1865.11.16
1,622 rows · 13,358 words · 117 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 66.
Τῆς 16 Νοεμβρίου 1865.
(Τρίτη.)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου τῶν Κ.Κ. βουλευτῶν, καὶ εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντιλέγει τις ὡς πρὸς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σωτηρόπουλος κάμνει τὴν παρατήρησιν, ὅτι δὲν εἶπεν χθὲς, ὅτι ὁ παυθεὶς ταμίας κ. Κουρκουτᾶς, παρέδωκε τὸ ταμεῖον εἰς τὸν διάδοχόν του ἐλεύθερον πάσης ὑπερβάσεως, διότι τὰ πρακτικὰ ἀναφέρουν οὕτω, ἀλλὰ λέγει, ὅτι εἶπεν, ὅτι παρέδωκε τὸ ταμεῖον ἀνελλιπές. Λοιπὸν παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ διορθωθῶσι τὰ πρακτικὰ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα· δὲν ἀντιλέγει τις.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Κέας κ. Λαζαρέτος ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως σχολαρχείου εἰς Κέαν, πρωτεύουσαν τῆς ὁμωνύμου ἐπαρχίας. Ὁ βουλευτὴς Λοκρίδος κ. Παπαλουκᾶς ὑπέβαλε πρότασιν νόμου περὶ συστάσεως δύω εἰρηνοδικείων εἰς τὴν ἐπαρχίαν Λοκρίδος. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§6ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πᾶσα κυβέρνησις, εἴτε ἐν συνόλῳ, εἴτε ἕκαστον μέρος αὐτῆς, ὀφείλει νὰ παρουσιάζηται μὲ ἰδέας εὐκρινεῖς καὶ καθαρὰς εἰς τὸ κοινοβούλιον. Ἓν τῶν μελῶν τοῦ ὑπουργείου, ὁ φίλος μου κ. Ἀντωνόπουλος, ἀπετέλει μέρος τοῦ ὑπουργείου Βούλγαρη· τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ παραιτηθῇ διὰ μίαν σπουδαίαν κατ’ αὐτὸ αἰτίαν. Ὁ κ. Ἀντωνόπουλος δὲν διεφώνησε παντάπασιν εἰς τὸ ζήτημα ἐκεῖνο περὶ λήξεως τῆς Συνόδου τῆς Βουλῆς, καὶ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας λαμβάνει μέρος εἰς ἕτερον ὑπουργεῖον. Ἐπιθυμῶ νὰ μάθω ἂν ὁ κ. Ἀντωνόπουλος μένῃ εἰς τὴν ἰδέαν, ἣν εἶχε περὶ τῆς λήξεως τῆς ἀ. Συνόδου τῆς Βουλῆς, ἢ μετέβαλεν αὐτὴν, διὰ νὰ γνωρίσωμεν τί τρέχει καὶ ἂν ὑπάρχῃ ἑνότης εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§7ΖΑΪΜΗΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Ὁ κ. Ἀντωνόπουλος δὲν εἶναι παρὼν διὰ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς αὐτὸν ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος· καθ’ ὅσον δὲ ἀποβλέπει τὴν ἑνότητα λέγω, ὅτι ἡ ἑνότης καὶ ἡ ὁμοφωνία ὑπάρχει εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, καὶ σήμερον ἢ αὔριον τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον θὰ προτείνῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὰ μέτρα, δι’ ὧν νομίζει, ὅτι θέλει καταδείξει τὴν ἑνότητά του. Ἂς ἔχῃ ὀλίγην ὑπομονὴν καὶ ἐντὸς ὀλίγου θέλει πληρέστατα ἱκανοποιηθῆ.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 19. «Ὁμοία περὶ ἐπιβολῆς προσθέτων φόρων πρὸς κατασκευὴν προκυμαιῶν κτλ.» Πρόκειται περὶ τῆς ἀρχῆς.
§9ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεως διὰ κατασκευὴν προκυμαιῶν συνέταξεν ἴδιον νομοσχέδιον, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι εἶναι μέγα ἄδικον νὰ ἀνασταλῇ ἡ ἰδική μου πρότασις, ἀφοῦ ὅλα εἶναι τετελεσμένα καὶ ἀφοῦ καὶ ἡ ἰδία ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου συνέταξεν ἔκθεσιν, δι’ ἧς παραδέχεται τὴν πρότασιν. Εἶναι λοιπὸν μέγα ἄδικον, ἀφοῦ εἶναι ὅλα τετελεσμένα καὶ πολλαὶ πράξεις πρὸ πολλῶν χρόνων ὑπάρχουν τῶν δημοτικῶν συμβουλίων περὶ κατασκευῆς τῆς προκυμαίας, αἱ δὲ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις οὐδὲν ἔπραξαν, νὰ ἀνασταλῇ. Διὰ ταῦτα θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ συζητήσῃ αὐτὴν τὴν πρότασιν.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προτείνετε μαζῆ μὲ τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συζητηθῇ καὶ ἡ ἰδική σας; ἑπομένως κατὰ τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συμπεριληφθῇ καὶ αὕτη;
§11ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§12ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ κυρίου Πετροπουλάκη ὑπέβαλον καὶ ἄλλοι ὁμοίας φύσεως προτάσεις. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο καλλίτερον ἀντὶ νὰ ἐνασχοληθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ψήφισιν εἰδικῶν νομοσχεδίων, νὰ συνταχθῇ ἓν γενικὸν νομοσχέδιον. Τὴν ἰδέαν τῆς ἐπιτροπῆς παρατηρῶ ὅτι ἠκολούθησε καὶ ἡ Κυβέρνησις, διότι μετ’ ὀλίγας ἡμέρας ὁ ὑπουργὸς κ. Λομβάρδος ὑπέβαλεν ἑτέραν ὁμοίαν πρότασιν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων καὶ νὰ στείλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὅλας τὰς προτάσεις, ἤτοι τὰς γενικὰς προτάσεις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, συγχρόνως δὲ καὶ ὅλα τ’ ἄλλα νὰ σταλῶσι, καὶ τὰ ψηφίσματα τῶν δημοτικῶν συμβουλίων κτλ. νὰ σκεφθῇ δὲ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἂν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ κάμῃ ἕνα γενικὸν νόμον, νὰ ἑτοιμάσῃ εἰδικοὺς νόμους καὶ νὰ στείλῃ ἐδῶ τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν.
§13ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ ὑφίσταται ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἐκθέσω ἐκ τοῦ βήματος, ἂν μοὶ ἐπιτρέψῃ ἡ Βουλὴ, παρακαλῶ νὰ προταχθῇ αὕτη, καὶ ἂν πρόκειται νὰ γίνῃ γενικὸς νόμος δὲν ἀντιλέγω.
§14ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις ἂς γίνῃ δεκτὴ ἡ ἀρχὴ καὶ τῆς γενικῆς καὶ τῆς μερικῆς.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς;
§16ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ;
§18Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸν ἀριθμὸν 36 τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὑπάρχει πρότασις τοῦ κ. Θεοχάρη «περὶ διοικήσεως τῶν δήμων ἐν ἐλλείψει δημάρχων, παρέδρων κτλ» Ἡ πρότασις αὕτη σκοπὸν ἔχει τὸ νὰ ἀκυρώσῃ τὸ ψήφισμα τῆς προσωρινῆς κυβερνήσεως. Προτείνω λοιπὸν καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὸ κατεπεῖγον, ὥστε νὰ συζητηθῇ κατὰ προτίμησιν, ἐπειδὴ εἶναι ἀνάγκη.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ νὰ προταχθῇ ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Πετροπουλάκη διὰ τὴν ἀρχὴν, θέλομεν πρῶτον ἀποφασίσει περὶ αὐτῆς. (Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Γυθείου Πετροπουλάκη.)
§20ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ ἀναγνωσθῇ, ἐπειδὴ ἡ πρότασις αὕτη εἶναι συμφυὴς μὲ τὴν ἄλλην, καὶ ἑπομένως εἴπομεν, ὅτι ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ σταλῶσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς τῆς προτάσεως τοῦ Βουλευτοῦ Γυθείου Λ. Δ. Πετροπουλάκη περὶ κατασκευῆς προκυμαίας τοῦ λιμένος Γυθείου, ἀνεγέρσεως φάρου καὶ κατασκευῆς γεφύρας τοῦ ποταμοῦ Πασαβᾶ;
§22ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ προηγηθῇ ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Θεοχάρη περὶ διοικήσεως τῶν δήμων ἐν ἐλλείψει παρέδρων, δημάρχων κτλ.;
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις· εἶναι πρώτη συζήτησις. Τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἐτροποποίησεν αὐτὴν τὴν πρότασιν· θέλετε νὰ ἀκούσητε καὶ τὴν πρότασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας;
§26ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει ἀναγνωσθῆ (ἀναγινώσκεται). Ἄρθρον μοναδικόν. «Ἂν μέχρι τῆς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 19 Νοεμβρίου 1864 ΥΙΓʹ. νόμου ἐγκαταστάσεως τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους χηρεύσωσιν ἔν τινι δήμῳ ἕνεκα φυσικῶν ἢ νομίμων αἰτιῶν ἥ τε θέσις τοῦ δημάρχου καὶ αἱ τῶν δημαρχικῶν παρέδρων, ἡ διοίκησις τοῦ δήμου ἀνατίθεται εἰς ἐκεῖνον τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν συμβούλων, ὅστις κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἐξ ἧς ἀνεδείχθη, ἔλαβε τὰς περισσοτέρας ψήφους. «Ἐὰν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον δὲν ὑφίσταται πλέον ἕνεκα φυσικῶν ἢ νομίμων λόγων, ἡ διοίκησις τοῦ δήμου κατὰ τὸ εἰρημένον χρονικὸν διάστημα ἀνατίθεται εἰς ἐκεῖνον τῶν ἐκ τοῦ δήμου ἐκλελεγμένων ἐπαρχιακῶν συμβούλων, ὅστις ἔχει τὰς περισσοτέρας ψήφους.» Ἀλλ’ ἡ μειοψηφία ἐγνωμοδότησεν, ἵνα ἐν τοῖς δήμοις, ἐν οἷς χηρεύουσιν ἥ τε θέσις τοῦ δημάρχου καὶ αἱ τῶν δημαρχιακῶν παρέδρων ἐνεργῆται νέα ἐκλογὴ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τῆς 19 Νοεμβρίου 1864, ἐξ ἧς νὰ ἀναδειχθῶσιν οἱ διοικήσοντες τὸν δῆμον μέχρι τῆς διὰ τῶν γενικῶν ἐκλογῶν ἀναδείξεως τῶν ὁριστικῶν δημοτικῶν ἀρχῶν· κατὰ δὲ τὸ διάστημα, καθ’ ὃ θέλει ἐνεργεῖσθαι ἡ προσωρινὴ ἐκλογή, μέχρις οὗ ἀναδειχθῇ ὁ προσωρινῶς διοικήσων τὸν δῆμον, ἡ διοίκησις τοῦ δήμου νὰ ἀνατεθῇ εἰς πρόσωπον ἕλκον τὴν καταγωγήν του ἐκ τῆς ἐκλογῆς τοῦ δήμου. Συνεφώνησε δὲ μετὰ τῆς πλειοψηφίας, ἵνα προσδιορισθῇ ὡς τοιοῦτον τὸ μέλος ἐκεῖνο τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὰς περισσοτέρας ψήφους· καὶ ἂν τοιοῦτον δὲν ὑπάρχῃ, εἰς τὸ ἐκ τοῦ δήμου ἐκλελεγμένον μέλος τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου. Διὰ ταῦτα ἡ μειοψηφία ἐγνωμοδότησεν, ἵνα ἀντὶ τοῦ μοναδικοῦ ἄρθρου συνταχθῶσι τὰ ἑξῆς τρία ἄρθρα. «Ἄρθρ. 1. Ἂν μέχρι τῆς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 19 Νοεμβρίου 1864 ΥΙΓʹ. νόμου ἐγκαταστάσεως τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους χηρεύσωσιν ἔν τινι δήμῳ, ἕνεκα φυσικῶν ἢ νομίμων αἰτιῶν, ἥ τε θέσις τοῦ δημάρχου καὶ αἱ τῶν δημαρχικῶν παρέδρων, διατάσσεται ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐντελοῦς χηρείας αὐτῶν νέα ἐκλογὴ πρὸς ἀνάδειξιν τῶν προσωρινῶς κληθησομένων εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἀρχὴν τοῦ δήμου.» «Ἄρθρον 2. Ἡ εἰδικὴ αὕτη ἐκλογὴ ἐνεργεῖται κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἀπὸ 19 Νοεμβρίου 1864 ΥΙΓʹ νόμου· οἱ δὲ ἐκ ταύτης ἀναδειχθέντες ἐκπληροῦσι τὰ ἔργα τῆς θέσεως, δι’ ἣν ἐξελέχθησαν, προσωρινῶς μέχρι τῆς διὰ τῶν ἐνεργηθησομένων δημοτικῶν ἐκλογῶν ἐγκαταστάσεως τῶν νέων δημοτικῶν ἀρχῶν.» «Ἄρθρον 3. Κατὰ τὸ ἀπὸ τῆς ἐντελοῦς χηρείας τῶν θέσεων τοῦ δημάρχου καὶ τῶν παρέδρων μέχρι τῆς διὰ τῆς εἰδικῆς ἐκλογῆς ἀναδείξεως τῶν προσωρινῶς πληρωσόντων τὰς χηρευούσας θέσεις χρονικὸν διάστημα, ἡ διοίκησις τοῦ δήμου ἀνατίθεται εἰς ἐκεῖνον τῶν ὑπαρχόντων δημοτικῶν συμβούλων, ὅστις κατὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, ἐξ ἧς ἀνεδείχθη, ἔλαβε τὰς περισσοτέρας ψήφους.» «Ἐὰν τὸ δημοτικὸν συμβούλιον δὲν ὑφίσταται πλέον ἕνεκα φυσικῶν ἢ νομίμων λόγων, ἡ διοίκησις τοῦ δήμου κατὰ τὸ εἰρημένον χρονικὸν διάστημα ἀνατίθεται εἰς ἐκεῖνον τῶν ἐκ τοῦ δήμου ἐκλελεγμένων ἐπαρχιακῶν συμβούλων, ὅστις ἔχει τὰς περισσοτέρας ψήφους.»
§28ΤΙΝΕΣ. Αὐτὴ εἶναι καλλιτέρα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ διατυπωθὲν νομοσχέδιον ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας; Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§30ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατὰ τὴν πρώτην αὑτοῦ συζήτησιν. «Περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον.» Ἄρθρον μόνον. «Τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐπισκοπικὰ κτήματα καὶ τὰ τῶν διατηρουμένων ἢ κατηργημένων μονῶν, ὡς μὴ ὄντα μηδὲ ὑπάρξαντα πώποτε ἰδιοκτησία δημοσία ἢ δημοτικὴ, ἀποδίδονται, δυνάμει τῆς περὶ ἑνώσεως συνθήκης, εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῆς οἰκείας νήσου καὶ εἰς τὴν διαχείρισιν τοῦ ἐπισκόπου αὐτῆς.» Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§32ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θέλω νὰ δώσω μερικὰς πληροφορίας.
§33ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Χθὲς εἴπατε, ὅτι εἶναι ἀνάγωγον τὸ νὰ προσβάλλωνται τὰ νομοσχέδια κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν καὶ ἐν τούτοις παραβαίνετε σεῖς πρῶτος ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον εἴπατε.
§34ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι, κύριοι, ὅτι ἀντίῤῥησις δὲν πρέπει νὰ γίνηται εἰς τὴν πρώτην ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ ὁ προτείνας τὸ νομοσχέδιον ἔχει δικαίωμα καὶ μάλιστα καθῆκον νὰ δίδῃ πληροφορίας τινὰς, καὶ αὐτὸ πρέπει νὰ τὸ ἐκτελῇ ὁ προτείνας διά τινος γραπτῆς ἐκθέσεως. Ἡ πληροφορία διὰ ζώσης φωνῆς εἶναι ἰσχυροτέρα τῆς δι’ ἐγγράφου, διότι τινὲς μὲν δύνανται νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἔγγραφον πληροφορίαν, ἄλλοι ὅμως, οὐχὶ ἦναι δὲ καὶ πολλοὶ τοιοῦτοι, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουσι γνῶσιν καλλιτέραν ἐκ τῆς ζώσης ἐκθέσεως. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ παραδέχομαι αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς ἐκθέσεως καὶ προτιμῶ αὐτὸν τῆς ἐγγράφου ἐκθέσεως· ἑπομένως προβαίνω νὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ὁμολογῶ, ὅτι μ’ ἐμποιεῖ ὀδυνηρὰν ἐντύπωσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ πρότασις αὕτη, ἀλλὰ δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ ὀδυνηρὰ ἐντύπωσις, διότι ὑπάρχει ἐξαιρετικὴ ἡ θέσις τῆς Ἑπτανήσου, ἥτις ἐκανονίσθη ἀπὸ τὴν περὶ ἑνώσεως συνθήκην. Ὅσοι δυσανασχετοῦσι δι’ αὐτὴν τὴν πρότασιν βεβαίως δὲν ἤκουσαν τὴν συνθήκην τῆς ἑνώσεως· ἐὰν ἐσυλλογίζοντο, ὅτι ἡ Κέρκυρα καὶ οἱ Παξοὶ ἐκανονίσθησαν ὡς τόπος οὐδέτερος, πάλιν ἀντίῤῥησιν δὲν ἤθελον κάμει ἐντὸς τῆς Βουλῆς· ἐὰν ἐσκέπτοντο, ὅτι μὲ τὴν ὑπογραφὴν των ἐπὶ τῆς συνθήκης ἐκανόνισαν τὰ περὶ ἐκκλησίας τῆς Ἑπτανήσου ἄλλως πως ἢ ὅπως εἶναι ἐδῶ, οὐδεὶς ἤθελε θαυμάζει τὴν σήμερον τὴν πρότασιν ταύτην. Ἡ θέσις τῆς Ἑπτανήσου εἶναι θέσις ἐξαιρετικὴ, εἶναι θέσις ὑπαγομένη ὑπὸ τὴν προστασίαν μιᾶς συνθήκης, καὶ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ δυσανασχετῶσιν, ἐὰν τὰ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ ἀντίκεινται πρὸς τὰ ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ Ἑλλάδι ὑπάρχοντα. Δὲν πταίει οὔτε ἡ Ἑπτάνησος οὔτε ἡ Ἠπειρωτικὴ Ἑλλὰς εἰς τοῦτο, διότι ἢ δὲν ἔπρεπε νὰ παραδεχθῇ ἡ Ἑλλὰς τὴν περὶ ἑνώσεως συνθήκην, ἢ ὤφειλε νὰ ἦναι πιστὴ εἰς τὴν ὑπογραφήν της καὶ εἰς τὴν τιμήν της. Τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον δὲν ἀποβλέπει τὰ κτήματα τὰ ἐν τῇ Ἠπειρωτικῇ Ἑλλάδι, διότι ἐκεῖνα διέπονται ὑπὸ νόμων ἄλλων, ἀλλὰ κανονίζει ῥητῶς τὰ τῆς Ἑπτανήσου ἐν τῇ εὐρωπαϊκῇ συνθήκῃ καὶ δὲν δύναται οὔτε νόμος, οὔτε συντάγματα Ἑλληνικὰ, δὲν δύναται οὔτε ὅλον τὸ κοινὸν τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας, δὲν δύνανται νὰ καταστρέψωσιν αὐτὰ, διότι διέπονται ἀπὸ νόμους ἀποτελοῦντας ὁλόκληρον μέρος ὄχι μόνον τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν νόμων. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία ὑπῆρξεν ἡ κιβωτὸς τῆς ἑνότητος τῶν Ἑλλήνων, ὅτι ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία διετήρησε τὴν ἑνότητα τοῦ Ἰονίου, καὶ ἐὰν ἔσφαλον οἱ Ἰόνιοι εἰς πολιτικά τινα πράγματα, βεβαίως εἰς τὴν ἐκκλησίαν δὲν ἔσφαλον, καὶ αὐτὴ ἔφερε τὸ ἀποτέλεσμα νὰ εὑρισκώμεθα τὴν σήμερον οἱ ἑπτανήσιοι ἡνωμένοι· διότι ἐὰν, λέγω, οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν ἤθελον τηρήσει ὡς κιβωτὸν τῆς ἐθνότητος τὴν ἐκκλησίαν, βεβαίως ἤθελον εἶσθαι ἡνωμένοι μετὰ τῆς Δύσεως. Πρέπει λοιπὸν νὰ τιμήσῃ ἡ Ἑλλὰς αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα τῶν Ἑπτανησίων, διὰ νὰ ἦναι πιστοὶ εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπέδωκε τὴν Ἑπτάνησον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐπὶ τῆς δυτικοκρατίας τῆς πρὸ τῶν Ἑνετῶν ἐν Ἑπτανήσῳ πάντοτε οἱ Ἰόνιοι διετήρησαν τὴν ἐκκλησίαν ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν. Βεβαίως ἡ δυτικοκρατία κατεδίωξε τὴν ἐκκλησίαν, κατεδίωξε τοὺς ἐπισκόπους, κατήργησε τόσας ἐπισκοπικὰς ἕδρας. Ἐλθόντων τῶν Ἄγγλων ἐν Ἑπτανήσῳ, οἱ Ἕλληνες τῆς Ἑπτανήσου ἐφρόντισαν πρῶτον περὶ τῆς ἐκκλησίας. Αὐτὸ ἐθέσπισε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1817, αὐτὸ ἐθέσπισαν ὅλοι οἱ νόμοι οἱ γενόμενοι ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ αὐτὸ ἀκόμη ἐγένετο μέρος τῆς Εὐρωπαϊκῆς Συνθήκης, ἥτις ἀπέδωκε τὴν Ἑπτάνησον εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μὴ νομίσετε, ὅτι εἶναι ἄτοπον τὸ νὰ λέγω, ὅτι αὐτὰ τὰ κτήματα δὲν ἐχρημάτισαν ποτὲ ἰδιοκτησία δημοσία ἢ ἰδιωτική· αὐτὸ δὲν τὸ λέγω ἐγώ, τὸ λέγει ἡ συνθήκη. Ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου ἐθεωρήθη ὡς ἓν σωματεῖον, ὡς πᾶν ἕτερον σωματεῖον, ἀνεξαρτήτως τοῦ θρησκευτικοῦ αὐτῆς χαρακτῆρος· καὶ ὡς οἱ νόμοι σέβονται τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν σωματείων, οὕτω καὶ τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι τῆς Ἑπτανήσου ἐσεβάσθησαν τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς ἐκκλησίας, τῆς θεωρουμένης ὡς ἓν σωματεῖον πολιτικόν. Ἀνέκαθεν τὴν διαχείρισιν τῶν κτημάτων τῶν ἐπισκοπῶν, τὴν διαχείρισιν τῶν μοναστηρίων τὴν εἶχον οἱ ἐπίσκοποι τῆς Ἑπτανήσου· τοῦτο εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας, καὶ ἐπικαλοῦμαι ἐδῶ βουλευτὰς γέροντας, οἵτινες ὁμολογοῦσιν, ὅτι ἀνέκαθεν οἱ ἐπίσκοποι διεχείριζον τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα, διότι ὁ κλῆρος δὲν ἐμισθοδοτεῖτο ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον. Ἐνίοτε εἴτε ἐξ ἀδυναμίας τῶν ἐπισκόπων, εἴτε ἕνεκα πολιτικῶν νόμων διωρίζοντο ἐπίτροποι τῶν μοναστηρίων, ἀλλὰ πάντοτε ὑπὸ τὴν ἐποπτείαν τοῦ ἐπισκόπου, διότι ὁ ἐπίσκοπος ἦτο ἀδύνατον νὰ διαχειρίζηται αὐτὸς αὐτοπροσώπως τόσα κτήματα ἐκκλησιαστικά. Ἡ Κυβέρνησις, εἶναι ἀληθὲς, ἀνέθετε τὴν διαχείρισιν αὐτῶν πότε εἰς τὸ δημοτικὸν συμβούλιον, πότε εἰς ἐπιτροπὴν, πότε εἰς τὸν ἐπίσκοπον, πότε καὶ εἰς ἄλλους διαχειριστάς· ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ ἔμεινεν ἀνέπαφος, διότι ἦτο ἀρχὴ συνταγματικὴ, ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἡ μεγάλη Βρεταννία μὲ τὴν ὑπογραφὴν καὶ τὴν τιμήν της, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν ἄλλως νὰ θεωρῆται ἐν ὅσῳ ὑπάρχει τὸ Σύνταγμα τοῦ 1817, τὸ ὁποῖον ἐπεκυρώθη ὑπὸ τῆς συνθήκης τῆς ἑνώσεως.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποῖος ἀπελάμβανε τὰ εἰσοδήματα;
§36ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κατ’ ἀρχὰς οἱ ἐπίσκοποι, ἔπειτα εἰσήρχοντο εἰς ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐπληρόνετο ὁ ἐπίσκοπος, ὥστε ἀντὶ νὰ πληρόνηται ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὰ εἰσοδήματα, ἐπληρόνετο ἀπὸ τὸ ταμεῖον αὐτό· ἀλλὰ δὲν ἐθεωρεῖτο ποτὲ οὔτε δημοσία ἰδιοκτησία οὔτε δημοτική. Εἶναι ἰδιοκτησία ὡς πᾶσα ἄλλη ἰδιοκτησία, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σεβασθῇ ὁ νόμος.
§37ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἐπληρόνετο ὡρισμένον ποσὸν εἰς τοὺς ἐπισκόπους ἢ ἀναλόγως τῶν εἰσπράξεων;
§38ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μισθὸν ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς νήσου. Ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν ἔχασαν τὴν πραγματικὴν διαχείρισιν οἱ ἐπίσκοποι τῶν κτημάτων των, τὰ κτήματα αὐτὰ κατεστράφησαν· ὄχι μόνον ἠλαττώθη τὸ εἰσόδημα τῶν κτημάτων, ὄχι μόνον ἠρημώθησαν τὰ κτήματα αὐτὰ, ὥστε ἔγινε καὶ παροιμία, ὅτι ἓν κτῆμα ἔγινεν ὡς μοναστηριακὸν, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ γῆ ἐσφετερίσθη ἀπὸ τοὺς διαφόρους διαχειριστὰς, τοὺς ὁποίους διώριζεν ἡ ξενοκρατία· καὶ χρέος ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ διατάξῃ νὰ διεκδικηθῶσιν ὅσα κτήματα μοναστηριακὰ ἢ ἐπισκοπικὰ κατεπατήθησαν εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ κατακρατοῦνται παρανόμως ἀπὸ διαφόρους κοινότητας. Ἐὰν δὲν ἐγίνετο μνεία, ὅτι ὡς καὶ τὰ κτήματα καὶ τὰ μοναστήρια εἶναι ἰδιοκτησία τῆς ἐκκλησίας, τιθέμενα ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς συνθήκης, ἤθελεν εἶσθαι δίκαιον νὰ τὰ δημεύσῃ· ἀλλὰ δὲν ἔχει οὕτω· ἐδῶ διαφέρει ἡ κατάστασις τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας, ἔστω καὶ τῆς πολιτικῆς τῆς Ἑλλάδος τῆς Ἑλληνικῆς καὶ τῆς Ἰονικῆς, ἀπὸ τὴν κατάστασιν ὅλου τοῦ κόσμου, καὶ δὲν δύναται ἄνευ τῆς παραβιάσεως μιᾶς εὐρωπαϊκῆς συνθήκης καὶ ἄνευ ἀτιμίας νὰ δημεύηται τὸ μικρότερον μοναστηριακὸν κτῆμα. Τὸ τέταρτον ἄρθρον τῆς συνθήκης τῆς ἑνώσεως λέγει — καὶ παρακαλῶ νὰ μὴ νομοθετῶμεν ἐδῶ περὶ ὕλης, τὴν ὁποίαν διέπει ἡ συνθήκη τῆς ἑνώσεως’ —«ἄρθρ. 4. ἡ μετὰ τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων οὐδαμῶς ἀκυρώσει τὰς ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας τῶν νήσων καθιερωμένας ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας.» Καὶ ἐλευθερία τῆς λατρείας δὲν ὑπάρχει, ὅταν ἕκαστος ᾖναι ἐλεύθερος νὰ δοξάζῃ οἱονδήποτε θεὸν θέλει καὶ ἐντοσούτῳ τὰ κτήματα τῆς λατρείας του δὲν τὰ ἔχῃ.
§39ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὁ ἐπίσκοπος θὰ λαμβάνῃ τὸν μισθόν του ἀπὸ τὴν κοσμικὴν ἐξουσίαν;
§40ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι· εἶναι σωματεῖον, εἶναι πολίτης ἁπλοῦς ὁ ἐπίσκοπος. Ὅστις θέλει νὰ ἔχῃ ἐπίσκοπον, πρέπει νὰ τὸν πληρώνῃ· ὄχι νὰ πληρόνῃ ὁ λατῖνος τὸν ὀρθόδοξον ἐπίσκοπον καὶ ὁ ὀρθόδοξος τὸν λατῖνον. «Ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια....» εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουν προνόμια, ἀλλ’ εἰς τὴν Ἑπτάνησον πρέπει νὰ ὑπάρχουν, δὲν τὰ θέλω, ἀλλὰ πρέπει· καὶ ἐπὶ ποινῇ ἀτιμίας πρέπει νὰ ὑπάρχουν· καὶ δὲν εἶναι προνόμια, εἶναι τρόπος τοῦ ἐκφράζεσθαι. Ἀλλὰ καὶ ἂν ᾖναι προνόμια, καὶ πάλιν πρέπει νὰ διατηρηθῶσι· σᾶς τὸ ἐπιβάλλει ἡ Εὐρωπαϊκὴ συνθήκη· ὡς ἡ Κέρκυρα καὶ οἱ Παξοὶ ἐκηρύχθησαν οὐδέτεροι νῆσοι, οὕτω καὶ αὐτὰ πρέπει νὰ διατηρηθῶσι.
§41ΖΕΡΒΟΣ. Μέχρι τῆς ἐγκαθιδρύσεως τοῦ νέου Συντάγματος.
§42ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. «Ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὸ τοῦ πρώτου καὶ πέμπτου κεφαλαίου τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου» εἶναι μέρος τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας ὁ χάρτης τοῦ Μέτλανδ· κακὸς καί ὀλέθριος, ἀλλὰ εἶναι μέρος τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος καὶ μέρος ὁλοκληροτικὸν τῆς εὐρωπαϊκῆς συνθήκης. Δὲν τὰ ἔκαμα ἐγὼ αὐτός, ἐὰν δὲν σᾶς ἤρεσκον, δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπογράψητε τὴν συνθήκην· τὴν ὑπεγράψατε, τὴν ἐδέχθητε, εἶσθε ὑπόχρεοι ἐπὶ ποινῇ ἀτιμίας νὰ τὰ φυλάξητε ἐν καλῇ πίστει εἰς τιμὴν τῆς Ἑλλάδος. Ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ἀπὸ τοῦ πρώτου καὶ πέμπτου κεφαλαίου τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου τῆς ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ἰδίως ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας ὡς ἐκκλησίας ἐπικρατούσης ἐν ταῖς νήσοις, διατηρηθήσονται καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν αἰωνίως, ἐνόσῳ ὑπάρχουν ἡνωμέναι. Ὅλη ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία τῶν νήσων, ἡ ἐκκλησιαστικὴ, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Ἔπειτα ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἐκκλησίας τῶν Προτεσταντῶν, περὶ τῆς ἐκκλησίας τῶν Καθολικῶν, τὰς ὁποίας ἡμεῖς σεβόμεθα μὲ ὅλην τὴν ἀκρίβειαν, καὶ ἐντοσούτῳ θέλομεν νὰ παραβῶμεν, ποίους κανόνας ἐκκλησιαστικούς; τῆς ἐκκλησίας, ἥτις διετήρησε τὴν ἐθνότητα καὶ τὴν ὕπαρξίν μας.
§43ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κ. Ἰακωβάτε, μίαν ἐρώτησιν· τὸ νομοσχέδιον ἀναφέρεται καὶ εἰς τὰ κτήματα τὰ πάλαι κατεχόμενα παρὰ τῶν λατίνων ἐπισκόπων καὶ τῶν κληρικῶν;
§44ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι· ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας· ἕτεροι ἂς φροντίσουν περὶ τῶν Λατίνων.
§45ΖΕΡΒΟΣ. Εἶναι φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ.
§46ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὡς τοῦ Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀπαντᾶτε εἰς τὰς διακοπάς.
§48ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι· εἶπε τὴν ἀλήθειαν· προφητεύει ὁ Καϊάφας (ἱλαρότης). Κεφάλαιον πέμπτον. Ὅλον αὐτὸ τὸ κεφάλαιον εἶναι μέρος ὁλοκληρωτικὸν τῆς εὐρωπαϊκῆς συνθήκης, καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος. Εἶναι μέρος τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας, ἡ ὁποία εἶναι ἀνεπίδεκτος ἀλλοιώσεως. Δὲν μᾶς ἀρέσκει; οὐδὲ καὶ εἰς ἐμὲ ἀρέσκει· ἀλλὰ τὶ νὰ κάμῃς; — Ἄρθρον 1. Τὸ θρησκευτικὸν σύστημα τῶν ἡνωμένων ἐπαρχιῶν τῶν Ἰονίων νήσων — σύστημα ἐννοεῖ établissement, καθίδρυμα. —θὰ συνίσταται ἀπὸ ἀρχιεπισκόπους ἢ ἐπισκόπους, τοὺς ἐφέτας. — Δὲν δύνασθε νὰ καταργήσητε τὴν ἕδραν αὐτῶν· ἀλλὰ τὰ Κύθηρα νὰ ἔχουν ἀρχιεπίσκοπον, ἡ Ἰθάκη νὰ ἔχῃ ἐπίσκοπον, οἱ Παξοὶ ἐπίσκοπον, δὲν καλοῦμαι ἐγὼ νὰ δώσω λόγον· ὡς χριστιανὸς λέγω, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι οἱ χριστιανοὶ ἔχουν δικαίωμα νὰ ἔχουν ἐπίσκοπον, φθάνει νὰ μὴ πληρόνωσιν οἱ ἄλλοι συμπολῖται· ἀλλ’ ἐκκλησιαστικῶς εἶναι ἀσέβεια εἰς πᾶσαν νῆσον τοῦ Αἰγαίου νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἐπίσκοπος, πτωχὸς μὲν, ἀλλ’ ἐπίσκοπος, ἀνυπόδυτος, ἀλλ’ ἐπίσκοπος, καὶ διότι δὲν ὑπάρχουν ἐπίσκοποι, διὰ τοῦτο δὲν ὑπάρχει ἠθικὴ καὶ κλαίεσθε καὶ μεμψιμοιρεῖτε, ὅτι ὑπάρχει κακοήθεια καὶ διαφθορά. Πῶς θ’ ἀνατραφῶσιν οἱ λαοὶ ἄνευ θρησκείας, ἄνευ λειτουργῶν τῆς θρησκείας, ἄνευ ἐπισκόπων; Ἐν τούτοις οἱ ἐπίσκοποι αὐτοὶ πρέπει νὰ ὑπάρχουν. Δὲν θέλω νὰ μισθοδοτῶνται ἀπὸ τὸ ταμεῖον, ὄχι μόνον ἀπὸ τὸ δημόσιον, ἀλλ’ οὔτε κἂν ἀπὸ τὸ δημοτικὸν, ἀλλ’ οἱ χριστιανοὶ ἐκεῖνοι, οἵτινες θέλουν νὰ ἔχουν ἐπίσκοπον, νὰ τὸν πληρόνωσιν· ὅστις θέλει ἐκκλησίαν πρέπει νὰ πληρώνῃ, ὅστις θέλει δήμαρχον πρέπει νὰ τὸν πληρόνῃ, καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ ὑπάλληλοι, εἴτε ἐκκλησιαστικοὶ εἴτε πολιτικοὶ, δὲν πρέπει νὰ ᾖναι εἰς βάρος τῶν ἄλλων συμπολιτῶν. Εἰς αὐτὸ μᾶς φέρει ὄχι μόνον οἱ κανόνες, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ ἰδέα τῆς αὐτοκυβερνήσεως, διότι ἡ ἰδέα τῆς αὐτοκυβερνήσεως ἐπήγασεν ἀπὸ τὸ εὐαγγέλιον, καὶ διὰ τοῦτο ἐν ὀνόματι τῆς εὐσεβείας ὑπερασπίζομαι τὴν ἀρχὴν τῆς αὐτοκυβερνήσεως. «Οἱ ἀρχιεπίσκοποι, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ ἐπιτηρηταὶ οἱ ἐπιτηροῦντες εἰς ὅλας τὰς διαφόρους ἐνορίας καὶ τὰ μοναστήρια καὶ συστήματα τῆς θρησκείας μας» — ὥστε, ἐὰν ἡ εὐρωπαϊκὴ συνθήκη δὲν ἔκαμνε μνείαν τῶν μοναστηρίων ὀνομαστὶ τῆς Ἑπτανήσου, ἂς ἐδημεύοντο· ἐγὼ δὲν ἤθελον πάρει ποτέ· ἀλλ’ ἂς ἐδημεύοντο νὰ τὰ ἔπερνον οἱ ἄλλοι. Ἀλλ’ ἅμα τὰ ὑπάρχοντα μοναστήρια τίθενται ὑπὸ τὴν προστασίαν εὐρωπαϊκῆς συνθήκης καὶ τὰ νομοθετημένα αὐτὰ κηρύσσονται μέρος ὁλοκληρωτικὸν τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς νομοθεσίας τῆς Ἑπτανήσου, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν θέλει πράξει ἑλληνικῶς, ἐὰν ἤθελεν ἐπιβάλει χεῖρα ἐπὶ τῶν κτημάτων τῆς ἐπισκοπῆς καὶ τῆς ἐκκλησίας· ἑπομένως ἐπίσκοποι δὲν ἦσαν ἐν Ἑπτανήσῳ εἰς ὅλας τὰς νήσους καὶ οἱ Ἄγγλοι ἐνήργησαν παρὰ τῇ Μεγάλῃ Ἐκκλησίᾳ καὶ διωρίσθησαν ἐπίσκοποι καὶ εἰς τὰς 7 νήσους· ἔπρεπε πολιτικῶς νὰ ὑπάρχῃ μία ἱεραρχία μεταξὺ τῶν ἐπισκόπων τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν ἐτόλμησεν οἴκοθεν νὰ βάλῃ χεῖρα ἐπὶ τοῦ θρησκευτικοῦ οἰκοδομήματος, ἀλλ’ εἶπε νὰ προστρέχωμεν εἰς τὸν Πατριάρχην καὶ μὲ τὴν συναίνεσιν αὐτοῦ νὰ ψηφισθῇ ἔξαρχος τῆς Ἑπτανήσου, ὅστις μέλλει νὰ ᾖναι καὶ ὁ ἐφέτης τῆς Ἑπτανήσου. Ἐνομοθετήθη λοιπὸν μὲ τὴν ἐπικύρωσιν τῆς αὐτοῦ Παναγιότητος τοῦ Πατριάρχου τὸ ἐκκλησιαστικὸν καθίδρυμα, ὥστε πρῶτον ὁ ἐπίσκοπος Κερκύρας ἔπρεπε νὰ ᾖναι ἔξαρχος τῆς Ἰονίου ἐκκλησίας διὰ πέντε ἔτη· ἀκολούθως ὁ Κεφαλληνίας, τρίτον ὁ Ζακύνθου, τέταρτον ὁ Λευκάδος· ἕκαστος ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν ἐξαρχίαν διὰ πέντε ἔτη. Ὁ ἔξαρχος εἶναι καὶ ὁ ἐφέτης τῶν ἐπιτροπῶν.
§49ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἦτο καὶ ὁ Κυθήρων;
§50ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι.
§51ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀνισότης λοιπὸν ἐναντίον τοῦ εὐαγγελίου.
§52ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τέσσαρες ἦσαν μητροπολῖται, οἱ ἄλλοι εἶναι ἐπίσκοποι.
§53ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀλλὰ μητροπολίτης καὶ ἐπίσκοπος εἶναι τὸ αὐτό.
§54ΖΕΡΒΟΣ. Ὁποία νῆσος ἔδιδε πρόεδρον τῆς Γερουσίας ἔδιδε καὶ ἔξαρχον.
§55ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι ἔτσι. Τὸ ἐφετεῖον τῶν ὀρθοδόξων τῆς Ἑπτανήσου τοιουτοτρόπως κατὰ τὴν μίαν πενταετίαν εὑρίσκεται ἐν Κερκύρᾳ, κατὰ τὴν δευτέραν ἐν Κεφαλληνίᾳ, κατὰ τὴν τρίτην ἐν Ζακύνθῳ, κατὰ τὴν τετάρτην ἐν Λευκάδι. Σημειώσατε ποῖα ἀποτελέσματα πολιτικὰ ἔχει τὸ νὰ ᾖναι τις ἔξαρχος καὶ ἐφέτης! Οἱ ὀρθόδοξοι τῶν μεσημβρινῶν νήσων ὀφείλουσι νὰ κάμνωσι τὰς ἐφέσεις καὶ νὰ τρέχωσιν εἰς Κέρκυραν· ἀλλ’ ὁσάκις ὑπάρχει ἐν Ζακύνθῳ, ἔχουν μεγάλην εὐκολίαν εἰς τὰ συμφέροντά των οἱ Ἰόνιοι, Λευκάδιοι, Κεφαλλῆνες, Ἰθακήσιοι καὶ οἱ Κυθήριοι νὰ προσφεύγωσιν εἰς τὸ ἐφετεῖον τῆς Ζακύνθου. Τὰ κτήματα ἄρα αὐτὰ τίθενται ὑπὸ τὴν προστασίαν μιᾶς συνθήκης καὶ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σεβασθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν, εἴτε ὠφέλιμον ἀποβῇ εἴτε ζημιῶδες· ἀλλ’ ἐγὼ προσθέτω, εἶναι καὶ τὸ συμφέρον τὸ ὑλικὸν τῆς πολιτείας ν’ ἀποδώσῃ τὰ κτήματα αὐτὰ εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐπισκόπων, διότι ἀπαλλάσσεται πλῆθος ἐξόδων, διότι ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν γνωρίζει βεβαίως, ὅτι τὰ εἰσοδήματα τὰ δημοτικὰ τῆς Ἑπτανήσου τὰ δίδοντα πληρωμὴν εἰς τοὺς ἐπισκόπους εἶναι ἀνώτερα τῶν εἰσοδημάτων τῶν μοναστηριακῶν κτημάτων. Πῶς δύναται ὁ δῆμος τῆς Ἰθάκης νὰ μισθοδοτῇ ἐπίσκοπον; πῶς δύναται ὁ δῆμος τῶν Κυθήρων νὰ μισθοδοτῇ ἐπίσκοπον; δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, διότι τὰ μοναστηριακὰ κτήματα ἠφανίσθησαν, ἠρημώθησαν, μένουν ἀκαλλιέργητα, ἐνῷ, ὅταν παύσῃ ἡ μισθοδοσία τῶν ἐπισκόπων αὐτῶν καὶ τῶν ἀξιωματικῶν τῆς ἐκκλησίας, ἀπαλλάσσεται τὸ δημοτικὸν ταμεῖον τοιούτων ὑπερόγκων ἐξόδων, καὶ ἐντοσούτῳ αὐτὰ τὰ κτήματα ἀποδίδονται εἰς τὴν γεωργίαν, γίνονται προσοδοφόρα καὶ ἡ ἐκκλησία θὰ εὑρίσκηται εἰς λαμπροτέραν κατάστασιν, διότι οἱ καλόγηροι, οἱ ἐπίσκοποι, οἱ εὐσεβεῖς δύνανται νὰ καλλιεργήσουν τὰ κτήματά των οἱ ἴδιοι μὲ περισσότερον ὄφελος. Αὐτὴ εἶναι, ὦ ἄνδρες βουλευταί, ἡ κατάστασις τῆς πολιτικῆς νομοθεσίας τῆς Ἑπτανήσου. Ὅ,τι λέγω εἶναι πρὸς ἁπλῆν πληροφορίαν· ἐὰν δὲν λάβητε ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν συνθήκην καὶ τὸ Σύνταγμα τῶν 1817, κινδυνεύετε νὰ φανῆτε ἄδικοι ὄχι μόνον εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, ἀλλὰ ἰδίως ν’ ἀδικήσητε ἓν ἕκαστον τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρονται εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτῶν τῶν κτημάτων.
§56ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριοι, ὁ Κ. Ἰακωβάτος εἶχε τῳόντι δίκαιον νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνθήκην ὑπὲρ τῶν προτάσεων τὰς ὁποίας ὑπέβαλε, διότι οὐδέποτε ἐν ἰδίῳ ὀνόματι ἤθελε τολμήσει νὰ τὰς προτείνῃ· ἐνόει κατὰ πόσον αἱ προτάσεις αὐτοῦ ἦσαν ἄδικοι, καὶ δὲν ἤθελεν αὐτὸς νὰ ἀναλάβῃ τὴν εὐθύνην των. Ἠθέλησε νὰ τὴν ἐπιῤῥίψῃ εἰς ἄλλους· κατὰ τοῦτο τοὐλάχιστον ἔδειξεν, ὅτι εἶχε φιλοτιμίαν καὶ ὅτι εἶχε πατριωτισμὸν, καθότι ἠθέλησε νὰ καλύψῃ τὸ ἀντιπατριωτικὸν τῆς προτάσεώς του ὑπὸ τὸ κάλυμμα τοῦτο. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, ἐγένετο συζήτησις περὶ τοιούτων ἀντικειμένων ἐν τῇ ἐθνικῇ Συνελεύσει· πάλιν ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἦλθε μὲ τοιαύτας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι εἰς τὰ περὶ ἐκκλησίας εἶναι συστηματικαὶ παρ’ αὐτῷ. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος, καλῶς γινώσκω, ὅτι καὶ ἤδη, ἀφοῦ ἐπεψηφίσθη τὸ πρῶτον καὶ τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, πάλιν θεωρεῖ, ὅτι ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἀφομοίωσις δὲν δύναται νὰ γίνῃ. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ὅστις, ἀρχομένων τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς ταύτης, ἦλθε καὶ εἶπεν, ὅτι τοιοῦτον ἔχει σέβας πρὸς τὸ Σύνταγμα, ὥστε καὶ αὐτὴν τὴν ἀκαταμάχητον ἀνάγκην δὲν ἀναγνωρίζει ἀπέναντι τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, αὐτὸς, κύριοι, λέγει, ὅτι τὰ 2 πρῶτα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος πρέπει νὰ ἀθετηθῶσιν.
§57ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐν Ἑπτανήσῳ.
§58ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἴδιον εἶναι· Ἑπτάνησος καὶ Ἑλλὰς εἶναι τὸ αὐτὸ. Κύριοι, προκειμένου περὶ ἑρμηνείας τῆς συνθήκης τῆς μεταξὺ τῶν τριῶν δυνάμεων καὶ τῆς Ἑλλάδος περὶ ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, πρέπει νὰ προβαίνωμεν μετὰ πολλῆς περισκέψεως, καὶ πρέπει νὰ ἔχωμεν πάντοτε πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι δυνάμεθα, παρερμηνεύοντες τὴν συνθήκην ταύτην, δίδοντες εἰς αὐτὴν εὐρυτέραν σημασίαν παρ’ ὅσην πραγματικῶς ἔχει, νὰ παραβλάψωμεν σπουδαῖα κυριαρχικὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος, φέρων ἀκαταπαύστως τὴν συνθήκην ταύτην εἰς τὸ μέσον διὰ νὰ ὑπερασπίσῃ τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἰδέας, τείνει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τοὺς ὅρους αὐτῆς τῆς συνθήκης πολὺ δεινοτέρους ἀφ’ ὅ,τι εἶναι· μεταχειρίζεται ἐπιχειρήματα ἐκ τῆς συνθήκης διὰ νὰ ἀντλήσῃ ἐξ αὐτῆς δικαιώματα ὑπὲρ Ἑλλήνων. Ἐγὼ, Κύριοι, τῷ ἀπαντῶ, ὅτι διὰ τῆς συνθήκης ταύτης ἐγεννήθησαν δικαιώματα ὑπὲρ ξένων δυνάμεων καὶ ὑπὲρ ξένων ὑπηκόων, οὐχὶ ποτὲ ὑπὲρ Ἑλλήνων, εἴτε Ἑπτανησίων εἴτε ὑπηκόων τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. (εὖγε εὖγε). Οὐδεὶς, κύριοι, Ἕλλην, οὔτε Ἑπτανήσιος οὔτε ὑπήκοος τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀντίληψιν ξένης δυνάμεως καὶ ἑπομένως μήτε τὴν ἀντίληψιν τῆς συνθήκης. Εἰς τὰ ὑπουργεῖα τῆς Ἑλλάδος ἀνήκει τὸ καθῆκον νὰ φροντίσωσιν ὅπως ἡ Ἑλλὰς μὴ παραβῇ τοὺς ὅρους τῶν πρὸς ξένας δυνάμεις ὑποχρεώσεών της. Καὶ ἐν ὅσῳ δὲν βλέπομεν τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν εἰδοποιοῦσαν ἡμᾶς, ὅτι ὅρος τῆς συνθήκης παραβιάζεται πρὸς ζημίαν ξένης δυνάμεως καὶ πρὸς ζημίαν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς, ἡμεῖς, κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ ἐπικαλώμεθα δικαιώματα ὑπὲρ ἑλλήνων ὑπηκόων. Τῳόντι, Κύριοι, ἀκούων τὸν Κ. Ἰακωβάτον ὁμιλοῦντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνόμισα, ὅτι εἶχεν ἐντολὴν οὐχὶ παρὰ τοῦ λαοῦ τῆς Κεφαλληνίας ἀλλὰ παρὰ τῶν τριῶν ἡγεμόνων τῆς Ῥωσσίας, τῆς Ἀγγλίας καὶ τῆς Γαλλίας (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου), ἢ μᾶλλον παρὰ τῶν ἡγεμόνων τῆς Αὐστρίας καὶ τῆς Πρωσσίας, οἵτινες, ἂν καὶ δὲν ὑπεγράφησαν εἰς τὴν συνθήκην, ἔσχον ὅμως μεγάλην ἐπήρειαν εἰς τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην σύνταξιν αὐτῆς. Καὶ δὲν ἠρκέσθη ὁ Κ. Ἰακωβάτος εἰς ταῦτα, ἀλλὰ, διὰ νὰ ἐνισχύσῃ τὸ ἐπιχείρημά του, ἔφερε καὶ τὴν οὐδετερότητα. Καὶ δὲν ἠξεύρω τί προτίθεται ἐν τῷ μέλλοντι νὰ οἰκοδομήσῃ ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ταύτης τῆς οὐδετερότητος, τὴν ὁποίαν μετὰ λύπης τὸν ἤκουσα ἀναφέροντα ἐντεῦθεν· διότι δὲν δύναται ὁ Κ. Ἰακωβάτος ν’ ἀγνοῇ, ὅτι ἡ οὐδετερότης οὐδεμίαν ὑποχρέωσιν ἐπιβάλλει εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἐπιβάλλει μόνον εἰς τὰς ξένας δυνάμεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ ἔθεσα τὴν ἀρχὴν ταύτην ὡς πρὸς τὸν τρόπον καθ’ ὃν πρέπει νὰ ἑρμηνεύηται ἡ συνθήκη· ἐπειδὴ τὴν συνθήκην ταύτην παρερμήνευσεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ εἴπω ὀλίγα τινὰ καὶ περὶ τῆς ἐννοίας αὐτῆς. Τὰ εἶπον καὶ ἄλλοτε, διότι καὶ ἄλλοτε ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἔκαμε μίαν πρότασιν ὁμοίας φύσεως· θὰ τὰ ἐπαναλάβω λοιπὸν, ἀλλὰ θὰ τὰ ἐπαναλάβω πρὸς ἄλλην ὁμήγυριν, διότι τότε ὡμίλουν πρὸς τὴν ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Τὸ ἄρθρον τῆς συνθήκης τὸ πραγματευόμενον περὶ τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας εἶναι ἄρθρον, τὸ ὁποῖον δὲν συνετάχθη πρὸς χάριν αὐτῆς, ἀλλὰ πρὸς χάριν τῆς καθολικῆς ἐκκλησίας, τῇ αἰτήσει τοῦ προστάτου τῆς ἐκκλησίας αὐτῆς, τοῦ αὐτοκράτορος τῶν Γάλλων, ὅστις ἀπῄτησε νὰ τεθῇ εἰς τὸ σχέδιον ἰδιαίτερον ἄρθρον περὶ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα οἱ καθολικοὶ ἔπρεπε ν’ ἀπολαμβάνωσι μετὰ τὴν ἕνωσιν τῶν Ἰονίων νήσων μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὅπως καὶ κατὰ τὸ 1832 εἶχε γίνει ἰδιαίτερον πρωτόκολλον περὶ τῶν προνομίων, τὰ ὁποῖα ἤθελον εἰς τὸ ἑξῆς ἀπολαμβάνει οἱ καθολικοὶ ἐν τῇ λοιπῇ Ἑλλάδι. Τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὅπως ἐπροτάθη ἀρχικῶς ὑπὸ τῆς Γαλλικῆς Κυβερνήσεως, δὲν ἐγένετο δεκτὸν ὑπὸ τῶν ἄλλων πληρεξουσίων, ἀλλὰ μετεβλήθη ὀλίγον καὶ μετεβλήθη ἐπὶ τὸ συμφερώτερον διὰ τὴν Ἑλλάδα, καὶ συμφερώτερον διὰ τὴν Ἑλλάδα ἐννοῶ πᾶν ὅ,τι δὲν ἐπιβάλλει ὑποχρεώσεις εἰς αὐτήν. Ἀφοῦ ἐτέθη ὁ ὅρος οὗτος καὶ ἐγένετο δεκτὸς ὑπὸ τῶν ἄλλων πληρεξουσίων, τότε ἐγένετο ἡ παρατήρησις ἐκ μέρους τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἀγγλικῆς Κυβερνήσεως, ὅτι, γενομένης ἰδιαιτέρας μνείας περὶ τῶν καθολικῶν ἐν τῇ συνθήκῃ, καὶ μὴ γενομένης περὶ τῶν διαμαρτυρομένων, περὶ τῶν ὁποίων ἐνδιαφέρονται οἱ πληρεξούσιοι τῆς Ἀγγλίας, ἐδύνατο νὰ ὑποληφθῇ, ὅτι ἡ καθολικὴ ἐκκλησία εἶχε προνομιοῦχον θέσιν εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὡς πρὸς τοὺς διαμαρτυρομένους. Τότε ἐπροτάθη νὰ τεθῇ καὶ ἑτέρα παράγραφος περὶ τῶν διαμαρτυρομένων, καὶ τοῦτο ἐγένετο δεκτόν. Ἐπαρουσιάσθη τότε καὶ ὁ πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας, διότι ταῦτα ἐγίνοντο πρὶν ἔτι φθάσῃ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος. Ὁ πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας τότε, ὁ μόνος ἀντιπρόσωπος ὀρθοδόξου Κράτους, ᾐσθάνθη ἔτι μᾶλλον τὴν ἀνάγκην τὴν ὁποίαν εἶχεν αἰσθανθῆ ὁ ἀντιπρόσωπος τῆς Ἀγγλίας ὑπολαβὼν, ὅτι ἡ μοναδικὴ μνεία τῶν καθολικῶν ἔδιδεν εἰς αὐτοὺς προτιμήσεις ὡς πρὸς τοὺς ἄλλους· πολλῷ μᾶλλον, ὅταν ἀνεφέροντο τὰ δύω ἄλλα θρησκεύματα, ἐδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὡς πρὸς τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν ὑπάρχει μία θέσις οὐχὶ ἴση, ἐνῷ ἐν Ἑλλάδι εἶναι θεσπισμένον, ὅτι ἡ ὀρθόδοξος ἐκκλησία εἶναι ἡ ἐπικρατοῦσα· ὅθεν χάριν αὐτῆς ἐθεσπίσθη τοῦτο ἐν τῇ συνθήκῃ. Καὶ ὅταν ἀναγνώσητε προσεκτικῶς τὸ ἄρθρον θὰ ἴδητε ὅτι περὶ οὐδενὸς ἑτέρου πρόκειται. Οἱ συντάξαντες τὸ ἄρθρ. τοῦτο, διὰ νὰ ᾖναι θετικώτεροι, ἵνα μὴ φανῇ, ὅτι ἔδιδον περισσότερα τῶν ὅσα εἶχε μία τις θρησκεία, ἀναφέρονται εἰς τὸ σύνταγμα τῆς Ἑπτανήσου. Λέγουσιν ὅτι τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἐν τῇ συνθήκῃ ἀναφέρονται καὶ τὰ ὁποῖα ἐπικρατοῦσιν ἤδη δυνάμει τῶν κεφαλαίων τάδε τοῦ συντάγματος τῆς Ἑπτανήσου, θέλουσι διατηρηθῆ· ὥστε ἡ μνεία τοῦ συντάγματος εἶναι περὶ τῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται ἐν τῇ συνθήκῃ. Ἐνταῦθα δὲν γίνεται λόγος περὶ κτημάτων ἢ ἑτέρων προνομίων· ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον. «Ἡ μετὰ τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων οὐδαμῶς ἀκυρώσει τὰς ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας τῶν νήσων καθιερωμένας ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας καὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας.» Ἀναφέρουσι τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου ἵνα δείξωσιν, ὅτι δὲν θέλουσι νὰ νεωτερίσωσι, θεσπίζοντες περὶ πραγμάτων μελλόντων νὰ διατηρηθῶσι, περὶ τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας καὶ τῆς ἀνεξηθρησκείας. Ἐντὸς τῆς ἀνεξιθρησκείας καὶ τῆς λατρείας, λέγει ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ὑπάρχει καὶ ἡ ἰδιοκτησία. Περὶ τούτου εἶναι περιττὸν νὰ δώσω ἀπάντησιν, δότι ἡ ἔννοια εἶναι καθαρά· «ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὸ τοῦ Αʹ. καὶ Εʹ. κεφαλαίου τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου τῆς ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ἰδίως ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὀρθοδόξου Ἑλληνικῆς ἐκκλησίας ὡς ἐκκλησίας ἐπικρατούσης ἐν ταῖς νήσοις.» Ἂν, κύριοι, τὸ θεσπιζόμενον ἦτο διαφορετικὸν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δὲν ἠθέλαμεν τὸ δεχθῆ. Ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἀλληλογραφίας θέλετε ἰδῆ ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις οὐδεμίαν διάταξιν ἐδέχθη, ἡ ὁποία ἐδύνατο νὰ δώσῃ εἰς τὴν ἕνωσιν τῶν νήσων ὁμοσπονδιακὸν χαρακτῆρα· «ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῆς λατρείας, ἡ χορηγουμένη εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Κράτους τῆς προστάτιδος δυνάμεως, καὶ ἡ πλήρης ἀνεξιθρησκεία ἡ πρὸς τὰς ἄλλας χριστιανικὰς κοινότητας ὑπασχεθεῖσα διατηρηθήσονται καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἰσχύϊ.» Βλέπετε, ὅτι οὐδεὶς λόγος γίνεται περὶ προνομίων κτηματικῶν τῆς ἐκκλησίας.
§59ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀναγνώσατε τὸ ἄρθρον 1 καὶ 5 τοῦ συντάγματος.
§60ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ταῦτα ἀναφέρονται καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐλευθερίαν τῆς λατρείας καὶ τὴν ἀνεξιθρησκείαν. Ἡ μνεία τοῦ 1 καὶ 5 ἄρθρου ἔχει σκοπὸν περιοριστικόν· δὲν ἐγένετο ἵνα ἐπεκτείνῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου. Ἡ ἔννοια λοιπὸν τῆς συνθήκης εἶναι τοιαύτη, ὥστε οὐδόλως ἐπηρεάζει τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ μοναστηρίων, καὶ ἀφ’ ἑτέρου δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τοὺς ὑπηκόους αὐτῆς. Ἡ συνθήκη ἀφορᾷ τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος πρὸς τοὺς ὑπηκόους τῶν ξένων δυνάμεων· ὅταν αἱ ξέναι δυνάμεις κάμωσι παραστάσεις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι δὲν ἐφαρμόζει τὴν συνθήκην, τότε ὑπάρχει ὑπουργεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἔχομεν ἐμπιστοσύνην, καὶ τοῦτο θέλει δώσει τὴν προσήκουσαν ἀπάντησιν. Καθόσον ἀφορᾷ εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν καθαρῶς Ἑλληνικὴν, ἂν συμφέρῃ ἢ ὄχι, ἂν ὑπῆρξεν ἔθιμον τοιοῦτον ἢ ὄχι ἐν Ἑπτανήσῳ, βλέπω τινὰς παρασκευαζομένους διὰ τῆς ἀναγνώσεως τῶν νόμων ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι τὰ παρὰ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου λεχθέντα δὲν εἶναι ὀρθά· ἀλλὰ, καὶ ἂν εἶχον οὕτως ὡς τὰ παρέστησεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ἡ ἀρχὴ τῆς ἀφομοιώσεως θέλει ἐπικρατήσει καὶ θέλει ἐφαρμοσθῆ καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἐν Ἑλλάδι ὅ,τι ἐν τῷ πρώτῳ καὶ δευτέρῳ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος διεγράφη, καθότι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ὅπως καὶ ὡς πρὸς τὰ ἄλλα, δὲν δυνάμεθά ποτε νὰ δεχθῶμεν ὁμοσπονδίαν.
§61ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅσον καὶ ἂν θέλῃ τις νὰ χαλιναγωγήσῃ τὴν ἀγανάκτησίν του καὶ νὰ ἐξετάσῃ τὸ προκείμενον ζήτημα ὑπὸ ἐπόψεις ἁπλουστάτας, ἔτι μᾶλλον θέλει δυσχεράνει τὴν θέσιν τοῦ προλαλήσαντος Κυρίου Ἰακωβάτου. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ὅστις πάντοτε παρουσιάζει ἓν φάσμα, μᾶς παρουσίασε σήμερον ἓν τερατωδέστερον ἄλλο. Τί μᾶς εἶπέ ποτε ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ τούτῳ; ὅτι ἀπομακρύνατε τοὺς νόμους, τὰς νομοθεσίας, τὰ πάντα, διότι ἐγὼ εἶμαι διατεθειμένος νὰ ὑποβάλω νομοσχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ πληρόνεται εἷς φόρος μόνον, καὶ διὰ τοῦ φόρου τούτου θέλομεν ἀποτίσει ὅλα τὰ δάνεια καὶ θέλομεν καταπαύσει τοὺς φόρους τοῦ ποιμένος, τοῦ γεωργοῦ, τοὺς φόρους τῶν οἰκοδομῶν καὶ θέλομεν ἐπαναφέρει τὸν χρυσοῦν αἰῶνα. Εἴπομεν τότε εἰς τὸν Κ. Ἰακωβάτον, τοιοῦτόν τι ἔχεις καὶ δὲν τὸ παρουσιάζεις, ἵνα θεωρηθῇς ὡς σωτὴρ τῆς πατρίδος; Καὶ ὑπεσχέθη μετὰ δύω τρεῖς ἡμέρας νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ σύνολον τῆς νομοθεσίας αὐτῆς, καὶ ἐντοσούτῳ οὐδὲν ἐπαρουσίασεν. Ἐπικαλεῖται τὴν οὐδετερότητα τῶν Ἰονίων νήσων καὶ ἰδίως τῆς Κερκύρας καὶ τῶν Παξῶν· καὶ τί ἐστὶν οὐδετερότης, Κύριε Ἰακωβάτε, καθόσον ἀφορᾷ τὸ προκείμενον ζήτημα; Ἡ οὐδετερότης ἀφορᾷ τὰς ξένας δυνάμεις, καὶ ἂν ἡ Κέρκυρα καὶ οἱ Παξοὶ ἤθελον καταδικασθῆ, ὅπως ὑμεῖς νομίζετε ὅτι κατεδικάσθησαν, τότε δὲν θὰ ὠνομάζετο χώρα Ἑλληνικὴ, ἀλλὰ χώρα ξένη. Ἐπικαλεῖται τὴν συνθήκην καὶ λέγει, ὅτι ἀπέναντι αὐτῆς οὐδεὶς νόμος, οὔτε Σύνταγμα ἰσχύει, διότι ἡ συνθήκη δὲν προασπίζει τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ θεωρεῖ τὴν ἰδιοκτησίαν τὴν μοναστηριακὴν ὡς ἰδιοκτησίαν συντηρητὴν, καὶ γνωμοδοτεῖ νὰ διοικῆται ὑπὸ τῶν Ἐπισκόπων. Τὸ δὲ παραδοξότερον ὅλων, ἐπικαλεῖται τὴν συνθήκην ἐκείνην τοῦ ἔτους 1817, τὴν ὁποίαν ἅπασα ἡ Ἑπτάνησος μετὰ φρίκης καὶ ἀποστροφῆς ἤκουεν. Ἡμεῖς παρεδέχθημεν καθόσον ἀφορᾷ τὴν λατρείαν μόνον καὶ οὐδέν τι πλέον· τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, ἢ καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἤθελε πέσει εἰς τὴν δυσμένειαν καὶ τὴν ἀγανάκτησιν τοῦ Ἑπτανησιακοῦ λαοῦ διὰ νὰ ὑπάγῃ νὰ ξύσῃ τὰς πληγὰς, τὰς ὁποίας τῷ ἐπροξένησε τὸ τερατῶδες ἐκεῖνο Σύνταγμα; Ἀλλὰ, Κ. Ἰακωβάτε, ἐὰν δὲν ἰσχύῃ οὐδεὶς νόμος ἀπέναντι αὐτῆς τῆς συνθήκης, τὴν ὁποίαν θεωρεῖτε ὡς νομοθέτημα, πῶς ἡμεῖς σήμερον ὑποβάλλετε νόμον καὶ λέγετε, ὅτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα διαχειρίζονται ἀπὸ τοὺς Ἀρχιερεῖς; ἰδοὺ ὅτι περιπίπτετε εἰς ἀντίφασιν, ἢ μᾶλλον ἀναλογίζεσθε τοὺς χρόνους τῆς προστασίας. Δὲν ἰσχύει, λέγετε, οὐδεὶς νόμος ἀπέναντι τῆς συνθήκης· καὶ ὅταν δὲν ἰσχύῃ, πρὸς τί ὑμεῖς ὑποβάλλετε νόμον; ἑπομένως διατὶ δὲν ἀνατρέχετε εἰς τὰ νομοθετήματα τῶν κοινοβουλίων τῆς Ἑπτανήσου; Τὰ κοινοβούλια τῆς Ἑπτανήσου ἐκανόνισαν τὰ τῆς ἐκκλησίας, ἐκανόνισαν τὰ περὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, ἐκανόνισαν τὰ περὶ μισθοδοσίας, ἐκανόνισαν τὰ πάντα ἐν γένει. Ἐρωτῶ λοιπὸν νὰ μοῦ εἰπῆτε, δυνάμει ποίου νόμου διέπονται αὐτὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα; Ἰδοὺ ὁ νόμος τοῦ κοινοβουλίου, διὰ τοῦ ὁποίου ὅλα τὰ κτήματα αὐτὰ μεταβαίνουν εἰς τὴν ἐπιτόπιον Κυβέρνησιν. Ἀλλὰ καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς αὐτοὶ, οἱ ὁποῖοι λέγετε, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μισθοδοτῶνται οὔτε παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε παρὰ τῶν Συμβουλίων, οὔτε παρ’ οὐδενὸς, καὶ οἱ Ἀρχιερεῖς λαμβάνουν τὰ ἐπιδόματα ἀπὸ τὴν ἐγχώριον Κυβέρνησιν. Ἄρα ὑπάρχει νόμος, καὶ τὸν νόμον τοῦτον τὸν συνεπεκύρωσεν ἡ συνθήκη· ἂν θέλετε, ζητήσατε τὴν ἀκύρωσιν τοῦ νόμου καὶ οὐχὶ νὰ παρουσιάζεσθε λαθραίως πως μὲ μίαν πρότασιν ἀπατηλὴν ὅλως διόλου καὶ νὰ λέγετε, ὅτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα θὰ διέπωνται ἀπὸ τοὺς ἐγχωρίους νόμους. Τὸν νόμον λοιπὸν ποῦ τὸν ἀφίνετε, ὅστις δὲν ἀναγνωρίζει δικαιώματα ἐκκλησιαστικὰ, ἀλλὰ κυβερνητικά; Ἡ πρότασίς σας, Κύριε Ἰακωβάτε, εἶναι ἀσαφὴς καὶ σκανδαλώδης· ζητεῖ νὰ ὑποκλέψῃ τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, νὰ φέρῃ τὴν νομοθεσίαν εἰς σύγκρουσιν, διότι, ἐν ᾧ προτείνετε νόμον, δὲν καταργεῖτε τὸν παλαιόν· ἐν γένει ζητεῖτε τὸ χάος.
§62ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὑπάρχει. Δὲν εἶσθε νομικός.
§63ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι νομικώτερος ὑμῶν. Ἰδοὺ τὶ λέγει ὁ νόμος τοῦ Κοινοβουλίου. «Οἱ ἀρχιερεῖς τοῦ Ἰονικοῦ κράτους θὰ ἔχουν μίαν ἀπόλαυσιν ἀπὸ τὸ θησαυροφυλάκιον τοῦ κράτους, διωρισμένην ἀπὸ τὴν διοίκησιν·» τοὐτέστιν, ἡ διοίκησις μισθοδοτεῖ αὐτοὺς καὶ ὑποβάλλει εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Γερουσίας· «καὶ ἂν ἡ διοίκησις, τοὐτέστιν ἡ ἐπιτετραμμένη κυβέρνησις, ψηφίσῃ ἢ σύνταξιν ἢ ἐπίδομα πρὸς τοὺς ἀρχιερεῖς, πάλιν δὲν ἰσχύει ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐπικυρωθῇ ἀπὸ τὴν Γερουσίαν.» Διὰ τοῦ τελευταίου παραγράφου ἀπέκλεισε τοὺς ἀρχιερεῖς πάσης διαχειρίσεως, δὲν τοῖς παρέχει τὸ δικαίωμα μήτε νὰ εἰσπράττωσι μήτε ἕτερόν τι νὰ λαμβάνωσι. Ποῦ λοιπὸν αὐτὰ τὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ δώσητε εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς προῖκα; δὲν ὑπάρχουν κτήματα, καὶ ἑπομένως αὐτὴ ἡ πρότασις δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑπόστασιν. Καὶ ἀντὶ νὰ μᾶς παρουσιάζετε τὴν συνθήκην ἔπρεπε νὰ μᾶς εἰπῆτε, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς κακῶς συνετάχθη κατὰ τὰς ἡμέρας ἐκείνας, ἀδίκως ἡρπάγη ἡ περιουσία τῶν μονῶν καὶ πρέπει ν’ ἀποδοθῇ. Μίαν τοιαύτην ὁμιλίαν, κύριε Ἰακωβάτε, ἔπρεπε νὰ κάμετε εἰς τὸ ἑλληνικὸν κοινοβούλιον, ἐνῷ ἐδῶ διὰ μιᾶς προτάσεως συσχετίζετε τὴν λατρείαν μὲ τὸ ἀντικείμενον τῶν κτημάτων· ἄλλο γλαῦξ, ἄλλο κορώνη φθέγγεται. Ἡ συνθήκη εἶναι πολὺ σαφῶς ἐκπεφρασμένη, ὅπως ἀνέπτυξε καὶ ὁ Κύριος Τρικούπης, ὅστις εἶχε λάβει μέρος, καὶ ὑμεῖς, Κύριε Ἰακωβάτε, ἔπρεπε νὰ ἐνδιατρίψητε περισσότερον. Νομίζω, Κύριοι, καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν ὀρθῶς καὶ σαφῶς· ὁ Κύριος Ἰακωβάτος δὲν εἶναι κοῦφος, δὲν εἶναι ἀμαθὴς, εἶναι ὀξύνους, πονηρὸς (γέλως), εἶναι ἀγχινούστατος, καὶ τὴν πρότασιν ταύτην ὑπέβαλεν οὐχὶ μὲ σκοπὸν νὰ συζητηθῇ καὶ νὰ παραδεχθῇ, διότι ἠξεύρει ὅτι τὰ τοιαῦτα εἶναι ἀπαράδεκτα· γνωρίζει ὁ Κ. Ἰακωβάτος τὶ ἐστὶ οὐδετερότης, καὶ τί συνθήκη, καὶ τί τερατῶδες σύνταγμα τοῦ 17, τὸ ὁποῖον ἄλλοτε ἐκεραυνοβόλησεν ὁ ἴδιος εἰς τὰ κοινοβούλια τῆς Ἑπτανήσου· ὅλα αὐτὰ τὰ γινώσκει ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ἀλλ’ ἤθελε διὰ νὰ κάμῃ πάταγον· μᾶς ὑπέβαλε τὴν πρότασιν ἵνα μᾶς ἀπασχολήσῃ 2 ἢ 3 ὥρας. Τὸν παρακαλῶ ὅμως, ὡς καὶ πάντα ἄλλον, νὰ ἀφήσῃ τὰ παιγνίδια καὶ νὰ προχωρήσωμεν εἰς σπουδαῖα ἔργα· καὶ ἐκεῖ, ἂν θέλετε, ἐργασθῆτε, Κύριε Ἰακωβάτε. Ἀποτεινόμενος πρὸς τοὺς ἀδελφοὺς Ἑπτανησίους λέγω, ὅτι πρέπει αὐτοῖς νὰ ἄρωσιν αὐτοὶ οὗτοι τὸ σκάνδαλον τῆς ἀφομοιώσεως, διότι ὅσον μένει μετέωρος εἶναι σκάνδαλον. Προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον τῆς προτάσεως.
§64Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸν ἔντιμον φίλον μου Κύριον Ἰακωβάτον παρηκολούθησα μέχρι τοῦδε εἰς ὅλα τὰ ζητήματα περὶ τῶν Ἑπτανησίων, σήμερον ὅμως θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ διαφωνήσω μαζί του. Ἂν καὶ ταύτην τὴν στιγμὴν ἔλαβον ὑπ’ ὄψιν τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν εἰσήγαγε, παρετήρησα ὅμως, ὅτι δι’ αὐτῆς θεωρεῖ ὡς ἀδιαφιλονείκητον ἰδιοκτησίαν τὰ ἐπισκοπικὰ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα καὶ πρόκειται μόνον νὰ κανονισθῶσι τὰ περὶ τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν. Παραδεχόμενοι ὅθεν τὴν ἀρχὴν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, ἢ ψηφίζοντες τὴν πρότασιν, ἐννοοῦμεν βεβαίως ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἀδιαφιλονείκητον τὸ δικαίωμα αὐτό, ὅτι δηλαδὴ οὐδέποτε ὑπῆρξαν ἰδιοκτησία δημοτικὴ ἢ δημοσία τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος κτήματα. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἐπισήμως ἂν τὰ κτήματα ταῦτα ἦναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου ἢ δημοτική. Ἠρώτητα ὅμως τὸν ἔντιμον φίλον μου Κύριον Μαρκορᾶν, τὸν ὁποῖον προκαλῶ νὰ ἔλθῃ καὶ δώσῃ μερικὰς ἐξηγήσεις, καὶ ἐπληροφορήθην, ὅτι τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα ἀπὸ τοῦ ἔτους 1802, ὁπότε ἡ Ῥωσσία κατέλαβε τὰς νήσους, ἐθεωρήθησαν δημόσια, καὶ ἔκτοτε ἀπεφασίσθη νὰ πληρώνωνται οἱ μισθοὶ εἰς τοὺς ἀρχιεπισκόπους καὶ ἐπισκόπους ὑπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου· καὶ οὐ μόνον τοῦτο ἐγένετο διὰ τοὺς ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, ἀλλὰ καὶ διὰ τοὺς Λατίνους· ὥστε, ἂν παραδεχθῶμεν σήμερον τὴν πρότασιν, ὅτι τὰ ἐν Ἑπτανήσῳ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα εἶναι ἐπισκοπικὴ περιουσία ὡς πρὸς τοὺς ὀρθοδόξους, ἕπεται, ὅτι καὶ οἱ Λατῖνοι ἐπίσκοποι θέλουν ἔχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα, καὶ ἑπομένως θέλουν ἀπαιτήσει τὴν ἀνάκτησιν τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, τὰ ὁποῖα μάλιστα εἶναι καὶ περισσότερα καὶ πλουσιώτερα τῶν ὀρθοδόξων. Πρέπει λοιπὸν νὰ προσέξωμεν πολὺ μὴ καθιερώσωμεν, ὡς μὴ ὤφειλε, δικαίωμα ὑπὲρ τῶν ὀρθοδόξων ἐπισκόπων, ἐκ τοῦ ὁποίου μᾶλλον θὰ ὠφεληθῶσιν οἱ Λατῖνοι καὶ θὰ ζητήσωσι τὴν ἀνάκτησιν τῶν παλαιῶν καὶ παραγεγραμμένων δικαιωμάτων των. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κ. Ἰακωβάτε, ἐπεκαλέσθητε τὴν συνθήκην, ἀλλ’ ὡς καὶ ὁ προαγορεύσας Κύριος Τρικούπης, τὸ πρόσωπον, ὃ ἔλαβε μέρος εἰς τὴν διαπραγμάτευσιν, σᾶς ἐξήγησεν, εὑρίσκω καὶ ἐγώ, ὅτι δὲν ἰσχυροποιεῖται ἡ πρότασίς σας ἐκ τῆς συνθήκης ταύτης, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω τὸ ἄρθρ. 4. «Ἡ μετὰ τοῦ βασιλείου τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῆς Ἰονίου πολιτείας οὐδαμῶς ἀκυρώσει τὰς ὑπὸ τῆς ὑπαρχούσης νομοθεσίας τῶν νήσων καθιερωμένας ἀρχὰς τῆς ἐλευθερίας τῆς λατρείας καὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας.» Ἐννοεῖτε, ὅτι αὐτὸ τὸ μέρος δὲν ἀναφέρεται εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς τὴν ἐν Ἑπτανήσῳ ἑτερόδοξον ἐκκλησίαν, ἐξασφαλίζον τὴν προϋπάρχουσαν ἀρχὴν, τοῦ νὰ ἀπολαμβάνῃ δηλ. πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τῆς λατρείας καὶ ἑπομένως νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἀνεξιθρησκεία, ὅπως γίνεται μᾶλλον σαφέστερον ἐκ τῆς ἀκολούθου περικοπῆς· «Ἑπομένως τὰ καθιερωθέντα θρησκευτικὰ δικαιώματα καὶ προνόμια ὑπὸ τοῦ Α. καὶ Ε. κεφαλαίου τοῦ συνταγματικοῦ χάρτου τῆς Ἡνωμένης πολιτείας τῶν Ἰονίων νήσων, καὶ ἰδίως ἡ ἀναγνώρισις τῆς ὀρθοδόξου Ἑλλ. ἐκκλησίας ὡς ἐκκλησίας ἐπικρατούσης ἐν ταῖς νήσοις, ἡ ἀπόλυτος ἐλευθερία τῆς λατρείας ἡ χορηγουμένη εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ κράτους τῆς προστάτιδος δυνάμεως, καὶ ἡ πλήρης ἀνεξιθρησκεία ἡ πρὸς τὰς ἄλλας χριστιανικὰς κοινότητας ὑποσχεθεῖσα· διατηρηθήσονται δὲ καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐν ὅλῃ αὐτῶν τῇ ἰσχύϊ.» Ἐκ τούτων ὅθεν συνάγεται, ὅτι ἡ συνθήκη δὲν εἶχεν ἄλλο σκοπὸν, εἰμὴ νὰ ἀναγνωρίσῃ μὲν ὡς ἐπικρατοῦσαν τὴν ὀρθόδοξον θρησκείαν, νὰ προστατεύσῃ δὲ καὶ τὰς ἄλλας· τίποτε δὲν ἐξάγεται ἐξ αὐτῶν τῶν διατάξεων, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιοκτησίαν τῆς ἐκκλησίας κ. λ. π. «Εἰδικὴ προστασία ἡ ἐγγυηθεῖσα πρὸς τὴν Καθολικὴν ἐκκλησίαν, ὡς καὶ τὰ πλεονεκτήματα, ὧν αὕτη ἤδη ἀπολαύει, διατηρηθήσονται ἐπίσης· καὶ οἱ εἰς τὸ δόγμα τοῦτο ἀνήκοντες ὑπήκοοι θ’ ἀπολαύωσιν ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις τῆς αὐτῆς θρησκευτικῆς ἐλευθερίας τῆς ἀναγνωρισθείσης ὡς πρὸς αὐτοὺς ἐν Ἑλλάδι διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 22 Ἰανουαρίου (3 Φεβρουαρίου) 1830. κ.τ.λ.» «Ἡ ἀρχὴ τῆς ἀπολύτου ἀστικῆς καὶ πολιτικῆς ἰσότητος μεταξὺ τῶν ὑπηκόων τῶν διαφόρων δογμάτων, καθιερωμένη ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ τοῦ αὐτοῦ πρωτοκόλλου, θέλει ἐπίσης ἰσχύει ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις.» Τί ἄλλο εἴχομεν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι εἰμὴ τὴν ἀπόλαυσιν τῆς πλήρους ἐλευθερίας τῆς λατρείας καὶ τῆς ἀνεξιθρησκείας; τοῦτ’ αὐτὸ ἐννόησε νὰ καθιερώσῃ καὶ ἡ συνθήκη εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅπου ὑπάρχουν διάφορα θρησκεύματα. Τὸ σύνταγμα τῆς Ἑπτανήσου, τὸ ὁποῖον μᾶς παρουσιάζουν, δὲν τοὺς βοηθεῖ παντάπασι, διότι καὶ εἰς αὐτὸ εὑρίσκονται αἱ αὐταὶ διατάξεις. Ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτων ὅλων ἔρχεται, κύριοι, ἡ διάταξις τῶν ἄρθρων 1–2 τοῦ ἑλλ. συντάγματος, τὸ ὁποῖον παρεδέχθη καὶ ἐψήφισεν ἡ Συνέλευσις μετὰ τὴν συνθήκην περὶ ἑνώσεως, καὶ αἴρει ἐκ μέσου πᾶσαν ἀμφιβολίαν ὡς πρὸς τὴν ὑπὸ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου ἐπικαλουμένην ἐκ τῆς συνθήκης διάκρισιν. Ἰδοὺ τί ὁρίζουν ταῦτα. (Ἀναγινώσκει τὸ 1 καὶ 2 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος.) Ὑπάρχει, κύριοι, ἐν ταῖς ἀρχικαῖς καὶ θεμελιωδεστάταις ταύταις διατάξεσι καμμία διάκρισις ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησίαν τῆς Ἑπτανήσου; ἢ θέλετε, Κ. Ἰακωβάτε, κεχωρισμένην τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα;
§65ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ναί.
§66ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν καὶ δὲν πρέπει νὰ τὸ θέλετε, διότι αὐτὸ ἴσα ἴσα ἀπάδει εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἰσότητος καὶ τῆς ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας σεῖς ὁ ἴδιος ἀνέκαθεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκηρύξατε· δὲν πρέπει, λέγω, νὰ θέλετε ὥστε νὰ ἔχωμεν ἓν κράτος καὶ μίαν ἐκκλησίαν, καὶ ἐδῶ μὲν νὰ ὑπάρχουν ἄλλοι νόμοι, ἐκεῖ δὲ ἄλλοι, διέποντες τὴν αὐτὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν.
§67ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα· αὐτὸς εἶναι ὁ πολιτισμός.
§68ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἄρα ἀπὸ τοῦδε φρονεῖτε, ὅτι, ὅταν εἰσαχθῇ ὁ νόμος ὁ γενικὸς περὶ ἀφομοιώσεως, ὅτι δὲν θέλει ἀναγνωρίσει τὴν ἱερὰν Σύνοδον ἡ ἐκκλησία τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλὰ θέλει εἶσθαι ἀνεξάρτητος καὶ θέλει διέπεσθαι ἀπὸ χωριστοὺς νόμους. Αὐτὸ ὅμως εἶναι ἀσυμβίβαστον μὲ τὴν ἑνότητα καὶ ἀδελφότητα τοῦ ὅλου κράτους. Ὅ,τι λοιπὸν ἐνεργεῖται ἐν τῷ κράτει τούτῳ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, τὸ αὐτὸ θέλει ἐνεργεῖται καὶ εἰς ὅλον τὸ ἡνωμένον κράτος· ὁποῖοι νόμοι, διατάξεις καὶ κανόνες ἐφαρμόζονται ἐνταῦθα, οἱ αὐτοὶ πρέπει νὰ ἰσχύωσι καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Διαχωρισμένας τὰς Ἐκκλησίας οὐδέποτε πρέπει νὰ τὰς ζητήσωσιν οἱ ἑπτανήσιοι· εἶναι βλασφημία νὰ θέλουν οἱ ἑπτανήσιοι, οἱ ἀδελφοὶ ἡμῶν, οἱ ὀρθόδοξοι, κεχωρισμένην Ἐκκλησίαν. Τώρα, ἐὰν πρόκειται, καὶ νομίζω ὅτι αὐτὸ πρόκειται, νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον τῆς διαχειρίσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς ἰδίας περιουσίας, εἶναι ἄλλο τὸ ζήτημα· οὐδέποτε ὅμως ἐννοοῦμεν νὰ ἀναγνωρίσωμεν πλαγίως πως, ὅτι τὰ κτήματα ταῦτα δὲν εἶναι δημοσία περιουσία. Ἂν ἀποδείξητε ὑμεῖς ἔπειτα διὰ τίτλων, ὅτι εἶναι κοινοτικὴ ἢ δημοτικὴ περιουσία, τότε θέλομεν σκεφθῆ περὶ τῶν κεκτημένων δικαιωμάτων. Ἐν ὅσῳ ὅμως δὲν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀπόδειξις, τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα τῆς Ἑπτανήσου θέλουν θεωρεῖσθαι ὡς καὶ τὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος· ὁποῖον μέτρον θέλει ἐφαρμοσθῆ περὶ τῶν κτημάτων τούτων, τοῦτο ἐννοεῖται καὶ περὶ ἐκείνων. Καὶ ἠξεύρετε, κύριοι, πῶς διαχειρίζονται τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα τῆς Ἑλλάδος· τὰ μὲν τῶν διατηρουμένων Μονῶν διαχειρίζονται οἱ ἡγούμενοι μετὰ τῶν μοναστηριακῶν συμβουλίων ἀφοῦ δὲ ἐξ αὐτῶν συντηροῦνται οἱ βιοῦντες εἰς αὐτὰ τὰ μοναστήρια, τὸ λοιπὸν εἰσάγεται εἰς τὸ ἐκκλησιαστικὸν ταμεῖον· τὰ δὲ διαλελυμένα μοναστήρια διαχειρίζονται ἀπὸ τὸ δημόσιον, ἀλλ’ ἔχουν καὶ αὐτὰ ἕνα σκοπὸν, εἶναι προωρισμένα νὰ χρησιμεύσουν κατόπιν πρὸς βελτίωσιν τοῦ κλήρου τῆς Ἑλλάδος. Τί ἄλλο θὰ ἐφαρμόσωμεν καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ εἰμὴ τὰ αὐτὰ μέτρα καὶ τὰς ἰδίας διατάξεις; Ἠμπορεῖ μολοντοῦντο νὰ εἴπῃ κανεὶς, ἂν αὐτὰ τὰ μέτρα ᾖναι πλημμελῆ, ὅτι πρέπει νὰ ληφθῶσι καὶ ἄλλα μέτρα λυσιτελέστερα πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς βελτιώσεως τῶν κτημάτων καὶ τοῦ κλήρου. Εἰς αὐτὸ δὲν εἶμαι ἐναντίος, ἀλλὰ νὰ καινοτομήσωμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ ἀναγνωρίσωμεν ἀνεξετάστως τὴν περιουσίαν αὐτὴν ὡς ἀνήκουσαν εἰς τοὺς ἐπισκόπους εἶναι ἀσυγχώρητον. Οἱ Ἐπίσκοποι, ὅπως ἐπληρόνοντο μέχρι τοῦδε ἀπὸ τὸ δημόσιον, θέλουν ἐξακολουθῆ νὰ πληρόνωνται καὶ εἰς τὸ ἑξῆς· δι’ ὃν λόγον ἀνέλαβε τόσα βάρη ἡ Ἑλλὰς μετὰ τὴν ἕνωσιν διὰ τὸν αὐτὸν πρέπει νὰ μετέχῃ καὶ τῶν ὠφελειῶν. Δὲν ἀντιλέγω, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι, ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα τῆς γενικῆς ἀφομοιώσεως, ἠμποροῦν νὰ ζητήσωσι μερικὰς ἐξαιρέσεις ἐπί τινα καιρὸν, καθ’ ὅσον ἐνδέχεται ἡ διὰ μιᾶς καθολικὴ ἀφομοίωσις νὰ ἀπαντήσῃ προσκόμματα καὶ φανῇ χαλεπὴ εἰς ἓν μέρος τῶν κατοίκων, ὅπως ὁ Κ. Χριστόπουλος χθὲς ἀνέφερεν· οὐδέποτε ὅμως δικαιώματα ἀνήκοντα εἰς τὸ δημόσιον πρέπει νὰ τὰ παραβλέψωμεν καὶ τὰ παραδώσωμεν εἰς τοὺς Ἐπισκόπους. Τοιαῦτα δικαιώματα δὲν φαίνεται νὰ ἔχωσι· δὲν τὸ ἀπεδείξατε τοὐλάχιστον, κύριοι Ἑπτανήσιοι· ἡ συνθήκη δὲν σᾶς ὠφελεῖ, καὶ δὲν σᾶς ὠφελεῖ καὶ τὸ Σύνταγμα τῆς Ἑπτανήσου, διότι ἐκεῖ πρόκειται ἁπλῶς περὶ ἐλευθερίας τῆς θρησκείας καὶ οὐδεὶς γίνεται λόγος περὶ περιουσίας. Τοὐναντίον αἱ διατάξεις τῶν ἄρθρων 1 καὶ 2 τοῦ Συντάγματος ἡμῶν, τὸ ὁποῖον ἐγένετο μετὰ τὴν ἕνωσιν, αἴρουσι πᾶσαν ἀμφιβολίαν, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ γεννήσῃ ἡ συνθήκη, διότι αὐτὰ καθιεροῦσι τὴν ἑνότητα τῆς ἐκκλησίας καὶ ὅλων τῶν συνημμένων μετ’ αὐτῆς δικαιωμάτων. Ἑπομένως συμφωνῶ καὶ ἐγὼ μὲ τοὺς προαγορεύσαντας, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου δὲν ἔχει χώραν, καὶ ἤθελον μάλιστα τὸν παρακαλέσει νὰ τὴν ἀποσύρῃ.
§69ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ τὴν ἀναπτύξῃ.
§70ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὴν ἀνέπτυξεν. Ἐὰν δὲ δὲν εὐχαριστῆται νὰ τὴν ἀποσύρῃ, ἀλλ’ ἐπιμένει νὰ θεωρῇ τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα ὡς ἐπισκοπικὰ, προτείνω τὸ ἀπαράδεκτον αὐτῆς.
§71Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀρχόμενος, κύριοι, τοῦ λόγου, εἶπον, ὅτι δίδω πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν, διότι δὲν εἶναι καλὸν κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν, μάλιστα τῆς ἀρχῆς, νὰ γίνεται ἀντίῤῥησις, ἐκτὸς ἐὰν θέλῃ νὰ λάβῃ τὸν χαρακτῆρα τοῦ κούφου καὶ τοῦ ἀναγώγου, ὡς εἶπεν ὁ Ἰέφερσων, ὁ πρόεδρος τῶν ἡνωμένων πολιτειῶν τῆς Ἀμερικῆς. Ὄχι μόνον δὲν ἔπρεπεν ὁ προαγορεύσας νὰ μὲ παρακαλέσῃ νὰ ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπαναλάβω αὐτὴν, νὰ πληροφορήσω πολὺ περισσότερον τὴν Βουλὴν καὶ κατὰ δευτέραν καὶ τρίτην συνεδρίασιν νὰ γίνῃ ἐκτενεστέρα πληροφορία πρὸς τὴν Βουλὴν, ὥστε νὰ δύναταί τις νὰ εἴπῃ ὅτι ἐν γνώσει θέλει ἀποῤῥίψει τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Ἡ παραδοχὴ τῆς ἀρχῆς ἢ ἡ παραδοχὴ τοῦ νομοσχεδίου κατὰ τὴν πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν, ὡς εἴπομεν ἄλλοτε, δὲν ἐνοχοποιεῖ τὸν βουλευτὴν, δὲν τὸν ὑποχρεόνει νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ καθέκαστα καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν· ἑπομένως πρέπει καὶ ἐκ τοῦ ἑνὸς μέρους καὶ ἐκ τοῦ ἄλλου νὰ γίνῃ ἐκτενεστέρα ἡ πληροφορία εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε εἰς ὑποθέσεις περὶ τῶν ὁποίων δὲν εἶναι καλῶς πληροφορημένη νὰ δυνηθῇ νὰ φέρῃ ψῆφον ἐν γνώσει καὶ ἐν καλῇ πίστει καὶ πεποιθήσει. Ἑπομένως, ἐὰν ἐπαναλαμβάνω τὸν λόγον, εἶναι μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ σᾶς πληροφορήσω, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ ἀποῤῥίπτηται ἡ ἀρχὴ κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν. Μὲ θαυμασμὸν ἤκουσα παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος βουλευτοῦ Μεσολογγίου, ὅτι εἶναι ἀντιπατριωτικὴ ἡ πρότασις, ὅτι ἤλθομεν νὰ ἀφαρπάσωμεν τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ προτείνωμεν τοιαῦτα πράγματα καὶ τὰ παρόμοια. Νομίζω, ὅτι, προκειμένου λόγου περὶ συμφερόντων καὶ δικαιωμάτων, δὲν πρέπει νὰ γίνηται λόγος περὶ ἀντιπατριωτικῆς ἢ μὴ προτάσεως. Νομίζω, ὅτι ἕκαστος καὶ εἷς ἐξ ὅλων ἂν θέλῃ νὰ διεκδικήσῃ ἓν δικαίωμα, οὐδόλως οἱ ἄλλοι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς αὐτὸν τὸ χρέος ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του, διότι ἀντίκειται εἰς τὰ συμφέροντα ὅλων τῶν ἄλλων, ἅμα ἀποδειχθῇ ὅτι ἔχει δίκαιον· τὸ ἄδικον ποτὲ δὲν εἶναι πατριωτικὸν, καὶ ὅστις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ πατριώτου θέλει ν’ ἀδικήσῃ τὸν ἔσχατον τῶν συμπολιτῶν του, ἐκεῖνος εἶναι ὁ ἐχθρὸς τῆς πατρίδος. Τὸ δίκαιον εἶναι προτιμότερον. Πρῶτον εἴμεθα ἄνθρωποι καὶ ἔπειτα Ἕλληνες· πρῶτον ὀρθόδοξοι καὶ ἔπειτα Ἕλληνες. Εἶναι ψευδεῖς αὐταὶ αἱ ἀρχαί; Οἱ Ἕλληνες τί ἐπροτίμων; νὰ ἐγκαταλείπωσι τὴν ἀρχὴν τοῦ δικαίου, τὴν θρησκείαν των, ἢ τὸν ἐθνισμόν των; Οἱ ἀρχαῖοι Ἕλληνες, οἱ Ἀθηναῖοι, τί ἔπραξαν ἐπὶ τῆς εἰσβολῆς τῶν Περσῶν; Ἐγκατέλιπον τὸ πάτριον ἔδαφος, διότι δὲν ἀνείχοντο νὰ ὑποφέρωσιν, οὐδὲ νὰ δουλεύωσι μόνοι των καὶ νὰ βλέπωσι τὰ ἱερὰ τῆς πατρίδος καιόμενα ὑπὸ τῶν Περσῶν, καὶ ἐπροτίμησαν νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν πάλαι Ἑλλάδα παρὰ νὰ μείνωσιν εἰς τὸ πάτριον ἔδαφος. Τί ἔπραξαν οἱ ἄλλοι ὁμογενεῖς ἐπὶ τῆς εἰσβολῆς τῶν Τούρκων; ἐπέβησαν τῶν πλοίων καὶ μετέβησαν εἰς τὴν Δύσιν καὶ ἐγκατέλιπον τὸ πάτριον ἔδαφος μᾶλλον ἢ νὰ παραδεχῶσι τοὺς Τούρκους. Ὅπως λοιπὸν οὗτοι, διὰ νὰ διατηρήσωσι καὶ τὸν ἑλληνισμόν, ἐπροτίμησαν νὰ θυσιάσωσι καὶ τὴν ζωήν των καὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸ πάτριον ἔδαφος, παρὰ νὰ ἀλλάξωσι τὴν πάτριον θρησκείαν, οὕτω καὶ οἱ Ἑπτανήσιοι, παρὰ νὰ μείνωσι δυτικοὶ καὶ ν’ ἀπολαύσωσι τὰ εὐεργετήματα τοῦ δυτικοῦ πολιτισμοῦ, ἐπροτίμησαν νὰ μείνωσι σκλάβοι παρὰ νὰ μεταβάλωσι θρησκείαν καὶ τὴν θρησκείαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπερασπίζομαι ἀπὸ τοῦ βήματος, μοὶ λέγει, ὅτι πρέπει νὰ καταφρονήσω ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου. Ὁ προτείνας, λέγει, τὸ νομοσχέδιον ἀθετεῖ τὸ 1 καὶ 2 ἄρθρον τοῦ ἑλλ. Συντάγματος· τὸ ἑλλ. Σύνταγμα εἶναι ὑπὸ τὸ κράτος τῆς συνθήκης, καὶ καθὼς ἕνας νόμος ἐκδιδόμενος ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος, ἂν ᾖναι ἀντισυνταγματικὸς, δὲν εἶναι ὑπόχρεως οὔτε ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων οὔτε εἰς τοὺς πολίτας καὶ ἀκυροῦται, ἐπίσης ὅταν τὸ Σύνταγμα νομοθετῇ περὶ ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα διαφεύγουσι τὴν δύναμίν του, οὐδὲ τὸ Σύνταγμα ἔχει τὸν τόπον του. Τώρα, δόξα τῷ Θεῷ, δὲν συζητοῦμεν τὸ Σύνταγμα· παρῆλθεν ἔτος ἀφ’ οὗ ἐσυζητήθη, καὶ ὅ,τι προεῖπον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἐκεῖνο καὶ ἐγένετο. Παρεκάλεσα τότε, μὴ νομοθετήσητε περὶ ἐκκλησίας ἐν γένει ὅλης τῆς Ἑλλάδος· ἂν θέλετε ὅμως νὰ γίνετε θεοφόροι πατέρες νὰ νομοθετήσητε περὶ ἐκκλησίας, νομοθετήσατε· περὶ ἐκκλησίας ὅμως τῆς Ἑπτανήσου, τὴν ὁποίαν προστατεύει ἡ εὐρωπαϊκὴ συνθήκη, τὴν ὁποίαν ὑπεγράψατε σεῖς, δὲν δύνασθε νὰ νομοθετήσητε. Δὲν μὲ ἤκουσαν· τοῖς εἶπον λοιπὸν τότε, νομοθετήσατε, ἀλλὰ θέλετε ἰδῆ, ὅτι δὲν θέλει ἐφαρμοσθῆ εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὸ 1 καὶ 2 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Εἴμεθα εἰς τὸ δεύτερον ἔτος τοῦ Ἑλληνικοῦ Συντάγματος καὶ δυνάμεθα νὰ ὁμολογήσωμεν ἐκ τῶν ὑστέρων, τί γίνεται. Τὰ 2 ἄρθρα τοῦ ἑλληνικοῦ Συντάγματος, τὰ ὁποῖα ἐνομοθετήθησαν ὑπὸ τοῦ Πανελληνίου, ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι νεκρὸν γράμμα· ἀργοῦσιν, οὐδεὶς τὰ θεωρεῖ ὅτι ὑπάρχουσιν ἐν ἐνεργείᾳ, δὲν εἶναι οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν. Πταίω ἐγώ; τὰ πράγματα ἀνθίστανται εἰς τοιαῦτα νομοθετήματα ἄτοπα. Ἐγὼ ἐσιώπησα· τί περισσότερον ἠδυνάμην νὰ πράξω; Τὴν σήμερον ἔχομεν παραγγελίαν ὑπὸ τῶν ἐπισκόπων, ὑπὸ τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, μὴ ἐγγίζητε τὴν κιβωτὸν τῆς διαθήκης· καὶ ἔρχεται σήμερον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου καὶ λέγει, ὅτι εἶναι ἀντιπατριωτικὸν τὸ τοιοῦτον. Πέρυσι παρετήρησα ὅτι ἐν ὀνόματι τοῦ πατριωτισμοῦ ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ἀφομοίωσις τῶν ἐκκλησιῶν, ἀλλὰ ταύτης πρὸς ἐκείνην, οὐχὶ ἐκείνης πρὸς ταύτην, διότι οὕτω γίνεται ἡ ἀφομοίωσις πρὸς ὅλους τοὺς ὀρθοδόξους, καὶ ἡμεῖς δὲν εἴμεθα οὐδὲ τὸ ⅒ τῶν ὀρθοδόξων Ἑλλήνων. Τίς εἶναι πατριωτικώτερος; Ὁ προτείνας τὸ τοιοῦτον, ἢ ὁ προτείνας τὸ ἐναντίον; Μᾶς κατηγόρησεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι δὲν γνωρίζομεν νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν συνθήκην τῆς ἑνώσεως· ἔλαβε τὸ κείμενον τοῦ 4 ἄρθρου αὐτῆς, τὸ ἀνέγνωσε καὶ ἀπέδειξεν ὅτι δὲν ἐννοεῖ οὐδὲ τὴν δύναμιν οὐδὲ τὸ γράμμα. Μᾶς ἔκαμε τὴν ἱστορίαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ· καὶ τί προέκυψεν ἐκ τούτου; πρᾶγμα ὅλως ἀνωφελές. Τίς, λέγει, ὑπερασπίζετο τότε τὰ συμφέροντα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας; Ὁ Αὐτοκράτωρ τῆς Ῥωσσίας· εὖγε, Κύριε Τρικούπη. Σὺ ἦσο ἀντιπρόσωπος τῆς ὀρθοδόξου Ἑλλάδος καὶ δὲν ὑπερασπίσθης τὰ συμφέροντα.
§72ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶχεν ὑπάγει ἀκόμη.
§73ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Πολὺ καλά, ἀλλ’ ὅταν ὑπέγραψε τὴν συνθήκην, ἦτο βεβαίως παρὼν, ἔβλεπε τὸ κείμενον καὶ ἔπρεπε νὰ εἴπῃ, ποῦ εἶναι αὐτὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1817, τὸ ὁποῖον ἡ συνθήκη ἀπῄτει ὡς μέρος ὁλοκληρωτικὸν αὐτῆς. Ἂς ὁμολογήσῃ ὅτι δὲν ἐγνώριζε τὸ Σύνταγμα τοῦ 17, διότι, ἂν τὸ ἐγνώριζεν, ὡς τὸ ἀντικρούει σήμερον, ἔπρεπε νὰ τὸ ἀντικρούσῃ καὶ τότε, ἀλλὰ τὸ ὑπέγραψε τυφλοῖς ὄμμασιν. Ἡμεῖς τῳόντι τὸ ἐκεραυνοβολήσαμεν, ἡμεῖς τὸ ἀντεκρούσαμεν παντὶ σθένει, ἀλλὰ ποῖος μᾶς βιάζει ἐδῶ νὰ τὸ θεωρήσωμεν ἐν ἰσχύϊ; Ἡ ὑπογραφὴ τῆς Ἑλλάδος καὶ τοῦ πληρεξουσίου της. Ἅμα ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς οἱονδήποτε νὰ ἐπικαλῆται τὸ Σύνταγμα τοῦ 17, πρέπει νὰ αἰτιᾶται ἑαυτήν. Δὲν πρόκειται νὰ δώσωμεν ζωὴν ἡμεῖς σήμερον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 17· ἡμεῖς θέλομεν τὴν κατάργησίν του, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἡμετέρα πρότασις εἰς τὴν ἐννάτην Βουλὴν τοῦ 1850, διὰ τῆς ὁποίας ἐζήτησα τὴν κατάργησιν τοῦ Ἰονίου Συντάγματος τοῦ 1817. Καὶ ἐνῷ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν κατάργησιν, τίς τὸ ἐκήρυξεν ἐν ἰσχύϊ ἐν Ἑλλάδι; ὁ Κ. Τρικούπης μὲ τὴν ὑπογραφήν του· αὗται ἦσαν αἱ ὀρθαὶ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ διπλωμάτης τῆς Ἑλλάδος. Ἡ δύναμις, λέγει, τοῦ 4 ἄρθρου τῆς συνθήκης δὲν ἀφορᾷ εἰς τὸ νὰ προστατεύῃ τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας, ἀλλὰ ξένων ἐκκλησιῶν· δὲν δύναται ὁ πρώην ἀντιπρόσωπος τῆς Ἑλλάδος νὰ ἐκφράσῃ τοιαύτην βλασφημίαν χωρὶς νὰ καταστήσῃ ἑαυτὸν ἔνοχον τοιαύτης βλάβης. Ἐνῷ ἐσυνθηκολόγησεν ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας τοῦ ἔθνους του, φαίνεται ὅτι συνθηκολογεῖ ὑπὲρ τοῦ ἑαυτοῦ του, καὶ ὁ Λατῖνος Ἕλλην καὶ ὁ Προτεστάντης καὶ ὁ Ἑβραῖος δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνθήκην, δηλ. ὅλων τῶν θρησκειῶν οἱ Ἕλληνες, ἐκτὸς τῶν ὀρθοδόξων. Ἀλλ’ ἐσκέφθη εἰς ποῖον ἄτοπον φέρει ἡ πρότασις αὕτη; δὲν φέρει εἰς ἄλλο εἰμὴ νὰ παρακαλέσω τοὺς Ἑπτανησίους νὰ γίνωσι καθολικοὶ ἢ προτεστάνται. Ἐντοσούτῳ, ὅταν ἕνας ὀρθόδοξος γίνῃ Λατῖνος ἢ Προτεστάντης εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δύναται νὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν συνθήκην διὰ τὰ κτήματα τῆς ἐκκλησίας του; δύναται· καὶ ἐν ὅσῳ μένει ὀρθόδοξος δὲν δύναται, κατὰ τὸν λόγον τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἡμεῖς γνωρίζομεν, ὅτι λόγῳ ὑλικῶν συμφερόντων ἤλλαξεν ἡ Ἀγγλία τὴν πίστιν της καὶ ἐδέχθη τὸν Λουθηρανισμὸν (θόρυβος). Ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς Καρυστίας εὐφυῶς διεύθυνε τὴν συζήτησιν εἰς τὸ περὶ ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον μέρος τῆς συζητήσεως, διότι τὸ ἄλλο διαφεύγει τὴν ἁρμοδιότητα. Σᾶς τὸ λέγω· δὲν θέλετε νὰ τὸ παραδεχθῆτε; σᾶς τὸ ἀναγγέλλω, ὡς ἀνήγγειλα καὶ εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν, ὅ,τι καὶ ἂν νομοθετήσετε περὶ ἐκκλησίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἢ θὰ μείνῃ γράμμα νεκρὸν, ἢ θέλει ἐπιφέρει δυστυχίας γενικὰς καὶ μερικάς. Τὸ περὶ ἰδιοκτησίας, τὸ ὁποῖον ἐξετάζομεν, μᾶς δίδει τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ σωματείου τῆς ἐκκλησίας δὲν εἶναι δημοσία ἢ δημοτικὴ, καὶ ἂν ἐδῶ ἐδημεύθησαν, κακῶς ἐδημεύθησαν. Ἐὰν ὃ γέγονε γέγονε, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον δὲν ἔγινε δὲν πρέπει νὰ γίνῃ. Ὅτι δὲν εἶναι δημοσία ἢ ἰδιωτικὴ περιουσία τὰ κτήματα τῆς ἐκκλησίας εἶναι ἐκτὸς πάσης ἀμφιβολίας. Ἐκτὸς τούτου εἴδατε ὑμεῖς αὐτοὶ, ὅτι ὁ ἡγεμὼν τῆς Μολδοβλαχίας ἐδήμευσε τὰ κτήματα τῆς ἐκκλησίας· παραπονούμεθα, ἐδημεύθη ἡ ἰδιωτικὴ ἐκκλησία ἀπὸ τοὺς βαρβάρους τοῦ 1833· τὸ ἀποδεικνύετε ἐκ τῶν κακῶν ἀποτελεσμάτων, τὰ ὁποῖα ἔφερεν ἡ δήμευσις τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας· ἂν δὲν πρέπει νὰ δημευθῇ ἡ ἰδιοκτησία ἑνὸς Πανεπιστημίου, ἑνὸς Καταστήματος, ἔστω καὶ ἐμπορικοῦ, δὲν πρέπει νὰ δημεύηται ἡ περιουσία τοῦ σωματείου. Ἑπομένως ὁ προαγορεύσας Βουλευτὴς Δημητριάδης πρέπει ν’ ἀποσύρῃ τὴν πρότασίν του, διότι ἡ θεωρία του περὶ δημοσίας ἢ ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας τῶν κτημάτων τοῦ σωματείου δὲν ὑφίσταται οὐδὲ ἐν νόμῳ οὐδὲ ἐν λόγῳ. Ὅ,τι παρακαλῶ τὴν Βουλὴν εἶναι τοῦτο, ἡ συζήτησις νὰ ἐξακολουθήσῃ, διότι πολλοὶ τῶν Κυρ. βουλευτῶν δὲν ἔχουσι πρὸ ὀφθαλμῶν ἀκριβῶς τὴν συνθήκην, δὲν ἀνέγνωσαν ἀκόμη τὸ Σύνταγμα τοῦ 17, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπει ἡ συνθήκη, καὶ ἐπὶ τέλους, διότι, ἐὰν ἔχωσιν ἀπόφασιν ν’ ἀποῤῥίψωσι τὸ ἔργον, δύνανται καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ κατὰ τὴν τρίτην συζήτησιν νὰ τὸ ἀποῤῥίψωσι χωρὶς νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένοι, ἂν σήμερον παραδεχθῶσι τὴν ἀρχὴν, νὰ τὸ παραδεχθῶσι καὶ αὔριον ἢ μεθαύριον· ἀλλὰ θέλουν τιμήσει ἑαυτοὺς νὰ ἀπαιτήσωσι νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τὴν τρίτην συζήτησιν.
§74ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴπατε, Κ. Ἰακωβάτε, ὅτι τὰ περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι ὁριστικῶς κανονισμένα διὰ τῆς Εὐρωπαϊκῆς συνθήκης καὶ ἑπομένως δὲν ἠμποροῦν νὰ γίνουν ἀντικείμενα Ἑλληνικῆς νομοθεσίας· ἐὰν ἔχῃ οὕτω τὸ πρᾶγμα, δὲν φρονεῖτε ὅτι εἰσάγοντες ὑμεῖς νόμον περὶ ἐκκλησιαστικῆς ἰδιοκτησίας ἐν Ἑπτανήσῳ, παραβιάζετε τὴν συνθήκην;
§75ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μ’ ἐκάματε αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν. Ὅταν ἡ συνθήκη ἢ τὸ Σύνταγμα τοῦ 17 εἶπεν, ὅτι τὸ ἐκκλησιαστικὸν καθίδρυμα πρέπει νὰ μείνῃ ἀνέπαφον ἀπὸ τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ διευθύνεται κατὰ κανόνα, ἐγένοντο νόμοι οἱ ὁποῖοι ἐκανόνισαν ταῦτα. Βλέπομεν τῳόντι πολλοὺς πολιτικοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἐπελήφθησαν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ζητήματος· ἀλλ’ ὅσοι νόμοι τοιοῦτοι δὲν ἐκανόνισαν πολιτικῶς τὰ κτήματα τῆς ἐκκλησίας συμφώνως πρὸς τοὺς κανόνας, ὅλοι αὐτοὶ πρέπει νὰ παύσωσιν· ὄχι ὅτι ἡμεῖς οἴκοθεν νομοθετοῦμεν ὅπως θέλομεν περὶ ἐκκλησίας, ἀλλὰ συμφώνως μὲ τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν τὴν ὁποίαν καὶ οἱ νόμοι καὶ οἱ κανόνες θέλουν.
§76Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. «Ἐν ὀνόματι τῆς Ἁγιωτάτης, ἀδιαιρέτου καὶ ὁμοουσίου Τριάδος διαδηλοῦται, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ ἐπικράτεια εἶναι μία καὶ ἀδιαίρετος.» Οὕτως αἱ Συνελεύσεις τοῦ Ἔθνους ἀνέγραψαν καὶ τοῦτο εἶναι, Κύριοι, τὸ θέμα τὸ ὁποῖον προχθὲς ὑπεστήριξα καθ’ ὁμοίαν συζήτησιν περὶ Ἑπτανησιακῆς ἀφομοιώσεως. Αἱ ἐπαναληφθεῖσαι καὶ πάλιν ἐνταῦθα ἰδέαι, αἱ ἰδέαι τῶν προνομίων, λέγω, ἀντιβαίνουσιν ἄντικρυς εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ κράτους, ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν προορισμὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, διότι ἅπαν τὸ Ἑλληνικὸν γένος ἓν καὶ ἀδιαίρετον ἀνεκηρύχθη. Ἡ ἀξίωσις, Κύριοι, ἥτις ἠγέρθη σήμερον ὑπὸ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας, ὅτι δηλονότι ἡ συνθήκη, διὰ τῆς ὁποίας ἀνεγνωρίσθη ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος, καθιεροῖ ἐκκλησιαστικὰ προνόμια καὶ δικαιώματα ἐξαιρετικὰ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν ἡμῶν Ἑπτανησίων, ἀντίθετα πρὸς ὅσα ὑπάρχουσιν ἐν τῷ παλαιῷ βασιλείῳ τῆς Ἑλλάδος, νομίζω ὅτι ἱκανῶς κατεπολεμήθη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου (Τρικούπη), καὶ περιττὸν κρίνω νὰ ἐνδιατρίψω ἐπὶ τῆς ἐξηγήσεως τῆς συνθήκης, καθ’ ὅσον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς εἰς θέσιν κρείττονα ἐμοῦ εὑρισκόμενος ἅτε συναλλαχθεὶς ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἔδωκεν ἀρκούσας πληροφορίας εἰς τὴν Βουλὴν· καὶ βραχεῖα ἄρα ἐπανάληψις τῶν ἰδίων θέλει εἶσθαι ὅλως ἄσκοπος. Διὰ τοῦτο, κύριοι, θέλω εἰσέλθει ἀμέσως εἰς τὴν οὐσιαστικὴν τοῦ ζητήματος ἐξέτασιν· ἀλλὰ πρὸ τούτου μίαν μόνον παρατήρησιν ἐπὶ τῆς συνθήκης θέλω κάμει, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι γελοῖον, ξέναι ἐπικράτειαι, ὡς ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας διϊσχυρίσθη, νὰ ἔχωσι τὴν φροντίδα νὰ ἐπιβάλλωσιν εἰς ἡμᾶς τὴν ὑποχρέωσιν ὅπως σεβώμεθα τὰ δίκαια τῆς ὀρθοδόξου ἐκκλησίας καὶ τῶν ὀρθοδόξων ἡμῶν ὁμογενῶν. Ἡ διάταξις αὕτη, οὕτως ἐννοουμένη, ἤθελεν ὑποτεθῆ, ὅτι διὰ τῆς συνθήκης αὐτῆς ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ ἀπεφάσισε νὰ ἐπιῤῥίψῃ μῶμον ἐπὶ τὴν ἡμετέραν πατρίδα, κανονίζουσα αὕτη διὰ συνθήκης τὰ τῆς θρησκείας μας. Κύριοι, ἵνα ἐξέλθωμεν τῆς συζητήσεως ταύτης ἀξίως τῆς σπουδαιότητος τῆς ὑποθέσεως, ἥτις μᾶς ἐπασχολεῖ σήμερον, καὶ ἵνα μὴ τυχὸν σκανδαλισθῇ ὑπερευσεβής τις συνείδησις ἐκ λόγων τινῶν ἢ ἰδεῶν τινων, ἄνευ τινὸς ἱστορικῆς ὑποστηρίξεως ἀφηγουμένων, δότε μοι τὴν ἄδειαν ἵνα ἐν μεγίστῃ συντομίᾳ ἱστορικῶς πως καὶ ἐκ γενικωτέρου τινὸς σημείου ἐπεξέλθω τὸ ζήτημα. Τί εἶναι ἐκκλησία, κύριοι; — Ἐκκλησία, κατὰ γενικὸν κανόνα, ἐστὶ τὸ εὐσεβὲς ἔθνος ἢ, θεολογικώτερον, ἐκκλησία ἐστὶ τὸ ἄθροισμα τῶν διὰ τῆς αὐτῆς πίστεως, τῆς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἱερῶν γραφῶν καὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἑπτὰ οἰκουμενικῶν συνόδων ὁρισθείσης συνδεδεμένων καὶ κεφαλὴν ἀναγνωρίζοντων τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν. Οἱ δὲ ἱερεῖς αὐτῆς εἶναι ἱερὸν ἵδρυμα, ὑπηρέται καὶ λειτουργοὶ αὐτῆς κτλ. Ἡ ἐκκλησία, ἐν τῷ ἀρχικῷ αὐτῆς χαρακτῆρι θεωρουμένη, ὅτε δηλονότι ἀνεφάνη τὸ πρῶτον ἐν τῷ κόσμῳ, εἶχεν ἀνάγκην τοπικῶν ὑποστηρίξεων. Εἶχεν ἀνάγκην εἰδικοῦ τινος ὀργανισμοῦ· εἶχεν ἀνάγκην δι’ ἑαυτῆς καὶ ἀφ’ ἑαυτῆς νὰ ἀποζήσῃ, διότι ἡ κοινωνία, ἡ ἐπικράτεια δὲν εἶχε παραλάβει εἰς τοὺς κόλπους της τὸ νέον θρήσκευμα. Τίνι τρόπῳ, διὰ ποίων μέσων, Κύριοι, ἠδύναντο οἱ κατὰ τόπους πρεσβύτεροι νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ νέον θρήσκευμα, τὴν ἀξίαν τῆς νέας θρησκείας; δι’ ἐλεῶν, διὰ δωρημάτων, διὰ προικοδοτήσεως, διὰ τῶν λογίων, ὡς λέγουν οἱ ἀπόστολοι. Ἐκ τούτων προέβησαν λογικῶς εἰς τὴν ἀπόκτησιν στερεωτέρων πόρων, εἰς τὰ ἐπισκοπικὰ λεγόμενα κτήματα, τὰ ὁποῖα ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν διοίκησιν καὶ διαχείρισιν τῆς ἐπισκοπῆς, ἥτις ἦτο συνάμα ἥ τε πολιτικὴ ἀρχὴ καὶ ὁ ποιμὴν τῆς μικρᾶς ταύτης χριστιανικῆς μάνδρας. Ἡ ἐπισκοπὴ εἰς τὴν διαχείρισιν τῆς ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας εἶχε τὸν οἰκονομικὸν ὀργανισμόν της, ὅπως ἔχει καὶ ἡ πολιτεία· εἶχε τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, τὸν Οἰκονόμον λεγόμενον, εἶχε τὸν Ταμίαν τὸν γενικόν, τὸν Σακελλάριον λεγόμενον, καὶ τὸν κατὰ τόπους Ταμίαν, τὸν Σακελλίωνα. Δὲν ἦτο δὲ ἀπόλυτος καὶ ἀνεξέλεγκτος ἡ διαχείρισις, διότι παρετίθετο κατ’ ἔτος ὁ λογαριασμὸς τῆς διαχειρίσεως, ὥστε μὴ ἀμάρτυρον εἶναι τὴν οἰκονομίαν τῆς ἐκκλησίας καὶ ἐκ τούτου σκορπίζεσθαι τὰ αὐτῆς πράγματα καὶ λοιδορίαν τῇ Ἱερωσύνῃ προστρίβεσθαι, κατὰ τοὺς ὁρισμοὺς τῶν κανόνων τῶν Οἰκουμενικῶν Συνόδων. Οὕτως ἦσαν κανονισμένα τὰ περὶ διαχειρίσεως τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, ἐκ τῶν εἰσοδημάτων τῶν ὁποίων ἔζων οἵ τε ἐπίσκοποι καὶ οἱ ὑπ’ αὐτοὺς, καὶ ἐβοηθοῦντο οἱ χριστιανοὶ πένητες τῆς ἐπισκοπῆς· προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου ἡ κοινωνία παρέλαβεν εἰς τοὺς κόλπους της τὴν Ἐκκλησίαν, καὶ τότε, κύριοι, ἄλλον χαρακτῆρα ἔλαβον τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα, ἢ μᾶλλον ἐπολλαπλασιάσθησαν αἱ ἰδιότητες αὐτῶν. Ἐμορφώθησαν ἐκκλησιαστικὰ κτήματα κοινοτικὰ, ἤτοι τῶν ἐνοριακῶν Ἐκκλησιῶν, κτήματα σωματείων, ἤτοι τῶν μοναστηρίων. Ποῖος δὲ ὁ χαρακτὴρ καὶ ἡ διαίρεσις τῶν μοναστηρίων; ἰδοὺ ὅ,τι ἐνδιαφέρει ἡμᾶς νὰ μάθωμεν, διότι τότε θέλομεν εὐκόλως ἐννοήσει τὸ περὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ζήτημα τῆς Ἑπτανήσου. Κατὰ γενικὸν κανόνα, τὰ μοναστήρια διῃροῦντο εἰς δύω τάξεις, εἰς μοναστήρια Σταυροπηγιακὰ, καὶ εἰς ἁπλᾶ μοναστήρια, ἤτοι ἐνοριακὰ ἢ ἐπαρχιακά· καὶ τὰ μὲν Σταυροπηγιακὰ διευθύνοντο κατ’ εὐθεῖαν ἀπὸ τὸν Πατριάρχην τῆς Κωνσταντινουπόλεως, τὰ δὲ ἁπλῶς λεγόμενα μοναστήρια ὑπέκειντο εἰς τὸν ἐπίσκοπον, συμπραττόντων καὶ τῶν κατ’ ἐπαρχίας προεστώτων· ὡς πρὸς δὲ τὰς σχέσεις αὐτῶν τὰς νομικὰς διατέλουν οἱονεὶ ὑπὸ τὸ κράτος τῶν διεπουσῶν τὰ σωματεῖα ἀρχῶν. Οὕτως ἐξάγεται, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ Κεφ. Βου τῆς Ζʹ. τῶν Νεαρῶν περὶ ὑποθηκεύσεως καὶ ἐκποιήσεως κτημάτων κτλ. Περὶ τούτου ἀναφέρομαι εἰς τὴν ἀσφάλειαν τῆς μνήμης καὶ τὴν ἔκτασιν τῶν γνώσεων τῶν περὶ τὰ δίκαια ὁλημερὶς ἀσχολουμένων συναδέλφων μας. Ὅτε, κύριοι, κατεστάθη τὸ πρῶτον ἐν Ἑλλάδι τακτικὴ Κυβέρνησις, ὅτε ὁ ἀείμνηστος Κυβερνήτης ἦλθε νὰ προεδρεύσῃ τὰς τύχας τῆς πατρίδος του, τὸ περὶ μοναστηρίων ζήτημα ἐθεώρησεν ὡς ἓν τῶν σπουδαίων, καὶ ὁ μέγας ἐκεῖνος πολίτης τῆς Κερκύρας δὲν ἦλθε νὰ καθιερώσῃ προνόμια, ὡς ἕτεροι συμπολῖταί του ζητοῦσι σήμερον. Ὁ χρόνος τῆς διοικήσεώς του ἀναντιῤῥήτως δὲν ἐπέτρεπε μεγαλείτερα παρ’ ὅσα ἔπραξε. Ὅθεν διατηρήσας τὰ κείμενα ἐν τοῖς μοναστηρίοις, ἐκανόνισε μόνον τὰ περὶ ἰδιοκτησίας τῶν μοναστηρίων, τὴν ὁποίαν ἐλυμαίνοντο ἀνεπιτήρητοι ἐκ τῶν περιστάσεων κακοὶ μοναχοὶ, ἐναντίων τῶν ἱερῶν κανόνων. Μετ’ ὀλίγον ἡ πρώτη Βασιλεία, ἥτις κατεστάθη ἐν Ἑλλάδι, τὸ ζήτημα τῶν μοναστηρίων ἐξήτασεν ὑπὸ πλατυτέραν ἔποψιν. Ἀφίνων εἰς τὴν ἱστορίαν νὰ ἐξακριβώσῃ τὴν ἀλήθειαν περὶ τοῦ πολιτικοῦ χαρακτῆρος, ὅστις ἀπεδόθη κατὰ τὰς ἐποχὰς ἐκείνας εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ νὰ κρίνῃ περὶ τοῦ τρόπου καθ’ ὃν ἐξετελέσθησαν τὰ περὶ μοναστηρίων μέτρα, δύναμαι τὸ ἐπ’ ἐμοὶ νὰ κηρύξω ἀδιστάκτως ὅτι ὑπὸ γενικὴν ἔποψιν πάντα τὰ δικαιώματα ἐσεβάσθησαν. Ἐὰν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, πλέον τῶν 500 μοναστηρίων εὑρίσκοντο ἐν Ἑλλάδι κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ νέον Βασίλειον ἐνεκαθιδρύετο. Ἀλλὰ πάντα ταῦτα τὰ μοναστήρια δὲν ἔφερον τὰ συστατικὰ ἐκεῖνα, ἅτινα πρὸ ὀλίγου εἶπον ὑμῖν· τὰ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἕνεκα τοῦ καταστρεπτικοῦ πολέμου τοῦ ἀγῶνος εἶχον ἐρημωθῇ, πολλὰ ἐξ αὐτῶν δὲν ἦσαν ἀληθῆ μοναστήρια, ἀλλ’ εὐκτήριοι οἶκοι ἢ ἰδιόκτητοι ἐκκλησίαι· ἕτερα, μετόχια τῶν ἔξω μοναστηρίων τοῦ ἑλληνικοῦ γένους ἢ ἐνοριακαὶ ἐκκλησίαι. Τούτου ἕνεκα τετρακόσια περίπου λεγόμενα μοναστήρια εὑρεθέντα ἔρημα ἐκλείσθησαν, ὅσα ἐξ αὐτῶν ἀνῆκον εἰς τὰ μοναστήρια τῆς ἔξω Ἑλλάδος τότε μὲν διετηρήθησαν εἰς τὴν κατοχὴν τῆς ἑλληνικῆς κυβερνήσεως, ἀλλὰ, κατασταθέντος τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, παρεδόθησαν εἰς τὰ μοναστήρια τοῦ Ἁγίου Τάφου, τοῦ Ἁγίου Ὄρους, εἰς τὰ μοναστήρια τοῦ Σινᾶ. Πάντα δὲ τὰ ἰδιόκτητα ἀπεδόθησαν εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας αὐτῶν, ὡς ἰδιόκτητοι ἐκκλησίαι καὶ εὐκτήριοι οἶκοι.
§77ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐδημεύθησαν.
§78Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Λάθος ἔχετε. Κατὰ τὸ 1844 παρεδόθησαν, λέγω, τὰ λεγόμενα μετόχια εἰς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν καὶ παρέδωκεν αὕτη εἰς τὴν ἡμετέραν τὰ ἡμέτερα μετόχια, τὰ εὑρισκόμενα ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος, τῶν ὁποίων τὰ σπουδαιότερα κεῖνται ἐν Κωνσταντινουπόλει. Δὲν λέγω, κύριοι, πλουσιώτερα, ἀλλὰ σπουδαιότερα, διότι, ὡς ἐκ προσωπικῆς ἐρεύνης γινώσκω, εἰσὶν ἐπιτήδεια πρὸς τήρησιν τοῦ ἱεροῦ πυρὸς τῆς ἑνότητος τῆς Ἐκκλησίας μετὰ τῆς μεγάλης καὶ τοῦ συνδέσμου πρὸς τὴν ὀρθόδοξον Ἑλλάδα τῶν ἔξω ὁμογενῶν, ἐὰν ταῦτα ἐπιστατῶνται ἐκ λογίων καὶ ἐναρέτων μοναχῶν. Χαίρω δὲ διότι ἔχω ἐνώπιόν μου τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐκκλησιαστικῶν, πρὸς ὃν συνιστῶ τὴν ἐπίβλεψιν ἐπὶ τῶν μοναστηρίων τῆς ἔξω Ἑλλάδος. Τίνι τρόπῳ, κύριοι, διευθύνονται τό γε νῦν ἔχον αἱ μοναὶ ἐν Ἑλλάδι; Εἷς ἡγούμενος καὶ ἓν συμβούλιον διαχειρίζονται τὰ τῆς μονῆς, συνεπιτηρούσης τῆς τε ἐκκλησιαστικῆς καὶ τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὰ ἀνέκαθεν παραδεδεγμένα. Ἡ ἰδιοκτησία αὐτῶν εἶναι ἀπαραβίαστος, ἀνήκει δὲ εἰς τὴν κοινότητα τῶν μοναστηρίων, καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς μοναχοὺς, τοὺς βιοῦντας ἐν αὐτοῖς, διότι, κατὰ τοὺς κανόνας τῶν Συνόδων «τὰ ἅπαξ κατὰ γνώμην ἐπισκόπων καθιερωθέντα μοναστήρια μένειν εἰς τὸ διηνεκὲς μοναστήρια, καὶ τὰ ἀνήκοντα αὐτοῖς πράγματα φυλάσσεσθαι·» ἀπαγορεύεται δὲ εἰς τὸν μοναχὸν νὰ ἔχῃ ἰδιοκτησίαν ἰδίαν. Οὕτως ἔχουν ἐν μεγαλογραφίᾳ τὰ τῶν καθ’ ἡμᾶς μονῶν. Ἀναγνωρίζεται νομικῶς καὶ κανονικῶς ἡ ὕπαρξις αὐτῶν καὶ τῶν κτημάτων αὐτῶν· θεωροῦνται ὡς πρόσωπα ἠθικὰ, διευθύνονται πνευματικῶς ὑπὸ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς ὡς ἱερὰ ἱδρύματα, ἐξελέγχονται δὲ τὰ τῆς περιουσίας αὐτῶν, καθὸ εἰς τὸ εὐσεβὲς ἔθνος ἀνήκοντα, ὑπὸ τῆς πολιτικῆς ἀρχῆς, συμπραττούσης καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἀρχῆς. Πῶς δὲ ἔχουν τὰ τῶν λοιπῶν κατὰ μέρος ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων καὶ περὶ ὧν ἐμνήσθημεν ἀνωτέρω; Ὡς γνωρίζων, Κύριοι, ὀνομάζουσι κτῆσιν ἐθνικὴν ἐκείνην, ἣν διευθύνει τὸ ἔθνος πρὸς ὄφελος τῆς Ἐπικρατείας, ἐπαρχιακὴν, τὴν ἀνήκουσαν εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν ἐπαρχιῶν, διότι αἱ ἐπαρχίαι θεωροῦνται κατὰ τὴν Νομοθεσίαν μας ὡς πρόσωπα ἠθικὰ, δυνάμενα νὰ ἔχωσι περιουσίας καὶ δαπάνας, καὶ τέλος δημοτικὴν, τὴν εἰς τοὺς δήμους ἀνήκουσαν. Ἅπασαι αἱ κτήσεις αὗται ὁρίζονται εἰς ἐκπλήρωσιν τῶν ὑποχρεώσεων τῶν ἐκ τοῦ κοινωνικοῦ σκοποῦ ἐκπηγαζουσῶν. Ἀλλ’ αἱ κατηγορίαι τῶν μικρῶν ἢ μεγάλων τούτων κοινωνικῶν σωμάτων, πρὸς τὰς κοινωνικὰς αὑτῶν χρείας ἔχουσι καὶ θρησκευτικὰς, διὸ καὶ ἀντίστοιχοι κτήσεις ὑπάρχουσι. Οὕτως ἐν Ἑλλάδι ὥρισται διὰ μὲν τας γενικὰς θρησκευτικὰς χρείας ἡ ἐκ τῆς περιουσίας τῶν διατηρουμένων καὶ διαλυθέντων μοναστηρίων πρόσοδος· ἕνεκα τούτου καὶ τὴν ἵδρυσιν ἰδιαιτέρου ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου ἐν τῇ νομοθεσίᾳ μας ἀπαντῶμεν· διὰ δὲ τὰς ἐπαρχιακὰς, ἐὰν τοιαῦται ὑπάρχωσιν, αἱ ἐκ τῶν ἐπαρχιακῶν ἐκκλησιαστικῶν καταστημάτων ἢ κτημάτων, διὰ δὲ τὰς δημοτικὰς αἱ ἐκ τῶν δημοτικῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων πρόσοδοι, ἤτοι τῶν ἐνοριακῶν Ἐκκλησιῶν, καὶ τῆς τελευταίας ταύτης κατηγορίας πλουσιώταται πρόσοδοι εὕρηνται εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου πελάγους. Τίνι τρόπῳ διακρίνονται καὶ διαχειρίζονται αἱ περιουσίαι αὗται, οἱ νόμοι διέλαβον. Τοιαύτη τις κατάταξις τῆς ἐκκλησιαστικῆς κτήσεως κατὰ γενικὸν χαρακτῆρα ἐξάγεται ἐκ τῆς νομοθεσίας μας καθιερωθεῖσα ἐν Ἑλλάδι, ἥτις εἶναι σύμφωνος πρὸς τὰ ἀνέκαθεν παραδεδεγμένα. Βεβαίως αἱ τεθεῖσαι αὗται βάσεις δὲν ἔλαβον τὴν δέουσαν ἀνάπτυξιν καὶ ἐφαρμογὴν, ἂν καὶ τοσοῦτος καιρὸς παρῆλθεν ἀπὸ τῆς καθιερώσεώς των, πλὴν δυστυχῶς αἱ κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἐλλείψεις εἶναι ὁ τρομερὸς σάραξ, ὅστις καταβιβρώσκει ἅπασαν τὴν δημοσίαν τῆς Ἑλλάδος ὑπηρεσίαν. Εὐκταῖον δὲ θὰ ἦτον ἂν ἥ τε Ἐκκλησία καὶ ἡ πολιτεία ἐν πάσῃ ἀγαθοπιστίᾳ καὶ χρηστότητι προήρχοντο εἰς τὴν συμπλήρωσιν κενῶν τινῶν τῆς νομοθεσίας μας, καὶ εἰς ἐπίλυσιν τινῶν ἀμφιβόλων ζητημάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἐκκρεμότης αὐξάνει τὰς δυσπιστίας ἐκεῖ, ἔνθα εἰρήνη ἔπρεπε νὰ ἐπικρατῇ. Ἔρχομαι ἤδη, Κύριοι, στηριζόμενος εἰς ὅσα ἐξέθηκα περὶ ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων, νὰ ἐξετάσω δι’ αὐτῶν ἐν ὀλίγοις τὸ περὶ παραχωρήσεων κτημάτων ζήτημα εἰς τὰς ἐπισκοπὰς τῆς Ἑπτανήσου. Λυποῦμαι, ὡς εἶπον καὶ προχθὲς, ὅτι τοσοῦτος καιρὸς παρῆλθεν ἐπὶ ματαίῳ, καὶ ἀκόμη δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν γνῶσιν, τί εἶναι ἡ Νομοθεσία τῆς Ἑπτανήσου, ποία ἡ ἱστορία της, πότε ἔγιναν καὶ πῶς ἔγιναν οἱ νόμοι καὶ ποίας περιπετείας ἐδοκίμασαν. Ἐξετάζω λοιπὸν τὸ ζήτημα ὅπως παρουσιάσθη ὑπὸ τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου. Τί εἶναι τὰ κτήματα ταῦτα, ἅπερ Ἐκκλησιαστικὰ ὀνομάζει ὁ ἔντιμος συνάδελφος Κ. Ἰακωβάτος, καὶ τὰ ὁποῖα θέλει νὰ παραδώσῃ εἰς τοὺς ἐπισκόπους; Τὰ ἐκκλησιαστικὰ ταῦτα κτήματα δὲν εἶναι ἄλλο ἢ περιουσία ἐπαρχιακὴ, διότι ἡ ἐπαρχία διαχειρίζεται αὐτὴν πρὸς ἐκκλησιαστικὸν ἐπαρχιακὸν σκοπόν. Ἐνόσῳ ὁ Κ. Ἰακωβάτος δὲν ἤθελε φέρει τὴν ἱστορίαν τῆς καταγωγῆς τῶν κτημάτων τούτων, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξακολουθῶ νὰ τὰ θεωρῶ ὡς τὰ ἴδια κείμενα τοῦ Ἑπτανησιακοῦ νόμου τὰ χαρακτηρίζουν, καὶ τὴν πεποίθησιν ταύτην ἀρύομαι ἐξ αὐτοῦ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐπικαλεῖται καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφος. Εὐαρεστηθῆτε, κύριοι, νὰ ἀνεχθῆτε ὅπως ἀναγνώσω χωρίον τι τοῦ ἄρθρου.... τοῦ Συντάγματος τοῦ 1817 (Ἀναγινώσκει). Ἀκούετε, κύριοι. Αὐτὸ τοῦτο τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος, τοῦ ὁποίου χρῆσιν ποιοῦμαι ἵνα ἀποδείξω εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν, ὅτι ἐκτὸς τῶν γενικῶν λόγων, οὓς ἀνωτέρω ἐξέθηκα, εἰδικώτερον βεβαιοῖ ὅτι ἡ κτῆσις αὕτη εἶναι ἐπαρχιακὴ, διότι αἵ τε μισθοδοσίαι καὶ αἱ δαπάναι τοῦ ἐπισκόπου ἐπιβαρύνουσιν αὐτὴν τὴν ἐπαρχίαν, καθόσον, ὡς ἠκούσατε, τὸ Σύνταγμα λέγει ὅτι δύνανται μὲν νὰ καταστήσωσιν εἰς ἑκάστην νῆσον ἐκκλησιαστικὴν ἀρχὴν, ἀλλὰ νὰ μὴν αὐξάνῃ τοῦτο τὰς δαπάνας τῆς ἐπαρχίας· ἄρα ἐπαρχιακὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ βάρη, καὶ τὰ κτήματα λοιπὸν ἐπαρχιακά. Τί ζητεῖται σήμερον; Ζητεῖται, κύριοι, νὰ δώσητε εἰς τοὺς ἐπισκόπους τῶν νήσων τὰ ἐκκλησιαστικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι, ὡς λέγουν, οὔτε δημοσία, οὔτε δημοτικὴ οὔτε ἐπαρχιακὴ περιουσία. Καὶ, κύριοι, σᾶς ἀπέδειξα, ἢ τοὐλάχιστον νομίζω, ὅτι σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι ἡ μὲν μοναστηριακὴ περιουσία, οὖσα κτῆμα τῆς κοινότητος ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ εὐσεβοῦς ἔθνους, δὲν δύναται νὰ παραχωρηθῇ εἰς τοὺς ἐπισκόπους· ἐκκλησιαστικὴ δὲ περιουσία δύναται νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἐπαρχιακὴ καὶ δημοτικὴ, καὶ αὕτη δὲν δύναται ἐπίσης νὰ κατασταθῇ κτῆμα τῶν ἐπισκόπων. Τοιαῦτα εἰσὶ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος κτήματα. Ἀποδόσατε, λέγει, σήμερον τὴν ἐπαρχιακὴν περιουσίαν εἰς τοὺς ἐπισκόπους, δηλονότι ἀνεγείρατε τὰ ἐπισκοπικὰ κτήματα, τὰ ὁποῖα εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ χριστιανισμοῦ ὑπῆρξαν· ἀλλὰ τότε ὀργανίσατε τὴν οἰκονομικὴν διαχείρισιν, περὶ τῆς ὁποίας διηγήθην ἀνωτέρω. Ἂς παύσῃ πᾶσα φροντὶς τοῦ ἔθνους ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας, ἂς παραδοθῇ ἡ φροντὶς τῶν πενήτων καὶ τῶν φιλανθρωπικῶν καταστημάτων εἰς βάρος τῶν ἐπισκόπων, ἂς ἀνοίξωσιν αἱ ἔρημοι τῆς Αἰγύπτου εἰς τοὺς πολυειδεῖς ἀναχωρητὰς καὶ ἐπανέλθητε εἰς τὴν νηπιώδη κατάστασιν τῆς ἐκκλησίας. Πολιτεία ὅμως καλῶς ὠργανισμένη, πολιτεία σκοπὸν ἔχουσα νὰ προαγάγῃ τὴν ἐκκλησίαν, ἥτις εἶναι αὐτὸς ὁ ἐθνισμὸς ἡμῶν εἰς τὴν ὑπερτάτην αὐτοῦ ἔκφρασιν, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ καταδικάσῃ τοὺς ἡγεμόνας τῆς ἐκκλησίας, τοὺς ἀρχιερεῖς λέγω, εἰς τὴν καλλιέργειαν χωραφίων καὶ εἰς τὴν ἐπαιτείαν τοῦ ἀρχαϊκοῦ αὐτῶν βίου.
§79ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅλος ὁ κόσμος οὕτω τὰ ἔχει. Ἡ Ἀγγλία, ἡ Ἀμερικὴ καὶ ἡ Ἰταλία.
§80ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἥ τε πολιτικὴ ἐξουσία καὶ ἡ θρησκευτικὴ εἶναι εἰς τὰς αὐτὰς τοῦ ἡγεμόνος χεῖρας καὶ ἀπεύχομαι τοῦτο εἰς τὴν πατρίδα μου. Ἡ Γαλλία τὰ ἔχει;
§81ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, ἡ Γαλλία τὰ κατήργησε διὰ τῆς ἐπαναστάσεως· ἂν θέλετε νὰ μιμηθῆτε τὸν Ῥοβεσπιὲρ, τὸν Μαρά.
§82ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι φίλος τῆς τρομοκρατίας.
§83ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ ἐν τοσούτῳ εἶσθε ὀπαδός της.
§84ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Νὰ τὸ πιστοποιήσητε διὰ γεγονότων.... Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύνταγμα τῆς Ἑπτανήσου, τοῦ ὁποίου τὸ κῦρος ἐπεκαλέσθη, ἀντιβαίνει εἰς τὰς συνθήκας ἐφ’ ὧν ἐστήριξε τὴν πρότασίν του, ἐπὶ τέλους εἰς τὸ Δημόσιον Δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ Δίκαιον τοῦτο εἶναι κοινὸν καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον. Ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν καὶ τὴν πολυμάθειαν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ ἐπερίμενα ἑτέραν πρότασιν, τὴν πρότασιν, λέγω, τοῦ νὰ διανεμηθῶσιν αἱ ἐκκλησιαστικαὶ αὗται πρόσοδοι εἰς τοὺς σχηματισθησομένους δήμους, διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ἐνοριακῶν ἐκκλησιῶν, ἀφοῦ τὴν μισθοδοσίαν τῶν ἀρχιερέων θέλει τὴν ἀναλάβει τὸ δημόσιον, ὡς καὶ ἐν τῷ παλαιῷ Βασιλείῳ, οὐχὶ ὅμως νὰ ἐπιδιώκῃ νὰ δώσωμεν μίαν ἑρμηνείαν εἰς τὴν συνθήκην, τὴν ὁποίαν οὐδ’ αὐτοὶ οἱ ὑπογράψαντες δὲν ἐζήτησαν νὰ δώσουν. Θέλει νὰ δώσωμεν μίαν ἔννοιαν, διὰ τῆς ὁποίας νὰ κηρύξωμεν, ὅτι, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἴπω πρότερον, ἀλλόθρησκοι ἐδίδαξαν ἡμᾶς τίνι τρόπῳ νὰ φερώμεθα εἰς τὴν ἐκκλησίαν ἡμῶν. Ἐγὼ, Κύριοι, τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, δὲν θέλω συγχωρήσει νὰ ἐπικρατήσῃ τοιαύτη ἐξήγησις· δὲν θέλω ἀναδεχθῆ ὑπ’ εὐθύνην μου τὸν μῶμον τοῦτον. Καὶ ὡς ὑπουργῷ ἄλλοτε καὶ ὡς πολίτῃ θέλει μοὶ ἀποδοθῆ, πιστεύω, δικαιοσύνη. Ὑπεστήριξα πάντοτε τὰ δικαιώματα τῆς Ἐκκλησίας, περιεφρούρησα ὅσον τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τὴν τήρησιν καὶ τὴν ἀπολαυὴν τῶν ἐκ τῶν ἐκκλησιαστικῶν κτημάτων ἀγαθῶν, εἰς ἐκείνους ἐκ τῶν κληρικῶν, οἵτινες διὰ τῶν ἱδρώτων αὐτῶν ζωογονοῦσι τὰς ὑπὸ τὴν ἐπιστασίαν των ἐκκλησιαστικὰς κτήσεις· ἀναγκασθεὶς δὲ τὸ 1859 ἕνεκα τῶν περιστάσεων νὰ ἀφήσω τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐκκλησιαστικῶν, λυποῦμαι ὅτι δὲν ἐπρόφθασα νὰ μεταβάλω εἰς νόμους ὅσους κόπους κατεβάλλομεν μετὰ τῶν μελῶν τῶν ἱερῶν Συνόδων τῶν τοσούτῳ γονίμων ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ἐκείνων ἐτῶν, ὑπὲρ τῆς συστάσεως ἐκκλησιαστικοῦ ταμείου καὶ τῆς βελτιώσεως καὶ συντηρήσεως τοῦ κατωτέρου κλήρου. Ἀναμνησθεὶς ἐν τῇ εὐκαιρίᾳ ταύτῃ τὰς ὑπὲρ τῆς ἐκκλησίας ὑπηρεσίας τῶν μελῶν ἐκείνων, ἃς μοὶ ἐπιτρέψωσιν ἐν τῇ χριστιανικῇ αὑτῶν ταπεινοφροσύνῃ ἵνα προσφέρω καὶ σήμερον δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς εὐχαριστίας μου. Δύω λέξεις καὶ παύω. Εἰμὶ, Κύριοι, τέκνον πιστὸν τῆς Ἀνατολικῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, καὶ ὡς τοιοῦτον, ἐπιθυμῶ τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ γένους μου μεγάλην· δὲν τὴν ἐπιθυμῶ διῃρημένην εἰς διάφορα κομμάτια· δὲν τὴν ἐπιθυμῶ διῃρημένην εἰς διαφόρους ἐκκλησίας, τὴν ἐπιθυμῶ μίαν καὶ ἀδιαίρετον, ὡς εἶναι μία ἡ κεφαλὴ αὐτῆς, ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. (Εὖγε, εὖγε).
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, θὰ ἐρωτήσω τὴν Βουλὴν περὶ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀρχῆς. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως νόμου τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψε τὴν πρότασιν. Χθὲς ἡ Βουλὴ ἐκήρυξεν ὡς κατεπεῖγον τὸ περὶ παρατάσεως τῆς ἐλαττώσεως τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων νομοσχέδιον. Ἐπιθυμεῖ σήμερον ἡ Βουλὴ νὰ γίνῃ δευτέρα συζήτησις;
§86ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§88ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἀναγνωσθὲν νομοσχέδιον καὶ κατὰ τὴν δευτέραν αὐτοῦ ἀνάγνωσιν. «21ον ἀντικείμενον. Πρότασις Κ. Στράτου περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν συνταξιούχων ὑπαλλήλων.» Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις.
ΠΡΟΤΑΣΙΣ ΝΟΜΟΥ
Περὶ τοῦ μισθοῦ τῶν συνταξιούχων ὑπαλλήλων. «Ἕνεκα τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, εἰς ἣν περιῆλθε τὸ κράτος, ἐξ ἧς ἀνέφικτος καθίσταται καὶ ἡ ἐκπλήρωσις τῶν ἐξωτερικῶν χρεῶν του καὶ ἡ ὕπαρξις πίστεώς τινος παρὰ τοῖς Εὐρωπαϊκοῖς κράτεσιν, ἔχων δὲ ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὸ περὶ συντάξεων στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν ὑπαλλήλων κεφάλαιον ὡς καὶ τὸ περὶ ἀποζημιώσεως ὑπερέβη τὰ δύω ἑκατομμύρια, ἤτοι τὸ ⅒ τοῦ προϋπολογισμοῦ, Προτείνω Ἄρθρ. 1. Εἰς μὲν τοὺς πολιτικοὺς καὶ στρατιωτικοὺς ὑπαλλήλους τοὺς διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1852 ἀπολαύσαντας τὴν σύνταξίν των, χορηγηθῶσιν ἀπέναντι τοῦ ἡμίσεως τῆς συντάξεώς των γαῖαι ἐθνικαὶ, εἰς δὲ τοὺς στρατιωτικοὺς τοὺς διὰ τοῦ νόμου συντάξεως τοῦ 1864, χορηγηθῶσι γαῖαι εἰς τὰ ⅗ τῆς συντάξεώς των ἐπὶ τῇ βάσει νομοσχεδίου ὑποβληθησομένου παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρ. 2. Τὸ ποριζόμενον οὕτω κεφάλαιον, ἀναβαῖνον εἰς ἓν ἑκατομμύριον, θέλει χρησιμεύσει εἰς τὴν κατ’ ἔτος πληρωμὴν τοῦ χρεωλύτρου τοῦ ἐξωτερικοῦ δανείου τοῦ 1833.»
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς;
§91Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὑπάρχει.
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε τὸν λόγον.
§93ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί! Ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ἐνώπιον ἡμῶν ὁ Κ. Στράτος, ἠμπορεῖ μὲν νὰ ᾖναι συμφέρουσα διὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, εἶναι ὅμως ἄδικος καὶ δὲν δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ, διότι διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ προτίθεται τὸ δημόσιον ν’ ἀφαιρέσῃ μίαν ἰδιοκτησίαν καθαράν· διότι ἡ σύνταξις δὲν δύναται ν’ ἀφαιρεθῇ παρὰ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου· ἀφαιρουμένη δὲ, ἐννοεῖται ὅτι δὲν συναφαιρεῖται εἴς τινας περιστάσεις καὶ ἀπὸ τοὺς κληρονόμους τοῦ συνταξιούχου. Αὐτὴ ἡ πρότασις ζητεῖ νὰ ἀφαιρέσητε τὴν ἰδιοκτησίαν αὐτὴν καὶ νὰ τὴν ἀποδώσητε εἰς τὸ δημόσιον· ἐπειδὴ ὅμως τὸ πρᾶγμα ἦτο ἄδικον, ὁ συντάκτης τῆς προτάσεως ἐνόμισεν, ὅτι ἐπιφέρει μίαν θεραπείαν, γνωμοδοτῶν ἀντὶ τῆς συντάξεως νὰ δοθοῦν γαῖαι. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν, ἀφοῦ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἄδικον κατ’ οὐσίαν, ἐὰν διὰ τοῦ τρόπου τούτου ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐπανέλθῃ τὸ δίκαιον εἰς τὴν θέσιν του. Προτείνει νὰ κρατῶνται τὰ ⅔ τῆς συντάξεως καὶ νὰ ἀνταποδοθῇ τὸ ποσὸν τοῦτο διὰ γαιῶν ἐθνικῶν. Ἐγὼ εἰς ταῦτα δὲν ἀνθίσταμαι· ἀλλ’ ἂς ἐξετάσωμεν ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ γίνῃ. Τί εἶναι ἡ σύνταξις; εἶναι ἓν εἰσόδημα τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει ὁ συνταξιοῦχος εἴτε πολιτικὸς εἴτε στρατιωτικὸς ἀπέναντι τῶν κόπων τῆς ὑπηρεσίας τὴν ὁποίαν προσέφερεν εἰς τὸ δημόσιον· εἶναι δηλαδὴ τὸ κτῆμα του ἀπὸ τὸ ὁποῖον λαμβάνει κατὰ μῆνα Α πρόσοδον. Θέλετε λοιπὸν ν’ ἀφαιρέσητε τὰ ⅔ αὐτοῦ τοῦ Α, καὶ θέλετε ν’ ἀνταποδώσητε αὐτὸ εἰς γαία. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν ἐὰν τοῦτο ᾖναι πρακτικὸν, ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἐφικτὸν, ἐὰν ἡ πρότασις αὕτη δὲν ᾖναι, κατ’ ἐμὲ, μία μόνον φαντασία. Ὑποθέσατε, ὅτι ἐγὼ ὁ συνταξιοῦχος ἀπολαμβάνω κατὰ μῆνα 300 δραχμάς· θὰ μοῦ ἀφαιρέσητε λοιπὸν τὰς 200 καὶ θὰ μοῦ δώσητε γαίας. Ἐὰν ἔχητε νὰ δώσητε, κάμετε καλά· θὰ δώσητε ὅμως γαίας τόσας, ὥστε κατὰ μῆνα ν’ ἀποφέρουν αὐτὸ τὸ ποσὸν τὸ ὁποῖον κρατεῖτε· τότε εἶμαι σύμφωνος. Κατὰ πάντα ὅμως ἄλλον τρόπον εἶναι μία δήμευσις τῆς περιουσίας αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα ἀπαγορεύει· διότι, ἂν ἔχωμεν ἀνάγκας, πρέπει νὰ συνεισφέρωμεν ὅλοι διὰ νὰ ἐκλείψουν, ὄχι ὅμως νὰ εἰπῆτε νὰ πληρώσουν μόνον οἱ πλοίαρχοι, ἢ νὰ πληρώσουν μόνον τὰ πλοῖα, καμμία δὲ ἄλλη τάξις νὰ μὴ πληρώσῃ. Ἂς ἐξετάσωμεν λοιπὸν ἐὰν ἔχητε γαίας καὶ δύνασθε νὰ δώσητε γαίας, αἱ ὁποῖαι ν’ ἀποζημιώσουν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους δι’ αὐτὴν τὴν κράτησιν· τότε δὲ πρέπει νὰ προηγηθῇ ὁ νόμος, ὥστε νὰ πεισθῇ ἕκαστος, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι δυνατόν· ἄλλως τί θέλετε εἰς τὸν συνταξιοῦχον, τὸν γηράσαντα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, τὸν μὴ δυνάμενον νὰ καλλιεργήσῃ τίποτε, νὰ δώσητε 10 στρέμματα γαίας τὰς ὁποίας νὰ καλλιεργήσῃ; Μὰ δὲν ἠμπορεῖ· θὰ δώσετε λοιπὸν γαίας, τὰς ὁποίας νὰ δώσῃ εἰς καλλιέργειαν ἵνα τῷ δώσουν τὸ ὑπόλοιπον τῆς συντάξεως τὸ ὁποῖον κρατεῖτε. Εἶναι τοῦτο πρακτικόν; εἶναι τοῦτο δυνατόν; Ἐπεθυμοῦσα αὐτὸ τὸ πρᾶγμα νὰ σαφηνισθῇ πρότερον διὰ νόμου· εἰδεμὴ, διατί νὰ μὴν εἰπῆτε εἰς ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, σᾶς ἀφαιρῶ τὰ ⅔ καὶ σᾶς δίδω θάλασσαν νὰ καλλιεργῆτε, ἀφοῦ δὲν ἔχω γαίας, διότι δὲν ἔχω νὰ πληρώσω; Ἀλλὰ ν’ ἀφαιρῆτε ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἀποθάνουν καὶ δὲν ἔχουν πόρον ζωῆς, τοῦτο εἶναι παράλογον, εἶναι ἀπάνθρωπον, εἶναι δὲν ἠξεύρω πῶς νὰ τὸ ὀνομάσω. Διότι, σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, ἐὰν ἔχητε γαίας δυναμένας νὰ ἀντικαταστήσωσιν αὐτὴν τὴν ἀφαίρεσιν, εἶμαι σύμφωνος μαζῇ σας· ἀλλὰ μήτε γαίας ἔχετε, αἱ ὁποῖαι νὰ ἀποφέρουν τοιοῦτον ποσόν· ἑπομένως μήτε δύνασθε ν’ ἀφαιρέσητε· καὶ ἂς ἔλθωμεν πρακτικώτερον νὰ ἐξετάσωμεν τὸ ζήτημα. Ὑποθέσατε ἕνα συνταξιοῦχον ἀπὸ τὸν ὁποῖον θ’ ἀφαιρέσητε 180 δραχμὰς τὸν μῆνα, τουτέστι 30 τάλληρα· τί γαίας θὰ δώσητε εἰς αὐτὸν, ὥστε νὰ λάβῃ ὀπίσω ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τοῦ πέρνετε, τὰ 30 τάλληρα τὸν μῆνα; Νομίζω, ὅτι ἕκαστον στρέμμα γῆς δὲν παρέχει περισσότερον ἀπὸ ἕνα τάλληρον κατὰ μέσον ὅρον· λοιπὸν, διὰ νὰ δώσητε 360 τάλληρα κατ’ ἔτος εἰς αὐτὸν τὸν συνταξιοῦχον, θὰ δώσητε 360 στρέμματα ἀγρούς· καὶ ἔχετε τόσα στρέμματα; λογαριάσετε τοὺς συνταξιούχους. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα εἶναι ἀκατόρθωτον.
§94ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὴν ἀρχὴν εἶσθε σύμφωνος, εἰς τὰ καθέκαστα δὲν εἶσθε.
§95ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὰ ὅταν τὰ καθέκαστα ᾖναι παράλογα, τότε εἶναι καὶ ἡ ἀρχή. Βεβαίως πολλὰ πράγματα δύναται κατ’ ἀρχὴν νὰ παραδεχθῇ τις, ἀλλ’ ὅταν εἰς τὴν πρᾶξιν δὲν ἐφαρμόζωνται, οὔτε κατ’ ἀρχὴν πρέπει νὰ τὰ παραδεχθῇ, διότι καταντᾷ, ἂν ὄχι τίποτε ἄλλο, γελοῖον· διότι, καθὼς σᾶς ἀποδεικνύω καὶ σᾶς ἀπέδειξα γεωργικῶς, ὡς γεωργὸς λαλῶν σᾶς λέγω ὅτι εἶναι ἀδύνατον, διότι δὲν θὰ ἐπαρκέσουν ὅλαι αἱ ἐθνικαὶ γαῖαι τὰς ὁποίας ἔχετε. Καὶ ἕν ἄλλο πρᾶγμα· ἐὰν ἔχετε ἕνα συνταξιοῦχον εἰς τὴν Λαμίαν, θὰ τοῦ δώσητε τόπον εἰς τὴν Κυπαρισσίαν; αὐτὸ εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὔτε νὰ ἐννοήσω δὲν δύναμαι. Ἐὰν δύναται κανεὶς νὰ μᾶς πείσῃ, ἂς ἔλθῃ. Ἀλλὰ βλέπω ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα ὄχι μόνον δὲν εἶναι δίκαιον, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ λογικόν. Δι’ ὅλους λοιπὸν αὐτοὺς τοὺς λόγους νομίζω περιττὸν νὰ ἐκταθῶ περισσότερον καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀποῤῥίψῃ κατ’ ἀρχὴν ὅ,τι δὲν ἐφαρμόζεται.
§96ΣΤΡΑΤΟΣ. Κ. Πρόεδρε, δύω λέξεις. Κύριοι, ἡ πρότασις νόμου, τὴν ὁποίαν πρὸ ἑνὸς μηνὸς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω, ἔχει δύω σκοπούς· πρῶτον, ὅπως ἐλαφρώσῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους ἐξ ἑνὸς βάρους οὐχὶ μικροῦ· διότι εἶναι 4 ἑκατομμύρια διὰ τῶν ὁποίων ἐπιβαρύνεται ἀπέναντι τῶν στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν συντάξεων, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν φαλαγγιτῶν. Δεύτερον ὅπως ἀποκαταστάσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα τὰς γαίας παραγωγικάς. Ἡ ἰδέα δὲ, ἥτις πρὸ πάντων μ’ ἔφερεν εἰς τὴν πρότασιν ταύτην, τὴν κατὰ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν οὐχὶ τόσον λογικὴν, ἦτο, διότι πρὸ χρόνου εἰς τὴν Ἑλλάδα πολὺς γίνεται λόγος περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Λοιπὸν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς ἄτομον ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ διανομὴ τῶν ἐθνικῶν γαιῶν θέλει φέρει ἀρκετὴν πρόσοδον εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι καθιστᾷ τὰς γαίας παραγωγικάς. Ἐθεώρησα ἑπομένως ὡς συνεπὲς μὲ τὴν ἰδέαν ταύτην νὰ φέρω τὴν προκειμένην πρότασιν, ὅπως οἱ συνταξιοῦχοι ὑπάλληλοι συνεισφέρωσι καὶ αὐτοὶ τὸ καθ’ ἑαυτοὺς τοσούτῳ μᾶλλον, καθ’ ὅσον κατὰ τὸν νόμον τοῦ 64 τὸν ἀφορῶντα τὰς στρατιωτικὰς συντάξεις, καθὼς καὶ ἐκεῖνον τοῦ 61, τὸν ἀφορῶντα τὰς πολιτικὰς, δίδονται ὄχι μόνον ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ τοιαῦται συντάξεις, τὰς ὁποίας σήμερον τὸ ἔθνος μὲ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔφθασε δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐξοφλῇ. Διὰ τῆς προτάσεως δὲ ταύτης ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἐθεώρησεν ὅτι ἀφαιρεῖται ἡ σύνταξις ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους. Κατ’ ἐμὲ, δὲν ἔχει οὕτω, διότι δὲν πρόκειται ν’ ἀφαιρέσωμεν, ἀλλὰ ν’ ἀντικαταστήσωμεν μέρος αὐτῆς· διότι βεβαίως καὶ τοῦ στρατιωτικοῦ νόμου, τοῦ τελευταῖον κυρωθέντος παρὰ τῆς Συνελεύσεως, αἱ στρατιωτικαὶ συντάξεις ἀναβαίνουσιν εἰς ἓν ποσὸν ἀρκετὰ ὀγκῶδες· ὡσαύτως καὶ ὁ πολιτικὸς ὑπάλληλος μετὰ 25 ἐτῶν ὑπηρεσίαν μένει ἐν τῇ οἰκίᾳ του πληρωνόμενος τὰ ⅔, νομίζω, τῆς μισθοδοσίας του. Αὐτὰς τὰς βαρείας ὑποχρεώσεις δὲν δύναται τὸ δημόσιον νὰ ἐκπληρώσῃ, τοὐλάχιστον σήμερον ἢ καὶ αὔριον ἀκόμη, καὶ θὰ ἔλθῃ στιγμὴ καθ’ ἣν τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ εὑρεθῇ κενόν. Δὲν εἶναι λοιπὸν προτιμότερον, διὰ νὰ μὴ φθάσῃ τὸ δημόσιον εἰς τοιαύτην κατάστασιν, νὰ δώσητε γαίας εἰς τοὺς συνταξιούχους δι’ ἑνὸς νόμου; δότι πάντοτε παραδέχομαι νόμον εἰσαγόμενον παρὰ τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἴδῃ ποῦ ἔχει γαίας καὶ πῶς δύναται καλλίτερον νὰ τὰς δώσῃ εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον εὐχαριστηθῆ, ἢ νὰ λάβῃ γενικὸν μέτρον δι’ ὅλους ἐν γένει τοὺς ὑπαλλήλους. Ἐκτὸς τούτου μία ἀπὸ τὰς κυριωτέρας αἰτίας, αἵτινες μὲ ἔθεσαν νὰ λάβω τὴν τόλμην νὰ κάμω τὴν πρότασιν αὐτὴν, μ’ ὅλας τὰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, μὲ ἔφερε καὶ ἡ ἀκόλουθος· πλεῖστοι ἐκ τῶν γερόντων συνταξιούχων δὲν ἔχουν τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν εἰς τὰς συντάξεις. Βλέπετε ἀνθρώπους ὑπηρετήσαντας κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, ὑποστάντας μύρια ὅσα· οὗτοι δυνάμει τοῦ νόμου τοῦ 52 ἔχουν μίαν εὐτελεστάτην σύνταξιν· ἀξιωματικοὶ δὲ, οἱ ὁποῖοι ἦλθον κατὰ τὰ 30, οἱ ὁποῖοι μόλις ἔχουν 30 ἐτῶν ὑπηρεσίαν καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπηρέτησαν ἐν καιρῷ εἰρήνης καὶ μόνον ἐνησχολοῦντο εἰς τὰ γυμνάσια, ἀπολαμβάνουσιν ὑπερμεγέθεις συντάξεις, τὰς ὁποίας σήμερον ὁ γαλλικὸς στρατὸς, ὁ ὁποῖος καθεκάστην κινδυνεύει, δὲν ἔχει. Διὰ τῆς προτάσεώς μου ταύτης θέλει ἐπέλθει ὠφέλεια καὶ εἰς τὸ δημόσιον καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους αὐτούς. Μεθ’ ὅσα εἶπον, νομίζω περιττὸν νὰ ἐκτεθῶ περισσότερον, πεπεισμένος, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ δεχθῇ τὴν ἀρχὴν τῆς προτάσεως, καὶ μετὰ ταῦτα θέλει σταλῆ εἰς τὸ Συμβούλιον ἵνα ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. Θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὸ Συμβούλιον. 22) Ὁμοία περὶ προβιβασμοῦ τελωνείου τοῦ Λεωνιδίου. (Ἀναγινώσκεται).
§98ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν ἀρχήν. 23. Ὁμοία περὶ συστάσεως Ἐφετείου ἐν Λαμίᾳ (ἀρχή.)
§100ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. 24) Ὁμοία περὶ συνοικισμῶν. Περὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ νὰ σταλῶσιν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας.
§102ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. 25) Ὁμοία περὶ καταργήσεως τοῦ ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν φόρου νέου νόμου καὶ ἀνανεώσεως τοῦ παλαιοῦ (ἀρχή.)
§103ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη. 27) Πρότασις περὶ τροποποιήσεως τοῦ περὶ ἀγροληψίας κεφαλαίου τοῦ Ἰονίου ἀστικοῦ κώδηκος.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. 28) Ὁμοία περὶ ἐξαγορᾶς ἐμφυτευτικῶν κανόνων καὶ ἐδαφονομίων ἐν Ἑπτανήσῳ.
§107ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. 29) Νομοσχέδιον περὶ διδακτικῶν βιβλίων.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε, ὅτι περὶ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν ἡ κυβέρνησις ἐζήτησε προθεσμίαν. 30) Ὁμοία περὶ διοργανώσεως τῆς ἐκπαιδεύσεως κατὰ τὴν Ἐπτάνησον.
§110ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ὅλα αὐτὰ τὰ νομοσχέδια εἶναι κατεπείγοντα καὶ πρέπει ἡ κυβέρνησις νὰ σπεύσῃ νὰ μᾶς εἴπῃ τὴν γνώμην της.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 32) Ὅμοιον περὶ εἰσαγωγικοῦ τέλους τοῦ καπνοῦ. Ἀναβάλλεται καὶ αὐτό. 33) Πρότασις περὶ προικοκτησιῶν. Πρώτη συζήτησις.
§112ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. 34) Πρότασις περὶ συντάξεως τῶν ἐθνοφυλάκων καὶ ὁδηγῶν, ὑπὸ τοῦ Κ. Στράτου.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. 35) Πρότασις περὶ ἀναθεωρήσεως τῆς περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διατάξεως τοῦ Συντάγματος.
§116ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 3 καὶ 45.