1866.01.10
1.651 στίχοι · 14.068 λέξεις · 133 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 1
Τῆς 10 Ἰανουαρίου 1866.
(Δευτέρα.)
Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὡς πρεσβύτερος ὁ κύριος Λυκοῦργος Κρεστενίτης, τὰς δὲ ἕδρας τῶν γραμματέων ὡς νεώτεροι οἱ κύριοι Γ. Μπουκίδης, Ὄθων Μακρυγιάννης, Θ. Κανακάρης, Γερ. Ἀντύπας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀνοιχθοῦν τὰ θεωρεῖα τῶν ἀκροατηρίων.
§2ΡΟΥΦΟΣ (πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργὸς Δικαιοσύνης). (ἀναβαίνει τὸ βῆμα καὶ ἀναγινώσκει τὸ ἑξῆς Διάταγμα)·
ΓΕΩΡΓΙΟΣ Αʹ.
ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ.
«Ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν τὸ ἄρθρον 37 τοῦ Συντάγματος ἐπιφορτίζομεν τὸν πρόεδρον τοῦ Ἡμετέρου ὑπουργικοῦ συμβουλίου καὶ ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης νὰ κηρύξῃ τὴν ἔναρξιν τῆς συγκαλεσθείσης διὰ τοῦ ἀπὸ 6 τρέχοντος μηνὸς Ἡμετέρου Διατάγματος ἐκτάκτου συνόδου τῆς Βουλῆς». Ἐν Ἀθήναις, τῇ 8 Ἰανουαρίου 1866.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
Μ. Ῥοῦφος.
§3Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον.
§4ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος τῶν βουλευτῶν.
§5Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἴσια ἴσια, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει κατ’ ἐμὴν κρίσιν Βουλὴ, ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπιφέρω παρατηρήσεις τινάς.
§6ΤΙΝΕΣ. Νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος.
§7Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πρὶν ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος θέλω νὰ εἴπω λέξεις τινάς.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ σηκωθῶ ἐγὼ ἀπὸ τὸν τόπον μου καὶ νὰ εἰπῆτε ὅ,τι θέλετε.
§9Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὄχι· ἐπειδὴ ὑπάρχει ἓν διάταγμα, τὸ ὁποῖον μᾶς προσκαλεῖ, δι’ αὐτὸ ἤλθομεν. Τώρα πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν εἴμεθα Βουλὴ ἢ ὄχι. Εἶναι ἀδιάφορον 5 βουλευταὶ ὑπάρχουν, 50 βουλευταὶ ὑπάρχουν, 100 βουλευταὶ ὑπάρχουν, ὁ ἀριθμὸς δὲν ἀποτελεῖ τὴν νόμιμον ὕπαρξιν τῆς Βουλῆς (θόρυβος).
§10ΠΟΛΛΟΙ. Ὁ κατάλογος.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι βουλευταί, σᾶς παρακαλῶ, μίαν ἡμέραν θὰ εἶμαι πρόεδρος· ἀφῆτε νὰ δίδω τὴν ἀπάντησιν καὶ ἐλπίζω νὰ εὐχαριστηθῆτε· διέταξα νὰ ἀναγνωσθῇ ὁ κατάλογος. Ἀναγινώσκεται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Κ. Κ. βουλευτῶν.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς εἶναι πλῆρες.
§13ΤΙΝΕΣ. Πόσοι εἶναι;
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑκατὸν δύο. Ὁ Κ. Μαυρομιχάλης ἔχει τὸν λόγον.
§15ΤΙΝΕΣ. Ἦλθον καὶ ἄλλοι, ὁ Κ. Τσιριμῶκος, Καναβὸς καὶ Παγκράτης.
§16ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ σημειωθοῦν ὅλοι.
§17Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, κύριοι, νὰ ἐξετάσω, ἐὰν οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι προκαλοῦσι σήμερον τὴν ἔκτακτον σύνοδον, συμφέρουσιν εἰς τὴν πολιτείαν· διότι παρὰ πάντα ἄλλον σέβομαι τὰς βασιλικὰς προνομίας· ἀλλὰ διὰ τοῦτο δικαιοῦμαι νὰ εἶμαι ζηλότυπος καὶ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Ἡ ἡμερομηνία τοῦ διατάγματος, κύριοι, τῆς 8 Ἰανουαρίου καὶ ἡ συγκάλεσις τῆς Βουλῆς κατὰ τὴν δεκάτην, εἶναι γεγονός, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ παρίδῃ οὐδείς, δὲν δύναται ἢ νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ καὶ ὡς αὐθαίρετον καὶ ὡς ἀντισυνταγματικόν. Ἐννοεῖτε, κύριοι, καὶ ἔχετε παραδείγματα διάφορα καὶ εἰς διάφορα συνταγματικὰ κράτη καὶ παρ’ ἡμῖν, ὅτι αἱ ἔκτακτοι σύνοδοι προκαλούμεναι ἀπὸ ἐκτάκτους λόγους καὶ σπουδαίους συγχρόνως, ἀπαιτοῦν τὴν παρουσίαν ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ἀπαιτοῦν τοὐλάχιστον, ὥστε τὸ ἔθνος νὰ λάβῃ γνῶσιν· ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν τὸ ἔθνος διατελεῖ ἐν ἀγνοίᾳ, καὶ οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀπαρτία τῆς σημερινῆς Βουλῆς, ἡ ἀπαρτία αὕτη δὲν δύναται νὰ καθιερώσῃ σῶμα νομοθετικὸν νόμιμον. Ἐνόσῳ τὸ ἔθνος δὲν λάβῃ γνῶσιν ἐπισήμως, ἐνόσῳ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους δὲν λάβωσιν ὁλόκληρον τὸν ὑλικὸν καιρὸν νὰ προσέλθωσι καὶ νὰ λάβωσι συμμετοχὴν εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, πᾶσα Βουλὴ ἐξ οἱουδήποτε ἀριθμοῦ συγκροτουμένη, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ Βουλὴ νόμιμος, Βουλὴ ἀντιπροσωπεύουσα ἢ προσκαλουμένη νὰ συζητήσῃ μεγάλα συμφέροντα τοῦ τόπου. Οὐδεὶς λόγος, κύριοι, ὑπηγόρευσε τὸ αὐθαίρετον αὐτὸ μέτρον τῆς ἐξουσίας, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα διαλαμβάνει τὸ διάταγμα, εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν γνώσει τοῦ ἔθνους, εἶναι ἐν γνώσει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ἐν γνώσει διότι ὑπεβλήθησαν διὰ προτάσεων κατὰ τὴν παρελθοῦσαν σύνοδον, (θόρυβος). Ἀλλά, κύριοι, ψιθυρίζουν, καὶ θὰ μὲ ἀναγκάσουν νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι ἴσως εἰς τὴν προαίρεσιν τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπῆρξεν, ὅτι, ἐὰν κατά τι ἡ Κυβέρνησις καὶ κατὰ πολὺ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἔσφαλε, δὲν ἔσφαλεν ὅμως ἐκ δολίας προαιρέσεως· δὲν ἔσφαλε καὶ δὲν παρουσιάσθη τὸ ζήτημα, ὡς ζήτημα κακῆς πίστεως· διότι, κύριοι, ἂν παραδεχθῶμεν τὸ μέτρον τοῦτο ὡς νόμιμον, ὡς προηγούμενον, τότε θὰ δώσωμεν εἰς πᾶσαν κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα ν’ ἀφαρπάζῃ τὰ ζητήματα τοῦ ἔθνους δι’ ἐκτάκτων συνόδων, εἰδοποιοῦσα τοὺς μὲν φίλους της νὰ ἵστανται παρόντες, νὰ προκληθῇ δὲ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου καὶ ὅταν ἀπέρχεται ἡ ἀντιπολίτευσις νὰ δύναται νὰ σχηματίζῃ ἀπαρτίαν καὶ νὰ κρίνῃ ὅπως θέλει. Ἀλλ’ εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν, δὲν ἀδικῶ σήμερον τὴν κυβέρνησιν ὅτι ὡρμήθη ἀπὸ τοιαύτας ἰδέας ἢ ἀπὸ τοιούτους λόγους, λέγω μόνον ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο τῆς συγκαλέσεως ἐντὸς 4 ἡμερῶν εἶναι μέτρον, τὸ ὁποῖον οὔτε αἱ περιστάσεις ὑπηγόρευον, οὔτε δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι πρέπει προηγουμένως νὰ λάβῃ γνῶσιν τὸ ἔθνος, καὶ σᾶς ἐνθυμίζω μίαν πεπερασμένην ἐποχήν, καθ’ ἣν ὁ πεπτωκὼς θρόνος ἐσαλεύετο· μόλις εἶχε κατασταλῆ ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ναυπλίου καὶ ἔθνος δὲν ἦτο συγκεκροτημένον, καὶ μολαταῦτα ἐνθυμεῖσθε τότε εἰς τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων ἐδόθη ὁ ἀνάλογος χρόνος, τὸ μὲν διάταγμα ἐξεδόθη τὴν 7 τοῦ μηνός, ἡ δὲ συγκάλεσις τῆς Βουλῆς ἔλαβε χώραν κατὰ τὴν 25. Ἀλλά, κύριοι, δύνασθε νὰ μᾶς προτάξητε, ὅτι ὑπάρχει ἀπαρτία, καὶ ὅτι, ὑπαρχούσης ἀπαρτίας, ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προχωρήσῃ. Τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας, κύριοι, ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα ἁπλῶς καὶ καθαρῶς, διὰ νὰ μὴ δύναται ἡ θέλησις 5 ἢ 10 ἢ 20 ἀτόμων νὰ παραλύῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος. Τὸ Σύνταγμα ὅμως ὑποθέτει πάντοτε, ὅτι ὀφείλουν κατὰ καθῆκον νὰ ἦναι παρόντες οἱ βουλευταί· ὅταν ὅμως ἢ ἐκ προθέσεως ἢ ἄλλως πως ἀπουσιάζουν, τότε ὑπάρχει διάταξις λέγουσα· ὅταν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς ἦναι παρόντες, τότε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προβῇ εἰς τὰ ἔργα της. Ἀλλὰ σήμερον τὸ ζήτημα τῆς ἀπουσίας εἶναι ἐξαίρεσις καθαρὰ λέγω τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας τότε εἶναι δίκαιον, ἰσχυρόν, ὅταν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους λάβωσι γνῶσιν καὶ τοῖς παραχωρηθῇ ὁ ἀνάλογος καιρὸς διὰ νὰ ἔλθωσι νὰ ἐργασθῶσιν. Ἐνόσῳ λοιπὸν δὲν χορηγήσωμεν προθεσμίαν, ἐντὸς τῆς ὁποίας νὰ δύνανται οἱ θέλοντες ν’ ἔλθωσι διὰ νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς συνεδριάσεις, νομίζω ὅτι δὲν δικαιούμεθα νὰ ἐργασθῶμεν, ὅταν μόλις 80 βουλευταὶ εἶναι παρόντες ἐδῶ εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ 120 ὑπολείπονται· ὁλόκληροι δὲ ἐπαρχίαι ὡς ἐκ τούτου δὲν ἀντιπροσωπεύονται Τοσούτῳ μᾶλλον κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίῤῥησις, καθόσον αἱ συζητήσεις μας προϋποτίθενται σπουδαῖαι, καὶ θὰ ἦναι σπουδαῖαι, κύριοι, διότι αἱ πρόνοιαι τῆς ἐκτάκτου συγκαλέσεως μιᾶς συνόδου προκαλοῦνται πάντοτε ἀπὸ σπουδαίους λόγους καὶ ἐπὶ σπουδαίων ἀντικειμένων. Νομίζω, ὅτι δὲν ἔχομεν δικαίωμα ν’ ἀφήσωμεν τὰς ἐπαρχίας τοῦ κράτους ἄνευ ἀντιπροσώπων. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, φρονῶ καὶ δὲν διστάζω νὰ πιστεύσω, ὅτι ἡ Βουλή, ὄχι ἡ Βουλὴ ἡ νόμιμος, ὄχι ἡ Βουλὴ ἡ ὁριζομένη ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἡ Βουλή, ἂν θέλετε νὰ τὴν ὀνομάσω οὕτω, δὲν δικαιοῦται νὰ προβῇ εἰς οὐδεμίαν ἀπόφασιν πρὶν ἐκδοθῇ διάταγμα εἰδικὸν διὰ τοῦ ὁποίου νὰ χορηγῆται ἀνάλογος προθεσμία ὅπως εἰδοποιηθῶσιν οἱ ἐν ταῖς ἐπαρχίαις παρεπιδημοῦντες συνάδελφοι καὶ τοῖς δοθῇ ὁ ἀπαιτούμενος καιρὸς νὰ προσέλθωσιν, ἵνα λάβωσι συμμετοχὴν εἰς τὰς συζητήσεις τῆς ἐκτάκτου συνόδου. Ἄλλως τε, κύριοι, τὸ κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον σᾶς λέγω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ λάβω μέρος εἰς τὴν ἔκτακτον αὐτὴν σύνοδον.
§18ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι, ἡ Βουλὴ ἐνασχοληθεῖσα μετ’ ἀκαμάτου ζήλου, ἔλυσε πολλὰ κοινωφελῆ ζητήματα καὶ ἐψήφισε πολλοὺς σπουδαίους νόμους. Ἀλλὰ, κύριοι, δύο μεγάλα ζητήματα, δύο κοινωφελεῖς σκοποὶ ἔμειναν ἐκκρεμεῖς, διότι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἐπιψηφισθῶσι ταῦτα κατὰ τὴν τρίτην αὐτῶν συζήτησιν. Τὰ ζητήματα αὐτὰ εἶναι, κύριοι, ἡ ἀποξήρανσις τῆς Κωπαΐδος καὶ τοῦ Λαυρίου ἡ φορολογία. Εἶναι περιττὸν νομίζω νὰ σᾶς ἐκθέσω τὴν σπουδαιότητα αὐτῶν τῶν δύο ζητημάτων, νὰ σᾶς εἴπω ποίας μεγάλης ὠφελείας θὰ ἦναι πάροχοι αὐτοὶ οἱ νόμοι, ὅταν ψηφισθῶσιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Εἶναι ὅμως καὶ μία ἠθικὴ ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν θὰ παρέξουν εἰς τὸ ἔθνος, διότι ἔχει πολλοὺς ἐχθροὺς εἰς τὸ ἐξωτερικὸν, οἱ ὁποῖοι δὲν κάμνουν ἄλλο, εἰμὴ νὰ τὸ συκοφαντοῦν καὶ νὰ τὸ ῥαδιουργοῦν ὅτι ποτὲ δὲν ἠθέλησε νὰ ἐμψυχώσῃ τὴν βιομηχανίαν, ὅτι ποτὲ δὲν ἠθέλησε νὰ ἔλθῃ εἰς σύμβασιν μετὰ τῶν ξένων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κεφάλαια καὶ θέλουν νὰ εἰσαγάγουν αὐτὰ εἰς τὸν τόπον. Αὐτὰ, κύριοι, τὰ ἀντικείμενα ἔπεισαν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βασιλέως νὰ συγκαλέσῃ ἔκτακτον σύνοδον. Δὲν ἠλπίζαμέν ποτε ὅτι ὁ ἔντιμος βουλευτὴς τοῦ Οἰτύλου ἤθελεν ἐπιφέρει αὐτὰς τὰς ἐνστάσεις, ὅτι δῆθεν εἶναι ἀντισυνταγματικὴ αὐτὴ ἡ πρᾶξις, διότι δὲν προσδιωρίσθη κατάλληλος ἐποχὴ εἰς τὴν σύγκλησιν τῆς Βουλῆς. Καὶ λέγει «ἀντισυνταγματικὴ», διότι ἀποκλείονται οἱ βουλευταὶ τοῦ ἔθνους νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτῶν τῶν σπουδαίων ζητημάτων. Εἴχομεν, κύριοι ὑπ’ ὄψιν αὐτὰς τὰς ἐνστάσεις, ὅταν ἐγένετο τὸ διάταγμα, καὶ ἐνομίσαμεν ὅτι ἦτο δίκαιον, ὅτι ἦτο ὀρθὸν, ὅτι ἦτο συμφέρον εἰς τὸ ἔθνος τὸ νὰ προτιμήσωμεν τοὺς παρόντας βουλευτὰς ἀπὸ τοὺς ἀπόντας (θόρυβος)· ἐνομίσαμεν ὅτι ἦτο δίκαιον, διότι αὐτὴ εἶναι μία ἐπέκτασις συζητήσεως, δὲν ἦτο ἓν νέον ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐπροκαλοῦσεν ἡ κυβέρνησις· ἦτο μία ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς (θόρυβος).
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία παρακαλῶ, κύριοι· τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον.
§20ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ὑπόθεσις ἐκκρεμὴς, συζητηθεῖσα δὶς εἰς τὴν Βουλὴν, ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῇ καὶ τρίτην φοράν. Ὅλος ὁ κόσμος εἶχε γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος. Ἡ κυβέρνησις ὅταν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν αὐτὴν τὴν ἐθεώρησε παροῦσαν· ἦσαν παρόντες 135 βουλευταὶ, οὔτε ἀποκλείονται οἱ ἄλλοι βουλευταὶ εἰς τὸ νὰ λάβωσι μέρος ὅταν θέλουν, διότι ἴσως αὐτὴ ἡ συζήτησις παραταθῇ ἐπὶ 5 ἐπὶ 6 ἡμέρας ἕως νὰ γίνουν αἱ ἀρχαιρεσίαι καὶ τ’ ἄλλα, ὅτε ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν. Ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ δὲν ἠμποροῦν νὰ δικαιωθοῦν οἱ ἀπόντες διὰ νὰ ἐμποδίσουν τοὺς παρόντας, διότι ἐνδεχόμενον νὰ μὴ ἔλθουν ποτέ.
§21ΑΧΟΛΟΣ. Καὶ καθὼς πολλοὶ δὲν ἦλθον ποτέ.
§22ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ ἔνστασις τῆς ἀναβολῆς δὲν εἶναι δικαία οὔτε ὀρθὴ, οὔτε εἶναι δίκαιον νὰ περιμένῃ μία Βουλὴ συνισταμένη ἐξ 135 βουλευτῶν καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι τόσον κοινωφελῆ καὶ τόσον σπουδαῖα, ἀφοῦ τὸ Σύνταγμα ὁρίζει ὅτι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς εἶναι ἡ νόμιμος ἀπαρτία διὰ νὰ ψηφίζῃ πάντα νόμον, πολὺ περισσότερον ὅταν ἦναι σχεδὸν διπλάσιος ἀριθμός. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει παραδεχθῆ τὴν ἀναβολήν.
§23Α. ΑΧΟΛΟΣ. Κύριοι, πρέπει νὰ πιστεύσετε ὅτι ἔρχομαι νὰ ὁμιλήσω ὅ,τι αἰσθάνομαι καὶ ὡς πατριώτης· ἐὰν θέλετε νὰ μοὶ δώσητε καὶ αὐτὴν τὴν ἀξίαν, δώτατέ μοι την. Ὁ προλαλήσας ἔντιμος βουλευτὴς Οἰτύλου ἦλθε νὰ ἀναφέρῃ ὅτι ἀδίκως, παρανόμως, ἠξεύρω ἐγὼ, συγκαλεῖται ἡ Βουλή. Ἀλλὰ θὰ καταδικάσω πρῶτον τὸν ἑαυτόν μου, ἂν καὶ δὲν μοὶ ἀνήκει, καθότι ἐργάζομαι, 8 μῆνας τί γίνεται; Οἱ σπουδάρχαι οἱ ἀναλαμβάνοντες τετράκις, πεντάκις τὸν λόγον καταντοῦν μέχρι τῆς 8 τὸ ἑσπέρας, ὥστε νὰ μὴ κάμνωμεν τίποτε καὶ τὴν αὐγὴν νὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰ αὐτά· καταντᾷ ν’ ἀφήσωμεν τὰς ἐργασίας μας ἀτελεῖς. Τί λέγουν σήμερον; ἂς μὲ συγχωρήσωσι. Μόλις ἡ Βουλὴ καταρτίζεται καὶ εἶναι κατηρτισμένη, φέρουν ἔνστασιν νὰ παρέλθουν καμμία δεκαριὰ ἡμέραις ἀκόμη καὶ νὰ ἤμεθα ἡμεῖς σκλάβοι ἐδῶ νὰ καθήσωμεν ἄλλους 8 μῆνας μὲ τὰς συζητήσεις καὶ τοὺς λόγους καὶ τὰς ῥητορείας. Τὸ λέγω λοιπὸν διὰ πάντα εἰς τὴν Βουλὴν καὶ πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος εἶναι καὶ εἰς τον ἐλάχιστον Ἕλληνα γνωστὰ, καὶ τὰ ἔχουν καταπιωμένα ’σὰν λουκοῦμι (ἱλαρότης)· δὲν χρειάζονται πολλὰ νὰ μάθετε· ἂς δώσωμεν ἓν τέλος. Διὰ μὲν τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου θὰ βάλωμεν ἕνα φόρον διὰ νὰ φορτώσουν οἱ ἄνθρωποι τὰ πράγματά τους, διότι ἡ τακτικὴ Βουλὴ θὰ καταντήσῃ τὸν Νοέμβριον, τὸν Δεκέμβριον πάλιν νὰ συναχθῇ. Ἕτερον ζήτημα σπουδαῖον ἔρχεται τὸ τῆς Κωπαΐδος· τί ζητοῦν; ἕνα ναὶ ἢ ἕνα ὄχι· ὁ καθεὶς ἔχει τὴν συνείδησίν του, ἂς βάλῃ τὸ χέρι εἰς τὴν καρδιά του καὶ ἂς κάμῃ ὅ,τι θέλει. Πές μου ὁριστικὰ σοῦ λέγει ὁ Φράγκος· τί ζητήματα, τί δουλεικαῖς εἶναι τούταις; διατὶ νὰ μὴ τὰ κάμωμεν, διατὶ νὰ ἔρχεται καὶ ἕνας καὶ ζητῇ τὸν λόγον, τὸν λόγον, τὸν λόγον! Ὅσον ἀφορᾷ τὸ περὶ γνωστοποιήσεως τοῦ ἔθνους, ἂς μάθῃ ὁ κύριος, ὅτι τὴν αὐτὴν στιγμὴν ἐγνώρισε τὸ ἔθνος τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς καὶ τὴν αὐτὴν στιγμὴν ἐγνώρισεν ὅτι συγκαλεῖται ἔκτακτος σύνοδος τῆς Βουλῆς· εὐτυχῶς ἔχομεν καὶ τηλέγραφον, ὥστε ἂν θέλῃ καὶ διὰ τὴν ἀπαρτίαν τοῦ λέγω ὅτι 150 εἶναι ἐδῶ· οἱ 30 ὅπου λείπουν ποτὲ δὲν ἦλθαν, ἢ ἂν ἦλθαν ἔφυγαν τὴν τρίτην ἡμέραν. Ὥστε θεωρῶ περιττὸν καὶ θὰ παρακαλέσω τοὺς ῥήτορας ν’ ἀφήσουν πλέον τὴν λογομανίαν καὶ νὰ τελειώσωμεν· ὥστε μετὰ δέκα ἡμέρας νὰ ’πάγῃ καθένας εἰς τὸ σπῆτι του.
§24ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δυστυχῶς, κύριοι, ἀναβαίνων τὸ βῆμα, δὲν θὰ δυνηθῶ νὰ παρακολουθήσω οὔτε τὸν ἀξιότιμον κ. Μαυρομιχάλην, οὔτε τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· διότι νομίζω, ὅτι ἀμφότεροι δὲν ἔθεσαν τὸ ζήτημα, ὅπου ἔπρεπε νὰ τεθῇ ἐξ ὑπαρχῆς. Ὁ μὲν ἀξιότιμος Μαυρομιχάλης ἐχαρακτήρισε τὴν πρόσκλησιν ὡς ἀντισυνταγματικὴν, ὁ δὲ κ. ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ἐπροτίμησε τοὺς παρόντας βουλευτὰς ἀπὸ τοὺς ἀπόντας· αὐτολεξεὶ οὕτω τὸ εἶπε· τὸ ἐσημείωσα. Δὲν σὲ δίδει κανεὶς τὸ δικαίωμα, κ. ὑπουργὲ, διὰ νὰ κάμνῃς προτιμήσεις καὶ ἐπιτιμήσεις. Ἡ Βουλὴ εἶναι ἓν Σῶμα ἠθικὸν, ἀδιαίρετον, ὤφειλες νὰ ἐκδώσῃς τὸ διάταγμά σου ἐν καιρῷ διὰ νὰ λάβῃ γνῶσιν ὅλη ἡ κοινωνία, νὰ λάβουν γνῶσιν πάντες οἱ βουλευταὶ, καὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐννοοῦν τὰ ὑψηλὰ αὑτῶν καθήκοντα, εἶμαι πολὺ πεπεισμένος, ὅτι ἤθελον ἀφήσει ὅλας αὑτῶν τὰς ἀσχολίας καὶ ἤθελον παρευρεθῆ εἰς τὸ Βουλευτήριον, εἰς τὰ ζωτικὰ ταῦτα ζητήματα. Ποτὲ ζωτικώτερον ζήτημα ἀπὸ τὸ τοῦ Λαυρίου καὶ τῆς Κωπαΐδος δὲν ἐπαρουσιάσθη ἐν τῇ Ἑλληνικῇ κοινωνίᾳ· οὐχ ἧττον δὲ καὶ ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν θέτει τὸ πρόγραμμα τοῦ ὑπουργείου, εἶναι ἀνεπαρκὴς, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ ἐνταῦθα συνέβη παρεννόησίς τις· δὲν ἠδύνατό ποτε ὑπουργεῖον, καλῶς φρονοῦν, νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλὴν ἐντὸς 4 ἡμερῶν, ἔστω καὶ παροῦσαν, διὰ νὰ ἀναλάβῃ τὰς συζητήσεις της. Καὶ νομίζω, ὅτι τὸ ἔντιμον ὑπουργεῖον προσέκρουσε καὶ εἰς ἄλλο· βέβαια προϊωνίζετο, ὅπως τὸ προεῖπον εἰς τὴν σκανδαλώδη ἐκείνην ὑπόθεσιν τῶν κτημάτων, ἥτις μᾶς ἀπεῤῥόφησε τρεῖς ἡμέρας μία ἔκτακτος σύνοδος· ἀλλ’ ἔπρεπε ν’ ἀφήσετε ν’ ἀπέλθωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας καὶ ν’ ἀκούσωμεν τὰς γνώμας τῶν συμπολιτῶν μας, τὰς κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις αὐτῶν ἐπὶ 20 ἢ 30 ἡμέρας, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ ἔλθωμεν ἐφωδιασμένοι καὶ νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν συζητήσεων. Τίς ἡ ἀνάγκη μετὰ 4 ἡμέρας ἀπὸ τῆς λήξεως νὰ συγκαλῆται ἡ Βουλή; ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει τὸ νομικὸν ἀξίωμα, ὅτι οὐδεὶς νόμος δύναται νὰ ἰσχύσῃ ἐν οὐδενὶ κράτει, ἔστω καὶ βαρβάρῳ, πρὶν ἤθελε λάβει νόμιμον κοινοποίησιν. Ἐρωτῶ σᾶς, κύριοι ὑπουργοὶ, τὸ διάταγμά σας ἔλαβε νόμιμον κοινοποίησιν εἰς τὴν Θήραν, εἰς τὴν Βόνιτζαν, εἰς τὴν Ἑπτάνησον; Ὄχι· καὶ ἂν ἔλαβε, πῶς ἤθελον ἔλθει ἐκεῖνοι; δι’ ἀεροστατίων νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὴν συζήτησιν; ἀπῃτεῖτο νὰ δοθῇ ὁ ὑλικὸς χρόνος ἐπὶ τοῦ προκειμένου· καὶ κατ’ ἐμὲ νομίζω, ὅτι 10 ἢ τὸ πολὺ 12 ἡμέραι ἀρκοῦν, τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐθεώρει σχεδὸν τὴν Βουλὴν παροῦσαν, καὶ ἀπόντας τινας, οἵτινες, ὅπως εἶπεν ὁ κ. Ἄχολος, μόλις παρουσιάσθησαν διὰ 3 ἢ 10 ἡμέρας καὶ κατόπιν ἀπῆλθον. Κύριοι βουλευταί, ἐνθυμήθητε τὸν ὅρκον, τὸν ὁποῖον ἐδώκαμεν, καὶ δὲν εἶναι ἄξιον παντὸς νὰ ἔρχεται εἰς 5 καὶ 10 συνεδριάσεις καὶ κατόπιν ν’ ἀπέρχεται· τοὺς τοιούτους καλῶ ἐπιόρκους καὶ μάλιστα ὅταν ἀπέρχωνται ἄνευ ἀδείας τοῦ Προεδρείου. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρέπει νὰ δοθῇ παράτασίς τις, καὶ διὰ τὴν παράτασιν νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐπέλθῃ νέον διάταγμα. Ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παρατείνῃ τὰς ἐργασίας της· τοὐλάχιστον νὰ κάμωμεν τὰς ἀρχαιρεσίας τοῦ Προεδρείου κατὰ τὴν Παρασκευὴν ἢ τὸ Σάββατον καὶ κατὰ τὴν Δευτέραν ν’ ἀρχίσωμεν τὰς συζητήσεις. Αὐτὴ εἶναι ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν κάμνω, καὶ εὔχομαι νὰ μὴ μοῦ δοθῇ ἀφορμὴ νὰ λαλήσω ἐντονώτερον.
§25ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριοι Βουλευταί, ἔναυλοι καὶ ζωηραὶ εἶναι εἰς τὰ ὦτά μας αἱ λέξεις τοῦ βουλευτοῦ Οἰτύλου κ. Μαυρομιχάλη· ἀντισυνταγματικόν, αὐθαίρετον τὸ μέτρον τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς! Σᾶς βεβαιῶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς συλλογίζομαι κατὰ τὶ παρεβιάσαμεν τὸ Σύνταγμα ἢ τί ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως ἔχει τὸ αὐθαίρετον. Ὅλοι ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ τακτικῶς καὶ ἐκτάκτως τὴν Βουλὴν, ὁσάκις τὸ κρίνει ἐν τῇ συνέσει του εὔλογον. Ἡ Βουλὴ ἦτο πρὸ ὀλίγου συγκεκλημένη· ἐνώπιον αὐτῆς ἦσαν δύο ζητήματα, τὸ τῆς Κωπαΐδος καὶ τὸ τοῦ Λαυρίου, τῶν ὁποίων ἐπελήφθη καὶ ἐπεψήφισε δὶς, ἔμελλον δὲ νὰ ψηφισθῶσι καὶ ἐκ τρίτου· ἀλλ’ ὑλικὸς καιρὸς δὲν ὑπῆρχε καὶ ἡ σύνοδος ἔληξε, μὴ ὑπάρχοντος χρόνου, καθ’ ὃν ὤφειλε δυνάμει τοῦ Συντάγματος νὰ συνεδριάζῃ ἡ Βουλή. Τί ἠδύνατο τότε νὰ πράξῃ ἡ κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὁ Βασιλεὺς ποιῶν, χρῆσιν τῆς προνομίας του; Εἰς δύο μέτρα ἠδύνατο νὰ καταφύγῃ κατὰ τὸ Σύνταγμα, οἷον εἰς τακτικὴν ἢ ἔκτακτον συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς· τὸ δεύτερον ἐπροτιμήθη. Ἐρωτῶ ποῖον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος κωλύει τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Βασιλέα; οὐδέν. Ὑποθέσατε, ὅτι ἦτο παροῦσα ἡ Βουλὴ, τὸν Μάϊον, ἢ τὸν Ὀκτώβριον, καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ γίνῃ νέα σύνοδος· καὶ ἀφ’ ἑνὸς μὲν ὑπεχρεοῦτο ἡ κυβέρνησις τοῦ Βασιλέως κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ λήξῃ τὴν ὑπάρχουσαν σύνοδον, ἀφ’ ἑτέρου δὲ νὰ κηρύξῃ νέαν· εἶναι νέον τοῦτο; ὄχι ἔχομεν μίαν συνταγματικὴν σειρὰν τοσούτων ἐτῶν· ποσάκις δὲν ἔγεινε τοῦτο Ἐδῶ ὑπῆρχεν ἡ Βουλὴ, ἔληξαν αἱ ἐργασίαι της, συνεκλήθη καὶ ἐπιλαμβάνεται τῶν ἐκκρεμῶν αὐτῶν ζητημάτων. Μὰ λέγουν ἔπρεπε νὰ τὸ μάθῃ τὸ ἔθνος τὸ ἔθνος ἀντιπροσωπεύεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκεται τὸ ἀντισυνταγματικόν; Ὁ Βασιλεὺς ἔκαμε χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του, καλέσας τοὺς βουλευτὰς ἐκτάκτως νὰ σκεφθῶσιν ἐπὶ τῶν ἐκκρεμῶν ζητημάτων. Οἱ βουλευταὶ εἶναι παρόντες· ποῖος ἀνεχώρησε; τότε ἤθελεν εἶσθαι μεμπτέα ἡ πρᾶξις αὕτη, ἐὰν ἡ κυβέρνησις ἄφινε νὰ παρέλθουν 15 ἡμέραι καὶ ἀνεχώρουν οἱ Βουλευταὶ καὶ κατόπιν τοὺς συνεκάλει. Εἶπέ τις ὅτι ἀνεχώρησαν πολλοί, οὗτοι δὲν δικαιολογοῦνται παντάπασιν. Ὁ Βασιλεὺς ὑποθέτει, ὅτι πᾶς βουλευτὴς πρέπει νὰ μένῃ ἐν τῇ Βουλῇ μέχρις οὗ λήξουν αἱ ἐργασίαι της, ἐκτὸς ἐὰν λάβῃ ἄδειαν ἐὰν ἡ Βουλὴ δὲν ἔδωκεν ἀδείας, ὑποτίθεται ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα ἕως ὅτου λήξῃ· ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐκβιάσῃ κανένα τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὸ καθῆκόν του, τοῦτο εἶναι δικαίωμα τοῦ Προεδρείου ἢ τῆς Βουλῆς νὰ χορηγῇ ἀδείας. Εἶπέ τις, ὅτι καὶ μίαν ἄλλην φορὰν ἔγεινεν ἔκτακτος σύνοδος καὶ ἐδόθη ὁ ὑλικὸς καιρὸς, ἀλλὰ τότε δὲν ἦτο παροῦσα ἡ Βουλὴ, ἀλλὰ σήμερον εἶναι παρόντες οἱ βουλευταί· ἦτο ἔργον προνοίας τῆς κυβερνήσεως νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν πρὶν ἢ ἀπέλθουν οἱ βουλευταὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας· καθόσον ἄλλως οὗτοι ἔχουν οἰκογενείας, συγγενεῖς καὶ φίλους, καὶ ἔπρεπε νὰ διατρίψουν ἐκεῖ, καὶ τότε εἶχον δίκαιον νὰ μᾶς εἴπωσι, διατί μᾶς ἀφίνετε ν’ ἀπέλθωμεν καὶ ἔπειτα μᾶς προσκαλεῖτε; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ προηγούμενον, τὸ ὁποῖον ἐπεκαλέσθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Οἰτύλου, δὲν ἐφαρμόζεται ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ποῖα εἶναι αὐτὰ τὰ δύο ζητήματα; τὸ περὶ Κωπαΐδος καὶ Λαυρίου· αὐτὰ ὑπῆρχον ἕως χθὲς εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἂν ὁ κατὰ τὸ Σύνταγμα χρόνος τῆς Συνόδου δὲν συνεπληροῦντο καὶ ἐναπέλειπον ἐξ αὐτῆς 2 ἢ 3 ἡμέραι, σεῖς οἱ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπεφασίσατε τόσα μεγάλα ζητήματα, ἂν εἴχατε, λέγω 2 ἡμέρας ἀκόμη, δὲν ἠμπορούσατε νὰ ἐπιληφθῆτε καὶ αὐτῶν τῶν ζητημάτων; Σεῖς λοιπὸν ἤδη πρόκειται νὰ ἐπιληφθῆτε αὐτῶν, ἅτινα δὶς ἤδη ἐπεψηφίσατε.
§26ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα τῶν κτημάτων, τὸ ὁποῖον ἔφερον οἱ ὑπουργοὶ, ἔφερε τὴν ἔκτακτον σύνοδον.
§27ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν τὸ ἔφεραν οἱ ὑπουργοὶ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ ἐν τῇ κυριαρχίᾳ της ἐπελήφθη· ἐγὼ δὲν ἔχω δικαίωμα νὰ μεμφθῶ τὴν Βουλὴν· πιστεύω μάλιστα, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰργάσθη κατὰ τὸ μικρὸν αὐτὸ διάστημα, καθ’ ὃ καὶ ἐγὼ ἤμην ὑπουργὸς, μὲ ἀπαραδειγμάτιστον ζῆλον καὶ καρτερίαν καὶ ἀπεπεράτωσε πολλὰ σπουδαῖα ζητήματα· καὶ ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ καὶ ἡ Κυβέρνησις πεποιθυῖα, ὑπέβαλεν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ συγκαλέσῃ ἔκτακτον σύνοδον διὰ νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῶν τῶν 2 ἐκκρεμῶν ζητημάτων. Εἶναι ἄγνωστα αὐτά; εἶναι ξένα; ὄχι· δὶς τὰ ἐπεψήφισεν ἡ Βουλὴ καὶ πρόκειται νὰ τὰ ἐπιψηφίσῃ καὶ τρίτον. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸ καινοφανὲς· ζητοῦν τὴν ἀναβολήν; ἀλλὰ πρὸς τί; Ἡ Βουλὴ προχθὲς ἦτο ἐδῶ· χθὲς ὁ Βασιλεὺς χρώμενος τῷ δικαιώματι, τὸ ὁποῖον τῷ χορηγεῖ τὸ Σύνταγμα, συγκαλεῖ τὴν Βουλὴν ἐκτάκτως, διὰ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ δύω ζητήματα. Συμπεραίνων λοιπὸν λέγω, ὅτι δὲν βλέπω τὴν ἀνάγκην παντάπασιν ἀναβολῆς, διότι ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα· καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ προβῇ εἰς τὴν ἐκλογὴν τοῦ Προεδρείου σήμερον, αὔριον, μεθαύριον, ὅποτε θέλει.
§28Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρετήρησα, Κύριοι, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξανέστη κατὰ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη, διότι κατὰ τὴν ἰδέαν του ὁ Κ. Μαυρομιχάλης ἐθεώρησε τὴν πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως τοῦ νὰ συγκαλέσῃ ἔκτακτον σύνοδον ὡς ἀντισυνταγματικήν· ἐπρόσεξα πολὺ εἰς τοῦτο, καὶ ἂν εἶχεν οὕτω τὸ πρᾶγμα, ἤθελον καὶ ἐγὼ ἀντιταχθῆ κατὰ τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη· ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλέσῃ ἔκτακτον σύνοδον, διότι τοῦτο εἶναι ἀναγεγραμμένον εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἓν ἄλλο ζήτημα παρουσιάζεται, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλή, ἐκεῖνο, ὅπερ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπαρουσίασε μικτὸν, καὶ τὸ ὁποῖον ἡμεῖς τὸ θεωροῦμεν ἀνεξάρτητον ὅλως διόλου τοῦ δικαιώματος τῆς συγκαλέσεως τῆς συνόδου ὑπὸ τοὺς τύπους ὑφ’ οὓς πρέπει νὰ συγκαλῆται· τὸ δικαίωμα τοῦ συγκαλεῖν τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον εἶναι ἀναφαίρετον καὶ ἀναγεγραμμένον, ὡς προεῖπον, εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἀναλαμβάνει αὐτὴν τὴν εὐθύνην, ὀφείλει νὰ χορηγήσῃ τὸν ἀνάλογον χρόνον εἰς τοὺς Βουλευτὰς ὅπως ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δεύτερον ὀφείλει νὰ σημειώσῃ ποῖα τὰ ἀντικείμενα, διὰ τὰ ὁποῖα συγκαλεῖ ἐκτάκτως τὴν Βουλὴν. Τὸ δεύτερον τὸ ἐσκέφθη ἡ Κυβέρνησις· ἀλλὰ περὶ τοῦ πρώτου δὲν ἐπρονόησε, καὶ δὲν πιστεύω ἐκ κακῆς προθέσεως, ἀλλὰ δύναμαι νὰ τῇ ἀποδώσω μόνον μίαν ἀπρονοησίαν, καὶ τὴν ἀπρονοησίαν αὐτὴν ἠθέλησε νὰ τὴν προλάβῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, προσκαλέσας τοὺς Βουλευτὰς δι’ ἐγκυκλίου του, καὶ σήμερον ἀπὸ τοῦ βήματος ἔρχεται καὶ κακίζει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραπονοῦνται ἢ μᾶλλον κατακρίνουν τὴν Κυβέρνησιν, διατὶ νὰ μὴ δώσῃ προθεσμίαν εἰς τοὺς Βουλευτὰς διὰ νὰ ἔλθουν. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῆς ἐγκυκλίου ὑπ’ ἀριθμὸν 2, ἀφοῦ γνωστοποιεῖ εἰς τοὺς Νομάρχας τὴν ἀνάγκην τῆς συγκλήσεως μιᾶς ἐκτάκτου συνόδου καὶ σημειοῖ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, προσκαλεῖ τοὺς νομάρχας νὰ κοινοποιήσωσι ταῦτα εἰς τοὺς ἐν τῇ περιφερείᾳ των διατρίβοντας Βουλευτὰς κτλ.
§29ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅσοι θέλουν.
§30ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἀνεγνώρισε τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν καὶ ἔσπευσε διὰ μιᾶς ἐγκυκλίου νὰ προσκαλέσῃ τοὺς Βουλευτὰς ἀπὸ τὰς Ἐπαρχίας· σήμερον τί μᾶς λέγει; χωρὶς νὰ κάμῃ γνωστὴν αὐτὴν τὴν ἐγκύκλιον, λέγει, ἡ Βουλὴ ἦτο ἐνταῦθα καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσκληθοῦν ἄλλοι, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι νόμιμος· τότε πρὸς τί ἐκαλέσατε τοὺς ἄλλους Βουλευτὰς; διὰ νὰ παίζετε; διὰ τί δὲν ἐσημειώσατε εἰς τὸ διάταγμα ὅτι συγκαλεῖτε τοὺς παρόντας Βουλευτάς;
§31ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἡ Βουλὴ πρὸ τριῶν ἢ τεσσάρων ἡμερῶν ἀπεφάσιζε σπουδαῖα ἀντικείμενα· ἂν πολλοὶ ἤδη βουλευταὶ ἔφυγαν μὲ ἄδειαν ἢ ὄχι, δὲν εἶναι ἔργον ἰδικόν μας νὰ ἐξετάσωμεν· ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν βλέπω, ὅτι λείπουν τινὲς Βουλευταί, ὑποθέσαντες ἴσως ὅτι θὰ λήξῃ ἡ σύνοδος, καὶ δὲν θὰ ἐξακολουθήσῃ ἔκτακτος· εἰς τούτους ἀπόκειται, ἂν θέλουν νὰ ἔλθουν· ἔλαβον δὲ καὶ ὅλα τὰ μέτρα καὶ τηλεγραφικῶς ἀκόμη ἀνήγγειλα τοῦτο.
§32ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λοιπὸν βλέπετε, ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν συνομολογεῖ, ὅτι ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ προσκαλέσῃ τοὺς Βουλευτὰς τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις, εἰδοποιήσας, ὅτι συγκαλεῖται ἔκτακτος σύνοδος.
§33ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὅπως εἰδοποίησα καὶ τοὺς ἐδῶ ὑπάρχοντας.
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, δὲν εἰδοποιήθησαν ὅλοι.
§35ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, ἂν οἱ ἄλλοι Βουλευταὶ οἱ μένοντες ἐδῶ δὲν ἔλαβον προσκλητήρια, ἀλλ’ ἐγὼ ἔλαβον προχθὲς μίαν ἐγκύκλιον, καὶ ἐπειδὴ εἶδον ὅτι προσδιώριζεν ὡς ἡμέραν ἐνάρξεως τὴν σήμερον ἦλθον εἰς τὴν Βουλήν· τοῦτο ἐπράξατε καὶ εἰς τοὺς ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις διαμένοντας Βουλευτάς. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ γνωρίζετε, ὅτι διὰ νὰ ἔλθουν οἱ ἐν ταῖς Ἐπαρχίαις Βουλευταὶ ἀνάγκη νὰ δοθῇ καὶ ὁ ὑλικὸς καιρὸς, ἐκτὸς ἐὰν φέρετε κανὲν ἀερόστατον, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν τοιαύτας μηχανὰς δὲν ἐκάμετε ἀκόμη εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἑπομένως οἱ Βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν δὲν ἐπρόφθασαν νὰ ἔλθουν εἰς τὰς Ἀθήνας. Τώρα ἂς ἐξετάσωμεν: εἶναι ἀνάγκη νὰ ἔλθουν οἱ ἀπόντες Βουλευταί; προχθὲς λέγει συνεδρίαζεν ἡ Βουλὴ μὲ τοὺς παρόντας καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσμένωμεν τοὺς ἄλλους. Πλανᾶσθε, Κ. Ὑπουργὲ, καὶ ἐγὼ ἐπερίμενα μετὰ τὰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἤθελε συγκατατεθῆ, ὥστε νὰ περιμένωμεν ὀκτὼ τουλάχιστον ἢ δέκα ἡμέρας, μεχρισοῦ ἔλθουν καὶ οἱ ἄλλοι. Τὸ Σύνταγμα δι’ ἑνὸς ἄρθρου προσδιορίζει τὴν νόμιμον ἀπαρτίαν εἰς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Λοιπὸν κατὰ τὴν ἰδέαν σας εἰς πᾶσαν περίστασιν, ὅταν εἰς τὴν Βουλὴν εὑρεθῶσι τόσοι Βουλευταὶ, ὅσοι ἀποτελοῦν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν, ὑπάρχει νόμιμος ἀπαρτία. Ἀλλὰ εἰς ὅλας τὰς περιστάσεις νομίζετε, ὅτι οὕτω πως πρέπει νὰ γίνεται; Λέγω ὄχι· ὅταν πρόκηται νὰ συγκαλέσητε τὴν Βουλὴν εἰς νέαν σύνοδον, τότε πρέπει νὰ προσκαλέσητε ὅλους τοὺς Βουλευτὰς νὰ λάβωσι μέρος, καὶ ἐὰν δὲν θέλουν νὰ ἔλθουν, εἶναι ἀδιάφορον· τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ μὴ παραλύουν αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καθιερώνει, ὅτι ἀρκεῖ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός· ἀλλ’ εἰς τὴν παροῦσαν περίπτωσιν ἠμποροῦμεν νὰ δικαιολογηθῶμεν ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, ὅτι συγκαλοῦμεν ἔκτακτον σύνοδον, χωρὶς νὰ γνωρίζουν καὶ οἱ ἄλλοι συνάδελφοί μας; Καὶ ἔπρεπε νὰ ἀρνηθῆτε νὰ δώσητε τὴν ἀνάλογον προθεσμίαν εἰς ἐμφάνισιν; Ἐὰν οἱ Βουλευταὶ δὲν ἐπαρουσιάζοντο, ἡ Βουλὴ τότε βεβαίως δὲν εἶχεν ἀνάγκην νὰ τοὺς περιμένῃ, ἂν ὑπάρχῃ νόμιμος ἀπαρτία. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ἐπιμένετε νὰ προβῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὰς ἐργασίας της χωρὶς νὰ δοθῇ ὁ ἀνάλογος καιρὸς εἰς τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις Βουλευτὰς νὰ ἔλθουν, ἂν θέλουν, τότε ἕπεται, ὅτι θέλετε νὰ σᾶς εἴπωμεν ὅτι παραβιάζετε τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ νὰ ἀντιπροσωπεύεται ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, προκειμένου μάλιστα περὶ σπουδαίων ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα περιλαμβάνει τὸ διάταγμα τῆς συγκαλέσεως. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἂν δεχθῶμεν ἓν τοιοῦτον προηγούμενον. Σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, ὅτι δὲν ἀποδίδει κακὴν καὶ δολίαν προαίρεσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν· ἀλλ’ ὑποθέσατε ὅτι τὸ ὑπουργεῖον σύγκειται ἀπὸ ἄλλους ὑπουργοὺς, πονηροτέρους ἢ ζωηροτέρους, καὶ ἔχει διάφορα ζητήματα νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ βλέπει ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει καταψηφίσει· δύναται λοιπὸν νὰ λήξῃ τὴν σύνοδον καὶ νὰ παρακαλέσῃ τοὺς φίλους του νὰ μείνουν δι’ ὀλίγας ἡμέρας ἔπειτα συγκαλεῖ ἔκτακτον σύνοδον καὶ εἰδοποιεῖ τοὺς ἐν ταῖς ἐπαρχίαις εὑρισκομένους, ἀλλ’ οἱ ἄλλοι ἀρχίζουν τὰς συνεδριάσεις, καὶ εἰς δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας λύουν τὰ ζητήματα καὶ τελειόνει ἡ σύνοδος, ἐνῷ οἱ ἀπόντες ἔρχονται ἀκόμη κατόπιν. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ὅταν φθάσωμεν εἰς τοιαῦτα ἀποτελέσματα. Διὰ τοῦτο, Κ. Βουλευταὶ, σκεφθῆτε καλῶς· τὸ ζήτημα δὲν εἶναι σήμερον φατριαστικὸν, ἀλλ’ ἀφορᾷ ὅλους ἡμᾶς, διότι ἡ πλειοψηφία αὔριον ἠμπορεῖ νὰ εὑρεθῇ εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, καὶ συλλογισθῆτε ποῖα ἀποτελέσματα ἠμποροῦν νὰ ἐπέλθουν ἐκ τούτου. Ἐνθυμεῖσθε κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς πρώτης Συνόδου εὑρέθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πλέον τῶν 130 Βουλευτῶν· τότε ὁ Κ. Βούλγαρης, Βότσαρης καὶ ἄλλοι, τινὲς τῶν ὁποίων σήμερον εἶναι καὶ ὀπαδοὶ τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου, ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπον, ὅτι δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ προβῇ εἰς καμμίαν ἐργασίαν, ἐνόσῳ δὲν ἔλθωσιν ὅλοι οἱ Βουλευταὶ καὶ ἐνῷ ἐπρόκειτο διὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ καὶ ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§37ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω ὅμως, ὅτι οἱ ὑποστηρίξαντες τότε τὴν ἰδέαν αὐτὴν δὲν θὰ ᾖναι εἰς ἀντίφασιν σήμερον. Δὲν ἐψηφοφόρησε τότε ἡ Βουλή, διότι ἐθεώρησεν ὅτι δὲν ἦτο σπουδαῖον· ἀλλὰ σήμερον δὲν εἶναι αἱ αὐταὶ περιστάσεις. Ἐὰν νομίζετε ὅτι τὰ ζητήματα τῆς Κωπαΐδος καὶ τὰ ἄλλα εἶναι μικρὰ, ἄλλο πρᾶγμα. Ἀλλὰ πιστεύω θὰ συγκατατεθῆτε, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ περιμείνῃ δέκα τοὐλάχιστον ἡμέρας, αἱ ὁποῖαι ἀρκοῦν διὰ νὰ ἔλθουν οἱ Βουλευταί, καὶ κατόπιν συζητοῦμεν, καὶ ἂς εἶναι ἀδιάφορον τὸ πῶς θὰ λυθῶσι· γνωρίζετε καὶ ἐκ τῶν προηγουμένων, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις, ὁσάκις παρουσιάζονται ζητήματα συνταγματικὰ καὶ προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶχον σχέσιν μὲ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, προσέφερε πάντοτε τὴν συνδρομήν της, ἐπιφέρουσα μόνον ὅσας παρατηρήσεις ἐνόμιζε συμφερούσας εἰς τὸν τόπον, ἀλλὰ ποτὲ δὲν ἔφερε κανὲν πρόσκομμα. Βεβαιωθῆτε λοιπὸν ὅτι καὶ εἰς τὴν παροῦσαν περίστασιν ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν θέλει φέρει κανὲν πρόσκομμα, ἀλλὰ νομίζει, ὅτι παραβιάζει τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ καθῆκόν της, ἐὰν ὑποστηρίξῃ μίαν πρᾶξιν παράνομον τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις καὶ ἂν δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐκ προθέσεως γενομένη, οὐχ ἧττον εἶναι παράνομος. Δὲν εἰμποροῦμεν λοιπὸν ν’ ἀναμιχθῶμεν εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, ἐνόσῳ δὲν δοθῇ ὁ ὑλικὸς καιρὸς καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συναδέλφους μας διὰ νὰ ἔλθουν.
§38ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πόσας ἡμέρας προτείνετε ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ Διατάγματος;
§39Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι 10 ἡμέραι ἀρκοῦν.
§40ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὀκτώ.
§41Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μᾶς λέγουν νὰ προβῶμεν εἰς τὰς ἐκλογὰς τοὐλάχιστον, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι σπουδαῖον; Τὸ ζήτημα τοῦ Προέδρου εἶναι σπουδαῖον.
§42ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τριάκοντα βουλευτὰς δὲν θὰ κάθηται ἡ Βουλὴ νὰ περιμένῃ.
§43Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι πλησιάζομεν νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν σημεῖον. Ἡ προσεχὴς Δευτέρα δύναται νὰ ὁρισθῇ ὡς ἡμέρα ἐκλογῆς τοῦ Προέδρου.
§44ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὴν Παρασκευὴν νὰ κάμωμεν τὰς ἀρχαιρεσίας, ἕως τότε ἔρχονται καὶ οἱ ἀπουσιάζοντες.
§45Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνέγνωσα τελευταῖον εἰς ἐφημερίδα τινὰ, ὅτι ἡ βουλὴ τῆς Ἰταλίας ἀνέβαλε τὰς ἐργασίας της ἐπὶ 15 ἡμέρας, ἵνα σπουδάσῃ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν. Τώρα ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ δύω ζητήματα, τὰ ὁποῖα παρουσιασθοῦν καὶ ἴσως παρουσιασθοῦν καὶ ἄλλα, εἶναι ἀρκετὰ σπουδαῖα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ, πρόκειται περὶ τῶν ἀπόντων βουλευτῶν ὡς παρεδέχθησαν πολλοὶ τῶν βουλευτῶν, καὶ πρέπει νὰ δοθῇ ὁ ἀνάλογος χρόνος. Νομίζω, ὅτι μέχρι τῆς προσεχοῦς Δευτέρας δύνανται νὰ ἔλθωσι.
§46ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἐλησμόνησα εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου νὰ παρατηρήσω, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἔλαβε χώραν τὸ μέτρον τῆς ἐκτάκτου Συνόδου, ὡς σήμερον, οἷον, ἔληγεν ἡ μία σύνοδος, καὶ μὲ ἓν διάταγμα ἐξηκολούθει ἡ ἔκτακτος, οὐδὲν λοιπὸν ἀτόπημα εἶναι. Ὡς πρὸς δὲ τὸ ζήτημα πότε θὰ κάμῃ ἡ Βουλὴ τὸν πρόεδρόν της, αὔριον ἢ μεθαύριον, μένει εἰς αὐτὴν ν’ ἀποφασίσῃ.
§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Χαίρω, Κύριοι, διότι ὁ Κ. Χρηστόπουλος μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἔθεσε τὸ ζήτημα, ὅπως πραγματικῶς ἔπρεπε νὰ τὸ θέσῃ, διότι τὸ κατέστησεν ἀντικείμενον τῆς συντάξεως τῆς ἡμερησίας διατάξεως τῆς Βουλῆς. Τὸ κατεβίβασε πολὺ ἀπὸ ἐκεῖ ὅπου τὸ ἔθεσεν ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, ὅστις εἶπεν, ὅτι ῥητὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος παραβιάζονται.
§48ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰς φράσεις μου καὶ τοὺς λόγους θέλω νὰ λέγετε, ὡς τὰς εἶπον· δὲν εἶπον, ὅτι ῥητὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος παραβιάζονται· εἶπον ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὴ καὶ αὐθαίρετος ἡ συγκάλεσις τῆς Κυβερνήσεως.
§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔστω ἡ πρᾶξις τοῦ ὑπουργείου ἦτον ἀντισυνταγματικὴ καὶ αὐθαίρετος. Ὅταν ὁ ἀνώτατος ἄρχων κατὰ ῥητὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ὁσάκις κρίνει εὔλογον συγκαλεῖ ἔκτακτον σύνοδον ἦτο περιττὸν νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐθαιρέτως ἔπραξε προκαλέσασα τὸ διάταγμα. Ἐννοῶ, Κύριοι, τὸν λόγον τῆς ἁβροφροσύνης πρὸς τοὺς παρόντας καὶ τοὺς ἀπόντας· διότι ζήτημα χρόνου εἶναι διατὶ νὰ συγκαλεσθῇ ταχύτερον ἢ νὰ μὴ ἀναβληθῇ. Ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅπως πολὺ καλῶς ἐξήγησαν οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, τοὺς παρόντας βουλευτὰς, ἂν ἔθετο βραδυτέραν προθεσμίαν, βεβαίως ἤθελε τοὺς θέσει εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπάγουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἐπιστρέψουν· ἐπίσης δὲ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς παρόντας, καὶ ὁ χρόνος, τὸν ὁποῖον ἔθεσεν, ἱκανοποιεῖ καὶ τοὺς μὲν καὶ τοὺς δὲ, διότι ἀπὸ τὴν ἀπόφασιν ὑμῶν ἐξαρτᾶται πότε θὰ ἀρχίσωμεν τὰς ἐργασίας μας, τουτέστι πῶς θὰ συντάξωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαρτία ὑπάρχει, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα ὅπως τὸ θέσω ἐν εἰς ἀμφιβολίαν, εἶναι πρᾶγμα πασίγνωστον. Ἤδη ὅμως συμφέρει νὰ κάθηνται οἱ παρόντες νὰ ἀναμένωσιν ἐπὶ πολλὰς ἡμέρας τοὺς ἀπόντας, ἢ τὸ ἄλλο νὰ μὴ τοὺς ἀναμένωμεν; ἡ πλειοψηφία θὰ ἀποφασίσῃ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἴσως τὸ διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συγκαλεῖται ἡ ἔκτακτος σύνοδος περιέχει ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα οἱ ἴδιοι βουλευταὶ ἀπεφάσισαν, ὅτι ἅμα ἀποπερατωθῶσιν ὁ φορολογικὸς νόμος καὶ ὁ προϋπολογισμὸς νὰ ἐπιληφθῶσιν αὐτῶν τῶν ἰδίων ζητημάτων, τουτέστι περὶ Κωπαΐδος καὶ τοῦ Λαυρίου, τοῦτο εἶναι μία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς· ἑπομένως οἱ ὑπουργοὶ ἐζήτησαν νὰ συζητηθῶσιν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα αὐτὴ ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν, ἀλλ’ ὁ χρόνος δὲν ἐπέτρεψε νὰ τὰ συζητήσῃ, διότι πέραν τῶν 6 μηνῶν δὲν διαρκεῖ ἡ σύνοδος, ἑπομένως ἔπρεπε νὰ γίνῃ λῆξις. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει σπουδαῖα τὰ ἀντικείμενα ταῦτα, ἐπειδὴ ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ ἀδιαφιλονείκητον δικαίωμα νὰ συγκαλῇ ἐκτάκτως τὴν Βουλήν, προέβη εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον· διατί θέλετε τώρα νὰ ἀναβάλωμεν; ἡ πλειοψηφία θὰ ἀποφασίσῃ καὶ θὰ κανονίσῃ τὸν τρόπον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, οὐχὶ ἡ Κυβέρνησις· ἡ Κυβέρνησις ἔχει καθῆκον νὰ εἴπῃ, ὅτι δι’ αὐτὰ τὰ σπουδαῖα ἀντικείμενα συγκαλῶ ἔκτακτον σύνοδον, τὴν σύνταξιν ὅμως τῆς ἡμερησίας διατάξεως θὰ τὴν κάμωμεν ἡμεῖς. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐπειδὴ τὸ διάταγμα ἐδημοσιεύθη, ὡς εἶπεν ἡ Κυβέρνησις, εἰς ὅλον τὸ κράτος, ἐπειδὴ δὲν πρόκειται νὰ συζητήσωμεν ἀμέσως σήμερον, διότι μέχρι τῶν ἀρχαιρεσιῶν μας θὰ παρέλθουν 8 καὶ 10 ἡμέραι, οἱ ἀπόντες ἂν θέλουν θὰ ἔλθουν· εἰπέτε μοι οὕτω πως κατὰ τί παραβιάζομεν τὸ σύνταγμα;
§50Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θὰ σᾶς εἰπῶ.
§51ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ μὲ εἰπῆτε· ἀλλ’ ἂν ἀναλύσῃ τις τὴν ὁμιλίαν σας, μὲ τὰ ἴδια ἐπιχειρήματά σας θέλει σᾶς ἀναιρέσει. Εἴπατε κατ’ ἀρχὰς, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ Βασιλέως τοῦ συγκαλεῖν ἐκτάκτους συνόδους εἶναι ἀδιαφιλονείκητον, ἡ σημερινὴ ὅμως συγκάλεσις τῆς συνόδου εἶναι αὐθαίρετος· τοῦτο εἶναι μία ἀντίφασις. Ἐπειδὴ ὅμως μὲ ἀναγκάζει ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης τοῦ λέγω, ὅτι ἡ τακτική σας ἦτο πάντοτε ἡ ἀναβολὴ, καὶ εἰ τὴν ἐξουσίαν ἐλθόντες ἀναβολὴν ἐζητήσατε, καὶ δὲν παραξενεύομαι ἂν καὶ σήμερον ἀναβολὰς προτείνετε.
§52Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Καὶ σεῖς εἴχατε τὸ σύστημα τῆς σπουδῆς.
§53ΖΩΤΟΣ. Δὲν ἐννοῶ τὸν τρόπον τῆς συζητήσεως, μήτε τὰς προτεινομένας διακοπὰς, καὶ ἐρχόμεθα οὕτως εἰς ῥῆξιν μὲ λόγους ἀτόπους. Νομίζω, ὅτι εἶναι εὐγενὲς, εἶναι κοινοβουλευτικὸν, ἀδελφικὸν καθῆκον, νὰ μὴ ἐρεθιζώμεθα, νὰ μὴ ῥίπτωμεν λάδι εἰς τὴν φωτιάν, ἀλλὰ νερό. Ὁ προλαλήσας εἶπεν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οὔσης ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας καὶ ἐντὸς αὐτῆς, ἦτο πάντοτε τὸ σύστημα τῆς ἀναβολῆς. Ἐπέκρινεν ἀδίκως καὶ μὲ πικρίαν οὕτω τὴν νῦν ἀντιπολίτευσιν· ἡ νῦν ἀντιπολίτευσις ἐλθοῦσα εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐζήτησε παράτασιν, ἵνα μὴ χάσῃ τὰς ἑορτὰς 40 ἡμέρας, καὶ τὸ ἔκαμε μάλιστα, ἵνα κερδίσῃ χρόνον, καὶ ὅπως ἔχουσα μικράν τινα διακοπὴν μελετήσῃ ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἐπὶ ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα κατεσπευσμένως συνεζητήσαμεν, καὶ τὰ ὁποῖα μερικοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν ἠξεύρουν τί περιέχουν. Ἐκτὸς τούτου δὲν ἐπροφθάσαμεν νὰ συζητήσωμεν μήτε τὸ σπουδαιότερον ἀντικείμενον τῆς Κωπαΐδος, οὔτε τὸ ἐπίσης λίαν σπουδαῖον τοῦ Λαυρίου, καὶ ἕτερα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκκρεμῆ. Ἡ Κυβέρνησις τῆς νῦν ἀντιπολιτεύσεως, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν τὴν σπουδαιότητα τῶν ἀντικειμένων αὐτῶν, ἐζήτησε τὴν ἀναβολὴν ἐκείνην. Ἔρχομαι ἐν ὀλίγοις νὰ σᾶς εἴπω τὴν γνώμην μου ὡς πρὸς τὴν ἀναβολὴν τὴν ζητουμένην, καὶ δὲν συμφωνῶ οὔτε μὲ τὸν ἔντιμον φίλον μου Κ. ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰπόντα, ὅτι λόγοι ἁβροφροσύνης πρὸς τοὺς παρόντας τοὺς ἐπέβαλον τὴν μὴ παραχώρησιν προθεσμίας, μήτε μὲ τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν, ὁ ὁποῖος ἐπέμενεν ὑποστηρίζων, ὅτι καὶ ἄλλοτε εἴχομεν τοιοῦτον προηγούμενον, ὅτι, ληξάσης τῆς μιᾶς συνόδου, ἐπειδὴ ὑπετίθετο, ὅτι οἱ βουλευταὶ εἶναι παρόντες, ἀμέσως ἤρχιζε διὰ διατάγματος καὶ ἡ ἐρχομένη σύνοδος. Εἰς τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν λέγω, ὅτι εἶναι συμφερώτερον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς ἡμᾶς νὰ ἤμεθα ἁβρόφρονες μᾶλλον πρὸς τοὺς ἄλλους παρὰ εἰς ἡμᾶς· μήτε εἰς ἡμᾶς δὲν ἔπρεπε νὰ ἦσθε ἁβρόφρονες, μήτε εἰς τοὺς ἀπόντας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὀλιγώτεροι, ἀλλ’ εἰς τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔχει συμφέρον εἰς τὰ σπουδαῖα ταῦτα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν νὰ συζητήσωμεν εἰς τὴν ἔκτακτον ταύτην σύνοδον. Αἱ ἔκτακτοι σύνοδοι συγκαλοῦνται, ὅταν ὑπάρχουν ἔκτακτοι καὶ σπουδαῖαι περιστάσεις, καὶ ὅπως συζητήσωσι σπουδαῖα ἀντικείμενα, καὶ ὑποτίθεται, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἔθνος πρέπει νὰ λάβῃ μέρος. Δὲν δυνάμεθα νὰ λάβωμεν μέρος ἡμεῖς μόνοι, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἐδῶ μέχρι τοῦ τέλους τῆς περιόδου, οἱ ὁποῖοι ἐστραγγίσαμεν μείναντες ἐδῶ· ὡς πρὸς ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅτι ἐπὶ τοῦ πρώην Βασιλέως ἀμέσως μετὰ τὴν λῆξιν τῆς μιᾶς συνόδου συνεκαλεῖτο νέα, ἐγίνετο· τότε ὅμως τὰς συνόδους παρετείναμεν ἐπὶ ἓν ἔτος καὶ ὅταν ἐτελείωνεν ἡ μία σύνοδος τὴν 28 Ὀκτωβρίου, τὴν πρώτην Νοεμβρίου αὐτοδικαίως ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἡ ἑπομένη σύνοδος. Τότε ὅμως εἴμεθα ἐδῶ καὶ ἐγνωρίζομεν, ὅτι τὴν ά. Νοεμβρίου θὰ ἤρχιζεν ἡ νέα σύνοδος καὶ δὲν ἐφεύγομεν. Ἑπομένως ἐν τῷ δικαιώματί της ἡ ἐξουσία ἠδύνατο νὰ μὴ κάμῃ ἔκτακτα εἰδοποιητήρια· ἀλλὰ τώρα, ὅτε ἐν τῷ δικαιώματί του ὁ Βασιλεὺς ἐκπληροῖ ἓν προνόμιον, τὸ ὁποῖον ἔχει· καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι ὁ εἷς δὲν πρέπει νὰ αἰτιᾶται τὸν ἄλλον, ὅτι ὁ εἷς εἶναι συνταγματικώτερος καὶ σέβεται περισσότερον τὰ προνόμια τοῦ Βασιλέως καὶ ὁ ἄλλος ὄχι· ἐγὼ δὲν τὸ ἐγκρίνω αὐτό· ἀλλ’ ἂν θέλετε νὰ ἔλθωμεν καὶ εἰς τὴν συζήτησιν, σᾶς λέγω, ὅτι, χωρὶς νὰ κατακρίνω κανένα, εἴμεθα συνταγματικώτατοι καὶ σεβόμεθα τὰ προνόμια τοῦ Βασιλέως· ἀλλ’ ἂν δὲν ἐδόθη προθεσμία, ἂν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης εἶπε, ὅτι ἦτο αὐθαίρετος πρᾶξις αὐτὴ, δὲν ἀποδίδεται τοῦτο εἰς τὸν ἔχοντα τὸ προνόμιον τῆς συγκαλέσεως, ἀλλ’ εἰς τὴν ὑπεύθυνον Κυβέρνησιν. Λέγω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ θεωρήσωμεν τοῦτο ὡς κακόν, διότι ἡ σύνοδος ἡ ἔκτακτος δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρ’ ὅτι καὶ ἡ τακτική, καὶ ἑπομένως ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ προνοήσῃ, νὰ τὸ σκεφθῇ, ὅτι προσκαλοῦσα τοὺς βουλευτὰς ἔπρεπε νὰ δώσῃ ἀνάλογον προθεσμίαν, διότι ὅλοι οἱ βουλευταὶ διὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἀντικειμένων αὐτῶν ἔπρεπε νὰ ᾖναι εἰς τὰς Ἀθήνας. Λέγει ὁ Κύριος ὑπουργὸς, ὅτι εἶναι παρόντες 135, ἐγὼ τοῦ λέγω, ὅτι εἴμεθα 145, λείπουν ἀκόμη 40, νομικῶς ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντιπροσωπεύσωμεν τὴν ὅλην Ἑλλάδα, τοὺς ὅλους βουλευτάς· πολλοὶ ἔφυγον ἀπὸ προχθὲς, διότι δὲν ἐγνώριζον, ὅτι θὰ γίνῃ ἔκτακτος σύνοδος· τὸ λάθος δὲν εἶναι ἰδικόν των. Ἂν δὲ ἤδη προσκληθέντες δὲν ἔλθωσιν, ἂς μάθωσιν αἱ ἐπαρχίαι των ὅτι προσκαλούμενοι οἱ βουλευταί των νὰ ὑπάγουν ν’ ἀντιπροσωπεύσουν τὰς ἐπαρχίας των εἰς σπουδαῖα ζητήματα, δὲν τὸ ἐξετέλεσαν· ἡμεῖς ἐνταῦθα ὅμως θέλομεν ἐκπληρώσει τὰ τοῦ νόμου. Διὰ τοῦτο νομίζω συμβιβαστικῶς δυνάμεθα νὰ προτείνωμεν ὀκταήμερον προθεσμίαν· τὴν Δευτέραν ν’ ἀρχίσωμεν τὰς ἐργασίας μας· τοῦτο εἶναι δίκαιον καὶ χάριν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος καὶ χάριν τοῦ νόμου καὶ χάριν τῶν ἀπουσιαζόντων.
§54Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἴπετο, Κύριοι, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ ὁ πρῴην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς, οἱ ὁποῖοι ἀνήκουν εἰς συνταγματικὴν σχολὴν καταδικασθεῖσαν, νὰ ἔλθουν νὰ διαστρέψουν, ἂς μοὶ συγχωρήσουν νὰ τὸ εἴπω, ὡς ἄνθρωποι κακῆς πίστεως, τοὺς λόγους μου, καὶ εἶπον, ὅτι ἐγὼ ἐθεώρησα ἀντισυνταγματικὴν τὴν συγκάλεσιν τῆς συνόδου· ἔπρεπε νὰ ἀνατραφοῦν εἰς σχολὴν, ἡ ὁποία τῆς ἐπέτρεψεν ἄλλοτε τὸ δικαίωμα αὐτὸ, καὶ σήμερον νὰ τολμοῦν μὲ μίαν μεταπολίτευσιν, ἡ ὁποία καθιέρωσεν εἰλικρινῶς τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, νὰ ἔλθωσι νὰ μοὶ εἴπωσι κατέναντι, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος ἐχορήγησεν εἰς τὸν Βασιλέα. Διϊσχυρίσθην καὶ διϊσχυρίζομαι, Κύριοι, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως μὴ χορηγήσασα προθεσμίαν ἀνάλογον διὰ τὴν πρόσκλησιν τῶν ἀπόντων βουλευτῶν εἶναι καὶ ἀντισυνταγματικὴ καὶ αὐθαίρετος. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ Σύνταγμα τὸ ἐννοοῦμεν, ὅπως τὸ ἐννοοῦμεν ἔκτοτε, τὴν ἑρμηνείαν δηλ. τοῦ Συντάγματος, τὴν ὁποίαν παρηκολούθησε μία ἐπανάστασις.
§55ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβα περισσότερον μέρος ἀπὸ ὑμᾶς.
§56Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Πολὺ καλά· ἐγὼ δὲν μετέρχομαι τὸν ἐπαναστάτην. Ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ τὴν ἔκτακτον σύνοδον, ἀλλὰ τὶ θὰ εἰπῇ ἡ λέξις «συγκαλεῖ ἔκτακτον σύνοδον;» θὰ εἰπῇ κατὰ τὴν αὐστηρὰν σημασίαν τῆς λέξεως «εἰδοποιεῖ καὶ παρέχει τὸν χρόνον νὰ προσέλθωσιν·» καὶ οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα, καθὼς εὐφυῶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας βουλευτὴς Κυνουρίας «ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν γνωρίζων, ὅτι ἐκ τῶν παρόντων βουλευτῶν ἐν Ἀθήναις ὑπῆρχε πλήρης ἀπαρτία, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ κοινοποιήσῃ πρὸς τοὺς νομάρχας διὰ τοὺς ἀπόντας;» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι εἶχον δίκαιον καὶ ἔχω δίκαιον λέγων, ὅτι ἡ πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως, χωρὶς νὰ θέλω νὰ τῆς ἀποδώσω δολίαν πρόθεσιν, ἦτο ἀντισυνταγματική· διότι, ἐνῷ κοινοποιεῖ ἀφ’ ἑνὸς, δὲν παρέχει τὸ ἐλάχιστον χρονικὸν διάστημα, ὥστε οἱ ἄνθρωποι, λαβόντες γνῶσιν, νὰ δυνηθῶσι νὰ ἔλθωσιν. Ἀλλὰ μεταξὺ τῶν ἄλλων ὁ πρῴην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς μᾶς εἶπεν, ὅτι εἴμεθα ἄνθρωποι τῆς ἀναβολῆς· ναὶ, Κύριοι, προτιμῶμεν τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς ἀπὸ τὸ τῆς ἐπισπεύσεως, διότι ἐπὶ ζητημάτων σπουδαίων ἠθέλαμεν νὰ λάβωμεν τὴν γνώμην καὶ τοῦ κόσμου καὶ τοῦ τόπου καὶ διαφόρων ἄλλων ἀνθρώπων, ἀγαπώντων ἐπίσης τὸν τόπον, ὅπως τὸν ἀγαπᾶ καὶ ὁ πρῴην Πρόεδρος τῆς Βουλῆς· καὶ μήπως, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος καὶ τὰ ἄλλα ζητήματα εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐντὸς 24 ὡρῶν θὰ ἀνοίξωσι τὰς θύρας τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰ πλούτη καὶ τὴν εὐημερίαν; ὄχι· εἰς 24 ὥρας δὲν θὰ καταστήσωσι τὴν Ἑλλάδα εὐδαίμονα καὶ πλουσίαν· καὶ ἂν παραχωρηθῇ ἡ ἡ Κωπαῒς ὑπὸ συμφερωτέρους ὅρους, τὰ ἀποτελέσματα ἡ Ἑλλὰς θὰ τὰ αἰσθανθῇ μετὰ 15 ἔτη. Μᾶς ἐκάκισαν καὶ μᾶς εἶπον, ὅτι πάντοτε ζητοῦμεν τὴν ἀναβολήν, ὅτι καὶ εἰς τὴν ἐξουσίαν ἐλθόντες ἐζητήσαμεν ἀναβολήν. Ἂν δὲν ἔχωμεν ἄλλο τι, ἔχομεν νὰ καυχηθῶμεν δι’ ἓν καὶ μόνον, ὅτι εἴμεθα ἄπειροι, καὶ ὅτι ἡ πεῖρα τῶν ἄλλων δὲν κατέδειξεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἠλπίζομεν, ὅτι ἤθελαν παρουσιάσει, παρουσιάσθη πλημμελὴς καὶ κατεδικάσθη. Λοιπὸν θέλομεν ἡμεῖς νὰ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα ὅπως ὑπαγορεύεται ἀπὸ τὸ Σύνταγμα καὶ ὄχι ὅπως εἶπεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Παρνασίδος, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ὑπάρχουν 90 Βουλευταὶ καὶ τότε οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀντείπῃ. Μετὰ ταῦτα ἤρχισεν ἡ ὁμιλία τοῦ συμβιβασμοῦ καὶ ὁ ὑπουργὸς εἶπεν, ἂς ἀρχίσωμεν τὴν παρασκευὴν, ἄλλοι τὴν δευτέραν, ἄλλοι τὴν τετάρτην, ἡμεῖς ζητοῦμεν τὰ ζητήματα νὰ λύωνται ἀξιοπρεπῶς, νὰ λύωνται τακτικῶς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν νόμων, καὶ ὑμεῖς θέλετε ἐν τούτοις νὰ τὰ λύσωμεν δι’ ἀμοιβαίων συμβιβασμῶν καὶ παραχωρήσεων· αὐτὴ εἶναι ἡ διφορὰ τῆς πολιτικῆς. Ὥστε, κύριοι, κακῶς μὲ ἐξήγησαν οἱ θέλοντες ν’ ἀποδώσωσιν εἰς ἐμὲ τὴν μομφὴν, ὅτι ἠρνήθην εἰς τὸν Ἠγεμόνα τὸ δικαίωμα τῆς συγκαλέσεως. Ἠρνήθην καὶ ἀρνοῦμαι εἰς τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργοὺς, ὅτι ὅταν πρόκηται νὰ προκαλέσουν τοιοῦτον διάταγμα, ὅτι πρέπει νὰ παρέχωσι τὸ ἀναγκαῖον χρονικὸν διάστημα ὥστε νὰ λάβωσι γνῶσιν καὶ οἱ θέλοντες νὰ προσέλθωσιν. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν ἀπέδωκα, ὡς εἶπον καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, δολίαν πρόθεσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ δικαιοῦμαι νὰ πιστεύω, ὅτι οὕτω πως ἐγκαθιδρύεται ἕν κακὸν προηγούμενον καὶ θὰ εὑρεθῶσι κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι θὰ τὸ μεταχειρισθῶσι πρὸς καταστροφὴν τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου.
§57ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Εὐγνωμονῶ τὸν Κ. Μαυρομιχάλην, διότι, ἂν καὶ εἶπε πολλὰ ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως, ἐνθυμήθη νὰ μὴ μᾶς ἀποδώσῃ τοὐλάχιστον δολίαν προαίρεσιν, διὰ τοῦτο θέλω ἐξετάσει, ἂν ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἐκάμομεν, ᾖναι κατά τι πλημμελὴς, ὄχι ἀντισυνταγματικὴ, διότι περὶ τούτου ἴσως δὲν πρόκειται. Ὅλοι ἀπεφάνθησαν ὅτι διὰ τῆς πράξεως αὐτῆς τὸ Σύνταγμα δὲν παραβιάζεται. Μεταξὺ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις πρὸ πολλοῦ ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἦτο ἡ σύμβασις περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ φορολογίας τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου· καὶ περὶ τούτων τῶν ἀντικειμένων πολλάκις ἐγένετο λόγος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ Κυβέρνησις παρέστησεν, ὅτι καὶ τὰ δύω τὰ θεωρεῖ πολὺ οὐσιώδη καὶ κατεπείγοντα· καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος, προσέθετεν ὅτι εἶναι καὶ ζήτημα ἁβροφροσύνης πρὸς τοὺς ξένους, οἱ ὁποῖοι θέλουν ν’ ἀπασχολήσουν τὰ κεφάλαιά των εἰς τὴν μεγάλην αὐτὴν ἐπιχείρησιν, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει νὰ δοθῇ μία ἀπάντησις ὁριστικὴ, εἴτε παραδεχόμεθα τὴν πρότασιν, εἴτε μή. Ὡς ἐκ τούτου ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τῆς συζητήσεως δὶς καὶ κατ’ ἐπίμονον αἴτησιν τοῦ ὑπουργείου ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικά, ὅτι μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς συζητήσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου ἡ Βουλὴ ἔπρεπε κατὰ προτίμησιν νὰ συζητήσῃ τὰ δύο αὐτὰ ἀντικείμενα· ἐπειδὴ ὅμως ἡ συζήτησις τοῦ προϋπολογισμοῦ παρετάθη, ἔφθασεν ἡ λῆξις τῆς πρώτης συνόδου, καὶ ἡ Κυβέρνησις εἶδεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἠδύνατο νὰ συζητήσῃ τὰ δύο αὐτὰ νομοσχέδια. Ὑπελείποντο, Κύριοι, ἀπὸ τῆς τελευταίας συνεδριάσεώς σας δύω ἀκόμη ἡμέραι μέχρις οὗ φθάσῃ ἡ προσδιωρισμένη κατὰ τὸ Σύνταγμα τελευταία ἡμέρα, πέραν τῆς ὁποίας δὲν ἠδύνασθε νὰ παρατείνητε τὰς συνεδριάσεις σας. Ἠδύνατο ἡ κυβέρνησις νὰ παρακαλέσῃ τὴν Βουλὴν διότι ἐθεώρει πολὺ σπουδαῖα καὶ κατεπείγοντα τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ, νὰ συνεδριάσῃ καὶ τὴν 6 καὶ τὴν 7 τοῦ παρόντος μηνὸς διὰ νὰ συζητήσῃ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα· ἀλλ’ ἐνόμισεν, ὅτι ἐπειδὴ τὰ ἀντικείμενα ἦσαν σπουδαῖα ἦσαν σοβαρὰ, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ζητήσῃ, ὥστε ἡ συζήτησις αὕτη νὰ γίνῃ τοσοῦτον κατεσπευσμένως καὶ μὲ τοσαύτην συντομίαν, ὥστε νὰ μὴ δυνηθοῦν ὅλοι ν’ ἀναπτύξουν τὰς ἰδέας των. Διὰ τοῦτο, Κύριοι ἡ κυβέρνησις ἔκαμε τὴν λῆξιν τῆς συνόδου τὴν τετάρτην τὸ ἑσπέρας, καὶ τὴν ἐπιοῦσαν, ἐπειδὴ ἐθεώρει, ὅτι ἔπρεπε τὰ ἀντικείμενα αὐτὰ νὰ συζητηθῶσι χωρὶς ἄλλο, ἔσπευσε νὰ συγκαλέσῃ ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς. Τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συγκαλέσῃ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον ἀνεγνωρίσατε, ὅτι εἶναι δικαίωμα τοῦ Βασιλέως, καὶ κατὰ τοῦτο δὲν ἔχει κανεὶς νὰ μεμφθῇ τὴν κυβέρνησιν· ἀλλὰ τί μᾶς κατηγοροῦν; λέγουν, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ ἠθελήσατε νὰ κάμετε τὴν ἔκτακτον σύνοδον, ἔπρεπε νὰ δώσητε ἀνάλογον προθεσμίαν διὰ νὰ συνέλθουν εἰς τὰς Ἀθήνας οἱ βουλευταὶ οἱ ὁποῖοι ἔλειπαν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν παρόντες, καὶ διὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν κατηγορίαν ταύτην ἀνέφερον προηγούμενα παραδείγματα. Τί ἔγεινε, λέγουν, εἰς τὰ 1862, ὅταν ὁ πρῴην Βασιλεὺς ἠθέλησε νὰ συγκαλέσῃ ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς; Ἐξέδωκε τὸ διάταγμα τὴν 7 Μαΐου καὶ προσδιώρισεν ὡς ἡμέραν ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τὴν 25 Μαΐου. Τῳόντι, κύριοι, ὅταν ὁ Βασιλεὺς συγκαλῇ τὴν Βουλὴν, παραδέχομαι καὶ ἐγὼ, ὅτι ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος μέχρι τῆς ἡμέρας, καθ’ ἣν μέλλουν νὰ ἀρχίσουν αἱ συνεδριάσεις, πρέπει νὰ μεσολαβήσῃ ἀνάλογον χρονικὸν διάστημα, διὰ νὰ εἰδοποιῶνται οἱ βουλευταὶ καὶ νὰ ἐμφανίζωνται εἰς τὰς Ἀθήνας· ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἡ Βουλὴ ᾖναι παροῦσα εἰς τὰς Ἀθήνας, ὅταν οἱ βουλευταὶ δὲν ἦσαν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, ὅταν ἦναι παρόντες, σᾶς ἐρωτῶ, ποία λογικὴ ποῖος λόγος ὑποχρεώνει τὴν κυβέρνησιν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀφίνω σᾶς, οἱ ὁποῖοι εἶσθε παρόντες καὶ ἐμείνατε μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας ἐδῶ, δὲν θέλω νὰ ἐργασθῆτε σεῖς, ἀλλὰ θέλω νὰ περιμένετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπόντες; Καὶ ποῖος εἶπεν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπόντες, νὰ ἦναι ἀπόντες; Ἐάν, Κύριοι, ἐγένετο ἡ λῆξις τῆς συνόδου εἰς τὰς 5 τοῦ τρέχοντος μηνὸς, καὶ ἐὰν παρήρχοντο 5 ἢ 6 ἢ 10 ἡμέραι, καὶ ἐλάμβανον καιρὸν οἱ ἐν Ἀθήναις παρευρισκόμενοι Βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὴν Βουλὴν, ν’ ἀπέλθουν εἰς τὰς ἐπαρχίας των, τότε βεβαίως ἤθελεν εἶσθαι αὐθαίρετον, ἤθελεν εἶσθαι παράλογον νὰ ἔρχεται μία κυβέρνησις νὰ ἐκδίδῃ ἓν διάταγμα καὶ νὰ λέγῃ συγκαλῶ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ συνεδριάσῃ αὔριον, διότι οἱ βουλευταὶ ὑποθέτοντες ὅτι ἐτελείωσαν τὰς ἐργασίας των, ἤθελον ἀναχωρήσει καὶ ἀπέλθει εἰς τὰς ἐπαρχίας των. Ἀλλ’ οἱ βουλευταὶ καὶ ὅταν λέγω βουλευτὰς, ἐννοῶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ κάθηνται νὰ ἐργάζωνται κατὰ τὸ καθῆκόν των, καὶ ὄχι ἐκείνους οἱ ὁποῖοι εἴτε ἀπὸ παραγνώρισιν καθήκοντος, εἴτε χάριν τῶν ὑποθέσεών των ἄφησαν τὰς συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς καὶ ἀπῆλθον εἰς τὰς ἐπαρχίας των — ὅταν, λέγω, οἱ βουλευταὶ ἦσαν ἐν Ἀθήναις, δὲν ἐννοῶ, πῶς εἶναι λογικὸν νὰ εἴπῃ ἡ κυβέρνησις, ὅτι δίδω προθεσμίαν διὰ νὰ συνέλθετε· ἀπεναντίας νομίζω, ὅτι ἤθελε κατακριθῆ παρὰ πολὺ ἡ κυβέρνησις, ἐὰν ἔχουσα ἐν Ἀθήναις 135 βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὴν φιλοτιμίαν νὰ κάθηνται μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας καὶ νὰ ἐργάζωνται ἐπὶ τῶν διαφόρων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ἔλεγεν εἰς τούτους· σηκωθῆτε, πηγαίνετε καὶ σεῖς εἰς τὰς ἐπαρχίας σας, διὰ νὰ ἔλθετε μαζὺ μὲ τοὺς ἄλλους, οἱ ὁποῖοι ἔφυγον πρὸ ὑμῶν, ἢ καθήσατε ἀργὰ εἰς Ἀθήνας 10, 15 ἢ 20 ἡμέρας, διὰ νὰ περιμένετε ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι παραγνωρίζοντες, ἐπαναλαμβάνω, τὸ καθῆκόν των, ἔφυγον, πρὶν κηρυχθῇ ἡ λῆξις τῆς συνόδου. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔπραξεν ὄχι ἐν τῷ δικαιώματί της, ἀλλ’ ἔπραξε λίαν λογικῶς, λίαν ὀρθῶς ἀπαιτήσασα, ὥστε ἡ ἔναρξις τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς νὰ γίνῃ μετὰ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας ἀφ’ ἧς ἐξεδόθη τὸ διάταγμα· διότι ἐὰν ἔδιδε μικροτέραν προθεσμίαν, δὲν ἤθελε κάμει τίποτε ἄλλο παρὰ ἤθελε βασανίσει τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἐκάθηντο ὡς καλοὶ στρατιῶται μέχρι τῆς τελευταίας ἡμέρας συζητοῦντες.
§58ΖΩΤΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐξελέγξητε τὴν διαγωγὴν τῶν ἀπόντων· ἠμποροῦν νὰ εἶχον λόγους.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάτατε· δὲν προσέβαλε κανένα.
§60ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὀφείλουν οἱ ἄλλοι νὰ κάθηνται νὰ περιμένουν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος, ἔστω, εἶχεν ἕνα λόγον ν’ ἀναχωρήσῃ. Ἀλλὰ, Κύριοι, λέγουν ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα. Πρόκειται περὶ ἐκτάκτου συνόδου, καὶ εἰς τὰς ἐκτάκτους συνόδους συζητοῦνται ἔκτακτα καὶ σπουδαῖα νομοσχέδια, λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν σημαντικὰ γεγονότα. Τῳόντι, Κύριοι, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ὅταν καλοῦνται ἔκτακτοι σύνοδοι, καλοῦνται δι’ ἀντικείμενα ἔκτακτα καὶ ἀπρόβλεπτα διὰ τὴν Βουλὴν, τὰ ὁποῖα πρώτην φορὰν παρουσιάζονται, ἀλλὰ καθὼς ἄλλοτε εἷς ἀξιότιμος συνάδελφός μας, τὸν ὁποῖον λυποῦμαι μὴ βλέπων σήμερον παρόντα, διότι εἶναι ἀσθενής, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ὀλυμπίας Κ. Χριστόπουλος, σᾶς εἶπε, πολλάκις ἡ ἔκτακτος σύνοδος δὲν καλεῖται δι’ ἔκτακτα γεγονότα, δι’ ἀντικείμενα ἀπρόβλεπτα, ἀλλὰ συγκαλεῖται ὡς συμπλήρωσις τῆς τακτικῆς συνόδου· συγκαλεῖται πολλάκις καὶ ἔκτακτος σύνοδος, διότι ἐν τῇ τακτικῇ συνόδῳ δὲν ἐπρόφθασεν ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ ὅλα τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ ἐπιψηφίσῃ. Ἠδύνατο, Κύριοι, ἡ Βουλὴ νὰ μὴ προφθάσῃ νὰ συζητήσῃ ἐν τῇ τακτικῇ συνόδῳ τὸν προϋπολογισμόν, ν’ ἀποπερατώσῃ τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου. Νομίζετε, ὅτι εἰς τοιαύτην περίστασιν ἔπρεπεν ἡ Κυβέρνησις νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς καὶ μετὰ τοῦτο νὰ σταυρώσῃ τὰς χεῖρας καὶ νὰ ἀρχίσῃ νὰ διοικῇ μὲ διατάγματα; Τί ἤθελε κάμει τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως; ἤθελε βεβαίως συγκαλέσει ἐκτάκτως τὴν Βουλὴν, μὴ κάμνουσα ἄλλο τίποτε μὲ τοῦτο, εἰμὴ παρατείνουσα τὴν σύνοδον αὐτὴν, δίδουσα περισσοτέραν προθεσμίαν εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ συζητήσῃ αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα. Τοιοῦτόν τι ἔκαμε καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Τὰ δύω ζητήματα, τὰ ὁποῖα σᾶς ἔφερε νὰ συζητήσητε, δὲν εἶναι ἔκτακτα, δὲν εἶναι πρωτοφανῆ, δὲν παρουσιάζονται πρώτην φορὰν ἐνώπιόν σας· εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν πρὸ πολλοῦ, εἶναι ἀντικείμενα, περὶ τῶν ὁποίων, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, σᾶς εἶπε πολλάκις ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τὰ θεωρεῖ λίαν οὐσιώδη, καὶ διατὶ τὰ θεωρεῖ λίαν οὐσιώδη, τὸ ἠκούσατε πολλάκις, θὰ τὸ εἴπωμεν καὶ πάλιν, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τῆς οὐσίας. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐπρόφθασε νὰ συζητήσῃ, δὲν ἠμποροῦσε κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ μείνῃ 2, 3, 5, 10 ἡμέρας περισσότερον. Διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις χρωμένη τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα τῇ παραχωρεῖ, εἶπε· σᾶς καλῶ εἰς ἔκτακτον σύνοδον, σᾶς παρακαλῶ νὰ μείνητε ἀκόμη 5 ἢ 10 ἡμέρας διὰ ν’ ἀποπερατώσητε τὴν συζήτησιν καὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων. Τώρα λέγουν· μὰ αὐτοὶ οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπόντες! Καὶ ποῖος τοὺς πταίει; Ἐὰν ὑπῆρχε καιρός ἀκόμη, ἐὰν ὑπῆρχον 5 ἢ 10 ἡμέραι δὲν ἤθελε συζητήσει ἡ Βουλὴ καὶ ἀποπερατώσει αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα; Καὶ τί δικαιολόγημα ἤθελον ἔχει οἱ ἀπόντες; Ἠμποροῦσαν νὰ εἴπουν, δὲν προσεκλήθημεν ἡμεῖς; Ἐὰν ἤθελον, ἠδύναντο νὰ μείνουν νὰ λάβουν μέρος εἰς τὴν συζήτησιν. Διὰ τοὺς λόγους αὐτοὺς φρονῶ, ὅτι δὲν εἶχον δικαίωμα ὅσοι ἤθελον νὰ κατηγορήσουν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὴν σύντομον προθεσμίαν, ἡ ὁποία ἐχορηγήθη ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος μέχρι συγκαλέσεως της Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ Σύνταγμα εἰς πᾶσαν σύνοδον ἐκλέγει τὸν Πρόεδρον, καὶ τὰ λοιπὰ μέλη τοῦ γραφείου της, ἐὰν νομίζῃ ἡ Βουλὴ ὅτι δὲν εἶναι ἑτοίμη σήμερον νὰ προχωρήσῃ εἰς τὰς ἀρχαιρεσίας, ἠμπορεῖ νὰ προσδιορίσῃ ὁποιανδήποτε ἡμέραν, διὰ νὰ κάμῃ αὐτάς· ἀλλὰ παρακαλοῦμεν τὴν Βουλὴν νὰ προσδιορίσῃ μίαν προθεσμίαν λίαν σύντομον, διότι, νομίζω, ὅτι δύω ἢ τρεῖς ἡμέραι εἶναι ἀρκεταί.
§61ΤΙΝΕΣ. Διὰ νὰ ἔλθουν οἱ βουλευταί.
§62ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι διὰ νὰ ἔλθουν βουλευταί, ἀλλὰ διὰ νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ περὶ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα θεωρεῖ κατάλληλα νὰ διευθύνουν τὰς ἐργασίας της.
§63Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τοῦ Προεδρείου πρόκειται νὰ καθιερωθῇ μία ἀρχή.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ ἔχει ἄλλος τὸν λόγον, ὁ Κ. Κουμουνδουράκης.
§65Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι σύμφωνος.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς δὲν ἐμβαίνει εἰς τὸν λογαριασμόν.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ἀφ’ ὅσα συνεζητήθησαν μία εἶναι ἡ αἰτία, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ἀναβολὴν, καὶ αὕτη εἶναι δικαία. Ἐὰν οἱ ἐπιζητοῦντες τὴν ἀναβολὴν ἦναι πεπεισμένοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησεν, ἐπαναλαμβάνω, ὅσα εἶπεν ὁ Μαυρομιχάλη, τοσοῦτον πονηρῶς, διότι τὸ νὰ λέγῃ, ὅτι μία ἄλλη πονηρὰ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ κάμῃ τοῦτο, θὰ εἰπῇ, ὅτι καὶ ἡ παροῦσα τὸ ἔκαμε, καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ καθαρά· ἐὰν μὲν νομίζῃ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πονηρῶς ἐνήργησεν, ἐὰν πληροφορηθῇ, ὅτι ἀπεμακρύνθησαν βουλευταὶ τόσοι, ὅσοι ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν ἀπαρτίαν, μάλιστα νὰ γίνῃ ἀναβολή ἀλλὰ τοῦτο δὲν τὸ εἶπε κανείς, διότι δὲν ἔχει πεποίθησιν, ὅτι ἔγινε τοιοῦτόν τι· καὶ ἐγὼ, ἐὰν ἐγνώριζον, ὅτι τὸ τοιοῦτον ὑπῆρξε, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι πρῶτος ἤθελον ζητήσει τὴν ἀναβολήν τί ἔγινε λοιπόν;
§68ΤΙΝΕΣ. Δυνατώτερα.
§69ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ φωνὴν μεγάλην δὲν ἔχω· πέντε λόγους θὰ εἴπω· ἐὰν θέλετε, ἀκούσατε.
§70ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Προχωρήσατε, ὡραῖα ὁμιλεῖτε.
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Τί ἔγεινε Κύριοι; Ἡ Βουλὴ ἔληξε νομίμως; ἡ Κυβέρνησις τὴν ἔληξε· δὲν ἠδύνατο νὰ τὴν παρατείνῃ ἂν καὶ μᾶς ἔμειναν δύω ζητήματα, δύω ζητήματα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα ἐξισώνονται ἴσως μὲ τὸ ὅλον τῶν ζητημάτων. Ἔμειναν ζητήματα παραγωγῆς, καὶ περὶ τῆς παραγωγῆς καμμία Κυβέρνησις ἕως τώρα δὲν ἐσκέφθη· παραγωγὴ, ἡ Ἑλλὰς ἕως τώρα δὲν εἶχεν, ἀλλὰ πάντοτε αἱ Κυβερνήσεις περιστρεφόμεναι εἰς τὰ ἐνόντα ἐκυβέρνησαν τὸ κράτος Ἦλθον βουλευταὶ ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ καὶ εἶπον· σπεύσατε τὰς συζητήσεις τῶν ἐθνικῶν αὐτῶν ζητημάτων καὶ ἔλθετε εἰς τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου, διότι ἐξέρχονται τὰ προϊόντα, ἀλλ’ ἡ ἐπιψήφισις δὲν ἔγινε, διότι ἡ ὁ ἀνάγκη συζητήσεως καὶ τῶν ἄλλων. Ἔληξε τέλος ἡ Βουλὴ, καὶ τὰ πλούτη αὐτὰ ἐξέρχονται· πρέπει νὰ τὰ ἀφήσωμεν νὰ ἐξέρχωνται, Κύριοι; Ὄχι. Ἔρχεται ἡ Κωπαΐς, εἶναι τὸ ζήτημα παραγωγικόν· θὰ ἴδωμεν, ἐὰν ᾖναι παραγωγικὸν, καὶ εἰς τὴν λεπτομερῆ συζήτησίν του θὰ ἴδωμεν, ἂν ἡ ἀναβολὴ, καθὼς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Μαυρομιχάλης, ἐπιφέρῃ μεγίστας ζημίας ἢ δὲν ἐπιφέρῃ· θέλετε ἰδεῖ, ὅταν συζητηθῇ τὸ ἔργον τοῦτο, ὅτι ἡ παράτασις τοῦ ἔργου τούτου ἐπὶ ἓν ἔτος φέρει τὴν ζημίαν διὰ τὴν μέλλουσαν γενεὰν 15 ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος καὶ δύω ἑκατομμυρίων εἰς τὴν παροῦσαν· εἰς τὴν λεπτομερῆ συζήτησιν θέλετε ἰδεῖ τὴν ἀπόδειξιν αὐτῶν τῶν ἰδεῶν. Τώρα, Κύριοι, ἐὰν δὲν ἐπιμένετε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε τοῦτο, πρὸς τί ζητεῖτε τὴν ἀναβολήν; ἓξ ἡμέρας θέλομεν διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τὸ προεδρεῖον, τέσσαρας περίπου ἡμέρας θὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ποῖον τῶν δύω, θέλει προτιμηθῆ, τὸ ὅλον 10 ἡμέρας. Εἰς δέκα ἡμέρας δύνανται νὰ ἔλθωσιν ἀπὸ τὴν Εὐρώπην καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα. Λέγω ὅτι ἀπαρτίαν ἔχουσα ἡ Βουλὴ, δύναται νὰ προχωρήσῃ. Ἀλλ’ ἐπειδὴ πάντοτε παρεμβάλλεται μία συκοφαντία, πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν καὶ αὐτὴν, διότι ἔχομεν πραγματικῶς νὰ λύσωμεν σπουδαῖα ζητήματα, καὶ πρέπει νὰ ἦναι ἅπαντες. Λοιπὸν δεκαήμερον διάστημα δὲν ἀρκεῖ εἰς πάντα νὰ ἔλθῃ ἐδῶ;
§72ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§73ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ἐργαζομένη ἀπὸ σήμερον ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ν’ ἀναστείλῃ, πρέπει νὰ προχωρήσῃ· θὰ ἐκλέξῃ τὸν Πρόεδρον, θὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ εἰς τὸ διάστημα τῶν 8 ἢ 10 ἡμερῶν, αὐτοὶ θὰ ἦναι ἐδῶ, καὶ σᾶς βεβαιῶ, ὅτι κανὲν τῶν δύω ἔργων δὲν θὰ περατωθῇ διὰ τῆς συζητήσεως, πρὶν παρέλθῃ 10 ἡμερῶν διάστημα. Ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ προχωρήσῃ, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ συζητήσῃ καὶ ἐὰν παρουσιάζωνται δυσκολίαι εἴς τινας, ἐπειδὴ παρουσιάζονται τόσον σπουδαῖαι, ἂς λυθῶσιν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δημητριάδης.
§75Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐὰν δὲν ἐπρόκειτο περὶ νομικοῦ ζητήματος, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον παντάπασι, καὶ τὸν λαμβάνω τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ διότι παρετήρησα ἀπὸ ὅλους τοὺς προαγορεύσαντας, ὅτι κανεὶς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀνατρέψῃ τὰ ἰσχυρὰ ἐπιχειρήματα ἐκείνων, οἵτινες εἶπον, ὅτι δὲν δύναται νὰ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον σύνοδον καὶ νὰ κάμῃ ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεών της ἄνευ προηγουμένης εἰδοποιήσεως καὶ προσκλήσεως ἐγκαίρου ὅλων ἐν γένει τῶν βουλευτῶν. Ὅσοι ἦλθον εἰς τὴν οὐσίαν τῆς ὑποθέσεως, ἠθέλησαν νὰ ἐξετάσουν ἐὰν ἠμπορῇ νὰ βλάψῃ ἢ νὰ μὴ βλάψῃ ἡ ἀπουσία τινῶν, ὅταν οἱ παρόντες ἦναι ἀρκετοὶ, διατεινόμενοι ὅτι ἦσαν παρόντες καὶ δὲν εἶχον ἀναχωρήσει πολλοὶ βουλευταί, ὅτι ἡ ἔκτακτος σύνοδος ἔρχεται κατόπιν τῆς τακτικῆς καὶ ὅτι εἶναι συνέχεια. Ὅλα αὐτὰ τέλος πάντων οὐδόλως λύουσι τὸ ζήτημα. Ποίαν σχέσιν, Κύριοι, ἔχει ἡ ἔκτακτος σύνοδος μὲ τὴν τακτικήν; δύνασθε τὴν συνέχειαν τῆς τακτικῆς συνόδου νὰ τὴν φέρετε εἰς τὴν ἔκτακτον; δύνασθε νὰ μᾶς εἴπητε μεθαύριον, ὅταν ἀρχίσουν αἱ ἐργασίαι μας, ὅτι τρίτην φορὰν θ’ ἀναγνωσθῇ καὶ θὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον, εἴτε περὶ Κωπαΐδος, εἴτε περὶ Λαυρίου;
§76ΤΙΝΕΣ. Βεβαιότατα.
§77ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποσῶς. Ὑπάρχει, Κύριοι, κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀνεγνωρισμένον, καὶ εἶναι κατὰ τὸν κανονισμὸν ἀδιαφιλονείκητον, ὅτι, ὅταν ἓν νομοσχέδιον ἢ μία πρότασις νόμου ὁποιαδήποτε δὲν ἤθελε καταρτισθῆ εἰς τὴν μίαν σύνοδον, ἔρχεται εἰς τὴν ἄλλην ἐκ νέου, ἐκτὸς ἐὰν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν συνέχειαν.
§78ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 37.
§79ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δύνασθε νὰ μοῦ εἴπητε αὔριον, τρίτην φορὰν θὰ ἀναγνωσθῇ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κωπαΐδος. Θὰ ἀνακαλέσητε ὅλα τὰ ἐκκρεμῆ νομοσχέδια ὅσα θέλετε νὰ συζητηθοῦν ἐν τῇ Συνόδῳ ταύτῃ καὶ θὰ τὰ φέρητε ὡς κατὰ πρώτην φορὰν μὲ νέας ἐκθέσεις· ἄρα ἡ ἔκτακτος σύνοδος δὲν ἔχει οὐδεμίαν σχέσιν μὲ τὴν λήξασαν. Λοιπὸν ἀφοῦ καλεῖτε εἰς ἔκτακτον σύνοδον τὴν Βουλὴν, καὶ ὑποτίθεται, ὅτι δὲν εἶναι παροῦσα, δὲν πρέπει νὰ συγκαλέσητε ὅλους τοὺς βουλευτάς; Συγκροτεῖτε ἔκτακτον σύνοδον· δὲν λέγω, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, καὶ οὔτε ὁ Κ. Μαυρομιχάλης εἶπεν, ὅτι εἶναι ἀντισυνταγματικόν· εἶναι ἐντὸς τοῦ Συντάγματος· ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν εἰς ἔκτακτον σύνοδον, ὁσάκις τὸ κρίνει εὔλογον, καθὼς καὶ νὰ τὴν διαλύῃ· δὲν εἶναι λοιπὸν ἀντισυνταγματικόν· ὑπάρχει ὅμως μία ἔλλειψις, καθόσον ἀφορᾷ τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, διότι ἔπρεπε νὰ εἰδοποιηθῶσι πάντες οἱ βουλευταὶ, καὶ ἐὰν δὲν ἤθελόν τινες νὰ παρευρεθῶσιν, αὐτὸ εἶναι ἔλλειψις ἰδική των, οἱ δὲ παρόντες ἠδύναντο νὰ προβῶσιν ὑπαρχούσης ἀπαρτίας. Μὴ θέλετε, κύριοι, νὰ ἐπικαλεσθῆτε παρελθόντα παραδείγματα, διότι οὐδὲν τοιοῦτον ἔχετε ὑπὲρ ὑμῶν. Πολλάκις συνέβη νὰ κηρυχθῇ ἡ λῆξις μιᾶς Συνόδου τὴν 28 Ὀκτωβρίου καὶ ἡ ἔναρξις τῆς ἑπομένης Συνόδου κατὰ τὴν 30 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς χωρὶς ἐν τῷ μεταξὺ νὰ μεσολαβῇ πολὺς καιρὸς πρὸς εἰδοποίησιν τῶν ἀπόντων βουλευτῶν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὅμοιον μὲ τὴν προκειμένην περίστασιν, ὅτι καὶ ἄλλοτε ἔγεινέ τι τοιοῦτον· διότι αὐτοδικαίως τὴν πρώτην Νοεμβρίου ὤφειλον νὰ ἦναι παρόντες. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐντὸς τοῦ Συντάγματος ἐνεργοῦσα, ὤφειλε νὰ χορηγήσῃ καὶ ἀνάλογον προθεσμίαν διὰ νὰ εἰδοποιηθῶσιν ὅλοι οἱ βουλευταὶ, καὶ ἐὰν δὲν ἤθελον νὰ ἔλθωσιν, εἶναι ἀδιάφορον. Ἀλλὰ, κύριοι, πιστεύετε, ὅτι εἰδοποιήθησαν ὅλοι; καὶ ἐὰν εἰδοποιήθησαν τηλεγραφικῶς, ὡς διϊσχυρίζονται οἱ ἐναντιοδοξοῦντες, ἠδύναντο καὶ νὰ ἔλθωσι τηλεγραφικῶς; ἄρα ὑπάρχει μία ἔλλειψις ὡς πρὸς τὸ χρονικὸν διάστημα, καὶ νομίζω ὅτι τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν δὲν πρέπει νὰ τὴν παραβλέψωμεν, οὔτε νὰ τὴν παρασιωπήσωμεν, διότι καθιεροῦμεν μίαν ἀρχὴν ἐναντίον τοῦ Συντάγματος καὶ τοῦ προηγουμένου, τοῦ 1862, ὅτε ὑπῆρχεν ἀνάγκη ἀπόλυτος διότι ἐκινδύνευε τὸ κράτος, καὶ μολοντοῦτο ἐδόθη μία προθεσμία 15 ἡμερῶν· ἀδιάφορον ἂν εἶχον ἀναχωρήσει οἱ βουλευταὶ. Πλὴν δὲν δυνάμεθα, λέγουσι, νὰ ἀρχίσωμεν τὰς ἀρχαιρεσίας; καὶ μήπως μικροτέραν θεωρεῖτε τὴν πρᾶξιν τῶν ἀρχαιρεσιῶν, ἀπὸ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων; αἱ ἀρχαιρεσίαι εἶναι τὸ πρῶτον βῆμα, τὸ θεμέλιον, ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζεται ἡ διεύθυνσις τῶν συζητήσεων· ἑπομένως πρέπει νὰ προσκληθῶσιν ὅλοι, καὶ ὅσοι θέλουν δύνανται νὰ μὴ ἦναι παρόντες. Συμφωνῶ λοιπὸν μετὰ τοῦ Κ. Μαυρομιχάλη καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν χορήγησιν τῆς προθεσμίας· δὲν ἐννοῶ δὲ νὰ ἐκδοθῇ διάταγμα νέον, ἀλλὰ μόνον μία προθεσμία πρὸς ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων. Δὲν τὸ ἔκαμεν ἡ κυβέρνησις, τὸ κάμνει ἡ Βουλή· ἠμποροῦμεν νὰ δώσωμεν μίαν προθεσμίαν καὶ εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ ἡ κυβέρνησις νὰ εἰδοποιήσῃ καὶ τηλεγραφικῶς καὶ δι’ ἄλλων μέσων, ἐγγράφως, νὰ σπεύσωσιν οἱ βουλευταὶ νὰ παρουσιασθῶσιν ὅσοι θέλουσι. Ποῦ εἶναι οἱ Ἑπτανήσιοι; δὲν βλέπω εἰμὴ τὸ ⅒ αὐτῶν· ἀνεχώρησαν, κύριοι, προχθὲς, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ...(θόρυβος), ὅτι τὴν νύκτα καθ’ ἣν ἀνεχώρει τὸ ἀτμόπλοιον, τὴν αὐτὴν νύκτα ἐξεδόθη καὶ τὸ διάταγμα.
§80ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Δὲν εἶναι ἀληθές· οἱ Ἰακωβάτοι ἀνεχώρησαν δύω ἡμέρας μετὰ ταῦτα.
§81Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ καθιερώσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχήν· λείπουν βουλευταὶ 50 ἢ 60, αὐτοὶ ἀποτελοῦν τὸ ⅓ τὸ ¼ τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ ἦναι παρόντες, πρέπει νὰ εἰδοποιηθῶσι νὰ ἔλθωσι· καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀναβάλῃ τὰς ἐργασίας της καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς τίποτε.
§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπροσπάθησα, κύριοι, εἰς ὅλην αὐτὴν τὴν μακρὰν συζήτησιν νὰ ἐννοήσω πρὸς τί ἡ τόση συζήτησις, πρὸς τί ὁ τοσοῦτος πάταγος καὶ σᾶς λέγω τῇ ἀληθείᾳ, ὅτι δὲν ἠμπόρεσα νὰ καταλάβω πρὸς τί ταῦτα. Ἐῤῥέθη κατ’ ἀρχὰς, ὅτι ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῆς κυβερνήσεως εἶναι αὐθαίρετος, ἀντισυνταγματική· ἀλλ’ ἐὰν ἐπρόκειτο καὶ ἦτον ἡ πρᾶξις αὐτὴ τῆς κυβερνήσεως ἀντισυνταγματικὴ καὶ αὐθαίρετος, καὶ ἐγὼ ἤθελον λάβει τὸν λόγον κατὰ τῆς κυβερνήσεως, ἐὰν εἶχον τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔκαμε σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα, προσκαλέσασα ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς. Ἐῤῥέθη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἦναι παρόντες ὅλοι οἱ βουλευταὶ, ὅτι ἡ κυβέρνησις προσκαλοῦσα αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ ἦτον ἐν γνώσει ὅτι ἔλειπον· ἀλλ’ ἐκεῖνοι, οἵτινες ἀπῆλθον, ἀπῆλθον ἐν γνώσει, ὅτι ἔληξεν ἡ σύνοδος, ὅτι ἐπρόκειτο ἴσως μία ἔκτακτος συγκάλεσις τῆς Βουλῆς, διότι ὅλοι τὸ ἠκούαμεν καὶ ἐλέγαμεν, ὅτι ἴσως ἡ κυβέρνησις θέλει μᾶς ἀνακαλέσει· καὶ ἐγὼ μάλιστα ἠρώτησα τοὺς κυρίους ὑπουργοὺς, ἂν ἔχωσι κατὰ νοῦν νὰ συγκαλέσωσιν ἔκτακτον σύνοδον, καὶ οἱ κύριοι ὑπουργοὶ εἶπαν ὅτι ἠμπορεῖ. Χρέος ἦτον νὰ περιμένουν μέχρι τελευταίας στιγμῆς, καθὼς χρέος εἶναι οἱ βουλευταὶ νὰ μένουν μέχρι τέλους τῆς συνεδριάσεως, διὰ τοῦτο ἔπρεπε νὰ μείνωσι καὶ μέχρι τέλους τῆς συνόδου· ἐὰν αὐτοὶ ἀπῆλθον, εἶναι μία παρανομία τῆς κυβερνήσεως; καὶ ἐγὼ νομίζω, διότι καὶ ἐγὼ παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ κυρίου Χρηστοπούλου, ὅτι ἠμπορεῖ μιὰ κυβέρνησις νὰ κάμῃ τοῦτο εἰς τὴν παραμονὴν τῆς λήξεως τῆς συνόδου διὰ νὰ ἀφαρπάσῃ ἓν ζήτημα.
§83Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν καθιερώσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, θὰ συμβῇ.
§84ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅταν, κύριε Δημητριάδη, ἐδημοσιεύθη τὸ διάταγμα ἦσαν ὅλοι ἐδῶ, καθὼς καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς συνόδου, καὶ δὲν ἔπρεπεν ἔπειτα νὰ ἀναχωρήσουν, ἀλλὰ νὰ μείνουν ἐδῶ, ἕως ὅτου ἡ Βουλὴ τελειώσῃ τὰ ἔργα της, διότι τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον τοῖς ἐπεβάλετο ἦτο νὰ παρακολουθῶσι τὴν κυβέρνησιν εἰς τὰ διαβήματά της· τότε ἔσο βέβαιος, ὅτι δὲν ἤθελε συμβῆ τοῦτο. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἐὰν παρουσίαζεν ἔκτακτα ἀντικείμενα, ἐὰν βεβαίως ἐπρόκειτο περὶ τοιούτων ζητημάτων, τότε καὶ ἐγὼ τὸ ὁμολογῶ· δὲν πρόκειται ὅμως περὶ τοιούτων ζητημάτων, ἀλλὰ περὶ ζητημάτων τὰ ὁποῖα ἤδη ὅλοι ἐγνωρίζομεν καὶ ἐσυζητήσαμεν, καὶ κἀνεὶς δὲν δύναται νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι παρεβιάσαμεν τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, ὅταν κάμωμεν τὰς ἀρχαιρεσίας τοῦ Προεδρείου ὄχι σήμερον, ἀλλὰ τὴν παρασκευὴν ἢ τὸ σάββατον· βεβαίως ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ συννενοηθῇ μίαν ἢ δύο ἡμέρας καὶ νὰ ἐκλέξωμεν τὸν πρόεδρον τὴν παρασκευὴν, καὶ τὸ σάββατον τὸ λοιπὸν προεδρεῖον.
§85Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Καὶ τὴν Κυριακὴν νὰ κάμωμεν ὑπουργεῖον.
§86ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Φοβεῖται ὁ κύριος Δεληγιώργης, ὅτι ἡ ἔκτακτος αὕτη σύνοδος θέλει ἐπιληφθῆ καὶ λάβωσι χώραν ἐν αὐτῇ πολιτικὰ ζητήματα· ἐγὼ λέγω, ὅτι πολιτικὰ εἰς ταύτην ζητήματα δὲν πρέπει νὰ ἔλθωσι κατ’ ἐμὲ, καὶ ἐγὼ τοὐλάχιστον θέλω ἐναντιωθῆ εἰς καθένα ὅστις ἤθελε νὰ ῥίψῃ ὑπουργικὸν ζήτημα. Ἐὰν, κύριοι, ὅλοι ὠθούμεθα ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὑπουργικὸν ζήτημα δὲν θέλει λάβει χώραν· λοιπὸν νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι κακὸν, οὔτε δύσκολον νὰ ὁρίσωμεν τὴν παρασκευὴν διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ προέδρου καὶ τὸ σάββατον διὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ λοιποῦ προεδρείου.
§87Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐν πρώτοις, κύριοι, ἐν πρώτοις, λέγω, συγχαίρω τὴν κυβέρνησιν καὶ τὸν τόπον, διότι ἡ διάθεσις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐκτάκτου συνόδου σκοπὸς δὲν ὑπάρχει νὰ φερθῶσι πολιτικὰ ζητήματα, καὶ ἑπομένως ἡ σύνοδος αὕτη θὰ παρέλθῃ χωρὶς νὰ ἔχῃ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου, αὐτὴ εἶναι ἀρκετὰ παρήγορος.
§88ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐὰν παρουσιασθῶσιν ἔκτακτοι περιστάσεις θὰ μᾶς ἐμποδίσωσι τὰ πολιτικὰ ζητήματα....;
§89Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πρὶν δὲ εἴπω ὀλίγας λέξεις ὅσον ἀφορᾷ τὸ κύριον ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ὀφείλω νὰ ἀποκρούσω τὴν ἐπίκρισιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ζακύνθου ἔκαμε περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ἀναχωρησάντων μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς συναδέλφων· διότι νομίζω, ὅτι οὐδεὶς βουλευτὴς ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐπισκέπτεται τοὺς ὑπουργοὺς καὶ νὰ ἀξιοῖ νὰ ἐμπιστεύωνται εἰς αὐτὸν τὰ κυβερνητικὰ μυστήρια, διότι μυστήριον μέχρι τῆς ἡμέρας, κατὰ τὴν ὁποίαν ἤρχισε νὰ ἐκδίδεται τὸ διάταγμα τῆς συγκαλέσεως τῆς ἐκτάκτου συνόδου, ὑπῆρχεν ἡ ἔκτακτος σύνοδος· δὲν ἠξεύρω, ἐὰν κανεὶς ἐκ τῶν ἀναχωρησάντων ἐγνώριζεν, ὅτι τὴν δευτέραν ἄρχεται ἔκτακτος σύνοδος, μολονότι ἡ φήμη ἐκυκλοφόρει. Δὲν τοὺς νομίζω δὲ ἀξίους κατακρίσεως διὰ δύω λόγους, ά) διότι οὐδόλως βέβαιον ἦτον μέχρι τῆς στιγμῆς ἐκείνης, ὅτι σύνοδος ἔκτακτος ἔμελλε μέχρι τῆς δευτέρας νὰ ἀρχίσῃ. βʹ) διότι τινὲς ἐξ αὐτῶν ἐνόμιζον, ὅτι οὐδόλως παρέβαινον τὸ καθῆκόν των, ἐὰν δὲν λάβωσι μέρος εἰς σύνοδον συγκαλουμένην τὴν δευτέραν, διότι ἡ σύνοδος ἐκείνη βεβαίως δὲν ἦτο σύμφωνος μὲ τὸ Σύνταγμα. Ὅτε ἠκούσθη, ἦτον εἰς πάντας γνωστὸν· τὴν ἑβδόμην τοῦ μηνὸς ἠκούσθη ὅτι τῆς ἕκτης τὴν νύκτα ὑπεγράφη διάταγμα προσδιορίζον τὴν ἔναρξιν ἐκτάκτου συνόδου διὰ τὴν δεκάτην· ἐγὼ κύριοι τὴν 8 μετὰ τὴν μεσημβρίαν ἔστειλα εἰς τὸ τυπογραφεῖον τὸ βασιλικὸν νὰ ζητήσω ἓν ἀντίτυπον τοῦ βασιλικοῦ διατάγματος, ἀφοῦ δὲν μὲ εἶχε κοινοποιηθῆ, οὔτε κανεὶς μὲ ἐβεβαίωσεν ὅτι τὸ εἶδε δημοσιευμένον, καὶ ἠρνήθησαν νὰ μοὶ δώσωσιν ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι δὲν ἔχουσι διαταγὴν νὰ τυπώσωσι πολλά. Καὶ κατὰ τὴν ἐννάτην ὥραν τῆς νυκτὸς τῆς 8 τοῦ μηνὸς μοὶ ἔφερεν ὁ κλητὴρ τῆς Βουλῆς ἓν ἀντίτυπον, ἐγκύκλιον πρὸς τοὺς νομάρχας τοῦ κράτους, ὑπὸ τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε μὲ τὸ μολυβδοκόνδυλον ἡ σημείωσις· «Πρὸς τὸν βουλευτὴν Κ. Δεληγιώργην.» Περὶ τούτου δὲν ἤθελον κάμει λόγον, ἐὰν δὲν ἤθελε γίνει ἡ ἐπίκρισις, ἡ ὁποία ἔγεινεν ἐπὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ἀναχωρησάντων βουλευτῶν. Ὀφείλω ἐπίσης, κύριοι, νὰ κάμω προκαταρκτικήν τινα παρατήρισιν, ὅτι μὲ τὸ προκείμενον ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνασχολούμεθα, οὐδαμῶς συνδέεται τὸ ζήτημα, ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξάν τινες τῶν βουλευτῶν νὰ ἀπουσιάζωσι, οὔτε νομίζω, ὅτι πρέπει ἐπιπολαίως νὰ κατακρίνεται τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικὸν, καθ’ οὗ πολλαὶ ἐπιῤῥίπτονται μομφαὶ πάντοτε, καὶ μάλιστα ὡς πρὸς τὴν ἱκανότητα αὐτοῦ περὶ τὸ πολιτεύεσθαι συνταγματικῶς, νὰ ἐπιῤῥίπτωνται μομφαὶ, αἱ ὁποῖαι δὲν προσάπτονται εἰς αὐτὸ, ἂν οὐχὶ δι’ ἄλλον λόγον, τοὐλάχιστον διότι εἶναι κοιναί. Εἰπατέ μοι, ἂν ἠκούσατέ ποτε εἰς κανὲν κοινοβούλιον τοῦ κόσμου πάντες οἱ βουλευταὶ νὰ ἦναι παρόντες· καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε περὶ τοῦ ἐναντίου, ἐνθυμηθῆτε ὅτι εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις, ὅτι ἀρκεῖ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς, ἵνα συγκροτηθῇ συνεδρίασις, διάταξις ἐκ τῆς ἀνάγκης καὶ τῆς πείρας ὑπαγορευθεῖσα. Μὴ ἀξιοῦμεν λοιπὸν ὁ τόπος μας, ὁ ὁποῖος ἤδη τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐγκαινιάζει, ἀκόμη περισσότερα προσόντα νὰ ἔχῃ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀπαντᾷ τις εἰς τὰ πλέον γεγηρακότα καὶ τελειότερον ἀκμάζοντα ἔθνη· τὸ ζήτημα ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνασχολούμεθα, ἔχει ἄλλην ἀξίαν καὶ κεῖται ἀλλοῦ παρὰ εἰς τὴν δευτέραν ταύτην ἐπίκρισιν. Ἴσως, ἐὰν οἱ κύριοι ὑπουργοὶ σήμερον δικαιολογούμενοι διὰ τὴν σπουδὴν, μεθ’ ἧς συνεκάλεσαν τὴν ἔκτακτον σύνοδον, ἐπικαλοῦνται ἄλλους λόγους παρ’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἐπεκαλέσθησαν, ἤθελεν εἶσθαι δύσκολον εἴτε εἰς τὸν Κ. Μαυρομιχάλην εἴτε εἰς ἄλλον θέλοντα νὰ διευκρινήσῃ αὐτοὺς, νὰ ἀποδείξῃ οὐχὶ ἀπολύτως, ἀλλ’ ἰδικῶς εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἔπραξαν πρᾶξιν ἀντισυνταγματικὴν· ἀλλὰ μετὰ τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἔδωκαν, μοὶ φαίνεται ὅτι ὁ Κ. Μαυρομιχάλης εἶναι ἱκανοποιημένος· καὶ τῳόντι ἡ πρᾶξις αὕτη, ὅπως τὴν ἐξήγησαν σήμερον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ Συντάγματος. Οὐδεὶς λόγος περὶ τοῦ δικαιώματος· ὁ βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλῇ ἔκτακτον σύνοδον, διότι εὐρυτάτην δικαιοδοσίαν εἰς αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δῶσαν τὸ Σύνταγμα, ἄφησε τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἀνάγκης τῆς συγκαλέσεως τῆς ἐκτάκτου συνόδου εἰς αὐτὸν ἀπολύτως, λέγον ὅτι «δύναται ὁ βασιλεὺς νὰ καλέσῃ ἔκτακτον σύνοδον, ὁσάκις τὸ κρίνει εὔλογον.» Ἔμεινεν ὅμως εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ προκειμένου διατάγματος μία ἀπορία· ἡ τετραήμερος ἐκείνη προθεσμία, ἡ φαινομένη ἐν τῷ ἐγγράφῳ τούτῳ, ἐτέθη παρὰ τῶν ὑπουργῶν, διότι ἐθεωρήθη ἀρκετὴ, ὅπως πᾶσαι αἱ ἐπαρχίαι εἰδοποιηθῶσι καὶ πάντες οἱ ἀντιπρόσωποι μάθωσι τὸ ἔκτακτον γεγονὸς συγκαλέσεως ἐκτάκτου συνόδου, ὅπως προσέλθωσιν, ἢ ἐθεώρησεν ἡ κυβέρνησις, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ καλέσῃ τοὺς ἀπόντας; καὶ χρεωστῶ νὰ θαυμάσω τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Οἰτύλου, ὅτι ἐτόλμησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὴν δευτέραν ἰδέαν, τὸν δεύτερον σκοπὸν, ὅτι ἐτόλμησε νὰ πιστεύσῃ ὅτι συνταγματικὴ κυβέρνησις ἐθεώρησε περιττὴν τὴν πρόσκλησιν πάντων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, πάντων τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ἐπαρχιῶν, ὅτι ἠδύνατο νὰ συγκροτήσῃ νόμιμον Βουλὴν, χωρὶς νὰ προσκαλέσῃ πάντας τοὺς βουλευτάς. Καὶ μολαταῦτα, κύριοι, οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ἐδικαίωσαν τὸν κύριον Μαυρομιχάλην, διότι ἐξήγησαν πολὺ καθαρῶς καὶ ἐπανειλημμένως ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, ὅτι ἐθεώρησαν συνταγματικὸν νὰ εὐχαριστηθῶσιν εἰς τὴν ὑπάρχουσαν ἐν Ἀθήναις ἀπαρτίαν, καὶ ὁ μὲν εἶπεν, ὅτι δὲν ἔπρεπεν οἱ παρόντες νὰ κωλυθῶσιν ἀπὸ τὰς ἐργασίας των διὰ νὰ λάβουν τὸ μέρος των καὶ οἱ ἄλλοι, ὁ ὑπουργὸς δὲ τῶν Οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ἡ παροῦσα ἔκτακτος σύνοδος εἶναι συνέχεια τῆς ληξάσης συνόδου. Ἡ ἰδέα λοιπὸν τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ εἶναι ὅπως τὴν ὑπέβαλεν αὐτὸς ὁ Κ. Μαυρομιχάλης· καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐνόμισεν ὅτι «Βουλὴ ὑπάρχει ἐν τῇ πρώτῃ συνεδριάσει μιᾶς συνόδου εἴτε τακτικῆς εἴτε ἐκτάκτου, ὅταν τὸ ἥμισυ τῶν βουλευτῶν εἰδοποιηθῇ καὶ παρευρεθῇ.» Ἐφαρμόζων τὴν γνώμην ταύτην τοῦ ὑπουργείου ἠδύνατο, νομίζω, χωρὶς διόλου νὰ ἀδικήσῃ τὴν ἰδέαν του, νὰ εἴπῃ, ὅτι δύναται μία κυβέρνησις νὰ εἰδοποιήσῃ εἰς τὰς ἐπαρχίας κατὰ τὴν ἔναρξιν μιᾶς βουλευτικῆς συνόδου μόλις τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς καὶ νὰ συγκροτήσῃ Βουλὴν ἐξ αὐτῶν καὶ μόνων, χωρὶς οὐδόλως τοὺς ἄλλους νὰ εἰδοποιήσῃ, διότι δὲν βλέπω ποία διαφορὰ ὑπάρχει.
§90ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι.
§91ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διότι δὲν βλέπω ποία διαφορὰ ὑπάρχει μεταξὺ ἑνὸς ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον δίδει τοσαύτην προθεσμίαν εἰς τὴν συγκάλεσιν μιᾶς Βουλῆς, ὅση ἀπῃτεῖτο διὰ νὰ τὸ μάθωσι μόνον οἱ ἐν τῇ πρωτευούσῃ εὑρισκόμενοι, καὶ ἑνὸς ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον ῥητῶς ἀπαγορεύει τὴν εἰδοποίησιν πρὸς ἓν μέρος τῶν βουλευτῶν τῆς ἐπικρατείας· διότι ἐρωτῶ τοὺς Κυρίους ὑπουργοὺς, νομίζουσιν, ἰσχυρίζονται, ὅτι πάντες οἱ βουλευταὶ σήμερον ἠξεύρουσι τὴν συγκάλεσιν τῆς ἐκτάκτου συνόδου καὶ ἠδύναντο νὰ ἔλθωσιν; ἐὰν τοῦτο δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ τὸ ἰσχυρισθῶσι, καὶ δὲν τὸ ἰσχυρίσθησαν, δὲν εἶναι ἰσοδύναμον μὲ τὸ νὰ ἀπέκλεισαν αὐτούς;
§92ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Τὴν παρασκευὴν εἰδοποιήθησαν ὅλοι οἱ βουλευταὶ εἰς τὰς ἐπαρχίας.
§93ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν θέλω, κύριοι νὰ εἰσέλθω εἰς λεπτομερείας, ὅσον ἀφορᾷ τὸ πραγματικὸν ζήτημα, ἐὰν τῳόντι σήμερον ᾖναι εἰδοποιημένοι πάντες οἱ βουλευταὶ καὶ ἐὰν ἦτο δυνατὸν πάντες νὰ ἦσαν παρόντες, διότι ἤθελον ἀδικήσει πάντας, ἐὰν ἤθελον ἐπιμένει νὰ ἐξηγήσω ἓν ζήτημα τόσον ἁπλοῦν, τόσον καταφανές. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, ὅτι εἰς κανὲν συνταγματικὸν κράτος δὲν ἀπαντᾶται παράδειγμα ὅμοιον τοῦ παριδείγματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐδόθη σήμερον· καὶ στοχασθῆτε πόσην σπουδαιότητα ἔχει ἡ ἔλλειψις ἑνὸς παραδείγματος εἰς τὸν βίον τῶν συνταγματικῶν ἐθνῶν· διότι αὐτὰ τα συνταγματικὰ ἔθνη εὑρέθησαν εἰς ἀπείρους περιστάσεις, εἰς μεγάλους κινδύνους, εἰς πολλοὺς, ἐνώπιον πολλῶν ἐκτάκτων γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἀπῄτουν καὶ πλέον ἔκτακτον ἐνέργειαν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, κύριοι, τὴν ὁποίαν πολὺ συχνὰ συμβουλευόμεθα, καὶ πολὺ εὐλόγως, οὐδέποτε ἔκτακτος σύνοδος ἐπιτρέπεται νὰ συγκαλεσθῇ πρὸ τῆς παρελεύσεως 14 ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς γνωστοποιηθῇ ἡ εἰδοποίησις, ἐκτὸς ὅτι ὁ συνήθης ὅρος εἶναι τῶν 50 καὶ μᾶλλον 40 ἡμερῶν. Ἀλλὰ λέγει ἡ κυβέρνησις, τοῦτο γίνεται, ὁσάκις εἶναι ἀπόντες οἱ βουλευταί, ὁσάκις δὲ εἶναι παρόντες, εἶναι περιττόν. Συνομολογῶ ὅταν ᾖναι παρόντες πάντες· διότι ἐὰν δὲν ᾖναι πάντες παρόντες, τὸ νὰ ᾖναι εἴτε πολλοὶ εἴτε ὀλίγοι, τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον, καὶ ἤθελεν ἀδικήσει τις τὴν λογικήν, ἐὰν ἤθελεν ἐπιμένει εἰς τοῦτο· μολαταῦτα κρίνει ἀναγκαῖον ἡ κυβέρνησις νὰ ἐπιμείνῃ. Τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός, εἶναι ὁμολογούμενον κατὰ τὸ Σύνταγμά μας ἀρκεῖ πρὸς νόμιμον συνεδρίασιν, καὶ τοῦτο εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπλάνησε τοὺς κυρίους ὑπουργούς· ἀλλὰ δὲν ἐσυλλογίσθησαν ὅτι ὁ νομοθέτης τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς δὲν τὸ ἔθεσε διὰ τὴν συγκάλεσιν μιᾶς συνόδου, ἀλλὰ τὸ ἔθεσε διὰ τὰς ἐν τῷ μέσῳ τῆς συνόδου συνεδριάσεις. Οὐδὲν λοιπὸν ἐπιχείρημα δύναται νὰ πορισθῇ ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος· ὑπάρχει καμμία διάταξις τοῦ Συντάγματος λέγουσα, ὅτι κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς συγκαλέσεως μιᾶς συνόδου, ἀρκεῖ νὰ προσκληθῇ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός; ἡ σύνοδος πρέπει νὰ ἐγκαινιασθῇ δι’ αὐτοῦ τοῦ τύπου τοῦ λίαν οὐσιώδους ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἡ νομιμότης τῶν συνεδριάσεων τοῦ σώματος, τὸ νὰ προσκληθῶσι πάντες καὶ νὰ τοῖς δοθῇ ὁ ἀναγκαῖος χρόνος ἵνα παρευρεθῶσιν· οὕτω δὲ ἀφοῦ ἐγκαινιασθῇ, τότε ἐν τῷ μεταξὺ ἡ παρουσία ἢ μὴ παρουσία ὅλων εἶναι ἀδιάφορος, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν ὅτι πολλοὶ βουλευταὶ εἴτε ἑκόντες εἴτε ἄκοντες ἀπουσιάζουσι τῶν βουλευτικῶν συνεδριάσεων, καὶ ὅ,τι ἡ πεῖρα ἀπέδειξε καὶ τὰ Συντάγματα παρεδέχθησαν, εἶναι ὅτι ἀρκεῖ νὰ συγκροτηθῇ συνεδρίασις μὲ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο εἶναι ὅλως διόλου ἄσχετον πρὸς τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν σήμερον· διότι δὲν συζητοῦμεν περὶ τῆς νομιμότητος μιᾶς συνεδριάσεως ἢ συνόδου, ἀλλὰ περὶ τῆς νομιμότητος τῆς ἐνάρξεως μιᾶς συνόδου. Σεῖς οἱ ἴδιοι ὁμολογεῖτε, ὅτι δὲν εἰδοποιήσατε πάντας τοὺς βουλευτάς, πῶς δύνασθε νὰ ἰσχυρισθῆτε, ὅτι ἡ σύνοδος ἄρχεται νομίμως; Βλέπετε λοιπόν, κύριοι, ποῦ κεῖται τὸ ζήτημα, καὶ ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ζητήματος ἀμφιβολίας πρὸς τοὺς συναδέλφους, οὔτε πρόκειται περὶ ζητήματος ἀμφιβολίας πρὸς τὰς ἐπαρχίας, οὔτε πρόκειται περὶ κατακρίσεως ἢ περὶ ἐπαίνου τῶν ἀπόντων ἢ τῶν παρόντων βουλευτῶν· ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς συνταγματικῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, περὶ ἑνὸς ζητήματος τοσοῦτον οὐσιώδους, ὥστε οὐδεὶς ἐξ ὑμῶν ἠμπορεῖ νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ἂν καθιερωθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ προσκαλῆται ἓν μέρος τῶν βουλευτῶν διὰ τὴν ἔναρξιν μιᾶς συνόδου, τὸ σύνταγμα γίνεται σκιά. Ἐπίσης, κύριοι, δὲν ἔχει καμμίαν σημασίαν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα, ποῖαι εἶναι αἱ ὑποθέσεις, εἰς τὰς ὁποίας θὰ ἐνασχοληθῶμεν· αἱ ἔκτακτοι σύνοδοι ἔχουσι πάντοτε ὑποθέσεις σπουδαίας· ἐὰν αἱ σήμερον ὑποβαλλόμεναι εἰς τὴν ἔκτακτον σύνοδον δὲν ᾖναι σπουδαῖαι, οὐχ’ ἧττον ἡ καθιέρωσις τῆς ἀρχῆς εἶναι τόσον ἐπιβλαβής, ὡσανεὶ ἐπρόκειτο περὶ τῶν πλέον σπουδαίων· διότι αἱ ἔκτακτοι σύνοδοι συγκαλοῦνται, ὡς γνωρίζετε ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, εἰς περιστάσεις πολλὰ σοβαρὰς, πρὸς ἐκλογὴν ἀντιβασιλέως, ἂν ὁ Βασιλεὺς βαρέως κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀσθενήσῃ, ἢ δι’ ἑτέρας περιπτώσεις ἡ Βουλὴ καλεῖται εἰς ἔκτακτον σύνοδον περὶ ἐκλογῆς τῆς ἀντιβασιλείας. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι σπουδαία ἡ τοιαύτη πρᾶξις, ὅταν πρόκηται τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας νὰ μεταβάλῃ; Καθιεροῦντες τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν πρόκειται σήμερον νὰ καθιερώσωμεν, σᾶς ἐρωτῶ, ἐὰν δὲν διαλύωμεν τὸ πολίτευμα καὶ ἂν δὲν μεταβάλωμεν τὸ πολίτευμά μας ἀπὸ συνταγματικοῦ καὶ φιλελευθέρου, εἰς δεσποτικώτατον, ἐὰν δὲν καταστρέψωμεν τὰς ἐγγυήσεις αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουσιν εἰς τὰ πολιτεύματα τὰ συνταγματικὰ, διότι τὸ νὰ συνεδριάζῃ ὑποχρεωμένως προσκαλοῦσα ὅσους δύναται καὶ τὸ νὰ τοὺς εἰδοποιῇ ἡ κυβέρνησις, τὸ νὰ δύναται ἐντὸς δύω ἢ τριῶν ἡμερῶν ἢ καὶ τεσσάρων νὰ καλέσῃ τόσους, ὅσοι ἀπαιτοῦνται ἵνα ὑπάρχῃ ἀπαρτία, νὰ συνεδριάζῃ καὶ ἀποφασίζῃ περὶ ὅλων τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, τῶν πλέον σπουδαίων, τὸ τοιοῦτον εἶναι δεσποτισμὸς ἀχρειέστατος· διότι ἡ πρώτη ἰδέα, τῆς ὁποίας στερεῖται, εἶναι ἡ δημοσιότης. Ἐὰν νομίζητε δὲ, κύριοι, ὅτι, προκειμένου περὶ τοιούτου ζητήματος, τοιοῦτον ἔχοντος χαρακτῆρα, τόσον στενῶς συνδεδεμένου μὲ τὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ ὁποῖον δύναται νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοὺς ἐχθρούς μας νὰ μέμφωνται τὸ κράτος, ὅτι εἶναι ἀνάξιον αὐτοῦ τοῦ πολιτεύματος, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ λόγος, ἐγὼ εἶμαι ἐναντίος εἰς τοῦτο. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, περὶ ἀρχαιρεσιῶν, ἐπρόκειτο νὰ ἑτοιμασθῶμεν δι’ ἐκλογὴν προέδρου καὶ συγκρότησιν τοῦ γραφείου, δὲν ἤθελε γίνει τοιοῦτος λόγος, καὶ δὲν ἀξίζει τὸν κόπον νὰ γίνεται λόγος περὶ τούτου, διότι δὲν ἔχουν ταῦτα τὴν ἀξίαν, περὶ ἧς ἐλάλησα, ἀλλὰ πρόκειται περὶ τῆς τιμῆς μας· καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ πάντας τοὺς βουλευτὰς ν’ ἀποδεχθῶσι τὴν ἰδέαν ταύτην, ὅτι δὲν εἶναι νόμιμος μία σύνοδος, ἡ ὁποία συγκαλεῖται ἐν γνώσει, ὅτι δὲν εἰδοποιήθησαν οἱ ἀντιπρόσωποι ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν καὶ δὲν ἐδόθη καιρὸς νὰ προσέλθωσιν ὅλοι. Παρακαλῶ νὰ μὴ καθιερωθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἡ ἀρχὴ, ὅτι εἶναι νόμιμος ἡ σύγκλησις μιᾶς συνόδου, μόνον καὶ μόνον ἂν κατορθωθῇ νὰ προσέλθωσι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν, καί τοι ὅλων μὴ εἰδοποιηθέντων, διότι τοῦτο εἶναι ἀναίρεσις τοῦ Συντάγματος καὶ θέλει φέρει μῶμον καὶ προσβολὴν εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§94Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δύναται νὰ λυθῇ ἀπὸ ἡμᾶς, χωρὶς παντάπασι νὰ προσβληθῶσι δικαιώματα ὑπὸ καμμίαν ἔποψιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα τοῦτο πρῶτον ὑπὸ τὴν ὁποίαν ἔποψιν ἡ Κυβέρνησις τὸ παρουσίασε καὶ ὑπὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἔχει. Ἡ Κυβέρνησις, ἀφοῦ ἔληξεν ἡ σύνοδος, ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ συγκαλέσῃ καὶ νέαν σύνοδον, καὶ νομίζω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν προσέπταισεν οὔτε οὐσιαστικῶς οὔτε τυπικῶς, διότι τὸ Σύνταγμα ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Βασιλέα νὰ συγκαλῇ ἐκτάκτως τὴν Βουλὴν, ὁποτεδήποτε τὸ νομίσῃ ἀναγκαῖον. Τὸ χρονικὸν διάστημα δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα. Τί θὰ εἰπῇ, ὅτι τὴν ἐκάλεσεν ἀμέσως τὴν ἑπομένην τῆς λήξεως τῆς αʹ. Συνόδου; Τὸ χρονικὸν διάστημα δὲν μεταβάλλει τὸ δίκαιον, δὲν μεταβάλλει τὰ πράγματα. Ἡ Κυβέρνησις εἶχε πληρέστατα τὸ δικαίωμα καὶ τὸ ἐξετέλεσεν ὡς τὸ Σύνταγμα ἐπιτάττει. Ἕως ἐδῶ δὲν βλέπω τίποτε. Τὸ δεύτερον ζήτημα εἶναι οὐσιῶδες, κατ’ ἐμὲ, ἂν τὸ χρονικὸν διάστημα πρέπῃ νὰ θεωρηθῇ ὡς τι ἀδιάφορον, καὶ λέγω τοῦτο ὅτι δὲν δύναται νὰ ᾖναι τι ἀδιάφορον, καθότι ἡ κοινοποίησις τοῦ διατάγματος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκάλει τὴν Βουλὴν ἔπρεπε νὰ γίνῃ πρὸς ὅλους τοὺς βουλευτὰς καθ’ ὅλον τὸ κράτος, καὶ νὰ δοθῇ ὁ ἀνάλογος χρόνος, ὅπως προσέλθωσιν οἱ ἀπόντες βουλευταί· ἀλλὰ τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς, εἶναι τὸ δικαίωμα ἐκεῖνο, ὃ ἡμεῖς καλοῦμεν κατάταξιν τῶν ἐργασιῶν μας. Κύριοι, τὰ χρονικὰ διαστήματα δὲν εἶναι ἀπόλυτα, εἶναι σχετικά· φέρ’ εἰπεῖν ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Βόρειον Ἀμερικὴν δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὸ αὐτὸ χρονικὸν διάστημα, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχῃ ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἡ σύγκλησις τῆς Βουλῆς εἰς ἓν Κράτος, τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην ἔκτασιν, δὲν δύναται νὰ ἔχῃ χρονικὸν διάστημα τὸ αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἔχει ἕτερον Κράτος μικρᾶς ἐκτάσεως. Δὲν θέλω ἤδη νὰ λάβω ὑπ’ ὄψιν τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου· τὸ ζήτημα θὰ τὸ ἐξετάσωμεν σύμφωνα μὲ τὰς ἀποφάσεις· τὸ ζήτημα ἐδῶ δὲν εἶναι ἀντισυνταγματικὸν, ὥστε οὐσιαστικῶς ἡμεῖς ἐναπόκειται νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον, ὥστε οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν νὰ μὴ ἐμποδισθῇ, ἂν θέλῃ νὰ ἐξασκήσῃ τὸ δικαίωμά του. Ἂν ἐξετάσωμεν τὴν ἔκτασιν τῶν τηλεγραφικῶν γραμμῶν, νομίζω, ὅτι μετὰ 48 ὥρας τὸ πολὺ πᾶσα αἴτησις δύναται νὰ φθάσῃ καὶ μάλιστα ἐπισήμως εἰς ὅλον τὸ Κράτος· τὸ μακρύτερον μέρος εἶναι ἡ Κέρκυρα, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ νομίζω, ὅτι ἐντὸς 3 ἡμερῶν δύναται νὰ φθάσῃ ἡ εἴδησις. Ἑπομένως, ὅταν ἐξετάσωμεν πάντα ταῦτα λογικῶς καὶ ἀπαθῶς, θέλομεν φθάσει εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι τὸ πολὺ μέχρι τῆς δευτέρας, ὅστις τῶν βουλευτῶν θέλει καὶ εἰς τὰ ἀπώτατα τοῦ Κράτους εὑρισκόμενος, δύναται νὰ ἔλθῃ νὰ ἐκτελέσῃ τὸ καθῆκόν του· διατί νὰ φαινώμεθα αὐστηροί· καὶ ἐγὼ ἀναχωρῶ ἀπὸ τὴν ἑξῆς ἀρχὴν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συντέμνωμεν τὸν καιρὸν ὀλιγώτερον τοῦ πρέποντος, οὔτε πάλιν νὰ τὸν παρατείνωμεν, διότι ὑπάρχουν καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν ἄτοπα μεγίστης σπουδαιότητος. Ὑποθέτατε, ὅτι ἔχομεν μετὰ 8 ἡμέρας νὰ συζητήσωμεν αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν. Ὑποθέσετε ὅμως, ὅτι παρουσιάζεται ἐκτάκτως εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐντὸς τοῦ διαστήματος αὐτοῦ καὶ ἕτερον σπουδαιότατον συμβὰν καὶ πρόκειται νὰ γίνῃ ἔκτακτος σύνοδος καὶ ὅτι εἰς τὰς Ἀθήνας εὑρίσκονται 110 βουλευταὶ καὶ ὅτι ἐντὸς ὀλίγου δύνανται νὰ φθάσουν καὶ ἄλλοι, πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ κάθηται περιμένουσα τὰς ἰδιοτροπίας τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ καὶ νὰ μὴ προβαίνῃ εἰς μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία θὰ ἔχῃ μεγάλην σπουδαιότητα; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὸ ἓν μέρος δὲν πρέπει νὰ περιστείλωμεν τὸ χρονικὸν διάστημα, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δὲν πρέπει νὰ φανῶμεν καὶ τόσον γενναῖοι πρὸς τὴν ἀμέλειαν τοῦ καθήκοντος πρὸς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἔλθουν. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ περιμείνωμεν μέχρι τῆς δευτέρας σκεπτόμενοι καὶ περιμένοντες τοὺς συναδέλφους μας, διότι πρέπει καὶ νὰ μελετήσωμεν ἐπὶ τῶν ζητημάτων αὐτῶν· πρέπει λογικῶς νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα ὑπὸ τὸ σχῆμα τῆς καλῆς πίστεως. Ἡ Βουλὴ εἶναι κυρία νὰ πράξῃ ὅ,τι θέλει.
§95Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται, κύριοι, φιλονεικία περὶ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν πρέπει ν’ ἀρχίσωμεν τὰς ἐργασίας μας. Νομίζω, ὅτι, ὅπως ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα ἐνώπιόν σας, πρόκειται περὶ ἑτέρου τινὸς ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν μία Κυβέρνησις παρανομῇ κηρύττουσα τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου χωρὶς νὰ δώσῃ ἀνάλογον προθεσμίαν εἰς ἐμφάνισιν τῶν βουλευτῶν.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέσατε τὸ ζήτημα οὕτω νὰ τὸ συζητήσωμεν.
§97Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ θέσω ζήτημα πολιτικὸν, διότι εἰς τὴν σύνοδον αὐτὴν δὲν πρόκειται νὰ γίνῃ τοιαύτη συζήτησις, οὔτε εἰς τὸ διάταγμα τῆς συγκαλέσεως διαγράφεται, θὰ ἔλθῃ μὲ τὸν καιρόν του· ζητήματα ἐμπιστοσύνης δὲν θέτομεν.
§98ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ (Ὑπουργὸς Ἐκκλησιαστικῶν). Θέσατε, τίς σᾶς ἐμποδίζει.
§99Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην. Ἐκεῖνοι, ὁποῦ σᾶς ἔβαλον, ἂς θέσουν τοιαῦτα ζητήματα ὅταν θέλουν νὰ σᾶς ῥίψουν. Πρόκειται σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ἑξῆς ζήτημα· προκειμένου νὰ συγκαλεσθῇ μία ἔκτακτος σύνοδος, ἀπαιτεῖται νὰ συγκαλεσθῇ ἡ Βουλὴ ὅλη ἢ μέρος αὐτῆς; ὅπως καλῶς ἐξήγησαν οἱ Κ. Μαυρομιχάλης καὶ Κ. Δεληγιώργης· ἀλλὰ περὶ τούτου εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, ὅτι πρέπει νὰ συγκαλῆται ὁλόκληρος ἡ Βουλή. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον· τὸ ὑπουργεῖον εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ἔδωκεν εἰς τοὺς βουλευτὰς τὴν ἀνάλογον προθεσμίαν, ὥστε νὰ εἰδοποιηθῶσι καὶ νὰ ἔλθωσιν εἰς τὴν Βουλήν; ἐγὼ νομίζω ὄχι· διότι τέσσαρες ἡμέραι δὲν ἤρκουν νὰ λάβωσι πάντες γνῶσιν. Ἑπομένως τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς, ὅτι προκειμένου νὰ συγκαλῆται μία ἔκτακτος σύνοδος εἴτε τακτικὴ, ἀπαιτεῖται νὰ δίδηται ὁ ἀνάλογος χρόνος· τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τὸ θεσπίσῃ ἡ Βουλὴ καὶ διὰ τὸ μέλλον. Ἑπομένως, παραδεχθείσης αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, μένομεν καὶ ἡμεῖς σύμφωνοι ἤδη ν’ ἀναβάλωμεν μέχρι τῆς προσεχοῦς δευτέρας. Μᾶς λέγουν, ὅτι εἴμεθα 140 ἢ 175, ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι ἡ ψῆφος τῶν 5 ἀπόντων δύναται νὰ ἔχῃ μεγάλην ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν ἀπόφασιν, τῆς Βουλῆς καὶ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν σύμφωνα πρὸς τὸ Σύνταγμα νὰ περιμένωμεν τοὺς ἄλλους βουλευτάς διότι ἂν καθιερώσωμεν τὴν ἐναντίαν ἀρχὴν, δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίας συνεπείας. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ τούτου· δὲν λέγω, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ὡρμήθησαν ἀπὸ πλαγίους σκοποὺς, ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀποφασίσωμεν, ὅτι δύναται μία Κυβέρνησις νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν, χωρὶς νὰ προσκαλέσῃ ὅλων τὸν ἀριθμὸν τῶν βουλευτῶν, ἵνα ἔλθῃ εἰς τὰς Ἀθήνας· καὶ ἂν δὲν θέλῃ νὰ ἔλθῃ, εἶναι ἀδιάφορον, πρέπει ὅμως νὰ προσκαλέσῃ ὅλους. Δὲν πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὸ ἐλάχιστον παράπονον εἰς τοὺς ἀπόντας, ὅτι δὲν προσεκλήθησαν νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὴν σπουδαίαν συζήτησιν τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὡς εἶπεν καὶ ὁ Κ. Δεληγεώργης, καὶ συμφωνοῦμεν ὅλοι ν’ ἀναβληθῶσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς μέχρι τῆς προσεχοῦς δευτέρας.
§100Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόμισα νὰ θέσω πολιτικὸν ζήτημα, τὴν δευτέραν.
§101Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴμεθα σύμφωνοι καὶ ἡμεῖς δὲν ἐννοοῦμεν νὰ φέρωμεν ζήτημα πολιτικόν.
§102ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ φέρομεν ἡμεῖς.
§103Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν μόνον νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφήρμοσεν, ὅπως ἔπρεπε νὰ ἐφαρμόσῃ.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κ. Χρηστόπουλος νομίζει, ὅτι διὰ νὰ ᾖναι ζήτημά τι ζήτημα ἐμπιστοσύνης, πρέπει νὰ τεθῇ ὡς τοιοῦτον; ὄχι· εἶναι μερικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα αὐτὰ καθ’ ἑαυτὰ εἶναι ὑπουργικὰ, καὶ πρέπει νὰ τὰ χαρακτηρίζωμεν καθαρῶς. Ἰδοὺ τὴν πρώτην συζήτησιν, τὴν ὁποίαν κάμνομεν εἰς τὴν σύνοδον ταύτην, θέλομεν νὰ τὴν στρέψωμεν εἰς πάλην πολιτικῶν παθῶν καὶ θέλομεν νὰ δώσωμεν τὴν δυσάρεστον ἀπόδειξιν, ὅτι ἐντὸς τῆς Βουλῆς δὲν ἠξεύρομεν νὰ ἐξασκήσωμεν ἄλλως πως τὰ δικαιώματά μας, τὰς ἐλευθερίας μας, παρὰ συζητοῦντες καθ’ ἡμέραν πολιτικὰ ζητήματα καὶ προσπαθοῦντες νὰ ἀλλάξωμεν Κυβερνήσεις· (θόρυβος εἰς τὸ ἀκροατήριον τῶν δημοσιογράφων).
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία· πρέπει νὰ μᾶς χαρακτηρίζῃ ὁ σεβασμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἄλλου καὶ ὁ καθεὶς νὰ μὴ ἐξέρχηται τοῦ κύκλου του.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς θέλομεν, ὥστε ἡ ἐξάσκησις τῶν ἐλευθεριῶν ἐν τῇ πατρίδι μας νὰ ᾖναι τὸ μέσον τῆς προόδου καὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, καὶ οὐχὶ τῆς ἀδυναμίας καὶ συγχύσεως, οὐχὶ πολιτικοὶ διαπληκτισμοὶ αἰώνιοι καὶ ἐρεθισμοὶ πρὸς πολιτικὰ συμφέροντα μικρὰ καὶ εὐτελῆ. Ἰδοὺ, Κύριοι, διατί ἀποκρούομεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅπως φέρεται· ἐννοοῦμεν δὲ διὰ τοὺς λόγους, οἱ ὁποῖοι ἐν ἐκτάσει ἐξετέθησαν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καλῶς ἐνήργησεν· ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔβλεπε μίαν Βουλὴν παροῦσαν, ἐδικαιοῦτο ἴσως νὰ πιστεύσῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ ὑπάρχει ἐδῶ ὁλόκληρος, ὅτι ἕκαστος εἶναι εἰς τὸ χρέος του καὶ εἰς τὴν θέσιν του, καὶ ἐδικαιοῦτο ἑπομένως νὰ εἴπῃ πρὸς τὴν Βουλὴν σὲ παρακαλῶ νὰ ἐξακολουθήσῃς τὰς συνεδριάσεις, καὶ νὰ τελειώσῃς τὰς ἐκκρεμεῖς ἐργασίας σου. Διὰ τοῦτο τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν φέρετε, τὴν ἀποκρούομεν ὡς πρότασιν ἀναβολῆς, σχέσιν ἔχουσαν ὅπως δήποτε μὲ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν· ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεβίασε τὸν νόμον. Ἐκτὸς ὅμως τοῦ πολιτικοῦ ζητήματος, ἡ Βουλὴ ὡς Βουλὴ δύναται νὰ σκεφθῇ περὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως της, προσδιορίζουσα ποίαν ἡμέραν θέλει ν’ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας της, καὶ τοῦτο τὸ ἐπαναλέγω, ἐκτὸς πάσης κυβερνητικῆς σχέσεως καὶ ἐνεργείας. Ἰδοὺ πῶς ἐννοοῦμεν ἡμεῖς τὸ ζήτημα, καὶ ἰδοὺ διατί παραδεχόμεθα τοῦ νὰ κανονίσῃ ἡ Βουλὴ τὴν ἡμερησίαν διάταξίν της, προσδιορίζουσα ὡς ἡμέραν ἐκλογῆς τοῦ προέδρου τὴν πέμπτην ἢ τὴν παρασκευήν· ἀλλ’ ἐπαναλαμβάνω δὲν δεχόμεθα τὸ ζήτημα ὡς ζήτημα ἀναβολῆς, ὡς ζήτημα πολιτικόν, ἀλλ’ ὡς κανονισμὸν ἐσωτερικό.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω γνῶμαι εἶναι· λόγῳ ἁβροφροσύνης μένει ἡ Βουλὴ διὰ τοὺς ἀπόντας· τὸ κάμνει μόνη της ἡ Βουλὴ, καὶ δὲν κατακρίνει τὸ ὑπουργεῖον. Τώρα λοιπὸν ἡ Βουλὴ σκέπτεται ἂν πρέπῃ νὰ ἀναμείνῃ μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῶν ἀρχαιρεσιῶν της κατὰ τὴν παρασκευὴν κατὰ τὴ γνώμην τοῦ Κ. Σακελλαριάδου, ἢ κατὰ τὴν δευτέραν κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν Δευτέραν.
§109ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν Παρασκευήν.
§110ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸ Οἰκονομικῶν). Κύριοι ὕστερον ἀπὸ τὰς τελευταίας ὁμιλίας, αἱ ὁποῖαι ἔγειναν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοῦ τε Κ. Χρηστοπούλου καὶ Κουμουνδούρου, ἡ Κυβέρνησις νομίζει καθῆκόν της νὰ ἐξηγηθῇ ἐνώπιόν σας καὶ νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τὴν ψῆφον σας ἂν καλῶς ἢ κακῶς ἔπραξε, προσδιορίσασα μίαν τόσον σύντομον προθεσμίαν διὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνόδου.
§111ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§112Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θέλετε νὰ θέσητε ζήτημα ἐμπιστοσύνης;
§113ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ ἰδέα σας ἀπεκρούσθη, Κ. ὑπουργὲ ἀπὸ τὴν πλειοψηφίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· μολαταῦτα ἡ Βουλὴ δὲν ἐθεώρησε νὰ θέσῃ ζήτημα ἐμπιστοσύνης· ἂν τὸ ζητῆτε σεῖς, ἄλλο πρᾶγμα.
§114ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Νὰ ἐξηγηθῶμεν ἐπὶ τούτου· εἴπατε ὅσοι εἶσθε ἐκ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ὅτι ὁσάκις συγκαλεῖται ἔκτακτος σύνοδος πρέπει ἀπὸ τῆς ἐκδόσεως τοῦ διατάγματος μέχρι τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως νὰ μεσολαβήσῃ τοσοῦτος χρόνος ὅσος εἶναι ἀναγκαῖος διὰ νὰ φθάσῃ ἡ πρόσκλησις τῆς Κυβερνήσεως εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους.
§115ΤΙΝΕΣ. Τὸ φιλονεικεῖτε τοῦτο;
§116ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν) Τὸ φιλονεικοῦμεν· ὡς πρὸς τοῦτο εἶπον κατὰ τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου, ὅτι εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος, ὁσάκις πρόκειται νὰ καλεσθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἔκτακτον σύνοδον καὶ δὲν εἶναι παροῦσα εἰς τὰς Ἀθήνας, διεφώνησα δὲ ὡς πρὸς τὴν περίπτωσιν ἐκείνην, καθ’ ἣν συμβῇ νὰ ᾖναι παροῦσα εἰς τὰς Ἀθήνας ἡ Βουλὴ, καὶ θεωρεῖται παροῦσα, ὅταν τὴν μίαν ἡμέραν κηρύττεται ἡ λῆξις καὶ ὕστερον ἀπὸ 2 ἢ 3 ἡμέρας, πρὶν λάβουν καιρὸν ἀκόμη νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν, ἡ Κυβέρνησις συγκαλεῖ ἔκτακτον σύνοδον. Εἰς τὴν δευτέραν αὐτὴν περίστασιν εὑρισκόμεθα σήμερον· ἡ Βουλὴ ἔληξε τὴν τετάρτην· ἀπὸ τὴν ἡμέραν αὐτὴν μέχρι τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἐξεδόθη τὸ Β. Διάταγμα, τὸ συγκαλοῦν τὴν ἔκτακτον σύνοδον δὲν ἐμεσολάβησεν ἀρκετὸς χρόνος ὥστε νὰ ἀναχωρήσουν οἱ βουλευταὶ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα εἰς τὰς Ἀθήνας, καὶ δὲν ἦτο ἠναγκασμένη νὰ θέσῃ καμμίαν προθεσμίαν, ἀλλὰ μόνον νὰ δημοσιεύσῃ τὸ Διάταγμα καὶ νὰ προσκαλέσῃ τὴν Βουλὴν νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας της. Αὐτὸ φρονεῖ ἡ Κυβέρνησις ὅτι ἔπραξε καλῶς· ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ κακῶς.........
§117ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν πρόκειται περὶ τούτου.
§118ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν τὸ θέσητε αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν τὸ ἀρνούμεθα.
§119ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ θέτομεν.
§120ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν διετύπωσε κανεὶς τοιαύτην πρότασιν.
§121ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Οἰκονομικῶν). Τὸ ζήτημα, εἶναι, κύριοι, ἂν εἰς τὴν συγκεκριμένην αὐτὴν περίστασιν, καθ’ ἣν τὸ διάταγμα τῆς συγκαλέσεως τῆς ἐκτάκτου Συνόδου ἐκδίδεται ὕστερον ἀπὸ ὀλίγας ὥρας ἀφ’ ἧς ἔληξεν ἡ τελευταία Σύνοδος, καὶ μετὰ παρέλευσιν τοῦ χρόνου, τὸν ὁποῖον ὑποτίθεται δὲν εἶχον οἱ βουλευταὶ νὰ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὰς Ἀθήνας, ἐὰν εἶχε τὸ δικαίωμα ἢ ὄχι ἡ Κυβέρνησις νὰ καλέσῃ τὴν Βουλὴν διὰ νὰ ἀρχίσῃ τὰς ἐργασίας της. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον θέτομεν.
§122ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὅπως τὸ θέτετε τώρα, καθιεροῦται μία ἀρχή.
§123ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ζήτημα τοιοῦτον συνταγματικῶς ἀμέσως δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ συζητήσῃ καὶ λύσῃ· ἑπομένως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἠμποροῦμεν νά τὸ ψηφοφορήσωμεν· σήμερον πρόκειται νὰ κάμωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξίν μας, πότε θὰ κάμωμεν τὰς ἀρχαιρεσίας μας.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω προτάσεις λοιπὸν ὑπάρχουν, ἡ μία, ἡ ἀπωτέρα τὴν δευτέραν καὶ ἡ ἄλλη τὴν παρασκευήν.
§125ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ· ἐῤῥέθησαν, Κ. Πρόεδρε, πολλὰ καὶ μεγάλα περὶ τῆς νομιμότητος τῆς προκειμένης πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ὡς ἀποτέλεσμα τῶν λεχθέντων δὲν ἐτέθη το ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐθέλησε νὰ προκαλέσῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἂν ὅμως ἀντελήφθην καλῶς ὅλας τὰς συζητήσεις αὐτὰς, δύω ζητήματα παρουσιάζονται· οἱ μὲν λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ ἔναρξις τῆς συνόδου μέχρι τῆς δευτέρας, οἱ δὲ, ὅτι νὰ μὴ ἀναβληθῇ ἀλλὰ νὰ προσδιορίσωμεν ἡμέραν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν ἀρχαιρεσιῶν μας τὴν παρασκευὴν ἢ τὴν δευτέραν. Εἰς τὴν πρώτην ἰδέαν περιλαμβάνεται κἄποια ἐπίκρισις τῆς πράξεως τῆς Κυβερνήσεως· λέγω, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀντίληψις ἰδική μου, καὶ προκαλῶ τοὺς ἐκθέσαντας τὰς ἰδέας των νὰ εἴπουν, ἂν θέλουν, ἂν ἐννοοῦν νὰ θέσουν τοιαῦτα ζητήματα ἢ ὄχι· ὄχι ὅπως τὸ θέτει ὁ ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἐὰν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς ἀναβλητέα ἡ ἔναρξις τῆς συνόδου μέχρι τῆς δευτέρας.
§126ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι, φίλε, σήμερον προσδιορίζομεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ σύνοδος ἤρξατο καὶ γράφονται πρακτικά· λοιπὸν, κύριοι, δύω γνῶμαι εἶναι......
§128ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος παρακαλῶ· κύριοι, συνήλθομεν νὰ ἐργασθῶμεν· αἱ περιστάσεις, τὰς ὁποίας ἐπιδιώκομεν καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ δὲν ὠφελοῦν τὸ δημόσιον οὔτε τὸ κοινὸν, τὰ πάντα βλάπτουσιν. Ἡ Βουλὴ εἶναι παροῦσα, εἴμεθα 140, 150 βουλευταὶ ἐδῶ· ἂν ἔλθουν ἐκ τῶν ἀπόντων θὰ ἔλθουν 10 μόλις, καὶ οἱ 150 δὲν πρέπει νὰ μένωμεν οὕτω· ὁ σκοπὸς δι’ ὃν ζητῶ νὰ ἐπισπευθῇ τὸ ζήτημα εἶναι, διότι κατόπιν ἔρχονται ἑορταὶ, καὶ τὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζονται θὰ μᾶς ἀπασχολήσουν ἐπὶ πολὺ, καὶ τὸ αἰδέσιμον τῶν ἑορτῶν δὲν θὰ μᾶς ἀφήσῃ νὰ τὰ διονυχίσωμεν καὶ τὰ διασαφίσωμεν ὅπως πρέπει. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν, τὴν παρασκευὴν νὰ ἀρχίσωμεν τὰς ἀρχαιρεσίας μας.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε λοιπὸν κύριοι. Ἀπωτέρα πρότασις εἶναι νὰ κάμωμεν ἔναρξιν τῶν ἀρχαιρεσιῶν μας τὴν δευτέραν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοί)· ὑπάρχει ἀμφιβολία καὶ θὰ ζητήσω τὸ ἀντίθετον. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν διὰ τὴν δευτέραν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἀπεῤῥίφθη λοιπὸν ἡ πρότασις διὰ τὴν δευτέραν. Διὰ τὴν παρασκευὴν λοιπὸν εἶσθε σύμφωνοι; Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§130ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη ἡ Παρασκευή.
§132ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ φροντίσητε διὰ τὴν εἰδοποίησιν τῶν βουλευτῶν.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις· (ὥρᾳ 4 Μ. Μ.