| 1367 | Εἰς ἀποξήρανσιν ἑλῶν | 496,354, 5/00. | |
| 1368 | Εἰς οἰκοδομὰς, ἐπισκευὴν, κατασκευὴν, καὶ προσωπικὸν ἀρ- | ||
| 1369 | χιτεκτόνων | 1,613,555, 47/00. | |
| 1370 | Εἰς συντήρησιν καὶ κατασκευὴν ὁδοποιΐας καὶ | ||
| 1371 | γεφυροποιΐας | 3,712,787, 41/00. | |
| 1372 | Εἰς ἀνέγερσιν φάρων | 161,157, 60/00. | |
| 1373 | Εἰς καθαρισμὸν λιμένων | 836,913, 98/00. | |
| 1374 | Εἰς συνοικισμοὺς | 397,507, 87/00. | |
| 1375 | Εἰς ὑδραυλικὰ ἔργα | 46,553, 56/00. | |
| 1376 | Τὸ ὅλον ἑκατομ. δραχ. | 8,608,847, 42/00. |
1865.10.12
2,159 rows · 18,443 words · 1 table · 64 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 54.
Τῆς 12 Ὀκτωβρίου 1865.
(Τρίτη).
Ὥρα 1 παρὰ 20.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἐν ἀπαρτίᾳ οὔσης τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ τῆς προηγουμένης πρακτικά.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ὁ Ἀντιπρόεδρος κύριος Μαρκορᾶς). Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν θέλει φανῆ παράδοξον, ἐὰν ὑπενθυμίσω εἰς τὸ ἀκροατήριον τὴν διάταξιν τοῦ κανονισμοῦ ὡς πρὸς τὴν ἄκραν σιγὴν καὶ τὴν εὐταξίαν, τὴν ὁποίαν ὀφείλει καὶ μέλλει νὰ τηρήσῃ. Εὐελπίζομαι δὲ, ὅτι δὲν θέλω εὑρεθῆ εἰς δυσάρεστον θέσιν τοῦ νὰ ἐφαρμόσω τὸν κανονισμόν. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἔλαβε τὸ προεδρεῖον ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι τὰ ἑξῆς· σχέδιον νόμου περὶ διοικητικῆς ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἡ σχετικὴ ἔκθεσις, σχέδιον Νόμου περὶ διαιρέσεως τῶν δήμων καὶ ἡ σχετικὴ ἔκθεσις, σχέδιον νόμου περὶ ὁδοποιΐας καὶ δικαιολογητικὴ ἔκθεσις, σχέδιον νόμου περὶ συστάσεως καὶ βελτιώσεως λιμένων. Ἀναφορὰ Ἰωάννου τινὸς, ζητοῦντος τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ πρώτου ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως ὡς πρὸς τοὺς βαθμούς. Τὰ νομοσχέδια, νομίζω, θὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν. Ἀκολουθεῖ ἡ συζήτησις. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἔχει τὸν λόγον.
§4ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εὑρίσκομαι καὶ πάλιν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτήσω τί ἀπέγεινεν ἡ ἀναφορὰ τοῦ ἱεράρχου τῆς Ζακύνθου, διότι οὗτος παραπονεῖται, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔδωκεν ἀκρόασιν εἰς τὴν ἀναφοράν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ἐπιτροπὴν νὰ συνέλθῃ.
§6ΜΑΝΟΥΣΑΚΗΣ. Εἶμαι εἰσηγητὴς τῆς ἐπιτροπῆς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν· χθὲς τὸ προεδρεῖον μᾶς ἔστειλε τὰ ἔγγραφα καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν ἠδυνήθη ἡ ἐπιτροπὴ νὰ συνέλθῃ ἀπὸ τῆς χθὲς, νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἔκθεσιν καὶ τὴν πέμψῃ εἰς τὴν Βουλήν. Αὔριον θὰ συνέλθῃ.
§7ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Τί θὰ εἴπῃ ὁ ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως τὴν ὁποίαν χθὲς ἔκαμον;
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔμαθα τίποτε, δὲν μὲ εἰδοποίησε τὸ προεδρεῖον.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σήμερον ἐκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ, καὶ ὡς ἐκ τούτου τώρα θέλω τὸν εἰδοποιήσει, διότι πρότερον δὲν ἦτο δυνατόν.
§10ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Πρὸ εἴκοσιν ἡμερῶν ἐκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ, καὶ τὰ ἔγγραφα περὶ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου καὶ δὲν ἐτυπώθησαν.
§11ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὰ ἔγγραφα, τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου, ἐτυπώθησαν ἤδη· παρῆλθε δὲ καιρὸς, διότι ἔπρεπε πρότερον νὰ μεταφρασθῶσί τινα ἐξ αὐτῶν· ἐκτὸς τούτου ὑπάρχει καὶ ἄπειρος ὕλη εἰς τὸ τυπογραφεῖον, ὥστε, ὅταν λάβωμεν ὅλα αὐτὰ πρὸ ὀφθαλμῶν, τότε δὲν θέλομεν κατακρίνει τὸ προεδρεῖον διὰ τοῦτο.
§12ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὁμιλῶ πρὸς ὑμᾶς (ἀποτεινόμενος πρὸς τὸν Κ. Κεχαγιᾶν (διότι σὺ εἶσαι ὑπεύθυνος.) Ἐὰν ὑπάρχῃ καὶ ἄλλη ὕλη, ὑπάρχει νόμος, ὅστις χορηγεῖ τὰ μέσα νὰ προστεθῶσιν εἷς ἢ δύω ἐργάται ἀκόμη· δὲν εἶναι δὲ λόγος ἰσχυρὸς τὸ ὅτι τυποῦνται εἰς τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον καὶ ἄλλα ἔγγραφα, διότι ἔπρεπε νὰ προτιμηθῶσι τὰ σπουδαῖα ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι μίαν σπουδαίαν ὑπόθεσιν, ὡς ἡ τοῦ Λαυρίου.
§13ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θ’ ἀπαντήσω, διότι τὸ ζήτημα εἶναι προσωπικόν. Ἐννοεῖ ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς νὰ μὲ κατηγορῇ χωρὶς ν’ ἀπολογηθῶ; διότι εἶπεν, ὅτι ἡ βραδύτης τῆς ἐκτυπώσεως τῶν ἐγγράφων ἀφορᾷ μὲν ἐμὲ, ἐγὼ εἶμαι ὑπεύθυνος, ἀλλὰ δὲν πρέπει ν’ ἀπαντήσω· δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν λογικήν.
§14Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἐπρότεινα ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου, ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν θὰ τὸ κάμῃ, καὶ ὅλοι συνεφωνήσαμεν νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, διότι, ἐὰν ἐξακολουθῶμεν ν’ ἀναβάλλωμεν τὴν συζήτησιν, αἱ σκωρίαι δὲν θὰ ὑπάρχωσι πλέον καὶ τότε θέλομεν κοπιάσει εἰς μάτην. Πρέπει λοιπὸν κατὰ προτίμησιν πάσης ἄλλης ἐργασίας νὰ τυπωθῶσι τὰ ἀφορῶντα τὴν ὑπόθεσιν ταύτην ἔγγραφα, καὶ ἂν δὲν ἐπαρκῇ τὸ ἐθνικὸν τυπογραφεῖον, νὰ σταλῶσι μερικὰ εἰς ἄλλο τυπογραφεῖον.
§15ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταὶ, θεωρῶν τὴν παροῦσαν συζήτησιν ἀναφερομένην εἰς τὸ περὶ σχηματισμοῦ πόρων νομοσχέδιον περὶ τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίας, δὲν ἠδυνήθην καὶ δὲν δύναμαι εἰμὴ ν’ ἀγανακτῶ, διότι ἡ συζήτησις δὲν ἔλαβε χώραν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ὤφειλε νὰ εὐκολύνῃ τὴν συζήτησιν πάντων τῶν ἄλλων ἀντικειμένων. Ἅμα προέκυψεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ συζήτησις ἑνὸς φορολογικοῦ νομοσχεδίου, ἀμέσως ᾐτήσαμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπον, ὅτι ἤθελα παρουσιάσει πρὸς συζήτησιν, ὅτε ἤθελεν ὑποβληθῆ ὁ προϋπολογισμὸς, διότι ἐπὶ τοῦ πεδίου ἐκείνου, καὶ ἐπὶ τοῦ ἐδάφους στηριζόμενος, ἠδυνάμην νὰ φέρω τὰς ἰδέας μου καὶ νὰ ζητήσω ἀπὸ τὴν Βουλὴν βελτίωσιν τῆς οἰκονομολογικῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· τότε δὲν ηὐδόκησεν ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ τὴν αἴτησιν ἡμῶν, καὶ ἐνῷ τὸ ὑπουργεῖον ὑπέσχετο οἰκονομίας, διότι εὑρίσκετο εἰς δεινὴν θέσιν, ἀμέσως εἰσήγαγεν εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια πολλὰ περὶ νέας φορολογίας. Δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ ἀπαιτῇ νέας φορολογίας· ἅμα ἐκήρυξε κατ’ ἀρχὰς, ὅτι ἡ κατάστασις ἡ οἰκονομολογικὴ τοῦ Βασιλείου εἶναι ἀνθηρὰ, ἅμα εἶπε ταῦτα, ἠκούσατε, ὅτι ἄλλοι μᾶς ἔλεγον, ὅτι ἐπίκειται ἡ χρεωκοπία, ὅτε ἐκ νέου πάλιν μᾶς λέγει ἡ κυβέρνησις, ὅτι ἡ κατάστασις εἶναι ἀνθηροτάτη. Δὲν ἔπρεπε ν’ ἀφήσωμεν ἵνα παρουσιάσουν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νομοσχέδια φορολογικὰ, ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον, ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου εἶναι ἀνθηροτάτη, παρουσιάζουσι σήμερον νέον φορολογικὸν νομοσχέδιον, διὸ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἕκαστος τῶν βουλευτῶν δικαιοῦται νὰ ἐρευνᾷ, ὄχι ἂν ὑπάρχῃ εἰς ἀνθηρὰν κατάστασιν τὸ ἔθνος, ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἔρχεται νὰ ζητήσῃ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐσόδων, ὅπως ἠλάττωσε καὶ τὰ ἔξοδα. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν ἰσχύει ἡ ἀρχὴ, ὅτι πρέπει νὰ ἀκολουθῇ τὸν πολιτισμὸν καὶ τὴν πρόοδον ἡ αὔξησις τῶν φόρων· εἶναι παλαιὰ ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν ἔθεσαν, ὅτι ἅμα προοδεύει τὸ ἔθνος πρέπει καὶ ἡ κυβέρνησις ν’ ἀπαιτῇ περισσοτέρους φόρους ἀπὸ τοὺς πολίτας· εἶναι ἀρχὴ σαθρὰ τῶν παρελθόντων αἰώνων καὶ τῶν δεσποτικῶν κυβερνήσεων ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι νομίζουν ὅτι τὰ πάντα ἀποῤῥέουσιν ἐξ αὐτῶν, ὅτι πρέπει νὰ φορολογῆται τὸ ἔθνος, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ ἔθνους εἶναι ἰδιοκτησία τῆς κυβερνήσεως, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία τοῦ πολίτου καὶ τῆς κυβερνήσεως εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ κυβερνῶντος, καὶ ἑπομένως τότε ἦτο ὀρθὴ ἡ ἰδέα, ὅτι ἡ κυβέρνησις δύναται κατὰ τὴν πρόοδον καὶ τὸν πολιτισμὸν νὰ ἀπαιτῇ περισσοτέρους φόρους. Ἀλλ’ ἤδη μετὰ τὴν πρόοδον τῆς ἐπιστήμης τῆς οἰκονομολογικῆς εἰσήχθη νέα ἰδέα, ἡ ἰδέα, ὅτι, ὅσον προοδεύει τὸ ἔθνος, ὁ πολιτισμὸς τοῦ ἔθνους, τοσούτῳ πρέπει νὰ ἐλαττόνωνται οἱ φόροι, διότι ἡ πηγὴ τοῦ λόγου τῶν φόρων ὑπῆρχε διαφορετικὴ προτήτερα. Τί θέλετε ἀπαντήσει εἰς ἕνα δεσπότην ἀσιανὸν, ἐὰν ἀπαιτῇ φόρους ἀπὸ τοὺς ὑπηκόους; Οὐδὲν, διότι πᾶσα ἡ περιουσία τῶν πολιτῶν εἶναι περιουσία τοῦ ἡγεμόνος, τοῦ δεσπότου ἐκείνου· ἀλλ’ ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἰδέα τοῦ πεπολιτισμένου κόσμου, τῶν νέων ἐθνῶν, ὡς καὶ τῶν ἀρχαίων, ὡς καὶ τῶν προγόνων μας τῶν Ἀθηναίων, τῶν ἀρχαίων Ῥωμαίων, ὀφείλομεν τότε νὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ μᾶς δείξητε τὴν πηγὴν τοῦ λόγου τῶν φόρων, καὶ τότε συναινοῦμεν νὰ δώσωμεν μέρος τι τῆς περιουσίας μας. Ποῖος εἶναι ὁ λόγος τῆς πηγῆς τῶν φόρων; Τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως; Ὄχι βεβαίως τὸ δικαίωμα τῆς κυβερνήσεως καὶ τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ λαοῦ, ἀλλ’ ὁ λόγος τῆς πηγῆς τοῦ φόρου εἶναι ἡ ἀσφάλεια τῆς πολιτικῆς κοινωνίας· ἑπομένως ὅπου ὑπάρχει πολιτικὴ κοινωνία, ἐκεῖ ἕκαστος τῶν πολιτῶν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ· πρέπει νὰ ὑπαχθῶ εἰς τὸ δικαίωμα τῶν φόρων, δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μοῦ ζητῆτε φόρον, ἐὰν ἡ ἀσφάλεια τῆς πολιτικῆς κοινωνίας δὲν μοὶ ἀσφαλίζῃ τὴν περιουσίαν· τότε εἰς ἀμοιβὴν τῆς ἀσφαλείας παραχωρῶ καὶ ἐγὼ μέρος τῆς περιουσίας τῆς σωζομένης. Οὗτος εἶναι ὁ λόγος τῆς πηγῆς τῶν φόρων, ὄχι ἡ ἀνάγκη· ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἐνδέχεται νὰ φέρῃ τὴν ἀνάγκην τῶν ἐξόδων, ἀλλὰ δὲν δύναται ποτὲ ἡ ἀνάγκη τῆς Κυβερνήσεως, τῆς ὑπηρεσίας, νὰ ἐπιφέρῃ ὡς ἀποτέλεσμα τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων. Αὐτοὶ εἶναι οἱ καθαροὶ λόγοι, αὐτὴ εἶναι ἡ τελευταία κατάστασις τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γείνῃ ἄλλως, καὶ ἂν ἔμβωμεν εἰς τὰ καθέκαστα τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων, θέλετε ἰδῆ κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον, ὅτι κατὰ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀνάγκης τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων ἐπιβάλλονται καὶ πληρόνονται ὅλοι οἱ φόροι. Ἂν ἠθέλαμεν συζητήσει τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866, εἴχομεν δικαίωμα νὰ παρατηρήσωμεν μὲ τὸν δείκτην ἐπὶ τῶν κεφαλαίων καὶ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866, ὅτι τοῦτο τὸ ἔξοδον εἶναι ὑπερβολικὸν, ὅτι τοῦτο δύναται νὰ ἐλλείψῃ, ὅτι ἡ ἰσοῤῥοπία δύναται νὰ γείνῃ δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου· ἀλλὰ ἐν ἐλλείψει αὐτοῦ βλέπετε, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὰ καθέκαστα τῶν οἰκονομιῶν, τὰς ὁποίας ἠδυνάμεθα νὰ προτείνωμεν. Ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ τόσον εἶναι βέβαιον, ὅτι ἄνευ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866 δὲν δυνάμεθα νὰ προχωρήσωμεν, ὥστε ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ἀμέσως εἰς τὴν ἀγόρευσίν του εὑρέθη περιπεπλεγμένος, καὶ μ’ ἐπροκάλεσε νὰ παρουσιάσω ἀπέναντι τῆς Βουλῆς τὸ σχέδιον, διὰ τοῦ ὁποίου δυνάμεθα νὰ ἀπαλλαχθῶμεν, ὡς εἶπον, ἐκείνων τῶν φόρων — τοῦ ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων, τῶν οἰκιῶν, τοῦ χαρτοσήμου καὶ τῆς δεκάτης. Σεῖς βλέπετε, ὅτι ἔρχεται τοιαύτη ἰδέα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ ἀντὶ νὰ παρακαλέσητε καὶ νὰ προκαλέσητε νὰ προσέλθῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς αὐτὸ τὸ σύστημα, τὸ σύστημα τοῦτο ὑμεῖς τὸ ἀπεκρούσατε, σεῖς ἐζητήσατε τὴν ἀναβολὴν, καὶ ἐξεναντίας ἔρχεσθε εἰς τὴν Βουλὴν μὲ ἓν σχέδιον νέας φορολογίας, τὸ ὁποῖον ἐνῷ συζητοῦμεν, μὲ προκαλεῖτε τώρα νὰ ἔλθω νὰ ἀναπτύξω αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ ὅσον ἤθελον νὰ μᾶς καταστήσουν κατηγορημένους, πᾶσα ἡ κατηγορία ἤθελεν εἶναι, ὅτι ἔχομεν τὴν τόλμην νὰ φέρωμεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν ἐνταῦθα. Νομίζω, ὅτι ὁ προλαλήσας ἀντήλλαξε τὴν θέσιν ἡμῶν καὶ τὴν θέσιν αὐτοῦ· ἡμεῖς ἐπροκαλέσαμεν τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἀκούσῃ τὴν συζήτησιν, ἡμεῖς εἴπομεν στάσου, διότι πρὸ τοῦ νὰ προβῇς μὲ νέον φορολογικὸν σχέδιον, μὲ νέον προϋπολογισμόν, ὅστις δεικνύει τὴν χρεωκοπίαν μας, πρέπει ν’ ἀκούσῃς καὶ μίαν ἰδέαν, διότι ἐκ τῆς ἰδέας τῆς ἰδικῆς μας, ἐκ τῆς συζητήσεως καὶ τῆς συγκρούσεως τῶν ἰδεῶν δύναται νὰ προκύψῃ μία ἀλήθεια, ἢ τοὐλάχιστον, ἂν δὲν ὠφελῆται τὸ κράτος ὑλικῶς, θὰ ὠφεληθῇ κατὰ τὴν ἰδέαν, καὶ ἑπομένως ἀπώλεσεν ἡ Κυβέρνησις τὴν εὐκαιρίαν νὰ συζητήσῃ αὐτό. Ἀλλὰ τὴν σήμερον μᾶς προκαλοῦν νὰ ἐκφέρωμεν τὴν ἰδέαν μας ἐπὶ τοῦ προκειμένου φορολογικοῦ νομοσχεδίου· ἡ συζήτησις τῆς μεγάλης ἰδέας τῆς ἀναδιοργανώσεως τῆς οἰκονομολογικῆς καταστάσεως τοῦ κράτους γίνεται ἡ πρωτίστη ἰδέα. Ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἄνευ τῶν ἐδαφίων τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1866 δὲν δύναται νὰ ἀναπτυχθῇ καταλλήλως ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἀσπάζομαι· ἐν τοσούτῳ θαῤῥαλέως καὶ κινούμενος ἀπὸ ἐπιθυμίαν νὰ φανῶ ὅσον τὸ δυνατὸν ὠφέλιμος καὶ ἐγὼ μὲ τὴν πρότασιν μιᾶς ἰδέας, τὴν καθυποβάλλω, λέγων, θαῤῥαλέως, ὅπως ἡ Βουλὴ τοὐλάχιστον σκεφθῇ, καὶ μετὰ τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις, καὶ, ἂν ᾖναι δυνατόν, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀποσύρῃ τὸ σχέδιόν της, νὰ φέρῃ τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1866 καὶ νὰ ἔλθωμεν εἰς ἄλλην κατάστασιν οἰκονομολογικὴν καλλιτέραν. Ἐὰν θεωρήσητε τὴν κατάστασιν τῶν διαφόρων ἐπικρατειῶν τῆς Εὐρώπης, δὲν θέλετε εὕρει τὴν οἰκονομικὴν νομοθεσίαν, τὴν φορολογικὴν ἐπίσης τὴν αὐτὴν εἰς ὅλα τὰ μέρη· ἄλλην φορολογίαν ἔχει ἡ Ἀγγλία, ἄλλην ἡ Γαλλία, ἄλλην ἡ Ὁλλανδία, ἄλλην ἡ Ῥωσσία, ἄλλην ἡ Ἑλλάς· ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχῃ ὁμοιότης σημαντικὴ μεταξὺ τῶν διαφόρων φορολογιῶν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ αὐτή. Προσεπάθησαν νὰ εὕρουν τοὺς κανόνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων νὰ στηρίξωσι τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τοῦ Ἀδὰμ Σμίθ· οὐδεὶς ἠδύνατο νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τοὺς κανόνας τοῦ Σμίθ, καὶ ἐν τοσούτῳ ὅλοι ὁμολογοῦν, ὅτι καμμία φορολογία δὲν προσεγγίζει εἰς τοὺς κανόνας, τοὺς ὁποίους διέγραψεν ὁ Σμίθ. Ἡ φορολογία, κατὰ τὸ τελευταῖον ἐξαγόμενον τῆς ἐπιστήμης, δὲν πρέπει νὰ βασίζεται εἰς ἄλλα, εἰμὴ εἰς τὰ ὀλίγα ἔξοδα, διότι, ἂν ᾖναι ὀλίγα τὰ ἔξοδα τῆς ἐπικρατείας, θέλουν εἶσθαι ὀλίγοι καὶ οἱ φόροι, καὶ, ὅταν ᾖναι ὀλίγα τὰ ἔξοδα, ὅσον ἄνους καὶ ἂν ὑποτεθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅσον ἄδικος καὶ ἂν ὑποτεθῇ, δὲν δύναται νὰ δώσῃ τὴν ἀφορμὴν εἰς πολλοὺς φόρους· ἀλλ’ ἅμα πολλαπλασιάζονται τὰ ἔξοδα τῆς ἐπικρατείας πότε διὰ τοῦτον τὸν λόγον, πότε διὰ τὸν ἄλλον, τὰ ἔξοδα γίνονται ὑπέρογκα, τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν φόρων θέλει φέρει τὴν ἀνάγκην τῆς ἐπιβολῆς νέων φόρων, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εὕρῃ τις τὴν ἰσοῤῥοπίαν μεταξὺ τῶν ἐξόδων καὶ τῶν εἰσοδημάτων. Ἑπομένως εἰς ὅλα τὰ κράτη τοῦ κόσμου παράπονα ὑπάρχουν, παράπονα εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ὁμολογοῦσιν ὅλοι, ὅτι μὲ τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων ἐκλείπουσι καὶ τὰ παράπονα· ἡμεῖς ἀπῃτήσαμεν τὴν κατάργησιν φόρων τινῶν τῆς δεκάτης, καὶ ἀμέσως ἡ Κυβέρνησις ἀναπηδήσασα ἐφώναξε· χίμαιρα! Ἡμεῖς σήμερον ἀπῃτήσαμεν τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἐνοικίων, τοῦ χαρτοσήμου, τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ αἴφνης ἡ Κυβέρνησις ἐνόμισεν, ὅτι χωρὶς αὐτῶν τῶν φόρων δὲν δύναται νὰ κυβερνήσῃ· σᾶς εἶπεν, ὅτι παράδοξον εἶναι, ὅτι εἶναι ἄδικον, ὅτι ἐναντιοῦται εἰς τὴν ἰδέαν τῆς δικαιοσύνης, καὶ εἶπεν ἄλλα βαρύτερα ἀκόμη, καὶ ἐγὼ ἀντιπαρατάσσομαι, λέγων, ὅτι ἐὰν ὑπάρχῃ παράδοξον, ἂν ὑπάρχῃ ἄδικον ἀληθῶς, ὑπάρχει εἰς τὸ σημερινὸν σύστημα τὸ φορολογικὸν, καὶ ὄχι εἰς τὸ προτεινόμενον, διὰ τὸν ἁπλούστατον καὶ γενικὸν λόγον, ὅτι ἡ ἁπλῆ φορολογία ἔχει καὶ ὀλιγώτερα ἄτοπα, οἱ ὀλίγοι φόροι δίδουν ἀφορμὴν εἰς ὀλιγώτερα παράπονα παρὰ οἱ πολλοί· ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον νὰ ὑπάρχῃ χίμαιρα· οἱ πολλοὶ φόροι οἱ σημερινοὶ δὲν ὑπῆρχον τόσον πολλοὶ πρότερον, καὶ ἑπομένως θέλω νὰ ἐπαναφέρω τὴν κοινωνίαν εἰς ἐκείνην τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐπληρόνοντο ὀλιγώτεροι φόροι, διότι καὶ ἡ ἐπιστήμη ἡ γενικὴ τῆς οἰκονομίας αὐτὸ μόνον παραδέχεται. Δὲν εἶναι καιρὸς κατάλληλος νὰ λέγητε, ὅτι τὰ δάνεια στηρίζουσι τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου, ὅτι εἶναι εὐεργεσία. Δὲν μᾶς ἔλεγεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι οἱ μεγάλοι φόροι εἶναι εὐεργεσία διὰ τὸ κράτος; καὶ ἐν τούτοις τὰ δάνεια θεωροῦνται ὡς ὄλεθρος εἰς τὴν πρόοδον τῆς πολιτείας· οὐδεμία πολιτεία πράττει δάνειον, ἂν ᾖναι δυνατὸν νὰ τὸ ἀποφύγῃ, παρὰ ἐν ταῖς ἀνάγκαις τοῦ πολέμου. Καὶ τὰ δάνεια τὰ ὑπάρχοντα προσπαθοῦσιν αἱ Κυβερνήσεις νὰ τὰ ἐξοφλῶσι κατ’ ἔτος, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Ἀγγλία πληρόνει πρὸς ἀπόσβεσιν τοῦ δανείου αὐτῆς 75,000,000 φράγκων· ὅλοι ὁμολογοῦν, ὅτι τὰ δάνεια τῆς πολιτείας εἶναι ὁ καρκῖνος τῆς πολιτείας, καὶ ἡμεῖς ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ἡ πρώτη ἀρχὴ ἡ περὶ δανείων εἶναι τὴν σήμερον ἐσφαλμένη. Διατὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν, τοὐλάχιστον μέχρι τῆς ἐναντίας ἀποδείξεως, διατὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν, ὡς καὶ οἱ ἄλλοι, ὅτι αἱ περὶ φορολογίας, περὶ πολλαπλῶν φόρων, περὶ ὑπερόγκων φόρων ἰδέαι, διατὶ νὰ μὴ παραδεχθῶμεν, ὅτι εἶναι ψευδεῖς, ὀλέθριαι καὶ ἀντεθνικαί; Ταῦτα ἐν ἀρχῇ. Εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι οἱ ὀλίγοι φόροι εἰσὶ προτιμότεροι, καὶ ὅτι εἰς αὐτοὺς πρέπει νὰ τείνωμεν, καὶ ἂν ᾖναι δυνατὸν, νὰ κάμωμεν τὴν οἰκονομίαν τῶν ἐξόδων καὶ τὴν οἰκονομίαν τῶν ἐσόδων. Ὑπερβολικὸν ἐθεωρήθη, διότι ἡμεῖς ἐζητήσαμεν τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης· ἄτοπον, διότι ἡμεῖς ἀκολουθοῦμεν τὸ παράδειγμα τῆς Συνελεύσεως. Ἂν ἡ Συνέλευσις ἠλάττωσε τὸν φόρον τῆς δεκάτης εἰς τὸ ἥμισυ, εἶναι παράδοξον νὰ ζητήσωμεν ἡμεῖς καὶ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἑτέρου ἡμίσεως; 5% ἠλάττωσεν ἡ Συνέλευσις τὸν φόρον, 5 τοῖς 100 καὶ ἡμεῖς τὸν ἐλαττοῦμεν. Δὲν εἶναι παράδοξον, ἐν ἀρχῇ εἶναι ὀρθόν. Ἀλλὰ δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ μὲ ἐρωτήσητε, πῶς θέλετε νὰ ἀναπληρώσητε τὴν ἔλλειψιν τῶν 5%; Ὅταν τὰ κράτη ἀπὸ 10% ἐλαττῶσι τὸν φόρον εἰς 5, ἐλαττοῦσιν ἀπὸ τοὺς φόρους περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἀπήτησαν. Διότι τὸ 5%, τὸ ὁποῖον ἀποκόπτει μία Συνέλευσις ἢ μία Βουλὴ, εἶναι 5% καθαρὸν, τὰ δὲ ἄλλα 5 τοῖς 100 εἶναι ἐπιβεβαρυμένα μὲ τὰ ἔξοδα τῆς εἰσπράξεως· ἑπομένως ἐκ τῶν 5%, τὰ ὁποῖα μένουσι, τὰ 3% εἶναι ἔξοδα καὶ τὰ δύω ἔσοδον καθαρόν. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ εἴπῃ ἀξίζει τὸν κόπον, ἅμα ἐλαττωθῇ ἡ δεκάτη, νὰ εἰσπράττωμεν δύω τοῖς ἑκατόν; Καλὸν ἦτο καὶ τοῦτο, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἔχωμεν καθαρὸν καὶ νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ ταμεῖον ἄνευ περιπλοκῶν, δι’ ὀλίγων ἐξόδων εἰσπράξεως, καὶ ἄνευ τῶν στρεψοδικιῶν καὶ ἄνευ τῶν χρονοτριβῶν, πρὸς δὲ καὶ ἄνευ τοῦ ἐπηρεασμοῦ, τὸν ὁποῖον πράττει ἡ Κυβέρνησις. Ἐγὼ λοιπὸν ἀπαιτῶ τὴν κατάργησιν τοῦ 2% μὲ ὄφελος τοῦ ἔθνους 25%. Ὅταν τις ᾖναι ἐλεύθερος νὰ ἐργάζηται, ὠφελεῖ καὶ ἑαυτὸν καὶ τὸ ἔθνος περισσότερον ἐκείνου τοῦ δυστυχοῦς μεριδίου, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς τὸ ταμεῖον ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦ φόρου. Τίς θέλει τολμήσει νὰ μοὶ εἴπῃ, δὲν τηρῶ τὴν ἰσότητα εἰς τοὺς φόρους, διότι οἱ γεωργοὶ τότε δὲν πληρόνουν; Ὄχι, Κύριε, τηρῶ τὴν ἰσότητα, διότι δὲν καταργῶ τίποτε ἀπὸ τὴν γεωργίαν. Παρατηρήσατε εἰς τὰ λοιπὰ κράτη τῆς Εὐρώπης, τί συμβαίνει μὲ τὴν φορολογίαν τῆς γῆς; Τί πληρόνει ἡ γῆ εἰς τὴν Ἀγγλίαν; 4% ἐπὶ τῶν ὅλων ἐσόδων· εἰσπράττει 85 ἢ 80 ἑκατομμύρια λιρῶν καὶ τὰ 3 ἢ 4 μόνον εἰσπράττει ἀπὸ ἔγγειον φόρον ὅλου τοῦ ἡνωμένου βασιλείου τῆς Ἀγγλίας, τῆς Σκωτίας καὶ τῆς Ἰρλανδίας.
§16ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 13% πληρόνει εἰς τὴν Ἀγγλίαν· ἐλησμονήσατε τὸν φόρον τοῦ κλήρου.
§17ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, ὁ ἔγγειος φόρος εἶναι 2 φράγ. κατὰ κεφαλήν· εἰπέτε μοι, σᾶς παρακαλῶ, ἂν ποτὲ εἰς τοὺς γεωργοὺς εἶναι δυνατὸν νὰ βάλωμεν δύω δραχμὰς κατὰ κεφαλήν; Ὅλους τοὺς φόρους πληρόνει ὁ γεωργὸς, καὶ ὄχι ὅτι γεμίζει τὸ ταμεῖον ἀπὸ τὸν κόπον τῶν γεωργῶν, ἀλλὰ γεμίζομεν τὴν κοιλίαν ἐκείνου τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ τοὺς φόρους χωρὶς νὰ κάμῃ τίποτε, καὶ νὰ ᾖναι καλῶς ἐνδεδυμένος, χορτασμένος, περιποιημένος, ὁ δὲ λοιπὸς λαὸς νὰ πεινᾷ καὶ νὰ δουλεύῃ· δὲν θέλω νὰ ᾖναι τὸ ἔθνος διῃρημένον εἰς δύω στρατόπεδα, καὶ τὸ ἓν νὰ δουλεύῃ καὶ νὰ συνεισφέρῃ, τὸ δὲ ἄλλο νὰ μὴ δουλεύῃ καὶ νὰ τρώγῃ. Δὲν θέλω τὸν φόρον τῆς δεκάτης, διότι εἶναι φόρος ἄμεσος. Ζητεῖται ἀπὸ τὸν γεωργὸν ὁ φόρος ἀπὸ εἰσόδημα ἀκαθάριστον, καὶ ὅταν ἀποβῇ ἀτελεσφόρητος ἡ συγκομιδὴ τοῦ γεωργοῦ, δὲν φορολογεῖται πλέον τὸ εἰσόδημα, ἀλλὰ τὸ κεφάλαιον, φορολογεῖται ὁ σπόρος. Καὶ ἀφοῦ λοιπὸν διὰ τῆς δεκάτης φορολογεῖται ὁ σπόρος, ὡς βλέπετε, ποίαν δυσκολίαν ἔχετε νὰ τὴν καταργήσητε; Δὲν ὑπάρχει ἕτερος τρόπος νὰ ἀναπληρώσωμεν τὸ ἔλλειμμα, ὅπερ δυνατὸν νὰ προέλθῃ ἀπὸ τὴν κατάργησιν τῆς δεκάτης; —ἔχετε δικαίωμα νὰ μὲ ἐρωτήσητε· ἀλλ’ ἅμα σᾶς ὑποδείξω, ὅτι ὑπάρχει τρόπος νὰ ἀναπληρωθῇ, καὶ μὲ περισσότερον ἀκόμη, καὶ χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνεται οὔτε ὁ γεωργὸς, οὔτε ἕτερος πολίτης, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπαχθῆτε εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχήν. Δὲν εἶναι παραδοξολογία, δὲν προτείνω πρᾶγμα νέον, προτείνω ὅ,τι ὑπάρχει εἰς τὰς ἐπαρχίας τοῦ Βασιλείου. Τί πληρόνουν οἱ Κ. Κ. κτηματίαι τῶν σταφίδων ὅλης τῆς σταφιδοφόρου ζώνης τῆς Πελοποννήσου; πολλότατα καὶ μηδὲν· πολλάτατα, διότι τὸ βλέπετε ἀπὸ τὰς εἰσπράξεις, μηδὲν, διότι τὸ πληρόνουν χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνωνται. Ἂν ἦτο δυνατὸν, ὅλα τὰ εἰσαγόμενα καὶ τὰ ἐξαγόμενα, ἢ μᾶλλον ὅλα τὰ προϊόντα τοῦ Κράτους νὰ φορολογῶνται κατὰ τὸν τρόπον τῆς σταφίδος τῶν Πατρῶν, τοῦ Αἰγίου, τῆς Ἠλείας, δὲν θὰ εἴχετε χρέος νὰ παραδεχθῆτε αὐτὸν τὸν τρόπον τῆς φορολογίας, ὅστις καὶ τὸ ταμεῖον νὰ ἀναπληρόνῃ ἀπὸ τὴν ἔλλειψιν τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθημεν ἀπὸ τὴν κατάργησιν τῶν φόρων, καὶ περισσότερον ἀκόμη νὰ εἰσπράττῃ; Καὶ ἰδοὺ μία ἄλλη ἐπαρχία, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν ὑπάρχει οὔτε ὁ φόρος τῆς δεκάτης, οὔτε ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου, οὔτε ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι καὶ αὐτὸς εἶναι ἀνεπαίσθητος, καὶ ἀκόμη δίδει περισσότερα ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ἐπαρχίας τοῦ Βασιλείου, αἱ ὁποῖαι ἔχουν καὶ τοὺς τέσσαρας φόρους. Μὴ νομίζετε λοιπὸν, ὅτι, ἐπειδὴ ὑπάρχει εἰς τὸ χαρτὶ γεγραμμένος ὁ δεῖνα φόρος, ὅτι, ἐπειδὴ φορολογεῖται τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα ἀντικείμενον—καὶ βλέπετε καταλόγους ὀνομάτων,—ὅτι καὶ διὰ τοῦτο πληροῦται τὸ ταμεῖον· ψευδὲς, καὶ ἀπόδειξις ἡ Ἑπτάνησος, αἱ Πάτραι, ἡ Κόρινθος, ἡ Ἠλεία, ἡ Τρίπολις· οἱ φόροι τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν πληροῦσι τὸ ταμεῖον καὶ ὄχι ἡ δεκάτη τοῦ γεωργοῦ, καὶ τὰ πληροῦσιν ἀνεπαισθήτως, ὥστε πρέπει νὰ δεχθῆτε, ἵνα ὅλα τὰ προϊόντα τοῦ Κράτους φορολογῶνται εἰς τὸ τελωνεῖον, καὶ χωρὶς λόγον δὲν ἀναφέρομεν τὴν λέξιν τελωνεῖον. Σᾶς εἶπον καὶ πρότερον, ὅτι ἕκαστον κράτος φορολογεῖται κατ’ ἴδιον τρόπον· εἰς τὴν φορολογίαν αὐτοῦ ἀκολουθεῖ νόμους καὶ κανόνας, οὓς ἀρύεται ἀπὸ τὴν κατάστασίν του, θέλετε τὴν γεωγραφικὴν, θέλετε καὶ τὴν πολιτικήν· ὁμιλῶ πρῶτον περὶ τῶν ὀλίγων φόρων, οἱ ὀλίγοι φόροι πρέπει ἀναγκαίως νὰ ὑπάρχωσιν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Μὴ θέλετε, πιθηκίζοντες τοὺς ξένους, νὰ λέγητε εἰς τὴν Ἀγγλίαν, εἰς τὴν Ἀμερικὴν δὲν ὑπάρχει ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ φορολογῆται, διότι εἶναι παραλογισμός, διότι ἐκεῖ τοῦτο συνέχεται μὲ τὴν κατάστασιν τῶν κρατῶν, καὶ ἕνεκα τούτου παραδέχονται αὐτὸ τὸ φορολογικὸν σύστημα. Δότε μοι τὸ φορολογικὸν σύστημα, δότε μοι τὴν κατάστασιν τῶν ἐπικρατειῶν ἐκείνων, δότε μοι τὴν βιομηχανίαν, ἡ ὁποία κάμνει τὴν Ἀγγλίαν μυριάκις πλουσιωτέραν ἡμῶν, δότε μοι τὰς ἀποικίας τῆς Ἀγγλίας, καὶ παραδέχομαι τὰς 60 δραχμὰς κατὰ κεφαλήν· δότε μοι τοὺς στόλους καὶ τοὺς στρατοὺς τῆς Ἀγγλίας καὶ Γαλλίας, καὶ εἶμαι ἕτοιμος νὰ παραδεχθῶ καὶ 100 δραχ. κατὰ κεφαλήν. Ἀλλ’ ἅμα βιομηχανίαν δὲν ἔχομεν, ἅμα στόλους καὶ στρατοὺς δὲν ἔχομεν, διὰ ποῖον λόγον, διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ θεοῦ, θέλετε τοὺς φόρους ἐκείνους ἐδῶ; φόρους, οἱ ὁποῖοι διατηροῦν στόλους καὶ στρατούς, μεγάλην διπλωματίαν, ἐπιῤῥοὴν παγκόσμιον; Δημόσια ἔργα δὲν ἔχομεν, στρατὸν δὲν ἔχομεν, στόλον δὲν ἔχομεν, ποῖος λοιπὸν θὰ φάγῃ τοὺς φόρους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ εἰσπράξωμεν ὅπως εἰσπράττωνται καὶ εἰς ἄλλα μέρη; Ἰδοὺ ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξωσιν οἱ φόροι ἐν Ἑλλάδι, ὅπως ὑπάρχουσιν ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν Γαλλίᾳ, ἐν Βελγίῳ καὶ Ἰρλανδίᾳ. Μὴ ἆρά γε εἶμαι τολμηρὸς, ἀπαιτῶν ἐλάττωσιν ἐξόδων; Δὲν εἶμαι τολμηρός· ἅμα εἶδον τὸ παράδειγμα τοῦ Βασιλέως νὰ παραχωρήσῃ τὸ τρίτον τῆς βασιλικῆς του χορηγίας, δὲν εἶναι τίποτε δύσκολον διὰ νὰ φέρωμεν τὴν ἰσοῤῥοπίαν τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων. Τὸ ἔξοδον τῆς Βασιλ. χορηγίας εἶναι πάγιον, ἀμετάβλητον, δὲν ὑψώθη ὁ νοῦς μου ἕως ἐκεῖ, καὶ μολοντοῦτο ἡ εὐεργετικὴ αὕτη πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἠλάττωσεν εἰς τὸ ἓν τρίτον τὴν βασιλικὴν χορηγίαν· ποτὲ δὲν ὑψώθη ὁ νοῦς μου μέχρι τοῦ νὰ σᾶς προτείνω, ὅτι πρέπει νὰ διαλύσητε τὸν στολίσκον, καὶ ἐν τοσούτῳ μετ’ ἐκπλήξεως ἀνέγνωσα εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι τὰ πέντε πλοῖα ἡμῶν ἀφωπλίσθησαν καὶ ἐμείναμεν ἄνευ οὐδενὸς πλοίου διὰ νὰ ἐπιτηρῇ τὰς θαλάσσας καὶ νὰ τὰς καθαρίζῃ ἀπὸ τυχὸν πειρατικὰ πλοῖα· καὶ ἂν αὐταὶ αἱ πράξεις τῆς Κυβερνήσεως ἐγένοντο παραδεκταί, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἀφοπλίσω καὶ ἐγὼ τὰ 5 πλοῖα τῶν συνοδικῶν καὶ τὸν ἀτμοδρόμωνα πρόεδρον τῆς ἱερᾶς Συνόδου. Ἐὰν διαλυθῇ ἡ Σύνοδος, οὐδεμία ζημία· διαλύετε ἕνα θεσμὸν ξενικόν, διαλύετε ἕνα θεσμὸν ἀντεθνικὸν καὶ ἀντεκκλησιαστικὸν, ὅπως συμμορφωθῆτε μὲ τοὺς κανόνας, καὶ θέλετε δίδει μισθὸν εἰς τοὺς ἀρχιερεῖς, ὁποῖον ἐλάμβανε ὁ Χρυσόστομος, ὁ Βασίλειος καὶ ὁ Γρηγόριος. Καὶ δὲν μοὶ λέγετε, ποῖος ὁ μισθὸς τῶν μεγάλων πατέρων τῆς Ἐκκλησίας; οὐδείς. Ἔχει κτήματα ἡ Ἐκκλησία ἐδῶ, καὶ ἐν τοσούτῳ οὐδεμία ὠφέλεια προσγίνεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐξ αὐτῶν, οὔτε ἡ Ἐκκλησία ὠφελεῖταί τι. Ἂν ἀποδοθῶσι τὰ κτήματα εἰς τὴν Ἐκκλησίαν, δὲν ἔχομεν μίαν ἐλάττωσιν, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ κάλλιστα νὰ καλύψῃ τὸ ἔλλειμμα τῆς δεκάτης, ἂν ὑπάρχῃ ἔλλειμμα ἀπὸ τὴν κατάργησιν αὐτῆς; Ταῦτα λέγω, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προσέχωμεν μόνον εἰς τὴν ἐλάττωσιν τῶν ἐξόδων χωρὶς συγχρόνως νὰ ἐλαττώσωμεν καὶ τὰ ἔσοδα, διότι οὕτω πως ἔρχεται ἡ ἰσοῤῥοπία. Ἤκουσά τινας λέγοντας νὰ καταργήσωμεν τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν· δὲν εἶναι τολμηροτέρα ἡ γνώμη αὕτη τῆς ἐδικῆς μου; Ἄλλοι εἶπον νὰ συγχωνευθῇ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ναυτικῶν μὲ τὸ τῶν στρατιωτικῶν, ὅπερ καὶ ἐγένετο. Δὲν εἶναι τολμηρὰ ἡ ἰδέα αὕτη; Καὶ τί θαυμάζετε λοιπὸν, ἂν ἐγὼ προτείνω τὴν κατάργησιν τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων; Ὁ φόρος οὗτος εἶναι ἄμεσος, πλήττει ἀμέσως τὸν πολίτην, θέλομεν στρατὸν ποινητόρων, μηνυτόρων, χωροφυλάκων, διὰ νὰ εἰσπράξωμεν τοιούτους φόρους, καὶ κατὰ τὴν ὥραν μάλιστα ἐκείνην, κατὰ τὴν ὁποίαν ἴσως ὁ φορολογούμενος δὲν ἔχει οὐδὲν λεπτὸν εἰς τὸ βαλάντιον· καὶ ἡ εἴσπραξις αὕτη τῶν φόρων φέρει φυλακίσεις, στρεψοδικίας, ἔχθρας, φόνους· αὐτοὶ εἶναι οἱ ὡραῖοι φόροι, μὲ τοὺς ὁποίους πληροῦται τὸ ταμεῖον. Εἶναι ὁμολογούμενον, καὶ τὸ ἐκήρυξεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι τῆς Ἑπτανήσου πληρόνουν ἀναλόγως φόρους περισσοτέρους τῶν ἐπαρχιῶν τῆς πρώην Ἑλλάδος· αὐτὸ εἶναι ἀναντίῤῥητον, καὶ ἐν τοσούτῳ, ἐὰν ἐρωτήσητε τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων, θέλετε ἀκούσει, ὅτι δὲν πληρόνουν φόρους. Τίς ὁ λόγος τῆς φαινομένης ἀντιφάσεως; ὁ λόγος εἶναι εἰς τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως τῶν φόρων. Ἐπειδὴ ἡ εἴσπραξις εἶναι τελωνιακὴ, οὐδεὶς τὴν αἰσθάνεται, καὶ ἑπομένως ὅλοι τὴν ἀσπάζονται· οὐδεὶς παρεπονέθη εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὅπου πληρόνουν τὸ πέμπτον τῶν εἰσοδημάτων, 20%, ἐν ᾧ εἰς τὴν Ἑλλάδα πληρόνουν πολὺ ὀλιγώτερον, καὶ ἐν τούτοις ὑπάρχουν παράπονα ἄπειρα. Οἱ φορολογούμενοι κατὰ τὸ ἐπιτήδευμα παραπονοῦνται, καὶ οἱ κτηματίαι τῆς σταφίδος εἰς τὴν Πελοπόννησον δὲν παραπονοῦνται. Πόθεν προέρχεται τοῦτο; ἀπὸ τὸν τρόπον τῆς εἰσπράξεως· ὁ τρόπος τῆς εἰσπράξεως εἶναι τὸ μὴ περαιτέρω τῆς οἰκονομικῆς ἐπιστήμης. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ προσέξητε οὔτε εἰς λεγομένην ἰσότητα ἢ ἀνισότητα φόρων, οὔτε εἰς δικαιοσύνην φόρων, οὔτε εἰς ποσόν. Ὅσον θέλετε αὐξήσατε τοὺς φόρους, ἀλλ’ αὐξήσατέ τους εἰς τὰ τελωνεῖα· χωρὶς ἔξοδα εἰσπράξεως πλουτίζετε τὸ ταμεῖον, εἰσπράτετε διπλάσια καὶ τριπλάσια χωρὶς νὰ τὸ αἰσθάνηται ἡ πολιτεία. Ἡμεῖς προτείνομεν τοὺς ἐμμέσους φόρους· διὰ τῆς τελωνιακῆς εἰσπράξεως τηρεῖται καὶ ἡ ἰσότης καὶ ἡ δικαιοσύνη. Ποίαν συμβουλὴν πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τῶν φόρων; πρέπει νὰ ἀκούσωμεν τὴν φύσιν, τὴν γεωγραφίαν τῆς πατρίδος ἡμῶν. Ἡ φύσις διῄρεσε τὴν Ἑλλάδα εἰς νήσους, περιπλέον καὶ ἡ στερεὰ εἶναι νῆσος, καὶ ἡ φύσις ὑποδεικνύει τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον δύναται νὰ γείνῃ εἴσπραξις τῶν φόρων. Τὰ τελωνεῖα συνεστήθησαν, καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ συστηθῶσιν. Ἑπομένως ὑπάρχουσι, καὶ δι’ αὐτῶν πρέπει νὰ γίνηται ἡ εἴσπραξις κατὰ προτίμησιν παντὸς ἑτέρου τρόπου, καὶ εἰς τὰ τελωνεῖα δύνασθε νὰ ὑψώσητε τὸν φόρον, ὅσον θέλετε, χωρὶς νὰ ᾖναι ἐπαχθής. Ἡ Ἑπτάνησος, κατοικουμένη ἀπὸ 250,000 ψυχῶν, δύναται κάλλιστα νὰ φορολογηθῇ εἰς τὰ τελωνεῖα, ὡς φορολογεῖται καὶ μέχρι τῆς σήμερον. Αἱ νῆσοι τοῦ Αἰγαίου κατοικοῦνται ἀπὸ 300,000, καὶ δύνανται κάλλιστα νὰ φορολογηθῶσιν, ὡς καὶ ἡ Ἑπτάνησος, καὶ πρέπει νὰ φορολογηθῶσιν οὕτω πως. Ἡ Εὔβοια, ὡς νῆσος, πρέπει νὰ φορολογηθῇ εἰς τὰ τελωνεῖα. Ἡ Πελοπόννησος, ὡς νῆσος, ὡσαύτως καὶ ἡ Ἀττικὴ μὲ τὴν στερεὰν Ἑλλάδα εἶναι νῆσος καὶ πρέπει νὰ φορολογηθῇ εἰς τὰ τελωνεῖα. Θὰ μοὶ εἰπῆτε, ὅτι τὸ νέον τμῆμα αὐτὸ τῆς Ἑλλάδος εἶναι μέγα καὶ τὰ ἐπίλοιπα εἶναι μικρά. Ὄχι, Κύριοι· ἐνόσῳ ὑπάρχει τοιαύτη διαίρεσις τοῦ ἐδάφους, τὰ τελωνεῖα κάλλιστα δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν, ὅπως φορολογῶνται τὰ προϊόντα χωρὶς ν’ ἀδικηθῇ κανείς. Ἡ γεωγραφία εἶναι ἡ πρώτη σύστασις, ἣν ἡ φύσις δίδει εἰς τὴν Ἑλλάδα περὶ φορολογίας τοιαύτης. Ἡ δευτέρα εἶναι ἡ φύσις τῶν προϊόντων αὐτῆς. Ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν βιομηχανίαν· ὡσαύτως ἡ πατρὶς ἡμῶν δὲν εἶναι προωρισμένη διὰ τὴν μεγάλην λεγομένην καλλιέργειαν, δηλ. τοῦ ἀρότρου, ἀλλὰ διὰ τὴν μικρὰν τῆς ἀξίνης, τῆς φυτουργίας, τῆς ἀμπελουργίας, τῆς σταφιδοκαρπίας, τῆς φυτείας, ὀπωροφόρων δένδρων καὶ τῶν τοιούτων· ἑπομένως παράγει προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἐξέρχονται ἀπὸ τὸ Βασίλειον, καὶ ἕνεκα τῶν λόγων τούτων φρονῶ, ὅτι ὅλοι οὐ μόνον οἱ ἔμποροι, οὐ μόνον οἱ καταναλωταὶ, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ οἱ γεωργοὶ θὰ φορολογῶνται διὰ τοῦ συστήματος τούτου. Διὰ τί θέλετε νὰ φορολογήσητε τὸν σῖτον τοῦ γεωργοῦ εἰς τὸ ἁλώνιον, ἐνῷ δύνασθε κάλλιστα νὰ φορολογήσητε εἰς τὸ τελωνεῖον καὶ τὸ ὑποκάμισόν του; Ἅμα δυνάμεθα νὰ φορολογήσωμεν ὅλα τὰ ἐξαγόμενα καὶ ὅλα τὰ εἰσαγόμενα ἀνεξαιρέτως, δὲν πρέπει νὰ ζητῶμεν νὰ φορολογήσωμεν περισσότερον. Καὶ ἂν τυχὸν ὑπάρχῃ μία τάξις ἀνθρώπων πολὺ μικρὰ, πολὺ περιωρισμένη, ἡ ὁποία νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ φορολογηθῶσιν ὅλοι εἰς τὸ τελωνεῖον, ἀντιλέγω κατὰ δύω τρόπους, ὅτι καὶ αὐτὴ φορολογεῖται, διότι αἱ τιμαὶ πίπτουσιν, ἂν δὲν φορολογῆται τὸ προϊὸν αὐτῶν· δι’ αὐτοῦ τοῦ προϊόντος θ’ ἀγοράσῃ ἄλλα, τὰ ὁποῖα φορολογοῦνται· ἑπομένως καὶ αὐτὴ φορολογεῖται. Δεύτερον, εἰς κἀνὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ εὕρωμεν τὴν ἰσότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην εἰς τὴν φορολογίαν, ἀλλὰ πρέπει νὰ ὑποφέρῃ ὁ νόμος, ὥστε προϊόντα τινα νὰ μένωσιν ἀφορολόγητα, διότι ἄλλως δὲν εἶναι δυνατόν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι διὰ τοὺς ὁποίους πρέπει νὰ λείψῃ ὁ φόρος τῆς δεκάτης, ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων, ὁ φόρος ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου, περὶ τούτου δὲ θέλω ἀναπτυχθῆ, ὅταν ἔλθῃ ἡ συζήτησις τοῦ σχετικοῦ νομοσχεδίου. Ἂν ᾖναι δυνατὸν ν’ ἀλλάξωμεν τὴν βάσιν τῆς φορολογίας καὶ ἀπὸ ἀμέσου νὰ τὴν καταστήσωμεν ἔμμεσον, καὶ ἀπὸ τοῦ ἁλωνίου τὴν μεταφέρωμεν εἰς τὰ τελωνεῖα, νομίζω, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 66 πρέπει νὰ μεταβληθῇ, ὅτι τὰ νέα φορολογικὰ νομοσχέδια πρέπει νὰ ἀποσυρθῶσι, καὶ νὰ ἔλθῃ νέος τρόπος φορολογίας τελωνιακῆς, εἰς τὴν ὁποίαν αἱ κυβερνήσεις νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ εἰσοδήματα τῶν τελωνείων καὶ νὰ κανονίσωσι τὸν προϋπολογισμόν. Βλέπετε, Κύριοι, ἐκ τῆς ἰδέας αὐτῆς δικάζω τὸ σημερινὸν νομοσχέδιον· δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ, δὲν πρέπει ὁ φόρος αὐτὸς νὰ ἐπιβληθῇ. Ὁ φόρος δὲν εἶναι, Κύριοι, ὡς ἡ πληρωμὴ τοῦ στρατοῦ, ὅστις, ὅπου καὶ ἂν εὑρίσκεται, πάντοτε πρέπει νὰ πληρωθῇ, διότι ἡ ὑπηρεσία του εἶναι γενικὴ, καὶ μάλιστα ὁ τόπος ἐκεῖνος, ὅστις ἀπέχει περισσότερον τῆς θέσεως τοῦ στρατοῦ, εἶναι ὁ μόνος προστατευόμενος ἀπὸ τὸν στρατόν. Ἡ ὁδοποιΐα εἶναι ἐκ φύσεως ἐπαρχιακὴ, διότι πρέπει νὰ ᾖναι σύμφωνος μὲ τὴν θεωρίαν τῆς αὐτοδιοικήσεως, καὶ τὸ ὑπάρχον σύστημα σήμερον εἶναι τῆς ἰδέας τῆς αὐτοδιοικήσεως. Ἡ διαίρεσις τῶν ὁδῶν εἰς ἐθνικὰς, ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς εἶναι σύμφωνος πρὸς τὴν ἰδέαν τῆς αὐτοδιοικήσεως· καὶ τῳόντι πρὸς βελτίωσιν ἢ πρὸς κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν πρέπει νὰ συνεισφέρῃ ὅλον τὸ κράτος, ἀλλὰ πρὸς βελτίωσιν ἢ κατασκευὴν τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ τῶν δημοτικῶν δὲν πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ φροντίζῃ, ἀλλὰ πρέπει ν’ ἀφίνῃ νὰ γίνωνται κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1852, ὁ ὁποῖος σχεδὸν εἶναι ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἂν θέλωμεν ν’ ἀλλάξωμεν τὴν ὑπάρχουσαν τάξιν, καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ νέον νομοσχέδιον περὶ ὁδοποιΐας ἢ ἐπιβολῆς φόρων, θέλομεν πράξει ἓν μέγιστον σφάλμα, κατὰ συνέπειαν τοῦ ὁποίου θέλουσι καταστραφῆ καὶ αἱ ὑπάρχουσαι ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι σήμερον εἶναι ἐθνικαὶ καὶ ἐπαρχιακαί. Δὲν πρόκειται, λέγουν, νὰ ψηφίσωμεν τὸν φόρον, ἀλλὰ ν’ ἀνακουφίσωμεν τὸν φόρον. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τοῦτο εἶναι ψευδέστατον, καὶ εἰς ἀπόδειξιν φέρω τὴν ἔκθεσιν τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις λέγει, ὅτι διὰ τῆς μεταβολῆς τοῦ νέου φόρου διπλασιάζεται ὁ φόρος αὐτός.
§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐξόδων.
§19ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐν τοσούτῳ οἱ φόροι δίδουσι τρὶς περισσότερον ἀπ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰσπράττεται, ἑπομένως δὲν εἶναι ἀνακούφισις φόρου. Καὶ τῳόντι καὶ ἡ ἐπιγραφὴ τοῦ νομοσχεδίου λέγει, ὅτι πλάττονται φόροι, διότι ἤθελε νὰ κρύψῃ, ὅτι εἶναι νέα φορολογία. Καὶ διὰ νὰ ἀπατήσῃ τὸ κοινὸν, λέγει, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ πλάσωμεν φόρους, ἀλλὰ πόρους, ἐνῷ δὲν θέλει νὰ δημιουργήσῃ φόρους πρὸς ἐπισκευὴν καὶ βελτίωσιν τῶν τριῶν τάξεων τῶν ὁδῶν, ἀλλὰ φόρους καὶ πόρους διὰ τὸ δημόσιον ἐν γένει. Αὐτὸς ὁ φόρος εἶναι ἄνισος καὶ φέρει τὸν κυκεῶνα εἰς τὸ Κράτος· ἐξάγεται δὲ τοῦτο ἀπὸ τὴν σκέψιν, ὅτι μία ἐπαρχία ἔχει περισσοτέραν ἢ μεγαλειτέραν ἀνάγκην τῆς κατασκευῆς τῶν δρόμων της, ἐνῷ ἐνδέχεται νὰ δίδῃ ὀλιγωτέρους φόρους· ἡ Κέρκυρα, καθ’ ὑπόθεσιν, ἔχει δρόμους λαμπροὺς καὶ τὰ εἰσοδήματα τὰ δημοτικὰ τοῦ 1½% πρὸς ἐπισκευὴν τῶν τοιούτων ὁδῶν ἀναβαίνουσιν εἰς 100,000 δραχ. Ὅταν ἡ Κέρκυρα δὲν ἔχῃ τὴν ἀνάγκην τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπαρχία τῆς φθιώτιδος ἢ τῆς Ἀττικῆς, ἡ εἴσπραξις αὕτη τῶν φόρων τῆς Κερκύρας ποῦ πρέπει νὰ ἐξοδευθῇ; ἐδῶ. Καὶ τί γίνεται τοιουτοτρόπως; τὰ εἰσοδήματα μιᾶς ἐπαρχίας πρέπει νὰ δαπανηθοῦν εἰς τὰς ἄλλας ὁδούς, διότι ἡ ὁδοποιΐα εἶναι ἐκ φύσεως ἐπαρχιακή. Καὶ ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, λαμβάνουσα τοὺς πόρους τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν, τοὺς μεταχειρίζεται ἔπειτα πρὸς ἐπισκευὴν τῶν δρόμων αὐτῶν εἰς τὴν αὐτὴν ἐπαρχίαν, τώρα ἔχομεν ἓν γελοιωδέστατον πρᾶγμα, διότι ἀφοῦ συνάξῃ τοὺς φόρους τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν καὶ τοὺς φέρῃ εἰς τὰς Ἀθήνας, τοὺς στέλλει ἐκ νέου εἰς τὴν τράπεζαν, ὕστερον εἰς τοὺς ἐργολάβους, καὶ ἀπὸ τοὺς ἐργολάβους ὀπίσω εἰς τὴν ἐπαρχίαν. Αὐτὸς εἶναι ἕνας γῦρος τόσον πλημμελὴς, ὥστε μᾶς δίδει τὴν ὑπόνοιαν, ὅτι δὲν ἦτον ὁ σκοπὸς τῆς ἐπισκευῆς τῶν ὁδῶν, ἀλλὰ τῆς ἰδιοποιήσεως τῶν πόρων τῶν διαφόρων ἐπαρχιῶν. Τί εἶπεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης; ἡμεῖς πλάττομεν τοὺς φόρους αὐτοὺς καὶ ἀπαλλάττομεν τὸν λαὸν ἀπὸ τὴν κατάστασιν τῶν φελάχων, καταργοῦμεν τὸν φόρον τῶν φαραώνων. Δὲν εἶναι ἀληθὲς τοῦτο· καταργεῖται, ὡς λέγει καὶ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ἡ προσωπικὴ ἐργασία ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, ἀλλὰ διατηρεῖται διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικάς. Λοιπὸν θὰ ἔχωμεν διπλῆν φορολογίαν· δὲν θὰ ᾖναι φελάχαι οἱ κατοικοῦντες τὸ ἔθνος ἐν γένει διὰ τὰς ὁδούς, ἀλλὰ θὰ ᾖναι φελάχαι, κατὰ τὴν ὁμολογίαν Σας, εἰς τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδούς. Ἐπομένως ποῦ εἶναι ἡ ἀνακούφισις τῶν φόρων; Ἀπὸ τῆς πρώτης μέχρι τῆς τελευταίας τοῦ ἔτους δύνασθε νὰ ὑποχρεόνητε τοὺς πολίτας νὰ ἐργάζωνται εἰς τὰς δημοτικὰς καὶ ἐπαρχιακὰς ὁδοὺς, καὶ μολοντοῦτο νὰ τοὺς φορολογῆτε. Παρατηρήσατε, ὅτι εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ὅσαι τροπολογίαι παρουσιάσθησαν, ὅλαι ἀποβλέπουσιν εἰς τὸ αὐτό· φοβοῦνται ὅλαι τὴν κατάργησιν τῆς ἐπισκευῆς καὶ τῆς διορθώσεως τῶν δρόμων, διότι βλέπουσιν, ὅτι ὅλα τὰ ἐπαρχιακὰ χρήματα πρέπει νὰ συνέρχωνται εἰς τὸ γενικὸν ταμεῖον τῶν Ἀθηνῶν, καὶ ὅλοι φροντίζουν πῶς νὰ προτείνουν εἰς τὰς τροπολογίας αὑτῶν, ὅτι κατὰ προτίμησιν πρέπει νὰ κατασκευάζωνται οἱ δρόμοι τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ ἔπειτα ἐκ τοῦ περισσεύματος νὰ ἐξοδεύεται διὰ τὰς ἐθνικὰς ὁδούς. Τοῦτο ἀποδεικνύει, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς ἐκ τῶν προτεινάντων τροπολογίας, ὅστις νὰ παραδέχεται τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὅτι πρέπει νὰ πλάττωνται ἢ φόροι ἢ πόροι διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν· δὲν ἦτον ὀρθότερον νὰ μείνῃ ὁ νόμος ὁ ἐν ἰσχύϊ, ὥστε ἑκάστη ἐπαρχία νὰ κατασκευάζῃ ὄχι μόνον τὰς δημοτικὰς καὶ ἐπαρχιακὰς, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐθνικὰς ὁδούς; Ὅταν ἑκάστη ἐπαρχία κατασκευάζῃ τὰς ὁδοὺς τῶν τριῶν τάξεων, τὰς ὁποίας ἐμνημόνευσα, τότε εὑρίσκονται αἱ ὁδοὶ ὅλου τοῦ κράτους τέλειαι· ὅταν τὸ ὑπουργεῖον διευθύνῃ τὰ νομαρχιακὰ, ἐπαρχιακὰ καὶ δημοτικὰ συμβούλια νὰ κατασκευάζουν καὶ διατηροῦν τοὺς δρόμους των, αὐτὰ τοὺς βελτιόνουν, ἐνῷ ἡ κυβέρνησις εἶναι ἀδύνατον νὰ φροντίσῃ δι’ αὐτὰς τὰς ὁδοὺς καὶ διὰ τὰς ἐθνικὰς ἀκόμη, αἱ ὁποῖαι ἀπέχουσιν ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν, καὶ φοβοῦμαι μὴ ἀκολουθῇ εἰς τὴν πρωτεύουσαν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἠκολούθησεν εἰς πολλὰς ἄλλας πρωτευούσας, τουτέστι, νὰ φροντίζουν μόνον ὄχι νὰ κατασκευάζωνται ὁδοὶ ἐθνικαὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν, ἀλλὰ καὶ ἐπαρχιακαὶ καὶ δημοτικαὶ καὶ καλλωπισμοὶ εἰς τὴν πρωτεύουσαν μὲ τὰ δημοτικὰ ἔξοδα τῶν ἐπαρχιῶν. Ἐὰν μετὰ τὰς σκέψεις ταύτας ἔλθωμεν εἰς τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑπτανήσου, βεβαιούμεθα ὅτι ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου τούτου δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ. Εἰς τὴν Ἑπτάνησον δὲν ὑπάρχει προσωπικὴ ἐργασία· ἑπομένως, ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καταργῇ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν, ἐν Ἑπτανήσῳ δὲν καταργεῖ τίποτε· ὅταν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο θέλῃ νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἓν τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν εἰσαγομένων καὶ ἐξαγομένων εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δὲν ἐπιβάλλει τίποτε, διότι ἐπὶ ὅλων τῶν ἐξαγομένων πληρώνομεν 1½%. Λοιπὸν ὁ νόμος εἶναι ἀνεφάρμοστος· σεῖς θέλετε 1%, ἐκεῖ ὑπάρχει 1½%. Δὲν νομίζω ἡ κυβέρνησις νὰ ἐννοῇ νὰ μείνῃ ὁ φόρος τῆς Ἑπτανήσου 1½% καὶ νὰ προστεθῇ καὶ ἓν ἀκόμη. Ὄχι, ἑπομένως εἶναι ἀδύνατον ἐν ἀρχῇ νὰ ὑπάρχῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, καὶ θαυμάζω πῶς ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ κάμῃ τὴν ἀφομοίωσιν, θέλουσα καὶ νὰ ἔχῃ ἀναδρομικὴν δύναμιν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον προτείνει διὰ τὴν Ἑπτάνησον· τὴν σήμερον πλάττουσα νέον νομοσχέδιον, δὲν δύναται νὰ συμπεριλάβῃ καὶ τὴν Ἑπτάνησον εἰς ἕνα νόμον ὅμοιον μὲ τὴν παλαιὰν Ἑλλάδα. Εἰς τὴν ἐξουσίαν της ἦτο νὰ διασκευάσῃ τὸ νομοσχέδιον τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ συμπεριλαμβάνωνται ὅλαι αἱ ἐπαρχίαι· καὶ ἐπειδὴ ἔκτοτε τὸ ἡτοίμασε, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφορμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπιβληθῇ ὁ φόρος, ἡ αὔξησις τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, διότι φόρον ἐπιτηδεύματος ἐκεῖ δὲν ἔχομεν. Αὔξησις φόρου ἐπὶ τῶν ζώων 5 λεπτά· καὶ αὐτὸ εἶναι ἀδύνατον νὰ βάλωμεν, διότι ἡμεῖς δὲν πληρώνομεν διὰ τὰ ζῶα τίποτε. Καὶ πῶς ἠμποροῦμεν νὰ τὸν θέσωμεν, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει ἀπαρίθμησις ζώων; καὶ δὲν πρέπει οὔτε ἐκεῖ, οὔτε ἐδῶ νὰ ὑπάρχῃ φόρος ἐπὶ τῶν ζώων, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, ἐὰν ἡ Ἑπτάνησος ἢ μέρος τι τῆς Πελοποννήσου πληρόνῃ περισσότερον ἀφ’ ὅσα αἱ ἄλλαι ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι φορολογοῦνται ἀπ’ εὐθείας ἢ ἀμέσως, νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν ἐμβριθῶς μήπως ᾖναι δυνατὸν μὲ ἕνα τρόπον εἰσπράξεως τῶν φόρων νὰ ἀπαλλάξωμεν ἡμεῖς τὸ ἔθνος ἀπὸ τὴν ἐπαχθῆ προσωπικὴν φορολογίαν καὶ νὰ εἰσπράττωμεν καὶ φόρους περισσοτέρους ἀπ’ ἐκείνους, τοὺς ὁποίους εἰσπράττομεν σήμερον· ἑπομένως προτείνω τὴν ἀποβολὴν τοῦ νομοσχεδίου ἐν ἀρχῇ.
§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ πρόγραμμα αὐτὸ εἶναι ἰδικόν σας ἢ ὑποστηρίζεται ἀπὸ τὴν ἀντιπολίτευσιν;
§21ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐδικόν μου εἶναι, ὅστις θέλει, ἂς τὸ ὑποστηρίξῃ.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Στράτος ἔχει τὸν λόγον.
§23ΤΙΝΕΣ. Παραχωρεῖ τὸν λόγον εἰς τὸν Κύριον Σωτηρόπουλον.
§24ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρατηρῶ, Κύριοι, μὲ λύπην μου, ὅτι ἡ συζήτησις ἔλαβε πολὺ μεγάλας διαστάσεις καὶ ἐξῆλθε τῶν στενῶν ὁρίων, εἰς τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις ἑνὸς νομοσχεδίου, διὰ τοῦ ὁποίου προτείνεται ὄχι ἡ ἐπιβολὴ νέων φόρων, ἀλλ’ ἡ ἀντικατάστασις φόρου, πρὸ πολλοῦ ἐπιβεβλημένου εἰδικῶς δι’ ἀντικείμενα, τῶν ὁποίων ἡ ὠφέλεια, ἡ χρησιμότης καὶ ἡ ἀνάγκη ὁμολογοῦνται καὶ ὑποστηρίζονται παρὰ πάντων. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασίδος καὶ πρόεδρος ἡμῶν Κ. Κεχαγιᾶς ἐξέθεσεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀρκετὰς ἀντιοικονομικὰς θεωρίας, τὰς ὁποίας ὅμως, μὲ ὅλην τὴν ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τὰς οἰκονομολογικάς του γνώσεις, ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ εἴπω, ὅτι δὲν συμμερίζομαι καθ’ ὁλοκληρίαν. Ἐν πρώτοις δὲν συμφωνῶ μὲ τὴν ἰδέαν του, ὅτι ἔκαμε κακὰ ἡ Συνέλευσις νὰ ἐλαττώσῃ τὸν ἔγγειον φόρον εἰς 5%, διότι εἰς κανὲν μέρος τοῦ πολιτισμένου κόσμου δὲν λαμβάνουν φόρον 10% ἐπὶ τῆς ἀκαθαρίστου προσόδου διὰ τὸ δημόσιον. Εἶναί τινὲς τόποι, ὅπου τὸ σύνολον τῶν φόρων ὑπερβαίνει τὸν ὅρον αὐτὸν, ἀλλὰ τὸ πλεῖστον μέρος ἔχει εἰδικὸν προορισμόν. Ἀποκρούω ἐπίσης τὴν θεωρίαν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα πληρόνονται ὀλιγώτεροι φόροι σχετικῶς μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη· διότι διὰ νὰ ἀποφανθῶμεν, ἐὰν εἰς ἓν ἔθνος πληρόνωνται πολλοὶ ἢ ὀλίγοι φόροι, δὲν πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν πληθυσμὸν τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ τὴν παραγωγὴν τοῦ τόπου. Ἐξετάζοντες δὲ παραγωγικῶς τὴν Ἑλλάδα, εὑρίσκομεν, ὅτι αἱ ἀγροτικαὶ παραγωγαὶ αὐτῆς εἶναι μόλις 100 ἑκατομ. κατ’ ἔτος, συμπεριλαμβανομένης καὶ τῆς παραγωγῆς τῶν ζώων· ἂν δὲ ἀναλογίσωμεν αὐτὸ τὸ ποσὸν εἰς τὸν πληθυσμὸν, τὸν ὁποῖον περιεῖχεν ἡ πρώην Ἑλλὰς, ἔρχονται 96 δραχμαὶ διὰ κάθε ἄτομον. Εἰς τὴν Γαλλίαν ἡ ἀναλογία αὕτη δίδει 140 φράγκα, εἰς δὲ τὴν Ἀγγλίαν 150. Ὑπάρχει δὲ ἐκεῖ τὸ πλεονέκτημα, ὅτι δὲν περιορίζονται εἰς μόνην τὴν ἀγροτικὴν παραγωγὴν, ἀλλ’ ἔχουν καὶ τὴν βιομηχανικὴν, ἥτις εἶναι πολὺ ἀνωτέρα. Διὰ τοῦτο δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Κεχαγιᾶν· διὸ ἡ παραγωγὴ εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι μικρὰ σχετικῶς μὲ τὰ ἄλλα ἔθνη. Ὁ Κ. Δημητριάδης ἐξέθηκε ἐνώπιόν σας ὁλόκληρον τὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ὁ δὲ ἀγαπητὸς συμπολίτης μου καὶ συμμαθητής μου Κ. Ῥηγόπουλος ἐπέταξε τοσοῦτον ὑψηλὰ, ἀνέδραμεν εἰς τὸ παρελθὸν, ἐπεσκόπησε τὸ μέλλον, καὶ ἔπραξε ταῦτα μὲ τόσην φαντασίαν, ὥστε εἶναι ἀδύνατον εἰς ἐμὲ τὸν ἄνθρωπον τῶν ἀριθμῶν νὰ τὸν ἀκολουθήσω. Καθόσον ἀφορᾷ τὸν Κ. Ἰακωβάτον, ὅστις ἐξέθεσεν ἐνώπιόν σας ὁλόκληρον σύστημα φορολογικὸν, νομίζω, ὅτι εἶναι ἄκαιρον νὰ κάμω λόγον. Ἠδυνάμην ἐπὶ τοῦ προχείρου νὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα τινὰ, ἐκ τῶν ὁποίων ἠδύνασθε νὰ πεισθῆτε, ὅτι τὸ σύστημα τοῦ νὰ εἰσπράττωνται οἱ ἔγγειοι φόροι διὰ τῶν τελωνείων εἶναι ὅ,τι ὀλεθριώτερον διὰ τὴν παραγωγὴν ἑνὸς τόπου, τοῦ ὁποίου τὰ προϊόντα δὲν ἐξάγονται καθ’ ὁλοκληρίαν, ἀλλὰ καταναλίσκονται ἐν μέρει εἰς τὸν τόπον· ἐπιφυλάσσομαι ὅμως νὰ ἐκθέσω τὰς ἰδέας μου, ὅταν φέρῃ τὴν πρότασίν του καὶ ἀρχίσωμεν τὴν συζήτησίν της. Σήμερον θέλω περιορισθῆ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν τοῦτο ἀντικείμενον καὶ θέλω ἐξετάσει, ἐὰν διὰ τῆς ἀντικαταστάσεως τοῦ περὶ ὁδοποιΐας φόρου τὴν ὁποίαν προτείνει ἡ Κυβέρνησις, βλάπτωνται τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ. Εἶναι γνωστὸν, ὅτι εἰς ὅλα τὰ μέρη τῆς γῆς, ὅπου ὑπῆρξαν ἄνθρωποι καὶ ᾐσθάνθησαν τὴν ἀνάγκην νὰ μεταβαίνωσιν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, ἐφρόντισαν νὰ ἄρωσιν ὅλα τὰ προσκόμματα, τὰ ὁποῖα ἡ φύσις παρεμβάλλει εἰς τὴν συγκοινωνίαν· ἔζευξαν τοὺς ποταμοὺς διὰ γεφυρῶν, ἐλιθόστρωσαν τοὺς δρόμους, ἰσοπέδωσαν τὰ ἀνώμαλα μέρη καὶ τοιουτοτρόπως κατέστησαν εὔκολον τὴν μετάβασίν των. Ἡ Ἑλλὰς, ἂν καὶ ἔλαβε τὴν ἀτυχίαν νὰ τεθῇ ὑπὸ βάρβαρον καὶ ξενικὸν ζυγὸν ἐπὶ πολλοὺς αἰῶνας, δὲν ἐστερεῖτο ὅλως διόλου τοῦ ἀγαθοῦ τούτου. Γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι ἐπὶ Τουρκίας εἰς ὅλους τοὺς ποταμοὺς καὶ ῥύακας ὑπῆρχον γέφυραι καὶ ὅλα τὰ μέρη, ὅπου ἦσαν ἀνωμαλίαι, εἶχον ἰσοπεδωθῆ, καὶ ἑπομένως ἡ μετάβασις δὲν παρουσίαζε πολλὰς δυσκολίας. Ἕνεκα ὅμως τοῦ πολέμου καὶ τῆς ἐπελθούσης ἀνωμαλίας, ὅλα αὐτὰ ἢ τὰ περισσότερα κατεστράφησαν, πολλαὶ γέφυραι ἐκρημνίσθησαν, οἱ δρόμοι ἐφθάρησαν καὶ τὰ λιθόστρωματα ἢ καλτηρίμια ἐχάλασαν. Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Καποδιστρίου δὲν εἶχε τὰ μέσα καὶ τὸν καιρὸν νὰ σκεφθῇ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Μετὰ δὲ τὸν θάνατον τοῦ Καποδιστρίου καμμία πρόνοια δὲν ἐλήφθη περὶ ὁδοποιΐας. Ὅτε ἐγκαθιδρύθη εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ Βασιλεία, ἓν ἀπὸ τὰ πρώτιστα ἔργα, τὰ ὁποῖα ἐθεώρησε καθῆκον νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν ἡ ἀντιβασιλεία, ἦτο καὶ ἡ κατασκευὴ δημοσίων ὁδῶν. Ἀπὸ τοῦ ἔτους 1833 ἐξέδωκε διάταγμα ὑπὸ ἡμερομηνίαν 16 Αὐγούστου, διὰ τοῦ ὁποίου διατάττει τὴν κατασκευὴν οὐχὶ μιᾶς ἢ δύο ὁδῶν, ἀλλ’ ὁλοκλήρου συμπλέγματος περιέχοντος ἑπτὰ μεγάλας ὁδοὺς, ἤτοι ἀπὸ Πάτρας εἰς τὸ Γύθειον διὰ τοῦ Μισθρᾶ β.) ἀπὸ Νεόκαστρον εἰς τὴν Κόρινθον διὰ τῆς Τριπόλεως καὶ Μεγαλοπόλεως, γ.) ἀπὸ Ἀθηνῶν εἰς Βόνιτσαν διὰ Θηβῶν, Λεβαδείας καὶ Ἀγρινίου, δ.) ἀπὸ Ναυπλίας εἰς Κόρινθον, 5.) ἀπὸ Θηβῶν εἰς Χαλκίδα, 6.) ἀπὸ Ἀμφίσσης εἰς Λαμίαν καὶ μέχρι τῶν ὁρίων, καὶ 7.) ἀπὸ Μεσολλόγγιον εἰς Ἀγρίνιον. Διατάττει δὲ νὰ σταλῶσιν ἐντὸς 15 ἡμερῶν οἱ ἁρμόδιοι μηχανικοὶ διὰ νὰ ἀρχίσουν τὴν κατασκευὴν αὐτῶν τῶν ὁδῶν. Παιδάριον ἤμην, ὅτε ἐξεδόθη οὗτος ὁ νόμος, καὶ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἀγαλλίασιν, τὴν ὁποίαν ἐπροξένησεν εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Ὅλοι ἐνόμισαν, ὅτι παρῆλθε πλέον ὁ καιρὸς τῆς ἀνωμαλίας καὶ τῶν κακουχιῶν, ὅτι τοῦ λοιποῦ ἤθελον μεταβαίνει ἀπὸ τόπου εἰς τόπον χωρὶς νὰ πνίγωνται εἰς τοὺς ποταμοὺς, χωρὶς νὰ τοὺς καίῃ ὁ ἥλιος, καὶ χωρὶς νὰ τοὺς προσβάλλῃ τὸ ψύχος τῆς νυκτός. Ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν ἐψεύσθησαν αἱ ἐλπίδες αὗται, διότι φαίνεται, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ἐκεῖναι ἤξευραν μόνον νὰ γράφωσι καλοὺς νόμους, ἀλλὰ δὲν ἐλάμβανον καμμίαν πρόνοιαν καὶ νὰ τοὺς ἐκτελῶσιν. Τὸ 1831 παρῆλθε χωρὶς τίποτε νὰ γενῇ διὰ τὴν ὁδοποιίαν ........ καὶ δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γενῇ, διότι ἀπὸ τὰ 12 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἐξωδεύθησαν τὸ ἔτος ἐκεῖνο, τὰ 10 ἐδαπανήθησαν διὰ τὴν βασιλικὴν χορήγησιν, ἥτις συνίστατο εἰς 900,000 δραχ. διὰ τὴν ἀντιβασιλείαν, λαβοῦσαν 700,000, διὰ τὸν στρατὸν ὅστις ἔλαβε 7,740,000 καὶ διὰ τὸ ναυτικὸν τὸ ὁποῖον ἐπῆρε 773,000. Κατὰ τὸ 1834 τὰ ἔξοδα τοῦ κράτους ἀνεβιβάσθησαν εἰς 16,000,000 δραχ. ἀλλὰ καὶ τότε οὐδ’ ὀβολὸς διετέθη διὰ τὴν ὁδοποιίαν, διότι τὰ ἔξοδα τοῦ στρατοῦ ἀνεβιβάσθησαν εἰς 9,000,000, τοῦ δὲ ναυτικοῦ ἐτριπλασιάσθησαν, ὥστε καὶ δύο ταῦτα κονδύλια μετὰ τῶν χορηγήσεων τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς ἀντιβασιλείας ἀπεῤῥόφησαν ὅλον σχεδὸν τὸν προϋπολογισμὸν, ἀναβαίνοντα εἰς 16,000,000, τὰ ὁποῖα δὲν προήρχοντο ἀπὸ τακτικὰ ἔσοδα τοῦ Κράτους, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ἐκ τῶν ὁποίων ἐδαπανοῦσαν καὶ ἐφύλαττον διὰ νὰ δαπανήσωσι καὶ πάλιν διὰ τοὺς ἰδίους λόγους. Μόλις κατὰ τὸ 1835 ἡ Κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ διαθέσῃ ὑπὲρ τῆς ὁδοποιίας 95,000 δραχ. αἱ ὁποῖαι, νομίζω, ἐξωδεύθησαν εἰς τὴν κατασκευὴν τοῦ δρόμου τοῦ ἄγοντος ἀπ’ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ. Κατὰ τὸ 1836 ἐξωδεύθησαν 180,000, εἰς δὲ τὰ ἑπόμενα ἐξηκολούθει ἡ Κυβέρνησις ἐξοδεύουσα ἄλλοτε περισσότερα καὶ ἄλλοτε ὀλιγώτερα, ἄλλοτε 100,000, ἄλλοτε 10000 καὶ ἄλλοτε 4000, τὸ ὅλον δὲ τῆς δαπάνης, ὅπερ ἠδυνήθη νὰ διαθέσῃ διὰ τὴν κατασκευὴν καὶ ἐπισκευὴν τῶν δημοσίων ὁδῶν ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1844 εἶναι 750,000 δραχ. Κατὰ τὸ 1845, ὅτε πρώτην φορὰν ὑπεβλήθη προϋπολογισμὸς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους, γνωρίζοντες τὰς ἀνάγκας τὰς ὁποίας εἶχεν ὁ τόπος ἀπὸ ὁδοὺς καὶ φλεγόμενοι ἀπὸ μεγάλην ἐπιθυμίαν νὰ ἀπολαύσωσιν αὐτὸ τὸ ἀγαθὸν, ἐφρόντισαν νὰ σημειωθῇ εἰς τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὴν ὁδοποιίαν τὸ ποσὸν τῶν δραχ. 234, 000· ἀλλ’ ἡ κυβέρνησις, εὑρισκομένη καὶ τότε εἰς οἰκονομικὰς στενοχωρίας, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἐξοδεύσῃ εἰμὴ μόνον 6,644 δραχ. Ἡ κωμῳδία αὕτη ἐξηκολούθει νὰ παίζηται μέχρι τοῦ 1852. Τὰ μὲν νομοθετικὰ σώματα ἐσημείωνον πάντοτε εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἀρκετὰ μεγάλην ποσότητα καὶ ἀπῄτουν ὄχι μόνον νὰ ἐξοδευθῇ ὁλόκληρος αὕτη, ἀλλὰ νὰ πραγματοποιηθῶσι καὶ τὰ ὑπόλοιπα τῶν προηγουμένων ἐτῶν, ἡ δὲ Κυβέρνησις ὀλίγιστα μόνον ἐξώδευε. Τέλος πάντων κατὰ τὸ 1850 ἡ Κυβέρνησις ἐννόησεν ὅτι, διὰ νὰ κατασκευασθῶσι δρόμοι εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔπρεπε νὰ λάβῃ ἰδιάζουσαν πρόνοιαν καὶ νὰ σχηματίσῃ νέους πόρους· ὑπέβαλεν ἑπομένως τὸν περὶ ὁδοποιίας νόμον, ὁ ὁποῖος ἐσυζητήθη καὶ ἐπεψηφίσθη εἰς τὰ 1851, ἀλλὰ δὲν ἐκυρώθη καὶ δὲν ἐδημοσιεύθη εἰμὴ κατὰ τὸν Αὔγουστον τοῦ 1852, διότι, φαίνεται, ἔκτοτε ὑπῆρχον ἀμφιβολίαι περὶ τῆς ὀρθότητος τῶν διατάξεων αὐτῶν. Ὁ Νόμος οὗτος, ὅστις κατ’ ἐμὲ ὀλίγον τιμᾷ καὶ τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις τὸν εἰσήγαγε, καὶ τοὺς ἀντιπροσώπους οἱ ὁποῖοι τὸν ἐψήφισαν, ἐπανέφερεν εἰς τὴν ἄλλως συνταγματικὴν καὶ ἐλευθέραν Ἑλλάδα τὸ σύστημα τῆς ἀγγαρίας, τὸ ὁποῖον μόνον εἰς τὰ βάρβαρα καὶ ἀπολίτευτα κράτη ὑπάρχει, τὸ ὁποῖον, καθὼς εἶπον ἄλλοι, οἱ Φαραῶναι μετεχειρίζοντο πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, καὶ τὸ ὁποῖον διότι ἠθέλησαν νὰ τὸ μεταχειρισθοῦν ἐσχάτως εἰς τὴν διώρυξιν τοῦ ἰσθμοῦ τοῦ Σουέζ, κατεξανέστη σύμπασα ἡ Εὐρώπη καὶ ὑπεχρέωσε τὸν ἀντιβασιλέα τῆς Αἰγύπτου νὰ τὸν ἀνακαλέσῃ. Ἐνῷ ὑπάρχει ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος, διαλαμβάνουσα, ὅτι οἱ πολῖται συνεισφέρουν εἰς τὰ δημόσια βάρη ἀναλόγως τῆς περιουσίας των, δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ὑποχρεοῦνται ἅπαντες οἱ Ἕλληνες νὰ συνεισφέρουν ἀδιακρίτως μέγαν ἀριθμὸν ἡμερομισθίων διὰ νὰ κατασκευασθοῦν οἱ δημόσιοι δρόμοι. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1852 καὶ ὁ πτωχότερος ἄνθρωπος, ὁ ἡμερόβιος ἐργάτης, ὁ ὁποῖος οὔτε ἐπιτήδευμα κανονικὸν ἐξασκεῖ, οὔτε κτήματα ἔχει, οὔτε προϊόντα παράγει διὰ νὰ τὰ μεταφέρῃ ἀπὸ τόπου εἰς τόπον, οὔτε ζῶα ἔχει διὰ νὰ πατήσουν τὸν δρόμον, οὔτε ἅμαξαν διὰ νὰ τὸν βλάψουν, ὑποχρεοῦται νὰ συνεισφέρῃ κατ’ ἔτος διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν 6 ἡμερομίσθια, ἐνῷ οἱ εὐπορώτατοι πολῖται δὲν ὀφείλουν νὰ συνεισφέρωσιν εἰμὴ κατ’ ἀνώτατον ὅρον 12 μόνον ἡμερομίσθια. Ὁ νόμος οὗτος ἀπέτυχεν, ὡς ἦτον ἑπόμενον, καθ’ ὁλοκληρίαν, διότι εἰς ἄλλας ἐπαρχίας δὲν ἐφηρμόσθη, ὅπου δὲ ἐτέθη εἰς ἐνέργειαν δὲν ἔφερε τὰ προσδοκώμενα ἀποτελέσματα. Καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, βλέπομεν ὅτι, ἂν καὶ ἀπὸ τῆς ἐπιψηφίσεως αὐτοῦ ἡ Κυβέρνησις ἐξακολουθεῖ νὰ διαθέτῃ διὰ τὴν ὁδοποιίαν πολὺ μεγαλεῖτερα ποσὰ ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διέθετε πρότερον, μολαταῦτα πολλὰ ὀλίγη βελτίωσις ἐπῆλθε, καὶ ὅλοι γνωρίζομεν, ὅτι, μόλις φθάσῃ ὁ χειμών, ἡ συγκοινωνία εἰς πολλὰ μέρη διακόπτεται, καὶ κατ’ ἔτος πολλοὶ ἄνθρωποι πνίγονται εἰς τοὺς ποταμούς. Ἀποτυχόντος τοῦ νόμου τοῦ 1852 καὶ πανταχόθεν ἐπιζητουμένης τῆς βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις καὶ μᾶς λέγει μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν, ὅτι διὰ τοῦ συστήματος τῆς ὁδοποιίας, ὅπερ ἐψηφίσθη κατὰ τὸ 52, δὲν δύναμαι ν’ ἐπιτύχω τοῦ σκοποῦ τὸν ὁποῖον προέθεντο οἱ ψηφίσαντες τὸν νόμον αὐτὸν, διότι δὲν δύναμαι νὰ ἐπιβάλω τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέχονται οἱ κάτοικοι. Θέλω λοιπὸν νὰ ἀντικαταστήσω τὸν φόρον ἐκεῖνον τῆς προσωπικῆς ἐργασίας δι’ ἄλλων φόρων ἐπιβαλλομένων εἰς τὴν περιουσίαν καὶ οὐχὶ εἰς τὰ πρόσωπα, ὅπως εἶναι ὁ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, καὶ προτείνω νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου καταργεῖται ἡ προσωπικὴ ἐργασία, καὶ ἀντὶ ταύτης εἰσάγονται οἱ ἑξῆς φόροι 1) 1% ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς, 2) 5 λεπτὰ εἰς ἕκαστον μικρὸν ζῶον, 20 εἰς ἕκαστον μεγάλον, 3) 20% ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ 4) μικρὰ αὔξησις τῶν ἐμμέσων φόρων ἐπὶ τοῦ ζακχάρεως, τοῦ καφὲ, τοῦ ὀρυζίου, τῆς οἰκοδομησίμου ξυλείας καὶ τῶν ὑφασμάτων. Ἂς ἴδωμεν ἐὰν δι’ αὐτῆς τῆς μεταβολῆς βλάπτωνται τῳόντι οἱ κάτοικοι καὶ μάλιστα οἱ πένητες, ὑπὲρ τῶν ὁποίων πολλὰ δάκρυα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐχύθησαν. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν εἰς πόσον θέλουν ἀναβῆ οἱ νέοι αὐτοὶ φόροι καὶ εἰς πόσον ἀναβαίνουν οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους ἐδυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν κατὰ τὸν ὑπάρχοντα νόμον. Ὡς διαλαμβάνει ἡ ἔκθεσις τοῦ ὑπουργείου, τὸ σύνολον τῶν εἰσπραχθησομένων νέων φόρων εἶναι 1,500,000 δραχ. Κατὰ δὲ τὸν ἰσχύοντα νόμον, ἐκτὸς τοῦ ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ συνεισφέρῃ διὰ τὴν ὁδοποιίαν καὶ τὸ ὁποῖον ἐλάμβανεν ἀπὸ τοὺς ἄλλους φόρους τοῦ Κράτους, εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ, καθὼς εἶπον, προσωπικὴν ἐργασίαν, ὁριζομένην εἰς 6–12 ἡμεροκάματα δι’ ἕκαστον ἄτομον. Ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι οἱ δυνάμενοι νὰ ἐργασθῶσι καθ’ ἅπασαν τὴν ἐπικράτειαν εἶναι 300,000·—καὶ πρέπει νὰ ᾖναι τόσοι, ἀφ’ οὗ ὅλος ὁ πληθυσμὸς ὑπερβαίνῃ τὸ 1,400,000,—ἐπιβληθῶσι δὲ 9 ἡμερομίσθια εἰς κάθε πρόσωπον, θέλομεν ἔχει 2,700,000 ἡμερομίσθια, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ὑπολογιζομένη πρὸς 2 δραχμὰς, φέρει 5,400,000 δραχμῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι κατὰ τὸν προτεινόμενον νόμον ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ εἰσπράξῃ 1,500,000, ἐνῷ κατὰ νόμον, ὁ ὁποῖος ὑφίσταται, ἐδύνατο νὰ εἰσπράττῃ 5,400,000.
§25Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι αὐτὰ θὰ εἶναι ἅπαξ, ἐνῷ τὸ ½ ἑκατομμύριον εἶναι κατ’ ἔτος.
§26ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ εἴπατε, χρεωστῶ ν’ ἀποκριθῶ. Νομίζετε ὅτι μὲ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν δύνανται οἱ κάτοικοι ἐν διαστήματι ἑνὸς ἔτους νὰ κατασκευάσουν ὅλους τοὺς δρόμους; (Γέλως).
§27ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν ἤθελε κατασκευασθῆ μία ὁδὸς ἐθνικὴ ἀπὸ Θηβῶν εἰς Λεβαδίαν, ἤθελον χρειασθῆ χίλια ἡμερομίσθια· ἀναλογοῦν δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν 500. Θὰ τὰ κάμουν οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων ἅπαξ, διότι ἡ συντήρησις τῆς ὁδοῦ ἀπαντᾶται ἀπὸ διόδια.
§28ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ κατασκευασθῶσιν οἱ δρόμοι, δύνανται νὰ παύσωσι καὶ οἱ ἤδη ζητούμενοι φόροι. Ἀλλὰ δὲν εἶναι πολὺ οὐσιῶδες νὰ μάθωμεν, ἐὰν διὰ τοῦ νέου συστήματος θὰ πληρόνουν ἐν συνόλῳ οἱ κάτοικοι ὀλιγώτερον ποσόν· οὐσιῶδες εἶναι νὰ γνωρίσωμεν ποία τάξις πολιτῶν ἐπιβαρύνεται μὲ τοὺς σήμερον ἐπιβεβλημένους φόρους τῆς προσωπικῆς ἐργασίας καὶ εἰς ποίαν θὰ πέσῃ τὸ βάρος τῶν νέων φόρων, ἂν γίνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει ἡ Κυβέρνησις. Αὐτὸ εἶναι τὸ οὐσιωδέστερον πάντων καὶ αὐτὸ ἐνδιαφέρεται ὁ λαὸς νὰ γνωρίσῃ ἀκριβῶς· ἐπὶ τούτου θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ φέρω μερικὰ παραδείγματα. Λαμβάνω ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει κτήματα, καὶ δὲν ἐξασκεῖ κανὲν ἐπιτήδευμα, ἀλλ’ εἶναι ἡμερόβιος ἐργάτης. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1852, εἶναι ὑποχρεωμένος οὗτος νὰ ἐργασθῇ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν 6 ἡμέρας καὶ νὰ χάσῃ ἓξ ἡμερομίσθια, τὰ ὁποῖα πρὸς 2 δραχ. φέρουν 12 δραχ. κατὰ δὲ τὸν νόμον τὸν ὁποῖον προτείνει ἡ Κυβέρνησις, αὐτὸς δὲν ἔχει νὰ συνεισφέρῃ τίποτε ἄλλο....
§29Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἄρα εἶναι ἀνισότης.
§30ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰμὴ μόνον τὸν πρόσθετον φόρον διὰ τὰ ὀλίγα καὶ εὐτελῆ ὑφάσματα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεται· ὁ δὲ φόρος αὐτὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἀνώτερος τῶν 20–30 λεπτῶν, διότι τὸ εἰσαγωγικὸν τέλος ἑνὸς ὁλοκλήρου κομματίου (πέτσας) πανιῶν εἶναι σήμερον 1 δραχμὴ, ἡ δὲ προσθήκη συνίσταται εἰς 10 λεπτὰ· ὥστε ὁ ἁπλοῦς ἐργάτης ἀπαλλάττεται ἀπὸ τὸ βάρος τῆς προσωπικῆς ἐργασίας πληρόνων μόνον ὀλίγα λεπτά. Ἂς λάβωμεν τώρα τοὺς μικροὺς τεχνίτας, τοὺς τζαγκάριδες, τοὺς κτίσας, τοὺς ράπτας, τοὺς ὡρολογάδες καὶ τοὺς τοιούτους· ὅλοι αὐτοὶ ὑποβάλλονται κατὰ τὸν περὶ ἐπιτηδευμάτων Νόμον εἰς δραχ. 10 φόρον ἐπιτηδεύματος. Ἐὰν γίνῃ δεκτὸς ὁ νόμος, θέλουν πληρόνει 2 δραχμῶν πρόσθετον φόρον διὰ τὸ ἐπιτήδευμά των καὶ ἄλλας 2 ἴσως ἀκόμη διὰ τὸν καφὲν, διὰ τὴν ζάχαριν καὶ τὰ ὑφάσματα τὰ ὁποῖα δαπανῶσιν, ἤτοι τὸ ὅλον δρ. 4, ἐνῷ σήμερον ὀφείλουσι νὰ πληρόνωσι 12 δραχμὰς διὰ τὰ 6 ἡμερομίσθιά των. Ὑποθέσατε γεωργὸν παράγοντα 100 κοιλὰ γέννημα—καὶ εἰς 100 κοιλὰ δὲν φθάνει ἡ παραγωγὴ τῶν μικρῶν γεωργῶν—ἐὰν ἀπὸ αὐτὰ δώσῃ κατὰ τὸν νέον νόμον τὸ ἓν, ἡ ἀξία τοῦ ἑνὸς κοιλοῦ εἶναι πολὺ μικροτέρα ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῶν 6 ἡμερομισθίων, τὰ ὁποῖα εἶναι ὑπόχρεως νὰ καταβάλῃ, διότι ἓν κοιλὸν δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ ἀξίαν ἀνωτέραν τῶν 3 ἢ 4 δραχ.
§31ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐὰν ὅμως ἔχῃ οἰκογένειαν;
§32ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα θὰ ἔλθω. Ἐπίσης ὁ κτηνοτρόφος ὁ ἔχων 100 πρόβατα θὰ πληρώσῃ πέντε μόνον δραχμὰς κατὰ τὸν νέον νόμον. — Ἂς ἔλθωμεν τώρα καὶ εἰς τοὺς πλουσίους, διὰ νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον μεταβάλλεται ἡ θέσις αὐτῶν ἐκ τῆς μεταβολῆς τὴν ὁποίαν προτίθεται ὁ ὑπὸ συζήτησιν νόμος. Καὶ ὁ πλούσιος ὅσον πλούσιος καὶ ἂν ᾖναι, κατὰ τὸν περὶ ὁδοποιίας νόμον, δὲν ὑποχρεοῦται νὰ συνεισφέρῃ περισσότερα ἀπὸ 12 ἡμερομίσθια, τῶν ὁποίων ἡ ἀξία ἀναβαίνει εἰς 24 δραχ. Κατὰ δὲ τὸν νέον νόμον, ἠξεύρετε πόσον ἔχει νὰ πληρόνῃ ὁ πλούσιος; Ἂς ὑποθέσωμεν τὸν Κύριον Βαλαωρίτην π. χ. Ὁ κ. Βαλαωρίτης κάμνει πολλὰ προϊόντα, τῶν ὁποίων ἡ ἀκαθάριστος πρόσοδος ἀναβαίνει, ἐὰν ᾖμαι καλῶς πληροφορημένος, εἰς 30 χιλιάδας δραχμῶν. Ἐξ αὐτῶν θὰ πληρώσῃ 300 δραχ. Ἐκτὸς τούτου ὁ Κύριος Βαλαωρίτης δαπανᾷ διὰ τὴν οἰκογένειάν του ἄπειρον ποσότητα καφὲ καὶ ζάκχαρι δεκαπλασίαν, καὶ εἰκοσαπλασίαν ἀφ’ ὅτι δαπανᾷ εἷς τεχνίτης· ἑπομένως θέλει πληρώσει διὰ τὴν τὴν γενομένην εἰς τὰ τέλη αὐτῶν προσθήκην χωρὶς ὑπερβολὴν 30 δραχ. περισσότερον. Ὁ Κύριος Βαλαωρίτης, ὡς πλούσιος ἄνθρωπος, δαπανᾷ μεγάλην ποσότητα ὑφασμάτων καὶ ὑφασμάτων πολυτίμων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ δασμολόγιον φορολογοῦνται πρὸς 15% τὸ φόρεμα μιᾶς κυρίας, τὸ ὁποῖον ἀξίζει πολλάκις 600 δραχ. πληρόνει σήμερον 90 δραχ. τελώνιον, κατὰ δὲ τὸν νέον νόμον θέλει πληρώσει 9 δραχ. ἀκόμη. Δὲν εἶναι ἑπομένως ὑπερβολὴ, ἐὰν εἴπω, ὅτι ὁ κ. Βαλαωρίτης θέλει πληρόνει ἐτησίως πρόσθετον φόρον διὰ τὰ ὑφάσματα, ἅτινα δαπανᾷ, 100 δραχ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ πλούσιος θέλει πληρόνει κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν 400, 500, 600 δραχ. περισσότερον ἀφ’ ὅτι πληρόνει σήμερον, καὶ εἶναι δίκαιον νὰ τὰ πληρόνῃ, διότι τὰ βάρη πρέπει νὰ ᾖναι ἀνάλογα μὲ τὴν περιουσίαν. Τὰ ὀλίγα ταῦτα παραδείγματα ἀρκοῦσι, φρονῶ, νὰ πείσωσιν ἕκαστον, ὅτι ἐὰν γίνῃ δεκτὸς ὁ εἰσαχθεὶς νόμος, δὲν ἔχουν νὰ ὑποφέρουν οἱ πένητες καὶ οἱ πτωχοὶ, ὑπὲρ τῶν ὁποίων ἐχύθησαν ὄχι ὀλίγα δάκρυα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου (γέλως). Οἱ πένητες καὶ οἱ πτωχοὶ θ’ ἀπαλλαχθοῦν, θ’ ἀνακουφισθοῦν, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, ὁ ἐργάτης, ὁ ὁποῖος πληρόνει σήμερον τὰ 6 ἡμερομίσθια, δὲν ἔχει νὰ πληρώσῃ οὔτε λεπτόν· ὁ τεχνίτης καὶ ὁ γεωργὸς δὲν θὰ πληρώσῃ παρὰ μόνον 2 ἢ 3 δραχ. καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο εἶναι πολὺ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὴν ἀξίαν τῶν ἡμερομισθίων. Προσθέσατε τώρα καὶ ἓν ἄλλο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἠξεύρω πῶς συμβαίνει. Αἱ πτωχαὶ οἰκογένειαι συνήθως εἶναι μᾶλλον πολυπρόσωποι τῶν πλουσίων· πολλοὶ τεχνῖται καὶ γεωργοὶ ἔχουν 3, 4 καὶ 5 τέκνα ἐν ἡλικίᾳ νὰ ἐργασθῶσιν· εἰς τὰς τοιαύτας οἰκογενείας ἀποβαίνει ἀνυπόφορον τὸ βάρος τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, διότι ὅλα τὰ τέκνα ὀφείλουν νὰ συνεισφέρωσιν ἀνὰ 6 ἡμερομίσθια. Βλέπετε λοιπὸν ὅτι οἱ κύριοι ἀγορεύσαντες, οἱ ὁποῖοι ἐθρήνησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὴν τύχην τῶν πενήτων καὶ ἔχυσαν ὑπὲρ αὐτῶν δάκρυα, δὲν εἶχον, φαίνεται, τὸν καιρὸν νὰ κάμουν αὐτοὺς τοὺς λογαριασμούς εἶμαι δὲ βέβαιος, ὅτι, ἀφοῦ τοὺς ἤκουσαν ἤδη, θέλουν παρηγορηθῇ, διότι δὲν πρόκειται νὰ ὑποφέρουν οἱ πτωχοί, θὰ ὑποφέρουν βεβαίως ὅσοι ἐκ τῶν ἀγορευσάντων εἶναι πλούσιοι, ἀλλὰ τί νὰ γίνῃ; Βαλάντιά τινα θὰ ὑποστῶσι διὰ τοῦ νέου νόμου, ὡς εἶπεν ὁ κ. Τσιριμῶκος, σπουδαίαν ἀφαίμαξιν, ἀλλ’ ἡ ἀφαίμαξις αὐτὴ δὲν θέλει γένει εἰς τὰ ἰσχνὰ βαλάντια τῶν πτωχῶν, ὅπου ἠδύνατο νὰ φέρῃ τὸν θάνατον, ἀλλὰ θέλει περιορισθῇ εἰς μόνα τὰ τῶν πλουσίων. Αὐτὸ εἶναι, Κύριοι, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις σᾶς προτείνει. Ὅπως καὶ πρότερον οὕτω καὶ σήμερον ἡ Κυβέρνησις δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ δαπανήσῃ ἐκ τῶν τακτικῶν ἐσόδων τοῦ Κράτους τὰ ἀναγκαῖα ἔξοδα διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν. Ἐνόσῳ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἰδιαίτερος φόρος τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, ὁ ὁποῖος προωρίσθη διὰ τοῦ νόμου τοῦ 1852, σχεδὸν τίποτε δὲν ἔγεινε διὰ τὴν ὁδοποιΐαν· μετὰ τὴν ψήφισιν αὐτοῦ ἤρχισε νὰ γίνηται κάτι τι, ἀλλὰ τὰ γενόμενα εἶναι ἀσήμαντα ἀπέναντι τῆς ὑπαρχούσης ἀνάγκης, καὶ οὔτε εἶναι ἐλπὶς διὰ τοῦ νόμου αὐτοῦ νὰ γενῶσι πολλὰ πράγματα, διότι αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἄδικος καὶ ἀνεφάρμοστος. Τώρα σᾶς θέτω αὐτὸ τὸ δίλημμα, ἢ, νὰ εἴπω καλλίτερον, μᾶς θέτει ἡ Κυβέρνησις αὐτὸ τὸ δίλημμα· θέλομεν νὰ ἔχωμεν ὁδοὺς ἢ δὲν θέλομεν; Ἐὰν θέλωμεν, πρέπει νὰ δώσωμεν τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦνται διὰ τὴν κατασκευὴν αὐτῶν·—ἐὰν δὲν θέλωμεν, τότε εἴμεθα οἰκοκυραῖοι νὰ κάμωμεν ὅ,τι θέλομεν. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, εἰς καμμίαν σχέσιν μὲ τὴν Καρυστίαν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἠξεύρω ποίας ὁδηγίας ἔδωκαν οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης εἰς τὸν ἔντιμον ἀντιπρόσωπόν των, τὸν Κ. Δημητριάδην, ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ λέγῃ, ὀφείλω νὰ πιστεύσω, ὅτι οἱ Καρύστιοι ἔδωκαν εἰς αὐτὸν τὴν ἐντολὴν νὰ μὴ δεχθῇ καμμίαν προσθήκην φόρων, (μολονότι δὲν πρόκειται ἐδῶ περὶ προσθήκης,) δι’ οἱονδήποτε λόγον. Πιθανὸν εἰς τὴν Καρυστίαν νὰ μὴ ἔχουν οἱ ἄνθρωποι προϊόντα νὰ μετακομίσουν ἀπὸ ἕνα τόπον εἰς ἄλλον, πιθανὸν ἐκεῖ νὰ μὴ ὑπάρχουν ποταμοί, νὰ μὴ ὑπάρχουν χείμαῤῥοι, νὰ μὴ ὑπάρχουν βορβορώδη μέρη, τὰ ὁποῖα νὰ ἔχουν ἀνάγκην ἀπὸ λιθόστρωσιν, καὶ τέλος πάντων πολὺ πιθανὸν οἱ ἡμίονοι καὶ οἱ ὄνοι τῆς Καρυστίας, οἱ ὁποῖοι καὶ κατὰ τὴν ἀρχαιότητα ἦταν περιώνυμοι, νὰ πατοῦν τόσον καλὰ τὴν πέτραν, ὥστε νὰ μὴ ἔχουν ἀνάγκην καλῶν ὁδῶν, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ εὑρίσκωνται καὶ πολλαὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι εἰς αὐτὴν τὴν εὐάρεστον θέσιν.
§33Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§34ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τουλάχιστον ἡ ἐπαρχία, τὴν ὁποίαν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύω ἐγὼ, εὑρίσκεται εἰς κατάστασιν ὅλως διαφορετικήν. Εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου, Κύριοι, ὑπάρχουν δύω κέντρα πληθυσμοῦ, ἡ πρωτεύουσα καὶ τὰ Φιλιατρά. Εἰς τὰ δύω ταῦτα κέντρα μεταφέρουν οἱ χωρικοὶ τὰ προϊόντα των, καὶ ὄχι μόνον οἱ χωρικοὶ τῆς ἐπαρχίας μου, ἀλλὰ καὶ τῆς παρακειμένης ἐπαρχίας, τῆς Ὀλυμπίας. Διὰ νὰ ἔλθουν οἱ κάτοικοι τῆς Ὀλυμπίας εἰς τὰ κέντρα αὐτὰ, ἔχουν νὰ περάσουν ἕνα μέγα ποταμὸν, τὸν Νέδαν, τὸν ὁποῖον ἀναφέρει καὶ ὁ Παυσανίας, καὶ εἰς τὸν ὁποῖον κατ’ ἔτος πνίγονται ἄνθρωποι, διότι δυστυχῶς ἐκόπη ἡ παλαιὰ γέφυρα καὶ ἀκόμη δὲν ἐστάθη δυνατὸν νὰ στερεωθῇ ἄλλη. Οἱ δὲ κάτοικοι τῆς Τριφυλίας, διὰ νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Κυπαρισσίαν καὶ τὰ Φιλιατρὰ, εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ περάσουν ἄλλοι ἕνα ποταμὸν καὶ ἄλλοι δύω. Ὑπάρχουν δὲ ἐν τῷ μεταξὺ μερικὰ μέρη τόσον βορβορώδη, ὥστε ἀδύνατα ζῶα πνίγονται εἰς τὸν βόρβορον πολλάκις. Διὰ τοὺς λόγους τούτους οἱ ἰδικοί μου ἐντολεῖς ὄχι μόνον δὲν μοῦ ἔδωκαν τοιαύτην ἀπαγορευτικὴν ἐντολὴν, ἀλλ’ ἀπεναντίας μ’ ἐφωδίασαν μὲ ψηφίσματα, διὰ τῶν ὁποίων ζητοῦν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν νὰ τοῖς ἐπιβάλῃ πρόσθετον φόρον διὰ νὰ κάμουν λιμένας, μοὶ εἶπον καὶ προφορικῶς, ὅτι δέχονται νὰ τοὺς φορολογήσωμεν ὅσον κριθῇ εὔλογον, φθάνει μόνον τὰ χρήματά των νὰ χρησιμεύσουν διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Μάθετε, Κύριοι, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν των, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Κυπαρισσίας πληρόνουν 8% πρόσθετον φόρον ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ 5 περίπου ἐπὶ τῆς σταφίδος διὰ νὰ κάμουν λιμένα, οἱ δὲ κάτοικοι τῶν Φιλιατρῶν ἔκαμαν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπ’ ὄψιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν, καὶ ζητοῦν νὰ πληρώσουν 4 καὶ 5% διὰ νὰ κατασκευάσουν καὶ αὐτοὶ λιμένα.
§35Β. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ γέφυρα ἔχει πολλὰ ἔτη ὅπου ἐχάλασε;
§36ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχει 7 ἔτη ὅπου ἐχάλασεν· ἐπεσκευάσθη, καὶ πάλιν ἐχάλασε.
§37ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ 100 δραχμὰς φθιάνεται πάλιν.
§38ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Καλὰ, εἶμαι σύμφωνος. Ἀλλ’ ἐν ᾧ ὑποστηρίζω τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθεσα, ὀφείλω νὰ σᾶς ἐξηγήσω συνάμα πῶς ἐννοῶ ἐγὼ νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ὡς γνωρίζετε, ἔφερα τροπολογίαν. Σᾶς εἶπον, Κύριοι, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι, ἐξαιρέσει ἴσως πολλὰ ὀλίγων, δὲν ἀπαρέσκονται εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρων. Ἀλλὰ τὶ συμβαίνει; Ἔχουν δυσπιστίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν.—Δὲν ἐννοῶ βεβαίως τὴν παροῦσαν.—Καὶ πόθεν προέρχεται αὐτὴ ἡ δυσπιστία; διότι ἂν καὶ ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦδε ἐδαπανήθησαν 4 ἑκατομμύρια διὰ τὴν ὁδοποιίαν, ὑπάρχουν πολλαὶ ἐπαρχίαι εἰς τὰς ὁποίας δὲν ἐγένετο ἀκόμη οὐδεμιᾶς δραχμῆς δαπάνη. Ἡ κυβέρνησις δὲν ἐφέρθη ὡς φιλόστοργος πατὴρ εἰς ὅλα ἐν γένει τὰ τέκνα της, εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας· ἐξωμοιώθη μᾶλλον μὲ τὸν κακὸν ἐκεῖνον πατέρα, ὁ ὁποῖος ἀφίνει τὰ περισσότερα τῶν τέκνων του ἀνυπόδητα διὰ νὰ φορέσῃ εἰς ἓν καὶ μόνον χρυσοκέντητα πέδιλα. Ἐνῷ αἱ περισσότεραι ἐπαρχίαι δὲν ἔχουν γεφύρας εἰς τοὺς ποταμοὺς καὶ πνίγονται κατ’ ἔτος οἱ ἄνθρωποι, ἐνῷ δὲν ὑπάρχουν καλτερίμια ἁπλᾶ, ὡς ἦτον ἐπὶ Τουρκίας, εἰς τὰ βορβορώδη μέρη, ὅπου κολλᾶν καὶ τὰ ζῶα καὶ οἱ ἄνθρωποι τὸν χειμὼν, ἐνῷ πίπτουν καὶ συντρίβονται οἱ ἄνθρωποι εἰς τὰ ἀνώμαλα μέρη, ἡ κυβέρνησις ἀντὶ νὰ διορθώσῃ κατὰ πρῶτον λόγον ἐκεῖνα, ἀντὶ νὰ δώσῃ τὸν ἐπιούσιον ἄρτον εἰς ὅλας τὰς ἐπαρχίας, ἤρχισε νὰ κατασκευάζῃ ἁμαξιτὰς ὁδοὺς, καὶ δὲν λέγω ὅτι ἦτο κακὸν τοῦτο, ἀλλ’ ἔπρεπε κατὰ πρῶτον νὰ θεραπευθοῦν αἱ πρῶται ἀνάγκαι ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν· ὥστε νομίζω ὅτι ἤθελε κάμει κακὴν ἐντύπωσιν ἡ ἀντικατάστασις τοῦ φόρου τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, ἐὰν γείνῃ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον, ὅπως εἰσήχθη, καὶ ἂν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ νὰ κατατίθενται τὰ χρήματα εἰς ἓν γενικὸν ταμεῖον ἀπὸ τὸ ὁποῖον νὰ ἐξοδεύωνται ὅπως ἡ Κυβέρνησις τὸ ἐγκρίνει. Διὰ τοῦτο ἔφερα τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας προτείνω, ὥστε οἱ φόροι τοὺς ὁποίους θὰ πληρόνῃ ἑκάστη ἐπαρχία, νὰ κατατίθενται μὲν εἰς τὴν τράπεζαν, ἀλλ’ ἐπὶ ἰδιαιτέρῳ λογαριασμῷ ἑκάστης ἐπαρχίας καὶ νὰ μὴ χρησιμεύουν εἰς ἄλλο παρὰ εἰς τὴν κατασκευὴν ἢ τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν αὐτῆς ἢ ἐκείνων ἐκ τῶν ἐθνικῶν, αἱ ὁποῖαι συνδέουν τὴν πρωτεύουσαν αὐτῆς τῆς ἐπαρχίας μὲ ἄλλας πρωτευούσας. Νομίζω δὲ ὅτι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἐκπληροῦται καὶ ὁ γενικὸς περὶ ὁδοποιίας σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, διότι τί ἄλλο εἶναι αἱ ἐν γένει ἐθνικαὶ ὁδοὶ τοῦ βασιλείου παρὰ αἱ μερικαὶ ὁδοὶ, αἱ ὁποῖαι συνδέουν τὴν πρωτεύουσαν μιᾶς ἐπαρχίας μὲ τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἄλλης. Τί ἄλλο δύναται νὰ ᾖναι ἡ ἐθνικὴ ὁδὸς ἡ ἄγουσα ἀπ’ Ἀθηνῶν μέχρι Βονίτσης καὶ τῆς ὁποίας τὴν κατασκευὴν διέταξεν ἡ ἀντιβασιλεία ἀπὸ τὰ 33, εἰμὴ ἡ σειρὰ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, αἱ ὁποῖαι θὰ συνδέσουν τὰς Ἀθήνας μὲ τὰς Θήβας, τὰς Θήβας μὲ τὴν Ἄμφισσαν καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς; Ὥστε ψηφίζοντες τὸ νομοσχέδιον ὅπως τὸ τροποποιῶ, βεβαίως ἐκπληροῦμεν τὴν εὐχὴν τῶν κατοίκων ὅλων τῶν ἐπαρχιῶν, καὶ δίδομεν εἰς αὐτὰς τὰ μέσα νὰ δυνηθοῦν νὰ ἀπολαύσουν καὶ αὐταὶ, ὅσον ἔνεστι βραχύτερον, τὸ μέγα αὐτὸ ἀγαθὸν τῆς ὁδοποιίας, καὶ νὰ ἐκλείψουν τὰ παράπονα, ὅτι διὰ μερικὰς ἐπαρχίας γίνονται μεγάλα ἔργα, ἐνῷ δι’ ἄλλας δὲν γίνεται τίποτε. Νομίζω, ὅτι γινομένης δεκτῆς τῆς τροπολογίας αὐτῆς, εἶμαι ἐντελῶς σύμφωνος μὲ τὸν Κ. Ἰακωβάτον, διότι καὶ ὁ Κ. Ἰακωβάτος δὲν κατέκρινε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δι’ ἄλλον λόγον, εἰμὴ διότι ἐπρόκειτο ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ πληρώσουν αἱ ἐπαρχίαι καὶ τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μείνουν εἰς αὐτὰς διὰ τὰς ἀνάγκας των, νὰ τὰ φέρῃ εἰς τὰς Ἀθήνας καὶ νὰ τὰ ἐξοδεύσῃ διὰ τὰς γενικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Βλέπετε λοιπὸν, Κ. Ἰακωβάτε, ὅτι δὲν ἦτο τοιοῦτος ὁ σκοπὸς τῆς Κυβερνήσεως, ἢ καὶ ἂν ἦτο τοιοῦτος, πιστεύω ὅτι θέλει δεχθῇ τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἔφερα, καὶ τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἄλλοι ὑποστηρίζουσι, διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα ὑπόνοια. Ἐπίσης ἐκλείπει καὶ ὁ ἄλλος λόγος, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος, ἐπειδὴ δὲν ἰσχύει σήμερον εἰς αὐτὴν ὁ νόμος περὶ προσωπικῆς ἐργασίας, θὰ χειροτερεύσῃ ἡ θέσις της διὰ τοῦ νέου νόμου, διότι θὰ πληρόνῃ 1% ἐπὶ τῶν προϊόντων, ἐκτὸς τοῦ ἤδη πληρονομένου αὐτοῦ δικαιώματος 1½. Ὁ φόβος αὐτὸς τοῦ Κ. Ἰακωβάτου δὲν εἶναι πραγματικὸς, καὶ μάλιστα τὸ ἐσημείωσα εἰς τὴν τροπολογίαν μου, καὶ ἀπορῶ πῶς διέφυγε τὸν Κ. Ἰακωβάτον. Ἐννοεῖται ὅτι οἱ ἐπιβαλλόμενοι ἄμεσοι φόροι, ἐπειδὴ εἶναι προωρισμένοι νὰ εἰσπράττωνται μαζῇ μὲ τοὺς φόρους τοῦ δημοσίου, δὲν ἠμποροῦν νὰ εἰσπραχθοῦν καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐὰν δὲν γείνῃ ἀφομοίωσις· ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει ἐκεῖ φόρος ζώων, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἰσπραχθῇ καὶ πρόσθετος φόρος. Ἀλλ’ ἐνόσῳ ἐξακολουθεῖ αὐτὴ ἡ κατάστασις, ἐννοεῖται ὅτι εἰς Ἑπτάνησον θὰ πληρόνουν τὸ ἰδικὸν λεγόμενον δικαίωμα 1½%. Ἀκόμη δύο λέξεις, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι μέχρι τινὸς ἡ συγκοινωνία τῶν παραλίων μερῶν τῆς Ἑλλάδος ὑπῆρχεν ἀτελεστάτη καὶ ἐσκέπτετο ἡ κυβέρνησις τίνι τρόπῳ ἠδύνατο νὰ τὴν εὐρύνῃ. Κατὰ τὸ 1856 ἠγόρασε δύω ἀτμοκίνητα, τὰ ὁποῖα κατόπιν παρεχώρησεν εἰς Ἑλληνικὴν ἑταιρίαν, καὶ ἡ ἀτμοπλοϊκὴ αὐτὴ ἑταιρία ἐκράτει τὴν συγκοινωνίαν τῶν νήσων καὶ τῶν παραλίων τῆς Ἑλλάδος· ἡ ἐπιχείρησις αὕτη παρουσίαζε κατ’ ἔτος ζημίαν· τὰ ἔσοδα οὐδέποτε ἤρκεσαν νὰ καλύψωσι τὰ ἔξοδα, προϊόντος δὲ τοῦ χρόνου αἱ ζημίαι ἦσαν τόσον μεγάλαι, ὥστε ἔπρεπε νὰ διαλυθῇ ἡ ἑταιρία. Τότε ἐσκέφθη ἡ κυβέρνησις νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τῆς ἑταιρίας, ἥτις ἐκράτει εἰς συγκοινωνίαν τὰς νήσους καὶ τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἄλλου, καὶ ἀπεφάσισε νὰ δίδῃ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου 300 χιλιάδας δραχμὰς εἰς βοήθειαν. Αὐτὸ ἔγεινεν εἰς τὰ 1862 καὶ ἔγεινε ὡς μέτρον προσωρινόν. Μετὰ τὴν εὐτυχῆ ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου παρουσιάσθη ἡ ἀνάγκη νὰ συγκοινωνήσωμεν καὶ μὲ τὴν Ἑπτάνησον· ἀλλὰ ἡ ἑταιρία ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ πλοῦς φέρει ζημίαν· τότε δὲ ἡ κυβέρνησις ἔφερε νόμον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἥτις ἐψήφισε νὰ δίδωνται ἀκόμη 70,000 δραχμαὶ πρὸς ἀποζημίωσιν τῆς ἑταιρίας, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ κρατῇ τὴν συγκοινωνίαν τοῦ κράτους. Κύριοι, τὸ ποσὸν τοῦτο δίδεται ὑπὸ τίτλον προσωρινότητος καὶ θέλει δίδεσθαι ἐνόσῳ ἡ ἑταιρία εὑρίσκεται εἰς τὴν παθητικὴν αὐτὴν κατάστασιν. Ἐν τούτοις ἡ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, σᾶς λέγει, ὅτι ἀντὶ νὰ παραιτήσῃ τὴν βοήθειαν αὐτὴν τὴν χορηγουμένην εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν καὶ οὕτω νὰ διακοπῇ ἡ συγκοινωνία, ἀνάγκη νὰ ἐπιβάλωμεν προσθέτους φόρους εἰς τὴν εἰσαγωγὴν εἰδῶν τινων καὶ ἐξ αὐτῶν νὰ πληρόνεται. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους προτείνω ὅπως οἱ πρόσθετοι τελωνιακοὶ φόροι μὴ συγχωνεύωνται μὲ τὰ ταμεῖα τῶν ἐπαρχιῶν, ἀλλὰ νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, διὰ νὰ πληρόνεται ἡ ἀποζημίωσις τῆς ἑταιρίας, ἐνόσῳ εἶναι ἡ κυβέρνησις ὑποχρεωμένη νὰ τὴν πληρόνῃ, ἐνόσῳ δηλαδὴ ἡ Βουλὴ εὑρίσκει ἀναγκαῖον νὰ γίνεται ἡ πληρωμὴ πρὸς συντήρησιν τῆς συγκοινωνίας.
§39Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν, Κύριοι, ὁ ἔντιμος προαγορεύσας βουλευτὴς Τριφυλίας ἐπειρᾶτο νὰ μᾶς ἀποπλανήσῃ εἰς τοὺς οἰκονομικοὺς ὑπολογισμούς του, ἴσως ἐπετύγχανε, διότι δὲν ἔχομεν πολλοὶ ἐξ ἡμῶν οἰκονομικὰς γνώσεις· τὸ νὰ θελήσῃ ὅμως νὰ μᾶς φενακίσῃ μὲ ἀριθμοὺς, τοὺς ὁποίους καὶ ὁ τυχαῖος τῶν ἀνθρώπων ἠμπορεῖ νὰ γνωρίζῃ, αὐτὸ εἶναι ἀκατανόητον, εἶναι φενάκη, ἥτις δὲν ἀνήκει, εἰμὴ εἰς γυμνὰς κεφαλάς. Κανεὶς δὲν ἔρχεται, Κύριοι, ἐνταῦθα μὲ εἰδικὴν ἐντολὴν τῆς ἐπαρχίας του. Ὁ βουλευτὴς εἶναι ἀντιπρόσωπος ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους καὶ ὀφείλει νὰ ἐξετάζῃ τὴν συνείδησίν του· καὶ ὅμως πρέπει νὰ ὑποβάλῃ καὶ τὰς ἰδέας τῆς ἐπαρχίας του, καὶ ὅταν ὅλοι οἱ βουλευταὶ ὑποβάλωσι τὰς ἰδέας τῶν ἐπαρχιῶν των, τότε ἡ Βουλὴ γίνεται τὸ γενικὸν ταμεῖον ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους, ἐκ τοῦ ὁποίου ταμείου ἐκπηγάζει πᾶσα ὀρθὴ ἀπόφασις. Διὰ τοῦτο δὲν ἐνόησα, ὅτι οἱ βουλευταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ ἀκολουθήσουν τὰς ἀτομικὰς ἰδέας τῶν ἐπαρχιωτῶν των, καὶ εἶχεν ἄδικον ὡς πρὸς τοῦτο ὁ ἔντιμος προλαλήσας. Ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, κατηγορῶν τὸ σύστημα τῆς προσωπικῆς ἐργασίας καὶ θέλων δι’ αὐτοῦ τοῦ μέσου νὰ ἐνισχύσῃ τὸ σύστημα τοῦ νέου νόμου, εἶπεν, ὅτι ἡ ποσότης τῶν ἡμεροκαμάτων, τὰ ὁποῖα καταβάλλονται κατὰ τὸν ἤδη ὑπάρχοντα νόμον, εἶναι ἐπαχθεστέρα ἀπὸ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα θέλομεν πληρώσει τώρα. Λοιπὸν λέγω, ὅτι αὐτὰ τὰ ἡμεροκάματα καταβάλλονται ἅπαξ διὰ νὰ γείνουν αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ, ἐνῷ οἱ φόροι θὰ ἐξακολουθοῦν νὰ εἰσπράττωνται διαρκῶς· τὸ παράδειγμα δὲ, τὸ ὁποῖον μετεχειρίσθη ὡς πρὸς τὸν Κύριον Βαλαωρίτην, εἶναι ἀτυχὲς, διότι ὁ Κύριος Βαλαωρίτης δὲν εἶναι πλούσιος μόνον ἐπὶ χρήμασιν, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ κτήμασι, καὶ τὰ κτήματα δὲν τὰ καλλιεργεῖ ὁ ἴδιος· ἄρα τῶν προϊόντων τούτων φορολογουμένων, ἐπιβαρύνονται πάλιν ἀπ’ εὐθείας οἱ καλλιεργηταὶ γεωργοί. Τοὐναντίον οἱ ἐπὶ χρήμασι πλούσιοι, ἔχοντες 200,000 καὶ 300,000 δρ. δὲν πληρώνουσι τίποτε, ὥστε πάλιν ὁ δυστυχὴς γεωργὸς ἐπιβαρύνεται· βλέπετε ἑπομένως, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι ἁπλούστατον.
§40ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ πλούσιος ἐπὶ χρήμασιν ἐξοδεύει καφὲν καὶ ζάκχαριν, καὶ ἐνδύεται πολύτιμα ὑφάσματα.
§41Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ οἱ πτωχοὶ ἐξοδεύουν τὰ αὐτὰ ἀναλόγως. Ἡ προσωπικὴ ἐργασία, Κύριοι, καταβάλλεται ἐν ᾧ καιρῷ κατασκευάζεται μία ὁδὸς, καὶ εὐθὺς ἐπέρχεται ὁ καρπὸς ὁ ἐκ τῆς συγκοινωνίας παραγόμενος εἰς τὸν κοπιῶντα πολίτην, καὶ δὲν ἔπρεπέ ποτε νὰ φέρητε αὐτὸν τὸν ἄδικον φορολογικὸν νόμον. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὰς ἄλλας προσωπικὰς παρατηρήσεις, θεωρῶ ἄτοπον νὰ ἀπαντήσω, διότι προέρχονται ἀπὸ διεστραμμένας ἰδέας.
§42ΚΟΥΡΗΣ. Τὸ ὑπὸ διάσκεψιν νομοσχέδιον καὶ τὴν ὑπουργικὴν ἔκθεσιν λαβὼν, κύριοι, ὑπ’ ὄψιν, ἐξήτασα κατὰ πρῶτον ποῖον προτίθεται σκοπὸν, ποίαν τείνει νὰ καθιερώσῃ ἀρχήν. Πρὸς ἐξακρίβωσιν δὲ καὶ στάθμισιν τῆς ἀρχῆς μοὶ ἐπεβάλλετο τὸ καθῆκον νὰ μὴ περιορισθῶ εἰς μόνον τῆς ἐπιγραφῆς τὴν ἀνάγνωσιν, ἀλλὰ προχωρῶν εἰς τὰ καθέκαστα καὶ τὰς διαφόρους τοῦ νομοσχεδίου διατάξεις ἐμβριθῶς ἐξετάζων καὶ ἀναλύων, εὐκρινῆ περὶ τῆς ἀρχῆς μορφώσω ἰδέαν, καὶ ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν διακοινώσω. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ, ὅτι ἡ ἐπιγραφὴ «περὶ σχηματισμοῦ πόρων πρὸς συντήρησιν καὶ βελτίωσιν τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίας» εἶναι τῳόντι λαμπρὰ καὶ ὡραία. Ἀλλ’ ἀφ’ ἑτέρου ὁ τὸ νομοσχέδιον ἀναγινώσκων καὶ ἐξετάζων θέλει ὡσαύτως ὁμολογήσει, ὅτι ὁ τῶν πόρων σχηματισμὸς ἀποκλειστικῶς ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τῶν ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἐξ ὧν δραχ. 490,000 θέλουν πληρόνεσθαι εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, τὸ δὲ ὑπόλοιπον μέχρι συμπληρώσεως δραχ. 1,600,000 (προϋπολογιζομένη κατὰ τὴν ἔκθεσιν εἴσπραξις) θέλει χρησιμεύσει πρὸς συντήρησιν καὶ σύστασιν νέων ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ὁδῶν. Εἶναι δὲ ἀναντίῤῥητον, ὅτι εἰς τοὺς νῦν ὑπάρχοντας πρόκειται διὰ τοῦ περὶ οὗ ὁ λόγος νομοσχεδίου νὰ προστεθῶσι νέοι ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι φόροι, ὅπερ ἐναργῶς προκύπτει οὐ μόνον ἐκ τῆς καθυποβληθείσης ἐκθέσεως τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ἀλλὰ καὶ ἐκ τῶν ἄρθρων 2 καὶ 3 τοῦ νομοσχεδίου, εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν ὁποίων μεταβαίνω. Ἄρθρον 2. Ἐπιβάλλεται φόρος ά) 1% ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς· βʹ) 5 λεπτὰ ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων, 20 ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων καὶ 10 ἐπὶ τῶν ὄνων κατὰ κεφαλήν· γʹ) 20 λεπτὰ κατὰ δραχμὴν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἄρθρον 3. Προσεπιβάλλονται καὶ τελωνιακοὶ δασμοὶ ά) 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν ἐπὶ τῆς σακχάρεως, καφφὲ καὶ ὀρυζίου· βʹ) 2% ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς οἰκοδομουμένης ξυλείας· γʹ) 10 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ δασμολόγιον τελῶν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὰ ὑφάσματα. Εἶναι ἑπομένως πρόδηλον, ὅτι, ἐνῷ διὰ ῥητῶν τοῦ νομοσχεδίου διατάξεων ἐπιβάλλονται καὶ προσεπιβάλλονται φόροι, χωρὶς οὐδόλως ν’ ἀποβλέψω ἐπὶ τοῦ παρόντος εἰς τὰ προκαλοῦντα τὸ ὑποβαλλόμενον νομοσχέδιον αἴτια, καὶ παραδεχόμενος πρὸς στιγμὴν, ὅτι μηδεμία δύναται ἔλλογος νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία περὶ τῆς γενησομένης χρήσεως καὶ τῶν φόρων τούτων, κύριος καὶ τελικὸς τοῦ νομοσχεδίου σκοπὸς εἶναι ἡ ἐπιβολὴ καὶ προσθήκη ἀμέσων καὶ ἐμμέσων φόρων, ἀρχὴ δὲ αὐτοῦ ἡ δι’ ἐπιπροσθέτου φορολογίας σύστασις νέων πόρων, ἔστω κατὰ τὴν ἐπιγραφὴν, πρὸς συντήρησιν καὶ βελτίωσιν τῆς τε διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίας. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, ὅτι πολλάκις τὰ βουλευτικὰ Σώματα, ἵνα τὰ πρὸς διοίκησιν, συντήρησιν καὶ ἀσφάλειαν τῆς ἐπικρατείας παρέξωσι μέσα, καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς οἰκονομήσωσι, καθῆκον ἔχουσι νὰ συνδράμωσι τὴν Κυβέρνησιν καὶ διὰ νέων, ἢ ἐπιπροσθέτων φόρων, τὸ δὲ βάρος αὐτῶν οἱ πολῖται, ἕνεκα τοῦ γενικοῦ τῆς κοινωνίας συμφέροντος ἀγογγύστως ὀφείλουσι νὰ ὑποστῶσι. Πολλαὶ, ναὶ, παρουσιάζονται περιπτώσεις, καθ’ ἃς νέοι ἢ ἐπιπρόσθετοι ἀπαιτοῦνται φόροι, τὸ δὲ ἀνεπαρκὲς τῶν μέσων—ἡ τῶν ἐσόδων πρὸς τὰ ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα ἔξοδα δυσαναλογία,—ἡ πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ προκύπτοντος ἀπέναντι πάσης δυνατῆς οἰκονομίας ἐλλείμματος, δύνανται σὺν τοῖς ἄλλοις φορολογικὰ νὰ ἐξουσιοδοτήσωσι καὶ προκαλέσωσι μέτρα. Ἀλλ’ εἶναι ἐπίσης βέβαιον καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι εἰς τὰς ὑπαινιττομένας περιπτώσεις αἱ Κυβερνήσεις, λαμβάνουσαι τὴν πρωτοβουλίαν, ἰδίως δὲ ὁ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργὸς εἰς ἅπαντα τὰ συνταγματικὰ κράτη μετὰ θάῤῥους ἐνώπιον τῶν Βουλῶν παρουσιαζόμενος, μετὰ τακτικὴν καὶ ἐμπεριστατωμένην τοῦ διαχειρισθέντος δημοσίου πλούτου λογοδοσίαν· ἀποδείξας διὰ τῆς προσαγωγῆς τοῦ ἀπολογισμοῦ τοῦ Κράτους τὴν γενομένην χρῆσιν καὶ τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν μέσων· τὴν πολιτείαν καὶ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς ἔχουσα μόνον ὑπ’ ὄψιν ἡ Κυβέρνησις, καὶ πρὸς τὸ ἀποκλειστικὸν ταύτης συμφέρον ἐνεργοῦσα, ἀπαιτεῖ διά τινος προσθήκης τὴν αὔξησιν τῶν ὑφισταμένων φόρων ἢ τὴν ἐπιβολὴν νέων. Τότε δὲ τὰ βουλευτικὰ Σώματα περὶ τῆς καλῆς χρήσεως καὶ διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου πλούτου λαβόντα ἤδη τὰς θετικωτέρας πληροφορίας—μορφώσαντα τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ δυνάμει τῶν ὑφισταμένων νόμων ὑπὲρ τοῦ δημοσίου εἰσπραττόμενα δὲν κατέστησαν ἀνεπαρκῆ ἕνεκεν αὐθαιρεσιῶν, καταχρήσεων καὶ σπατάλης—ἔχοντα συνεπεία τῆς ἐξελέγξεως τὴν ἀπόδειξιν, ὅτι τὰ πάντα πρὸς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἐχρησίμευσαν, τότε, Κύριοι, προθύμως τὰ βουλευτικὰ Σώματα ἀποφαίνονται ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, δικαιολογημένη δὲ καὶ ἀνεπίληπτος εἶναι ἡ πρᾶξις αὐτῶν, καί τοι ἐπιβαρυνομένων τῶν διαφόρων τῆς πολιτείας τάξεων. Ἀλλ’ οὕτω πως πολιτεύεται, Κύριοι, ἡ ἐνώπιον Βουλῆς παρισταμένη Κυβέρνησις, ἡ τοὺς ἐπιπροσθέτους φόρους ἐπιζητοῦσα; ὄχι. Προσεκλήθη ἐπανειλημμένως νὰ προσαγάγῃ τὸν ἀπολογισμὸν τῆς παρελθούσης χρήσεως — τὴν λεπτομερῆ τῆς διαχειρίσεώς της λογοδοσίαν—τὴν ἀπόδειξιν τῶν ἐτησίων σημαντικῶν ἐλλειμμάτων, καὶ διαφοροτρόπως μέχρι τοῦδε ὑπεξέφυγεν. Ἠκούσαμεν δὲ μόνον, ὅτι ἀπὸ τοῦ 1858 ἔπαυσεν ἡ κακὴ Συνταγματικὴ συνήθεια τῶν λογοδοσιῶν, διότι ἔκτοτε εἰς τὰς Βουλὰς ἀπολογισμοὶ δὲν προσάγονται. Ἢ μήπως σπουδαίως νομίζει ὁ Κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὅτι συνταγματικῶς τὸ καθῆκον αὑτοῦ ἐξεπλήρωσε διὰ τῆς οἰκονομικῆς ἐκείνης ἐκθέσεώς του, ἣν, ὡς ἄλλοτε εἶπεν, ἐκ τοῦ προχείρου συνέταξε καὶ ἀπήγγειλε, δι’ ἧς ἠκούσαμεν, ὅτι λίαν εὐάρεστος ναὶ μὲν δὲν εἶναι ἡ οἰκονομικὴ τοῦ κράτους κατάστασις, ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν εἶναι οὔτε ἀπελπιστική!—ἐν ᾗ προσέθηκεν, ὅτι κατὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ἡ τοιαύτη κατάστασις θέλει βελτιωθῆ, καὶ τὴν Βουλὴν ἐνθαῤῥύνας ἀνέκραξεν, ὅτι ἐζήσαμεν ἐκ τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων μας, καὶ ὅτι τὰ προσφάτως συναφθέντα δάνεια ἐχρησίμευσαν μόνον πρὸς ἀπόσβεσιν ἑτέρων προηγουμένων δανείων! Περὶ τῆς οἰκονομικῆς τοῦ Κράτους καταστάσεως δὲν πρέπει σήμερον νὰ ὁμιλήσω, οὐδὲ ἐπὶ τοῦ παρόντος θέλω θίξει τὸ λυπηρὸν τοῦτο ἀντικείμενον. Ἐνῷ ὅμως εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι τὰ δημόσια ταμεῖα εἶναι κενὰ,—ὅτι πολλῶν κεφαλαιούχων εἰς μάτην αἱ θύραι ἐκρούσθησαν—ὅτι σημαντικὰ λόγῳ ὑπηρεσίας καὶ ἑτέρων ὑποχρεώσεων καθυστεροῦνται ποσά, καθῆκον ἔχω, καὶ δικαιοῦμαι πρὸ παντὸς ἄλλου μέτρου νὰ ἀπαιτήσω λόγον τῆς γενομένης χρήσεως καὶ διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου πλούτου, ἵνα τὰς ἀμέσους καὶ ἐμμέσους αἰτίας τῆς οἰκονομικῆς ταύτης κρίσεως ἀνιχνεύοντες καὶ ἀνακαλύπτοντες, μετ’ αὐστηρὰν ἐξέλεγξιν πάσης πράξεως τῶν δημοσίων λειτουργῶν, ἐπιφέρωμεν ὅσον τάχιστα, ὦ βουλευταί, θεραπείαν τινὰ εἰς τὴν μεγάλην ταύτην τοῦ Κράτους πληγήν. Δόσατε λοιπὸν ἐν πρώτοις λόγον, Κ. ὑπουργοὶ, τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων—δικαιολογήσατε διὰ τοῦ ἀπολογισμοῦ τὸν προϋπολογισμὸν, τὰς χορηγηθείσας ὑμῖν πιστώσεις καὶ ἀναπιστώσεις, καὶ μετὰ ταῦτα πρὸς σχηματισμὸν νέων πόρων ζητήσατε προσθήκας, ἐπιβολὰς καὶ προσεπιβολὰς φόρων. Πολλῷ δὲ μᾶλλον ἡ λογοδοσία αὕτη πρέπει νὰ προηγηθῇ πάσης τῶν φόρων ἐπαυξήσεως, καθόσον πολλὰ ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου ἐῤῥέθησαν, παρά τε τῶν συμπολιτευομένων καὶ ἀντιπολιτευομένων, περὶ αὐθαιρεσιῶν, σπατάλης καὶ καταχρήσεων, καὶ διάφορα ἐξηκριβώθησαν γεγονότα — ἀπόδειξις δὲ ἔστωσαν τὰ δημοσιευόμενα ἐκ τῶν στενογραφημάτων πρακτικὰ, τὰ ὁποῖα ὁ ἀμφιβάλλων δύναται νὰ διατρέξῃ. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων ἀδιάφορον ἀποβαίνει δι’ ἐμὲ καὶ μηδεμίαν ἔχουσι βαρύτητα καὶ σημασίαν αἱ τῶν νομοσχεδίων ἐπιγραφαί. Ζητοῦντες δὲ λόγον τῆς διαχειρίσεως τοῦ δημοσίου πλούτου, ἀπολογισμὸν καὶ ἐξέλεγξιν πρὸς παῦσιν πάσης αὐθαιρεσίας, πρὸς καταστολὴν οἱασδήποτε τυχὸν καταχρήσεως, δὲν ἀποκρούομεν ὄχι τὰς βελτιώσεις, τὴν συντήρησιν καὶ τὴν κατασκευὴν νέων ὁδῶν καὶ γεφυρῶν. Τὰς βελτιώσεις μάλιστα διὰ τοιούτου συστήματος ἐπιδιώκομεν, καὶ εἰς τὴν πραγματοποίησιν καὶ ἐκτέλεσιν τῶν δημοσίων ἀναγκαίων ἔργων ἀποβλέπομεν. Εἶναι καιρὸς νὰ ληφθῇ πρόνοια περὶ τῆς συντηρήσεως τῶν ὑπαρχουσῶν καὶ καταστρεφομένων ὁδῶν, περὶ τῆς κατασκευῆς καὶ συστάσεως νέων ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἀντὶ τῶν ἐπικινδύνων καὶ ἀδιαβάτων, ὅπως προληφθῶσι καὶ τὰ ἐτησίως ἐπισυμβαίνοντα δυστυχήματα, οἱ πνιγμοὶ τῶν ἀνθρώπων· ἀλλ’ ἵνα φθάσωμεν εἰς τὴν ἐκτέλεσιν, καὶ πάντα ταῦτα κατορθωθῶσι, πρέπει νὰ ἐκλείψωσιν αἱ καταχρήσεις, νὰ μὴ σπαταλεύηται ὁ δημόσιος πλοῦτος, δι’ αὐστηρᾶς δὲ ἐξελέγξεως ἕκαστος γνωρίσῃ, ἰδίως δὲ ἡ Βουλὴ πεισθῇ, ὅτι ἀνεπαρκῆ μόνον εἰσὶ τὰ ὑπὸ τῶν νόμων χορηγούμενα μέσα πρὸς τὰς πραγματικὰς τοῦ Κράτους ἀνάγκας, ἃς ὀφείλομεν τότε διὰ νέων πόρων νὰ ἀναπληρώσωμεν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὸ βῆμα προσερχόμεθα, ἵνα, ὡς εἶπόν τινες, χύσωμεν δάκρυα ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, ἢ ἐπὶ σκοπῷ δημοκοπίας. Ἤλθομεν ἐνταῦθα, ἵνα τὴν διασῴζουσαν τὰ ἔθνη ἀλήθειαν ἀπὸ τοῦ βήματος κηρύξωμεν, ἀγωνιζόμενοι ὑπὲρ τῶν γενικῶν τῆς ἐπικρατείας συμφερόντων, πρὸς καθιέρωσιν ἀρχῶν σωτηρίων καὶ συνταγματικῶν, δι’ ὧν καὶ πόροι σχηματίζονται καὶ δρόμοι κατασκευάζονται καὶ ἡ ἐν γένει τοῦ τόπου κατάστασις θέλει βελτιωθῆ (ἐπευφημίαι). Ἐν τούτοις, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐκπληροῖ ἓν τῶν κυριωτέρων καθηκόντων της, ἐνόσῳ δὲν δίδει λόγον τῆς παρελθούσης χρήσεως καὶ διαχειρίσεώς της, οὐδὲ κατὰ λεπτὸν ἐπαυξάνω τοὺς φόρους. Ἐξετάσωμεν δὲ καὶ ὑπὸ εἰδικωτέραν ἔποψιν τὸ περὶ τῶν δημοσίων ἔργων ἀντικείμενον. Πρὸ ἐτῶν φορολογεῖται τὸ κράτος, καὶ πρὸ τῆς εἰσαγωγῆς φόρων τινῶν προηγήθησαν τὰ κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς ἀντιβασιλείας διατάγματα καὶ οἱ σχετικοὶ νόμοι, οὓς πρὸ μικροῦ ἐμνημόνευσεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κ. Σωτηρόπουλος, δι’ ὧν ἕκαστος προσεδόκα δρόμους τὴν ἐπιφάνειαν τῆς ἐπικρατείας ἐπικαλύψοντας. Ἕκαστος ἀνυπομόνως, ἰδίως δὲ οἱ τῶν ἐπαρχιῶν κάτοικοι περιέμενον τὰ δημόσια ἐκεῖνα ἔργα, τὰς νέας ὁδοὺς καὶ γεφύρας πρὸς διευκόλυνσιν καὶ ἀκίνδυνον τῶν προϊόντων αὐτῶν μετακόμισιν. Ἠνέχθησαν ἅπαντες ὅλους ἀνεξαιρέτως τοὺς φόρους, ὡς ἐκ τῶν ὁποίων καὶ τὰ διαταχθέντα δημόσια ἔργα ὤφειλον νὰ ἐκτελεσθῶσιν. Ἀλλὰ τί ἔγεινε, Κύριοι, εἰς τὰς ἐπαρχίας; ποία ἡ ἐν συνόλῳ καταβληθεῖσα δαπάνη πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ γεφυρῶν; Σεῖς, οἱ Βουλευταὶ τῶν ἐπαρχιῶν, κάλλιον ἐμοῦ τὸ γινώσκετε· πλὴν καὶ ἐγὼ τῇ βάσει στατιστικῶν καὶ πληροφοριῶν, ἃς ἤντλησα ἐκ διατριβῶν καὶ συγγραμμάτων ἐν Ἑλλάδι ὑπὸ Ἑλλήνων δημοσιευθέντων, δύναμαι ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὴν προσοχήν σας νὰ ἐπιστήσω. Ἰδοὺ, Κύριοι, ἔντυπος συνοπτικὸς πίναξ τῶν εἰς δημόσια ἔργα γενομένων δαπανῶν ἀπὸ τοῦ 1835 μέχρι τοῦ 1862. Ἐκ τοῦ πίνακος τούτου προκύπτει, ὅτι ἡ εἰς δημόσια ἔργα, ἀναγομένη ὁλικὴ δαπάνη, παριστάνει ἓν ποσὸν ἐκ δραχ. 8,608,847 καὶ 42/00, ἐξ ὧν εἰς γεωμετρικὰ καὶ τοπογραφικὰ ἔργα 1,344,017, 28 0/0.
| Εἰς ἀποξήρανσιν ἑλῶν | 496,354, 5/00. |
| Εἰς οἰκοδομὰς, ἐπισκευὴν, κατασκευὴν, καὶ προσωπικὸν ἀρ- | |
| χιτεκτόνων | 1,613,555, 47/00. |
| Εἰς συντήρησιν καὶ κατασκευὴν ὁδοποιΐας καὶ | |
| γεφυροποιΐας | 3,712,787, 41/00. |
| Εἰς ἀνέγερσιν φάρων | 161,157, 60/00. |
| Εἰς καθαρισμὸν λιμένων | 836,913, 98/00. |
| Εἰς συνοικισμοὺς | 397,507, 87/00. |
| Εἰς ὑδραυλικὰ ἔργα | 46,553, 56/00. |
| Τὸ ὅλον ἑκατομ. δραχ. | 8,608,847, 42/00. |
Ἀντιτάττοντες ὅθεν ἀριθμητικὰς ἀποδείξεις εἰς τοὺς ἀριθμοὺς τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, ἔχετε μαθηματικῶς ἀποδεδειγμένον, ὅτι ἐν τῷ διαστήματι ἐτῶν 28 πρὸς συντήρησιν καὶ κατασκευὴν ὁδῶν, ἐν αἷς συμπεριλαμβάνονται αἱ τῆς πρωτευούσης μέχρι Πειραιῶς, ἐδαπανήθησαν 3,712,787,41/00. Ἀπέναντι δὲ ποίων ἐσόδων; Ὑπολογίζοντες κατὰ μέσον ὅρον τὸ ἐτήσιον πραγματικὸν εἰσόδημα εἰς μόνον 15,000,000 δραχ. ἔχομεν ἀδιαφιλονείκητον εἴσπραξιν ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ 1862, ἐν τῷ διαστήματι τουτέστι τριάκοντα ἐτῶν, 450,000,000, ἐξ ὧν, μὴ συμπεριλαμβανομένων τῶν ἐν Ἑλλάδι συνεπεία δανείων εἰσελθόντων, ἐδαπανήθησαν μόνον 3,712,787, 41/00, πρὸς συντήρησιν καὶ σύστασιν νέων ὁδῶν. Ἅπαντα δὲ ἀνεξαιρέτως τὰ δημόσια ἔργα, περὶ ὧν ἐποίησα μνείαν, παριστάνουσι συγκριτικῶς πρὸς τὴν εἴσπραξιν εὐτελέστατον κονδύλιον, μὴ ὑπερβαῖνον τὰ 9,000,000 δραχ. Ἂν δὲ πρὸς στιγμὴν ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς κλεινὰς Ἀθήνας καὶ τὰς ἐν αὐτῇ ὁδοὺς καὶ δημοσίας οἰκοδομὰς, τότε ἕκαστος θέλει ἐννοήσει πόσα καὶ ποῖα ἐν ταῖς ἐπαρχίαις ἐξετελέσθησαν δημόσια ἔργα. Εἰδικὰς περὶ τῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας δημοσίων δρόμων περιγραφὰς δὲν ἐπιχειρῶ, διότι ἐγὼ, Κύριοι, καλὰ συνωδευμένος δὲν ἔφθασα εἰμὴ μέχρι τῆς Κολοκυνθοῦς, — ἐννοεῖτε τὸν λόγον (γέλως). Τοῦτο δὲ μόνον λέγω, ὅτι, βασιζόμενος ἐπὶ τοῦ περὶ τῶν δημοσίων ἔργων εἰδικοῦ πίνακος, ὃν ἔχω ὑπ’ ὄψιν, παρατηρῶ, ὅτι ἀπερίγραπτος καὶ ἐλεεινὴ εἶναι ἡ τῶν δημοσίων ὁδῶν ἐν ταῖς ἐπαρχίαις κατάστασις. Βουλὴ δὲ, γινώσκουσα καὶ τὰ ἑαυτῆς καθήκοντα προτιθεμένη νὰ ἐκπληρώσῃ, δὲν ἐπαναπαύεται εἰς ἁπλᾶς ὑποσχέσεις, οὐδὲ ἐπ’ ἐλπίδι συντηρήσεως καὶ κατασκευῆς νέων ὁδῶν ἐπαυξάνει τοὺς φόρους, ἐνῷ δαπάναι γίνονται ἄνευ λογοδοσίας καὶ ὁ τῆς παρελθούσης χρήσεως ἀπολογισμὸς δὲν προσάγεται. Εἶναι πλέον καιρὸς καὶ καθῆκον ἔχομεν, ὦ Βουλευταὶ, κρείττονα διοίκησιν τῶν δημοσίων πραγμάτων προετοιμάζοντες καὶ ἀπαιτοῦντες, ἐκ πολλῶν καὶ ἐπικειμένων κινδύνων τὴν πατρίδα νὰ διασώσωμεν. Τοῦτο εὐκόλως θέλομεν κατορθώσει, ἂν ἡ σύνεσις καὶ ὁ πατριωτισμὸς ὁδηγήσῃ τὰς πράξεις καὶ ἀποφάσεις ἡμῶν, (εὖγε, εὖγε). Δὲν διατελοῦμεν βεβαίως εἰς εὐάρεστον θέσιν, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἡ τῆς Ἑλλάδος κατάστασις ἀνεπίδεκτος διορθώσεως, ἂν τὴν διόρθωσιν διὰ καταλλήλων μέσων καὶ ἄνευ βραδύτητος ἐπιδιώξωμεν, διορθοῦται ἡ τῶν κοινῶν πραγμάτων κατάστασις, ἀλλὰ τὰ γενικὰ τῆς ἐπικρατείας συμφέροντα ἔστωσαν ὑπογραμμὸς καὶ γνώμων τῶν κυβερνώντων. Διορθοῦται, ἀλλὰ ληφθήτωσαν καταλληλότεραι πρόνοιαι πρὸς διοίκησιν τῶν τε παλαιῶν καὶ νέων ἐπαρχιῶν, πρὸς καταστολὴν καὶ ἐξόντωσιν τῆς ἀτιμαζούσης τὸ ἔθνος λῃστείας. Διορθοῦται, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἱκανοποιηθῶσιν αἱ δίκαιαι τῶν πολιτῶν ἀπαιτήσεις, νὰ παύσωσιν αἱ αὐθαιρεσίαι, αἱ καταχρήσεις, καὶ ἡ τοῦ δημοσίου πλούτου σπατάλη, εἰς δὲ τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τὴν αὐστηρὰν τῶν νόμων ἐφαρμογὴν ἀείποτε προσκαλουμένων τῶν ἱκανωτέρων καὶ ἐντιμοτέρων τῶν πολιτῶν. Οὕτω, πολιτευόμενοι, οἱ τὰς ἡνίας τῆς κυβερνήσεως ἀναλαμβάνοντες, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι τὰ πράγματα βελτιοῦνται, ἡ ἐθνικὴ ὑπόληψίς μας καὶ ἡ ἀπολισθεῖσα δημοσία πίστις ἀνακτῶνται. (χειροκροτήσεις). Σεῖς δὲ, Κύριοι ὑπουργοί, ἐννοήσατε ἐπὶ τέλους τὴν θέσιν σας, πεισθῆτε, ὅτι δὲν δύνασθε οὔτε βῆμα πλέον νὰ κάμητε χωρὶς νὰ προσκόψητε, καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι, ὡς ἐκ τῆς κυβερνητικῆς ὑμῶν πορείας καὶ διαγωγῆς, τὰ παράπονα καὶ αἱ δυσαρέσκειαι ὁσημέραι ἐπαυξάνουσιν, ἡ δὲ διεγειρομένη πανταχοῦ ἀγανάκτησις δύναται ἀνυπολογίστους ἐν τῇ πολιτείᾳ νὰ ἐπιφέρῃ ζημίας. Ἐνθυμήθητε, Κύριοι, ὅτι ἐμπαιγμούς, καὶ πρὸς ἐμπαιγμὸν νομοσχέδια τὰ βουλευτικὰ ἀνεξάρτητα Σώματα δὲν ἀνέχονται. Ἐπανερχόμενος ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν νομοσχεδίου, δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως παρατήρησίν τινα τοῦ Κυρίου Σωτηροπούλου. Καί τοι τῇ συνδρομῇ καὶ συμπράξει τῶν Ἑπτανησίων βουλευτῶν, νέοι φόροι πρόκεινται νὰ ἐπιβληθῶσι καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν, ὁ ὀξυδερκέστατος Κύριος Σωτηρόπουλος, θέλων, εἰ δυνατὸν, νὰ ἀναπληρώσῃ τὰς ἐλλείψεις τοῦ προτείναντος τὸ νομοσχέδιον ὑπουργοῦ, ἐπέφερε τροπολογίαν, δι’ ἧς μέχρι τῆς φορολογικῆς ἐν Ἑπτανήσῳ ἀφομοιώσεως ἀναστέλλεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου εἰς τὰς νεωστὶ προσαρτηθείσας ἐπαρχίας· ἀποταθεὶς δὲ διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του εἰς τοὺς Ἑπτανησίους μετὰ πολλῆς ἀφελείας εἶπεν οὐσιωδῶς «τὸ νομοσχέδιον κατὰ τὴν ὁποίαν ἔφερον τροπολογίαν δὲν σᾶς ἀφορᾷ, ὦ Ἑπτανήσιοι· ψηφίσατέ το λοιπὸν, διότι αὐτοὺς τοὺς ἄλλους μόνον ἀποβλέπει (γέλως).» Γνωρίσατε ὅμως, Κύριε Σωτηρόπουλε, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι, πατριωτικὸν ἐκπληρώσαντες καθῆκον, δὲν ἐψήφισαν τὴν ἕνωσιν, ὅπως εἰς τοῦτο καὶ μόνον περιορισθῶσιν, ἀδιαφοροῦντες περὶ τοῦ ἐνεστῶτος καὶ μέλλοντος, περὶ τῶν γενικῶν τῆς Ἑλλάδος συμφερόντων. Ἀπὸ τῆς ἑνώσεως ἤρξατο δι’ αὐτοὺς ὁ πρὸς καλλιτέραν κυβέρνησιν, διὰ τῆς τακτοποιήσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων, νέος ἔντιμος καὶ ἐθνικὸς ἀγὼν, δι’ οὗ τὰ μεγάλα καὶ ὑψηλὰ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Ἑλληνισμοῦ συμφέροντα δύνανται νά ὑπηρετήσωσι. Πρὸς τοιοῦτον σκοπὸν ἔδραμον ἐνταῦθα οἱ Ἑπτανήσιοι, ἵνα συμπράττοντες καὶ μεθ’ ὑμῶν συνεργαζόμενοι ἀνταλλάξωσι τὰς ἰδέας των, πρόθυμοι νὰ παραδεχθῶσιν ὅ,τι καλὸν καὶ ὠφέλιμον, ἕτοιμοι ν’ ἀποκρούσωσι πᾶν ὅ,τι κακὸν καὶ ἐπιζήμιον. Ἀδιάφορον λοιπὸν, ἐὰν ἀποβλέπῃ ἢ ὄχι τὴν Ἑπτάνησον ὁ προτεινόμενος νόμος, ὡς εἶναι ἀδιάφορον νὰ ἐξετάσωμεν τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν τῆς προτεινομένης τροπολογίας. Ἐνδιαφερόμεθα μόνον, διότι ἀφορᾷ Ἑλλ. χώραν καὶ αὐτοὺς τοὺς ἄλλους, δι’ οὓς, Κύριε βουλευτὰ Τριφυλίας, οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν θέλουν ποτὲ ἀδιαφορήσει. Καὶ ἑτέραν παρατήρησιν τοῦ προαγορεύσαντος Κυρίου Σωτηροπούλου ὀφείλω νὰ ἀποδείξω ἐσφαλμένην, ἐπειδὴ εἶναι πλημμελεῖς αἱ βάσεις τῶν ὑπολογισμῶν αὐτοῦ. Σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος οὗτος βουλευτὴς, ὅτι κατὰ τὸν περὶ ὁδοποιΐας νόμον (2 Σεπτεμ. 1852) ὀφείλοντες οἱ κάτοικοι τοῦ Βασιλείου διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας νὰ συντελέσωσι πρὸς κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, πρέπει νὰ ὑποτεθῶσι σχετικῶς πρὸς τὸν πληθυσμὸν ἐργαζόμενοι 300,000 ἀνδρῶν ἐπὶ 9 κατὰ μέσον ὅρον ἐντὸς ἑκάστου ἔτους ἡμέρας ἢ συνεισφέροντες τὴν ἀντιστοιχοῦσαν τοῦ ἡμεροκαμάτου ἀξίαν ἀνὰ δρ. 2 τὸ ἡμεροκάματον· ὥστε κατὰ τὸν ὑφιστάμενον νόμον ἐπιβάλλεται ἐπαχθὴς φόρος πέντε καὶ ἐπέκεινα ἑκατομ. κατ’ ἔτος, εἶπεν ὁ Κ. Σωτηρόπουλος, ἐνῷ ὁ ὑπὸ διάσκεψιν προϋπολογίζει καὶ διὰ προϋπολογισμῶν περιορίζει τὴν ἐτησίαν εἴσπραξιν εἰς μόνον 1,600,000 δραχ. Εἶναι ὅμως πρόδηλον, ὅτι οἱ ὑπολογισμοὶ οὗτοι ἐσφαλμένοι εἰσὶν, καὶ ἰδοὺ ἡ ἐναργεστέρα τῶν ἀποδείξεων. Ἀπὸ τοῦ 1852, ἐποχῆς τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου, παρῆλθον μέχρι σήμερον ἔτη 13, καὶ ἑπομένως πρὸς 5 μόνον ἑκατομ. δραχμῶν κατ’ ἔτος ὑπολογιζομένης τῆς ἀξίας τῶν ἡμεροκαμάτων, ἠθέλομεν ἔχει δρόμους ἀντιστοιχοῦντας πρὸς τὰ ἡμεροκάματα ἀξίας 65,000,000, ἀφοῦ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τοῦ Κ. Σωτηροπούλου ἐπὶ 13 ἔτη 2,700,000 ἡμεροκάματα κατ’ ἔτος ἐχρησίμευσαν πρὸς κατασκευὴν νέων ὁδῶν. Ἀλλ’ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλετε μοὶ ἐπιτρέψει νὰ ἐρωτήσω τί ἔγειναν καὶ ποῦ ὑπάρχουσιν οἱ δρόμοι οὗτοι, πρὸς κατασκευὴν τῶν ὁποίων ἐτησίως ἐχρησίμευσαν 2,700,000 ἡμεροκάματα, ἰσοδυναμοῦντα πρὸς δραχ. 5,400,000, ἅτινα διὰ τοῦ 13 πολυπλασιαζόμενα ἤθελον δώσει ὁλικὸν ἐξαγόμενον, τῆς προσωπικῆς μόνον ἐργασίας λαμβανομένης ὑπ’ ὄψιν, ἑβδομήκοντα καὶ ἐπέκεινα ἑκατομ. δραχμῶν;
§43ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος.
§44ΚΟΥΡΗΣ. Τί λέγετε, Κύριοι; ὅτι δὲν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος; ἀλλὰ τότε ποῦ μένουσιν οἱ ὑπολογισμοὶ τοῦ Κ. Σωτηροπούλου; ποίαν ἔχουσι πλέον ὑπόστασιν, ὅταν ὁμολογῆτε, ὅτι ὁ ἐπαχθὴς νόμος τοῦ 1852 δὲν ἐξετελέσθη; Προσέξατε ὅμως, ὅτι, ἐνῷ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἔμεινε μόνον εἰς τὸ χαρτὶ, ὁ προτεινόμενος ἄμεσον θέλει λάβει ἐκτέλεσιν, διότι τὸ ὑπουργεῖον πρὸς σχηματισμὸν νέων πόρων μεγάλως ἐνδιαφέρεται. Δὲν ἠπατήθην λοιπὸν, ὅταν ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον, ὅτι διὰ τοῦ προτεινομένου νομοσχεδίου πρόκεινται νέοι ἐν πράγματι νὰ ἐπιβληθῶσι φόροι, προσθέσας, ὅτι νέοι ἐπιζητοῦνται παρὰ Κυβερνήσεως, μὴ ἐκπληρωσάσης ἓν τῶν οὐσιωδεστέρων καθηκόντων της, καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν δὲν μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ προσφέρω συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν, ἀφοῦ πολλὰ τοῦ δημοσίου ἐδαπανήθησαν ἑκατομμύρια, καὶ λόγος δὲν δίδεται, καίτοι τὰ δαπανηθέντα ἐπὶ πολὺ ὑπερβαίνουσι τὰς εἰσπράξεις. Τὰ πράγματα, Κύριοι, τὰ πράγματα ἔχω ὑπ’ ὄψιν, καὶ αὐτὴ ἡ τῶν δημοσίων πραγμάτων θλιβερὰ κατάστασις μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀποποιηθῶ οἱανδήποτε συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν ὑπὲρ τῆς ἐνεστώσης κυβερνήσεως. Λόγους προσωπικοὺς δὲν ἔχω — σέβομαι τὰ πρόσωπα, οὐδὲ διὰ προσωπικοὺς λόγους ἤθελόν ποτε ἀντιπολιτευθῆ τοὺς Κυβερνῶντας. Μετά τινων μάλιστα ὑπουργῶν μὲ συνδέουσιν οἱ τῆς ἀρχαίας φιλίας δεσμοί, ἀλλὰ παντὸς δεσμοῦ ἀνώτερον τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον. Ὤ! πόσον ἐπωφελέστερον καὶ προτιμότερον ἤθελεν εἶσθαι, ἂν δὲν εἶχόν τινες ἐπισπεύσει νὰ καταλάβωσι τὰς ὑπουργικὰς ἕδρας· ἂν προσκληθέντες εἶχον ἀποποιηθῆ, καὶ τρανὰ παρέχοντες δείγματα πατριωτισμοῦ καὶ αὐταπαρνήσεως ἤθελον μετὰ θάῤῥους ἀπαντήσει «ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ συμμεθέξωμεν τῆς ἐξουσίας δὲν δυνάμεθα· τὴν Ἑλλάδα νὰ κυβερνήσωμεν δὲν μᾶς ἐπιτρέπεται, ἐνόσῳ, διατελοῦντες ἐν ἀγνοίᾳ πραγμάτων καὶ προσώπων, τὰ πράγματα διὰ τῶν καταλλήλων προσώπων δὲν εἴμεθα ἐν καταστάσει νὰ διευθύνωμεν.» Τοὺς ἑπτανησίους ὑπαινίττομαι.
§45ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (ὑπουργ. Ἐσωτερικῶν). Τὸ ἐννοοῦμεν.
§46ΚΟΥΡΗΣ. Ἀλλὰ πολὺ ἀργά.
§47ΚΑΛΛΙΓΑΣ. (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Καὶ δι’ ὅλους δύνασθε νὰ τὸ εἰπῆτε;
§48ΚΟΥΡΗΣ. Ὄχι· ἐκτὸς τοῦ γεγονότος, ὅτι σᾶς βλέπω μετὰ τῶν ἄλλων παρακαθήμενον, οὐδὲν ἄλλο ἔχω, ἀξιότιμε Κ. Καλλιγᾶ, καθ’ ὑμῶν νὰ παρατηρήσω. Κατὰ τὴν γνώμην μου, τὴν ὁποίαν καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος κηρύσσω, οὐδεὶς ἐκ τῶν δύω Ἑπτανησίων ὑπουργῶν ὤφειλον νὰ ἀναλάβωσι τὰ ὁποῖα ἀνεδέχθησαν χαρτοφυλάκια.
§49ΒΡΑΪΛΑΣ. (ὑπουρ. Ἐξωτερικῶν). Ζητῶ τὸν λόγον.
§50ΚΟΥΡΗΣ. Ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου, ἥτις δύναται ἴσως νὰ ᾖναι ἢ νὰ θεωρηθῇ παρά τινων ἐσφαλμένη. Μὴ μὲ ἀδικήσετε ὅμως, διότι, ἐὰν, ἐπαναλαμβάνω, κακῶς ἀμφότεροι ἔπραξαν προώρως ἐν τῇ Κυβερνήσει εἰσελθόντες, οὐδόλως δυσαρεστοῦμαι, ἂν καὶ ἐγὼ δὲν εὑρίσκωμαι εἰς τὴν θέσιν αὐτῶν. Ὅ,τι ἀποδοκιμάζω εἰς τοὺς ἄλλους δὲν θέλω πράξει ἐγὼ αὐτός. Ὁμολογῶ τὴν περὶ τὸ κυβερνᾷν ἀνικανότητά μου. Γινώσκω, Κύριοι, γινώσκω, ὅτι ὁ θέλων νὰ κυβερνήσῃ καὶ τοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος καὶ τὰ πράγματα καὶ τὰ περὶ τῶν προσώπων δὲν πρέπει νὰ ἀγνοῇ. Ἀλλ’ ἔστω, Κύριοι, ἔστω, ὅτι ἐσφαλμέναι εἰσὶν αἱ παρ’ ἐμοῦ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκτεθεῖσαι ἰδέαι. Ἀφοῦ ἅπαξ διὰ λόγους βεβαίως πατριωτικοὺς καὶ πρὸς τὸ γενικὸν τῆς Ἑλλάδος συμφέρον ἐδέχθητε τὰς ὑπουργικὰς ἕδρας καὶ τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων ἀνελάβετε, πῶς ἠνέσθητε νὰ κυβερνᾶται ἡ Ἑλλὰς διὰ μέτρων ὀλεθρίων καὶ καταστρεπτικῶν; Πῶς δὲν ἠρνήθητε εἰς τὸν πρωθυπουργὸν πᾶσαν σύμπραξιν καὶ βοήθειαν, βλέποντες τὴν πατρίδα ἕνεκα τοιούτων μέτρων διακινδυνεύουσαν, τὸν τόπον δυσπραγοῦντα, καὶ τὴν Ἑλλάδα ἅπασαν ἐν ἀβεβαιότητι, ἐν ἀνησυχίᾳ καὶ ἐν ἀπελπισίᾳ περὶ τοῦ παρόντος καὶ μέλλοντος! Διατί, Κύριοι, μετὰ πολιτικοῦ θάῤῥους ἐνεργοῦντες, δὲν ἀπῃτήσατε τὴν παῦσιν τοσούτων καὶ μεγάλων κακῶν, τὴν παῦσιν τῶν αὐθαιρεσιῶν, τῶν καταχρήσεων καὶ τῆς σπατάλης, ἢ, μὴ εἰσακουόμενοι, διατί πρὸς μεταβολὴν λαοφθόρου καὶ ἀντιπολιτικοῦ συστήματος πρὸς τὸ συμφέρον ἁπάντων δὲν ἀπεσύρθητε διαμαρτυρόμενοι, ἐγκαταλείποντες τὰς ὑπουργικὰς ἕδρας σας; Δὲν εἶσθε ἴσως ἐνήμεροι τῆς ὑπὸ πολλὰς καὶ διαφόρους ἐπόψεις ἀθλιεστάτης καταστάσεως τῶν παλαιῶν τῆς Ἑλλάδος ἐπαρχιῶν; Ἀγνοεῖτε ἴσως εἰς ποίαν περιῆλθον τὰ πράγματα ἐν Ἑπτανήσῳ κατάστασιν ἕνεκα τῶν ἀδίκων καὶ καταστρεπτικῶν τῆς Κυβερνήσεως μέτρων; Παύω ἐπὶ τοῦ παρόντος· δὲν θέλω σήμερον ἀναπτύξει τοιαῦτα ἀντικείμενα. Περαίνων, εὔχομαι τῶν κακῶν τὴν θεραπείαν· ὑπενθυμίζω δὲ μόνον τοὺς λόγους τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου Κ. Δεληγεώργη, ὅστις θαῤῥαλέως ἀπὸ τοῦ βήματος εἶπεν «ὅτι ἕνεκα τῆς διαγωγῆς τῆς Κυβερνήσεως τὸ πρῶτον τῆς ἑνώσεως βῆμα, τὸ μέγα τοῦτο τοῦ ἐθνισμοῦ καὶ ἑλληνισμοῦ συμφέρον, κινδυνεύει νὰ ναυαγήσῃ.» Ἐπεστήσατε, οἱ ἐξ Ἑπτανήσου ὑπουργοί, τὴν προσοχὴν τοῦ πρωθυπουργοῦ ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου γεγονότος; ἐπὶ τῆς συνεπείᾳ ἀδικαιολογήτων κυβερνητικῶν μέτρων καταστάσεως τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων; Γελᾶτε, Κύριε πρωθυπουργέ; δὲν ἀπορῶ· ἐπιτρέπεται πολλάκις ὁ γέλως.
§51ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός)... Ὅταν ἀκούω πράγματα παράξενα.
§52ΚΟΥΡΗΣ. Πασίγνωστα καὶ ἀληθῆ ἀνέφερα, καὶ ἠκούσατε γεγονότα. Δὲν ἐπεκτείνομαι περισσότερον. Θέλω καταψηφίσει τὴν ἀρχὴν τοῦ ὑπὸ διάσκεψιν νομοσχεδίου, ἀρνούμενος συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν εἰς τὴν ὑφεστῶσαν Κυβέρνησιν, δι’ οὓς ἀνέφερον καὶ ἀνέπτυξα λόγους, καὶ διότι ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω, Κύριοι ὑπουργοί, σεῖς δὲν κυβερνᾶτε, ἀλλὰ κυβερνᾶσθε. (Εὖγε, εὖγε καὶ χειροκροτήσεις).
§53ΒΡΑΪΛΑΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Κύριοι βουλευταί! Εὐχαριστῶ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα διὰ πολλοὺς λόγους, καὶ πρὸ πάντων διὰ τὴν τελευταίαν συμβουλήν, τὴν ὁποίαν ἐν πάσῃ εὐσυνειδησίᾳ ἐνόμισε καθῆκόν του νὰ ἀποτείνῃ πρὸς τοὺς Ἑπτανησίους ὑπουργούς, καὶ ἰδίως, ἐννοεῖται, πρὸς τὸν Κερκυραῖον· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι, ἂν ὁ κ. Κουρῆς ἐγνώριζε, δὲν λέγω τὴν ἱστορίαν τοῦ ὑπουργείου τούτου, δὲν λέγω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους εἰσῆλθον εἰς αὐτό, τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους ἐπιμένω νὰ ὑπηρετήσω εἰς τὴν θέσιν ταύτην, ἂν ἐγνώριζε τὴν ἱστορίαν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου, ἤθελε μὲ θεωρήσει εἰσέτι πλέον ἔνοχον παρ’ ὅ,τι μὲ ἐθεώρησε, καὶ ὅτι ἤθελε συγκεντρώσει κατ’ ἐμοῦ καὶ μόνου τὰ βέλη ὅλα τῆς φλογώδους εὐγλωττίας του. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου, κύριοι, ἐγὼ εἶμαι ἔνοχος· τοῦτο σᾶς τὸ λέγω ἄνευ μεταφορᾶς, σᾶς τὸ λέγω, διότι εἶναι γεγονὸς ἀναντίῤῥητον, καὶ περὶ τούτου ἐπικαλοῦμαι τὴν μαρτυρίαν τῶν ἐντίμων συναδέλφων μου. Τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγὼ εἶμαι ἔνοχος, διότι πρῶτος ἐγὼ συνέλαβον τὴν ἰδέαν, ὅτι ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ ἐλεεινὴ κατάστασις, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας ἐν Ἑλλάδι, ὅτι ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ κλείσωμεν τὸ στόμα εἰς τοὺς κατηγόρους τοῦ ἔθνους μας, οἱ ὁποῖοι τὴν κατηγορίαν ταύτην ἀκαταπαύστως ἐπαναλαμβάνουσι κατὰ τῆς ὑπολήψεώς μας, διότι, κύριοι, ἐνόμισα, εἰσελθὼν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν ἔπρεπεν ἡ κυβέρνησις νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον ὑμῶν ὡς συλλογὴ ἀτόμων, ὡς ἐπιθυμοῦσα δῆθεν τὴν ὑποστήριξίν σας δι’ ὅλως ἰδιοτελεῖς σκοπούς, ἀλλ’ ἔπρεπε νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον ὑμῶν ὡς ἠθικὸν πρόσωπον, καὶ πρῶτον μὲν νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών της, δεύτερον δὲ ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι ἐμελέτησε τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἐμελέτησε τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα, ὅτι ἐσκέφθη περὶ τῶν μέσων τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν τούτων. Οὕτω πως, κύριοι, ἐθεώρησα ἀπ’ ἀρχῆς τὸ καθῆκον τοῦ ὑπουργοῦ, οὕτω πως ἐξέφρασα τὴν γνώμην μου ἐνώπιον τῶν συναδέλφων μου· καὶ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τὴν συνεμερίσθησαν ἀμέσως. Ἔδωκε τὸ ὑπουργεῖον λόγον τῶν πράξεών του, ὅτε δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ μέρος αὐτοῦ κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην συζήτησιν, καθ’ ἣν πᾶσαι αἱ προηγούμεναι πράξεις τῆς κυβερνήσεως ἐτέθησαν ὑπὸ τὴν βάσανον ὑμῶν, συζήτησιν ἥτις ἐτελείωσε δι’ ἐπικυρωτικῆς ἀποφάσεως· ἐξέθηκεν ἐνώπιον ὑμῶν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τῆς παρούσης συνόδου, ἀπὸ τῆς ἐπαναλήψεως τῶν βουλευτικῶν ἔργων τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας μας, ἰδίως ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ὄψιν· διότι τοῦτο, ὡς δὲν ἀγνοεῖτε, εἶναι τὴν σήμερον τὸ κυριώτατον ζήτημα· καὶ ὑπέβαλε ταὐτοχρόνως εἰς ὑμᾶς νομοθετικὰ ἔργα καὶ μέτρα, δυνάμενα κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου νὰ βελτιώσωσι τὴν κατάστασιν ταύτην· ἀλλὰ τὰ μέτρα ταῦτα ἔπρεπεν ἐξ ἀνάγκης νὰ διεγείρωσι καὶ ἀντιῤῥήσεις, ἔπρεπε νὰ δώσωσιν ἀφορμὴν εἰς ἀτελευτήτους ἐρεύνας καὶ συζητήσεις· διότι πρὸ πάντων εἶναι μέτρα ὑπουργικὰ, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον οἰκονομικὰ, καὶ τρίτον διότι εἶναι μέτρα, τῶν ὁποίων, ἂς τὸ εἴπωμεν, ἡ μελέτη εἶναι δύσκολος καὶ ἡ σπουδαιότης μεγάλη. Δὲν ἀπορῶ λοιπὸν διὰ τὴν ἔκτασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἡ παροῦσα συζήτησις, δὲν δυσανασχετῶ διὰ τοῦτο, ἀλλὰ λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι τοιαύτη συζήτησις ἐγείρεται ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἐθεωρεῖτο πρὸ πολλοῦ καὶ δημοσίᾳ καὶ ἀναντιῤῥήτως καὶ ὑπὸ πάντων ἀναγκαῖον, καὶ τὸ ὁποῖον συνεβούλευον εἰς ἡμᾶς καὶ οἱ ἐξωτερικοὶ φίλοι ἡμῶν. Καὶ σᾶς τὸ λέγω τοῦτο ἀπὸ τοῦδε, ἵνα μὴ ἐπανέλθω, ἐὰν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου ἐγερθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§54ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἠγέρθη.
§55ΒΡΑΪΛΑΣ. Ἐὰν τὸ ζήτημα τοῦτο λυθῇ καθ’ ἡμῶν καὶ ἰδίως κατ’ ἐμοῦ, ὅστις, τὸ ἐπαναλαμβάνω, εἶμαι ὁ αὐτουργὸς τῆς ἰδέας, ἂν οὐχὶ καὶ τῶν διατάξεων τοῦ νομοσχεδίου τούτου, θέλω το θεωρήσει τιμήν μου, ἐὰν πέσω μετὰ τῶν συναδέλφων μου. Κακῶς λοιπὸν ἐξελέξαντο τὸ πεδίον τοῦτο τινὲς ἐξ ὑμῶν, ἵνα εἰς τὴν συζήτησιν ἐξηγήσωσιν ὅλην τὴν ἱστορίαν τοῦ παρελθόντος, ἵνα ἐκθέσωσι τὰς πλέον λεπτομερεῖς περιστάσεις τῆς οἰκονομικῆς ἡμῶν καταστάσεως· κακῶς ἐξελέξαντο τὸ πεδίον τοῦτο οἱ χθὲς ἀγορεύσαντες, οἵτινες ἐκόσμησαν τοὺς λόγους των δι’ ὅλων τῶν ἀνθέων τῆς εὐγλωττίας καὶ τῆς ποιήσεως, καὶ πότε εἰς τοὺς οὐρανοὺς μᾶς ἀνεβίβασαν μετὰ τῶν ἀγγέλων, πότε εἰς τὰ ἄδυτα τοῦ ᾅδου μᾶς κατέφεραν μετὰ τῶν δαιμόνων· κακῶς ἐξελέξαντο τὸ πεδίον τοῦτο τῆς μάχης, διότι περιέχει ζήτημα ὑπέρ ποτε ἐθνικὸν, ὑπὲρ πᾶν ἄλλο ἐπιστημονικὸν, ζήτημα κοινωνικὸν καὶ πολιτικόν. Ἐννοεῖτε, ὅτι οὔτε δύναμαι, οὔτε ὀφείλω νὰ ἐπανέλθω εἰς ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθησαν οἱ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἀγορεύσαντες. Δὲν θέλω καταχρασθῆ τῆς ὑπομονῆς σας, Κύριοι, καὶ τῆς εὐνοϊκῆς ὑμῶν ἀκροάσεως, ἀλλὰ θέλω δι’ ὀλίγων ἐκθέσει τοὺς λόγους, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ νομοσχεδίου, θέλω δι’ ὀλίγων ἀναιρέσει ὅσα κατ’ αὐτῆς ἐλέχθησαν εἴτε σήμερον, εἴτε κατὰ τὴν χθεσινὴν συνεδρίασιν, καθ’ ἣν εἰσελθὼν ἐν μέσῳ τῆς συζητήσεως, πᾶν ἄλλο ἐπερίμενον, σᾶς τὸ ὁμολογῶ, ἢ νὰ ἴδω τὴν φλογώδη καὶ πεισματώδη ἐκείνην συζήτησιν περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ἀθῳότητι τῆς ψυχῆς καὶ τῆς συνειδήσεώς μου ἐπρότεινα, περὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινα, ἐκπληρῶν ἓν ἐξ ἐκείνων τῶν καθηκόντων τῶν πατριωτικῶν, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω ἀνάγκην κἀνεὶς νὰ μοὶ ὑπομνήσῃ, διότι ἀείποτε, δύναμαι νὰ σᾶς τὸ εἴπω μετὰ παῤῥησίας, τὰ ἐξεπλήρωσα εὐσυνειδήτως. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, Κύριοι, νὰ δώσω λόγον εἰς κανένα διὰ τί εἰσῆλθον εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀφ’ οὗ οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τὸ δικαίωμα νὰ μοὶ συμβουλεύσωσι, μοὶ τὸ ἐσυμβούλευσαν· δὲν ἔχω νὰ δώσω λόγον εἰς κανένα διὰ τί ἐξακολουθῶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ἀφ’ οὗ παρατηρῶ, ὅτι ἡ περίστασις εἶναι κρίσιμος, δεινὴ, διότι πιστεύω, ὅτι ὅποιος, εὑρισκόμενος ἐπὶ τοῦ πηδαλίου, ἐγκαταλείπει αὐτὸ εἰς τὴν διάκρισιν τῶν ἀνέμων, εἶναι ἄνανδρος πολιτικὸς (εὖγε, εὖγε). Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ δώσω εἰς κανένα λόγον διὰ τὰς πολιτικὰς πράξεις, ἀλλὰ ἐνώπιον ὑμῶν τὰς πράξεις ταύτας ὀφείλω νὰ τὰς δικαιολογήσω. Σᾶς εἶπα, Κύριοι, διὰ τί πρῶτος ἐγὼ συνέλαβον τοῦ νομοσχεδίου τούτου τὴν ἰδέαν; διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν μου τὰ ἀγαθὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερε τὸ σύστημα τοῦτο πρὸ πολλοῦ ἤδη ἐφαρμοζόμενον καὶ ὑπάρχον ἐν Ἑπτανήσῳ· διότι εἶχον ὑπ’ ὄψιν μου, ὄχι μόνον θεωρητικῶς, ἀλλὰ καὶ πραγματικῶς, τὰ ἀναρίθμητα ὠφελήματα τῆς τελειοποιήσεως τῆς συγκοινωνίας, διότι καθ’ ἑκάστην ἤκουον ἐκφερομένην καθ’ ἡμῶν τὴν κατηγορίαν, ὅτι ἐντὸς 30 ἐτῶν οὔτε μία ὁδὸς, οὔτε μία γέφυρα ἐγένετο. Εἶναι ἆρα ἀνάγκη νὰ δικαιολογήσω πρὸς ὑμᾶς, Κύριοι, τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου ὑπὸ τὴν ἐπιστημονικὴν ὄψιν τοῦ ζητήματος; Εἶναι ἄρα ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι, ἀφοῦ παραπονεῖσθε περὶ ἐλλείψεως ἀσφαλείας, τὰ ἰσχυρότατα μέσα πρὸς ἐπίτευξιν τῆς ἀσφαλείας ταύτης εἶναι ἡ ἀσφαλὴς συγκοινωνία; Εἶναι ἄρα ἀνάγκη νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι, ἀφοῦ παραπονεῖσθε περὶ τῆς οἰκονομικῆς κρίσεως, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα, τὰ εἰς τὴν ὁδοποιΐαν δαπανώμενα κεφάλαια εἶναι δαπάνη παραγωγικὴ καὶ οὐχὶ ἀπαράγωγος; ἢ εἶναι ἄρα ἀνάγκη νὰ ἐκθέσω ἐνώπιον ὑμῶν ἐπιστημονικὰς θεωρίας, καὶ διὰ τούτων νὰ ἀντικρούσω τὸ μοναδικὸν σύστημα τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας, Κ. Ἰακωβάτου; Θέλετε νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἷς καὶ μονοειδὴς φόρος εἶναι βλασφημία; ὅτι ἡ ποικιλία τῶν φόρων εἶναι εἷς τῶν ὅρων τῆς καταλληλότητος αὐτῶν; Θέλετε νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι, ἂν παραβλέπητε τὰς ἄλλας πηγὰς τῆς παραγωγῆς, καὶ εἰς μίαν μόνην περιορίζησθε, ἂν νομίζητε, ὅτι πάντα τὰ φορολογούμενα ἀντικείμενα δύνασθε νὰ τὰ φορολογήσητε κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτῶν, διαπράττετε ὄχι μόνον ἐπιστημονικὸν σολοικισμὸν, ἀλλὰ καὶ τὴν μεγίστην κοινωνικὴν ἀδικίαν; Ὑπὸ τὴν γενικὴν αὐτοῦ ὄψιν, ἑπομένως καὶ τὴν ἐπιστημονικὴν, ἂν θέλετε, τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἔχει ἀνάγκην τῶν ἰδικῶν μου δικαιολογήσεων. Καὶ τοῦτο λίαν φρονίμως εἶπε καὶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Λευκάδος Κ. Βαλαωρίτης, ὅστις δὲν ἠμφισβήτησε τὴν ὠφέλειαν, τὴν κοινωνικὴν ἀνάγκην τῆς ὁδοποιΐας, σχετικῶς πρὸς τὴν τωρινὴν κατάστασιν· ἀλλ’ εἶπε, δὲν ἔχω ἐμπιστοσύνην πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, δὲν θέλω νὰ τῇ δώσω τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως. Ὁ δὲ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας Κ. Κουρῆς ἐγενίκευσε τρόπον τινὰ τὴν ἰδέαν τοῦ συναδέλφου του, ἴσως ἐν ἀγνοίᾳ του, καὶ σᾶς ἐξιστόρησε τί ἐγένετο μέχρι τοῦδε διὰ τῶν χρημάτων ὅσα εἰσέπραξε τὸ δημόσιον διὰ τὴν ὁδοποιΐαν, καὶ ἦλθεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι καμμία μέχρι τοῦδε κυβέρνησις δὲν ἠδυνήθη νὰ κάμῃ οὔτε ἐκείνας τὰς ὀλίγας ὁδοὺς τὰς ἀπαραιτήτως ἀναγκαίας διὰ νὰ ὑπάγωμεν εἰς τὰ πλησιέστερα χωρία, καὶ διὰ τοῦτο δὲν θέλει οὔτε τώρα νὰ δώσῃ τὰ πρὸς τοῦτο μέσα. Παράδοξος συλλογισμὸς, κύριοι! Ὁλονὲν παρουσιάζεται ἡ κυβέρνησις ἐνώπιον ὑμῶν καὶ σᾶς λέγει, πρέπει νὰ σχηματίσωμεν ἰδιαίτερον ταμεῖον καὶ κεφάλαιον, τὰ χρήματα ταῦτα νὰ κατατεθῶσιν εἴς τινα τράπεζαν, πρέπει νὰ γίνῃ ἰδιαίτερος λογαριασμὸς δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν, καὶ ἡ κυβέρνησις νὰ μὴ ἀναμιγνύεται εἰς τὴν διαχείρισιν ταύτην, διότι ἄλλως ὁδοὶ δὲν γίνονται, καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ παρελθόντος ἰσχύει ὡς ἀκαταμάχητον ἐπιχείρημα, καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ παρελθὸν λαμβάνει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας διὰ νὰ σᾶς καταπείσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἀποῤῥίψητε τὸ νομοσχέδιον κατ’ αὐτὴν τὴν ἀρχήν του. Δὲν ἔχω ἀνάγκην, κύριοι, περισσοτέρων λόγων πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως ἰδιαιτέρας τινὰς παρατηρήσεις, αἵτινες ἐγένοντο διαρκούσης τῆς συζητήσεως, δὲν δύναμαι νὰ ἀφήσω ἰδιαιτέρους τινὰς αἰνιγμοὺς, οἵτινες παρεισέφρυσαν εἰς τὴν συζήτησιν, καὶ συμβουλὰς τινας, τὰς ὁποίας ἠδυνάμην ἄλλως πως νὰ ὀνομάσω, καὶ διὰ τῶν ὁποίων, ἐνῷ προσκαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ καταψηφίσῃ τὸ νομοσχέδιον, προσκαλεῖται ἀφ’ ἑτέρου ἡ κυβέρνησις ν’ ἀποσυρθῇ. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, ὅτι, ἂν πρόκηται νὰ ἀποσυρθῶμεν διὰ τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐγὼ θέλω εὐχαριστηθῆ, καὶ σᾶς ὁμολογῶ, ὅτι ἐὰν ἐνόμιζον, ὅτι ἀποσυρομένου τοὐλάχιστον ἐμοῦ, καὶ τὴν αὐτὴν ἰδέαν συμμερίζονται καὶ οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μου, ὅτι ἀποσυρομένου τοῦ ὑπουργείου, ἤθελον τὰ πάντα ἐκλείψει διὰ μιᾶς, ὅτι ἤθελον πληρωθῆ τὰ ταμεῖα χρημάτων, ὅτι ἤθελε βασιλεύσει ἐν ἀκαρεῖ ἡ πλέον μεγάλη ἀσφάλεια καθ’ ἅπαν τὸ κράτος, ὅτι ἤθελον ἡσυχάσει τὰ κόμματα, ὅτι ἤθελε καταπαύσει ἡ ἀντιπολίτευσις, ὅτι ἤθελον ἐναγκαλίζεσθαι πάντες οἱ βουλευταὶ εἰς μίαν καὶ μόνην ἰδέαν, εἰς μίαν καὶ μόνην ἀρχὴν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς νέας κυβερνήσεως, ἐὰν ἔβλεπον τὸ εὐτυχὲς τοῦτο μέλλον ὄχι διὰ τὸ νομοσχέδιον τῆς ὁδοποιΐας, τὸ ὁποῖον εἶναι πάρα πολὺ ἀθῶον διὰ νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως πάσης συζητήσεως, πρῶτος ἐγὼ ἤθελον ἐπιμένει εἰς τὴν ἰδέαν τῆς ἀποχωρήσεως. Ἀλλ’ ἀφοῦ θέλετε, κύριοι, καὶ πολιτικὰς καὶ ὑπουργικὰς ἀποχρώσεις νὰ δώσητε εἰς τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἀφοῦ θέλετε ὄχι μόνον ὅλον τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ καὶ τὸ μέλλον νὰ περιλάβητε εἰς τὰς ἐρεύνας σας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω μετὰ πάσης εἰλικρινείας καὶ παῤῥησίας, δὲν εἶναι τὸ κακὸν ἐν γένει οὔτε εἰς τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον, οὔτε εἰς ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τάχιον ἢ βράδιον θέλει τὸ διαδεχθῆ, οὔτε εἰς τὰ προηγούμενα ὑπουργεῖα, ἀλλὰ τὸ κακὸν, ὡς ἠξεύρετε ὑμεῖς νὰ μὲ διδάξητε, εἶναι ἀποτέλεσμα ἀναριθμήτων περιστάσεων. Τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει, δὲν ἀνεφύη χθὲς ἢ σήμερον, ὑπῆρχε πρὸ τοῦ ὑπουργείου τούτου, ὑπῆρχε πρὸ τοῦ προηγουμένου, πρὸ πολλῶν ἐτῶν. Καὶ μὴ φοβεῖσθε, ὅτι διὰ τὸν λόγον τοῦτον θέλω νὰ προσάψω οἱονδήποτε μῶμον ἢ κατηγορίαν εἴς τινα. Τὸ κακὸν προϋπῆρχε, τὸ κακὸν δὲν εἶναι προϊὸν μιᾶς μόνης αἰτίας, ἀλλ’ ὅλων ἐκείνων τῶν περιστάσεων, αἵτινες ἀπὸ τῆς πρώτης ἐγκαταστάσεως τοῦ ἔθνους ὡς πολιτικοῦ κράτους ἐξηκολούθησαν πάντοτε νὰ διαταράττουν τὴν τακτικὴν πορείαν τῶν πραγμάτων. Θέλετε νὰ ἐξετάσητε τὸ κακὸν ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ὄψιν; δὲν δύνασθε νὰ τὸ κατανοήσητε, ἐὰν δὲν τὸ συνδέσητε μὲ τὴν πολιτικὴν ὄψιν. Θέλετε νὰ ἐξετάσητε τὸ κακὸν ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ὄψιν; δὲν δύνασθε νὰ τὸ κατανοήσητε, ἐὰν δὲν τὸ ἐξετάσητε καὶ ὑπὸ τὴν κοινωνικὴν καὶ ἱστορικὴν ὄψιν. Εὑρισκόμεθα, κύριοι, εἰς κατάστασιν οὐχὶ εὐάρεστον. Καὶ πῶς ἄλλως ἠδύνατο νὰ ᾖναι μετὰ τὰ περιστατικὰ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα γινώσκετε, μετὰ τὴν γενομένην μεταπολίτευσιν, μετὰ τὴν διατάραξιν, τὴν ὁποίαν φέρει ἐξ ἀνάγκης οἱαδήποτε μεταβολὴ, καὶ ἡ πλέον ἔνδοξος καὶ σωτήριος; Πῶς ἠδύνατο νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἡ τωρινὴ κατάστασις, ἀφοῦ καὶ αὐτὰ τὰ ὑλικώτερα μέσα τῆς εὐημερίας μᾶς ἔλειψαν; ἀφοῦ, κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ προλαλήσαντος καὶ κατὰ τὰ ἐπίσημα ἔγγραφα, καθ’ ὅλον τὸ παρελθὸν, οὐδὲ τὸ ἐλάχιστον ποσὸν τῆς προσόδου ἐξωδεύθη εἰς δημόσια ἔργα καὶ εἰς ἔργα τῆς ὁδοποιΐας; Πῶς δὲν θέλετε τὸ κακὸν νὰ ὑπάρχῃ, ὅταν ἡ ἀεικινησία, καὶ ἐπαναλαμβάνω, οὐδὲν λέγω πρὸς μομφὴν ἢ προσβολὴν τῶν ἄλλων, ἀφοῦ ἡ ἀεικινησία ὑπῆρξε μέχρι τοῦδε ὁ κύριος χαρακτὴρ τῆς πολιτικῆς μας; Ποία ἡ πρώτη ἀνάγκη τῆς πολιτείας μας; τάξις καθ’ ὅλα. Ἀλλὰ ποῖος ὁ πρῶτος ὅρος τῆς τάξεως; ἡ μονιμότης εἰς τὰ πράγματα. Ἐὰν, κύριοι, δι’ οἱονδήποτε ζήτημα, σήμερον διὰ τὸ περὶ ὁδοποιΐας νομοσχέδιον, αὔριον δι’ οἱονδήποτε ἄλλο φορολογικὸν νομοσχέδιον, προχθὲς διὰ τὰ προηγούμενα Διατάγματα, ἀπειράκις δι’ ἄλλα ἄπειρα ἀντικείμενα ἐπαναλαμβάνητε καθ’ ἑκάστην ὑπουργικὰ ζητήματα, καὶ δαπανᾶται ὁ πολύτιμος καιρὸς τῆς Βουλῆς εἰς τὰς συζητήσεις ταύτας, αἱ ὁποῖαι πᾶν ἄλλο εἶναι ἢ οἰκονομολογικαὶ συζητήσεις, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς τὸ εἴπω, ὅτι οὔτε ὑμεῖς ὡς βουλὴ, οὔτε ἡμεῖς ὡς κυβέρνησις δυνάμεθα νὰ συντείνωμεν εἰς τὴν πραγματοποίησιν ἐκείνου τοῦ πρώτου ὅρου τῆς εὐημερίας τοῦ τόπου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἡ παγίωσις, ἡ ἐπὶ μᾶλλον καὶ μᾶλλον παγίωσις καὶ στερέωσις τῆς τάξεως. Δὲν ἔχω σκοπὸν, Κύριοι, νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν φορολογικὴν ἐξέτασιν τοῦ νομοσχεδίου· τὸ μέρος τοῦτο ἐξεπλήρωσεν ἄριστα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Τριφυλίας Κ. Σωτηρόπουλος, ὅστις δι’ ἀφελοῦς καὶ ἁπλουστάτης καὶ ἐπιστημονικῆς τῳόντι ἀναλύσεως σᾶς ἀπέδειξεν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου ἀνακουφίζεται ἡ τάξις τῶν πενήτων, ὅτι ὁ φόρος, ὁ ὁποῖος πρόκειται νὰ ἐπιβληθῇ ἢ μᾶλλον οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐπιβληθῶσιν, ἐπιβαρύνουσιν ἰδίως τοὺς εὐκαταστάτους. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπαναλάβω ἐκείνας τὰς τετριμμένας, τὰς γνωστὰς ἀρχὰς τῆς πολιτικῆς οἰκονομίας, αἱ ὁποῖαι ἀποκρούουσιν ὁλοτελῶς τὰς ἰδέας τοῦ Κ. Ἰακωβάτου· ἀλλὰ μίαν μόνην παρατήρησιν, Κύριοι, θέλω νὰ ὑποβάλω εἰς ὑμᾶς καὶ διὰ τῆς παρατηρήσεως ταύτης νὰ σᾶς ἀπαλλάξω ἀπὸ τῆς ἐνοχλήσεως. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, τρέφουσα τῳόντι τοὺς φαύλους καὶ δολίους σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἴσως τινὲς ἀποδίδουσιν εἰς αὑτὴν, ἤθελε πραγματικῶς ν’ αὐξήσῃ τὸν φόρον χωρὶς παντάπασι ν’ ἀποβλέψῃ εἰς ἔργα κοινῆς ὠφελείας, ἤθελε νὰ ἐπαυξήσῃ τὰ μέσα τῆς φορολογίας, διὰ νὰ πολλαπλασιάσῃ, ἂς τὸ εἴπωμεν, τὰ μέσα τῆς διαφθορᾶς καὶ τῶν καταχρήσεων· νομίζετε, ὅτι ἤθελε συντάξει οὕτω πως τὸ νομοσχέδιον; Τί εἶπον, ἔντιμοι συνάδελφοι, κατὰ τὴν συνεδρίασιν ἐκείνην τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐσυζητεῖτο τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; Οὔτε ὀβολὸς ἐκ τῶν ἰδιαιτέρων τούτων φόρων πρέπει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ Δημόσιον Ταμεῖον· πρέπει ν’ ἀπομακρύνωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόνοιαν οἱασδήποτε καταχρήσεως, πρέπει τὰ χρήματα αὐτὰ νὰ κατατεθῶσιν εἴς τινα τράπεζαν καὶ νὰ ἐξοδεύωνται δι’ ἐργολαβίας καὶ νὰ πληρώνωνται δι’ αὐτῶν τὰ τετελεσμένα ἔργα ἐπὶ βεβαιώσει καὶ πιστοποιήσει τῶν καταλλήλων ἀρχῶν. Τὸ ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠδυνάμην τότε νὰ προΐδω καὶ πραγματικῶς δὲν προεῖδον τὴν συζήτησιν, ἥτις ἔμελλε νὰ γίνῃ· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠδυνάμην νὰ προΐδω, καὶ πραγματικῶς προεῖδον, τὴν καθ’ ὅλο τοῦ παρελθόντος κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ κάμῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας, εἶπον, ὄχι δι’ ἡμᾶς, ἀλλ’ ἐν γένει δι’ οἱανδήποτε κυβέρνησιν, ἐν γένει δι’ οἱονδήποτε ὑπουργεῖον πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν διατάξεις τοιαύτας, ὥστε νὰ καθησυχάσωμεν τὴν συνείδησιν τῶν πολιτῶν, νὰ ἐμπνεύσωμεν εἰς αὐτοὺς τὴν πεποίθησιν, ὅτι τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θέλουσιν εἰσπραχθῇ διὰ τῶν φόρων τούτων, δὲν θέλουσι χρησιμεύσει εἰμὴ εἰς τὸν κοινωφελέστατον ἐκεῖνον σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον εἰσπράττονται. Ἀλλὰ πρὸς τούτοις, Κύριοι, —καὶ ἐνταῦθα συνδέω τὴν τελευταίαν ταύτην παρατήρησιν μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἐμπιστοσύνης, μὲ τὰς, εἴτε μερικὰς, εἴτε γενικὰς κατηγορίας, ὅσαι ἐξεσφενδονίσθησαν καὶ χθὲς καὶ σήμερον καθ’ ἡμῶν ἀλλὰ πρὸς τούτοις, Κύριοι, μήπως εἶσθε βέβαιοι, ὅτι τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον θέλει ἐξοδεύσει τὰ ἐκ τῶν φόρων τούτων εἰσπραχθησόμενα χρήματα; Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ ὑπολογίσητε πότε θ’ ἀρχίσῃ ἡ εἴσπραξις, πότε θ’ ἀρχίσῃ ἡ δαπάνη, πότε θ’ ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογὴ τῶν ἰδιαιτέρων τούτων φόρων εἰς τὸ ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον γίνονται, καὶ θέλετε ἰδῆ, ὅτι οὐ μικρὸς θέλει παρέλθει χρόνος μέχρι τῆς ἐφαρμογῆς, καὶ οὐ μόνον τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον θέλει παρέλθει, ἀλλὰ, Κύριος οἶδε, πόσα καὶ πόσα ὑπουργεῖα ἕως τότε. Δὲν δύναμαι, Κύριοι, νὰ καταβῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ συγχωρήσητε διὰ τὴν ἐνόχλησιν, τὴν ὁποίαν σᾶς δίδω, δὲν δύναμαι νὰ καταβῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, χωρὶς ν’ ἀπαντήσω καὶ εἴς τι μέρος τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ ἰδίως τὴν Ἑπτάνησον. Τὴν κατάστασιν τῆς Ἑπτανήσου οὐχὶ πάντες ἡμεῖς, καὶ ἴσως οὔτε πλεῖστοι ἐξ ἡμῶν ἐντελῶς γινώσκουσι. Τὴν γνωρίζω, ὅσον τοὐλάχιστον τὴν γνωρίζει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Κερκύρας, καὶ ἴσως δικαιοῦμαι νὰ προσθέσω, ὅτι πρὸς βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ἐκείνης δὲν περιωρίσθην εἰς κενὰς μόνον λέξεις, καὶ κατηγορίας καὶ ἀντεγκλήσεις, ἀλλὰ προέβην καὶ εἰς ἔργα. Γινώσκω τὴν κατάστασιν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ δὲν μὲ ἐκπλήττει, ἐὰν τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἑνώσεως, καθόσον ἰδίως ἀφορᾷ τὴν ὑλικὴν κατάστασιν τοῦ τόπου, δὲν ἦναι διόλου εὐάρεστον, δὲν μ’ ἐκπλήττει· διότι μία κοινωνία οἱαδήποτε, ἥτις μεταβαίνει ἀπὸ ὁμαλῆς καὶ εἰρηνικῆς καταστάσεως αἴφνης εἰς ἄλλην, μία κοινωνία, ἥτις δὲν δύναται δικαίως καὶ εὐλόγως ν’ ἀπαιτήσῃ ἀπὸ τῆς νέας Κυβερνήσεως πάντα τὰ πλεονεκτήματα, ὅσα ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὑπὸ τὴν προηγουμένην, δὲν πρέπει καὶ παραπολὺ νὰ παραπονεθῇ, ἐὰν τὰ ὠφελήματα ταῦτα δὲν ἐπῆλθον. Ἐσκέφθην καὶ ἐγὼ, Κύριοι, περὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἰδιαιτέρας πατρίδος μου, καὶ διότι ἐσκέφθην περὶ αὐτῆς ὅσον ἠδυνήθην ἐμβριθῶς, διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἀπεφάσισα, ὅτι δὲν ἔπρεπεν οἱ Ἑπτανήσιοι νὰ μείνωσιν ἀνάλγητοι ἀπέναντι οἱασδήποτε καταστάσεως· ἀλλ’ ἅμα ἐντίμως ἤθελον προσκληθῆ, ἔπρεπε νὰ θέσωσι τὴν χεῖρα ἐπὶ τὸ ἄροτρον, ἔπρεπε νὰ συμμεθέξωσι καὶ αὐτοὶ τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε διὰ τῆς ὑπουργικῆς, εἴτε διὰ τῆς βουλευτικῆς ἐνεργείας. Καὶ τὴν γνώμην ταύτην συνεμερίσθησαν, ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ εἴπω, οἱ νοημονέστεροι καὶ οἱ ἐντιμότεροι τῶν συμπολιτῶν μου· καὶ τὰς συμβουλάς μου, κύριοι, μοὶ ἔκαμον τὴν τιμὴν ν’ ἀκούσωσιν, ὅταν πρῶτος ἴσως μεταξὺ πολλῶν ἄλλων, οἵτινες εἶχον τὴν διάθεσιν ταύτην, ὕψωσα τὴν φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως, ὑπὲρ τῆς συγχωνεύσεως τῶν κομμάτων, ὑπὲρ τῆς λήθης τοῦ παρελθόντος, ὑπὲρ τοῦ σχηματισμοῦ ἀντιπροσωπείας συμπαγοῦς ὅσον τὸ δυνατὸν, ὑπὲρ τῆς συμπράξεως μεταξὺ ἡμῶν, οἵτινες εἴμεθα ἐντὸς τῆς Κυβερνήσεως, καὶ τῶν ἄλλων, οἵτινες εἶναι ἐντὸς τοῦ βουλευτικοῦ περιβόλου. Ἀλλὰ δὲν θέλω, κύριοι, ν’ ἀπασχολήσω ὑμᾶς ἐπὶ πολὺ μὲ τὴν ἐξιστόρησιν τῶν διατρεξάντων. Σέβομαι εἰλικρινῶς τὰς πεποιθήσεις ἑνὸς ἑκάστου, δὲν ἀπαιτῶ παρ’ οὐδενὸς, δὲν δύναμαι ν’ ἀπαιτήσω τὴν θυσίαν τῶν πεποιθήσεων καὶ τῆς συνειδήσεως· ἀλλὰ ταὐτοχρόνως, κύριοι, ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα ν’ ἀπαιτήσω παρὰ τῶν ἄλλων νὰ σέβωνται τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ἐνεργειῶν μας, νὰ πιστεύωσιν, ὅτι εἰλικρινῶς λέγω, ὅτι τὰ πράγματα, τὰ γενικὰ πράγματα τῆς Ἑλλάδος, κάλλιον δυνάμεθα νὰ κατανοήσωμεν, συμμετέχοντες τῆς ἀρχῆς ἢ ἀναγινώσκοντες τὰς ἐφημερίδας· ἐπίσης, κύριοι, ὅτι τὰ πράγματα τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν πατρίδος κάλλιον δυνάμεθα νὰ διευθετήσωμεν, συμμετέχοντες τῆς ὑπουργικῆς ἐξουσίας (θόρυβος ἀριστερόθεν). Αἱ ἐπιφωνήσεις δὲν μὲ ταράττουσι ποσῶς. — Ἐσκέφθην, ὅτι ὀφείλομεν δι’ αὐτὸ τὸ ἀνώμαλον τῶν περιστάσεων, δι’ αὐτὰ τ’ ἀτοπήματα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπεν ἐξ ἀνάγκης νὰ ἐπιφέρῃ ἡ μεταπολίτευσις, ἐσκέφθην, ὅτι ὀφείλομεν διὰ τοὺς λόγους τούτους νὰ ἀναλάβωμεν καὶ ἡμεῖς τὸ μέρος τῆς εὐθύνης μας. Ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκον τοῦτο, ἐὰν ἐκ τῆς διαιρέσεως ἥτις ἐπῆλθε μεταξὺ τῶν ἐν τῇ Κυβερνήσει καὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ Ἑπτανησίων, θὰ προέλθῃ τὸ καλὸν ἢ τὸ κακὸν τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν πατρίδος, περὶ τούτου, Κύριοι, οὔτε ὑμεῖς, οὔτε ἡμεῖς δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν. Περὶ τούτου θ’ ἀποφασίσῃ τὸ μέλλον, περὶ τούτου θ’ ἀποφασίσῃ ἐκείνη ἡ κοινωνία, ἥτις ἕνα ἕκαστον ἐξ ἡμῶν εἶδεν ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς ἀπὸ πολλῶν ἤδη ἐτῶν, ἄλλοτε συμπολιτευόμενον, ἄλλοτε ἀντιπολιτευόμενον, ἐκείνη ἡ ἰδιαιτέρα ἡμῶν κοινωνία, ἥτις κάλλιον τῆς παρούσης γινώσκει τὰ διανοήματα, τὰ προηγούμενα, τὰς πράξεις, τὸ παρελθὸν ἑνὸς ἑκάστου, καὶ εἰς τὴν κρίσιν αὐτῆς ἐπαναπαύομαι μετὰ πλείστης πεποιθήσεως.
§56ΠΑΔΟΒΑΣ. Κύριοι, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἐὰν παρατηρήσεις τινὲς καὶ προτάσεις τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Σωτηροπούλου δὲν ἤθελον μὲ ὑποχρεώσει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ σᾶς εἴπω μεθ’ ὅλης τῆς παῤῥησίας, ὅτι ὅσα ἐν τῷ νομοσχεδίῳ ἐτροπολογήθησαν ὑπὲρ τῶν Ἑπτανησίων καὶ προσβλητικὰ ἀποβαίνουσι καὶ ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν ἀποτελοῦσι περίγελων καὶ φενακισμόν. Δὲν ἀπαιτοῦμεν, Κύριοι, καμμίαν ἐξαίρεσιν· ἰσότης κατὰ πάντα, ἰσότης δικαιωμάτων, ἰσότης καθηκόντων, καὶ δὲν ἤθελον ποτὲ περιμείνει, ὅτι ὁ ἀξιότιμος αὐτὸς βουλευτὴς, ὁ ὁποῖος ἄλλοτε πρὸ ὀλίγων μηνῶν ἐπρότεινεν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου τὴν ἀπόλυτον καὶ ἄμεσον ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, σήμερον κολακεύων δῆθεν τοὺς Ἑπτανησίους, νὰ προτείνῃ ὥστε ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου ἐκείνου, κατὰ τοῦ ὁποίου ἅπαντες ἐκφραζόμεθα, ἡ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ ἐξαίρεσιν ὑπὲρ τῶν Ἑπτανησίων. Αὐτὸ εἶναι προσβολὴ, Κύριοι....
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἱκανοποίησιν.
§58ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἀπ’ αὐτὰς τὰς προσβολὰς, διὰ τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖται ἱκανοποίησις, Κύριε πρόεδρε τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Κύριοι! ὅταν ἤλθομεν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου, δὲν ἤλθομεν διὰ νὰ λάβωμεν προνόμια ἀπὸ κανένα. Ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἀπαιτῶμεν προνόμια, ἀπαιτοῦμεν ἀκριβῆ ἰσονομίαν καὶ ἰσότητα, καὶ ἐλεύσεται ἡ ὥρα, σήμερον δὲν ἦλθεν ἀκόμη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγώ θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ἀπέναντι αὐτῆς τῆς διαθρυλλουμένης ἰσότητος ἐγένοντο μεγάλαι ἀδικίαι κατὰ τῶν Ἑπτανησίων καὶ τῆς Ἑπτανήσου· ἀλλὰ, κύριοι, σήμερον αὐταὶ δὲν ἀποτελοῦσιν ἀντικείμενον συζητήσεως, σᾶς λέγω ὅμως ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ ἀδικία, ἥτις γίνεται εἰς βλάβην ἡμῶν, ἡμεῖς ποτὲ, Κύριοι, δὲν θέλει ὑποχωρήσομεν, ἀλλὰ θέλει πάντοτε διατελέσομεν εἰς αὐτὸ τὸ σύνθημα, εἰς τὸ ὁποῖον μᾶς ἔσπρωξεν ἡ τιμὴ καὶ ἡ ὑπόληψις· διότι κυρίως τὴν ὑπόληψιν, καὶ ὄχι τὰ συμφέροντα ἐπιδιώκομεν· σᾶς λέγω, ἐπιβάλλετε ὅσους φόρους θέλετε, καταστρέψατε, ἀποτεφρώσατε, ἡμεῖς πάντοτε, καθὸ γνήσιοι Ἕλληνες, περιφρονοῦντες τὰς ἀδικίας, τὴν ὑπόληψίν μας θέλει διατηρήσομεν. (ἐπιδοκιμασίαι, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἠδυνάμην νὰ ὑποθέσω ὅτι ἐπρότεινας τὴν ἐξαίρεσιν διὰ νὰ σαγηνεύσῃς τοὺς Ἑπτανησίους· ἀλλ’ ἂν δὲν τὸ ἔκαμες μ’ αὐτὸν τὸν σκοπόν, ὑποκρύπτεται ὅμως σκοπὸς σκωπτικὸς δι’ ἡμᾶς· διότι, κύριε, γνωρίζομεν ἅπαντες ὅτι ἐντὸς ὀλίγου θὰ ἐπέλθῃ ἡ ἀφομοίωσις τῶν νόμων καὶ τότε διὰ 15 ἡμέρας ἠθέλετε νὰ μᾶς ἀπαλλάξητε ἀπὸ τὴν καταβολὴν αὐτοῦ τοῦ φόρου.
§59ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§60ΠΑΔΟΒΑΣ. Καὶ σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι, ἂν ἡμεῖς δὲν ἐκτιμῶμεν τὰ ὑλικὰ συμφέροντα, ἐκτιμῶμεν τοὐλάχιστον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον πᾶς τις ὀφείλει εἰς τὴν ὑπόληψίν μας καὶ εἰς τὸν νοῦν μας, διότι δὲν εἴμεθα οὔτε Ἰνδοὶ, οὔτε Κάφροι. Ἐγὼ ὅμως, εἴτε ἤθελεν ἀπαλλαχθοῦν οἱ Ἑπτανήσιοι, εἴτε ἤθελε συμπεριληφθοῦν εἰς αὐτὸ τὸ μέτρον, ἔχω μίαν συμφωνίαν μὲ τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, καὶ δυνάμει αὐτῆς, κύριοι, ὑπεχρεώθην πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἤθελα προτιμήσει νὰ ἔχω κομμένας τὰς χεῖρας, ἐὰν ἤθελε ψηφίσω οὔτε λεπτὸν εἰς βάρος τοῦ λαοῦ. Τώρα, Κύριοι, πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτῆς τῆς ὑποχρεώσεως, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἀνεδέχθην, ὀφείλω νὰ ὑποβάλω ὀλιγίστας παρατηρήσεις, ἵνα οὐσιωδῶς δικαιολογήσω τὴν ψῆφόν μου, διότι δὲν θέλω νὰ ὑποθέσῃ κανεὶς, ὅτι ὑπάρχει οὔτε κἂν ἡ διάνοια τοῦ ἀπολυτισμοῦ καὶ τῆς ὀπισθοδρομικότητος, ὅταν ἐγὼ δὲν συνδράμω ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος ἔχει σκοπὸν νὰ διευκολύνῃ τὴν συγκοινωνίαν, εἴτε διὰ ξηρᾶς, εἴτε διὰ θαλάσσης. Ἐγὼ δὲν φέρω τὸ ζήτημα τόσον ὑψηλὰ, ὅσον ὑπ’ ἄλλου ἐφέρθη, θέλει τὸ ἐξετάσω ἁπλῶς ὑπὸ τὴν οἰκονομικὴν ἔποψιν, θέλει τὸ ἐξετάσω ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαίου ἢ τοῦ ἀδίκου τοῦ νόμου, καὶ ἐπὶ τέλους ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἀπολύτου ἀναποτελεσματικότητος. Πρὸ χρόνου, κύριοι, παρουσιάσθη μεταξὺ ἡμῶν ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐζήτησε πρὸς θεραπείαν τῆς οἰκονομικῆς δυσχερείας μέτρα τινὰ οἰκονομικὰ, προσθέσασα, ὅτι βιάζεται νὰ προτείνῃ αὐτὰ τὰ μέτρα, ἐπειδὴ δὲν νομίζει κατάλληλον νὰ προτείνῃ ἄλλας οἰκονομίας ἢ νὰ ἐπαυξήσῃ τοὺς φόρους· καὶ τότε ἡ Βουλὴ ἀμέσως παρεδέχθη καὶ τὸ μέτρον τῶν ἐντόκων γραμματίων, καὶ τὸ ἄλλο μέτρον, δι’ οὗ ἐξουσιοδοτήθη ἡ κυβέρνησις νὰ κάμῃ δάνειον 4 ἑκατομμυρίων δραχμῶν. Ἀφοῦ ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν αὐτὰ τὰ δύω μέτρα, τὰ ὁποῖα εἶχε προτείνει ἡ κυβέρνησις, βεβαίως ἔπρεπεν ἅπαντες νὰ ἔχωμεν τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτὰ ἦσαν τὰ μόνα μέτρα, τὰ ὁποῖα ἠδύναντο νὰ φέρωσι τὸν ἀπαιτούμενον ἰσολογισμὸν πρὸς διεξαγωγὴν τῆς κυβερνητικῆς ὑπηρεσίας. Ἔχει ἐντοσούτῳ ὡς μέσον θεραπείας 7 ἑκατομμύρια δραχμῶν. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐκτὸς αὐτῶν τῶν 7 ἑκατομμυρίων δραχμῶν, τί ἄλλο ἀπαιτεῖ ἀπὸ ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις; Ἀπαιτεῖ καὶ ἄλλα 6 ἑκατομμύρια. Καὶ τῳόντι, ἐὰν ἐξετάσητε ἐκ τοῦ πλησίον ὅλα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπέβαλεν ἡ Κυβέρνησις, θέλετε πεισθῇ, ὅτι ἐκ τοῦ συνόλου αὐτῶν τῶν διαφόρων νομοσχεδίων ἡ Κυβέρνησις προτίθεται νὰ προσπορισθῇ ἄλλα 5 ἢ 6 ἑκατομμύρια, τὰ ὁποῖα ἑνούμενα μὲ τὰ πρῶτα 7 ἀποτελοῦσι τὸ σύνολον 12 ἑκατομμύρια δραχμῶν, τὰ ὁποῖα ἐπιβαρύνουσιν ἀποκλειστικῶς τὸν λαόν. Ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ προτείνῃ αὐτοὺς τοὺς νόμους διὰ τῶν ὁποίων προστίθενται νέοι φόροι ἐπὶ τῶν ἤδη ὑπαρχόντων φόρων; Ἐγὼ, Κύριοι, τὸ ἀναιρῶ, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἤδη μεταξὺ τῆς Βουλῆς καὶ τῆς Κυβερνήσεως συμφωνίας, ὅτι δηλ. ἡ Κυβέρνησις μετὰ τὰ προταθέντα καὶ παραδεχθέντα οἰκονομικὰ μέτρα δὲν ἤθελε προτείνει νέους φόρους, ἔτι μᾶλλον, ἀφοῦ πλεῖστα εἶναι τὰ ἔντοκα γραμμάτια, καὶ καθόσον μᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς, ἐξωδεύθησαν καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ ἐξοδεύωνται. Λοιπὸν ὑπὸ τὴν πρώτην ἔποψιν ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἓν μέτρον, τὸ ὁποῖον τόσον ἐπιβαρύνει τὸν λαόν· ἀλλὰ καὶ ἀνεξαρτήτως τούτου, Κύριοι, εἰς ποίαν περίστασιν προτείνονται παρὰ τῆς ἀξιοτίμου Κυβερνήσεως αὐτὰ τὰ μέτρα; ἴσως εἰς μίαν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ λαὸς εὑρίσκεται εἰς θέσιν ν’ ἀνθέξῃ εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων; δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ σᾶς κάμω τὴν περιγραφὴν τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκεται ἅπας ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος· πανταχόθεν φωνάζουσιν, ἔλλειψις προϊόντων, μεγίστη ἀνάγκη, ὀδυνηροτάτη κατάστασις· πάντες φωνάζουσιν, ὅτι ἔλειψαν πλέον τὰ πλέον ἀναγκαῖα τῆς καθημερινῆς μας χρείας, καὶ εἰς ταύτην τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ὁ λαὸς ἀδιακρίτως τῆς Ἑλλάδος, ἐρωτῶ, εἶναι φρόνιμον, εἶναι πρόσφορον, εἶναι ἐπιεικές, ἡμεῖς, οἵτινες ἀπεστάλημεν ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου νὰ περιφρουρήσωμεν τὰ δικαιώματά του, νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς αὐτὸν τὸν λαὸν νέους φόρους, ἐπιπροσθέτους εἰς ἐκείνους, οἵτινες ἤδη ὑπάρχουν, καὶ τοὺς φόρους τούτους νὰ ἐπιβάλωμεν τώρα δι’ ἐπισκευὴν καὶ κατασκευὴν δῆθεν ὁδῶν, ἐνῷ ἡ ἐπισκευὴ καὶ κατασκευὴ τῶν ὁδῶν δι’ ὅσα πρὸ πολλοῦ γνωρίζετε εὑρίσκεται εἰς πλήρη παραλυσίαν; Καὶ τώρα, ἀφοῦ ἤδη παρῆλθον τόσαι καὶ τόσαι Κυβερνήσεις, καὶ ἀφοῦ αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐφρόντισέ ποτε ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τώρα προσκαλεῖ ὑμᾶς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ λαοῦ νὰ ἐπιβάλητε νέους φόρους εἰς αὐτὸν τὸν δυστυχῆ καὶ ταλαίπωρον λαὸν, ἵνα αὐξήσητε τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας; Καλὸν καὶ θεῖον εἶναι καὶ ἀναγκαῖον νὰ διευκολυνθῶσι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, ἀλλ’ ὅταν αὐτὰ παρουσιάζωνται ὡς μέτρα μεγάλης ἀνάγκης· καὶ εἰς τί, Κύριοι, ἤθελε χρησιμεύσει αὐτὴ ἡ διευκόλυνσις τῆς συγκοινωνίας, ἤ, μᾶλλον εἰπεῖν, ἡ κατασκευὴ καὶ ἐπισκευὴ νέων ὁδῶν; δύναται αὕτη νὰ ἐπιφέρῃ ἐκεῖνα τὰ ἀποτελέσματα, εἰς τὰ ὁποῖα τόσον ἐπεκτάθη ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις; Ἀπέναντι τῆς ἐλεεινῆς καταστάσεως, εἰς ἣν εὑρίσκονται δυστυχῶς τὰ πράγματα αὐτὰ, ὁ νόμος δὲν ἔχει πρὸς τὸ παρὸν οὔτε ὕλην, οὔτε ἀποτέλεσμα. Ὅλοι ἠξεύρετε, ὅτι αἱ ὁδοὶ κατασκευάζονται καὶ ἐπισκευάζονται διὰ νὰ ἠμπορῇ καθεὶς νὰ διέρχηται ἐλευθέρως δι’ αὐτῶν· ἀλλὰ σήμερον εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα, δὲν δύναταί τις νὰ διέρχηται τὰς ὁδοὺς ἐκείνας, ἔστω καὶ κατεσκευασμένας καὶ ἐπεσκευασμένας, χωρὶς νὰ συνοδεύηται ἀπὸ ἓν σῶμα χωροφυλάκων. Ἡ πρώτη ἀνάγκη λοιπὸν, τὸ πρῶτον καθῆκον μιᾶς Κυβερνήσεως, εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ ἀσφάλεια, καὶ, ἂν δὲν ὑπάρχῃ αὐτὴ ἡ ἐσωτερικὴ ἀσφάλεια, αἱ ὁδοὶ ἀποβαίνουσιν ἄσκοποι· γνωρίζετε ἀπὸ τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι διὰ Β. Διατάγματος προτείνει ἡ Κυβέρνησις χιλιάδας δραχμῶν δι’ ἀμοιβὴν ἐκείνων, οἵτινες καταδείξουν ἢ καταδιώξουν τὴν ληστείαν. Ἐξασφαλίσατε πρῶτον ἐσωτερικῶς τὸ κράτος, καὶ ἔπειτα ἐξοδεύετε διὰ νὰ ἐπισκευασθῶσιν ἢ κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ πρὸς διευκόλυνσιν τῆς συγκοινωνίας, καθ’ ὅσον εἶναι πασίγνωστον, ὅτι κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν τῆς ἀσφαλείας, ἐὰν ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν πρωτεύουσαν ἐπὶ δύω ἢ τρία μίλια. Ἀποκρούσατε λοιπὸν πρῶτον τὴν ληστείαν, ἥτις κρούει τὴν θύραν τῶν πλουσίων καὶ τῶν πενήτων, αὐτὴν τὴν ληστείαν, ἡ ὁποία, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ἐπέφερε τόσον τρόμον, ἡ ὁποία καὶ χθὲς, ὡς ἔμαθον, τοὺς μὲν χωροφύλακας ᾐχμαλώτισε, τὸν δὲ ἱερέα ἐδολοφόνησε.
§61Λ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸν ἐδολοφόνησαν, τὸν ἐκρεούργησαν.
§62ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀπέναντι αὐτῶν τῶν γεγονότων, διατί θέλομεν ἡμεῖς νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν λαὸν μὲ νέους φόρους πρὸς ἐπισκευὴν δῆθεν ἢ κατασκευὴν ὁδῶν; Ἀλλὰ, Κύριοι, μᾶς λέγουν, οὐσιωδῶς δὲν πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς νέου φόρου, εἶναι ἀντικατάστασις ἄλλου φόρου προηγουμένου καὶ προγενεστέρου, εἶναι, ὡς νὰ εἴπωμεν, μετασχηματισμὸς φόρου, καὶ αὐτὸς ὁ μετασχηματισμὸς φόρου πρέπει παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ παραδεχθῇ, Κύριοι, διὰ δύω λόγους· πρῶτον, διότι ἀπαλλάττει τὸν λαὸν τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, καὶ δεύτερον, διότι παραδεχόμεθα μέτρον συντελεστικόν. Δὲν παραδέχομαι οὔτε τὸ ἓν, οὔτε τὸ ἄλλο· ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου δὲν εἶναι ἡ ἄρσις τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Κατὰ τὸν νόμον τοῦ 1852, ἡ προσωπικὴ ἐργασία ἔχει χώραν πρῶτον εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, δεύτερον εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν, καὶ τρίτον εἰς τὴν κατασκευὴν τῶν δημοτικῶν ὁδῶν. Δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, Κύριοι, δὲν καταργεῖται ἡ προσωπικὴ ἐργασία δι’ ὅλας ἀδιακρίτως τὰς ὁδοὺς, ἀλλὰ μόνον διὰ τὰς ἐθνικὰς, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔχομεν αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, τοὐτέστι νὰ μένῃ πάλιν ἡ προσωπικὴ ἐργασία διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδούς. Τὸ νομοσχέδιον, συνδυαζόμενον μετὰ τοῦ νόμου τοῦ 1852, προτείνει τὴν ἀκύρωσιν τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀφορῶντος τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, ὥστε, ἐὰν ἡμεῖς ἐπιβάλωμεν νέους φόρους, οἱ ὁποῖοι ἐτησίως παράγουσι 1,600,000 δραχ., διατηροῦμεν εἰσέτι τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς, καὶ ἐπιβαρύνομεν τὸν λαὸν μὲ ἐπαχθεῖς προσθέτους φόρους. Καὶ ἠξεύρετε πόσαι εἶναι αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ, συμπαραβαλλόμεναι μὲ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικάς; αἱ πρῶται ὀλίγαι, αἱ λοιπαὶ πλεῖσται καὶ διάφοροι κατὰ τὸν νόμον τοῦ ἔτους 1852 καὶ τὰς ἀνάγκας 58 καὶ ἐπέκεινα ἐπαρχιῶν, καὶ πλείστων δήμων, καὶ οὕτως οὐδεμίαν ὠφέλειαν προσφέρετε εἰς τὸν λαὸν, ἐνῷ διατηρεῖτε τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἐπαρχιακῶν καὶ δημοτικῶν ὁδῶν, καὶ ἀπαλλάττετε τὸν προϋπολογισμὸν ἀπὸ 1,600,000 δρ. αἱ ὁποῖαι ἐπιβάλλονται εἰς τὴν κεφαλὴν καὶ τοῦ πλουσίου καὶ τοῦ πτωχοῦ, διότι μὲ ὅλον τὸν σεβασμὸν, τὸν ὁποῖον ὀφείλω εἰς τὴν ἐναντίαν γνώμην τοῦ Κ. Βουλευτοῦ Σωτηροπούλου, καὶ πρὸς τοὺς ἀπολογισμοὺς καὶ ὑπολογισμοὺς, τοὺς ὁποίους ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς, οἱ νέοι φόροι ἐπίσης ἐπιβαρύνουσι καὶ τὸν πτωχὸν καὶ τὸν πλούσιον· ὅθεν διὰ τῆς παραδοχῆς τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου ἔχομεν τὸ ἀποτέλεσμα, ὅτι ἐνῷ διατηρεῖται ἡ προσωπικὴ ἐργασία διὰ τὰς ἐπαρχιακὰς καὶ δημοτικὰς ὁδοὺς, ἐπιβαρύνεται ὁ λαὸς διὰ νέου φόρου. Ὑπάρχει, κύριοι, διότι ἐκτὸς τοῦ ἄρθρου 4 δὲν ἀκυροῦται ἄλλο ἄρθρον αὐτοῦ τοῦ νόμου, καὶ τὸ ἄρθρον 10 τοῦ νόμου τοῦ 1852, τὸ ὁποῖον δὲν ἀκυροῦται, καὶ διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ ἐκτάκτων φόρων, τοὺς ὁποίους θέλουσι ψηφίσει τὰ ἐπαρχιακὰ καὶ δημοτικὰ συμβούλια. Λοιπὸν φόροι ἐπὶ φόρων πανταχόθεν μᾶς περιεκύκλωσαν καὶ μᾶς περιστοιχίζουσιν. Ἀποτείνομαι τώρα εἰς τὴν ὑμετέραν συνείδησιν, διότι πρόκειται καὶ περὶ ζητήματος συνειδήσεως, Κύριοι, καὶ οὐχὶ ἁπλῶς βουλευτικοῦ· συμφέρει εἰς αὐτὸ τὸ δυστυχὲς κράτος, ἐν ᾧ σήμερον καταπιέζεται πανταχόθεν ἀπὸ φόρους, νὰ ἐπιβάλωμεν ἀκόμη καὶ ἕνα φόρον πρὸς τὸν σκοπὸν δῆθεν νὰ κατασκευάσωμεν ἢ νὰ ἐπισκευάσωμεν ὁδούς; Καὶ αὐτοὶ οἱ νέοι φόροι, τοὺς ὁποίους προσκαλούμεθα νὰ ἐπιβάλωμεν, ἐκτελοῦντες καθῆκον ἱερὸν καὶ βουλευτικὸν, ἀνεξαρτήτως τῆς ἀρχῆς τοῦ τοπικισμοῦ, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἀβασίμως ἀποκλείει, εἶναι ἀποτελεσματικοὶ καὶ πρόσφοροι; Ἡ κυβέρνησις, σᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπολογίζει τὸ εἰσόδημα εἰς 1,600,000 δραχμῶν· ἀπὸ αὐτὰς ἀφαιροῦνται 490,000, αἱ ὁποῖαι δίδονται εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, ἀφαιροῦνται ἐπίσης ἄλλαι 200,000 δι’ ἐπισκευὴν ὁδῶν. Ἐρωτῶ ἐγὼ, ἀρκοῦσιν 910,000 δραχμῶν, διὰ κατασκευὴν ὅλων ἀδιακρίτως τῶν τοῦ κράτους ὁδῶν; Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ ποσὸν οὔτε ἐξαρκεῖ διὰ τὴν ἐπισκευὴν τῶν ὁδῶν τῆς Κερκύρας, καὶ ἑπομένως ὁ προταθεὶς νόμος, ἐν ᾧ ἐπιβαρύνει ἀναποτελεσματικῶς τὸν λαὸν, τὸν στερεῖ τῶν ὠφελειῶν τοῦ πρώτου νόμου, τοὐλάχιστον διὰ τὰς ἐθνικὰς ὁδούς· βλέπετε, ὅτι ἐγὼ δὲν φέρω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς οὔτε ὑπουργικὰ ζητήματα, οὔτε ἄλλο, καὶ ἐξετάζω ἁπλῶς τὴν πραγματικότητα καὶ ἀποτελεσματικότητα τοῦ νόμου, καὶ ἐλπίζω, ὅτι θέλει ἀποδείξω ἐναργῶς καὶ καταπειστικῶς καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην.
§63ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι ὥρα, Κ. πρόεδρε!
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις 5½ μ. μ.