Ελένη
Digital corpus of Greek Parliamentary Proceedings
Index› Period Α · Session Α› Sitting 55

1865.10.13

3,926 rows · 33,443 words · 1 table · 137 turns

Date
1865.10.13
Presidency
ΕΥΘ. ΚΕΧΑΓΙΑ
Period
Α
Session
Α
Source
ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΩΝ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ ΤΗΣ ΒΟΥΛΗΣ, VOLUME Β (1865)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55.

Τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1865.

(Τετάρτη).

Ὥρα 12 καὶ 20 μ.μ.

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐναντίον τῶν πρακτικῶν;

§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ ζητεῖ πίστωσιν πρὸς ἀποζημίωσιν καὶ ἄλλα ἔξοδα. Τὰ ἔγγραφα τὰ περὶ σκωριῶν τοῦ Λαυρίου θέλουν διανεμηθῆ αὔριον.

§4ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν ἔχει ἑτοίμην τὴν ἔκθεσίν της, καὶ, ἐὰν εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ, νὰ ἀναγνωσθῇ ἢ νὰ σταλῇ εἰς ἐκτύπωσιν.

§5ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως.

§7Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν Βουλὴν πρότασιν νόμου. Παρατηροῦμεν, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀφομοιώσεως δὲν παρουσιάζεται κατεπεῖγον· κατεπεῖγον εἶναι, ὥστε οἱ πολῖται τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος νὰ ἀπολαύουν ἐν Ἑπτανήσῳ τὰ δικαιώματα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐνῷ δὲν τὰ ἀπολαμβάνουν. Ὅταν ὁ πολίτης τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ἔχῃ ὑπόθεσίν τινα ἔν τινι δικαστηρίῳ τῆς Ἑπτανήσου, δὲν δύναται οὔτε αὐτοπροσώπως νὰ παρουσιασθῇ, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν νὰ ὑπογράψῃ τὴν δικογραφίαν, καὶ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ προσφύγῃ ἑκὼν ἄκων εἰς δικηγόρον, ὁ δὲ ἕλλην τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος μεταβαίνων εἰς τὴν Ἑπτάνησον θεωρεῖται ἀπηγορευμένος, θεωρεῖται ἀνῆλιξ, θεωρεῖται καταδικασμένος ἀπὸ κακουργοδικεῖον, ὥστε νὰ μὴ δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων· συγχρόνως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἕτεραι 15 χιλ. Ἑλλήνων τῶν κατοικούντων εἰς τὴν Ἑπτάνησον εἶναι ἀπηγορευμένοι· διότι οὔτε οἱ ἑπτανήσιοι δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, εἴτε αὐτοπροσώπως, εἴτε διὰ τῆς ὑπογραφῆς εἰς τὸ δικόγραφον. Ὁ νόμος εἶναι εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, ὅτι ὁ ἐντολεὺς εἶναι ὁ διάδικος, ὅτι ὁ δικηγόρος ὡς ἐντολοδόχος δύναται νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Διὰ ταῦτα, ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἀφομοιώσεως, προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν, δι’ ἧς κηρύσσομεν δικαστικῶς ἀποκαταστημένους καὶ τοὺς Ἰονίους καὶ τοὺς τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔχει χρείαν συζητήσεως· λέγομεν ἁπλῶς, ὅτι ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑπτανήσου δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν οἱ διάδικοι, εἴτε διὰ τῆς ὑπογραφῆς των, εἴτε διὰ δικηγόρων· πρέπει ἡ πρότασις αὕτη νὰ διατρέξῃ τὸ στάδιόν της· παρακαλῶ δὲ νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἡ πρότασις.

§8ΠΑΔΟΒΑΣ. Κάθε νόμος, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα σκοπὸν καὶ ἓν ἀποτέλεσμα, κατὰ τὴν γνώμην μου· ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος νόμος εἶναι πάντη ἀναποτελεσματικός, εἴτε πραγματικῶς τὸν ἐξετάσωμεν, εἴτε ἠθικῶς. Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις προτείνουσα τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος νόμον; λέγει, ὅτι ἀπὸ τὴν ἐφαρμογήν του δύναται νὰ πορισθῇ ἓν ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἑξακοσίων χιλ. δραχμῶν· ἀφαιροῦντες ἀπὸ αὐτὸ τὸ ποσὸν 490,000 δραχ. διὰ τὴν χορηγίαν τῆς ἀτμοπλοΐας, μένει τὸ ὑπόλοιπον τὸ ὁποῖον διανέμεται· 200,000 δραχ. διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν, καὶ 910,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Ἀλλὰ θέλω σᾶς ἀποδείξει μὲ μαθηματικὴν καὶ ἀριθμητικὴν ἀκρίβειαν, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν εἶναι πάντοτε ἀτελεσφόρον, καὶ διὰ τὰς τεχνητὰς καὶ διὰ τὰς ἁπλᾶς ἐργασίας τὰς ἀφορωμένας ὑπὸ τοῦ νόμου τοῦ 1852. Πρὸ πάντων τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ χρησιμεύσῃ εἰς αὐτὰ τὰ δύω ἔργα, δὲν εἶναι ποσὸν ἐκκαθαρισμένον, πρέπει νὰ προεξαιρέσωμεν ά) ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς διευθύνσεως, β) τοῦ ὑλικοῦ, γʹ) τῶν ἐργαλείων· ὑπολογιζομένων τῶν ἐξόδων, τὰ ὁποῖα ἐξ ἀνάγκης ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ τρία αὐτὰ κεφάλαια, ἤθελα ἐρωτήσει τὸν προτείναντα τὸ νομοσχέδιον εἰς τί δύναται νὰ καταντήσῃ τὸ ποσὸν εἴτε τῶν 900000, εἴτε τῶν 200 000 δραχμῶν; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ ποσὸν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ καὶ ὑφ’ ἑτέραν ἐλάττωσιν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἀντικειμένου. Εἶναι φόρος ἄμεσος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ εἰσπράττηται, καὶ ὑμεῖς ὅλοι γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ ὁποῖα καὶ πόσα ἔξοδα ἀπαιτοῦνται πρὸς εἴσπραξιν· ἑπομένως πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ ἔξοδον τῆς εἰσπράξεως, καὶ τοῦτο εἶναι ἓν ἕτερον κονδύλιον, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ παρὰ τῆς ἀξιοτίμου Βουλῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν ἄν τὸ ἐναπολειπόμενον ποσὸν δύναται νὰ ἔχῃ τελεσφόρον ἀποτέλεσμα. Δὲν εἶναι ἀνάγκη λεπτομερῶς νὰ ἐξετάσω ὅλα αὐτὰ τὰ ἀριθμητικὰ διδόμενα διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι αἱ 910,000 θέλουσι καταντήσει εἰς 600,000, διότι ἔχομεν διδόμενα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπογραμμὸς εἰς ὅσα ἡ Κυβέρνησις ἐξοδεύει δι’ εἰσπράκτορας. Ἀλλά, Κύριοι, ἂς ὑποθέσωμεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, δύναται καὶ ὀφείλει ἄνευ ἐλαττώσεως ἢ καθυστερήσεως νὰ χρησιμεύσῃ εἰς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ ἑνὸς μιλίου Ἀγγλικοῦ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑπολογίσω κατ’ αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐξωδεύσαμεν 28,000 δραχμῶν σχετικῶς τῆς θέσεως, κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, διότι ἀλλοῦ μὲν ὑπάρχει τόπος ὀρεινὸς, ἀλλοῦ δὲ τόπος πεδινὸς καὶ βαλτώδης. Τώρα, Κύριοι, ἂν λάβωμεν αὐτὸ τὸ μέτρον, μὲ αὐτὸ τὸ ποσὸν ἡ Κυβέρνησις πόσα μίλια ἀγγλικὰ ὁδῶν κατ’ ἔτος δύναται νὰ κατασκευάσῃ; Τριάκοντα τρία!! Ἤδη δὲ παρουσιάζεται σπουδαῖον ζήτημα· τὸ ποσὸν αὐτὸ πρέπει νὰ διατεθῇ ἀποκλειστικῶς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Α. ἢ ἀπεναντίας τὸ ποσὸν ἐκεῖνο πρέπει νὰ διανεμηθῇ ἀναλόγως τῶν διαφόρων χορηγιῶν ἑκάστης ἐπαρχίας, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς κατασκευὴν ὁδοῦ, ἀνηκούσης εἰς τὴν δεῖνα ἐπαρχίαν; Ὑπὸ τὴν πρώτην ἔποψιν βλέπετε ποία καὶ πόση θὰ ἦτον ἡ ἀδικία εἰς τὴν ὁποίαν ἤθελον ὑποβληθῆ ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι, διότι ὅλαι ἤθελον ὑποχρεωθῆ νὰ συνεισφέρουν, ἵνα καλλωπισθῇ ἡ πρωτεύουσα· ἂν ἀφ’ ἑτέρου ἡμεῖς παραδεχθῶμεν τὸ ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ πλέον δίκαιον, ἠθέλαμεν ὑποπέσει εἰς ἄλλο ἀτόπημα· 33 μίλια διαιρούμενα εἰς 60 ἐπαρχίας θὰ παράξουν ½ μίλιον ἑκάστη· τώρα, κύριοι, εἶναι δυνατὸν μία ἐπαρχία ν’ ἀπολαύσῃ τὰς ὠφελείας τῆς ὁδοποιΐας ἀναλόγως τῆς ἰδίας ἐκτάσεως; Ἂν ᾖναι δυνατὸν, πρέπει νὰ παρέλθωσι 50 καὶ 100 ἔτη, καὶ τότε ποῖος ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; Ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἕτερον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ μᾶς διαφύγῃ, ὅτι, ἂν περιορισθῶμεν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ ἑνὸς μιλίου κατ’ ἔτος, ἕως ὅτου συναχθῶσι τὰ χρηματικὰ μέσα, θέλει καταστραφῆ τὸ πρῴην ἤδη κατασκευασθὲν πρῶτον. Εἰς Ἑπτάνησον βλέπετε, ὅτι ὑπὸ ὁποιανδήποτε ἔποψιν καὶ ἂν ἐξετάσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον, εἶναι πάντοτε ἀναποτελεσματικὸς· ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος ἀποδοκιμασίας· ὁ φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι μοναδικὸς, ἀλλ’ ἐπιπροστίθεται εἰς ἕνα ἄλλον φόρον ἢ εἰς δύω ἢ τρεῖς, οἵτινες ἤδη ἐπιβαρύνουσι τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος· ἂν δὲ, κύριοι, λάβωμεν ὡς μέτρον χρηματικὸν οὐχὶ τὰς 910,000 δραχμὰ., καθαρισμένας ἀπὸ ὅλα τὰ ἔξοδα εἴτε τῆς τεχνικῆς, εἴτε τῆς ἁπλῆς ἐργασίας, εἴτε τῶν καθυστερήσεων, διότι βεβαίως καὶ πολλοὶ δὲν θὰ πληρόνουν τοὺς φόρους, τότε βεβαίως θέλομεν καταντήσει εἰς ἕνα κονδύλιον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἤθελε παρὰ πάντων ἡμῶν κηρυχθῆ ὡς πάντη ἀναποτελεσματικόν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ὅπως ἂν βασανίσητε τὴν ἀρχὴν τοῦ νόμου ἀπέναντι τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ, δὲν ἔχομεν λόγους, ἵνα ἐν συνειδήσει καὶ πεποιθήσει παραδεχθῶμεν αὐτὸν, διότι αὐτὸ τὸ μέτρον δὲν θεραπεύει τὰς πλημμελείας τοῦ προηγουμένου νόμου τοῦ 52, ὁ ὁποῖος ἕνεκα τῆς δυσκολίας τῆς ἐκτελέσεως αὐτοῦ, καθὼς ἕνας ἀξιότιμος βουλευτὴς εἶπε, δὲν ἐτέθη εἰσέτι εἰς ἐνέργειαν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐκτὸς τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀρυόμεθα ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐπιτρέψατέ μοι ἁπλῶς νὰ ἐκφράσω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ νὰ ἐξετάσω ἂν ὑπάρχουν καὶ ἕτεροι λόγοι, οἵτινες ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν καὶ ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας τῶν διατρεξάντων καὶ ὑφισταμένων δύνανται νὰ διεγείρουν τὴν βεβαιότητα, ὅτι αὐτὸς ὁ φόρος ἀσφαλῶς καὶ ἀποκλειστικῶς θέλει χρησιμεύει εἰς κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν ὁδῶν. Καὶ ἐδῶ, κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν νόμον, ὁ ὁποῖος προτείνεται, καὶ τὴν τροπολογίαν, ἣν εἷς ἀξιότιμος βουλευτὴς ἔφερεν, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τοῦ σχετικοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἄλλως δὲν παρέχει ἐγγυήσεις εἰς τὸ βουλευτικὸν Σῶμα, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ κατάχρησις αὐτοῦ τοῦ χρηματικοῦ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ προσβάλω τινὰ, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου. Μᾶς λέγουν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θέλει κατατεθῆ εἰς μίαν τράπεζαν, ἵνα χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς πρὸς ὁδοποιΐαν· εἰς οἱανδήποτε τράπεζαν τοῦ Κράτους τούτου κατατεθῆ, ἴσως αὐτὴ ἡ πρότασις παρεδέχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἴσως ἀπετέλει μέρος τοῦ νομοσχεδίου; ἀνεδέχθη ἴσως αὐτὴ ἡ τράπεζα τὸ καθῆκον νὰ τηρήσῃ αὐτὸ τὸ χρηματικὸν ποσὸν διὰ νὰ χρησιμεύσῃ δι’ αὐτὴν τὴν χρῆσιν τῶν ὁδῶν; Ἡ παρακατάθεσις βεβαίως, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ, θὰ ᾖναι ἁπλῆ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁσάκις αὕτη λάβῃ ἀνάγκην, θὰ προσκαλῇ τὴν τράπεζαν εἰς τὴν ἀπόδοσιν εἴτε ὁλοκλήρου τοῦ κεφαλαίου, εἴτε μέρους, καὶ ἡ τράπεζα ὀφείλει νὰ τ’ ἀποδώσῃ χωρὶς ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τίποτε, διότι δὲν ἀνέλαβε κανὲν καθῆκον· ἑπομένως, κύριοι, ἀφοῦ ἡ πρότασις καὶ τὸ νομοσχέδιον μᾶς παρουσιάζουσιν αὐτοὺς τοὺς δισταγμοὺς, ἂς ἴδωμεν ἂν προηγούμενα δύνανται νὰ μᾶς καθησυχάσωσι, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν πρόκειται καὶ ὀφείλει ἀποτελεσματικῶς νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν ὁδῶν· ὀλίγα τινὰ, Κύριοι, περιορίζομαι νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, τὰ ὁποῖα ἡ ἔντιμος Κυβέρνησις βεβαίως δὲν δύναται ν’ ἀναιρέσῃ ἢ νὰ διαψεύσῃ καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι προηγούμενα σοβαρὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ὑποχρεοῦσι νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς τὴν χρῆσιν, τὴν ὁποίαν ὁ νέος φόρος θέλει λάβει. Ἐρωτῶ, Κύριοι, τὴν κυβέρνησιν τί ἔγεινε τὸ ταμεῖον τῶν ναυτικῶν ἀπομάχων; τί ἔγεινε τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συντάξεων; τί ἔγεινεν ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πρὸ ἐτῶν ἐπεβλήθη εἰς τοὺς Ναξίους πρὸς κατασκευὴν λιμένος καὶ ὁ ὁποῖος λιμὴν δὲν ὑπάρχει, καὶ ὁ φόρος ἀνελήφθη, καίτοι συνήχθησαν ὑπὲρ τὰς 200,000 δρ; καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιοτίμων Βουλευτῶν τῆς Νάξου.

§9ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἤδη αἱ ἐργασίαι τῆς προκυμαίας προχωροῦσι καὶ τα ἔξοδα προκαταβάλλονται ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον.

§10ΠΑΔΟΒΑΣ. Θὰ εἰπῇ, ὅτι ἴσως ἔλαβες κακὰς πληροφορίας, ἀλλὰ ὁ φόρος πρὸ πολλοῦ εἰσεπράχθη, καὶ τώρα μόνον ἤρχισεν ἡ ἐργασία. Τί ἔγειναν, Κύριοι, αἱ 180.000 δραχ. τῶν ὑποτρόφων, κεφάλαιον ἱερὸν, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη πρὸς ἐκπαίδευσιν τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας; κατεστράφη ὄχι μόνον ὁ τόκος, ἀλλὰ καὶ μέρος τοῦ κεφαλαίου· τί ἐγένετο, Κύριοι, καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι ἔχω σκοπὸν νὰ θίξω ἐπαρχιακὰ ζητήματα, τί γίνονται τὰ ἐγχώρια εἰσοδήματα τῆς Ἑπτανήσου ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα παρὰ ὑφισταμένων νόμων εἶχον προσδιορισθῆ πρὸς ἐπισκευὴν καὶ κατασκευὴν ὁδῶν, τί γίνεται τὸ 1½% ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν προϊόντων, καὶ τὰ 7% ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς; τί γίνεται ὁ φόρος τῶν μεγάλων καὶ μικρῶν ζώων; Καὶ ἐν τούτοις θέαμα οἰκτρὸν μᾶς παρέχει ἡ κατάστασις τῶν ὁδῶν τῆς Κερκύρας. Τί γίνονται αἱ ἐπαρχιακαὶ πρόσοδοι τῆς Ἑπτανήσου, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ἐπίσημος φωνὴ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ μᾶς ἐκήρυξεν εἰς κατάστασιν παθητικήν; Ἐρωτῶ τί γίνονται, διότι θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἴμεθα χρεωκοπημένοι καὶ νὰ σᾶς ἐξιστορήσω τὰ ἀφορῶντα τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τῆς Ἑπτανήσου εἴτε εἰς τὸ παρὸν, εἴτε εἰς τὸ παρελθὸν, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἔλλειμμα, τὸ ἔλλειμμα ὑπάρχει μόνον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν πρέπει, οὔτε θέλω νὰ ἐξηγήσω· τώρα λοιπὸν, Κύριοι, ἀπέναντι αὐτῶν τῶν γεγονότων δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὠφελοῦμεν τὸν λαὸν διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων; καὶ ὅτι ἐμπιστεύομαι εἰς σὲ, Κυβέρνησις, αὐτὸ τὸ νέον ποσὸν, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον; Ὄχι βεβαίως. Καὶ ἐννοῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ διάθεσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ καταχρασθῇ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, ἀλλ’ ἀγνοῶ τὰς οἰκονομικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἠδύνατο τυχὸν νὰ εὑρεθῇ, τὰς ἀναποδράστους ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο τυχὸν νὰ ὑποχρεώσωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς παραχώρησιν, ἥτις διὰ τοὺς ὑποδεεστέρους ὑπαλλήλους ἤθελεν ἀποτελέσει κακούργημα τιμωρούμενον ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἀνωτέρω ὑπαλλήλους, δηλ. τοὺς ὑπουργοὺς εἶναι ἁπλῆ παράλειψις ἢ παράβασις καθήκοντος. Καὶ αὐτὴ ἡ ἁπλῆ παράβασις, ἥτις δὲν φέρει κανὲν ἀποτέλεσμα πραγματικὸν, ἀποβαίνει ματαιότης, ἡ ὁποία ἀπολήγει εἰς συνταγματικὸν τύπον, οὐδόλως ἔχοντα ἀποτέλεσμα. Αὐτὰ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ σᾶς ὑποβάλω ὡς πρὸς τὴν ἀναποτελεσματικότητα τοῦ νόμου. Ἀλλ’ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀναποτελεσματικότητος, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ νόμου δυνάμεθα νὰ θεραπεύσωμεν πολλὰ ἄλλα ἀτοπήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της διὰ τοῦ νέου νόμου· ἄλλο τι δὲν κάμνομεν, εἰμὴ νὰ μετασχηματίσωμεν τὸν πρῶτον φόρον, δηλαδὴ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν εἰς ἓν χρηματικὸν ποσὸν, τὸ ὁποῖον παράγεται παρὰ τοῦ ἄλλοτε ἐργάτου. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐξετάσατε τὰ ἄρθρα 8, 11 καὶ 22 τοῦ νόμου τοῦ 1852, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν καταργεῖται ἡ προσωπικὴ ἐργασία, εἰμὴ ἁπλῶς διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, μένει δὲ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικάς. Ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ παραδεχθῇ πρόνοιά τις, ἢ νὰ θεραπεύσωσι τὰ ὑφιστάμενα κακὰ, διὰ νὰ πορισθῶμεν μέσα πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς πολίτας ἀπὸ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν, ἠδυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἄλλας καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι ὁλονὲν ὑπάρχουσι, καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἀπαιτοῦσι πρόνοιαν μεγάλην ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως χωρὶς νὰ ἐπιβάλλωμεν νέους φόρους εἰς τὸν λαόν. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ὄχι βέβαια νὰ καταπιέσῃ τοὺς πολίτας, ἀλλὰ νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς μᾶλλον εὐπόρους εἰς ἀποταμίευσίν τινα πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ὀγκώδους δανείου τῶν 60,000,000 δραχ. τῶν καθυστερούντων· ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα, ἵνα ἁπλοποιήσῃ τὸ μέσον διὰ τοῦ ὁποίου εἰσπράττονται οἱ φόροι· ἐξάγω δὲ ἀπὸ τοὺς προϋπολογισμοὺς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸς εἴσπραξιν φόρου ἐξώδευσε μυριάδας δραχμῶν. Ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις μέτρα τινὰ, ἵνα ἁπλοποιήσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκδικάσεως τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ 200,000 ἢ 300 ἴσως καὶ ἐπέκεινα δραχμῶν· ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης νὰ μὴ μεταφέρῃ ἀενάως καὶ διαρκῶς τοὺς ὑπαλλήλους, εἴτε καὶ τὸν στρατόν· καὶ εἴδετε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι 96,000 δραχ. κατεβλήθησαν διὰ μετάθεσιν στρατοῦ· ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πλεῖστα ἄλλα μέτρα, ἵνα ἐξοικονομήσῃ ἄφθονα χρηματικὰ ποσὰ, χωρὶς νὰ ἐπιβάλλῃ νέους φόρους καὶ νέους δασμούς. Ἀλλ’ ὁ νέος οὗτος φόρος ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀντικαθίσταται εἰς ἄλλον προηγούμενον φόρον, δηλαδὴ εἰς τὴν προηγουμένην προσωπικὴν ἐργασίαν, μᾶς ἀπαλλάττει ἀπὸ ἀποτέλεσμα ἀδίκου ἀνισότητος, καὶ ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος Κύριος Καλλιγᾶς σᾶς ἔφερε τὸ παράδειγμα ἑνὸς χωρικοῦ καὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅτι δηλαδὴ τὸ ἴδιον ἐπλήρωσεν ὁ χωρικὸς καὶ τὸ ἴδιον ὁ Κ. Καλλιγᾶς. Ἐὰν τῷ ὄντι εἰς τὸν πρῶτον νόμον ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀνισότης, ἡμεῖς ἔχομεν τὰ μέσα νὰ θεραπεύσωμεν τὰς πλημμελείας τοῦ νόμου ἐκείνου· ἐκεῖ ὅπου εἶναι τρεῖς κατηγορίαι, τῶν 12, 9 καὶ 6, ἠμπορούσαμεν καὶ δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν 5 ἢ 6 κατηγορίας, ἵνα ἐλαττώσωμεν τὸ βάρος τῶν ἡμεροκαμάτων τοῦ λαοῦ. Ἑπομένως οὔτε αὐτὸ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι λόγος, ὅστις ἠδύνατο νὰ ὑπερμαχήσῃ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ σχεδίου. Ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζητε, διότι τὸ ἐξάγω ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νόμου 1852, ὅτι ὁ φόρος ὁ ὁποῖος προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβάλλει κατ’ ἔτος αὐτὴν τὴν συνεισφοράν, ἐνῷ ὁ προηγούμενος νόμος ἅπαξ ὑπεχρέονε τὸν κάτοικον τῆς ἐπαρχίας Α νὰ πληρώσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Α. Καὶ ὁ νέος φόρος, κατὰ τὸν νόμον, δὲν θὰ πληρόνεται ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ σκοπὸν νὰ κατασκευάσῃ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ὁδὸν, ἀλλὰ διαρκῶς καὶ κατ’ ἔτος, διότι εἶναι φόρος ὅστις ἐπιβάλλεται ἄνευ περιορισμοῦ ἢ ἐξαιρέσεώς τινος. Ἐπίσης, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ προτεινόμενος φόρος πρέπει νὰ προτιμηθῇ τῆς ἐργασίας, διότι ὁ σημερινὸς ἐπιβαρύνει μᾶλλον τὰς εὐπόρους τάξεις καὶ ὄχι τὰς ἀπόρους, διότι ἵνα προσδιορίσωμεν τὰς συνεπείας ἑνὸς φόρου δὲν πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἀτομικότητα, ἀλλὰ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ φόρος εἰς μίαν ὁλόκληρον πόλιν ἢ ἐπαρχίαν, ὅπου δύνανται νὰ ᾖναι ἑκατὸν, δέκα, ἢ εἴκοσιν εὔποροι, καὶ πλεῖστοι ἄποροι. Τώρα κατὰ ποίαν ἀναλογίαν ὁ φόρος ἐπιβαρύνει τὰς λοιπὰς ὁμάδας; Ἀπὸ τὴν ὁλοκληρίαν τῶν ὁμάδων πρέπει νὰ πορισθῶμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἰσότητος ἢ ἀνισότητος ἑνὸς φόρου. Καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα· βλέπετε, ὅτι προσετέθησαν 10% ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ὑφασμάτων· τοῦτο εἰς τὸν πλούσιον βεβαίως δὲν προξενεῖ μεγάλην ζημίαν, ἀλλ’ ὁ πτωχὸς, ὅστις ἔχει μίαν πολυάριθμον οἰκογένειαν, θέλει συναισθανθῇ τὸ ἐπαχθὲς τοῦ νόμου, διότι, ἐὰν μετὰ μεγάλης δυσκολίας δύναται νὰ πληρώσῃ ἓν, μὲ μεγαλειτέραν θέλει πληρώσει τὰ δύω ἢ τρία ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῆς οἰκογενείας καὶ τῶν ἀναγκῶν του· καὶ ἂν ἐπεκτείνωμεν αὐτὸ τὸ μέτρον εἰς ὅλην τὴν κοινωνίαν τῶν ἀπόρων, βλέπομεν εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα θέλομεν καταντήσει. Ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς εἰδικῆς συγκρίσεως τοῦ νόμου τοῦ 1852 καὶ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος, ἐγὼ εἶμαι πάντοτε δικαιολογημένος νὰ ἀναιρέσω μὲ τὴν ψῆφόν μου τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ καθέκαστα. Καὶ ἐδῶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ἀποτεινόμενος εἰς τὸν Κύριον Κεχαγιᾶν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω εἰς ὑμᾶς, δὲν εἶναι ἀπόῤῥοια δημοκοπίας· ναὶ μὲν ἡ ἀποποίησίς μου συσχετίζεται καὶ μὲ πολιτικοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἀκολούθως θέλομεν ἐξετάσει, ἀλλὰ δὲν εἶναι δημοκοπία, διότι οὐδέποτε συνείθισα νὰ κολακεύω τὸν λαὸν, οὐδέποτε ἐφοβήθην τὴν πίεσιν τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐσεβάσθην τὸν λαὸν, καὶ ἐξετίμησα μεγάλως τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν ἀνέθηκεν εἰς ἐμὲ, καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔπρεπε νὰ ἀποδείξω, ὅτι συναισθάνομαι κατὰ πᾶσαν συζήτησιν ἐκπληρῶν μετ’ εὐσυνειδησίας, τιμιότητος καὶ ἀνεξαρτησίας τὰ καθήκοντα τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἀντιπροσώπου. Ἐὰν ὁ λόγος τῆς δημοκοπίας ἀπεδόθη εἰς τὴν πτέρυγα, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ὑπεχρεώσατε νὰ καταφύγω, ἵνα διατηρήσω τὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψιν καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου καὶ τοῦ τόπου μου, τί θὰ εἴπωμεν διὰ τὴν ἀντιφερομένην πτέρυγα, ἥτις ὑποστηρίζει καὶ ἀρχὴν καὶ καθέκαστα τοῦ νόμου τούτου; Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τῇ ἀποδώσωμεν κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον λόγῳ σεβασμοῦ καὶ ὑπολήψεως ἀποσιωπῶμεν, περιοριζόμενοι ν’ ἀποδώσωμεν εἰς ἁπλῆν ἀπάτην τὴν πορείαν, ἣν ἐτήρησε καὶ τηρεῖ. Ναὶ, Κύριοι, δὲν εἶναι δημοκοπία, εἶναι ὑποστήριξις τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, διότι ἄλλην ἀποστολὴν ἡμεῖς δὲν ἔχομεν, καὶ ἡ ὑποστήριξις αὕτη μᾶς ἐπιβάλλει τὸ ἱερὸν καθῆκον νὰ καταψηφίσωμεν καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, Ναὶ, δὲν εἶναι δημοκοπία ἡ πορεία αὕτη, ἀλλὰ συνδέεται μὲ πολιτικοὺς σκοποὺς, Κύριε Κεχαγιᾶ, καὶ θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει. Μᾶς προσκαλεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ προφάσει δῆθεν τῆς διευκολύνσεως τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίας νὰ ἐπιβάλλωμεν νέους φόρους εἰς τὸν λαόν· καὶ πότε; ὅταν πρὸ ἐτῶν εἶχεν ἀμελήσει τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, ὅτε ὁ λαὸς καταπιέζεται ὄχι ἀπὸ ἕνα, δύω ἢ τρεῖς, ἀλλὰ καὶ περισσοτέρους φόρους οἵτινες δὲν συνίστανται εἰς τὸ 5 ἢ 7%, ἐν ᾧ τὰ 5 παράγουσι 10, καὶ τὸ 7, 14 καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ πότε μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἐπιβάλλωμεν νέους φόρους; εἰς μίαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν καὶ ἡ κοινωνικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ λαοῦ εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξεικόνισεν ὁ ἀντιπρόσωπος Κορινθίας, καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς βέβαια δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναιρέσωμεν, διότι εἶναι καθ’ ἑαυτὸ ἡ ἀπεικόνισις τῆς ἀληθείας· καὶ πότε μᾶς προσκαλοῦν; ὅτε ἡ γενικὴ ἀφορία μαστίζει πάντας ἀδιακρίτως. Καὶ πότε; καὶ παρακαλῶ ἐδῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας—ὅταν γενικὸς γογγυσμὸς ἐγείρεται ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπαρχίας καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρωτεύουσαν· ὅταν ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται εἰς μίαν ἔκρυθμον θέσιν, καὶ ὅταν βλέπωμεν, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνήσεως ὑποκρύπτουσι κἄτι τι, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ἐμβριθῶς νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν τῆς ἡ Βουλὴ διὰ νὰ μὴ προσθέσῃ πῦρ εἰς τὸ πῦρ, δυσαρέσκειαν εἰς τὴν δυσαρέσκειαν, γογγυσμὸν εἰς τὸν γογγυσμόν. Καὶ πότε αὐτὴ ἡ ἀξιότιμος κυβέρνησις μᾶς ὑπαγορεύει τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων; ὅταν ἡ ἐγκύκλιος τῆς Κυβερνήσεως προσκαλῇ πάντας τοὺς νομάρχας εἰς τὴν λῆψιν σοβαρῶν μέτρων· ὅταν βλέπωμεν συμπυκνούμενον στρατὸν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ὅταν βλέπωμεν παραδόξους ἐπισκέψεις διὰ νυκτὸς ἐκτελουμένας ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος εἰς τοὺς στρατῶνας· ἐπὶ τέλους γνωρίζομεν, ὅτι ἐχορηγήθησαν πυριτοβολαὶ εἰς τοὺς στρατιώτας 24 ἀνὰ ἕκαστον. Εἰς αὐτὴν τὴν κρίσιμον περίστασιν μᾶς προσκαλεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῶμεν καὶ νὰ ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, καὶ εἰς ταύτην τὴν περίστασιν ἡ φρόνησις τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει, ἐξετάζουσα ἐμβριθῶς τὰ ὑλικὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐπιβάλῃ νέους φόρους. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ ταύτην ὑποστηρίζω ὄχι μόνον εἰς τὸ παρὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ὑπολειπόμενα νομοσχέδια, τὰ λεγόμενα οἰκονομικὰ, οὐσιωδῶς φορολογικά. Ἂν δὲ ἡττηθῶμεν θνήσκομεν ὡς ὁ Λεωνίδας καὶ ὄχι ὡς ὁ Πελοπίδας.

§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ἀπαντήσω εἰς ἓν προσωπικόν.

§12ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, μὲ τὴν σειράν, ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον. Ἀναβαίνουσι καὶ καταβαίνουσι, Κύριοι, ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος τὸ βῆμα, καὶ ἀντὶ νὰ ἐκτυλίξῃ τὸν μίτον ἐκεῖνον, ὅστις περικλείει τὸ ἔθνος, ὥσπερ ὄφις ἵνα τὸ καταβροχθίσῃ εἰς τὸν ᾅδην τῆς κοιλίας αὐτοῦ, ἀπ’ ἐναντίας καταφεύγει εἰς τὸ νὰ ψάλῃ καὶ ἐκθρηνήσῃ τὰ νεκρώσιμα τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ πρὸς αὐτοὺς λέγω, τί χρησιμοποιεῖτε ἐπὶ ταλαιπώροις νεκροῖς; Δὲν προετιθέμην, Κύριοι, ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην, ἐὰν ὁ χθὲς καταβὰς αὐτὸ ἔντιμος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἤθελε φενακίσει τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ τοσάκις λεχθέντος ἐγώ! Τὸ ἐγωϊστικὸν τοῦτο ἐπιφώνημα μὲ φέρει, Κύριοι, εἰς τὸ βῆμα, οὐχὶ διὰ προσωπικήν τινα αἰτίαν, ἄπαγε! — Ἀπ’ ἐναντίας τιμῶ καὶ σέβομαι τὸν Κ. Βράϊλαν — ἀλλὰ διότι τὸ ἐγὼ τοῦτο προσβάλλει ἀπ’ εὐθείας τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ἔθνος. Καὶ ἐὰν μοὶ ἐσυγχωρεῖτο νὰ ἐρωτήσω τὸν Κύριον Βράϊλαν, τίς εἶσαι σὺ ὅστις παριστάμενος ἐνώπιον τῆς Μεγαλειότητος τοῦ ἔθνους, λέγεις, ὅτι ἐγὼ συνέῤῥαψα τὸ Νομοσχέδιον τοῦτο, ἰδική μου ἐπίνοια ἦτο τὸ τέχνασμα, τότε ἐδικαιούμην νὰ τῷ ἀπευθύνω ἀντεπερώτησιν τίς εἶ; Μήπως, Κύριε Βράϊλα, εἶσαι ὁ ἥρως τοῦ 1821; Μήπως τοὐλάχιστον ἐδαπάνησας, ἐξωρίσθης, ἐπολέμησας διὰ τὴν προσφιλῆ ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου; ὄχι! διότι ἕως χθὲς ἦσο ὁ ἐξ ἀποῤῥήτων γραμματεὺς τῆς προστασίας ἐν Ἑπτανήσῳ.

§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀπέχητε ἀπὸ προσωπικότητας.

§14ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἱστορικὰ γεγονότα καὶ πρέπει νὰ τὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή.

§15ΒΡΑΪΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸν ἀφήσητε ἐλεύθερον ὅλως διόλου καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ.

§16ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ νομοσχέδιον ἦτο τέχνασμα τῆς τοῦ Κ. Βράϊλα διανοίας. Τοῦτο τάχα αἴρει τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς συνυπουργοὺς αὑτοῦ; μήπως δὲν τὸ συνυποβάλλουσι πάντες οἱ ὑπουργοί; ἢ ἐνόμισε μὲ τὸ ἐγὼ, ὅτι δύναται νὰ μᾶς πλήξῃ καὶ μᾶς ἐπηρεάσῃ, ὥστε νὰ ὑπερψηφίσωμεν νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἡ κοινὴ γνώμη ἀπεφάνθη ἔκτοτε, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει ἑτοίμην τὴν ἐτυμηγορίαν της; Μᾶς προσέθηκε προσέτι ὁ Κύριος Βράϊλας, ὅτι δὲν παραιτεῖ τὴν ἐξουσίαν, ἐνόσῳ ὑφίστανται κίνδυνοι. Ἡ πρότασις αὕτη ἔχει διπλοῦν χαρακτῆρα, τὴν ἀπειλὴν καὶ τὴν ἐπιβουλὴν πρὸ πάντων, ἀλλὰ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο πίπτουσι ῥιζηδὸν, τὸ μὲν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις δύναται ν’ ἀπειληθῇ παρ’ οὐδενὸς, καὶ μάτην μᾶς φενακίζει ὁ Κ. Βράϊλας, τὸ δὲ, διότι οἱ κίνδυνοι, οὓς μᾶς ἐπαναλαμβάνει ὁ Κ. Βράϊλας, ἄλλοθεν ἔρχονται καὶ ὑποσκάπτουν καὶ διασείουσι τὰ θεμέλια. Καὶ ἰδοὺ πόθεν σᾶς παρουσιάζω τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος· εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἡ ἐφημερὶς αὕτη, ἡ Ἑλλὰς, τοῦ Κ. Βράϊλα; Βεβαίως! ὁ κόσμος τοὐλάχιστον ἀνεγνώρισε τὸ ἀγλαέστατον τοῦτο ἔργον, ὅτι ἐξῆλθεν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Κ. Βράϊλα, ὥσπερ ἡ Ἀθηνᾶ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός. Καὶ ποῖα τὰ ἀγλαὰ αὐτῆς ἔργα; οἱ κίνδυνοι. Πῶς; Τεκταίνονται πρὸ πολλοῦ συνωμοσίαι. Τάξις τις μελετᾷ τὴν παλινόρθωσιν, ἄλλη τὴν δημοκρατίαν, καὶ ἐκείνη τὴν διὰ τῆς βίας κατάκτησιν τῆς ἐξουσίας. Τοιαύτη, Κύριοι, ἡ κατὰ τοῦ Ἔθνους κατηγορία· λέγω κατὰ τοῦ Ἔθνους, διότι ἀφοῦ ὁ Κ. Βράϊλας εἶχε τὴν καλαισθησίαν νὰ μᾶς διαιρέσῃ εἰς τρεῖς ἀναρχικὰς τάξεις, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἐξῄρεσε τοὐλάχιστον ἑαυτὸν τῆς κατηγορίας. Ναὶ, αὐτὰ, λέγω, ἐγράφησαν εἰς τὴν ἐν λόγῳ Ἐφημερίδα, τῆς ὁποίας συντάκτης εἶναι ὁ ἀξιότιμος Κ. Βράϊλας· ἀλλ’ ἠρκέσθη τοὐλάχιστον τὸ ὑπουργεῖον εἰς ταῦτα; ὄχι! προέβη καὶ περαιτέρω ἵνα τοιουτοτρόπως δρέψῃ τὴν δάφνην τῆς νίκης. Κατόπιν τῶν σαλπισμάτων αὐτῶν ἐξέδωκεν, ὡς γνωστόν, τὰς μυστηριώδεις ἐκείνας ἐγκυκλίους πρὸς τὰς διοικητικὰς καὶ στρατιωτικὰς ἀρχὰς, καὶ ἐντεῦθεν οἱ στρατῶνες καὶ τὰ νομαρχεῖα μετεβλήθησαν εἰς Ἱερὰ Δικαστήρια. Τί φοβερὰ ἐποχή! Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὰ ἐν Λευκάδι, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, καὶ μὴ μ’ ἐπιτρέψητε νὰ τὰ ἐπαναλάβω, ἀλλὰ, τί ὄπισθεν τῶν τοιούτων τεχνασμάτων ὑποκρύπτεται; Μᾶς τὸ εἶπεν ὁ μίσθιος τύπος τοῦ ὑπουργείου, μᾶς τὸ εἶπον τὰ ἐξ ἀποῤῥήτων ὄργανα τῆς Αὐλῆς· ὅτι πίπτει ὁ Κουμουνδοῦρος καὶ τὸν διαδέχεται ὁ Βράϊλας. Τοιαῦτα σὺν τοῖς σαλπίμασιν ἐξυφαίνοντο ἐν Κερκύρᾳ. Τί δὲ λέγει μία ἄλλη ἐφημερὶς ἄγραφος, ἡ ἐφημερὶς τοῦ Λαοῦ; Ὅτι ὄπισθεν τῶν χαρακωμάτων αὐτῶν ἀναμοχλεύεται ἡ κατάργησις τοῦ Συντάγματος. Ναὶ, οἱ συκοφαντοῦντες τὸν λαὸν ὡς παλινορθωτὴν, καὶ ὡς δημοκράτην καὶ ὡς ἀνατροπέα τῶν καθεστώτων, τεκταίνονται τὴν καταστροφὴν τοῦ Συντάγματος, λέγει ἡ κοινὴ γνώμη, καὶ ὅλα ταῦτα εἶναι στρατηγικὰ, τὰ πλάττουν ἐξ ἐπιβουλῆς καὶ τὰ φέρουν εἰς φῶς, ἵνα πτοήσωσι τοὺς μὲν, καὶ ἐκπλήξωσι τοὺς δὲ, καὶ τοιουτοτρόπως φθάσωσιν εἰς τὸ καταχθόνιον τῆς ἐπιβουλῆς ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἡ κακὴ βουλὴ τῷ βουλεύσαντι κακίστη. Ἰδοὺ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους ἀπέκρουσα καὶ ἀποκρούω τὸ ἐγωϊστικὸν ἐκεῖνο ἐγὼ, καθὼς καὶ ὅσα ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ Κ. Βράϊλα. Ταῦτα περὶ τούτου. Νῦν δὲ μεταβαίνω εἰς ἕτερον ῥήτορα, τὸν ἀξιότιμον κύριον Κεχαγιᾶν. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς λαλῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, μᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρόνει ὁ λαὸς, εἶναι ὀλίγοι, συγκρινόμενοι μὲ τοὺς τῶν ἄλλων Ἐθνῶν, καὶ ψυχολογικῶς πως, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀνταλλαγὴ καὶ ἀπολαυή. Τρίτον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτον ἀείποτε χρεωκόπος, διότι διὰ δανείων ἔζησε καὶ ζῇ πάντοτε· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν τὰ διεστάθμισε καλῶς, δὲν τὰ ἐσκέφθη φρονίμως· οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πληρόνει ὁ λαὸς, δὲν εἶναι ὀλίγοι, ἀλλ’ εἶναι καὶ εἰ τὸ ἔπακρον βαρεῖς, ὡς πρὸς ἐκείνους παντὸς Ἔθνους, καὶ ἐὰν θέλετε, κύριοι, νὰ τοὺς παραβάλωμεν καὶ μὲ ἐκείνους τῶν δεσποτικῶν Ἐθνῶν, τοὺς εὑρίσκομεν ἐπίσης βαρυτέρους, πλὴν εἴτε ὀλίγοι, εἴτε πολλοὶ εἶναι οἱ φόροι, δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξετάσω, φειδόμενος τὰς πολυτίμους στιγμάς σας, διότι ὁ λόγος ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι περὶ ἐμπιστοσύνης· δεδόσθω πρὸς χάριν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, ἂς ἀποδεχθῶμεν διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι οἱ φόροι εἶναι ὀλίγοι, ἡ ἀσφάλεια τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων; Τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ τὸ διαφιλονεικήσῃ οὐδεὶς, καθόσον ἐν Ἑλλάδι οἱ πολῖται ἔχουν τοσαύτην ἀσφάλειαν, ὥστε πληρόνουν καὶ λύτρα εἰς τοὺς λῃστὰς, καὶ ὁσάκις ἐξέρχονται εἰς τὰ πέριξ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ δορυφορῶνται ἀπὸ ἐνόπλους, καὶ ὀλίγος εἶναι ὁ καιρὸς, ὅπου ἐδυσχέραναν τὰ πράγματα. Καὶ τί τὰ ἐδυσχέρανεν; Ἡ κακὴ διοίκησις, αὐτὴ ηὔξησε τὴν λῃστείαν καὶ ἂν ἦτο παρὼν ὁ ἔντιμος Κ. Βούλγαρης, ἤθελα τὸν καλέσει εἰς μαρτυρίαν, διότι τῷ εἶπον ἄλλοτε ἐπισήμως ὡς διοικητικὸς ὑπάλληλος, ὅτι ἡ λῃστεία καὶ ἡ ζωοκλοπὴ δὲν εἶναι εἰμὴ ἀποκύημα διοικητικῆς ἀβελτηρίας. Θέλετε τὴν κατάπαυσιν τῆς λῃστείας καὶ παντὸς κακοῦ ἐν Ἑλλάδι; ἐκλέξατε ὄργανα καλὰ, καὶ μὴ ἐμπιστεύεσθε τὰς νομαρχίας καὶ ἐπαρχίας εἰς παράσιτα ὄντα, καὶ τότε βλέπετε πῶς ἐκλείπει ἡ λῃστεία, πῶς ἐκλείπουν τὰ ἐν τῇ κοινωνίᾳ δεινά. Ἀλλὰ τίνες εἰσὶν οἱ ὑπάλληλοι; Τοὺς γνωρίζετε. Ἡ δὲ δικαιοσύνη δὲν εἶναι, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ ἔντιμος Κ. Κεχαγιᾶς, ἀνταλλαγή· ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀλλότριον κτῆμα, ἀνήκει εἰς πάντας, καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ οὐδεὶς. Διὰ τοῦτο οἱ ἀρχαῖοι ἐπρέσβευον, ὅτι ὁ Μήνως, ὁ Χαρώνδας, ὡς πάντες οἱ σοφοὶ οἱ νομοθέται ἀνέρχονται καὶ κατέρχονται ἀπὸ τοὺς οὐρανούς. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι θεία τις οὐσία, ἄνευ τῆς ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ζήσῃ, διότι εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τῷ ἀνθρώπῳ ἐφ’ ᾧ καὶ δικαίως ἔλεγεν ὁ Ἰησοῦς «μακάριοι οἱ διψῶντες τὴν δικαιοσύνην.» Καὶ ποῦ δὲν διψᾷ σήμερον ὁ λαὸς δικαιοσύνην; Ῥίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἐκεῖ θὰ ἰδῆτε· τείνατε τὸ οὖς σας, καὶ παντοῦ θὰ ἀκούσητε στεναγμοὺς ἐξερχομένους. Ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἀποκρούω τὴν μομφὴν ταύτην, οὐδέποτε ὑπῆρξε χρεωκόπος. Ἐπερίμενα μάλιστα ν’ ἀποκρούσωσι τὴν ἰδέαν ταύτην οἱ ἔντιμοι ὑπουργοὶ, ἀλλ’ ἀπεσιώπησαν, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἄλλοτε μᾶς ἐπαρουσίασεν εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς Βουλῆς τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν ἀνθηροτάτην. Ἐνθυμεῖσθε τὰς φράσεις αὐτοῦ.

§17ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἦτο καλοκαῖρι τότε.

§18ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εὖγε, Κύριε Καλλιγᾶ. Ἀλλ’ ὁ Κύριος ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι μὲ τοὺς πόρους μας ἐζήσαμεν καὶ ζῶμεν μέχρι τοῦδε, καὶ νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι πραγματικώτατον, ἐκτὸς ἐὰν ὁ ὑπουργὸς μᾶς ἠπάτησεν. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, εὑρέθη τῷ ὄντι κατὰ τὸν ἀγῶνα εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν νὰ κάμῃ ἓν δάνειον· πλὴν τίς ἠσώτευσε τοῦτο; Οἱ κηδεμόνες ἐκεῖνοι, οὓς αὐτὴ ἡ Εὐρώπη μᾶς ἀπέστειλεν· αὐτοὶ τὸ διήρπασαν, αὐτοὶ τὸ ἐσφετερίσθησαν, καὶ ἡμεῖς καλούμεθα χρεωκόποι, ἐφ’ ᾧ καὶ ὀρθῶς ποιοῦσα ἡ ἐν Ἀθήναις Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἀπεφήνατο νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ μεταξὺ Βαυαρίας καὶ τοῦ Ἑλλ. Ἔθνους. Ἀλλ’ οἱ κατόπιν ὑπουργοὶ, ἂν καὶ ἀνεπτύχθη ἀκολούθως τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Γερουσίᾳ, δὲν ἐπελήφθησαν δραστηρίως τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ διατί; φοβούμενοι μὴ ῥιψοκινδυνεύσωσι τὴν εὔνοιαν τῆς Α. Μεγαλειότητος, φοβούμενοι μὴ τοῖς εἴπῃ, εἶσθε ἀνάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης μου, ἀφήσατε τὰ χαρτοφυλάκια. Δὲν ἤξευρον ὅμως, ὅτι ἡ πατρὶς ἀπαιτεῖ πάντοτε θύματα, καὶ ὅτι τὰ θύματα εἶναι οἱ σωτῆρες καὶ ζῶντες καὶ μετὰ θάνατον. Ἀλλ’ οἱ μικροὶ πολιτικοὶ ἐπιζητοῦν πάντοτε τὰ παρόντα καὶ οὐχὶ τὰ μέλλοντα· καὶ τώρα περὶ τοῦ δανείου αὐτοῦ.

§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν πρόκειται, κύριε, περὶ τοῦ δανείου.

§20ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μᾶς λέγει χρεωκόπους λόγῳ, ὅτι δὲν ἐξεπληρώσαμεν τὰς ὑποσχέσεις μας, ἐνῶ ἡ Εὐρώπη δὲν ἐξεπλήρωσε τὰς πρὸς τὴν Ἑλλάδα (συγκίνησις). Ἀκούσατε, Κύριοι, ἀκούσατε. Τὸ δάνειον, ὅπερ μᾶς ἔδωκεν ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Εὐρώπη τὸ ἐδαπάνησε, δὲν τὸ ἐδανείσθημεν ἡμεῖς μόνοι, τὸ συνεδανείσθημεν μὲ τοὺς γενναίους Κρῆτας, οἵτινες στενάζουν ὑπὸ τὰ δεσμά, τὸ συνεδανείσθημεν μὲ τοὺς Χίους, οἵτινες εὑρίσκονται ὑπὸ τὴν πίεσιν τοῦ Τούρκου, τὸ συνεδανείσθημεν μὲ τὴν Ἤπειρον, τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Μακεδονίαν, αἵτινες ἐπίσης στενάζουσιν ὑπὸ τὰς ἁλύσεις τῆς τυραννίας· τὸ ἐδανείσθη ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ φυλή. Ὀφείλομεν τῷ ὄντι ν’ ἀποδώσωμεν πρὸς τὴν Εὐρώπην τὸ δάνειον, ἥτις πάντοτε μᾶς ἐνοχλεῖ καὶ μᾶς παρεμβάλλει προσκόμματα, ἀλλ’ ὀφείλει καὶ ἡ Εὐρώπη νὰ μᾶς ἀποδώσῃ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα, διότι αὐτὴ τὴν κρατεῖ εἰς τὰς ἁλύσεις καὶ οὐχὶ δεσπότης ἄγριος ἐν τῇ γῇ· ἢ ποῦ ἡ Κρήτη, ποῦ ἡ Θεσσαλία, ἡ Ἤπειρος καὶ ἡ Μακεδονία; Θρηνοῦν ὑπὸ τὸν ζυγόν. Ὤ, ποία ἀσύγγνωστος διαδικασία! ποία τολμηρὰ πρᾶξις! Μαζύ, Κύριοι, μὲ τὰς χώρας αὐτὰς, μαζὺ ἐπολεμήσαμεν, μαζὺ συνετάφημεν, μαζὺ ἐκινδυνεύσαμεν, καὶ ἤδη αὗται μὲν στενάζουσιν, ἡμεῖς δὲ συζητοῦμεν ἐδῶ ὡς ἐλεύθεροι, καὶ ἑπομένως ἡ Εὐρώπη μᾶς ζητεῖ δάνειον. Ὦ Θεέ! Ἐὰν ὑπῆρχε συναίσθησις, ἔπρεπε, κύριοι, νὰ θρηνῶμεν σήμερον, καὶ μάλιστα ὅσοι ὑπῆρξαν οἱ αἴτιοι, παρὰ νὰ καγχάζωσιν. Ἐκ τούτων καταφαίνεται, ὅτι δὲν εἴμεθα χρεωκόποι, δὲν χρεωστοῦμεν εἰς οὐδένα. Ἄρα αἱ παρατηρήσεις τοῦ κ. Κεχαγιᾶ πίπτουσι ῥιζηδὸν καὶ καθ’ ὅλας αὑτῶν τὰς ἐπόψεις. Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης· ἀλλὰ πρὸ τούτου ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω ἓν γνωμολόγημα «Διδάσκαλε π’ ἐδίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκράτεις.» Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ ἐλέγξῃ τὸν κύριον Βαλαωρίτην ὡς κατερχόμενον ἤδη ἀπὸ τὰς πυραμίδας τῆς Αἰγύπτου καὶ φέροντα εἰς τὸ ἔθνος τὰς πληγὰς τοῦ Φαραὼ, διατί; Διότι ἀντὶ ν’ ἀποκρούσῃ, ὡς λέγει, τὸν περὶ προσωπικῆς ἐργασίας νόμον, ἀπεναντίας ὑποστηρίζει αὐτόν. Ἀλλὰ, Κύριε ὑπουργὲ, τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον δὲν διαλαμβάνει καὶ περὶ προσωπικῆς ἐργασίας, ἢ ἂν θέλετε νὰ εἴπω, ὅπως εἴπατε, περὶ προσωπικῆς δουλείας ἐργασίαν; πῶς ἐπλανήθητε! Δὲν λέγει, ὅτι οἱ δημοτικοὶ καὶ ἐπαρχιακοὶ δρόμοι πρέπει νὰ γίνωνται διὰ προσωπικῆς ἐργασίας; Ἄρα περιεπέσατε εἰς μίαν ἀντίφασιν.

§21ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐντὸς τοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει.

§22ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀπατᾶσθε· διέλθετε καὶ τὸν νόμον τοῦ 1852 διὰ νὰ συνάψετε τὰς ἐννοίας. Ἴδετε τὸ ἓν μέρος, διαβάσατε καὶ τὸ ὄπισθεν.

§23ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχε τὰ γιαλιά του.

§24ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀφ’ ἑτέρου ὁ Κ. ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ ἐπίσης τὸν Κ. Βαλαωρίτην δι’ ἄλλο τι, ὅτι ἀντὶ τοῦ νὰ ἀναπτερώσῃ, ἀντὶ ν’ ἀνυψώσῃ, λέγει, τὸ Ἑλληνικὸν φρόνημα, ἀπεναντίας τὸ ἀπεθάῤῥυνε διὰ τῆς τραγῳδίας τῶν πιέσεων αὑτοῦ. Ἐδῶ μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν Κ. Βαλαωρίτην, ἀλλ’ εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν συνάδελφόν του πρωθυπουργὸν καὶ τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, οἵτινες εἰς δύω προγενεστέρας συνεδριάσεις εἶχον τὴν τόλμην νὰ μᾶς παραστήσωσιν, ὅτι τὸ Κράτος ἅπαν κατέστη ἀκολασία, καὶ ὅτι τὰ δυστυχήματα ταῦτα προῆλθον ἐκ τῶν δημάρχων, καὶ μάλιστα ὁ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργὸς, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι γέμουσι ἀπὸ λῃστάς τε καὶ ζωοκλέπτας, χαρακτηρίσας τὴν Ζάκυνθον, ὡς τὸ φαεινότατον τοῦ αἰῶνος ἄστρον. Ποία ἀσύγγνωστος ἀπάντησις! Εἰς τὴν Ζάκυνθον διαλάμπει χρυσοῦς αἰών, ἐνῷ ἐκεῖ ὅλοι οἱ εἰρηνικοὶ πολῖται κατακλείονται πρὶν ἢ δύσῃ ὁ Ἥλιος εἰς τὰς οἰκίας αὑτῶν. Εἰς τὴν Ζάκυνθον, ὅπου ὅλα τὰ λείψανα τοῦ ἀγῶνος τῆς ἑνώσεως θρηνοῦν τὸ πεπρωμένον τῆς βασκανίας αὐτῶν, ἢ ποῦ ὁ Βερίκιος, ποῦ ὁ Καλλίνικος, ποῦ ὁ Δομενεγίνης, ποῦ ὁ σεβάσμιος ἱεράρχης καὶ ἅπας ὁ κλῆρος; Ἄλλοι μὲν προπηλακίζονται ἀπὸ τὰ σμήνη τῶν φαύλων, ἄλλοι δὲ ἐξωστρακίσθησαν μακρὰν τῆς πεφιλημένης γῆς των, καὶ ἐν τούτοις τολμᾷ ὁ Κ. Λομβάρδος νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐν Ζακύνθῳ λάμπει ὁ χρυσοῦς αἰών! Ἐδῶ νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης ὑπουργὸς ἐξηκόντισε τὰ βέλη του καὶ οὐχὶ κατὰ τοῦ Κ. Βαλαωρίτου. Ἀλλὰ πρὸς τί τὰ πολλά; τὸ ζήτημα, Κύριοι, ἐσυζητήθη καὶ ἐξηντλήθη καθ’ ὅλας αὑτοῦ τὰς φάσεις. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ ὑπουργεῖον μᾶς ἐπαρουσίασε διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὑτοῦ τοῦ Δευκαλίωνος τὴν ἐποχὴν, ἄλλον κατακλεισμόν, ἠθέλησε τρόπο τινὰ νὰ φανῇ ἀναμορφωτὴς ἔθνους καὶ Κράτους, ὅπερ εὑρίσκεται μεμορφωμένον καὶ συντεταγμένον ἤδη· δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον ὁ φόρος αὐτὸς, ὃν μᾶς παρουσιάζει, ἀλλ’ εἶναι καὶ φόρος ἄλλος πρὸς τὴν παιδείαν, ἐνῷ τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὰ πατρῶα ἡμῶν ἤθη καὶ ἔθιμα· καὶ ἠξεύρετε τί ζητεῖται διὰ τοῦ φόρου τούτου· τὴν παιδείαν ὡς λάφυρον ἢ μονοπώλιον τῶν ὀλίγων, διότι τίς ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀγωνιστῶν, τίς ἀπὸ τὰ τῶν βιομηχάνων εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ πληρώνῃ δίδακτρα 200 καὶ 300 δραχμῶν, ὅπως τὰ νομοσχέδια τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ; οὐδείς. Ἂς ᾖναι ὅμως πολὺ βέβαιος, ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια καὶ τοιοῦτοι ὅροι δὲν πραγματοποιοῦνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἂς πέσῃ λοιπὸν, ἵνα λυτρωθῶμεν τοῦ ἀπειλοῦντος ἡμᾶς κατακλεισμοῦ, ὃν ἐπαρουσίασαν τὰ ἀντεθνικὰ καὶ ἀκανθώδη αὐτοῦ νομοσχέδια. Συντασσόμενος λοιπὸν μετὰ τοῦ Κ. Κουρῆ, ἀρνοῦμαι τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ ὑπουργεῖον.

§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουρ. ἐσωτερικῶν). Ἐῤῥέθη, Κύριοι, καὶ κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ὅτι τώρα πρῶτον ἐφαρμόζεται τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι. Ἐάν τις ἤθελε νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῆς ῥήσεως ταύτης, ἐὰν εἴς τινα μένουν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῆς, τὸν ἤρκει, διὰ νὰ πεισθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, νὰ παρακολουθήσῃ αὐτὴν ταύτην τὴν συζήτησιν. Πραγματικῶς τώρα τὰ πρῶτα βήματα εἰς τὸν συνταγματισμὸν κάμνομεν. Ἐνῷ περὶ διευκολύνσεως συγκοινωνίας, ἐνῷ περὶ ἀνοίξεως ὁδῶν ἐν ἀρχῇ συζητοῦμεν, τίθεται ἡ ἀρχὴ αὕτη ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης· μὲ ἄλλας λέξεις, μᾶς θέτουν τὸ ζήτημα· σεῖς λέγετε νὰ κάμητε δρόμους· ἐὰν ἐπιμένητε εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, ὅτι σᾶς καταψηφίζομεν καὶ δὲν θέλομεν νὰ ἦσθε ὑπουργοί. Τὸ ἐδέχθημεν· τὸ δεχόμεθα καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, διότι περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου πρόκειται. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἐκινεῖτο εἰς τὴν συζήτησιν τῶν καθ’ ἕκαστα, τότε ἠμποροῦσιν, ἀξιότιμε φίλε Κ. Χριστόπουλε, νὰ ἀλλάξῃ ἴσως τὸ ζήτημα ἔποψιν.

§26ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλάλησα τίποτε.

§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ συνειθίζω κἀμμίαν φορὰν ν’ ἀπαντῶ καὶ εἰς τὰ νεύματα τῶν φίλων μου, τοὺς ὁποίους ἀγαπῶ καὶ σέβομαι. Τότε ἠμποροῦσε, λέγω, κατά τι νὰ ἀλλάξῃ φάσιν τὸ ζήτημα. Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ψηφίσητε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διευκολύνσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς τίθεται, εἶναι τοῦτο· ἢ μὴ κάμετε δρόμους ἢ σᾶς καταψηφίζομεν καὶ δὲν θέλομεν νὰ ἦσθε ὑπουργοί. Τὸ ἐδέχθημεν· τὸ δεχόμεθα, καὶ ἐὰν διὰ τοῦτο ἀποσυρθῶμεν, θέλομεν τὸ θεωρήσει οὐ μόνον τιμήν μας, ὡς εἶπεν ὁ συνάδελφός μου ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν χθὲς, ἀλλὰ θέλομεν τὸ θεωρήσει κἄτι τι περισσότερον ἀκόμη· θέλομεν τὸ θεωρήσει θρίαμβον, ὅτι κατεψηφίσθημεν δι’ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, δι’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καθότι πεπείσμεθα, ὅτι δὲν θὰ παρέλθουν ὀλίγαι ἡμέραι, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι, οἵτινες θὰ καταψηφίσουν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, θὰ τὸ μετανοήσουν. Δὲν ἐστηρίχθη ἡ συζήτησις μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς, τὸ ὁμολογῶ. Ἐῤῥέθησαν καὶ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τῶν καθέκαστα· ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα ἦσαν ὅλως διόλου ἀνίσχυρα, ἀλλὰ καὶ ἀκαταμάχητα ἂν ἦναι τὰ κατὰ τῶν καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχειρήματα, διατί νὰ καταψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ, καὶ οὕτω νὰ δεσμευθῇ ἡ Βουλὴ καὶ κάθε διάδοχον ὑπουργεῖον τοῦ σημερινοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ παρουσιάσῃ πρότασιν περὶ ἀνοίξεως δρόμων; Καταψηφίζοντες τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου τούτου, δὲν δένετε τὰς χεῖρας παντὸς ἄλλου ὑπουργείου, νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ παρουσιάσῃ τοὐλάχιστον ἐντὸς τῆς βουλευτικῆς Συνόδου νομοσχέδιον περὶ δρόμων; ἂν θέλητε νὰ πολεμήσητε τὰ καθέκαστα, διατί δὲν περιορίζεσθε εἰς τὰ καθέκαστα, νὰ καταψηφίσητε αὐτὰ, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῆτε τὴν ἀρχή; Καὶ ἂς θέσωμεν καθαρὰ τὸ ζήτημα· τοῦτο δὲν θέλει εἶσθαι, κατὰ τὴν κρίσιν μου τοὐλάχιστον, μία μομφή; τοῦτο δὲν θέλει εἶσθαι ὅπλον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι δὲν ἠξεύρομεν νὰ κυβερνώμεθα, δὲν ἠξεύρομεν πῶς τὰ ἔθνη εὐδαιμονοῦσι, πῶς τὰ ἔθνη προοδεύουσι; δὲν θὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν ἠξεύρομεν τὸ ἄλφα τῶν νόμων τοῦ πολιτισμοῦ, τὸ ὁποῖον εἶναι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας; Δὲν θὰ ἀκολουθήσω καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν τοὺς λόγους τῶν προαγορευσάντων, θέλω μόνον περιορισθῆ εἰς ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ θίγοντα τὸ πρακτικόν. Καὶ πρῶτον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τσιριμῶκος ὡς ἰσχυρότατον ἐπιχείρημα εἶπε, «δὲν θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον φέρετε, καθότι δι’ αὐτοῦ δὲν θέλετε νὰ κάμητε δρόμους, διότι δι’ αὐτοῦ δὲν θέλετε νὰ κάμητε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ εἰσπράξητε χρήματα, ὅπως παρατείνητε ὀλίγας ἀκόμη ἡμέρας τὴν ζωήν σας ὡς ὑπουργοί.» Νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Κ. Τσιριμῶκος ἐπίστευσεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν; ἀφοῦ τὰ εἶπε πρέπει κἀγὼ νὰ εἴπω, ὅτι πιστεύω, ὅτι τὰ πιστεύει. Ἀλλὰ ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἡ πίστις του εἶναι πολὺ ἀσθενής. Καὶ πιστεύει ὁ φίλος Κ. Τσιριμῶκος, ὅτι αὐτοὶ οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται πρὸς ἐπιψήφισιν, θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὑφ’ ἡμῶν; πιστεύει τάχα, ὅτι θὰ ἤμεθα ἡμεῖς ὑπουργοὶ τὸ ἀκόλουθον ἔτος; Ἓν ἐκ τῶν δύω, ἢ πιστεύετε, ὅτι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον δὲν θὰ ζήσῃ, ὡς λέγετε, εἰμὴ ὀλίγας ἀκόμη ἡμέρας, καὶ τότε διατί νὰ μὴ προμηθεύσητε ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ χρησιμεύσῃ νὰ εὐεργετήσῃ τὸν τόπον ὑπὸ κυβέρνησιν οὐχὶ τὴν παροῦσαν, ἀλλ’ ἄλλην πιθανῶς ἰδικήν σας· ἢ πιστεύετε ὅτι τὸ τωρινὸν ὑπουργεῖον θὰ ὑπάρχῃ καὶ μετὰ ἕν ἔτος ἀκόμη, ὅτε θὰ εἰσπραχθῶσιν οἱ προτεινόμενοι φόροι, καὶ τότε διατί ν’ ἀφαιρῆτε τὰ μέσα, διατί νὰ παραλύητε κυβέρνησιν, ἥτις θὰ διευθύνῃ τὰς τύχας τοῦ ἔθνους ἐπ’ ἕν ἔτος ἀκόμη; Τί νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Δημητριάδου, ὅτι πρέπει νὰ καταψηφισθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, — (καὶ τοῦτο ἦτο τὸ ἰσχυρότερον ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Δημητριάδου, θέλω δὲ νὰ ἀντικρούσω μόνον τὰ ἰσχυρότερα τῶν ἐπιχειρημάτων) καθότι διὰ τῶν προτεινομένων φόρων ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι δὲν θὰ ὠφεληθοῦν; Δὲν θὰ ὠφεληθοῦν, εἶπεν, αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου πελάγους, δὲν θὰ ὠφεληθοῦν αἱ νῆσοι τοῦ Ἰονίου, καὶ ἐπρόσθεσεν, ὅταν ἐπιβάλληται φόρος ἀπὸ τὸν ὁποῖον δὲν θέλουν ὠφεληθῆ ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι ἐξίσου, τὸν φόρον τοῦτον αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι αἱ μὴ ἐκ τοῦ φόρου ὠφελούμεναι δὲν πρέπει νὰ τὸν πληρώσωσιν. Ὅλως διόλου πρωτοφανὴς αὐτὴ ἡ θεωρία.

§28Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι θεωρία τῶν ἐκτάκτων φόρων.

§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀξιόλογα· ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ἐπαρχία νὰ εἴπῃ, ἐπειδὴ δὲν ὠφελοῦμαι ἀπὸ αὐτὸν τὸν δεῖνα φόρον, δὲν πρέπει νὰ πληρώσω, διατί νὰ μὴ τὸ ἔχῃ αὔριον τὸ αὐτὸ δικαίωμα καὶ ὁ δῆμος; Ἐὰν ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐναντιωθῶσιν εἰς τὸν περὶ ὁδοποιΐας φόρον αἱ νῆσοι, ὡς δῆθεν μὴ ἐξ αὐτοῦ ὠφελούμεναι, διατί νὰ μὴν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Πελοπόννησος καὶ ἡ Στερεὰ ν’ ἀρνηθῶσι φόρον ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῆς ἀτμοπλοΐας; Ἀλλὰ πράγματι δὲν ὠφελοῦνται ἀπὸ τὸν νόμον τοῦτον αἱ νῆσοι; πράγματι δὲν θὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ αὐτὸν τὸν φόρον; Ὅτι ἐμμέσως ὠφελοῦνται σᾶς τὸ ἀπέδειξεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς· ἂν δὲ ἐπὶ τῶν πραγμάτων σκεφθῆτε, θὰ πεισθῆτε, ὅτι καὶ ἀμέσως αἱ νῆσοι θὰ ὠφεληθῶσιν. Ὅταν συλλογισθῆτε ὅτι ὅλαι αἱ νῆσοι ἔχουσιν ἐπαρχιακὰς ὁδούς, ὅταν ἴδητε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον προητοιμάσαμεν περὶ τῆς ἐν γένει ὁδοποιΐας, καὶ ἐὰν παρατηρήσητε καὶ αὐτὸν τὸν ἤδη ὑπάρχοντα νόμον περὶ ὁδοποιΐας, θὰ ἴδητε ὅτι δι’ ὅλα τὰ τεχνικὰ ἔργα τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν συνεισφέρει τὸ δημόσιον, καὶ γνωρίζετε, ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ τεχνικὰ ἔργα τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν εἰς τὰς νήσους εἶναι ἴσα ἢ σχεδὸν ἴσα μὲ τὰ ἔξοδα τῆς ὅλης καταστρώσεως τῶν δρόμων τῆς Στερεᾶς, διότι εἰς τὰς νήσους μας, ὅπως καταστρώσωμεν ὁδοὺς, εἶναι χρεία νὰ διαῤῥήξωμεν βράχους, νὰ γεμίσωμεν χαράδρας, νὰ κατασκευάσωμεν γεφύρας πολὺ περισσότερον ἢ εἰς τὴν Στερεάν. Ἰδοὺ λοιπὸν ἀμέσως ἡ ὠφέλεια τῶν νήσων διὰ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀνταλλάξωμεν, διότι, ἂς τὸ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ, δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβάλωμεν νέον φόρον, ἀλλὰ νὰ ἀνταλλάξωμεν τὸν ἤδη ὑπάρχοντα ἐπαχθῆ καὶ ἄνισον τῆς προσωπικῆς ἐργασίας. Τί νὰ εἴπω περὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου καὶ ποιητοῦ Ῥηγοπούλου; «Εἴμεθα εἰς ἀγρίαν κατάστασιν» εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής· καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὰς ὁδοὺς «δὲν ἔχομεν οὐδεμίαν εἰς καλὴν κατάστασιν», οὐδὲν ἧττον πρέπει νὰ καταψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἑπομένως νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν ἀγρίαν ταύτην κατάστασιν, διατί; «διότι πρέπει, σὺ Κυβέρνησις, πρῶτον νὰ φέρῃς τὴν οἰκονομικὴν καὶ πολιτικὴν πίστιν,» «διότι πρέπει σὺ Κυβέρνησις δεύτερον νὰ προκαλέσῃς τὸν συνεταιρισμὸν τῶν κεφαλαίων.» Καὶ πῶς δύναται νὰ ἔλθῃ οἰκονομικὴ πίστις, νὰ προκληθῇ ὁ συνεταιρισμὸς τῶν κεφαλαίων, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν μέσα συγκοινωνίας; «διότι πρέπει, σὺ Κυβέρνησις, τρίτον νὰ εἰσπράξῃς τὰ καθυστεροῦντα.» τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἐσυζητήθη, καὶ κρίνω περιττὸν νὰ ἐνδιατρίψω εἰς αὐτό. Τί δὲ νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἄλλον ἐπίσης φίλον μου καὶ ἐπίσης ποιητὴν Κ. Βαλαωρίτην, ὅστις μὲ δέσμας ῥόδων καὶ μυρσίνης, μὲ κρίνους καὶ βρύσεις, μὲ ἔλατα καὶ ἰτέας, ἦλθε νὰ μᾶς λύσῃ τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἦλθε νὰ μᾶς μεμφθῇ διὰ τοὺς ὁδοὺς τῆς ἰδίας του ἐπαρχίας; Τοῦτο ἦτο τὸ ἐπιχείρημά του· «σύ, ὦ Κυβέρνησις, εἶπεν, ἡ ὁποία ἄφησας τοὺς δρόμους τῆς Ἑπτανήσου νὰ χαλάσουν, μὲ ποίαν τόλμην ἔρχεσαι νὰ ζητήσῃς κεφάλαια διὰ νὰ κατασκευάσῃς νέους;» Ὁ ἀξιότιμος Κ. Βαλαωρίτης ἐλησμόνησεν ἢ θέλει νὰ λησμονήσῃ, ὅτι δύω ἢ τρία ἔτη πρὸ τῆς παύσεως τῆς προστασίας αἱ ὁδοὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ Κεφαλληνίαν τοὐλάχιστον δὲν ἐπεσκευάσθησαν· ὁ ἀξιότιμος Κ. Βαλαωρίτης ἐλησμόνησεν, ὅτι οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως καὶ ἐπὶ προστασίας οἱ δρόμοι μένοντες ἀδιόρθωτοι, ὅταν τὸ ταμεῖον λεπτὸν δὲν εἶχεν, ἔφθασαν εἰς ἀθλίαν κατάστασιν οὐχὶ ἅπαξ· καὶ ἐπὶ προστασίας δὲν ἠμποροῦσεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Βαλαωρίτης νὰ περιέλθῃ πεζός, καὶ ἐνίοτε οὔτε ἐφ’ ἁμάξης εἰς αὐτοὺς τοὺς δρόμους τῶν πόλεων τῆς Ἑπτανήσου· τοὐλάχιστον εἰς Ζάκυνθον τοῦτο πολλάκις ἐπὶ προστασίας συνέβη. Καὶ τοῦτο εἶναι λόγος ὅπως ἀρνηθῆτε νὰ συστηθοῦν ἰδιαίτερα ταμεῖα, ὅπως κατασκευασθῶσι δρόμοι; Μετὰ χαρᾶς ἤκουσα τὸν Κ. Βαλαωρίτην συνηγοροῦντα διὰ τὸν πτωχὸν καὶ πιεζόμενον, μετὰ χαρᾶς εἶδον τὴν ποιητικὴν φαντασίαν τοῦ Κ. Βαλαωρίτου ἐξαπτομένην ἀπὸ τοὺς στεναγμοὺς καὶ τὰ δάκρυα τοῦ στενάζοντος πτωχοῦ, ἀλλὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καθὼς ἀπέδειξε καὶ ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν πτωχὸν καὶ πιεζόμενον, πρόκειται νὰ τὸν σώσῃ, καὶ ναί, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ Κ. Βαλαωρίτης νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἡ ἔξαψις τῆς ποιητικῆς του φαντασίας δὲν ἦτο ὑπὲρ τοῦ πτωχοῦ, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ πλουσίου, δὲν ἦτο, ναί, καὶ οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα. Δὲν ἔπρεπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς τῆς Λευκάδος νὰ λησμονήσῃ, ὅτι κατ’ ἔτος πολλαὶ καὶ πολλαὶ φωναὶ πτωχῶν καὶ καταπιεζομένων ἀνυψοῦνται ἐν τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, ὅπου δὲν ἔχουν μέσα συγκοινωνίας διὰ ν’ ἀνταλλάξουν τὰ ὀλίγα προϊόντα των καὶ πορισθῶσιν ὀλίγον ἄρτον διὰ τὴν οἰκογένειάν των· ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Λευκάδος, ὅτι ὁ νόμος οὗτος θέλει ἐπιβαρύνει οὐχὶ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ ὑμᾶς, ὄχι βέβαια καὶ ἐμέ, διότι δὲν κατατάσσομαι μὲ τοὺς πλουσίους, ἀνήκω εἰς τὴν μερίδα τῶν πτωχῶν. Συνεπέρανε δὲ ὁ Κ. Βαλαωρίτης εἰπὼν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπροτείναμεν χάριν ἀξιομέμπτου δημοκοπίας· καὶ διατί παρεξενεύθητε, ὅταν ἡ λέξις αὕτη ἐπανελήφθη ἀπὸ ἄλλον ῥήτορα τῆς συμπολιτεύσεως; Ἔστω ὅμως, καὶ αὐτὸ τὸ δεχόμεθα· ἀλλὰ τοῦτο καταστρέφει τὸ ἀρχικὸν ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Βαλαωρίτου, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν μας εἶναι ὑπὲρ τῶν πτωχῶν, διότι, μὰ τὸ ναί, οὐδεὶς δημοκοπεῖ διὰ νομοσχεδίων ἐπιβαρυνόντων τοὺς πτωχούς, τουτέστι τοὺς πολλούς. Καὶ ἀφίνω τὸν ἀξιότιμον φίλον μου καὶ βουλευτὴν Λευκάδος, καὶ ἔρχομαι εἰς ἄλλον ἀξιότιμον φίλον μου τὸν Κύριον Κουρῆν. Καὶ ὁ Κ. Κουρῆς ἀντέτεινε τὴν ἀρχὴν ἀπολύτως τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἔπραξε τοῦτο, ὡς εἶπε, διότι εἶναι ἐναντίος εἰς τὸ 2 καὶ 3 ἄρθρον αὐτοῦ· καὶ ἐδῶ ἡ αὐτὴ ἀντίφασις, τὴν ὁποίαν παρετήρησα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους· ἀντιτείνει τὴν ἀρχὴν διὰ τὸ 2 καὶ 3 ἄρθρον, ἀλλὰ τροποποίησον ἢ ἀπόῤῥιψον τὰ ἄρθρα, παραδέχθητι ὅμως τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζεις ἱεράν. Διατί δὲ ἀντιτείνει; διότι, εἶπε, δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένος, διότι αὐτὸ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ, δὲν θὰ μεταχειρισθῇ πραγματικῶς δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ, καὶ ὡς ἀπόδειξιν σᾶς ἔδειξε κίτρινον φύλλον χαρτίου, διὰ τοῦ ὁποίου νομίζει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τὰ 1833 καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἔκαμαν ἄλλο, εἰμὴ νὰ καταχρασθῶσι τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου, καὶ μᾶς λέγει, δὲν σᾶς δίδομεν αὐτὸ τὸ μέσον διὰ νὰ τὸ καταχρασθῆτε καὶ σεῖς, καθὼς ὅλαι αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις. Καὶ λησμονεῖς, φίλε Κ. Κουρῆ, ὅτι εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας τοιουτοτρόπως χαρακτηρίζεις, ἔλαβε μέρος ὅ,τι ἔξοχον, ὅ,τι σεβαστὸν εἶχε καὶ ἔχει τὸ ἔθνος; ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἦσαν αἱ Κυβερνήσεις τοῦ ἔθνους σου, ἦσαν αὐτὸ τὸ ἔθνος σου; ἀρνούμενος δὲ τὴν πίστιν εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις τοῦ ἔθνους σου, δὲν ἐννοεῖς ὅτι ἀρνεῖσαι τὴν πίστιν εἰς αὐτὸ τὸ ἔθνος σου; Ὁ ἀξιότιμος Κύριος Παδοβᾶς σήμερον ὀλιγώτερον θυμωμένος παρ’ ὅ,τι χθὲς, ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του, ἀντέκρουσε τὸ νομοσχέδιον ἐπίσης ἐν ἀρχῇ, τὸ ἀντέκρουσε καὶ εἰς τὰ καθέκαστα διὰ λόγους, ὡς εἶπεν, ἀναποτελεσματικότητος, διότι, εἶπε, τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ ἀπ’ αὐτὸν τὸν φόρον, εἶναι τόσον μικρὸν, ὥστε δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ κάμωμεν δρόμους μεγάλους καὶ ἐκτεταμένους ἐκ τοῦ εἰσοδήματος ἑνὸς ἔτους. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος Κ. Παδοβᾶς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι διὰ τοῦ ἐπιχειρήματος τούτου ἐτέθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ παιδίου τοῦ χολιασμένου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τροφὴν τοῦ πατρός του τοῦ πτωχοῦ, ὅστις ὅμως δὲν ἔχει νὰ τῷ θέσῃ τράπεζαν ἀπὸ πολλὰ φαγητά· ἐνῷ δὲ αὐτὸ ὀδύρεται καὶ πεινᾷ, ὁ πατήρ του τῷ προσφέρει ὀλίγον ἄρτον, διότι ἄλλο δὲν ἔχει, αὐτὸ ῥίπτει τὸν ἄρτον εἰς τὸν σκύλον φωνάζον «ἢ τράπεζαν ἡτοιμασμένην ἢ ἀποθνήσκω τῆς πείνης.» Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶσιν οἱ δρόμοι ὅλοι διὰ μιᾶς, διὰ τοῦτο θ’ ἀρνηθῆτε ν’ ἀρχίσωμεν νὰ κατασκευάζωμεν; καὶ ἐλησμόνησεν ὁ Κ. Παδοβᾶς, ὅτι ἡ ἀρχὴ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντός; Καὶ ἄλλο ὅμως ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Παδοβᾶ μᾶς ἐπέστησε τὴν προσοχήν· δὲν πρέπει, εἶπε, νὰ κάμωμεν δρόμους, ἐνόσῳ οἱ δρόμοι δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένοι, διότι εἰς τοὺς δρόμους, τοὺς ὁποίους ἔχει σήμερον ἡ Ἑλλὰς, ἀσφάλειαν δὲν ἔχει, ὑπάρχει ληστεία. Καὶ διότι ὑπάρχει ληστεία δὲν πρέπει ν’ ἀνοίξωμεν δρόμους; Ὁ λῃστὴς ποῦ πηγαίνει; ἐνεδρεύει εἰς τὰς χαράδρας καὶ μονοπάτια, οὐχὶ εἰς τὰς ὁδούς· ἀλλ’ ἐπρόσθεσε, πῶς θὰ σᾶς ψηφίσωμεν πόρους διὰ ταμεῖον δρόμων, ἐνῷ δὲν ἠξεύρομεν τί ἔγεινε τὸ ταμεῖον τοῦ ναυτικοῦ, τί ἔγεινε τὸ ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, τί ἔγειναν τὰ κληροδοτήματα, τί ἔγειναν τόσα καὶ τόσα ἄλλα; Ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω· τὴν ἀπάντησιν περὶ τούτων δὲν ἔπρεπε νὰ τὴν ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ παρ’ ἄλλων, οὐχὶ ἡμᾶς ἀλλὰ τὸν Κ. Παδοβᾶν προσεγγίζοντας· ἂν δὲ πραγματικῶς θέλῃ ἡμεῖς νὰ τῷ ἀπαντήσωμεν τί ἔγειναν τὰ χρήματα ταῦτα, ἂς προκαλέσωσιν ἄλλοτε μίαν συζήτησιν, ἂς φέρωσι ῥητὴν πρότασιν καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον εἰς τὴν οἱανδήποτε χρῆσιν τῶν χρημάτων τούτων ποσῶς δὲν ἐνέχεται· μὴ παρεξηγηθῶ, δὲν θέλω ποσῶς νὰ εἴπω, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις — λέγω μόνον, ὅτι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον νὰ δώσῃ λόγον περὶ τῶν ταμείων ἐκείνων. Ἀλλὰ μὴ προτείνετε φόρους, μᾶς ἐπρόσθεσε, μετὰ γεγωνυίας φωνῆς ὁ Κ. Παδοβᾶς, μὴ βάλετε πῦρ εἰς τὸ πῦρ, διότι ἡ πυρκαϊὰ εἶναι ἑτοίμη· καὶ εἰς σᾶς, ὦ ὑπουργοὶ Ἑπτανήσιοι, μᾶς ἐφώναξε χθὲς ὁ Κύριος Κουρῆς, ἐκεῖ ὅπου ἐξωγκώθησαν καὶ καθὼς ἐξωγκώθησαν τὰ πράγματα, δὲν μένει ἄλλο παρὰ ν’ ἀποσυρθῆτε, καὶ παρὰ ν’ ἀποσυρθῆτε τώρα, καλλίτερον ἦτο νὰ μὴ ἐλαμβάνετε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καλλίτερον νὰ μὴ ἤρχεσθέ ποτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον· εἶναι λέξεις αὐταί, αἱ ὁποῖαι, ῥιπτόμεναι ἐντὸς μιᾶς Βουλῆς, δὲν ἠμποροῦν νὰ μείνουν χωρὶς ἀπάντησιν· καὶ ἐὰν τὰς λέξεις ταύτας ἐπιτρέπηται νὰ ῥίπτωσι βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, πρέπει νὰ ᾖναι ἐπιτετραμμένον καὶ εἰς τοὺς κυβερνῶντας ν’ ἀπαντήσωσιν. Ἐὰν δὲ τὸ ἀξιότιμον ἐκεῖνο πρόσωπον, τὸ ἀνῆκον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἠθέλησε διὰ προσωπικῆς ἀποφάσεως νὰ καταβῇ τόσον χαμηλὰ, πρέπει νὰ συγχωρήσῃ καὶ ἐμὲ κατά τι νὰ τὸν ἀκολουθήσω, ἂν δὲ τυχὸν τὸν πονέσῃ, μὴ παραπονεθῇ εἰς ἐμὲ, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ προκαλέσας. Δὲν ἔπρεπε νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον; αὐτὴ ἦτον καὶ ἡ ἰδική μας ἰδέα, φίλε Κουρῆ, αὐτὴ ἦτο καὶ ἡ ἰδική μας ἰδέα, ὅταν ἤλθομεν ἐδῶ ἐν τῇ Συνελεύσει, αὐτὴ ἦτο καὶ ἡ ἰδική μας ἰδέα, ὅταν διελύθη ἡ Συνέλευσις, καὶ προσεκλήθημεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Δὲν ἠθελήσαμεν. Ἀλλὰ διαλυθείσης τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἐπανελθόντες εἰς τὰς νήσους μας, εἴδομεν ὅτι ἡ ἀντίδρασις κατὰ τῆς ἑνώσεως ἤρχισε νὰ ἀναφαίνηται εἰς τὰς νήσους ἐκείνας, τὸ παράπονον κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἤρχισε νὰ ὑποθάλπεται τεχνηέντως ὑποκινούμενον παρ’ ἐκείνων, οἵτινες τὴν ἕνωσιν δὲν τὴν ἐπίστευον ἢ δὲν ἤθελον νὰ τὴν πιστεύσωσιν, οἵτινες, καὶ ἀφοῦ ἡ ἕνωσις ἐγένετο, δὲν ἤθελον, δὲν θέλουσιν ἐν εἰλικρινείᾳ νὰ τὴν ἀσπασθῶσιν· οἱ ἄνθρωποι οὗτοι τεχνηέντως διέδιδον καὶ ἀκόμη διαδίδουσιν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑπτάνησον, ὅτι αἱ νῆσοι ἐκεῖναι μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐχειροτέρευσαν καὶ μετ’ ὀλίγον θ’ ἀφανισθῶσι. Τὸ παράπονον ἤρχισε, καὶ εἰς τὸ παράπονον τοῦτο τροφὴ ἐδίδετο ἀπὸ τὰ λάθη τὰ ἀκούσια, εἰς ἃ ἔπρεπε νὰ πέσῃ ἐξ ἀνάγκης ἡ Κυβέρνησις αὕτη, ἥτις ἔλαβε νὰ κυβερνήσῃ τὰς νήσους ἐκείνας διὰ πρώτην φορὰν, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰ ἐσωτερικὰ προηγούμενά των, τὰ καθέκαστα τῶν ἀναγκῶν των, τὴν θέσιν τῶν πρὸς ἄλληλα ἐπὶ προστασίας συγκρουσθέντων κομμάτων. Ἂν ἐσυμβουλευόμεθα τὸν ἐγωϊσμόν μας, ἐὰν ἀνήκομεν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τοὺς μεγάλους μισθοὺς τῆς ξενοκρατίας, μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἑνώσεως βλέπουν κατεστραμμένα τὰ συμφέροντά των, διότι 50 ἐτῶν προστασία ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ δημιουργήσῃ συμφέροντα, ἂν ἤμεθα μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συμφέρον εἶχον καὶ ἔχουν ν’ ἀποδείξουν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ὅτι ὑπὸ τὴν ἐθνικὴν κυβέρνησιν ἡ θέσις τῶν Ἰονίων ἐχειροτέρευσεν, ἡ θέσις μου βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶσθαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ τὸ εἴπω χωρὶς κἀνεὶς νὰ μὲ κατηγορήσῃ, ὅτι κομπάζω ἢ ὅτι περιαυτολογῶ· ἀνήκω καὶ ἐγὼ καὶ οἱ φίλοι μου μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως ἠγωνίσθησαν, χωρὶς ποτε τὴν σημαίαν νὰ ἐγκαταλείψωμεν, ἀνήκω μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἂν οὐχὶ ἄλλο, συμφέρον ἔχομεν νὰ δείξωμεν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ Κυβέρνησις ἠξεύρει νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑπτάνησον, μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζομεν καθῆκόν μας νὰ καλύψωμεν μὲ τὰ σώματά μας, μὲ τὴν εὐθύνην μας τὴν ἐθνικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ δώσωμεν τὴν εὐχαρίστησιν εἰς τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἑνώσεως νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος δὲν ἠξεύρει νὰ κυβερνήσῃ μίαν ἐπαρχίαν Ἑλληνικὴν, ἀνήκομεν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι αἰσθανόμεθα καθῆκόν μας ν’ ἀποκρούσωμεν οἱανδήποτε κατηγορίαν ἐναντίον τῆς ἐθνικῆς Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν πρόκειται περὶ ὑπουργείου Κουμουνδούρου· οἱαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι ἡ Κυβέρνησις, τοιαύτη ἤθελεν εἶσθαι ἡ διαγωγή μας κατὰ τὰ πρῶτα βήματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα, ἐὰν κἀνεὶς ἤθελε νὰ ἀνεύρῃ αἰτίας κατηγοριῶν, τὰς κατηγορίας ταύτας νὰ συγκεντρώνῃ οὐχὶ κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐν τῇ κυβερνήσει εὑρισκομένων Ἑπτανησίων. Ἰδοὺ διατί εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἰδοὺ διατί καὶ μετὰ τὴν κατάβασίν μας ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, μετὰ τὴν παῦσιν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως, θέλω συμβουλεύσει τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν εἰλικρινῶς, θέλω σκεπάσει ἐνώπιον τῆς Ἑπτανήσου, ὅσον δύναμαι, τὰ λάθη της, τὰ ἐλαττώματά της, θέλω προσπαθήσει νὰ τὰ κρύψω, ἂν δύναμαι, ἀπὸ τὰ ὄμματα τοῦ εὐαπατήτου λαοῦ, τὸν ὁποῖον πολὺ εὐκόλως δύνανται προσωρινῶς ν’ ἀπατήσωσι, μεταξὺ τοῦ ὁποίου ἐπειράθησαν νὰ κυκλοφορήσωσι πρὸς ὑπογραφὴν ἐγγράφους δηλώσεις, ὅτι ἡ ἕνωσις τοὺς κατέστρεψε (μεταξὺ αὐτῶν ὁ Κ. Κουρῆς δὲν εὑρίσκεται). Μόνους τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἑνώσεως ἠθέλομεν ὑπηρετήσει, ἂν δὲν ἐλαμβάνομεν μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, μόνους τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἑνώσεως ἠθέλομεν ὑπηρετήσε, ἐὰν τώρα μέρος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἠθέλομεν λάβει· ἐὰν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τὴν τελεσθεῖσαν ἕνωσιν, εἰσερχόμενοι ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἤθελον σωρευθῆ πρὸς τὸ μέρος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν οὐδεὶς τῶν Ἑπτανησίων, ὡς διδάσκει ὁ Κ. Κουρῆς, ἤθελε θελήσει νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐθνικὴν, μεθ’ ἧς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη τοσοῦτον ἐπιμόνως ἐζήτουν νὰ ἑνωθῶσι, ποῖον ἤθελεν εἶναι τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἤθελον πορισθῆ οἱ ἐχθροὶ τῆς ἑνώσεως; Ἀφίνω ἕκαστον νὰ τὸ ἐννοήσῃ. Ἀλλ’ ἂν ἀποσυρθῶμεν σήμερον ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, ποῖα τὰ ἀποτελέσματα; Πρῶτον ἐρωτῶ, μᾶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀποσυρθῶμεν;

§30ΖΑΝΟΣ. Ἠμπορεῖτε ν’ ἀποσυρθῆτε.

§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἐπιτρέπει ὁ Κ. Ζάνος, δὲν τὸ ἐπιτρέπουν ὅμως οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ, δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν ν’ ἀποσυρθῶμεν, ἐνόσῳ ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, καὶ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μᾶς ὑποστηρίζει. Φύγετε· μᾶς εἶπεν ὁ Κ. Κουρῆς, τὰ πράγματα ἐξωγκώθησαν, φύγετε. Τοῦτο ἦτο βεβαίως ὄχι ἀπειλὴ, ἀλλὰ συμβουλὴ φιλικὴ, ἣν μᾶς ἔδωκεν ἀπέναντι τῶν κινδύνων.

§32ΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐνόησα νὰ σᾶς ἀπειλήσω.

§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο καὶ ἐγὼ ἤδη λέγω, ὅτι ἀπὸ τρυφερὰ, φιλικὰ πρὸς ἡμᾶς αἰσθήματα κινούμενος, μᾶς εἴπατε νὰ φύγωμεν, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς εὐγνωμονοῦμεν. Βελτιοῦται ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων διὰ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ κυβερνᾶτε; μᾶς ἠρώτησεν ὁ Κ. Κουρῆς, καὶ διὰ τοῦ τρόπου ὅπου ἀντιπολιτεύεσθε; Μοὶ ἐπιτρέπεται ὅμως ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν τοῦ Κ. Κουρῆ· ἀφοῦ ἤκουσα τόσας κατηγορίας λέξεων, πρέπει καὶ ἡμεῖς ν’ ἀπαντήσωμεν διὰ τῶν πραγμάτων, καὶ, ἂν κατά τι παρεκτραπῶ, παρακαλῶ τὸν Κ. Πρόεδρον νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ. Βελτιοῦται ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων διὰ τοῦ τρόπου δι’ οὗ κυβερνᾶτε; Καὶ πῶς ἐκυβερνήσαμεν; ἂν ἠδυνάμεθα ἄλλως νὰ κυβερνήσωμεν, δὲν μᾶς τὸ ἐδιδάξατε. Ἂν ὁ τόπος εὑρίσκηται εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἂν ὁ λαὸς στενάζῃ, καθὼς παρέστησεν ὁ Κ. Κουρῆς, ἂν τὰ ταμεῖα ἦναι κενὰ, καὶ τὸ ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, πταίομεν ἡμεῖς διὰ τὴν κατάστασιν ταύτην; καὶ ἂν ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἐκαλλιτέρευσε, κατὰ τί ἐλείψαμεν διὰ νὰ τὴν καλλιτερεύσωμεν; δὲν μᾶς τὸ εἴπατε. Καὶ ἕως ὅτου δὲν μᾶς δείξητε, τί ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν καὶ δὲν τὸ ἐκάμαμεν, ἕως ὅτου δὲν μᾶς δείξητε, τί κακὸν ἐξ αἰτίας ἡμῶν προῆλθεν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι αἱ κατηγορίαι σας εἶναι κατηγορίαι κεναί· πῶς δὲ τοιαῦται κατηγορίαι ἀποκαλοῦνται; τὸ γνωρίζετε. Εὑρισκόμεθα εἰς θέσιν βεβαίως οὐχὶ ὁμαλὴν, τὸ ὡμολογήσατε καὶ σεῖς, διότι εὑρισκόμεθα, ναὶ μὲν χάριτι τῇ θείᾳ οὐχὶ πλέον εἰς τὴν τρικυμίαν, ἀλλ’ εἰς τὸν σάλον τὸν μετὰ τὴν τρικυμίαν τῆς ἐπαναστάσεως, καὶ πρέπει νὰ εὑρισκώμεθα, διαφορετικὰ δὲν ἠδύνατο νὰ συμβῇ. Κίνδυνοι, λέγουν, παρουσιάζονται, καὶ κίνδυνοι οὐχὶ ὀλίγοι, ἀφ’ ὅτου τὸ ὑπουργεῖον τὸ παρὸν διευθύνει τὰ κοινὰ, λέγει ὁ Κ. Κουρῆς καὶ ὁ Κ. Παδοβᾶς, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν πιστεύω νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνέχεται εἰς τὴν θέσιν ταύτην τῶν πραγμάτων· τὸ χρέος της ἦτο καὶ εἶναι νὰ προσπαθήσῃ νὰ καταπαύσῃ τὸν σάλον, νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἑδραιώσῃ τὸν δρόμον αὐτῆς, καὶ ἂν, ὡς εἶπες χθὲς ἀξιότιμε φίλε Κ. Κουρῆ, ὁ ἀληθὴς ἀγὼν ὁ ἐθνικὸς τῶν Ἑπτανησίων ἄρχεται ἀφ’ ἧς οἱ Ἑπτανήσιοι εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην εἰσῆλθον, τὸ πρῶτον χρέος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν καὶ ἔχομεν καὶ θὰ ἔχωμεν, εἶναι νὰ στερεώσωμεν μίαν Κυβέρνησιν Κυβέρνησιν ἀπαιτεῖ κατὰ πρῶτον ὁ τόπος, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀπαιτῇ, καθὼς τὴν ἀπῄτησεν ὁποιοσδήποτε τόπος ἐξερχόμενος ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν. Καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὰ κοινὰ τὴν στιγμὴν ταύτην διευθύνει, σᾶς παρουσίασε, σᾶς καθυπέβαλε τὰς ἐπὶ τούτου ἰδέας της, σᾶς καθυπέβαλε τὰ νομοσχέδιά της, τὰ ὁποῖα στοχάζεται κατὰ τὴν ἀσθενῆ της κρίσιν, ὅτι θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν κατάπαυσιν τοῦ σάλου καὶ τὴν παγίωσιν τῶν πραγμάτων. Εἶναι ὀρθαὶ αἱ ἰδέαι της, εἶναι ἐσφαλμέναι, ἔχετε ἄλλας καλλιτέρας, ὀφείλετε νὰ ὑποστηρίξητε, καὶ ἂν τὸ πρῶτον, νὰ διορθώσητε, ἂν τὸ δεύτερον, νὰ προτείνητε. Ἀλλὰ εἰς τὸ διάστημα τῶν τριῶν παρελθόντων μηνῶν, καθ’ ὃ ἑδρεύομεν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, καὶ προσπαθοῦμεν νὰ καλλιτερεύσωμεν τὴν θέσιν τοῦ λαοῦ, τί ἐπράξαμεν; καθ’ ἡμέραν νέα ζητήματα ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ ὑπουργείου, λόγοι εὔγλωττοι, λόγοι σπουδαῖοι, ἀλλὰ κενοί, χωρὶς πρακτικὸν ἀποτέλεσμα πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ λαοῦ, τὸν ὁποῖον μετὰ τόσου ζήλου προστατεύετε. Τρεῖς καὶ ἐπέκεινα μῆνες παρῆλθον, ποῖον νομοσχέδιον ἐψηφίσατε; καὶ τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζεται, ἔπειτα ἀπὸ τόσα βάσανα, ζητεῖτε νὰ καταψηφίσητε. Τὸ κακὸν ἐν τούτοις, τὸ ὁποῖον σεῖς οἱ ἴδιοι ἀναγνωρίζετε, ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ, ὁ λαὸς τὸ αἰσθάνεται, καὶ ἂν διὰ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ κυβερνῶμεν, δὲν ἠμπορεῖ νὰ καλλιτερεύσῃ ὁ λαός, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι καὶ διὰ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ ἀντιπολιτεύεσθε, δὲν ἠμπορεῖ παρὰ νὰ χειροτερεύσῃ· διὰ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου ἀντιπολιτεύεσθε, ἀξιότιμε Κ. Κουρῆ, καὶ πιθανὸν εἰς τὴν ἰδέαν σας νὰ μὴ ᾖναι ὅτι θέλετε νὰ πράξητε κακόν, τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως εἶναι τοῦτο. Δὲν κάμνετε ἄλλο παρὰ νὰ παραλύητε τὴν Κυβέρνησιν, οὐ μόνον τὴν παροῦσαν, ἀλλὰ νὰ καταστρέφητε πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἔστω καλήν, ἔστω κακήν. Διὰ τοῦ τρόπου τούτου τὰ δεινὰ τοῦ λαοῦ δὲν θεραπεύονται. Εἶναι κακαὶ αἱ προτάσεις μας, ποῖαι εἶναι αἱ ἰδικαί σας αἱ καλλίτεραι, διατί δὲν μᾶς τὰς προτείνετε, νὰ τὰς παραδεχθῶμεν; ἢ ἂν τὰς ἀποῤῥίψωμεν ἐπιμένοντες εἰς τὸ κακὸν κατὰ σᾶς σύστημά μας, τότε δὲν δύνασθε νὰ ἀποταθῆτε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ νὰ εἴπητε, ποία εἶναι ἡ εὐθύνη σου, ὑποστηρίζουσα τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, ἡ ὁποία δὲν θέλει ν’ ἀκούσῃ τίποτε; Ἀλλὰ σεῖς ἐπιμένετε εἰς μόνην τὴν ἀντίπραξιν καὶ ἀντίκρουσιν ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ οὕτω πως τὰ πράγματα τοῦ τόπου δὲν θὰ καλλιτερεύσουν, διότι μᾶς ἐμποδίζετε νὰ κάμωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ τοῦ νοός μας στοχαζόμεθα, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ κάμωμεν, χωρὶς σεῖς νὰ προτείνητε εἰς ἀντικατάστασιν οὐδέν. Νὰ μᾶς ἐμποδίζητε τὴν Κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, δύνασθε, εἶναι εἰς τὰς χεῖράς σας. Ἀναμετρήσατε τὴν εὐθύνην, μᾶς εἶπε χθὲς ὁ Κ. Κουρῆς· καθόσον ἀποβλέπει τὸ μέρος μας, τὴν ἀνεμετρήσαμεν καὶ ἀνεδέχθημεν ὅλας τὰς συνεπείας· ἀνεμετρήσατε σεῖς τὴν εὐθύνην τὴν ἰδικήν σας; Μία μειονότης οὐχὶ ἀπὸ 60, ἀλλὰ ἀπὸ 20 ἁπλῶς ἄτομα ἐντὸς μιᾶς Βουλῆς ἀπὸ 180 ἄτομα δύναται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ φέρῃ τὴν παραλυσίαν, δύναται νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ οὔτε βῆμα, δὲν εἶναι μέγα πρᾶγμα. Πρὸς τοῦτο δὲν ἀπαιτεῖται οὔτε ἐπιτηδειότης, οὔτε θάῤῥος· θάῤῥος ἀπαιτεῖται ἐν Ἑλλάδι οὐχὶ ὅπως ἀντιπολιτευθῇ τις, ἀλλ’ ὅπως ὑποστηρίξῃ μίαν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις, ἐπαναλέγω, εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ πράγματα καὶ ὁ λαός, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ἐπιτρέπεται τὸ τοιοῦτον; εἶναι συνετόν; εἶναι πατριωτικόν; Ἂς ἐξέλθωμεν, κύριοι, ἀπ’ αὐτὴν τὴν θέσιν ὡς ἀγαθοὶ πατριῶται· εἴτε ἐπιτύχῃ ὑπὲρ ὑμῶν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐθέσατε, καὶ ἡ πλειοψηφία μᾶς ἐγκαταλείπει (καὶ συγχωρήσατέ μοι, φίλοι τῆς πλειονότητος, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο ὑπουργεῖον ἐν Ἑλλάδι, ἢ σήμερον ἢ αὔριον ἔχει νὰ πέσῃ, σεῖς ὅμως οἱ φίλοι μας προτιμήσατε νὰ πέσωμεν κατέναντι τῆς ἰδέας ὅτι θέλομεν νὰ κατασκευάσωμεν δρόμους, ν’ ἀνοίξωμεν τὴν συγκοινωνίαν ἵνα ἐλαφρώσωμεν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου). (Θόρυβος). Σεῖς ἀποφασίσατε ἐπὶ τέλους καὶ δότε μας τὸ σύνθημα νὰ ἐξέλθωμεν, καὶ τότε μείνατε βέβαιοι (πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν) δὲν θέλετε μᾶς ἰδῆ νὰ σᾶς φέρωμεν, ὡς τὸ κάμνετε καθ’ ἡμέραν, ζητήματα ἐμπιστοσύνης, διότι ἐτιμωρήθησαν δύω ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν Λευκάδα, καὶ νὰ καταναλίσκωμεν ὁλόκληρον συνεδρίασιν· δὲν θέλομεν σᾶς φέρει ζητήματα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν παῦσιν ἑνὸς δημάρχου ζωοκλόπου, δὲν θέλομεν σᾶς φέρει ζητήματα ἐμπιστοσύνης, ὅταν πρόκηται περὶ κατασκευῆς ὁδῶν· θέλομεν σᾶς ὑποστηρίξει εἰς ὅλα, καθόσον ἀποβλέπει τὴν διοίκησίν σας, θέλομεν βεβαίως σᾶς ἐπικρίνει καὶ ἀντιπολιτευθῆ καθόσον ἀποβλέπει τὴν πολιτικήν σας πορείαν, ἂν δὲν συμφωνῶμεν μ’ αὐτήν· τὰ ἐμπόδιά μας, τὰ ὁποῖα ἀπαντῶμεν ἡμεῖς ἀπὸ σᾶς, δὲν θέλετε ἀπαντήσει σεῖς ἀπὸ ἡμᾶς. Ἂν ὅμως ἄλλως ἀποβῶσι τὰ πράγματα, ἂς σκεφθῶμεν, ὅτι ἤδη τὸ ἥμισυ τῆς συνόδου παρῆλθε καὶ οὐδὲν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἐπράξαμεν, καὶ ἂν ἐξακολουθῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ βουλευώμεθα περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ μὲ λέξεις κενὰς, τότε λέγω καὶ ἐγὼ, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ κίνδυνοι, ἐκεῖνοι οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ὁ Κ. Παδοβᾶς καὶ ὁ Κ. Κουρῆς ἀνέφερον, δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν, ἡμεῖς ὅμως δὲν θὰ ἤμεθα ἔνοχοι διὰ τοῦτο· ἀνεμετρήσαμεν τὴν εὐθύνην μας καὶ ἀναδεχόμεθα ὅλας τὰς συνεπείας, ἀναμετρήσατε καὶ σεῖς τὴν ἐδικήν σας.

§34ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.

§35ΕΤΕΡΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν) Θὰ ἐξακολουθήσωμεν.

§36Δ. ΖΩΤΟΣ. Κύριοι, ὁ Κ. Λομβάρδος, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀπαντῶν πρὸς τὸν Κ. Κουρῆν ἐξήλεγξε τὴν διαγωγὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις σκοπὸν ἔχει νὰ παραλύῃ διὰ τῶν ἐπερωτήσεων τὴν Κυβέρνησιν.

§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἔχει σκοπὸν, κατέδειξα μόνον ὁποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα.

§38ΖΩΤΟΣ. Σᾶς ἤκουσα καλῶς εἰπόντα, ὅτι πρόθεσις, σκοπὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἡ παράλυσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ὤφειλε, καθὸ ὑπουργὸς συνταγματικὸς καὶ ἐπαγγελλόμενος, ἐκ τῶν προτέρων μάλιστα, τὸν φιλελεύθερον, νὰ σέβηται περισσότερον τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἔπρεπε νὰ σκανδαλίζῃ τὸν Κ. Λομβάρδον, οὔτε τὸν Κ. Βράϊλαν, ὅστις προχθὲς καὶ χθὲς ἐκέντησεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἔπρεπε μάλιστα νὰ τοὺς εὐχαριστήσῃ, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ἐπερωτήσεων τοὺς φωτίζει, τοὺς δεικνύει τὴν εὐθεῖαν καὶ νόμιμον ὁδόν. Εἶναι αἶσχος, κύριοι, εἰς Κράτος συνταγματικὸν, τὸ ὁποῖον καυχᾶται, ὅτι ἔκαμε μίαν ἐπανάστασιν, ἣν ὅλη ἡ Εὐρώπη ἐχειροκρότησε, τὸ ὁποῖον ἔχει σύνταγμα καθὼς πρέπει, εἶναι αἶσχος, λέγω, νὰ ἔρχωνται ὑπουργοὶ καὶ νὰ θέλωσι νὰ προσβάλλωσι τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων. Διὰ τῶν ἐπερωτήσεων, κύριοι, ὅλα τὰ ἔθνη ἔφερον εἰς συναίσθησιν τῶν καθηκόντων των ὑπουργοὺς παρανομήσαντας καὶ ἐβελτίωσαν τὴν τύχην των. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς πρὸς μὲν τὸ μέρος τὸ πολιτικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ Κ. Λομβάρδος, κρείττονες ἐμοῦ ὁμιλήσουσιν, ἐγὼ δύω λόγους μόνον θὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ὁ Κ. Βράϊλας, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ Κ. Λομβάρδος, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν, ἀμφότεροι ἐξ Ἑπτανήσου, ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι κάλλιον ἡμῶν κατοικημένον, ὅπερ ἔχει δρόμους καὶ τόσα ἄλλα πλεονεκτήματα εὐζωΐας, ἅτινα ἡμεῖς δυστυχῶς στερούμεθα, διότι χθὲς ἐξελθόντες τοῦ ἀγῶνος ἠρχίσαμεν ἀπὸ τὸ βελόνι, καλῶς ποιοῦσι μεριμνῶντες περὶ τῆς ἡμετέρας εὐζωΐας καὶ βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας μας· τοὺς εὐχαριστοῦμεν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς μὴν ἀπατῶνται, νομίζοντες, ὅτι καὶ ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὸ συμφέρον ἢ τὴν εὐζωΐαν· ἔχομεν, κύριοι, καὶ ἡμεῖς τὴν συναίσθησιν τοῦ καλοῦ, ἀλλὰ μᾶς λείπουν τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀφῄρεσαν οἱ Τοῦρκοι, ἔχομεν νοῦν καὶ καρδίαν, ἠξεύρομεν καὶ ποῖα εἶναι τὰ καλὰ καὶ ποῖα εἶναι τὰ κακά. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, ἠξεύρομεν τὰ καλὰ τῆς ὁδοποιΐας, τὰ καλὰ τῆς συγκοινωνίας, ἠξεύρομεν πόσων καλῶν εἶναι πρόξενος ἡ ἀτμοπλοΐα καὶ ἡ ὁδοποιΐα, καὶ ἴσως κάλλιον ὑμῶν, διότι σεῖς δὲν περιπατεῖτε διὰ τῶν ποδῶν σας, ἀλλ’ ἐφ’ ἁμάξης, Κ. ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν· ἡμεῖς ὅμως περιπατοῦμεν πεζοὶ ἢ καὶ ἔφιπποι, καὶ κινδυνεύομεν καὶ εἰς ποταμοὺς καὶ εἰς τέλματα καὶ εἰς δύσβατα μέρη· ὅλα αὐτὰ τὰ γνωρίζομεν καλῶς, οὐδὲν μᾶς λανθάνει, ἀλλὰ δυσπιστοῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν τοὺς λόγους σας, καθότι τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει φόρους, οἵτινες ἴσως χρησιμεύσωσιν εἰς πᾶν ἄλλο ἢ τὴν ὁδοποιΐαν καὶ ἀτμοπλοΐαν. Ὁ Κ. Βράϊλας μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν καταψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ βελτιώσεως τῶν ὁδῶν, εἶναι δόξα μας, ὁ δὲ Κ. Λομβάρδος ἐπρόσθεσεν, εἶναι θρίαμβός μας. Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὴν τὴν δόξαν καὶ αὐτὸν τὸν θρίαμβον δὲν θὰ σᾶς τὸν ἀφήσωμεν νὰ τὸν ἀπολαύσητε μόνοι σας· μὴ παραδεχόμενοι τὸ νομοσχέδιόν σας, δὲν θὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ φενακίσητε τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Εὐρώπην εἰς βλάβην τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ὄχι, διότι θὰ καταδείξωμεν τοὺς ὑποκεκρυμμένους σκοπούς σας, θὰ βεβαιώσωμεν ὅλους περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ πράγματος. Γνωρίζετε τί μέχρι τοῦδε ἐπὶ 30 ἔτη ἐγένετο; δὲν εἶσθε σεῖς μόνον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσηγάγετε τοιούτους νόμους, ἀλλὰ κατὰ τὰ 30 αὐτὰ ἔτη ἐδιοίκησαν, ὁ Μαυροκορδάτος, ὁ Μεταξᾶς, ὁ Κωλέτης, ὁ Ζωγράφος, ὁ Βούλγαρης καὶ τόσοι ἄλλοι ἱκανώτεροι καὶ ἐνδοξότεροι ὑμῶν, καὶ μολαταῦτα δὲν ἔγειναν ὅσα ἔπρεπε νὰ γίνουν, ἢ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὰ πράξωσιν· ὅσα δὲ ἐν διαστήματι 30 ἐτῶν δὲν ἔγειναν, σεῖς διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἔρχεσθε καὶ ἐπαγγέλλεσθε νὰ τὰ κάμετε δι’ ἓν ἔτος, σεῖς, οἱ ὁποῖοι φροντίζετε, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο σκέπτεσθε, εἰμὴ τὸ, χάριν τῆς διατηρήσεώς σας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ, «δὸς ἡμῖν σήμερον καὶ ἄφες ἡμῖν». Ἡ Ἑλλὰς ὅλη θὰ γνωρίσῃ καὶ γνωρίζει, ὅτι θὰ πέσετε, διότι δὲν ἀνταποκρίνεσθε εἰς τὰ ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, μᾶλλον δὲ διὰ τῆς ὑπάρξεώς σας τὸ ἐβλάψατε, καὶ ἐὰν ἐπὶ πλέον διατηρηθῆτε ὄχι εἰς χρεωκοπίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς κἄτι τι χειρότερον θὰ τὸ ῥίψητε. Σεῖς τὸ εἴπατε· τὰ ταμεῖα εἶναι κενὰ, εἶπαν, ὁ δὲ Κύριος Λομβάρδος ἐπρόσθεσεν, ὅτι εἴμεθα χρεωκοπημένοι. Μόνον ὁ Κ. Καλλιγᾶς εἶπε μὴ φοβίζετε τὸν κόσμον μὲ τέτοια λόγια, μὴ λέγετε τὴν λέξιν χρεωκοπίαν. Ὡραία ἰδέα· ἐὰν ὅμως εἶχε τὴν αὐτὴν ἀδιαφορίαν διὰ τὰ οἰκιακά του, καὶ ἔδιδεν ἀπὸ τὸ πουγγί του τόσον ἀναλγήτως, βεβαίως θὰ ἦτο χρεωκοπημένος. Εἰς τὸν ἰατρὸν, φίλε Καλλιγᾶ, πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅλα τὰ αἴτια, ὅλας τὰς ἀφορμὰς καὶ τὰ παθήματα τοῦ πάσχοντος διὰ νὰ κάμῃ καλὴν διάγνωσιν καὶ δώσῃ τὰ κατάλληλα φάρμακα. Σεῖς ὅμως θέλετε νὰ κρύπτωμεν τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, νὰ μὴ τὸ μάθῃ ἡ Ἑλλὰς, ἡ Εὐρώπη, αἱ φίλαι Δυνάμεις, καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀντιπροσωπεύομεν τὴν Ἑλλάδα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὴν τὴν δόξαν δὲν θὰ τὴν ἀφήσωμεν νὰ τὴν γευθῆτε ἀπληρωτὶ, μπετχαβᾶ. Καὶ ἡ Ἑλλὰς θὰ βεβαιωθῇ καὶ ἡ Εὐρώπη δὲν θὰ φενακισθῇ, ὅτι ἤλθετε μὲ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον μὲ πρόθεσιν νὰ κάμετε τὸν Ζῶτον νὰ πιστεύσῃ ὅτι θὰ ὑπάγῃ μὲ ἅμαξαν εἰς τὴν Φθιώτιδα, καὶ τὸν Στράτον εἰς τὸν Βάλτον. Ἀλλὰ λέγει ὁ Κ. Λομβάρδος, μήπως ἡμεῖς θὰ βαστάξωμεν ἕνα χρόνον ὑπουργοὶ διὰ νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον; ἀλλ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, δὲν θ’ ἀργήσῃ νὰ ἐκτελεσθῇ· δι’ αὐτοῦ ἀμέσως θ’ ἀρχίσῃ νὰ βυζαίνῃ ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ζώων καὶ ἀπὸ τὰ τελωνεῖα κλπ., διότι αὔριον τὸ πρωΐ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τὸ δημοσιεύει ἀμέσως, καὶ θὰ λέγῃ ἔγεινε διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος, διὰ νὰ σᾶς κάμωμεν νὰ ἔχετε τὰς ἁμάξας σας καὶ τὰ κάῤῥα σας· καὶ βεβαίως ἔχομεν περισσοτέραν ἀνάγκην ἡμεῖς, Κ. Βράϊλα, καὶ διὰ κάῤῥα καὶ διὰ δρόμους καλούς. Σπουδαίαν, Κύριοι, πρὸς τοῦτο ἀνάγκην ἔχει ἡ Φθιῶτις καὶ Λεβαδεία, διότι μεταφέρομεν ὀγκώδη πράγματα, βαμβάκια, μετάξια, γεννήματα κλπ., τὰ ὁποῖα δυσκόλως μεταφέρονται διὰ τῶν ἡμιόνων καὶ ἀλόγων. Καὶ ἠμπορῶ νὰ σᾶς εἴπω μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν θὰ διαμφισβητήσῃ, ὅτι ἐγὼ δαπανῶ κατ’ ἔτος διὰ μεταφορὰν τῶν εἰσοδημάτων τῶν κτημάτων μου ὑπὲρ τὰς 4,000 δραχμὰς, ὁ δὲ Κ. Χατζίσκος καὶ ἄλλοι περισσότερα· τὰ γνωρίζομεν λοιπὸν τὰ καλὰ τῆς ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ σεῖς δὲν ἤλθετε μὲ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, διότι ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἔφερε τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅπως δι’ αὐτοῦ καλύψῃ μέρος τῆς χρεωκοπίας της· καὶ ἔκαμε πολὺ κακὰ τόσον ἀργὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃ, διότι εἶναι ὡσὰν τοὺς νοικοκυραίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν φροντίζουν ἀπὸ τὸ βράδυ διὰ νὰ ψωνίσουν τὴν ἄλλην ἡμέραν. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ τὰ προνοήσητε ἀπὸ καιροῦ, σᾶς τὸ εἶπεν ὁ τύπος, ἡ ἀντιπολίτευσις. Πρὸ 3 μηνῶν εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλ. λόγου μὲ ἕνα στόμφον καὶ ὑπερηφάνειαν μᾶς εἴπατε διὰ τοῦ Προέδρου σας Κυρίου Κουμουνδούρου, θὰ ἴδετε τί χρυσοῦς αἰὼν ἔρχεται μετὰ ἓν ἔτος, ἀλλ’ ἕως τότε ἔπρεπε, μᾶς εἶπε, ν’ ἀκούσωμεν τὸ σύστημά του τὸ λαμπρὸν, καὶ δὲν ἦτο τοῦτο παρὰ τὰ ἔντοκα γραμμάτια καὶ δάνεια ἁπλᾶ. Τοῦ ἐδώκαμεν λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἔκρουσε τὰς θύρας δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ἐζήτησεν ἀπὸ ἰδιώτας, ἀπὸ τραπέζας, κατέφυγεν εἰς εὐεργέτιδα Δύναμιν, ἀλλὰ πανταχόθεν ἄρνησις· διότι ὁ κόσμος ὅλος εἶδεν ὅτι ἡ πίστις ἐξέλιπε· καὶ ὅταν, Κύριοι, ἐκλείψῃ ἡ πίστις ἀπὸ τὸν τόπον, ἀλλοίμονον τότε...... Καὶ ὅ,τι εἶναι ἡ οἰκογένεια, εἶναι καὶ ὁ δῆμος, εἶναι καὶ τὸ Κράτος ὁλόκληρον. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπηλπίσθη, ἦλθεν εἰς αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα εἰς τὸ τέλος θὰ φέρουν καὶ δικαστικὰς, καὶ στρατιωτικὰς, καὶ διοικητικὰς μεταῤῥυθμίσεις. Τί δὲ μεταῤῥυθμίσεις εἶναι αὐταὶ, ἃς ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἐν τῇ σοφίᾳ σας ἐκάμετε; ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας αἱ πράγματι σοφαὶ κεφαλαὶ τοῦ Μάουρερ καὶ Ἄρμανσπεργ καὶ Ἄβελλ τὰς ἔφκιασαν διὰ τρία ἔτη. Πρὸς ποῖον δὲ σκοπὸν ἔγειναν αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, ἂν καὶ δὲν θὰ βγάλουν ζωμόν; διὰ νὰ ῥίψουν στάκτην εἰς τὰ μάτια πολλῶν, καὶ διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ ἐξαπατήσουν τοκογλύφους τινὰς ἰδιώτας ἢ τραπεζίτας διὰ νὰ κάμουν τίποτε δάνεια. Τοιοῦτον εἶναι καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐγὼ, Κύριοι, ἂν καὶ σεῖς Κύριοι ὑπουργοὶ ἀρνεῖσθε, ὅτι δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτὸς τοῦ νομοσχεδίου... μάλιστα ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὁ σεβαστὸς φίλος μου, μᾶς εἶπε καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι τόσον καλλίτερα ὅπου ἐχάθησαν τὰ προϊόντα των· ἐφέτος ἔπρεπε νὰ τὸ κάμωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, διὰ νὰ γίνουν δρόμοι καὶ νὰ καζαντίσουν, ἐφέτος ὅπου δὲν ἔχουν ψωμὶ νὰ φᾶνε. Ὡραία ἰδέα! Τ’ ἀρνοῦνται αὐτὰ οἱ ὑπουργοί, καὶ λέγουν, ὅτι ἐρχόμεθα μ’ αὐτὸν τὸν καλὸν σκοπὸν, καὶ σεῖς τολμᾶτε νὰ πολεμήσητε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον! Ὄχι, Κύριοι, ὁ σκοπός σας, σᾶς τὸ ἀποδεικνύω, δὲν εἶναι διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος, ὁ σκοπός σας εἶναι ταμιευτικὸς, φορολογικός· καὶ ἕνα χρόνον ὁλόκληρον νὰ μοῦ τὸ φιλονεικῆτε δὲν βγαίνει ἀπὸ τὸ κεφάλι μου· διότι ἔχω τρανωτάτην ἀπόδειξιν, τὸ ὁμολογεῖ ἡ καρδία, ἡ ψυχὴ τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἐγὼ συμφωνῶ μᾶλλον μ’ ἐκεῖνα παρὰ μὲ σᾶς· διότι ἐβγῆκε τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ μεϊτάνι, ἐξεφανερώθηκε, καὶ προσπαθεῖτε νὰ τὸ καλύψητε μὲ ἀλοιφὰς καὶ μπαλώματα· ἀλλὰ καὶ ἂν δυνηθῆτε ἐν μέρει νὰ τὸ καλύψητε, καὶ ἂν ἐξαπατήσητε πολλοὺς ἐξ ἡμῶν, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θὰ κερδήσητε, οὐδὲ θὰ ἐξαπατήσητε τὴν κοινὴν γνώμην, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἐφοβέρισε χθές. Μᾶς εἴπετε, ὅτι εἶναι δόξα μας, καὶ θὰ γνωρίσῃ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι φέρομεν καλὰ νομοσχέδια, ἀλλὰ σεῖς τ’ ἀποῤῥίπτετε· ἡ ψυχὴ δὲ τοῦ ὑπουργείου, ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς, πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ φίλος μου, εἰλικρινέστερος ἀπὸ ὅλους σας, κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ τὸν συγχαίρω διὰ τοῦτο, καὶ τοῦ τὸ εἶπα καὶ προχθὲς, καὶ εἴθε νὰ ὑπάρχῃ ἀείποτε εἰλικρινὴς, καὶ θὰ τὸν τιμήσωμεν καὶ οἱ φίλοι του καὶ ἡ πατρίς· —δὲν ἔκρυψε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ μᾶς εἶπεν, εἴμεθα χρεωκοπημένοι. Τί νὰ κάμῃ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὴν καλὴν προαίρεσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχει γρόσια; ἐξηντλήθη· ἀλλὰ ποῖος τὴν ἐξήντλησε δὲν τὸ ἐξετάζει· ἡμεῖς ὅμως τὸ ἐξετάζομεν, καὶ σᾶς τὸ ἀπεδείξαμεν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ὅτι ναὶ μὲν πρὸ χρόνων δὲν ἦτο καλὴ ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου, ἀλλὰ σεῖς ἐντελῶς τὸ ἐξηντλήσατε καὶ τὸ ἐκάμετε κάμαραν τῶν ποντικῶν. Πρέπει λοιπὸν, λέγει, νὰ λάβῃ μέτρα χάριν τῆς συντηρήσεώς της, καὶ μᾶς ἔφερεν ἓν σύστημα πλῆρες. Ἐκ τίνος καὶ τίνος συνίσταται αὐτὸ τὸ πλῆρες; πρῶτον διὰ δανείων, δεύτερον δι’ οἰκονομιῶν καὶ τρίτον δι’ ἐπιβολῆς φόρων. Δὲν τὸ ἀρνοῦμαι, ἀπετύχαμεν, λέγει ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ἀπὸ τὰ δάνεια καὶ κατεφύγαμεν εἰς τὰς οἰκονομίας· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ καὶ ἐπιβάλλομεν καὶ νέους φόρους. Βλέπετε λοιπὸν διατί τὸν συγχαίρομαι ἀπὸ καρδίας; διότι εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἂν δὲν εἴπωμεν τὰς ἀληθείας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καθὼς τὰς εἶπαν πολλὰ ἔθνη ἄλλοτε καὶ ἐσώθησαν, θὰ καταστραφῶμεν. Μὴ νομίσητε, ὅτι κατέχετε τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὅτι τοῦτο σᾶς κάμνει μεγάλην τιμήν. Ἡμεῖς εἴμεθα εὐδαιμονέστεροι ἀπὸ σᾶς, διότι ἔχομεν τὴν συνείδησίν μας ἥσυχον. Ἐὰν ἠμπορούσατε νὰ φέρητε τὸ ἔθνος εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, ἐὰν περὶ τούτου ἐφροντίζετε, τότε εἶχε μικρόν τι δίκαιον νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ Κ. Λομβάρδος, ὅτι τὸ εὗρεν ἄνευ Κυβερνήσεως καὶ εὑρέθη ἡ ἀφεντιά του καὶ ὁ Κ. Βραΐλας νὰ φθάσῃ μίαν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν δὲν ἦσαν οἱ δύω τους, εἴμεθα χαμένοι· εἴμεθα ὄχλος συρφετώδης καὶ ἦλθεν ὁ Κ. Λομβάρδος νὰ μᾶς σώσῃ! ἀλλ’ ἂς τοὺς ἀφήσωμεν νὰ σκέπτωνται ὅπως θέλουν, καὶ νὰ λέγουν ὅ,τι θέλουν. Διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ δὲ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον πρέπει νὰ καταφύγῃ καὶ εἰς φόρους, καὶ βλέπετε, ὅτι διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὸ, θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, ἀλλὰ δι’ ἄλλην δουλειὰ, εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς νὰ δυσανασχετήσῃ διὰ τὸν νέον τοῦτον φόρον, διότι τὸ 10% ἦτο καλὸν ἐπάνω, κάτω, ἢ ἐὰν ἦτο πολὺ, ἔπρεπε νὰ καταβῇ κατὰ ἓν ἢ δύω, καὶ ἔκαμε κακὰ ἡ Συνέλευσις νὰ τὸ καταβιβάσῃ εἰς πέντε. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτουργὸς τούτου ἦταν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις, ὅταν ᾖναι ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, φωνάζει οἰκονομία, καὶ ὅταν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, ἀνοίγει ὅλας τὰς θύρας τῶν ὑπουργείων, θέσεις ἀπ’ ἐδῶ, προβιβασμοὺς ἀπ’ ἐκεῖ, διορισμοὺς, ἀρχηγεῖα κτλ. Ἐγὼ ὅμως, ὅστις ἄλλοτε ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς μέλος πολυμελῶν ἐπιτροπῶν συνεζήτησα τὸ ζήτημα τοῦτο μετ’ ἄλλων φίλων μου καὶ μετὰ τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου κατὰ τὸ 1860, ὅτε μᾶς παρουσίασεν ἓν νομοσχέδιον περὶ ἀμέσου φορολογίας εἰς χρήματα κλπ, ἐγὼ ἀντέκρουσα αὐτό· μᾶς εἶπεν, ὅτι θ’ ἀποδεκατίζῃ τὸ καθαρὸν εἰσόδημα, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπέμεινα, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, καὶ εἶναι ἄδικον εἰς τὴν φύσιν του, διότι τὸ καθαρὸν εἰσόδημα, ἐὰν ἀποδεκατίζηται εἰς χρήματα, τὸ κακὸν θὰ ᾖναι μέγιστον, καὶ τὸ ἀπέδειξα, ὅτι καθαρὸν εἰσόδημα μένει κατὰ στρέμμα 35 ἕως 40%, ἀφοῦ ἐβγάλωμεν τὰ ἡμερομίσθια, τοὺς σπόρους, τὰ κεφάλαια του γεωργοῦ, τοὺς τόκους κτλ. εἰς τὰς γαίας πρώτης τάξεως, εἰς δὲ τὰς δευτέρας 25 καὶ εἰς τὰς τῆς τρίτης τίποτε. Δὲν κατακρίνω λοιπὸν τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον, διότι πεισθεὶς ἐκ τῶν προτέρων εὗρεν, ὅτι ἡ φορολογία εἶναι μεγάλη, ἀλλὰ, διότι, ἐνῷ τότε ἦτο ὑπὲρ τῶν 5%, τώρα προσθέτει καὶ ἓν, καὶ αὔριον ἴσως θὰ προσθέτῃ καὶ ἄλλο ἓν καὶ καθεξῆς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ὑποστηρίζων τὸ νομοσχέδιον, μᾶς εἶπεν ἴσα, ἴσα, ὅτι εἶναι ἕνας νέος φόρος, ἀδιάφορον ἂν τὸ ὑπουργεῖον θέλῃ νὰ τὰ πάρῃ διὰ γενικὰ ἔξοδα ἢ διὰ δρόμους. Ἐπειδὴ δὲ ὁμιλοῦμεν περὶ φόρου ἀποβλέποντος τὸν λαὸν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ἓν τῷ λαῷ γνωστόν· ὁ λύκος ὅταν ἐμβαίνῃ εἰς τὸ κοπάδι τρέχει, δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ δὲν τρώγει μόνον ἓν ὅπως κορέσῃ τὴν πεῖνάν του, ἀλλὰ πνίγει πολλὰ, ἄπειρα, ὅσα δυνηθῇ, ἕως οὗ κύνες καὶ ποιμένες τὸν κυνηγήσωσιν. Αὐτοῦ, Κύριοι, τοῦ συστήματος ὅμοιον εἶναι τὸ κατὰ τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, «πλῆρες σύστημα τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου», τοῦ νὰ ἁρπάζῃ ἀπὸ τὰ τελωνεῖα, νὰ πέρνῃ ἀπὸ δάνεια καὶ ἔντοκα γραμμάτια, καὶ νὰ καταφεύγῃ καὶ εἰς τὰ τῆς ὁδοποιΐας κλ. χρήματα. Ἀλλά, λέγουν οἱ κύριοι ὑπουργοί, καὶ τὸ εἶπε καὶ ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, (πρὸς ὃν δὲν ἀπαντῶ, διότι διαφέρουν τὰ οἰκονομικὰ τῶν διοικητικῶν σφόδρα, ἀπὸ διοικητικὰ δὲ γνωρίζει, ὅσον ἐγὼ γνωρίζω τὰ Κινέζικα) ὅτι ἓν ἑκατομμύριον 600 χιλιάδες θὰ μαζευθοῦν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν κλπ, ἀπὸ 1 δραχμὴ περίπου θὰ ἔλθῃ κάθε κεφαλή, ὅτι θὰ ᾖναι ἰδιαίτερον κατάστιχον καὶ ἰδιαίτερον ταμεῖον καὶ στήλη, καὶ θὰ λέγῃ «βελτίωσις ὁδοποιΐας κτλ.» καὶ ὅταν ἐμβαίνουν ἐκεῖ μέσα, δὲν θὰ μεταβγαίνουν πλέον ἀπ’ αὐτὴν τὴν τράπεζαν τὰ χρήματα, ὡς ἂν ᾖναι ὑπόλογος ἡ τράπεζα ἐπὶ ποινῇ ἀπωλείας τῶν κεφαλαίων αὐτῶν, ἢ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μὴ τὰ δώσῃ κατ’ οὐδένα λόγον εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Καὶ τοῦτο τὸ τελευταῖον σᾶς λέγω καὶ τελειόνω. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος, ἢ τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον, παντοῦ ἐξεσκάλισε καὶ εὗρε καὶ ἐδανείσθη χρήματα ἐκεῖ ὅπου νοῦς ἀνθρώπινος δὲν ἐφαντάσθη. Πῶς εἶναι δυνατὸν τώρα ἡ Κουμουνδούριος ἱκανότης νὰ μυρισθῇ, ὅτι ὑπάρχουν χρήματα εἰς τὴν τράπεζαν καὶ νὰ μὴ εὕρῃ τρόπον νὰ τὰ πάρῃ; Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι πιστεύω, ὅτι καὶ σεῖς ἡ πλειονοψηφία θὰ δυσκολευθῆτε νὰ δεχθῆτε νέους φόρους διὰ τὸν ἄθλιον λαόν, καὶ ὅταν μίαν φορὰν βγάλωμεν αὐτὸν τὸν νόμον ἀπὸ τὰ χέρια μας, συλλογισθῆτε ὅτι θὰ ᾖναι πάγιος, αἰώνιος· τὸ πῶς ὕστερον θὰ πάρῃ αὐτὰ τὰ χρήματα ἀπὸ τὴν τράπεζαν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, αὐτὸ εἶναι δι’ αὐτὸν εὐκολώτατον· μὲ δυσύλλαβον νόμον τὰ ἐβγάζει ὄχι ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς τραπέζης, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς. Διὰ ταῦτα λέγω, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν περισσότερον τὴν βελτίωσιν τῶν δρόμων ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁρμόδιος ὁ καιρός. Δὲν ἐμπιστευόμεθα νὰ δώσωμεν χρήματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἀπερισκεψίας της, ἵνα μὴ εἴπω διὰ τῆς σπατάλης της, ἐπέφερε τὴν χρεωκοπίαν εἰς τὸ ἔθνος, ἀλλὰ εἰς ἄλλην πλέον ἱκανωτέραν· ἀπὸ ὑμᾶς, ὅταν ἔλθῃ, θὰ τῆς δώσωμεν.

§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν προλαλήσαντα, λαβόντα τὴν καλωσύνην νὰ ἐπαινέσῃ τὴν εἰλικρίνειάν μου. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι πολὺ παρεμόρφωσεν, ἂν ὄχι τοὺς λόγους, τοὐλάχιστον τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας μου· καὶ ἀπόδειξις τρανὴ εἶναι ἡ ἑξῆς. Εἶπον χθὲς, ὅτι καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν δημοσίων ἔργων ἀποτελεῖ μέρος τῆς διοικήσεως, ἑπομένως ἡ ἀναγκαία δι’ αὑτὰ δαπάνη θὰ προέρχεται ἐκ φόρων, ἀδιάφορον ἂν οὗτοι εἰδικῶς εἰσπράττωνται ἢ ἐν γένει· καὶ ἐπειδὴ διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται εἰδικοὶ φόροι διὰ τὴν ἐν γένει συγκοινωνίαν, τὴν ἀποτελοῦσαν, ὡς εἶπον, μέρος τῆς διοικήσεως, θέλει ἐπέλθει μία καινοτομία ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τουτέστιν εἰς μὲν τὸ μέρος τῶν ἐσόδων θέλει προστεθῆ ἴδιον κεφάλαιον περιλαμβάνον τὰς εἰσπράξεις, αἵτινες θέλουσι προκύψει ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, εἰς δὲ τὸ μέρος τῶν ἐξόδων ἐπίσης ἴδιον κεφάλαιον διὰ τὰς δαπάνας τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὴν διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίαν. Ναί, ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε τὸ τελευταῖον τοῦτο κεφάλαιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς σπανιώτατα ἐπραγματοποιεῖτο ἡ πίστωσις, διότι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἔδιδον τὴν προτίμησιν εἰς ἄλλας κατεπειγούσας, κατ’ αὐτάς, ἀνάγκας τοῦ Κράτους, οὔσας ἐνίοτε περιττάς. Ἡ κατάχρησις λοιπὸν αὕτη τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τοῦτο, ὅπερ καθιεροῦται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· καὶ τοῦτο ὁμολογεῖ καὶ ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, ἥτις προέβη καὶ εἰς τὸ μέτρον τῆς καταργήσεως ἐν μέρει τοῦ περὶ προσωπικῆς ἐργασίας νόμου. Δὲν ἔκρυψε λοιπὸν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων ἡ Κυβέρνησις, ὅπως διϊσχυρίσθη ὁ προαγορεύσας, ἀλλ’ εἶπε καθαρά, ὅτι ἐπιβάλλονται εἰδικοὶ φόροι διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπετέθη κατ’ αὐτῆς ζητούσης νὰ ἐπιβάλῃ φόρους. Ἐντεῦθεν δὲ προέκυψαν αἱ κραυγαὶ καὶ οἱ στεναγμοὶ τῶν ῥητόρων αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ πάσχοντος δῆθεν λαοῦ, μέλλοντος νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ νέους φόρους. Δὲν ἐλανθάσθην λοιπὸν, ὅταν προχθὲς εἶπον, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις θέλει ἐκμεταλλευθῆ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ τὸ δημαγωγικώτερον, ὅπως καταστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀντιδημοτικὴν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι ἐπέτυχεν εἰς τοῦτο, διότι αἱ γοεραὶ αὐτῆς φωναὶ ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ (διότι πάντοτε ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ μόνου μεριμνᾷ) ἀπέσπασαν χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου. Εἰς μάτην ἀπέβη ἡ λογικὴ ἀγόρευσις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης Κ. Καλλιγᾶ, ὡς καὶ ἡ ἀναλυτικὴ καὶ λογιστικὴ γλῶσσα τοῦ Κ. Σωτηροπούλου· οἱ λόγοι τούτων εἰσέδυον καὶ ἐφώτιζον τὸν νοῦν τοῦ ἀκροατηρίου, ἀλλ’ ἡ καρδία ἦτον ἄκαμπτος. Καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι εἶναι πατροπαράδοτος ἡ τάσις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὰς συχνὰς ἀλλαγάς.

§40ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αἱ μεταβολαὶ γίνονται πρὸς τὸ καλλίτερον.

§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τὰς κατακρίνω· εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἐπιζητοῦν τὰς ἀλλαγὰς, ἐπιδιώκουν τὸ καλλίτερον. Ἀλλὰ, Κ. Ἰακωβάτε, σᾶς ἐρωτῶ, ἐκ τῶν πραγμάτων κρίνοντες, δύνασθε νὰ μοὶ ἀπαντήσετε, ἂν ὅλαι αἱ μεταβολαὶ ἀπέβησαν πρὸς βελτίωσιν; Βεβαίως ὄχι· διότι αἱ πλεῖσται ἐχειροτέρευσαν τὰ πράγματα τῆς πολιτείας παρὰ τὰ ὠφέλησαν. Ναὶ, δεικνύουν πνεῦμα προόδου, ἀλλὰ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι αἱ συχναὶ μεταβολαὶ τῶν Κυβερνήσεων μᾶς ὀπισθοδρομοῦν σημαντικά. Ἐνθυμεῖσθε, ἐν καιρῷ τῆς μεσοβασιλείας ἔπιπτον συχνότατα αἱ Κυβερνήσεις καὶ ἐγείναμεν ὁ περίγελως τῶν εὐρωπαίων.

§42ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐτὸ μᾶς ἔσωσε.

§43ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε, σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε, ἔρχεσθε καὶ μὲ ἀντικρούετε ἀπὸ τοῦ βήματος. — Εἶναι λοιπὸν ἀσθένεια, κύριοι, ἀσθένεια τῶν συχνῶν μεταβολῶν, καὶ λυποῦμαι διότι ἤκουσα ἄνδρα, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν, τὸν κ. Κουρῆν, εἰπόντα χθὲς «ὅτι τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον ὁπωσδήποτε πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ χαρτοφυλάκιον. Εἶναι ἐνδεχόμενον, ἐπανελάμβανεν, ὅτι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ παρουσιασθὲν νομοσχέδιον νὰ ἔχῃ τοὺς καρπούς του, ἀλλὰ πρέπει μολοντοῦτο τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ χαρτοφυλάκιον.» Καὶ ποῖον λόγον σπουδαῖον ἔφερε, κύριοι, διὰ νὰ εἴπῃ κατὰ μέτωπον μιᾶς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς αὐτὴν καὶ πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν της; — Οὐδένα ἄλλον εἰμὴ, διότι δὲν παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κουρῆς, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς μεγάλην πλάνην, ἀπαιτήσας εἰσαγωγὴν ἀπολογισμοῦ τοῦ 1865, ἐνῷ εἴμεθα εἰς τὰ 1865. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 65, φίλτατε κ. Κουρῆ, κλείεται, κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 66. Ἀλλὰ δὲν τὸν ἀδικῶ, διότι κρίνει τὰ ἡμέτερα πράγματα ἀναφορικῶς πρὸς τὰ τῆς Ἑπτανήσου. Ἐκεῖ, μὴ ὑπαρχόντων ἀμέσων φόρων, εἰμὴ ἐμμέσων, ἤτοι τελωνιακῶν τελῶν καὶ χαρτοσήμου, τὰ ἔσοδα βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἀκριβῶς μέχρι τῆς λήξεως ἑκάστου ἔτους, ἑπομένως εὐκολωτάτη ἡ σύνταξις τῶν ἐτησίων ἀπολογισμῶν ἀμέσως κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιαῦτα μόνον ἔσοδα, ἀλλὰ καὶ ἔσοδα, ἅτινα βεβαιοῦνται ὄχι μόνον κατὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιὸν ἔτος διὰ χρῆσιν τοῦ προηγουμένου, καὶ διὰ τοῦτο διακρίνομεν λογαριασμὸν διαχειρίσεως καὶ λογαριασμὸν χρήσεως· ἐπὶ δέκα δὲ μῆνας τοῦ ἑπομένου ἔτους βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἔσοδα ἀνήκοντα εἰς τὴν χρῆσιν τοῦ προηγουμένου ἔτους, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπάρχει ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νόμῳ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὁ ἀπολογισμὸς ἑκάστου ἔτους δύναται νὰ κλείεται εἰς τὸ τέλος τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Βλέπετε λοιπὸν εἰς ποίαν πλάνην ὑπέπεσεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Κουρῆς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδέας του, ὅτι οἱ ἄνδρες, οἵτινες ἔχουν τὰ χαρτοφυλάκια, πρέπει νὰ τὰ παραιτήσουν. Ἐκ τούτου βλέπετε, ὅτι ἡ παρ’ ἡμῖν ἀσθένεια τῶν συχνῶν μεταβολῶν ἐπηρεάζει καὶ τὸν κ. Κουρῆν καὶ πολλοὺς ἄλλους, οἵτινες νομίζουν, ὅτι ἀπαλλάσσονται πάσης εὐθύνης πολεμοῦντες τὴν ὕπαρξιν ἐν γένει τῶν Κυβερνήσεων. Ὄχι, κύριοι· ἡ αὐτὴ εὐθύνη ἐπιβαρύνει καὶ τὴν συμπολίτευσιν καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι, ἐὰν πέσῃ μία κυβέρνησις καὶ τὴν διαδεχθῇ ἄλλη χειροτέρα αὐτῆς, — καὶ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ προσβάλῃ τοὺς ἀδάμαντας τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, οἵτινες πολλάκις ἐδοκιμάσθησαν — τότε ἐρωτῶ, ποῖος εὐθύνεται διὰ τὴν χειροτέρευσιν τῶν πραγμάτων ἀντὶ τῆς ἐπιδιωκομένης βελτιώσεως παρὰ ἡ ἀντιπολίτευσις; Ἡ εὐθύνη λοιπὸν ὅλους ἐπιβαρύνει, καὶ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν συμπολίτευσιν, καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἀλλ’ ἔστω· ἐὰν πρέπῃ νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις αὕτη, διότι τὴν ἐβαρύνθημεν, ἂς πέσῃ· ἀλλ’ ἐπὶ τίνος ἀντικειμένου ζητεῖτε τὴν πτῶσίν της; τὴν ζητεῖτε ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, γενόμενον δεκτὸν, εἶναι χρησιμώτατον καὶ εἰς τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν, διότι δι’ αὐτοῦ, ὡς σᾶς εἶπον, πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ φόρος ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου πρὸς διευκόλυνσιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Σεῖς οἱ ἴδιοι πρὸ τόσων ἡμερῶν κηρύττετε τὸ δημόσιον ταμεῖον χρεωκοπημένον· σεῖς οἱ ἴδιοι ἐσκέφθητε, ἐὰν ἔλθητε εἰς τὴν ἐξουσίαν, μὲ ποῖα μέσα θὰ κυβερνήσετε; μὲ δάνεια; ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι οὔτε συμφέρουν, οὔτε εὑρίσκονται· μὲ οἰκονομίας; θὰ στερήσωμεν τὸν ἄρτον τόσων οἰκογενειῶν, ἀνακράζετε· μὲ φόρους; θὰ καταθλίψωμεν τὸν λαόν, μᾶς λέγετε σήμερον. Τὴν πρώτην λοιπὸν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ καταλάβετε τὸ χαρτοφυλάκιον, θὰ εὑρεθῆτε εἰς ἀμηχανίαν ὄχι μόνον διὰ τὴν στέρησιν τῶν μέσων, κενοῦ ὄντος τοῦ ταμείου, ἀλλὰ καὶ διότι δὲν δύνασθε, ἂν ἔχετε φιλοτιμίαν, νὰ προτείνετε εἰς τὴν Βουλὴν μήτε φόρους, μήτε οἰκονομίας, μήτε δάνεια, ἤτοι οὐδὲν τῶν σωστικῶν μέτρων. Ἡ πληγὴ, Κύριοι, τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους δὲν εἶναι νωπὴ, χρονολογεῖται πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Σᾶς εἶπον προχθὲς, ὅτι καὶ ἐν καιρῷ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως, καὶ μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν, καὶ μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ὅλαι αἱ κατὰ καιροὺς κυβερνήσεις κατέφυγον εἰς δάνεια πρὸς συμπλήρωσιν τῆς μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων διαφορᾶς. Ἔλθετε νὰ ἀναιρέσητε, ἂν δύνασθε, διὰ τῶν πραγμάτων τὴν πικρὰν ταύτην ἀλήθειαν. Αἱ κυβερνήσεις τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεώς μας δὲν ἐνήργησαν τὸ ἐκ δύο περίπου ἑκατομμυρίων λιρῶν δάνειον, περὶ τοῦ ὁποίου οὐδεμία εἰσέτι ἐλήφθη φροντίς; Ἡ κυβέρνησις τοῦ ἀειμνήστου Κυβερνήτου δὲν ἐπέζησε διὰ συνεισφορῶν τῶν φιλελλήνων; Αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Ὄθωνος δὲν διετηρήθησαν διὰ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμ. φράγκων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἐλάχιστα ποσὰ ἐπληρώθησαν, καὶ διὰ τοῦτο συνεποσώθησαν ἤδη εἰς 100 περίπου ἑκατομμ. μετὰ τῶν τόκων; Περὶ τὰ τελευταῖα δὲ ἔτη τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος δὲν κατέφυγεν ἡ τότε Κυβέρνησις εἰς δάνεια παρὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ ἐνεχυριάσει μετοχῶν καὶ ἐπὶ ὑποθήκῃ ἀκινήτων κτημάτων; Ἦλθεν ἡ τελευταία ἐπανάστασις καὶ πάλιν κατεφύγομεν εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον τῶν 6,000,000. Ἐπὶ τέλους καὶ μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου διὰ δανείων ἐξακολουθοῦμεν νὰ ζῶμεν, ἐκδίδοντες πότε ἔντοκα γραμμάτια, καὶ πότε ἐνεχυριάζοντες πόρους τοῦ δημοσίου πρὸς εὕρεσιν δανείων. Ἀλλὰ τί παράδοξον νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι αἱ κυβερνήσεις αὗται κατεχράσθησαν τοῦ δημοσίου πλούτου. Κύριοι! Συλλογισθῆτε ὅτι ἐπιῤῥίπτετε μίαν μομφὴν, ὡς πολὺ καλὰ τὸ εἶπεν ὁ Κύριος Ζῶτος, εἰς ὅλους τοὺς μεγάλους ἄνδρας, οἵτινες ἐκυβέρνησαν τὴν πατρίδα μας, εἰς τοὺς Μαυροκορδάτους, τοὺς Κωλέττας, Ζαΐμας, Κουντουριώτας καὶ λοιποὺς ἀνελθόντας καὶ κατελθόντας τῶν ὑπουργικῶν ἑδρῶν. Λοιπὸν αὐτοὶ κατεχρῶντο; Ὄχι, Κύριοι, δὲν κατεχρῶντο, διότι βλασφημεῖτε. Ἡ ἀλήθεια εἶναι ὅτι τὰ ἐκ τῶν φόρων προερχόμενα εἰσοδήματα ἦσαν ἀνεπαρκῆ πρὸς τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Θέλετε, Κύριε Κουρῆ, νὰ ἴδητε τοὺς ἀπολογισμοὺς ἀπὸ τὰ 1833 μέχρι τῶν 1859, ὅσοι ἐδημοσιεύθησαν; Ἰδοὺ ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸν τελευταῖον περιλαμβάνοντα καὶ τὰ ἀποτελέσματα ὅλων τῶν προηγουμένων ἀπὸ τοῦ 1833. Τί δὲ προκύπτει; πάντες ἐκλείσθησαν μὲ ἐλλείμματα· μὴ παραξενευθῆτε, ἐὰν δὲν ἐξαιρῶ οὐδεμίαν χρῆσιν, διότι ἴσως ἴδετε εἰς τὰς ἐφημερίδας νὰ γίνεται λόγος περὶ περισσευμάτων τινῶν ἐτῶν· καὶ φαίνονται τοιαῦτα ἐν τῷ παρόντι ἀπολογισμῷ, ὅπως λ. χ. κατὰ τὸ 1857 φαίνεται πλεόνασμα ἐκ 3,000,000 περίπου· ἀλλὰ καὶ ταῦτα σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι εἰκονικὰ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι κατελογίσθησαν μεταξὺ τῶν ἐσόδων τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ πληρώνωμεν ἡμεῖς καὶ τὰ ἐπλήρωσαν αἱ τρεῖς Δυνάμεις, τουτέστιν ἐπιβαρυνόμεθα κατ’ ἔτος μὲ 4 ἑκατομ. διὰ τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ χρεωλύτρου τῶν 60,000,000 φράγκων. Λοιπὸν οὐδεὶς ἀπολογισμὸς ὑπῆρξεν ἄνευ ἐλλείμματος, ὅλοι ἄφησαν ἐλλείμματα· εἶναι μία ἀλήθεια τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, διότι, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ Κ. Ζῶτος, μόνον διὰ τῆς ἀληθείας σώζονται τὰ ἔθνη. Οὕτω δὲ ἐχόντων τῶν οἰκονομικῶν μας, διατί δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ἐπιζητήσωμεν τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τῆς ἐπικρατείας καὶ νὰ παύσωμεν πλέον τοῦ νὰ ζῶμεν μὲ δάνεια; Βεβαίως εἶναι προτιμοτέρα ἡ θέσις τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀνθίστανται ἐν γένει εἰς πᾶσαν φορολογίαν καὶ οἱ λόγοι των ἀκούονται μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως παρὰ τοῦ κοινοῦ· ἀλλὰ λησμονοῦν, ὅτι καιρίως βλάπτουσι τὴν πατρίδα, διότι ἡ στέρησις τῶν μέσων πάσης Κυβερνήσεως παραλύει τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου ἀπὸ τὴν ὁποίαν πᾶς πολίτης ἐλπίζει τὴν εὐτυχίαν του. Ὅταν μία Κυβέρνησις δὲν ἔχῃ τὸν ἀνάλογον στρατὸν διὰ τὴν ἐν γένει ἀσφάλειαν τοῦ τόπου, δὲν ἔχῃ τὸ ἀνάλογον ναυτικὸν διὰ τὴν φρούρησιν τῶν λιμένων, ὅταν ἐπὶ τέλους δὲν δύναται νὰ διατηρῇ τὰ ἀναγκαῖα ὄργανα πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη δὲν δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς τοὺς πολίτας πίστιν διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας των, καὶ τότε αὐτοὶ οἱ πολῖται πάσχουσιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου συλλογίζονται οἱ ἀποκρούοντες τὴν φορολογίαν πρὸς ἐξίσωσιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὅτι ἀμφισβητοῦσι τὴν ὕπαρξιν τῆς αὐτονομίας μας; Ἡ Ἑλλὰς ὡς βασίλειον ἀνεξάρτητον ἔχει ἀνάγκην καὶ βασιλείας, καὶ στρατοῦ, καὶ ναυτικοῦ, καὶ δικαστηρίων, καὶ μέσων συγκοινωνίας καὶ νομοθετικῶν σωμάτων καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ἀναγκῶν διὰ τὴν διοίκησιν. Ὅταν δὲ οἱ ὑπάρχοντες φόροι ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρκεῖς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἀνεξαρτησίας μας διὰ τὰς ἀπαραιτήτους τοῦ Κράτους δαπάνας, οἱ πολέμιοι τῶν νέων φόρων δὲν ὁμολογοῦν τὸ ἀδύνατον τῆς αὐτονομίας μας; εἶναι βλασφημία, Κύριοι, ἀφοῦ οἱ πατέρες μας ἔχυσαν τὸ αἷμά των διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς πατρίδος, ἡμεῖς νὰ φαινώμεθα φειδωλοὶ εἰς τὴν χορήγησιν τῶν μέσων πρὸς διατήρησιν τῆς ἐθνικῆς ἀξιοπρεπείας.

§44ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι σπατάλη.

§45ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν σπάταλοι ἦσαν πάντες οἱ κυβερνήσαντές μας, ἤτοι οἱ Μαυροκορδάτοι, Κωλέτται καὶ λοιποί· φρονεῖτε δὲ, ὅτι εἶναι οἰκονομία ἡ ἀφόπλισις τοῦ μόνου πλοίου, ὅπερ ἔχομεν, τοῦ Ἀτμοδρόμωνος; ἢ ἡ κατάργησις κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τόσα ἄλλα μέτρα ἐξευτελιστικὰ, ἅτινα προτείνονται; Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Κύριοι, ἓν μόνον ἐπερίμενα ἀνυπομόνως νὰ ἀκούσω ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντέκρουσαν τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον, τὸ σχέδιον τοῦ Κ. Ἰακωβάτου. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος εἶπεν ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς ὑποδείξῃ τρόπον, καθ’ ὃν ὄχι μόνον αὐτὸν τὸν φόρον νὰ ἀποφύγωμεν, ἀλλὰ νὰ καταργήσωμεν καὶ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, καὶ τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου καὶ τὸν ἔγγειον φόρον συνάμα. Τὸν μόνον, Κύριοι, τὸν ὁποῖον ἤκουσα τῳόντι μετὰ λογικῆς νὰ πολεμήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἦτο ὁ Κ. Ἰακωβάτος, καὶ ἤμην ἀνυπόμονος νὰ ἀκούσω τὸ σχέδιόν του. Τὸν ἠκούσατε, Κύριοι· εἶπεν, ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι οἱ εἰσπραττόμενοι εἰς τὰ τελωνεῖα εἶναι ἀρκοῦντες νὰ καλύψουν ὅλα τὰ ἔξοδά μας καὶ νὰ ἀποσκορακίσωμεν τοὺς ἄλλους ἐπαχθεῖς φόρους· φέρει δὲ εἰς παράδειγμα τὴν Ἑπτάνησον, ἥτις δὲν ἔχει φόρον οἰκοδομῶν, δὲν ἔχει φόρον ἐπιτηδευμάτων, δὲν ἔχει τὸν ἔγγειον φόρον καὶ ἐν τούτοις ἐπαρκεῖ εἰς τὰ ἔξοδά της διὰ μόνων τῶν τελωνιακῶν τελῶν. «Πᾶσα ἐπικράτεια, εἶπεν, ἔχει εἰδικὰς περιστάσεις, δὲν πρέπει νὰ πιθηκίζωμεν μιμούμενοι ὅ,τι κάμνει ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία, τὸ Βέλγιον καὶ τὰ ἄλλα ἔθνη· κατὰ λόγον τῶν φυσικῶν περιστάσεων ἑκάστη ἐπικράτεια ὀφείλει νὰ ῥυθμίζῃ τὰ οἰκονομικά της καὶ τὴν φορολογίαν της.» Ὀρθοτάτη ἡ ἀρχὴ αὕτη, καὶ ἐν τούτοις προτείνων παρ’ ἡμῖν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ οἰκονομικοῦ συστήματος, παραγνωρίζει ἀμέσως τὴν ἀνωτέρω τεθεῖσαν ἀρχὴν διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν παράγει εἰμὴ σταφίδα Κορινθιακὴν, ἥτις δὲν καταναλίσκεται ἐπιτοπίως, καὶ ἔλαιον, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς παράγει ποικίλα προϊόντα, ἐξ ὧν τὰ πλεῖστα καταναλίσκονται ἐπιτοπίως, ὡς οἱ δημητριακοὶ καρποί. Ἂν ἀγαπᾶτε, Κύριε Ἰακωβάτε, λάβετε ἀνὰ χεῖρας τὴν τελευταίαν στατιστικὴν κατάστασιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου, εἰς τὴν ὁποίαν θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἡ ὁλικὴ ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων ἐν γένει καὶ ἐμπορευμάτων ἦτο 23,000,000 κατὰ τὸ 1863· ἐξ αὐτῶν πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τουλάχιστον 3,000,000 ἀξίας ἐμπορευμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον καὶ ἐξέρχονται κατειργασμένα· κυρίως τῶν προϊόντων ὅλων ἡ ἐξαγωγὴ εἶναι 20,000,000· πόση δὲ ἡ εἰσαγωγή; διότι καὶ αὐτὴ θὰ ἐπιβαρύνεται κατὰ τὸ σχέδιόν σας· αὕτη ἀναβαίνει εἰς 56 ἑκατομ. ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσατε 6,000,000, ἴσως καὶ περισσότερα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑποβάλλονται εἰς κανένα φόρον ὡς πρώτη ὕλη, ἤτοι ἐργαλεῖα διὰ τὴν γεωργίαν κτλ. μένουν 50,000,000. Ἔχομεν λοιπόν, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, νὰ φορολογήσωμεν προϊόντα ἐξαγόμενα 20,000,000, ἐμπορεύματα δὲ εἰσαγόμενα 50,000,000. Πόσα δὲ εἶναι τὰ ἔξοδά μας; 21,000,000 δρ. ἄνευ τῶν τῆς Ἑπτανήσου, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν· ἀφαιροῦμεν 1,000,000 προερχόμενα ἀπὸ ἐθνικὰ κτήματα· ἄρα μᾶς λείπουν μέχρι τῶν 24,000,000, 20,000,000, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ εἰσπράξωμεν φορολογοῦντες τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγήν. Ἠξεύρετε ποῖον εἶναι, Κ. Ἰακωβάτε, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέψεών σας; ἐντρέπομαι καὶ νὰ τὸ εἴπω· διὰ νὰ λάβωμεν αὐτὰ τὰ 20,000,000 πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς μὲν τὰ ἐξαγόμενα 50%, εἰς δὲ τὰ εἰσαγόμενα 20%, καὶ τότε ἔχομεν τὰ 20,000,000 δραχμῶν. Ἰδέτε τὸ σχέδιόν σας εἰς ποίαν ἀπελπιστικὴν κατάστασιν φέρει τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ ἐμπόριόν μας. Ὅταν, Κύριοι, ἡ σταφίς μας, τὸ ἔλαιόν μας ὡς καὶ τὰ λοιπὰ προϊόντα μας, φορολογοῦνται μὲ 50%, τότε μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι τὰ ἰδικά μας προϊόντα θὰ παρουσιάζωνται εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης ἀκριβώτερα, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ πωλοῦνται, διότι ὁ φόρος συνταυτίζεται μὲ τὴν δαπάνην τῆς παραγωγῆς· ὅταν εἷς βιομήχανος ἐπιφορτίζῃ μὲ περισσότερα ἔξοδα τὸ βιομηχάνημά του, αὐτὸς ἀποτυγχάνει συναγωνιζόμενος μὲ ἄλλον, ὁ ὁποῖος παράγει τὸ αὐτὸ βιομηχάνημα μὲ ὀλιγωτέρας δαπάνας. Θέλετε λοιπὸν καταστήσει τὰ προϊόντα μας πολὺ ἀκριβώτερα ἀπὸ τῶν ἄλλων ἐθνῶν· καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; ἡ καταστροφὴ τῆς γεωργίας μας. Τοῦτο δὲ φαίνεται καταφανέστατα εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν τιμῶν ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ παρ’ ἡμῖν· εἰς τὴν ἰδικήν σας σταφίδα προσφέρουν μικροτέραν τιμὴν, διότι οἱ ἀγορασταὶ πληρόνουν ἀνώτερον φόρον κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν παρ’ ὅσον διὰ τὴν ἐδικήν μας· ἑπομένως ἡ ἐδική σας κατασταίνεται ἀκριβωτέρα, καὶ διὰ τοῦτο πωλεῖται κατὰ προτίμησιν ἡ ἐδική μας. Τὸ αὐτὸ συμβαίνει ἐπὶ ὅλων τῶν προϊόντων. Ἀλλὰ μήπως νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει αὐτὸ μόνον τὸ ἀτύχημα εἰς τὸ σύστημα τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου; Ἠδυνάμην νὰ εἴπω πολλὰ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα, καὶ περιορίζομαι εἰς τὴν ἀντίκρουσιν μόνον τῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἀπηρίθμησεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ σχεδίου του. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος λέγει, ὅτι ἡ εἴσπραξις τῶν ἐμμέσων φόρων εἶναι εὐκολωτάτη· οὔτε καθυστερήσεις θὰ ὑπολείπωνται, οὔτε ποινήτορες, οὔτε στρατιῶται ἀπαιτοῦνται, διότι ὁ ἔμπορος εἰσάγων καὶ ἐξάγων τὸ ἐμπόρευμά του, πληρόνει τὸν φόρον εἰς τὸ τελωνεῖον· τῳόντι τίποτε ἁπλούστερον, ἀλλὰ τίποτε ἀδικώτερον, καὶ τίποτε ἀσυμφορώτερον πρὸς τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν πρόοδον καὶ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῆς γεωργίας, ὅπως σᾶς ἀνέφερον. Καὶ τί ἄλλο προσέτι πλεονέκτημα ἀνέφερεν; ὅτι κανὲν παράπονον δὲν ἀκούεται ἀπὸ τοὺς φορολογουμένους, ὅτι δὲν πληρόνονται ἀπ’ εὐθείας τὰ χρήματα ἀπὸ τὸν φορολογούμενον, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους, καὶ οἱ πράγματι φορολογούμενοι δὲν τὸ αἰσθάνονται. Ἐνταῦθα, Κ. Ἰακωβάτε, ὡμολογήσατε μίαν ἀλήθειαν ἥτις ἐξεταζομένη κατὰ βάθος, ἀποδεικνύει τὸ σύστημά σας ἐν μέρει ἀνήθικον· διότι εἴπετε, ὅτι ὁ φορολογούμενος, καί τοι πληρόνων, δὲν αἰσθάνεται τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων· ἄρα ὁ πολίτης ἐξαπατᾶται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ τῳόντι, Κύριοι, οἱ ἔμμεσοι φόροι, οἱ πληρονόμενοι εἰς τὰ τελωνεῖα, διαφέρουν ἀπὸ τοὺς ἀμέσους, ὅπως ἡ κλοπὴ ἀπὸ τὴν προαιρετικὴν συνεισφοράν· ὅταν δέ τις κλέπτεται χωρὶς νὰ βλέπῃ οὔτε τὸν κλέπτην οὔτε τὴν κλεπτομένην περιουσίαν του, δὲν γογγύζει κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς πράξεως, ἀλλ’ ἡ ἐξακολούθησις τῆς κλοπῆς ἐπιφέρει ἐπὶ τέλους τὴν ἀπώλειαν τοῦ πολίτου· καὶ τότε ὁ γογγυσμὸς εἶναι μεγαλείτερος, καὶ μάρτυς τῶν λόγων μου ἔστω ὁ λαὸς τῆς Κερκύρας, ὅστις πληρόνων βαρὺν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἀνεπαισθήτως, κατὰ τὸν Κ. Ἰακωβάτον, γογγύζει σήμερον κατὰ τοῦ τοιούτου συστήματος. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀντίκειται πρὸς τοῖς ἄλλοις τὸ σύστημα τοῦτο εἰς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι πάντες συνεισφέρομεν ἀναλόγως τῆς περιουσίας μας. Ἐὰν λοιπὸν τοὺς βιομηχάνους, τοὺς ἐμπόρους, τοὺς δικηγόρους, τοὺς κεφαλαιούχους, καὶ ἰδιοκτήτας οἰκιῶν, θέλετε νὰ τοὺς ἀφήσετε ἀπηλλαγμένους παντὸς φόρου καὶ νὰ ἐπιβαρύνετε ἐκείνους, οἵτινες παράγουν προϊόντα μὴ καταναλισκόμενα εἰς τὸν τόπον, ἀλλ’ ἐξαγόμενα, θὰ πράξετε τὸ μεγαλείτερον ἀδίκημα καὶ παρανομίαν συνάμα.

§46ΛΕΩΝ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ ἀνοίγετε συζήτησιν.

§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀποσύρεται ἡ πρότασις;

§48ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν συζητηθῇ.

§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ κυρίως εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως· διότι ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἀντέκρουσε τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον, εἰπὼν, ὅτι οἱ προτεινόμενοι οὗτοι φόροι παρὰ τοῦ Ὑπουργείου καθίστανται πάντη περιττὰ, ἐὰν ἐπεκτείνωμεν τὰ τελωνιακὰ τέλη. Ἐὰν δὲ ἡ ἀντίῤῥησίς του αὕτη ἦτο ὀρθὴ, ἐγὼ βεβαίως ἤθελα συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ καὶ ψηφοφορήσει κατὰ τοῦ Νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὅπως ἀπέδειξα, τὸ σύστημα τοῦ Κ. Ἰακωβάτου ἦτο χίμαιρα καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ καταδειχθῇ τὸ τοιοῦτον δι’ ἐπιχειρημάτων. Ἑπομένως δὲν ἦσαν περιττὰ καὶ ἐκτὸς τοῦ προκειμένου ὅσα εἶπον περὶ μιᾶς ἰδέας τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ἥτις κατέπληξε τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν, ὅταν τὴν ἀνήγγειλε· καὶ ἔπρεπε βέβαια νὰ προξενήσῃ τοιαύτην ἐντύπωσιν, ὅταν διϊσχυρίσθη, ὅτι δύναται νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ Ἑλλ. λαὸς ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων, ἤτοι τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ χαρτοσήμου, τῶν οἰκοδομῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐγγείου. Ἀλλὰ, διὰ νὰ μὴ κατασταθῶ ὀχληρὸς καταδεικνύων λεπτομερέστερα τὰς ἐπιβλαβεῖς συνεπείας τοῦ τοιούτου συστήματος, ἐπιφυλάττομαι εἰς ἄλλην περίστασιν νὰ πράξω τοῦτο. Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦδε ἐπείσθη περὶ τῆς μὴ δυνατῆς ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, τῇ ἀληθείᾳ δὲν βλέπω εἰς ποῖον ἄλλο ἀντικείμενον δύναται νὰ περιστραφῇ ἡ συζήτησις πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου· διότι, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ὅσον καὶ ἂν ἐπρόσεξα εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν λαλησάντων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εὗρον οὐδένα οὐσιώδη λόγον τῆς μὴ παραδοχῆς του. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ἀνέφερον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι μὲν καλὸν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος ὥρα τῆς ἐφαρμογῆς του, διότι ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας πολλῶν προϊόντων καὶ ἰδίως τῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ὁ λαὸς δὲν εὐπορεῖ, ἀπεναντίας πεινᾷ κατὰ τὴν ἔκφρασίν των, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐπαυξήσωμεν διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἔτι περισσότερον τὴν πενίαν του. Ὅσον τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ φαίνεται γοητευτικὸν, τοσοῦτον ἀπομακρύνεται τῶν πραγμάτων διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γενόμενον δεκτὸν, πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῇ ὄχι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔληξεν, ἀλλὰ κατὰ τὸ 1866, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα προτίθεται τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ εἰς ἐξίσωσιν πρὸς τὰ ἔσοδα ἄνευ πλέον δανείων. Ὁ Κ. Παδοβᾶς ἀντέταξεν ἄλλο ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου· ἀλλὰ καὶ αὐτὸ σαθρὸν καὶ γελοῖον, μὰ τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Κ. Παδοβᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ προσδοκώμενον ποσὸν ἐκ τῆς εἰσπράξεως τῶν ἐπιβαλλομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου φόρων ἀναβαίνει τὸ 1,600,000 δραχ. ἐξ αὐτῶν δὲ ἀφαιρουμένων τῶν 490,000 δραχ. τὰς ὁποίας πληρόνει ἡ Κυβέρνησις ἐτησίως εἰς τὴν ἀτμοπλ. ἑταιρίαν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, καθὼς ἐπίσης 200,000 τὰς ὁποίας τὸ αὐτὸ ὑπουργεῖον καταχωρεῖ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ὁδῶν, ὑπολείπονται 900,000 περίπου, μὲ τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τί δύναται νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; προσέθηκεν ὁ Κ. Παδοβᾶς· μηδὲν, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην ἑκατομμυρίων διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Λοιπὸν, κύριοι, βλέπετε ὅτι ὁ Κ. Παδοβᾶς φρονεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν εἰς τὰ κιβώτια ἱκανὰ ἑκατομμύρια δραχ. πρὸς κατασκευὴν ὅλων τῶν ἀπαιτουμένων ὁδῶν διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς ἐπικρατείας μας, δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν κατασκευὴν αὐτῶν μικρὸν κατὰ μικρὸν· ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι γελοῖος; Ἐὰν πρὸ τριακονταετίας ἐλάμβανον τὸ μέτρον αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερνήσεις νὰ δαπανῶσιν ἀνὰ 500,000 δραχ. κατ’ ἔτος, σήμερον ἠθέλαμεν ἔχει καθ’ ὅλας σχεδὸν τὰς ἐπαρχίας ὁδούς. Ναὶ, ἐσημείωσαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοιαῦτα ποσὰ· ἀλλὰ δυστυχῶς αἱ κατεπείγουσαι κατ’ αὐτὰς ἄλλαι δαπάναι ἀπεῤῥόφων ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔμενον ἐν τῷ χάρτῃ μόναι αἱ πιστώσεις διὰ τὰς ὁδούς. Ὁ Κ. Παδοβᾶς, διὰ νὰ σμικρύνῃ τὸ ποσὸν τῶν προσδοκωμένων εἰσπράξεων, ἀφῄρεσεν, ὡς σᾶς εἶπον, 490,000 δραχ. διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας· ἀλλ’ ἂς μάθῃ, ὅτι εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν καθυστεροῦνται ἓν ἑκατομμύριον περίπου δραχμῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀποζημίωσιν, καὶ γνωρίζω, ὅτι ἡ ἑταιρία ὡς ἐκ τούτου εὑρίσκεται εἰς μεγάλην στενοχωρίαν· ἵνα δὲ ἐξασφαλισθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ τακτικὴ πληρωμὴ τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως βλέπετε, συμπεριέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸν λόγον τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ τὸν Κ. Παδοβᾶν. Ἀλλὰ δὲν παραξενεύομαι διὰ τὰ τοιαῦτα σαθρὰ καὶ γελοῖα ἐπιχειρήματα, ἀφοῦ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅπως τὰ μέλη αὐτῆς εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ τὸ εἴπωσιν, ἐπιδιώκουσι κυρίως τὴν πτῶσιν τοῦ Ὑπουργείου· καὶ ἴσως θὰ τὸ κατορθώσωσιν, ἀλλ’ ἐγρήγορα ἢ ἀργὰ θὰ συλλογισθοῦν οἱ διάδοχοι τῶν σημερινῶν ὑπουργῶν, ὅτι ἔπραξαν μέγιστον σφάλμα νὰ ἐκλέξωσιν ὡς ἀφορμὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι θὰ στερηθῶσι, μιᾶς ἐτησίας προσόδου ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας, τῆς ὁποίας μεγίστην αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην ὁ τόπος. Εὔχομαι δὲ νὰ μὴ μετανοήσωσιν οἱ πρωταθληταὶ τοῦ σημερινοῦ δράματος.

§50ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶμαι πολὺ σύμφωνος· διὰ νὰ δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου δὲν θέλω καταφύγει εἰς ἀντεγκλήσεις· ὅταν ἠνοίχθησαν αἱ θύραι καὶ εἰσήλθομεν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, τί ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρῶτον μᾶς ἐπαρουσίασαν; ἦτον ἡ ἀπαίτησις τῶν δανείων. Δάνεια, τότε μᾶς εἶπον, διότι πάντοτε μία κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν τότε. Ἄλλοι παρετήρησαν ὅτι αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν δανείων δὲν δύναται νὰ ἐξακολουθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Σᾶς ἐζητήσαμεν, Κύριοι, νὰ φέρετε τὸν ἀπολογισμὸν καὶ σεῖς ἀντετείνατε· ἡμεῖς δὲν ἐπράξαμεν ἄλλο τίποτε, εἰμὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ λογιστικὸς νόμος ἐπιτρέπει· γνωρίζει ἡ Βουλὴ ποῖαι αἱ ἐλλείψεις καὶ ποῖαι ἦσαν αἱ ἀνάγκαι. Τὸν τοιοῦτον ἀπολογισμὸν τὸν διοικητικὸν δὲν εἴχατε τὸν καιρὸν, εἴπατε, νὰ τὸν συντάξητε, καὶ ἡμεῖς σᾶς ἀφήσαμεν νὰ τὸν φέρετε μετὰ ταῦτα. Ἐπῆλθεν ἓν διάστημα δύω μηνῶν καὶ ὑμεῖς εἶσθε εἰς ὅλην τὴν ἄνεσιν τῶν ἐργασιῶν σας· καὶ μετὰ δύω μῆνας πάλιν ἠνοίχθησαν αἱ θύραι τῆς Βουλῆς· μὲ λύπην παρατηροῦμεν, ὅτι καὶ τώρα ἔρχεσθε μὲ νομοσχέδια φορολογικὰ, καὶ πάλιν σᾶς ἐζητήσαμεν τὸν ἀπολογισμὸν, καὶ πάλιν μᾶς εἴπατε δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι. Τέλος πάντων φέρετέ μας τὸν ἀπολογισμὸν, ἡμεῖς δὲν πράττομεν ἄλλο, εἰμὴ ὅ,τι ὁ νόμος θέλει· ὅταν ὁ νόμος τὸ ἐπιβάλλῃ, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ; Δὲν εἶσθε ἐκτὸς τοῦ νόμου, ὅταν δὲν παρουσιάζετε τὸν ἀπολογισμὸν, ὅταν παραβαίνετε τὸν νόμον καὶ μᾶς λέγετε νὰ προσθέσωμεν νέους φόρους; καὶ δὲν πρέπει κατὰ τὸν νόμον νὰ ἐξετάσωμεν ὄχι ἡμεῖς, σεῖς αὐτοὶ τὴν ἐξέτασιν θέλετε κάμει κατὰ τὴν λογιστικὴν τάξιν· εἰς ἡμᾶς ἀρκεῖ νὰ μᾶς φέρετε τὸν ἀπολογισμὸν τὸν διοικητικὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ λάβωμεν μίαν γνώμην καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα, νὰ συμφωνήσωμεν μὲ ὑμᾶς. Ἐφέρατε ἕνα προϋπολογισμὸν, σύμφωνα μὲ τὴν αἴτησίν μας, μόνον μὲ ἔκθεσιν αἰτιολογικὴν· καὶ ποῦ εἶναι καὶ αὐτός; εἶναι ἀκόμη εἰς τὰ πιεστήρια· δὲν ἔπρεπεν αὐτὸς νὰ προηγηθῇ; δὲν σᾶς εἴπομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὑπ’ ὄψιν μας διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι; ἀλλὰ φέρετε τὸν ἀπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος σᾶς ἐπιβάλλει. Ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς σᾶς εἶπε, μὴ παραξενεύεσθε διὰ τὰ δάνεια, ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις αἱ προλαβοῦσαι ἔζησαν μὲ δάνεια, ἡ Κυβέρνησις τοῦ Καποδιστρίου, αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Ὄθωνος, αἱ Κυβερνήσεις τῆς μεταπολιτεύσεως· λοιπὸν τί παραξενεύεσθε ἐὰν καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν δάνεια; Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, Κύριοι, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἔζησαν μὲ δάνεια; εἶναι ἀληθές; βλέπετε πῶς εἶσθε ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ; ὅταν δὲν ἐδιοικεῖτο ἐθνικῶς ὁ τόπος, ὅταν μὲ ξένας ἰδέας, μὲ ἀλλοκότους ἰδέας καὶ μὲ ἐναντίας τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἐδιοικούμεθα, τότε ἦσαν τὰ δάνεια· τὰ δάνεια διεπραγματεύθησαν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος. Ἀπὸ τὰ 32–42 κατηναλώθησαν τὰ 60,000,000, τὰ ὁποῖα σήμερον ἐπιβαρύνουσι τὸ Κράτος, καὶ εἰς τὰ 42 εὑρέθημεν εἰς ἄκραν χρεωκοπίαν· ἦλθεν ἡ ἀξιοσημείωτος ἐκείνη νὺξ τῆς 3ης Σεπτεμβρίου, ἥτις ἔσωσε καὶ Ἔθνος καὶ Βασιλείαν· ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ 43, ἥτις εὗρε τὴν Κυβέρνησιν εἰς καιρὸν ὅτε ὅλα ἐχάνοντο, τὰ τάγματα διελύθησαν, οἱ ἀξιωματικοὶ ἔμενον ἐκτὸς τῶν σωμάτων των, ὁ στρατὸς διελύετο, οἱ ἵπποι ἐπωλήθησαν καὶ τὰ ἐφίππια· ἦλθον αἱ Κυβερνήσεις τοῦ 43 καὶ ἐδιοίκησαν ἀπὸ τοῦ 43–47 καὶ ἐπανέφερον τὸ ἱππικόν, συνεκράτησαν τὸν στρατὸν, ἠγόρασαν ἵππους καὶ ἐσύστησαν ἐκ νέου τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, καὶ ἔκαμαν καὶ ἄλλα πολλὰ ὠφέλιμα ἔργα εἰς τὸν τόπον. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς τοῦ 43–60, ποῖον δάνειον ἔγεινεν ἐν τῷ μεταξὺ, Κύριοι, ἐνῷ ἦτον ἀνάγκη νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν στρατὸν, καθὼς σᾶς εἶπον, νὰ ἀγοράσωμεν ἵππους καὶ ἐφίππια καὶ τὰ λοιπά;

§51ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε δὲν ἐπληρώναμεν......

§52ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τί δὲν ἐπληρώναμεν;

§53ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸν τόκον καὶ τὸ χρεώλυτρον, τὰ ὁποῖα σήμερον πληρόνομεν.

§54ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σᾶς ἐξήγησα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους δὲν εἶμαι καὶ τόσον ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσω· δὲν εἶπον, ὅτι τὸ δάνειον αὐτὸ ἔξωθεν τῆς Ἑλλάδος διεπραγματεύθη καὶ ἐξωτερικῶς ἐνεργήθη; Ἦλθεν ἡ μεταβολὴ ἡ ὁποία ἔφερε καὶ ἀντιπροσωπείαν, ἥτις ὅλα τὰ ἐπανέφερε καὶ δὲν κατέφυγεν εἰς δάνεια καὶ φόρους. Ἰδοὺ σήμερον διατὶ ἀρνούμεθα νὰ παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου· τὴν ἀρνούμεθα, διότι δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν, διότι δὲν εἴδομεν ἀκόμη τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὀκτωβρίου ἔφερε δάνεια· λέγω, ὅτι, ἂν ἔφερε καὶ αὐτὴ, αὐτὰ τὰ δάνεια ἦσαν ὀλίγα· ἐμελέτησα καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65, ἐπῆγα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρετήρησα, καὶ τι εὗρον, κύριοι; ὅτι μέχρι τοῦ 63, ἐπειδὴ ἡ μεταβολὴ ἦλθε καὶ αἱ εἰσπράξεις ἐστάθησαν, ἀπεδείξαμεν, ὅτι εἴχετε ἔξοδα κλεισμένης χρήσεως· 1,200,000 ἐλάβατε ἀπέναντι τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἡ τελευταία μεταβολὴ, καὶ ἐφέτος ἐσημειώθησαν ὀλίγα ἄλλα, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν εἰσπράξεων· βλέπετε 2500000, καὶ ἐφέτος θέλει ἔλθει ἄλλο 1000000, τὸ ὁποῖον ἔκαμε τότε ἡ μεταβολὴ διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τότε τὰ πράγματα.

§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὶ ποσὸν, ἐννοεῖται, σημειοῦται εἰς τὸν προϋπολογισμόν.

§56ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀπόδειξις, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λέγετε. Λοιπὸν διαψεύδεται ἡ γνώμη καὶ ἡ ἀρχὴ, ὅτι διὰ δανείων ἔζησαν καὶ αἱ προηγηθεῖσαι κυβερνήσεις, οὐδὲ ἦλθεν ἀνάγκη δανείων καὶ φόρων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ καταφύγωμεν εἰς δάνεια καὶ φόρους, καὶ ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς φορολογίας δὲν εἶναι παραδεκτέα ἐπὶ τοῦ παρόντος.

§57Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, διαιρεῖται, κατ’ ἐμὲ, εἰς τρία διακεκριμένα οὐσιώδη μέρη. Εἰς τὴν ἀρχὴν, ἥτις εἶναι παγιδευτικὴ, εἰς τὸν σκοπὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ταμιευτικὸς, καὶ εἰς τὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπατηλόν. Θέλω ἐξετάσει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τὰ τρία ταῦτα σχήματα. Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐκλαμβάνωμεν πάντοτε, ὅτι ὄπισθεν τῆς ὡραίας ἀρχῆς ὑπάρχουσιν ὡραῖα πράγματα· πολλάκις ὄπισθεν τῶν ὡραίων ἀρχῶν κρύπτονται πράγματα κακά· διότι καθὼς κάτω ἀπὸ τὰ ἄνθη ἕρπει ὁ ὄφις, ὁ ὁποῖος κατατρώγει, οὕτω καὶ ὄπισθεν τῶν ὡραίων ἀρχῶν κρύπτεται σχέδιόν τι, τὸ ὁποῖον ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ συντρέχῃ τὴν ἀρχήν. Ἡ κυβέρνησις σήμερον παρίσταται, ὅπως ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον εἰς τὸν λαόν· ἔρχεται ὑπὸ τὸ πρόσχημα νὰ μᾶς εἴπῃ· «δὲν θέλετε δρόμους, δὲν θέλετε συγκοινωνίαν»· ὄχι θέλομεν, θέλομεν δρόμους, θέλομεν συγκοινωνίαν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν φόρους. Ἂς ἐξετάσωμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον· ἔχει πραγματικῶς σκοπὸν νὰ βελτιώσῃ τὴν διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίαν, ἢ σκοπὸν ἔχει ταμιευτικὸν, ὅπως δώσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὰ μέσα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ὡραῖον σύστημα τῆς σπατάλης; Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου νομίζετε, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι δίκαιον; Ἂν ἐπρόκειτο νὰ βελτιωθῇ ἡ συγκοινωνία, ἡ διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, νομίζετε, ὅτι τὸ βάρος τοῦτο ἔπρεπε νὰ ἐπιβληθῇ εἰς ὀλίγα μόνον μέλη τῆς κοινωνίας, ἐπιβαρυνόμενα μάλιστα καὶ δι’ ἄλλων φόρων, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνῃ πάντας ἐξ ἴσου; Καὶ μολαταῦτα οὐδὲ τοῦτο ἐγένετο, διότι ὁ σκοπὸς τῆς κυβερνήσεως ἦτο ν’ ἀνεύρῃ πόρους, οὐχὶ διὰ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ κράτους, ἀλλὰ πόρους διὰ τὴν διατήρησίν της. Ἑπομένως ἔθεσε τὸν φόρον ἐκεῖ ὅπου ταχύτερον ἠδύνατο νὰ συνάξῃ χρήματα, καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν της. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ὅπως καλύψωσιν ὑπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ πολιτισμοῦ καὶ τῆς φιλανθρωπίας τὴν φορολογίαν ταύτην, δὲν ἐδίστασαν νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἐρχόμεθα ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν λαὸν ἀπὸ τὰς φρικτὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1852. Ὄχι, οὐδὲ τοῦτο δὲν ἦτο· ὅσα δὲ οἱ προλαλήσαντες εἶπον ἐντεῦθεν περὶ τῶν ἡμερομισθίων ἦτο πλάνη, ἥτις δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς τίποτε ἄλλο ἢ ν’ ἀποπλανήσῃ τοὺς ἁπλουστέρους. Ὁ νόμος ἐκεῖνος οὔτε ἐφηρμόσθη, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, καὶ ἂν εἴς τινα σημεῖα ἐδόθη ὤθησις, το το προῆλθεν ἀπὸ τὴν ἑκουσίαν θέλησιν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἄμεσον συμφέρον, νὰ κατασκευάσωσι μίαν ὁδόν· ὁ λαὸς λοιπὸν δὲν καταναγκάζεται, διότι ἂν κατηναγκάζετο, θὰ εἴχομεν δρόμους. Ἡ παραβολὴ λοιπὸν αὑτὴ, μὲ τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ καλύψωσι τὸν ταμιευτικὸν σκοπὸν, μὲ τὸν ὁποῖον ἔρχονται νὰ λάβωσι νέον φόρον ἀπὸ τὸν λαὸν, εἶναι ἀνεπιτυχὴς καὶ ψευδής. Εἶπον προσέτι, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι ἄδικον, διότι δὲν ἐπιβαρύνει ὅλας τὰς τάξεις, ἐνῷ ἡ συγκοινωνία ὠφελεῖ ὅλας τὰς τάξεις, καὶ το το δὲν δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὸ διαφιλονεικήσῃ, διότι ὑποστηρίζει τὸ ὅτι εἰς ὡρισμένα ἀντικείμενα ἐπέβαλε τὸν φόρον αὐτόν. Τί ζητεῖ σήμερον, Κύριοι, ἡ κυβέρνησις; ὑπὸ τὴν ὡραίαν ἀρχὴν τῆς συγκοινωνίας νὰ ἀνακουφίσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολογισμοῦ ἀπὸ ἓν βάρος, ἵνα ἐξοδεύσῃ περισσότερον. Καὶ διὰ τοῦτο τί σᾶς λέγουν; Πληρώσατε εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ὅσα ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένη ἕνεκα τῆς συνθήκης μετ’ αὐτῆς νὰ πληρώνω ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἀφήσατε εἰς ἐμὲ τὸν νέον τοῦτον φόρον, ἢ τὸ ποσὸν ὃ πληρόνεται ἀπὸ τὸν προϋπολογισμόν. Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅλως διόλου ταμιευτικὸς, ἡ δὲ διάταξις τῶν καθέκαστα δὲν εἶναι παρὰ ἀπάτη καὶ πλάνη, μὲ τὴν ὁποίαν ἤθελον ν’ ἀφαρπάσουν τὸν νόμον τοῦτον ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ νὰ ἐπιβάλουν φόρους νέους εἰς τὸν λαόν. Τὸ ζήτημα, κύριοι, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, εἶναι ἐντελῶς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, ζήτημα πολιτικὸν, διότι δὲν θέλομεν νὰ δεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων· δὲν θέλομεν νὰ χορηγήσωμεν διὰ τῆς ψήφου μας ὅ,τι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν τόλμην νὰ ζητήσῃ παῤῥησίᾳ. Ἔχετε ἀνάγκην φόρων, πρέπει νὰ εἰπῆτε, θέλομεν ν’ αὐξήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν μας διὰ νέων φόρων, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὸ σύστημά μας, δι’ οὗ σᾶς διοικοῦμεν· τότε μόνον, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον, δύνασθε νὰ ἔλθητε νὰ μᾶς εἰπῆτε, εἴμεθα εἰλικρινεῖς εἰς τὴν αἴτησίν μας· ἀλλὰ τὸ θεωρεῖτε τοῦτο ἄσκοπον, διότι οἱ ἴδιοι πρὸς ἑαυτοὺς ἐχάσατε τὴν ἐμπιστοσύνην. Καὶ πῶς, Κύριοι, μία κυβέρνησις, ἡ ὁποία μέχρι τοῦδε κατέτρεψε τοῦ δημοσίου ὅλα τὰ χρήματα πρὸς χάριν τῆς ἐπεκτάσεως τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ὑπάρξεως, δύναται νὰ ἔχῃ ἐμπιστοσύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους ἵνα ζητήσῃ νέους φόρους, χωρὶς νὰ καταδείξῃ ποῦ καὶ πῶς ἐξώδευσεν ὅσα χρήματα ἔλαβε; Νομίζω λοιπὸν σεῖς, οἱ ὁποῖοι, καθόσον ἔχετε τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα, ἔχετε τὸ ἀποῤῥοφητικὸν σύστημα τῶν ἐξουσιῶν ὅλων τοῦ κράτους πότε διὰ τῶν περιφερομένων διαταγῶν σας, πότε διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως ἑνὸς δημάρχου· σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔρχεσθε νὰ ζητῆτε καὶ φόρους εἰς αὔξησιν τῆς ἐξουσίας, ὅτι πρέπει νὰ ἔχετε πρὸς τοῦτο καὶ τὴν μερικὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὸ ἔθνος; ποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σήμερον παρίσταται ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ ζητεῖ φόρους· ποῖον εἶναι τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, μὲ τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ διοικήσητε τὸν τόπον· Εἶναι σύστημα ἀνώμαλον, σύστημα ἀπατηλόν. Πρὸ ὀλίγου μᾶς εἴπετε, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖτε εἰς τὰ ἔξοδα· διότι σᾶς χρειάζονται δάνεια, καὶ ἡ Βουλὴ ἦλθε καὶ σᾶς εἶπε, λάβετε δάνεια. Τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἠδυνήθητε νὰ τὸ πραγματοποιήσητε, καὶ δικαίως, διότι κατεστρέψατε τὴν δημοσίαν πίστιν. Ὅτε ἄλλοτε ἡμεῖς ὑψώσαμεν τὴν φωνὴν ὑπὲρ τῆς τακτοποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας, δι’ ἧς ἔπρεπε νὰ ἔλθουν εἰς φῶς οἱ ἀπολογισμοὶ τοῦ Κράτους, ἐξανέστητε. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐλέγετε, νὰ γείνῃ ἡ ὑπηρεσία, χρειάζεται χρόνος. Ἀλλ’ εἰς ποῖον μέρος τοῦ κόσμου, εἶδέ τις Κύριοι, ὅτι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τείνει τὴν μίαν χεῖρα εἰς τοὺς δανειστὰς, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ εἰς τὴν ἄλλην τὴν δημοσίαν πίστιν, τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἵνα λάβῃ δάνειον. Μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ζητεῖ δάνεια πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν τὴν δημοσίαν πίστιν ὅπως πραγματοποιήσῃ αὐτά. Μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ζητεῖ φόρους, πρέπει νὰ ᾖναι ἑτοίμη νὰ θυσιάσῃ μέρος τῆς ἐξουσίας της πρὸς τὸν λαόν. Ἀλλὰ σεῖς ὄχι τοὺς φόρους θέλετε, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ λαοῦ νὰ σφετερισθῆτε· δὲν ἐπετύχετε τὰ δάνεια, ἐζητήσατε οἰκονομίας. Δὲν τολμᾶτε νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐκάμετε, ὥστε τὰ δάνεια ταῦτα νὰ τὰ θέσητε ὑποχρεωτικῶς εἰς κυκλοφορίαν ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· ἀφοῦ ἀπετύχετε ἀπὸ τὰ δάνεια ζητεῖτε νὰ κάμητε οἰκονομίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ τὰς οἰκονομίας φοβεῖσθε, ζητεῖτε φόρους καὶ πῶς τοὺς ζητεῖτε; δὲν τολμᾶτε νὰ τοὺς ζητήσητε κατ’ εὐθεῖαν, ἀλλὰ λαθραίως ἔρχεσθε, διὰ τρόπου ἀπατηλοῦ νὰ ἐξαπατᾶτε τὸ ἔθνος καὶ νὰ λάβητε τὸν φόρον. Σύστημα, Κύριοι, Κυβερνητικὸν δὲν δύνανται νὰ ἔχουν αἱ παλιμβουλίαι σας, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμέραν μᾶς φέρουν εἰς ἓν νέον σημεῖον, ζητεῖτε πότε δάνεια, πότε οἰκονομίας· τὰς ὁποίας δὲν δύνασθε νὰ βάλητε εἰς ἐνέργειαν, πότε φόρους τοιοῦτον σύστημα Κυβερνητικὸν εἶναι πρωτοφανὲς, εἶναι ἄξιον πάσης μομφῆς, πάσης καταδίκης. Ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ βασιλικοῦ λόγου δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι συνετέλεσε τὰ μέγιστα εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, διότι ὁ φόρος ἐκεῖνος ἦτο δυσβάστακτος εἰς τὸν λαόν, διότι ἀπεῤῥόφα τὸ ἥμισυ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν πολιτῶν, καὶ ἐνῷ τότε ἴσως διὰ νὰ ἀρέσῃ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀποκοπῇ ὁ φόρος ἐκεῖνος, σήμερον ἔρχεται διὰ πλαγίου τρόπου νὰ ἐπαυξήσῃ τὸν φόρον τοῦτον· πότε ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δίκαιον; Τότε ὅτε ὑπεστήριζε τὴν ἐλάττωσιν, ἢ σήμερον, ὅτε θέλει τὴν αὔξησιν; Ἐπειδὴ ὅμως δὲν τολμᾶτε κατ’ εὐθεῖαν νὰ εἴπητε εἰς ἡμᾶς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ζητεῖτε τὸν φόρον τοῦτον, ἔρχεσθε πάλιν μὲ τὸ σχῆμα τῆς συγκοινωνίας, μὲ τὸ σχῆμα τῶν ἰδεῶν. Δὲν λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι πρὸ ὀλίγου ὁ ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης σᾶς εἶπεν, ὅτι ἴσα, ἴσα, ἐπειδὴ ἡ κατάστασις σήμερον τοῦ λαοῦ εἶναι δεινὴ, ἴσα, ἴσα, διότι τὰ κεφάλαια δὲν εὑρίσκονται εἰς κυκλοφορίαν, διότι δὲν ἔχει χρήματα ὁ τόπος, θέλομεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν αὐτοῦ διὰ τῆς κατασκευῆς τῶν δημοσίων ἔργων, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο, ψηφίζοντες τὸν νόμον τοῦτον νὰ ἔχωμεν 15 ἡμέρας συγκοινωνίαν καθ’ ὅλα τὰ μέρη τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ πλουτήσωμεν διὰ μιᾶς. Σκοπὸς λοιπὸν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἡ κατασκευὴ τῶν δρόμων, εἶναι ἡ ἀπάτη, σκοπὸς εἶναι νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, καὶ φόρους ἡμεῖς δὲν θὰ ἐπιβάλωμεν, τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δὲν θὰ τὴν ψηφίσωμεν, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Κύριοι, δὲν ἐλησμονήσατε πρὸ ὀλίγου, ὅτε ἐξηλέγχομεν τὰ οἰκονομικὰ διατάγματα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παντοῦ ἀνεκαλύψαμεν τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου, ὅτι πρὸ ὀλίγου ὑπεχρεώσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς φέρῃ τὰ δικαιολογητικὰ ἔγγραφα τῶν πιστώσεων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων ἐδιπλασιάσθησαν καὶ ἐτριπλασιάσθησαν ὅσα ἐψηφίσαμεν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1864. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἓν ἑκατομμύριον δραχμῶν ἐξώδευσεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν συντήρησιν τῆς πολιτικῆς της εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διατηροῦσα τὴν ὑψηλὴν Ἀστυνομίαν· μὴ λησμονεῖτε, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας ἔφερεν ἐπέκτασιν ὅπως οἰκονομῇ ἀπειράριθμον προσωπικόν· μετὰ διαχείρισιν λοιπὸν τοιαύτην τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ πρίν παρουσιασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ συζητήσωμεν, ὁποῖα τὰ ἔσοδα καὶ ὁποῖα τὰ ἔξοδα, ζητεῖ φόρους, ὅπως ἐπαυξήσῃ τὸ σύστημα τῆς σπατάλης καὶ διὰ τούτου συντηρηθῇ εἰσέτι. Ἀλλὰ διὰ τῆς σπατάλης ταύτης κατέστησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ἐνέργειαν τοῦ καλοῦ ἀδύνατον, καὶ τὴν παρεμπόδισιν τοῦ κακοῦ διότι οὐδὲ νὰ ὑποχωρήσῃ δύναται πλέον οὐδὲ νὰ πράξῃ τι καλὸν, διότι ὅ,τι σᾶς ζητεῖ σήμερον, δὲν τὸ ζητεῖ παρὰ διὰ νὰ αὐξήσῃ τὰ κεφάλαια τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ διαχειρισθῇ. Ἡ κυβέρνησις ἔπρεπεν ἀπεναντίας νὰ προΐδῃ ὅλας τὰς δυσκολίας εἰς τὰς ὁποίας ἤθελε φθάσει ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ Κράτους, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ προΐδῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας, καὶ νὰ προφυλάξῃ ἀπὸ τὰς καταχρήσεις, ἐπροτίμησε νὰ ἀγοράσῃ ταύτας πρὸς διατήρησιν τῆς ἰδίας ἐξουσίας. Ἑπόμενον ἦτο λοιπὸν νὰ φθάσῃ εἰς τὴν χρεοκοπίαν τὴν ὑπάρχουσαν, ἑπόμενον ἦτο διότι ἀναλαβόντες τὴν διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως οἱ σημερινοὶ ὑπουργοὶ, δὲν ἐσυλλογίσθησαν, περὶ τοῦ ποῦ θὰ φθάσωσιν, ἀλλὰ πῶς θὰ φθάσωσιν, καὶ διὰ πάσης θυσίας ἀσφαλέστερον εἰς τὸν σκοπόν των. Σήμερον ὅμως, ὅτε ἐξηντλήθη τὸ μόνον μέσον τὸ χάος κεῖται πρὸ τῶν ποδῶν της ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ πέσῃ. Ἔρχεται δὲ σήμερον καὶ ἀντὶ νὰ εἴπῃ τὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ τὰς ἀνάγκας της, ἔρχεται νὰ μᾶς ἐξαπατήσῃ διὰ τρόπου ἀπατηλοῦ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐπιβάλλετε φόρους, θέλω νὰ αὐξήσω τὴν συγκοινωνίαν καθ’ ὅλον τὸ κράτος καὶ θέλετε πλουτήσει. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις παρουσίασεν ἐνώπιόν σας τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπειδὴ πράγματι εἶναι ἀρχὴ ἐπιβολῆς φόρων, ἀρχὴ ταμιευτικὴ, διὰ τοῦτο ἡμεῖς τὴν ἀποκρούομεν· Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἔχω δίκαιον νὰ προκαλέσω ὑμᾶς, ὅπως ἀφαιρέσητε τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ μίαν Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας ὁ δρόμος δὲν δύναται νὰ σταθῇ εἰς κανὲν σημεῖον, τῆς ὁποίας τὰ σχέδια μεταβάλλονται ἀπὸ ἡμέρας εἰς ἡμέραν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ πίστις ἐξέλειψεν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἱκανὴ νὰ παρουσιάσῃ δημοσίως τὴν κατάστασιν τὴν οἰκονομικὴν τοῦ κράτους ἡ ὁποία ἀποφεύγει δολίως, ὅπως φέρῃ τοὺς ἰσολογισμοὺς, ὅπως κραταιώσῃ τὴν πίστιν καὶ πραγματοποιήσῃ τὰ δάνεια, ἡ ὁποία τέλος πάντων μεταβαίνει ἀπὸ συστήματος εἰς σύστημα, καὶ ἐπὶ τέλους κατέρχεται εἰς τὸ σκληρότερον τῶν συστημάτων, τὴν φορολογίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν δύναται νὰ λάβῃ οὔτε ματαίας ἐπιδείξεως λόγους, οὔτε ἔκτασιν περισσοτέραν ἀπὸ ὅσην ἡ φύσις τοῦ πράγματος εἶναι ἐπιδεκτικὴ, διότι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς σᾶς προεῖπον ἐμπεριέχει ἀρχὴν, ἡ ὁποία εἶναι φορολογικὴ, σκοπὸν ὁ ὁποῖος εἶναι ταμιευτικὸς, καὶ διατάξεις τινὰς αἱ ὁποῖαι δὲν συντελοῦν παρὰ νὰ ἀποπλανήσουν νὰ καταστρέψουν τὴν πίστιν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους Κύριοι ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰ καθ’ ἕκαστα (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ, ἂν θέλῃ νὰ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον.

§59ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον. (θόρυβος)

§60ΕΤΕΡΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν.) Σήμερον νὰ τελειώσωμεν. (θόρυβος)

§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐννέα ἀκόμη διὰ νὰ ἀγορεύσωσι. Τὰ φῶτα εἰσέτι δὲν εἶναι ἕτοιμα. (θόρυβος) Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀναβάλωμεν.

§62ΠΟΛΛΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν) Ὄχι, ὄχι. (θόρυβος) Θὰ ψηφοφορήσωμεν σήμερον (θόρυβος.) (Ἐνταῦθα γίνεται διακοπὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ πέντε λεπτά.)

§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κυπριάδης ἔχει τὸν λόγον.

§64ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, πρὸ πολλοῦ ἐπιδιώκω τὴν εὐκαιρίαν τοῦ νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταταχθῶ εἰς τὴν φάλαγγα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, (θόρυβος) καθόσον εἶδον καὶ βλέπω, ὅτι οἱ μὲν λόγοι τῶν ἀντιπολιτευομένων ἀμείβονται διὰ χειροκροτημάτων, δι’ ἐπαίνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, οἱ δὲ λόγοι τῶν ἐναντίων κατακρίνονται καὶ ἐγγράφως καὶ διὰ συριγμάτων, καὶ καθόσον, Κύριοι, ἡ πτέρυξ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἂν νικήσῃ, δύναται νὰ ὑπόσχεται καὶ ἀμοιβάς τινας (θόρυβος, διακοπαί.) Μὴ διακόπτετε, ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ὁμιλήσω ἐλευθέρως· καὶ ἂν θέλετε, ἐξηγοῦμαι. Εἶναι πολλοὶ, κύριοι, ἐκ τῶν τῆς ἀντιπολιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν τὸ προκείμενον ὑπουργεῖον, διότι ἔχουν τὴν εὔλογον ἀξίωσιν τοῦ νὰ τὸ διαδεχθῶσιν· αὐτὸ ὑπαινιττόμην εἰπὼν, ὅτι εὐχαρίστως ἤθελον δράξει τὴν εὐκαιρίαν τοῦ νὰ καταταχθῶ εἰς τὴν φάλαγγα ἐκείνων, οἵτινες ἔχουν προσδοκίας διότι ἂν οὐχὶ ὑπουργὸς τοὐλάχιστον ἠδυνάμην νὰ ἀξιωθῶ τῆς θέσεως κλητῆρος τῶν ὑπουργῶν. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω τὴν εὐκαιρίαν· ἡ ἀντιπολίτευσις αὕτη ἅμα εἰσῆλθεν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, παρηκολούθησε τὴν κυβέρνησιν βῆμα πρὸς βῆμα, τὴν κατηγορεῖ ἀενάως, τὴν προσβάλλει, τὴν ἐξυβρίζει, ἀπαταιῶνα τὴν λέγει, δολίαν τὴν κηρύττει, ἀξίαν μομφῆς τὴν ὀνομάζει, καὶ 10 ἢ 15 ζητήματα ἐμπιστοσύνης μέχρι τοῦδε ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς. Ὁμολογῶ ἐν συνειδήσει, ὅτι εἰς κανὲν δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἔχει δίκαιον, καὶ δύνασθε νὰ τὸ ὁμολογήσητε καὶ σεῖς οἱ ἀντιπολιτευόμενοι, ὅτι εἰς ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε μομφὰς ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε, σᾶς εἶπε πάντοτε, ὅτι ἔχετε ἄδικον. Ἦλθε, Κύριοι, ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐκεῖ ἦτο τὸ ζήτημα τὸ μέγα τῆς ἐπικρίσεως τῆς γενικῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου· ἐξεφέρατε λόγους, ἐξεθέσατε λίαν εὐγλώττως, ἐπιστημονικῶς ὅλα ὅσα ἠδύνασθε νὰ εἴπητε κατ’ αὐτοῦ, δὲν ἠδυνήθητε νὰ μετατρέψητε τὴν πλειονοψηφίαν, εἴπατε τὴν Κυβέρνησιν δολίαν, ἀνίκανον, καταχραστὴν, περιωρίσθητε ὅμως μέχρι λόγων. Καὶ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον δεικνύει, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν. Ὅτι μόνον μᾶς φαίνεται παράξενον, εἶναι τοῦτο· πολλοὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἦσαν ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, σήμερον κατατάττονται εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν. Ἐρωτῶ τοὺς Κυρίους αὐτοὺς, ποίαν μεταβολὴν ἔλαβον τὰ πράγματα μέχρι σήμερον; πῶς αἱ πεποιθήσεις των μετεβλήθησαν, ὥστε νὰ εἴπωσι σήμερον, ὅτι ἔχασε τὴν ἐμπιστοσύνην ἡ Κυβέρνησις, ψηφίζουσι κατ’ αὐτῆς καὶ τὴν προσκαλοῦσι ν’ ἀφήσῃ τὰ χαρτοφυλάκια; Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ ἔντιμος Κύριος Κουρῆς νὰ ἀποτανθῶ πρὸς αὐτὸν, εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἦτο μέλος τῆς πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία συνέταξε τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, καὶ εἰς αὐτὴν εἴμεθα κατὰ πάντα σύμφωνοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεξέκλινε τοῦ καθήκοντός της· καὶ ἤμεθα κατὰ πάντα σύμφωνοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, ὅτι διεξήγαγεν ἐλευθέρως τὰς ἐκλογὰς, ὅτι ἐὰν προῆλθεν εἰς τὴν ἔκδοσιν διαταγμάτων, τοῦτο προῆλθεν ἀπὸ ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καὶ καθῆκον καὶ ἀποστολὴν νὰ φέρῃ νομοσχέδια περὶ βελτιώσεως τῆς διοικητικῆς, δικαστικῆς καὶ οἰκονομικῆς νομοθεσίας, καὶ νὰ προνοήσῃ περὶ ἀναπτύξεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Αὐτὰ ἐλέγομεν μετὰ τοῦ Κ. Κουρῆ εἰς τὴν ἀπάντησιν ἡμῶν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, τὴν Κυβέρνησιν παρηκολουθήσαμεν ἔκτοτε. Τὴν κατηγόρησαν διὰ τὴν παῦσιν ἑνὸς ἢ δύω δημάρχων, διὰ τὴν τιμωρίαν ἑνὸς ἢ τριῶν ἀξιωματικῶν, διὰ μυρία τόσα μηδαμινὰ πράγματα καὶ ποτὲ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀποδείξωσι καὶ ἀποδώσωσι μίαν κατηγορίαν σοβαρὰν ἀποδεδειγμένην, ἐστηριγμένην εἰς τοὺς νόμους, διὰ νὰ φέρουν καὶ ἐμὲ εἰς θέσιν νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πρὸ δύω ἡμερῶν, Κύριοι, ἀκόμη μοὶ φαίνεται, ὅτι διελύθη ἡ συνεδρίασις μὲ ἓν ἕτερον ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ πηγάζον ἐκ τῆς πράξεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν. Ἤκουσα τότε μεγάλας λέξεις, προσβολὰς, ὕβρεις κατὰ προσώπων σεβαστῶν, ν’ ἀποκαλῆται ὡς ἀνάξιος ὁ νέος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν χωρὶς νὰ σεβασθοῦν οὔτε τὴν ἡλικίαν του, οὔτε τὰ δικαιώματά του, οὔτε τὴν εἰλικρίνειάν του· καὶ ποῦ κατέληξαν; εἰς τὸ νὰ ὁμολογήσουν, ὅτι ἀδίκως κατέτριψαν τὸν καιρὸν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀπεσύρθησαν λέγοντες νὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Μέχρι λοιπὸν πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις ἔχαιρε τῆς ἐμπιστοσύνης μας, καὶ σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ἐν τῇ πρωτευούσῃ, ὁ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅστις ἀντεπιστέλλει διὰ τηλεγραφημάτων, τὸ ἀκροατήριον, τὸ πᾶν εὑρίσκεται εἰς ὀργασμὸν περιμένων ὥρᾳ τῇ ὥρᾳ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς· διότι διεδόθη ἀπὸ τοὺς ἔχοντας συμφέρον, ὅτι ἐσχηματίσθη πλειονοψηφία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ πρέπει ν’ ἀλλάξῃ καὶ ἑπομένως αὐτὸ ἐπιδιώκοντες θέλουν μᾶς κρατήσει ἴσως μέχρι τοῦ μεσονυκτίου, ἴσως μέχρι τῆς πρωΐας, διατί; πρόκειται περὶ κινδύνου τῆς πατρίδος; ἦλθε στόλος ἐχθροῦ εἰς τοὺς λιμένας μας; μᾶς καταδιώκουν λησταί; οὐδὲν τὸ σοβαρὸν καὶ κατεπεῖγον, ἀλλ’ ὅλος ὁ ἀγὼν περιστρέφεται εἰς τὸ νὰ ῥίψωμεν τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν· καὶ τοῦτο μὲν δὲν εἶναι δύσκολον ἢ πρωτοφανές· ἀλλ’ ὅσοι μέχρι τῆς χθὲς εἴχομεν ἐκφράσει τὴν ἐμπιστοσύνην μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, σήμερον καταψηφίζοντες αὐτὴν, ποῖον λόγον θέλομεν δώσει εἰς τὴν συνείδησίν μας;

§65ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀπολογηθεὶς ἤδη.

§66ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ποῖα νέα γεγονότα παρουσιάσθησαν εἰς τὸ ὀλιγοήμερον αὐτὸ διάστημα, ὥστε νὰ μᾶς φέρωσιν εἰς θέσιν νὰ κατακρίνωμεν καὶ νὰ καταδικάσωμεν τὴν Κυβέρνησίν μας; Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ τριήμερος αὕτη συζήτησις, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δικαιολογεῖ τὸν ὑπουργὸν ἐκεῖνον, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ ἡρωϊκὰ φάρμακα, καὶ ὅτι διστάζει νὰ σᾶς παρουσιάσῃ αὐτὰ καὶ ἀπόδειξις εἶναι ὅτι ἤρχισε τὸ ὑπουργεῖον ὄχι ἀπὸ φάρμακα ἀλλὰ ἀπὸ τὰς ἀπαρχὰς αὐτῶν τῶν φαρμάκων, καὶ ἀμέσως τῷ λέγομεν εἶσαι ἀνάξιον τῆς ἐμπιστοσύνης μας. Ἑπομένως ὅταν ἡ ἀντιπολίτευσις τότε ἐζήτει λόγον ἀπὸ τὸν πρωθυπουργὸν, διότι δῆθεν διὰ τῆς ἄντικρυ φράσεώς του προσβάλλει αὐτὴν, ἐνῷ αὐτὴ εἶναι προθύμη νὰ συντελέσῃ εἰς τὰς οἰκονομίας καὶ εἰς τὰ ἄλλα σωτήρια μέτρα, τὴν ἀπολογίαν τον πρωθυπουργοῦ τὴν εὑρίσκουν εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν, εἰς τὸ σημερινὸν θέμα· δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παραπονεθῇ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀφότου ἡ Βουλὴ ἦλθεν οὐδεμίαν ὑποστήριξιν εὗρεν ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ ἀντίδρασιν ἐπὶ παντὸς βήματος.

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Βουλευτὰ, νὰ μὲ συγχωρήσητε μίαν παρατήρησιν· ἐγὼ βέβαια δὲν ἐννοῶ νὰ φέρω κώλυμα εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅμως σᾶς παρατηρῶ, ὅτι εἶναι καιρὸς νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα.

§68ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ὅπως καὶ ὅσον θέλω δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ. Ὅταν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐξέθεσεν ἐκ τοῦ προχείρου τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ μᾶς εἶπεν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μέτρων τινῶν, καὶ ὅταν προέβη εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων καὶ δανείου, ἡ ἀντιπολίτευσις κατεψήφισε τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καὶ σήμερον ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι σᾶς ἐδώκαμεν καὶ ἔντοκα γραμμάτια καὶ δάνεια καὶ ὅλας τὰς εὐκολίας· τώρα πῶς ναυαγεῖτε; Ἔχετε δίκαιον νὰ τὸ εἴπητε τοῦτο; Εἶναι κανεὶς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατεψήφισαν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅστις νὰ δύναται νὰ εἴπῃ σήμερον, ὅτι ἔδωκε τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ εἰς τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ εἰπῆτε εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ὑπομονή σας· ὅτι τὴν συνετρέξατε ἀπὸ τῆς ἐλεύσεώς σας μέχρι σήμερον, ὅτι τῆς ἐδώκατε ὅλα τὰ μέσα, ἀλλ’ ὅτι ἐστάθη ἀναξία, καὶ διὰ τοῦτο τῆς ἀφαιρεῖτε τὴν ἐμπιστοσύνην σας. Θὰ εἴχετε δίκαιον, ἂν εἰς ὅσα σᾶς ἐζήτησεν ἡ Κυβέρνησις, ἠθέλατε μὲν ἀμφισβητήσει τὴν ὀρθότητα αὐτῶν καὶ συζητήσει, ἠθέλατε ὅμως εἰπεῖ, ὅτι χάριν τοῦ ἔθνους σᾶς χορηγοῦμεν αὐτὰ τὰ μέτρα, σεῖς ὅμως πάντοτε τὰ ἠρνήθητε.

§69ΤΙΝΕΣ. Τὰ ἐχορήγησεν ἡ Βουλή.

§70ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν εἶπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην της, ὅτι εἶναι ἀξία τῆς θέσεως, τὴν ὁποίαν κρατεῖ· καὶ πῶς τολμᾶτε σήμερον νὰ λέγετε εἰς αὐτὴν ἄφετε τὰς ἕδρας σας; (ἀποδοκιμασία ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, θόρυβος δεξιόθεν.)

§71ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν τὸ δεχόμεθα, Κ. Πρόεδρε, οἱ ἀκροαταὶ εὐγενῶς πρέπει νὰ στέκωνται εἰς τὰς θέσεις των.

§72ΠΕΡΡΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἔχετε κανονισμὸν, Κ. Πρόεδρε, καὶ συμμορφωθῆτε μὲ αὐτόν. Διατάξατε τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου.

§73ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι τὸ βῆμα τοῦ παλαιοῦ καιροῦ, ὅτε ὁ λαὸς οὗτος κατεδίκασεν εἰς θάνατον τὸν Δημοσθένην καὶ μετὰ ταῦτα τοῦ ἔκαμεν ἀνδριάντα. Νὰ περιμείνουν ἔπειτα ἀπὸ δύω μῆνας νὰ κρίνουν οἱ ἀκροαταί.

§74ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Συκοφαντεῖ τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, Κ. Πρόεδρε, διότι οὐδέποτε ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν κατεδίκασεν εἰς θάνατον τὸν Δημοσθένην.

§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις πρέπει νὰ τηρήσητε ἄκραν σιωπήν.

§76ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.

§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε τὸ ἀκροατήριον μὲ τὴν ἄκραν σιγὴν, τὴν ὁποίαν τηρεῖ, μᾶς δίδει τὸ παράδειγμα.

§78ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα, πολὺ καλά.

§79ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ Κ. Πρόεδρος μᾶς ἐξέφρασε μίαν ἀλήθειαν. Σᾶς εὐχαριστῶ, Κ. Πρόεδρε, ἐξαίρετα!

§80ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἔθνος, Κύριοι, δὲν συνίσταται εἰς τὰ ἀκροατήρια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς περιστοιχοῦν, ἀλλ’ εἰς σᾶς, καὶ κατόπιν εἰς τὸν φορολογούμενον καὶ κτηματίαν καὶ ἔμπορον λαόν· ὅταν λοιπὸν ὁμιλῶ, περιφρονῶ πάντα ὅστις θελήσῃ διὰ μέσων ἀνηθίκων νὰ μὲ διακόψῃ. Τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον· καθὼς οἱ κύριοι ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκφέρουν ἐλευθέρως τὰς ἰδέας των, τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ ἔχητε ὑπομονὴν ν’ ἀκούσητε καὶ ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν τὰς πεποιθήσεις μας, καὶ θὰ νικήσῃ ὁ ἔχων τὸ δίκαιον, καὶ ὄχι οἱ συρίζοντες ἢ οἱ χειροκροτοῦντες. Δὲν ἠθέλησα, Κύριοι, ποτὲ νὰ δώσω ἀκρόασιν εἰς τὰς συκοφαντίας, καὶ χρεωστῶ νὰ μνημονεύσω, ὅτι εὑρέθη τις τῶν Κυρίων βουλευτῶν νὰ κάμῃ πρότασιν νὰ μὴ δύνανται οἱ βουλευταὶ καὶ δικηγόροι νὰ ὑπερασπίζωνται ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου, νομίσαντες καὶ γράψαντες εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐγὼ ἀγορεύω ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶμαι δικηγόρος τοῦ Δημοσίου. Περιεφρόνησα, Κύριοι, αὐτὰς τὰς προτάσεις ὡς ψευδεῖς καὶ προκαλῶ πάντα, ὅστις ἔχει τὴν τόλμην νὰ μοὶ ἀποδείξῃ ἐὰν ἐγὼ ὡς δικηγόρος ἐδέχθην ποτὲ καὶ ὑπερησπίσθην ὑπόθεσιν τοῦ δημοσίου. Ποτὲ δὲν ἐπώλησα τὴν ψῆφόν μου, ποτὲ δὲν ἐκολάκευσα τοὺς κυβερνῶντας· ἐκφράζω τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ χρεωστῶ νὰ δώσω λόγον μόνον εἰς τοὺς ἐντολεῖς μου καὶ εἰς τὸν Θεόν. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν λέγητε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὰ μέσα εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους, πῶς δὲν παραδέχεσθε καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ μέχρι τῆς προχθὲς εἶχε πρὸς αὐτὸ τὴν ἐμπιστοσύνην της; πρέπει λοιπὸν νὰ ἤμεθα συνεπεῖς καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἀπὸ τῆς τελευταίας συνεδριάσεως ἐμεσολάβησαν γεγονότα τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζουν τοὺς κυβερνῶντας ὡς προδότας καὶ τότε μάλιστα, πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπ’ αὐτούς. Ποῦ εὑρισκόμεθα, Κύριοι, σήμερον; Ὑπ’ ὄψιν μας κεῖται ἓν νομοσχέδιον περὶ μέσων ἀπαιτουμένων διὰ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ Κράτους· ἀντικείμενον αὐτοῦ εἶναι ἓν ἐξ ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐξεφράσαμεν τὴν εὐχήν μας, ὅτι ὀφείλει νὰ προνοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ εἰσάξῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπαιτήσεως καὶ τελειοποιήσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Καὶ ὅταν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἐκπληροῦσα τὴν ἐντολὴν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἐπαρουσίασε τὸ νομοσχέδιον, ἀμέσως τῆς λέγομεν, ὅτι εἶναι μεμπτέα. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐλευθέρως σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ οἰκονομική μας κατάστασις εὐάρεστος, καὶ ὅταν δὲν τὸ εἶπε μόνη ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ τὸ λέγετε, ὅταν σεῖς ἀναβαινοκαταβαίνετε τὸ βῆμα, κραυγάζοντες, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκεται εἰς χρεωκοπίαν, ποῖα μέτρα σωτηρίας προτείνετε; καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις λέγῃ, ὅτι ἔχει ἓν σύστημα οἰκονομικὸν διὰ τοῦ ὁποίου ἐλπίζει καὶ προσπαθεῖ νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα ἀπὸ τὸ ναυάγιον, πῶς σεῖς τὴν ἀποκαλεῖτε δολίαν καὶ θέλουσαν νὰ σᾶς ἐξαπατήσῃ καὶ ἁρπάσῃ τὴν ψῆφόν σας χωρὶς νὰ εἴπῃ περὶ τίνος πρόκειται; Μοὶ φαίνεται, ὅτι καθαρωτέρα γλῶσσα δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, παρὰ ἐκείνη, ἥτις σᾶς λέγει, ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν μέσων διὰ νὰ θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας μας. Ἐδῶ εἶναι τὸ στάδιον τοῦ πατριωτισμοῦ καὶ τῆς δόξης. Περιμένω τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι πλανᾶται ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἄλλα εἶναι τὰ μέτρα διὰ τῶν ὁποίων κυβερνᾶται ἡ Πατρίς· διότι ὅταν τὰ ἔθνη κινδυνεύουν καὶ εὑρίσκωνται εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν, τότε ἡ συζήτησις δὲν πρέπει νὰ περιστρέφεται ποία θὰ ᾖναι ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ πῶς νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα, καὶ χρεωστεῖ ἕκαστος εἰς τοῦτο τὴν συνδρομήν του, καὶ ὄχι νὰ προσπαθῶμεν νὰ ὑποσκελίσωμεν τὸν ἕνα διὰ νὰ ἀναβῶμεν εἰς τὴν θέσιν του. Λοιπὸν τὸ καθῆκόν μας εἶναι νὰ ἐξάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν πλάνην της καὶ νὰ τῇ εἴπωμεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβῃς. Καὶ μεταξὺ τῶν ῥητόρων τῶν εὐγλώττων, τῶν ποιητῶν, τῶν ἐνθουσιαστῶν, τοὺς ὁποίους ἤκουσα, μόνος ὁ Κ. Ἰακωβάτος μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἀκολουθεῖ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἀκολουθήσω. Ζητεῖτε, λέγει, φόρους, οἰκονομίας κλπ. ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐσφαλμένα· ἐγὼ ἔχω ἓν σχέδιον διὰ τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ φόροι οἱ ἄμεσοι καταργοῦνται, ἡ ὑπηρεσία δὲν βλάπτεται καὶ τὸ ἔθνος διοικεῖται. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἄνθρωπος, ἐμελέτησε καὶ ἐσκέφθη, ὅστις δὲν κρύπτει τὸ τάλαντον, δὲν δεικνύει, ὅτι θέλει νὰ ἀποκλείσῃ πρόσωπα, ἀλλ’ ὅτι ἐντὸς τῆς κρίσεώς του καὶ τῶν αἰσθημάτων του ἔχει ἓν σύστημα. Ἤμην, Κύριοι, ἕτοιμος τὸν συνάδελφόν μας αὐτὸν νὰ τὸν ἀνακηρύξω σωτῆρα τοῦ ἔθνους καὶ νὰ προτείνω νὰ τὸν κάμωμεν ὑπουργὸν, νὰ τοῦ στήσωμεν ἀνδριάντα, ὅταν δυστυχῶς τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐγέννησεν ἡ ὁμιλία του, τὴν κατέστρεψεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, καὶ μολαταῦτα πάλιν τιμῶ τὸν ἄνδρα, διότι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Ποῖος ἄλλος εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς Κυβερνήσεως ὑπέδειξεν ἓν σύστημα οἰκονομολογικόν; ἓν ἕτερον μέτρον σωτηρίας; ὅλοι περιωρίσθησαν εἰς κατηγορίας, εἰς μομφὰς ἀορίστους· ἤκουσα σπατάλην, ἔλλειψιν δημοσίας τάξεως, καταχρήσεις. Καὶ πῶς, ἂν ὑπῆρχον ὅλα αὐτὰ, δὲν φέρετε μίαν κατηγορίαν ὡρισμένην, ἀποδεδειγμένην, ὥστε ὄχι μόνον νὰ ῥίψωμεν αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν παραπέμψωμεν εἰς τὰ δικαστήρια; τὸ νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔκαμε σπατάλην εἶναι μία λέξις, ὅτι ἔφερεν ἀνωμαλίας, ὅτι ἔκαμεν ἁρπαγὰς, εἶναι μὲν ὕβρις, δὲν εἶναι μία πρᾶξις ῥητὴ, ἀποδεδειγμένη· καὶ ὅταν πρόκηται περὶ Κυβερνήσεως, αἱ κατ’ αὐτῆς αἰτιάσεις πρέπει νὰ ᾖναι εὐπρεπεῖς καὶ πραγματικαὶ, καὶ νὰ μὴν ἔχουν τὸν τόπον ἀοριστίας, ὕβρεως, ἢ συκοφαντίας· θὰ ἔλθητε καὶ σεῖς κατόπιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἐγὼ ὅσον ἀντιπολιτευόμενος καὶ ἂν γείνω, δὲν θέλω εἴπει ποτὲ εἰς τοὺς Κυβερνῶντας τὴν πατρίδα, ὅτι εἶναι ἅρπαγες καταχρασταί.

§81Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ὕβρεις αὐτά;

§82ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Σεῖς εἴπατε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι παγηδευτικὸν καὶ ἀπατηλόν· μία Κυβέρνησις, ἥτις κατηγορεῖται ψευδῶς, ὅτι φέρει νομοσχέδια ἀπατηλὰ εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν προσβάλλεται, δὲν ἐξυβρίζεται; Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ ἐπικρίνεται ἡ Κυβέρνησις καὶ θὰ τὴν προσβάλω καὶ ἐγὼ, ἅμα τὴν εὕρω εἰς τὰ πράγματα σφάλλουσαν· ἂν μοῦ δείξητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιώρισε τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, τὸν τύπον, ὅτι κατεπάτησε τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου, ὅτι ἐνήργησεν ἐκλογὰς δι’ ἐπεμβάσεων παρανόμων, ὅτι κατεχράσθη τὸν δημόσιον πλοῦτον, τότε βεβαίως δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ μὴ καταψηφίσω κατ’ αὐτῆς· ὅταν ὅμως μοῦ λέγετε, ὅτι ἔκαμε σπατάλην, ὅτι ἔκαμε καταχρήσεις καὶ παραχρήσεις, χωρὶς νὰ τὰς ὁρίζετε, ὅταν εἰς τὸ στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἐπροσκαλέσατε, τῶν ὡρισμένων δῆθεν παρανομιῶν, ἠθωώθη καὶ ἔλαχε τὴν πλειονοψηφίαν, τότε, νομίζω, δὲν δύνασθε ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ ῥίψητε ἐπὶ τῆς ῥάχεώς της ὅλας αὐτὰς τὰς αἰτιάσεις, καὶ νὰ θελήσητε νὰ τὴν προτρέψητε, νὰ τὴν ἀπειλήσητε, νὰ ἀφήσῃ τὰς ἕδρας τῆς Κυβερνήσεως, λέγοντες, ὅτι ὑπάρχει ὀργασμὸς κινδύνου. Τὰ ὑπουργεῖα πίπτουν, ὅταν ἡ πλειονοψηφία τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων τὰ ἐγκαταλείψῃ. Ἀποδείξατε, ὅτι δὲν ἔχουν πλειονοψηφίαν καὶ θέλουν τὴν ἐγκαταλείψει, ἀποδείξατε, ὅτι δὲν χαίρουν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, καὶ τότε βεβαίως δὲν δύνανται νὰ σταθοῦν εἰς τὰς ἕδρας των. Λέγοντες ὅμως, ὅτι ὑπάρχει κίνδυνος, ὀργασμὸς, ὅτι ὑπάρχουν φόβοι, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ παραιτηθοῦν, ἔχουν δίκαιον νὰ σᾶς εἴπουν ὅ,τι εἶπεν ὁ Κύριος Βράϊλας, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχουν τοιοῦτοι φόβοι, δὲν εἶναι ἔντιμον νὰ ἐγκαταλείψουν τὸ σκάφος τῆς πολιτείας εἰς τὴν ἀπώλειαν, ἀλλὰ θέλουν κρατήσει τὸ πηδάλιον ἑωσοῦ τὸ ἔθνος τοὺς ἐμπιστεύεται, θέλουσι δὲ τὸ παραδώσει εἰς τὸν ἱκανώτερον, ὅταν τὸ ἔθνος τοὺς ἀναδείξῃ ἱκανωτέρους καὶ τοὺς προσκαλέσῃ εἰς τοῦτο. Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπεβλήθη, ἦτο, σᾶς παρακαλῶ, τὸ στάδιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἡ προκειμένη πάλη ἐκ μέρους σοφῆς, συνετῆς καὶ πατριωτικῆς ἀντιπολιτεύσεως; δὲν εἴχετε ὑπομονὴν νὰ ἔλθουν νομοσχέδια ἔτι μᾶλλον ἐπισφαλῆ, καθὼς ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι τὸ περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ ν’ ἀνοίξητε αὐτὴν τὴν πάλην; (ψιθυρισμοὶ ἀριστερόθεν). Ναὶ, ἐκφράζω τὴν κρίσιν μου, καὶ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούω ψυθιρισμοὺς καὶ διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὰ παράπονά μου εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ τὸ λέγω, ὅτι δὲν ἐξέλεξε καλὸν σημεῖον καὶ στάδιον. Τί σᾶς λέγουν, Κύριοι, προκειμένου περὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου; τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι παγιδευτικόν· καὶ εἶσθε σεῖς ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἠμπορεῖ νὰ παγιδεύσῃ κανείς; τοσοῦτοι ῥήτορες, τόσοι πεπειραμένοι πολιτικοί, δύνασθε νὰ παγιδευθῆτε ἀπὸ 5 ἄτομα ἀπὸ 5 ἀνθρώπους, δύω ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον καὶ ἕνα γέροντα, ἄπαγε! Ἀλλ’ ὁ Κ. Ζῶτος λέγει, ὅτι τὸ ὡμολόγησεν ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπιβάλλῃ νέον φόρον. Παρεξηγεῖτε, Κύριοι, τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, καὶ ἀδικεῖτε τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγει, ὅτι θὰ ἐπιβάλλῃ νέους φόρους καὶ ἔχει καὶ νομοσχέδια τοιαῦτα, π. χ. τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου καὶ ἄλλους. Τὸ προκείμενον ὅμως νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐπιβάλλον νέον φόρον. Κύριοι, ἔχω μίαν ἐναντίαν ἀρχὴν πολλῶν ἐξ ὑμῶν. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οἱ λαοὶ δὲν δυστυχοῦν, ὅταν πληρώνουν πολλοὺς φόρους, καὶ ἔχω τὴν ἀπόδειξιν· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μέχρι τοῦ 1863 ἐπλήρωνεν 9–10% ἔγγειον φόρον, καὶ ὁ λαὸς αὐτὸς εὐδαιμόνει καὶ δὲν εὑρίσκετο εἰς αὐτὴν τὴν ὀδυνηρὰν κατάστασιν, εἰς ἣν τὸν περιγράφετε, ὅτι εὑρίσκεται σήμερον. Ἠλαττώθη ὁ φόρος εἰς 5%, καὶ ὁ λαὸς πεινᾷ καὶ ὁ λαὸς ὡς λέγετε, δυστυχεῖ, καὶ ὁ λαὸς σπαράττει. Διὰ ποῖον λόγον, ἀφοῦ ἠλαττώθη ὁ φόρος ἀπὸ τὰ 9%, εἰς 5, δὲν ηὐτύχησεν ὁ λαός; καὶ ὅταν ὁ λαὸς δὲν δυστυχῇ, διότι πληρόνει 9 καὶ ὄχι 5, διότι θὰ πληρώσῃ 6 καὶ ὄχι 5, θέλει δυστυχήσει διὰ τοῦτο; τότε πρὸς τί θέλετε τὸν λαὸν αὐτὸν, ὡς θῦμα αὐτῆς τῆς νέας νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ εἰσάξῃ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ δὲν καταφεύγετε εἰς ἄλλα ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ ἀποδείξητε, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν δύναται νὰ εὐτυχήσῃ ὁ λαός; Ἐγὼ ἐφρόνησα πάντοτε καὶ πρὶν γείνω βουλευτὴς καὶ τώρα ὅπου εἶμαι βουλευτὴς, ὅτι ἐὰν τὸ 4%, τὸ ὁποῖον ἀφῃρέθη ἀπὸ τὴν γεωργίαν ὁλόκληρον εἰσεπράττετο, κατηναλίσκετο ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, καὶ εἰς γεωργικὰς τραπέζας, ὁ λαὸς ἤθελεν ἀνακουφισθῆ, διότι τὴν φορολογίαν αὐτὴν ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους ἀπὸ τῆς τουρκοκρατίας ἐπλήρονεν ὁ λαὸς καὶ δὲν ἐγόγγυζε, γογγύζει ὅμως ὁ λαὸς διατί δὲν δύναται νὰ μεταφέρῃ τὰ προϊόντα του ἀπὸ ἓν μέρος εἰς ἄλλο, καὶ καλλίτερον ἔχει νὰ πληρώσῃ τὸν ἴδιον φόρον, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ συγκοινωνίαν. Ὁ λαὸς, Κύριοι, εὐκολώτερον, ἀνετώτερον πληρόνει 10%, εἰς τὸ ἁλῶνί του, ἀλλὰ θέλει νὰ ἔχῃ μίαν γεωργικὴν τράπεζαν, διὰ νὰ δύναται, ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην 100 δραχμῶν δι’ ἕνα βοῦν νὰ τὰς πάρῃ μὲ 5%, καὶ ὄχι μὲ 15 καὶ 20. Ἐὰν λοιπὸν ὁ φόρος αὐτὸς εἰσεπράττετο καὶ ἐχρησίμευε διὰ τὴν συγκοινωνίαν, διὰ τὴν σύστασιν γεωργικῆς τραπέζης, τότε ἠθέλατε προνοήσει καλλίτερον περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ παρὰ διὰ τῆς ἀποκοπῆς τοῦ 4%· εἶπον ὅμως, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅσον θέλετε νὰ ἐπιμείνητε, δὲν δύνασθε νὰ πείσητε, ὅτι πρόκειται κυρίως καὶ οὐσιωδῶς περὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου εἰς τὸν λαόν. Διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀναγινώσκοντες ἀπὸ τὸ ἄρθρον 2 καὶ 3, ὡς ἔκαμεν ὁ Κ. ἀξιότιμος Κουρῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνώσωμεν καὶ τὸ ἄρθρον 1ον καὶ ὅλα τὰ λοιπὰ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καταργεῖται ῥητῶς ἡ προσωπικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία σᾶς ἀπεδείχθη δι’ ἀριθμῶν πόσον ἄδικος καὶ καταθλιπτικὴ ἦτο διὰ τὸν λαὸν. Ἐδῶ μᾶς λέγουν, Κύριοι, ὅτι ἡ προσωπικὴ αὕτη ἐργασία δὲν ἐφηρμόσθη, καὶ ἑπομένως ὁ λαὸς δὲν τὴν ᾐσθάνθη. Δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, Κύριοι, τὸ τοιοῦτον, ἡ προσωπικὴ ἐργασία ἐφηρμόσθη ἐν μέρει, καὶ ὅπου ἐφηρμόσθη, ὁ λαὸς ἐγόγγυσε, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι Τῳόντι ἤθελον γεννηθῆ περισσότεροι γογγυσμοί· λοιπὸν μία Κυβέρνησις, ἔχουσα καθῆκον νὰ φροντίζῃ περὶ τοῦ λαοῦ, τοῦ λέγει, σὲ ἀπαλλάττω ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀγγαρίαν, ἡ ὁποία τόσον σὲ δυσκολεύει, σὲ ὑποχρεόνω ὅμως νὰ πληρώνῃς 1% μόνον καὶ αὐτὸ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν συντήρησιν, διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ τὸν ἁπλούστερον γεωργὸν, ἐὰν ἐρωτήσητε περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ ἐλαφροτάτου φόρου θὰ πεινάσῃ, θὰ ἀποθάνῃ, θὰ καταστραφῇ, εἶναι λόγοι, τοὺς ὁποίους λέγομεν χωρὶς νὰ τοὺς πιστεύσωμεν. Δὲν πηγάζουν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ λαοῦ, δὲν εἶναι ἀλήθεια, δὲν εἶναι πράγματα. Τώρα, Κύριοι, ἐδῶ μᾶς προτάττετε τὸ στάδιον τῆς καταχρήσεως. Θέλει, λέγουν πληρώσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς αὐτὸν τὸν φόρον, καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει τὸν μεταχειρισθῆ εἰς τὰς ἀνάγκας της. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ὅταν ὁ Κ. Ζῶτος ἔλεγεν, ὅτι ὁ Πρωθυπουργὸς ἁρπάζει ἀπ’ ἐδῶ, τραβᾷ ἀπ’ ἐκεῖ, συνάζει ἀπ’ ἐκεῖ, σᾶς ἐρωτῶ τί ἐκφράσεις εἶναι αὐταί; ἁρπάζει τάχα ὁ Πρωθυπουργὸς καὶ καταχρᾶται διὰ τὰς ἀτομικάς του ἀνάγκας αὐτὰ τὰ χρήματα, ἢ δανείζεται, συνάζει, προνοεῖ περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους; καὶ δὲν γνωρίζετε, κύριοι, καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους; εἶναι μεγάλοι οἱ φόροι καὶ διαρπάζονται ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, ὅταν, κύριοι, διὰ μόνον τὸν στρατὸν θέλωμεν 7 ἢ 8 ἑκατομμύρια; ὅταν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους θέλωμεν ἄλλα τόσα; τί μᾶς περισσεύει πλέον ἀπὸ τὰ εἰσοδήματά μας, διὰ νὰ προνοήσωμεν περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν μας καὶ περὶ δημοσίων ἔργων; εἶναι δύω ἢ τρία κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀποῤῥοφοῦν τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, καὶ ὁ Κ. Κουρῆς, ὁ ὁποῖος εὗρεν, ὅτι τὸ ἔθνος ἐσύναξε 450 ἑκατομμύρια καὶ δὲν τὰ ἐδαπάνησεν εἰς τὰς ὁδοὺς, φαίνεται, ὅτι δὲν εὐηρεστήθη νὰ ἴδῃ ποῦ ἐξωδεύθησαν αὐτά, διότι μέχρι τοῦ 58, ὅτε εἶναι τὰ 400 ἑκατομμύρια, ὁ ἀπολογισμὸς ὑπάρχει, καὶ ἠμποροῦσε πολὺ καλὰ νὰ ἰδῇ διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι αὐτὰ ἐδαπανῶντο, δαπανῶνται καὶ θὰ δαπανῶνται πάντοτε διὰ τὰς ἀνάγκας αὐτὰς τὰς ἀναποφεύκτους τῆς συντηρήσεως, τῆς αὐτονομίας τοῦ Κράτους, καὶ ἂν ἡ οἰκονομικὴ ἀνέχεια ᾖναι μεγάλη, τοῦτο προκύπτει, διότι ἔχομεν πολλὰς ἀνάγκας, στενὰ ὅρια, γῆν, ἡ ὁποία δὲν εἶναι παντοῦ εὔφορος. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ γενικαὶ ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας, ἂν θελήσῃ τις ἐν συνειδήσει νὰ ἐξετάσῃ, τὰς εὑρίσκει εὐκόλως. Λοιπὸν διατί λέγομεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ μᾶς ἀπατήσῃ νὰ πάρῃ αὐτὸν τὸν φόρον; Τάχα θὰ τὸν πάρῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας της, τὰς ἀτομικάς; τάχα ἐὰν ἐξ ἀνάγκης μετεχειρίσθη εἰς τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας τοῦ Κράτους χρήματα διαθέσιμα, εἶναι ἁρπακτικὴ, εἶναι δολία, εἶναι λῃστρικὴ ἡ Κυβέρνησις; Πῶς δυνάμεθα λοιπὸν σήμερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ μᾶς φωτίσῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, καὶ δὲν τὸ λέγει καθαρὰ, διότι μᾶς φοβεῖται; Τὸ ὑπουργεῖον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ εἶπε καθαρὰ, σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ἀφορᾷ δημοσίαν πρόσοδον, καθόσον τοὐτέστιν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνῃ νὰ χρησιμεύσῃ ὁ φόρος ἐν μέρει καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν τῆς συμπεφωνημένης χορηγίας εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ αὐτὸ τὸ ἄρθρον· καὶ τοῦτο ἀνάγεται εἰς τὰ καθέκαστα. Δὲν εἶναι τῆς ἀρχῆς, τότε ὅλος ὁ φόρος θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν συγκοινωνίαν καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς Κυρίους ὑπουργοὺς, δὲν παραδεχόμεθα τὴν ἀρχὴν, διότι θὰ καταχρασθῆτε τὰς εἰσπράξεις, καὶ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν εἰς Ἕλληνας, εἰς συμπολίτας μας, ὅτι ἔρχονται ἐκ τῶν προτέρων μὲ μίαν δύναμιν πονηρὰν καὶ οἰκοδομοῦν ἓν οἰκοδόμημα διὰ νὰ καταχρασθοῦν· καὶ δὲν ἔχομεν τὴν ὑπομονὴν, ἐὰν, ὡς εἶπεν ἕνας ἔντιμος βουλευτὴς, ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, δέκα ἡμέρας μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν θ’ ἀρχίσῃ νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸν τὸν φόρον, καὶ νὰ τὸν καταχρασθῇ, δὲν ἔχομεν τὴν ὑπομονὴν νὰ τὸν συλλάβωμεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, νὰ τῷ εἴπωμεν σοῦ ἐδώκαμεν τὴν ἄδειαν νὰ εἰσπράξῃς φόρον καὶ τὰ χρήματα νὰ τὰ καταθέσῃς εἰς τὴν τράπεζαν, σὺ τὰ ἐσύναξες καὶ τὰ ἐξώδευσες· σὲ ἐγκαλοῦμεν, σὲ καταδικάζομεν.

§83ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.

§84ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι, κύριοι, οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων διαχωρίζων τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ θέτουν τινὲς τῶν Κ. ῥητόρων, τὸ ζήτημα τοὐτέστιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις χαίρῃ τὴν ἐμπιστοσύνην τῆς Βουλῆς, διαχωρίζων αὐτὸ τὸ ζήτημα ὡς ἀλλότριον τοῦ προκειμένου καὶ ὡς μὴ στηριζόμενον εἰς πράγματα, εἰς ἀληθείας ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, θέλω δώσει ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ψῆφόν μου· ἐὰν δὲ εἰς τὰ καθέκαστα ἀπαντήσω ἐπιβλαβῆ τινα διάταξιν, δὲν θὰ δυσκολευθῶ παντάπασι ν’ ἀκολουθήσω τὴν ὀρθοτέραν γνώμην.

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, εἶναι 10 ἀκόμη ἐγγεγραμμένοι.

§86ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.

§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν, εἰμὴ συναινέσει τῆς Βουλῆς.

§88ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπόψε.

§89ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία, ἐὰν θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ συζήτησις σήμερον.

§90ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.

§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμόν σας, τὴν φρόνησίν σας ν’ ἀναβάλωμεν ὡς αὔριον.

§92ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.

§94ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, κατὰ τὸν κανονισμὸν ἔχω τὸ δικαίωμα, ὅταν κάμνω πρότασιν, νὰ ζητήσω τὴν ἐπ’ αὐτῆς ψηφοφορίαν. Προτείνω, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ συνήθως συζητεῖ μέχρι τῆς 4 ἢ τὸ πολὺ μέχρι τῆς 5, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἤδη 6 ἡ ὥρα, προτείνω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς αὔριον.

§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· ἐμπρὸς νὰ τελειώσωμεν σήμερον.

§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργ. τῶν Οἰκονομικῶν). Εὐχαριστῶ, κύριοι, τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν μεγάλην ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε. Καὶ ἐὰν δὲν ἤθελον κάμει τοῦτο, ἀποφασισμένος ἤμην νὰ τὸ κάμω ἐγώ· διότι τὸ νομοσχέδιον, περὶ οὗ πρόκειται, ἀποτελεῖ μέρος συστήματος, τὸ ὁποῖον σᾶς ὑπεβάλομεν, καὶ τὸ θέτομεν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης, διότι διὰ τούτου προτιθέμεθα νὰ διοικήσωμεν. Δὲν θέλομεν νὰ κολοβώσωμεν τὸ σύστημά μας· ὅθεν δὲν παραδεχόμεθα τὴν ἀπόῤῥιψιν τοῦ μέρους. Εὐχαριστῶ λοιπὸν τοὺς κ. βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ δύο μῆνας ἦλθον καὶ πάλιν νὰ ἐλέγξωσιν ὅλην τὴν διαγωγήν μας, ὅλην τὴν διαχείρησίν μας. Ἦτον ἀναγκαῖον τοῦτο, ἵνα ἀποδειχθῇ ἔτι καὶ ἄλλην μίαν φορὰν, ὅτι ἐνώπιον τῆς ἀληθείας αἱ συκοφαντίαι, τὰ ψεύδη καὶ αἱ παραμορφώσεις δὲν εἰμποροῦν ν’ ἀνθέξωσιν. Ἡ συζήτησις φέρει τὸ φῶς. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε νὰ ἐκφράσω τὴν λύπην μου, διατὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τοῦ σοβαροῦ τούτου Σώματος, ἡ ἀντιπολίτευσις, θέλουσα νὰ ἐξετάσῃ, νὰ ἐπικρίνῃ καὶ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν φέρει γεγονότα, πράγματα καὶ συμβεβηκότα, ἀλλὰ κενοὺς λόγους καὶ ἐπαναλήψεις τῶν λιβέλλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι νὰ ἐπαναλαμβάνωνται κατὰ τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς τριόδους. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν ζωηρῶν ἐκείνων ποιητῶν βουλευτῶν, διότι κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον εἶναι ἐξοχώτεροι ποιηταὶ, καθόσον διὰ τῆς φαντασίας των δίδουσιν ὑπόστασιν καὶ ὀντότητα εἰς τὰ ψεύδη καὶ εἰς τοὺς μύθους· δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς περιπλανήσεις των εὑρίσκουσιν ἀνακούφισιν ἐνίοτε εἰς τὰ ζοφώδη ἄντρα τοῦ ᾅδου· ὁμιλῶ περὶ τῶν θετικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ὡς τοιοῦτοι, εἶχον τὸ θάῤῥος ν’ ἀποκαλέσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν Κυβέρνησιν σπάταλον καὶ καταχρωμένην. Καὶ ὅμως οἱ ἔχοντες τὴν τόλμην νὰ ἐκφέρωσι τὴν ὕβριν αὐτὴν, οὐδεμίαν πρᾶξιν, οὐδὲν γεγονὸς ἠδυνήθησαν νὰ παρουσιάσωσι. Νομίζουσιν, ὅτι εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφέρωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιαῦται κατηγορίαι, τοιαῦται ὕβρεις, καὶ νὰ μὴ παρουσιάζηται οὐδεμία ἀπόδειξις! Ἠξεύρετε πῶς ἀποκαλοῦνται οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι τοιουτοτρόπως προσφέρονται ἐναντίον Κυβερνήσεως μάλιστα; Ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ τοὺς ἀπεκαλέσω μὲ τὸ ὄνομά των.

§97ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.

§98ΖΩΤΟΣ. Καὶ ἐγώ.

§99ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον;

§100ΠΟΛΛΟΙ ΔΕΞΙΟΘΕΝ (ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως). Ὄχι, ὄχι!

§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤκουσα, κύριοι, μετὰ λύπης καὶ ἀπορίας τὸν ἔντιμον κύριον Κουρῆν, λέγοντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· «Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εἶχον γεγονότα· εὗρον τὰ πράγματα καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω δυνάμει αὐτῶν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μας, τὴν τιμὴν αὐτῆς.» Καὶ ποῖα εἶναι τὰ γεγονότα αὐτὰ, ἅτινα ἤδη ἀνεκάλυψεν ὁ κύριος Κουρῆς;— Ἓν χαρτὶ κίτρινον, ἐμπεριέχον ἀριθμούς τινας, οὐδεμίαν ἐπισημότητα φέρον, οὐδεμίαν ἰσχὺν καὶ ἀπόδειξιν, καὶ οὐδεμίαν βεβαιότητα, ὅτι περιεῖχεν ἀληθείας τινας· καὶ ὅμως ἠξεύρετε εἰς τί ἐχρησίμευσεν αὐτὸ τὸ χαρτί;—Εἰς τὸ νὰ μεμφθῇ ὁ κύριος Κουρῆς ὅλας τὰς κυβερνήσεις τῆς πατρίδος μας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦδε. Καὶ ποῖα εἶναι τὰ περγαμινὰ μεγαλειτέρας πολιτικῆς ἀρετῆς ἢ ἐναρετωτέρου πολιτικοῦ βίου τοῦ κυρίου Κουρῆ, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἐξυβρίζῃ τοιουτοτρόπως ὅλην τὴν ἱστορίαν μας, ὅλον τὸ παρελθόν μας; Κατ’ αὐτὸν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὴν ζωὴν, τὴν ἡλικίαν, καὶ τὴν ὑγείαν των ἐθυσίασαν, ἵνα ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα, ὅτε ἔπασχεν, ὅτε ἐστερεῖτο καὶ τῶν ἐλαχίστων μέσων, ἦσαν ἀνήκανοι, καταχρασταὶ, ἀνεπιτήδειοι νὰ διευθύνωσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος. Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ συντηρήσωσι τὸ κράτος καὶ νὰ θεραπεύσωσιν ὅλας τὰς ἀνάγκας του, νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις του, νὰ προετοιμάσωσι τὸ μέλλον του μὲ δεκαπέντε ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος εἰσόδημα, εἶναι ἄξιοι ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς χαρτίου κιτρίνου νὰ ὑβρίζωνται ἀπὸ σᾶς; Καὶ ποῖος εἶσθε σεῖς κύριε Κουρῆ;

§102ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Δὲν ἐγκατελείψαμεν τότε τὴν Ἑλλάδα.

§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Ἑπτανήσου· ὁμιλῶ περὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ μᾶς ἐξελέγξωσι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· αὐτοὶ πρέπει νὰ ὑποφέρωσι τὴν ἀπάντησίν μας· διότι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ποίησιν, ἀλλ’ εἰς τὴν πολιτικήν· καὶ πολιτικὴ θὰ εἰπῇ, ἀλήθεια, πράγματα, γεγονότα· καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ποίησις νὰ ὑβρίζῃ πρόσωπα καὶ νὰ προσβάλλῃ καὶ νὰ συκοφαντῇ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ διευθύνωσι τὸ σκάφος τῆς πολιτείας. «Ἐλευθερία! πόσα κακὰ ἐπ’ ὀνόματί σου πράττονται!» εἶπον ἄλλοτε. Λαέ! λέγω καὶ ἐγὼ σήμερον, πόσα κακὰ τελοῦνται ἐν ὀνόματί σου! Δὲν ἠκούσατε; Ὁ λαὸς καὶ μόνος αὐτὸς ὅλην τὴν μέριμναν, ὅλην τὴν ἀγάπην, ὅλον τὸ φίλτρον, ὅλην τὴν ὑπεράσπισιν διήγειρε μερικῶν. Καὶ ἤλπιζον, ἀκούων ταῦτα, ὅτι ἤθελον ἰδεῖ καὶ μεταξὺ ἡμῶν μίαν νέαν τετάρτην Αὐγούστου, καθ’ ἣν οἱ ἀριστοκράται τῆς Γαλλίας χάριν τοῦ λαοῦ προσήνεγκον εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος τὰ προνόμιά των καὶ τὰ ἀγαθά των, ὅτι καὶ ἐδῶ ἤθελον ἰδεῖ θυσίας πραγματικὰς ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος λαοῦ. Ἀλλ’ αἱ ἐνταῦθα θυσίαι ἦσαν λόγοι μάταιοι καὶ φράσεις! Τὸν λαὸν θρηνεῖτε, διότι πάσχει; Σᾶς προτείνω ἐγὼ μίαν θυσίαν. Ἂς ἀφήσωμεν τὸν μισθόν μας. Ὁ λαὸς μᾶς ἔθρεψε διὰ τῶν ἱδρώτων του τόσον καιρόν· ἂς ἀποκόψωμεν καὶ ἡμεῖς χάριν αὐτοῦ μικρὸν ἐκ τῶν περισσευμάτων μας. Ἰδοὺ διακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν, μὲ τὰς ὁποίας δυνάμεθα νὰ παρηγορήσωμεν τὸν πάσχοντα αὐτὸν λαὸν, νὰ τῷ δώσωμεν ἄρτον, ἐὰν στερῆται, νὰ τὸν συνδράμωμεν, ἐὰν πάσχῃ. Ἐννοῶ, τότε ἀληθῶς, ὅτι φροντίζομεν, μεριμνῶμεν καὶ ἀγαπῶμεν τὸν λαόν. Διατί δὲν ἀπαντᾶτε, κύριοι, τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ἀλλὰ, εἰς λέξεις ἁπλᾶς περιοριζόμενοι, νομίζετε, ὅτι τῳόντι ἱκανοποιοῦμεν καὶ τὴν θέσιν καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἀνάγκας του, ἐὰν κηρύξωμεν, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εἶναι τοῦ λαοῦ, ὅτι τὸ λαμβανόμενον ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν λαμβάνετε ἀπὸ τοῦ λαοῦ, ὅτι τὸ πληρωνόμενον ἐξ αὐτοῦ, δὲν πληρώνεται ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι δικαιούμεθα διὰ τοῦτο νὰ κηρύξωμεν πόλεμον κατὰ τοῦ δημοσίου αὐτοῦ ταμείου, ὅπως καὶ ἐκήρυξαν πολλοί; Καὶ πιστεύετε, ὅτι συντρέχομεν οὕτω τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνεται ἀδίκως, ὡς λέγετε, ἐνῷ δὲν ἔπρεπεν, ἐὰν τὰ βάρη αὐτὰ ῥίψωμεν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ ταμείου; Καὶ ἐὰν τὸ ταμεῖον κενωθῇ, ποῖος θὰ τὸ πληρώσῃ; Ὁ λαός. Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ πρόνοια καὶ ἡ φροντίς, ἡ ἀληθὴς φροντὶς, τὴν ὁποίαν λαμβάνετε ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, καὶ τὸν εὐεργετεῖτε, διότι ὠθεῖτε εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ εἰς τὴν ἀπώλειαν τὸ δημόσιον ταμεῖον; Τὸ ταμεῖον ἂς πληρώσῃ, λέγετε, καὶ ὄχι ὁ λαὸς, ὡσανεὶ τὸ ταμεῖον ἦτον ἰδιαίτερόν τι, ἀνῆκον εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἢ εἰς ἄτομα, καὶ ὡσανεὶ μὴ ἦτο τὸ βαλάντιον τοῦ λαοῦ! Πιστεύω, ὅτι προέρχεται τοῦτο ἐκ πλάνης καὶ ὅτι δὲν ἦτον ἐπιχείρημα ἐκ πεποιθήσεως ῥιφθὲν, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν τοιαύτας ἀρχὰς ἔχῃ ἡ ἀντιπολίτευσις. Ἐπολεμήθη τὸ νομοσχέδιον, ἀπεκρούσθη ἡ ἀρχή του· ἠκούσατε διατί; ἠκούσατε ποῖον ἦτο τὸ ἀρχικὸν ἐπιχείρημα; Ἡ κακὴ οἰκονομικὴ κατάστασίς μας! Καὶ ἠξεύρετε ποῖος κηρύττεται ὑπεύθυνος αὐτῆς τῆς κακῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως; Ἡμεῖς. Εἶσθε, λέγουσιν, ὑπεύθυνοι· σεῖς ἐφέρατε ὅπου ἔφθασε τὸ ἔθνος. Δὲν εἶσθε ἄξιοι λοιπὸν τῆς ἐμπιστοσύνης. Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; Εἰ δὲ καὶ τοσάκις πρὶν ἀνεπτύχθη ἐνώπιόν σας ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, εἶναι συγκεχωρημένον νὰ ἐπαναλαμβάνωνται αἱ παραμορφώσεις, καὶ ὅταν τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἐνώπιόν σας ἐφέραμεν, ἀποδεικνύωσι τὸ ψεῦδος; Εἰς ποίαν κατάστασιν ἐλάβομεν τὸ ταμεῖον, ὅτε ἡμεῖς ἤλθομεν εἰς τὴν ἐξουσίαν; Μὲ 15 ἑκατομμύρια χρέος καὶ ὑπὸ τὸ βάρος διαρκοῦς ἐτησίου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος κ. Βούλγαρης, πρωθυπουργὸς πρὸ ἡμῶν, ἐκάλυψε δι’ ἐκδόσεως 3 ἑκατομμυρίων ἐντόκων γραμματίων. Τὸ ταμεῖον λοιπὸν, ὅτε τὸ παρελάβομεν, ἦτο κατάχρεων, ἦτον ὑπὸ τὸ βάρος ἐλλείμματος· τὸ ταμεῖον ἔζη ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν 1862 καὶ πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ναυπλίου μὲ δάνειον. Κατὰ τὰ 1862 τριῶν ἑκατομμυρίων δάνειον συνομολογήθη μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης. Τὸ ταμεῖον εἶχε 5 κατ’ ἔτος ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα καθ’ ὅλην τὴν ἐπανάστασιν. Τὸ ταμεῖον ἄρα εἶχε κατεστρεμμένα ὅλα τὰ κεφάλαια του, ὅλους τοὺς πόρους του. Ἰδοὺ πῶς τὸ παρελάβομεν ἡμεῖς. Ἐχειροτερεύσαμεν τὴν κατάστασίν του; Ποῦ εἶναι ἡ ἀπόδειξις; τί παρουσιάζετε δικαιολογοῦν τὸν διισχυρισμόν σας; Ἐχειροτερεύσαμεν τὴν κατάστασίν του ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν παρουσιάσαμεν ἐλλείμματα, δὲν συνομολογήσαμεν δάνεια διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας; Δὲν ἀπεδείχθη ἐνώπιόν σας, ὅτι, ἵνα ζήσωμεν ἡμεῖς, ἐπηρκέσαμεν διὰ τῶν τακτικῶν πόρων τοῦ ταμείου; Ἀληθῶς συνωμολογήσαμεν δάνειον, ἀλλ’ ἵνα πληρώσωμεν ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἐλάβομεν. Εἶναι τοῦτο ἐντελῶς ἀποδεδειγμένον καὶ ὅστις ἤδη τὸ ἀμφισβητεῖ, πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ ν’ ἀναιρέσῃ τοὺς δημοσιευθέντας ἀριθμούς. Ἡμεῖς ἐχειροτερεύσαμεν τὸ ταμεῖον, οἱ ὁποῖοι διατελοῦμεν ἔτι καὶ νῦν, ἵνα τηρήσωμεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος, ἵνα τὴν βοηθήσωμεν, πληρόνοντες ὅ,τι ὑπεσχέθημεν πρὸς τὰς δυνάμεις; Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν ἑταιρίαν τῆς ἀτμοπλοΐας, ἐφροντίσαμεν νὰ τῇ δώσωμεν 600 χιλιάδες δραχμῶν ἐκ τῶν ὀφειλομένων, καὶ οὐχὶ τὰ δημόσια πλοῖα, ὡς εἶπον, διότι ἐκεῖνα ἀντὶ 120,000 δραχμῶν μόνον ἐξεποιήθησαν; Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἐσπεύσαμεν νὰ πληρώσωμεν τὸ πρῶτον δάνειον τῆς ἐγκαταστάσεως τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ Κυβερνήσεως, διότι ἡ Ἑπτάνησος εὑρέθη ἄνευ λεπτοῦ; Ἡμεῖς, οἵτινες ἤδη πληρώνομεν καὶ τὰ δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, ἵνα ἐξοφλήσωμεν δάνεια ἄλλων; Ἐὰν ἀντιλογεῖτε, ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε τὸ ἐναντίον· ἄλλως δὲν πρέπει ὡς τίμιοι ἄνθρωποι νὰ ἐπαναλαμβάνητε, ὅτι ἡμεῖς ἐσπαταλήσαμεν· διότι, ἐκφέροντες μίαν κατηγορίαν καὶ μὴ ἀποδεικνύοντες αὐτήν, κατατάττεσθε εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, .... καὶ τὴν τάξιν αὐτὴν ἐγὼ δὲν χαρακτηρίζω ἤδη.

§104ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Συκοφάνται.

§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι τί θὰ μᾶς ἀποκριθῆτε, διότι ἕως τώρα δὲν εἴπατέ τι· ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ δὲν κατασοφιστεύονται. Ἠξεύρετε πότε μοὶ ἀποκρίνεσθε σπουδαίως σοβαρῶς καὶ ἀληθῶς; ὅταν μοὶ ἀντιτάσσητε ἀριθμοὺς, ὅταν ἀναιρέσητε τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς δημοσιευθέντας ὡς μὴ ἀκριβεῖς, ὅταν δύνασθε νὰ εἰπῆτε ὄχι, «δὲν εἶσθε ἀκριβεῖς συνωμολογήσατε δάνειον διὰ τὰς ἀνάγκην σας, καὶ δάνειον περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι συνωμολώγησαν πρίν· αὐξήσατε τὰ ἔξοδα καὶ ἐχειροτερεύσατε τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου.» Ἀλλὰ δὲν δύνασθε νὰ τὸ ἀποδείξητε. Δὲν λέγετε ἀλήθειαν, λέγοντες, ὅτι ἡμεῖς εἴμεθα οἱ αἴτιοι τῆς κακῆς καταστάσεώς μας. Ἡ κατάστασις αὕτη, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦτον, εἶναι κληρονομία, τὴν ὁποίαν εὕρομεν. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Κεχαγιᾶς νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι εἶναι κληρονομία, χρονολογουμένη ἀπ’ ἀρχῆς τῆς πολιτικῆς ὑπάρξεώς μας· καὶ ἤδη τὸ ἔκτοτε γινόμενον ἐὰν ἐπαναλάβωμεν, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην οὔτε φόρων, οὔτε δανείων. Τί ἐγίνετο ἔκτοτε; Δὲν ἐπληρώνοντο τὰ χρέη μας, ἐμένομεν ὀφειλέται καὶ ἑπομένως εἰς ἔλλειμμα. Ἂς μὴ πληρώσωμεν καὶ ἤδη ὅ,τι ὀφείλομεν, ἂς μὴ πληρώσωμεν τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπανάστασις μᾶς ἐπέβαλε, καὶ τότε καμμίαν ἀνάγκην δὲν ἔχομεν. Λοιπὸν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου ὑπῆρχεν ἔλλειμμα διαρκὲς, διότι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπλήρωνε τὰ χρέη της, καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ὑπερηύξησεν ἀπὸ τοῦ 1862, ἀφ’ ὅτου τὰ ἔσοδα δὲν ἐπήρκουν οὐδὲ εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδά μας, ὥστε ἐχειροτέρευσεν ἡ κατάστασίς μας. Ἀλλὰ, λέγουσι, τὴν ἀληθῆ κατάστασιν τοῦ ταμείου δὲν ἀπεκαλύψαμεν ἐγκαίρως, ἀπεπειράθημεν νὰ τὴν καλύψωμεν, πλὴν καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ὅτε κατὰ πρῶτον σᾶς παρουσιάσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν σᾶς εἴπαμεν, ὅτι προβλέπομεν τριῶν ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα, καὶ δὲν ἐπολεμήσαμεν τὴν ἰδέαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ὑπελόγιζεν εἰς 1½ ἑκατομμύριον τὸ ἔλλειμμα αὐτό; χθὲς ὑπεβλήθη ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπογεγραμμένη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου κ. Καλλιφρονᾶ, ὡς προέδρου, ἥτις τὸ ἔλλειμμα ὑπολογίζει εἰς 700,000 δραχ. μόνον, — ὁ κ. Καλλιφρονᾶς εἶναι λίαν ἀντιπολιτευόμενος, — ἡμεῖς δὲ τὸ ἔλλειμμα ἀναβιβάζομεν εἰς 3,000,000 δραχ. Ἐκρύψαμεν λοιπὸν ἡμεῖς τὴν κατάστασίν μας; ἐκρύψαμεν τὴν ἀλήθειαν; ἡμεῖς, οἵτινες χειροτέραν σᾶς παρουσιάζομεν αὐτὴν πάντοτε καὶ ἀπαισιοδοξότεροι εἴμεθα ὅλων ὅσοι ἐλάλησαν ἐνώπιόν σας; εἶναι δὲ ἀκατανόητον, πῶς σπουδαῖοι ἄνθρωποι ἀπέναντι τοιούτων γεγονότων, βεβαιωμένων διὰ δημοσίων ἐγγράφων δημοσιευθέντων, πῶς ἀπεφάσισαν νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἰδίας μομφὰς, τὰς ἰδίας ἰδέας, τὰς ἰδίας ὕβρεις, ἵνα μή τι ἄλλο ἤδη εἴπω, τὰς ὁποίας οἱ ἀριθμοὶ ἀπεδείκνυον ψευδεῖς! Καὶ ὅταν ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου εὑρίσκηται τοιαύτη, τί ἠθέλατε νὰ κάμωμεν, ἐν τῇ Κυβερνήσει ὄντες; Ἀλλά, μᾶς λέγουσι, δὲν προείδατε. Ἐρωτῶ πρῶτον, εἴμεθα ἡμεῖς ἀπόλυτος ἐξουσία μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν; Καὶ ἠδυνάμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους προσθέτους, ἠδυνάμεθα νὰ ἀποκόψωμεν θέσεις, νὰ διοργανώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν; ἠδυνάμεθα νὰ δανεισθῶμεν ἐκτὸς τοῦ νόμου; Προείδομεν ὅλα, ἀλλὰ τί ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν; Δὲν μᾶς ἦτο δυνατὸν τίποτε, ἐνόσῳ ἐλλείπατε. Προείδομεν τὴν κατάστασίν μας, καί, ὅσον ἐξηρτᾶτο ἐξ ἡμῶν, τὴν οἰκονομίσαμεν, καὶ ἐφροντίσαμεν συγχρόνως νὰ ἑδραιώσωμεν τὴν πίστιν μας. Ὅθεν, ἵνα τηρήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς τὰς δυνάμεις, κατεφύγαμεν εἰς τὴν Ἰόνιον τράπεζαν, καὶ αὐτὴ μᾶς ἐδάνεισε, καὶ ἤδη πληρώνωμεν τὸ δάνειον αὐτό· ἵνα καλύψωμεν ἑτέρας ἀνάγκας, κατεφύγαμεν εἰς ἐμπόρους, καὶ οὗτοι μᾶς ἐδάνεισαν χρήματα, καὶ ἤδη πληρώνομεν καὶ τὸ δάνειον αὐτό. Προείδομεν τὰ πάντα καὶ ἐπράξαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πράξωμεν τότε, ἵνα θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου, καὶ ἵνα μὴ καταστήσωμεν τὸ Κράτος ἀδύνατον, ὥστε νὰ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις του, διότι τότε εἶναι ἡ ἀληθὴς χρεωκοπία. Τί περισσότερον ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄνευ ὑμῶν; Ἀλλ’ ἐζητήσατε τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσετε δάνειον λέγουσι, καὶ σᾶς ἐδώκαμεν· διατί δὲν τὸ ἐπραγματοποιήσατε; Δὲν ἠμπορέσατε νὰ εὕρητε· ἐκρούσατε τὴν μίαν θύραν, ἐκρούσατε τὴν ἄλλην, ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐμπιστεύονται· καὶ λέγουσι τοῦτο οἱ ἀντίπαλοι, ἡμῶν, ἐπιχαίροντες, εὐχαριστούμενοι διὰ τὴν κακὴν κατάστασιν τῆς πατρίδος των, ὡσανεὶ ἡ ἀξιοπιστία ἑνὸς ἔθνους, ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τῆς διαβατικῆς Κυβερνήσεώς του καὶ οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ἔθνους αὐτοῦ. Εἴθε τὸ παράπτωμα νὰ ἦτο τῆς παρούσης μόνον Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχομεν πίστιν, καὶ πρέπει νὰ κλαίωμεν μᾶλλον. Δὲν ἔχομεν πίστιν, καὶ πότε εἴχατε πίστιν ἐν Εὐρώπῃ; Ἡμεῖς μὲν εἴχαμεν πίστιν ἐν Ἑλλάδι καὶ ηὕραμεν χρήματα, ἀλλ’ κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις ἐν Εὐρώπῃ δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε, καὶ δι’ ἄλλους ἔτι λόγους, διότι οἱ τόκοι τῆς προεξοφλήσεως ἀνεβιβάσθησαν ἐκεῖ εἰς 7% περίπου. Πῶς θέλετε λοιπὸν σεῖς νὰ εὕρητε χρήματα εἰς πολυετὲς δάνειον πληρώνοντες ἐπίσης 7%; Τὰ ἄλλα Κράτη πληρώνουσι τόκον μεγαλείτερον καὶ δὲν λαμβάνουσι πραγματικῶς τὴν ὀνοματικὴν ἀξίαν τοῦ χρέους, καὶ σεῖς θέλετε νὰ ἦσθε καλλίτεροι ὅλων; Ποῖος δὲ θέλει ἀποφασίσει νὰ δώσῃ τὴν περιουσίαν του εἰς ἡμᾶς, ἀφ’ οὗ κατὰ δυστυχίαν τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώπης καὶ ἰδίως τῆς Ἀγγλίας εἶναι κεκλεισμένα, καὶ ἐκλείσθησαν οὐχὶ μόνον ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀπέναντι τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, χρεόγραφα δὲ ὁποιαδήποτε, σκοποῦντα νὰ μεταφέρωσι κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν κυκλοφοροῦσιν εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ χρηματιστήρια; Καὶ εἴμεθα ἡμεῖς ἔνοχοι διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν; Ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν μᾶς ἐμπιστεύονται, διότι δὲν ἐκπληροῦμεν τὰ χρέη μας, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ νομίζουσιν, ὅτι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι· διὰ τοῦτο εἴμεθα ἡμεῖς ἔνοχοι; Ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκει χρήματα ἐσωτερικῶς νὰ δανεισθῇ, διότι σιτοδεία καὶ ἡ ἀτυχὴς συγκομιδὴ τῶν προϊόντων τῆς ἀφῄρεσε τὰ μέσα· μία ἀσθένεια, ἡ χολέρα ἐσταμάτησε τὴν κίνησιν τοῦ ἐμπορίου· ἡ κατάστασίς μας ἡ ἀνώμαλλος ἀπεδίωξε κατὰ μέγα μέρος τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἶναι δειλά, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν μεταβαίνουσιν ἐκεῖ ὅπου δὲν ἀπαντῶσι πλήρη ἀσφάλειαν. Πταίομεν διὰ ταῦτα πάντα ἡμεῖς;—Ὄχι. Πταίομεν, διότι δὲν ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἱστάμεθα δὲν εἶναι ἀσφαλές; Καὶ πῶς δύναται ποτε νὰ ὑπάρξῃ πεποίθησις τοιαύτη, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου οἱ ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως προμηνύωσι κινδύνους, στάσεις καὶ ταραχάς; Ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ βήματος τούτου ἠκούσατε χθὲς ἐπαναληφθείσας ἀπειλὰς παρομοίας· ἄλλοι δὲ, κάτωθεν τοῦ βήματος τούτου ἱστάμενοι, τὰς λαμβάνουσι καὶ τὰς διαδίδουσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας· καὶ ἠκούσατε βεβαίως ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι σήμερον ἢ αὔριον γίνεται τὸ κίνημα. Δὲν ἠκούσατε ὁριζόμενον πρὸς τοῦτο καὶ τὸν χρόνον, τὴν ὥραν, καὶ τὴν ἡμέραν;

§106Δ. ΖΩΤΟΣ. Τοὺς διαδίδετε διὰ τῶν ἐφημερίδων σας.

§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προχθὲς ἀκόμη μοὶ εἶπεν εἷς τῶν ἀξιοτίμων βουλευτῶν. «Ἤθελον νὰ μᾶς ἐμποδίσωσιν ἐρχομένους εἰς τὰς Ἀθήνας. Μὴ πηγαίνετε, μᾶς εἶπον, εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἡ ἐπανάστασις ὑφίσταται· ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει.» Προχθὲς εἷς σπουδαῖος τῆς ἀντιπολιτεύσεως δημοσιογράφος ἔλεγέ που· «Ἂν μὴ ἐπέλθῃ καταδικαστικὴ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου, μία νέα δεκάτη Ὀκτωβρίου ἐπίκειται· ἐὰν δὲ ἐπέλθῃ, θέλομεν ἔχει μίαν εἰρηνικὴν μεταβολὴν ὡς τὴν 3 Σεπτεμβρίου, διότι ἐπὶ κρατῆρος καθήμεθα». Εἶναι ἀληθῆ ταῦτα, ἔχουσιν ὑπόστασιν τινά; — Ὁμολογῶ ὄχι· ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἐν τῇ συνειδήσει σας δὲν ἔχουσί ποτε οὐδεμίαν ὑπόστασιν, εἶναι γελοῖα· ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, ὅστις δὲν γνωρίζει τὰ ψευδῆ αὐτὰ στρατηγήματα τῆς πολιτικῆς, ὁποῖον φέρουσι κλονισμόν; ἐνώπιον τῶν ἐμπόρων ὁποῖαι γεννῶνται ἀμφιβολίαι; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ καταστάσει δύνασθε νὰ ἔχητε κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι, ὅπως δὲν τὰ εὑρίσκουσιν οὐδὲ αἱ εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις; νομίζετε ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δύναται νὰ φέρῃ πλοῦτον εἰς τὴν Ἑλλάδα; Καὶ εἴμεθα ἡμεῖς αἴτιοι, οἱ ὁποῖοι φροντίζομεν νὰ κατασκευάσωμεν ὁδοὺς, νὰ συντηρήσωμεν τὴν τάξιν; Εἴμεθα ἡμεῖς ἔνοχοι διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου; ἡμεῖς, οἵτινες ἐκάμαμεν ὅ,τι ἐδυνάμεθα, ἵνα προλάβωμεν, ἵνα ἐμποδίσωμεν τὴν πρόοδον τοῦ κακοῦ, καὶ τὴν ἐμποδίσαμεν; Δὲν εἴμεθα ἔνοχοι ἡμεῖς, ἂν πάσχῃ ἤδη ὁ λαὸς, ἢ ἂν ὑποφέρῃ ἐξ αἰτίας τῆς κακῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων. Ἡμεῖς ὑποφέρομεν μόνον τὰς συνεπείας καὶ προσπαθοῦμεν νὰ προλάβωμεν τὰ κακὰ, προσπαθοῦμεν νὰ τὰ καλύψωμεν. Τί δὲ ἀπέδειξαν ἐναντίον μας; Θέλουσιν ἴσως σᾶς ὁμιλήσει περὶ πιστώσεων, ἀλλ’ αὗται δὲν ἀποβλέπουσιν ἔξοδα ἰδικά μας, καὶ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προεκαλέσαμεν, ἀλλ’ οἱ τῶν πρὸ ἡμῶν· θέλουσιν ἴσως σᾶς εἴπει περὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν φθαρτῶν κτημάτων, ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις αὗται προσδιορίζονται πρὸς ἐξόφλησιν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουσιν εἰς τρία ἐπέκεινα ἑκατομμύρια, ἐνῷ αἱ εἰσπράξεις δὲν ἀνέβησαν εἰς πεντακοσίας χιλιάδας δραχμῶν· ἐκάλυψαν λοιπὸν ἓν μέρος τῶν χρεῶν αὐτῶν καὶ δὲν ἐχρησίμευσαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου. Θέλουσι σᾶς εἴπει καὶ ἄλλα ἴσως· τίποτε ὅμως ἕως τώρα δὲν εἶπαν, διότι ὅσα κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἐγκαίρως παρ’ ἐκείνων ἐῤῥέθησαν, εὐθέως καὶ δι’ ἀριθμῶν ὑφ’ ἡμῶν ἀνεσκευάσθησαν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον τὸ παράπτωμα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπέδωκαν, ἵνα μᾶς ἀφαιρέσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην σας. Καὶ βεβαίως, καὶ μικρὰ ἀμφιβολία ἂν ὑπάρχῃ ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν, πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε ἀφ’ ἡμῶν τὴν ἐμπιστοσύνην σας, διότι πρέπει νὰ ᾖναι πλήρης ἡ πεποίθησις καὶ πλήρης ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς πρὸς Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἔχει τὴν τιμὴν νὰ διευθύνῃ τὴν τύχην τῆς πατρίδος. Ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα κακὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἀποδίδετε; Ἡ κακὴ διοίκησις, λέγουσι. Καὶ ποία εἶναι ἡ κακὴ διοίκησίς μας; τι ἐπράξαμεν, ἢ ποῖα γεγονότα ἀποδεικνύουσι τοῦτο; τί καθ’ ἡμῶν κατέθεσαν; Τίποτε· λόγους πομπώδεις, καλῶς συγκεκροτημένους, ἄνθη ποικίλα, ὡραῖα καὶ τερπνῆς φαντασίας γεννήματα καὶ κραυγάς. Ἰδοὺ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅλαι αἱ ἀποδείξεις κατὰ τῆς διοικήσεώς μας. Ἰδοὺ ὅλη ἡ ἱστορία τῶν σφαλμάτων ἡμῶν· Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εὕρομεν μυριάδα ὁλόκληρον φυγοδίκων. Καὶ φυγόδικοι τί εἶναι; εἶναι ἐχθροὶ τῆς κοινωνίας, διότι ἡ κοινωνία τοὺς καταδιώκει, ζητεῖ τὴν τιμωρίαν, καὶ πολλάκις τὴν κεφαλὴν των. Οἱ φυγόδικοι εἶναι ἡ πρώτη ἐμπρηστικὴ ὕλη εἰς χεῖρας τοιχοδιώκτου θέλοντος νὰ ταράξῃ τὴν τάξιν. Εὕρομεν 200 περίπου λῃστὰς δεσπόζοντας ὅλης τῆς γραμμῆς τῶν μεθορίων καὶ μέχρις ἐδῶ, τὸν στρατὸν ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ, καὶ ὅμως προέβημεν μετ’ ἐπιμονῆς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας, ἀλλὰ δὲν ἐπηρκοῦμεν· ἡ ἔλλειψις ἦτο πλήρης, ὅθεν καὶ ἡ λῃστεία δὲν κατεστράφη μὲν ἐντελῶς, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταστραφῇ, ἀλλὰ περιεστάλη καὶ σχεδὸν δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς δὲ τοῦ ἔτους μέχρι τοῦδε 50 λῃσταὶ ἐξωντώθησαν· 5 ἐπικίνδυνοι συμμορίαι κατεστράφησαν καὶ πολλαὶ ἑκατοστύαι ἐπικινδύνων φυγοδίκων συνελήφθησαν· χθὲς ἔτι εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης ἐφονεύοντο ὀπαδοὶ τοῦ Κίτσου, ἂν καὶ τὰ μέτρα δὲν ἐπέτυχον πλήρη, καὶ ἡ καταστροφὴ δὲν ἐπετεύχθη πλήρης. Εὕρομεν τὰ στοιχεῖα τῆς ἀταξίας ἐν πλήρει ζωῇ καὶ ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἄνευ μέσων καὶ ἰσχύος περιεστείλαμεν ἢ καταστρέψαμεν τὰ στοιχεῖα τῶν ἐγκλημάτων καὶ διεξαγάγωμεν εἰς τὰς πλέον δυσκόλους περιστάσεις ἐν πλήρη ἡσυχίᾳ καὶ τάξει τὰ δυσκολώτερα τῶν ἔργων μιᾶς Κυβερνήσεως. Πρὸ ἡμῶν ἐνθυμεῖσθε, ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Κ. Βούργαρη, ἐντὸς μηνὸς εἴχαμεν ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις μίαν ὀχλαγωγίαν καὶ μίαν στάσιν ἐν τῷ στρατῷ· καὶ ἡμεῖς ὁλόκληρον ἓν καὶ ἥμισυ ἔτος διετηρήσαμεν τὴν τάξιν, καὶ πλήρη τὴν ἐφαρμογὴν τῶν νόμων. Εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον κ. Δελιγιώργην, τὸν κ. Χριστόπουλον, τὸν κ. Κουρῆν, οἵτινες ἐν τῷ σχεδίῳ τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἀπαντήσεως, τὸ ὁποῖον συνέταξαν, ὡμολόγησαν ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ δυσκολώτερον καὶ τὸ σπουδαιότερον τῶν ἔργων, τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ἐν ἄκρᾳ νομιμότητι, ἐν πάσῃ εὐθύτητι καὶ πατριωτισμῷ. Πανηγυρικῶς λέγουσιν, ὅτι ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ συνάδελφοί μας, οἵτινες δὲν εἶναι φίλοι μας· παραπονέθησαν δὲ μόνον κατὰ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἂν ἡ κατάστασις αὐτῶν, ἂν ὄργανά τινα δημοτικὰ δὲν εὑρίσκονται ἐν καλῇ καταστάσει, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἔνοχοι. Ἡ κατάστασις μάλιστα αὕτη τῶν ἀρχῶν αὐτῶν προσέθετεν εἰς τὰς ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας εἴχαμεν, καὶ ηὔξανε τας δυσκολίας μας· διότι αὗται εἶναι ἐπιφορτισμέναι τὰς πρώτας ἐργασίας τῆς ἐκτελέσεως, καὶ εἶναι τὰ κύρια μέσα τῆς συντηρήσεως, τὰ στηρίγματα τῆς τάξεως καὶ τῆς καλῆς διοικήσεως· τὰ ὄργανα αὐτὰ μᾶς ἔλλειπον, διότι ἡ κατάστασις τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν εἶναι κακὴ, Διήλθαμεν δὲ ὅλας τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις καὶ ὅλας τὰς δυσκολίας ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ καὶ τάξει. Καὶ ἠξεύρετε διὰ τί· διότι ἀπέναντι τοῦ νόμου οὐδὲν ἄλλο ἐλάβαμεν ὑπ’ ὄψιν· ὅλαι αἱ διαδόσεις, αἱ ἀπειλαὶ, αἱ δυσκολίαι τῶν περιστάσεων δὲν μᾶς ἐτάραξαν, ὥστε νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ νόμου. Ὁ καλλίτερος καὶ ἀσφαλέστερος δρόμος, ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις εἶναι, εἴπομεν, ἡ τήρησις τῶν νόμων· τίποτε δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ· ἐντὸς τῶν νόμων πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν, ὅπου θέλομεν ἀπαντήσει ἀνταποκρινόμενα τὰ εἰρηνικὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, διότι οὕτω ἡ τάξις εἶναι ἀσφαλὴς, καὶ ἡ ἡσυχία βεβαία. Ἀπεδείξατέ που παραβίασίν τινα, παρανομίαν τινὰ; Ἔχομεν μάλιστα τοῦ ἐναντίου ἡμεῖς ἀπόδειξιν, τὴν ὁμολογίαν τοῦ ἐντίμου κ. Πετιμεζᾶ. Τώρα κατὰ πρῶτον ἐφηρμόσθη τὸ Σύνταγμα, καὶ τώρα κατὰ πρῶτον ἔχομεν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως, καὶ διὰ τοῦτο αἰσθανόμεθα τὴν εὐθύνην καὶ τὸ βάρος· τὰ πρὶν ἦσαν ψεύδη, εἶπεν ἐσχάτως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἔχομεν λοιπὸν ἀπόδειξιν καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν ἀδιαλλακτοτέρων ἐναντίον μας, ὅτι κατὰ τὰς ἐκλογὰς προσηνέχθημεν μὲ ὅλην τὴν νομιμότητα, ἐσεβάσθημεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, ὅτι ἐν γένει ἐφηρμόσαμεν τὸ Σύνταγμα, τὸν κύριον καὶ θεμελιώδη νόμον τοῦ κράτους, καὶ ἠσφαλίσαμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βήματος. Δὲν ἠδυνήθητε νὰ παρουσιάσητε οὐδεμίαν ἀπόδειξιν κατὰ τῆς διοικήσεώς μας, καὶ λέγετε καὶ ζητεῖτε νὰ μᾶς ἀφαιρεθῇ διὰ τοῦτο ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς. Ναὶ, κύριοι βουλευταὶ, κάμετέ το! Ἀλλ’ ἂν τὸ κάμητε, ἐνθυμήθητε, νὰ καταχωρίσητε ἐν τῷ διασκεπτικῷ τῆς ἀποφάσεώς σας τὰς μνησθείσας ὁμολογίας τῶν ἀντιπολιτευομένων, διὰ τὴν διαγωγήν μας κατὰ τὰς ἐκλογὰς καὶ τὸν σεβασμόν μας πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ταῦτα ἐν τῇ ἀποφάσει πρῶτον ἐγγράψαντες, κηρύξατε ὕστερον ὅτι κακῶς διῳκήσαμεν! Ἀλλ’ ἂν ἡ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι κακὴ, ἡμεῖς εἴμεθα αἴτιοι, ἢ σεῖς; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα, καὶ θέλομεν τὸ ἐξετάσει καθ’ ὅλα, διότι τῳόντι σήμερον δὲν κρινόμεθα ἡμεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡμεῖς καὶ σεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ ἔθνους· καὶ πρέπει νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος κατὰ τί πταίομεν ἡμεῖς καὶ κατὰ τί σεῖς. Ὁ λαὸς πάσχει, εἶναι εἰς ἀπελπιστικὴν κατάστασιν, λέγετε, καὶ πρέπει νὰ τὸν σώσωμεν. Ἡ σωτηρία τοῦ λαοῦ εἶναι ὁ πρῶτος νόμος, ἡ πρώτη ἀνάγκη· καὶ ἐν τούτοις τί πράττετε, τί συζητεῖτε, εἰς τί ἐνασχολεῖσθε; — Ἐνασχολεῖσθε, ἐὰν εἷς τῶν ἐγκαθέντων τοῦ ἀκροατηρίου συνελήφθη παρὰ τοῦ ἀστυνόμου, διότι ἐθορύβει, καὶ θέλετε αὐτὸ πρῶτον νὰ συζητήσωμεν, αὐτὸ νὰ προτιμήσωμεν, θέλετε νὰ ἐξασκήσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ νὰ ἐπιτηρήσητε εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Βεβαίως τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἱερὸν καὶ σπουδαῖον, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ Σύνταγμα χάνει τὴν ἀξίαν του. Βεβαίως ἔχετε χρέος νὰ φροντίζητε περὶ τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου καὶ νὰ τιμωρῆτε τοὺς παραβάτας ὑπουργούς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι σπουδαιότερον, ἢ ἡ ἐν γένει κατάστασις τοῦ λαοῦ; Αὐτὴν πρέπει νὰ προτιμήσητε, καὶ ὄχι ἂν εἷς φαυλόβιος ἀπεμακρύνθη τῆς πρωτευούσης! Μέχρι τοῦδε παρῆλθον 4 μῆνες· τί ἐπράξαμεν, ὁποῖον μέτρον ἐλάβαμεν διὰ τὸν λαόν; ἐξαντλούμεθα μόνον, εἰς ματαίας συζητήσεις. Λοιπὸν, κύριοι, ἂν πάσχῃ ὁ λαὸς, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα αἴτιοι. Ἡμεῖς ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν ὅπως τὸ ἐννοοῦμεν· σᾶς ὑπεβάλαμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνομίζαμεν, ὅτι ἠδύναντο νὰ φέρωσι θεραπείαν τινα· διότι ὁ λαὸς πάσχει οὐ μόνον οἰκονομικῶς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ διαφόρους ἄλλας ἐπόψεις. Κατὰ τὴν ἰδέαν μας, ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν νὰ κάμωμεν τὸ χρέος μας, καὶ σᾶς παρουσιάσαμεν τὰς ἰδέας μας, τοὺς σκοπούς μας· σεῖς δὲ τί ἐπράξατε; Ἡμεῖς πταίομεν, ἐνῷ σεῖς δὲν λαμβάνετε μέτρα ὑπὲρ τοῦ πάσχοντος λαοῦ; Ἡμεῖς πταίομεν, οἱ ὁποῖοι ἐπικαλούμεθα τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐνέργειάν σας, ἢ σεῖς, οἵτινες περὶ ἀναβολῆς, περὶ κανονισμοῦ, περὶ τιμωρίας δύω πταισάντων ὑπαξιωματικῶν καὶ περὶ τοιούτων ἄλλων ἀδιαφόρων ἀντικειμένων ἐνασχολεῖσθε; Ἡμεῖς πταίομεν ἢ σεῖς, οἵτινες ζητήματα ὑπουργικὰ μόνον θέτετε; Ἐννοῶ καὶ ἀποδέχομαι, θέλω μάλιστα τὸ πράξει, μεταβαίνων ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπολιτευομένου, ἐννοῶ τὴν συζήτησιν, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ Συντάγματος. Θέλω νὰ βασανίζωνται αἱ ἰδέαι, καὶ ἀπὸ τῆς βάσανου αὐτῆς νὰ ἐξέρχηται ἡ ἀλήθεια, ἥτις δύναται νὰ κυβερνήσῃ, καὶ ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀντιπροσωπεύων αὐτὴν, νὰ ᾖναι ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ ἔθνους, ὁ μέλλων νὰ διέπῃ τὴν τύχην του. Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν συζήτησιν, διότι ἐν αὐτῇ συνίσταται ἅπασα ἡ ἀξία τοῦ συνταγματικοῦ συστήματος· ἀλλὰ τὴν ἀπραξίαν, τὴν παραλυσίαν δὲν τὴν ἐννοῶ. Τοιαύτη ἐνέργεια εἶναι ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον δὲν εἰμπορῶ νὰ ὀνομάσω. Ὅταν δὲν θέλετε νὰ συζητήσητε τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπεβάλαμεν, ἀλλὰ δι’ ὅλων τῶν μέσων ἀποφεύγετε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν, δὲν ἀντιπολιτεύεσθε, δὲν ὑπηρετεῖτε τὴν πατρίδα· παραλύετε τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, καὶ οὕτω παραλύετε τὸ ἔθνος. Χθὲς στεντορείᾳ τῇ φωνῇ μᾶς ἐζητεῖτο ὁ λόγος, διατὶ δὲν φέρομεν κεφάλαια ξένα. «Ὑπάρχουσι κεφάλαια, πολλὰ κρούουσι τὰς θύρας μας, καὶ σεῖς ὑπνώττετε, μᾶς ἔλεγον· εἶσθε ἀνίκανοι.» Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐνώπιόν σας μία σύμβασις λίαν σπουδαία, ἡ περὶ Κωπαΐδος; Ἂν παραδεχθῆτε αὐτὴν, θέλετε ἔχει κεφάλαια, πολιτισμὸν, ἐπιστήμην καὶ ἐργασίαν. Ἔλαβε τὴν τύχην ἡ σύμβασις αὐτὴ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν; νὰ μελετηθῇ κᾂν; Ἐν τούτοις ἐνασχολεῖσθε εἰς ἐπερωτήσεις. Ἔπρεπε νὰ προτιμηθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἐπιτύχῃ, θέλει συνδέσει τὰ συμφέροντά σας πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς Εὐρώπης, καὶ θέλει κάμει ὥστε τὰ κεφάλαια τῆς Εὐρώπης νὰ μὴ φοβῶνται νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα, καὶ οὕτω θέλει σᾶς ἀνοίξει ἴσως τὰς πύλας τῶν χρηματιστηρίων. Ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν καὶ αὐτὴν τὴν σύμβασιν· ἀλλὰ σεῖς τὶ πράξατε; —Προετιμήσατε τὰς ἐπερωτήσεις καὶ τὰ ὑπουργικὰ ζητήματα, ὁ δὲ ἔντιμος φίλος μου κ. Πετράκης ἐλυπήθη πολὺ, διότι δὲν συνεζητήθη εἰσέτι ἡ ἐπερώτησίς του περὶ τοῦ ἀνθρώπου ἐκείνου, ὃν ἡ ἀστυνομία ἐδίωξε.

§108ΠΕΤΡ. ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ. Ὑπὲρ τοῦ νόμου ὡμίλησα.

§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπὲρ τοῦ νόμου. Βεβαίως ἡ τήρησις τοῦ νόμου θὰ φέρῃ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, καὶ χρέος μας ἀπαραίτητον εἶναι νὰ φροντίζωμεν περὶ τοῦ νόμου· ἀλλὰ χρέος ἐπίσης ἀναντίῤῥητον εἶναι νὰ προτιμήσωμεν τὰ γενικὰ συμφέροντα. Ἔχομεν πάσχοντα τὸν λαὸν ὁλόκληρον, περὶ τοῦ ὁποίου τόσον ἐνδιαφερόμεθα καὶ τόσα δάκρυα ἐχύσαμεν· περὶ τῆς τύχης καὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ πρέπει πρῶτον νὰ φροντίσωμεν, καὶ ν’ ἀφήσωμεν αὐτὰ τὰ ἀτομικὰ καὶ τὰ μερικὰ ζητήματα, τὰ ὁποῖα βεβαίως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν μὲ τὸν καιρὸν ὕστερον, διότι ὁ πρῶτος νόμος εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ λαοῦ.

§110ΖΩΤΟΣ. Ἡ τήρησις τοῦ νόμου εἶναι τὸ γενικώτερον ζήτημα.

§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, αἱ μομφαὶ, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμῶν ἀπηυθύνθησαν, εἶναι ἄδικοι, διότι δὲν εἶναι ἀληθεῖς. Νομίζω, ὅτι οἱ ἐναντίοι ἡμῶν ὤφειλον νὰ ἀποδείξωσι τοὺς ἰσχυρισμοὺς αὑτῶν. Ἐδέχθημεν κληρονομίαν κακίστην, καὶ εἰς τὰς χεῖράς μας ἤδη αὐτὴ ἡ κληρονομία ἐβελτιώθη, καὶ ἐνόσῳ δὲν ἀποδείξετε σεῖς τὸ ἐναντίον διὰ πραγμάτων, ὅπως τὸ ἀποδεικνύομεν ἡμεῖς, ἐνόσῳ τοὺς λογαριασμούς σας δὲν στηρίζετε εἰς ἀριθμοὺς, ἐνόσῳ δὲν φέρετε γεγονότα, δὲν φέρετε πράγματα, δύνασθε μόνον ὡραίους λόγους ν’ ἀπαγγέλλητε καὶ πομπώδεις, ἡ ἀλήθεια ὅμως θέλει μένει ὑπὲρ ἡμῶν πάντοτε· σεῖς δὲ θέλετε θεωρεῖσθε..... Τὸ ζήτημα ἔλαβεν αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα, ἵνα λησμονηθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀξία, διότι δὲν συζητοῦσιν ἤδη τὴν ἐσωτερικὴν αὐτοῦ ἀξίαν, ἀλλὰ τὴν σχέσιν του πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Βαλαωρίτης, δριμύτερος ὅλων τῶν καθ’ ἡμῶν, εἶπεν, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, «τὸ νομοσχέδιον εἶναι φῶς, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται κανεὶς ν’ ἀποκρούσῃ, διότι αἱ ὁδοὶ εἶναι αἱ ἀρτηρίαι καὶ αἱ φλέβες τοῦ ἔθνους· κανεὶς λοιπὸν δὲν θέλει ν’ ἀποξηρανθῶσι· τὸ νομοσχέδιον εἶναι ὠφέλιμον, τὸ ἀποκρούομεν ὅμως διότι δὲν χαίρετε τὴν ἐμπιστοσύνην μας· τὸ νομοσχέδιον θὰ σᾶς φέρῃ πόρους, ἀλλὰ δὲν θέλομεν νὰ σᾶς δώσωμεν αὐτούς.» Μεταξὺ τῶν παραδόξων, ἅτινα ἠκούσαμεν, τὸ παραδοξότερον εἶναι ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν μᾶς ἀπηύθυναν, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐφέραμεν, σκοπὸν ἔχουν νὰ παρατείνωσι τὴν ζωήν μας. Ἀλλὰ πρὸ μικροῦ εἷς ἔντιμος καὶ πεπειραμένος βουλευτὴς, ὁ κ. Βότσαρης, ἐνώπιον καί τινων ἄλλων μοὶ εἶπε· «δὲν ἐνοῶ πῶς σεῖς δι’ αὐτῶν προκαλεῖτε ἀντιδράσεις καὶ ἀντιπολιτεύσεις, ἐνῷ ἔπρεπε τὸ ἐναντίον νὰ πράξητε.» Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σᾶς παρουσιάσαμεν, προσβάλλουσι συμφέροντα, προσωπικὰ καὶ ἐπαρχιακὰ, τὰ ὁποῖα διεγείρουσιν ἀντιπαθείας καὶ ἀντιδράσεις· δὲν γνωρίζετε ὅτι ἡ πλειοψηφία ἐκ τούτων ἐπηρεάσθη; δὲν γνωρίζετε πόσα διηγέρθησαν παράπονα; Ἡμεῖς ὅμως ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωμεν ἐνώπιον αὐτῶν. Ἦτον εὔκολον νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι καὶ νὰ μὴ ἀκούσωμεν παράπονα. Ἰδοὺ ὁ τρόπος, ἂν ἠθέλαμεν νὰ συντηρηθῶμεν· καὶ ὅμως δὲν ἐπράξαμεν οὕτω, διότι τὸ ἐνομίσαμεν ἐναντίον τῶν καθηκόντων καὶ τῆς θέσεώς μας· ἐνομίσαμεν, ὅτι ὠφείλαμεν, ἀδιαφοροῦντες πρὸς ὅλους τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους ἔμελλε νὰ διατρέξωμεν, νὰ φέρωμεν ἐνώπιόν σας ὅλας τὰς ἰδέας μας, ὅλας τὰς πεποιθήσεις, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου καὶ τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ· ἐφέραμεν ἓν σύστημα πλῆρες καὶ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους καὶ δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας. Ἡ διοίκησις χωλαίνει, ἡ οἰκονομία δὲν εὑρίσκεται καλῶς, ἡ παιδεία προσκόπτει, ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην διαῤῥυθμίσεως, ἔπρεπε νὰ προβλέψωμεν καὶ νὰ ἐξαγάγωμεν τὴν πατρίδα ἐκ τῶν δυσκολιῶν. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν δέχεται τίποτε· ἀποκρούει τὰς οἰκονομίας, δὲν ἐγκρίνει τὰ δάνεια, δὲν συζητεῖ τοὺς φόρους. Ἐγὼ προτιμῶ καὶ σᾶς συμβουλεύω νὰ προτιμήσητε πάντοτε καὶ σεῖς τοὺς φόρους ἀντὶ δανείων· τὰ δάνεια εἶναι κακὸν, ἐπιβαρῦνον καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, αὐξάνον τὰς δυσκολίας καὶ ἀφαιροῦν τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν παραγωγήν. Κατεφύγαμεν ἀληθῶς καὶ ἡμεῖς εἰς δάνεια, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄλλως· οὕτω θέλετε πράξει καὶ σεῖς εἰς παρομοίας περιστάσεις. Ἀλλ’ ἠξεύρετε πόσου δανείου ἔχετε ἀνάγκην διὰ νὰ ἔχητε προϋπολογισμὸν ἀσφαλῆ; 12 ἑκατομμυρίων, διότι μέχρις αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ ἀναβιβάζονται τὰ κινούμενα χρέη σας, καὶ τὰ χρέη αὐτὰ πρέπει ν’ ἀντικαταστήσητε διὰ παγίων. Δὲν ἐκάμαμεν ἡμεῖς αὐτὰ τὰ χρέη, ἀλλὰ θέλομεν νὰ τὰ τακτοποιήσωμεν, διότι τὰ τοιούτου εἴδους χρέη καὶ δυσκολίας φέρουσι καὶ εὐθύνας καὶ κινδύνους. Ἐκ τῶν ὑποβληθέντων δὲ μέτρων μας οἱ μὲν φόροι καὶ αἱ οἰκονομίαι ἔχουν σκοπὸν διαρκῆ, ἔχουν σκοπὸν νὰ τακτοποιήσωσι τὸ παθητικὸν καὶ τὸ ἐνεργητικόν σας, νὰ σᾶς φέρωσιν εἰς ἐντελῆ ἰσοῤῥοπίαν. Ἀλλ’ ἔχομεν παρελθούσας πληγὰς, ἔχομεν ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα οἱ μέλλοντες φόροι δὲν θὰ καλύψωσι, καὶ τὰ ὁποῖα ηὔξησεν ἡ τελευταία κατάστασις τῆς παραγωγῆς καὶ ἡ ἀφορία. Τὸ τελευταῖον ἔλλειμμα ἐκάλυψεν ἐν μέρει τὰ ἔσοδα τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ τρέχοντος, ἀλλ’ αὐτὰ χρησιμεύουσι συνήθως ὡς ἐφόδια τοῦ μέλλοντος, τὸ ὁποῖον θὰ τὰ ὑστερηθῇ. Ἔχετε λοιπὸν ἀνάγκην ἐκτὸς τῶν φόρων καὶ δανείων, ἵνα οἰκονομήσητε αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν, ἄλλως πρέπει νὰ φροντίσητε ν’ ἀποδώσητε εἰς τὴν κοινωνίαν ὅσα τῆς ἀφηρέσατε, λαβόντες τὰ χρήματα τῆς Τραπέζης. Τὸ νομοσχέδιον ἄρα αὐτὸ δὲν εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς, ἀλλὰ τὸ πεδίον τῆς μάχης. Ἔπρεπε νὰ ἐκλέξετε ἄλλο, καὶ οὐχὶ τὸ ὠφελιμώτερον διὰ τὸν τόπον· καὶ ὅμως μετ’ εὐχαριστήσεως δεχόμεθα τὴν πάλην καὶ εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Τί σκοπεύει αὐτό; Μᾶς λέγουσιν, ὅτι δολίως τὸ ἐφέραμεν, ὅτι ἠθέλαμεν νὰ σᾶς ἐξαπατήσωμεν, ἵνα πλαγίως αὐξήσωμεν τοὺς φόρους καὶ εὐκολύνωμεν τὰς ἀνάγκας μας. Τί σκοπεύει λοιπὸν τὸ νομοσχέδιον αὐτό; Κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον, εἶναι ἀδύνατον νὰ ἔχωμεν ποτὲ ὁδούς· κατ’ αὐτὸ, θέλει ἐξοδεύεσθαι διὰ τὰς ὁδοὺς ὅ,τι περισσεύει· ἀλλ’ οἱ πόροι μας εἶναι μικροὶ αἱ δὲ ἀνάγκαι μας μεγάλαι· ἑπομένως τίποτε δὲν περισσεύει ἢ ὀλίγον περισσεύει, καὶ ὀλίγον κατὰ συνέπειαν γίνεται διὰ τὰ δημόσια ἔργα. Εἶμαι φίλος φύσει τῶν δημοσίων ἔργων. Ὅτε ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ εἶχον χρήματα, ἐξώδευσα 7 ἑκατομμύρια διὰ δημόσια ἔργα, καὶ ἤδη ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου ἐξωδεύσαμεν μ’ ὅλας τὰς στενοχωρίας μας 350,000 δραχ. δι’ αὐτὰ, ποσὸν ὅπερ εἰς ὀλίγα ἔτη καὶ μᾶλλον εὐτυχῆ ἄλλοτε ἐξωδεύθη. Ἐνόσῳ δὲ τὰ δημόσια ἔργα περιλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἡ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, δὲν θέλει κατορθώσει μεγάλα πράγματα, διότι ὀφείλει νὰ φροντίσῃ πρῶτον πῶς νὰ ζήσῃ καὶ ἔπειτα πῶς νὰ ἐξοδεύσῃ διὰ τὰς ἄλλας ἀνάγκας. Ὁδοὶ καὶ γέφυραι λοιπὸν δὲν ὑπάρχουσιν, οὐδὲ θέλουσιν ὑπάρξει· οἱ ἄνθρωποι πνίγονται εἰς τοὺς ποταμοὺς καὶ κατακρημνίζονται εἰς τὰς φάραγγας. Τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ κακὸν ἠθέλαμεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν. Τί ἔπρεπε νὰ κάμωμεν; — Ὅ,τι ὁ κοινὸς λαὸς, ὁ ἁπλοῦς κόσμος μᾶς ὑπέδειξε πρὸ πολλοῦ. Δὲν ἠρκέσθη εἰς τοὺς φόρους τοῦ δημοσίου, εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὅταν εἶχε νὰ θεραπεύσῃ ἀνάγκην, ἀλλ’ ἐπέβαλεν εἰς ἑαυτὸν φόρον καὶ ἐθεράπευε τὴν ἀνάγκην. Οὕτω κατεσκευάσθησαν τόσοι λιμένες. Τὸ σύστημα αὐτὸ περίπου νὰ βάλωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς ἐνέργειαν αἰτοῦμεν, νὰ συστηθῇ δηλαδὴ ἰδιαίτερον ταμεῖον πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἕως τώρα εἴχαμεν ἀγγαρίαν, τῆς ὁποίας ὅλα τὰ κακὰ ἐξηγήθησαν. Ἡ ἀγγαρία ἐπιβάλλεται ἀναλόγως τῶν προσώπων καὶ οὐχὶ τῆς περιουσίας· ἡμεῖς προτείνομεν τὸ ἐναντίον, τὸ ἀληθὲς σύστημα· ἑπομένως ἀπαλλάττομεν τοὺς πτωχοὺς καὶ ἐπιβαρύνομεν τοὺς πλουσίους· ἄλλως ἡ ἀγγαρία ἀπεδείχθη μέσον ὅλως ἀκατάλληλον πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν τὸ θέλετε, διότι δὲν θέλετε ὁδοὺς, ἢ διότι δὲν πιστεύετε, ὅτι θὰ κάμῃ καλὴν χρῆσιν ἡ Κυβέρνησις; Ἐναντίον ὅλων τῶν Κυβερνήσεων τῆς πατρίδος σας ἔχετε αὐτὴν τὴν δυσπιστίαν καὶ εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς ἔτι; Δὲν ἐλπίζετε νὰ κυβερνήσητέ ποτε; Δὲν εἶναι σπουδαία, μοὶ φαίνεται, ἡ ἀντίῤῥησις αὕτη, δότι δὲν πρόκειται νὰ δώσητε εἰς ἡμᾶς πόρους, ἀλλὰ νὰ θεραπεύσητε διαρκεῖς ἀνάγκας, καθόσον πρόκειται νὰ διατηρήσητε τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἕως οὗ ἔχετε ἀνάγκην δημοσίων ἔργων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ πλέον εἰς τὴν ἐξέτασιν ζητήματος ἐξαντληθέντος· ἐπαναλαμβάνω μόνον, ὅτι οἱ σκοποί μας δὲν ἦσαν καθαρῶς φορολογικοί· ἠθέλαμεν ν’ ἀσφαλίσωμεν πόρους πρὸς σκοπὸν λίαν ἐπωφελῆ. Ἐκ προοιμίων δὲ λέγω, ὅτι δὲν σκοπεύομεν ν’ ἀποκρούσωμεν πᾶν μέτρον, τὸ ὁποῖον τείνει ὥστε αἱ ἐπαρχίαι νὰ ἀπολαύσωσι τὰ ἀγαθὰ, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται εἰς αὐτὰς τὸ νέον σύστημα· ἐπιμένω μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν. Δὲν ἀρνοῦμαι δὲ, διότι πολλάκις τὸ ἐπανέλαβον, ὅτι ἡ παραδοχὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ θέλει ἀπαλλάξει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐξόδου, τοῦ διὰ τὰ δημόσια ἔργα προωρισμένου. Ἀλλ’ ἂν ἀποκρούσητε τὴν ἀρχὴν, θέλομεν λυπηθῆ, διότι ἀπόλλυται ἓν καλόν. Ἂν εἴπητε ὅμως ὅτι δὲν ἔχετε πλέον ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς, δὲν θέλομεν λυπηθῆ· ἐπαναλαμβάνω μάλιστα καὶ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Λομβάρδος ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέφερε, δὲν θέλομεν πολεμήσει δι’ ὁμοίου τρόπου τοὺς διαδόχους μας. Πολλάκις, κύριοι, ἐπεθύμησα καὶ τὸ ἐπεζήτησα σπουδαίως, ὥστε ἡ ἀντιπολίτευσις ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ πολλὰ ἐκ τῶν ἐντίμων αὐτῆς μελῶν τὸ γνωρίζουσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἠμπόρεσα ν’ ἀπευθυνθῶ εἴς τινα, εἶναι διότι ἐν τῷ μέσῳ τῆς πολυκεφάλου αὐτῆς Ὁμοσπονδίας, δὲν διέκρινα ἐξοχὴν, δὲν ἔβλεπα πρόγραμμα, ἀλλὰ ἁπλᾶς κατηγορίας καὶ μομφάς. Ἐπιθυμῶ καὶ ἐπεθύμουν πάντοτε νὰ ἴδω τὴν ἀντιπολίτευσιν μὲ τὸν ἀρχηγόν της καὶ μὲ τὸ πρόγραμμά της· ἐπεθύμουν νὰ ἤρχετο ἐδῶ, νὰ ἔφερε τὰς ἰδέας της νὰ τὰς συζητήσωμεν, καὶ ἂν αὗται παρεδέχοντο ὡς ἀληθεῖς καὶ καλλίτεραι, νὰ ἀναλάβῃ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, τότε μετ’ εὐχαρίστου πεποιθήσεως ἤθελον ἰδῆ αὐτὴν ἀνερχομένην εἰς τὴν ἐξουσίαν. Λυποῦμαι, διότι δὲν ἠκολούθησε τὸν δρόμον αὐτόν· ἐκτὸς τοῦ κ. Ἰακωβάτου, ὅστις ἔφερε μίαν ἰδέαν, καλὴν ἢ κακὴν ἀδιάφορον, καμμίαν ἄλλην ἰδέαν δὲν ἔφερεν ἀκόμη ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ μομφὰς καὶ κατηγορίας, διαμαρτηρήσεις περὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸν νόμον, ἐνῷ ἀντὶ τούτων ἔχομεν ἡμεῖς τὴν ὁμολογίαν σας περὶ τοῦ σεβασμοῦ μας αὐτοῦ. Ἂς ἔλθῃ ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ἔλθῃ, διότι δὲν ἐννοῶ ἄλλον ὡς διάδοχόν μας, παρὰ τὴν καθαρὰν ἀντιπολίτευσιν· αὐτὴ εἶναι δυνατὸν κατὰ τὰς δυσκόλους περιστάσεις ἐν αἷς εὑρισκόμεθα νὰ διοικήσῃ ἀνθ’ ἡμῶν, διότι αὐτὴ ἔχει ἰδίαν ὕπαρξιν. Αὐτὴ λοιπὸν πρέπει νὰ ἔλθῃ, ὅταν ἀπολέσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν καὶ κηρυχθῶμεν ὡς παρηκμακότες. Ἂν δὲ ἔλθῃ, βεβαίως δὲν θέλω καταφύγει εἰς κανὲν μέτρον τεῖνον νὰ παραλύσῃ αὐτήν· θὰ συζητῶ τὰς ἰδέας της, θὰ τὴν κατακρίνω, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ προσπαθήσω νὰ διακόψω τὴν πορείαν της, καὶ νὰ παραλύσω τὴν ἐνέργειάν της· νὰ τὴν κρατήσω εἰς ἀδράνειαν, ὅπως αὐτὴ ἔπραττε, διότι ἡ ἀνδράνεια τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀδράνεια καὶ παραλυσία τῆς ζωῆς τοῦ ἔθνους. Ποτὲ δὲν θέλω κάμει ἀντιπολίτευσιν τοιαύτην, καὶ εἴθε ποτὲ νὰ μὴ γείνῃ εἰς τὴν πατρίδα μου, ποτὲ ἄλλοτε τοιαύτη. Ἡ ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ νικᾷ διὰ τῆς ὀρθότητος τῶν ἰδεῶν της· ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, διότι ἐνθυμεῖσθε τί εἶπε προχθὲς ὁ κ. Κουρῆς· «Παραιτηθῆτε, διότι προσκόπτετε· ἀφήσατε τὰς ἕδρας σας, διότι δὲν σᾶς ἀφίνομεν νὰ κάμητε βῆμα.» Ὄχι! Δὲν ἐννοῶ, οὔτε θέλω ἀκολουθήσει τὸ σύστημα αὐτό· δὲν θέλω τὴν Κυβέρνησιν νὰ τὴν ῥίψω παραλύων αὐτήν· δὲν θέλω νὰ καταστρέφω τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ν’ ἀντικαθιστῶ τὰ πρόσωπα δι’ ἄλλων, ἅτινα θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι καλλίτερα καὶ ἐπωφελέστερα δύνανται νὰ κυβερνήσωσιν· ἡ Κυβέρνησις ὡς Κυβέρνησις πρέπει νὰ μένῃ ἐν ὅλῃ τῇ ἰσχύϊ καὶ τῇ ἀξιοπρεπείᾳ της. Λοιπὸν ἂς ἔλθῃ, ἐὰν ἦναι ὥρα νὰ ἔλθῃ, ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ ἂς ᾖναι βεβαία, ὅτι θέλει ἔχει πᾶσαν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν ὡς ἀντιπολιτεύσεως νομίμου καὶ ἀγαπώσης τὴν πατρίδα, οὐχὶ τὴν ἐξουσίαν· θέλομεν φροντίσει νὰ τὴν ἀνατρέψωμεν, ὅταν ἀποδειχθῇ κακή, ἀλλ’ ὄχι νὰ τὴν παραλύσωμεν, νὰ τὴν ἐμποδίσωμεν νὰ βαδίζῃ ὡς καὶ νὰ διοικῇ.

§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐχαριστοῦμεν, Κύριοι, τὸν ἀξιότιμον πρωθυπουργόν, διότι καλεῖ τὴν ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὡς εἶναι εἰς αὐτὸν γνωστὸν, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ παραλάβῃ, δι’ αὑτοῦ τὴν ἐξουσίαν, ἐπιθυμεῖ τὴν ἐξουσίαν νὰ τὴν παραλάβῃ ὅταν ὑπάρχωσιν ὅλοι οἱ Συνταγματικοὶ ὅροι, τοὺς ὁποίους ἔθεσε τὸ ἔθνος, ὅταν ὑπάρξῃ πλήρης πεποίθησις, ὅτι τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἔλευσις εἶναι ἀναγκαία ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Διότι, ὡς ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ προσηκόντως νὰ διοικήσῃ τὸ Κράτος, ἀπαιτεῖται πλήρης πρὸς αὐτὴν ἐμπιστοσύνη καὶ πλήρης ἐξουσία. Δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ τόπου, εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν οὗτος εὑρίσκεται σήμερον, εἶναι δυσχερεστάτη, ὅτι χρειάζονται μέγισται δυνάμεις καὶ πολὺ μεγάλαι θυσίαι, ὅπως ὁ τόπος κυβερνηθῇ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους, συντηρούμενος μὲν ἐνῷ διακινδυνεύει, προαγόμενος δὲ ἐνῷ ἐσταμάτησε καὶ ὀπισθοδρομεῖ (εὖγε, εὖγε ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσετε. Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν δι’ ὅσα εἶπε περὶ προγράμματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, χρεωστῶ νὰ ἐκπλαγῶ διὰ τὴν πρόκλησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς αὐτὴν, πρῶτον μὲν διότι, καίτοι ἱστάμενος ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, ἀγνοεῖ τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἔπειτα δὲ, καίτοι πολιτικὸς ἀνὴρ, καὶ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως, ἐφαντάσθη, ὅτι εἶναι δυνατὸν ποτε εἰς τὰ Συνταγματικὰ Κράτη, ὁ ἀγὼν νὰ γείνῃ μεταξὺ ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως, ὅπως τὸν παρέστησε· δηλονότι αἱ δύω μερίδες νὰ προσέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βήματος, νὰ καταθέσωσι τὸ πρόγραμμά των, νὰ γείνῃ συζήτησις περὶ αὐτοῦ καὶ ἡ πλειονοψηφία ν’ ἀποφασίσῃ. Αἱ δύω μερίδες ἐν παντὶ ἔθνει συνταγματικῷ ἔχουσιν ἱστορίαν, καὶ ἂν διὰ νὰ ὑπερασπίσωσιν ἑαυτοὺς οἱ πρωθυπουργοὶ, ἀναβαίνοντες εἰς τὸ βῆμα λησμονοῦν τὴν ἱστορίαν ἡ ὁποία τοὺς παρακολουθεῖ, οἱ ἔχοντες ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ κρίνουν περὶ τῶν προγραμμάτων τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν τὴν λησμονοῦν. Ἡ πολιτικὴ τῶν κυβερνώντων καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ δικασθῇ προσηκόντως, ὅταν οἱ δικασταὶ δὲν παρακολουθοῦν τὰ γεγονότα, ὅταν προσηλόνουν τὴν προσοχὴν αὐτῶν μόνον εἰς μεμονωμένα ζητήματα. Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἔχομεν τοιαύτην ἰδέαν περὶ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν προγραμμάτων αὐτῶν· καὶ ἐὰν εἴχομεν, δὲν ἠθέλαμεν ἀντιταχθῆ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις εἶναι τόσον ἐπαγωγός. Ἡ ἀντιπολίτευσις γινώσκει, ὅτι οἱ ὡραιότεροι νόμοι δυνατὸν νὰ στολίζωνται ὑπὸ ἐπιγραφῶν κομψοτάτων, ἀλλ’ ὅταν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, δὲν ἀφίνουν τὸ παραμικρὸν ἴχνος προόδου, πολλάκις μάλιστα, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δύνανται νὰ γίνωσι καὶ ἀφορμὴ ὀπισθοδρομήσεως. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἐπετέθη λάβρος κατὰ τῶν συναδέλφων Ἑπτανησίων ὅσοι ἐτόλμησαν νὰ προσβάλωσι τὴν πολιτικὴν αὐτοῦ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἄλλος τις παρεξενεύθη, ἐγὼ ὅμως διόλου διότι γνωρίζω, ὅτι ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο συνειθισμένος ῥόδα πάντοτε παρὰ τῆς Ἑπτανήσου νὰ λαμβάνῃ. Καὶ ὅταν εἰς τὴν Συνέλευσιν, εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη νὰ θέσῃ τὰ θεμέλια τοῦ μέλλοντος τῆς Πατρίδος, συνήχθησαν οἱ ἀπεσταλμένοι τῆς Ἑπτανήσου, κατώρθωσε νὰ σαγηνεύσῃ τὰς συνειδήσεις τοῦ μεγαλειτέρου μέρους.

§113ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο τὸ καθῆκόν μας νὰ συνταχθῶμεν μὲ μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ φέρῃ τὴν τάξιν.

§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠξεύρω καλλίτερα νὰ σᾶς δικαιολογήσω ἐγὼ παρ’ ὅτι σεῖς τὸν ἑαυτόν σας· (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου), διότι ἴσως σεῖς δὲν ᾐσθάνθητε τὴν δικαιολόγησιν τὴν ὁποίαν ἐγὼ ᾐσθάνθην καὶ τὴν ὁποίαν πρὸ ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον ὑπὲρ τῶν ἀντιπροσώπων τῆς Ἑπτανήσου. Ναί, Κύριοι, ἐσαγήνευσε, λέγω, διότι τοῖς προέταξεν ὡς δέλεαρ τὸν πατριωτισμόν των· τοῖς εἶπεν, ἔχετε πολλὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, οὔτε ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἑλλάδος, καὶ ταῦτα σᾶς ὑπόσχομαι νὰ τὰ διατηρήσω, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ μὲ ἀκολουθήσετε· καὶ αὐτοὶ, δελεασθέντες ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τούτου, τὸν ἠκολούθησαν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους πάντοτε μετ’ αὐτοῦ σύμφωνοι καὶ εἰς πάντα. Ἀλλ’ ἴσως ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις δικαιολόγησις ὑπὲρ τῆς μερίδος ἐκείνης εἰς ἣν ἀνήκει ὁ ἀξιότιμος διακόπτων με, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Ἑπτανήσου μίαν μόνην ἰδέαν ἐλάτρευσε, τὴν τῆς ἑνώσεως, καὶ ὅτι, πρώτην φορὰν ἀφεθεῖσα ἡ Ἑπτάνησος εἰς αὐτὴν, ἠγνόει ἐντελῶς τοὺς ὅρους, κατὰ τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ πολιτευθῇ. Περιπλέον δὲν εἶχεν ἀκόμη τότε ἀφορμὴν νὰ ἐξυπνίσῃ, καθότι τ’ ἀποτελέσματα μιᾶς κακῆς πολιτικῆς δὲν εἶχον φθάσει ἀκόμη μέχρις αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων μετεβλήθη· ἔκτοτε παρῆλθεν ἀρκετὸς χρόνος· ἡ αὐτὴ πολιτικὴ ἐξακολουθεῖ νὰ διοικῇ καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἔφθασαν μέχρι τῆς Ἑπτανήσου. Δὲν θέλω ἀδικήσει ποτὲ τὸν Κ. πρωθυπουργὸν, οὔτε τοὺς συναδέλφους του, λέγων μόνον λόγους· εἶπον πάντοτε πράγματα καὶ μετ’ ὀλίγον θέλω προσθέσει ὀλίγα τινά. Εἶναι ὅμως, νομίζω διὰ τοῦτο λίαν δικαιολογημένοι οἱ συνάδελφοί μας ὅσοι ἦλθον εἰς τὸ βῆμα καὶ κατέκριναν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν ἱκανοποιεῖ τοὺς πόθους τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος· καὶ δὲν ὤφειλον νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τοῦ διακόψαντός με τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ μόνος σκοπὸς τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ὕπαρξις τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν πρέπει νὰ καταγίνωνται εἰς συζητήσεις περὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν Κυβερνήσεων, διότι ἤθελον ἐπιορκήσει, ἂν χάριν τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἰδέας παρέβαινον τὸ καθῆκον τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα τοῖς ἐπιβάλλει. Κατὰ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, ἡ φρόνησις δὲν συνίσταται εἰς τὸν ὅρον τῆς ὑπάρξεως μιᾶς Κυβερνήσεως, διότι κατὰ τὸν νόμον Κυβέρνησις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ Κυβέρνησις ἱκανοποιοῦσα τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐλπίδας· καὶ ἐνόσῳ τοιαύτη Κυβέρνησις δὲν παρουσιάζεται, καθῆκον ἔχουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ ἀντιτάσσωνται κατ’ αὐτῆς ἐξελέγχοντες ἀκαταπαύστως. Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἐπιθυμῶ, εἶπε, νὰ ἔλθετε μὲ ἀριθμοὺς, μὲ πράγματα νὰ μὲ ἐξελέγξετε, πότε, ποῦ, πῶς κατὰ παράβασιν τῶν νόμων διῴκησα κακῶς τὰ οἰκονομικὰ ἢ κακῶς ἐπολιτεύθην ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου. Ἡ τόλμη του, κύριοι, σήμερον περὶ τὰ μέσα τοῦ Ὀκτωβρίου εἶναι πολὺ μεγάλη· διότι εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην πάντα ταῦτα κατεδείχθησαν ἅπαξ, καὶ εἶναι συγχωρημένον μόνον εἰς τὸν ὑπόλογον, εἰς τὸν δικαζόμενον νὰ ἀρνῆται τὰς μακρὰς ἐκείνας συζητήσεις κατὰ τὰς ὁποίας καὶ ἀριθμοὶ παρουσιάσθησαν καὶ πράξεις ῥηταὶ κατεδείχθησαν, καὶ ἀγὼν περὶ τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς ἐγένετο κοινοβουλευτικὸς μέγας. Μία κακία, λέγει, ἁπλῆ, καὶ τοῦτο ἐπανέλαβε πολλάκις καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Κ. Κεχαγιᾶς, μία κακεντρέχεια τῆς ἀντιπολιτεύσεως καταδιώκει τὴν Κυβέρνησιν· σᾶς ζητεῖ δάνεια, σεῖς τὰ ἀρνεῖσθε, σᾶς προτείνει ἐλαττώσεις, τὰς ἀρνεῖσθε, σᾶς προτείνει νέους φόρους, δὲν θέλετε νὰ τοὺς δώσετε. Συνδέω ἀμφότερα ταῦτα, τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, διὰ νὰ ἱκανοποιήσω καὶ τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ, ἀγωνιζομένους περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος, περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως καταδείξω καὶ πάλιν, ὅτι καὶ ἡ διαχείρισις αὐτῆς ὑπῆρξε κακὴ, καὶ ἡ παραβίασις τῶν νόμων ἦτο πρᾶγμα· καὶ διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν, θὰ εἴπω εἰς αὐτὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ σύστημα τὸ ἡμέτερον, ἀφοῦ καταδείξω, ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν των.

§115Δ. ΖΩΤΟΣ. Κ. πρόεδρε! Σιωπὴ νὰ γίνῃ ἐκεῖ.

§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι τόσοι ξένοι ἐδῶ μέσα.

§117ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πολῖται εἶναι· Ἕλληνες εἶναι.

§118ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ν’ ἀνοίξωμεν λοιπὸν ταῖς πόρταις νὰ μβοῦν ὅλοι μέσα, καὶ νὰ συνεδριάσωμεν μαζύ.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Στενοχωροῦμαι νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸν κανονισμόν· «Οὐδεὶς μὴ βουλευτὴς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν περίβολον, ὅπου ἑδρεύουσιν οἱ βουλευταί....»

§120ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀνεξαιρέτως ὅμως, νὰ μὴ κάθηται κανεὶς ἐκεῖ· οὔτε ὁ ἀστυνόμος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξέλθῃ ἔξω. (Φωναὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου· ἔξω! ἔξω!)

§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν παρουσιάσθητε, Κύριοι, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅπως δώσητε λόγον τῶν πεπραγμένων ὑφ’ ὑμῶν κατὰ τὸ διάστημα τὸ μεσολαβῆσαν ἀπὸ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Συνελεύσεως μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῆς Βουλῆς, τί εἴπατε πρὸς τοὺς Βουλευτάς; Ἐζήσαμεν μὲ τὰ εἰσοδήματά μας· καὶ ἡ Βουλὴ ἐξεπλάγη, Κύριοι, καὶ σᾶς ἠρωτήσαμεν, ἐὰν ἐπιμένητε εἰς τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, καὶ ἐπεμείνατε καὶ σᾶς ἀπεδείξαμεν τοὐναντίον. Σᾶς ἀπεδείξαμεν, ὅτι ηὐξήσατε τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τοῦ 64 καὶ τοῦ 65, καὶ ὅτι τὸν ηὐξήσατε κατὰ 3,880,000, ὅτι εὑρέθητε διὰ τοῦτο ἐν στενοχωρίᾳ, διότι δὲν εἴχατε τὰ μέσα τῆς διοικήσεως, καὶ προσεφύγατε εἰς δάνειον ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν, καὶ ἐλάβατε 1,400,000 ὑπὸ ὅρους ἀναιροῦντας τὸν νόμον. Σᾶς ἀπεδείξαμεν, ὅτι εἰσεπράξατε ἐκτάκτους πόρους, οἱ ὁποῖοι ἀνέβησαν εἰς 1,200,000 καὶ τοὺς ὁποίους μᾶς ἀπεκρύψατε. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐζητήσατε μεθ’ ὅλα ταῦτα νέον δάνειον, καὶ ἐνῷ ἐζητεῖτε νέον δάνειον, δὲν ἐφέρετε καμμίαν ἐλάττωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ εὑρεθέντες εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ζητήσητε νέον δάνειον, τί ἐκάμετε; ἐζητήσατε παρὰ τῆς Βουλῆς τὸ δάνειον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο ἐπὶ τοῦ τρίτου τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων νὰ ἐπιβληθῇ τὸ ἔντοκον γραμμάτιον. Ἡ ἀντιπολίτευσις σᾶς ἠρώτησε τότε, πῶς ἐνῷ διαχειρίζεσθε τὴν διοίκησιν, καὶ ἐνῷ βλέπετε τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ ἔσοδά σας καὶ αἱ ἀνάγκαι σας, πῶς ἐσταυρώσατε τὰς χεῖρας, δὲν ἐλάβετε κἀμμίαν φροντίδα — καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ηὐξήσατε τοὺς δύω προϋπολογισμούς; Πρὸς ταῦτα οὐδὲν ἠδυνήθητε νὰ τῆς ἀπαντήσητε· ἡ ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἠρνήθη νὰ σᾶς δώσῃ τὸ δάνειον, ἀλλὰ σᾶς κατεξήλεγξε, σᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἔντοκα γραμμάτια εἶναι ἀνεπαρκῆ, εἶναι ἐπιβλαβῆ. Εἶναι ἀνεπαρκῆ, διότι τὸ κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν οἰκονομικὴν, ὥστε δὲν θὰ θεραπεύσωσιν οὐδαμῶς τὴν χρεωκοπίαν. Ὅταν ἓν Κράτος καταντήσῃ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς χρεωκοπίας, τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἄλλο εἶναι, παρὰ προεξόφλησις τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως, δὲν χρησιμεύουσιν εἰς τίποτε. Σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐπιβλαβῆ, διότι, ἂν θελήσητε νὰ στερήσητε τὸν πόρον τοῦ ζῇν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχετε ἀνατεθειμένην τὴν δημοπρασίαν, τὴν εἴσπραξιν, τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, θέλετε αὐξήσει τὴν χρεωκοπίαν. Ἔσφαλεν ἡ ἀντιπολίτευσις, Κύριοι, ἢ ἐσφάλατε σεῖς; σεῖς οἱ ἴδιοι τὸ ὡμολογήσατε, τὸ μὲν ἐγκαταλείψαντες ἀπὸ τῆς πρώτης στιγμῆς τὸ σύστημα τοῦτο, ζητήσαντες χρεωλυτικὸν δάνειον, τὸ δὲ διότι, ἂν καὶ ἐλάβετε καὶ τὴν μίαν πίστωσιν καὶ τὴν ἄλλην, μολαταῦτα δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἐπιβάλετε τῇ ὑπαλληλίᾳ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, διότι ἴδετε, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον καὶ ἀνεπαρκές. Καὶ τίς ἄλλος, Κύριοι, ἂν ὄχι ἡ ἀντιπολίτευσις, σᾶς ἐχειραγώγησεν εἰς πᾶν ὅ,τι πράττετε σήμερον, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ φέρῃ οἰκονομίαν εἰς τὰ ἔξοδα; Ἐνθυμηθῆτε τί ἐπράξατε κατ’ αὐτὰς τὰς ἡμέρας, καὶ ἐνθυμηθῆτε, ἐὰν ὅ,τι ἐπράξατε, δὲν ᾖναι καθ’ ὑπαγόρευσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως! Ἀφωπλίσατε προχθὲς τὸν Ἀτμοδρόμωνα, σᾶς τὸ εἴπομεν ἡμεῖς. Εἰσηγάγετε νομοσχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νόμου, περὶ χαρτοσήμου καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ· τὸ ἠκούσατε ἐνταῦθα παρ’ ἡμῶν· ἐφέρατε νόμον περὶ καταργήσεως τῆς ὑψηλῆς ἀστυνομίας· τὸ ἐφωνάξαμεν στεντορίᾳ τῇ φωνῇ ἡμεῖς ἡ ἀντιπολίτευσις ἐνταῦθα, διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν κατ’ ἔτος 500,000 δραχμῶν. Σᾶς εἴπομεν, ὅτι διατηρεῖτε στρατὸν ἀνώτερον τῆς ἀνάγκης ἐν Ἑπτανήσῳ, μᾶς εἴπετε, ὅτι δαπανᾶτε 600,000 δραχμὰς, σᾶς εἴπομεν ὅτι εἶναι 800,000, καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν προχθὲς εἰσηγάγατε, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπερβαίνει τὸ 1,200,000. Σᾶς εἴπομεν, ὅτι αἱ αὐξήσεις, τὰς ὁποίας ἐφέρατε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1864, εἶναι παράλογοι, δὲν εἶχαν τὸν τόπον των, καὶ ὅταν προχθὲς παρουσιάσθη ἡ πίστωσίς σας τοῦ 1,700,000, καὶ ἡ μία πλευρὰ καὶ ἡ ἄλλη σᾶς ἐζήτησε λόγον, καὶ ἐμείνατε ἀναπολόγητοι, καὶ ἀπεσύρατε τὴν πίστωσιν, καὶ τὴν ἀπεσύρατε ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως, καὶ ἀκόμη δὲν τὴν ἐδικαιολογήσατε. Ἀλλὰ περιπλέον, Κύριοι, διὰ νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος καὶ τὸ δικαίωμα νὰ προβῆτε εἰς τοιαύτας προκλήσεις πρὸς τοὺς πολιτικοὺς ἀντιπάλους σας, ἔπρεπεν ἡ θέσις σας νὰ ᾖναι διαφορετικὴ καὶ ὡς πρὸς ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς λογοδοσίας. Σᾶς ἐζητήσαμεν μυριάκις νὰ δώσητε λογαριασμὸν τῶν πράξεών σας τῶν οἰκονομικῶν· καὶ τὸ ἐζητήσαμεν, ὄχι διότι ἠθέλαμεν νὰ λάβωμεν πληροφορίας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ διότι καὶ τὸ γενικὸν δικαίωμα τὸ εἴχαμεν καὶ τὸ μερικὸν δυνάμει τοῦ λογιστικοῦ νόμου, διότι δὲν ἐξεπληροῦτε τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος νόμος ὡς πρὸς τὴν διαχείρισιν σᾶς ἐπιβάλλει. Καὶ μολαταῦτα δὲν ἠξιώθημεν ἀκόμη νὰ ἴδωμεν λογαριασμόν. Ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι παρουσιάσθησαν λογαριασμοὶ πρό τινων ἡμερῶν. Εἶναι, Κύριοι, πολλὰ σπουδαία περίστασις, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνει πολὺ συχνὰ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐπιμείνω· ὡς πρὸς τὴν λογοδοσίαν δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ εἴπω πολλά, διότι δὲν θὰ σᾶς παρακαλέσω ἄλλο τίποτε, εἰμὴ μόνον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μίαν λογοδοσίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς χεῖράς σας, τὴν λογοδοσίαν τοῦ ἄλλοτε ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Σωτηροπούλου, νὰ παραβάλητε δὲ τὴν λογοδοσίαν ἐκείνην πρὸς τὴν ἑτέραν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ θέλετε ἰδῆ, ὅτι ἀπέχει ὅσον ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς. Ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, Κύριοι, εἶναι λίαν ἀξιέπαινος διὰ μίαν ἐργασίαν πολλὰ σπουδαίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ὑποβαλὼν εἰς τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν ὅλων μέχρι τοῦ 1861 καὶ τοῦ 1862. Ἡ δὲ διάδοχος Κυβέρνησις δὲν εἶχεν ἄλλο τίποτε, εἰμὴ τὴν κλεισθεῖσαν χρῆσιν τοῦ 1863 νὰ προσθέσῃ εἰς τοὺς εἰρημένους ἀπολογισμοὺς, ἔτι δὲ τὴν προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ λογαριασμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ 1864, ὅπερ δὲν ἦτο διόλου δύσκολον, διότι ὁ Κύριος Σωτηρόπουλος, καί τοι εὑρισκόμενος ἐν Σεπτεμβρίῳ 1864, ἐπίσης ὑπέβαλε τὴν κατάστασιν τῆς χρήσεως τοῦ 1863. Εἰς τὰς ἐκθέσεις τοῦ Κ. Σωτηροπούλου θέλετε ἰδῆ, ὅτι ἐν λεπτομερείᾳ σᾶς λέγει κατὰ κονδύλιον τὸ ἐνεργητικὸν καὶ τὸ παθητικὸν τοῦ ταμείου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔδωκε λογαριασμόν. Εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Κ. Σωτηροπούλου εὑρίσκετε κατὰ κεφάλαιον καὶ κατὰ ἄρθρον τὰ εἰσοδήματα τῆς χρήσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἔδωκε λογοδοσίαν τῶν ἐσόδων καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον ἔδωκε λόγον τῶν ἐξόδων. Μετέβη ἔπειτα εἰς κρίσεις ἐπὶ τοῦ ἔτους τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον διεδέχθη, καὶ μὲ τὰς κρίσεις ταύτας ἐτελείωσε, κύριοι, ἡ λογοδοσία, τὴν ὁποίαν ὤφειλε, λογοδοσία συμφωνοτάτη μὲ τοὺς λογιστικοὺς νόμους, ἀπαιτουμένη παρὰ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζητε τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, οὔτε νὰ ψηφίζητε νόμους. Τί εἶναι ἡ λογοδοσία τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν τῆς σήμερον; δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω, ὅτι εἶναι μία λογοδοσία, ἡ ὁποία ἔνθεν μὲν ἀθετεῖ τοὺς λογιστικοὺς νόμους, ἔνθεν δὲ γίνεται πρὸς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, νὰ καλύψῃ τὴν κατάχρησιν. Διότι, ἐνῷ ὁ Κ. Σωτηρόπουλος εὐκόλυνεν ἐπὶ τοσοῦτον τὸ ἔργον, ὥστε ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος δὲν εἶχεν εἰμὴ νὰ προσθέσῃ τὴν διαχείρισίν του εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εὗρεν ἕτοιμον, ἔφερεν ἀπεναντίας λογοδοσίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει λογοδοσίας ὄψιν. Σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις Αὐγούστου εἰσέπραξε τόσα τὸ ταμεῖον, ἐξώδευσε τόσα· ἐὰν ᾖναι δυνατὸν μὲ τοιαύτην λογοδοσίαν νὰ λάβητε ἰδέαν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως! Ἀλλὰ τοῦτο, Κύριοι, ἔχει λεπτομερέστερα ἀποτελέσματα. Δίδει τὴν εὐκολίαν εἰς τὸν Κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σᾶς ἀναβιβάζῃ καὶ νὰ καταβιβάζῃ τὸ ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεώς του, νὰ σᾶς λέγῃ πάντοτε ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ προέρχεται ἀπὸ τοῦ παρελθόντος, ὅτι αὐτὸς περιωρίσθη ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων τῆς οἰκονομίας, καὶ ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο παρὰ τῶν προκατόχων του, καὶ νὰ καυχᾶται σήμερον, ὅτι ἐνῷ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς περιώριζον τὸ μὲν εἰς 1,500,000 τὸ ἔλλειμα τοῦ 1865, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ εἰς 700 τόσας χιλιάδας δραχμῶν μόνον, αὐτὸς τὸ ἀναβιβάζει εἰς 3,000,000 μόνον· ἑπομένως δὲν ἀποκρύπτει τὸ ἔλλειμμα τὸ ὁποῖον ὑπάρχει. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως, θέλετε ἰδῆ, ὅτι χωρὶς νὰ σφάλῃ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ χωρὶς νὰ σφάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ὑπελόγισαν ἀμφότερα τὰ σωματεῖα ταῦτα ὅπως ὑπελόγισαν, διότι καὶ τὸ Συμβούλιον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν παρέβαλον, Κύριοι, τὰ εἰσοδήματα, εἰμὴ πρὸς τὰ ἔξοδα τὰ σημειούμενα ἐν τῷ προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ἔξω τοῦ προϋπολογισμοῦ πόσαι πιστώσεις ὑπάρχουν; 1,400,000 δραχ. πιστώσεις, Κύριοι, ἀπέστειλε ποτὲ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ τῆς χρήσεως τοῦ 65 καὶ τὰς ἀπέσυρε πάλιν ἀπ’ ἐκεῖ· κατὰ συνέπειαν δὲν τὰς γνωρίζετε. Καὶ αἱ πιστώσεις αὗται δὲν ἀφορῶσιν εἰμὴ μόνον τὰ ὑπουργεῖα τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτερικῶν, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν· τῶν Οἰκονομικῶν ἀκόμη λείπει, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ εἴπω ἐγὼ· σεῖς οἱ ἴδιοι, ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1865, ὄντος ἀντιγράφου τοῦ προϋπολ. τοῦ 1864, ἀμέσως θέλετε ἰδῆ, ὅτι ὑπάρχουν πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν σᾶς παρουσιάζονται. Ἠξεύρετε, ὅτι ἐξεδόθη διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ηὔξησαν τὸν μισθὸν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν ῥίπτεται εἰς βάρος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπάρχει εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65; οὐδαμοῦ· σᾶς ὑπεβλήθη διὰ πιστώσεως; οὐχὶ· πόθεν πληρόνεται; Ἡ πίστωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐξηντλήθη, ὅπως μᾶς τὸ εἶπεν ὁ ἴδιος πρωθυπουργὸς πρὸ μηνῶν πολλῶν, καὶ ἐν τοσούτῳ ἡ δημοσία ἀσφάλεια καταναλίσκει μέγα ποσόν· πόθεν ἔγινεν ὑπέρβασις τῆς πιστώσεως κατὰ 430,000 δραχμὰς καὶ ἔφθασε σήμερον ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἰς 530,000; διὰ δὲ τοῦ προϋπολογισμοῦ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰς ἐξοδεύῃ, ἄρα ὤφειλε διὰ πιστώσεως νὰ τὰ ζητήσῃ. Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ διαχείρισις κυβερνήσεως, ἥτις δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ σταθμίσῃ ποτὲ τὰς ἀνάγκας της πρὸς τοὺς πόρους της, καὶ ἡ ὁποία δὲν ἐσταμάτησεν ἐνώπιον τοῦ χάους, εἰμὴ τότε μόνον, ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ χεῖλος καὶ ὅταν τὴν ἡρπάσαμεν ἡμεῖς· διαχείρισις κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ στοιχειωδέστερον, Κύριοι, ἡ λογοδοσία λείπει ἐντελῶς· διαχείρισις ἀποκρυπτομένη ἀπὸ τὸ βουλευτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐπιτρέπῃ πρῶτον καὶ γενομένην νὰ τὴν ἐξελέγχῃ. Ἀλλὰ πῶς, λέγουν, ἀλλὰ πῶς δὲν ψηφίζετε τὸν νέον αὐτὸν νόμον, ἀφοῦ πρόκειται νὰ φέρῃ τοσαύτας βελτιώσεις εἰς ἓν κεφάλαιον ἐξόδων, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ζωτικώτερον πάντων; Ἡμεῖς νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν! ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ ἀρνηθῶμεν ποτὲ εἴτε φόρους, εἴτε ἔξοδα ὁποιαδήποτε διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας! εἶναι δυνατὸν, Κύριοι, νὰ πιστεύσῃ κανεὶς σπουδαίως, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἠμποροῦν νὰ παρουσιασθῶσι ποτὲ μὲ τοιαύτην γλῶτσαν καὶ μὲ τοιαύτην πολιτικὴν; εἶναι δυνατὸν ἀφοῦ γνωρίζομεν, ὅτι κατήντησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα πάθος πλέον ἡ ἐπιθυμία τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἀφοῦ καὶ αὐταὶ αἱ βουλαὶ, αἱ ὁποῖαι κατηγορήθησαν διὰ πολλὰ καὶ διάφορα, αἱ παρελθοῦσαι βουλαὶ ποτὲ δὲν ἠρνήθησαν καὶ ποτὲ δὲν ἠλάττωσαν, ἀλλὰ πάντοτε ηὔξησαν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε διὰ πολλαπλασιασμὸν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας; Καὶ τὶς βουλευτὴς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, ὅταν ἀρνῆται τὰ μέσα πρὸς πολλαπλασιασμὸν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας; Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Κύριος Κεχαγιᾶς ἐνόμισεν, ὅτι ἡ ἀντίκρουσις τοῦ νομοσχεδίου προέρχεται, διότι ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ δώσωμεν νέους φόρους. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἠδύνατό τις ἀπ’ ἀρχῆ νὰ ἀποκρούσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὄχι κατ’ οὐσίαν, ἀλλ’ ὡς πρόωρον. Ἐδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐννοεῖς, ὅτι, ἀφοῦ ζητεῖς αὔξησιν φόρων, δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη νὰ συζητηθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον; Μᾶς ἐπρότεινες ἄλλοτε, ὅτι διὰ τῶν ὀργανικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἔφερες, καὶ διὰ τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθης νὰ φέρῃς, θὰ κάμῃς εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων κατὰ 3,000,000· ἀλλ’ ἐὰν τοῦτο ἀποδειχθῇ μεθαύριον, ὅτι εἶναι σκαιὸν, ἐὰν τὸ ἔλλειμμα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶπες, ὅτι θὰ ᾖναι ἐκ 2,000,000, σήμερον δὲ ἀνεβίβασες εἰς 3,000,000 καὶ εἰς ἄλλην ὁμιλίαν εἶπες 4,000,000 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀναβαίνει εἰς 5–6,000,000, ἐὰν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀναγκάσῃ τὴν Βουλὴν μετέπειτα ὅταν συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους νὰ ἀναβιβάσῃ τοὺς φόρους, τὶ γενήσεται τότε τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἀκαίρως καὶ προώρως ἔφερες καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀναβιβάζονται οἱ φόροι; δὲν πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ἐξόδων, νὰ γνωρίζῃ ἂν τοὺς φόρους χάριν τῶν τακτικῶν ἐξόδων τοῦ κράτους θὰ τοὺς διατηρήσῃ ὁποῖοι εἶναι, ἢ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοὺς αὐξήσῃ διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς τὰς τακτικὰς δαπάνας; Δὲν πρέπει πρὶν ψηφίσωμεν τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλεις χάριν τῆς ὁδοποιΐας, νὰ γνωρίζωμεν ὁποίους ἄλλους φόρους θὰ ἐπιβάλωμεν ἐφέτος ὅπως καλύψωμεν τὰ μεγάλα ἐλλείμματα; Ἢ εἶναι ἀδιάφορον πρᾶγμα ἡ ἐπισώρευσις φόρου ἐπὶ φόρων; Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνος ὁ λόγος οὗτος. Ἐννοοῦμεν πολὺ καλὰ τοὺς λόγους τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος, λέγοντος, ὅτι οἱ φόροι εἶναι ἀπολαυὴ, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλουμένου τὴν μαρτυρίαν τοῦ οἰκονομολόγου Σμίθ. Ἀναγνωρίζομεν, ὅτι εἶναι ἀπολαυὴ, διότι τῳόντι εἰς τοὺς φόρους ἀνταποκρίνονται εὐεργετήματά τινα, ἡ δικαιοσύνη, ἡ διοίκησις, ἡ δημοσία ἀσφάλεια. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἐλλείπωσι τὰ εὐεργετήματα ταῦτα, πῶς δικαιολογεῖται ὁ φόρος; Ὅταν ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ διοίκησις εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύωσιν, εἰμὴ μόνον νὰ ὑπηρετῶσιν ἄτομα, ὅταν οἱ δικασταὶ παύωνται, διότι ἐφύλαξαν τὴν συνείδησίν των, ὅταν ἡ κυβέρνησις ἡ ἰδία δίδῃ πρώτη τὸ παράδειγμα τῆς ἀθετήσεως τῶν νόμων, εἰς τὶ χρησιμεύουσιν οἱ φόροι καὶ ποῦ εἶναι τὰ εὐεργετήματα πρὸς τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνονται; Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐθεωρήσαμεν τὸ νομοσχέδιον ὁποῖον εἶναι, δὲν συνελάβομεν τὴν παράδοξον ἰδέαν, τὴν ὁποίαν συνέλαβεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι νομοσχέδιον εἶναι ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἠξεύραμεν ἀκόμη ὅτι τοῦ νομοσχεδίου τούτου πατὴρ εἶναι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ μαθόντες τοῦτο, ἐξεπλάγημεν πῶς ὁ πατὴρ ἐξέθεσε τὸ τέκνον, εἰπὼν, ὅτι ἀδιαφορεῖ περὶ τῶν ἐμπεριεχομένων, ὅτι δέχεται νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα μέτρα ἐντὸς αὐτοῦ, καὶ ἄλλης φύσεως μέσα συγκοινωνίας, καὶ ν’ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι ἢ νὰ ἐλαττωθῶσι, καὶ νὰ ἀνατεθῇ ἡ διαχείρισις αὐτῶν ἀλλαχοῦ, καὶ νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ τρόπος τῆς φορολογίας, φθάνει μόνον νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐπιγραφὴ, διότι αὐτὸς περὶ μόνης τῆς ἐπιγραφῆς φροντίζει. Ἡμεῖς, κύριοι, ἐννοοῦμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὡς συνιστάμενον ἐκ τοῦ περιεχομένου, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐξετάζοντες τὸ νομοσχέδιον τὰ εὑρίσκομεν σύμφωνον μὲν μὲ τὸ σύστημα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβλαβὲς ὅμως εἰς αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Κυβέρνησις, τὴν ἰδέαν τῆς συγκοινωνίας. Κατὰ τὴν βουλευτικὴν περίοδον ταύτην ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὡς γνωρίζετε, ἐπαρουσιάσθη μὲ νέον πρόγραμμα. Τὸ νέον τοῦτο πρόγραμμά του φέρει ὡς κύριον χαρακτῆρα τὸν ἀφανισμὸν τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦτον περὶ τὸν ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἔχει σκοπὸν ἡ Βουλὴ πολὺ νὰ ἐνδιατρίψῃ, ὅταν παρουσιασθῶσι τὰ γνωστὰ νομοσχέδια, ἀπαντῶμεν καὶ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅπερ, ὡς εἶπόν τινες, δὲν περιέχει τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ἕνα ταμιευτικὸν σκοπὸν· διότι ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ὡρμᾶτο πραγματικῶς ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ μορφώσῃ μέσα συγκοινωνίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἤθελε λησμονήσει τὰ προκαταρκτικὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὰ μέσα τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ προϋπάρχωσιν, ὅπως ἐκτελεσθῶσι τὰ διὰ τοῦ προκειμένου νομοθετήματος ζητούμενα. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κύριοι, ὅπως ἴδετε, σκοπεῖ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ τὴν κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν, δηλ. τῶν ὁδῶν τῆς μεγάλης συγκοινωνίας. Ἀλλ’ ἡ τοιαύτη συγκοινωνία προϋποθέτει τὴν ἐπαρχιακὴν συγκοινωνίαν· διότι ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐν γένει γίνονται αἱ ὁδοί; ὁ σκοπὸς εἶναι, ὅπως τὸ προϊὸν ἑκάστου τόπου μεταβάλληται εἰς ἐμπόρευμα. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον τὸ προϊὸν νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐμπόρευμα, ὅταν αἱ ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ αἱ συνδέουσαι τὰ χωρία, τοὺς δήμους μετὰ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν δὲν ὑπάρχωσιν. Αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ εἶναι ὠφέλιμοι· ἀλλὰ δὲν ἔχουσι τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἀποδώσητε διὰ τῆς πομπώδους ἐπιγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου. Δύνανται νὰ χρησιμεύωσιν ὅπως μεταφέρητε εὐκόλως τὸν στρατὸν· δύνανται νὰ χρησιμεύωσιν εἴς τινας ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ ποτὲ μὴ καυχᾶσθε, ὅτι ἐπλάσατε νέον σύστημα συγκοινωνίας. Διότι ὄχι μόνον δὲν ἐφροντίσατε κατὰ πρῶτον περὶ τῶν προκαταρκτικῶν ὁδῶν, τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν, ὧν ὁλοτελῶς ἡ Ἑλλὰς στερεῖται, ἀλλὰ καὶ ἀνακαλύψαντες ὅτι τὸ διέπον αὐτὰς σημερινὸν σύστημα, καταθλιπτικὸν εἶναι, ὡς ἐξήγησεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι στηρίζεται εἰς ἕνα φόρον, ὁ ὁποῖος δὲν εἶναι τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι φόρος τοῦ Φαραῶ, μολαταῦτα δὲν συνεκινήθητε ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ τὰς ἀφήσατε νὰ μὴ ἀποκτήσωσι ποτὲ ὁδοὺς, ποτὲ, εἰμὴ μόνον ὑπὸ τὸν ὅρον νὰ δουλεύῃ ὡς θήτης ὁ Ἕλλην τῶν ἐπαρχιῶν. Ὑπάρχουν καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη ἐθνικαὶ ὁδοὶ, ὑπάρχουν εἰς τὴν Γαλλίαν αἱ λεγόμεναι rues imperiales. Ἀλλὰ πόσαι εἶναι αἱ λοιπαὶ ὁδοὶ; 125,000 χιλιόμετρα. Αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν θέλουν νὰ κυβερνοῦν μὲ ἐπιγραφὰς Νομοσχεδίων, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς τὰ πράγματα, αἱ ὁποῖαι θέλουν νὰ δώσουν ζωὴν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐκ τῆς ὁποίας τρέφονται, δὲν ἠμπόρεσαν νὰ ἐννοήσουν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθοῦν μεγάλαι ὁδοὶ, αἱ Βασιλικαὶ, αἱ Αὐτοκρατορικαὶ ὁδοὶ, πρὶν προηγουμένως κατασκευασθῶσιν αἱ ὁδοὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ δώσουν τροφὴν εἰς αὐτάς. Ἀλλὰ, κύριοι, μὴ περιλαβόντες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ Σας τὰς ἰδέας ταύτας, ἐλάβατε τοὐλάχιστον καμμίαν ἄλλην φροντίδα περὶ πόρων ἐπαρχιακῶν ἢ περὶ πόρων δημοτικῶν, ὥστε νὰ δυνηθῆτε νὰ μᾶς εἴπετε, δὲν ἐπροβλέψαμεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο αὐτὰς τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ μολοντοῦτο ἐδώκαμεν τὰ μέσα, ὅπως εἰς τὰς ἐπαρχίας ἡ ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τῆς συγκοινωνίας προοδεύσῃ; Δὲν ἐλάβετε καμμίαν πρόνοιαν περὶ ταμείου ἐπαρχιακοῦ. Καὶ δὲν ἐστάθητε ἕως αὐτοῦ! σεῖς ἐξηλείψατε ἀπὸ τὸν χάρτην τὴν ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει ἱστορικὴν σημασίαν, καὶ εἴπατε· 30,000 Λευκάδιοι γίνονται Ἀκαρνᾶνες, τὴν Ναύπακτον τὴν συγχωνεύομεν μὲ τὴν Δωρίδα διοικητικῶς, μὲ τὴν Παρνασσίδα δικαστικῶς, μὲ τὴν Εὐρυτανίαν οἰκονομικῶς! Εὑρέθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμητε οἰκονομίαν, καὶ τὸ πρῶτον, ὅπερ ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸν νοῦν σας ἦτο νὰ καταστρέψητε τὴν διοίκησιν, καὶ ἡ σπατάλη, τὴν ὁποίαν ἐκάματε εἰς τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους ἐξήλειψεν ἀπὸ τὴν πολιτικήν σας τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος καὶ ἡ Κοινωνία ἔχουσιν ἐπὶ τῆς διατηρήσεως τοῦ σημερινοῦ συστήματος τοῦ ἐπαρχιακοῦ, καὶ ταῦτα, ἐνῷ εἴχετε ὑπ’ ὄψιν μίαν πολλὰ σοφὴν Νομοθεσίαν, τὴν νομοθεσίαν τοῦ Ἰονίου Κράτους. Εἰς τὸ Ἰόνιον Κράτος ἡ προστασία βεβαίως ἐπήνεγκε πολλὰ κακὰ, ἀλλὰ, καθόσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἐπήρκει εἰς πολλὰς ἀνάγκας τῶν νήσων. Τὸ ⅐ ἐκ τῆς φορολογίας ἐδίδετο εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπαρχιακῆς συγκοινωνίας, περὶ ἧς δὲν ἐπροβλέψατε διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον τοιοῦτον συνιστᾶται εἰς τὴν ψῆφόν μας καὶ μάλιστα ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν! Δι’ αὐτοῦ ἐπιβάλλονται φόροι ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἑπομένως ἡ γεωργικὴ τάξις θὰ ἐπιβαρύνεται κατὰ πρῶτον λόγον. Παρατηρήσατε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65· οἱ δημητριακοὶ καρποὶ ὑπολογίζονται εἰς 8,000,000· ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων εἰς 2,000,000, τὸ ὅλον 10,000,000· ὥστε βλέπετε ὅτι δὲν ἐπιβαρύνονται οἱ πλούσιοι, καὶ ἐν τούτοις εἴχετε τὴν τόλμην νὰ ὑποστηρίξητε, ὅτι ἐπροσέξατε νὰ φέρετε δικαιοσύνην καὶ νὰ ἀπαλλάξητε τὸν πτωχὸν ἐπιβαρύνοντες τοὺς πλουσίους. Δὲν ἐσυλλογίσθητε ὅτι καὶ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπιβαρύνει τοὺς πτωχούς, διότι εἰς τὴν κλίμακα τῆς φορολογίας ταύτης δὲν ὑπάρχει καμμία ἀναλογία μεταξὺ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ μικρὸς βιομήχανος, καὶ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ μεγαλέμπορος. Καὶ τί ἀφήκατε, κύριοι; Ἀφήκατε τοὺς ἀληθῶς πλουσίους εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν· φαίνεται, ὅτι οἱ Κ. Ὑπουργοὶ, δὲν ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσωσι καὶ ὄχι νὰ σκεφθῶσι τὸ νομοσχέδιον. Ἀλλὰ, μᾶς λέγουν, δὲν ἀναγνωρίζετε, ὅτι θέλετε ἀποκτήσει ἐντὸς ὀλίγου ὁδοὺς, ἐνῷ μὲ τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον δὲν ἔχετε ὁδούς; ἐπειδὴ μάλιστα αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις δὲν συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ ἐκτελεσθῶσι δημόσια ἔργα, ἐλάβομεν τὴν πρόνοιαν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς τῆς ὁδοποιΐας πόρους, διότι θὰ ᾖναι παρακατατιθεμένοι εἰς τὴν τράπεζαν. Πρὶν ἐξετάσω τὴν ἐγγύησιν ταύτην, συγχωρήσατέ μοι νὰ κάμω μικράν τινα παραβολὴν τῶν δύω συστημάτων, ὄχι, ὅτι ὑποστηρίζω τὸ ὑπάρχον, ἀλλ’ ἵνα καταδείξω, ὅτι εἶναι ὁ εἰσαγόμενος Νόμος χειρότερος τοῦ ὑπάρχοντος. Πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ τῶν σπουδαίων μεταβολῶν, ἃς εἰς τὸν ὑπάρχοντα νόμον εἰσάγει δῆθεν ὁ συζητούμενος. Ἐγὼ, κύριοι, τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι μία ὁδὸς εἴτε κατὰ τὸν ἕνα νόμον, εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον γίνῃ, τὴν αὐτὴν ἀπαιτεῖ δαπάνην καὶ ὅτι ὁ φορολογούμενος θέλει πληρώσει αὐτήν· ἡ ἀπὸ Μεγάρων π. χ. εἰς Κόρινθον ὁδὸς, εἴτε κατὰ τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε κατὰ τὸ σύστημα τοῦ ὑπάρχοντος νόμου γίνῃ, τὸ αὐτὸ θέλει ἔξοδον· ἀλλ’ ὑπερτερεῖ τὸ ὑπάρχον σύστημα κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ φορολογούμενος δὲν ἀναγκάζεται κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον, εἰμὴ, ὅταν ἡ ὁδὸς διέλθῃ ἐνώπιον τῆς οἰκίας του. Κατὰ δὲ τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, ὁ φορολογούμενος θέλει καταβάλλει, ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ὁδοῦ, ἐπὶ 15 ἔτη, θέλει στερεῖται τῶν ὠφελειῶν αὐτῆς, μὴ κατασκευασθείσης. Ἀλλ’ ἕτερον ἐλάττωμα εἶναι πολὺ σπουδαῖον. Κατὰ τὸ ὑπάρχον σύστημα, οὐδὲν καταβάλλεται διὰ τὰς ἐθνικὰς ὁδοὺς, ἐνῷ κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται σήμερον, ἡ δαπάνη αὕτη ἐπιβαρύνει πάντας. Ἴσως, Κύριοι, ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τινος, ὅτι, οὕτω πως ὁμιλῶν, ὑποστηρίζω τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα. Θέλω σᾶς ἀποδείξει ἀμέσως τίνι τρόπῳ τὸ ζήτημα τοῦτο κανονίζεται ἀπὸ τὰς νομοθεσίας τῶν πλέον πολιτισμένων ἐθνῶν. Πρὸ παντὸς ἄλλου ὅμως ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ διδόμενον εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν δίδεται χάριν τῆς συγκοινωνίας τῶν νήσων καὶ ὅτι διὰ τοῦτο μετέχουσι τῶν εὐεργετημάτων τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ αὐτοὶ, καθὼς μετέχουσι τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον τοῖς ἐπιβάλλει. Ἰσχυρίζομαι, Κύριοι, ὅτι ἂν ᾖναι τόπος εἰς τὸν ὁποῖον ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία δὲν λειτουργεῖ εἶναι αἱ νῆσοι. Εἰς τὰς νήσους τοῦ Αἰγαίου πελάγους ἅπαξ κατὰ δεκαπενθημερίαν καὶ μόνον εἴς τινας ταξειδεύουσι τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας, ἥτις ἔχει τὰς ἐκτεταμένας γραμμὰς τῆς ἐντὸς τοῦ κράτους καὶ περιπλέει ὅλα τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ Βώλου μέχρι τοῦ Παλιοχαλιᾶ, εἰσερχομένη ἐντὸς ὅλων τῶν κόλπων, εἰς δὲ τὰς νήσους ἅπαξ κατὰ δεκαπενθημερίαν καὶ εἴς τινας μόνον ταξειδεύει. Ὅθεν αἱ νῆσοι φορολογοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν, αἵτινες εἰς τὰς νήσους δὲν ὑπάρχουσι καὶ διὰ τὰς νήσους δὲν χρησιμεύουσι, καὶ φορολογοῦνται ἐξίσου μὲ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἐν αἷς θέλουσι κατασκευασθῆ. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ κύριον θέμα, ἂν τῷ ὄντι ὡς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν πρέπει νὰ φυλάττεται ἡ ἀρχὴ «ὅτι τὰ ἔξοδα αὐτῆς καταβάλλονται παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ποιοῦνται χρῆσιν τῶν ὁδῶν.» Κατὰ τὸν γαλλικὸν νόμον, αἱ βασιλικαὶ ἢ ἐθνικαὶ ὁδοὶ εἶναι τῳόντι εἰς βάρος τῆς ἐπικρατείας, μὅλον ὅτι μέχρι τοῦ 1818 ἓν μέρος συνεισέφερον καὶ αἱ ἐπαρχίαι εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂν θελήσητε νὰ παραβάλητε τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν κατὰ γαλλικὸν νόμον μὲ τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν κατὰ τὸν τὸν ἡμέτερον, θέλετε ἰδῆ, ὅτι δὲν συμπίπτουν σχεδὸν ὁλοτελῶς, διότι αὐτοκρατορικαὶ ἢ βασιλικαὶ ὁδοὶ εἶναι αἱ σχηματίζουσαι τὰς πρωτίστας γραμμὰς ἀπὸ τῶν Παρισίων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν καὶ εἰς τοὺς μεγάλους στρατιωτικοὺς λιμένας τῆς ἐπικρατείας, πρὸς γενικὸν πάντοτε σκοπόν. Ἐξεναντίας ὁ ὁρισμὸς τῶν ἡμετέρων ἐθνικῶν ὁδῶν συμπίπτει μὲ τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν τῆς Γαλλίας, αἵτινες εἰσὶν εἰς βάρος τῶν ἐπαρχιῶν. Κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον, ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι διατηροῦσι τὴν συγκοινωνίαν ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας καὶ συνδέουσιν αὐτὴν μὲ τὰς ἄλλας. Ποῖος δὲ κατασκευάζει τὰς ἐπαρχιακὰς ὁδούς; αἱ ἐπαρχίαι. Καὶ διὰ νὰ σᾶς δείξω εὐκρινέστερον τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα τῶν Γάλλων ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας, σᾶς παρατηρῶ, ὅτι, ὅταν μία ἐπαρχιακὴ ὁδὸς ἐνδιαφέρῃ πολλὰς ἐπαρχίας, μία δ’ ἐξ αὐτῶν ἀρνῆται νὰ καταβάλῃ τὴν ἀναλογίαν τῶν δαπανῶν, τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἀποφασίζει καὶ ἀποφασίζει ἀναλόγως τῆς χρήσεως καὶ τῆς ὠφελείας, καὶ πολλάκις ἐξετάζει τίς ἐπροκάλεσε τὴν σύστασιν τῆς ὁδοῦ. Σᾶς ἀναφέρω ταῦτα διὰ νὰ ἰδῆτε πῶς εἰς τὸ σύστημα τῆς ὁδοποιΐας εἶναι προσηλωμένος ὁ γαλλικὸς νόμος εἰς τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον ἐκ τῆς ὁδοῦ ἑκάστη ἐπαρχία παράγει καὶ πῶς τὸ συμφέρον τοῦτο εἶναι τὸ μέτρον τῆς συνεισφορᾶς. Λοιπὸν αἱ ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, αἱ ὁποῖαι συμπίπτουσι μὲ τὰς ἡμετέρας ἐθνικάς καθ’ ὁλοκληρίαν, εἶναι εἰς βάρος τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ λεγόμεναι στρατιωτικαὶ ὁδοὶ τῆς Γαλλίας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν ἐν τῷ νόμῳ ὁρισμὸν ἔχουσι σκοπὸν νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὸν ἐμφύλιον πόλεμον εἰς τὰς ἐπαρχίας τοῦ Ouest, καὶ αὐταὶ διατηροῦνται μολοντοῦτο ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν κατὰ τὰ ⅔, διότι ἔπαυσαν πλέον νὰ χρησιμεύωσι τὴν σήμερον πρὸς τὸν γενικὸν ἐκεῖνον σκοπόν, ὡς γενόμεναι εἰς ἑτέραν ἐποχήν, καὶ εἶναι ἤδη χρήσιμοι εἰς τὰς ἐπαρχίας δι’ ὧν διέρχονται. Ὅθεν ὑποστηρίζω, ὅτι περιέχει μίαν ἀδικίαν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐπιβάλλον εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος τὴν δαπάνην ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι καθαρῶς ἐπαρχιακαί, καὶ ἰδίως εἰς τοὺς νησιώτας οἵτινες δὲν κάμνουσι χρῆσιν αὐτῶν. — Τὸ προκείμενον λοιπὸν νομοσχέδιον εἶναι κατώτερον τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον τὴν σήμερον ὑπάρχει· Ἐλησμόνησα δὲ, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ σιδηρόδρομοι ἀκολουθοῦσι τὸ μέτρον τοῦ συμφέροντος, καὶ εἰς αὐτοὺς συντρέχει ἡ ἐπαρχία, διὰ τῆς ὁποίας ὁ σιδηρόδρομος διέρχεται, διότι κάμνει χρῆσιν αὐτοῦ. Μεταβαίνω ἤδη εἰς σπουδαίαν τινὰ καινοτομίαν τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν ἐξέτασιν μιᾶς ἐγγυήσεως διὰ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις θέλει νὰ καλύψῃ τοιαῦτα ἀτοπήματα. Τὸ νομοσχέδιον διατάσσει νὰ κατατίθενται τὰ εἰσπραττόμενα εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν εὑρίσκω εἰς τοῦτο καμμίαν ἐγγύησιν, διότι ἔχομεν παραδείγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ θλιβερά. Ἠξεύρετε, ὅτι ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως τὸ Κράτος βλέπον, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσῃ τὴν δημοσίαν πίστιν, ἀπεφάσισε νὰ ἐκποιήσῃ τὰ ἐθνικὰ κτήματα καὶ διέταξε τὸ εἰς χρήματα ἀντίτιμον τῶν κτημάτων τούτων νὰ κατατίθεται εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν πρὸς πληρωμὴν τῶν δημοσίων χρεῶν. Ἐρωτῶ τὸν Κύριον Κεχαγιᾶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν ὁ νόμος οὗτος ὁ τόσον οὐσιώδης, ὁ ὑποστηριζόμενος τοσοῦτον παρ’ αὐτοῦ, ἐξετελέσθη, καὶ ἂν ἡ τράπεζα ἤνοιξε μερίδα ἐκ τοιαύτης αἰτίας καὶ πρὸς τοιοῦτον σκοπόν. Τὰ ἐθνικὰ κτήματα τῳόντι ἐκποιοῦνται, ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τῶν δημοσίων χρεῶν οὐδὲν εἰσέπραξε. Μεταβαίνω εἰς ἑτέραν ἀπόδειξιν. Σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ, ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχει λίαν ἀνεπτυγμένη ἡ ἐπαρχιακὴ διοίκησις, καὶ ὅτι ἓν μέρος τῶν φόρων εἶναι καθιερωμένον πρὸς χρῆσιν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ εἰσπράττεται ἐν τοῖς τελωνείοις. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν δὲν ᾖναι ἀληθὲς, ὅτι ὁ σοφὸς οὗτος θεσμὸς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του κατηργήθη χωρὶς τὴν ἡμετέραν συγκατάθεσιν, καὶ ἂν τὰ ἐπαρχιακὰ ταῦτα εἰσοδήματα δὲν ἐσφετερίσθη τὸ δημόσιον ταμεῖον. — Ἀλλ’ ἂν τὰ ἐπαρχιακὰ εἰσοδήματα τῆς Ἑπτανήσου δὲν ᾖναι διὰ τὴν Κυβέρνησίν μας ἱερὰ, ἐρωτῶ ἂν θὰ ᾖναι ἱερὰ τὰ τῆς ὁδοποιΐας καὶ ἀπὸ πάσης ἱεροσυλίας ἐξησφαλισμένα, διότι θὰ διατάξωμεν νὰ κατατίθενται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν. Ἀλλὰ περιπλέον σᾶς ἀναφέρω ἑτέραν ἀπόδειξιν, Κύριοι. Εἰσεπράξατε παρὰ τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ταμείου τὸν φόρον, περὶ τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα, τὴν στρατιωτικὴν εἰσφορὰν, χωρὶς κανεὶς νόμος νὰ τὸ διατάξῃ καὶ χωρὶς ἡ θέσις τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὴν Ἑλλάδα νὰ τὸ ἐπιτρέπῃ. Καὶ τόσας ἄλλας ἐπράξατε ἱεροσυλίας. Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὀχληρὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις σήμερον εἰς ὥραν τοσοῦτον προχωρημένην. Πρὸ τούτου ὅμως χρεωστῶ νὰ δηλώσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ σπουδαίου ἀντικειμένου τῆς συγκοινωνίας. Πᾶσα προσπάθεια πρέπει νὰ καταβληθῇ εἰς τὴν συγκοινωνίαν. Ἀλλὰ τῆς γενικῆς συγκοινωνίας αἱ δαπάναι ἔχουν τὸν τόπον των ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Προτιμῶ δὲ τὴν ἀρχὴν περὶ ἐπαρχιακῆς διοικήσεως τοῦ Ἰονίου Κράτους, καθ’ ἣν ἑκάστη ἐπαρχία διὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς συγκοινωνίαν θέλει λαμβάνει μέρος, ποσοστὸν τῶν φόρων, οὓς πληρόνει τῷ δημοσίῳ ταμείῳ. Φρονῶ προσέτι, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ γενικὸν σχέδιον συγκοινωνίας καὶ νὰ γίνῃ ἔναρξις τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ φέρωσι τόσας μεγάλας ὠφελείας εἰς τὸ Κράτος. (χειροκροτήματα ῥαγδαῖα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§122ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, εἰς τὴν ψηφοφορίαν.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰσέτι ἐγγεγραμμένοι ἕνδεκα.

§124ΠΟΛΛΟΙ. (ἀμφοτέρωθεν). Παραιτοῦνται, εἰς τὴν ψηφοφορίαν νὰ ἔλθωμεν.

§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω λοιπὸν περαιωμένην τὴν συζήτησιν καὶ θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ σχηματισμοῦ πόρων πρὸς διατήρησιν τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ διὰ θαλάσσης συγκοινωνίας. Ὅσοι παραδέχονται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου λέγουσι ναί· ὅσοι δὲν τὴν παραδέχονται λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, καθ’ ἣν δὲ στιγμὴν ἐρωτώμενος ὁ βουλευτὴς Δ. Γρίβας ἀποκρίνεται Ὄχι ἀκούονται ῥαγδαῖα χειροκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον.

§126ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ψηφοφορήσωμεν τοιουτοτρόπως, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκκενωθῇ τὸ ἀκροατήριον· (θόρυβος καὶ σάλος μέγας πανταχόθεν).

§127Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Συμπολῖται! Δὲν ὑπάρχει φόβος εἰς καμμίαν ἐπαρχίαν. Κύριοι! Σᾶς προσκαλοῦμεν ἐν ὀνόματι τῶν σπουδαίων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦμεν, νὰ διατηρήσητε τὴν ἡσυχίαν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἀνεπηρεάστως.

§128ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Μάλιστα, μάλιστα.

§129ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅστις ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον ἤθελεν ἀποδοκιμάσει ἢ ἐπιδοκιμάσει, τὸν ἀποκαλῶ προδότην. Ἐὰν δὲν ἐπιβληθῇ ἐντελὴς τάξις, ψηφοφορία δὲν γίνεται.

§130ΠΑΞΙΜΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε νὰ διαλύσετε τὴν συνεδρίασιν· ψηφοφορία δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.

§131ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι πίεσις τῶν συνειδήσεων, κύριε πρόεδρε.

§132ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔχετε κανονισμὸν, ὅστις δὲν σᾶς λέγει νὰ τὸν παραμελῆτε.

§133ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἐκπληρώσητε τὸν κανονισμὸν, Κ. Πρόεδρε, ἄλλως κάθε ἄλλο πρόσωπον ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἀναπληρώσῃ.

§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ; Παρακαλῶ, κύριοι καθήσατε· σᾶς ἐγγυῶμαι ἐγὼ ὅτι τὸ ἀκροατήριον θέλει τηρήσει εὐταξίαν, φθάνει μόνον νὰ γνωρίζετε, ὅτι οἱ κλητῆρες κατὰ τὸν κανονισμὸν ἔχουν τὸ χρέος καὶ τὸ καθῆκον ν’ ἀποβάλλουν πάντα τὸν ταράττοντα τὴν ἡσυχίαν καὶ ὄχι ὁ πρόεδρος.

§135ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὁ πρόεδρος διατάσσει.

§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ψηφοφορίαν. Ἐξακολουθεῖ καὶ περαιοῦται ἡ κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ψηφοφορία. Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. «Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ σχηματισμοῦ πόρων πρὸς συντήρησιν τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίας, ναὶ ἢ ὄχι;»

Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
Κωνστ. Θεοδώρου ΝΠ. Γουζούασης Ν
Ἀνδρ. Μιχαλόπουλος ΟΔημ. Τσιτσάρας Ν
Αἰακὸς Λογιωτατίδης ΝΓεώργιος Ἀποστολίδης Ν
Ἀναγν. Γιαννουλίδης Πάνος Μανωλίδης Ο
Μιχ. Δ. Καΐρης ΟΔημ. Ζῶτος Ο
Ν. Π. Καΐρης Κ. Λομβάρδος Ν
Δημ. Τσόκρης ΝΔ. Πατέλλης Ν
Λ. Λαμπρυνίδης Σ. Λεονταράκης Ν
Κωνστ. Μανουσάκης ΝἸω. Πλαίσσας Ν
Ὄθων Μακρυγιάννης ΟἈνδρ. Γ. Φωσκάρδης Ν
Περ. Ἀναρ. Πετράκης ΟΛυκοῦργος ΚρεστενίτηςΝ
Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΣτέφ. Στεφανόπουλος Ν
Παναγ. Κυριακός ΟΧ. Στεριόπουλος Ν
Ἀριστ. Μπαλάνος ΟἈλ. Βιλαέτης
Σπυρ. Καραϊσκάκης ΟἈλέκος Ἄχολος
Ἀνδρ. Στράτος ΝΛουκᾶς Κατσίνας Ο
Δημήτριος Γρίβας ΟἈναγν. Δημητρίου
Γ. Γεροθανάσης ΟΠέτρος Ζάνος Ο
Π. Πετιμέζης ΟἸωάννης Βλαβιανός
Εὐθ. Δεληγιάννης Σπυρ. Μαλασπίνας Ν
Γ. Πλαπούτας ΝΚωνστ. Πεταλᾶς Ο
Α. Ἀντωνόπουλος Ἀναστ. Μιχαλόπουλος Ν
Ἀθαν. Γόνδικας ΟἸωάννης Ζαΐμης
Χ. Σακελλαριάδης ΟΣωτ. Πετιμεζᾶς Ο
Ἡλ. Β. Μαυρομιχάλης ΟΛεων. Πετιμεζᾶς Ο
Λ. Πετροπουλάκης ΟἈνδρ. Οἰκονομόπουλος Ο
Χρ. Μαστραπᾶς ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
Ἰω. Σαφάκας ΟἸωάννης Φλέσσας Ο
Νικ. Παπαμιχαλόπουλος Περ. Μαυρομιχάλης Ο
Γ. Ζουμπουλάκης Γ. Πεῤῥωτῆς Ν
Ἀντ. Σ. Μήτσας ΟΚωνστ. Δημητριάδης Ο
Ἀλ. Κοντόσταυλος Ἰω. Προβελέγιος Ν
Ἰω. Μπαλάφας ΝΠ. Μοδινός Ν
Τριαντ. Λαζαρέτος ΝἈριστ. Ῥαυτόπουλος
Κωνστ. Κυπριάδης ΝἘμ. Ναυπλιώτης Ο
Στ. Παδοβᾶς ΟΝ. Κονταράτος Ν
Σωκράτης Κουρῆς ΟΝ. Φαρμάκης Ο
Γεώργιος Μαρκορᾶς ΟἸω. Πρωτοπαπᾶς Ο
Θεόδωρος Ζερβός ΝΝ. Καναβός Ο
Νικόλαος Καρύδης ΟΔ. Ὑψηλάντης
Νικ. Παγκράτης Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος Ο
Πολ. Κωνσταντᾶς ΟΤηλέμ. Ῥούκης
Θεόδωρος Ῥωμαῖος ΝΚίμων Χριστοδούλου Ν
Νικόλ. Λοῦβρος ΝἈντ. Α. Μαυρομιχάλης Ο
Γερ. Μαυρογιάννης ΝἸω. Κατσάκος
Νικ. Γεωργακάτος Π. Λεωτσάκος Ο
Α. Ἄννινος ΝΑ. Κουμουνδουράκης Ν
Λ. Τσουγανάτος ΝΧ. Χριστόπουλος Ο
Γερ. Ἀντύπας ΝΧ. Κανελλόπουλος Ο
Ἀντώνιος Ζερβός ΝΚ. Οἰκονομόπουλος
Γεώργιος Φλωριᾶς ΝΔημ. Μακρῆς Ν
Γ. Ἰακωβᾶτος ΟΕὐθύμιος Κεχαγιᾶς Ν
Χ. Ἰακωβᾶτος ΟΛουκᾶς Καραλίβανος
Γ. Λειβαδᾶς ΟΣπυρ. Κρεμεζῆς Ν
Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΑ. Ῥηγόπουλος Ο
Ἀνδρ. Νοταρᾶς ΝΜπενιζέλος Ῥοῦφος
Εὐϛ. Κανελλόπουλος Α. Μπουκαούρης Ν
Ἰω. Γ. Ἰωάννου ΟΘάνος Κανακάρης
Εὐθ. Οἰκονομόπουλος Κωνστ. Δαρειώτης Ν
Γεώργιος Ἀρώνης ΝἈθαν. Μησυρλῆς Ν
Ἐμμανουὴλ Κοντολέων ΟἸωάννης Δουλίδης
Κοσμᾶς Πανάρετος ΝΚωνστ. Μελαχρινός Ο
Δημ. Βροντίσης ΝΓεώργιος Μπούμπουλης
Χαρ. Α. Χρηστόπουλος ΟΔημ. Θεοχάρης Ο
Σπ. Παπαδόπουλος Κωνστ. Πλατύς
Ν. Παπανικολάου ΟἈχιλλεὺς Μεταξᾶς Ν
Ἰω. Βαλασόπουλος Μιλτιάδης Κανάρης Ο
Σπ. Σπηλιωτάκης ΝΕὐστρ. Παρίσης Ν
Σπ. Κοπανίτσας Ἰάκωβος Παξιμάδης Ν
Ἰω. Α. Κορφιωτάκης ΝΜατθαῖος Γιαννούλης Ν
Α. Κορφιωτάκης ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
Γεώργιος Λάππας ΝἈθ. Γρηγοριάδης Ο
Βασ. Α. Σπυρόπουλος Τσίκος Μαυροειδής
Ἀλ. Σταματόπουλος ΟΒ. Σκαλτσοδῆμος
Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης ΟΔημ. Βότσαρης Ο
Γεράσ. Σέρβος ΟΣπυρ. Καραμάνος Ν
Δημήτριος Τσαμόπουλος ΝΣταμ. Κοριζῆς Ν
Δημήτριος Παπαλουκᾶς ΝΔημ. Βούλγαρης Ο
Γεώργιος Μπουκίδης ΟἈθανάσιος Μιαούλης Ο
Χρῆστος Α. Χρηστόπουλος ΟἈνδρ. Κουντουριώτης Ο
Βασ. Δημητρακόπουλος ΟΤασ. Πλέσσας Ο
Ἀναγ. Σταυρόπουλος ΝἈθ. Χατζόπουλος Ν
Σπυρ. Οἰκονομίδης ΝΔ. Τσιριμῶκος Ο
Ἀθανάσιος Σινανιώτης ΟΔ. Χατζῖσκος Ο
Ἀσημ. Ζατουνίτης ΝΔ. Κριεζώτης Ο
Ξενοφῶν Λογοθέτης ΝΝ. Βουδούρης Ο
Ἰωάννης Ἀλεξίου ΝΑὐγ. Ἀβέρωφ Ν
Ἐπ. Δεληγεώργης ΟΚωνστ. Κανάρης
Χαρίλαος Τρικούπης ΟΔημ. Βαλαβάνος
Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος
Περ. Μποῦτος Ν
Π. Καλαμαριώτης Ν

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν, κύριοι, 144· εἶπον ὄχι 69, εἶπον ναὶ 75· ἄρα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἀπεῤῥίφθη (χειροκροτήσεις ῥαγδαιόταται καὶ ζητωκραυγαὶ καὶ ἐπευφημίαι ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.) Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 9 Μ. Μ.)

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 55.
2Τῆς 13 Ὀκτωβρίου 1865.
3(Τετάρτη).
4Ὥρα 12 καὶ 20 μ.μ.
5Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρε-
6θείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ
7τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
8§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐναντίον τῶν πρακτικῶν;
9§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
10§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ λογιστικοῦ ζητεῖ πίστωσιν
11πρὸς ἀποζημίωσιν καὶ ἄλλα ἔξοδα. Τὰ ἔγγραφα τὰ περὶ σκω-
12ριῶν τοῦ Λαυρίου θέλουν διανεμηθῆ αὔριον.
13§4ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν ἔχει ἑτοί-
14μην τὴν ἔκθεσίν της, καὶ, ἐὰν εὐαρεστηθῇ ἡ Βουλὴ, νὰ ἀναγνω-
15σθῇ ἢ νὰ σταλῇ εἰς ἐκτύπωσιν.
16§5ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
17§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προβαίνομεν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζη-
18τήσεως.
19§7Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω εἰς τὴν
20Βουλὴν πρότασιν νόμου. Παρατηροῦμεν, ὅτι τὸ ἔργον τῆς ἀφο-
21μοιώσεως δὲν παρουσιάζεται κατεπεῖγον· κατεπεῖγον εἶναι, ὥστε
22οἱ πολῖται τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος νὰ ἀπολαύουν ἐν Ἑπτανήσῳ
23τὰ δικαιώματα ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἐνῷ δὲν τὰ ἀπολαμ-
24βάνουν. Ὅταν ὁ πολίτης τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος ἔχῃ ὑπόθεσίν
25τινα ἔν τινι δικαστηρίῳ τῆς Ἑπτανήσου, δὲν δύναται οὔτε αὐ-
26τοπροσώπως νὰ παρουσιασθῇ, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν νὰ ὑπογράψῃ τὴν
27δικογραφίαν, καὶ εἶναι ἠναγκασμένος νὰ προσφύγῃ ἑκὼν ἄκων
28εἰς δικηγόρον, ὁ δὲ ἕλλην τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος μεταβαίνων εἰς
29τὴν Ἑπτάνησον θεωρεῖται ἀπηγορευμένος, θεωρεῖται ἀνῆλιξ, θεω-
30ρεῖται καταδικασμένος ἀπὸ κακουργοδικεῖον, ὥστε νὰ μὴ δύ-
31ναται νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῶν ἐπαρχιῶν
32ἐκείνων· συγχρόνως ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι καὶ ἕτεραι 15
33χιλ. Ἑλλήνων τῶν κατοικούντων εἰς τὴν Ἑπτάνησον εἶναι
34ἀπηγορευμένοι· διότι οὔτε οἱ ἑπτανήσιοι δύνανται νὰ παρουσι-
35ασθῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, εἴτε αὐτοπροσώπως, εἴτε
36διὰ τῆς ὑπογραφῆς εἰς τὸ δικόγραφον.
37Ὁ νόμος εἶναι εἰς τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα, ὅτι ὁ ἐντολεὺς
38εἶναι ὁ διάδικος, ὅτι ὁ δικηγόρος ὡς ἐντολοδόχος δύναται νὰ
39παρουσιασθῇ ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Διὰ ταῦτα, ἐπειδὴ νομί-
40ζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐπισπεύσωμεν τὸ ἔργον τῆς ἀφομοιώσεως,
41προτείνω τὴν ἑξῆς πρότασιν, δι’ ἧς κηρύσσομεν δικαστικῶς ἀπο-
42καταστημένους καὶ τοὺς Ἰονίους καὶ τοὺς τῆς παλαιᾶς Ἑλλάδος. Ἡ
43πρότασις αὕτη δὲν ἔχει χρείαν συζητήσεως· λέγομεν ἁπλῶς, ὅτι
44ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων τῆς Ἑπτανήσου δύνανται νὰ παρου-
45σιασθῶσιν οἱ διάδικοι, εἴτε διὰ τῆς ὑπογραφῆς των, εἴτε διὰ
46δικηγόρων· πρέπει ἡ πρότασις αὕτη νὰ διατρέξῃ τὸ στάδιόν
47της· παρακαλῶ δὲ νὰ κηρυχθῇ κατεπείγουσα ἡ πρότασις.
48§8ΠΑΔΟΒΑΣ. Κάθε νόμος, Κύριοι, πρέπει νὰ ἔχῃ ἕνα σκοπὸν
49καὶ ἓν ἀποτέλεσμα, κατὰ τὴν γνώμην μου· ὁ περὶ οὗ ὁ λόγος
50νόμος εἶναι πάντη ἀναποτελεσματικός, εἴτε πραγματικῶς τὸν
51ἐξετάσωμεν, εἴτε ἠθικῶς. Τί λέγει ἡ Κυβέρνησις προτείνουσα
52τὸν περὶ οὗ ὁ λόγος νόμον; λέγει, ὅτι ἀπὸ τὴν ἐφαρμογήν του
53δύναται νὰ πορισθῇ ἓν ποσὸν ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἑξακοσίων χιλ.
54δραχμῶν· ἀφαιροῦντες ἀπὸ αὐτὸ τὸ ποσὸν 490,000 δραχ.
55διὰ τὴν χορηγίαν τῆς ἀτμοπλοΐας, μένει τὸ ὑπόλοιπον τὸ
56ὁποῖον διανέμεται· 200,000 δραχ. διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁ-
57δῶν, καὶ 910,000 διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Ἀλλὰ θέλω
58σᾶς ἀποδείξει μὲ μαθηματικὴν καὶ ἀριθμητικὴν ἀκρίβειαν, ὅτι
59αὐτὸ τὸ ποσὸν εἶναι πάντοτε ἀτελεσφόρον, καὶ διὰ τὰς τεχνητὰς
60καὶ διὰ τὰς ἁπλᾶς ἐργασίας τὰς ἀφορωμένας ὑπὸ τοῦ νόμου
61τοῦ 1852. Πρὸ πάντων τὸ ποσὸν αὐτὸ τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη
62παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ χρησιμεύσῃ εἰς
63αὐτὰ τὰ δύω ἔργα, δὲν εἶναι ποσὸν ἐκκαθαρισμένον, πρέπει
64νὰ προεξαιρέσωμεν ά) ὅλα τὰ ἔξοδα τῆς διευθύνσεως, β) τοῦ
65ὑλικοῦ, γʹ) τῶν ἐργαλείων· ὑπολογιζομένων τῶν ἐξόδων, τὰ
66ὁποῖα ἐξ ἀνάγκης ἀπαιτοῦνται διὰ τὰ τρία αὐτὰ κεφάλαια,
67ἤθελα ἐρωτήσει τὸν προτείναντα τὸ νομοσχέδιον εἰς τί δύνα-
68ται νὰ καταντήσῃ τὸ ποσὸν εἴτε τῶν 900000, εἴτε τῶν 200
69000 δραχμῶν;
70Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου τὸ ποσὸν πρέπει νὰ ὑποτεθῇ καὶ ὑφ’ ἑτέραν
71ἐλάττωσιν, ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἀντικειμένου. Εἶναι φόρος
72ἄμεσος, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ εἰσπράττηται, καὶ ὑμεῖς ὅλοι γνωρί-
73ζετε κάλλιον ἐμοῦ ὁποῖα καὶ πόσα ἔξοδα ἀπαιτοῦνται πρὸς εἴσ-
74πραξιν· ἑπομένως πρέπει νὰ ἀφαιρέσωμεν καὶ τὸ ἔξοδον τῆς εἰσ-
75πράξεως, καὶ τοῦτο εἶναι ἓν ἕτερον κονδύλιον, τὸ ὁποῖον πρέπει
76νὰ ἐκτιμηθῇ παρὰ τῆς ἀξιοτίμου Βουλῆς, διὰ νὰ ἴδωμεν ἄν τὸ
77ἐναπολειπόμενον ποσὸν δύναται νὰ ἔχῃ τελεσφόρον ἀποτέλεσμα.
78Δὲν εἶναι ἀνάγκη λεπτομερῶς νὰ ἐξετάσω ὅλα αὐτὰ τὰ ἀριθ-
79μητικὰ διδόμενα διὰ νὰ σᾶς πείσω, ὅτι αἱ 910,000 θέλουσι
80καταντήσει εἰς 600,000, διότι ἔχομεν διδόμενα, τὰ ὁποῖα
81δύνανται νὰ μᾶς χρησιμεύσωσιν ὡς ὑπογραμμὸς εἰς ὅσα ἡ Κυ-
82βέρνησις ἐξοδεύει δι’ εἰσπράκτορας. Ἀλλά, Κύριοι, ἂς ὑποθέσω-
83μεν πρὸς στιγμὴν, ὅτι ὅλον τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη
84πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, δύναται καὶ ὀφείλει ἄνευ ἐλαττώσεως ἢ
85καθυστερήσεως νὰ χρησιμεύσῃ εἰς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Πρὸς
86κατασκευὴν ὁδοῦ ἑνὸς μιλίου Ἀγγλικοῦ, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ὑπο-
87λογίσω κατ’ αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν εἰς τὴν Ἑπτά-
88νησον, ἐξωδεύσαμεν 28,000 δραχμῶν σχετικῶς τῆς θέσεως,
89κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον, διότι ἀλλοῦ μὲν ὑπάρχει τό-
90πος ὀρεινὸς, ἀλλοῦ δὲ τόπος πεδινὸς καὶ βαλτώδης. Τώρα, Κύ-
91ριοι, ἂν λάβωμεν αὐτὸ τὸ μέτρον, μὲ αὐτὸ τὸ ποσὸν ἡ Κυβέρ-
92νησις πόσα μίλια ἀγγλικὰ ὁδῶν κατ’ ἔτος δύναται νὰ κατα-
93σκευάσῃ; Τριάκοντα τρία!! Ἤδη δὲ παρουσιάζεται σπουδαῖον ζή-
94τημα· τὸ ποσὸν αὐτὸ πρέπει νὰ διατεθῇ ἀποκλειστικῶς παρὰ
95τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Α. ἢ ἀπεναν-
96τίας τὸ ποσὸν ἐκεῖνο πρέπει νὰ διανεμηθῇ ἀναλόγως τῶν δια-
97φόρων χορηγιῶν ἑκάστης ἐπαρχίας, ἵνα χρησιμεύσῃ πρὸς κατα-
98σκευὴν ὁδοῦ, ἀνηκούσης εἰς τὴν δεῖνα ἐπαρχίαν; Ὑπὸ τὴν πρώ-
99την ἔποψιν βλέπετε ποία καὶ πόση θὰ ἦτον ἡ ἀδικία εἰς τὴν
100ὁποίαν ἤθελον ὑποβληθῆ ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι, διότι ὅλαι ἤθελον
101ὑποχρεωθῆ νὰ συνεισφέρουν, ἵνα καλλωπισθῇ ἡ πρωτεύουσα·
102ἂν ἀφ’ ἑτέρου ἡμεῖς παραδεχθῶμεν τὸ ἕτερον μέτρον, τὸ ὁποῖον
103εἶναι τὸ πλέον δίκαιον, ἠθέλαμεν ὑποπέσει εἰς ἄλλο ἀτόπημα·
10433 μίλια διαιρούμενα εἰς 60 ἐπαρχίας θὰ παράξουν ½ μί-
105λιον ἑκάστη· τώρα, κύριοι, εἶναι δυνατὸν μία ἐπαρχία ν’ ἀπο-
106λαύσῃ τὰς ὠφελείας τῆς ὁδοποιΐας ἀναλόγως τῆς ἰδίας ἐκτά-
107σεως; Ἂν ᾖναι δυνατὸν, πρέπει νὰ παρέλθωσι 50 καὶ 100 ἔτη,
108καὶ τότε ποῖος ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου; Ἀφ’ ἑτέρου πρέπει νὰ
109ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ ἕτερον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται
110νὰ μᾶς διαφύγῃ, ὅτι, ἂν περιορισθῶμεν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ
111ἑνὸς μιλίου κατ’ ἔτος, ἕως ὅτου συναχθῶσι τὰ χρηματικὰ μέσα,
112θέλει καταστραφῆ τὸ πρῴην ἤδη κατασκευασθὲν πρῶτον. Εἰς
113Ἑπτάνησον βλέπετε, ὅτι ὑπὸ ὁποιανδήποτε ἔποψιν καὶ ἂν ἐξε-
114τάσωμεν αὐτὸν τὸν νόμον, εἶναι πάντοτε ἀναποτελεσματικὸς·
115ἐκτὸς δὲ τούτου ὑπάρχει καὶ ἕτερος λόγος ἀποδοκιμασίας· ὁ
116φόρος αὐτὸς δὲν εἶναι μοναδικὸς, ἀλλ’ ἐπιπροστίθεται εἰς ἕνα
117ἄλλον φόρον ἢ εἰς δύω ἢ τρεῖς, οἵτινες ἤδη ἐπιβαρύνουσι τὸν
118λαὸν τῆς Ἑλλάδος· ἂν δὲ, κύριοι, λάβωμεν ὡς μέτρον χρημα-
119τικὸν οὐχὶ τὰς 910,000 δραχμὰ., καθαρισμένας ἀπὸ ὅλα τὰ
120ἔξοδα εἴτε τῆς τεχνικῆς, εἴτε τῆς ἁπλῆς ἐργασίας, εἴτε τῶν
121καθυστερήσεων, διότι βεβαίως καὶ πολλοὶ δὲν θὰ πληρόνουν
122τοὺς φόρους, τότε βεβαίως θέλομεν καταντήσει εἰς ἕνα κον-
123δύλιον, τὸ ὁποῖον ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν ἤθελε παρὰ πάντων ἡμῶν
124κηρυχθῆ ὡς πάντη ἀναποτελεσματικόν.
125Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι, ὅπως ἂν βασανίσητε τὴν ἀρχὴν τοῦ
126νόμου ἀπέναντι τῶν ἀποτελεσμάτων αὐτοῦ, δὲν ἔχομεν λόγους,
127ἵνα ἐν συνειδήσει καὶ πεποιθήσει παραδεχθῶμεν αὐτὸν, διότι
128αὐτὸ τὸ μέτρον δὲν θεραπεύει τὰς πλημμελείας τοῦ προηγου-
129μένου νόμου τοῦ 52, ὁ ὁποῖος ἕνεκα τῆς δυσκολίας τῆς ἐκτε-
130λέσεως αὐτοῦ, καθὼς ἕνας ἀξιότιμος βουλευτὴς εἶπε, δὲν ἐτέθη
131εἰσέτι εἰς ἐνέργειαν.
132Ἀλλὰ, κύριοι, ἐκτὸς τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀρυό-
133μεθα ἐκ τῶν πραγμάτων, ἐπιτρέψατέ μοι ἁπλῶς νὰ ἐκ-
134φράσω τὰς ἰδέας μου ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ νὰ ἐξετάσω
135ἂν ὑπάρχουν καὶ ἕτεροι λόγοι, οἵτινες ὑπὸ ἠθικὴν ἔποψιν καὶ
136ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας τῶν διατρεξάντων καὶ ὑφισταμένων δύ-
137νανται νὰ διεγείρουν τὴν βεβαιότητα, ὅτι αὐτὸς ὁ φόρος ἀσφα-
138λῶς καὶ ἀποκλειστικῶς θέλει χρησιμεύει εἰς κατασκευὴν καὶ
139ἐπισκευὴν ὁδῶν. Καὶ ἐδῶ, κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὸν
140νόμον, ὁ ὁποῖος προτείνεται, καὶ τὴν τροπολογίαν, ἣν εἷς ἀξιό-
141τιμος βουλευτὴς ἔφερεν, ὅτι ὁ νόμος πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν
142Βουλὴν μετὰ τοῦ σχετικοῦ προϋπολογισμοῦ, διότι ἄλλως δὲν
143παρέχει ἐγγυήσεις εἰς τὸ βουλευτικὸν Σῶμα, ὅτι δὲν θὰ γείνῃ
144κατάχρησις αὐτοῦ τοῦ χρηματικοῦ. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ προσ-
145βάλω τινὰ, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐκθέσω τὰς γνώμας μου ἐπὶ τοῦ
146ἀντικειμένου. Μᾶς λέγουν, ὅτι τὸ ποσὸν αὐτὸ θέλει κατατεθῆ
147εἰς μίαν τράπεζαν, ἵνα χρησιμεύσῃ ἀποκλειστικῶς πρὸς ὁδο-
148ποιΐαν· εἰς οἱανδήποτε τράπεζαν τοῦ Κράτους τούτου κατατεθῆ,
149ἴσως αὐτὴ ἡ πρότασις παρεδέχθη παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἢ
150ἴσως ἀπετέλει μέρος τοῦ νομοσχεδίου; ἀνεδέχθη ἴσως αὐτὴ ἡ
151τράπεζα τὸ καθῆκον νὰ τηρήσῃ αὐτὸ τὸ χρηματικὸν ποσὸν
152διὰ νὰ χρησιμεύσῃ δι’ αὐτὴν τὴν χρῆσιν τῶν ὁδῶν; Ἡ παρα-
153κατάθεσις βεβαίως, ἡ ὁποία θὰ γείνῃ, θὰ ᾖναι ἁπλῆ ἐκ μέρους
154τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ὁσάκις αὕτη λάβῃ ἀνάγκην, θὰ προσκα-
155λῇ τὴν τράπεζαν εἰς τὴν ἀπόδοσιν εἴτε ὁλοκλήρου τοῦ κεφα-
156λαίου, εἴτε μέρους, καὶ ἡ τράπεζα ὀφείλει νὰ τ’ ἀποδώσῃ χωρὶς
157ν’ ἀποβλέψῃ εἰς τίποτε, διότι δὲν ἀνέλαβε κανὲν καθῆκον·
158ἑπομένως, κύριοι, ἀφοῦ ἡ πρότασις καὶ τὸ νομοσχέδιον μᾶς
159παρουσιάζουσιν αὐτοὺς τοὺς δισταγμοὺς, ἂς ἴδωμεν ἂν προηγού-
160μενα δύνανται νὰ μᾶς καθησυχάσωσι, καὶ νὰ παραδεχθῶ-
161μεν ἀπὸ τοῦδε, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν πρόκειται καὶ ὀφείλει
162ἀποτελεσματικῶς νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν
163ὁδῶν· ὀλίγα τινὰ, Κύριοι, περιορίζομαι νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, τὰ
164ὁποῖα ἡ ἔντιμος Κυβέρνησις βεβαίως δὲν δύναται ν’ ἀναιρέσῃ
165ἢ νὰ διαψεύσῃ καὶ τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦσι προηγούμενα σοβαρὰ
166τὰ ὁποῖα μᾶς ὑποχρεοῦσι νὰ δυσπιστῶμεν πρὸς τὴν χρῆσιν, τὴν
167ὁποίαν ὁ νέος φόρος θέλει λάβει. Ἐρωτῶ, Κύριοι, τὴν κυβέρ-
168νησιν τί ἔγεινε τὸ ταμεῖον τῶν ναυτικῶν ἀπομάχων; τί ἔγεινε
169τὸ ταμεῖον τῶν πολιτικῶν καὶ στρατιωτικῶν συντάξεων; τί ἔ-
170γεινεν ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πρὸ ἐτῶν ἐπεβλήθη εἰς τοὺς Ναξίους
171πρὸς κατασκευὴν λιμένος καὶ ὁ ὁποῖος λιμὴν δὲν ὑπάρχει, καὶ
172ὁ φόρος ἀνελήφθη, καίτοι συνήχθησαν ὑπὲρ τὰς 200,000 δρ;
173καὶ εἰς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἀξιοτίμων Βου-
174λευτῶν τῆς Νάξου.
175§9ΚΟΝΤΑΡΑΤΟΣ. Σᾶς λέγω, ὅτι ἤδη αἱ ἐργασίαι τῆς προκυ-
176μαίας προχωροῦσι καὶ τα ἔξοδα προκαταβάλλονται ἀπὸ τὸ δη-
177μόσιον ταμεῖον.
178§10ΠΑΔΟΒΑΣ. Θὰ εἰπῇ, ὅτι ἴσως ἔλαβες κακὰς πληροφορίας,
179ἀλλὰ ὁ φόρος πρὸ πολλοῦ εἰσεπράχθη, καὶ τώρα μόνον ἤρχι-
180σεν ἡ ἐργασία. Τί ἔγειναν, Κύριοι, αἱ 180.000 δραχ. τῶν ὑπο-
181τρόφων, κεφάλαιον ἱερὸν, τὸ ὁποῖον προσδιωρίσθη πρὸς ἐκπαί-
182δευσιν τῆς Ἑλληνικῆς νεολαίας; κατεστράφη ὄχι μόνον ὁ τόκος,
183ἀλλὰ καὶ μέρος τοῦ κεφαλαίου· τί ἐγένετο, Κύριοι, καὶ μὴ νο-
184μίσητε, ὅτι ἔχω σκοπὸν νὰ θίξω ἐπαρχιακὰ ζητήματα, τί γί-
185νονται τὰ ἐγχώρια εἰσοδήματα τῆς Ἑπτανήσου ἐκεῖνα τὰ ὁ-
186ποῖα παρὰ ὑφισταμένων νόμων εἶχον προσδιορισθῆ πρὸς ἐπι-
187σκευὴν καὶ κατασκευὴν ὁδῶν, τί γίνεται τὸ 1½%
188ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς τῶν προϊόντων, καὶ τὰ 7% ἐπὶ
189τῆς εἰσαγωγῆς; τί γίνεται ὁ φόρος τῶν μεγάλων καὶ μικρῶν
190ζώων; Καὶ ἐν τούτοις θέαμα οἰκτρὸν μᾶς παρέχει ἡ κατάστασις
191τῶν ὁδῶν τῆς Κερκύρας. Τί γίνονται αἱ ἐπαρχιακαὶ πρόσοδοι
192τῆς Ἑπτανήσου, ἀφοῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ἐπίσημος
193φωνὴ τοῦ ἀξιοτίμου πρωθυπουργοῦ μᾶς ἐκήρυξεν εἰς κατάστασιν
194παθητικήν; Ἐρωτῶ τί γίνονται, διότι θὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα, κατὰ
195τὴν ὁποίαν ἔχω καθῆκον νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἴμεθα χρεω-
196κοπημένοι καὶ νὰ σᾶς ἐξιστορήσω τὰ ἀφορῶντα τὴν οἰκονομι-
197κὴν κατάστασιν τῆς Ἑπτανήσου εἴτε εἰς τὸ παρὸν, εἴτε εἰς τὸ
198παρελθὸν, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι, ἂν ὑπάρχῃ ἔλλειμμα, τὸ
199ἔλλειμμα ὑπάρχει μόνον διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν
200πρέπει, οὔτε θέλω νὰ ἐξηγήσω· τώρα λοιπὸν, Κύριοι, ἀπέναντι
201αὐτῶν τῶν γεγονότων δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ὠφελοῦμεν τὸν λαὸν
202διὰ τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων; καὶ ὅτι ἐμπιστεύομαι εἰς σὲ, Κυβέρ-
203νησις, αὐτὸ τὸ νέον ποσὸν, διὰ νὰ χρησιμεύσῃ πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ-
204τον; Ὄχι βεβαίως. Καὶ ἐννοῶ, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἡ διάθεσις εἰς τὴν Κυ-
205βέρνησιν νὰ καταχρασθῇ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ, ἀλλ’ ἀγνοῶ τὰς οἰκονο-
206μικὰς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας ἠδύνατο τυχὸν νὰ εὑρεθῇ, τὰς
207ἀναποδράστους ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο τυχὸν νὰ ὑπο-
208χρεώσωσι τὴν Κυβέρνησιν εἰς παραχώρησιν, ἥτις διὰ τοὺς ὑπο-
209δεεστέρους ὑπαλλήλους ἤθελεν ἀποτελέσει κακούργημα τιμω-
210ρούμενον ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου, ἀλλὰ διὰ τοὺς ἀνωτέρω
211ὑπαλλήλους, δηλ. τοὺς ὑπουργοὺς εἶναι ἁπλῆ παράλειψις ἢ παρά-
212βασις καθήκοντος. Καὶ αὐτὴ ἡ ἁπλῆ παράβασις, ἥτις δὲν φέρει
213κανὲν ἀποτέλεσμα πραγματικὸν, ἀποβαίνει ματαιότης, ἡ ὁποία
214ἀπολήγει εἰς συνταγματικὸν τύπον, οὐδόλως ἔχοντα ἀποτέ-
215λεσμα. Αὐτὰ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ σᾶς ὑποβάλω ὡς πρὸς
216τὴν ἀναποτελεσματικότητα τοῦ νόμου.
217Ἀλλ’ ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ καὶ ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἀναπο-
218τελεσματικότητος, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ νόμου δυνάμεθα νὰ
219θεραπεύσωμεν πολλὰ ἄλλα ἀτοπήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἡ Βουλὴ
220ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της διὰ τοῦ νέου νόμου·
221ἄλλο τι δὲν κάμνομεν, εἰμὴ νὰ μετασχηματίσωμεν τὸν πρῶτον
222φόρον, δηλαδὴ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν εἰς ἓν χρηματικὸν
223ποσὸν, τὸ ὁποῖον παράγεται παρὰ τοῦ ἄλλοτε ἐργάτου. Ἀλλὰ,
224Κύριοι, ἐξετάσατε τὰ ἄρθρα 8, 11 καὶ 22 τοῦ νόμου τοῦ
2251852, καὶ θέλετε πεισθῆ, ὅτι δὲν καταργεῖται ἡ προσωπικὴ
226ἐργασία, εἰμὴ ἁπλῶς διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν,
227μένει δὲ διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικάς. Ἐὰν ἐπρόκειτο
228νὰ παραδεχθῇ πρόνοιά τις, ἢ νὰ θεραπεύσωσι τὰ ὑφιστάμενα
229κακὰ, διὰ νὰ πορισθῶμεν μέσα πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ
230ν’ ἀπαλλάξωμεν τοὺς πολίτας ἀπὸ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν,
231ἠδυνάμεθα νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἄλλας καταχρήσεις, αἱ ὁποῖαι
232ὁλονὲν ὑπάρχουσι, καὶ αἱ ὁποῖαι βεβαίως ἀπαιτοῦσι πρόνοιαν
233μεγάλην ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως χωρὶς νὰ ἐπιβάλλωμεν
234νέους φόρους εἰς τὸν λαόν. Ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ὄχι βέβαια
235νὰ καταπιέσῃ τοὺς πολίτας, ἀλλὰ νὰ ὑποχρεώσῃ τοὺς μᾶλλον
236εὐπόρους εἰς ἀποταμίευσίν τινα πρὸς ἐλάττωσιν τοῦ ὀγκώδους
237δανείου τῶν 60,000,000 δραχ. τῶν καθυστερούντων· ἠδύνατο
238ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ πρόνοιάν τινα, ἵνα ἁπλοποιήσῃ τὸ μέσον
239διὰ τοῦ ὁποίου εἰσπράττονται οἱ φόροι· ἐξάγω δὲ ἀπὸ τοὺς
240προϋπολογισμοὺς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πρὸς εἴσπραξιν φόρου ἐξώ-
241δευσε μυριάδας δραχμῶν. Ἠδύνατο νὰ λάβῃ ἡ Κυβέρνησις μέτρα
242τινὰ, ἵνα ἁπλοποιήσῃ τὸν τρόπον τῆς ἐκδικάσεως τῶν δικαστι-
243κῶν ὑποθέσεων διὰ νὰ ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ 200,000 ἢ 300 ἴσως
244καὶ ἐπέκεινα δραχμῶν· ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις ἐπίσης νὰ μὴ
245μεταφέρῃ ἀενάως καὶ διαρκῶς τοὺς ὑπαλλήλους, εἴτε καὶ τὸν
246στρατόν· καὶ εἴδετε πρὸ ἡμερῶν, ὅτι 96,000 δραχ. κατεβλή-
247θησαν διὰ μετάθεσιν στρατοῦ· ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ
248πλεῖστα ἄλλα μέτρα, ἵνα ἐξοικονομήσῃ ἄφθονα χρηματικὰ ποσὰ,
249χωρὶς νὰ ἐπιβάλλῃ νέους φόρους καὶ νέους δασμούς.
250Ἀλλ’ ὁ νέος οὗτος φόρος ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἀντικαθίσταται εἰς
251ἄλλον προηγούμενον φόρον, δηλαδὴ εἰς τὴν προηγουμένην προ-
252σωπικὴν ἐργασίαν, μᾶς ἀπαλλάττει ἀπὸ ἀποτέλεσμα ἀδίκου
253ἀνισότητος, καὶ ἐδῶ ὁ ἀξιότιμος Κύριος Καλλιγᾶς σᾶς ἔφερε
254τὸ παράδειγμα ἑνὸς χωρικοῦ καὶ τοῦ ἑαυτοῦ του, ὅτι δηλαδὴ
255τὸ ἴδιον ἐπλήρωσεν ὁ χωρικὸς καὶ τὸ ἴδιον ὁ Κ. Καλλιγᾶς.
256Ἐὰν τῷ ὄντι εἰς τὸν πρῶτον νόμον ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἀνισότης,
257ἡμεῖς ἔχομεν τὰ μέσα νὰ θεραπεύσωμεν τὰς πλημμελείας τοῦ
258νόμου ἐκείνου· ἐκεῖ ὅπου εἶναι τρεῖς κατηγορίαι, τῶν 12, 9
259καὶ 6, ἠμπορούσαμεν καὶ δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν 5 ἢ 6
260κατηγορίας, ἵνα ἐλαττώσωμεν τὸ βάρος τῶν ἡμεροκαμάτων
261τοῦ λαοῦ. Ἑπομένως οὔτε αὐτὸ μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι λόγος,
262ὅστις ἠδύνατο νὰ ὑπερμαχήσῃ ὑπὲρ τῆς παραδοχῆς τοῦ σχεδίου.
263Ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζητε, διότι τὸ ἐξάγω ἀπὸ
264τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 11 τοῦ νόμου 1852, ὅτι ὁ φόρος
265ὁ ὁποῖος προσδιορίζεται ὑπὸ τοῦ σχεδίου τῆς Κυβερνήσεως, ἐπι-
266βάλλει κατ’ ἔτος αὐτὴν τὴν συνεισφοράν, ἐνῷ ὁ προηγούμενος νό-
267μος ἅπαξ ὑπεχρέονε τὸν κάτοικον τῆς ἐπαρχίας Α νὰ πληρώσῃ
268διὰ τὴν κατασκευὴν τῆς ὁδοῦ Α. Καὶ ὁ νέος φόρος, κατὰ τὸν νό-
269μον, δὲν θὰ πληρόνεται ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ σκοπὸν νὰ
270κατασκευάσῃ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα ὁδὸν, ἀλλὰ διαρκῶς καὶ κατ’ ἔτος,
271διότι εἶναι φόρος ὅστις ἐπιβάλλεται ἄνευ περιορισμοῦ ἢ ἐξαι-
272ρέσεώς τινος. Ἐπίσης, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ
273προτεινόμενος φόρος πρέπει νὰ προτιμηθῇ τῆς ἐργασίας, διότι ὁ
274σημερινὸς ἐπιβαρύνει μᾶλλον τὰς εὐπόρους τάξεις καὶ ὄχι τὰς
275ἀπόρους, διότι ἵνα προσδιορίσωμεν τὰς συνεπείας ἑνὸς φόρου δὲν
276πρέπει νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὴν ἀτομικότητα, ἀλλὰ εἰς τὸ ἀπο-
277τέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ φόρος εἰς μίαν ὁλόκληρον πόλιν ἢ
278ἐπαρχίαν, ὅπου δύνανται νὰ ᾖναι ἑκατὸν, δέκα, ἢ εἴκοσιν εὔπο-
279ροι, καὶ πλεῖστοι ἄποροι. Τώρα κατὰ ποίαν ἀναλογίαν ὁ φόρος
280ἐπιβαρύνει τὰς λοιπὰς ὁμάδας; Ἀπὸ τὴν ὁλοκληρίαν τῶν ὁμά-
281δων πρέπει νὰ πορισθῶμεν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἰσότητος ἢ ἀ-
282νισότητος ἑνὸς φόρου. Καὶ σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα· βλέπετε,
283ὅτι προσετέθησαν 10% ἐπὶ τῆς εἰσαγωγῆς τῶν ὑφασμά-
284των· τοῦτο εἰς τὸν πλούσιον βεβαίως δὲν προξενεῖ μεγάλην ζη-
285μίαν, ἀλλ’ ὁ πτωχὸς, ὅστις ἔχει μίαν πολυάριθμον οἰκογένειαν,
286θέλει συναισθανθῇ τὸ ἐπαχθὲς τοῦ νόμου, διότι, ἐὰν μετὰ μεγά-
287λης δυσκολίας δύναται νὰ πληρώσῃ ἓν, μὲ μεγαλειτέραν θέλει
288πληρώσει τὰ δύω ἢ τρία ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῆς οἰκογενείας
289καὶ τῶν ἀναγκῶν του· καὶ ἂν ἐπεκτείνωμεν αὐτὸ τὸ μέτρον εἰς
290ὅλην τὴν κοινωνίαν τῶν ἀπόρων, βλέπομεν εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα
291θέλομεν καταντήσει.
292Ὡς ἐκ τούτου κατὰ τὴν γνώμην μου καὶ ἀνεξαρτήτως τῆς
293εἰδικῆς συγκρίσεως τοῦ νόμου τοῦ 1852 καὶ τοῦ νομοσχεδίου
294τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος, ἐγὼ εἶμαι πάντοτε δικαιολογημένος νὰ
295ἀναιρέσω μὲ τὴν ψῆφόν μου τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ καθέκαστα. Καὶ ἐδῶ
296ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ἀποτεινόμενος εἰς τὸν Κύριον Κε-
297χαγιᾶν, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλω εἰς ὑμᾶς, δὲν εἶναι ἀ-
298πόῤῥοια δημοκοπίας· ναὶ μὲν ἡ ἀποποίησίς μου συσχετίζεται καὶ
299μὲ πολιτικοὺς σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἀκολούθως θέλομεν ἐξετά-
300σει, ἀλλὰ δὲν εἶναι δημοκοπία, διότι οὐδέποτε συνείθισα νὰ
301κολακεύω τὸν λαὸν, οὐδέποτε ἐφοβήθην τὴν πίεσιν τοῦ λαοῦ,
302ἀλλ’ ἁπλῶς ἐσεβάσθην τὸν λαὸν, καὶ ἐξετίμησα μεγάλως τὴν
303ἐμπιστοσύνην, ἣν ἀνέθηκεν εἰς ἐμὲ, καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔπρεπε
304νὰ ἀποδείξω, ὅτι συναισθάνομαι κατὰ πᾶσαν συζήτησιν ἐκπλη-
305ρῶν μετ’ εὐσυνειδησίας, τιμιότητος καὶ ἀνεξαρτησίας τὰ καθή-
306κοντα τοῦ βουλευτοῦ καὶ ἀντιπροσώπου. Ἐὰν ὁ λόγος τῆς δη-
307μοκοπίας ἀπεδόθη εἰς τὴν πτέρυγα, εἰς τὴν ὁποίαν μὲ ὑπεχρεώ-
308σατε νὰ καταφύγω, ἵνα διατηρήσω τὴν τιμὴν καὶ ὑπόληψιν
309καὶ τοῦ ἑαυτοῦ μου καὶ τοῦ τόπου μου, τί θὰ εἴπωμεν διὰ τὴν
310ἀντιφερομένην πτέρυγα, ἥτις ὑποστηρίζει καὶ ἀρχὴν καὶ καθέ-
311καστα τοῦ νόμου τούτου; Ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τῇ ἀποδώ-
312σωμεν κἄτι τι ἄλλο, τὸ ὁποῖον λόγῳ σεβασμοῦ καὶ ὑπολήψεως
313ἀποσιωπῶμεν, περιοριζόμενοι ν’ ἀποδώσωμεν εἰς ἁπλῆν ἀπάτην
314τὴν πορείαν, ἣν ἐτήρησε καὶ τηρεῖ.
315Ναὶ, Κύριοι, δὲν εἶναι δημοκοπία, εἶναι ὑποστήριξις τῶν
316συμφερόντων τοῦ λαοῦ, διότι ἄλλην ἀποστολὴν ἡμεῖς δὲν ἔχο-
317μεν, καὶ ἡ ὑποστήριξις αὕτη μᾶς ἐπιβάλλει τὸ ἱερὸν καθῆκον
318νὰ καταψηφίσωμεν καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ καθέκαστα τοῦ νο-
319μοσχεδίου, Ναὶ, δὲν εἶναι δημοκοπία ἡ πορεία αὕτη, ἀλλὰ συν-
320δέεται μὲ πολιτικοὺς σκοποὺς, Κύριε Κεχαγιᾶ, καὶ θέλω σᾶς
321τὸ ἀποδείξει.
322Μᾶς προσκαλεῖ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ προφάσει δῆθεν τῆς διευ-
323κολύνσεως τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίας νὰ ἐπι-
324βάλλωμεν νέους φόρους εἰς τὸν λαόν· καὶ πότε; ὅταν πρὸ ἐτῶν
325εἶχεν ἀμελήσει τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, ὅτε ὁ λαὸς καταπιέ-
326ζεται ὄχι ἀπὸ ἕνα, δύω ἢ τρεῖς, ἀλλὰ καὶ περισσοτέρους φόρους
327οἵτινες δὲν συνίστανται εἰς τὸ 5 ἢ 7%, ἐν ᾧ τὰ 5
328παράγουσι 10, καὶ τὸ 7, 14 καὶ οὕτω καθεξῆς. Καὶ πότε μᾶς
329προσκαλεῖ νὰ ἐπιβάλλωμεν νέους φόρους; εἰς μίαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν
330καὶ ἡ κοινωνικὴ καὶ ἡ ἠθικὴ καὶ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ
331λαοῦ εὑρίσκεται εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξεικόνι-
332σεν ὁ ἀντιπρόσωπος Κορινθίας, καὶ τὴν ὁποίαν ἡμεῖς βέβαια
333δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναιρέσωμεν, διότι εἶναι καθ’ ἑαυτὸ ἡ ἀπεικό-
334νισις τῆς ἀληθείας· καὶ πότε μᾶς προσκαλοῦν; ὅτε ἡ γενικὴ ἀ-
335φορία μαστίζει πάντας ἀδιακρίτως. Καὶ πότε; καὶ παρακαλῶ
336ἐδῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας—ὅταν γενικὸς γογγυσμὸς
337ἐγείρεται ἀπὸ ὅλας τὰς ἐπαρχίας καὶ ἀπὸ αὐτὴν τὴν πρωτεύ-
338ουσαν· ὅταν ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος εὑρίσκεται εἰς μίαν
339ἔκρυθμον θέσιν, καὶ ὅταν βλέπωμεν, ὅτι τὰ μέτρα τῆς Κυβερνή-
340σεως ὑποκρύπτουσι κἄτι τι, εἰς τὸ ὁποῖον πρέπει ἐμβριθῶς νὰ
341ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν τῆς ἡ Βουλὴ διὰ νὰ μὴ προσθέσῃ πῦρ
342εἰς τὸ πῦρ, δυσαρέσκειαν εἰς τὴν δυσαρέσκειαν, γογγυσμὸν εἰς
343τὸν γογγυσμόν. Καὶ πότε αὐτὴ ἡ ἀξιότιμος κυβέρνησις μᾶς ὑ-
344παγορεύει τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων; ὅταν ἡ ἐγκύκλιος τῆς Κυ-
345βερνήσεως προσκαλῇ πάντας τοὺς νομάρχας εἰς τὴν λῆψιν σοβα-
346ρῶν μέτρων· ὅταν βλέπωμεν συμπυκνούμενον στρατὸν εἰς τὴν
347πρωτεύουσαν, ὅταν βλέπωμεν παραδόξους ἐπισκέψεις διὰ νυκτὸς
348ἐκτελουμένας ὑπὸ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος εἰς τοὺς στρατῶνας·
349ἐπὶ τέλους γνωρίζομεν, ὅτι ἐχορηγήθησαν πυριτοβολαὶ εἰς
350τοὺς στρατιώτας 24 ἀνὰ ἕκαστον. Εἰς αὐτὴν τὴν κρίσιμον περί-
351στασιν μᾶς προσκαλεῖ ἡ Κυβέρνησις νὰ παραδεχθῶμεν καὶ νὰ
352ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, καὶ εἰς ταύτην τὴν περίστασιν ἡ φρό-
353νησις τῆς Βουλῆς δὲν πρέπει, ἐξετάζουσα ἐμβριθῶς τὰ ὑλικὰ
354συμφέροντα τοῦ λαοῦ τῆς Ἑλλάδος, νὰ ἐπιβάλῃ νέους φόρους.
355Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ ταύτην ὑποστηρίζω ὄχι μόνον
356εἰς τὸ παρὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ ὑπολειπόμενα νομοσχέδια, τὰ
357λεγόμενα οἰκονομικὰ, οὐσιωδῶς φορολογικά. Ἂν δὲ ἡττηθῶμεν
358θνήσκομεν ὡς ὁ Λεωνίδας καὶ ὄχι ὡς ὁ Πελοπίδας.
359§11ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ
360νὰ ἀπαντήσω εἰς ἓν προσωπικόν.
361§12ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, μὲ τὴν σειράν, ἔχω ἐγὼ τὸν λόγον.
362Ἀναβαίνουσι καὶ καταβαίνουσι, Κύριοι, ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος
363τὸ βῆμα, καὶ ἀντὶ νὰ ἐκτυλίξῃ τὸν μίτον ἐκεῖνον, ὅστις περι-
364κλείει τὸ ἔθνος, ὥσπερ ὄφις ἵνα τὸ καταβροχθίσῃ εἰς τὸν
365ᾅδην τῆς κοιλίας αὐτοῦ, ἀπ’ ἐναντίας καταφεύγει εἰς τὸ νὰ
366ψάλῃ καὶ ἐκθρηνήσῃ τὰ νεκρώσιμα τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ
367πρὸς αὐτοὺς λέγω, τί χρησιμοποιεῖτε ἐπὶ ταλαιπώροις
368νεκροῖς;
369Δὲν προετιθέμην, Κύριοι, ν’ ἀναβῶ τὸ βῆμα κατὰ τὴν ἡμέ-
370ραν ταύτην, ἐὰν ὁ χθὲς καταβὰς αὐτὸ ἔντιμος ὑπουργὸς ἐπὶ
371τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν ἤθελε φενακίσει τὴν Βουλὴν διὰ τοῦ το-
372σάκις λεχθέντος ἐγώ! Τὸ ἐγωϊστικὸν τοῦτο ἐπιφώνημα μὲ φέ-
373ρει, Κύριοι, εἰς τὸ βῆμα, οὐχὶ διὰ προσωπικήν τινα αἰτίαν, ἄ-
374παγε! — Ἀπ’ ἐναντίας τιμῶ καὶ σέβομαι τὸν Κ. Βράϊλαν —
375ἀλλὰ διότι τὸ ἐγὼ τοῦτο προσβάλλει ἀπ’ εὐθείας τὴν Βουλὴν
376καὶ τὸ ἔθνος. Καὶ ἐὰν μοὶ ἐσυγχωρεῖτο νὰ ἐρωτήσω τὸν Κύριον
377Βράϊλαν, τίς εἶσαι σὺ ὅστις παριστάμενος ἐνώπιον τῆς Μεγα-
378λειότητος τοῦ ἔθνους, λέγεις, ὅτι ἐγὼ συνέῤῥαψα τὸ Νομοσχέ-
379διον τοῦτο, ἰδική μου ἐπίνοια ἦτο τὸ τέχνασμα, τότε ἐδικαιού-
380μην νὰ τῷ ἀπευθύνω ἀντεπερώτησιν τίς εἶ;
381Μήπως, Κύριε Βράϊλα, εἶσαι ὁ ἥρως τοῦ 1821; Μήπως τοὐ-
382λάχιστον ἐδαπάνησας, ἐξωρίσθης, ἐπολέμησας διὰ τὴν προσφιλῆ
383ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου; ὄχι! διότι ἕως χθὲς ἦσο ὁ ἐξ ἀποῤ-
384ῥήτων γραμματεὺς τῆς προστασίας ἐν Ἑπτανήσῳ.
385§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βουλευτὰ, σᾶς παρακαλῶ ν’ ἀπέχητε ἀπὸ
386προσωπικότητας.
387§14ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι ἱστορικὰ γεγονότα καὶ πρέπει νὰ
388τὰ γνωρίζῃ ἡ Βουλή.
389§15ΒΡΑΪΛΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ τὸν ἀφήσητε ἐλεύθερον ὅλως
390διόλου καὶ ἐγὼ ἀπαντῶ.
391§16ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ δεδόσθω, ὅτι τὸ ἐν λόγῳ νομο-
392σχέδιον ἦτο τέχνασμα τῆς τοῦ Κ. Βράϊλα διανοίας. Τοῦτο τά-
393χα αἴρει τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς συνυπουργοὺς αὑτοῦ; μήπως
394δὲν τὸ συνυποβάλλουσι πάντες οἱ ὑπουργοί; ἢ ἐνόμισε μὲ τὸ
395ἐγὼ, ὅτι δύναται νὰ μᾶς πλήξῃ καὶ μᾶς ἐπηρεάσῃ, ὥστε νὰ
396ὑπερψηφίσωμεν νομοσχέδιον, κατὰ τοῦ ὁποίου ἡ κοινὴ γνώμη
397ἀπεφάνθη ἔκτοτε, καὶ ἡ Βουλὴ ἔχει ἑτοίμην τὴν ἐτυμηγορίαν
398της; Μᾶς προσέθηκε προσέτι ὁ Κύριος Βράϊλας, ὅτι δὲν πα-
399ραιτεῖ τὴν ἐξουσίαν, ἐνόσῳ ὑφίστανται κίνδυνοι. Ἡ πρότα-
400σις αὕτη ἔχει διπλοῦν χαρακτῆρα, τὴν ἀπειλὴν καὶ τὴν
401ἐπιβουλὴν πρὸ πάντων, ἀλλὰ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο πίπτουσι
402ῥιζηδὸν, τὸ μὲν, διότι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι ἐκείνη, ἥτις δύναται
403ν’ ἀπειληθῇ παρ’ οὐδενὸς, καὶ μάτην μᾶς φενακίζει ὁ Κ. Βράϊ-
404λας, τὸ δὲ, διότι οἱ κίνδυνοι, οὓς μᾶς ἐπαναλαμβάνει ὁ Κ.
405Βράϊλας, ἄλλοθεν ἔρχονται καὶ ὑποσκάπτουν καὶ διασείουσι τὰ
406θεμέλια. Καὶ ἰδοὺ πόθεν σᾶς παρουσιάζω τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος·
407εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἡ ἐφημερὶς αὕτη, ἡ Ἑλλὰς, τοῦ Κ. Βράϊλα;
408Βεβαίως! ὁ κόσμος τοὐλάχιστον ἀνεγνώρισε τὸ ἀγλαέστατον
409τοῦτο ἔργον, ὅτι ἐξῆλθεν ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Κ. Βράϊλα,
410ὥσπερ ἡ Ἀθηνᾶ ἀπὸ τῆς κεφαλῆς τοῦ Διός. Καὶ ποῖα τὰ
411ἀγλαὰ αὐτῆς ἔργα; οἱ κίνδυνοι. Πῶς; Τεκταίνονται πρὸ πολ-
412λοῦ συνωμοσίαι. Τάξις τις μελετᾷ τὴν παλινόρθωσιν, ἄλλη τὴν
413δημοκρατίαν, καὶ ἐκείνη τὴν διὰ τῆς βίας κατάκτησιν τῆς
414ἐξουσίας. Τοιαύτη, Κύριοι, ἡ κατὰ τοῦ Ἔθνους κατηγορία· λέ-
415γω κατὰ τοῦ Ἔθνους, διότι ἀφοῦ ὁ Κ. Βράϊλας εἶχε τὴν κα-
416λαισθησίαν νὰ μᾶς διαιρέσῃ εἰς τρεῖς ἀναρχικὰς τάξεις, δὲν
417ἠξεύρω ἐὰν ἐξῄρεσε τοὐλάχιστον ἑαυτὸν τῆς κατηγορίας. Ναὶ,
418αὐτὰ, λέγω, ἐγράφησαν εἰς τὴν ἐν λόγῳ Ἐφημερίδα, τῆς ὁποίας
419συντάκτης εἶναι ὁ ἀξιότιμος Κ. Βράϊλας· ἀλλ’ ἠρκέσθη τοὐλά-
420χιστον τὸ ὑπουργεῖον εἰς ταῦτα; ὄχι! προέβη καὶ περαιτέρω
421ἵνα τοιουτοτρόπως δρέψῃ τὴν δάφνην τῆς νίκης. Κατόπιν τῶν
422σαλπισμάτων αὐτῶν ἐξέδωκεν, ὡς γνωστόν, τὰς μυστηριώδεις
423ἐκείνας ἐγκυκλίους πρὸς τὰς διοικητικὰς καὶ στρατιωτικὰς ἀρχὰς,
424καὶ ἐντεῦθεν οἱ στρατῶνες καὶ τὰ νομαρχεῖα μετεβλήθησαν εἰς
425Ἱερὰ Δικαστήρια. Τί φοβερὰ ἐποχή! Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὰ ἐν
426Λευκάδι, περὶ τῶν ὁποίων τοσοῦτος ἐγένετο λόγος κατὰ τὴν
427παρελθοῦσαν συνεδρίασιν, καὶ μὴ μ’ ἐπιτρέψητε νὰ τὰ ἐπανα-
428λάβω, ἀλλὰ, τί ὄπισθεν τῶν τοιούτων τεχνασμάτων ὑποκρύ-
429πτεται; Μᾶς τὸ εἶπεν ὁ μίσθιος τύπος τοῦ ὑπουργείου, μᾶς
430τὸ εἶπον τὰ ἐξ ἀποῤῥήτων ὄργανα τῆς Αὐλῆς· ὅτι πίπτει ὁ
431Κουμουνδοῦρος καὶ τὸν διαδέχεται ὁ Βράϊλας. Τοιαῦτα σὺν
432τοῖς σαλπίμασιν ἐξυφαίνοντο ἐν Κερκύρᾳ. Τί δὲ λέγει μία
433ἄλλη ἐφημερὶς ἄγραφος, ἡ ἐφημερὶς τοῦ Λαοῦ; Ὅτι ὄπισθεν τῶν
434χαρακωμάτων αὐτῶν ἀναμοχλεύεται ἡ κατάργησις τοῦ Συν-
435τάγματος. Ναὶ, οἱ συκοφαντοῦντες τὸν λαὸν ὡς παλινορθωτὴν,
436καὶ ὡς δημοκράτην καὶ ὡς ἀνατροπέα τῶν καθεστώτων, τε-
437κταίνονται τὴν καταστροφὴν τοῦ Συντάγματος, λέγει ἡ κοινὴ
438γνώμη, καὶ ὅλα ταῦτα εἶναι στρατηγικὰ, τὰ πλάττουν ἐξ
439ἐπιβουλῆς καὶ τὰ φέρουν εἰς φῶς, ἵνα πτοήσωσι τοὺς μὲν, καὶ
440ἐκπλήξωσι τοὺς δὲ, καὶ τοιουτοτρόπως φθάσωσιν εἰς τὸ
441καταχθόνιον τῆς ἐπιβουλῆς ἀποτέλεσμα, ἀλλ’ ἡ κακὴ βουλὴ
442τῷ βουλεύσαντι κακίστη. Ἰδοὺ οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους
443ἀπέκρουσα καὶ ἀποκρούω τὸ ἐγωϊστικὸν ἐκεῖνο ἐγὼ, καθὼς
444καὶ ὅσα ἐῤῥέθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὑπὸ τοῦ Κ. Βράϊλα.
445Ταῦτα περὶ τούτου. Νῦν δὲ μεταβαίνω εἰς ἕτερον ῥήτορα,
446τὸν ἀξιότιμον κύριον Κεχαγιᾶν. Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς λαλῶν ἀπὸ
447τοῦ βήματος τούτου, μᾶς εἶπεν, ὅτι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους πλη-
448ρόνει ὁ λαὸς, εἶναι ὀλίγοι, συγκρινόμενοι μὲ τοὺς τῶν ἄλλων
449Ἐθνῶν, καὶ ψυχολογικῶς πως, ὅτι ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀνταλ-
450λαγὴ καὶ ἀπολαυή. Τρίτον, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτον ἀείποτε χρεωκό-
451πος, διότι διὰ δανείων ἔζησε καὶ ζῇ πάντοτε· ἀλλ’ ὅλα ταῦτα
452ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ κύριος Κεχαγιᾶς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι δὲν τὰ
453διεστάθμισε καλῶς, δὲν τὰ ἐσκέφθη φρονίμως· οἱ φόροι, τοὺς
454ὁποίους πληρόνει ὁ λαὸς, δὲν εἶναι ὀλίγοι, ἀλλ’ εἶναι καὶ εἰ
455τὸ ἔπακρον βαρεῖς, ὡς πρὸς ἐκείνους παντὸς Ἔθνους, καὶ ἐὰν
456θέλετε, κύριοι, νὰ τοὺς παραβάλωμεν καὶ μὲ ἐκείνους τῶν
457δεσποτικῶν Ἐθνῶν, τοὺς εὑρίσκομεν ἐπίσης βαρυτέρους, πλὴν
458εἴτε ὀλίγοι, εἴτε πολλοὶ εἶναι οἱ φόροι, δὲν θέλω νὰ τὸ ἐξε-
459τάσω, φειδόμενος τὰς πολυτίμους στιγμάς σας, διότι ὁ λόγος
460ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἶναι περὶ ἐμπιστοσύνης· δεδόσθω
461πρὸς χάριν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, ἂς ἀποδεχθῶμεν διὰ μίαν στιγ-
462μὴν, ὅτι οἱ φόροι εἶναι ὀλίγοι, ἡ ἀσφάλεια τὴν ὁποίαν λαμβά-
463νει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἀντιστοιχεῖ μὲ τὴν πληρωμὴν τῶν
464φόρων; Τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ τὸ διαφιλονεικήσῃ οὐδεὶς,
465καθόσον ἐν Ἑλλάδι οἱ πολῖται ἔχουν τοσαύτην ἀσφάλειαν, ὥστε
466πληρόνουν καὶ λύτρα εἰς τοὺς λῃστὰς, καὶ ὁσάκις ἐξέρχονται
467εἰς τὰ πέριξ εἶναι ἠναγκασμένοι νὰ δορυφορῶνται ἀπὸ ἐνό-
468πλους, καὶ ὀλίγος εἶναι ὁ καιρὸς, ὅπου ἐδυσχέραναν τὰ πράγ-
469ματα. Καὶ τί τὰ ἐδυσχέρανεν; Ἡ κακὴ διοίκησις, αὐτὴ
470ηὔξησε τὴν λῃστείαν καὶ ἂν ἦτο παρὼν ὁ ἔντιμος Κ. Βούλ-
471γαρης, ἤθελα τὸν καλέσει εἰς μαρτυρίαν, διότι τῷ εἶπον ἄλλοτε
472ἐπισήμως ὡς διοικητικὸς ὑπάλληλος, ὅτι ἡ λῃστεία καὶ ἡ
473ζωοκλοπὴ δὲν εἶναι εἰμὴ ἀποκύημα διοικητικῆς ἀβελτηρίας.
474Θέλετε τὴν κατάπαυσιν τῆς λῃστείας καὶ παντὸς κακοῦ ἐν
475Ἑλλάδι; ἐκλέξατε ὄργανα καλὰ, καὶ μὴ ἐμπιστεύεσθε τὰς
476νομαρχίας καὶ ἐπαρχίας εἰς παράσιτα ὄντα, καὶ τότε βλέπετε
477πῶς ἐκλείπει ἡ λῃστεία, πῶς ἐκλείπουν τὰ ἐν τῇ κοινω-
478νίᾳ δεινά. Ἀλλὰ τίνες εἰσὶν οἱ ὑπάλληλοι; Τοὺς γνωρίζετε.
479Ἡ δὲ δικαιοσύνη δὲν εἶναι, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισεν ὁ ἔντι-
480μος Κ. Κεχαγιᾶς, ἀνταλλαγή· ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀλλότριον
481κτῆμα, ἀνήκει εἰς πάντας, καὶ δὲν δύναται νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ οὐ-
482δεὶς. Διὰ τοῦτο οἱ ἀρχαῖοι ἐπρέσβευον, ὅτι ὁ Μήνως, ὁ Χα-
483ρώνδας, ὡς πάντες οἱ σοφοὶ οἱ νομοθέται ἀνέρχονται καὶ κατέρχον-
484ται ἀπὸ τοὺς οὐρανούς. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι θεία τις οὐσία, ἄνευ τῆς
485ὁποίας οὐδεὶς δύναται νὰ ζήσῃ, διότι εἶναι ὁ ἐπιούσιος ἄρτος τῷ
486ἀνθρώπῳ ἐφ’ ᾧ καὶ δικαίως ἔλεγεν ὁ Ἰησοῦς «μακάριοι οἱ δι-
487ψῶντες τὴν δικαιοσύνην.» Καὶ ποῦ δὲν διψᾷ σήμερον ὁ λαὸς
488δικαιοσύνην; Ῥίψατε ἓν βλέμμα εἰς τὰς ἐπαρχίας, καὶ ἐκεῖ θὰ
489ἰδῆτε· τείνατε τὸ οὖς σας, καὶ παντοῦ θὰ ἀκούσητε στεναγμοὺς
490ἐξερχομένους.
491Ἡ Ἑλλὰς, καὶ ἀποκρούω τὴν μομφὴν ταύτην, οὐδέποτε ὑπῆρ-
492ξε χρεωκόπος. Ἐπερίμενα μάλιστα ν’ ἀποκρούσωσι τὴν ἰδέαν
493ταύτην οἱ ἔντιμοι ὑπουργοὶ, ἀλλ’ ἀπεσιώπησαν, τοσοῦτον μᾶλ-
494λον, καθόσον ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς ἄλλοτε
495μᾶς ἐπαρουσίασεν εἰς τὰ πρῶτα βήματα τῆς Βουλῆς τὴν οἰκο-
496νομικὴν κατάστασιν ἀνθηροτάτην. Ἐνθυμεῖσθε τὰς φράσεις
497αὐτοῦ.
498§17ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἦτο καλοκαῖρι τότε.
499§18ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εὖγε, Κύριε Καλλιγᾶ. Ἀλλ’ ὁ Κύριος
500ὑπουργὸς μᾶς εἶπεν, ὅτι μὲ τοὺς πόρους μας ἐζήσαμεν καὶ ζῶ-
501μεν μέχρι τοῦδε, καὶ νομίζω, ὅτι τοῦτο εἶναι πραγματικώτατον,
502ἐκτὸς ἐὰν ὁ ὑπουργὸς μᾶς ἠπάτησεν. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, εὑρέθη
503τῷ ὄντι κατὰ τὸν ἀγῶνα εἰς τὴν δυσχερῆ θέσιν νὰ κάμῃ ἓν δά-
504νειον· πλὴν τίς ἠσώτευσε τοῦτο; Οἱ κηδεμόνες ἐκεῖνοι, οὓς αὐτὴ
505ἡ Εὐρώπη μᾶς ἀπέστειλεν· αὐτοὶ τὸ διήρπασαν, αὐτοὶ τὸ ἐσφε-
506τερίσθησαν, καὶ ἡμεῖς καλούμεθα χρεωκόποι, ἐφ’ ᾧ καὶ ὀρθῶς
507ποιοῦσα ἡ ἐν Ἀθήναις Συνέλευσις τῆς 3 Σεπτεμβρίου ἀπεφήνατο
508νὰ ἐξετασθῶσιν οἱ λογαριασμοὶ μεταξὺ Βαυαρίας καὶ τοῦ Ἑλλ. Ἔ-
509θνους. Ἀλλ’ οἱ κατόπιν ὑπουργοὶ, ἂν καὶ ἀνεπτύχθη ἀκολούθως
510τὸ ζήτημα τοῦτο ἐν τῇ Γερουσίᾳ, δὲν ἐπελήφθησαν δραστηρίως
511τοῦ ἀντικειμένου τούτου, καὶ διατί; φοβούμενοι μὴ ῥιψοκινδυ-
512νεύσωσι τὴν εὔνοιαν τῆς Α. Μεγαλειότητος, φοβούμενοι μὴ
513τοῖς εἴπῃ, εἶσθε ἀνάξιοι τῆς ἐμπιστοσύνης μου, ἀφήσατε τὰ
514χαρτοφυλάκια. Δὲν ἤξευρον ὅμως, ὅτι ἡ πατρὶς ἀπαιτεῖ πάντοτε
515θύματα, καὶ ὅτι τὰ θύματα εἶναι οἱ σωτῆρες καὶ ζῶντες καὶ
516μετὰ θάνατον. Ἀλλ’ οἱ μικροὶ πολιτικοὶ ἐπιζητοῦν πάντοτε τὰ πα-
517ρόντα καὶ οὐχὶ τὰ μέλλοντα· καὶ τώρα περὶ τοῦ δανείου αὐτοῦ.
518§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν πρόκειται, κύριε, περὶ τοῦ δανείου.
519§20ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μᾶς λέγει χρεωκόπους λόγῳ, ὅτι δὲν
520ἐξεπληρώσαμεν τὰς ὑποσχέσεις μας, ἐνῶ ἡ Εὐρώπη δὲν ἐξεπλή-
521ρωσε τὰς πρὸς τὴν Ἑλλάδα (συγκίνησις). Ἀκούσατε, Κύριοι, ἀ-
522κούσατε. Τὸ δάνειον, ὅπερ μᾶς ἔδωκεν ἡ Εὐρώπη καὶ ἡ Εὐρώ-
523πη τὸ ἐδαπάνησε, δὲν τὸ ἐδανείσθημεν ἡμεῖς μόνοι, τὸ συνεδα-
524νείσθημεν μὲ τοὺς γενναίους Κρῆτας, οἵτινες στενάζουν ὑπὸ τὰ
525δεσμά, τὸ συνεδανείσθημεν μὲ τοὺς Χίους, οἵτινες εὑρίσκονται ὑπὸ
526τὴν πίεσιν τοῦ Τούρκου, τὸ συνεδανείσθημεν μὲ τὴν Ἤπειρον, τὴν
527Θεσσαλίαν, τὴν Μακεδονίαν, αἵτινες ἐπίσης στενάζουσιν ὑπὸ τὰς
528ἁλύσεις τῆς τυραννίας· τὸ ἐδανείσθη ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ φυλή.
529Ὀφείλομεν τῷ ὄντι ν’ ἀποδώσωμεν πρὸς τὴν Εὐρώπην τὸ δάνειον,
530ἥτις πάντοτε μᾶς ἐνοχλεῖ καὶ μᾶς παρεμβάλλει προσκόμματα,
531ἀλλ’ ὀφείλει καὶ ἡ Εὐρώπη νὰ μᾶς ἀποδώσῃ τὴν λοιπὴν Ἑλλάδα,
532διότι αὐτὴ τὴν κρατεῖ εἰς τὰς ἁλύσεις καὶ οὐχὶ δεσπότης ἄ-
533γριος ἐν τῇ γῇ· ἢ ποῦ ἡ Κρήτη, ποῦ ἡ Θεσσαλία, ἡ Ἤπειρος
534καὶ ἡ Μακεδονία; Θρηνοῦν ὑπὸ τὸν ζυγόν. Ὤ, ποία ἀσύγγνωστος
535διαδικασία! ποία τολμηρὰ πρᾶξις! Μαζύ, Κύριοι, μὲ τὰς χώ-
536ρας αὐτὰς, μαζὺ ἐπολεμήσαμεν, μαζὺ συνετάφημεν, μαζὺ ἐκιν-
537δυνεύσαμεν, καὶ ἤδη αὗται μὲν στενάζουσιν, ἡμεῖς δὲ συζητοῦ-
538μεν ἐδῶ ὡς ἐλεύθεροι, καὶ ἑπομένως ἡ Εὐρώπη μᾶς ζητεῖ δά-
539νειον. Ὦ Θεέ! Ἐὰν ὑπῆρχε συναίσθησις, ἔπρεπε, κύριοι, νὰ
540θρηνῶμεν σήμερον, καὶ μάλιστα ὅσοι ὑπῆρξαν οἱ αἴτιοι, παρὰ
541νὰ καγχάζωσιν. Ἐκ τούτων καταφαίνεται, ὅτι δὲν εἴμεθα
542χρεωκόποι, δὲν χρεωστοῦμεν εἰς οὐδένα. Ἄρα αἱ παρατηρήσεις τοῦ
543κ. Κεχαγιᾶ πίπτουσι ῥιζηδὸν καὶ καθ’ ὅλας αὑτῶν τὰς ἐπόψεις.
544Μεταβαίνω ἤδη εἰς τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν ἐπὶ τῆς Δικαιο-
545σύνης· ἀλλὰ πρὸ τούτου ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω ἓν
546γνωμολόγημα «Διδάσκαλε π’ ἐδίδασκες καὶ νόμον δὲν ἐκρά-
547τεις.» Ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ ἐλέγξῃ
548τὸν κύριον Βαλαωρίτην ὡς κατερχόμενον ἤδη ἀπὸ τὰς πυραμί-
549δας τῆς Αἰγύπτου καὶ φέροντα εἰς τὸ ἔθνος τὰς πληγὰς τοῦ
550Φαραὼ, διατί; Διότι ἀντὶ ν’ ἀποκρούσῃ, ὡς λέγει, τὸν περὶ
551προσωπικῆς ἐργασίας νόμον, ἀπεναντίας ὑποστηρίζει αὐτόν. Ἀλ-
552λὰ, Κύριε ὑπουργὲ, τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον δὲν διαλαμ-
553βάνει καὶ περὶ προσωπικῆς ἐργασίας, ἢ ἂν θέλετε νὰ εἴπω, ὅπως
554εἴπατε, περὶ προσωπικῆς δουλείας ἐργασίαν; πῶς ἐπλανήθητε! Δὲν
555λέγει, ὅτι οἱ δημοτικοὶ καὶ ἐπαρχιακοὶ δρόμοι πρέπει νὰ γίνωνται
556διὰ προσωπικῆς ἐργασίας; Ἄρα περιεπέσατε εἰς μίαν ἀντίφασιν.
557§21ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐντὸς τοῦ νόμου δὲν ὑπάρχει.
558§22ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀπατᾶσθε· διέλθετε καὶ τὸν νόμον τοῦ
5591852 διὰ νὰ συνάψετε τὰς ἐννοίας. Ἴδετε τὸ ἓν μέρος, διαβά-
560σατε καὶ τὸ ὄπισθεν.
561§23ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶχε τὰ γιαλιά του.
562§24ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀφ’ ἑτέρου ὁ Κ. ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ
563ἐπίσης τὸν Κ. Βαλαωρίτην δι’ ἄλλο τι, ὅτι ἀντὶ τοῦ νὰ ἀναπτε-
564ρώσῃ, ἀντὶ ν’ ἀνυψώσῃ, λέγει, τὸ Ἑλληνικὸν φρόνημα, ἀπεναντίας
565τὸ ἀπεθάῤῥυνε διὰ τῆς τραγῳδίας τῶν πιέσεων αὑτοῦ. Ἐδῶ μοὶ
566φαίνεται, ὅτι δὲν εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὸν Κ. Βαλαωρίτην, ἀλλ’ εἶχεν
567ὑπ’ ὄψιν τὸν συνάδελφόν του πρωθυπουργὸν καὶ τὸν ἐπὶ τῶν
568Ἐσωτερικῶν, οἵτινες εἰς δύω προγενεστέρας συνεδριάσεις εἶχον
569τὴν τόλμην νὰ μᾶς παραστήσωσιν, ὅτι τὸ Κράτος ἅπαν κα-
570τέστη ἀκολασία, καὶ ὅτι τὰ δυστυχήματα ταῦτα προῆλθον
571ἐκ τῶν δημάρχων, καὶ μάλιστα ὁ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν ὑ-
572πουργὸς, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι γέμουσι ἀπὸ λῃστάς τε καὶ ζωο-
573κλέπτας, χαρακτηρίσας τὴν Ζάκυνθον, ὡς τὸ φαεινότατον τοῦ
574αἰῶνος ἄστρον. Ποία ἀσύγγνωστος ἀπάντησις! Εἰς τὴν Ζά-
575κυνθον διαλάμπει χρυσοῦς αἰών, ἐνῷ ἐκεῖ ὅλοι οἱ εἰρηνικοὶ πο-
576λῖται κατακλείονται πρὶν ἢ δύσῃ ὁ Ἥλιος εἰς τὰς οἰκίας αὑ-
577τῶν. Εἰς τὴν Ζάκυνθον, ὅπου ὅλα τὰ λείψανα τοῦ ἀγῶνος τῆς
578ἑνώσεως θρηνοῦν τὸ πεπρωμένον τῆς βασκανίας αὐτῶν, ἢ ποῦ ὁ
579Βερίκιος, ποῦ ὁ Καλλίνικος, ποῦ ὁ Δομενεγίνης, ποῦ ὁ σεβάσ-
580μιος ἱεράρχης καὶ ἅπας ὁ κλῆρος; Ἄλλοι μὲν προπηλακίζονται
581ἀπὸ τὰ σμήνη τῶν φαύλων, ἄλλοι δὲ ἐξωστρακίσθησαν μακρὰν
582τῆς πεφιλημένης γῆς των, καὶ ἐν τούτοις τολμᾷ ὁ Κ. Λομ-
583βάρδος νὰ λέγῃ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐν Ζακύνθῳ λάμ-
584πει ὁ χρυσοῦς αἰών! Ἐδῶ νομίζω, ὅτι ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῆς δι-
585καιοσύνης ὑπουργὸς ἐξηκόντισε τὰ βέλη του καὶ οὐχὶ κατὰ
586τοῦ Κ. Βαλαωρίτου.
587Ἀλλὰ πρὸς τί τὰ πολλά; τὸ ζήτημα, Κύριοι, ἐσυζητήθη καὶ
588ἐξηντλήθη καθ’ ὅλας αὑτοῦ τὰς φάσεις. Ἐκτὸς δὲ τούτου τὸ
589ὑπουργεῖον μᾶς ἐπαρουσίασε διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὑτοῦ τοῦ
590Δευκαλίωνος τὴν ἐποχὴν, ἄλλον κατακλεισμόν, ἠθέλησε τρόπο
591τινὰ νὰ φανῇ ἀναμορφωτὴς ἔθνους καὶ Κράτους, ὅπερ εὑρίσκε-
592ται μεμορφωμένον καὶ συντεταγμένον ἤδη· δυστυχῶς δὲν
593εἶναι μόνον ὁ φόρος αὐτὸς, ὃν μᾶς παρουσιάζει, ἀλλ’ εἶναι καὶ
594φόρος ἄλλος πρὸς τὴν παιδείαν, ἐνῷ τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ
595Σύνταγμα καὶ εἰς τὰ πατρῶα ἡμῶν ἤθη καὶ ἔθιμα· καὶ ἠξεύρετε
596τί ζητεῖται διὰ τοῦ φόρου τούτου· τὴν παιδείαν ὡς λάφυρον ἢ
597μονοπώλιον τῶν ὀλίγων, διότι τίς ἀπὸ τὰ τέκνα τῶν ἀγωνι-
598στῶν, τίς ἀπὸ τὰ τῶν βιομηχάνων εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ
599πληρώνῃ δίδακτρα 200 καὶ 300 δραχμῶν, ὅπως τὰ νομοσ-
600χέδια τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ; οὐδείς. Ἂς ᾖναι ὅμως πολὺ βέβαι-
601ος, ὅτι τοιαῦτα νομοσχέδια καὶ τοιοῦτοι ὅροι δὲν πραγματο-
602ποιοῦνται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ἂς πέσῃ λοιπὸν, ἵνα λυτρωθῶμεν
603τοῦ ἀπειλοῦντος ἡμᾶς κατακλεισμοῦ, ὃν ἐπαρουσίασαν τὰ ἀντε-
604θνικὰ καὶ ἀκανθώδη αὐτοῦ νομοσχέδια. Συντασσόμενος λοιπὸν
605μετὰ τοῦ Κ. Κουρῆ, ἀρνοῦμαι τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ
606ὑπουργεῖον.
607§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουρ. ἐσωτερικῶν). Ἐῤῥέθη, Κύριοι, καὶ
608κατὰ τὴν παροῦσαν συζήτησιν, ὅτι τώρα πρῶτον ἐφαρμόζεται
609τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐν Ἑλλάδι. Ἐάν τις ἤθελε νὰ διαμ-
610φισβητήσῃ τὴν ἀλήθειαν τῆς ῥήσεως ταύτης, ἐὰν εἴς τινα μέ-
611νουν ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ἀληθείας αὐτῆς, τὸν ἤρκει, διὰ νὰ
612πεισθῇ καθ’ ὁλοκληρίαν, νὰ παρακολουθήσῃ αὐτὴν ταύτην τὴν
613συζήτησιν. Πραγματικῶς τώρα τὰ πρῶτα βήματα εἰς τὸν συν-
614ταγματισμὸν κάμνομεν. Ἐνῷ περὶ διευκολύνσεως συγκοινωνίας,
615ἐνῷ περὶ ἀνοίξεως ὁδῶν ἐν ἀρχῇ συζητοῦμεν, τίθεται ἡ ἀρχὴ
616αὕτη ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης· μὲ ἄλλας λέξεις, μᾶς θέτουν τὸ
617ζήτημα· σεῖς λέγετε νὰ κάμητε δρόμους· ἐὰν ἐπιμένητε εἰς αὐ-
618τὴν τὴν ἀρχὴν, ἡμεῖς σᾶς λέγομεν, ὅτι σᾶς καταψηφίζομεν καὶ
619δὲν θέλομεν νὰ ἦσθε ὑπουργοί. Τὸ ἐδέχθημεν· τὸ δεχόμεθα καὶ
620τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, διότι περὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχε-
621δίου πρόκειται. Ἐὰν τὸ ζήτημα ἐκινεῖτο εἰς τὴν συζήτησιν τῶν
622καθ’ ἕκαστα, τότε ἠμποροῦσιν, ἀξιότιμε φίλε Κ. Χριστόπουλε,
623νὰ ἀλλάξῃ ἴσως τὸ ζήτημα ἔποψιν.
624§26ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐλάλησα τίποτε.
625§27ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ἐγὼ συνειθίζω κἀμμίαν φορὰν ν’ ἀπαντῶ
626καὶ εἰς τὰ νεύματα τῶν φίλων μου, τοὺς ὁποίους ἀγαπῶ καὶ
627σέβομαι. Τότε ἠμποροῦσε, λέγω, κατά τι νὰ ἀλλάξῃ φάσιν τὸ
628ζήτημα. Ἀλλ’ ἀφοῦ πρόκειται τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ ψηφίση-
629τε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ διευκολύνσεως τῶν μέσων
630τῆς συγκοινωνίας, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς τίθεται, εἶναι
631τοῦτο· ἢ μὴ κάμετε δρόμους ἢ σᾶς καταψηφίζομεν καὶ δὲν θέ-
632λομεν νὰ ἦσθε ὑπουργοί. Τὸ ἐδέχθημεν· τὸ δεχόμεθα, καὶ ἐὰν
633διὰ τοῦτο ἀποσυρθῶμεν, θέλομεν τὸ θεωρήσει οὐ μόνον τιμήν
634μας, ὡς εἶπεν ὁ συνάδελφός μου ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν χθὲς,
635ἀλλὰ θέλομεν τὸ θεωρήσει κἄτι τι περισσότερον ἀκόμη· θέλομεν
636τὸ θεωρήσει θρίαμβον, ὅτι κατεψηφίσθημεν δι’ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν,
637δι’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, καθότι πεπείσμεθα, ὅτι δὲν θὰ παρέλθουν
638ὀλίγαι ἡμέραι, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἴδιοι, οἵτινες θὰ καταψηφίσουν αὐ-
639τὴν τὴν ἀρχὴν, θὰ τὸ μετανοήσουν.
640Δὲν ἐστηρίχθη ἡ συζήτησις μόνον εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς,
641τὸ ὁμολογῶ.
642Ἐῤῥέθησαν καὶ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τῶν καθέκαστα· ἂς μοὶ ἐπι-
643τραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι τὰ ἐπιχειρήματα ἐκεῖνα ἦσαν ὅλως διόλου
644ἀνίσχυρα, ἀλλὰ καὶ ἀκαταμάχητα ἂν ἦναι τὰ κατὰ τῶν κα-
645θέκαστα τοῦ νομοσχεδίου ἐπιχειρήματα, διατί νὰ καταψηφισθῇ
646ἡ ἀρχὴ, καὶ οὕτω νὰ δεσμευθῇ ἡ Βουλὴ καὶ κάθε διάδοχον
647ὑπουργεῖον τοῦ σημερινοῦ νὰ μὴ δύναται νὰ παρουσιάσῃ πρό-
648τασιν περὶ ἀνοίξεως δρόμων; Καταψηφίζοντες τὴν ἀρχὴν τοῦ
649νομοσχεδίου τούτου, δὲν δένετε τὰς χεῖρας παντὸς ἄλλου
650ὑπουργείου, νὰ μὴ δυνηθῇ νὰ παρουσιάσῃ τοὐλάχιστον ἐντὸς τῆς
651βουλευτικῆς Συνόδου νομοσχέδιον περὶ δρόμων; ἂν θέλητε νὰ
652πολεμήσητε τὰ καθέκαστα, διατί δὲν περιορίζεσθε εἰς τὰ κα-
653θέκαστα, νὰ καταψηφίσητε αὐτὰ, ἀλλὰ νὰ παραδεχθῆτε τὴν
654ἀρχή; Καὶ ἂς θέσωμεν καθαρὰ τὸ ζήτημα· τοῦτο δὲν θέλει
655εἶσθαι, κατὰ τὴν κρίσιν μου τοὐλάχιστον, μία μομφή; τοῦτο
656δὲν θέλει εἶσθαι ὅπλον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, ὅτι δὲν
657ἠξεύρομεν νὰ κυβερνώμεθα, δὲν ἠξεύρομεν πῶς τὰ ἔθνη εὐδαι-
658μονοῦσι, πῶς τὰ ἔθνη προοδεύουσι; δὲν θὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι δὲν
659ἠξεύρομεν τὸ ἄλφα τῶν νόμων τοῦ πολιτισμοῦ, τὸ ὁποῖον
660εἶναι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας; Δὲν θὰ ἀκολουθήσω καθ’ ὅλην
661τὴν ἔκτασιν τοὺς λόγους τῶν προαγορευσάντων, θέλω μόνον πε-
662ριορισθῆ εἰς ἐκεῖνα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ θίγοντα τὸ πρακτικόν.
663Καὶ πρῶτον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τσιριμῶκος ὡς ἰσχυρότατον
664ἐπιχείρημα εἶπε, «δὲν θὰ ψηφίσω τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον
665φέρετε, καθότι δι’ αὐτοῦ δὲν θέλετε νὰ κάμητε δρόμους, διότι
666δι’ αὐτοῦ δὲν θέλετε νὰ κάμητε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ εἰσπρά-
667ξητε χρήματα, ὅπως παρατείνητε ὀλίγας ἀκόμη ἡμέρας τὴν
668ζωήν σας ὡς ὑπουργοί.» Νὰ πιστεύσω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Κ.
669Τσιριμῶκος ἐπίστευσεν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν; ἀφοῦ τὰ εἶπε
670πρέπει κἀγὼ νὰ εἴπω, ὅτι πιστεύω, ὅτι τὰ πιστεύει. Ἀλλὰ ἂς
671μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι ἡ πίστις του εἶναι πολὺ ἀσθενής.
672Καὶ πιστεύει ὁ φίλος Κ. Τσιριμῶκος, ὅτι αὐτοὶ οἱ φόροι, οἱ
673ὁποῖοι ἔρχονται πρὸς ἐπιψήφισιν, θέλουσιν εἰσπραχθῆ ὑφ’ ἡμῶν;
674πιστεύει τάχα, ὅτι θὰ ἤμεθα ἡμεῖς ὑπουργοὶ τὸ ἀκόλουθον
675ἔτος; Ἓν ἐκ τῶν δύω, ἢ πιστεύετε, ὅτι τὸ σημερινὸν ὑπουρ-
676γεῖον δὲν θὰ ζήσῃ, ὡς λέγετε, εἰμὴ ὀλίγας ἀκόμη ἡμέρας, καὶ
677τότε διατί νὰ μὴ προμηθεύσητε ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον θὰ
678χρησιμεύσῃ νὰ εὐεργετήσῃ τὸν τόπον ὑπὸ κυβέρνησιν οὐχὶ τὴν
679παροῦσαν, ἀλλ’ ἄλλην πιθανῶς ἰδικήν σας· ἢ πιστεύετε ὅτι
680τὸ τωρινὸν ὑπουργεῖον θὰ ὑπάρχῃ καὶ μετὰ ἕν ἔτος ἀκόμη, ὅτε
681θὰ εἰσπραχθῶσιν οἱ προτεινόμενοι φόροι, καὶ τότε διατί ν’ ἀφαι-
682ρῆτε τὰ μέσα, διατί νὰ παραλύητε κυβέρνησιν, ἥτις θὰ διευθύνῃ
683τὰς τύχας τοῦ ἔθνους ἐπ’ ἕν ἔτος ἀκόμη; Τί νὰ εἴπω ὡς πρὸς
684τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Δημητριάδου, ὅτι πρέπει νὰ καταψηφισθῇ
685ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, — (καὶ τοῦτο ἦτο τὸ ἰσχυρότερον ἐπι-
686χείρημα τοῦ Κ. Δημητριάδου, θέλω δὲ νὰ ἀντικρούσω μόνον τὰ
687ἰσχυρότερα τῶν ἐπιχειρημάτων) καθότι διὰ τῶν προτεινομένων
688φόρων ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι δὲν θὰ ὠφεληθοῦν; Δὲν θὰ ὠφεληθοῦν,
689εἶπεν, αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου πελάγους, δὲν θὰ ὠφεληθοῦν αἱ νῆσοι
690τοῦ Ἰονίου, καὶ ἐπρόσθεσεν, ὅταν ἐπιβάλληται φόρος ἀπὸ τὸν
691ὁποῖον δὲν θέλουν ὠφεληθῆ ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι ἐξίσου, τὸν φό-
692ρον τοῦτον αἱ ἐπαρχίαι ἐκεῖναι αἱ μὴ ἐκ τοῦ φόρου ὠφελούμεναι
693δὲν πρέπει νὰ τὸν πληρώσωσιν. Ὅλως διόλου πρωτοφανὴς αὐτὴ
694ἡ θεωρία.
695§28Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι θεωρία τῶν ἐκτάκτων φόρων.
696§29ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀξιόλογα· ἀλλ’ ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ ἐπαρ-
697χία νὰ εἴπῃ, ἐπειδὴ δὲν ὠφελοῦμαι ἀπὸ αὐτὸν τὸν δεῖνα φόρον,
698δὲν πρέπει νὰ πληρώσω, διατί νὰ μὴ τὸ ἔχῃ αὔριον τὸ αὐτὸ
699δικαίωμα καὶ ὁ δῆμος; Ἐὰν ἔχωσι τὸ δικαίωμα νὰ ἐναντιωθῶσιν
700εἰς τὸν περὶ ὁδοποιΐας φόρον αἱ νῆσοι, ὡς δῆθεν μὴ ἐξ αὐτοῦ ὠ-
701φελούμεναι, διατί νὰ μὴν ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἡ Πελοπόννησος καὶ
702ἡ Στερεὰ ν’ ἀρνηθῶσι φόρον ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τῆς ἀτμο-
703πλοΐας; Ἀλλὰ πράγματι δὲν ὠφελοῦνται ἀπὸ τὸν νόμον τοῦ-
704τον αἱ νῆσοι; πράγματι δὲν θὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ αὐτὸν τὸν φό-
705ρον; Ὅτι ἐμμέσως ὠφελοῦνται σᾶς τὸ ἀπέδειξεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς·
706ἂν δὲ ἐπὶ τῶν πραγμάτων σκεφθῆτε, θὰ πεισθῆτε, ὅτι καὶ ἀμέ-
707σως αἱ νῆσοι θὰ ὠφεληθῶσιν. Ὅταν συλλογισθῆτε ὅτι ὅλαι αἱ νῆσοι
708ἔχουσιν ἐπαρχιακὰς ὁδούς, ὅταν ἴδητε τὸ νομοσχέδιον τὸ ὁποῖον
709προητοιμάσαμεν περὶ τῆς ἐν γένει ὁδοποιΐας, καὶ ἐὰν παρατηρή-
710σητε καὶ αὐτὸν τὸν ἤδη ὑπάρχοντα νόμον περὶ ὁδοποιΐας, θὰ
711ἴδητε ὅτι δι’ ὅλα τὰ τεχνικὰ ἔργα τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν συν-
712εισφέρει τὸ δημόσιον, καὶ γνωρίζετε, ὅτι τὰ ἔξοδα τὰ ὁποῖα ἀ-
713παιτοῦνται διὰ τὰ τεχνικὰ ἔργα τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν εἰς τὰς
714νήσους εἶναι ἴσα ἢ σχεδὸν ἴσα μὲ τὰ ἔξοδα τῆς ὅλης καταστρώ-
715σεως τῶν δρόμων τῆς Στερεᾶς, διότι εἰς τὰς νήσους μας, ὅπως
716καταστρώσωμεν ὁδοὺς, εἶναι χρεία νὰ διαῤῥήξωμεν βράχους, νὰ
717γεμίσωμεν χαράδρας, νὰ κατασκευάσωμεν γεφύρας πολὺ περισ-
718σότερον ἢ εἰς τὴν Στερεάν. Ἰδοὺ λοιπὸν ἀμέσως ἡ ὠφέλεια τῶν
719νήσων διὰ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἀνταλλάξωμεν,
720διότι, ἂς τὸ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ, δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβά-
721λωμεν νέον φόρον, ἀλλὰ νὰ ἀνταλλάξωμεν τὸν ἤδη ὑπάρχοντα
722ἐπαχθῆ καὶ ἄνισον τῆς προσωπικῆς ἐργασίας.
723Τί νὰ εἴπω περὶ τῶν ἐπιχειρημάτων τοῦ ἀξιοτίμου φίλου
724μου καὶ ποιητοῦ Ῥηγοπούλου; «Εἴμεθα εἰς ἀγρίαν κατάστασιν»
725εἶπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτής· καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὰς ὁδοὺς «δὲν
726ἔχομεν οὐδεμίαν εἰς καλὴν κατάστασιν», οὐδὲν ἧττον πρέπει νὰ
727καταψηφίσωμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ ἑπομένως νὰ ἐμμεί-
728νωμεν εἰς τὴν ἀγρίαν ταύτην κατάστασιν, διατί; «διότι πρέ-
729πει, σὺ Κυβέρνησις, πρῶτον νὰ φέρῃς τὴν οἰκονομικὴν καὶ πολι-
730τικὴν πίστιν,» «διότι πρέπει σὺ Κυβέρνησις δεύτερον νὰ προ-
731καλέσῃς τὸν συνεταιρισμὸν τῶν κεφαλαίων.» Καὶ πῶς δύναται
732νὰ ἔλθῃ οἰκονομικὴ πίστις, νὰ προκληθῇ ὁ συνεταιρισμὸς τῶν
733κεφαλαίων, ἐὰν δὲν ὑπάρχουν μέσα συγκοινωνίας; «διότι πρέ-
734πει, σὺ Κυβέρνησις, τρίτον νὰ εἰσπράξῃς τὰ καθυστεροῦντα.» τὸ
735ζήτημα τοῦτο καὶ ἄλλοτε ἐσυζητήθη, καὶ κρίνω περιττὸν νὰ ἐν-
736διατρίψω εἰς αὐτό.
737Τί δὲ νὰ εἴπω πρὸς τὸν ἄλλον ἐπίσης φίλον μου καὶ ἐπίσης
738ποιητὴν Κ. Βαλαωρίτην, ὅστις μὲ δέσμας ῥόδων καὶ μυρσίνης,
739μὲ κρίνους καὶ βρύσεις, μὲ ἔλατα καὶ ἰτέας, ἦλθε νὰ μᾶς λύσῃ
740τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ ἦλθε νὰ μᾶς μεμφθῇ διὰ τοὺς ὁδοὺς τῆς
741ἰδίας του ἐπαρχίας; Τοῦτο ἦτο τὸ ἐπιχείρημά του· «σύ, ὦ Κυ-
742βέρνησις, εἶπεν, ἡ ὁποία ἄφησας τοὺς δρόμους τῆς Ἑπτανήσου
743νὰ χαλάσουν, μὲ ποίαν τόλμην ἔρχεσαι νὰ ζητήσῃς κεφάλαια
744διὰ νὰ κατασκευάσῃς νέους;» Ὁ ἀξιότιμος Κ. Βαλαωρίτης ἐ-
745λησμόνησεν ἢ θέλει νὰ λησμονήσῃ, ὅτι δύω ἢ τρία ἔτη πρὸ τῆς
746παύσεως τῆς προστασίας αἱ ὁδοὶ εἰς τὴν Ζάκυνθον καὶ Κεφαλλη-
747νίαν τοὐλάχιστον δὲν ἐπεσκευάσθησαν· ὁ ἀξιότιμος Κ. Βαλαω-
748ρίτης ἐλησμόνησεν, ὅτι οὐχὶ ἅπαξ, ἀλλ’ ἐπανειλημμένως καὶ
749ἐπὶ προστασίας οἱ δρόμοι μένοντες ἀδιόρθωτοι, ὅταν τὸ ταμεῖον
750λεπτὸν δὲν εἶχεν, ἔφθασαν εἰς ἀθλίαν κατάστασιν οὐχὶ ἅπαξ· καὶ
751ἐπὶ προστασίας δὲν ἠμποροῦσεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Βαλαωρίτης νὰ πε-
752ριέλθῃ πεζός, καὶ ἐνίοτε οὔτε ἐφ’ ἁμάξης εἰς αὐτοὺς τοὺς δρό-
753μους τῶν πόλεων τῆς Ἑπτανήσου· τοὐλάχιστον εἰς Ζάκυνθον
754τοῦτο πολλάκις ἐπὶ προστασίας συνέβη. Καὶ τοῦτο εἶναι λόγος
755ὅπως ἀρνηθῆτε νὰ συστηθοῦν ἰδιαίτερα ταμεῖα, ὅπως κατασκευα-
756σθῶσι δρόμοι;
757Μετὰ χαρᾶς ἤκουσα τὸν Κ. Βαλαωρίτην συνηγοροῦντα διὰ
758τὸν πτωχὸν καὶ πιεζόμενον, μετὰ χαρᾶς εἶδον τὴν ποιητικὴν
759φαντασίαν τοῦ Κ. Βαλαωρίτου ἐξαπτομένην ἀπὸ τοὺς στε-
760ναγμοὺς καὶ τὰ δάκρυα τοῦ στενάζοντος πτωχοῦ, ἀλλὰ τὸ νο-
761μοσχέδιον τοῦτο, καθὼς ἀπέδειξε καὶ ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, δὲν
762πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνῃ τὸν πτωχὸν καὶ πιεζόμενον, πρόκειται
763νὰ τὸν σώσῃ, καὶ ναί, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ Κ. Βαλαωρίτης νὰ
764τῷ εἴπω, ὅτι ἡ ἔξαψις τῆς ποιητικῆς του φαντασίας δὲν ἦτο
765ὑπὲρ τοῦ πτωχοῦ, ἀλλ’ ὑπὲρ τοῦ πλουσίου, δὲν ἦτο, ναί, καὶ
766οὕτως εἶχε τὸ πρᾶγμα. Δὲν ἔπρεπεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευ-
767τὴς τῆς Λευκάδος νὰ λησμονήσῃ, ὅτι κατ’ ἔτος πολλαὶ καὶ
768πολλαὶ φωναὶ πτωχῶν καὶ καταπιεζομένων ἀνυψοῦνται ἐν
769τῇ παλαιᾷ Ἑλλάδι, ὅπου δὲν ἔχουν μέσα συγκοινωνίας
770διὰ ν’ ἀνταλλάξουν τὰ ὀλίγα προϊόντα των καὶ πορισθῶσιν
771ὀλίγον ἄρτον διὰ τὴν οἰκογένειάν των· ἐλησμόνησεν ὁ ἀξιότι-
772μος βουλευτὴς Λευκάδος, ὅτι ὁ νόμος οὗτος θέλει ἐπιβαρύ-
773νει οὐχὶ τοὺς πτωχούς, ἀλλὰ ὑμᾶς, ὄχι βέβαια καὶ ἐμέ,
774διότι δὲν κατατάσσομαι μὲ τοὺς πλουσίους, ἀνήκω εἰς τὴν με-
775ρίδα τῶν πτωχῶν. Συνεπέρανε δὲ ὁ Κ. Βαλαωρίτης εἰπὼν, ὅτι
776τὸ νομοσχέδιον τοῦτο ἐπροτείναμεν χάριν ἀξιομέμπτου δημοκο-
777πίας· καὶ διατί παρεξενεύθητε, ὅταν ἡ λέξις αὕτη ἐπανελήφθη
778ἀπὸ ἄλλον ῥήτορα τῆς συμπολιτεύσεως; Ἔστω ὅμως, καὶ αὐτὸ
779τὸ δεχόμεθα· ἀλλὰ τοῦτο καταστρέφει τὸ ἀρχικὸν ἐπιχείρημα
780τοῦ Κ. Βαλαωρίτου, τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ νομοσχέδιόν μας
781εἶναι ὑπὲρ τῶν πτωχῶν, διότι, μὰ τὸ ναί, οὐδεὶς δημοκοπεῖ διὰ
782νομοσχεδίων ἐπιβαρυνόντων τοὺς πτωχούς, τουτέστι τοὺς πολλούς.
783Καὶ ἀφίνω τὸν ἀξιότιμον φίλον μου καὶ βουλευτὴν Λευκά-
784δος, καὶ ἔρχομαι εἰς ἄλλον ἀξιότιμον φίλον μου τὸν Κύριον
785Κουρῆν. Καὶ ὁ Κ. Κουρῆς ἀντέτεινε τὴν ἀρχὴν ἀπολύτως τοῦ
786νομοσχεδίου καὶ ἔπραξε τοῦτο, ὡς εἶπε, διότι εἶναι ἐναντίος εἰς
787τὸ 2 καὶ 3 ἄρθρον αὐτοῦ· καὶ ἐδῶ ἡ αὐτὴ ἀντίφασις, τὴν ὁποίαν
788παρετήρησα καὶ εἰς τοὺς ἄλλους· ἀντιτείνει τὴν ἀρχὴν διὰ τὸ
7892 καὶ 3 ἄρθρον, ἀλλὰ τροποποίησον ἢ ἀπόῤῥιψον τὰ ἄρθρα, πα-
790ραδέχθητι ὅμως τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἀναγνωρίζεις ἱεράν. Διατί
791δὲ ἀντιτείνει; διότι, εἶπε, δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένος, διότι αὐτὸ
792τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ, δὲν θὰ μεταχειρισθῇ πραγματι-
793κῶς δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ, καὶ ὡς ἀπό-
794δειξιν σᾶς ἔδειξε κίτρινον φύλλον χαρτίου, διὰ τοῦ ὁποίου νο-
795μίζει ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ
796τὰ 1833 καὶ ἐντεῦθεν δὲν ἔκαμαν ἄλλο, εἰμὴ νὰ καταχρασθῶσι
797τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου, καὶ μᾶς λέγει, δὲν σᾶς δίδομεν
798αὐτὸ τὸ μέσον διὰ νὰ τὸ καταχρασθῆτε καὶ σεῖς, καθὼς ὅλαι
799αἱ προηγούμεναι Κυβερνήσεις. Καὶ λησμονεῖς, φίλε Κ. Κουρῆ,
800ὅτι εἰς τὰς Κυβερνήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας τοιουτοτρόπως χα-
801ρακτηρίζεις, ἔλαβε μέρος ὅ,τι ἔξοχον, ὅ,τι σεβαστὸν εἶχε καὶ
802ἔχει τὸ ἔθνος; ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἦσαν αἱ Κυβερνήσεις
803τοῦ ἔθνους σου, ἦσαν αὐτὸ τὸ ἔθνος σου; ἀρνούμενος δὲ τὴν πί-
804στιν εἰς ὅλας τὰς Κυβερνήσεις τοῦ ἔθνους σου, δὲν ἐννοεῖς ὅτι
805ἀρνεῖσαι τὴν πίστιν εἰς αὐτὸ τὸ ἔθνος σου;
806Ὁ ἀξιότιμος Κύριος Παδοβᾶς σήμερον ὀλιγώτερον θυμωμένος
807παρ’ ὅ,τι χθὲς, ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του, ἀντέκρουσε τὸ
808νομοσχέδιον ἐπίσης ἐν ἀρχῇ, τὸ ἀντέκρουσε καὶ εἰς τὰ καθέκα-
809στα διὰ λόγους, ὡς εἶπεν, ἀναποτελεσματικότητος, διότι, εἶπε, τὸ
810ποσὸν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ ἀπ’ αὐτὸν τὸν φόρον, εἶναι τόσον
811μικρὸν, ὥστε δὲν θὰ ἠμπορέσωμεν νὰ κάμωμεν δρόμους μεγά-
812λους καὶ ἐκτεταμένους ἐκ τοῦ εἰσοδήματος ἑνὸς ἔτους. Ἂς μοὶ
813συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος Κ. Παδοβᾶς νὰ τῷ εἴπω, ὅτι διὰ τοῦ
814ἐπιχειρήματος τούτου ἐτέθη εἰς τὴν θέσιν τοῦ παιδίου τοῦ χο-
815λιασμένου, τὸ ὁποῖον ζητεῖ τροφὴν τοῦ πατρός του τοῦ πτω-
816χοῦ, ὅστις ὅμως δὲν ἔχει νὰ τῷ θέσῃ τράπεζαν ἀπὸ πολλὰ φα-
817γητά· ἐνῷ δὲ αὐτὸ ὀδύρεται καὶ πεινᾷ, ὁ πατήρ του τῷ προσφέ-
818ρει ὀλίγον ἄρτον, διότι ἄλλο δὲν ἔχει, αὐτὸ ῥίπτει τὸν ἄρτον
819εἰς τὸν σκύλον φωνάζον «ἢ τράπεζαν ἡτοιμασμένην ἢ ἀποθνή-
820σκω τῆς πείνης.» Ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευασθῶ-
821σιν οἱ δρόμοι ὅλοι διὰ μιᾶς, διὰ τοῦτο θ’ ἀρνηθῆτε ν’ ἀρχίσωμεν
822νὰ κατασκευάζωμεν; καὶ ἐλησμόνησεν ὁ Κ. Παδοβᾶς, ὅτι ἡ
823ἀρχὴ εἶναι τὸ ἥμισυ τοῦ παντός; Καὶ ἄλλο ὅμως ἐπιχείρημα τοῦ
824Κ. Παδοβᾶ μᾶς ἐπέστησε τὴν προσοχήν· δὲν πρέπει, εἶπε, νὰ
825κάμωμεν δρόμους, ἐνόσῳ οἱ δρόμοι δὲν εἶναι ἐξησφαλισμένοι,
826διότι εἰς τοὺς δρόμους, τοὺς ὁποίους ἔχει σήμερον ἡ Ἑλλὰς,
827ἀσφάλειαν δὲν ἔχει, ὑπάρχει ληστεία. Καὶ διότι ὑπάρχει λη-
828στεία δὲν πρέπει ν’ ἀνοίξωμεν δρόμους; Ὁ λῃστὴς ποῦ πη-
829γαίνει; ἐνεδρεύει εἰς τὰς χαράδρας καὶ μονοπάτια, οὐχὶ εἰς τὰς
830ὁδούς· ἀλλ’ ἐπρόσθεσε, πῶς θὰ σᾶς ψηφίσωμεν πόρους διὰ τα-
831μεῖον δρόμων, ἐνῷ δὲν ἠξεύρομεν τί ἔγεινε τὸ ταμεῖον τοῦ ναυ-
832τικοῦ, τί ἔγεινε τὸ ταμεῖον τῶν χηρῶν καὶ ὀρφανῶν, τί ἔγειναν
833τὰ κληροδοτήματα, τί ἔγειναν τόσα καὶ τόσα ἄλλα; Ἂς μὲ
834συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω· τὴν ἀπάντησιν περὶ τούτων δὲν ἔπρε-
835πε νὰ τὴν ζητήσῃ παρ’ ἡμῶν, ἀλλὰ παρ’ ἄλλων, οὐχὶ ἡμᾶς
836ἀλλὰ τὸν Κ. Παδοβᾶν προσεγγίζοντας· ἂν δὲ πραγματικῶς
837θέλῃ ἡμεῖς νὰ τῷ ἀπαντήσωμεν τί ἔγειναν τὰ χρήματα ταῦτα,
838ἂς προκαλέσωσιν ἄλλοτε μίαν συζήτησιν, ἂς φέρωσι ῥητὴν πρό-
839τασιν καὶ θὰ ἴδῃ, ὅτι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον εἰς τὴν οἱανδή-
840ποτε χρῆσιν τῶν χρημάτων τούτων ποσῶς δὲν ἐνέχεται· μὴ παρε-
841ξηγηθῶ, δὲν θέλω ποσῶς νὰ εἴπω, ὅτι ἐγένοντο καταχρήσεις —
842λέγω μόνον, ὅτι τὸ σημερινὸν ὑπουργεῖον δὲν εἶναι ὑποχρεωμέ-
843νον νὰ δώσῃ λόγον περὶ τῶν ταμείων ἐκείνων. Ἀλλὰ μὴ προτεί-
844νετε φόρους, μᾶς ἐπρόσθεσε, μετὰ γεγωνυίας φωνῆς ὁ Κ. Παδοβᾶς,
845μὴ βάλετε πῦρ εἰς τὸ πῦρ, διότι ἡ πυρκαϊὰ εἶναι ἑτοίμη· καὶ
846εἰς σᾶς, ὦ ὑπουργοὶ Ἑπτανήσιοι, μᾶς ἐφώναξε χθὲς ὁ Κύριος
847Κουρῆς, ἐκεῖ ὅπου ἐξωγκώθησαν καὶ καθὼς ἐξωγκώθησαν τὰ πράγ-
848ματα, δὲν μένει ἄλλο παρὰ ν’ ἀποσυρθῆτε, καὶ παρὰ ν’ ἀποσυρθῆτε
849τώρα, καλλίτερον ἦτο νὰ μὴ ἐλαμβάνετε μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
850καλλίτερον νὰ μὴ ἤρχεσθέ ποτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον· εἶναι λέξεις
851αὐταί, αἱ ὁποῖαι, ῥιπτόμεναι ἐντὸς μιᾶς Βουλῆς, δὲν ἠμποροῦν
852νὰ μείνουν χωρὶς ἀπάντησιν· καὶ ἐὰν τὰς λέξεις ταύτας ἐπι-
853τρέπηται νὰ ῥίπτωσι βουλευταὶ ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀντιπολί-
854τευσιν, πρέπει νὰ ᾖναι ἐπιτετραμμένον καὶ εἰς τοὺς κυβερνῶντας
855ν’ ἀπαντήσωσιν. Ἐὰν δὲ τὸ ἀξιότιμον ἐκεῖνο πρόσωπον, τὸ
856ἀνῆκον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἠθέλησε διὰ προσωπικῆς ἀποφά-
857σεως νὰ καταβῇ τόσον χαμηλὰ, πρέπει νὰ συγχωρήσῃ καὶ ἐμὲ
858κατά τι νὰ τὸν ἀκολουθήσω, ἂν δὲ τυχὸν τὸν πονέσῃ, μὴ πα-
859ραπονεθῇ εἰς ἐμὲ, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ προκαλέσας. Δὲν ἔπρεπε νὰ
860λάβωμεν μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον; αὐτὴ ἦτον καὶ ἡ ἰδική μας
861ἰδέα, φίλε Κουρῆ, αὐτὴ ἦτο καὶ ἡ ἰδική μας ἰδέα, ὅταν ἤλθομεν
862ἐδῶ ἐν τῇ Συνελεύσει, αὐτὴ ἦτο καὶ ἡ ἰδική μας ἰδέα, ὅταν διε-
863λύθη ἡ Συνέλευσις, καὶ προσεκλήθημεν νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν
864Κυβέρνησιν. Δὲν ἠθελήσαμεν. Ἀλλὰ διαλυθείσης τῆς Συνελεύσεως,
865καὶ ἐπανελθόντες εἰς τὰς νήσους μας, εἴδομεν ὅτι ἡ ἀντίδρασις κατὰ
866τῆς ἑνώσεως ἤρχισε νὰ ἀναφαίνηται εἰς τὰς νήσους ἐκείνας, τὸ
867παράπονον κατὰ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἤρχισε νὰ ὑποθάλ-
868πεται τεχνηέντως ὑποκινούμενον παρ’ ἐκείνων, οἵτινες τὴν ἕνωσιν
869δὲν τὴν ἐπίστευον ἢ δὲν ἤθελον νὰ τὴν πιστεύσωσιν, οἵτινες, καὶ
870ἀφοῦ ἡ ἕνωσις ἐγένετο, δὲν ἤθελον, δὲν θέλουσιν ἐν εἰλικρινείᾳ νὰ
871τὴν ἀσπασθῶσιν· οἱ ἄνθρωποι οὗτοι τεχνηέντως διέδιδον καὶ ἀκόμη
872διαδίδουσιν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ κυβερνήσῃ
873τὴν Ἑπτάνησον, ὅτι αἱ νῆσοι ἐκεῖναι μετὰ τὴν ἕνωσιν ἐχειρο-
874τέρευσαν καὶ μετ’ ὀλίγον θ’ ἀφανισθῶσι. Τὸ παράπονον ἤρχισε,
875καὶ εἰς τὸ παράπονον τοῦτο τροφὴ ἐδίδετο ἀπὸ τὰ λάθη τὰ
876ἀκούσια, εἰς ἃ ἔπρεπε νὰ πέσῃ ἐξ ἀνάγκης ἡ Κυβέρνησις αὕτη,
877ἥτις ἔλαβε νὰ κυβερνήσῃ τὰς νήσους ἐκείνας διὰ πρώτην φορὰν,
878χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰ ἐσωτερικὰ προηγούμενά των, τὰ καθέ-
879καστα τῶν ἀναγκῶν των, τὴν θέσιν τῶν πρὸς ἄλληλα ἐπὶ
880προστασίας συγκρουσθέντων κομμάτων.
881Ἂν ἐσυμβουλευόμεθα τὸν ἐγωϊσμόν μας, ἐὰν ἀνήκομεν με-
882ταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔχασαν τοὺς μεγάλους μισθοὺς τῆς ξε-
883νοκρατίας, μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς ἑνώσεως βλέπουν
884κατεστραμμένα τὰ συμφέροντά των, διότι 50 ἐτῶν προστασία
885ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ δημιουργήσῃ συμφέροντα, ἂν ἤμεθα με-
886ταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι συμφέρον εἶχον καὶ ἔχουν ν’ ἀποδείξουν,
887ὅτι ἡ ἐθνικὴ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ τὴν Ἑπτά-
888νησον, καὶ ὅτι ὑπὸ τὴν ἐθνικὴν κυβέρνησιν ἡ θέσις τῶν Ἰονίων
889ἐχειροτέρευσεν, ἡ θέσις μου βεβαίως δὲν ἤθελεν εἶσθαι εἰς τὸ
890ὑπουργεῖον. Ἀλλὰ δύναμαι νὰ τὸ εἴπω χωρὶς κἀνεὶς νὰ μὲ κα-
891τηγορήσῃ, ὅτι κομπάζω ἢ ὅτι περιαυτολογῶ· ἀνήκω καὶ ἐγὼ
892καὶ οἱ φίλοι μου μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως
893ἠγωνίσθησαν, χωρὶς ποτε τὴν σημαίαν νὰ ἐγκαταλείψωμεν,
894ἀνήκω μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι, ἂν οὐχὶ ἄλλο, συμφέρον ἔχο-
895μεν νὰ δείξωμεν, ὅτι ἡ ἐθνικὴ Κυβέρνησις ἠξεύρει νὰ κυβερνήσῃ
896τὴν Ἑπτάνησον, μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι νομίζομεν καθῆκόν
897μας νὰ καλύψωμεν μὲ τὰ σώματά μας, μὲ τὴν εὐθύνην μας
898τὴν ἐθνικὴν Κυβέρνησιν, ἵνα μὴ δώσωμεν τὴν εὐχαρίστησιν εἰς
899τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἑνώσεως νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τῆς
900Ἑλλάδος δὲν ἠξεύρει νὰ κυβερνήσῃ μίαν ἐπαρχίαν Ἑλληνικὴν,
901ἀνήκομεν μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι αἰσθανόμεθα καθῆκόν μας
902ν’ ἀποκρούσωμεν οἱανδήποτε κατηγορίαν ἐναντίον τῆς ἐθνικῆς
903Κυβερνήσεως. Καὶ δὲν πρόκειται περὶ ὑπουργείου Κουμουνδούρου·
904οἱαδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι ἡ Κυβέρνησις, τοιαύτη ἤθελεν εἶσθαι
905ἡ διαγωγή μας κατὰ τὰ πρῶτα βήματα, κατὰ τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρ-
906νησις ἀνέλαβε τὴν διοίκησιν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ κατὰ τὰ ὁποῖα,
907ἐὰν κἀνεὶς ἤθελε νὰ ἀνεύρῃ αἰτίας κατηγοριῶν, τὰς κατηγορίας
908ταύτας νὰ συγκεντρώνῃ οὐχὶ κατὰ τῆς κυβερνήσεως τοῦ ἔθνους,
909ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐν τῇ κυβερνήσει εὑρισκομένων Ἑπτανησίων. Ἰδοὺ
910διατί εὑρισκόμεθα εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ἰδοὺ διατί καὶ μετὰ τὴν κα-
911τάβασίν μας ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, μετὰ τὴν παῦσιν τῆς παρούσης
912Κυβερνήσεως, θέλω συμβουλεύσει τὴν διάδοχον Κυβέρνησιν εἰλικρι-
913νῶς, θέλω σκεπάσει ἐνώπιον τῆς Ἑπτανήσου, ὅσον δύναμαι, τὰ λά-
914θη της, τὰ ἐλαττώματά της, θέλω προσπαθήσει νὰ τὰ κρύψω, ἂν
915δύναμαι, ἀπὸ τὰ ὄμματα τοῦ εὐαπατήτου λαοῦ, τὸν ὁποῖον πολὺ
916εὐκόλως δύνανται προσωρινῶς ν’ ἀπατήσωσι, μεταξὺ τοῦ ὁποίου
917ἐπειράθησαν νὰ κυκλοφορήσωσι πρὸς ὑπογραφὴν ἐγγράφους δη-
918λώσεις, ὅτι ἡ ἕνωσις τοὺς κατέστρεψε (μεταξὺ αὐτῶν ὁ Κ.
919Κουρῆς δὲν εὑρίσκεται). Μόνους τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἑνώσεως ἠθέ-
920λομεν ὑπηρετήσει, ἂν δὲν ἐλαμβάνομεν μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
921μόνους τοὺς ἐχθροὺς τῆς ἑνώσεως ἠθέλομεν ὑπηρετήσε, ἐὰν τώρα
922μέρος κατὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἠθέλομεν
923λάβει· ἐὰν οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τὴν τελεσθεῖ-
924σαν ἕνωσιν, εἰσερχόμενοι ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, ἤθελον
925σωρευθῆ πρὸς τὸ μέρος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐὰν οὐδεὶς τῶν
926Ἑπτανησίων, ὡς διδάσκει ὁ Κ. Κουρῆς, ἤθελε θελήσει νὰ λάβῃ
927μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἐθνικὴν, μεθ’ ἧς ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη
928τοσοῦτον ἐπιμόνως ἐζήτουν νὰ ἑνωθῶσι, ποῖον ἤθελεν εἶναι τὸ
929συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον ἤθελον πορισθῆ οἱ ἐχθροὶ τῆς ἑνώσεως;
930Ἀφίνω ἕκαστον νὰ τὸ ἐννοήσῃ. Ἀλλ’ ἂν ἀποσυρθῶμεν σήμερον
931ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, ποῖα τὰ ἀποτελέσματα; Πρῶτον ἐρωτῶ,
932μᾶς ἐπιτρέπεται ν’ ἀποσυρθῶμεν;
933§30ΖΑΝΟΣ. Ἠμπορεῖτε ν’ ἀποσυρθῆτε.
934§31ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἐπιτρέπει ὁ Κ. Ζάνος, δὲν τὸ ἐπιτρέπουν
935ὅμως οἱ συνταγματικοὶ θεσμοὶ, δὲν μᾶς ἐπιτρέπουν ν’ ἀποσυρ-
936θῶμεν, ἐνόσῳ ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, καὶ ἡ
937πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μᾶς ὑποστηρίζει. Φύγετε· μᾶς εἶπεν ὁ
938Κ. Κουρῆς, τὰ πράγματα ἐξωγκώθησαν, φύγετε. Τοῦτο ἦτο βε-
939βαίως ὄχι ἀπειλὴ, ἀλλὰ συμβουλὴ φιλικὴ, ἣν μᾶς ἔδωκεν ἀπέ-
940ναντι τῶν κινδύνων.
941§32ΚΟΥΡΗΣ. Δὲν ἐνόησα νὰ σᾶς ἀπειλήσω.
942§33ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τοῦτο καὶ ἐγὼ ἤδη λέγω, ὅτι ἀπὸ τρυφερὰ,
943φιλικὰ πρὸς ἡμᾶς αἰσθήματα κινούμενος, μᾶς εἴπατε νὰ φύγω-
944μεν, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς εὐγνωμονοῦμεν. Βελτιοῦται ἡ κατάστα-
945σις τῶν πραγμάτων διὰ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ κυβερνᾶτε; μᾶς ἠρώ-
946τησεν ὁ Κ. Κουρῆς, καὶ διὰ τοῦ τρόπου ὅπου ἀντιπολιτεύεσθε;
947Μοὶ ἐπιτρέπεται ὅμως ν’ ἀπαντήσω εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν τοῦ
948Κ. Κουρῆ· ἀφοῦ ἤκουσα τόσας κατηγορίας λέξεων, πρέπει καὶ
949ἡμεῖς ν’ ἀπαντήσωμεν διὰ τῶν πραγμάτων, καὶ, ἂν κατά τι
950παρεκτραπῶ, παρακαλῶ τὸν Κ. Πρόεδρον νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ.
951Βελτιοῦται ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων διὰ τοῦ τρόπου
952δι’ οὗ κυβερνᾶτε; Καὶ πῶς ἐκυβερνήσαμεν; ἂν ἠδυνάμεθα
953ἄλλως νὰ κυβερνήσωμεν, δὲν μᾶς τὸ ἐδιδάξατε. Ἂν ὁ τόπος
954εὑρίσκηται εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται, ἂν ὁ
955λαὸς στενάζῃ, καθὼς παρέστησεν ὁ Κ. Κουρῆς, ἂν τὰ ταμεῖα
956ἦναι κενὰ, καὶ τὸ ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, πταίομεν ἡμεῖς διὰ τὴν
957κατάστασιν ταύτην; καὶ ἂν ἡ κατάστασις αὕτη δὲν ἐκαλλιτέ-
958ρευσε, κατὰ τί ἐλείψαμεν διὰ νὰ τὴν καλλιτερεύσωμεν; δὲν
959μᾶς τὸ εἴπατε. Καὶ ἕως ὅτου δὲν μᾶς δείξητε, τί ἠδυνάμεθα
960νὰ κάμωμεν καὶ δὲν τὸ ἐκάμαμεν, ἕως ὅτου δὲν μᾶς δείξητε,
961τί κακὸν ἐξ αἰτίας ἡμῶν προῆλθεν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω
962ὅτι αἱ κατηγορίαι σας εἶναι κατηγορίαι κεναί· πῶς δὲ τοι-
963αῦται κατηγορίαι ἀποκαλοῦνται; τὸ γνωρίζετε. Εὑρισκόμεθα
964εἰς θέσιν βεβαίως οὐχὶ ὁμαλὴν, τὸ ὡμολογήσατε καὶ σεῖς,
965διότι εὑρισκόμεθα, ναὶ μὲν χάριτι τῇ θείᾳ οὐχὶ πλέον εἰς τὴν
966τρικυμίαν, ἀλλ’ εἰς τὸν σάλον τὸν μετὰ τὴν τρικυμίαν τῆς ἐ-
967παναστάσεως, καὶ πρέπει νὰ εὑρισκώμεθα, διαφορετικὰ δὲν ἠ-
968δύνατο νὰ συμβῇ. Κίνδυνοι, λέγουν, παρουσιάζονται, καὶ κίνδυ-
969νοι οὐχὶ ὀλίγοι, ἀφ’ ὅτου τὸ ὑπουργεῖον τὸ παρὸν διευθύνει τὰ
970κοινὰ, λέγει ὁ Κ. Κουρῆς καὶ ὁ Κ. Παδοβᾶς, καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν
971πιστεύω νὰ πιστεύσωσιν, ὅτι ἡ παροῦσα Κυβέρνησις ἐνέχεται
972εἰς τὴν θέσιν ταύτην τῶν πραγμάτων· τὸ χρέος της ἦτο καὶ
973εἶναι νὰ προσπαθήσῃ νὰ καταπαύσῃ τὸν σάλον, νὰ προσπαθήσῃ
974νὰ ἑδραιώσῃ τὸν δρόμον αὐτῆς, καὶ ἂν, ὡς εἶπες χθὲς ἀξιότιμε
975φίλε Κ. Κουρῆ, ὁ ἀληθὴς ἀγὼν ὁ ἐθνικὸς τῶν Ἑπτανησίων
976ἄρχεται ἀφ’ ἧς οἱ Ἑπτανήσιοι εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην εἰσῆλθον,
977τὸ πρῶτον χρέος, τὸ ὁποῖον εἴχομεν καὶ ἔχομεν καὶ θὰ ἔχωμεν,
978εἶναι νὰ στερεώσωμεν μίαν Κυβέρνησιν Κυβέρνησιν ἀπαιτεῖ κατὰ
979πρῶτον ὁ τόπος, καὶ πρέπει νὰ τὴν ἀπαιτῇ, καθὼς τὴν ἀπῄτησεν
980ὁποιοσδήποτε τόπος ἐξερχόμενος ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν. Καὶ ἡ
981Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τὰ κοινὰ τὴν στιγμὴν ταύτην διευθύνει,
982σᾶς παρουσίασε, σᾶς καθυπέβαλε τὰς ἐπὶ τούτου ἰδέας της, σᾶς
983καθυπέβαλε τὰ νομοσχέδιά της, τὰ ὁποῖα στοχάζεται κατὰ
984τὴν ἀσθενῆ της κρίσιν, ὅτι θὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν κατάπαυ-
985σιν τοῦ σάλου καὶ τὴν παγίωσιν τῶν πραγμάτων. Εἶναι ὀρθαὶ
986αἱ ἰδέαι της, εἶναι ἐσφαλμέναι, ἔχετε ἄλλας καλλιτέρας, ὀφεί-
987λετε νὰ ὑποστηρίξητε, καὶ ἂν τὸ πρῶτον, νὰ διορθώσητε, ἂν τὸ
988δεύτερον, νὰ προτείνητε.
989Ἀλλὰ εἰς τὸ διάστημα τῶν τριῶν παρελθόντων μηνῶν, καθ’ ὃ
990ἑδρεύομεν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, καὶ προσπαθοῦμεν νὰ
991καλλιτερεύσωμεν τὴν θέσιν τοῦ λαοῦ, τί ἐπράξαμεν; καθ’ ἡμέραν
992νέα ζητήματα ἐμπιστοσύνης κατὰ τοῦ ὑπουργείου, λόγοι εὔ-
993γλωττοι, λόγοι σπουδαῖοι, ἀλλὰ κενοί, χωρὶς πρακτικὸν ἀ-
994ποτέλεσμα πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως τοῦ λαοῦ, τὸν
995ὁποῖον μετὰ τόσου ζήλου προστατεύετε. Τρεῖς καὶ ἐπέκεινα μῆ-
996νες παρῆλθον, ποῖον νομοσχέδιον ἐψηφίσατε; καὶ τὸ πρῶτον
997νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζεται, ἔπειτα ἀπὸ τόσα
998βάσανα, ζητεῖτε νὰ καταψηφίσητε. Τὸ κακὸν ἐν τούτοις, τὸ
999ὁποῖον σεῖς οἱ ἴδιοι ἀναγνωρίζετε, ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχῃ, ὁ
1000λαὸς τὸ αἰσθάνεται, καὶ ἂν διὰ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ κυβερνῶμεν,
1001δὲν ἠμπορεῖ νὰ καλλιτερεύσῃ ὁ λαός, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς
1002εἴπω ὅτι καὶ διὰ τοῦ τρόπου, δι’ οὗ ἀντιπολιτεύεσθε, δὲν ἠμ-
1003πορεῖ παρὰ νὰ χειροτερεύσῃ· διὰ τοῦ τρόπου, διὰ τοῦ ὁποίου
1004ἀντιπολιτεύεσθε, ἀξιότιμε Κ. Κουρῆ, καὶ πιθανὸν εἰς τὴν ἰδέαν
1005σας νὰ μὴ ᾖναι ὅτι θέλετε νὰ πράξητε κακόν, τὸ ἀποτέ-
1006λεσμα ὅμως εἶναι τοῦτο. Δὲν κάμνετε ἄλλο παρὰ νὰ πα-
1007ραλύητε τὴν Κυβέρνησιν, οὐ μόνον τὴν παροῦσαν, ἀλλὰ νὰ κα-
1008ταστρέφητε πᾶσαν Κυβέρνησιν, ἔστω καλήν, ἔστω κακήν. Διὰ
1009τοῦ τρόπου τούτου τὰ δεινὰ τοῦ λαοῦ δὲν θεραπεύονται. Εἶναι
1010κακαὶ αἱ προτάσεις μας, ποῖαι εἶναι αἱ ἰδικαί σας αἱ καλλί-
1011τεραι, διατί δὲν μᾶς τὰς προτείνετε, νὰ τὰς παραδεχθῶμεν; ἢ
1012ἂν τὰς ἀποῤῥίψωμεν ἐπιμένοντες εἰς τὸ κακὸν κατὰ σᾶς σύ-
1013στημά μας, τότε δὲν δύνασθε νὰ ἀποταθῆτε εἰς τὴν πλειονοψη-
1014φίαν καὶ νὰ εἴπητε, ποία εἶναι ἡ εὐθύνη σου, ὑποστηρίζουσα
1015τὴν Κυβέρνησιν ταύτην, ἡ ὁποία δὲν θέλει ν’ ἀκούσῃ τίποτε;
1016Ἀλλὰ σεῖς ἐπιμένετε εἰς μόνην τὴν ἀντίπραξιν καὶ ἀντίκρουσιν
1017ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παρουσίασεν ἡ Κυβέρνησις· ἀλλ’ οὕτω πως
1018τὰ πράγματα τοῦ τόπου δὲν θὰ καλλιτερεύσουν, διότι μᾶς ἐμ-
1019ποδίζετε νὰ κάμωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐν τῇ ἀδυναμίᾳ
1020τοῦ νοός μας στοχαζόμεθα, ὅτι εἶναι καλὸν νὰ κάμωμεν, χωρὶς
1021σεῖς νὰ προτείνητε εἰς ἀντικατάστασιν οὐδέν. Νὰ μᾶς ἐμποδί-
1022ζητε τὴν Κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, δύνασθε, εἶναι εἰς τὰς χεῖ-
1023ράς σας. Ἀναμετρήσατε τὴν εὐθύνην, μᾶς εἶπε χθὲς ὁ Κ. Κουρῆς·
1024καθόσον ἀποβλέπει τὸ μέρος μας, τὴν ἀνεμετρήσαμεν καὶ ἀ-
1025νεδέχθημεν ὅλας τὰς συνεπείας· ἀνεμετρήσατε σεῖς τὴν εὐθύνην
1026τὴν ἰδικήν σας; Μία μειονότης οὐχὶ ἀπὸ 60, ἀλλὰ ἀπὸ 20
1027ἁπλῶς ἄτομα ἐντὸς μιᾶς Βουλῆς ἀπὸ 180 ἄτομα δύναται
1028κατὰ πᾶσαν στιγμὴν νὰ φέρῃ τὴν παραλυσίαν, δύναται νὰ μὴ
1029ἀφήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ προχωρήσῃ οὔτε βῆμα, δὲν εἶναι μέγα
1030πρᾶγμα. Πρὸς τοῦτο δὲν ἀπαιτεῖται οὔτε ἐπιτηδειότης, οὔτε
1031θάῤῥος· θάῤῥος ἀπαιτεῖται ἐν Ἑλλάδι οὐχὶ ὅπως ἀντιπολιτευθῇ
1032τις, ἀλλ’ ὅπως ὑποστηρίξῃ μίαν Κυβέρνησιν. Ἀλλ’ ἐν τούτοις,
1033ἐπαναλέγω, εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, εἰς ἣν εὑρίσκονται τὰ πράγματα
1034καὶ ὁ λαός, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ παραδέχομαι, ἐπιτρέπεται τὸ
1035τοιοῦτον; εἶναι συνετόν; εἶναι πατριωτικόν; Ἂς ἐξέλθωμεν,
1036κύριοι, ἀπ’ αὐτὴν τὴν θέσιν ὡς ἀγαθοὶ πατριῶται· εἴτε ἐπιτύ-
1037χῃ ὑπὲρ ὑμῶν τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, τὸ ὁποῖον ἐθέσατε,
1038καὶ ἡ πλειοψηφία μᾶς ἐγκαταλείπει (καὶ συγχωρήσατέ μοι,
1039φίλοι τῆς πλειονότητος, νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον,
1040ὡς καὶ πᾶν ἄλλο ὑπουργεῖον ἐν Ἑλλάδι, ἢ σήμερον ἢ αὔριον
1041ἔχει νὰ πέσῃ, σεῖς ὅμως οἱ φίλοι μας προτιμήσατε νὰ πέσωμεν
1042κατέναντι τῆς ἰδέας ὅτι θέλομεν νὰ κατασκευάσωμεν δρόμους,
1043ν’ ἀνοίξωμεν τὴν συγκοινωνίαν ἵνα ἐλαφρώσωμεν τὴν κατάστα-
1044σιν τοῦ τόπου). (Θόρυβος).
1045Σεῖς ἀποφασίσατε ἐπὶ τέλους καὶ δότε μας τὸ σύνθημα νὰ ἐξ-
1046έλθωμεν, καὶ τότε μείνατε βέβαιοι (πρὸς τὴν ἀντιπολίτευσιν) δὲν
1047θέλετε μᾶς ἰδῆ νὰ σᾶς φέρωμεν, ὡς τὸ κάμνετε καθ’ ἡμέραν, ζητή-
1048ματα ἐμπιστοσύνης, διότι ἐτιμωρήθησαν δύω ἀξιωματικοὶ εἰς τὴν
1049Λευκάδα, καὶ νὰ καταναλίσκωμεν ὁλόκληρον συνεδρίασιν· δὲν
1050θέλομεν σᾶς φέρει ζητήματα ἐμπιστοσύνης διὰ τὴν παῦσιν
1051ἑνὸς δημάρχου ζωοκλόπου, δὲν θέλομεν σᾶς φέρει ζητή-
1052ματα ἐμπιστοσύνης, ὅταν πρόκηται περὶ κατασκευῆς ὁδῶν·
1053θέλομεν σᾶς ὑποστηρίξει εἰς ὅλα, καθόσον ἀποβλέπει τὴν διοί-
1054κησίν σας, θέλομεν βεβαίως σᾶς ἐπικρίνει καὶ ἀντιπολιτευθῆ
1055καθόσον ἀποβλέπει τὴν πολιτικήν σας πορείαν, ἂν δὲν συμφω-
1056νῶμεν μ’ αὐτήν· τὰ ἐμπόδιά μας, τὰ ὁποῖα ἀπαντῶμεν ἡμεῖς
1057ἀπὸ σᾶς, δὲν θέλετε ἀπαντήσει σεῖς ἀπὸ ἡμᾶς. Ἂν ὅμως ἄλλως
1058ἀποβῶσι τὰ πράγματα, ἂς σκεφθῶμεν, ὅτι ἤδη τὸ ἥμισυ τῆς
1059συνόδου παρῆλθε καὶ οὐδὲν ὑπὲρ τοῦ λαοῦ ἐπράξαμεν, καὶ ἂν
1060ἐξακολουθῶμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ βουλευώμεθα περὶ
1061τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ μὲ λέξεις κενὰς, τότε λέγω καὶ
1062ἐγὼ, ὅτι ἐκεῖνοι οἱ κίνδυνοι, ἐκεῖνοι οἱ φόβοι, τοὺς ὁποίους ὁ
1063Κ. Παδοβᾶς καὶ ὁ Κ. Κουρῆς ἀνέφερον, δύνανται νὰ ἐπέλθωσιν,
1064ἡμεῖς ὅμως δὲν θὰ ἤμεθα ἔνοχοι διὰ τοῦτο· ἀνεμετρήσαμεν τὴν
1065εὐθύνην μας καὶ ἀναδεχόμεθα ὅλας τὰς συνεπείας, ἀναμετρήσατε
1066καὶ σεῖς τὴν ἐδικήν σας.
1067§34ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
1068§35ΕΤΕΡΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν) Θὰ ἐξακολουθήσωμεν.
1069§36Δ. ΖΩΤΟΣ. Κύριοι, ὁ Κ. Λομβάρδος, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν
1070Ἐσωτερικῶν, ἀπαντῶν πρὸς τὸν Κ. Κουρῆν ἐξήλεγξε τὴν διαγω-
1071γὴν τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις σκοπὸν
1072ἔχει νὰ παραλύῃ διὰ τῶν ἐπερωτήσεων τὴν Κυβέρνησιν.
1073§37ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπον, ὅτι ἔχει σκοπὸν, κατέδειξα μόνον
1074ὁποῖον ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα.
1075§38ΖΩΤΟΣ. Σᾶς ἤκουσα καλῶς εἰπόντα, ὅτι πρόθεσις, σκοπὸς
1076τῆς ἀντιπολιτεύσεως εἶναι ἡ παράλυσις τῆς Κυβερνήσεως εἰς
1077τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων της. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ὤφειλε,
1078καθὸ ὑπουργὸς συνταγματικὸς καὶ ἐπαγγελλόμενος, ἐκ τῶν
1079προτέρων μάλιστα, τὸν φιλελεύθερον, νὰ σέβηται περισσότερον
1080τὸ δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων. Τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν ἔπρεπε
1081νὰ σκανδαλίζῃ τὸν Κ. Λομβάρδον, οὔτε τὸν Κ. Βράϊλαν, ὅστις
1082προχθὲς καὶ χθὲς ἐκέντησεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· ἔπρεπε μάλιστα
1083νὰ τοὺς εὐχαριστήσῃ, διότι ἡ ἀντιπολίτευσις διὰ τῶν ἐπερω-
1084τήσεων τοὺς φωτίζει, τοὺς δεικνύει τὴν εὐθεῖαν καὶ νόμιμον
1085ὁδόν. Εἶναι αἶσχος, κύριοι, εἰς Κράτος συνταγματικὸν, τὸ
1086ὁποῖον καυχᾶται, ὅτι ἔκαμε μίαν ἐπανάστασιν, ἣν ὅλη ἡ
1087Εὐρώπη ἐχειροκρότησε, τὸ ὁποῖον ἔχει σύνταγμα καθὼς πρέπει,
1088εἶναι αἶσχος, λέγω, νὰ ἔρχωνται ὑπουργοὶ καὶ νὰ θέλωσι νὰ
1089προσβάλλωσι τὸ ἱερὸν δικαίωμα τῶν ἐπερωτήσεων. Διὰ τῶν
1090ἐπερωτήσεων, κύριοι, ὅλα τὰ ἔθνη ἔφερον εἰς συναίσθησιν τῶν
1091καθηκόντων των ὑπουργοὺς παρανομήσαντας καὶ ἐβελτίωσαν
1092τὴν τύχην των. Ἀλλὰ, κύριοι, ὡς πρὸς μὲν τὸ μέρος τὸ πολι-
1093τικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ἔκαμε λόγον ὁ Κ. Λομβάρδος, κρείττονες
1094ἐμοῦ ὁμιλήσουσιν, ἐγὼ δύω λόγους μόνον θὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ
1095προκείμενον νομοσχέδιον.
1096Ὁ Κ. Βράϊλας, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ ὁ Κ.
1097Λομβάρδος, ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν, ἀμφότεροι ἐξ Ἑπτα-
1098νήσου, ἐκ τοῦ μέρους ἐκείνου, τὸ ὁποῖον εἶναι κάλλιον ἡμῶν
1099κατοικημένον, ὅπερ ἔχει δρόμους καὶ τόσα ἄλλα πλεονεκτή-
1100ματα εὐζωΐας, ἅτινα ἡμεῖς δυστυχῶς στερούμεθα, διότι χθὲς
1101ἐξελθόντες τοῦ ἀγῶνος ἠρχίσαμεν ἀπὸ τὸ βελόνι, καλῶς ποιοῦσι
1102μεριμνῶντες περὶ τῆς ἡμετέρας εὐζωΐας καὶ βελτιώσεως τῆς
1103συγκοινωνίας μας· τοὺς εὐχαριστοῦμεν.
1104Ἀλλὰ, κύριοι, ἂς μὴν ἀπατῶνται, νομίζοντες, ὅτι καὶ
1105ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν τὸ συμφέρον ἢ τὴν εὐζωΐαν· ἔχομεν,
1106κύριοι, καὶ ἡμεῖς τὴν συναίσθησιν τοῦ καλοῦ, ἀλλὰ μᾶς
1107λείπουν τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς ἀφῄρεσαν οἱ Τοῦρκοι, ἔχομεν
1108νοῦν καὶ καρδίαν, ἠξεύρομεν καὶ ποῖα εἶναι τὰ καλὰ καὶ ποῖα
1109εἶναι τὰ κακά.
1110Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, ἠξεύρομεν τὰ καλὰ τῆς ὁδοποιΐας,
1111τὰ καλὰ τῆς συγκοινωνίας, ἠξεύρομεν πόσων καλῶν εἶναι
1112πρόξενος ἡ ἀτμοπλοΐα καὶ ἡ ὁδοποιΐα, καὶ ἴσως κάλλιον ὑμῶν,
1113διότι σεῖς δὲν περιπατεῖτε διὰ τῶν ποδῶν σας, ἀλλ’ ἐφ’ ἁμάξης,
1114Κ. ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν· ἡμεῖς ὅμως περιπατοῦμεν πεζοὶ
1115ἢ καὶ ἔφιπποι, καὶ κινδυνεύομεν καὶ εἰς ποταμοὺς καὶ εἰς τέλ-
1116ματα καὶ εἰς δύσβατα μέρη· ὅλα αὐτὰ τὰ γνωρίζομεν καλῶς,
1117οὐδὲν μᾶς λανθάνει, ἀλλὰ δυσπιστοῦμεν νὰ παραδεχθῶμεν τοὺς
1118λόγους σας, καθότι τὸ νομοσχέδιον ἐπιβάλλει φόρους,
1119οἵτινες ἴσως χρησιμεύσωσιν εἰς πᾶν ἄλλο ἢ τὴν ὁδοποιΐαν
1120καὶ ἀτμοπλοΐαν. Ὁ Κ. Βράϊλας μᾶς εἶπεν, ὅτι, ἐὰν καταψη-
1121φίσωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ περὶ βελτιώσεως τῶν ὁδῶν, εἶναι
1122δόξα μας, ὁ δὲ Κ. Λομβάρδος ἐπρόσθεσεν, εἶναι θρίαμβός μας.
1123Ἀλλὰ, κύριοι, αὐτὴν τὴν δόξαν καὶ αὐτὸν τὸν θρίαμβον δὲν θὰ
1124σᾶς τὸν ἀφήσωμεν νὰ τὸν ἀπολαύσητε μόνοι σας· μὴ παραδεχό-
1125μενοι τὸ νομοσχέδιόν σας, δὲν θὰ σᾶς ἀφήσωμεν νὰ φενακίσητε
1126τὸ Ἔθνος καὶ τὴν Εὐρώπην εἰς βλάβην τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ὄχι,
1127διότι θὰ καταδείξωμεν τοὺς ὑποκεκρυμμένους σκοπούς σας, θὰ
1128βεβαιώσωμεν ὅλους περὶ τῆς ἀληθείας τοῦ πράγματος. Γνωρίζετε
1129τί μέχρι τοῦδε ἐπὶ 30 ἔτη ἐγένετο; δὲν εἶσθε σεῖς μόνον ἐκεῖνοι,
1130οἱ ὁποῖοι εἰσηγάγετε τοιούτους νόμους, ἀλλὰ κατὰ τὰ 30
1131αὐτὰ ἔτη ἐδιοίκησαν, ὁ Μαυροκορδάτος, ὁ Μεταξᾶς, ὁ
1132Κωλέτης, ὁ Ζωγράφος, ὁ Βούλγαρης καὶ τόσοι ἄλλοι ἱκα-
1133νώτεροι καὶ ἐνδοξότεροι ὑμῶν, καὶ μολαταῦτα δὲν ἔγει-
1134ναν ὅσα ἔπρεπε νὰ γίνουν, ἢ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ τὰ πρά-
1135ξωσιν· ὅσα δὲ ἐν διαστήματι 30 ἐτῶν δὲν ἔγειναν, σεῖς διὰ τοῦ
1136νομοσχεδίου τούτου ἔρχεσθε καὶ ἐπαγγέλλεσθε νὰ τὰ κάμετε
1137δι’ ἓν ἔτος, σεῖς, οἱ ὁποῖοι φροντίζετε, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο
1138σκέπτεσθε, εἰμὴ τὸ, χάριν τῆς διατηρήσεώς σας ἐν τῇ ἐξουσίᾳ,
1139«δὸς ἡμῖν σήμερον καὶ ἄφες ἡμῖν». Ἡ Ἑλλὰς ὅλη θὰ γνωρίσῃ
1140καὶ γνωρίζει, ὅτι θὰ πέσετε, διότι δὲν ἀνταποκρίνεσθε εἰς τὰ
1141ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, μᾶλλον δὲ διὰ τῆς ὑπάρξεώς σας τὸ ἐβλά-
1142ψατε, καὶ ἐὰν ἐπὶ πλέον διατηρηθῆτε ὄχι εἰς χρεωκοπίαν, ἀλλὰ
1143καὶ εἰς κἄτι τι χειρότερον θὰ τὸ ῥίψητε. Σεῖς τὸ εἴπατε· τὰ τα-
1144μεῖα εἶναι κενὰ, εἶπαν, ὁ δὲ Κύριος Λομβάρδος ἐπρόσθεσεν, ὅτι
1145εἴμεθα χρεωκοπημένοι. Μόνον ὁ Κ. Καλλιγᾶς εἶπε μὴ φοβί-
1146ζετε τὸν κόσμον μὲ τέτοια λόγια, μὴ λέγετε τὴν λέξιν χρεω-
1147κοπίαν. Ὡραία ἰδέα· ἐὰν ὅμως εἶχε τὴν αὐτὴν ἀδιαφορίαν διὰ
1148τὰ οἰκιακά του, καὶ ἔδιδεν ἀπὸ τὸ πουγγί του τόσον ἀναλ-
1149γήτως, βεβαίως θὰ ἦτο χρεωκοπημένος. Εἰς τὸν ἰατρὸν, φίλε
1150Καλλιγᾶ, πρέπει νὰ εἴπωμεν ὅλα τὰ αἴτια, ὅλας τὰς ἀφορμὰς
1151καὶ τὰ παθήματα τοῦ πάσχοντος διὰ νὰ κάμῃ καλὴν διάγνωσιν
1152καὶ δώσῃ τὰ κατάλληλα φάρμακα. Σεῖς ὅμως θέλετε νὰ κρύ-
1153πτωμεν τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, νὰ μὴ τὸ μάθῃ ἡ
1154Ἑλλὰς, ἡ Εὐρώπη, αἱ φίλαι Δυνάμεις, καὶ ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι ἀντι-
1155προσωπεύομεν τὴν Ἑλλάδα. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι αὐτὴν τὴν δόξαν
1156δὲν θὰ τὴν ἀφήσωμεν νὰ τὴν γευθῆτε ἀπληρωτὶ, μπετχαβᾶ. Καὶ
1157ἡ Ἑλλὰς θὰ βεβαιωθῇ καὶ ἡ Εὐρώπη δὲν θὰ φενακισθῇ, ὅτι ἤλθετε
1158μὲ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον μὲ πρόθεσιν νὰ κάμετε τὸν Ζῶτον νὰ
1159πιστεύσῃ ὅτι θὰ ὑπάγῃ μὲ ἅμαξαν εἰς τὴν Φθιώτιδα, καὶ τὸν Στράτον
1160εἰς τὸν Βάλτον. Ἀλλὰ λέγει ὁ Κ. Λομβάρδος, μήπως ἡμεῖς θὰ βα-
1161στάξωμεν ἕνα χρόνον ὑπουργοὶ διὰ νὰ μᾶς χρησιμεύσῃ αὐτὸ τὸ
1162νομοσχέδιον; ἀλλ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, Κύριοι, δὲν θ’ ἀργήσῃ
1163νὰ ἐκτελεσθῇ· δι’ αὐτοῦ ἀμέσως θ’ ἀρχίσῃ νὰ βυζαίνῃ ἀπὸ τὸν
1164φόρον τῶν ζώων καὶ ἀπὸ τὰ τελωνεῖα κλπ., διότι αὔριον τὸ
1165πρωΐ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τὸ δημοσιεύει ἀμέσως, καὶ θὰ λέγῃ
1166ἔγεινε διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος, διὰ νὰ σᾶς κάμωμεν νὰ
1167ἔχετε τὰς ἁμάξας σας καὶ τὰ κάῤῥα σας· καὶ βεβαίως ἔχομεν
1168περισσοτέραν ἀνάγκην ἡμεῖς, Κ. Βράϊλα, καὶ διὰ κάῤῥα καὶ διὰ
1169δρόμους καλούς. Σπουδαίαν, Κύριοι, πρὸς τοῦτο ἀνάγκην ἔχει
1170ἡ Φθιῶτις καὶ Λεβαδεία, διότι μεταφέρομεν ὀγκώδη πράγματα,
1171βαμβάκια, μετάξια, γεννήματα κλπ., τὰ ὁποῖα δυσκόλως
1172μεταφέρονται διὰ τῶν ἡμιόνων καὶ ἀλόγων. Καὶ ἠμπορῶ νὰ
1173σᾶς εἴπω μίαν ἀλήθειαν, τὴν ὁποίαν κανεὶς δὲν θὰ διαμφισβη-
1174τήσῃ, ὅτι ἐγὼ δαπανῶ κατ’ ἔτος διὰ μεταφορὰν τῶν εἰσοδημάτων
1175τῶν κτημάτων μου ὑπὲρ τὰς 4,000 δραχμὰς, ὁ δὲ Κ. Χατζίσκος
1176καὶ ἄλλοι περισσότερα· τὰ γνωρίζομεν λοιπὸν τὰ καλὰ τῆς
1177ὁδοποιΐας. Ἀλλὰ σεῖς δὲν ἤλθετε μὲ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, διότι
1178ἐγὼ ἐπιμένω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ ἔφερε τὸ νομοσχέδιον
1179τοῦτο, ὅπως δι’ αὐτοῦ καλύψῃ μέρος τῆς χρεωκοπίας της·
1180καὶ ἔκαμε πολὺ κακὰ τόσον ἀργὰ νὰ τὸ ἐννοήσῃ, διότι εἶναι
1181ὡσὰν τοὺς νοικοκυραίους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν φροντίζουν ἀπὸ
1182τὸ βράδυ διὰ νὰ ψωνίσουν τὴν ἄλλην ἡμέραν. Ἔπρεπε λοιπὸν
1183νὰ τὰ προνοήσητε ἀπὸ καιροῦ, σᾶς τὸ εἶπεν ὁ τύπος, ἡ ἀντι-
1184πολίτευσις. Πρὸ 3 μηνῶν εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ Βασιλ. λόγου
1185μὲ ἕνα στόμφον καὶ ὑπερηφάνειαν μᾶς εἴπατε διὰ τοῦ Προέδρου
1186σας Κυρίου Κουμουνδούρου, θὰ ἴδετε τί χρυσοῦς αἰὼν ἔρχεται
1187μετὰ ἓν ἔτος, ἀλλ’ ἕως τότε ἔπρεπε, μᾶς εἶπε, ν’ ἀκούσωμεν
1188τὸ σύστημά του τὸ λαμπρὸν, καὶ δὲν ἦτο τοῦτο παρὰ τὰ ἔν-
1189τοκα γραμμάτια καὶ δάνεια ἁπλᾶ. Τοῦ ἐδώκαμεν λοιπὸν τὸ
1190νομοσχέδιον αὐτὸ, ἔκρουσε τὰς θύρας δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ, ἐζή-
1191τησεν ἀπὸ ἰδιώτας, ἀπὸ τραπέζας, κατέφυγεν εἰς εὐεργέτιδα
1192Δύναμιν, ἀλλὰ πανταχόθεν ἄρνησις· διότι ὁ κόσμος ὅλος εἶδεν
1193ὅτι ἡ πίστις ἐξέλιπε· καὶ ὅταν, Κύριοι, ἐκλείψῃ ἡ πίστις
1194ἀπὸ τὸν τόπον, ἀλλοίμονον τότε...... Καὶ ὅ,τι εἶναι
1195ἡ οἰκογένεια, εἶναι καὶ ὁ δῆμος, εἶναι καὶ τὸ Κράτος ὁλόκλη-
1196ρον. Ἀφοῦ λοιπὸν ἀπηλπίσθη, ἦλθεν εἰς αὐτὰ τὰ νομοσχέδια,
1197τὰ ὁποῖα εἰς τὸ τέλος θὰ φέρουν καὶ δικαστικὰς, καὶ στρατιω-
1198τικὰς, καὶ διοικητικὰς μεταῤῥυθμίσεις. Τί δὲ μεταῤῥυθμίσεις εἶ-
1199ναι αὐταὶ, ἃς ἐντὸς 15 ἡμερῶν ἐν τῇ σοφίᾳ σας ἐκάμετε;
1200ἐκεῖναι, τὰς ὁποίας αἱ πράγματι σοφαὶ κεφαλαὶ τοῦ Μάουρερ
1201καὶ Ἄρμανσπεργ καὶ Ἄβελλ τὰς ἔφκιασαν διὰ τρία ἔτη. Πρὸς
1202ποῖον δὲ σκοπὸν ἔγειναν αὐτὰ τὰ νομοσχέδια, ἂν καὶ δὲν θὰ
1203βγάλουν ζωμόν; διὰ νὰ ῥίψουν στάκτην εἰς τὰ μάτια πολλῶν,
1204καὶ διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ ἐξαπατήσουν τοκογλύφους τινὰς
1205ἰδιώτας ἢ τραπεζίτας διὰ νὰ κάμουν τίποτε δάνεια. Τοιοῦτον
1206εἶναι καὶ τὸ προκείμενον νομοσχέδιον. Ἐγὼ, Κύριοι, ἂν καὶ σεῖς
1207Κύριοι ὑπουργοὶ ἀρνεῖσθε, ὅτι δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς αὐτὸς τοῦ
1208νομοσχεδίου... μάλιστα ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὁ σεβαστὸς φίλος μου,
1209μᾶς εἶπε καὶ ἓν ἄλλο, ὅτι τόσον καλλίτερα ὅπου ἐχάθησαν τὰ
1210προϊόντα των· ἐφέτος ἔπρεπε νὰ τὸ κάμωμεν αὐτὸ τὸ νομοσχέ-
1211διον, διὰ νὰ γίνουν δρόμοι καὶ νὰ καζαντίσουν, ἐφέτος ὅπου
1212δὲν ἔχουν ψωμὶ νὰ φᾶνε. Ὡραία ἰδέα! Τ’ ἀρνοῦνται αὐτὰ οἱ
1213ὑπουργοί, καὶ λέγουν, ὅτι ἐρχόμεθα μ’ αὐτὸν τὸν καλὸν σκοπὸν,
1214καὶ σεῖς τολμᾶτε νὰ πολεμήσητε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον! Ὄχι,
1215Κύριοι, ὁ σκοπός σας, σᾶς τὸ ἀποδεικνύω, δὲν εἶναι διὰ τὸ κα-
1216λὸν τῆς πατρίδος, ὁ σκοπός σας εἶναι ταμιευτικὸς, φορολογι-
1217κός· καὶ ἕνα χρόνον ὁλόκληρον νὰ μοῦ τὸ φιλονεικῆτε δὲν βγαί-
1218νει ἀπὸ τὸ κεφάλι μου· διότι ἔχω τρανωτάτην ἀπόδειξιν, τὸ
1219ὁμολογεῖ ἡ καρδία, ἡ ψυχὴ τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργείου, καὶ
1220ἐγὼ συμφωνῶ μᾶλλον μ’ ἐκεῖνα παρὰ μὲ σᾶς· διότι ἐβγῆκε
1221τὸ πρᾶγμα εἰς τὸ μεϊτάνι, ἐξεφανερώθηκε, καὶ προσπαθεῖτε νὰ
1222τὸ καλύψητε μὲ ἀλοιφὰς καὶ μπαλώματα· ἀλλὰ καὶ ἂν δυ-
1223νηθῆτε ἐν μέρει νὰ τὸ καλύψητε, καὶ ἂν ἐξαπατήσητε πολλοὺς
1224ἐξ ἡμῶν, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν θὰ κερδήσητε, οὐδὲ θὰ ἐξαπατή-
1225σητε τὴν κοινὴν γνώμην, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Κύριος ὑπουργὸς
1226τῶν Ἐξωτερικῶν μᾶς ἐφοβέρισε χθές. Μᾶς εἴπετε, ὅτι εἶναι
1227δόξα μας, καὶ θὰ γνωρίσῃ ὅλος ὁ κόσμος, ὅτι φέρομεν καλὰ
1228νομοσχέδια, ἀλλὰ σεῖς τ’ ἀποῤῥίπτετε· ἡ ψυχὴ δὲ τοῦ ὑπουρ-
1229γείου, ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς, πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ φίλος μου,
1230εἰλικρινέστερος ἀπὸ ὅλους σας, κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ τὸν συγ-
1231χαίρω διὰ τοῦτο, καὶ τοῦ τὸ εἶπα καὶ προχθὲς, καὶ εἴθε νὰ ὑ-
1232πάρχῃ ἀείποτε εἰλικρινὴς, καὶ θὰ τὸν τιμήσωμεν καὶ οἱ φίλοι του
1233καὶ ἡ πατρίς· —δὲν ἔκρυψε τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ μᾶς εἶπεν, εἴμεθα
1234χρεωκοπημένοι. Τί νὰ κάμῃ λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει
1235τὴν καλὴν προαίρεσιν, ἀλλὰ δὲν ἔχει γρόσια; ἐξηντλήθη· ἀλλὰ
1236ποῖος τὴν ἐξήντλησε δὲν τὸ ἐξετάζει· ἡμεῖς ὅμως τὸ ἐξετάζο-
1237μεν, καὶ σᾶς τὸ ἀπεδείξαμεν εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, ὅτι ναὶ
1238μὲν πρὸ χρόνων δὲν ἦτο καλὴ ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου, ἀλλὰ
1239σεῖς ἐντελῶς τὸ ἐξηντλήσατε καὶ τὸ ἐκάμετε κάμαραν τῶν πον-
1240τικῶν. Πρέπει λοιπὸν, λέγει, νὰ λάβῃ μέτρα χάριν τῆς συντη-
1241ρήσεώς της, καὶ μᾶς ἔφερεν ἓν σύστημα πλῆρες. Ἐκ τίνος καὶ
1242τίνος συνίσταται αὐτὸ τὸ πλῆρες; πρῶτον διὰ δανείων, δεύ-
1243τερον δι’ οἰκονομιῶν καὶ τρίτον δι’ ἐπιβολῆς φόρων. Δὲν τὸ ἀρ-
1244νοῦμαι, ἀπετύχαμεν, λέγει ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ἀπὸ τὰ δάνεια καὶ
1245κατεφύγαμεν εἰς τὰς οἰκονομίας· ἀλλὰ καὶ τοῦτο δὲν ἀρκεῖ καὶ
1246ἐπιβάλλομεν καὶ νέους φόρους. Βλέπετε λοιπὸν διατί τὸν συγ-
1247χαίρομαι ἀπὸ καρδίας; διότι εἶπε τὴν ἀλήθειαν. Καὶ ἂν δὲν
1248εἴπωμεν τὰς ἀληθείας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καθὼς τὰς εἶ-
1249παν πολλὰ ἔθνη ἄλλοτε καὶ ἐσώθησαν, θὰ καταστραφῶμεν. Μὴ
1250νομίσητε, ὅτι κατέχετε τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὅτι τοῦτο σᾶς κάμνει
1251μεγάλην τιμήν. Ἡμεῖς εἴμεθα εὐδαιμονέστεροι ἀπὸ σᾶς, διότι
1252ἔχομεν τὴν συνείδησίν μας ἥσυχον. Ἐὰν ἠμπορούσατε νὰ φέρητε
1253τὸ ἔθνος εἰς καλλιτέραν κατάστασιν, ἐὰν περὶ τούτου ἐφροντί-
1254ζετε, τότε εἶχε μικρόν τι δίκαιον νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ Κ. Λομβάρ-
1255δος, ὅτι τὸ εὗρεν ἄνευ Κυβερνήσεως καὶ εὑρέθη ἡ ἀφεντιά του
1256καὶ ὁ Κ. Βραΐλας νὰ φθάσῃ μίαν Κυβέρνησιν, καὶ ἂν δὲν ἦσαν
1257οἱ δύω τους, εἴμεθα χαμένοι· εἴμεθα ὄχλος συρφετώδης καὶ ἦλ-
1258θεν ὁ Κ. Λομβάρδος νὰ μᾶς σώσῃ! ἀλλ’ ἂς τοὺς ἀφήσωμεν νὰ
1259σκέπτωνται ὅπως θέλουν, καὶ νὰ λέγουν ὅ,τι θέλουν. Διὰ νὰ
1260ὑποστηρίξῃ δὲ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον πρέπει νὰ κα-
1261ταφύγῃ καὶ εἰς φόρους, καὶ βλέπετε, ὅτι διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ
1262αὐτὸ, θὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον δὲν εἶναι διὰ τὴν ὁδοποιΐαν,
1263ἀλλὰ δι’ ἄλλην δουλειὰ, εἶπεν ὅτι δὲν πρέπει ὁ ἑλληνικὸς λαὸς
1264νὰ δυσανασχετήσῃ διὰ τὸν νέον τοῦτον φόρον, διότι τὸ 10%
1265ἦτο καλὸν ἐπάνω, κάτω, ἢ ἐὰν ἦτο πολὺ, ἔπρεπε νὰ κατα-
1266βῇ κατὰ ἓν ἢ δύω, καὶ ἔκαμε κακὰ ἡ Συνέλευσις νὰ τὸ κατα-
1267βιβάσῃ εἰς πέντε. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτουργὸς τούτου ἦταν ὁ Κ.
1268Κουμουνδοῦρος, ὅστις, ὅταν ᾖναι ἐκτὸς τῶν πραγμάτων, φωνά-
1269ζει οἰκονομία, καὶ ὅταν ἔλθῃ εἰς τὰ πράγματα, ἀνοίγει ὅλας
1270τὰς θύρας τῶν ὑπουργείων, θέσεις ἀπ’ ἐδῶ, προβιβασμοὺς ἀπ’
1271ἐκεῖ, διορισμοὺς, ἀρχηγεῖα κτλ. Ἐγὼ ὅμως, ὅστις ἄλλοτε ὡς
1272βουλευτὴς καὶ ὡς μέλος πολυμελῶν ἐπιτροπῶν συνεζήτησα τὸ
1273ζήτημα τοῦτο μετ’ ἄλλων φίλων μου καὶ μετὰ τοῦ Κυρίου
1274Κουμουνδούρου κατὰ τὸ 1860, ὅτε μᾶς παρουσίασεν ἓν νομο-
1275σχέδιον περὶ ἀμέσου φορολογίας εἰς χρήματα κλπ, ἐγὼ ἀντέ-
1276κρουσα αὐτό· μᾶς εἶπεν, ὅτι θ’ ἀποδεκατίζῃ τὸ καθαρὸν εἰσό-
1277δημα, ἀλλ’ ἐγὼ ἐπέμεινα, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται αὐτὸ τὸ νομο-
1278σχέδιον, καὶ εἶναι ἄδικον εἰς τὴν φύσιν του, διότι τὸ καθαρὸν
1279εἰσόδημα, ἐὰν ἀποδεκατίζηται εἰς χρήματα, τὸ κακὸν θὰ ᾖναι
1280μέγιστον, καὶ τὸ ἀπέδειξα, ὅτι καθαρὸν εἰσόδημα μένει κατὰ
1281στρέμμα 35 ἕως 40%, ἀφοῦ ἐβγάλωμεν τὰ ἡμερομίσθια,
1282τοὺς σπόρους, τὰ κεφάλαια του γεωργοῦ, τοὺς τόκους κτλ. εἰς
1283τὰς γαίας πρώτης τάξεως, εἰς δὲ τὰς δευτέρας 25 καὶ εἰς τὰς
1284τῆς τρίτης τίποτε. Δὲν κατακρίνω λοιπὸν τὸν Κ. Κουμουνδοῦ-
1285ρον, διότι πεισθεὶς ἐκ τῶν προτέρων εὗρεν, ὅτι ἡ φορολογία εἶ-
1286ναι μεγάλη, ἀλλὰ, διότι, ἐνῷ τότε ἦτο ὑπὲρ τῶν 5%,
1287τώρα προσθέτει καὶ ἓν, καὶ αὔριον ἴσως θὰ προσθέτῃ καὶ ἄλλο
1288ἓν καὶ καθεξῆς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ὑποστηρί-
1289ζων τὸ νομοσχέδιον, μᾶς εἶπεν ἴσα, ἴσα, ὅτι εἶναι ἕνας νέος φό-
1290ρος, ἀδιάφορον ἂν τὸ ὑπουργεῖον θέλῃ νὰ τὰ πάρῃ διὰ γενικὰ
1291ἔξοδα ἢ διὰ δρόμους. Ἐπειδὴ δὲ ὁμιλοῦμεν περὶ φόρου ἀποβλέ-
1292ποντος τὸν λαὸν, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ, ἓν τῷ λαῷ
1293γνωστόν· ὁ λύκος ὅταν ἐμβαίνῃ εἰς τὸ κοπάδι τρέχει, δεξιὰ καὶ
1294ἀριστερὰ καὶ δὲν τρώγει μόνον ἓν ὅπως κορέσῃ τὴν πεῖνάν του,
1295ἀλλὰ πνίγει πολλὰ, ἄπειρα, ὅσα δυνηθῇ, ἕως οὗ κύνες καὶ ποι-
1296μένες τὸν κυνηγήσωσιν. Αὐτοῦ, Κύριοι, τοῦ συστήματος ὅμοιον
1297εἶναι τὸ κατὰ τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, «πλῆρες σύστημα τοῦ Κυρίου
1298Κουμουνδούρου», τοῦ νὰ ἁρπάζῃ ἀπὸ τὰ τελωνεῖα, νὰ πέρνῃ
1299ἀπὸ δάνεια καὶ ἔντοκα γραμμάτια, καὶ νὰ καταφεύγῃ καὶ εἰς
1300τὰ τῆς ὁδοποιΐας κλ. χρήματα. Ἀλλά, λέγουν οἱ κύριοι ὑπουρ-
1301γοί, καὶ τὸ εἶπε καὶ ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, (πρὸς ὃν δὲν ἀπαντῶ,
1302διότι διαφέρουν τὰ οἰκονομικὰ τῶν διοικητικῶν σφόδρα, ἀπὸ
1303διοικητικὰ δὲ γνωρίζει, ὅσον ἐγὼ γνωρίζω τὰ Κινέζικα) ὅτι ἓν
1304ἑκατομμύριον 600 χιλιάδες θὰ μαζευθοῦν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν
1305κλπ, ἀπὸ 1 δραχμὴ περίπου θὰ ἔλθῃ κάθε κεφαλή, ὅτι θὰ
1306ᾖναι ἰδιαίτερον κατάστιχον καὶ ἰδιαίτερον ταμεῖον καὶ στήλη,
1307καὶ θὰ λέγῃ «βελτίωσις ὁδοποιΐας κτλ.» καὶ ὅταν ἐμβαίνουν
1308ἐκεῖ μέσα, δὲν θὰ μεταβγαίνουν πλέον ἀπ’ αὐτὴν τὴν τράπεζαν
1309τὰ χρήματα, ὡς ἂν ᾖναι ὑπόλογος ἡ τράπεζα ἐπὶ ποινῇ ἀπω-
1310λείας τῶν κεφαλαίων αὐτῶν, ἢ εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ μὴ τὰ
1311δώσῃ κατ’ οὐδένα λόγον εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
1312Καὶ τοῦτο τὸ τελευταῖον σᾶς λέγω καὶ τελειόνω. Ὁ Κύριος
1313Κουμουνδοῦρος, ἢ τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον, παντοῦ ἐξεσκάλισε καὶ
1314εὗρε καὶ ἐδανείσθη χρήματα ἐκεῖ ὅπου νοῦς ἀνθρώπινος δὲν
1315ἐφαντάσθη. Πῶς εἶναι δυνατὸν τώρα ἡ Κουμουνδούριος ἱκα-
1316νότης νὰ μυρισθῇ, ὅτι ὑπάρχουν χρήματα εἰς τὴν τράπεζαν
1317καὶ νὰ μὴ εὕρῃ τρόπον νὰ τὰ πάρῃ; Σᾶς λέγω λοιπόν, ὅτι
1318πιστεύω, ὅτι καὶ σεῖς ἡ πλειονοψηφία θὰ δυσκολευθῆτε νὰ δε-
1319χθῆτε νέους φόρους διὰ τὸν ἄθλιον λαόν, καὶ ὅταν μίαν φορὰν
1320βγάλωμεν αὐτὸν τὸν νόμον ἀπὸ τὰ χέρια μας, συλλογισθῆτε
1321ὅτι θὰ ᾖναι πάγιος, αἰώνιος· τὸ πῶς ὕστερον θὰ πάρῃ αὐτὰ τὰ
1322χρήματα ἀπὸ τὴν τράπεζαν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, αὐτὸ εἶναι
1323δι’ αὐτὸν εὐκολώτατον· μὲ δυσύλλαβον νόμον τὰ ἐβγάζει ὄχι
1324ἀπὸ τὸ ταμεῖον τῆς τραπέζης, ἀλλ’ ἀπὸ τὰ ἔγκατα τῆς γῆς.
1325Διὰ ταῦτα λέγω, ὅτι ἐπιθυμοῦμεν περισσότερον τὴν βελτίω-
1326σιν τῶν δρόμων ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἁρμόδιος
1327ὁ καιρός. Δὲν ἐμπιστευόμεθα νὰ δώσωμεν χρήματα εἰς τὴν
1328Κυβέρνησιν αὐτήν, ἡ ὁποία διὰ τῆς ἀπερισκεψίας της, ἵνα μὴ
1329εἴπω διὰ τῆς σπατάλης της, ἐπέφερε τὴν χρεωκοπίαν εἰς τὸ
1330ἔθνος, ἀλλὰ εἰς ἄλλην πλέον ἱκανωτέραν· ἀπὸ ὑμᾶς, ὅταν ἔλθῃ,
1331θὰ τῆς δώσωμεν.
1332§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εὐχαριστῶ τὸν προλαλήσαντα, λαβόντα τὴν
1333καλωσύνην νὰ ἐπαινέσῃ τὴν εἰλικρίνειάν μου. Ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπι-
1334τρέψῃ νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι πολὺ παρεμόρφωσεν, ἂν ὄχι τοὺς
1335λόγους, τοὐλάχιστον τὸ πνεῦμα τῆς ὁμιλίας μου· καὶ ἀπόδειξις
1336τρανὴ εἶναι ἡ ἑξῆς. Εἶπον χθὲς, ὅτι καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν δη-
1337μοσίων ἔργων ἀποτελεῖ μέρος τῆς διοικήσεως, ἑπομένως ἡ ἀναγ-
1338καία δι’ αὑτὰ δαπάνη θὰ προέρχεται ἐκ φόρων, ἀδιάφορον ἂν
1339οὗτοι εἰδικῶς εἰσπράττωνται ἢ ἐν γένει· καὶ ἐπειδὴ διὰ τοῦ
1340προκειμένου νομοσχεδίου ἐπιβάλλονται εἰδικοὶ φόροι διὰ τὴν
1341ἐν γένει συγκοινωνίαν, τὴν ἀποτελοῦσαν, ὡς εἶπον, μέρος τῆς
1342διοικήσεως, θέλει ἐπέλθει μία καινοτομία ἐν τῷ προϋπολογι-
1343σμῷ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, τουτέστιν εἰς μὲν τὸ μέρος τῶν
1344ἐσόδων θέλει προστεθῆ ἴδιον κεφάλαιον περιλαμβάνον τὰς εἰσ-
1345πράξεις, αἵτινες θέλουσι προκύψει ἐκ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομο-
1346σχεδίου, εἰς δὲ τὸ μέρος τῶν ἐξόδων ἐπίσης ἴδιον κεφάλαιον
1347διὰ τὰς δαπάνας τὰς ἀπαιτουμένας διὰ τὴν διὰ ξηρᾶς καὶ θα-
1348λάσσης συγκοινωνίαν. Ναί, ὑπῆρχε μέχρι τοῦδε τὸ τελευταῖον
1349τοῦτο κεφάλαιον ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοῦ ὑπουργείου τῶν
1350Ἐσωτερικῶν, ἀλλὰ δυστυχῶς σπανιώτατα ἐπραγματοποιεῖτο
1351ἡ πίστωσις, διότι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις ἔδιδον τὴν προ-
1352τίμησιν εἰς ἄλλας κατεπειγούσας, κατ’ αὐτάς, ἀνάγκας τοῦ
1353Κράτους, οὔσας ἐνίοτε περιττάς. Ἡ κατάχρησις λοιπὸν αὕτη
1354τῶν παρελθουσῶν Κυβερνήσεων ὑπηγόρευσε τὸ μέτρον τοῦτο,
1355ὅπερ καθιεροῦται διὰ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου· καὶ τοῦτο
1356ὁμολογεῖ καὶ ἡ ἰδία ἡ Κυβέρνησις, ἥτις προέβη καὶ εἰς τὸ
1357μέτρον τῆς καταργήσεως ἐν μέρει τοῦ περὶ προσωπικῆς ἐργασίας
1358νόμου. Δὲν ἔκρυψε λοιπὸν τὴν ἀλήθειαν τῶν πραγμάτων ἡ Κυ-
1359βέρνησις, ὅπως διϊσχυρίσθη ὁ προαγορεύσας, ἀλλ’ εἶπε καθαρά,
1360ὅτι ἐπιβάλλονται εἰδικοὶ φόροι διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοι-
1361νωνίας, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπετέθη κατ’ αὐτῆς ζη-
1362τούσης νὰ ἐπιβάλῃ φόρους. Ἐντεῦθεν δὲ προέκυψαν αἱ κραυγαὶ
1363καὶ οἱ στεναγμοὶ τῶν ῥητόρων αὐτῆς ὑπὲρ τοῦ πάσχοντος δῆθεν
1364λαοῦ, μέλλοντος νὰ ἐπιβαρυνθῇ μὲ νέους φόρους. Δὲν ἐλανθά-
1365σθην λοιπὸν, ὅταν προχθὲς εἶπον, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις θέλει ἐκ-
1366μεταλλευθῆ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπὶ τὸ δημαγωγικώτερον, ὅπως
1367καταστήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἀντιδημοτικὴν, καὶ ὁμολογῶ, ὅτι
1368ἐπέτυχεν εἰς τοῦτο, διότι αἱ γοεραὶ αὐτῆς φωναὶ ὑπὲρ τοῦ φο-
1369ρολογουμένου λαοῦ (διότι πάντοτε ὑπὲρ αὐτοῦ καὶ μόνου μερι-
1370μνᾷ) ἀπέσπασαν χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου. Εἰς μά-
1371την ἀπέβη ἡ λογικὴ ἀγόρευσις τοῦ ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης
1372Κ. Καλλιγᾶ, ὡς καὶ ἡ ἀναλυτικὴ καὶ λογιστικὴ γλῶσσα τοῦ
1373Κ. Σωτηροπούλου· οἱ λόγοι τούτων εἰσέδυον καὶ ἐφώτιζον τὸν
1374νοῦν τοῦ ἀκροατηρίου, ἀλλ’ ἡ καρδία ἦτον ἄκαμπτος. Καὶ ἠξεύ-
1375ρετε διατί; διότι εἶναι πατροπαράδοτος ἡ τάσις τοῦ Ἑλληνικοῦ
1376λαοῦ εἰς τὰς συχνὰς ἀλλαγάς.
1377§40ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αἱ μεταβολαὶ γίνονται πρὸς τὸ καλλίτερον.
1378§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν τὰς κατακρίνω· εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵ-
1379τινες ἐπιζητοῦν τὰς ἀλλαγὰς, ἐπιδιώκουν τὸ καλλίτερον. Ἀλλὰ,
1380Κ. Ἰακωβάτε, σᾶς ἐρωτῶ, ἐκ τῶν πραγμάτων κρίνοντες, δύνα-
1381σθε νὰ μοὶ ἀπαντήσετε, ἂν ὅλαι αἱ μεταβολαὶ ἀπέβησαν πρὸς
1382βελτίωσιν; Βεβαίως ὄχι· διότι αἱ πλεῖσται ἐχειροτέρευσαν τὰ
1383πράγματα τῆς πολιτείας παρὰ τὰ ὠφέλησαν. Ναὶ, δεικνύουν
1384πνεῦμα προόδου, ἀλλὰ μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι αἱ συχναὶ μετα-
1385βολαὶ τῶν Κυβερνήσεων μᾶς ὀπισθοδρομοῦν σημαντικά. Ἐνθυ-
1386μεῖσθε, ἐν καιρῷ τῆς μεσοβασιλείας ἔπιπτον συχνότατα αἱ
1387Κυβερνήσεις καὶ ἐγείναμεν ὁ περίγελως τῶν εὐρωπαίων.
1388§42ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὐτὸ μᾶς ἔσωσε.
1389§43ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κύριε, σᾶς παρακαλῶ, μὴ μὲ διακόπτετε, ἔρχε-
1390σθε καὶ μὲ ἀντικρούετε ἀπὸ τοῦ βήματος. — Εἶναι λοιπὸν ἀ-
1391σθένεια, κύριοι, ἀσθένεια τῶν συχνῶν μεταβολῶν, καὶ λυποῦ-
1392μαι διότι ἤκουσα ἄνδρα, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω πολλὴν ὑπόληψιν,
1393τὸν κ. Κουρῆν, εἰπόντα χθὲς «ὅτι τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον ὁπωσ-
1394»δήποτε πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ χαρτοφυλάκιον. Εἶναι ἐν-
1395»δεχόμενον, ἐπανελάμβανεν, ὅτι τὸ ὑπ’ αὐτοῦ παρουσιασθὲν
1396»νομοσχέδιον νὰ ἔχῃ τοὺς καρπούς του, ἀλλὰ πρέπει μολον-
1397»τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐγκαταλείψῃ τὸ χαρτοφυλάκιον.»
1398Καὶ ποῖον λόγον σπουδαῖον ἔφερε, κύριοι, διὰ νὰ εἴπῃ κατὰ
1399μέτωπον μιᾶς Κυβερνήσεως, ὅτι δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην εἰς
1400αὐτὴν καὶ πρέπει νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν θέσιν της; — Οὐδένα ἄλ-
1401λον εἰμὴ, διότι δὲν παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν ἀπολογι-
1402σμὸν τοῦ παρελθόντος ἔτους. Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος
1403βουλευτὴς Κερκύρας κ. Κουρῆς, ὅτι ὑπέπεσεν εἰς μεγάλην πλά-
1404νην, ἀπαιτήσας εἰσαγωγὴν ἀπολογισμοῦ τοῦ 1865, ἐνῷ εἴμεθα
1405εἰς τὰ 1865. Ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ 65, φίλτατε κ. Κουρῆ, κλεί-
1406εται, κατὰ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, τὸν Ὀκτώβριον
1407τοῦ 66. Ἀλλὰ δὲν τὸν ἀδικῶ, διότι κρίνει τὰ ἡμέτερα πράγ-
1408ματα ἀναφορικῶς πρὸς τὰ τῆς Ἑπτανήσου. Ἐκεῖ, μὴ ὑπαρχόν-
1409των ἀμέσων φόρων, εἰμὴ ἐμμέσων, ἤτοι τελωνιακῶν τελῶν καὶ
1410χαρτοσήμου, τὰ ἔσοδα βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἀκριβῶς
1411μέχρι τῆς λήξεως ἑκάστου ἔτους, ἑπομένως εὐκολωτάτη ἡ σύν-
1412ταξις τῶν ἐτησίων ἀπολογισμῶν ἀμέσως κατὰ τὸ τέλος τοῦ
1413ἔτους. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν τοιαῦτα μόνον ἔσοδα, ἀλλὰ
1414καὶ ἔσοδα, ἅτινα βεβαιοῦνται ὄχι μόνον κατὰ τὸ τέλος
1415τοῦ ἔτους, ἀλλὰ καὶ τὸ ἐπιὸν ἔτος διὰ χρῆσιν τοῦ προηγου-
1416μένου, καὶ διὰ τοῦτο διακρίνομεν λογαριασμὸν διαχειρίσεως
1417καὶ λογαριασμὸν χρήσεως· ἐπὶ δέκα δὲ μῆνας τοῦ ἑπομένου ἔ-
1418τους βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται ἔσοδα ἀνήκοντα εἰς τὴν
1419χρῆσιν τοῦ προηγουμένου ἔτους, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ὑπάρχει
1420ἡ διάταξις αὕτη ἐν τῷ νόμῳ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, ἐνῷ
1421εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὁ ἀπολογισμὸς ἑκάστου ἔτους δύναται νὰ
1422κλείεται εἰς τὸ τέλος τοῦ αὐτοῦ ἔτους. Βλέπετε λοιπὸν εἰς ποίαν
1423πλάνην ὑπέπεσεν ὁ ἔντιμος φίλος μου κ. Κουρῆς πρὸς ὑποστή-
1424ριξιν τῆς ἰδέας του, ὅτι οἱ ἄνδρες, οἵτινες ἔχουν τὰ χαρτοφυ-
1425λάκια, πρέπει νὰ τὰ παραιτήσουν. Ἐκ τούτου βλέπετε, ὅτι ἡ
1426παρ’ ἡμῖν ἀσθένεια τῶν συχνῶν μεταβολῶν ἐπηρεάζει καὶ τὸν
1427κ. Κουρῆν καὶ πολλοὺς ἄλλους, οἵτινες νομίζουν, ὅτι ἀπαλλάσ-
1428σονται πάσης εὐθύνης πολεμοῦντες τὴν ὕπαρξιν ἐν γένει τῶν
1429Κυβερνήσεων. Ὄχι, κύριοι· ἡ αὐτὴ εὐθύνη ἐπιβαρύνει καὶ τὴν
1430συμπολίτευσιν καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν διὰ τὸν ἁπλούστατον
1431λόγον, ὅτι, ἐὰν πέσῃ μία κυβέρνησις καὶ τὴν διαδεχθῇ ἄλλη
1432χειροτέρα αὐτῆς, — καὶ τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ προσβάλῃ τοὺς
1433ἀδάμαντας τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, οἵτινες πολλάκις ἐδοκιμά-
1434σθησαν — τότε ἐρωτῶ, ποῖος εὐθύνεται διὰ τὴν χειροτέρευ-
1435σιν τῶν πραγμάτων ἀντὶ τῆς ἐπιδιωκομένης βελτιώσεως
1436παρὰ ἡ ἀντιπολίτευσις; Ἡ εὐθύνη λοιπὸν ὅλους ἐπιβαρύνει, καὶ
1437τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν συμπολίτευσιν, καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν.
1438Ἀλλ’ ἔστω· ἐὰν πρέπῃ νὰ πέσῃ ἡ Κυβέρνησις αὕτη, διότι τὴν
1439ἐβαρύνθημεν, ἂς πέσῃ· ἀλλ’ ἐπὶ τίνος ἀντικειμένου ζητεῖτε τὴν
1440πτῶσίν της; τὴν ζητεῖτε ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον, γε-
1441νόμενον δεκτὸν, εἶναι χρησιμώτατον καὶ εἰς τὴν διάδοχον Κυ-
1442βέρνησιν, διότι δι’ αὐτοῦ, ὡς σᾶς εἶπον, πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ
1443φόρος ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου πρὸς διευκόλυνσιν τῶν μέ-
1444σων τῆς συγκοινωνίας. Σεῖς οἱ ἴδιοι πρὸ τόσων ἡμερῶν κηρύτ-
1445τετε τὸ δημόσιον ταμεῖον χρεωκοπημένον· σεῖς οἱ ἴδιοι ἐσκέ-
1446φθητε, ἐὰν ἔλθητε εἰς τὴν ἐξουσίαν, μὲ ποῖα μέσα θὰ κυβερνή-
1447σετε; μὲ δάνεια; ἀλλ’ εἴπετε, ὅτι οὔτε συμφέρουν, οὔτε εὑρί-
1448σκονται· μὲ οἰκονομίας; θὰ στερήσωμεν τὸν ἄρτον τόσων οἰκο-
1449γενειῶν, ἀνακράζετε· μὲ φόρους; θὰ καταθλίψωμεν τὸν λαόν,
1450μᾶς λέγετε σήμερον. Τὴν πρώτην λοιπὸν στιγμὴν, καθ’ ἣν θὰ
1451καταλάβετε τὸ χαρτοφυλάκιον, θὰ εὑρεθῆτε εἰς ἀμηχανίαν ὄχι
1452μόνον διὰ τὴν στέρησιν τῶν μέσων, κενοῦ ὄντος τοῦ ταμείου,
1453ἀλλὰ καὶ διότι δὲν δύνασθε, ἂν ἔχετε φιλοτιμίαν, νὰ προτείνε-
1454τε εἰς τὴν Βουλὴν μήτε φόρους, μήτε οἰκονομίας, μήτε δάνεια,
1455ἤτοι οὐδὲν τῶν σωστικῶν μέτρων.
1456Ἡ πληγὴ, Κύριοι, τῆς ἀνεπαρκείας τοῦ δημοσίου ταμείου διὰ
1457τὰς ἀνάγκας τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους δὲν εἶναι νωπὴ, χρο-
1458νολογεῖται πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Σᾶς εἶπον προχθὲς, ὅτι καὶ ἐν
1459καιρῷ τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεως, καὶ μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ
1460Βασιλέως Ὄθωνος, καὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἐπανάστασιν, καὶ
1461μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ὅλαι αἱ κατὰ και-
1462ροὺς κυβερνήσεις κατέφυγον εἰς δάνεια πρὸς συμπλήρωσιν τῆς
1463μεταξὺ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων διαφορᾶς. Ἔλθετε νὰ ἀναιρέσητε,
1464ἂν δύνασθε, διὰ τῶν πραγμάτων τὴν πικρὰν ταύτην ἀλήθειαν.
1465Αἱ κυβερνήσεις τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεώς μας δὲν ἐνήργησαν
1466τὸ ἐκ δύο περίπου ἑκατομμυρίων λιρῶν δάνειον, περὶ τοῦ ὁ-
1467ποίου οὐδεμία εἰσέτι ἐλήφθη φροντίς; Ἡ κυβέρνησις τοῦ ἀειμνή-
1468στου Κυβερνήτου δὲν ἐπέζησε διὰ συνεισφορῶν τῶν φιλελλήνων;
1469Αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Ὄθωνος δὲν διετηρήθησαν διὰ τοῦ δανείου
1470τῶν 60 ἑκατομμ. φράγκων, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἐλάχιστα
1471ποσὰ ἐπληρώθησαν, καὶ διὰ τοῦτο συνεποσώθησαν ἤδη εἰς 100
1472περίπου ἑκατομμ. μετὰ τῶν τόκων; Περὶ τὰ τελευταῖα δὲ ἔτη
1473τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος δὲν κατέφυγεν ἡ τότε Κυβέρνησις
1474εἰς δάνεια παρὰ τῆς Τραπέζης ἐπὶ ἐνεχυριάσει μετοχῶν καὶ ἐπὶ
1475ὑποθήκῃ ἀκινήτων κτημάτων; Ἦλθεν ἡ τελευταία ἐπανάστασις
1476καὶ πάλιν κατεφύγομεν εἰς τὸ ἐθνικὸν δάνειον τῶν 6,000,000.
1477Ἐπὶ τέλους καὶ μετὰ τὴν ἔλευσιν τοῦ Βασιλέως Γεωργίου διὰ
1478δανείων ἐξακολουθοῦμεν νὰ ζῶμεν, ἐκδίδοντες πότε ἔντοκα
1479γραμμάτια, καὶ πότε ἐνεχυριάζοντες πόρους τοῦ δημοσίου πρὸς
1480εὕρεσιν δανείων. Ἀλλὰ τί παράδοξον νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι αἱ
1481κυβερνήσεις αὗται κατεχράσθησαν τοῦ δημοσίου πλούτου. Κύ-
1482ριοι! Συλλογισθῆτε ὅτι ἐπιῤῥίπτετε μίαν μομφὴν, ὡς πολὺ καλὰ
1483τὸ εἶπεν ὁ Κύριος Ζῶτος, εἰς ὅλους τοὺς μεγάλους ἄνδρας, οἵ-
1484τινες ἐκυβέρνησαν τὴν πατρίδα μας, εἰς τοὺς Μαυροκορδάτους,
1485τοὺς Κωλέττας, Ζαΐμας, Κουντουριώτας καὶ λοιποὺς ἀνελθόν-
1486τας καὶ κατελθόντας τῶν ὑπουργικῶν ἑδρῶν. Λοιπὸν αὐτοὶ κα-
1487τεχρῶντο; Ὄχι, Κύριοι, δὲν κατεχρῶντο, διότι βλασφημεῖτε. Ἡ
1488ἀλήθεια εἶναι ὅτι τὰ ἐκ τῶν φόρων προερχόμενα εἰσοδήματα
1489ἦσαν ἀνεπαρκῆ πρὸς τὰς ἀπαραιτήτους ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας.
1490Θέλετε, Κύριε Κουρῆ, νὰ ἴδητε τοὺς ἀπολογισμοὺς ἀπὸ τὰ
14911833 μέχρι τῶν 1859, ὅσοι ἐδημοσιεύθησαν; Ἰδοὺ ἔχω ἀνὰ
1492χεῖρας τὸν τελευταῖον περιλαμβάνοντα καὶ τὰ ἀποτελέσματα
1493ὅλων τῶν προηγουμένων ἀπὸ τοῦ 1833. Τί δὲ προκύπτει;
1494πάντες ἐκλείσθησαν μὲ ἐλλείμματα· μὴ παραξενευθῆτε, ἐὰν δὲν
1495ἐξαιρῶ οὐδεμίαν χρῆσιν, διότι ἴσως ἴδετε εἰς τὰς ἐφημερίδας
1496νὰ γίνεται λόγος περὶ περισσευμάτων τινῶν ἐτῶν· καὶ φαίνον-
1497ται τοιαῦτα ἐν τῷ παρόντι ἀπολογισμῷ, ὅπως λ. χ. κατὰ τὸ
14981857 φαίνεται πλεόνασμα ἐκ 3,000,000 περίπου· ἀλλὰ καὶ
1499ταῦτα σᾶς λέγω, ὅτι εἶναι εἰκονικὰ διὰ τὸν ἁπλούστατον λό-
1500γον, ὅτι κατελογίσθησαν μεταξὺ τῶν ἐσόδων τὰ χρήματα, τὰ
1501ὁποῖα ἔπρεπε νὰ πληρώνωμεν ἡμεῖς καὶ τὰ ἐπλήρωσαν αἱ τρεῖς
1502Δυνάμεις, τουτέστιν ἐπιβαρυνόμεθα κατ’ ἔτος μὲ 4 ἑκατομ. διὰ
1503τὴν πληρωμὴν τοῦ τόκου καὶ χρεωλύτρου τῶν 60,000,000
1504φράγκων. Λοιπὸν οὐδεὶς ἀπολογισμὸς ὑπῆρξεν ἄνευ ἐλλείμματος,
1505ὅλοι ἄφησαν ἐλλείμματα· εἶναι μία ἀλήθεια τὴν ὁποίαν πρέ-
1506πει νὰ ὁμολογήσωμεν, διότι, ὅπως ὀρθῶς εἶπεν ὁ Κ. Ζῶτος, μό-
1507νον διὰ τῆς ἀληθείας σώζονται τὰ ἔθνη. Οὕτω δὲ ἐχόντων τῶν
1508οἰκονομικῶν μας, διατί δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ἐπιζητήσωμεν
1509τὴν αὔξησιν τῶν ἐσόδων τῆς ἐπικρατείας καὶ νὰ παύσωμεν
1510πλέον τοῦ νὰ ζῶμεν μὲ δάνεια; Βεβαίως εἶναι προτιμοτέρα
1511ἡ θέσις τῶν βουλευτῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀνθίστανται ἐν γένει
1512εἰς πᾶσαν φορολογίαν καὶ οἱ λόγοι των ἀκούονται μετὰ πολ-
1513λῆς εὐχαριστήσεως παρὰ τοῦ κοινοῦ· ἀλλὰ λησμονοῦν, ὅτι
1514καιρίως βλάπτουσι τὴν πατρίδα, διότι ἡ στέρησις τῶν μέσων
1515πάσης Κυβερνήσεως παραλύει τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου ἀπὸ τὴν
1516ὁποίαν πᾶς πολίτης ἐλπίζει τὴν εὐτυχίαν του. Ὅταν μία Κυ-
1517βέρνησις δὲν ἔχῃ τὸν ἀνάλογον στρατὸν διὰ τὴν ἐν γένει ἀσφά-
1518λειαν τοῦ τόπου, δὲν ἔχῃ τὸ ἀνάλογον ναυτικὸν διὰ τὴν φρού-
1519ρησιν τῶν λιμένων, ὅταν ἐπὶ τέλους δὲν δύναται νὰ διατηρῇ
1520τὰ ἀναγκαῖα ὄργανα πρὸς ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἡ Κυβέρνησις
1521ἐκείνη δὲν δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ φυσικῷ τῷ λόγῳ εἰς τοὺς πο-
1522λίτας πίστιν διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς ζωῆς καὶ τῆς περιουσίας
1523των, καὶ τότε αὐτοὶ οἱ πολῖται πάσχουσιν. Ἀλλ’ ἐκτὸς
1524τούτου συλλογίζονται οἱ ἀποκρούοντες τὴν φορολογίαν πρὸς
1525ἐξίσωσιν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους, ὅτι ἀμφι-
1526σβητοῦσι τὴν ὕπαρξιν τῆς αὐτονομίας μας; Ἡ Ἑλλὰς ὡς βασί-
1527λειον ἀνεξάρτητον ἔχει ἀνάγκην καὶ βασιλείας, καὶ στρατοῦ,
1528καὶ ναυτικοῦ, καὶ δικαστηρίων, καὶ μέσων συγκοινωνίας καὶ
1529νομοθετικῶν σωμάτων καὶ ἐν γένει ὅλων τῶν ἀναγκῶν διὰ τὴν
1530διοίκησιν. Ὅταν δὲ οἱ ὑπάρχοντες φόροι ἀπεδείχθησαν ἀνεπαρ-
1531κεῖς καθ’ ὅλον τὸ διάστημα τῆς ἀνεξαρτησίας μας διὰ τὰς ἀ-
1532παραιτήτους τοῦ Κράτους δαπάνας, οἱ πολέμιοι τῶν νέων φόρων
1533δὲν ὁμολογοῦν τὸ ἀδύνατον τῆς αὐτονομίας μας; εἶναι βλασφη-
1534μία, Κύριοι, ἀφοῦ οἱ πατέρες μας ἔχυσαν τὸ αἷμά των διὰ τὴν
1535ἀνεξαρτησίαν τῆς πατρίδος, ἡμεῖς νὰ φαινώμεθα φειδωλοὶ εἰς
1536τὴν χορήγησιν τῶν μέσων πρὸς διατήρησιν τῆς ἐθνικῆς ἀξιο-
1537πρεπείας.
1538§44ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι σπατάλη.
1539§45ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Λοιπὸν σπάταλοι ἦσαν πάντες οἱ κυβερνήσαν-
1540τές μας, ἤτοι οἱ Μαυροκορδάτοι, Κωλέτται καὶ λοιποί· φρονεῖτε
1541δὲ, ὅτι εἶναι οἰκονομία ἡ ἀφόπλισις τοῦ μόνου πλοίου, ὅπερ
1542ἔχομεν, τοῦ Ἀτμοδρόμωνος; ἢ ἡ κατάργησις κατὰ τὴν πρότα-
1543σιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου καὶ τόσα ἄλλα μέτρα
1544ἐξευτελιστικὰ, ἅτινα προτείνονται;
1545Ἀλλ’ ἂς ἔλθω εἰς τὸ κύριον ζήτημα. Κύριοι, ἓν μόνον ἐπερί-
1546μενα ἀνυπομόνως νὰ ἀκούσω ἀπ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντέκρου-
1547σαν τὸ προτεινόμενον νομοσχέδιον, τὸ σχέδιον τοῦ Κ. Ἰακωβά-
1548του. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος εἶπεν ὅτι εἶναι εἰς θέσιν νὰ μᾶς ὑποδείξῃ
1549τρόπον, καθ’ ὃν ὄχι μόνον αὐτὸν τὸν φόρον νὰ ἀποφύγωμεν,
1550ἀλλὰ νὰ καταργήσωμεν καὶ τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, καὶ τὸν
1551φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου καὶ
1552τὸν ἔγγειον φόρον συνάμα. Τὸν μόνον, Κύριοι, τὸν ὁποῖον ἤκου-
1553σα τῳόντι μετὰ λογικῆς νὰ πολεμήσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
1554ἦτο ὁ Κ. Ἰακωβάτος, καὶ ἤμην ἀνυπόμονος νὰ ἀκούσω τὸ σχέ-
1555διόν του. Τὸν ἠκούσατε, Κύριοι· εἶπεν, ὅτι οἱ ἔμμεσοι φόροι
1556οἱ εἰσπραττόμενοι εἰς τὰ τελωνεῖα εἶναι ἀρκοῦντες νὰ καλύψουν
1557ὅλα τὰ ἔξοδά μας καὶ νὰ ἀποσκορακίσωμεν τοὺς ἄλλους ἐπα-
1558χθεῖς φόρους· φέρει δὲ εἰς παράδειγμα τὴν Ἑπτάνησον, ἥτις δὲν
1559ἔχει φόρον οἰκοδομῶν, δὲν ἔχει φόρον ἐπιτηδευμάτων, δὲν ἔχει
1560τὸν ἔγγειον φόρον καὶ ἐν τούτοις ἐπαρκεῖ εἰς τὰ ἔξοδά της διὰ
1561μόνων τῶν τελωνιακῶν τελῶν.
1562«Πᾶσα ἐπικράτεια, εἶπεν, ἔχει εἰδικὰς περιστάσεις, δὲν πρέ-
1563πει νὰ πιθηκίζωμεν μιμούμενοι ὅ,τι κάμνει ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλ-
1564λία, τὸ Βέλγιον καὶ τὰ ἄλλα ἔθνη· κατὰ λόγον τῶν φυσικῶν
1565περιστάσεων ἑκάστη ἐπικράτεια ὀφείλει νὰ ῥυθμίζῃ τὰ οἰκονο-
1566μικά της καὶ τὴν φορολογίαν της.» Ὀρθοτάτη ἡ ἀρχὴ αὕτη, καὶ
1567ἐν τούτοις προτείνων παρ’ ἡμῖν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ ἐν Ἑπτανήσῳ
1568οἰκονομικοῦ συστήματος, παραγνωρίζει ἀμέσως τὴν ἀνωτέρω τε-
1569θεῖσαν ἀρχὴν διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν παράγει
1570εἰμὴ σταφίδα Κορινθιακὴν, ἥτις δὲν καταναλίσκεται ἐπιτοπίως,
1571καὶ ἔλαιον, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς παράγει ποικίλα προϊόντα, ἐξ ὧν τὰ
1572πλεῖστα καταναλίσκονται ἐπιτοπίως, ὡς οἱ δημητριακοὶ καρποί.
1573Ἂν ἀγαπᾶτε, Κύριε Ἰακωβάτε, λάβετε ἀνὰ χεῖρας τὴν τε-
1574λευταίαν στατιστικὴν κατάστασιν τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονο-
1575μικῶν τῆς κινήσεως τοῦ ἐμπορίου, εἰς τὴν ὁποίαν θέλετε παρα-
1576τηρήσει, ὅτι ἡ ὁλικὴ ἐξαγωγὴ τῶν προϊόντων ἐν γένει καὶ
1577ἐμπορευμάτων ἦτο 23,000,000 κατὰ τὸ 1863· ἐξ αὐτῶν
1578πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε τουλάχιστον 3,000,000 ἀξίας ἐμπορευ-
1579μάτων, τὰ ὁποῖα ἐξῆλθον καὶ ἐξέρχονται κατειργασμένα· κυρίως
1580τῶν προϊόντων ὅλων ἡ ἐξαγωγὴ εἶναι 20,000,000· πόση δὲ ἡ
1581εἰσαγωγή; διότι καὶ αὐτὴ θὰ ἐπιβαρύνεται κατὰ τὸ σχέδιόν σας·
1582αὕτη ἀναβαίνει εἰς 56 ἑκατομ. ἐξ αὐτῶν ἀφαιρέσατε 6,000,000,
1583ἴσως καὶ περισσότερα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑποβάλλονται εἰς κανένα
1584φόρον ὡς πρώτη ὕλη, ἤτοι ἐργαλεῖα διὰ τὴν γεωργίαν κτλ.
1585μένουν 50,000,000. Ἔχομεν λοιπόν, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν
1586πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, νὰ φορολογήσωμεν προϊόντα ἐξα-
1587γόμενα 20,000,000, ἐμπορεύματα δὲ εἰσαγόμενα 50,000,000.
1588Πόσα δὲ εἶναι τὰ ἔξοδά μας; 21,000,000 δρ. ἄνευ τῶν τῆς
1589Ἑπτανήσου, κατὰ τὸν ὑποβληθέντα προϋπολογισμόν· ἀφαιροῦμεν
15901,000,000 προερχόμενα ἀπὸ ἐθνικὰ κτήματα· ἄρα μᾶς λείπουν
1591μέχρι τῶν 24,000,000, 20,000,000, τὰ ὁποῖα πρόκειται
1592νὰ εἰσπράξωμεν φορολογοῦντες τὴν εἰσαγωγὴν καὶ ἐξαγωγήν.
1593Ἠξεύρετε ποῖον εἶναι, Κ. Ἰακωβάτε, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν σκέ-
1594ψεών σας; ἐντρέπομαι καὶ νὰ τὸ εἴπω· διὰ νὰ λάβωμεν αὐτὰ
1595τὰ 20,000,000 πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν φόρον εἰς μὲν τὰ ἐξα-
1596γόμενα 50%, εἰς δὲ τὰ εἰσαγόμενα 20%, καὶ τότε ἔχομεν
1597τὰ 20,000,000 δραχμῶν.
1598Ἰδέτε τὸ σχέδιόν σας εἰς ποίαν ἀπελπιστικὴν κατάστασιν
1599φέρει τὴν παραγωγὴν καὶ τὸ ἐμπόριόν μας. Ὅταν, Κύριοι, ἡ
1600σταφίς μας, τὸ ἔλαιόν μας ὡς καὶ τὰ λοιπὰ προϊόντα μας,
1601φορολογοῦνται μὲ 50%, τότε μὴ ἀμφιβάλλετε, ὅτι τὰ ἰδικά
1602μας προϊόντα θὰ παρουσιάζωνται εἰς τὰς ἀγορὰς τῆς Εὐρώπης
1603ἀκριβώτερα, καὶ ἑπομένως δὲν θὰ πωλοῦνται, διότι ὁ φόρος συν-
1604ταυτίζεται μὲ τὴν δαπάνην τῆς παραγωγῆς· ὅταν εἷς βιομή-
1605χανος ἐπιφορτίζῃ μὲ περισσότερα ἔξοδα τὸ βιομηχάνημά του,
1606αὐτὸς ἀποτυγχάνει συναγωνιζόμενος μὲ ἄλλον, ὁ ὁποῖος παράγει
1607τὸ αὐτὸ βιομηχάνημα μὲ ὀλιγωτέρας δαπάνας. Θέλετε λοιπὸν
1608καταστήσει τὰ προϊόντα μας πολὺ ἀκριβώτερα ἀπὸ τῶν ἄλλων
1609ἐθνῶν· καὶ ποῖον τὸ ἀποτέλεσμα; ἡ καταστροφὴ τῆς γεωργίας
1610μας. Τοῦτο δὲ φαίνεται καταφανέστατα εἰς τὴν σύγκρισιν τῶν
1611τιμῶν ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ παρ’ ἡμῖν· εἰς τὴν ἰδικήν σας σταφίδα
1612προσφέρουν μικροτέραν τιμὴν, διότι οἱ ἀγορασταὶ πληρόνουν
1613ἀνώτερον φόρον κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν παρ’ ὅσον διὰ τὴν ἐδικήν
1614μας· ἑπομένως ἡ ἐδική σας κατασταίνεται ἀκριβωτέρα, καὶ διὰ
1615τοῦτο πωλεῖται κατὰ προτίμησιν ἡ ἐδική μας. Τὸ αὐτὸ συμ-
1616βαίνει ἐπὶ ὅλων τῶν προϊόντων.
1617Ἀλλὰ μήπως νομίζετε, ὅτι ὑπάρχει αὐτὸ μόνον τὸ
1618ἀτύχημα εἰς τὸ σύστημα τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου; Ἠδυ-
1619νάμην νὰ εἴπω πολλὰ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλὰ
1620δὲν εἶναι κατάλληλος ἡ ὥρα, καὶ περιορίζομαι εἰς τὴν ἀντί-
1621κρουσιν μόνον τῶν πλεονεκτημάτων, ἅτινα ἀπηρίθμησεν ὁ Κ.
1622Ἰακωβάτος πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ σχεδίου του. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος
1623λέγει, ὅτι ἡ εἴσπραξις τῶν ἐμμέσων φόρων εἶναι εὐκολωτάτη·
1624οὔτε καθυστερήσεις θὰ ὑπολείπωνται, οὔτε ποινήτορες, οὔτε
1625στρατιῶται ἀπαιτοῦνται, διότι ὁ ἔμπορος εἰσάγων καὶ ἐξάγων
1626τὸ ἐμπόρευμά του, πληρόνει τὸν φόρον εἰς τὸ τελωνεῖον· τῳόντι
1627τίποτε ἁπλούστερον, ἀλλὰ τίποτε ἀδικώτερον, καὶ τίποτε ἀσυμφο-
1628ρώτερον πρὸς τὴν παραγωγὴν καὶ τὴν πρόοδον καὶ τοῦ ἐμπορίου
1629καὶ τῆς γεωργίας, ὅπως σᾶς ἀνέφερον. Καὶ τί ἄλλο προσέτι πλεο-
1630νέκτημα ἀνέφερεν; ὅτι κανὲν παράπονον δὲν ἀκούεται ἀπὸ τοὺς
1631φορολογουμένους, ὅτι δὲν πληρόνονται ἀπ’ εὐθείας τὰ χρήματα
1632ἀπὸ τὸν φορολογούμενον, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς ἐμπόρους, καὶ οἱ πράγματι
1633φορολογούμενοι δὲν τὸ αἰσθάνονται. Ἐνταῦθα, Κ. Ἰακωβάτε,
1634ὡμολογήσατε μίαν ἀλήθειαν ἥτις ἐξεταζομένη κατὰ βάθος, ἀπο-
1635δεικνύει τὸ σύστημά σας ἐν μέρει ἀνήθικον· διότι εἴπετε, ὅτι ὁ
1636φορολογούμενος, καί τοι πληρόνων, δὲν αἰσθάνεται τὴν πληρω-
1637μὴν τῶν φόρων· ἄρα ὁ πολίτης ἐξαπατᾶται παρὰ τῆς Κυβερ-
1638νήσεως. Καὶ τῳόντι, Κύριοι, οἱ ἔμμεσοι φόροι, οἱ πληρονόμενοι
1639εἰς τὰ τελωνεῖα, διαφέρουν ἀπὸ τοὺς ἀμέσους, ὅπως ἡ κλοπὴ
1640ἀπὸ τὴν προαιρετικὴν συνεισφοράν· ὅταν δέ τις κλέπτεται χω-
1641ρὶς νὰ βλέπῃ οὔτε τὸν κλέπτην οὔτε τὴν κλεπτομένην περιου-
1642σίαν του, δὲν γογγύζει κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς πράξεως, ἀλλ’
1643ἡ ἐξακολούθησις τῆς κλοπῆς ἐπιφέρει ἐπὶ τέλους τὴν ἀπώ-
1644λειαν τοῦ πολίτου· καὶ τότε ὁ γογγυσμὸς εἶναι μεγαλείτερος,
1645καὶ μάρτυς τῶν λόγων μου ἔστω ὁ λαὸς τῆς Κερκύρας, ὅστις
1646πληρόνων βαρὺν φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου ἀνεπαισθήτως, κατὰ τὸν
1647Κ. Ἰακωβάτον, γογγύζει σήμερον κατὰ τοῦ τοιούτου συστή-
1648ματος.
1649Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἀντίκειται πρὸς τοῖς ἄλλοις τὸ σύστημα
1650τοῦτο εἰς θεμελιώδη διάταξιν τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα
1651λέγει, ὅτι πάντες συνεισφέρομεν ἀναλόγως τῆς περιουσίας μας.
1652Ἐὰν λοιπὸν τοὺς βιομηχάνους, τοὺς ἐμπόρους, τοὺς δικηγόρους,
1653τοὺς κεφαλαιούχους, καὶ ἰδιοκτήτας οἰκιῶν, θέλετε νὰ τοὺς ἀφή-
1654σετε ἀπηλλαγμένους παντὸς φόρου καὶ νὰ ἐπιβαρύνετε ἐκεί-
1655νους, οἵτινες παράγουν προϊόντα μὴ καταναλισκόμενα εἰς τὸν
1656τόπον, ἀλλ’ ἐξαγόμενα, θὰ πράξετε τὸ μεγαλείτερον ἀδίκημα
1657καὶ παρανομίαν συνάμα.
1658§46ΛΕΩΝ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὴ ἀνοίγετε συζήτησιν.
1659§47ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀποσύρεται ἡ πρότασις;
1660§48ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν συζητηθῇ.
1661§49ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Αὐτὸ κυρίως εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζη-
1662τήσεως· διότι ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἀντέκρουσε τὸ ὑπὸ συζήτησιν
1663Νομοσχέδιον, εἰπὼν, ὅτι οἱ προτεινόμενοι οὗτοι φόροι παρὰ τοῦ
1664Ὑπουργείου καθίστανται πάντη περιττὰ, ἐὰν ἐπεκτείνωμεν τὰ
1665τελωνιακὰ τέλη. Ἐὰν δὲ ἡ ἀντίῤῥησίς του αὕτη ἦτο ὀρθὴ, ἐγὼ
1666βεβαίως ἤθελα συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ καὶ ψηφοφορήσει κατὰ
1667τοῦ Νομοσχεδίου. Ἀλλ’ ὅπως ἀπέδειξα, τὸ σύστημα τοῦ Κ.
1668Ἰακωβάτου ἦτο χίμαιρα καὶ ἦτο ἀνάγκη νὰ καταδειχθῇ τὸ
1669τοιοῦτον δι’ ἐπιχειρημάτων. Ἑπομένως δὲν ἦσαν περιττὰ καὶ
1670ἐκτὸς τοῦ προκειμένου ὅσα εἶπον περὶ μιᾶς ἰδέας τοῦ Κ. Ἰακω-
1671βάτου, ἥτις κατέπληξε τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν, ὅταν τὴν
1672ἀνήγγειλε· καὶ ἔπρεπε βέβαια νὰ προξενήσῃ τοιαύτην ἐντύπω-
1673σιν, ὅταν διϊσχυρίσθη, ὅτι δύναται νὰ ἀπαλλαχθῇ ὁ Ἑλλ. λαὸς
1674ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων, ἤτοι τῶν ἐπιτηδευμάτων, τοῦ χαρτο-
1675σήμου, τῶν οἰκοδομῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ ἐγγείου.
1676Ἀλλὰ, διὰ νὰ μὴ κατασταθῶ ὀχληρὸς καταδεικνύων λε-
1677πτομερέστερα τὰς ἐπιβλαβεῖς συνεπείας τοῦ τοιούτου συστή-
1678ματος, ἐπιφυλάττομαι εἰς ἄλλην περίστασιν νὰ πράξω τοῦτο.
1679Ἐὰν ὅμως ἡ Βουλὴ ἀπὸ τοῦδε ἐπείσθη περὶ τῆς μὴ δυνατῆς
1680ἐφαρμογῆς τοῦ σχεδίου τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, τῇ ἀληθείᾳ δὲν
1681βλέπω εἰς ποῖον ἄλλο ἀντικείμενον δύναται νὰ περιστραφῇ ἡ
1682συζήτησις πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ νομοσχεδίου· διότι, μὰ τὴν
1683ἀλήθειαν, ὅσον καὶ ἂν ἐπρόσεξα εἰς τὰς ἀγορεύσεις τῶν λαλη-
1684σάντων κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, δὲν εὗρον οὐδένα οὐσιώδη λόγον
1685τῆς μὴ παραδοχῆς του. Τινὲς ἐξ αὐτῶν ἀνέφερον, ὅτι τὸ
1686νομοσχέδιον εἶναι μὲν καλὸν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ κατάλληλος
1687ὥρα τῆς ἐφαρμογῆς του, διότι ἕνεκα τῆς ἀποτυχίας πολ-
1688λῶν προϊόντων καὶ ἰδίως τῶν δημητριακῶν καρπῶν κατὰ
1689τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ὁ λαὸς δὲν εὐπορεῖ, ἀπεναντίας πεινᾷ κατὰ
1690τὴν ἔκφρασίν των, καὶ ἑπομένως δὲν πρέπει νὰ ἐπαυξήσωμεν
1691διὰ τῆς αὐξήσεως τῶν φόρων ἔτι περισσότερον τὴν πενίαν του.
1692Ὅσον τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ φαίνεται γοητευτικὸν, τοσοῦτον ἀπο-
1693μακρύνεται τῶν πραγμάτων διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι
1694τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, γενόμενον δεκτὸν, πρόκειται νὰ ἐφαρ-
1695μοσθῇ ὄχι κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, τὸ ὁποῖον ἤδη ἔληξεν, ἀλλὰ
1696κατὰ τὸ 1866, τοῦ ὁποίου τὰ ἔξοδα προτίθεται τὸ ὑπουργεῖον
1697νὰ φέρῃ εἰς ἐξίσωσιν πρὸς τὰ ἔσοδα ἄνευ πλέον δανείων.
1698Ὁ Κ. Παδοβᾶς ἀντέταξεν ἄλλο ἐπιχείρημα κατὰ τοῦ νο-
1699μοσχεδίου· ἀλλὰ καὶ αὐτὸ σαθρὸν καὶ γελοῖον, μὰ τὴν ἀλήθειαν.
1700Ὁ Κ. Παδοβᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ προσδοκώμενον ποσὸν ἐκ τῆς
1701εἰσπράξεως τῶν ἐπιβαλλομένων διὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου
1702φόρων ἀναβαίνει τὸ 1,600,000 δραχ. ἐξ αὐτῶν δὲ ἀφαιρου-
1703μένων τῶν 490,000 δραχ. τὰς ὁποίας πληρόνει ἡ Κυβέρνησις
1704ἐτησίως εἰς τὴν ἀτμοπλ. ἑταιρίαν ἐκ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ
1705ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, καθὼς ἐπίσης 200,000 τὰς
1706ὁποίας τὸ αὐτὸ ὑπουργεῖον καταχωρεῖ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν
1707διὰ τὴν διατήρησιν τῶν ὁδῶν, ὑπολείπονται 900,000 περίπου,
1708μὲ τὸ ποσὸν δὲ τοῦτο τί δύναται νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις; προσ-
1709έθηκεν ὁ Κ. Παδοβᾶς· μηδὲν, ἐνῷ ἡ Ἑλλὰς ἔχει ἀνάγκην
1710ἑκατομμυρίων διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Λοιπὸν, κύριοι, βλέπετε
1711ὅτι ὁ Κ. Παδοβᾶς φρονεῖ, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν ἔχομεν εἰς τὰ κι-
1712βώτια ἱκανὰ ἑκατομμύρια δραχ. πρὸς κατασκευὴν ὅλων τῶν
1713ἀπαιτουμένων ὁδῶν διὰ τὴν συγκοινωνίαν τῆς ἐπικρατείας μας,
1714δὲν πρέπει νὰ ἐπιχειρήσωμεν τὴν κατασκευὴν αὐτῶν μικρὸν
1715κατὰ μικρὸν· ὁ ἰσχυρισμὸς οὗτος δὲν εἶναι γελοῖος; Ἐὰν πρὸ
1716τριακονταετίας ἐλάμβανον τὸ μέτρον αἱ κατὰ καιρὸν Κυβερ-
1717νήσεις νὰ δαπανῶσιν ἀνὰ 500,000 δραχ. κατ’ ἔτος, σήμερον
1718ἠθέλαμεν ἔχει καθ’ ὅλας σχεδὸν τὰς ἐπαρχίας ὁδούς. Ναὶ,
1719ἐσημείωσαν ἐν τῷ προϋπολογισμῷ τοιαῦτα ποσὰ· ἀλλὰ δυστυ-
1720χῶς αἱ κατεπείγουσαι κατ’ αὐτὰς ἄλλαι δαπάναι ἀπεῤῥόφων
1721ὅλα τὰ ἔσοδα καὶ ἔμενον ἐν τῷ χάρτῃ μόναι αἱ πιστώσεις διὰ
1722τὰς ὁδούς. Ὁ Κ. Παδοβᾶς, διὰ νὰ σμικρύνῃ τὸ ποσὸν τῶν προσδο-
1723κωμένων εἰσπράξεων, ἀφῄρεσεν, ὡς σᾶς εἶπον, 490,000 δραχ.
1724διὰ τὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας· ἀλλ’ ἂς μάθῃ, ὅτι
1725εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν καθυστεροῦνται ἓν ἑκατομμύριον
1726περίπου δραχμῶν παρὰ τῆς Κυβερνήσεως διὰ τὴν ἀποζημίωσιν,
1727καὶ γνωρίζω, ὅτι ἡ ἑταιρία ὡς ἐκ τούτου εὑρίσκεται εἰς μεγά-
1728λην στενοχωρίαν· ἵνα δὲ ἐξασφαλισθῇ ἐν τῷ μέλλοντι ἡ τακτι-
1729κὴ πληρωμὴ τῆς ἀποζημιώσεως, τὸ ὑπουργεῖον, ὅπως βλέπετε,
1730συμπεριέλαβεν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ καὶ τὸ κεφάλαιον τοῦτο τοῦ
1731προϋπολογισμοῦ τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Δὲν βλέπω
1732λοιπὸν τὸν λόγον τῆς ἀφαιρέσεως τοῦ ποσοῦ τούτου κατὰ τὸν
1733Κ. Παδοβᾶν. Ἀλλὰ δὲν παραξενεύομαι διὰ τὰ τοιαῦτα σαθρὰ
1734καὶ γελοῖα ἐπιχειρήματα, ἀφοῦ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅπως τὰ μέ-
1735λη αὐτῆς εἶχον τὸ θάῤῥος νὰ τὸ εἴπωσιν, ἐπιδιώκουσι κυρίως
1736τὴν πτῶσιν τοῦ Ὑπουργείου· καὶ ἴσως θὰ τὸ κατορθώσωσιν,
1737ἀλλ’ ἐγρήγορα ἢ ἀργὰ θὰ συλλογισθοῦν οἱ διάδοχοι τῶν σημε-
1738ρινῶν ὑπουργῶν, ὅτι ἔπραξαν μέγιστον σφάλμα νὰ ἐκλέξωσιν
1739ὡς ἀφορμὴν τὸ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχέδιον, διότι θὰ στερηθῶσι,
1740μιᾶς ἐτησίας προσόδου ἑνὸς ἑκατομμυρίου δραχμῶν πρὸς ἀνά-
1741πτυξιν τῆς συγκοινωνίας, τῆς ὁποίας μεγίστην αἰσθάνεται
1742τὴν ἀνάγκην ὁ τόπος. Εὔχομαι δὲ νὰ μὴ μετανοήσωσιν οἱ
1743πρωταθληταὶ τοῦ σημερινοῦ δράματος.
1744§50ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν εἶμαι πολὺ σύμφωνος· διὰ νὰ δικαιο-
1745λογήσω τὴν ψῆφόν μου δὲν θέλω καταφύγει εἰς ἀντεγκλήσεις·
1746ὅταν ἠνοίχθησαν αἱ θύραι καὶ εἰσήλθομεν ἐντὸς τοῦ Βουλευτη-
1747ρίου, τί ἦτο ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρῶτον μᾶς ἐπαρουσίασαν; ἦτον
1748ἡ ἀπαίτησις τῶν δανείων. Δάνεια, τότε μᾶς εἶπον, διότι πάν-
1749τοτε μία κυβέρνησις πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως,
1750καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι πολλὰ ἐλέχθησαν τότε. Ἄλλοι παρετήρη-
1751σαν ὅτι αὐτὴ ἡ κατάστασις τῶν δανείων δὲν δύναται νὰ ἐξα-
1752κολουθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον. Σᾶς ἐζητήσαμεν, Κύριοι, νὰ
1753φέρετε τὸν ἀπολογισμὸν καὶ σεῖς ἀντετείνατε· ἡμεῖς δὲν ἐπρά-
1754ξαμεν ἄλλο τίποτε, εἰμὴ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ λογιστικὸς νόμος
1755ἐπιτρέπει· γνωρίζει ἡ Βουλὴ ποῖαι αἱ ἐλλείψεις καὶ ποῖαι ἦσαν
1756αἱ ἀνάγκαι. Τὸν τοιοῦτον ἀπολογισμὸν τὸν διοικητικὸν δὲν
1757εἴχατε τὸν καιρὸν, εἴπατε, νὰ τὸν συντάξητε, καὶ ἡμεῖς σᾶς ἀφή-
1758σαμεν νὰ τὸν φέρετε μετὰ ταῦτα. Ἐπῆλθεν ἓν διάστημα δύω
1759μηνῶν καὶ ὑμεῖς εἶσθε εἰς ὅλην τὴν ἄνεσιν τῶν ἐργασιῶν σας·
1760καὶ μετὰ δύω μῆνας πάλιν ἠνοίχθησαν αἱ θύραι τῆς Βουλῆς·
1761μὲ λύπην παρατηροῦμεν, ὅτι καὶ τώρα ἔρχεσθε μὲ νομοσχέδια
1762φορολογικὰ, καὶ πάλιν σᾶς ἐζητήσαμεν τὸν ἀπολογισμὸν, καὶ
1763πάλιν μᾶς εἴπατε δὲν εἴμεθα ἕτοιμοι. Τέλος πάντων φέρετέ μας
1764τὸν ἀπολογισμὸν, ἡμεῖς δὲν πράττομεν ἄλλο, εἰμὴ ὅ,τι ὁ νόμος
1765θέλει· ὅταν ὁ νόμος τὸ ἐπιβάλλῃ, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ
1766ἀρνηθῇ; Δὲν εἶσθε ἐκτὸς τοῦ νόμου, ὅταν δὲν παρουσιάζετε
1767τὸν ἀπολογισμὸν, ὅταν παραβαίνετε τὸν νόμον καὶ μᾶς λέγετε
1768νὰ προσθέσωμεν νέους φόρους; καὶ δὲν πρέπει κατὰ τὸν νόμον
1769νὰ ἐξετάσωμεν ὄχι ἡμεῖς, σεῖς αὐτοὶ τὴν ἐξέτασιν θέλετε κάμει
1770κατὰ τὴν λογιστικὴν τάξιν· εἰς ἡμᾶς ἀρκεῖ νὰ μᾶς φέρετε τὸν
1771ἀπολογισμὸν τὸν διοικητικὸν, ἐκ τοῦ ὁποίου νὰ λάβωμεν μίαν
1772γνώμην καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἓν συμπέρασμα, νὰ συμφωνήσωμεν
1773μὲ ὑμᾶς. Ἐφέρατε ἕνα προϋπολογισμὸν, σύμφωνα μὲ τὴν αἴτη-
1774σίν μας, μόνον μὲ ἔκθεσιν αἰτιολογικὴν· καὶ ποῦ εἶναι καὶ
1775αὐτός; εἶναι ἀκόμη εἰς τὰ πιεστήρια· δὲν ἔπρεπεν αὐτὸς νὰ
1776προηγηθῇ; δὲν σᾶς εἴπομεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ᾖναι ὑπ’ ὄψιν μας
1777διὰ νὰ ἴδωμεν ποῖαι εἶναι αἱ ἀνάγκαι; ἀλλὰ φέρετε τὸν ἀπο-
1778λογισμὸν, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος σᾶς ἐπιβάλλει.
1779Ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς σᾶς εἶπε, μὴ παραξενεύεσθε διὰ τὰ
1780δάνεια, ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις αἱ προλαβοῦσαι ἔζησαν μὲ δάνεια,
1781ἡ Κυβέρνησις τοῦ Καποδιστρίου, αἱ Κυβερνήσεις τοῦ Ὄθωνος,
1782αἱ Κυβερνήσεις τῆς μεταπολιτεύσεως· λοιπὸν τί παραξενεύεσθε
1783ἐὰν καὶ ἡμεῖς ἐζητήσαμεν δάνεια; Εἶναι ἀληθὲς αὐτὸ, Κύριοι,
1784ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἔζησαν μὲ δάνεια; εἶναι ἀληθές;
1785βλέπετε πῶς εἶσθε ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ; ὅταν δὲν ἐδιοικεῖτο ἐθνικῶς
1786ὁ τόπος, ὅταν μὲ ξένας ἰδέας, μὲ ἀλλοκότους ἰδέας καὶ μὲ
1787ἐναντίας τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου ἐδιοικούμεθα, τότε ἦσαν
1788τὰ δάνεια· τὰ δάνεια διεπραγματεύθησαν ἐκτὸς τῆς Ἑλλάδος.
1789Ἀπὸ τὰ 32–42 κατηναλώθησαν τὰ 60,000,000, τὰ ὁποῖα
1790σήμερον ἐπιβαρύνουσι τὸ Κράτος, καὶ εἰς τὰ 42 εὑρέθημεν εἰς
1791ἄκραν χρεωκοπίαν· ἦλθεν ἡ ἀξιοσημείωτος ἐκείνη νὺξ τῆς 3ης
1792Σεπτεμβρίου, ἥτις ἔσωσε καὶ Ἔθνος καὶ Βασιλείαν· ἀπὸ τῆς
1793ἐποχῆς τοῦ 43, ἥτις εὗρε τὴν Κυβέρνησιν εἰς καιρὸν ὅτε ὅλα
1794ἐχάνοντο, τὰ τάγματα διελύθησαν, οἱ ἀξιωματικοὶ ἔμενον
1795ἐκτὸς τῶν σωμάτων των, ὁ στρατὸς διελύετο, οἱ ἵπποι ἐπωλή-
1796θησαν καὶ τὰ ἐφίππια· ἦλθον αἱ Κυβερνήσεις τοῦ 43 καὶ
1797ἐδιοίκησαν ἀπὸ τοῦ 43–47 καὶ ἐπανέφερον τὸ ἱππικόν, συν-
1798εκράτησαν τὸν στρατὸν, ἠγόρασαν ἵππους καὶ ἐσύστησαν ἐκ νέου
1799τὰς ἐθνικὰς δυνάμεις, καὶ ἔκαμαν καὶ ἄλλα πολλὰ ὠφέλιμα
1800ἔργα εἰς τὸν τόπον. Ἀπὸ τῆς ἐποχῆς αὐτῆς τοῦ 43–60,
1801ποῖον δάνειον ἔγεινεν ἐν τῷ μεταξὺ, Κύριοι, ἐνῷ ἦτον ἀνάγκη
1802νὰ ἐπαναφέρωμεν τὸν στρατὸν, καθὼς σᾶς εἶπον, νὰ ἀγοράσωμεν
1803ἵππους καὶ ἐφίππια καὶ τὰ λοιπά;
1804§51ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλὰ τότε δὲν ἐπληρώναμεν......
1805§52ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τί δὲν ἐπληρώναμεν;
1806§53ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸν τόκον καὶ τὸ χρεώλυτρον, τὰ ὁποῖα σήμερον
1807πληρόνομεν.
1808§54ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σᾶς ἐξήγησα τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους
1809δὲν εἶμαι καὶ τόσον ὑποχρεωμένος νὰ πληρώσω· δὲν εἶπον, ὅτι
1810τὸ δάνειον αὐτὸ ἔξωθεν τῆς Ἑλλάδος διεπραγματεύθη καὶ ἐξω-
1811τερικῶς ἐνεργήθη; Ἦλθεν ἡ μεταβολὴ ἡ ὁποία ἔφερε καὶ ἀντι-
1812προσωπείαν, ἥτις ὅλα τὰ ἐπανέφερε καὶ δὲν κατέφυγεν εἰς δά-
1813νεια καὶ φόρους. Ἰδοὺ σήμερον διατὶ ἀρνούμεθα νὰ παραδεχθῶ-
1814μεν τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑποβληθέντος νομοσχεδίου· τὴν ἀρνούμεθα,
1815διότι δὲν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀπολογισμὸν, διότι δὲν εἴδο-
1816μεν ἀκόμη τὸν προϋπολογισμόν. Καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ Ὀκτω-
1817βρίου ἔφερε δάνεια· λέγω, ὅτι, ἂν ἔφερε καὶ αὐτὴ, αὐτὰ
1818τὰ δάνεια ἦσαν ὀλίγα· ἐμελέτησα καὶ τὸν προϋπολογισμὸν
1819τοῦ 65, ἐπῆγα εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ παρε-
1820τήρησα, καὶ τι εὗρον, κύριοι; ὅτι μέχρι τοῦ 63, ἐπειδὴ ἡ με-
1821ταβολὴ ἦλθε καὶ αἱ εἰσπράξεις ἐστάθησαν, ἀπεδείξαμεν, ὅτι εἴ-
1822χετε ἔξοδα κλεισμένης χρήσεως· 1,200,000 ἐλάβατε ἀπέναντι
1823τῶν δανείων, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν ἡ τελευταία μεταβολὴ, καὶ ἐφέτος
1824ἐσημειώθησαν ὀλίγα ἄλλα, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν εἰσπράξεων· βλέ-
1825πετε 2500000, καὶ ἐφέτος θέλει ἔλθει ἄλλο 1000000, τὸ ὁποῖον
1826ἔκαμε τότε ἡ μεταβολὴ διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τότε τὰ πράγματα.
1827§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὶ ποσὸν, ἐννοεῖται, σημειοῦται εἰς τὸν
1828προϋπολογισμόν.
1829§56ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀπόδειξις, ὅτι δὲν εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον
1830λέγετε. Λοιπὸν διαψεύδεται ἡ γνώμη καὶ ἡ ἀρχὴ, ὅτι διὰ δα-
1831νείων ἔζησαν καὶ αἱ προηγηθεῖσαι κυβερνήσεις, οὐδὲ ἦλθεν ἀνάγ-
1832κη δανείων καὶ φόρων. Λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην
1833νὰ καταφύγωμεν εἰς δάνεια καὶ φόρους, καὶ ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς φο-
1834ρολογίας δὲν εἶναι παραδεκτέα ἐπὶ τοῦ παρόντος.
1835§57Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁ-
1836ποῖον ἔχετε ὑπ’ ὄψιν, διαιρεῖται, κατ’ ἐμὲ, εἰς τρία διακεκριμένα
1837οὐσιώδη μέρη. Εἰς τὴν ἀρχὴν, ἥτις εἶναι παγιδευτικὴ, εἰς τὸν
1838σκοπὸν, ὁ ὁποῖος εἶναι ταμιευτικὸς, καὶ εἰς τὸ σχῆμα, τὸ ὁποῖον
1839εἶναι ἀπατηλόν.
1840Θέλω ἐξετάσει τὸ προκείμενον νομοσχέδιον καὶ ὑπὸ τὰ τρία
1841ταῦτα σχήματα.
1842Δὲν πρέπει, Κύριοι, νὰ ἐκλαμβάνωμεν πάντοτε, ὅτι ὄπισθεν
1843τῆς ὡραίας ἀρχῆς ὑπάρχουσιν ὡραῖα πράγματα· πολλάκις ὄπι-
1844σθεν τῶν ὡραίων ἀρχῶν κρύπτονται πράγματα κακά· διότι
1845καθὼς κάτω ἀπὸ τὰ ἄνθη ἕρπει ὁ ὄφις, ὁ ὁποῖος κατατρώγει,
1846οὕτω καὶ ὄπισθεν τῶν ὡραίων ἀρχῶν κρύπτεται σχέδιόν τι, τὸ
1847ὁποῖον ἀπέχει πολὺ ἀπὸ τοῦ νὰ συντρέχῃ τὴν ἀρχήν. Ἡ κυβέρ-
1848νησις σήμερον παρίσταται, ὅπως ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον εἰς τὸν
1849λαόν· ἔρχεται ὑπὸ τὸ πρόσχημα νὰ μᾶς εἴπῃ· «δὲν θέλετε δρό-
1850μους, δὲν θέλετε συγκοινωνίαν»· ὄχι θέλομεν, θέλομεν δρόμους,
1851θέλομεν συγκοινωνίαν, ἀλλὰ δὲν θέλομεν φόρους.
1852Ἂς ἐξετάσωμεν τὸ παρὸν νομοσχέδιον· ἔχει πραγματικῶς
1853σκοπὸν νὰ βελτιώσῃ τὴν διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίαν,
1854ἢ σκοπὸν ἔχει ταμιευτικὸν, ὅπως δώσῃ εἰς τὴν κυβέρνησιν τὰ
1855μέσα νὰ ἐξακολουθήσῃ τὸ ὡραῖον σύστημα τῆς σπατάλης;
1856Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου νομίζετε, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον
1857εἶναι δίκαιον; Ἂν ἐπρόκειτο νὰ βελτιωθῇ ἡ συγκοινωνία, ἡ διὰ
1858ξηρᾶς καὶ θαλάσσης, νομίζετε, ὅτι τὸ βάρος τοῦτο ἔπρεπε νὰ
1859ἐπιβληθῇ εἰς ὀλίγα μόνον μέλη τῆς κοινωνίας, ἐπιβαρυνόμενα
1860μάλιστα καὶ δι’ ἄλλων φόρων, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐπιβαρύνῃ πάν-
1861τας ἐξ ἴσου; Καὶ μολαταῦτα οὐδὲ τοῦτο ἐγένετο, διότι ὁ σκο-
1862πὸς τῆς κυβερνήσεως ἦτο ν’ ἀνεύρῃ πόρους, οὐχὶ διὰ τὴν συγ-
1863κοινωνίαν τοῦ κράτους, ἀλλὰ πόρους διὰ τὴν διατήρησίν της.
1864Ἑπομένως ἔθεσε τὸν φόρον ἐκεῖ ὅπου ταχύτερον ἠδύνατο νὰ
1865συνάξῃ χρήματα, καὶ νὰ φθάσῃ εἰς τὸν σκοπόν της. Ἀλλ’ ἐκτὸς
1866τούτου, Κύριοι, ὅπως καλύψωσιν ὑπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ πολιτισμοῦ
1867καὶ τῆς φιλανθρωπίας τὴν φορολογίαν ταύτην, δὲν ἐδίστασαν
1868νὰ σᾶς εἴπωσιν, ὅτι ἐρχόμεθα ν’ ἀπαλλάξωμεν τὸν λαὸν ἀπὸ
1869τὰς φρικτὰς διατάξεις τοῦ νόμου τοῦ 1852. Ὄχι, οὐδὲ τοῦτο
1870δὲν ἦτο· ὅσα δὲ οἱ προλαλήσαντες εἶπον ἐντεῦθεν περὶ τῶν ἡ-
1871μερομισθίων ἦτο πλάνη, ἥτις δὲν ἐχρησίμευσεν εἰς τίποτε ἄλλο
1872ἢ ν’ ἀποπλανήσῃ τοὺς ἁπλουστέρους.
1873Ὁ νόμος ἐκεῖνος οὔτε ἐφηρμόσθη, οὔτε ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρ-
1874μοσθῇ, καὶ ἂν εἴς τινα σημεῖα ἐδόθη ὤθησις, το το προῆλθεν ἀ-
1875πὸ τὴν ἑκουσίαν θέλησιν τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἄμεσον
1876συμφέρον, νὰ κατασκευάσωσι μίαν ὁδόν· ὁ λαὸς λοιπὸν δὲν κα-
1877ταναγκάζεται, διότι ἂν κατηναγκάζετο, θὰ εἴχομεν δρόμους. Ἡ
1878παραβολὴ λοιπὸν αὑτὴ, μὲ τὴν ὁποίαν ἤθελον νὰ καλύψωσι τὸν
1879ταμιευτικὸν σκοπὸν, μὲ τὸν ὁποῖον ἔρχονται νὰ λάβωσι νέον φό-
1880ρον ἀπὸ τὸν λαὸν, εἶναι ἀνεπιτυχὴς καὶ ψευδής.
1881Εἶπον προσέτι, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι ἄδικον,
1882διότι δὲν ἐπιβαρύνει ὅλας τὰς τάξεις, ἐνῷ ἡ συγκοινωνία ὠφε-
1883λεῖ ὅλας τὰς τάξεις, καὶ το το δὲν δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ
1884τὸ διαφιλονεικήσῃ, διότι ὑποστηρίζει τὸ ὅτι εἰς ὡρισμένα ἀντι-
1885κείμενα ἐπέβαλε τὸν φόρον αὐτόν.
1886Τί ζητεῖ σήμερον, Κύριοι, ἡ κυβέρνησις; ὑπὸ τὴν ὡραίαν ἀρ-
1887χὴν τῆς συγκοινωνίας νὰ ἀνακουφίσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ προϋπολο-
1888γισμοῦ ἀπὸ ἓν βάρος, ἵνα ἐξοδεύσῃ περισσότερον. Καὶ διὰ τοῦ-
1889το τί σᾶς λέγουν; Πληρώσατε εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν
1890ὅσα ἐγὼ εἶμαι ὑποχρεωμένη ἕνεκα τῆς συνθήκης μετ’ αὐτῆς νὰ
1891πληρώνω ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἀφήσατε εἰς ἐμὲ τὸν
1892νέον τοῦτον φόρον, ἢ τὸ ποσὸν ὃ πληρόνεται ἀπὸ τὸν προϋπο-
1893λογισμόν. Ἰδοὺ ἡ ἀλήθεια.
1894Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου εἶναι ὅλως
1895διόλου ταμιευτικὸς, ἡ δὲ διάταξις τῶν καθέκαστα δὲν εἶναι
1896παρὰ ἀπάτη καὶ πλάνη, μὲ τὴν ὁποίαν ἤθελον ν’ ἀφαρπάσουν
1897τὸν νόμον τοῦτον ἀπὸ ἡμᾶς, καὶ νὰ ἐπιβάλουν φόρους νέους εἰς
1898τὸν λαόν.
1899Τὸ ζήτημα, κύριοι, κατ’ ἐμὴν ἰδέαν, εἶναι ἐντελῶς ζήτημα
1900ἐμπιστοσύνης, ζήτημα πολιτικὸν, διότι δὲν θέλομεν νὰ δεχθῶ-
1901μεν τὴν ἀρχὴν τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων· δὲν θέλομεν νὰ χορη-
1902γήσωμεν διὰ τῆς ψήφου μας ὅ,τι ἡ κυβέρνησις δὲν ἔχει τὴν
1903τόλμην νὰ ζητήσῃ παῤῥησίᾳ. Ἔχετε ἀνάγκην φόρων, πρέπει νὰ
1904εἰπῆτε, θέλομεν ν’ αὐξήσωμεν τὸν προϋπολογισμόν μας διὰ νέων
1905φόρων, ὅπως ἐπαρκέσωμεν εἰς τὸ σύστημά μας, δι’ οὗ σᾶς διοι-
1906κοῦμεν· τότε μόνον, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον, δύνασθε νὰ ἔλθητε
1907νὰ μᾶς εἰπῆτε, εἴμεθα εἰλικρινεῖς εἰς τὴν αἴτησίν μας· ἀλλὰ τὸ
1908θεωρεῖτε τοῦτο ἄσκοπον, διότι οἱ ἴδιοι πρὸς ἑαυτοὺς ἐχάσατε
1909τὴν ἐμπιστοσύνην. Καὶ πῶς, Κύριοι, μία κυβέρνησις, ἡ ὁποία μέ-
1910χρι τοῦδε κατέτρεψε τοῦ δημοσίου ὅλα τὰ χρήματα πρὸς χάριν
1911τῆς ἐπεκτάσεως τῆς πολιτικῆς αὐτῆς ὑπάρξεως, δύναται νὰ ἔχῃ
1912ἐμπιστοσύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους ἵνα ζητήσῃ νέους φόρους, χω-
1913ρὶς νὰ καταδείξῃ ποῦ καὶ πῶς ἐξώδευσεν ὅσα χρήματα ἔλαβε;
1914Νομίζω λοιπὸν σεῖς, οἱ ὁποῖοι, καθόσον ἔχετε τὸ ταμιευτικὸν
1915πνεῦμα, ἔχετε τὸ ἀποῤῥοφητικὸν σύστημα τῶν ἐξουσιῶν ὅλων
1916τοῦ κράτους πότε διὰ τῶν περιφερομένων διαταγῶν σας, πότε
1917διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως ἑνὸς δημάρχου· σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔρχε-
1918σθε νὰ ζητῆτε καὶ φόρους εἰς αὔξησιν τῆς ἐξουσίας, ὅτι πρέπει νὰ
1919ἔχετε πρὸς τοῦτο καὶ τὴν μερικὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ τὸ ἔθνος; ποία
1920εἶναι ἡ οἰκονομικὴ διοίκησις τῆς Κυβερνήσεως, ἡ ὁποία σήμε-
1921ρον παρίσταται ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ ζητεῖ φόρους· ποῖον
1922εἶναι τὸ σύστημα τὸ οἰκονομικὸν, μὲ τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ διοι-
1923κήσητε τὸν τόπον· Εἶναι σύστημα ἀνώμαλον, σύστημα ἀπατηλόν.
1924Πρὸ ὀλίγου μᾶς εἴπετε, ὅτι δὲν ἐπαρκεῖτε εἰς τὰ ἔξοδα· διότι
1925σᾶς χρειάζονται δάνεια, καὶ ἡ Βουλὴ ἦλθε καὶ σᾶς εἶπε,
1926λάβετε δάνεια. Τὸ δάνειον τοῦτο δὲν ἠδυνήθητε νὰ τὸ πραγμα-
1927τοποιήσητε, καὶ δικαίως, διότι κατεστρέψατε τὴν δημοσίαν πί-
1928στιν. Ὅτε ἄλλοτε ἡμεῖς ὑψώσαμεν τὴν φωνὴν ὑπὲρ τῆς τακτο-
1929ποιήσεως τῆς ὑπηρεσίας, δι’ ἧς ἔπρεπε νὰ ἔλθουν εἰς φῶς οἱ
1930ἀπολογισμοὶ τοῦ Κράτους, ἐξανέστητε. Δὲν εἶναι δυνατόν, ἐλέγετε,
1931νὰ γείνῃ ἡ ὑπηρεσία, χρειάζεται χρόνος. Ἀλλ’ εἰς ποῖον μέρος
1932τοῦ κόσμου, εἶδέ τις Κύριοι, ὅτι Κυβέρνησις, ἡ ὁποία τείνει τὴν μίαν
1933χεῖρα εἰς τοὺς δανειστὰς, δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ εἰς τὴν ἄλλην τὴν
1934δημοσίαν πίστιν, τὸν ἀπολογισμὸν τῶν ἐξόδων, ἵνα λάβῃ δάνειον.
1935Μία Κυβέρνησις ἡ ὁποία ζητεῖ δάνεια πρέπει νὰ ἔχῃ ἐλευθέραν
1936τὴν δημοσίαν πίστιν ὅπως πραγματοποιήσῃ αὐτά. Μία Κυ-
1937βέρνησις ἡ ὁποία ζητεῖ φόρους, πρέπει νὰ ᾖναι ἑτοίμη νὰ θυσιάσῃ
1938μέρος τῆς ἐξουσίας της πρὸς τὸν λαόν. Ἀλλὰ σεῖς ὄχι τοὺς φό-
1939ρους θέλετε, ἀλλὰ καὶ τὴν ἐξουσίαν τοῦ λαοῦ νὰ σφετερισθῆτε·
1940δὲν ἐπετύχετε τὰ δάνεια, ἐζητήσατε οἰκονομίας. Δὲν τολμᾶτε
1941νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐκάμετε, ὥστε τὰ δάνεια
1942ταῦτα νὰ τὰ θέσητε ὑποχρεωτικῶς εἰς κυκλοφορίαν ἐπὶ τοῦ ἡ-
1943μίσεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· ἀφοῦ ἀπετύχετε ἀπὸ τὰ δά-
1944νεια ζητεῖτε νὰ κάμητε οἰκονομίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ τὰς οἰ-
1945κονομίας φοβεῖσθε, ζητεῖτε φόρους καὶ πῶς τοὺς ζητεῖτε; δὲν
1946τολμᾶτε νὰ τοὺς ζητήσητε κατ’ εὐθεῖαν, ἀλλὰ λαθραίως ἔρχε-
1947σθε, διὰ τρόπου ἀπατηλοῦ νὰ ἐξαπατᾶτε τὸ ἔθνος καὶ νὰ λά-
1948βητε τὸν φόρον. Σύστημα, Κύριοι, Κυβερνητικὸν δὲν δύνανται
1949νὰ ἔχουν αἱ παλιμβουλίαι σας, αἱ ὁποῖαι καθ’ ἡμέραν μᾶς φέρουν
1950εἰς ἓν νέον σημεῖον, ζητεῖτε πότε δάνεια, πότε οἰκονομίας· τὰς
1951ὁποίας δὲν δύνασθε νὰ βάλητε εἰς ἐνέργειαν, πότε φόρους
1952τοιοῦτον σύστημα Κυβερνητικὸν εἶναι πρωτοφανὲς, εἶναι ἄξιον
1953πάσης μομφῆς, πάσης καταδίκης. Ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνή-
1954σεως κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως τοῦ βασιλι-
1955κοῦ λόγου δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι συνετέλεσε τὰ μέγι-
1956στα εἰς τὴν ἐλάττωσιν τοῦ φόρου τῆς δεκάτης, διότι ὁ φόρος
1957ἐκεῖνος ἦτο δυσβάστακτος εἰς τὸν λαόν, διότι ἀπεῤῥόφα τὸ ἥ-
1958μισυ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος τῶν πολιτῶν, καὶ ἐνῷ τότε ἴσως
1959διὰ νὰ ἀρέσῃ συνετέλεσεν εἰς τὸ νὰ ἀποκοπῇ ὁ φόρος ἐκεῖνος,
1960σήμερον ἔρχεται διὰ πλαγίου τρόπου νὰ ἐπαυξήσῃ τὸν φόρον
1961τοῦτον· πότε ὁ Κ. Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἶχε δίκαιον;
1962Τότε ὅτε ὑπεστήριζε τὴν ἐλάττωσιν, ἢ σήμερον, ὅτε θέλει τὴν
1963αὔξησιν; Ἐπειδὴ ὅμως δὲν τολμᾶτε κατ’ εὐθεῖαν νὰ εἴπητε εἰς
1964ἡμᾶς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ζητεῖτε τὸν φόρον τοῦτον, ἔρχεσθε πά-
1965λιν μὲ τὸ σχῆμα τῆς συγκοινωνίας, μὲ τὸ σχῆμα τῶν ἰδεῶν.
1966Δὲν λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι πρὸ ὀλίγου ὁ ὑπουργὸς τῆς Δι-
1967καιοσύνης σᾶς εἶπεν, ὅτι ἴσα, ἴσα, ἐπειδὴ ἡ κατάστασις σήμε-
1968ρον τοῦ λαοῦ εἶναι δεινὴ, ἴσα, ἴσα, διότι τὰ κεφάλαια δὲν εὑ-
1969ρίσκονται εἰς κυκλοφορίαν, διότι δὲν ἔχει χρήματα ὁ τόπος,
1970θέλομεν νὰ βελτιώσωμεν τὴν κατάστασιν αὐτοῦ διὰ τῆς κατα-
1971σκευῆς τῶν δημοσίων ἔργων, ὡσὰν νὰ ἐπρόκειτο, ψηφίζοντες
1972τὸν νόμον τοῦτον νὰ ἔχωμεν 15 ἡμέρας συγκοινωνίαν καθ’ ὅλα
1973τὰ μέρη τοῦ Κράτους, ὥστε νὰ πλουτήσωμεν διὰ μιᾶς.
1974Σκοπὸς λοιπὸν, Κύριοι, δὲν εἶναι ἡ κατασκευὴ τῶν δρόμων,
1975εἶναι ἡ ἀπάτη, σκοπὸς εἶναι νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους, καὶ φόρους
1976ἡμεῖς δὲν θὰ ἐπιβάλωμεν, τὴν ἀρχὴν αὐτὴν δὲν θὰ τὴν ψηφί-
1977σωμεν, καὶ τὸ ζήτημα εἶναι εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν.
1978Κύριοι, δὲν ἐλησμονήσατε πρὸ ὀλίγου, ὅτε ἐξηλέγχομεν τὰ
1979οἰκονομικὰ διατάγματα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι παντοῦ ἀνεκα-
1980λύψαμεν τὴν σπατάλην τοῦ δημοσίου πλούτου, ὅτι πρὸ ὀλίγου
1981ὑπεχρεώσαμεν τὴν Κυβέρνησιν νὰ μᾶς φέρῃ τὰ δικαιολογητικὰ
1982ἔγγραφα τῶν πιστώσεων ἐκείνων διὰ τῶν ὁποίων ἐδιπλασιά-
1983σθησαν καὶ ἐτριπλασιάσθησαν ὅσα ἐψηφίσαμεν εἰς τὸν προϋπο-
1984λογισμὸν τοῦ 1864. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἓν ἑκατομ-
1985μύριον δραχμῶν ἐξώδευσεν ἡ Κυβέρνησις διὰ τὴν συντήρησιν τῆς
1986πολιτικῆς της εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διατηροῦσα τὴν ὑψηλὴν Ἀ-
1987στυνομίαν· μὴ λησμονεῖτε, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς ὑπηρεσίας ἔφερεν
1988ἐπέκτασιν ὅπως οἰκονομῇ ἀπειράριθμον προσωπικόν· μετὰ δια-
1989χείρισιν λοιπὸν τοιαύτην τοῦ δημοσίου πλούτου καὶ πρίν πα-
1990ρουσιασθῇ ὁ προϋπολογισμὸς καὶ συζητήσωμεν, ὁποῖα τὰ ἔσοδα
1991καὶ ὁποῖα τὰ ἔξοδα, ζητεῖ φόρους, ὅπως ἐπαυξήσῃ τὸ σύστημα
1992τῆς σπατάλης καὶ διὰ τούτου συντηρηθῇ εἰσέτι. Ἀλλὰ διὰ τῆς
1993σπατάλης ταύτης κατέστησεν ἡ Κυβέρνησις καὶ τὴν ἐνέργειαν
1994τοῦ καλοῦ ἀδύνατον, καὶ τὴν παρεμπόδισιν τοῦ κακοῦ διότι
1995οὐδὲ νὰ ὑποχωρήσῃ δύναται πλέον οὐδὲ νὰ πράξῃ τι καλὸν, διότι
1996ὅ,τι σᾶς ζητεῖ σήμερον, δὲν τὸ ζητεῖ παρὰ διὰ νὰ αὐξήσῃ τὰ κε-
1997φάλαια τοῦ δημοσίου ταμείου, τὰ ὁποῖα θέλει νὰ διαχειρισθῇ.
1998Ἡ κυβέρνησις ἔπρεπεν ἀπεναντίας νὰ προΐδῃ ὅλας τὰς δυσκο-
1999λίας εἰς τὰς ὁποίας ἤθελε φθάσει ἡ κακὴ κατάστασις τοῦ Κρά-
2000τους, ἀλλ’ ἀντὶ νὰ προΐδῃ ὅλας τὰς ἀνάγκας, καὶ νὰ προφυ-
2001λάξῃ ἀπὸ τὰς καταχρήσεις, ἐπροτίμησε νὰ ἀγοράσῃ ταύτας
2002πρὸς διατήρησιν τῆς ἰδίας ἐξουσίας. Ἑπόμενον ἦτο λοιπὸν νὰ
2003φθάσῃ εἰς τὴν χρεοκοπίαν τὴν ὑπάρχουσαν, ἑπόμενον ἦτο διότι
2004ἀναλαβόντες τὴν διεύθυνσιν τῆς Κυβερνήσεως οἱ σημερινοὶ
2005ὑπουργοὶ, δὲν ἐσυλλογίσθησαν, περὶ τοῦ ποῦ θὰ φθάσωσιν, ἀλλὰ
2006πῶς θὰ φθάσωσιν, καὶ διὰ πάσης θυσίας ἀσφαλέστερον εἰς τὸν
2007σκοπόν των. Σήμερον ὅμως, ὅτε ἐξηντλήθη τὸ μόνον μέσον τὸ
2008χάος κεῖται πρὸ τῶν ποδῶν της ἐντὸς τοῦ ὁποίου πρέπει νὰ
2009πέσῃ. Ἔρχεται δὲ σήμερον καὶ ἀντὶ νὰ εἴπῃ τὴν κατάστασιν τοῦ
2010Κράτους καὶ τὰς ἀνάγκας της, ἔρχεται νὰ μᾶς ἐξαπατήσῃ διὰ
2011τρόπου ἀπατηλοῦ καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἐπιβάλλετε φόρους, θέλω
2012νὰ αὐξήσω τὴν συγκοινωνίαν καθ’ ὅλον τὸ κράτος καὶ θέλετε
2013πλουτήσει. Τοιαῦτα εἶναι τὰ ἐπιχειρήματα μὲ τὰ ὁποῖα ἡ Κυ-
2014βέρνησις παρουσίασεν ἐνώπιόν σας τὸ προκείμενον νομοσχέδιον.
2015Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἐπειδὴ πράγματι
2016εἶναι ἀρχὴ ἐπιβολῆς φόρων, ἀρχὴ ταμιευτικὴ, διὰ τοῦτο ἡμεῖς
2017τὴν ἀποκρούομεν· Κύριοι Βουλευταί, νομίζω, ὅτι ἔχω δίκαιον νὰ
2018προκαλέσω ὑμᾶς, ὅπως ἀφαιρέσητε τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπὸ μίαν
2019Κυβέρνησιν τῆς ὁποίας ὁ δρόμος δὲν δύναται νὰ σταθῇ εἰς κα-
2020νὲν σημεῖον, τῆς ὁποίας τὰ σχέδια μεταβάλλονται ἀπὸ ἡμέρας
2021εἰς ἡμέραν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἡ πίστις ἐξέλειψεν, ἡ ὁποία δὲν
2022εἶναι ἱκανὴ νὰ παρουσιάσῃ δημοσίως τὴν κατάστασιν τὴν οἰκο-
2023νομικὴν τοῦ κράτους ἡ ὁποία ἀποφεύγει δολίως, ὅπως φέρῃ
2024τοὺς ἰσολογισμοὺς, ὅπως κραταιώσῃ τὴν πίστιν καὶ πραγμα-
2025τοποιήσῃ τὰ δάνεια, ἡ ὁποία τέλος πάντων μεταβαίνει ἀπὸ συ-
2026στήματος εἰς σύστημα, καὶ ἐπὶ τέλους κατέρχεται εἰς τὸ σκλη-
2027ρότερον τῶν συστημάτων, τὴν φορολογίαν.
2028Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ προκείμενον ζήτημα δὲν δύναται νὰ
2029λάβῃ οὔτε ματαίας ἐπιδείξεως λόγους, οὔτε ἔκτασιν περισσο-
2030τέραν ἀπὸ ὅσην ἡ φύσις τοῦ πράγματος εἶναι ἐπιδεκτικὴ, διότι
2031τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ὡς σᾶς προεῖπον ἐμπεριέχει ἀρχὴν, ἡ ὁποία
2032εἶναι φορολογικὴ, σκοπὸν ὁ ὁποῖος εἶναι ταμιευτικὸς, καὶ δια-
2033τάξεις τινὰς αἱ ὁποῖαι δὲν συντελοῦν παρὰ νὰ ἀποπλανήσουν
2034νὰ καταστρέψουν τὴν πίστιν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους Κύριοι
2035ἀποκρούω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, καὶ κατ’ ἀρχὴν καὶ κατὰ τὰ
2036καθ’ ἕκαστα (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
2037§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ εὐαρεστηθῇ, ἂν θέλῃ νὰ
2038ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν διὰ τὴν αὔριον.
2039§59ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, αὔριον. (θόρυβος)
2040§60ΕΤΕΡΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν.) Σήμερον νὰ τελειώσωμεν. (θόρυβος)
2041§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐννέα ἀκόμη διὰ νὰ ἀγορεύσωσι. Τὰ φῶτα
2042εἰσέτι δὲν εἶναι ἕτοιμα. (θόρυβος) Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι
2043καλὸν ν’ ἀναβάλωμεν.
2044§62ΠΟΛΛΟΙ. (ἐξ ἀριστερῶν) Ὄχι, ὄχι. (θόρυβος) Θὰ ψηφοφορή-
2045σωμεν σήμερον (θόρυβος.)
2046(Ἐνταῦθα γίνεται διακοπὴ τῆς συζητήσεως ἐπὶ πέντε
2047λεπτά.)
2048§63ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κυπριάδης ἔχει τὸν λόγον.
2049§64ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι βουλευταὶ, πρὸ πολλοῦ ἐπιδιώκω τὴν
2050εὐκαιρίαν τοῦ νὰ λάβω τὴν τιμὴν νὰ καταταχθῶ εἰς τὴν φά-
2051λαγγα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, (θόρυβος) καθόσον εἶδον καὶ βλέπω,
2052ὅτι οἱ μὲν λόγοι τῶν ἀντιπολιτευομένων ἀμείβονται διὰ χει-
2053ροκροτημάτων, δι’ ἐπαίνων εἰς τὰς ἐφημερίδας, οἱ δὲ λόγοι τῶν
2054ἐναντίων κατακρίνονται καὶ ἐγγράφως καὶ διὰ συριγμάτων, καὶ
2055καθόσον, Κύριοι, ἡ πτέρυξ τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἂν νικήσῃ, δύ-
2056ναται νὰ ὑπόσχεται καὶ ἀμοιβάς τινας (θόρυβος, διακοπαί.) Μὴ
2057διακόπτετε, ἔχετε τὴν ὑπομονὴν νὰ ὁμιλήσω ἐλευθέρως· καὶ
2058ἂν θέλετε, ἐξηγοῦμαι. Εἶναι πολλοὶ, κύριοι, ἐκ τῶν τῆς ἀντιπο-
2059λιτεύσεως, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦν τὸ προκείμενον ὑπουργεῖον, διότι
2060ἔχουν τὴν εὔλογον ἀξίωσιν τοῦ νὰ τὸ διαδεχθῶσιν· αὐτὸ ὑπαι-
2061νιττόμην εἰπὼν, ὅτι εὐχαρίστως ἤθελον δράξει τὴν εὐκαιρίαν τοῦ
2062νὰ καταταχθῶ εἰς τὴν φάλαγγα ἐκείνων, οἵτινες ἔχουν προσδο-
2063κίας διότι ἂν οὐχὶ ὑπουργὸς τοὐλάχιστον ἠδυνάμην νὰ ἀξιωθῶ
2064τῆς θέσεως κλητῆρος τῶν ὑπουργῶν. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἠδυ-
2065νήθην νὰ εὕρω τὴν εὐκαιρίαν· ἡ ἀντιπολίτευσις αὕτη ἅμα εἰσῆλ-
2066θεν εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, παρηκολούθησε τὴν κυβέρνησιν
2067βῆμα πρὸς βῆμα, τὴν κατηγορεῖ ἀενάως, τὴν προσβάλλει, τὴν
2068ἐξυβρίζει, ἀπαταιῶνα τὴν λέγει, δολίαν τὴν κηρύττει, ἀξίαν μομ-
2069φῆς τὴν ὀνομάζει, καὶ 10 ἢ 15 ζητήματα ἐμπιστοσύνης μέχρι
2070τοῦδε ὑπέβαλεν εἰς τὴν ψήφισιν τῆς Βουλῆς. Ὁμολογῶ ἐν συνει-
2071δήσει, ὅτι εἰς κανὲν δὲν ἠδυνήθην νὰ εὕρω, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευ-
2072σις ἔχει δίκαιον, καὶ δύνασθε νὰ τὸ ὁμολογήσητε καὶ σεῖς οἱ
2073ἀντιπολιτευόμενοι, ὅτι εἰς ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε μομφὰς ἡ
2074πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, τὴν ὁποίαν ὀφείλετε νὰ σεβασθῆτε,
2075σᾶς εἶπε πάντοτε, ὅτι ἔχετε ἄδικον.
2076Ἦλθε, Κύριοι, ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἐκεῖ ἦτο
2077τὸ ζήτημα τὸ μέγα τῆς ἐπικρίσεως τῆς γενικῆς πολιτικῆς τοῦ
2078ὑπουργείου· ἐξεφέρατε λόγους, ἐξεθέσατε λίαν εὐγλώττως, ἐπιστη-
2079μονικῶς ὅλα ὅσα ἠδύνασθε νὰ εἴπητε κατ’ αὐτοῦ, δὲν ἠδυνήθητε νὰ
2080μετατρέψητε τὴν πλειονοψηφίαν, εἴπατε τὴν Κυβέρνησιν δολίαν,
2081ἀνίκανον, καταχραστὴν, περιωρίσθητε ὅμως μέχρι λόγων. Καὶ
2082ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον δεικνύει, ὅτι ἡ Βουλὴ
2083ἔδωκε τὴν ἐμπιστοσύνην της εἰς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν. Ὅτι μό-
2084νον μᾶς φαίνεται παράξενον, εἶναι τοῦτο· πολλοὶ ἐξ ἐκείνων,
2085οἱ ὁποῖοι εἰς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἦσαν ὑπὲρ
2086τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς, σήμερον κατατάττονται εἰς τὴν ἀντι-
2087πολίτευσιν. Ἐρωτῶ τοὺς Κυρίους αὐτοὺς, ποίαν μεταβολὴν ἔλα-
2088βον τὰ πράγματα μέχρι σήμερον; πῶς αἱ πεποιθήσεις των με-
2089τεβλήθησαν, ὥστε νὰ εἴπωσι σήμερον, ὅτι ἔχασε τὴν ἐμπιστο-
2090σύνην ἡ Κυβέρνησις, ψηφίζουσι κατ’ αὐτῆς καὶ τὴν προσκαλοῦσι
2091ν’ ἀφήσῃ τὰ χαρτοφυλάκια; Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἂς μὲ συγχω-
2092ρήσῃ ὁ ἔντιμος Κύριος Κουρῆς νὰ ἀποτανθῶ πρὸς αὐτὸν, εἰς τὴν
2093ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ἦτο μέλος τῆς πενταμελοῦς
2094ἐπιτροπῆς τῆς πλειονοψηφίας, ἡ ὁποία συνέταξε τὸ σχέδιον τῆς
2095ἀπαντήσεως, καὶ εἰς αὐτὴν εἴμεθα κατὰ πάντα σύμφωνοι, ὅτι ἡ
2096Κυβέρνησις δὲν παρεξέκλινε τοῦ καθήκοντός της· καὶ ἤμεθα
2097κατὰ πάντα σύμφωνοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν παρεβίασε τὸ Σύν-
2098ταγμα, ὅτι διεξήγαγεν ἐλευθέρως τὰς ἐκλογὰς, ὅτι ἐὰν προῆλ-
2099θεν εἰς τὴν ἔκδοσιν διαταγμάτων, τοῦτο προῆλθεν ἀπὸ ἀναπό-
2100δραστον ἀνάγκην, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει καὶ καθῆκον καὶ ἀπο-
2101στολὴν νὰ φέρῃ νομοσχέδια περὶ βελτιώσεως τῆς διοικητικῆς,
2102δικαστικῆς καὶ οἰκονομικῆς νομοθεσίας, καὶ νὰ προνοήσῃ περὶ
2103ἀναπτύξεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Αὐτὰ ἐλέγομεν
2104μετὰ τοῦ Κ. Κουρῆ εἰς τὴν ἀπάντησιν ἡμῶν εἰς τὸν Βασιλι-
2105κὸν λόγον, τὴν Κυβέρνησιν παρηκολουθήσαμεν ἔκτοτε. Τὴν κα-
2106τηγόρησαν διὰ τὴν παῦσιν ἑνὸς ἢ δύω δημάρχων, διὰ τὴν τι-
2107μωρίαν ἑνὸς ἢ τριῶν ἀξιωματικῶν, διὰ μυρία τόσα μηδαμινὰ
2108πράγματα καὶ ποτὲ δὲν ἠδυνήθησαν νὰ ἀποδείξωσι καὶ ἀπο-
2109δώσωσι μίαν κατηγορίαν σοβαρὰν ἀποδεδειγμένην, ἐστηριγμέ-
2110νην εἰς τοὺς νόμους, διὰ νὰ φέρουν καὶ ἐμὲ εἰς θέσιν νὰ δώσω
2111τὴν ψῆφόν μου ἐναντίον τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ πρὸ δύω ἡμε-
2112ρῶν, Κύριοι, ἀκόμη μοὶ φαίνεται, ὅτι διελύθη ἡ συνεδρίασις μὲ
2113ἓν ἕτερον ζήτημα ἐμπιστοσύνης, τὸ πηγάζον ἐκ τῆς πράξεως
2114τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν. Ἤκουσα τότε μεγάλας λέ-
2115ξεις, προσβολὰς, ὕβρεις κατὰ προσώπων σεβαστῶν, ν’ ἀποκα-
2116λῆται ὡς ἀνάξιος ὁ νέος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν χωρὶς νὰ
2117σεβασθοῦν οὔτε τὴν ἡλικίαν του, οὔτε τὰ δικαιώματά του, οὔτε
2118τὴν εἰλικρίνειάν του· καὶ ποῦ κατέληξαν; εἰς τὸ νὰ ὁμολογή-
2119σουν, ὅτι ἀδίκως κατέτριψαν τὸν καιρὸν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τρεῖς ἡ-
2120μέρας, διότι αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀπεσύρθησαν λέγοντες νὰ μεταβῶ-
2121σιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
2122Μέχρι λοιπὸν πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἡ Κυβέρνησις ἔχαιρε τῆς ἐμ-
2123πιστοσύνης μας, καὶ σήμερον ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὁ ἐν τῇ πρω-
2124τευούσῃ, ὁ τῶν ἐπαρχιῶν, ὅστις ἀντεπιστέλλει διὰ τηλεγραφη-
2125μάτων, τὸ ἀκροατήριον, τὸ πᾶν εὑρίσκεται εἰς ὀργασμὸν πε-
2126ριμένων ὥρᾳ τῇ ὥρᾳ τὴν πτῶσιν τῆς Κυβερνήσεως αὐτῆς· διότι
2127διεδόθη ἀπὸ τοὺς ἔχοντας συμφέρον, ὅτι ἐσχηματίσθη πλειονο-
2128ψηφία, ὅτι ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ πρέπει ν’ ἀλλάξῃ καὶ ἑπομένως
2129αὐτὸ ἐπιδιώκοντες θέλουν μᾶς κρατήσει ἴσως μέχρι τοῦ μεσο-
2130νυκτίου, ἴσως μέχρι τῆς πρωΐας, διατί; πρόκειται περὶ κινδύ-
2131νου τῆς πατρίδος; ἦλθε στόλος ἐχθροῦ εἰς τοὺς λιμένας μας;
2132μᾶς καταδιώκουν λησταί; οὐδὲν τὸ σοβαρὸν καὶ κατεπεῖγον,
2133ἀλλ’ ὅλος ὁ ἀγὼν περιστρέφεται εἰς τὸ νὰ ῥίψωμεν τὴν Κυ-
2134βέρνησιν αὐτήν· καὶ τοῦτο μὲν δὲν εἶναι δύσκολον ἢ πρωτοφα-
2135νές· ἀλλ’ ὅσοι μέχρι τῆς χθὲς εἴχομεν ἐκφράσει τὴν ἐμπιστοσύ-
2136νην μας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, σήμερον καταψηφίζοντες αὐτὴν,
2137ποῖον λόγον θέλομεν δώσει εἰς τὴν συνείδησίν μας;
2138§65ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶμαι καὶ ἐγὼ καὶ ὁ ἀπολογηθεὶς ἤδη.
2139§66ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ποῖα νέα γεγονότα παρουσιάσθησαν εἰς τὸ ὀλι-
2140γοήμερον αὐτὸ διάστημα, ὥστε νὰ μᾶς φέρωσιν εἰς θέσιν νὰ κατα-
2141κρίνωμεν καὶ νὰ καταδικάσωμεν τὴν Κυβέρνησίν μας; Κύριοι,
2142συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ τριήμερος αὕτη συζήτη-
2143σις, κατὰ τὴν κρίσιν μου, δικαιολογεῖ τὸν ὑπουργὸν ἐκεῖνον,
2144ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ κατάστασις τῆς πατρίδος ἀπαιτεῖ ἡρωϊκὰ
2145φάρμακα, καὶ ὅτι διστάζει νὰ σᾶς παρουσιάσῃ αὐτὰ καὶ ἀπόδει-
2146ξις εἶναι ὅτι ἤρχισε τὸ ὑπουργεῖον ὄχι ἀπὸ φάρμακα ἀλλὰ ἀπὸ
2147τὰς ἀπαρχὰς αὐτῶν τῶν φαρμάκων, καὶ ἀμέσως τῷ λέγομεν
2148εἶσαι ἀνάξιον τῆς ἐμπιστοσύνης μας. Ἑπομένως ὅταν ἡ ἀντι-
2149πολίτευσις τότε ἐζήτει λόγον ἀπὸ τὸν πρωθυπουργὸν, διότι δῆ-
2150θεν διὰ τῆς ἄντικρυ φράσεώς του προσβάλλει αὐτὴν, ἐνῷ αὐτὴ
2151εἶναι προθύμη νὰ συντελέσῃ εἰς τὰς οἰκονομίας καὶ εἰς τὰ ἄλ-
2152λα σωτήρια μέτρα, τὴν ἀπολογίαν τον πρωθυπουργοῦ τὴν εὑ-
2153ρίσκουν εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν, εἰς τὸ σημερινὸν θέμα·
2154δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παραπονεθῇ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ
2155τῆς Βουλῆς, ὅτι ἀφότου ἡ Βουλὴ ἦλθεν οὐδεμίαν ὑποστήριξιν
2156εὗρεν ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀλλὰ ἀντίδρασιν ἐπὶ παν-
2157τὸς βήματος.
2158§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Βουλευτὰ, νὰ μὲ συγχωρή-
2159σητε μίαν παρατήρησιν· ἐγὼ βέβαια δὲν ἐννοῶ νὰ φέρω κώλυμα
2160εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ὅμως σᾶς παρατηρῶ, ὅτι εἶναι
2161καιρὸς νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ προκείμενον ζήτημα.
2162§68ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Θὰ ὁμιλήσω ὅπως καὶ ὅσον θέλω δυνάμει
2163τοῦ κανονισμοῦ. Ὅταν, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις μᾶς ἐξέθεσεν ἐκ
2164τοῦ προχείρου τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους καὶ
2165μᾶς εἶπεν ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη μέτρων τινῶν, καὶ ὅταν προέβη
2166εἰς τὸ μέτρον τῆς ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων καὶ δανείου,
2167ἡ ἀντιπολίτευσις κατεψήφισε τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καὶ σήμε-
2168ρον ἔρχεται καὶ λέγει, ὅτι σᾶς ἐδώκαμεν καὶ ἔντοκα γραμμά-
2169τια καὶ δάνεια καὶ ὅλας τὰς εὐκολίας· τώρα πῶς ναυαγεῖτε;
2170Ἔχετε δίκαιον νὰ τὸ εἴπητε τοῦτο; Εἶναι κανεὶς ἐξ ἐκείνων,
2171οἱ ὁποῖοι κατεψήφισαν τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, ὅστις νὰ δύ-
2172ναται νὰ εἴπῃ σήμερον, ὅτι ἔδωκε τὴν συνδρομὴν αὐτοῦ εἰς
2173τὴν Κυβέρνησιν; Δὲν δύνασθε λοιπὸν νὰ εἰπῆτε εἰς τὴν Κυβέρ-
2174νησιν, ὅτι ἐξηντλήθη ἡ ὑπομονή σας· ὅτι τὴν συνετρέξατε ἀπὸ
2175τῆς ἐλεύσεώς σας μέχρι σήμερον, ὅτι τῆς ἐδώκατε ὅλα τὰ μέσα,
2176ἀλλ’ ὅτι ἐστάθη ἀναξία, καὶ διὰ τοῦτο τῆς ἀφαιρεῖτε τὴν ἐμ-
2177πιστοσύνην σας. Θὰ εἴχετε δίκαιον, ἂν εἰς ὅσα σᾶς ἐζήτησεν ἡ
2178Κυβέρνησις, ἠθέλατε μὲν ἀμφισβητήσει τὴν ὀρθότητα αὐτῶν
2179καὶ συζητήσει, ἠθέλατε ὅμως εἰπεῖ, ὅτι χάριν τοῦ ἔθνους σᾶς
2180χορηγοῦμεν αὐτὰ τὰ μέτρα, σεῖς ὅμως πάντοτε τὰ ἠρνήθητε.
2181§69ΤΙΝΕΣ. Τὰ ἐχορήγησεν ἡ Βουλή.
2182§70ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡ Βουλὴ λοιπὸν εἶπεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι
2183χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην της, ὅτι εἶναι ἀξία τῆς θέσεως, τὴν
2184ὁποίαν κρατεῖ· καὶ πῶς τολμᾶτε σήμερον νὰ λέγετε εἰς αὐτὴν
2185ἄφετε τὰς ἕδρας σας; (ἀποδοκιμασία ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου, θό-
2186ρυβος δεξιόθεν.)
2187§71ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν τὸ δεχόμεθα, Κ. Πρόεδρε, οἱ ἀκροαταὶ
2188εὐγενῶς πρέπει νὰ στέκωνται εἰς τὰς θέσεις των.
2189§72ΠΕΡΡΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἔχετε κανονισμὸν, Κ. Πρόεδρε, καὶ
2190συμμορφωθῆτε μὲ αὐτόν. Διατάξατε τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροα-
2191τηρίου.
2192§73ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι τὸ βῆμα τοῦ παλαιοῦ καιροῦ, ὅτε ὁ
2193λαὸς οὗτος κατεδίκασεν εἰς θάνατον τὸν Δημοσθένην καὶ μετὰ
2194ταῦτα τοῦ ἔκαμεν ἀνδριάντα. Νὰ περιμείνουν ἔπειτα ἀπὸ δύω
2195μῆνας νὰ κρίνουν οἱ ἀκροαταί.
2196§74ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Συκοφαντεῖ τὸν λαὸν τῶν Ἀθηνῶν, Κ. Πρόεδρε,
2197διότι οὐδέποτε ὁ λαὸς τῶν Ἀθηνῶν κατεδίκασεν εἰς θάνατον
2198τὸν Δημοσθένην.
2199§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν θέλετε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις πρέπει
2200νὰ τηρήσητε ἄκραν σιωπήν.
2201§76ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
2202§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε τὸ ἀκροατήριον μὲ τὴν ἄκραν σιγὴν,
2203τὴν ὁποίαν τηρεῖ, μᾶς δίδει τὸ παράδειγμα.
2204§78ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα, πολὺ καλά.
2205§79ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ Κ. Πρόεδρος μᾶς ἐξέ-
2206φρασε μίαν ἀλήθειαν. Σᾶς εὐχαριστῶ, Κ. Πρόεδρε, ἐξαίρετα!
2207§80ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ἔθνος, Κύριοι, δὲν συνίσταται εἰς τὰ ἀκροα-
2208τήρια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μᾶς περιστοιχοῦν, ἀλλ’ εἰς σᾶς, καὶ κα-
2209τόπιν εἰς τὸν φορολογούμενον καὶ κτηματίαν καὶ ἔμπορον λαόν·
2210ὅταν λοιπὸν ὁμιλῶ, περιφρονῶ πάντα ὅστις θελήσῃ διὰ μέσων
2211ἀνηθίκων νὰ μὲ διακόψῃ. Τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον· καθὼς οἱ
2212κύριοι ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐκφέρουν ἐλευθέρως τὰς
2213ἰδέας των, τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ ἔχητε ὑπομονὴν ν’ ἀκού-
2214σητε καὶ ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν τὰς πεποιθήσεις μας, καὶ θὰ νικήσῃ
2215ὁ ἔχων τὸ δίκαιον, καὶ ὄχι οἱ συρίζοντες ἢ οἱ χειροκροτοῦντες.
2216Δὲν ἠθέλησα, Κύριοι, ποτὲ νὰ δώσω ἀκρόασιν εἰς τὰς συκοφαν-
2217τίας, καὶ χρεωστῶ νὰ μνημονεύσω, ὅτι εὑρέθη τις τῶν Κυρίων
2218βουλευτῶν νὰ κάμῃ πρότασιν νὰ μὴ δύνανται οἱ βουλευταὶ καὶ
2219δικηγόροι νὰ ὑπερασπίζωνται ὑποθέσεις τοῦ Δημοσίου, νομίσαν-
2220τες καὶ γράψαντες εἰς τὰς ἐφημερίδας, ὅτι ἐγὼ ἀγορεύω ὑπὲρ
2221τῆς Κυβερνήσεως, διότι εἶμαι δικηγόρος τοῦ Δημοσίου. Περιε-
2222φρόνησα, Κύριοι, αὐτὰς τὰς προτάσεις ὡς ψευδεῖς καὶ προκαλῶ
2223πάντα, ὅστις ἔχει τὴν τόλμην νὰ μοὶ ἀποδείξῃ ἐὰν ἐγὼ ὡς δι-
2224κηγόρος ἐδέχθην ποτὲ καὶ ὑπερησπίσθην ὑπόθεσιν τοῦ δημοσίου.
2225Ποτὲ δὲν ἐπώλησα τὴν ψῆφόν μου, ποτὲ δὲν ἐκολάκευσα τοὺς
2226κυβερνῶντας· ἐκφράζω τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ χρεωστῶ νὰ
2227δώσω λόγον μόνον εἰς τοὺς ἐντολεῖς μου καὶ εἰς τὸν Θεόν.
2228Λοιπὸν, Κύριοι, ὅταν λέγητε, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔδωκε τὰ μέσα
2229εἰς τὸ ὑπουργεῖον, τὰ ὁποῖα ἐζήτησε πρὸς ἐξοικονόμησιν τῶν
2230ἀναγκῶν τοῦ ἔθνους, πῶς δὲν παραδέχεσθε καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ μέ-
2231χρι τῆς προχθὲς εἶχε πρὸς αὐτὸ τὴν ἐμπιστοσύνην της; πρέπει
2232λοιπὸν νὰ ἤμεθα συνεπεῖς καὶ νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἀπὸ τῆς
2233τελευταίας συνεδριάσεως ἐμεσολάβησαν γεγονότα τὰ ὁποῖα μᾶς
2234παρουσιάζουν τοὺς κυβερνῶντας ὡς προδότας καὶ τότε μάλιστα,
2235πρέπει ν’ ἀφαιρέσωμεν τὴν ἐμπιστοσύνην ἀπ’ αὐτούς. Ποῦ εὑ-
2236ρισκόμεθα, Κύριοι, σήμερον; Ὑπ’ ὄψιν μας κεῖται ἓν νομοσχέ-
2237διον περὶ μέσων ἀπαιτουμένων διὰ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ Κρά-
2238τους· ἀντικείμενον αὐτοῦ εἶναι ἓν ἐξ ἐκείνων, διὰ τὰ ὁποῖα εἰς
2239τὸν Βασιλικὸν λόγον ἐξεφράσαμεν τὴν εὐχήν μας, ὅτι ὀφείλει
2240νὰ προνοήσῃ ἡ Κυβέρνησις, νὰ εἰσάξῃ νομοσχέδιον περὶ ἀπαι-
2241τήσεως καὶ τελειοποιήσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Καὶ
2242ὅταν λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις, ἐκπληροῦσα τὴν ἐντολὴν τῶν ἀντι-
2243προσώπων τοῦ ἔθνους, ἐπαρουσίασε τὸ νομοσχέδιον, ἀμέσως
2244τῆς λέγομεν, ὅτι εἶναι μεμπτέα. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις ἐλευθέρως
2245σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ἡ οἰκονομική μας κατάστασις εὐάρεστος,
2246καὶ ὅταν δὲν τὸ εἶπε μόνη ἡ Κυβέρνησις ἀλλὰ τὸ λέγετε, ὅταν
2247σεῖς ἀναβαινοκαταβαίνετε τὸ βῆμα, κραυγάζοντες, ὅτι ἡ Κυ-
2248βέρνησις εὑρίσκεται εἰς χρεωκοπίαν, ποῖα μέτρα σωτηρίας προ-
2249τείνετε; καὶ ὅταν ἡ Κυβέρνησις λέγῃ, ὅτι ἔχει ἓν σύστημα
2250οἰκονομικὸν διὰ τοῦ ὁποίου ἐλπίζει καὶ προσπαθεῖ νὰ σώσῃ τὴν
2251πατρίδα ἀπὸ τὸ ναυάγιον, πῶς σεῖς τὴν ἀποκαλεῖτε δολίαν καὶ
2252θέλουσαν νὰ σᾶς ἐξαπατήσῃ καὶ ἁρπάσῃ τὴν ψῆφόν σας χωρὶς
2253νὰ εἴπῃ περὶ τίνος πρόκειται; Μοὶ φαίνεται, ὅτι καθαρωτέρα
2254γλῶσσα δὲν δύναται νὰ ὑπάρχῃ, παρὰ ἐκείνη, ἥτις σᾶς λέγει,
2255ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην αὐτῶν τῶν μέσων διὰ νὰ θεραπεύσωμεν
2256τὰς ἀνάγκας μας. Ἐδῶ εἶναι τὸ στάδιον τοῦ πατριωτισμοῦ
2257καὶ τῆς δόξης. Περιμένω τὴν ἀντιπολίτευσιν νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι
2258πλανᾶται ἡ Κυβέρνησις, νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ἄλλα εἶναι τὰ μέτρα
2259διὰ τῶν ὁποίων κυβερνᾶται ἡ Πατρίς· διότι ὅταν τὰ ἔθνη κιν-
2260δυνεύουν καὶ εὑρίσκωνται εἰς οἰκονομικὴν κρίσιν, τότε ἡ συζή-
2261τησις δὲν πρέπει νὰ περιστρέφεται ποία θὰ ᾖναι ἡ Κυβέρνησις,
2262ἀλλὰ πῶς νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα, καὶ χρεωστεῖ ἕκαστος εἰς
2263τοῦτο τὴν συνδρομήν του, καὶ ὄχι νὰ προσπαθῶμεν νὰ ὑπο-
2264σκελίσωμεν τὸν ἕνα διὰ νὰ ἀναβῶμεν εἰς τὴν θέσιν του. Λοιπὸν
2265τὸ καθῆκόν μας εἶναι νὰ ἐξάξωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπὸ τὴν
2266πλάνην της καὶ νὰ τῇ εἴπωμεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ
2267ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβῃς. Καὶ μεταξὺ τῶν ῥητόρων τῶν εὐγλώτ-
2268των, τῶν ποιητῶν, τῶν ἐνθουσιαστῶν, τοὺς ὁποίους ἤκουσα, μό-
2269νος ὁ Κ. Ἰακωβάτος μοὶ ἐφάνη, ὅτι ἀκολουθεῖ τὸ σύστημα, τὸ
2270ὁποῖον ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἀκολουθήσω. Ζητεῖτε, λέγει, φόρους,
2271οἰκονομίας κλπ. ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐσφαλμένα· ἐγὼ ἔχω ἓν σχέ-
2272διον διὰ τοῦ ὁποίου ὅλοι οἱ φόροι οἱ ἄμεσοι καταργοῦνται, ἡ
2273ὑπηρεσία δὲν βλάπτεται καὶ τὸ ἔθνος διοικεῖται. Ἰδοὺ, Κύριοι,
2274ἄνθρωπος, ἐμελέτησε καὶ ἐσκέφθη, ὅστις δὲν κρύπτει τὸ τά-
2275λαντον, δὲν δεικνύει, ὅτι θέλει νὰ ἀποκλείσῃ πρόσωπα, ἀλλ’ ὅτι
2276ἐντὸς τῆς κρίσεώς του καὶ τῶν αἰσθημάτων του ἔχει ἓν σύ-
2277στημα. Ἤμην, Κύριοι, ἕτοιμος τὸν συνάδελφόν μας αὐτὸν νὰ
2278τὸν ἀνακηρύξω σωτῆρα τοῦ ἔθνους καὶ νὰ προτείνω νὰ τὸν
2279κάμωμεν ὑπουργὸν, νὰ τοῦ στήσωμεν ἀνδριάντα, ὅταν δυστυ-
2280χῶς τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐγέννησεν ἡ ὁμιλία του, τὴν
2281κατέστρεψεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, καὶ μολαταῦτα πά-
2282λιν τιμῶ τὸν ἄνδρα, διότι ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του. Ποῖος
2283ἄλλος εἰς τὴν κατηγορίαν τῆς Κυβερνήσεως ὑπέδειξεν ἓν σύ-
2284στημα οἰκονομολογικόν; ἓν ἕτερον μέτρον σωτηρίας; ὅλοι πε-
2285ριωρίσθησαν εἰς κατηγορίας, εἰς μομφὰς ἀορίστους· ἤκουσα σπα-
2286τάλην, ἔλλειψιν δημοσίας τάξεως, καταχρήσεις. Καὶ πῶς, ἂν
2287ὑπῆρχον ὅλα αὐτὰ, δὲν φέρετε μίαν κατηγορίαν ὡρισμένην, ἀ-
2288ποδεδειγμένην, ὥστε ὄχι μόνον νὰ ῥίψωμεν αὐτὴν τὴν Κυβέρνη-
2289σιν, ἀλλὰ καὶ νὰ τὴν παραπέμψωμεν εἰς τὰ δικαστήρια; τὸ
2290νὰ λέγωμεν, ὅτι ἔκαμε σπατάλην εἶναι μία λέξις, ὅτι ἔφερεν ἀ-
2291νωμαλίας, ὅτι ἔκαμεν ἁρπαγὰς, εἶναι μὲν ὕβρις, δὲν εἶναι μία
2292πρᾶξις ῥητὴ, ἀποδεδειγμένη· καὶ ὅταν πρόκηται περὶ Κυβερνή-
2293σεως, αἱ κατ’ αὐτῆς αἰτιάσεις πρέπει νὰ ᾖναι εὐπρεπεῖς καὶ
2294πραγματικαὶ, καὶ νὰ μὴν ἔχουν τὸν τόπον ἀοριστίας, ὕβρεως,
2295ἢ συκοφαντίας· θὰ ἔλθητε καὶ σεῖς κατόπιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν,
2296ἀλλ’ ἐγὼ ὅσον ἀντιπολιτευόμενος καὶ ἂν γείνω, δὲν θέλω
2297εἴπει ποτὲ εἰς τοὺς Κυβερνῶντας τὴν πατρίδα, ὅτι εἶναι ἅρ-
2298παγες καταχρασταί.
2299§81Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι ὕβρεις αὐτά;
2300§82ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Σεῖς εἴπατε, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἶναι παγη-
2301δευτικὸν καὶ ἀπατηλόν· μία Κυβέρνησις, ἥτις κατηγορεῖται ψευ-
2302δῶς, ὅτι φέρει νομοσχέδια ἀπατηλὰ εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν προσβάλ-
2303λεται, δὲν ἐξυβρίζεται; Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ ἐπικρίνεται ἡ Κυ-
2304βέρνησις καὶ θὰ τὴν προσβάλω καὶ ἐγὼ, ἅμα τὴν εὕρω εἰς τὰ
2305πράγματα σφάλλουσαν· ἂν μοῦ δείξητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις περιώ-
2306ρισε τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, τὸν τύπον, ὅτι κατεπάτησε τὴν
2307ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου, ὅτι ἐνήργησεν ἐκλογὰς δι’ ἐπεμβάσεων
2308παρανόμων, ὅτι κατεχράσθη τὸν δημόσιον πλοῦτον, τότε βε-
2309βαίως δὲν δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ μὴ καταψηφίσω κατ’ αὐτῆς·
2310ὅταν ὅμως μοῦ λέγετε, ὅτι ἔκαμε σπατάλην, ὅτι ἔκαμε κατα-
2311χρήσεις καὶ παραχρήσεις, χωρὶς νὰ τὰς ὁρίζετε, ὅταν εἰς τὸ
2312στάδιον, εἰς τὸ ὁποῖον τὴν ἐπροσκαλέσατε, τῶν ὡρισμένων δῆθεν
2313παρανομιῶν, ἠθωώθη καὶ ἔλαχε τὴν πλειονοψηφίαν, τότε, νο-
2314μίζω, δὲν δύνασθε ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου νὰ ῥίψητε
2315ἐπὶ τῆς ῥάχεώς της ὅλας αὐτὰς τὰς αἰτιάσεις, καὶ νὰ θελήσητε
2316νὰ τὴν προτρέψητε, νὰ τὴν ἀπειλήσητε, νὰ ἀφήσῃ τὰς ἕδρας τῆς
2317Κυβερνήσεως, λέγοντες, ὅτι ὑπάρχει ὀργασμὸς κινδύνου. Τὰ
2318ὑπουργεῖα πίπτουν, ὅταν ἡ πλειονοψηφία τῶν νομοθετικῶν Σωμά-
2319των τὰ ἐγκαταλείψῃ. Ἀποδείξατε, ὅτι δὲν ἔχουν πλειονοψηφίαν
2320καὶ θέλουν τὴν ἐγκαταλείψει, ἀποδείξατε, ὅτι δὲν χαίρουν
2321τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, καὶ τότε βεβαίως δὲν δύνανται
2322νὰ σταθοῦν εἰς τὰς ἕδρας των. Λέγοντες ὅμως, ὅτι ὑπάρχει κίν-
2323δυνος, ὀργασμὸς, ὅτι ὑπάρχουν φόβοι, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ
2324παραιτηθοῦν, ἔχουν δίκαιον νὰ σᾶς εἴπουν ὅ,τι εἶπεν ὁ Κύριος
2325Βράϊλας, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχουν τοιοῦτοι φόβοι, δὲν εἶναι ἔντιμον νὰ
2326ἐγκαταλείψουν τὸ σκάφος τῆς πολιτείας εἰς τὴν ἀπώλειαν, ἀλλὰ
2327θέλουν κρατήσει τὸ πηδάλιον ἑωσοῦ τὸ ἔθνος τοὺς ἐμπιστεύεται,
2328θέλουσι δὲ τὸ παραδώσει εἰς τὸν ἱκανώτερον, ὅταν τὸ ἔθνος τοὺς
2329ἀναδείξῃ ἱκανωτέρους καὶ τοὺς προσκαλέσῃ εἰς τοῦτο.
2330Λοιπὸν, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον μᾶς ὑπε-
2331βλήθη, ἦτο, σᾶς παρακαλῶ, τὸ στάδιον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἔπρεπε
2332νὰ γείνῃ ἡ προκειμένη πάλη ἐκ μέρους σοφῆς, συνετῆς καὶ πα-
2333τριωτικῆς ἀντιπολιτεύσεως; δὲν εἴχετε ὑπομονὴν νὰ ἔλθουν
2334νομοσχέδια ἔτι μᾶλλον ἐπισφαλῆ, καθὼς ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι τὸ
2335περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως καὶ ν’ ἀνοίξητε αὐτὴν τὴν πάλην;
2336(ψιθυρισμοὶ ἀριστερόθεν). Ναὶ, ἐκφράζω τὴν κρίσιν μου, καὶ
2337δὲν ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούω ψυθιρισμοὺς καὶ διὰ τοῦτο ἐκφράζω τὰ
2338παράπονά μου εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, καὶ τὸ λέγω, ὅτι δὲν
2339ἐξέλεξε καλὸν σημεῖον καὶ στάδιον. Τί σᾶς λέγουν, Κύριοι,
2340προκειμένου περὶ τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου; τὸ νομο-
2341σχέδιον αὐτὸ εἶναι παγιδευτικόν· καὶ εἶσθε σεῖς ἐκεῖνοι, τοὺς
2342ὁποίους ἠμπορεῖ νὰ παγιδεύσῃ κανείς; τοσοῦτοι ῥήτορες, τόσοι
2343πεπειραμένοι πολιτικοί, δύνασθε νὰ παγιδευθῆτε ἀπὸ 5 ἄτομα
2344ἀπὸ 5 ἀνθρώπους, δύω ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον καὶ ἕνα γέροντα,
2345ἄπαγε! Ἀλλ’ ὁ Κ. Ζῶτος λέγει, ὅτι τὸ ὡμολόγησεν ὁ Κύριος
2346Κεχαγιᾶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπιβάλλῃ
2347νέον φόρον. Παρεξηγεῖτε, Κύριοι, τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, καὶ ἀδι-
2348κεῖτε τὴν Κυβέρνησιν, διότι ἡ Κυβέρνησις σᾶς λέγει, ὅτι θὰ
2349ἐπιβάλλῃ νέους φόρους καὶ ἔχει καὶ νομοσχέδια τοιαῦτα, π. χ.
2350τὸν νόμον περὶ χαρτοσήμου καὶ ἄλλους. Τὸ προκείμενον ὅμως
2351νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἐπιβάλλον νέον
2352φόρον.
2353Κύριοι, ἔχω μίαν ἐναντίαν ἀρχὴν πολλῶν ἐξ ὑμῶν. Ἐγὼ
2354φρονῶ, ὅτι οἱ λαοὶ δὲν δυστυχοῦν, ὅταν πληρώνουν πολλοὺς
2355φόρους, καὶ ἔχω τὴν ἀπόδειξιν· ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μέχρι τοῦ
23561863 ἐπλήρωνεν 9–10% ἔγγειον φόρον, καὶ ὁ λαὸς
2357αὐτὸς εὐδαιμόνει καὶ δὲν εὑρίσκετο εἰς αὐτὴν τὴν ὀδυνηρὰν κα-
2358τάστασιν, εἰς ἣν τὸν περιγράφετε, ὅτι εὑρίσκεται σήμερον.
2359Ἠλαττώθη ὁ φόρος εἰς 5%, καὶ ὁ λαὸς πεινᾷ καὶ ὁ λαὸς
2360ὡς λέγετε, δυστυχεῖ, καὶ ὁ λαὸς σπαράττει. Διὰ ποῖον λόγον,
2361ἀφοῦ ἠλαττώθη ὁ φόρος ἀπὸ τὰ 9%, εἰς 5, δὲν ηὐτύ-
2362χησεν ὁ λαός; καὶ ὅταν ὁ λαὸς δὲν δυστυχῇ, διότι πληρόνει
23639 καὶ ὄχι 5, διότι θὰ πληρώσῃ 6 καὶ ὄχι 5, θέλει δυστυχήσει
2364διὰ τοῦτο; τότε πρὸς τί θέλετε τὸν λαὸν αὐτὸν, ὡς θῦμα αὐτῆς
2365τῆς νέας νομοθεσίας, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ εἰσάξῃ τὸ ὑπουργεῖον,
2366καὶ δὲν καταφεύγετε εἰς ἄλλα ἐπιχειρήματα, διὰ νὰ ἀποδείξητε,
2367ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου δὲν δύναται νὰ εὐτυχήσῃ ὁ λαός;
2368Ἐγὼ ἐφρόνησα πάντοτε καὶ πρὶν γείνω βουλευτὴς καὶ τώρα ὅ-
2369που εἶμαι βουλευτὴς, ὅτι ἐὰν τὸ 4%, τὸ ὁποῖον ἀφῃ-
2370ρέθη ἀπὸ τὴν γεωργίαν ὁλόκληρον εἰσεπράττετο, κατηναλίσκετο
2371ἀποκλειστικῶς εἰς τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, καὶ εἰς γεωργι-
2372κὰς τραπέζας, ὁ λαὸς ἤθελεν ἀνακουφισθῆ, διότι τὴν φορολογίαν
2373αὐτὴν ἐπὶ αἰῶνας ὁλοκλήρους ἀπὸ τῆς τουρκοκρατίας ἐπλήρο-
2374νεν ὁ λαὸς καὶ δὲν ἐγόγγυζε, γογγύζει ὅμως ὁ λαὸς διατί δὲν
2375δύναται νὰ μεταφέρῃ τὰ προϊόντα του ἀπὸ ἓν μέρος εἰς ἄλλο,
2376καὶ καλλίτερον ἔχει νὰ πληρώσῃ τὸν ἴδιον φόρον, ἀλλὰ νὰ ἔχῃ
2377συγκοινωνίαν. Ὁ λαὸς, Κύριοι, εὐκολώτερον, ἀνετώτερον πλη-
2378ρόνει 10%, εἰς τὸ ἁλῶνί του, ἀλλὰ θέλει νὰ ἔχῃ μίαν
2379γεωργικὴν τράπεζαν, διὰ νὰ δύναται, ὅταν ἔχῃ ἀνάγκην 100
2380δραχμῶν δι’ ἕνα βοῦν νὰ τὰς πάρῃ μὲ 5%, καὶ ὄχι μὲ
238115 καὶ 20. Ἐὰν λοιπὸν ὁ φόρος αὐτὸς εἰσεπράττετο καὶ ἐχρη-
2382σίμευε διὰ τὴν συγκοινωνίαν, διὰ τὴν σύστασιν γεωργικῆς τρα-
2383πέζης, τότε ἠθέλατε προνοήσει καλλίτερον περὶ τῶν συμφερόν-
2384των τοῦ λαοῦ παρὰ διὰ τῆς ἀποκοπῆς τοῦ 4%· εἶπον
2385ὅμως, Κύριοι, ὅτι διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὅσον θέλετε νὰ
2386ἐπιμείνητε, δὲν δύνασθε νὰ πείσητε, ὅτι πρόκειται κυρίως καὶ
2387οὐσιωδῶς περὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου εἰς τὸν λαόν. Διὰ τοῦ νο-
2388μοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ἀρχίσωμεν ἀναγι-
2389νώσκοντες ἀπὸ τὸ ἄρθρον 2 καὶ 3, ὡς ἔκαμεν ὁ Κ. ἀξιότιμος
2390Κουρῆς, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναγνώσωμεν καὶ τὸ ἄρθρον 1ον καὶ
2391ὅλα τὰ λοιπὰ, διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ καταργεῖται ῥητῶς
2392ἡ προσωπικὴ ἐργασία, ἡ ὁποία σᾶς ἀπεδείχθη δι’ ἀριθμῶν πόσον
2393ἄδικος καὶ καταθλιπτικὴ ἦτο διὰ τὸν λαὸν. Ἐδῶ μᾶς λέγουν,
2394Κύριοι, ὅτι ἡ προσωπικὴ αὕτη ἐργασία δὲν ἐφηρμόσθη, καὶ ἑπο-
2395μένως ὁ λαὸς δὲν τὴν ᾐσθάνθη. Δὲν εἶναι ἐπιχείρημα, Κύριοι, τὸ
2396τοιοῦτον, ἡ προσωπικὴ ἐργασία ἐφηρμόσθη ἐν μέρει, καὶ ὅπου
2397ἐφηρμόσθη, ὁ λαὸς ἐγόγγυσε, καὶ δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐφαρμοσθῇ, διότι
2398Τῳόντι ἤθελον γεννηθῆ περισσότεροι γογγυσμοί· λοιπὸν μία Κυ-
2399βέρνησις, ἔχουσα καθῆκον νὰ φροντίζῃ περὶ τοῦ λαοῦ, τοῦ λέ-
2400γει, σὲ ἀπαλλάττω ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἀγγαρίαν, ἡ ὁποία τόσον σὲ
2401δυσκολεύει, σὲ ὑποχρεόνω ὅμως νὰ πληρώνῃς 1% μόνον
2402καὶ αὐτὸ νὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν συντήρησιν, διὰ τὴν κατα-
2403σκευὴν ὁδῶν. Σᾶς ἐρωτῶ καὶ τὸν ἁπλούστερον γεωργὸν, ἐὰν ἐ-
2404ρωτήσητε περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, εἶναι ἀδύνατον νὰ σᾶς
2405εἴπῃ, ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ ἐλαφροτάτου φόρου θὰ πεινάσῃ, θὰ ἀπο-
2406θάνῃ, θὰ καταστραφῇ, εἶναι λόγοι, τοὺς ὁποίους λέγομεν χωρὶς
2407νὰ τοὺς πιστεύσωμεν. Δὲν πηγάζουν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ
2408λαοῦ, δὲν εἶναι ἀλήθεια, δὲν εἶναι πράγματα.
2409Τώρα, Κύριοι, ἐδῶ μᾶς προτάττετε τὸ στάδιον τῆς κατα-
2410χρήσεως. Θέλει, λέγουν πληρώσει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς αὐτὸν τὸν
2411φόρον, καὶ ἡ Κυβέρνησις θέλει τὸν μεταχειρισθῆ εἰς τὰς ἀνάγ-
2412κας της. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ὅταν ὁ Κ. Ζῶτος ἔλεγεν, ὅτι ὁ
2413Πρωθυπουργὸς ἁρπάζει ἀπ’ ἐδῶ, τραβᾷ ἀπ’ ἐκεῖ, συνάζει ἀπ’ ἐκεῖ, σᾶς
2414ἐρωτῶ τί ἐκφράσεις εἶναι αὐταί; ἁρπάζει τάχα ὁ Πρωθυπουργὸς
2415καὶ καταχρᾶται διὰ τὰς ἀτομικάς του ἀνάγκας αὐτὰ τὰ χρήμα-
2416τα, ἢ δανείζεται, συνάζει, προνοεῖ περὶ τῶν ἀναγκῶν τοῦ κράτους;
2417καὶ δὲν γνωρίζετε, κύριοι, καλλίτερον ἀπὸ ἐμὲ τὰς ἀνάγ-
2418κας τοῦ Κράτους; εἶναι μεγάλοι οἱ φόροι καὶ διαρπάζονται ἀπὸ
2419τοὺς ὑπουργοὺς, ὅταν, κύριοι, διὰ μόνον τὸν στρατὸν θέλωμεν
24207 ἢ 8 ἑκατομμύρια; ὅταν διὰ τοὺς ὑπαλλήλους θέλωμεν ἄλλα
2421τόσα; τί μᾶς περισσεύει πλέον ἀπὸ τὰ εἰσοδήματά μας, διὰ νὰ
2422προνοήσωμεν περὶ τῆς πληρωμῆς τῶν χρεῶν μας καὶ περὶ δημο-
2423σίων ἔργων; εἶναι δύω ἢ τρία κεφάλαια, τὰ ὁποῖα ἀποῤ-
2424ῥοφοῦν τὰ εἰσοδήματα τοῦ Κράτους, καὶ ὁ Κ. Κουρῆς, ὁ
2425ὁποῖος εὗρεν, ὅτι τὸ ἔθνος ἐσύναξε 450 ἑκατομμύρια καὶ δὲν
2426τὰ ἐδαπάνησεν εἰς τὰς ὁδοὺς, φαίνεται, ὅτι δὲν εὐηρεστήθη νὰ
2427ἴδῃ ποῦ ἐξωδεύθησαν αὐτά, διότι μέχρι τοῦ 58, ὅτε εἶναι
2428τὰ 400 ἑκατομμύρια, ὁ ἀπολογισμὸς ὑπάρχει, καὶ ἠμποροῦσε
2429πολὺ καλὰ νὰ ἰδῇ διὰ νὰ πεισθῇ, ὅτι αὐτὰ ἐδαπανῶντο,
2430δαπανῶνται καὶ θὰ δαπανῶνται πάντοτε διὰ τὰς ἀνάγκας
2431αὐτὰς τὰς ἀναποφεύκτους τῆς συντηρήσεως, τῆς αὐτονομίας τοῦ
2432Κράτους, καὶ ἂν ἡ οἰκονομικὴ ἀνέχεια ᾖναι μεγάλη, τοῦτο
2433προκύπτει, διότι ἔχομεν πολλὰς ἀνάγκας, στενὰ ὅρια, γῆν, ἡ
2434ὁποία δὲν εἶναι παντοῦ εὔφορος. Αὐταὶ εἶναι, κύριοι, αἱ
2435γενικαὶ ἀλήθειαι, τὰς ὁποίας, ἂν θελήσῃ τις ἐν συνειδήσει νὰ
2436ἐξετάσῃ, τὰς εὑρίσκει εὐκόλως. Λοιπὸν διατί λέγομεν, ὅτι ἡ
2437Κυβέρνησις θέλει νὰ μᾶς ἀπατήσῃ νὰ πάρῃ αὐτὸν τὸν φόρον;
2438Τάχα θὰ τὸν πάρῃ, διὰ νὰ πληρώσῃ τὰς ἀνάγκας της, τὰς ἀτο-
2439μικάς; τάχα ἐὰν ἐξ ἀνάγκης μετεχειρίσθη εἰς τὰς κατεπειγούσας
2440ἀνάγκας τοῦ Κράτους χρήματα διαθέσιμα, εἶναι ἁρπακτικὴ,
2441εἶναι δολία, εἶναι λῃστρικὴ ἡ Κυβέρνησις; Πῶς δυνάμεθα
2442λοιπὸν σήμερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ μᾶς
2443φωτίσῃ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην χρημάτων, καὶ δὲν τὸ λέγει καθα-
2444ρὰ, διότι μᾶς φοβεῖται; Τὸ ὑπουργεῖον, ἐπαναλαμβάνω, τὸ εἶπε
2445καθαρὰ, σᾶς εἶπεν, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον κατ’ ἐλάχι-
2446στον ὅρον ἀφορᾷ δημοσίαν πρόσοδον, καθόσον τοὐτέστιν ἡ Βουλὴ
2447ἐγκρίνῃ νὰ χρησιμεύσῃ ὁ φόρος ἐν μέρει καὶ εἰς τὴν πληρωμὴν
2448τῆς συμπεφωνημένης χορηγίας εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν,
2449ἐὰν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ Βουλὴ αὐτὸ τὸ ἄρθρον· καὶ τοῦτο ἀνάγε-
2450ται εἰς τὰ καθέκαστα. Δὲν εἶναι τῆς ἀρχῆς, τότε ὅλος ὁ
2451φόρος θὰ χρησιμεύσῃ διὰ τὴν συγκοινωνίαν καὶ δυνάμεθα νὰ εἴ-
2452πωμεν εἰς τοὺς Κυρίους ὑπουργοὺς, δὲν παραδεχόμεθα τὴν ἀρ-
2453χὴν, διότι θὰ καταχρασθῆτε τὰς εἰσπράξεις, καὶ δυνάμεθα νὰ
2454εἴπωμεν εἰς Ἕλληνας, εἰς συμπολίτας μας, ὅτι ἔρχονται ἐκ τῶν
2455προτέρων μὲ μίαν δύναμιν πονηρὰν καὶ οἰκοδομοῦν ἓν οἰκοδό-
2456μημα διὰ νὰ καταχρασθοῦν· καὶ δὲν ἔχομεν τὴν ὑπομονὴν, ἐὰν,
2457ὡς εἶπεν ἕνας ἔντιμος βουλευτὴς, ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, δέκα ἡμέ-
2458ρας μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν θ’ ἀρχίσῃ νὰ εἰσπράξῃ αὐτὸν τὸν φό-
2459ρον, καὶ νὰ τὸν καταχρασθῇ, δὲν ἔχομεν τὴν ὑπομονὴν νὰ τὸν
2460συλλάβωμεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ, νὰ τῷ εἴπωμεν σοῦ ἐδώκαμεν τὴν
2461ἄδειαν νὰ εἰσπράξῃς φόρον καὶ τὰ χρήματα νὰ τὰ καταθέσῃς
2462εἰς τὴν τράπεζαν, σὺ τὰ ἐσύναξες καὶ τὰ ἐξώδευσες· σὲ ἐγκα-
2463λοῦμεν, σὲ καταδικάζομεν.
2464§83ΤΙΝΕΣ. Ἀρκετά.
2465§84ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Αὐτοὶ εἶναι, κύριοι, οἱ λόγοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων
2466διαχωρίζων τὸ ζήτημα, ὅπως τὸ θέτουν τινὲς τῶν Κ. ῥητό-
2467ρων, τὸ ζήτημα τοὐτέστιν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις χαίρῃ τὴν ἐμπι-
2468στοσύνην τῆς Βουλῆς, διαχωρίζων αὐτὸ τὸ ζήτημα ὡς ἀλλό-
2469τριον τοῦ προκειμένου καὶ ὡς μὴ στηριζόμενον εἰς πράγματα,
2470εἰς ἀληθείας ἀπὸ τὸ ζήτημα τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, θέλω
2471δώσει ὑπὲρ αὐτοῦ τὴν ψῆφόν μου· ἐὰν δὲ εἰς τὰ καθέκαστα
2472ἀπαντήσω ἐπιβλαβῆ τινα διάταξιν, δὲν θὰ δυσκολευθῶ παντά-
2473πασι ν’ ἀκολουθήσω τὴν ὀρθοτέραν γνώμην.
2474§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, εἶναι 10 ἀκόμη ἐγγεγραμ-
2475μένοι.
2476§86ΤΙΝΕΣ. Αὔριον.
2477§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ διαλύσω τὴν συνεδρίασιν, εἰμὴ
2478συναινέσει τῆς Βουλῆς.
2479§88ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπόψε.
2480§89ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νὰ γίνῃ ψηφοφορία, ἐὰν θὰ ἀκολουθήσῃ ἡ συ-
2481ζήτησις σήμερον.
2482§90ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
2483§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμόν σας, τὴν φρό-
2484νησίν σας ν’ ἀναβάλωμεν ὡς αὔριον.
2485§92ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
2486§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἔχει τὸν λόγον.
2487§94ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, κατὰ τὸν κανονισμὸν ἔχω τὸ
2488δικαίωμα, ὅταν κάμνω πρότασιν, νὰ ζητήσω τὴν ἐπ’ αὐτῆς ψη-
2489φοφορίαν. Προτείνω, ὅτι ἐπειδὴ ἡ Βουλὴ συνήθως συζητεῖ μέχρι
2490τῆς 4 ἢ τὸ πολὺ μέχρι τῆς 5, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἤδη 6 ἡ ὥρα,
2491προτείνω ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς αὔριον.
2492§95ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· ἐμπρὸς νὰ τελειώσωμεν σήμερον.
2493§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργὸς καὶ ὑπουργ. τῶν Οἰ-
2494κονομικῶν). Εὐχαριστῶ, κύριοι, τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ
2495ὁποῖοι ἔδωκαν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τὴν μεγάλην
2496ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβε. Καὶ ἐὰν δὲν ἤθελον κάμει τοῦτο,
2497ἀποφασισμένος ἤμην νὰ τὸ κάμω ἐγώ· διότι τὸ νομοσχέδιον,
2498περὶ οὗ πρόκειται, ἀποτελεῖ μέρος συστήματος, τὸ ὁποῖον
2499σᾶς ὑπεβάλομεν, καὶ τὸ θέτομεν ὡς ζήτημα ἐμπιστοσύνης,
2500διότι διὰ τούτου προτιθέμεθα νὰ διοικήσωμεν. Δὲν θέλομεν νὰ
2501κολοβώσωμεν τὸ σύστημά μας· ὅθεν δὲν παραδεχόμεθα τὴν
2502ἀπόῤῥιψιν τοῦ μέρους. Εὐχαριστῶ λοιπὸν τοὺς κ. βουλευ-
2503τὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ δύο μῆνας ἦλθον καὶ πάλιν
2504νὰ ἐλέγξωσιν ὅλην τὴν διαγωγήν μας, ὅλην τὴν διαχείρη-
2505σίν μας. Ἦτον ἀναγκαῖον τοῦτο, ἵνα ἀποδειχθῇ ἔτι καὶ ἄλ-
2506λην μίαν φορὰν, ὅτι ἐνώπιον τῆς ἀληθείας αἱ συκοφαντίαι, τὰ
2507ψεύδη καὶ αἱ παραμορφώσεις δὲν εἰμποροῦν ν’ ἀνθέξωσιν. Ἡ συ-
2508ζήτησις φέρει τὸ φῶς. Ἀλλ’ ἐπιτρέψατε νὰ ἐκφράσω τὴν λύ-
2509πην μου, διατὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐνώπιον τοῦ σοβαροῦ τού-
2510του Σώματος, ἡ ἀντιπολίτευσις, θέλουσα νὰ ἐξετάσῃ, νὰ ἐπι-
2511κρίνῃ καὶ κατακρίνῃ τὴν Κυβέρνησιν, δὲν φέρει γεγονότα,
2512πράγματα καὶ συμβεβηκότα, ἀλλὰ κενοὺς λόγους καὶ ἐπα-
2513ναλήψεις τῶν λιβέλλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἄξιοι νὰ
2514ἐπαναλαμβάνωνται κατὰ τὰς ἀγυιὰς καὶ τὰς τριόδους. Δὲν
2515ὁμιλῶ περὶ τῶν ζωηρῶν ἐκείνων ποιητῶν βουλευτῶν, διότι
2516κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον εἶναι ἐξοχώτεροι ποιηταὶ, καθόσον
2517διὰ τῆς φαντασίας των δίδουσιν ὑπόστασιν καὶ ὀντότητα εἰς
2518τὰ ψεύδη καὶ εἰς τοὺς μύθους· δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν βου-
2519λευτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὰς περιπλανήσεις των εὑρίσκου-
2520σιν ἀνακούφισιν ἐνίοτε εἰς τὰ ζοφώδη ἄντρα τοῦ ᾅδου· ὁμι-
2521λῶ περὶ τῶν θετικῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι, ὡς τοιοῦτοι,
2522εἶχον τὸ θάῤῥος ν’ ἀποκαλέσωσιν ἀπὸ τοῦ βήματος τὴν Κυβέρ-
2523νησιν σπάταλον καὶ καταχρωμένην. Καὶ ὅμως οἱ ἔχοντες τὴν
2524τόλμην νὰ ἐκφέρωσι τὴν ὕβριν αὐτὴν, οὐδεμίαν πρᾶξιν, οὐδὲν
2525γεγονὸς ἠδυνήθησαν νὰ παρουσιάσωσι. Νομίζουσιν, ὅτι εἶναι
2526ἐπιτετραμμένον νὰ ἐκφέρωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τοιαῦ-
2527ται κατηγορίαι, τοιαῦται ὕβρεις, καὶ νὰ μὴ παρουσιάζηται οὐ-
2528δεμία ἀπόδειξις! Ἠξεύρετε πῶς ἀποκαλοῦνται οἱ ἄνθρωποι,
2529οἱ ὁποῖοι τοιουτοτρόπως προσφέρονται ἐναντίον Κυβερνήσεως
2530μάλιστα; Ἐγὼ δὲν τολμῶ νὰ τοὺς ἀπεκαλέσω μὲ τὸ ὄνομά των.
2531§97ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
2532§98ΖΩΤΟΣ. Καὶ ἐγώ.
2533§99ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ἀναβάλλομεν δι’ αὔριον;
2534§100ΠΟΛΛΟΙ ΔΕΞΙΟΘΕΝ (ἐκ τῆς συμπολιτεύσεως). Ὄχι, ὄχι!
2535§101ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἤκουσα, κύριοι, μετὰ λύπης καὶ ἀπο-
2536ρίας τὸν ἔντιμον κύριον Κουρῆν, λέγοντα ἀπὸ τοῦ βήματος
2537τούτου· «Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν δὲν εἶχον γεγονότα·
2538εὗρον τὰ πράγματα καὶ διὰ τοῦτο ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω δυ-
2539νάμει αὐτῶν τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος μας, τὴν τιμὴν αὐ-
2540τῆς.» Καὶ ποῖα εἶναι τὰ γεγονότα αὐτὰ, ἅτινα ἤδη ἀνεκά-
2541λυψεν ὁ κύριος Κουρῆς;— Ἓν χαρτὶ κίτρινον, ἐμπεριέχον ἀ-
2542ριθμούς τινας, οὐδεμίαν ἐπισημότητα φέρον, οὐδεμίαν ἰσχὺν
2543καὶ ἀπόδειξιν, καὶ οὐδεμίαν βεβαιότητα, ὅτι περιεῖχεν ἀλη-
2544θείας τινας· καὶ ὅμως ἠξεύρετε εἰς τί ἐχρησίμευσεν αὐτὸ τὸ
2545χαρτί;—Εἰς τὸ νὰ μεμφθῇ ὁ κύριος Κουρῆς ὅλας τὰς κυβερνή-
2546σεις τῆς πατρίδος μας ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τοῦδε. Καὶ ποῖα
2547εἶναι τὰ περγαμινὰ μεγαλειτέρας πολιτικῆς ἀρετῆς ἢ ἐναρε-
2548τωτέρου πολιτικοῦ βίου τοῦ κυρίου Κουρῆ, ὥστε νὰ ἔχῃ τὸ
2549θάῤῥος νὰ ἐξυβρίζῃ τοιουτοτρόπως ὅλην τὴν ἱστορίαν μας,
2550ὅλον τὸ παρελθόν μας; Κατ’ αὐτὸν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ
2551ὁποῖοι τὴν ζωὴν, τὴν ἡλικίαν, καὶ τὴν ὑγείαν των ἐθυσίασαν,
2552ἵνα ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα, ὅτε ἔπασχεν, ὅτε ἐστερεῖ-
2553το καὶ τῶν ἐλαχίστων μέσων, ἦσαν ἀνήκανοι, καταχρασταὶ,
2554ἀνεπιτήδειοι νὰ διευθύνωσι τὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος.
2555Καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι κατώρθωσαν νὰ συντηρήσωσι
2556τὸ κράτος καὶ νὰ θεραπεύσωσιν ὅλας τὰς ἀνάγκας του, νὰ ἀντα-
2557ποκριθῶσιν εἰς ὅλας τὰς ὑποχρεώσεις του, νὰ προετοιμάσωσι
2558τὸ μέλλον του μὲ δεκαπέντε ἑκατομμυρίων κατ’ ἔτος εἰσόδημα,
2559εἶναι ἄξιοι ἐπὶ τῇ βάσει ἑνὸς χαρτίου κιτρίνου νὰ ὑβρίζωνται
2560ἀπὸ σᾶς; Καὶ ποῖος εἶσθε σεῖς κύριε Κουρῆ;
2561§102ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Δὲν ἐγκατελείψαμεν τότε τὴν Ἑλλάδα.
2562§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ Ἑπτανήσου· ὁμιλῶ περὶ
2563τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἦλθον νὰ μᾶς ἐξελέγξωσι ἀπὸ
2564τοῦ βήματος τούτου· αὐτοὶ πρέπει νὰ ὑποφέρωσι τὴν ἀπάν-
2565τησίν μας· διότι τὸ βῆμα τοῦτο δὲν ἀνήκει εἰς τὴν ποίησιν,
2566ἀλλ’ εἰς τὴν πολιτικήν· καὶ πολιτικὴ θὰ εἰπῇ, ἀλήθεια, πράγ-
2567ματα, γεγονότα· καὶ δὲν ἐπιτρέπεται ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2568του ἡ ποίησις νὰ ὑβρίζῃ πρόσωπα καὶ νὰ προσβάλλῃ καὶ νὰ
2569συκοφαντῇ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῶν ἀνθρώπων, οἱ
2570ὁποῖοι ἔχουν τὴν τιμὴν νὰ διευθύνωσι τὸ σκάφος τῆς πολιτείας.
2571«Ἐλευθερία! πόσα κακὰ ἐπ’ ὀνόματί σου πράττονται!» εἶ-
2572πον ἄλλοτε. Λαέ! λέγω καὶ ἐγὼ σήμερον, πόσα κακὰ τελοῦ-
2573νται ἐν ὀνόματί σου! Δὲν ἠκούσατε; Ὁ λαὸς καὶ μόνος αὐτὸς
2574ὅλην τὴν μέριμναν, ὅλην τὴν ἀγάπην, ὅλον τὸ φίλτρον, ὅλην
2575τὴν ὑπεράσπισιν διήγειρε μερικῶν. Καὶ ἤλπιζον, ἀκούων ταῦ-
2576τα, ὅτι ἤθελον ἰδεῖ καὶ μεταξὺ ἡμῶν μίαν νέαν τετάρτην
2577Αὐγούστου, καθ’ ἣν οἱ ἀριστοκράται τῆς Γαλλίας χάριν τοῦ λαοῦ
2578προσήνεγκον εἰς τὸν βωμὸν τῆς πατρίδος τὰ προνόμιά των καὶ
2579τὰ ἀγαθά των, ὅτι καὶ ἐδῶ ἤθελον ἰδεῖ θυσίας πραγματικὰς
2580ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ ἀναξιοπαθοῦντος λαοῦ. Ἀλλ’ αἱ ἐνταῦθα θυσίαι
2581ἦσαν λόγοι μάταιοι καὶ φράσεις! Τὸν λαὸν θρηνεῖτε, διότι πά-
2582σχει; Σᾶς προτείνω ἐγὼ μίαν θυσίαν. Ἂς ἀφήσωμεν τὸν μισθόν μας.
2583Ὁ λαὸς μᾶς ἔθρεψε διὰ τῶν ἱδρώτων του τόσον καιρόν· ἂς ἀποκό-
2584ψωμεν καὶ ἡμεῖς χάριν αὐτοῦ μικρὸν ἐκ τῶν περισσευμάτων
2585μας. Ἰδοὺ διακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν, μὲ τὰς ὁποίας δυ-
2586νάμεθα νὰ παρηγορήσωμεν τὸν πάσχοντα αὐτὸν λαὸν, νὰ
2587τῷ δώσωμεν ἄρτον, ἐὰν στερῆται, νὰ τὸν συνδράμωμεν,
2588ἐὰν πάσχῃ. Ἐννοῶ, τότε ἀληθῶς, ὅτι φροντίζομεν, μεριμνῶ-
2589μεν καὶ ἀγαπῶμεν τὸν λαόν. Διατί δὲν ἀπαντᾶτε, κύριοι,
2590τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ἀλλὰ, εἰς λέξεις ἁπλᾶς περιοριζόμε-
2591νοι, νομίζετε, ὅτι τῳόντι ἱκανοποιοῦμεν καὶ τὴν θέσιν καὶ
2592τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ἀνάγκας του, ἐὰν κηρύξωμεν, ὅτι
2593τὸ δημόσιον ταμεῖον δὲν εἶναι τοῦ λαοῦ, ὅτι τὸ λαμβανόμενον
2594ἀπὸ τοῦ δημοσίου ταμείου δὲν λαμβάνετε ἀπὸ τοῦ λαοῦ, ὅτι
2595τὸ πληρωνόμενον ἐξ αὐτοῦ, δὲν πληρώνεται ὑπὸ τοῦ λαοῦ, καὶ ὅτι
2596δικαιούμεθα διὰ τοῦτο νὰ κηρύξωμεν πόλεμον κατὰ τοῦ δημοσίου
2597αὐτοῦ ταμείου, ὅπως καὶ ἐκήρυξαν πολλοί; Καὶ πιστεύετε, ὅτι συν-
2598τρέχομεν οὕτω τὸν λαὸν, ὁ ὁποῖος ἐπιβαρύνεται ἀδίκως, ὡς
2599λέγετε, ἐνῷ δὲν ἔπρεπεν, ἐὰν τὰ βάρη αὐτὰ ῥίψωμεν εἰς τὴν
2600ῥάχιν τοῦ ταμείου; Καὶ ἐὰν τὸ ταμεῖον κενωθῇ, ποῖος θὰ τὸ πλη-
2601ρώσῃ; Ὁ λαός. Αὐτὴ εἶναι λοιπὸν ἡ πρόνοια καὶ ἡ φροντίς, ἡ ἀληθὴς
2602φροντὶς, τὴν ὁποίαν λαμβάνετε ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, καὶ τὸν εὐερ-
2603γετεῖτε, διότι ὠθεῖτε εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ εἰς τὴν ἀπώλειαν
2604τὸ δημόσιον ταμεῖον; Τὸ ταμεῖον ἂς πληρώσῃ, λέγετε, καὶ ὄχι ὁ
2605λαὸς, ὡσανεὶ τὸ ταμεῖον ἦτον ἰδιαίτερόν τι, ἀνῆκον εἰς τὴν Κυβέρ-
2606νησιν ἢ εἰς ἄτομα, καὶ ὡσανεὶ μὴ ἦτο τὸ βαλάντιον τοῦ λαοῦ!
2607Πιστεύω, ὅτι προέρχεται τοῦτο ἐκ πλάνης καὶ ὅτι δὲν ἦτον ἐπι-
2608χείρημα ἐκ πεποιθήσεως ῥιφθὲν, διότι ἀλλοίμονον ἐὰν τοιαύτας
2609ἀρχὰς ἔχῃ ἡ ἀντιπολίτευσις.
2610Ἐπολεμήθη τὸ νομοσχέδιον, ἀπεκρούσθη ἡ ἀρχή του· ἠ-
2611κούσατε διατί; ἠκούσατε ποῖον ἦτο τὸ ἀρχικὸν ἐπιχείρημα;
2612Ἡ κακὴ οἰκονομικὴ κατάστασίς μας! Καὶ ἠξεύρετε ποῖος
2613κηρύττεται ὑπεύθυνος αὐτῆς τῆς κακῆς οἰκονομικῆς κατα-
2614στάσεως; Ἡμεῖς. Εἶσθε, λέγουσιν, ὑπεύθυνοι· σεῖς ἐφέρατε ὅπου
2615ἔφθασε τὸ ἔθνος. Δὲν εἶσθε ἄξιοι λοιπὸν τῆς ἐμπιστοσύνης.
2616Εἶναι ἀληθὲς τοῦτο; Εἰ δὲ καὶ τοσάκις πρὶν ἀνεπτύχθη ἐνώ-
2617πιόν σας ἡ ἀλήθεια τῶν πραγμάτων, εἶναι συγκεχωρημένον νὰ
2618ἐπαναλαμβάνωνται αἱ παραμορφώσεις, καὶ ὅταν τὰ ἔγγρα-
2619φα, τὰ ὁποῖα ἐνώπιόν σας ἐφέραμεν, ἀποδεικνύωσι τὸ ψεῦδος;
2620Εἰς ποίαν κατάστασιν ἐλάβομεν τὸ ταμεῖον, ὅτε ἡμεῖς ἤλθο-
2621μεν εἰς τὴν ἐξουσίαν; Μὲ 15 ἑκατομμύρια χρέος καὶ ὑπὸ τὸ
2622βάρος διαρκοῦς ἐτησίου ἐλλείμματος, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος κ.
2623Βούλγαρης, πρωθυπουργὸς πρὸ ἡμῶν, ἐκάλυψε δι’ ἐκδόσεως 3
2624ἑκατομμυρίων ἐντόκων γραμματίων. Τὸ ταμεῖον λοιπὸν, ὅτε
2625τὸ παρελάβομεν, ἦτο κατάχρεων, ἦτον ὑπὸ τὸ βάρος ἐλλείμ-
2626ματος· τὸ ταμεῖον ἔζη ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῶν 1862 καὶ
2627πρὸ τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Ναυπλίου μὲ δάνειον. Κατὰ τὰ
26281862 τριῶν ἑκατομμυρίων δάνειον συνομολογήθη μεταξὺ τῆς
2629Κυβερνήσεως καὶ τῆς Τραπέζης. Τὸ ταμεῖον εἶχε 5 κατ’ ἔτος
2630ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα καθ’ ὅλην τὴν ἐπανάστασιν. Τὸ τα-
2631μεῖον ἄρα εἶχε κατεστρεμμένα ὅλα τὰ κεφάλαια του, ὅλους
2632τοὺς πόρους του.
2633Ἰδοὺ πῶς τὸ παρελάβομεν ἡμεῖς. Ἐχειροτερεύσαμεν τὴν κατά-
2634στασίν του; Ποῦ εἶναι ἡ ἀπόδειξις; τί παρουσιάζετε δικαιολο-
2635γοῦν τὸν διισχυρισμόν σας; Ἐχειροτερεύσαμεν τὴν κατάστασίν
2636του ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι δὲν παρουσιάσαμεν ἐλλείμματα, δὲν συνο-
2637μολογήσαμεν δάνεια διὰ τὰς τακτικὰς ἀνάγκας; Δὲν ἀπεδείχθη
2638ἐνώπιόν σας, ὅτι, ἵνα ζήσωμεν ἡμεῖς, ἐπηρκέσαμεν διὰ τῶν
2639τακτικῶν πόρων τοῦ ταμείου; Ἀληθῶς συνωμολογήσαμεν δά-
2640νειον, ἀλλ’ ἵνα πληρώσωμεν ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς δὲν ἐλάβο-
2641μεν. Εἶναι τοῦτο ἐντελῶς ἀποδεδειγμένον καὶ ὅστις ἤδη τὸ
2642ἀμφισβητεῖ, πρέπει νὰ ἔλθῃ καὶ ν’ ἀναιρέσῃ τοὺς δημοσιευθέντας
2643ἀριθμούς. Ἡμεῖς ἐχειροτερεύσαμεν τὸ ταμεῖον, οἱ ὁποῖοι δια-
2644τελοῦμεν ἔτι καὶ νῦν, ἵνα τηρήσωμεν τὴν πίστιν τῆς Ἑλλάδος,
2645ἵνα τὴν βοηθήσωμεν, πληρόνοντες ὅ,τι ὑπεσχέθημεν πρὸς τὰς δυ-
2646νάμεις; Ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ σώσωμεν τὴν ἑταιρίαν τῆς ἀτμο-
2647πλοΐας, ἐφροντίσαμεν νὰ τῇ δώσωμεν 600 χιλιάδες δραχμῶν
2648ἐκ τῶν ὀφειλομένων, καὶ οὐχὶ τὰ δημόσια πλοῖα, ὡς εἶπον, διότι
2649ἐκεῖνα ἀντὶ 120,000 δραχμῶν μόνον ἐξεποιήθησαν; Ἡμεῖς, οἱ
2650ὁποῖοι ἐσπεύσαμεν νὰ πληρώσωμεν τὸ πρῶτον δάνειον τῆς ἐγκα-
2651ταστάσεως τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ Κυβερνήσεως, διότι ἡ Ἑπτάνησος
2652εὑρέθη ἄνευ λεπτοῦ; Ἡμεῖς, οἵτινες ἤδη πληρώνομεν καὶ τὰ
2653δάνεια, τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν, ἵνα ἐξοφλήσωμεν δάνεια ἄλλων;
2654Ἐὰν ἀντιλογεῖτε, ὀφείλετε ν’ ἀποδείξητε τὸ ἐναντίον· ἄλλως
2655δὲν πρέπει ὡς τίμιοι ἄνθρωποι νὰ ἐπαναλαμβάνητε, ὅτι ἡμεῖς
2656ἐσπαταλήσαμεν· διότι, ἐκφέροντες μίαν κατηγορίαν καὶ μὴ ἀπο-
2657δεικνύοντες αὐτήν, κατατάττεσθε εἰς τὴν τάξιν τῶν ἀνθρώ-
2658πων ἐκείνων, .... καὶ τὴν τάξιν αὐτὴν ἐγὼ δὲν χαρακτηρίζω ἤδη.
2659§104ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Συκοφάνται.
2660§105ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω, κύριοι τί θὰ μᾶς ἀποκρι-
2661θῆτε, διότι ἕως τώρα δὲν εἴπατέ τι· ἀλλ’ οἱ ἀριθμοὶ δὲν κατα-
2662σοφιστεύονται. Ἠξεύρετε πότε μοὶ ἀποκρίνεσθε σπουδαίως
2663σοβαρῶς καὶ ἀληθῶς; ὅταν μοὶ ἀντιτάσσητε ἀριθμοὺς, ὅταν
2664ἀναιρέσητε τοὺς ἀριθμοὺς τοὺς δημοσιευθέντας ὡς μὴ ἀκριβεῖς,
2665ὅταν δύνασθε νὰ εἰπῆτε ὄχι, «δὲν εἶσθε ἀκριβεῖς συνωμολο-
2666γήσατε δάνειον διὰ τὰς ἀνάγκην σας, καὶ δάνειον περισ-
2667σότερον ἀφ’ ὅ,τι συνωμολώγησαν πρίν· αὐξήσατε τὰ ἔξοδα καὶ
2668ἐχειροτερεύσατε τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου.» Ἀλλὰ δὲν δύνα-
2669σθε νὰ τὸ ἀποδείξητε. Δὲν λέγετε ἀλήθειαν, λέγοντες, ὅτι ἡμεῖς
2670εἴμεθα οἱ αἴτιοι τῆς κακῆς καταστάσεώς μας. Ἡ κατάστασις
2671αὕτη, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ἦτον, εἶναι κληρονομία, τὴν ὁποίαν
2672εὕρομεν. Καὶ εἶχε δίκαιον ὁ κ. Κεχαγιᾶς νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι εἶναι
2673κληρονομία, χρονολογουμένη ἀπ’ ἀρχῆς τῆς πολιτικῆς ὑπάρξεώς
2674μας· καὶ ἤδη τὸ ἔκτοτε γινόμενον ἐὰν ἐπαναλάβωμεν, δὲν
2675ἔχομεν ἀνάγκην οὔτε φόρων, οὔτε δανείων. Τί ἐγίνετο ἔκτοτε;
2676Δὲν ἐπληρώνοντο τὰ χρέη μας, ἐμένομεν ὀφειλέται καὶ ἑπο-
2677μένως εἰς ἔλλειμμα. Ἂς μὴ πληρώσωμεν καὶ ἤδη ὅ,τι ὀφείλο-
2678μεν, ἂς μὴ πληρώσωμεν τὰ χρέη, τὰ ὁποῖα ἡ ἐπανάστασις μᾶς
2679ἐπέβαλε, καὶ τότε καμμίαν ἀνάγκην δὲν ἔχομεν.
2680Λοιπὸν ἀπὸ τῆς συστάσεως τοῦ βασιλείου ὑπῆρχεν ἔλλειμ-
2681μα διαρκὲς, διότι ἡ ἑλληνικὴ Κυβέρνησις δὲν ἐπλήρωνε τὰ
2682χρέη της, καὶ τὸ ἔλλειμμα αὐτὸ ὑπερηύξησεν ἀπὸ τοῦ 1862,
2683ἀφ’ ὅτου τὰ ἔσοδα δὲν ἐπήρκουν οὐδὲ εἰς τὰ τακτικὰ ἔξοδά μας,
2684ὥστε ἐχειροτέρευσεν ἡ κατάστασίς μας. Ἀλλὰ, λέγουσι, τὴν ἀληθῆ
2685κατάστασιν τοῦ ταμείου δὲν ἀπεκαλύψαμεν ἐγκαίρως, ἀπεπειρά-
2686θημεν νὰ τὴν καλύψωμεν, πλὴν καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές. Ὅτε
2687κατὰ πρῶτον σᾶς παρουσιάσαμεν τὸν προϋπολογισμὸν, δὲν σᾶς
2688εἴπαμεν, ὅτι προβλέπομεν τριῶν ἑκατομμυρίων ἔλλειμμα, καὶ
2689δὲν ἐπολεμήσαμεν τὴν ἰδέαν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ
2690ὁποῖον ὑπελόγιζεν εἰς 1½ ἑκατομμύριον τὸ ἔλλειμμα αὐτό; χθὲς
2691ὑπεβλήθη ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ, ὑπογεγραμ-
2692μένη ὑπὸ τοῦ ἐντίμου κ. Καλλιφρονᾶ, ὡς προέδρου, ἥτις τὸ ἔλ-
2693λειμμα ὑπολογίζει εἰς 700,000 δραχ. μόνον, — ὁ κ. Καλλι-
2694φρονᾶς εἶναι λίαν ἀντιπολιτευόμενος, — ἡμεῖς δὲ τὸ ἔλλειμμα
2695ἀναβιβάζομεν εἰς 3,000,000 δραχ. Ἐκρύψαμεν λοιπὸν ἡμεῖς
2696τὴν κατάστασίν μας; ἐκρύψαμεν τὴν ἀλήθειαν; ἡμεῖς, οἵτινες
2697χειροτέραν σᾶς παρουσιάζομεν αὐτὴν πάντοτε καὶ ἀπαισιοδοξό-
2698τεροι εἴμεθα ὅλων ὅσοι ἐλάλησαν ἐνώπιόν σας; εἶναι δὲ ἀκατα-
2699νόητον, πῶς σπουδαῖοι ἄνθρωποι ἀπέναντι τοιούτων γεγονότων,
2700βεβαιωμένων διὰ δημοσίων ἐγγράφων δημοσιευθέντων, πῶς ἀ-
2701πεφάσισαν νὰ ἐπαναλάβωσι τὰς ἰδίας μομφὰς, τὰς ἰδίας ἰδέας,
2702τὰς ἰδίας ὕβρεις, ἵνα μή τι ἄλλο ἤδη εἴπω, τὰς ὁποίας οἱ ἀριθμοὶ
2703ἀπεδείκνυον ψευδεῖς! Καὶ ὅταν ἡ κατάστασις τοῦ ταμείου εὑρί-
2704σκηται τοιαύτη, τί ἠθέλατε νὰ κάμωμεν, ἐν τῇ Κυβερνήσει ὄντες;
2705Ἀλλά, μᾶς λέγουσι, δὲν προείδατε. Ἐρωτῶ πρῶτον, εἴμεθα ἡμεῖς
2706ἀπόλυτος ἐξουσία μὲ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν; Καὶ ἠδυνά-
2707μεθα νὰ ἐπιβάλωμεν φόρους προσθέτους, ἠδυνάμεθα νὰ ἀποκόψω-
2708μεν θέσεις, νὰ διοργανώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν; ἠδυνάμεθα νὰ δα-
2709νεισθῶμεν ἐκτὸς τοῦ νόμου; Προείδομεν ὅλα, ἀλλὰ τί ἠδυνάμεθα
2710νὰ πράξωμεν; Δὲν μᾶς ἦτο δυνατὸν τίποτε, ἐνόσῳ ἐλλείπατε.
2711Προείδομεν τὴν κατάστασίν μας, καί, ὅσον ἐξηρτᾶτο ἐξ ἡμῶν,
2712τὴν οἰκονομίσαμεν, καὶ ἐφροντίσαμεν συγχρόνως νὰ ἑδραιώσω-
2713μεν τὴν πίστιν μας. Ὅθεν, ἵνα τηρήσωμεν τὰς ὑποχρεώσεις πρὸς
2714τὰς δυνάμεις, κατεφύγαμεν εἰς τὴν Ἰόνιον τράπεζαν, καὶ αὐτὴ
2715μᾶς ἐδάνεισε, καὶ ἤδη πληρώνωμεν τὸ δάνειον αὐτό· ἵνα καλύ-
2716ψωμεν ἑτέρας ἀνάγκας, κατεφύγαμεν εἰς ἐμπόρους, καὶ οὗτοι μᾶς
2717ἐδάνεισαν χρήματα, καὶ ἤδη πληρώνομεν καὶ τὸ δάνειον αὐτό.
2718Προείδομεν τὰ πάντα καὶ ἐπράξαμεν ὅ,τι ἦτο δυνατὸν νὰ πρά-
2719ξωμεν τότε, ἵνα θεραπεύσωμεν τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου, καὶ
2720ἵνα μὴ καταστήσωμεν τὸ Κράτος ἀδύνατον, ὥστε νὰ πληρώσῃ
2721τὰς ὑποχρεώσεις του, διότι τότε εἶναι ἡ ἀληθὴς χρεωκοπία. Τί
2722περισσότερον ἠδυνάμεθα νὰ πράξωμεν ἄνευ ὑμῶν; Ἀλλ’ ἐζητή-
2723σατε τὴν ἄδειαν νὰ συνομολογήσετε δάνειον λέγουσι, καὶ σᾶς
2724ἐδώκαμεν· διατί δὲν τὸ ἐπραγματοποιήσατε; Δὲν ἠμπορέσατε νὰ
2725εὕρητε· ἐκρούσατε τὴν μίαν θύραν, ἐκρούσατε τὴν ἄλλην,
2726ἀλλὰ δὲν σᾶς ἐμπιστεύονται· καὶ λέγουσι τοῦτο οἱ ἀν-
2727τίπαλοι, ἡμῶν, ἐπιχαίροντες, εὐχαριστούμενοι διὰ τὴν κακὴν κα-
2728τάστασιν τῆς πατρίδος των, ὡσανεὶ ἡ ἀξιοπιστία ἑνὸς
2729ἔθνους, ἐξηρτᾶτο ἀπὸ τῆς διαβατικῆς Κυβερνήσεώς του καὶ
2730οὐχὶ ἀπὸ τοῦ ἔθνους αὐτοῦ. Εἴθε τὸ παράπτωμα νὰ ἦτο τῆς
2731παρούσης μόνον Κυβερνήσεως. Δὲν ἔχομεν πίστιν, καὶ πρέπει νὰ
2732κλαίωμεν μᾶλλον. Δὲν ἔχομεν πίστιν, καὶ πότε εἴχατε πίστιν
2733ἐν Εὐρώπῃ; Ἡμεῖς μὲν εἴχαμεν πίστιν ἐν Ἑλλάδι καὶ ηὕρα-
2734μεν χρήματα, ἀλλ’ κατὰ τὰς παρούσας περιστάσεις ἐν Εὐρώπῃ
2735δὲν δύνασθε νὰ εὕρητε, καὶ δι’ ἄλλους ἔτι λόγους, διότι οἱ τόκοι
2736τῆς προεξοφλήσεως ἀνεβιβάσθησαν ἐκεῖ εἰς 7% περίπου. Πῶς
2737θέλετε λοιπὸν σεῖς νὰ εὕρητε χρήματα εἰς πολυετὲς δάνειον πλη-
2738ρώνοντες ἐπίσης 7%; Τὰ ἄλλα Κράτη πληρώνουσι τόκον
2739μεγαλείτερον καὶ δὲν λαμβάνουσι πραγματικῶς τὴν ὀνοματι-
2740κὴν ἀξίαν τοῦ χρέους, καὶ σεῖς θέλετε νὰ ἦσθε καλλίτεροι ὅ-
2741λων; Ποῖος δὲ θέλει ἀποφασίσει νὰ δώσῃ τὴν περιουσίαν του
2742εἰς ἡμᾶς, ἀφ’ οὗ κατὰ δυστυχίαν τὰ χρηματιστήρια τῆς Εὐρώ-
2743πης καὶ ἰδίως τῆς Ἀγγλίας εἶναι κεκλεισμένα, καὶ ἐκλεί-
2744σθησαν οὐχὶ μόνον ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἀπέ-
2745ναντι τῶν ἰδιωτικῶν ἐπιχειρήσεων, χρεόγραφα δὲ ὁποιαδήποτε,
2746σκοποῦντα νὰ μεταφέρωσι κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν κυ-
2747κλοφοροῦσιν εἰς τὰ εὐρωπαϊκὰ χρηματιστήρια; Καὶ εἴμεθα ἡμεῖς
2748ἔνοχοι διὰ τὴν κατάστασιν αὐτήν; Ἐν Ἀγγλίᾳ δὲν μᾶς ἐμπι-
2749στεύονται, διότι δὲν ἐκπληροῦμεν τὰ χρέη μας, τὰ ὁποῖα αὐτοὶ
2750νομίζουσιν, ὅτι δικαιοῦνται νὰ λάβωσι· διὰ τοῦτο εἴμεθα ἡμεῖς
2751ἔνοχοι; Ἡ Ἑλλὰς δὲν εὑρίσκει χρήματα ἐσωτερικῶς νὰ δανεισθῇ,
2752διότι σιτοδεία καὶ ἡ ἀτυχὴς συγκομιδὴ τῶν προϊόντων τῆς ἀ-
2753φῄρεσε τὰ μέσα· μία ἀσθένεια, ἡ χολέρα ἐσταμάτησε τὴν κίνη-
2754σιν τοῦ ἐμπορίου· ἡ κατάστασίς μας ἡ ἀνώμαλλος ἀπεδίωξε
2755κατὰ μέγα μέρος τὰ κεφάλαια, τὰ ὁποῖα εἶναι δειλά, καὶ τὰ
2756ὁποῖα δὲν μεταβαίνουσιν ἐκεῖ ὅπου δὲν ἀπαντῶσι πλήρη ἀσφά-
2757λειαν. Πταίομεν διὰ ταῦτα πάντα ἡμεῖς;—Ὄχι. Πταίο-
2758μεν, διότι δὲν ὑπάρχει πεποίθησις, ὅτι τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ
2759ὁποίου ἱστάμεθα δὲν εἶναι ἀσφαλές; Καὶ πῶς δύναται πο-
2760τε νὰ ὑπάρξῃ πεποίθησις τοιαύτη, ὅταν ἀπὸ τοῦ βήματος
2761τούτου οἱ ῥήτορες τῆς ἀντιπολιτεύσεως προμηνύωσι κινδύ-
2762νους, στάσεις καὶ ταραχάς; Ἀπὸ τοῦ ὕψους τοῦ βήματος τούτου
2763ἠκούσατε χθὲς ἐπαναληφθείσας ἀπειλὰς παρομοίας· ἄλλοι δὲ,
2764κάτωθεν τοῦ βήματος τούτου ἱστάμενοι, τὰς λαμβάνουσι
2765καὶ τὰς διαδίδουσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας· καὶ ἠκούσατε βεβαίως
2766ἐπαναλαμβανόμενον, ὅτι σήμερον ἢ αὔριον γίνεται τὸ κίνημα.
2767Δὲν ἠκούσατε ὁριζόμενον πρὸς τοῦτο καὶ τὸν χρόνον, τὴν ὥραν,
2768καὶ τὴν ἡμέραν;
2769§106Δ. ΖΩΤΟΣ. Τοὺς διαδίδετε διὰ τῶν ἐφημερίδων σας.
2770§107ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Προχθὲς ἀκόμη μοὶ εἶπεν εἷς τῶν ἀ-
2771ξιοτίμων βουλευτῶν. «Ἤθελον νὰ μᾶς ἐμποδίσωσιν ἐρχομένους εἰς
2772τὰς Ἀθήνας. Μὴ πηγαίνετε, μᾶς εἶπον, εἰς τὰς Ἀθήνας. Ἡ ἐ-
2773πανάστασις ὑφίσταται· ἀσφάλεια δὲν ὑπάρχει.»
2774Προχθὲς εἷς σπουδαῖος τῆς ἀντιπολιτεύσεως δημοσιογρά-
2775φος ἔλεγέ που· «Ἂν μὴ ἐπέλθῃ καταδικαστικὴ ἡ ψῆφος τῆς
2776Βουλῆς κατὰ τοῦ ὑπουργείου, μία νέα δεκάτη Ὀκτωβρίου
2777ἐπίκειται· ἐὰν δὲ ἐπέλθῃ, θέλομεν ἔχει μίαν εἰρηνικὴν με-
2778ταβολὴν ὡς τὴν 3 Σεπτεμβρίου, διότι ἐπὶ κρατῆρος καθή-
2779μεθα». Εἶναι ἀληθῆ ταῦτα, ἔχουσιν ὑπόστασιν τινά; — Ὁμολο-
2780γῶ ὄχι· ἐνώπιον ὑμῶν καὶ ἐν τῇ συνειδήσει σας δὲν ἔχου-
2781σί ποτε οὐδεμίαν ὑπόστασιν, εἶναι γελοῖα· ἀλλ’ ἐνώπιον τοῦ
2782λαοῦ, ὅστις δὲν γνωρίζει τὰ ψευδῆ αὐτὰ στρατηγήματα
2783τῆς πολιτικῆς, ὁποῖον φέρουσι κλονισμόν; ἐνώπιον τῶν ἐμπόρων
2784ὁποῖαι γεννῶνται ἀμφιβολίαι; Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐν τοιαύτῃ
2785καταστάσει δύνασθε νὰ ἔχητε κεφάλαια ἐν Ἑλλάδι, ὅπως
2786δὲν τὰ εὑρίσκουσιν οὐδὲ αἱ εὐρωπαϊκαὶ δυνάμεις; νομίζετε
2787ὅτι ἡ κατάστασις αὕτη δύναται νὰ φέρῃ πλοῦτον εἰς τὴν Ἑλ-
2788λάδα; Καὶ εἴμεθα ἡμεῖς αἴτιοι, οἱ ὁποῖοι φροντίζομεν νὰ κα-
2789τασκευάσωμεν ὁδοὺς, νὰ συντηρήσωμεν τὴν τάξιν; Εἴμεθα
2790ἡμεῖς ἔνοχοι διὰ τὴν κατάστασιν τοῦ ταμείου; ἡμεῖς, οἵτι-
2791νες ἐκάμαμεν ὅ,τι ἐδυνάμεθα, ἵνα προλάβωμεν, ἵνα ἐμποδί-
2792σωμεν τὴν πρόοδον τοῦ κακοῦ, καὶ τὴν ἐμποδίσαμεν; Δὲν
2793εἴμεθα ἔνοχοι ἡμεῖς, ἂν πάσχῃ ἤδη ὁ λαὸς, ἢ ἂν ὑποφέρῃ ἐξ
2794αἰτίας τῆς κακῆς συγκομιδῆς τῶν προϊόντων. Ἡμεῖς ὑπο-
2795φέρομεν μόνον τὰς συνεπείας καὶ προσπαθοῦμεν νὰ προλά-
2796βωμεν τὰ κακὰ, προσπαθοῦμεν νὰ τὰ καλύψωμεν. Τί δὲ ἀπέδει-
2797ξαν ἐναντίον μας; Θέλουσιν ἴσως σᾶς ὁμιλήσει περὶ πιστώ-
2798σεων, ἀλλ’ αὗται δὲν ἀποβλέπουσιν ἔξοδα ἰδικά μας, καὶ ἔξοδα
2799τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προεκαλέσαμεν, ἀλλ’ οἱ τῶν πρὸ ἡμῶν· θέλουσιν ἴσως
2800σᾶς εἴπει περὶ τῶν εἰσπράξεων ἐκ τῆς ἐκποιήσεως τῶν φθαρτῶν
2801κτημάτων, ἀλλ’ αἱ εἰσπράξεις αὗται προσδιορίζονται πρὸς ἐξόφλη-
2802σιν χρεῶν, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουσιν εἰς τρία ἐπέκεινα ἑκατομμύρια,
2803ἐνῷ αἱ εἰσπράξεις δὲν ἀνέβησαν εἰς πεντακοσίας χιλιάδας δραχ-
2804μῶν· ἐκάλυψαν λοιπὸν ἓν μέρος τῶν χρεῶν αὐτῶν καὶ δὲν ἐχρη-
2805σίμευσαν διὰ τὰς ἀνάγκας τοῦ ταμείου. Θέλουσι σᾶς εἴπει καὶ
2806ἄλλα ἴσως· τίποτε ὅμως ἕως τώρα δὲν εἶπαν, διότι ὅσα κατ’ ἐ-
2807πανάληψιν καὶ ἐγκαίρως παρ’ ἐκείνων ἐῤῥέθησαν, εὐθέως καὶ δι’
2808ἀριθμῶν ὑφ’ ἡμῶν ἀνεσκευάσθησαν.
2809Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸ μόνον τὸ παράπτωμα, τὸ ὁποῖον μᾶς
2810ἀπέδωκαν, ἵνα μᾶς ἀφαιρέσωσι τὴν ἐμπιστοσύνην σας. Καὶ βε-
2811βαίως, καὶ μικρὰ ἀμφιβολία ἂν ὑπάρχῃ ἐν τῇ συνειδήσει ὑμῶν,
2812πρέπει νὰ ἀφαιρέσητε ἀφ’ ἡμῶν τὴν ἐμπιστοσύνην σας, διότι πρέ-
2813πει νὰ ᾖναι πλήρης ἡ πεποίθησις καὶ πλήρης ἡ ἐμπιστοσύνη τοῦ
2814ἔθνους καὶ τῆς Βουλῆς πρὸς Κυβέρνησιν ἡ ὁποία ἔχει τὴν τιμὴν
2815νὰ διευθύνῃ τὴν τύχην τῆς πατρίδος. Ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα κακὰ
2816τὰ ὁποῖα μᾶς ἀποδίδετε; Ἡ κακὴ διοίκησις, λέγουσι. Καὶ ποία εἶναι
2817ἡ κακὴ διοίκησίς μας; τι ἐπράξαμεν, ἢ ποῖα γεγονότα ἀποδεικνύ-
2818ουσι τοῦτο; τί καθ’ ἡμῶν κατέθεσαν; Τίποτε· λόγους πομπώδεις,
2819καλῶς συγκεκροτημένους, ἄνθη ποικίλα, ὡραῖα καὶ τερπνῆς φαντασίας
2820γεννήματα καὶ κραυγάς. Ἰδοὺ ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, ὅλαι αἱ ἀποδεί-
2821ξεις κατὰ τῆς διοικήσεώς μας. Ἰδοὺ ὅλη ἡ ἱστορία τῶν σφαλμάτων
2822ἡμῶν· Ἐνθυμεῖσθε ὅτι, ὅτε ἤλθομεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εὕρομεν
2823μυριάδα ὁλόκληρον φυγοδίκων. Καὶ φυγόδικοι τί εἶναι; εἶναι
2824ἐχθροὶ τῆς κοινωνίας, διότι ἡ κοινωνία τοὺς καταδιώκει,
2825ζητεῖ τὴν τιμωρίαν, καὶ πολλάκις τὴν κεφαλὴν των. Οἱ φυγό-
2826δικοι εἶναι ἡ πρώτη ἐμπρηστικὴ ὕλη εἰς χεῖρας τοιχοδιώκτου
2827θέλοντος νὰ ταράξῃ τὴν τάξιν. Εὕρομεν 200 περίπου λῃστὰς
2828δεσπόζοντας ὅλης τῆς γραμμῆς τῶν μεθορίων καὶ μέχρις ἐδῶ,
2829τὸν στρατὸν ἐντελῶς ἀνεπαρκῆ, καὶ ὅμως προέβημεν μετ’ ἐπι-
2830μονῆς εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας, ἀλλὰ δὲν ἐ-
2831πηρκοῦμεν· ἡ ἔλλειψις ἦτο πλήρης, ὅθεν καὶ ἡ λῃστεία δὲν κατε-
2832στράφη μὲν ἐντελῶς, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ καταστραφῇ, ἀλλὰ
2833περιεστάλη καὶ σχεδὸν δὲν ὑπάρχει. Ἀπὸ τῆς ἀρχῆς δὲ τοῦ ἔτους
2834μέχρι τοῦδε 50 λῃσταὶ ἐξωντώθησαν· 5 ἐπικίνδυνοι συμμορίαι
2835κατεστράφησαν καὶ πολλαὶ ἑκατοστύαι ἐπικινδύνων φυγοδίκων
2836συνελήφθησαν· χθὲς ἔτι εἰς τὰ πρόθυρα τῆς πρωτευούσης ἐφο-
2837νεύοντο ὀπαδοὶ τοῦ Κίτσου, ἂν καὶ τὰ μέτρα δὲν ἐπέτυχον
2838πλήρη, καὶ ἡ καταστροφὴ δὲν ἐπετεύχθη πλήρης. Εὕρομεν
2839τὰ στοιχεῖα τῆς ἀταξίας ἐν πλήρει ζωῇ καὶ ἐν πλήρει ἐνερ-
2840γείᾳ ὅτε ἀνελάβομεν τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἄνευ μέσων καὶ ἰσχύος
2841περιεστείλαμεν ἢ καταστρέψαμεν τὰ στοιχεῖα τῶν ἐγκλημάτων
2842καὶ διεξαγάγωμεν εἰς τὰς πλέον δυσκόλους περιστάσεις ἐν πλή-
2843ρη ἡσυχίᾳ καὶ τάξει τὰ δυσκολώτερα τῶν ἔργων μιᾶς Κυβερνή-
2844σεως. Πρὸ ἡμῶν ἐνθυμεῖσθε, ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Κ. Βούρ-
2845γαρη, ἐντὸς μηνὸς εἴχαμεν ἐν αὐταῖς ταῖς Ἀθήναις μίαν ὀχλαγωγίαν
2846καὶ μίαν στάσιν ἐν τῷ στρατῷ· καὶ ἡμεῖς ὁλόκληρον ἓν καὶ
2847ἥμισυ ἔτος διετηρήσαμεν τὴν τάξιν, καὶ πλήρη τὴν ἐφαρ-
2848μογὴν τῶν νόμων. Εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον κ. Δελιγιώργην,
2849τὸν κ. Χριστόπουλον, τὸν κ. Κουρῆν, οἵτινες ἐν τῷ σχεδίῳ
2850τῆς πρὸς τὸν Βασιλέα ἀπαντήσεως, τὸ ὁποῖον συνέταξαν, ὡμολό-
2851γησαν ὅτι ἐξετελέσαμεν τὸ δυσκολώτερον καὶ τὸ σπουδαιότερον
2852τῶν ἔργων, τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ἐν ἄκρᾳ νομιμότητι, ἐν
2853πάσῃ εὐθύτητι καὶ πατριωτισμῷ. Πανηγυρικῶς λέγουσιν, ὅτι
2854ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ οἱ τρεῖς αὐτοὶ συνάδελφοί μας, οἵτινες δὲν
2855εἶναι φίλοι μας· παραπονέθησαν δὲ μόνον κατὰ τῶν δημοτικῶν
2856ἀρχῶν. Ἀλλ’ ἂν ἡ κατάστασις αὐτῶν, ἂν ὄργανά τινα δημοτικὰ
2857δὲν εὑρίσκονται ἐν καλῇ καταστάσει, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα ἔνοχοι. Ἡ
2858κατάστασις μάλιστα αὕτη τῶν ἀρχῶν αὐτῶν προσέθετεν εἰς τὰς
2859ἐλλείψεις, τὰς ὁποίας εἴχαμεν, καὶ ηὔξανε τας δυσκολίας μας·
2860διότι αὗται εἶναι ἐπιφορτισμέναι τὰς πρώτας ἐργασίας τῆς ἐκτε-
2861λέσεως, καὶ εἶναι τὰ κύρια μέσα τῆς συντηρήσεως, τὰ στηρίγματα
2862τῆς τάξεως καὶ τῆς καλῆς διοικήσεως· τὰ ὄργανα αὐτὰ μᾶς ἔλλει-
2863πον, διότι ἡ κατάστασις τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν εἶναι κακὴ, Δι-
2864ήλθαμεν δὲ ὅλας τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις καὶ ὅλας τὰς δυ-
2865σκολίας ἐν πλήρει ἡσυχίᾳ καὶ τάξει. Καὶ ἠξεύρετε διὰ τί· διότι
2866ἀπέναντι τοῦ νόμου οὐδὲν ἄλλο ἐλάβαμεν ὑπ’ ὄψιν· ὅλαι αἱ
2867διαδόσεις, αἱ ἀπειλαὶ, αἱ δυσκολίαι τῶν περιστάσεων δὲν μᾶς
2868ἐτάραξαν, ὥστε νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ νόμου. Ὁ καλλίτερος καὶ ἀσ-
2869φαλέστερος δρόμος, ἡ μεγαλειτέρα ἐγγύησις εἶναι, εἴπομεν, ἡ
2870τήρησις τῶν νόμων· τίποτε δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐπηρεάσῃ· ἐντὸς
2871τῶν νόμων πρέπει νὰ ἐμμείνωμεν, ὅπου θέλομεν ἀπαντήσει
2872ἀνταποκρινόμενα τὰ εἰρηνικὰ αἰσθήματα τοῦ λαοῦ, διότι οὕτω ἡ
2873τάξις εἶναι ἀσφαλὴς, καὶ ἡ ἡσυχία βεβαία.
2874Ἀπεδείξατέ που παραβίασίν τινα, παρανομίαν τινὰ; Ἔχο-
2875μεν μάλιστα τοῦ ἐναντίου ἡμεῖς ἀπόδειξιν, τὴν ὁμολογίαν τοῦ
2876ἐντίμου κ. Πετιμεζᾶ. Τώρα κατὰ πρῶτον ἐφηρμόσθη τὸ Σύν-
2877ταγμα, καὶ τώρα κατὰ πρῶτον ἔχομεν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν
2878τῆς συζητήσεως, καὶ διὰ τοῦτο αἰσθανόμεθα τὴν εὐθύνην καὶ
2879τὸ βάρος· τὰ πρὶν ἦσαν ψεύδη, εἶπεν ἐσχάτως ἀπὸ τοῦ βή-
2880ματος τούτου ὁ κ. Πετιμεζᾶς. Ἔχομεν λοιπὸν ἀπόδειξιν καὶ τῆς
2881ἀντιπολιτεύσεως καὶ τῶν ἀδιαλλακτοτέρων ἐναντίον μας, ὅτι
2882κατὰ τὰς ἐκλογὰς προσηνέχθημεν μὲ ὅλην τὴν νομιμότητα,
2883ἐσεβάσθημεν τὴν ἐλευθερίαν τῶν πολιτῶν, ὅτι ἐν γένει ἐφηρμό-
2884σαμεν τὸ Σύνταγμα, τὸν κύριον καὶ θεμελιώδη νόμον τοῦ
2885κράτους, καὶ ἠσφαλίσαμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βήματος.
2886Δὲν ἠδυνήθητε νὰ παρουσιάσητε οὐδεμίαν ἀπόδειξιν κατὰ
2887τῆς διοικήσεώς μας, καὶ λέγετε καὶ ζητεῖτε νὰ μᾶς ἀφαιρεθῇ
2888διὰ τοῦτο ἡ ἐμπιστοσύνη τῆς Βουλῆς. Ναὶ, κύριοι βουλευταὶ,
2889κάμετέ το! Ἀλλ’ ἂν τὸ κάμητε, ἐνθυμήθητε, νὰ καταχωρίσητε
2890ἐν τῷ διασκεπτικῷ τῆς ἀποφάσεώς σας τὰς μνησθείσας ὁμολο-
2891γίας τῶν ἀντιπολιτευομένων, διὰ τὴν διαγωγήν μας κατὰ τὰς
2892ἐκλογὰς καὶ τὸν σεβασμόν μας πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ταῦτα ἐν
2893τῇ ἀποφάσει πρῶτον ἐγγράψαντες, κηρύξατε ὕστερον ὅτι κακῶς
2894διῳκήσαμεν!
2895Ἀλλ’ ἂν ἡ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι κακὴ, ἡμεῖς εἴ-
2896μεθα αἴτιοι, ἢ σεῖς; Ἰδοὺ τὸ ζήτημα, καὶ θέλομεν τὸ ἐξε-
2897τάσει καθ’ ὅλα, διότι τῳόντι σήμερον δὲν κρινόμεθα ἡμεῖς ἐνώ-
2898πιον τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ ἡμεῖς καὶ σεῖς ἐνώπιον τῆς Βουλῆς
2899καὶ τοῦ ἔθνους· καὶ πρέπει νὰ μάθῃ τὸ ἔθνος κατὰ τί πταίο-
2900μεν ἡμεῖς καὶ κατὰ τί σεῖς. Ὁ λαὸς πάσχει, εἶναι εἰς
2901ἀπελπιστικὴν κατάστασιν, λέγετε, καὶ πρέπει νὰ τὸν σώσωμεν.
2902Ἡ σωτηρία τοῦ λαοῦ εἶναι ὁ πρῶτος νόμος, ἡ πρώτη ἀνάγ-
2903κη· καὶ ἐν τούτοις τί πράττετε, τί συζητεῖτε, εἰς τί ἐνασχο-
2904λεῖσθε; — Ἐνασχολεῖσθε, ἐὰν εἷς τῶν ἐγκαθέντων τοῦ ἀκ-
2905ροατηρίου συνελήφθη παρὰ τοῦ ἀστυνόμου, διότι ἐθορύβει, καὶ
2906θέλετε αὐτὸ πρῶτον νὰ συζητήσωμεν, αὐτὸ νὰ προτιμήσωμεν,
2907θέλετε νὰ ἐξασκήσητε τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως καὶ νὰ
2908ἐπιτηρήσητε εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Βεβαίως
2909τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἱερὸν καὶ σπου-
2910δαῖον, ἄνευ τοῦ ὁποίου τὸ Σύνταγμα χάνει τὴν ἀξίαν του. Βε-
2911βαίως ἔχετε χρέος νὰ φροντίζητε περὶ τῆς τηρήσεως τοῦ νόμου
2912καὶ νὰ τιμωρῆτε τοὺς παραβάτας ὑπουργούς. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι
2913σπουδαιότερον, ἢ ἡ ἐν γένει κατάστασις τοῦ λαοῦ; Αὐτὴν πρέπει
2914νὰ προτιμήσητε, καὶ ὄχι ἂν εἷς φαυλόβιος ἀπεμακρύνθη τῆς πρω-
2915τευούσης! Μέχρι τοῦδε παρῆλθον 4 μῆνες· τί ἐπράξαμεν, ὁποῖον
2916μέτρον ἐλάβαμεν διὰ τὸν λαόν; ἐξαντλούμεθα μόνον, εἰς ματαίας
2917συζητήσεις.
2918Λοιπὸν, κύριοι, ἂν πάσχῃ ὁ λαὸς, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα αἴτιοι.
2919Ἡμεῖς ἐξετελέσαμεν τὸ καθῆκον ἡμῶν ὅπως τὸ ἐννοοῦμεν·
2920σᾶς ὑπεβάλαμεν μέτρα, τὰ ὁποῖα ἐνομίζαμεν, ὅτι ἠδύναντο
2921νὰ φέρωσι θεραπείαν τινα· διότι ὁ λαὸς πάσχει οὐ μόνον οἰκο-
2922νομικῶς, ἀλλὰ καὶ ὑπὸ διαφόρους ἄλλας ἐπόψεις. Κατὰ τὴν
2923ἰδέαν μας, ἡμεῖς ἐσπεύσαμεν νὰ κάμωμεν τὸ χρέος μας, καὶ
2924σᾶς παρουσιάσαμεν τὰς ἰδέας μας, τοὺς σκοπούς μας· σεῖς δὲ τί
2925ἐπράξατε; Ἡμεῖς πταίομεν, ἐνῷ σεῖς δὲν λαμβάνετε μέ-
2926τρα ὑπὲρ τοῦ πάσχοντος λαοῦ; Ἡμεῖς πταίομεν, οἱ ὁποῖοι ἐ-
2927πικαλούμεθα τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ἐνέργειάν σας, ἢ σεῖς,
2928οἵτινες περὶ ἀναβολῆς, περὶ κανονισμοῦ, περὶ τιμωρίας δύω
2929πταισάντων ὑπαξιωματικῶν καὶ περὶ τοιούτων ἄλλων ἀδιαφό-
2930ρων ἀντικειμένων ἐνασχολεῖσθε; Ἡμεῖς πταίομεν ἢ σεῖς, οἵτινες
2931ζητήματα ὑπουργικὰ μόνον θέτετε; Ἐννοῶ καὶ ἀποδέχομαι, θέλω
2932μάλιστα τὸ πράξει, μεταβαίνων ἀπὸ τὴν θέσιν τοῦ ὑπουργοῦ
2933εἰς τὴν θέσιν τοῦ ἀντιπολιτευομένου, ἐννοῶ τὴν συζήτησιν, διότι
2934αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ἰσχὺς τοῦ Συντάγματος. Θέλω νὰ
2935βασανίζωνται αἱ ἰδέαι, καὶ ἀπὸ τῆς βάσανου αὐτῆς νὰ ἐξέρ-
2936χηται ἡ ἀλήθεια, ἥτις δύναται νὰ κυβερνήσῃ, καὶ ὁ ἄνθρω-
2937πος, ὁ ἀντιπροσωπεύων αὐτὴν, νὰ ᾖναι ὁ ἐκλεκτὸς τοῦ ἔθνους,
2938ὁ μέλλων νὰ διέπῃ τὴν τύχην του. Διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι
2939τὴν συζήτησιν, διότι ἐν αὐτῇ συνίσταται ἅπασα ἡ ἀξία τοῦ
2940συνταγματικοῦ συστήματος· ἀλλὰ τὴν ἀπραξίαν, τὴν παρα-
2941λυσίαν δὲν τὴν ἐννοῶ. Τοιαύτη ἐνέργεια εἶναι ἄλλο τι, τὸ
2942ὁποῖον δὲν εἰμπορῶ νὰ ὀνομάσω. Ὅταν δὲν θέλετε νὰ συζητήση-
2943τε τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπεβάλαμεν, ἀλλὰ δι’ ὅλων
2944τῶν μέσων ἀποφεύγετε τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἀπόφασιν, δὲν
2945ἀντιπολιτεύεσθε, δὲν ὑπηρετεῖτε τὴν πατρίδα· παραλύετε τὴν
2946κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, καὶ οὕτω παραλύετε τὸ ἔθνος.
2947Χθὲς στεντορείᾳ τῇ φωνῇ μᾶς ἐζητεῖτο ὁ λόγος, διατὶ δὲν
2948φέρομεν κεφάλαια ξένα. «Ὑπάρχουσι κεφάλαια, πολλὰ κρούουσι
2949τὰς θύρας μας, καὶ σεῖς ὑπνώττετε, μᾶς ἔλεγον· εἶσθε ἀνί-
2950κανοι.» Ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει ἐνώπιόν σας μία σύμβασις λίαν
2951σπουδαία, ἡ περὶ Κωπαΐδος; Ἂν παραδεχθῆτε αὐτὴν, θέλετε
2952ἔχει κεφάλαια, πολιτισμὸν, ἐπιστήμην καὶ ἐργασίαν. Ἔλαβε
2953τὴν τύχην ἡ σύμβασις αὐτὴ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν; νὰ μελετη-
2954θῇ κᾂν; Ἐν τούτοις ἐνασχολεῖσθε εἰς ἐπερωτήσεις. Ἔπρεπε
2955νὰ προτιμηθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, τὸ ὁποῖον, ἐὰν ἐπιτύχῃ, θέ-
2956λει συνδέσει τὰ συμφέροντά σας πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς
2957Εὐρώπης, καὶ θέλει κάμει ὥστε τὰ κεφάλαια τῆς Εὐρώπης
2958νὰ μὴ φοβῶνται νὰ ἔλθωσιν ἐνταῦθα, καὶ οὕτω θέλει σᾶς
2959ἀνοίξει ἴσως τὰς πύλας τῶν χρηματιστηρίων. Ἡμεῖς ἐσπεύσα-
2960μεν νὰ σᾶς ὑποβάλωμεν καὶ αὐτὴν τὴν σύμβασιν· ἀλλὰ σεῖς
2961τὶ πράξατε; —Προετιμήσατε τὰς ἐπερωτήσεις καὶ τὰ ὑπουργικὰ
2962ζητήματα, ὁ δὲ ἔντιμος φίλος μου κ. Πετράκης ἐλυπήθη πολὺ,
2963διότι δὲν συνεζητήθη εἰσέτι ἡ ἐπερώτησίς του περὶ τοῦ ἀνθρώ-
2964που ἐκείνου, ὃν ἡ ἀστυνομία ἐδίωξε.
2965§108ΠΕΤΡ. ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ. Ὑπὲρ τοῦ νόμου ὡμίλησα.
2966§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπὲρ τοῦ νόμου. Βεβαίως ἡ τήρησις
2967τοῦ νόμου θὰ φέρῃ τὴν ἡσυχίαν τοῦ τόπου, καὶ χρέος μας ἀπα-
2968ραίτητον εἶναι νὰ φροντίζωμεν περὶ τοῦ νόμου· ἀλλὰ χρέος ἐπί-
2969σης ἀναντίῤῥητον εἶναι νὰ προτιμήσωμεν τὰ γενικὰ συμφέροντα.
2970Ἔχομεν πάσχοντα τὸν λαὸν ὁλόκληρον, περὶ τοῦ ὁποίου τό-
2971σον ἐνδιαφερόμεθα καὶ τόσα δάκρυα ἐχύσαμεν· περὶ τῆς τύχης
2972καὶ τῶν συμφερόντων αὐτοῦ πρέπει πρῶτον νὰ φροντίσωμεν,
2973καὶ ν’ ἀφήσωμεν αὐτὰ τὰ ἀτομικὰ καὶ τὰ μερικὰ ζητήματα, τὰ
2974ὁποῖα βεβαίως πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν μὲ τὸν καιρὸν ὕστερον,
2975διότι ὁ πρῶτος νόμος εἶναι ἡ σωτηρία τοῦ λαοῦ.
2976§110ΖΩΤΟΣ. Ἡ τήρησις τοῦ νόμου εἶναι τὸ γενικώτερον ζήτημα.
2977§111ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, αἱ μομφαὶ, αἱ ὁποῖαι
2978καθ’ ἡμῶν ἀπηυθύνθησαν, εἶναι ἄδικοι, διότι δὲν εἶναι ἀληθεῖς.
2979Νομίζω, ὅτι οἱ ἐναντίοι ἡμῶν ὤφειλον νὰ ἀποδείξωσι τοὺς
2980ἰσχυρισμοὺς αὑτῶν. Ἐδέχθημεν κληρονομίαν κακίστην, καὶ
2981εἰς τὰς χεῖράς μας ἤδη αὐτὴ ἡ κληρονομία ἐβελτιώθη, καὶ
2982ἐνόσῳ δὲν ἀποδείξετε σεῖς τὸ ἐναντίον διὰ πραγμάτων, ὅπως
2983τὸ ἀποδεικνύομεν ἡμεῖς, ἐνόσῳ τοὺς λογαριασμούς σας δὲν
2984στηρίζετε εἰς ἀριθμοὺς, ἐνόσῳ δὲν φέρετε γεγονότα, δὲν
2985φέρετε πράγματα, δύνασθε μόνον ὡραίους λόγους ν’ ἀπαγγέλ-
2986λητε καὶ πομπώδεις, ἡ ἀλήθεια ὅμως θέλει μένει ὑπὲρ ἡμῶν
2987πάντοτε· σεῖς δὲ θέλετε θεωρεῖσθε..... Τὸ ζήτημα ἔλαβεν αὐτὸν
2988τὸν χαρακτῆρα, ἵνα λησμονηθῇ τοῦ νομοσχεδίου ἡ ἀξία, διότι
2989δὲν συζητοῦσιν ἤδη τὴν ἐσωτερικὴν αὐτοῦ ἀξίαν, ἀλλὰ τὴν
2990σχέσιν του πρὸς τὸ ὑπουργεῖον. Ὁ κ. Βαλαωρίτης, δριμύτερος
2991ὅλων τῶν καθ’ ἡμῶν, εἶπεν, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, «τὸ
2992νομοσχέδιον εἶναι φῶς, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται κανεὶς ν’ ἀπο-
2993κρούσῃ, διότι αἱ ὁδοὶ εἶναι αἱ ἀρτηρίαι καὶ αἱ φλέβες τοῦ ἔθνους·
2994κανεὶς λοιπὸν δὲν θέλει ν’ ἀποξηρανθῶσι· τὸ νομοσχέδιον εἶναι
2995ὠφέλιμον, τὸ ἀποκρούομεν ὅμως διότι δὲν χαίρετε τὴν ἐμπιστο-
2996σύνην μας· τὸ νομοσχέδιον θὰ σᾶς φέρῃ πόρους, ἀλλὰ δὲν
2997θέλομεν νὰ σᾶς δώσωμεν αὐτούς.» Μεταξὺ τῶν παραδόξων,
2998ἅτινα ἠκούσαμεν, τὸ παραδοξότερον εἶναι ἡ μομφὴ, τὴν ὁποίαν
2999μᾶς ἀπηύθυναν, ὅτι τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἐφέραμεν, σκο-
3000πὸν ἔχουν νὰ παρατείνωσι τὴν ζωήν μας. Ἀλλὰ πρὸ μικροῦ εἷς
3001ἔντιμος καὶ πεπειραμένος βουλευτὴς, ὁ κ. Βότσαρης, ἐνώπιον
3002καί τινων ἄλλων μοὶ εἶπε· «δὲν ἐνοῶ πῶς σεῖς δι’ αὐτῶν
3003προκαλεῖτε ἀντιδράσεις καὶ ἀντιπολιτεύσεις, ἐνῷ ἔπρεπε τὸ
3004ἐναντίον νὰ πράξητε.» Τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σᾶς παρου-
3005σιάσαμεν, προσβάλλουσι συμφέροντα, προσωπικὰ καὶ ἐπαρ-
3006χιακὰ, τὰ ὁποῖα διεγείρουσιν ἀντιπαθείας καὶ ἀντιδράσεις·
3007δὲν γνωρίζετε ὅτι ἡ πλειοψηφία ἐκ τούτων ἐπηρεάσθη;
3008δὲν γνωρίζετε πόσα διηγέρθησαν παράπονα; Ἡμεῖς ὅμως
3009ἐνομίσαμεν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωμεν ἐνώπιον αὐτῶν.
3010Ἦτον εὔκολον νὰ ἀφήσωμεν τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι καὶ νὰ
3011μὴ ἀκούσωμεν παράπονα. Ἰδοὺ ὁ τρόπος, ἂν ἠθέλαμεν νὰ συν-
3012τηρηθῶμεν· καὶ ὅμως δὲν ἐπράξαμεν οὕτω, διότι τὸ ἐνομίσαμεν
3013ἐναντίον τῶν καθηκόντων καὶ τῆς θέσεώς μας· ἐνομίσαμεν, ὅτι
3014ὠφείλαμεν, ἀδιαφοροῦντες πρὸς ὅλους τοὺς κινδύνους, τοὺς ὁποίους
3015ἔμελλε νὰ διατρέξωμεν, νὰ φέρωμεν ἐνώπιόν σας ὅλας τὰς ἰδέας
3016μας, ὅλας τὰς πεποιθήσεις, καθόσον ἀφορᾷ τὴν διοίκησιν τοῦ
3017τόπου καὶ τὴν οἰκονομίαν αὐτοῦ· ἐφέραμεν ἓν σύστημα πλῆρες
3018καὶ δι’ ὅλους τοὺς κλάδους καὶ δι’ ὅλας τὰς ἀνάγκας. Ἡ διοί-
3019κησις χωλαίνει, ἡ οἰκονομία δὲν εὑρίσκεται καλῶς, ἡ παιδεία
3020προσκόπτει, ὁ στρατὸς ἔχει ἀνάγκην διαῤῥυθμίσεως, ἔπρεπε νὰ
3021προβλέψωμεν καὶ νὰ ἐξαγάγωμεν τὴν πατρίδα ἐκ τῶν δυσκολιῶν.
3022Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν δέχεται τίποτε· ἀποκρούει τὰς
3023οἰκονομίας, δὲν ἐγκρίνει τὰ δάνεια, δὲν συζητεῖ τοὺς φόρους.
3024Ἐγὼ προτιμῶ καὶ σᾶς συμβουλεύω νὰ προτιμήσητε πάντοτε καὶ
3025σεῖς τοὺς φόρους ἀντὶ δανείων· τὰ δάνεια εἶναι κακὸν, ἐπιβα-
3026ρῦνον καὶ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, αὐξάνον τὰς δυσκολίας
3027καὶ ἀφαιροῦν τὰ κεφάλαια ἀπὸ τὴν παραγωγήν. Κατεφύγαμεν
3028ἀληθῶς καὶ ἡμεῖς εἰς δάνεια, ἀλλ’ ὅταν δὲν ἐδυνάμεθα νὰ πράξω-
3029μεν ἄλλως· οὕτω θέλετε πράξει καὶ σεῖς εἰς παρομοίας περιστά-
3030σεις. Ἀλλ’ ἠξεύρετε πόσου δανείου ἔχετε ἀνάγκην διὰ νὰ ἔχητε
3031προϋπολογισμὸν ἀσφαλῆ; 12 ἑκατομμυρίων, διότι μέχρις αὐτοῦ
3032τοῦ ποσοῦ ἀναβιβάζονται τὰ κινούμενα χρέη σας, καὶ τὰ χρέη
3033αὐτὰ πρέπει ν’ ἀντικαταστήσητε διὰ παγίων. Δὲν ἐκάμαμεν
3034ἡμεῖς αὐτὰ τὰ χρέη, ἀλλὰ θέλομεν νὰ τὰ τακτοποιήσωμεν,
3035διότι τὰ τοιούτου εἴδους χρέη καὶ δυσκολίας φέρουσι καὶ εὐθύνας
3036καὶ κινδύνους.
3037Ἐκ τῶν ὑποβληθέντων δὲ μέτρων μας οἱ μὲν φόροι καὶ αἱ
3038οἰκονομίαι ἔχουν σκοπὸν διαρκῆ, ἔχουν σκοπὸν νὰ τακτοποιή-
3039σωσι τὸ παθητικὸν καὶ τὸ ἐνεργητικόν σας, νὰ σᾶς φέρωσιν εἰς
3040ἐντελῆ ἰσοῤῥοπίαν. Ἀλλ’ ἔχομεν παρελθούσας πληγὰς, ἔχο-
3041μεν ἐλλείμματα, τὰ ὁποῖα οἱ μέλλοντες φόροι δὲν θὰ καλύ-
3042ψωσι, καὶ τὰ ὁποῖα ηὔξησεν ἡ τελευταία κατάστασις τῆς παρα-
3043γωγῆς καὶ ἡ ἀφορία. Τὸ τελευταῖον ἔλλειμμα ἐκάλυψεν ἐν μέρει
3044τὰ ἔσοδα τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ τρέχοντος, ἀλλ’ αὐτὰ χρησι-
3045μεύουσι συνήθως ὡς ἐφόδια τοῦ μέλλοντος, τὸ ὁποῖον θὰ τὰ
3046ὑστερηθῇ. Ἔχετε λοιπὸν ἀνάγκην ἐκτὸς τῶν φόρων καὶ δανείων,
3047ἵνα οἰκονομήσητε αὐτὴν τὴν ἀνωμαλίαν, ἄλλως πρέπει νὰ φρον-
3048τίσητε ν’ ἀποδώσητε εἰς τὴν κοινωνίαν ὅσα τῆς ἀφηρέσατε,
3049λαβόντες τὰ χρήματα τῆς Τραπέζης.
3050Τὸ νομοσχέδιον ἄρα αὐτὸ δὲν εἶναι ὁ κύριος σκοπὸς, ἀλλὰ
3051τὸ πεδίον τῆς μάχης. Ἔπρεπε νὰ ἐκλέξετε ἄλλο, καὶ οὐχὶ τὸ
3052ὠφελιμώτερον διὰ τὸν τόπον· καὶ ὅμως μετ’ εὐχαριστήσεως
3053δεχόμεθα τὴν πάλην καὶ εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον. Τί σκοπεύει
3054αὐτό; Μᾶς λέγουσιν, ὅτι δολίως τὸ ἐφέραμεν, ὅτι ἠθέλαμεν
3055νὰ σᾶς ἐξαπατήσωμεν, ἵνα πλαγίως αὐξήσωμεν τοὺς φόρους
3056καὶ εὐκολύνωμεν τὰς ἀνάγκας μας. Τί σκοπεύει λοιπὸν τὸ
3057νομοσχέδιον αὐτό; Κατὰ τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον, εἶναι ἀδύ-
3058νατον νὰ ἔχωμεν ποτὲ ὁδούς· κατ’ αὐτὸ, θέλει ἐξοδεύεσθαι διὰ
3059τὰς ὁδοὺς ὅ,τι περισσεύει· ἀλλ’ οἱ πόροι μας εἶναι μικροὶ αἱ δὲ
3060ἀνάγκαι μας μεγάλαι· ἑπομένως τίποτε δὲν περισσεύει ἢ ὀλίγον
3061περισσεύει, καὶ ὀλίγον κατὰ συνέπειαν γίνεται διὰ τὰ δη-
3062μόσια ἔργα. Εἶμαι φίλος φύσει τῶν δημοσίων ἔργων. Ὅτε
3063ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον τῶν
3064Οἰκονομικῶν καὶ εἶχον χρήματα, ἐξώδευσα 7 ἑκατομμύ-
3065ρια διὰ δημόσια ἔργα, καὶ ἤδη ἐντὸς τοῦ ἔτους τούτου ἐξω-
3066δεύσαμεν μ’ ὅλας τὰς στενοχωρίας μας 350,000 δραχ. δι’ αὐτὰ,
3067ποσὸν ὅπερ εἰς ὀλίγα ἔτη καὶ μᾶλλον εὐτυχῆ ἄλλοτε ἐξωδεύθη. Ἐν-
3068όσῳ δὲ τὰ δημόσια ἔργα περιλαμβάνονται ἐντὸς τοῦ προϋπολογι-
3069σμοῦ, ἡ Κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, δὲν θέλει κατορ-
3070θώσει μεγάλα πράγματα, διότι ὀφείλει νὰ φροντίσῃ πρῶτον
3071πῶς νὰ ζήσῃ καὶ ἔπειτα πῶς νὰ ἐξοδεύσῃ διὰ τὰς ἄλλας ἀ-
3072νάγκας. Ὁδοὶ καὶ γέφυραι λοιπὸν δὲν ὑπάρχουσιν, οὐδὲ θέλου-
3073σιν ὑπάρξει· οἱ ἄνθρωποι πνίγονται εἰς τοὺς ποταμοὺς καὶ
3074κατακρημνίζονται εἰς τὰς φάραγγας.
3075Τὸ σύστημα αὐτὸ τὸ κακὸν ἠθέλαμεν ν’ ἀντικαταστήσωμεν.
3076Τί ἔπρεπε νὰ κάμωμεν; — Ὅ,τι ὁ κοινὸς λαὸς, ὁ ἁπλοῦς κόσμος
3077μᾶς ὑπέδειξε πρὸ πολλοῦ. Δὲν ἠρκέσθη εἰς τοὺς φόρους
3078τοῦ δημοσίου, εἰς τὸν προϋπολογισμόν, ὅταν εἶχε νὰ θεραπεύ-
3079σῃ ἀνάγκην, ἀλλ’ ἐπέβαλεν εἰς ἑαυτὸν φόρον καὶ ἐθεράπευε τὴν
3080ἀνάγκην. Οὕτω κατεσκευάσθησαν τόσοι λιμένες. Τὸ σύστημα
3081αὐτὸ περίπου νὰ βάλωμεν καὶ ἡμεῖς εἰς ἐνέργειαν αἰτοῦμεν, νὰ
3082συστηθῇ δηλαδὴ ἰδιαίτερον ταμεῖον πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Ἕως
3083τώρα εἴχαμεν ἀγγαρίαν, τῆς ὁποίας ὅλα τὰ κακὰ ἐξηγήθησαν. Ἡ
3084ἀγγαρία ἐπιβάλλεται ἀναλόγως τῶν προσώπων καὶ οὐχὶ τῆς
3085περιουσίας· ἡμεῖς προτείνομεν τὸ ἐναντίον, τὸ ἀληθὲς σύστημα·
3086ἑπομένως ἀπαλλάττομεν τοὺς πτωχοὺς καὶ ἐπιβαρύνομεν τοὺς
3087πλουσίους· ἄλλως ἡ ἀγγαρία ἀπεδείχθη μέσον ὅλως ἀκατάλ-
3088ληλον πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν.
3089Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν τὸ θέλετε, διότι δὲν θέλετε ὁδοὺς, ἢ διότι
3090δὲν πιστεύετε, ὅτι θὰ κάμῃ καλὴν χρῆσιν ἡ Κυβέρνησις; Ἐ-
3091ναντίον ὅλων τῶν Κυβερνήσεων τῆς πατρίδος σας ἔχετε αὐτὴν
3092τὴν δυσπιστίαν καὶ εἰς ὑμᾶς αὐτοὺς ἔτι; Δὲν ἐλπίζετε νὰ κυ-
3093βερνήσητέ ποτε; Δὲν εἶναι σπουδαία, μοὶ φαίνεται, ἡ ἀντίῤῥησις
3094αὕτη, δότι δὲν πρόκειται νὰ δώσητε εἰς ἡμᾶς πόρους, ἀλλὰ
3095νὰ θεραπεύσητε διαρκεῖς ἀνάγκας, καθόσον πρόκειται νὰ δια-
3096τηρήσητε τὸ ταμεῖον αὐτὸ ἕως οὗ ἔχετε ἀνάγκην δημοσίων
3097ἔργων. Δὲν εἶναι ἀνάγκη βεβαίως νὰ ἐπιμείνω ἐπὶ πλέον
3098εἰς τὴν ἐξέτασιν ζητήματος ἐξαντληθέντος· ἐπαναλαμβάνω
3099μόνον, ὅτι οἱ σκοποί μας δὲν ἦσαν καθαρῶς φορολογικοί·
3100ἠθέλαμεν ν’ ἀσφαλίσωμεν πόρους πρὸς σκοπὸν λίαν ἐπωφελῆ. Ἐκ
3101προοιμίων δὲ λέγω, ὅτι δὲν σκοπεύομεν ν’ ἀποκρούσωμεν πᾶν μέ-
3102τρον, τὸ ὁποῖον τείνει ὥστε αἱ ἐπαρχίαι νὰ ἀπολαύσωσι τὰ ἀ-
3103γαθὰ, τὰ ὁποῖα ὑπόσχεται εἰς αὐτὰς τὸ νέον σύστημα· ἐπι-
3104μένω μόνον ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν. Δὲν ἀρνοῦμαι δὲ, διότι πολ-
3105λάκις τὸ ἐπανέλαβον, ὅτι ἡ παραδοχὴ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ
3106θέλει ἀπαλλάξει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ἐξόδου, τοῦ διὰ τὰ
3107δημόσια ἔργα προωρισμένου. Ἀλλ’ ἂν ἀποκρούσητε τὴν ἀρχὴν,
3108θέλομεν λυπηθῆ, διότι ἀπόλλυται ἓν καλόν. Ἂν εἴπητε ὅμως
3109ὅτι δὲν ἔχετε πλέον ἐμπιστοσύνην εἰς ἡμᾶς, δὲν θέλομεν λυ-
3110πηθῆ· ἐπαναλαμβάνω μάλιστα καὶ τὴν ὑπόσχεσιν, τὴν ὁποίαν
3111ὁ Κ. Λομβάρδος ἀπὸ τοῦ βήματος ἐξέφερε, δὲν θέλομεν πολε-
3112μήσει δι’ ὁμοίου τρόπου τοὺς διαδόχους μας.
3113Πολλάκις, κύριοι, ἐπεθύμησα καὶ τὸ ἐπεζήτησα σπουδαίως,
3114ὥστε ἡ ἀντιπολίτευσις ν’ ἀνέλθῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν, καὶ πολλὰ
3115ἐκ τῶν ἐντίμων αὐτῆς μελῶν τὸ γνωρίζουσιν. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν
3116ἠμπόρεσα ν’ ἀπευθυνθῶ εἴς τινα, εἶναι διότι ἐν τῷ μέσῳ
3117τῆς πολυκεφάλου αὐτῆς Ὁμοσπονδίας, δὲν διέκρινα ἐξοχὴν, δὲν
3118ἔβλεπα πρόγραμμα, ἀλλὰ ἁπλᾶς κατηγορίας καὶ μομφάς. Ἐπι-
3119θυμῶ καὶ ἐπεθύμουν πάντοτε νὰ ἴδω τὴν ἀντιπολίτευσιν μὲ τὸν
3120ἀρχηγόν της καὶ μὲ τὸ πρόγραμμά της· ἐπεθύμουν νὰ ἤρχετο
3121ἐδῶ, νὰ ἔφερε τὰς ἰδέας της νὰ τὰς συζητήσωμεν, καὶ ἂν
3122αὗται παρεδέχοντο ὡς ἀληθεῖς καὶ καλλίτεραι, νὰ ἀναλάβῃ τὴν
3123διοίκησιν τοῦ τόπου, τότε μετ’ εὐχαρίστου πεποιθήσεως
3124ἤθελον ἰδῆ αὐτὴν ἀνερχομένην εἰς τὴν ἐξουσίαν. Λυποῦμαι,
3125διότι δὲν ἠκολούθησε τὸν δρόμον αὐτόν· ἐκτὸς τοῦ κ. Ἰακωβά-
3126του, ὅστις ἔφερε μίαν ἰδέαν, καλὴν ἢ κακὴν ἀδιάφορον, καμμίαν
3127ἄλλην ἰδέαν δὲν ἔφερεν ἀκόμη ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ μομφὰς
3128καὶ κατηγορίας, διαμαρτηρήσεις περὶ σεβασμοῦ πρὸς τὸν νόμον,
3129ἐνῷ ἀντὶ τούτων ἔχομεν ἡμεῖς τὴν ὁμολογίαν σας περὶ τοῦ σε-
3130βασμοῦ μας αὐτοῦ. Ἂς ἔλθῃ ἡ ἀντιπολίτευσις εἰς τὴν ἐξουσίαν,
3131καὶ αὐτὴ πρέπει νὰ ἔλθῃ, διότι δὲν ἐννοῶ ἄλλον ὡς διάδοχόν
3132μας, παρὰ τὴν καθαρὰν ἀντιπολίτευσιν· αὐτὴ εἶναι δυνατὸν κα-
3133τὰ τὰς δυσκόλους περιστάσεις ἐν αἷς εὑρισκόμεθα νὰ διοικήσῃ ἀνθ’
3134ἡμῶν, διότι αὐτὴ ἔχει ἰδίαν ὕπαρξιν. Αὐτὴ λοιπὸν πρέπει νὰ ἔλθῃ,
3135ὅταν ἀπολέσωμεν τὴν πλειονοψηφίαν καὶ κηρυχθῶμεν ὡς παρηκ-
3136μακότες. Ἂν δὲ ἔλθῃ, βεβαίως δὲν θέλω καταφύγει εἰς κανὲν
3137μέτρον τεῖνον νὰ παραλύσῃ αὐτήν· θὰ συζητῶ τὰς ἰδέας της, θὰ
3138τὴν κατακρίνω, ἀλλὰ ποτὲ δὲν θὰ προσπαθήσω νὰ διακόψω
3139τὴν πορείαν της, καὶ νὰ παραλύσω τὴν ἐνέργειάν της· νὰ τὴν
3140κρατήσω εἰς ἀδράνειαν, ὅπως αὐτὴ ἔπραττε, διότι ἡ ἀνδράνεια
3141τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἀδράνεια καὶ παραλυσία τῆς ζωῆς τοῦ
3142ἔθνους. Ποτὲ δὲν θέλω κάμει ἀντιπολίτευσιν τοιαύτην, καὶ εἴθε
3143ποτὲ νὰ μὴ γείνῃ εἰς τὴν πατρίδα μου, ποτὲ ἄλλοτε τοιαύτη. Ἡ
3144ἀντιπολίτευσις πρέπει νὰ νικᾷ διὰ τῆς ὀρθότητος τῶν ἰδεῶν της·
3145ἐπαναλαμβάνω τοῦτο, διότι ἐνθυμεῖσθε τί εἶπε προχθὲς ὁ κ. Κου-
3146ρῆς· «Παραιτηθῆτε, διότι προσκόπτετε· ἀφήσατε τὰς ἕδρας σας,
3147διότι δὲν σᾶς ἀφίνομεν νὰ κάμητε βῆμα.» Ὄχι! Δὲν ἐννοῶ,
3148οὔτε θέλω ἀκολουθήσει τὸ σύστημα αὐτό· δὲν θέλω τὴν Κυ-
3149βέρνησιν νὰ τὴν ῥίψω παραλύων αὐτήν· δὲν θέλω νὰ καταστρέ-
3150φω τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ ν’ ἀντικαθιστῶ τὰ πρόσωπα δι’ ἄλ-
3151λων, ἅτινα θέλουσιν ἀποδείξει, ὅτι καλλίτερα καὶ ἐπωφελέστερα
3152δύνανται νὰ κυβερνήσωσιν· ἡ Κυβέρνησις ὡς Κυβέρνησις πρέ-
3153πει νὰ μένῃ ἐν ὅλῃ τῇ ἰσχύϊ καὶ τῇ ἀξιοπρεπείᾳ της.
3154Λοιπὸν ἂς ἔλθῃ, ἐὰν ἦναι ὥρα νὰ ἔλθῃ, ἡ ἀντιπολίτευσις,
3155καὶ ἂς ᾖναι βεβαία, ὅτι θέλει ἔχει πᾶσαν τὴν συνδρομὴν ἡμῶν
3156ὡς ἀντιπολιτεύσεως νομίμου καὶ ἀγαπώσης τὴν πατρίδα, οὐχὶ
3157τὴν ἐξουσίαν· θέλομεν φροντίσει νὰ τὴν ἀνατρέψωμεν, ὅταν ἀπο-
3158δειχθῇ κακή, ἀλλ’ ὄχι νὰ τὴν παραλύσωμεν, νὰ τὴν ἐμποδίσωμεν
3159νὰ βαδίζῃ ὡς καὶ νὰ διοικῇ.
3160§112ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Εὐχαριστοῦμεν, Κύριοι, τὸν ἀξιότιμον πρω-
3161θυπουργόν, διότι καλεῖ τὴν ἀντιπολίτευσιν εἰς τὴν ἐξουσίαν.
3162Ἀλλ’ ἡ ἀντιπολίτευσις, ὡς εἶναι εἰς αὐτὸν γνωστὸν, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ
3163παραλάβῃ, δι’ αὑτοῦ τὴν ἐξουσίαν, ἐπιθυμεῖ τὴν ἐξουσίαν νὰ τὴν
3164παραλάβῃ ὅταν ὑπάρχωσιν ὅλοι οἱ Συνταγματικοὶ ὅροι, τοὺς
3165ὁποίους ἔθεσε τὸ ἔθνος, ὅταν ὑπάρξῃ πλήρης πεποίθησις, ὅτι τῆς
3166ἀντιπολιτεύσεως ἡ ἔλευσις εἶναι ἀναγκαία ἐν τῇ ἐξουσίᾳ. Διότι,
3167ὡς ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος, διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ ἀντιπολίτευσις καὶ προ-
3168σηκόντως νὰ διοικήσῃ τὸ Κράτος, ἀπαιτεῖται πλήρης πρὸς αὐτὴν
3169ἐμπιστοσύνη καὶ πλήρης ἐξουσία.
3170Δὲν ἀγνοεῖ ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τοῦ
3171τόπου, εἰς τὴν θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν οὗτος εὑρίσκεται σήμερον,
3172εἶναι δυσχερεστάτη, ὅτι χρειάζονται μέγισται δυνάμεις καὶ
3173πολὺ μεγάλαι θυσίαι, ὅπως ὁ τόπος κυβερνηθῇ συμφώνως πρὸς
3174τοὺς νόμους, συντηρούμενος μὲν ἐνῷ διακινδυνεύει, προαγόμενος
3175δὲ ἐνῷ ἐσταμάτησε καὶ ὀπισθοδρομεῖ (εὖγε, εὖγε ἐκ τοῦ ἀκροα-
3176τηρίου). Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἡσυχάσετε.
3177Ἀπαντῶν δὲ εἰς τὸν ἀξιότιμον Πρωθυπουργὸν δι’ ὅσα εἶπε
3178περὶ προγράμματος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, χρεωστῶ νὰ ἐκπλαγῶ
3179διὰ τὴν πρόκλησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε πρὸς αὐτὴν, πρῶτον μὲν
3180διότι, καίτοι ἱστάμενος ἐπὶ κεφαλῆς μιᾶς πολιτικῆς μερίδος, ἀ-
3181γνοεῖ τὸ πρόγραμμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἔπειτα δὲ, καίτοι
3182πολιτικὸς ἀνὴρ, καὶ προϊστάμενος τῆς Κυβερνήσεως, ἐφαντάσθη,
3183ὅτι εἶναι δυνατὸν ποτε εἰς τὰ Συνταγματικὰ Κράτη, ὁ ἀγὼν νὰ
3184γείνῃ μεταξὺ ἀντιπολιτεύσεως καὶ Κυβερνήσεως, ὅπως τὸν πα-
3185ρέστησε· δηλονότι αἱ δύω μερίδες νὰ προσέλθωσιν ἐπὶ τοῦ βή-
3186ματος, νὰ καταθέσωσι τὸ πρόγραμμά των, νὰ γείνῃ συζήτησις
3187περὶ αὐτοῦ καὶ ἡ πλειονοψηφία ν’ ἀποφασίσῃ. Αἱ δύω μερίδες
3188ἐν παντὶ ἔθνει συνταγματικῷ ἔχουσιν ἱστορίαν, καὶ ἂν διὰ νὰ ὑπε-
3189ρασπίσωσιν ἑαυτοὺς οἱ πρωθυπουργοὶ, ἀναβαίνοντες εἰς τὸ βῆμα
3190λησμονοῦν τὴν ἱστορίαν ἡ ὁποία τοὺς παρακολουθεῖ, οἱ ἔχοντες
3191ὅμως τὸ δικαίωμα νὰ κρίνουν περὶ τῶν προγραμμάτων τῆς ἀν-
3192τιπολιτεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως βεβαίως δὲν τὴν λησμονοῦν.
3193Ἡ πολιτικὴ τῶν κυβερνώντων καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι
3194δυνατὸν νὰ δικασθῇ προσηκόντως, ὅταν οἱ δικασταὶ δὲν παρα-
3195κολουθοῦν τὰ γεγονότα, ὅταν προσηλόνουν τὴν προσοχὴν αὐτῶν
3196μόνον εἰς μεμονωμένα ζητήματα. Ἡμεῖς, Κύριοι, δὲν ἔχομεν
3197τοιαύτην ἰδέαν περὶ τῶν πολιτικῶν καὶ τῶν προγραμμάτων
3198αὐτῶν· καὶ ἐὰν εἴχομεν, δὲν ἠθέλαμεν ἀντιταχθῆ κατὰ τῆς ἀρ-
3199χῆς τοῦ νομοσχεδίου, ἥτις εἶναι τόσον ἐπαγωγός. Ἡ ἀντιπο-
3200λίτευσις γινώσκει, ὅτι οἱ ὡραιότεροι νόμοι δυνατὸν νὰ στολί-
3201ζωνται ὑπὸ ἐπιγραφῶν κομψοτάτων, ἀλλ’ ὅταν δὲν ᾖναι δυνα-
3202τὸν νὰ ἐκτελεσθῶσι, δὲν ἀφίνουν τὸ παραμικρὸν ἴχνος προόδου,
3203πολλάκις μάλιστα, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, δύνανται νὰ γίνωσι
3204καὶ ἀφορμὴ ὀπισθοδρομήσεως.
3205Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἐπετέθη λάβρος κατὰ τῶν συναδέλφων
3206Ἑπτανησίων ὅσοι ἐτόλμησαν νὰ προσβάλωσι τὴν πολιτικὴν
3207αὐτοῦ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἄλλος τις παρεξενεύθη, ἐγὼ ὅμως διόλου
3208διότι γνωρίζω, ὅτι ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἦτο συνειθισμένος ῥόδα
3209πάντοτε παρὰ τῆς Ἑπτανήσου νὰ λαμβάνῃ. Καὶ ὅταν εἰς τὴν
3210Συνέλευσιν, εἰς τὸ μέγα ἐκεῖνο Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἐκλήθη νὰ θέσῃ
3211τὰ θεμέλια τοῦ μέλλοντος τῆς Πατρίδος, συνήχθησαν οἱ ἀπε-
3212σταλμένοι τῆς Ἑπτανήσου, κατώρθωσε νὰ σαγηνεύσῃ τὰς συν-
3213ειδήσεις τοῦ μεγαλειτέρου μέρους.
3214§113ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΗΣ. Ἦτο τὸ καθῆκόν μας νὰ συνταχθῶμεν
3215μὲ μίαν Κυβέρνησιν, ἥτις νὰ φέρῃ τὴν τάξιν.
3216§114ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἠξεύρω καλλίτερα νὰ σᾶς δικαιολογήσω
3217ἐγὼ παρ’ ὅτι σεῖς τὸν ἑαυτόν σας· (χειροκροτήματα ἐκ
3218τοῦ ἀκροατηρίου), διότι ἴσως σεῖς δὲν ᾐσθάνθητε τὴν δικαιο-
3219λόγησιν τὴν ὁποίαν ἐγὼ ᾐσθάνθην καὶ τὴν ὁποίαν πρὸ ἑνὸς ἔ-
3220τους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον ὑπὲρ τῶν ἀντιπροσώπων
3221τῆς Ἑπτανήσου. Ναί, Κύριοι, ἐσαγήνευσε, λέγω, διότι τοῖς προέ-
3222ταξεν ὡς δέλεαρ τὸν πατριωτισμόν των· τοῖς εἶπεν, ἔχετε
3223πολλὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα δὲν ὑπάρχουσιν οὔτε ἐν τῇ νομο-
3224θεσίᾳ, οὔτε ἐν τῇ διοικήσει τῆς Ἑλλάδος, καὶ ταῦτα σᾶς ὑπό-
3225σχομαι νὰ τὰ διατηρήσω, ὑπὸ τὸν ὅρον ὅμως νὰ μὲ ἀκολου-
3226θήσετε· καὶ αὐτοὶ, δελεασθέντες ὑπὸ τοῦ αἰσθήματος τούτου,
3227τὸν ἠκολούθησαν ἀπ’ ἀρχῆς μέχρι τέλους πάντοτε μετ’ αὐτοῦ
3228σύμφωνοι καὶ εἰς πάντα. Ἀλλ’ ἴσως ὑπάρχει καὶ ἄλλη τις δι-
3229καιολόγησις ὑπὲρ τῆς μερίδος ἐκείνης εἰς ἣν ἀνήκει ὁ ἀξιότιμος
3230διακόπτων με, ὅτι ἡ κοινὴ γνώμη τῆς Ἑπτανήσου μίαν μόνην
3231ἰδέαν ἐλάτρευσε, τὴν τῆς ἑνώσεως, καὶ ὅτι, πρώτην φορὰν ἀφε-
3232θεῖσα ἡ Ἑπτάνησος εἰς αὐτὴν, ἠγνόει ἐντελῶς τοὺς ὅρους, κατὰ
3233τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ πολιτευθῇ. Περιπλέον δὲν εἶχεν ἀκόμη
3234τότε ἀφορμὴν νὰ ἐξυπνίσῃ, καθότι τ’ ἀποτελέσματα μιᾶς
3235κακῆς πολιτικῆς δὲν εἶχον φθάσει ἀκόμη μέχρις αὐτῆς. Ἀλλ’ ἡ
3236κατάστασις τῶν πραγμάτων μετεβλήθη· ἔκτοτε παρῆλθεν
3237ἀρκετὸς χρόνος· ἡ αὐτὴ πολιτικὴ ἐξακολουθεῖ νὰ διοικῇ
3238καὶ τὰ ἀποτελέσματα αὐτῆς ἔφθασαν μέχρι τῆς Ἑπτανήσου.
3239Δὲν θέλω ἀδικήσει ποτὲ τὸν Κ. πρωθυπουργὸν, οὔτε τοὺς
3240συναδέλφους του, λέγων μόνον λόγους· εἶπον πάντοτε πράγματα
3241καὶ μετ’ ὀλίγον θέλω προσθέσει ὀλίγα τινά. Εἶναι ὅμως, νομίζω
3242διὰ τοῦτο λίαν δικαιολογημένοι οἱ συνάδελφοί μας ὅσοι ἦλθον
3243εἰς τὸ βῆμα καὶ κατέκριναν τὴν Κυβέρνησιν τοῦ ἀξιοτίμου
3244πρωθυπουργοῦ, ὅτι δὲν ἱκανοποιεῖ τοὺς πόθους τῆς Ἑπτανήσου
3245καὶ τῆς Ἑλλάδος· καὶ δὲν ὤφειλον νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τοῦ
3246διακόψαντός με τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ μόνος σκοπὸς τοῦ Συνταγ-
3247ματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ ὕπαρξις τῆς Κυβερνήσεως,
3248οὔτε ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι δὲν πρέπει νὰ καταγίνωνται εἰς
3249συζητήσεις περὶ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν Κυβερνήσεων, διότι ἤθελον
3250ἐπιορκήσει, ἂν χάριν τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης ἰδέας παρέβαινον τὸ
3251καθῆκον τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα τοῖς ἐπιβάλλει. Κατὰ τὸ Συν-
3252ταγματικὸν πολίτευμα, ἡ φρόνησις δὲν συνίσταται εἰς τὸν
3253ὅρον τῆς ὑπάρξεως μιᾶς Κυβερνήσεως, διότι κατὰ τὸν νόμον
3254Κυβέρνησις πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ Κυβέρνησις ἱκανοποιοῦσα
3255τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἐλπίδας· καὶ ἐνόσῳ τοιαύτη Κυβέρνησις
3256δὲν παρουσιάζεται, καθῆκον ἔχουσιν οἱ ἀντιπρόσωποι νὰ ἀντι-
3257τάσσωνται κατ’ αὐτῆς ἐξελέγχοντες ἀκαταπαύστως.
3258Ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἐπιθυμῶ, εἶπε, νὰ ἔλθετε μὲ ἀριθμοὺς, μὲ
3259πράγματα νὰ μὲ ἐξελέγξετε, πότε, ποῦ, πῶς κατὰ παράβασιν
3260τῶν νόμων διῴκησα κακῶς τὰ οἰκονομικὰ ἢ κακῶς ἐπολιτεύθην
3261ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τοῦ τόπου. Ἡ τόλμη του, κύριοι,
3262σήμερον περὶ τὰ μέσα τοῦ Ὀκτωβρίου εἶναι πολὺ μεγάλη·
3263διότι εἰς τὴν Βουλὴν ταύτην πάντα ταῦτα κατεδείχθησαν ἅπαξ,
3264καὶ εἶναι συγχωρημένον μόνον εἰς τὸν ὑπόλογον, εἰς τὸν δικα-
3265ζόμενον νὰ ἀρνῆται τὰς μακρὰς ἐκείνας συζητήσεις κατὰ τὰς
3266ὁποίας καὶ ἀριθμοὶ παρουσιάσθησαν καὶ πράξεις ῥηταὶ κατε-
3267δείχθησαν, καὶ ἀγὼν περὶ τὰ πράγματα καὶ τοὺς ἀριθμοὺς
3268ἐγένετο κοινοβουλευτικὸς μέγας. Μία κακία, λέγει, ἁπλῆ, καὶ
3269τοῦτο ἐπανέλαβε πολλάκις καὶ ὁ ἀξιότιμος Πρόεδρος τῆς
3270Βουλῆς Κ. Κεχαγιᾶς, μία κακεντρέχεια τῆς ἀντιπολιτεύσεως
3271καταδιώκει τὴν Κυβέρνησιν· σᾶς ζητεῖ δάνεια, σεῖς τὰ ἀρνεῖσθε,
3272σᾶς προτείνει ἐλαττώσεις, τὰς ἀρνεῖσθε, σᾶς προτείνει νέους
3273φόρους, δὲν θέλετε νὰ τοὺς δώσετε.
3274Συνδέω ἀμφότερα ταῦτα, τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον καὶ τὸν Κ.
3275Κεχαγιᾶν, διὰ νὰ ἱκανοποιήσω καὶ τὸν μὲν καὶ τὸν δὲ, ἀγωνι-
3276ζομένους περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος, περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῆς
3277Κυβερνήσεως, ὅπως καταδείξω καὶ πάλιν, ὅτι καὶ ἡ διαχεί-
3278ρισις αὐτῆς ὑπῆρξε κακὴ, καὶ ἡ παραβίασις τῶν νόμων ἦτο
3279πρᾶγμα· καὶ διὰ νὰ εὐχαριστήσω τὸν ἀξιότιμον ἐπὶ τῶν ἐσω-
3280τερικῶν ὑπουργὸν, θὰ εἴπω εἰς αὐτὸν ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου,
3281ὁποῖον ὑπῆρξε τὸ σύστημα τὸ ἡμέτερον, ἀφοῦ καταδείξω, ὁποῖον
3282ὑπῆρξε τὸ σύστημα τὸ ἰδικόν των.
3283§115Δ. ΖΩΤΟΣ. Κ. πρόεδρε! Σιωπὴ νὰ γίνῃ ἐκεῖ.
3284§116ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶναι τόσοι ξένοι ἐδῶ μέσα.
3285§117ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πολῖται εἶναι· Ἕλληνες εἶναι.
3286§118ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ν’ ἀνοίξωμεν λοιπὸν ταῖς πόρταις νὰ μβοῦν
3287ὅλοι μέσα, καὶ νὰ συνεδριάσωμεν μαζύ.
3288§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Στενοχωροῦμαι νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸν κανο-
3289νισμόν· «Οὐδεὶς μὴ βουλευτὴς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν πε-
3290ρίβολον, ὅπου ἑδρεύουσιν οἱ βουλευταί....»
3291§120ΠΕΡ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀνεξαιρέτως ὅμως, νὰ μὴ κάθηται
3292κανεὶς ἐκεῖ· οὔτε ὁ ἀστυνόμος δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξέλθῃ
3293ἔξω. (Φωναὶ ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου· ἔξω! ἔξω!)
3294§121ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὅταν παρουσιάσθητε, Κύριοι, ἐνώπιον τῆς
3295Βουλῆς, ὅπως δώσητε λόγον τῶν πεπραγμένων ὑφ’ ὑμῶν κατὰ
3296τὸ διάστημα τὸ μεσολαβῆσαν ἀπὸ τῆς ἀποχωρήσεως τῆς Συν-
3297ελεύσεως μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῆς Βουλῆς, τί εἴπατε πρὸς
3298τοὺς Βουλευτάς; Ἐζήσαμεν μὲ τὰ εἰσοδήματά μας· καὶ ἡ
3299Βουλὴ ἐξεπλάγη, Κύριοι, καὶ σᾶς ἠρωτήσαμεν, ἐὰν ἐπιμένητε
3300εἰς τὴν διαβεβαίωσιν ταύτην, καὶ ἐπεμείνατε καὶ σᾶς ἀπεδεί-
3301ξαμεν τοὐναντίον. Σᾶς ἀπεδείξαμεν, ὅτι ηὐξήσατε τὸν προϋ-
3302πολογισμὸν καὶ τοῦ 64 καὶ τοῦ 65, καὶ ὅτι τὸν ηὐξήσατε κατὰ
33033,880,000, ὅτι εὑρέθητε διὰ τοῦτο ἐν στενοχωρίᾳ, διότι δὲν εἴ-
3304χατε τὰ μέσα τῆς διοικήσεως, καὶ προσεφύγατε εἰς δάνειον ἐν ἀ-
3305πουσίᾳ τῶν Βουλῶν, καὶ ἐλάβατε 1,400,000 ὑπὸ ὅρους ἀναι-
3306ροῦντας τὸν νόμον. Σᾶς ἀπεδείξαμεν, ὅτι εἰσεπράξατε ἐκτάκτους
3307πόρους, οἱ ὁποῖοι ἀνέβησαν εἰς 1,200,000 καὶ τοὺς ὁποίους
3308μᾶς ἀπεκρύψατε. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἐζητήσατε μεθ’ ὅλα ταῦτα
3309νέον δάνειον, καὶ ἐνῷ ἐζητεῖτε νέον δάνειον, δὲν ἐφέρετε καμ-
3310μίαν ἐλάττωσιν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, καὶ εὑρεθέντες εἰς τὴν
3311ἀνάγκην νὰ ζητήσητε νέον δάνειον, τί ἐκάμετε; ἐζητήσατε παρὰ
3312τῆς Βουλῆς τὸ δάνειον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο ἐπὶ
3313τοῦ τρίτου τῆς μισθοδοσίας τῶν ὑπαλλήλων νὰ ἐπιβληθῇ τὸ
3314ἔντοκον γραμμάτιον. Ἡ ἀντιπολίτευσις σᾶς ἠρώτησε τότε,
3315πῶς ἐνῷ διαχειρίζεσθε τὴν διοίκησιν, καὶ ἐνῷ βλέπετε τὴν κα-
3316τάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ ἔσοδά σας καὶ αἱ ἀ-
3317νάγκαι σας, πῶς ἐσταυρώσατε τὰς χεῖρας, δὲν ἐλάβετε κἀμ-
3318μίαν φροντίδα — καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ηὐξήσατε τοὺς δύω
3319προϋπολογισμούς; Πρὸς ταῦτα οὐδὲν ἠδυνήθητε νὰ τῆς ἀπαν-
3320τήσητε· ἡ ἀντιπολίτευσις, δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἠρνήθη νὰ σᾶς
3321δώσῃ τὸ δάνειον, ἀλλὰ σᾶς κατεξήλεγξε, σᾶς εἶπεν, ὅτι τὰ ἔν-
3322τοκα γραμμάτια εἶναι ἀνεπαρκῆ, εἶναι ἐπιβλαβῆ. Εἶναι ἀνε-
3323παρκῆ, διότι τὸ κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην κατάστασιν
3324οἰκονομικὴν, ὥστε δὲν θὰ θεραπεύσωσιν οὐδαμῶς τὴν χρεωκο-
3325πίαν. Ὅταν ἓν Κράτος καταντήσῃ εἰς τὴν κατάστασιν τῆς
3326χρεωκοπίας, τὰ ἔντοκα γραμμάτια, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἄλλο εἶναι,
3327παρὰ προεξόφλησις τῶν ἐξόδων τῆς χρήσεως, δὲν χρησιμεύουσιν
3328εἰς τίποτε. Σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐπιβλαβῆ, διότι, ἂν θελήσητε
3329νὰ στερήσητε τὸν πόρον τοῦ ζῇν τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, εἰς τοὺς
3330ὁποίους ἔχετε ἀνατεθειμένην τὴν δημοπρασίαν, τὴν εἴσπραξιν,
3331τὴν βεβαίωσιν τῶν φόρων, θέλετε αὐξήσει τὴν χρεωκοπίαν.
3332Ἔσφαλεν ἡ ἀντιπολίτευσις, Κύριοι, ἢ ἐσφάλατε σεῖς; σεῖς οἱ
3333ἴδιοι τὸ ὡμολογήσατε, τὸ μὲν ἐγκαταλείψαντες ἀπὸ τῆς πρώ-
3334της στιγμῆς τὸ σύστημα τοῦτο, ζητήσαντες χρεωλυτικὸν δά-
3335νειον, τὸ δὲ διότι, ἂν καὶ ἐλάβετε καὶ τὴν μίαν πίστωσιν καὶ
3336τὴν ἄλλην, μολαταῦτα δὲν ἠδυνήθητε νὰ ἐπιβάλετε τῇ ὑπαλ-
3337ληλίᾳ τὰ ἔντοκα γραμμάτια, διότι ἴδετε, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον
3338καὶ ἀνεπαρκές.
3339Καὶ τίς ἄλλος, Κύριοι, ἂν ὄχι ἡ ἀντιπολίτευσις, σᾶς ἐχειρα-
3340γώγησεν εἰς πᾶν ὅ,τι πράττετε σήμερον, τὸ ὁποῖον πρόκειται
3341νὰ φέρῃ οἰκονομίαν εἰς τὰ ἔξοδα; Ἐνθυμηθῆτε τί ἐπράξατε κατ’
3342αὐτὰς τὰς ἡμέρας, καὶ ἐνθυμηθῆτε, ἐὰν ὅ,τι ἐπράξατε, δὲν ᾖναι
3343καθ’ ὑπαγόρευσιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως! Ἀφωπλίσατε προχθὲς
3344τὸν Ἀτμοδρόμωνα, σᾶς τὸ εἴπομεν ἡμεῖς. Εἰσηγάγετε νομο-
3345σχέδιον περὶ ἐπεκτάσεως τοῦ νόμου, περὶ χαρτοσήμου καὶ ἐν
3346Ἑπτανήσῳ· τὸ ἠκούσατε ἐνταῦθα παρ’ ἡμῶν· ἐφέρατε νόμον περὶ
3347καταργήσεως τῆς ὑψηλῆς ἀστυνομίας· τὸ ἐφωνάξαμεν στεντορίᾳ
3348τῇ φωνῇ ἡμεῖς ἡ ἀντιπολίτευσις ἐνταῦθα, διὰ νὰ οἰκονομήσω-
3349μεν κατ’ ἔτος 500,000 δραχμῶν. Σᾶς εἴπομεν, ὅτι διατηρεῖτε
3350στρατὸν ἀνώτερον τῆς ἀνάγκης ἐν Ἑπτανήσῳ, μᾶς εἴπετε, ὅτι
3351δαπανᾶτε 600,000 δραχμὰς, σᾶς εἴπομεν ὅτι εἶναι 800,000,
3352καὶ ἐν τούτοις ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν προχθὲς εἰσηγά-
3353γατε, ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπερβαίνει τὸ 1,200,000. Σᾶς
3354εἴπομεν, ὅτι αἱ αὐξήσεις, τὰς ὁποίας ἐφέρατε εἰς τὸν προϋπο-
3355λογισμὸν τοῦ 1864, εἶναι παράλογοι, δὲν εἶχαν τὸν τόπον των,
3356καὶ ὅταν προχθὲς παρουσιάσθη ἡ πίστωσίς σας τοῦ 1,700,000,
3357καὶ ἡ μία πλευρὰ καὶ ἡ ἄλλη σᾶς ἐζήτησε λόγον, καὶ ἐμείνατε
3358ἀναπολόγητοι, καὶ ἀπεσύρατε τὴν πίστωσιν, καὶ τὴν ἀπεσύρατε
3359ἐνῷ εὑρισκόμεθα ἤδη εἰς τὸ τέλος τῆς χρήσεως, καὶ ἀκόμη
3360δὲν τὴν ἐδικαιολογήσατε.
3361Ἀλλὰ περιπλέον, Κύριοι, διὰ νὰ ἔχητε τὸ θάῤῥος καὶ τὸ
3362δικαίωμα νὰ προβῆτε εἰς τοιαύτας προκλήσεις πρὸς τοὺς πολι-
3363τικοὺς ἀντιπάλους σας, ἔπρεπεν ἡ θέσις σας νὰ ᾖναι δια-
3364φορετικὴ καὶ ὡς πρὸς ἓν ἄλλο ζήτημα, τὸ ζήτημα τῆς λογο-
3365δοσίας. Σᾶς ἐζητήσαμεν μυριάκις νὰ δώσητε λογαριασμὸν τῶν
3366πράξεών σας τῶν οἰκονομικῶν· καὶ τὸ ἐζητήσαμεν, ὄχι διότι
3367ἠθέλαμεν νὰ λάβωμεν πληροφορίας, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὸ δι-
3368καίωμα, ἀλλὰ διότι καὶ τὸ γενικὸν δικαίωμα τὸ εἴχαμεν καὶ
3369τὸ μερικὸν δυνάμει τοῦ λογιστικοῦ νόμου, διότι δὲν ἐξεπλη-
3370ροῦτε τὰς διατάξεις, τὰς ὁποίας ὁ ἴδιος νόμος ὡς πρὸς τὴν
3371διαχείρισιν σᾶς ἐπιβάλλει. Καὶ μολαταῦτα δὲν ἠξιώθημεν
3372ἀκόμη νὰ ἴδωμεν λογαριασμόν. Ἴσως μοὶ εἴπητε, ὅτι παρου-
3373σιάσθησαν λογαριασμοὶ πρό τινων ἡμερῶν. Εἶναι, Κύριοι, πολλὰ
3374σπουδαία περίστασις, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνει πολὺ συχνὰ
3375ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐπι-
3376μείνω· ὡς πρὸς τὴν λογοδοσίαν δὲν ἔχω δὲ ἀνάγκην, Κύριοι,
3377νὰ εἴπω πολλά, διότι δὲν θὰ σᾶς παρακαλέσω ἄλλο τίποτε,
3378εἰμὴ μόνον νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν μίαν λογοδοσίαν, ἡ ὁποία
3379ὑπάρχει εἰς χεῖράς σας, τὴν λογοδοσίαν τοῦ ἄλλοτε ὑπουργοῦ
3380τῶν Οἰκονομικῶν, τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Σωτηροπούλου, νὰ παρα-
3381βάλητε δὲ τὴν λογοδοσίαν ἐκείνην πρὸς τὴν ἑτέραν, τὴν ὁποίαν
3382ἔδωκεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, καὶ θέλετε ἰδῆ, ὅτι ἀπέχει ὅσον
3383ὁ οὐρανὸς ἀπὸ τῆς γῆς.
3384Ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, Κύριοι, εἶναι λίαν ἀξιέπαινος διὰ μίαν
3385ἐργασίαν πολλὰ σπουδαίαν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν, ὑποβαλὼν εἰς
3386τὸ Νομοθετικὸν Σῶμα τὰ ἀποτελέσματα τῶν ἀπολογισμῶν
3387ὅλων μέχρι τοῦ 1861 καὶ τοῦ 1862. Ἡ δὲ διάδοχος Κυβέρνησις
3388δὲν εἶχεν ἄλλο τίποτε, εἰμὴ τὴν κλεισθεῖσαν χρῆσιν τοῦ 1863
3389νὰ προσθέσῃ εἰς τοὺς εἰρημένους ἀπολογισμοὺς, ἔτι δὲ τὴν
3390προσωρινὴν κατάστασιν τοῦ λογαριασμοῦ τῆς χρήσεως τοῦ
33911864, ὅπερ δὲν ἦτο διόλου δύσκολον, διότι ὁ Κύριος Σωτη-
3392ρόπουλος, καί τοι εὑρισκόμενος ἐν Σεπτεμβρίῳ 1864, ἐπίσης
3393ὑπέβαλε τὴν κατάστασιν τῆς χρήσεως τοῦ 1863.
3394Εἰς τὰς ἐκθέσεις τοῦ Κ. Σωτηροπούλου θέλετε ἰδῆ, ὅτι ἐν λε-
3395πτομερείᾳ σᾶς λέγει κατὰ κονδύλιον τὸ ἐνεργητικὸν καὶ τὸ πα-
3396θητικὸν τοῦ ταμείου, καθ’ ἣν ἐποχὴν ἔδωκε λογαριασμόν. Εἰς
3397τὴν ἔκθεσιν τοῦ Κ. Σωτηροπούλου εὑρίσκετε κατὰ κεφάλαιον
3398καὶ κατὰ ἄρθρον τὰ εἰσοδήματα τῆς χρήσεως ἐκείνης, κατὰ τὴν
3399ὁποίαν ἔδωκε λογοδοσίαν τῶν ἐσόδων καὶ κατὰ τὸν αὐτὸν τρό-
3400πον ἔδωκε λόγον τῶν ἐξόδων. Μετέβη ἔπειτα εἰς κρίσεις ἐπὶ
3401τοῦ ἔτους τοῦ οἰκονομικοῦ, τὸ ὁποῖον διεδέχθη, καὶ μὲ τὰς κρί-
3402σεις ταύτας ἐτελείωσε, κύριοι, ἡ λογοδοσία, τὴν ὁποίαν ὤφειλε,
3403λογοδοσία συμφωνοτάτη μὲ τοὺς λογιστικοὺς νόμους, ἀπαιτου-
3404μένη παρὰ τῶν νόμων καὶ τοῦ Συντάγματος, ἄνευ τῆς ὁποίας
3405δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζητε
3406τὰ οἰκονομικὰ τοῦ κράτους, οὔτε νὰ ψηφίζητε νόμους.
3407Τί εἶναι ἡ λογοδοσία τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῶν οἰκονο-
3408μικῶν τῆς σήμερον; δὲν διστάζω νὰ τὸ εἴπω, ὅτι εἶναι μία λο-
3409γοδοσία, ἡ ὁποία ἔνθεν μὲν ἀθετεῖ τοὺς λογιστικοὺς νόμους, ἔν-
3410θεν δὲ γίνεται πρὸς ἕνα καὶ μόνον σκοπὸν, νὰ καλύψῃ τὴν κα-
3411τάχρησιν. Διότι, ἐνῷ ὁ Κ. Σωτηρόπουλος εὐκόλυνεν ἐπὶ τοσοῦτον
3412τὸ ἔργον, ὥστε ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος δὲν εἶχεν εἰμὴ νὰ προσθέσῃ
3413τὴν διαχείρισίν του εἰς τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον εὗρεν ἕτοιμον, ἔφερεν
3414ἀπεναντίας λογοδοσίαν, ἡ ὁποία δὲν ἔχει λογοδοσίας ὄψιν. Σᾶς
3415εἶπεν, ὅτι ἀπὸ Ἰανουαρίου μέχρις Αὐγούστου εἰσέπραξε τόσα τὸ
3416ταμεῖον, ἐξώδευσε τόσα· ἐὰν ᾖναι δυνατὸν μὲ τοιαύτην λογοδο-
3417σίαν νὰ λάβητε ἰδέαν τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως! Ἀλλὰ τοῦτο,
3418Κύριοι, ἔχει λεπτομερέστερα ἀποτελέσματα. Δίδει τὴν εὐκολίαν
3419εἰς τὸν Κ. Πρωθυπουργὸν νὰ σᾶς ἀναβιβάζῃ καὶ νὰ καταβιβάζῃ
3420τὸ ἔλλειμμα τῆς διαχειρίσεώς του, νὰ σᾶς λέγῃ πάντοτε ἀπὸ τοῦ
3421βήματος, ὅτι ἡ κακὴ κατάστασις ἡ οἰκονομικὴ προέρχεται ἀπὸ
3422τοῦ παρελθόντος, ὅτι αὐτὸς περιωρίσθη ἐντὸς τῶν στενῶν ὁρίων
3423τῆς οἰκονομίας, καὶ ὅτι τὰ πάντα ἐγένοντο παρὰ τῶν προκα-
3424τόχων του, καὶ νὰ καυχᾶται σήμερον, ὅτι ἐνῷ τὸ συμβούλιον
3425τῆς ἐπικρατείας καὶ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Βουλῆς περιώριζον τὸ μὲν
3426εἰς 1,500,000 τὸ ἔλλειμα τοῦ 1865, ἡ δὲ ἐπιτροπὴ εἰς 700
3427τόσας χιλιάδας δραχμῶν μόνον, αὐτὸς τὸ ἀναβιβάζει εἰς
34283,000,000 μόνον· ἑπομένως δὲν ἀποκρύπτει τὸ ἔλλειμμα τὸ
3429ὁποῖον ὑπάρχει.
3430Ἀλλὰ, Κύριοι, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τῆς οἰκονομικῆς κατα-
3431στάσεως, θέλετε ἰδῆ, ὅτι χωρὶς νὰ σφάλῃ τὸ Συμβούλιον
3432τῆς Ἐπικρατείας καὶ χωρὶς νὰ σφάλῃ ἡ ἐπιτροπὴ, ὑπε-
3433λόγισαν ἀμφότερα τὰ σωματεῖα ταῦτα ὅπως ὑπελόγισαν,
3434διότι καὶ τὸ Συμβούλιον καὶ ἡ ἐπιτροπὴ δὲν παρέβαλον, Κύ-
3435ριοι, τὰ εἰσοδήματα, εἰμὴ πρὸς τὰ ἔξοδα τὰ σημειούμενα ἐν τῷ
3436προϋπολογισμῷ· ἀλλ’ ἔξω τοῦ προϋπολογισμοῦ πόσαι πιστώσεις
3437ὑπάρχουν; 1,400,000 δραχ. πιστώσεις, Κύριοι, ἀπέστειλε ποτὲ
3438ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐπὶ
3439τῆς χρήσεως τοῦ 65 καὶ τὰς ἀπέσυρε πάλιν ἀπ’ ἐκεῖ· κατὰ
3440συνέπειαν δὲν τὰς γνωρίζετε. Καὶ αἱ πιστώσεις αὗται δὲν ἀφο-
3441ρῶσιν εἰμὴ μόνον τὰ ὑπουργεῖα τῆς Δικαιοσύνης, τῶν Ἐσωτε-
3442ρικῶν, τῶν Ἐκκλησιαστικῶν καὶ τῶν Στρατιωτικῶν· τῶν Οἰκο-
3443νομικῶν ἀκόμη λείπει, καὶ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ σᾶς τὸ εἴπω
3444ἐγὼ· σεῖς οἱ ἴδιοι, ἐὰν ῥίψητε ἓν βλέμμα ἐπὶ τοῦ προϋπολογι-
3445σμοῦ τοῦ 1865, ὄντος ἀντιγράφου τοῦ προϋπολ. τοῦ 1864,
3446ἀμέσως θέλετε ἰδῆ, ὅτι ὑπάρχουν πιστώσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν σᾶς
3447παρουσιάζονται. Ἠξεύρετε, ὅτι ἐξεδόθη διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποί-
3448ου ηὔξησαν τὸν μισθὸν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ τοῦτο τὸ ποσὸν
3449ῥίπτεται εἰς βάρος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν. Ὑπάρχει
3450εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65; οὐδαμοῦ· σᾶς ὑπεβλήθη διὰ
3451πιστώσεως; οὐχὶ· πόθεν πληρόνεται;
3452Ἡ πίστωσις τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἐξηντλήθη, ὅπως μᾶς τὸ
3453εἶπεν ὁ ἴδιος πρωθυπουργὸς πρὸ μηνῶν πολλῶν, καὶ ἐν τοσούτῳ
3454ἡ δημοσία ἀσφάλεια καταναλίσκει μέγα ποσόν· πόθεν ἔγινεν
3455ὑπέρβασις τῆς πιστώσεως κατὰ 430,000 δραχμὰς καὶ ἔφθασε
3456σήμερον ἡ δημοσία ἀσφάλεια εἰς 530,000; διὰ δὲ τοῦ προϋ-
3457πολογισμοῦ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰς ἐξοδεύῃ, ἄρα ὤφειλε
3458διὰ πιστώσεως νὰ τὰ ζητήσῃ.
3459Αὐτὴ εἶναι, Κύριοι, ἡ οἰκονομικὴ διαχείρισις τῆς Κυβερνή-
3460σεως, ἡ διαχείρισις κυβερνήσεως, ἥτις δὲν ἔλαβε τὸν κόπον νὰ
3461σταθμίσῃ ποτὲ τὰς ἀνάγκας της πρὸς τοὺς πόρους της, καὶ ἡ
3462ὁποία δὲν ἐσταμάτησεν ἐνώπιον τοῦ χάους, εἰμὴ τότε μόνον,
3463ὅταν ἔφθασεν εἰς τὸ χεῖλος καὶ ὅταν τὴν ἡρπάσαμεν ἡμεῖς· δια-
3464χείρισις κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ στοιχειωδέστερον, Κύριοι, ἡ λογο-
3465δοσία λείπει ἐντελῶς· διαχείρισις ἀποκρυπτομένη ἀπὸ τὸ βου-
3466λευτικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὴν ἐπιτρέπῃ
3467πρῶτον καὶ γενομένην νὰ τὴν ἐξελέγχῃ.
3468Ἀλλὰ πῶς, λέγουν, ἀλλὰ πῶς δὲν ψηφίζετε τὸν νέον αὐτὸν
3469νόμον, ἀφοῦ πρόκειται νὰ φέρῃ τοσαύτας βελτιώσεις εἰς ἓν κε-
3470φάλαιον ἐξόδων, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ ζωτικώτερον πάντων; Ἡ-
3471μεῖς νὰ τὸ ἀρνηθῶμεν! ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ νὰ ἀρ-
3472νηθῶμεν ποτὲ εἴτε φόρους, εἴτε ἔξοδα ὁποιαδήποτε διὰ τὴν κα-
3473τασκευὴν ὁδῶν, διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας! εἶναι
3474δυνατὸν, Κύριοι, νὰ πιστεύσῃ κανεὶς σπουδαίως, ὅτι οἱ ἀντι-
3475πρόσωποι τοῦ ἔθνους ἠμποροῦν νὰ παρουσιασθῶσι ποτὲ μὲ τοι-
3476αύτην γλῶτσαν καὶ μὲ τοιαύτην πολιτικὴν; εἶναι δυνατὸν ἀφοῦ
3477γνωρίζομεν, ὅτι κατήντησεν εἰς τὴν Ἑλλάδα πάθος πλέον ἡ ἐπι-
3478θυμία τοῦ πολλαπλασιασμοῦ τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἀφοῦ
3479καὶ αὐταὶ αἱ βουλαὶ, αἱ ὁποῖαι κατηγορήθησαν διὰ πολλὰ καὶ
3480διάφορα, αἱ παρελθοῦσαι βουλαὶ ποτὲ δὲν ἠρνήθησαν καὶ ποτὲ
3481δὲν ἠλάττωσαν, ἀλλὰ πάντοτε ηὔξησαν τὰ ποσὰ, τὰ ὁποῖα ἡ
3482Κυβέρνησις ἐζήτησε διὰ πολλαπλασιασμὸν τῶν μέσων τῆς συγ-
3483κοινωνίας; Καὶ τὶς βουλευτὴς εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἐπανέλ-
3484θῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, ὅταν ἀρνῆται τὰ μέσα πρὸς πολλα-
3485πλασιασμὸν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας;
3486Ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος Κύριος Κεχαγιᾶς ἐνόμισεν, ὅτι ἡ ἀντίκρου-
3487σις τοῦ νομοσχεδίου προέρχεται, διότι ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ δώ-
3488σωμεν νέους φόρους. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἠδύνατό τις ἀπ’ ἀρχῆ
3489νὰ ἀποκρούσῃ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὄχι κατ’ οὐσίαν, ἀλλ’ ὡς
3490πρόωρον. Ἐδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν ἐν-
3491νοεῖς, ὅτι, ἀφοῦ ζητεῖς αὔξησιν φόρων, δὲν εἶναι καιρὸς ἀκόμη
3492νὰ συζητηθῇ τὸ παρὸν νομοσχέδιον; Μᾶς ἐπρότεινες ἄλλοτε, ὅτι
3493διὰ τῶν ὀργανικῶν νόμων, τοὺς ὁποίους ἔφερες, καὶ διὰ τῶν οἰ-
3494κονομιῶν, τὰς ὁποίας ὑπεσχέθης νὰ φέρῃς, θὰ κάμῃς εἰς τὸν προϋ-
3495πολογισμὸν ἐλαττώσεις τῶν ἐξόδων κατὰ 3,000,000· ἀλλ’
3496ἐὰν τοῦτο ἀποδειχθῇ μεθαύριον, ὅτι εἶναι σκαιὸν, ἐὰν τὸ ἔλλειμ-
3497μα, τὸ ὁποῖον κατ’ ἀρχὰς μὲν εἶπες, ὅτι θὰ ᾖναι ἐκ 2,000,000,
3498σήμερον δὲ ἀνεβίβασες εἰς 3,000,000 καὶ εἰς ἄλλην ὁμιλίαν
3499εἶπες 4,000,000 δραχμῶν, κατὰ δὲ τὴν ἀντιπολίτευσιν ἀνα-
3500βαίνει εἰς 5–6,000,000, ἐὰν τὸ ἔλλειμμα τοῦτο ἀναγκάσῃ τὴν
3501Βουλὴν μετέπειτα ὅταν συζητήσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, διὰ νὰ
3502ἐπαρκέσῃ εἰς τὰ ἔξοδα τοῦ ἔτους νὰ ἀναβιβάσῃ τοὺς φόρους,
3503τὶ γενήσεται τότε τὸ νομοσχέδιον, ὅπερ ἀκαίρως καὶ προώρως
3504ἔφερες καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἀναβιβάζονται οἱ φόροι; δὲν πρέπει
3505ἡ Βουλὴ νὰ ᾖναι ἐν γνώσει τῆς καταστάσεως ταύτης τῶν ἐσό-
3506δων καὶ τῶν ἐξόδων, νὰ γνωρίζῃ ἂν τοὺς φόρους χάριν τῶν τα-
3507κτικῶν ἐξόδων τοῦ κράτους θὰ τοὺς διατηρήσῃ ὁποῖοι εἶναι, ἢ
3508θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ τοὺς αὐξήσῃ διὰ νὰ ἐπαρκέσῃ εἰς
3509τὰς τακτικὰς δαπάνας; Δὲν πρέπει πρὶν ψηφίσωμεν τὸν φόρον,
3510τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλεις χάριν τῆς ὁδοποιΐας, νὰ γνωρίζωμεν ὁ-
3511ποίους ἄλλους φόρους θὰ ἐπιβάλωμεν ἐφέτος ὅπως καλύψωμεν
3512τὰ μεγάλα ἐλλείμματα; Ἢ εἶναι ἀδιάφορον πρᾶγμα ἡ ἐπισώ-
3513ρευσις φόρου ἐπὶ φόρων;
3514Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν εἶναι μόνος ὁ λόγος οὗτος. Ἐννοοῦμεν
3515πολὺ καλὰ τοὺς λόγους τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Παρνασσίδος,
3516λέγοντος, ὅτι οἱ φόροι εἶναι ἀπολαυὴ, καὶ πρὸς τοῦτο ἐπικαλου-
3517μένου τὴν μαρτυρίαν τοῦ οἰκονομολόγου Σμίθ. Ἀναγνωρίζομεν,
3518ὅτι εἶναι ἀπολαυὴ, διότι τῳόντι εἰς τοὺς φόρους ἀνταποκρίνον-
3519ται εὐεργετήματά τινα, ἡ δικαιοσύνη, ἡ διοίκησις, ἡ δημοσία
3520ἀσφάλεια. Ἀλλ’ ὅταν, Κύριοι, ἐλλείπωσι τὰ εὐεργετήματα ταῦ-
3521τα, πῶς δικαιολογεῖται ὁ φόρος; Ὅταν ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ δι-
3522οίκησις εἰς οὐδὲν ἄλλο χρησιμεύωσιν, εἰμὴ μόνον νὰ ὑπηρετῶσιν
3523ἄτομα, ὅταν οἱ δικασταὶ παύωνται, διότι ἐφύλαξαν τὴν συνεί-
3524δησίν των, ὅταν ἡ κυβέρνησις ἡ ἰδία δίδῃ πρώτη τὸ παράδειγ-
3525μα τῆς ἀθετήσεως τῶν νόμων, εἰς τὶ χρησιμεύουσιν οἱ φόροι καὶ
3526ποῦ εἶναι τὰ εὐεργετήματα πρὸς τὰ ὁποῖα ἀνταποκρίνονται;
3527Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐθεωρήσαμεν τὸ νομοσχέδιον ὁποῖον εἶναι, δὲν
3528συνελάβομεν τὴν παράδοξον ἰδέαν, τὴν ὁποίαν συνέλαβεν ὁ ἀξιό-
3529τιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι νομοσχέδιον εἶναι ἡ ἐπι-
3530γραφὴ τοῦ νομοσχεδίου. Δὲν ἠξεύραμεν ἀκόμη ὅτι τοῦ νομο-
3531σχεδίου τούτου πατὴρ εἶναι ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτε-
3532ρικῶν, καὶ μαθόντες τοῦτο, ἐξεπλάγημεν πῶς ὁ πατὴρ ἐξέθεσε
3533τὸ τέκνον, εἰπὼν, ὅτι ἀδιαφορεῖ περὶ τῶν ἐμπεριεχομένων, ὅτι
3534δέχεται νὰ προστεθῶσι καὶ ἄλλα μέτρα ἐντὸς αὐτοῦ, καὶ ἄλ-
3535λης φύσεως μέσα συγκοινωνίας, καὶ ν’ αὐξηθῶσιν οἱ φόροι ἢ
3536νὰ ἐλαττωθῶσι, καὶ νὰ ἀνατεθῇ ἡ διαχείρισις αὐτῶν ἀλλαχοῦ,
3537καὶ νὰ μεταῤῥυθμισθῇ ὁ τρόπος τῆς φορολογίας, φθάνει μόνον
3538νὰ διατηρηθῇ ἡ ἐπιγραφὴ, διότι αὐτὸς περὶ μόνης τῆς ἐπιγρα-
3539φῆς φροντίζει. Ἡμεῖς, κύριοι, ἐννοοῦμεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο,
3540ὡς συνιστάμενον ἐκ τοῦ περιεχομένου, καὶ ὡς τοιοῦτον ἐξετά-
3541ζοντες τὸ νομοσχέδιον τὰ εὑρίσκομεν σύμφωνον μὲν μὲ τὸ σύ-
3542στημα τῆς πολιτικῆς τῆς Κυβερνήσεως, ἐπιβλαβὲς ὅμως εἰς
3543αὐτὴν τὴν ἰδίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ ἡ Κυ-
3544βέρνησις, τὴν ἰδέαν τῆς συγκοινωνίας.
3545Κατὰ τὴν βουλευτικὴν περίοδον ταύτην ὁ ἀξιότιμος πρω-
3546θυπουργὸς, ὡς γνωρίζετε, ἐπαρουσιάσθη μὲ νέον πρόγραμμα.
3547Τὸ νέον τοῦτο πρόγραμμά του φέρει ὡς κύριον χαρακτῆρα τὸν
3548ἀφανισμὸν τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ τὸν χαρακτῆρα τοῦτον περὶ τὸν
3549ὁποῖον δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι ἔχει σκοπὸν ἡ Βουλὴ πολὺ νὰ ἐν-
3550διατρίψῃ, ὅταν παρουσιασθῶσι τὰ γνωστὰ νομοσχέδια, ἀπαν-
3551τῶμεν καὶ εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅπερ, ὡς εἶπόν τινες,
3552δὲν περιέχει τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ἕνα ταμιευτικὸν σκοπὸν· διότι
3553ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ὡρμᾶτο πραγματικῶς ἀπὸ τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ
3554μορφώσῃ μέσα συγκοινωνίας εἰς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἤθελε λησμο-
3555νήσει τὰ προκαταρκτικὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, τὰ μέσα τὰ
3556ὁποῖα πρέπει νὰ προϋπάρχωσιν, ὅπως ἐκτελεσθῶσι τὰ διὰ τοῦ
3557προκειμένου νομοθετήματος ζητούμενα.
3558Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, κύριοι, ὅπως ἴδετε, σκοπεῖ τὴν
3559ἀποζημίωσιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας καὶ τὴν κατασκευὴν
3560ἐθνικῶν ὁδῶν, δηλ. τῶν ὁδῶν τῆς μεγάλης συγκοινωνίας. Ἀλλ’
3561ἡ τοιαύτη συγκοινωνία προϋποθέτει τὴν ἐπαρχιακὴν συγκοι-
3562νωνίαν· διότι ποῖος εἶναι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐν γένει γί-
3563νονται αἱ ὁδοί; ὁ σκοπὸς εἶναι, ὅπως τὸ προϊὸν ἑκάστου τό-
3564που μεταβάλληται εἰς ἐμπόρευμα. Ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον τὸ
3565προϊὸν νὰ μεταβληθῇ εἰς ἐμπόρευμα, ὅταν αἱ ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ
3566αἱ συνδέουσαι τὰ χωρία, τοὺς δήμους μετὰ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν
3567δὲν ὑπάρχωσιν. Αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ εἶναι ὠφέλιμοι· ἀλλὰ δὲν ἔχου-
3568σι τὴν ἀξίαν τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἀποδώσητε διὰ τῆς πομ-
3569πώδους ἐπιγραφῆς τοῦ νομοσχεδίου. Δύνανται νὰ χρησιμεύωσιν
3570ὅπως μεταφέρητε εὐκόλως τὸν στρατὸν· δύνανται νὰ χρησιμεύ-
3571ωσιν εἴς τινας ἀνάγκας τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ ποτὲ μὴ καυ-
3572χᾶσθε, ὅτι ἐπλάσατε νέον σύστημα συγκοινωνίας. Διότι ὄχι μό-
3573νον δὲν ἐφροντίσατε κατὰ πρῶτον περὶ τῶν προκαταρκτικῶν
3574ὁδῶν, τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν, ὧν ὁλοτελῶς ἡ Ἑλλὰς
3575στερεῖται, ἀλλὰ καὶ ἀνακαλύψαντες ὅτι τὸ διέπον αὐτὰς σημε-
3576ρινὸν σύστημα, καταθλιπτικὸν εἶναι, ὡς ἐξήγησεν ὁ ἀξιότιμος
3577ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, διότι στηρίζεται εἰς ἕνα φόρον, ὁ ὁποῖος
3578δὲν εἶναι τοῦ σημερινοῦ πολιτισμοῦ, εἶναι φόρος τοῦ Φαραῶ,
3579μολαταῦτα δὲν συνεκινήθητε ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ τὰς ἀφή-
3580σατε νὰ μὴ ἀποκτήσωσι ποτὲ ὁδοὺς, ποτὲ, εἰμὴ μόνον ὑπὸ τὸν
3581ὅρον νὰ δουλεύῃ ὡς θήτης ὁ Ἕλλην τῶν ἐπαρχιῶν.
3582Ὑπάρχουν καὶ εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη ἐθνικαὶ ὁδοὶ, ὑπάρχουν εἰς
3583τὴν Γαλλίαν αἱ λεγόμεναι rues imperiales. Ἀλλὰ πόσαι εἶ-
3584ναι αἱ λοιπαὶ ὁδοὶ; 125,000 χιλιόμετρα. Αἱ Κυβερνήσεις, αἱ
3585ὁποῖαι δὲν θέλουν νὰ κυβερνοῦν μὲ ἐπιγραφὰς Νομοσχεδίων,
3586ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἀποβλέπουν εἰς τὰ πράγματα, αἱ ὁποῖαι θέλουν
3587νὰ δώσουν ζωὴν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἐκ τῆς ὁποίας τρέφονται,
3588δὲν ἠμπόρεσαν νὰ ἐννοήσουν πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ κατασκευα-
3589σθοῦν μεγάλαι ὁδοὶ, αἱ Βασιλικαὶ, αἱ Αὐτοκρατορικαὶ ὁδοὶ, πρὶν
3590προηγουμένως κατασκευασθῶσιν αἱ ὁδοὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι πρό-
3591κειται νὰ δώσουν τροφὴν εἰς αὐτάς.
3592Ἀλλὰ, κύριοι, μὴ περιλαβόντες ἐν τῷ νομοσχεδίῳ Σας
3593τὰς ἰδέας ταύτας, ἐλάβατε τοὐλάχιστον καμμίαν ἄλλην
3594φροντίδα περὶ πόρων ἐπαρχιακῶν ἢ περὶ πόρων δημοτι-
3595κῶν, ὥστε νὰ δυνηθῆτε νὰ μᾶς εἴπετε, δὲν ἐπροβλέψα-
3596μεν εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο αὐτὰς τὰς ἀνάγκας, ἀλλὰ
3597μολοντοῦτο ἐδώκαμεν τὰ μέσα, ὅπως εἰς τὰς ἐπαρχίας ἡ
3598ἐκτέλεσις τῶν ἔργων τῆς συγκοινωνίας προοδεύσῃ; Δὲν ἐλά-
3599βετε καμμίαν πρόνοιαν περὶ ταμείου ἐπαρχιακοῦ. Καὶ δὲν
3600ἐστάθητε ἕως αὐτοῦ! σεῖς ἐξηλείψατε ἀπὸ τὸν χάρτην τὴν
3601ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία εἰς τὴν Ἑλλάδα ἔχει ἱστορικὴν σημασίαν,
3602καὶ εἴπατε· 30,000 Λευκάδιοι γίνονται Ἀκαρνᾶνες, τὴν Ναύ-
3603πακτον τὴν συγχωνεύομεν μὲ τὴν Δωρίδα διοικητικῶς, μὲ τὴν
3604Παρνασσίδα δικαστικῶς, μὲ τὴν Εὐρυτανίαν οἰκονομικῶς! Εὑρέ-
3605θητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμητε οἰκονομίαν, καὶ τὸ πρῶτον,
3606ὅπερ ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸν νοῦν σας ἦτο νὰ καταστρέψητε τὴν
3607διοίκησιν, καὶ ἡ σπατάλη, τὴν ὁποίαν ἐκάματε εἰς τὰ εἰσοδή-
3608ματα τοῦ Κράτους ἐξήλειψεν ἀπὸ τὴν πολιτικήν σας τὰ δικαιώ-
3609ματα, τὰ ὁποῖα τὸ Κράτος καὶ ἡ Κοινωνία ἔχουσιν ἐπὶ τῆς δια-
3610τηρήσεως τοῦ σημερινοῦ συστήματος τοῦ ἐπαρχιακοῦ, καὶ ταῦτα,
3611ἐνῷ εἴχετε ὑπ’ ὄψιν μίαν πολλὰ σοφὴν Νομοθεσίαν, τὴν νομοθε-
3612σίαν τοῦ Ἰονίου Κράτους.
3613Εἰς τὸ Ἰόνιον Κράτος ἡ προστασία βεβαίως ἐπήνεγκε πολλὰ
3614κακὰ, ἀλλὰ, καθόσον ἀφορᾷ τὸ κεφάλαιον τοῦτο, ἐπήρκει εἰς
3615πολλὰς ἀνάγκας τῶν νήσων. Τὸ ⅐ ἐκ τῆς φορολογίας ἐδίδετο
3616εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἵνα χρησιμεύσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπαρχια-
3617κῆς συγκοινωνίας, περὶ ἧς δὲν ἐπροβλέψατε διὰ τοῦ νομοσχε-
3618δίου τούτου, τὸ ὁποῖον τοιοῦτον συνιστᾶται εἰς τὴν ψῆφόν μας
3619καὶ μάλιστα ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν! Δι’ αὐτοῦ
3620ἐπιβάλλονται φόροι ἐπὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν καὶ ἑπομέ-
3621νως ἡ γεωργικὴ τάξις θὰ ἐπιβαρύνεται κατὰ πρῶτον λόγον.
3622Παρατηρήσατε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 65· οἱ δημητριακοὶ
3623καρποὶ ὑπολογίζονται εἰς 8,000,000· ὁ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων
3624εἰς 2,000,000, τὸ ὅλον 10,000,000· ὥστε βλέπετε ὅτι δὲν
3625ἐπιβαρύνονται οἱ πλούσιοι, καὶ ἐν τούτοις εἴχετε τὴν τόλμην νὰ
3626ὑποστηρίξητε, ὅτι ἐπροσέξατε νὰ φέρετε δικαιοσύνην καὶ νὰ
3627ἀπαλλάξητε τὸν πτωχὸν ἐπιβαρύνοντες τοὺς πλουσίους. Δὲν
3628ἐσυλλογίσθητε ὅτι καὶ ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων ἐπιβαρύνει
3629τοὺς πτωχούς, διότι εἰς τὴν κλίμακα τῆς φορολογίας ταύτης
3630δὲν ὑπάρχει καμμία ἀναλογία μεταξὺ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον
3631πληρόνει ὁ μικρὸς βιομήχανος, καὶ τοῦ φόρου, τὸν ὁποῖον πλη-
3632ρόνει ὁ μεγαλέμπορος. Καὶ τί ἀφήκατε, κύριοι; Ἀφήκατε τοὺς
3633ἀληθῶς πλουσίους εἰς τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν· φαίνεται,
3634ὅτι οἱ Κ. Ὑπουργοὶ, δὲν ἔλαβον τὸν κόπον νὰ ἀναγνώσωσι
3635καὶ ὄχι νὰ σκεφθῶσι τὸ νομοσχέδιον.
3636Ἀλλὰ, μᾶς λέγουν, δὲν ἀναγνωρίζετε, ὅτι θέλετε ἀποκτήσει
3637ἐντὸς ὀλίγου ὁδοὺς, ἐνῷ μὲ τὸ σύστημα τὸ ὑπάρχον δὲν ἔχετε
3638ὁδούς; ἐπειδὴ μάλιστα αἱ ἄλλαι Κυβερνήσεις δὲν συνετέλε-
3639σαν εἰς τὸ νὰ ἐκτελεσθῶσι δημόσια ἔργα, ἐλάβομεν τὴν πρόνοι-
3640αν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τοὺς τῆς ὁδοποιΐας πόρους, διότι θὰ ᾖναι
3641παρακατατιθεμένοι εἰς τὴν τράπεζαν. Πρὶν ἐξετάσω τὴν ἐγγύ-
3642ησιν ταύτην, συγχωρήσατέ μοι νὰ κάμω μικράν τινα παραβο-
3643λὴν τῶν δύω συστημάτων, ὄχι, ὅτι ὑποστηρίζω τὸ ὑπάρχον,
3644ἀλλ’ ἵνα καταδείξω, ὅτι εἶναι ὁ εἰσαγόμενος Νόμος χειρότερος
3645τοῦ ὑπάρχοντος. Πολὺς λόγος ἐγένετο περὶ τῶν σπουδαίων
3646μεταβολῶν, ἃς εἰς τὸν ὑπάρχοντα νόμον εἰσάγει δῆθεν ὁ συ-
3647ζητούμενος. Ἐγὼ, κύριοι, τοῦτο μόνον γνωρίζω, ὅτι μία ὁδὸς
3648εἴτε κατὰ τὸν ἕνα νόμον, εἴτε κατὰ τὸν ἄλλον γίνῃ, τὴν αὐ-
3649τὴν ἀπαιτεῖ δαπάνην καὶ ὅτι ὁ φορολογούμενος θέλει πληρώ-
3650σει αὐτήν· ἡ ἀπὸ Μεγάρων π. χ. εἰς Κόρινθον ὁδὸς, εἴτε κατὰ
3651τὸ σύστημα τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε κατὰ τὸ σύστημα τοῦ ὑπάρ-
3652χοντος νόμου γίνῃ, τὸ αὐτὸ θέλει ἔξοδον· ἀλλ’ ὑπερτερεῖ τὸ
3653ὑπάρχον σύστημα κατὰ τοῦτο, ὅτι ὁ φορολογούμενος δὲν ἀναγ-
3654κάζεται κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον νὰ καταβάλῃ τὸν φόρον,
3655εἰμὴ, ὅταν ἡ ὁδὸς διέλθῃ ἐνώπιον τῆς οἰκίας του. Κατὰ δὲ
3656τὸ σύστημα τοῦ νομοσχεδίου, ὁ φορολογούμενος θέλει καταβάλ-
3657λει, ἀλλὰ μέχρις ὅτου ἔλθῃ ἡ σειρὰ τῆς ὁδοῦ, ἐπὶ 15 ἔτη, θέ-
3658λει στερεῖται τῶν ὠφελειῶν αὐτῆς, μὴ κατασκευασθείσης. Ἀλλ’
3659ἕτερον ἐλάττωμα εἶναι πολὺ σπουδαῖον. Κατὰ τὸ ὑπάρχον
3660σύστημα, οὐδὲν καταβάλλεται διὰ τὰς ἐθνικὰς ὁδοὺς, ἐνῷ κατὰ
3661τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἰσάγεται σήμερον, ἡ δαπάνη αὕτη
3662ἐπιβαρύνει πάντας.
3663Ἴσως, Κύριοι, ἐπῆλθεν εἰς τὸν νοῦν τινος, ὅτι, οὕτω πως ὁμιλῶν,
3664ὑποστηρίζω τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα. Θέλω σᾶς ἀποδείξει ἀμέ-
3665σως τίνι τρόπῳ τὸ ζήτημα τοῦτο κανονίζεται ἀπὸ τὰς νομοθε-
3666σίας τῶν πλέον πολιτισμένων ἐθνῶν.
3667Πρὸ παντὸς ἄλλου ὅμως ὀφείλω ν’ ἀποκρούσω τὴν ἰδέαν, ὅτι
3668τὸ διδόμενον εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν δίδεται χάριν
3669τῆς συγκοινωνίας τῶν νήσων καὶ ὅτι διὰ τοῦτο μετέχουσι τῶν
3670εὐεργετημάτων τοῦ παρόντος νομοσχεδίου καὶ αὐτοὶ, καθὼς με-
3671τέχουσι τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους τὸ νομοσχέδιον τοῖς ἐπι-
3672βάλλει. Ἰσχυρίζομαι, Κύριοι, ὅτι ἂν ᾖναι τόπος εἰς τὸν ὁποῖον
3673ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία δὲν λειτουργεῖ εἶναι αἱ νῆσοι. Εἰς τὰς νή-
3674σους τοῦ Αἰγαίου πελάγους ἅπαξ κατὰ δεκαπενθημερίαν καὶ μό-
3675νον εἴς τινας ταξειδεύουσι τὰ ἀτμόπλοια τῆς ἑταιρίας, ἥτις ἔχει
3676τὰς ἐκτεταμένας γραμμὰς τῆς ἐντὸς τοῦ κράτους καὶ περι-
3677πλέει ὅλα τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ Βώλου μέχρι τοῦ
3678Παλιοχαλιᾶ, εἰσερχομένη ἐντὸς ὅλων τῶν κόλπων, εἰς δὲ τὰς
3679νήσους ἅπαξ κατὰ δεκαπενθημερίαν καὶ εἴς τινας μόνον ταξειδεύει.
3680Ὅθεν αἱ νῆσοι φορολογοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν ἐθνικῶν
3681ὁδῶν, αἵτινες εἰς τὰς νήσους δὲν ὑπάρχουσι καὶ διὰ τὰς νήσους
3682δὲν χρησιμεύουσι, καὶ φορολογοῦνται ἐξίσου μὲ τὰς λοιπὰς
3683ἐπαρχίας τοῦ Κράτους, ἐν αἷς θέλουσι κατασκευασθῆ. Ἔρχομαι
3684ἤδη εἰς τὸ κύριον θέμα, ἂν τῷ ὄντι ὡς πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν πρέ-
3685πει νὰ φυλάττεται ἡ ἀρχὴ «ὅτι τὰ ἔξοδα αὐτῆς καταβάλλονται
3686παρ’ ἐκείνων, οἵτινες ποιοῦνται χρῆσιν τῶν ὁδῶν.» Κατὰ τὸν
3687γαλλικὸν νόμον, αἱ βασιλικαὶ ἢ ἐθνικαὶ ὁδοὶ εἶναι τῳόντι εἰς
3688βάρος τῆς ἐπικρατείας, μὅλον ὅτι μέχρι τοῦ 1818 ἓν μέρος συ-
3689νεισέφερον καὶ αἱ ἐπαρχίαι εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂν
3690θελήσητε νὰ παραβάλητε τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν κατὰ
3691γαλλικὸν νόμον μὲ τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν κατὰ τὸν
3692τὸν ἡμέτερον, θέλετε ἰδῆ, ὅτι δὲν συμπίπτουν σχεδὸν ὁλοτελῶς,
3693διότι αὐτοκρατορικαὶ ἢ βασιλικαὶ ὁδοὶ εἶναι αἱ σχηματίζουσαι
3694τὰς πρωτίστας γραμμὰς ἀπὸ τῶν Παρισίων εἰς τὸ ἐξωτερικὸν
3695καὶ εἰς τοὺς μεγάλους στρατιωτικοὺς λιμένας τῆς ἐπικρατείας,
3696πρὸς γενικὸν πάντοτε σκοπόν. Ἐξεναντίας ὁ ὁρισμὸς τῶν ἡμε-
3697τέρων ἐθνικῶν ὁδῶν συμπίπτει μὲ τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐπαρχιακῶν
3698ὁδῶν τῆς Γαλλίας, αἵτινες εἰσὶν εἰς βάρος τῶν ἐπαρχιῶν. Κατὰ
3699τὸν Γαλλικὸν νόμον, ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ εἶναι ἐκεῖναι αἱ ὁποῖαι
3700διατηροῦσι τὴν συγκοινωνίαν ἐντὸς τῆς ἐπαρχίας καὶ συνδέου-
3701σιν αὐτὴν μὲ τὰς ἄλλας. Ποῖος δὲ κατασκευάζει τὰς ἐπαρ-
3702χιακὰς ὁδούς; αἱ ἐπαρχίαι. Καὶ διὰ νὰ σᾶς δείξω εὐκρινέστερον
3703τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα τῶν Γάλλων ἐπὶ τῆς ὁδοποιΐας, σᾶς πα-
3704ρατηρῶ, ὅτι, ὅταν μία ἐπαρχιακὴ ὁδὸς ἐνδιαφέρῃ πολλὰς ἐπαρ-
3705χίας, μία δ’ ἐξ αὐτῶν ἀρνῆται νὰ καταβάλῃ τὴν ἀναλογίαν
3706τῶν δαπανῶν, τὸ νομοθετικὸν Σῶμα ἀποφασίζει καὶ ἀποφασί-
3707ζει ἀναλόγως τῆς χρήσεως καὶ τῆς ὠφελείας, καὶ πολλάκις ἐ-
3708ξετάζει τίς ἐπροκάλεσε τὴν σύστασιν τῆς ὁδοῦ. Σᾶς ἀναφέρω
3709ταῦτα διὰ νὰ ἰδῆτε πῶς εἰς τὸ σύστημα τῆς ὁδοποιΐας εἶναι
3710προσηλωμένος ὁ γαλλικὸς νόμος εἰς τὸ συμφέρον τὸ ὁποῖον
3711ἐκ τῆς ὁδοῦ ἑκάστη ἐπαρχία παράγει καὶ πῶς τὸ συμφέρον
3712τοῦτο εἶναι τὸ μέτρον τῆς συνεισφορᾶς.
3713Λοιπὸν αἱ ἐπαρχιακαὶ ὁδοὶ εἰς τὴν Γαλλίαν, αἱ ὁποῖαι συμ-
3714πίπτουσι μὲ τὰς ἡμετέρας ἐθνικάς καθ’ ὁλοκληρίαν, εἶναι εἰς βά-
3715ρος τῶν ἐπαρχιῶν. Ἀλλὰ καὶ αὐταὶ αἱ λεγόμεναι στρατιωτικαὶ
3716ὁδοὶ τῆς Γαλλίας, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν ἐν τῷ νόμῳ ὁρισμὸν
3717ἔχουσι σκοπὸν νὰ καταστήσωσιν ἀδύνατον τὸν ἐμφύλιον πόλε-
3718μον εἰς τὰς ἐπαρχίας τοῦ Ouest, καὶ αὐταὶ διατηροῦνται μο-
3719λοντοῦτο ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν κατὰ τὰ ⅔, διότι ἔπαυσαν πλέ-
3720ον νὰ χρησιμεύωσι τὴν σήμερον πρὸς τὸν γενικὸν ἐκεῖνον σκο-
3721πόν, ὡς γενόμεναι εἰς ἑτέραν ἐποχήν, καὶ εἶναι ἤδη χρήσιμοι
3722εἰς τὰς ἐπαρχίας δι’ ὧν διέρχονται.
3723Ὅθεν ὑποστηρίζω, ὅτι περιέχει μίαν ἀδικίαν τὸ νομοσχέδιον
3724τοῦτο, ἐπιβάλλον εἰς ὁλόκληρον τὸ ἔθνος τὴν δαπάνην ὁδῶν,
3725αἱ ὁποῖαι εἶναι καθαρῶς ἐπαρχιακαί, καὶ ἰδίως εἰς τοὺς νησιώ-
3726τας οἵτινες δὲν κάμνουσι χρῆσιν αὐτῶν. — Τὸ προκείμενον λοι-
3727πὸν νομοσχέδιον εἶναι κατώτερον τοῦ συστήματος τὸ ὁποῖον
3728τὴν σήμερον ὑπάρχει· Ἐλησμόνησα δὲ, Κύριοι, νὰ σᾶς ἀναφέρω,
3729ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ σιδηρόδρομοι ἀκολουθοῦσι τὸ μέτρον τοῦ συμ-
3730φέροντος, καὶ εἰς αὐτοὺς συντρέχει ἡ ἐπαρχία, διὰ τῆς ὁποίας
3731ὁ σιδηρόδρομος διέρχεται, διότι κάμνει χρῆσιν αὐτοῦ.
3732Μεταβαίνω ἤδη εἰς σπουδαίαν τινὰ καινοτομίαν τοῦ νομο-
3733σχεδίου, εἰς τὴν ἐξέτασιν μιᾶς ἐγγυήσεως διὰ τῆς ὁποίας ἡ
3734Κυβέρνησις θέλει νὰ καλύψῃ τοιαῦτα ἀτοπήματα. Τὸ νομο-
3735σχέδιον διατάσσει νὰ κατατίθενται τὰ εἰσπραττόμενα εἰς τὴν
3736ἐθνικὴν τράπεζαν. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι δὲν εὑρίσκω εἰς
3737τοῦτο καμμίαν ἐγγύησιν, διότι ἔχομεν παραδείγματα, τὰ ὁποῖα
3738εἶναι πολὺ θλιβερά. Ἠξεύρετε, ὅτι ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως τὸ
3739Κράτος βλέπον, ὅτι ἔχει ἀνάγκην νὰ ἐνισχύσῃ τὴν δημοσίαν
3740πίστιν, ἀπεφάσισε νὰ ἐκποιήσῃ τὰ ἐθνικὰ κτήματα καὶ διέ-
3741ταξε τὸ εἰς χρήματα ἀντίτιμον τῶν κτημάτων τούτων νὰ κα-
3742τατίθεται εἰς τὴν ἐθνικὴν τράπεζαν πρὸς πληρωμὴν τῶν δημο-
3743σίων χρεῶν. Ἐρωτῶ τὸν Κύριον Κεχαγιᾶν, ὁ ὁποῖος γνωρίζει
3744τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν ὁ νόμος οὗτος ὁ τόσον
3745οὐσιώδης, ὁ ὑποστηριζόμενος τοσοῦτον παρ’ αὐτοῦ, ἐξετελέσθη,
3746καὶ ἂν ἡ τράπεζα ἤνοιξε μερίδα ἐκ τοιαύτης αἰτίας καὶ πρὸς
3747τοιοῦτον σκοπόν. Τὰ ἐθνικὰ κτήματα τῳόντι ἐκποιοῦνται,
3748ἀλλὰ τὸ ταμεῖον τῶν δημοσίων χρεῶν οὐδὲν εἰσέπραξε.
3749Μεταβαίνω εἰς ἑτέραν ἀπόδειξιν. Σᾶς εἶπον πρὸ μικροῦ,
3750ὅτι εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχει λίαν ἀνεπτυγμένη ἡ ἐπαρχιακὴ
3751διοίκησις, καὶ ὅτι ἓν μέρος τῶν φόρων εἶναι καθιερωμένον πρὸς
3752χρῆσιν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ εἰσπράττεται ἐν τοῖς τελωνείοις.
3753Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν, νὰ μοὶ εἴπῃ, ἐὰν δὲν ᾖναι ἀλη-
3754θὲς, ὅτι ὁ σοφὸς οὗτος θεσμὸς ἐπὶ τῶν ἡμερῶν του κατηργήθη
3755χωρὶς τὴν ἡμετέραν συγκατάθεσιν, καὶ ἂν τὰ ἐπαρχιακὰ ταῦτα
3756εἰσοδήματα δὲν ἐσφετερίσθη τὸ δημόσιον ταμεῖον. — Ἀλλ’ ἂν
3757τὰ ἐπαρχιακὰ εἰσοδήματα τῆς Ἑπτανήσου δὲν ᾖναι διὰ τὴν
3758Κυβέρνησίν μας ἱερὰ, ἐρωτῶ ἂν θὰ ᾖναι ἱερὰ τὰ τῆς ὁδοποιΐας
3759καὶ ἀπὸ πάσης ἱεροσυλίας ἐξησφαλισμένα, διότι θὰ διατάξωμεν
3760νὰ κατατίθενται παρὰ τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐθνικὴν τρά-
3761πεζαν.
3762Ἀλλὰ περιπλέον σᾶς ἀναφέρω ἑτέραν ἀπόδειξιν, Κύριοι.
3763Εἰσεπράξατε παρὰ τοῦ Ἑπτανησιακοῦ ταμείου τὸν φόρον, περὶ
3764τοῦ ὁποίου καὶ ἄλλοτε ὡμίλησα, τὴν στρατιωτικὴν εἰσφορὰν,
3765χωρὶς κανεὶς νόμος νὰ τὸ διατάξῃ καὶ χωρὶς ἡ θέσις τῆς Ἑπτα-
3766νήσου πρὸς τὴν Ἑλλάδα νὰ τὸ ἐπιτρέπῃ. Καὶ τόσας ἄλλας
3767ἐπράξατε ἱεροσυλίας.
3768Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι εἶναι ὀχληρὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζή-
3769τησις σήμερον εἰς ὥραν τοσοῦτον προχωρημένην. Πρὸ τούτου
3770ὅμως χρεωστῶ νὰ δηλώσω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τοῦ σπουδαίου
3771ἀντικειμένου τῆς συγκοινωνίας.
3772Πᾶσα προσπάθεια πρέπει νὰ καταβληθῇ εἰς τὴν συγκοινωνίαν.
3773Ἀλλὰ τῆς γενικῆς συγκοινωνίας αἱ δαπάναι ἔχουν τὸν τόπον
3774των ἐντὸς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Προτιμῶ δὲ τὴν ἀρχὴν περὶ
3775ἐπαρχιακῆς διοικήσεως τοῦ Ἰονίου Κράτους, καθ’ ἣν ἑκάστη
3776ἐπαρχία διὰ τὴν ἰδίαν αὐτῆς συγκοινωνίαν θέλει λαμβάνει μέ-
3777ρος, ποσοστὸν τῶν φόρων, οὓς πληρόνει τῷ δημοσίῳ ταμείῳ.
3778Φρονῶ προσέτι, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ γενικὸν σχέδιον συγκοινω-
3779νίας καὶ νὰ γίνῃ ἔναρξις τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ
3780φέρωσι τόσας μεγάλας ὠφελείας εἰς τὸ Κράτος. (χειροκροτή-
3781ματα ῥαγδαῖα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
3782§122ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
3783§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι εἰσέτι ἐγγεγραμμένοι ἕνδεκα.
3784§124ΠΟΛΛΟΙ. (ἀμφοτέρωθεν). Παραιτοῦνται, εἰς τὴν ψηφοφορίαν
3785νὰ ἔλθωμεν.
3786§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω λοιπὸν περαιωμένην τὴν συζήτησιν
3787καὶ θέτω εἰς ψηφοφορίαν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ σχη-
3788ματισμοῦ πόρων πρὸς διατήρησιν τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ διὰ θα-
3789λάσσης συγκοινωνίας. Ὅσοι παραδέχονται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομο-
3790σχεδίου λέγουσι ναί· ὅσοι δὲν τὴν παραδέχονται λέγουσιν ὄχι.
3791Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν, καθ’ ἣν δὲ
3792στιγμὴν ἐρωτώμενος ὁ βουλευτὴς Δ. Γρίβας ἀποκρίνεται
3793Ὄχι ἀκούονται ῥαγδαῖα χειροκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον.
3794§126ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ψηφοφορήσωμεν
3795τοιουτοτρόπως, Κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐκκενωθῇ τὸ ἀκροατήριον·
3796(θόρυβος καὶ σάλος μέγας πανταχόθεν).
3797§127Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ (πρὸς τὸ ἀκροατήριον). Συμπολῖται! Δὲν
3798ὑπάρχει φόβος εἰς καμμίαν ἐπαρχίαν. Κύριοι! Σᾶς προσκαλοῦ-
3799μεν ἐν ὀνόματι τῶν σπουδαίων καθηκόντων, τὰ ὁποῖα ἐκτε-
3800λοῦμεν, νὰ διατηρήσητε τὴν ἡσυχίαν, ὅπως προβῶμεν εἰς τὴν
3801ψηφοφορίαν ἀνεπηρεάστως.
3802§128ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Μάλιστα, μάλιστα.
3803§129ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὅστις ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον ἤθελεν ἀποδοκιμάσει
3804ἢ ἐπιδοκιμάσει, τὸν ἀποκαλῶ προδότην. Ἐὰν δὲν ἐπιβληθῇ ἐν-
3805τελὴς τάξις, ψηφοφορία δὲν γίνεται.
3806§130ΠΑΞΙΜΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε νὰ διαλύσετε τὴν συνεδρίασιν·
3807ψηφοφορία δὲν ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον.
3808§131ΜΠΟΥΚΑΟΥΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι πίεσις τῶν συνειδή-
3809σεων, κύριε πρόεδρε.
3810§132ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔχετε κανονισμὸν, ὅστις δὲν σᾶς λέγει νὰ
3811τὸν παραμελῆτε.
3812§133ΛΟΓΙΩΤΑΤΙΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἐκπληρώσητε τὸν κανονισμὸν,
3813Κ. Πρόεδρε, ἄλλως κάθε ἄλλο πρόσωπον ἠμπορεῖ νὰ σᾶς ἀνα-
3814πληρώσῃ.
3815§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῖος νὰ μὲ ἀναπληρώσῃ; Παρακαλῶ, κύριοι
3816καθήσατε· σᾶς ἐγγυῶμαι ἐγὼ ὅτι τὸ ἀκροατήριον θέλει τηρή-
3817σει εὐταξίαν, φθάνει μόνον νὰ γνωρίζετε, ὅτι οἱ κλητῆρες κατὰ
3818τὸν κανονισμὸν ἔχουν τὸ χρέος καὶ τὸ καθῆκον ν’ ἀποβάλλουν
3819πάντα τὸν ταράττοντα τὴν ἡσυχίαν καὶ ὄχι ὁ πρόεδρος.
3820§135ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ὁ πρόεδρος διατάσσει.
3821§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχάσατε λοιπὸν, κύριοι, νὰ ἐξακολουθήσω-
3822μεν τὴν ψηφοφορίαν.
3823Ἐξακολουθεῖ καὶ περαιοῦται ἡ κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ψη-
3824φοφορία.
3825Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν Βουλευτῶν
3826Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος.
3827«Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου περὶ σχη-
3828ματισμοῦ πόρων πρὸς συντήρησιν τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης
3829συγκοινωνίας, ναὶ ἢ ὄχι;»
Extract table CSV.csv MD.md Citation.txt
3830Κωνστ. Θεοδώρου ΝΠ. Γουζούασης Ν
3831Ἀνδρ. Μιχαλόπουλος ΟΔημ. Τσιτσάρας Ν
3832Αἰακὸς Λογιωτατίδης ΝΓεώργιος Ἀποστολίδης Ν
3833Ἀναγν. Γιαννουλίδης Πάνος Μανωλίδης Ο
3834Μιχ. Δ. Καΐρης ΟΔημ. Ζῶτος Ο
3835Ν. Π. Καΐρης Κ. Λομβάρδος Ν
3836Δημ. Τσόκρης ΝΔ. Πατέλλης Ν
3837Λ. Λαμπρυνίδης Σ. Λεονταράκης Ν
3838Κωνστ. Μανουσάκης ΝἸω. Πλαίσσας Ν
3839Ὄθων Μακρυγιάννης ΟἈνδρ. Γ. Φωσκάρδης Ν
3840Περ. Ἀναρ. Πετράκης ΟΛυκοῦργος ΚρεστενίτηςΝ
3841Δημ. Καλλιφρονᾶς ΟΣτέφ. Στεφανόπουλος Ν
3842Παναγ. Κυριακός ΟΧ. Στεριόπουλος Ν
3843Ἀριστ. Μπαλάνος ΟἈλ. Βιλαέτης
3844Σπυρ. Καραϊσκάκης ΟἈλέκος Ἄχολος
3845Ἀνδρ. Στράτος ΝΛουκᾶς Κατσίνας Ο
3846Δημήτριος Γρίβας ΟἈναγν. Δημητρίου
3847Γ. Γεροθανάσης ΟΠέτρος Ζάνος Ο
3848Π. Πετιμέζης ΟἸωάννης Βλαβιανός
3849Εὐθ. Δεληγιάννης Σπυρ. Μαλασπίνας Ν
3850Γ. Πλαπούτας ΝΚωνστ. Πεταλᾶς Ο
3851Α. Ἀντωνόπουλος Ἀναστ. Μιχαλόπουλος Ν
3852Ἀθαν. Γόνδικας ΟἸωάννης Ζαΐμης
3853Χ. Σακελλαριάδης ΟΣωτ. Πετιμεζᾶς Ο
3854Ἡλ. Β. Μαυρομιχάλης ΟΛεων. Πετιμεζᾶς Ο
3855Λ. Πετροπουλάκης ΟἈνδρ. Οἰκονομόπουλος Ο
3856Χρ. Μαστραπᾶς ΟἸω. Παπαδόπουλος Ο
3857Ἰω. Σαφάκας ΟἸωάννης Φλέσσας Ο
3858Νικ. Παπαμιχαλόπουλος Περ. Μαυρομιχάλης Ο
3859Γ. Ζουμπουλάκης Γ. Πεῤῥωτῆς Ν
3860Ἀντ. Σ. Μήτσας ΟΚωνστ. Δημητριάδης Ο
3861Ἀλ. Κοντόσταυλος Ἰω. Προβελέγιος Ν
3862Ἰω. Μπαλάφας ΝΠ. Μοδινός Ν
3863Τριαντ. Λαζαρέτος ΝἈριστ. Ῥαυτόπουλος
3864Κωνστ. Κυπριάδης ΝἘμ. Ναυπλιώτης Ο
3865Στ. Παδοβᾶς ΟΝ. Κονταράτος Ν
3866Σωκράτης Κουρῆς ΟΝ. Φαρμάκης Ο
3867Γεώργιος Μαρκορᾶς ΟἸω. Πρωτοπαπᾶς Ο
3868Θεόδωρος Ζερβός ΝΝ. Καναβός Ο
3869Νικόλαος Καρύδης ΟΔ. Ὑψηλάντης
3870Νικ. Παγκράτης Κωνστ. Εὐθυμιόπουλος Ο
3871Πολ. Κωνσταντᾶς ΟΤηλέμ. Ῥούκης
3872Θεόδωρος Ῥωμαῖος ΝΚίμων Χριστοδούλου Ν
3873Νικόλ. Λοῦβρος ΝἈντ. Α. Μαυρομιχάλης Ο
3874Γερ. Μαυρογιάννης ΝἸω. Κατσάκος
3875Νικ. Γεωργακάτος Π. Λεωτσάκος Ο
3876Α. Ἄννινος ΝΑ. Κουμουνδουράκης Ν
3877Λ. Τσουγανάτος ΝΧ. Χριστόπουλος Ο
3878Γερ. Ἀντύπας ΝΧ. Κανελλόπουλος Ο
3879Ἀντώνιος Ζερβός ΝΚ. Οἰκονομόπουλος
3880Γεώργιος Φλωριᾶς ΝΔημ. Μακρῆς Ν
3881Γ. Ἰακωβᾶτος ΟΕὐθύμιος Κεχαγιᾶς Ν
3882Χ. Ἰακωβᾶτος ΟΛουκᾶς Καραλίβανος
3883Γ. Λειβαδᾶς ΟΣπυρ. Κρεμεζῆς Ν
3884Ἀναστ. Δημητριάδης ΟΑ. Ῥηγόπουλος Ο
3885Ἀνδρ. Νοταρᾶς ΝΜπενιζέλος Ῥοῦφος
3886Εὐϛ. Κανελλόπουλος Α. Μπουκαούρης Ν
3887Ἰω. Γ. Ἰωάννου ΟΘάνος Κανακάρης
3888Εὐθ. Οἰκονομόπουλος Κωνστ. Δαρειώτης Ν
3889Γεώργιος Ἀρώνης ΝἈθαν. Μησυρλῆς Ν
3890Ἐμμανουὴλ Κοντολέων ΟἸωάννης Δουλίδης
3891Κοσμᾶς Πανάρετος ΝΚωνστ. Μελαχρινός Ο
3892Δημ. Βροντίσης ΝΓεώργιος Μπούμπουλης
3893Χαρ. Α. Χρηστόπουλος ΟΔημ. Θεοχάρης Ο
3894Σπ. Παπαδόπουλος Κωνστ. Πλατύς
3895Ν. Παπανικολάου ΟἈχιλλεὺς Μεταξᾶς Ν
3896Ἰω. Βαλασόπουλος Μιλτιάδης Κανάρης Ο
3897Σπ. Σπηλιωτάκης ΝΕὐστρ. Παρίσης Ν
3898Σπ. Κοπανίτσας Ἰάκωβος Παξιμάδης Ν
3899Ἰω. Α. Κορφιωτάκης ΝΜατθαῖος Γιαννούλης Ν
3900Α. Κορφιωτάκης ΝΣωτ. Σωτηρόπουλος Ν
3901Γεώργιος Λάππας ΝἈθ. Γρηγοριάδης Ο
3902Βασ. Α. Σπυρόπουλος Τσίκος Μαυροειδής
3903Ἀλ. Σταματόπουλος ΟΒ. Σκαλτσοδῆμος
3904Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης ΟΔημ. Βότσαρης Ο
3905Γεράσ. Σέρβος ΟΣπυρ. Καραμάνος Ν
3906Δημήτριος Τσαμόπουλος ΝΣταμ. Κοριζῆς Ν
3907Δημήτριος Παπαλουκᾶς ΝΔημ. Βούλγαρης Ο
3908Γεώργιος Μπουκίδης ΟἈθανάσιος Μιαούλης Ο
3909Χρῆστος Α. Χρηστόπουλος ΟἈνδρ. Κουντουριώτης Ο
3910Βασ. Δημητρακόπουλος ΟΤασ. Πλέσσας Ο
3911Ἀναγ. Σταυρόπουλος ΝἈθ. Χατζόπουλος Ν
3912Σπυρ. Οἰκονομίδης ΝΔ. Τσιριμῶκος Ο
3913Ἀθανάσιος Σινανιώτης ΟΔ. Χατζῖσκος Ο
3914Ἀσημ. Ζατουνίτης ΝΔ. Κριεζώτης Ο
3915Ξενοφῶν Λογοθέτης ΝΝ. Βουδούρης Ο
3916Ἰωάννης Ἀλεξίου ΝΑὐγ. Ἀβέρωφ Ν
3917Ἐπ. Δεληγεώργης ΟΚωνστ. Κανάρης
3918Χαρίλαος Τρικούπης ΟΔημ. Βαλαβάνος
3919Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος
3920Περ. Μποῦτος Ν
3921Π. Καλαμαριώτης Ν
3922§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν, κύριοι, 144· εἶπον ὄχι 69, εἶ-
3923πον ναὶ 75· ἄρα ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου ἀπεῤῥίφθη (χειρο-
3924κροτήσεις ῥαγδαιόταται καὶ ζητωκραυγαὶ καὶ ἐπευφημίαι ἐκ
3925τοῦ ἀκροατηρίου.)
3926Λύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρᾳ 9 Μ. Μ.)