1866.01.19
1,706 rows · 15,040 words · 49 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6
Τῆς 19 Ἰανουαρίου 1866.
(Τετάρτη).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Γυθείου Κ. Μαυρομιχάλης ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ ὑπαγωγῆς κτημάτων τινῶν κατεχομένων ὑπὸ τῆς Μονῆς Ζερμπίτσης εἰς τὴν κυριότητα τοῦ δήμου Γυθείου. Ὁ Κ. Πεταλλᾶς ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως νόμου περὶ βελτιώσεως τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου περὶ Κωπαΐδος. Ἀναγινώσκεται τὸ πρῶτον ἄρθρον. «Ἄρθρον ά. Ἡ παραχώρησις τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος κτλ.»
§4ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἠκούσθη σήμερον, Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἡ Κ. Μομφεριέρος ἢ μᾶλλον ἡ ἑταιρία παρητήθη τῶν ἀπαιτήσεων τῆς ἀποξηράνσεως. Ἐπιθυμῶ νὰ μᾶς βεβαιώσητε περὶ τούτου.
§5ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τῆς Κωπαΐδος ἀφορᾷ ὄχι μόνον τὴν Βουλὴν ἀλλὰ καὶ τὴν Ἑλλάδα πᾶσαν· τετάρτην ἤδη φορὰν συζητεῖται ἐν τῇ Βουλῇ. Εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν πιστεύω, ὅτι ἐνθυμοῦνται οἱ Κύριοι βουλευταὶ, ὅτι τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἡ Κυβέρνησις εἰσήγαγεν ὡς ὑπόθεσιν ἐθνικὴν ὄχι Κυβερνητικὴν ἢ πολιτικὴν, ὡς ὑπόθεσιν ἐμψυχώσεως καὶ ἀναπτύξεως τῆς βιομηχανίας καὶ εἰσαγωγῆς ξένων κεφαλαίων, ὡς ὑπόθεσιν ἐνδιαφέρουσαν τὸν τόπον διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῶν μέσων. Ὡς τοιαύτην τότε τὴν παρέστησα, καὶ ὡς τοιαύτην θέλω τὴν λάβει ὑπ’ ὄψιν· πρὶν λήξῃ ἡ Σύνοδος τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος εἶχεν ὑποβληθῆ δὶς εἰς τὴν Βουλὴν· ἦλθεν ἡ λῆξις καὶ ὡς γινώσκετε ἡ ἔκτακτος σύνοδος ἀφορᾷ τὸ περὶ Κωπαΐδος καὶ Λαυρίου ζήτημα. Πρὶν ἔλθῃ ἡ ἔκτακτος σύνοδος ἤλθομεν εἰς συνέντευξιν μετὰ τοῦ ἀντιπροσωπεύοντος τὴν ἐν Παρισίοις ἑταιρίαν Κ. Μομφεριέρου καὶ τῷ εἴπομεν ὅ,τι καὶ πρότερον, ὅτι διὰ νὰ διευκολυνθῇ αὐτὸ τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον ὑποθέτω ὡς καὶ ὅλοι ὑμεῖς, ὅτι θὰ συντελέσῃ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ὑλικῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ κάμῃ τοιαύτας παραχωρήσεις, καὶ μία ἐξ αὐτῶν εἶναι νὰ δεχθῇ μίαν προθεσμίαν συναγωνισμοῦ, τὴν ὁποίαν καὶ ἐδέχθη. Τοῦτο τὸ ἐδήλωσα καὶ ἐγγράφως, καὶ προχθὲς ἔλαβα τὴν τιμὴν νὰ ἀναγνώσω τὴν ἀναφορὰν του ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν δέχεται τὸν ἀνασταλτικὸν ὅρον, ἡ ἐπικύρωσις νὰ γίνῃ μετὰ παρέλευσιν τριῶν μηνῶν, ἐὰν δὲν προσέλθῃ τις νὰ προσφέρῃ ὅρον συμφερώτερον διὰ τὴν Ἑλλάδα, τοὐτέστιν ὡς πρὸς τὸ σπουδαιότερον πρᾶγμα τὴν ἐπικαρπίαν τῶν 99 ἐτῶν. Οὕτως εἶχον τὰ πράγματα καὶ ἐγένετο ἡ πρώτη καὶ δευτέρα συζήτησις· σήμερον δὲ εἰσερχόμεθα εἰς τὴν τρίτην. Ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον. Σήμερον μοῦ παρουσίασεν ἓν τηλεγράφημα ὁ Κ. Μομφεριέρος, τὸ ὁποῖον ὅμως δὲν ἀπευθύνεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Κ. Μπονὲρ εἰς τὴν Τράπεζαν. Ἐγὼ δὲν συνηλλάχθην οὔτε μὲ τὸν Μπονὲρ οὔτε μὲ τὴν Τράπεζαν. Ὁ Κύριος Μομφεριέρος μοῦ εἶχε κάμει τὴν ἀναφορὰν, ὅτι δέχεται τὸν ἀνασταλτικὸν ὅρον τῶν 3 μηνῶν, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὑπέβαλα τὴν τροπολογίαν μου ἐν τῇ Βουλῇ. Ἐγὼ σᾶς γνωστοποιῶ τὸ τηλεγράφημα καὶ ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ, ἐν τῷ πατριωτισμῷ της ὅ,τι ἐγκρίνει.
§6ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὸ τηλεγράφημα.
§7ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὄχι· μοὶ ἐδόθη αὐτὸ τὸ τηλεγράφημα καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλω τίποτε νὰ ᾖναι ἐν ἀγνοίᾳ τῆς Βουλῆς τὸ γνωστοποιῶ εἰς αὐτήν. Ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ῥενιέρην. Ἐθνικὴ Τράπεζα. Συνεταῖροι δὲν δέχονται ἀπολύτως προθεσμίαν ἀνασταλτικήν· κάμετε νὰ εἰσαχθῇ ὅρος ὅτι μετὰ τὴν κατάθεσιν 1,700,000 δραχ. ἡ παραχώρησις καθίσταται ὁριστικὴ πρὸ τὸ συμφέρον μας καὶ ὅτι ἡ προθεσμία εἶναι κατηργημένη, ἀλλὰ τοὺς κινδύνους τοὺς καταλαμβάνετε πολὺ καλά. (Μπονὲρ).» Τώρα ἔκαμα μίαν τροπολογίαν τοῦ συναγωνισμοῦ· ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τὴν ἐγκρίνῃ ἢ νὰ μὴ τὴν ἐγκρίνῃ. Ἤδη ἔρχεται αὐτὴ ἡ πληροφορία ἡ ἐξώδικος· (καταθέτει εἰς τὸ προεδρεῖον τὸ τηλεγράφημα.)
§8Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν τροπολογίαν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ὑπέβαλεν, ἀφοῦ ἔλαβε τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Κ. Μομφεριέρου καὶ τὴν ἀναφοράν. Παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπητε, Κ. ὑπουργὲ, ὁ Κύριος Μομφεριέρος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀνακαλεῖ αὐτὴν τὴν ἀναφοράν;
§9ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Τὸ συμβόλαιον τὸ ὑπέβαλα εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ὑπογράφεται ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἑταιρίας. Ἐγὼ ἀναγγέλλω τὸ γεγονὸς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει.
§10ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐμμένετε εἰς τὴν τροπολογίαν σας;
§11ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα· ἐὰν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι δὲν πρέπει, δύναται νὰ τὴν ἀποσύρω.
§12ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ μᾶς εἴπητε καθαρὰ, ἐὰν τὴν ὑποστηρίζετε ἢ ὄχι.
§13ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν ἀρκούντως ἐξεφράσθην, καὶ αὐτὴ ἂς ἐγκρίνῃ ὅ,τι θέλει.
§14ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Παρακαλῶ νὰ μᾶς εἴπητε, ἡ ἀναφορὰ ἦτο τοῦ Κ. Μπονὲρ ἢ τοῦ Κ. Μομφεριέρου;
§15ΣΤΡΑΤΟΣ. Φρονῶ, ὅτι τὸ τηλεγράφημα εἶναι ἀνεξάρτητον τοῦ σημερινοῦ ζητήματος· σήμερον πρόκειται νὰ τεθῶσιν οἱ ὅροι ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἡ ἑταιρία αὕτη τοῦ Μομφεριέρου ἢ πᾶσα ἄλλη δύναται νὰ δεχθῇ τὴν ἀποξήρανσιν. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας· ἠμποροῦμεν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἀμέσως, ὁ δὲ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ ἀναπτύξῃ ὅ,τι δύναται διὰ νὰ προβῶμεν.
§16Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, λαμβάνων τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ σπουδαιοτάτου ζητήματος περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἀπασχολεῖται ἡ προσοχὴ, ἡ σκέψις καί ἡ κρίσις ἀπὸ πολλοῦ ἤδη χρόνου, οὐ μόνον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τῆς κοινωνίας, δὲν προτίθεμαι νὰ εἰσέλθω εἰς ἐπιστημονικὰς ἐξετάσεις, δὲν προτίθεμαι νὰ σύρω γραμμὰς καὶ ἰχνογραφήματα, διότι στεροῦμαι καὶ τῆς πείρας καὶ τῆς γνώσεως αὐτῶν· ἄλλοι ἔχοντες γνώσεις καλλιτέρας ἐμοῦ καὶ εἰδικότητα περὶ τὰ τοιαῦτα, θέλουν βεβαίως ἐξετάσει τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικήν του ἔποψιν. Ἐγὼ θέλω περιορισθῆ, Κύριοι, ἁπλῶς εἰς τὰ συμπεράσματα τῶν ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν κειμένων γνωμῶν· θέλω ἐξετάσει τοὺς ἀριθμοὺς, ἑνὶ λόγῳ θέλω ὑπάρξει ἀριθμητικὸς καὶ ὄχι θεωρητικός· πρὸς τοῦτο ἑπομένως θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, παρακαλῶν νὰ μοὶ χαρίσῃ τὴν ὑπομονήν της καὶ νὰ μὴ μὲ διακόψῃ, διότι οἱ ἀριθμοὶ ἐν περιπτώσει διακοπῆς συγχύζουν τὸν ἀγορεύοντα. Ἡ Βουλὴ, Κύριοι, ἐκ προηγουμένων ἀπέδειξεν, ὅτι εἰς σοβαρὰ καὶ σπουδαῖα ζητήματα, καὶ ὑπομονὴν ἔχει καὶ ἀνοχὴν, καὶ προσοχὴν μεγάλην ἔδειξεν. Ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων, μάλιστα τὸ σπουδαιότατον, τὸ ὁποῖον ἐσυζητήθη ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς παρούσης σεβαστῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο, ἡ ἀποξήρανσις δηλ. τῆς Κωπαΐδος λίμνης. Καὶ προχθὲς, Κύριοι, ἐκηρύχθην ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποξηράνσεως, ὡς ἐκηρύχθη καὶ ἅπασα ἡ Βουλὴ, κατὰ τὰς πρώτας αὐτῆς νομοθετικὰς ἐργασίας τῆς ἄρτι ληξάσης τακτικῆς συνόδου. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, κάλλιστα, ὅτι, ὅταν εἰσήχθη κατὰ πρώτην φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ἡ Βουλὴ ἐρωτηθεῖσα ἂν παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου διὰ νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸ τότε ὑπάρχον συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀπεφάνθη, ὅτι παραδέχεται μὲν τὴν ἀρχὴν τῆς ἀποξηράνσεως, δὲν τὴν σχετίζει ὅμως ποσῶς μετὰ τοῦ νομοσχεδίου. Ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς ταύτης ἐκηρύχθην καὶ ἐγώ· θέλω νὰ ἀποξηρανθῇ ἡ Κωπαΐς λίμνη, νὰ λείψουν τὰ ὕδατα καὶ τὸ τέλμα, τὸ ὁποῖον καὶ τὴν ὑγείαν βλάπτει καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας· θέλω ν’ ἀποξηρανθῇ ἡ Κωπαΐς, διότι μέγιστα καλὰ ἐκ τούτου ἐλπίζονται ὑπὲρ τοῦ κράτους. Προκειμένου ὅμως νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὰς βάσεις, ὑπὸ τὰς ὁποίας ἔρχεται τὸ νομοσχέδιον, τὸ πρᾶγμα διαφέρει, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν δύναμαι νὰ κηρυχθῶ ὑπὲρ αὐτοῦ. Τέσσαρα συστήματα ἢ τέσσαρες γνῶμαι διάφοροι ἀπ’ ἀλλήλων, συνοδεύουσι τὸ παρουσιαζόμενον νομοσχέδιον. Τὸ πρῶτον σύστημα εἶναι τοῦ σοφοῦ μηχανικοῦ Σωβάζ, ἐκείνου, τοῦ ὁποίου τὰς γνώσεις καὶ τὴν πεῖραν θαυμάζει ἡ Εὐρώπη, καὶ ὅστις κατὰ τὰ 1846 ἐπὶ τοῦ μεγαλεπηβόλου ἐκείνου ἀνδρὸς τοῦ μακαρίτου Κωλέττου, ἀπεστάλη ἐνταῦθα καὶ ἔμεινεν ἓν ἔτος εἰς τὴν Κωπαΐδα, ὑπέφερε καὶ τὸν καύσωνα τοῦ τόπου καὶ τὰς κακὰς ἀναθυμιάσεις τῶν ὑδάτων· οὗτος εἰργάσθη φιλοπόνως, καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως ἐσχημάτισε μίαν πεποίθησιν· αὐτὸ τὸ σύστημα εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας εἰργάσθησαν ὅλοι οἱ ἄλλοι μηχανικοί, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον στηρίζεται καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Κατόπιν, Κύριοι, ἔρχεται ἡ ἀντίθετος γνώμη τοῦ ἐνδιαφερομένου Μομφεριέρου· οὗτος παρουσιάζεται ὡς ἀντιπρόσωπος μιᾶς ἑταιρίας διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος. Τρίτον ἔρχεται ἡ γνώμη τοῦ ἀξιολόγου μηχανικοῦ Κ. Παπαγεωργίου, ὅστις ἀπέδειξε καὶ ζῆλον καὶ πατριωτισμόν. Τέταρτον ἔρχεται ἡ ἐπίσημος ἐργασία τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις ἀνέθεσεν εἰς μίαν ἐπιτροπὴν μηχανικῶν ἀξιοτίμων, τοὺς ὁποίους ὑπολήπτομαι, σέβομαι καὶ τιμῶ, διότι κάλλιστα ἐκ τοῦ σύνεγγυς τοὺς γνωρίζω· ἀλλὰ καὶ οὗτοι εἰργάσθησαν ἐπὶ τῇ βάσει τῶν προηγουμένων ἐργασιῶν τοῦ Κ. Σωβάζ, χωρὶς νὰ μεταβῶσιν ἐπιτοπίως, ἐξετάσωσι τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τῆς Κωπαΐδος, καὶ ἐξ ἰδίας ἀντιλήψεως σχηματίσωσιν ἰδίαν κρίσιν καὶ πεποίθησιν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀποφανθῶσιν ἂν τὸ σύστημα τοῦ Σωβάζ, ἢ οἱ λογαριασμοὶ τοῦ Μομφεριέρου πρέπει νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν, ὡς βάσις τῶν μετὰ τῆς Κυβερνήσεως συμφωνιῶν. Ἂς ἐξετάσωμεν ἤδη ἂν αὐτὸ τὸ σύστημα, ἂν αἱ παρατηρήσεις τοῦ Σωβὰζ ἀνταποκρίνωνται ποσῶς καὶ συμβιβάζωνται μὲ τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ Μομφεριέρου, καὶ ἑπομένως ἂν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως ἦναι συμφέροντες ἢ ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸ ἔθνος. Ὁ Σωβὰζ ὑπολογίζων τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν διάτρησιν τοῦ Πτώου ὄρους καὶ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος λίμνης, ἔκαμε τὰς ἑξῆς σκέψεις καὶ ἐπέφερε τὰς ἑξῆς γνώμας· ά) Λέγει, ὅτι ἀπαιτοῦνται ἔξοδα διὰ τὴν διάτρησιν καὶ ἀποξήρανσιν, ἐν οἷς συμπεριλαμβάνει καὶ τὰ ἀπρόοπτα, ὡς καὶ τὰ τῆς διευθύνσεως τῶν ἐργασιῶν, ἐπιστασίας κλπ. ἐκ 5,000,000 φράγκων.
§17ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κατὰ ποίαν ἐποχήν;
§18ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸ 1846. βʹ) Προσθέτει ἔξοδα δι’ ἀποζημίωσιν τῶν προσληφθησομένων ξένων γαιῶν, διὰ συντήρησιν τῶν ἔργων κατὰ τὸ διάστημα τῶν πρώτων ὀκτὼ ἐτῶν, διὰ τόκον τῶν χρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπολογίζει, ὅτι θέλουν ἐξοδεύεσθαι βαθμηδὸν καὶ κατὰ δόσεις ἀναλογούσας κατ’ ἔτος ἀνὰ φράγκα 625,000, ἅπερ πρὸς 10% φέρουν 62,000 φράγκων τόκον ἐτήσιον· προσθέτει, λέγω, καὶ τὰ ἔξοδα ταῦτα συνιστάμενα ἐπὶ 8 ἔτη εἰς ἓν ἑκατομμύριον φράγκων, καὶ οὕτω ἀναβιβάζει τὴν ὅλην δαπάνην εἰς 6,000,000 φράγκων, ἅπερ ἀντιστοιχοῦσι κατὰ τὴν καθ’ ἡμᾶς νομισματικὴν ἀξίαν μὲ δραχ. 6,666,000. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὑπολογισμὸς τῆς δαπάνης τῆς τε διατρήσεως τοῦ Πτώου ὄρους καὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, συμπεριλαμβανομένων, ὡς εἴρηται, καὶ τῶν ἐξόδων τῆς διευθύνσεως, ὡς καὶ τῆς δαπάνης, ἥτις ἀπαιτεῖται δι’ ἀποζημίωσιν τῶν τυχὸν ληπτέων ἰδιωτικῶν γαιῶν. Τώρα, ἀφοῦ ἔχομεν αὐτὴν τὴν δαπάνην τῶν 6,666,000 δραχ. θέλομεν ἴδει τί δύναται νὰ φέρῃ αὐτὸ τὸ ἔργον πρὸς ἀποζημίωσιν καὶ ὠφέλειαν τοῦ ἐργολάβου. Ὁ Κ. Σωβὰζ ὑπολογίζων τὴν ἔκτασιν ἢ μᾶλλον τὴν περίμετρον τῆς λίμνης κατὰ τὰς συνήθεις πλημμύρας εἰς 240,000 στρέμματα, εὑρίσκει, ὅτι ἕκαστον στρέμμα ἀντιστοιχεῖ μὲ ἔξοδα 28 φράγκων, καὶ διὰ νὰ εὕρῃ ἂν συμφέρῃ ἡ ἐπιχείρησις αὕτη, ἥτις, ὡς προεῖπον, ἀπαιτεῖ δαπάνην 28 φράγκων, δι’ ἕκαστον στρέμμα, ὑπελόγισε τὴν ἀξίαν τῆς γῆς κατὰ τὰς τότε ἀγοραίας τιμὰς συνισταμένας εἰς 20 δραχ. μόνον, καθ’ ὅτε ἐπωλεῖτο ἡ γῆ τοῦ βοιωτικοῦ πεδίου· ἔκαμα τὴν σκέψιν, ὅτι διὰ νὰ καλλιεργηθῇ ἡ γῆ αὕτη, ἀπαιτεῖ βραχίονας πολλούς, ἐνῷ κατὰ τὸν καιρὸν ἐκεῖνον εὑρίσκει, ὅτι οἱ παραλίμνιοι δῆμοι δὲν εἶχον πληθυσμὸν εἰμὴ 667 οἰκογενειῶν· ἑπομένως ἐστοχάσθη, ὅτι ἦτο ἀνάγκη ξένων χειρῶν, ὅπερ ἀπέβαινε πολυδάπανον· εἶδεν ἀκόμη, ὅτι τὰ εἰσοδήματα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἀποφέρει αὗται, δὲν ἠδύναντο νὰ ἔχωσι καὶ αὐτὰ μεγάλην ἀξίαν, διότι κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς τοὺς ὁποίους ἔκαμεν ὡς πρὸς τὰς τιμὰς τῶν διαφόρων προϊόντων, ἡ ἐσοδεία δὲν ἦτον ἀνάλογος τῶν δαπανῶν· ὥριζε π. χ. ὅτι 25 λεπτὰ ἐπωλεῖτο ἡ ὀκὰ τοῦ βαμβακίου· ὑπελόγιζε τὸν σῖτον εἰς δραχ. 4:84 τὸ κοιλὸν, καὶ οὕτως εὕρισκεν, ὅτι δὲν συμφέρει ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν καθ’ ἕκαστον τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Σωβὰζ καὶ ὡς πρὸς τὰ ἔσοδα, ἀφοῦ ἐξετάσαμεν τούτους ὡς πρὸς τὰ ἔξοδα, διὰ νὰ ἐκτιμήσωμεν τὸ παράπαν τὰ τότε συμπεράσματά του ἐν τῇ σημερινῇ καταστάσει τῶν πραγμάτων. Ὁ Κ. Σωβὰζ λέγει, ὅτι μετὰ τὴν διάτρησιν τοῦ Πτῴου ὄρους θέλομεν ἔχει ἀπεξηραμμένην γῆν ἐκ τῶν δύο μὲν ἄλλων κατηγοριῶν, τουτέστιν ἐκ τοῦ πεδίου τοῦ Ὀρχομενοῦ καὶ τοῦ Ἀθαμαντίου 89,600 στρέμματα, ἐκ δὲ τοῦ τέλματος μόνον 10,000 στρέμματα. Καὶ τοιουτοτρόπως εὑρίσκει ὁ Κ. Σωβὰζ, ὅτι 100,000 στρέμματα μετὰ 4 ἔτη θέλομεν ἔχει καλλιεργήσιμα· ὅτι ἕκαστος γεωργὸς ἐκ τῶν ἐγχωρίων δύναται κατ’ ἔτος νὰ καλλιεργήσῃ 100 στρέμματα, ὅπερ εἶναι ἀναντίῤῥητον. — Εὐτυχῶς ὅλοι εἶσθε κτηματίαι, ἔχετε καλλιεργητὰς εἰς τὰ κτήματά σας καὶ γνωρίζετε τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλληνικῆς χώρας καὶ τὸ εἶδος τῶν διαφόρων ἐργασιῶν· ἑπομένως δὲν δύναται κἀνεὶς νὰ μοὶ ἀρνηθῇ, ὅτι ἕκαστος γεωργὸς δύναται κατὰ μέσον ὅρον νὰ καλλιεργήσῃ 100 στρέμματα γῆς κατ’ ἔτος. Ὁ Κ. Σωβὰζ διῄρεσεν εἰς 3 καταστάσεις τὴν λίμνην· 1) εἰς τὴν ἔκτακτον πλημμύραν, καθ’ ἣν ὑπολογίζει τὴν ἔκτασιν τῆς γῆς εἰς 260–270,000 στρέματα 2) τὴν συνήθη πλημμύραν καθ’ ἣν προσδιορίζει τὴν ἔκτασιν εἰς 240,000 καὶ 3) τὴν ἔκτακτον ἀνομβρίαν, καθ’ ἣν ὑπολογίζει τὴν ἀπομένουσαν λίμνην εἰς 150000 στρέμματα, ὅπερ ἐστὶ τὸ τέλμα. Ὅθεν συμπεραίνει, ὅτι μετὰ τὴν διάτρησιν τοῦ Πτῴου ὄρους θέλουν μένει γαῖαι μὲν μὴ καλλιεργήσιμοι 140,000 στρεμ. ἤγουν τὸ τέλμα, ἑκατὸν δὲ χιλιάδες στρέμμ. καλλιεργήσιμοι, ἤτοι, ἀναλελυμένως, μετὰ 4 ἔτη θέλομεν ἔχει κατὰ μὲν τὴν ἔκτακτον πλημμύραν καλλιεργησίμους γαίας 120–130,000 στρέμ. κατὰ τὰς συνήθεις πλημμύρας 100,000 ἐκ τῶν δύο πρώτων κατηγοριῶν, καὶ κατὰ τὰς ἐκτάκτους ἀνομβρίας μόνον 10,000 στρεμ. ἐκ τῶν γαιῶν δηλ. τοῦ τέλματος· ἄρα τὸ ἐξαγόμενον ὅλων αὐτῶν τῶν ὑπολογισμῶν κατὰ τὰς ἐπιστημονικὰς ἐξετάσεις τοῦ σοφοῦ τούτου μηχανικοῦ, εἰς τὰς ὁποίας στηρίζονται ὅλαι αἱ ἄλλαι γνῶμαι, — καὶ δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν ὡς βάσιν οὔτε τὰς ἐκτάκτους πλημμύρας, οὔτε τὰς ἐκτάκτους ἀνομβρίας, ἀλλὰ τὰς συνήθεις πλημμύρας, — τὸ ἐξαγόμενον, λέγω, ὅλων αὐτῶν τῶν ὑπολογισμῶν, εἶναι, ὅτι θέλομεν ἔχει μετὰ 4 ἔτη γῆν καλλιεργήσιμον 100,000 στρεμμάτων, καὶ ὅτι ἕκαστος γεωργὸς καλλιεργεῖ 100 στρέμματα κατ’ ἔτος. Τώρα θέλομεν ἴδει ποία εἶναι ἡ παραγωγὴ ἑκάστου στρέμματος διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν ἄλλο συμπέρασμα, νὰ γνωρίσωμεν δηλ. ποῖα θέλουν εἶσθαι τὰ εἰσοδήματα τῆς ἑταιρίας, ἥτις θὰ ἀναλάβῃ αὐτὸ τὸ μέγα, τὸ πολυδάπανον ἔργον. Ὁ ἴδιος Κ. Σωβὰζ παρατηρεῖ, ὅτι ἕκαστον στρέμμα τῆς γῆς αὐτῆς δέχεται ἓν κοιλὸν σίτου ὀκάδων 22, καὶ ὅτι ἕκαστον στρέμμα θέλει παράγει ἕνδεκα κοιλὰ σίτου· — καὶ δὲν εἶναι ὑπερβολὴ τοῦτο, διότι, ὡς ὅλοι γνωρίζετε, ἡ συνήθως παραγωγὴ ἐν Ἑλλάδι συνίσταται εἰς τὸ ἕνα + δέκα τοὐλάχιστον εἰς γαίας καλῆς ποιότητος, διὰ γαίας δὲ μᾶλλον λιπώδεις — καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ γῆ ἐκείνη οὖσα τοιαύτη, ὡς ἀπ’ αἰώνων χέρσος, ἀφοῦ ἀποξηρανθῇ, θὰ ἀφήσῃ λίπασμα ἄφθονον καὶ πλούσιον καὶ ἐπὶ πολλοὺς χρόνους θὰ ᾖναι λίαν καρποφόρος καὶ εὐκαλλιέργητος — ἑπομένως ὄχι ὡς ἄλλαι γαῖαι, αἱ ὁποῖαι σπειρόμεναι κατ’ ἔτος ἐπὶ τέλους καταντοῦν πτωχαί, ἀλλ’ ὡς γῆ παχεῖα καὶ παρθένος, κατὰ τὴν παρὰ τοῖς γεωργοῖς συνήθη ὀνομασίαν, θέλει εἶσθαι λίαν παραγωγικὴ, καὶ οὐδόλως εἶναι ὑπερβολικὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Σωβὰζ προϋπολογίζει, ἤτοι ὅτι τὸ 1 φέρει 11· ὥστε ὅταν παραδεχθῶμεν 100,000 στρέμματα γῆς καλλιεργησίμου μετὰ τὰ 4 ἔτη, ὅτι ἕκαστος γεωργὸς σπείρει 100 στρέμματα, ὅτι ἕκαστον στρέμμα δέχεται ἓν κοιλὸν σίτου, καὶ ὅτι τὸ ἓν φέρει ἕνδεκα, ἕπεται ὅτι θέλομεν ἔχει 100,000 κοιλὰ σίτου ἐτήσιον εἰσόδημα· ἀλλ’ ἐνταῦθα δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε, ὅτι ὁ Κ. Σωβὰζ κατὰ τὸ ἔτος 1846 εὕρισκεν, ὅτι ἀπαιτοῦνται ξένοι βραχίονες διὰ τὴν καλλιέργειαν, καθ’ ὅσον ἐξ 667 οἰκογενειῶν δὲν ἠθέλομεν ἔχει πλέον τῶν 667 γεωργῶν· δύνασθε, λέγω, νὰ μὲ ἐρωτήσητε πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ καλλιεργήσουν οὗτοι μόνοι τὴν γῆν ταύτην; δὲν θὰ λάβωμεν ἀνάγκην ἀποίκων, καὶ δὲν θὰ χρειασθῶμεν τότε πολλὰ ἄλλα ἔξοδα; οὕτως ἡ ἐρώτησις αὕτη εἶναι λογική. Ἀλλ’ ὅταν σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐν ἔτει 1860 εἴχομεν 2000 γεωργοὺς, κατὰ τὴν στατιστικὴν τὴν ἐπίσημον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι ἀντὶ τῶν 3000 κατοίκων, τοὺς ὁποίους ὁ Κ. Σωβὰζ ἐλογάριασε, διότι 667 οἰκογένειαι ἀνὰ 5 ἄτομα κατὰ μέσον ὅρον φέρουν 3000, ὅταν σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ὑπάρχουν 12,609 κάτοικοι εἰς τὰ χωρία ἐκεῖνα, τότε βέβαια θὰ ἀναγνωρίσετε καὶ ἡμεῖς καὶ πᾶς ἄλλος, ὅτι δὲν ὑπάρχει σπάνις χειρῶν πρὸς καλλιέργειαν αὐτῆς τῆς γῆς, καὶ ἀντὶ ἐλλείψεως χειρῶν θὰ ἔχωμεν περίσσευμα μάλιστα. Ἀφοῦ λοιπὸν, Κύριοι, εὑρίσκομεν, ὅτι ὑπάρχουν χεῖρες πρὸς καλλιέργειαν αὐτῆς τῆς γῆς, ἐρχόμεθα εἰς τὸ συμπέρασμα τὸ ἕτερον, ὅτι τὰ 100,000 στρέμ. θὰ φέρουν 1,100,000 κοιλὰ σίτου, ὅτι ἀπὸ τὸ ποσὸν τοῦτο ἡ ἑταιρία θέλει ἀπολαμβάνει κατ’ ἔτος ἀνεξόδως τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας καὶ τὸν ἔγγειον δημόσιον φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπὶ δέκα ἔτη παραχωρεῖ, ὡς βλέπετε ἐν τῇ συμβάσει ἡ Κυβέρνησις, ἤτοι 15% ἐπικαρπίαν καὶ 5% φόρον, τὸ ὅλον 20%· ἄρα θέλει ἀπολαμβάνει καθαρὸν καὶ ἀνέξοδον εἰσόδημα 220,000 κοιλὰ σίτου, ὅπερ πρὸς 4,84, ὅσον ὁ Κ. Σωβὰζ τὸ ὑπελόγισε τὸ 1846, ἐνῷ σήμερον ὁ σῖτος ἔχει 6–7 καὶ 7½ δραχμὰς, οὐδέποτε δὲ κάτω τῶν 5, θέλει, λέγω, ἀπολαμβάνει 1,065,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος· εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀκριβὴς ὁ λογαριασμὸς αὐτός; εἶναι ἀριθμοὶ οὗτοι ἢ λόγοι ἁπλοῖ; Βεβαίως εἶναι πράγματα ἀδιαφιλονείκητα· καὶ ἡ ἑταιρία κατὰ τὰ πρῶτα ἓξ ἔτη, ὅτε θέλει εἶσθαι ἀσύδοτος κατὰ τὴν σύμβασιν, θέλει ἀπολαύσει 6,690,000 δραχ. πρὸς δὲ καὶ τὸν ἐτήσιον τόκον τούτων, — καὶ ἐννοεῖται, ὅτι καθὼς συμπεριελάβομεν τόκον πρὸς 10% εἰς τὰ κατ’ ἔτος καταβαλλόμενα ἔξοδα, τοιουτοτρόπως ὁ τόκος εἶναι δίκαιον νὰ συμπεριληφθῇ καὶ εἰς τὸ κατ’ ἔτος ἔσοδον — ὥστε ἐκ τῶν ἐτησίων εἰσπράξεων τῶν δραχ. 1,065,000 θέλομεν ἔχει τόκον δραχ. 106,500· ἄρα εἰς τὰ ἓξ ἔτη ἡ ἑταιρία θέλει ἔχει κεφάλαιον καὶ τόκους εἰσοδημάτων 8,980,000 δραχ. Τώρα τί κατέθεσεν αὐτὴ ἡ ἑταιρία; κατέβαλε, λέγει ὁ κ. Σωβὰζ, 6,666,000· αἱ ὁποῖαι εἰς τὰ 4 πρῶτα ἔτη εἶναι ἄκαρποι ἐντελῶς, εἶναι κεφάλαια νεκρὰ, ἀπαράγωγα· μετὰ τὰ 4 ταῦτα ἔτη εἶναι αὐτὰ τὰ χρήματα παραγωγικὰ, καὶ θέλουν ἀποφέρει, ὡς ὑπελόγισα ἀνωτέρω, εἰς τὸ διάστημα τῶν ἑπομένων ἓξ ἐτῶν μέχρι τῶν 10, κατὰ τὰ ὁποῖα δὲν ὑπόκειται εἰς φόρον ἡ ἑταιρία, 8,980, 000· ἄρα εἰς τὸ διάστημα τῶν 10 ἐτῶν τὰ κεφάλαιά της ἀποσβέννυνται, αἱ δαπάναι ἐξοφλοῦνται καὶ τῇ μένει καὶ περίσσευμα ἐκ δραχ. 2,314,000. Σᾶς βλέπω, κύριοι, ὅτι μετ’ ἀπορίας καὶ προσοχῆς ἐνταῦθα μὲ παρατηρεῖτε, καὶ ἴσως εἶναι ἡ ὥρα, καθ’ ἣν δύνασθε νὰ μὲ ἐρωτήσητε ποῦ τὰ εὗρον αὐτὰ εἰς τὴν στιγμὴν καὶ τόσον γρήγορα, τὰ ἔφερα σοῦλφι καὶ βερεσὲ κατὰ τὴν κοινὴν παροιμίαν, ἐξώφλησα δηλ. τὰ κεφάλαια, τοὺς τόκους καὶ τὰς δαπάνας τῆς ἑταιρίας, καὶ ἔμεινε εἰς αὐτὴν καὶ ἱκανὸν περίσσευμα; Ἐγὼ εἰς τοῦτο δὲν πταίω, κύριοι, ἐγὼ εἰργάσθην, ἐσκέφθην καὶ ἔκρινα ἐπὶ τοῦ συστήματος, ἐπὶ τῆς πραγματείας, τὴν ὁποίαν αὐτὴ ἡ ἰδία κυβέρνησις ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλήν· ἐγὼ ἐπικαλοῦμαι αὐτὸν τὸν σοφὸν μηχανικὸν, εἰς οὗ τὸ ὑπόμνημα στηρίζεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· καὶ ὅταν ἐπισταμένως μελετήσετε αὐτὸ, θέλετε ἴδει ὅτι ὅσα ἐκθέτω εἶναι ἡ μόνη καὶ καθαρὰ ἀλήθεια· δύνανται οἱ διαφωνοῦντες νὰ διαμφισβητήσουν τοὺς ἀριθμοὺς αὐτούς; ἀλλ’ εἶναι ἀριθμοὶ, καὶ οἱ ἀριθμοὶ, καθὸ μαθηματικὴ ἀλήθεια, εἶναι ἀφιλονείκητοι· δύνανται νὰ ἀμφισβητήσουν, ὅτι σήμερον δὲν ὑπάρχουν γεωργοὶ καὶ ἄλλοι ἐργάται πρὸς καλλιέργειαν τῆς γῆς ταύτης; ἀλλ’ ἐγὼ σᾶς ἀπέδειξα ἐπισήμως, διὰ τῶν στατιστικῶν δηλ. πινάκων τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι ἔχομεν ἱκανοὺς γεωργούς· δύνανται μόνον νὰ μοὶ εἴπωσιν, ὅτι ὁ κ. Σωβὰζ ὑπελόγισεν ἀνὰ μίαν μόνον δραχμὴν τὸ ἡμερομίσθιον, ἐνῷ τὴν σήμερον τὸ ἡμερομίσθιον τιμᾶται περισσότερον· ἡ φαινομένη ὅμως αὕτη αὔξησις δὲν δύναται νὰ ᾖναι πάντοτε καὶ παντοῦ ἡ ἰδία· ἐν τῷ ἰδίῳ του τόπῳ ἕκαστος ἐργάτης προτιμᾷ νὰ πληρόνεται εὐθηνότερον παρ’ ὅσον πληρόνεται, ὅταν ἀπομακρύνεται τῆς οἰκογενείας του· ὥστε, ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἀπὸ 600 μόνον οἰκογενείας τοῦ 1846 σήμερον ἔχομεν 12000 κατοίκων παραλιμνίων, ἡ ὑπόθεσις τῆς αὐξήσεως δὲν εἶναι πολὺ σωστή· ὅτι δὲ τὰ ἡμερομίσθια δὲν ὑπερετιμήθησαν πολὺ, ἐξάγεται ἐκ τοῦ ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι κάθηνται εἰς τὸ Λαύριον ἀργοὶ καὶ παρακαλοῦν νὰ τοῖς δοθῇ ἐργασία μὲ μέτριον ἡμερομίσθιον, ἂν καὶ ἐκ τῆς ἰδιότητος τῆς ἐργασίας αὐτῆς κινδυνεύῃ ἡ ὑγεία των· πολλοὶ δ’ ἄλλοι φεύγουν ἀπὸ τὰ διάφορα τῆς ἐπικρατείας μέρη καὶ ἀποδημοῦσιν εἰς τὸ Σουὲζ καὶ ἀλλαχοῦ τῆς Αἰγύπτου διὰ νὰ ἐργασθῶσι, διότι ἕνεκα τῆς ἀχρηματίας καὶ τῶν ἄλλων δυστυχιῶν δὲν δύνανται ἐν τῷ τόπῳ των νὰ ἐξοικονομήσωσι τὰς ἀνάγκας των. Ἀλλὰ δεδόσθω, κύριοι, ὅτι τὰ ἡμερομίσθια ὑπερετιμήθησαν· μήπως δὲν ἔχομεν κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον οὐδετεροῖ τὴν αὔξησιν ταύτην; δὲν ἔχομεν τὴν ἀνάπτυξιν τῶν μηχανῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ χρησιμεύσωσιν εἰς τὴν προκειμένην ἐργασίαν; Ὁ κ. Σωβὰζ ὑπελόγισε τότε ἔργα χειρῶν καὶ ὄχι μηχανῶν, ἀλλὰ τὴν σήμερον ἡ ἀνάπτυξις τῆς μηχανικῆς τέχνης ἀντικατέστησε τὰς χεῖρας. Ὡς ἐκ τούτου τὰ ἔξοδα διὰ τὴν ἀποξήρανσιν θέλουν εἶσθαι ἀναντιῤῥήτως ὀλιγώτερα τώρα, παρ’ ὅσον τὰ ὑπελόγισε τότε, διότι δὲν ὑπῆρχον τὰ μηχανικὰ μέσα ὅπως σήμερον. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπεδείχθη, ὅτι εἰς τὸ διάστημα τῶν 10 ἐτῶν ἐξοφλοῦνται τὰ ἔξοδα ὅλα καὶ μένει καὶ ἱκανὸν περίσσευμα, τί γίνονται τὰ ἕτερα 89 ἔτη; αὐτὸ δι’ ἐμὲ εἶναι μυστήριον. Ἢ δὲν θὰ παραδεχθῶμεν τοῦ κ. Σωβὰζ τὸ ὑπόμνημα καὶ θὰ θεωρήσωμεν τοὺς ὑπολογισμούς του ἐσφαλμένους, ἢ ἂν τὸ παραδεχθῶμεν — καὶ πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν — τὸ συμπέρασμα εἶναι ἀναντιῤῥήτως αὐτοὶ οἱ ἀριθμοὶ, τοὺς ὁποίους σᾶς κατέθεσα, καὶ οὐδεμία ὑπάρχει ὑπερβολή. Δύνασθε εἰς τοιαύτην περίπτωσιν νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι ἡ ἑταιρία ὅ,τι θὰ λαμβάνῃ μετὰ τὰ 10 ἔτη εἶναι κέρδος ὑπέρμετρον; Καὶ ἐν τούτοις, κύριοι, ὄχι μόνον ἡ ἐπικαρπία τῶν περιπλέον 89 ἐτῶν ὑπάρχει ὑπὲρ ἑαυτῆς, ἀλλὰ πρὸς τούτοις παραχωροῦνται καὶ 80,000 στρέμματα εἰς καθαρὰν ἰδιοκτησίαν της. Καὶ μόνον τὸν καρπὸν τῆς γῆς αὐτῆς θὰ ὠφελῆται ἡ ἑταιρία αὕτη; Δὲν θὰ ἔχῃ ἄρα καὶ ἑτέρας ὠφελείας; Ἴσως μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι αἱ ὠφέλειαι αὗται δὲν ἔχουν σημασίαν· τί σημαίνει π. χ., λέγουν, ἡ χρῆσις τῶν εἰσβαλλόντων εἰς τὴν λίμνην ὑδάτων; τί σημαίνει ἡ χρῆσις τῆς δυνάμεως ἐκείνης τῆς μεγάλης τῶν ἐκρεόντων ἐκ τῆς διατρήσεως τοῦ Πτώου ὄρους ὑδάτων; δὲν θὰ ἔχῃ οὐδεμίαν οὐσιώδη ὠφέλειαν ἐκ τούτων ἡ ἑταιρία! Οἱ ἰχθεῖς, ἡ ψάθη καὶ τὰ τοιαῦτα εἶναι ἄχρηστα; Αἴ! κύριοι, πλανῶνται ὅσοι ἔχουν τοιαύτας ἰδέας· τὰ ἀπὸ τὴν χρῆσιν τῶν ὑδάτων εἰσοδήματα δὲν θέλουν εἶσθαι εὐκαταφρόνητα· νομίζετε, κύριοι, ὅτι ἡ ἑταιρία δὲν θέλει σπεύσει νὰ καταστήσῃ λίαν παραγωγικὴν τὴν χρῆσιν τῶν ὑδάτων; νομίζετε, ὅτι δὲν θὰ κάμῃ διάφορα ὑδραυλικὰ ἔργα, ὅτι δὲν θὰ συστήσῃ ἐργοστάσια, μύλους καὶ τὰ τοιαῦτα; ἢ φρονεῖτε, ὅτι καὶ ἄνευ ἄλλης χρησιμοποιήσεως εἶναι ἀσημάντου ὠφελείας τὸ ἁπλοῦν δικαίωμα τῆς χρήσεως τῶν εἰσβαλλόντων ὑδάτων; ὅσοι δὲν ἀπέκτησαν δικαιώματα ἀρδεύσεως ἐκ τῶν παροχθίων ἰδιοκτητῶν καὶ θέλουσιν εἰς τὸ μέλλον νὰ κάμωσιν ἐπὶ τῶν κτημάτων των ποτιστικὰς καλλιεργείας, δὲν θέλουσιν ἆρά γε κωλυθῆ πρὸς τοῦτο ὑπὸ τῆς ἑταιρίας; καὶ δὲν θέλουν ὑποχρεωθῆ εἰς πληρωμὰς κατὰ τὰς ἀπαιτήσεις αὐτῆς; μήπως οἱ τόσοι ποταμοὶ δὲν θὰ ἐξακολουθήσουν, ὡς καὶ μέχρι τῆς σήμερον νὰ ἦναι κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ἰχθυοτρόφοι; ὡς π. χ. ὁ Μέλας ποταμός, ὁ Κηφισσὸς καὶ ὁ Ἑρκίνης; Ὅταν ἀρχίσουν νὰ ἀποσύρωνται τὰ ὕδατα ἐκ τῆς λίμνης, τὸ πλῆθος τῶν ἰχθύων καὶ οἱ ἐγχέλεις βεβαίως θὰ ζητήσουν ἄσυλον εἰς τοὺς ποταμούς, καὶ ἰδοὺ ὅτι ἡ ἐκ τούτων ὠφέλεια δὲν εἶναι μικρά· σήμερον δὲν ἐνοικιάζεται τὸ τέλμα πρὸς 15 καὶ 20 χιλιάδας δραχ. εἰς τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται; αὐτὴ ἡ ὠφέλεια θὰ ἐκλείψῃ; ὄχι· βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἐκ τῆς χρήσεως τῶν ὑδάτων, ἐκ τῶν ἰχθύων, ἐγχέλεων καὶ βδελλῶν, καὶ ἐξ αὐτοῦ τοῦ τέλματος ἡ ἑταιρία θέλει ἀπολαμβάνει οὐχὶ μικρὰ εἰσοδήματα. Οἱ Εὐρωπαῖοι δὲν ἀφίνουν τίποτε ἄχρηστον· ἐκεῖ θὰ συστήσῃ διαφόρων εἰδῶν μηχανάς, ἤτοι ἐκκοκιστικάς, ὑφαντικὰς καὶ ἄλλας πρὸς κατασκευὴν σισσαμολαίου, καθὼς καὶ ἐλαίου ἀπὸ βαμβακόσπορον· αὐτὰ τὰ πράγματα ἔχουν τὴν ἀξίαν των, καὶ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ θὰ ἔχῃ μεγάλας ὠφελείας· ὥστε ἀντὶ τοῦ προσημειωθέντος ἐτησίου εἰσοδήματος τῶν δραχ. 1,065,000, τὰς ὁποίας θὰ λαμβάνῃ, εἰς τὸ διάστημα τῶν ἐπιλοίπων 89 ἐτῶν θὰ λαμβάνῃ 1,200,000 δραχ. κατ’ ἔτος, ἐκτὸς τῶν ἐτησίων τόκων των. Τέλος πάντων, κύριοι, δὲν ὑπάρχει καμμία ἀμφιβολία, ὅτι κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς αὐτοῦ τοῦ Κ. Σωβάζ, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέπτυξα, ἡ δαπάνη καθ’ ὁλοκληρίαν ἐξοφλεῖται εἰς τὰ 10 ἔτη μετὰ περισσεύματος ἱκανοῦ, καὶ ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τοῦ χρόνου θὰ ἦναι κέρδος ἀθέμιτον, τολμῶ εἰπεῖν, ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας. Ἔρχομαι ἤδη νὰ ἐξετάσω τὸ δεύτερον σύστημα, τὸ σύστημα τοῦ Κ. Μομφεῤῥιέρου. Ὁ Κ. Μομφεῤῥιέρος, ὁ ὁποῖος ὡς ἐνδιαφερόμενος, συμφέρον ἔχει νὰ ἀναβιβάζῃ τὰ μικρὰ εἰς μεγάλα, δὲν παραδέχεται τὴν δαπάνην τῶν 6,000,000 φράγ. τοῦ Κ. Σωβάζ, μολονότι ἐπὶ τῆς γνώμης αὐτοῦ στηρίζεται, ἀλλ’ ἀναβιβάζει αὐτὴν εἰς 9,500,000 δραχ. Καὶ διὰ τί; Διότι μεμφόμενος τοῦ Κ. Σωβὰζ λέγει, ὅτι δὲν ἔλαβεν οὗτος ὑπ’ ὄψιν τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας, τὰ ἔξοδα τῆς ἱδρύσεως θεραπευτηρίων, σιδηροδρόμων, κατασκευῆς λιμένων εἰς Λάρυμναν, ἐργοστασίων, καὶ ἄλλων καταστημάτων, καὶ οὕτως ἀντὶ νὰ περιορισθῇ εἰς τὰ ἀπολύτως ἔξοδα τῆς ἀποξηράνσεως, προβαίνων καὶ εἰς ἔργα σημαντικῶν βελτιώσεων καὶ παραγωγικοῦ πλούτου, ὑπολογίζει δαπάνας ὀγκωδεστάτας· ἀλλὰ, κύριοι, ἡ σύμβασις σκοπὸν ἔχει τὴν ἀποξήρανσιν, ἢ τὴν ἵδρυσιν πόλεων καὶ κωμῶν, ἀποικίας, λιμένας καὶ τὰ τοιαῦτα μεγάλα καὶ δαπανηρὰ ἔργα; αὐτὰ εἰσὶν ἐπιθυμητὰ καὶ ὠφέλιμα βεβαίως, ἀλλὰ δὲν ὑπάγονται ἀπολύτως εἰς τὴν ἀποξήρανσιν. Ἐκτὸς τούτων προσθέτει, ὅτι ἔχει ἀνάγκην 800,000 φράγκων πρὸς ἀγορὰν τῶν χρημάτων, τὴν λεγομένην δηλ. προμήθειαν τῶν κεφαλαίων· ἀλλά, κύριοι, τοῦτο μοὶ φαίνεται καὶ ἀστεῖον κάπως· ὅταν τις παρουσιάζεται ὡς ἀντιπρόσωπος ἑταιρίας, κεφαλαιούχου βεβαίως, ἐννοεῖται, ὅτι αὐτὸς δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ ἀγοράσῃ χρήματα· αἱ ἑταιρίαι ὑποτίθεται, ὅτι ἔχουσι κεφάλαια ἱκανὰ πρὸς ἐπιχείρησιν μεγάλων ἔργων, καὶ δικαιοῦνται μόνον τὸν τόκον τῶν κεφαλαίων νὰ συνυπολογίζωσιν εἰς τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων· τοὐλάχιστον πρώτην φορὰν εἶδον ἐγὼ νὰ παρουσιάζεται τὸ τοιοῦτον πρόσθετον ἔσοδον· ἑταιρία βεβαίως σημαίνει, ὅτι πολλοὶ συνέρχονται καὶ καταθέτουν ἕκαστος τὸ μέρος του πρὸς ἀπαρτισμὸν ἀναλόγων κεφαλαίων καὶ πρὸς ἐκτέλεσιν διαφόρων ἐπιχειρήσεων· ὅταν τις παρουσιάζεται νὰ ἀναλάβῃ ἔργα καὶ ζητῇ νὰ καταφύγῃ εἰς δάνεια, ὁ τοιοῦτος, φρονῶ, ὅτι εἶναι ἁπλοῦς κερδοσκόπος, καὶ δὲν σφάλλω, νομίζω, ἐὰν δὲν ἀποδώσω μεγάλην σπουδαιότητα εἰς τὰς διαπραγματεύσεις του, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὑπὲρ τῆς ἰδέας μου ταύτης συντρέχει καὶ ἡ γνώμη τοῦ Κ. Σωβὰζ, ὁ ὁποῖος, καίτοι σοφώτερος τῶν ἄλλων μηχανικῶν, δὲν ἔλαβεν ὅμως ὑπ’ ὄψιν, ὀρθότατα ποιῶν, τὸ ἔξοδον αὐτὸ, τὸ τῆς προμηθείας δηλονότι τῶν χρημάτων. Μ’ ὅλα ταῦτα δέχομαι, ὅτι θὰ δαπανηθῶσι καὶ αἱ 800,000 φράγκων, δέχομαι πρὸς τούτοις καὶ τὰ ἕτερα 2,000,000, τὰ ὁποῖα ὁ Μομφεῤῥιέρος προσθέτει δι’ ἔξοδα καλλιεργείας· ἀλλὰ παραδεχόμενοι ταῦτα, δικαιούμεθα, νομίζω, νὰ μὴ περιορισθῶμεν τότε καὶ εἰς τὰ εἰσοδήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα παρέχει τὸ ἁπλοῦν δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας. Καὶ οὕτως, ὅταν τις καλλιεργῇ μόνος τὰ κτήματά του, καὶ δὲν τὰ παραχωρῇ εἰς ἄλλους καλλιεργητὰς κατ’ ἀποκοπὴν, τότε βεβαίως τὰ εἰσοδήματά του θέλουν εἶσθαι πλειότερα ἢ ὅσον τὸ ἁπλοῦν δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας· εἶσθε ὅλοι ἰδιοκτῆται καὶ γνωρίζετε τὴν διαφορὰν ταύτην ἐξ ἰδίας πείρας· ἡμεῖς ἐλάβομεν ὡς ἀρχὴν τοῦ λογαριασμοῦ μας τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας· ἑπομένως τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας ἀνήκουν εἰς ἐκεῖνον, ὅστις μέλλει νὰ καλλιεργήσῃ τὰ κτήματα· ἄλλο λοιπὸν εἶναι τὸ σύστημα τοῦ Κ. Μομφεῤῥιέρου· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο λάβωμεν ὡς βάσιν καὶ παραδεχθῶμεν τὴν δαπάνην τῶν 55,000,000, ἠξεύρετε πόσον εἰσόδημα πρέπει νὰ ἀποφέρῃ ἕκαστον στρέμμα διὰ νὰ ἀπαντήσῃ ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς τὰ ἔξοδά του καὶ ἀνακτήσῃ τὰ κεφάλαιά του; πρέπει νὰ φέρῃ δραχ. 231 καὶ 25 0/0. Ὄχι μόνον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀλλ’ εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου ἓν στρέμμα δὲν δύναται νὰ δώσῃ εἰσόδημα ἐτήσιον 231 καὶ 25 0/0 δραχ. ἴσον τουτέστι μὲ 40 κοιλὰ καρποῦ· δὲν ἐννοῶ τῳόντι ὁποίου εἴδους καλλιέργεια δύναται νὰ ᾖναι τοσοῦτον παραγωγική. Ἂν ὁ Κ. Μομφεῤῥιέρος ὑπολογίζων ἀληθῶς τὰ ἔξοδά του εἰς 55 ἑκατομμύρια δραχ. ἀναλαμβάνῃ τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην, ἀπὸ τοῦδε σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι ζημιωμένος, διότι, ὡς εἶπον, εἶναι φυσικῶς ἀδύνατον νὰ ἔχῃ ἐτήσιον εἰσόδημα ἐξ ἑκάστου στρέμματος 231 δραχ. καὶ κανεὶς, κύριοι, δὲν σπεύδει ἐν γνώσει πρὸς καταστροφήν του· ἄρα οἱ ὑπολογισμοί του εἶναι λίαν ἐξωγκωμένοι, καὶ διὰ τοῦτο γινώσκων καλῶς τὰ μεγάλα κέρδη ἐπιμένει εἰς τὴν σύμβασιν. Ἔρχεται ἡ ἀντιφωνοῦσα γνώμη τοῦ Κ. Παπαγεωργίου. Ὁ Κ. Παπαγεωργίου, ὅστις λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας καὶ τοὺς τόκους τῶν χρημάτων καὶ ὅλα τὰ ἄλλα εἴδη τῶν καταβολῶν, τὰ ὁποῖα παραδέχεται ὁ Μομφεῤῥιέρος, ὑπολογίζει τὴν ὅλην δαπάνην εἰς 14,380,000, ὥστε ἀφοῦ ἀνωτέρω ἀπέδειξα, ὅτι τὰ 6,666,000 κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Κ. Σωβὰζ εἰς διάστημα 10 ἐτῶν θέλουν ἐξοφληθῆ, καὶ ὅτι θέλει μείνει περίσσευμα ἱκανὸν, τὰ 14,300,000 μὲ ὅλα τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν ὁ Κ. Παπαγεωργίου, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, θὰ ἐξοφληθῶσιν εἰς 25 κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἔτη. Κατόπιν ἔρχεται τὸ σύστημα τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία ἀφοῦ συμπεριέλαβεν ὅλα τὰ ἔξοδα καὶ τῆς καλλιεργείας καὶ τῶν τόκων καὶ τῆς προμηθείας, ἀναβιβάζει τὸ ποσὸν εἰς 27,000,000 δραχ. Πάλιν, κύριοι, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, ἀφοῦ εὕρωμεν, ὅτι τὰ 6,666,000 ἐξοφλοῦνται εἰς 10 ἔτη, τὰ 27,000,000 θὰ ἐξοφληθῶσι μετὰ 30–40 τὸ πολὺ ἔτη. Τώρα τί γίνονται τὰ ἄλλα 50 ἔτη, τὰ ὁποῖα μένουν, καὶ ὑπὲρ τίνος χρησιμεύουν; Βλέπετε, ὅτι ὁ ὅρος τῶν 99 ἐτῶν εἶναι ὅρος ἀκατανόητος καὶ λίαν ὑπερβολικός· θὰ μὲ συγχωρήσετε, κύριοι, νὰ φέρω ὑπ’ ὄψιν σας καὶ ἑτέρους τινας λογαριασμοὺς, ἰδίως ἕνα ἰδικόν μου ἁπλοῦν λογαριασμόν. Εἰς τρεῖς κατηγορίας διαιροῦν οἱ κ. κ. μηχανικοὶ τὴν γῆν τῆς Κωπαΐδος· ἡ πρώτη κατηγορία εἶναι ἡ τοῦ Ὀρχομενοῦ ἐκ στρεμμάτων 60,000 ἡ δευτέρα ἡ τοῦ Ἀθαμαντίου πεδίου ἐκ στρεμμάτων 30,000 καὶ ἡ τρίτη εἶναι τὸ τέλμα ἐξ 150,000 στρεμμάτων. Διαιρέσατε εἰς δύο καταστάσεις τὴν γῆν τοῦ Ὀρχομενοῦ· λάβετε τὰς 30,000 στρεμμάτων διὰ πρωΐμους καρποὺς καὶ τὰς ἑτέρας 30 δι’ ὀψίμους· — εἶναι βέβαιον ὅτι δύνανται νὰ καλλιεργηθῶσι, διότι ὡς ἀπεδείχθη, ὑπάρχουν ἱκανοὶ καὶ ἀρκετοὶ βραχίονες — παραδεχθῆτε, ὅτι ἓν κοιλὸν σίτου κατὰ στρέμμα παράγει δέκα, καὶ τότε τὸ διδόμενον, ὅτι θέλομεν ἔχει ἀπὸ τὰς 30,000 στρέμματα ἐκ πρωΐμων καρπῶν, 300,000 κοιλὰ σίτου, φέρει πρὸς 5 δραχ. κατὰ κοιλὸν δραχ. 1½ ἑκατομμύριον. Δὲν δέχεσθε τώρα, ὅτι τὸ ἕτερον ἥμισυ τῆς γῆς ἐκείνης θέλει σπαρῆ ἀπὸ ὀψίμους καρποὺς, ἤτοι τὰ ⅔ ἀπὸ βαμβάκια, γλυκάνισον, σίσσαμον καὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ τὸ ἕτερον τρίτον ἀπὸ ἀραβόσιτον; φυσικώτατον τοῦτο· ὥστε κατὰ μέσον ὅρον θέλομεν ἔχει 100 ὀκάδας βάμβακος ἀπὸ κάθε στρέμμα, ὡς καὶ 20 κοιλὰ ἀραβόσιτον κατὰ μέσον ὅρον ἀπὸ ἕκαστον ἐπίσης στρέμμα. Οὕτω θὰ ἔχωμεν εἰσόδημα ἐτήσιον 26,000,000 δραχ. λάβετε μετὰ τοῦτο τὴν δευτέραν ποιότητα γῆς τοῦ Ἀθαμαντίου ἐκ 30,000 στρεμμάτων διὰ πρωΐμους καρπούς· πάρετε ὡς ἐλάχιστον ὅρον παραγωγῆς τὸ ἕνα ὀκτὼ, καὶ θέλετε ἔχει 240,000 κοιλὰ σίτου, ἤτοι 1,200,000 δραχ. Ὑπολογίσατε ἐπίσης κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀνὰ δύω δραχ. παραγωγὴν ἑκάστου στρέμματος ἐκ τοῦ τέλματος καὶ θέλετε ἔχει ἑτέρας 300,000 δραχ. Ἀσήμαντον βεβαίως ὅλως διόλου θέλει εἶσθαι τὸ νὰ προσθέσωμεν 100,000 δραχ. ἐκ τῆς χρήσεως ὅλων ἐν γένει τῶν ὑδάτων· καὶ ὅμως ἐγὼ περιορίζομαι εἰς τὸ ἐλάχιστον τοῦτο ποσόν. Τότε θέλομεν ἔχει τὸ ὅλον ἐτήσιον εἰσόδημα ἐκ δραχ. 5,800,000, ἤτοι δικαίωμα ἐπικαρπίας καὶ φόρου ὁμοῦ ἀνὰ 20% δραχ. 1,140,000. Καὶ αὐτὴ ἡ ἰδία ἐπιτροπή, κύριοι, ὑπολογίζει μὲ κἄποιας διαφορὰς εἰς τὰ καθέκαστα 1,200,000 δραχ. εἰσόδημα, ὅταν ἀποξηρανθῇ ἡ λίμνη καὶ ὑπάρξουν βραχίονες πρὸς καλλιέργιαν. Ἄρα εἰς τὸ διάστημα 30 ἐτῶν θέλουν ἐξοφληθῆ τὰ 27,000,000. Βλέπετε ὅθεν ὅτι ἐξ ὅλων τῶν λογαριασμῶν, τοὺς ὁποίους ἀρκοῦμαι ἕως ἐδῶ νὰ κλείσω, ἡ ἐπιχείρησις μετὰ 20 ἔτη τὸ πολὺ θέλει ἐξοφλήσει τὰ κεφάλαιά της, τοὺς τόκους, ὅλα τὰ ἔξοδα, καὶ ὅτι τὸ ὑπόλοιπον τῶν 60–70 ἐτῶν θέλει μείνει πρὸς ὄφελος τῆς ἑταιρίας, ἐκτὸς τῶν χαριζομένων αὐτῇ 80,000 στρεμμάτων. Ἀλλ’ ὕστερον ἀπὸ μίαν τοιαύτην ἀνάπτυξιν, βεβαίως πᾶς τις δικαιοῦται νὰ μὲ ἐρωτήσῃ ποῖον εἶναι τὸ συμπέρασμα εἰς ὃ θὰ φθάσω; Τὸ συμπέρασμά μου, κύριοι, εἶναι τὸ συμπέρασμα παντὸς κρίνοντος ἐπὶ πραγμάτων ἀβεβαίων καὶ ἀμφιβόλων, ἐπὶ συστημάτων ἐχόντων ἀντιφατικὰς παραστάσεις. Ὅλαι αἱ ἐνώπιον ἡμῶν τεθεῖσαι ἐπιστημονικαὶ γνῶμαι εἶναι ἀντίθετοι πρὸς ἀλλήλας· ποία γνώμη εἶναι ἡ ὀρθοτέρα; ἡ τοῦ σοφοῦ τῳόντι μηχανικοῦ Σωβάζ, ὁ ὁποῖος ἀπεστάλη ὡς διακεκριμένος ἐπιστήμων ἐπίτηδες ἐκ τῆς Εὐρώπης εἰς τὴν Κωπαΐδα λίμνην διὰ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὴν καὶ ἐκθέσῃ τὴν γνώμην του; ἢ ἡ τοῦ Μομφεριέρου, ὁ ὁποῖος ὑπαγόρευμα ὅλων τῶν παρατηρήσεων καὶ ἀπαιτήσεών του ἔχει τὸ συμφέρον του; Δὲν ἔχω νὰ εἴπω τίποτε διὰ τὴν ἑταιρίαν ἣν ἀντιπροσωπεύει· τιμῶ αὐτὴν καὶ εὔχομαι νὰ εἰσέλθωσι κεφάλαια εἰς τὴν πατρίδα μας διὰ νὰ πολλαπλασιασθῶσι καὶ καταστήσωσιν εὐδαίμονα αὐτήν· ἐπιθυμῶ νὰ συντρέξωμεν τὴν εἰσαγωγὴν ξένων ἐργασιῶν καὶ κεφαλαίων, ἀλλὰ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ τὸ πράξωμεν πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος μας· καὶ οὔτε θέλω νὰ ἐκληφθῶμεν ὡς ἄνθρωποι, εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι τὰ μεγάλα συμφέροντά μας, καὶ εἰς οὐδὲν ἐκτιμῶντες τοὺς θησαυρούς μας. Ἀρκετὰ ἱκανὸν δίδαγμα εἶναι ὁ θησαυρὸς τοῦ Λαυρίου, ὅστις γίνεται ἀνάρπαστος, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὴν πατρίδα μας ἕνεκα τῆς ἀβελτηρίας καὶ ἀκηδίας μας· ἂς μὴ θελήσωμεν νὰ πάθῃ τὰ αὐτὰ καὶ ὁ τῆς Κωπαΐδος θησαυρός.!!! Ἡ γνώμη τοῦ κ. Παπαγεωργίου; ἀλλὰ καὶ αὕτη εἶναι ἰδιωτική· οὗτος ἀπὸ ζῆλον καὶ ἀπὸ πατριωτισμὸν, εὑρισκόμενος εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ ἀκούσας τὰς φρικαλέας ἀπαιτήσεις τοῦ Μομφεριέρου, ἐθεώρησε καθῆκόν του νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, ὅπως συντελέσῃ καὶ αὐτὸς τὸ κατὰ δύναμιν εἰς τὸ νὰ διαφωτίσῃ ἐπιστημονικῶς τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὴν Βουλήν. Μόνη ἐπίσημος ἐργασία ὑπάρχει ἡ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀλλ’ αὕτη, ὅπως ἐν ἀρχῇ εἶπον, εἰργάσθη ἐνταῦθα, δὲν μετέβη ἐπιτοπίως. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἄλλως τε ἐκτιμῶ, διότι ὑπολήπτομαι ἰδιαζόντως τοὺς ἀπαρτίζοντας τὴν ἐπιτροπὴν 4 ἀξιωματικοὺς τοῦ μηχανικοῦ, πάλιν ἡ χρῆσις τῆς γῆς ἐπὶ 60–70 ἔτη θὰ μένῃ αὐτόχρημα δωρεὰ εἰς τὸν ἐργολάβον. Τώρα σᾶς ἐρωτῶ, ἀφοῦ ἔχομεν 4 ἐπιστημονικὰς γνώμας ἀντιφατικὰς, ποῦ θέλομεν στηρίξει τὴν πεποίθησίν μας; Ὅστις, κύριοι, κέκληται νὰ ἀποφασίσῃ, πρέπει νὰ ἔχῃ τελείαν γνώμην, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἀμφιβάλλῃ ποσῶς· ἄλλως ἡ ἀπόφασίς του θέλει εἶσθαι πλημμελής. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην τοῦ κ. Σωβὰζ, καὶ κατ’ αὐτὸν οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως εἶναι ἐπιβλαβεῖς εἰς τὸ ἔθνος. Σεῖς μοῦ τὴν φιλονεικεῖτε; ποῦ στηρίζεσθε; εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Μομφεριέρου; ἀλλ’ αὗται εἶναι τοῦ συμφέροντος· εἰς τὴν τῆς ἐπιτροπῆς; εἰς τὴν τοῦ κ. Παπαγεωργίου; ἀλλὰ καὶ αὗται εἰσὶν ἀντιφατικαὶ πρὸς ἀλλήλας καὶ πολὺ ἀφίστανται ἡ μία τῆς ἄλλης! ἄρα διατελοῦμεν εἰς ἀμφιβολίας, ἱστάμεθα ἐπὶ ἐδάφους σειομένου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει ἀπολύτως νὰ οἰκοδομήσωμεν. Ἐὰν ἀγαπῶμεν τὸ ἀληθῶς ἐννοούμενον συμφέρον τῆς πατρίδος, διατί νὰ μὴ ἀνατρέξωμεν εἰς τοὺς κειμένους νόμους ὅπου ἀπαντᾶται ἀσφάλεια; Λάβετε ὑπ’ ὄψιν τὸ Διάταγμα τοῦ 1836, τὸ ὁποῖον ἔχει ἰσχὺν νόμου, περὶ δημοσίων ἔργων, ἀναγνώσατέ το, καὶ ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ πῶς διευθύνονται τὰ δημόσια ἔργα. Λάβετε τὰ κατόπιν διατάγματα, τὰ ὁποῖα κανονίζουν τὶ πρέπει νὰ προηγῆται τῶν δημοσίων ἔργων, ὅταν πρόκηται νὰ παρουσιασθῶσιν ἐργολάβοι εἰς ξένην ἐπικράτειαν. Λάβετε ἀκόμη τὸν λογιστικὸν νόμον τοῦ Κράτους, καὶ ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι οὐδὲν δημόσιον ἔργον τῆς ἐπικρατείας γίνεται ἄνευ δημοσίου συναγωνισμοῦ· ἐξαιροῦνται μόνον αἱ ἀξίας κατωτέρας τῶν 1000 δραχ. ἐργασίαι καὶ ἄλλαι, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν εἰδικὰς γνώσεις εἰς τὰς ὁποίας ὁ δημόσιος συναγωνισμὸς δὲν εἶναι ἐπωφελής. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶπον, κύριοι, κατὰ πρώτην φορὰν, ὅτε ἐπαρουσιάσθη τὸ νομοσχέδιον, ὅτι πρέπει νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ, νὰ μεταβῇ ἐπὶ τοῦ τόπου, νὰ συντάξῃ τοπογραφικὸν διάγραμμα, νὰ ὁρίσῃ τὰ τελεσθησόμενα ἔργα, νὰ κανονίσῃ τὸ εἶδος καὶ τὴν ἔκτασιν αὐτῶν, νὰ ὁρίσῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνων, οἵτινες θέλουν νὰ ἀναλάβουν τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην — χωρὶς νὰ θέλῃ νὰ ἀδικήσῃ οὔτε τὸν ἐργολάβον, οὔτε τὸ δημόσιον — καὶ μετὰ ταῦτα ἡ κυβέρνησις νὰ διακηρύξῃ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος ἐντός τε τῆς ἐπικρατείας καὶ εἰς τὰ ξένα κράτη, καὶ νὰ προκαλέσῃ τὸν δημόσιον συναγωνισμόν· τότε καταλαμβάνω ποῖον ἤθελε εἶσθαι τὸ ἐδικόν μας καθῆκον, διότι ἠθέλαμεν ἀποφασίσει ἐπὶ ἀποτελεσμάτων συναγωνισμοῦ νομίμως καὶ προσηκόντως τελεσθέντος. Σήμερον, κύριοι, ἐγὼ φοβοῦμαι μήπως ζημιώσωμεν σημαντικὰ τὸ ἔθνος, καὶ πλουτίσωμεν τὸν ἐργολάβον· ἐνδέχεται αἱ σκέψεις μου νὰ ὦσιν ἐσφαλμέναι, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται ἐξ ὑμῶν νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι δὲν ἔχει τὰς αὐτὰς ἀμφιβολίας καὶ τοὺς αὐτοὺς δισταγμούς. Λοιπὸν ἐκ τῆς ἀμφιβολίας ταύτης πρέπει νὰ προέλθῃ μία ἀπόφασις ἀπαλλοτριοῦσα ὁριστικῶς 80,000 στρέμματα γῆς Ἑλληνικῆς, περὶ τῆς ὁποίας ὁλόκληρος ἡ ἀρχαία ἱστορία διαπραγματεύεται, καὶ παραχωροῦσα ἑτέρας 160,000 στρέμματα εἰς ξένην χρῆσιν καὶ κάρπωσιν ἐπὶ ἕνα αἰῶνα; Εἶναι, φρονεῖτε, πρᾶγμα μικροῦ λόγου ἄξιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου δὲν πρέπει πολύ, πολὺ νὰ λεπτολογῶμεν;
§19ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι θάλασσα σήμερον, εἶναι σκεπασμένη μὲ νερό.
§20ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἄλλοτε ἐρίζομεν διὰ μικρὰ πράγματα καὶ διαπληκτιζόμεθα· καὶ ἂν συμβῇ καὶ κανὲν λάθος, ποῦ φωναῖς, κακόν, καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου καὶ ἐκτός! καὶ θέλετε νὰ ἔχῃ τις ἥσυχον τὴν συνείδησίν του, προκειμένου νὰ γίνῃ, χωρὶς νὰ κοσκινισθῇ ἡ ὑπόθεσις αὕτη ὑπὸ ὅλας τὰς ἐπόψεις, μία παραχώρησις, ἑνὸς τόσον μεγάλου θησαυροῦ. Καί, ἐὰν κύριοι, μεταγενέστεροι ἄλλοι ἤθελον μᾶς παρουσιάσει τὴν ἀπόδειξιν ὅτι ἠδικήσαμεν τὴν πατρίδα, δὲν μὲ λέγετε, σᾶς παρακαλῶ, ποῖον λόγον θέλομεν δώσει τότε, καὶ τὶ θέλουσιν εἰπεῖ περὶ ἡμῶν αἱ κατόπιν γενεαί; Ἀλλ’ ἀντὶ ὑδάτων, λέγουσί τινες, δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ ἔχωμεν γῆν ξηράν, ἔστω καὶ ἂν ἄλλοι τὴν ὠφελῶνται; ἀντὶ νοσημάτων, δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ ἔχωμεν ὑγείαν καὶ ἀντὶ πυρετῶν, φωνάζουν ἄλλοι τινές, δὲν εἶναι καλλίτερον νὰ ἔχωμεν εὐρωστίαν; Ἀφοῦ, κύριοι, αἰῶνες πολλοὶ ἠνέχθησαν τὴν κατάστασιν ταύτην, ἂς τὴν ἀφήσωμεν ὀλίγον καὶ ἡμεῖς (θόρυβος)· παρακαλῶ, μὴ βιάζεσθε· ἂς τὴν ἀφήσωμεν μεχρισοῦ ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱ προτεινόμενοι ὅροι εἶναι συμφέροντες. Τώρα, κύριοι, πρέπει νὰ ἔλθω εἰς τὸ συμπέρασμά μου, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅ,τι πρὸ ὀλίγου εἶπον, ὅτι δηλαδὴ τὸ συμπέρασμά μου εἶναι τὸ συμπέρασμα παντὸς κρίνοντος ἐπὶ ἀμφιβόλων καὶ ἀβεβαίων πραγμάτων· ἑπομένως ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν ἄλλην ὁδὸν, τὴν ὁδὸν τῆς ἀληθείας καὶ τῆς ὀρθῆς κρίσεως. Ἡ σύνταξις νομοσχεδίου προσδιορίζοντος τὰ τελεσθησόμενα ἔργα καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις τοῦ ἐργολάβου, καὶ ἡ δι’ ἐκτεταμένου συναγωνισμοῦ ἐντός τε καὶ ἐκτὸς τῆς ἐπικρατείας ἐκμίσθωσις τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, αὐτὸ εἶναι, κύριοι, τὸ συμπέρασμά μου· αὐτὸ ἀπαιτοῦν οἱ κείμενοι νόμοι καὶ αὐτὸ ἀνεγνώρισεν ἐσχάτως καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὑπὸ κἄποιαν αἵρεσιν ὅμως, τροποποιήσασα τὴν σύμβασιν τῇ συγκαταθέσει τοῦ παρουσιασθέντος ἐργολάβου· ἰδοὺ τί λέγει διὰ τῆς δηλώσεώς της, «Κυρώσατε τὴν σύμβασιν καὶ αὕτη θὰ ἐκτελεσθῇ, ἐὰν ἐντὸς τριῶν μηνῶν, γενομένου συναγωνισμοῦ, δὲν παρουσιασθῇ συμφορωτέρα προσφορά·» καὶ ποῖος, κύριοι μᾶς βιάζει νὰ προδικάσωμεν; διατί νὰ φεύγωμεν τὴν ὁδὸν τῆς λογικῆς; δὲν εἶναι καὶ συμφερώτερον καὶ ὀρθότερον νὰ ἐκτεθῇ προηγουμένως εἰς διαγωνισμὸν τὸ ἔργον καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ κατόπιν; ἢ μήπως ἀποκλείεται ὁ Κ. Μομφεριέρος ν’ ἀναλάβῃ τὴν ἐπιχείρησιν, καθ’ ἃς προτείνει συμφωνίας, ἐὰν ἐκ τοῦ γενομένου διαγωνισμοῦ δὲν παρουσιασθῶσι συμφερώτεραι εἰς τὸ ἔθνος προτάσεις; Βεβαίως ὄχι· πρᾶγμα ὅμως συμπεφωνημένον, σύμβασις κεκυρωμένη ὑπὸ τοιούτους ὅρους, δὲν εἶναι, φρονῶ, ἔργον σπουδαῖον διὰ τοιαῦτα μεγάλα ἐθνικὰ συμφέροντα· καὶ δὲν γνωρίζω, κύριοι, ποία ἑταιρία θὰ παρουσιασθῇ, γνωρίζουσα ἐκ προοιμίων τὴν ὑπάρχουσαν σύμβασιν, ἵνα ἀνταγωνισθῇ; ἢ τάχα δὲν εἶναι πιθανὸν πρᾶγμα, ἀφοῦ γείνῃ γνωστὸν, ὅτι ὑπάρχει κεκυρωμένη μία τοιαύτη σύμβασις, ἐξ ἧς τόσα μεγάλα κέρδη προσδοκῶνται, δὲν εἶναι, λέγω, πιθανὸν νὰ συννενοηθῶσι μεταξὺ των ἑταιρίαι διάφοροι; ποῖοι μοὶ ἐγγυῶνται, ὅτι δὲν θὰ λάβῃ χώραν τὸ τοιοῦτον; τὰ συμφέροντα, κύριοι, γραπτοὺς κανόνας, ἀπαραβάτους, δὲν ἔχουσιν ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ! Ἄλλως τε, κύριοι, ἔρχεται κομματιασμένος καὶ αὐτὸς ὁ ὅρος τῆς δηλώσεως· διότι κατὰ τοῦτον ὁ συναγωνισμὸς περιορίζεται μόνον ὡς πρὸς τὰ 99 ἔτη· ἀλλ’ ἐὰν παρουσιασθῇ κἀνεὶς ἄλλος καὶ ἐλαττώσῃ τὴν ἀσυδοσίαν τῶν 10 ἐτῶν ἀπὸ 20% εἰς μόνον 15, θὰ ᾖναι δεκτός; ἐὰν ἕνας ἄλλος παραιτηθῇ τῆς χρήσεως τῶν ὑδάτων, ἀφίνων ταῦτα πρὸς ὄφελος τοῦ δημοσίου, θὰ ᾖναι δεκτός; ἡ δήλωσις δυστυχῶς εἶναι περιωρισμένη, ὡς εἶπον, εἰς μόνον τὸν χρόνον, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι πᾶσα ἄλλη πρότασις θεωρεῖται ἀπαράδεκτος. Βλέπετε ὅθεν ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ ὅρος ἔρχεται ἠκρωτηριασμένος· προβλέπει μόνον τὸ χρονικὸν διάστημα τῆς ἐπικαρπίας καὶ παραλείπει τὰς ἄλλας ὠφελείας εἰς τὸ πρῶτόν των σημεῖον· ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος διὰ τὸν ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἐπρέσβευσα, πρεσβεύω καὶ θέλω ἐξακολουθήσει νὰ πρεσβεύω, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς πρέπει νὰ ᾖναι ἐντελῶς ἀνεξάρτητος πάσης προηγουμένης συμφωνίας. Μεταξὺ τῶν ἄλλων, κύριοι, παρετήρησα, ὅτι ὁ Κ. Μομφεριέρος μᾶς παρακινεῖ ἢ μᾶλλον εἰπεῖν μᾶς ὁδηγεῖ καὶ εἰς μίαν ἄλλην σκέψιν πολὺ σπουδαίαν· λέγει, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας προβλέπει μὲν περὶ συναγωνισμοῦ — καὶ ἀληθῶς, αὐτὸ τὸ εὐλογημένον Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς κατηργήσαμεν, μὲ ὅλην τὴν ἀφοσίωσιν, τὴν ὁποίαν, ὡς σῶμα συντηρητικὸν, ἠδύνατο νὰ ἔχῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἶπεν, ὅτι κακὴ εἶναι ἡ συνομολογηθεῖσα συμφωνία, δι’ ὃ καὶ τοὺς χρόνους ἠλάττωσε καὶ δημόσιον συναγωνισμὸν ὑπηγόρευσεν· — ἀλλὰ τί τὸν χρειαζόμεθα, ἐξακολουθεῖ δι’ ἄλλων λέξεων ὁ Κ. Μομφεριέρος, αὐτὸν τὸν συναγωνισμὸν, ἀφοῦ ἀπὸ τὰ 1846 ἡ Εὐρώπη ἐκουφάθη νὰ ἀκούῃ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος λίμνης; καὶ ἀφοῦ πᾶσα ἀπόπειρα δημοσίου συναγωνισμοῦ ἐπὶ ματαίῳ ἐγένετο, καθ’ ὅσον οὐδεὶς σπουδαῖος κεφαλαιοῦχος δέχεται τὸν τρόπον τοῦτον τῆς συναλλαγῆς, τὸν διὰ συναγωνισμοῦ δηλαδή; Ἐκτὸς τούτου, ἐπιλέγει, σήμερον δὲν εἶναι εὔκολον κεφάλαια ξένα νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι ἡ δημοσία πίστις εἶναι κλονισμένη· ἰδοὺ, κύριοι, αὗται αἱ λέξεις του «ἐν τῇ παρούσῃ περιστάσει πρόκειται περὶ ὑπερόγκου ποσοῦ δαπανηθησομένου εἰς τόπον τοῦ ὁποίου εἰσέτι ἡ πίστις εἶναι μέλλουσα εἰς τὰς τραπεζικὰς ἀγοράς.» Καὶ ὅταν, κύριοι, αὐτὸ τὸ πνεῦμα κατὰ δυστυχίαν ἐπικρατῇ ἐν Εὐρώπῃ, ἂν παραδεχθῶμεν ὡς εἰλικρινῆ τὴν ἐξήγησιν ταύτην τοῦ Κ. Μομφεριέρου, δὲν δικαιοῦμαι ἄρα ἐγὼ νὰ εἴπω, ὅτι ἴσως δὲν εἶναι εὔθετος σήμερον ὁ καιρὸς ὅπως γείνῃ ἡ παραχώρησις τῆς Κωπαΐδος; ὅταν λέγουν, ὅτι δημοσία τάξις δὲν ἐπαγιώθη, ὅτι δημοσία ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει, ὅτι κατὰ συνέπειαν ὁ τόπος μας διὰ τοὺς ξένους δὲν εἶναι ἀποχρώντως εὐπρόσιτος (ὅπερ ὅμως ἐγὼ ἀποκρούω μετ’ ἀγανακτήσεως), δὲν εὑρισκόμεθα εἰς δύσκολον θέσιν ἵνα ἀντιταχθῶμεν εἰς μίαν τοιαύτην ἔστω καὶ ἐσφαλμένην ἰδέαν; Τί ἄλλο ἑπομένως τεκμαίρεται ἐκ τούτου, ἢ ὅτι ἡ γενομένη καὶ ζητουμένη ἤδη νὰ νομοθετηθῇ συμφωνία εἶναι οὕτως εἰπεῖν ἀπελπιστική; καὶ τὸν μὲν ἐκχωρητὴν ζημιοῖ σημαντικὰ, τὸν δὲ ἐκδοχέα πλουτίζει ὑπερμέτρως; ἢ μήπως λανθάνει κανένα ἀπὸ ἡμᾶς, ὅτι αἱ συναλλαγαὶ, ἰδιωτικαὶ ἢ δημόσιοι, αἱ γενόμεναι ὑπὸ τὸ κράτος μεγάλων ἀναγκῶν τοῦ ἑνὸς συναλλαττομένου, εἰσὶ τὰ μέγιστα ἄδικοι διὰ τοῦτον; τὸ κατ’ ἐμὲ τοῦ ἀπηλπισμένου τὰς συμφωνίας δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κάμνῃ τὸ δημόσιον, καὶ μάλιστα ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν τὸν δημόσιον συναγωνισμὸν ἐλεύθερον. Ἂς ζητήσωμεν καὶ ἐπιμείνωμεν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν οἱ περὶ τοιούτων ἔργων κείμενοι νόμοι. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἐπεραίωσα καὶ τοὺς ἀριθμούς μου καὶ τοὺς λόγους μου. Καταβαίνων δὲ τοῦ βήματος, αἰσθάνομαι τὴν ἀγαλλίασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται πᾶς τις, ὅταν ἐκπληροῖ τὰς ὑπαγορεύσεις τῆς συνειδήσεώς του. Σᾶς ὁμολογῶ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅτι ἐπειδὴ συμφέρον ἔχω νὰ προοδεύσῃ ἡ πατρίς μου, συμφέρον ἔχω καὶ νὰ παύσῃ πλέον ἡ παθητικὴ οἰκονομικὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα· ἀγαπῶ νὰ εἰσαχθῶσι ξένα κεφάλαια· εἶχον ὅλην τὴν ἐπιθυμίαν καὶ τὴν ἔχω, τοῦ ν’ ἀποξηρανθῇ ἡ Κωπαΐς λίμνη, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω ἐὰν συμφέρῃ ἡ ἐπιχείρησις αὐτὴ, ὅπως πρόκειται νὰ διατεθῇ· τοὐναντίον κλίνω εἰς τὴν πεποίθησιν δι’ ὅσους ἀνέφερον ἀριθμοὺς καὶ λόγους, ὅτι ἡ ἐπιχείρησις αὕτη μὲ τὰς προτεινομένας συμφωνίας εἶναι ἐπιζήμιος διὰ τὸ ἔθνος· εὔχομαι ἄλλοι νὰ πείσωσι τὴν Βουλὴν, ὅτι συμφέρει αὕτη ἡ ἐπιχείρησις, ἀλλ’ οὐδεὶς δύναται νὰ μὲ κατακρίνῃ ἐπιμένοντα εἰς τοὺς στοχασμούς μου, ὅτι ἀδικεῖται ἡ πατρίς. Προτείνω ἑπομένως, ὅ,τι ἐπρότεινε προλαβόντως ἐν συντόμῳ ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Κ. Καλλιφρονᾶς, νὰ ἀποφασισθῇ τοὐτέστι διὰ Νόμου ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος λίμνης· νὰ κανονισθῶσι τὰ δικαιώματα καὶ αἱ ὑποχρεώσεις τοῦ ἐργολάβου, ὁ τρόπος τῆς κατασκευῆς τῶν ἐργασιῶν, τῆς συντηρήσεως αὐτῶν, καὶ νὰ ἐκτεθῇ εἰς δημόσιον συναγωνισμὸν ἐντός τε καὶ ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Δὲν πειράζει, ἐὰν βραδύνῃ τὸ ἔργον ἓξ μῆνας ἢ ἕνα χρόνον· ἀρκεῖ νὰ γίνῃ καλὸν καὶ νὰ ἐξασφαλίζῃ τὰ δίκαια καὶ εὔλογα τοῦ ἔθνους συμφέροντα· οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ἀγνοεῖ τὸ ῥητὸν, ὅτι, «οὐκ ἔστι καλὸν, ὃ ἂν μὴ καλῶς γένηται.»
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Στράτος ζητεῖ τὸν λόγον. Κύριοι, αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὁ Κ. Κουτσαλέξης μοὶ ἀπέστειλε μίαν πραγματείαν, ἣν εἶχε συγγράψει κατὰ τὰ 1854 περὶ λιμνῶν καὶ ἑλῶν τῆς Βοιωτίας· ἀντίτυπα ἐπροσπάθησε νὰ εὕρῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη, διὰ τοῦτο ἀπέστειλε τὸ πρωτότυπον. Ὅστις τῶν Κ. βουλευτῶν θέλει νὰ λάβῃ γνῶσιν, ὑπάρχει ἐδῶ εἰς τὸ γραφεῖον. Ὁ Κ. Λάππας ὑπέβαλε τροπολογίαν ἔχουσαν οὕτω· «Διατηρεῖται τὸ τῆς ἀρδεύσεως δικαίωμα τῶν γαιῶν, ὅσαι μέχρι τοῦδε ἠρδεύοντο ἀπὸ τοὺς εἰσβάλλοντας εἰς τὴν Κωπαΐδα ποταμούς.» Ἐντὸς τοῦ Κωπαϊκοῦ πεδίου ὑποχρεοῦται ἡ ἀναλαμβάνουσα τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος λίμνης ἑταιρία νὰ μὴ ἀφήσῃ παντάπασι τέλμα ἢ λιμνάζοντα ὕδατα.»
§22ΣΤΡΑΤΟΣ. Εὔχομαι, κύριοι, ἡ ὁμιλία τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου Δημητριάδου νὰ μὴ ἀφῆκε τὸν ἐλάχιστον σπόρον πειθοῦς ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν· καθότι τὴν ὁμιλίαν ταύτην δὲν θέλω νὰ τὴν χαρακτηρίσω.... Ὅταν τις δὲν εἶδεν ἅπαξ τῆς ζωῆς του τοὐλάχιστον τὴν Κωπαΐδα, ὅταν δὲν ἠδυνήθη νὰ σπουδάσῃ ταύτην, ὅταν δὲν ἠδυνήθη καὶ δὲν δύναται τοὐλάχιστον νὰ ἐννοήσῃ τὰ διαγράμματα τοῦ Σωβὰζ καὶ νὰ ἐξάξῃ ἐξ αὑτῶν καὶ τὸ σπουδαῖον καὶ τὸ μεγαλεῖον ἐν γένει τῆς ἐργασίας ταύτης, βεβαίως δὲν ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τόσον θάῤῥος, τόσην τόλμην, διὰ νὰ ὁμιλήσῃ, ὡς ὡμίλησεν, ἀλλ’ ὤφειλε καθήμενος ν’ ἀκούσῃ ἐκείνους, οἵτινες ἠδύναντο, διότι εἶδον, διότι ἐσπούδασαν, διότι ἠδύναντο νὰ ἐννοήσωσι τὸν Σωβὰζ, νὰ ὁμιλήσωσιν ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου, καθότι ἐξ αὐτῶν ἠδύνατο ν’ ἀκούσῃ τι ὠφέλιμον, καὶ τότε ν’ ἀποφανθῇ. Μετὰ τὴν ὁμιλίαν ταύτην εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκταθῶ πολὺ πλέον, παρ’ ὅτι εἶχον σκοπὸν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ μὲ ἀκούσῃ μεθ’ ὅλης τῆς ἀνοχῆς, καὶ νὰ βεβαιωθῇ, ὅτι καὶ ἐγὼ μετὰ ταῦτα θέλω ἀκούσει μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς ἐκεῖνον, ὅστις, ἤθελεν ἢ μὲ ἀνασκευάσει, ἢ νὰ εἴπῃ τι κάλλιον ἐμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ καταστρέψω μίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἶχον. Κατὰ πρῶτον, κύριοι, δὲν δύναμαι, παρὰ νὰ ἐκφράσω τὴν εὐχαρίστησίν μου καὶ τὴν εὐτυχίαν συνάμα, διότι εὑρίσκομαι ὡς μέλος τῆς Βουλῆς ταύτης, ἥτις εἶναι τὸ γνήσιον τέκνον τῆς 20ετοῦς συνταγματικῆς βασιλείας ἐν τῇ πατρίδι μας, τῆς Βουλῆς ταύτης, κύριοι, ἥτις ἐκλήθη ἐνταῦθα διὰ νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας μία μεταβολὴ ἐκυοφόρησεν. — Ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὀκτωβρίου 1862 δὲν ἦτο ἐκ τῶν φαινομένων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διέρχονται τὸ στερέωμα, χωρὶς νὰ ἀφήσωσιν ἴχνη τῆς διαβάσεώς των· ἀπεναντίας ἦτο ἐκ τῶν μεταβολῶν ἐκείνων, ἦτο ἐκ τῶν φαινομένων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα διερχόμενα ἐπηρεάζουσι πάντοτε τὴν τύχην τῶν ἐθνῶν, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἀναφαίνονται. Ὅταν εἷς λαὸς διὰ μιᾶς παρεδέχθη μίαν μεταβολήν, ὅταν διὰ μιᾶς ἔθνος ἐξεσφενδόνισεν ἕνα θρόνον ἐγγηράσαντα, καὶ τὸν ἀντικατέστησε δι’ ἑνὸς νέου, δὲν ἠθέλησε ν’ ἀντικαταστήσῃ μόνον ἐγγηράσαν πρόσωπον δι’ ἑνὸς νέου, ἀλλ’ ἠθέλησεν ἐπὶ ἑνὸς παλαιοῦ οἰκοδομήματος, θέτον βάσεις εὐρυτέρας, νὰ κάμῃ οἰκοδόμημα ὁλωσδιόλου νέον· ἤθελε διὰ τῆς μεταβολῆς ταύτης τὸ ἔθνος τὸ ἀσπασθὲν αὐτὴν νὰ μεταπλάσῃ ἐν γένει ὅλον τὸ παρελθὸν σύστημα διὰ νέου, ἐπὶ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται νὰ δημιουργηθῇ τὸ μεγαλεῖον τῆς πατρίδος μας. Ἡ Συνέλευσις, κύριοι, ἥτις ἀμέσως ἐκ τῆς ἐπαναστάσεως προῆλθεν, ἐλθοῦσα εἰς ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὰ πάθη ἀνεφλέγοντο, δὲν ἠδυνήθη νὰ νικήσῃ τὰ πάθη ταῦτα, ἀλλὰ νικηθεῖσα ὑπ’ αὐτῶν, δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιήσῃ τὰς εὐχὰς τῆς ἐπαναστάσεως, τὰς ὁποίας ἠννόει, διότι ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ταύτης ὑπῆρχον τὰ πρόσωπα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐχειραγώγησαν τὴν ἐπανάστασιν· διελύθη, μὴ δυνηθεῖσα ν’ ἀφήσῃ εἰμὴ μόνον μίαν βάσιν, ἐπὶ τῆς ὁποίας σήμερον ἡ Βουλὴ αὕτη ἔρχεται, διὰ νὰ οἰκοδομήσῃ τὸ οἰκοδόμημά της. Ἐναπόκειται λοιπὸν σήμερον εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην ἐποικοδομοῦσα νὰ ἐγκαινιάσῃ τὸ οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον 30ετὴς Βασιλεία δὲν ἠδυνήθη νὰ φέρῃ εἰς τὸν προορισμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον οἱ πόθοι ἁπάντων ἐν γένει τῶν Ἑλλήνων ἐπιδιώκουν. Ἡ Βουλή, κύριοι, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀνῆλθεν, εὗρεν ἐν γένει τὸ ἔθνος διῃρημένον εἰς φατρίας· ἐν τούτοις δι’ ἀρκετοῦ πατριωτισμοῦ, τὸν ὁποῖον ἐν τῷ μικρῷ διαστήματι αὐτῷ τῆς συνόδου ἀνέπτυξεν, ἠδυνήθη νὰ καταπαύσῃ τὰς ἔριδας, αἵτινες καὶ ἐν ἑαυτῇ περιείχοντο καὶ ἐν τῷ ἔθνει, καὶ ἐὰν δὲν ἐδυνήθη ἐν τῷ μικρῷ τούτῳ διαστήματι νὰ φέρῃ τὴν εὐτυχίαν εἰς τὸ ἔθνος, κατώρθωσε τοὐλάχιστον νὰ φέρῃ μίαν ἠρεμίαν, διὰ τῆς ὁποίας εὐελπίζεται, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ ἡ διόρθωσις. Ἐν ὅλοις τοῖς ζητήμασι, τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ αὕτη ἀνέλαβεν, ἐνόσῳ μὲν ταῦτα εἶχον σκοπόν τινα ἐθνικὸν, ἅπαντες οἱ ΚΚ. βουλευταὶ λησμονήσαντες ἕκαστος τὴν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν, εἰς ἣν ἀνῆκε, μεθ’ ὅλης τῆς ἀνταπαρνήσεως ἐξέφραζε τὴν ἀπόφασίν του, χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν του τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα. Οὕτως ἠδυνήθη ἐν μικρῷ νὰ περαιώσῃ ζητήματά τινα, τὰ ὁποῖα διῄρουν τὸ ἔθνος καὶ ἔφερον τὴν βασιλείαν εἰς ἀντίθεσιν πρὸς τὸ ἔθνος. Οὕτως ἠδυνήθη διὰ τῆς αὐταπαρνήσεως, τὴν ὁποίαν ἔδειξε, καὶ τῆς τολμηρᾶς ἀποφάσεώς της, ν’ ἀποσκορακίσῃ τὰ ζητήματα ἐκεῖνα καὶ νὰ φέρῃ τὴν ἐντελῆ ὁμόνοιαν τοῦ ἔθνους μετὰ τῆς βασιλείας. Διὰ τοῦτο ἐπαναλέγω, ὅτι λογίζω τὸν ἑαυτόν μου εὐτυχῆ διότι εἶμαι μέλος Βουλῆς, ἥτις ἐν μικρῷ διαστήματι ἠδυνήθη νὰ κατορθώσῃ ὅ,τι ὤφειλε μὲν νὰ πράξῃ, ἀλλ’ ἐδεῖτο μεγάλου πατριωτισμοῦ καὶ τόλμης. Ἐὰν δὲ μέχρι τοῦδε ἡ Βουλὴ ἀφήσασα κατὰ μέρος τὰς πολιτικὰς ἀποχρώσεις εἰς ὅλα τὰ ἐθνικὰ ζητήματα συνεδυάσθη, ὥστε νὰ ἐπιφέρῃ ὅσον τὸ δυνατὸν τὴν καλλιτέραν ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν τοιούτων, πολὺ περισσότερον πιστεύω, ὅτι σήμερον, προκειμένου περὶ τοῦ ζητήματος τῆς σήμερον, ἢ αὔριον προκειμένου περὶ ὁμοίου, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν θ’ ἀφήσῃ τὴν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν, εἰς ἣν ἀνήκει, καὶ θὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἀνεξαρτήτως ἐν γένει πάσης ἀποχρώσεως. Καὶ, κύριοι, ἐνθυμούμενος ὅ,τι ἄλλοτε ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἐπρότεινεν, ὅτι ἕκαστος τῶν βουλευτῶν πρέπει νὰ ὁρκίζεται ἐρχόμενος εἰς ἀπόφασιν, πρῶτος, κύριοι, λέγω ἤδη, καὶ ὁρκίζομαι ἐν τιμῇ, ὅτι οὐδεμία πολιτικὴ ἀπόχρωσις θὰ μὲ ἐπηρεάσῃ ἐπὶ τῶν προκειμένων ζητημάτων, ἀλλ’ ὅτι θὰ ἐκφράσω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τίποτε περιπλέον, παρ’ ὅ,τι εἶδον, παρ’ ὅ,τι συνέλεξα διὰ πληροφοριῶν, παρ’ ὅ,τι διὰ τῆς μελέτης μου ἠδυνήθην νὰ συλλέξω. Μετὰ τὴν παρέκβασιν ταύτην ἔρχομαι εἰς τὸ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ σημερινὴ συζήτησις. Καθὼς, κύριοι, ὁ πατὴρ καὶ ἡ μήτηρ ἐπὶ τοῦ τελευταίου τέκνου των δεικνύουσι πάντοτε τὸ μεγαλείτερον φίλτρον, ἀποδίδουσιν αὐτῷ τὰ μεγαλείτερα δῶρα καὶ προσπαθοῦσιν, εἰ δυνατὸν, καὶ μετὰ θάνατον ν’ ἀναζήσωσιν ἐν αὐτῷ, οὕτω πως καὶ ἡ φύσις δημιουργοῦσα τελευταῖον τὴν γῆν ἐν τῇ τελευταίᾳ δημιουργίᾳ της ἐπροίκισε ταύτην δι’ ὅλων τῶν δώρων, ὥστε εἰς τὴν μικρὰν ταύτην χώραν, εἰς τὴν μικρὰν ταύτην γῆν, νὰ ὑπάρχουν τόσα δῶρα, ὥστε πᾶς τις βλέπων νὰ θαυμάζῃ καὶ θαυμάζων τὸ μεγαλεῖόν της νὰ δοξάζῃ τὸν Ὕψιστον ὡς ποιητὴν τοῦ παντός. Ἐάν τις, Κύριοι, ἐξ ἡμῶν διέλθῃ τὰς ἐπαρχίας μας ἢ τὴν Εὔβοιαν, βεβαίως δὲν δύναται παρὰ νὰ θαυμάσῃ τὸ μεγαλεῖον τῶν δασῶν· ἐὰν διέλθῃ τὰς νήσους, δὲν δύναται παρὰ νὰ θαυμάσῃ τὴν πληθὺν τῶν ὀρυκτῶν καὶ τῶν μεταλλείων μας· ἐὰν διέλθῃ τὴν Πελοπόννησον καὶ Στερεὰν δὲν δύναται παρὰ νὰ θαυμάσῃ τὰ μεταλλεῖα, τὰς ὡραίας λίμνας, τὰς ὡραίας πεδιάδας καὶ τόσα ἄλλα, τὰ ὁποῖα φέρουν τὴν εὐδαιμονίαν τῆς τε Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν μεγάλων ἐθνῶν, καὶ λυποῦμαι διότι ὁ κύριος Δημητριάδης εἶπεν, ὅτι δύω μόνον καλὰ μᾶς ἀπέμειναν ἡ Κωπαῒς καὶ τὸ Λαύριον, θέλετε ν’ ἀποξενώσητε καὶ ταῦτα· δὲν εἶναι μόνον ἡ Κωπαῒς καὶ τὸ Λαύριον, διότι ὡς τὴν Κωπαΐδα καὶ τὸ Λαύριον εἶναι, κύριε Δημητριάδη, πολλαὶ ἄλλαι λίμναι καὶ μυρία ἄλλα μεταλλεῖα. Ἡ Κωπαῒς, Κύριοι, περὶ ἧς πρόκειται, παραδέχομαι ὅτι πράγματι εἶναι ἓν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων, ἀλλ’ ὄχι τόσον κατ’ οὐσίαν, ὅσον διότι ἀντιπροσωπεύει σήμερον τὴν γεωργίαν. Ἡ εὐκταία λύσις τῆς Κωπαΐδος θὰ φέρῃ τὴν εὐκταίαν λύσιν τοῦ ζητήματος τῆς γεωργίας, ἥτις ἤδη εὑρίσκεται ἐν τῇ νηπιώδει καταστάσει αὐτῆς. Ἡ εὐκταία λύσις τῶν ζητημάτων τῆς Κωπαΐδος καὶ τοῦ Λαυρίου, ἀντιπροσωπεύει τὴν ἀνίδρυσιν τῆς γεωργίας καὶ τῆς βιομηχανίας, τουτέστι τοὺς δύω τούτους κλάδους, οἵτινες ἐδόξασαν καὶ εὐτύχησαν τὰ μεγάλα ἔθνη. Τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος σήμερον ἐμπεριλαμβάνει τρία θέματα, τί ἦτον ἡ Κωπαῒς, τί εἶναι, καὶ τί δύναται νὰ γείνῃ. Ἐπὶ ἑνὸς ἑκάστου τῶν ζητημάτων αὐτῶν θέλω διέλθει ὅσον τὸ δυνατὸν συντομώτερον διὰ νὰ μὴ σᾶς κουράσω.— Τὰ πρῶτα ἔτη τῆς Κωπαΐδος εἶναι ὅλως διόλου ἄγνωστα. Ἐάν ποτε ἡ Κωπαῒς ὑπῆρχε πεδιὰς κανὲν σύγγραμμα δὲν τὸ ἀναφέρει, οὐδὲ θέλει τὸ ἀναφέρει. Ἡ ἀνέωξις τῶν φρεάτων αὐτῶν θεωρεῖται πολὺ προγενεστέρα τοῦ Ὁμήρου, καὶ ἡ ἀνέωξις αὐτῶν εἶναι τοιαύτη, ὥστε, κατ’ ἐμὲ, ἀποδεικνύεται, ὅτι ἔκτοτε ἐθεωρήθη τὸ δύσκολον τῆς ἀποξηράνσεως τῆς λίμνης καὶ διὰ τοῦτο ἔμεινεν εἰς τὴν ἀρχήν της. Αἱ γνῶμαι, αἵτινες φέρονται ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων εἰσὶ διάφοροι. Ὁ μὲν κύριος Σωβὰζ, ὅστις ἐπὶ ἓν ἔτος ἔμεινεν ἐν τῇ Κωπαΐδι καὶ κατεμέτρησε καὶ τὸ βάθος καὶ τὸ πλάτος αὐτῆς καὶ πάντα τὰ περὶ αὐτὴν, δὲν ἠδυνήθη νὰ παρατηρήσῃ τι, τὸ ὁποῖον εἰς τὸν πυθμένα τῶν φρεάτων ὑπῆρχε, πεπληρωμένων ὄντων τότε ὑπὸ πετρῶν. Ἐθεώρησε δὲ ὅτι οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες ἄφησαν τὴν διώρυξιν τῶν φρεάτων, διότι κατενόησαν τὸ δύσκολον τῆς ἐργασίας πρὸς κατασκευὴν τῆς ὑπονόμου, ὥστε οὕτω δὲν παραδέχεται ἐντελῶς τὴν ὕπαρξιν ὑπονόμου δικαιολογῶν τὸν ἰσχυρισμόν του διὰ τὴν μὴ ὕπαρξιν ἐπιχωμάτων, τὰ ὁποῖα ἐπὶ τῶν φρεάτων ἔπρεπε νὰ ᾖναι, ἐὰν καὶ ἡ ὑπόνομος ἐν τῇ ἀρχαιότητι ἐλάμβανε χώραν. Ὁ δὲ Γερμανὸς Φορχμάερ, ὅστις ἔμεινεν ἐπίσης ἀρκετὸν χρόνον εἰς τὴν Κωπαΐδα, ἀφοῦ συνέλεξεν ὅλους τοὺς μύθους καὶ τὰς δυνατὰς πληροφορίας, εἰς τὴν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν εἰς τὴν κυβέρνησιν κατὰ τὸ 1835 ἐπὶ τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος, λέγει ὅτι τὰ φρέατα ταῦτα, τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ γνωρίσῃ τὸ ἐσωτερικὸν, διότι ἦσαν πλήρη λίθων καὶ ἄλλων ἀκαθαρσιῶν, ὤφειλον νὰ ἐκκαθαρισθῶσι, διότι ἐξ αὐτῶν δύναται νὰ εὑρεθῇ ἡ ὑπόνομος· παραδέχεται δὲ τὴν ὑπόνομον καὶ ὅτι τὰ φρέατα συγκοινωνοῦν διὰ τῆς ὑπονόμου· ὁ κύριος Μανιατάκης μεταβὰς κατὰ τὸ 1856 παρετήρησε μετὰ τὴν ἐκκάθαρσίν τινων ἐξ αὐτῶν, ὅτι 0,60 πήχεως ἄνω τοῦ πυθμένος ἀναχωροῦσι στοαὶ μέχρι 1μ, 70 ὕψος, καὶ ὅτι εἰς πολλὰς αὐτῶν τὸ μῆκος ἀνέρχεται εἰς 36μ ἀλλ’ ἐν τούτοις ἔκ τε τῆς ἀποστάσεως τῶν φρεάτων ὑπερβαινούσης τὰ 200μ καὶ τοῦ μικροῦ ἀνοίγματος αὐτῶν, εἰκάζεται μόνον ἡ ἐπιχείρησις, χωρὶς ὅμως νὰ ἔλθωσιν εἰς ἀποτέλεσμα. Ὁ μὲν Γερμανὸς ὑπέθεσε τὴν ὑπόνομον ὡς ἐκ τῶν φρεάτων κατασκευασθεῖσαν πρὸς διοχέτευσιν τῶν ὑδάτων καὶ παραδέχεται ἐντελῶς τὴν ὕπαρξιν ταύτης· ὁ δὲ κύριος Μανιατάκης ἰδὼν ὄχι μόνον τὰ φρέατα, ἀλλὰ καὶ τὰς διευθύνσεις αὐτῶν, ἦλθεν εἰς ἀληθέστερον συμπέρασμα, ὅτι αἱ στοαὶ αὗται κατειργάζοντο πρὸς κατασκευὴν ὑπονόμου μεταξὺ Λαρύμνης καὶ τῶν καταβοθρῶν, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐργασία αὕτη ἔμεινεν ἐν τῇ ἀρχῇ της· ὁ Σωβάζ ὅμως παρ’ ἐλπίδα βλέπω, ὅτι δὲν παρετήρησε τὸ τοιοῦτον, καὶ ἀπορῶ πῶς διέφυγε τὸν ὀξυδερκῆ ὀφθαλμόν του. Ἐν τούτοις, κύριοι, σήμερον, δι’ ὅ,τι ὑπῆρχεν ἐν τῇ παλαιᾷ ἐποχῇ, ἐν τῇ λεγομένῃ θέσει τοῦ Κεφαλαρίου ὅπου πρόκειται νὰ γείνῃ ἡ ὑπώρυξ μεταξὺ καταβοθρῶν καὶ τῆς Λαρύμνης, εἶναι περιττὸν νὰ ἐκταθῇ τις, πολὺ πλέον, διότι διῆλθον τόσοι αἰῶνες, καὶ τόσα μεγάλα γεγονότα, καὶ ἐν τούτοις τὰ ἄφησαν εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρίσκονται σήμερον· διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ ἀρκοῦμαι εἰς ὅ,τι εἶπον, καὶ ἔρχομαι εἰς τὸ ζήτημα ὁποία εἶναι σήμερον ἡ Κωπαΐς, ὁποῖα ἔσεται καὶ ὁποῖα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων θὰ κατασταθῇ ὠφέλιμος εἰς τὸ μέλλον. Ἡ Κωπαΐς, Κύριοι, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ μία λεκάνη τοῦ Παρνασσοῦ καὶ τοῦ Ἑλικῶνος· ἡ λεκάνη αὕτη, ἐπειδὴ ὁ Παρνασσὸς θεωρεῖται εἰς τὴν δευτέραν τάξιν τῶν ὀρέων, εἶναι λεκάνη δευτέρας τάξεως, ἔχουσα τοὺς ποταμούς της καὶ ποταμοὺς, οἵτινες δέχονται οὐχὶ μικρὰν ποσότητα ὕδατος. Ἡ λεκάνη αὐτὴ πρὸς μὲν τὸ μέρος τῆς δύσεως ἔχει ἐπ’ αὐτῆς τὸν Παρνασσὸν, πρὸς τὸ μέρος τῆς μεσημβρίας τὰ ὑψηλὰ ὄρη τοῦ Ἑλικῶνος καὶ τὰς σειρὰς αὐτοῦ, πρὸς τὸ μέρος τοῦ βοῤῥᾶ τὰ ὄρη τῆς Δωρίδος καὶ πρὸς τὸ μέρος τῆς ἀνατολῆς τὸ κατηραμένον μέρος ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐμποδίζει τὴν διέξοδον τῶν ὑδάτων. Ἐν τούτοις ἡ ἔκτασις τῆς λεκάνης ταύτης, ἥτις εἶναι πολλαπλάσιος, παραβαλλομένη πρὸς ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἀναφέρει ὁ Σωβάζ ὡς τέλμα, μόλις κατακλύζεται ἐπὶ 230 χιλ. στρεμμάτων. Τὸ τέλμα αὐτὸ ἔχει πολλὰς αἰτίας, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὑπάρχει· πρῶτον εἶναι οἱ ποταμοὶ τοῦ Κηφισσοῦ καὶ τοῦ Μέλανος, οἱ ὁποῖοι ἔχουσι τὰς πηγάς των οὐ πολλὰς ὥρας μακρὰν τοῦ τῆς Ἑρκύνης, ὁ ὁποῖος διαβαίνει διὰ τῆς πόλεως Λεβαδείας, καὶ δύω τρεῖς ἄλλοι ποταμοὶ καὶ ῥύακες, οἵτινες τὸν χειμῶνα δίδουν πολλὰ ὕδατα. Ἀλλὰ ἐκτὸς τοῦ ὕδατος τούτου ἔχει καὶ τὸ ὕδωρ τὸ προερχόμενον ἀπὸ τὰς βροχάς. Κατὰ τὸν Σωβάζ ἐν τῷ διαστήματι ἑνὸς χρόνου ἐπὶ ἑκατὸν ἡμέρας κατὰ συνέχειαν βρέχει ἐν τῇ λίμνῃ, ἑπομένως ἡ ποσότης αὕτη εἶναι ἥτις κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος σχηματίζει τὴν κατάκλυσιν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἄλλοτε ἐπὶ 8 μῆνας, μὴ γενομένης βροχῆς, τὰ ὕδατα μόλις εἶχον ἀποσυρθῆ ἀποτελοῦντα πλέον τοῦ ⅓ τῆς ὅλης λίμνης, συμπεραίνεται ὅτι δὲν ἔχουν μόνον τὰ τέλματα ταῦτα τὴν πηγήν των εἰς τοὺς ποταμοὺς καὶ τὰς βροχὰς τῶν 100 ἡμερῶν, ἀλλ’ ἔχουσι καὶ ἑτέρας πηγὰς, τουτέστιν ἐκείνας, αἵτινες ἐντὸς τῆς λίμνης ὑπάρχουν, καὶ αἵτινες ἔχουν τὴν ἀρχήν των ἐκ τῶν ὑψηλῶν ὀρέων, καὶ ἐὰν παραδεχθῶμεν ὅτι ἓν ὁλόκληρον ἔτος δὲν ἤθελε βρέξει καὶ ὅτι οἱ ποταμοὶ ἤθελον στειρεύσει, ἀλλ’ ὅτι δὲν εἶναι ἐντὸς τοῦ διαστήματος τῆς ἑπταετίας ἢ ὀκταετίας, ὁπότε κατὰ τὸ πλεῖστον συμβαίνει ἡ ἀποξήρανσις, πάλιν ἡ λίμνη θὰ εἶχεν ὕδωρ ἀρκετὸν, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ καὶ τὸ ὁποῖον ἀποδίδω εἰς τὴν ὕπαρξιν πηγῶν ἐντὸς τῆς λίμνης εὑρισκομένων. Ἐὰν παρατηρήσῃ τις τὴν ἐκροὴν, ἥτις γίνεται διὰ τῶν καταβοθρῶν εἰς τὸ Κεφαλάρι καὶ τῶν διαφόρων φυσικῶν ὑπωρύγων τοῦ Πτώου, καθὼς καὶ τὰς διευθύνσεις, τότε θέλει ἰδεῖ ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ τῶν ποταμῶν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον διασκεδάζεται διὰ τῶν καταβοθρῶν, αἵτινες ὑπάρχουν ἐντὸς τῶν ὀρέων, καὶ τὰ ὁποῖα ὄρη δύνανται νὰ φέρωσι μέχρι τῆς ἀντιθέτου ἄκρας εἰς τὴν θάλασσαν· διὰ τοῦτο ἡ ἀποξήρανσις, ἡ ὁποία δύναται νὰ λάβῃ χώραν ἐπὶ τῆς Κωπαΐδος ἔχει σκοπὸν, κατὰ πρῶτον τὴν διάτρησιν τοῦ ὄρους Πτώου, καὶ τὴν συγκοινωνίαν εἶτα τῶν ὑδάτων διὰ τῆς ὑπονόμου· ὥστε ταῦτα διερχόμενα διὰ τῆς διατρήσεως τοῦ ὄρους Πτώου νὰ χύνωνται εἰς τὴν θάλασσαν· ἐκτὸς αὐτῶν τῶν ἐργασιῶν ἀπαιτεῖται καὶ ἐργασία τις διὰ τῆς ὁποίας αἱ διαλείπουσαι πηγαὶ, αἵτινες πιθανὸν νὰ ὑπάρχουν, πρὸς τακτικὴν διεύθυνσιν αὐτῶν μετὰ τῶν ἄλλων ὑδάτων, ὥστε οὕτω πάντα νὰ λάβωσι τακτικὴν ῥοὴν πρὸς διεξαγωγὴν, καὶ ἐντεῦθεν ἀποξηρανθῇ τὸ πεδίον. Μέχρι τοῦδε ἡ μόνη ἐπιστημονικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία ἐτελείωσε, εἶναι τοῦ κυρίου Σωβάζ. Οὗτος εἰργάσθη πραγματικῶς καὶ ἀπεκάλυψεν ὅλας τὰς ἐργασίας τῆς ἀποξηράνσεως· διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ λαμβάνω αὐτὸν ὡς βάσιν καὶ διὰ τὴν διάτρησιν τοῦ ὄρους καὶ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τοῦ κατακλυζομένου μέρους τῆς πεδιάδος. Ἡ διάτρησις διαιρεῖται εἰς δύο μέρη, εἰς τὰς χαράδρας καὶ τὴν ὑπόνομον· αἱ δύω χαράδραι, αἵτινες σχηματίζονται ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς ὑπονόμου, εἶναι μόνον 350 μέτρα, ἡ δὲ ὑπόνομος 1,600. Ἐκτὸς δὲ τούτου ἡ ὑπόνομος ἔχει 50 μέτρων ὕψος ὑπὲρ τὴν πεδιάδα, 150 δὲ ὑπὲρ τὴν θάλασσαν. Ἐξ ὑπαρχῆς, ὅτε ὑπῆρξεν ἡ ἰδέα τῆς ἀποξηράνσεως, ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν ἐκείνων, οἵτινες ἐποίησαν τὰ φρέατα, περὶ τῆς διασχίσεως τοῦ ὄρους, ἀλλ’ ἠννόησαν τοῦ κατὰ πόσον ἤθελον πέσει εἰς περισσότερα ἔξοδα, καὶ διὰ τοῦτο ὑπεχώρησαν. Διὰ τὴν ἐργασίαν τῆς διατρήσεως προτείνει ἡ ἑταιρία τὴν ὕπαρξιν 10 φρεάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ γείνωσιν οἱ σταθμοὶ, διὰ νὰ σχηματισθῇ ἡ ἐργασία. Ὁ κύριος Σωβὰζ κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν, ἐπειδὴ τὰ ἡμερομίσθια ἦσαν εὐθηνὰ, ἔφθασεν εἰς τὴν τιμὴν τῆς ἐξορύξεως ἑνὸς μόνον μέτρου χιλίας δραχμὰς, ἀλλ’ ἀναλόγως βεβαίως τῆς τιμῆς, τὴν ὁποίαν τώρα ἔχει τὸ ἡμερομίσθιον παραδέχομαι ἀντὶ τῶν χιλίων δραχμῶν τὰς 1,500, ὥστε τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν ὑπόνομον καὶ τὰς χαράδρας, θέλει ἀναβῆ μέχρι τῶν 2,500,000. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐάν τις παραδεχθῇ ὅτι ὑπάρχει σήμερον ἡ ὑπόνομος, ὅτι αἱ χαράδραι ἐσχηματίσθησαν ἐκ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου μέρους, ὅτι τὰ ὕδατα τῆς λίμνης σχηματίζουν μίαν τακτικὴν ῥοὴν καὶ διέξοδον διὰ τῆς ὑπονόμου, τότε τὰ ὕδατα ταῦτα δὲν θὰ κατακλύζωσι τὴν πεδιάδα τῆς Λαρύμνης, ἐχούσης ἐκ τοῦ τέλους τῆς πρὸς τὰ κάταντα χαράδρας 4 χιλιάδας μέτρα; διὰ τοῦτο ἔργον τι, τὸ ὁποῖον ὁ Σωβὰζ δὲν ἠθέλησε νὰ συμπεριλάβῃ, διότι ἦτον πολὺ διάφορος ἡ ἰδέα τοῦ Σωβάζ, σήμερον δὲν πρέπει ἢ νὰ τὸ συμπεριλάβωμεν καὶ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τῆς ἑταιρίας διὰ τῆς κατασκευῆς ἑτέρας διώρυγος· τὴν διώρυγα ταύτην τὴν εὑρίσκω ἀναγκαίαν, διότι τὰ ὕδατα καὶ ἡ ἀπόστασις ἀναλόγως τῆς κλίσεως εἶναι μικρὰ, καὶ τὰ ὕδατα δύνανται νὰ κατακλύσουν τὴν μικρὰν ταύτην πεδιάδα τῆς Λαρύμνης· ἑπομένως καθίσταται ἀναγκαία ἡ κατασκευὴ τῆς διώρυγος Λαρύμνης, ὥστε νὰ διευθύνωνται τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα θὰ διέλθωσι διὰ τῆς ὑπονόμου· καθὼς ἐπίσης παραδέχομαι ὅτι πάντα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα προτείνει ἡ ἐπιτροπὴ περὶ τοῦ λιμένος, διότι καθὼς εἰς τὴν ἑταιρίαν ὑπάρχει συμφέρον νὰ κατασκευασθῇ ὁ λιμὴν τῆς Λαρύμνης, ἐπίσης καὶ εἰς τὸ ἔθνος εἶναι συμφέρον νὰ κατασκευασθῇ ἡ θέσις τῆς Λαρύμνης, θέσις ἐλλίμενος, τιθεμένων ὅλων τῶν ἀσφαλιστικῶν μέσων εἰς ἐνέργειαν, καὶ δὲν παραδέχομαι τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Δημητριάδη, ὅστις παραδέχεται ἁπλῶς μόνον τὴν ἀποξήρανσιν· διότι διατί νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δύναται ἡ ἑταιρία νὰ κάμῃ πρὸς ὠφέλειαν τῆς Ἑλλάδος διὰ μικρὰν θυσίαν, τὴν ὁποίαν ἡ Ἑλλὰς θὰ κάμῃ ἀπέναντι τῆς ἑταιρίας καὶ ἀνεξόδως. Ἐὰν παρδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τῆς ἑταιρίας, τοὐτέστι τὴν κατασκευὴν δύο γεφυρῶν, τὴν κατασκευὴν τῆς προκυμαίας καὶ τὰ τοιαῦτα, τότε ἡ ἑταιρία ἔρχεται εἰς μίαν δαπάνην 700,000 δραχμῶν· διότι σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ διώρυξ ἡ κατασκευασθησομένη πρὸς διάχυσιν τῶν ὑδάτων τῆς ὑπονόμου εἶναι 4,000 μέτρων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ κλίσις εἶναι μεγάλη εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξῃ τοῦτο, τὸ δὲ ὄρυγμα δὲν εἶναι ἔλαττον τῶν 20 μέτρων πλάτους καὶ 4 βάθους, τοιουτοτρόπως ἀναβαίνουν εἰς κυβισμὸν 300– 400 χιλιάδων κυβικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα, ἐὰν τὰ ὑπολογίσωμεν πρὸς μίαν δραχμήν, εἶναι 400,000 δραχμαί, καὶ ἐὰν ὑπολογίσωμεν τὰς δύω γεφύρας μετὰ τῶν λοιπῶν ἔργων τῆς προκυμαίας, καταστημάτων, ἀναβαίνει τὸ ποσὸν μέχρι τῶν 700,000 δραχμῶν. Αἱ δύο χαράδραι, αἵτινες θὰ κατασκευασθῶσι, δὲν ἔχουσι μῆκος ἢ 350 μέτρων καὶ αἵτινες θὰ κατασκευασθῶσι διὰ τῶν τελειοτέρων μέσων, θὰ κοστίσωσι 280,000 δραχμάς· παραδεχόμενοι σήμερον τὸ ἓν κυβικὸν μέτρον 10 δραχμάς, ἐνῷ κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην ὁ Σωβὰζ παρεδέχετο τὰ 6 φράγκα καὶ διὰ τὴν Γαλλίαν· διότι ὑπάρχει διαφορὰ 20 ἐτῶν. Οὕτω πως, Κύριοι, διὰ τὴν διάτρησιν ἀφ’ ἑνὸς τοῦ ὄρους, τὸν σχηματισμὸν τῶν χαραδρῶν, τῆς προκυμαίας, τῶν γεφυρῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα καθίστανται ἀναγκαῖα, ὅπως ἡ Λάρυμνα κατασταθῇ ὠφέλιμος διὰ τὴν Ἑλλάδα, ἀπαιτεῖται δαπάνη μέχρι 5,000,000. Μετὰ τὴν δαπάνην αὐτὴν, ἡ ὁποία εἶναι προκαταρκτικὴ δαπάνη, καὶ ἡ ὁποία θὰ διευκολύνῃ τὴν ἀποξήρανσιν, ἔρχεται ἡ ἐπίλοιπος ἐργασία ἐπὶ τῆς πεδιάδος διὰ διαφόρων διωρύγων.—Ἡ ἐργασία, Κύριοι, καὶ οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ Κ. Σωβὰζ ἐπὶ τῆς πεδιάδος εἶναι πραγματικοί, δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ οἱ ὑπολογισμοὶ οἵτινες ἐγένοντο ἐπὶ πεδιάδος τινὸς τῆς Γαλλίας ὀνομαζομένης Πονσέν· ὁ Κ. Σωβὰζ μεταχειρίσθη τοὺς αὐτοὺς τόπους καὶ τὰ αὐτὰ μέσα, καὶ εὔχομαι νὰ τὸν ἔφερον εἰς τὰ αὐτὰ ἀληθῆ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἔφερον τὸν Προνὺ εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τῆς λίμνης Πονσέν. Αἱ διώρυγες, δι’ ὧν ὁ Κ. Σωβὰζ ἐσκέφθη ἵνα φέρῃ τὴν ἐντελῆ ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος, ἔπρεπεν ἀφ’ ἑνὸς νὰ ἑνώνωσι τοὺς διαφόρους ποταμούς, ὥστε νὰ σχηματίζουν ἕνα· ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ σχηματισθῇ διῶρυξ τις ἐγκάρσιος, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ μετοχετεύωνται τὰ ὕδατα τῆς λίμνης, πρὸς δὲ νὰ χύνωνται εἰς αὐτὴν καὶ τὰ ὕδατα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ ὄρους τοῦ Ἑλικῶνος ἤθελον εἰσέρχεσθαι διὰ διαφόρων χειμάῤῥων εἰς τὴν λίμνην. Τὰς διώρυγας αὐτὰς ὀνομάζει δι’ ἰδιαιτέρων ὀνομάτων· τὴν μίαν ὀνομάζει ἐσωτερικὴν, τὴν δὲ ἐξωτερικήν· εἰς τὴν μεγαλειτέραν ἔδωκε μέσον πλάτος 32 μέτρων, ἔχει δὲ ἀνάπτυξιν μέχρι 60 000 μέτρων. Ἵνα δὲ δυνηθῇ νὰ συγκοινωνήσῃ τοὺς ποταμοὺς Κηφισσὸν, Μέλανα καὶ τὸν ποταμὸν Ἑρκίνης, μεταχειρίζεται τὰς λεγομένας κλαβανὰς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν διαφόρων τούτων διωρύγων ὁ Κ. Σωβὰζ ἵνα φέρῃ τὴν ἐντελῆ ἀποξήρανσιν, ἔπρεπε νὰ συγκοινωνήσῃ καὶ τοὺς διαφόρους ῥύακας ἢ χειμάῤῥους· ἑπομένως εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ μεταχειρισθῇ καὶ 4–5 διώρυγας ἐντὸς τῆς λίμνης, ἡ ἐργασία αὕτη ὅλη ἐξακριβωθεῖσα παρουσιάζει 3,980,000 κυβικὰ μέτρα ἐκ χώματος. Ὅλαι ὅμως αἱ πληροφορίαι τοῦ Κ. Σωβὰζ δὲν ἐξηκριβώθησαν καλῶς ἀπέναντι τοῦ ἡμερομισθίου· καὶ καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὴν ἐργασίαν τῶν Γκέκιδων, τοὺς ὁποίους θέλει νὰ μεταχειρισθῇ, ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ ἔτυχε νὰ μεταχειρισθῶ δι’ ἐργασίαν τινὰ Γκέκιδας, καὶ δὲν εὗρον ὅμως τὴν ἐργασίαν αὐτῶν, ὁποία εἶναι ἡ τῶν Τσακώνων καὶ λοιπῶν· οἱ Γκέκιδες λαμβάνουν ὀλιγώτερα ἀλλ’ ἡ ἐργασία των δὲν εἶναι καλή· δὲν ὑποφέρουν ἐπίπονον ἐργασίαν, ὡς τὴν τῶν τελμάτων μάλιστα. Ὡς ἐκ τούτου διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν διωρύγων μετεχειρίσθη ὁ Κ. Σωβὰζ εὐτελεῖς τιμὰς, καὶ ἔφθασεν εἰς ποσὸν λίαν περιωρισμένον. Ἐγὼ δὲν θέλω ν’ ἀναβιβάσω τὰ ποσὰ ταῦτα, διότι οὐδὲν ἐνδιαφέρον ἔχω νὰ τὴν λάβῃ ἡ μία ἑταιρία ἢ ἡ ἄλλη, θέλω μόνον ἡ ἐπιχείρησις αὕτη ν’ ἀποπερατωθῇ τὸ ταχύτερον, διότι ἐκ ταύτης θέλουσι προκύψει πολλὰ ἀγαθὰ διὰ τὸν τόπον· ὑπολογίζω μόνον οὕτω, διότι ἀπό τινων ἐτῶν εἰργάσθην ὡς ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ, καὶ μετεχειρίσθην καὶ Γκέκιδας καὶ ἑτέρους, ὡς εἰς τὴν ἀποξήρανσιν τελμάτων ἑνὸς μέρους τῆς Μεσσηνίας, καὶ ἐνθυμοῦμαι μάλιστα ὅτι ὅτε μίαν ἡμέραν ἐπῆγον ἵνα ἐπισκεφθῶ τὰς ἐργασίας, εὗρον τοὺς περισσοτέρους ἀσθενεῖς· προσεβλήθησαν οὗτοι ἀπὸ τὰς ἀναθυμιάσεις· ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον προσεβλήθησαν ἐκ τῆς ἐργασίας καὶ τοῦ κόπου ἐργαζόμενοι μέχρι γόνατος ἐντὸς τῶν ὑδάτων. Ὑπολογίζω λοιπὸν κατὰ μέσον ὅρον, καὶ ὃν τινα δὲν δυνάμεθα νὰ ἐλαττώσωμεν, πρὸς 1 δραχμὴν καὶ 20 λεπτὰ τὸ 1 κ. μ. ἐκ χώματος· ἑπομένως διὰ τὰς μεγάλας διώρυγας καθὼς καὶ τὰς ἐγκαρσίους, αἵτινες ἔχουσι 150,000 τρέχοντα μέτρα, ἢ 3,800,000 κ. μ. φθάνει τὸ ποσὸν τῆς δαπάνης μέχρι 5,000,000· καὶ ἡ δαπάνη εἶναι πραγματική. Ὑπολογίζοντες λοιπὸν τὰς δαπάνας, τὰς ὁποίας χρειαζόμεθα διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς διώρυγος τοῦ ὄρους καὶ τῶν ἑτέρων διωρύγων ἔχομεν κεφάλαιον ἀναβαῖνον κατὰ 10,000,000. Ἡ τρίτη ἐργασία ἡ ὁποία ἔρχεται εἶναι ἡ τῆς καλλιεργείας· ταύτην ἕκαστος ὑμῶν ἐννοεῖ, διότι πάντες ἔχετε ἀγροὺς, τοὺς ὁποίους καλλιεργεῖτε· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν ὄχι τὴν καλλιέργειαν, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς κάμνομεν ἀλλ’ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν οἱ Εὐρωπαῖοι κάμνουν. Διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν διωρύγων, Κύριοι, ὡς καὶ διὰ τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας καὶ τῶν τόκων, ποτὲ δὲν παραδέχομαι ποσὸν ἀνώτερον τῶν 20,000,000. Βεβαιωθῆτε, ὅτι ἂν ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ ποσὸν τοῦτο, βεβαίως δὲν παραδεχόμεθά τι μέγα, διότι διὰ μίαν λίμνην, τὴν ὁποίαν οἱ αἰῶνες ἀφῆκαν ὡς λίμνην, ἂν σήμερον θελήσωμεν νὰ τὴν ἀποξηράνωμεν, ὅ,τι καὶ ἂν εἴπωμεν καὶ παραδεχθῶμεν, θὰ ᾖναι καθ’ ὑπόθεσιν, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ προΐδωμεν τὰς ἀπροβλέπτους δαπάνας, αἵτινες δύνανται ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἐπέλθωσιν. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ Κ. Σωβὰζ παραδέχεται δι’ ἐκτάκτους πλημμύρας, σύμφωνα πρὸς ἀποξηράνσεις, αἵτινες ἐγένοντο εἰς ἕτερα μέρη, ὡς τὸν μέγιστον ὅρον τῶν ὑδάτων, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ συσχετισθῇ διὰ τῆς ὑπονόμου, τὰ 80 κυβικὰ μέτρα εἰς τὸ δευτερόλεπτον. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὰ ὄρη τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ὅμοια πρὸς τὰ ὄρη τῆς Εὐρώπης, ὡς καὶ αἱ ῥοαὶ τῶν ὑδάτων των· ἑπομένως εἰς μίαν ἔκτακτον πλημμύραν, ὡς ἦτο ἡ περυσινὴ, εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἐπέλθουν ζημίαι ἐντὸς τῆς ὑπονόμου καὶ δαπάναι, ὡς εἰς καταπτώσεις καὶ καταστροφὰς ἑνὸς μέρους, δὲν θέλουσιν εἶσθαι εἰς λογαριασμὸν τῆς ἑταιρίας; Διὰ τοῦτο ἔθεσα ὡς ἐλάχιστον ὅρον τὰ 20,000,000 ὑπολογίζων αὐτὰ ὅσον ἠδυνάμην ἑλληνικῶς, χωρὶς νὰ μεταχειρισθῶ τὰς τιμὰς, τὰς ὁποίας παρουσίασεν ἡ ἐπιτροπὴ ἢ ἐκείνας τὰς ὁποίας πρὸ 20 ἐτῶν ὁ Σωβὰζ παρουσίασεν. Ἐν γένει δὲ ὡς πρὸς τὴν καλλιέργειαν καὶ τὸν τρόπον τῆς ἀποξηράνσεως δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν γνώμην τοῦ Κ. Σωβὰζ, διότι εἰς τοιοῦτον ἔδαφος πάντοτε ἁρμόζει καλλιέργεια εὐρωπαϊκὴ, ὅπως ἐπέλθῃ τὸ ποθούμενον ἀποτέλεσμα. Ἔρχομαι εἰς ἕτερον ἀντικείμενον ἐπίσης σπουδαῖον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ λύσωμεν, ἂν αἱ παραχωρήσεις τὰς ὁποίας ἡ κυβέρνησις ἢ τὸ ἔθνος κάμνει πρὸς τὴν ἑταιρίαν, ὅπως τὸ νομοσχέδιον τὰς περιλαμβάνει, εἶναι ὀρθαὶ, εἶναι δίκαιαι, ἢ ὄχι· καὶ εἰς τὰ ἔργα τὰ ὁποῖα ἡ ἑταιρία ὀφείλει νὰ κάμῃ ἀντισταθμίζων ἀπέναντι τῶν παραχωρήσεων ἔρχομαι κατὰ πρῶτον εἰς τὸ περὶ ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς ἑταιρίας, καί πρῶτον εἰς τὰ ἔξοδα· εἰς τὰ 20,000,000, τὰ ὁποῖα ἐγὼ τοὐλάχιστον ἔθεσα ὡς ἔξοδον δὲν συμπεριέλαβον καὶ τὰ ἔξοδα τῆς κατασκευῆς τοῦ ἱπποσιδηροδρόμου, τὸν ὁποῖον ἡ ἑταιρία προτείνει νὰ κατασκευάσῃ, καὶ ὁ ὁποῖος πρὸς 42 χιλιόμετρα ὑπολογιζόμενος θέλει κοστίσει 2,000,000, ὡσαύτως καὶ ἕτερα ἔξοδα δι’ ἄλλα ἔργα, τὰ ὁποῖα θέλει κάμει, καὶ τὰ ὁποῖα ἀναβιβάζουν τὸ ποσὸν εἰς 25,000,000. Παραδέχομαι δὲ ὅτι ἐντὸς τῆς 10τίας πρέπει νὰ ἔχῃ ἀποπερατωμένον πᾶν ἔργον. Ἐκτὸς ὅμως τῆς πληρωμῆς τῶν τόκων ὑπάρχει ἕτερον κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον ἐπίσης εἶναι σπουδαῖον, τὸ κεφάλαιον τῆς συντηρήσεως ἁπάντων τῶν ἔργων, τῆς συντηρήσεως τοῦ ὑλικοῦ. Ἡ συντήρησις ὡς καὶ ὁ Κ. Σωβὰζ παρατηρεῖ εἶναι ἓν τῶν κυριωτέρων ἔργων διὰ τὴν ἀποξήρανσιν, διότι ἂν ἡ συντήρησις δὲν εἶναι διαρκὴς, τὰ ἔργα ταῦτα καταστρέφονται καὶ αἱ δαπάναι διπλασιάζονται. Ἑπομένως διὰ διώρυγα 150,000 μέτρων, ἂν παρατηρήσητε, ὅτι ἐνταῦθα διὰ τὰς ὁδοὺς ἀνὰ 1000 μέτρα, ἔχομεν ἕνα ὁδοτηρητὴν, ὁ ὁποῖος λαμβάνει τὸ ὀλιγώτερον 50 δραχ. διὰ 150,000 μέτρα λοιπὸν θέλομεν 150 τοιούτους διὰ τὴν ἐπιτήρησιν, εἰς τοὺς ὁποίους θὰ δίδωμεν τοὐλάχιστον 50 δραχ. Ἂν ἀφ’ ἑτέρου λάβετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ὅλοι οἱ ποταμοὶ οὗτοι, οἵτινες κατέρχονται ἀπὸ ὑψηλὰ μέρη, καταβιβάζουν διαφόρους ὕλας, παρασύρουν λίθους, χώματα, δένδρα καὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ μετά τινα καιρὸν εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ καταστραφῇ ἡ διώρυξ, διότι θὰ ἐπέλθωσιν ἐπιχώσεις, ἃς πρέπει νὰ προλαμβάνωμεν· ἑπομένως τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα θὰ ἔχῃ διὰ τὴν συντήρησιν ὅλων ἐν γένει τῶν ἔργων δὲν θὰ ᾖναι ὀλιγώτερα τοῦ ἑνὸς ἑκατομμυρίου. Προσθέτοντες λοιπὸν ἀφ’ ἑνὸς τοὺς τόκους, ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἔξοδα τῆς συντηρήσεως, τῆς διοικήσεως καὶ τρίτον τὰ ἔξοδα τῆς καλλιεργείας πρὸς 5 δραχ. δι’ ἕκαστον στρέμμα καλλιεργουμ. 200 χιλ. στρεμ. ἔχομεν 4,000,000 τοὐλάχιστον δαπάνην ἐξόδων κατ’ ἔτος. Καὶ τὸ ποσὸν αὐτὸ δὲν εἶναι φανταστικόν· εἶναι ποσὸν ὑπελογισμένον λεπτὸν πρὸς λεπτὸν, 4 ἑκατομμύρια θὰ ἐξοδεύῃ κατ’ ἔτος ὅπως μετὰ τὴν δεκαετίαν ἔχῃ τὰς ἀπαιτουμένας ὠφελείας. Ἀλλὰ τὰ ἔσοδα τῆς ἑταιρίας, ἂν τὰ ὑπολογίσωμεν, θὰ ἴδωμεν ὅτι ἐκ τῶν 210000 στρεμμάτων γαιῶν ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἔχῃ κυριότητα, αἱ 80,000 στρέμματα εἶναι τὰ ὁποῖα χαρίζομεν εἰς τὴν ἑταιρίαν, καὶ αἱ 130 χιλιάδες ἐπὶ τῶν ὁποίων θὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικαρπίας· ἂν θεωρήσητε, ὅτι θὰ ἔχῃ δικαιώματα ἐπικαρπίας 10 δραχ. τὸ στρέμμα, διότι ἐγὼ παραδέχομαι τὰς γαίας ἐκείνας πρώτης ποιότητος, καὶ ἀμέσως καρποφορούσας, τότε θὰ ἔχωμεν 1 ἑκατομμύριον καὶ ἥμισυ διὰ τὴν ἐπικαρπίαν τῶν 130,000 στρεμμάτων κατ’ ἔτος. Τὰ 80,000 στρέμματα χωρίζομεν εἰς δύο· τὸ μὲν εἶναι τὸ πεδίον τοῦ Ἀδαμαντίνου, τὸ ὁποῖον περιέχει 30,000 στρέμματα, τὰ δὲ λοιπὰ εἶναι τὸ μέρος, ὃ πρόκειται ν’ ἀποξηρανθῇ, καὶ εἶναι ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πάντοτε ἔμειναν τελματώδη, καὶ πιστεύω, ὅτι μόλις μετὰ 10ετίαν θὰ δώσῃ καρπόν· ἂν παραδεχθῶμεν καὶ διὰ τοῦτο ἓν κεφάλαιον πρὸς 50 δραχμὰς τὸ στρέμμα, θὰ ἔχωμεν ἓν κεφάλαιον 2½ ἑκατομμυρίων. Ἐκ τῶν ἱδρυμάτων, τὰ ὁποῖα θὰ κατασκευάσῃ ἐκεῖ ὡσαύτως θὰ ἔχῃ ὠφελείας, διότι ἐκεῖ θὰ μεταχειρισθῇ πολλὰς ὑδραυλικὰς μηχανὰς ἐξ ὧν θὰ ἔχῃ ὠφελείας καὶ ἂν τὰς ὑπολογίζωμεν πρὸς 400,000 δραχ. δὲν θὰ κάμωμεν σολοικισμόν· Τῆς ἑταιρίας λοιπὸν τὰ ἔσοδα εἶναι 4–5 ἑκατομμύρια κατ’ ἔτος, εἰς μέγιστον ὅμως ὑπολογίζοντες τὰ ἔσοδα πρὸς τὰ ἔξοδα, παραδεχόμεθα ἐντελῶς ὅ,τι ὁ Κ. Παπαγεωργίου ἔν τινι φυλαδίῳ ἀντιθέμενος πρὸς τοὺς ἰσχυρισμοὺς τῆς ἑταιρίας ἔγραψε· παραδεχόμεθα λέγω 500,000 δραχ. ὡς καθαρὸν κέρδος τῆς ἑταιρίας· ἑπομένως ἡ ἀπόσβεσις μόνον τοῦ κεφαλαίου ἀπαιτεῖ τοὐλάχιστον 50 ἔτη· διότι τὸ ποσὸν ὃ δύναται νὰ ἐξοδεύσῃ κατ’ ἐλάχιστον ὅρον εἶναι 25 ἑκατομμύρια. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τῆς ἑταιρίας, ἐρχόμεθα εἰς τὰ ἔσοδα τοῦ δημοσίου. Τὸ δημόσιον σήμερον ἐξ ὅλης τῆς Λεβαδείας δὲν συνάζει περισσοτέρας τῶν 400,000 δραχμῶν. Ἂς ἴδωμεν ὁποῖα ἔσονται τὰ ἔσοδα οὐχὶ τῆς ἐπαρχίας, ἀλλὰ τῆς πεδιάδος ταύτης, μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν τὴν δεκαετῆ· καὶ ὑπολογίζων ταύτην ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐσόδων, τὰ ὁποῖα ἐδώσαμεν εἰς τὴν ἑταιρίαν εὑρίσκω, θὰ ἔχωμεν 800,000 δραχ. ὡς ἔγγειον φόρον, ἐκ τῶν 130,000 στρεμάτων, ὅταν δηλ. λαμβάνομεν τὸ 5%. Καθὼς παρεδέχθην τὰς ὠφελείας τῆς ἑταιρίας, ὑπολογίζω, ὅτι 800 χιλιάδας δραχμὰς θὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον ὡς ἔγγειον φόρον καὶ ἕως 200 χιλιάδας ἀπὸ τῶν 80 χιλιάδων στρεμμάτων τῶν ἰδιοκτήτων. Ἐὰν λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τώρα, ὅτι ἐν τῇ Κωπαΐδι ταύτῃ, θὰ σχηματισθῶσι κωμοπόλεις, ὅτι ἀποξηραινομένου ὅλου τοῦ μέρους θὰ γίνωνται συναλλαγαί, ὅτι τέλος θὰ φέρωσιν οἰκογενείας ἐκ τῆς Εὐρώπης, καὶ ὅτι ἐκ τῆς συναλλαγῆς ὅλων αὐτῶν καὶ ἐκ τῶν ὠφελειῶν καὶ τῆς καλῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν ἡ Λάρυμνα ἔχει, ἐξ ὅλων αὐτῶν τῶν περιστάσεων ἐὰν παραδεχθῆτε, μόνον 200 χιλιάδας δραχμὰς κατανοεῖτε, πόσην ὠφέλειαν θὰ ἔχῃ τὸ δημόσιον· προσθέσατε, δὲ καὶ τὴν φορολογίαν, τὴν ὁποίαν τὸ δημόσιον θὰ ἀπολαμβάνῃ ἐκ τῆς κτηνοτροφίας, ἡ ὁποία θὰ ἀναπτυχθῇ ἐν τῇ πεδιάδι ταύτῃ. Ἐὰν σήμερον τὰ ἔσοδα τῆς ἐπαρχίας ταύτης δὲν φθάνουν εἰς τὰς 400,000, ἐνῷ σήμερον δὲν ἔχομεν ἄλλο, παρὰ μίαν λίμνην, ἡ ὁποία τίποτε ἄλλο δὲν παράγει παρὰ τὸν πυρετὸν, καλὸν μόνον διὰ τοὺς ἰατροὺς, ἐνῷ σήμερον τὸ ταμεῖόν μας πάσχει, καὶ ἐν τούτοις μετὰ 10 ἔτη θὰ ἔχωμεν μίαν πεδιάδα, τὴν ὁποίαν βεβαίως ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου, ὁ ἀξιωματικὸς Κ. Παπαγεωργίου δὲν θὰ γνωρίσῃ, οὔτε θὰ δυνηθῇ νὰ ἐκφράσῃ τὰς ποιητικὰς του φράσεις, τὰς ὁποίας ἐξέφρασεν, ὅταν εἶδε τὴν Κωπαΐδα λίμνην. Ἐθεώρησε, λέγει, ὅτι εὑρίσκεται πλησίον ἑνὸς τῶν ὡραίων κόλπων τῆς Ἑλλάδος· διότι πράγματι ἡ ὅρασις ἐπὶ τῆς λίμνης ταύτης χάνεται, τοιαύτη εἶναι ἡ ἔκτασίς της. Καὶ εὑρισκόμενός τις πλησίον αὐτῆς, νομίζει ὅτι εὑρίσκεται ἐπὶ ἑνὸς τῶν μεγάλων καὶ ὡραίων κόλπων τῆς Ἑλλάδος. Μετὰ δεκαετίαν λοιπὸν τὸ δημόσιον θὰ ἔχῃ ἓν ἔσοδον μέχρι 2 ἑκατομμυρίων, ἐνῷ σήμερον μόλις ἔχει 400 χιλιάδας δραχμὰς, καὶ θὰ ἔχῃ τὴν πρόσοδον ταύτην, χωρὶς τὸ δημόσιον νὰ ἐξοδεύσῃ οὔτε λεπτὸν, χωρὶς τὸ δημόσιον νὰ δώσῃ τίποτε ἄλλο παρὰ νερόν. Οὕτω πως ὑπολογίζων τὰς δαπάνας, εἰς τὰς ὁποίας ὁποιαδήποτε ἑταιρία θὰ ὑποβληθῇ διὰ τὴν ἀποξήρανσιν καθὼς καὶ διὰ τὴν καλλιέργειαν, ὑπολογίζων καὶ τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας θὰ ἔχῃ, ὑπολογίζων ἐπίσης καὶ τὰς ὠφελείας, τὰς ὁποίας τὸ δημόσιον θὰ ἔχῃ, ἔρχομαι ἤδη νὰ εἴπω, ὅτι ἡ ἀποξήρανσις αὕτη ὄχι μόνον τὴν ἐπαρχίαν ταύτην τῆς Λεβαδείας θὰ ὠφελήσῃ, διότι πολλὰ κακὰ θὰ ἐκλείψωσιν ἐξ αὐτῆς, πολλὰ δὲ καλὰ θὰ παραγένωσιν εἰς αὐτὴν, ἀλλ’ ὁλόκληρον τὸ ἔθνος θὰ ὠφελήσῃ· διότι πράγματι ἀναπτυσσομένη ἡ γεωργία τότε ἐν τῇ Λεβαδείᾳ, καθίσταται ἡ Κωπαΐς λίμνη, πεδίον πλούσιον, καθίσταται τὸ σχολεῖον τῆς γεωργίας πρὸς τὸ ὁποῖον θὰ συντρέχουν ἢ διὰ νὰ μάθουν τὴν γεωργικὴν τέχνην ἢ νὰ ἀποκτήσουν χρήματα. Ὅθεν μεθ’ ὅσα σᾶς εἶπον, παραδέχομαι τὸ νομοσχέδιον μέ τινας τροπολογίας, καὶ τὰς τροπολογίας ταύτας θέλω τὰς ὑποβάλει ἐγγράφως εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν μετὰ τῆς δικαιολογίας των. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ τῆς Κωπαΐδος πρὸ 3 χρόνων ὑπάρχει· πρὸ 3 χρόνων διέτρεξε τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης, πρὸ 3 χρόνων δὲν εὗρε παρὰ μόνον τὴν ἑταιρίαν ταύτην τοῦ Μομφεριέρου, ὄχι τὴν ἑταιρίαν μάλιστα παρὰ τὸν ἄνθρωπον Μομφεριέρον ὡς ὑπερασπιστήν. Πρό τινος καιροῦ τὸ ἐκτύπησαν καὶ μάλιστα διὰ διαφόρων φυλλαδίων του ὁ Κ. Παπαγεωργίου. Ὁ Κ. Παπαγεωργίου, τὸν ὁποῖον γνωρίζω, εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ, Ἕλλην εἰδήμων τῆς τέχνης του καὶ φιλόπονος. Ἐὰν ἐπέτυχεν ἢ ὄχι εἰς τὰς ἰδέας του, βεβαίως ὑμεῖς εἶσθε αἱ κατάλληλοι νὰ ἐκφέρητε τὴν γνώμην σας· καθόσον ὅμως ἀφορᾷ ἐμὲ, λέγω, ὅτι εἰς τὰς ἰδέας του ταύτας ὁ Κ. Παπαγεωργίου ἔσφαλε, καὶ ἔσφαλε τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ὡς νέος ἐκπαιδευθεὶς ὄχι μόνον ἐν τῇ Ἑλλάδι, ἀλλ’ ἰδὼν καὶ τὴν Εὐρώπην ἐκ τοῦ πλησίον, ἰδὼν πῶς ἡ γεωργία εἶναι ἀνεπτυγμένη καὶ πῶς γίνεται, ἰδὼν εἰς τὴν Εὐρώπην πῶς γίνονται αἱ ἀποξηράνσεις, πῶς γίνονται τὰ μεγάλα ἔργα, ἂν οὐδέποτε ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ διὰ τοῦ φυλλαδίου του νὰ ῥίψῃ ἓν σκάνδαλον δημοκοπίας ἐπὶ τῆς κοινῆς γνώμης. Θὰ παραδεχόμεθα καὶ θὰ ἐχειροκροτοῦσα εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Παπαγεωργίου, διότι εἶναι ἀξιωματικὸς τοῦ μηχανικοῦ, καὶ εἶμαι ἀξιωματικὸς, καὶ βεβαίως μετ’ εὐχαριστήσεως ἐὰν ἔβλεπον ἕνα συνάδελφόν μου ἀνακαλύψαντα κἄτι τι, ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ αἰτιάσεις του δὲν στηρίζονται εἰς ἀνακαλύψεις· ὁ Κ. Παπαγεωργίου δὲν μετέρχεται ἓν νέον σύστημα ἰδεῶν ἐπὶ τοῦ ὁποίου βασιζόμενος ν’ ἀποξηράνῃ τὴν Κωπαΐδα του, ἀλλὰ μεταχειρίζεται τὰς ἰδίας ἰδέας τοῦ Σωβὰζ μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τὰ πράγματα αὐτὰ ἐπὶ τῶν ὁποίων ὁ Σωβὰζ ἐστηρίχθη, τὰ σμικραίνει ὁ ἴδιος, καὶ ἐπὶ τῆς σμικρύνσεως αὐτῆς προσπαθεῖ ν’ ἀποξηράνῃ τί, μίαν Κωπαΐδα! Μεταχειρίζεται τὴν διάταξιν τοῦ ὅλου, ὅπως ὁ Σωβάζ· μεταχειρίζεται τὸν σχηματισμὸν τῶν χαραδρῶν ὅπως ὁ Σωβάζ, ἀλλὰ μὲ μικροτέρας τιμὰς καὶ διαστάσεις καὶ τοιουτοτρόπως ἐλαττόνει τὸ ἔργον τοῦ ἰδίου Σωβάζ, ἐνῷ παραδέχεται τὰς ἀρχάς του. Ἐνῷ ὅσην ὑπόληψιν καὶ ἂν ἔχω εἰς τὸν Κ. Παπαγεωργίου διὰ τὰς ἐπιστημονικάς του γνώσεις, ποτὲ ὅμως δὲν θὰ ἔχω τόσην, ὅσην ἔχω εἰς τὸν Κ. Σωβάζ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐφευρετής. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν σέβομαι μᾶλλον τὰς δοξασίας τοῦ Σωβάζ παρὰ τοῦ Παπαγεωργίου, καὶ λέγω, ὅτι μᾶλλον ὀφείλει πᾶσα ἑταιρία εἴτε Ἑλληνικὴ εἴτε ἄλλη ὁποιαδήποτε νὰ παραδεχθῇ τὰς ἐργασίας ἐκείνου παρὰ τοῦ Κ. Παπαγεωργίου, ὁ ὁποῖος μεταχειρίζεται τὴν ἰδίαν ἐργασίαν, ἐλαττόνει μόνον τὰς τιμάς, πάντα δὲ ταῦτα διὰ νὰ δυνηθῇ, τὰς διαστάσεις πρὸς σμίκρυνσιν τοῦ ποσοῦ τῆς ἀποξηράνσεως ὡς λέγει, νὰ ἀποξηράνῃ διὰ τῆς Κωπαΐδος, τὴν Κωπαΐδα νομίζω ὅτι οὐδὲν δυσκολώτερον· διότι, ἐὰν παραδεχθῆτε, καθὼς καὶ ὁ ἴδιος Σωβὰζ λέγει, ὅτι μετὰ 5 ἔτη εἶναι τοὐλάχιστον τετελεσμένη ἡ διάτρησις τοῦ ὄρους Πτώου, τῶν χαραδρῶν καὶ τῶν λοιπῶν ἐπὶ τοῦ ὄρους ἐργασιῶν, καὶ ἐὰν παραδεχθῆτε, ὅτι μετὰ τὴν πενταετίαν ταύτην, ἐξερχομένων πλείστων ὑδάτων, δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ πεδίον τι, τὸ ὁποῖον διαρκῶς νὰ ᾖναι ξηρὸν, καὶ τὸ ὁποῖον νὰ καθίσταται ὠφέλιμον εἰς τὴν γεωργίαν καὶ προσοδοφόρον τότε ἐφαρμόζων καλλιέργειαν ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου νὰ ἀπολαμβάνῃ τοσαῦτα εἰσοδήματα ἐξ αὐτοῦ τοῦ τρίτου ὑποθέτω τῆς ὅλης πεδιάδος, ὥστε νὰ φέρῃ τὴν ἀποξήρανσιν ἐπὶ τοῦ ὅλου, δι’ αὑτοῦ δηλ. τοῦ προσοδοφόρου ποσοῦ νὰ σχηματίσῃ τὰς διώρυγας καὶ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἐντελῆ ἀποξήρανσιν. Ἀλλά, κύριοι, προηγουμένως σᾶς εἶπον μεταχειρισθεὶς ὅλας τὰς γλίσχρας τιμάς, τὰς ὁποίας καὶ ὁ Σωβὰζ μετεχειρίσθη, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ μεταχειρισθῇ ὀλιγώτερον τῶν 5 ἑκατομμυρίων πρὸς κατασκευὴν τῶν δύω μεγάλων, καθὼς καὶ τῶν δύω ἐγκαρσίων διωρύγων, τὰς ὁποίας ὁ Σωβὰζ παραδέχεται, καὶ ἂν θελήσῃ ὁ Κ. Παπαγεωργίου νὰ μεταχειρισθῇ αὐτὰς τὰς διώρυγας, καθόσον αὐτὸς παραδέχεται αὐτὰς, δηλαδὴ παραδέχεται τὰ ἴδια βάθη καὶ τὰ ἴδια πλάτη, διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζει καὶ σέβεται τὰς γνώσεις τοῦ ἰδίου Σωβὰζ, ὅστις εἶναι ἐξοχότης Γαλλικὴ, τότε οὐδέποτε θέλει δυνηθῆ διὰ 500 χιλιάδας δραχμῶν, ἃς δυνατὸν ἤθελεν ἐσοδεύει, νὰ κατασκευάσῃ ἔργα ἀπαιτοῦντα ταχύτητα, πρὸς δὲ 5 ἑκατομμύρια τοὐλάχιστον δραχμῶν. Διὰ τοῦτο δὲν παραδέχομαι ἐντελῶς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην τοῦ Κ. Παπαγεωργίου.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πόσον νομίζετε, ὅτι ἀπαιτεῖται διὰ τὴν περαίωσιν ὅλου τοῦ ἔργου;
§24ΣΤΡΑΤΟΣ. Εἶπον, ὅτι διὰ τὸ Πτῷον 5 ἑκατομμύρια....
§25ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ νομίζω ἔχει 3,800,000.
§26ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν περιλαμβάνει τὰ ἔξοδα Λαρύμνης 2,500,000· 250 ἕως 300,000 διὰ τὰς χαράδρας, μετὰ ταῦτα εἶναι ἡ διώρυξ, ἡ προκυμαία, γέφυραι καὶ τὰ τοιαῦτα. Ὅλα αὐτὰ τὰ ποσὰ ἀναβαίνουν εἰς 4 ἕως 5 ἑκατομμύρια.
§27ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μὲ 8 κάμνει τις τὴν χαράδραν.
§28ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τ’ ἀναβιβάζει εἰς πολὺ μεγαλείτερον ποσὸν χωρὶς νὰ λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν εἰς τὸ πρῶτον κεφάλαιον τοὺς τόκους τῶν κεφαλαίων, διότι ἐγὼ ἐπὶ ὅλου τοῦ λογαριασμοῦ, τὸν ὁποῖον ἔκαμα, ὑπολογίζω αὐτὰ τὰ ἔξοδα. Ἕνας λόγος, κύριοι, ὁ ὁποῖος, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μὲ κινεῖ διὰ νὰ εἶμαι ἐναντίος πάσης ἑταιρίας ἑλληνικῆς, εἶναι περίστασίς τις, ἡ ὁποία πρό τινος καιροῦ ἐπῆλθε, καὶ τὴν ὁποίαν ἐγνώρισα καλῶς. Ὡς Ἕλλην, κύριοι, ἐννοεῖται εἶχον ὅλην τὴν εὐχαρίστησιν, ὥστε πᾶσα ἐπιχείρησις τῶν πλουσίων μεταλλείων μας ἢ τῶν δασῶν ἢ πάσης ἄλλης ἐργασίας, νὰ γίνηται ὑπὸ Ἑλληνικῆς ἑταιρίας· ὅλαι αἱ μετοχαὶ νὰ ᾖναι Ἑλληνικαὶ, καὶ ὅλαι αἱ ὠφέλειαι νὰ μένωσιν ἐν τῇ Ἑλλάδι· δυστυχῶς ὅμως τριακονταετὲς Βασίλειον, ἐννοεῖται, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τοιαῦτα πλούτη, ὥστε οἱ πολῖταί του διὰ πᾶσαν ἐπιχείρησιν νὰ δύνανται προθύμως νὰ συνεισφέρωσιν, ἀλλ’ ἤδη κατασκευάζομεν περιουσίας· ἑπομένως τὰ μέσα μας εἶναι πολὺ μικρὰ, ὥστε νὰ δυνάμεθα νὰ ῥίπτωμεν ἐκεῖ, ὁποῦ δὲν ἠξεύρομεν ἂν θὰ ἔχωμεν τὴν ὠφέλειαν. Φέρω ὑπ’ ὄψιν σας τὴν περίστασιν τοῦ χρωμίου· τὸ χρώμιον, κύριοι, εἶναι μέταλλον ἐκ τῶν πολυτιμοτέρων καὶ εὑρίσκεται εἰς Σκῦρον· εὐτύχησα κατὰ τὸ 1862 νὰ ἦμαι καὶ ἐγὼ ἐκεῖ. Περιδιαβάζων μὲ τὸν συνάδελφόν μου Κ. Κονταράτον, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀπὼν δυστυχῶς, ἀνεκάλυψά τινα φρέατα 3 ἢ 4 μέτρων τετραγωνικῶν, βάθος δὲ ἐπέκεινα τῶν 60–70 μέτρων, ἐζήτησα πληροφορίας μετὰ ταῦτα, διότι ὀρυκτολόγος δὲν εἶμαι, καὶ ὁ δήμαρχος μοὶ εἶπεν, ὅτι τὰ φρέατα ταῦτα πρὸ ἑνὸς ἔτους εἶχον χρησιμεύσει πρὸς ἐξόρυξιν τοῦ χρωμίου. Πραγματικῶς ἑλληνικὴ ἑταιρία τότε εἶχεν ἀναλάβει τὴν ἐργασίαν ταύτην. Αὐτὸ τὸ μέταλλον τιμᾶται πολὺ εἰς τὴν Ἀγγλίαν, διότι χρησιμεύει, καθὼς ἠξεύρετε, διὰ τὰς ὡραιοτέρας βαφὰς, κυανοῦ καὶ ἄλλων, καὶ ἐκ τοῦ μετάλλου τούτου ἠδύνατο κατ’ ἔτος ἡ Κυβέρνησις νὰ ἔχῃ ὠφέλειαν ἀρκετήν. Ἐν τούτοις σήμερον τὰ φρέατα ταῦτα εἶναι πληρωμένα ἀπὸ πέτρας, ἡ ἐπιχείρησις κατεστράφη ὡς καὶ ἡ ἑταιρία, καὶ ἤδη δῆμος, δημόσιον καὶ ἑταιρία εὑρίσκονται εἰς τὰ δικαστήρια. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι, ὅπως εὑρισκόμεθα, καὶ διὰ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα ἔχομεν, δὲν ἀποπερατοῦνται ἐπιχειρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτοῦν μεγάλα κεφάλαια. Ἐξ ἀρχῆς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ Κωπαΐς, καθὼς καὶ τὸ Λαύριον, παρουσιάζουν δύω κλάδους ἰσχυροὺς, δύω μοχλοὺς, διὰ τῶν ὁποίων τὰ πλούτη δύνανται νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα, δηλαδὴ τὴν γεωργίαν καὶ τὴν βιομηχανίαν. Ἡ γεωργία, κύριοι, καὶ ἡ βιομηχανία εἶναι τὰ μέσα ἐκεῖνα, διὰ τῶν ὁποίων τὰ σήμερον κραταιὰ ἔθνη ὑποστηρίζονται. Ἂς λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας καὶ ἡμεῖς σήμερον, ὅτι συζητοῦντες τὰ δύω ταῦτα ἀντικείμενα, πρέπει ὅσον τὸ δυνατὸν μεθ’ ὅλης τῆς ἀπαθείας νὰ κρίνωμεν τὰ πράγματα, ν’ ἀποφασίζωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ψυχρότερον ἐπὶ τῶν ὅρων ἐκείνων, οἵτινες δύνανται τὴν μὲν πατρίδα μας νὰ ὠφελήσουν, τὰ δὲ κεφάλαια τὰ ξένα νὰ μὴ φυγαδεύσουν, ἀλλὰ νὰ τὰ ῥίπτουν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος· διότι τότε καὶ μόνον, κύριοι, τὰ μεγάλα πλούτη, τὰ ὁποῖα ἡ φύσις ἔῤῥιψεν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, δύνανται νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν. Τὰ προϊόντα, τὰ δάση καὶ τὰ λοιπὰ μέταλλα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, τότε μόνον δύνανται νὰ συντελέσουν διὰ νὰ φέρωσι τὸν πλοῦτον εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅταν καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι δίδωμεν τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις, τὰς ἀπαιτουμένας εὐκολίας εἰς τὰ ξένα κεφάλαια, τὰ ὁποῖα δύνανται καὶ μόνα νὰ ὠθήσωσι τὰ προϊόντα ταῦτα καὶ πρὸς καλλιτέρευσιν τοῦ τόπου μας καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν μίαν ἡμέραν τῶν πόθων, τοὺς ὁποίους ἑκάστη καρδία ἑλληνικὴ διατρέφει. Τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας θὰ κάμω, θέλω τὰς ὑποστηρίξει εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Τσιριμῶκος ἔχει τὸν λόγον.
§30ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§31ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, σήμερον.
§32ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω, ἐὰν θέλετε ν’ ἀκούσητε.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§34ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, Κύριοι βουλευταὶ, ὅτι οἱ προαγορεύσαντες ὡμίλησαν ὡς νὰ μὴ ἐπρόκειτο περὶ συμβάσεως, ἀλλὰ περὶ νόμου ἀφῃρημένου καὶ γενικοῦ· διαφέρει ἡ τοιαύτη συζήτησις ἀπὸ τὴν ἑτέραν· ὁμιλοῦντες περὶ συμβάσεως, περὶ εἰδικῶν περιστάσεων, περὶ ὡρισμένων προσώπων, δὲν δυνάμεθα πολὺ ν’ ἀπομακρυνθῶμεν ἀπὸ τὸ κείμενον τῆς συμβάσεως· καθότι ἀρκεῖ ἑνὸς καὶ μόνου ὅρου ἡ καταστροφὴ νὰ μᾶς καταστρέψῃ ὁλόκληρον τὸν νόμον, ἐνῷ ἐκ τοῦ ἐναντίου ὁμιλοῦντες περὶ ἑνὸς νόμου ἀφῃρημένου, μὴ ἔχοντες συγκεκριμένον πρόσωπον ὑπ’ ὄψιν μας, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἄπειρα. Ἀμφότεροι λοιπὸν οἱ προλαλήσαντες, ὡς καὶ οἱ συγγράψαντες ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅ τε Κ. Παππαγεωργίου καὶ τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, νομίζω, ὅτι περιεπλανήθησαν εἰς ἀφῃρημένας ἰδέας καὶ ὄχι εἰς τὴν εἰδικὴν περίστασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ὑπὸ συζήτησιν. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ κάμωμεν μόνον ἀφῃρημένον νόμον, ἤθελον λάβει ὑπ’ ὄψιν τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. Στράτου καὶ τὴν τοῦ Κ. Δημητριάδου, ἤθελον εἴπει, τὰ εἰσοδήματα εἶναι τόσα, ἡ δαπάνη τόση, εἰς τὴν ἑταιρίαν λοιπὸν πρέπει νὰ προσδιορισθῇ χρονικὸν διάστημα τοσοῦτον, 99 ἔτη π. χ. ἢ 50, διότι ἐὰν εὕρισκον, ὅτι μετὰ 50 ἔτη αὕτη ὄχι μόνον ἀπολαμβάνει τὰ κεφάλαιά της, ἀλλὰ κερδαίνει καὶ κάτι τι, τότε ἐννοεῖται, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι παραλογισμὸς, ἐὰν τῇ χορηγήσω ἕτερα 50 ἔτη· ταῦτα λέγω, ὄχι διότι δὲν ἐκτιμῶ τὴν ἐπιμέλειαν, τὴν ὁποίαν κατέβαλον οἱ προαγορεύσαντες, ἀλλὰ διότι δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁμιλοῦσιν ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης περιστάσεως. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω τὴν τόσον ἐκτεταμένην συζήτησιν εἰς λεπτομερείας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πραγματικὴν ἀξίαν, ἢ ἔχουν ἀξίαν θεωρητικὴν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἀνωφελῆ. Ἀλλ’ ἐὰν, κύριοι, θεωρῶ τὴν συζήτησιν ἀνωφελῆ, ἂς μοι συγχωρήσῃ ἡ κυβέρνησις νὰ τῆς εἴπω, ὅτι ἡ μεγαλειτέρα ἔλλειψις ἐπιβαρύνει αὐτήν. Πρόκειται, σεβαστὴ κυβέρνησις, περὶ τοῦ μεγαλειτέρου συμφέροντος τοῦ ἔθνους, καὶ δὲν λαμβάνεις τὴν πρωτοβουλίαν; πότε λοιπὸν θὰ τὴν λάβῃς; ἢ καὶ τὴν σκιάν σου φοβεῖσαι; Πρόκειται, κυβέρνησις, περὶ τῆς Κωπαΐδος, τὴν ὁποίαν λέγουν, ὅτι θὰ κάμουν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, καὶ ἀπὸ τὴν ὁποίαν θὰ κερδήσωμεν 2½ ἑκατομμύρια, ὡς τὰ ὑπελόγισεν ὁ προαγορεύσας, καὶ δὲν λαμβάνεις τὴν πρωτοβουλίαν νὰ μᾶς εἴπῃς, ἐὰν ἡ ὑποχώρησις εἰς τὸν δεῖνα ὅρον φέρῃ τὴν καταστροφὴν τῆς συμβάσεως; Καὶ ποῦ ἠξεύρω τὶ ἔχει ἐν τῷ νῷ ὁ Μομφεριέρος, ἐὰν τὴν τρίμηνον προθεσμίαν ἡμεῖς τὴν κάμωμεν ἑξάμηνον, καὶ ὁ Μομφεριέρος ἀποχωρήσῃ; Νομίζετε ὅτι καὶ ἐγὼ δύναμαι νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου τοιουτοτρόπως, ἀφοῦ ἀντίκειται εἰς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους; νομίζω λοιπὸν, ὅτι, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν, συζήτησις δὲν γίνεται.
§35ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Καὶ πότε ἄφησε τὴν πρωτοβουλίαν;
§36ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τὴν ἄφησε τὴν πρωτοβουλίαν, καὶ μὴ γελᾶτε, Κ. ὑπουργὲ, διότι πρόκειται περὶ σπουδαίας περιστάσεως. Τὴν ἀφήσατε ὅταν εἴπατε, «εἰς τὴν Βουλὴν ἐναπόκειται ν’ ἀποφασίσῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐνέχεται.» Ἀλλ’ ὅταν ἐγὼ ἀποφασίσω ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὴν σύμβασιν καὶ ὁ Μομφεριέρος ἀποχωρῇ, τότε τί νὰ κάμω τὴν συνείδησίν μου καὶ τὴν εὐθύνην, τὴν ὁποίαν φέρω ἀπέναντι τοῦ ἔθνους; Νομίζω λοιπὸν ὅτι πρέπει ν’ ἀπαιτήσητε ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ εἰς σᾶς εἶναι ἡ εὐθύνη, ἐὰν τότε δὲν δώσητε τὴν συνδρομήν σας καὶ ἀποχωρήσῃ ἡ ἑταιρία. Ἐγὼ ἔχω ἐσχηματισμένην τὴν πεποίθησίν μου· δὲν θὰ διστάσω νὰ ψηφίσω, θέλω ὅμως τὴν αὐτὴν πεποίθησιν νὰ δείξῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις, νὰ μὴ φοβῆται τὴν σκιάν της, νὰ μὴ τρέμῃ ἀπέναντι τοῦ λόγου ἑνὸς βουλευτοῦ· μὰ πρόκειται περὶ τῆς ὑπάρξεώς σου; μοὶ εἶναι ἀδιάφορον ἐντελῶς· αὐτὴν τὴν ὕπαρξιν τὴν γελοίαν ἐγὼ δὲν τὴν θέλω. Ἰδοὺ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μ’ ἔφερεν ἐπὶ τὸ βῆμα, καὶ εἶμαι ἐναντίος καὶ τοῦ ἑνὸς Κ. Βουλευτοῦ καὶ τοῦ ἑτέρου· διότι πρόκειται περὶ εἰδικῆς περιστάσεως, καὶ ἐννοεῖται ὅτι, ἐὰν τοῦτο δὲν μὲ ὡδήγει ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα αὐτὸ, δὲν θὰ εἶχον τὸ θράσος νὰ ὁμιλήσω περὶ ὑδραυλικῶν ἔργων, διότι δὲν εἶμαι κάτοχος αὐτῆς τῆς ἐπιστήμης. Μήτε ὅμως παραδέχομαι τὴν ἀρχὴν τοῦ Κ. Στράτου ὡς ἀλάνθαστον, ὅτι, προκειμένου περὶ γραμμῶν, τὰς ὁποίας διέγραψεν ὁ Κ. Σωβὰζ, εἶναι ἀναρμόδιος πᾶς βουλευτὴς νὰ ὁμιλήσῃ, διότι τὸ νομοσχέδιον περιέχει καὶ γενικὰς ἀρχὰς, ἂν καὶ ἕτερος βουλευτὴς εἶπέ ποτε ὅτι πλήρης κατὰ τὰς γνώσεις θεωρεῖται ὁ καταλαμβάνων τὸ βῆμα τοῦτο. Λοιπὸν δὲν παραδέχομαι τὴν μομφὴν, ὅτι εἶναι πληρέστερος ὁ εἷς τοῦ ἄλλου κατὰ τὰς γνώσεις· ἀλλὰ καὶ ἄνευ αὐτοῦ τὸ νομοσχέδιον περιέχει καὶ ἀπείρους ἄλλας ἀρχὰς, τὰς ὁποίας θ’ ἀκούσητε.
§37ΣΤΡΑΤΟΣ. Μὲ παρεννοήσατε.
§38ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐὰν παρεννόησα, ἀνακαλῶ τὸν λόγον μου, διότι μεθ’ ὑμῶν προσωπικῶς δὲν ἀντιφέρομαι. Κύριοι, ὑπάρχουν ἐπὶ τοῦ προκειμένου λόγοι σπουδαῖοι καὶ ὑπὲρ καὶ κατὰ τῆς συμβάσεως· δὲν πρέπει νὰ παρεξηγηθῶσι μήτε οἱ ἔχοντες τὴν ἰδέαν τῆς ἐπικυρώσεως τῆς συμβάσεως, μήτε οἱ ἔχοντες τὴν ἰδέαν τῆς καταψηφίσεως· ὑπὲρ λόγοι κατὰ τὴν ἰδέαν μου εἶναι, κύριοι, οἱ ἑξῆς· θέλω ὁμιλήσει συλλήβδην, ὄχι ἀνελελυμένως ἐπὶ μιᾶς ἑκάστης περιστάσεως, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἐμελέτησε καὶ κατὰ συνέπειαν ἐμόρφωσε τὴν γνώμην του. Ἡ μὲν σύμβασις περιέχει τὰς ἑξῆς εὐεργετικὰς ἀρχὰς, ὅτι ἀποξηραίνεται ἓν μέγιστον μέρος, τὸ ὁποῖον ἤδη εἶναι λίμνη ἀπρόσοδος, καὶ ἑπομένως ἔρχεται εἰς τὴν πτωχὴν Ἑλλάδα πρόσοδος ἄμεσος, πρόσοδος ὡς ἐκ τῆς ἐθνικῆς φορολογίας, πρόσοδος ὡς ἐκ τῶν κεφαλαίων, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσρεύσουν ὡς ἐκ τῆς ἀναπτύξεως τῆς γεωργίας, πρόσοδος ὡς ἐκ τῆς κατοικήσεως τῆς χώρας αὐτῆς, καὶ τέλος πάντων ἐπέρχεται ἡ εὐάρεστος κατάστασις, ὅτι βελτιοῦται ἡ ὑγεία τῶν μερῶν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν στατιστικὴν προοδεύουσιν. Αὐτοὶ συλλήβδην εἶναι οἱ ὑπὲρ λόγοι. Οἱ κατὰ ὅμως λόγοι εἶναι οἱ ἑξῆς. Πρόκειται ν’ ἀπαλλοτριώσητε σήμερον καὶ ν’ ἀπαλλοτριώσητε διὰ πάντα 80,000 στρέμματα γῆς, ἐχούσης ἀξίαν 100 δρ. κατὰ στρέμμα. Δὲν θέλω νὰ ᾖμαι ὑπερβολικὸς, δὲν μεταχειρίζομαι ὑπερβολὴν, μήτε 150, μήτε 80 καὶ 50, ἀλλὰ 100, διότι εἶναι ὁ πρῶτος κλῆρος. Παρατηρήσατε τὴν σύμβασιν. Ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀμέσως μετὰ τὴν διατρύπησιν τοῦ Πτῴου ὄρους θ’ ἀποξηρανθῶσιν, ἐκεῖνα εἶναι ἡ ἰδιοκτησία· ἐγὼ ἔλαβον αὐτὰ ὑπ’ ὄψιν ὡς εἰσηγητής. Λοιπὸν 80,000 στρέμματα πρὸς 100 δραχ. κατὰ στρέμμα, φέρουσιν 8 ἑκατομμύρια. Πρόκειται ἀμέσως ν’ ἀπαλλοτριώσητε γῆν ἐθνικὴν 8 ἑκατομμυρίων δραχ. Εἶναι λοιπὸν σπουδαία περίστασις. Πρόκειται νὰ παραχωρήσητε 300,000 στρέμματα ἐθνικῆς γῆς εἰς χρῆσιν 99 ἐτῶν καὶ νὰ μὴ ἀπολαμβάνετε τίποτε ἐξ αὐτῶν, δηλ. νὰ μὴ ἀπολαμβάνῃ τὸ ἔθνος τὴν ἐπικαρπίαν, τὴν ὁποίαν ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας γαίας ἀπολαμβάνει. Πρόκειται νὰ παραχωρήσητε τοὐλάχιστον 1500 στρέμματα ἄλλης γῆς, ἐπὶ τῆς ὁποίας θὰ κάμουν οἱ γεωργοὶ, τοὺς ὁποίους θ’ ἀποκαταστήσῃ ὁ Μομφεριέρος, καλύβας καὶ κήπους, ἑπομένως ἔχομεν καὶ αὐτὴν τὴν ἀξίαν. Πρόκειται νὰ δώσητε ἀτέλειαν εἰς ὅλα, ὅσα εἰσέλθουν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, τὰς μηχανὰς καὶ τὰ ἄλλα ἐργαλεῖα....
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ τώρα δὲν πληρόνουν.
§40ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ μὴ τὸ περιλάβῃ ἡ σύμβασις, διότι εἶναι ὅλως περιττόν. Ἂς ᾖναι. Πρόκειται νὰ καθιερώσητε ἀρχὴν, διὰ τῆς ὁποίας δίδεται ἀποκλειστικὸν προνόμιον τῆς χρήσεως τῶν ὑδάτων τῶν ῥεόντων κατὰ τὴν πεδιάδα τῆς Λεβαδείας. Λοιπὸν αὐτὰ εἶναι σπουδαῖα, ἀλλὰ σπουδαῖον ἐπίσης καὶ σπουδαιότερον, κατ’ ἐμὲ, εἶναι ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος. Ἐὰν ἔχετε ὅμως τὴν πιθανότητα, ἐὰν ἔχετε, ἔστω καὶ πόῤῥωθεν, τὴν πιθανότητα, ὅτι αὐτὴν τὴν ἀποξήρανσιν θὰ ἐπιτύχωμεν, ὅταν μόνον 40,000 στρεμμάτων γῆς ἀπαλλοτριώσωμεν, ὅταν μόνον 50 ἐτῶν ἀσιδοσίαν δώσωμεν, τότε θὰ εἶμαι ἐναντίος τῆς συμβάσεως αὐτῆς. Ἰδοὺ διὰ τὶ εἶπον, καὶ ἰδοὺ διὰ τὶ ἀνέβην εἰς τὸ βῆμα, διότι τὸ θεωρῶ προδοσίαν, ἐὰν καὶ τὰς ὀλίγας μου γνώσεις δὲν τὰς ἐκθέσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Εἶναι λοιπὸν σπουδαῖοι καὶ οἱ ὑπὲρ καὶ οἱ κατὰ λόγοι. Οἱ μὲν λοιπὸν, οἱ ὁποῖοι θὰ εἴπωσιν ἴσως, ὅτι θὰ παραχωρήσωμεν τὴν Κωπαΐδα θὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἑξῆς περίπτωσιν. Ἐγὼ λέγω καὶ τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἐγὼ ἐγνωμοδότησα ὑπὲρ τῆς συμβάσεως αὐτῆς· δὲν θὰ ἐντραπῶ ὅμως, ἐὰν πεισθῶ, ὅτι εἷς ὅρος εἶναι ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, νὰ δώσω ἐναντίαν γνώμην· διότι, κύριοι, δὲν εἶναι ἁμάρτημα τὸ τοιοῦτον· ἐπείσθην, ὀφείλω λόγον εἰς τὸν ἑαυτόν μου, καὶ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τὴν πατρίδα μου· δὲν εἶναι λοιπὸν ἐντροπὴ, ἐὰν εἴπω τὰ ἐναντία, ἀφ’ ὅσα ἔγραψα, πειθόμενος ἐκ τῆς συζητήσεως, ἤτοι ὅτι τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος κατέστη τόσον ἤδη γνωστὸν ὥστε μετ’ οὐ πολὺ, ὡς λέγουσιν οἱ κατὰ τῆς συμβάσεως, θὰ παρουσιασθῶσιν ἑταιρίαι νὰ ζητήσωσι τὴν ἀποξήρανσιν αὐτῆς μὲ πολὺ συμφερωτέρους ὅρους. Τὸ ζήτημα ἤδη δὲν εἶναι εἰς τὰ σπάργανά του, ὑπερέβη τὴν ἔφηβόν του ἡλικίαν (μεταχειρίζομαι μεταφορὰν ἀπομιμούμενος τοὺς ποιητὰς) καὶ ἴσως μετὰ 10 τὸ πολὺ ἔτη ἀνδρωθῇ, καὶ ἐὰν ἀληθῶς τοῦτο συμβῇ καὶ καταστῇ ἡ σύστασις Ἑλλ. ἑταιρίας καὶ 100 ἀκόμη ἔτη ἂς μείνῃ ἡ Κωπαΐς, καὶ ἂς παραχωρηθῶσι δεκαπλάσιαι ὠφέλειαι ὑπὲρ τῆς εὐημερίας αὐτῆς. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αὐτὰ δὲν διαφεύγουν τὴν ἁρμοδιότητα οὐδενὸς, εἶναι ζητήματα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι κανεὶς κατώτερος τοῦ ἄλλου· ἀλλὰ περὶ ὅλων τούτων ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἡ πρωτοβουλία, διότι ὅλοι δὲν δύνασθε νὰ ἔχετε τὰς αὐτὰς γνώσεις, τὰς αὐτὰς πληροφορίας· πρέπει λοιπὸν νὰ ἀναλάβῃ ἡ Κυβέρνησις τὴν πρωτοβουλίαν καὶ νὰ τὸ θεωρήσῃ ὡς ζήτημα ἀφορῶν αὐτὴν διότι τοιουτοτρόπως ἐννοῶ, ὅτι θὰ ἔλθῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα τὸ ἔργον. Ἦλθε τροπολογία διὰ τῆς ὁποίας παρατείνεται ἡ προθεσμία εἰς 6 μῆνας, ἐπίσης μία ἄλλη, διὰ τῆς ὁποίας ἡ ἑταιρία ἡ ἀναδεχθησομένη τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος δὲν ἔχει τὴν ἀποκλειστικὴν χρῆσιν τῶν ὑδάτων, ἐὰν αὐταὶ παραδεχθῶσι δίδουν εἰς τὴν ἑταιρίαν τὸ δικαίωμα νὰ διαῤῥήξῃ τὸ συνάλλαγμα; αὐτὰς τὰς πληροφορίας πόθεν θὰ τὰς ἀρυσθῶμεν; Δὲν ψηφίζομεν νόμον γενικόν· ἐδῶ πρόκειται περὶ εἰδικῆς περιστάσεως· λοιπὸν αὐτὴ ἡ εἰδικὴ περίστασις μὲ ἔκαμε νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα καὶ νὰ εἴπω ὅτι ἡ συζήτησις ἐπὶ τῆς συμβάσεως δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος, διότι δὲν ἀναφερόμεθα εἰς τὴν εἰδικὴν περίστασιν ἥτις μᾶς συνεκάλεσεν ἐνταῦθα ἀλλ’ εἰς γενικὰς θεωρίας. Κύριοι, δὲν μ’ ἐξιππάζει οὔτε τὸ τηλεγράφημα, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη σήμερον, οὔτε ἡ σπουδὴ τῆς ἐκτάκτου συνόδου, ὀφείλω κατὰ πρῶτον λόγον εἰς τὸν ἑαυτόν μου, καὶ ἀδιαφορῶ, ἐὰν ὁ Κ. Μομφεριέρος ἀναχωρήσῃ διὰ τὴν Γαλλίαν θυμωμένος, ἀρκεῖ νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου, ὅτι τίποτε κακὸν εἰς τὴν πατρίδα δὲν θέλω πράξει. Τὸ τηλεγράφημα μὴ τὸ λάβετε ὑπ’ ὄψιν, διότι δὲν εἶναι αὐθεντικὸν, καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς τὸ εἶπεν· ἄλλως τε πρέπει νὰ μᾶς εἴπῃ ὅτι ἄνευ τῆς παραδοχῆς τῶν ὅρων αὐτοῦ ὁ Bonnair δὲν δέχεται τὴν σύμβασιν διὰ νὰ ἀποχωρήσωμεν καὶ νὰ μὴ ἐπιβαρύνωμεν τὸ ἔθνος μὲ ἔξοδα, ἐὰν δὲν εἰσαγάγῃ τὸ ζήτημα εἰς τὴν Βουλὴν, διότι αὐτὸς εἶναι ὁ κυριώτερος ὅρος, διὰ τὸν ὁποῖον συνεκλήθη. Καταβαίνω τοῦ βήματος καὶ συμπεραίνων τὸν λόγον μου λέγω, ὅτι καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ πρέπει νὰ περιστραφῶσιν εἰς τὴν εἰδικὴν σύμβασιν καὶ ὄχι εἰς μερικότητας, διότι κατ’ ἐμὲ ἀμφότεροι οἱ προλαλήσαντες ἐπλανήθησαν, καὶ ὁ Κ. Δημητριάδης, ὅστις ὑπελόγισεν ὅτι ἕκαστον στρέμμα δίδει τόσας δραχμὰς, διότι τὴν μίαν φορὰν δίδει 15 καὶ τὴν ἄλλην τίποτε, καὶ ὁ Κ. Στράτος, ὅστις παρετήρησεν ὅτι ἐνδέχεται νὰ δώσῃ ἓν στρέμμα 50 δραχμὰς, διότι τὸ τοιοῦτον εἶναι ἐξαίρεσις· περὶ τούτου ὅμως δὲν πρόκειται. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πρῶτον πρέπει νὰ διευθυνθῇ καταλλήλως ἡ συζήτησις.
§41ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, δὲν ἔχω νὰ εἴπω ἄλλο τι παρὰ νὰ ἀπαντήσω μὲ λύπην μου εἰς μίαν πλάνην τοῦ προλαλήσαντος, Εἶπεν ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν πρωτοβουλίαν, ἴσα ἴσα ἡ Κυβέρνησις εἶχε τὴν πρωτοβουλίαν καὶ ἔφερεν ἐνώπιόν σας ὅσας παραχωρήσεις ἠδύνατο νὰ κάμῃ. Ὁ Κ. βουλευτὴς Φθιώτιδος μὲ παρεξήγησεν ἢ φαίνεται ὅταν ἐλάλησα, δὲν ἦτο παρών. Εἶπον ἐγὼ ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, εἶναι ἐθνικὸν, καὶ δὲν θέλει ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ θέσῃ ὡς ὑπουργικὸν ἵνα μὴ πιέσῃ καὶ ὡς ἐκ τούτου ἀφαρπασθῇ τὸ ζήτημα· καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν εὐθύνην καὶ τὴν πρωτοβουλίαν τὴν ἔχει καὶ θὰ τὴν ἔχῃ. Τί εἶπεν ἡ Κυβέρνησις; εἶπεν ὅτι συνηλλάχθη καὶ ὅτι δέχεται τρίμηνον προθεσμίαν· θέλει ἡ Βουλὴ ἢ δὲν θέλει τὴν προθεσμίαν αὐτὴν, ἡ Κυβέρνησις θέλει δεχθῆ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἴσα ἴσα δὲν θέλει δυσαρεστηθῆ ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν παραδεχθῇ ἄλλο τι, τῆς εὐθύνης δὲν θέλει νὰ ἀπαλλαγῇ καὶ ἔρχεσθε νὰ μᾶς δώσητε συνταγματικὰ μαθήματα; καὶ τὸ ζήτημα εἰδικὸν ἦλθε καὶ δὲν ἐλάβομεν τὴν πρωτοβουλίαν; τὴν ἐλάβομεν πάντοτε καὶ τὴν λαμβάνομεν. Περὶ τῶν λοιπῶν ἐπιφυλάττομαι νὰ ἀπαντήσω. Ἡ τρίμηνος προθεσμία, νομίζω, ὅτι ὀφείλεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὰ ὤφειλον νὰ ἀπαντήσω ὡς πρὸς τὴν πρωτοβουλίαν.
§42ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Αὐτὸ δὲν εἶναι τῆς Κυβερνήσεως· ἐγὼ ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς ἐπρότεινα αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὄχι ἡ Κυβέρνησις καὶ ὁ Μομφεριέρος τὴν ἀπεδέχθη.
§43ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εὔχομαι νὰ κατορθώσητε καὶ ἄλλας παραχωρήσεις.
§44Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀπορίας ἄξιον· εἰς πᾶσαν στιγμὴν τὸ ὑπουργεῖον παρουσιάζεται καὶ φαίνεται νὰ πάσχῃ ἀπὸ ὑδροφοβίαν, ὁσάκις τις εἴπῃ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον πρέπει νὰ κάμῃ τοῦτο, ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, καὶ παρουσιάζεται καὶ μᾶς λέγει ὅτι τὸ ζήτημα δὲν τὸ θέτει ὑπουργικόν· καὶ ποῖος σᾶς θέτει τὸ ζήτημα αὐτὸ ὑπουργικόν; Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ θέσωμεν ἐνταῦθα. Σᾶς λέγω ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, ἀφορᾷ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα δὲν τὸ ἀναμιγνύομεν μετὰ τῶν κυρίων ὑπουργῶν· θέλομεν νὰ λυθῇ τοῦτο ἅπαξ διὰ παντός. Ἐγὼ, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀναμίξωμεν διόλου τὴν Κυβέρνησιν ἐνταῦθα (θόρυβος).
§45ΤΙΝΕΣ. Ἐπροκαλέσθη.
§46Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Τσιριμῶκος σᾶς εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν πρέπει νὰ λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν καὶ θὰ σᾶς εἴπω καὶ ἐγὼ ποῦ τὴν θέλω νὰ τὴν λάβῃ τὴν πρωτοβουλίαν ἡ Κυβέρνησις. Ἐδῶ ὑπάρχει μία σύμβασις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις βεβαίως θὰ ἐξήτασεν ὅλας τὰς ἀφορμὰς καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου, καὶ τοιουτοτρόπως ἔφερε μίαν σύμβασιν· ὑποθέτω λοιπὸν, ὅτι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῶν περιστάσεων· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἡ Κυβέρνησις σήμερον ὀφείλει νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐὰν παραδέχεται τὴν σύμβασιν ὅπως ἔχει, διότι ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν λάβῃ αὐτὴν τὴν εὐθύνην, ποῖος θὰ τὴν λάβῃ, τότε δύναται νὰ αἰτιαθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν δὲν γίνῃ αὐτὸ τὸ ἔργον· ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἀναδέχεται αὐτὴν τὴν εὐθύνην, ἂς ἔλθῃ ὁ Μομφεῤῥιέρος νὰ κάμῃ μίαν σύμβασιν μὲ τὴν Βουλὴν (θόρυβος).
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν εἶσθε ἐντὸς τοῦ θέματος.
§48Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἰσῆλθον ἐντὸς τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ λέγω ὅτι τώρα ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ φέρῃ τὰ φῶτά της. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ λάβῃ τὸν λόγον νὰ κανονισθῇ ἡ συζήτησις, διότι ἐὰν πρόκηται νὰ συζητήσωμεν τὴν σύμβασιν πρέπει νὰ γνωρίζωμεν περὶ αὐτῆς· ἐὰν ὅμως ἐπρόκειτο νὰ συζητήσωμεν νόμον, τότε βεβαίως θὰ παρουσιάζετο ἄλλως τὸ ζήτημα. Διὰ τοῦτο φρονῶ νὰ εἴπῃ ἡ Κυβέρνησις καθαρὰ τὴν σύμβασιν θέλει ἢ τὸν νόμον (θόρυβος).
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύεται ἡ συνεδρίασις· ὥρᾳ 4 καὶ 35/60.