1865.10.11
2,001 rows · 17,341 words · 82 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 53.
Τῆς 11 Ὀκτωβρίου 1865.
(Δευτέρα).
Ὥρα 12 τῆς Μ. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ βουλευταὶ Ἄνινος, Τσουγανάτος, Ἰακωβάτος, Λειβαδᾶς, Μαυρογιάννης, Ἰακωβάτος, Φλωριᾶς καὶ Ζερβὸς ὑπέβαλον εἰς τὴν Βουλὴν τροπολογίαν εἰς τὸν περὶ σχηματισμοῦ Τελωνείων νόμον. Κάτοικοί τινες τῶν Θηβῶν διεύθυνον ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, συσταίνοντες, ὥστε ἕδρα τοῦ Πρωτοδικείου καὶ τῆς διοικήσεως νὰ γείνωσιν αἱ Θῆβαι ἀντὶ τῆς Λεβαδείας, ἄλλως τε δικαστικῶς νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ Πρωτοδικείου Ἀθηνῶν. Εἷς πολίτης Βενδεβῆς, Φαρμακοποιὸς εἰς Ἀθήνας, συσταίνει εἰς τὴν Βουλὴν τὴν κατάργησιν τοῦ περὶ μεταλλείων καὶ ὀρυκτῶν νόμου, προσθέτει δ’ ἐν τέλει καὶ διάφορα ἄλλα μέτρα πρὸς πλουτισμὸν τῆς Ἑλλάδος. Θέλει παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν. Ὁ Ἀντώνιος Γαρουφαλιᾶς, δημότης Ἀθηνῶν, παραπονεῖται κατὰ τοῦ διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, ὅτι τὸν ἀπέπεμψεν ἀδίκως καὶ ἐναντίον τῶν κειμένων νόμων, ἐκ τῶν Ἀθηνῶν. Θέλει παραπεμφθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν ἐπιτροπήν.
§4ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ὥρισε τὴν σημερινὴν ἡμέραν ν’ ἀπαντήσῃ ἐπὶ τῶν ἐπερωτήσεων περὶ τῶν ἐθνικῶν κτημάτων. Λοιπὸν παρακαλῶ αὐτὸν νὰ δώσῃ τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας.
§5ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Διέταξα νὰ ἔλθουν τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ κινηθῇ ἡ ἀγωγή.
§6ΚΑΡΑΜΑΝΟΣ. Ἀφοῦ πρόκειται νὰ ἐκτελεσθῶσιν οἱ σεβαστοὶ Νόμοι τῶν Ἐθνικῶν Συνελεύσεων καὶ τὰ Β. Διατάγματα, παρακαλῶ τὸν Κ. Πρωθυπουργὸν καὶ Ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἀγωγὴν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, καθ’ ὅσον εἶναι καὶ πολὺ σπουδαῖον, καὶ ὁ χρόνος τῆς παραγραφῆς ἐγγίζει· προσέτι νὰ μᾶς εἰδοποιήσῃ ἅμα κινήσῃ τὴν ἀγωγήν.
§7ΠΕΤΡΑΚΗΣ. Κύριοι, ὁ Διευθυντὴς τῆς διοικητικῆς Ἀστυνομίας Ἀθηνῶν καὶ Πειραιῶς νομίζω, ὅτι κατὰ τοὺς κειμένους νόμους δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ συλλαμβάνῃ ἄνευ λόγου πολίτας καὶ δημότας Ἀθηνῶν, νὰ τοὺς κρατῇ δύω ἢ τρεῖς ἡμέρας καὶ κατόπιν νὰ τοὺς ἀπολύῃ ἢ νὰ τοὺς ἀποπέμπῃ καὶ νὰ τοὺς ἐκτοπίζῃ μακρὰν τῆς πατρίδος των. Ἓν τοιοῦτον ἔλαβε χώραν καὶ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν ἐναντίον τοῦ Ἀντωνίου Γαρουφαλιᾶ, ὅστις παρουσίασεν εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προμνησθεῖσαν ἀναφοράν. Οὗτος, Κύριοι, εἶναι δημότης Ἀθηνῶν, κατὰ τὸ πιστοποιητικὸν τὸ ὁποῖον ἐπισυνάπτει εἰς τὴν ἀναφοράν, καὶ ἔχει ἀρκετὴν περιουσίαν. Ἐρωτῶ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν νομίζῃ, ὅτι ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας, κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους, ἔχει ἐν γένει τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ μετατοπίζῃ ἕνα πολίτην, καὶ δεύτερον, ἐὰν ἔχῃ τοιοῦτον δικαίωμα ἀπέναντι ἑνὸς πολίτου καὶ μάλιστα δημότου, ἂν ἔχῃ, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ τὸν συλλαμβάνῃ καὶ νὰ τὸν ἀποπέμπῃ μακρὰν τῆς πατρίδος του, εἰς ἄγνωστον τόπον. Ἡ παραπομπή του ἐγένετο πρὸ 24 ἡμερῶν καὶ ἀγνοεῖται ποῦ εὑρίσκεται· οἱ συγγενεῖς του ἀγνοοῦν καὶ οἱ φίλοι του ποῦ διαμένει· ἀνεφέρθησαν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τοὺς εἶπον, ὅτι εἶναι πρόθυμοι νὰ τὸν ἐπαναφέρωσι. Παρῆλθον 24 ἡμέραι καὶ οὐδὲ εἴδησιν ἔλαβον. Ἐγὼ παραδέχομαι, ὅτι εἶναι ἕνας ταραξίας, ἕνας ἄνθρωπος ἐπιβλαβής· ἔχομεν κειμένους νόμους καὶ κατ’ αὐτοὺς ἔπρεπε νὰ τιμωρηθῇ· δὲν ἔχει ὅμως τὸ δικαίωμα ὁ Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας νὰ συλλαμβάνῃ ὁποιονδήποτε καὶ νὰ τὸν μετατοπίζῃ. Δεύτερον, προχθὲς ἕνας νέος Ἀλ. Πολυριαλᾶς, εὑρισκόμενος εἰς τὸ ἀκροατήριον, φαίνεται, ὅτι διεδήλωσε τὰ αἰσθήματά του εἴτε ὑπὲρ τῆς συμπολιτεύσεως, εἴτε ὑπὲρ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, δὲν γνωρίζω. Ὅταν ἐτελείωσεν ἡ συνεδρίασις, ὁ Διευθυντὴς τὸν προσκαλεῖ νὰ τὸν ἀκολουθήσῃ, τὸν συλλαμβάνει καὶ τὸν κατακρατεῖ 24 ὥρας· κατόπιν δὲ τῷ λέγει, ὅτι ἄλλοτε νὰ μὴ πατήσῃς εἰς τὴν Βουλὴν καὶ λαμβάνῃς μέρος εἴτε ὑπὲρ τοῦ μὲν, εἴτε ὑπὲρ τοῦ δὲ, διότι τότε θὰ ἐφαρμόσω τὸ μέτρον νὰ σὲ ἐκτοπίσω. Ἐρωτῶ τὸν Κ. Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐὰν ὁ Διευθυντὴς ἔχῃ τοιοῦτο δικαίωμα κατὰ τοὺς καθεστῶτας νόμους, νὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς ἀπαντήσῃ.
§8ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλομεν ἀπαντήσει, ὅταν ἐπισήμως εἰδοποιηθῶμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ λάβωμεν τὰς δεούσας πληροφορίας.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον ἡ Βουλὴ παραδέχεται ν’ ἀπαντήσῃ ὁ Ὑπουργὸς ἐπὶ τῆς προκειμένης ἐπερωτήσεως;
§10ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐντὸς τῆς ἡμέρας, διότι εἶναι παραβίασις τοῦ Συντάγματος.
§11ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρέπει πρῶτον νὰ ζητήσῃ πληροφορίας ἀπὸ τὴν Ἀστυνομίαν.
§12ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι σήμερον ὡρίσθη νὰ συζητηθῇ ἡ ἀναφορὰ τοῦ Δημάρχου Ζακύνθου, ἥτις ἐστάλη εἰς τὴν ἐπὶ τῆς παιδείας ἐπιτροπήν· τὸ ἀντικείμενον εἶναι πολὺ σπουδαῖον καὶ πρέπει νὰ συζητηθῇ ὅσον οἷόν τε τάχιον. Εἶναι δὲ καὶ μία ἄλλη ἐπερώτησις πρὸς τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν εἰσέτι δὲν ἀπήντησε, τοὐτέστι διὰ τὴν ἐξύβρισιν τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν πρὸς τὴν Ἱερὰν Σύνοδον. Παρακαλῶ καὶ εἰς αὐτὴν τὴν ἐπερώτησιν ν’ ἀπαντήσῃ ταυτοχρόνως, διότι πρέπει τοὐλάχιστον τὴν θρησκείαν καὶ τὸν κλῆρον ν’ ἀφήσωμεν ἀπρόσβλητον. Ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἐπεφορτίσθη νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸν κατάλογον τῶν καθυστερουμένων 60 ἑκατομμυρίων· παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ὑποβολὴν ταύτην ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν.
§13ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ζητήσω ἀπὸ τὸ ἐλεγκτικὸν Συνέδριον νὰ παραχωρηθῶσι δύω ἢ τρεῖς ὑπάλληλοι νὰ τὸν συντάξωσι.
§14ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι σήμερον ἡ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἡμέρα δὲν ὡρίσθη περὶ τῆς συζητήσεως τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§16ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν, ἐὰν δὲν ᾖναι σήμερον ἕτοιμος ὁ Κ. ὑπουργὸς, πότε θὰ ᾖναι;
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίσατε μίαν ἡμέραν.
§18ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν τὴν τετάρτην.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει νὰ δώσωμεν καιρὸν εἰς τὸ συνέδριον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Βουλὴ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου τούτου;
§21ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν δὲν ᾖναι ἕτοιμος, ἄλλοτε συζητοῦμεν τοῦτο· ἐὰν δὲ ᾖναι ἕτοιμος, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§22ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μέχρι τέλους τῆς ἑβδομάδος.
§23ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Φρονῶ, καθόσον ἀφορᾷ τὸν κατάλογον περὶ τοῦ ὁποίου λέγω, ὁ Κ. ὑπουργὸς ἠμπορεῖ νὰ ἐξηγηθῇ· ἀλλὰ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας λέγει, ὅτι ζητεῖ, εἶναι μία ὑπεκφυγή.
§24ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν νὰ μάθωμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἂν ἐφηρμόσθη ὁ νόμος τοῦ 61, διότι εἰς αὐτὸν θέλει στηριχθῆ κατὰ μέγα μέρος τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ζήτημα· τὸ Συνέδριον εἶναι ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἠμποροῦν νὰ κάμουν καλὰ μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Λοιπὸν εἰς τὸ τέλος τῆς ἑβδομάδος θέλομεν συζητήσει τὸ προκείμενον ζήτημα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Πρόεδρος τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἀπηύθυνεν ἔγγραφον, δι’ οὗ ζητεῖ δέκα ἡμερῶν προθεσμίαν, ἵνα ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ὁ Κ. Πλατύς. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐγκρίνει νὰ δοθῇ ἄδεια δέκα ἡμερῶν;
§26ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν λέγετε ὄχι, πρέπει νὰ εἴπητε καὶ τοὺς λόγους, διότι ὁ πρόεδρος τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας λέγει, ὅτι ἐζήτησε μερικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα χρησιμεύουν εἰς τὴν παροῦσαν ὑπόθεσιν, καὶ μέχρι τοῦδε δὲν τὰ ἔλαβεν· ἑπομένως δὲν ἠδυνήθη τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας μέχρι τοῦδε νὰ δώσῃ τὴν γνώμην του. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§28ΠΟΛΛΟΙ. Οὐχί.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται νὰ μὴ δοθῇ προθεσμία.
§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἄλλοι παραδέχονται.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τὸ θέσωμεν εἰς ψηφοφορίαν.
§32ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι αἱ ἐπιτροπαὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ζητοῦν πληροφορίας καὶ παράτασιν τῆς προθεσμίας· τὸ συμβούλιον δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ ὡσεὶ μία ἐπιτροπὴ, ἑπομένως ἔχει καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα δυνάμει τοῦ νόμου, ὅστις τὸ συγχωρεῖ νὰ ζητήσῃ προθεσμίαν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ Σύνταγμα, ἄρθρ. 84 ...... «Ἐὰν τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας κρίνῃ ἀναγκαίαν τὴν παράτασιν τῆς ταχθείσης προθεσμίας, δύναται νὰ ζητήσῃ τοιαύτην παρὰ τῆς Βουλῆς, ἥτις δύναται νὰ παρατείνῃ αὐτὴν ἐπὶ δέκα καὶ πέντε ἡμέρας». Λοιπὸν θὰ προκαλέσω ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Θὰ θέσω τὸ ζήτημα οὕτω πως. Οἱ θέλοντες νὰ δοθῇ ἡ ζητουμένη προθεσμία εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὅπως ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Πλατῆ, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἀπέῤῥιψεν. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ σχηματισμοῦ πόρων πρὸς διατήρησιν τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίας. Εἶναι ἡ τρίτη συζήτησις. Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ὑπάρχει ὁ λόγος, εἶχε ζητήσει τὸν λόγον ὁ Κ. Τσιριμῶκος. (ἐνταῦθα κατέλαβε τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Μαρκορᾶς.)
§34ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Διατρίβων εἰς τὰς ἐπαρχίας ἕνεκα τῶν διακοπῶν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, ἐπληροφορήθην ἐκ τῶν ἐφημερίδων τὴν σωρείαν τῶν νομοσχεδίων, τῶν λεγομένων οἰκονομικῶν, καὶ, μὰ τὸν Θεὸν, ὕψωσα τὰς χεῖρας καὶ εὐχαρίστησα τὸν Θεὸν, ὅτι εὑρέθη ὁ σωτὴρ κατὰ τὴν παροῦσαν περίστασιν, καθ’ ἣν ὅλος ὁ κόσμος φωνάζει καὶ δὲν ἀκούεται, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἀκόμη φωνάζει, ὅτι δὲν εἴμεθα καλά. Τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἔλαβα, ἐπανελθὼν κατεσπευσμένως, ἵνα δώσω τὴν ὀφειλομένην συνδρομήν· διῆλθον καὶ μάλιστα τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἤδη, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθην νὰ πείσω τὸν ἑαυτόν μου, ὅτι πράγματι συντελοῦν πρὸς μίαν διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων· τοὐναντίον ἐπείσθην, ὅτι εἶναι ἀπὸ τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ζητοῦν νὰ παρατείνωσιν ἁπλῶς τοῦ ὑπουργείου τὴν ζωὴν χωρὶς νὰ μεταβάλωσι τὴν κατάστασιν τῆς πολιτείας ἐπὶ τοῦ Κράτους. Συγχωρήσατέ μοι ν’ ἀνατρέξω ὀλίγον καὶ ἐπὶ τῶν λεπτομερειῶν τῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑπεβλήθησαν διὰ ν’ ἀποδείξω, ἐὰν ἡ ἰδέα, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισα, φαίνεται ὀρθὴ ἢ ἐσφαλμένη.
§35ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου.
§36ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Βεβαιωθῆτε, Κ. Κρεμέζη, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ὁμιλήσω. — Ὅταν τις παρατηρῇ, ὅτι τὰ νομοσχέδια αὐτὰ, πλὴν τοῦ προκειμένου, δὲν πρόκειται νὰ φέρουν οἰκονομίαν παρὰ 200,000 δραχμῶν, πρὸς τί ν’ ἀναστατωθῇ ὁλόκληρος ὁ διοικητικὸς καὶ δικαστικὸς ὀργανισμὸς καὶ νὰ θέσωμεν κατὰ δυστυχίαν εἰς κίνησιν καὶ ἀνωμαλίαν τὰ δικαστήρια, νὰ κλονίσωμεν ὁλόκληρον τὸ Κράτος, καὶ νὰ κάμωμεν τί; μίαν οἰκονομίαν 200,000 δραχμῶν; Ἀρκεῖ δι’ αὐτὸ νὰ σφαγιάσωμεν τὴν ἡσυχίαν τοῦ Κράτους; καὶ εἶναι ἄξιον ἑνὸς ἔθνους διὰ τόσην μικρὰν οἰκονομίαν νὰ κάμῃ τόσην μεγάλην κίνησιν; Δὲν πρόκειται διὰ τῶν νομοσχεδίων αὐτῶν νὰ ἐπέλθῃ βελτίωσίς τις εἰς τὸ Κράτος, ἀλλὰ πρόκειται καθαρῶς πῶς νὰ οἰκονομήσωμεν ὀλίγων ἀκόμη ἡμερῶν ζωήν. Τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἔχομεν ὑπὸ συζήτησιν, ἔχει ἓν καλὸν καὶ ἓν κακὸν, καὶ ἀρχίζουσιν οἱ θέλοντες νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ νομοσχέδιον ἀπὸ τὸ καλόν· δὲν θέλετε, μᾶς λέγουν, τὸ ἔθνος νὰ ἔχῃ ὁδοὺς καὶ γεφύρας; διατί δὲν θέλετε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ, τῶν ὁποίων ἔχομεν ἀνάγκην; διατὶ δὲν ἀφίνομεν νὰ ὑπάρξωσι τὰ μέσα τῆς συγκοινωνίας, διὰ τῆς ὁποίας εἰσάγονται εἰς τὰ ἔθνη τὰ πλούτη καὶ ὁ πολιτισμός; Ἀλλὰ λέγω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ δὲν φέρει εἰς τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, ἀλλὰ εἰς τὴν ἐπιβολὴν φόρων, χωρὶς νὰ καταργήσωμεν ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος προϋπῆρχε διὰ νὰ κατασκευάσωμεν ὁδούς. Ἔχομεν, Κύριοι, νόμον τὸν νόμον τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, ἢ οὐχί; Καὶ ἀφοῦ ὁ νόμος ἐκεῖνος ἐφηρμόσθη, διότι ὁ λαὸς εἶναι πρόθυμος, διατὶ θέλετε νὰ ἐπιβάλητε φόρον 1% ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς, πέντε λεπτὰ εἰς τὴν αἶγα τοῦ τόσα καὶ τόσα πάσχοντος φορολογουμένου λαοῦ; Καὶ, Κύριοι, ἐὰν ἔχωμεν τοιοῦτον νόμον, διατί θέλομεν νὰ κάμωμεν καὶ μίαν νέαν ἀφαίμαξιν εἰς τὸν λαὸν, ἀφοῦ εἴμεθα βέβαιοι, ὅτι δι’ αὐτῆς μεταβαίνει ὅσον οὔπω εἰς τὴν ἄλλην ζωὴν, ἀλλὰ προσθέτετε νέον βάρος εἰς τὸν λαὸν, καθ’ ἣν ἐποχὴν ὁ πτωχὸς πολίτης πληρόνει τόσους φόρους, ἐνῷ εὑρίσκεται εἰς τὴν κατάστασιν, καθ’ ἣν ἔχει ἀνάγκην βοηθείας ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως; Εἰς ἄλλας ἐποχὰς ἐδίδετο ἐν καιρῷ ἀφορίας εἰς τοὺς γεωργοὺς τροφὴ, ἄλλοτε δὲ καὶ ὁ σπόρος, καὶ τώρα, ὅτι οὔτε τὸ τρίτον τοῦ σπόρου μόλις εἰσέπραξαν πολλοὶ, θέλετε νὰ κάμητε νέαν ἀφαίμαξιν καὶ νὰ προσθέσητε νέον φόρον; Καὶ ἐπειδὴ ἐδῶ εἶναι ἕνας συναδελφός μου, ὁ ὁποῖος μόνον τὸ τρίτον τοῦ σπόρου του ἔλαβε, τὸν ἐρωτῶ νὰ μ’ ἀπαντήσῃ ἐὰν δὲν ᾖναι ἀληθές. Τὸ πρᾶγμα ἔχει οὕτω, καθ’ ὅσον καὶ ὁ Κ. Προβελέγγιος ἔσπειρε 800 κοιλὰ καὶ εἰσέπραξε 892 ἐν ὅλῳ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον προτείνει τὴν αὔξησιν τῶν φόρων καὶ οὐχὶ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν. Ἀλλὰ, φωνάζουν τινὲς, τὸν νόμον πρόκειται νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος. Καὶ διατὶ λοιπὸν ἐβιάσθητε; ἀπὸ τώρα θὰ κάμετε ἔναρξιν; Τὸ ἑπόμενον ἔτος δὲν θὰ ὑπάρξῃ Βουλή; καὶ δὲν εἶναι πρόθυμος νὰ σᾶς δώσῃ τὴν συνδρομήν της εἰς τὰ καλὰ ἔργα; δυσπιστεῖτε εἰς τὴν Βουλήν; Δόσατε λοιπὸν τόσον δικαίωμα νὰ δυσπιστῇ καὶ ἡ Βουλὴ πρὸς ὑμᾶς, διότι ἔχομεν καὶ περισσότερον δικαίωμα νὰ δυσπιστῶμεν. Τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ εἶναι ἀνεφάρμοστον, καὶ συγχωρήσατέ με, ἵνα, ὁμιλῶν ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, κατέλθω εἰς τὰ μέρη, οὐχὶ συζητῶν ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τὰ μέρη, ἀλλ’ ἵνα ἐκ τῶν μερῶν ἀρυόμενος τὰ ἐπιχειρήματα, σᾶς ἀποδείξω τὴν ἀρχήν του σαθράν· τὸ νομοσχέδιον λέγει, ὅτι θὰ εἰσπράξωμεν ἓν καὶ ἥμισυ ἑκατομμύριον δραχμῶν, αὐτὰς δὲ τὰς δραχμὰς, λέγουν αἱ τροπολογίαι, ἑκάστη ἐπαρχία θὰ τὰς ἐξοδεύῃ διὰ τὸν ἑαυτόν της, καὶ τότε θὰ πλέκωμεν τὴν νύκτα καὶ θὰ ξεπλέκωμεν τὴν ἡμέραν. Διὰ τῶν φόρων, οἱ ὁποῖοι εἰσπράττονται διὰ μίαν ἑκάστην ἐπαρχίαν, δὲν θὰ δυνηθῶμεν νὰ κατασκευάσωμεν μήτε ἡμισείας ὥρας δρόμον· ἕως ὅτου ἔλθῃ τὸ ἑπόμενον ἔτος νὰ εἰσπράξωμεν, θὰ καταστρέφωνται τὰ ἤδη κατασκευασθέντα μέρη. Ἔχομεν καὶ τοιαῦτα παραδείγματα· καὶ ἀπὸ διόδια εἰσπράττετε, ἀλλὰ καὶ ταῦτα εἰς ἄλλας ἀνάγκας ἐξοδεύονται. Ἡ ἀπὸ Λαμίας εἰς Στυλίδα ἄγουσα ὁδὸς ἐπὶ 4 ἤδη ἔτη φορολογεῖται, καὶ ἐν τούτοις ποτὲ δὲν ἐπεσκευάσθη. Δὲν ζητεῖτε λοιπὸν εἰλικρινῶς τὰ μέσα, ἀλλὰ ζητεῖτε νὰ ὠφεληθῆτε ἐκ τῶν τοιούτων· καὶ λεπτομερῶς, πάντα τὰ νομοσχέδια αὐτὰ ἐξεταζόμενα οὐχὶ ἐπιπολαίως, δὲν ἐμφαίνουσι παρὰ τοῦτον τὸν σκοπὸν τῆς Κυβερνήσεως, σκοπὸν, ὁ ὁποῖος καλύπτεται μὲ τὸν μανδύαν τῆς βελτιώσεως τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, καὶ μὲ τὸ πρόσχημα τοῦτο πᾶς τις δύναται νὰ ἔρχηται νὰ ὁμιλῇ μετὰ θάῤῥους ἐνώπιον ἡμῶν. Ὅταν λοιπὸν ἀνατρέξωμεν εἰς τὸν ἀληθῆ σκοπὸν, ὅταν βεβαιωθῆτε, κύριοι, ὅτι μία Κυβέρνησις, (καὶ δὲν ὁμιλῶ διὰ τὴν παροῦσαν), ἡ ὁποία ἴσως θέλει σᾶς διαδεχθῆ, θέλει νὰ μεταχειρισθῇ τοὺς πόρους αὐτοὺς, καὶ θέλει ἔλθει ἡ Βουλὴ νὰ ζητήσῃ λόγον, τί θὰ σᾶς εἴπῃ; Ἀναπόδραστος ἀνάγκη, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ὠχυρώθη καὶ ἡ παροῦσα Κυβέρνησις διὰ τὰ διατάγματα, μὲ ἔκαμε νὰ δαπανήσω τὸ ἓν ἥμισυ ἑκατομμύριον αὐτὸ, διότι ἄλλως ἡ πολιτεία ἐχάνετο, διότι ἡ ὕπαρξίς της ἦτο πρόβλημα· καὶ τότε, κύριοι, ἡμεῖς θὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὴν ἀναπόδραστον αὐτὴν ἀνάγκην. Συγχωρηθήτω, θὰ εἴπωμεν, καὶ αὐτὴ ἡ πρᾶξις τοῦ Ὑπουργείου· οὕτω πως ὅμως, Κύριοι, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς πικρὰν μεταμέλειαν. Τὸ παρὸν νομοσχέδιον, Κύριοι, καταργεῖ προηγούμενον νόμον. Εἰς τὴν ἐφαρμογήν του ὅμως αὐτὸς τί πλημμελὲς ἀπέδειξε καὶ ἔρχεσθε νὰ τὸν καταργήσητε; μήπως ὁ λαὸς ἠρνήθη νὰ ἐργασθῇ; Ἄν τινες παρεπονέθησαν διότι κατετάχθησαν εἰς τὴν πρώτην τάξιν καὶ ὄχι εἰς τὴν τρίτην, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ αἰτιᾶσθε τὰ ὄργανά σας. Ταῦτα, Κύριοι, δὲν εἶναι λόγοι, εἶναι πράγματα. Εἶμαι κάτοικος ἐπαρχίας, ἡ ὁποία ἔχει τὰ μεγαλεῖτερα κτήματα τῆς Ἑλλάδος, καὶ οἱ παρόδιοι ἰδιοκτῆται ἐπλήρωσαν μέχρις ὀβολοῦ χιλιάδας δραχμῶν. Σᾶς ἀναφέρω τὸν Κ. Προβελέγγιον, σᾶς ἀναφέρω τὸν Κ. Τριανταφυλλίδην, ὅστις δὲν ἦτο παρόδιος, καὶ ἐν τούτοις τὸν ἐνέγραψαν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἔχομεν τὰ μέσα νὰ κατασκευάσωμεν ὁδούς. Ἤδη θέλετε αὐξήσει τοὺς φόρους, ἐνῷ ἡ Συνέλευσις ἐν τῇ συνέσει της, βλέπουσα τὰ πράγματα ἐκεῖνα, ἀπεφάσισε νὰ ἐλαττώσῃ ἀπὸ 9% εἰς 5 τοὺς φόρους. Ἀλλὰ τοῦτο ἀπῄτει ἡ ἀνάγκη ἐνώπιον τῆς κοινωνίας, ἄλλως ὅμως, ὅταν ἄνευ ἀνάγκης σήμερον αὐξάνωμεν τοὺς φόρους καὶ αὔριον τοὺς ἐλαττώνωμεν, ἐκμεταλλευόμεθα τὰς περιστάσεις. Ἡ συνετὴ καὶ φρόνιμος Κυβέρνησις σκέπτεται περὶ τούτου καὶ σταθμίζει καλῶς τὶ φέρει εἰς ἐπιψήφισιν τῆς Βουλῆς, καὶ δὲν δέχεται μεγάλας μεταβολὰς εἰς τὰ πράγματα. Οἱ νόμοι, Κύριοι, εἶναι τὸ ἀπαύγασμα αἰώνων πολλῶν, συντάσσονται ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τῆς κοινωνίας, καθὼς καὶ οἱ φόροι ἐπιβάλλονται ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν. Ἂν, Κύριοι, ὡμίλησα κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, δὲν ἀπέκρουσα τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ὁδοί· τὸ λέγω τοῦτο, διότι ἴσως εὑρεθῶσί τινες, οἱ ὁποῖοι νὰ παρεξηγήσουν τοὺς λόγους μου, λέγοντες, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ὁμιλεῖ κατὰ τῶν ὁδῶν, κρίμα ὅπου τὸν ἐξελέξαμεν Βουλευτήν. Εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ, ὁ ὁποῖος πεινᾷ, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει ἀσφάλειαν, τὸν ὁποῖον κατατρέχει καὶ μαστίζει ἡ ληστεία· καὶ, ὡς μανθάνω μετὰ θλίψεως, ὁ Σούφλας προχθὲς συμπλακεὶς μετὰ τοῦ Κρικέλλα τοῦ ἀρχιληστοῦ, τὸν συνέλαβε μὲν ζῶντα, ἀλλ’ οἱ ἕτεροι λησταὶ ἐφόνευσαν αὐτόν. Ἰδοὺ ποῦ πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, καὶ μὴ ἔχετε τὰ μεταβατικὰ ἀποσπάσματα, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦν τὴν ἰκμάδα τοῦ πτωχοῦ. Δὲν ὑπάρχει χωρικός, ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει τὴν ἑβδομάδα 15 ἀνθρώπους ὅπως τοὺς τρέφῃ· μᾶλλον εἰς αὐτὰ πρέπει νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ σοφὴ Κυβέρνησις καὶ ὄχι νὰ ἐπιβάλλῃ φόρους ὑπὸ τὸ πρόσχημα ἐθνικῆς πράξεως. Φρονῶ λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη ἐνώπιον ἡμῶν, καταντᾷ ἄχρηστον καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ ἀρχή του πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ. Δὲν πρέπει νὰ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ χωρὶς νὰ γείνῃ, ἔστω μικρόν τι καλὸν εἰς αὐτόν. Φρονῶ λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ ἀποῤῥιφθῇ ἡ ἀρχὴ τοῦ Νομοσχεδίου· καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ ἀνάγκην φόρων, τί εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον θὰ κάμῃ, ἢ θὰ μᾶς σώσῃ ἀπὸ τὴν πτώχευσιν, ἥτις μᾶς ἐπαπειλεῖ; Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν θὰ φοβηθῶ νὰ δώσω τὴν ψῆφόν μου ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ μὲ τὴν ὑπόσχεσιν, μὲ τὴν διαβεβαίωσιν, ὅτι αὐτὴ θὰ μεταχειρισθῇ καλῶς τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν λαόν.
§37ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πῶς θὰ τὴν πιστεύσητε;
§38ΤΣΙΡΙΜΩΚΟΣ. Θὰ τὴν πιστεύσωμεν ὄχι καταστρέφουσαν τὰ δικαστήρια, διότι τότε δὲν ἔχομεν οὔτε τιμὴν, οὔτε ἰδιοκτησίαν. Εἰς 3 δικαστὰς, ἀνθρώπους ἁμαρτωλοὺς ὡς ἐμὲ, δὲν ἐναποθέτω τὴν ἐλπίδα μου. Θὰ σᾶς πιστεύσω, Κύριοι, ὅταν βλέπω, ὅτι αὐτὰ, τὰ ὁποῖα μοὶ λέγετε, δὲν εἶναι μόνον λόγοι, ἀλλὰ καὶ πράγματα· ἄλλως, Κύριοι, ὅλα ταῦτα, τὰ ὁποῖα προτείνετε, δὲν εἶναι ἄλλο τι ἢ νὰ παρατείνετε τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς καὶ νὰ κατέχητε τὰ ἑδώλια τὰ ὑπουργικὰ, καί τοι μὴ πληρωνόμενοι, διότι τὸ ταμεῖον εἶναι εἰς κατάστασιν πτωχεύσεως. Ἐπειδὴ λοιπὸν ζητεῖτε αὔξησιν φόρων ὑπὸ πρόσχημα μὴ ἀληθές, ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ᾖμαι παρὰ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου.
§39ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν παραξενεύομαι, Κύριοι, ἂν ἡ ἀντιπολίτευσις στρατεύεται καὶ κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, διότι πάντες γνωρίζετε, ὅτι ἡ φορολογία ἐγγίζουσα ἀπ’ εὐθείας τὸ βαλάντιον τοῦ πολίτου, ἐχρησίμευσεν εἰς τὰς ἀντιπολιτεύσεις παντοῦ καὶ πάντοτε ὡς σύμβολον συστάσεως πρὸς τὸν λαόν. Ἀλλά δύναμαι νὰ τοὺς διαβεβαιώσω, ὅτι τὰ θέλγητρα τῆς σχολῆς ταύτης πρὸ πολλοῦ ἐξέλιπον, διότι καὶ ὁ ἐλάχιστος τῶν πολιτῶν κατενόησεν, ὅτι ἡ φορολογία δὲν εἶναι, ὅπως τὴν ἐχαρακτήρισε προχθὲς ἓν ἔντιμον μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἀπαισία, ἀλλ’ εἶναι τὸ ἀντάλλαγμα ὅλων τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα δύναται ν’ ἀπολαύσῃ πᾶν μέλος τῆς κοινωνίας. Ἡ φορολογία, λέγει εἷς τῶν διασήμων οἰκονομολόγων, ὁ Σισμόνδης, εἶναι ἀπολαυὴ, τὴν ὁποίαν ἕκαστος φορολογούμενος ἀγοράζει διὰ τῆς πληρωμῆς τοῦ φόρου· ἀπολαυή, λέγει, εἶναι ἡ δημοσία τάξις, ἀπολαυὴ ἡ ἀπονομὴ τῆς δικαιοσύνης, ἀπολαυὴ ἡ ἀσφάλεια τῆς ζωῆς καὶ τῆς ἰδιοκτησίας, ἀπολαυὴ ἡ δημοσία ἐκπαίδευσις, ἀπολαυὴ τέλος πάντων εἶναι ἀνωτέρα ὅλων τῶν ἄλλων ἡ ἐθνικὴ ὑπεράσπισις. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι εἰμὴ φάσματα τὰ λεγόμενα, ὅτι ὁ λαὸς πρόκειται νὰ πιεσθῇ, ὅτι πρόκειται νὰ βυζάξωμεν τὸ αἷμά του, καὶ ἑπομένως, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐπιβολὴν τοσοῦτον ἐλαχίστου φόρου, μέλλοντος νὰ χρησιμεύσῃ ἰδίως διὰ τὴν διευκόλυνσιν τῆς συγκοινωνίας, τῆς ὁποίας ὁ λαός μεγάλην αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκην. Ὄχι, Κύριοι· μόνον ἡ κατάχρησις τῶν Κυβερνήσεων, αἵτινες κακῶς κατηνάλωσαν τοὺς φόρους, ἔβλαψεν, οὐδέποτε ὅμως ὑπῆρξε βλάβη ἐκ τῶν φόρων ἐν εὐνομουμένῃ πολιτείᾳ. Φυσικῷ τῷ λόγῳ αἱ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι εὑρίσκονται εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας, θὰ καταφύγωσιν ἢ εἰς δάνεια, ἢ εἰς φόρους, ἢ εἰς οἰκονομίας. Κύριοι, ποία εἶναι ἡ οἰκονομική μας κατάστασις, ὄχι ἡ σήμερον, ἀλλ’ ἡ πρὸ πολλῶν ἐτῶν; Ἀπὸ τὸν καιρὸν ἀκόμη τῆς μεγάλης ἐπαναστάσεώς μας διὰ δανείων διετηρήθημεν· ἦλθεν ὁ Κυβερνήτης, διὰ συνεισφορῶν καὶ δανείων διετηρήθημεν· ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, διὰ δανείων διετηρήθημεν· ἦλθεν ἡ τελευταία ἐπανάστασις, διὰ δανείων διετηρήθημεν· ἦλθεν ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος, καὶ πάλιν διὰ δανείων ζῶμεν. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι καλὴ ἡ κατάστασίς μας αὕτη; Τάχα δὲν ὑπῆρξαν καὶ καλαὶ Κυβερνήσεις, αἱ ὁποῖαι νὰ μὴ σπαταλοῦν τὸν δημόσιον πλοῦτον, καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ μακρὸν διάστημα; Ὑπῆρξαν βεβαίως, Κύριοι, ἀλλὰ τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν δημοσίων εἰσοδημάτων, ἤτοι τῶν φόρων, ἠνάγκασε καὶ αὐτὰς νὰ καταφύγωσιν εἰς δάνεια καὶ πάντοτε εἰς δάνεια. Κύριοι, ἀφίνω κατὰ μέρος τὰς πολὺ προγενεστέρας Κυβερνήσεις καὶ περιορίζομαι εἰς τὰ τελευταῖα ἔτη τῆς Βασιλείας Ὄθωνος, τὴν ἐποχὴν τῆς Μεσοβασιλείας καὶ τὴν ἐνεστῶσαν ἐποχὴν τῆς Βασιλείας Γεωργίου. Ἀγνοεῖτε, ὅτι ἐπὶ τῆς Βασιλείας Ὄθωνος, μολονότι ὑπῆρχεν ὁ ἔγγειος φόρος 10%, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἠναγκάσθη νὰ δανεισθῇ, ἐνεχυριάζουσα μετοχὰς τῆς Τραπέζης καὶ ἐθνικὰ κτήματα; καὶ τί ἄλλο; νὰ μὴ πληρώσῃ τὰς ὑποχρεώσεις αὑτῆς οὐχὶ τὰς μεγάλας, τὰς ὁποίας ἀνεδέχθη διὰ τὸ δάνειον τῶν 60,000,000, ὄχι τὰς ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀνέλαβε διὰ τὸ δάνειον τῶν 1821 καὶ 1824, ἀλλὰ τὰς τελευταίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐπιεικῶς φερόμεναι αἱ τρεῖς Δυνάμεις παρεδέχθησαν, τοὐτέστι τὴν πληρωμὴν τοῦ 1,000,000 κατ’ ἔτος; Ἐπληρώθη δὲ μόνον 1 ἑκατομ. καὶ μετὰ ταῦτα ἔπαυσεν ἡ πληρωμὴ καὶ αὐτοῦ τοῦ ποσοῦ. Ἐνῷ λοιπὸν ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ Ὄθωνος μὲ ἔγγειον φόρον 10% ἠναγκάσθημεν νὰ προστρέξωμεν εἰς δάνεια, ἑπόμενον ἦτο, μετὰ τὴν ἐλάττωσιν τοῦ ἐγγείου φόρου, γενομένην παρὰ τῆς Συνελεύσεως, νὰ ἐπαυξήσωσιν ἔτι μᾶλλον αἱ ἀνάγκαι, μολονότι πολλὰ μέλη τῆς Συνελεύσεως ἐφρόνουν, ὅτι τὸ Κράτος δύναται νὰ διοικηθῇ μὲ ὀλιγώτερα ἔξοδα· τὰ πράγματα ὅμως διέψευσαν τὴν προσδοκίαν ταύτην, διότι ἡ ἀνάγκη τῶν δανείων ἐπαρουσιάσθη ἔτι μεγαλειτέρα καὶ ἐπραγματοποίησαν τοιαῦτα ἱκανῆς ποσότητος. Εἶναι λοιπὸν καλὴ ἡ οἰκονομική μας αὕτη κατάστασις; κανεὶς δὲν πιστεύω νὰ συνηγορήσῃ ὑπὲρ αὐτῆς, διότι, ὅταν πρόκηται, Κύριοι, περὶ οἰκονομικῆς καταστάσεως, μὴ ὑποθέσητε, ὅτι πρόκειται περὶ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης Κυβερνήσεως. Ἡ μία Κυβέρνησις διαδέχεται τὴν ἄλλην. Τὸ ζήτημα ὅμως τῶν οἰκονομιῶν ἀφορᾷ καὶ τὴν συμπολίτευσιν καὶ τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι εἰς Συνταγματικὰ κράτη ἡ ἀντιπολίτευσις θὰ διαδεχθῇ τὴν συμπολίτευσιν· καὶ ἑπομένως, ἐὰν δὲν σπεύσωμεν νὰ ἀνορθώσωμεν τὰ οἰκονομικά μας, θέλει εἶσθαι δυσχερὴς ἡ θέσις πάσης Κυβερνήσεως, ἰδίως δὲ τῶν μελλουσῶν, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὅσον παρέρχεται ὁ καιρὸς, τοσοῦτον ἐπαυξάνει τὸ κακὸν διὰ τῆς ἐπισωρεύσεως τῶν δανείων. Δὲν ἐπίστευον ἑπομένως, ὅτι τὸ ζήτημα τὸ οἰκονομικὸν ἤθελε κατασταθῆ πάλη πολιτική· ἀλλ’ ἐν τούτοις τὸ βλέπω μὲ μεγάλην τῆς ψυχῆς μου λύπην. Τὸ ὑπουργεῖον, ἔχον ὑπ’ ὄψιν αὑτὴν τὴν οἰκτρὰν κατάστασιν τῶν οἰκονομικῶν μας, παρουσίασε μ’ ὅλον τὸ θάῤῥος, ὅπως καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀνέφερε, φάρμακα ἡρωϊκά, τοὐτέστιν ἐκτὸς τῶν δανείων, ἅτινα θεωρεῖ ἀναγκαῖα πρὸς ἐκπλήρωσιν παρελθουσῶν ὑποχρεώσεων διὰ τὴν ὑπηρεσίαν, παρουσίασε νομοσχέδιον περὶ οἰκονομιῶν καὶ φορολογίας· ποία ὅμως ἐστάθη ἀπέναντι τῶν μέτρων τούτων ἡ τακτικὴ τῆς ἀντιπολιτεύσεως; Ἡ ἄρνησις καὶ πάντοτε ἡ ἄρνησις· ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα τοῦ δανείου, ἡ δὲ ἀντιπολίτευσις κραυγάζουσα ἔλεγεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιφορτίσωμεν τὸ ἔθνος μὲ δάνεια, ἀλλὰ νὰ καταφύγωμεν εἰς οἰκονομίας, τὰς ὁποίας ὑπέδειξεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, ἔχων ἀνὰ χεῖρας τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 1865. Γίνεται λόγος περὶ οἰκονομιῶν συνεπεία τοῦ ὑποβληθέντος σχετικοῦ νομοσχεδίου, καὶ ὁ Κύριος Χριστόπουλος, βουλευτὴς Ὀλυμπίας, ἕτερον μέλος τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὑψόνει τὴν φωνήν του ὑπὲρ τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες πρόκειται νὰ ῥιφθοῦν εἰς τοὺς δρόμους, συνεπεία καταργήσεως θέσεων, ὑπολογίσας 5,000 ψυχῶν, αἵτινες πρόκειται νὰ στερηθῶσι τοῦ ἄρτου. Παρουσιάζεται σήμερον τὸ ζήτημα τῶν φόρων, καταθλίβεται ὁ λαὸς ἐκ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τούτου, κραυγάζουσι. Τίνι τρόπῳ λοιπὸν θέλομεν ἐξισώσει τὰ ἔξοδά μας πρὸς τὰ ἔσοδα; δὲν θέλομεν δάνεια, δὲν θέλομεν φόρους, δὲν θέλομεν οἰκονομίας· λοιπὸν τί θέλομεν; Κύριοι, ὁ φόρος, λέγουν, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ ἑλλην. λαὸς, εἶναι μέγας, εἶναι δυσβάστακτος· δυοῖν θάτερον· ἢ θ’ ἀποδείξωμεν ὅτι ὁ φόρος δὲν εἶναι τοιοῦτος, παραβαλλόμενος μὲ τὸν τῶν ἄλλων ἐθνῶν, ἢ ἂν ᾖναι δυσβάστακτος, θὰ ὁμολογήσωμεν μίαν πικρὰν ἀλήθειαν, ὅτι δὲν δυνάμεθα, ἄλλως νὰ συντηρηθῶμεν ὡς ἔθνος αὐτόνομον. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δύναμαι ἐκ τῶν μικρῶν ἀναγνώσεων, τὰς ὁποίας ἔκαμα, νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι ὁ φόρος, τὸν ὁποῖον πληρόνει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, συγκρινόμενος μὲ τὸν φόρον τὸν ὁποῖον πληρόνουν τὰ ἄλλα ἔθνη, εἶναι ἐλάχιστος, διότι ἐν Ἀγγλίᾳ εἰς ἕκαστον ἄτομον ἀναλογεῖ κατὰ μέσον ὅρον ποσὸν 60 φράγκων κατ’ ἔτος, εἰς τὴν Γαλλίαν 40, καὶ εἰς τὸ Βέλγιον 30 περίπου, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑλλάδα μόλις 15 δρ. Εἶναι λοιπὸν μεγάλη ἡ ἡμετέρα φορολογία; ἀλλ’ ἔστω· καὶ μεγάλη ἂν ὑποτεθῇ, πῶς ἄλλως δυνάμεθα νὰ συντηρηθῶμεν; μὲ κενὰς ἐλπίδας καὶ μὲ δάνεια, τὰ ὁποῖα πλέον δὲν εὑρίσκομεν; τοῦτο εἶναι ἀπελπιστικόν. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι πῶς θὰ ὑπάρξωμεν· προκαλῶ δὲ τοὺς ἔχοντας ἐναντίαν ἰδέαν. Ὁ λαὸς, Κύριοι, μὲ ὅσα καὶ ἂν λέγουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑλικῶς προώδευσε, καὶ πρέπει νὰ ᾖναι τυφλός τις, ἵνα μὴ βλέπῃ τὴν πρόοδον. Ἂς ἀναλογισθῶμεν τὴν ἐποχὴν τῆς ἐπαναστάσεως, ὅτε καὶ πόλεις δὲν ὑπῆρχον καὶ αἱ πεδιάδες ἦσαν χέρσοι, καὶ θέλουσιν ὁμολογήσει καὶ αὐτοὶ οἱ ἐχθροί μας, ὅσον ἐπίζηλοι καὶ ἂν ᾖναι, τὴν πρόοδον τοῦ τόπου. Ἀλλὰ, καίτοι προοδεύει ὁ λαὸς, ἡ Κυβέρνησις, λέγουν, εὑρίσκεται εἰς χρεωκοπίαν καὶ δὲν συλλογιζόμεθα, ὅτι ἡ χρεωκοπία τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἡ καταστροφὴ τῆς ἰδιωτικῆς περιουσίας, ἤτοι αὐτῆς τῆς προσόδου; πρέπει νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ σωστικὰ μέτρα, ἵνα σώσωμεν ὄχι τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ τὴν πολιτείαν. Τί δὲ, ὡς σᾶς εἶπον, ἐπρότεινε τὸ ὑπουργεῖον; ὄχι τὸ 10%, ὅπερ ἠλαττώθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως εἰς 5, διότι, ὡς σᾶς εἶπον, ὑπῆρχον πολλοὶ μεταξὺ τῆς Συνελεύσεως, οἵτινες ἐφρόνουν, ὅτι μόνον μὲ 16 ἑκατομμύρια δύναται νὰ διοικηθῇ ἡ Ἑλλάς—τὰ πράγματα ὅμως ἀπέδειξαν τὸ ἐναντίον· —Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν σᾶς ἐπρότεινε τὸ 1%, ἤτοι νὰ ἀναβῇ ἡ ἔγγειος φορολογία εἰς τὰ 6%, καθὼς καὶ εἰς τὰ ἄλλα κτήματα ἀπὸ τὰ 7 εἰς τὰ 8, διότι ὁ ἔγγειος φόρος μόνον ἐκ τῶν δημητριακῶν καρπῶν ἠλαττώθη ἀπὸ 9 εἰς 5, τῶν ἑτέρων δὲ κτημάτων ἀπὸ 10 εἰς 7. Εἶναι δὲ μεγάλη ἡ προσθήκη τοῦ 1%; θὰ εὑρεθῶμεν ἆρά γε εἰς τὴν δεινὴν κατάστασιν, τὴν ὁποίαν ὁ προλαλήσας μᾶς ἀνέφερεν, ὅτι ἡ ἐξαγωγὴ τοῦ αἵματος θὰ φέρῃ τὸν θάνατον τῶν πολιτῶν; 1% ἐπρότεινε διὰ τὸν εἰδικὸν σκοπὸν τῆς κατασκευῆς ὁδῶν, τῆς διευκολύνσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα εἶναι μέσα πλουτισμοῦ. Ὅταν ὁ Λεβαδιεὺς δὲν δύναται νὰ μεταφέρῃ εὐκόλως τοὺς καρπούς του εἰς τὸ παράλιον, θέλει ζημιοῦσθαι· ἡ εὔκολος μεταφορὰ τῶν προϊόντων καὶ ἡ ἐλευθέρα κίνησις τῶν ἀτόμων εἶναι μέσα πλουτισμοῦ. Εἰδικῶς λοιπὸν δι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἡ Κυβέρνησις θέλει λαμβάνει τὸ 1%. Ὁ προλαλήσας εἶπε, διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν μᾶς λέγει, ὅτι θέλει φόρους διὰ τὴν διοίκησιν καὶ ὄχι διὰ τὴν συγκοινωνίαν; Φαίνεται, ἐλησμόνησεν, ὅτι καὶ ἡ κατασκευὴ τῶν δημοσίων ἔργων εἶναι μέρος τῆς διοικήσεως, διότι ὁ πολίτης δὲν θέλει ἄλλο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, παρὰ ἀσφάλειαν, ἀπονομὴν δικαιοσύνης καὶ συγκοινωνίαν. Εἰς αὐτὰ δὲ περιορίζω τὴν διοίκησιν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, διατί εἰδικὸς φόρος νὰ ὁρισθῇ διὰ τὴν συγκοινωνίαν; διατί αὐτὴ ἡ καινοτομία; τοὺς τύπους ἑπομένως διαφιλονεικοῦν, καὶ οὐχὶ τὸ πρᾶγμα. Φόρους θέλετε, εἶπεν ὁ προλαλήσας; ὄχι πέντε, δέκα σᾶς δίδομεν· ἀρκεῖ νὰ τὸ ζητήσητε εἰλικρινῶς. Ἡ Κυβέρνησις, ἀπαντῶμεν, ζητεῖ ἕν. Ὄχι, δὲν σοὶ τὸ δίδω, λέγουν, διότι ὁ φόρος αὐτὸς θὰ χρησιμεύσῃ εἰς κατασκευὴν δημοσίων ἔργων. Σᾶς παρακαλῶ, εἰπέτε μου ἐὰν ἐξ αἰτίας τῶν τύπων πρέπει ν’ ἀποκρούσωμεν τὴν οὐσίαν· διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔρχεται νὰ ζητήσῃ 10% διὰ τὴν διοίκησιν, ἀλλ’ 1% διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ἔργων, διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ δώσωμεν τὸν φόρον αὐτόν; Ὁ φόρος αὐτὸς, προκειμένου νὰ χρησιμεύσῃ εἰδικῶς εἰς τὴν διευκόλυνσιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, εἶναι ὁ πλέον δικαιολογημένος. Ἀλλά, λέγουν, διατί νὰ γείνῃ αὐτὴ ἡ καινοτομία; Ἡ ἀπάντησις εἶναι εὔκολος· διότι ἔγεινε κατάχρησις εἰς τὸ παρελθόν! Πολλοὶ ὑπουργοὶ ἐσημείωνον ἀδιακόπως διὰ δημόσια ἔργα εἰς τὸν προϋπολογισμὸν μεγάλας ποσότητας, ἀλλὰ τίποτε ἢ πολὺ ὀλίγα ποσὰ ἐδαπάνων δι’ αὐτὸν τὸν σκοπόν. Μετεχειρίζοντο τὰ χρήματα διὰ προβιβασμοὺς, πολυτέλειαν. Λοιπὸν, ἐὰν ἠθέλησεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ προλάβῃ ἐν τῷ μέλλοντι τὴν κατάχρησιν αὐτὴν, τοὐτέστι νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀποκλειστικῶς διατίθενται διὰ κατασκευὴν ὁδῶν καὶ λοιπῶν μέσων συγκοινωνίας 1,600,000 περίπου, εἶναι τοῦτο ἔγκλημα; Ὄχι. Ὁ λαὸς, μὴ φοβεῖσθε, δὲν θὰ παραπονεθῇ διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς μικρᾶς αὐτῆς προσθήκης τοῦ φόρου, οὔτε παρεπονέθη ποτὲ διὰ τὴν πληρωμὴν τῶν φόρων, ἀλλὰ διὰ τὴν ἔλλειψιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, διὰ τὴν ἔλλειψιν τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ναὶ, θὰ ἐξασφαλίσητε εἰς τὸν λαὸν μέλλον ἀσφαλὲς, ἀπομακρύνοντες τὸ ἀβέβαιον διὰ τῶν ἀπαισίων διαδόσεων περὶ πολιτικῶν μεταβολῶν, καὶ θέλετε ἰδῆ, ὅτι ὁ ἑλληνικὸς λαὸς φύσει φίλεργος, θέλει προοδεύσει ἔτι περισσότερον. Ἀλλὰ θὰ μοῦ εἴπητε, σεῖς δόσατε πολιτικὴν ὕπαρξιν, βέβαιον μέλλον· πόθεν ὅμως αὐτὰ ἐξαρτῶνται; βέβαια ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν. Ἀπὸ τὰ μέσα ἀναμφιβόλως, τὰ ὁποῖα πρόκειται νὰ ἔχῃ ἡ Κυβέρνησις, ἐξαρτᾶται ἡ δημοσία τάξις καὶ ἀσφάλεια. Νομίζετε, ὅτι, ἐὰν ὑπάλληλος ἢ στρατιώτης δὲν πληρόνεται ἐμπροθέσμως, δύνασθε νὰ ἔχητε ἀσφάλειαν; ὄχι· ἡ στέρησις τῶν μέσων παραλύει τὰ πάντα. Ἀνήγγειλεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας, ὅτι θὰ παρουσιάσῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἓν νομοσχέδιον, κατὰ τὸ ὁποῖον, καταργουμένων ὅλων τῶν ἀμέσων φόρων, χαρτοσήμου, ἐπιτηδευμάτων, οἰκοδομῶν καὶ ἐγγείου, θὰ δυνηθῶμεν νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδά μας. Διατί λοιπὸν νὰ χρονοτριβῶμεν, καὶ δὲν προλαμβάνεις, Κύριε Ἰακωβάτε, νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃς τῶν δυσκολιῶν ὅλων; φέρετε τὴν πρότασίν σας, καὶ, ἂν τῷ ὄντι ἱκανοποιῇ τὰς ἀνάγκας τῆς Κυβερνήσεως, θέλομεν τὴν παραδεχθῆ, καὶ θὰ σᾶς στήσωμεν ἀνδριάντα.
§40ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Φέρετε τὸν προϋπολογισμόν.
§41ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ προϋπολογισμὸς συντάσσεται ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων. Παρουσιάσατε λοιπὸν αὐτὸ τὸ θαῦμα, καὶ νὰ ἦσθε βέβαιος, ὅτι ὅλα τὰ ἀποσύρομεν· καὶ πιστεύω, ἂν ἡ Κυβέρνησις ἔχῃ φιλοτιμίαν, καὶ τὴν ἔχει, θὰ εἴπῃ, ἀνήκει εἰς σὲ, Κύριε Ἰακωβάτε, νὰ διοικήσῃς. Ἀλλ’ ἐνόσῳ δὲν τὸ παρουσιάζεις, συγχωρήσατε νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀμφιβάλλομεν καὶ ὡς φρόνιμοι πρέπει νὰ προνοήσωμεν, ὡς προνοοῦμεν. Κύριοι, ἤκουσα παρὰ πολλῶν φίλων μου, «τὶ θὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μας θέτοντες νέους φόρους; ἄρα δὲν πρέπει νὰ ἐνδώσωμεν, προσέθηκαν, εἰς τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ ὑπουργείου· πρέπει νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν, διότι ἄλλως χάνομεν ἐπαρχιακῶς.» Κύριοι, εἰς αὐτοὺς τοὺς δειλοὺς ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ὅτι ὁ βουλευτὴς ἐκεῖνος, ὅστις χάριν ἐπιῤῥοῆς καὶ οὐχὶ τῶν ἀληθῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος του δίδει τὴν ψῆφόν του, ἐκεῖνος παραγνωρίζει τὴν ἀληθῆ ἀποστολήν του, ἀθετεῖ τὸν ὅρκον του. Ὅταν ἔχω πεποίθησιν, ὅτι μία πρότασις, εἴτε φαίνεται ἀρεστὴ ἢ μὴ εἰς τοὺς ἐκλογεῖς μου, συμφέρει εἰς τὴν πατρίδα, θὰ τὴν ἐπιψηφίσω, καὶ ἂς μὴ μὲ ἐκλέξωσι πλέον οἱ συμπολῖταί μου. Προχθὲς ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων εἶπε, καὶ τὸν συγχαίρω, ὅτι πρώτην φορὰν ἐφαρμόζεται τὸ Σύνταγμα εἰς τὴν πατρίδα μας· καὶ εἶχε δίκαιον, διότι πρώτην φορὰν εἴδομεν ἐλευθέρας ἐκλογὰς, ἐλευθερίαν λόγου ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Τὸ ὡμολογήσατε, Κύριοι, σεῖς οἱ ἴδιοι. Πρώτην φορὰν ἔχομεν ἐλεύθερον βῆμα, οὐδεὶς περιορισμὸς ὑπάρχει. Ἐνθυμεῖσθε, κύριε Ζῶτε, καὶ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἰς ἄλλο βῆμα, ἐὰν κανεὶς ἐλάμβανε τὴν τόλμην νὰ ἐκφράσῃ ἐναντίαν ἰδέαν, κατηγγέλλετο εἰς τὸν Ὄθωνα καὶ τὴν Ἀμαλίαν ἀπὸ τοὺς ὑπουργούς.
§42ΖΩΤΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ τί μᾶς ἔμελε;
§43ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐκλείετο ἡ θύρα τοῦ βουλευτηρίου εἰς τοὺς τολμητίας ἐκείνους. Ἐφαρμόζεται λοιπὸν ἤδη τῳόντι πληρέστατα τὸ Σύνταγμα, διότι ἔχομεν πλήρη τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, χωρὶς νὰ φοβώμεθα οὐδένα, ἀλλὰ ἁπλῶς μόνον ἐρωτῶντες τὴν συνείδησιν μας. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, ὅτι ἡ πίεσις προέρχεται πάντοτε ἄνωθεν, προέρχεται καὶ κάτωθεν· καὶ αὕτη ἡ πίεσις εἶναι ἡ πλέον ἐπικίνδυνος, ὅπως ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἐὰν νομίζουν τινὲς, ὅτι ὁ λαὸς θὰ δυσαρεστηθῇ ἢ ὅτι τινὲς δημαγωγοὶ θὰ λάβουν τὴν εὐκαιρίαν εἰς τὰς ἐπαρχίας μας νὰ μᾶς συκοφαντήσουν, ἐκεῖνοι οἱ δειλοὶ θὰ εἴπουν, ἀντὶ νὰ κατηγορηθῶ καὶ χάσω τὴν εὔνοιαν τῶν συμπολιτῶν μου καὶ νὰ μὴν ἐκλεχθῶ, τὸ βλέπω τὸ νομοσχέδιον, ὅτι εἶναι καλὸν, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ τὸ ψηφίσω. Λοιπὸν, ἐὰν πιέζηταί τις κάτωθεν, ἡ πίεσις αὐτὴ εἶναι χειροτέρα, καὶ προτιμῶ ἀπειράκις τὴν ἄλλην πίεσιν. Εἰς τὰ καθέκαστα ἐπιφυλάσσομαι νὰ ὁμιλήσω καὶ κηρυχθῶ ἄσπονδος ἐχθρὸς τῶν τροπολογιῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι φέρουν τὸ πνεῦμα τοῦ τοπικισμοῦ· εἶναι μικροὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι περιορίζουν τὴν πατρίδα εἰς αὐτὸν τὸν μικρὸν κύκλον (θόρυβος ἀριστερόθεν). Ὑπάρχει καὶ δευτέρα σπουδαία τροπολογία, ἀφορῶσα τὴν Ἑπτάνησον· ἐγὼ συμμερίζομαι πληρέστατα αὐτὴν, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν θέλει ἐναντιωθῆ.
§44ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὄχι· θέλομεν τὴν ἰσότητα.
§45ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὴν ἰσότητα, ναί· ἐν ὅσῳ ὅμως ὑπάρχει τὸ ἤδη ἐν ἰσχύϊ φορολογικὸν σύστημα ἐκεῖ, ἐννοεῖται, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν ἄλλο. Ἐὰν ἐφαρμόσωμεν τὴν φορολογίαν ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐννοεῖται, ὅτι ἀπὸ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἄρχεται ἡ ἐφαρμογὴ τοῦ νόμου τούτου καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον.
§46Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐνῷ εἶχον, Κύριοι, κατὰ νοῦν ν’ ἀπαντήσω εἰς τὸν κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν ἀγορεύσαντα ἔντιμον βουλευτὴν Κυνουρίας Κ. Χρηστόπουλον, ὅστις εἶπεν, ὅτι δὲν ἤλπιζε νὰ παρουσιασθῇ βουλευτὴς νὰ πολεμήσῃ ἓν τοιοῦτον νομοσχέδιον λαμπρὸν καὶ σωτήριον, αἴφνης παρουσιάζεται ἓν ἄλλο πυροβολοστάσιον οἰκονομολογικὸν καὶ πολιτικὸν, καθ’ οὗ εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην τώρα νὰ στρέψω καὶ ἐγὼ τὸ πυροβόλον μου. Ὁ ἔντιμος Κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ζωηρῶς ἀφωσιωμένος εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, καὶ στενοχωρούμενος ἐκ τῆς θέσεώς του εἰς τὸ νὰ ἀναπτύξῃ, ἀπὸ τοῦ βήματος ἀγορεύων, τὰ αἰσθήματα τῆς ἀφοσιώσεώς του ταύτης, ἐπεζήτει μίαν τινὰ εὐκαιρίαν νὰ καταλάβῃ τὸ βῆμα καὶ κάμῃ γενικὴν ὁμιλίαν ὑπὲρ τοῦ πεφιλημένου του ὑπουργείου, ἵνα οὕτως ἀναπληρώσῃ τὸ ἐλλεῖπον τοῦ τόσου καιροῦ, καθ’ ὃν ἔμενεν ἐν τῇ θέσει του ἀμέτοχος τῶν ἀγορεύσεων. Δὲν ἦλθε λοιπὸν, σᾶς τὸ ὁμολογῶ, μετὰ συνειδήσεως, ἵνα κυρίως πολεμήσῃ τοὺς προαγορεύσαντας κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, διότι, εἶμαι βεβαιότατος, κανεὶς δὲν θέλει ἔχει ἐπιχειρήματα ἱκανὰ νὰ ἀνατρέψωσι τοὺς ἰσχυροὺς καὶ βασίμους αὐτῶν λόγους· ἦλθε νὰ ὑπερασπισθῇ τὴν γενικὴν πολιτικὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἐξ ἧς ἀποῤῥέει καὶ ἡ ἐκλογὴ αὐτοῦ, ἀλλὰ δὲν ἐξελέξατο, νομίζω, στερεὸν καὶ κατάλληλον ἔδαφος πρὸς ἀνέγερσιν τοῦ οἰκοδομήματός του. Λυποῦμαι ἐγκαρδίως, ὅτι δὲν εἶμαι οἰκονομολόγος διὰ νὰ ἠμπορέσω νὰ τὸν ἀντικρούσω εἰς τὰς γενικὰς θεωρίας του, μάλιστα δὲ καὶ τὸν θαυμάζω διὰ τὴν εὐφυΐαν του, ὡς πρὸς τὸ προοίμιον τῆς ἀγορεύσεώς του, ὅτι δηλαδὴ, ἡ ἀντιπολίτευσις ἀπεφάσισε νὰ στρατεύσῃ σύσσωμος κατ’ αὐτοῦ τοῦ Νομοσχεδίου, ἐκμεταλλευομένη τὸ λίαν πλούσιον μεταλλεῖον τῆς φορολογίας διὰ νὰ δημοκοπήσῃ εἰς τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλ’ ὅτι ἡ σχολὴ αὕτη παρῆλθε. Ναὶ, Κύριε Κεχαγιᾶ, ἀλλ’ ὅσοι δὲν ἐδιδάχθησαν εἰς τὴν σχολὴν ταύτην, μήτε τὰ μαθήματά της γνωρίζουν. Νομίζω, ὅτι εἰς ὑμᾶς εἶναι ἀποδοτέα ἡ σχολὴ αὕτη, διότι ἡ πολιτικὴ, τὴν ὁποίαν ὑπηρετεῖτε, εἰς τὴν ἰδίαν ἀνήκει· αὕτη πρώτη ἔφερε τὴν ἐλάττωσιν τῆς φορολογίας ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει (εἰς ἣν δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀποτελῶ τότε μέρος). Καὶ ἂν φρονῆτε, ὅτι ἡ ἐλάττωσις ἦτο δημοκοπία, ὅπερ τοὐναντίον ἐγὼ θεωρῶ εὐεργέτημα, καὶ ὅτι ἐκ τῆς ἐλαττώσεως ταύτης προῆλθεν ἡ σημερινὴ οἰκονομικὴ κρίσις τοῦ δημοσίου ταμείου, ἡ ἐδική σας σχολὴ βεβαίως ἐδημοκόπησε. Διατί λοιπὸν θέλετε νὰ μᾶς ἀποδώσητε δημοκοπίαν; Ἡ μομφὴ αὕτη, τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος Κ. Κεχαγιᾶς ἠθέλησε νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἶναι ἄδικος. Ἡ ἀντιπολίτευσις δὲν ὁρμᾶται ἐκ πνεύματος δημοκοπίας· πρόκειται περὶ φορολογικοῦ νόμου, ὅστις θέλει καταθλίψει τοὺς δυστυχεῖς φορολογουμένους, καὶ θέλει διεγείρει εἰς τὰς ψυχὰς αὐτῶν πλήρη ἀγανάκτησιν, δι’ οὓς λόγους ἐξέθηκα προλαβόντως καὶ θέλω ἐκθέτει ἀκολούθως, καὶ ἕκαστος βουλευτὴς ὀφείλει νὰ συμβουλευθῇ τὴν συνείδησίν του καὶ νὰ ἀπομακρυνθῇ τὸ παράπαν πάσης πλαγίας σκέψεως. Ἀλλ’ ἠπόρησε, λέγει ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, πῶς ἐτόλμησέ τις τῶν βουλευτῶν κατὰ τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν νὰ ὀνομάσῃ ἀπαίσιον τὸ φορολογικὸν αὐτὸ Νομοσχέδιον, ἐνῷ εἶναι ὠφέλιμον διὰ τὸν λαὸν καὶ ὑπόσχεται πολλὰ ἀγαθά. Τῷ ὄντι ἤθελον συμφωνήσει καὶ ἐγὼ μαζύ του, ἐὰν ἀληθῶς ὁ φόρος αὐτὸς ἤθελε χρησιμεύσει εἰς παραγωγὴν ἀγαθῶν· ἀλλ’ ὅπως καὶ εἰς τὴν προλαβοῦσαν συνεδρίασιν εἶπον, δὲν εἶναι ἀκραιφνὴς ὁ σκοπὸς τοῦ νομοσχεδίου, ὑποκρύπτεται ἐν αὐτῷ κάτι τι, καὶ τὸ κάτι τι εἶναι τὸ ταμιευτικὸν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὁδηγεῖ τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν. Τί θέλετε, λέγει, νὰ πράξῃ ἡ Κυβέρνησις, εὑρισκομένη εἰς οἰκτρὰν οἰκονομικὴν κατάστασιν; — καὶ τὸν εὐχαριστῶ, διότι καὶ ὡς φίλος τοῦ ὑπουργείου καὶ ὡς Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡμολόγησε μίαν ἀλήθειαν. — Καὶ ὅταν, Κύριοι, λέγει, ᾖναι οἰκτρὰ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, τί ἄλλο ἠδύνατο ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμῃ, παρὰ νὰ καταφύγῃ εἰς δάνεια καὶ φόρους, ἢ καὶ οἰκονομίας; Δὲν ἐπερίμενα, Κύριοι, σήμερον εἰς τὸ βῆμα τὸν Κύριον πρόεδρον τῆς Βουλῆς, οὐδὲ ἐγίνωσκον, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ τοῦ γενικοῦ οἰκονομικοῦ ζητήματος, διὰ νὰ μελετήσω μίαν προσωρινὴν κατάστασιν τῆς οἰκονομικῆς διαχειρίσεως τοῦ τρέχοντος ἔτους, τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω πρὸς ποῖον σκοπὸν ἔῤῥιψαν μεταξὺ τῶν διαφόρων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα διενεμήθησαν εἰς τοὺς ΚΚ. βουλευτάς, — ἴσως διὰ νὰ καθησυχάσωσι τούτους καὶ τὴν κοινωνίαν, εὑρισκομένους ἐν ἀμηχανίᾳ περὶ τῆς οἰκτρᾶς τῳόντι οἰκονομικῆς θέσεώς μας — καὶ καταδείξω τὴν μεγάλην ἀντίφασιν, ἢ μᾶλλον τὴν πλήρη σύγχυσιν, ἥτις ἀπαντᾶται μεταξὺ τῶν λόγων καὶ τῶν πραγμάτων, ἐκτὸς τῆς μεγάλης δημοκοπίας, ἡ ὁποία εἶναι ἴσως ὁ κύριος αὐτῆς σκοπός· μ’ ὅλον τοῦτο, καθ’ ὅσον ἐκ τοῦ προχείρου παρετήρησα, ἀπὸ τὴν κατάστασιν ταύτην ἐξάγεται, ὅτι ὑπάρχει περίσσευμα καὶ ὄχι ἔλλειμμα· ἄρα, κατ’ αὐτὴν, δὲν εἶναι οἰκτρὰ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις, καὶ ὅμως ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Βουλῆς καὶ φίλος τῆς Κυβερνήσεως τὴν παριστᾷ τοιαύτην. Τοῦ διλήμματος τούτου τῆς προσωρινῆς αὐτῆς καταστάσεως τὴν καθ’ ἑαυτὸ αἰτίαν ἀγνοῶ, παρατηρῶ μόνον τὸ ἐξαγόμενον, ὅτι δηλ. τὰ μὲν εἰσοδήματα τοῦ 1864, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ληφθέντων δανείων, ἀναβαίνουσιν εἰς 24,810, 917 δραχμὰς, τὰ δὲ ἔξοδα, ἀφοῦ συναριθμοῦνται καὶ οἱ τόκοι, οὓς ἐπλήρωσαν μετὰ τοῦ χρεωλύτρου, εἰς 23, 900, 000 δραχμάς· ἑπομένως ὑπάρχει περίσσευμα ἑνὸς περίπου ἑκατομμυρίου· καὶ ὅτι τὰ ἔσοδα τοῦ 1865 μέχρι τρέχοντος μηνὸς ἀνέβησαν, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, εἰς δραχ. 18,301,184 καὶ 81/00, τὰ δὲ ἔξοδα εἰς δραχ. 18,213,142 καὶ 59/00· ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο τὸ ἔτος ὑπάρχει περίσσευμα 100,000 χιλιάδ. καὶ ἐπέκεινα. Εἶναι αὐτοὶ οἱ λογαριασμοὶ ἀληθεῖς, ναὶ ἢ ὄχι;
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι αὐτὴ ἡ κατάστασις, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐξέθεσα καὶ πρὸ ἡμερῶν ἀπὸ τοῦ βήματος προφορικῶς.
§48Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν λοιπὸν, κατὰ τοὺς λογαριασμοὺς σας αὐτοὺς, Κ. Πρωθυπουργὲ, ἔχετε περίσσευμα, ἕπεται, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἰπῆτε, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην δανείων καὶ οἰκονομιῶν, οὔτε νέων φόρων· ἀλλ’ ὑμεῖς προλαβόντως διετρανώσατε, ὅτι ἔχετε μέγα ἔλλειμμα (ὅπερ βεβαίως ἀποδεικνύει ψευδεῖς τοὺς παρουσιαζομένους νῦν λογαριασμοὺς) καὶ ἐζητήσατε τὴν συνδρομὴν τῆς Βουλῆς. Μᾶς ἐζητήσατε ἄδειαν διὰ δάνειον, τὴν ἐδώκαμεν· μᾶς ἐζητήσατε νόμον ἐντόκων γραμματίων, σᾶς τὸν ἐδώκαμεν· τέλος πάντων ὅ,τι παρ’ ἡμῶν ἐζητήσατε τὸ ἐλάβατε, ἀφοῦ δὲν ἠδύνασθε, ὡς ἄλλοτε εἴπατε, νὰ κάμητε οἰκονομίας. Ἀλλὰ περὶ τούτου δὲν πρόκειται κυρίως σήμερον, καὶ ἂς αἰτιᾶται ἑαυτὸν ὁ ἔντιμος φίλος τῆς Κυβερνήσεως καὶ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς Κ. Κεχαγιᾶς, ὅστις ἐπροκάλεσε συζήτησιν ἐπὶ τῆς γενικῆς πολιτικῆς τοῦ Ὑπουργείου· ἐγὼ τοὐλάχιστον θέλω περιορισθῆ εἰς τὸ ὑπὸ συζήτησιν Νομοσχέδιον, ἀφίνων τὸ γενικὸν τῆς πολιτικῆς μέρος νὰ τὸ ἀναπτύξουν ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι ἐζήτησαν τὸν λόγον καὶ εἶναι ἱκανώτεροι ἐμοῦ. Θέλω δὲ σᾶς ἀποδείξει, ὅτι τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι παράλογον, δὲν ἔχει ἀρχὴν οὔτε τὴν δικαιοσύνην, οὔτε τὴν ἰσότητα· δὲν ἔρχεται εἰλικρινῶς νὰ ἐπιβάλῃ φόρους πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, ἀλλ’ ἔρχεται νὰ ἀναπληρώσῃ δι’ ἄλλης ὁδοῦ τὸ κενὸν τοῦ ταμείου· καὶ διὰ νὰ φθάσω εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τινὰ μέρη τοῦ Νόμου, ὅστις διέπει σήμερον τὰ τῆς ὁδοποιΐας. Πᾶς Νόμος, Κύριοι, πρέπει νὰ στηρίζηται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἔχομεν τὴν κυριαρχίαν τοῦ νομοθετεῖν, ἀλλ’ ὅταν τὰ ἔργα μας δὲν στηρίζωνται εἰς αὐτὰς τὰς δύω σωτηρίους ἀρχὰς, δὲν εἶναι σεβαστὰ καὶ δὲν ἠμποροῦν, ἐννοεῖται, νὰ ἔχουν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Ὁ Νόμος τοῦ 1852 ἰδοὺ τί ῥητῶς διατάσσει· «ἄρθρον 4· αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ θέλουν κατασκευάζεσθαι δαπάνῃ τοῦ δημοσίου καὶ τῇ προσωπικῇ συνδρομῇ τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν, δι’ ὧν αὗται θέλουν διέρχεσθαι.» Ἄρθρ. 8. Ἐκ τῶν πρὸς κατασκευὴν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν τεχνικῶν ἐργασιῶν καὶ δαπανῶν, αἱ μὲν ἐν τοῖς § α καὶ ζ τοῦ ἄρθ. 7 τοῦ παρόντος νόμου ἀναφερόμεναι εἶναι εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, αἱ δὲ ὑπολειπόμεναι εἰς βάρος τῶν ἐπαρχιῶν, δι’ ὧν ἡ ὁδὸς διέρχεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν· τὰ πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν ἁπλῶν ἐργασιῶν τῶν ὁδῶν τούτων ἡμεροκάματα εἶναι εἰς βάρος τῶν δήμων, δι’ ὧν διέρχεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ των. Ἄρθρ. 12. Οἱ ἰδιοκτῆται ἐκτεταμένων κτημάτων παρ’ οἷς διέρχεται ἐθνικὴ, ἐπαρχιακὴ ἢ δημοτικὴ ὁδὸς, συνεισφέρουσιν ἐφάπαξ εἰς τὴν κατασκευὴν αὐτῆς, ἀναλόγως τῆς προσγινομένης εἰς αὐτοὺς ὠφελείας, τὴν δὲ ἀναλογίαν κανονίζει κλπ. Ἄρθρ. 22. Ἡ συντήρησις τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν γίνεται δαπάνῃ τοῦ δημοσίου κτλ. Ἄρθρ. 23. Ἐπὶ τῷ σκοπῷ τούτῳ ἐπιτρέπεται ἡ ἐπιβολὴ διοδίων ἐπὶ τῶν κατασκευαζομένων ἐθνικῶν καὶ ἐπαρχ. ὁδῶν. Τὸ πληρονόμενον δικαίωμα διοδίων δέν θέλει εἶσθαι πλέον τοῦ 1 λεπ. ἐπὶ ἕκαστον στάδιον. Βλέπετε ἑπομένως ποῖον σύστημα ὑπάρχει καθιερωμένον· τὴν μὲν κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν ἀναλαμβάνει εἰς ἑαυτὸ τὸ Δημόσιον ταμεῖον, ἀλλὰ διὰ τὰ τοπικὰ καὶ ἰδιαίτερα τῶν κατοίκων συμφέροντα ἐπιβάλλει, 1) προσωπικὴν ἐργασίαν, καὶ ταύτην γενικὴν, διότι εἰς αὐτὴν τὴν ἐργασίαν συνεισφέρουσι καὶ οἱ ὀφείλοντες νὰ πληρόνωσι φόρους καὶ οἱ ἄποροι, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι οἱ κτηματίαι, ἐπειδὴ εἶναι πλέον εὐκατάστατοι καὶ ἔχουν περισσότερα συμφέροντα, ἀναλόγως καταβάλλουν καὶ πλειότερα ἡμεροκάματα· 2) ἐπιβαρύνει τοὺς παροδίους κτηματίας ἐκείνους, διὰ τῶν κτημάτων τῶν ὁποίων διέρχεται ἡ ὁδὸς, ἀναλόγως τῆς προσγινομένης εἰς αὐτοὺς ὠφελείας· 3) ἐπιβαρύνει τοὺς κατοίκους διὰ τὴν συντήρησιν τῶν ὁδῶν, καὶ ἐπιβάλλει εἰς αὐτοὺς τὰ διόδια. Τὸ δημόσιον δὲ ταμεῖον, ἀπέναντι τῶν συνεισφορῶν τούτων τῶν κατοίκων, ἀνέλαβε νὰ συνεισφέρῃ ὑπὲρ τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν τὴν τεχνιτὴν ἐργασίαν, ὥστε, κατὰ τὸ σύστημα αὐτὸ, ὑπάρχει μία ἀμοιβαία συνεισφορὰ μεταξὺ δημοσίου ταμείου καὶ λαοῦ· ἄρα ὁ νόμος οὗτος στηρίζεται εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς δικαιοσύνης, τῆς ἰσότητος καὶ τῆς ἀμοιβαιότητος. Ἂς παραβάλωμεν τώρα τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διὰ νὰ ἴδωμεν τὸ σύστημά του· ά. περιέχει τὸ ἄδικον, αἶρον ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον τὴν ὑποχρέωσιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν φυσικῶς ἔχει τοῦτο πρὸς κατασκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν· βʹ. ἐπιβάλλει ἐκτάκτους καὶ καταθλιπτικοὺς φόρους ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς, τῶν ζώων κλπ., ὡς καὶ ἐμμέσους τινὰς φόρους, οἵτινες, ἐννοεῖται, ἐπιβαρύνουσι πάλιν τὸν λαόν, διότι, ὅταν π. χ. ἡ ζάκχαρις, ὁ καφὲς, τὸ ὀρύζιον καὶ τὰ ἄλλα ἐμπορεύματα ὑποκύψωσιν εἰς πρόσθετον φορολογίαν, τότε οἱ ἔμποροι θέλουν αὐξήσει τὴν τιμὴν αὐτῶν, καὶ κατὰ συνέπειαν ἐπιβαρύνεται τὸ βαλάντιον τῶν δυστυχῶν φορολογουμένων· γʹ. ἐνῷ ἐπιβάλλει εἰς τὴν γεωργικὴν τάξιν, ὡς εἴρηται, φόρους, ἀπαλλάττει ἀπὸ τοιούτους τὰ ἄτομα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα, ἂν καὶ ἔχουν μεγάλην κατάστασιν χρηματικὴν, ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχουν κτήματα, δὲν πληρόνουν φόρους καὶ ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὰ ἡμεροκάματα, καὶ οὕτω καταργεῖ τὴν ἰσότητα καὶ τὴν δικαιοσύνην καὶ ἔρχεται νὰ καθιερώσῃ προνόμια καὶ διακρίσεις. Τώρα, ἀφοῦ σᾶς ἀνέπτυξα, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο δὲν ἔχει ἀρχὴν τὴν δικαιοσύνην καὶ τὴν ἰσότητα, ἔρχεται πρὸς τούτοις νὰ καθιερώσῃ καὶ μίαν ἄλλην ἀδικίαν. Καὶ ἰδού. Ὁμιλοῦντες, Κύριοι, περὶ ἐθνικῶν ὁδῶν, ἐννοοῦμεν βεβαίως τὰς ὁδοὺς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι συνάπτουν τὰς πρωτευούσας τῶν ἐπαρχιῶν πρὸς ἀλλήλας ἢ πρὸς τὸν λιμένα αὐτῶν. Ἂς ἴδωμεν λοιπὸν ἐὰν ἓν τμῆμα τῆς Ἑλλάδος, τὸ τρίτον δηλονότι μέρος αὐτῆς, ἔχῃ συμφέρον ἀπὸ τὸν νόμον αὐτόν. Αἱ νῆσοι, Κύριοι, τοῦ τε Αἰγαίου πελάγους καὶ τῶν Σποράδων, καθὼς καὶ ἡ Ἑπτάνησος, ἔχουν κανὲν συμφέρον; Τὴν Κέαν, φέρ’ εἰπεῖν, μετὰ τῆς Σύρου πῶς θὰ τὴν συνδέσωμεν; θὰ τὴν γεφυρώσωμεν; Ἄμποτε νὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ κάμωμεν ὅ,τι ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἰταλίας προτίθεται νὰ κατορθώσῃ, νὰ ἑνώσῃ δηλ. διὰ γεφύρας τὴν Σικελίαν μὲ τὴν Νεάπολιν, ἀλλὰ δι’ ἡμᾶς δυστυχῶς τὰ τοιαῦτα ἔργα εἶναι ὑπερφυσικά. Τὸ ἴδιον λέγω διὰ τὴν Νάξον μετὰ τῆς Τήνου, διὰ τὴν Λευκάδα μετὰ τῆς Ζακύνθου, καὶ οὕτω καθεξῆς· ἄρα εἰς ὅλας τὰς νήσους δὲν ἔχομεν ἐθνικὰς ὁδούς. Καὶ ὅμως θὰ συνεισφέρουν οἱ κάτοικοι αὐτῶν τῶν μερῶν, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὸ ⅓ τῆς Ἑλλάδος, ὡς εἶπον, πρὸς ὄφελος τῶν ἄλλων κατοίκων. Προφανὴς ὅθεν ἡ ἀπόδειξις, ὅτι τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ κατὰ τοῦτο τὸ μέρος εἶναι ἄδικον, διότι ἐπιβάλλει φόρους ἐκεῖ ὅπου δὲν προσγίνεται ὠφέλεια, καὶ ἰδοὺ ἀνατρέπεται ἡ ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν πολλὰ ὀρθῶς ἀνέφερεν ὁ κύριος Κεχαγιᾶς, ὅτι οἱ φόροι εἶναι ἀντάλλαγμα τῶν ὠφελειῶν. Ἀλλ’ ἔρχεται, λέγει, κἄτι τι ἄλλο διὰ νὰ ἀναπληρώσῃ ἐκεῖνο τὸ καλὸν, τοῦ ὁποίου στεροῦνται οἱ κάτοικοι τῶν νήσων, τουτέστιν ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία· ἐπειδὴ δὲν εἶναι δυνατὸν, εἶπε, νὰ συνδεθῶσιν αἱ νῆσοι δι’ ὁδῶν, θέλουν συγκοινωνεῖ διὰ τῶν ἀτμοπλοίων· ἀλλὰ μήπως, Κύριοι, πρόκειται νὰ ἀποκτήσωσιν ἤδη τὸ καλὸν τοῦτο, διὰ τὸ ὁποῖον ἐρχόμεθα νὰ τοῖς ἐπιβάλωμεν βαρεῖς φόρους; Ἡ Ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία ἴσα, ἴσα δι’ αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, τὴν συγκοινωνίαν δηλονότι τῶν νήσων, ἐσυστήθη, καὶ δι’ αὐτὴν ἰδίως πληρόνει τὸ δημόσιον κατ’ ἔτος 490 χιλιάδας δραχμῶν· ἄρα καὶ εἰς τὸ μέλλον δὲν θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ γίνεται τίποτε ἄλλο, εἰμὴ ὅ,τι ὤφειλε νὰ γίνηται καὶ γίνεται ἄχρι τοῦδε κατὰ τὴν σύμβασιν· φόρον ἔκτακτον, εἰδικὸν πρὸς συντήρησιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας αὐτοὶ οἱ πολίται δὲν ἐπλήρονον, καὶ ἤδη τοὺς ἐπιβαρύνομεν, ἐνῷ περιπλέον τι καλὸν δὲν τοῖς προσθέτομεν. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν τοῖς προσφέρομεν καμμίαν ἄλλην ὠφέλειαν, παρὰ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἔχουσι προαποκεκτημένην ἄνευ ἐπὶ τούτῳ πληρωμῆς, διατὶ θέλετε νὰ τοὺς φορτώσωμεν μὲ νέους φόρους; Ἀλλά, Κύριοι, ἐξετάζω τὸ ζήτημα καὶ ὑπὸ μίαν ἄλλην γενικωτέραν ἔποψιν. Ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς μᾶς ἔκαμε προχθὲς μίαν παρατήρησιν, ὅτι δηλ. τῷ ἐφάνη πολὺ παράξενον πρᾶγμα πῶς ἐγὼ ἐξιππάσθην δι’ αὐτὸν τὸν ἔκτακτον φόρον· μήπως δὲν πληρόνουν, εἶπεν, οἱ πολῖται καὶ τώρα φόρους; Ναί, σᾶς ἀπαντῶ, Κύριε Πρωθυπουργὲ, ἀλλὰ διαφέρουν οἱ γενικοὶ φόροι ἀπὸ τοὺς ἐκτάκτους, τοὺς εἰδικούς· πᾶς ἔκτακτος φόρος ἐπιβάλλεται ἀντὶ ἀμέσων τοπικῶν ὠφελειῶν, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τοῦτο εἶναι ὀρθὸν, σᾶς ἀναφέρω αὐτὸν τὸν ἴδιον νόμον, τοῦ ὁποίου δὲν δύνασθε νὰ διαφιλονεικήσητε τὴν σωτηρίαν, τὴν δικαίαν, τὴν φυσικωτάτην ἀρχήν. Ἰδοὺ τί λέγει· «πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διὰ τῶν προγενεστέρων ἄρθρων ἀνατεθεισῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τοὺς δήμους ἐργασιῶν κλπ. ἐπιτρέπεται ἐπιβολὴ ἐκτάκτων φόρων, τοὺς ὁποίους θέλουν ψηφίζει τὰ ἐπαρχιακὰ καὶ δημοτικὰ συμβούλια.» Ἐὰν λοιπὸν θέλητε νὰ κάμητε τοπικά τινα ἔργα, προσκαλέσατε τὰ δημοτικὰ καὶ ἐπαρχιακὰ συμβούλια διὰ νὰ ἐπιβάλωσι φόρους, κατὰ τὸ 10 ἄρθρον αὐτοῦ. Αὐτὰ τὰ Σώματα ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των, ὡς ἐκ τῆς ἰδιαζούσης τοπικῆς πείρας των, γνωρίζουσι τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν, τὸν καταλληλότερον τρόπον καὶ τὰ ἧττον δαπανηρὰ μέσα τῆς θεραπείας αὐτῶν· αὐτὰ θέλουν ἐκλέξει τὸ εἶδος καὶ τὸ μέτρον τῆς φορολογίας εἰς τρόπον ἐλαφρυντικὸν καὶ μᾶλλον ἀνεπαίσθητον, διότι, ὡς ἄλλοτε εἶπεν ὁ ἔντιμος Κ. Ἰακωβᾶτος, τὸ πλέον αἰσθαντικὸν μέρος τοῦ ἀνθρωπίνου δέρματος εἶναι τὸ βαλάντιον· διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν προσεκτικοὶ καὶ φειδωλοὶ, ὅταν πρόκηται νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους· δὲν ἔχει ἑπομένως δίκαιον ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἐξομοιώσας τοὺς γενικοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ὀφείλουν νὰ συνεισφέρουν οἱ κάτοικοι ἑνὸς κράτους διὰ τὰς γενικὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, ἐν αἷς βεβαίως συμπεριλαμβάνονται ἥ τε δημοσία ἀσφάλεια καὶ ἡ δημοσία συγκοινωνία κατὰ θάλασσαν καὶ ξηρὰν, μὲ τοὺς ἐκτάκτους εἰδικοὺς φόρους τοὺς ἐπιβαλλομένους ἀναλόγως τῶν διαφόρων τοπικῶν ἀναγκῶν καὶ ἀντὶ ἀμέσων τοπικῶν ὠφελειῶν.
§49ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ μὲ σημειώσετε.
§50Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ὁ ἔντιμος Κ. Κεχαγιᾶς, ἀνατρέξας εἰς τὸ παρελθὸν, εἶπεν, ὅτι μὲ λύπην του βλέπει, ὅτι δὲν ἔγεινε χρῆσις κατάλληλος τῶν φόρων ἐκείνων, οἵτινες εἰσεπράχθησαν ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν. Μάλιστα, καὶ ἐγὼ λυποῦμαι, διότι αἱ κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεις (καὶ δὲν θέλω νὰ διακρίνω τὴν μίαν ἀπὸ τὴν ἄλλην) δὲν ἀνταπεκρίθησαν τὸ παράπαν εἰς τὰς ἐπιθυμίας τῶν κατοίκων τῶν ἐπαρχιῶν· διὰ τοῦτο δὲν εἶμαι ἐναντίος τῆς ἀρχῆς τοῦ νὰ γείνουν ὁδοὶ, τοὐναντίον εἶμαι θιασώτης ἄκρος αὐτοῦ τοῦ ἔργου, πρέπει νὰ γείνουν ὁδοὶ, ἀλλὰ ποῖος πρέπει νὰ δαπανήσῃ; Ἐὰν πρόκηται περὶ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, Κύριοι ὑπουργοὶ, σεῖς εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ φροντίσητε καὶ νὰ καταβάλλητε τὰ πάντα— οὐχὶ βεβαίως ἐκ τοῦ βαλαντίου σας. — δὲν ἔχετε τὰ μέσα; δὲν σᾶς δίδουν δάνεια; Ἀπωλέσατε τὴν πίστιν; Εἰς τί σᾶς πταίει διὰ τοῦτο ὁ λαὸς καὶ θέλετε νὰ τὸν ἐπιβαρύνητε μὲ ἐκτάκτους φόρους; (Θόρυβος). Μὴ βιάζεσθε, Κύριοι. Σεῖς, Κύριοι ὑπουργοὶ, εἶσθε ὑποχρεωμένοι νὰ καταβάλλητε τὰς δαπάνας ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου, διότι τί ἄλλο κάμνετε εἰς ἀποζημίωσιν τῶν φόρων, τοὺς ὁποίους πληρόνουν οἱ πολῖται πάσης τάξεως, ἐὰν δὲν τοῖς κάμητε ὁδοὺς καὶ γεφύρας, ἐὰν δὲν τοῖς παρέξητε τὰ μέσα τῆς καλῆς συγκοινωνίας καὶ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας; Τί ἄλλο κάμνετε διὰ τὴν ὑλικὴν εὐημερίαν αὐτῶν, ὑπὲρ τῆς ὁποίας ὀφείλει νὰ μεριμνᾷ πᾶσα πατρικὴ Κυβέρνησις; Ὡς πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν σεῖς οἱ ἴδιοι ὁμολογεῖτε ἐν τῷ προκειμένῳ νομοσχεδίῳ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀνέλαβεν αὐτὴν τὴν ὑποχρέωσιν· πῶς τώρα θέλετε νὰ τὴν ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον καὶ νὰ τὴν ἀναθέσητε εἰς τὴν ῥάχιν τῶν φορολογουμένων; Ἀλλ’ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς εἶπεν, ἀφοῦ ἠλαττώσατε τοὺς φόρους καὶ τοὺς ἠλαττώσατε τόσον πολὺ, δύνασθε ἤδη νὰ τοὺς αὐξήσητε ὀλίγον χωρὶς νὰ ἐνοχλήσητε τοὺς φορολογουμένους, διότι, ἐνῷ ἐπλήρονον 10%, ἤδη πληρόνουν 5%, καὶ ἐὰν προσθέσητε 1%, δὲν κάμνετε κανὲν κακόν. Κύριοι, αὐτὸ τὸ καλὸν ἔκαμεν ἡ μεταβολή· θέλετε καὶ αὐτὸ νὰ τὸ ἀνατρέψητε;
§51ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἔκαμε καὶ κανὲν ἄλλο;
§52Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, δὲν συζητοῦμεν περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων ἐν γένει τῆς μεταβολῆς· ἐμνήσθην μόνον τοῦ φορολογικοῦ μέρους, διότι περὶ φορολογίας πρόκειται· ἐὰν θέλητε γενικώτερα, σᾶς ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὸ ἀνεπηρέαστον τῶν ἐκλογῶν, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βήματος κλπ. Ἀλλ’ οὐδὲν ἧττον ὀφείλω νὰ ἐνθυμίσω εἰς τὸν φίλον μου Κ. Κεχαγιᾶν, ὅτι πᾶς γενναῖος καὶ καθαρὸς πολιτικὸς χαρακτὴρ παντοῦ καὶ πάντοτε ἐξασκεῖ τὰ δικαιώματά του. Συζητοῦμεν λοιπὸν περὶ φορολογίας καὶ οὐχὶ περὶ πολιτικῆς μεταβολῆς καὶ πολιτικῶν χαρακτήρων, ἑπομένως θέλει μοὶ ἐπιτρέψει ὁ φίλος μου Κ. Κεχαγιᾶς, ὅστις δὲν θεωρεῖ ἀξίαν λόγου τὴν ἐπ’ ὀλίγον αὔξησιν τοῦ ἐγγείου φόρου, νὰ τῷ παρατηρήσω ὅτι δὲν ἤθελεν ἀληθῶς φανῆ ἐπαισθητὴ αὕτη, ἐὰν καὶ αὐτὸς ὅπως σπεύδει νὰ βαρύνῃ ὀλίγον, ὡς λέγει, τὸν λαὸν, ἔσπευδεν ἐγκαίρως καὶ νὰ τὸν ἐλαφρύνῃ ὀλίγον. Ἐξηγοῦμαι· ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, τὸν νόμον τοῦ 1861 περὶ ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου τῆς ἐθνικῆς τραπέζης, τῆς ὁποίας τυγχάνει ἓν τῶν κυριωτέρων ὀργάνων ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, καθὸ ὑποδιοικητὴς αὐτῆς· κατὰ τὸν νόμον αὐτὸν, ἡ τράπεζα ὤφειλε νὰ διαθέσῃ δύω ἑκατομμύρια δραχμῶν πρὸς προκαταρκτικὴν σύστασιν γεωργικῆς τραπέζης. Ἐνθυμεῖσθε προσέτι πόσαι χάριν τῆς ἀνανεώσεως τοῦ προνομίου αὐτοῦ ἐδόθησαν ὑποσχέσεις πρὸς καταρτισμὸν πλουσίας γεωργικῆς τραπέζης. Τί ἔπραξεν ἡ τράπεζα ἕως τώρα; τίποτε. Ἐάν, Κύριε Κεχαγιᾶ, ἡ τράπεζα δὲν ἀπησχόλει ἀλλαχοῦ, δι’ οὓς ὑμεῖς γνωρίζετε λόγους, πολλὰ κεφάλαιά της, ἀλλ’ ἐδίδετε τὰ δύω ἑκατομμύρια εἰς αὐτὸν τὸν δυστυχῆ λαὸν, δὲν ἠθέλετε ἀνακουφίσει κατά τι τὴν γεωργίαν; Ἡ γεωργία δὲν θέλει τίποτε ἄλλο, παρὰ χρήματα μὲ τόκον μέτριον, διότι ἡ τοκογλυφία ἠφάνισεν αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν παρεπονέθησάν ποτε κατὰ τοῦ δεκαδικοῦ συστήματος, παρεπονέθησαν μόνον διὰ τὰς καταχρήσεις, τὰς διαρπαγὰς, τὰς ληστείας, ἐὰν θέλετε, τῶν εἰσπρακτόρων, καὶ διὰ τὴν τοκογλυφίαν, διὰ τὰ ὁποῖα ἐζήτουν χρήματα, ἐζήτουν καὶ ζητοῦν τὴν σύστασιν γεωργικῶν τραπεζῶν! Δὲν ἔγεινε τοῦτο, ἔγεινεν ἡ ἐλάττωσις τοῦ φόρου, καλὸν καὶ αὐτό· θέλετε λοιπὸν νὰ τὸ ἀνατρέψητε; θέλετε νὰ ἐπανέλθητε βαθμηδὸν εἰς τὸ δέκατον χωρὶς νὰ ἀνακουφίσωμεν αὐτοὺς διὰ τῶν ἀγαθῶν, τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται αἱ γεωργικαὶ τράπεζαι, καὶ νὰ ἀνταποκριθῶμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον εἰς τὰς διαπύρους εὐχάς των; Αἲ! Κύριοι, ἀπατῶνται ὅσοι πλούσιοι ὄντες ἐντρυφῶσιν ἐν Ἀθήναις, ἐν ὅλαις αὐτῶν ταῖς ἀναπαύσεσι τρώγοντες ἀντὶ τοῦ κοινοῦ ἄρτου φραντσόλες καὶ παντεσπάνια, ἀπατῶνται, λέγω, εἰς τὰς κρίσεις των ὡς πρὸς τοὺς λαοὺς τῶν ἐπαρχιῶν, πολλοὶ ἐκ τῶν ὁποίων ζῶσι μὲ ἄρτον ἐκ βρώμης, καὶ ἐνίοτε στεροῦνται καὶ τούτου καὶ τρώγουσι χόρτα. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται, Κύριοι, μόνον ν’ αὐξήσητε κατὰ 1% τὸν φόρον τῶν προϊόντων τῆς γῆς· πρόκειται νὰ καινοτομήσωμεν περιπλέον εἰς ἄλλο εἶδος φορολογίας, διότι, ἐνῷ δὲν ἠλάττωσε τὸν φόρον τῶν ζώων ἡ Συνέλευσις, ἡμεῖς σήμερον ζητοῦμεν νὰ τὸν ἀναβιβάσωμεν τῶν μὲν μικρῶν ἀπὸ 25 λεπ. εἰς 30, τῶν μεγάλων ἀπὸ 1 δραχμῆς εἰς 1 καὶ λεπτὰ 20, τῶν ὄνων ἀπὸ 50 λεπτὰ εἰς 60, καὶ οὕτω καθεξῆς. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι προσθέτετε φόρους βαρεῖς πρὸς κατάθλιψιν τοῦ λαοῦ δι’ ἔργα τὰ ὁποῖα οὔτε ἀμέσως θέλουν ἐκτελεσθῆ, οὔτε ἀναλογίαν ὠφελείας πρὸς ὅλας τὰς ἐπαρχίας ὑπόσχονται ἐξ ἴσου. Κύριοι βουλευταί, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προσθέσω περισσότερα, διότι καὶ προχθὲς εἶπον πολλά· ἐπιθυμῶ νὰ ἦμαι σύντομος καὶ νὰ ἀποφεύγω τὰς ταυτολογίας· σπεύδω ἑπομένως εἰς τὸ πέρας τῆς ὁμιλίας μου. Ἀλλὰ πρὸ τούτου θὰ μὲ συγχωρήσητε νὰ μνησθῶ καὶ τοῦ τελευταίου μέρους τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἐντίμου Κ. Κεχαγιᾶ, ὁ ὁποῖος, διὰ νὰ σᾶς ἐνθαῤῥύνῃ, ἀνέτρεξε καὶ εἰς τὸ παρελθόν, ἐλάλησε πολλὰ περὶ ἀκλονήτων πεποιθήσεων, περὶ πιέσεως ἄνωθεν καὶ κάτωθεν, περὶ δημαγωγίας, περὶ γενναίων καὶ δειλῶν χαρακτήρων καὶ τόσα ἄλλα, ἵνα ἀποδείξῃ, ὅτι οὐδόλως ἔχετε ἀνάγκην νὰ προσέξητε εἰς τὴν κοινὴν γνώμην τῶν ἐπαρχιῶν σας καὶ εἰς τὰς ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας τῶν δημαγωγῶν κλπ. ἀλλὰ εἰς τὴν συνείδησιν καὶ εἰς τὴν πεποίθησίν σας. Καὶ ποῖος, κύριοι, ἐνόησέ ποτε νὰ σᾶς συστήσῃ τὸ ἐναντίον, τὸ νὰ ὑποκύψητε δηλαδὴ εἰς τὴν πίεσιν, εἴτε ἄνωθεν, εἴτε κάτωθεν προέρχεται αὕτη; τὸ νὰ φοβηθῆτε τοὺς δημαγωγοὺς καὶ τὰ τοιαῦτα, καὶ νὰ μὴ ἀκούσητε τὴν φωνὴν τῆς συνειδήσεώς σας, τὰς πεποιθήσεις σας; Ἴσα, ἴσα εἰς τοῦτο προσκαλῶ καὶ ἐγὼ τὴν προσοχήν σας, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς λέγω, ἐστὲ γενναῖοι, μὴ θέλετε νὰ ὑποκύψητε εἰς τὴν ἐπήρειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ νὰ δειλιάσητε ἀπέναντι αὐτῆς παριστανούσης τὸ φορολογικὸν νομοσχέδιον ὡς ζήτημα πολιτικόν, ἐνῷ δὲν πρόκειται περὶ πολιτικοῦ τινος ζητήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἕκαστος δύναται νὰ ἔχῃ τὸ φρόνημά του καὶ τὰς δοξασίας του κατὰ τὸ δοκοῦν· πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς φόρων, καὶ ὅταν πρόκηται νὰ θέσωμεν νέα βάρη εἰς τὸν λαὸν, πρέπει καλῶς νὰ τὰ σταθμίσωμεν· ἔχετε μὲν τὴν ἐξουσίαν νὰ κάμητε ὅ,τι θέλετε, ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ τὴν καταχρασθῆτε· ὁ λαὸς εἶναι λίαν βεβαρυμένος, καὶ πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ ἵνα μὴ περιπλέον τὸν ἐπιβαρύνωμεν. Δὲν εἶμαι ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἠμποροῦν νὰ ἐπηρεασθῶσιν ἀπὸ τὴν σκέψιν τῆς ἀποδοκιμασίας τῶν ἐπαρχιωτῶν, ὅταν ἡ φωνὴ τῆς συνειδήσεώς μου μὲ κράζῃ νὰ πράξω τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· αὐτὸ τοῦτο πράττω καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ συνείδησίς μου, Κύριοι, μὲ ἀποτρέπει νὰ ψηφίσω ἓν τοιοῦτον νομοσχέδιον, διότι κατ’ ἀρχὴν εἶναι ἄδικον, καθιεροῖ τὴν ἀνισότητα κ. λ. π. Καὶ εἶπε μὲν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς σὺν τοῖς ἄλλοις, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν ἀνισότητα, ὅτι ἐνῷ πάντες συνεισφέρουν ἀναλόγως εἰς τὰ γενικὰ ἔξοδα τοῦ Κράτους, δὲν μετέχουν ἐξ ἴσου καὶ τῶν ὠφελειῶν, ἀλλ’ ἐλησμόνησεν, ὡς φαίνεται, τὴν μεγάλην διαφορὰν μεταξὺ τακτικῶν καὶ ἐκτάκτων εἰδικῶν φόρων. Ἀληθῶς αἱ ἐπαρχίαι, οἱ δῆμοι ὅλοι τοῦ Κράτους συνεισφέρουσιν ἀναλόγως εἰς ὅλα τὰ δημόσια βάρη χωρὶς νὰ μετέχωσιν ἐξ ἴσου καὶ ἀμέσως ὅλων τῶν ὠφελημάτων καὶ πλεονεκτημάτων, ὡς π. χ. παντοῦ δὲν ὑπάρχει Πανεπιστήμιον, παντοῦ δὲν ὑπάρχουν γυμνάσια, παντοῦ δὲν ὑπάρχουν σχολαρχεῖα, παντοῦ δὲν ὑπάρχουν Ἄρειος Πάγος, ἐφετεῖα, πρωτοδικεῖα κ. λ. π. Ἀλλ’ ἐνῷ ἐξ ἑνὸς τὰ πάντα παντοῦ δὲν δύνανται νὰ ὑπάρχωσιν, οὐδὲν ἧττον ἡ ἐκ τῶν ἱδρυμάτων τούτων ἐκπηγάζουσα ὠφέλεια δὲν ἀποξενόνει τὰ διάφορα μέρη· ὡς πρὸς τοὺς ἐκτάκτους ὅμως φόρους, ἡ ὠφέλεια πρέπει νὰ ᾖναι τοπικὴ καὶ ἄμεσος, ἐνῷ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὡς σᾶς ἀπέδειξα, τοῦτο εἶναι ἀνέφικτον.
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν μᾶς ἀπέδειξες.
§54Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν σᾶς ἀπέδειξα; Σᾶς εἶπον τόσα πολλὰ ἐμπεριστατωμένως, ὥστε καμμία ἄλλη ἀπόδειξις δὲν χρειάζεται.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μάλιστα, μᾶς εἶπες, ἀλλὰ δὲν ἀπέδειξες.
§56ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς ἀπέδειξα, ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ κάμητε παντοῦ ἐθνικὰς ὁδοὺς, καὶ μάλιστα εἰς τὰς νήσους, ἐνῷ ζητεῖτε νὰ φορολογῆτε διαρκῶς καὶ ἐπ’ ἄπειρον ὅλον τὸν λαὸν, ὅτι ἐνῷ τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας τὰ δικαιώματα ἐπιβαρύνουν κατὰ τὴν σύμβασιν τὸ δημόσιον ταμεῖον, σεῖς καινοτομοῦντες ζητεῖτε νὰ τὰ ῥίψητε εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ λαοῦ· ποίας ἄλλας ἀποδείξεις θέλετε;
§57ΛΑΠΑΣ. Τὰς 400 χιλιάδας δρ. τῆς ἑταιρίας ποῖος τὰς πληρόνει; Ὁ Κουμουνδοῦρος ἢ ὁ Καλλιγᾶς; δὲν τὰς πληρόνω ἐγώ;
§58ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν λέγωμεν περὶ ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας, χρεωστοῦμεν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἐνθυμηθῶμεν τὴν σύμβασιν, καθ’ ἣν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ὀφείλει νὰ ἀποζημιοῖ αὐτὴν, καὶ οὐχὶ ὁ λαὸς δι’ ἐκτάκτων φόρων· ἀφίνω δὲ κατὰ μέρος ἤδη, διότι ἐν καιρῷ τῷ δέοντι θέλω τὸ ἐξετάσει ἐν ἐκτάσει, ὅτι ἡ ἑταιρία πολὺ ἀπέχει τοῦ νὰ ἐκπληροῖ ἀκριβῶς τὰς ὑποχρεώσεις της. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω τίποτε περισσότερον νὰ προσθέσω· ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας εἰς ἓν σπουδαιότατον ἀντικείμενον· πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς ἐκτάκτων φόρων, καὶ φόρων βαρέων, πρὸς ἐκτέλεσιν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀνήκουν εἰς βάρος τοῦ δημοσίου ταμείου, καὶ ἤδη ἡ Κυβέρνησις ζητεῖ νὰ καινοτομήσωμεν. Μὴ καθιερώσητε, πρὸς Θεοῦ, αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, διότι αὔριον θὰ ἔλθῃ ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα ἢ ἄλλη οἱαδήποτε, δι’ ἄλλην ἀνάγκην, ἐὰν τὸ ταμεῖον ᾖναι κενὸν, νὰ ζητήσῃ καὶ ἄλλους φόρους. Αὐτὴν τὴν ἀρχὴν πρέπει ν’ ἀποδοκιμάσητε εὐθὺς εἰς τὴν πρώτην της ἐμφάνισιν ὡς ὀλεθρίαν διὰ τοὺς φορολογουμένους. Ἐὰν τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπορῇ, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ μᾶς ζητήσῃ καθαρῶς καὶ ἀπ’ εὐθείας αὔξησιν φόρων διὰ τὰς γενικὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους. Αὐτὸ ὅμως τὸ πλάγιον μέσον, τὸ ὅλως διόλου πρωτοφανὲς, αὐτὴν τὴν καινοτομίαν τὴν καθιεροῦσαν τὴν ἐπιβολὴν ἐκτάκτων φόρων, τὴν ἀνισότητα κλπ. δὲν πρέπει νὰ τὰ παραδεχθῶμεν. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ἐμμένω εἰς τὴν προλαβοῦσαν πρότασίν μου κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψίν του.
§59Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ (βουλευτὴς Οἰτύλου). Κύριοι βουλευταὶ, πρόκειται περὶ τῶν φόρων καὶ περὶ τῶν δημοσίων ἔργων. Οὐδὲν ἀντικείμενον πολιτικὸν θεωρῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου· διὰ τοῦτο ἔλαβον τὴν τόλμην νὰ λάβω τὸν λόγον, ἵνα φέρω τὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου τούτου γνώμην μου. Ἐν πρώτοις ὅλοι ὁμολογοῦμεν, ὅτι ἡ συγκοινωνία ἐν Ἑλλάδι ἐξέλιπε, καὶ ὅτι ἅμα συλλογίζεταί τις, ὅτι θὰ διέλθῃ ποταμοὺς ἀδιαβάτους καὶ κινδυνώδεις, βιάζεται, διὰ νὰ σώσῃ τὴν ζωήν του, νὰ ἐγκαταλείψῃ συμφέροντα, ἐκ τῶν ὁποίων πολλάκις ἐξαρτᾶται ἡ τύχη καὶ ὕπαρξις τῆς οἰκογενείας του. Δὲν ἀρνεῖται κανεὶς, ὅτι οἱ ποταμοὶ ἔσυραν ὁλοκλήρους οἰκογενείας καὶ κατέπνιξαν αὐτὰς μὲ τὰ ζῶα των. Δὲν ἀρνεῖται κανεὶς, ὅτι ἐκρημνίσθησαν ζῶα φορτωμένα μ’ ἐμπορεύματα, καὶ ὅτι μυρία δυστυχήματα εἰς τὰς ἐπαρχίας συνέβησαν. Ἐκ τούτων ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ ἐπίσπευσις τῶν ἔργων εἶναι ἀναγκαία, εἶναι ἀναγκαιοτάτη. Ἀλλὰ τὰ ἔργα αὐτὰ διὰ τί ἕως τώρα δὲν ἔγειναν, ἐνῷ ἡμεῖς ἔχομεν νόμον ἐγκαθιδρυμένον, τὸν ὁποῖον ὁ προλαλήσας ἐξήγησε; Θὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, διατί, καὶ πέποιθα ὅτι θὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ γείνουν τὰ ἔργα ταῦτα μ’ ἐλάττωσιν τῶν φόρων καὶ ὄχι μ’ αὔξησιν· εἶμαι δ’ ἕτοιμος νὰ τ’ ἀποδείξω μὲ τὰ πράγματα καὶ ὄχι ἰδανικῶς. Διότι πᾶς τις ἀπὸ τοῦ βήματος πρέπει νὰ ἐξηγῇ μὲ εἰλικρίνειαν καὶ μὲ καθαρὰν καρδίαν τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ, καὶ ὄχι μεταπλάττων τὴν ἀλήθειαν, νὰ ἀνατρέχῃ εἰς πλαστὰ καὶ φαντασιώδη, ὑποθέτων, ὅτι φείδεται τῶν συμφερόντων τοῦ λαοῦ, ἐνῷ ἀπ’ ἐναντίας τὰ βλάπτει! Εἰς τρία διαιροῦνται, Κύριοι, αἱ ὁδοί· εἰς δημοσίας ὁδοὺς, εἰς ἐπαρχιακὰς ὁδοὺς καὶ εἰς δημοτικὰς ὁδούς. Βλέπετε, ὅτι δὲν ἦλθον οὔτε μὲ νόμους, οὔτε μὲ σημειώσεις διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω τὶ φρονῶ καὶ τὶ αἰσθάνομαι εἰς τὴν καρδίαν μου πρὸ χρόνων· δὲν εἶχον καμμίαν ἀνάγκην σημειώσεων, δὲν ἔχω καμμίαν ἀνάγκην νὰ σᾶς παρουσιάσω ἐνταῦθα κρίσεις, διότι τὰς ἐλλείψεις αὐτὰς τὰς αἰσθάνομαι, τὰς γνωρίζω πρὸ χρόνων, διότι εἶμαι καὶ ἐγὼ ἐπαρχιώτης, καὶ ὑπηρέτησα εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ εἶδον καλῶς, κάλλιστα τὰς ἀνάγκας, καὶ μηχανικοὺς εἶδον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις καὶ χωρικοὺς εἶδον ἐν ταῖς φυλακαῖς. Τὰ τρία εἴδη αὐτὰ τῶν ὁδῶν ἠξεύρετε πῶς διαιροῦνται; Ἓν μέρος ἔχει ἡ Κυβέρνησις ἐν γένει· διότι καὶ αἱ δημόσιοι ὁδοὶ ὑπάγονται εἰς τὴν αὐτὴν κατηγορίαν ὡς αἱ ἐπαρχιακαὶ, διότι καὶ αἱ δημόσιοι (θεωροῦμεν δὲ δημοσίας τὴν ἀπὸ Λαμίας λ. χ. μέχρι Τριπόλεως) διέρχονται τὰς ἐπαρχίας. Τὸ βάρος, Κύριοι, τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, ἡ φορολογία αὕτη εἶναι μάστιξ εἰς τὸν λαόν. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἀκόμη; Εἶναι καὶ ἀφορμὴ παραπόνων καὶ καταπιέσεων, ὡς θέλω ἀποδείξει. Εἰς τρεῖς τάξεις, Κύριοι, διαιρεῖ ὁ νόμος τὰς ὑποχρεώσεις τῶν κατοίκων ἐπὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ὁδῶν· εἰς μὲν τὴν πρώτην κάμνουν ἐργασίαν δωδεκαήμερον, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἐννεαήμερον καὶ εἰς τὴν τρίτην ἑξαήμερον. Αἱ τάξεις, ἐννοεῖται, διαιροῦνται ἀναλόγως τῆς καταστάσεως τῶν κατοίκων. Ἄρχομαι λοιπὸν ἀπὸ τὴν τελευταίαν τάξιν, ἀπὸ τὰ ἡμερομίσθια, τὰ ὁποῖα ὀφείλουν νὰ προσφέρουν ὑποχρεωτικῶς διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας. Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι εἷς οἰκοδεσπότης ἔχει χιλίων δραχμῶν εἰσόδημα κατ’ ἔτος. Ἔχει ὅμως οἰκογένειαν συνισταμένην ἀπὸ ἓξ πρόσωπα, εἶναι πατὴρ πέντε τέκνων, εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ προσφέρῃ εἰς τὴν ἐργασίαν αὐτὴν ἓξ ἐπὶ ἓξ=τριάκοντα ἓξ ἡμερομίσθια· τὰ 36 αὐτὰ πρέπει νὰ τὰ πολλαπλασιάσωμεν τοὐλάχιστον μὲ τὸ 3, μὲ τὸ 2, μὲ τὸ 1½· τί πληρόνει ὁ πτωχὸς οἰκοδεσπότης ἀπέναντι τῶν χιλίων δραχμῶν τοῦ ἐτησίου εἰσοδήματός του; 72 δραχμὰς, δηλ. ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ἑπτὰ χιλιάδων δραχ. εἰσόδημα. Ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ εἴπω ὑπερβολὴν, διότι δύναται κανεὶς νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι οἰκογένεια μὲ 3, μὲ 2, μὲ 1 ἄτομον, ἂς λάβωμεν ὡς μέσον ὅρον τὸ 3. πληρόνει 3 ἐπὶ 6=18, 2 ἐπὶ 18=36, δραχ. ὅπερ ἀναλογεῖ μὲ εἰσόδημα 3,600. Νομίζετε, ὅτι οἱ κάτοικοι τῆς Ἑλλάδος ἔχουν εἰσόδημα 3,600 δραχμῶν; Τί σᾶς λέγει τὸ νομοσχέδιον; πληρώσατε 1% καὶ ἀπαλλάττεσθε ἀπὸ τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν. Ἠξεύρετε πῶς ὑπολογίζει ὁ χωρικὸς τὸ ἡμερομίσθιον; δὲν τὸ ὑπολογίζει δύω δραχμάς, οὔτε τρεῖς, ἀλλὰ 5, ἤτοι 30 δραχ. τὰ ἓξ ἡμερομίσθια τοῦ ἑνός, καὶ ἑπομένως 90 τῶν τριῶν, ὅπερ ἀναλογεῖ μὲ ἐτήσιον εἰσόδημα δραχ. 9,000. Καὶ ἐὰν θέλητε νὰ ὁμολογήσητε εἰλικρινῶς, θὰ εἴπητε, ὅτι πολλάκις οἱ χωρικοὶ καὶ πάντοτε σχεδὸν ἐργάζονται καὶ τὰς Κυριακὰς καὶ τὰς ἐπισήμους ἑορτάς· θεωροῦσι τὸ μεγαλείτερον κακὸν νὰ τοὺς ὑποχρεώσῃς νὰ ἐργάζωνται εἰς τὴν ὁδὸν καὶ νὰ ἐγκαταλείψωσι τὴν ἐργασίαν των, διότι ἄλλως θεωροῦσι τὴν ἰδιωτικὴν ἐργασίαν, καὶ ἄλλως τὴν ἐργασίαν τοῦ μισθωτοῦ. Δὲν ἔχει ἡ ἐργασία τοῦ χωρικοῦ εἰς τὸ κτῆμα ὡς ἡ τοῦ ἄλλου· ἐντεῦθεν ἀποδεικνύεται τρανώτατα, ὅτι δὲν πρόκειται νὰ προσθέσωμεν φορολογίαν, ἀλλὰ πρόκειται νὰ ἀπαλλάξωμεν τοὺς κατοίκους ἀπὸ ἀδίκους καταδιώξεις. Ἐὰν στρέψητε τὸ βλέμμα εἰς ὅλας τὰς φυλακὰς τοῦ Κράτους, θέλετε ἰδῆ πολλοὺς εἰς τὰς φυλακάς, διότι ἠπείθησαν νὰ παρέξωσι τὴν προσωπικήν των ἐργασίαν, κατεδιώχθησαν, κατεδικάσθησαν καὶ εἰς πρόστιμον· δὲν πληρόνουν τὸ πρόστιμον, καὶ τοῦτο διότι ἀναβαίνει ἀπὸ 10 μέχρις 100 δραχμῶν, καὶ οὕτω σύρονται εἰς τὰς φυλακάς· ἦτον ἀδύνατον εἰς αὐτοὺς νὰ ἐγκαταλείψωσι τὰ κτήματά των, ὅτε αὐτὰ εἶχον ἀνάγκην τῆς προσωπικῆς των παρουσίας, διὰ νὰ ἐνασχοληθῶσιν εἰς ἀλλότρια ἔργα. Λοιπὸν δύω κακὰ πηγάζουν ἀπὸ τὸν νόμον τῆς προσωπικῆς ἐργασίας· πρῶτον, ὅτι διὰ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας τὰ ἔργα δὲν ἠμποροῦν νὰ περαιωθῶσιν, ὡς διαλαμβάνουν αἱ τοῦ παρόντος νόμου διατάξεις· διότι μέχρι τῆς ἐπαναστάσεως, πῶς δὲν ἠδυνήθησαν οἱ ἄνθρωποι νὰ φέρουν εἰς πέρας μίαν ὁδὸν, μίαν γέφυραν; Δὲν ὑπάρχει θέλησις ἐκ μέρους τῆς κυβερνήσεως πρὸς τὰ ἔργα; ἀλλ’ αὕτη καθ’ ἑκάστην φυλακίζει τόσους, ὥστε ἐγέμισαν αἱ φυλακαὶ ἀπὸ τοὺς ἀρνηθέντας τὴν προσωπικήν των ἐργασίαν. Δὲν θέλουν οἱ δήμαρχοι ἢ οἱ νομάρχαι; ἀλλ’ αὐτοὶ πάντοτε καταδιώκουν. Ποῖον εἶναι λοιπὸν τὸ αἴτιον ὅπου ἐναυάγησεν ὁ νόμος οὗτος; τὸ ἀφύσικον, τὸ δουλικὸν τοῦ νόμου αὐτοῦ· διότι τὸ ἄτομον ποτὲ δὲν ἐγκαταλείπει τὸ ἔργον του καὶ μάλιστα μετὰ ἐπελθοῦσαν βροχὴν, ὅτε ἡ γῆ εἶναι καταλληλοτάτη πρὸς ἐργασίαν, καὶ προτιμᾷ νὰ χάσῃ 30 καὶ 40 δραχμὰς παρὰ νὰ ἐργασθῇ ἐκείνην τὴν ἡμέραν εἰς τὴν ὁδόν. Αὐτὸ εἶναι τὸ αἴτιον καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀναιρέσῃ. Διὰ τοῦτο δὲν ἠδυνήθη νὰ πραγματοποιηθῇ καὶ φθάσῃ εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον του ὁ νόμος. Διὰ τοῦτο ἔμειναν οἱ δρόμοι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται. Εἰς πολλὰ μέρη ἔχομεν δρόμους, καὶ ὁ μόνος δρόμος ὁ μᾶλλον συντηρούμενος εἶναι ὁ ἀπὸ Ναυπλίας μέχρι Τριπόλεως, καὶ ὅμως καὶ αὐτὸς ὁ δρόμος εὑρίσκεται εἰς κακὴν κατάστασιν ὡς ἐκ τῆς κακῆς διαχειρίσεως. Πρέπει λοιπὸν, λέγω, διὰ νὰ προοδεύσωσι τὰ ἔργα, νὰ διευθύνωνται ἀπὸ μηχανικοὺς καὶ νὰ ᾖναι ταμεῖον προσδιωρισμένον ἰδίως διὰ τὰ ἔργα, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ οὐσιωδεστέρα ἀνάγκη τοῦ Κράτους. Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις τῆς Ἑλλάδος μέχρι τοῦδε πρὸ 30 ἐτῶν ἐν Ἑλλάδι δὲν ἠδυνήθη νὰ πράξῃ τι καλὸν περὶ τὰ ἔργα ταῦτα, τώρα, ὅτε παρουσιάζεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, θέλετε νὰ φέρετε ἀντίδρασιν εἰς τὴν πρόοδον αὐτῶν; Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς ἓν ἄλλο ζήτημα καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ ἀντικρούσω μίαν ὕβριν ἀπευθυνθεῖσαν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν, τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν καὶ τὴν ἐπανάστασιν, καὶ νομίζω ὅτι αὕτη ἀπευθύνθη ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Κύριον Δημητριάδην (θόρυβος). Κύριε Πρόεδρε, διὰ νὰ μὴ εἴπουν, ὅτι ἐξέρχομαι τοῦ ἀντικειμένου, βιάζομαι νὰ ἐπεξηγήσω, ὅτι ὁ Κύριος Δημητριάδης εἶπε, καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὅτι ἡ κυβέρνησις ἔχει σκοποὺς ἰδιοτελεῖς, ὅτι σκοπεύει νὰ κάμῃ ταμεῖα, διὰ νὰ οἰκονομῇ τὰς ὀρέξεις τῶν φίλων της, ὅτι δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ νὰ προβλέψῃ διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ Κράτους, καὶ ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἔκαμε τὴν ἐπανάστασιν διὰ νὰ πληρόνῃ ὀλιγωτέρους φόρους. Κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὰς προσβολὰς τῆς Κυβερνήσεως, ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου δὲν θέλω τὰς ἀποκρούσει· ἕκαστος ὑμῶν ἂς σταθμίσῃ αὐτάς. Ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὸν λαὸν καὶ τὴν ἐπανάστασιν, νομίζω χρέος μου νὰ ἀπαντήσω, ὅτι ὁ λαὸς ἔδωκεν ἐντολὴν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους του, καὶ οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ τὸ ἀρνηθῇ, νὰ ὑπάγωσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ νὰ συνεργασθῶσι μὲ τὴν Κυβέρνησιν, ὅπως κατασκευασθῶσιν ὁδοὶ καὶ γέφυραι, ἐκταθῇ ἡ συγκοινωνία, κινῆται τὸ ἐμπόριον, καὶ ἐν γένει φροντίσωσι διὰ τὴν προοδευτικὴν κατάστασίν μας, καὶ δὲν χρεωστοῦν νὰ πράξωσιν ἄλλο, παρ’ ὅσα ἀπαιτοῦνται πρὸς εὐημερίαν τοῦ λαοῦ. Τοιαύτην ἐντολὴν ἔδωκεν ὁ λαὸς, καὶ ἐάν τινες, (μὲ συγχωρεῖτε, δὲν θέλω νὰ προσβάλω τινὰ) καὶ ἐὰν, λέγω, τινὲς ὑπεσχέθησαν, ὅτε ἐψηφοφοροῦντο, ὅτι θὰ μεταβῶσιν εἰς τὴν πρωτεύουσαν καὶ ὅτι θὰ ὑποχρεώσωσι τὴν κυβέρνησιν νὰ τοὺς πλουτίσῃ, δαπανῶσα διὰ τὰ δημόσια ἔργα ἐκ τοῦ ἰδίου ταμείου, δὲν ἔπραξαν βεβαίως καλῶς. Ἐννοεῖται, ἔπρεπε νὰ ὁμιλήσουν μὲ εἰλικρίνειαν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ μίαν ἐπανάστασιν τὸ ἔθνος δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ προβῇ, ἐὰν δὲν ἐπιβληθῶσι φόροι. Τὸ κατ’ ἐμὲ, θέλω φροντίσει νὰ συντρέξω τὴν κυβέρνησιν· ἐνόσῳ αὕτη προτείνει νομοσχέδια προοδευτικὰ καὶ οἰκονομικὰ, θέλω τὴν συντρέξει εἰς ὅλην της τὴν πορείαν. Κύριοι, ὁ λαὸς ποτὲ δὲν ἔδωκε τοιαύτην ἐντολὴν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους του, ὥστε νὰ μὴ πληρόνῃ φόρους· αὐτὸ οὔτε τὸ συλλογίζεται, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπέλθῃ ἐπανάστασις ἐκ τούτου, καθὼς ὑπεστήριξάν τινες, οἵτινες βεβαίως δὲν ἤξευρον πόθεν ἐπῆλθεν ἡ ἐπανάστασις. Ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐπῆλθεν ἕνεκα τῆς ἐπιβολῆς τῶν φόρων, ἀλλὰ διότι ἐπεβλήθη εἰς τὸ ἔθνος ἓν σύστημα καταστρεπτικὸν, σύστημα, τὸ ὁποῖον πάντοτε κατέγεινε καὶ ἐστηρίζετο ἐπὶ τῆς αὐξήσεως τῶν ἐξόδων, τὸ ὁποῖον δὲν ἐφρόντισέ ποτε νὰ προβλέψῃ διὰ τὴν βελτίωσιν τῆς καταστάσεως ἐκείνης, ὥστε νὰ δυνάμεθα ἐν περιπτώσει ἀτμοσφαιρικῆς τινος ἢ ἐθνικῆς μεταβολῆς νὰ ἀνθέξωμεν καὶ νὰ μὴ διακυβευθῇ τὸ Κράτος. Ἡ τοιαύτη λοιπὸν πολιτικὴ τῶν κυβερνήσεων ἀπὸ τοῦ 1832 μέχρι τοῦ 1843 ἐγέννησε τὸ Σύνταγμα τῆς 3 Σεπτεμβρίου, τὸ ὁποῖον σφαγιασθὲν ἐπροκάλεσε τέλος τὴν 10 Ὀκτωβρίου, τῆς ὁποίας καρπὸς ἦτον ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. ἐθνικὴ Συνέλευσις, ἥτις ἐπροίκισε τὸ ἔθνος μὲ τοιοῦτον λαμπρὸν Σύνταγμα καὶ μὲ τοιαύτην Βουλὴν, διότι οὐδεὶς δύναται νὰ μᾶς ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐγένοντο ἐλεύθεραι, ὅτι αὕτη ἡ Βουλὴ δὲν ἐξῆλθεν ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τοῦ λαοῦ. Αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐπαναστάσεως, ἀξιότιμε κ. Δημητριάδη. Ἡ ἐπανάστασις ἐγένετο, διότι οἱ ἄνθρωποι ἔβλεπον ἕνα χωροφύλακα καὶ ἕνα κλητῆρα νὰ ἀκούῃ τὰ λόγια, τὰ ὁποῖα ἔλεγον αὐτοὶ, καὶ νὰ τοὺς καταγγέλλῃ, νὰ συλλαμβάνῃ καὶ φυλακίζῃ. Περαίνων τὸν λόγον, συμπεραίνω, ὅτι ὑποστηρίζω τὸ προκείμενον νομοσχέδιον δι’ οὓς ἐξέθηκα ἐν ἀρχῇ λόγους, καὶ διότι ἀποκρούω τὸν μέχρι τοῦδε ἐπαχθῆ νόμον τῆς ἀγγαρείας.
§60ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι! Ἀπὸ τὸ βῆμα τοῦτο ἐξέρχονται ἀναντιῤῥήτως ὁμιλίαι εὔγλωττοι καὶ πομπώδεις. Ἀλλὰ ἀπὸ ἓν ἄλλο βῆμα ἐξέρχονται φωναὶ θρήνου καὶ στεναγμοῦ! Καὶ ἠξεύρετε ποῖον εἶναι τὸ βῆμα ἐκεῖνο; εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ὅστις γογγύζει ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου ἕως τοῦ ἄλλου. — Τοῦτο ἴσως, κατὰ τὸν προαγορεύσαντα Κύριον Κεχαγιᾶν, δύναται νὰ ᾖναι δημοκοπία· ἀλλὰ γνωρίζει, πιστεύω, ὁ φίλος μου Κύριος Κεχαγιᾶς ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι πολλάκις διὰ τῆς δημοκοπίας, ὅπως ἐγὼ τὴν ἐννοῶ, ἐσώθησαν τὰ ἔθνη ἀπὸ τὴν τυραννίαν καὶ ἀπὸ τὸν ἠθικὸν θάνατον. Ἀπ’ ἐναντίας, δημοκοπία ἐλεεινὴ καὶ ἐθνοβλαβὴς εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα προτείνει σήμερον εἰς ἡμᾶς ἡ Κυβέρνησις, διότι εἶναι μέτρα ἄδικα καὶ συνάμα ἀνεπαρκῆ, μόνον expediens, μέτρα ἀποδεικνύοντα ἀνίκανον πολιτικὴν, προσπαθοῦσαν νὰ ζήσῃ μὲ τὴν ἡμέραν, au jour le jour, καλύπτουσαν δὲ αὐτὰ ὑπὸ μίαν ὡραίαν καὶ λαοσωτήριον ἰδέαν (τὴν ὁποίαν οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ) τῆς διατηρήσεως καὶ βελτιώσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας. Ἀλλὰ ἀντὶ νὰ προστρέξῃ, πρὸς πραγματοποίησιν τοιούτου ἀγαθοῦ σκοποῦ, εἰς ἐξεύρεσιν ἄλλων πόρων, τοὺς ὁποίους ἔχομεν, Κύριοι, καὶ τοὺς ὁποίους ὤφειλε νὰ ἐξιχνιάσῃ πᾶσα ἀληθῶς πατριωτικὴ καὶ νοήμων Κυβέρνησις, ἡ παροῦσα προστρέχει ποῦ; — σήμερον, εἰς τὴν ἀπελπιστικὴν τοῦ λαοῦ κατάστασιν — προστρέχει εἰς τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων! Ἀλλά, Κύριοι, προσέξατε. Προκειμένου περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων, πρέπει νὰ ἀκούσωμεν τὸ βῆμα ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησα, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν σημερινὴν ἀξιοδάκρυτον κατάστασιν τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ. Καὶ ποία εἶναι ἡ κατάστασις αὕτη; Ἂς ῥίψωμεν ἓν βλέμμα ἐπὶ τῆς κοινωνίας μας, ὅπως τὴν ἔκαμαν. Ὡς πρὸς τὴν θρησκείαν ἡμῶν, ὁ κατώτερος κλῆρος εἶναι ἐγκαταλελειμμένος εἰς ἀμάθειαν καὶ εἰς πτωχείαν, ὁ κλῆρος, Κύριοι, ὅστις ἔσωσε τὸ γένος μας καὶ προητοίμασε τὴν μεγάλην ἡμῶν ἐπανάστασιν κατὰ τῶν βαρβάρων. Διανοητικῶς, Κύριοι, ἡ ἐκπαίδευσίς μας ὑπὸ πολλὰς ἐπόψεις δὲν εἶναι ἐθνικὴ, συνάμα δὲ ἐλλιπὴς καὶ διόλου πρακτική· κατ’ ὄνομα μόνον ὑπάρχει ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις· τὸ πλεῖστον μέρος τῶν χωρικῶν μας δὲν ἔμαθον οὔτε ν’ ἀναγινώσκουν, οὔτε νὰ γράφουν· ἡ δὲ μέση καὶ ἀνωτέρα, ἀφ’ ἑνὸς μὲν παρουσιάζει εἰς πολλὰ μόνον τὸν φλοιὸν τῆς ἐπιστήμης, ἀφ’ ἑτέρου δὲ καθυστερεῖ εἰς τὰς ἐπίσης κοινωφελεῖς πραγματικὰς γνώσεις. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν ἠθικὴν, πῶς εἴμεθα, Κύριοι; — λυποῦμαι νὰ τὸ εἴπω, διότι καὶ ἐγὼ εἶμαι Ἕλλην — ἀλλὰ, δυστυχῶς ἡ πολιτικὴ διαφθορὰ ἐκυρίευσε τὰς πλείστας ἀτομικότητας .... Ἓν ὅμως εἶναι παρήγορον, ὅτι εἰς τοιαύτην ἐξαχρείωσιν, ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, ἂν καὶ τόσα πάσχῃ, ἂν καὶ τόσα κακὰ παραδείγματα βλέπῃ ἄνωθέν του τόσον καιρὸν, ὁ λαὸς αὐτὸς διαμένει ἁγνὸς καὶ φιλότιμος, εἶναι στοιχεῖον ὑγιὲς καὶ πλῆρες ζωῆς, αὐτὸς περικλείει ὅλας τὰς ἀτομικὰς καὶ πατριωτικὰς ἀρετὰς, καὶ καθὼς ἔσωσεν εἰς ἄλλας ἐποχὰς, αὐτὸς ὁ λαὸς θὰ σώσῃ πάλιν καὶ θὰ ἀνορθώσῃ τὸ ἔθνος μας! Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τὴν δημοτικὴν, περὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ λάβωμεν ἄμεσον πρόνοιαν, διότι εἶναι ἡ βάσις τῆς πολιτείας, καὶ τὴν διοικητικὴν, τὴν δικαστικὴν, τὴν στρατιωτικὴν, εἴμεθα ἐπίσης εἰς παραλυσίαν· τὸν ὀλίγον στρατόν μας, ὅστις πάντοτε ἐξεπλήρωσε τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν του, τὸν διῃρέσατε καὶ τὸν παρελύσατε· τὴν δὲ ἐθνοφυλακὴν, ἥτις εἶναι ἡ στρατιωτικὴ ἐξάσκησις ὅλου τοῦ ἔθνους, αὕτη ὑπάρχει κατ’ ὄνομα, καὶ οὐδεμία κυβέρνησις ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου μέχρι τοῦ νῦν ἐφρόντισε νὰ διοργανώσῃ καὶ προαγάγῃ αὐτήν. Τὸ δὲ ναυτικόν μας, ὡς νὰ εἴχομεν τὰ πολλὰ, ὑμεῖς διελύσατε καὶ τὰ δύω, τρία πλοῖά μας, χωρὶς νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν σας τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ τὸ ἀδίκημα τὸ γινόμενον πρὸς τὰς τρεῖς ἐκείνας νήσους, αἵτινες μεγάλως συνετέλεσαν εἰς τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος κατὰ τὸν ἱερὸν ἐκεῖνον ἀγῶνά μας! (ἐπιδοκιμασίαι) — Καὶ ταῦτα ὀνομάζετε ἡρωϊκὰ μέτρα! Ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τὴν ὑλικὴν, εἴμεθα, Κύριοι, τίποτε ὀλιγώτερον, εἰς ἀγρίαν κατάστασιν.... (μικρὸς θόρυβος).
§61ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ διακόπτουν τὸν ῥήτορα.
§62ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν μὲ πειράζει· καὶ αὐτὸ τὸ συγχωρῶ. Ἀλλ’ ἂς μάθῃ ἕκαστος, ὅτι τίποτε δὲν μὲ πτοεῖ καὶ δὲν μ’ ἐξιππάζει, διότι δὲν κινοῦμαι οὔτε ἀπὸ ματαιότητα, οὔτε ἀπὸ ἰδιοτέλειαν, καὶ ἡ διαγωγή μου εἶναι γνωστή. Ἓν μόνον μ’ ἐξιππάζει· τὸ καθῆκον καὶ ἡ εὐθύνη! καὶ οὐαὶ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις δὲν θέλει νὰ ἐννοήσῃ τί σημαίνει τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκον καὶ ἡ εὐθύνη. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν λοιπὸν τὴν ὑλικὴν, εἴμεθα εἰς ἀγρίαν κατάστασιν· καὶ ἡ γεωργία μας, καὶ αἱ ὁδοί μας, καὶ αἱ ἐρημίαι μας καὶ ἡ δυστυχεστάτη ζωὴ τῶν πλείστων χωρικῶν μας μαρτυροῦσι τὴν ἀλήθειαν τῶν λόγων μου· καὶ τίς, Κύριοι, ἐξ ὑμῶν ἀγνοεῖ τὴν ἀγρίαν ἡμῶν κατάστασιν, ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην; Ὀκτὼ ὥρας μακρὰν τῶν Πατρῶν ὑπάρχει χωρίον κείμενον ἐπάνω εἰς ἓν βουνὸν, φέρον ὄνομα ξενικὸν Σανταμέρι (Sainta Omer) ἀπὸ τὴν ἐποχὴν τῶν μεγάλων δεινῶν τῆς Ἑλλάδος. Εἰς τὸ χωρίον αὐτὸ, ὅπου πρὸ τινων μηνῶν εἶχον μεταβῆ μετά τινων φίλων, μὲ διεβεβαίουν οἱ κάτοικοι αὐτοῦ, ὅτι ἐπὶ τέσσαρας μῆνας τοῦ χειμῶνος, σχεδὸν κατ’ ἔτος, στεροῦνται... ἅλατος! Δὲν λέγω περὶ τῶν ἄλλων των στερήσεων, διότι πολλάκις ὁ Θεὸς μόνος γινώσκει, πῶς ζῶσιν, ἀλλὰ μένουν καὶ χωρὶς ἅλας. Καὶ διατί αἱ ἄπειροι αὗται στερήσεις; διότι ἐκτὸς τοῦ ὀλεθρίου φορολογικοῦ μας συστήματος, καὶ τῶν λοιπῶν καταπιέσεων, συνέπεια τῶν ὁποίων εἶναι ἡ πενία τοῦ πλήθους, ἐκτὸς, λέγω, τούτων, οἱ δρόμοι, δύσβατοι ὄντες τὸ θέρος, καταντοῦν ἄβατοι ὁλοτελῶς, ἅμα ἐπέλθῃ ἡ χιὼν καὶ τὰ ὕδατα· καὶ τότε προστίθεται ὁ ἀποκλεισμὸς, ἡ δὲ ἐρημία ἐπεκτείνεται —ταῦτα δὲ εἶναι συνέπεια τῆς ἐλλείψεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας.—Καὶ τί ἄλλο εἶναι, Κύριοι, αὐτὴ ἡ κατάστασις ἂν ὄχι ἀγρία;—Ἐπὶ δέκα ἓξ ἡμέρας περιηρχόμεθα τὰ χωρία τῆς ἐπαρχίας Πατρῶν, καὶ σᾶς τὸ ὁμολογῶ, ἡ ψυχή μου πᾶσαν στιγμὴν κατεθλίβετο, διότι ἂν πανταχοῦ εὕρισκον λαμπρὰς καρδίας, φιλοτίμους καὶ πατριωτικὰς, εἰς πᾶν ὅμως βῆμα ἀπήντων πενίαν, γογγυσμοὺς δικαίους, ἐρημίαν καὶ δρόμους, τοὺς ὁποίους ἐχάραξαν μόναι αἱ πτώσεις τῶν κεραυνῶν καὶ οἱ χείμαῤῥοι, δρόμους, οἵτινες ἄλλο δὲν εἶναι εἰμὴ ἀνάβασις καὶ κατάβασις κλιμάκων συντετριμμένων! Καὶ ζῶμεν οὕτω 32 ἔτη! Ἐννοεῖται λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον προεθέμην, ἐρχόμενος εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, ἦτο καὶ εἶναι ἡ κατάπαυσις τῆς ἀγρίας ταύτης καταστάσεως, ἤγουν ἡ φροντὶς περὶ καθιερώσεως ἑνὸς ἄλλου δικαίου φορολογικοῦ συστήματος καὶ περὶ κατασκευῆς μέσων συγκοινωνίας, δρόμων ἁμαξιτῶν καὶ γεφυρῶν, διότι οὕτω καὶ ἡ πενία θὰ ἐξαλειφθῇ, καθόσον τότε ἡ γεωργία καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ ναυτιλία θὰ προαχθῶσι, καὶ ἀκόμη δύω ἄλλαι μάστιγες θὰ ἐκλείψωσιν, ἡ ζωοκλοπὴ καὶ ἡ ληστεία. Καὶ τὴν ἰδέαν καὶ ἐπιθυμίαν ταύτην ὄχι μόνον σήμερον ἐκφράζω καὶ ὑποστηρίζω, ἀλλὰ καὶ ἄλλοτε ἐξέφρασα καὶ ὑπεστήριξα ἐγγράφως καὶ προφορικῶς εἰς ἐποχὰς, ὅτε πολλοὶ ἐκ τῶν σήμερον ἐδῶ παρακαθημένων ἠδύναντο, ἂν ἤθελον, νὰ τὴν φέρωσιν εἰς πραγματοποίησιν, ἀλλὰ δὲν τὴν ἔφερον. Οὐδεὶς λοιπὸν ἐξ ἡμῶν ὅλων εἴμεθα ἐναντίοι, ἀλλὰ μάλιστα ἐπιθυμοῦμεν καὶ ἀπαιτοῦμεν νὰ ληφθῇ μέτρον περὶ ὁδοποιΐας· ἀλλ’ ὄχι διὰ τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα θέλει ἡ παροῦσα Κυβέρνησις νὰ μεταχειρισθῇ πρὸς τοῦτο, δηλαδὴ δι’ ἐπιβολῆς νέων φόρων, διότι σήμερον, εἰς αὐτὴν τὴν ἀπελπιστικὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς, φρονῶ εἰλικρινῶς καὶ ἀδιστάκτως— καὶ πιστεύω, ὅτι ἕκαστος συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ ἐν τῇ καρδίᾳ του—σήμερον ἡ ἐπιβολὴ καὶ τοῦ ἐλαχίστου φόρου εἶναι καταστροφὴ ἐσχάτη εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, εἶναι ἐμπαιγμὸς κατ’ αὐτοῦ καὶ ἔγκλημα! Βεβαίως ὁ λαὸς εἶναι φιλότιμος καὶ ἠδύνατο ἀγογγύστως ἴσως νὰ ὑποστῇ καὶ σήμερον τὴν νέαν αὐτὴν πίεσιν, ἀλλὰ, πρὸς Θεοῦ, Κύριοι, μὴ ζητήσωμεν νὰ καταχρασθῶμεν τῆς ἀγαθότητός του καὶ τῆς μακροθυμίας του. Αὐτὸς, ὄχι μόνον δὲν ἀποζῇ, ἀλλὰ δυστυχεῖ τὴν σήμερον· καὶ ἀφοῦ τοσοῦτον εἰργάσθη ὑπὲρ ἡμῶν καὶ τοσαῦτα ἐθυσίασεν, ἤδη, ὡς ἄλλος Βελισσάριος ἐπαιτεῖ παρ’ ἡμῖν, ὄχι ἄλλο, παρὰ μόνον πίστιν, πίστιν, τὴν ὁποίαν τινὲς — οἱ ἀχάριστοι! καὶ αὐτὴν τοῦ τὴν ἀφῄρεσαν! Ποία δὲ εἶναι, Κύριοι, ἡ αἰτία τῆς ἐλεεινῆς ταύτης καταστάσεως; Δὲν θέλω, οὔτε πρέπει νὰ ἐκθέσω ἐνταῦθα τὴν ἱστορίαν τῆς νεωτέρας Ἑλλάδος· ἀλλὰ πᾶς ὁ ὀρθῶς ἐπ’ αὐτῆς σκεπτόμενος ἀναγνωρίζει, ὅτι τὰ αἴτια εἶναι ἡ ἐν γένει κακὴ διοίκησις, ὁ ὀλίγιστος πατριωτισμὸς τῶν πλείστων, ὁ ἐγωϊσμὸς τῶν πολλῶν, ἐφαρμογὴ βεβιασμένη ἀντεθνικῶν συστημάτων, ἔλλειψις προνοίας ἀγαθοεργοῦ, ἀφορώσης εἰς τὴν ζωτικὴν καὶ ποικίλην ἀνάπτυξιν τοῦ ἔθνους μας ἀπὸ τοῦ 1833 μέχρι τοῦ νῦν, διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον καί τινες ἐκ τῶν ἔμπροσθέν μας πολιτικῶν λεγομένων ἀνδρῶν ἔλαβον μέρος συνεχῶς εἰς τὰ πράγματα. Ἀλλὰ βεβαίως, Κύριοι, ἀπὸ πολιτικὴν, εἴτε στενοκέφαλον, εἴτε πεφυσιωμένην, εἴτε μοχθηρὰν καὶ ἰδιοτελῆ, εἴτε φαύλην καὶ ἀναιδῆ, εἰς οὐδὲν διδασκομένην, —ἀδιάφορον δὲ ἂν σήμερον ἢ αὔριον ἀλλάσσῃ μορφὴν καὶ προσωπεῖα,—ἦτον ἢ εἶναι δυνατὸν νὰ ληφθοῦν τὰ κατάλληλα ἐκεῖνα μέτρα, συμφώνως μὲ τοὺς καιροὺς καὶ τὰς περιστάσεις τοῦ ἔθνους, δυνάμενα νὰ σώσωσιν αὐτὸ ἀπὸ τὴν ἄβυσσον, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἔχετε ἐῤῥιμμένον; Ἀπὸ τῆς 10 Ὀκτωβρίου, τοὐλάχιστον, τί ἐπέφερεν ἡ τοσαύτη σπατάλη τοῦ δημοσίου πλούτου; Ποῖον ἔργον, ποίαν δημιουργίαν ἠρχίσατε; Ποίαν ἐλπίδα κἂν ἀνορθώσεως ὑπεδείξατε; — Ναί, ἔχομεν ἀπείρων πραγμάτων, καὶ τῶν πλέον ἀπολύτων ἀνάγκην, διότι, ὄχι μόνον τίποτε δὲν ἔγεινε, καὶ τίποτε δὲν γίνεται διὰ τοιούτου συστήματος, ἀλλ’ ἀπεναντίας αὔξησις τῆς στασιμότητος καὶ καταστροφῆς τῆς πατρίδος. Ὅτε κατὰ τὸ ἔτος 1861 ἤμην εἰς Τουρῖνον, ὀλίγον μετὰ τὴν συγκρότησιν τοῦ βασιλείου τῆς ἀδελφῆς Ἰταλίας, ἐνῷ τὰ ἀποχωρισμένα μέλη τῆς ἰταλικῆς φυλῆς συνήρχοντο ἐν ἐθνικῇ ἑνότητι, ἤκουσα τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν Κύριον Περούτσην ἀναγινώσκοντα ἐν τῷ ἰταλικῷ κοινοβουλίῳ ἔκθεσιν περὶ τοῦ κράτους τῶν Δύω Σικελιῶν, νεωστὶ τότε ἑνωθέντος μὲ τὴν λοιπὴν ἀνεξάρτητον Ἰταλίαν· εἰς τὸ ἀνάγνωσμα ἐκεῖνο, ἐνόμιζον, καὶ τὸ λέγω μὲ λύπην μου, ὅτι ἔβλεπον εἰκονιζομένην τὴν Ἑλλάδα· ὡς εἰς τὴν πρωτεύουσαν, τὴν Νεάπολιν, καί τινα περίχωρα αὐτῆς ἐφρόντισε μόνον ὁ μακαρίτης Βόμβας νὰ φέρῃ τινὰς βελτιώσεις, εἰς ὅλας δὲ τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας μηδὲν, πολλὰς τῶν ὁποίων εἶχον ἄλλοτε καὶ ἐγὼ ἐπισκεφθῆ ἐπὶ ἵππων καὶ ἡμιόνων, οὕτω καὶ ἐν Ἑλλάδι, εἰς τὰς Ἀθήνας περιωρίσθη πᾶσα, ὅση βραδέως ἐγένετο, καθωράϊσις, καὶ αὕτη μᾶλλον φαινομενικὴ, εἰς ὅλα δὲ τὰ λοιπὰ μέρη τῆς φύσει ὡραίας, ἀλλ’ ἀτυχοῦς πατρίδος μας, ὅλοι γνωρίζομεν πόσος κόπος καὶ καιρὸς μᾶς στοιχίζει νὰ ταξειδεύσωμεν, πολλῷ δὲ μᾶλλον νὰ μεταφέρωμεν καὶ προϊόντα ἢ ἐμπορεύματα ἡμῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ζήτημα, Κύριοι, ὅτι ὅλοι ἐπιθυμοῦμεν νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν, γεφυρῶν, φάρων, λιμένων καὶ ἄλλων δημοσίων ἔργων, διὰ τῶν ὁποίων δύναται ν’ ἀναπτυχθῇ ἠθικῶς τε καὶ ὑλικῶς ἡ ὀπισθοδρομημένη πατρίς μας. Ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι ἂν οἱ πρὸς τοῦτο πόροι, τοὺς ὁποίους προτείνει ἡ Κυβέρνησις, ᾖναι οἱ κατάλληλοι. Καὶ πρῶτον, ὡς ἐκ τῶν προλεχθέντων, οὐδεὶς, φρονῶ, ἀμφιβάλλει πλέον, ὅτι σήμερον, εἰς αὐτὴν τὴν ἐλεεινὴν τοῦ λαοῦ μας κατάστασιν, εἰς αὐτὴν τὴν στείρευσιν τῆς παραγωγῆς του, ἐπιβολὴ καὶ τοῦ ἐλαχίστου φόρου εἶναι αὐτόχρημα καταστροφὴ αὐτοῦ, ἑπομένως προσβολὴ καὶ ἔγκλημα κατ’ αὐτῆς του τῆς ὑπάρξεως. Δεύτερον, τὸ ἐξαχθησόμενον ἀπὸ τὸν νέον τοῦτον φόρον ποσὸν εἶναι ὅλως διόλου ἀνεπαρκὲς πρὸς σπουδαίαν ἔναρξιν καὶ ἐφαρμογὴν ὁδοποιΐας καὶ γεφυροποιΐας ἐν τῷ νέῳ βασιλείῳ, ἐννοῶ ἐδῶ καὶ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ, ὅπου ἀφήσατε εἰς διάστημα ἑνὸς περίπου ἔτους ἀπὸ τῆς ἑνώσεως νὰ βυθισθῶσιν αἱ ὡραῖαι ὁδοί της αἱ γενόμεναι μὲ τὸν ἱδρῶτα τῶν γενναίων κατοίκων της. Καὶ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, ὁ λαὸς ἡμῶν, ὁ πτωχὸς μὲν, ἀλλὰ φιλότιμος, προκειμένου περὶ νέου φόρου, ἐνθυμούμενος τὴν ἐπὶ τόσα ἔτη διαχείρισιν καὶ ἄλλων καὶ τῶν σήμερον κυβερνώντων ἡμᾶς, ἀμφιβάλλει, δὲν βλέπει ὅλας τὰς ἀποχρώσας ἐγγυήσεις πρὸς θεραπείαν τῶν τόσων ἀναγκῶν του. Καὶ ὀφείλω νὰ τὸ εἴπω καὶ ἐγὼ, ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ, καὶ χωρὶς τοῦ ἐλαχίστου σκοποῦ προσβολῆς, ἀλλὰ μεθ’ ὅλης τῆς παῤῥησίας, ὅτι μετὰ τοῦ λαοῦ δὲν βλέπομεν καὶ ἡμεῖς ὅλας ἐκείνας τὰς ἐγγυήσεις, αἵτινες σχηματίζουν τὴν πεποίθησιν, δὲν βλέπομεν σύστημα πολιτικῆς νοήμονος καὶ γενναίας, συμφώνως μὲ τὸ πνεῦμα τῆς νέας ἐποχῆς, ἥτις εἶναι ἡ τῆς βελτιώσεως καὶ προόδου. Τὰ πολυετῆ δεινὰ καὶ αἱ συχναὶ ἀπάται ἤνοιξαν τοῦ λαοῦ τὰ ὄμματα, καὶ οὗτος διστάζει πλέον. Καὶ ἔχει δίκαιον. Καὶ βέβαια, Κύριοι, διατί ἐπὶ τέλους πληρόνει ὁ λαὸς τοὺς φόρους; Τί εἶναι φόρος; Δὲν καυχῶμαι, ὅτι εἶμαι οἰκονομολόγος, οὔτε πρόκειται περὶ τῆς ἐπιστήμης ἐνταῦθα. Ἀλλὰ θὰ σᾶς ὑπενθυμίσω ἐν ὀλίγοις ὅσα καὶ ὑμεῖς, Κύριοι, γνωρίζετε. Ὁ φόρος εἶναι ἓν κεφάλαιον, τὸ ὁποῖον πληρόνει ὁ λαὸς διὰ νὰ τοῦ ἀποφέρῃ ἕνα τόκον —καὶ τὸν ἐντιμότερον ὅλων τῶν λοιπῶν τόκων. Ὁ δὲ τόκος οὗτος εἶναι ὁδοὶ καὶ ἄλλα δημόσια ἔργα, εἶναι ἀσφάλεια, δι’ ὧν, ἂν κερδίζῃ τις σήμερον 5, αὔριον θὰ κερδίσῃ 20 καὶ καθεξῆς, δηλαδή, δι’ ὧν δύναται καὶ ἠθικῶς καὶ ὑλικῶς ν’ ἀναπτυχθῇ καὶ προοδεύσῃ. Ἀλλὰ τριάκοντα δύω χρόνους τώρα πληρόνει ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς φόρους, καὶ ὁ δυστυχὴς τόκον ποτὲ δὲν ἔλαβεν, ἤγουν οὐδὲν ἔργον δημόσιον ἐγένετο, καὶ οὐδεμία ἀσφάλεια πραγματικὴ ὑπῆρξεν, ὥστε νὰ δυνηθῇ νὰ βελτιώσῃ τὴν τύχην του.—Ὅστις εἴπῃ, Κύριοι, ὅτι ἐγένετο κἄτι τι σπουδαῖον ἐκ τῶν τοιούτων ἔργων ἐν Ἑλλάδι μέχρι τοῦ νῦν, τὸ λέγω καθαρῶς, εἶναι δημοκοπία. Μὴ θέλωμεν, πρὸς Θεοῦ, αἰωνίως ν’ ἀπατώμεθα. Ἀπαντῶν δὲ πρὸς τὸν ἔντιμον Κύριον Κεχαγιᾶν, εἰπόντα, ὅτι εἰς τὰ ἄλλα ἔθνη πληρόνουν μεγαλειτέρους φόρους, παρατηρῶ πρὸς αὐτὸν, ὅτι ἂν εἰς τὰ ἄλλα εὐρωπαϊκὰ ἔθνη ἀριθμητικῶς οἱ φόροι ᾖναι πλειότεροι, δίδουν ὅμως καὶ μεγάλους τόκους, ἐξ ἐκείνων, περὶ ὧν ἤδη σᾶς ὡμίλησα. Ἐκεῖ γίνονται πᾶσαν στιγμὴν διάφορα δημόσια ἔργα, ἐκεῖ ὑπάρχει μεγίστη ἀσφάλεια, καὶ βλέπετε ὡς ἐκ τούτου τὴν γιγαντιαίαν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν ἐκείνην ἀνάπτυξιν εἰς ὅλα τὰ εὐνομούμενα ἔθνη, τὴν Ἀμερικὴν, τὴν Γαλλίαν, τὴν Ἀγγλίαν, τὴν Ἰταλίαν, τὸ Βέλγιον. Διὰ τοῦτο ἐκεῖ, Κύριοι, ὁ πολίτης πληρόνει ὄχι μόνον ἀγογγύστως, ἀλλὰ μ’ εὐχαρίστησιν ὅλους τοὺς φόρους, μικροὺς ἢ μεγάλους, διότι γνωρίζει, ὅτι αὔριον θὰ τοῦ χορηγηθῶσι καὶ θὰ τοῦ αὐξήσωσι τὰ μέσα, δι’ ὧν θὰ προαχθῇ καὶ θὰ κερδήσῃ πλειότερον. Ἀλλ’ ἐδῶ τί νὰ ἴδῃ ὁ δυστυχὴς λαὸς ὑπὲρ αὑτοῦ; τί ἐγένετο ἔργον δημόσιον, καὶ πότε ηὗρε τὴν ἀπαιτουμένην ἀσφάλειαν διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐξέλθῃ τῆς πενίας, τῆς ἀγρίας καταστάσεως;. Ἐκτὸς δὲ τούτου προσθέσατε τὸ βάρβαρον καὶ καταπιεστικὸν τοῦ φορολογικοῦ μας συστήματος μὲ ὅλα τὰ παρακολουθοῦντα αὐτὸ ποικίλα βασανιστήρια, καὶ θὰ ἐννοήσητε κάλλιστα, ὅτι πράγματι ἐν Ἑλλάδι ὁ λαὸς πληρόνει πλειότερα ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαοὺς, πληρόνει ὄχι μόνον 15, ἀλλὰ 60%, καὶ ἴσως πλέον κατ’ ἔτος. Ἐπιβολὴ λοιπὸν νέων φόρων,—τὸ λέγω παῤῥησίᾳ, καὶ πρέπει τέλος νὰ συνειθίσωμεν εἰς τὸ νὰ λέγωμεν μετὰ παῤῥησίας τὴν ἀλήθειαν καὶ ν’ ἀκούωμεν αὐτὴν μετὰ προσοχῆς,—εἶναι μέτρα εἰς τὰς σημερινὰς κριτικὰς τῆς Ἑλλάδος περιστάσεις, ἀποδεικνύοντα ὄχι ἱκανότητα πολιτικὴν, διότι ἱκανότης πολιτικὴ δὲν εἶναι, Κύριοι, τὸ νὰ ἐπιβάλλῃ τις καὶ νέον φόρον εἰς πᾶσαν νέαν ἀνάγκην, ὅταν ὁ λαὸς πένεται. Τοιαῦτα μέτρα λαμβάνουσι μόνον οἱ Τοῦρκοι καὶ ἐν γένει ὅλοι οἱ βάρβαροι.—Νοήμονες καὶ πατριῶται πολιτικοὶ εἶναι ὅσοι ἐξετάζουσι καλῶς τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους των καὶ δὲν τὸ ἐπιβαρύνουσιν, εἴτε δι’ ἠθικῶν, εἴτε δι’ ὑλικῶν πιέσεων, ἀλλὰ τὸ διευθύνουσι καὶ βοηθοῦσιν εἰς τὴν ποικίλην αὐτοῦ ἀνάπτυξιν καὶ πρόοδον μετὰ ζήλου καὶ τιμιότητος. Ἀλλὰ θὰ μ’ ἐρωτήσῃ τις, ποῖα εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἤθελον ἐγὼ προτείνει ὑπὲρ τῆς ὁδοποιΐας, ἀντὶ τῶν ἀντιπολιτικῶν καὶ ἀνεπαρκῶν μέτρων τῶν νέων φόρων, τοὺς ὁποίους προτείνει καὶ θέλει νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὸν λαὸν ἡ σημερινὴ κυβέρνησις; Μάλιστα, κύριοι, ἐγὼ ἀμέσως θέλω σᾶς ὑποδείξει πολλοὺς καὶ σπουδαίους πόρους ἢ μέσα πρὸς τὸν σκοπὸν ἐκεῖνον, τὰ ὁποῖα οἱ κύριοι ὑπουργοὶ παρεγνώρισαν ἢ δὲν ἠθέλησαν νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν των. Καὶ πρῶτον νομίζω, Κύριοι, ὅτι οἱ πολιτικοὶ τὴν σήμερον ἐν Ἑλλάδι πρέπει ν’ ἀνορθώσουν καὶ ἐπαναφέρουν τὴν πολιτικὴν πίστιν, καὶ τότε μετ’ αὐτῆς ἐπανέρχεται καὶ ἡ οἰκονομικὴ, ἐπίσημος καὶ ἰδιωτική. Ἰδοὺ τὸ πρόβλημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ λύσουν ὅλοι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες ἐν Ἑλλάδι, καὶ σήμερον, ὑμεῖς οἱ κυβερνῶντες τὴν πολιτείαν μας. Πρέπει νὰ ἐπαναφέρετε τὴν πίστιν καὶ στερεώσετε τὴν ἀσφάλειαν, διὰ νὰ συῤῥεύσουν ἐνταῦθα κεφάλαια· διότι, ὡς πασίγνωστον, τὰ κεφάλαια δὲν ἔχουν ἐθνικότητα, ἀλλ’ ὁρμοῦν ὡς χείμαῤῥος ἐκεῖ ὅπου εἶναι διοίκησις τιμία, νοήμων, ἀξιοπρεπὴς, στερεόνουσα τὴν τάξιν ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ καὶ τῇ δικαιοσύνῃ. Πρῶτον λοιπὸν μέσον εἶναι ἡ ἀνόρθωσις τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς πίστεως καὶ ἡ ἐπάνοδος τῆς προσωπικῆς ἀσφαλείας. Ἂν τοῦτο δὲν δύναται μία κυβέρνησις νὰ κατορθώσῃ, πρέπει ν’ ἀποσυρθῇ ἀπὸ τὴν διεύθυνσιν τῶν δημοσίων πραγμάτων. Καὶ τοῦτο πρέπει τέλος νὰ τὸ βάλῃ καλῶς εἰς τὸν νοῦν της ἡ παροῦσα Κυβέρνησις. Δεύτερον μέσον εἶναι ὁ συνεταιρισμὸς κεφαλαίων, συνέπεια ὢν τοῦ πρώτου. Ἀλλὰ πῶς θέλετε νὰ ἔλθουν τὰ κεφάλαια εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἴτε τῶν ὁμογενῶν μας, εἴτε τῶν ξένων, ὅταν ἐν Ἑλλάδι ὑπάρχῃ διέπουσα τοιαύτη πολιτικὴ, ὡς τὴν ἐχαρακτηρίσαμεν, ὅταν ὁλόγυρα τῶν Ἀθηνῶν περιτρέχῃ τοὺς κάμπους καὶ τὰ βουνὰ ὁ λήσταρχος Κίτσος, ὡς ἱππότης τῆς ἀθλίας ταύτης ἐποχῆς; Πῶς θέλετε νὰ ἔλθουν τὰ κεφάλαια, νὰ γείνουν δρόμοι, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχουν αἱ ἀποχρῶσαι ἐγγυήσεις; Καὶ τὰ κεφάλαια τῶν ξένων ἔχουν περισσότερον κέρδος ἐν Ἑλλάδι, διότι ἐν Εὐρώπῃ πολλάκις τὰ δανείζουν καὶ πρὸς 3%, δὲν εἶναι οὕτω, Κύριοι ὑπουργοί; ἐνῷ ἐδῶ οἱ τοκογλύφοι λαμβάνουν 20 καὶ 30%. Ἀλλ’ ὁ συνεταιρισμὸς τῶν κεφαλαίων δὲν δύναται νὰ ἐπιτευχθῇ παρὰ διὰ μιᾶς ἠθικῆς, νοήμονος καὶ καλῆς κυβερνήσεως. Τρίτον μέσον, Κύριοι, εἶναι ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ ἐθνικοῦ πλούτου μας, ὅστις ἔμεινε μέχρι τοῦδε κεκρυμμένος, ἐκτὸς ἄν τινες ἐσκέφθησαν ἢ σκέπτωνται νὰ τὸν ἐκμεταλλευθῶσιν ὄχι πρὸς τὸ ἐθνικὸν συμφέρον. Εἷς τῶν πλούτων τούτων εἶναι π. χ. αἱ ἀνακαλυφθεῖσαι ἐν Λαυρίῳ μεταλλικαὶ σκωρίαι. Ἤκουσα δὲ ἀπὸ ἐπιστήμονα ἄνδρα, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν θ’ ἀποφέρῃ καθαρὸν κέρδος ἑκατὸν ἑκατομμύρια δραχμῶν.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Λέγουν καὶ τριακόσια.
§64ΡΗΓΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ τριακόσια ἂν δὲν ᾖναι, καὶ ἑκατὸν καὶ πεντήκοντα, ἂς ᾖναι εἴκοσι· δὲν ἀρκοῦν ταῦτα, Κύριε Κουμουνδοῦρε, πρὸς κατασκευὴν ὁδῶν καὶ ἄλλων ἔργων, καὶ καταφεύγετε εἰς ἓν ἑκατομμύριον, τὸ ὁποῖον ζητεῖτε ἀπὸ τὸν πόνον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ; — Τὸ περὶ σκωριῶν ζήτημα πρέπει νὰ ἔλθῃ τὸ ταχύτερον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ ἴδωμεν τὶ τρέχει εἰς αὐτὴν τὴν σπουδαίαν ὑπόθεσιν. Καὶ δὲν ἔχομεν μόνον τὰς σκωρίας, ἔχομεν καὶ λίμνας καὶ μεταλλικὰ ὕδατα. Τότε δυνάμεθα νὰ κάμωμεν καὶ ὁδοὺς καὶ ἄλλα θαυμάσια· καὶ διὰ μόνων τοιούτων μέσων, Κύριε Κουμουνδοῦρε, δυνάμεθα νὰ ἀνοίξωμεν ὁδὸν πρὸς τὸ Βυζάντιον καὶ ὄχι δι’ ἄλλης πολιτικῆς, ὄχι διὰ τῶν μέσων τὰ ὁποῖα μᾶς παρουσιάζετε. Ἔχομεν λοιπὸν πόρους πλούτου μεγάλου καὶ τοὺς ἀφίνετε ἀνεκμεταλλεύτους ἢ ἐπιτρέπετε τὴν διαρπαγὴν αὐτῶν, δὲν ἠξεύρω ἀπὸ ποίους .... Τέταρτον δὲ μέσον, Κύριοι, εἶναι τὰ καθυστερούμενα, καὶ ἐννοῶ τὰ μεγάλα ποσὰ, ὄχι δὲ τὰ ἐλάχιστα τῶν πτωχῶν, τὰ ὁποῖα ἤθελον προτείνει ν’ ἀπαλειφθῶσιν ἐντὸς χρονικοῦ τινος διαστήματος. Εἶναι δὲ ἄδικον καὶ θλιβερὸν νὰ στέλλωνται εἰς τὰς φυλακὰς ἄνθρωποι πτωχοὶ διὰ πέντε ἢ δέκα ἢ εἴκοσι δραχμὰς, οἱ δὲ χρεωστοῦντες τὰς 100 ἢ 200 χιλιάδας νὰ μένωσιν ἀκαταδίωκτοι. Τοιαῦτα εἶναι τὰ πρόχειρα μέσα, δι’ ὧν δύνανται μεγάλα ἔργα νὰ κατασκευασθῶσιν ἐν Ἑλλάδι. Καὶ ὅμως ἡ Κυβέρνησις προστρέχει εἰς ἐπιβολὴν νέων φόρων ἐπὶ τοῦ πάσχοντος λαοῦ. Ἀλλ’ εἶναι ἔγκλημα τοῦτο, Κύριοι, καὶ εἶναι μωρία νὰ νομίζητε, ὅτι ὁ λαὸς ἀκόμη κοιμᾶται. Ἐκοιμᾶτο, ναί, μέχρι τῆς 10 Ὀκτωβρίου, καὶ ἂν ἀκόμη δὲν βλέπῃ ἴσως καὶ δὲν διακρίνῃ καθαρῶς, ἤρχισεν ὅμως ἤδη, καὶ μὴν ἀπατᾶσθε. Περὶ τοῦ λαοῦ μας δύναται νὰ εἴπῃ τις σήμερον ὅ,τι ἄλλοτε εἶπεν ὁ μέγας τῆς Ἰταλίας ποιητὴς Δάντης, ὅστις ἦτο καὶ ἔξοχος πατριώτης καὶ πολιτικός, περὶ τῶν καθαριζομένων εἰς τὰς φλόγας. Qui puote esser tormento, ma non morte. «Ἐδῶ δύναται νὰ ᾖναι βάσανον, ἀλλ’ ὄχι θάνατος!» Ναί· καὶ ἐν Ἑλλάδι, Κύριοι, βάσανον ὑπάρχει, καὶ ὄχι θάνατος. Ἀλλὰ τὸ βάσανον αὐτὸ προσέξατε πολὺ νὰ μὴ παραταθῇ .... Συμπεραίνω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἂν σήμερον ἐπιβάλωμεν καὶ τὸν ἐλάχιστον φόρον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὁ φόρος αὐτὸς, ὁ ἐξερχόμενος ἀπὸ τὸν ἱδρῶτά του, ἀπὸ τὸ αἷμά του καὶ ἀπὸ τὴν ψυχήν του αὐτὴν, ἤθελε μεταβληθῆ εἰς κεραυνὸν, καὶ φοβήθητε τὸν κεραυνὸν, ὅστις ἐκπέμπεται ἀπὸ τὸν λαὸν τὸν πάσχοντα! (χειροκροτήματα καὶ ἐπευφημίαι).
§65ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω ἐπὶ πολὺ διότι ἔχω σκοπὸν νὰ περιορισθῶ μόνον καὶ μόνον ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου· ὅλα δὲ τὰ λοιπὰ, τὰ ὁποῖά τινες ἠθέλησαν νὰ εἴπωσιν, εἶναι λέξεις κεναὶ καὶ ὅλως ξέναι τοῦ προκειμένου. Ἤμην, Κύριοι, εἰς Φθιώτιδα, ὅτε εἰσήχθη τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, καὶ βεβαιωθῆτε, ὅτι καὶ συμπολίτευσις καὶ ἀντιπολίτευσις ἐπεδοκίμασαν αὐτὸ, καὶ ἀπορῶ πῶς εὑρέθησάν τινες, οἱ ὁποῖοι νὰ κατακρίνωσι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο. Ἔλαβον τὴν ἐντολὴν νὰ ὑποστηρίξω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ καὶ αὐτὸ ἔρχομαι νὰ πράξω. Ὅτι δὲ, Κύριοι, δὲν ἤλπιζα νὰ ὑπάρξῃ ἀντιπολίτευσις κατὰ τοῦ νομοσχεδίου τούτου, ἀποδεικνύεται καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἀγορεύσεων τῶν ἐναντίων, διότι πάντες οὗτοι ἀναγνωρίζουσιν ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ὁδῶν καὶ λοιπῶν, καὶ ἀφοῦ ἔχομεν ἀνάγκην ὁδῶν καὶ γεφυρῶν, ἔρχονται καὶ πολεμοῦσι τὴν ἀρχὴν τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ἡ Στερεὰ Ἑλλὰς, Κύριοι, τὴν ὁποίαν γνωρίζω καλλίτερον παντὸς ἄλλου μέρους τοῦ Κράτους, ἔχει ἀπόλυτον ἀνάγκην δημοσίων ὁδῶν, γεφυρῶν καὶ τῶν τοιούτων, ἰδίως δὲ ἡ Φθιῶτις, καὶ λυποῦμαι πολὺ, διότι εἶδον τὸν Κ. Τσιριμῶκον, ὅστις γνωρίζει καλλίτερον παντὸς ἄλλου τὰ ἐκ τῆς ἐλλείψεως ταύτης παθήματα καὶ τὴν θέλησιν τῶν ἐντολέων του, ὑποστηρίξαντα τὸ ἐναντίον, πολεμήσαντα τὴν ἀρχὴν τοῦ παρόντος νομοσχεδίου. Καὶ τὶ, Κύριοι, σᾶς ἔφερον ὡς ἐπιχείρημα πρὸς ἀντίκρουσιν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ; Πρῶτον, ὅτι ἔχομεν νόμον προϋπάρχοντα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται ὁ φόρος οὗτος, καὶ δεύτερον τὸν φόβον μήπως ἡ κυβέρνησις καταχρασθῇ τὰ εἰσπραχθησόμενα χρήματα. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸν ὑπάρχοντα νόμον καὶ νὰ τὸν παραβάλω πρὸς τὸν παρόντα. Ἀπεδείχθη ἐκ πείρας, καὶ ὅσοι ἐξ ὑμῶν ὑπήρξατε διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ γνωρίζετε, ὅτι ὁ νόμος ἐκεῖνος δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ, καί, ἂν ἐφηρμόσθη, μεγάλας δυσαρεσκείας ἤγειρεν. Ἐκτὸς δὲ τῆς δυσκολίας περὶ τὴν ἐφαρμογήν του, δὲν εἶναι καὶ δίκαιος· καὶ σᾶς φέρω τὸ ἑξῆς παράδειγμα. Ἐγὼ εἶμαι κτηματίας καὶ δικηγόρος, καὶ ἠξεύρετε τί ἐπλήρωσα διὰ τὴν ὁδοποιΐαν; μόνον 18 δραχμάς· εἷς δὲ δυστυχὴς γεωργός, ἔχων τέσσαρα τέκνα, ἀπὸ 15 δραχ. ἐπλήρωσε 60. Διὰ τοῦ προκειμένου ὅμως νομοσχεδίου ἐπέρχεται δικαιοσύνη, καὶ ἀπορῶ πῶς ὁ Κ. Δημητριάδης ὑπεστήριξε τὸ ἐναντίον, τὸν νόμον δηλ. ἐκεῖνον ὡς δικαιότερον. Ἔρχομαι εἰς τὸ δεύτερον. Ἡ κυβέρνησις, μᾶς λέγουν, θὰ μεταχειρισθῇ εἰς ἑτέρας ἀνάγκας τὰ χρήματα. Ἀλλὰ τοῦτο, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, δὲν εἶναι ποσῶς σωστόν, δὲν εἶναι ἰδέα, τὴν ὁποίαν πρέπει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ εἴπῃ τις καὶ νὰ ὑποστηρίξῃ· διότι ἡ κυβέρνησις, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς δὲν εἶναι κυρία δυνάμει τοῦ νόμου νὰ μεταχειρισθῇ τὰ χρήματα, τὰ ὁποῖα θὰ εἰσπράξῃ κατὰ τὸ ἑπόμενον ἔτος, εἰς ἑτέρας ἀνάγκας, ἀφ’ ἑτέρου ἔχομεν τὸ δικαίωμα, ὅταν συνέλθῃ ἡ Βουλή, νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτὴν, τί ἔγειναν τὰ χρήματα; Καὶ ἂν αὕτη τὰ κατεσπατάλησε, θέλομεν τὴν καταδικάσει· ἀλλ’ οὐδέποτε, πιστεύω, θὰ ὑπάρξῃ τοιαύτη κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί σᾶς λέγουσι; Μὴ φροντίζετε νὰ πλουτήσητε, διότι ἔχομεν λῃστὰς, καὶ τὰ χρήματα θὰ τὰ πάρουν αὐτοί, μὴ φροντίζετε νὰ φέρητε βελτίωσιν εἰς τὸν τόπον. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἐναντίον τοῦ ὀρθοῦ λόγου καὶ τῆς προόδου. Σᾶς λέγουν, ἔχομεν ἀνάγκην ὁδῶν, ἀλλὰ δὲν σᾶς δίδομεν χρήματα, ἵνα μὴ ἡ κυβέρνησις τὰ κακομεταχειρισθῇ. Ὁ Κύριος Τσιριμῶκος μ’ ἐπροκάλεσεν ὡς μάρτυρα τῆς περυσινῆς ἀφορίας, καὶ πραγματικῶς, κύριοι, ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔσπειρα καὶ ἀπώλεσα ὁλόκληρον τὸν σπόρον· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν φόρον αὐτὸν, ὅστις, ὡς ἀπεδείχθη, δὲν εἶναι φόρος, καὶ τὸν ὁποῖον θὰ εἰσπράξωμεν τὸ ἐρχόμενον ἔτος, τὸ ὁποῖον ἐλπίζομεν ὅλοι νὰ ἦναι εὔφορον· ἀλλὰ καὶ ἄφορον ἂν ὑποτεθῇ, οὐδεὶς θὰ δυσαρεστηθῇ διὰ τὸν μικρὸν αὐτὸν φόρον ἀπέναντι τῶν μεγάλων καλῶν τῆς συγκοινωνίας. Ἀλλὰ καὶ ἕτερον ἀκόμη ἔχω νὰ σᾶς εἴπω, καὶ διὰ τὸ ὁποῖον ἔχω ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς μου· ὅτι ὁ λαὸς εἶναι πρόθυμος νὰ καταβάλῃ τὸ 1%, διότι πραγματικῶς ἔχει ἀνάγκην καὶ ὁδῶν καὶ γεφυρῶν καὶ λιμένων, καὶ δὲν ἀγνοεῖτε πολλοὶ, ὅτι κατ’ ἔτος εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ πνιγῶσι 2 καὶ 3 ἄνθρωποι εἰς φθιώτιδα. Πιστεύω ὅθεν, ὅτι ὅλοι θέλετε παραδεχθῆ τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Δύω λέξεις ἔχω νὰ προσθέσω εἰς μίαν πρότασιν τοῦ Κυρίου Δημητριάδη, ὁ ὁποῖος ἀνέγνωσε τὴν ἔκθεσιν τοῦ ὑπουργείου καὶ ἐξ αὐτῆς ἠθέλησε νὰ σᾶς ἀποδείξῃ τὴν ἰσότητα τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων, ἀφοῦ ἐκ τῆς ἀναγνώσεως τοῦ μέρους αὐτῆς ἐξήχθη, ὅτι ἡ ἰσότης προῆλθεν, ἀφοῦ συμπεριελήφθησαν καὶ τὰ δάνεια, διὰ τῶν ὁποίων δὲν πρέπει νὰ διοικώμεθα. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ὅλοι ἔχομεν τὸ συμφέρον νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, καὶ ἔχω τὴν ἰδέαν, ὅτι ὅλοι πρέπει νὰ τὸ ὑποστηρίξωμεν, διότι πάντες ὁρμώμεθα ἀπὸ τὴν αὐτὴν ἀρχὴν, καὶ συντρέχοντες διὰ τῆς ψήφου μας εἰς τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ, ἐκτελοῦμεν τὴν θέλησιν τῶν ἐντολέων μας· ἄλλως τε βεβαιωθῆτε, ὅτι θέλομεν ἔχει τὰς ἀρὰς αὐτῶν.
§66ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Δὲν προτίθεμαι, Κύριοι, νὰ ἀποδείξω, ὥς τινες τῶν συναδέλφων μου ἐπεχείρησαν, ὅτι ὁ βαθμὸς τοῦ ἐξευγενισμοῦ καὶ τῆς εὐημερίας ἔθνους τινὸς καταμετρεῖται σήμερον διὰ τῆς τελειότητος τῶν μέσων, δι’ ὧν συγκοινωνοῦσι πρὸς ἀλλήλους καὶ ἀνταλλάττουσι τὰς ἑαυτῶν σχέσεις οἱ κάτοικοι χώρας τινός· δὲν προτίθεμαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὁδοὶ καὶ γέφυραι δικαίως θεωροῦνται ὡς αἱ φλέβες, δι’ ὧν ῥέει ἀνεμποδίστως καὶ κυκλοφορεῖ καὶ διαχέεται τὸ αἷμα εἰς ὅλα τὰ μέλη τοῦ ἐθνικοῦ ὀργανισμοῦ· δὲν προτίθεμαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι κράτος, ὅπου οἱ χείμαῤῥοι ἐκχειλίζουσι, παρασύροντες ἐν τῇ καταστρεπτικῇ αὐτῶν μανίᾳ πᾶν ὅ,τι ἐν ἱδρῶτι τοῦ προσώπου του πειρᾶται νὰ ἀποκτήσῃ ὁ πολίτης, ὅτι κράτος ὅπου διὰ χαραδρῶν καὶ βράχων μόνη ἡ πτέρνα τοῦ ἀνθρώπου ἐδυνήθη μέχρι τοῦδε νὰ χαράξῃ ἀμυδρά τινα ἴχνη μαρτυροῦντα τὴν ὕπαρξιν καὶ τὴν παρουσίαν λογικῶν ὄντων, δὲν προτίθεμαι, λέγω, νὰ ἀποδείξω ὅτι κράτος τοιοῦτον πάσχει ἐκ τῆς ἀσθενείας ἐκείνης, ἥτις ἀποκαλεῖται λιθίασις, καὶ ἥτις φράττουσα τὰς ἀρτηρίας, παραλύει τὴν ἐνέργειαν τῆς καρδίας καὶ ἐπιφέρει τὸν θάνατον. Οἱ λόγοι οὗτοι εἶναι τοσοῦτον τετριμμένοι, τοσοῦτον ἀκαταμάχητοι, ὥστε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, θὰ ἐκινδύνευέ τις ν’ ἀποβῇ καὶ γελοῖος, ἂν ἐπεχείρει ἁπλῶς νὰ τοὺς ἐπαναλάβῃ. Δὲν πρόκειται λοιπόν, Κύριοι, νὰ ἐξετάσωμεν καὶ συζητήσωμεν τὰς ὑποβαλλομένας προτάσεις ἀποφαινόμενοι δογματικῶς, οὔτε διάθεσιν ἔχομεν νὰ φανῶμεν ἡμεῖς τοσοῦτον ὀπισθοδρομικοί, ὥστε νὰ ἀναιρέσωμεν ἀρχὰς καθιερωθείσας ὑπὸ τῶν αἰώνων. Τὸ τέχνασμα τῆς Κυβερνήσεως ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην δὲν δύναται νὰ ἐπιτύχῃ. Δὲν θέλετε δυνηθῆ νὰ καταδείξητε ἡμᾶς ἐνώπιον ὁμογενῶν καὶ ξένων ὡς φατριάζοντας ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε χάριν παιδαριώδους ἀντιῤῥήσεως καὶ ἀδικαιολογήτου πεισμονῆς, ν’ ἀρνώμεθα τὸ φῶς τοῦ ἡλίου καὶ νὰ κηρύξωμεν, ὅτι τερπόμεθα ἐν τῇ σκοτίᾳ μεσαιωνικοῦ τινος καὶ ἀκατονομάστου βαρβαρότητος. Ὄχι, Κύριοι! τὴν μομφὴν ταύτην δὲν θέλετε ἐπιτύχει ποτὲ νὰ ἀποδώσητε εἰς ἡμᾶς· ἀπ’ ἐναντίας ἡμεῖς τὴν ἀντεπιστρέφομεν καὶ τὴν ῥίπτομεν κατ’ ἐκείνων, οἵτινες ὑποκρινόμενοι ἄγνοιαν τῆς παρούσης ἡμῶν καταστάσεως, ἔρχονται σήμερον νὰ χλευάσωσι τὰς ἐντολὰς καὶ τὰ διδάγματα, δι’ ὧν προάγεται καὶ ὅθεν ἐκπορεύεται ἡ ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ εὐημερία τῶν ἐθνῶν. Τὸ ζήτημα λοιπὸν, Κύριοι, ἡμεῖς δὲν θέλομεν τὸ ἐξετάσει ὑπὸ γενικὴν καὶ ἀπόλυτον ἔποψιν. Ὄχι· θέλομεν νὰ τὸ βασανίσωμεν σχετικῶς πρὸς τὰς παρούσας ἡμῶν περιστάσεις, κυρίως δὲ σχετικῶς πρὸς τὸν βαθμὸν τῆς ἐμπιστοσύνης, ἣν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις δύναται νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς τὸν Ἑλλ. λαόν.
§67ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Μάλιστα· εἴμεθα σύμφωνοι.
§68ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ ἀποδοκιμάσῃ τις οὐχὶ τὸ θάῤῥος, ἀλλὰ τὴν ἀκατανόητον ἰδιοτροπίαν ἐκείνων, οἵτινες, ὡς ἐὰν μὴ ἐγίνωσκον τὰ διατρέχοντα, παρουσιάζονται σήμερον ἐνώπιον ἡμῶν ἀναμοχλεύοντες τὰ πάντα, καὶ ὡσανεὶ τερπόμενοι ἐπὶ τῇ ἐπινοήσει νέων φαρμάκων πρὸς θεραπείαν τῆς νοσούσης κοινωνίας; Μεγαλόνοες πολιτικοὶ, τολμητίαι, παρ’ ἔθνεσι κατηρτισμένοις, ἐκεῖ, ὁποῦ ἡ δημοσία τάξις διατελεῖ ἑδραία καὶ ἀκράδαντος, μόλις ἤθελον τολμήσει νὰ συλλάβωσιν ἐκ μιᾶς τὰς παραδόξους καινοτομίας, ἃς συνέλαβεν ἡ παροῦσα Κυβέρνησις, οὐχὶ πρὸς τὸν σκοπὸν βεβαίως νὰ ἀναπλάσῃ καὶ ἀνοικοδομήσῃ, ἀλλὰ, κατ’ ἐμὴν γνώμην, ἵνα ἀπὸ τοῦδε προπαρασκευάσῃ μελλούσας συμπαθείας, καὶ ἵνα φανῇ πατρικὴ καὶ φιλόστοργος ἀπέναντι οἱουδήποτε ἄλλου, μὴ στέργοντος νὰ τὴν παρακολουθήσῃ. Ζητεῖτε παρ’ ἡμῶν τὴν ἐπιψήφισιν νέων φόρων, ὅπως δῆθεν διευκολύνητε τὴν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν συγκοινωνίαν, καὶ τὰς προτάσεις ταύτας ῥίπτετε ἐντὸς τοῦ ἐθνικοῦ τούτου Συνεδρίου, πότε, Κύριοι; Ὅτε ὁ τρισάθλιος οὗτος λαὸς, κρίμασιν οἷς οἶδε Κύριος, στερεῖται τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, ὅτε ὁ γεωργὸς, ἀφοῦ ἐπὶ ἓν ὁλόκληρον ἔτος ἐπότισε τὸ χῶμα διὰ τοῦ ἱδρῶτος αὑτοῦ, βλέπει κατεστραμμένας πάσας τὰς ἐλπίδας του, καὶ ἵσταται παράλυτος ἐνώπιον τῶν πεινώντων τέκνων του, ὡς ἐν ἀγωνίᾳ θανάτου, ὅτε τὸ ἑλληνικὸν ἐμπόριον τήκεται ἐν ἀδρανείᾳ, ὅτε ὁ ἕλλην ἐργάτης, καὶ ἐκ τῆς φυγαδεύσεως τῶν κεφαλαίων καὶ τῆς ἐπικρατούσης γενικῆς χρεωκοπίας, διατελεῖ ἐν ὀκνηρίᾳ, ἐπικαλούμενος τὴν ἐξ ὕψους ἀντίληψιν, ὅτε ὁ ναύτης θεωρεῖ δακρύων τὸ σκάφος σηπόμενον ἐν τῷ λιμένι, ἀντί ἐπ’ αὐτοῦ ὑπερηφάνως νὰ διαπορθμεύῃ τὰ πελάγη! Μὰ τὴν ἀλήθειαν, Κύριοι, πρέπει ἢ νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι οἱ ἐν τῷ κονιορτῷ τῶν γραφείων τῆς πρωτευούσης ἐνδιαιτώμενοι ἀδιαφοροῦσι καὶ τυφλώττουσιν, ἢ πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἐπέπρωτο οὐχὶ πλέον οἱ ξένοι, ἀλλ’ ἡμεῖς αὐτοὶ νὰ ἐμπαίζωμεν λαὸν, ἀληθῶς ἄξιον καλλιτέρας τύχης, ἀλλὰ σκληρῶς καταδεδικασμένον νὰ ᾖναι ἀεννάως τὸ ἕρμαιον τοῦ τυχόντος (χειροκροτήσεις).
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπαγορεύεται πᾶσα ἐπιδοκιμασία καὶ ἀποδοκιμασία.
§70ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Τί ἐπιζητεῖτε, Κύριοι, διὰ τῶν προτεινομένων φόρων; Ἀναντιῤῥήτως θέλετε ν’ αὐξήσητε τοὺς πόρους τῆς ἐπικρατείας. Καὶ δὲν γνωρίζετε σεῖς, ὅτι οἱ πόροι οὗτοι ὑπάρχουσιν, ὅτι ὁ Θεὸς τῆς Ἑλλάδος ἐπεδαψίλευσεν αὐτοὺς ἀφθόνους, ἀλλ’ ὅτι μέχρι τοῦδε ἀναιδῶς ἐκλάπησαν ἢ κατησωτεύθησαν; Δὲν γνωρίζετε σεῖς, ὅτι ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς τὸν φόρον αὑτοῦ πληρόνει ὑπὸ τὴν μάστιγα τῶν εἰσπρακτόρων σας; καὶ ὅτι οἱ ἱδρῶτές του κατασταλάζουσι, δὲν ἀποταμιεύονται πρὸς κοινὴν ὠφέλειαν, ἀλλ’ ὅτι ὑπῆρξαν πάντοτε τῆς ἁρπαγῆς τὸ ἕρμαιον καὶ τῆς διαφθορᾶς τὸ μέσον; — Δὲν γνωρίζετε πάντα ταῦτα; — (Εὖγε! εὖγε! χειροκροτήσεις). Ἂν στερώμεθα συγκοινωνιῶν, ἂν ὡς ἐκ τούτου κινδυνεύῃ σήμερον ἡ ἀσφάλεια τοῦ πολίτου, ἂν, ὅπως μεταβῶμεν ἀπὸ ἑνὸς εἰς ἄλλο σημεῖον τῆς ἐπικρατείας, ἔχωμεν ἀνάγκην ἐνόπλων συνοδειῶν, ὡς ἐν καιρῷ πολέμου, πταίει ἆρά γε κατὰ τοῦτο τὸ ἀνεπαρκὲς τῶν προσόδων, ἢ πᾶσα ἡ εὐθύνη πρέπει νὰ πέσῃ ἐπὶ ἐκείνων, οἵτινες μέχρι τοῦδε τὰς ἐσφετερίσθησαν ἢ ἀκαταλλήλως διεχειρίσθησαν τὸν δημόσιον πλοῦτον; Σᾶς κατέλαβεν ἡ μονομανία τῶν οἰκονομιῶν. Τίποτε παράδοξον. Φαίνεται πεπρωμένον πᾶσα ἐποχὴ νὰ διέπηται ὑπὸ μιᾶς μονομανίας. Οὐδὲν παράδοξον ἑπομένως, ἂν καὶ ὑμεῖς σήμερον ἐνεργῆτε ὑπὸ τὴν πίεσιν τοιαύτης μονομανίας. Περιτέμνετε τὸν προϋπολογισμόν σας πανταχόθεν, ῥίπτετε εἰς τὰς ὁδοὺς ἀπείρους οἰκογενειάρχας, στεροῦντες ἐκ τοῦ στόματος αὐτῶν τὸν ἐπιούσιον ἄρτον, ἐν στιγμῇ, καθ’ ἣν αἱ πλεῖσται τῶν κυριωτέρων ἐπαρχιῶν μαστίζονται ὑπὸ ἐκτάκτου σιτοδείας· ἔξω, Κύριοι· ἀλλ’ ἐνῷ ἐπιχειρεῖτε ἐπιχειρήματα τοιαῦτα, τολμᾶτε νὰ ἐπιβαρύνητε τὸ ἔθνος, εἰσάγοντες εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας νέα πρόσωπα· καὶ πῶς δύνασθε νὰ δικαιολογηθῆτε, ἀφίνοντες ἀνέπαφα ἄλλα κακὰ μεγαλείτερα, ἐκεῖ ὅπου ἡ καυτηρίασις ἔπρεπε νὰ ᾖναι βαθεῖα, καὶ ὁ πέλεκυς νὰ πέσῃ κοπτερώτατος; (εὖγε! εὖγε!) Εὐελπίζομαι, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ δὲν θέλει σᾶς παρακολουθήσει εἰς τὴν τρικυμιώδη πορείαν σας, καὶ ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν θέλει τολμήσει νὰ ἀναδεχθῇ τοιαύτην καὶ τηλικαύτην εὐθύνην. Ζητεῖτε φόρους, ἵνα διευκολύνητε τὴν συγκοινωνίαν, ὅπως κατασκευάσητε δρόμους, ἀνορθώσητε γεφύρας, ἀνασκευάσητε αὔλακας. Ἀλλὰ, σᾶς ἐρωτῶ, οἱ δρόμοι τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς Κερκύρας, ἀριστούργημα τέχνης, ἐξαγόμενον πεντήκοντα ἐτῶν μόχθων καὶ δαπανῶν, ἐν χώρᾳ, ὅπου ὑπάρχει ἐν ἐνεργείᾳ φόρος περὶ ὁδοποιΐας, εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκονται σήμερον; Τὰς ὁδοὺς ταύτας σεῖς τὰς παρελάβετε σώας καὶ σήμερον ἀπέβησαν ἀδιάβατοι. Ἐὰν λοιπὸν δὲν ἀνεδείχθητε ἱκανοὶ νὰ συντηρήσητε τὰ καλῶς ἔχοντα, πῶς ἀπαιτεῖτε ἡμεῖς νὰ ἐμπιστευθῶμεν εἰς χεῖράς σας νέους φόρους, ὅπως δι’ αὐτῶν ἀνορθώσητε τὰ μὴ ὑπάρχοντα;
§71Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Χρεωκοπημένους μᾶς ἔδωκαν εἰς τὴν Ἑλλάδα.
§72ΠΑΔΟΒΑΣ. Ψεῦμα.
§73ΖΕΡΒΟΣ. .. (ἀποδοκιμασία ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§74ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Δὲν προβαίνω, Κύριοι, περαιτέρω. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως καὶ πάλιν, καθόσον ἐνδιαφέρει καὶ τὴν τιμὴν καὶ τὴν ὑπόληψίν μας, ἐνδιαφέρει τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, ὅτι ἡμεῖς δὲν συζητοῦμεν τὰς ὑποβαλλομένας προτάσεις ὑπὸ ἀπόλυτον καὶ γενικήν τινα ἔποψιν· ἀλλ’ ὅτι τὰς βασανίζομεν σχετικῶς πρὸς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, κυρίως δὲ σχετικῶς πρὸς τὴν ἐμπιστοσύνην, ἣν τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον ἐμπνέει πρὸς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις διὰ τῆς διαγωγῆς αὐτῆς ὁμοιάζει πρὸς ἐκεῖνον, ὅστις χάριν ἐλεημοσύνης δῆθεν ἤθελε προσφέρει εἰς τὸν πεινῶντα ἀντὶ ἄρτου πολυτελῆ καρυκεύματα· ὅτι τοιαῦτα μέτρα ἡμεῖς θέλομεν τὰ θεωρεῖ ὡς ἀληθῆ ἐμπαιγμὸν, ἐνόσῳ βλέπομεν κατασπαταλωμένην τὴν περιουσίαν τοῦ ἔθνους, καὶ δι’ αὐτῆς τρεφομένους τοὺς λύκους τῆς πολιτείας· ὅτι, ἂν μέχρι τοῦδε ἀνεδείχθητε ἀνάξιοι νὰ συντηρήσητε, πολλῷ μᾶλλον δικαιούμεθα νὰ σᾶς θεωρῶμεν ἀναξίους νὰ ἀνοικοδομήσητε· ὅτι ἑπομένως διὰ τῶν ἀχωνεύτων καὶ παρακαίρων προτάσεών σας διακωμῳδεῖτε τὸν λαὸν καὶ πράττετε ἀξιόμεμπτον δημοκοπίαν (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήσεις.)
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, καὶ ἀπευθύνομαι πρὸς τὸ ἀκροατήριον· πρόκειται περὶ σοβαροῦ ζητήματος· ἔχομεν ἐγγεγραμμένους 14 ἄλλους ὅπου θὰ ὁμιλήσουν. Λοιπὸν εἰδικαὶ περιστάσεις ἐκτὸς τοῦ κανονισμοῦ ἀπαιτοῦσιν, ὥστε ἡ συζήτησις νὰ προβῇ μὲ πολλὴν ἡσυχίαν καὶ τάξιν. Ἐλπίζω, ὅτι θέλετε δώσει τὴν τιμὴν εἰς τὴν πολιὰν τοῦ ἀντιπροέδρου νὰ προβῶμεν μὲ τὴν ἀπαιτουμένην εὐταξίαν.
§76ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης). Τὸ πνεῦμα, Κύριοι, τῆς προόδου, τὸ ὁποῖον βαδίζει καὶ διαλάμπει διὰ τῶν μεταῤῥυθμίσεων, καταπολεμεῖται σήμερον διὰ πάσης προλήψεως, καὶ πάντες συγκινοῦνται καὶ γοητευτικαὶ παρίστανται εἰκόνες, καταπλήττουσαι τὴν φαντασίαν ἡμῶν καὶ ζωγραφίζουσαι τὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους ὡς τοιαύτην, ἥτις πρέπει νὰ κινήσῃ παντὸς ἀνθρώπου τὸν οἶκτον, ἀντί, λέγω, ἐμψυχοῦντες αὐτὸ, ἀναπτεροῦντες τὸ θάῤῥος, νὰ τὸ καταστήσωμεν ἰσχυρότερον διὰ νὰ ἀντιπαραταχθῇ εἰς τὰ δεινὰ, τὰ ὁποῖα πρόκεινται ἐνώπιόν σας. Πλάνην νομίζω καὶ ἀσθενῆ τὴν γνώμην ἐκείνου, ὅστις εἰς τὰς ὥρας τὰς δεινὰς, εἰς τὰς ὥρας τῆς στενοχωρίας, ἀντὶ νὰ φέρῃ λόγον παρήγορον, ἀντὶ νὰ ἐνισχύσῃ τὰς ψυχὰς, τὰς ἀπομαραίνει. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ κατάστασις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, ἢ, ἂν ἦτο ἀληθὴς, ὅπως τὴν ἐζωγράφισεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ἔπρεπε νὰ ἐμπνεύσῃ εἰς αὐτὸν τοιαύτας ἰδέας, ἔπρεπε νὰ ὑψώσῃ τὸν νοῦν του εἰς τὸ νὰ βαδίσῃ τὴν ὁδὸν ἐκείνην, ἥτις δύναται αὐτὸ τὸ ἔθνος τὸ πάσχον νὰ τὸ ἀνορθώσῃ· ἔπρεπε νὰ τὸν ὁδηγήσῃ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀσπασθῇ τὰς μεταῤῥυθμίσεις, τῶν ὁποίων τὴν ἀπόλυτον ὀρθότητα αὐτὸς ὁ ἴδιος ἀναγνωρίζει, καὶ ἔπρεπε νὰ λησμονήσῃ τὰ προσωπικὰ ζητήματα, ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ κατὰ μέρος τὰ πρόσωπα τοῦ δεῖνος καὶ τοῦ δεῖνος, τὰ ὁποῖα κατὰ καιροὺς εὑρίσκοντο, διὰ νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ καὶ μόνα τὰ πράγματα, καὶ ἐὰν αὐτὰ ᾖναι ἄξια τῆς προσοχῆς τοῦ ἔθνους. Ἐλανθάσθητε μεγάλως, ὅταν ἐνομίσατε, ὅτι πρόκειται περὶ εἰσαγωγῆς νέου φόρου Ὄχι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου, καὶ ἐκ τούτου ὁρμώμενοι καὶ ἀποπλανώμενοι, ἐνομίσατε, ὅτι πρόκειται νὰ προσθέσωμεν νέον βάρος εἰς τὸν ζυγὸν τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους. Δὲν πρόκειται περὶ προσθήκης φόρων, ἀλλὰ περὶ μετατροπῆς φόρου, περὶ μεταῤῥυθμίσεως νόμου ἤδη ὑπάρχοντος, ὅστις ἐπιβάλλει φόρον πολὺ ὀχληρότερον εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαόν. Σήμερον ἐπίκειται εἰς τὸν Ἑλληνικὸν λαὸν ὁ φόρος τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, τῆς ἀγγαρίας, ὁ δουλικὸς φόρος, ὁ Αἰγυπτιακὸς, τοῦ Φαραὼ, καὶ, ὡς ἐξερχόμενοι, οὕτως εἰπεῖν, ἀπὸ τὰς πυραμίδας, ἔρχεσθε νὰ ὑπερασπισθῆτε αὐτὸν τὸν δουλικὸν φόρον, ὅστις εἶναι τοῦ πένητος, καὶ νὰ ἀντιταχθῆτε κατὰ τοῦ φόρου, ὅστις ἐπιβάλλεται εἰς τὸν εὔπορον. Ἐλησμονήσατε, καὶ ἴσως δὲν γνωρίζετε, πῶς ἐφαρμόζεται ὁ φόρος τῆς προσωπικῆς δουλείας· ἐλησμονήσατε, ὅτι ὁ γεωργὸς αὐτὸς, τοῦ ὁποίου ἐκλαύσατε ὀδυνηρῶς τὴν τύχην κατὰ τὸ ἐνεστὼς ἔτος, ὅτι αὐτὸς πρὸ πάντων ἐπιβαρύνεται διὰ τῆς προσωπικῆς δουλείας, καὶ ὅτι ἡ ὁδοποιΐα, γινομένη διὰ τῆς προσωπικῆς δουλείας, ἐντελῶς παραλείπει τὸν μεγάλον ἰδιοκτήτην, τον ἔμπορον, ὅστις περιφέρεται εἰς τὰς πόλεις καὶ καταναλίσκει τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτελείας καὶ οὐδὲν συνεισφέρει εἰς τὰς δημοσίας ὁδούς. Κατὰ τὸν νόμον τῆς προσωπικῆς δουλείας, ἂν δὲν λανθάνωμαι, ὑπάρχουν δύω ἢ τρεῖς τάξεις, ἢ βαθμοὶ φορολογουμένων, καὶ ὁ ἐλάχιστος εἶναι 15 δραχμαί. Ἐρωτήσατε τὸν γεωργὸν, ἂν ἀπαλλαχθῇ ἀπὸ τὸν φόρον τῶν δεκαπέντε δραχμῶν, καὶ ἀντ’ αὐτοῦ οὐδὲν πληρώσῃ, διότι ἐλάχιστον θέλει πληρώσει, καθόσον τὸ πλεῖστον θέλει εἰσαχθῆ ἐκ τῶν καταναλωσίμων τῶν εἰσαγομένων, αὐτὸς ὁ γεωργὸς θέλει εὐχαριστηθῆ, ὅταν κατασταθῇ ἡ τύχη του ἔτι ὀδυνηροτέρα; Δὲν εἶναι λοιπὸν, εἰμὴ ἡ σύγχυσις καὶ παραγνώρισις τῶν πραγμάτων, καὶ, οὕτως εἰπεῖν, μία κίνησις ἰδεῶν, ἥτις στρέφεται μόνον πρὸς ἓν ἀντικείμενον καὶ ἕνα σκοπὸν, μόνον εἰς τὰς πολιτικὰς σχέσεις τῶν προσώπων. Ἐνθυμεῖσθε πρὸ ὀλίγου, ὅτι ἔγεινε λόγος ἐν Εὐρώπῃ περὶ τῆς προσωπικῆς δουλείας, τὴν ὁποίαν ὑπεσχέθη ὁ Πασσᾶς τῆς Αἰγύπτου διὰ τὴν τομὴν τοῦ Σουὲζ, καὶ ἐνθυμεῖσθε τότε, ὅτι ὅλος ὁ πολιτισμένος κόσμος ἐξηγέρθη καὶ ἔλαβε τὴν ὑπεράσπισιν αὐτῶν τῶν ὑπαγομένων εἰς τὴν προσωπικὴν δουλείαν, καὶ ἐπὶ τέλους τὸ ζήτημα ἐλύθη καὶ ἐκεῖ, ὅτι ὁ φόρος εἶναι ἡ ἐγγύησις τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου. Τί λοιπὸν εἰσάγεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου; Εἰσάγεται ἡ ἀντικατάστασις τοῦ δουλικοῦ φόρου τῆς προσωπικῆς ἐργασίας διὰ φόρου, ὅστις ἐπεκτείνεται εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, ὄχι μόνον εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἰδιοκτῆται παρακεκτημένοι, ὅπως ἔλεγεν ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Φθιώτιδος, ὅστις εὗρε καὶ δύω ἢ τρία παραδείγματα ἀνθρώπων πλουσιωτάτων, διὰ τοὺς ὁποίους 50 καὶ 100 δραχ. εἰς οὐδὲν λογίζονται, καὶ δὲν ἐξήτασε τί θὰ κάμουν οἱ γεωργοὶ καὶ οἱ πένητες, ὅσοι εἶναι κτηματίαι, καὶ ὅμως χρεωστοῦν τὸν φόρον τῆς προσωπικῆς δουλείας, καὶ ὅσοι ἐργάζονται ἐπὶ τῆς ἐθνικῆς γῆς καὶ ἁπλῶς εἶναι καλλιεργηταὶ αὐτῆς· διὰ τοῦ φόρου τῆς προσωπικῆς δουλείας ἀπαλλάττονται; ὅλοι ὑπόκεινται κατ’ ἴσην τάξιν, εἴτε εἶναι μεγάλοι, εἴτε μικροὶ ἰδιοκτῆται, εἴτε καὶ δὲν εἶναι ἰδιοκτῆται. Καὶ ὅταν σᾶς προτείνωμεν ἡμεῖς, ὅτι διανέμομεν αὐτὸν τὸν φόρον ἰσομέτρως, ὥστε νὰ ὑπόκειται πρὸ πάντων ὁ πλούσιος, ὁ ἔχων κτήνη, καὶ οὗτος εἶναι ὁ εὐπορώτερος ἀπὸ τὸν μὴ ἔχοντα, ὁ εὔπορος, ὅστις παράγει προϊόντα εἶναι εὐπορώτερος ἀπὸ τὸν μὴ παράγοντα; Νομίζετε, ὅτι πρόκειται νὰ ἐπιβαρύνωμεν τὸν τράχηλον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ διὰ νέου φόρου καὶ νὰ τὸν καταστήσωμεν ἔτι δυστυχέστερον; Ὄχι, Κύριοι. Ἐὰν εἰς οἱανδήποτε ἄλλην ἐποχὴν ἠθέλομεν εἰσαγάγει αὐτὸν τὸν φόρον, ἤθελεν εἶναι ἀκατάλληλος, παρὰ εἰς αὐτὴν, ὅταν πάσχῃ ἡ γεωργία, διότι δι’ αὐτοῦ πρόκειται ν’ ἀνακουφισθῇ ὁ γεωργὸς, νὰ ζωογονήσῃ τὰς γεωργικάς του δυνάμεις· δὲν ἀπετύχομεν λοιπὸν ἐκλέξαντες αὐτὴν τὴν ἐποχήν· ἀλλ’ εὑρίσκομεν τὴν ἐποχὴν κατάλληλον, καὶ αὐτὸ τὸ δεινοπάθημα τῆς κοινωνίας, αὐτὴ ἡ συμφορὰ προήγαγεν ἡμᾶς εἰς τὴν σκέψιν, ἥτις προεκάλεσε τὸ νομοσχέδιον. Ἴσως, κύριοι, εὑρίσκετε, ὅτι αἱ κατὰ μέρος διατάξεις αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας φέρετε πρὸ πάσης ἐξετάσεως εἰς τὴν Βουλήν. Ἀλλ’ ὅταν ἐξετάσητε τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, περὶ τῆς ὁποίας πρὸ πάντων πρόκειται, θέλετε ἰδῆ καὶ ὁμολογήσει, ὅτι ἡ ἀρχὴ αὕτη στηρίζεται ἐπὶ ὑγιεστάτων βάσεων, ὅτι στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἰδέας, ὅτι αἱ ὁδοὶ, αἵτινες χρησιμεύουν εἰς τὴν συγκοινωνίαν ὅλου τοῦ ἔθνους, πρέπει νὰ ἐπιβαρύνωσι πάντας τοὺς πολίτας, ἀλλὰ κατὰ τὸ μέτρον τῆς περιουσίας των, καὶ τὸ μέτρον τῆς περιουσίας εἶναι καὶ τὸ μέτρον τῆς ἀσφαλείας, τὴν ὁποίαν ἀπολαμβάνουν. Μὴ μᾶς ταράττῃ ἡ ἰδέα, ὅτι ὁ νησιώτης δὲν θὰ ὠφελῆται ὡσαύτως, ὅσον ὁ ἠπειρώτης, ὅτι ὁ Αἰγαιοπελαγίτης τί θέλει ἀπολαύσει, ἐὰν εἰσπραχθοῦν τοιοῦτοι φόροι διὰ τὴν κατασκευὴν ὁδῶν, διὰ τῶν ὁποίων αὐτὸς δὲν δύναται νὰ συγκοινωνήσῃ· ὅλα ἐντὸς τοῦ Κράτους εἶναι ἀλληλένδετα, καὶ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ νομοσχεδίου ἡ πρόνοια, ὥστε νὰ χρησιμεύσῃ αὐτὸς ὁ πόρος εἰς ἀτμοπλοΐαν, σᾶς λέγω, ὅτι καὶ μολαταῦτα ἤθελεν ὠφεληθῆ καὶ ὁ κάτοικος τῆς νήσου ἐξίσου, διότι ἔχει ἀνάγκην πάντοτε γεννημάτων· οὐδεμία νῆσος εἶναι αὐτάρκης, καὶ ὅταν ὑπάρχουν ὁδοὶ, διὰ τῶν ὁποίων κατέρχονται εἰς τὴν θάλασσαν δι’ ὀλιγωτέρων δαπανῶν τὰ γεννήματα, καὶ ὁ κάτοικος τῆς νήσου θέλει τ’ ἀποκτήσει πολὺ εὐθηνότερα. Διὰ τοῦτο αἱ ὁδοὶ αὗται ὀνομάζονται ἐθνικαὶ, διότι εἰς ὅλον τὸ ἔθνος εἶναι ὠφέλιμοι. Ἀλλὰ, κύριοι, λέγετε ἐν δυσπιστίᾳ, ὅτι ἠθέλατε ἐμπιστευθῆ εἰς πάντα ἄλλον, παρὰ εἰς τὴν παροῦσαν Κυβέρνησιν, νὰ ψηφίσητε τοιοῦτον νόμον. Καὶ τάχα αὐτὸς ὁ νόμος ψηφίζεται χάριν τῆς παρούσης Κυβερνήσεως; Εἶναι ἕνας νόμος προσωρινὸς, ἢ νόμος, ὅστις μέλλει νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ ἐξέλθῃ ἐκ μιᾶς δυσχερείας, ἢ εἶναι ἕνας μόνιμος πάγιος νόμος, χρησιμεύων διὰ πᾶσαν Κυβέρνησιν; Ἀλλ’ ὅταν τὰ χρήματα ἐξ αὐτοῦ τοῦ φόρου θέλουν εἰσπραχθῆ, ποία χρῆσις θέλει γείνει αὐτοῦ; Καὶ πῶς, κύριοι, τάχα θέλετε ἀρνηθῆ τὴν ἐπιψήφισιν ὅλων τῶν φόρων; καὶ ἂν ἐπιψηφίζωνται 15 ἑκατομμύρια φόροι, δυσπιστεῖτε νῦν διὰ τὴν καταβολὴν ἑνὸς φόρου, ὅστις μέλλει νὰ ἀλλάξῃ σήμερον, καὶ νὰ ἀποφέρῃ ἓν ἑκατομμύριον ὀλιγώτερον; Ἐμπιστεύεσθε τὸ πᾶν λοιπὸν καὶ οὐχὶ τὸ μικρόν; Τῳόντι, κύριοι, ἀποκρούω τοιούτου εἴδους συλλογισμούς. Τὶ σᾶς προτείνεται διὰ τοῦ παρόντος νομοσχεδίου; Δὲν σᾶς προτείνονται αἱ ἐγγυήσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δέσμιαι αὐτῆς τῆς κυβερνήσεως; Ἡ κυβέρνησις ὄχι μόνον ἐδέσμευσεν ἑαυτὴν, ἀλλὰ δεσμεύει καὶ τὰς διαδόχους αὑτῆς· ἡ κυβέρνησις ἔφερε μίαν ἐγγύησιν, ἡ ὁποία ἄλλοτε δὲν ὑπῆρχε· διότι ἄλλοτε ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον φοβεῖσθε, ἠδύνατο νὰ γείνῃ ἡ χρῆσις αὐτῶν τῶν χρημάτων πρὸς οἱονδήποτε ἄλλον νομίζετε ἢ φαντάζεσθε σκοπόν. Ἀλλὰ σήμερον, ὅταν δι’ αὐτοῦ τοῦ νόμου ῥητῶς προσδιορίζηται ὁ θεματοφύλαξ, οὕτως εἰπεῖν, ῥητῶς λέγηται, ὅτι αὐτὰ κατατίθενται παρὰ τῇ Τραπέζῃ, ὅτι αὐτὰ τὰ χρήματα ἀποσπῶνται ἐκ τῆς κοινῆς διαχειρίσεως καὶ τῆς ἐξουσίας τῆς κυβερνήσεως, καὶ συῤῥέουν ἀπ’ εὐθείας εἰς αὐτὸ τὸ ἰδιαίτερον ταμεῖον, καὶ ὅταν προσδιορίζηται ἡ χρῆσις αὐτῶν, ἡ χρῆσις διὰ τὴν ἀτμοπλοΐαν, ὅταν προσδιορίζηται διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, φέροντος ἰδιαίτερον παράρτημα περὶ τοῦ τρόπου τῆς διαχειρίσεως αὐτῶν τῶν χρημάτων, φέροντος ἀκόμη καὶ τὰ σχέδια ὅλων τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, σᾶς ἐρωτῶ, ἡ αὔξησις τῶν ἐγγυήσεων αὐτῶν σᾶς ταράττει, σᾶς ἐνοχλεῖ, ὅτι ἡ κυβέρνησις θέλει νὰ δεσμεύσῃ αὐτὴ ἑαυτὴν, καὶ αὐτὴν τὴν εὐκαιρίαν εὑρίσκετε διὰ νὰ φέρητε ἐν τῷ μέσῳ τὸ ζήτημα τῆς δυσπιστίας; Τί ἠδύνατο νὰ γείνῃ μέχρι τοῦδε; Ἠδύναντο οἱ προϋπολογισμοὶ νὰ προβλέψουν περὶ τῶν δημοσίων ἔργων, νὰ τεθοῦν κεφάλαια ὁπωσδήποτε μεγάλα, καὶ ἐν τοσούτῳ ἡ κυβέρνησις νὰ ᾖναι ἀργὴ, καὶ αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου νὰ μὴ γίνηται χρῆσις, καὶ τὰ χρήματα ἠδύναντο ἐξ αἰτίας τῆς οἰκονομικῆς στενοχωρίας νὰ εἰσρέουν εἰς ἓν ταμεῖον καὶ πρὸς τὸν σκοπὸν ἄλλης χρήσεως, ἀλλὰ σήμερον ἡ κυβέρνησις αὐτὴ ἑαυτὴν ἔθεσεν εἰς τὴν ἀναπόφευκτον, τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, νὰ μὴ δύνηται νὰ ἐξαγάγῃ ἐκ τοῦ ταμείου, ὅπου αὐτὰ τὰ χρήματα μέλλουν νὰ κατατεθῶσιν, ἀλλὰ νὰ χρησιμεύωσιν ἀπολύτως εἰς αὐτὸν τὸν σκοπόν. Λέγετε περὶ ἀτμοπλοΐας· ὑπῆρχε καὶ πρότερον ἡ ὑποχρέωσις τῆς κυβερνήσεως νὰ χορηγῇ τὴν συνδρομήν της εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν. Μάλιστα, ἀλλὰ τὶ συμβαίνει; Συμβαίνει, ὅτι ὑπάρχει πρὸς τὴν ἀτμοπλοΐαν καθυστέρησις, ἡ ὁποία, ἂν δὲν λανθάνω, ὑπερβαίνει τὸ ἓν ἑκατομμύριον.
§77Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νὰ τὰ πληρώσωμεν ἐκτάκτως;
§78ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐλησμονήσατε, ὅτι σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἐπιβάλλεται νέος φόρος, ἀλλὰ μετατρέπεται· καὶ ὅταν δὲν τὸ ἐνθυμῆσθε, ὅταν μετ’ ὀλίγον μοὶ ἀπευθύνητε τὴν ἰδίαν ἐρώτησιν, ἐγὼ θὰ σᾶς παρακαλέσω μόνον νὰ ἐνθυμῆσθε. Λοιπὸν καθυστερεῖται αὐτὸ τὸ ποσὸν· καὶ διατί καθυστερεῖται; διότι, μὴ ὑπάρχοντος ἰδιαιτέρου ταμείου, ἡ Κυβέρνησις ὅσα χρήματα εἶχε πρόχειρα βεβαίως τὰ μετεχειρίζετο εἰς τὰς πρώτας ἀνάγκας, καὶ οὐδὲν ὑπάρχει πρόσκομμα, οὐδὲν ὑπάρχει ἐμπόδιον, ὥστε αὐτὰ τὰ χρήματα νὰ τὰ προσδιορίσῃ εἰς ὅ,τι εἶναι τῆς ἡμέρας καὶ τῆς ἀνάγκης· ἀλλὰ διὰ τῆς καθυστερήσεως ταύτης ἐννοεῖται, ὅτι πάσχει ἡ ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία, δὲν δύναται ν’ ἀναπτυχθῇ, δὲν δύναται νὰ κατασκευάσῃ νέα ἀτμοκίνητα. Ὅταν ὅμως στερεώσητε καὶ ἀποφράξητε, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ταμεῖόν σας, ὅταν ἄλλος κρατῇ τὰς κλεῖδας αὐτοῦ, ὅταν δὲν δύνηται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀντλήσῃ ἐξ αὐτοῦ, τότε εἶναι βεβαία ἡ συνεισφορά. Ἡ ἀτμοπλοϊκὴ Ἑταιρία δύναται νὰ στηρίζηται εἰς αὐτὴν τὴν ἀσφαλῆ βοήθειαν, καὶ δύναται ἐπ’ αὐτῆς νὰ ἐπιχειρῇ, προβαίνουσα εἰς τὰ ἔργα της. Ἄλλος ἔλεγεν, εἰσάξατε τὴν πίστιν εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἐννόει βεβαίως τὴν δημοσίαν πίστιν, δηλ. τὴν βεβαιότητα τῶν πληρωμῶν· διότι τὶ ἄλλο ἐννοεῖ διὰ τῆς δημοσίας πίστεως, εἰμὴ ὅτι δὲν ὑπάρχει χρέος ἐκκρεμὲς, καὶ ὅτι πᾶν χρέος ἐκκρεμὲς πληρώνεται ἀμέσως κατὰ τὴν λῆξίν του; καὶ δὲν γνωρίζω, ἐὰν ἔχῃ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν ἄλλον ὁρισμὸν τῆς δημοσίας πίστεως. Τὶ προβλέπεται διὰ τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πατρῶν ἐπιθυμεῖ καὶ εὔχεται; στερεοῦται ἡ δημοσία πίστις, ἡ ὁποία εἶναι σχετικὴ πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν, ἡ ὁποία εἶναι σχετικὴ πρὸς τὴν ὁδοποιΐαν. Μᾶς ἀνέγνωσε καὶ πάλιν, ὡς ἂν εἶχε τυχὸν λησμονηθῆ, ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καρυστίας, μᾶς ἀνέγνωσε τὸν νόμον περὶ ὁδοποιΐας. Καὶ δὲν μᾶς λέγει τοὐλάχιστον ποίους μεγάλους καρποὺς ἔφερεν; ἔφερε μίαν γενικὴν κατακραυγήν.
§79ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν δὲν ἐφαρμόζηται καλῶς.
§80ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐφηρμόζετο, καὶ ὅταν ἦσθε ἐνταῦθα, Κύριε Δημητριάδη, καὶ ἡ Ἀττικὴ δὲν ἐλησμόνησε τὴν ἐφαρμογήν του. Ἐνθυμοῦμαι ἀκόμη τὰς γοερὰς φωνὰς τῆς ἐφαρμογῆς του. Δὲν μέμφομαι τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς· σᾶς λέγω, ὅτι ὁ νόμος, καὶ κάλλιστα ἐφαρμοζόμενος, ἔπρεπε νὰ φέρῃ αὐτὸν τὸν γογγυσμὸν, διότι ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα, ὅτι οἱ γεωργοὶ τῆς Ἀττικῆς ἤρχοντο εἰς ἐμὲ καὶ μοὶ ἔλεγον, ὅτι ἐπλήρωσαν τόσα ὅσα ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐπλήρονον. Τοιαύτη ἦτο ἡ δικαιοσύνη· ἐγὼ ὁ ἴδιος ἐπλήρωσα τόσα, ὅσα οἱ πενέστεροι τῶν γεωργῶν τῆς Ἀττικῆς ἐπλήρωσα ἐγὼ, τὸ ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα, μόνον 22 δραχμὰς, καὶ ὁ γεωργὸς ἐπλήρωσεν ἴσως τὸ τετραπλάσιον. Ὅταν λοιπὸν σᾶς ὑπεβλήθη τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ἀνακουφίσῃ τὸν γεωργὸν, ὅταν δὲν θέλουν χρησιμεύσει εἰς ἄλλο τὰ χρήματα, εἰμὴ εἰς τὸν προσδιορισμόν των, ὅταν ἡ Κυβέρνησις δὲν δύνηται ν’ ἀντλήσῃ ἐξ αὐτοῦ τοῦ ταμείου, ὅταν αὐτὸς ὁ φόρος ᾖναι πάγιος καὶ ἡ κυβέρνησις ἴσως δὲν ὑπάρξῃ, ὅταν ἀρχίσῃ ἡ ἐφαρμογή του, καὶ μέλλει νὰ χρησιμεύσῃ ἴσως εἰς τοὺς πολλοὺς διαδόχους ἡμῶν, τότε τὰ πάντα ταράσσονται. Μᾶς φέρετε, ὡς κεφαλὴν Μεδούσης ἐδῶ, ὅτι ὅλαι αἱ πληγαὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅλαι ἀνοίγουν, καὶ διὰ μιᾶς ρέουν, καὶ δὲν εὑρίσκεται κανεὶς, ὁ ὁποῖος νὰ ἔχῃ τὴν συμπάθειαν τοὐλάχιστον νὰ τὰς καλύψῃ. Ἀλλ’ ἐρχόμεθα ἐδῶ ἀναμοχλεύοντες πάντοτε τὰ πάντα, διὰ νὰ πολεμήσωμεν μίαν ἰδέαν ὀρθὴν καὶ τῆς ὁποίας τὴν ἀπόλυτον χρησιμότητα καὶ ὑμεῖς οἱ ἴδιοι ὁμολογεῖτε.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ἰακωβάτος ἔχει τὸν λόγον.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, διότι ἡ ὥρα ἐπέρασε. Λύεται ἡ συνεδρίασις ὥραν 4¼.