1866.12.27
1.002 στίχοι · 8.276 λέξεις · 75 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 9
τῆς 27 Δεκεμβρίου 1866.
(Τρίτη).
Ὥρα 12 τῆς Μεσημβρίας.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ ἑπομένη Συνεδρίασις. Ἀναγινώσκεται τὸ μέρος τῶν Πρακτικῶν τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως τὸ μὴ ἐπικυρωθὲν κατὰ τὴν αὐτὴν Συνεδρίασιν.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις καμμίαν παρατήρησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Καμμίαν.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται. Ἐδόθησαν διάφοροι ἀναφοραὶ, τῶν ὁποίων σᾶς ἀναγινώσκομεν τὴν περίληψιν. Διάφοροι κάτοικοι τῶν Θηβῶν ζητοῦν τὴν ἀποπεράτωσιν τοῦ Νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης, καθὼς καὶ διάφοροι κάτοικοι Κοκκίνου, Θεσπιῶν καὶ Τοπολίας· αἴτησις διαφόρων πολιτῶν Ναυπλίου περὶ ἐκδόσεως νόμου διὰ τὰ ἐπὶ τουρκοκρατίας χρέη· διάφοροι κάτοικοι τῆς πρωτευούσης ζητοῦν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως τοῦ περὶ σκωριῶν Λαυρίου Νομοσχεδίου.
§4ΡΟΥΚΗΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ, διότι εἶναι σχετικὴ μὲ τὴν συζήτησιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν, τὴν ἀναγινώσκομεν· αἱ δὲ ἄλλαι θὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν Δικαστικὴν ἐπιτροπήν.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§7ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα ἀνάγκην δύω ἐκτάκτων πιστώσεων, ὑποβάλλει τὰ οἰκεῖα Νομοσχέδια. «Ἄρθρον μοναδικόν. Χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχ. 1,000,000, καταταχθησομένη εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως τοῦ 1867, ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον «Προμήθεια ὑλικοῦ». «Χορηγεῖται ἔκτακτος πίστωσις ἐκ δραχ. 250,000, καταλογισθησομένη εἰς τὸν εἰδικὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργείου τῆς χρήσεως 1867, ὑπὸ εἰδικὸν κεφάλαιον «Ἀποστολαὶ εἰς τὸ ἐξωτερικόν.»
§8ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Τὰ παραδεχόμεθα διὰ πρώτην φορὰν ὡς κατεπείγοντα.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκονται λοιπὸν καὶ πάλιν· «χορηγεῖται............................ 1,000,000.» Τὸ παραδέχεσθε διὰ πρώτην φοράν;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Χορηγεῖται................ 250,000». Τὸ παραδέχεσθε διὰ πρώτην φορὰν;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§13ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Γνωρίζετε, Κύριοι, τὰς περιπετείας, τὰς ὁποίας ὑπέστη τὸ Δημόσιον καὶ πᾶσα ἡ κοινωνία ἐν γένει ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν τοῦ Ῥοῦ.
§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Προτίθεμαι νὰ προτείνω τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως.
§15ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ ἄλλου, δὲν γνωρίζετε τί θὰ σᾶς εἴπω. Ναὶ, κύριοι, γνωρίζετε τὰς περιπετείας καὶ τὰ σκάνδαλα, καὶ μάλιστα τῶν ἐναλλὰξ δικηγόρων τῆς πρωτευούσης, οἵτινες ἔφερον τὸ δημόσιον, οὕτως εἰπεῖν, μέχρι τοῦ χείλους τοῦ τάφου, εἰς τρόπον ὥστε ἔντιμα τινὰ μέλη τοῦ δικηγορικοῦ Συλλόγου, ἐνῷ ἐδίκαζον ἐπὶ ἔτη αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅτε ἦλθεν ἡ στιγμὴ καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ μέλαινα ψῆφος κατὰ τῶν ἀξιώσεών των, παραιτοῦνται λόγῳ ὅτι ἀνεκάλεσαν οἱ ἐντολεῖς των τὴν πληρεξουσιότητά των. Καὶ ποῖοι παρέστησαν; οἱ συγγενεῖς τῶν τότε ὑπουργῶν ἐσκέφθησαν νὰ ἐπηρεάσουν τὰ δικαστήρια καὶ νὰ μεταβάλουν τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ μᾶς ἐξαρπάσουν αὐτὴν τὴν ἐσχάτην ἰκμάδα, τὴν ὁποίαν ἡ Θεία πρόνοια ἐπεφύλαττεν εἰς τὰς δεινὰς ταύτας περιστάσεις διὰ τὸ ἑλλ. ἔθνος. Τὸ δικαστήριον ἐξέδοτο τὴν ἀπόφασίν του καὶ ὑπεχρέωσε τὴν ἑταιρίαν τοῦ Ῥοῦ εἰς ἐγγύησιν 2,000,000, ἀφ’ ἑτέρου δὲ εἶπεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς ἐργασίας της, καὶ πολὺ περισσότερον νὰ ἀποβιβάσῃ μέταλλα, πρὶν ἤθελεν ἐξασφαλίσει τὸ δημόσιον μὲ τὴν ἐγγύησιν αὐτήν. Καὶ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, κύριοι, ὅτι πᾶσα οἱαδήποτε ἀπόφασις εἶναι ἱερὰ, ἀμετάκλητος καὶ ἀλάνθαστος, καὶ ὀφείλει τὸ ὑπουργεῖον καὶ ὁ Βασιλεὺς καὶ πᾶσα ἡ κοινωνία νὰ σεβασθῇ καὶ ἐκτελέσῃ αὐτήν. Ἐρωτῶ λοιπὸν τοὺς ἐντίμους ὑπουργοὺς νὰ μοὶ εἴπωσιν, ἐξετελέσθη ἡ περὶ ἧς ὁ λόγος ἀπόφασις; πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ὅταν, κύριοι, οἱ ἀνώτατοι ἄρχοντες τοῦ κράτους, οἱ ὑπουργοὶ, δὲν σέβωνται τὰς ἀποφάσεις, ἀλλὰ πρὶν ἐξασφαλισθῇ τὸ Δημόσιον, ἐπιτρέπουν καὶ ἀνακαμινεύσεις καὶ ἐξαγωγὴν μετάλλου, τότε πρὸς τί τὰ δικαστήρια; ἢ ποῦ δύναται, κύριε Πρόεδρε, νὰ καταφύγῃ ἡ κοινωνία; Ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης παρακαλῶ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς νὰ ἐξηγηθῶσι διατὶ ἐπέτρεψαν κατόπιν τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως τὴν ἐξαγωγὴν μετάλλου εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Ῥοῦ, ἥτις, δὲν ἠξεύρω τί νὰ εἴπω, ἔχει τύχην πολὺ εὐμενῆ, εὐμενεστάτην. Πολλοὺς βλέπω ὑπερασπιστὰς αὐτῆς, καὶ δημοσιογράφους ἀκόμη καὶ ἄλλους δικηγόρους, καὶ τοὺς ἐν τοῖς πράγμασι, καὶ, ἂν θέλετε, καὶ τὸν Κίτσον· ὁ Κίτσος τοὺς πάντας λῃστεύει, ἀλλὰ τοὺς μεταβαίνοντας εἰς τὸ Λαύριον ὡς ἐξ ὀνόματος τοῦ Ῥοῦ, ἐκείνους δὲν τοὺς συλλαμβάνει, δὲν τοὺς λῃστεύει, οὔτε τοὺς πειράζει (ἱλαρότης). Ἐὰν ἤμην ἀρχὴ, τὸν Κίτσον ἤθελα τὸν συλλάβει καὶ ἤθελα ἀποδείξει εἰς τὴν Εὐρώπην τίνες οἱ κακουργοῦντες ἐν Ἑλλάδι,. Καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τοῦ Πρωθυπουργοῦ· τριάκοντα ἡμέρας, τῷ εἶπον, δόσε μου ἢ τὴν ἀστυνομίαν ἢ τὴν Νομαρχίαν καὶ νὰ σοῦ παραδώσω τὸν Κίτσον (θόρυβος). Δυστυχῶς αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν τὴν εὐνοοῦν ὅλα τὰ στοιχεῖα· ἂν θέλετε, καὶ κἄτι ἄλλα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, καὶ διὰ τοῦτο ἠνοίξαμεν τὰς ἑσπερίδας καὶ τὰ συμπόσια οὐ μόνον ἐν Ἀθήναις, ἀλλὰ καὶ εἰς Λαύριον· διὸ καὶ βλέπετε οἰκογενειακῶς τὸν ἕνα καὶ τὸν ἄλλον ὑπουργὸν νὰ μεταβαίνωσιν εἰς τὸ Λαύριον διὰ νὰ ξενίζωνται. Ἕνας πρώην ὑπουργὸς μοὶ ἔλεγεν, ἀνδρίζου, Σακελλαριάδη, εὖγε! Κατόπιν, ἀφοῦ ἔγινεν ὑπουργὸς, ἤρξατο νὰ ἐπισκέπτεται τὸ Λαύριον μετὰ τῆς συζύγου του καὶ νὰ μείνῃ ἐπὶ ἑβδομάδας ἐκεῖ.
§16ΤΙΝΕΣ. Ποῖος εἶναι;
§17ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ σᾶς τὸν εἴπω.
§18ΤΙΝΕΣ. Τώρα.
§19ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ὁ κ. Γιαννόπουλος, ἀνήκων εἰς τὸ ἀνάμικτον ἐκεῖνο ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔφερε τὸ ἔθνος μέχρι τοῦ χείλους τοῦ τάφου, τὸ ὁποῖον δὲν ἄφησε λίθον ἀκίνητον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ἐντοσούτῳ οὐδεμία φωνὴ ὑψώθη, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν ἠμπορῶ νὰ τὸ θεωρήσω ὡς συνταγματικῶς σχηματισμένον· διότι, ὅταν βλέπετε Φορέστην καὶ Βαλαωρίτην ἐδῶ, εἰς τὴν γῆν τῶν θυσιῶν καὶ μαρτυρίων, πρέπει νὰ ἀπελπισθῆτε διὰ τὴν κοινωνίαν.
§20ΤΙΝΕΣ. Ἄφησε αὐτὰ (θόρυβος).
§21ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν προσβάλλω τὰ Βασιλικὰ δικαιώματα, ἐξ ἐναντίας τὰ σέβομαι καὶ τὰ ἐκτιμῶ, ἀλλὰ μυκτηρίζω τοὺς κακοὺς συμβούλους τῆς Βασιλείας. Ὁ ὑπουργὸς λοιπὸν ἐκεῖνος προσέφερε τότε εἰς τὸ ἔθνος δι’ ἀναφορᾶς, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ κ. Στρατηγόπουλος, 15,000,000 καὶ ἀποζημίωσιν καθ’ ὁλοκληρίαν εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Ῥοῦ. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἔγινεν ὑπουργὸς, τὶ ἐνήργησεν; οὔτε τὰς ἀνακαμινεύσεις ἐκείνας τὰς ὁποίας ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ γίνουν ἐπιτοπίως· καὶ ὁ κύριος Σωτηρόπουλος κακῶς ποιεῖ νὰ ἀρνῆται ἤδη, διότι θέλω ἀναδιφήσει τὰ πρακτικὰ καὶ τὰ δημοσιεύσει εἰς τὸ κοινόν. Κύριοι, ὅταν ἔρχεσθε ὑπουργοὶ, πρέπει νὰ ἠξεύρετε ὅτι θὰ γίνετε καὶ ἰδιῶται.
§22ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξηγηθῆτε, τὶ ἔχετε μαζῆ μου;
§23ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Διότι ἐφέρατε ἓν νομοσχέδιον καὶ μὲ λέγετε ὅ,τι εἶναι πανομοιότυπον τῆς διαταγῆς τοῦ κ. Βάλβη, νὰ παραχωρήσωμεν τὸ Λαύριον εἰς τὴν ἑταιρίαν τοῦ Ῥοῦ μὲ 5%.
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περὶ ἀνακαμινεύσεως παρουσιάσθη μετά.
§25ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, ἀλλὰ δὲν ἐξετελέσθη· μᾶς συνεκαλέσατε διὰ νὰ συζητήσωμεν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου, καὶ μετὰ ταῦτα διεκόψατε τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς· μᾶς ἐνεπαίξατε, κύριοι. Τέλος πάντων περαίνω τὴν ἀγόρευσίν μου, διότι δὲν ἔχω διάθεσιν νὰ λαλήσω περὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, διότι ἐδῶ ὑπάρχουν τὰ ἔγγραφα, ἐδῶ αἱ σημειώσεις (ἐξάγει ἐκ τοῦ κόλπου του φάκελλον ἐγγράφων καὶ σημειώσεων). Προσκαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς δώσῃ λόγον, διατὶ ἐπέτρεψε τὴν ἐξαγωγὴν μολύβδου ἀπέναντι δικαστικῆς ἀποφάσεως.
§26ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Κύριοι, ἦλθεν εἰς συζήτησιν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο κατὰ σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶπεν, ὅτι θέλει νὰ συζητηθῇ· ἀφοῦ ἦλθε καὶ ἐπρόκειτο περὶ δευτέρας ἀναγνώσεως, καὶ ὅταν μάλιστα ἤκουσα ὅτι μόνη ἀντίῤῥησις παρουσιάζεται ὅτι μέσα εἰς τὸν μόλυβδον ἐμπεριέχεται καὶ ἄργυρος, ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη δὲν μοι ἐφάνη σπουδαία, καθόσον μὲ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐπιφυλάξωμεν τὸ δικαίωμά μας εἰς εἶδος ἢ εἰς χρήματα, ἡ δυσκολία αὕτη αἴρεται. Ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνον αὕτη· παρουσιάζονται πολλαὶ ἄλλαι δυσκολίαι, καὶ σᾶς εἶπα προχθές, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐμελέτησα καὶ μελετῶ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο ἵνα μορφώσω πεποίθησιν καὶ κατὰ συνείδησιν ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου. Ἀναφέρων δυσκολίας, δὲν ἐννοῶ ἐκείνας, διὰ τὰς ὁποίας διεκδικεῖ τὸ δημόσιον μέρος ἢ καὶ τὸ ὅλον τῶν σκωριῶν. Αὐτὴ θὰ τρέχῃ τὸν δρόμον της, καὶ ἠξεύρετε, ὅτι ὑπάρχει ἐκκρεμὴς δίκη μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας. Ἀλλὰ ὑπάρχουν ἄλλαι δυσκολίαι πολὺ μεγάλαι καὶ σπουδαῖαι, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πρώτη εἶναι ἡ ἐκτίμησις τῶν ἐξόδων, διότι ὁ νόμος περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν λέγει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ λαμβάνῃ δικαίωμα ἐπὶ μὲν τῶν μεταλλείων 5% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, ἐπὶ δὲ τῶν ὀρυκτῶν 10%.
§27ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· συζητεῖτε ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§28ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ ἐπιθυμία μου εἶναι ἕκαστος τῶν βουλευτῶν νὰ μελετήσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον τῶν βουλευτῶν τὰς δυσκολίας, ἵνα καὶ οὗτοι σκεφθῶσι καὶ μορφώσωσι πεποίθησιν. Παράγει λοιπὸν ἡ ἑταιρία 100 τόνους μολύβδου· ὁ Νόμος δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ λάβωμεν τὸ δικαίωμά μας τῶν 100 τόνων, ἀλλὰ λέγει μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν τῶν ἐξόδων. Ποῖα λοιπὸν εἶναι τὰ ἔξοδα; κατ’ ἐμέ, δὲν δύναμαι νὰ μορφώσω πεποίθησιν· οἱ μὲν λέγουν ὅτι τὰ ἔξοδα, ὅπως τὰ ὑπελόγισεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος, εἶναι πολὺ μέτρια, καὶ τὰ ὑπελόγισεν εἰς 50%· κατὰ δὲ τὴν ἑταιρίαν ὑπελογίσθησαν πολὺ μετρίως, διότι δι’ ἐπιστημονικῶν μαρτυριῶν ἀποδεικνύει ὅτι τὰ ἔξοδα εἶναι πολὺ ἀνώτερα. Τὴν δυσκολίαν αὐτὴν πῶς θὰ τὴν ἀφαιρέσωμεν καὶ πῶς θὰ διευκολύνωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο; Δυστυχῶς δὲν εὗρον κἀνὲν ἴχνος ἐργασίας τοῦ προκατόχου μου· ἐδύναντο καὶ ἐδῶ νὰ συστηθῶσιν ἐπιτροπαί, νὰ ζητηθῶσι πληροφορίαι, ἀλλὰ σᾶς λέγω, ὅτι κἀμμία πληροφορία τοιαύτη δὲν ὑπάρχει. Εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ ἐπιστήμη αὕτη, ἡ μεταλλουργική, εἶναι εἰς τὰ σπάργανά της, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι καὶ ἓν ἄλλο ὀρυκτόν, τὸ θεῖον, δὲν πληρόνει εἰσέτι κἀνὲν δικαίωμα, διότι ὁ ἐργολάβος ὁ κ. Μελᾶς, νομίζω, διϊσχυρίζεται ὅτι τὰ ἔσοδά του μόλις καλύπτουσι τὰ ἔξοδα· ἑπομένως, κατὰ τὸν νόμον, δὲν ὑποχρεοῦται νὰ πληρώσῃ κἀνὲν δικαίωμα. Ἔχω λοιπὸν ἀνάγκην νὰ φωτισθῶ, ἵνα μὴ προέλθῃ κἀνὲν ἀδίκημα εἴτε εἰς τὸ δημόσιον, εἴτε εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἵνα ἐξακριβωθῇ τὸ ποσὸν τῶν ἐξόδων, διότι ἐὰν ἐπὶ 100 τόνων μολύβδου, τὸ ἥμισυ εἶναι ἔξοδα, ἕπεται ὅτι τὸ ἄλλο ἥμισυ ἔχομεν νὰ φορολογήσωμεν· ἐὰν δὲ διὰ τὴν παραγωγὴν αὐτοῦ ἐδαπανήθησαν τὰ ¾, ἕπεται ὅτι μόνον τὸ ¼ θὰ φορολογήσωμεν. Θέλω λοιπὸν συστήσει ἐπιτροπήν, καὶ ἐννοῶ ἐκ τῶν προσώπων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἔχουσι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον τοιαύτας γνώσεις, ἵνα μορφώσω πεποίθησιν καὶ ὑποστηρίξω πόσα ἀπαιτοῦνται δι’ ἔξοδα. Παρίσταται ἐπίσης καὶ ἄλλη δυσκολία. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος διϊσχυρίζεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πληρώσῃ ἡ ἑταιρία τὸ 5%, ὅπως διὰ τὰ μεταλλεῖα ὁρίζει ὁ Νόμος, ἀλλὰ 10% ἐπὶ τῆς καθαρᾶς προσόδου, διότι τὸ κατέταξεν εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὀρυκτῶν· ἡ ἑταιρία λέγει ὅτι εἶναι μεταλλεῖον. Λοιπόν, ἐὰν θεωρηθῇ ὡς μεταλλεῖον, θὰ λάβωμεν τὸ 5%, ἐὰν δὲ ὡς ὀρυκτόν, θὰ λάβωμεν τὸ 10%, καὶ ἡ ἑταιρία παραπονεῖται ὅτι ἀδικεῖται, καὶ ὅτι θὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ ἀφήσῃ τὸ ἔργον, ἀφοῦ ἐδαπάνησε 400,000 δραχ. διὰ καταστήματα. Ἄλλη δυσκολία· ἡ πρότασις τοῦ κ. Σωτηροπούλου λέγει, ὅτι ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ὡς δικαίωμα ἐπικαρπίας θὰ λάβῃ τὸ διπλάσιον τοῦ φόρου, τοὐτέστιν, ἐὰν ὁρισθῇ εἰς 5%, θὰ λάβῃ προσέτι 10% ὡς δικαίωμα ἐπικαρπίας· ἡ ἑταιρία λέγει, ὅτι ὅπως εἰς τὰ ἰδιόκτητα ὁ Νόμος προσδιορίζει ἴσον ποσὸν τοῦ φόρου, τοιουτοτρόπως καὶ τὸ δημόσιον πρέπει νὰ ζητήσῃ ἴσον ποσὸν ὡς δικαίωμα ἐπικαρπίας. Ἑτέρα δυσκολία μεγαλειτέρα εἶναι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι ἐκκρεμὲς, μέχρις ὅτου ἀποφανθῇ τὸ δικαστήριον· κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Σωτηροπούλου, λέγει, ὅτι ἐπὶ τῶν σκωριῶν τὰς ὁποίας διεκδικεῖ τὸ δημόσιον θὰ λάβῃ τὸ δημόσιον ὡς δικαίωμα ἐπικαρπίας τὸ διπλάσιον τοῦ φόρου· ἀλλ’ ὅταν ἀποπερατωθῇ ἡ δίκη μετὰ ἓν ἢ δύω ἔτη, πῶς θὰ ἠξεύρωμεν τὸ ποσὸν τῶν σκωριῶν τὸ ὁποῖον ἐπῆρεν ἀπὸ τὰς γαίας τοῦ δημοσίου καὶ ἀπὸ τὰς γαίας τὰς ὁποίας αὐτὴ ἠγόρασε; Βλέπετε λοιπὸν πόσας δυσκολίας παρουσιάζει τὸ ζήτημα τοῦτο. Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Νομοσχεδίου τούτου διὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν, ἐν ταὐτῷ δὲ θὰ τὴν παρακαλέσω, νὰ ἀποστείλῃ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὴν εἰδικὴν οἰκονομικὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς, ἵνα καὶ οἱ Βουλευταὶ μελετήσωσιν ἔτι περισσότερον τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ λάβουν πληροφορίας ἀπὸ ἀνθρώπους ἔχοντας εἰδικὰς γνώσεις, καὶ ὅταν ὡριμάσῃ ἡ ὑπόθεσις, θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ τὸ συζητήσῃ. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἐπερώτησιν τοῦ κ. Βουλευτοῦ, πῶς ἐπέτρεψε τὸ Δημόσιον τὴν ἐξαγωγὴν μολύβδου χωρὶς νὰ δώσῃ ἐγγύησιν ἡ ἑταιρία εἰς τὸ δημόσιον, σᾶς λέγω ὅτι, ὅταν ἐγὼ ἀνέλαβον τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, εἶχον ἐξαχθῆ 5,000,000 τόνοι μολύβδου, καὶ τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἶχεν ἄλλην ἐγγύησιν παρὰ τὴν προσωπικὴν τοῦ κ. Σκουζέ. Ἐσχάτως ἐζήτησεν ἡ ἑταιρία, τὴν δευτέραν ἡμέραν καθ’ ἣν ἤμην εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὴν ἄδειαν νὰ ἐξαγάγῃ 100 τόνους, καὶ μετὰ τὴν πρᾶξιν δὲ τοῦ προέδρου ἐξήγαγεν· εἶχεν ἐκδοθῆ μία ἀπόφασις περὶ συντηρητικῆς κατασχέσεως, καὶ ἐν τούτοις ὁ κ. ὑπουργὸς ἐπέτρεψε τὴν ἐξαγωγὴν μεγάλου ποσοῦ 500 τόνων. Πρὸ ἡμερῶν ἐζήτησε τὴν ἄδειαν νὰ ἐξαγάγῃ 100 τόνους· ἔκαμα τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν κ. Ῥοὺ, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ δώσῃ ἐγγύησιν· εἶναι ἀξιόχρεως· ἔχω ὅλην τὴν πεποίθησιν περὶ τούτου· ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι τυχοδιώκτης ἀφερέγγυος καὶ ὅτι δύναται νὰ λαμβάνῃ τὸν δημόσιον πλοῦτον καὶ νὰ μὴ ἐξασφαλίζῃ τὸ δημόσιον, τοιαῦτα προσόντα δὲν ἔχει. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ καταβάλῃ εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον 100,000 δραχ. εἰς λογαριασμὸν τῶν δικαιωμάτων τὰ ὁποῖα ὁ νόμος ἤθελε κανονίσει. Ἑπομένως ἐπὶ 100 τόνων ἐξαγωγῆς τὴν ὁποίαν ἐπέτρεψα ἐγὼ, ἔλαβα 100,000 δραχ. ἐνῷ ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις ἐπέτρεψε 500 τόνων ἐξαγωγὴν καὶ δὲν ἔλαβε λεπτὸν. Ἰδοὺ εἰς ποίαν διαφορετικὴν θέσιν εὑρισκόμεθα.
§29ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ζήτημα ἐπὶ τῆς οὐσίας τῆς προκειμένης ὑποθέσεως ἴσως εἶναι ἀντικείμενον ἄλλης συζητήσεως, ὅτε ὁ Κύριος ὑπουργὸς θέλει παρουσιασθῆ κατὰ τὴν ὑπόσχεσίν του νὰ φέρῃ τὰς πληροφορίας. Ἐγὼ μόνον μίαν παρατήρησιν θέλω κάμει ἐπὶ τῶν δυσκολιῶν τὰς ὁποίας ὁ Κύριος ὑπουργὸς μὲ πολὺν ζῆλον ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς ἑταιρίας παρουσίασεν. Ἐκτὸς τῶν δυσκολιῶν τούτων ἡ μεγαλειτέρα δυσκολία διέλαθε τὸν Κύριον Ὑπουργὸν, εἶναι δὲ αὕτη· ὅτι ἡ Βουλὴ καλεῖται σήμερον νὰ ἀποφασίσῃ περὶ ἀντικειμένου ὅσον πολυτίμου, τοσοῦτον καὶ ἀκροσφαλοῦς, καὶ τοῦ ὁποίου μήτε τὴν φύσιν μήτε τὴν ἀξίαν γνωρίζομεν σήμερον. Ἐντεῦθεν κατανοεῖτε ὅτι πολὺ δυσκόλως δυνάμεθα κατὰ συνείδησιν νὰ ἀποφασίσωμεν. Ἐκτὸς τῶν δυσκολιῶν τούτων, ἕνεκα τῶν ὁποίων πάλιν θέλομεν εὑρεθῆ εἰς νέα ἐμπερδεύματα, φρονῶ ὅτι εἶναι καλὸν ἵνα γνωρίσωμεν καὶ τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀξίαν εὐσυνειδήτως, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ καταβληθῇ ἑτέρα προσπάθεια νὰ ζητήσωμεν ἀλλαχοῦ, ἂν δὲν ᾖναι δυνατὸν ἐδῶ, διὰ δοκιμασιῶν ἐπιστημονικῶν τὴν φύσιν καὶ τὴν ἀξίαν τοῦ ὑποκειμένου εἰς φορολογίαν μεταλλείου. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀναβάλῃ τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν καὶ νὰ καταφύγῃ εἰς τὸ μέσον τὸ ὁποῖον προτείνω, νὰ φωτισθῶμεν ἀλλαχόθεν καὶ ὅσον ἔνεστι ταχύτερον περὶ τῆς φύσεως καὶ τῆς ἀξίας τοῦ ὑπὸ φορολογίαν ὑποκειμένου· ἄλλως, κατ’ ἐμὲ, ποτὲ δὲν θέλω εὑρεθῆ εἰς θέσιν νὰ ἀποφασίσω ἐπὶ ἀντικειμένου τὸ ὁποῖον δὲν γνωρίζω. Πιστεύω ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ ὡς ὀρθὴν τὴν παρατήρησιν ταύτην· εἶναι καλὸν νὰ στείλωμεν εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἢ ἀλλαχοῦ.....
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς εἶπε νὰ σταλῇ, τὸ ἔχει λάβει τὸ νομοσχέδιον. Παρακαλεῖται λοιπὸν νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ σκεφθῇ μὲ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα θὰ συγκαλέσῃ ὁ Κ. Ὑπουργός.
§31ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μεθ’ ὅσα εἶπεν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς περὶ παραβιάσεως τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως, θὰ παρακαλέσω τὸ ὑπουργεῖον τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ προκύψῃ τοιοῦτόν τι· ἄλλως εἶμαι ἠναγκασμένος νὰ φέρω κατηγορητήριον ὅλου τοῦ ὑπουργείου.
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀφείλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἔκαμε λόγον περὶ πράξεων τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως ἀποβλεπουσῶν τὴν ὑπόθεσιν τῶν σκωριῶν. Ἡ Κυβέρνησις ἀπέβλεψε κατὰ πρώτιστον λόγον εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος ἀντιπροσωπεύει τὸ δημόσιον καὶ εἰς τὸν ὁποῖον ἀπόκειται νὰ φροντίζῃ περὶ τοῦ δημοσίου πλούτου, ἔδωκε τὴν μεγαλειτέραν ἔντασιν εἰς τὰς δίκας τῶν ὁποίων σκοπὸς εἶναι ἡ ἐξακρίβωσις τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας. Ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐσκέφθη καλῶς ἢ κακῶς, ἂν προτιμοτέρα εἶναι ἡ γνώμη τῶν Κυβερνήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι φρονοῦν ὅτι ἡ ὑπόθεσις τῶν σκωριῶν δύναται νὰ θεραπευθῇ διὰ νομοθετικῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι ἐκ τῶν προτέρων νὰ κανονίσωσι καὶ τὰ δικαιώματα τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς γνώμης ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἐθεώρησαν, ὅτι τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου κυρίως κεῖται εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας, αὐτὸ ἀφίνεται εἰς ὑμᾶς νὰ τὸ κρίνητε. Τὴν ἰδέαν ταύτην, ἀκολουθοῦσα ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἐθεώρησεν ἀφοῦ ἐδικάσθη ἡ ὑπόθεσις εἰς ὅλα τὰ δικαστήρια τῶν Ἀθηνῶν, εἶναι δὲ ἐκκρεμὴς ἤδη εἰς τὸ Ναύπλιον, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἀσφαλισθῇ· ἀκολουθοῦσα δὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ἐζήτησε παρὰ τοῦ Προέδρου νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τὸ δημόσιον ἐξασφάλισιν δύω ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἡ ἑταιρία Ῥοῦ ἀνέκοψε τὴν ἀπόφασιν τοῦ Προέδρου, τὸ δὲ δικαστήριον τῶν Πρωτοδικῶν ἔδωκεν ἄδικον εἰς τὴν ἑταιρίαν. Τὸ δημόσιον οὕτως ἔμεινε μὲ τὸ μέγα δικαίωμα τοῦ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ δικαιώματά του διὰ μιᾶς συντηρητικῆς κατασχέσεως δύω ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Τῷ ὄντι, Κύριοι, ἀνεχώρησεν ἓν πλοῖον, δὲν ἠξεύρω πόσους τόνους εἶχε παραλάβει.
§33ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Πεντακοσίους.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τὸ πλοῖον τοῦτο ἦτον ἕτοιμον πρὸς ἀναχώρησιν καθ’ ἣν στιγμὴν ἐδίδοντο τὰ δικαιώματα ταῦτα ἐκ μέρους τοῦ Προέδρου· μ’ ὅλα ταῦτα ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν παρανόμως, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, διέταξε τὴν τελωνειακὴν ἀρχὴν νὰ μὴ ἐπιτρέψῃ τὴν ἀναχώρησιν τοῦ πλοίου. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι διοικητικὰ ἐμπόδια δὲν ἐπιτρέπονται ἀπὸ τοὺς νόμους νὰ τίθενται εἰς τοιαύτας περιστάσεις, διότι ἡ ἐμπορία εἶναι ἐλευθέρα, φυλαττομένων τῶν νόμων τῶν σχετικῶν. Ἡ ὑπόθεσις ἐφέρθη εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, καὶ μόλις παρουσιάσθη, ἡ ἀπόφασις ἦτο πρόχειρος· δὲν ἠδύνατο διοικητικῶς ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἀπαγορεύσῃ τὴν ἀναχώρησιν ἑνὸς φορτίου. Ἂν ἤθελε προφθάσει ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, ὁ ἀντιπροσωπεύων τὸ δημόσιον, νὰ ἐνεργήσῃ τὴν κατάσχεσιν, σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους, ἐπὶ τοῦ πράγματος τοῦ πλοίου, ἡ ἀναχώρησις ἐμποδίζετο δυνάμει τοῦ νόμου, διότι ὁ τελώνας, ἅμα ἤθελεν ἀνακοινωθῆ ἡ κατάσχεσις εἰς αὐτὸν, ἢ ὁ λιμενάρχης, δὲν ἤθελον ἐπιτρέψει τὴν ἀναχώρησιν καὶ δικαίως καὶ νομίμως. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον τὸ πλοῖον ἀνεχώρησε· τὸ δημόσιον ἔχει εἰς χεῖράς του πρὸς κατάσχεσιν δύω ἑκατομμυρίων δραχμῶν περιουσίαν, καὶ ἑπομένως ἐπὶ τῆς περιουσίας ταύτης ἤθελεν ἐνεργήσει τὸ συντηρητικὸν μέτρον τὸ ὁποῖον τῷ ἐπιτρέπεται. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη ἐξήγησις τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ δώσω. Ἡ δευτέρα εἶναι ἡ ἑξῆς. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι δὲν εὗρε κἀνὲν ἴχνος ἐργασίας τῆς παρελθούσης Κυβερνήσεως πρὸς ἐξακρίβωσιν τῶν κατὰ τὸν μόλυβδον τοῦτον. Δὲν ἔχει καλὰς πληροφορίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας. Ὡς διευθύνας τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν γνωρίζω, ὅτι τοὐλάχιστον ἐπὶ τέσσαρας μῆνας, ἴσως καὶ πέντε, διότι ἐπὶ ἓξ μῆνας ὑπῆρξεν ἡ κυβέρνησις ἐκείνη, ἐγένοντο ἔρευναι εἰς τὸ ἐξωτερικόν. Ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν μοὶ διεβίβασεν ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς προξένους, παρὰ τῶν ὁποίων ἐζήτει λεπτομερεῖς πληροφορίας περὶ τῶν ἀφίξεων τῶν διαφόρων φορτίων, περὶ τῆς ἐκφορτώσεως, περὶ τῆς καταναλώσεως καὶ περὶ τῶν τιμῶν. Αὐτὰς τὰς πληροφορίας τὰς ἔλαβε τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἐξακολουθοῦν εἰσέτι νὰ δίδωνται τοιαῦται, ὥστε ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ἐὰν τοιούτων πληροφοριῶν ἔχῃ ἀνάγκην ἀπὸ τὸ ἐξωτερικόν, θέλει τὰς εὕρει εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπεστάλησαν παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν. Περὶ ἄλλων πληροφοριῶν δὲν γνωρίζω. Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπροκάλεσε προσέτι συζήτησίν τινα περὶ τῶν δυσκολιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀπαντῶνται εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῶν σκωριῶν, καὶ ἀπέδειξε πνεῦμα ἀξιέπαινον, τὸ νὰ μὴ θελήσῃ πρὶν λάβῃ στερεὰν πεποίθησιν περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ δημοσίου νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν ὅπως εὗρε τὸ νομοσχέδιον· ἐπειδὴ ὅμως ἀπαντᾷ τινὰς δυσκολίας, θὰ μὲ συγχωρήσῃ ἐκ τοῦ προχείρου ὅσον ἐνθυμοῦμαι νὰ ἀντιτάξω παρατηρήσεις τινὰς, αἱ ὁποῖαι εἰς οὐδένα ἄλλον τείνουσι σκοπὸν ἢ νὰ τὸν διαφωτίσωσι, διότι ἀπὸ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν ἐξαρτᾶται τὸ συμφέρον τοῦ δημοσίου. Ἐν πρώτοις δέν μοι φαίνεται ὀρθὸν νὰ σταματήσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἰς τὴν πρώτην δυσκολίαν, ὅτι δηλ. ὁ νόμος περὶ ὀρυκτῶν καὶ μεταλλείων δὲν ἐπιτρέπει εἰμὴ ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρει τὸ νομοσχέδιον. Ἑπομένως νομίζει, ὅτι ἐπειδὴ δυνάμει τοῦ νόμου ἐκείνου δὲν δυνάμεθα νὰ ὑπερβῶμεν τὰ ὅρια τὰ τεταγμένα τῶν 5% ἢ τῶν 10% καθόσον ἀφορᾷ τὸν φόρον τοῦτον, διὰ τοῦτο εἶναι δυσκολία εἰς τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σταματήσωμεν. Λέγω, ὅτι δὲν εἶναι δυσκολία, διότι ἐδῶ νομοθετοῦμεν· ἑπομένως, περὶ σκωριῶν προκειμένου, δυνάμεθα νὰ νομοθετήσωμεν, ἀφοῦ διὰ τοῦτο καλούμεθα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ὁ νόμος ὁ προϋπάρχων δὲν δύναται νὰ μᾶς ἐμποδίσῃ, δὲν εἴμεθα δικαστήριον, εἴμεθα νομοθετικὸν σῶμα. Δὲν ἤθελον δὲ ὑποστηρίξει τὴν ἰδέαν, ἂν δὲν ἐπρέσβευον ὅτι αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου δὲν εἶναι οὔτε ὀρυχεῖον οὔτε μεταλλεῖον, ὄχι μόνον διότι ἠδυνάμεθα νὰ νομοθετήσωμεν εἰδικῶς περὶ σκωριῶν, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν ὑπάρχει μεταξὺ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων καὶ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου ὁμοιότης. Εἰς τοῦτο νομίζει ὅτι ὑπάρχει δυσκολία. Ὁποίαν σχέσιν, κύριοι, ἔχουν αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου πρὸς τὰ ὀρυχεῖα καὶ μεταλλεῖα; Ταῦτα εἰσὶν, οὕτως εἰπεῖν, προϊὸν τῆς φύσεως, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας αἱ σκωρίαι εἰσὶ προϊὸν βιομηχανίας. Διότι τί εἶναι αἱ σκωρίαι; εἶναι τὰ λείψανα μιᾶς καμινεύσεως ἐνεργηθείσης παρὰ βιομηχάνων. Οὐδεμία λοιπὸν ὁμοιότης ἐκτὸς ἐκείνης, ὅτι τὰ μεταλλεῖα τὰ ὀρυχεῖα καὶ αἱ σκωρίαι περιέχουν μέταλλα. Τὰ μὲν εἶναι ἀκίνητα, τὰ δὲ εἶναι κινητά. Τὰ μὲν ἀπαιτοῦσιν ἐκμετάλλευσιν διὰ τῆς πυρίτιδος, τὰ δὲ ἁπλῆν χώνευσιν, καὶ δὲν ἀπαιτεῖται, ὡς γνωρίζετε, πυρῖτις διὰ τὴν ἀποκοπὴν τῶν βράχων. Δὲν ὑπάρχει κἀμμία συγγένεια, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω καὶ συνιστῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κανονίσῃ τὰ δικαιώματα τόσον ὡς ἐπικράτεια, ὅσον καὶ ὡς δημόσιον, ἀπὸ τὸν νόμον τὸν ὑπάρχοντα περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυχείων, ἀλλὰ πρέπει νὰ φροντίσῃ νὰ εὕρῃ ποῖον εἶναι τὸ δίκαιον, καὶ ἐπὶ τοῦ δικαίου στηριζομένη ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ ἓν μέτρον. Ὁ Κ. ὑπουργὸς σκοπεύει πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας νὰ διορίσῃ ἑτέραν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἐνεργήσῃ διαφόρους ἑτέρας πράξεις. Εἶμαι σύμφωνος πρὸς τοῦτο. Κάμνω μόνον αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἐλπίζω, ὅτι θέλει τὸν χρησιμεύσει. Ἀνέγνωσα τὴν ἔκθεσιν, ἡ ὁποία συνοδεύει τὸ νομοσχέδιον ἐκεῖνο ἄλλοτε, καὶ εἶδον, ὅτι ἡ μέθοδος, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς ἀνακάλυψιν τοῦ πλούτου τοῦ περιεχομένου ἐντὸς τῶν σκωριῶν, εἶναι λίαν ἐπισφαλής. Ἡ πρώτη βάσις τῶν ὑπολογισμῶν της ἦτο νὰ καταμετρήσῃ ὅλους τοὺς σωροὺς τῶν σκωριῶν, οἵτινες εἶναι πλεῖστοι, εἶναι 40 περίπου. Ἐννοεῖτε, κύριοι, πόσον δύσκολος εἶναι ἡ ἐργασία αὕτη, καὶ ὅτι δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα. Ἀφοῦ ἐξήγαγε τὰ περὶ τοῦ ὄγκου τῶν σκωριῶν, μετὰ ταῦτα ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῇ περὶ τοῦ ἐμπεριεχομένου ἐντὸς τοῦ ὄγκου μολύβδου, καὶ μετέπειτα περὶ τοῦ καθαροῦ κέρδους, προσδιώρισεν οὕτω τὸν φόρον. Ἀλλ’ αἱ ἀναλύσεις αὗται ἐγένοντο διὰ φαρμάκων τῶν φαρμακείων ἐπὶ σμικρῶν, ἐνῷ ἐπρόκειτο περὶ τόσον μεγάλου ὄγκου, οὕτω δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε νὰ φθάσωμεν, οὔτε νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν· νομίζω καλὸν αἱ ἀναλύσεις αὗται νὰ γίνωσιν ἐντὸς τῶν φούρνων, τοὺς ὁποίους ἔχει ἡ ἑταιρία, εἰς μεγάλους ὄγκους σκωριῶν, ὥστε οὕτω νὰ πληροφορηθῇ καλῶς πρῶτον ὁ χημικὸς καὶ μετὰ ταῦτα ἡ ἐπικράτεια. Ἡ ἑταιρία δὲ δὲν πιστεύω νὰ φέρῃ ἀντίῤῥησιν, διότι θέλει διεγείρει ὑπονοίας. Ὅταν ἔχωμεν μίαν τοιαύτην ἔκθεσιν, δυνάμεθα νὰ βασισθῶμεν ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ὄχι ὡς ἦτον ἡ προτέρα, ἥτις ἐγένετο ἐπὶ ἀναλύσεων μηδαμινῶν τινων ποσῶν καὶ μικροσκοπικῶν.
§35Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, κύριοι, νὰ ἐπασχολήσω περισσότερον τὴν Βουλὴν, διότι τόσον τὰ μέτρα τὰ ἀσφαλιστικὰ, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, καθὼς καὶ τὰ ἔργα τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἰργάσθη ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, εἰσὶν ἀρκετὰ νὰ διαφωτίσωσι τὴν Βουλὴν, ὅπως σχηματίσῃ μίαν καθαρὰν ἰδέαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ πράγματος καὶ προσδιορίσῃ τὸν φόρον τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον διόλου, ἂν δὲν ἔβλεπον πόσον παρεγνωρίσθη ἡ ἀξία τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν κατὰ πρότασίν μου εἴχετε τὴν καλωσύνην νὰ παραδεχθῆτε, καὶ τὴν ὁποίαν διώρισεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος πέρυσι, καὶ ἡ ὁποία ἀφοῦ μετέβη ἐπιτοπίως, προέβη εἰς ὅσας ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι ἔκαμον τιμὴν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ ἐπιτροπὴ, κατὰ τῆς ὁποίας βλέπω ὅτι καταφερόμεθα, ἐνῷ ἔπραξε τὸ καθῆκόν της καὶ ἔδωκεν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅσα ἦτο δυνατὸν νὰ φωτίσωσιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη κατακρίνεται, καὶ φαίνεται, ὅτι ἢ δὲν ἀνέγνωσαν τὴν ἔκθεσίν της, ἢ δὲν τὴν ἐνόησαν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη, κύριοι, ἀφοῦ ἔκαμεν ὅλας τὰς δοκιμασίας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἀναγκαῖαι, καὶ τὰς ὁποίας ὑπηγόρευσεν ἡ ἐπιστήμη, κατέφυγε καὶ εἰς τὴν πεῖραν, καὶ ἔκαμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, νὰ ζητήσῃ περαιτέρω νὰ μάθῃ τὴν ἀλήθειαν διὰ μιᾶς ἐκκαμινεύσεως μεγάλης, καὶ τὴν δοκιμασίαν ἔκαμεν ἐπὶ ἑνὸς ποσοῦ 60 τόνων. Ὥστε ἡ ἐπιτροπὴ ἐκείνη καὶ μὲ τὴν ἐπιστημονικὴν ἀκρίβειαν καὶ μὲ τὰς πληροφορίας, αἵτινες ἀπαιτοῦνται διὰ μίαν δοκιμασίαν ἐκτεταμένην, ἐξετέλεσε τὸ καθῆκόν της καὶ ὑπὸ τὰς δύω ἐπόψεις. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, εἶναι ἐπιστημονικὸν ζήτημα, καὶ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται μεγάλη προσοχή. Πρέπει πρὸ πάντων ν’ ἀπομακρύνωμεν τὸ πνεῦμα ἐκ τῶν ὑποθετικῶν ὑπολογισμῶν, διότι οὗτοι εἶναι ἓν κεκλιμένον ἐπίπεδον, εἰς τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ ὀλισθήσωμεν καὶ νὰ μὴ εὕρωμέν ποτε τὴν ἀλήθειαν, οὔτε κἂν νὰ παρουσιάσωμεν αὐτήν. Πρέπει, κύριοι, νὰ καθαρίσωμεν τὰ ζητήματα εἰς πραγματικὰ καὶ εἰς ὑποθετικά· καὶ ὡς πρὸς μὲν τὰ πρῶτα ἔχομεν ὅλα τὰ στοιχεῖα, ὅπως συζητήσωμεν καὶ εὕρωμεν τὴν ἀλήθειαν· καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ δεύτερα τὰ ἐκ τῶν περιστάσεων, εἴμεθα οὐ μόνον ἡμεῖς, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ ἀνθρωπότης ἀνίκανος νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ἀλήθειαν. Εἶναι ἡ ἀτέλεια, τὴν ὁποίαν, ὁ Θεὸς ὥρισεν ἐν τῇ φιλανθρωπίᾳ του εἰς τὸν ἄνθρωπον, ἵνα διακρίνεται τὸ πνεῦμα καὶ ἡ δραστηριότης αὐτοῦ, καὶ κατὰ ταύτης οὐδεὶς δύναται ν’ ἀντιταχθῇ. Ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὑποστηρίζω τὴν πλέον ἐκτεταμένην συζήτησιν καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν ν’ αὐξήσῃ τὴν ὑπομονήν της, ὥστε τὴν συζήτησιν νὰ ἐκτείνωμεν ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις, διότι ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον νὰ φωτίσωμεν τὸ ἔθνος, νὰ φωτισθῶμεν ἡμεῖς καὶ νὰ φωτίσωμεν καὶ τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν. Πρέπει οὐ μόνον ἡμεῖς νὰ σχηματίσωμεν πεποιθήσεις περὶ τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ ταύτας νὰ μεταβιβάσωμεν, εἰ δυνατὸν, καὶ εἰς τὴν κοινωνίαν αὐτήν· διότι τὸ ζήτημα τοῦτο ἔλαβε τόσην τροπὴν καὶ παρουσιάσθη ὑπὸ διαφόρους περιστάσεις, δὲν θέλω νὰ εἴπω τι περισσότερον, ὥστε τῷ ὄντι καθίσταται ἄξιον καὶ ἱκανὸν νὰ ἑλκύσῃ τὴν προσοχὴν, μήπως ἀποφασίζοντες χωρὶς προηγουμένως νὰ διαφωτισθῶμεν ἀκριβῶς, παραβλάψωμεν εἴτε τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, εἴτε τὰ συμφέροντα τῶν ἀτόμων. Διότι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία δὲν παραβλάπτει οὐδενὸς τὰ συμφέροντα, οὐδὲ πρέπει ν’ ἀγαπήσωμεν τίποτε περισσότερον· ἀλλ’ ὡς δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν οὐδὲν ὑπὲρ τῶν συμφερόντων τῆς ἑταιρίας κατὰ τοῦ ἔθνους, οὕτω δὲν πρέπει νὰ κάμωμεν ἀπόφασιν ἡ ὁποία νὰ βλάπτῃ ἄλλους. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας· θέλω ὅμως ἔλθει ὅταν ἡ στιγμὴ φθάσῃ τῆς συζητήσεως, διότι φέρω εὐθύνην μεγάλην διὰ τὰς πράξεις τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία εἰργάσθη. Βλέπετε, ὅτι ὁ σκοπός μου ἦτο μόνον καὶ μόνον νὰ λαλήσω ὑπὲρ τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἐσύστησε τὴν πρότασιν. Νομίζω τιμήν μου νὰ τὴν ὑπερασπισθῶ, διότι τὰ ἔργα της φέρουν τὴν σφραγῖδα τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς ἀληθείας, ἐκτὸς πάντοτε τῶν ὑποθετικῶν ἐκείνων λόγων, εἰς τοὺς ὁποίους μήτε ἡ ἐπιτροπὴ, μήτε κανεὶς δύναται νὰ φθάσῃ, διότι οὗτοι ἐξαρτῶνται ἐκ διαφόρων περιστάσεων, τὰς ὁποίας οὐδεὶς γνωρίζει, ἐκ τοῦ πολέμου, τῆς εἰρήνης, ἐκ τῆς μεταβολῆς τοῦ ναυτικοῦ συστήματος, ἐκ τῆς καταναλώσεως καὶ τόσων ἄλλων περιστάσεων, τὰς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος δὲν δύναται νὰ προΐδῃ. Ἐξ ὅλων τούτων βλέπετε, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀναβολὴν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Κ. ὑπουργὸς, ὅπως μελετήσωμεν καὶ ἡμεῖς καὶ πεισθῶμεν. Δὲν παραδέχομαι δὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μιχαλοπούλου, τοῦ νὰ γίνουν εἰς τὴν Εὐρώπην αἱ ἔρευναι· καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἡ ἐπιστήμη εἶναι μία καὶ ἡ αὐτή· αὐτὴ ἔχει ὑπολογισμοὺς θετικούς· εἰς τὴν ἐπιστήμην δύω καὶ δύω κάμνουν τέσσαρα δι’ ὅλον τὸν κόσμον. Τότε μόνον ἤθελεν ἀμφιβάλλει τις περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, ἂν δὲν εἶχε τὰ μέσα τῆς ἐπιστήμης, δι’ ὧν δύναται νὰ κάμῃ γνωστὴν τὴν ἐξέλεγξιν.
§36ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἄρα καὶ ἡ ἐκκαμίνευσις εἶναι ἐπίσης ἡ αὐτὴ εἰς ὅλον τὸν κόσμον.
§37Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὴ εἶναι τὸ τεχνικὸν μέρος, δὲν εἶναι τὸ ἐπιστημονικόν· εἶναι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μεταβάλλονται πάντοτε, ἀλλ’ οἱ ὅροι τῆς ἐπιστήμης δὲν μεταβάλλονται· ὅ,τι ἐμπεριέχει ἡ σκωριὰ, αὐτὸ δὲν μεταβάλλεται. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὑποστηρίζω τὴν ἀναβολὴν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ καὶ συνιστῶ εἰς αὐτὸν νὰ κάμῃ ἐξέτασιν καλὴν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· πρὸς τούτοις τὸν παρακαλῶ καὶ ἐπιτοπίως νὰ ληφθῶσιν ὅσαι πληροφορίαι εἶναι δυνατόν. Καὶ ἀκόμη ἤθελα προτείνει εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν δύω πράγματα. Ἤθελα παρακαλέσει τὸν Κ. ὑπουργὸν πρῶτον νὰ μᾶς δώσῃ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως μίαν σημείωσιν, ἡ ὁποία νὰ ἐμπεριέχῃ τὸ ποσὸν τοῦ μολύβδου, τὸ ὁποῖον ἡ ἑταιρία ἐξήγαγε μέχρι τοῦδε, καὶ ἀκόμη ὅσον τυχὸν ἤθελε μένει εἰς τὰς ἀποθήκας τῆς ἑταιρίας· δεύτερον μίαν σημείωσιν τοῦ τελώνου περὶ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀνθράκων, τοὺς ὁποίους ἡ ἑταιρία εἰσήγαγε.
§38ΚΕΧΑΓΙΑΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Δὲν ἔχω παρὰ νὰ εὐχαριστήσω τοὺς προλαλήσαντας, διότι ὑπεστήριξαν τὴν ἰδέαν μου. Ἓν μόνον ἔχω νὰ παρατηρήσω εἰς τὸν Κ. Δεληγεώργην, ὅστις εἶπεν ὅτι ἡ προλαβοῦσα κυβέρνησις ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας, αἱ ὁποῖαι ἤθελον χρησιμεύσει πρὸς ἐξέλεγξιν τοῦ ζητήματος αὐτοῦ· ἀλλ’ αἱ πληροφορίαι αὗται συνίστανται εἰς τὴν τιμὴν τοῦ μολύβδου, ἐξ ὧν, ἔστω, δεικνύεται ὅτι οὗτος ἐμπεριέχει καὶ ἄργυρον· ἀλλὰ περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν ἐξόδων δὲν προέβλεψεν· ὅθεν ἡ δυσκολία δὲν αἴρεται δι’ αὐτοῦ. Δυστυχῶς αἱ σκωρίαι μόνον εἰς τὴν Ἰσπανίαν καὶ ἐδῶ ἀνακαμινεύονται. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν ἀνακαμινεύονται· καὶ ἐκτὸς τούτου ἄλλη ἡ διαφορὰ τῶν ἐδῶ σκωριῶν, ἄλλη τῶν ἐκεῖ. Ἠμπορεῖ ἐδῶ νὰ ᾖναι σκληραὶ καὶ νὰ ἀπαιτῶσι περισσότερα ἔξοδα· ἑπομένως αἱ πληροφορίαι ἀπὸ τὸ ἐξωτερικὸν εἰς οὐδὲν θὰ μᾶς ὠφελήσουν. Μόνον αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ἀπὸ τὴν συγκρότησιν μιᾶς ἐπιτροπῆς, μολονότι ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ὑποστηρίζει τὸ ἔργον τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις προηγουμένως συνεκροτήθη, μόνον αὗται δύνανται νὰ μᾶς ὠφελήσωσιν. Ὁ Κύριος Δεληγεώργης παρετήρησε προσέτι, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἀναμίξωμεν ἐνταῦθα τὸν νόμον περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν, ὅταν πρόκειται νὰ νομοθετήσωμεν, καὶ ὅτι δὲν εἴμεθα διόλου εἰς τὴν ἀνάγκην αὐτήν. Ὁ νόμος προσδιώρισε 10 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν ὀρυκτῶν καὶ 5 ἐπὶ τῶν μεταλλείων· ἐὰν δὲν κατατάξωμεν τὰς σκωρίας ἐνταῦθα, πῶς θέλομεν τὰς φορολογήσει; εἰς ποίαν κατηγορίαν θέλομεν τὰς ὑποβάλει; Ἴσως δὲν θὰ ἔχωμεν τότε δικαίωμα οὔτε νὰ τὰς φορολογήσωμεν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουσι, θὰ κάμωμεν νόμον· ἀλλὰ μὴ λησμονήσετε ὅτι, ἐὰν πρόκειται νὰ παραβιάσωμεν ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἔθεσεν εἷς νόμος, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τότε θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ἑταιρία νὰ ἀποχωρήσῃ ἀπὸ τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν ἀλλοδαπὴν, καὶ οὐδεμία ἄλλη θὰ θελήσῃ νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα, διότι τὸ τοιοῦτον εἶναι προσβολὴ κεκτημένων δικαιωμάτων.
§39ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ καθαρισθῇ τὸ πρᾶγμα διὰ νὰ γνωρίσῃ ἡ κοινωνία ἐπὶ τίνος βάσεως νὰ στηριχθῇ. Ἂν δὲ διὰ μίαν στιγμὴν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν λέγῃ, ὅτι ἡμεῖς δὲν ὑπάγομεν τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν μήτε εἰς τὸν νόμον περὶ ὀρυκτῶν, μήτε εἰς τὸν τῶν μεταλλείων, καὶ ὅτι τότε θὰ ἀναγκάσωμεν τὴν ἑταιρίαν, ἥτις ἔχει κεκτημένα δικαιώματα, νὰ φυγαδευθῇ ἐντεῦθεν· λέγω ὅτι, ἡ ἑταιρία αὕτη δὲν ἐσυστήθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἡ ἑταιρία αὕτη αὐθαιρέτως μετέβη καὶ ἔκαμε τὰ ἐργοστάσια χωρὶς νὰ ζητήσῃ κἂν τὴν ἄδειαν αὐτῆς ἡ ἑταιρία αὕτη μετέβη ἐκεῖ καὶ θησαυρίζει χωρὶς νὰ ὠφελήσῃ τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ παραμικρόν. Ἠξεύρετε ὅτι πολλοὶ πλοίαρχοι Ἕλληνες ἐζήτησαν ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν νὰ μεταφέρωσιν ἄνθρακας· διὰ τὴν ἡ ἑταιρία ὅμως εἰς Ἑλληνικὸν πλοῖον μήτε μόλυβδον νὰ ἐξαγάγῃ, μήτε ἄνθρακας νὰ φέρῃ ἐπέτρεψεν· ἠξεύρετε ὅτι καὶ τὸν ἄρτον καὶ τὰ σαλτζισότα καὶ ὅλην τὴν τροφὴν ἔφερεν ἔξωθεν· ὥστε τὸ δημόσιον δὲν ὠφελήθη παντάπασιν. Ἡ ἑταιρία ἠξεύρετε ὅτι ἐπυρπόλησεν ἓν μέγα δάσος ἐπὶ 5–6 ὥρας καὶ δὲν ἔγινε τίποτε ὅπως τιμωρηθῶσιν οἱ ἔνοχοι. Κεκτημένα δικαιώματα λοιπὸν δὲν γνωρίζω, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας λέγω ὅτι ἡ ἑταιρία αὐθαιρέτως ἀνακαμινεύει τὰς σκωρίας.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἔχομεν τὴν ἐκλογὴν τῆς Τήνου. Τὸ διατακτικὸν περὶ τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς πλειονοψηφίας καὶ τῆς μειονοψηφίας τὸ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν. «Τὰ ὑποφαινόμενα μέλη τοῦ ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῆς βουλευτικῆς ἐκλογῆς Τήνου Βʹ. τμήματος τῆς Βουλῆς διαφωνήσαντα ὡς πρὸς τὴν ἔνστασιν περὶ ἐλλείψεως νομίμου ἡλικίας τοῦ ἐκλεχθέντος Κ. Μιχ. Παρίση, ὑποβάλλομεν τὴν ὡς ἐφεξῆς ἔκθεσιν ἡμῶν. Λαβόντες ὑπ’ ὄψιν τὰ πρὸς στήριξιν τῆς ἐνστάσεως αὐτῆς προσαχθέντα ὑπὸ τῶν ἐνισταμένων ἔγγραφα, ὡς διαλαμβάνει ἡ ἀπὸ 22 Ἰανουαρίου καὶ 13 Δεκεμβρίου 1866 ἀναφορὰ αὐτῶν πρὸς τὴν Βουλήν· Παρατηροῦμεν. 1) Ὅτι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 971 καὶ ἀπὸ 14 Αὐγούστου 1838 προικοσύμφωνον, γενόμενον παρὰ τῷ συμβολαιογράφῳ Τήνου Ν. Ζάρπᾳ πρὸς τὴν μητέρα τοῦ Κ. Παρίση ὑπὸ τῶν γονέων αὐτῆς, καὶ διαλαμβάνον ῥητῶς, ὅτι «ἐπειδὴ συνεφώνησαν νὰ συζεύξωσιν εἰς γάμου κοινωνίαν τὴν θυγατέρα των Μαρουλέταν μὲ τὸν Κ. Εὐστράτιον Παρίσσην,..... διὰ ταῦτα κατὰ τὸ ῥητὸν εὐχαὶ γονέων στηρίζουσι θεμέλια οἴκων, ἐπεύχονται ἐκ ψυχῆς εἰς τὸ νεοσυζευχθησόμενον τοῦτο ἀνδρόγυνον νὰ ζήσῃ βίον θεάρεστον καὶ εὐδαίμονα...... δίδουν χάριν προικὸς καὶ προικίζουν εἰς τὴν ῥηθεῖσαν θυγατέρα των τὰ ἑξῆς......» Αὐτὸ, λέγομεν, τὸ ἐπίσημον προικοσύμφωνον φέρει ἰσχυρὰν ἀπόδειξιν, ὅτι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔγινεν, ἤγουν κατὰ τὴν 14 Αὐγούστου 1838, δὲν ὑπῆρχεν εἰσέτι ὁ γάμος, ἐξ οὗ ἐγεννήθη ὁ Κ. Μ. Παρίσης, ἀλλ’ ἐτελέσθη μετέπειτα· ὥστε εἶναι ἀδύνατον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἐκλογῆς του, τοὐτέστι κατὰ τὸν Ἰανουάριον τοῦ 1866, νὰ εἶχε συμπεπληρωμένα 30 ἔτη ἡλικίας. Εἶναι δὲ ἀδιάφορον ὡς πρὸς τὸ ἐπασχολοῦν ἤδη ἡμᾶς ζήτημα τῆς ἡλικίας του, ἂν εἰς τὸ προικοσύμφωνον αὐτὸ δὲν ἦτο συμβαλλόμενον μέρος ὁ Εὐστράτιος Παρίσης, καὶ ἂν ὡς ἐκ τούτου δὲν φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν καὶ αὐτοῦ, ἀφοῦ αὐτὸ εἶναι ἔγγραφον, δι’ οὗ οἱ γονεῖς δίδουν τὰς εὐχάς των εἰς τὴν μέλλουσαν νὰ ὑπανδρευθῇ θυγατέρα των, καὶ συγχρόνως ὁρίζουν τὰ προικιζόμενα εἰς αὐτὴν πράγματα· ὥστε εἰς τοιοῦτον ἔγγραφον δὲν ἀπῃτεῖτο ἀναγκαίως νὰ ᾖναι συμβαλλόμενον μέρος καὶ ὁ Εὐστράτιος Παρίσης, καὶ ὁπωσδήποτε φέρει πίστιν περὶ τοῦ ὅτι δὲν ὑπῆρχε τότε γάμος. 2) Ὅτι τὸ ὑπ’ ἀριθ. 407 καὶ ἀπὸ 18 Μαΐου 1866 πιστοποιητικὸν τοῦ Αʹ. παρέδρου τῆς δημαρχίας Τήνου, ἀναπληροῦντος τὸν ἀπόντα δήμαρχον, διαλαμβάνον ῥητῶς, ὅτι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ληξιαρχικῶν βιβλίων τοῦ δήμου Τήνου, ὁ ἀποβιώσας βουλευτὴς Εὐστ. Παρίσης ἐνυμφεύθη ὡς νόμιμον σύζυγόν του τὴν Μαρουλέταν, θυγατέρα τοῦ Καρδαμίτση κατὰ τὸν Ὀκτώβριον μῆνα τοῦ 1838 ἔτους, καὶ ὅτι ἐκ τοῦ γάμου τούτου ἐγεννήθη κατὰ μῆνα Αὔγουστον 1839 ὁ Μιχαὴλ Παρίσσης, φέρει ἐπίσης ἰσχυρὰν ἀπόδειξιν περὶ τῆς ἐποχῆς τῆς τελέσεως τοῦ γάμου καὶ τῆς γεννήσεως τοῦ Μιχ· Παρίση, συναδούσης καὶ μὲ τὸ ἐξαγόμενον τοῦ ἀνωτέρω ῥηθέντος προικοσυμφώνου. Εἶναι δὲ ἀδιάφορον ἂν δὲν ὑπῆρχε τότε ὁ μετέπειτα ἐκδοθεὶς περὶ τῶν ληξιαρχικῶν νόμος ἀστικός· τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει παντάπασιν, ὅτι δὲν ὑπῆρχον τότε ληξιαρχικὰ βιβλία εἰς τὴν Τῆνον, οὔτε κἀμμία ἄλλη ἀπόδειξις προσήχθη περὶ τούτου, ἀπέναντι μάλιστα τοῦ ἐπισήμου αὐτοῦ πιστοποιητικοῦ τοῦ δημάρχου, βεβαιοῦντος τὸ ἐναντίον. Ἄλλως τε εἶναι εὔκολον ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ διατάξῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἐντὸς ὀλίγων ἡμερῶν προσαγωγὴν ἐνώπιον αὐτῆς τοῦ ληξιαρχικοῦ τούτου βιβλίου τοῦ δήμου Τήνου. 3) Ὅτι ὁ συνταχθεὶς κατὰ τὸ 1865 ἔτος ἐκλογικὸς κατάλογος, ὅπου, κατὰ τὴν ῥητὴν ἀξίωσιν τῶν ἐνισταμένων ἐν τῇ μνησθείσῃ ἀναφορᾷ των, ὁ Μιχαὴλ Παρίσης ἐγγεγραμμένος ὑπὸ τὸν ἀριθμὸν 398, εἶναι σημειωμένος ὡς φέρων τότε ἡλικίαν 25 ἐτῶν, δὲν εὑρέθη ἐντὸς τοῦ ἐκλογικοῦ φακέλλου τῶν ἐγγράφων· καὶ εἶναι λυπηρὸν τὸ τοιοῦτον, διότι, ἂν ᾖναι ἀληθὲς ὅτι ὁ κατάλογος αὐτὸς (ὅστις μάλιστα κατέστη τελεσίδικος) περιέχει τοιαύτην ἡλικίαν τοῦ κ. Μ. Παρίση, ἤθελε βεβαίως ἐνισχύσει ἔτι μᾶλλον τὴν ἐξαγομένην ἐκ τῶν ἀνωτέρω ἐγγράφων ἀπόδειξιν περὶ τῆς μὴ νομίμου ἡλικίας του. 4) Ὅτι τὸ πιστοποιητικὸν τοῦ ἐπαρχιακοῦ ἐμβολιαστοῦ Κ. Ἀλβέρτη περὶ τοῦ ὅτι, ὡς ἐξάγεται ἐκ τοῦ ἐπισήμου ἐμβολιαστικοῦ βιβλίου του, ἐμβολίασε κατὰ τὸ 1840 τὸν Μιχαὴλ Παρίσην, γεννηθέντα τὴν 24 Αὐγούστου 1839, οὐδεμίαν ἄλλην δύναται νὰ φέρῃ ἀπόδειξιν, εἰμὴ ὡς ἀτομικὸν αὐτοῦ ἐκμαρτύριον, καθότι ὁ ἐμβολιαστὴς δὲν εἶναι ἁρμόδιος νὰ πιστοποιῇ ἐπισήμως περὶ τῆς ἡλικίας· καὶ 5) Ὅτι τὸ ἀπὸ 18 Ἰανουαρίου 1866 πιστοποιητικὸν τοῦ ἱερέως Ἀνδρέα Σοφιανοῦ, διαλαμβάνον ὅτι αὐτὸς παρεστάθη κατὰ τὸ 1838 ὡς ἱερεὺς εἰς τὴν τελετὴν τοῦ γάμου τοῦ Εὐστρατίου Παρίση μετὰ τῆς Μαρουλέτας Καρδαμίτση καὶ συνέζευξεν αὐτοὺς εἰς γάμου κοινωνίαν, καὶ ὅτι κατὰ τὸ 1839 ἐβάπτισε τὸν υἱὸν αὐτῶν ἐν τῇ ἐκκλησίᾳ τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, τὸν ὁποῖον καὶ ἐπωνόμασε τῇ συναινέσει τῶν γονέων καὶ τοῦ ἀναδόχου Μιχαὴλ, δὲν φέρει ἐπικύρωσιν τῆς ὑπογραφῆς του· ἀλλὰ καὶ τοιαύτην ἂν ἔφερε, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἀπόδειξιν ἄλλην, εἰμὴ τὴν ἀτομικὴν τοῦ ὑπογράψαντος. Τοῦτ’ αὐτὸ παρατηροῦμεν καὶ ὡς πρὸς τὸ προσαχθὲν ὑπὸ τῆς ἐναντίας μερίδος πιστοποιητικὸν, ἀπὸ 10 Ἰουλίου 1866, τοῦ ἱερέως Ἀνθίμου Γεωργαντοπούλου (ὅπερ φέρει ἐπικύρωσιν τῆς ὑπογραφῆς του, καὶ εἶναι αὐτὸ τὸ μόνον παρουσιασθὲν ὑπ’ αὐτῆς ἀποδεικτικὸν ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν τοῦ Μ. Παρίση), διαλαμβάνον ὅτι ὢν πρῴην ἐφημέριος τῆς ἐκκλησίας τοῦ Ἁγίου Σπυρίδωνος, ὁ ἱερεὺς οὗτος πιστοποιεῖ ὑπὸ ἰδίαν του εὐθύνην, ὅτι ὁ υἱὸς τοῦ Εὐστρ. Παρίση καὶ τῆς Μαρουλέτας Μιχ. Παρίση ἐγεννήθη τὴν 24 Αὐγούστου 1835, καὶ γνωρίζει καλῶς τὸ τοιοῦτον, διότι αὐτὸς ἐφημέριος τότε τὸν ἐβάπτισε· φαίνεται δὲ ὁ ἱερεὺς αὐτὸς ὅτι ἔχει πολὺ ἀλλόκοτον μνημονικὸν, διότι μετὰ 31 ἔτη ἐνθυμεῖτο καὶ τὴν ἡμέραν ἀκόμη τῆς γεννήσεως τοῦ Μ. Παρίση, καὶ ὅμως δὲν ἐνθυμήθη νὰ σημειώσῃ εἰς τὸ πιστοποιητικὸν καὶ τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν τὸν ἐβάπτισε καὶ τὴν ὁποίαν ὤφειλε νὰ ἐνθυμῆται καὶ νὰ γνωρίζῃ πολὺ καλλίτερον παρὰ τὴν ἡμέραν τῆς γεννήσεως. Ὁπωσδήποτε ἡ ἀντίφασις αὕτη δύω ἱερέων, ἀντιποιουμένων ἑκάστου τὴν βάπτισιν τοῦ Μιχ. Παρίση, καὶ διαφωνούντων ὡς πρὸς τὴν οὐσιώδη ἐποχὴν τῆς γεννήσεώς του, ὠφέλιμον ὑπὲρ τῆς μιᾶς μερίδος κατὰ τὸ ἓν πιστοποιητικὸν, καὶ ὑπὲρ τῆς ἄλλης κατὰ τὸ ἕτερον, δίδει αἰτίαν σπουδαίων σκέψεων καὶ ὑπονοιῶν ἐκδόσεως ψευδοῦς πιστοποιητικοῦ, καὶ καθίσταται ἐπάναγκες νὰ γένῃ παραπομπὴ αὐτῶν εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἀρχὴν, πρὸς ἐνέργειαν τακτικῆς ἀνακρίσεως καὶ ἐξετάσεως κατ’ ἀντιπαράθεσιν τῶν δύω ἱερέων καὶ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ ποινικοῦ νόμου ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ. Εἶναι σκανδαλῶδες, ἱερεῖς τοῦ Ὑψίστου νὰ χορηγῶσι πιστοποιητικὰ ἀντιφάσκοντα τὸ ἕν πρὸς τὸ ἄλλο, καὶ ἐξελέγχοντα ἔλλειψιν καλῆς πίστεως θἀτέρου ἐξ αὐτῶν, εἰς ὑποθέσεις μάλιστα σπουδαίας, ἀφορώσας τὸ γενικὸν συμφέρον τοῦ κράτους. Ἡ κοινωνία δικαιοῦται ν’ ἀπαιτῇ παρὰ τοῦ ἱεροῦ κλήρου πρὸ παντὸς ἄλλου τὸ καλὸν παράδειγμα τῆς φιλαληθείας καὶ τῆς ἀποχῆς τοῦ φατριασμοῦ. Πεισθέντες εὐσυνειδήτως καθ’ ὅλα τ’ ἀνωτέρω, ὅτι ὁ Κ. Μ. Παρίσης δὲν εἶχε, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔγινεν ἡ προκειμένη ἐκλογὴ, τὴν ἀπαιτουμένην νόμιμον ἡλικίαν· Γνωμοδοτοῦμεν· Ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ὁ ἐκλεχθεὶς βουλευτὴς Τήνου κ. Μιχ. Παρίσης δὲν ἔχει τὸ νόμιμον προσὸν τῆς ἡλικίας· καὶ ἀνὰ πᾶσαν περίπτωσιν νὰ διαταχθῇ ἡ παραπομπὴ τῶν δύω ῥηθέντων πιστοποιητικῶν μετὰ παντὸς ἄλλου ἀναγκαίου ἐγγράφου εἰς τὸ ἁρμόδιον Ὑπουργεῖον, ἵνα ἐνεργηθῇ τακτικὴ ἀνάκρισις ἐπ’ αὐτῶν καὶ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ. Ἐγένετο ἐν Ἀθήναις, τὴν 23 Δεκεμβρίου 1866. Τὰ μέλη τῆς μειονοψηφίας Κ. Π. Πλατὺς, Εἰσηγητὴς, Μ. Καΐμης, Π. Λεωτσάκος.»
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἔκθεσιν τὴν ἔχετε πρὸ ἡμερῶν, καὶ βεβαίως ἔχετε ὡρισμένην γνώμην σύμφωνα μὲ τὴν πλειονοψηφίαν ἢ τὴν μειονοψηφίαν. Ἔχει τις τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου;
§42Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν γίνεται ψηφοφορία περὶ τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας ἢ τῆς μειονοψηφίας, ἔχω τὸν λόγον. Κύριοι, ἐπὶ τῆς ἐπὶ προκειμένης ἐκλογῆς ἀσπάζομαι τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας ἑνὸς καὶ μόνου ζητήματος, ἐπὶ τοῦ τῆς ἡλικίας. Δὲν ἔχω κἀμμίαν παρατήρησιν νὰ κάμω ὡς πρὸς τὴν διεξαγωγὴν τῆς ἐκλογῆς· οἱαδήποτε καὶ ἂν ἔγινεν, ἡ ἀπόφασις μένει εἰς τὴν ἐκτίμησίν σας. Ἑπομένως δὲν εἰσέρχομαι παντάπασιν εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ἐκλογῆς, ὑποστηρίζω ὅμως ὅτι ὁ ἐπίδοξος ὑποψήφιος δὲν ἔχει τὴν προσδιωρισμένην παρὰ τοῦ ἄρθρου 70 τοῦ Συντάγματος ἡλικίαν. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον ἂν θὰ ἐπικυρώσητε ἢ ἀκυρώσητε τὴν ἐκλογήν· κἀμμίαν συμπάθειαν ἢ ἀντιπάθειαν δὲν ἔχω. Τὸ μόνον λοιπὸν, συμφέρον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζω εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, εἶναι τὸ τοῦ νόμου· ὁ νόμος ἀπαγορεύει ῥητῶς τὴν εἴσοδον ἀντιπροσώπου εἰς τὴν Βουλὴν, ὅστις δὲν συνεπλήρωσε τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Νομίζω, ὅτι διὰ νὰ φθάσῃ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἔχει ἀνάγκην παρὰ νὰ λάβῃ αὐθεντικὰς ἀποδείξεις, τοὐτέστιν ἀποδείξεις, τὰς ὁποίας ὁ νόμος ὁρίζει πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἡλικίας ὅλων τῶν πολιτῶν, τοὐτέστι τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία. Τὸ ληξιαρχικὸν βιβλίον τοῦ δήμου τῆς Τήνου, Κύριοι, ὑπογεγραμμένον, φέρον τὴν ὑπογραφὴν τοῦ βουλευτοῦ Κ. Γιαννούλη ὡς ληξιάρχου, ἀναφέρει τὴν γέννησιν τοῦ Κ. Μ. Εὐστρατίου Παρίση. Ἐνταῦθα ἀναγινώσκεται, ὅτι ὁ Κ. Μιχαὴλ Εὐστρατίου Παρίσης ἐγεννήθη τὸν Αὔγουστον τοῦ 1839, ὁ δὲ γάμος τοῦ μακαρίτου πατρός του ἐγένετο τὴν 5 Ὀκτωβρίου 1836, σύζυγος τοῦ ὁποίου εἶναι ἡ Κυρία Μαγδαληνὴ Καρδαμίτση, καὶ παράνυμφος ὁ Κύριος Ἀνδρέας. Τὸ βιβλίον, Κύριοι, τὸ ὁποῖον παρουσιάζω ἐνώπιόν σας, εἶναι ἐπίσημον, φέρει τὴν σφραγίδα τοῦ δήμου, εἶναι μονογραμμένον ἀπὸ τὸν Κύριον Γιαννούλην· τὸ βιβλίον εἶναι τὸ ληξιαρχικὸν βιβλίον τοῦ δήμου. Τώρα, ἂν ἡ πλειονοψηφία θέλῃ, ὥστε ἀπέναντι τοιούτων ἀποδείξεων νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὁ Κ. Παρίσης ἐγεννήθη εἰς τὰ 1833, δι’ ἐμὲ εἶναι ἀδιάφορον· ἀλλὰ λέγω, ὅτι ἡ ἀλήθεια δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν, οὔτε εἰς τὴν μειονοψηφίαν, ἀλλ’ εἰς αὐτὴν τὴν ἀλήθειαν. Ἐγὼ σᾶς ἀπέδειξα τὴν ἀλήθειαν διὰ τοῦ ἐπισήμου τούτου βιβλίου· ἂν δὲν θέλετε νὰ τὴν παραδεχθῆτε, εἶναι διὰ λογαριασμόν σας. Αὐτὰ λοιπὸν εἶχον νὰ σᾶς παρατηρήσω, μολονότι εἶμαι ἐν γνώσει πληρεστάτῃ, ὅτι ἡ πλειονοψηφία θέλει τὰ ἀποῤῥίψει ὅλα.
§43ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, μοὶ φαίνεται πολὺ παράδοξον, πῶς ὁ κύριος προλαλήσας ἔκαμε χρῆσιν ἑνὸς βιβλίου, τοῦ ὁποίου χρῆσις δὲν ἐγένετο οὔτε δι’ ἐνστάσεως, οὔτε προσέτι ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν αὐτοῦ, διότι οὔτε ἡ πλειονοψηφία, οὔτε ἡ μειονοψηφία τὸ ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν.
§44ΤΙΝΕΣ. Εἶναι νέον μέσον ἀποδείξεως τῆς γνώμης τῆς μειονοψηφίας.
§45Ο ΑΥΤΟΣ. Ἐὰν ὑπῆρχεν αὐτὸ τὸ βιβλίον πράγματι, βεβαιωθῆτε ὅτι ἤθελε παρουσιασθῆ ἐνώπιον τοῦ τμήματος. Τώρα προσάγεται ἓν βιβλίον, τὸ ὁποῖον, κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχει τὴν παραμικρὰν ἀποδεικτικὴν δύναμιν, διότι ἂν ἦτο πράγματι ληξιαρχικὸν βιβλίον, ἤθελε παρουσιασθῆ ἐντὸς τοῦ τμήματος, ὅπου ἤθελεν ἐξελεγχθῆ τὸ κῦρος αὐτοῦ. Καὶ πῶς ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον βιβλίον, καὶ μάλιστα κρατούμενον παρὰ τοῦ Δημάρχου καὶ κατ’ ἐκεῖνον τὸν καιρόν; Καὶ ἔπειτα, ἐὰν ἦτο πραγματικὸν, ἔπρεπε νὰ μᾶς φέρωσιν ἓν ἀντίγραφον. Ἐγὼ δὲν πείθομαι ὅτι τὸ βιβλίον αὐτὸ εἶναι πραγματικὸν, διότι ὅλοι γνωρίζετε ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην δὲν ὑπῆρχον τοιαῦτα. Νομίζω λοιπὸν ὅτι, ἐὰν ἦτο τοιοῦτον βιβλίον, ἤθελε προταθῆ εἰς τὴν ἔνστασιν· ἐκτὸς δὲ τούτου ἠδύναντο νὰ λάβωσιν ἓν ἀντίγραφον, τὸ ὁποῖον ἀφοῦ ἐπικυρώσωσι, νὰ τὸ παρουσιάσωσιν εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἐκ τούτων λοιπὸν καταφαίνεται ὅτι βιβλίον τοιοῦτον δὲν ὑπάρχει. Ἔπειτα ἠκούσατε, κύριοι, ὅτι ἡ ἐκλογὴ αὕτη διεξήχθη νομιμώτατα· τώρα ἔχετε ὑπ’ ὄψιν πρῶτον τὴν θέλησιν τῶν ἐκλογέων, οἱ ὁποῖοι βεβαίως δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ δώσωσιν εἰς αὐτὸν τὰς ψήφους των, ἐὰν δὲν ἦσαν πεπεισμένοι, ὅτι ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν· δεύτερον ἔχετε ἐνώπιόν σας τὸν Κ. Παρίσην καὶ ἡ θέα αὐτοῦ δύναται νὰ σᾶς πείσῃ ὅτι ἔχει τὴν νόμιμον ἡλικίαν. Κατὰ συνέπειαν προτείνω τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἐκλογῆς.
§46ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὸ βιβλίον, τὸ ὁποῖον ἀνέγνωσεν ὁ κύριος Πετιμεζᾶς, δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ ὡς ἔχον κῦρος ληξιαρχικοῦ βιβλίου, διότι τὸ βιβλίον αὐτὸ δὲν εἶναι παρὰ 100 φύλλα συνεῤῥαμμένα, τὸ ὁποῖον ἔχει μερικὰ ὀνόματα, ἄλλα σβυσμένα, ἄλλα ἀντιγεγραμμένα· εἰς τὸ ἓν μέρος ἔχει περιθώριον, εἰς τὸ ἄλλο δὲν ἔχει· ἔχει δὲ καὶ εἰς τὸ τέλος δύω σφραγῖδας καὶ τὴν σημείωσιν ὅτι ἐμπεριέχονται τόσα φύλλα. Ὡς πρὸς τοῦτο τὸ πιστεύω, ὅτι δηλ. ἔχει τόσα φύλλα. Λέγω λοιπὸν ὅτι κατὰ τὰ ἄλλα δὲν ἔχει κῦρος, διότι δὲν ἀναφέρει οὔτε πατέρα, οὔτε μητέρα, οὔτε ἀνάδοχον. Τὰ ληξιαρχικὰ βιβλία κρατοῦνται ἀπὸ τοὺς ἱερεῖς καὶ ὄχι ἀπὸ τοὺς δημάρχους.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὑπάρχει τὸ προικοσύμφωνον.
§48ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ὡς πρὸς τὸ προικοσύμφωνον ἐνδέχεται τοῦτο νὰ ἔγινε καὶ μετὰ τὸν γάμον, ὥστε δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀπόδειξις διὰ τὴν ἡλικίαν. Μάρτυρες εἴτε ἐκ τοῦ κλήρου, εἴτε ἐξ ἄλλων δύνανται βεβαίως νὰ χρησιμεύσωσιν ὡς μάρτυρες κῦρος ἔχοντες.
§49ΡΟΥΚΗΣ. Κύριοι, μεθ’ ὅλα ὅσα ἐῤῥέθησαν ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω εἰμὴ μὲ τὴν γνώμην τῆς μειονοψηφίας, διότι δι’ οὐδενὸς μέσου δύνανται νὰ μὴ πείσωσιν ὅτι ὁ κύριος Παρίσης εἶναι πράγματι ἐνῆλιξ, ἀφοῦ ὑπάρχει καὶ βιβλίον τὸ ὁποῖον ἀναφέρει τὸ ἔτος καθ’ ὃ ἐγεννήθη, καὶ τὸ προικοσύμφωνον τὸ ὁποῖον δεικνύει τὸν χρόνον καθ’ ὃν ὁ πατήρ του συνῆλθεν εἰς γάμον. Πολλοὶ τῶν κυρίων συναδέλφων μου διατείνονται ὅτι καὶ ἄλλοτε ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νέους· ἀλλὰ δὲν πρέπει, κύριοι, ἂν ἔγινε τοῦτο ἄλλοτε ἐξ ἀνάγκης, νὰ ἐξακολουθήσῃ νὰ γίνεται καὶ τώρα· πρέπει νὰ λείψωσι τὰ τοιαῦτα καὶ νὰ ἰσχύσῃ ὁ νόμος.
§50ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ σᾶς ὑποβάλω μικρὰς τινὰς παρατηρήσεις ὡς πρὸς τὴν αἰτιολογίαν τὴν ὁποίαν βλέπω εἰς τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας· φιλονεικεῖται, Κύριοι, ἡ ἡλικία τοῦ Κ. Παρίση· ἐξεταστέον λοιπὸν πῶς θέλομεν βεβαιωθῆ περὶ τῆς ἡλικίας αὐτοῦ, καὶ εἰς τί στηριζόμενοι πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν· ἀφ’ ἑνὸς παρουσιάζονται δύω πιστοποιητικὰ ἱερέων, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς εἶναι ἐλεεινότατος· ὁ εἷς βεβαιοῖ, ὅτι ἐβάπτισε τὸν Παρίσην κατὰ τὸ 35, ὁ δ’ ἕτερος κατὰ τὸ 37, καὶ ἐξακολουθεῖ ἐλεεινῶς ψευδόμενος. Ἐναπόκειται εἰς τὴν ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν νὰ τοῖς δώσῃ ἓν παράδειγμα, ὥστε οἱ ἱερεῖς ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὰ πολιτικὰ νὰ μὴ φέρωνται τόσον ἀσυστόλως. Ἔρχεται μία ἄλλη κατηγορία ἀποδείξεως, ἡ ὁποία συνίσταται εἰς αὐτὸ τὸ βιβλίον τὸ ὁποῖον ὠνομάσθη ληξιαρχικὸν καὶ κατὰ τὸ ὁποῖον φαίνεται ὅτι ὁ Κ. Παρίσης ἐγεννήθη κατὰ τὸ 1839. Ὁ τρόπος καθ’ ὃν φέρεται τὸ βιβλίον τοῦτο ἐνώπιον τῆς Βουλῆς βεβαίως δὲν εἶναι τακτικὸς, διότι ἔπρεπε νὰ σταλῇ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπάλληλον εἰς τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ φανῇ ὅτι εἶναι δημόσιον ἔγγραφον· τὸ βάζω λοιπὸν καὶ τοῦτο κατὰ μέρος. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἐγὼ θεωρῶ ἀκαταμάχητον καὶ τὸ ὁποῖον μὲ δεσμεύει νὰ συμφωνήσω μὲ πολλοὺς ἐκ τῶν φίλων μου, εἶναι τὸ συμβόλαιον, τὸ ὁποῖον παραδόξως ἡ πλειοψηφία τὸ θεωρεῖ ὡς μὴ ὑποχρεωτικὸν, διότι, κατὰ τὴν φράσιν της, εἶναι μονομερές. Ἐδῶ, Κύριοι, νομίζω, εἶμαι ἁρμόδιος ὡς γνωρίζων κατά τι τὴν νομικὴν, νὰ σᾶς εἴπω ποίαν ἰσχὺν ἔχουν τὰ συμβόλαια ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἐνώπιον τῆς κοινωνίας. Τὰ συμβόλαια κατὰ γενικὸν κανόνα ἀποτελοῦν πλήρη ἀπόδειξιν περὶ τοῦ περιεχομένου· εἶναι δὲ ὑποχρεωτικὰ μόνον εἰς τοὺς συμβαλλομένους καὶ τοὺς διαδόχους των· οὐχ ἧττον τὰ συμβόλαια ἀποδεικνύουν τὸ ἀντικείμενον καὶ κατὰ παντὸς τρίτου. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, διὰ νὰ κάμω καταληπτὴν τὴν ἰδέαν μου αὐτὴν, πῶς ἐφαρμόζονται αἱ ἀρχαὶ αὐταί. Τὸ συμβόλαιον αὐτὸ δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ μακαρίτου Εὐστρατίου Παρίση· ἐὰν λοιπόν τις ἤθελεν ἐνάξει τὸν Εὐστράτιον Παρίσην ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ τὸν εἴπει ὅτι δυνάμει αὐτοῦ τοῦ συμβολαίου ἔλαβε τόσην προῖκα, τότε ὁ Εὐστράτιος Παρίσης ἠδύνατο νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ συμβόλαιον αὐτὸ δὲν φέρει τὴν ὑπογραφὴν μου, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν δι’ ἐμὲ (θόρυβος). Ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ἐφαρμογὴ τῆς ἰδέας αὐτῆς ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι ἐδῶ δὲν ζητοῦμεν νὰ ὑποχρεώσωμεν εἰς μίαν πολιτικὴν παροχὴν τὸν κληρονόμον τοῦ Εὐστρατίου Παρίση, εἰς τὴν ἀπόδοσιν τῆς προικὸς, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον διαβεβαιοῖ αὐτὸ τὸ συμβόλαιον, θεωρῆται ὡς ἀποδεδειγμένον, καὶ ποῖον εἶναι· εἶναι μία ὁμολογία τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ πατὴρ καὶ ἡ μήτηρ τῆς Κ. Παρίση, διὰ τῆς ὁποίας λέγουν, ὅτι μέλλομεν νὰ νυμφεύσωμεν τὴν κόρην μας Μαριολέταν μὲ τὸν Εὐστράτιον Παρίσην. Ἐρωτᾶται ἤδη, αὐτὴ ἡ ὁμολογία ἡ ἐμπεριεχομένη εἰς ἓν δημόσιον ἔγγραφον εἶναι ἀπόδειξις ἢ ὄχι; νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν χρέος νὰ καταστρέψωμεν τὸν νόμον, νὰ εἴπωμεν, ὅτι αὐτὸ τὸ μέρος δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον. Τώρα, Κύριοι, ὅταν εἰς τὰ 1838 βεβαιοῦν οἱ γονεῖς, ὅτι μέλλουν νὰ νυμφεύσουν τὴν κόρην των, ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι ἡ κόρη αὐτῶν ἦτον ὑπανδρευμένη ἀπὸ τὸ 1835 καὶ ὅτι ἔκτοτε ἐγεννήθη ὁ Μιχαὴλ Παρίσης καὶ ἔχει τὴν ἡλικίαν συμπεπληρωμένην 30 ἐτῶν; (θόρυβος). Δὲν δύναμαι λοιπὸν παρὰ νὰ συμφωνήσω μὲ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας, καθ’ ἣν δὲν εἶναι 30 ἐτῶν. Ὅσον ἀφορᾶ τὴν ἀντίῤῥησιν, ὅτι ἔγινε μετὰ τὸν γάμον τὸ συμβόλαιον, δὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι ἐδῶ τὸ συμβόλαιον λέγει «ἐνεφανίσθη ἀφ’ ἑνὸς........ καὶ ἐσυμφώνησαν νὰ συζεύξωσι τὴν κόρην των Μαριολέταν μὲ τὸν υἱὸν τοῦ Παρίση»· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἰσχύει καὶ αὐτὴ ἡ ἀντίῤῥησις. Διὰ ταῦτα συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητεῖ ἄλλος τὸν λόγον;
§52ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (ἐγείρονται ἀριστερόθεν ὑπὲρ τοὺς 15).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας εἶναι ἀπωτέρα τῆς μειοψηφίας, θὰ θέσωμεν τὸ ζήτημα ὡς ἑξῆς, οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀνηλικιότητα τοῦ Κ. Παρίση λέγουν ναὶ· οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι· δηλαδὴ οἱ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας νὰ ἀποκλεισθῇ τοῦ βουλευτηρίου ὡς ἀνῆλιξ λέγουν ναὶ, οἱ δὲ παραδεχόμενοι τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς ἐνῆλιξ λέγουσιν ὄχι.
§54ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὸ πρῶτον ζήτημα, κύριε πρόεδρε, εἶναι περὶ τοῦ νομίμου τῆς ἐκλογῆς, τὸ ὁποῖον ἂς τὸ ἀποφασίσωμεν δι’ ἀναστάσεως.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περὶ τοῦ νομίμου δὲν ἀντεῖπε κανεὶς, ἀλλὰ μόνον τοῦτο σᾶς ἐρωτῶ· ὅσοι νομίζουν τὴν ἐκλογὴν νομίμως τετελεσμένην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.—Τώρα ὅσοι νομίζουν τὸν Κ. Παρίσην μὴ ἔχοντα τὴν νόμιμον ἡλικίαν, κατὰ τὴν γνώμην τῆς μειοψηφίας, λέγουν ναὶ, ὅσοι δὲ τὸν νομίζουν ὡς ἔχοντα τὴν νόμιμον ἡλικίαν, κατὰ τὴν γνώμην τῆς πλειοψηφίας, λέγουν ὄχι. (Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.)
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ὅλον, Κύριοι, τῶν παρευρεθέντων βουλευτῶν εἶναι 98· πέντε ἠρνήθησαν, 28 εἶπον ναὶ, 65 εἶπον ὄχι, ὥστε ὁ Κ. Παρίσης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὡς νόμιμος βουλευτής· ὁ ἱερεὺς νὰ τὸν ὁρκίσῃ. (Ὁ Κ. Παρίσης βουλευτὴς Τήνου ὁρκίζεται).
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ποῖα νομοσχέδια ἀγαποῦν νὰ συζητήσωμεν; Εἶναι τὸ περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, τὸ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων ......
§58ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κύριε πρόεδρε, διότι οἱ περισσότεροι ἔφυγαν.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, κύριοι βουλευταὶ, αἱ πράξεις τινῶν δὲν πρέπει νὰ ἀφορῶσιν ὅλην τὴν Βουλὴν· πρέπει νὰ ἐξελεγχθοῦν τινὲς, οἱ ὁποῖοι ἢ ἀμελοῦν νὰ ἔρχωνται ἢ φεύγουν χωρὶς νὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν. Ἐὰν ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ἀφήσωμεν δι’ αὔριον, μάλιστα, ἀλλὰ συλλογισθῆτε, ὅτι ἔχομεν καιρὸν ὀλίγον καὶ πρέπει νὰ ἐργασθῶμεν.
§60ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Νὰ γίνῃ πρώτη ἀνάγνωσις τοῦ περὶ Κωπαΐδος νομοσχεδίου.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι διὰ δευτέραν φορὰν, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ θέλετε, ἂς εἶναι διὰ πρώτην. (Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος νομοσχεδίου).
§62ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Εἶναι περιττὸν, κύριε πρόεδρε, ν’ ἀναγνωσθῇ ὅλον· ἄρθρον κατ’ ἄρθρον νὰ συζητηθῇ.
§63ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἄλλοτε, προκειμένου περὶ τῆς συζητήσεως τῆς Κωπαΐδος, ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἀνέβαλε τὴν συζήτησιν, ὡς καὶ περὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ Λαυρίου. Ἔκτοτε ἔλαβον χώραν πολλὰ πράγματα. Ὁ ὑπουργὸς λοιπὸν τῶν ἐσωτερικῶν νὰ μᾶς εἴπῃ σήμερον καὶ νὰ μᾶς διασαφήσῃ τί ἐγένετο νέον· ὑπάρχει ἡ διαπραγμάτευσις μὲ τὸν Μομφεῤῥιέρον, μὲ τὸν Μπονὲρ; μὲ ποῖον;
§64ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΣ. Μὲ τὸν Μπονέρ.
§65ΖΩΤΟΣ. Δὲν εἰσάγεται τὸ νομοσχέδιον τώρα, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον ἀνεγνώσθη καὶ συνεζητήθη εἰς πρώτην ἀνάγνωσιν. Τὸ ὑπουργεῖον τὸ μικτὸν, ὅτε διὰ διατάγματος διέλυσε τὴν Βουλὴν τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, εἶπεν, ὅτι, ἐπειδὴ ὁ Κύριος Μπονὲρ ἀνεκάλεσε τὰς προτάσεις του, καὶ ὅτι, ἐπειδὴ ἐντὸς τοῦ μολύβδου τοῦ Λαυρίου εὑρέθη καὶ ἄργυρος περισσότερος τοῦ νομιζομένου, διὰ τοῦτο λήγομεν τὴν Σύνοδον, διότι αἱ ἐργασίαι μας δὲν μᾶς ἐπιτρέπουσι νὰ προχωρήσωμεν. Πῶς δυνάμεθα λοιπὸν σήμερον, ἐνῷ ὑπάρχει ἡ αὐτὴ πρότασις περὶ Κωπαΐδος, νὰ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτῆς; Πρέπει τὸ ὑπουργεῖον ἐξ ὑπαρχῆς νὰ τὴν ὑποβάλῃ.
§66ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργὸς). Ἡμεῖς οὕτως ἐννοοῦμεν, ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς ὑποβάλλεται. Εἰς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλομεν ἐκ νέου, ἐπῆλθον δύω οὐσιώδεις τροπολογίαι, καὶ ἕτεραι μικρότεραι, περὶ ὧν θὰ κάμωμεν λόγον. Ἀντὶ τοῦ Μομφεῤῥιέρου ἀνεδέχθη τὴν ἀποξήρανσιν ὁ Μπονέρ. Ἐπομένως ἀνεδέχθη τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς τῆς ἑταιρίας. Δεύτερον ἀνεδέχθη τὴν ὑποχρέωσιν ὁ Μπονὲρ νὰ συστήσῃ ἑταιρίαν καλλιεργείας, ἡ ὁποία νὰ ἐνεργήσῃ τὰς ἐγγραφάς της καὶ ἐν Ἀθήναις καὶ ἀλλαχοῦ. Τὴν διάταξιν αὐτὴν ἐθέσαμεν πρῶτον ἵνα ἐξασφαλίσωμεν τὴν καλλιέργειαν καὶ ἵνα χορηγήσωμεν εὐκολίαν εἰς μετόχους Ἕλληνας. Αὗται εἶναι αἱ δύω οὐσιώδεις τροπολογίαι· ἐν τῷ μεταξὺ θέλομεν φέρει καὶ ἑτέρας, περὶ ὧν δὲν κάμνω λόγον, διότι δὲν εἶναι τόσον σπουδαῖαι.
§67ΠΟΛΛΟΙ. Λοιπὸν νὰ τυπωθῇ μὲ τὰς τροπολογίας καὶ νὰ διανεμηθῇ. Μετὰ ταῦτα ὑπεβλήθη εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ σειρὰν τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἰς δευτέραν ἀνάγνωσιν καὶ ἐψηφίσθη καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατ’ ἄρθρον δι’ εἰδικῆς ἐφ’ ἑκάστου ἄρθρου ἀναστάσεως τὸ νομοσχέδιον περὶ φυγοδίκων.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ τὸ περὶ πιστώσεων διὰ πρώτην φοράν. Ἄρθρον μόνον. «Κυροῦμεν τὰς διὰ τῶν ἀπὸ 28 Φεβρουαρίου, 10 καὶ 31 Μαρτίου τριῶν Β. Διαταγμάτων χορηγηθείσας ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις ἐπὶ τῆς χρήσεως 1865 ἐκ δραχ. 235,162:02, κατατασσομένας εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν, κατὰ τὸν ἐν τῷ παρόντι Νόμῳ προσηρτημένον πίνακα. Ὁ παρὼν Νόμος ψηφισθεὶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ παρ’ Ἡμῶν σήμερον κυρωθεὶς δημοσιευθήτω διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἐκτελεσθήτω ὡς Νόμος τοῦ Κράτους».
§69ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἑτέραν.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ.
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
«Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 15 τοῦ νόμου περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐπὶ τῇ προτάσει τοῦ ἡμετέρου ὑπουργικοῦ συμβουλίου ἀπεφασίσαμεν καὶ διατάττομεν. Ἄρθρον 1. Ἐπὶ τοῦ διὰ τὸ ἔτος 1865 εἰδικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργείου χορηγεῖται ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχ. 31,162:2)00, καταλογιζομένη ὑπὸ τὸ κεφ. 7, ἄρθρ. 8, ἀπόδοσις διεθνῶν ταχυδρομικῶν τελῶν, εἰσπραχθέντων διὰ λογαριασμὸν ἀλλοδαπῶν ταχυδρομείων. Ἄρθρον 2. Ἡ ἀνωτέρω πίστωσις ὑποβληθήσεται εἰς τὴν κύρωσιν τῆς προσεχοῦς Βουλῆς. Εἰς τοὺς Ἡμετέρους ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ὑπουργοὺς ἀνατίθεται ἡ ἐκτέλεσις τοῦ παρόντος Διατάγματος.»
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παρεδέχεται ἡ Βουλή;
§72ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τὸ περὶ προσόντων τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης εἶπε ν’ ἀναβληθῇ ἵνα τὸ σκεφθῇ καλλίτερον. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ περὶ ζωοκλοπῆς καὶ ζωοκτονίας.
§74ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν διενεμήθη εἰσέτι καὶ ἑπομένως ν’ ἀναβληθῇ.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Οὕτως ἐξηντλήσαμεν τ’ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Αὔριον ἔχομεν τὴν ἐπανάληψιν· Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. Ὥρα 4 παρὰ ¼.