| 156 | Ἄρθρ. 1. | Συμπλήρωσις τῆς μισθο- | |||
| 157 | δοσίας τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου | 1500 | |||
| 158 | Ἄρθ. 2. | Μισθὸς τοῦ συντάκτου, τοῦ βοηθοῦ αὐτοῦ, | |||
| 159 | τῶν δύο βοηθῶν τοῦ γραφείου καὶ δύο γραφέων κατὰ | ||||
| 160 | τὸν κανονισμὸν | 1000 | |||
| 161 | Ἄρθρ. 3. | Μισθὸς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τῶν 4 στενογρά- | |||
| 162 | φων, 4 γραφέων, τοῦ διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων καὶ ἑνὸς | ||||
| 163 | βοηθου | 1960 | |||
| 164 | Ἄρθρ. 4. | Μισθὸς τοῦ εὐταξίου, τοῦ ἀρχικλητῆρος | |||
| 165 | καὶ τῶν κλητήρων | 1175 | |||
| 166 | Κεφάλ. Γʹ. | Ἄρθρ. 1. | Διὰ γραφικὴν ὕλην καὶ λοιπὰ | ||
| 167 | τοῦ γραφείου | 150 | |||
| 168 | Ἄρθρ. 2. | Διὰ βιβλιοδέτησιν τῶν πρακτικῶν, τῶν ἐφη- | |||
| 169 | μερίδων καὶ τῶν πρακτικῶν τοῦ κοινοβουλίου τῆς | ||||
| 170 | πρῴην Ἰονίου πολιτείας | 450 | |||
| 171 | Ἄρθρ. 3. | Διὰ φωτισμὸν τοῦ φυλακείου τῆς φρουρᾶς | |||
| 172 | καὶ θέρμανσιν αὐτοῦ ἐπὶ 3 μῆνα | 165 | |||
| 173 | Ἄρθρ. 4. | Φωτισμὸς τοῦ βουλευτηρίου διὰ τοῦ ἀερίου | |||
| 174 | (gaz) ἐπὶ 6 μῆνας | 438 | |||
| 175 | Ἄρθρ. 5. | Μισθὸς τοῦ κηπουροῦ τῆς Βουλῆς ἐπὶ 7 μῆ- | |||
| 176 | νας δραχ. | 140 | |||
| 177 | Ἄρθρ. 6. | Ἀγορὰ θερμάστρας καὶ ἄλλα ἔκτακτα ἔξοδα. | 100 | ||
| 178 | Ἄρθρ. 7. | Μισθὸς τοῦ ἐπιστάτου τοῦ Βουλ. ταχυδρο- | |||
| 179 | μείου | 80 | |||
| 180 | Ἄρθρ. 8. | Ἔξοδα καθαριότητος καὶ ἐπισκευὴ ἐπίπλων. | 240 | ||
| 181 | Κεφάλ. Δʹ. | Ἄρθρ. 1. | Μισθὸς τοῦ προσωπικοῦ τῆς | ||
| 182 | βιβλιοθήκης | 460 | |||
| 183 | Τὸ ὅλον δραχ. | 247,858 |
1866.01.17
1.970 στίχοι · 16.160 λέξεις · 1 πίνακας · 216 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 4
Τῆς 17 Ἰανουαρίου 1866.
(Δευτέρα).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ σώματος, ὅτι τὸ προεδρεῖον ἐνεφανίσθη εἰς τὴν Α. Μ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲ τοῦ λογιστικοῦ συνέταξε τὸν προϋπολογισμὸν τῆς ἐκτάκτου συνόδου καὶ τὸν κατέθεσεν εἰς τὸ προεδρεῖον. Ἰδοὺ οὗτος· ἀναγινώσκεται «Ἀποζημιώσεις τῶν Βουλευτῶν ἀνὰ 1.500 ἕκαστος δραχ. 240,000.
§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§5ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πῶς δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις; Ἔχω ἀντίῤῥησιν, νὰ τυπωθῇ.
§7ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§8ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττὴ ἡ τύπωσις.
§9ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡ τύπωσις εἶναι ὅλως διόλου περιττή, ὅσοι θέλουν, ἂς φέρουν τὰς τροπολογίας των.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ συζητηθῇ ἀμέσως;
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἡμεῖς δὲν ἠκούσαμεν τίποτε ἀπ’ αὐτὰ, ὅπου ἀνεγνώσατε.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ θέλοντες νὰ τυπωθῇ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἂν θέλῃ νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν ἀμέσως. Οἱ θέλοντες νὰ συζητήσωμεν τὸν προϋπολογισμὸν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ Κεφ. 1. ἄρθρον 1. «Ἀποζημιώσεις τῶν Βουλευτῶν ἀνὰ 1500 δραχμαὶ ἑκάστῳ, τὸ ὅλον 240,000.»
§14ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ τοῦ ποσοῦ τῶν ἀποζημιώσεων θέλει ἐκπεσθῆ ὅ,τι λαμβάνουν οἱ Βουλευταὶ δι’ ἄλλην ὑπηρεσίαν. Ὁ Κ. Κρεστενίτης ἔχει τὸν λόγον.
§16ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ Σύνταγμα, λέγει. «Οἱ ἐκπληρώσαντες τὰ χρέη των Βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀποζημίωσιν δι’ ἑκάστην τακτικὴν σύνοδον δραχμὰς δισχιλίας. Ἐν περιπτώσει ἐκτάκτων συνόδων ἀποδίδονται αὐτοῖς μόνα τὰ ἔξοδα τῆς ἀφίξεως καὶ ἐπανόδου.» Μὲ συγχωρεῖτε οὔτε διὰ δημοτικότητα οὔτε δι’ ἄλλον λόγον θὰ ὁμιλήσω, ἀλλὰ θὰ ὁμιλήσω κατὰ τὴν πεποίθησίν μου. Εἶναι δίκαιον, διότι πολλοὶ βουλευταὶ δὲν ἀπῆλθον εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ἀλλ’ ἔμειναν ἐδῶ· εἰς αὐτοὺς δὲν πρέπει νὰ δοθῶσι τὰ ἔξοδα τῆς ἀναχωρήσεως καὶ ἐπανόδου. Δὲν εἶναι ὅμως δίκαιον καθήμενοι ἐδῶ νὰ ἐξοδεύουν ἐξ ἰδίων, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ λάβουν ὅσον καὶ εἰς τὰς τακτικὰς συνόδους· ἔρχεται ἡ ἀναλογία ἀνὰ ἕνδεκα δραχμὰς καὶ κάτι λεπτὰ δι’ ἑκάστην ἡμέραν ἢ νὰ τοὺς δοθοῦν τὰ ἔξοδα, ὅπου ἦλθον καὶ ἀπῆλθον. Δὲν ἐλπίζω νὰ κάμῃ ἡ σύνοδος πλέον τοῦ μηνὸς καὶ διὰ τοῦτο προτείνω, ὥστε οἱ βουλευταὶ κατ’ αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ἔθεσα, νὰ πληρωθῶσι 400 δραχμὰς τὸ πολύ· καὶ ἂν κάμωμεν περισσότερον τοῦ μηνός, κατ’ ἀναλογίαν νὰ λάβωμεν, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει τὰ ἔξοδα τῆς ἐλεύσεως καὶ ἀπελεύσεως.
§17ΡΟΥΚΗΣ. Ἤμουν ἐναντίος εἰς τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ἐπρότειναν κατὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνόδου, διότι ἐθεώρησα αὐτὴν ὡς ἐναντίαν τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐχὶ διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἠθέλησαν πολλοὶ νὰ μοὶ ἀποδώσωσι, τῆς δημοκοπίας· τώρα ὅμως ἔρχομαι νὰ εἴπω τοὐναντίο ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἶπον. Δὲν ἐκλήθημεν νὰ ὑπηρετῶμεν δωρεὰν τὸ ἔθνος· αὐτὸ τὸ παράδειγμα πρέπει νὰ τὸ δείξῃ ὅλον τὸ ἔθνος, πρέπει νὰ ἀποζημιωθῶμεν, διότι ἄλλως κατηντήσαμεν νὰ πληρωνώμεθα ὡσὰν κλητῆρες· ἐδῶ ὅμως πρέπει νὰ γίνῃ μία διάκρισις, οἱ ἀπόντες νὰ μὴ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ λάβουν αὐτὴν τὴν ἀποζημίωσιν, ἂν δὲν ἔλθουν. Προτείνω λοιπὸν νὰ δοθῶσι 1000 δραχμαὶ εἰς ἕκαστον τῶν παρόντων βουλευτῶν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὰς προτάσεις· δύο προτάσεις ὑπάρχουν ἡ μία τοῦ Κ. Κρεστενίτου, νὰ δοθῶσι 400 δραχ. καὶ ἑτέρα τοῦ Κ. Ῥούκη, νὰ δοθῶσι 1000 μόνον δραχμαὶ εἰς τοὺς παρόντας βουλευτάς.
§19ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νὰ διατηρηθῇ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος καὶ νὰ πληρωθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἦλθον καὶ ἀπῆλθον καὶ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει τὸ Σύνταγμα.
§20Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἂν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, τότε πραγματικῶς πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὅσοι ἀπῆλθον εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ ἐπανῆλθον, δὲν πρέπει νὰ λάβωσιν εἰμὴ τὰ ἔξοδα τῆς ἀφίξεως καὶ ἐπανόδου, ἤτοι δρ. 25 τὸ πολὺ 50. Αὐτὸ εἶναι τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος. Ἅμα ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτὸν τὸν ὅρον, παραβαίνομεν τὸ Σύνταγμα· ἐννοεῖ νὰ δοθοῦν ἔξοδα προσελεύσεως καὶ ἐπανόδου εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ νὰ μείνουν ἐδῶ δύο καὶ τρεῖς μῆνας; Τοῦτο δὲν εἶναι τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος· ἴσως τὸ Σύνταγμα ὑπέθεσε τὴν ἔκτακτον σύνοδον τὴν ἀφορῶσαν τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος, καθ’ ἣν ἕκαστος πρέπει νὰ συνεισφέρῃ τὸ κατὰ δύναμιν· δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ ἐννοῇ τὸ Σύνταγμα ἐκείνας τὰς ἐκτάκτους συνόδους, αἱ ὁποῖαι διαρκοῦν δύω καὶ τρεῖς μῆνες, κατὰ τὰς ὁποίας δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ φέρῃ καὶ ἄλλα ἔργα. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι δὲν παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, ὅταν διαταχθῇ μία ἀνάλογος ἀποζημίωσις εἰς τοὺς Βουλευτάς. Τούτου δοθέντος, μένει εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νὰ ἐκτιμήσῃ τὴν ἀποζημίωσιν αὐτὴν καὶ νὰ ἀποφασίσῃ αὐτὴ ἡ ἰδία περὶ ταύτης. Ἡ λογιστικὴ ἐπιτροπή μας ἔφερεν ἓν ποσὸν, ἡ μείωσις δὲ τῶν 100 δραχμῶν ἢ 200 δὲν πρέπει νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν δι’ ἓν Βουλευτικὸν σῶμα· δι’ αὐτὸν τὸν λόγο λέγω ὅτι εἶναι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος μία ἔκτακτος ἀποζημίωσις καὶ δὲν πρέπει νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὰ ἔξοδα τῆς ἐπανόδου καὶ ἀπελεύσεως· καθόσον τὸ περὶ ἀποζημιώσεως ἄφησεν ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν κρίσιν τῆς Βουλῆς νὰ ἀποφασίσῃ, διότι δὲν πρόκειται περὶ μιᾶς ἐκτάκτου συνόδου μιᾶς ἢ δύω ἡμερῶν, ἀλλ’ ἑνὸς ἢ δύω μηνῶν.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρεῖς προτάσεις ὑπεβλήθησαν, πρώτη ἡ τοῦ Κ. Μπαλάνου, κατὰ τὴν ὁποίαν προτείνει νὰ δοθῇ ἀποζημίωσις μόνον εἰς τοὺς ἀναχωρήσαντας καὶ ἐπανελθόντας· ἑτέρα ἡ τοῦ Κ. Κρεστενίτου ἵνα δοθῶσιν ἀνὰ 400 δρ. εἰς ἕκαστον Βουλευτὴν ἀπὸ τοὺς εὑρισκομένους ἐνταῦθα.......
§22ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἡ ἰδική μου πρότασις εἶναι νὰ λάβουν οἱ Βουλευταὶ ἀνὰ 11 δρ. καὶ κάτι λεπτὰ δι’ ὅσας ἡμέρας ὑπηρετήσουν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτον θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μπαλάνου· τουτέστιν, ἂν πρέπῃ νὰ λάβωσι μόνον οἱ ἀναχωρήσαντες καὶ ἐπιστρέψαντες, οὐχὶ δὲ καὶ οἱ μὴ ἀναχωρήσαντες. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μπαλάνου νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μπαλάνου. Ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Κρεστενίτου νὰ χορηγηθῶσιν ἀνὰ 11 δρ. δι’ ἑκάστην ἡμέραν ἀπὸ τῆς συγκαλέσεως της συνόδου μέχρι τῆς λήξεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν, ὅπως τὴν διετύπωσα, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι) Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κρεστενίτου. Ἑτέρα πρότασις ἡ τοῦ Κ. Ῥούκη, ἵνα δοθῶσιν εἰς τοὺς παρόντας ἀνὰ χίλιαι δραχμαὶ εἰς ἕκαστον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ῥούκη, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥούκη. Τότε μένει ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς.
§24ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν εἷς Βουλευτὴς ᾖναι ἀπὼν, πρέπει νὰ λάβῃ ἀποζημίωσιν;
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκ του ποσοῦ αὐτοῦ θέλει ἐκπεσθῆ τὸ ποσὸν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λαμβάνουν ἐξ ἄλλης ὑπηρεσίας, οἱ δὲ ἀπόντες δὲν δικαιοῦνται εἰς οὐδεμίαν ἀποζημίωσιν.
§26ΧΡΗΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖ νὰ λείπῃ καὶ νὰ ἔλθῃ ἕνας την τελευταίαν ἡμέραν τῆς λήξεως, πρέπει λοιπὸν αὐτὸς νὰ ἀποζημιωθῇ;
§27ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. (Ὁμιλῶν καὶ μὴ ἀκουόμενος).
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγετε, Κ. Μαυρογιάννη;
§29ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κ. Μαυρογιάννης λέγει, ὅτι δὲν ἠννοήθη καλῶς ἡ ψηφοφορία. Ἡμεῖς νομίζομεν, λέγει, ὅτι μὴ ψηφοφορήσαντες ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ῥούκη, δὲν ἐψηφίσαμεν ὑπερ τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τῆς ἐπιτροπῆς εἶναι νὰ δοθῶσι 1,500 δραχμαὶ εἰς ἕκαστον ἀπὸ τοὺς παρόντας Βουλευτὰς (θόρυβος). Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλαιον Βʹ. ἄρθρον 1 Μισθὸς διευθυντοῦ κλπ.
§32Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ τί ἐννοοῦμεν μὲ τὴν λέξιν ἀπόντας.
§33ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἀπόντες εἶναι ὅσοι δὲν ἔλθουν μέχρι τῆς Κυριακῆς.
§34ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρόντες θεωροῦνται ἐκεῖνοι, οἵτινες θὰ ἔλθουν ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ σήμερον.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ θεωρεῖ ἀπόντας ἐκείνους, οἵτινες δὲν ἔλθουν ἐντὸς 8 ἡμερῶν ἀπὸ σήμερον;
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κεφάλ. Βʹ.
| Ἄρθρ. 1. | Συμπλήρωσις τῆς μισθο- | ||
| δοσίας τοῦ διευθυντοῦ τοῦ Γραφείου | 1500 | ||
| Ἄρθ. 2. | Μισθὸς τοῦ συντάκτου, τοῦ βοηθοῦ αὐτοῦ, | ||
| τῶν δύο βοηθῶν τοῦ γραφείου καὶ δύο γραφέων κατὰ | |||
| τὸν κανονισμὸν | 1000 | ||
| Ἄρθρ. 3. | Μισθὸς τοῦ ἐπιθεωρητοῦ, τῶν 4 στενογρά- | ||
| φων, 4 γραφέων, τοῦ διορθωτοῦ τῶν ἐντύπων καὶ ἑνὸς | |||
| βοηθου | 1960 | ||
| Ἄρθρ. 4. | Μισθὸς τοῦ εὐταξίου, τοῦ ἀρχικλητῆρος | ||
| καὶ τῶν κλητήρων | 1175 | ||
| Κεφάλ. Γʹ. | Ἄρθρ. 1. | Διὰ γραφικὴν ὕλην καὶ λοιπὰ | |
| τοῦ γραφείου | 150 | ||
| Ἄρθρ. 2. | Διὰ βιβλιοδέτησιν τῶν πρακτικῶν, τῶν ἐφη- | ||
| μερίδων καὶ τῶν πρακτικῶν τοῦ κοινοβουλίου τῆς | |||
| πρῴην Ἰονίου πολιτείας | 450 | ||
| Ἄρθρ. 3. | Διὰ φωτισμὸν τοῦ φυλακείου τῆς φρουρᾶς | ||
| καὶ θέρμανσιν αὐτοῦ ἐπὶ 3 μῆνα | 165 | ||
| Ἄρθρ. 4. | Φωτισμὸς τοῦ βουλευτηρίου διὰ τοῦ ἀερίου | ||
| (gaz) ἐπὶ 6 μῆνας | 438 | ||
| Ἄρθρ. 5. | Μισθὸς τοῦ κηπουροῦ τῆς Βουλῆς ἐπὶ 7 μῆ- | ||
| νας δραχ. | 140 | ||
| Ἄρθρ. 6. | Ἀγορὰ θερμάστρας καὶ ἄλλα ἔκτακτα ἔξοδα. | 100 | |
| Ἄρθρ. 7. | Μισθὸς τοῦ ἐπιστάτου τοῦ Βουλ. ταχυδρο- | ||
| μείου | 80 | ||
| Ἄρθρ. 8. | Ἔξοδα καθαριότητος καὶ ἐπισκευὴ ἐπίπλων. | 240 | |
| Κεφάλ. Δʹ. | Ἄρθρ. 1. | Μισθὸς τοῦ προσωπικοῦ τῆς | |
| βιβλιοθήκης | 460 | ||
| Τὸ ὅλον δραχ. | 247,858 |
Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τοῦ συνόλου;
§38ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸν προϋπολογισμόν. Ὁ Κ. Ῥάλλης καὶ Δουρούτης ὑπέβαλον πρότασιν, δι’ ἧς ζητοῦσι νὰ ἀπαλλαχθῇ τοῦ ἐγγείου φόρου ἡ μέταξα ἡ ἐξαγομένη. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§40Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (βουλευτὴς Μαντινείας). Οὐδέποτε, κύριοι βουλευταί, ἤθελα ἀναβῆ τὸ βῆμα νὰ ἐπερωτήσω ὑπουργὸν, ἐὰν δὲν ἔβλεπον νὰ παρανομήσῃ προφανῶς, ὡς ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν· οἱ κάτοικοι τοῦ δήμου Θελπούσης τῆς ἐπαρχίας Γόρτυνος διὰ πολλῶν ἀναφορῶν των ἐζήτησαν νὰ μετατεθῇ ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου ἐκείνου ἀπὸ τὸ χωρίον Μπέλεσι εἰς τὸ χωρίον Χώραις· τὰς ἀναφορὰς αὐτὰς δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ τὰς λάβῃ ὑπ’ ὄψιν, καὶ ὑπέβαλε ταύτας εἰς τὰ ἐπαρχιακὰ καὶ δημοτικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα συνέταξαν πράξεις.
§41ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Θὰ λάβω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν θὰ γίνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου σήμερον.
§43ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Συνεπείᾳ τῶν ἀναφορῶν καὶ τῶν πράξεων τὰ ἐπαρχιακὰ καὶ δημοτικὰ συμβούλια ἐγνωμοδότησαν νὰ μετατεθῇ ἡ πρωτεύουσα τοῦ δήμου Θαλπούσης εἰς τὸ χωρίον Χώραις, καὶ πραγματικῶς διὰ διατάγματος ἐκτελεσθέντος, μετετέθη ἡ πρωτεύουσα ἀπὸ τὸ χωρίον Μπέλεσι εἰς τὸ χωρίον Χώραις. Μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ἦλθεν ὁ Κ. Νικολόπουλος ὡς ὑπουργὸς, ὅστις ἐνδιαφέρεται καὶ ἔκαμεν ἓν ἕτερον διάταγμα καὶ εἶπεν, ὅτι τὸ διάταγμα αὐτὸ ἐπειδὴ δὲν ἐξετελέσθη νὰ μένωσι τὰ πράγματα, ὡς εἶχον πρότερον, ἐνῷ τὸ διάταγμα τοῦτο ἐξετελέσθη. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς κατὰ τοῦτο ἐξηπάτησε τὴν Α. Μ. τον Βασιλέα, διότι τὸ διάταγμα αὐτὸ εἶχεν ἐκτελεσθῆ.
§44ΑΧΟΛΟΣ. Συζήτησιν θὰ κάμῃς ἢ ἐπερώτησιν;
§45ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ πρὸς ἀπόδειξιν ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν δὲν εἶπε τὴν ἀλήθειαν εἰς τὸν Βασιλέα, νὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν αὐτὰς τὰς ἀναφορὰς, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 5,436 ἀναφορὰν τοῦ ἐπάρχου Γόρτυνος πρὸς τὸν Νομάρχην, τὴν ὑπ’ ἀριθ. 10,756 π. ἔτους ἀναφορὰν τοῦ νομάρχου Ἀρκαδίας (θόρυβος), τὴν ὑπ’ ἀριθ. 629 τοῦ δημάρχου Θελπούσης πρὸς τὸν ἔπαρχον καὶ νομάρχην Ἀρκαδίας διὰ τῆς ὁποίας ἀποδεικνύεται ὅτι τὸ διάταγμα ἐξετελέσθη.
§46ΚΑΡΑΛΙΒΑΝΟΣ. Ἡ ἔκτακτος σύνοδος δὲν συνῆλθε δι’ αὐτὰ τὰ ἔργα, ἀλλὰ διὰ δύο ὡρισμένα ἔργα.
§47ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἑτέραν ἐπερώτησιν πρὸς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· διὰ βασιλικοῦ διατάγματος διωρίσθη ἰατρὸς ἐπαρχιακὸς εἰς τὴν ἐπαρχίαν Γόρτυνος· ὁ ἰατρὸς αὐτὸς ἐπαύθη καὶ διωρίσθη ἕνας ἄλλος Παπανδρέου, ὅστις δὲν ἔχει τὰ προσόντα, καὶ κατ’ αὐτὸ παρεβίασε τὸ ὑπουργεῖον τὸ βασιλικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει ῥητῶς ὅτι διὰ νὰ διορισθῇ ἰατρὸς, πρέπει νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ εἰδικήν τινα ἐπιτροπήν. Ὁ ὑπουργὸς ὅμως δὲν συνεμορφώθη μὲ τὴν διάταξιν αὐτήν. Αἰτῶ λοιπὸν καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν νὰ ὁρισθῇ μία ἡμέρα συζητήσεως παραλείπω καὶ ἄλλα, ὅτε διάφοροι ὑπάλληλοι ἐπαύθησαν καὶ διωρίσθησαν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουσι τὰ προσόντα, ἤτοι οἱ ἀδελφοὶ τοῦ ὑπουργοῦ εἰς θέσεις ἐπιστατῶν φυλακῶν καὶ ἄλλας.
§48ΑΧΟΛΟΣ. Μετὰ τὸ τέλος τοῦ ζητήματος τῆς Κωπαΐδος καὶ τοῦ Δαρίου νὰ ἔλθωμεν εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§49ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν ἡ Βουλὴ, καθ’ ἣν θὰ ἴδῃ ὁ ἐπερωτήσας ποῖον εἶναι τὸ ὀρθόν.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν συζήτησιν τῶν δύο ἀντικειμένων ἐκείνων ἐρχόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν συζήτησιν.
§51ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ Σάββατον, Κ. πρόεδρε.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ἄχολος εἶπεν, ὅτι μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν δύο ἀντικειμένων.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως· περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος. Ὑπενθυμίζω εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄρθρον 47 τοῦ κανονισμοῦ, ἔχον οὕτω· «τὰ νομοθετικὰ ἔργα τ’ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἕνεκα τῆς λήξεως τῆς συνόδου δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν νέαν σύνοδον τῆς αὐτῆς περιόδου καθ’ ἣν εὑρίσκοντο στάσιν»· ἑπομένως ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ἂν θέλῃ, ἐπειδὴ ἐσυζητήθη δὶς κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον καὶ ὑπολείπεται τρίτη συζήτησις, νὰ τὴν ἐπαναφέρῃ ὅπως λέγει, εἰς ἣν εὑρίσκεται στάσιν, τοὐτέστι νὰ θεωρήσῃ τὴν συζήτησιν ὡς τρίτην ἢ ν’ ἀρχίσῃ ἀπὸ πρώτης συζητήσεως. Τοῦτο ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς.
§55ΠΟΛΛΟΙ. Τρίτη.
§56Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, ὅτε πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐσυζητεῖτο τὸ περὶ προθεσμίας πρὸς ἐμφάνισιν τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν ἔκτακτον σύνοδον, ἐγὼ, ἐνθυμεῖσθε, εἶπον, ὅτι ἡ ἔκτακτος σύνοδος δὲν ἔχει συνέχειάν τινα μετὰ τῆς τακτικῆς, καὶ ὅτι ἑπομένως τὰ νομοθετήματα, τὰ ὁποῖα θὰ συζητηθοῦν κατὰ τὴν ἔκτακτον ταύτην σύνοδον πρέπει νὰ ἀρχίσωσιν ἐξ ὑπαρχῆς. Εὐχαριστῶ τὸν Κ. πρόεδρον, ὅστις σήμερον ὑπενθύμισεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ κανονισμοῦ, καθ’ ἣν δύναται ἡ Βουλὴ, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ, ν’ ἀρχίσῃ τὴν συζήτησιν τῶν ἐκκρεμῶν νομοθετημάτων οὐχὶ ἐξ ὑπαρχῆς, παρὰ εἰς ἣν εὑρίσκοντο στάσιν κατὰ τὴν λήξασαν σύνοδον. Κύριοι, τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου 47 τοῦ κανονισμοῦ ἐννοεῖ τὴν ἑπομένην σύνοδον τὴν τακτικήν. Ἡ ἔκτακτος σύνοδος, κύριοι, δὲν ὑποθέτει ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἔμειναν ἐκκρεμῆ κατὰ τὴν λήξασαν τακτικὴν σύνοδον· ὑποθέτει ἐκτάκτους περιστάσεις, καὶ ἐννοεῖται ἀφ’ ἑαυτοῦ, ὅτι αὐταὶ ὀφείλουν νὰ ὑποβληθῶσιν ἐξ ὑπαρχῆς εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι ἐξ ὑπαρχῆς πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ μέγα, τὸ σπουδαῖον ἀντικείμενον, περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης. Ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα, ὅτι ἁπλαῖ ἀναγνώσεις ἔγειναν, οὐδεμία συζήτησις ἐγένετο, καὶ ἑπομένως τὸ ἀντικείμενον δὲν ἐξετάσθη ποσῶς ὑφ’ ὅλας του τὰς ἐπόψεις, οὔτε συνεζητήθη παντάπασι, διότι ἔμελλε κατὰ τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν νὰ συζητηθῇ ἀναλελυμένως. Ἀλλ’ ἓν τόσον πολλὰ σπουδαῖον ἀντικείμενον θέλετε νὰ τὸ λάβωμεν σήμερον ὑπ’ ὄψιν μόνον κατὰ τὴν τελευταίαν ἀνάγνωσιν; φρονῶ, ὄχι. Ἴσως ἤθελεν ὅμως μοὶ εἴπῃ τις, κύριε, ἐν τῇ προτάσει σου ταύτῃ μήπως δὲν ὑπάρχει ὁ σκοπὸς τῆς ἀναβολῆς, μήπως καὶ τώρα θέλετε ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν ἀναβάλλοντες αὐτὸ τὸ μέγα ἀντικείμενον νὰ ματαιώσητε τὴν ἐπιψήφισίν του; ὄχι κύριοι· προλαμβάνω νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ποσῶς σκοπὸς ἀντιδράσεως κατὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τῶν προκειμένων νομοσχεδίων. Ὅλοι, κύριοι, ἐμπνέονται ἀπὸ τὸ αὐτὸ πνεῦμα, τουτέστι ἀπὸ τὸ καλὸν πρὸς τὸ ἔθνος, καὶ ὅλοι ἔχουν τὴν διάθεσιν καὶ τὸν ζῆλον, αὐτὸ τὸ μέγα ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ ἀπὸ πολλοῦ ἤδη καιροῦ καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν νὰ λάβῃ ἓν τέλος, ἓν τέλος κατὰ τὸ ἀληθὲς ἐννοούμενον συμφέρον τοῦ ἔθνους. Ἑπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἀφ’ οὗ τοιοῦτον πνεῦμα δὲν ὑπάρχει, νὰ μὴ δεχθῇ μόνην τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν Ἂς ἀρχίσωμεν, κύριοι ἐξ ὑπαρχῆς νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον. Ἂς ἔλθωσιν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ νὰ μᾶς δώσωσι τὰς ἀναγκαίας ἐξηγήσεις· νὰ θέσωσιν, οὕτως εἰπεῖν, μίαν βάσιν συζητήσεως, διότι, ὡς γνωρίζετε, διάφορα νομοσχέδια, διάφοροι τροπολογίαι εἶναι ἐῤῥιμμέναι ἐνταῦθα καὶ δὲν ὑπάρχει ἀκόμη καμμία συναρμολογία. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον μάλιστα προχθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Σπετσῶν εἶπε νὰ γίνῃ συναρμολογία, νὰ καταρτισθῇ ἓν νομοσχέδιον. Καὶ διὰ νὰ κάμω ἀκόμη νὰ πιστεύσῃ ἡ Βουλὴ, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία πρότασις ἀναβολῆς, ὁρίζω καὶ τοῦτο ν’ ἀρχίσῃ σήμερον ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, αὔριον ἡ δευτέρα καὶ τὴν τετάρτην ἡ τρίτη· δὲν ἔχομεν σκοπὸν παντάπασιν ἀναβολῆς, ἀλλ’ εἶναι ἀναγκαία ἡ ἐξ ὑπαρχῆς ἀνάγνωσις καὶ συζήτησις, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ ἐπαναφέρωσιν οἱ βουλευταὶ εἰς τὴν μνήμην των αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, νὰ δοθῶσιν ἐξηγήσεις ἀπὸ τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς καὶ ἑπομένως νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ ὁρίζω μάλιστα σήμερον τὴν πρώτην, αὔριον τὴν δευτέραν καὶ μεθαύριον τὴν τρίτην. Τὸ ἄρθρον 47, ἐπαναλαμβάνω, δὲν εἶναι ὑποχρεωτικόν, εἶναι δυνητικόν· ἀφίνει εἰς τὴν Βουλὴν ἂν θέλῃ ἐξ ὑπαρχῆς ἢ ἐν τῇ στάσει καθ’ ἣν ἔμεινε.
§57ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, ὁ προλαλήσας μᾶς ἐβεβαίωσεν, ὅτι ἐντὸς 3 ἡμερῶν θὰ δοθῇ ἓν πέρας ἢ ὑπὲρ ἢ κατὰ, σὰν νὰ ἔχῃ ὅλους τοὺς βουλευτὰς ἐν τῇ κοιλίᾳ του καὶ τοὺς ὁρίζει. Νομίζω, ὅτι δὲν σκέπτεται καλῶς, δὲν μᾶς ἐμποδίζει τι· τὸ Σύνταγμα μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ παρακολουθήσωμεν εἰς ἣν εὑρίσκονται στάσιν τὰ νομοσχέδια· ἐντὸς τῆς περιόδου λέγει, δηλαδὴ τῶν 4 συνόδων καὶ ἐννοεῖται καὶ ὁποιωνδήποτε παρεμπιπτουσῶν ἐκτάκτων συνόδων· δὲν βλέπω τὴν μεγάλην αἰτίαν, διὰ τὴν ὁποίαν ζητοῦν ν’ ἀρχίσωμεν ἐκ νέου. Ἐνθυμηθῆτε, κύριοι, ὅτι τὴν πρώτην καὶ δευτέραν φορὰν ποτὲ δὲν ἐσυζητούσαμεν. Μένει λοιπὸν αὐτὴ ἡ τρίτη συζήτησις, ἡ ὁποία προμηνύεται πρὸ 8 μηνῶν· δι’ αὐτὴν τὸ ὑπουργεῖον μᾶς προσεκάλεσεν· εἶναι τώρα 10 ἡμέραι ἀφ’ ὅτου ἠρχίσαμεν αὐτὴν τὴν σύνοδον· νομίζω, ὅτι ὅλα εἶναι τυπωμένα, καὶ τὰ χθεσινὰ, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ὁ Κ. ὑπουργὸς, ἐτυπώθησαν, καὶ αὐτὰ δὲν μένουν νὰ συναρμολογηθοῦν, εἰμὴ εἰς τὴν συζήτησιν. Κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μαντεύσῃ τὸ πνεῦμα τοῦ ὅλου τί πρᾶγμα θὰ ἦναι διὰ νὰ κάμῃ συναρμολογίαν. Λοιπὸν ὅποιος θέλει τὸν λόγον ν’ ἀρχίσῃ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ ἐξαχθῇ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν ἠξεύρω πόσον θὰ διαρκέσῃ, ὥστε νομίζω δίκαιον ν’ ἀρχίσῃ ἡ τακτικὴ συνεδρίασις φρονίμως, πατριωτικῶς, ἐν τῇ συνειδήσει ἑκάστου, χωρὶς πλαγίαν σκέψιν· νὰ λείψουν καί τινα, ὅτι ἐδωροδοκήθησαν τινὲς καὶ...
§58ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ λέγει κανείς.
§59ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· τὸ λέγει ὁ κόσμος, — καὶ ἄλλοι νὰ λέγουν, ὅτι ὅσοι δὲν θέλουν ἔχουν ἄλλον πλάγιον σκοπόν. Ὅλα αὐτὰ νὰ λείψουν καὶ μὲ εἰλικρίνειαν νὰ δώσωμεν ἓν τέλος.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Σακελλαριάδης.
§61ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι ἀπέκρουσα καὶ θέλω ἀποκρούει ἀείποτε τὰς πλαγίας σκέψεις, κηρύττομαι δὲ ὑπὲρ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ἀλλὰ κηρύττομαι ἐπίσης ἐξ ἀφετηρίας καὶ ἐναντίον τῶν ὅρων ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν ἡ ἑταιρία.
§62ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, Κ. Πρόεδρε.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι προνόμιον.
§64ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἠξεύρετε περὶ τίνος πρόκειται; οὐδεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μὲ διακόψῃ.
§65ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγὼ δὲν ὁμιλῶ πρὸς σὲ, ὁμιλῶ πρὸς τὸν Πρόεδρον.
§66ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οὔτε ἐγὼ ὁμιλῶ πρὸς σᾶς.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰ προσωπικά. Ἔκαμα τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶναι ἓν μικρὸν προνόμιον.
§68ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι σκανδαλῶδες, κύριοι, νὰ ζητοῦν τινὲς νὰ διερμηνεύουν τὰ αἰσθήματα τῶν ἄλλων, πρέπει νὰ τοὺς ἀφήσουν νὰ ὁμιλοῦν καὶ κατόπιν ν’ ἀποκρίνωνται αὐτοί. Ὁ ἔντιμος προαγορεύσας στηριζόμενος εἰς τὸ γράμμα τοῦ κανονισμοῦ λέγει, ὅτι ἡ σύνοδος εἶναι ἔκτακτος καὶ διὰ τοῦτο πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν καὶ ἐκτάκτως νὰ συζητήσωμεν ἐξ ὑπαρχῆς τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἤδη ὥριμα καὶ ὑπὸ συζήτησιν. Τίς ἡ ἀνάγκη, κύριοι; σήμερον πρόκειται περὶ τῆς Κωπαΐδος, περὶ αὐτῆς ἦλθε διὰ νὰ ἀκούσῃ ἡ κοινωνία, περὶ αὐτῆς ἦλθε διὰ νὰ μάθῃ τὸ κοινόν, περὶ αὐτῆς ἤλθαμεν διὰ νὰ βουλευθῶμεν. Τὸ δὲ νὰ παρατείνωμεν σήμερον μίαν ἡμέραν καὶ αὔριον μίαν ἄλλην, τοιουτοτρόπως κουραζόμεθα καὶ ἡμεῖς, κουράζεται ἐπίσης καὶ τὸ κοινόν, τὸ ὁποῖον ἦλθε διὰ νὰ μᾶς ἀκροασθῇ. Διὰ τοῦτο ἀποκρούω καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Δημητριάδης, περὶ ἐξ ὑπαρχῆς ἀναγνώσεως, καὶ προτείνω νὰ ἔλθωμεν ἀμέσως εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν τῆς τρίτης ἀναγνώσεως.
§69ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν.
§71ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ πρῶτος λαβὼν τὸν λόγον, κύριοι, πιστεύω, ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν πρότασίν του τοῦ νὰ ἀναγνωσθῇ ἐκ νέου διὰ πρώτην καὶ διὰ δευτέραν φορὰν τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον, πιστεύω, λέγω, ὅτι δὲν θὰ ἐπιμείνῃ, διότι εἶναι ἀπὸ τὸν κανονισμὸν ὡρισμένη ἡ πρόοδος τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Πόθεν δὲ ἀνεχώρησεν εἰς αὐτὴν τὴν πρότασιν; ἀνεχώρησε νομίζω ἀπὸ ἓν ἀποτέλεσμα, ὅπερ ἐπῆλθε κατὰ τὴν δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὅτε οἱ τὰ ἐναντία φρονοῦντες εἶπον, ὅτι δὲν ἦσαν μελετημένοι. Ἐγώ, κύριοι, εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν κανονισμὸν καὶ προτείνω νὰ προβῶμεν ἀπὸ σήμερον εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἀλλ’ ἔχω μίαν ἄλλην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν συσχετίζω μὲ τὴν πρότασιν, ἣν ἔκαμε προχθὲς ὡς ἤκουσα,—διότι δὲν εἶχα τὴν τύχην νὰ ἦμαι παρὼν—, ὁ βουλευτὴς Σπετσῶν. — Προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσωμεν προηγουμένως τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως· καὶ ἂς πιστεύσωμεν ὅλοι, ὅτι οὐδεὶς εἶναι ἐναντίος, μηδενὸς ἐξαιρουμένου, ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν πᾶν ὅ,τι καλὸν ἠμπορεῖ νὰ προέλθῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ τόσον περισσότερον, ὅταν μάλιστα αὐτὸ τὸ καλὸν εἶναι πραγματικόν. Σήμερον, κύριοι, ἔχομεν τὸ ἀντικείμενον ὅπως εἰσήχθη ἀπ’ ἀρχῆς· αἱ ἀναβολαί, τὰς ὁποίας ἄλλοι ἐκατηγόρησαν, ἀπέβησαν ἐπωφελεῖς, διότι καὶ μετὰ τὴν πρώτην ἀναβολὴν παρουσιάσθησαν νέαι παραχωρήσεις καὶ ἄλλαι μετὰ τὴν δευτέραν καὶ ἄλλαι, ὡς πληροφοροῦμαι, μετὰ τὴν τρίτην, ὥστε αἱ μέχρι τοῦδε ἀναβολαὶ ὠφέλησαν καὶ, ἂν θέλετε, ὡρίμασαν τὸ ἀντικείμενον καὶ εἰς τὰς ἰδέας τῶν Κ. βουλευτῶν καὶ τὸ κοινὸν ἔλαβε πολὺ μέρος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, διὰ τοῦτο ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ συζητήσωμεν τὸν τρόπον καὶ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον καλὸν εἶναι νὰ παρουσιάσῃ εἰς ἓν νέον νομοσχέδιον τὰς διαφόρους τροπολογίας, αἵτινες ἐφέρθησαν.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθὲς συνεζητήθη αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον καὶ ἀπεῤῥίφθη.
§73ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀλλά, κύριοι, ἔχω μίαν σχετικὴν ἄλλην ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ὠφελοῦμαι ἀπὸ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ νὰ φέρω ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως.........
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. βουλευταί, αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν· τώρα πρόκειται, ἐὰν θὰ γίνῃ ἐξ ὑπαρχῆς ἡ συζήτησις.
§75ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν ἰδέαν καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ὁ προλαλήσας θὰ παραιτηθῇ τοῦ νὰ γίνῃ τρίτη συζήτησις. Ὕστερον θὰ προτείνω νὰ συζητηθῇ ὁ τρόπος τῆς συζητήσεως καὶ ἀπὸ τοῦδε λέγω, ὅτι ἡ σύμβασις πρέπει νὰ μείνῃ κατὰ μέρος καὶ νὰ γίνῃ ἕνας νόμος.
§76Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἤθελον ἐπιμείνει εἰς τὴν πρότασίν μου, ἐὰν δὲν τὴν εὕρισκον ἀναγκαίαν. Μετὰ τὰς δύω ἀναγνώσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν, ἔρχεται μία πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ, ἡ ὁποία καθιεροῖ ἓν νέον σύστημα, παρεισάγει τὸν συναγωνισμὸν καὶ θέλετε, ὥστε αὐτὴ ἡ πρότασις ἡ οὐσιώδης νὰ συζητηθῇ μόνον κατὰ τὴν τρίτην φοράν; Ἰδοὺ ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος μὲ ὑπεχρέωσε νὰ κάμω αὐτὴν τὴν πρότασιν καὶ ἀκόμη διὰ τὸν λόγον τὸν ἄλλον τοῦ νὰ ἤθελεν ἀναπτυχθῇ κατὰ τρεῖς φορὰς τὸ μέγα ἀντικείμενον, διότι ἂν εἰς τὴν τρίτην ἀνάγνωσιν γίνῃ λάθος, δὲν δύναται πλέον νὰ διορθωθῇ. Ἐὰν ὅμως γίνῃ εἰς τὴν πρώτην καὶ δευτέραν αὐτὸ τὸ λάθος, τότε διορθοῦται κατὰ τὴν τρίτην, καὶ δὲν πρόκειται περὶ νόμου, ὁ ὁποῖος δύναται κατόπιν νὰ μεταβληθῇ, εἶναι σύμβασις ἀμετάβλητος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασίν μου νὰ συζητηθῇ ἐξ ὑπαρχῆς, καὶ ἐπαναλαμβάνω ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ὁ ἐνάντιος τῆς ἀποξηράνσεως.
§77Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Καρυστίας Κ. Δημητριάδου δὲν ἐννοῶ βεβαίως νὰ φέρω πρόσκομμα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ὅσον τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶναι σπουδαῖον, τόσον ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προσέξῃ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ· κηρύττομαι μάλιστα ἀπὸ τοῦδε, καθὼς σᾶς εἶπεν καὶ ὁ Κ. Δημητριάδης, ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποξηράνσεως, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὀφείλω νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου.
§78ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὅταν ἔλθωμεν.
§79ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἔλθωμεν μοὶ λέγει κάποιος τῶν βουλευτῶν, θὰ τὰ συζητήσωμεν, ἴσια ἴσια λέγω πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ἀνάλογος καιρὸς διὰ νὰ δυνηθῶμεν νὰ σπουδάσωμεν αὐτὰς τὰς διαφόρους προτάσεις. Ἀλλὰ, κύριοι, ἔρχομαι ἀκόμη καὶ εἰς τὸν κανονισμόν· τὸ ἄρθρον 47 τοῦ κανονισμοῦ λέγει, ὅτι τὰ νομοθετήματα ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἐκ τῆς λήξεως τῆς συνόδου δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον τῆς αὐτῆς περιόδου καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν. Βλέπετε, ὅτι εἶναι δυνητικόν, δηλαδὴ ἡ Βουλὴ καθιερώσασα αὐτὴν τὴν διάταξιν ἠννόησεν, ὅτι ὅταν πρόκηται νὰ συζητηθῇ ἓν ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι λίαν σπουδαῖον ἢ τὸ ὁποῖον εἶναι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους λελυμένον, βεβαίως δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπαναληφθῇ πάλιν ἀπ’ ἀρχῆς, ἀλλὰ σᾶς ἐρωτῶ τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος εἶναι τοιοῦτον; νομίζω, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ζήτημα σπουδαῖον, εἶναι τὸ τῆς Κωπαΐδος· καὶ ὀφείλω νὰ παρατηρήσω εἰς τὴν Βουλὴν, κύριοι, καὶ κατὰ τὴν λήξασαν σύνοδον μὴ νομίζετε, ὅτι οἱ προτείναντες τὴν ἀναβολὴν εἶχον σκοπὸν νὰ φέρουν πρόσκομμά τι εἰς τὴν συζήτησιν· ὄχι Κύριοι, ἀλλὰ σᾶς εἶπον πάντοτε ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ὑλικὸς καιρὸς, διὰ νὰ δυνηθοῦν νὰ μελετήσουν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, διότι θέλομεν ἐν συνειδήσει νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας. Ἀλλ’ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἔφερε τροπολογίαν, ἡ ὁποία μεταβάλλει ὁλωσδιόλου τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔφερον οἱ προηγούμενοι ὑπουργοί, διότι ἐκεῖνο ἦτο σύστημα παραχωρήσεως εἰς ἓν ἄτομον, ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν ἔφερε μίαν πρότασιν συναγωνισμοῦ. Λοιπὸν ἡμεῖς θὰ ζητήσωμεν νὰ ψηφισθῇ σήμερον νόμος, νὰ δοθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος εἴτε εἰς τὸν Κ. Μομφέριερον εἴτε εἰς ἄλλον τινὰ, ὅστις παρουσιάσει ἐπωφελεστέρας προτάσεις ὑπὲρ τοῦ δημοσίου. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε πράξει ὀρθότερον, ἐὰν παρεδέχετο τὴν ἀπ’ ἀρχῆς συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τόσον περισσότερον καθόσον εἶναι ἀνάγκη νὰ συνδέσωμεν ὅλας τὰς διαφόρους προτάσεις καὶ τὰς τροπολογίας, καὶ νὰ κανονίσωμεν, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Χατσίσκος, ἓν εἶδος συζητήσεως, τουτέστι ποῖον σχέδιον θὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, τὸ σχέδιον τῆς συμβάσεως ἢ ἓν ἄλλο, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποβληθῆ ἄλλοτε.
§80ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δημητριάδου.
§81ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ ἐρωτήσω, ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Δημητριάδου πρέπῃ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἢ ἡ πρότασις ἐκείνου, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, εἰς ἣν στάσιν εὑρίσκετο, ὅταν ἔκλεισεν ἡ πρώτη σύνοδος.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖον θέλετε;
§83ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ Κύριοι, χρεωστῶ νὰ ἐκφράσω τὸ αἴσθημα, τὸ ὁποῖον αἰσθάνομαι αὐτὴν τὴν στιγμὴν, καὶ νὰ εἴπω, ὅτι μοὶ κακοφαίνεται πολύ, ὅτι προκειμένου περὶ παραχωρήσεως μιᾶς περιουσίας ἐκ πολλῶν ἑκατομμυρίων, παρουσιάζεται τοιαύτη τάσις πρὸς τὸν περιορισμὸν τῶν συζητήσεων; (Θόρυβος). Ὅτι εἶναι περιορισμὸς τῶν συζητήσεων, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μακρυγορήσω, διότι γνωρίζετε, ὅτι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν σήμερον, εἶναι τῶν τριῶν ἀναγνώσεων, ὅτι παρουσιάζεται πνεῦμα τοιοῦτον, δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μακρυγορήσω, διότι τὸ βλέπετε μόνοι σας. Ἰδοὺ διὰ τί· (θόρυβος). Σᾶς παρακαλῶ ἡσυχάσατε. Τί λέγει ὁ κανονισμός; Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι κατὰ τὴν ἑπομένην σύνοδον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπαναλάβῃ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, εἰς ἣν στάσιν εὑρίσκοντο· ἄρα διὰ νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κωπαΐδος εἰς τὴν τρίτην συζήτησιν, ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ εἷς τῶν βουλευτῶν νὰ τὸ προτείνῃ· ἄλλως ὁ κανὼν, ὁ ὁποῖος ἰσχύει παρ’ ἡμῖν κατὰ τὸ σύστημα τὸ σημερινὸν εἶναι ν’ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησιν ἀπὸ τῆς πρώτης ἀναγνώσεως. Σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ποῖος βουλευτὴς ἐπρότεινεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, καὶ σᾶς ἐρωτῶ, νὰ μοὶ ἀποκριθῆτε, δὲν ὑπάρχει τάσις πρὸς περιορισμὸν, ὅταν χωρὶς νὰ προτείνῃ κανεὶς, ὅταν χωρὶς νὰ ἐκτελῆται ὁ νόμος, πρόκειται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν μία πρότασις, ἡ ὁποία θ’ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ τὴν βουλὴν δύω συζητήσεις; Δὲν εἶναι περιορισμὸς, καὶ δὲν εἶναι πρόθεσις ἑνὸς περιορισμοῦ; Εἴπατέ μοι, ποῖος ὁ βουλευτὴς ὁ προτείνας; ἐπιμένω νὰ μοὶ τὸν εἴπητε.
§84ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐγὼ, Κύριε δεληγεώργη.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ὑπενθύμισα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ἄρθρον 47 τοῦ κανονισμοῦ, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπαναλάβῃ, καὶ εἶπον ὅτι ἐναπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν ν’ ἀποφασίσῃ, ἐὰν θέλῃ ἐξ ὑπαρχῆς νὰ τὸ συζητήσῃ ἢ κατὰ τρίτην ἀνάγνωσιν. Ποῖον θέλετε τώρα νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ἐκ τρίτου ἢ τὸ ἐξ ὑπαρχῆς; λέγετε.
§86ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ· δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τοῦ τυπικοῦ ζητήματος, ποῖον ζήτημα πρέπει νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν· μὲ ἐννοεῖτε πολὺ καλά. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἔχω τὴν διάθεσιν ν’ ἀδικήσω κανένα· μὲ ἐννοεῖτε ὅμως πολὺ καλὰ, ὅτι ἐγὼ δὲν ἔλαβον τὸν λόγον μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ προτείνω τυπικὸν ζήτημα, ποῖον πρέπει νὰ προηγηθῇ. Ἐπεθύμουν μόνον νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι τὸ γενόμενον εἶναι ἄτακτον, διότι τὸν κανονισμὸν δὲν εἶχε καμμίαν ἀφορμὴν ὁ πρόεδρος νὰ τὸν ὑπενθυμίσῃ εἰς τοὺς βουλευτὰς, ὅταν ὁ κανονισμὸς εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελεῖ, εἰμὴ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ματαιοπονῇ. Ὁ κανονισμὸς εἶναι γνωστός· ὁ πρόεδρος δὲν ἔχει οὔτε τὴν ὑποχρέωσιν, οὔτε συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, τὸ δικαίωμα νὰ ὑπενθυμίσῃ εἰς τοὺς βουλευτὰς τὸν κανονισμόν· τὸ καθῆκον τοῦ προέδρου ἦτο νὰ διατάξῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου συμφώνως μὲ τὸν κανόνα τὸν ἰσχύοντα, ὁ ὁποῖος εἶναι τρεῖς ἀναγνώσεις. Ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἤθελεν, ἐὰν κανεὶς τῶν βουλευτῶν ἔλεγεν, ὅτι εἶναι πρέπον, τὸν κανόνα αὐτὸν νὰ μὴ τὸν φυλάξωμεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος, ἀλλὰ νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν δυνητικὴν ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ κανονισμός μας, τότε ὁ κύριος πρόεδρος ἤθελεν ἀποταθῆ πρὸς τὴν Βουλὴν καὶ ἤθελε τῇ εἴπῃ. Κύριοι, ἀποφασίσατε· λάβετε τὸν λόγον, ἀκούσατε τὴν πρότασιν, πολεμήσατέ την ὅσοι θέλετε· ὑπερασπίσατέ την ὅσοι θέλετε καὶ τελευταῖον ἀποφασίσατε. Ὥστε μὲ αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Κύριος Πρόεδρος, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἠλάττωσε τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμον. Σᾶς ἐρωτῶ τώρα νὰ μοὶ εἴπητε, καὶ τὸ λέγω διὰ τὴν ὑπόληψιν τῆς Βουλῆς, ποῖοι εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι σᾶς παρακινοῦν, ὥστε κατ’ ἐξαίρεσιν, μὲ ἐξαιρετικὸν κανόνα νὰ συζητηθῇ ἡ Κωπαΐς; Διατὶ διὰ τὴν Κωπαΐδα νὰ μὴ φυλαχθῇ ὁ κανὼν, ἀλλὰ νὰ γίνῃ ἐξαίρεσις ὄχι ἡ παράνομος, ἀλλὰ πάντοτε ἡ ἐξαίρεσις; Σᾶς ἐρωτῶ ὄχι δι’ ἄλλο παρὰ διότι τοὺς ἀγορεύσαντας ὑπὲρ τῆς ἐξαιρέσεως δὲν τοὺς ἤκουσα νὰ εἴπουν τίποτε ἄλλο, παρὰ τοῦτο· διὰ νὰ μὴ κουρασθῇ τὸ κοινὸν, διὰ νὰ μὴ κουρασθοῦν οἱ βουλευταί. Ἐὰν ἐπρότειναν λόγῳ τοῦ λίαν σπουδαίου, ἤθελον παραλείψει τὴν ἐρώτησιν· ἀλλὰ θέλουν νὰ μὴ κουρασθῇ τὸ κοινὸν, καὶ διὰ νὰ μὴ κουρασθοῦν οἱ βουλευταί, ἡ Κωπαΐς νὰ συζητηθῇ μὲ τρόπον ἐξαιρετικόν. Δὲν ἀπορῶ διὰ τοῦτο μόνον ἕνεκα τῆς σημαντικότητος, τῆς ἀξίας τῆς Κωπαΐδος, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον ἕνεκα τῆς φύσεως τοῦ ζητήματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑποβάλλεται. Εἰς τὰ κοινοβούλια, κύριοι, δὲν παρουσιάζονται ποτὲ τὰ συμβόλαια περὶ ἀποξηράνσεως τελμάτων διὰ νὰ τὰ συζητήσουν καὶ νὰ τὰ ἀποφασίσουν. Εἰς ὅλα τὰ ἄλλα μέρη ὑπάρχουν νόμοι περὶ ἀποξηράνσεως, νόμοι, τοὺς ὁποίους κατήρτισαν οἱ ἁρμόδιοι ἄνθρωποι, οἱ ἄνθρωποι τῆς τέχνης, τοὺς ὁποίους κατήρτισαν ἀφοῦ ἔκαμον ὅλους τοὺς ὑπολογισμοὺς καὶ ὅλας τὰς καταμετρήσεις, καὶ ἀφοῦ ἔφθασαν εἰς τεχνικὸν ἐξαγόμενον, ἀναμφισβήτητα ἀξιώματα πλέον· καὶ ἐάν ποτε παρουσιάζεται καὶ ὑποβάλλεται εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα ἡ ἔγκρισις, δὲν εἶναι παρὰ διὰ ν’ ἀποφασισθῇ ἓν ζήτημα ἢ δύω ζητήματα, ζητήματα τὰ ὁποῖα τὸ κοινοβούλιον ἠμπορεῖ νὰ τὰ ἀντιληφθῇ, καὶ περὶ τῶν ὁποίων καλῶς ἠμπορεῖ ν’ ἀποφανθῇ, διότι εἶναι τῆς δυνάμεώς του, καὶ διότι οἱ κανόνες καὶ αἱ βάσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηριζόμενον θὰ σκεφθῇ, εἶναι τεθειμέναι ὑπὸ νόμον, ὁ ὁποῖος εἶναι τὸ προϊὸν τῆς πείρας καὶ τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ συμβαίνει τὸ αὐτὸ, κύριοι, εἰς τὸ νομοσχέδιον περὶ Κωπαΐδος καὶ εἰς τὴν σύμβασιν περὶ Κωπαΐδος; Ἔχετε τίποτε διδόμενον ἐνταῦθα; δὲν ἔχετε ἕνα κυκεῶνα, ἕνα λαβύρινθον; δὲν ἔχετε τὰς μεγαλειτέρας διαφωνίας; εἶναι κανεὶς ἀπὸ ὑμᾶς μηχανικός; γνωρίζει κανεὶς ἀπὸ ὑμᾶς τὴν τέχνην τῆς καλλιεργείας τῆς Εὐρώπης; γνωρίζει τὰς προόδους τῆς ἐπιστήμης; ἢ ἔχομεν ἔκθεσίν τινα ἐπίσημον, ἐπὶ τῆς ὁποίας στηριζόμενοι ν’ ἀποφανθῶμεν, προκειμένου περὶ μιᾶς σημαντικῆς περιουσίας τοῦ δημοσίου, καὶ ἐρχόμεθα σήμερον νὰ ὑποστηρίξωμεν μὲ τοσαύτην φωνὴν γαυριῶντες καὶ ὑποστηρίζοντες τὴν ἐξαίρεσιν, ὅτι τὸ περὶ Κωπαΐδος ζήτημα εἶναι ἐκεῖνο, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἐξαίρεσις τῆς μιᾶς ἀναγνώσεως. Διατὶ παρεδέχθημεν τὸ σύστημα τῶν τριῶν ἀναγνώσεων; διατὶ μᾶς τὸ ἐπέβαλεν ἡ συντακτικὴ Συνέλευσις, τὸ Πανελλήνιον, τὸ ὁποῖον πρὸ μικροῦ διελύθη; Μᾶς τὸ ἐπέβαλεν ἄνευ λόγου; Μᾶς τὸ ἐπέβαλεν ἀπὸ ἔρωτα πρὸς τὰ ἔθνη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ ἔχουν, ἢ μᾶς τὸ ἐπέβαλε, διότι τὸ ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον, τὸ ἐθεώρησε σωτήριον, καὶ μάλιστα εἰς ἓν ἔθνος, τὸ ὁποῖον κατ’ ἐξαιρετικὸν κανόνα δὲν ἔχει παρὰ ἓν μόνον νομοθετικὸν σῶμα; Καὶ ἐὰν εἶχε λόγους ἡ Συνέλευσις νὰ προτιμήσῃ αὐτὸ τὸ σύστημα, δὲν ἔρχεσθε νὰ ὑποστηρίξετε τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι σᾶς ὑπαγορεύουν, αὐτὸ τὸ σύστημα νὰ τὸ καταδικάσητε εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος; Καὶ ἂν εἷς καὶ μόνος λόγος ἦτο ὁ ὁποῖος ὑπηγόρευσεν αὐτὸ τὸ σύστημα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὁ λόγος τοῦ νὰ διορθώνωνται εἰς δευτέραν καὶ τρίτην ἀνάγνωσιν, συζήτησιν καὶ ψήφισιν τὰ σφάλματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο εἰς τὴν πρώτην, εἴπετέ μοι σεῖς, ἐὰν αὐτὸν τὸν κανόνα δὲν τὸν ἀναγνωρίζετε ἰσχύοντα εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος. Λοιπὸν, κύριοι, διὰ τὴν τιμὴν τοῦ σώματος, καὶ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ εἴπω, καὶ διὰ τὴν συνείδησιν ἑκάστου, μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει εἰς τὰς δύω αὐτὰς ὑποθέσεις εἴτε τοῦ Λαυρίου εἴτε τῆς Κωπαΐδος νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ ὁ κανονισμός. Ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀκολουθήσωμεν τὸν κανόνα εἰς αὐτὰς τὰς ὑποθέσεις διὰ νὰ μὴ μετανοήσωμεν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι, ὅταν γενομένης τῆς τρίτης συζητήσεως, ἀναγνωρίσωμεν τὰ σφάλματα, διότι τότε εἶναι ἀνεπανόρθωτα. Καὶ δι’ αὐτὸ, κύριοι, συγχρόνως παρακαλῶ τὸν κύριον Πρόεδρον νὰ μὴ θέσῃ κανὲν ζήτημα εἰς ψηφοφορίαν, ἐκτὸς ἐὰν παρουσιασθῇ κανεὶς ἐκ τῶν βουλευτῶν, ὁ ὁποῖος νὰ προτείνῃ ὅτι θέλει τωόντι ἡ ἐξαίρεσις ἡ καθιερωμένη διὰ τοῦ κανονισμοῦ, νὰ ἐφαρμοσθῇ εἰς τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος· ἄλλως εἶναι γνώμης ἀμφότερα τὰ νομοσχέδια νὰ ἀναγνωστοῦν διὰ πρώτην ἀνάγνωσιν σήμερον. Τοιουτοτρόπως διὰ τὰ δύω νομοσχέδια δὲν θέλομεν δαπανήσει εἰμὴ δύω ἡμέρας διὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν αὐτῶν· καὶ αὐταὶ αἱ ἡμέραι δὲν θὰ ᾖναι ἄσκοποι· διότι πολλαὶ προτάσεις καὶ πολλαὶ ἐρωτήσεις θέλουν γείνει πρὸς τοὺς ἀξιοτίμους ὑπουργοὺς, καὶ πολλαὶ πληροφορίαι θέλουν δοθῇ· αἱ δὲ πληροφορίαι καὶ αἱ συζητήσεις εἴτε ἐμβριθεῖς εἶναι αὗται εἴτε ὄχι θέλουν εἶσθαι ὠφελιμώταται καὶ θέλουν συντελέσει εἰς τὴν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου ἀσφαλεστέραν τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων ἀπόφασιν.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι· δὲν ἐπεμβαίνω εἰς τὴν οὐσίαν ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀναγνωσθῇ ἐξ ὑπαρχῆς ἢ διὰ τρίτην φορὰν, τοῦτο θέλει τὸ ἀποφασίσει βεβαίως ἡ Βουλή. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ Κ. Δεληγιώργης κατέκρινε τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, τὸν παρακαλῶ νὰ μὲ εἴπῃ, τί ἤθελε κάμει, ἐὰν ἦτο συνεχεία τῆς συνόδου καὶ ἐπρόκειτο μετὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν νὰ συζητηθῇ καὶ τρίτην. Ἐννοεῖται ὁ Πρόεδρος εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν λέγει, ὅτι πρόκειται περὶ πρώτης, δευτέρας ἢ τρίτης συζητήσεως. Πῶς θέλετε νὰ θέσω τὸ ζήτημα; Ἰδοὺ ὁ κανονισμὸς τί λέγει· «Τὰ νομοθετικὰ ἔργα τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα ἐκ τῆς λήξεως τῆς συνόδου δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην σύνοδον τῆς αὐτῆς περιόδου, καθ’ ἣν εὑρίσκονται στάσιν.» Δὲν πρέπει νὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν τί θέλει; ἐξ ὑπαρχῆς ἢ εἰς τρίτην ἀνάγνωσιν; Τί ἄλλο ἔκαμον, Κύριε Δεληγιώργη, παρὰ αὐτό;
§88ΤΙΝΕΣ. Δὲν σᾶς ἐπέπληξε κανείς.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ ἐπέπληξεν.— Ὁ κύριος Σακελλαριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§90ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, νομίζω ὅτι πάντες γνωρίζετε τὸν βίον μου. Ὑπῆρξα καὶ ἔσομαι ἀείποτε ἐναντίος τῶν ἐξαιρετικῶν μέτρων καὶ τῶν ἐξαιρετικῶν παραχωρήσεων καὶ πάσης προσωποληψίας. Κύριοι, νομίζω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Κύριος Δεληγιώργης μὲ ἠδίκησε νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ἐγὼ συγκατετέθην εἰς τὴν ἐξαίρεσιν καὶ ὅτι ζητοῦμεν νὰ ἐξαρπάσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος, τοσούτῳ μᾶλλον καθόσον ὁ Κύριος Δεληγιώργης ἐγνώρισε καὶ γνωρίζει, ὅτι ἐβάδισα καὶ βαδίζω ἐμπρὸς αὐτοῦ εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου καὶ τῆς Κωπαΐδος (γέλως ἐκ μέρους τινῶν ψιθυριζόντων, εὖγε εὖγε). Νομίζω, ὅτι ὁ Κύριος Κρεστενίτης ἐζήτησε τοῦ νὰ ταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τὸ νομοσχέδιον, ὥστε δὲν ἔχομεν ἐπὶ τούτου κἀμμίαν ἀμφιβολίαν διὰ νὰ ἐρωτήσωμεν τὴ Βουλὴν καὶ νὰ τὸ θέτωμεν ὡς ζήτημα συνειδήσεως. Δὲν πρέπει, λέγω, διὰ νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν δυνητικὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ καὶ νὰ ἐξαρπάσωμεν ἓν ζήτημα ζωτικὸν, δὲν πρέπει διὰ νὰ ὠφεληθῶμεν ἀπὸ τὴν δυνητικὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ καὶ νὰ ἀφήσωμεν περιπλέον αὐτὸ τὸ ζήτημα· πρέπει νὰ τὸ συζητήσωμεν σήμερον, διότι ἀρκετὰ ὡρίμασεν, ἀρκετὰ τὸ ἀντελήφθη ἡ κοινωνία· ἐὰν μὲν ἡττηθῶμεν, θέλομεν ἐξέλθει μὲ ἀναπεπαυμένην τὴν συνείδησιν, ἐὰν δὲ νικήσωμεν, πάλιν θέλομεν ἐξέλθει τοιοῦτοι, τὸ νὰ παρατείνωμεν δὲ τὸ ζήτημα ἐπ’ ἀόριστον ἐγὼ δὲν τὸ βλέπω ὠφέλιμον διὰ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος, διότι, Κύριε Δεληγιώργη, ἔχω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι δὶς ἀνεγνώσθη τὸ νομοσχέδιον καὶ προεκλήθητε νὰ φέρετε τὸν λόγον καὶ δὲν ἠθελήσατε, ἀπεναντίας μάλιστα, ὅτε ἐγὼ ἠθέλησα νὰ φέρω τὸν λόγον εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ὑμεῖς καὶ οἱ φίλοι πάντες μὲ ἐμποδίσατε. Ἐπίσης ἐν ᾧ ἐπανελήφθη τοσάκις τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, ἡμεῖς. Κύριε Δεληγιώργη, δὲν προεφέρατε οὐδὲ γρὺ εἰς τὴν ζωτικὴν ταύτην διὰ τὸ ἔθνος ὑπόθεσιν· ὥστε, ὅταν εἴχατε τοσοῦτον ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα, ἔπρεπε νὰ τὰ ῥίψητε εἰς τὴν κοινωνίαν διὰ νὰ ὡριμάσουν, νὰ τὰ ὑποστηρίξετε καὶ νὰ τὰ ἐφαρμόσετε· τὸ νὰ λέγωμεν δὲ σήμερον, ὅτι δὲν ἐπείσθημεν, δὲν ὡρίμασεν εἰσέτι τὸ ζήτημα, δὲν ἐφωτίσθημεν, αὐτὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ, καὶ εἶναι ἐντροπὴ πλέον νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὰ τοιαῦτα.
§91ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετὰ, Κύριε Πρόεδρε.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§93ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔλαβον τὸν λόγον, Κύριοι, διὰ νὰ ἀντιτείνω ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ νὰ συζητήσῃ διὰ τὴν πρώτην ἢ τρίτην συζήτησιν, λαμβάνω τὸν λόγον διὰ νὰ σαφηνίσω τὰς ἰδέας, αἵτινες ἐῤῥέθησαν. Κατὰ τὴν ταπεινήν μου ἰδέαν, νομίζω, ὅτι ὁ Πρόεδρος ἤθελε παραβιάσει τὰ καθήκοντά του, ἂν δὲν ἔθετε τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτοῦ. Ὁ Πρόεδρος δὲν ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ τί θέλει ἡ Βουλὴ νὰ κάμῃ, ἂν θέλῃ νὰ θεωρήσῃ τὴν συζήτησιν ὡς τρίτην ἢ ἂν θέλῃ νὰ τὴν θεωρήσῃ ὡς πρώτην. Τὸ «δύναται» τοῦ κανονισμοῦ εἶναι βεβαίως δυνητικὸν καὶ ὄχι ὑποχρεωτικὸν, νομίζω ἐγὼ κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ὅτι ἐτέθη, διότι ἀπὸ τὴν λῆξιν τῆς μιᾶς συνόδου μέχρι τῆς ἄλλης συνόδου τῆς Βουλῆς ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἓν χρονικὸν διάστημα μέγα 6 ἕως 8 μηνῶν καὶ τότε ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ τις δὲν ἐνθυμοῦμαι τὶ ἀνεγνώσθη τότε, ἀλλὰ σήμερον εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, τοῦ ὁποίου χθὲς ἀκόμη ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἦτον ἡ δευτέρα συζήτησις, δὲν ὑπάρχει αὐτὸς ὁ λόγος, οὐδὲ ὁ λόγος, ὅτι δὲν ἐσυζητήθη καὶ δὲν ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα εἰς τὰς προηγηθείσας ἀναγνώσεις ἔχει ὑπόστασιν, διότι ποῖος παρεμπόδισε τὴν συζήτησιν εἰς τὰς προτέρας ἀναγνώσεις; ποῖος ἐμποδίσθη νὰ εἴπῃ ὅ,τι ἤθελε νὰ εἴπῃ; ποῖος ἐμπόδισε νὰ μὴ γίνῃ ἡ ἀνάγνωσις τοῦ νομοσχεδίου; καὶ ποῖοι ἀπέβλεπον, κατὰ τὴν γνώμην μου, πάντοτε νὰ ἐμποδίσουν τὴν συζήτησιν ἃ μὴ ἀφήσουν νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις; καὶ ἐνθυμεῖσθε τὰ διατρέξαντα. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, τοῦτο τὸ ζήτημα δὲν εἶναι ἀμφισβητήσιμον.
§94ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν πρώτην σύνοδον νομίζετε, ὅτι εἶσθε ἢ εἰς τὴν ἔκτακτον;
§95ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶμαι εἰς τὴν ἔκτακτον σύνοδον, καὶ ἐπειδὴ ἡ ἔκτακτος σύνοδος ἀπὸ τὴν πρώτην εἴτε ἀπὸ τὴν τακτικὴν δὲν χωρίζεται τόσον πολὺ, λυποῦμαι δὲ νὰ ὑποθέσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἀθηνῶν ἐλησμόνησεν ὅ,τι ἔλαβε χώραν ἐν αὐτῇ, διὰ τοῦτο νομίζω περιττὸν νὰ ἀπασχολήσω τὴν Βουλὴν ἔτι περισσότερον. Εἶμαι λοιπὸν εἰς τὴν πρώτην ἔκτακτον σύνοδον, διότι συγχέονται καὶ αἱ δύω καὶ δὲν ὑπάρχει κἀμμία διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν, διότι τὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον χωρίζει τὴν πρώτην τακτικὴν σύνοδον ἀπὸ τὴν πρώτην ἔκτακτον εἶναι τόσον μικρὸν, ὥστε ταυτίζονται. Λέγω ἑπομένως, ὅτι δὲν βλέπω τὴν αἰτίαν δι’ ἣν πρέπει αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ν’ ἀναβληθῇ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ διὰ τὴν πρώτην φορὰν σήμερον, διὰ τὴν δευτέραν φορὰν αὔριον καὶ τὴν τετάρτην νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ εὐρέως· κατ’ ἐμὲ, ἐλπίζω, ὅτι σήμερον θέλουσι συμφωνήσει οἱ ἀντιτείνοντες νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ ἐὰν φθάσωμεν εἰς ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦν σκέψιν, τότε κατὰ πᾶσαν περίστασιν δύναται νὰ προταθῇ ἡ ἀναβολή· ἀπόκειται εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ν’ ἀποφανθῇ περὶ τούτου· ἐὰν δὲ ὁ Κ. ὑπουργὸς συναινῇ, ὅτι εἰς τὰς τρεῖς ἡμέρας εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῶσιν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἠδυνήθησαν εἰς τὰ τρία χρόνια, δὲν ἔχω κἀμμίαν ἀντίθεσιν.
§96ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, οὐδεὶς ἐκ τῶν προαγορευσάντων καὶ ὑποστηριξάντων τὸν Κ. Δημητριάδην ἐνόησε ποτὲ νὰ μεμφθῇ τὸν Κ. Πρόεδρον, διότι ἔφερε τὸ ζήτημα τοῦτο, ἀλλ’ ἠθέλησε νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ἑξῆς, ὅτι ὁ γενικὸς κανὼν εἶναι, ὅτι ἕκαστον νομοσχέδιον εἰσαγόμενον εἰς τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς 3 συνεδριάσεις διαφόρους· ὁ κανονισμὸς ἔφερε μίαν ἐξαίρεσιν καὶ ἡ ἐξαίρεσις αὐτὴ εἶναι, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἐπανέλθῃ καὶ ἐπαναλάβῃ τὴν συζήτησιν ἀντικειμένου τινὸς εἰς τὸ σημεῖον ὅπου τὸ ἄφησε κατὰ τὴν προηγουμένην σύνοδον· ἀλλὰ τώρα τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶναι ἐξ ἐκείνων, ἐξ ὧν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει νὰ φέρῃ κἀμμίαν συζήτησιν; ὅλοι φρονοῦμεν, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι πολὺ σπουδαῖον, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ ἐμβριθῶς, πρέπει νὰ φέρωμεν ὅλας τὰς παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ἕκαστος ἔχει νὰ φέρῃ, καὶ συγχρόνως νὰ τὸ συζητήσωμεν μὲ ἄκραν ἀμεροληψίαν καὶ ἄνεσιν. Ἀφοῦ λοιπὸν παρεδέχθη ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν ταύτην, πρέπει νὰ δοθῇ καὶ ὁ ἀναγκαῖος χρόνος, ὅπως δυνηθῇ ἕκαστος νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις του· τὸ ἀντικείμενον χρήζει μελέτης ἐμβριθοῦς καὶ ἔχομεν ἀνάγκην ἀναβολῆς, καὶ σᾶς εἴπομεν, ὅτι δὲν ἔχομεν σκοπὸν νὰ ἀποφύγωμεν τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ δοθῇ ὁ ἀναγκαῖος καιρὸς διὰ νὰ σκεφθῶμεν· δὲν ἐγνωρίζαμεν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἤθελε προκαλέσει μίαν ἔκτακτον σύνοδον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐπῆλθε μία ἔκτακτος σύνοδος καὶ προετάχθη τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος· ἠδυνάμεθα ἡμεῖς νὰ προβλέπωμεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ μία ἔκτακτος σύνοδος καὶ νὰ ἤμεθα προπαρεσκευασμένοι; ἄλλως τε, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Δεληγιώργης, ὅτι διὰ τῶν δύω ἀναγνώσεων ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἀτόπων, τὰ ὁποῖα ἤθελομεν προλάβει, θέλομεν προλάβει καὶ τοῦτο, τὸ νὰ μὴ καθιερώσωμεν μίαν διάταξιν, τὴν ὁποίαν δὲν θὰ δυνάμεθα κατόπιν νὰ διορθώσωμεν, διότι δὲν ὑπάρχει Γερουσία διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἐπανόρθωσιν, ἀλλὰ μόνη ἡ Βουλὴ συζητεῖ ἐπὶ ἑκάστου ἀντικειμένου· ἑπομένως ἔχομεν ἀνάγκην νὰ μελετήσωμεν καὶ νὰ γνωρίσωμεν τὴν τροπολογίαν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ ὅ,τι σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Χατζῖσκος φέρων ὑποτροπολογίαν· ὅλα αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα πρέπει νὰ τὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, νὰ τὰ συμβιβάσωμεν καὶ νὰ φέρωμεν τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας εἶναι ἀνάγκη νὰ φέρωμεν. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ἐπὶ τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ἀντικειμένου νὰ τεθῇ οὔτε κἂν ζήτημα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ διέλθῃ καὶ ὑπαχθῇ εἰς τὴν γενικὴν κατηγορίαν καὶ νὰ συζητηθῇ εἰς τρεῖς ἡμέρας, διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἡ διάταξις εἶναι δυνητικὴ καὶ ὅλα τὰ νομοσχέδια πρέπει ν’ ἀκολουθοῦν τὸν γενικὸν κανόνα, τὸν ὁποῖον διαγράφει τὸ Σύνταγμα πολὺ δὲ μᾶλλον δὲν δύναται νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι δὲν δύναται ν’ ἀκολουθήσῃ τὸν κανόνα αὐτὸν τὸ ἀντικείμενον τῆς Κωπαΐδος τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν σπουδαῖον· νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἤθελε πράξει ἔργον φρονήσεως, ἐὰν ἤθελε παραδεχθῇ τὴν τριπλῆν συζήτησιν διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον. Δὲν θέλομεν νὰ φέρωμεν προσκόμματα εἰς τὴν συζήτησιν· ὅλοι εἴπομεν, ὅτι οὐδεὶς ἔχει σκοπὸν νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου· καθόσον ἀφορᾷ τοῦτο, δὲν θὰ φέρωμεν κἀνὲν πρόσκομμα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου, θέλομεν ὅμως καὶ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅπως ὅλα τὰ νομοσχέδια κατὰ γενικὸν κανόνα, νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδὸν, ἣν διαγράφει τὸ Σύνταγμα.
§97ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἤμουν ὁ πρῶτος, ὁ ὁποῖος εἶπεν ὅτι εἶναι καλὸν νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν τρίτην συζήτησιν ὡς συνέχειαν καὶ εἶχον ὡς λόγον τὸ ἀξίωμα τὸ ὁποῖον λέγει· «Τὸ δι’ ὀλίγου γιγνόμενον μάτην διὰ πολλοῦ». Ὁ Κ. Δεληγεώργης εἰς τὴν ὁμιλίαν του παρεισέφρησε πολλοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν ἐξετασθῶσι καλῶς, δὲν ἐννοῶ ὅτι μὲ προσβάλουν, εἶναι ὀλίγον ἐνοχλητικοί· εἶπεν «ὅτι εἶναι ἐντροπὴ εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπιταχύνῃ τὴν συζήτησιν»· ἕκαστος κατὰ συνείδησιν πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ· ἐγὼ ἀπ’ ἀρχῆς αὐτὴν τὴ ἰδέαν εἶχον· νομίζω, ὅτι ἑκάστου τὴν συνείδησιν δὲν τὴν γνωρίζει εἰμὴ μόνος ὁ Θεός. Μετὰ ταῦτα τὶ εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, ἠθέλησε δι’ ἰσχυρῶν λόγων νὰ ζητήσῃ τὴν ἐξ ἀρχῆς ἀνάγνωσιν, λέγων «ποῖος ἐξ ἡμῶν γνωρίζει τὰ μηχανικὰ ἔργα, ποῖος ἀπὸ ἡμᾶς εἶναι γεωργὸς εὐρωπαῖος, ἐπιστήμων, διὰ νὰ ἔχῃ τοιαύτας γνώσεις καὶ νὰ μᾶς φωτίσῃ»; Ἐὰν τῳόντι περιμένωμεν ἡμεῖς νὰ σπουδάσωμεν τὴν ἐπιστήμην τὴν μηχανικὴν, νὰ σπουδάσωμεν τὴν γεωργικὴν ἐπιστήμην τῆς εὐρώπης, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ μᾶς ἐπαρκέσῃ ὅλος ὁ καιρὸς τῆς περιόδου· ὡς ἄνθρωποι ὅμως ἔχοντες μερικὰς γνώσεις καὶ ὡς κτηματίαι, ἕκαστος ἐδυνήθη καὶ εἶχεν ἀρκετὸν καιρὸν καθ’ ὃν ἠδύνατο νὰ σπουδάσῃ τὸ νομοσχέδιον, νὰ σπουδάσῃ τὴν σύμβασιν αὐτήν· εἴδαμεν τὴν γνώμην τὴν πολυσέλιδον τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξηγεῖ ὀλίγα πράγματα, εἴδομεν τὰς ἐκθέσεις τοῦ μηχανικοῦ Κ. Παπαγεωργίου καὶ τῶν ἄλλων, τὰς σκέψεις τοῦ Σωβάζ, καὶ ἐνθυμεῖσθε ὅτι κατὰ τὰ 1848 ὁ Κωλέττης ἐνήργησε ὅπως συστηθῇ ἑταιρία, ἥτις πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον ἔπεμψεν ἐνταῦθα τὸν κ. Sauvage, καὶ ἥτις ἂν δὲν ἐχρεωκόπει, ἴσως ἡ Κωπαΐς ἤθελεν εἶναι σήμερον ἀποξηραμένη. Εἶναι λοιπὸν ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον καθεὶς ἐξ ἡμῶν τὸ ἐσπούδασε καὶ ὅσας ἡμέρας καὶ ἂν ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, δὲν θὰ λάβωμεν περισσοτέραν γνῶσιν αὐτοῦ. Ἐγὼ, Κύριοι, ποτὲ εἰς κανὲν νομοσχέδιον, οἱονδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, δὲν μὲ εἴδατε ν’ ἀλλάξω γνώμην· πάντοτε θὰ μὲ ἰδῆτε ὅτι ἔχω τὴν αὐτὴν ἀρχὴν ὅτι «τὸ δι’ ὀλίγου γιγνόμενον μάτην διὰ πολλοῦ»· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή μου· νομίζω, ὅτι τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν εἶναι γνωστόν. Λοιπὸν τὴν συνέχειαν πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν· ὁ χρόνος τῆς συζητήσεως δὲν περιορίζεται, ἕκαστος εἶναι ἐλεύθερος νὰ ζητήσῃ καὶ λάβῃ τὸν λόγον, ὅπως φωτίσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ὅ,τι νομίζει πρέπον.
§98ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ λάβω τὸν λόγο ἐὰν δὲν ἔκαμνον ὀλίγας παρατηρήσεις εἰς τὸν Κ. Λομβάρδον καθόσον ἀφορᾷ τὸ θέμα τοῦ χρόνου, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐτελείωσεν ἡ σύνοδος καὶ λέγει, ὅτι εἶναι περιττὸν ν’ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν πρώτην συζήτησιν, ἀλλὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀπὸ τὴ τρίτην καὶ εἰς αὐτὴν μόνην νὰ περιορισθῶμεν. Ἐπειδὴ τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶναι τοσοῦτον σπουδαῖον, ὥστε προὐκάλεσεν ὁμοῦ μετὰ τοῦ ζητήματος τοῦ Λαυρίου ἔκτακτον σύνοδον, βεβαίως, καὶ ἂν ὁ κανονισμὸς ἔλεγεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν τρίτην συζήτησιν, ἡμεῖς ἠθέλαμεν ὑποστηρίξει λόγω ἐξαιρέσεως ν’ ἀρχήσωμεν ἀπὸ τὴν πρώτην συζήτησιν ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου, διότι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναπτυχθῶσι πολλὰ ζωτικὰ καὶ γεωπονικὰ καὶ μηχανικά, τὰ ὁποῖα βεβαίως δὲν πρόκειται νὰ τὰ σπουδάσωμεν ἐδῶ, ἀλλ’ ἐκ τῶν πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔχει ἡ Κυβέρνησις, θὰ δυνηθῶμεν νὰ σχηματίσωμεν πλήρη πεποίθησιν, ὅπως ἡ ἀπόφασίς μας ἐκφερθῇ μὲ συνείδησιν· ὥστε φρονῶ, ὅτι εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ὀφείλομεν κατὰ καθῆκον νὰ βαδίσωμεν τὸν γενικὸν κανόνα, καὶ διὰ τοῦτο ὁ πρόεδρος δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσῃ τὴν Βουλὴν, ἂν θέλῃ νὰ συζητήσῃ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ἅπαξ, δηλαδὴ διὰ τελευταίαν φορὰν ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης τὸ νομοσχέδιον, διότι ὤφειλε νὰ ἀκολουθήσῃ τὸν γενικὸν κανόνα καίτοι τοῦ κανονισμοῦ μὴ λέγοντος ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀπὸ τὴν τρίτην συζήτησιν. Ἠδυνάμεθα μάλιστα κατ’ ἐξαίρεσιν νὰ ζητήσωμεν ὅπως συζητήσωμεν αὐτὸ πάλιν ἐκ νέου, διότι κατὰ τὰς παρελθούσας συζητήσεις ἀνεγνώσθη ἐπιπολαίως καὶ δὲν ἐγένετο καμμία συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ, ἐνῷ τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἶναι πολλὰ σπουδαῖον, καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ τρεῖς φορὰς, καθότι ἀφορᾷ πολλῶν ἑκατομμυρίων τοῦ ἔθνους περιουσίαν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ δυνηθῶμεν ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου χωρὶς νὰ παρεισδύσῃ κανὲν λάθος, ὅπως ἐκφέρωμεν μίαν ἀπόφασιν ἀξίαν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος.
§99Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀποζημιώσεως τῆς Κωπαΐδος, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ ὀπαδὸς τῆς ἐπισπεύσεως ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ὁ Κ. Κρεστενίτης εἶπεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶχε φωτισθῆ ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Κ. Σωβὰζ, τοῦ Κ. Παπαγεωργίου, τῆς ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε κλ. Τῇ ἀληθείᾳ ἐγὼ ὁμολογῶ, ὅτι ὄχι μόνον δὲν ἐφωτίσθην, ἀλλὰ μᾶλλον ἐσκοτίσθην (Θόρυβος). Ἀπεναντίας ἐκ τῶν ἐκθέσεων αὐτῶν ἔλαβον τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω, καὶ θὰ ἐρωτήσω τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ μοὶ δώσῃ πληροφορίας τινὰς, διότι αἱ πληροφορίαι αὗται ἔχουσι σχέσιν μὲ τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος· ποῖος εἶναι ὁ πληθυσμὸς τῶν πέριξ κατοίκων τῆς Κωπαΐδος, καθόσον ὁ Κ. Σωβὰζ λέγει, ὅτι κατοικοῦσιν 600 οἰκογένειαι, ἐνῷ κατὰ τὴν τελευταίαν καταγραφὴν ὁ πληθυσμὸς εἶναι 3,000, καὶ ὁ πληθυσμὸς ἔχει σχέσιν πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν. Μέμφομαι τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἐπὶ τοιούτου ἀντικειμένου ἐπίσημον ἔκθεσιν, δὲν ἔφερεν, οὔτε ἰδίαν γνώμην, ἀλλ’ ἐστηρίχθη ἐπὶ ἐκθέσεων, αἱ ὁποῖαι εἶναι ὅλως ἀντιφατικαί. Δι’ αὐτὸ, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι κατ’ αὐτὰς πολλὰς πληροφορίας ὀφείλει νὰ δώσῃ ἡ Κυβέρνησις πρὸς διασάφησιν τοῦ ἀντικειμένου.
§100ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τοῦ κανονισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει νὰ φέρῃ κἀμμίαν παρατήρησιν προκειμένου μάλιστα περὶ τῶν ἐσωτερικῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἔχει δὲ πλήρη τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ ἀναλογισθῇ, ὅτι ἡ ἔκτακτος Σύνοδος συνεκλήθη πρὸς ἀποπεράτωσιν τῶν ἀντικειμένων ἐκείνων τῆς Κωπαΐδος καὶ τοῦ Λαυρίου, καὶ δεύτερον, διότι πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἡ Σύνοδος διεκόπη καὶ ἂν εἴχομεν ὀλίγας ἡμέρας εἰσέτι, ἠθέλαμεν συζητήσει καὶ αὐτὰ τὰ ζητήματα. Πολλοὶ λαλοῦντες, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἐκ νέου τὴν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἠρύοντο ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴν οὐσίαν· ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν οὐσίαν, θέλω τοὺς καταδείξει ὅτι ὅσαι πληροφορίαι εἶναι ἀναγκαῖαι πρὸς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, αὐτὰς τὰς ἔχει βεβαίως ἡ Κυβέρνησις· βεβαίως δὲν δύνασθε νὰ μᾶς ζητήσητε μετεωρολογικὰ σχέδια· ἐσθὲ βέβαιοι, ὅτι ὅσα ἔχουν σχέσιν μὲ τὸν νόμον, μὲ τὴν συνθήκην δι’ ὅλα αὐτὰ, ὅταν προχωρήσωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον ἀνάπτυξιν, θέλομεν τὰ παρουσιάσει.
§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Δὲν ἤθελα λάβει τὸν λόγον, ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Κ. Δεληγιώργης εἶπεν, ὅτι ἔγκειται καὶ εἰς τὴν τιμὴν τῆς Βουλῆς ἡ ἀναβολή. Δὲν ἠμποροῦμεν παρὰ ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν ἰδέαν αὐτὴν τοῦ Κ. Δεληγιώργη, διότι καμμία ἐπίσπευσις δὲν ὑπάρχει ἀπὸ μέρους τῆς Βουλῆς καὶ μάλιστα τὸν βεβαιοῦμεν ὅτι πρὸς συμπλήρωσιν αὐτῆς τῆς ἰδέας ἐὰν ἐπρόκειτο διὰ τοῦ χρόνου νὰ προέλθῃ μεγαλειτέρα τιμὴ εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν ὁ Κ. Δεληγιώργης προτείνῃ τρεῖς ἡμέρας, ἐγὼ προτείνω τρεῖς μῆνας. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, πρόκειται περὶ τοῦ ἐὰν ἐφωτίσθημεν ἐπὶ τοσοῦτον χρόνον ἢ ὄχι. Καὶ τί νομίζετε, ὅτι ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν ὡς πρὸς τὰ ἐπιστημονικὰ ἢ γεωπονικά; ἀναγινώσκοντες τὰς ἐκθέσεις καὶ βασανίζοντες αὐτὰς ἕκαστος μὲ τὰς ἰδέας καὶ τὰς κρίσεις του, γνωρίζομεν τὴν καλλιέργειαν μὲ τὴν Ἑλληνικὴν συνήθειαν καὶ ὄχι τὴν Εὐρωπαϊκήν. Λαβόντες καὶ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας τί ὑπολείπεται ν’ ἀκούσωμεν; ὑπολείπεται ἡ ἰδέα, ἡ πεποίθησις ἑνὸς ἑκάστου τῶν ΚΚ. βουλευτῶν, διότι ἡ Βουλὴ ἔχει εὐτυχῶς ἄτομα καὶ νομικὰ καὶ οἰκονομολογικὰ καὶ ἐπιστημονικὰ τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν συζήτησιν θέλουν μᾶς φωτίσει. Τώρα, ἐὰν παραβαίνωμεν τὸν κανονισμὸν, τὸ Σύνταγμα, μὴ συζητοῦντες καὶ ἐπαναλαμβάνοντες τὴν ἀνάγνωσιν τρὶς, ἐξετάσατέ το σεῖς οἱ νομικοί. Ἀλλὰ τί ἔχει νὰ κάμῃ ἡ τιμὴ τῆς Βουλῆς; Εἶσθε σεῖς πλέον θιασῶται τῆς πατρίδος ἀπὸ ἡμᾶς; Ἐγὼ δὲν τὸ παραδέχομαι· ἡ τιμὴ τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει ν’ ἀναμιγνύεται, διότι εἶναι καθαρά. Λοιπὸν δὲν ἐννοῶ, ἃ θὰ ὠφελήσουν οἱ ἐπισπεύδοντες ἢ ἐὰν θὰ φωτισθῶσιν οἱ ζητοῦντες τὴν παράτασιν, διότι οὔτε τὴν γεωμετρίαν θὰ μάθετε, οὔτε τὴν γεωπονίαν, οὔτε τὴν ὑδραυλικὴν, ἀλλὰ θὰ παραδεχθῶμεν τὰς γνώμας τοῦ περιφήμου ἐκείνου Σωβὰζ καὶ τῶν καλῶν μηχανικῶν μας, εἰς τοὺς ὁποίους ἐνεπιστεύθημεν καὶ οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὰς ἐκθέσεις των. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀρχίσωμεν, καὶ δὲν λέγω σήμερον, διότι ὁ Κ. Ὑπουργὸς ἔπρεπε νὰ μᾶς φέρῃ τὰ σχέδια τοῦ Κ. Σωβὰζ ἐπὶ τῶν ὁποίων εἶναι κεχαραγμένα ὅλα τὰ μηχανικὰ ἔργα καὶ νὰ μᾶς τὰ ἐξηγήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου διὰ νὰ φωτισθῶμεν καὶ κατόπιν νὰ εἴπῃ τί λέγει ὁ εἷς καὶ ὁ ἄλλος.
§102ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐτὸ τὸ ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς.
§103Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα, κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι ἁπλούστατον, δὲν χρειάζεται, νομίζω, μεγάλη φιλοσοφία ν’ ἀναγνώσῃ τις τρεῖς λέξεις. Λέγει ἐδῶ· «τὰ νομοθετικὰ ἔργα τὰ ἀρξάμενα καὶ διακοπέντα πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου...» αὐτὸ «τὸ δύναται» τί σημαίνει; δύνανται νὰ ἐπαναληφθῶσιν, ἀλλὰ δὲν ὑποθέτει, ὅτι δὲν δύνανται ν’ ἀρχίσουν καὶ ἀπὸ μίαν ἄλλην σειράν. Λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξουσία· νομίζομεν ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἀπὸ τὴν τρίτην συζήτησιν; ἡ Βουλὴ ἔχει τὸ δικαίωμα· νομίζομεν, ὅτι πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὴν πρώτην; ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Θέλετε νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου; Νομίζω ὅτι ἐὰν δὲν ἤθελε μὲ διαφύγει τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅτα ὁ κανονισμὸς συνεζητεῖτο, βεβαίως ἤθελον ἀποκρούσει αὐτὴν τὴν διάταξιν, διότι φαίνεται ὅτι εἶναι ἐναντία εἰς τὴν λογικήν. Μὴ λαμβάνετε διόλου τὴν ἔκτακτον Σύνοδον ἀλλὰ τὴν τακτικήν· ὑποθέσατε ὅτι συζητοῦμεν δύο ζητήματα τὸν Ἰανουάριον, λήγει ἡ Σύνοδος καὶ ἔρχεται ἡ δευτέρα τὸν Σεπτέμβριον· λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν εἰς τρίτην συζήτησιν ὅσα ἔργα διεκόπησαν τότε; νομίζω, πῶς δὲν εἶναι λογικόν. Ὁμιλῶ λοιπὸν γενικῶς τώρα καὶ λέγω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι σωστὴ καὶ ὅτι ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος εἶχε μίαν διάνοιαν εἰς τὸ κεφάλι του καὶ εἶπε νὰ γίνουν τρεῖς συζητήσεις εἰς διαφόρους ἡμέρας. Καὶ μὴ βλέπετε ὅτι ἦλθε μία συνήθεια σήμερον καὶ οὐδετέρωσε τὴν πρόθεσιν τοῦ νομοθέτου· ὁ νομοθέτης ἤθελε τὴν πρώτην ἡμέραν ν’ ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, νὰ ἀνταλλαχθῶσιν αἱ ἰδέαι καὶ εἰς τὴν δευτέραν νὰ συμπληρωθῶσι καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἀκόμη ἄλλη ἔλλειψις νὰ συμπληρωθῇ εἰς τὴν τρίτην, ὥστε νὰ γίνῃ τέλειον τὸ ἔργον. Δὲν θὰ εἰπῇ λοιπὸν ὅτι, ἐπειδὴ ἔγεινε μία κατάχρησις πρέπει νὰ τὴν κάμωμεν καὶ κανόνα. Λέγω λοιπὸν, ὅτι κατ’ ἀρχὴν ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου καὶ ὁμολογῶ ὅτι μοῦ διέφυγε διόλου τὴν προσοχὴν, ὅταν ὁ κανονισμὸς συνεζητήθη. Ὡς πρὸς τὸ προκείμενον ζήτημα ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐλθὼν εἰς τὸ βῆμα εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν ἐνέχεται καὶ καλῶς ἔπραξε εἰπὼν ὅτι πρέπει νὰ τὸ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Τὸ ζήτημα λοιπὸν κατέστη ὅλως τοῦ κανονισμοῦ καὶ πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς λογικῆς καὶ τοῦ δικαίου. Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν; Τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος, καὶ ἀληθῶς εἶναι ἓν ἐκ τῶν μεγαλειτέρων ὑδραυλικῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἐπεχειρίσθησαν εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅταν ἄλλοτε ἔγεινεν ἡ συζήτησις αὕτη εἰς τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, ὅτι ἐγὼ ἤμην ὑπὲρ αὐτῆς, καὶ ἠξεύρετε διατί; ἐπειδὴ ἴσια ἴσια τὸ ζήτημα συνδέεται μὲ τὴν ἐπιστήμην, μὲ τόσα τεχνικὰ ἔργα καὶ συμφέροντα καὶ ὑπὸ τὴν πολιτικὴν καὶ δικαστικὴν ἔποψιν, καὶ παρίσταται σήμερον μία ἑταιρία, ἥτις ζητεῖ τὴν Κωπαΐδα, τί λέγετε σεῖς οἱ θέλοντες νὰ δοθῇ ἡ Κωπαΐς; θέλετε νὰ προέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς μίαν ἀπόφασιν χωρὶς προηγουμένως νὰ ἐξαντλήσῃ ὅλα τὰ μέσα διὰ τῶν ὁποίων θὰ καταστήσῃ τὸ ὠφέλιμον τῆς παραδόσεως τῆς Κωπαΐδος; Τί θέλετε, σεῖς, οἱ ὁποῖοι λέγετε ὄχι νὰ μὴ δοθῇ ἡ Κωπαΐς; θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προέλθῃ εἰς μίαν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν ἀπερίσκεπτον; καὶ νὰ εἴπῃ ὄχι εἰς ἓν ἔργον, τὸ ὁποῖον πρώτην φορὰν παρίσταται εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ἡ τιμὴ λοιπὸν τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖ, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀπόφασίς τις, νὰ προέλθῃ ὡρίμως ἀπὸ μίαν μελέτην σπουδαίαν καὶ σοβαράν. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τοῦτο δὲν πρέπει νὰ τὸ παραλείψωμεν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, εἶμαι ἕτοιμος, ἔλαβον ὅλας τὰς πληροφορίας ὅσαι ἦσαν ἀναγκαῖαι, ὅσα πράγματα ἐδύναντο νὰ συντελέσωσιν εἰς τὸ νὰ σχηματίσω τὴν πεποίθησίν μου, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ ἀρχίσω τὴν συζήτησιν καὶ τώρα· πλὴν, ἐὰν ἄλλος τις δὲν ᾖναι ἕτοιμος νομίζω, πως εἶναι δίκαιον νὰ δώσωμεν 24 ὡρῶν προθεσμίαν καὶ ἀρχίσωμεν τὴν πρώτην συζήτησιν ἀπὸ τοῦδε· ἢ νομίζετε, ὅτι ἐὰν ἔχῃ τις πρόθεσιν νὰ παρατείνῃ τὴν συζήτησιν ἐπὶ τρεῖς καὶ τέσσαρας ἡμέρας, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ κατορθώσῃ; Ἐπειδὴ λοιπὸν τὸ ζήτημα δὲν ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα, καὶ δὲν ἔχει σχέσιν παρὰ μὲ τὴν λογικὴν καὶ μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς, ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν πειράζει τίποτε, ἐὰν σήμερον γίνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, διότι τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς, διότι ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι δύναται. Ἤθελα μάλιστα, Κύριοι, τοῦτο δι’ ἕνα ἄλλον λόγον ἀκόμη· ὑπάρχει ἓν πλῆθος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐννοήσουν τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ἔποψιν καί τοι μὴ ἐπιστήμονες, οἱ ὁποῖοι, ἐὰν κρούσῃς τὴν θύραν εἰσέρχονται, διότι ὁ Θεὸς ἔδωκε πολὺ πνεῦμα εἰς αὐτούς. Ἐπεθύμουν λοιπὸν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὔριον ἢ ἀπόψε νὰ στείλῃ εἰς τὸν Κ. πρόεδρον ὅλα τὰ πρωτότυπα σχέδια, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν· δὲν ἔχετε τὴν περιέργειαν νὰ τὰ ἴδητε;
§104ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ τὰ τυπώσῃ.
§105ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τυποῦνται αὐτά.
§106ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ λιθογραφηθῶσι.
§107ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἰς τὸ Παρίσι ἂν ἀγαπᾶτε.
§108ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἂς ᾖναι καὶ εἰς τὴν Λόνδρα.
§109ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὸ ὑπόμνημα τοὐλάχιστον.
§110ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ φιλονεικήσω πρὸς οὐδένα τί θέλει ἢ τί ἐπιθυμεῖ· ἕκαστος εἶναι κύριος νὰ εἴπῃ τὴν ἰδέαν του, καθὼς καὶ ἐγὼ λέγω τὴν ἐδικήν μου. Λέγω, λοιπὸν, κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ ἔχετε αὐτὴν τὴν περιέργειαν, καὶ διότι ἀκόμη πιστεύω, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν ἐθνικὴν ὑπερηφάνειαν, διότι θὰ μάθετε, ὅτι τὰ ἔργα διὰ τὰ ὁποῖα ἡ Εὐρώπη σήμερον θαυμάζεται εἶναι ἔργα τῶν προγόνων σας. Ἐπειδὴ λοιπὸν, Κύριοι, τὸ ζήτημα χαρακτῆρα πολιτικὸν δὲν ἔχει, ἀλλ’ ἀνήκει ὅλως διόλου εἰς τὴν διάθεσιν τῆς Βουλῆς, δύνασθε νὰ τὸ ἀποφασίσητε, καὶ νὰ εἴπητε σήμερον νὰ γείνῃ ἡ πρώτη ἀνάγνωσις, αὔριον ἡ δευτέρα καὶ ὁ ὑπουργὸς νὰ φέρῃ τὰ σχέδια, καὶ ἡ τρίτη μεθαύριον. Πρακτικὸν ἀποτέλεσμα ὅ,τι καὶ ἂν κάμητε δὲν εἶναι· ὅστις δὲν ἔμαθεν ἕως τώρα, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μάθῃ εἰς τὸ μέλλον· ὅστις ὅμως δὲν ἔλαβε μίαν πληροφορίαν, δὲν ἕπεται, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν λάβῃ αὔριον.
§111ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς γίνῃ Κ. πρόεδρε ἡ πρώτη ἀνάγνωσις.
§112ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἂν θὰ γίνῃ ἡ πρώτη ἢ ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις, δὲν ἔχει καμμίαν ἀντίῤῥησιν.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον. «Ἄρθρον 1. Ἡ παραχώρησις τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης καὶ τῶν γαιῶν τῶν περιλαμβανομένων ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου τῶν τακτικῶν πλημμυρῶν, ἡ γενομένη ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Sarragin de Momfferrier ἢ τοὺς δικαιούχους αὐτοῦ, καὶ ἡ συνημμένη ἐκ δεκατεσσάρων ἄρθρων σύμβασις, ἥτις ἐπὶ τούτῳ συνωμολογήθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ μνησθέντος ἐργολάβου, ἐπικυροῦνται.»
§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι τὸ σπουδαιότερον ζήτημα εἰς τὴν ὑπόθεσιν τῆς Κωπαΐδος εἶναι ἡ γνῶσις, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ νομοθετικὸν σῶμα περὶ τῆς ἐκτάσεως τῶν γαιῶν, τὰς ὁποίας ἡ ἀποξήρανσις θέλει παραδώσει εἰς τὴν καλλιέργειαν διότι ἐκ τῆς ἐκτάσεως ταύτης ἐξαρτᾶται ἡ ὠφέλεια τοῦ ἐργολάβου, ὅστις θέλει ἀναδεχθῆ τὴν ἀποξήρανσιν, καὶ ἡ ὠφέλεια τοῦ Κράτους, τὸ ὁποῖον παραδίδει εἰς αὐτὸν τὴν ἐργολαβίαν τῆς Κωπαΐδος. Εἶναι προσέτι σπουδαιότατον ζήτημα τὸ ζήτημα τῶν δαπανῶν, τὰς ὁποίας θέλει κάμει ὁ ἀναδειχθησόμενος τὴν ἀποξήρανσιν ἐργολάβος· διότι ἐκ τῶν ἐξόδων τούτων ἐξαρτᾶται ἡ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν ὁ ἐργολάβος θέλει παραγάγει ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως, καὶ εἶναι ὁ σπουδαιότερος ὁδηγὸς, ὅστις πρέπει νὰ ὁδηγήσῃ τὸ νομοθετικὸν σῶμα εἰς τὴν κατάρτισιν τῶν ὅρων τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ παραδεχθῇ εἰς τὸ συμβόλαιον. Ἕτερον σπουδαῖον ζήτημα εἶναι ἀναμφισβητήτως ἡ κατάστασις, ἡ ποιότης τῆς γῆς, ἥτις θέλει παραδοθῆ μετὰ τὴν ἀποξήρανσιν εἰς τὴν καλλιέργειαν. Ὡς πρὸς ὅλα αὑτὰ τὰ ζητήματα, κύριοι, ὅσοι ἐμελέτησαν ἐμβριθῶς τὰς διαφόρους ἐκθέσεις εἶδον μὲ λύπην των βέβαια μεγάλας ἀντιφάσεις, αἱ ὁποῖαι σκοτίζουν τὴν ἀλήθειαν· αἱ δὲ διαφοραὶ εἶναι τοσοῦτον μεγάλαι ὥστε τὰ πάντα μεταβάλλονται. Ἐν τούτοις ἔλαβον τὸν λόγον διὰ νὰ παρακαλέσω τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταθέσῃ μερικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν γνώμην μου, καὶ πιστεύω νὰ συμφωνήσῃ καὶ αὕτη, εἶναι σπουδαιότατα. Ὡς γνωρίζετε τὴν ἔκτασιν τῆς Κωπαΐδος εἷς καὶ μόνος τὴν καταμέτρησεν, ὁ Σωβάζ, καὶ τὰ ἔργα μόνος αὐτὸς τὰ προσδιώρισεν. Ἑπομένως ὅλοι οἱ ἐργασθέντες κατόπιν καὶ αἱ ἐκθέσεις αὐτῶν τὰς ὁποίας ἔχετε στηρίζονται εἰς τοὺς ὑπολογισμούς, καὶ τὰς καταμετρήσεις, τὰς ὁποίας ἐκεῖνος ἔκαμεν. Ἐν τούτοις ὁ Σωβὰζ, ὅταν ἔκαμε τὰ ἔργα ἐκεῖνα δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὴν Κωπαΐδα γῆν, ἀλλὰ τὴν Κωπαΐδα λίμνην· νομίζω, ὅταν ὁ Σωβὰζ ἔκαμε τὰ σχέδιά του, ἡ λίμνη δὲν ἦτο ἀποξηραμένη. Εὐτυχῶς ὅμως δι’ ἡμᾶς συνέβη ἐντελὴς ἀποξήρανσις κατά τινα ἐποχὴν τοῦ 1855 πρὸς τὸ 56· τότε ἡ Κυβέρνησις προεδρευομένη παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Βούλγαρη, συνέλαβε τὴν ἐθνικωτάτην ἔμπνευσιν νὰ ἀποστείλῃ ἐξ ἐπίτηδες μηχανικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες ἀνὰ χεῖρας τὰ ἔργα τοῦ Σωβὰζ, νὰ δώσωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐντελεῖς πληροφορίας, διότι αὐτὸ ἦτο εὐτύχημα, ὅλως ἔκτακτον, μία λίμνη νὰ ἀποξηρανθῇ καὶ σχεδὸν ὁλοτελῶς. Νομίζω, ὅτι μετέβη τότε ὁ Κ. Μανιατάκης, ὅστις, ὡς γνωρίζετε, εἶναι τμηματάρχης τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀνώτερος στρατιωτικὸς καὶ πολιτικὸς ὑπάλληλος, καὶ ὅστις βοηθούμενος ὑπ’ ἄλλων μηχανικῶν ἔκαμε τὰς ἀπαιτουμένας καταμετρήσεις καὶ ἐκθέσεις. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν ὅλας τὰς ἐκθέσεις καὶ τὰς καταμετρήσεις, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν τότε, νὰ τὰς παρακαταθέσῃ. Ὑπάρχει μία ἔκθεσις τοῦ Κ. Μανιατάκη δημοσιευμένη εἰς τὸ Γαλλικόν, καὶ προηγεῖται καὶ ἕπεται, διότι εἶναι δύω ἐκθέσεις, ἢ τὸ ἓν προοίμιον καὶ τὸ ἄλλο ἔκθεσις τῆς Γαλλικῆς ἐκδόσεως τοῦ Σωβὰζ· ἀλλὰ πιστεύω πὼς ὅλοι ἐπιθυμεῖτε νὰ τὴν ἴδητε ἑλληνιστί, ὄχι τοῦ Σωβὰζ, διότι αὐτὴ ἤθελε φέρει ἀργοπορίαν, ἀλλὰ τοῦ Κ. Μανιατάκη, ἥτις εἶναι ὀλιγόφυλλος ἐξ 7 8 σελίδων.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ μεταφρασθῇ;
§116ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ παραιτοῦμαι ἀπὸ τὴν ἀξίωσιν τοῦ νὰ μεταφρασθῇ, ἀλλὰ μόνον ἂς κατατεθῇ. Πρὸς τούτοις καὶ ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ αἱ ἐκθέσεις, τὰς ὁποίας ὁ Κ. Μανιατάκης καὶ ἄλλοι μηχανικοὶ εἰς τὰ 1855–1856 ὅταν ἀπεξηράνθη ἡ Κωπαΐς, ἔκαμον. — Δεύτερον, ἐπληροφορήθην χθές, ὅτι μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὸ ἔτος, ἀπεστάλησαν γερμανοὶ μηχανικοὶ πρὸς τὸν αὐτὸν σκοπὸν, ὁ Κεπχάρδ, ὁ Τσίχλερ, συνοδευόμενοι ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων προσώπων, οἱ ὁποῖοι ἔκαμον τὰς καταμετρήσεις, οἱ ὁποῖοι ἐπροχώρησαν εἰς τὸ νὰ θέσωσι καὶ ὅρια γύρωθεν μὲ σήμαντρα, οἱ ὁποῖοι διεχώρισαν τὰς ἐθνικὰς ἀπὸ τὰς ἰδιοκτήτους γαίας, ἔκαμαν διαφόρους καταμετρήσεις, καὶ τὸ ἐξαγόμενον τῆς καταμετρήσεως διαφέρει σπουδαίως ἀπὸ τὰς καταμετρήσεις τοῦ Σωβάζ. Περὶ ὅλων τούτων ἐγένοντο ἐκθέσεις αἱ ὁποῖαι εὑρίσκοντο εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν νὰ λάβῃ πρόνοιαν τόσον περὶ τῆς καταθέσεως τῶν μὲν, ὅσων καὶ περὶ τῶν δέ.
§117ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ ἑτέρας παρατηρήσεως πᾶν ὅ,τι ἀφορᾷ τὴν Κωπαΐδα λίμνην καὶ δύναται νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν θέλω τὸ φέρει. Ὡς πρὸς ὅ,τι εἶπε δὲ ὁ ἀξιότιμος Κ. Δεληγεώργης περὶ τοῦ Κ. Μανιτάκη, ἐγὼ πᾶν ὅ,τι ἠδύνατο νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν τὸ ἔκαμον. Εἷς βουλευτὴς εἶχε προτείνει, ὁ ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων νὰ κάμῃ ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ· ἐγὼ τότε διώρισα ἐπιτροπὴν οὐ μόνον τὸν Κ. Μανιατάκην, ἀλλὰ τὸν Κ. Σκαλιστήρην, τὸν Κ. Μεταξᾶν κλπ. καὶ ἔκαμε τὴν ἔκθεσίν της.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ ἔκθεσις τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη δὲν μνημονεύει καθόλου τὰ ἔργα ἐκεῖνα· ἂν τὰ ἐμνημόνευε, δὲν ἤθελον δυσπιστήσει· τοὐναντίον ἐγὼ παρετήρησα μίαν πολὺ σπουδαίαν διαφοράν. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἔκθεσιν τῶν Γερμανῶν οὐδέποτε ἐγένετο λόγος.
§119ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂν ὑπάρχῃ εἰς τὰ ἀρχεῖα, θέλω τὴν φέρει.
§120Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀναγινωσκομένου εἰς τὴν Βουλὴν τοῦ νόμου τούτου, παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἔλθῃ εἰς ἐξηγήσεις μετὰ τῆς ἐγχωρίου ἑταιρίας καὶ νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας, ὁποίας προτάσεις ἔκαμεν, ἂν παρέχῃ ἐγγυήσεις κλπ. Παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς δώσῃ πληροφορίας περὶ τούτου· ἂν δὲν δύναται σήμερον, ἂς ᾖναι δι’ αὔριον.
§121ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καμμία ἑταιρία ἄχρι τῆς στιγμῆς δὲν παρουσιάσθη. Μόνος εἷς ξένος κατοικῶν ἐδῶ μοὶ ἐζήτησε προχθὲς μερικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἔδωκα, ἀλλ’ οὔτε ἐφάνη πλέον, οὔτε αὐτὸς οὐδ’ ἄλλος τις. Ἑτέρα ἑταιρία δὲν παρουσιάσθη. Τινὲς μόνον καὶ ὁ τύπος ἀκόμη ἐζήτησαν προθεσμίαν, καὶ μετὰ πολλοὺς κόπους ἐνέδωκεν ὁ συναλλαχθείς, καὶ διὰ τοῦτο ἔφερον τὴν τροπολογίαν. Εἴθε νὰ ἐνεφανίζετο τοιαύτη ἑταιρία. Τὸ στάδιον ὅμως μένει ἀνοικτόν.
§122Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν Βουλὴν ἐγένετο πρότασις ἀπὸ ἐγχώριον ἑταιρίαν καὶ συνέστη ἐπιτροπή. Τότε παρεκάλεσα τὴν Κυβέρνησιν νὰ καλέσῃ ἐνώπιόν της αὐτὴν τὴν ἐπιτροπὴν, νὰ ἔλθῃ εἰς διαπραγματεύσεις, ἵνα γνωρίζῃ ποίους ὅρους προτείνει καὶ νὰ μᾶς εἰπῇ ἂν ὑπάρχῃ τι σπουδαῖον ἢ ὄχι.
§123ΛΑΠΑΣ. Δὲν ἐντρεπόμεθα ὀλίγον! Ποίαν ἑταιρίαν λέγετε ἑλληνικὴν! Ἐγὼ ἔκαμα μίαν πρότασιν καὶ ἐμαζεύθησαν καὶ Ὑψηλάντιδες καὶ Βαλτατζῆδες, ἀλλὰ ...... τίποτε. Ποία εἶναι ἡ ἐπιτροπὴ τὴν ὁποίαν προτείνεις ἡ ἀφεντιά σου; Ἑταιρία, ἑταιρία, ἑταιρία, καὶ τίποτε περισσότερον... (Θόρυβος).
§124Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπαιτῶ, ὥστε ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διαπραγματεύσεων της μετὰ τῆς ἐπιτροπῆς.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔγεινε πρότασις πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§126ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ ὁ Κ. Δημητριάδης ποῦ ἑδρεύει ἡ ἐπιτροπὴ, διὰ τίνος προσώπου ἀντιπροσωπεύεται καὶ τότε μάλιστα.
§127Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐδόθη εἰς τὴν Βουλὴν ἀναφορά.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ὅμως διὰ ταύτης τῆς ἀναφορᾶς παρεκάλει τὴν Βουλὴν νὰ ἀναβάλῃ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς συμβάσεως, διότι διανοοῦνται νὰ συστήσωσιν ἑταιρίαν.
§129ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὴν σύμβασιν αὐτὴν, ὑπάρχει καὶ ἓν μὲ τὴν ἐπιγραφὴν «ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης.» Ὑπὸ τίνος εἰσήχθη τὸ ἔγγραφον αὐτό; λέγουν, ὅτι εἶναι τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Μομφεριέρος· ἂν ᾖναι ἀληθὲς τοῦτο, ἔπρεπε νὰ φέρῃ τὴν ὑπογραφήν του. Ἐζήτησα τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν, διότι σκοπὸν ἔχω νὰ ὑποβάλω μίαν ὑποτροπολογίαν.
§130ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Μομφεριέρου, αὐτὸς δὲν εἶναι οὔτε Βουλευτὴς, οὔτε ὑπουργὸς, ὥστε τροπολογίας δύναται νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς.
§131ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Εἶναι συμβαλλόμενος.
§132ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐκτὸς ἂν τὰς ἀναδέχεται καὶ τὰς παραδέχεται εἷς βουλευτὴς ἢ τὸ ὑπουργεῖον. Εἶναι ἀνάξιον τὰ τοιαῦτα ἔγγραφα νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δημητριάδου, ὅτι δῆθεν τὸ ὑπουργεῖον νὰ προκαλέσῃ τὴν ἰδανικὴν, τὴν μετέωρον ἑταιρίαν, καὶ νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ ἀποτέλεσμα, τοῦτο ἐπίσης εἶναι ἀνάξιον τῆς Κυβερνήσεως, διὰ νὰ τρέχῃ κατόπιν τῶν ἰδιωτῶν. Ὅστις ἔχει ἀνάγκην πηγαίνει καὶ εὑρίσκει τὸν ὑπουργόν, καὶ νομίζω, ὅτι ἐντὸς τῆς κυριαρχίας τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει νὰ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ἰδιωτικαὶ ἀξιώσεις, διότι τοιουτοτρόπως ἐκπίπτει ἡ Βουλὴ τοῦ μεγαλείου αὐτῆς.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου ἐπρότεινεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. «Μετὰ τὴν λέξιν ἐπικυροῦται νὰ προστεθῇ «ὑπὸ τοὺς κάτωθι ὅρους καὶ προσέτι», ἐὰν ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου δὲν παρουσιασθῇ ἄλλος τις ἀναδεχόμενος τὴν ἐπιχείρησιν ταύτην ἐφ’ ὅλοις μὲν τοῖς λοιποῖς ὅροις, ἐπὶ ἐλαττώσει δὲ τοῦ διὰ τοῦ ἄρθρου 3 § 2 τῆς Συμβάσεως ὁριζομένου χρόνου τῆς ἐπικαρπίας. Τὰ περὶ τῆς προσφορᾶς ταύτης, ἧς προηγεῖται ἡ παρακατάθεσις ἐν τῇ Ἐθνικῇ Τραπέζῃ τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 6 τῆς Συμβάσεως ἀναφερομένης ἐγγυήσεως κανονισθήσονται διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος.
§134ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν, κατ’ ἐμὲ, πρωτοβουλίαν δὲν ἀναλαμβάνω, διότι αἰσθάνομαι, ὅτι δὲν ἔχω τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις, μὴ δυνηθεὶς νὰ καταβάλω τὰς προσηκούσας μελέτας, εἰς τρόπον ὥστε νὰ φέρω ἀλλοίωσιν εἰς τὰ ἤδη ὑπ’ ὄψιν σας ὑπάρχοντα. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ἤθελον συστήσει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὁποῖον συμβιβάζεται μὲ τὸν σκοπὸν διὰ τὸν ὁποῖον ἡ Βουλὴ παρεδέχθη, ὅπως τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ συζητηθῇ τρὶς, εἶναι ὅτι δὲν πρέπει νὰ διέλθωμεν τὴν πρότασιν τυπικῶς κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν, διότι οὕτω μόνον δύο ἡμέρας κερδίζομεν, ἀλλὰ κανὲν φῶς εἰς τὴν συνείδησιν τῶν βουλευτῶν δὲν ῥίπτομεν, ἐπειδὴ εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἡ ψῆφός μου θέλει εἶσθαι ἀποτέλεσμα τῆς κρίσεως, ἣν θέλω μορφώσει ἐκ τῶν συζητήσεων τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς ἀποῤῥέουσαν ἀπὸ ἐκπλήρωσιν καθήκοντος καὶ οὐχὶ ἀπὸ συμφέροντα ἐργολαβικὰ ἢ ἀπὸ ἐπιστημονικὰς συγκρούσεις. Διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ καὶ παρακαλῶ, ὥστε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ, οἱ ὁποῖοι ἔχουν εἰδικὰς γνώσεις, καὶ οἱ ὁποῖοι ἔχουν συλλέξει πληροφορίας καὶ δύνανται ν’ ἀναπτύξουν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη, πρέπει νὰ εὐαρεστηθοῦν νὰ μὴ παραδεχθοῦν τὴν ἀνάγνωσιν τυπικῶς, ἀλλὰ νὰ συζητήσουν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου καὶ νὰ φέρουν τὰς ἀντιῤῥήσεις των, διότι, Κύριοι, εἶμαι σύμφωνος νὰ συζητηθῇ τρὶς τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καθόσον ἐνδέχεται νὰ συμβῶσι λάθη καὶ τὸ ἐξαιρετικὸν τοῦ ζητήματος δὲν θὰ ἐπέτρεπε τὴν διόρθωσιν τοῦ λάθους· ἂν ἐπρόκειτο περὶ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἠθέλαμεν συζητήσει, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἐξ ἀπροσεξίας ἤθελον παρεισφρήσει ἄτοπα, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δι’ ἑνὸς νέου νόμου δυνάμεθα νὰ τὸ διορθώσωμεν· συλλογισθῆτε ὅμως, ὅτι πρόκειται περὶ συμβάσεως, περὶ συμβολαίου, τὸ ὁποῖον χορηγεῖ δικαιώματα εἰς τρίτους, καὶ τὸ ὁποῖον καθίσταται ἀμετάκλητον, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ ἔχωμεν ὕστερον τὸ δικαίωμα, τὴν ἄδειαν καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ φέρωμεν τροποποιήσεις εἰς τὰ μέρη, εἰς τὰ ὁποῖα τυχὸν θὰ σφάλωμεν· δὲν βλέπω λοιπὸν ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι καλῶς κατηρτισμένον, ὅτι ἡ σύμβασις δὲν εἶναι ἐπωφελὴς διὰ τὸ ἔθνος, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον· δὲν βλέπω διατί αὐτοὶ οἱ κύριοι κρύπτουν τὰ φῶτά των καὶ δὲν ἔρχονται ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ τὰ ἀναπτύξουν, διότι, ὅταν μὲ φωτίσῃ σήμερον εἷς ἐκ τῶν κυρίων αὐτῶν, ὅτι τὸ πρῶτον ἄρθρον δὲν εἶναι ὀρθὸν, τότε ἐγὼ ἤθελον τροποποιήσει τὸ ἄρθρον αὐτὸ, καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην συζήτησιν ἤθελον σκεφθῆ ὡριμώτερον· διότι ἄλλως πρὸς τί ἡ τόση προπαρασκευὴ καὶ ὁ πάταγος καὶ ἡ συῤῥοὴ τῶν ἀπαιτήσεων τῶν ἐγγράφων; διὰ τοῦτο προτείνω, ὅτι οἱ κύριοι συνάδελφοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ὁμιλήσουν, νὰ φέρουν τὰς ἀντιῤῥήσεις των ἀμέσως εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν.
§135ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἔχω νὰ φέρω μίαν πρότασιν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσῃ, ὅτι προέρχεται ἀπὸ πνεῦμα ἀναβολῆς· μᾶλλον προέρχεται ἀπὸ πνεῦμα διευκολύνσεως τῶν συζητήσεων. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἐξ ὑπαρχῆς ἀνάγνωσιν τοῦ νομοσχεδίου, ὥστε πᾶν ὅ,τι ἐγένετο ἐθεωρήθη ὡς μὴ γενόμενον· σήμερον, κύριοι, ἀφοῦ πρόκειται διὰ πρώτην φορὰν ν’ ἀναγνωσθῇ αὐτὴ ἡ σύμβασις καὶ τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὸν κανονισμὸν, ἔπρεπε νὰ διέλθῃ ἀπὸ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας· ἀλλὰ συμβούλιον ἐπικρατείας δὲν ἔχομεν· κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν εἶχε διευθυνθῇ εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας καὶ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Βουλῆς καὶ εἶχον ἔλθει ἐκθέσεις· τὸ ἔργον εἰσάγεται σήμερον ἐκ νέου καὶ δὲν εἰσάγεται ὅπως ἦτον· ἔλαβε πολλὰς τροποποιήσεις· βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὑπάρχει πλῆθος ἐγγράφων καὶ τροπολογιῶν, ὥστε προτείνω, διὰ νὰ διευκολύνωμεν τὰς ἐργασίας μας, νὰ συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ εἰς τὴν ὁποίαν νὰ παραπέμψωμεν τὰ ἔγγραφα ὅλα καὶ τὴν σύμβασιν, καὶ ἐννοῶ ἐπιτροπὴν ἀπὸ τοὺς νοημονεστέρους, ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν γνώσεις καὶ τοὺς ὁποίους ὅλοι ἐννοοῦμεν· αὐτὴ δὲ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον ἐκ νέου. Πρέπει δὲ νὰ πιστεύσωμεν ὅλοι, ὅτι δὲν εἶναι κανεὶς ἐναντίος· ὅλοι φοβούμεθα τὴν ἰδέαν μήπως πέσωμεν εἰς λάθη, ἀλλὰ τότε θὰ συζητήσωμεν ἐν γνώσει καὶ θ’ ἀποφασίσωμεν.
§136ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Διὰ νὰ παραδεχθῇ τις, κύριοι, μίαν πρότασιν τόσον σπουδαίαν, ὡς εἶναι ἡ προκειμένη, ὡς καὶ πᾶσαν ἄλλην, λογικῶς, ἀναγκαίως πρέπει νὰ ὑπάρχουν δύω τινά· πρῶτον τὸ ὠφέλιμον τῆς προτάσεως καὶ δεύτερον ἡ βεβαίωσις, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔλθῃ καλλιτέρα πρότασις· διότι δὲν ἀρκεῖ νὰ θεωρηθῇ ὠφέλιμος μία πρότασις ὁποιαδήποτε, πρέπει νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι δὲν ὑφίσταται ἑτέρα πρότασις ἐπωφελεστέρα. Σήμερον εἴμεθα ἀμφίβολοι· διότι δυστυχῶς τὸ δεύτερον μέρος δὲν εἶναι βεβαιωμένον· διότι εἰς αὐτὴν τὴν στιγμὴν ὅπου ἐρχόμεθα θετικῶς ν’ ἀποφασίσωμεν δὲν ἔχομεν δεόντως μίαν περιγραφὴν τῆς ἐκτάσεως, τῆς καταστάσεως· καὶ διότι πολλοὶ ναὶ μὲν ἔβλεπον τὴν Κωπαΐδα λίμνην, ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν ἐξεφράσθη ὁ ἰδιοκτήτης, ὅτι ἔχω σκοπὸν νὰ τὴν ἀποκαταστήσω ξηρὰν, καὶ ἑπομένως κανεὶς δὲν ἐξέφρασέ τι, πᾶς τις δὲν πηγαίνει προχείρως νὰ κρούσῃ τὴν θύραν τοῦ ἄλλου, νὰ εἴπῃ, μὲ δίδετε ἐκεῖνο τὸ κτῆμά σας· κανεὶς δὲν κάμνει τοῦτο, καὶ πᾶς τις, ὁ ὁποῖος ἔχει φιλοτιμίαν καὶ πραγματικὰ κεφάλαια καὶ δύναται νὰ τὸ κάμῃ δὲν πηγαίνει νὰ ζητήσῃ, διότι τοῦτο εἶναι καὶ μία προσβολὴ τῆς φιλοτιμίας· κερδοσκόπος μόνον δύναται νὰ τὸ κάμῃ, καὶ ἄνθρωπος μὴ ἔχων τὴν φιλοτιμίαν καὶ τὴν συνείδησίν του καλὴν πηγαίνει, καὶ πότε; ὅταν εὑρίσκῃ τὸν ἄλλον δυστυχοῦντα καὶ τρέχῃ ἀπὸ ἐδῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ διὰ δάνεια, καὶ τοῦ ἀρνοῦνται· ἠξεύρουν, ὅτι εὑρίσκεται εἰς δυστυχίαν, τοῦ παρουσιάζονται ἀμέσως καὶ τοῦ προσφέρουν δάνεια· αὐτὴ ἡ κατάστασις βλέπετε, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν· ὅταν ἐτρέχαμεν εἰς τὰς τραπέζας τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἀπεκρουόμεθα, εὑρέθη εἷς καὶ ἐπὶ τῇ προτάσει, ὅτι μᾶς δίδει δύω ἑκατομμύρια, μᾶς λέγει δώσατέ μοι 80–100 χιλιάδας στρεμμάτων. Τί ἐρχόμεθα ἡμεῖς νὰ ψηφίσωμεν ἐπ’ αὐτῶν; Τί ἔχομεν ἐνταῦθα νὰ ἐξετάσωμεν; πρῶτον ἔχομεν τὰ σχέδια τοῦ Κ. Σωβάζ. Τί παρατηρεῖται; ὅτι πρὸς ἐκκένωσιν τῶν ὑδάτων τῆς Κωπαΐδος ἐκ 200 χιλιάδων στρεμμάτων ἀπαιτεῖται ἡ διάτρυσις ἑνὸς ὄρους, κειμένου εἰς τὸ χαμηλότερον μέρος τῆς πεδιάδος καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει ὄπισθεν αὐτοῦ τὴν θάλασσαν. Κατὰ τὸν Κ. Σωβὰζ ἡ διάτρυσις ἀπαιτεῖ δαπάνην χιλίων φράγκων τὸ μέτρον· ἡ ἔκτασις εἶναι 1600 τρεχούμενα μέτρα, ἤτοι ἀπαιτοῦνται 1,600,000 φράγκα καὶ ὁ ὑπολογισμὸς οὗτος εἶναι ὀρθὸς, διότι, ὡς ἠξεύρομεν, ἡ διάτρυσις, ἡ ὁποία γίνεται εἰς τὰ ὄρη καὶ ἐν Εὐρώπῃ, ἀπὸ τὰ ὁποῖα διέρχονται σιδηρόδρομοι, καὶ ἐκεῖ ἀπαιτεῖται τὸ αὐτὸ ποσὸν· ἐκεῖ μάλιστα τὸ ποσὸν λογαριάζεται πρὸς ὥραν καὶ μιᾶς ὥρας διάστημα ἀπαιτεῖ δαπάνην 4 ἑκατομμυρίων· ἡ ὥρα δὲ προσδιορίζεται εἰς 4,000 μέτρα, ὥστε ὀρθῶς καὶ ὁ Κ. Σωβὰζ ὑπελόγισε πρὸς 1000 φράγκα τὸ μέτρον. Εἶδον παρ’ ἐλπίδα ἐκθέσεις διαφόρους, αἱ ὁποῖαι ἔχουν ἀντιφατικὰς παρατηρήσεις· οἱ μὲν λέγουν 18 ἑκατομμύρια, ἄλλοι 26, ἄλλοι 27, διότι, λέγουν, θὰ κάμνουν πόλεις, θὰ κάμνουν σιδηροδρόμους. Δὲν πρόκειται περὶ ἀποκαταστάσεως χωρίων καὶ πόλεων, ἀλλὰ περὶ ἀποξηράνσεως, καὶ τοῦτο τὸ ἔργον πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν· Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Σωβὰζ ἡ διάτρυσις, ὡς εἶπον, ἀπαιτεῖ 1,600,000 φράγκα, ὅτε τὸ ὕδωρ θὰ ἐκχυθῇ εἰς τὴν θάλασσαν· δὲν μένει παρὰ ἡ ξηρὰ Κωπαῒς νὰ τὴν διαθέσωμεν. Τώρα, κύριοι, ὑπολογίζουν χάνδακα ἑνὸς ἑκατομμυρίου περίπου, ὅστις θὰ γίνῃ ἐν τῷ μέσῳ· τὰ ὕδατα τὰ ὁποῖα εἰσβάλλουν εἰς τὴν πεδιάδα αὐτὴν καὶ σχηματίζουν τὴν λίμνην τῆς Κωπαΐδος ἔρχονται ἔξωθεν ἀπὸ τὰ ὑψηλότερα μέρη, καὶ ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκουν ἔξοδον εἰμὴ πολὺ μικρὰν, διότι τὰ ὕδατα συσσωρευθέντα ἐκεῖ ἀπεκατέστησαν ὑπογείους διώρυγας καὶ ἐξέρχονται κάτωθεν τοῦ Πτώου· ἀλλ’ εἶναι τόσον ὀλίγαι, ὥστε δὲν ἐπαρκοῦν νὰ ἀποῤῥοφήσουν ὅλα τὰ ὕδατα· ἑπομένως θὰ ῥεύσουν ἀφ’ ἑαυτῶν φυσικὰ, καὶ θὰ σχηματίσουν μίαν κοίτην, καὶ θὰ ἔλθουν ὕστερον καὶ τὰ ἔργα βοηθητικῶς νὰ βοηθήσουν ἐκείνην τὴν κοίτην, τὴν ὁποίαν φυσικῶς θὰ ἀνοίξῃ τὸ βάρος καὶ ἡ ῥοὴ τῶν ὑδάτων. Ἀλλ’ εἶναι τοῦτο 27 ἑκατομμύρια καὶ 17 ἑκατομμύρια; Εἶναι μάλιστα ὅτα μὲ λέγετε, ἀλλὰ μοῦ συγχέετε τὰ ἔξοδα τῆς ἀποξηράνσεως μὲ τὰ ἔξοδα τῆς παραγωγῆς, ἐν ᾧ ἄλλα εἶναι τὰ ἔξοδα τῆς ἀποξηράνσεως καὶ ἄλλα τῆς παραγωγῆς. Τόσα ἄροτρα θέλομεν πρὸς καλλιέργειαν καὶ τόσους γεωργοὺς, καὶ τόσας οἰκίας, τοῦτο εἶναι δαπάνη τῆς παραγωγῆς. Τώρα τὸ νομοσχέδιόν σας τοῦτο εἶναι περὶ τῆς ἀποξηράνσεως· ἐλᾶτε λοιπὸν καθαρὰ, καὶ φέρτε μοι καθαρισμένα τὰ ἔξοδα τῆς ἀποξηράνσεως, διὰ νὰ ᾖναι ἀναλόγως τῶν ἐξόδων καὶ ἡ παραχώρησις. Ἡ παραχώρησις τώρα συνίσταται, ὡς βλέπετε, εἰς 80,000 στρέμματα τῆς πρώτης ποιότητος, τὰ ὁποῖα θέλουν παραδοθῆ εἰς τὸν ἐργολάβον ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκροὴν τῶν ὑδάτων. Δεύτερον δι’ 100 ἔτη θέλουν ἔχει τὴν ἐπικαρπίαν τῆς ὅλης πεδιάδος ἐκείνης· 220,000 στρέμματα γῆς, καὶ χόρτον ἂν ὑπολογίσητε τὴν πρόσοδον, δὲν δύνασθε ὀλιγώτερον ἀπὸ 10 δραχμὰς τὸ στρέμμα· ἔχομεν λοιπὸν 2,000,000 τὸ ἔτος, καὶ δι’ ἑκατὸν ἔχομεν 200 ἑκατομμύρια. Βλέπετε λοιπὸν, κύριοι, ὅτι ἡ σύμβασις, ἥτις παρουσιάζεται εἶναι πολὺ ὑπερβολική. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὰ ἔργα τὰ ὑποχρεωτικὰ δὲν βλέπω παρὰ τὸ τῆς διατρύσεως τοῦ ὄρους Πτώου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν Σωβὰζ καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον δὲν ἀναβαίνει παρὰ εἰς 1,600,000· ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα λέγετε εἰς τὴν σύμβασιν, δὲν εἶναι. Τὸ κατ’ ἐμὲ λοιπὸν ἡ σύμβασις εἶναι ἀτελεστάτη. Δὲν βλέπω ἕνα ὑπολογισμὸν τακτικόν· βλέπω μόνον τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναδεχόμεθα, τὰ δὲ μέσα, τὰ ὁποῖα θὰ καταβληθοῦν δὲν τὰ βλέπω, διότι ἐν τῇ συμβάσει δὲν ἐμπεριέχονται· ἐμπεριέχονται δὲ εἰς τὰς διαδόσεις τὰς ὁποίας λέγουν ὁ εἷς πρὸς τὸν ἄλλον, καὶ εἰς τὰ ἐξωγκωμένα ποσὰ, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ ἀναφέρουν, δῆθεν διὰ νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν θέλει πολλὰ ἑκατομμύρια, ὅτι αὐτὰ ἔχουν τόκον τόσον τοῖς ἑκατὸν διὰ τὴν προμήθειαν κτλ. Τί εἶναι αὐτά; ἢ ἔχει χρήματα καὶ εἶναι ἑταιρία, ἢ δὲν ἔχει, καὶ τόσα ἠμπορεῖ νὰ σηκώσῃ μὲ τόκον 10% τὸ πολὺ· αἱ προμήθειαι εἶναι δι’ ἐκείνους ὁποῦ δὲν ἔχουν χρήματα καὶ θὰ δανεισθοῦν ἀλλαχόθεν· ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ πληρώσωμεν καὶ τὰ μεσιτικὰ, πρὸς εὕρεσιν χρημάτων. Ὅλα ταῦτα, κύριοι, σχηματίζουν ἕνα κυκεῶνα, ὅστις δὲν γίνεται καταληπτός. Λοιπὸν παρακαλῶ, Κ. ὑπουργὲ, νὰ μᾶς φέρετε τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ὁ Κ. Δεληγιώργης......
§137ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶπον ὅτι θὰ τὰ παρακαταθέσω, καὶ ἀμέσως παρήγγειλα νὰ ἔλθουν.
§138ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ δὲ γνώμη μου εἶναι νὰ συζητήσωμεν, καὶ ἐκ τῶν πληροφοριῶν τούτων νὰ σχηματίσωμεν μίαν γνώμην καθαρὰν, καὶ νὰ ψηφίσωμεν ἕνα νόμον ὄχι πρὸς πρόσωπον ὑποχρεωτικὸν, ὅστις νὰ μᾶς δουλόνῃ εἰς ἕνα Μομφεῤῥιέρον, καὶ νὰ τὸν ἐκθέσωμεν ἐπὶ ἓν ἔτος· ὅπου ἡ Κωπαΐς ἔμεινε τοσαῦτα ἔτη, δὲν πειράζει τίποτε νὰ μείνῃ καὶ ἓν ἔτος ἀκόμη καὶ μάλιστα τὸ νερὸν θὰ ᾖναι προσοδοφόρον, καὶ μέγα μέρος τῆς λίμνης θὰ ξηρανθῇ καὶ θὰ καλλιεργηθῇ. Λοιπὸν ἐξ ὑπαρχῆς εἶμαι καὶ κηρύττομαι ἐναντίος τῆς προσωπικῆς παραχωρήσεως εἰς ἓν πρόσωπον πρὶν γίνῃ δοκιμασία, ἂν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἔχωμεν ἐπωφελέστερον ποσὸν καὶ προσφοράς· καὶ διὰ νὰ ἔχωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ τὸ κηρύξωμεν, καὶ πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν ἓν διάστημα ἀρκετὸν, τοὐλάχιστον ἓν ἔτος, καὶ ἂν πεισθῶμεν ὅτι ἐντὸς τοῦ ἔτους δὲν παρουσιάσθησαν προσφοραὶ καὶ πρέπει νὰ δώσωμεν καὶ μίαν περιγραφὴν, τότε ἐν συνειδήσει καὶ ἐν πάσῃ εὐθύνῃ ἠμποροῦμεν νὰ ψηφίσωμεν τοῦτον· ἀλλὰ τώρα, κύριοι, τυφλῶς εἰς ἀκαθάριστα, ἀμφίβολα πράγματα ὅ,τι καὶ ἂν κάμωμεν, θὰ ᾖναι πλημμελὲς, καὶ ἀφοῦ τὸ κάμωμεν ἅπαξ διὰ νόμου δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ ἀνακαλέσωμεν καί τοι μετανοοῦντες. Αὐτὴ λοιπὸν ἐκ προοιμίων εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ ἐπειδὴ ἀπεφασίσαμεν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν νὰ γίνῃ λόγος, κάμνω αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§139ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, ὁ φίλος μου Κ. Καλλιφρονᾶς μᾶς εὐκόλυνε τόσον τὸ πρᾶγμα, ὥστε τὸ προέλαβεν ὁ προτείνων τὴν σύμβασιν, καὶ ἐπρότεινε τῶν 3 μηνῶν τὸν χρόνον, ὥστε νὰ ἔχῃ ἕκαστος καιρὸν νὰ ἔλθῃ νὰ προσφέρῃ· ὥστε δὲν θὰ χάσωμέν τι, διότι τὸν πληροφορῶ μὲ τὴν δύναμιν τῶν τηλεγράφων καὶ τὴν ταχύτητα τῶν ἀτμοπλοίων ἐντὸς 3 μηνῶν ὅλαι αἱ ἑταιρίαι τῆς Εὐρώπης πληροφοροῦνται· ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς ὑπέθεσεν ὅτι ὁ Θεὸς θὰ στείλῃ μίαν μηχανὴν νὰ τρυπήσῃ τὸ ὄρος, ὥστε μὲ 1,600,000 φράγγα νὰ τελειώσῃ ἡ τρύπησις. Νομίζω, ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις καὶ ἀπὸ τὰς παρατηρήσεις τοῦ Σωβὰζ καὶ Μανιατάκη ἐξήγαγε τὰ ἔξοδα, τὰ ὁποῖα θὰ γείνουν ἕως ὅτου ξηρανθῇ καὶ γίνῃ γῆ. Ἡ Κωπαῒς διὰ νὰ ἀποξηρανθῇ ἔχει ἀνάγκην μηχανῶν, ἀνθρώπων· οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκην οἰκιῶν· ὁ χρόνος ἕως ὅτου ἀποξηρανθῇ εἶναι παρὰ πολὺς, θὰ περάσουν χειμῶνες καὶ ζέσται μεγάλαι, καὶ ἔχουν ἀνάγκην οἱ ἄνθρωποι ἴσκιου, καὶ νὰ ἀποφύγουν τὸν χειμῶνα. Τί λέγει αὐτὸ, τὸ ἐδιαβάσατε· (ἀναγινώσκει)· εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς τὸ εἴπω· μόνον τὸ τέλος θὰ σᾶς εἴπω. Ὁ Κ. Σωβὰζ ἐλογάριασε κατὰ μέτρα μήκους 1000 φράγκα τὸ μέτρον, ἀλλὰ τὰ ἡμερομίσθια ἐκεῖ ἔχουν ἓν φράγκον ὁ ἄνθρωπος· ἐδῶ αἱ χεῖρες εἶναι ὀλίγαι ἀναλόγως τῶν ἀνθρώπων· ἐδῶ πληρώνουν ἀπὸ 3 καὶ 5 δραχμὰς τὸ ἡμεροδοῦλι, ὡς εἰς τὴν Λειβαδιὰν, καὶ ἠμπορεῖ νὰ τὸ βεβαιώσῃ ὁ Κ. Σπυρόπουλος· πολὺ περισσότερον θὰ ἐξοδεύσῃ εἰς τὸ ἡμερομίσθιον ἐκείνου, ὅστις θὰ ἔμβῃ μέσα εἰς τὰς τρύπας. Κάμνουν λοιπὸν ἕνα λογαριασμὸν πολὺ φρόνιμον, ὅτι τὰ 1000 φράγκα εἰς τὴν Γαλλίαν, θὰ ᾖναι ἐδῶ τοὐλάχιστον 1600· λοιπὸν τὶ εἶπον; «Διὰ τοὺς ἀνωτέρω ἐκτεθέντας λόγους καὶ ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν».... Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι πηγαίνουν 27 ἑκατομμύρια. Κύριοι, ἔχομεν λίμνας, καὶ τὸ καλοκαῖρι, ὅταν ξηραίνωνται, τὸ πλεῖστον αὐτῶν δὲν φύει οὔτε χόρτον, διότι ἡμεῖς οἱ γεωργοὶ τῆς πείρας γνωρίζομεν, ὅτι ἡ καταπλακωμένη γῆ ἀπὸ τὰ νερὰ τήκεται, ἀσθενεῖ πολυχρονίως, καὶ θὰ περάσουν 10 ἔτη διὰ νὰ κάμῃ χόρτον, ὥστε ὁ ἄνθρωπος θὰ ᾖναι ἠναγκασμένος νὰ ἔχῃ ἀνάγκην βοηθητικῶν μέσων κοπριῶν, διὰ νὰ φέρῃ παραγωγήν· αἱ παρόχθιοι γαῖαι, κύριοι, εἰς τὰ ἄκρα τῆς λίμνης, ἐξ αἰτίας τῶν ὑλῶν τῶν ποταμῶν εἶναι γόνιμοι, μέσα ὅμως δὲν εἶναι τίποτε· ἂν θέλετε καὶ παράδειγμα, οἱ κύριοι Λειβαδῖται θὰ τὸ γνωρίζουν. Ἡ Δούκισσα τῆς Πλακεντίας ἠγόρασε περὶ τὴν λίμνην αὐτὴν πρὸ 15 ἐτῶν 1500 στρέμματα ἀπ’ αὐτὴν τὴν γῆν ἀνὰ 50 δραχμὰς μὲ φαλαγγιτικὰ γραμμάτια· ἡ Μονὴ τῆς Σκρυποῦς ἔδωκεν εἰς τὸν Κ. Βακάλογλουν 6,000 στρέμματα εἰς ἑλώδη μέρη ἐπὶ 20 ἔτη χωρὶς νὰ δώσῃ τίποτε (θόρυβος). Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ὕστερον ἀπὸ τοὺς ὑπὲρ καὶ κατὰ λόγους, τοὺς ὁποίους θὰ εἴπωμεν ἐδῶ, θὰ φωτισθῇ ὁ πιστωτὴς τοῦ στέλλοντος καὶ πιθανὸν νὰ βλαφθῶμεν ἡμεῖς. Αἱ γαῖαι 80,000 στρέμματα, ὅσαι εἶναι πωλημέναι εἰς τὸ Κράτος, δὲν ἐπωλήθησαν ποτὲ ἀνὰ 50 δραχμὰς τὸ στρέμμα· 80 X 50=4 ἑκατομμύρια. Δὲν εἶμαι, κύριοι, οὔτε μάταιος, οὔτε ἀπρόσεκτος, ὥστε ν’ ἀποφασίσω νὰ παραχωρηθῇ ἓν μέρος ἐθνικῆς περιουσίας πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου. Ἔχω πεποίθησιν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐπιχείρησις εἶναι πολὺ ὠφέλιμος ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους παρὰ ὑπὲρ τοῦ ἐργολάβου.
§140ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κ. Πρόεδρε, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς προσάγω ὅλα τὰ ἔγγραφα (καταθέτει αὐτὰ εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§141ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκτὸς τούτου, κύριοι, παρετήρησα εἰς τὰς καταστατικὰς πληροφορίας τοῦ πληθυσμοῦ καὶ βλέπω, ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς δύω ἐπαρχίας Θηβῶν καὶ Λεβαδείας δὲν ὑπερβαίνουν πολὺ αἱ γεννήσεις τοὺς θανάτους ἀναλόγως μὲ τὸ λοιπὸν Κράτος. Εἶδον τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου, εἶδον μίαν ἀναφορὰν κατοίκων περὶ τὴν λίμνην, οἱ ὁποῖοι λέγουν διὰ τὴν ζωήν μας, διὰ νὰ λείψωμεν τὸ καλοκαῖρι ἀπὸ τοὺς πυρετοὺς, προλάβετε νὰ φέρετε μίαν θεραπείαν, νὰ ἀποξηρανθῇ αὐτὴ ἡ Κωπαΐς διὰ νὰ ἀπαλλαχθῶμεν καὶ ἡμεῖς ἀπὸ τὴν ἀσθένειαν· λοιπὸν βλέπω εἰς αὐτὴν τὴν ἐπιχείρησιν, ὅτι πρόκειται περὶ ζωῆς τῶν κατοίκων τοῦ Κράτους, περὶ τῆς ὁποίας πρέπει περὶ πολλοῦ νὰ ποιούμεθα. Ἀκολούθως βλέπω, ὅτι ἡ γῆ τὴν ὁποίαν θὰ παραχωρήσωμεν, θὰ ᾖναι μικροτέρα τῆς ἀξίας τῶν 50 δραχμῶν· ἔχομεν ἓν παράδειγμα τὸ Ἀδαμάντιον πεδίον πέριξ τῆς Κωπαΐδος, τὸ ὁποῖον ξηραίνεται καὶ γίνεται χάος. Νομίζετε λοιπὸν, ὅτι μέσα εἰς αὐτὴν τὴν ἔκτασιν τῆς λίμνης δὲν θὰ ᾖναι τοιαύτης ποιότητος γαῖαι; θὰ ᾖναι καὶ καλαὶ, ἀλλὰ θὰ ᾖναι καὶ κακαί· λοιπὸν τὰς καλὰς ἀπὸ 100 δραχμὰς καὶ τὰς κακὰς ἀπὸ 5 ἢ 15, δὲν βλέπω ὅτι εἶναι μικρὰ ἡ τιμὴ ἀνὰ 50 δραχμὰς, ἂν παραχωρηθῇ αὐτὴ ἡ γῆ. Ἂν ἐξοδευθῶσι τὰ 27 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα λέγουν οἱ μηχανικοὶ, τότε ἀνὰ 300 δραχμὰς ἔρχονται τὰ 80 στρέμματα· καὶ ἀπὸ 300 δραχμὰς ἂς ὁρίσῃ ὅστις θέλει εἰς τὴν Ἠλείαν νὰ πάρῃ φυτευμένην σταφίδα· λοιπὸν, κύριοι, οὔτε ὑμᾶς ἠμποροῦμεν νὰ καταδικάσωμεν, οὔτε ἡμᾶς σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πεποίθησιν ἐσπεύδετε νὰ μᾶς καταδικάσητε, διότι ὕστερον ἀπὸ 10 ἔτη θὰ μᾶς μακαρίσητε, ἂν γίνῃ αὐτὸ τὸ ἔργον. Εἶμαι λοιπὸν, κύριοι, ἐγὼ ὑπὲρ τῆς παραχωρήσεως ἐν πεποιθήσει.
§142ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἶμαι συντομώτατος, κύριοι· ἡ πρὸ μικροῦ ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς Κ. Καλλιφρονᾶ μὲ ἀναγκάζει νὰ λάβω τὸν λόγον ἵνα ὑποβάλω ὀλίγας λέξεις πρὸς τὴν Βουλήν. Ἐγὼ ἐπίστευον καὶ ἐπερίμενον ν’ ἀκούσω τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Ἀθηνῶν νὰ φέρῃ μίαν τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ἀναγνωσθέντος ἄρθρου· ἀλλ’ ἔκαμε γενικὰς παρατηρήσεις, ὅτι τρόπον τινὰ ἡ Κυβέρνησις δὲν ὑπῆγε νὰ κρούσῃ θύρας διὰ νὰ εὕρῃ ἄλλους ἐπωφελεῖς ὅρους. Ὁ Κ. βουλευτὴς Ἀττικῆς ἂς πληροφορηθῇ, ὅτι ἅμα ἐγένοντο τὰ ἔργα τοῦ Σωβὰζ, ἐδημοσιεύθησαν καὶ τὰ ἐστείλαμεν διὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν εἰς ὅλας τὰς αὐλὰς, εἰς ὅλους τοὺς Πρέσβεις, εἰς ὅλους τοὺς Προξένους, ἀλλὰ φωνὴ βοῶντος, καμμία ἀπάντησις. Ἐσχάτως, ὅταν ἔγεινεν ἐν τῇ Συνελεύσει λόγος, καὶ ἐγένοντο σχέδια καὶ ἐστάλησαν εἰς ὅλους τοὺς Προξένους, καμμία ἑταιρία δὲν ἐνεφανίσθη. Ἀφοῦ ἐσυζητήθη δὶς αὐτὴ ἡ σύμβασις καὶ ἐφώναζεν ὁ κόσμος, ἔλεγεν, ὅτι πρόκειται περὶ θησαυρῶν, περὶ ἑκατομμυρίων, ἀπετάθην εἰς αὐτὸν τὸν ἄνθρωπον διὰ νὰ τελειώσῃ αὐτὸ τὸ ἔργον καὶ τῷ εἶπον ἡ Ἑλλὰς δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραχωρήσῃ αὐτὸ, νὰ δεχθῇς συναγωνισμόν. Ἐπὶ τέλους μοὶ ὑπέβαλε τὴν ἑπομένην ἔκθεσιν (τὴν ἀναγινώσκει)· Μᾶς λέγουν πῶς εἶναι μεγάλα τὰ κέρδη. Κύριοι, αὐτὸ εἶναι ἐν τῇ Συμβάσει· πᾶς πολίτης Ἕλλην νὰ γείνῃ συνέταιρος νὰ κερδήσῃ· ἂς ἴδουν οἱ κύριοι βουλευταὶ παρακάτω, ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ δεχθῇ τὰς γινομένας ἐν Ἑλλάδι μετοχὰς ἐν διαστήματι τόσου καιροῦ. Ὅταν ἔλθωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἂς εὕρῃ ἡ Βουλὴ μίαν ἄλλην ἑταιρίαν Ἑλληνικὴν, τόσον καλλίτερα, ἂς προσέλθῃ αὐτὴ ἡ ἑταιρία νὰ προσφέρῃ ἐπωφελεστέρους ὅρους ἀπὸ τὸ ζητούμενον. Διὰ τοῦτο ἀντὶ νὰ λέγουν ὅλοι νὰ ἐπισπεύσωμεν, ἀφ’ ἑτέρου διὰ τῶν ἔργων νὰ ζητοῦν ἀναβολὰς, ἂς προβῶμεν τακτικώτερον, διότι ἄλλως δὲν βλέπω εἰμὴ ἀπώλειαν χρόνου καὶ ὅτι ματαιοῦται ὁ σκοπὸς τῆς ἐκτάκτου Συνόδου.
§143ΠΛΑΤΥΣ. Παρακαλῶ μίαν πληροφορίαν, Κ. ὑπουργὲ, ἡ δευτέρα παράγραφος ἰδοὺ πῶς ἐκφράζεται· «τὰ τῆς προσφορᾶς ταύτης κτλ. κανονισθήσονται διὰ Β. Διατάγματος.» Ὑποθέτω ὅτι ἐντὸς τριῶν μηνῶν παρουσιάζεται ἄλλος μὲ ἐπωφελεστέρας προσφορὰς, τὶ θὰ γίνῃ τότε;
§144ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη ὅ,τι ἐλέγετε, ὅτι παραχωροῦνται μεγάλα δικαιώματα· τὶ εἴπομεν νὰ κατορθωθῇ; νὰ δεχθῇ μίαν προθεσμίαν, καὶ ἂν ἐντὸς αὐτῆς ἤθελεν ἐμφανισθῆ ἄλλη ἑταιρία μὲ προνόμιον τῆς ἐπικαρπίας ὀλιγώτερον τῶν 99, ἐτῶν αὐτὸ ἤθελεν εἶσθαι εὐτύχημα διὰ τὸ Ἔθνος. Ἐτέθη λοιπὸν αὐτὸς ὁ ὅρος. Ἀλλὰ τὶ ἀπαιτεῖται; ἀπαιτεῖται νὰ κάμῃ ὅ,τι κάμνει καὶ ὁ Μομφεριέρος, νὰ καταθέσῃ 300 χιλιάδας δραχμὰς εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Τώρα ποῖος θὰ δεχθῇ τὴν προσφορὰν αὐτὴν; τὸ ὑπουργικὸν Συμβούλιον; ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν; ὁ Νομάρχης; πῶς θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ προσφορά; ἔγγραφος, μυστικὴ, δι’ ἀντιπροσώπου; ὅλα αὐτὰ θὰ κανονισθοῦν.
§145ΠΛΑΤΥΣ. Λοιπὸν, ἐννοεῖτε, ὅτι ἤθελεν ἐκδοθῆ Β. Διάταγμα, τὸ ὁποῖον θὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τοῦ συναγωνισμοῦ;
§146ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἡ Σύμβασις κυροῦται μεταξὺ Μομφεριέρου καὶ ἡμῶν· ἐὰν ἐν τῷ μεταξὺ τούτῳ δὲν ἐμφανισθῇ ἄλλη ἑταιρία νὰ προσφέρῃ ὅρους ὠφελιμωτέρους πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τουτέστι νὰ ἐλαττώσῃ τὸ προνόμιον τῶν 99 ἐτῶν, τότε θὰ προτιμηθῇ αὐτὴ καὶ θὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Μομφεριέρου.
§147ΠΛΑΤΥΣ. Τὸ Β. Διάταγμα τὶ θὰ κανονίσῃ;
§148ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν παρουσιασθῇ εἷς ἄλλος μὲ ἐπωφελεστέρους ὅρους, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ᾖναι παροῦσα διὰ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ σύμβασις γράφεται εἰς ὄνομα ἐκείνου, ἀλλὰ διὰ Β. Διατάγματος οἱ ὅροι τῆς συμβάσεως αὐτῆς θὰ γράφωνται εἰς ἐκεῖνον.
§149ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐννοεῖται, ὁ Μομφεριέρος προσφέρει 99 ἔτη καὶ τοῦ λέγομεν ὅτι τὰ δίδομεν, ἔρχεται εἷς ἄλλος καὶ λέγει 50 ἔτη· τότε αὐτὸς ἐγκαθίσταται εἰς τὴν σύμβασιν δυνάμει διατάγματος.
§150ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Κ. ὑπουργὲ, ὁ πρῶτος ὅρος τῶν 80 χιλιάδων στρεμμάτων, αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐλαττωθῇ;
§151ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ ὅρος τῶν 99 ἐτῶν αὐτὸς εἶναι ὁ σπουδαιότερος.
§152ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Τῶν 80 χιλιάδων στρεμμάτων δὲν τὸν θεωρεῖτε σπουδαῖον;
§153ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἓν ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ ἄλλο.
§154ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Παρακαλῶ τὸν λόγον.
§155ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ 99 ἔτη εἶναι ὁ σπουδαιότερος ὅρος. Ὅταν ἄλλη ἑταιρία εἴπῃ ὅτι δέχεται τὴν ἀποξήρανσιν μὲ 10 ἐτῶν προνόμιον, θὰ τῆς δοθῇ.
§156ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἀλλ’ ἐὰν δεχθῶ ἐγὼ μόνον μὲ 50 χιλιάδας στρέμματα;
§157ΤΙΝΕΣ. Ἂς κάμουν τροπολογίαν.
§158ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Ἀφοῦ ἐξαντληθῇ ὁ χρόνος, τότε παραδεχόμεθα καὶ ἐλάττωσιν περὶ τὰ στρέμματα.
§159ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ συναγωνισμὸς πρέπει νὰ γίνῃ ἐπὶ ὅλων τῶν ὅρων τῆς συμβάσεως. Διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐδέχθη τὸν συναγωνισμόν· ὑπάρχουν ὅροι ἐν τῇ συμβάσει, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀφορῶσι ποσῶς τὴν Κωπαΐδα, ἀφορῶσι δικαιώματα· καὶ ἰδοὺ ὅτι λέγει περὶ ὑδάτων· καὶ ἠξεύρετε τὶ εἶναι αὐτά; ἐὰν ἔλεγε περὶ τῶν ὑδάτων τῶν ἐκρεόντων ὑπομονή· ἀλλὰ λέγει περὶ τῶν ὑδάτων τῶν ἀπὸ τῶν ἄλλων μερῶν εἰσρεόντων εἰς τὴν Κωπαΐδα. Ὑπάρχουν ὅροι δρακόντιοι· πῶς λοιπὸν νὰ περιορισθῶμεν εἰς τὰ 99 ἔτη;
§160ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅταν ἔλθωμεν εἰς τοὺς ὅρους, τότε τὸ προτείνετε, καὶ ἡ Βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ.
§161Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι ἑκάστη τροπολογία εἶναι ἀπόῤῥοια μιᾶς ἰδέας. Λοιπὸν ἂς γίνουν αἱ τροπολογίαι ὅλαι καθ’ ἣν στιγμὴν θὰ γίνῃ ἡ συζήτησις· αἱ τροπολογίαι αὗται θὰ ὑποστηριχθῶσιν ἐκ τῶν λόγων, οἱ ὁποῖοι τὰς ὑπηγόρευσαν. Ἐὰν οἱ λόγοι ἦναι ὀρθοὶ, θὰ ὑποστηριχθοῦν· ἐὰν δὲν ἦναι ὀρθοί, θ’ ἀποῤῥιφθῶσι. Τώρα ἐκ τῶν προτέρων εἶναι τοῦτο πολὺ, εἶναι ἐκεῖνο ὀλίγον, λέγουν· ἀλλὰ διὰ νὰ εἴπῃς πολὺ ἢ ὀλίγον θὰ ὑποθέσῃς μίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία θὰ ἦναι ἀντίθετος πρὸς τὸ κέρδος ἢ τὴν ζημίαν. Ἄρα αἱ τροπολογίαι θὰ συσχετισθοῦν μὲ τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας ἔχει ἕκαστος· ἄλλως δὲν ἐννοῶ πῶς θὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ συζήτησις. Ἂς γίνουν λοιπὸν ὅλαι αἱ τροπολογίαι.
§162ΤΙΝΕΣ. Σήμερον ἔχομεν γενικὴν συζήτησιν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Καλλιφρονᾶ, ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασιν; διότι ἂν ἐπιμένητε θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§164ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι· ψηφοφορία δὲν θὰ γίνῃ σήμερον.
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι τρὶς ψηφοφορεῖται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου.
§166ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε· προβλέπω ὅτι θὰ μείνω μόνος μου εἰς τὴν ψηφοφορίαν, ἀλλὰ θὰ σᾶς ἐνοχλήσω ἀκόμη μὲ δύω λέξεις. Ἡ ἔκτακτος σύνοδος, εἶπεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ ἀποβῇ ἐπὶ ματαίῳ. Τὸν διαβεβαιῶ καὶ τὸν διαβεβαιοῖ ἅπασα ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ ἔκτακτος σύνοδος θὰ ἦναι γονιμωτάτη, διότι θὰ δώσῃ καὶ τὰ δύω νομοσχέδια. Τώρα, Κύριοι, ὅλοι, τοὐλάχιστον ἐξ ἰδίων κρίνει κανεὶς τ’ ἀλλότρια, ὅλοι ἔχομεν σχηματισμένην ἰδέαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· καὶ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι κύριοι ὑπουργοὶ, ἂς μοὶ δώσουν τὴν ἄδειαν νὰ πιστεύω, ὅτι τὴν ἔχουν. Ἡ συζήτησις θὰ φέρῃ βεβαίως ἓν ἀποτέλεσμα· ἀλλὰ διατὶ νὰ προβῶμεν οὕτω πως, ἐνῷ, ἐὰν ἐκλεχθῇ μία ἐπιτροπὴ ἐκ νέου καὶ ἐὰν παραπεμφθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ φέρῃ ἓν πλῆρες ἔργον ὅπως ἤδη κατηρτίσθη ἀπὸ τὰς διαφόρους τροπολογίας, θὰ προβῶμεν μὲ κανονικότητα περισσοτέραν; Εἶπον ἐκ προοιμίων, ὅτι ἴσως μείνω μόνος μου, ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ ἐπιψηφίσετε τὴν ἐκλογὴν τῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις θὰ διευκολύνῃ· τοῦτο εἶναι τὸ πρακτικώτερον μέρος, τὸ ὁποῖον θὰ κάμωμεν σήμερον.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς παρεμπῖπτον ζήτημα προηγουμένως θὰ ψηφοφορηθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Χατσίσκου, ὅστις προτείνει νὰ παραπεμφθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἰς εἰδικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις νὰ τὸ ἐξετάσῃ καὶ νὰ φέρῃ ἔκθεσιν. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§168ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Δὲν εἶμαι μόνος, ἐσηκώθησαν πέντε.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶπον ὅτι εἶσθε μόνος· εἶπον ὅτι ἀπεῤῥίφθη. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ζητεῖ τις τὸν λόγον;—Δὲν ζητεῖ. Θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Καλλιφρονᾶ, ὅστις κηρύττεται ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§170ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς, νομίζω, εἶπεν, ὅτι διὰ τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος νὰ παρουσιασθῇ νομοσχέδιον· νὰ μὴ παρουσιασθῇ σύμβασις· δὲν ἐκηρύχθη κατὰ τοῦ νόμου περὶ ἀποξηράνσεως.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἤδη τροποποιεῖται, περιέχει καὶ τὰ δύω, καὶ τὴν σύμβασιν καὶ τὸν συναγωνισμόν· ἑπομένως ἐὰν ἰσχυρίζεται ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς, ὅτι πρόκειται μόνον νόμος νὰ γίνῃ περὶ συναγωνισμοῦ καὶ ὄχι σύμβασις, αὐτὸ περιέχεται, διότι ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπρόσθεσεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς λέγει, ἐὰν παρέλθουν τρεῖς μῆνες καὶ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ δὲν παρουσιασθῇ ἄλλη ἑταιρία ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους· ἰδοὺ ὁ συναγωνισμός. Λοιπὸν ὅπως ὑποβάλλεται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὸ νομοσχέδιον περιέχει καὶ νόμον περὶ συναγωνισμοῦ, καθὼς καὶ σύμβασιν.
§172ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ὄνομα, ἡ προσωπικότης νὰ ἐκλείψῃ.
§173Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Οἱ ἔχοντες ἐναντίαν γνώμην τῆς συμβάσεως ἐπιφυλαττόμεθα νὰ φέρωμεν μίαν τροποποίησιν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν, διότι ὁ Κ. Δημητριάδης δὲν διετύπωσε τὴν πρότασίν του.
§174ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγω, ὅτι οὐδεὶς ἐπιθυμεῖ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλλιφρονᾶ· ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς δὲν πρέπει νὰ ἐπιθυμῇ νὰ τεθῇ ἡ πρότασις εἰς ψηφοφορίαν, διότι ὅλαι αἱ ἰδέαι δὲν ἀνεπτύχθησαν, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐν πλήρει γνώσει τῶν διατρεχόντων, διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς δὲν ἐπιθυμεῖ....
§175ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἰδέας τοῦ Κ. Κουμουνδούρου λέγω, ὅτι ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλλιφρονᾶ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς τὴν αὐτὴν σύνοδον.
§176ΖΩΤΟΣ. Τρὶς συζητοῦμεν καὶ τρὶς ἀποφασίζομεν....
§177ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν Κ. Καλλιφρονᾶ, παρακαλεῖσθε νὰ ἐκφρασθῆτε.
§178ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μάλιστα ἐπιφυλάττομαι.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διὰ τὴν τρίτην συζήτησιν ἐπιφυλάττεται ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς. Ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνάγνωσις· «Ἄρθρον 2. Αἱ τῶν ἰδιωτικῶν κτημάτων ἀπαλλοτριώσεις ὅσαι εἰσὶν ἀναγκαῖαι εἴτε διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, εἴτε διὰ τὰ καταστήματα ὅσα ἡ ἐργολαβοῦσα ἑταιρία ἀναγκασθῇ νὰ ἐγείρῃ, θέλουν ἐκβιασθῆ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ δὲ ἑταιρία εἶναι ὑπόχρεως νὰ πληρώνῃ τὰς ἀποζημιώσεις, αἵτινες ὅμως δὲν δύνανται ποτὲ νὰ ὑπερβῶσι τὴν πρὸ τῆς ἀποξηράνσεως ἀξίαν τῶν ἀπαλλοτριουμένων γαιῶν συγκεφαλαιουμένην ἐπὶ τῇ βάσει προσόδου 5%. Ἡ ἀποζημίωσις θέλει λογισθῆ ἐπὶ τῆς αὐτῆς βάσεως, ἐὰν ἡ ἑταιρία ἀναγκασθῇ προσωρινῶς νὰ ἐγείρῃ ἐργοστάσια, ἀποθήκας, ἢ νὰ ἀνοίξῃ διόδους ἐπὶ ἰδιοκτήτων γαιῶν, ἡ δὲ ἀποζημίωσις θέλει εἶναι ἀνάλογος πρὸς τὴν κατεχομένην ἐπιφάνειαν, καὶ τὸν χρόνον τῆς κατοχῆς. Ἡ ἐκτέλεσις τῶν διατάξεων τούτων θέλει γενῆ καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ ἑπόμενον ἄρθρον.»
§180ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 3. Ὁ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς ἑταιρίας, καὶ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ ὁριστικὰ διαγράμματα, τὰ ἐν τῷ δευτέρῳ ἄρθρῳ τῆς συνημμένης συμβάσεως μνημονευόμενα, ὁρίζει δι’ εἰδικῶν διαταγῶν τὰς γαίας ὧν πρόκειται νὰ ἐκβιασθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Αἱ διαταγαὶ αὗται δημοσιεύονται ἀμέσως διὰ τῆς ἐπισήμου ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως, ἐπὶ δὲ δύω μῆνας ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς δημοσιεύσεως αἱ περὶ ὧν ὁ λόγος γαῖαι δὲν δύνανται ν’ ἀπαλλοτριωθῶσιν ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ὁ ἔπαρχος Λεβαδείας κοινοποιεῖ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος τὴν ὑπουργικὴν διαταγὴν εἰς ἕκαστον ἰδιοκτήτην, προσκαλούμενον συγχρόνως νὰ διορίσῃ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν τὸν ἐκτιμητὴν αὐτοῦ. Ἂν ὁ ἰδιοκτήτης δὲν πράξῃ τοῦτο ἐμπροθέσμως, ὁ ἐκτιμητὴς οὗτος θέλει διορισθῆ ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου. Ὁ πρόεδρος τῶν ἐν Ἀθήναις πρωτοδικῶν διορίζει ἐπιμελείᾳ τοῦ δημοσίου ἕτερον ἐκτιμητήν. Ἡ ἑταιρία διορίζει καὶ αὕτη τρίτον ἐκτιμητήν. Οἱ τρεῖς οὗτοι ἐκτιμηταὶ συνέρχονται ἐπιμελείᾳ τοῦ ἐπάρχου εἰς τὸ κατάστημα τοῦ ἐπαρχείου κατὰ τὴν παρ’ αὐτοῦ ὡρισμένην ἡμέραν καὶ ὥραν, καὶ προσδιορίζουσι δι’ ᾐτιολογημένης γνωμοδοτήσεως τὸν μέσον ὅρον τῆς κατὰ τὰ τελευταῖα δέκα ἔτη ἐτησίας καθαρᾶς προσόδου τοῦ εἰς ἀπαλλοτρίωσιν ὑποκειμένου κτήματος. Ἂν ὁ παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου ἐκλεχθεὶς ἐκτιμητὴς δὲν ἐμφανισθῇ ἢ ἀρνηθῇ νὰ συμπράξῃ ἢ νὰ συνυπογράψῃ τὴν γνωμοδότησιν, οἱ δύο ἕτεροι προβαίνουσιν ἀκωλύτως εἰς τὴν σύνταξιν καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῆς γνωμοδοτήσεως, ἥτις κατατίθεται παρ’ αὐτῶν εἰς τὸ ἐπαρχεῖον, συντασσομένης ἐκθέσεως. Ἐπὶ τῇ αἰτήσει τῆς ἑταιρίας, τὸ δημόσιον κλητεύει τὸν ἰδιοκτήτην ἐνώπιον τοῦ πρωτοδικείου ὅπως ἀποφασισθῇ ἡ ἀπαλλοτρίωσις. Ἡ κλῆσις αὕτη εἶναι βραχυπρόθεσμος, δικάζεται δὲ ὡς κατεπείγουσα κατὰ τὴν πρώτην δικάσιμον μετὰ παρέλευσιν πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐπιδόσεως, καὶ ἂν συμπέσῃ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῶν δικαστικῶν διακοπῶν. Τὸ δικαστήριον ἐκδίδει κατὰ τὴν αὐτὴν συνεδρίασιν τὴν ἀπόφασιν αὑτοῦ, δι’ ἧς θέλει ἀναγνωρίσει ὅτι τὸ κτῆμα ἢ τὸ μέρος τοῦ κτήματος ὑπόκειται εἰς ἀπαλλοτρίωσιν λόγῳ δημοσίας ὠφελείας. Θέλει δὲ προσδιορίσει ἐπὶ τῇ βάσει τῆς γνωμοδοτήσεως τῶν ἐκτιμητῶν καὶ τῆς ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ καθιερωθείσης ἀρχῆς, τὴν ἀξίαν τῆς ἰδιοκτησίας, διατάσσον ἐν τούτῳ τὴν κατάθεσιν τοῦ ἀντιτίμου αὐτῆς εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν, καὶ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς ἑταιρίας εἰς τὴν κατοχὴν τοῦ κτήματος, ἀμέσως μετὰ τὴν γενομένην κατάθεσιν. Ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστηρίου δὲν ὑπόκειται εἰς ἀνακοπήν· εἶναι δὲ καὶ ἀνέκκλητος καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀπαλλοτρίωσιν καὶ τὴν ἐγκατάστασιν. Ἡ ἔφεσις δύναται νὰ ἀφορᾷ μόνον τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀποζημιώσεως, ἂν τὸ πρωτοδικεῖον δὲν ἤθελε συμμορφωθῆ μὲ τὰς ἀνωτέρω τεθείσας βάσεις. Ἀλλὰ καίτοι ὑπαρχούσης ἐφέσεως, ἡ πρωτόδικος ἀπόφασις ἐκτελεῖται καὶ ἡ ἐγκατάστασις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τῆς ἑταιρίας διὰ πρωτοκόλλου συντασσομένου ἐπιτοπίως ὑπὸ τοῦ εἰρηνοδίκου, παρουσίᾳ τοῦ ἐπάρχου, τοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἑταιρίας καὶ τοῦ ἰδιοκτήτου, ἂν θελήσῃ νὰ ἐμφανισθῇ. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο ἐγγράφεται εἰς τὸ βιβλίον τῶν μεταγραφῶν. Ἅμα ἡ ἑταιρία καταθέσῃ εἰς τὴν τράπεζαν τὸ παρὰ τοῦ πρωτοδικείου ὁρισθὲν τίμημα, γίνεται ἀναμφισβητήτως κύριος τῶν ἀπαλλοτριωθεισῶν γαιῶν. Ἐπομένως αἱ ἐγγεγραμμέναι ὑποθῆκαι καὶ τὰ πραγματικὰ δικαιώματα τῶν τρίτων δύνανται νὰ ἐνασκηθῶσι μόνον ἐπὶ τῶν κατατεθειμένων χρημάτων ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταθέσεως, ἐπιφυλαττομένης πάσης προσωπικῆς ἀγωγῆς κατὰ τοῦ πρώτου ἰδιοκτήτου. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς τριμήνου ταύτης προθεσμίας ἡ ἐθνικὴ τράπεζα, μὴ ὑπαρχουσῶν κατασχέσεων, δύναται νὰ ἀπαλλαχθῇ καταβάλλουσα τὰ κατατεθέντα χρήματα εἰς τὸν πρώην ἰδιοκτήτην, ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ ἐπισήμου ἀντιγράφου τῆς ὁριστικῆς ἀποφάσεως.»
§182ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. «Ἄρθρον 4. Αἱ παρὰ τοῦ δεκάτου ἄρθρου τῆς συμβάσεως ὁριζόμεναι ἐργασίαι ἐκτελοῦνται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· ἐπιτροπὴ ἐξ ἑπτὰ ἐμπειροτεχνῶν συγκειμένη, διορίζεται ὅπως μεταβῇ εἰς τὴν πεδιάδα τῆς Κωπαΐδος, καὶ μετὰ ταῦτα εἰς Λάρυμναν. Καὶ εἰς μὲν τὴν πεδιάδα τῆς Κωπαΐδος οἱ ἐμπειροτέχναι θέλουν προσδιορίσει ὁριστικῶς καὶ νομίμως τὰς δύω περιμέτρους, τὴν τῆς συνήθους καὶ τὴν τῆς ἐκτάκτου πλημμύρας. Εἰς Λάρυμναν δὲ θέλουν ὁρίσει ἐπὶ τόπου διὰ μονίμων ὁροσήμων τὴν θέσιν καὶ τὰ σύνορα τῶν παρὰ τῷ λιμένι τούτῳ παραχωρήσεων. Δύω μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης διορίζονται παρὰ τῆς ἑταιρίας· δύω παρὰ τοῦ προέδρου τῶν ἐν Ἀθήναις ἐφετῶν, δύω παρὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, καὶ τὸ ἕβδομον, ὅπερ καὶ θέλει προεδρεύσει τῆς ἐπιτροπῆς, παρὰ τοῦ προέδρου τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Οἱ ἐμπειροτέχναι ὁδηγούμενοι ἐκ τῶν ἐπὶ τῶν βράχων σταθερῶν ἰχνῶν, καὶ ἐκ πάσης ἄλλης ἀναμφιλέκτου ἀποδείξεως, θέλουν ἐνεργήσει χωροσταθμίσεις καὶ θέλουν στήσει ἐπὶ τοῦ ἐδάφους σταθερὰ σήματα ἱκανὰ, ὅπως ὁρισθῇ θετικῶς ἡ γραμμὴ τῶν δύω περιμέτρων. Ἀφοῦ δὲ τοιουτοτρόπως αἱ δύω αὗται περίμετροι ἀμετακλήτως ἐξακριβωθῶσι καὶ ὁρισθῶσιν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, ἡ ἐπιτροπὴ θέλει συντάξει λεπτογραφικὸν χάρτην τοῦ Κωπαϊκοῦ πεδίου, ἐφ’ οὗ θέλει διαγράψει τὰς δύω νομίμους περιμέτρους, πρὸς δὲ καὶ χάρτην τῆς Λαρύμνης, ἐφ’ οὗ ἐπίσης θέλει διαγράψει τὰ ὅρια τῆς κατὰ τὸν λιμένα τοῦτον παραχωρήσεως. Οἱ ἐμπειροτέχναι θέλουν ἀκολούθως συντάξει πρωτόκολλον ὁρίζον ὅσον ἔνεστιν ἀκριβέστερον καὶ λεπτομερέστερον τὰς σχετικὰς θέσεις τῶν σημάτων, τῶν ἐνδεικνυόντων τὰς γραμμὰς τῶν δύω νομίμων περιμέτρων. Τὸ αὐτὸ πρωτόκολλον θέλει περιλάβει καὶ τὴν σχετικὴν θέσιν τῶν ὁροσήμων τῆς ἐν Λαρύμνῃ παραχωρήσεως. Μετὰ τὸ πέρας πασῶν τῶν ἀνωτέρω διατεταγμένων ἐργασιῶν τὸ νόμιμον διάγραμμα τῶν δύω περιμέτρων θέλει γνωστοποιηθῆ εἰς τὸ κοινὸν δι’ εἰδοποιήσεως δημοσιευθησομένης ἐπιμελείᾳ τοῦ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, τὴν ἐφημερίδα τῆς Λεβαδείας (ἂν ὑπάρξῃ τοιαύτη) καὶ εἰς δύω ἐφημερίδας τῶν Ἀθηνῶν, ὅπως οἱ ἔχοντες ἀξιώσεις εἰς ἰδιοκτησίας ἐπὶ γαιῶν κειμένων μεταξὺ τῶν δύω περιμέτρων, ἐγείρωσι τὰς ἀγωγὰς αὑτῶν, ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου ἐντὸς ἑξαμήνου προθεσμίας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τῆς ὑπουργικῆς πράξεως ἐν τῇ ἐφημερίδι τῆς Κυβερνήσεως. Τῶν συνήθως κατακλυζομένων γαιῶν, ἀνηκουσῶν εἰς τὴν ἐπικράτειαν κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 21 Ἰουνίου 1837 περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμου, αἱ ἀξιώσεις αἱ ἀφορῶσαι γαίας κειμένας ἐντὸς τῆς περιμέτρου τῶν συνήθων πλημμυρῶν, εἶναι ἀπαράδεκτοι. Αἱ ἀξιώσεις αἱ ἀφορῶσαι γαίας, κειμένας μεταξὺ τῶν δύω περιμέτρων, εἶναι ὡσαύτως ἀπαράδεκτοι ὡς παραγεγραμμέναι, ἂν δὲν εἰσαχθῶσιν εἰς τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον ἐντὸς τῆς ἄνω ὁρισθείσης προθεσμίας τῶν ἓξ μηνῶν. Αἱ ἐμπροθέσμως εἰσαχθεῖσαι ἀξιώσεις δικάζονται παρὰ τοῦ δικαστηρίου, ἐφαρμοζομένης τῆς διαδικασίας τῶν συνοπτικῶν καὶ κατεπειγουσῶν δικῶν. Δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφισβητῶνται ἐπὶ δικαστηρίου αἱ γραμμαὶ τῶν δύω περιμέτρων, ὅπως ὡρίσθησαν ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἀφοῦ αἱ ἀποφάσεις ἐκδοθῶσι καὶ αἱ ἰδιωτικαὶ ἰδιοκτησίαι αἱ μεταξὺ τῶν δύω περιμέτρων κείμεναι ἀναγνωρισθῶσι παρὰ τοῦ δικαστηρίου, θέλουν ἐν πρώτοις σημειωθῆ ἐπὶ τοῦ χάρτου τῆς Κωπαΐδος καὶ ἐν τῷ πρωτοκόλλῳ ὑπὸ γεωμετρῶν τῆς Κυβερνήσεως, μετὰ ταῦτα δὲ οἱ αὐτοὶ γεωμέτραι συνοδευόμενοι ὑπὸ τοῦ ἐπιτρόπου τῆς ἑταιρίας καὶ ἔχοντες ἀνὰ χεῖράς των χάρτην θέλουν θέσει δαπάνῃ τῶν ἰδιοκτητῶν σταθερὰ σήματα, ὁρίζοντα ἐπὶ τόπου τὰ ὅρια τῆς ἰδιοκτησίας τούτων.»
§184ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Εἰς τὸ βʹ. ἐδάφιον ἀντὶ τῶν λέξεων «τὰς δύο περιμέτρους τὴν τῆς συνήθους καὶ τὴν τῆς ἐκτάκτου πλημμύρας» νὰ τεθῶσιν αἱ λέξεις «τὴν περίμετρον τῆς συνήθους πλημμύρας καὶ τῆς ἐκτάκτου.» Εἰς τὸ δʹ. ἐδάφιον νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις «καὶ δαπάνῃ τῆς ἑταιρίας·» εἰς τὸ ἑ. ἀντὶ «τῶν δύο περιμέτρων» «τῆς περιμέτρου τῆς συνήθους πλημμύρας·» τὸ ϛʹ. νὰ τροποποιηθῇ οὕτως· «ἀφοῦ δὲ τοιουτοτρόπως ἐξακριβωθῇ καὶ ὁρισθῇ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους ἡ περίμετρος, ἡ ἐπιτροπὴ κτλ.» ἐκ τοῦ ζʹ. νὰ λείψουν αἱ λέξεις «τῶν δύο νομίμων περιμέτρων» καὶ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «τῆς νομίμου περιμέτρου»· τὸ θʹ. καὶ ί. νὰ λείψουν, καὶ τὸ ιά. νὰ μείνῃ οὕτω· «Ἀξιώσεις ἀφορῶσαι γαίας κειμένας ἐντὸς τῆς νομίμου περιμέτρου εἶναι ἀπαράδεκτοι·» τὸ ιβʹ. νὰ ἀπαλειφθῇ· τὸ ιγʹ. νὰ γίνῃ οὕτω· «Δὲν ἐπιτρέπεται ν’ ἀμφισβητῆται ἐπὶ δικαστηρίου ἡ γραμμὴ τῆς νομίμου περιμέτρου, ὅπως ὁρισθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς·» τὸ ιδʹ. ἀπαλείφεται.
§185ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ 4 ἄρθρον· ὅπως ἐτροποποιήθη. «Ἄρθρον 5. Οἱ ἰδιῶται ὅσοι ἀναγνωρισθῶσι δικαστικῶς ἰδιοκτῆται γαιῶν κειμένων μεταξὺ τῶν δύω περιμέτρων πληρώνουν κατὰ στρέμμα εἰς τὴν ἑταιρίαν ἀποζημίωσιν, ἥτις θέλει ὁρισθῆ συμβιβαστικῶς καὶ ἀναλόγως τῆς ὡς ἐκ τῆς ἀποξηράνσεως αὐξήσεως τῆς ἀξίας. Ἂν ὅμως ὁ ἰδιοκτήτης καὶ ἡ ἑταιρία δὲν συμφωνήσωσι, θέλουν διορίσει ἕκαστος ἀνὰ ἕνα διαιτητὴν πρὸς διάλυσιν τῆς διαφορᾶς. Ἂν οἱ δύω διαιτηταὶ διαφωνήσωσιν, ὁ πρόεδρος τοῦ ἁρμοδίου πρωτοδικείου διορίζει ἐπιδιαιτητήν. Ἡ ἀπόφασις τῶν διαιτητῶν εἶναι ἀνέκκλητος, Ἐννοεῖται ὅτι τὸ δημόσιον δὲν πληρόνει ἀποζημίωσιν διὰ τὰς γαίας τὰς ἀνηκούσας αὐτῷ μεταξὺ τῶν δύω περιμέτρων.»
§187ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προτείνω τὴν ἀπάλειψιν.
§188ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 5 ἄρθρου. Ἄρθρον 6 τὸ ὁποῖον γίνεται 5. «Ἄρθρον 5. Οἱ χωρικοὶ οἱ ἀποκατασταθησόμενοι ἐπὶ τῶν εἰς τὴν ἑταιρίαν προσωρινῶς παραχωρουμένων γαιῶν θέλουν ἀπολαύσει μετὰ τὴν λῆξιν τῆς ἐπικαρπίας τῶν ἑξῆς πλεονεκτημάτων. Αἱ παρ’ αὐτῶν οἰκοδομηθεῖσαι ἢ παρὰ τῆς ἑταιρίας πρὸς αὐτοὺς δωρηθεῖσαι οἰκίαι (ἂν ἡ δωρεὰ αὕτη ἔγινε δέκα ἔτη τοὐλάχιστον πρὸ τοῦ τέλους τῆς ἐπικαρπίας) γίνονται ἰδιοκτησίαι αὐτῶν ἀναφαίρετοι μετὰ συνεχομένων τριῶν στρεμμάτων δι’ ἑκάστην οἰκογένειαν. Πρὸς ἀπόκτησιν δὲ ἄλλων ἐθνικῶν γαιῶν κατὰ τοὺς περὶ τούτου νόμους οὗτοι ἀπολαμβάνουσι τὰ πλεονεκτήματα τῶν κατόχων.
§190ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§191ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Ἄρθρον 7, τὸ ὁποῖον θὰ γίνῃ 6. «Ἄρθρον 6. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ δανεισθῇ παρὰ τῆς ἑταιρίας τῆς ἀναλαβούσης τὴν ἀποξήρανσιν τῆς Κωπαΐδος δραχμὰς ἓν ἑκατομμύριον ἑπτακοσίας χιλιάδας κατὰ τοὺς ἑξῆς ὅρους. Ὁ τόκος ὁρίζεται εἰς ἑπτὰ τοῖς ἑκατὸν ἐτησίως. Ἡ καταβολὴ τοῦ δανείου γενήσεται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐντὸς ἓξ μηνῶν ἀπὸ τῆς κυρώσεως τοῦ παρόντος νόμου. Ἡ ἀπόδοσις τοῦ δανείου ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς προσόδου τῶν ἁλικῶν τοῦ Κράτους, θέλει δὲ γενῆ ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταβολῆς.»
§192ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀντὶ τῶν λέξεων «ἓξ μηνῶν» νὰ τεθοῦν αἱ λέξεις «ἑνὸς μηνὸς» τὸ δὲ τελευταῖον ἐδάφιον νὰ λέγῃ οὕτω· «Ἡ ἀπόδοσις αὐτοῦ γενήσεται ἐντὸς προθεσμίας 10 ἐτῶν ἀπὸ τῆς ἡμέρας τῆς καταβολῆς».
§193ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ λέξεις «ἐξασφαλίζεται διὰ τῆς προσόδου τῶν ἁλικῶν» θὰ μένουν;
§194ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δύνανται νὰ ἐξασφαλισθῶσι δι’ οἱουδήποτε κτήματος ἢ τῶν ἁλικῶν ἢ ἄλλων (θόρυβος). Μετὰ τὸ 6 ἄρθρον νὰ προστεθῇ ἓν ἄλλο ἄρθρον τὸ ἑξῆς, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται κάθε Ἕλλην νὰ γείνῃ μέτοχος. «Ἄρθρον 7. Ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ δεχθῇ τὰς γενομένας ἐν Ἑλλάδι ἐγγραφὰς ἐντὸς διαστήματος ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς βουλευτικῆς ἐπικυρώσεως· αἱ ἐγγραφαὶ αὗται κατατεθήσονται εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Τράπεζαν, καὶ δὲν θέλουν εἶναι λιγώτεραι τῶν πεντακοσίων φράγκων· ἑκάστης ἐγγραφῆς θὰ παρακατατίθεται τὸ πεμπτημόριον εἰς μετρητὰ καὶ ὁ καταλαβὼν αὐτὸ θέλει λαμβάνει ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μετὰ ταῦτα θέλει ἀνταλλαχθῆ εἰς μετοχὰς ὁριστικάς.»
§195ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Τὸ ἐντὸς τριῶν μηνῶν τὸ τροπολογῶ.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρ. 7. Ἡ ἑταιρία ὑποχρεοῦται κλπ.»
§197ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Ἄρθρ. 8. Αἱ εὑρεθησόμεναι ἀρχαιότητες κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἔργων, ἢ καθ’ οἱανδήποτε ἐποχὴν ἐπὶ τῶν παραχωρουμένων γαιῶν ἔσονται ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους, καὶ ἑπομένως παραδοθήσονται εἰς τὸν ἔφορον τοῦ δημοσίου μουσείου.»
§199ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς συμβάσεως τοῦ ἄρθρου 9 ὑπέβαλε τροπολογίαν ὁ Κ. Στράτος, θὰ τυπωθῇ καὶ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως θὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§201ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Παρακαλῶ νὰ τυπωθῶσιν ὅπως ἐτροπολογήθησαν καὶ ὁ νόμος καὶ ἡ σύμβασις.
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἢ τὴν σύμβασιν θὰ τροπολογήσωμεν ἢ τὸν νόμον, δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ τὰ δύο· ἐὰν γίνῃ τοῦτο εἰς τὴν σύμβασιν, τότε τὸ νομοσχέδιον δὲν θὰ ἔχῃ εἰμὴ ἓν μόνον ἄρθρον, ὅτι κυροῦται ἡ σύμβασις· ἓν λοιπὸν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν.
§203ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ὁ ἐργολάβος προτείνει τροπολογίας εἰς τὸν νόμον, ὁ αὐτὸς λέγει, ὅτι ἡ σύμβασις τροπολογεῖται ὡς ἕπεται (ἀναγινώσκει τὸ μέρος) λοιπὸν τὰ ἐτροποποίησε· θέλω ἑπομένως νὰ τὰς ἰδῶ μέσα εἰς τὴν σύμβασιν διὰ νὰ σκεφθῶ ἐπὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου (διάλογοι).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Θεοχάρης προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. «Ἡ πολιτικὴ κατοικία τῆς ἑταιρίας θέλει εἶσθαι ἐν Ἑλλάδι· πᾶσα δὲ ἀμφισβήτησις δυναμένη νὰ ἐγερθῇ μετὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς ἑταιρίας ὡς πρὸς τὴν ἑρμηνείαν καὶ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς παρούσης συμβάσεως νὰ δικάζεται ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου». Τώρα θέλει ἀναγνωσθῆ τὸ ἕτερον νομοσχέδιον, τὸ περὶ Λαυρίου.
§205Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον θὰ συμπέσῃ τὴν αὐτὴν ἡμέραν νὰ ἔχωμεν τὴν τρίτην συζήτησιν καὶ τῶν δύω αὐτῶν ἀντικειμένων· νὰ μείνῃ μίαν ἡμέραν κατόπιν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, διότι εἶναι δύσκολον νὰ ἔχωμεν ὅλους τοὺς ἀριθμοὺς εἰς τὸν νοῦν μας.
§206ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποία ἀπόδειξις, ὅτι ὅσα νομοσχέδια ἀναγινώσκονται τὴν αὐτὴν ἡμέραν συζητοῦνται καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν;
§207ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ συζητήσωμεν τὸ περὶ Λαυρίου.
§208ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται. «Ἄρθρον 1. Ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ μὲν τῶν σκωριῶν δραχμῶν δύω (2) κατὰ τόνον, ἐπὶ δὲ τοῦ ἐξ αὐτῶν ἐξαγομένου μολύβδου δραχμῶν εἴκοσι πέντε κατὰ τόνον. Ὁ φόρος οὗτος εἰσπραχθήσεται καὶ ἐπὶ τοῦ μολύβδου τοῦ ἐξαχθέντος πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου.»
§210ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§211ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§212ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, Κ. Σακελλαριάδη.
§213ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, κύριε πρόεδρε, αὔριον ν’ ἀναγνωσθῇ (θόρυβος)· δὲν εἴμεθα καὶ πλήρεις.
§214ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
§215ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις διὰ πρώτην φορὰν τοῦ νομοσχεδίου περὶ Λαυρίου.... (θόρυβος. Καθήσατε, διότι θὰ λύσω τὴν συνεδρίασιν. Ἀναγινώσκεται καὶ γίνεται δεκτὸν κατ’ ἄρθρον ἄνευ ἀντιῤῥήσεως διὰ πρώτην φορὰν τὸ νομοσχέδιον περὶ Λαυρίου, ἔχον ὡς ἑξῆς· Ἄρθρον 1. «Ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ μὲν τῶν σκωριῶν δραχμῶν δύω (2) κατὰ τόνον, ἐπὶ δὲ τοῦ ἐξ αὐτῶν ἐξαγομένου μολύβδου δραχμῶν εἴκοσι πέντε (25) κατὰ τόνον. Ὁ φόρος οὗτος εἰσπραχθήσεται καὶ ἐπὶ τοῦ μολύβδου τοῦ ἐξαχθέντος πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος νόμου. Ἄρθρον 2. Ἐπιβάλλεται ὡσαύτως πλὴν τοῦ εἰρημένου φόρου, ἐπὶ μὲν τῶν ἀναγνωρισθησομένων νομίμως ἐθνικῶν σκωριῶν δικαίωμα δραχμῶν τεσσάρων (4) κατὰ τόνον, ἐπὶ δὲ τοῦ ἐξ αὐτῶν μολύβδου δραχμῶν πεντήκοντα (50). Ἄρθρον 3. Ἡ ἀνακαμίνευσις τῶν ἐν Λαυρίῳ τῆς Ἀττικῆς σκωριῶν, ὅσαι ἤθελον ἀναγνωρισθῆ ὡς ἐθνικαὶ, ἀφίεται εἰς τὴν ἀναλαβοῦσαν τὸ ἔργον τοῦτο ἑταιρίαν Ἱλαρίωνος Ῥοῦ καὶ Σ. ἐκτὸς ἂν αὕτη παραιτηθῇ τῆς ἀνακαμινεύσεως ἅμα ἀναγνωρισθῇ ὑπὲρ τοῦ δημοσίου ἡ κυριότης τῶν σκωριῶν, ὅ τε εἰδικὸς νόμος κανονίσει τὰ περὶ τούτου. Ἄρθρον 4. Ὁ φόρος καὶ τὸ δικαίωμα, περὶ ὧν διαλαμβάνουσι τὰ ἄρθρα 1 καὶ 2 τοῦ παρόντος νόμου, βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν ἢ τὴν διὰ θαλάσσης μεταφορὰν τῶν σκωριῶν καὶ τοῦ μολύβδου, ἐφαρμοζομένων τῶν σχετικῶν τελωνιακῶν διατάξεων.»
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 5 Μ. Μ.)