1866.01.20
1,954 rows · 16,914 words · 113 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 7
Τῆς 20 Ἰανουαρίου 1866.
(Πέμπτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλει ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ κ. Πετρόπουλος διὰ τῆς ὁποίας συνιστᾷ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν μὴ παραδοχὴν τοῦ 3 ἄρθρου τοῦ περὶ φορολογίας τῶν σκωριῶν νομοσχεδίου. Θέλει τυπωθῆ. Ὁ διερμηνεὺς τῆς κυβερνήσεως κ. Κουμουνδουράκης ὑποβάλλει ἔκθεσιν πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν ἀφορῶσαν τοὺς τίτλους τοῦ Λαυρίου. Ἐπιθυμεῖτε νὰ τυπωθῇ;
§4ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Καραλίβανος ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Θέλει τυπωθῆ.
§6ΣΙΝΑΝΙΩΤΗΣ. Ὁ πολίτης καὶ δικηγόρος Ἀθανάσιος Πετρόπουλος ἀπὸ Τρίπολιν διεβίβασεν ἀναφορὰν διαπραγματευομένην περὶ Κωπαΐδος, παρακαλῶ νὰ ἔλθῃ ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν παρουσιάσθη τοιαύτη ἀναφορά.
§8Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐδημοσιεύθη ἓν φυλλάδιον ἐν Γαλατσίῳ περὶ καταχρήσεων τῶν ἐκεῖ προξενικῶν ὑπαλλήλων· ὑποβάλλων τὸ φυλλάδιον αὐτὸ εἰς τὴν Βουλὴν παρακαλῶ νὰ τὸ συστήσῃ εἰς τὴν μελέτην καὶ σκέψιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, ὅστις περὶ πολλοῦ ποιεῖται τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Ἑλλάδος εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, ἵνα ἐνεργήσῃ, ὅ,τι πρέπει.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Πλατὺς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης.
§10ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Δὲν συμμερίζομαι, κύριοι βουλευταὶ, τὰς ἰδέας τοῦ κυρίου βουλευτοῦ Φθιώτιδος, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διαγωγὴν τῆς κυβερνήσεως εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα· φρονῶ ἐξ ἐναντίας, ὅτι ἡ κυβέρνησις, καλῶς ποιοῦσα, ἐξηγήθη, ὅπως ἠκούσατε χθὲς, καὶ μάλιστα εἶναι ἀξιέπαινος ὁ κ. ὑπουργὸς, ἀφήσας ἀνεπηρεάστους τὰς συνειδήσεις τῶν βουλευτῶν καὶ τὰς κρίσεις αὐτῶν ν’ ἀποφασίσωσιν ὅπως ἐκ τῶν πραγμάτων ἐν συνειδήσει πεισθῶσιν. Ἄλλοτε, κύριοι, κατεκρίθησαν αἱ κυβερνήσεις τοῦ παρελθόντος, διότι εἶχον τὴν ἀξίωσιν, ὅτι ἦσαν ἀλάνθαστοι εἰς τὰς κρίσεις των, καὶ μὲ τὸν ὄγκον τῆς ἐξουσίας δὲν ἠνείχοντο, οὔτε ἐπέτρεπον οὐδεμίαν τροποποίησιν τῶν προτάσεών των, ὅπερ ἔβλαψε πάντοτε τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα. Μεταβαίνων δὲ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν ζήτημα, ἐκ προοιμίων διομολογῶ, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, οὐχὶ ὅμως ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως. Εἶναι βέβαιον καὶ ὅλοι ἀναγνωρίζομεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ σημαντικὸν διὰ τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος, διὰ τοῦτο πρέπει καὶ σπουδαίως καὶ ἐμβριθῶς μὲ ἥσυχον νοῦν καὶ μὲ ψυχρὸν αἷμα νὰ τὸ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ ἐπιφέρωμεν τὴν ἀπόφασίν μας, ἀνεξαρτήτως πάσης συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας καὶ παντὸς κομματισμοῦ. Ἀλλά, κύριοι, ὅσον εἶναι σπουδαῖον, τοσοῦτον εἶναι ἀκανθῶδες καὶ δυσδιάγνωστον· μυριοτρόπως ἠγωνίσθην, ἐβασάνισα τὸν νοῦν μου, διὰ νὰ σχηματίσω μίαν ἰδέαν ὁριστικὴν, καὶ καταπειστικὴν, ὅτι διὰ τοιαύτης συμβάσεως, ὡς ἡ ὑποβληθεῖσα, δυνάμεθα νὰ προσεγγίσωμεν εἰς τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὅτι ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων θέλομεν ἐνεργήσει, βέβαιοι καὶ πεπεισμένοι, ὅτι δὲν θέλει προσγίνει ζημία εἰς τὴν Πατρίδα· ἀλλὰ ματαίως καθ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, ἀπήντησα ἀμφιβολίας εἰς τὴν μόρφωσιν τῆς πεποιθήσεώς μου, διότι τὸ ζήτημα διὰ νὰ λυθῇ οὕτω πως, ἀπαιτεῖ εἰδικὰς γνώσεις, καὶ ὅλοι συναισθανόμεθα, ὅτι τοιαύτας δὲν ἔχομεν. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, κύριοι, ὅτι ἡ ὀρθὴ κρίσις ἀπαιτεῖ τελείαν καὶ ἀκριβῆ γνῶσιν τῶν πραγμάτων· ἀλλ’ οὐχ ἧττον φρονῶ, ὅτι ἕκαστος ἡμῶν, ὀφείλει νὰ συνεισφέρῃ τὸ κατὰ δύναμιν τὸν φόρον του, ὑποστηρίζων νόμον προσεγγίζοντα εἰς τὴν ἀλήθειαν, ἐξασφαλίζοντα τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καὶ ἀπαλλάττοντα ἡμᾶς ἀπὸ τὴν διαφεύγουσαν τὰς γνώσεις μας γαιοπωνικὴν καὶ ἐπιστημονικὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων. Ἀπὸ τριετίας, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἀπασχολεῖ μόνον τὴν Βουλὴν, ἀπασχολεῖ τὴν κοινὴν γνώμην, ἀπασχολεῖ ὅλον τὸ ἔθνος μέχρι τῶν ἐσχατιῶν τῆς ἐπικρατείας· εἶναι τὸ θέμα τῶν σκέψεων καὶ τῆς μελέτης τοῦ λαοῦ, καὶ τέλος πάντων ἐσχηματίσθη ἀκράδαντος ἰδέα ὅτι ἐξ αὐτοῦ ἐξαρτῶνται μεγάλα τῆς πατρίδος συμφέροντα, καὶ ὅτι θέλουσι διακινδυνεύσει καὶ ἀπολεσθῆ, ἂν ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος παραχωρηθῇ ἄνευ συναγωνισμοῦ. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ παραβλέψωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ἐξεγερθεῖσαν τόσον ζωηρὰν πάγκοινον καὶ πάνδημον γνώμην, διότι βαρύνει πολὺ εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς σταθμίσεως τῶν πραγμάτων· ὅλοι ἐπλησιάσαμεν ἀνθρώπους νοήμονας καὶ τάξεις ἀνωτέρας, ὅλοι ἐπλησιάσαμεν καὶ αὐτὸν τὸν λαὸν καὶ ἐν ἑνὶ στόματι πάντες ἐσύστησαν τὴν προσοχήν μας εἰς τὸν συναγωνισμὸν, ἵνα μὴ διακινδυνεύσωσι τὰ μεγάλα τῆς Πατρίδος συμφέροντα· ἄρα δὲν εἶναι ἁπλῆ καὶ τυχαία ἡ γνώμη αὕτη, εἶναι ἡ ὀρθοτέρα καὶ ἀκριβεστέρα. «Ὁ Ἀριστοτέλης δογματίζει, ὅτι «ἄμεινον κρίνει ἡ πόλις τῶν ὀλίγων». Πολλοὶ πολλάκις μετημελήθησαν πικρὰ καὶ ἀνωφελῶς περιφρονήσαντες τὴν κοινὴν γνώμην! πλὴν δὲν λέγω μόνον, ἀπὸ τὴν κοινὴν γνώμην, καὶ τὰ διαδοθέντα περὶ τῆς προκειμένης συμβάσεως ἐπηρεαζόμενοι νὰ παραδεχθῶμεν τὸ μέτρον τοῦ συναγωνισμοῦ, ἀλλὰ καὶ διότι ὁ συναγωνισμὸς ἐγγυᾶται καὶ ἐξασφαλίζει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· παρακαλῶ ὅλους ὑμᾶς, νὰ μὲ εἴπετε, ἂν ἐν πεποιθήσει ἔχετε ἀκριβῆ καὶ ὡρισμένην ἰδέαν, ὅτι διὰ τῆς συμβάσεως παραχωρουμένης τῆς Κωπαΐδος, ἐξασφαλίζονται τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Μοὶ φαίνεται ὅτι οὐδεὶς δύναται νὰ βεβαιώσῃ τοῦτο (θόρυβος δεξιόθεν). Αἴ, Κύριοι, μὴ ταράττεσθε, αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου καὶ ἡ κρίσις μου· διὰ νὰ εἴπῃ τις τὸ ἐναντίον πρέπει νὰ ᾖναι ἄριστος μηχανικὸς, ἄριστος γαιοπόνος, καὶ νὰ ἔχῃ πλήρη καὶ τελείαν γνῶσιν τῶν πραγμάτων, διὰ νὰ κρίνῃ, ὅτι οὕτως ἢ ἄλλως θὰ ἀποβῶσι ταῦτα. Δὲν πρέπει, κύριοι, νὰ πιστεύσωμεν, ὅτι καλλιεργοῦντες ἑκατὸν ἢ διακόσια στρέμματα γῆς, καὶ ταῦτα δι’ ἄλλων, δυνάμεθα νὰ κρίνωμεν καὶ περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, διότι τὸ ἔργον εἶναι ἐπιστημονικὸν καθ’ ὅλας του τὰς ἐπόψεις, καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ τολμήσῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἠξεύρει νὰ κρίνῃ καὶ νὰ σταθμίσῃ τὴν ἀξίαν καὶ τὴν βαρύτητα τῶν ἐργασιῶν καὶ τῶν ἀποτελεσμάτων· τὸ ἐπ’ ἐμοί, σᾶς διαβεβαιῶ, ὅτι καὶ σήμερον ἂν ἐπρόκειτο νὰ προσφερθῇ τις, ὅτι δέχεται τὸ ἔργον διὰ 50 ἔτη, ὅτι εὐχαριστεῖται μὲ τεσσαράκοντα χιλιάδας στρεμμάτων ἄνευ συναγωνισμοῦ, ἤθελον διστάσει νὰ συναινέσω εἰς τὴν παραχώρησιν, μήπως ἐνυπάρχῃ μεγαλεῖτερον ὄφελος ὑπὲρ τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἴσως μὲ εἴπητε, τί νὰ πράξωμεν; ἡ ἀπάντησις εἶναι εὐκολοτάτη· τὸ μόνον μέσον διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ καθησυχάσωμεν καὶ τὰ καρδοκτύπια τοῦ λαοῦ, καὶ τὰς συνειδήσεις μας, καὶ νὰ σχηματίσωμεν ὅσον ἔνεστι τελείας τὰς πεποιθήσεις μας, εἶναι ὁ συναγωνισμός. Ὁ συναγωνισμὸς, κύριοι, εἶναι τὸ μόνον μέσον διὰ τοῦ ὁποίου φέρομεν τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀληθῆ ἀξίαν των. Διὰ τοῦ συναγωνισμοῦ πάντοτε προήχθησαν τὰ ἔθνη καθ’ ὅλα, καὶ δι’ αὐτοῦ θέλομεν φθάσει εἰς εὐάρεστον ἀποτέλεσμα, καὶ τὰ διαδοθέντα θέλουσι διαψευσθῆ. Ἐνδέχεται νὰ ἰσχυρισθῇ τις, ὅτι παραδεχόμενοι τὸ μέτρον τοῦ συναγωνισμοῦ ἀποβάλλομεν τὸν παρουσιασθέντα ἀγαπητὸν Μομφεριέρον· οὗτος θὰ χολωθῇ καὶ θὰ φύγῃ· ὄχι, κύριοι, ἂν ἔχῃ κέρδος, δὲν φεύγει, καὶ ἂν ἀποφασίσωμεν οὕτω πως, διότι συμφερώτερον εἶναι δι’ αὐτόν, ἔχει στάδιον νὰ προπαρασκευασθῇ καὶ διευκολύνῃ τὰς ἐνεργείας του· τὸ κέρδος εἶναι ὁ μαγνήτης ἐφελκύων τὸν ἄνθρωπον ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου, καὶ βεβαιωθῆτε, ἂν δὲν εὕρισκε τοῦτο παρ’ ἡμῖν ὁ κ. Μομφεριέρος, δὲν ἤθελε μᾶς ἐπισκεφθῆ· ὁ κανὼν λοιπὸν διὰ νὰ ὁδηγήσῃ καὶ ἐφελκύσῃ ἕκαστον εἰς μίαν ἐπιχείρησιν εἶναι ὁ συναγωνισμὸς, ἐννοεῖται δὲ, κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κηρυχθῇ μακροχρόνιος, θὰ θέσωμεν ὅρον ἐντὸς τοῦ ὁποίου θὰ περαιωθῇ, συμφέρει τοὐλάχιστον νὰ ᾖναι ἐνιαύσιος, διότι τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ ἐπιχείρησις αὕτη, δὲν τὰ ἔχει εἰς τὴν ἀγκωνὴν οὔτε ὁ Μομφεριέρος, οὔτε ὁ Μπονὲρ, οὔτε ἄλλος τις· θὰ τὰ ἐξοικονομήσωσιν, ἢ θὰ τὰ ἀγοράσωσιν, ὡς μᾶς λέγουσιν εἰς τὴν ἔκθεσίν των· τόσον συμφερώτερον λοιπὸν δι’ αὐτοὺς νὰ δοθῇ καιρὸς, καὶ παντάπασι δὲν βλάπτει ἡ προθεσμία τοῦ συναγωνισμοῦ τὴν ἑταιρίαν. Ἴσως ὅμως μοὶ παρατηρήσῃ τις, ὅτι δύω, τρία ἔτη ὑπῆρχε κοινοποιημένον τὸ τέλειον καὶ σοφὸν σχέδιον τοῦ κ. Σωβὰζ, ἐκυκλοφόρει εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ὅστις ἤθελε νὰ λάβῃ μέρος, ἠδύνατο νὰ παρουσιασθῇ ἂν εὕρισκε συμφέρουσαν αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν· ἀλλὰ μόνον ὁ Μομφεριέρος ἐπαρουσιάσθη. Ἀπαντῶ, ὅτι τὸ ἔργον τοῦ Σωβὰζ εἶναι μὲν σεβαστὸν καὶ πολύτιμον, ἀλλὰ δὲν εἶναι πλῆρες, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν παρεῖχε στερεὸν ἔδαφος συναγωνισμοῦ, διότι παραλείπει τὰ δύω σπουδαιότερα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα πᾶς συναγωνιζόμενος ἔχει ἀνάγκην νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν· παραλείπει, λέγω, τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, τουτέστι τὸ τῆς παραγωγῆς καὶ τὸ τῆς ὑγειϊνῆς, διότι εἶναι ἀνάγκη οἱ συναγωνιζόμενοι νὰ γνωρίζωσι ποία εἶναι ἡ ποιότης τῆς γῆς, ποία ἡ θέσις, καὶ ποῖα τὰ πλεονεκτήματα, ὅπως κάμωσι τοὺς ὑπολογισμούς των. Λοιπὸν ἐπειδὴ τὸ ἔργον τοῦ κ. Σωβὰζ τὰ δύω ταῦτα ἀντικείμενα παντάπασι δὲν τὰ ἐφάπτει, ὅταν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὸν συναγωνισμὸν, θεωρῶ ἐπάναγκες νὰ συστήσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὥστε νὰ συνοδεύσῃ τὸ ἔργον αὐτὸ καὶ μὲ ἔκθεσιν γαιοπονικὴν τῆς παραγωγῆς καὶ ὑγιεινῆς, ὅπως ἀποτελεσθῇ ἓν ἔργον τελειότερον, καὶ τότε νὰ κοινοποιήσῃ τοῦτο πανταχοῦ διὰ τῶν ὀργάνων της· τότε οἱ συναγωνισθησόμενοι ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅλα τὰ ζητήματα εἶναι ἐντελῶς εἰς πλήρη γνῶσιν τοῦ πράγματος, καὶ δύνανται κάλλιον καὶ ἀσφαλέστερον νὰ συναγωνισθῶσιν, ἄλλως προβλέπω ὅτι δὲν θέλωμεν ἔχει τὸ προσδοκώμενον ἐκ τοῦ συναγωνισμοῦ ἀποτέλεσμα. Δὲν μὲ ἀποθαῤῥύνουσι δὲ παντάπασιν αἱ παραστάσεις τινῶν, ὅτι ἂν παραδεχθῶμεν τὸ μέτρον τοῦ συναγωνισμοῦ, ὁ παρουσιασθεὶς ἐργολάβος νὰ παραιτηθῇ, θὰ φύγῃ καὶ δὲν ἔχομεν πλέον ἄλλην ἑταιρίαν. Δὲν ἀπελπίζομαι, κύριοι· ἂν ἔχῃ ὠφέλειαν τὸ ἔργον, θὰ παρουσιασθῶσι πολλοὶ, ἄλλως καὶ εἰς τὸν παρουσιασθέντα ἂν τὸ παραχωρήσωμεν, θέλει τὸ ἐγκαταλείψει ἂν δὲν εὕρῃ μεγάλα συμφέροντα· ἀλλὰ καὶ ἂν δὲν εὕρωμεν ἐργολάβον ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ χαθῇ δι’ ὀλίγον ἔτι καιρόν· θέλει ἀποταθῇ εἰς τὰ φιλότιμα τέκνα της διὰ νὰ ἐνεργήσῃ ἐν ἀνάγκῃ μόνη της ἓν τοιοῦτον ἔργον, τὰ ὁποῖα δὲν θέλουσιν ἀνεχθῇ νὰ παρίσταται εἰς τοὺς ξένους ὡς ἐπαίτης καὶ θέλουσι διαψεύσει τοὺς αἰσχροὺς κερδοσκόπους συκοφαντοῦντας αὐτὴν ὡς χρεωκοπημένην. Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι κανεὶς ἐξ ὑμῶν καὶ ἐξ ὅλων τῶν Ἑλλήνων συνενεγκόντων ἀείποτε διὰ τὴν Πατρίδα νὰ δυσανασχετήσῃ ἢ νὰ ἀρνηθῇ ὅτι, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἡ τιμὴ τῆς Ἑλλάδος ὑπαγορεύει νὰ συνεισφέρωμεν ἐξαιρετικὸν φόρον ἓν τοῖς ἑκατὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου ἀφεύκτως θέλομεν ἔχει ἐτησίως πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου, ὅπως ἐνεργήσωμεν κατὰ πρῶτον τὴν διάτρησιν τοῦ Πτώου ὄρους, ἥτις θέλει ἀποξηράνει ἀμέσως ἐννενήκοντα χιλιάδας στρεμμάτων γῆς ἀρίστης ποιότητος; πρὸς ἐκτέλεσιν δὲ τοῦ ἔργου τούτου ἔχομεν ἀρίστους μηχανικούς· ἡ δαπάνη δὲν θέλει εἶσθαι πλέον τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου καὶ ἑπτακοσίων χιλιάδων δραχμῶν, κατὰ τοὺς προϋπολογισμοὺς τῶν μηχανικῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἰδίου Σωβὰζ, διὰ δὲ τῶν εἰσοδημάτων τῆς ἀποξηρανθησομένης ζώνης θέλομεν ἔχει ἀφθόνως τὰ μέσα πρὸς ἐξακολούθησιν καὶ τῶν λοιπῶν ἀναγκαίων πρὸς ἐντελῆ ἀποξήρανσιν ὁλοκλήρου τῆς λίμνης, καὶ οὕτω πραγματοποιεῖται ἡ ὑποστηριχθεῖσα ἀπὸ τοὺς ἐπιστήμονας ἰδέα ἡ Κωπαῒς διὰ τῆς Κωπαΐδος· ν’ ἀπαγορευθῇ ὅμως θρησκευτικῶς ἡ χρῆσις τοῦ φόρου τούτου εἰς πᾶσαν ἄλλην ὑπηρεσίαν ἕως οὗ φέρωμεν εἰς πέρας τὴν ἱερὰν ταύτην πρᾶξιν. Δὲν πρέπει λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἀπελπιζώμεθα καὶ νὰ καταβιβάζωμεν τοσοῦτον τὴν πατρίδα, ὅτι ἓν ἑκατομμύριον ἑπτακοσίων χιλιάδων δραχμῶν δὲν δύναται νὰ καταβάλῃ διὰ νὰ ἐνεργήσῃ αὐτὸ τὸ ἔργον, ἀδικοῦμεν αὐτὴν, ἀδικοῦμεν ἡμᾶς αὐτούς. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ κυρίου Μπονὲρ, ἡ Ἑλλὰς ἀποξενοῦται τῆς Κωπαΐδος χώρας διὰ παντὸς κατὰ τὸ ἥμισυ σχεδὸν, ἐπὶ δεκαετίαν δὲ ὁλόκληρον ἀφ’ ὅλην τὴν Κωπαΐδα δὲν θέλει λάβει τίποτε· ὅθεν δὲν βλέπω τὶ κακὸν παθαίνει ἡ Πατρὶς, ἂν παραδεχθῶμεν νὰ καταβάλλωμεν οἱ Ἕλληνες αὐτὴν τὴν μικρὰν δαπάνην βέβαιοι ὄντες, ὅτι ἀμέσως τὰ πρῶτα ἔτη θέλει δώσει μείζονα πρόσοδον, καὶ ἄφευκτα θέλει ἔλθει καιρὸς, καθ’ ὃν αἱ πρόσοδοι τῆς Κωπαΐδος θέλουσι φέρει ἐν γένει τὴν ἐλάττωσιν τῶν φόρων μας· τοιοῦτος θησαυρὸς ὑπῆρξεν ἡ γῆ τῆς Κωπαΐδος καὶ εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους κατὰ τὴν ἱστορίαν· ὥστε ἐὰν δαπανήσῃ ἡ πατρὶς ἐξ ἰδίων της αὐτὴν τὴν εὐτελῆ ποσότητα κατ’ ἀρχὰς, διὰ νὰ κάμῃ τὸ ἔργον μόνη, θέλει ἔχει μόνη καὶ ὠφελείας ἀνυπολογίστους.
§11ΤΣΟΚΡΗΣ. Καὶ ποῖος θὰ τὴν καλλιεργήσῃ;
§12ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ἀπαντῶν εἰς τὸν Κύριον Τσώκρην λέγω, ὅτι μόνον ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν μας ἔχομεν ἑκατὸν οἰκογενείας νὰ εὐεργετήσωμεν. Γνωρίζετε, Κύριε Τσώκρη, τὰς λίμνας, καὶ εἰς ποίαν κατάστασιν ζῶσιν αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι· ἀγνοεῖτε, φαίνεται, ὅτι οἱ πλεῖστοι κάτοικοι τοῦ χωρίου τούτου μεταφέρουν εἰς τὴν ῥάχην των τὸ χῶμα διὰ νὰ σχηματίσωσι μικρὰ λεγόμενα πεζούλια, ὅπως σπείρωσιν ὀλίγας χούφτας κριθὴν, καὶ φυτεύσωσιν ὀλίγας ῥίζας καπνόν; προθύμως θέλουσιν ἀποκατασταθῆ, ἐὰν εἰς ἕνα ἕκαστον παραχωρήσωμεν ὡς ἰδιοκτησίαν ἑκατὸν ἢ πεντήκοντα στρέμματα γῆς· θέλομεν τῷ ὄντι εὐεργετήσει καὶ ἀποκαταστήσει αὐτοὺς, καὶ ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι τοῦ Κράτους ἔχουσι τοιούτους ἀκτήμονας κατοίκους, τοὐλάχιστον μικρὸν ἀριθμὸν· ἐπικαλοῦμαι, Κύριοι Βουλευταὶ, ὑμᾶς αὐτοὺς μάρτυρας. Δύναται δὲ καὶ ἐκ τοῦ ἐξωτερικοῦ νὰ ἐφελκύσωμεν οἰκογενείας, ὅταν τὰς προικίσωμεν δωρεὰν μὲ ἀνάλογον γῆν. Δότε μοι, Κύριοι, τὴν Κωπαΐδα ἀπεξηραμμένην, καὶ σᾶς ὑπόσχομαι μείζονα τῶν ὅσα σᾶς ἐξέθεσα. Τέλος πάντων, Κύριοι, ἔχω ἀκράδαντον πεποίθησιν, ὅτι ἂν εἰς τὸν συναγωνισμὸν δὲν παρουσιασθῇ οὐδεμία ἑταιρία ν’ ἀναλάβῃ τὸ ἔργον (ὅπερ δὲν πιστεύω), ἡ Ἑλλὰς μόνη θέλει δυνηθῆ νὰ ἐκτελέσῃ αὐτό. Μάθετε, Κύριοι, ὅτι ξένοι δὲν ἔρχονται εἰς ξένον τόπον νὰ ἐνταφιάσωσι τὰ κεφάλαιά των, χωρὶς νὰ ἦναι βέβαιοι ὅπως ὁ Κύριος Μομφεριέρος, ὅτι θέλουσι πολλαπλασιάσει αὐτὰ ἐν βραχεῖ διαστήματι. Προσπάθεια μεγίστη δεικνύεται, ὅπως μὴ βραδύνῃ τὸ ἔργον, κατ’ ἐμὲ ὅσον βραδύνει τόσον ἀποβαίνει πρὸς ὄφελος τῆς Ἑλλάδος, διότι τοσοῦτον περισσότερον στερεοῦται ἡ ἰδέα εἰς τὴν Εὐρώπην, ὅτι παρ’ ἡμῖν ἐπαγιώθη ἡ τάξις καὶ ἡ ἡσυχία, καὶ τόσον περισσότερον θέλει ἐφελκύσει συναγωνιστὰς· ἄλλως ὕστερον ἀπὸ τόσους αἰῶνας ἂν μείνῃ εἰσέτι ἐπ’ ὀλίγον χρόνον ἡ Κωπαΐς, ἡ Ἑλλὰς δὲν θὰ καταποντισθῇ, καὶ οὔτε ἡ ἰδέα αὕτη εἶναι ἰσχυρὰ νὰ μᾶς ἀποτρέψῃ ἀπὸ τὸ μέτρον τὸ ὁποῖον προεξέθεσα, καὶ τὸ ὁποῖον ἀσφαλίζει καὶ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, καὶ τὰ συμφέροντα τῆς Πατρίδος. Πρὸς χάριν τινῶν, προσθέτω ὅτι, καὶ ἂν δὲν δυνηθῶμεν νὰ καλλιεργήσωμεν τὴν Κωπαΐδα, ἀλλὰ μόνον ἀποξηράνωμεν αὐτὴν, οὐχ ἧττον θέλομεν ἔχει πλείστας ὠφελείας, διότι θὰ βελτιώσωμεν τὸν τόπον κατὰ τὴν ὑγείαν, καὶ θὰ διαθέσωμεν αὐτὸν τοὐλάχιστον εἰς κτηνοτροφίαν. Διὰ τοὺς λόγους τούτους θεωρῶ, Κύριοι, ἀπολύτως ἀναγκαῖον διὰ νὰ βαδίσωμεν χωρὶς νὰ παραβλάψωμεν τὰ μεγάλα συμφέροντα τοῦ δημοσίου, διατηροῦντες συνάμα τὴν ὑψηλὴν θέσιν τοῦ ἔθνους, καὶ τὴν τιμὴν αὐτοῦ, νὰ παραδεχθῶμεν διὰ νόμου τὸν συναγωνισμὸν μὲ ὅρους μόνον ἀξιοπρεπεῖς καὶ ὠφελίμους τῇ Πατρίδι. Ἀποκρούω, Κύριοι, τὸν ὅρον τοῦ δανείου, δὲν πρέπει παντάπασι νὰ θέσωμεν εἰς τὸν συναγωνισμὸν τοιοῦτον· τοῦτο εἶναι ἐξευτελεστικὸν, εἶναι ταπεινωτικὸν διὰ τὴν Πατρίδα εἶναι ἀφόρητον διὰ τὴν τιμὴν τοῦ ἔθνους· μὲ τὴν μίαν χεῖρα νὰ παραχωρῶμεν τὴν Κωπαΐδα, τὴν δὲ ἑτέραν τείνοντες, δίκην ἐπαίτου, νὰ ζητῶμεν δάνειον διὰ νὰ συντηρηθῶμεν ὀλίγας ἡμέρας. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι, ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ Πατρὶς εὑρίσκεται εἰς οἰκονομικὰς ἀνάγκας, ἀλλ’ ἡ τιμή της, καὶ τὰ συμφέροντά της δὲν ἐπιτρέπουσι δι’ εὐτελὲς ποσὸν νὰ θυσιάσωμεν ἀμφότερα, διότι μὲ τὴν πρότασιν τοῦ δανείου τόσον ἀσημάντου ἀφ’ ἑνὸς ἐξευτελίζεται τὸ ἔθνος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ φέρει προσκόμματα καὶ δυσχερείας εἰς τὸν συναγωνισμὸν, καθότι οἱ ἐμφανισθησόμενοι, ἐκτὸς τῶν δαπανῶν θέλουσιν ἔχει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ζήτησιν τοῦ δανείου, καὶ καθεὶς ἠμπορεῖ νὰ μὴν εὐκολύνεται νὰ δώσῃ καὶ δάνεια. Ἐκτὸς δὲ τούτου, ὅταν ὁ εἷς τῶν συναλλαττομένων δεικνύῃ, ὅτι εἶναι πνιγμένος ἀπὸ τὰς ἀνάγκας, ποτὲ δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ ὑπὲρ αὑτοῦ ὅρους ὠφελίμους, ἀλλ’ ἐξ ἐναντίας ὁ ἕτερος θέλει ἐπωφεληθῆ ἀπλήστως ἀπὸ τὴν τοιαύτην στενοχωρημένην θέσιν τοῦ πρώτου. Διὰ τοῦτο φρονῶ καὶ προτείνω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψῃ ὁ ὅρος τοῦ δανείου, νὰ ἐκλείψῃ δὲ καὶ τὸ ὄνομα Μομφεριὲρ καὶ Μπονὲρ ἀπὸ τὴν διακήρυξιν τοῦ συναγωνισμοῦ. Δὲν συμφέρει παντελῶς νὰ τεθῇ εἰς τὴν διακήρυξιν ὄνομα ὁποιουδήποτε, καθότι τοῦτο εἶναι ἀρκετὸν νὰ ματαιώσῃ ἐντελῶς αὐτὸν, ὁ λόγος εἶναι προφανής. Ἕκαστος ἐπιθυμῶν νὰ συναγωνισθῇ ὁδηγεῖται ἀπὸ τὸ συμφέρον του νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν Κ. Μπονὲρ, ἢ ὁποιονδήποτε ἄλλον ἀναφερόμενον εἰς τὴν διακήρυξιν διὰ νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν ἐπιχείρησιν ἢ νὰ ἀργυρολογήσῃ ἁδρὰ, καί ν’ ἀποσυρθῇ, ὥστε δὲν συμφέρει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ ἦναι γνωστὸς κανεὶς ἐργολάβος, καὶ ἐκεῖνοι οἱ συναγωνισμοὶ ἐπιτυγχάνουσιν εἰς ὅσους αἱ προσφοραὶ γίνονται μυστικαὶ, καὶ τοῦτο ἐννοεῖ μία περικοπὴ τοῦ χθὲς ἀναγνωσθέντος τηλεγραφήματος· καὶ διὰ τοῦτο ὁ Κύριος Μπονὲρ καλῶς ἐννοῶν τὸ συμφέρον του, θέλει ν’ ἀποφύγῃ τὸν συναγωνισμόν· ἀλλὰ καὶ ἡμεῖς ἐννοοῦντες καλλίτερα τὸ ἰδικόν μας δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπ’ αὐτοῦ. Περαίνων ὅθεν τὸν λόγον μου, Κύριοι Βουλευταὶ, καταβαίνω τοῦ βήματος ἐπαναπαυμένος, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου· δὲν ἔχω τὴν ἀξίωσιν, ὅτι εἶμαι ἀλάνθαστος, τὰ πράγματα ὅμως οὕτω πῶς παρίστανται, καὶ οὐκ ἔστιν ἄλλως γενέσθαι· τὸ καθῆκον μοὶ ἐπέβαλε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ φέρω τὸν λόγον σύμφωνα μὲ τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ πιστεύω ὅτι κανεὶς δὲν θέλει μὲ κατακρίνει, ὅτι ἐμπνεόμενος ἀπὸ ἄλλην τινὰ ἰδέαν ἀποκρούω τὴν ὑποβληθεῖσαν σύμβασιν, εἰμὴ ἀπὸ τὸ συμφέρον καὶ τὴν τιμὴν τῆς Πατρίδος· αὐτὰ τὰ δύω καὶ μόνα ὑπῆρξαν τὰ ἐλατήρια τῶν σκέψεων καὶ πεποιθήσεών μου. Δι’ ὃ καὶ καταπαύων τὸν λόγον μου σᾶς συνιστῶ καὶ πάλιν τὸν συναγωνισμὸν, διότι αὐτὸς καὶ μόνος φέρει τὰ πράγματα εἰς τὴν ἀληθῆ ἀξίαν των, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι καὶ ὑμεῖς ἐμφορούμενοι ἀπὸ τὰ αὐτὰ αἰσθήματα θέλετε παραδεχθῆ αὐτόν· (ἐπιδοκιμασία.)
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κουμουνδουράκης.
§14ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν θὰ σᾶς ἐπασχολήσω πολὺ, διότι δὲν ἠμπορῶ, θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὲ ἀφήσητε νὰ σᾶς ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία, ὅτι δύνασθε ἐλευθέρως νὰ ἐκφράσετε τὰς ἰδέας σας.
§16ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Δύω ἀντικείμενα παρουσιάζονται τὸ τῆς Κωπαΐδος καὶ τοῦ Λαυρίου, ἔργα παραγωγικὰ, διὰ τὰ ὁποῖα προσεκλήθη ἡ ἔκτακτος τῆς Βουλῆς Σύνοδος, προετάχθη δὲ τὸ τῆς Κωπαΐδος. Τί ἐστί, κύριοι, Κωπαΐς; Ἡ Κωπαΐς σήμερον δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, εἰμὴ μόνον ἐκτεταμένη πεδιὰς τῆς Βοιωτίας σκεπασμένη ἀπὸ ὕδατα. Ἔρχεται ἑταιρία καὶ σᾶς λέγει δώσατέ μοι τὴν Κωπαΐδα· αὐτὴν τὴν λίμνην νὰ τὴν διευθύνω ἐπὶ 99 ἔτη· χαρίσατέ μοι ἐξ αὐτῆς 80 χιλιάδας στρεμμάτων ἔκτασιν ἐπιφανείας ὕδατος καὶ ἐγὼ θὰ σᾶς δώσω ἀντὶ τούτου ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον εἰσόδημα ἐτήσιον· θὰ εἰσαγάγω τὴν βιομηχανίαν τῆς γεωργίας καθ’ ὅλον τὸ Κράτος.
§17ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐγγείου φόρου;
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Μὲ ἠρώτησεν ὁ Κ. Σπυρόπουλος ἂν τὸ ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον ᾖναι ἀπὸ τὸν ἔγγειον φόρον καὶ θέλω τῷ ἀποδείξει ὅτι θὰ ἔχωμεν δύω ἑκατομμύρια. Σᾶς λέγει λοιπὸν ἡ ἑταιρία ἐπιτρέψατέ μοι τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας ἐπὶ 99 ἔτη καὶ χαρίσατέ μοι 80 χιλιάδας στρεμμάτων ἔκτασιν ἐξ αὐτῆς τῆς λίμνης καὶ θὰ σᾶς εἰσαγάγω τὴν βιομηχανίαν τῆς γεωργίας δι’ ἐξόδων μου καθ’ ὅλον τὸ κράτος· σᾶς ὑπόσχομαι νὰ μεταβάλω τὴν λίμνην εἰς γόνιμον καὶ καρποφόρον γῆν, νὰ τὴν καταστήσω ἀπὸ νοσῶδες μέρος, μέρος προσιτὸν, κοσμούμενον ἀπὸ βιομηχανικὰ καταστήματα, ἀπὸ οἰκοδομὰς καὶ δέκα πέντε χιλιάδας κατοίκων. Ὑπόσχομαι, κύριοι, λέγει, ν’ ἀπαλλάξω τὸ Κράτος ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς εἰσαγωγῆς 750,000, κοιλῶν σίτου κατ’ ἔτος, ὡς δεικνύει ἡ ἐμπορικὴ κατάστασις τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐμπορίου τοῦ 1863. Σᾶς ὑπόσχομαι, κύριοι, νὰ συντελέσω πρὸς βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν ἐν τῇ Βοιωτίᾳ κατοικούντων, εὐκολύνων τούτους ἀπὸ τὰ ἀπαιτούμενα κεφάλαια πρὸς γονιμοποίησιν τῶν ἰδιωτικῶν αὐτῶν γαιῶν. Σᾶς ὑπόσχομαι τὴν βελτίωσιν τῆς γεωργίας, ἥτις ἔσεται ὁ ταμίας τῆς ναυτιλίας μας. Σᾶς ὑπόσχομαι τὴν εἰσαγωγὴν τῆς τάξεως παντοῦ.
§19ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν ἔρχονται νὰ μᾶς κυβερνήσωσιν αὐτοί; (θόρυβος.)
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ὁ Κ. Σακελλαριάδης δὲν ἐννόησε τί εἶπον καὶ τὸν δικαιόνω· ἐννόησα εἰσαγωγὴν τῆς τάξεως, διότι τότε εἰσάγεται ἡ τάξις εἰς ἕν κράτος, ὅταν κυκλοφοροῦν κεφάλαια χρηματικὰ, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάπτυξις τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς βιομηχανίας, ὅταν ἡ γεωργία προοδεύῃ, ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἐργάζωνται καὶ δὲν τρέχουν ἔνθεν κακεῖσε ζητοῦντες καὶ μὴ εὑρίσκοντες πόρους τῆς ζωῆς των. Αὐτὴ εἶναι ἡ εἰσαγωγὴ τῆς τάξεως, τὴν ὁποίαν ἐννόησα καὶ ὄχι ὅτι θὰ μᾶς διοικήσωσιν. Ἀπεναντίας, Κύριοι, τί σᾶς εἶπον οἱ προλαλήσαντες καὶ ἀντικρούσαντες τὴν παράδοσιν τῆς Κωπαΐδος εἰς χεῖρας εὐρωπαίων; Εἷς ἐκ τούτων, τὸν ὁποῖον τιμῶ, ὅστις καὶ ὑπουργικὰς ἕδρας καθιῖζεν, ἔρχεται καὶ σᾶς λέγει, προσέξατε καλὰ, μὴ παραχωρήσητε τὴν λίμνην εἰς ξένας χεῖρας, διότι ἐκ τῶν ἀναφερομένων ὑπὸ τῆς ἑταιρίας μεγάλων δαπανῶν, ἐξάγεται ὁ ἀνεκτίμητος θησαυρὸς, ὅστις εἶναι κεκρυμμένος ὑπὸ τὰ ὕδατα, καὶ τὸν ὁποῖον αὕτη ἔρχεται νὰ μᾶς ἀναρπάσῃ μὲ τὰ κεφάλαιά της· προσέξατε μὴ σπεύσητε διότι, ὡς παρουσιάσθη αὐτὴ ἡ ἑταιρία, οὕτως ἐνδέχεται νὰ παρουσιασθῇ μετὰ 6 μῆνας, ἓν ἔτος ἢ καὶ 15 ἔτη, ἄλλη ἑταιρία, ἥτις νὰ μᾶς δώσῃ περισσότερα. Καὶ ὅταν παρουσιασθῇ κατόπιν ἄλλη ἑταιρία καὶ μᾶς δώσῃ ἐπωφελεστέρους ὅρους διατί νὰ μὴ ἀναμένωμεν ἑτέραν, ἥτις πάλιν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς προσφέρῃ κέρδη περισσότερα; ἂς παρατείνωμεν λοιπὸν, λέγουσι, τὸν καιρὸν καὶ τότε ἂς θέσωμεν εἰς συναγωνισμὸν τὸ ἔργον. Αὐτὴ εἶναι μία ἀρχὴ ὑποχρεωτικὴ καὶ καταστρεπτικὴ καὶ ἐξηγοῦμαι· τί σᾶς ἐσύστησεν ὁ προλαλήσας; Ἰδοὺ λέγει μίαν τρύπαν θὰ ἀνοίξωμεν εἰς τὸ Πτῷον ὄρος, ὡς ἂν ἦτο πηλὸς, τῆς ὁποίας ἡ δαπάνη δὲν θὰ ὑπερβῇ τὰ δύω ἑκατομμύρια· θὰ διοχετευθῶσιν ἅπαντα τὰ ὕδατα τῆς λίμνης εἰς τὴν θάλασσαν· καὶ τὸ Κωπαϊκὸν πεδίον, ἰδοὺ τότε παρουσιάζει εἰς ἡμᾶς ἅπαντα τὰ προαναφερθέντα κεκαλυμμένα πλοῦτη, τὰ ὁποῖα μένουν τότε εἰς τὴν ἐξουσίαν μας. Καὶ ἕτερος, κύριοι, τί σᾶς εἶπεν, ὁ ὁποῖος παντοῦ ἐμπερδεύεται καὶ μηχανικῶς τὰ πράγματα τὰ ἐξετάζει καὶ διοικητικῶς καὶ οἰκονομικῶς καὶ πάντοτε τ’ ἀποκρούει καὶ πάντοτε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἵσταται καὶ πάντοτε ἀνθίσταται καὶ πρὸ πάντων ὁσάκις πρόκειται νὰ παρουσιασθῇ ὑπόθεσις προοδευτικὴ τοῦ ἐνεστῶτος, ἥτις ὅμως δὲν ἠδύνατο νὰ πραγματοποιηθῇ ἀπὸ τὸ λατρευόμενον σύστημα τοῦ παρελθόντος. Τί σημαίνει τοῦτο; δὲν ἐννοῶ. Τὸ νὰ παρίσταταί τις πάντοτε ἀντιπολιτευόμενος τὸ νὰ ἐπιφέρῃ δυσκολίας εἰς τὴν πρόοδον, τὸ νὰ μὴ ἔχῃ πεποίθησιν τοὐλάχιστον ἐπὶ τῶν μηχανικῶν ἔργων καὶ νὰ προσπαθῇ νὰ σᾶς πείσῃ μὲ τόσον ζῆλον, συσταινόμενος ὡς θιασώτης καὶ ὑπερασπιστὴς τῆς πατρίδος καὶ νὰ σᾶς λέγῃ νὰ μὴ παραδώσητε τὴν Κωπαΐδα, διότι τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ καταβάλλῃ ἡ ἑταιρία θὰ τὰ λάβῃ ἀμέσως ἐν διαστήματι 10 χρόνων καὶ ὄχι μόνον τὰ κεφάλαια, ἀλλὰ καὶ κέρδη μεγάλα προσδοκᾷ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ καὶ τὰ εἰσοδήματα ἑκατονταετηρίδος θὰ ἀπολαμβάνῃ, καὶ ἡμεῖς θὰ ἤμεθα θεαταὶ ἄνευ τινὸς ἀπολαυῆς. Μᾶς ἐξήγησε καὶ μάλιστα μᾶς ἔφερε τὸν περίφημον Σωβὰζ ὡς παράδειγμα καὶ δὲν ἠξεύρω πῶς τὸν ἐξέτασε ὑπολογίζων καὶ τὴν τιμὴν τοῦ κυβικοῦ μέτρου, ἀλλ’ ὁ Κ. Δημητριάδης καὶ πολλοὶ ἄλλοι δὲν δύνανται νὰ ὁρίσωσι τὴν τιμὴν τοῦ κυβικοῦ μέτρου· ἠξεύρετε πῶς προϋπολογίζεται ἡ τιμὴ αὐτοῦ; (ψιθυρισμός). Μάλιστα τὸ λέγω νὰ τὸ μάθετε. Ἡ τιμὴ τοῦ κυβικοῦ μέτρου δὲν εἶναι παντοῦ ἡ αὐτὴ· εἶναι διάφορος ἐξαρτωμένη ἀπὸ τὰ ἀκόλουθα· εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ ἐν γένει εἰς τὴν φύσιν, τουτέστιν, ὅπου ἡ φύσις τῆς γῆς μεταβάλλεται καὶ ἡ τιμὴ δὲν εἶναι ἡ αὐτὴ· ὅπου ὑπάρχει δυσκολία εὑρέσεως χειρῶν, ὅπου παρουσιάζονται μεγαλείτεραι δυσκολίαι τῆς ἐργασίας καὶ ἡ τιμὴ εἶναι ἀνωτέρα. Ἡ τιμὴ τοῦ κυβικοῦ μέτρου ὑπολογίζεται ὑπὸ τοῦ Σωβὰζ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἔργων ἐν τῇ Γαλλίᾳ, τῶν ἡμερομισθίων τοῦ 1846, καὶ αὐτὴν τὴν βάσιν τῶν ἡμερομισθίων προϋπολογίζων, παρουσιάζει τὴν τιμὴν τοῦ κυβικοῦ μέτρου· δὲν ἠμπορεῖ τις νὰ ἀποκρούσῃ οὔτε τὴν ἀπόφασιν, οὔτε τὴν κρίσιν τοῦ Συβὰζ, ἀφ’ ἧς ἀναχωρεῖ. Ὅλαι αἱ μετὰ ταῦτα γενόμεναι ἐργασίαι ἀναχωροῦσιν ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Σωβὰζ, καὶ ἡ ἑταιρία αὐτὴ, προϋπολογίζουσα καὶ τὰ πρὸς γεωργίαν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ ἔργου ἔξοδά της, δὲν ἠμπορεῖ σήμερον νὰ ἔχει εἰς αὐτὰ πραγματικὴν ἀκρίβειαν, οὔτε ἡ γνώμη τῶν ἀξιοτίμων μηχανικῶν, οἵτινες κατέγειναν καὶ ἐξέθεσαν τὰ περὶ τῆς ἀποξηράνσεως. Τὸ ἔργον, κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται, εἶναι πραγματικῶς μία λίμνη ἐκτεταμένη, ἓν νοσῶδες μέρος καὶ ἀπρόσιτον, τὸ ὁποῖον οὐδένα καρπὸν φέρει παρὰ τὴν βλάβην τῆς ὑγείας καὶ τὴν κάλυψιν πολλῶν προσοδοφόρων γαιῶν. Τὴν λίμνην αὐτὴν παραχωροῦντες εἰς τὴν ἑταιρίαν ὑπολογίζομεν τὴν πρόσοδον τοῦ ἔθνους, τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος· εἰς μὲν τὴν παροῦσαν γενεὰν ὡς προεῖπον, ἡ πρόσοδος ἀναβιβάζεται εἰς ἐτήσιον εἰσόδημα 3,000,000 εἰς δὲ τὴν μέλλουσαν πλείονα τῶν 15 ἑκατ. Οὕτω πρέπει νὰ σκέπτηται πᾶς βουλευτὴς, ὅστις δὲν εἶναι προωρισμένος νὰ ἐργάζηται καὶ νὰ νομοθετῇ περιοριζόμενος εἰς τὴν παροῦσαν μόνον ἐθνικὴν κατάστασίν μας· πρέπει νὰ πράξῃ πᾶν ὅ,τι δύναται πρὸς βελτίωσιν τῆς παραγωγῆς, διότι ἡ βελτίωσις τοῦ τόπου ἔγκειται εἰς τὴν βελτίωσιν τῶν μέσων τῆς παραγωγῆς. Μία τῶν αἰτίων τῆς ἐπαναστάσεως εἶναι ἡ ἔλλειψις τῆς παραγωγῆς· ὅλαι αἱ κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος περιεπλέχθησαν εἰς τὰς ἀνάγκας καὶ κἀμμία κυβέρνησις δὲν θὰ δυνηθῇ νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, ἐὰν δὲν ὑπάρξωσι μέσα παραγωγικά. Ἡ μεγίστη λοιπὸν ἀνάγκη μας εἶναι νὰ φροντίσωμεν διὰ τὰ παραγωγικὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δὲν ἐξετελέσαμεν εἰς τὸ παρελθόν· ὄχι, διότι δὲν εἴχαμεν ἱκανοὺς ἀνθρώπους εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ, διότι τοιαύτη ἦτο ἡ πολιτικὴ τότε καὶ ἐναυαγοῦσε πᾶν ἔργον τοιαύτης φύσεως· σήμερον ὅμως εὐτυχῶς ἐξέλιπεν ἡ πολιτικὴ ἐκείνη. Θὰ προβῶ ἀμέσως, κύριοι, εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ πράγματος· τί ἐστὶν ἡ Κωπαῒς λίμνη; ἡ λίμνη συνίσταται ἐκ 240,000 στρεμμάτων ἐπιφανείας ὕδατος κατὰ τὴν καταμέτρησιν τὴν ἀληθῆ τοῦ Κ. Σωβάζ· διότι οὐδεὶς ἄλλος κατεμέτρησεν αὐτὴν καὶ ὅστις ἔπραξε τοῦτο πρέπει νὰ παρουσιάσῃ τὰ σχέδια, τὰ ἔξοδα, τὸν χρόνον καὶ τὴν φυσικὴν κατάστασιν τῆς γῆς, ἐφ’ ἧς θὰ λάβῃ χώραν ἡ διάτρησις, διότι ὁ Κ. Σωβὰζ τοῦ ὁποίου τὰ σχέδια καὶ τὰς ἐκθέσεις ἔχομεν ἀνὰ χεῖρας καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα φωτιζόμενοι προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἐπιστημονικοῦ ζητήματος αὐτοῦ, παρετήρητε τὴν φύσιν τοῦ ὄρους ἐκείνου, τὴν ποιότητα τῆς φύσεως αὐτοῦ, πόσος ὁ χρόνος καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἐργατῶν, τὸ ποσὸν τῶν μηχανῶν καὶ τὸ πολυδάπανον αὐτῶν, καὶ μόνη διαφορὰ ὑπάρχει ὡς πρὸς τὸν ὑπολογισμὸν τοῦ ἡμερομισθίου, ἐφ’ ἧς εὑρίσκομεν διαφωνίαν εἰς τοὺς προϋπολογισμοὺς αὐτοῦ, καὶ διότι τὸ ἔργον τοῦτο θὰ λάβῃ χώραν ἐν Ἑλλάδι καὶ οὐχὶ ἐν Εὐρώπῃ ὅπου αἱ μηχαναὶ καὶ χεῖρες εἰσὶν εἰδικαὶ, εὔκολοι καὶ ἄφθονοι. Μίαν τρύπαν μᾶς λέγουν θὰ κάμωμεν, καὶ θὰ ἐξοδεύσωμεν ἓν ἑκατομμύριον καὶ τόσας χιλιάδας· πρῶτον πρέπει νὰ σκεφθῶμεν πολὺ σπουδαίως περὶ τῶν χαραδρῶν, διότι ἀπὸ τὰς χαράδρας ἐκείνας συνίσταται ἡ ἐκκένωσις τῆς λίμνης. Ἡ πρὸς τὰ ἄναντα χάραδρα πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ αὐτὸ βάθος τοῦ πυθμένος τῆς λίμνης, διότι, ἐὰν τὸ βάθος αὐτῆς δὲν ᾖναι μέχρι τοῦ πυθμένος, τότε τί κάμνομεν; τίποτε, διότι κατ’ ἀνάγκην, θὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ἀνασκαφὴν ἀπὸ τῆς λίμνης μέχρι τῆς Λαρύμνης· καὶ τότε τίς ἔσεται τῶν ἐξόδων ὁ προϋπολογισμός; Διῄρεσαν οἱ μηχανικοὶ τὴν διάτρησιν τοῦ ὄρους οὕτω· Χρειάζονται δύο χαράδραι, μία πρὸς τὰ ἄναντα καὶ ἑτέρα πρὸς τὰ κάταντα· μία σύριγξ ἐντὸς τοῦ βράχου, τοὐτέστι, ἄνωθι τοῦ ὄρους θὰ ἀνοιχθῶσι φρέατα ὅπως κατασκευασθῇ ἡ σύριγξ, ἥτις καὶ δαπάνας μεγάλας παρέχει καὶ χεῖρας ἐπιτηδείας καὶ μεγαλομίσθους ἀπαιτεῖ. Ἔχομεν νὰ κάμωμεν τὴν διώρυγα τῆς Λαρύμνης δι’ ἧς θὰ γείνῃ ἡ διοχέτευσις ὅλων τῶν ὑδάτων, εἰς τὸν λιμένα Λαρύμνης. Ἐκτὸς λοιπὸν τοῦ προϋπολογισμοῦ τῶν μηχανικῶν ἔργων, θὰ κάμῃ καὶ ἀποζημιώσεις. Ὁ ἀξιότιμος Κ. Παπαγεωργίου ὑπολογίζει διὰ τὴν διώρυγα τῆς Λαρύμνης τὸ κυβικὸν μέτρον εἰς μίαν δραχμὴν, καὶ τότε πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τὸ ἡμερομίσθιον τοῦ ἐργάτου, εἰς δύο δραχμὰς καθ’ ἑκάστην, διότι πλείονα τῶν δύω κυβικῶν μέτρων δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐξαχθῶσι διὰ τῶν χειρῶν ἑνὸς ἐργάτου διακεκριμένου. Ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ τὸ ἡμερομίσθιον ὡς ὑπολογίζεται σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἄνω τῶν 3 δρ. ἴσως καὶ 4, φανερὸν, ὅτι ὁ Κ. Παπαγεωργίου κατεβίβασεν ἐδῶ τὴν πραγματικὴν δαπάνην σχεδὸν κατὰ τὸ ἥμισυ· ὥστε, ἐὰν προσθέσωμεν τὴν πραγματικότητα τῶν ἡμερομισθίων, καὶ τὸν ἀπαιτούμενον χρόνον, τὸν ὁποῖον ὁ Κ. Σωβὰζ προϋπελόγισε, θὰ εὕρωμεν βεβαίως τὴν δαπάνην ἀμφοτέρων ἴσην.
§21ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖτε, κύριοι, τὸ κυβικὸν μέτρον ἐπὶ τοῦ βράχου;
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ὄχι, φίλε μου, ἐννοῶ τὸ κυβικὸν μέτρον ὑπολογιζόμενον ἐπὶ τῆς πεδιάδος, διὰ τὴν ἐξαγωγὴν χώματος καὶ ὄχι βράχου· κατὰ τὸν Σωβὰζ, 370 μέτρα μήκους εἰς βράχον, ἀπαιτοῦσι τὴν δαπάνην 150,000 δραχ. Ἀναλογίσατε σεῖς τώρα καὶ εὕρετε τὴν τιμὴν τοῦ κυβικοῦ μέτρου ἐπὶ τοῦ βράχου, καὶ 1600 μέτρα μήκους σύριγκος ὑπογείως ἀναλογίζεται μὲ 1000 δραχ. ἕκαστον μέτρον, ἤτοι 1,600,000 δρ. Τώρα, κύριοι, ἅμα ἔγεινεν ἡ διάτρησις τοῦ ὄρους, νομίζετε ὅτι ἐτελειώσαμεν τὴν ἐργασίαν; ἐκ τῆς διατρήσεως τοῦ ὄρους θὰ χυθοῦν τὰ πολλὰ νερὰ τῆς Κωπαΐδος καὶ θὰ παρουσιασθοῦν 200 ἢ 300 ἄλλαι λίμναι, μία πολυνησία ὡς ἀναφέρει καὶ ὁ Κ. Παπαγεωργίου, καὶ πρέπει καὶ αὗται νὰ ἀποξηρανθοῦν, ἀπαιτεῖται δὲ ἐργασία ἐπίμονος ὄχι γνωστὴ ἐν Ἑλλάδι, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ κάμουν χεῖρες εἰδικαί· ἀπαιτεῖται νὰ γείνῃ ἡ μέση διώρυξ, καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τῆς Κωπαΐδος, ἥτις θὰ διέρχεται διὰ τοῦ πυθμένος. Ἑνοῦσα τὸ τέλμα μὲ τὴν διώρυγα τοῦ ὄρους Πτώου, καὶ ἐντὸς τῆς διώρυγος αὐτῆς πρέπει νὰ χυθοῦν ὅλα τὰ νερὰ τὰ ὑπόλοιπα. Θὰ γίνουν λοιπὸν ἄπειροι ἄλλαι διώρυγες πρὸς συγκέντρωσιν τῶν ὑδάτων εἰς τὴν γενικὴν διώρυγα, τῶν ὁποίων τὰ ἔξοδα δὲν ἠξεύρω ἂν καὶ αὐτὸς ὁ ἐνδιαφερόμενος τὰ ὑπελόγισε σωστά· δὲν θέλω νὰ φέρω ὑπέρογκον κρίσιν εἰς αὐτὰ, διότι δὲν ἐνδιαφέρομαι νὰ γείνῃ τὸ ἔργον πρὸς ζημίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐνδιαφέρομαι νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν καὶ κατόπιν μου ἴσως ἔλθουν ἱκανώτεροί μου νὰ σᾶς ἀναπτύξουν μαθηματικώτατα τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ, ἐνδέχεται νὰ σφάλλω, ἀλλὰ θὰ ζητήσω συγγνώμην, διότι ἐγὼ δὲν εἶμαι μαθηματικὸς, οὔτε ἐπιστήμων τακτικὸς, ἔχω ὅμως κἄποιάς τινας γνώσεις ὡς ἐκ τῶν μαθημάτων τὰ ὁποῖα ἔχω ἀκούσει καὶ ἐκ τῆς πείρας καὶ τῆς μελέτης, τὴν ὁποίαν ἔκαμα εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο.
§23ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς ἐξηγήσητε, ἂν ᾖναι δυνατὸν τὸ σχέδιον τὸ ὁποῖον εἴχατε κάμει.
§24ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ἀμέσως· ἐγὼ καταγινόμενος εἰς τοῦτο, νομίζετε, ὅτι θέλω νὰ σᾶς πείσω διὰ νὰ παραδεχθῆτε τὸν μέγαν ὄγκον τῶν ἐξόδων καὶ ἀσυζητητὶ νὰ ἐπικυρώσωμεν συμβάσεις; ἐγὼ ἐπιφέρω τὰς ἰδέας μου. Σᾶς λέγω, ὅτι ὑπέβαλα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν γνώμην μου καὶ μηχανικοὺς συνεβουλεύθην· ἐὰν ἐπρόκειτο μία διάτρησις ὄρους διαβατικὴ, καὶ μετὰ τὴν διάτρησιν αὐτὴν νὰ παρουσιασθοῦν πάραυτα τὰ ὠφελήματα, χωρὶς νὰ ἔχωμεν οὐδεμίαν ἀνάγκην οὔτε χειρῶν, οὔτε ἐξόδων, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἤθελον ἐπιτεθῆ κατὰ τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης, ἥτις ἤθελε προβῆ εἰς συμβάσεις μὲ εὐρωπαϊκὰς ἑταιρίας, καὶ νὰ μὴν ἐπιχειρήσῃ ἡ ἰδία δαπανῶσα ὅλα τὰ μέσα, συμβουλευομένη τοὺς μηχανικοὺς καὶ τοὺς πολίτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ τὴν συντρέξουν πρὸς περαίωσιν τοῦ ἔργου, ἥτις λέγω, ἔχουσα τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἔργα πάντοτε τίθενται εἰς ἐργολαβίαν, ὡς συμβαίνει καὶ ἐν Εὐρώπῃ, ἀποφεύγει ἐργασίας ἀπ’ εὐθείας ἀσχολούσας τὴν Ἑλλην. κυβέρνησιν· καὶ λέγω τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν, διότι αὕτη ἀναλόγως τῆς ἐθνικῆς μας καταστάσεως καὶ τῶν οἰκονομικῶν μας ἀναγκῶν δὲν πρέπει νὰ μιμῆται ὡς πρὸς τοῦτο τὰς κυβερνήσεις τῶν μεγάλων ἐθνῶν αἵτινες ἀσχολούμεναι εἰς τὰ τοιαῦτα, ἅτινα ὁ τόπος τοῖς παρέχει, χάνουν τὰ μέγιστα, ὅτε τούτων ἕνεκεν, ἐμποδίζουν ἐργασίας τὰς ὁποίας ἡ μεγάλη ἔκτασις, ἡ ἀκμὴ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς οἰκονομίας, ὁ μέγας πληθυσμὸς, αἱ ἐπιχειρήσεις ἀπαιτοῦσι, προτέλκουσαι τὰς μεγαλειτέρας ἐκείνων ἀσχολίας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα δὲν πρόκειται ἔργον διαβατικὸν, πρόκειται μεταβολὴ τοῦ ὕδατος εἰς γῆν, πληθὺς χειρῶν καὶ κεφαλαίων, γονιμοποίησις γαιῶν, ἅτινα δὲν εἶναι ἔργα κυβερνητικά· ἀληθῶς καὶ ἔκθεσιν ὑπέβαλον εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ὅτε προέδρευεν αὐτῆς ὁ ἀξιότιμος κύριος Δεληγιώργης περὶ ἐκκοπῆς τοῦ Ἰσθμοῦ τῆς Κορίνθου, γνωμοδοτῶν οἱ Ἕλληνες νὰ ἐνεργήσωσι τοῦτο, καὶ ἠξεύρετε διατί ἔκαμα τοῦτο; διότι ἔχομεν χεῖρας εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐργατικὰς πολλὰς καὶ ὅμως τὰς ἔχομεν εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ἐνῷ κατεδικάσθησαν ὑπὸ τῶν νόμων εἰς ἐκτέλεσιν τῆς ποινῆς των, ἡμεῖς ἀφίνομεν αὐτὰς σηπομένας εἰς τὰς φυλακὰς, οἱ δὲ ἄνδρες ἐξερχόμενοι ἀπὸ αὐτὰς καθίστανται ἄχρηστοι ὄχι μόνον, ἀλλὰ καὶ ἀντὶ τῆς σωφροσύνης γέμοντες ἀπὸ ἐξαχρείωσιν καὶ διαφθοράν. Τὸ εἶπα καὶ τὸ λέγω, ὅτι, ἂν ἀπητεῖτο ἐδῶ μόνον ἡ διάτρησις εἶναι μηδὲν ἀπέναντι τοῦ ὅλου ἔργου, διότι εἰς τὸ ὑπόλοιπον ἔργον ἀπαιτοῦνται 4 χιλιάδες ἐργάται. Ὅστις λοιπὸν θὰ παραλάβῃ τὸ ἔργον θὰ σκεφθῇ οὕτως, ὄχι καθὼς σκεπτόμεθα ἡμεῖς. Ὑπολογίζω, κύριοι, ὅτι οἱ ἐργάται πρέπει νὰ ᾖναι διωργανισμένοι εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς τῶν κυβικῶν μέτρων νὰ γίνῃ σωστός· ἄλλως, ἐὰν ἐξ ἐλλείψεως ἐπιτηδείων χειρῶν μεταβληθῇ ἡ τιμὴ τοῦ κυβικοῦ μέτρου, καὶ ὁ χρόνος ἑπομένως αὐξηθῇ, τότε ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον βλέπομεν ἤδη, δὲν θέλει εἶσθαι ὁ αὐτὸς, ἀλλὰ θὰ ᾖναι κατὰ τὸ ⅓ ἢ τὸ ½ ἀνώτερος πρὸς ζημίαν τῶν κεφαλαιούχων· πρέπει λοιπὸν ὁ ἐργολάβος ἐκεῖνος ἢ ὁ διευθυντὴς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι οἱ ἐργάται πρέπει νὰ ᾖναι ἱκανοὶ καὶ πλήρεις, ὅτι ἕκαστος ἐργάτης πρέπει νὰ ἐξαγάγῃ τόσα κυβικὰ μέτρα καὶ μὲ τὸ ὡρολόγιον εἰς τὰς χεῖρας πρέπει νὰ ἐπιτηρῇ, ὥστε ὁ προϋπολογισμὸς νὰ πραγματοποιῆται. Εἰς τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Κ. Σωβὰζ φαίνεται, ὅτι μετὰ τὴν διάτρησιν τοῦ Πτῴου ὄρους συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν τόκων, καὶ τῆς ἐσωτερικῆς διώρυγος, τὸ ἔξοδον τῆς ἑταιρίας θὰ φθάσῃ εἰς 8 ἑκατομμύρια, προστίθενται δὲ εἰς αὐτὰ 2 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ἐκχέρσωσιν, 1 ἑκατομμύριον διὰ τὰ καταστήματα, 1 ἑκατομμύριον 600 χιλιάδες διὰ τὴν πρώτην καλλιέργειαν, καὶ ἕτερα διὰ προμηθείας κεφαλαίων, ἀγορὰν αὐτῶν, κατασκευὰς προκυμαιῶν τοῦ λιμένος, τὸ ὅλον θὰ ᾖναι 19,800,000, μέχρι τοῦ 10 ἔτους, ὅτε αἱ γαῖαι θὰ κατασταθῶσι προσοδοφόροι. Τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἂς ὁμολογήσωμεν εἶχε πρόσωπα καὶ οἰκονομικὰ καὶ διοικητικὰ, παρηκολούθησε τὰς ἀποφάσεις τοῦ Σωβὰζ καὶ τὰς κρίσεις αὐτοῦ ὡς πρὸς τὰ εἰσοδήματα· ὑπελόγισε λοιπὸν ὅτι ὅλον τὸ Κωπαϊκὸν πεδίον ἐν γένει συνίσταται ἀπὸ 295,600 στρέμματα· ὑπέθεσεν αὐτὰ καλλιεργούμενα καὶ σπειρόμενα σῖτον· ὑπολογίζω τὸ εἰσόδημα ἑκάστου στρέμματος εἰς ἕνδεκα κοιλά· ἓν θὰ δοθῇ διὰ τὸν φόρον, ἄλλο ἓν διὰ τὴν σποράν· ἐννέα λοιπὸν κοιλὰ φέρει ἕκαστον στρέμμα· πρὸς 4 δραχμὰς ἔχομεν 36 δι’ ἕκαστον στρέμμα. Τὸ ὅλον λοιπὸν τῶν 296,600 στρεμμάτων φέρουν εἰσόδημα 10,677,600 δραχμάς. Ἡ ἑταιρία, Κύριοι, ἥτις δὲν θὰ ὠφεληθῇ παρὰ τὴν ἐπικαρπίαν θὰ λάβῃ ἀπὸ τὸ εἰσόδημα τοῦτο 1,601,640 δραχ. Ὁποῖος θὰ ᾖναι ὁ τόκος τῶν 19,000,000; θἆναι 1,720,000, δηλαδὴ ὑπάρχει διαφορὰ 118,360 δραχ. κατ’ ἔτος ζημία. Ἀλλ’ εἶναι ζημία; ἡμεῖς τοὐλάχιστον δὲν εἰμποροῦμεν παρὰ νὰ βασισθῶμεν εἰς τοῦτο, διότι ἄλλην καλλιέργειαν δὲν ἔχομεν, τὰς μηχανὰς τὰς Εὐρωπαϊκὰς δὲν τὰς γνωρίζομεν. Ἐὰν προσθέσητε, ὅτι διὰ τόσας χιλιάδας στρέμματα ἀπαιτοῦνται 4,926 χεῖρες, ὑπολογίζοντες ἀνὰ 60 στρέμματα ἑκάστην χεῖρα, καὶ ἐὰν ὑπολογίσητε 1000 μόνον δραχ. διὰ τὴν πρώτην ἀποκατάστασιν τῶν οἰκογενειῶν καὶ ὄχι 1500 ὡς διαλαμβάνει εἰς τὴν ἔκθεσίν του ὁ κύριος Παπαγεωργίου προστίθεται τὸ ἔξοδον τῆς ἑταιρίας εἰς 4,926,000, τῶν ὁποίων ὁ τόκος εἶναι 442,240 δραχ. εἰς τὰς ὁποίας ἐὰν προσθέσωμεν καὶ τὰς 118,000 θὰ ἔχωμεν 566,240 ζημίαν ἐτησίαν. Λοιπὸν, Κύριοι, ζημιοῦται ἡ ἑταιρία; ὄχι· αὐτοὶ προϋπολογίζουν, ὅτι ἐὰν τοὺς δοθῶσι 80,000 στρέμματα, τῶν ὁποίων τὸ εἰσόδημα θὰ ἔχουν ἀμέσως ἀπὸ τὸ 5ον ἔτος, ἡ τιμὴ τῶν στρεμμάτων τούτων ἀπὸ 150 δραχ. προϋπολογιζομένης τῆς ἀξίας ἑκάστου στρέμματος κατὰ τὸν Κ. Παπαγεωργίου, ἅτινα λαμβάνονται ἤδη ἀπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς λίμνης καὶ οὐχὶ ἀπὸ τὰς γαίας μας, ἐξισοῦται μὲ 12,000,000, πρὸς ἀσφάλειαν τοῦ κεφαλαίου, ὁ ἐτήσιος τόκος τῶν ὁποίων ἀναβαίνει εἰς 324,000 δραχ. ἐὰν ἡ ζημία, ὡς προείπομεν ἔσεται 566,240 δραχ. ἀλλὰ θὰ ἔχῃ ζημίαν ἡ ἑταιρία; ὄχι, διότι ἐκ τῶν πολλῶν ἐξόδων τῶν 50,000,000 τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία προϋπολογίζει, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων οὔτε ὁ κύριος Σωβὰζ, οὔτε οἱ κατόπιν αὐτοῦ μηχανικοὶ, οὔτε οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑλλάδος δύνανται νὰ προγνωρίσωσι, διότι οἱ μὲν μηχανικοὶ γνωρίζουν τὴν ἐπιστήμην των, οἱ δὲ ἀντιπρόσωποι τὴν βιομηχανίαν τῆς γεωργίας τῆς Ἑλλάδος, ἠμποροῦμεν νὰ εἰκάσωμεν, ὅτι ἡ ἑταιρία βασιζομένη εἰς τὴν ἐπιστήμην τῆς γεωργίας καὶ ἐκτιμῶσα τὰς ἀποκαθισταμένας γαίας διὰ τῶν μηχανῶν ἀπὸ τὰ τέλματα, ἔχουσα δὲ ὑπ’ ὄψιν της τὸ εἶδος τῆς σπορᾶς καὶ τὸν βαθμὸν τῆς γονιμοποιήσεως, τὰ ὁποῖα προτίθενται νὰ ἐφαρμόσωσι διὰ τῶν πολλῶν καὶ μεγάλων δαπανῶν εἰς τὰς μηχανὰς καὶ τοὺς ἐργάτας, προβλέπουσι τὰ εἰσοδήματα, ἅτινα ἀναλογίζοντες μὲ τὸν χρόνον κατοχῆς καὶ τὰς ζητουμένας ὡς ἰδιοκτησίαν των 80,000 στρεμ. ὡς καὶ τὰς προσόδους βιομηχανικῶν μηχανῶν, καταστημάτων, ἅτινα προτίθενται νὰ ἀνεγείρωσιν ἐπὶ τῆς τῶν ὑδάτων διοχετεύσεως, ζητεῖ τὴν σύμβασιν μὲ τὴν Ἑλλάδα, εἰς ἣν ἀνήκει ὁ τόπος τῆς δαπάνης τῶν χρημάτων της καὶ τὴν ζητεῖ βεβαίως ἵνα γονιμοποιήσῃ τὰς γαίας, νὰ αὐξήσῃ τὰ εἰσοδήματα ἐξ ὧν νὰ λακτίσῃ τὰ κεφάλαια καὶ κέρδη ἀπὸ ταύτην μόνον προβλεπόμενα. Ἀλλ’ ὅσον αὐξάνουν τὰ κέρδη δι’ αὐτοὺς, τόσον καὶ τὰ κέρδη τῆς Ἑλλάδος μεγαλύνονται. Ἐὰν λοιπὸν ἡ ἑταιρία κατορθώσῃ μὲ τὰ κεφάλαιά της νὰ ὠφεληθῇ ἢ νὰ τὰ διπλασιάσῃ, διατὶ νὰ φέρωμεν προσκόμματα, ἐνῷ καὶ τὰ κέρδη τὰ ἰδικά μας θὰ αὐξήσουν ἀναλόγως; ἐδῶ, κύριοι, ἔγκειται ἡ ἀνάπτυξις τῆς γεωργίας. Προτάσεις ὑπεβλήθησαν πρὸς σύστασιν σχολείων γεωργικῶν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, τί ἀνάγκην ἔχομεν τούτων; ἐκεῖ εἶναι ἡ γεωργία, ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ πρόοδος αὐτῆς ἐκεῖ πρέπει νὰ ὑπάγωσι νὰ ἴδωσι τὴν καλλιέργειαν πῶς γίνεται· ὑπῆγα εἰς μίαν ἐξοχὴν ἐδῶ καὶ εἶδον τὴν καλλιέργειαν διὰ τῶν ἵππων, ἣν εἰσήγαγον οἱ ξένοι Γερμανοὶ μὲ πόσην ταχύτητα γίνεται. Ἐὰν ἠξεύραμεν νὰ σταθμίσωμεν πόσον εἴμεθα ὀπίσω ἠθέλαμεν ἀσπασθῆ πᾶσαν ἑταιρίαν καὶ τὴν ἐμψυχώσει προκειμένου νὰ δαπανήσῃ πρὸς ὠφέλειαν ἑαυτῆς καὶ τῆς Ἑλλάδος τὰ κεφάλαιά της. Διὰ τῶν σχολείων θεωρητικῶς δὲν ἀναπτύσσεται ἡ γεωργία· χρειάζονται ἔξοδα καὶ μέσα τῆς ἐφαρμογῆς· νὰ ἀποστείλωμεν ἕλληνας γεωργοὺς εἰς τὴν Εὐρώπην ἵνα μεταφέρουν αὐτὴν καὶ τὴν ἐφαρμόσουν ἀδυνατοῦμεν· ἀλλ’ ἀφοῦ οἱ Εὐρωπαῖοι δι’ ἐξόδων των μεταφέρωσι τὰς χεῖρας μὲ τὰς μηχανὰς νὰ διδάξωσι τὴν γεωργίαν καὶ ὡς τόπον διδαχῆς καὶ ἐφαρμογῆς αὐτῆς μᾶς ἐζήτησαν τὰ ὕδατα τῆς Κωπαΐδος λίμνης, παραχωροῦντές μας συνάμα καὶ ἄλλα ἄπειρα καλὰ, ἡμεῖς διστάζομεν καὶ ἀποκρούομεν αὐτὰ μὲ ἐλπίδας φαντασίας ἀδεσπότου καὶ ἐπιβλαβοῦς εἰς τὴν πατρίδα. Κηρύττομαι κατὰ συνέπειαν τῶν ἀνωτέρω ὑπὲρ ὅλης τῆς συμβάσεως ὡς ἔχει, ἐνόσῳ λόγοι πραγματικοὶ καὶ οὐσιώδεις δὲν θὰ παρουσιασθοῦν πρὸς σύστασιν ὠφελιμωτέρου τρόπου τῆς παραγωγῆς τῆς ἐθνικῆς μας βελτιώσεως. Ἦλθον ἐδῶ μὲ τὰ χρήματά των καὶ ἐκ τῆς ὑπερβολῆς τῶν ἐξόδων φαντασθῆτε, ὁποίους θησαυροὺς θὰ βγάλῃ αὐτὴ ἡ γῆ καὶ πρέπει νὰ τὸ σκεφθῶμεν καλὰ, διότι ἐὰν παρέλθῃ ὀλίγος καιρὸς, αὐτοδικαίως εἶναι καὶ γίνονται πρόξενοι ἀναβολῆς τοιούτων παραγωγικῶν ἔργων ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἀντιποιοῦνται ἕδρας ὑπουργικὰς καὶ δὲν συλλογίζονται διόλου τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν ἀναλαμβάνουν. Ἠξεύρετε ἡ μέλλουσα γενεὰ πόσα ἑκατομμύρια θὰ ζημιωθῇ; ὅσα ἔτη ἀναβληθῇ τὸ ἔργον τοῦτο τόσας φορὰς ἀπὸ 15 ἑκατομμύρια τὸ ἔτος, καὶ ἡ παροῦσα ἀπὸ 2,000,000. Εἶσθε βέβαιοι, ὅτι θὰ παρουσιασθῇ καὶ νέα ἑταιρία; Κύριοι, μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις μου σπουδάσας τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, δὲν ἔχω πεποίθησιν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ὁ μᾶλλον πεφωτισμένος, ἐδῶ πρόκειται ἕκαστος νὰ ἐξηγήσῃ τὰς ἰδέας του καὶ νὰ τὰς συγκρίνῃ μὲ τὰς τῶν ἄλλων. Εἰμπορεῖ νὰ μὲ πείσῃ ἄλλος τις ἄλλως. Τὸ συμφέρον ὅμως εἶναι, ὅτι δὲν πρέπει πρὸς Θεοῦ νὰ τὸ ἀναμίξωμεν μὲ τὴν πολιτικὴν τὸ ἐθνικὸν τοῦτο ἔργον, ἀλλὰ νὰ τὸ ἐξετάσωμεν μὲ τὴν πεποίθησίν μας καὶ μὲ τὰς γνώσεις, μὲ τὰς ὁποίας πᾶς τις εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἐπ’ αὐτοῦ.
§25ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅτε, κύριοι, ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων, ὅλοι γινώσκετε, ὅτι ἡ σύμβασις, ἐπὶ τῆς ὁποίας γίνεται ἡ συζήτησις, ἦτον ὑποβεβλημένη ἐν τῇ Βουλῇ· ἡ παροῦσα κυβέρνησις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν σύμβασιν ταύτην, καὶ σκεφθεῖσα ἐπείσθη, ὅτι ὑπηρετεῖ ἐθνικὰ συμφέροντα ὑποστηρίζουσα, τὴν ἐπ’ αὐτῆς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ἐσκέφθη συνάμα ὅτι πρέπει νὰ τύχῃ παρὰ τοῦ συναλλαχθέντος μέρους παραχωρήσεις ὅσον τὸ δυνατὸν ὠφελιμωτέρας διὰ τὴν Ἑλλάδα. Ἐπέτυχεν ἐπί τινων ἀντικειμένων, ἰδίως δὲ ὡς πρὸς τὸν συναγωνισμόν, ἂν καὶ μεγάλην πεποίθησιν δὲν εἶχεν, ὅτι θὰ παρουσιασθῇ ἑταιρία ἄλλη. Ἦλθε λοιπὸν μετὰ τοῦ κυρίου Μομφεριέρου εἰς συνεννόησιν καὶ ἐπὶ τέλους ἐπέτυχεν ἐν τῇ συμβάσει ἕνα ὅρον, τριῶν μηνῶν προθεσμίαν. Τοῦ ὅρου αὐτοῦ τὴν παραδοχὴν ἐδήλωσεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἐγγράφως δι’ ἀναφορᾶς τῆς ὁποίας ἔχει γνῶσιν ἡ Βουλή, διότι κατετέθη αὕτη εἰς τὸ προεδρεῖον. Ἤδη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἔλαβον παρὰ τοῦ Κυρίου αὐτοῦ τὴν ἀκόλουθον ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ὀφείλω νὰ γνωστοποιήσω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ διὰ τῆς ὁποίας ἀναιρεῖ τὴν παραδοχὴν τοῦ ὅρου τοῦ ἀνασταλτικοῦ περὶ τῆς τριμήνου προθεσμίας. Ἰδοὺ πῶς ἔχει ἡ ἀναφορά. (Ἀναγινώσκεται). Τὴν ἀναφορὰν ταύτην τὴν παρακαταθέτω. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ κυβέρνησις εἰσαγαγοῦσα προχθὲς μίαν τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ὑπεστηρίζετο ἡ τρίμηνος προθεσμία, ἀδυνατεῖ πλέον νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ, διότι ὁ προτείνας αὐτὴν τὴν ἀποσύρει· ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως εἶναι νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὴν τὴν σύμβασιν, ὅπως εἶχε συναφθῆ ὑπὸ τῆς προκατόχου κυβερνήσεως, εἰς δὲ τὴν Βουλὴν ἐναπόκειται νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τῆς συμβάσεως.
§26ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἔγεινεν αὐτὴ ἡ τροπολογία ἐκ μέρους τοῦ Κυρίου Μομφεριέρου, ἐπεφυλάχθη αὐτὸς, ἢ οὕτω τὴν ἔκαμε;
§27ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Καθὼς ἐγὼ ἐννοῶ τὴν ἀναφορὰν, δὲν ἐπεφυλάχθη· ἡ ἀναφορὰ εἶναι ἐδῶ καὶ ἂς ἀναγνωσθῇ.
§28ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εἴπατε, ὅτι μετὰ τὴν παραλαβὴν τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς δὲν δύνασθε πλέον νὰ ὑποστηρίζητε τὸν συναγωνισμόν.
§29ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τροποποίησιν αὐτὴν τὴν κάμνομεν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς δοθείσης προτάσεώς του.
§30ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐὰν ἀντελήφθην καλῶς τῆς ἀναφορᾶς, δὲν δέχεται καμμίαν μεταβολὴν εἰς τὴν σύμβασιν, καὶ τότε δὲν πρέπει νὰ γείνῃ, οὔτε εἰμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις· δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι ἐλπίζετε, ὅτι αὐτὸς ὁ ὅρος δὲν γίνεται σπουδαῖος, ἀλλὰ βλέπετε, ὅτι κάμνει παρατηρήσεις πολλὰ πικρὰς κατ’ ἐκείνων τῶν Βουλευτῶν, οἵτινες εἴπομεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ἡ τελευταία ἀπόφασις τῆς Ἑταιρίας τὸ τηλεγράφημα τὸ χθεσινόν. Ὅθεν ἐὰν σᾶς μένῃ καμμία ἐλπὶς, ὅτι αὐτὸς ὁ ὅρος δὲν εἶναι τελειωτικὸς, ὅτι εἰμπορεῖ νὰ μὴ ἐπιμείνουν εἰς αὐτὸν, τότε εἰμπορεῖτε νὰ ὑποβάλητε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δύναται νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν συζήτησιν.
§31ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνατρέπει ὅσας παραχωρήσεις ἔκαμεν, ἀλλὰ μόνον διὰ νέας παραχωρήσεις ὁμιλεῖ...
§32ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὥστε βλέπετε, ὅτι ὀρθῶς ἐννόησα, διότι ἐγὼ ἐννόησα, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα σήμερον νὰ κάμῃ καμμίαν μεταβολὴν εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον παρουσιάζετε. Αὐτὸ ἐννοῶ· δὲν ἐννοῶ τὰς διαπραγματεύσεις· αὐταὶ ἔληξαν τέλος εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον διετυπώσατε εἰς νομοσχέδιον καὶ τὸ ἐφέρατε χθὲς, καὶ αὐτὸ συζητοῦμεν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν καλῶς ἀντελήφθην τὴν ἀναφορὰν, καὶ βλέπω, ὅτι καλῶς τὴν ἀντελήφθην, ἡ συζήτησις θὰ περιστραφῇ εἰς τοῦτο· θὰ δεχθῶμεν ὁλόκληρον τὴν σύμβασιν, ὅπως ἔχει, ἢ δὲν θὰ τὴν δεχθῶμεν;
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ νὰ γίνῃ πλήρης· ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς ὑπάρχει μία σύμβασις· ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῆς· καὶ διὰ ν’ ἀποφασίσῃ, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ὅλους τοὺς ὅρους. Ἐπομένως ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ.
§34ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ· ἐγὼ λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ...
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅτι τροπολογίαι δὲν εἰμποροῦν νὰ ἐπενεχθοῦν.
§36ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μάλιστα· αὐτὸ ἐννοῶ. Αὐτὴ ἡ ἐξήγησις μοὶ φαίνεται ἀναγκαία, διότι ἡ ἀπόστασις εἶναι μεγίστη τῆς συζητήσεως ἀφ’ ὅτου ἤρχισε καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμήν, διότι ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς δὲν θὰ συζητήσωμεν παρὰ τοῦτο· θὰ γίνῃ δεκτὴ ἡ σύμβασις ἢ δὲν θὰ γίνῃ δεκτή.
§37ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἕως τώρα τί συζητοῦμεν;
§38ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπροτείναμεν τροπολογίας ἕως τώρα.
§39ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰς τροπολογίας αὐτὰς ἐκεῖνος ἐπιμένει, ὅτι τὰς παραδέχεται, πλὴν μιᾶς· ἀποσύρει μόνον μίαν ἀναφερομένην εἰς τὸν διαγωνισμόν· ὅλας τὰς ἄλλας τὰς παραδέχεται, καὶ ἔχουσα ἡ Βουλὴ αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν, θ’ ἀποφανθῇ, ἐὰν παραδέχεται τὴν σύμβασιν, ἀφοῦ προηγουμένως ἐξετάσῃ ἕνα ἕκαστον τῶν ὅρων τῶν ἐμπεριεχομένων εἰς αὐτήν. Δὲν βλέπω λοιπὸν κατὰ τί σήμερον ἡ νέα δήλωσις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, μεταβάλλει τὴν φάσιν τῆς ὑποθέσεως.
§40ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς ἐνθυμίζω μίαν τροπολογίαν τοῦ Κ. Πλατῦ. Ὁ Κ. Πλατὺς διελθὼν τὴν σύμβασιν παρετήρησεν, ὅτι δὲν ὑποχρεοῦται ὁ ἐργολάβος νὰ καλλιεργήσῃ τὴν γῆν, ἡ ὁποία τοῦ παραχωρεῖται τῶν 210,000 στρεμμάτων· ἐστοχάσθη λοιπὸν ὅτι αὐτὸ θὰ ᾖναι παράλειψις, διότι, ἂν δὲν ᾖναι παράλειψις, ἂν τῷ ὄντι αὐτὸς δὲν θέλῃ νὰ ἀναδεχθῇ αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν, τότε ὅλα ὅσα λέγονται ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι θὰ πλουτήσῃ ἡ Ἑλλάς, ὅτι θὰ συστηθοῦν γεωργικὰ σχολεῖα, ὅτι θὰ λαμβάνῃ 5% κατ’ ἔτος, ὅλα αὐτὰ εἶναι ἀτμός.
§41ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ αὐτὸς λέγει, ὅτι δὲν δέχεται κἀμμίαν τροπολογίαν, δὲν μένει εἰς τὴν Βουλὴν παρὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δέχεται τὴν σύμβασιν, ἐὰν δὲν εὕρῃ τοὺς ὅρους ἐπαρκεῖς, διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου.
§42ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐπεκύρωσεν αὐτὴν τὴν σύμβασιν, σᾶς ἐρωτῶ, ἂν αὐτὴ ᾖναι ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Κ. Μομφεριέρον ἢ ἔχῃ αὔριον τὸ δικαίωμα ν’ ἀποσυρθῇ;
§43ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Πιστεύω, ὅτι δὲν εἰμπορεῖ νὰ τὸ κάμῃ.
§44ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι, εἰς τίνα ν’ ἀποδώσω τὴν κακὴν πίστιν καὶ τὸν ἐμπαιγμὸν πρὸς τὴν Βουλὴν, εἰς τὸν ἔντιμον ἐργολάβον ἢ εἰς τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν Κ. Νικολόπουλον; Συγκαλεῖται Βουλὴ ἐκτάκτως καὶ πρὸς ποῖον σκοπόν; νὰ συζητήσῃ τὴν σύμβασιν περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ κυρίως ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦ συναγωνισμοῦ. Καὶ τοιούτους ὅρους μᾶς παρουσίασεν ὁ κύριος ὑπουργὸς, καὶ μᾶς ἐγγυήθη ἐπὶ τῇ ἀκραιφνεστάτῃ αὐτοῦ τιμῇ, ὅτι εἶναι ἀναλλοίωτοι καὶ ἀμετάβλητοι, διότι ἐπείσθη, λέγει, εἰς τὸν ἔντιμον ἐκεῖνον ἐργολάβον, ὅστις ἔκ τινος χρόνου ἐμπαίζει τὴν Ἑλλάδα. Ἀλλὰ ποῖος ὁ σκοπός του; Ἦλθε ν’ ἀποξηράνῃ τὴν Κωπαΐδα χωριστὴν, ἢ ἦλθε νὰ ἀφαρπάσῃ ἓν νομοσχέδιον, καὶ εἰ δυνατὸν νὰ τὸ πωλήσῃ εἰς τὴν Εὐρώπην; τοιοῦτος ὁ σκοπός του, καὶ ἐπειδὴ διὰ τοῦ ὅρου τοῦ συναγωνισμοῦ δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ τοῦ σκοποῦ αὐτοῦ κατέπεισε τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν νὰ συγκαλέσῃ ἔκτακτον Βουλήν, καὶ μετὰ τὴν συγκάλεσιν τί λέγει; Ἀκούσατε· «ὅτι ἐγὼ ἀναιρῶ τὰς ὑποσχέσεις μου· δὲν δέχομαι οὐδένα συναγωνισμόν»· καὶ, κύριε ὑπουργὲ, ὅταν οὗτος ἀναιρῇ τὰ χθὲς ὑποσχεθέντα, ποίας ἐγγυήσεις θὰ μᾶς δώσητε, ὅτι καὶ μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς συμβάσεως αὐτῆς ὁ ἔντιμος αὐτὸς ἐργολάβος, περὶ τοῦ ὁποίου τοσοῦτον μοχθεῖτε καὶ τοσοῦτον κοπιάζετε, θὰ δεχθῇ τὴν σύμβασιν; ἐπὶ ποίου ἐδάφους στηρίζεσθε; τί εἶναι οὗτος ὅστις ἦλθε νὰ συνάψῃ συμβάσεις μεθ’ ἑνὸς ἔθνους; ποία ἡ ποιότης του; ποῖον τὸ ἀξίωμά του; Δὲν εἶναι εἰμὴ, εἷς δεκανεὺς τῆς Γαλλίας· καὶ δὲν ὤφειλεν οὐδέποτε κυβέρνησις νὰ καταβιβασθῇ μέχρι τοσούτου βαθμοῦ, καὶ νὰ συνάψῃ σύμβασιν μεταξὺ ἑνὸς τοιούτου ἀνδρὸς κακῆς πίστεως, διότι, ἂν ἦτο ἔντιμος ἀνὴρ, καὶ ἐν ταυτῷ στρατιωτικὸς, ἔπρεπε, κύριοι, αὐτὸς νὰ ὑποστηρίξῃ τὰς προτάσεις του, νὰ πολεμήσῃ, ὡς ἐν πολέμῳ, ὑπὲρ τῆς τιμῆς του, νὰ πληγωθῇ καὶ ν’ ἀποθάνῃ· παρὰ νὰ ἐξαπατήσῃ ὁλόκληρον ἔθνος· διότι διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε εἰς ἕνα ὑπουργὸν, ἐξηπάτησε τὸ ἔθνος, πάντας ἡμᾶς καὶ μᾶς ἔφερεν ἐδῶ καὶ συζητοῦμεν. Ἐκτὸς δὲ τούτου, κύριοι, δὲν δύναμαι ποτὲ ν’ ἀνεχθῶ ὡς ἕλλην τοιαύτας προσβολάς. Πιστεύσατε, ὅτι, ἐὰν, ὑπουργὸς δὲν ἤθελεν ἀπαντήσει εἰς αὐτὸ τὸ ἀγέρωχον, τὸ θρασὺ, τὸ ἀποτρόπαιον αὐτοῦ ὕφος, ἤθελον τὸν καλέσει εἰς μονομαχίαν· (ἱλαρότης· χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Πρὸς τίνα γράφει τοιουτοτρόπως; ἐνώπιον συνομοίου του δεκανέως ἢ ἐνώπιον ἑνὸς ἔθνους, μιᾶς Βουλῆς, ἑνὸς Βασιλέως, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου παρουσιασθεὶς τὸν ἐξηπάτησε. Ἀκούσατε, κύριοι, «οἱ φρονοῦντες, λέγει, ὅτι ἡ τελευταία ἀπόφασις τῆς ἑταιρίας δὲν εἶναι αὐτὴ, δὲν γνωρίζουσι τὰς ἀναλλοιώτους ἕξεις τῶν ἀνδρῶν, ὅσοι διευθύνουν τὰς μεγάλας ἐπιχειρήσεις· οὗτοι οὐδέποτε ἀναιροῦσιν ἀπόφασιν ληφθεῖσαν ἐν συμβουλίῳ»· ποία ἀντίφασις! ἐνῷ ἀναιρεῖ τὰ συμπεφωνημένα, ἐνῷ καθίσταται καὶ τῶν γελοίων γελοιωδέστερος, ἐπικρίνει τὴν Βουλὴν ἢ μᾶλλον τὸ ὑπουργεῖον, ὅπερ παρεδέχθη προτάσεις, πρὶν ἢ διασταθμίσῃ αὐτὰς καὶ τὸν προτείνοντα· καὶ εἰσερχόμενος εἰς τὸ θυσιαστήριον τῆς τιμῆς, τολμᾷ νὰ προφέρῃ τὰς λέξεις, ὅτι «οἱ ἀγαθοὶ πολῖται δὲν ἀναιροῦσι ποτὲ τὰς ἀποφάσεις των καὶ ὅταν μάλιστα γίνωνται ἐν συμβουλίῳ»· ἐνῷ αὐτὸς οὗτος ἀναιρῶν ἑαυτὸν ἀναιρεῖται. Λοιπὸν εἶναι ἄξιον τοῦ ἔθνους, ἄξιον μιᾶς Βουλῆς, ἐπὶ τῇ βάσει τοιούτου ἐγγράφου, νὰ ἔλθωμεν πλέον εἰς συζήτησιν; Κατ’ ἐμὲ εἶναι ἡ ἐξακολούθησις ὕβρις. Ἀλλ’ ἂς διονυχίσωμεν τὸν λέοντα· τί λέγει παρακατιών; «ἀπέδειξα ἄλλοτε εἰς τὴν ὑμετέραν ἐξοχότητα, τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν, ὅτι δὲν δύναται νὰ γίνῃ ἄλλως ἐν τῇ παρούσῃ περιπτώσει, καὶ ἐν τῇ ἀφορώσῃ τὸν διαγωνισμὸν ἐπιστολῇ μου ἐξέθεσα αὐτῇ, ὅτι ὑπεχώρησα μόνον εἰς τὴν δύναμιν ἕνεκα τῆς λήξεως τῆς συνόδου.» Γλῶσσα λανθάνουσα τ’ ἀληθῆ λέγει· ὑπεχώρησεν, ἐπειδὴ ἔληξεν ἡ σύνοδος, καὶ ἤθελε νὰ παίξῃ αὐτὸ τὸ καραμπόλι εἰς τὴν Εὐρώπην, καὶ ἤθελε νὰ σαγηνεύσῃ καὶ τοὺς ἐμπόρους αὐτῆς. Τώρα δὲ ὅπου συνεκαλέσθη ἡ σύνοδος καὶ βλέπει, ὅτι ἡ ὑπόθεσις θὰ φθάσῃ εἰς τὸ τέρμα της, ἀναιρεῖ ἤδη τὰς ὑποσχέσεις του· «ἔρχομαι ὅθεν, κύριε ὑπουργὲ, νὰ ἐπιβεβαιώσω ἐγγράφως τὰ ἑξῆς» ἐν ἄλλοις λέξεσιν ἐγγράφως δὲν μᾶς βεβαιοῖ τὰ ἄλλα. «Τοῦτο θέλω νὰ διαβεβαιώσω, πρῶτον, ὅτι ἡ ἑταιρία ἀρνεῖται ῥητῶς τὸν διαγωνισμὸν ὑπὸ ὁποιανδήποτε μορφὴν καὶ ἂν προταθῇ, ὡς ἀντιβαίνοντα εἰς τὴν πρακτικὴν συνήθειαν τῶν ἐπιχειρήσεων.» Ἀφοῦ λοιπὸν ἀντιβαίνει εἰς τὴν πρακτικὴν συνήθειαν τῶν ἐπιχειρήσεων τῶν μεγάλων τούτων ἀνδρῶν, διατὶ παρεδέχθη τὸν συναγωνισμόν, σᾶς ἐρωτῶ; ἓν ἐκ τῶν δύο· ἢ τότε εἶχε σώας τὰς φρένας του, ἢ τότε ἦτο τίμιος ἢ τώρα· τί νὰ εἴπω; Ὁ συναγωνισμὸς, λέγει, εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἐντίμων ἀνδρῶν, οἵτινες συνεταιρίσθησαν πρὸς ἐκτέλεσιν· καὶ πῶς! προχθὲς οἱ ἔντιμοι οὗτοι ἄνδρες ἦσαν τίμιοι, σήμερον δὲ ἔγειναν κατ’ αὐτὸν ἄτιμοι! Μεγάλην τιμὴν περιποιεῖ καὶ εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην εἰς τὴν ὁποίαν λέγει, ὅτι ἀνήκει· δεύτερον, ὅπως φιμώσῃ τὰς ἐλλόγους συκοφαντίας, αἵτινες διαδίδονται ἐνταῦθα, ἡ ἑταιρία εἶναι ἑτοίμη νὰ καταθέσῃ μετὰ τὴν βουλευτικὴν ἐπικύρωσιν καὶ πρὸ τῆς βασιλικῆς κυρώσεως 2 ἑκατομμύρια δραχμῶν δανείου. Μὰ τί εἴμεθα! ἔλεος πρόκειται νὰ ζητήσωμεν; καὶ ἀπολλύμεθα, ἐὰν οὗτος δὲν μᾶς παράσχῃ τὰ 2 ἑκατομμύρια, ὅπου δὲν ἔχει οὔτε 2 ἑκατομμύρια λεπτὰ εἰς τὴν τσέπην; (ἱλαρότης). Τί δὲ νὰ εἴπω καὶ περὶ τοῦ δανείου, κύριοι; Κατὰ τὴν συζήτησιν οὐδὲ κἂν ἔπρεπε νὰ γίνῃ λόγος, τὸ ἔθνος ἔχει πόρους καὶ πόρους μεγάλους· ἔχει ὁμογενεῖς, ἔχει χρήματα· φθάνει μόνον μία κυβέρνησις σεβαστὴ καὶ ἀξιοπρεπὴς νὰ ἐκμεταλλεύσῃ αὐτοὺς, καὶ τότε βλέπετε τὸ μεγαλεῖον τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους· (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία.
§46ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀκούσατε, κύριοι, ἀκούσατε, εἰς ποίας παγίδας θέλει νὰ μᾶς περιπλέξῃ· «Ἡ ἑταιρία δὲν θὰ παραδεχθῇ οὐδεμίαν νέαν τροποποίησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως τῆς 22 Ἰουλίου!» Λοιπὸν τετέλεσται. Ἐδῶ λύονται πλέον τὰ αἰνίγματα. Θέλετε, λέγει, νὰ σᾶς δώσω 2 ἑκατομμύρια; πρέπει τυφλοῖς ὄμμασι νὰ μᾶς ἐπικυρώσητε τὴν σύμβασιν καὶ τοὺς ὅρους της, ἄλλως μὴ συζητῆτε. Καὶ ὅταν πρόκειται τοιοῦτό τι, πρὸς τί νὰ συγκαλεσθῇ ἡ Βουλὴ, πρὸς τί συζητοῦμεν ἡμεῖς; Ἰδοὺ οὔτε τὴν τροπολογία σας, κύριε Λάπα, παραδέχεται, οὔτε συναγωνισμὸν, ἀλλὰ σᾶς λέγει, ὅπως θέλω ἐγὼ, νὰ τὸ παραδεχθῆτε.
§47ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὴν ἀποσύρει ὁ Λάπας, πιστεύω.
§48ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Λάπας δὲν εἶναι ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἀποσύρουν τὰς προτάσεις. — Ἰδοὺ καὶ μία ἀπειλὴ «ἐν περιπτώσει, λέγει, καθ’ ἣν ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε παραδεχθῆ τὸ πρόγραμμά μου τοῦτο, δὲν μοὶ μένει πλέον ἄλλο, εἰμὴ ν’ ἀποσυρθῶ.» Κατευόδιον, σὲ εὐχόμεθα εὔδιον ἄνεμον! (ἱλαρότης). Καὶ ταῦτα ὁ κ. Μομφεριέρος· ἡμεῖς δὲ ποῦ βαδίζομεν; ποῦ τρέχετε Βουλευταί; Ἐξ ὧν κατέδειξα, δὲν ὑπάρχει οὔτε ἐγγύησις ἠθικὴ πρὸς τὸν ἐργολάβον, οὔτε ἐγγύησις κυβερνητικὴ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Ἄρα συζητοῦμεν ἐπὶ ματαίῳ· διότι τὸ μὲν ὑπουργεῖον, ἢ δὲν ἐννόησεν, ἢ προσποιεῖται, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τὸν ἐργολάβον, ἄλλως πρὸ πάσης τινὸς συμβάσεως ὤφειλε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ὑπόληψίν του διὰ ποινικῆς τινος ῥήτρας· καὶ διότι ὁ ἐργολάβος, ὅπως χθὲς ἀνῄρεσε τὰς προτάσεις του περὶ συναγωνισμοῦ, οὕτω καὶ αὔριον δύναται ν’ ἀναιρέσῃ τὴν σύμβασιν, ἐγγύησίς τις δὲν ὑπάρχει, καὶ τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὴν περίνοιαν τοῦ ὑπουργείου. Ἂν δὲ ἀπατῶμαι, ἐρωτῶ τὸ ἔντιμον ὑπουργεῖον νὰ μοὶ εἴπῃ, ποῦ στηριζόμενον συνηλλάχθη μετὰ τοιούτου ἀνθρώπου; Εἰς τὰ κεφάλαιά του; εἰς τὴν ὑπόληψίν του; εἰς τὸν στρατιωτικόν του βαθμόν; εἰς τί; καὶ λέγω πάλιν, ὅτι ἐὰν ἦτο ἔντιμος στρατιωτικὸς, δὲν ἤθελέ ποτε ἀναιρέσει τὴν ὑπογραφήν του, δὲν ἤθελεν ἀναιρέσει ποτὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μάλιστα ὑπεσχέθη ἐνώπιον τοῦ βασιλέως· καὶ ἀπόκειται εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς τῆς Αὐλῆς, ἐὰν ᾖναι τῳόντι στρατιωτικοὶ, νὰ δείξουν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐμπαίζεται οὕτω πως ὁ βασιλεύς μας (ἱλαρότης). Ἄλλως ἡ εὐθύνη ἀνάγεται εἰς αὐτούς. Ἴσως μοι εἴπῃ τις, καὶ κάποιος εἶπε, καὶ νομίζω ὁ Κ. Πρόεδρος, ὅτι βασιζόμεθα εἰς ἕνα Bonair. Τίς δὲ ὁ Bonair; Οὗτος μᾶς τηλεγραφεῖ· ὦ γῆ καὶ θεοί! Καὶ μὲ τηλεγραφήματα θὰ κάμωμεν, κύριοι, συμβάσεις; Ἠξεύρετε, κύριοι, ποίαν ἀξίαν ἔχουν τὰ γράμματα καὶ τὰ τηλεγραφήματα; Σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα. Ὅταν κατεδιωκόμην μίαν φορὰν, ἔστειλα γράμματά μου ἀπ’ ἐδῶ εἰς τὴν Τρίπολιν, καὶ ἐντεῦθεν διεβιβάζοντο εἴς τινας φίλους εἰσαγγελεῖς· καθὼς τὰ ἔβλεπαν, ἀμέσως εἴδησις· ὁ Σακελλαριάδης εἶναι εἰς τὴν Τρίπολιν, κατόπιν εἰς τὴν Σπάρτην· κατεδιώχθησαν μάλιστα καὶ ἄνθρωποί τινες λόγῳ ὅτι μὲ ἔκρυψαν εἰς Σπάρτην, χωρὶς νὰ ἤμην ἐκεῖ (ἱλαρότης). Ποῦ ἠξεύρομεν λοιπὸν, αὐτὰ τὰ τηλεγραφήματα ἐὰν εἶναι τοῦ Bonair; Προτείνω, κύριοι, νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου διασώζοντες τοὺς θησαυρούς μας. (Συγκίνησις).
§49ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπάνω εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ μοῦ δώσετε τὸν λόγον.
§50ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Περὶ δὲ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος δυνάμεθα νὰ σκεφθῶμεν ἄλλως πως, καὶ πιστεύω, ὅτι τὰ μέσα εἶναι πρόχειρα· διότι εἷς ἀξιότιμος ὁμογενὴς, ὁ Κ. Βερναρδάκης, προκαταβάλλει 800 χιλιάδας δραχμὰς, ἄλλος ἑκατομμύριον καὶ ἄλλος περιπλέον Ἦλθον, κύριοι, τὰ χρήματα ἐδῶ εἰς τὴν τράπεζαν.
§51ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἑκατομμύρια;
§52ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μάλιστα, ἑκατομμύρια, τὰ ἠξεύρω ἐγὼ καὶ τὰ ὑπόσχομαι, δὲν ἔχω περισσοτέραν πίστιν ἀπὸ τὸν Μομφεριέρον; (ἱλαρότης). Κύριοι, μὴ θέλετε νὰ ἐξευτελισθῶμεν! Ἀπεναντίας εἴμεθα τὸ μόνον καὶ πρώτιστον ἔθνος, τὸ ὁποῖον προάγεται πάντοτε διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ. Ὁ συνεταιρισμὸς κύριοι, ἐσχημάτισε τὴν μεγάλην αὐτὴν ναυτιλίαν, ἥτις σήμερον ὑπερτερεῖ πολλὰς ἄλλας τῆς Εὐρώπης· διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ, κύριοι, ὑπάρχει καὶ αὐτὴ ἡ τράπεζα σήμερον. Θὰ μοῦ εἰπῆτε, ὅτι κακὴ εἶναι ἡ τράπεζα, κακὴ ἡ ναυτιλία μας, κακὴ ἡ οἰνοποιΐα, κακὰ τὰ τόσα καὶ τόσα καταστήματα; ἀλλ’ ἐγὼ, κύριοι, ἔρχομαι εἰς τὸ ἀσυγκρίτως μέγιστον. Διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ, τοὐτέστι τῆς φιλικῆς ἑταιρίας, ἀνεγεννήθη αὐτὴ ἡ Ἑλλάς. Ἐὰν μὴ ὑπῆρχεν ἡ φιλικὴ ἑταιρία, ὁ ἱερὸς αὐτὸς συνεταιρισμὸς, βεβαίως δὲν ὑπῆρχεν Ἑλλάς. Τί λοιπὸν ἐμβλέπομεν ἀείποτε εἰς ξένους; Ἆ! κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ εἴπω τι, ὅπερ αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἐνθυμήθην, σᾶς λέγω τοὺς λόγους τοῦ ἀειμνήστου Καραΐσκου. Ἀλλοίμονον, ἀλλοίμονον σὲ ὅποιον περιμένει, Νὰ φάγῃ τὸ ψωμάκι του σὲ ταῦλα ἄλλη ξένη· Θὰ τὸ πληρώσῃ δίδιπλα, καὶ πάντα πεινασμένος· Θὰ τὸ πληρώσει τρίδιπλα, καὶ πάντα χρεωμένος· Τραπέζι ξένο πλούσιο, χρυσένιο κουταλάκι, Ἀφίνει στὴ γλυκάδα του κατάπικρο φαρμάκι. καταδείξας ἐντεῦθεν τὸν συμβαλλόμενον κακῆς πίστεως ἄνθρωπον, τὴν δὲ Κυβέρνησιν ἀπρονόητον, συμπεραίνω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἄρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην της, πρὶν ἢ τὸ ὑπουργεῖον κατανοῶν τὴν θέσιν του, εἴπῃ ἡμῖν, τὸ ἀπέλθετε. (ἐπιδοκιμασίαι).
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κυπριάδης.
§54ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εὑρίσκω τῳόντι παράδοξον τὸν τρόπον δι’ οὗ παρουσιάζεται εἰς τὴν Βουλὴν ἡ προκειμένη ὑπόθεσις· διότι δὲν μᾶς ὑποβάλλεται ἓν νομοσχέδιον γενικοῦ ἢ εἰδικοῦ συμφέροντος μὲ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ νὰ τὸ συζητήσωμεν, τοῦ νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, τοῦ νὰ τὸ τροποποιήσωμεν ἢ νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν. Μᾶς ὑποβάλλεται, λέγουν, μία σύμβασις, ἀλλὰ δυστυχῶς ὅμως βλέπω, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε τοιαύτη· μᾶς φέρουν ἁπλῶς ἓν σχέδιον συμβάσεως καὶ βλέπομεν, ὅτι τὸ ἓν τῶν συμβαλλομένων προσώπων ἔχει πλήρη ἐλευθερίαν· δι’ αὐτὸ τὸ πρόσωπον, τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως δὲν ἔχει κἀμμίαν ὑποχρεωτικὴν ἰσχύν· αὐτὸ τὸ μέρος ἢ τὸ πρόσωπον προτείνει, ἀναιρεῖ, ἀφαιρεῖ, διαγράφει, καὶ ἀπὸ ἡμᾶς δὲν δέχεται νὰ ἐγγίσωμεν παντάπασι τὸ σχέδιον αὐτό. Εἶναι ἄτοπος ὁ τρόπος αὐτὸς, ἐπαναλαμβάνω· εἶναι ἄτοπος, ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον προσκαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ τὸ ἀντικείμενον αὐτό. Διατί; διότι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐντολοδόχος μας, ὡς ἐντολοδόχος τοῦ ἔθνους, ἠθέλησε καὶ προέθετο νὰ συνάψῃ μίαν σύμβασιν, ἓν συμβόλαιον τοὐτέστι, δύω τινὰ ὤφειλε νὰ πράξῃ, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ δικαιωμάτων ἀναγομένων εἰς ἀκίνητον ἰδιοκτησίαν, ὤφειλε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι σύμβασις καὶ συμφωνία περὶ ἀκινήτων μὴ συντεταγμένων καθὼς ὁρίζει ὁ νόμος, δὲν ἔχει κᾀμμίαν ἰσχύν· καὶ ποτὲ μία Κυβέρνησις δὲν πρέπει νὰ συμβάλλεται διὰ νὰ καταλήξῃ ἡ σύμβασίς της εἰς τὸ νὰ μὴν ἔχῃ ἰσχὺν ἐνώπιον τοῦ νόμου, ἐνώπιον τῆς δικαιοσύνης. Γνωρίζετε, Κύριοι, καὶ εἶναι περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω εἰς αὐτὸ, ὅτι τὸ ἄρθρον 42 τοῦ περὶ χαρτοσήμου λέγει, ὅτι πᾶν συμβόλαιον, πᾶσα σύμβασις, πᾶσα συμφωνία, ἀφορῶσα τὴν παραχώρησιν δικαιώματος κατοχῆς ἢ κυριότητος ἐπὶ ἀκινήτου πράγματος, εἶναι ἀπολύτως ἄκυρος, ἐὰν δὲν γείνῃ ἐνώπιον συμβολαιογράφου.
§55ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Μεταξὺ τῶν ὑπογεγραμμένων Κουμουνδούρου, Ἀναργύρου καὶ Βράϊλα συνεφωνήθη ἡ συνθήκη ὑπὸ τὸν ὅρον, ἐὰν τὴν ἐπικυρώσῃ ἡ Βουλή.
§56ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Λάθος ἔχετε, Κύριε ὑπουργέ· ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν συμβάλλεται, καὶ γνωρίζει νὰ συμβάλλεται, ὅταν θέλῃ καὶ ὅταν προσέξῃ. Συνήθως καὶ πολλάκις γίνονται συμβόλαια μεταξὺ ὑπαλλήλων τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ τρίτων ἀφορῶντα ἐνοικιάσεις, πωλήσεις, ἀγοράς· τὰ συμβόλαια αὐτὰ διαλαμβάνουν ἐν τέλει, ὅτι τὸ παρὸν συμβόλαιον θέλει εἶσθαι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸ δημόσιον, ὅταν τὸ κυρώσῃ ὁ ὑπουργός. Ἰδοὺ, Κύριοι, τρόπος συμβάσεως λογικὸς καὶ ὁριστικὸς δι’ ἐκεῖνον, μὲ τὸν ὁποῖον συμβάλλεται τὸ δημόσιον· ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος συμβάλλεται μὲ τὸ δημόσιον, ἔχει πλήρη ἐξουσίαν τοῦ συμβάλλεσθαι; εἶναι αὐτεξούσιος; εἶναι ἐλεύθερος νὰ διαχειρίζεται τὴν περιουσίαν του; Ὑπὸ τοὺς ὅρους τούτους λοιπὸν πρέπει νὰ συμβληθῇ καὶ νὰ συμβληθῇ ὁριστικῶς. Ἡ Κυβέρνησις δὲ, ἐπειδὴ δὲν δύναται νὰ συμβληθῇ ὁριστικῶς ἐπὶ παραχωρήσεως ἐθνικῆς γῆς, ἔπρεπε νὰ συνομολογήσῃ μὲν τὸ συμβόλαιον, ἀλλὰ νὰ προσθέσῃ, ὅτι τοῦτο θέλει ἔχει κῦρος, ὅταν τὸ κυρώσῃ ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία· τοῦτο τὸ λέγω, ἵνα μὴ εὑρεθῶμεν εἰς τὴν λυπηρὰν θέσιν τοῦ νὰ ἐμπαιζώμεθα ἀπ’ αὐτὸν τὸν συμβαλλόμενον, ὁ ὁποῖος, ὅταν τοῦ κυρώσωμεν τὴν σύμβασιν καὶ τοῦ εἴπωμεν, ἰδοὺ αἱ παραχωρήσεις, ἃς ἐζήτησες, ἐπεκυρώθησαν, αὐτὸς δύναται νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ, δὲν τὰς δέχομαι, καὶ ἂν καταφύγωμεν εἰς τὸ δικαστήριον, θέλομεν ἀποτύχει καθόσον ὁ νόμος δὲν θεωρεῖ ἰσχυρὰ τὰ περὶ ἀκινήτων συμβόλαια, ὅταν δὲν γίνωσιν ἐνώπιον συμβολαιογράφου. Καὶ ὅταν συγκαλῆται ἐκτάκτως ἡ Βουλὴ διὰ νὰ ἐπασχοληθῇ εἰς ὑπόθεσιν τόσον σπουδαίαν, ἡ ὁποία συνετάραξε καὶ συνεκίνησε τὸ δημόσιον πνεῦμα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ νομοθετικὸν Σῶμα νὰ εἴπῃ, ἐπὶ ποίου ἐδάφους θὰ ἐργασθῶ; διατί νὰ ἐργασθῶ ἐπὶ τῆς ἄμμου; καὶ βλέπετε εἰς ποῖα ἀτοπήματα καταντᾷ ἡ σύμβασις· ἂν αὕτη κυρωθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἐρωτῶ, εἶναι αὕτη ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν Μομφεριέρον; ναὶ, λέγει ὁ ἀξιότιμος Κ. Κουμουνδοῦρος· ὄχι τὸν λέγω ἐγὼ, πρῶτον, διότι δὲν ἔγεινε συμβόλαιον, καὶ δεύτερον, διότι κατὰ τὴν σύμβασιν εἰς οὐδεμίαν ὁ Μομφεριέρος ὑποβάλλεται ἀποζημίωσιν, ἂν ἀρνηθῇ νὰ παραδεχθῇ τὴν σύμβασιν· ἄλλως ἂν ἡ σύμβασις ᾖναι ὑποχρεωτικὴ δι’ αὐτὸν, ἕπεται ὅτι ὑποχρεωτικὴ εἶναι καὶ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἅπαξ καὶ ἐγγράφως παρεδέχθη· πῶς δὲ σήμερον αὐτὸς παρουσιάζεται ἀναιρῶν τοὺς ὅρους καὶ τὰς ὑποχρεώσεις, ἃς ἅπαξ ἐδήλωσεν ὅτι δέχεται; ταῦτα προκύπτουν ἐκ τῆς ἀταξίας μεθ’ ἧς συνετάχθη ἡ σύμβασις, διότι ἐὰν ἀπ’ ἀρχῆς ἐγίνετο συμβόλαιον, καὶ ἂν ἡ τροποποίησις, ἣν ἐδήλωσεν, ὅτι δέχεται ὁ Μομφεριέρος καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ὁποίας συνεκλήθη εἰς ἔκτακτον σύνοδον προσετίθετο ἐν τῷ συμβολαίῳ, δὲν ἤθελεν ἔχει οὗτος πλέον τὴν ἐλευθερίαν ν’ ἀνακαλέσῃ τὴν πρότασίν του καὶ μάλιστα μὲ τόσην εἰρωνείαν καὶ μὲ τρόπον προσβλητικόν, λέγων, ὅτι δὲν γνωρίζομεν πῶς συμβάλλονται οἱ μεγάλοι κεφαλαιοῦχοι. Τί δὲ μᾶς ὑπόσχεται ὁ Κ. Μομφεριέρος ἅμα κυρώσωμεν τὴν σύμβασιν, ὅπως ἔχει; θέλει μᾶς δανείσει δύω ἑκατομμύρια· καὶ ποῖος τὸν δεσμεύει μετὰ τὴν κύρωσιν νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι δὲν δίδει τὸ δάνειον δι’ ὃν λόγον μᾶς λέγει σήμερον, ὅτι δεχθεὶς τὸν ὅρον τοῦ συναγωνισμοῦ ἤδη τὸν ἀνακαλεῖ; δὲν δύναται καὶ πάλιν νὰ ἐπαναλάβῃ, ὅτι αἱ μεγάλαι ἑταιρίαι αἱ ἐπιχειροῦσαι μεγάλα ἔργα, ὅ,τι ἀποφασίσουσιν ἐν συμβουλίῳ, αὐτὸ καὶ μένει; ὅτι τὸ περὶ δανείου δὲν ἀπεφασίσθη ἐν συμβουλίῳ, ὅτι τὸ ὑπεσχέθην ἐγὼ, ἵνα φιμώσω τοὺς συκοφάντας, δὲν τὸ πραγματοποιῶ ἤδη, διότι ἡ ἑταιρία μου δὲν τὸ δέχεται; ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι εὑρισκόμεθα εἰς πολὺ δυσάρεστον θέσιν· Κυβέρνησις σπουδαία συγκαλεῖ εἰς ἔκτακτον σύνοδον τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ τόσον μεγάλου ζητήματος, χωρὶς νὰ ἔχωμεν ἔδαφος στερεὸν, δύναται δὲ νὰ συμβῇ, ὥστε ἀφοῦ γίνουν τόσαι δαπάναι, τόσαι συγκρούσεις καὶ συζητήσεις, καὶ ἀφοῦ κυρωθῇ ἡ σύμβασις, ὁ Κ. Μομφεριέρος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἀπέλθῃ μὴ παραδεχόμενος τὴν σύμβασιν καὶ ὅλον τὸ οἰκοδόμημα νὰ ὑπάγῃ εἰς μάτην. Ἡ ὑπ’ ὄψιν μας ἀναφορὰ τοῦ Κ. Μομφεριέρου εἶναι παρατηρήσεως ἀξία καὶ κατὰ τοῦτο, διότι διαλαμβάνει ὅτι ἡ περὶ συναγωνισμοῦ πρότασίς του συνωδεύθη μὲ προφορικὴν παράστασιν πρὸς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, καθ’ ἣν τῷ εἶπεν, ὅτι ὑπὸ τὴν βίαν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται πιεζόμενος, κάμνει τὴν πρότασιν χωρὶς νὰ ὑπόσχηται τὴν παραδοχήν της. Ἐρωτῶ, Κύριοι, εἰς ποίαν βίαν ὑπέκυψεν ὁ Κ. Μομφεριέρος; καὶ διατί τολμᾷ νὰ λέγῃ πράγματα ἀνύπαρκτα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς; τοιαύτη διαγωγὴ εἶναι ὅλως (καὶ νὰ τὸ λέγῃ εἰς ἐπίσημον ἔγγραφον) ἀδικαιολόγητος, ἄτοπος, καὶ πρέπει νὰ σύρῃ τὴν ἀγανάκτησιν τῆς Βουλῆς· ἄλλως ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Κ. Μομφεριέρος ἐπεφυλάττετο νὰ ἀνακαλέσῃ τὴν πρότασίν του ταύτην ὡς δῆθεν διὰ βίας γενομένην, διατί μολαταῦτα ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἐθεώρησεν ὡς ὑποχρεωτικὴν, τὴν ἔφερεν ὡς τροπολογίαν καὶ τὴν συνεχώνευσεν εἰς τὴν σύμβασιν; Ταῦτα ἐμφαίνουν ἀπροσεξίαν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἡ ἀπερισκεψία αὕτη δίδει ἀφορμὴν εἰς τὸ παρεμπῖπτον, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ. Τώρα, Κύριοι, λέγων ταῦτα δὲν φρονῶ, ὅτι πολεμῶ τὴν σύμβασιν ἢ πολεμῶ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος· δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο, οὔτε εἶναι ἀνάγκη ὅπως ὁμιλήσω ἐπ’ αὐτοῦ, καθόσον ἐπεφυλάχθην μόνον τὴν ψῆφόν μου νὰ δώσω, φωτιζόμενος ἀπὸ τὴν ἐξέτασιν· θέλω μόνον νὰ παραστήσω, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς τὰ γενόμενα μέχρι τοῦδε δὲν μοὶ φαίνονται τακτικὰ, ἀφ’ ἑτέρου δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Σακελλαριάδην, ὅστις λέγει, ὅτι πρέπει νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Δὲν συμφωνῶ, κύριοι, καθόσον ἡ Βουλὴ ἔχει ὡς ἔργον νὰ κρίνῃ, ν’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπῃ ἡ Κωπαῒς ν’ ἀποξηρανθῇ· ἀφοῦ τοῦτο ἀποφασίσωμεν, ἔχομεν δεύτερον νὰ συζητήσωμεν καὶ προσδιορίσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας θέλει ἔχει ὁ ἐργολάβος, ὁ ἀναδεχθεὶς τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, καὶ τρίτον, νὰ ἐκθέσωμεν τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὸν ἐργολάβον. Ὅταν οὕτω πῶς ἀποφασίσωμεν, οὔτε τὸν Κ. Μομφεριέρον ἔχομεν ἀνάγκην, οὔτε κανένα ἄλλον· ἡμεῖς θὰ συζητήσωμεν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ· καὶ δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἓν νομοσχέδιον ἐξαλείφοντες τὸ ὄνομα τοῦ Κ. Μομφεριέρου, ἂν δὲν δέχεται τὸν συναγωνισμὸν, καὶ νὰ εἴπωμεν, ἐπιτρέπεται εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ δώσῃ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος εἰς ἐργολάβον, ὁ ἐργολάβος θέλει ἔχει τὰς δεῖνα καὶ δεῖνα ὑποχρεώσεις, τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα δικαιώματα· καὶ ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ προκαλέσῃ συναγωνισμόν· ὁ ἀναδεχόμενος τὴν ἐργολαβίαν αὐτὴν ὑπὸ ὠφελιμωτέρους ὅρους, αὐτὸς θέλει λάβει τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος. Τότε ἀφοῦ κάμωμεν τοῦτο, δύναται καὶ ὁ κύριος Μομφεριέρος νὰ παρουσιασθῇ, καὶ ἂν θέλῃ, ἂς ἀναδεχθῇ τὸ ἔργον, εἰ δὲ μὴ ἂς ἀπέλθῃ. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ δώσωμεν τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δωρεὰν τῇδε κακεῖσε, διότι μέχρι τοῦδε μόνον ὁ Κ. Μομφεριέρος παρουσιάσθη καὶ οὐδεὶς ἕτερος.
§57ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ εἶπον νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ ὄνομα τοῦ Κ. Μομφεριέρου· ἄλλως ὅμως εἶμαι σύμφωνος νὰ προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ὡς ἐννοεῖ ὁ Κ. Κυπριάδης.
§58ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐκτὸς τῶν ἀνωτέρω, κύριοι, παρετήρησα καὶ τοῦτο, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν· ὁ Κ. Μομφεριέρος δέχεται τὸν συναγωνισμόν, διὰ μιᾶς ἀναφορᾶς του· ἡ κοινὴ γνώμη εὐχαριστήθη κατὰ τοῦτο, καὶ ἡ Βουλὴ θεωρεῖ τὸν συναγωνισμὸν ὡς μίαν ἐγγύησιν, διὰ τῆς ὁποίας δύναται νὰ προφυλαχθῇ πᾶσα τυχὸν βλάβη πρὸς τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα· ὁ Κ. ὅμως Μομφεριέρος μετὰ τὴν συζήτησιν μᾶς λέγει δὲν δέχομαι τὸν συναγωνισμόν. Σᾶς ἐρωτῶ διατί; διότι βεβαίως προβλέπει, ὅτι καὶ ἄλλαι ἑταιρίαι θὰ παρουσιασθῶσιν· ἂν δὲν ἐπρόβλεπε τοῦτο, ἤθελεν εἰπεῖ ἀδιάφορον, ἂς παρέλθουν καὶ τρεῖς μῆνες, ἄλλη ἑταιρία δὲν ὑπάρχει, ἐγὼ εἶμαι μόνος· προβλέπει ὅμως, ὅτι θὰ παρουσιασθῇ ἑτέρα ἑταιρία, ἡ ὁποία θὰ κάμῃ ὠφελιμωτέρας προσφοράς, καὶ διὰ τοῦτο ἀποσύρει τὴν πρότασιν. Τὸ κατ’ ἐμὲ δὲν δύναμαι νὰ φανῶ τόσον ἀνάλγητος εἰς τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν εἰς τρόπον, ὥστε νὰ εἴπω, ὅτι σὺ ὁ Μομφεριέρος εἶσαι ὁ σωτὴρ τῆς Ἑλλάδος, σὺ μόνον δύνασαι ν’ ἀποξηράνῃς τὴν Κωπαΐδα, ἑπομένως ὅσα ζητεῖς τὰ κυρῶ χωρὶς νὰ φέρω καμμίαν τροποποίησιν. Ἡ Σύμβασις ἔχει καὶ τοῦτο τὸ παράδοξον· ἐνῷ ὁ Κ. Μομφεριέρος, ὅστις ἀποκαλύπτεται ὡς ἄνθρωπος οὐχὶ καλῆς πίστεως, καὶ δὲν εἶναι κεφαλαιοῦχος, συμβάλλεται μὲ κυβέρνησιν ὡς ἀντιπρόσωπος μιᾶς ἑταιρίας, δὲν βλέπω ἐνταῦθα μνημονευόμενα ἢ ἐπισυναπτόμενα τὰ συμβόλαια, διὰ τῶν ὁποίων δίδεται ἡ ἐντολὴ εἰς αὐτὸν νὰ συμβληθῇ οὐχὶ μὲ τὸν Γιάννη ἢ Κώστα, ἀλλὰ μὲ τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν· πῶς δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ γνωρίζωμεν, ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὸν Μπονὲρ, ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος φημίζεται τῳόντι ὡς μέγας κεφαλαιοῦχος; καὶ ποῦ στηριζόμενοι θέλομεν ἀπαιτήσει ἀπὸ τὸν Μπονὲρ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων ἃς ἀναλαμβάνει ὁ Μομφεριέρος; ποία ἡ βεβαίωσις, ὅτι ὁ Μπονὲρ συμβάλλεται καὶ γράφει περὶ Κωπαΐδος; ὡς πρὸς τὸ τηλεγράφημα τὸ χθεσινὸν δὲν θέλω νὰ προβῶ μακρύτερα ὡς ὁ Κ. βουλευτὴς Γόρτυνος· καὶ νὰ εἴπω, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἀπὸ τρίτον πρόσωπον, διότι τὰ τηλεγραφήματα δὲν εἶχον ἰδιόχειρον ὑπογραφήν· τὸ ὑποθέτω ὅμως ὡς πραγματικὸν τοῦ Κ. Μπονὲρ· τὶ λέγει αὐτό; ὅτι οἱ συνέταιροι ἀρνοῦνται ἀπολύτως ἀναβλητικὴν προθεσμίαν. Διὰ τὶ ἐρωτῶ τὸν Κ. Μπονέρ; ἢ συμβάλλεται ἐν καλῇ τῇ πίστει μὲ ὠφελείας εὐλόγους, καὶ ἀναλόγους μὲ τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα θέλει καταβάλλει, καὶ τότε δὲν πρέπει νὰ φοβῆται τὸν συναγωνισμόν, διότι ὡς μέγας κεφαλαιοῦχος ἐνεργῶν μεγάλας ἐπιχειρήσεις, καὶ συνηθισμένος εἰς αὐτὰς, συμβάλλεται ὄχι ἵνα ἀπολαύσῃ ὠφελείας ὑπερόγκους, ἀλλὰ ὠφελείας εὐλόγους, νομίμους, ἢ ὁ Κ. Μπονὲρ βλέπων, ὅτι αἱ προτάσεις του εἶναι βλαπτικαὶ διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ γνωρίζων ὅτι ἕτεραι ἑταιρίαι εὐρωπαϊκαὶ εἶναι ἕτοιμοι νὰ δώσουν μεγαλειτέρας ὠφελείας εἰς τὴν Ἑλλάδα γράφει, ὅτι οὐδένα δέχεται συναγωνισμόν· μὲ ἄλλας λέξεις μᾶς θέτει τὸ μαχαῖρι εἰς τὸν λαιμὸν, λέγων ἢ δέχεσθε ἢ σᾶς φονεύω. Ἀλλ’ ὅμως ἡ Ἑλλὰς δὲν πρέπει νὰ δείξῃ ὅτι εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην θέσιν.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ ζητήματος, διότι δὲν πρόκειται περὶ τούτου, θὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τοῦ παρεμπίμποντος· δὲν ἠξεύρω ποῦ εὗρε τόσα ἄτοπα ὁ Κ. Κυπριάδης· νομίζει ἄρα, ὅτι αἱ συμβάσεις μὲ τὰς ἑταιρίας συντάσσονται ἄλλως παρ’ ὅπως συνετάχθη ἡ περὶ ἧς πρόκειται; Ἂν ὁ Κ. Κυπριάδης ἤθελε λάβει τὴν καλωσύνην νὰ ἐξετάσῃ καὶ τὸ ἀρχεῖον τοῦ ὑπουργείου, ἤθελεν εὕρει, ὅτι ὅλαι αἱ συμβάσεις συνετάχθησαν πάντοτε ὑπὸ τὸν τύπον αὐτόν. Αἱ τοιαῦται συμβάσεις ἔχουν ὡς ἐγγύησιν ἓν ποσὸν, τὸ ὁποῖον μετὰ τὴν ἐπικύρωσιν καὶ παραδοχὴν αὐτῶν ὀφείλει ὁ συμβαλλόμενος νὰ παρακαταθέσῃ, ἵνα ἀσφαλίσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡ σύμβασις τοῦ χορηγεῖ. Αὐτὴ εἶναι ἡ κύρωσις τῶν συμβάσεων· δὲν σᾶς φέρω ὡς παράδειγμα τὴν τελευταίαν τὴν συναφθεῖσαν μετὰ τοῦ Κ. Βαλταζῆ. Αὐτὴ συνετάχθη ὑπὸ τὸν ὅρον, ὅτι ὁ Κ. Βαλταζῆς θέλει ἀποκτήσει τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἡ σύμβασις χορηγεῖ, ὅταν παρακαταθέσῃ 100,000 δραχμῶν· ὁ Κ. Βαλταζῆς τὰς παρακατέθεσε καὶ δὲν ἐξετέλεσε τὰς κατὰ τὴν σύμβασιν ὑποχρεώσεις του, ἀπώλεσεν ἑπομένως αὐτάς· πρὶν τὰ δικαιώματα δοθῶσι πρὸς τὸν συμβαλλόμενον, πρὶν ἡ σύμβασις κυρωθῇ καὶ παραδοθῇ εἰς αὐτὸν κανὲν δικαίωμα δὲν ἀποκτᾶται, ἑπομένως καὶ καμμία ὑποχρέωσις. Τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις ἀποκτῶνται, ὅταν ἡ σύμβασις περαιωθῇ καὶ τοῦ παραδοθῶσιν οἱ τίτλοι, ἢ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα, δυνάμει τῶν ὁποίων ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκῇ τὰ δικαιώματά του, τὰ ὁποῖα ἡ σύμβασις τοῦ παραχωρεῖ. Ὡς πρὸς τοῦτο ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ Κ. Κυπριάδης νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι πλανᾶται· εἰς ὅλον τὸν κόσμον αὐτὸν τὸν τύπον ἔχουν αἱ ἐργολαβικαὶ συμβάσεις. Ἀποκτᾷ τὰ δικαιώματα ὁ συμβληθεὶς, ἀφοῦ καταθέσῃ τὴν ῥήτραν. Τοῦτο πρέπει νὰ συμβῇ καὶ ὡς πρὸς τὸν σιδηρόδρομον καὶ πᾶσαν ἑτέραν σύμβασιν.
§60ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Παραχωρεῖται ἐθνικὴ γῆ.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ εἰς τὸν σιδηρόδρομον δὲν παραχωρεῖται;
§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ζητοῦμεν τὴν ἐπικύρωσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δεύτερον, κύριοι, δὲν εἶμαι σύμφωνος, ὅτι ἡ ἐλευθερία τῆς συζητήσεως πρέπει νὰ διεξαχθῇ κατὰ τοὺς περιορισμοὺς, τοὺς ὁποίους θέλει ὁ Κ. Κυπριάδης, καὶ ὁ Κ. βουλευτὴς Γόρτυνος· ἡ συζήτησις πρέπει νὰ ᾖναι πλήρης, καὶ τὸ ἀντικείμενον περὶ οὗ πρόκειται, ἐπειδὴ ἀφορᾷ μεγάλα συμφέροντα τοῦ τόπου, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ὑπὸ ὅλας αὐτοῦ τὰς φάσεις, καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ νόμου καὶ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς συμβάσεως· ὁ περιορισμὸς ἐνταῦθα δὲν χωρεῖ, διότι δύναται νὰ βλάψῃ τὸν τόπον. Ἡ ἰδική μου πεποίθησις εἶναι τοιαύτη καὶ θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἐξηγηθῶ μετὰ ταῦτα· ὁ συναγωνισμὸς ἔχει κακὰς συνεπείας ἐνταῦθα καὶ θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει, ὅταν μετ’ ὀλίγον λάβω τὴν τιμὴν νὰ ὁμιλήσω. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἀναφορὰ ἡ σημερινὴ δὲν πρέπει νὰ λάβῃ τὴν κακὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν τῆς ἔδωκαν· τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἡ ἐπιχείρησις τῆς Κωπαΐδος ὑπάρχει εἰς χεῖρας τοῦ Μπονὲρ, ὅτι οὗτος εἶναι ὁ κεφαλαιοῦχος καὶ τὸ κέντρον τῆς ἑταιρίας, ἡ ὁποία προτίθεται ν’ ἀποξηράνῃ τὴν Κωπαΐδα· ὁ Μομφεριέρος δὲν εἶναι ἢ ἁπλοῦς ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας αὐτῆς, δὲν εἶναι τὸ μέλος τὸ κύριον, εἶναι τῆς ἑταιρίας ὁ κομισσάριος· ὁ Μομφεριὲρ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι δὲν δύναται νὰ διαθέσῃ τι, καὶ διὰ τοῦτο ἐγὼ θέλω προτείνει ἵνα ἡ σύμβασις εἰς τὸ τέλος νὰ ἐμπεριέχῃ τὸ ὄνομα τοῦ Μπονὲρ, ἀντὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Μομφεριὲρ, καὶ διὰ τὶ καὶ πῶς, θέλω τὸ εἴπει κατὰ τὴν συζήτησιν. Ὡς τοιοῦτος λοιπὸν ὁ Μομφεριὲρ ὑποχρεοῦται ἅμα λάβῃ διαταγὴν ὁποιανδήποτε ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν νὰ τὴν ἀναγγείλῃ· ἂν ὁ Μομφεριὲρ ἄφινε νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις, ἂν δὲν ἔλεγε τίποτε, καὶ παραδεχθόμεθα τὴν σύμβασιν, τὸ ἀποτέλεσμα ἤθελεν εἶσθαι, ὅτι ἡ ἑταιρία θὰ ἠρνεῖτο νὰ τὴν δεχθῇ, καὶ τότε ὁ Μομφεριὲρ ἤθελεν ἐνεργήσει κακῇ τῇ πίστει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας. Νομίζω μὲν, ὅτι ὁ Μομφεριὲρ ἔδειξεν ἀνεπιτηδειότητα, διότι δὲν ἔπρεπε νὰ συμφωνήσῃ τὸν ὅρον τοῦ συναγωνισμοῦ, διότι ἔπρεπε νὰ ἠξεύρῃ ὅτι ὁ ὅρος οὗτος δὲν ἤθελε γίνει δεκτὸς, δὲν ἐνήργησεν ὅμως κακῇ τῇ πίστει, διότι εὐθὺς ἅμα ἐπληροφορήθη ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν, ὅτι ὁ ὅρος δὲν γίνεται δεκτὸς, ἐπληροφόρησε τὴν Βουλήν. Νομίζω ὅθεν ὅτι δὲν εἶναι ἰσχυρὸς ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον προτείνουν, ὥστε νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις, ν’ ἀποκλείσωμεν τὴν σύμβασιν καὶ νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἑνὸς νόμου γενικοῦ. Ἡ συζήτησις θέλει ἀποδείξει τὶ πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ᾖναι πλήρης, καὶ πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ὡς ἤρχισεν. Ἀλλά, κύριοι ἐκτὸς τούτου εἰμπορεῖ νὰ ἐμποδίσῃ τις ἕνα βουλευτὴν νὰ προτείνῃ νὰ ψηφοφορηθῇ καὶ ἡ σύμβασις; περιορισμὸς λοιπὸν πρὸς ἀπομάκρυνσιν τῆς συμβάσεως ἢ ἄλλης οἱασδήποτε προτάσεως εἶναι ἀδύνατος, ἐνόσῳ ὑπάρχει ἀπρόσβλητον τὸ δικαίωμα ἑκάστου βουλευτοῦ, νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου. Διὰ τοῦτο νομίζω καλὸν νὰ προχωρήσωμεν καὶ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν μας, καὶ ὅταν ἡ Βουλὴ ἀκούσῃ ὅλους τοὺς λόγους ἂς ἀποφασίσῃ ὡς θέλει.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Λυποῦμαι, διότι ἐνῷ κατ’ ἀρχὰς εὑρέθην σύμφωνος μὲ τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσήνης, ἤδη μετὰ τὴν ἀγόρευσίν του εὑρίσκω, ὅτι διαφωνοῦμεν. Ὁ Κ. βουλευτὴς Μεσσήνης εἶπεν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ νὰ ᾖναι εὐρεῖα καὶ νὰ περιστρέφεται περὶ τὴν σύμβασιν· ταῦτα ἠδύναντο νὰ ῥηθῶσι χθὲς, σήμερον πρὸ μιᾶς ὥρας, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἀναφορᾶς τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ῥηθῶσι, καὶ δὲν δύνανται νὰ γίνουν δεκτὰ παρὰ τῆς Βουλῆς, διότι δὲν ἐννοῶ τίνα λόγον θέλει δώσει ἡ Βουλή, συζητοῦσα ἐπὶ 10 ἡμέρας τὴν σύμβασιν περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, τροπολογοῦσα τὰ διάφορα ἄρθρα, τείνουσα νὰ καταστήσῃ ἄγνωστον τὴν σύμβασιν· ὅταν ἐρωτηθῇ πρὸς ποῖον σκοπὸν ὅλος αὐτὸς ὁ κόπος, καὶ ἡ ἀπώλεια τοῦ καιροῦ, θὰ μείνῃ ἡ Βουλὴ ἀναπολόγητος· ὅταν ὁ Μομφεριέρος λέγῃ ῥητῶς, δὲν δέχομαι καμμίαν μεταβολὴν εἰς τὴν σύμβασιν, καὶ ἐννοῇ ν’ ἀναδεχθῇ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος μόνον ὑπὸ τοὺς ὅρους τῆς συμβάσεως τῆς 20 Ἰουλίου, καὶ τῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν μέχρι τῆς καταρτίσεως τοῦ τελευταίου νομοσχεδίου, τότε δὲν ἠξεύρω, κύριοι, πῶς ἡ Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ περιστραφῇ εἰς ἑτέραν συζήτησιν, παρὰ εἰς τοῦτο, ἢ νὰ γίνῃ δεκτὴ ὁλόκληρος ἡ σύμβασις, ἢ ν’ ἀποῤῥιφθῇ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν λέγεται εὐρεῖα συζήτησις περὶ τὴν σύμβασιν, ὀνομάζεται, λίαν στενὴ καὶ θ’ ἀκολουθήσῃ ἡ συζήτησις ὅλως διόλου διαφορετικὸν δρόμον· ἐνῷ μέχρι σήμερον ὁ λόγος γίνεται περὶ τῆς ἀρχῆς, καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν ταύτην οὐδὲν ζήτημα ἦλθεν ἢ ὁ συναγωνισμός· ἐκεῖνοι ὅσοι θὰ ψηφίσουν ὑπὲρ τῆς συμβάσεως, ὀφείλουν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν ὅλας τὰς διατάξεις τῶν ἄρθρων, καὶ νὰ ἴδωσι μήπως εἴς τι ὑπάρχῃ διάταξις, ἥτις κατασταίνει τὴν σύμβασιν ταύτην ἐπιβλαβῆ. Ἀλλὰ φρονῶ ὅτι ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Μεσσήνης ἐννόησε τὸ ἄτοπον, καὶ διὰ τοῦτο περιέπεσεν εἰς ἓν λάθος, τοῦ νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ὅτι πρέπει νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὸν Μομφεῤῥιέρον, καὶ νὰ ἔλθῃ ἀπ’ εὐθείας νὰ συμβληθῇ μὲ ἓν πρόσωπον τὸ ὁποῖον ἐν τῇ συμβάσει δὲν ἀναφέρεται· ἀλλ’ ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦτο, Κύριοι, ἡ Βουλὴ, νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν σύμβασιν τὴν ὁποίαν τῆς ὑποβάλλει ἡ Κυβέρνησις, καὶ νὰ τρέξῃ εἰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης διὰ νὰ εὕρῃ τοὺς συνεταίρους τοῦ Κ. Μομφεῤῥιέρου; καὶ περιπλέον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην, ὅτι δὲν παραλογίζεται ἀντικαθιστῶσα εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Κ. Μομφεῤῥιέρου ἓν ἄλλο ὄνομα; Εἶναι ἀδιάφορον εἰς τὸν Μπονέρον νὰ τεθῇ ἐν τῇ συνθήκῃ τὸ ὄνομα τὸ ἰδικόν του, ἢ νὰ διατηρηθῇ ἐν τῇ συμβάσει τὸ ὄνομα τοῦ Μομφεῤῥιέρου; καὶ ἂν ἐκεῖνος δὲν δώσῃ τὴν συγκατάθεσίν του, πῶς δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐγγράψῃ αὐτὸν εἰς τὴν σύμβασιν, ἢ νὰ συστήσῃ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἐγγραφὴν τοῦ ὀνόματος τούτου; ὥστε βλέπετε, ὅτι ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν μᾶς προτείνουσι, νὰ κάμωμεν εὐρεῖαν συζήτησιν ἐπὶ τῆς συμβάσεως, καθ’ ὃν τρόπον μέχρι τοῦδε ἐγίνετο, αὐτὴ ἡ γνώμη μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποστηριχθῇ, καὶ ὅτι ἡ δυσαρέσκεια, ἥτις ἠγέρθη κατὰ τοῦ Κ. Μομφεριέρου, οὕτω πως πολιτευθέντος μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ τελευταίου ἐγγράφου, εἶναι πολὺ τυχαία. Τὸ παράδειγμα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. βουλευτὴς Μεσσήνης ἔφερε τῆς συμβάσεως τοῦ σιδηροδρόμου καὶ τῆς συμβάσεως τοῦ Βαλτατζῆ, δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἦτο εὐτυχές, διότι ἂν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη, καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη σύμβασις συνεζητήθη ἀπὸ τὴν Βουλὴν μὲ ὅλην τὴν ἐλευθερίαν, καὶ οὔτε οἱ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συμβληθέντες, οὔτε βουλευτής τις, οὔτε οἱ ἀνταποκριταὶ τῶν ἐργολάβων καὶ οἱ συνεταῖροί των, ἔγραψάν ποτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἴτε εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐννοοῦν νὰ μὴ δεχθῶσι καμμίαν μεταβολὴν εἰς τοὺς ὅρους, τοὺς ὁποίους αὐτοὶ ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχον δεχθῆ, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ ἀποτέλεσμα· καὶ ἡ σύμβασις τοῦ Βαλτατζῆ μετεβλήθη ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἡ σύμβασις τοῦ σιδηροδρόμου ἐπίσης ἐτροποποιήθη. Ἴσα, ἴσα αὐτὰ τὰ παραδείγματα εἶναι ἀρκετὰ διὰ νὰ πείσωσι τὸ ἀξιότιμον βουλευτὴν Μεσσήνης, ὅτι μεταβάλλεται πλέον τὸ σύστημα τῆς συζητήσεως τῆς συνήθους, τῆς κανονικῆς, ἥτις γίνεται πάντοτε. Ὥστε δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, Κύριοι, φρονῶ ὅτι ἡ Βουλὴ, ἂν ἡ Κυβέρνησις νομίζῃ ὅτι ὁ Κ. Μομφεῤῥιέρος δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς ἄλλην συνεννόησιν, καὶ ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἀνεκοίνωσε σήμερον διὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν Βουλὴν, εἶναι αἱ τελευταῖαι ἀποφάσεις του, ἡ Βουλὴ βεβαίως θὰ περιστραφῇ εἰς τοῦτο καὶ μόνον τὸ ζήτημα, ἂν ἡ συνθήκη τοῦ Μομφεῤῥιέρου ἦναι δεκτὴ τοιαύτη ὁποία ὑπεβλήθη ἢ ὄχι· ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, ὅτι τὰ περὶ Μπονὲρ δὲν δύνανται νὰ γίνωσι δεκτά· τοῦτο δὲ συζητοῦσα ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἠξεύρῃ, ὅτι εὑρίσκεται εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν καὶ προσέτι ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ σκεφθῇ τὸ ἄλλο ζήτημα, ἂν δὲν πρέπῃ νὰ συντάξῃ νομοσχέδιον, νὰ ἀποφασίσῃ γενικὰς διατάξεις κατὰ τὰς ὁποίας ἡ Κωπαῒς νὰ ἀποξηρανθῇ.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ἐξακολουθήσῃ λοιπὸν ἡ συζήτησις.
§66Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς λυθῇ, Κύριε Πρόεδρε, αὐτὸ τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία ὅτι τὸ ζήτημα θὰ ἦναι ἂν θὰ παραδεχθῇ ἡ σύμβασις ὡς ἔχει ἢ ὄχι.
§68ΠΛΑΤΥΣ. Κύριοι, μετὰ μεγίστης ἐκπλήξεως, χρεωστῶ νὰ τὸ ὁμολογήσω, ἤκουσα τὴν δήλωσιν τοῦ ὑπουργείου, ὅτι ἡ προκειμένη σύμβασις δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὴ τροποποιήσεων, δήλωσιν ἐπιβεβαιωμένην ἐπισήμως καὶ δι’ ἀναφορᾶς τοῦ Κ. Μομφεῤῥιέρου διευθυνθείσης πρὸς τὸν Κ. Πρόεδρον. Ἐγὼ ἐπίστευσα εἰλικρινῶς ὅτι ἡ σύμβασις αὕτη ἠδύνατο νὰ τροποποιηθῇ, ἂν ὄχι τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ φέρωσιν ἀλλοιώσεις ὅλως διόλου ὡς πρὸς τὰς βάσεις αὐτῆς, τοὐλάχιστον ὅμως τροποποιήσεις, αἵτινες νὰ τείνωσιν εἰς διόρθωσιν διαφόρων ἐλλείψεων, αἱ ὁποῖαι βεβαίως ὑπάρχουν εἰς τὴν σύμβασιν. Ἐξέτασα ταύτην μετὰ πολλῆς ἀκριβείας, καὶ παρετήρησα τινὰς μὲν ἐλλείψεις, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν κατόπιν εἰς διαφόρους παρεξηγήσεις καὶ διενέξεις, τοσοῦτον μᾶλλον ἐπιβλαβεῖς, καὶ δυσαρέστους διὰ τὸ δημόσιον, καθότον ἤθελον ἀναφυῇ μετὰ ὑπηκόων ἄλλης δυνάμεως κραταιᾶς καὶ προστάτιδος τῆς Ἑλλάδος. Προσέτι παρετήρησα ἐλλείψεις ἄλλας, αἱ ὁποῖαι περιστρέφονται εἰς ἀτελείας, εἰς παραλείψεις οὐσιωδῶν ἀντικειμένων· καὶ ἀφοῦ εἶδον ὅλα ταῦτα, ἐσκόπουν νὰ προτείνω τινὰς τροπολογίας τεινούσας εἰς βελτίωσιν τῆς συμβάσεως, καὶ ὑπέβαλον ἤδη τρεῖς τοιαύτας εἰς τὴν Βουλὴν διανεμηθείσας χθές. Ἀλλά, Κύριοι, μὲ λύπην μου ἀκούω, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τροποποιηθῇ, ὥστε ἂν τὴν παραδεχθῶμεν, ὡς ἔχει, ἀντὶ νὰ πράξωμεν ὠφέλιμα εἰς τὸ ἔθνος, θέλομεν δώσει εἰς χεῖρας τοῦ Κ. Μομφεῤῥιέρου μίαν δίστομον μάχαιραν, τὴν ὁποίαν νὰ δύναται νὰ σείῃ κατὰ θέλησιν πρὸς βλάβην τοῦ ἔθνους καὶ πρὸς ἀποκλειστικὸν συμφέρον ἑαυτοῦ. Καὶ ἀμέσως ἔρχομαι εἰς τὰ πράγματα, ἐπειδὴ δὲν θέλω τίποτε νὰ ἰσχυρισθῶ χωρὶς νὰ στηρίζεται εἰς πράγματα. Λάβετε λόγου χάριν ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 4 τῆς συμβάσεως· ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται «Ὅλαι αἱ ἀναγκαῖαι ἀπαλλοτριώσεις εἴτε διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων τῆς ἀποξηράνσεως, εἴτε διὰ τὰ ὑπὸ τῆς ἑταιρίας ἐγερθησόμενα καταστήματα θέλουσιν ἐκδικασθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ λόγῳ τῶν ἀπαλλοτριώσεων τούτων πληρωτέαι ἀποζημιώσεις εἶναι εἰς βάρος τῆς ἑταιρίας. Αἱ ἀποζημιώσεις αὗται, αἵτινες θέλουν πληρωθῆ διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ὑπερβῶσι τὴν τῶν ἀπαλλοτριωθεισῶν γαιῶν ἀξίαν πρὸ τῆς ἀποξηράνσεως. Ἡ δὲ ἀξία αὕτη θέλει συγκεφαλαιωθῆ (capitalisée) ἐπὶ τῇ βάσει 5%. Ἐὰν κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων ἀναφανῇ ἀνάγκη ν’ ἀνοιχθῶσιν ὁδοὶ ἢ νὰ στηθῶσι προσωρινῶς ἀποθῆκαι καὶ ἐργοστάσια ἐπὶ ἰδιωτικῶν γαιῶν, ἡ ἑταιρία θέλει πληρώσει εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας ἀποζημίωσιν ἀνάλογον τοῦ χρόνου καὶ τῆς ἐκτάσεως τῆς κατοχῆς. Ἡ βάσις τῆς ἀποζημιώσεως ταύτης θέλει εἶσθαι ἡ αὐτὴ ὅπως ἀνωτέρω ὡρίσθη.» Τὶ δὲ λέγει τὸ 3 ἐδάφιον; ὅτι αἱ ἀποζημιώσεις πληρόνονται διὰ λογαριασμὸν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὴν ἑταιρίαν, ἄρα εἶναι εἰς βάρος τῆς Κυβερνήσεως, ἐνῷ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον λέγει ὅτι εἶναι εἰς βάρος τῆς ἑταιρίας. Εἶναι τοῦτο ἀσάφεια εἴτε ἀντίφασις, ἢ ὄχι; δίδει κατόπιν ἀφορμὴν τῆς διενέξεως ἢ ὄχι; Ὁ μὲν Κ. Μομφεριέρος θέλει ἐπικαλεῖσθαι ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας τὸ 3ον ἐδάφιον, ἡ δὲ Κυβέρνησις θέλει ἐπικαλεῖσθαι ὑπὲρ αὐτῆς τὸ 4ον. Συμβιβάσατε τὰ ἀσυμβίβαστα ἂν δύνασθε. Παρομοίως εἰς τὸ ἄρθρον 3 ὁ Μομφεριέρος λαμβάνει τὰς ἑξῆς παραχωρήσεις «1 τὴν ἐπικαρπίαν δι’ 99 ἔτη κτλ.» ἀπὸ πότε θέλουν ἀρχίσει αὐτά; ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς βασιλικῆς κυρώσεως ἢ τῆς διατηρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου ἢ τῆς ὁλοτελοῦς ἀποξηράνσεως; εἶναι ἀσάφεια καὶ ἀτέλεια δυναμένη νὰ δώσῃ χώραν κατόπιν εἰς ἀπείρους διενέξεις καὶ ἀδικίας. Ἐπίσης εἰς τὸ παρακατιὸν ἐδάφιον 3ον. Τὴν χρῆσιν ἐπὶ 99 ἔτη κτλ. ἀπὸ πότε θέλουν ἀρχίσει καὶ αὐτά; μένει καὶ τοῦτο ἀτελὲς καὶ ἀόριστον. Ὡσαύτως εἰς τὸ τελευταῖον ἐδάφιον 7 διαλαμβάνον· «Ἡ ἑταιρία δύναται χωρὶς νὰ πληρόνῃ οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν εἰς τὸ δημόσιον ν’ ἀνοίξῃ δρόμους ἢ νὰ στήσῃ ἀποθήκας ἢ ἐργοστάσια προσωρινὰ εἰς τὰ πέριξ τῆς λίμνης ἐπὶ γαιῶν ἀνηκουσῶν εἰς τὸ δημόσιον....» μένει ἐντελῶς ἀόριστον, ἂν ἡ ἑταιρία θέλῃ κατασταθῆ κυρία αὐτῶν τῶν γαιῶν, ἢ ἂν θέλουν ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δημοσίου, καὶ μόνον ἡ κατοχή των νὰ μεταβῇ εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ πότε πάλιν ἡ κατοχὴ θέλει ἐπανέλθει εἰς τὸ δημόσιον. Ὅλα ταῦτα ἔπρεπε νὰ ὁρισθῶσι σαφῶς εἰς αὐτὸ τὸ ἐδάφιον, πρὸς ἀποφυγὴν ἀδικιῶν καὶ κρισολογιῶν. Εἶναι δυνατὸν λοιπὸν ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ τοιαύτην σύμβασιν; Ἐδυνάμην καὶ πολλὰ ἄλλα παραδείγματα νὰ σᾶς ἀναφέρω πρὸς βεβαίωσιν τῶν λόγων μου, ἀλλὰ περιορίζομαι εἰς τὸ οὐσιωδέστερον, δηλαδὴ τὸ ζήτημα τῆς καλλιεργείας τῶν ἀποξηρανθησομένων γαιῶν. Εἶδον τὴν ἐπιγραφὴν τῆς συμβάσεως ἥτις διαλαμβάνει αὐτολεξεὶ «περὶ ἀποξηράνσεως καὶ καλλιεργείας τῆς Κωπαΐδος λίμνης». Εἶδον ἐπίσης τὴν πρώτην ἀναφορὰν τοῦ Κ. Μομφεῤῥιέρου πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Βουλῆς, ὅπου ὑπολογίζων τὴν ἀπαιτουμένην δαπάνην διὰ τὴν ἐπιχείρησίν του ἀναβιβάζει εἰς 35 ἑκατομμύρια φράγκα τὰς ἐργασίας τῆς ἀποξηράνσεως, καὶ παρακατιὼν προσθέτει· «Τὸ δὲ πρὸς καλλιέργειαν κεφάλαιον θέλει ἀποτελεσθῆ ἐκ δεκαπέντε ἑκατομμυρίων φράγκων δαπανηθησομένων κτλ.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ μίαν ἐρώτησιν, ἐν ἀρχῇ τῆς συμβάσεως δὲν λέγει, «ἀπὸ τῆς Βασιλικῆς κυρώσεως;» Λοιπὸν μέσα εἰς τὸ ὅλον ὑπάγονται καὶ τὰ καθέκαστα.
§70ΠΛΑΤΥΣ. Ἔχετε λάθος, οὐδαμοῦ ὑπάρχει τὸ τοιοῦτον, ἐξ ἐναντίας θέλετε ἰδεῖ ὅτι εἰς μερικὰ μέρη ὡρίσθη ἡ ἐποχὴ τῆς ἀποξηράνσεως, εἰς ἄλλα δὲν ἀναφέρεται τίποτε. Ἐννοεῖτε λοιπὸν ὅτι ἀφοῦ ἀποξηρανθῶσιν αὐταὶ αἱ γαῖαι ἀπὸ τότε θὰ λάβῃ ὁ Μομφεῤῥιέρος τὴν ἐπικαρπίαν των;
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ ἐννοῶ.
§72ΠΛΑΤΥΣ. Ἄλλος δύναται νὰ ἐννοήσῃ ἄλλο, καθὼς μάλιστα ἐξάγεται ἐκ διαφόρων διατάξεων τῆς συμβάσεως συνηρμολογημένων πρὸς ἀλλήλας. Ἔρχομαι εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου. Βλέπετε λοιπὸν διὰ τῆς ἀναφορᾶς του πρὸς τὸν Πρόεδρον ὁ Κ. Μομφεῤῥιέρος ὑπολογίζει δαπάνην 15 ἑκατομμυρίων φράγκων πρὸς καλλιέργειαν αὐτῶν τῶν γαιῶν, ἤγουν δι’ ἔξοδα ἐγκαταστάσεως τῶν ἀποίκων, τοὺς ὁποίους θέλει φέρει, διὰ κατασκευὴν οἰκημάτων 15–20 χιλιάδων γεωργῶν, διὰ κατασκευὴν καταστημάτων καλλιεργείας ἐργοστασίων κτλ. διὰ μέγα πλῆθος ἐργαλείων, μέγα πλῆθος ζώων, κτλ. καθὼς τὰ περιγράφει ὁ ἴδιος εἰς τὴν ἀναφοράν του. Ἔχων λοιπὸν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀναφοράν του αὐτὴν καὶ τὴν ἐπιγραφὴν τῆς συμβάσεως, καὶ ἥτις περιλαμβάνει καὶ περὶ καλλιεργείας, ἐνόμισα ὅτι ἐπιβάλλεται καὶ τοιαύτη ὑποχρέωσις εἰς τὸν ἐργολάβον τῆς καλλιεργείας αὐτῶν τῶν γαιῶν, καί τοι μὴ διαλαμβανομένη ῥητῶς παντάπασιν ἐντὸς τῆς συμβάσεως, καὶ ὅτι ἂν δὲν ἀναφέρεται ῥητῶς τοιοῦτος ὅρος ἐντὸς αὐτῆς, τοῦτο συνέβη ἐκ παραδρομῆς, καὶ διὰ τοῦτο ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπιβάλλουσαν τοιαύτην ῥητὴν ὑποχρέωσιν διὰ τῆς συμβάσεως εἰς τὸν ἐργολάβον· καὶ μολα ταῦτα ἤκουσα μετὰ λύπης, ὅτι δὲν εἶναι δεκτὴ οὔτε αὐτὴ, ὅτι εἶναι ἀδιάφορον ἂν περὶ τοιαύτης ὑποχρεώσεως δὲν γίνεται οὐδεὶς λόγος ἐν τῷ σώματι τῆς συμβάσεως, ἐν ᾧ ὁ Κ. Μομφεῤῥιέρος καὶ τὰς ἐλαχίστας πρὸς αὐτὸν παραχωρήσεις ἐφρόντισε νὰ τὰς ἀναφέρῃ ῥητῶς ἡ σύμβασις. Τότε πρὸς τὶ ἔγειναν αὐτοὶ οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ Κ. Μομφεῤῥιέρου ἐν τῇ ἀναφορᾷ του; ἔγειναν λοιπὸν πρὸς ἐμπαιγμὸν τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Ἔθνους; Πρὸς ποῖον σκοπὸν τὸ Κράτος θέλει δι’ αὐτῆς τῆς συμβάσεως παραχωρήσει εἰς τὸν ἐργολάβον τοσοῦτον μεγάλας παραχωρήσεις; 80 χιλιάδας στρέμματα γῆς πρωτίστης ποιότητος εἰς πλήρη κυριότητα αὐτοῦ, ἄλλων 160 χιλιάδων τοὐλάχιστον στρεμμάτων τὴν ἐπικαρπίαν ἐπὶ ἕνα αἰῶνα, κτλ. κτλ.; Βεβαίως ὄχι μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἀποξηράνσεως, ἥτις εἶναι ἔργον ἐπωφελὲς μὲν, μὴ ἀρκοῦν ὅμως αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ ἵνα θεωρηθῇ ὡς ἀντάξιον τοιούτων μεγάλων παραχωρήσεων πρὸς τὸν Μομφεῤῥιέρον, ἀλλ’ ἔγεινε καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς λεγομένης μεγάλης καλλιεργείας, ὅπερ εἶναι ἐπίσης οὐσιῶδες. Ἡ ἀποξήρανσις ἔχει σκοπὸν κυρίως νὰ ἐξαλείψῃ τὰ νοσώδη μιάσματα τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, ἀλλ’ ἡ καλλιέργεια ἔχει σκοπὸν πολὺ ἀνώτερον, νὰ ἐκχερσώσῃ 240,000 στρέμματα γαιῶν, καὶ νὰ τὰς καταστήσῃ προσοδοφόρους διά τε τὸ δημόσιον καὶ τοὺς ἰδιώτας, νὰ εἰσάξῃ εἰς τὸν τόπον ὄχι μόνον κεφάλαια πολλὰ, ἀλλὰ καὶ σύστημα καλλιεργείας Εὐρωπαϊκὸν, ἄγνωστον ἄχρι τοῦδε παρ’ ἡμῖν, νὰ φέρῃ γεωργοὺς ἐκ τῆς Εὐρώπης ἱκανοὺς διὰ τὴν γεωπονίαν, ἐργαλεῖα κατάλληλα, μηχανὰς κτλ. Λοιπὸν ἀπέναντι αὐτῶν τῶν μεγάλων ὠφελειῶν, τὰς ὁποίας ἠλπίζομεν ὅτι θέλομεν ἔχει διὰ τῆς ἐπιχειρήσεως ταύτης, παρεχωρήσαμεν εἰς ἀντάλλαγμα τοιαύτας θυσίας. Ἀλλ’ ὅταν σήμερον δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται νὰ συμπεριλάβωμεν ἐντὸς τῆς συμβάσεως αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ὡς ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν Κ. Μομφεῤῥιέρον, ὅπως συμπεριελήφθησαν ἐν αὐτῇ ὅλαι αἱ ὑπὲρ αὐτοῦ παραχωρήσεις ὡς ὑποχρεωτικαὶ διὰ τὸ δημόσιον, καὶ ὅταν ἀφήσωμεν τὸ τοιοῦτον εἰς τὴν θέλησιν αὐτοῦ νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἰδιοτροπίαν του, εἴτε ἀπὸ τὸ συμφέρον του, διότι ἐνδέχεται καὶ νὰ μὴν εὕρῃ τὰ ἀπαιτούμενα μεγάλα κεφάλαια διὰ τὴν καλλιέργειαν, τότε ἠμπορεῖ νὰ μὴ καλλιεργήσῃ αὐτὰς τὰς γαίας, ἢ νὰ καλλιεργήσῃ μόνον μικρὸν μέρος αὐτῶν, καὶ νὰ τὰς ἀφήσῃ, ὅπως εἶναι, νὰ περιορισθῇ δὲ νὰ πωλήσῃ τὰς 80,000 στρέμματα ὅσα τῷ ἀφίνονται ἰδιοκτησία, νὰ συνάξῃ ἐκ τῆς πωλήσεως δέκα ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον δραχμῶν, νὰ ἐνοικιάσῃ τὰς ἄλλας γαίας ὅσαι τῷ ἀφίνονται εἰς ἐπικαρπίαν διὰ βοσκὰς ποιμνίων, αἵτινες δὲν ἀπαιτοῦν καλλιέργειαν, νὰ λαμβάνῃ τὰ ἐνοίκια, καὶ νὰ τὰς παραδώσῃ κατόπιν εἰς τὸ δημόσιον ὅλως διόλου χέρσους. Τοιαῦτα πράγματα εἶναι δυνατὸν ποτε νὰ παραδεχθῶμεν; δύναται ἡ Βουλὴ νὰ δώσῃ ψῆφον εἰς τοιαύτην σύμβασιν, δεσμεύουσαν τὸ ἔθνος ἀπέναντι τοῦ Κ. Μομφεῤῥιέρου καὶ ἀφίνουσαν αὐτὸν ἐλεύθερον ἀπέναντι τοῦ ἔθνους; Νομίζω, ὅτι δὲν θέλει εὑρεθῆ βουλευτὴς, ὅστις νὰ παραδεχθῇ τὴν σύμβασιν τοιαύτην ὅπως εἶναι, ἄνευ τροπολογιῶν, ἀποῤῥεουσῶν καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ πνεύματος τῶν συμβαλλομένων μερῶν, καὶ ἐκ τῶν προφανῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους.
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, λαμβάνει χώραν κἄποια σύγχυσις. Τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν, δὲν εἶναι ἐκ τῶν συνήθων προτάσεων καὶ νομοσχεδίων, εἰς τὰ ὁποῖα εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς ἕκαστον βουλευτὴν νὰ φέρῃ τροπολογίας καὶ μεταβολὰς, διότι διὰ τῶν συνήθων προτάσεων καὶ νομοσχεδίων πρόκειται νὰ κανονίσωμεν μᾶλλον συμφέροντα καὶ ὑποχρεώσεις. Ἐδῶ, Κύριοι, πρόκειται περὶ συμβάσεως, περὶ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις συνέταξε μὲ ἕνα ἐργολάβον ἰδιώτην, καὶ τὸ ὁποῖον περιέχει ὅρους ῥητούς. Τὸ συμβόλαιον τοῦτο, ἐπειδὴ περιέχει παραχωρήσεις ἐξ ἐκείνων, τὰς ὁποίας δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς Κυβέρνησιν νὰ ἐκτελῇ ἄνευ νόμου, δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν κύρωσίν του χωρὶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς. Ἔρχεται λοιπὸν τὸ συμβόλαιον ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς, καὶ εἶναι πολὺ λογικὸν, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως αὐτῆς παρὰ νὰ εἴπῃ ναὶ ἢ ὄχι, δέχομαι ἢ δὲν δέχομαι τὸ συμβόλαιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις μὲ τὸν ἰδιώτην ἢ τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν συνέταξεν. Ἀλλ’ ὁ ὅρος οὗτος τῆς παραδοχῆς τοῦ συμβολαίου ὅπως συνετάχθη ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἢ τῆς ἀποῤῥίψεως αὐτοῦ, δὲν ἀποκλείει καθόλου τὴν συζήτησιν· ἐξ ἐναντίας, Κύριοι, φρονῶ ὅτι, ἐπειδὴ ἴσα ἴσα εἶναι συμβόλαιον διὰ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ παραχωρηθοῦν ὡρισμένα καὶ ἀποκλειστικὰ δικαιώματα καὶ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, πρέπει νὰ γίνῃ ἐπ’ αὐτοῦ ἡ εὐρυτέρα συζήτησις· διότι ἂν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς ἄλλου νόμου ἠδυνάμεθα ὅπως καὶ πρὶν νὰ τὸν ἐκτελέσωμεν, σήμερον ὅμως πρόκειται νὰ κάμωμεν μίαν πρᾶξιν, τὴν ὁποίαν λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ τὴν μεταβάλωμεν ἀκολούθως, διότι ἅμα κυρωθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ σύμβασις αὐτὴ καὶ κατασταθῇ τελειωτικὴ μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς ἑταιρίας, οὔτε τὸ δημόσιον, οὔτε ἡ ἑταιρία εἶναι εἰς καιρὸν νὰ τὴν ἀνακαλέσωσι. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ εὐρυτάτη συζήτησις· ἀλλ’ εἰς τί θέλει περιστραφῇ ἡ συζήτησις αὕτη, θὰ μοῦ εἴπητε, ἀφοῦ λέγετε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ἐλευθέρως νὰ εἴπῃ παρὰ ἓν ναὶ ἢ ὄχι; Εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν διαφόρων ἀριθμῶν καὶ ὅρων, τοὺς ὁποίους περιέχει αὐτὴ ἡ σύμβασις· εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως· ἡ Βουλὴ ἔχει δικαίωμα καὶ καθῆκον νὰ ἐξετάσῃ ἕνα ἕκαστον τῶν ὅρων, τοὺς ὁποίους περιλαμβάνει ἡ σύμβασις, καὶ ἅμα εὕρῃ, ὅτι εἷς ἐξ αὐτῶν δὲν εἶναι συμφέρων διὰ τὸ δημόσιον, θέλει εἰπεῖ, ὅτι δὲν τὴν δέχομαι τὴν συνθήκην· ἂς λείψῃ αὐτὸς ὁ ὅρος, καὶ τότε τὴν παραδέχομαι. Τὸ πρᾶγμα λοιπὸν, βλέπετε, εἶναι ἁπλούστατον, φυσικώτατον· ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γίνῃ εὐρυτάτη καὶ θέλει περιστραφῆ εἰς τὴν ἐξέτασιν ὅλων τῶν λεπτομερειῶν τῆς συμβάσεως, ἥτις ὑποβάλλεται ἐνώπιόν σας· ἀλλὰ, λέγει ὁ Κ. βουλευτὴς Μεσολογγίου, τὴν τακτικὴν αὐτὴν δὲν ἐτηρήσαμεν ὁσάκις συνεζητήσαμεν ἄλλας συμβάσεις. Δὲν θέλω τοῦτο νὰ τὸ φιλονεικήσω.....
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι καὶ εἰς τοῦ Κ. Βαλτατζῆ δὲν ἐκάμαμεν κἀμμίαν τροπολογίαν χωρὶς προηγουμένως νὰ συνεννοηθῶμεν.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Αὐτὸ ἤθελα νὰ εἴπω καὶ ἐγώ· εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς παρούσης συμβάσεως ἡ Βουλὴ νὰ εἴπῃ, ὅτι αὐτὸν τὸν ὅρον τὸν τροποποιῶ, δὲν τὸν παραδέχομαι· ἀλλὰ διὰ νὰ προχωρήσῃ πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸ συμβαλλόμενον μέρος, ὅτι συγκατατίθεται καὶ ἐκεῖνο εἰς τὴν τροποποίησιν· αὐτὸ ὅμως τὸ μέρος ἔρχεται ἀπὸ τοῦδε καὶ λέγει, δὲν παραδέχομαι καμμίαν μεταβολήν.
§76ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ποῖος τὸν εἰσάγει τὸν νόμον;
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις· ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε μίαν σύμβασιν, ἥτις περιέχει διαφόρους ὅρους, τοὺς ὁποίους παραδέχεται καὶ ὑποστηρίζει· καὶ διὰ τοῦτο ἔφερε τὴν σύμβασιν ἐνώπιόν σας, καὶ διὰ τοῦτο συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον, διότι ἡ Κυβέρνησις φρονεῖ, ὅτι ὅπως, ἔχει ἡ συνθήκη αὕτη, εἶναι ὠφέλιμος εἰς τὸν τόπον· ἀλλ’ ἔρχεται ἡ Βουλὴ, ἥτις ἔχει καθῆκον νὰ ἐγκρίνῃ ἢ ὄχι τὴν σύμβασιν αὐτὴν, καὶ λέγει, ὅτι δὲν εὑρίσκω τὸν δεῖνα ὅρον ὠφέλιμον· τότε τὸ καθῆκόν της εἶναι νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν σύμβασιν, διότι ἐκ τῶν προτέρων πλέον εἶναι γνωστὸν, ὅτι τὸ ἕτερον συμβαλλόμενον μέρος δὲν παραδέχεται καμμίαν μεταβολήν· ἂν δὲν ὑπῆρχεν ἡ δήλωσις ἐκείνη, τότε ἠδύνατο νὰ εἰσχωρήσῃ εἰς τὴν σύμβασιν καμμία μεταβολὴ, ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι ἐνδεχόμενον ἦτο νὰ παραδεχθῇ· ὅταν ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν αὐτὴν τὴν σύμβασιν, ἔπρεπεν ἕκαστος τῶν βουλευτῶν νὰ ἔχῃ τοῦτο ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἰσάγων εἰς τὴν σύμβασιν αὐτὴν τροπολογίαν καὶ νέους ὅρους, ἔτρεχε τὸν κίνδυνον νὰ μὴ γίνῃ ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸν Κ. Μομφεριέρον. Πρέπει λοιπὸν νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλὴ, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν σύμβασιν, ὡς ἔχει, ἢ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, καὶ διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τοῦτο τὸ ἀποτέλεσμα, πρέπει νὰ κάμῃ εὐρυτάτην συζήτησιν καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὰ καθέκαστα τῆς ὑποβαλλομένης συνθήκης Ἀλλ’ ἔρχεται ὁ Κ. Πλατὺς καὶ λέγει, δὲν πρόκειται περὶ ὅρων, παρατηρῶ, ὅτι ὑπάρχουσιν ἀσάφειαι καὶ ἀτέλειαι εἰς τὴν σύμβασιν· αὐτὰ δὲν εἶναι οὐσιώδη πράγματα, διότι ἂν τῷ ὄντι ὑπάρχῃ καμμία ἀσάφεια γραμματικὴ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς συμβάσεως, τότε δύνανται νὰ ζητήσουν διασαφήσεις, καὶ νὰ ἀπαιτήσουν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μεταβάλῃ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως ἐπὶ τὸ εὐληπτότερον διὰ νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ παραμικρὰ ἀμφιβολία· ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔβλεπεν, ὅτι διὰ τῆς διασαφήσεως, ἥτις δίδεται, πρόκειται νὰ μεταβληθῇ οὐσιωδῶς ἡ ἔννοια τῆς συμβάσεως, ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ ἀπὸ ὑμᾶς ἀναβολὴν καὶ νὰ συνεννοηθῇ μὲ τὸν Μομφεριέρον ἂν τὴν δέχεται ἢ ὄχι.
§78ΠΛΑΤΥΣ. Εἴπατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι τὴν ὑποχρέωσιν περὶ καλλιεργείας δὲν τὴν δέχεται.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον εἴπατε περὶ τῶν ἀσυνταξιῶν καὶ ἀσαφειῶν, αἱ ὁποῖαι προκύπτουν ἀπὸ τὴν σύνταξιν τῆς συμβάσεως· σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι, ἂν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὴν σύμβασιν, δὲν ἐγνώριζον πολλὰ γράμματα, καὶ δὲν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τοὺς γραμματικοὺς κανόνας καὶ εἰσήγαγον φράσεις ἐλλειπεῖς, τότε βεβαίως καθῆκον παντὸς βουλευτοῦ εἶναι νὰ εἴπῃ, τί ἐννοεῖτε μὲ τοῦτο; διότι ἡ φράσις αὕτη, καθὼς εἶναι συντεταγμένη, ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴν καὶ ἄλλην ἔννοιαν· ἡ Κυβέρνησις θέλει σᾶς εἰπεῖ τότε, ὅτι ἐννοῶ τοῦτο· καὶ ἂν τὴν εἴπῃ κανεὶς, ὅτι ἐννοεῖς σὺ τοῦτο, ἀλλ’ εἶσαι βέβαιος, Κ. ὑπουργὲ, ὅτι ἐννοεῖ τοῦτο καὶ τὸ συμβαλλόμενον μέρος; τὸ πρᾶγμα εἶναι εὐκολώτατον· θέλομεν ζητήσει καὶ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ συμβαλλομένου μέρους, καὶ ὅλαι αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τὴν κακὴν σύνταξιν, θέλουσι λείψει· ἀλλ’ ἔρχεται ὁ Κ. Πλατὺς καὶ σᾶς λέγει, ὅτι ἡ συνθήκη δὲν περιέχει, ὅτι ὁ Μομφεριέρος ἀφοῦ ἀποξηράνῃ τὴν Κωπαΐδα πρέπει καὶ νὰ τὴν καλλιεργήσῃ, καὶ εἶναι ἐνδεχόμενον ἀφοῦ ἐξοδεύσῃ τὰ 10 ἑκατομμύρια διὰ νὰ τὴν ἀποξηράνῃ, νὰ τὴν ἀφήσῃ ἀκαλλιέργητον. Αὐτὸν τὸν φόβον ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν τὸν ἔχω, οὔτε κανεὶς ἀπὸ σᾶς· πρέπει νὰ ᾖναι πολὺ μωρὸς εἷς ἄνθρωπος νὰ ἀποφασίσῃ νὰ ἐξοδεύσῃ 8, 10 ἑκατομμύρια νὰ ἀποξηράνῃ μίαν λίμνην, καὶ ἔπειτα νὰ τὴν ἀφήσῃ (θόρυβος).
§80ΠΛΑΤΥΣ. Ἀπαιτῶ νὰ ἀποξηρανθῇ καὶ νὰ καλλιεργῆται, διότι ἐνδέχεται νὰ μὴ καλλιεργηθῇ, ἀλλὰ ν’ ἀφεθῇ ὅπως χρησιμεύσῃ εἰς βοσκὴν φυσικὴν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡμεῖς δὲν ὠφελούμεθα κατὰ τὴν γεωργίαν.
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Πλατὺς νομίζει, ὅτι ἡ καλλιέργεια εἶναι νὰ σπέρνῃ τις ἀραβόσιτον καὶ κριθὴν, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρει ὅτι καλλιέργεια εἶναι καὶ τὸ νὰ σπέρνῃ τις, ὅπως παράγῃ ἡ γῆ χόρτον, διότι καὶ τὸ χόρτον εἶναι καλλιέργεια μεγάλη, καὶ μάλιστα ὅσοι ἔχουσι μεγάλην ἔκτασιν γῆς ἓν μέρος ἀφίνουσι νὰ παράγωσι χόρτον διὰ νὰ τρέφωσι ζῶα, διότι, ὅπου ἡ γεωργία δὲν συνοδεύεται μὲ τὴν κτηνοτροφίαν, δὲν εἶναι γεωργία· ἂν εὕρῃ ἐκεῖνο, ὅτι εἶναι καλὸν, διατί νὰ μὴ τὸ κάμῃ; καὶ αὐτὰ εἶναι προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μεγάλην ἀξίαν, καὶ ἑπομένως ἐὰν αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκῃ συμφέρον νὰ τὴν σπείρῃ τριφύλλι εἴτε τὸ ὅλον, εἴτε ἓν μέρος αὐτῆς, πρέπει νὰ τῷ ἐπιβάλλετε τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὴν καλλιεργήσῃ κατ’ ἄλλον τρόπον; Αὐτὸς θὰ πράξῃ ὅ,τι τὸ συμφέρον τῷ ἀπαιτεῖ νὰ μεταχειρισθῇ τὸν τόπον καὶ νὰ τὸν καλλιεργήσῃ οὕτως, ὥστε νὰ παράγῃ περισσότερα εἰσοδήματα. Ἐὰν ἴδῃ, ὅτι εἶναι ὠφελιμώτερον τὸ βαμβάκι, θέλει σπείρει βαμβάκι καὶ ἐν γένει εἰς ὅποιον εἶδος εὕρῃ τὸ συμφέρον του, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τοῦ τὸ ἀπαγορεύσωμεν. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι δὲν θὰ ἀφήσωσι τὸν τόπον ἀκαλλιέργητον. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω.......
§82ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἐὰν ἡ ἑταιρία εὕρῃ τὸ συμφέρον της νὰ ἐκποιήσῃ τὰ 80,000 στρέμματα καὶ ἀποκτήσῃ τὰ κεφάλαιά της καὶ ἐνοικιάσῃ τὴν ἐπικαρπίαν εἰς ἄλλους, τί θὰ ὠφεληθῶμεν ἡμεῖς ἀπὸ τὴν ἀποξήρανσιν, ὅταν δὲν εἰσαχθῇ ἡ βιομηχανία τῆς καλλιεργείας; ἂν πρόκηται νὰ ἀποξηράνῃ τὴν Κωπαΐδα μόνον διὰ νὰ παραγάγῃ χόρτον, τότε ἂς λείψῃ καὶ αὐτό.
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας, τότε θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι δὲν συμφέρει ἐκεῖνον, ὅστις θὰ ἀποξηράνῃ τὴν Κωπαΐδα, παρὰ νὰ καλλιεργῇ μὲ σύστημα μεγάλης καλλιεργείας· αὐτὸ εἶναι τῆς οὐσίας, δὲν ἔχει καμμίαν συγγένειαν μὲ τὸ παρεμπῖπτον ζήτημα.
§84ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τί ἀπηντήσατε εἰς τὸν Κ. Πλατύν; περὶ τῆς οὐσίας; διότι ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Πλατὺς εἶπεν καὶ ὁ Κ. Καραλίβανος.
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Πλατὺς εἶπεν, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν εἶναι γραμματικῶς εὔληπτος..... (θόρυβος). Τὸ συμπέρασμα τοῦ λόγου μου εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει ἢ νὰ παραδεχθῇ τὴν σύμβασιν ἢ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ, διότι τὸ συναλλαττόμενον μέρος δὲν δέχεται τὴν τροποποίησιν, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ κάμωμεν μετ’ εὐρεῖαν συζήτησιν.
§86Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καθόσον ἐνόησα, ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ἐξέθεσεν εἰλικρινῶς τὴν ἰδέαν του, καὶ μᾶς εἶπεν, «ἐφέραμεν μίαν σύμβασιν, τὴν ὑποστηρίζομεν ὡς ἔχει, καὶ αὐτὸ ἐννοῶ καὶ αὐτὸ λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ κάμῃ·» ἀλλ’ ἐὰν ἡ Βουλὴ εἴπῃ ὅτι τὴν σύμβασιν τὴν μεταποιῶ εἰς νόμον, καὶ πιθανὸν νὰ εὑρεθῶσι καὶ ἄνθρωποι, οἵτινες θὰ ὑποστηρίξωσιν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, εἰς τοιαύτην περίστασιν τί φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις;
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ τὴν ἀποῤῥίψητε, ἐὰν πρόκηται νὰ φέρετε νόμον, φέρετέ τον.
§88Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν φέρομεν ὡς τροπολογίαν.
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε εἶναι ἀπόῤῥιψις. Κάμετε ὅπως θέλετε.
§90ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ σημερινὴ ἐπιστολὴ, Κύριοι, βουλευταὶ, τὴν ὁποίαν εἶχε τὴν τιμὴν ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, δηλαδὴ τοῦ Μομφεῤῥιέρου, ἤλλαξε καὶ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος καὶ τὴν φάσιν αὐτοῦ. Ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν τὸ νομοσχέδιον καὶ τὴν σύμβασιν περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, μᾶς ὑπεβλήθη μία ἐπιστολὴ ἐκ μέρους τοῦ ἐργολάβου, καὶ ἐὰν δὲν ἐγνώριζον τὸ ὄνομα, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὁ ἀξιότιμος Κ. Μομφεῤῥιέρος, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπευθύνει τὴν ἐπιστολὴν ταύτην, ἤθελον ὑποθέσει, ὅτι εἶναι κανεὶς δυνατὸς, ὅστις ὑπέβαλε μὲ τοιοῦτον ὕφος πρὸς μίαν Βουλὴν ἑνὸς ἔθνους τὴν ἀλαζόνα θέλησίν του. Οὔτε τὸ ὕφος, οὔτε τὰ λοιπὰ παρακολουθοῦντα τὴν ἐπιστολὴν εἶναι κατάλληλα καὶ ἁρμόδια νὰ σταλῶσι πρὸς Σῶμα ἀντιπροσωπεῦον τὸ ἔθνος. Μόλα ταῦτα δὲν θέλω νὰ ἐπέμβω ὅλως διόλου εἰς τὰ ἀποτελέσματα τῆς ἐπιστολῆς, θέλω μόνον νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴ, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἤλλαξεν ὅλως διόλου φύσιν. Ὅλοι ἤλθομεν νὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης καὶ ἕκαστος κατὰ τὴν πεποίθησίν του νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καθὼς καὶ ἐπὶ τῆς συμβάσεως. Δὲν ὑπάρχει βεβαίως κἀνεὶς, ὅστις νὰ ἀντιλέξῃ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης, ὅστις νὰ εἴπῃ ἢ νὰ διατείνεται, ὅτι δὲν θέλομεν ν’ ἀποξηρανθῇ ὑπὸ τοῦ Μομφεριέρου, ἀλλὰ ὑπὸ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος. Ἡ ἐπιστολὴ ἡ ἀναγνωσθεῖσα εἰς τὴν Βουλὴν ἐπιβάλλει εἰς αὐτὴν τὴν σύμβασιν κατὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Μομφεριέρου· πρέπει νὰ σκεφθῶμεν σήμερον ἄλλως πως, διότι ἡ ἐπιστολὴ αὕτη ἤλλαξε καὶ τὴν φύσιν καὶ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος· σήμερον, Κύριοι, καθὼς σᾶς εἶπον, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ σκεφθῶμεν περὶ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ἐννοεῖται βεβαίως ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν πολύ· πρῶτον, διότι πρόκειται νὰ δώσωμεν εἰς αὐτὸν τὴν Κωπαΐδα καὶ πᾶν ὅ,τι συνέχεται μὲ τὴν Κωπαΐδα, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἔπρεπε νὰ σκεφθῶμεν εἰς τοῦτο, διότι ἤθελον καταστραφῆ τὰ δίκαια τὰ ἀπαράγραπτα τῶν κατοίκων νὰ τὴν παραχωρήσωμεν μὲ ὠφελείας, ἀλλ’ οὐχὶ ὑπερόγκους καὶ ἀκατανοήτους. Ἐνῷ ἐσυζητούσαμεν παρουσιάσθη ἡ ἐπιστολὴ, ἥτις κόπτει σχεδὸν πᾶσαν συζήτησιν, διότι φρονῶ, ὅτι πᾶσα συζήτησις εἶναι περιττή. Δὲν λέγει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὴν διακόψωμεν, ἀλλ’ ἐγὼ τὴν θεωρῶ περιττὴν, δὲν πρόκειται νὰ εἴπωμεν ἢ ναὶ, ἢ ὄχι. Μᾶς δίδει νὰ ἐννοήσωμεν, ὅτι οἱ ὅροι αὐτοὶ εἶναι ἀπαραμείωτοι, εἴτε οἱ ὅροι αὐτοὶ προσβάλλουν συμφέροντα τῶν περιοίκων, εἴτε περιέχουν ἀσαφείας, εἴτε προσβάλλουν τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν κατοίκων, εἴτε προσβάλλουν δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἀπεκτήθησαν διὰ μεγάλων θυσιῶν· τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον δι’ αὐτόν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα ἤλλαξεν ὅλως διόλου φάσιν. Ἐὰν ἐντὸς τῆς συμβάσεως δὲν εἴπητε, ὅτι πρέπει νὰ ἀφεθῶσι τὰ ὕδατα τοῦ Κηφισσοῦ ποταμοῦ καὶ τῆς Ἐρκίνης εἰς τὴν ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τοῦ Κ. Μομφεριέρου, ἢ τὴν ἐπίῤῥοιαν αὐτοῦ, ἥτις δολίως ἐν τῇ συμβάσει διαλαμβάνεται, δὲν δύνασθε, σᾶς ἀπαγορεύεται νὰ κάμητε καμμίαν παρατήρησιν, διότι πρέπει ἄνευ τροπολογίας οὐδεμιᾶς νὰ ἐπιψηφίσητε τὰ πάντα. Ὥστε θέλω νὰ ὑποβάλλω εὐσεβάστως εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐνῷ ὅλοι ἔχομεν τὴν διάθεσιν νὰ ἐπιψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὑπὸ τοιαύτην ἢ τοιαύτην τροπολογίαν, ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ δεχθῶμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἄνευ οὐδεμιᾶς τροπολογίας διότι οὕτω καταστρέφομεν δικαιώματα περιοίκων κατοίκων, καὶ τοὺς ἀναγκάζομεν νὰ μένουν ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ ἀναδεχομένου τὴν ἐργολαβίαν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης. Δὲν πρέπει ἀπερισκέπτως νὰ χορηγήσωμεν τὰ ὕδατα ἐκεῖνα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀπέκτησαν δικαίωμα δουλείας, ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐπότισαν μὲ τὸ αἷμά των, διότι διὰ πολλῶν αἱμάτων ἀπεκτήθησαν. Πῶς δυνάμεθα νὰ συζητῶμεν περὶ ὑδάτων τὰ ὁποῖα ἀνήκουσιν ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν καλλιεργημένην ἤδη Βοιωτικὴν πεδιάδα κλπ. χωρὶς νὰ προσβάλλωμεν πᾶν ὅ,τι ἱερώτερον καὶ θειότερον διὰ πάντα Ἕλληνα, δηλ. τὴν ἀνενόχλητον ἰδιοκτησίαν καὶ κατὰ συνέπειαν τὴν πλήρη ἀνεξαρτησίαν καὶ τὴν τιμήν του; Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐπέμβω, οὐδὲ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου εἰς τὴν παραχώρησιν τῆς Κωπαΐδος λίμνης, εἰμὴ μὲ τοὺς ὅρους ἐκείνους, οἵτινες συμφέρουν εἰς τὸ ἔθνος. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ προσδιορισμοῦ τῶν ζωνῶν τῶν τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων πλημμυρῶν, ὅπως ἔχῃ, θὰ τὸ ἀφήσωμεν;
§91ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἀφέθη.
§92ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Μομφεριέρος λέγει, ὅτι θέλει ἡ σύμβασις νὰ ᾖναι πλήρης, δὲν δέχεται τὴν ἐλαχίστην τροπολογίαν, τὴν ἐλαχίστην διασάφησιν, ἐνῷ ἐὰν λείψουν αἱ διασαφήσεις προσβάλλονται δικαιώματα κεκτημένα τῶν περιοίκων κατοίκων· θέλω νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι ὅταν πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσωμεν, δὲν πρόκειται νὰ ἐπικυρώσωμεν καὶ ἀκυρώσωμεν σύμβασιν περὶ Κωπαΐδος, τὴν ὁποίαν καλύπτουν τὰ ὕδατα, πρόκειται ἀνεξετάστως καὶ ἐπιπολαίως ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς ἀποξηράνσεως καὶ τὴν ἀσάφειαν καὶ τὴν δολιότητα καὶ τὸ διφορούμενον τῶν ὅρων νὰ δώσωμεν ὡς γέρας πρὸς ἕνα ἐργολάβον τὴν ὑποδούλωσιν συμφερόντων μεγάλων τῶν περιοίκων. Ταῦτα δὲ ἀναφέρονται εἴς τε τὰ ὕδατα καὶ τὰς ζώνας· πρόκειται νὰ ἀναγκάσωμεν εἰς μετοικεσίαν τοὺς περιοίκους κατοίκους (θόρυβος.)
§93ΣΩΤΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ λαλήσω εἰς ὑμᾶς περὶ τοῦ οὐσιαστικοῦ ζητήματος τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, θέλω μόνον λαλήσει περὶ τοῦ παρεμπίπτοντος ζητήματος. Δὲν ἐννοῶ πῶς ἄνθρωποι σπουδαῖοι ἠθέλησαν νὰ ῥίψουν εἰς ἀμφιβολίαν, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς δὲν εἶναι πλήρη· δὲν ἐννοῶ πῶς καὶ ἐκ ποίας δυνάμεως δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς νὰ ἀποφασίσωμεν, ὅπως πρέπει, ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ποία εἶναι ἐκείνη ἡ δύναμις, ἥτις ἐλαττώνει τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς· εἶσθε οἱ αὐτοὶ σήμερον, ὁποῖοι εἶσθε καὶ πάντοτε· τί πρόκειται σήμερον; πρόκειται νὰ συζητηθῇ ἓν νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ κυρώσῃ τὴν σύμβασιν, ἥτις ἐγένετο μεταξὺ μιᾶς ἑταιρίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως. Εἶναι τινὲς, οἵτινες λέγουσι τοῦτο· ἀλλὰ δὲν πρόκειται, δὲν πρέπει νὰ θελήσωμεν, ἀλλὰ καὶ νὰ δυνάμεθα. Ἔρχεται ἑταιρία τις διὰ νὰ λάβῃ τὴν ἐργολαβίαν ἔργου τινὸς ἐντὸς τοῦ κράτους καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις εἶναι ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, συναλλάσσεται διὰ μιᾶς συμβάσεως. Εἶναι τὸ ἔργον πλῆρες; ὄχι· διότι πρόκειται νὰ ἐπικυρώσῃ αὐτὸ τὸ ἔθνος τὴν σύμβασιν καὶ κατόπιν νὰ ἔχῃ ἰσχύν. Τοιοῦτόν τι συμβαίνει καὶ σήμερον. Ἡ ἑταιρία παρίσταται ἐνώπιον τῆς Ἑλλάδος, καὶ λέγει, θέλω νὰ ἀποξηράνω τὴν Κωπαΐδα ὑπὸ ἐκείνους τοὺς ὅρους, καὶ ἡ Κυβέρνησις λέγει, δέχομαι αὐτοὺς τοὺς ὅρους, οἱ ὁποῖοι θὰ καθιερωθοῦν δι’ ἑνὸς νόμου καὶ ὁ νόμος ἔρχεται ἐνώπιόν σας. Σᾶς ἐρωτῶ κατὰ τὶ μετεβλήθησαν τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς; Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν δεχθῆτε; ἀναντιῤῥήτως. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν ἀποῤῥίψητε; ἀναντιῤῥήτως. Ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸν τροποποιήσετε; ἀναντιῤῥήτως· ἀλλὰ θὰ μοὶ εἴπητε, ἡ τροποποίησις εἶναι ἀπόῤῥιψις καὶ τὴν μέλει τὴν Βουλήν. Ὁ Κ. Πλατὺς εἶπε «πῶς δὲν δέχεται ἡ ἑταιρία τὴν πρότασίν μου, τὴν γνώμην μου, ὅτι πρέπει νὰ γείνωσι διασαφήσεις·» καὶ νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ τὴν ἐπιβάλλετε εἰς τὸν Κ. Μομφεριέρον, ὅτι δύνασθε νὰ τὸν εἴπητε, ὅτι πρέπει νὰ τὸ κάμῃ. Οὐδέποτε δύνασθε νὰ πράξητε τοῦτο, οὐδὲ ἔχετε τὸ δικαίωμα, διότι ὅπως ἐκεῖνος δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς ἡμᾶς τὴν θέλησίν του, καθὼς κανεὶς ἄλλος, οὕτω καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν τὴν θέλησίν μας εἰς τοὺς ἄλλους, νὰ εἴπωμεν ἐξώδευσε τὰ χρήματά σου, ἀλλ’ ὅπως ἡμεῖς θέλομεν· πρέπει ἀμφότεροι νὰ θέλωμεν διὰ νὰ γείνῃ ἓν συνάλλαγμα. Κατόπιν ὅλων τούτων, εἴπατέ μοι ποῦ εἶναι ἐλαττωμένα τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις. Κύριοι βουλευταί, ἠκούσατε ἀπὸ ὅλους σχεδὸν τοὺς ἀγορεύσαντας καὶ δὲν ἔχετε ἀνάγκην νὰ τὰ ἀκούσητε ἀκόμη ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὴν σπουδαιότητα τοῦ ζητήματος αὐτοῦ δὲν τὴν ἀνέπτυξαν, ὅπως ἔπρεπεν· εἶπον, ὅτι εἶναι σπουδαῖον, ἀλλὰ κατὰ μίαν ἔποψιν, κατὰ δύο ἐπόψεις. Πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὸ ζήτημα ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις· διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκετὰ ἀνεπτυγμένη ἡ σπουδαιότης τοῦ ζητήματος, διότι πρέπει νὰ ἐξετασθῇ καὶ παρουσιασθῇ ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις, καὶ καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ βάθος τῆς καρδίας τοῦ ζητήματος διὰ νὰ ἀποφασίσῃ, καὶ πρέπει νὰ καταμετρήσῃ τὰ πάντα, ποῖα τὰ ὠφελήματα καὶ ποῖαι εἶναι αἱ βλάβαι· ζητήματα τοιαῦτα δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῶν πολιτικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν τοῦ πατριωτισμοῦ, ὅστις δὲν πρέπει νὰ βλέπῃ μόνον πλησίον του, ἀλλὰ μακράν, ὅσον εἶναι δυνατόν, διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων. Κύριοι, δὲν πιστεύω, ὅτι κἀνεὶς ἐξ ἡμῶν εἶναι δυνατὸν νὰ κινῆται ἀπὸ ἄλλας περιστάσεις, ἀλλὰ μόνον ἀπὸ τὸ εὐγενὲς ἐκεῖνο αἴσθημα, τὸ ὁποῖον τιμᾷ ἄνδρας ἀντιπροσωπεύοντας ἓν ἔθνος· πρέπει λοιπὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, πρέπει καὶ ὑμεῖς νὰ ἔχετε καὶ νὰ κινῆσθε ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ αἴσθημα, ἀπὸ το ὁποῖον μέχρι τοῦδε ἐσυζητήσαμεν ὅλα τὰ ζητήματα καὶ τὸ ὁποῖον θὰ φωτίσῃ ὅλα τὰ πνεύματα, διότι ἐάν τινὲς ἀντιλαμβάνωνται ταχύτερον, δὲν πρέπει νὰ εἴπητε εἰς ἡμᾶς τοὺς μὴ δυναμένους νὰ ἀντιληφθῶμεν, σπεύσατε, πρέπει νὰ ἐκτανθῇ ἡ συζήτησις καὶ νὰ μᾶς ἀφήσητε νὰ πεισθῶμεν, διότι δὲν πρόκειται περὶ μικροῦ πράγματος. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους μ’ ἠκούσατε πάντοτε ὑποστηρίζοντα τὴν ἐλευθέραν, τὴν πλήρη, τὴν ἐκτεταμένην συζήτησιν. Ὅταν λοιπὸν τὰ πράγματα ἔχωσιν οὕτω, σᾶς παρακαλῶ ποῖον εἶναι τὸ ἐμπόδιον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ εἰς τὴν Βουλὴν, «παῦσε τὴν ἐργασίαν.» Ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν τὸ ἐσκέφθην, θὰ τὸ σκεφθῶ, δὲν συμφέρει, θὰ τὸ τροποποιήσω, τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν. Βεβαίως ἐγὼ δὲν θέλω ἀποκρούσει τὸ τοιοῦτον· πιστεύσατε, ὅτι ἡ ἑταιρία δὲν δύναται νὰ προσβάλλῃ τὰ συμφέροντα· βεβαίως ἐὰν ᾖναι ὠφέλιμος, πρέπει νὰ πεισθῶμεν ὅλοι καὶ ὅλον κοινὸν, διότι τὸ βῆμα αὐτὸ ἀνήκει εἰς ὅλον τὸ ἔθνος. Καὶ ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μὲ ἠκούσατε ὑψώσαντα τὴν φωνήν μου ἐπὶ μιᾶς συνθήκης, καὶ νομίζω, ὅτι τότε ὡμίλησα, ὅτι θέλω νὰ φέρω τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μου, νομίζω, ὅτι ποτὲ δὲν θέλω ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν εὐθύνην, καὶ νομίζω, ὅτι ποτὲ δὲν ἀπεμακρύνθην, ὁσάκις μὲ ἠκούσατε. Δέχομαι τὴν εὐθύνην πάσης ἰδέας ἥτις ἐξέρχεται ἐξ ἐμοῦ, καὶ ἐντὸς ὀλίγου καὶ μετ’ ὀλίγον θέλουσι μὲ δικάσει οἱ συμπολῖταί μου, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξα, θέλω δώσει λόγον εἰς τὸν ἑαυτόν μου θέλει μὲ δικάσει ἡ ἱστορία αὐτὴ· ἐὰν ἐγὼ ἀπομακρυνθῶ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐλάλησα, θέλω κατακριθῆ καὶ ἡμεῖς θέλετε κατακρίνει τὴν γνώμην μου. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἕκαστος πρέπει νὰ φαίνεται ὁ αὐτὸς εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις. Κύριοι, ὅταν τὰ πράγματα ἔχουν οὕτως, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ἐκτείνῃ ὅσον εἶναι δυνατὸν καὶ νὰ ἐπεκτανθῇ ἡ συζήτησις εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο· πρέπει νὰ διασκεδασθῶσιν ὅλαι αἱ ἀμφιβολίαι καὶ νὰ ὑπάρξῃ ἐκτεταμένη ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ σπουδαιοτάτου ἀντικειμένου. Ἂς παρέλθουν 5–6 ἡμέραι ἀκόμη, δὲν εἴμεθα εἰς τὸ τέλος τῆς συνόδου, ὥστε νὰ ἔχωμεν φόβον μήπως ἐκλείψῃ ὁ χρόνος· τὸ χρέος μάλιστα ἡμῶν εἶναι νὰ συζητήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν μὲ περισσοτέραν ἔκτασιν, ὅπως πεισθῶμεν. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἵτινες εἶπον, «σταματήσατε πλέον, δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν». Εἶναι ἀδιάφορον, δὲν πρέπει νὰ ὑποχωρήσωμεν ἀπὸ τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, διότι δὲν εὑρίσκομεν συμφωνίαν εἰς τὰς ἰδέας τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Ἐγὼ λέγω καὶ εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσητε αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον χωρὶς νὰ ἀποβλέψητε εἰς πρόσωπα, ἐγὼ ἐννοῶ, ὅτι τρεῖς ὅροι ὑπάρχουν εἰς τὴν σύμβασιν· θέλετε τὴν σύμβασιν; ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὴν παραδεχθῆτε· θέλετε νὰ τὴν ἀποῤῥίψητε; ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ κάμετε, θέλετε νὰ τὴν τροποποιήσητε; ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξετε· κἀνὲν ἐμπόδιον δὲν ὑπάρχει, καὶ διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.
§94Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος Κ. Πετμεζᾶς νὰ τῷ κάμω τὴν παρατήρησιν, διότι νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Πετμεζᾶς παρηνόησε τοὺς προαγορεύσαντας, νομίσας ὅτι ἐζήτησαν νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις· κατ’ ἐμὲ, ἐννόησα τὸ ἑξῆς. Οἱ προτείναντες νὰ σταματήσῃ ἡ συζήτησις δὲν ἐννόησαν νὰ παύσῃ, ἀλλὰ νὰ κανονισθῇ, καὶ τοῦτο εἶναι σπουδαῖον. Ἀπὸ προχθὲς ἐζήτησα νὰ κανονίσῃ ἡ κυβέρνησις τὴν συζήτησιν καὶ σήμερον μᾶς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις «ἔφερα μίαν σύμβασιν, αὐτὴν ὑποστηρίζω, καὶ ἂν ἀποῤῥιφθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἐγὼ ἀπεκδέχομαι τὴν εὐθύνην.» Ἐρωτῶ τώρα, ὅτι τὴν ἔκτακτον σύνοδον τὴν ἔφερε διὰ νὰ συζητήσῃ τὴν σύμβασι, καὶ ἂν ἡμεῖς......
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶπα τοῦτο.
§96Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα λέγω διατὶ νὰ παύσῃ ἡ συζήτησις; νὰ ἐξακολουθήσῃ καὶ νὰ ἴδωμεν ἐὰν ᾖναι καλὸν νὰ παραδώσωμεν τὴν Κωπαΐδα· καὶ λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει, ἵνα παραδεχθῇ ἢ ὄχι. Ἀλλὰ πρέπει πρῶτον νὰ κανονισθῇ ἐπὶ τίνος ἐδαφίου θὰ γείνῃ συζήτησις.
§97ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τῆς συμβάσεως.
§98Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἀπορῶ πῶς δὲν ἐξετάσατε τὸ ζήτημα ὑπὸ μίαν ἔποψιν ἄλλην, πόθεν προῆλθεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν αὐτὸ τὸ ζήτημα; Ποία εἶναι ἡ ἱστορία αὐτῆς; Εἰς τὴν Συνέλευσιν δὲν εἴχομεν ἄλλο τίποτε παρὰ ἕνα νόμον, ὅστις ἔλεγεν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ χορηγήσῃ τὴν Κωπαΐδα λίμνην καὶ μόνον τὴν προσθήκην ὅτι δίδει τὴν συγκατάθεσιν. Τότε ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος εἶπεν ὅτι παρουσιάσθη μία ἑταιρία, ἥτις προτείνει ν’ ἀποξηράνῃ τὴν Κωπαΐδα· αὐτὴ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία.
§99ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι.
§100Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἦλθεν ἡ σύμβασις εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἐξεδόθη ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν οὐδὲν ἄλλο παρὰ τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Σᾶς εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἦλθε μία σύμβασις, κατόπιν μία ἐπιτροπὴ, παρουσιάσθη ὁ Κ. Μομφεριέρος, ἔκαμε προτάσεις εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, καὶ ἔχει δίκαιον ὁ Κ. Τσιριμῶκος νὰ καυχᾶται, διότι κατωρθώθη νὰ φέρῃ μερικὰς τροποποιήσεις. Ἔρχεται ὁ ὑπουργὸς καὶ μᾶς λέγει, ὅτι κατώρθωσε νὰ προέλθῃ δι’ ἐθνικὴν ὠφέλειαν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον τοῦ συναγωνισμοῦ. Ἐνῷ προχωροῦμεν εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα, ἔξαφνα παρουσιάζεται ἡ ἐπιστολὴ, περὶ ἧς ἔγεινε πολὺς λόγος καὶ ἴδατε πῶς αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἐκφράζεται πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους· ἰδοὺ τι λέγει, «δὲν δέχομαι οὐδεμίαν μεταβολὴν ἐπὶ τῆς συμβάσεως· ἐὰν γείνῃ μεταβολή τις, τότε ἐγὼ ἀποσύρομαι.» Ἐνταῦθα ἔχουν ἄδικον νὰ εἴπωσί τινες ὅτι δὲν ἔχομεν τώρα νὰ συζητήσωμεν;
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν σύμβασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἡ κυβέρνησις, τὴν ὑποστηρίζει μὲ τὰς τροποποιήσεις, ἃς ἔφερεν, ἐξαιρέσει τοῦ ὅρου τοῦ συναγωνισμοῦ.
§102ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὔριον θὰ μᾶς εἴπετε ἄλλο.
§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα ἂν μᾶς εἴπῃ ἡ ἑταιρία καὶ ἄλλο, ἡμεῖς θὰ διακοινώσωμεν αὐτὸ πρὸς ὑμᾶς.
§104Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν σᾶς εἶπον ὅτι δὲν δέχομαι οὐδεμίαν μεταβολὴν, ἀλλ’ ἀποσύρομαι. Λοιπὸν τότε εἶναι περιττὸν νὰ κάμωμεν συζήτησιν, ἀλλ’ ὄχι, λέγω, διότι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος εἶναι παραδεδεγμένη ἀπὸ ὅλον τὸ ἔθνος διότι ἔχομεν τὴν ἰδέαν ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ εἷς νόμος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται νὰ δοθῇ εἰς πᾶσαν ἑταιρίαν ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος, ἂν τὴν ἀναλάβῃ ὁ Κ. Μομφεριέρος τόσον καλλίτερα. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως, τοὐτέστιν ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν σύμβασιν ὅπως ὑπάρχει.
§105ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος ἐμποδίζει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις;
§106Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, ὅστις ἔχω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ νόμος, ἔστω καὶ ἡ σύμβασις μὲ τὰς τροποποιήσεις, ἃς ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἔχει νὰ κάμῃ, ὑποστηρίζω, ὅτι ἡ σύμβασις θὰ δοθῇ ἢ ἄνευ οὐδεμιᾶς τροπολογίας ἢ μετὰ τροπολογιῶν. Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τῶν τροπολογιῶν, τότε δὲν θέτομεν ὅσας βεβαίως νομίσωμεν ἀναγκαίας.
§107Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐννοεῖτε ἐκ τῶν προτέρων νὰ λυθῇ;
§108Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι. Ἐγὼ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ προηγουμένως πρέπει νὰ λύσῃ τὸ ἑξῆς ζήτημα, ἐὰν δέχεται τὴν σύμβασιν μὲ τὰς τροπολογίας, εἴτε δέχεται τροπολογίας (θόρυβος). Ὅταν ἡ σύμβασις αὕτη συζητηθῇ μὲ τροπολογίας ἔχομεν ἀμέσως ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κ. Μομφεριέρου ὅτι δὲν δέχεται· λοιπὸν πρὸς τί νὰ τὴν συζητήσωμεν αὐτὴν τὴν σύμβασιν;
§109ΤΙΝΕΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μάθωμεν.
§110Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον εἶπον.
§111ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κυνουρίας μὲ παρεξήγησεν ἢ μὲ παρηνόησε. Τὶ σᾶς εἶπον ἐγὼ; νὰ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν, ἣν ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις μὲ μίαν ἑταιρίαν· πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν αὐτὸ εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας καὶ πρέπει νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, παραδέχεται τὴν σύμβασιν ἢ ὄχι; Ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ τὴν σύμβασιν, ὅπως ἔχει, τότε εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι παραδέχεται τὴν σύμβασιν αὐτὴν καὶ τὸ ἕτερον συμβαλλόμενον μέρος. Ἐὰν θέλετε νὰ φέρετε τροποποίησίν τινα καὶ τὴν τροποποίησιν τὴν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, τότε ἐκ τῶν προτέρων εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ σύμβασις ἔπεσεν· ἀλλ’ ἀφοῦ δεχθῆτε τὰς τροπολογίας αὐτὰς, πρέπει νὰ προσθέσετε ὅτι μὲ τὰς τροπολογίας αὐτὰς δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος εἰς ἄλλην ἑταιρίαν. Λοιπὸν πρέπει νὰ γείνῃ συζήτησις. (Θόρυβος).
§112ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις, (ὥρα 5 καὶ 10|60).