αὐλικοί, καὶ αὐτὸς ὁ Μ. Βεζύρης, ἐξέρχονται ὅπως ταπεινῶς ὑποδεχθῶσι τὸν Πρέσβυν τοῦτον· ὅλοι δὲ οἱ Πασσάδες, καὶ αὐτὸς ὁ Σουλτάνος θέλει προσφέρει γεύματα λαμπρὰ καὶ πλούσια εἰς αὐτὸν δῶρα καὶ ἀπείρους τιμὰς ἐν ᾧ ἐν Παρισίοις μόλις καταδέχονται νὰ λαλήσωσιν, εἰς τὸν Πρέσβυν τοῦ Σουλτάνου, ἢ νὰ μειδιάσωσι πρὸς αὐτὸν σήμερον. Ἐπὶ τοσοῦτον μεταβάλλει ἡ δύναμις τῶν ὅπλων τὰς φιλοφρονήσεις τῶν ἰσχυρῶν. Κύριοι, ἐντὸς ὀλίγου ἂν δὲν λανθάνωμαι, οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους θέλουν ζητήσει ἀπὸ ἡμᾶς ν’ αὐξήσωμεν τοὺς πόρους τοῦ Κράτους, ἀνοίγοντες ἕκαστος τὸ πτωχὸν βαλάντιόν του καὶ φέροντες ποσότητά τινα ἀργύρου, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ θέλει εἰσέλθει εἰς τὰ βαλάντια τῶν ἀπεσταλμένων, ὅπως οἰκονομήσωσιν οἱ πτωχοὶ οὗτοι τὰς ἑαυτῶν ἀνάγκας, ἀλλὰ πρὸς τοῦτο εἶναι ἀνάγκη νὰ προστρέξωμεν εἰς τὴν καλύβην τοῦ ἀτυχοῦς πάλιν γεωργοῦ, λέγοντες πρὸς αὐτὸν ἄνοιξε μίαν φορὰν ἀκόμη τὴν μικρὰν ἀποθήκην τῶν καρπῶν σου καὶ πρόσφερε τὴν κριθὴν, τὸ ἄχυρον, τὸν σῖτόν σου καὶ τὰ προϊόντα σου ὅπως τῆς πατρίδος οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας· ταῦτα πάντα θὰ εἴπωμεν ἡμεῖς διὰ τῆς ψήφου μας ἢ, ὀφείλομεν νὰ δικαιολογήσωμεν πρὸς τοὺς συμπολίτας μας· αὔριον, κύριοι Βουλευταὶ, ὅταν μεταβῶμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ ὅταν μᾶς ἐρωτήσωσι περὶ τῆς χρήσεως τῶν νέων φόρων, τότε τί θὰ εἴπωμεν εἰς αὐτούς; Ἀς ησυχάσατε περὶ τούτου, ἐστείλαμεν ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους διὰ νὰ μεταβάλλουν ὅλον τὸν κόσμον διὰ μαγικῆς δυνάμεως καὶ τῆς ἀπείρου αὐτῶν διπλωματικῆς εὐφυΐας· ἐπληρώσατε ὅμως ἑκατομμύρια θὰ μᾶς εἴπωσι δι’ ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους, ἐν ᾧ εἰς τὰς ἀποθήκας τοῦ Κράτους δὲν ὑπάρχουν 5,000 ὅπλα μὲ τὰ ὁποῖα νὰ δυνηθῶμεν εἰς μίαν στιγμὴν νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα καὶ τὰ τέκνα μας, καὶ τότε τί θ’ ἀπολογηθῶμεν.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (πρωθυπουργὸς) Δὲν σώζεται διὰ τῶν ὅπλων ἡ πατρίς.
§10ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει ἀμέσως· ποῖοι ἦσαν οἱ Πρέσβεις ἡμῶν κατὰ τὸν ἔνδοξον καὶ μέγαν ὑπὲρ ἀνεξαρτησίας ἀγῶνα ἡμῶν, ποῖοι ἦσαν οἱ ἔκτακτοι ἀπεσταλμένοι, τότε Κ. Πρωθυπουργὲ, ἦσαν τῳόντι μεγάλοι καὶ φοβεροί· θέλω ἀμέσως σᾶς τοὺς ὀνομάσει· πρῶτος πρέσβυς ἐστάθη ἡ νίκη τῶν ὅπλων τοῦ Ἄργους, ἡ καταστροφὴ δηλ. τοῦ Δράμαλη, ἕτερος πρέσβυς ἦτον ἡ ἐκστρατεία τῆς Ἀττικῆς καὶ ὁ θάνατος τοῦ Καραϊσκάκη, τρίτος ἐστάθη, Κύριοι, ἡ ἐκστρατεία, ἡ ἀθάνατος ἐκστρατεία τοῦ Γέρο–Κανάρη καὶ ὁ δαυλός του, ὁ ὁποῖος καταδιώξας τὸν ἐχθρὸν ἐζήτησεν αὐτὸν εἰς τὰ ἔγκατα αὐτῆς τῆς Ἀφρικῆς, πρὸς ἔκπληξιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἡρωϊσμοῦ, ἦτον ἡ πυρπόλησις τῆς Ἐρισσοῦ, ἡ ναυμαχία τοῦ Γέροντος, τὸ ἀθάνατον καὶ ἀειμνημόνευτον Μεσολόγγιον. Αὐτοὶ ἦσαν οἱ πρέσβεις, Κ. Πρωθυπουργὲ, οἱ μεταβαλόντες τοὺς λαοὺς καὶ τὰς κυβερνήσεις αὐτῶν, καὶ εἰς αὐτοὺς χρεωστοῦμεν τὰ πάντα· ἴδε λοιπὸν, Κ. Πρόεδρε, ὅτι οἱ σωτῆρες πρέσβεις εἶναι ἡ νίκη, εἶναι τὰ ὅπλα· καὶ οὐχὶ νάνοι, ἄσημοι καὶ ἄδοξοι· τὸ ἔθνος δὲν ἐλησμόνησεν ταῦτα, καὶ πρὶν ἀκόμη συνέλθωμεν ἐνταῦθα, ἡ φωνὴ ὅπλα, ὅπλα ἠκούετο ἀπὸ περάτων μέχρι περάτων· «ὅπλα καὶ πολεμοφόδια» ἀπαιτεῖ ὁ ἑλλ. λαὸς, θεωρῶν τὸν κίνδυνον μακρόθεν ἐρχόμενον, ὅπως ἀποκρούσῃ αὐτὸν πρὸς ἀσφάλειάν του, εἰς τοὺς βραχίονας καὶ τὸν ἡρωϊσμόν του πιστεύει, ὅταν ὁ κίνδυνος ἐπέλθῃ καὶ μᾶς περιβάλῃ καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους τοὺς ἰδικούς σας, διότι αὐτοὶ ἐν ὥρᾳ κινδύνου θὰ λέγωσι πρὸς ἡμᾶς στείλατέ μας χρήματα ὅπως συντηρηθῶμεν καὶ οὐχὶ ὅπως σᾶς σώσωμεν, διότι τὸ δεύτερον εἶναι ὄχι ἀδύνατον, ἀλλὰ γελοῖον. Ταῦτα ὑπ’ ὄψιν ἔχοντες καὶ τὰς ἐκ τῆς πτωχείας πληγὰς τῆς πατρίδος καὶ τοὺς στεναγμοὺς τοῦ λαοῦ, πρέπει κύριοι νὰ φροντίζωμεν ὅπως ἐξαλείψωμεν τὰ δεινὰ ταῦτα διὰ τῆς πλέον ἔμφρονος πορείας καὶ οὐχὶ διὰ πολυεξόδων καὶ ἀνωφελῶν ἐπιδείξεων, διότι ἐὰν τὰ μεγάλα κράτη ὑποβάλλωσιν τοὺς λαοὺς αὐτῶν εἰς μεγάλας ὑποχρεώσεις, ἐὰν αὐξάνωσιν ἐνίοτε τὰς πληγὰς καὶ τοὺς στεναγμοὺς αὐτῶν, πάραυτα ὅμως τὰς μὲν πληγὰς σκεπάζουν αἱ δάφναι τῆς νίκης, τοὺς δὲ στεναγμοὺς ἀποπνίγουσιν οἱ ἀλαλαγμοὶ τῆς δόξης· ἀλλ’ ἡμεῖς τί θέλομεν προσφέρει πρὸς τοὺς συμπολίτας ἡμῶν, ὅταν ζητήσωμεν νὰ ἐξαντλήσωμεν ἔτι περισσότερον τὸ βαλάντιον αὐτῶν, αὐξάνοντες οὕτω καὶ τὰς πληγὰς καὶ τοὺς στεναγμοὺς αὐτῶν; Κύριοι Βουλευταί, σκοπός μου δὲν εἶναι ἡ ἐλεεινὴ ἐκείνη πολιτικὴ τοῦ μεμψιμοιρεῖν εἰς κάθε ζήτημα τῶν κυβερνήσεων τὴν δόξαν ταύτην ἀφίνω εἰς τοὺς ἀκολουθοῦντας τὴν πολιτικὴν τῶν ἀτομικῶν συμφερόντων· σκοπὸς ἐμὸς εἶναι τὸ νὰ καταδείξω εἰς ἡμᾶς τὴν ἀλήθειαν ὅπως μὴ σᾶς πλανήσωσι διὰ πλαστῶν ἐπιδείξεων, διὰ ματαίων ἐλπίδων, ἵνα ψηφίσητε ἀτόπους καὶ μεγάλας δαπάνας πρὸς τὸ ἄθλιον καὶ ἐφήμερον συμφέρον τῆς προσωπικῆς πολιτικῆς καί οὐχὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους καὶ τῆς πατρίδος. Κύριοι, δαπανήσατε διὰ τὸ συμφέρον καὶ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος, ὅπως ἐδαπάνων καὶ οἱ πατέρες ἡμῶν ἀκόμη καὶ τὸ αἷμα, καὶ τὰς σάρκας αὑτῶν, ἀλλὰ δαπανήσατε ὑπὲρ μόνης τῆς πατρίδος, καὶ οὐχὶ ὑπὲρ τῶν ἀτόμων. Ἐὰν δὲ ὑπάρχωσι πρόσωπα, ἅτινα πρέπει νὰ οἰκονομηθῶσιν, ἂς οἰκονομηθῶσιν ὅπως δήποτε, ὅπως οἰκονομούμεθα πάντες, ἀλλὰ μὴ ἐλπίζωσι νὰ μᾶς ἀπατήσωσι περιβάλλοντες αὐτὰ μὲ ἁλλουργίδας, ὅπως δαπανήσωμεν ἀνωφελῶς. Καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἐὰν δὲν λανθάνωμαι, πολλὰ ὀλίγοι εἶναι τόσον ἀφιλότιμοι ἄνδρες, ὥστε νὰ ἀποφασίσουν καὶ χώσωσιν ἀνωφελῶς ἢ πρὸς ἰδίαν ὠφέλειαν τὰς χεῖρας αὑτῶν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ταμεῖον, πιστεύω ὅτι πάντες οἱ ἀγαθοὶ θέλουσιν ἀποκρούσει δαπανηρὰν καὶ ἄσκοπον ἐντολήν· ἤκουσα περὶ τούτου τὴν γνώμην σπουδαίων ἀνδρῶν, οἱ ὁποῖοι ἐρωτηθέντες μετ’ ἀγανακτήσεως ἀπεκρίθησαν, ὅτι δὲν θέλουσι ποτὲ δεχθῇ νὰ γείνωσιν ἀντικείμενον τοῦ ἐμπαιγμοῦ, ἀπέναντι τῶν μυστικοσυμβουλίων τῆς Εὐρώπης, διὰ νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν ματαιότητα καὶ τὸ συμφέρον τῆς ἐσωτερικῆς πολιτικῆς. Δι’ ὅλους λοιπὸν, Κύριοι, αὐτοὺς τοὺς λόγους παρακαλῶ ἡμᾶς ὅπως σκεφθῆτε ὀρθῶς περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους καὶ τῆς τιμῆς τῆς Βουλῆς, διότι ἂν ἡ Βουλὴ ᾖναι ἐξ ἑνὸς περιβεβλημένη ἐξουσίαν μεγάλην, ἀφ’ ἑτέρου περιβάλλεται μὲ εὐθύνην ἐπίσης μεγάλην, καὶ τὸ δὴ λεγόμενον ἀνεύθυνον οὐδόλως μὴ σᾶς ἐνθαῤῥύνῃ, διότι ὅπου ὑπάρχει τὸ ἀνεύθυνον ἐκεῖ μάλιστα ἡ εὐθύνη εἶναι ἀληθῶς πραγματικὴ καὶ μεγίστη. Συλλογισθῆτε καλῶς, διότι πρόκειται σήμερον νὰ ἐπιφέρητε τὴν ψῆφόν σας, διὰ τῆς ὁποίας θέλετε ἀποξηράνει ἔτι μᾶλλον τὸ ἰσχνὸν βαλάντιον τῶν συμπολιτῶν σας. Μὴ λησμονῆτε δὲ, ὅτι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν τὰ αὐτὰ πρόσωπα ἔκραζον, ὅτι ἡ πρωτεύουσα δὲν πρέπει νὰ ἀποῤῥοφᾷ τὰς ἐπαρχίας, διότι τότε τῶν ἐπαρχιῶν εἶχον ἀνάγκην, σήμερον δὲ ὅτε ἐπέτυχεν ὁ σκοπὸς καὶ τὰ πράγματα καὶ ἡ γλῶσσα παρήλλαξε. Δὲν παρῆλθον ὀλίγαι ἡμέραι, ἀφ’ ἧς ἐπεκαλοῦντο τὰς ἐπαρχίας, ὅπως διὰ τῶν ἀντιπροσώπων αὑτῶν ἀνέλθωσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἰδοὺ εἰς ἀμοιβὴν προσκαλοῦσι σήμερον τὰς ἐπαρχίας ὅπως πληρώσουν δι’ ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους, διότι οἱ ἄνθρωποι τῆς πρωτευούσης πρέπει νὰ ἐντρυφήσωσιν εἰς τὰς αὐλὰς τῆς Εὐρώπης. Συλλογισθῆτε, Κύριοι, σεῖς ὅσοι εἶσθε ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας καὶ γνωρίζετε τὴν κατάστασιν αὑτῶν, συλλογισθῆτε λέγω πρὶν ἢ ψηφίσητε ἔξοδα, θέσατε τὴν χεῖρα εἰς τὴν καρδίαν σας, ἐξετάσατε τὴν συνείδησίν σας, καὶ εἴπατε ἂν τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ ὑπαγορεύει τοιαύτην δαπάνην, ἢ τὸ συμφέρον τῆς προσωπικῆς πολιτικῆς. Ἐὰν δὲ συλλογισθῆτε καλῶς, τότε ἀναμφιβόλως θὰ φέρετε τὴν ψῆφόν σας κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου, ἡ δὲ Κυβέρνησις ἂν θέλῃ ἐκτάκτους ἀπεσταλμένους, ἂς ζητήσῃ αὐτοὺς μεταξὺ τῶν πλουσίων, ἱκανῶν καὶ ἐντίμων συμπολιτῶν μας τῶν εὑρισκομένων εἰς ὅλας τὰς μεγαλοπόλεις τῆς Εὐρώπης, καὶ οἱ ὁποῖοι δύνανται κάλλιστα νὰ ἐκτελέσωσι τοιαύτην ἐντολήν. Καὶ εἰς ἐμὲ εἶναι εὔκολον πρᾶγμα νὰ διοικῶ, ὅταν μοῦ δίδετε ἀφθόνως τὰ χρήματα πάντα τοῦ λαοῦ, τοιαύτη διοίκησις εἶναι ὅμως καταστρεπτικὴ, ὅσον εἶναι καὶ εὔκολος. Ἐὰν ἀποβλέπετε εἰς τὴν βελτίωσιν τοῦ λαοῦ, εἰς τὰς περικυκλούσας αὐτὸν περιστάσεις, δότε χρήματα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τοῦ ὁποίου αἱ ἀποθῆκαι εἶναι γυμναὶ, ἀφ’ οὗ τὸν πλοῦτον αὐτῶν ἔλαβον οἱ πολῖται: καὶ δι’ αὐτῶν πλεῖστοι ὅσοι εἶναι ὡπλισμένοι καθ’ ὅλον τὸ κράτος· τὰ ἔξοδα ταῦτα εἶναι δίκαια καὶ συμφέροντα, διότι μεταβαίνουσιν ἀμέσως εἰς τοὺς συμπολίτας μας, οἵτινες θέλουσιν ὑπερασπισθῆ καὶ τὴν πατρίδα, ὅταν ἡ ἀνάγκη τὸ καλέσῃ. Τοιαύτην φορολογίαν τὴν ἐννοῶ, ἀλλὰ τὴν δαπάνην τὴν γενησομένην εἰς τὰ θέατρα καὶ εἰς τοὺς περιπάτους τῆς Εὐρώπης αὐτῶν τῶν ἐκτάκτων ἀπεσταλμένων, δὲν τὴν ἐννοῶ, τὴν ἀποκρούω μετὰ πάσης ἀγανακτήσεως. Ταῦτα λοιπὸν, Κύριοι, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν καὶ συμβουλευόμενοι αὐτὸ τὸ καθῆκόν σας, τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ἂν θέλετε ἀκόμη καὶ τὴν πολιτικὴν ἰδέαν αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει ν’ ἀποκρούσητε τὴν συμμαχίαν τῶν προσωπικῶν συμφερόντων διὰ τῆς ψήφου σας. Ὄχι, Κύριοι, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς δὲν θὰ πληρώνῃ εἰς μάτην διὰ τὰς τυφλὰς τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου ἐπιθυμίας· οἱ καιροὶ ἐκεῖνοι, καθ’ οὓς ἔπρεπε νὰ πληρώνωσιν ἀνεξελέγκτως ὡς ῥαγιάδες παρῆλθον ἀνεπιστρεπτί· σήμερον ἀπαιτοῦν λόγον τῆς δαπάνης τῶν χρημάτων μας· ἔχομεν ἀνοικτοὺς πλέον τοὺς ὀφθαλμούς. Καὶ ταῦτα λέγω, διότι δὲν ἤκουσα διόλου τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ κυβέρνησις ἐτήρησεν ἄκραν σιωπὴν, καὶ δικαίως, τὶ ἠδύνατο νὰ εἴπῃ παρὰ λόγους κενοὺς, νομίζουσιν οἱ κ. ὑπουργοὶ ὅτι σιωπῶντες ἀσφαλέστερον δὲν ἀνακαλύπτονται, ματαίως ὅμως ἐλπίζουσιν εἰς τοιαύτην τετριμμένην πολιτικὴν τῶν καταδικασθέντων χρόνων. Μετ’ οὐ πολὺ τὰ πράγματα θέλουσι λαλήσει εὐγλωττότατα, καὶ τότε ἡ κρίσις τοῦ κοινοῦ, τὸ ὁποῖον ἴσως ἀποπλανᾶται σήμερον, θέλει ἐπέλθει ἐπιφανεστέρα ὅπως δικαιώσῃ τοὺς λόγους μου. Ταῦτα ἐκθέσας, κύριοι Βουλευταὶ, πρὸς ὑμᾶς ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, κατέρχομαι τοῦ βήματος ἔχων ἥσυχον τὴν συνείδησιν, ὅτι ἐλάλησα μετὰ παῤῥησίας ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ καλοῦ· καὶ ἐὰν μὲν ἐπέτυχα, ἐξετέλεσα ἱερὸν καθῆκον, ἄλλως ἔπραξα ὡς ἠδυνήθην καλλίτερα τὸ χρέος μου.
§11ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. (Ὑπουρ. τῶν ἐξωτερικῶν). Κύριοι, ὅταν, ἐρχόμενος εἰς τὸ βουλευτήριον ἤκουσα, ὅτι ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἀνέβη εἰς τὸ βῆμα διὰ νὰ λαλήσῃ περὶ τοῦ ζητήματος τῶν πρεσβειῶν, ὑπέθεσα, ὅτι δὲν ἦλθε νὰ ψέξῃ τὴν Κυβέρνησιν, προτείνουσαν ἤδη τὴν σύστασιν τοιούτων ἐκτάκτων ἀποστολῶν, ἀλλ’ ἦλθε νὰ ἐρωτήσῃ διατὶ ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον δὲν ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντιπροσωπευθῇ εἰς τὸ ἐξωτερικόν· ἐνόμιζον, ὅτι ἦλθε νὰ ἐρωτήσῃ διατὶ ἐν μέσῳ τοσούτων σπουδαίων περιστάσεων, διατὶ, ἐνῷ ἡ Ἀνατολὴ κλυδωνίζεται, διατὶ ἐνῷ χριστιανοὶ ἀδελφοὶ πάσχουσι, διατὶ μένει ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις βωβὴ, διατὶ ἀρκεῖται εἰς ἓν ὑπόμνημα, διατὶ δὲν πράττει ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ἁπλούστερος ἰδιώτης πράττει, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν συμφερόντων του. Ὁ ἰδιώτης βλέπων τὰ συμφέροντά του, κινδυνεύοντα, σπεύδει νὰ στείλῃ ἐπίτροπον διὰ νὰ συνεννοηθῇ μετὰ τῶν δυναμένων νὰ λύσωσι τὴν ὑπόθεσιν πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ. Πῶς θέλει νὰ θεωρήσωμεν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος; κατώτερα τῶν συμφερόντων τοῦ ἁπλουστέρου ἰδιώτου; Μὲ ἀπορίαν λοιπὸν μεγάλην ἤκουσα τὴν ἀγόρευσιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ. Ἔφθασα εἰς τὴν στιγμὴν εἰς τὴν ὁποίαν, ἀναπολῶν ἀρχαίας ἀναμνήσεις, ἠθέλησε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐν τῇ ἀρχαίᾳ ἱστορίᾳ οὐδέποτε αἱ πρεσβεῖαι συνετέλεσαν εἰς τὸν σκοπόν των. Δὲν εἶναι, κύριοι, ἐνταῦθα ἕδρα πανεπιστημίου διὰ νὰ ἀναπτύξω καὶ ἀποδείξω κατὰ πόσον ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἐσφαλμένη· ἀρκεῖ νὰ εἴπω τοῦτο, ὅτι οὐδεμία Εὐρωπαϊκὴ ἐπικράτεια ἐθεώρησεν, ὅτι ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει τὰς πρεσβείας ἀνωφελεῖς, καὶ πᾶσαι αἱ ἐπικράτειαι, ἐξαιρουμένης τῆς Ἑλλάδος, ἔχουσιν ἀντιπροσώπους ἐν τῷ ἐξωτερικῷ. Ἡ Ἑλλὰς, κύριοι, εἶναι τῷ ὄντι κράτος μικρὸν, ὅπως εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ἔχει ὅμως μέγιστα Εὐρωπαϊκὰ συμφέροντα, πολὺ μεγαλείτερα τῶν συμφερόντων ἄλλων ἐπικρατειῶν, ἐχουσῶν μεγαλείτερον πληθυσμὸν καὶ μεγαλειτέραν ἔκτασιν. Ἡ Ἑλλὰς τῷ ὄντι διὰ τοῦ ἡρωϊσμοῦ τῶν τέκνων της ἀπέκτησε τὴν ἐλευθερίαν της, ἀλλὰ μεγάλως συνετέλεσε καὶ ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ διπλωματία εἰς τὸ αἴσιον τέλος τοῦ ἀγῶνος ἡμῶν. Συνετέλεσε τῷ ὄντι ἄνευ ἀντιπροσώπων ἡμῶν ἐν τῷ ἐξωτερικῷ τότε, ὅπως εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς. Ἀλλά, κύριοι, μήπως οἱ πατέρες ἡμῶν, οἱ ἄνδρες τοῦ Ἑλληνικοῦ ἀγῶνος δὲν ἐθεώρησαν ἀναγκαίας τὰς πρεσβείας; Τὰς ἐθεώρησαν λίαν ἀναγκαίας, καὶ ἀπ’ ἀρχῆς τοῦ ἀγῶνος ἀπέστειλαν πρεσβείας, ἀλλ’ ἡ Εὐρώπη δὲν τὰς ἐδέχθη καὶ ἀπέστειλαν μέγιστα σπουδαῖα πρόσωπα, τὸν Πετρόμπεην, τὸν Μεταξᾶν, τὸν Παλαιῶν Πατρῶν. Ἀλλ’ ἀπορῶ μὲ τὸ ἐπιχείρημα τοῦτο· ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ποθούμενον, χωρὶς νὰ ἔχωμεν πρεσβείας· ἄρα αἱ πρεσβεῖαι εἶναι ἐπιβλαβεῖς; καὶ ποῖος εἶπεν, ὅτι, ἂν εἴχομεν πρεσβείας, δὲν ἠθέλαμεν φθάσει εἰς τὸ ποθούμενον ταχύτερον καὶ ἐπιτυχέστερον; Θεωρεῖτε ἐπιτυχὲς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἀγῶνος; Θεωρεῖτε εὐάρεστον τὴν ὁροθεσίαν τῆς Ἑλλάδος; Θεωρεῖτε εὐάρεστον τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὸ Ἑλληνικὸν καὶ τὸ Βασιλικὸν ζήτημα ἐπὶ τοῦ Λεοπόλδου; Ἡ Ἑλλὰς, εἶπεν, ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, εἶναι κράτος μικροσκοπικὸν, δὲν ἔχομεν δυνάμεις, ὥστε αἱ πρεσβεῖαι εἰς οὐδὲν ἄλλο δύνανται νὰ ὠφελήσουν παρὰ διὰ νὰ τυφλώσουν τὰς ξένας δυνάμεις, τὰς πρεσβείας τὰς στέλλομεν οὐχὶ ἵνα τυφλώσωμεν, ἀλλ’ ἵνα φωτίσωμεν τὰς ξένας δυνάμεις, διότι ἔχομεν τὴν πεποίθησιν ἐξ ὅσων βλέπομεν καὶ ἀκούομεν, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ γνωρίζωσιν ἀκριβῶς τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ φωτίσωμεν τὴν Εὐρώπην, ἀλλ’ ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἡμεῖς νὰ φωτισθῶμεν παρ’ αὐτῶν, νὰ γνωρίσωμεν εἰς ποίαν φάσιν εὑρισκόμεθα, καὶ ποῖαι εἶναι αἱ ἀληθεῖς διαθέσεις τῆς Εὐρώπης πρὸς ἡμᾶς, νὰ συνδέσωμεν στενότερον τὰς σχέσεις ἡμῶν πρὸς τὰς Δυνάμεις, διότι ὅπως ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος ἐφθάσαμεν εἰς τὸ ποθούμενον τέρμα διὰ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς διπλωματίας, οὕτω καὶ τώρα θέλομεν ἐξέλθει τῶν κινδύνων, οἵτινες μᾶς ἀπειλοῦσι, διὰ τῆς βοηθείας τῶν μεγάλων καὶ κραταιῶν δυνάμεων. Ἀλλὰ δὲν περιωρίσθη ὁ κ. Πετιμεζᾶς εἰς τὴν ἀρχαίαν ἱστορίαν· ἠθέλησε νὰ λάβῃ ἐπιχειρήματα ἐξ αὐτῆς τῆς ἱστορίας τῶν πρεσβειῶν τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, καὶ ἔφερε δύω παραδείγματα, ἓν συμβὰν κατὰ τὸ 1843 καὶ ἕτερον κατὰ τὸ 1854, τὸ τῆς κατοχῆς. Ποῖοι, κύριοι, διατείνονται ὅτι αἱ πρεσβεῖαι κατορθώνουν τὰ πάντα; Ὅ,τι διατεινόμεθα εἶναι, ὅτι διὰ τῶν πρεσβειῶν διευκολύνεται ἡ λύσις πολλῶν ζητημάτων, πολλὰ δυσάρεστα γίνονται ἧττον δυσάρεστα, καὶ ἄλλα εὐάρεστα γίνονται μᾶλλον εὐάρεστα. Τὴν κατοχὴν ἦτον ἀδύνατον οἱαδήποτε δύναμις Ἑλληνικὴ, εἴτε στρατιωτικὴ εἴτε διπλωματικὴ, νὰ ἐμποδίσῃ, διότι ἐνώπιον τῶν μεγάλων εὐρωπαϊκῶν ζητημάτων, ἐνώπιον τοῦ εὐρωπαϊκοῦ πολέμου, ὅστις τότε ἐπεκράτει, δὲν ἠδυνάμεθα βεβαίως νὰ ἐμποδίσωμεν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οἱ ὑπερισχύοντες ἐθεώρουν ἀναγκαῖον πρὸς συντήρησιν καὶ ἐπιτυχίαν τοῦ ἀγῶνός των· ἀλλ’ αἱ πρεσβεῖαι τότε ἐφάνησαν πολὺ ὠφέλιμοι εἰς τὸ ζήτημα τῆς κατοχῆς· αὗται κατώρθωσαν νὰ δώσουν εἰς αὐτὴν χαρακτῆρα ἠπιώτερον καὶ ὀλιγώτερον προσβλητικὸν, καὶ κατώρθωσαν νὰ συντάμωσι τὴν παράτασιν τῆς κατοχῆς. Ἂν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς ἀνεδίφει τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν, ἤθελεν εὕρει ὅτι τὸ τέρμα τῆς κατοχῆς ἐκείνης ἐγένετο διὰ τῆς μεσιτείας τῆς Ἑλληνικῆς διπλωματίας. Ἀνέφερε καὶ ἕτερον παράδειγμα τοῦ 43, τὴν παῦσιν δῆθεν τοῦ τότε πρέσβεως καὶ πατρός μου. Ἐγὼ ἀγνοῶ τοιαύτην παῦσιν· τότε κατηργήθησαν αἱ πρεσβεῖαι· ἦτον ἓν μέτρον οἰκονομικὸν, καὶ συνεπεία αὐτοῦ ἐπανῆλθον εἰς Ἑλλάδα οἱ πρέσβεις, καὶ ὁ Κωλέττης καὶ ὁ πατήρ μου. Εἶπον ὅτι ἄλλα ἔγραφον ἐπισήμως αἱ δυνάμεις καὶ ἄλλα ἔλεγον οἱ ὑπουργοὶ ἰδιωτικῶς πρὸς τοὺς πρέσβεις· τοῦτο εἶναι ἀπόδειξις ὅτι αἱ πρεσβεῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, διότι ἐξηγοῦν πολλάκις τὴν ἔννοιαν τῶν διπλωματικῶν διακοινώσεων, καθ’ ὅσον πολλάκις ὁ ὑπουργὸς δύναται ἐν ἰδιωτικῇ συνδιαλέξει πρὸς τὸν πρέσβυν νὰ ἐξηγήσῃ πῶς ἐκ τοῦ ἀπειλητικοῦ ὕφους μιᾶς διακοινώσεως συμφέρει νὰ πολιτευθῶμεν. Ἐκτὸς τοῦ παραδείγματος τῆς Ἑλλάδος, ἀνέφερεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς καὶ ἄλλα παραδείγματα, καὶ μᾶς ἠρώτησεν εἰς τὶ ὠφέλησαν αἱ ἀντιπροσωπεῖαι τοῦ Ἀννοβέρου, τῆς Σαξωνίας, τῆς Βαυαρίας· τὸν ἐρωτῶ, εἰς τὶ ὠφέλησεν ὁ στρατὸς τῆς Βαυαρίας, τοῦ Ἀννοβέρου, καὶ τῆς Σαξωνίας; (Εὖγε, εὖγε!) Ἀλλ’ ἐπίσης, τὸν ἐρωτῶ, εἰς τὶ ὠφέλησεν ἡ διπλωματία τοῦ Καβοὺρ καὶ τοῦ Βίσμαρκ; Ὁ κ. Πετιμεζᾶς μᾶς εἶπε πρὸς τούτοις, ὅτι συνεστήσαμεν τὰς πρεσβείας διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν πρόσωπα. Ἀμφιβάλλω, Κύριοι, ἂν πρέπει εἰς αὐτὴν τὴν αἰτίασιν νὰ ἀπαντήσω, διότι, εἶναι προσβολὴ κατὰ τῶν προσώπων τὰ ὁποῖα θὰ διορισθῶσιν. Εἶναι ἡ χειρίστη τῶν προσβολῶν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὑπάρχουν ἄνθρωποι σήμερον, ἐνώπιον τῶν κινδύνων τοὺς ὁποίους διατρέχομεν, ἐνώπιον τῆς μεγάλης ἀνάγκης τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ἔθνος, οἵτινες δέχονται νὰ λάβωσι χρήματα ἀπὸ τὸ δημόσιον, ἂν δὲν πιστεύωσιν ὅτι θὰ δυνηθῶσι νὰ προσφέρωσιν ὑπηρεσίας ἀναλόγους πρὸς τὰς θυσίας τοῦ ἔθνους. Εἶπεν, ὅτι ἤκουσε σπουδαῖα πρόσωπα νὰ λέγωσιν ὅτι τοιαύτη εἶναι ἡ ἔννοια τῶν πρεσβειῶν, καὶ ὅτι οὐδέποτε ταῦτα θὰ δεχθῶσιν· ἐγὼ οὐδὲν σπουδαῖον πρόσωπον εἶδον τὸ ὁποῖον νὰ ἐκφράσῃ τοιαύτην γνώμην, καὶ δύναμαι νὰ τὸν βεβαιώσω, ὅτι ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα εἶδον, εἶχον τὴν ἐναντίαν ἰδέαν. Μᾶς εἶπε πρὸς τούτοις ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ἡ ἀπόφασις αὕτη τῆς Βουλῆς, ἂν γίνῃ ἡ πίστωσις διὰ πρεσβείας, ἐπιβαρύνει τὰς ἐπαρχίας, αἵτινες θὰ γογγύσωσιν· ἀλλὰ κύριοι, τί ἄλλο εἶναι ἡ Βουλὴ παρὰ ἡ ἀντιπροσωπεία τῶν ἐπαρχιῶν; καὶ ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν ψηφίσωσιν ὑπὲρ, πῶς αἱ ἐπαρχίαι θέλουσι παραπονεθῆ; Λέγει πρὸς τούτοις, δώσατε καὶ εἰς ἐμὲ χρήματα καὶ εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ διοικήσω, σᾶς ἔχω χάριν νὰ διοικήσετε ἄνευ χρημάτων. Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν εἴμεθα σχοινοβάται, δὲν ἤλθομεν ἐδῶ διὰ νὰ κάμωμεν πράγματα, διὰ τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς ἔχῃ χάριν ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς· ὅταν ἐκλήθημεν εἰς τὰ πράγματα, ἐδέχθημεν τὴν ἐντολὴν, διότι ἐνομίσαμεν ὅτι ἦτο καθῆκόν μας νὰ τὴν δεχθῶμεν καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο θὰ ἐκπληρώσωμεν εὐσυνειδήτως. Δὲν προσπαθοῦμεν νὰ πράξωμεν τὰ ἀδύνατα· ἂν νομίζωμεν ὅτι χρειάζεται θυσία χρημάτων διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν μας, θὰ τὰ ζητήσωμεν· ἂν νομίζωμεν ὅτι δυνάμεθα νὰ οἰκονομήσωμεν τὰ χρήματα, θὰ τὰ οἰκονομήσωμεν. Ἡ πεποίθησίς μας εἶναι ὅτι αἱ πρεσβεῖαι εἰσὶν ἀναγκαῖαι· αὐτὸ τὸ Κρητικὸν ζήτημα, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, ἔπαθε διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν πρεσβειῶν, ὅτε μετὰ τὸ πέρας τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος τὸ ζήτημα τῆς Κρήτης ἦτον ἐκκρεμὲς, διότι τότε ἐπρόκειτο περὶ προσαρτήσεως τῆς Κρήτης εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἠξεύρετε ὅτι ἡ Κρήτη δὲν προσηρτήθη. Προκειμένου ἤδη πάλιν περὶ σπουδαιοτάτων ζητημάτων, δὲν πρέπει νὰ ἐπαναλάβωμεν τὸ αὐτὸ (Εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, ἀπαγορεύονται αἱ ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι.
§13ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν παρατήρησιν ἐκ τῆς θέσεώς μου ἔχω νὰ κάμω εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, διότι ἡ ἀγόρευσίς του ἐν ἀρχῇ ἀφεώρα τὴν ὑπηρεσίαν τὴν ὁποίαν διεξήγαγον. Δὲν ἔρχομαι εἰς τὸ βῆμα, διότι ποτὲ δὲν ἐννόησα ὅτι ὀφείλω, ὅτι πρέπει νὰ τολμήσω νὰ ἐκθέσω τὴν Ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος κατὰ τὸ διάστημα κατὰ τὸ ὁποῖον εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι ὑπουργὸς, οὐδὲ συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, δι’ ἣν θλίβομαι εἰς ὑπερβολὴν, τὴν ἰδέαν λέγω, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ ὁμολογηθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι συνιστᾷ πρεσβείας καὶ ῥητῶς πιστώσεις, διότι τὰ σύνορα τῆς Ἑλλάδος εἶναι στενά! (θόρυβος). Αὐτὴν τὴν τόλμην δὲν τὴν ἔχω ἐγὼ καὶ ἀπέχω νὰ δώσω λόγον (θόρυβος.)
§14Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ ζητήματα ταῦτα εἶναι σπουδαῖα, καὶ πρέπει νὰ τὰ λύσωμεν διὰ τῆς λογικῆς καὶ διὰ τῆς συζητήσεως· ἐὰν νομίζουν ὅτι δύνανται νὰ πτοήσουν ὅταν πρόκειται νὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας, δὲν θὰ μᾶς πτοήσουν.
§15ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὑπομένω λοιπὸν, Κύριε Πρόεδρε, ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο τὴν προσβολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος συμπολίτης μου, καί τοι οὐδεμίαν λαβὼν ἀφορμὴν, καί τοι γνωρίζων τὴν προθυμίαν μετὰ τῆς ὁποίας εἶχον σκοπὸν (καὶ ἔχω τοῦ σκοποῦ μου ἀποδείξεις) νὰ συντρέξω τὴν Κυβέρνησιν, τὴν προσβολὴν τὴν ὁποίαν ἄνευ ἐφαρμογῆς ἦλθε καὶ εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος.
§16ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τίποτε δὲν εἶπε.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσα τίποτε.
§18ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὴ ταράττεσθε, Κύριοι, διότι οὔτε ἀσθενεστέραν τὴν ἀκοὴν ἔχω ἀπὸ σᾶς, οὔτε ὀλιγωτέραν τὴν κρίσιν. Τοὺς λόγους ἤκουσα καὶ ἔκρινα καλῶς, καὶ δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ζητοῦν ἔριδας· λυποῦμαι δὲ πολὺ, διότι εὑρέθην εἰς τὴν θέσιν ν’ ἀπαντήσω τόσον ἀτελῶς καὶ συντόμως.
§19ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δύω παρεξηγήσεις ἔγειναν καὶ ἐπεθύμουν νὰ εἴπω δύω λέξεις, ἵνα διευκρινήσω τὸ πρᾶγμα. Ὁ Κύριος Δεληγεώργης εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ ἀγορεύσει μου παρέστησα τὴν ἀνάγκην τῶν πρεσβειῶν ὡς ἐπιβαλλομένην ἐκ τοῦ ζητήματος τῆς ἐπεκτάσεως τῶν ὁρίων. Δὲν εἶπον τοιοῦτόν τι· εἶπον μόνον ὅτι πρέπει νὰ ὑψώσωμεν φωνὴν ὑπὲρ τῶν πασχόντων ἀδελφῶν. Εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας, ὅτι ἠθέλησα νὰ τὸν προσβάλω· δὲν ἐνθυμοῦμαι νὰ εἶπον τίποτε τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ παρεξηγηθῇ. Τοιαύτην πρόθεσιν δὲν εἶχον· ἀπ’ ἐναντίας ἐκτιμῶ τὸν ἀξιότιμον προαγορεύσαντα καὶ ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι ἐφ’ ὅσον διεύθυνε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν ἔπραξεν ὅ,τι ἐθεώρησε συντελεστικὸν πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους.
§20Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπερίμενα, κύριοι, προσβολὰς ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀλλ’ ἀπέναντι τῶν προσβολῶν τούτων συνηθίζω νὰ μὴ ταράσσωμαι, συνηθίζω νὰ ἀπαντῶ διὰ τοῦ λόγου καὶ τῶν πεποιθήσεων. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι καὶ τὴν πλειονοψηφίαν ἔχετε ἐντὸς τῆς Βουλῆς καὶ τὴν δύναμιν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς διαφιλονεικήσωμεν τὸ κράτος· δύναμαι μόνον νὰ σᾶς εἴπω τὴν πεποίθησιν μου καὶ τὴν ἀλήθειαν τὴν ὁποίαν πιστεύω ἀκαταμάχητον. Μὴ νομίσητε ὅτι δὲν εἶμαι συνηθισμένος νὰ εὑρίσκωμαι εἰς τὴν μειοψηφίαν· θεωρῶ τιμήν μου νὰ εὑρίσκωμαι μεταξὺ ὀλίγων, ὅταν ἔχω τὸ δίκαιον ὑπὲρ ἐμοῦ, καθὼς ἐγὼ νομίζω. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς εἶπε, κύριοι, ὅτι δὲν εἴχομεν πρεσβείας κατὰ τὸν ἀγῶνα, ἀλλὰ καὶ ἂν εἴχομεν, δὲν θὰ διεξήγετο τὸ ζήτημα καλλίτερον· πλὴν τούτου, σᾶς ἐπρόσθεσεν, ἔστειλαν μίαν πρεσβείαν καὶ δὲν τὴν ἐδέχθησαν. Λοιπὸν ἦτο καλὸν νὰ εἴχομεν πρεσβείας, ἀλλὰ φαντασθῆτε ὅτι οὔτε κἂν τὰς ἐδέχθησαν.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἤμεθα ἔθνος τότε.
§22ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐδέχθησαν τὰς πρεσβείας καὶ ὅτι τὸ ἔθνος δὲν ἀνεγνώρισαν· ἑπομένως ἀφοῦ δὲν τὸ ἀνεγνώρισαν, πῶς ἤθελε λυθῆ τὸ ζήτημα καλλίτερον; Ἕνα μέγα ἐπιχείρημα ἔφερεν, ὅτι αἱ πρεσβεῖαι θέλουσι φωτίσει τὴν Εὐρώπην περὶ τῶν ἰδικῶν μας πραγμάτων. Ἀλλοίμονον εἰς τὴν Εὐρώπην ἂν ἐπερίμενε νὰ φωτισθῇ ἀπὸ ἡμᾶς. Αἱ πρεσβεῖαι τῶν μεγάλων δυνάμεων καὶ οἱ πρόξενοι αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι ἑδρεύουν εἰς ὅλα τὰ μέρη, νομίζετε ὅτι δὲν γνωρίζουν τίποτε περὶ τῆς Ἀνατολῆς; καὶ δὲν γνωρίζουν ποῖα εἶναι τὰ συμφέροντα τῆς Εὐρώπης εἰς τὴν Ἀνατολὴν, καὶ μόνον οἱ ἀπεσταλμένοι ἡμῶν θὰ τοὺς φωτίσωσιν; Ἂν τοῦτο πιστεύῃ ὁ Κ. Ὑπουργὸς, ἡ πεποίθησίς του αὕτη δὲν εἶναι ἀληθής. Νομίζετε ὅτι οἱ ὑπουργοὶ τῶν Ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας περιμένουν νὰ λάβωσι πληροφορίας καὶ νὰ φωτισθῶσιν ἀπὸ ἡμᾶς, οἱ δὲ πρέσβεις των δὲν γνωρίζουσι τίποτε; Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν σᾶς εἶπεν, ὅτι τὴν κατοχὴν δὲν ἠδύνατο κανεὶς νὰ τὴν ἐμποδίσῃ, οὔτε στρατιωτικὴ οὔτε διπλωματικὴ δύναμις· ἐγὼ, Κύριοι, δὲν διϊσχυρίσθην ὅτι ἠδύναντο νὰ τὴν ἐμποδίσωσιν, ἀλλὰ τοὐλάχιστον δὲν ἠδύναντο νὰ τὴν ἀναγγείλωσιν; ἀλλὰ τὴν ἔμαθον τότε, ὅτε ἡ βασιλεία τῆς Ἑλλάδος ἐγνώριζε τοῦτο παρὰ τῆς ξένης διπλωματίας; Εἶπεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς, ὅτι ἂν δὲν ἐχρησίμευσαν αἱ πρεσβεῖαι τῶν μικρῶν κρατῶν, εἰς τί ἐχρησίμευσαν καὶ οἱ στρατοί; Τοῦτο λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ἡ δύναμις, τὰ ἄλλα εἶναι ἀνωφελῆ. Ὁ πρέσβυς χρησιμεύει τότε μόνον, ὅταν ὄπισθεν αὐτοῦ ἔχῃ τὴν δύναμιν καὶ τὴν νίκην. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς ἐνόμισεν, ὅτι ἤθελον ἔλθει νὰ ἀπαγγείλω τὸν πανηγυρικόν του, διότι συνέλαβε τὴν ἰδέαν τῶν πρεσβειῶν. Βεβαίως ἄλλοι πολλοὶ πέριξ ὑμῶν καθήμενοι θέλουν πλέξει τὸν πανηγυρικὸν, ἀλλ’ ἡ πεποίθησίς μου δὲν ἦτο τοιαύτη. Ἂν θέλετε νὰ σᾶς στεφανώσουν, πρέπει νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Δὲν ἦλθον νὰ σᾶς ἐπαινέσω, οὔτε νὰ σᾶς στεφανώσω· ἦλθον νὰ λαλήσω περὶ τοῦ ἀσκόπου τοῦ πράγματος, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ παραδεχθῆτε· ἀλλὰ μήπως πρώτην φορὰν παρεδέχθητε ἄτοπα; (θόρυβος). Εἶναι ἡ κρίσις μου, Κύριοι· τὸ θεωρῶ ὅτι εἶναι ἄτοπον καὶ θὰ καταψηφίσω τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Τρικούπης μὲ ἕνα ἐγωϊσμὸν περίεργον, ὅτι εἶδεν ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅτι ἐγὼ δὲν εἶδον κἀνένα, καὶ τοὺς εἶδε, διότι εἶχεν ἀφορμὴν ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι διότι ἔχετε τὸν τίτλον τοῦ ὑπουργοῦ δύνασθε νὰ βλέπητε ὅλα τὰ πρόσωπα καὶ ὅτι ἡμεῖς δὲν βλέπομεν τίποτε; δὲν εἶναι πρέπον νὰ κατέλθωμεν εἰς τοιαύτας ἀποδείξεις· ἂν ἦτο δυνατὸν, ἠθέλομεν κατέλθει μὲ τὴν μεγαλειτέραν εὐκολίαν. Ἀλλ’ ἐπρόσθεσεν ὁ Κ. ὑπουργὸς, ὅτι τὴν Κατοχὴν τὴν συνέτεμον αἱ Πρεσβεῖαι. Ἔπρεπε νὰ ἀγνοῶμεν τὴν πολιτικὴν μεταξὺ τῆς Εὐρώπης τότε, διὰ νὰ ἐννοήσωμεν ἂν αἱ ἰδικαί μας Πρεσβεῖαι μετέβαλλον τὴν ἀπόφασιν, ἢ ἡ πολιτικὴ τῆς Γερμανίας. Αἱ ἰδικαί μας πρεσβεῖαι σχεδὸν δὲν ἐγνώριζαν τὴν κατοχήν. Ἂν θέλετε δὲ νὰ ἔλθωμεν εἰς τοιαύτας ἀποδείξεις, εἶμαι ἕτοιμος νὰ σᾶς φέρω ἐπίσημα ἔγγραφα καὶ διακοινώσεις. Μὴ νομίζετε, Κύριε ὑπουργὲ, ὅτι ἐπειδὴ κάθησθε εἰς τὴν ἕδραν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅλαι αἱ ἐξωτερικαὶ τῆς Ἑλλάδος σχέσεις περιωρίσθησαν ἐντὸς τοῦ γραφείου σας, ἡμεῖς δὲ δὲν εἴμεθα ποσῶς εἰς θέσιν νὰ γνωρίζωμεν τίποτε, καὶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ μελετήσωμεν ὁποία ἦτον ἡ κατάστασις τῆς Εὐρώπης. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν ἤθελον νὰ παρουσιάσω σχοινοβάτην τὸν Κ. ὑπουργόν· εἶπον μόνον ὅτι, νομίζω, ὅτι τὸ ἔθνος πρέπει νὰ διοικηθῇ διὰ τῶν χρημάτων τὰ ὁποῖα προσφέρει, καὶ τότε νὰ προσφέρῃ περισσότερα, ὅταν καταδειχθῇ μεγάλη ἀνάγκη· ἀλλ’ ἂν ὁ ὑπουργὸς θέλῃ νὰ ᾖναι, ἐγὼ βεβαίως δὲν θὰ τὸν ἐμποδίσω. Ἐγὼ ὅμως οὔτε τὸν ὠνόμασα οὔτε θέλω νὰ τὸν ὀνομάσω. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἐπιζήμιον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν θέλει παρουσιάσει καμμίαν ὠφέλειαν καὶ ὅτι ἡ παρουσιαζομένη ὠφέλεια δύναται νὰ ἀναπληρωθῇ διὰ τῶν ἐκτάκτων ἀποστολῶν τῶν εὑρισκομένων εἰς τὰς πρωτευούσας τῶν κρατῶν τῆς Εὐρώπης. Ἂν ὅμως ἡ Βουλὴ δὲν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ τὴν γνώμην μου, ἐγὼ θέλω σεβασθῆ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς, οὐχ ἧττον τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω τὸ καθῆκόν μου· διότι, Κύριοι, μόνη ἡ ἱστορία θέλει ἀποδείξει ἂν ἐγὼ ἔχω δίκαιον ἢ σεῖς, οὔτε ἡ μειονοψηφία, οὔτε ἡ πλειοψηφία δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὰς σκέψεις μου, διότι καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἀλήθεια ἀνήκει εἰς μόνην τὴν ἀλήθειαν καὶ οὐχὶ εἰς τὴν ψῆφον τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Ταῦτα εἶχον νὰ εἴπω καὶ ἀφίνω ὡς δικαστὴν τὸν χρόνον νὰ καταδικάσῃ τὸ ἔργον εἴτε νὰ στεφανώσῃ αὐτὸ πρὸς δόξαν ἐκείνων, οἵτινες τὸ παρουσίασαν.
§23ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἀναβαίνω τὸ βῆμα, Κύριοι, οὔτε ὡς συμπολιτευόμενος, οὔτε ὡς ἀντιπολιτευόμενος, ἀλλ’ οὔτε ἐπίσης θὰ δυνηθῶ νὰ παρακολουθήσω τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα Κύριον Πετιμεζᾶν εἰς τὰς φιλοσοφικὰς ἀληθείας, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων δυστυχῶς ἀπεδείχθη ἀντιφάσκων. Ἀνεμνήσθη ὁ ἔντιμος Κ. Πετιμεζᾶς τὴν ἀρχαίαν ἐποχὴν μεταξὺ Ἀθηναίων καὶ Μακεδόνων, καὶ χωρὶς νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὴν τότε ἱστορίαν, χωρὶς νὰ παρουσιάσῃ οὐδὲν ἀληθὲς συμπέρασμα, εἶπε μόνον περὶ ὀνομάτων· ἀλλὰ ποία ἡ τότε ἐποχὴ, Κύριε Πετιμεζᾶ, καὶ πῶς εἶχον τὰ πράγματα οὐδὲν περὶ τούτου μᾶς εἶπες. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, φειδόμενος τὰς πολυτίμους στιγμάς σας, διότι σήμερον ἔχομεν μᾶλλον ἀνάγκην ἔργων καὶ ὄχι λόγων, δὲν θὰ ἐμβῶ παντάπασιν εἰς τὸ ἱστορικὸν τοῦτο θέμα, διὰ νὰ καταδείξω ὅτι ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ὀνόματα καὶ ἐποχὰς μόνον ἀνεμνήσθη. Ἀνεμνήσθη ἐπίσης τὴν ἐποχὴν τοῦ μεσαιῶνος, καὶ ἐνῷ ἀφ’ ἑνός, Κύριοι, ἠθέλησε νὰ σμικρύνῃ τοσοῦτον ἡμᾶς, ἠθέλησε τοσοῦτον νὰ μᾶς ταπεινώσῃ εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ εἰς τὴν οἰκογένειαν τῶν Εὐρωπαϊκῶν ἐθνῶν, ἀφ’ ἑτέρου ἀνέτρεξεν εἰς ἀντικείμενα ἐπὶ τῶν ὁποίων, ὡς εἶπον, ἀπεδείχθη ἀντιφάσκων. Καὶ οὔτε ἔπρεπε, Κύριοι, νὰ τὰ ὑπομνήσῃ, τὶ εἶχον τότε οἱ Φράγκοι καθ’ ἡμῶν· ἔπρεπε καὶ πρέπει εἰς τὴν παροῦσαν ἐποχὴν νὰ τὰ ῥίψωμεν εἰς τὴν λήθην καὶ οὐχὶ ν’ ἀναξέωμεν πληγάς, καὶ οὐχὶ νὰ ἐρεθίζωμεν ἔθνη μεγάλα τῶν ὁποίων ἔχομεν, Κύριοι, τὴν ἀνάγκην (εὖγε!) Τὸ ἔθνος ἡμῶν, Κύριε Πετιμεζᾶ, ἂν καὶ σμικρὸν, ἔχει μεταξὺ τῆς Εὐρώπης τὴν πρωτίστην θέσιν, διότι εἶναι τὸ ἔθνος τοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι τὸ ἔθνος τῆς ἐλευθερίας, εἶναι τὸ ἔθνος ἐν γένει ὅλων τῶν καλῶν. Ἀνέφερε τὴν ἐποχὴν τῶν Ἀθηναίων, ἀλλὰ ποία ἦτον ἡ θέσις τότε μεταξὺ Ἀθηναίων καὶ Μακεδόνων; ἦσαν πολέμιοι, ἦσαν ἐχθροὶ μεταξὺ των καὶ ἐννοεῖται, ὅτι οὔτε τοῦ μὲν οἱ Πρέσβεις ἠδύναντο νὰ ἔλθουν εἰς ἀποτέλεσμα, οὔτε τοῦ δέ. Ἐπομένως, Κ. Πετιμεζᾶ, φίλε, ὅστις πρεσβεύεις τὴν ἀλήθειαν καὶ τῆς ὁποίας τὸ ὄνομα ἐπεκαλέσθης τοσάκις, δὲν ἠξεύρεις τὶ ἔλεγεν ὁ Ἀγησίλαος ὅταν ἤκουε νὰ ὀνομάζουν τὸν Βασιλέα τῆς Περσίας μέγαν Βασιλέα; Καὶ πῶς εἶναι δυνατὸν ἔλεγεν ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι μεγαλείτερος ἐμοῦ, ὅταν δὲν ᾖναι καὶ δικαιότερος; «Ἐν γὰρ τῇ δικαιοσύνῃ συλλήβδην πᾶσα ἀρετή.» Ἡμεῖς δὲν ἔχομεν σήμερον, Κύριοι, ν’ ἀντιτάξωμεν λόγχας, δὲν ἔχομεν ν’ ἀντιτάξωμεν στρατοὺς, ἀλλ’ ἔχομεν δίκαια, καὶ τὰ δίκαια ταῦτα ἡ Εὐρώπη ὅλη ὡς Εὐρώπη θέλει τὰ σεβασθῆ, θέλει τὰ ἐκτιμήσει καὶ θέλει μᾶς τὰ ἀποδώσει. Καὶ ἂν θέλετε, Κύριοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναφέρω καὶ ἓν ἄλλο ἀξίωμα, «κρούετε καὶ ἀνοιγήσεται, ζητεῖτε καὶ εὑρήσετε» (εὖγε). Πρέπει λοιπὸν νὰ σταυρώσωμεν τὰς χεῖρας καὶ νὰ εἴπωμεν ἀπόδοτε εἰς ἡμᾶς ἔλεος; Καὶ ποῦ νὰ μᾶς ἴδουν καὶ ποῦ γνωρίζουν τὰς ἀξιώσεις καὶ τὰς ἀπαιτήσεις μας; ἢ ἂν καὶ τὰς γνωρίζουν ὡς ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅταν παρίστανται ἄλλοι καὶ τὰς διαστρέφουν, ὅταν παρίστανται ἄλλοι καὶ τὰς ἐπιβουλεύονται, ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τοὺς ἀντιπροσώπους καὶ συμβούλους μας διὰ νὰ ὑπερασπισθῶσι τὰ δικαιώματα τῆς αἰωνίως σφαγιαζομένης Ἑλληνικῆς φυλῆς; Πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τοὺς ὁμογενεῖς μας ὑπὸ τὴν μάχαιραν τοῦ δημίου, τοὺς ὁμογενεῖς τοὺς ὁποίους ἔχομεν καθῆκον νὰ ἀντιπροσωπεύσωμεν; Ὄχι, Κύριοι, ἀλλ’ ἔχομεν καθῆκον νὰ τοὺς ἀντιπροσωπεύωμεν καὶ νὰ τοὺς διασώσωμεν ἢ ἂς συναπολεσθῶμεν καὶ ἡμεῖς μετ’ αὐτῶν. (Εὖγε, εὖγε). Καὶ ἐν τοιαύτῃ κρισιμωτάτῃ ἐποχῇ, καθ’ ἣν ἐπίκεινται νέφη πυρὸς εἰς ὅλην τὴν ἀνατολὴν, ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ καθ’ ἣν πᾶσα ἡ Εὐρώπη συνταράσσεται, ἐν τοιαύτῃ ἐποχῇ καθ’ ἣν ἐὰν ὁ κλύδων ἐπέλθῃ ἢ ἀριστερὰ ἢ δεξιὰ, σείεται εἴτε ἡ ἄρκτος εἴτε ἡ δύσις, καὶ ἐνῷ ἡμεῖς εἴμεθα τὸ προπύργιον τῆς παγκοσμίου εἰρήνης, τὸ προπύργιον τῆς ἰσοῤῥοπίας τῶν ἐθνῶν, ἡμεῖς, Κύριοι πρέπει νὰ ἐξουδετερωθῶμεν; Καὶ τότε τὶ θὰ εἰπῇ ἡ Εὐρώπη αὐτὴ, τὶ θὰ εἰπῇ ὁ φιλάνθρωπος αὐτῆς λαὸς, ὅστις συνεκινήθη, Κύριοι, ὅτε ἤκουσε τὴν ἐκπυρσοκρότησιν τοῦ Ἀρκαδίου, ὅστις συνεκινήθη κατὰ τὴν μάχην τοῦ Βαφὲ, ὅστις ἀθρόως ἐξέχυσε τὴν ὀργήν του κατὰ τῆς τυραννίας, Ἡμεῖς σήμερον πρέπει νὰ μένωμεν οὐδέτεροι καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν ἀντιπροσώπους διὰ νὰ ὑπερασπισθῶσι τὰ δίκαια τῶν ἀδελφῶν μας; Ἀλλὰ πρέπει, πρὸς θεοῦ, νὰ γίνεται λόγος διὰ 250,000 δραχμῶν; Ἐὰν θέλετε (καὶ ἄς μοι ἐπιτρέψῃ ὁ ἔντιμος φίλος μου, Κ. Δεληγιώργης) τὸ μόνον σφάλμα τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἡ ἄρτι παραιτηθεῖσα Κυβέρνησις ἦτο νὰ μὴ διορίσῃ ἔκτοτε τοὺς Πρέσβεις εἰς τὰ μεγάλα ἔθνη, ὡς πολλοὶ τῶν φίλων αὐτοῦ καὶ ἐγὼ αὐτὸς πολλάκις τὸ παρέστησα καὶ τὸ ἐζήτησα. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν αὐτοὺς, Κύριοι, εἶπον ὅτι δὲν θέλω νὰ παρακολουθήσω τὸν ἔντιμον Κ. Πετιμεζᾶν· εἶπον ὅτι ἤδη δὲν εἶναι καιρὸς λόγων, ἀλλὰ καιρὸς ἔργων, καὶ πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὸ ζήτημα. Ὅπου ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς εὔλογα ἔργα, εἶμαι ἀντιπολιτευόμενος· ὅπου ἡ συμπολίτευσις εἰς δίκαια, εἶμαι συμπολιτευόμενος. Πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον ὅπως ἔχει, καὶ ἂν τὸ ὑπουργεῖον μᾶς παρουσιάσῃ καὶ ἄλλας πιστώσεις ἐπὶ τοιούτου ἱεροῦ σκοποῦ, εἶμαι ἕτοιμος καὶ πάλιν νὰ τὰς παραδεχθῶ καὶ πιστεύω καὶ πᾶσα ἡ Βουλή. (εὖγε). Λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω τὴν συζήτησιν ἀποπερατωμένην.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον. Περὶ ἐκτάκτου πιστώσεως δραχμῶν 250,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1867. Ψηφισάμενοι ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάσσομεν. Ἄρθρον μόνον. Χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν διακοσίων πεντήκοντα χιλιάδων, ἀριθ. 250,000, καταλογισθησομένη εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1867 ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον «Ἀποστολαὶ εἰς τὸ Ἐξωτερικόν.» Κύριοι βουλευταὶ, καθήσατε νὰ δώσητε τὴν ψῆφόν σας καὶ ἐλπίζω, κατὰ τὸν ὅρκον καὶ τὴν συνείδησιν τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἔχει, θὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του.
§26ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι περιττόν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται λοιπὸν ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει;
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἤδη θὰ σᾶς ἐρωτήσω ἐπὶ τοῦ συνόλου· οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πίστωσιν μὲ μεγάλην πλειονοψηφίαν.
§30ΤΙΝΕΣ. Παμψηφεὶ παρεδέχθη.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁμοίως ὑπάρχει πίστωσις ἑνὸς ἑκατομμυρίου· προσέχετε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν. Περὶ χορηγήσεως ἐκτάκτου πιστώσεως δραχ. 1,000,000 ἐπὶ τῆς χρήσεως 1867. Ψηφισάμενοι ὁμοφώνως μετὰ τῆς Βουλῆς ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάττομεν. Ἄρθρον μόνον Χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχμῶν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἀριθ. 1,000,000, καταλογισθησομένη εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1867 ὑπὸ εἰδικὸν Κεφάλαιον «Προμήθεια ὑλικοῦ.» Παραδέχεται ἡ Βουλὴ;
§32ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ συνόλου θὰ ζητήσω τὴν ψῆφόν σας.
«ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΙΣ
Τοῦ Βουλευτοῦ Λεβαδείας Γ. Λάππα ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου καὶ τῆς Συμβάσεως Περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Λίμνης Κωπαΐδος. ά. Ἡ προτελευταία παράγραφος τοῦ ἄρθρου 4. «Πᾶσα ἀξίωσις ἐπὶ γαιῶν κειμένων κτλ.» τροποποιεῖται οὕτω· «Πάντες οἱ ἰδιοκτῆται γαιῶν κειμένων ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου τῆς συνήθους πλημμύρας θέλει ἀποζημιώσωσι τὴν ἑταιρίαν διὰ τὴν ὡς ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως ἐπαύξησιν τῆς τιμῆς τῶν γαιῶν, ἥτις θέλει ἐξακριβωθῆ κατὰ τὸ ἄρθρον 3 τοῦ παρόντος Νομοσχεδίου». βʹ. Ἡ παράγραφος 6 τοῦ ἄρθρου 3 τῆς Συμβάσεως περὶ τῆς ἀρδεύσεως τῶν ὑδάτων τῶν χειμάῤῥων καὶ ποταμῶν κτλ. τροποποιεῖται οὕτως· «Ὅλαι αἱ ἰδιόκτητοι ἢ κατεχόμεναι γαῖαι, ὅσαι ποτίζονται ἢ ἐποτίζοντο ἐκ τῶν ὑδάτων τῶν ποταμῶν καὶ χειμάῤῥων τῶν εἰσβαλλόντων εἰς τὴν Κωπαΐδα, διατηροῦν ἀπαραμείωτον τὸ δικαίωμα τῆς ἀρδεύσεως. Ἡ δὲ Κυβέρνησις διατηρεῖ τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς βιομηχάνους ὅπως χρησιμοποιήσωσι τὴν κλίσιν τῆς Ἐρκίνης καὶ τοῦ Κηφισσοῦ ὡς κινητὴν δύναμιν» γʹ. Ἡ πρώτη παράγραφος τοῦ ἄρθρου 9 ἡ λέγουσα «ἐντὸς δέκα ἐτῶν ἀπὸ τῆς Βασιλικῆς κυρώσεως ὅλα τ’ ἀφορῶντα τὴν ἀποξήρανσιν ἔργα πρέπει νὰ ὦσιν ἀποπερατωμένα» τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «ἐντὸς δέκα ἐτῶν ἀπὸ τῆς Βασιλικῆς κυρώσεως ἡ ἀποξήρανσις τῆς λίμνης θέλει εἶσθαι πλήρης καὶ ἐντελῶς ἀποπερατωμένη». δʹ. Τὸ ἄρθρον 11 τῆς τροπολογηθείσης Συμβάσεως ἢ τὸ 12 τῆς ἀρχικῆς δὲν ἀπαλείφεται, ἀλλὰ διατηρεῖται ὡς ἔχει ἐν ταῖς μνησθείσαις συμβάσεσιν. Ἐν Ἀθήναις, τῇ 29 Δεκεμβρίου 1866.
Ὁ Βουλευτὴς
Γ. ΛΑΠΠΑΣ.»
Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη παμψηφεί. Ἔχομεν, Κύριοι, τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν. Σᾶς προειδοποιῶ, Κύριοι, χθὲς κατὰ λάθος δὲν ἐνθυμήθην ὅτι ἡ σύμβασις, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον διαλαμβάνει εἰς τὸ Νομοσχέδιον, ἦτον ἡ πρώτη τὴν ὁποίαν καθυπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν· ἐτυπώθη λοιπὸν καὶ πάλιν καὶ διενεμήθη ἀπὸ χθές. Οἱ ἔχοντες τὸν λόγον ἐναντίον ἂς ἔλθουν. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον καὶ ἡ ἐπ’ αὐτοῦ τρο-
πολογία·
«ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ
Ἐπὶ τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου. «Ἐξαιροῦνται αἱ παραλίμνιαι γαῖαι, κατεχόμεναι καὶ καλλιεργούμεναι ὑπὸ τῶν κατοίκων τοῦ δήμου Λαρύμνης τῆς Λοκρίδος, καὶ ἰδίως αἱ θέσεις Κάνταλος, Σιρόπιον καὶ Μπερμπάτι.»
§34ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂς ψηφισθῇ σήμερον καὶ αὔριον εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν συζητοῦμεν.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1ον ἄρθρον μετὰ τῆς τροπολογίας, νὰ ἐγερθῶσι.
§36ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἀναγινώσκεται τὸ 2ον ἄρθρον μετὰ τῆς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας· «Ἡ θέσις τῆς λίμνης Λαρύμνης εἶναι ἰδιόκτητος· ἐν αὐτῇ ὑπάρχει συνοικισμὸς τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μαρτίνου. Αἱ παραχωρήσεις πρὸς τὴν ἑταιρίαν κατὰ τὸν λιμένα Λαρύμνης θέλουν γείνῃ εἰς ἰδιαίτερον μέρος, καὶ ἰδίως τὴν ἀνατολ. πλευρὰν ἢ τὴν δυτικὴν τοῦ λιμένος, χωρὶς νὰ παραβλάπτωνται τὰ δικαιώματα τοῦ ὑπάρχοντος συνοικισμοῦ τῶν ἰδιοκτητῶν κατοίκων Μαρτίνου, προηγουμένης πάντοτε ἀποζημιώσεως τῆς ἰδιοκτησίας δι’ ἐπιτροπῆς προτεινομένης ὑπό τε τῶν κατοίκων τοῦ χωρίου Μαρτίνου καὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐξ ἴσων μελῶν. Αἱ δὲ ἐγερθησόμεναι ἀμφισβητήσεις θέλουν εἶσθαι ἀντικείμενον τῶν τακτικῶν δικαστηρίων.» Ἀναγινώσκεται τὸ 3ον ἄρθρον.
§37ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸ μέρος αὐτὸ, νομίζω, εἶναι ἓν λάθος τυπογραφικὸν, πρέπει νὰ λέγῃ ἀντὶ κατάσχεσις τοῦ κτήματος κατοχὴ τοῦ κτήματος.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, εἶναι λάθος.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ διορθωθῇ. Ἔχει τροπολογίαν τὸ ἄρθρον 3ον. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία. «Οἱ ἔπαρχοι τῶν τριῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν Θηβῶν, Λοκρίδος καὶ Λεβαδείας ἀντὶ τοῦ Ἐπάρχου Λεβαδείας, ὃν μνημονεύει τὸ νομοσχέδιον, θέλουν κοινοποιεῖ ἕκαστος ἰδίᾳ κατὰ τὴν δικαιοδοσίαν του τὰς διαταγὰς πρὸς τοὺς ἰδιοκτήτας κλπ., περὶ ὧν μνημονεύει τὸ μνησθὲν ἄρθρον.»
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ 3 ἄρθρον μετὰ τῆς τροπολογίας;
§41ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ 4 ἄρθρον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία. Ἀναγινώσκεται ἡ τροπολογία. «Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐμπειροτεχνῶν θέλουν λάβει μέρος καὶ οἱ βουλευταὶ τῶν τριῶν ὁμόρων ἐπαρχιῶν Λοκρίδος, Θηβῶν καὶ Λεβαδείας, οἵτινες κάλλιον παντὸς ἄλλου γνωρίζουσι τὰ ὅρια τῆς συνήθους πλημμύρας.»
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Αὐτὸ δὲν τὸ νομίζω καλόν.
§44ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἰς ἓν μέρος ἐδῶ φρονῶ, ἐκτὸς ἐὰν φωτισθῶ, ὅτι δύνανται νὰ προσβληθῶσιν ἰδιωτικὰ δικαιώματα, καὶ διὰ τοῦτο ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐὰν τῷ ὄντι δύνανται νὰ ὑπάρχουν ἰδιωτικὰ συμφέροντα, νὰ λάβωμεν πρόνοιαν. «Πᾶσα ἀξίωσις ἐπὶ γαιῶν κειμένων ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου τῆς συνήθους πλημμύρας εἶναι ἀπαράδεκτος.» Εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν ἡ περιφέρεια αὐτὴ εἶναι περιφέρεια ἐθνικῶν κτημάτων, τότε τὸ ἐννοῶ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ κἀμμία ἐναντίωσις· ἀνεξαρτήτως ὅμως τούτου, ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν περιφέρειαν ὑπάρχουν ἰδιωτικαὶ γαῖαι, λέγοντες ὅτι πᾶσαν ἀξίωσιν, ἔστω καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου, τὴν θεωροῦμεν ἀπαράδεκτον, λέγομεν ὅτι δημεύομεν τὴν ἰδιοκτησίαν χωρὶς νὰ φυλάττωμεν τοὺς ὅρους τοῦ Συντάγματος. Ἐφιστῶ τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία γνωρίζει τὰ πράγματα, διότι ἐγὼ δέν τα γνωρίζω, νὰ λάβῃ πρόνοιαν διὰ νὰ μὴ παραβλάπτωνται ἰδιωτικὰ συμφέροντα.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καὶ ἄλλη τροπολογία ἐπὶ τοῦ τρίτου καὶ τετάρτου ἄρθρου, τοῦ Κυρίου Παπαδοπούλου.
§46ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μίαν παρατήρησιν ἔχω νὰ κάμω εἰς τὸ τέταρτον ἄρθρον· ἀντὶ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου νὰ τεθῇ ὁ πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§47ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω ὅτι ὅταν συμβάλλεται τὸ δημόσιον, τὸ δικαίωμα τοῦτο μένει εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν σὺν ταῖς τροπολογίαις ἐγένετο δεκτὸν καὶ τὸ τέταρτον ἄρθρον.— Ἄρθρον 5 (ἀναγινώσκεται). Ἐὰν ἔχετε καὶ ἄλλας τροπολογίας, νὰ τὰς ὑποβάλητε διὰ νὰ τυπωθῶσι, διότι αὔριον ἔχομεν τὴν τρίτην συζήτησιν.
§49ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν, καθὼς λέγει τὸ 5 ἄρθρον, δὲν γίνῃ, τὶ θέλει συμβῆ; ἐρωτῶ τὴν κυβέρνησιν, τὶ θέλει γίνῃ ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν αὐτὸ τὸ ποσὸν δὲν κατατεθῇ ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν εἰς τὴν τράπεζαν; Ἀφοῦ ὅλα ταῦτα γίνωνται, πρέπει νὰ φροντίσῃ καὶ νὰ κάμῃ ὅπως δυνηθῇ διὰ νὰ τὸ χορηγήσῃ εἰς ἄλλην.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐμείνατε σύμφωνοι;
§51ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ ἐννοεῖ καὶ ὁ ὑπουργός.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ;
§53ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται)· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§55ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἄρθρον 7 (ἀναγινώσκεται).
§57ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. Ἄρθρον 8. (Ἀναγινώσκεται.)
§59ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐρωτῶ ἐὰν εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον περιλαμβάνονται καὶ αὐταὶ αἱ ἀμφισβητήσεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ πηγάσωσιν ἕνεκα τῆς παραβιάσεως τῆς συμβάσεως.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὄχι.
§61ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν, ἐὰν θέλετε, νὰ προστεθῇ μία λέξις ἢ νὰ προστεθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ἐννοεῖται ὅτι καὶ αἱ ἕνεκα τῆς παραβιάσεως τῆς συνθήκης διενέξεις ὑπάγονται εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τοῦ Ἀρείου Πάγου.
§62ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαίως πᾶσα διαφορά.
§63ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νὰ προστεθῇ, τουτέστιν «ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν, τὴν παραβίασιν καὶ τὴν ἐξήγησιν τῆς συμβάσεως.» (Ἀνεγνώσθη ὡς ἐτροποποιήθη.)
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ 8 ἄρθρον ὅπως ἀνεγνώσθη;
§65ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεται. Ἄρθρον 9. (Ἀναγινώσκεται.)
§67ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὁ Κύριος Παπαδόπουλος ἔχει μίαν παρατήρησιν.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν λέξιν «οἵα δήποτε» προτείνει ὁ Κ. Παπαδόπουλος νὰ προστεθῇ «ὡς καὶ σκελετοὶ ζώων καὶ ἄλλα ἀπολιθώματα.»
§69ΤΙΝΕΣ. Ἀντ’ αὐτοῦ νὰ τεθῇ «τὰ ἀντικείμενα τῆς φυσικῆς ἱστορίας.»
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ προσθέσωμεν «τὰ ἀντικείμενα τῆς φυσικῆς ἱστορίας.» Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὸ ἄρθρον αὐτὸ μὲ αὐτὴν τὴν προσθήκην;
§71ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι πολὺ γενικὸν αὐτό.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα νὰ προσθέσωμεν «ὡς καὶ σκελετοὶ ζώων καὶ ἀπολιθώματα.»
§73ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§74ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὔριον τὸ διορθώνομεν καλλίτερα.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἄρθρον 10 (ἀναγινώσκεται)· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§76ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη καὶ τὸ δέκατον ἄρθρον. Τώρα ἔχομεν τ’ ἄλλα ἀντικείμενα. Περὶ ἀπαλλαγῆς τῶν ὑπηκόων Ἑλλήνων καὶ Ἰταλῶν ἀπὸ τ’ ἀναγκαστικὰ δάνεια· εἶναι δευτέρα συζήτησις, εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος Τρικούπης ἔφερε χθές. Ἄρθρον μόνον· (ἀναγινώσκεται.) Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§78ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. Περὶ ἀναπληρωματικῆς πιστώσεως ἐκ δραχμῶν 335.000 καὶ 2/100 (ἀναγινώσκεται)· εἶναι δευτέρα ἀνάγνωσις· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§80ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐξ αὐτῶν τῶν χρημάτων νομίζω, ὅτι ἐδαπανήθησαν καὶ εἰς τὰς κρητικὰς οἰκογενείας.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Ῥούφου.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν συζήτησιν. Ἔχομεν ὁμοίως καὶ ἑτέραν πίστωσιν ἐκ δραχμῶν 432,798 (ἀναγινώσκεται). Εἶναι τρίτη συζήτησις· ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§84ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ καὶ τὸ σύνολον; (ἐγείρονται σχεδὸν πάντες·) ἄρα ἡ Βουλὴ παρεδέχθη καὶ τὸ σύνολον. Νομοσχέδιον περὶ φυγοδίκων, τρίτη συζήτησις· ἐπ’ αὐτοῦ ἔχει τροπολογίαν ὁ Κύριος Γόντικας, ἡ ὁποία ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη. Ἄρθρον 1 (ἀναγινώσκεται.) Ἀναγινώσκεται καὶ ἡ τροπολογία.
ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ.
«Οἱ ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Νόμου εἰς τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς προσερχόμενοι καὶ εἰς πᾶσαν αὐτῶν πρόσκλησιν κατόπιν ἐμφανιζόμενοι φυγόδικοι κατηγορούμενοι διὰ παντὸς εἴδους ἔγκλημα, πλὴν τῶν ἀποκεκηρυγμένων ληστῶν, πραχθὲν ἐν τῇ ἡμεδαπῇ, ἐκτὸς τῆς Ἑπτανήσου, ἀπὸ τῆς 5 8βρίου 1862 μέχρι τῆς 20 8βρίου 1863 ἀπαλλάσσονται τῆς προφυλακίσεως μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ ὁριστικοῦ βουλεύματος.»
§86ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Μίαν ἐξήγησιν ἔχω νὰ κάμω διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον. Διὰ τῆς τροπολογίας μου ἐξαιρῶ ἐκείνους μόνον τοὺς ληστὰς, οἵτινες ἀπεκηρύχθησαν διὰ Β. διατάγματος.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω πῶς εἶναι πολὺ ν’ ἀπαλλάξωμεν ὅλα τὰ ἐγκλήματα, καὶ τὰς ληστείας, καὶ τὰς πειρατείας, καὶ τὰς ναυταπάτας, καὶ τοὺς ἐμπρησμοὺς καὶ τὰ παρόμοια· μοὶ φαίνεται πῶς εἶναι πάρα πολὺ, καὶ δὲν πιστεύω ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν τροπολογίαν· βεβαίως, ἂν ἡ Βουλὴ ἐπιμείνῃ, δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπιμείνω, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ κάμῃ κακὴν ἐντύπωσιν τὸ τοιοῦτον καὶ δὲν θὰ ὠφελήσῃ πολύ.
§88ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Χθὲς ἐξήγησα τοὺς λόγους, οἵτινες μὲ ἔπεισαν νὰ κάμω τὴν τροπολογίαν αὐτὴν, διότι σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀποβλέπει μόνον ἐκεῖνα τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν νόμων, δὲν ἀφορᾷ δὲ καὶ ἐκεῖνα τὰ ἐγκλήματα εἰς τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνία ἔχει συμφέρον νὰ ἐξαπλώσῃ τὴν εὐεργεσίαν της. Ἡ κοινωνία ἔχει συμφέρον νὰ δοθῇ εὐκαιρία νὰ καταφύγωσιν εἰς τοὺς νόμους ὅλοι ὅσοι ἔπραξαν ἐγκλήματα, ληστείας, παραβιασμοὺς, ἐμπρησμοὺς καὶ τὰ παρόμοια, διότι, καθόσον ἀφορᾷ τὰ ἄλλα πλημμελήματα, δύνανται ν’ ἀπαλλαγῶσι καὶ νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸν νόμον οἱ πράξαντες αὐτά.
§89ΤΙΝΕΣ. Νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, διότι θὰ ὁμιλήσῃ κατὰ τῆς ἀρχῆς.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀρχὴ παρεδέχθη.
§91ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τώρα συζητεῖται ἡ τροπολογία.
§92ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Οὔτε ἤκουσα, οὔτε ἐψήφισα.
§93ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ συζήτησις εἶναι δημοσία, καὶ ὅστις θέλει ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι παρών. — Σᾶς εἶπον καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ κοινωνία ἔχει καθῆκον νὰ εὐεργετήσῃ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ τοὺς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὰς φυλακίσεις, ὅπως καταφύγωσιν εἰς τὸν νόμον, ἀφοῦ μάλιστα, ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος εἶναι τόσον ὀλίγος· διότι ἐνῷ αὐτὸς ἀναβαίνει εἰς ἓξ χιλιάδας, οἱ φυγόδικοι ἀναβαίνουν μέχρι τῶν εἴκοσι χιλιάδων· πράγματι, Κύριοι, εἰς ἕκαστον δῆμον εἶναι φυγόδικοι καθὼς καὶ εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν εἶναι λόγοι ἰσχυροὶ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἑπομένως νὰ παραδεχθῶμεν τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλον. Ἠξεύρετε, ὅτι τὰς προφυλακίσεις ἡ ποινικὴ δικονομία εἰς τὰ πλημμελήματα τὰς προστατεύει, ἀφοῦ προηγουμένως δοθῇ ἀποχρῶσα ἐγγύησις· ἐνίοτε δὲ καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἐγκλήματα, ὁ εἰσαγγελεὺς δύναται ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν κατηγορούμενον τῆς προφυλακίσεως· διατί λοιπὸν νὰ μὴ ἐπεκταθῇ τὸ εὐεργέτημα τοῦτο καὶ εἰς τοὺς ἄλλους, ἀφοῦ ἕνας καὶ ὁ αὐτὸς λόγος ὑπάρχει; Λοιπὸν ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀμνηστευθῶσι μόνον τὰ πλημμελήματα, ἀλλ’ ὅλα ἐν γένει ἐκεῖνα τὰ ἐγκλήματα, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἀνέφερα. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἀσφάλειαν, εἶναι ἕνας ἄλλος τρόπος εὐεργετικὸς, ἡ ταχεῖα ἐκδίκησις· διότι, ὅταν ὁ νόμος μὲ φυλακίζῃ ἐπὶ πολὺ, δὲν θέλει ἐπιτευχθῆ τοῦτο, διότι ἐγὼ θέλω ἐπιμένει νὰ ἦμαι μακρὰν τῆς κοινωνίας. Προχθὲς, Κύριοι, ἐντὸς τῶν Ἀθηνῶν, ἐφονεύθη εἷς ἀθῷος, κατεδιώκετο ὡς κατηγορούμενος καὶ οἱ κλητῆρες ἐπέμενον νὰ τὸν συλλάβωσιν· ἂν ἤξευρεν, ὅτι δὲν ἤθελε προφυλακισθῆ, δὲν ἤθελε γείνῃ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα· διὰ τῆς τροπολογίας μου λοιπὸν θὰ ἀπαλλάξωμεν τὴν κοινωνίαν ἐκ τῶν τοιούτων, θὰ τελειώσωσιν αἱ δίκαι καὶ θὰ δώσωμεν ἓν εὐεργέτημα εἰς τὴν κοινωνίαν· ἀφοῦ μάλιστα εἰς ὅλας τὰς μεταβολὰς δίδονται τοιαῦται εὐεργετήματα. Προτείνω λοιπὸν τὴν τροπολογίαν αὐτὴν καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει τὴν παραδεχθῆ ὡς καλήν.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κύριος Πετιμεζᾶς καὶ θέλει ὁμιλήσει κατὰ τῆς ἀρχῆς.
§95ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν, Κύριοι, τὸ ἐκ τοῦ νόμου πηγάζον δικαίωμα δὲν χρήζῃ πραγματικῶς ἀμφισβητήσεως, δύναμαι ἴσως καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω τι ἐπ’ αὐτοῦ, μολονότι κατόπιν ἐμοῦ θέλουσιν ἔλθει ἄνδρες εἰδικοὶ ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλήν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐμελέτησα τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν, ἐμελέτησα καὶ τὸ Σύνταγμα, καὶ εἶδον, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐχορήγησε δικαίωμα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ δίδῃ χάριν ἢ νὰ ἐλαττώνῃ τὰς ποινάς· εἶδον προσέτι, ὅτι δύναται νὰ δώσῃ καὶ ἀμνηστείαν, τουτέστι νὰ ἐξαλείψῃ τὸ ἔγκλημα· τὴν ἀμνηστείαν τὴν ἐσυγχώρησε διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἐὰν εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἐδόθη τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ ἀμνηστείαν διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, εἰς τὴν ὅλην δηλαδὴ νομοθετικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ δίδῃ καὶ αὐτὴ ἀμνηστείαν. Πέραν ὅμως τῶν ὁρίων τούτων δὲν γνωρίζω κἀμμίαν ἄλλην διάταξιν, ἥτις δύναται ἐναντίον τοῦ δημοσίου δικαίου τοῦ περιγραφομένου ἀπὸ τὸ σύνταγμα νὰ ἐγκαταστήσῃ διὰ νόμου τὴν ἀνισότητα εἰς τὸ κράτος. Εἶδον, κύριοι, πολιτικὰς μεταβολὰς μεγάλας ὡς τὴν ἰδικήν μας, αἵτινες ἐξεῤῥίζωσαν ὁλόκληρον σύστημα· εἶδον ὄχι μόνον πολιτικάς, ἀλλὰ καὶ κοινωνικὰς μεταβολάς, καὶ εἶδον τὰ ἔθνη ἐκεῖνα νὰ ἀναγκασθῶσι νὰ καταφύγωσιν εἰς τὴν ἀμνηστείαν διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας, ὅπως ἐπαναφέρωσι τὴν τάξιν εἰς τὸ πνεῦμα καὶ τὴν ἡσυχίαν εἰς τὴν κοινωνίαν. Τὰ κράτη ἐκεῖνα εἶπον, ἐξαλείφομεν τὸ ἀξιόποινον ὅλων τῶν πράξεων, καὶ τοιουτοτρόπως ὑπέβαλον ὅλους εἰς μίαν καὶ τὴν αὐτὴν κατηγορίαν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν ἐννοῶ, καὶ συγχωρήσατέ μοι νὰ ἀμφιβάλλω, διότι εἰς τὸ συνταγματικὸν δίκαιον δὲν εἶμαι τόσον πολὺ δυνατός, ἆρά γε καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ ἐξουσία ἡ ἐκτελεστικὴ ὁλόκληροι ἔχουν τὴν δύναμιν, αἱ δύω, νὰ ὑπερβαίνουν ὑπεράνω τοῦ Συντάγματος καὶ ἐγκαταστήσουν τὴν ἀνισότητα εἰς τοὺς πολίτας; Τί λέγετε ἐδῶ; Τί λέγει τὸ Σύνταγμα; ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου· τὸ δὲ πέμπτον ἄρθρον περιγράφει καὶ λεπτομερείας τινὰς περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν πρέπει νὰ φυλακίζωνται οἱ πολῖται. Σήμερον ὅμως ἐρχόμεθα νὰ εἴπωμεν δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου εἴς τινας οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν εἰς ἀξιοποίνους πράξεις, ὅτι δύνανται παρὰ τὰς ἰσχυούσας διατυπώσεις νὰ παρουσιάζωνται καὶ νὰ μὴ προφυλακίζωνται, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους νὰ προφυλακίζωνται· ἀλλὰ πιστεύω ὅτι εἰς τὸ ἔθνος δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ καταστήσωμεν προνόμια. Ἡ Συνέλευσις, ἂν δὲν λανθάνωμαι, συνεδριάζουσα πολλάκις, συνεζήτησε περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου καὶ οὐδέποτε ἠθέλησε νὰ δώσῃ οὔτε ἀμνηστείαν, οὔτε νὰ κάμῃ νόμον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ χορηγήσῃ πλεονεκτήματα εἴς τινας πράξεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ δεῖνα ἢ οἱ δεῖνα κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην. Κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καὶ τὴν σήμερον οἱ αὐτοὶ νόμοι καὶ τὸ αὐτὸ δίκαιον διέπουν τὸ κράτος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, μοὶ φαίνεται ὅτι οὔτε ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου τούτου δύναται νὰ ἐπιτύχῃ· νομίζω ὅτι ἀπὸ τὴν θύραν τῆς δικαιοσύνης διὰ τῶν διατάξεων τούτων θέλουν ἐξέλθει ὅλοι ὅσοι δύνανται νὰ προστατεύωνται ἀπὸ τὸν πολιτικὸν τῆς ἡμέρας, ὅλοι δὲ οἱ ἄλλοι, ὡς ἀδύνατοι, θὰ περιπλεχθῶσιν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἀλλὰ νομίζω ὅτι οὔτε θὰ ὠφελήσῃ πολὺ οὔτε θὰ ταχύνῃ τὰς δικαστικὰς πράξεις, καθόσον τὸ ζήτημα τοῦτο περιπλέκεται, διότι ἄπειροι ἐνστάσεις γίνονται περὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν κατωτέρων δικαστηρίων καὶ θὰ ἐπαναληφθῶσιν ἀπὸ τὰ ἐφετεῖα καὶ τὸν Ἄρειον Πάγον. Ὥστε νομίζω ὅτι δὲν θέλομεν ἐπιτύχει κατὰ τοῦτο τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, μοὶ φαίνεται ἀκόμη πολὺ ἐπικίνδυνον πρᾶγμα νὰ ἐπιτρέψωμεν εἴς τινας, οἱ ὁποῖοι ἐφόνευσαν τοὺς συμπολίτας των, ἐπυρπόλησαν τὰς οἰκίας των καὶ ἔπραξαν ἄλλας ἀδικίας, νὰ ἔλθωσιν ἡσύχως καὶ χαίροντες ὅλα τὰ δικαιώματα τῆς ἐλευθερίας νὰ πορεύωνται ἐπὶ τῶν τάφων τῶν θυμάτων των ἢ τῶν ἐρειπίων τῶν πράξεών των. Εἶναι ἐπικίνδυνον, διότι οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἠδικήθησαν ἆρά γε θὰ ἀνεχθῶσι τὴν κατάστασιν, νὰ ἴδωσι τοὺς φονεῖς τῶν τέκνων των τόσον ἡσύχως νὰ μένωσιν ἀκαταδίωκτοι καὶ νὰ ἀπολαμβάνουν προνόμια διὰ τὰς πράξεις ἐκείνας τὰς ὁποίας ἔκαμαν; Ἐννοεῖτε ὅτι τὰ ζητήματα ταῦτα μένουν μᾶλλον εἰς τὴν ὀρθὴν κρίσιν καὶ τὴν γνῶσιν τὴν ὁποίαν ἔχετε περὶ τῆς ἠθικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου καὶ τῆς κοινωνίας καὶ τῆς καταστάσεως τῶν πνευμάτων. Ὅλα ταῦτα πρέπει νὰ τὰ μελετήσετε καὶ ἡ κυβέρνησις καὶ ὑμεῖς μετὰ πολλῆς προσοχῆς, μήπως πράξωμεν κακὸν ἀντὶ καλοῦ. Φαντασθῆτε, κύριοι, πόσον λυπηρὸν εἶναι, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, νὰ ἀνοίξωσιν αἱ φυλακαὶ καὶ νὰ ἐξέλθωσιν ὅλοι οἱ φυλακισμένοι διὰ τὰς πράξεις τοῦ 1863. Πιστεύετε ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη εἶναι πολὺ εὐχάριστος, ἂν δὲν εἶναι δικαία; Ἀνοίξατε λοιπὸν τὰς φυλακάς, ἄφετε ὅλους, ὅσοι ἔκαμαν τὰς πράξεις αὐτάς· θέλετε τοὐλάχιστον κλείσει τὴν παρηγορίαν τῆς ἰσότητος καὶ τῆς δικαιοσύνης. Εἰς ἐναντίαν περίπτωσιν ὅμως μοὶ φαίνεται ὅτι θὰ ἔχωμεν τὰ ἐναντία ἀποτελέσματα. Πιθανὸν νὰ ἀπατῶμαι, νὰ μὴ γνωρίζω τὰ μυστήρια τὰ ὁποῖα ὑπαγορεύουν ὅλας τὰς πράξεις αὐτάς, ἀλλὰ τοὐλάχιστον ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν ὅτι ἀντὶ καλοῦ κακὸν θὰ γεννηθῇ. Δὲν παρακινοῦμαι ἀπὸ κἀνὲν συμφέρον, διότι, ὡς ἡ κυβέρνησις καλλίτερά μου γνωρίζει, εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου καὶ τὰς ἄλλας τὰς γειτονικὰς δὲν συνέβησαν τοιαῦτα ἐγκλήματα, ἀλλὰ εἰς ἄλλας ἀπωτέρας. Ὥστε οὐδὲν προσωπικὸν συμφέρον εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν μὲ κινεῖ· ἐξ ἐναντίας εὔχομαι νὰ ἴδω τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν ἀποκαταστημένην· ἀλλὰ φοβοῦμαι μήπως ὅπερ ἐπιζητοῦμεν, καίτοι κατ’ ἀρχὴν ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, κατ’ οὐσίαν δὲν θὰ ἐπιτύχῃ, καὶ ἴσως θὰ προξενήσῃ τὰ ἐναντία ἀποτελέσματα. Ἠξεύρετε, κύριοι, ὅτι ὅταν θέλετε νὰ ἀφαιρέσετε τὴν περιουσίαν ἀπὸ ἕνα ἄνθρωπον, καθὼς ἀπὸ τὸν κύριον Σωτηρόπουλον, καὶ οἷος δήποτε ἤθελεν ἀφαιρέσει ἀπὸ ἐμὲ ἢ ἀπὸ ἄλλον τὴν περιουσίαν του, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, καίτοι δύναται νὰ αἰσθανθῇ λύπην, οὐδέποτε ὅμως θὰ φθάσῃ εἰς ἀπελπισίαν, διότι δὲν θὰ χάσῃ τὴν τιμήν του. Ἠξεύρετε τί θὰ εἴπῃ νὰ ἴδω τὸν ὑβριστήν μου, τὸν ὑβριστὴν τοῦ ἀδελφοῦ μου, τῆς συζύγου μου, ἢ τὸν ἐμπρηστὴν τῆς οἰκίας μου ἀπολαμβάνοντα τὰς χάριτας τοῦ νομοσχεδίου τούτου; Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν καὶ συνιστῶ εἰς τὴν μελέτην σας τὸ προκείμενον νομοσχέδιον· συνιστῶ νὰ προσέξετε πολὺ μήπως ἀντὶ τοῦ ἐπιδιωκομένου σκοποῦ ἐπιτύχητε τὸ ἀντίθετον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, φρονῶ ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν πλεονεκτήματα εἰς τοὺς μὲν, ἢ τοὺς δέ· νομίζω ὅτι δὲν εἶναι πλέον ἰσότης, σὺ μὲν δικαζόμενος μὲ τοὺς αὐτοὺς νόμους νὰ μὴ προφυλακίζεσαι, ἐγὼ δὲ νὰ προφυλακίζωμαι. Νομίζω λοιπὸν ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος.
§96ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τί λέγει τὸ Σύνταγμα;
§97Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅτι ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη θὰ ἔχῃ συνεπείας, καὶ διὰ τοῦτο μᾶλλον, διότι ὅταν ἀρχίσῃ τις νὰ κάμῃ μικρόν τι ῥῆγμα εἰς τὸ οἰκοδόμημα τῶν νόμων, θὰ εὑρεθοῦν ἄλλοι νὰ κάμουν ἄλλο καὶ τοιουτοτρόπως θὰ ῥίψωμεν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις, καὶ νομίζω ὅτι ὅπου ἡ ἐγγύησις δὲν εἶναι ἴση δι’ ὅλους τοὺς πολίτας καὶ ἐπίσης φυλασσομένη, καὶ ὅπου τὰ ὅρια τῶν ἐξουσιῶν δὲν εἶναι ἀκριβῶς διακεχωρισμένα, εἰς οἱονδήποτε κράτος ἐφαρμόζεται τοῦτο, τὸ κράτος ἐκεῖνο δὲν εὐημερεῖ, πολὺ ὀλιγώτερον εἰς κράτος διοικούμενον συνταγματικῶς καὶ ἐλευθέρως. Στοχάζομαι λοιπὸν, κύριοι, καὶ σᾶς συμβουλεύω νὰ ἀποκρούσετε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰς λοιπὰς διατάξεις θὰ ἐπιφέρῃ κακὸν ἀντὶ καλοῦ.
§98ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐν ἐποχῇ βεβαίως ὁμαλῇ καθ’ ἣν ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων ἔχει ὅλον τὸ κῦρός της, ἡ πρότασις ἐξαιρετικῶν διατάξεων ὅσον ἀποβλέπει τὰ ἐγκλήματα, ἤθελεν εἶσθαι πρᾶγμα ἄτοπον. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον διὰ τῆς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν μᾶς ὑποβάλλει, ἀναφέρει πρᾶγμα τὸ ὁποῖον καὶ ἡμεῖς δὲν ἀγνοοῦμεν, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν ἕνεκα τῶν πολιτικῶν περιστάσεων εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη ὁ τόπος ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων εἶχε χαλαρωθῆ καὶ ἑπομένως ἓν μέγα πλῆθος Ἑλλήνων ὑπέπεσεν εἰς ἐγκλήματα, τῶν ὁποίων ἡ τιμωρία καὶ καταστολὴ δὲν ἐδύνατο νὰ προληφθῇ μέχρι τοῦδε, διότι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔλαβον τὸ μέτρον νὰ ᾖναι φυγόδικοι, φοβούμενοι τὴν προφυλάκισιν καίτοι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν συναισθανόμενοι ὅτι εἶναι ἀθῶοι. Προκειμένου λοιπὸν, κύριοι, ἡμεῖς νὰ θεραπεύσωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἡ κοινὴ ἀσφάλεια δὲν εἶναι εἰς εὐχάριστον κατάστασιν καὶ πολλαὶ τῶν ἐπαρχιῶν μαστίζονται, εἶναι ὀρθὸν νὰ λέγωμεν ὅτι παραβιάζομεν τὸ Σύνταγμα, ὅτι πρόκειται περὶ χαρίτων, αἱ ὁποῖαι θέλουν χορηγηθῆ εἰς τοὺς ἀνθρώπους μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, καὶ ὅτι ἀντὶ ἀγαθοῦ ἀποτελέσματος θέλει ἐπιφέρει τὸ μέτρον τοῦτο δυστυχήματα μεγαλείτερα; Νομίζω ὅτι δύναταί τις νὰ λέγῃ τὰ τοιαῦτα, καὶ κατὰ θεωρίαν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ὀρθά· ἀλλ’ ὅστις φεύγει ἀπὸ τὰ πράγματα καὶ σκέπτεται συγκεχυμένως καὶ δὲν θέλει νὰ ἀναλογισθῇ περὶ τίνος πρόκειται, ἐκεῖνος μόνον ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Τὸ Σύνταγμα, κύριοι, ἔχει τὴν ἀρχὴν, ὅτι οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι ἐνώπιον τοῦ νόμου· ἀλλὰ τί κοινὸν μεταξὺ αὐτῆς τῆς διατάξεως καὶ τῆς προκειμένης περιπτώσεως; Πρόκειται ἤδη νὰ δώσωμεν μάθημα τὶ ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμα δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως; Ὅλοι οἱ πολῖται εἶναι ἴσοι, ἀλλὰ ἄλλος εἶναι κατάδικος, ἄλλος βουλευτὴς, ἄλλος ὑπόδικος, καὶ ἄλλος ἄλλοι. Δὲν πρόκειται λοιπὸν σήμερον νὰ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὸ γενικὸν ἐκεῖνο ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀναφέρει, κατὰ παραβίασιν τοῦ νόμου, καὶ εἶναι περιττὸν, ἐπικαλούμενοι αὐτὴν τὴν διάταξιν, νὰ εἴπωμεν ὅτι παραβιάζεται ἡ ἀρχὴ τῆς ἰσότητος τῶν Ἑλλήνων ἐνώπιον τοῦ νόμου. Κατόπιν παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα διότι προβλέπει περὶ χάριτος καὶ ἀμνηστείας, οὐχὶ δὲ καὶ περὶ προφυλακίσεως. Εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς εἴπω διὰ ποῖον λόγον προβλέπει τὸ Σύνταγμα περὶ χάριτος καὶ ἀμνηστείας. Γνωρίζετε ὅτι ὅλον τὸ Σύνταγμα προβλέπει περὶ τῶν προνομιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀνήκουν εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα, καὶ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ ἡ τῆς χάριτος καὶ τῆς ἀμνηστείας, δικαιώματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ ἀνώτερα καὶ τῆς προφυλακίσεως καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν δικαιωμάτων. Τὸ Σύνταγμά μας λοιπὸν προβλέπει, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος εἶναι προνομία βασιλικὴ, τὸ δὲ τῆς ἀμνηστείας περιορίζεται μόνον εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα· διότι τὸ Σύνταγμα δὲν πραγματεύεται περὶ μικροτέρων περιπτώσεων, θὰ εἴπῃ ὅτι τὸ παραβιάζομεν καὶ ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ἐξουσίαν νὰ μεταβάλωμεν διατάξεις τινὰς τοῦ νόμου, νὰ προβλέψωμεν περὶ περιπτώσεων περὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐνεστῶσα νομοθεσία δὲν προβλέπει;
§99ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶναι μεταγενέστερον τὸ Σύνταγμα τῶν ἐγκλημάτων.
§100ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καθὼς δυνάμεθα ὁλόκληρον τὴν ποινικὴν δικονομίαν νὰ τὴν καταστρέψωμεν καὶ κάμωμεν ἄλλην, τοιουτοτρόπως ἔχομεν τὸ δικαίωμα ὡς νομοθέται νὰ μεταβάλωμεν καὶ τροποποιήσωμεν μίαν διάταξιν αὐτῆς. Εἶναι ὁ μεγαλείτερος σολοικισμὸς νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μεταβάλῃ νόμον ἢ νὰ κάμῃ νόμον. Λοιπὸν, κύριοι, τὸ Σύνταγμα μένει ἄθικτον καὶ δὲν ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ νομοσχέδιον. Τώρα, κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δικαιολογεῖται ὑποβάλλουσα τὸ τοιοῦτον νομοσχέδιον, καὶ ἂν ἡμεῖς καθῆκον ἔχωμεν νὰ δώσωμεν προσοχὴν εἰς αὐτὸ καὶ νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως περὶ τῆς ἀξίας καὶ τῶν συνεπειῶν του. Τὸ ζήτημα αὐτὸ δὲν ἐφέρθη πρώτην φορὰν εἰς τὴν Βουλήν· τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ αἰσθάνονται ζωηρότερα οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι μαστίζονται ἀπὸ τοὺς φυγοδίκους. Καὶ ἄλλοτε ἐφέρθη τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ πλατύτερον· καὶ ἄλλοτε ἐφέρθη πρότασις νόμου περὶ ἀμνηστείας γενικῆς, καὶ τότε ἐῤῥέθησαν πολλὰ καὶ εὑρέθην ἐγὼ ἐναντίος κατ’ ἀρχὴν εἰς τὴν ἀμνηστείαν, διότι ἐθεώρουν ὅτι κατά τι ἐγγίζει τὸ Σύνταγμα, καὶ διότι εἶχον τοὺς φόβους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων ἔχει, μήπως ἀμνηστευόμενοι ὅλοι, ἔλθουν εἰς συγκρούσεις μὲ τοὺς παθόντας. Τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο, κύριοι, ἐγκατελείφθη καὶ εὐτυχῶς ἡ Κυβέρνησις σήμερον δὲν τὸ ὑποστηρίζει. Μᾶς φέρει ὅμως ἓν ἄλλο νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον χωρὶς νὰ ἐγγίζῃ τὰ δικαιώματα, χωρὶς νὰ καταστρέφῃ τοὺς νόμους δύναται νὰ φέρῃ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα. Οἱ φυγόδικοι, κύριοι, περὶ ὧν ὁ λόγος, κατὰ τὰς πληροφορίας αἱ ὁποῖαι ἐδόθησαν, εἶναι 1200 ἢ 1300· δὲν εἶναι τόσον πολλοὶ, ὅσον ἐνόμισεν ὁ κύριος Γόντικας. Ἐξ αὐτῶν βεβαίως, κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ τὴν κρίσιν μου, ἑκατὸν, διακόσιοι ἢ τριακόσιοι θὰ ᾖναι κακοῦργοι ἐκ συστήματος, δολοφόνοι, φονεῖς ἐκ προμελέτης, λησταὶ, οἱ ὁποῖοι ἐβασάνισαν καὶ ἐφόνευσαν χάριν πλεονεξίας· περὶ αὐτῶν λοιπὸν, βλέπετε, τὸ νομοσχέδιον σαφῶς προβλέπει καὶ δὲν κάμνει κἀμμίαν ἐξαίρεσιν. Ἐὰν οἱ 300 οὗτοι κακοῦργοι ἐμμείνωσιν εἰς τὰ ὄρη ἀντὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν κοινωνίαν νὰ τὴν λυμαίνωνται, νομίζω ὅτι τὸ κακὸν θὰ ᾖναι μικρότερον, διότι δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μὲ τὸν κύριον Γόντικαν, ὅστις θέλει αὐτὸ τὸ μέτρον γενικὸν καὶ ὑπὲρ αὐτῶν τῶν μεγάλων καὶ ἐπικινδύνων κακούργων. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν ἐξαιρεῖ φονεῖς ἐκ προμελέτης, τὰς λῃστείας αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο εἰς δημοσίας ὁδοὺς μὲ χρῆσιν ὅπλων καὶ βασάνων, ἐξαιρεῖ τὴν πειρατείαν, διότι δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι πολλοὶ ἢ παντάπασι νὰ ὑπάρχουν πειραταὶ κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο· ὅλοι οἱ ἄλλοι περιλαμβάνονται εἰς τὰ ἄλλα κακουργήματα, εἰς τὴν ἀναίρεσιν, φόνον δηλ. γενόμενον εἰς βρασμὸν ψυχικῆς ὁρμῆς, εἰς μίαν συμπλοκήν· εἰς τὸν φόνον ἐξ ἀμελείας, εἰς τὰς κλοπὰς, εἰς τὰς πυρκαϊὰς καὶ ἀντιστάσεις κατὰ τῶν ἀρχῶν καὶ εἰς τὰς λῃστείας, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔχουν ἐπίφοβον χαρακτῆρα, διότι ἕνας, ὅστις ἦλθεν εἰς τὸ σπίτι μου καὶ μοῦ ἐπῆρεν 100 δραχμὰς, εἶναι λῃστὴς ἀλλ’ ὄχι καὶ ἐπικίνδυνος· ἀλλὰ ἐκεῖνος, ὅστις μελανώνει τὸ πρόσωπόν του, παραφυλάττει εἰς τὰς δημοσίας ὁδοὺς, καὶ ἐπιτιθέμενος κατὰ τῶν συμπολιτῶν του προβαίνει μέχρι φόνων καὶ βασάνων, αὐτὸς εἶναι ὁ λῃστὴς, ὅστις πρέπει νὰ καταδιώκεται καὶ πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ἀπὸ τὴν κοινωνίαν. Ὅλοι οἱ ἄλλοι τοὺς ὁποίους οἱ ὁρισμοὶ τοῦ νόμου περιλαμβάνουν εἰς τὸ ἔγκλημα τῆς λῃστείας, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν εἶναι ἐπικίνδυνοι, περιλαμβάνονται εἰς τὸ νομοσχέδιον. Τοῦτο, Κύριοι, δύναται νὰ φέρῃ ἀποτελέσματα; ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐκ τῶν προτέρων δὲν πρέπει νὰ τὸ προδικάσωμεν. Ἡ Κυβέρνησις εἶναι εἰς θέσιν νὰ σκέπτεται, νὰ κρίνῃ καλλίτερα ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ ἐλπίζει ὅτι παραδεχομένου τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἓν μέγα μέρος ἐξ αὐτῶν, οἱ ὁποῖοι φοβούμενοι τὴν προφυλάκισιν δὲν προσέρχονται εἰς τὰς ἑστίας των καὶ τὴν κοινωνίαν, οἱ ὁποῖοι δὲν καταδιώκονται δι’ ἐγκλήματα μεγάλα καὶ μάλιστα πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι ἀθῷοι, θέλουν προσέλθει εἰς τὰς ἀρχὰς, καὶ θέλει ἐλαττωθῆ κατὰ πολὺ ὁ ἀριθμὸς τῶν φυγοδίκων, διότι ἐν ὅσῳ οἱ φυγόδικοι ἀναβαίνουσιν εἰς τόσον μέγαν ἀριθμὸν, καὶ ὁ φόβος εἶναι μέγας, καὶ τὰ δεινὰ τὰ ὁποῖα ἐπαπειλοῦνται ἀπὸ αὐτοὺς εἶναι δυσάρεστα. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἐλπίζει ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου θέλει ἐλαττώσει κατὰ πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν φυγοδίκων, καὶ θέλει διευκολύνει τὴν πρόοδον τῆς ἀνακρίσεως καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν βουλευμάτων τῶν ἄλλων τρομερωτέρων κακούργων, καὶ μὴ, ἐξαιρουμένων διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν, θέλουν χρησιμεύσει ὡς μάρτυρες κατ’ ἐκείνων καὶ θέλει ἐπέλθει οὕτω μία βελτίωσις εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἀλλ’ ὁ προλαλήσας φοβεῖται, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ μέτρου θέλει γίνει κατάχρησις, καὶ ἡ Κυβέρνησις τοὺς μὲν εὐνοουμένους θέλει ὑποβάλει εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, τοὺς δὲ ἀντιπάλους ὄχι. Νομίζω ὅτι δὲν πρέπει ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀποδίδωμεν κακοβούλους σκοποὺς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικρίνωμεν τὰς τετελεσμένας πράξεις, ἀλλ’ ὄχι νὰ θέτωμεν εἰς τὸν νοῦν τῶν κυβερνώντων ἰδέας καὶ σκοποὺς τοιούτους. Τὸ νομοσχέδιον εἶναι γενικόν· πᾶς ὅστις οὔτε σύμφωνος εἶναι μὲ τὴν ἐπικρατοῦσαν μερίδα, οὔτε ἀντιφέρεται, δύναται δυνάμει τοῦ Νόμου τούτου νὰ προσέλθῃ εἰς τὰς ἀρχὰς καὶ νὰ εἴπῃ, εἶμαι φυγόδικος καὶ δὲν ἠμπορεῖς νὰ μὲ προφυλακίσῃς· θὰ δικασθῇ καὶ ἢ θὰ ἀθῳωθῇ ἢ θὰ καταδικασθῇ. Δὲν ἠμπορεῖ οὔτε ἀνακριτὴς οὔτε εἰσαγγελεὺς νὰ τοῦ ἐναντιωθῇ καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ, ὅτι, ἐπειδὴ εἶσαι μὲ τὴν μερίδα τοῦ ἄλλου, δὲν ὑπάγεσαι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Νόμου, διότι οἱ Ἕλληνες εἶναι ἱκανοὶ νὰ ὑπερασπίζωνται τὰ δικαιώματά των, καὶ τέλος πάντων ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δὲν ἐξηχρειώθη ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε νὰ γίνῃ ὄργανον τῶν μερίδων· ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχουν ἐξαιρέσεις, ἀλλ’ ἡ ἐξαίρεσις δὲν εἶναι καὶ κανών. Τελευταῖον, κύριοι, ἀπαντῶν εἰς τὸ ἐπιχείρημα ἐκεῖνο τοῦ προλαλήσαντος, ὅτι ἐκ τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ μέτρου τούτου δύνανται νὰ προκύψωσι μεγάλα κακὰ, ἤθελα συμφωνήσει ἐὰν ἐπρόκειτο τῷ ὄντι τὸν λῃστήν, τὸν φονέα ἐκ προμελέτης νὰ τὸν φέρῃς εἰς τὴν κοινωνίαν· τότε φοβοῦμαι ὅτι οἱ συγγενεῖς τοῦ φονευθέντος ἢ τοῦ λῃστευθέντος, ἢ τοῦ βασανισθέντος δύνανται, βλέποντες τὸν κακοῦργον τοῦτον ἐν τῷ μέσῳ των, νὰ ἔλθουν εἰς συγκρούσεις καὶ εἰς ἀντεκδικήσεις· ἀλλ’ ὅταν τὸ μέτρον αὐτὸ περιορισθῇ εἰς τὰ ἐλαφρότερα κακουργήματα, τότε τὸν φόβον αὐτὸν δὲν τὸν ἔχω, διότι ὁ παθὼν δὲν θέλει θεωρήσει τὸν προσερχόμενον ὡς ἀθῳωθέντα, διότι δὲν τοῦ δίδεται οὔτε χάρις, οὔτε ἀμνηστεία, ἀλλὰ θέλει τὸν ἴδει ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης καὶ καταδικαζόμενον εἰς τὴν νόμιμον ποινήν, καὶ δύναται οὕτω νὰ ἀπαιτήσῃ καὶ τὰς πολιτικάς του ἀπαιτήσεις κατ’ αὐτοῦ. Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι αἱ ἀντιῤῥήσεις τοῦ προαγορεύσαντος δὲν εἶναι βάσιμοι· ἑπομένως ὑποστηρίζω τὸ Νομοσχέδιον ὅπως ἔχει.
§101ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπορῶ, κύριοι, λόγων πολλῶν καὶ ποικίλων, καὶ μάλιστα ὁσάκις ἀκούω λέξεις ἐκφερομένας ἐννοιῶν κενάς· πάντοτε ἔχομεν τὸ ἐλάττωμα νὰ ἀρυώμεθα τὰ ἐπιχειρήματα ἐκ τῶν ὑποβαλλομένων νομοσχεδίων· ἐὰν καλῶς ἐννοῶ τὸ πνεῦμα τοῦ προτεινομένου Νομοσχεδίου, (οἱ κύριοι ὑπουργοὶ εἶναι ἐδῶ καὶ δύνανται νὰ μᾶς τὸ διασαφήσουν), μοὶ φαίνεται ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν κάμνει παρὰ νὰ ἀναστέλλῃ προσωρινῶς τὰς προφυλακίσεις τῶν ἐλαφροτέρων ἐγκλημάτων μέχρι τῆς ἐκδόσεως τῶν βουλευμάτων· ἀλλὰ τοῦτο μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀπᾷδον πρὸς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴδομεν νὰ συμβαίνῃ ὁλονὲν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, καθ’ ὅσον τινὲς μὲν εἶναι ἐντὸς τῆς φυλακῆς, τινὲς δὲ ἐκτός. Καὶ ὑποθέτετε ὅτι ἐὰν οἱ δικασταὶ ἐκδώσουν τὸ βούλευμα ὑποχρεωτικόν, εἴτε εἰς τὰ ὄρη ὑπάρχουν αὐτοὶ, εἴτε ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὑποθέτετε ὅτι θὰ προσέλθουν οἰκειοθελῶς εἰς τὰς ἀρχάς; θέλω νὰ εἴπω ὅτι ἐν ἴσῃ μοίρᾳ τιθέμεθα καὶ μετὰ τὸ νομοσχέδιον, καθὼς καὶ πρὶν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ· ἄλλως ἐρχόμεθα εἰς ἕτερον πρόσκομμα.
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοήσαμεν τὴν ἰδέαν σας, ἐξηγηθῆτε καλλίτερα.
§103ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἂν δὲν ἐπισπεύσωμεν δικαστικῶς τὴν περάτωσιν τῶν ἐκκρεμῶν ἀνακρίσεων καὶ τὴν ἔκδοσιν τῶν διαφόρων βουλευμάτων, καὶ ὅσοι ἐπροφυλακίσθησαν καὶ ὅσοι δὲν ἐπροφυλακίσθησαν θὰ ἀδικηθῶσι. (Θόρυβος). Τὸ ὅριον, ὡς βλέπετε, τοῦ βαθμοῦ τῶν ἐγκλημάτων εἶναι στενὸν, καὶ πάλιν ἀφίνεται εἰς τὰς χεῖρας τοῦ δικαστοῦ, ὅστις θέλει ὁρίσει αὐτόν.
§104ΠΛΑΤΥΣ. Θέλω ἐξετάσει τὸ νομοσχέδιον ὑπὸ ἔποψιν ὅλως πρακτικὴν καὶ θέλω ἐπιστήσει τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, ἂν τὸ νομοσχέδιον δύναται νὰ φέρῃ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα· ὡς πρὸς τοῦτο θέλω ὑποβάλει μερικὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας παρακαλῶ ν’ ἀκούσητε μετὰ προσοχῆς ἵνα φωτισθῆτε καὶ ἀποφασίσητε ἐν γνώσει. Τὸ νομοσχέδιον τοῦτο βεβαίως καταρτίζει νόμον ὅλως ἐξαιρετικὸν, καταρτίζει νόμον, τὸν ὁποῖον οἱ ξένοι ὀνομάζουν loi de circonstance, νόμον τῆς ἀνάγκης, προκαλούμενον ἀπὸ ἐκτάκτους λόγους. Οἱ νόμοι οὗτοι εἶναι δριμύτατα φάρμακα, εἰς τὰ ὁποῖα οἱ ἰατροὶ καταφεύγουν, ἵνα σώσωσι τὸν πάσχοντα ἀπὸ προφανῆ κίνδυνον· ἑπομένως ἀπαιτεῖται περίσκεψις καὶ προσοχὴ μεγίστη, διὰ νὰ μὴ γίνῃ χρῆσις τῶν ἐκτάκτων φαρμάκων εἰμὴ τότε, ὅτε ὑπάρχει ἀνάγκη πραγματικὴ ἀπαιτοῦσα τὸν ἐξαιρετικὸν νόμον, καὶ ὅταν ὑπάρχῃ βεβαιότης περὶ τοῦ ὅτι τὸ ἐξαιρετικὸν μέτρον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ καταφύγῃ ὁ νομοθέτης, θέλει θεραπεύσει τὴν ἀνάγκην, ἥτις τὸ ἐπροκάλεσεν. Αὗται εἶναι αἱ ἀρχαὶ, αἵτινες διέπουν τοὺς τοιούτης φύσεως νόμους, τοὺς νόμους τοὺς ἐξαιρετικοὺς, τοὺς νόμους τῆς περιστάσεως καὶ τῆς ἀνάγκης. Ἂς ἐξετάσωμεν ἂν τοιαῦται περιπτώσεις ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὑπάρχουν. Εἰς μάτην ἀνεζήτησα εἰς ὅλην τὴν αἰτιολογικὴν ἔκθεσιν, ἥτις συνοδεύει τὸν νόμον, ν’ ἀνεύρω τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ, ἵνα πεισθῶ, ὅτι θέλει ἐπιτευχθῆ ὁ σκοπὸς, ὅταν θεραπεύσωμεν τὴν ἀνάγκην. Ὁμολογῶ εἰλικρινῶς, ὅτι δὲν ἀνεῦρον τίποτε εἰς αὐτὴν, καὶ ὡς ἐκ τούτου λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχὴν, ὥστε τὰ νομοσχέδια νὰ παρουσιάζωνται εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ μεγαλειτέρας προσοχῆς καὶ μετὰ ὀλιγωτέρας σπουδῆς, ὥστε νὰ ἦναι καλῶς κατηρτισμένα καὶ ἐντελῆ. Τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον γνωρίζετε, ὅτι δὲν ὑπάρχει Γερουσία, ἵνα γίνηται μεγαλειτέρα ἐπεξεργασία· ἑπομένως ὅλη ἡ εὐθύνη μένει εἰς τὴν Βουλήν. Τί σημαίνει, Κύριοι, ἡ τελευταία σκέψις τῆς ἐκθέσεως τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις θέλουσα νὰ παραστήσῃ τὴν ἀνάγκην αὐτοῦ, λέγει «...... οὐδόλως δὲ παραβλάπτει τὸν κύριον σκοπὸν τῆς ποινικῆς δικαιοσύνης, διότι ἡ προφυλάκισις δὲν εἶναι ἢ ἐξασφαλιστικὸν μέτρον, ὅπως μὴ ἀποφύγῃ τὴν νόμιμον τιμωρίαν ὁ ἀποδεδειγμένος ἔνοχος, τὸν σκοπὸν δὲ τοῦτον οὐ μόνον δὲν ματαιοῦσιν, ἀλλὰ τοὐναντίον διευκολύνουσιν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου διὰ τῆς παραδοχῆς ἐπιεικῶν τινων μέτρων κτλ.....;» Τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μὴ φύγῃ ὁ ἔνοχος, ἀλλὰ νὰ προφυλακισθῇ ἵνα μὴ διαφύγῃ τὴν νόμιμον τιμωρίαν, τὸν διευκολύνουν, ὡς λέγει, αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου. Ἂν ἦτον ἀληθὴς ἡ τελευταία σκέψις τῆς ἐκθέσεως, ὅτι τὸν σκοπὸν τῆς προφυλακίσεως ἀναπληροῦν αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι ἑπομένως καθίσταται ματαία ἡ προφυλάκισις, μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ Κύριος ὑπουργὸς τότε ἔκαμε μέγα λᾶθος νὰ περιορίσῃ τὰς διατάξεις ταύτας, αἵτινες κατὰ τὴν ἰδέαν του ἀναπληροῦν τὸν σκοπὸν τῆς προφυλακίσεως.
§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Τὴν ἔκθεσιν συζητεῖτε;
§106ΠΛΑΤΥΣ. Ἐκ τῆς ἐκθέσεως θέλομεν ἐννοήσει τὸ πνεῦμα τοῦ νόμου. Ἂν ἦναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου ἀναπληροῦν τὸν σκοπὸν τῆς προφυλακίσεως, ὅτι διευκολύνουν τὴν παρουσίασιν τοῦ ἐνόχου διὰ νὰ τιμωρηθῇ κατὰ τὸν νόμον, τότε διὰ τί νὰ μὴ εἰσαχθῇ νομοσχέδιον γενικώτερον, τὸ ὁποῖον νὰ ἐφαρμόζεται εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις, καὶ νὰ καταργήσωμεν τὰς διατάξεις τῆς νομοθεσίας, αἵτινες διατάττουν τὴν προφυλάκισιν; Ἡ προφυλάκισις, Κύριοι, ἐθεωρήθη παρ’ ὅλων τῶν εὐνομουμένων ὡς ἓν κακὸν ἀναγκαῖον, ὡς ἓν μέσον ὅπως φθάσῃ ἡ κοινωνία εἰς τὴν τιμωρίαν τοῦ ἐνόχου, ὅπως γνωρίσῃ ποῖος εἶναι ὁ αὐτουργὸς τῆς ποιν. πράξεως. Ἂν ὁ κακοῦργος μείνῃ ἐλεύθερος, θέλει φύγει καὶ φεύγων θέλει ταράξει τὴν ἡσυχίαν τῆς κοινωνίας. Διὰ τῆς προφυλακίσεως ἕνα μόνον κίνδυνον διατρέχομεν, ἀθῷοί τινες νὰ μείνουν ἐπί τινα καιρὸν φυλακισμένοι· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι μικρὸν ὡς πρὸς τὰ μεγαλείτερα κακά, ἅτινα ἤθελον προκύψει. Διὰ τοῦτο ὅλαι αἱ νομοθεσίαι ἐθεώρησαν ἀναγκαίαν τὴν προφυλάκισιν καὶ προετίμησαν τὸ ὀλιγώτερον κακὸν ἀπὸ τὸ μεγαλείτερον, ἐπροτίμησαν τὴν θυσίαν τῶν ὀλίγων χάριν τῆς σωτηρίας τῶν πολλῶν, καὶ καθιέρωσαν τὴν προφυλάκισιν ὡς ἀναγκαιοτάτην διὰ τὴν ἀνακάλυψιν τοῦ ἐνόχου καὶ τὴν τιμωρίαν αὐτοῦ. Ἐπιτυγχάνεται λοιπὸν ὁ τοιοῦτος σκοπὸς διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Ὑπάρχει ἑτέρα σκέψις ἐν τῇ ἐκθέσει, ἡ ὁποία λέγει. «Τὰ ἐκ τῆς φυγοδικίας προξενούμενα κακὰ εἶναι ἀνώτερα τῆς ποινῆς, ὅταν μάλιστα πρόκηται περὶ ἐγκλημάτων, οὐχὶ ἐκ τῶν βαρυτέρων, ἀλλ’ εἰς τοῦτο σπουδαῖον ἀπαντῶσι πρόσκομμα τὴν προφυλάκισιν, ἥτις κατ’ ἀνάγκην παρατείνεται οὐκ ὀλίγον, ὁσάκις μάλιστα πολλοὶ εἶναι οἱ κατηγορούμενοι καὶ πολλοὶ εἶναι οἱ μάρτυρες, ὡς συμβαίνει εἰς τὰ πλεῖστα τῶν ἐπὶ τῆς μεσοβασιλείας πραχθέντων ἐγκλημάτων.» Δηλαδὴ θεωρεῖ ἡ ἔκθεσις, ὅτι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ὑπάρχουν φυγόδικοι, δὲν εἶναι ὁ φόβος τῆς ποινῆς, ἀλλ’ ὁ φόβος τῆς προφυλακίσεως. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ἐλησμόνησεν ὅμως ὁ συντάξας τὴν ἔκθεσιν, ὅτι ἡ προφυλάκισις δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὰ πλημμελήματα εἰμὴ κατὰ τῶν ξένων καὶ εἴς τινας πολὺ σπανίας περιστάσεις. Ἀπαιτεῖται δὲ μόνον εἰς τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα, ὡς γνωρίζετε, ἐπιβαρύνονται μὲ βαρυτέραν ποινὴν, μὲ δεσμὰ, μὲ εἱρκτὴν, καὶ ἡ ποινὴ εἶναι μεγαλειτέρα ἀπὸ τὴν προφυλάκισιν· ἡ προφυλάκισις δὲν διαρκεῖ ἰσοβίως, ὅπως εἶναι τὰ δεσμὰ, δὲν ἀφορᾷ τὴν ζωὴν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ ἐπὶ τέλους δὲν εἶναι ποινὴ ὡς αἱ ἄλλαι. Ὁ προφυλακισμένος δὲν ὑπάγεται εἰς κἀνὲν τῶν βαρῶν, εἰς κἀμμίαν κακὴν μεταχείρισιν, εἰς ὅσα ὑπάγονται οἱ καταδεδικασμένοι ἐπὶ κακουργήματι, εἴτε εἰς δεσμὰ διὰ βίου, εἴτε εἰς εἱρκτήν. Ἑπομένως ὁ φυγόδικος δὲν φεύγει διὰ τὸν φόβον τῆς προφυλακίσεως, φεύγει διὰ τὸν φόβον τῆς ποινῆς, ἥτις ἐπίκειται εἰς τὸ ἔγκλημα· ἄλλως δὲν θὰ ἦτο τόσῳ μωρὸς νὰ ἐκτεθῇ εἰς τὰ ἄπειρα δεινὰ, τὰ ὁποῖα συνεπάγεται ἡ φυγάδευσις, καταδιωκόμενος ἀπὸ τὴν κοινωνίαν, ταλαιπωρούμενος, κακουχούμενος. Ὅλα ταῦτα ὑποφέρει ἵνα ἀποφύγῃ μεγαλείτερον κακὸν, τὴν βαρεῖαν ποινὴν, ἥτις τὸν περιμένει. Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ ἀληθὴς λόγος τῆς φυγοδικίας καὶ οὐχὶ ἡ προφυλάκισις. Ἂν παραδεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ποῖος θέλει προσέλθει ἐκ τῶν φυγοδίκων εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, ἵνα ὑποστῇ τὴν ποινὴν, ἂν εἶναι ἔνοχος; Βεβαίως ἐκ τῶν φυγοδίκων ἀθῷοι εἶναι ὀλίγιστοι· ὁ ἀθῷος δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ φύγῃ τὰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, παρουσιάζεται μὲ μέγα θάῤῥος περιμένων ἡσύχως τὴν ἀπόφασιν, ἥτις θέλει εἶσθαι ἀθῳωτικὴ, καὶ δὲν εἶναι τόσον μωρὸς ὥστε νὰ προτιμήσῃ τὰ τόσα μεγάλα δεινὰ τῆς φυγαδεύσεως ἀπὸ τὸ ἐλάχιστον τῆς προφυλακίσεως, ἥτις εἶναι μηδαμινὴ ἀπέναντι τῶν δεινῶν τῆς φυγοδικίας. Συμπέρασμα ἑπομένως εἶναι, ὅτι ἐκ τῶν φυγοδίκων σχεδὸν ὅλοι, ἢ οἱ πλεῖστοι εἶναι ἔνοχοι, καὶ προτιμοῦν τὰ δεινὰ τῆς φυγαδεύσεως, παρὰ νὰ ὑποστοῦν μεγαλείτερα δεινά. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, μεταξὺ τῶν φυγοδίκων τούτων ποῖοι νομίζετε, ὅτι θέλουν προσέλθει; Ἴσως ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος συναισθάνεται ἑαυτὸν ἔνοχον, ὁ ὁποῖος βλέπει, ὅτι τὸν περιμένει, ἂν προσέλθῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ποινὴ βαρυτάτη, θέλει προσέλθει ἑκουσίως; Τοῦτο δὲν τὸ ὑποθέτω· ἂν εἶχε τοιοῦτον σκοπὸν, βεβαίως δὲν θὰ ἦτο φυγόδικοι, θὰ ὑπέμενε τὰ δεινὰ τῆς προφυλακίσεως ἵνα ἀποφύγῃ τὰ δεινότερα τῆς φυγοδικίας. Λοιπὸν ὁ ἀληθὴς ἔνοχος δὲν θὰ προσέλθῃ, καὶ ἂν παρουσιασθῇ κἀνεὶς, θὰ ἔλθῃ μὲ σκοπὸν προμελετημένον, ὑποκεκρυμμένον. Προσέρχεται εἰς τὴν κοινωνίαν, παραδίδεται εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἀλλ’ εἶναι ἐλεύθερος κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῆς ἀνακρίσεως νὰ ῥᾳδιουργήσῃ, νὰ μεταχειρισθῇ πᾶν μέσον, ὥστε νὰ ἐκδοθῇ βούλευμα ἀθῶον· ἂν τὸ κατορθώσῃ, τόσῳ καλλίτερα δι’ αὐτόν· ἂν δέν το κατορθώσῃ, φεύγει ὢν ἐλεύθερος· καὶ ἔχων ἕτοιμα τὰ μέσα τῆς φυγῆς. Ἑπομένως οὐδὲν ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τοῦτο φέρει τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ λανθάνομαι, ἔχει ἓν ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὀφείλω βεβαίως νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, ἀποτέλεσμα ὑπάρχει ἕτερον σκανδαλωδέστατον, τὸ ὁποῖον φρίττω καὶ ἀναλογιζόμενος. Ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ νομοσχέδιον, ἡ τοῦ ἄρθρ. 3, ἡ ὁποία διαλαμβάνει ῥητῶς. «Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 2 ἐφαρμόζεται καὶ εἰς τοὺς ἤδη προφυλακισμένους δυνάμει ἐνταλμάτων ἢ βουλευμάτων καὶ κατηγορουμένους διὰ πράξεις τελεσθείσας κατὰ τὴν ἐν τῷ πρώτῳ ἄρθρῳ ὁριζομένην ἐποχήν.» Πρὸς τί ἡ ἀνάγκη τῆς ἐγγυήσεως δι’ αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται ἤδη εἰς χεῖρας τῆς δικαιοσύνης, πρὸς τί ν’ ἀπολυθῶσι δι’ ἐγγυήσεως; Καὶ ποῖος ἐξ αὐτῶν, ὅστις εἶναι προφυλακισμένος διὰ κακούργημα καὶ βλέπει κατ’ αὐτοῦ ἐπικειμένην ἄφευκτον τὴν ποινὴν, μένων ἐλεύθερος, δίδων ἐγγύησιν, θὰ προτιμήσῃ νὰ χάσῃ τὴν κεφαλήν του ἀπὸ τὴν ἐγγύησιν, ἢ εἰς εἱρκτὴν, ἂν μέλλῃ νὰ καταδικασθῇ, θὰ προτιμήσῃ νὰ χάσῃ τὴν ἐλευθερίαν του ἀπὸ τὴν ἐγγύησιν; Διὰ ποῖον σκοπὸν δὲν ἐπέτρεψε τὴν ἐγγύησιν ἡ πολιτικὴ δικονομία, πρὸς ἀποφυγὴν τῆς ἀποφυλακίσεως; διότι ἐγνώριζεν ὁ σοφὸς νομοθέτης, ὅτι ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν θέλει δώσει πρὸς τοῦτο εἶναι πολὺ κατωτέρα ἀπὸ τὴν ποινὴν, ἥτις τὸν περιμένει. Τὴν ἐγγύησιν ὁ νομοθέτης ἐπέτρεψε μόνον κατὰ τῶν ἀγυρτῶν κτλ. Πῶς ὑμεῖς θέλετε νὰ κάμετε ἐξαίρεσιν εἰς τὰς θεμελιώδεις διατάξεις τῆς νομοθεσίας μας, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μὲ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας;
§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριοι, ὁ τελευταῖον ἀγορεύσας, ἀντὶ νὰ συζητήσῃ τὸ νομοσχέδιον ἐσυζήτησε τὴν ἔκθεσιν. Τοῦτο εἶναι πρωτοφανές. Τί εἶπε, Κύριοι, ὁ τελευταῖον ἀγορεύσας ἐφ’ οὗ καὶ ᾠκοδόμησε τὴν καταφοράν του κατὰ τοῦ νόμου; Ὅλοι οἱ φυγόδικοι εἶναι ἔνοχοι, καὶ ἐπειδὴ κἀνεὶς, μὴ ἔνοχος δὲν ἤθελεν εἶσθαι φυγόδικος, ἄρα τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀτελές. Εἶναι ἀληθὲς ὅτι ὅλοι οἱ φυγόδικοι εἶναι ἔνοχοι. Καὶ δὲν ἔχετε ἀποδείξεις, ὅτι πολλοὶ κατηγορούμενοι μετὰ τὴν προφυλάκισιν ἀπεδείχθησαν ἀθῷοι; Καὶ ποῖος σᾶς εἶπεν, ὅτι ὅλοι οἱ φυγόδικοι εἶναι ἔνοχοι; Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι οἱ πλεῖστοι ἐγένοντο φυγόδικοι ἕνεκα τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα ὑποφέρουν εἰς τὴν προφυλάκισιν; Δὲν ἠξεύρετε, ὅτι πολλοὶ τρέχουν εἰς τὰ ὄρη καὶ περιμένουν νὰ ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, ὅτι κρύπτονται καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς προανακρίσεως καὶ ἐν καιρῷ τῆς δίκης μόνον παρουσιάζονται νὰ δικασθῶσιν, ὄχι διότι ἦσαν ἔνοχοι, ἀλλ’ ἵνα ἀποφύγωσι τὴν προφυλάκισιν; Καὶ ἤρχοντο ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ δικασθῶσιν, ἵνα ἐξασκήσωσι τὸ δικαίωμά των. Ἡ ἱστορία ἡ δικαστικὴ βρίθει τοιούτων παραδειγμάτων, τὰ ὁποῖα ὁ Κ. Πλατὺς ἀρνεῖται στηριζόμενος εἰς τὴν πεῖραν. Ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ φέρωμεν τοιοῦτον νομοσχέδιον. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν, ὅτε οἱ νόμοι ἐχαλαρώθησαν καὶ ἡ τάξις ἐκλονίσθη, ἔλαβον χώραν διάφορα ἐγκλήματα, ἅτινα ἐπέφεραν κατηγορίας καὶ καταμηνύσεις. Πάντες οὗτοι οἱ κατηγορηθέντες ἐφοβήθησαν τὴν προφυλάκισιν καὶ ἀπεσύρθησαν ἀπὸ τὴν κοινωνίαν· μεταξὺ δὲ ὅλων αὐτῶν οἱ πλεῖστοι εἶναι ἢ ἀθῷοι ἢ ἔνοχοι μικρῶν παραπτωμάτων. Αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἐμπόδισαν τὴν δικαιοσύνην νὰ προβῇ, ταράττουσι τὴν ἡσυχίαν τῆς κοινωνίας καὶ βλάπτουν τὴν ἀνάκρισιν. Δὲν βλάπτει τὴν ἀνάκρισιν ὁ ῥᾳδιοῦργος πολίτης, ὡς λέγει ὁ Κύριος Πλατὺς, ἀλλ’ ὁ ἀπειλῶν τοὺς προσερχομένους νὰ μαρτυρήσωσιν, οἵτινες ὡς ἐκ τῆς ἀπειλῆς διαστρέφουσιν ἴσως τὴν ἀλήθειαν, ἢ ποσῶς δὲν προσέρχονται καὶ οὕτως ἡ ἀνάκρισις δὲν περατοῦται ἐπιτυχῶς. Αὐτὴν τὴν κατάστασιν λοιπὸν θέλομεν νὰ τὴν παύσωμεν, διότι ἐν ὅσῳ ὑπάρχει, ἡσυχία δὲν δύναται νὰ ἐπέλθῃ. Αὐτοὶ δὲ οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες περιέρχονται ἔνοπλοι τὰ ὄρη, βεβαίως θὰ καταντήσωσι κακοῦργοι, καὶ ἡ κοινωνία θέλει καθ’ ἡμέραν βλάπτεσθαι ἀντὶ νὰ βελτιοῦται. Νομίζομεν, ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη θέλει παύσει, ἂν εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους εἴπωμεν· προσέλθετε, καὶ ἂν ἦσθε ἀθῷοι, θέλετε περιμένει τὴν ἔκδοσιν τοῦ βουλεύματος· δὲν ἔχετε νὰ φοβηθῆτε τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας ἡ προφυλάκισις ἀπειλεῖ. Καὶ πιστεύω, Κύριοι, ὅτι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι μένουν ἐκτὸς τῆς κοινωνίας καὶ πάσχουν, θέλουσιν ὑπακούσει εἰς τὴν πρόσκλησιν. Ἔπειτα, Κύριοι, ἡ ἐγγύησις ἀντὶ τῆς προφυλακίσεως δὲν εἶναι μοναδικὸν πρᾶγμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας πολυμαθὴς νομικός. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὸ τοιοῦτον σύστημα ὑπάρχει. Τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολύσεως δι’ ἐγγυήσεως συνεζητήθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ δὲν ἀπεκρούσθη διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ κύριος Πλατύς. Ἂν ἴδωμεν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, ὅτι τὸ σύστημα τοῦτο τῆς ἐγγυήσεως ἐπιτυγχάνει, δυνάμεθα νὰ τὸ ἐπεκτείνωμεν. Ἀλλὰ, κύριοι, ὁ κ. Πετιμεζᾶς ἐνόμισεν ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον προτείνομεν, εἶναι πέραν τῶν ὁρίων τῆς ἀμνηστείας καὶ τῆς χάριτος, ὅτι ὑπερβαίνομεν τὰ ὅρια, τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκε τὸ Σύνταγμα, διότι δὲν συμπεριλαμβάνομεν ὅλους. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς θέλει μᾶς συγχωρήσει νὰ τῷ εἴπωμεν, ὅτι ἔχει ἄδικον, διότι οὐ μόνον δὲν ὑπερέβημεν τὰ ὅρια τῆς ἀμνηστείας καὶ τῆς χάριτος, ἥτις καταστρέφει τὸ ἀξιόποινον καὶ τὴν πρᾶξιν αὐτὴν, ἀλλ’ οὔτε εἰς τὸ ὅριον ἐφθάσαμεν, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν ὁμιλεῖ περὶ τῶν ἐγκλημάτων, δὲν μεταβάλλει τὴν φύσιν αὐτῶν, οὔτε ἐλαττόνει τὰς ποινάς. Τὸ νομοσχέδιον τροποποιεῖ μόνον μέρος τῆς διαδικασίας τῆς ποινικῆς, ὅπως φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπὸν νὰ δικάσωμεν αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα. Ἀλλὰ λέγουν, ἐπειδὴ δὲν ἀφορᾷ ὅλον τὸν κόσμον, εἶναι ἀντισυνταγματικόν. Ἀλλὰ ἂν ἤρχετο ἕνας νόμος καὶ ἔλεγε, χορηγεῖται ἀμνηστεία εἰς ὅλα τὰ ἐπὶ τῆς μεσοβασιλείας ἐγκλήματα, ἐκτὸς τῆς ληστείας, θὰ ἦτο ἀντισυνταγματικός; Ἡμεῖς ἤδη πρόκειται νὰ κανονίσωμεν μίαν ἔκτακτον ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἕνεκα τῆς χαλαρώσεως τῶν νόμων οἱ ἄνθρωποι παρεξετράπησαν, καὶ ἤδη ὅτε ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων ἀναλαμβάνει, πρόκειται νὰ φέρωμεν μίαν θεραπείαν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι οὔτε ἀντισυνταγματικὸν εἶναι οὔτε ἄνευ ἀποτελέσματος θέλει μείνει τὸ νομοσχέδιον, οὔτε πρωτοφανὲς εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Καθόσον ἀφορᾷ τοὺς προφυλακισμένους ἐπειδὴ ἦλθον εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξωσί τι, ὁ σκοπὸς ἡμῶν ἦτο νὰ εὐκολύνωμεν τοὺς ἀνθρώπους νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ νὰ μείνωσιν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἄνευ φόβου μέχρι τῆς στιγμῆς τῆς ἐκδικάσεως ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν ἐφθάναμεν εἰς τὸν σκοπόν μας, διότι αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι ἤθελον κρυβῆ, καὶ ἐπειδὴ ἐνδέχετο νὰ ἐξέλθῃ τὸ βούλευμα κατόπιν, ἤθελον πάρει τὰ ὄρη ἢ δὲν ἤθελον παρουσιασθῆ διότι ἐσκέπτοντο ὅτι ἤθελον κλεισθῆ εἰς τὰς φυλακάς. Τοιουτοτρόπως ἐνομίσαμεν ὅτι ἡ ἰδέα εἶναι πλήρης καὶ ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκομεν ἐπιτυγχάνεται, σκοπὸς ὁ ὁποῖος εἶναι νὰ ἐλαττώσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν φυγοδίκων. Ἐὰν, κύριοι, εἴχομεν σκοπὸν, (ἐπειδὴ τινὲς εὐαρεστοῦνται νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνουν, διότι, μὴ ἔχοντες πράγματα, ἢ δι’ ἀποσιωπήσεως ἢ διὰ πλαγίων εἰσηγήσεων ζητοῦν νὰ ἐνοχοποιήσουν τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως), ἐὰν ἠθέλαμεν νὰ ἐνεργήσωμεν μεροληπτικῶς, ὁ νόμος δὲν εἶναι τὸ ἁρμόδιον μέσον, διότι ὁ νόμος εἶναι γενικός. Ἠμπορούσαμεν νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς Ἀνακριτάς· ἐξετάσατε αὐτοὺς καὶ ἀπολύσατέ τους· ἐξετάσατε ἐκείνους καὶ μὴ τοὺς ἀπολύετε. Ἀλλ’ ὅταν ἐνεργῶμεν γενικῶς δι’ ὅλους, δὲν δέχομαι τὴν μομφὴν, τὴν ὁποίαν πλαγίως πως τινὲς θέλουν νὰ ἐπιῤῥίψουν, ὅτι πράττομεν τοῦτο σκοποῦντες νὰ ἐνεργήσωμεν ὄχι δικαίως. Καὶ βλέπετε, κύριοι, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ ἡμεῖς τὸ ἐφηρμόσαμεν εἰς μικρὰ ἐγκλήματα, εἰς τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα τῷ ὄντι δὲν διεγείρουν τὴν ἀγανάκτησιν μέχρι τῆς ἀπελπισίας τῶν παθόντων, δὲν ἀπελπίζουν ἀκόμη τοὺς ἔχοντας τὴν πληγὴν τῶν ἐγκλημάτων μέχρις ἀτοπημάτων καὶ ἐγκλημάτων, διότι, κύριοι, δὲν ἐφαρμόζομεν τὴν ἰδέαν μας οὔτε εἰς τοὺς λῃστάς, οὔτε εἰς τοὺς ἐκβιαστάς, οὔτε εἰς ἐκεῖνα τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα τῷ ὄντι ἀφίνουν διὰ πολὺν καιρὸν ζωηρὰν τὴν ἀνάμνησιν, ἀλλὰ τὴν ἐφαρμόζομεν εἰς τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα σχεδὸν ἐκλείπει ἡ δολία προαίρεσις, εἰς ἀναιρέσεις, εἰς κλοπὰς ἁπλᾶς, αἵτινες λέγονται λῃστεῖαι· π. χ. ἐὰν εἰς τὸν δρόμον σᾶς πάρῃ τις δέκα δραχ. αὐτὸ κατὰ τὸν νόμον εἶναι λῃστεία, δὲν εἶναι ὅμως ἀπὸ τὰς λῃστείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν τ’ ἀποτελέσματα τὰ ὁποῖα ἔχουν αἱ καθ’ αὑτὸ λῃστεῖαι. Ἐπεριορίσθημεν λοιπὸν εἰς τὰ ὑποδεέστερα ἐγκλήματα, διότι ἐπείσθημεν κατὰ τὰς πληροφορίας ἃς ἔχομεν, ὅτι ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐγκλημάτων αὐτοῦ τοῦ εἴδους εἶναι μέγας, διότι ἐπείσθημεν ὅτι ἐὰν ἀφαιρέσωμεν αὐτοῦ τοῦ εἴδους ἐγκληματίας οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι προστασίας τινός, τότε θέλομεν ἐλαττώσει πολὺ τὸν ἀριθμὸν τῶν φυγοδίκων, καὶ διότι τέλος ἡμεῖς δὲν ἐννοήσαμεν ὅτι εἶναι ἄξιοι ἐπιεικείας τοιαύτης οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠδίκησαν τὴν κοινωνίαν πράττοντες ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν καρδίαν ἐντελῶς διεφθαρμένην, συνείδησιν ἐντελῶς ἀπεσκληρυμένην. Πιστεύω λοιπὸν ὅτι ὅπως ὅλοι ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐλαττώσωμεν τὴν δύσκολον θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ κοινωνία, ὅτι θέλετε εὐαρεστηθῆ νὰ δεχθῆτε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου· ἐννοεῖται ὅτι θέλομεν σεβασθῆ καὶ θέλομεν ὑπακούσει μετὰ προθυμίας εἰς τὰς φρονίμους καὶ ὀρθὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας ἠμπορεῖ νὰ προτείνῃ τις, ὅταν αὗται συζητηθῶσι καὶ εὑρεθῶσι σύμφωνοι πρὸς τὸ συμφέρον ἐν γένει τῆς κοινωνίας καὶ τῆς τάξεως.
§108ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως διὰ νὰ ἐλαττώσῃ, νομίζω, τὸ μέγεθος τοῦ κακοῦ, τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν γνώμην τινῶν ἐπέρχεται ἐκ τῆς ἐξηγήσεως τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἰσχυρίσθη πρὸ μικροῦ, ὅτι ὀλίγιστα μόνον ἐγκλήματα λαμβάνει ὑπὸ τὴν προστασίαν αὑτοῦ τὸ νομοσχέδιον. Ἂν ὅμως ἀναγνώσῃ τὸ ἄρθρον αʹ. τοῦ νομοσχεδίου θέλει ἰδεῖ, ὅτι ἄνευ ἐξαιρέσεως πάντα τὰ ἐγκλήματα ὑπάγονται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ προφυλακίσεως. Μόνον, ὅταν πρόκειται ν’ ἀνοιχθῶσιν αἱ φυλακαὶ, πρᾶγμα ἀποτρόπαιον εἰς μίαν κοινωνίαν ἡ ὁποία καὶ καυχᾶται καὶ συμφέρον ἔχει νὰ κηρύττεται εὐνομουμένη, μόνον ἐκεῖ ἐσταμάτησεν ἡ χεὶρ τοῦ συντάξαντος τὸ νομοσχέδιον. Ἐκεῖ τῷ ὄντι κατήργησε τὴν προφυλάκισιν, ἀλλ’ οὐχὶ δι’ ὅλους τοὺς ἐγκληματίας, μόνον ὑπὲρ ἐκείνων τοὺς ὁποίους ἀπειλεῖ ἡ ποινὴ τῆς εἱρκτῆς, καὶ οὕτω, ἐνῷ ὁλόκληρον τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀνατροπὴ τῶν νόμων, κατὰ τὴν κρίσιν μου, καὶ ἀδικία γινομένη πρὸς τὴν κοινωνίαν αὐτὴν, εἶναι συγχρόνως ἐν τῇ ἀδικίᾳ ταύτῃ νέα ἀδικία, ἡ διάκρισις ἡ ὁποία καθιεροῦται μεταξὺ τοῦ ά. ἄρθρου καὶ τοῦ βʹ. Καὶ διὰ νὰ τὸ ἐννοήσετε καλλίτερα, κύριοι, θέλω σᾶς φέρει ἓν παράδειγμα. Ἐὰν πλείονες ἄνθρωποι ἐξετέλεσαν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἀξιόποινον πρᾶξιν, καὶ οἱ μὲν ἐξ αὐτῶν συνελήφθησαν, οἱ δὲ δὲν συνελήφθησαν, οἱ μὲν συλληφθέντες καὶ εὑρισκόμενοι εἰς τὰς φυλακὰς θὰ ἐξακολουθῶσι νὰ κρατῶνται ἐν προφυλακίσει, οἱ δὲ μὴ συλληφθέντες δὲν θὰ ὑποκύψωσιν εἰς προφυλάκισιν. Ἀλλά, κύριοι, εἰς τοῦτο δὲν ἐπιμένω, διότι τὸ ἐλάττωμα τοῦ νομοσχεδίου δὲν τὸ εὑρίσκω εἰς αὐτὴν τὴν ἀδικίαν. Δὲν ἔχω σκοπόν, κύριοι, νὰ ἀποδώσω κακὴν πρόθεσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, οὐδὲ φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀξία νὰ πράξῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ὑπωπτεύθη, δηλ. νὰ γράψῃ εἰς τοὺς ἀνακριτὰς καὶ νὰ διαφθείρῃ τοὺς εἰσαγγελεῖς· ἀλλὰ πολὺ πλειότερον ὑπὲρ τὴν τιμὴν τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλει νὰ προνοῇ ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ὑπὲρ τῆς ὑπολήψεως τοῦ ἔθνους, ἰδίως μάλιστα εἰς περιστάσεις τόσον ἐκτάκτους καὶ τόσον μεγάλας, καθ’ ἃς ἡ ἐπιτυχία, ἡ ἄγκυρα, οὕτως εἰπεῖν, εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ εὐνομία· διότι δὲν πρέπει νὰ πιστεύσητε ποτὲ, κύριοι, ὅτι δύνασθε νὰ διεξαγάγητε ἐπιτυχῶς τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν τῆς πατρίδος σας χωρὶς νὰ ἔχετε πρόχειρον ἀπόδειξιν ἐσωτερικῆς βελτιώσεως, ἐσωτερικῆς εὐνομίας, ἐσωτερικῆς προόδου· καὶ ὅταν μὲν ἔτυχεν ἡ ἀνομία νὰ ἔγεινε κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς χρόνους μεμακρυσμένους, τὸ κακὸν εἶναι μικρότερον· ὅταν ὅμως συγχρόνως καὶ κατὰ τὴν αὐτὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλετε ἐξωτερικῶς νὰ πολιτευθῆτε σπουδαίως, συμβαίνωσιν ἄνομα πράγματα, ψηφίζονται νόμοι καταργοῦντες τὴν ἰσότητα καὶ τὴν εὐνομίαν, καθιεροῦντες τοιαύτας ἀδικίας πρὸς τὴν κοινωνίαν ὁποίας καθιεροῖ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, τότε τὸ ἀτύχημα εἶναι μέγα. Ἐξετάζω ὅθεν αὐτὸν τὸν ἴδιον σκοπὸν, τὸν ὁποῖον προτίθεται αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπιτύχῃ, ἐξετάζω ἂν διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπιτυγχάνεται ὁ σκοπὸς οὗτος, χωρὶς, ὡς προεῖπον, νὰ θελήσω νὰ ἀποδώσω ἄλλον σκοπὸν ἐπιλήψιμον καὶ κακόν. Τί ζητεῖ ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου; εἶπε πρὸ μικροῦ, ὁ κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ζητεῖ ἐν πρώτοις νὰ ἐπιτύχῃ τὴν περάτωσιν τῶν ἀνακρίσεων, διότι ἐνόσῳ διαρκεῖ ἡ φυγοδικία, αἱ ἀνακρίσεις δὲν δύνανται νὰ περατωθῶσι. Μοὶ κακοφαίνεται, διότι ὁ ἀξιότιμος Πρωθυπουργὸς ὑπέπεσεν εἰς αὐτὸ τὸ σφάλμα.
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ περάτωσις τῶν ἀνακρίσεων εἶναι εἷς ἐκ τῶν σκοπῶν τοῦ νομοσχεδίου.
§110ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι ὅταν ἀποφεύγῃ τις τὴν δικαιοσύνην, ὡς τελευταῖον ἔγγραφον ἐκδίδεται ἓν κατασχετήριον λεγόμενον καὶ μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας τοῦ κατασχετηρίου ἡ ἀνάκρισις περατοῦται καὶ ἡ δικαιοσύνη προβαίνει. Σκοπὸς λοιπὸν τοῦ Νομοσχεδίου δὲν εἶναι ἡ περαίωσις τῶν ἀνακρίσεων, αἵτινες καὶ ἄνευ αὐτοῦ δύνανται νὰ περατωθῶσιν· ἴσως εἶναι ἄλλος σκοπὸς, ὁ σκοπὸς τὸν ὁποῖον νομίζω ὅτι εἰς προγενεστέραν συνεδρίασιν εἶπον, τοῦ νὰ καταστραφῇ ὁ πυρὴν, ὁ ὁποῖος ὑποθάλπει τὰ κακουργήματα εἰς τὸν τόπον· διότι ἐνόσῳ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι διατελοῦσι μακρὰν τῆς κοινωνίας, τὰ ἐγκλήματα ἐξακολουθοῦν. Τοῦτο, Κύριοι, εἶναι ἐν μέρει ἀληθὲς, ἀλλὰ τὸ ἀτόπημα τοῦτο δὲν δύναται νὰ θεραπευθῇ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· διότι ὅστις τῶν φυγοδίκων ἐξετέλεσε μετὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1863 ἐγκληματικὰς πράξεις δὲν ὑπάγεται πλέον εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ὅπερ δὲν προστατεύει παρὰ μόνον ἐκείνους τοὺς ἐγκληματίας, οἱ ὁποῖοι ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, ἀπὸ τοῦ Ὀκτωβρίου 1862 μέχρι τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1863, ἐξετέλεσαν πράξεις ἐγκληματικὰς καὶ ἔκτοτε ἀπέσχον πάσης ἐγκληματικῆς πράξεως καὶ διατελοῦν μὲν φυγόδικοι ἀλλ’ ἐν εἰρήνῃ. Οἱ πλεῖστοι ὅμως τῶν φυγοδίκων θὰ μένουν, εἶμαι βέβαιος περὶ τούτου, ἐκτὸς τοῦ κράτους τοῦ νομοσχεδίου διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἐξετέλεσαν πράξεις ἐγκληματικὰς καὶ μετὰ ταῦτα· δέν τους προστατεύομεν λοιπὸν διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, δὲν ἐπιτυγχάνομεν τὸν σκοπὸν τὸν ὁποῖον δι’ αὐτοῦ ἐπιδιώκομεν. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σύρου σᾶς ἐξέθεσε, Κύριοι, ὅτι καὶ οὐδεὶς ἄλλος σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου ἐπιτυγχάνει· καὶ μόλον ὅτι ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς εἶπε πολλὰ πρὸς ἀντίκρουσίν του, δὲν πιστεύω ὅμως ἐνδομύχως νὰ ᾖναι δυνατὸν τις νὰ πιστεύσῃ, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου θὰ ἐπέλθῃ κἀνὲν καλόν. Δὲν δύναταί τις νὰ ἀμφισβητήσῃ, κύριοι, ὅτι ὁ φόβος τῆς ποινῆς κρατεῖ τοὺς φυγοδίκους ἐν φυγοδικίᾳ, καὶ ὄχι ὁ φόβος τῆς προφυλακίσεως· ἐὰν δὲ ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἐκ τῶν φυγοδίκων τούτων, οἱ ὁποῖοι φοβούμενοι τὴν προφυλάκισιν φεύγουν, φρονῶ κ’ ἐγὼ, κύριοι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πρέπει νὰ αἰσθάνωνται τύψιν τοῦ συνειδότος· ὁμολογῶ ὅτι καὶ διὰ τῶν βουλευμάτων καὶ διὰ τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων πολλοὶ θεωρηθέντες κατὰ τὴν προδικασίαν ὡς ἐγκληματίαι ἀπελύθησαν μετέπειτα, ὡς συμβαίνει εἰς ὅλα τὰ Κράτη. Ἀλλὰ γνωρίζετε ὁποίας ἐγγυήσεις κατὰ τὴν προδικασίαν ὁ νόμος ἔθεσε· δὲν ἐμπιστεύεται τὸ τῆς προφυλακίσεως ἔνταλμα εἰς τὸν τυχόντα ἀνακριτικὸν ὑπάλληλον, μόνον ὁ δικαστὴς, ὁ ἀνακριτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ ἐκδίδῃ· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται προηγουμένως νὰ ἀκούσῃ τὴν γνώμην τοῦ εἰσαγγελέως· ἀλλὰ καὶ ὁσάκις ὑπάρχει ἀμφισβήτησις ἀποφασίζει ὁλόκληρον τὸ Συμβούλιον. Αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις ἐθεώρησεν ἀποχρώσας ὁ νομοθέτης τοῦ 1833 διὰ τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, μὲ αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις διηνύσαμεν 33 ἐτῶν βίον· στοχασθῆτε λοιπὸν ὅτι κηρύττομεν ἤδη τὴν δικαιοσύνην εἰς χρεωκοπίαν λέγοντες καὶ ὁμολογοῦντες δημοσίᾳ, ὅτι δὲν δυνάμεθα ἤδη μὲ τὸ πολιτισμένον τοῦτο σύστημα νὰ ζήσωμεν· ἐνθυμηθῆτε δὲ ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα τῶν 30 ἐτῶν διήλθομεν ἀπείρους περιστάσεις πολὺ δεινοτέρας τῆς περιστάσεως τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ 1862, κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν ἦτο δίκαιον νὰ συμβῶσι τοιαῦτα ἐγκλήματα καὶ διὰ τοῦτο δὲν συνέβησαν καθ’ ὅλον τὸ κράτος ἐξ ἴσου, καὶ μολαταῦτα δὲν ὡμολογήσαμεν ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι τοιούτου συστήματος. Θέλω, κύριοι, νὰ ἐπιμείνω εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀδικίας, καί τοι ἀνάξιον συγχρόνως θεωρῶ νὰ γίνεται πολὺς λόγος περὶ τῶν ἐγκληματιῶν τούτων, διότι ἡ ἀδικία εἶναι καταφανὴς. Διότι ἐπὶ τέσσαρα ἔτη οὐδεμία πρόνοια ἐλήφθη παρὰ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ὑπὲρ τῶν ἀνθρώπων τούτων, καὶ κατὰ τὰ τέσσαρα ταῦτα ἔτη ἐγένετο καταδίωξις αὐτῶν, πολλοὶ ἐπροφυλακίσθησαν, ἄπειροι ἀνακρίσεις ἐπερατώθησαν, πολλοὶ ἐδικάσθησαν καὶ κατεδικάσθησαν, πολλοὶ ἐτιμωρήθησαν, καὶ εἶναι ἤδη κατάδικοι.
§111ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐδόθησαν καὶ χάριτες ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς.
§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ, διότι ἀνήκετε εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι περισσότερα τὰ τῆς ἐπαναστάσεως ἐγκλήματα.
§113ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Γορτυνίας μόλις ὑπάρχουν 2 ἢ 3 φυγόδικοι.
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἰς τὰς ἐπαρχίας εἶπον. Ἔπειτα ἠξεύρετε ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μου εἶναι καὶ δικηγόρος εἰς τὸν νομὸν Τριπόλεως· δὲν συνηθίζω δὲ νὰ προσβάλλω οὔτε ἄτομα, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἐπαρχίας. Ἡ ἀδικία λοιπὸν, Κύριοι, ὑπάρχει καὶ εἶναι ἀναμφισβήτητος. Ἄλλη ἀδικία μεγαλειτέρα, εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει, ν’ ἀποβλέψητε εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος Κ. Πετιμεζᾶς, σᾶς ἀνέφερεν, ἡ ἀδικία ἡ ὁποία γίνεται πρὸς τὰ θύματα τῶν ἐγκλημάτων. Ποτὲ ὁ νομοθέτης ἐνασχολούμενος εἰς τοιαύτην ὕλην δὲν πρέπει νὰ ἐνθυμῆται μόνον τοὺς κακοποιήσαντας καὶ τὴν τύχην αὐτῶν, ἀλλὰ κατὰ μείζονα λόγον πρέπει νὰ ἐνθυμῆται τοὺς παθόντας ἐκ τῶν ἐγκλημάτων· οἱ γογγυσμοὶ αὐτῶν, Κύριοι, πρέπει νὰ προσηλώσουν τοῦ νομοθέτου τὴν προσοχὴν περισσότερον τῶν καταδιωκομένων· μάλιστα δὲν ὑπάρχει, ἠμπορῶ νὰ εἴπω, τὸ δικαίωμα εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τοὺς γογγυσμοὺς τῶν φυγοδίκων νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, ἀφοῦ ὑπάρχει νομοθεσία ἡ ὁποία πρὸ 33 ἐτῶν διέπει πάντα τὰ ἐγκλήματα· καὶ θεωρῶ μάλιστα ὡς μοναδικὸν φαινόμενον αὐτὸ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ γείνῃ τὴν σήμερον, διότι τὴν ἀναστολὴν τῶν νόμων τὴν γνωρίζω δικαίαν μόνον εἰς τὴν ἀμνηστείαν. Κἀνὲν ἐξευγενισμένον ἔθνος δὲν καθιέρωσε δικαίωμα ἄλλο παρὰ τὸ τῆς ἀμνηστείας, διὰ τῆς ὁποίας οἱ νόμοι κηρύττονται, ὅτι παύουσι προσωρινῶς, αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κάμωμεν ἡμεῖς εἶναι μοναδικόν, διότι ἐρχόμεθα νὰ πλάσωμεν μίαν νέαν ποινικὴν δικονομίαν ἐξαιρετικήν, ἡ ὁποία δὲν μέλλει νὰ ἰσχύσῃ εἰμὴ δι’ ὡρισμένας περιστάσεις· εἶναι μία ὑπεκφυγὴ ἀπὸ τὰς διαθέσεις καὶ τὰς ἀποφάσεις τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς βουλήσεώς του κατήργησε τὴν ἀμνηστείαν, καὶ τὸ ὁποῖον τότε οὕτω πως ἐσκέφθη, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ δεχθῇ πέραν τῶν νόμων συμπάθειαν πρὸς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, διὰ νὰ ἤμεθα δὲ ἐντὸς τῶν ἐθνικῶν ἀποφάσεων εἰ μὲν οἱ φυγόδικοι περὶ ὧν πρόκειται ἔπραξαν πολιτικὰ ἐγκλήματα καὶ μόνη ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ τοὺς ἀμνηστεύσῃ, εἰ δὲ πρόκειται περὶ κοινῶν ἐγκλημάτων, πᾶσα εἰς αὐτοὺς ἐξαιρετικὴ συμπάθεια προσβάλλει τὸ ἐθνικὸν πνεῦμα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι μὲ ἔπεισαν νὰ εἴπω τὰ ὀλίγα ταῦτα πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅπως συστήσω εἰς αὐτὴν ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγῃ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι εἴς τινα μέρη τῆς Ἑλλάδος τῷ ὄντι συνέβησαν ἐγκληματικαὶ πράξεις, αἱ ὁποῖα ἐπολλαπλασίασαν τὴν φυγοδικίαν, ἀλλ’ εἰ μὲν ἡ φυγοδικία αὕτη ἔμεινε ἔκτοτε ἀθώα νεωτέρων ἐγκλημάτων, τὰ μέσα τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις διαθέτει εἶναι ἱκανὰ διὰ νὰ περατώσῃ τὰς ἀνακρίσεις καὶ διὰ νὰ προκαλέσῃ τῆς δικαιοσύνης τὴν ἀπόφασιν ταχύτατα· ἂν δὲ οἱ φυγόδικοι ἐκεῖνοι ἔλαβον μέρος εἰς μεταγενέστερα ἐγκλήματα, οὔτε ἄξιοι προστασίας τινὸς, εἶναι οὔτε ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ προκειμένου προστατεύονται. Τὸ κακὸν λοιπὸν, αἱ δυσκολίαι τὰς ὁποίας ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀπαντᾷ θέλουν ἐξακολουθήσει, διότι οἱ φυγόδικοι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τῷ ὄντι προξενοῦν τὰς μεγάλας ἀνωμαλίας, οἱ ὁποῖοι διατηροῦν τὴν κατάστασιν τὴν ὁποίαν γνωρίζετε σήμερον, αὐτοὶ εἶναι ἐξ ἐκείνων οἵτινες ἐξακολούθησαν νὰ πράξωσιν εἴτε αὐτοπροσώπως, εἴτε συνεργοῦντες, ἐγκληματικὰς πράξεις.
§115ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε. Εὐχαριστοῦμαι, διότι σήμερον τῷ ὄντι ἡ Βουλὴ ἐπιμελέστατα προσέχει.
§117ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ὅταν εἶδον τὸν πρώην ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ἀναβάντα ἐπὶ τὸ βῆμα, ἐπέστησα μεγάλην προσοχὴν, πιστεύσας ὅτι ἐκ τῆς ἀγορεύσεώς του ά. θέλομεν φωτισθῆ περὶ τῶν συγκεκριμένων πραγμάτων, καὶ βʹ. ὅτι ὁ ὑπουργὸς οὗτος ὅστις διετέλεσεν ἐπὶ 6 ἢ 7 μῆνας ὁ ἀνώτερος λειτουργὸς τῆς δικαιοσύνης, θέλει μᾶς παραστήσει ἢ ὅτι φυγόδικοι δὲν ὑπάρχουν, ἢ ὅτι τῶν φυγοδίκων αὐτῶν ἡ καταστροφὴ ἐγένετο ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του, ἢ ἐὰν δὲν ἐπρόφθασε νὰ τὴν κάμῃ, ἔχει μέτρον, ἔχει γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ ἐπιφέρῃ αὐτὴν τὴν καταστροφήν.
§118ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε. Πολλοὶ κατεστράφησαν· τριακόσιοι εἶναι καὶ διὰ 300 δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν τὴν Νομοθεσίαν μας.
§119ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἤκουσα οὔτε τὸ ἓν οὔτε τὸ ἄλλο· δὲν ἤκουσα τὸν προαγορεύοντα, καίτοι ἐν θέσει ὑπάρχοντα, οὔτε νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ὅτι οἱ φυγόδικοι αὐτῆς τῆς ἐποχῆς εἰς τόσον μεγάλον ἀριθμὸν δὲν ὑπάρχουν, οὔτε ὅτι ἡ παρελθοῦσα Κυβέρνησις δι’ ἄλλων μέτρων νομιμωτέρων κατώρθωσε τὴν ἐξάλειψιν τῶν φυγοδίκων, οὔτε ὅτι διὰ τῆς νομίμου πορείας τὴν ὁποίαν προβλέπει ἡ Νομοθεσία μας αἱ ἀνακρίσεις ἐπερατώθησαν· τίποτε ἐξ αὐτῶν δέν σας εἶπεν ὁ προαγορεύσας· ἦλθε μόνον, Κύριοι, νὰ ἐπικρίνῃ· καὶ εὔκολον εἰς αὐτὸν εἶναι, διότι καὶ εὔγλωττος καὶ ἀρκετὰ ἐξησκημένος εἶναι εἰς τὰς ἐπικρίσεις. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον, νομίζω, τὸ ἔργον τοῦ Βουλευτοῦ, καὶ μάλιστα τοῦ Βουλευτοῦ, ὁ ὁποῖος λαμβάνει μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τῶν πραγμάτων, νὰ ἐπικρίνῃ· εἶναι ἔργον του νὰ παριστᾷ ὅτι αὐτὸς ἐνήργησε κἄτι τι περισσότερον ὅταν ἐκυβέρνα, εἶναι ἔργον του ἀκόμη νὰ φωτίζῃ τὴν Κυβέρνησιν.
§120Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, σημειώσατέ με.
§121ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καὶ θέλετε ἰδεῖ, Κύριοι, μὲ ποῖον τρόπον ὁ προαγορεύσας κατέκρινε τὸ νομοσχέδιον· ἀφ’ ἑνὸς κολοβώνει τὰς διατάξεις του ἢ μὴ ἐννοήσας αὐτὰς ἢ τοὐλάχιστον προσποιηθεὶς ὅτι δὲν ἐνόησεν, ἀφ’ ἑτέρου δώσας ἔννοιαν εἰς τὰς διατάξεις του ἀλλοτρίαν τῶν πραγμάτων. Ἀρχόμενος ὁ προαγορεύσας σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ Νομοσχέδιον αὐτὸ περιλαμβάνει ὅλα ἐν γένει τὰ ἐγκλήματα, καὶ προέβη μέχρι τοῦ 2 ἄρθρου καὶ εἶπεν, ὅτι μόνον ὅταν ἐκδοθῇ τὸ βούλευμα, μόνον τότε δὲν ἐξαιροῦνται τῆς προφυλακίσεως τινές, καὶ δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ προβῇ μέχρι τοῦ ἄρθρου 4ου, τὸ ὁποῖον κόπτει ὅλως διόλου πᾶσαν ἰδέαν ἐναντίαν. Τὸ ἄρθρον 4 λέγει, ὅτι ἐξαιροῦνται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τὰ βαρέα ἐκεῖνα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἀνέπτυξεν ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον 4 ἀναφέρει· «ἐξαιροῦνται τῶν ἀνωτέρω διατάξεων τὰ κακουργήματα τῆς ληστείας ἐκτὸς τῆς προβλεπομένης ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 267 τοῦ Ποιν. Νόμου» τὸ ὁποῖον προβλέπει τὰς ληστείας ἐκείνας τὰς μικρὰς, αἱ ὁποῖαι τιμωροῦνται μόνον μὲ εἱρκτὴν καὶ ὄχι μὲ πρόσκαιρα δεσμὰ οὔτε δεσμὰ διὰ βίου, οὔτε μὲ θανατικὴν ποινήν. Λοιπὸν ἐξαιροῦνται τὰ κακουργήματα τῆς ληστείας, τῆς πειρατείας, τῆς ναυταπάτης, τῆς ἐκβιάσεως καὶ τοῦ φόνου. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ὁ μὲν πρωθυπουργὸς εὑρίσκετο ἐντὸς τῆς ἀληθείας, ὅταν σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ δὲν τὸ λαμβάνομεν διὰ τὰ βαρέα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν ἀνθρώπους μὲ ἀδιόρθωτον καρδίαν, ἀλλὰ τὰ μικρότερα τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται μὲ μικροτέραν ποινήν. Ἀλλ’ ὁ Κύριος προαγορεύσας παρεμόρφωσε τὸ νομοσχέδιον εἰπὼν ὅτι περιλαμβάνει ὅλα τὰ ἐγκλήματα καὶ ἐκεῖνα ἀκόμη τὰ ὁποῖα τιμωροῦνται μὲ θανατικὴν ποινήν.
§122ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δέν το εἶπον αὐτὸ, εἶπον ὅτι τὸ 2 ἐδάφιον τοῦ 2ου ἄρθρου δὲν ἐπεκτείνεται εἰς τὸ πρῶτον.
§123ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κατόπιν σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος προαγορεύσας, ὅτι εὑρίσκει μίαν ἀνισότητα εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, μίαν ἀδικίαν, ἐὰν θέλετε, διότι λέγει, ἐὰν πολλοὶ ἔπραξαν ἓν ἔγκλημα, ἐκ τῶν ὁποίων τινὲς ἐπροφυλακίσθησαν, ἄλλοι δὲ κατώρθωσαν, ὥστε νὰ ᾖναι φυγόδικοι, τότε αὐτοὶ μὲν οἱ φυγόδικοι ἀπαλλάττονται τῆς προφυλακίσεως, οἱ δὲ προφυλακισθέντες ἤδη δὲν ἀπαλλάττονται. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, Κύριοι, παρατηρῶ ὅτι ἐφικτὴ μὲν εἶναι ἡ παρατήρησις, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι ἐὰν ἐκ τῶν πολλῶν ἐγκληματησάντων τινὲς μὲν ἐπροφυλακίσθησαν, οἱ ἄλλοι οἱ φυγοδικοῦντες ἐπίσης εὑρίσκονται εἰς χειροτέραν κατάστασιν, διότι τῶν μὲν εἶναι περιωρισμένη ἡ προσωπικὴ ἐλευθερία ἐντὸς τῶν φυλακῶν, οἱ δὲ ὑφίστανται τὰς κακουχίας τῆς χιόνος, τοῦ χειμῶνος, τῆς καταδιώξεως καὶ καθεξῆς, ὥστε ἡ θέσις ἀμφοτέρων δὲν εἶναι εὐάρεστος· ἀφ’ ἑτέρου τὸ ἄρθρον 2 σαφῶς λέγει, ὅτι καὶ σὺ ὅστις παρεδόθης ἀπ’ ἀρχῆς εἰς τὴν δικαιοσύνην καὶ εὑρίσκεσαι εἰς τὴν φυλακὴν δίδεις ἐγγύησιν καὶ ἐξέρχεσαι αὐτῆς. Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις μᾶς εἶπεν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων σκοπῶν, τοὺς ὁποίους ἐπιδιώκει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, εἶναι καὶ ἡ ἀποπεράτωσις τῶν ἀνακρίσεων. Ὁ Κύριος Δεληγιώργης σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀνάκρισις ἀποπερατοῦται δι’ ἑνὸς κατασχετηρίου, καὶ ἑπομένως δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει καὶ θέλει ἐπιτύχει τὸ νομοσχέδιον, καὶ κατὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος συνάδελφος ἤθελε νὰ φέρῃ μίαν ἐπίκρισιν, ἥτις δὲν ἔχει ὑπόστασιν. Ἡ ἀνάκρισις περαιοῦται διὰ βουλεύματος καὶ ὄχι διὰ κατασχετηρίου· σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἀποπερατοῦνται οὕτω αἱ ἀνακρίσεις. Ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐξ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου ἐπιδιώκει νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὰς ἀνακρίσεις καὶ διὰ τοῦτο εἰσήγαγε τὸ παρὸν νομοσχέδιον, ἡ δὲ ἐπίκρισις τοῦ προαγορεύσαντος δὲν ἔχει οὐδεμίαν βάσιμον ὑποστήριξιν. Τὴν ἰδέαν, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος Πλατὺς ἐξέφρασε, μὲ λύπην μου τὴν ἤκουσα, τὴν ὁποίαν καὶ ὁ Κύριος Δεληγιώργης ἀπέκρουσεν, ὅτι ἕνας κατηγορούμενος εἶναι καὶ ἔνοχος, διότι ἐὰν δὲν ἐκδοθῇ δικαστικὴ ἀπόφασις, εἶναι τεκμήριον, ὅτι οἱ κατηγορούμενοι εἶναι ἀθῷοι· ἐν τούτοις σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Πλατὺς, ὅτι ὅλοι οἱ ἔνοχοι.....
§124ΠΛΑΤΥΣ. Εἶπον ὅτι κατὰ λογικὴν συνέπειαν θεωροῦνται ὡς τοιοῦτοι.
§125ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, Κύριε Πρόεδρε, ἐξακολουθοῦμεν.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον· καὶ κατόπιν τ’ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως ἀφοῦ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 4½.)