1865.12.04
1.520 στίχοι · 12.112 λέξεις · 246 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 78
Τῆς 4 Δεκεμβρίου 1865.
(Σάββατον).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Ἄργους Κ. Λαμπρυνίδης ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ φορολογίας. Οἱ Βουλευταὶ Κεφαλληνίας Ζερβὸς, Φλωριᾶς, Μαυρογιάννης ὑπέβαλον τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ διατάγματος περὶ συστάσεως καὶ διαιρέσεως τῶν τελωνιακῶν ἀρχῶν ἐν Ἑπτανήσῳ.
§4ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Χθὲς ἐδόθη εἰς τὸ προεδρεῖον πρότασις περὶ καταργήσεως τῶν νομαρχιῶν καὶ συστάσεως ἐπαρχείων, φέρουσα καὶ τὴν ὑπογραφήν μου. Εὑρίσκω ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο εἶναι ἐπιζήμιον καὶ ἀποσύρω διὰ τοῦτο τὸ ὄνομά μου. Παρακαλῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Τσιριμῶκος.
§6ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι, Κύριοι, εἰς τὸ Σύνταγμα μία διάταξις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμου. Βεβαίως αὐτὴ ἡ διάταξις δὲν εἶναι ἄσκοπος, οὔτε παράλογος· διότι ὑποθέτει, ὅτι ὁ βουλευτὴς κατὰ μέρος ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ τὰ σπουδαιότερα, τὰ ὠφελιμώτερα εἰς ἕνα τόπον πράγματα, ἢ καὶ εἰς ὅλην τὴν ἐπικράτειαν ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, ἡ ὁποία δὲν ἀγρυπνεῖ πολὺ ἐπὶ τῶν δημοσίων συμφερόντων καὶ ἡ ὁποία φατριάζει πρὸς αὐτὰ ἢ ἐκεῖνα τὰ ἄτομα. Αὐτὸν, νομίζω, τὸν σκοπὸν εἶχεν ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐτέθη ἐν τῷ Συντάγματι, νὰ δύναται ἕκαστος βουλευτὴς νὰ ὑποβάλλῃ ἰδίαν πρότασιν νόμου. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐνίοτε συμβαίνει κατάχρησις τοῦ δικαιώματος αὐτοῦ, ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ἡ κατάχρησις δὲν ἐμποδίζει ἀπὸ τοῦ νὰ εἴπῃ κανεὶς, ὅτι ἔχει δίκαιον εἰς τὴν δεῖνα πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν· ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἐδῶ μόνον ὅσας προτάσεις ἡ κυβέρνησις θέλει, ἐκεῖναι ὑποστηρίζονται· ὅσας ἡ κυβέρνησις ἐνδιαφέρεται νὰ φέρῃ εἰς συζήτησιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐκεῖναι συζητοῦνται κατὰ προτίμησιν, ὅσας δὲ οἱ βουλευταὶ προτείνουν, αὗται εἶναι ὡς δευτέρου, τρίτου, δεκάτου, ἑκατοστοῦ λόγου ἄξιαι. Δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν ἀκολουθεῖ τὸ σῶμα. Δὲν ἐννοῶ μὲ τοῦτο νὰ μὴ προηγοῦνται ἐκεῖνα τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἀλλὰ νὰ μὴ παρεμποδίζωνται καὶ τὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ὡς σπουδαῖα ἐπηρεάζουν τὴν κοινὴν εὐημερίαν καὶ πρόοδον. Τώρα ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι ἀτομικὸν συμφέρον μὲ ὡδήγησε νὰ κάμω αὐτὸν τὸν λόγον, διότι θὰ κάμω λόγον περὶ μιᾶς, μιᾶς καὶ μόνης προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλον. Αὕτη εἶναι ἡ περὶ συστάσεως ἐφετείου ἐν Λαμίᾳ. Ἐὰν δὲ σᾶς εἴπω, ὅτι ἄνευ δαπάνης τινὸς, οὔτε πέντε λεπτῶν, εἰς τὸν προϋπολογισμὸν δύναται νὰ γίνῃ, διότι οὔτε λεπτὸν θὰ δαπανήσητε δι’ αὐτὸ τὸ ἐφετεῖον, καὶ ὅτι δὲν θὰ ὁμιλήσω οὔτε 10 λεπτὰ, κανεὶς δὲν θὰ μὲ ἀντικρούσῃ. Ἄνευ λοιπὸν δαπάνης οὐδεμιᾶς δυνάμεθα νὰ συστήσωμεν ἐφετεῖον εἰς μίαν πόλιν, ἡ ὁποία ὡς ἐκ τῆς γεωγραφικῆς της θέσεως, ὡς ἐκ τῶν ἐμπορικῶν της σχέσεων ἔχει ἀνάγκην ἀπόλυτον τοιούτου ἀνωτάτου δικαστηρίου, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ μέγιστον μέλλον καὶ ἐπὶ τοῦ λαοῦ ἐκείνου τοῦ δεδουλωμένου, ὁ ὁποῖος στέκει εἰς τὰ πρόθυρα τοῦ κράτους μας· ἄνευ λοιπὸν δαπάνης τινὸς, καὶ σᾶς τὸ ὑπόσχομαι ἐγὼ, δύνασθε νὰ τὸ συστήσητε.
§7ΚΡΕΜΕΖΗΣ. Ποῖος θὰ τὸ πληρώσῃ;
§8ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ἐγὼ θὰ τὸ πληρώσω. Ὅταν τὸ ἔθνος δὲν θὰ τὸ πληρώσῃ, σεῖς βεβαίως δὲν θὰ τὸ πληρώσητε. — Λοιπὸν ἡ πρότασίς μου αὕτη, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν ὅσον τὴν ἀπησχόλησα ἕως τώρα, ἐὰν σᾶς φαίνεται καλὴ, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ λάβῃ σειρὰν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἀπόκειται δὲ εἰς τὴν κυβέρνησιν κατόπιν, ἐὰν θέλῃ, νὰ τὴν ἐφαρμόσῃ.
§9ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι κατεπείγουσα;
§10ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Εἶναι κατεπείγουσα, ἐὰν θέλετε, νὰ τὴν κηρύξωμεν κατεπείγουσαν, διότι πρὸ 3 ἐτῶν δὲν δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν τὰς ὑποθέσεις μας. Διὰ κατὰ προτίμησιν ὑπόθεσίν μου περιμένω δύω μῆνας νὰ συζητηθῇ εἰς τὸ ἐνταῦθα ἐφετεῖον καὶ δὲν δύναμαι νὰ φθάσω εἰς ἓν τέλος. Διὰ τοῦτο θεωρῶ τὴν πρότασίν μου κατεπείγουσαν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἡ ὁποία, τὸ ἐπαναλαμβάνω, μήτε θὰ ἀπασχοληθῇ πολὺ νὰ σκεφθῇ, διότι εἶναι ὅλα ἕτοιμα, μήτε θὰ δαπανήσῃ τὸ ἔθνος, ἐὰν συναινῇ, νὰ τὴν θέσωμεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὁ Κ. βουλευτὴς παρεπονέθη διατί καὶ ἡ πρότασίς του νὰ μὴ ἦναι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν....
§12ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Ὄχι, δὲν παραπονοῦμαι κατὰ τοῦ προεδρείου· ἡ ἡμερησία διάταξις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ 500 προτάσεις, ὅπου ἔχομεν ὑποβάλει.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτὸς τούτου ποῖα ἄλλα ἔργα ἀπεπερατώσαμεν καὶ ἔμεινεν ἡ ἰδική σας πρότασις;
§14ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διὰ τοῦτο ἐγὼ θέλω νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε ζητήσατε νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα, ὄχι ὅμως νὰ λέγητε, ὅτι προτιμῶνται ἄλλαι.
§16ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Προτιμῶνται ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν διέγραψε προχθές.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συναινέσει τῆς Βουλῆς πάντοτε.
§18ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Δὲν σᾶς λέγω τὸ ἐναντίον· ἀλλὰ βλέπω, ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ ὑπάρχῃ κυβερνητικὸς δάκτυλος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς.
§19ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Τσιριμώκου, ἀλλὰ λαμβάνω ἀφορμὴν νὰ παρατηρήσω τὸ ἑξῆς. Πραγματικῶς μέχρι τοῦδε ἡ Βουλὴ προτάσεις ἐπεσώρευσε καὶ εἰς ἀποτέλεσμα δὲν ἔφθασεν· εἰς τοῦτο ποῖος πταίει ὅλοι τὸ ἐννοοῦμεν.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλοι πταίομεν.
§21ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ εἰς τὸν Κ. Πρόεδρον, εἶναι τὸ ἑξῆς. Τὸν παρακαλῶ πολὺ νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν διάταξιν 34 τοῦ κανονισμοῦ, κατὰ τὴν ὁποίαν πᾶσα πρότασιν ὑποβαλλομένη εἰς τὸ Προεδρεῖον ἀναγινώσκεται εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ μετὰ ταῦτα σημειοῦται εἰς βιβλίον ἐπὶ τούτῳ κρατούμενον καὶ ἔρχεται κατὰ σειράν· ὅταν δὲ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ, ὅτι μία πρότασις εἶναι κατεπείγουσα, τότε αὕτη προτάσσεται. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω, αὐτὴ ἡ διάταξις τηρεῖται;
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βεβαίως τηρεῖται.
§23ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν ἀδικῶ τὸν Κ. Τσιριμῶκον νὰ ζητήσῃ τὴν σύστασιν Ἐφετείου, ἀλλ’ οὐχ ἧττον πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως νὰ προσδιορισθοῦν πρωτοδικεῖα τινα, τὰ ὁποῖα νὰ ὑπαχθοῦν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν του· ὥστε πρέπει προηγουμένως νὰ προϋπάρξουν πρωτοδικεῖα.
§24ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅλαι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑπεβάλαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, κινδυνεύουν νὰ ναυαγήσουν· φοβοῦμαι, ὅτι εἰς τὴν παροῦσαν σύνοδον καμμία δὲν θὰ συζητηθῇ οὐδὲ θὰ κατασταθῇ νόμος τοῦ κράτους. Ἐὰν εὐαρεστῶνται οἱ κύριοι βουλευταὶ, διότι, βλέπετε, εἶναι 1½ ἡ ὥρα, ν’ ἀλλάξωμεν τὴν ὥραν καὶ ν’ ἀρχίζωμεν ἀπὸ τὰς 9 (θόρυβος.) Τότε βεβαιωθῆτε, ὅτι καμμία πρότασις δὲν θὰ συζητηθῇ.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ νὰ κηρύξῃ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Τσιριμώκου περὶ συστάσεως ἐφετείου εἰς Λαμίαν κατεπείγουσαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Θέλει καταταχθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὁ Κ. Σωτηρόπουλος ἐζήτησε τὸν λόγον.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν). Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι πρό τινων ἡμερῶν οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ Γυθείου παρεπονέθησαν κατὰ τῆς κυβερνήσεως, διότι δὲν ἔβλεπον εἰσαγομένην καὶ εἰς τὴν παροῦσαν Βουλὴν πρότασίν τινα, εἰσαχθεῖσαν πέρυσιν εἰς τὴν ἐθνικὴν Συνέλευσιν καὶ ἀποβλέπουσαν ἐπέκτασιν τῆς πόλεως Γυθείου. Ἀναχωρῶν ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ κυβέρνησις ὀφείλει νὰ ἐκτελῇ πᾶν ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτὴν, ἵνα μὴ παρεμβάλλωνται προσκόμματα εἰς τὰ ἀφορῶντα τὴν εὐημερίαν οἱουδήποτε κράτους, συνεννοήθην μὲ τοὺς συναδέλφους μου ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Ἐκκλησιαστικῶν, καὶ ἀναθεωρήσαντες τὴν ὑποβληθεῖσαν εἰς τὴν Συνέλευσιν πρότασιν, συνετάξαμεν νέαν, τὴν ὁποίαν λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μὲ τὴν παρατήρησιν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι τῳόντι κατεπεῖγον καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ τάχιστα, διότι ἄνευ ἐπαισθητῆς ζημίας οὔτε τοῦ δημοσίου οὔτε τῆς Μονῆς πρόκειται νὰ ὠφεληθῇ τὰ μέγιστα ἡ πόλις τοῦ Γυθείου.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη θέλει τυπωθῆ. Οἱ βουλευταὶ Κερκύρας Κ. Κ. Μαρκορᾶς, Παδοβᾶς καὶ Κουρῆς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ περὶ διοργανώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως ἐν Ἑπτανήσῳ νομοσχεδίου. Θέλει τυπωθῆ καὶ αὐτὴ. Ὁ Κ. Ζερβὸς ἔχει τὸν λόγον διὰ μίαν ἐπερώτησιν.
§28Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Πρὸ δύω μηνῶν, Κύριοι, παμψηφεὶ ἡ Βουλὴ ἐδίκασεν ὅπως ἡ κυβέρνησις ἐκκενώσῃ τὸ ἀρχηγεῖον ἐκ τῆς Κερκύρας· παρῆλθον δύω μῆνες καὶ τὸ ἀρχηγεῖον διατελεῖ εἰσέτι ἐν Κερκύρᾳ. Δὲν ἠμπορῶ νὰ καταλάβω ἐν τίνι δικαιώματι, κύριοι ὑπουργοὶ, πέρνει ὁ στρατηγὸς Πίσσας 2,000 λίρας στερλίνας κατὰ μῆνα ἀπὸ τὸ ταμεῖον Κερκύρας. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι καὶ ὑπαλληλίσκοι στεροῦνται τὸν μισθόν τους τρεῖς μῆνας. Μὲ ποῖον δικαίωμα λαμβάνουν λοιπὸν ἀπὸ τὸ ταμεῖον Κερκύρας 2,000 λίρας στερλίνας τὸν μῆνα;
§29ΤΙΝΕΣ. Τὸν χρόνον.
§30ΖΕΡΒΟΣ. Τὸν μῆνα!
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Λίρας;
§32ΖΕΡΒΟΣ. 2,000 λίρας στερλίνας, μάλιστα! 2,000 λίρας ἐδίδαμεν διὰ 5,000 στρατὸν εἰς τοὺς Ἄγγλους. Δὲν ἠξεύρω ποῖος νόμος τὸ λέγει. Μήπως ἐστείλαμεν ἐκεῖ δεύτερον Βασιλέα; Συλλογισθῆτε, κύριοι! δόσατε ἀπάντησιν· εἶναι σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα. Φωνάζετε «οἰκονομία» φωνάζετε πῶς δὲν ἔχομεν νὰ πληρώσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους· πῶς λοιπόν;
§33ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὡς καὶ ἐγὼ, Κύριοι, βεβαίως θαυμάζω, πῶς, ἐνῷ πανταχόθεν ἀκούω φωνὰς περὶ ἀμέσου συγχωνεύσεως, ἀφομοιώσεως καὶ τὰ παραπλήσια, πῶς ὑποχρεοῦται, ἐπειδὴ πρόκειται λόγος νὰ πληρόνωμεν, πῶς ὑποχρεοῦται ἡ Ἑπτάνησος, ὡς νὰ ἦτον χωριστὸν ταμεῖον, νὰ χορηγῇ—εἰς ποῖον, κύριοι; ὄχι εἰς τὴν προστασίαν, νὰ χορηγῇ εἰς τοὺς ἀδελφούς μας 25,000 λίρας κατ’ ἔτος, καὶ ἀκόμη καὶ 185 λίρας. Δὲν εἴμεθα, κύριοι, ἓν κράτος; Ὅλα τὰ περισσεύματα τῶν ἐπαρχιῶν δὲν συγκεντροῦνται εἰς τὸ γενικὸν ταμεῖον; Διατὶ νὰ ὑποχρεοῦται, Κύριοι, ἡ Ἑπτάνησος νὰ πληρόνῃ ὁλονὲν 25,000 λίρας, ὡς ὁ Ἑλληνικὸς στρατὸς τῶν ἀδελφῶν νὰ ἦτο στρατὸς τῆς προστασίας; Καὶ ἡ προστασία δὲν εἶχεν 600 ἢ 700, ὅσος εἶναι ὅλος ὁ στρατὸς τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ 5,000 στρατιώτας.
§34ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀπὸ ποῦ πληρόνονται;
§35ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀπὸ τὰ ταμεῖα τῆς Ἑπτανήσου.
§36ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖοι τὰ πέρνουν;
§37ΖΕΡΒΟΣ. Ὁ Πίσσας καὶ ὁ Ῥάλλης.
§38ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῖος σᾶς φυλάττει;
§39ΠΑΔΟΒΑΣ. Ποῖος μᾶς φυλάττει!
§40ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Πάσετέ τους ὅλους, εἶναι ἐντροπὴ νὰ λέγετε τὰ τοιαῦτα.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπιτρέπεται συζήτησις· προσδιορίσατε τὴν ἡμέραν καθ’ ἣν ν’ ἀπαντήσῃ ὁ ὑπουργός.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος εἶπεν, ὅτι εἶναι δύω χωριστὰ ταμεῖα; δὲν εἶναι διόλου χωριστά. Τὸ ἓν προμηθεύει διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ἄλλου. Ὅταν ἡ Κέρκυρα δὲν ἔχῃ χρήματα, στέλλομεν ἀπὸ ἐδῶ. Καὶ ἐγὼ ὡς ὑπουργὸς καὶ ἄλλοι ἔστειλαν πολλὰς χιλιάδας· καὶ ὅταν ἡ Κέρκυρα ἔχῃ, στέλλουν ἀπὸ ἐκεῖ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε ἡμέραν πρὸς ἀπάντησιν.
§44ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ παρουσιάζονται, Κ. Πρόεδρε, ἀντιπρόσωποι μιᾶς νήσου καὶ τῶν δύω μερίδων, οἱ ὁποῖοι καταγγέλλουν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι γίνεται μία κατάχρησις 25,000 λιρῶν εἰς τὸν στρατὸν τὸν Ἑλληνικόν. Δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ᾖναι δύω ταμεῖα ἢ ἕν· πρόκειται νὰ μάθωμεν ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς αὐτό.
§45ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργ. Οἰκονομ.). Ἐπειδὴ ὁ λόγος περὶ καταχρήσεων καὶ ἀνησυχεῖ ὅλος ὁ κόσμος, πληροφορῶ τὴν Βουλὴν, ὅτι αἱ 25,000 λίραι ἐδόθησαν εἰς τὸν στρατὸν διὰ μόνον τὸ ἔτος 1864, διότι κατὰ τὸ ἔτος ἐκεῖνο δὲν εἶχε γίνει ἡ λογιστικὴ ἀφομοίωσις τῆς Ἑπτανήσου. Περὶ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἔκαμον λόγον ἐν ἐκτάσει πρὸ τινῶν ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰπὼν, ὅτι ἐκ τοῦ ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον παρουσιάζει ἡ χρῆσις τοῦ 1864, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε καὶ 500,000 δραχμὰς περίπου, τὰς ὁποίας εἰσέπραξεν ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου, καὶ αἱ ὁποῖαι δὲν εἰσήχθησαν ἀκόμη διὰ νὰ καταλογισθοῦν μεταξὺ τῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους, διότι ἡ στρατιωτικὴ διαχείρισις τὰς κρατεῖ διὰ νὰ οἰκονομήσῃ προσωρινῶς τὸ ἔλλειμμα τῶν προηγουμένων χρήσεων. Ἀφότου ὅμως ἔγινε λογιστικὴ ἀφομοίωσις, δὲν ὑπάρχουν πλέον δύω ταμεῖα, ἀλλὰ πληρόνεται ὁ στρατὸς ἀπὸ τὸ γενικὸν ταμεῖον.
§46Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πρόκειται νὰ μάθωμεν, ἐὰν ὁ στρατὸς τῆς Ἑπτανήσου πληρόνεται καθὼς καὶ ὁ στρατὸς τῆς ἄλλης Ἑλλάδος.
§47ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα.
§48ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐδῶ ὅμως σᾶς λέγουν πράγματα.
§49Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὶ πράγματα, ἀφοῦ ὑπάρχει ὁ προϋπολογισμός;
§50ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον διὰ τὸ 1865 ὁ ἐν Ἑπτανήσῳ στρατὸς πληρόνεται ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ ταμεῖα, ὅπως πληρόνεται ὅλος ἐν γένει ὁ στρατὸς, ἀλλὰ καὶ κατὰ τὸ 64 ἀκόμη ἐπληρόνετο κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον. Ἡ μόνη διαφορὰ εἶναι, ὅτι τὸ στρατιωτικὸν ταμεῖον, ἀντὶ νὰ λάβῃ ὅλα τὰ χρήματα ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος, ἐπῆρε καὶ 500,000 δρ. ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς Ἑπτανήσου.
§51ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κ. Πρόεδρε, εἶναι ἀληθὲς, ὅπως εἶπεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς, ὅτι ἡ λογιστικὴ ἀφομοίωσις ἔφερεν εἰς ἴσην θέσιν τὸν στρατὸν τῆς Ἑπτανήσου μὲ τὸν ἄλλον· ἀλλ’ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἡ δαπάνη ἡ γινομένη ἐκεῖ εἶναι ὑπερβολική.
§52ΤΙΝΕΣ. Ἄλλο ζήτημα αὐτό.
§53ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Εἶναι ἀξία ἡ πρότασις νὰ τεθῇ εἰς τὴν πρώτην συζήτησιν, διότι ἐξ αὐτῆς θέλετε ἰδῆ, ὅτι γίνεται δαπάνη πολὺ περισσοτέρα παρὰ ἡ ἀναγκαία, διότι ἀρχηγεῖα καὶ ἐπιτελεῖα φέρουν τριπλάσιον, τετραπλάσιον δαπάνην.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἀντικείμενον τοῦ προϋπολογισμοῦ.
§55Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐψηφίσθη ἡ κατάργησις τοῦ ἀρχηγείου;
§56ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 66 ἠμποροῦν νὰ κάμουν ὅ,τι νομίζουν.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§58ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Κ. Πρόεδρε, μίαν ἐρώτησιν θὰ κάμω. Εἰς τὸ σχέδιον τοῦ σιδηροδρόμου μεταξὺ Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς συμπεριλαμβάνονται οἰκίαι τινὲς κατὰ τὴν συνοικίαν τοῦ ἁγίου Φιλίππου. Τινὲς τῶν ἰδιοκτητῶν τῶν οἰκιῶν αὐτῶν ἐζήτησαν νὰ τὰς ἐπισκευάσωσιν, ἀλλ’ ἡ ἀστυνομία τοὺς ἐμπόδισε λόγῳ τοῦ σχεδίου αὐτοῦ. Νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως· ὥστε παρακαλῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ ἐπιτρέψῃ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτοὺς νὰ ἐπισκευάσωσι τὰς οἰκίας των ἢ νὰ ὑποχρεώσῃ τὴν ἑταιρίαν νὰ τοὺς ἀποζημιώσῃ.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς θέλει σᾶς δώσει εἰς ἄλλην ἡμέραν τὴν ἀπάντησιν. Μεταβαίνομεν εἰς........
§60ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἔχω μίαν ἐπερώτησιν, Κ. Πρόεδρε. Πρὸ 5 ἐτῶν κάποιος Πολύαινος ἀποθανὼν εἰς Ἰάσιον ἀφῆκεν 100,000 φλωρίων ὡς κληροδότημα διὰ τὴν παιδείαν ἐν Ἑλλάδι. Ὁ πρόξενος τότε ἠθέλησε νὰ καταλάβῃ τὴν περιουσίαν αὐτήν· δυστυχῶς ὅμως ὁ πρόξενος ἐκεῖνος, ὅστις εἶχεν ἀρκετὰ καλὰ αἰσθήματα, ἀπεχώρησε τῆς ὑπηρεσίας, ἐνῷ ἄλλος τις Σακελλαρίου διορισθεὶς εἰς τὴν θέσιν αὐτοῦ, ἀντὶ νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ταύτης μετὰ τῆς αὐτῆς δραστηριότητος, δυστυχῶς τὴν ἀφῆκε, καὶ κατωρθώθη ὥστε ὁ Πολύαινος αὐτὸς νὰ γίνῃ ὑπήκοος Βλάχος, καὶ τοιουτοτρόπως εἰς δῆθεν συγγενής του ἐζήτησε τὴν περιουσίαν του. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ ὑπόθεσις εἶναι ἀρκετὰ σπουδαία καὶ ἀφορᾷ καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Παιδείας, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν, ὅπως ἀφοῦ οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ συλλέξουν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας, πληροφορήσουν ἀκολούθως τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ· δηλαδὴ τὶ ἀπέγινε τὸ κληροδότημα αὐτὸ· ἐχάθη, διατελεῖ ὡς τοιοῦτος πρόξενος ὁ αὐτὸς Σακελλαρίδης, καὶ πῶς κατωρθώθη νὰ χαθῇ;
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς μίαν ἄλλην ἡμέραν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς θέλει ἀπαντήσει.
§62ΣΤΡΑΤΟΣ. Τὴν τρίτην δύναται νὰ μᾶς δώσῃ τὰς πληροφορίας αὐτάς.
§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ θέσωμεν μίαν τάξιν καὶ μίαν μέθοδον. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς ὅλους τοὺς βουλευτάς· οἱ βουλευταὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶσιν ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα πληροφορίαν, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ ὁρίζῃ μίαν ἡμέραν καθ’ ἣν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς νὰ δίδῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ ἀμέσως νὰ προχωρῶμεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§64Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Δὲν ζητοῦμεν πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ μᾶς εἴπῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἐὰν θὰ ἐπιτρέψῃ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ οἰκοδομήσωμεν, διότι ἡ ἀστυνομία τὸ ἐμποδίζει.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς θέλει δώσει τὰς δεούσας πληροφορίας, διότι ἴσως τώρα δὲν εἶναι μελετημένος.
§66ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἐντὸς τῆς πόλεως θεωροῦνται πολλαὶ οἰκίαι συμπεριλαμβανόμεναι εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ διέλθῃ ὁ σιδηρόδρομος. Τώρα ὁ ἐργολάβος ἔχει χρήματα ἢ δὲν ἔχει; Ἐὰν ἔχῃ χρήματα, πρέπει νὰ προπληρώσῃ τὰς οἰκίας αὐτάς· ἐὰν δὲν ἔχῃ, εἶναι ὑποχρεωμένοι οἱ κάτοικοι νὰ μὴ κατασκευάσουν τὰς οἰκίας των διὰ νὰ κατοικήσουν. Τώρα τὶ τοὺς λέγουν; ἐπειδὴ αὐταὶ αἱ οἰκίαι θὰ καταληφθῶσιν ἀπὸ τὸν σιδηρόδρομον, ἀφήσατέ τας ὅπως εἶναι. Καταλαμβάνετε λοιπὸν ποία ἀταξία προέρχεται.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ζητήσατε λόγον ἀπὸ τὸν Κ. Ὑπουργὸν, διότι δὲν.............
§68ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ζητῶ λόγον.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ γίνῃ ἡ Βουλὴ δικαστήριον; Ἡ Κυβέρνησις εἶναι ὑπεύθυνος.
§70ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε· εἶναι ἀνάγκη νὰ τὸ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς καὶ νὰ μάθῃ τί τρέχει, καὶ ἂν γνωρίζῃ ἢ μὴ νὰ λάβῃ πληροφορίας.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι θὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς· καὶ εἰς μίαν ἄλλην συνεδρίασιν θέλει σᾶς ἀπαντήσει.
§72ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ἤκουσα τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ βουλευτὴς Ἀττικῆς Κ. Κυριακός. Μέχρι τῆς στιγμῆς δὲν γνωρίζω τίποτε, κἀνεὶς πολίτης δὲν παρεπονέθη. Οἱ νόμοι ὑπάρχουσιν ἐν πλήρει ἰσχύϊ, ὥστε δύνανται νὰ καταφύγωσιν εἰς τὰ δικαστήρια ἐκεῖνοι, τῶν ὁποίων προσεβλήθησαν τὰ δικαιώματα· ἐὰν δὲ προσεβλήθησαν πολιτικῶς, δύνανται νὰ προσφύγωσιν εἰς τὴν Βουλήν. Ἐὰν κατενόησα καλῶς, ἡ ἐπερώτησις ἀφορᾷ ὅτι τὸ δημόσιον τοὺς ἐμποδίζει λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης. Ἀλλὰ περὶ τούτου τὸ Σύνταγμα ὁρίζει τὶ πρέπει νὰ γίνῃ.
§73ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἡ συνοικία τοῦ ἁγίου Φιλίππου....
§74ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοῶ· εἰς τοιαύτην περίστασιν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ μίαν ἡμέραν ἵνα λάβω καὶ ἐγὼ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§75ΤΙΝΕΣ. Τὸ σάββατον.
§76ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν τρίτην.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν τὴν τρίτην. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Μερικὰ τῶν ἀντικειμένων εἶναι διὰ πρώτην συζήτησιν· θέλετε νὰ γίνῃ κατὰ προτίμησιν ἡ ἀνάγνωσις αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων διὰ νὰ ὡριμάσωσι καὶ συζητηθῶσι;
§78ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ 11, τὸ ὁποῖον εἶναι περὶ ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος λίμνης· πρώτη συζήτησις.
§80ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Παρεπέμφθη εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτοῦ, μεχρισότου ἡ ἐπιτροπὴ δώσει τὰς ἀναγκαιούσας πληροφορίας.
§81Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἀνάγνωσις εἶναι συζήτησις.
§82ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθωμεν οὔτε εἰς τὴν πρώτην οὔτε εἰς τὴν δευτέραν συζήτησιν.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς ἤλθομεν εἰς ἓν τοιοῦτον.
§84Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρὸ ὀλίγου ἀπεφάσισεν ἡ Βουλὴ, ὅτι δύνανται τὰ ἀντικείμενα ἐκεῖνα νὰ ἀναγνωσθῶσι.
§85ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως δὲν δικαιούμεθα νὰ ζητήσωμεν τὴν ἀνάγνωσιν πρὶν ἔλθῃ ἡ ἀπόφασις τῆς ἐπιτροπῆς.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Χθὲς προέβημεν εἰς ἀντικείμενον ὁμοίας φύσεως· ἀπεφασίσαμεν ὅτι δύναται νὰ ἀναγνωσθῇ ἡ δεῖνα καὶ δεῖνα πρότασις.
§87ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐὰν ἐγένετο τοῦτο, θὰ ὑποθέσωμεν ὅτι ἔγινε κατὰ λάθος· εἰς πράγματα σπουδαιότατα, εἰς τοιαῦτα ζητήματα δὲν πρέπει νὰ τὸ παραδεχθῶμεν.
§88ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἤθελον ἐπὶ τοῦ προκειμένου νὰ λάβω τὸν λόγον, ἐρωτῶ τὴν Βουλὴν, τότε δὲν ἠθέλαμεν ἐξαντλήσει ἐπὶ ματαίῳ τὴν συζήτησιν;
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀναβάλλεται. 12). Περὶ συστάσεως καὶ βελτιώσεως λιμένων. Ἀπεφασίσαμεν νὰ ἀναγνωσθῶσι τὰ τῆς πρώτης καὶ οὐχὶ τὰ τῆς δευτέρας. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὅτι καὶ τὰ τῆς δευτέρας κατὰ προτίμησιν θὰ συζητηθῶσι;
§90Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ ἔγινε διὰ τὴν πρώτην, διὰ τὴν δευτέραν νὰ μὴ γίνῃ......
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§92Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παραβιάζετε τὸν κανονισμόν.
§93ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Διατὶ παραβιάζεται ὁ κανονισμὸς ὅταν πρόκειται περὶ προτάσεων, αἱ ὁποῖαι πρώτην καὶ δευτέραν φορὰν θὰ συζητηθῶσι;
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὰ τῆς πρώτης, ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν καὶ διὰ τὰ ἀφορῶντα τὴν δευτέραν συζήτησιν (θόρυβος).
§95ΤΙΝΕΣ. Ἂς τελειώσωσι πρῶτον τὰ τῆς πρώτης καὶ τότε βλέπομεν διὰ τὰ τῆς δευτέρας.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 14ον ἀντικείμενον, περὶ ἀμνηστείας τῶν ἐγκλημάτων κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν· πρώτη συζήτησις. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§97ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ καὶ ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς διὰ νὰ μὴ χάνωμεν τὸν καιρόν, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν οὕτω τὴν πρότασιν κατὰ τὰς δύω πρώτας συζητήσεις.
§98Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, ἀλλὰ μὲ μίαν ἐπιφύλαξιν, ὅτι ἐξαιροῦνται αἱ δολοφονίαι, αἱ ἀπαγωγαὶ, αἱ ληστεῖαι καὶ τὰ παρόμοια.
§99Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ Σύνταγμα ἐν τῷ ἄρθρῳ 57 καθιέρωσεν εὐλόγως, ὅτι οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν ἂν δὲν συζητηθῇ καὶ ψηφοφορηθῇ τρὶς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ διαφόρους ἡμέρας. Τὶ ἐσκόπει ὁ νομοθέτης θέσας τὴν διάταξιν ταύτην τὸ ἐννοεῖτε· διὰ νὰ μὴ ἁρπάζωνται ἐξ ἐφόδου οἱ νόμοι.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου.
§101Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύνασθε νὰ κανονίζετε τὸ τὶ ἕκαστος τῶν ἀγορευόντων πρέπει νὰ λέγῃ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λέγω νὰ μὴ ἀντιλέγῃ κανείς.
§103Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ κάμνετε πάντοτε εἰς ἐμέ· ἀλλὰ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ πάντων τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα ὑπόκεινται εἰς συζήτησιν. Εἶναι ματαιοπονία, κατ’ ἐμὲ, τὸ νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Βουλὴ κατ’ οὐσίαν τῆς συζητήσεως περὶ τῆς ἀμνηστείας, καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς συζητήσεως διὰ λόγους σπουδαιοτάτους, ἀφορῶντας τὴν τάξιν, καὶ διότι παρατηρῶ ὅτι παραβιάζονται οὐσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα, καθὼς γνωρίζετε, Κύριοι, εἰς τὸ ἄρθρον 39 ῥητῶς καθιέρωσεν, ὅτι «ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζῃ, μεταβάλλῃ καὶ ἐλαττόνῃ τὰς παρὰ τῶν δικαστηρίων καταγινωσκομένας ποινὰς, ἐξαιρουμένων τῶν περὶ ὑπουργῶν διατεταγμένων· πρὸς δὲ καὶ νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν μόνον ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων καὶ ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ ὑπουργείου».
§104ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα ἄρα ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀμνηστεύῃ.
§105Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅσον ἀφορᾷ τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα ὁ νόμος ὥρισε τὶ πρέπει νὰ γίνηται· πρέπει νὰ τιμωρῶνται. Δὲν ἐνόει ἡ Συνέλευσις νὰ ἀφήσῃ ἀτιμώρητα τὰ ἐγκλήματα τὰ προσβάλλοντα τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἡ Συνέλευσις ἔδωκε τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Βασιλέα, ἀφοῦ ἔθεσε περιορισμούς τινας ἀφήσασα τὴν εὐθύνην εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἡ ἀμνηστεία δὲν εἶναι εἰμὴ μία ἀνάγκη, ἥτις παρουσιάζεται εἰς κρισίμους πολιτικὰς περιστάσεις· ὅταν πρόκειται ν’ ἀπονεμηθῇ αὕτη, πρέπει ν’ ἀπονέμεται λίαν περιωρισμένως. Ἡ ἀμνηστεία ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ποτὲ δὲν πρέπει νὰ δίδεται ἕνεκα ἀδυναμίας τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ πρέπει νὰ δίδεται ὅταν μία μερὶς πολιτικὴ ὑπερισχύσῃ καὶ ἐν ὅλῃ της τῇ δυνάμει δείξῃ γενναιότητα πρὸς τὴν ἀποτυχοῦσαν πολιτικὴν μερίδα καὶ κατευνάσῃ δι’ αὐτῆς τὰ πάθη.
§106ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἐδώκαμεν ἀμνηστείαν εἰς τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐπράξαμεν ἐπὶ τῆς μεσοβασιλείας;
§107Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθές, ἀλλ’ ὄχι ἡ Συνέλευσις· ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ δώσῃ ἀμνηστείαν εἰς τὰ ἐγκλήματα τὰ λαβόντα χώραν πρὸ τῆς μεσοβασιλείας. Ἀλλὰ τότε ἦσαν ἄλλαι αἱ περιστάσεις καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ μεταχειρισθῶμεν τὸ γεγονὸς τοῦτο ὡς παράδειγμα. Ἐρωτῶ λοιπὸν σήμερον (θόρυβος)· Παρατηρῶ ὅτι τινὲς τῶν Κ. βουλευτῶν παρουσιάζουσι μέγα ἐνδιαφέρον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχωσιν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσωσι, διότι πρεσβεύω, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀμνηστείας ἐπὶ ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων, παραδεχομένη ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, θέλει προσάψει μῶμον εἰς αὐτὴν (θόρυβος). Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ νὰ ἐφαρμόσητε τὸν κανονισμόν. Αὐτὸ ἀποδεικνύει, ὅτι ἔχομεν ἓν συμφέρον νὰ καλύπτωμεν τὰ ἐγκλήματα (θόρυβος). Ἀδιάφορον μοὶ εἶναι τίς ὁ ἐνδιαφερόμενος· πρόκειται νὰ κάμωμεν μίαν πρᾶξιν, ἥτις θὰ προσάψῃ μῶμον εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἀνεχώμεθα τοὺς κακούργους νὰ πράττωσι πᾶν ὅ,τι θέλουσι καὶ ἔπειτα νὰ τοὺς λέγωμεν, ὅτι τοὺς ἀμνηστεύομεν.
§108ΤΙΝΕΣ. Ἐὰν ἠμποροῦμεν, τοὺς ἀμνηστεύομεν.
§109Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μετὰ πεποιθήσεως θέλω ὑποστηρίξει ὅ,τι ὑπεστήριξα, καὶ μοὶ εἶναι ἀδιάφορον, ἐὰν τινὲς δυσαρεστῶνται. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν εἶμαι ἐναντίος νὰ δοθῇ μία ἀμνηστεία ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἀλλὰ τοῦτο ἀνήκει τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ· ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ αὐτοῦ χωρὶς νὰ μὴ σφετερισθῇ ἡγεμονικὰ δικαιώματα. Καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὰ ἐγκλήματα τὰ διαπραττόμενα κατὰ τῆς τιμῆς καὶ τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου, εἶμαι ἐναντίος καὶ δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο χωρὶς νὰ μὴ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα· καὶ τοῦτο θὰ τὸ ὑποστηρίξω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς πεποιθήσεώς μου, διότι ἀλλοίμονον ἂν καθιερώσωμεν τοιαύτην ἀρχήν! Μία παραχώρησις σήμερον θὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἓν σημεῖον εἰς τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ φθάσωμεν, διότι, ὅταν τὸ Σύνταγμα δίδῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας εἰς τὸν Βασιλέα, πρέπει νὰ εἴμεθα πολὺ προσεκτικοὶ, νὰ σεβώμεθα τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων, διὰ νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶμεν καὶ οἱ ἄλλοι νὰ σεβασθῶσι τὰ ἰδικά μας. Τότε πρὸς τί νὰ ἔχωμεν τόσα ἔξοδα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, δυνάμεθα καλλίτερον νὰ καταργήσωμεν τὰ πάντα, νὰ μεταβάλωμεν τὴν Βουλὴν εἰς δικαστήριον καὶ ἐν γένει νὰ ἐξασκῶμεν ἡμεῖς καὶ δικαστικὰ καὶ διοικητικὰ καθήκοντα, νὰ περιβληθῶμεν ὅλας τὰς ἀρχὰς, διότι, ἂν πράξωμεν τοῦτο, τότε πραγματικῶς εἶναι περιτταὶ αἱ ἀρχαὶ (θόρυβος). Διαμαρτύρομαι, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει νὰ παραβιάσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βήματος· ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι δὲν εἶμαι ἐναντίος νὰ δοθῇ ἀμνηστεία εἰς πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἀλλ’ ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔφερον ἐνταῦθα δὲν ἀφορᾷ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἀφορᾷ τὰ ἰδιωτικὰ, καὶ ἑπομένως ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ αὐτῆς τῆς προτάσεως χωρὶς νὰ μὴ παραβιάσῃ ῥητὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων δὲν ἐδόθη οὐδὲ εἰς τὴν Βουλὴν οὐδὲ εἰς τὸν Βασιλέα. Ὁ Κ. Μαυρομιχάλης μᾶς λέγει ὅτι ὑπάρχουσι πολλοὶ ὑπόδικοι εἰς τὰς φυλακάς· αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές.
§110ΦΛΕΣΣΑΣ. Καὶ ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι 20 μῆνας εἰς τὰς φυλακάς.
§111Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς τοιαύτην περίστασιν δύνασθε νὰ προσκαλέσητε τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς δώσῃ λόγον.
§112ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. 20 φορὰς ἔκαμον ἐπερώτησιν.
§113Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λοιπὸν, νομίζω, ὅτι ἐὰν ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ προβῇ θέλει προσάψει εἰς ἑαυτὴν μέγαν μῶμον, διότι ἡ πρᾶξις αὕτη συνοδεύεται μὲ τὴν καταστροφὴν τῆς ὑπολήψεως τοῦ ἔθνους. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως αὐτῆς.
§114ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι, κύριοι, παράδοξον καὶ ὅλως ἐναντίον τοῦ δικαίου νὰ παρουσιάζεταί τις ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ νὰ ὑποστηρίζῃ ἐγκλήματα, διότι ταῦτα πρέπει νὰ τιμωρῶνται. Ἡ περίστασις αὕτη εἶναι ὅλως διόλου ἔκτακτος. Δὲν ἦτο ἀνάγκη ὁ προλαλήσας βουλευτὴς Κυνουρίας νὰ μᾶς ὑποδείξῃ, ὅτι τὰ ἐγκλήματα πρέπει νὰ τιμωρῶνται, καὶ ὅτι θὰ ἐγκολάψωμεν μέγαν μῶμον εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν κάμωμεν μίαν τοιαύτην ἀπόφασιν· ὁ Κ. Χριστόπουλος ὡς ἄνθρωπος πρὸ πολλοῦ ἐμπλακεὶς εἰς τὰς πολιτικὰς διενέξεις καὶ γνωρίζων ἐγγύθεν τὴν κατάστασιν καὶ τὰς περιστάσεις ὑπὸ τὰς ὁποίας εὑρίσκονται οἱ ἐμπλεκόμενοι εἰς τὰ πολιτικὰ τῆς Ἑλλάδος, ἔπρεπε νὰ ἐννοῇ καλλίτερον τὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μὴ ἀποφανθῇ γνώμας τοσοῦτον πικρὰς, διὰ τὰς ὁποίας περιποιεῖ μόνον εἰς ἑαυτὸν τιμὴν μεγάλην, ὡς ὑπερασπιζόμενος τὸ δίκαιον, εἰς δὲ τοὺς ἄλλους ἀσυνειδησίαν ἢ πλήρη ἄγνοιαν τῶν νόμων καὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους καὶ τῆς τάξεως. Δὲν ἔχει καθόλου δίκαιον. Καὶ πρῶτον ἄρχομαι ἀπὸ τοῦ ζητήματος τῆς τάξεως περὶ τοῦ ὁποίου εἶπε. Τὸ ζήτημα αὐτὸ τὸ περὶ ἀμνηστείας ἐνδιαφέρει πολὺ τὴν τάξιν τοῦ ἔθνους, τὴν πλήρη ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Κατακρίνω τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι ὁπωσδήποτε ἐγκλημάτησαν ἐν καιρῷ τῆς μεσοβασιλείας· βεβαίως ἔπρεπε νὰ τιμωρηθοῦν. Ἀλλὰ διὰ νὰ δώσωμεν τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα εἰς τὰ ἐγκλήματα ταῦτα, ἔπρεπε νὰ ἀναδράμωμεν πολὺ μακρύτερα, καὶ ἂν πρόκειται νὰ τιμωρηθῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα, ἴσως, κύριε Χριστόπουλε, ἡμεῖς πρῶτοι ἔπρεπε νὰ εἴμεθα οἱ ἐνταλματίαι. Ἂν θέλωμεν νὰ εἴπωμεν καθαρὰν τὴν ἀλήθειαν, ἔπρεπε ἡμεῖς πρῶτοι νὰ εἴμεθα εἰς τὰς φυλακὰς, διότι δὲν πρέπει νὰ ἐφαρμόζηται ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἷς σοφὸς Γάλλος εἶπεν, ὅτι οἱ νόμοι εἶναι ἱστὸς ἀράχνης, διὰ τοῦ ὁποίου τὰ μὲν μεγάλα ζωύφια διέρχονται, τὰ δὲ μικρὰ ἐμπλέκονται. Ἐὰν λοιπὸν ἐμβλέψωμεν εἰς ὅλας τὰς πολιτικὰς περιπετείας ἀπὸ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἐντεῦθεν, πρέπει νὰ ἐκτιμήσωμεν μὲ τὸν ἀληθῆ γνώμονα τὰ γεγονότα, νὰ ἀναδράμωμεν εἰς τὴν ἀρχήν των καὶ νὰ ἀποδώσωμεν εἰς τὰ συμβεβηκότα κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν τὸν ἀληθῆ χαρακτῆρα· καὶ ἰδοὺ ἓν παράδειγμα. Ὅταν ἠγέρθη ἡ ληστεία εἰς τὴν ἐπαρχίαν μας, οἱ λησταὶ συνέλαβον δύω αἰχμαλώτους ἀπὸ ἓν χωρίον, διότι τότε αἱ περιστάσεις ἔκαμαν ὥστε οἱ νόμοι νὰ μὴ ἱκανοποιῶνται. Ἠξεύρετε τὶ ἔκαμαν οἱ συγγενεῖς τῶν αἰχμαλώτων; πηγαίνουν καὶ συλλαμβάνουν ἀντὶ 2, 8, αἰχμαλώτους συγγενεῖς τῶν λῃστῶν. Λοιπὸν, Κ. Χριστόπουλε, καθ’ ὑμᾶς ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἔχει τὴν ἀρχήν της ἀπὸ μίαν μεταβολὴν μεγάλην, καὶ τὰ ἐγκλήματα ταῦτα εἶναι μὲν ἰδιωτικὰ, ἔχουν ὅμως τὴν ἀρχήν των ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ταύτην μεταβολήν. Ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν ἄλλην. Τὸ ζήτημα τὸ νομικὸν δὲν τὸ ἐξετάζω, διότι δὲν εἶμαι νομικός· ἐπειδὴ ὁ κύριος Κυπριάδης ἰσχυρίζεται, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν εἶναι κοινοβουλευτικὸν, ἐγὼ, ἂν καὶ μὴ νομικὸς, ἀντιτάσσω τὴν γνώμην ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ἀπεφάνθησαν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἁρμοδία. Ἐξ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς οὕτω κρίνουσα καὶ ἡ τελευταία Συνέλευσις, ἠμνήστευσε τὰ ἐγκλήματα τὰ διαπραχθέντα ἀπὸ τῆς Ναυπλιακῆς ἐπαναστάσεως μέχρι τῆς 10 Ὀκβρίου, διότι ἡ κοινωνία ἦλθεν εἰς μίαν κατάστασιν τοιαύτην, ὥστε ἔλαβον χώραν πολλὰ ἐγκλήματα. Ἀφοῦ λοιπὸν, κύριοι, ἠμνηστεύθησαν τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα ἐγένοντο ἐπὶ μιᾶς τοιαύτης καταστάσεως πραγμάτων, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ δώσωμεν τοιοῦτον χαρακτῆρα εἰς τὰ ἐγκλήματα τὰ διαπραχθέντα ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἀνωμάλου καταστάσεως; Σᾶς κάμνω μίαν ἄλλην παρατήρησιν, κύριοι, διὰ νὰ μάθετε, ὅτι δὲν ἔχω ἴδιον συμφέρον, ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν. Οἱ ἐγκληματίαι οἱ ὁποῖοι ἔγιναν παραίτιοι τοῦ φόνου τοῦ ἀδελφοῦ μου εἶναι ἐνταλματίαι καὶ καταδιώκονται· τοῦτο σᾶς τὸ λέγω διὰ νὰ σᾶς δείξω ὅτι κινοῦμαι ἀπὸ πνεῦμα γενικὸν, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι φρόνιμον καὶ δίκαιον εἶναι νὰ δοθῇ μία πλήρης ἀμνηστεία εἰς αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους.
§115ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν τὶ πιστεύετε; φρονεῖτε, ὅτι θὰ ἔχωμεν μίαν ἐλάττωσιν ἐξόδων, φέρ’ εἰπεῖν, ὡς πρὸς τὴν καταδίωξιν;
§116ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ φρονῶ κάτι τι περισσότερον, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ εἴπῃ κανεὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ πιστεύω συνεπείας πολὺ δεινοτέρας διὰ τὴν δημόσιον ἀσφάλειαν· Τέλος πάντων, κύριοι, νομίζω περιττὸν νὰ σᾶς ἐπασχολήσω περισσότερον· φρονῶ, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ ὑπὸ σπουδαίαν ἔποψιν τὸ ζήτημα τοῦτο (θόρυβος, συνομιλίαι.)
§117ΚΑΪΡΗΣ. Ὅσοι ἐξ αὐτῶν κατεδικάσθησαν τὶ θὰ γίνουν; ἐξαιροῦνται, καὶ μόνον διὰ τοὺς ὑποδίκους θὰ γίνῃ ἡ ἀμνηστεία;
§118ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι δι’ ὅλους.
§119ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, κύριε Πρόεδρε, εἶναι σπουδαῖον, καὶ βλέπω ὅτι ἐπειδὴ διϊσχυρίσθησαν, ὡς ὁ Κ. Χριστόπουλος, περὶ ἁρμοδιότητος, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου, φαίνεται ὅτι διασφετερίζεται τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα. Τὸ ὑπουργεῖον εἶναι παρὸν καὶ πρέπει ν’ ἀποφανθῇ προηγουμένως περὶ τῆς ἀναρμοδιότητος· ἐὰν γίνεται σφετερισμὸς τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων, εἶναι καθῆκον τοῦ ὑπουργείου νὰ ὑψώσῃ φωνὴν καὶ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ προκειμένου.
§120ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἂν δὲν ᾖναι ἐντελῶς ἀκριβὲς, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς προηγουμένης προτάσεως γίνεται σφετερισμὸς τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων, εἶναι ὅμως βεβαιότατον, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς αὐτῆς τῆς προτάσεως γίνεται σφετερισμὸς δικαιωμάτων ἀνηκόντων εἰς πᾶν ἄλλο σῶμα παρὰ εἰς τὴν Βουλὴν, ἀνηκόντων εἰς τὸν λαὸν, εἰς μίαν συντακτικὴν Συνέλευσιν.
§121ΗΛΙΑΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς διατὶ δὲν τὸ εἴπετε; ἐκεῖ δὲν λέγετε, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα.
§122ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θέλετε ἰδῆ, ὅτι ἐγὼ εἰς τὴν γνωμοδότησιν, εἰς τὸ πρωτότυπον, ἔχω αὐτὴν τὴν ἰδέαν· τώρα πῶς ἐτυπώθη διαφορετικὰ δὲν ἠξεύρω, καὶ ὁ κύριος Δημητριάδης εἶπε μὲ ἐπιφύλαξιν.
§123Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ τὴν ὑπέγραψα ἐδῶ καὶ ἔκαμα αὐτὴν τὴν δήλωσιν.
§124ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Πρὸ πάντων χρεωστεῖτε νὰ ἐξετάσητε ἂν εἴμεθα ἁρμόδιοι νὰ δώσωμεν ἀμνηστείαν ἐπὶ ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων, καὶ τότε θὰ ἴδωμεν ἂν ὑπάρχῃ ἀφορμὴ καὶ περίστασις καὶ δικαιολογημένοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι νὰ μᾶς ἐνθαῤῥύνουν νὰ ψηφίσωμεν τὴν προκειμένην πρότασιν. Εἶναι γνωστὸν, κύριοι, ὅτι τὰ δικαιώματα τῆς χάριτος καὶ ἀμνηστείας εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη ἐθεωρήθησαν ὡς ἀνήκοντα εἰς τὸν ἡγεμόνα, ὡς ἀποτελοῦντα τὰς προνομίας τοῦ ἡγεμόνος. Τὸ σύνταγμά μας μάλιστα τοῦ 1843, τὸ ὁποῖον κατέλυσεν ἡ ἐπανάστασις τοῦ Ὀκτωβρίου 1862, ἀπένειμε ῥητῶς εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν καὶ ἐπὶ πολιτικῶν καὶ ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων. Ἐν ᾧ λοιπὸν αὐτὴ εἶναι ἡ γενικὴ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν παραδέχονται τὰ Συντάγματα καὶ τῶν ἄλλων ἐθνῶν καὶ τὰ ἰδικά μας κατὰ προηγουμένην ἐποχὴν, ἐπὶ τοῦ προκειμένου βλέπομεν εἰς τὸ νέον Σύνταγμά μας ἕνα περιορισμὸν τεθειμένον εἰς τὰ ἐν γένει ἡγεμονικὰ δικαιώματα. Τὶ ἦτο ἡ Συνέλευσις, τὴν ὁποίαν διαδεχόμεθα ἡμεῖς; ἦταν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ἐξεγερθέντος, ἐπαναστατήσαντος, καταλύσαντος μίαν Μοναρχίαν, καὶ ἑπομένως θελήσαντος νὰ κανονίσῃ διὰ νέου Συντάγματος τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις ἑκάστης τῶν ἐξουσιῶν, αἱ ὁποῖαι διέπουν τὸ Κράτος. Τὸ ἔθνος λοιπὸν ἐντὸς τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ ἀπονείμῃ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις εἰς ἑκάστην τῶν ἐξουσιῶν, τὸ ἔθνος δι’ ἀντιπροσώπων του, ἡ Συνέλευσις, ἠθέλησε νὰ θέσῃ νέον περιορισμὸν εἰς τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἀνήκει εἰς τὸν ἡγεμόνα, νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν. Περιορίσαν δὲ αὐτὸ εἰς μόνον τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα κατέστησε διὰ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ ὑπευθύνους τοὺς ὑπουργούς· τοῦτο ἆρά γε ἐγένετο ἐκ παραδρομῆς; πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἀποδοθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς ἄλλην ἐξουσίαν; εἰς τὴν Βουλὴν, τὴν Γερουσίαν, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Ὄχι, Κύριοι· ἂν ἀναγνώσητε τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, θέλετε ἰδεῖ ὅτι μεμελετημένως καὶ ἐσκεμμένως ἐθεωρήθη ὅτι καὶ ἡ ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ἱεροῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως χορήγησις ἀμνηστείας ὑπὲρ ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων καθίσταται ἐπιβλαβὴς διὰ τὸ ἔθνος, καὶ ἑπομένως ἠθέλησεν ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους νὰ ἀφαιρεθῇ τὸ δικαίωμα καὶ ἀπὸ τὰς ἱερὰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως. Ὅταν λοιπὸν, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις δὲν ἐθεώρησεν, ὅτι δύναται νὰ ἐμπιστευθῇ αὐτὸ τὸ ὑψηλὸν καὶ πολύτιμον δικαίωμα εἰς χεῖρας τοῦ ἡγεμόνος, πιστεύετε ὅτι ἠθέλησε νὰ τὸ παραδώσῃ εἰς χεῖρας τῶν κατὰ καιροὺς βουλευτῶν; Πρῶτον δὲν εἶναι λογικὸν νὰ τὸ παραδεχθῇ τις, καὶ δεύτερον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μία διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι, ἥτις νὰ διαγράφῃ, ὅτι μεταξὺ τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς εἶναι καὶ νὰ κάμῃ νόμον περὶ ἀμνηστείας ἐπὶ ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων· τοιαύτη δὲ διάταξις δὲν εὑρίσκεται· ἑπομένως ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ προσθέσωμεν ἓν νέον ἄρθρον εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πόση συζήτησις πεισματώδης ἐγένετο, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ καταλύσωμεν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ εἶπον τότε τινὲς, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ δικαίωμα· ἄλλοι ὅμως, στηριζόμενοι εἰς ῥητὸν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος παραδέχθησαν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔδωκε τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐντολὴν ῥητῶς εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε εἰς τὴν ά. περίοδον νὰ ἀναθεωρήσῃ τὸ περὶ Συμβουλίου μέρος τοῦ Συντάγματος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως, ὅταν οὐδεὶς γίνεται λόγος ἐν τῷ Συντάγματι περὶ μεταβιβάσεως αὐτῆς τῆς προνομίας ἀπὸ τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν Βουλὴν, ποῦ στηριζόμενοι δυνάμεθα σήμερον νὰ τὴν ἀντιποιηθῶμεν καὶ νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δυνάμεθα νὰ κάμωμεν νόμους περὶ παντὸς ἀντικειμένου, δυνάμεθα καὶ περὶ ἀτιμωρησίας τῶν ἐγκλημάτων καὶ τῶν κακούργων νὰ κρίνωμεν; Εἶναι λοιπὸν σφετερισμὸς οὐχὶ κυρίως τῶν ἡγεμονικῶν δικαιωμάτων, διότι οὔτε τὸ Σύνταγμα δὲν ἀπέδωκε εἰς τὰς χεῖρας τοῦ Βασιλέως τοιοῦτον προνόμιον, ἀλλ’ εἶναι σφετερισμὸς τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, καὶ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐκπληρώσῃ παρ’ ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ὁ λαὸς καὶ ἡ Συνέλευσις τῇ ἀπέδωκεν. Ἡ ἔποψις τὴν ὁποίαν παρουσίασεν ὁ βουλευτὴς Λεβαδείας, οὐδαμῶς συντελεῖ εἰς τὸ νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἁρμοδιότητα, διότι, ἂν ᾖναι ἀληθεῖς αἱ παρατηρήσεις καὶ ἀκριβεῖς, ὅτι τὰ ἐγκλήματα τὰ διαπραχθέντα ἐπὶ τῆς μεσοβασιλείας δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς φέροντα τὸν χαρακτῆρα πολιτικοῦ ἐγκλήματος, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει παρὰ νὰ ἀναλάβῃ εἰς ἑαυτὴν τὴν πρωτοβουλίαν νὰ τὰ παρουσιάσῃ εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα ὡς πολιτικὰ ἐγκλήματα, νὰ τὸν πείσῃ καὶ νὰ προκαλέσῃ μίαν ἀμνηστείαν ἐπ’ αὐτῶν.
§125ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι πολιτικὰ, ἀλλ’ ἔλαβον τὴν ἀρχήν των ἀπὸ μίαν πολιτικὴν αἰτίαν.
§126ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δύναται ὅμως, Κύριοι, νὰ εἴπῃ ὁ ἀξιότιμος οὗτος βουλευτὴς, ὅτι σεῖς εἶσθε ἁρμόδιοι νὰ χορηγήσητε ἀμνηστείαν, διὰ τὸν λόγον ὅτι οἱ ἐγκληματήσαντες ἐκινήθησαν ἀπὸ πολιτικὰς αἰτίας, καὶ ὅτι τὰ ἐγκλήματα ἦσαν συνέπεια τῶν ἀνωμάλων περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθη τὸ Ἔθνος. Ἡ γνώμη αὕτη δὲν συντελεῖ παντάπασιν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Τώρα, Κύριοι, ἂς εἴπω καὶ ὀλίγας λέξεις, ἂν συμφέρῃ εἰς τὸ Κράτος καὶ τὸ κοινὸν, ἂν ἡ Βουλὴ δύναται νὰ ἀναλάβῃ εἰς ἑαυτὴν τὴν εὐθύνην νὰ ἀμνηστεύσῃ τοὺς ἀπὸ τῆς μεσοβασιλείας καὶ ἐφεξῆς ὁπωσδήποτε ἐγκληματήσαντας. Διαφέρει, Κύριοι, ἡ θέσις τῶν πρὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου μέχρι τῆς νυκτὸς ταύτης ἐγκληματησάντων, διότι καὶ ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη καὶ τὰ δικαστήρια, ὡς καὶ ὁ Ἄρειος Πάγος καθιέρωσεν, ὅτι διὰ τῆς ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς ἔκαμε κατὰ τὴν νύκτα τῆς 10 Ὀκτωβρίου, κατέλυσε τὴν προηγουμένην ἐξουσίαν καὶ συνεκέντρωσεν αὐτὴν εἰς ἑαυτὸν καὶ ἑπομένως ἠδύνατο νὰ ἀμνηστεύσῃ, ν’ ἀπαλλάξῃ τῶν φυλακῶν, καὶ πᾶν ὅ,τι ἔπραξεν ὁ λαὸς δὲν εἶναι ἁρμοδία οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε τὰ δικαστήρια, οὔτε κανεὶς νὰ τὰ ἐξελέγξῃ. Αὐτὴ ὅμως ἡ ἀρχὴ δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς τὴν μετὰ ταῦτα ἐποχήν; παντάπασι· κραυγάζομεν ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔχομεν σήμερον, ἡ ὕπαρξις ἡμῶν, εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς νυκτὸς τῆς 10 Ὀκτωβρίου κ’ ἑπομένως δὲν δικαιολογεῖται κανεὶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἐκείνη ἦτο παράνομος, αὐθαίρετος· καὶ διὰ τοῦτο, ἐάν τις ἐγκλημάτησε, πρέπει νὰ καλυφθῇ ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς ἀμνηστείας. Ποῖοι δὲ εἶναι οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ δικαιολογήσουν τὴν πρότασιν αὐτὴν, τὴν ὅλως παράδοξον καὶ ἐπικίνδυνον; τὴν θεωρῶ παράδοξον καὶ ἐπικίνδυνον, διότι ἡ πρότασις αὕτη τίποτε ὀλιγώτερον δὲν περιέχει παρὰ τὸ ν’ ἀνοίξωμεν τοὺς κόλπους τῆς κοινωνίας, εἰς ποῖον; εἰς τὸν Κίτσον, εἰς τὸν λῃστὴν αὐτὸν, ὅστις λυμαίνεται τὴν Ἀττικὴν, διότι καὶ αὐτὸς εἰς τὸν λῃστρικὸν βίον ἐπεδόθη μετὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου· ἑπομένως νὰ δώσωμεν αὐτὴν τὴν ἀμνηστείαν εἰς τοὺς λῃστὰς τῆς πατρίδος μας.
§127ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξῃρέσαμεν τοὺς λῃστὰς, ἐγὼ πρῶτος τοὺς ἐξῄρεσα.
§128ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τί σᾶς λέγουν, κύριοι; ὅτι εἶναι συμφέρον διὰ τὴν δημοσίαν τάξιν, εἶναι συμφέρον διὰ τὴν κοινωνίαν νὰ ἀμνηστεύσητε τοὺς λῃστὰς, τοὺς κακούργους, τοὺς ἐγκληματίας, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν εἶναι φυγόδικοι· διότι ἄλλοι ὡρμήθησαν εἰς τὰς ἐγκληματικὰς πράξεις ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς ἀμνηστείας, ἢ ἀπὸ τὰς ἐποχὰς εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκοντο· καὶ διότι τέλος πάντων αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι δίκαιον νὰ τιμωρηθῶσιν. Ἐγὼ νομίζω, κύριοι, ὅτι αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα τρέπονται κατὰ μέγα μέρος ἐναντίον τῶν προτεινάντων. Ἐὰν καθιερώσητε σεῖς, ὅτι οἱ ἐγκληματοῦντες ἔστω καὶ μετὰ μίαν στάσιν, ἔστω καὶ μετὰ μίαν ταραχὴν, δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐλπίδα, ὅτι, ἐρχομένης τῆς Βουλῆς, αὕτη θὰ ᾖναι ἁρμοδία νὰ τοῖς δώσῃ ἀμνηστείαν, θὰ δώσωμεν τὸ παράδειγμα, ὥστε κατὰ τὰς ἐκλογὰς νὰ βλέπετε τὰ τρομερώτερα κακουργήματα.
§129Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ εἰς τὰς ἐκλογὰς γενόμενα ἐγκλήματα εἶναι πολιτικά.
§130ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Γίνεται μία στάσις εἰς μίαν ἐκλογήν· ἐννοεῖται, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὴν στάσιν ἔκαμον πολιτικὸν ἔγκλημα· ἀμνηστείαν θέλει τοῖς δώσει ὁ Βασιλεὺς καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἀναλαμβάνει τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ διὰ τὴν ἰδίαν στάσιν τὴν γενομένην ἐν ἐκλογῇ, εἰς τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἀπὸ πολιτικὸν αἴσθημα ἔλαβον μέρος, θὰ συνυπάρχουν καὶ ἕτεροι ἐκ φύσεως κακοῦργοι, οἱ ὁποῖοι θ’ ἀρχίσουν τὸν μὲν νὰ φονεύουν, τὸν δὲ νὰ αἰχμαλωτίζουν, καὶ ἑπομένως θὰ ἔλθωσι νὰ εἴπουν· ἐπράξαμεν τὰ ἐγκλήματα ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν ὑπῆρχε στάσις ἕνεκα τῶν ἐκλογῶν· ἀμνηστεύσατε τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἀμνηστεύσατε καὶ ἡμᾶς· τοὺς μὲν ἀμνηστεύει ὁ Βασιλεὺς, τοὺς δὲ ἡ Βουλή. Ποία εἶναι ἡ διαφορὰ εἰς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἔφερα; Ἀκολουθεῖ μία ἐπανάστασις, ἔλαβον χώραν πολιτικὰ ἐγκλήματα, τὰ μὲν ἀμνηστεύθησαν, τὰ δὲ δὲν εἶναι δυνατὸν ν’ ἀμνηστευθῶσιν. Ἔλαβον χώραν ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα, καὶ ταῦτα εἶναι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐκ πλεονεξίας, ἐκ κακοηθείας, ἐκ πείσματος ἐκδικήσεως συμβαίνουσιν· αὐτὰ τὰ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα δὲν δικαιολογοῦνται ἀπὸ τὴν κατάστασιν τὴν πολιτικὴν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ὁ τόπος, ἀλλὰ πρέπει οἱ ἐγκληματήσαντες νὰ ὑποκύψουν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ νόμου καὶ τὴν αὐστηρότητα αὐτοῦ. Ἐὰν, κύριοι, θέλετε νὰ ἐξαιρέσητε τοὺς λῃστὰς, μένουν οἱ φονεῖς, οἱ κλέπται, οἱ ἀπαγωγεῖς· τότε μένουν ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται εἰς τὴν τάξιν τῶν κακούργων, καὶ ἐνδέχεται λῃστὴς νὰ καταδιώκηται καὶ νὰ ᾖναι ἐν τούτοις εἰς καλλιτέραν θέσιν καὶ εἰς ἠθικωτέραν παρὰ τὸν κλέπτην, τὸν βιαστὴν, τὸν φονέα· διότι δύναται νὰ ἔβγῃ λῃστὴς ἀπὸ φόβον, ἀπὸ σκοπὸν, ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι θὰ ἀμνηστευθῇ, καὶ ἐν τούτοις νὰ μὴ πράξῃ οὐδεμίαν λῃστείαν, ἐνῷ ὁ φονεὺς, ὁ βιαστὴς, εἶναι ἐντὸς τῆς πραγματικότητος τῆς κακοηθείας· ἑπομένως δὲν δικαιολογεῖτε τὴν πρότασίν σας, λέγοντες, ἐξαιρέσατε τοὺς λῃστάς. Ἐκ τῶν κακούργων αὐτῶν οἱ περισσότεροι εὑρίσκονται εἰς τὰς φυλακὰς, καὶ ὅταν ἀνοίξουν αἱ φυλακαὶ καὶ τοὺς ἐβγάλετε ἔξω, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι θὰ ἐπέλθῃ μία ἀντεκδίκησις ἐκ μέρους ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔπαθον. Καὶ ὅταν ἴδωσιν, ὅτι αὐτοὶ δὲν ἐτιμωρήθησαν ἀπὸ τὸν νόμον, θὰ ζητήσωσι νὰ ἐκδικηθῶσι διὰ τῶν ἰδίων δυνάμεων. Ἰδοὺ ποῦ θὰ καταντήσουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται φυγόδικοι. Καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις μᾶς λέγει, ὅτι δύναται νὰ τοὺς συλλάβῃ, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα σεῖς νὰ φέρετε παραλυσίαν εἰς τὸν νόμον.
§131Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐθέσατε τὸ ζήτημα πολὺ ὡραῖα, καὶ μετὰ ταῦτα τὸ ἐχαλάσατε. Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἡ Βουλὴ ἁρμοδία;
§132ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ὡμίλησα καὶ περὶ τῶν δύω. Ὑμεῖς ὡς εὐγλωττότερος καὶ νομικώτερος ἔλθετε νὰ τὸ διορθώσητε.
§133ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἔγινε σκέψις διὰ νὰ ἀποβληθῇ μία βασιλεία ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐσκέφθησαν πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἔθνους δὲν ἐπροκάλεσαν δικηγορικὰ συμβούλια, ὅπως σκεφθῶσι τί πρέπει νὰ ἀκολουθήσωσι. Κύριοι! αὐτὸ τὸ ζήτημα ἀλλάζει φάσιν καθὼς τὸ ἔθεσαν, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι εἰς τὴν φυσικήν του θέσιν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐξιστορήσω, διὰ ν’ ἀκούσῃ ἡ Βουλὴ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ. Ἡμεῖς ἀπεφασίσαμεν νὰ διώξωμεν τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος. Ὅταν ἐπράξαμεν τοῦτο, κατεστρέψαμεν καὶ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ ἔθνους καὶ τὰ πάντα. Τώρα ὁ Κ. Κυπριάδης τί λέγει; Τὸ θέμα εἶναι· ἀμνηστεύσατε τοὺς κακούργους, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὴν χαλάσητε τὴν μεταβολὴν καὶ νὰ ἔλθῃ ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἀμνηστεύσῃ. Ἐδῶ εἶναι τὸ ζήτημα. Κακοῦργος εἶμαι ἐγὼ, ὁ ὁποῖος ἔχω ἔνταλμα, ὁ ὁποῖος εἶμαι 70 χρόνων; δὲν εἶναι ἡ καταγωγή μου τοιαύτη. Κακοῦργος εἶναι ὁ Φλέσσας; ἡμεῖς εἴμεθα ἐκ τῶν πρώτων οἰκοκυραίων τῆς Ἑλλάδος καὶ ἐκάμαμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖο βλέπεις. Τί ἔγινε; Ἐδῶ δὲν ἐσταμάτησε τὸ πρᾶγμα. Μετὰ τὴν μεταπολίτευσιν καὶ ὕστερον, ἄλλοι ἐξηγέρθησαν καὶ ἔφεραν τὴν διαίρεσιν εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας. Δὲν εἶναι ὅτι ἐπήγαιναν καὶ ἔπιαναν τοὺς δρόμους οἱ λῃσταὶ, ὅτι ἐσκότοναν κρυφὰ τοὺς ἀνθρώπους. Ἐδῶ ἐγένετο ῥῆξις ἐπαρχιῶν· διότι, ἀφοῦ ἐδῶ ἦτο διῃρημένα τὰ πράγματα, καὶ ἀπόδειξις τρανωτάτη εἶναι ὅτι ἐπῆλθε καὶ μία ἐμφύλιος ῥῆξις καὶ ἐσκοτώθησαν ἴσως 500 ἄνθρωποι, στρατιῶται καὶ πολῖται, ἔγινε φθορὰ εἰς τὸ δημόσιον ἕνεκα τῶν στρατιωτικῶν πραγμάτων. Λοιπὸν τὸ ζήτημα εἶναι ὅτι δὲν πρόκειται λόγος περὶ λῃστείας. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κ. Κυπριάδης κατὰ νομικὸν τρόπον, ὅτι εἶναι δικαίωμα ἡγεμονικὸν, τὸ καταλαμβάνω, ἀλλὰ πότε; ὅταν ἐκεῖνος ὁ Βασιλεὺς ἦτον ἐδῶ· ἐγίνετο ἐπανάστασις καὶ κατηυνάζετο μετὰ ταῦτα. Τότε ἦτο δικαίωμα ἡγεμονικὸν ἵνα ἀμνηστεύσῃ. Ὅταν ὅμως ἐκεῖνος ἐδιώχθη καὶ εἴμεθα ἡμεῖς, δὲν εἶναι δίκαιον αὐτὰ τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα ἔγιναν ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως, μέχρι τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ νέου Βασιλέως, νὰ τὰ ἐπιληφθῆτε. Κύριοι! δὲν εἶναι μήτε ἕνας, μήτε 400, εἶναι 9000 φυγόδικοι εἰς τὸν νομὸν τῆς Λακωνίας καὶ Μεσσηνίας, καὶ ἂν ἐξετάσητε καλὰ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους, θὰ εὕρητε ὅτι εἶναι ἀθῶοι. Τὸ πνεῦμα εἶναι λοιπὸν νὰ σηκωθῇ ἀπὸ τὰ δικαστήρια αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις καὶ νὰ σκεφθῶμεν ἐδῶ. Ὅταν δὲ λέγετε, ὅτι ἐγὼ ἔχω ἔνταλμα καὶ νὰ ὑπάγω νὰ μὲ φυλακίσουν, τότε ἐγκλημάτησαν καὶ αὐτοί, οἱ ὁποῖοι ἔγιναν πρωθυπουργοί. Ἐγὼ δὲν ἐπῆγα νὰ κλέψω, νὰ λῃστεύσω, διότι δὲν εἶναι τῆς ἀνατροφῆς μου. Τότε, ὅτε ἐγένοντο αὐτὰ, δὲν ὑπῆρχον οὔτε νόμος, οὔτε κυβέρνησις· τίποτε, ἕως ὅτου ἦλθεν ὁ Βασιλεύς. Μετὰ τὸν ἐρχομὸν τοῦ Βασιλέως ὅσα ἐγκλήματα ἐγένοντο πρέπει νὰ τιμωρηθῶσι. Καὶ εἰς τοῦτο πρέπει νὰ σπεύσωμεν νὰ δοθῇ ἕνα τέλος, καὶ θὰ προκαλέσω καὶ τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν καὶ ἀπὸ τὰς ἐκθέσεις τῶν νομαρχῶν, τῶν μοιράρχων, τῶν ὑπομοιράρχων, τῶν εἰσαγγελέων καὶ λοιπῶν. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ δώσῃ ἕνα τέλος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν.
§134ΡΟΥΦΟΣ (πρωθυπουργός). Εἴπατε, ὅτι καὶ ὑπουργοὶ καὶ πρωθυπουργοὶ εὑρίσκονται εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν ὑπάρχουν καὶ οἱ ἐγκληματίαι. Αὐτὸ δὲν τὸ παραδέχομαι.
§135ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, δὲν εἶπον αὐτό. Ἔπειτα τί ἔκαμες σὺ; δὲν ἔκαμες μίαν ἐπανάστασιν κατὰ τοῦ Βασιλέως σου;
§136Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁ Κ. Γρηγοριάδης ὑποστηρίζων τὴν πρότασιν περὶ ἀμνηστείας, μᾶς ἀνέφερε τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου, θέλων διὰ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερε, ν’ ἀποδείξῃ ὅτι τὰ κακουργήματα, τὰ ὁποῖα συνέβησαν, ἦτο συνέπεια τῶν γεγονότων ἐκείνων, καὶ ὅτι ἑπομένως πρέπει εἰς πάντας νὰ δοθῇ ἡ ἀμνηστεία. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Κ. Γρηγοριάδην καὶ εἰς πάντα ἄλλον, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως, διότι ταῦτα ἀμνηστεύθησαν· πρόκειται περὶ τῶν ἰδιωτικῶν ἐγκλημάτων, πρόκειται περὶ τῶν ἐγκλημάτων ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα καὶ οἱ ξένοι θέλουν φρίξει ὅταν μάθωσιν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ κακοῦργοι ἀντὶ νὰ εἰσάγωνται εἰς τὰς φυλακὰς, βραβεύονται καὶ ἀνταμείβονται ἀπὸ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Συλλογισθῆτε ποῖος μῶμος θὰ προσαφθῇ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ Ἔθνος καὶ αὐτὴν τὴν μεταβολήν. Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ τοῦ Κ. Γρηγοριάδου ἢ περὶ τοῦ Κ. Φλέσσα, διότι ἀποδίδω εἰς ἀμφοτέρους πατριωτισμὸν καὶ ἠθικὴν καὶ δὲν πιστεύω νὰ ὑποπέσουν εἰς τοιαῦτα ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα μόνον αἱ κακοῦργοι ψυχαὶ διαπράττουσι· καὶ ἂν πρόκειται περὶ τοιούτων ἀνθρώπων, πρῶτος θέλω λυπηθῆ ἂν ἴδω αὐτοὺς νὰ καθήσωσιν εἰς τὴν ἕδραν τοῦ κατηγορουμένου. Μᾶς ἀνέφεραν τὴν 19 Ἰουνίου, μᾶς ἀνέφεραν ἑτέρας τοιαύτας ἐποχὰς, θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσιν, ὅτι πρέπει νὰ δοθῇ ἀμνηστεία εἰς τὰ ἐγκλήματα τὰ κατὰ τὴν δυστυχῆ ἐκείνην ἐποχὴν πραχθέντα. Τὰ ἐγκλήματα ὅμως ἐκεῖνα ἦσαν καθαρῶς πολιτικὰ, ἦσαν συνέπειαι καὶ ἀποτελέσματα τοῦ φατριασμοῦ, τῆς ἐξάψεως τῶν πολιτικῶν παθῶν, καὶ ὡς τοιαῦτα ἐῤῥίφθησαν εἰς τὸ βάραθρον τῆς λήθης. Εἶπον καὶ εἰς τὴν πρώτην ἀγόρευσίν μου καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δὲν εἶμαι ἐναντίος εἰς τὸ νὰ συστηθῇ μία ἐπιείκεια εἴς τινας καταδιωκομένους, τῶν ὁποίων αἱ πράξεις συνδέονται μὲ τὰς πολιτικὰς περιστάσεις τῆς Μεσοβασιλείας. Ἔρχομαι ὅμως νὰ ὑποστηρίξω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ δικαίαν, θεωρῶ συνταγματικὴν, καὶ θέλω ἐξετάσει ἂν ἡ Βουλὴ, καὶ ἔχουσα τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς προανέφερα, ἔχῃ τὸ δικαίωμα ν’ ἀμνηστεύσῃ καὶ ἂν δὲν σφετερίζεται, πράττουσα τοῦτο, δικαιώματα τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος δὲν τῇ ἀνέθηκε. Λέγω, Κύριοι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας δὲν εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ζητήματος, καὶ λυποῦμαι διότι ἐπὶ ὥραν ὁλόκληρον συζητεῖται τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, καὶ παρὸν τὸ ὑπουργεῖον δὲν παρουσιάζεται νὰ ἐκφέρῃ οἵαν ἔχει γνώμην· καὶ ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ ταύτην, ἐπειδὴ οἱ ὑπουργοὶ εἶναι οἱ σύμβουλοι τοῦ στέμματος καὶ οἱ φύλακες τῶν προνομίων καὶ δικαιωμάτων αὐτοῦ (θόρυβος.) Παρατηρῶ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τινὲς τῶν βουλευτῶν, ἔχοντες περισσότερον συμφέρον εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς ἀμνηστείας, ἀνησυχοῦν καὶ δὲν ἐπιτρέπουσιν ἐλευθέραν συζήτησιν. Ἂς μάθωσιν οἱ κύριοι αὐτοὶ, ὅτι ὅσον καὶ ἂν διακόπτωσι, δὲν θὰ ἐμποδίσωσιν ἐκεῖνον ὅστις ἔχει μίαν πεποίθησιν νὰ τὴν ὑποστηρίξῃ. Λυποῦμαι, κύριοι, διότι τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἰδίως ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης καὶ πρωθυπουργὸς, καίτοι ἁρμόδιος νὰ ἀναπτύξῃ καὶ ὑποστηρίξῃ τὰ ἡγεμονικὰ δικαιώματα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, σιωπᾷ, ἐνῷ αὐτὸς ὡς φύλαξ τῶν νόμων καὶ ὡς ἔχων σχέσιν μὲ ὅλας τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς τοῦ κράτους εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς φωτίσῃ. Βεβαίως ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Κ. Πρωθυπουργὸν δὲν ἐπερίμενα νομικὰς γνώσεις, διότι εἰς τὸν καιρόν του δὲν ὑπῆρχον πανεπιστήμια διὰ νὰ σπουδάσῃ τὴν νομικήν· ἔχει ὅμως ἑτέρους συναδέλφους νομικοὺς, οἵτινες δύνανται νὰ τὸν ἀντιπροσωπεύσωσι. Λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω ὅτι κατὰ πρῶτον πρέπει τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐκφέρῃ γνώμην· καὶ ἂν δὲν δύναται σήμερον, ἂς ζητήσῃ ἀναβολὴν ἵνα συζητήσῃ καὶ σκεφθῇ ὡρίμως ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου. Ὡς σύμβουλοι τοῦ Κράτους οἱ κύριοι ὑπουργοὶ ὀφείλουσι καθαρῶς νὰ μᾶς ἐκφέρωσι μίαν γνώμην, καὶ τότε ἡ Βουλὴ θέλει κανονίσει τὰς σκέψεις της. Ἐνθυμεῖσθε πρὸ ὀλίγου, ὅτε ἐσυζητεῖτο ἡ κατάργησις τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, τί σᾶς εἶπεν ὁ τότε πρωθυπουργὸς Κ. Δεληγιώργης. Σταθῆτε, διότι τὸ ζήτημα ἔχει σχέσιν μὲ τὰ δικαιώματα τὰ ἡγεμονικά· θέλω, εἶπε, ζητήσει τὴν γνώμην τοῦ Βασιλέως καὶ θέλω μετὰ θάῤῥους παρουσιάσει αὐτὴν· τότε δὲ καὶ κυβέρνησις καὶ βασιλεὺς διετήρησαν ἀκέραια τὰ δικαιώματά των ἀφήσαντες ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν ὅπως μὴ δώσωσι τὴν ὑπόνοιαν ὅτι θέλουσι νὰ τὴν ἐπηρεάσωσι. Τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἐσεβάσθη τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς. Ἂς ἔλθῃ καὶ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον νὰ μᾶς εἴπῃ ποίαν ἰδέαν ἔχει, καὶ ἡ Βουλὴ θέλει προβῆ εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου. Εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀνεπτύχθη τὸ ζήτημα αὐτὸ μετὰ μεγάλης ἐμβριθείας. Σᾶς μνημονεύω τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Μίληση, ὁ ὁποῖος τότε ὑπεστήριζε τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἣν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ὑποστηρίζω σήμερον· ὑπεστήριζεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ δίδεται ἡ ἀμνηστεία διὰ νόμου. Τί ἐξάγεται, λέγει, ἐντεῦθεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας εἶναι ἔμφυτον τῇ βασιλείᾳ, ὅτι εἶναι οὐσιωδῶς βασιλικὸν προνόμιον. Ὅταν λοιπὸν μεταφέρετε τὴν χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου εἰς ἄλλην ἐξουσίαν, παραβιάζετε προφανῶς τὰς οὐσιώδεις, τὰς θεμελιώδεις ἀρχὰς τῆς συνταγματικῆς πολιτείας· εἶναι δὲ, Κύριοι, περίεργον, ὅτι ἐν τούτῳ καὶ ἐν πολλοῖς ἄλλοις ἐκτρέπονται τῶν ὑγιῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν ἐκεῖνοι μάλιστα, οἱ ὁποῖοι παρ’ ἡμῖν καυχῶνται ὅτι φέρουν εἰς τὴν σημαίαν των τὴν κραταίωσιν τῶν ἀρχῶν τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος.» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις, ὁρμηθεῖσα ἀπὸ πνεῦμα καθαρῶν συνταγματικῶν ἀρχῶν, ἤθελε νὰ περιορίσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἀμνηστείας καὶ νὰ ἀναθέσῃ εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τὸ δικαίωμα τοῦτο μόνον καθόσον ἀφορᾷ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Σᾶς ἀναφέρω τελευταῖον ἓν μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου καθηγητοῦ Κ. Σκριπόλου, ὅστις ὑπεστήριζε τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως· «Κηρύξατε, ἔλεγεν οὗτος, τὸ διηνεκὲς διαζύγιον μεταξὺ τοῦ νόμου καὶ τοῦ ἐντίμου ἀνθρώπου ἀφ’ ἑνὸς καὶ τοῦ φαύλου κακούργου ἀφ’ ἑτέρου........... ἀνορθώσατε τοὺς νόμους τῆς πολιτείας, δείξατε, ὅτι θέλετε νὰ ἠθικοποιήσητε τὴν κοινωνίαν, δείξατε, ὅτι ἐὰν ἀνάγκη τις παρουσιασθῇ, δύνασθε μὲν τὰ ἐξ εὐγενοῦς αἰσθήματος, πεπλανημένης δ’ ἴσως κρίσεως, κατὰ τῶν κειμένων νόμων τολμήματα ν’ ἀμνηστεύσητε, τὰ πάθη τὰ πολιτικὰ κατευνάζοντες οὐδόλως ὅμως ἐπιτρέψατέ ποτε, ὥστε καὶ τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, τὰ τὸν νόμον τοῦ Θεοῦ, τὰ τὴν λογικὴν φύσιν καὶ τὴν ἠθικὴν τοῦ ἀνθρώπου προσβάλλοντα, ν’ ἀμνηστεύωνται.» Καὶ εἰς τὴν ἰδικήν μου ἐπαρχίαν, Κύριοι, ἐγένοντο τοιαῦτα ἐγκλήματα καὶ ἤδη περὶ τοὺς 60 τοιούτους ἐγκληματίας δικάζονται· ἀλλ’ ἐπειδὴ πολλοὶ τούτων εἶναι φίλοι, πρέπει ἐγὼ νὰ καταστρέψω τοὺς νόμους τῆς πατρίδος μου, ζητῶν ν’ ἀμνηστευθῶσιν; Ὅταν τὰ δικαστήρια τοὺς δικάσωσι, πιθανὸν νὰ τοὺς ἀθωώσωσι. Δὲν πρέπει ὅμως ἡμεῖς νὰ σφετερισθῶμεν τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος δὲν μᾶς ἔδωκε.
§137ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Δὲν εἶναι καθῆκον τὸ διάδοχον ὑπουργεῖον νὰ ἔλθῃ νὰ κάμῃ ἐπίκρισιν τοῦ προκατόχου, ἂν καὶ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας ἔκαμε σύγκρισιν ἡμῶν πρὸς τὸ προκάτοχον ὑπουργεῖον. Τὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως, κύριοι, εἶναι ἀνέπαφα· οὐδεὶς δύναται νὰ τὰ προσβάλῃ· αὐτὰ τὰ ἐξασκεῖ ἐν τῇ κυριαρχικῇ αὐτοῦ ἐξουσίᾳ, ὡς τὸ Σύνταγμα ὑπαγορεύει. Ἡ κυβέρνησις τὸ προκείμενον ζήτημα θεωρεῖ σπουδαῖον καὶ ζωτικὸν, καὶ κανεὶς δὲν δύναται ἐξ ἀπροόπτου νὰ φέρῃ μίαν λύσιν. Ἐπὶ τούτου ἡ κυβέρνησις θέλει σκεφθῆ καὶ παρακαλεῖ ἑπομένως τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον, ἵνα φέρῃ ἡ κυβέρνησις τὴν γνώμην της.
§138ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§139Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἔχω μίαν παρατήρησιν νὰ σᾶς κάμω. Δὲν βλέπω ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει καὶ τὴν πρότασιν τοῦ νόμου περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Ἠξεύρετε ὅτι κατὰ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 80, ἐδαφίου τρίτου τοῦ Συντάγματος, ἐντὸς τῆς πρώτης Συνόδου θέλει καθυποβληθῆ καὶ ἐπιψηφισθῆ ὁ νόμος οὗτος. Ἐκ τῶν λέξεων τοῦ ἐδαφίου τούτου ὑπαινίττεται βεβαίως ἡ παροῦσα σύνοδος, καὶ ἑπομένως ἀνάγκη ὁ νόμος αὐτὸς νὰ ἐπιψηφισθῇ. Γνωστὸν εἰς πάντας, ὅτι ἕνεκα τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ ἐπιψηφισθῇ ὁ νόμος οὗτος εἰς τὴν πρώτην σύνοδον εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην ἓν ἄλλο ὑπουργεῖον νὰ παραιτηθῇ. Μέχρι τῆς λήξεως τῆς συνόδου μᾶς ὑπολείπονται ἔτι 15 μόνον ἡμέραι ἐργάσιμοι. Εἶναι δυνατὸν ὕστερον ἀπὸ τόσα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπ’ ὄψιν ἡμῶν, νὰ προφθάσωμεν; νὰ φυλάξωμεν νὰ ἔλθῃ μὲ τὴν σειράν του τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, δὲν θὰ μείνῃ ὁ ἀρκετὸς καιρός· διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ προταχθῇ ἡ συζήτησις αὐτῆς τῆς προτάσεως, καὶ ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν εἰργάσθη ἕως τώρα, νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸ προεδρεῖον νὰ τὴν ὑποχρεώσῃ ἐντὸς 3 ἡμερῶν νὰ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν της.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθὲς ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε τὴν παραπομπὴν καὶ ἔταξε προθεσμίαν.
§141Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πόση ἐδόθη; διότι δὲν ἤμην ἐδῶ.
§142ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἅμα παρέλθῃ ἡ προθεσμία, τότε ἡ Βουλὴ ἢ δίδει νέαν ἢ ἐπιλαμβάνεται αὐτὴ τῆς συζητήσεως.
§143Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ σύγκειται ἀπὸ τοὺς Κ. Κ. Μαρκορᾶν, Μιχαλόπουλον κλπ. Ἐστάλησαν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τρία σχέδια· καὶ τὰ τρία αὐτὰ σχέδια ἡ ἐπιτροπὴ τὰ εἶδε καὶ τὰ εὑρίσκει ἤδη λυσιτελῆ. Ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ, διότι ἀσχολοῦνται πολλὰ τῶν μελῶν της εἰς τὴν ἀφομοίωσιν. Ἐπροσπάθησε νὰ συμβουλευθῇ καὶ ξένας νομοθεσίας καὶ νὰ θέσῃ τὰ στοιχεῖα, ἀλλ’ ἐστάθη ἀδύνατον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ποινικὸν νόμον, διότι δυστυχῶς δὲν ὑπάρχει εἰς κἀνὲν Κράτος νόμος γνωστὸς περὶ εὐθύνης ὑπουργῶν. Νομίζω, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ θὰ ἔλθῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ἐὰν παραταθῇ ἡ προθεσμία, διότι δὲν πρόκειται νὰ κάμῃ ἔργον ἀτελές, ἀλλὰ τέλειον, καὶ ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα μέλη.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ κάμωμεν νέαν ἐκλογήν;
§145Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅπως θέλετε ἂς γίνῃ· ἂς ὁρισθῶσι δύω ἢ τρία μέλη, ὅπως σκεφθῶμεν μετ’ αὐτῶν, ἵνα κατασταθῇ ἓν σχέδιον τέλειον· διότι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν ὑπ’ ὄψιν, δὲν εἶναι ἄλλο τι εἰμὴ ἀντιγραφὴ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, καὶ κακόζηλα καὶ ἀνεπιστήμονα.
§146ΑΧΟΛΟΣ. Μία πρότασις εἶναι ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς Ἠλείας. Αὐτὴν τὴν πρότασιν πρέπει νὰ τὴν θέσητε, Κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν διὰ νὰ τελειώσῃ.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐφέρατε ἐν τῷ μέσῳ ἓν ζήτημα πρὸ ὀλίγου, ὅτι δὲν θὰ ἐξαρκέσῃ ὁ χρόνος, ὅστις ἐδόθη εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§148Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς εἶπε τὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, ὅτι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμουν τίποτε, καὶ δὲν θὰ κάμουν δι’ οὓς λόγους σᾶς ἐξέθηκεν. Ἰδοὺ ὅπου δίδεται μία ἀφορμή.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν ἔλθῃ ὁ χρόνος, τότε βλέπομεν.
§150ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Σᾶς ἐκθέτω, ὅτι ὡς πρὸς τὴν προσθήκην τῶν μελῶν καὶ ἐγὼ, καθὸ μέλος τῆς ἐπιτροπῆς, λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα εἶναι τοῦ Κ. Δημητριάδου.
§151ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν θέτει ὁ Κ. Δημητριάδης, ὅτι τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, περὶ ἧς πρόκειται, δὲν ἔχουσι τὴν ἀπαιτουμένην εἰδικότητα νὰ σκεφθῶσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου καὶ ὅτι ἀπαιτοῦνται πρόσωπα εἰδικὰ, ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῇ, διότι τότε δὲν θὰ κάμνωμεν ἄλλο παρὰ θὰ ψηφοφορῶμεν εἰδικὰς ἐπιτροπάς. Κατὰ συνέπειαν αὔριον θὰ ἔλθῃ καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοργανώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ θὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι τὰ μέλη αὐτῆς δὲν εἶναι εἰδικὰ, καὶ τοιουτοτρόπως καθ’ ἑκάστην θὰ χάνωμεν τὸν καιρόν μας εἰς ψηφοφορίας εἰδικῶν ἐπιτροπῶν. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισεν ἅπαξ καὶ διῄρεσε τὸ Σῶμα εἰς εἰδικὰς ἐπιτροπὰς, ἐκτιμήσασα τὴν εἰδικότητα τῶν ἐκλεχθέντων προσώπων εἰς ἑκάστην ἐπιτροπήν· αἱ εἰδικότητες δὲν εἶναί τι μεταβλητὸν, ὥστε νὰ μεταβάλωμεν σήμερον τὰς ἀποφάσεις μας.
§152ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ εἰπῆτε, τί ἐπράξαμεν ἕως τώρα;
§153ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. (Ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἀναγνώσατε τὸ περὶ συμβάσεως.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ γίνεται συζήτησις ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα πρώτην ἤδη φορὰν ἀναγινώσκονται, τότε δὲν ἐκερδήσαμεν τίποτε, τότε καλλίτερον ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἡμερησίαν διάταξιν κατὰ σειράν. Πρῶτον, περὶ προκαταβολῆς δραχμῶν 165,000 διὰ τὴν κατασκευὴν καλπῶν καὶ σφαιριδίων, τρίτη συζήτησις (θόρυβος).
§155ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Προχωρήσατε εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν (θόρυβος).
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πίστωσις. Ἄρθρον 1. «Ἐπιτρέπεται ἡ ἐκ τοῦ Δημοσίου ταμείου καταβολὴ δραχμῶν ἑκατὸν ἑξήκοντα πέντε χιλιάδων ἀριθ. 165,000, ὑπὸ τὸν τίτλον «προκαταβολαὶ καὶ δάνεια» διὰ τὴν ἀξίαν τῶν κατασκευαζομένων πρὸς χρῆσιν τῶν δήμων τοῦ Κράτους ἐκλογικῶν εἰδῶν καὶ διὰ παρεπόμενα αὐτῶν ἔξοδα. Ἄρθρον 2. «Ἡ πρὸς τὸ Δημόσιον ἀπόδοσις τῆς ἀνωτέρω προκαταβολῆς ἐνεργηθήσεται κατὰ τὸ ἀπὸ 17 Νοεμβρίου Β. Διάταγμα δημοσιευθησόμενον ὑπὸ τοῦ παρόντος Νόμου.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§157ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἀναγνωσθὲν νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὴν τρίτην αὐτοῦ συζήτησιν. Δεύτερον· περὶ συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ τῆς μεγάλης Βρετανίας, ὡς πρὸς τὰς διαφορὰς τῶν Ἰονίων νήσων, (τρίτη συζήτησις)· ἀναγνώσατε τὸ νομοσχέδιον.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§160ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κυπριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§162ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι ἐναντίος εἰς τὴν παραδοχὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ὄχι μόνον ἐγὼ, ἀλλὰ καὶ τὰ μέλη ὅλα τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ἐγνωμοδοτήσαμεν συμφώνως μὲ αὐτὸ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον ἐναντίον τῆς παραδοχῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου. Οἱ λόγοι, Κύριοι, ἐν συντόμῳ, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἐνεκρίναμεν τὴν κύρωσιν αὐτῆς τῆς συνθήκης, εἶναι οἱ ἐφεξῆς. Πρῶτον, διότι συνθῆκαι δὲν γίνονται ὁσάκις πρόκειται περὶ ἰδιωτικῶν διαφορῶν, ἀλλὰ συνήθως γίνονται περὶ ζητημάτων τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ στηρίζονται εἰς ἀμοιβαίας παραχωρήσεις καὶ εἰς ὠφελήματα τὰ ὁποῖα λαμβάνουν τὰ συνθηκολογοῦντα μεταξὺ των ἔθνη. Ἡ προκειμένη συνθήκη, Κύριοι, δὲν ἀφορᾷ παντάπασιν ἀντικείμενα τοῦ διεθνοῦς δικαίου, ἀφορᾷ ἐντελῶς δικαστικὰ ἀντικείμενα, ἀφορᾷ τὴν δικαιοσύνην μεταξὺ Ἰονίων καὶ ὑπηκόων Ἄγγλων, καταδικασθέντων ὑπὸ τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἑλληνικῶν προξενικῶν δικαστηρίων· ἀντικείμενα περὶ τῶν ὁποίων προβλέπει ἡ νομοθεσία μας, ἢ ἐὰν ἔχῃ χάσματα, περὶ αὐτῶν δύναται νὰ προβλέψῃ νόμος τις καὶ ὄχι συνθήκη. Ἡ νομοθεσία μας προβλέπει, ὅτι ὅταν πρόκειται περὶ ἀποφάσεως ἀλλοδαποῦ δικαστηρίου ζητουμένης νὰ ἐκτελεσθῇ ἐν Ἑλλάδι, τότε, ἐὰν μὲν ἐνδιαφέρεται ἡμεδαπὸς, τὸ δικαστήριον ἀπὸ τὸ ὁποῖον ζητεῖται ἡ ἐκτέλεσις, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ τὸ περιεχόμενον τῆς ἀποφάσεως, καὶ ἂν δὲν ἀντίκηται εἰς τοὺς νόμους, τότε περιάπτουν τὸν τύπον τῆς ἐκτελέσεως καὶ ἡ ἀπόφασις ἐκτελεῖται καθ’ ὅλην τὴν περιφέρειαν τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους· ἂν δὲ ἡ ἀπόφασις ἀποβλέπῃ ἀλλοδαποὺς, τότε τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσουν τὸ περιεχόμενον, ἀλλὰ περιάπτουν τὸν τύπον τῆς ἐκτελέσεως, καὶ ἐκτελοῦν τὴν ἀπόφασιν. Αἱ ἀποφάσεις, Κύριοι, τῶν ἐν Τουρκίᾳ προξενικῶν δικαστηρίων τῆς Ἀγγλίας, αἱ ἐκδοθεῖσαι μεταξὺ Ἰονίων καὶ Ἄγγλων, πῶς θεωροῦνται; ὡς ἀποφάσεις ἡμεδαπῶν δικαστηρίων ἢ ἀλλοδαπῶν; ἂν ὡς ἀλλοδαπῶν, τότε τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια θέλουν ἐξετάσει δυνάμει τῆς δικονομίας, ἂν ὁ ζητῶν τὴν ἐκτέλεσιν εἶναι Ἕλλην ἢ ἀλλοδαπὸς, καὶ προκειμένου περὶ Ἕλληνος θέλουν ἐξετάσει ἂν ἡ ἀπόφασις ἀντίκηται εἰς ἡμεδαποὺς ἀπαγορευτικοὺς Νόμους, καὶ κατὰ τὸ ἐξαγόμενον θέλουν κηρύξει ἐκτελεστήν ἢ μὴ τὴν ἀπόφασιν. Ἂν δὲ αἱ ἀποφάσεις αὐτῶν τῶν Ἀγγλικῶν προξενικῶν δικαστηρίων θεωρηθῶσιν ὡς ἀποφάσεις ἡμεδαποῦ δικαστηρίου, τότε δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὗται ἐκτελοῦνται ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, διότι εἶναι ἐντὸς τῆς νομοθεσίας, ἐντὸς τῆς κυριαρχίας ἑκάστου Κράτους νὰ ἐκτελῇ εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην τὰς ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων· τὸ ζήτημα δὲ, ποῖον χαρακτῆρα δύνανται νὰ ἔχουν αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἀγγλικῶν δικαστηρίων, ἠμποροῦν νὰ τὸ φιλονεικήσουν καὶ νὰ τὸ λύσουν οὕτω καὶ ἄλλως. Τινὲς δύνανται νὰ εἴπωσιν, ὅτι τὰ Ἀγγλικὰ προξενικὰ δικαστήρια δὲν ἐδίκαζον ὡς ἐκ τῆς κυρίας ἀποστολῆς των τὰς μεταξὺ Ἰονίων διαφορὰς· ἀλλὰ τὰς ἐδίκαζον, διότι ἡ Ἀγγλία εἶχε καὶ τὸ δικαίωμα τῆς προστασίας ἐπὶ τῶν Ἑπτανησίων, διότι καὶ ἡ Ἑπτάνησος μὴ ἀποτελοῦσα πρὶν αὐτόνομον Κράτος, ἀλλὰ ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Ἀγγλίας διατελοῦσα, δὲν εἶχεν εἰς τὴν Τουρκίαν προξένους καὶ πρέσβεις, ὥστε νὰ ἐξασκῇ καὶ αὐτὴ ἐκεῖνα τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὰ ἄλλα ἔθνη εἰς τὸ νὰ ἔχουν δικαστήρια εἰς τὸ Τουρκικὸν κράτος, δικάζοντα τὰς μεταξὺ τῶν διαφόρων ὑπηκόων διαφοράς. Εὐλόγως, κατ’ ἐμὲ, λέγουν τινὲς, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ἀπὸ τὰ Ἀγγλικὰ προξενικὰ δικαστήρια ἐπὶ διαφορῶν μεταξὺ Ἰονίων ἔχουν τὸν αὐτὸν χαρακτῆρα, τὸν ὁποῖον ἔχουν καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑπτανήσου, τὰς ὁποίας ἐξέδωκαν ταῦτα πρὸ τῆς ἑνώσεως, διότι οἱ Ἑπτανήσιοι ἐδικάζοντο ἀπὸ τὰ προξενικὰ Ἀγγλικὰ δικαστήρια ὡς ὑπὸ τὴν προστασίαν διατελοῦντες, καὶ δι’ ὃν λόγον αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων ἐκείνων δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποφάσεις ἀλλοδαπῶν δικαστηρίων, τοιουτοτρόπως καὶ αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἀγγλικῶν προξενικῶν δικαστηρίων, αἱ μεταξὺ Ἰονίων ἐκδοθεῖσαι, δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποφάσεις ἀλλοδαπῶν δικαστηρίων. Ὅταν λοιπὸν θεωρῶνται ὡς ἡμεδαπῶν δικαστηρίων ἀποφάσεις, εἶναι περιττὸν νὰ συνάψωμεν μετὰ τῆς Ἀγγλίας μίαν συνθήκην διὰ νὰ μᾶς ὑποχρεώσῃ νὰ προστατεύσωμεν τοὺς ὁμογενεῖς μας, διότι τοῦτο τὸ δικαίωμα τὸ ἔχομεν ἡμεῖς, καὶ ὅταν παρουσιασθῇ ἀπόφασις ἀφορῶσα δίκην μεταξὺ Ἰονίου καὶ Ἰονίου, τὸ καθῆκον τῆς Ἑλλάδος εἶναι νὰ ἐκτελέσῃ αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, νὰ σεβασθῇ τὸ δεδικασμένον, νὰ ὑποχρεώσῃ τὸν καταδικασθέντα νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν. Ἐὰν ὅμως, Κύριοι, μὴ παραδεχόμενοι τὰς σκέψεις αὐτὰς, κρίνωμεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῶν Ἀγγλικῶν δικαστηρίων ἐν Τουρκίᾳ πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς ἀποφάσεις ἀλλοδαπῶν δικαστηρίων, τότε πρέπει νὰ ἐφαρμόσωμεν τὰς περὶ τῶν τοιούτων ἀποφάσεων διατάξεις τῆς πολιτικῆς δικονομίας· ὅπως δήποτε ὅμως πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ὁμιλίας μου τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν ἔχει παντάπασιν ἐπιῤῥοὴν, διότι οὔτε οὕτως, οὔτε ἄλλως δὲν ὑπάρχει παντάπασιν ἡ ἀνάγκη μιᾶς συνθήκης διὰ νὰ δώσωμεν τὰ μέσα τῆς ἐκτελέσεως εἰς τὰς ἀποφάσεις. Ἀντιτάττομαι δεύτερον εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προκειμένης συνθήκης, διότι αὕτη παραβιάζει τὴν ἀρχὴν τῆς ἰσότητος· ἂν ᾖναι ἀνάγκη ὥστε ὑπὲρ τῶν Ἄγγλων ὑπηκόων ἡ Ἑλλὰς νὰ δώσῃ ἐγγύησιν, ὅτι τὰς ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐξεδόθησαν ὑπὸ τῶν ἐν Τουρκίᾳ Ἀγγλικῶν προξενικῶν δικαστηρίων κατὰ Ἰωνίων, ἡ Ἑλλὰς ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ τὰς ἐκτελέσῃ ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, τὸ αὐτὸ δικαίωμα ἔχει καὶ ἡ Ἑλλὰς, ἂν διὰ τῶν ἀποφάσεων τῶν Ἀγγλικῶν δικαστηρίων ἐπιδικάζωνται δικαιώματα ὑπὲρ Ἰονίου κατὰ Ἄγγλου, νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὴν Ἀγγλίαν ν’ ἀναλάβῃ τὴν ὑποχρέωσιν ν’ ἀναγνωρίσῃ τὰς ἀποφάσεις καὶ νὰ τὰς ἐκτελέσῃ. Τοιαύτη ὅμως ἀμοιβαιότης δὲν ὑπάρχει ἐντὸς τῆς συνθήκης· δι’ αὐτῆς λαμβάνομεν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσωμεν τὰς ἀποφάσεις τὰς ὑπὲρ Ἄγγλου, Ὀθωμανοῦ, Αὐστριακοῦ κλπ. κατὰ Ἰονίων ἐκδοθείσας, δὲν ἀναλαμβάνει ὅμως οὔτε ἡ Ἀγγλία, οὔτε ἡ Τουρκία, οὔτε ἡ Αὐστρία τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσουν καὶ αὐταὶ τὰς ἀποφάσεις ἐναντίον τῶν ὑπηκόων των, ἂν αὗται ᾖναι ὑπὲρ τοῦ Ἰονίου, ὑπὲρ τοῦ Ἕλληνος. Τρίτον. Ἡ συνθήκη αὐτὴ θέλετε παρατηρήσει, ὅτι παραβιάζει καὶ τὴν ἀρχὴν τῆς μὴ ὀπισθενεργείας τῶν νόμων, παραβιάζει καὶ τὴν ἀρχὴν, ἡ ὁποία καθιεροῖ τὸν σεβασμὸν εἰς τὰ κεκτημένα δικαιώματα. Τὸ ἄρθρον 2 τῆς συνθήκης λέγει· «Αἱ πρωτόκλητοι ἢ ἀνέκκλητοι ὁριστικαὶ ἀποφάσεις αἱ ὑπὸ τῶν Βρεττανικῶν πρωτοδικείων ἢ ἐφετείων ἐν ταῖς ἀνωτέρω ὁριζομέναις περιπτώσεσιν ἐκδοθεῖσαι, ἀλλὰ μὴ ἀποκτήσασαι τὸ κῦρος τοῦ δεδικασμένου μέχρι τῆς ἑνώσεως τῶν Ἰονίων νήσων μὲ τὴν Ἑλλάδα, κηρύττονται προσωρινῶς ἐκτελεσταὶ ὑπὸ τῶν» «Ἑλληνικῶν δικαστηρίων καὶ ἐκτελοῦνται μὴ λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν πάσης προσφυγῆς ἐπὶ τῇ προσαγωγῇ· ὡς πρὸς ἑκάστην ἐξ αὐτῶν ἑνὸς ἐπισήμου ἀπογράφου φέροντος τὴν ἐπιθεώρησιν τοῦ Μεγάλου Πρεσβευτοῦ ἢ τοῦ ἐπιτετραμμένου τῆς Αὐτῆς Βρεττανικῆς Μεγαλειότητος ἐν Κωνσταντινουπόλει, καὶ βεβαιοῦντος ὅτι εἶναι ὁριστικὴ καὶ προσωρινῶς ἐκτελεστὴ, ἀλλὰ ὑποκειμένης εἰς ἔφεσιν ἢ ἀνακοπὴν ἢ ἄλλο ἔνδικον μέσον προσηκόντως προσδιωρισμένον. Ἀλλ’ ἐὰν μετέπειτα προσβληθῶσι διὰ τοῦ ἐνδίκου ἐκείνου μέσου, τὰ Ἑλληνικὰ δικαστήρια ἀποφασίζουσιν.» Ἡ ἀρχὴ αὐτὴ εἶναι λίαν ἐπικίνδυνος καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα διὰ νὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω. Διαφορά τις ἐξεδικάσθη ἐνώπιον τοῦ Ἀγγλικοῦ προξενικοῦ δικαστηρίου τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ διὰ τῆς ἀποφάσεως κατεδικάσθη· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις δὲν ἐκηρύχθη προσωρινῶς ἐκτελεστὴ, διότι, κατὰ τοὺς νόμους τοὺς ἰσχύοντας κατὰ τὴν ἐποχὴν καθ’ ἣν ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις αὕτη, δὲν ὑπῆρχε περίπτωσις προσωρινῆς ἐκτελέσεως. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως ταύτης ὁ καταδικασθεὶς ἔχει τὰ ἔνδικα μέσα τῆς ἀνακοπῆς καὶ τῆς ἐφέσεως, ὡς καὶ τὴν ἐγγύησιν, ὅτι ἂν δὲν δικασθῇ ὁριστικῶς ἡ ἔφεσις, δὲν δύναται νὰ καταναγκασθῇ εἰς τὴν ἐκτέλεσιν. Τί λέγει ἡ συνθήκη; ὅτι αὐτὰς τὰς ἀποφάσεις, καί τοι μὴ τελεσιδίκους, ἡ Ἑλλὰς χρεωστεῖ νὰ τὰς κηρύξῃ προσωρινῶς ἐκτελεστέας, καὶ ἐπομένως νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ Ἑπτανήσιος, ἔστω καὶ ἐρήμην καταδικασθεὶς, ἔστω καὶ ἂν ἔχῃ ἀνακοπὴν, νὰ πληρώσῃ· τί θὰ εἴπῃ τοῦτο; ὅτι δι’ ἑνὸς νόμου μεταβατικοῦ καταστρέφομεν κεκτημένα δικαιώματα καὶ τὰς ἐγγυήσεις τῶν διαδίκων· διότι, ἐὰν ὑπάρχῃ νόμος διὰ τοῦ ὁποίου νὰ δύναται νὰ κηρυχθῇ προσωρινὴ ἐκτέλεσις μιᾶς ἀποφάσεως, ὁ νόμος οὗτος εἶναι σεβαστὸς καὶ ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ἐν τῇ ἀποφάσει· μὴ ὑπάρχοντος ὅμως νόμου, καὶ ἀναδεχόμενοι ἤδη διὰ τῆς συνθήκης νὰ κηρύξωμεν προσωρινῶς ἐκτελεστὰς ὅλας τὰς ἀποφάσεις τῶν Ἀγγλικῶν προξενικῶν δικαστηρίων, δίδομεν ὀπισθενεργὸν δύναμιν εἰς τὸ νομοθέτημα τοῦτο καὶ ἐκθέτομεν εἰς κίνδυνον τὰ δικαιώματα τῶν Ἑλλήνων, διότι οἱ Ἑπτανήσιοι θέλουν καταναγκασθῆ, νὰ ὑποκύψουν ἀμέσως εἰς τὴν ἀπόφασιν. (Θόρυβος). Πῶς εἶναι δυνατὸν ἡ Ἑλλὰς νὰ καταναγκάσῃ τὸν Ἑπτανήσιον νὰ πληρώσῃ εἰς τὸν Ἄγγλον ὑπήκοον, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐξεδόθη ἡ ἀπόφασις, τὰ ἐπιδικασθέντα; Καὶ ἐντούτοις, ἂν ὁ Ἑπτανήσιος ἔκαμεν ἔφεσιν, καὶ ἂν ἡ ἀπόφασις μεταῤῥυθμισθῇ, ὁ Ἑπτανήσιος δὲν θέλει δυνηθῇ νὰ ἀναλάβῃ τὰ πληρωθέντα, διότι ἡ Ἀγγλία δὲν ἀναλαμβάνει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ ἐκτελέσῃ τὰς κατὰ Ἄγγλου καὶ ὑπὲρ τοῦ ἰονίου ἐκδοθείσας ἀποφάσεις. Ἕνεκα τῶν λόγων τούτων θαυμάζω πῶς ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔδωκε πλειοτέραν προσοχὴν εἰς αὐτὴν τὴν συνθήκην, ἀλλὰ μᾶς τὴν ὑπέβαλε καὶ θέλει νὰ τὴν κυρώσωμεν.
§163ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ποῖος εἶναι ὑπογεγραμμένος;
§164ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κύριος Βράϊλας· ἀλλὰ ἦλθον καὶ ἄλλα ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν τὴν ἀκύρωσαν· ἔπρεπε νὰ εὑρεθῇ ἓν ὑπουργεῖον νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ.
§165ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς εὑρέθη εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ἀφοῦ ἐγὼ τὴν ἀπέσυρα;
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἐζήτησε τὸ ὑπουργεῖον.
§167ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Παράπονα ἠγέρθησαν διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ἀποφάσεων καὶ ἡ Ἀγγλία καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐσυμφώνησαν νὰ ἔλθουν εἰς μίαν λύσιν διά τινος συνθήκης· ὡς πρὸς τὴν βάσιν τοῦ διεθνοῦς δικαίου δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι δὲν εἶναι νόμιμον τὰ ἔθνη νὰ ἔρχωνται εἰς συνθήκας δι’ εἰδικὰ συμφέροντα, καὶ ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἓν προηγούμενον, ὅταν ἔκαμε τὰς συνθήκας μεταξὺ Ὀθωμανῶν καὶ Ἑλλήνων ὑπηκόων. Ἡ Συνθήκη ἐγένετο ἀπ’ ἄλλο ὑπουργεῖον, ἐφέρθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἔμεινεν ἐκκρεμὴς μεταξὺ τῶν ἄλλων συνθηκῶν, καθὼς ἡ περὶ ληστείας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ἢ μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Μεγάλης Βρεταννίας. Ἐὰν ὅμως ἡ Συνθήκη ἀναπτύσσῃ ζητήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ βασανισθοῦν, δὲν διστάζω νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν διὰ νὰ φέρῃ μίαν ἔκθεσιν.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνεται λοιπὸν ἡ ἀναβολὴ καὶ ἡ παραπομπὴ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν.
§169Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐὰν πρόκειται νὰ μελετήσῃ ὁ ὑπουργὸς, τὸ ἐννοῶ, ἀλλὰ ἡ ἐπιτροπὴ ἐγνωμοδότησε.
§170ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ, Κ. Πρόεδρε, εἶναι ἄνω ποταμῶν· νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι νὰ κερδίζωμεν καιρὸν χωρὶς νὰ κάμνωμεν τίποτε.
§171ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κανονισμὸς λέγει, ὅτι πρὸ τῆς ἀρχῆς εἴτε μετὰ, τότε στέλλεται εἰς τὴν ἐπιτροπήν.
§172ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μίαν διασάφησιν ζητῶ, Κ. Πρόεδρε, παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Εἰς τὸ ἄρθρον 4 γίνεται μνεία περὶ τῆς Συνθήκης αὐτῆς καὶ ὁρίζεται εἰς 5 ἔτη· δύναται ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν διὰ ποῖον λόγον ἔγινε διὰ 5 ἔτη καὶ ὄχι περισσότερον; αὐτὸ εἶναι πρωτοφανὲς εἰς τὰς Συνθήκας.
§173ΠΑΔΟΒΑΣ. Αὐτὸ τὸ 4 ἄρθρον φέρει μίαν νέαν παραγραφὴν εἰς τὰ δικαιώματα τῶν βουλευτῶν ....
§174ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ἀφοῦ παρέλθουν τὰ 5 ἔτη, ἀνανεοῦται πάλιν.
§175ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἔγινε πρότασις περὶ ἀναβολῆς.
§176ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ τὸ ἀποῤῥίψωμεν, διότι εἶναι αἶσχος, Κ. Πρόεδρε.
§177ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον ζητεῖ νὰ τὸ ἀναβάλῃ· δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ τὸ ἐμποδίσῃ.
§178ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἤξεις, ἀφήξεις, θὰ τὸ κάμωμεν; Τὸ ὑπουργεῖον ἔφερε τὸ κατεπεῖγον καὶ τώρα ζητεῖ τὴν ἀναβολὴν πάλιν;
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς ἀναβολῆς.
§180Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὑπὸ τὸν ῥητὸν ὅρον νὰ τὴν μελετήσῃ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§181ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐσχηματίσαμεν, Κύριοι, μίαν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, διὰ ποῖον λόγον; διὰ νὰ ἐπεξεργάζεται τὰς Συνθήκας τῆς Ἑλλάδος μετὰ τῶν ἄλλων Ἐθνῶν. Ἐγὼ, ἐὰν δὲν φωτισθῶ καταλλήλως ἀπὸ τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν, βεβαίως δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ σχηματίσω μίαν γνώμην.
§182ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης.
§183ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ τελευταῖον τῆς γραφῆς εἶναι αὐτὸ, Κύριοι· τὸ ὑπουργεῖον τὴν ὑποστηρίζει αὐτὴν τὴν Συνθήκην, ναὶ ἢ ὄχι; ὀφείλει ν’ ἀποφανθῇ.
§184ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις.
§185ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἤρχισεν ἡ συζήτησις. Κηρύξατε τὴν ἀμάθειάν σας καὶ τὴν ἀνικανότητά σας, Κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ τότε ὑποχωροῦμεν.
§186ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ὅταν ἐτέθη ἐπὶ τῆς τραπέζης αὐτὴ ἡ συζήτησις, τότε ἐν γνώσει αὐτοῦ τοῦ εἰδικοῦ ἀντικειμένου ἡ Βουλὴ ἀπεφάνθη νὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης, ἥτις καὶ ἐγνωμοδότησε. Τώρα θέλετε νὰ γίνῃ ἄλλη ἀναβολὴ διὰ νὰ σταλῇ εἰς ἄλλην ἐπιτροπήν· αὐτὸ δὲν εἶναι ὀρθόν.
§187ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἤθελα ἁπλῶς νὰ πληροφορηθῶ ἐὰν ἡ γνώμη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δύναται νὰ ἔχῃ κᾀμμίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν πεποίθησιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, ἄλλως εἶναι μάταιον.
§188ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐτυπώθη, Κ. Πρόεδρε, ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Δικαιοσύνης; διότι δὲν ἐλάβομεν τοιαύτην ἔκθεσιν.
§189ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἀντικείμενον, Κύριοι, δὲν εἶναι οὔτε σπουδαῖον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους, οὔτε ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ῥίψωμεν ἀνεξετάστως. Ἐγὼ σᾶς εἶπα μίαν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἔχει καὶ ὁ Κ. Μαρκορᾶς, ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἐσφαλμένη. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ Συνθήκης μεταξὺ ἡμῶν καὶ εὐεργέτιδος Δυνάμεως, δὲν πρέπει ἀνεξετάστως νὰ τὴν ῥίψωμεν, πρέπει νὰ συλλογιζώμεθα καὶ τὰς συνεπείας. Λοιπὸν ἔρχεται τὸ ὑπουργεῖον καὶ μᾶς λέγει, καθὼς εἶπε καὶ τὸ προκάτοχον, ἀποσύρω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, διότι ἔχω ἀνάγκην νὰ τὸ σκεφθῶ. Ἡμεῖς λέγομεν συγχρόνως νὰ φωτισθῶμεν καὶ ἀπὸ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν. Δύναται νὰ μᾶς βλάψῃ αὐτό; Ἐὰν ὅμως ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη μελετήσῃ καὶ φέρῃ μίαν γνώμην, ἥτις νὰ ἑνωθῇ μὲ τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης, τί βλάπτει;
§190ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅπως ὀφείλομεν νὰ ὑποληπτώμεθα τὰ μέλη τῆς μιᾶς ἐπιτροπῆς, οὕτω καὶ τὰ τῆς ἄλλης. Ἀφοῦ ἅπαξ ἐστάλη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπὴν τῆς Δικαιοσύνης καὶ ἀπεφάνθη αὕτη, ἂν θελήσωμεν δὲ νὰ τὴν στείλωμεν εἰς τὴν ἄλλην, φαίνεται ὅτι ἀποδοκιμάζομεν τὴν γνώμην της καὶ τὴν σύνεσίν της.
§191ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἔκθεσις δὲν ἐτυπώθη οὔτε διενεμήθη.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, θὰ θέσω τὸ ζήτημα περὶ ἀναβολῆς.
§193ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω τὸ δεύτερον ζήτημα, ἐὰν ἡ Βουλὴ θεωρῇ ἀναγκαῖον νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν.
§195ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, Κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν πρὶν ἡ Κυβέρνησις τὴν υἱοθετήσῃ καὶ τὴν φέρῃ· ἐπειδὴ ὅμως ἀνεβλήθη διὰ νὰ σκεφθῇ ἴσως καὶ λάβῃ καμμίαν συνέντευξιν, διὰ νὰ φέρῃ τροπολογίαν τινα, πρὶν τῆς ἐργασίας ταύτης, νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀνακόλουθον. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τὴν παραδέχεται, ἡ δὲ Κυβέρνησις τὴν ἀποκρούει.
§196ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Καμμία ἔκθεσις δὲν ὑπάρχει (θόρυβος.)
§197ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πολλάκις ἔγινε λόγος, τί ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις τὴν ὁποίαν προήδρευον· καὶ ἐπειδὴ ἔκαμε λόγον περὶ τούτου καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἀναγκάζομαι νὰ εἴπω δύω λέξεις. Ὅταν ἦλθεν αὐτὴ ἡ συνθήκη, δὲν ἐδίστασα νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν γνώμην μου· καὶ εἶπον, ὅτι εἰς τὴν μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας περὶ ληστείας Συνθήκην εὑρίσκω ἕνα ὅρον ἀφορῶντα τὴν παράβασιν, ὅρον τὸν ὁποῖον δὲν δύναμαι νὰ τὸν ἀποδεχθῶ ἀμέσως, καὶ ἔχω ἀνάγκην νὰ ἐπανέλθω εἰς τὰς συζητήσεις τὰς γενομένας μεταξὺ τῶν δύω Κυβερνήσεων καὶ τότε νὰ ἔλθω εἰς μίαν γνώμην. Δεύτερον εἶπον, ὅτι ὑπάρχει μία σύμβασις μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀγγλίας, ἀφορῶσα τὰς δίκας μεταξὺ Ἰονίων καὶ Ἰονίων ἢ Ἰονίων καὶ ξένων, καὶ εἶπον ὅτι εὑρίσκω μίαν κηδεμονίαν τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ ἄλλην ἐπικράτειαν καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν τὴν συνθήκην ταύτην νὰ τὴν ὑποστηρίξω πρὶν προηγουμένως κάμω ἐργασίαν τινὰ, καὶ διὰ τοῦτο τὴν ἀποσύρω. Αὐτὴ ἦτο ἡ διαγωγή μου καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὴ συγχύζηται, ἡ διαγωγὴ ἐκείνη μὲ πράξεις ἄλλων. Ἤδη νομίζω ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἡ σημερινὴ καθὼς καὶ πᾶσα Κυβέρνησις πρέπει πρῶτον νὰ μορφώσῃ μίαν ἰδέαν περὶ μιᾶς συμβάσεως διεθνοῦς, καὶ ἀφοῦ τὴν τελειώσῃ σύμφωνα μὲ τὰς ἀρχὰς καὶ τὰς πεποιθήσεις της, τότε νὰ τὴν φέρῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑπὸ ψηφοφορίαν, ἡ δὲ Βουλὴ θὰ παραπέμψῃ αὐτὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἢ θὰ τὴν συζητήσῃ ἀμέσως. Διὰ τοῦτο εἶπα, ὅτι νομίζω ἀνακόλουθον καὶ ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ νὰ θεωρῶμεν τὴν συνθήκην ταύτην ὑπὸ συζήτησιν καὶ ἑπομένως νὰ τὴν παραπέμψωμεν εἰς μίαν προπαρασκευαστικὴν ἐργασίαν, ἐνῷ ὁ ὑπουργὸς δὲν ἦλθε νὰ μᾶς εἴπῃ ἂν τὴν δέχεται καὶ ἂν θέλῃ νὰ ἐπικυρωθῇ ἢ ὄχι.
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν, ἐὰν θέλῃ νὰ παραπέμψῃ τὴν προκειμένην σύμβασιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν· οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραπομπὴν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν περὶ παραπομπῆς πρότασιν. — «3. Περὶ ταχυδρομικῆς συμβάσεως μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἰταλίας» (Ἀναγινώσκεται). Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§199ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀναγνωσθεῖσαν σύμβασιν διὰ δευτέραν συζήτησιν. — «4. Περὶ ὁμοίας μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας ὡς πρὸς τὴν καταστολὴν τῆς ληστείας.»
§201ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον ὑποστηρίζει αὐτὴν τὴν συνθήκην;
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται. «Ἄρθρον 1. Τὰ δύω ὑψηλὰ συμβαλλόμενα μέρη ὑποχρεοῦνται νὰ μὴν ἀφίνωσι νὰ σχηματίζωνται, μήτε νὰ διαμένωσιν ἐντὸς τῶν σχετικῶν ἐπικρατειῶν των συμμορίαι ἔνοπλοι, αἵτινες σκοπὸν ἤθελον ἔχει τὴν ἐξάσκησιν τῆς ληστείας, εἴτε ἐν τῇ μιᾷ εἴτε ἐν τῇ ἄλλῃ ἐπικρατείᾳ, καὶ νὰ καταβάλλωσι πᾶσαν προσπάθειαν, ἕκαστον ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας Αὐτοῦ, πρὸς καταδίωξιν καὶ σύλληψιν τῶν λῃστῶν, οἵτινες ἤθελον διαβῆ τὰ μεθόρια, ἐρχόμενοι ἐκ τοῦ ἄλλου Κράτους.»
§203ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ἀκούσωμεν τὸ 6 ἄρθρον.
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ ἄρθρον 6. «Ἄρθρον 6. Οἱ λειποτάκται τῶν διαφόρων στρατιωτικῶν σωμάτων, οἵτινες ἤθελον προσφύγει εἰς τὸ ἔδαφος τῆς ἑτέρας ἐπικρατείας, θέλουσι συλλαμβάνεσθαι καὶ ὁδηγεῖσθαι ὑπὸ στρατιωτικὴν φρουρὰν εἰς τὸν πλησιέστερον σταθμὸν τὸν κατεχόμενον ὑπὸ στρατιωτικοῦ ἀποσπάσματος τῆς δυνάμεως, εἰς ἣν ἀνήκουσι, καὶ παραδίδεσθαι εἰς τὸν τοῦ εἰρημένου σταθμοῦ διοικητὴν, ὅστις θέλει δίδει ἀπόδειξιν τῆς παραδόσεως ταύτης εἰς τὸν ἀξιωματικὸν τὸν ὁδηγήσαντα αὐτούς. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ ἀπόδοσις θέλει γίνεσθαι μετὰ τῶν ὅπλων, ἵππων, ἐφιππίων, ἐνδυμάτων καὶ ὅλων ἐν γένει τῶν λοιπῶν πραγμάτων, ὅσα ἔφερον οἱ λειποτάκται, ἢ ὅσα εὑρέθησαν ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν σύλληψίν των.»
§205ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω πρῶτος τὸν λόγον τὴν Τετάρτην, κ. Πρόεδρε.
§206ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν, κ. Πρόεδρε, ὅτι εἰς αὐτὴν τὴν συνθήκην ὑπάρχει μία ἰδιαιτέρα διαδήλωσις τῆς Τουρκίας πρὸς τὴν Ἑλλάδα, ἥτις χρησιμεύει εἰς ἑρμηνείαν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη, διὰ νὰ ἐλαττωθῇ ἡ δύναμις τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἀναδέχεται ἡ Ἑλλὰς, νὰ παραδίδῃ τοὺς λειποτάκτας· ἡ Τουρκία ἔκαμε μίαν διαδήλωσιν πρὸς τὴν Ἑλλάδα ὅτι οὐδέποτε θέλει ἔχει εἰς τὸν στρατόν της τῶν μεθορίων παρὰ μόνον μουσουλμάνους. Ἐννοεῖται λοιπὸν ὅτι πρέπει ἐπίσης νὰ ὑποβληθῇ τοῦτο εἰς τὴν Βουλὴν, διότι βλέπω ὅτι χρησιμεύει πολὺ ἵνα παραστήσῃ ἀκριβῶς ποία εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ ἄρθρου.
§207ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν). Μάλιστα, τοιαύτη διαδήλωσις ὑπάρχει. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ποτὲ δὲν ἤθελεν ἐπικυρώσει μίαν σύμβασιν τοιαύτην, ἥτις... (θόρυβος), διότι πιθανὸν νὰ ᾖναι καὶ Χριστιανοί, οἱ ὁποῖοι νὰ παρακολουθῶνται ἀπὸ Ἕλληνας Χριστιανούς· διὰ τοῦτο ἐτέθη αὐτὴ ἡ δήλωσις, ὥστε νὰ μὴ σύγκειται ὁ στρατὸς ὁ Τουρκικὸς παρὰ ἀπὸ Ὀθωμανούς.
§208ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὸν κ. ὑπουργὸν νὰ μᾶς διαφωτίσῃ ἐὰν ἡ Τουρκία ἔχῃ τοιαύτας συνθήκας καὶ μὲ τὰ ἄλλα ὅμορα χριστιανικὰ Κράτη· διότι νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ σπεύσωμεν ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σπουδαίου, καὶ διὰ τοῦτο ἦτο καλὸν ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δευτέρα συζήτησις.
§210ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν καὶ ταχύτατα· σήμερον βεβαίως δὲν εἶναι καιρός· ἀλλὰ τὴν τετάρτην κατὰ τὴν συζήτησιν θὰ λάβω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, καθ’ ὅσον εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον καὶ κατεπεῖγον νὰ γίνῃ σύμβασις μεταξὺ ἡμῶν καὶ τῆς Τουρκίας· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι συμφέροντα σπουδαῖα τοῦ τόπου πρέπει νὰ κανονισθῶσι.
§211ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὰ συμφέροντα, προτιμότερον εἶναι ν’ ἀναβληθῇ.
§212ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρόκειται περὶ δευτέρας συζητήσεως.
§213ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔστω καὶ δευτέρα.
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε λοιπὸν τὴν ἀναβολὴν τῆς δευτέρας συζητήσεως;
§215ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μάλιστα.
§216Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ὁ Κύριος Κουντουριώτης ἐπρότεινε τὴν ἀναβολὴν μὲ σκοπὸν νὰ φέρῃ ὁ ὑπουργὸς τὰς συνθήκας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἔχει κάμει ἡ Τουρκία μὲ τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας· καὶ ἐπειδὴ ἡ τρίτη συζήτησις θὰ γίνῃ τὴν τετάρτην, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ φέρῃ αὐτὰς τὰς συνθήκας.
§217ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀναβολῆς διὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν τὶ λέγετε;
§218ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἐπιμένει κἀνείς.
§219ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀναγνωσθεῖσαν σύμβασιν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν.— «έ) Περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου.»
§220ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι καιρὸς νὰ τὸ ἀναβάλωμεν.
§221ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· νὰ τὸ συζητήσωμεν τώρα.
§222ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν εἶπεν, ἂς περάσῃ ἡ δευτέρα καὶ εἰς τὴν τρίτην κάμνομεν τὴν τακτικὴν συζήτησιν· σήμερον λοιπὸν εἶναι ἀρχὴ καὶ δὲν προφθάνομεν.
§223ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον εἶναι νὰ συζητήσωμεν, διὰ νὰ ἀκούσω καὶ ἐγὼ τὰς ἀντιῤῥήσεις τὰς ὁποίας ἔχετε.
§224ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὰς ἀκούετε τὴν Δευτέραν.
§225ΠΑΔΟΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐλπίζω ὅτι ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ ἤδη παρῆλθε τόσος χρόνος, δὲν θέλει ἔχει δυσκολίαν νὰ ἀναβάλῃ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον διὰ δύω ἡμέρας ἀκόμη· δὲν εἶναι συντέλεια τοῦ αἰῶνος. Δὲν εἴμεθα οἱ Ἑπτανήσιοι εἰς κατάστασιν νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ σήμερον, ἔτι μᾶλλον ἀφοῦ ἐτέθησαν εἰς τὸν κατάλογον τῆς ἡμερησίας διατάξεως 26 ἀντικείμενα. Καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ σοβαρωτάτου ἀντικειμένου διὰ τὴν Ἑπτάνησον, νομίζω ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιτρέψει αὐτὴν τὴν μικρὰν ἀναβολὴν μιᾶς ἢ δύω ἡμερῶν. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἐξακολουθήσῃ τὴν συζήτησιν ταύτην, ἡμεῖς θέλομεν τηρήσει ἄκραν σιωπὴν καὶ αἱ συνέπειαι ἂς ἦναι κατὰ τοῦ αἰτίου· δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ἡ Ἑπτάνησος πρόκειται νὰ βαρυνθῇ μὲ 12,000 λίρας τὸν χρόνον (θόρυβος).
§226ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ προτείνεται ἡ ἀναβολὴ, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλήν.
§227ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐγὼ ἀναχωρῶ (θόρυβος.)
§228ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐδῶ νὰ μείνετε νὰ συζητήσωμεν.
§229ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν πρόκειται νὰ ἔχωμεν καὶ μέρη τῆς Ἑλλάδος προνομιοῦχα· (πολλοὶ τῶν Ἑπτανησίων ἀναχωροῦν).
§230ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία θ’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπει νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις. Οἱ θέλοντες νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις..... (θόρυβος.)
§231Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρόκειται περὶ φορολογικοῦ νομοσχεδίου καὶ....... (θόρυβος.)
§232ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ. Ὅταν ἐπρόκειτο τὴν δευτέραν φορὰν νὰ συζητηθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὁ Κ. Ἰακωβάτος εἶπεν, ὅτι ἦτο ἑτοιμότατος νὰ συζητήσῃ καὶ ἐζήτησε τὸν λόγον. Κατόπιν, ἀφοῦ τοῦ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι ἦτο ἡ δευτέρα ἀνάγνωσις καὶ ὅτι ἠδύνατο νὰ ἀγορεύσῃ εἰς τὴν τρίτην, ἀπεχώρησε· θὰ εἴπῃ λοιπὸν, ὅτι ἦτο τότε ἕτοιμος, σήμερον ὅμως προκαλούμενος νὰ συζητήσῃ λέγει, ὅτι δὲν εἶναι ἕτοιμος. Τοῦτο εἶναι μία ἀντίφασις πρὸς ἑαυτόν.
§233ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ὥρα.
§234ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ τελειώσῃ ἀπόψε.
§235Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀνεφέρατε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ὅταν πρόκειται νὰ ῥίψωμεν ὑπουργεῖα, ἀνάπτομεν τὰ φῶτα. Σᾶς λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· ἀνάψαμεν τὰ φῶτα ἀφοῦ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ἐσυζητήσαμεν καὶ ἐπρόκειτο νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ τέλος τῆς ψηφοφορίας. Ἤδη ὅμως πρόκειται ν’ ἀρχίσωμεν, καὶ δὲν δυνάμεθα ν’ ἀρχίσωμεν, διότι εἶναι ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον τροποποιεῖ ὑπάρχοντας νόμους, ἐπιβάλλει φόρους καὶ φόρους ὅλως διόλου νέους· ἐπειδὴ δὲ δὲν ἐγένετο κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν ἀνάγνωσιν συζήτησις .........
§236ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς σᾶς ἐμπόδισε;
§237ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Διότι ἐσυνειθίσαμεν νὰ περιοριζώμεθα εἰς ἁπλᾶς ἀναγνώσεις. Ἤδη ἂν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις τοῦ νομοσχεδίου, εἶναι ὅλως διόλου ἀνωφελής. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ συνεδρίασιν. Ὑποθέσατε ἤδη, ὅτι ἔλαβέ τις τὸν λόγον, μετὰ ἡμίσειαν ὥραν ἐνύκτωσε, θὰ φύγωμεν τότε;
§238ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δι’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἔπεσε τὸ ὑπουργεῖον τῆς σπατάλης καὶ τῆς ἀσωτείας. (Ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος.)
§239ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ συζητήσωμεν τὰ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζει τὸ ὑπουργεῖον· προφάσεις καὶ ἀντεγκλήσεις δὲν πρέπει νὰ προτείνωνται· ἔχομεν συμφέρον ὅλοι ἐν ὁμονοίᾳ νὰ συζητήσωμεν. Ἐγὼ, κύριοι, καθὸ ἀσθενὴς ἤθελον νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἤκουσα τὴν λέξιν, ὅτι ὅταν πρόκειται νὰ ῥίψωμεν ὑπουργεῖα ἀνάπτομεν τὰ φῶτα, διὰ τοῦτο, ἂν καὶ ἀσθενής, προτείνω νὰ μείνωμεν ἐνταῦθα νὰ συζητήσωμεν.
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὴν πρότασιν. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ λυθῇ ἡ συνεδρίασις παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι), ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη. Ἀκούσατε τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ νομοσχεδίου ..... (θόρυβος).
§241ΠΑΔΟΒΑΣ. Σημειώτατε εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἀναχωρῶ.
§242ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὥρα σου καλή. (θόρυβος· θορυβώδεις συνδιαλέξεις).
§243ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅ,τι συμφέρει εἰς ἕνα κόμμα, ἐκεῖνο θέλει καὶ νὰ γίνῃ. Ποῦ εἶναι ἡ ἀναφορὰ τοῦ Μητροπολίτου Ζακύνθου ...; (θόρυβος). Ἤδη μᾶς προκαλεῖτε νὰ συζητήσωμεν· δὲν εἶναι ὥρα (θόρυβος παρατεταμένος).
§244ΖΩΤΟΣ. Τί θὰ κάμωμεν συζητοῦντες ἡμίσειαν ὥραν, καὶ τοῦτο κάμνοντες νὰ φαινώμεθα, ὅτι πιέζομεν συναδέλφους πολυτίμους, τοὺς ἑπτανησίους; Προτείνω νὰ ἀποσυρθῇ ἡ ἰδέα, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις. Ὁ Κ. Παδοβᾶς ὁμιλεῖ μετ’ ἀγανακτήσεως, ἀλλ’ ἐν τῷ μέσῳ τῶν φωνῶν καὶ τοῦ σάλου, ὅστις ἠγέρθη, δὲν ἀκούεται εὐκρινῶς.
§245ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἡ πλειονοψηφία ἡ μυστηριώδης τῶν 5 ἀριθμῶν, ἥτις ἔκαμε τὴν ἕνωσιν. Ἡ ὑπόθεσις τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος δὲν ἐτελείωσεν εἰσέτι. Ἀκούετε! σᾶς τὸ λέγω ἐγώ! ὑπηρετεῖτε σεῖς ἕνα κόμμα Ἰησουϊτικόν ....... (ἐγείρονται πολλοὶ τῶν ΚΚ. βουλευτῶν κατὰ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, θόρυβος γενικός, ἀποδοκιμασίαι ἐκ τῆς δεξιᾶς πτέρυγος).
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύω τὴν συνεδρίασιν, ὥρᾳ 4 Μ. Μ.