1865.10.09
2.117 στίχοι · 17.887 λέξεις · 112 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 52.
Τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1865.
(Σάββατον).
Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κατζίνας ὑπέβαλε πρότασιν, δι’ ἧς ζητεῖ νὰ ἀνασταλῇ ἡ κατακύρωσις τῶν Δημοπρασιῶν τῶν χειμερινῶν βοσκῶν ἐν Θήβαις, μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς Ὀκτωβρίου. Ὁ Κύριος Σωτηρόπουλος ὑπέβαλε τροπολογίαν εἰς τὸ περὶ σχηματισμοῦ πόρων νομοσχέδιον.
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν Ἐπιτροπῆς παρουσιάζω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκθεσιν ἐπὶ τοῦ νόμου περὶ τῶν ἐθνικοϊδιοκτήτων φυτειῶν, τὸν ὁποῖον ὑπέβαλεν ὁ Κύριος Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν.
§5ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Παρακαλῶ νὰ δώσω διασαφήσεις τινὰς ἐπὶ τῆς προτάσεώς μου. Κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, μικρὸν πρὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, ἐνθυμεῖσθε ὅσοι εἴχετε τὴν τιμὴν νὰ ἦσθε πληρεξούσιοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶχε κάμει νόμον περὶ διαθέσεως τῶν Ἐθνικῶν βοσκῶν. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐργασιῶν της ἦτο εἷς νόμος, ὁ ὁποῖος ἔχει τόσας ἀτελείας, ὥστε δύναταί τις νὰ τὸν ὀνομάσῃ καὶ πλημμελῆ. Αἱ ἀτέλειαι τοῦ νόμου εἰσὶ πολλαὶ καὶ ἐπιφυλάσσομαι κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως νὰ τὰς παρουσιάσω. Θὰ παρακαλέσω ἤδη τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως, διὰ τὸν λόγον, ὅτι, κατὰ τὸν νόμον τῆς Συνελεύσεως, δύω Δημοπρασίαι εἶναι ἐπιτετραμμέναι, μία ἐπὶ τῶν χειμερινῶν βοσκῶν, καὶ μία ἐπὶ τῶν θερινῶν. Ἡ πρώτη ἐγένετο ἤδη, ἡ δευτέρα πρόκειται νὰ ἐνεργηθῇ τὴν προσεχῆ δευτέραν· προθεσμία δὲ πρὸς κατακύρωσιν τῶν Δημοπρασιῶν αὐτῶν ἀπὸ τὸν νόμον εἶναι τριήμερος, ὥστε δὲν ἔχομεν χρονικὸν διάστημα, παρὰ τέσσαρας ἢ πέντε μόνον ἡμέρας. Παρακαλῶ διὰ τοῦτο τὴν Βουλὴν νὰ κηρύξῃ κατεπείγουσαν τὴν πρότασίν μου.
§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Πρὶν ἀποφασίσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, πρέπει νὰ ἀκούσωμεν τὸν Κύριον Ὑπουργόν.
§7ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ὁ Κύριος Κατζίνας σᾶς ἐζήτησε τὴν ἀναστολὴν τῆς ἐφαρμογῆς ἑνὸς νόμου. Ἀφ’ ὅσα θὰ σᾶς εἴπω, νομίζω, ὅτι θὰ ἀποφασίσητε νὰ συζητήσητε ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον μίαν τροποποίησιν τοῦ ὑπάρχοντος νόμου. Ἰδοὺ αἱ πληροφορίαι, τὰς ὁποίας χθὲς καὶ προχθὲς ἔλαβον ἀπὸ τὰς Θήβας. Κατὰ τὸν νόμον, ἐξετέθησαν εἰς Δημοπρασίαν αἱ βοσκαὶ αὗται, Εἰς τὰς βοσκὰς αὐτὰς ὑπῆγαν διάφοροι κερδοσκόποι, προσέφεραν καὶ τὰς ἠγόρασαν· καὶ ἐπειδὴ πρόκειται περὶ κερδοσκόπων, δὲν ἔθεσαν ὅρια τῆς προσφορᾶς. Ὁ Ἔπαρχος γράφει, αὐτὴ εἶναι ἡ κατάστασις· τί νὰ κάμω; Ἐγὼ τοῦ εἶπον νὰ ἐνεργήσῃ τὰ κατὰ νόμον. Ἀλλὰ σᾶς ἐπαναλέγω, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα θέλει εἶσθαι οἱ ποιμένες νὰ καταστραφῶσι, διότι θὰ ἀναγκασθῶσι νὰ ἀγοράσωσιν αὐτὰς ὑπερτετιμημένας, εἰς τρόπον, ὥστε οὔτε τὰ εἰσοδήματα τῶν ποιμνίων των δὲν θὰ ἐπαρκέσωσιν εἰς τὴν πληρωμὴν, καὶ ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ των δύνανται νὰ κάμωσιν ἀταξίας. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, θέλω παρουσιάσει πρότασιν, καὶ θὰ παρακαλέσω τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ ὅλην τὴν σπουδαιότητα, τῆς ὁποίας εἶναι ἀξία, καὶ νὰ ἀποφασίσῃ νὰ τὴν συζητήσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον, ὅπως μὴ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτοῦ τοῦ νόμου ἐπέλθωσιν ἀτοπήματα καὶ ζημίαι πρὸς τοὺς πολίτας.
§8ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Τὴν δευτέραν.
§9ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν γνωρίζω καλῶς τὴν ὑπόθεσιν, ἀλλ’ ἤκουσα ἀπὸ τὸν Κύριον Ὑπουργὸν, ὅτι ἀπεκλείσθησαν οἱ ποιμένες, ὅτι ἀπεκλείσθη ἡ γεωργικὴ τάξις, ἥτις ἠδύνατο διὰ νὰ προσφέρῃ, καὶ ὅτι ἀντ’ αὐτῆς ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὸ στάδιον τῆς δημοπρασίας κερδοσκόποι. Αὐτοὶ ἔλαβον τὰς βοσκὰς ἵνα τὰς ἐκποιήσωσιν εἰς τὸ κατόπιν πρὸς τοὺς ποιμένας, καὶ τοιουτοτρόπως ἢ νὰ ἀγοράσωσι τὰ βοσκήματα εἰς ὑπερτιμημένας τιμὰς, ἢ νὰ πωλήσωσι τὰ ποίμνιά των, ἢ καὶ νὰ δοθῶσιν εἰς ἀταξίας. Διὰ τοῦτο δὲν συμφωνῶ μετὰ τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ, ὅστις εἶπεν, ὅτι εἶναι ἠναγκασμένος ἀπὸ τὸν νόμον νὰ ἐπικυρώσῃ τὰς δημοπρασίας. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὑποχρεωμένος, ὅταν βλέπῃ, ὡς ὁ ἴδιος μαρτυρεῖ, ὅτι δὲν ὑπῆρξε συναγωνισμὸς, ὅτι προκύπτει μεγάλη ζημία.
§10ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὑπάρχει νόμος περὶ βοσκῶν, ὅστις οὕτω μὲ διατάττει νὰ πράξω. Δὲν δύναμαι ἤδη νὰ πράξω ἄλλως, παρὰ νὰ ὑποβάλω τροποποίησιν τοῦ νόμου.
§11Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἤθελον νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν εἰς τὸν κύριον ὑπουργόν. Ὑποθέτω, ὅτι ὑμεῖς μετεβάλετε τὸν νόμον ἐκεῖνον· ἡ ἐπικύρωσις τῆς δημοπρασίας, ἡ ὁποία θὰ ἐπέλθῃ, θὰ ἀκυρωθῇ ἢ θὰ ἔχῃ τ’ ἀποτελέσματα τοῦ πρώτου νόμου; διότι τὸ κακὸν ἐντεῦθεν προκύπτει.
§12ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ψηφίσωμεν τὸν νόμον πρὶν ἐπέλθῃ ἡ ἐπικύρωσις.
§13ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει ν’ ἀναστείλῃ τὸν νόμον. Ὁ κύριος ὑπουργὸς δὲν δύναται νὰ διατάξῃ ἄλλο τι, ἢ ὅ,τι διέταξεν εἰς τὸν ἔπαρχον. Ἐν τούτοις ὁμολογεῖ ὁ κύριος ὑπουργὸς, ὅτι, ἂν παρέλθῃ ἡ νόμιμος προθεσμία καὶ ἀκυρωθῇ ἡ δημοπρασία, τίποτε δὲν θέλει προκύψει. Ἐπειδὴ λοιπὸν πρόκειται νὰ καταστραφῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ποιμένων, καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα τοῦτο συνέχεται μὲ τὴν δημοσίαν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν· ἐπειδὴ συγχρόνως ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι ὑπερετιμήθησαν αἱ βοσκαὶ, καὶ ὅτι οἱ ἐργολάβοι καὶ αἰσχροκερδεῖς ἐμεσολάβησαν, ὥστε νὰ λάβωσι τὰς βοσκὰς τῶν ποιμένων, νομίζω, ὅτι θέλομεν πράξει ἔργον φιλάνθρωπον καὶ πολιτικὸν, ἂν δὲν ἐπικυρωθῶσιν αἱ δημοπρασίαι καὶ οὕτως ἀκυρωθῶσιν ἐντὸς τῶν ὁρίων τοῦ νόμου. Οὕτω πως, νομίζω, τὸ δημόσιον δὲν ζημιοῦται, διότι ὁμολογούμενον εἶναι ὅτι ὑπερετιμήθησαν αἱ βοσκαὶ ἐφέτος μὲ τὴν καταστροφὴν τῶν ποιμνίων καὶ τὴν ἐπαπειλουμένην καταστροφήν. Ἂν ἐκτεθῶσι λοιπὸν ἐκ νέου αἱ βοσκαὶ εἰς δημοπρασίαν, οἱ ἐργολάβοι καὶ αἰσχροκερδεῖς δὲν θέλουσι λάβει μέρος. Γνωμοδοτῶ διὰ τοῦτο ν’ ἀκυρωθῇ ἡ προκειμένη δημοπρασία καὶ νὰ ἔλθωσι τὰ πράγματα εἰς τὰ φυσικὰ ὅριά των.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, ὡς ἀπεφάνθη ἡ Βουλὴ, τὴν δευτέραν θέλομεν συζητήσει τὸ ἀντικείμενον αὐτό.
§15ΗΛ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διαρκούσης τῆς Συνελεύσεως, ὑπεβλήθη πρότασις, ἡ ὁποία ἀπέβλεπε τὴν χορηγίαν γενικῆς ἀμνηστείας τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα διεπράχθησαν εἰς τὸ διάστημα τῆς μεσοβασιλείας. Ἡ πρότασις αὕτη ἐπανελήφθη εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ἐστάλη εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. Θὰ παρακαλέσω λοιπὸν ὑμᾶς νὰ εἴπητε εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν ἔκθεσίν της, διότι εἶναι πολὺ σπουδαία.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλοῦνται τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθη ἡ πρότασις, νὰ ἐργασθῶσι καὶ νὰ φέρωσι τὴν ἔκθεσίν των.
§17ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἡμεῖς ἐζητήσαμεν πληροφορίας τινὰς ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, ἀλλὰ δὲν μᾶς ἐστάλησαν εἰσέτι.
§18ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργ. Δικαιοσ.). Διέταξα νὰ συλλεχθῶσι τὰ σχετικὰ ἔγγραφα καὶ ἐλπίζω ἐντὸς ὀλίγου.
§19ΒΡΑΪΛΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν δύω συνθήκας, τὴν μίαν μετὰ τῆς Τουρκίας ἕνεκα ἀμοιβαίας ἀποδόσεως τῶν λειποτακτῶν ἐξ ἐκείνου τοῦ στρατοῦ, ὅστις φυλάττει τὴν γραμμὴν τῶν μεθορίων· ὥστε δὲν εἶναι γενικὴ καὶ ἀπόλυτος συνθήκη ἀμοιβαίας παραδόσεως, ἀλλὰ ἰδιαιτέρα, καθόσον ἀφορᾷ αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον. Ἡ ἑτέρα εἶναι μία σύμβασις, ἥτις ἔγεινε μεταξὺ τῆς Ἑλβετίας καὶ ἄλλων Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, σκοπὸν ἔχουσα τὴν βελτίωσιν τῆς τύχης τῶν κατὰ τὰς ἐκστρατείας καὶ μάχας τραυματιζομένων στρατιωτῶν. Ἡ ἄλλη Κυβέρνησις κατὰ τὰ 1864 εἶχε συναινέσει εἰς αὐτὴν τὴν συνθήκην καὶ ἤδη τὴν ὑποβάλλω εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς. Ἂν ἐπιθυμῆτε, δύναμαι νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς δύω ἐκθέσεις.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῶσι.
§21ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἐξεύρωμεν μεταξὺ ποίων καὶ ποίων Δυνάμεων.
§22ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν τὸ ἤκουσες;
§23ΒΡΑΪΛΑΣ. Ἡ μία συνθήκη εἶναι μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Τουρκίας, ἡ δὲ ἄλλη μεταξὺ Ἑλβετίας καὶ πολλῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, εἰς αὐτὴν δὲ τὴν δευτέραν συμφωνίαν συνῄνεσε καὶ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις.
§24Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχουσι καὶ δύω ἐπερωτήσεις, εἰς τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ ἡ Κυβέρνησις.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἂς ἀποφασίσῃ ποία θέλει νὰ προηγηθῇ. Θέλει τὴν ἀπάντησιν τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ἢ τὴν ἑτέραν τοῦ Κ. Δημητριάδου;
§26ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τί σημαίνει ποία πρῶτον, ποία δεύτερον;
§27ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν). Πρὸ τριῶν ἡμερῶν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Ἀρειουπόλεως ἐζήτησεν ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν πληροφορίας τινὰς ἀποβλεπούσας ἀξιωματικούς, τοὺς ὁποίους μία ἀνωτέρα ἀρχὴ, ὄχι τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ ὑποδεεστέρα αὐτοῦ, διὰ λόγους τοὺς ὁποίους θέλω σᾶς ἐκθέσει, ἔθεσεν εἰς προσωπικὴν κράτησιν. Καὶ προχθὲς κατὰ τὴν ἡμέραν, ὅπου ἔδωκα ὑπόσχεσιν, παρουσιάσθην, καὶ χθὲς παρουσιάσθην ἵνα δώσω λόγον ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως ἐκείνης τοῦ Κ. Βουλευτοῦ· δὲν εὗρον ὅμως καιρὸν, διότι κατὰ τὰς ἡμέρας αὐτὰς ἕτερον ἀντικείμενον ἀπησχόλει τὴν Βουλήν. Παρουσιάζομαι ἤδη νὰ δώσω λόγον. Κατὰ τὴν 17 Αὐγούστου φῆμαι διάφοροι εἶχον διασπαρῆ εἰς πολλὰ μέρη τοῦ Κράτους, καὶ κατὰ συνέπειαν ὁ Διοικητὴς τοῦ 8ου τάγματος εἰς τὴν Λευκάδα ἐπληροφορήθη καὶ αὐτὸς, ὅσα διεδίδοντο παρὰ διαφόρων ἀνθρώπων. Κατὰ συνέπειαν ἐθεώρησε δίκαιον, ἀπέναντι τῶν ὅσων ἐλέγοντο, νὰ προσκαλέσῃ τοὺς ὑπὸ τὴν διοίκησίν του Κ. ἀξιωματικούς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ἦσαν καί τινες ἀνθυπασπισταί· τοῖς εἶπε τὴν ἰδέαν του καὶ ἐζήτησε νὰ ἀποφανθῶσι. Πλεῖστοι τῶν Κ. ἀξιωματικῶν ἀπεφάνθησαν καταφατικῶς, ἄλλοι δὲ ἐξ αὐτῶν ἐζήτησαν δύω ὡρῶν προθεσμίαν ἵνα ἀπαντήσωσιν. Ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος ἐπέτρεψε τὴν προθεσμίαν σύμφωνα μὲ τὴν αἴτησιν, μετὰ δὲ τὴν παρέλευσιν αὐτῆς παρουσιάσθησαν καὶ ἀπεφάνθησαν ἀποφατικῶς, ἡ δὲ ἀπάντησις ἐκείνων ἦτο ἀντιπειθαρχική· ὡς ἔχων βαθμὸν ἀνώτερον, κατὰ τὰς γενικὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ τῆς ἐσωτερικῆς ὑπηρεσίας τοῦ στρατοῦ, ὁ Διοικητὴς ἐπελήφθη τῆς ὑποθέσεως, καὶ θεωρῶν τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ὡς ἀντιπειθαρχικὴν, τὴν ἀνέφερεν εἰς τὴν ἀρχὴν τὴν προϊσταμένην, καὶ αὕτη ἐπιληφθεῖσα τοῦ ζητήματος διέταξε τὴν διοίκησιν τοῦ τάγματος νὰ τοὺς ἐξαποστείλῃ εἰς τὴν Κέρκυραν. Ἐνηργήθη ὅ,τι ἐγένετο, καὶ κατὰ συνέπειαν προχθὲς ἔλαβον τὰ ἔγγραφα τῆς ὑποθέσεως μὲ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ διοικητοῦ τοῦ τάγματος καὶ τοῦ ἀρχηγείου τῆς δημοσίας δυνάμεως ἐν Ἑπτανήσῳ. Ἤδη ἦτο πλέον καθῆκον τοῦ ὑπουργείου νὰ σταθμίσῃ τόσον τὴν ἐρώτησιν τοῦ προϊσταμένου, καθὼς καὶ τὴν ἀπάντησιν τῶν ὑφισταμένων καὶ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ ἀρχηγείου τῆς δημοσίας ἐν Ἑπτανήσῳ δυνάμεως, καὶ κατὰ συνέπειαν νὰ ἀποφασίσῃ, καὶ ἀπεφάσισε. Τὸ ὑπουργεῖον ἔδωκε πέρας εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν· ἦτο πρᾶγμα ὅλως δι’ ὅλου ἀντιπειθαρχικὸν, καὶ περιστρεφόμενον ἐντὸς τῆς δικαιοδοσίας τοῦ ὑπουργείου, διέφευγε τὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ἀρχηγείου τῆς δημοσίας δυνάμεως. Τὸ ὑπουργεῖον λοιπὸν ἐκτιμῆσαν τὰς περιστάσεις καὶ τοὺς λόγους τοῦ προϊσταμένου, ὡς καὶ τῶν ὑφισταμένων, ἐπεραίωσε τὴν ὑπόθεσιν καὶ οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ θέλουν ὑποστῆ τὰς παρὰ τοῦ νόμου ὁρισθείσας ποινάς· ἂν ἔχετε ἀμφιβολίας τινὰς, φρονῶ, ὅτι εἰς τὸν περίβολον ἐδὼ ὑπάρχουν πλεῖστοι στρατιωτικοὶ, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν τὰς στρατιωτικὰς διατάξεις, τὰ μέρη ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουν τὸν τρόπον καὶ τὰς πράξεις τῶν προϊσταμένων καὶ τὴν ἀπάντησιν τῶν ὑφισταμένων, καὶ γνωρίζουσι καὶ τῶν πρώτων καὶ τῶν δευτέρων τὰς συνεπείας. Φρονῶ, ὅτι ἔδωκα ἀρκοῦσαν ἀπάντησιν εἰς τὰς προτάσεις τοῦ Κ. Βουλευτοῦ, καὶ φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἠρκέσθη εἰς αὐτήν.
§28Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τί ἰδέαν ὑπέβαλεν ὁ ἀρχηγός;
§29ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Εἶπεν, ὅτι εἰς τὰς Ἀθήναις ἐγένετο ἐπανάστασις.
§30ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν Ὑπουργὸς διὰ τῆς σημερινῆς ἀγορεύσεώς του ἐπέτυχε περισσότερον εἰς τὰς ἐντυπώσεις τῆς Βουλῆς ἀφ’ ὅ,τι τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν τὸν ἐπηρώτησα. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς διὰ μιᾶς ἀοριστίας καὶ διὰ μιᾶς χροιᾶς καθαρῶς διοικητικῆς ἤθελε νὰ διαφύγῃ τὸν ἔλεγχον τὸν κοινοβουλευτικόν. Ἂν, Κύριοι, δὲν ἤμην ἐκ τῶν προτέρων πεπεισμένος, ὅτι ἡ σύλληψις καὶ προφυλάκισις τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν διέφευγε τὴν διοικητικὴν ἁρμοδιότητα τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς, βεβαίως δὲν θὰ ἤμην ἐγὼ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἤθελον ἀπευθύνει ἐρώτησιν εἰς καθαρῶς διοικητικὰ ἔργα, μόνον καθόσον ἀφορᾷ τὴν τάξιν τοῦ στρατοῦ, τὸν ὁποῖον ἄλλοτε ὑπηρέτησα, καὶ τοῦ ὁποίου τοὺς κανονισμοὺς ἐγὼ γνωρίζω. Ὁ Κύριος Ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι λόγοι πειθαρχικοὶ ἠνάγκασαν τὴν προφυλάκισιν αὐτῶν, καὶ ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔδωκε πέρας καὶ ἀπέφυγε τὴν δικαστικὴν ἁρμοδιότητα. Ἰδοὺ, Κύριοι, τί συνέβη, καὶ ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ τὸ γνωρίζῃ καὶ ὀφείλει νὰ ἐπιστήσῃ ἰδίαν προσοχὴν, ἵνα μὴ ἐπαναλαμβάνωνται καθεκάστην τὰ τοιαῦτα. Ὅταν μία Κυβέρνησις διὰ τῶν ἐπισήμων ὀργάνων αὐτῆς θέτῃ εἰς δίλημμα τὴν πίστιν τοῦ στρατοῦ, ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ εἶναι διττῶς ἐγκληματικὴ, ἢ διότι παρουσιάζεται ἀσθενὴς ἀπέναντι τοῦ Ἔθνους, ἢ διότι τεκταίνεται σκοπούς. Ἡ πρᾶξις τοῦ διοικητοῦ τοῦ τάγματος ἐν Λευκάδι προεκλήθη ἐπισήμως. Ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος, ἐρωτῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ἐξ ἐπαγγέλματος ἢ κατὰ διαταγὴν ἐνήργησε; Καὶ δὲν ἔχω ἀμφιβολίας νὰ πιστεύω, ὅτι κατὰ διαταγὴν, διότι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνέβη ἐν Λευκάδι, συνέβη καὶ εἰς ἄλλας φρουρὰς, καὶ ἐδῶ, καὶ οἱ σωματάρχαι ἀπηυθύνθησαν εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ ζητήσωσιν ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς διαγωγῆς των, τῆς τιμῆς των, ἐπὶ τοῦ ἀξιώματός των. Καὶ τὸ λέγω, Κύριοι, πρὸς τιμὴν τοῦ στρατοῦ, ὑπῆρξε μία εὐγενὴς χορεία ἀξιωματικῶν, ἡ ὁποία ἀπέναντι μιᾶς τοιαύτης αὐθαιρέτου καὶ παρανόμου διαταγῆς εἶπεν εἰς τὸν σωματάρχην, ὅτι ἀποκρούω τὰς ἰδέας αὐτὰς καὶ δὲν δέχομαι νὰ μὲ θέσῃς ὑπὸ τὸν ἔλεγχον τῆς πίστεώς μου. Καί, Κύριοι, θὰ ἐπιμείνω, ὥστε τὸ ζήτημα τοῦτο νὰ ὑποστῇ ὅλην τὴν ἐμπρέπουσαν εἰς αὐτὸ συζήτησιν, καὶ νὰ καταδειχθῇ ἂν ἦναι λόγοι πειθαρχικοὶ προβλεπόμενοι ἀπὸ τοὺς κανονισμούς, ἢ πολιτικοὶ, τοὺς ὁποίους θέλουν νὰ ζητήσουν καὶ ἐντὸς αὐτῆς τῆς πειθαρχίας. Καὶ καθὼς ποτε ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως εἰς τὴν ἐγκύκλιόν του εἶπεν, ὅτι ἡ πολιτικὴ εἰσέδυσεν εἰς τὴν διοίκησιν, σήμερον δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι εἰσέδυσεν εἰς τοὺς στρατῶνας. Φρονῶ καὶ πιστεύω, ἐν ὅσῳ δὲν τὸ ἀναιρέσει ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διαταγὴ ἐδόθη εἰς τοὺς σωματάρχας, καὶ δεύτερον ἂν οἱ προφυλακισμένοι ἀξιωματικοὶ ἀπήντησαν ἀποφατικῶς ἢ ὄχι, οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ἀπήντησαν ἀποφατικῶς, ὅπως ὁ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργὸς ἀνήγγειλεν· οἱ ἀξιωματικοὶ ἐν κύκλῳ ὄντες μετὰ τῶν ἄλλων συναδέλφων των καὶ εἰς τὰς κοινὰς καὶ τετριμμένας ἐκείνας διαδηλώσεις, σεβόμενοι καὶ τὸ ἀξίωμα καὶ τὴν ἀτομικότητά των, ἀπήντησαν ὅπως ὤφειλον νὰ ἀπαντήσωσιν ἀπέναντι διαδηλώσεων καὶ ὑποσχέσεων πομπωδῶν, ἀπήντησαν ἀξιοπρεπῶς ἅμα καὶ στρατιωτικῶς, εἴποντες, ὅτι θὰ ἐκπληρώσωμεν τὸ καθῆκόν μας. Ἀλλ’ ἡ ἀπάντησις αὐτῶν τῶν 3 ἀξιωματικῶν ἀντέκειτο διαῤῥήδην πρὸς τὰς διαθέσεις τῶν λοιπῶν συναδέλφων των, τὰς ὁποίας ἐξέφρασαν μὲ πολλὴν ὑπόκλισιν καὶ ὀλίγην ἀξιοπρέπειαν, ἡ δὲ ὑπερηφάνεια ἐκείνων ἀπέναντι τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν ἐθεωρήθη ὡς ἀπάντησις ἀρνητικὴ, ἀποφατική.—Καὶ ἰδοὺ τί συνέβη, Κύριοι. Ὁ διοικητὴς αὐτοὺς ἠρώτησεν, ὅτι ἐν περιπτώσει διαταράξεως τῆς τάξεως, ἐπαναστάσεως, ἐν περιπτώσει ἀπροσδοκήτων συμβάντων, τί θὰ κάμετε; Ἤρχισεν ἐρωτῶν κατ’ ἄτομον τοὺς ἀξιωματικοὺς, καὶ ὁ εἷς ἀπήντησε διὰ πολλῶν φράσεων καὶ πολλῆς ὑποκλίσεως, ὅτι θὰ κάμῃ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διαταχθῇ, καὶ τὸ ὁποῖον συνᾴδει μὲ τοῦτο, μὲ ἐκεῖνο, μία παρλάτα μίαν ὥραν. Ὁ ἄλλος ἠκολούθησε τὸν πρῶτον, ἐπίσης καὶ ὁ γʹ. καὶ δʹ. Ἦλθεν ἡ ἐρώτησις εἰς τοὺς σήμερον κρατουμένους ἀξιωματικούς. Τί ἀπήντησαν; εἶπον ῥητῶς, ὅτι θὰ ἐκτελέσωμεν ὅ,τι οἱ νόμοι τοῦ Κράτους διατάξωσι· καὶ ἡ ἀπάντησις αὕτη ἐθεωρήθη ἀνεπαρκὴς, ἐγκληματικὴ, ὁ δὲ διοικητὴς τοῦ τάγματος τοῖς εἶπεν, ὅτι ἡ ἀπάντησίς σας δὲν μοὶ εἶναι εὐάρεστος, καὶ σᾶς δίδω καιρὸν νὰ σκεφθῆτε καὶ νὰ ἀπαντήσητε ἐντὸς μιᾶς ὥρας· οἱ δὲ ἀξιωματικοὶ μετὰ μιάν ὥραν ἀπήντησαν ὅπως καὶ πρὸ μιᾶς ὥρας, ὅτι θὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των καὶ ὅ,τι οἱ νόμοι διατάττουσι. Καὶ μετὰ τὴν ἀπάντησιν ταύτην ὁ διοικητὴς τοῦ ἐν Λευκάδι τάγματος ἀπέστειλεν ἐκτάκτως εἰς Κέρκυραν πληροφορίας περὶ τοῦ γεγονότος αὐτοῦ, καὶ ἔκτακτον ἀτμοκίνητον ἐστάλη, τό ὁποῖον μετέφερεν αὐτοὺς εἰς τὰς φυλακὰς Κερκύρας, ὅπου σήμερον, ὡς μᾶς λέγει ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ἐδόθη τὸ ἀποτέλεσμα· ἡ δὲ κράτησις αὕτη χρονολογεῖται ἀπὸ 17 Αὐγούστου Τί φρονεῖτε, Κύριοι; ὅτι ἀντὶ νὰ ἐπιῤῥίψητε μομφὴν εἰς τὰ ὄργανα ἐκεῖνα τῆς ἐξουσίας, τὰ ὁποῖα ἐξ ἐπαγγέλματος ὑπερβαίνουσι τὰ ὅρια τῆς δικαιοδοσίας καὶ θέτουσιν εἰς δεσμὰ τὴν πίστιν μιᾶς τάξεως, ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν δικαιοῦνται νὰ ἀμφιβάλλωσιν, ἀντὶ νὰ ἐπιῤῥίπτηται ἡ μομφὴ καὶ ἡ αὐστηρότης τῶν νόμων ἐπὶ τοὺς προκαλοῦντας τοιαῦτα σκάνδαλα, τὸ ἔγκλημα ἐπιῤῥίπτεται εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἀξιοπρεπῶς καὶ ἐντίμως κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των. Καὶ φρονεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀτομικότης τῶν ἀτόμων αὐτῶν δὲν ἐπενήργησεν εἰς τὰς ἰδέας τῆς ἀρχῆς; Ἐγὼ λέγω, ναί· ἂν ἡ ἀπάντησις αὕτη ἐξεστομίζετο ἀπὸ ἀνθρώπους μὴ φέροντας ἀτομικότητα, ἤθελε θεωρηθῆ ἀποχρῶσα ἢ ἐπιπολαία· ἀλλὰ τὰ πρόσωπα κατὰ τὰς ἰδέας τῆς ἀρχῆς ἐξεπροσώπευον ἰδέας τινάς· ἦσαν ὀνόματά τινα ἐντὸς τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν, τὰ ὁποῖα ἐθεωροῦντο ὕποπτα, καὶ ἡ στρατιωτικὴ δικαιοσύνη, ἂν ἔχω καλὰς πληροφορίας, ἐπελήφθη τοῦ ζητήματος. Ἀλλ’ εἶδεν ἡ Κυβέρνησις, ὅτι διατρέχουσα ὅλα τὰ στάδια τῆς δικαιοσύνης, ἤθελεν ἀποδειχθῆ ὁποία πάντοτε ἀπεδείχθη, ἤθελε τὴν δίκην τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν νὰ στεφανώσῃ μὲ ἀθωωτικὴν ἀπόφασιν, καὶ πολιτικῶς σκεπτομένη ἀφῄρεσεν ἀπὸ τὴν δικαιοσύνην αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν καὶ τὴν χαρακτηρίζει πειθαρχικὴν πρᾶξιν καὶ τὴν τιμωρεῖ σήμερον μὲ δύω μηνῶν φυλάκισιν. Καὶ ἐνόσῳ, Κύριοι, εἰς τὴν Κυβέρνησιν δὲν τεθῶσι φραγμοί, καὶ ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις ἀντὶ νὰ αἰτιᾶται τὴν ἀτομικότητα ἢ τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου, δὲν δύναται ἢ νὰ αἰτιᾶται τὰς πράξεις της, τὴν τύψιν τοῦ συνειδότος, ἡ ὁποία δὲν τὴν ἀφίνει νὰ ὑπνώττῃ ἥσυχον ὕπνον, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ εἰς ἀμφιβολίαν μίαν τάξιν στρατιωτικὴν, τῆς ὁποίας τὰ καθήκοντα καὶ τὰς περιπετείας οὐσιωδῶς παρεγνώρισε· καὶ ἐνόσῳ ἡ διοίκησις δὲν θέλει νὰ χωρίσῃ τὴν πολιτικὴν ἀπὸ τοὺς στρατῶνας, αἰωνίως ὁ τόπος μας δυστυχῶς καὶ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα θὰ κυματίζεται ὑπὸ τὸ κράτος πολλῆς ἀβεβαιότητος, ἐνόσῳ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐννοήσῃ, ὅτι ἀπὸ τῶν ἀξιωματικῶν, οἱαδήποτε ὀνόματα καὶ ἂν φέρωσιν, οἱασδήποτε σχέσεις καὶ ἂν ἔχωσι, δὲν δικαιοῦται νὰ ἀπαιτῇ παρὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των καὶ τίποτε πλέον. Φαίνεται, Κύριοι, ὅτι τῆς πειθαρχίας, τὴν ὁποίαν μὲ τόσον στόμφον ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἠθέλησε νὰ ἐκτιμήσῃ, τῆς πειθαρχίας αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις σήμερον πρώτη προκαλεῖ τὰ ἐρείπια. Αὕτη εἶναι ἡ κατάστασις, Κύριοι, τῆς περιστάσεως ἐκείνης, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἐπηρώτησα τὸν ὑπουργὸν, καὶ ἐὰν αἱ πληροφορίαι μου δὲν ἦναι ἀληθεῖς, ἐὰν ἔχω ἐσφαλμένας πληροφορίας, παρακαλῶ τὸν ὑπουργὸν εἰς τὰ καθέκαστα νὰ μὲ ἀναιρέσῃ δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων, ἐάν δικαστικαὶ ἀρχαὶ ἐπελήφθησαν τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἐστάλησαν ἀνακρίσεις, ἐὰν ἐπεστράφησαν, καὶ ἐπὶ τέλους ἂν ἡ Κυβέρνησις ἠθέλησε νὰ ἀποφύγῃ τὴν βάσανον ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου καὶ νὰ τιμωρήσῃ αὐτὰς ὡς πράξεις καθαρῶς διοικητικὰς. Καὶ ἐὰν ᾖναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι εἶναι ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητος τοῦ ὑπουργοῦ μία πρᾶξις ἐσχάτης προδοσίας νὰ χαρακτηρίζεται ὡς διοικητικὸν ἔγκλημα, εἶχε καθῆκον ὁ ὑπουργὸς νὰ παραπέμψῃ αὐτοὺς εἰς δίκην· καὶ ἐὰν οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ οἱ κατηγορούμενοι ἠρνήθησαν τὸν ὅρκον των, τὴν τιμήν των, τὴν πατρίδα των, ἦτο πρᾶξις, παράπτωμα πειθαρχικὸν τιμωρούμενον μὲ δύω μηνῶν φυλάκισιν ἐν τῷ Παλαμηδίῳ; ἦτο πρᾶξις ἐσχάτης προδοσίας δυναμένη νὰ ἐπισύρῃ βεβαίαν καταδίκην. Ἀλλὰ ἀπέφυγε τὸ σκάνδαλον εἰς τὰς συνεπείας του· ἔπρεπε νὰ τὸ ἀποφύγῃ εἰς τὴν καταγωγήν του. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς· αὐτὰ εἶναι τὰ γεγονότα, καὶ παρακαλῶ νὰ τὰ διαψεύσῃ ἐπισήμως ὁ ὑπουργὸς, ἀλλὰ μόνον δι’ ἐπισήμων ἐγγράφων· διὰ τοῦτο φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ φυλάκισις αὕτη τῶν ἀξιωματικῶν εἶναι παράνομος, αὐθαίρετος, πρᾶξις καθαρῶς πολιτικὴ, ἥτις ἐξεδικεῖτο τὰ ἄτομα καὶ οὐχὶ τὴν πρᾶξιν, καὶ διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ ὅλην τὴν δικογραφίαν τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, καὶ ἐκ τούτου εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει καταδειχθῆ, ὅτι ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐπελήφθη, ὅτι δι’ ὅλων τῶν μέσων ἐπρόκειτο ἡ πρᾶξις αὕτη νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀνήκουσα εἰς τὴν δικαστικὴν ἀρχὴν, ὅτι ὁ εἰσηγητὴς ἐνήργησεν ἀνακρίσεις, ὅτι αὐταὶ ἐστάλησαν εἰς τὸν ὑπουργὸν καὶ ἐθεωρήθησαν ἀτελεῖς, ὡς μὴ δίδουσαι τὸ ἐνδόσιμον τῆς παραπομπῆς εἰς δίκην, καὶ ὅτι συνεπείᾳ τούτων ὅλων ἡ Κυβέρνησις τοὺς ἐτιμώρησε μὲ δύω μηνῶν φυλάκισιν ἀνεξαρτήτως τῆς προφυλακίσεώς των. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι, ἐὰν ὁ Κύριος ὑπουργὸς θελήσῃ εἰς τὰ καθέκαστα νὰ μὲ ἀναιρέσῃ, ἔχων τὸ δικαίωμα πάσης συζητήσεως ἐπὶ οἱουδήποτε ἀντικειμένου ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, τότε βεβαίως ἡ ὑποβολὴ τῶν ἐγγράφων δὲν παρίσταται ἀναγκαία· ἐὰν ὅμως μετὰ τὴν ἀναίρεσιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐπὶ τῶν ὅσα προηγουμένως ὑπέβαλον δὲν θεωρηθῇ αὕτη ἐπαρκὴς, τότε παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων θέλει ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ φυλάκισις ἦτο καὶ ἄνομος καὶ αὐθαίρετος.
§31ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. (Βουλευτὴς Οἰτύλου). Τὸ ζήτημα, κύριοι, εἶναι καθαρῶς στρατιωτικὸν, καὶ δὲν ἔχει κἀμμίαν σχέσιν μὲ τὰ πολιτικὰ ἀντικείμενα. Δύω ἀντικείμενα παρουσιάζονται εἰς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην, — ἡ ἐνέργεια τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν ἐπὶ τοῦ στρατιωτικοῦ κλάδου σύμφωνα μὲ τοὺς νόμους καὶ τὴν πειθαρχίαν, καὶ ἡ ἐνέργεια αὐτοῦ ὡς ὑπουργοῦ. Ὁ στρατὸς πολιτικῶς δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἐργασθῇ ποτε, παρὰ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, ὅστις εἶναι ἐπὶ κεφαλῆς καὶ τοῦ στρατοῦ καὶ ὑπουργὸς τοῦ ἔθνους. Εἰς μόνον τὸν ὑπουργὸν ἐπιτρέπεται ἡ πολιτικὴ ἐνέργεια, εἰς δὲ τὸν στρατὸν παντάπασιν· ὁ στρατὸς ἀπογυμνοῦται ἀπὸ πᾶσαν πολιτικὴν ἐνέργειαν, καὶ, ἂν προβῇ, καταστρέφεται ἐκ θεμελίων. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν φρονῶ, ὅτι ἐκ προηγουμένων, τὰ ὁποῖα οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν πρὸς τὴν σημερινὴν κατάστασιν, ἐκ προηγουμένων ἔλαβεν ἀφορμὴν καὶ τώρα, διότι ἀκόμη ὁ κλονισμὸς δὲν ἐξέλιπεν, ὅτι εἰς τὸ τάγμα ἐκεῖνο μέλλει νὰ συμβῇ τι παράξενον, ἐναντίον τῆς πειθαρχίας καὶ τῆς τάξεως· ἔγραψεν εἰς τὸν διοικητὴν τοῦ τάγματος διὰ νὰ λάβῃ πληροφορίας· ποίας ὅμως; ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν εἶπεν εἰς τὸν διοικητὴν, κράξε τοὺς ἀξιωματικούς σου, τοὺς ὑπαξιωματικοὺς, τοὺς στρατιώτας, καὶ βάλε τους εἰς γραμμὴν νὰ τοὺς ἐρωτήσῃς, ἂν ἦναι πιστοὶ, ἂν θὰ τηρήσουν τὸν ὅρκον των. Τὰ τοιαῦτα εἶναι καταστρεπτικὰ, ἀντίκεινται εἰς τὸ εἶδος τοῦ διοικεῖν. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ εἶδος τοῦ διοικεῖν δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν. Ὁ ὑπουργὸς ἔχει ἕνα διοικητὴν τάγματος, καὶ ἔχει πεποίθησιν, ὅτι οὗτος ἠξεύρει τὸν τρόπον τοῦ διοικεῖν. Πῶς θὰ ἐρωτήσῃ ὁ Διοικητὴς καὶ πῶς θὰ πληροφορηθῇ ἀπὸ τοὺς ἀξιωματικούς του, ἂν οὗτοι ἦναι κατά τι ἔνοχοι, ἂν πλανῶνται ἢ ὄχι ἐν πεποιθήσει, ἐὰν προηγούμενα, ἐὰν συγγενεῖς ἢ φίλοι τοὺς παρασύρωσιν, εἶναι τρόποι διάφοροι, οἱ ὁποῖοι ὑπάγονται εἰς τὴν ἰδιαιτέραν ὀξύνοιαν τοῦ ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ. Αὐτὸ δὲν σπουδάζεται ἐπιστημονικῶς, πρέπει νὰ ᾖναι φυσικόν. Δὲν θέλω, κύριοι, νὰ κατηγορήσω τὸν διοικητὴν, διότι ὁ διοικητὴς αὐτὸς εἶναι εἷς τῶν διακεκριμένων στρατιωτικῶν· δὲν θέλω νὰ τὸν κατηγορήσω πόθεν κατέφυγε νὰ ἐρωτήσῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς, ἂν θὰ μείνωσιν εἰς τὸ ὅπλον των, διότι, ἐννοεῖται, ὁ ἀξιωματικὸς πρέπει νὰ ᾖναι πιστὸς, ἄλλως πρέπει ν’ ἀποσυρθῇ· — δὲν ἐννοῶ γενικὰς περιστάσεις, διότι ἐντὸς αὐτῶν εἶμαι καὶ ἐγὼ καὶ τοῦτο δικαιολογεῖται· ἐὰν μοῦ ζητήσῃ τις τὸν λόγον, δύναμαι νὰ τὸν εἴπω· ἐννοῶ μερικὰς περιστάσεις, ὁποῖαι παρουσιάζονται σήμερον. Ἐνδέχεται λοιπὸν νὰ ἔσφαλεν ὁ διοικητὴς ὡς πρὸς τὸν τρόπον τῆς ἐρεύνης· οὐχ ἧττον ὅμως τί σᾶς πταίει ὁ ὑπουργὸς, ὅστις ἤκουσέ τι πολιτικῶς καὶ θέλει νὰ λάβῃ πληροφορίας ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον διοικητὴν τοῦ τάγματος, ἐὰν αὐτὸς κάμῃ κακὴν χρῆσιν τῆς παραγγελίας του; Δὲν ἠξεύρω πῶς ἔχει ἡ ὑπόθεσις· ὡς τὴν ἤκουσα ἀπὸ τὸν κύριον Μαυρομιχάλην, τὴν ὁποίαν ἐν μέρει δὲν παραδέχομαι, εἶπεν ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔσφαλε νὰ παρατηρήσῃ, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ καθέκαστα καὶ ζητῇ λόγους. Εἶχε πολὺ δίκαιον ὁ ὑπουργὸς, καὶ τὸ ὑποστηρίζω τοῦτο ὅλαις δυνάμεσι, διότι ἐφ’ ὅσον ἡ Βουλὴ ἐξακολουθήσῃ νὰ προβαίνῃ εἰς τὰ καθέκαστα καὶ ἐξετάζῃ τὰ τοῦ στρατοῦ, πῶς ἐτιμωρήθη ὁ ἀξιωματικὸς, ὁ ἐπιλοχίας, σᾶς λέγω ἐν πεποιθήσει, καὶ κανεὶς δὲν θὰ τὸ ἀρνηθῇ, ὅστις εἶναι στρατιωτικὸς, ζυμωμένος εἰς τὸν στρατόν, καὶ γνωρίζει τὸν νόμον καὶ τὴν ἐθιμοταξίαν, σᾶς λέγω, ὅτι στρατὸς δὲν ὑπάρχει. Εἶναι δικαίωμα τῆς Βουλῆς νὰ ἐρωτήσῃ· ἀλλὰ τί; Ἐὰν ὁ ὑπουργὸς ἔστειλεν ἕνα λόχον νὰ ἐνεργήσῃ τὴν ὑπηρεσίαν του, καὶ αὐτὸς μίαν μερίδα ἀνθρώπων ἕνεκα τῆς πολιτικῆς τοῦ ὑπουργοῦ τὴν ἐπῆρεν ἐμπρὸς μὲ τὰς λόγχας καὶ τὴν ἠδίκησε. Θὰ ζητήσωμεν λόγον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν διατὶ ἐτιμώρησεν ἕνα ἀξιωματικόν; καὶ πότε; πρὶν ἴδωμεν, τὰ ἐξαγόμενα, καὶ πρὶν ὁ ὑπουργὸς ἴδῃ αὐτά!
§32Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν τὸν ἠρωτήσαμεν, διότι ἔλειψεν ἀπὸ τὴν ὑπηρεσίαν του.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ἠρωτήθη ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, διατὶ ἐπροφυλακίσθησαν 3 ἀξιωματικοὶ πρὸ 2 μηνῶν, καὶ ἡ ἀνάκρισις εἰσέτι δὲν ἐτελείωσεν, ἀλλ’ εὑρίσονται προφυλακισμένοι. Ἡ ἐρώτησις ἦτο καθαρωτάτη. Ἐγὼ λοιπὸν λέγω, ὅτι τοιαύτη ἐρώτησις ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, διὰ τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν τοὐλάχιστον, δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ. Εἶναι ἀφύσικον, καταστρεπτικόν, εἶναι δηλητήριον εἰς τὸν στρατόν, ἐὰν εἷς βουλευτὴς ἐρωτήσῃ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, τί διέπραξεν εἰς τὰ σφάλματα τῶν ὑποδεεστέρων ὁ διοικητὴς ἢ ὁ λοχαγὸς εἰς τοὺς ὑπ’ αὐτὸν, καὶ τοιοῦτον δηλητήριον κανεὶς ἐκ τῶν βουλευτῶν δὲν θέλει τὸ ὑποστηρίξει. Ὑποστηρίζω, κύριοι, αὐτὴν τὴν ἰδέαν· ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία, ἡ πειθαρχία εἶναι ὅλως χωριστὸν πρᾶγμα· ὁ στρατὸς εἶναι μία κοινωνία χωριστή, ἔχει χωριστοὺς νόμους, χωριστὴν ἀνατροφήν, χωριστὴν ζωήν, χωριστὴν φιλοτιμίαν. Ἕνας στρατιώτης, ὅταν ἐξέλθῃ ἀπὸ τὸ τέταρτον ἔτος τῆς ὑπηρεσίας του, χαράττει τὸ μέλλον τῆς διαγωγῆς του, παρουσιάζει μίαν διαγωγήν, καὶ ἂν ἦναι κακὴ, βεβαιωθῆτε, ὅτι ὁ στρατιώτης αὐτὸς, εἰς οἱανδήποτε τάξιν καὶ ἂν καταφύγῃ, αὐτὴν τὴν διαγωγὴν δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὴν μεταβάλῃ· καὶ ἀπεναντίας ἕνας χρηστὸς πολίτης ἐν τῇ κοινωνίᾳ, τότε εἰμπορεῖ νὰ ἦναι χρηστὸς, ὅταν ὑπηρέτησεν εἰς τὸν στρατὸν, ὅταν ἀπὸ τὸν στρατὸν ἔλαβεν ἐξαίρετον διαγωγήν. Εἶναι τὸ μόνον στάδιον, τὸ ὁποῖον δοκιμάζει τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, τὴν τιμήν του· εἰς τὴν ἱκανότητα, εἰς τὴν φιλοτιμίαν εἶναι τὸ μόνον στάδιον. Ἐὰν ἀπὸ αὐτὸ ἀφαιρέσητε τὴν πειθαρχίαν, τότε δὲν θὰ ἔχετε στρατόν. Τώρα, Κύριοι, νομίζετε ὅτι διϊσχυρίζομαι νὰ ἀφαιρέσω τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν Βουλὴν νὰ ἐρωτᾷ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς διεχειρίσθη τὴν ἐξουσίαν του παρὰ τῷ στρατῷ; ὄχι· πρέπει νὰ τὸν ἐξετάσωμεν ὡς πρὸς τὴν πολιτικήν του πορείαν χωρὶς ποσῶς νὰ τὴν συνδέσωμεν μὲ τὴν στρατιωτικὴν ὑποχρέωσιν· πρέπει νὰ τὸν ἐξετάσωμεν ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς διευθύνῃ τὸν στρατὸν σχετικῶς ὡς πρὸς τὴν πολιτικὴν τοῦ Κράτους, δὲν πρέπει νὰ τὸν ἐξετάζωμεν ὅμως, ἐὰν ἔχῃ καταλλήλους νὰ διοικῶσι, διότι ἀπ’ αὐτὸν ἐξαρτᾶται ἡ ὕπαρξις τοῦ στρατοῦ. Μόνον αὐτοὶ οἱ λόγοι ἠμποροῦν νὰ ἔλθουν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν κακῶς διεχειρίσθη τὴν στρατιωτικὴν δύναμιν, ὅταν δὲν προέβλεψε διὰ τὴν τάξιν τοῦ στρατοῦ, μάλιστα τὴν ἀνωτέραν, πρὸς τὸν πολιτικὸν σκοπόν. Ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ὑπάρχει παντάπασιν. Ἠξεύρετε τί ὑπῆρξεν; Ὑπῆρξεν ἓν ἔγκλημα πειθαρχικὸν, καὶ ἰδοὺ ποῖον εἶναι. Ἀξιωματικοί τινες ἐκλήθησαν, καλῶς ἢ κακῶς τὸ ἀφίνω, ἐνώπιον τοῦ διοικητοῦ τοῦ σώματος, νὰ εἴπωσιν, ἐὰν θὰ ἐμμείνωσι πιστοὶ εἰς τὸν ὅρκον των, εἰς τὴν τάξιν τῶν ὅπλων των· δύω δὲ ἐξ αὐτῶν ἐρωτηθέντες, ἐνῷ ὤφειλον νὰ εἴπωσιν ὅτι θέλουσιν εἶσθαι πιστότατοι εἰς τὸ καθῆκόν των, καὶ ὅτι θέλουσι χύσει καὶ τὴν τελευταίαν ῥανίδα τοῦ αἵματός των, ἀξιωματικοὶ, οἵτινες φοροῦσι τὸ ξίφος καὶ ἐπωμίδας, οἱ ἀξιωματικοὶ αὐτοὶ ἐρωτηθέντες, τί ἀπήντησαν; Οἱ μὲν ἀπήντησαν, ναὶ, οἱ δὲ ἀντέστησαν καὶ μετὰ μιᾶς ὥρας σκέψιν, ἔστω καὶ μετὰ 5 λεπτῶν, ἀπήντησαν ἀντιπειθαρχικῶς. Ἐδῶ πλέον, Κύριοι, ἁμαρτάνει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ, εἶναι σφάλμα. Τί συμβαίνει; οἱ ἀξιωματικοὶ ἔσφαλον πειθαρχικῶς· ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, κατὰ νόμον, ἠδύνατο νὰ διατάξῃ νὰ προφυλακισθοῦν. Κύριοι, νομίζετε ὅτι ὅλαι αἱ τιμωρίαι εἰς τὸν στρατὸν εἶναι δίκαιαι; καὶ ὅλαι αἱ ποιναὶ αἱ διδόμεναι εἰς τὰ πολιτικὰ δικαστήρια εἶναι σοφαί; Λοιπὸν, ἐὰν πάντοτε θέλωμεν νὰ ἐξετάζωμεν τί πράττει ὁ διοικητὴς τοῦ σώματος, ἐγὼ αὔριον ὡς βουλευτὴς θέλω ἐρωτήσει διατὶ εἶναι φυλακισμένοι τόσοι πολῖται, καὶ θὰ ἀπαιτῶ νὰ μεταβαίνωμεν εἰς τὰ καθέκαστα. Ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὸς ὁ λόγος· ποῦ ἡ ἀξιοπρέπεια ἡ βουλευτικὴ, ὅταν ζητῶμεν νὰ ἐπεμβαίνωμεν εἰς τὰ καθέκαστα ἑνὸς σώματος, καὶ ἰδίως τοῦ στρατοῦ; Ἐὰν σᾶς ἀκούσῃ ἕνας ἀξιωματικὸς ἢ ἐπιλοχίας, ὅτι ἡ Βουλὴ λαμβάνει τὸν λόγον ὁσάκις τιμωροῦνται ἀδίκως οἱ ὑποδεέστεροι καὶ ζητεῖται λόγος ἀπὸ τὸν ἀνώτερον, ἐλπίζετε, ὅτι πλέον μένει πειθαρχία εἰς αὐτὸν τὸν στρατόν; Ἡ τοιαύτη ἐξέτασις εἶναι καταστροφὴ τοῦ στρατοῦ, καὶ τὸ ὑποστηρίζω. Ἀλλὰ ἐὰν τέλος πάντων καταντήσῃ, ἂν καὶ κακὸν, τὸ νὰ προβαίνωμεν εἰς τὰ καθέκαστα καὶ ἀφαιρέσωμεν ἀπὸ τοὺς λοχαγοὺς τὰς στρατιωτικὰς αὐτὰς τιμωρίας, ἐὰν ἴδωμεν, ὅτι ἀπὸ τὰ πραττόμενα προῆλθον κακὰ, καὶ αὐτὸ ἠμποροῦν νὰ ἴδωσι μόνον οἱ στρατιωτικοὶ, καὶ ὄχι οἱ πολῖται, τότε θὰ ἔλθωμεν ἐδὼ συνεννοημένοι, διὰ νὰ σώσωμεν τὸν στρατόν, καὶ θὰ εἴπωμεν, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ διόρθωσις ἐκεῖ. Δὲν ἐννοῶ, ὅτι κάθε φορὰν πρέπει νὰ ζητῶμεν λόγον, καὶ εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι καὶ οἱ ἀξιότιμοι ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι εἶναι οἱ νοημονέστεροι τῶν διαφόρων ὅπλων, καὶ ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, καὶ ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς, καὶ ὁ Κ. Στράτος, γνωρίζουν κάλλιον ἐμοῦ, τὸ ὁμολογῶ.
§34ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οἱ ἄλλοι δὲν γνωρίζουν, μόνοι Σεῖς; (γέλως.)
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ἐγὼ ἔφερον παράδειγμα. Χάριν λοιπὸν τῆς πειθαρχίας, πρέπει νὰ παύσωμεν τοῦ νὰ προβῶμεν ἐρωτῶντες τὰ καθ’ ἕκαστα, διότι αὔριον θὰ ἔχω καὶ ἐγὼ τὸ δικαίωμα, ἐὰν ἕνας λοχίας προφυλακισθῇ καὶ μείνῃ τρεῖς μῆνας ὑπὸ κράτησιν, νὰ ἔλθω νὰ ζητήσω λόγον ἀπὸ τὸν Ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, διατὶ ὁ λοχίας αὐτὸς εὑρίσκεται πρὸ τριῶν μηνῶν ὑπὸ φυλάκισιν. Ἠμπορούσαμεν νὰ πάρωμεν τὸν Ὑπουργὸν κατὰ μέρος, ἐὰν ἤθελε συμβῆ τίποτε παράνομον ἐντὸς τοῦ στρατοῦ, καὶ νὰ τῷ εἴπωμεν, ἢ θὰ διορθώσῃς αὐτὸ ἢ θὰ φέρωμεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸ ζήτημα, καὶ ἂς ὄψεσαι. Αὐτὸ ἦτο ἡ εὐεργεσία τοῦ στρατοῦ, αὐτὸ ἦτο καὶ ἡ διόρθωσις τοῦ ὑπουργοῦ.
§36ΠΑΔΟΒΑΣ. Νὰ δώσητε, παρακαλῶ, μίαν διασάφησιν· μὲ συγχωρεῖτε;
§37ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Μάλιστα.
§38ΠΑΔΟΒΑΣ. Διὰ νὰ εἴπω τὴν ἀλήθειαν, ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, μὲ ἐμπέρδεψεν.
§39ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Ἐὰν ἔχετε σκοπὸν νὰ προβῆτε εἰς τὴν ἐρώτησιν, προχωρήσατε· ἐὰν ἔχετε σκοπὸν νὰ προκαλέσητε ἱλαρότητα........
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Κουμουνδουράκη, πηγαίνετε εἰς τὴν θέσιν σας· ὁρίστε, Κύριε Παδοβᾶ, ἐπὶ τοῦ βήματος, διότι τὸν ἐθέσατε εἰς ἀνάκρισιν.
§41ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἦτο μία ἐρώτησις, καὶ ἔχω τῇ ἀληθείᾳ τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσω ὅποιον θέλω.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὄχι ὅμως νὰ ἀνακρίνητε.
§43ΠΑΔΟΒΑΣ. Νομίζετε, ὅτι ἔχετε ἀνθρώπους, τοὺς ὁποίους νὰ σύρετε ἀπὸ τὴν μύτην; Δὲν δέχομαι ἀδίκους παρατηρήσεις· θὰ ζητήσω διασαφήσεις ἀπὸ ὅποιον θέλω καὶ ὅπως θέλω, δὲν προσβάλλω κανένα.
§44ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀλλὰ δὲν πρέπει νὰ εἰρωνεύεσθε.
§45ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν γνωρίζω τὴν εἰρωνείαν, καὶ ἐὰν ἦσθε ὑμεῖς εἴρων, ἀφίνω αὐτὴν εἰς ὑμᾶς. Κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ μάθω ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον προλαλήσαντα,—καὶ τοι δὲν εἶμαι στρατιωτικὸς, οὔτε ὑπάρχει πλέον ἡ περίπτωσις νὰ ἦμαι στρατιωτικὸς,—ἐπεθύμουν, λέγω, νὰ μάθω δύω τινὰ, τὰ ὁποῖα ἤκουσα μετὰ μεγάλης ἐκπλήξεως καὶ λύπης συγχρόνως νὰ ὑποστηρίζωνται ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ. Ποῖον εἶναι τὸ ἀδίκημα αὐτῶν τῶν Κυρίων στρατιωτικῶν; Δὲν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τοὺς γνωρίζω, ἀλλὰ, διὰ νὰ ἐπαναλάβω καὶ ἐγὼ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας Κύριος Μαυρομιχάλης, ἀξιότιμος ὑπὸ πᾶσαν ἔποψιν καὶ κοινωνικὴν καὶ στρατιωτικὴν καὶ βουλευτικὴν, τὸ ἀδίκημα αὑτῶν τῶν στρατιωτικῶν ἦτο «θέλομεν ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν μας κατὰ τοὺς νόμους τοῦ κράτους.» Βλέπετε ποῖον ζήτημα ὑπάρχει μεταξὺ ἡμῶν· εἰσὶν ἐνδιαφερόμενοι ὄχι οἱ στρατιωτικοὶ μόνον, ἀλλ’ ἅπαντες ἀδιακρίτως οἱ πολῖται «θέλομεν ἐκτελέσει τὸ καθῆκον ἡμῶν κατὰ τοὺς νόμους τοῦ κράτους.» Καὶ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ ἀξιότιμος κύριος βουλευτὴς Μαυρομιχάλης, οὐδόλως ἀνήρεσεν ὁ ἐπίσης λίαν ἀξιότιμος καὶ σεβάσμιος φίλος μου ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν, ὥστε εἶναι ἀδιαφιλονείκητον. Ἐρωτῶ ἐγὼ τώρα· ἐνδιαφερόμεθα ἅπαντες, κύριοι, εἰς αὐτά; ὄχι οἱ στρατιωτικοὶ μόνον, ἀλλὰ καὶ οἱ πολῖται καὶ οἱ βουλευταὶ, ἅπαντες ἐνδιαφερόμεθα. Ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος ἑνὸς ἑκάστου συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ κράτους εἶναι ἀδίκημα; δύναται νὰ προκαλέσῃ ἀμέσως καταπιέσεις εἴτε πειθαρχικὰς, εἴτε ποινικὰς, εἴτε δικαστικάς; Κύριοι, εἰς αὐτὸ σᾶς προσκαλῶ νὰ ἀποφανθῆτε. Δὲν ἐξετάζω, οὔτε θέλω, οὔτε δύναμαι νὰ ἐξετάσω, ἐὰν παρεβιάσθησαν αἱ δικαιοδοσίαι, αἱ ἁρμοδιότητες καὶ τὰ ἑξῆς καὶ τὰ λοιπά· ἀλλὰ ἐξετάζω ἂν ἁπλῶς ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος κατὰ τοὺς νόμους καὶ συμφώνως πρὸς τοὺς νόμους τοῦ κράτους, Κύριοι, ᾖναι μία παραβίασις, ἡ ὁποία δικαιολογεῖ τὴν ἐπιβολὴν μιᾶς ποινῆς εἴτε διοικητικῆς, εἴτε πολιτικῆς, εἴτε δικαστικῆς, καὶ ἐὰν τοῦτο ᾖναι ἕν τι, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ παραδεχθῇ παρ’ ἡμῶν, ἂν σήμερον δηλ. ὁ στρατιωτικὸς, αὔριον ὁ πολιτικὸς, προσκαλούμενος παρ’ οἱασδήποτε ἀρχῆς καὶ ἀποκρινόμενος εἰς αὐτὸν τὸν τρόπον, «ὅτι θέλει ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν του κατὰ τοὺς νόμους τοῦ κράτους» ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς μίαν ποινὴν, ἤθελεν ὑποβληθῆ εἰς μίαν ἐπίκρισιν, ἄλλαις λέξεσιν ἤθελεν ἐκτεθῆ; Δὲν παραδέχομαι, ἀξιότιμε Κύριε Κουμουνδουράκη, δὲν παραδέχομαι αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίξατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· δὲν τὴν παραδέχομαι, τὴν ἀποκρούω παντὶ σθένει· διότι, ἐὰν ἡμεῖς ἠδυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, οὔτε ἡ ἐλευθερία, οὔτε ἡ πεποίθησις τῆς ἐλευθερίας ἤθελε πλέον ὑπάρξει μεταξὺ ἁπάντων καὶ ἐν οἱᾳδήποτε κλάσει ἢ κατηγορίᾳ τῆς κοινωνίας. Ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, χωρὶς ποσῶς νὰ ἐπέμβω εἰς εἰδικὰς παρατηρήσεις, ἀφ’ ἑτέρου, Κύριοι, δὲν εἶναι κατάλληλον, δὲν εἶναι ἁρμόδιον, δὲν εἶναι οἰκεῖον, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τῶν ἀντικειμένων τούτων, ἢ οἱουδήποτε ἄλλου ἀντικειμένου συνᾴδοντος πρὸς τοῦτο τὸ ἀντικείμενον; Ἐὰν παραδεχθῆτε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, κλονίζεται ἡ πειθαρχία, διαταράσσεται ἡ τάξις καὶ ἀπόλλυται ἡ κοινωνία· ἂς ἐφαρμόσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἂς ἐφαρμόσωμεν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπε καὶ ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας καὶ συνάδελφος Κύριος Κουμουνδουράκης, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὑποσκάπτετε τὰς βάσεις τῆς κοινωνικῆς μας ὑπάρξεως. Αὔριον ἀδίκως εἷς τῶν ὑπουργῶν ἐπιβάλλει μέτρον τι κατέναντι ἑνὸς διοικητικοῦ ὑπαλλήλου, ὁ διοικητικὸς οὗτος ὑπάλληλος ἀναφέρεται εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ ἀποδοκιμάζει τὴν πορείαν τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου. Δὲν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ ἀντικειμένου, διότι χαλαροῦται ἡ σχέσις μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ὑποδεεστέρου ὑπαλλήλου; Ἐὰν ἡμεῖς, Κύριοι, παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἀπὸ τοῦδε, παραχρῆμα κηρύξωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι ἓν ἁπλοῦν φάσμα, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει οὔτε κἂν ἐκεῖνο τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ καὶ δίδει εἰς αὐτὴν τὸ Σύνταγμα, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς γενικῆς ἐποπτεύσεως ἐπὶ ὅλων τῶν ἀρχῶν τοῦ κράτους· ὥστε, Κύριοι, μὴ παραξενεύεσθε, ἐὰν ἐγὼ ἠθέλησα ἀπ’ ἀρχῆς νὰ ζητήσω αὐτὰς τὰς δύω ἁπλᾶς διασαφήσεις ἀπὸ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, καὶ ζητήσω τὴν διασάφησιν, ἐὰν ἡ ἐκτέλεσις ἑνὸς καθήκοντος κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους ᾖναι μία παραβίασις, ἡ ὁποία δύναται νὰ ὑποβάλλῃ τὸ ὑποκείμενον εἰς στρατιωτικὰς, εἴτε ποινικὰς, εἴτε δικαστικὰς καταπιέσεις, καὶ ἀφ’ ἑτέρου ἐὰν δυνάμεθα ἡμεῖς ἡ Βουλὴ, διότι ὁ προαγορεύσας ὡς βουλευτὴς ὑπεστήριξεν αὐτὴν τὴν Συνταγματικὴν βλασφημίαν, δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει μήτε κἂν αὐτὸ τὸ μοναδικὸν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον τῇ ἐπετράπη, τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῆς πορείας τῶν κυβερνητικῶν ἀρχῶν; Αὐτὸ ἤθελον νὰ μάθω, Κύριοι.
§46ΒΡΑΪΛΑΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Λαμβάνω τὸν λόγον, Κύριοι, διότι ἔτυχον νὰ ἦμαι ἐν Κερκύρᾳ, ὅταν ἦλθεν ἐκεῖ ἡ εἴδησις τῶν ἐν Λευκάδι διατρεξάντων. Ὁ Νομάρχης Λευκάδος ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ στείλῃ καὶ πρὸς ἐμὲ ἡμιεπισήμως, ἐὰν θέλετε, διότι δὲν ἤμην ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς, μίαν ἔκθεσιν τῶν γεγονότων. Συνεπείᾳ αὐτῆς τῆς ἐκθέσεως ὁ ἔντιμος ἀρχηγὸς τῆς ἐν Ἑπτανήσῳ φρουρᾶς, ὁ Στρατηγὸς Πίσσας, ἔλαβεν ἐπίσης τὴν καλωσύνην νὰ μὲ συμβουλευθῇ καθὸ Ὑπουργὸν, καὶ συνεπείᾳ αὐτῆς τῆς συνεντεύξεως ἔδωκε τὰς διαταγὰς, αἱ ὁποῖαι διεβιβάσθησαν εἰς τὸν Λοχαγὸν καὶ προσωρινῶς Διοικητὴν τοῦ Τάγματος. Ὡς ἐκ τούτου εἶμαι ἐν καταστάσει νὰ γνωρίζω τὰ πράγματα καθὼς ἔλαβον ἀληθῶς χώραν, καὶ ἰδιαιτέρως τὴν φύσιν τῶν ἐρωτήσεων καὶ ἀπαντήσεων, ὅσαι ἀντηλλάγησαν μεταξὺ τοῦ Λοχαγοῦ, τοῦ διοικοῦντος τὸ Τάγμα, καὶ τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Ἐκτιμῶ παρὰ πολὺ τὸν ζῆλον καὶ τὸν πατριωτισμὸν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Κερκύρας Κυρίου Παδοβᾶ, διὰ νὰ ἐννοήσω, ὅτι πραγματικῶς καὶ δικαίως ἠρεθίσθη, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐρεθισθῇ μετὰ τὴν μὴ ἀκριβῆ ἐξιστόρησιν τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Κ. Μαυρομιχάλη. Ἐὰν τὰ πράγματα ἤθελον λάβει χώραν καθὼς ἐξετέθησαν ἀπὸ τὸν ἔντιμον Βουλευτὴν Κύριον Μαυρομιχάλην, ἐὰν ἡ ἀπάντησις αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν ἦτο ἁπλῶς «θέλομεν ἐκτελέσει τὸ καθῆκόν μας», Σᾶς ἐρωτῶ, Κύριοι, ὄχι εἷς Στρατηγὸς, ὄχι εἷς Ὑπουργὸς, ὄχι μία Κυβέρνησις, ἀλλὰ καὶ ὁ ἁπλούστατος τῶν ἀνθρώπων, ἐὰν ἤθελέ ποτε φαντασθῇ νὰ ὑποβάλῃ εἴτε εἰς ἀνάκρισιν, εἴτε εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν ἀξιωματικὸν ἢ ὑπαξιωματικὸν ἀπαντῶντα· «θέλω ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν μου». Ὥστε αὐτὸ τὸ γεγονὸς, δηλαδὴ αὐτὴ ἡ βάσις τῆς ἐπερωτήσεως, τῆς ἐξηγήσεως, τὴν ὁποίαν ἐζήτησεν ὁ Κύριος Παδοβᾶς, ἐκλείπει· τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει οὕτω. Κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου, τὴν ὁποίαν δὲν ἐτήρησα, διότι δὲν ἀνήκει εἰς τὸ Ὑπουργεῖόν μου, ἀλλὰ τὴν ὁποίαν εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἔλαβε ταυτοχρόνως καὶ ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου καὶ Πρωθυπουργὸς Κύριος Κουμουνδοῦρος, καὶ ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν Κύριος Καρνάλης, κατὰ τὴν ἔκθεσιν τοῦ Νομάρχου, ὁ Διοικητὴς τοῦ Τάγματος, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὸ ὄνομά του, εἷς Λοχαγὸς.
§47ΤΙΝΕΣ. Ἰωαννίδης.
§48ΒΡΑΪΛΑΣ. Ἰωαννίδης, συνομιλῶν μετὰ τοῦ Νομάρχου, ἤκουσε παρ’ αὐτοῦ, ὅτι διεδίδοντο φῆμαι προσεχοῦς δῆθεν διαταράξεως, ἀνατροπῆς τῶν καθεστώτων. Χωρὶς νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Νομάρχου, χωρὶς νὰ συμβουλευθῇ τὸν Νομάρχην περὶ τοῦ πρακτέου, συνέλαβεν ὄχι αὐτεπαγγέλτως, διότι, μοὶ φαίνεται, ἡ φράσις δὲν εἶναι ἀκριβὴς, ἀλλ’ οἴκοθεν συνέλαβε τὴν ἰδέαν νὰ ἐξιχνιάσῃ τὸ πνεῦμα τῶν ὑπ’ αὐτὸν ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν. Δὲν θέλω νὰ κατακρίνω τὴν ἰδέαν, τὴν προαίρεσιν, τὸν σκοπὸν τοῦ ἐντίμου τούτου ἀξιωματικοῦ, τὸν ὁποῖον ποσῶς δὲν γνωρίζω, ἀλλὰ τὸν ὑποθέτω ἐπίσης ἔντιμον, ὡς εἶναι οἱ ἄλλοι. Ἴσως παρεκινήθη εἰς τοῦτο ἀπὸ καλὸν σκοπὸν, ἴσως ἐνόμιζεν, ὅτι, οὕτω πράττων, ἠδύνατο καὶ ὤφειλε νὰ προλάβῃ ἄλλας μᾶλλον δυσαρέστους συνεπείας. Ἀλλ’ ὅπως δήποτε ἐνόμιζε, καὶ κατ’ ἐμὲ λίαν ἀπερισκέπτως, ἐνόμιζεν, ὅτι ἠδύνατο νὰ συγκαλέσῃ συμβούλιον ἀξιωματικῶν καὶ ὑπαξιωματικῶν καὶ νὰ θέσῃ ἐνώπιον αὐτῶν ὡς ζήτημα τὴν πίστιν, νὰ κάμῃ πρόβλημα τὴν πίστιν· ἀξιοτιμώρητος ὁ λοχαγὸς καὶ ἐτιμωρήθη.
§49ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Ὑπουργέ.
§50ΒΡΑΪΛΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, διότι ὀλίγα λόγια θὰ εἴπω, καὶ ἑπομένως παρακαλῶ νὰ μὲ ἀφήσετε. — Ἔθεσεν ὡς ζήτημα τὴν πίστιν. Εἰς αὐτὴν τὴν ἐρώτησιν διαφόρως πως ἀπήντησεν εἷς ἕκαστος τῶν ἐρωτωμένων· οἱ μὲν εἶπον, ἡμεῖς εἴμεθα ἐδῶ διὰ νὰ ὑπερασπισθῶμεν τὸ σύνταγμα, τοὺς νόμους, τὸ Ἔθνος, τὸν Βασιλέα· ἄλλοι τὴν αὐτὴν ἰδέαν ἐξέφρασαν, ἀλλὰ μὲ ἄλλας λέξεις. Εὑρέθησαν τέλος πάντων 4, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἀξιωματικοὶ καὶ ἀνθυπασπισταὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἐξεφράσθησαν μ’ ἐκείνην τὴν παῤῥησίαν, δὲν ἐξεφράσθησαν μὲ ἐκεῖνο τὸ πλῆρες αἴσθημα τῆς στρατιωτικῆς τιμῆς, μὲ τὸ ὁποῖον ἐξεφράσθησαν οἱ ἄλλοι. Δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀκριβῶς τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας εἶπον, διότι, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠδυνήθην ποτὲ νὰ φαντασθῶ, ὅτι ἓν τοιοῦτον συμβὰν ἔμελλε νὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς ἐπερώτησιν, ἀλλ’ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἐγὼ, τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ Στρατηγὸς, τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ὁ ἐν Κερκύρᾳ διατελῶν τότε Διοικητὴς τοῦ Τάγματος Κύριος Δημητρακαράκος καὶ ὅσοι ἄλλοι ἔτυχον νὰ ἴδωσιν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Ἡ ἐντύπωσις ἦτο, σᾶς τὸ λέγω μετὰ πάσης παῤῥησίας, (διότι, ἀφοῦ ἐγείρονται τοιαῦτα ζητήματα ἐντὸς τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ συζητῶνται μετὰ πάσης παῤῥησίας, μὲ τὴν ἀλήθειαν καὶ τὰ πράγματα), ἡ ἐντύπωσις, τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν, ἦτο, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπάντησις ἦτο στασιαστική. Τώρα ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα. Ἀφοῦ λοιπὸν εἴχομεν αὐτὰ τὰ γεγονότα ὑπ’ ὄψιν, εἴπομεν εἰς τὸν Στρατηγὸν τὴν γνώμην μας τὴν ἰδιαιτέραν, τὴν ἀτομικήν.
§51ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν ἦτο δυνατὸν, νὰ μᾶς τὴν εἰπῆτε.
§52ΒΡΑΪΛΑΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε, Κύριε Σακελλαριάδη· δὲν ἠμπορῶ νὰ κάμω διαλόγους ἀπὸ τοῦ βήματος, ἔχω δικαίωμα νὰ ζητήσω νὰ μὴ μὲ διακόπτῃ οὐδείς.
§53ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ Πρόεδρος τὸ ἔχει.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὰς διακοπάς.
§55ΒΡΑΪΛΑΣ. Εἴπομεν λοιπὸν εἰς τὸν Στρατηγὸν, ὁ Διοικητὴς τοῦ τάγματος, ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀξιωματικοὶ, οἱ ὁποῖοι παρευρέθησαν ἐκεῖ, ὅτι τὸ πρῶτον μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ λάβῃ.
§56Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε, μίαν ἐρώτησιν θὰ κάμω.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μὴ διακόπτετε τὸν ἀγορεύοντα.
§58ΒΡΑΪΛΑΣ. Πόσον ὀλίγην ὑπομονὴν ἔχετε! Δὲν δέχομαι διακοπάς.
§59ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποτείνομαι εἰς τὸν Πρόεδρον.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς ἀπαγορεύει τὰς διακοπάς· πρέπει νὰ ὑπακούετε εἰς τὸν κανονισμόν.
§61ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ζητῶ λοιπὸν τὸν λόγον.
§62ΒΡΑΪΛΑΣ. Μάλιστα, αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις. Ὅταν ἐγὼ τὸ δέχωμαι, εἰμπορεῖτε νὰ μὲ διακόπτετε· ὅταν ἐγὼ δὲν δέχωμαι δὲν εἰμπορεῖτε, νὰ τὸ ἠξεύρητε. Ἡ συμβουλή, τὴν ὁποίαν ἐδώκαμεν, ἦτο νὰ διατάξῃ ἀμέσως τὸν Κ. Δημητρακαράκον νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ Τάγμα καὶ ἀκολούθως νὰ στείλῃ ἓν ἀτμόπλοιον, τὸ ὁποῖον ἐστάθμευεν ἐν Κερκύρᾳ, εἰς Λευκάδα, διὰ νὰ φέρῃ αὐτοὺς τοὺς ἀξιωματικοὺς καὶ νὰ ζητήσῃ παρὰ τοῦ πραγματικοῦ διοικητοῦ τοῦ Τάγματος, καὶ παρὰ τοῦ προσωρινοῦ διοικητοῦ, μίαν διεξοδικὴν καὶ λεπτομερῆ ἔκθεσιν. Νομίζω, ὅτι αὐτὴ ἡ πορεία ἦτο ὄχι μόνον νόμιμος, ὄχι μόνον φρόνιμος, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαία, ἀπαραίτητος· τοῦτο ἔγεινεν. Ἔγεινεν ἐξέτασις, ἀνάκρισις· ἐνόμιζεν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀπάντησις, αὐτὴ ἡ πρᾶξις, ἕνεκα τῶν ἰδιαιτέρων περιστατικῶν, δὲν ἔπρεπε νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς κακούργημα, δὲν ἔπρεπε νὰ παραπεμφθῇ εἰς μίαν στρατιωτικὴν δίκην, ὅτι ἠδύνατο νὰ χαρακτηρισθῇ ὡς ἀπείθεια, καὶ ὡς παράβασις τῶν πειθαρχικῶν κανόνων καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἐὰν ὀρθῶς ἢ μὴ ἐξετίμησε τὸ Ὑπουργεῖον, τοῦτο δὲν ἀπόκειται εἰς ἐμὲ οὔτε νὰ τὸ ἐξετάσω, οὔτε νὰ τὸ ἀναπτύξω· ἀπόκειται εἰς τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν, καὶ ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς ἔχει κατὰ τοῦτο πλήρη τὴν ἐμπιστοσύνην. Ἐγὼ εἶμαι βέβαιος, ὅτι τὸ ἐξετίμησε καθὼς ἔπρεπε νὰ τὸ ἐκτιμήσῃ, καθὼς τὸ ἀπῄτει ἡ φρόνησις, καθόσον ὄχι πάντοτε ἡ ἄκρα νομιμότης εἶναι καὶ ἄκρα δικαιοσύνη· ἐτιμωρήθησαν λοιπόν. Ἐτιμωρήθησαν πειθαρχικῶς, λέγει ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κύριος Μαυρομιχάλης, προσεβλήθησαν αὐτοὶ οἱ ἀξιωματικοὶ διὰ τὴν ἀτομικότητά των· ἀλλὰ παράδοξον ἐπιχείρημα! Πῶς προσεβλήθησαν; διότι ἐτιμωρήθησαν κατὰ τὸν ἠπιώτερον τρόπον; Διότι ἡ πρᾶξις αὕτη ἐχαρακτηρίσθη κατὰ τὸν κατώτατον αὐτῆς βαθμόν, δηλαδὴ ὡς ἔγκλημα πειθαρχικὸν, δὲν ἠξεύρω ἐὰν ἡ φράσις ἦναι ὀρθὴ, ὡς ἀδίκημα πειθαρχικὸν, διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις, ὁ Ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἔδειξε μεροληψίαν κατ’ αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν; Νομίζω, ὅτι ἴσα, ἴσα τὸ ἐναντίον εἶναι τὸ ἔλλογον ἐξαγόμενον, τὸ ἔλλογον πόρισμα τῆς διαγωγῆς καὶ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ἐντίμου Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Καὶ τί ἠθέλατε εἰπῆ δι’ αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, ἠμποροῦσε νὰ χαρακτηρισθῇ ἴσως καὶ οὕτω καὶ ἄλλως; γνωρίζετε, ὅτι ὁσάκις πρόκειται περὶ χαρακτηρισμοῦ πράξεώς τινος, δὲν συμφωνοῦν πάντοτε καὶ κατὰ πάντα αἱ γνῶμαι ὄχι τῶν ἀνθρώπων, ἀλλὰ τῶν σοφωτέρων αὐτῶν νομομαθῶν· εἶναι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἔχουν δύω, τρεῖς χαρακτῆρας· ἠμποροῦν νὰ θεωρηθοῦν καὶ ὡς κακουργήματα καὶ ὡς ἁπλᾶ ἀδικήματα. Δὲν λέγω, ὅτι ταῦτα συμβαίνουσι καθ’ ἡμέραν, ἀλλὰ συμβαίνουσι πολλάκις, πράξεις ναὶ μὲν ἀξιόποινοι, ναὶ μὲν ἐναντίαι πρὸς τὸν νόμον, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἐπιδεκτικαὶ διαφόρων χαρακτηρισμῶν, καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν φρόνησιν, εἰς τὴν πεῖραν καὶ τὴν νομικὴν γνῶσιν εἴτε τοῦ δικαστηρίου, εἴτε τοῦ ἀτόμου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ἐκτιμήσῃ τὰς πράξεις, νὰ δώσῃ τὸν χαρακτῆρα, ὃν θεωρεῖ καταλληλότερον. Τώρα παρουσιάζεται τὸ ζήτημα ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπειδὴ παρουσιάζεται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἐπειδὴ ἀναφέρεται ἴσως τὸ ζήτημα εἰς τὰς σχέσεις, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὑπάρχουν κατὰ τοῦτο μεταξὺ Βουλῆς καὶ Κυβερνήσεως, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος καὶ ὑπὸ τὴν ἰδιαιτέραν ταύτην ἔποψιν. Λέγει ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κερκύρας· δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ ἐπερωτήσεις; δύναται ἀτιμωρητὶ ἡ Κυβέρνησις νὰ παραβαίνῃ καθεκάστην τοὺς νόμους, καὶ δὲν ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξανίσταταί τις καὶ νὰ διαμαρτύρεται, νὰ ζητῇ πληροφορίας περὶ τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως; Δίκαιον τοῦτο ἐν ἀρχῇ, κανείς δὲν δύναται νὰ τὸ ἀμφισβητήσῃ, πολὺ ὀλιγώτερον δὲν δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Βουλὴ νὰ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως. Καὶ γνωρίζετε, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο μέχρι τοῦδε ἐξήσκησε μετὰ πάσης ἐλευθερίας, καὶ ἡμεῖς τὸ ἐδέχθημεν μετὰ πάσης ὑπομονῆς, ἂν θέλετε, μετὰ παντὸς σεβασμοῦ καὶ μετὰ πάσης νομιμότητος. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, ν’ ἀποφύγωμεν τὴν ἐξέλεγξιν τῆς Βουλῆς· τὴν θέλομεν, τὴν ἐπιθυμοῦμεν, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτι εἰς σοβαρωτάτην περίπτωσιν τὴν ἐπεκαλέσθημεν καὶ ἡμεῖς αὐτοί. Ἀλλά, Κύριοι, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐπερωτήσεως καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐξελέγξεως ἔχει ὅρια. Ἔχει ὅρια φυσικά, ἀμετάτρεπτα· ἔχει ὅρια ἐκπηγάζοντα ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν προνομίων ἑκάστου βουλευτικοῦ Σώματος, καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς φύσεως τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν ἐξουσιῶν ἑκάστης Συνταγματικῆς Κυβερνήσεως. Ἂν αὐτὸ τὸ δικαίωμα ἤθελεν εἶσθαι ἀπεριόριστον, ἂν διὰ μίαν οἱανδήποτε πρᾶξιν τῆς Κυβερνήσεως, διὰ μίαν πειθαρχικὴν τιμωρίαν, διὰ τὴν παῦσιν ἑνὸς δημάρχου, ἢ δι’ ἄλλα τοιαύτης φύσεως ἀντικείμενα ἐπετρέπετο εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προσκαλῇ ἑκάστοτε τὴν Κυβέρνησιν νὰ δώσῃ λόγον τῶν πράξεών της κατὰ τὰς λεπτομερείας καὶ οὐχὶ κατὰ τὴν διοίκησιν, κατὰ τὴν γενικὴν αὑτῆς ἐνέργειαν, τότε ἠξεύρετε τί ἤθελε συμβῆ; ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ ἦτο πλέον ἐντὸς τοῦ Ὑπουργείου, ἀλλ’ ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ τότε, μὰ τὴν ἀλήθειαν, δὲν ἠξεύρω εἰς τί ἤθελε χρησιμεύσει αὐτὸ τὸ Ὑπουργεῖον, αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλ’ ἠξεύρετε ποία ἡ συνέπεια τῆς συγχύσεως ταύτης; ποῦ καταντᾷ μία Βουλὴ (καὶ εἶμαι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τοῦ ν’ ἀποδώσω εἰς ὑμᾶς τὴν ἰδέαν ταύτην), ὅταν ἢ δικαίως ἢ ἀδίκως, εἴτε μὲ καλόν, εἴτε μὲ κακὸν σκοπὸν σφετερίζεται τρόπον τινὰ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἄλλων ἀρχῶν; Καταντᾷ εἰς τὸ σχῆμα τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ὀνομάζεται δεσποτισμός, καθὼς ἐπίσης μία Κυβέρνησις, ἥτις δὲν ἀνέχεται ἐπικρίσεις καὶ ἐξελέγξεις, καταντᾷ εἰς τὸ αὐτὸ εἶδος τῆς Κυβερνήσεως. Ὥστε, Κύριοι, πρέπει νὰ ἐννοώμεθα καὶ πρέπει νὰ θέτωμεν καὶ ἡμεῖς ὅρια εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν σχετικῶν ἡμῶν δικαιωμάτων. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως εἶναι ἱερὸν, ἐπίσης ἱερὸν εἶναι καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἐξελέγξεως. Δὲν διϊσχυρίζομαι νὰ παύσῃ ἡ ἐξάσκησις τῶν δικαιωμάτων τούτων ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ, πρὸς θεοῦ, σκεφθῆτε περὶ τῶν συνεπειῶν τῆς τυχὸν (δὲν λέγω, ὅτι γίνεται, ἀλλὰ δυνατὸν νὰ γείνῃ) καταχρήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου. Σκεφθῆτε τὰς μεγάλας ἀνάγκας, ἐν μέσῳ τῶν ὁποίων εὑρίσκεται ἡ πατρὶς ἡμῶν, τὰ μέτρα τὰ ἡρωϊκὰ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ κράτους, καὶ ἂν νομίζετε, ὅτι δύνασθε νὰ ἀπασχολῆσθε ὁλόκληρον ἡμέραν εἰς ἐπερωτήσεις τοιούτου εἴδους, δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ εἴπωμεν, εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ κάμετε ὅ,τι θέλετε, καὶ ἐγὼ, ἂν δὲν θέλετε καθ’ ὑπουργός, ὡς πολίτης σᾶς ἐξορκίζω κατὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τούτου νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τὰς περιστάσεις ταύτας, ἀλλὰ πολὺ περισσότερον προκειμένου περὶ στρατοῦ, περὶ στρατιωτικῆς πειθαρχίας, περὶ δημοσίας τάξεως ἐν γένει, διότι ὑμεῖς, Κύριοι, ἐνεργεῖτε ἐν πλήρει ἀγαθοπιστίᾳ, δὲν τὸ ἀμφιβάλλω,—ὑμεῖς νομίζετε, ὅτι σώζετε τὴν κοινωνίαν, ἐγειρόμενοι καθ’ ἑκάστην κατὰ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πράξεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς· ὑπάρχει ὅμως μερίς τις ἀνθρώπων, ἥτις δὲν ἀποδίδει εἰς τὴν τοιαύτην διαγωγὴν τῆς Βουλῆς ἐκείνην τὴν ἠθικὴν καὶ πατριωτικὴν ἔννοιαν, ἣν ἔχετε εἰς τὴν ψυχὴν καὶ εἰς τὸ πνεῦμα. Ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται ἐκ τῶν διηνεκῶν τούτων συγκρούσεων καὶ ἐπερωτήσεων καὶ ἐξελέγξεων καὶ τῶν γενικῶν τούτων κατηγοριῶν καθ’ οἱασδήποτε πράξεως τῆς Κυβερνήσεως, τεινούσης εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῆς δημοσίας τάξεως, οἱ ἄνθρωποι δ’ οὗτοι ἐκ τούτου δύνανται ν’ ἀπολαύσωσιν ἀθεμίτου ὠφελείας. Αὐτὰ τὰ ὀλίγα εἶχον νὰ σᾶς εἴπω ὡς πρὸς τὰ πράγματα καὶ ὡς πρὸς τὸ ζήτημα. Δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἂν δὲν ἤμην ἐν καταστάσει ὡς μάρτυς νὰ σᾶς φωτίσω ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§63ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς ἠθέλησε τρόπον τινὰ νὰ ἐξελέγξῃ τὴν Βουλὴν, λόγῳ ὅτι δὲν ἅπτεται συνταγματικῶς τῶν ἔργων αὐτῆς, «ἀλλ’ ἡ κακὴ βουλὴ τῷ βουλεύσαντι κακίστη.» Ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι τὴν κακὴν συνεννόησιν τοῦ ἐν Λευκάδι τάγματος, καθὼς τὴν ταραχὴν ὅλων ἐν γένει τῶν ταγμάτων καὶ τῶν στρατώνων, τὴν ἐπροκάλεσεν αὐτὸς οὗτος ὁ ἔντιμος ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς διὰ τῆς ἐντίμου ἐφημερίδος του ἡ Ἑλλὰς, καὶ κυρίως διὰ τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐπεγράφετο οἱ κίνδυνοι κατὰ τῆς πατρίδος! Καὶ ποῖα τὰ στοιχειώδη κεφάλαια τῆς ἐφημερίδος αὐτῆς, ὅτι τεκταίνεται ἐπανάστασις; Μία μερὶς ζητεῖ τὴν δημοκρατίαν, ἑτέρα τὴν παλινόρθωσιν, ἄλλη τὴν ἐξαρπαγὴν τοῦ ὑπουργείου διὰ τῆς βίας· αὐτὰ ἦσαν τὰ στοιχεῖα τῆς ἐν λόγῳ ἐφημερίδος, τὴν ὁποίαν λυποῦμαι, διότι δὲν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ἵνα σᾶς ἀναγνώσω, τὸ δὲ ὑπουργεῖον ἵνα καλύψῃ τὰς ἐνεργείας του κατήγγειλεν αὐτὴν καὶ τὴν εἰσήγαγεν εἰς δίκην, ὄχι διὰ νὰ τὴν καταδικάσῃ, ἀλλὰ διὰ νὰ τὴν ἐπισκιάσῃ.
§64ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Οἱ εἰσαγγελεῖς εἶναι ἀνεξάρτητοι.
§65ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Γνωρίζετε τὰ περὶ δικαστηρίων καὶ τὰ περὶ εἰσαγγελέων, Κ. Λυκοῦργε, διότι ὑπήρξατε ὁ διδάσκαλος αὐτῶν. Ἀλλ’ ἂς ἐξηγηθῶ εὐκρινέστερον· ὁ Κ. Βράϊλας διεσάλπισε διὰ τοῦ τύπου, ὅτι τὸ Κράτος ὑποσείεται πανταχόθεν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου αὐτὸς καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἐζήτησε δι’ ἐγκυκλίων πρὸς τοὺς νομάρχας, καὶ πρὸς τὰ ἄλλα αὑτοῦ ὄργανα, νὰ μάθῃ τρόπον τινὰ τὴν διοικητικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους· ἐζήτησε νὰ μάθῃ παρ’ αὐτῶν ποῖα τὰ δυσχεραίνοντα αἴτια καὶ τοιουτοτρόπως εἰσέρχεται εἰς τοὺς στρατῶνας, εἰσέρχεται εἰς τὰ δικαστήρια καὶ εἰς τὰς Νομαρχίας καὶ ἐντεῦθεν ταράττει τὴν πειθαρχίαν καὶ τὴν τάξιν. Οὕτω καὶ ὁ διοικητὴς τοῦ ἐν Λευκάδι τάγματος προσκληθεὶς εἴτε δι’ ἐπισήμου, εἴτε δι’ ἡμιεπισήμου τινὸς διαταγῆς, καλεῖ τοὺς ἐντίμους ἀξιωματικοὺς καὶ τοὺς ζητεῖ συνάλλαγμα πίστεως. Καὶ διατί, Κύριε ὑπουργὲ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν, διατί νὰ θέτουν τὰ ὄργανά σου εἰς ἀμφιβολίαν τὴν πίστιν τῶν ἀξιωματικῶν; Ὁ ἀξιωματικὸς ἅπαξ ὡρκίσθη εἰς τὴν πατρίδα καὶ ὀφείλει ἵνα τηρήσῃ τὴν πίστιν αὐτήν. Γνωρίζετε πολὺ καλὰ, ὅτι οὔτε λογοκρισία, οὔτε ἐξομολόγησις ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ἀξιωματικούς. Οὐδέποτε οὐδαμοῦ ἠκούσθη, ὅτι Κυβέρνησις ἢ ἀρχηγός τις πολιτικὸς ἢ στρατιωτικὸς ἐζήτησεν ἐξομολόγησιν περὶ τῆς πίστεως τῶν ὑπ’ αὐτὸν, ἐκτὸς ἐὰν ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν ὑπάρχῃ ἐξαίρεσίς τις ἢ ἂν ἐπικρέμαται ἐπ’ αὐτῶν τὸ φάσγανον τοῦ Ἰησουϊτισμοῦ. Πολλοὶ, Κύριοι, ἐξανέστησαν, ἔκ τινος χρόνου κατὰ τοῦ στρατοῦ, διότι ὁ στρατὸς αὐτὸς ὑπῆρξε τὸ κάρφος τῶν ὀφθαλμῶν τινων, ἀλλὰ καὶ πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν. Ἐνόσῳ ὑπάρχει Ἑλλὰς, θὰ ὑπάρχῃ καὶ στρατὸς, καὶ ἐνόσῳ στρατὸς καὶ Ἑλλάς. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔπρεπε νὰ γνωρίζῃ, ὅτι ὁ στρατὸς ἅπαξ ὡρκίσθη καὶ πᾶς τις πρὶν ἢ γείνῃ στρατιώτης ὑπῆρξε πολίτης, καὶ θὰ ἀποθάνῃ πολίτης. Ἔπρεπε νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τῶν προγόνων αὑτοῦ καὶ τὸν ὅρκον ὃν ἔδιδον ἐκεῖνοι. Ἰδοὺ πόσον μέγας, πόσον φοβερὸς ἦν. «Καὶ εὐηκοήσω τῶν αἰεὶ κρινόντων ἐμφρόνως, Καὶ τοῖς θεσμοῖς τοῖς ἱδρυμένοις πείσομαι, Καὶ οὕς τινας ἂν ἄλλους, τὸ πλῆθος ἱδρύσηται ὁμοφρόνως· ἐάν τις δ’ ἀναιρῇ τοὺς θεσμοὺς ἢ μὴ πείθηται, οὐκ ἐπιτρέψω· ἀμυνῶ δὲ καὶ μόνος καὶ μετὰ πολλῶν, καὶ ἱερὰ τὰ πάτρια τιμήσω.» Οὗτός ἐστιν ὁ ὅρκος τῶν προπατόρων καὶ εἶναι ἐγγεγραμμένος εἰς τὰς ψυχὰς ὅλων ἡμῶν· εἶναι, Κύριοι, συνεσαρκωμένος μὲ τὴν φύσιν. Τοῦτον λοιπὸν ἐνεθυμήθησαν καὶ οἱ ἔντιμοι ἐκεῖνοι ἀξιωματικοὶ καὶ μὲ αὐτὸν ἀπήντησαν ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῆς ἱερᾶς ἐξετάσεως, ὃ συνεκρότησε διὰ νὰ δικάσῃ τὴν τιμὴν αὐτῶν ὁ ἔντιμος λοχαγὸς Ἰωαννίδης. Ποῖος ὁ λόγος; πῶς ἐζήτησε νὰ τοὺς σαγηνεύσῃ; Τοῖς εἶπεν, ὅτι ἐν Ἀθήναις ἐγένετο ἐπανάστασις, εἰς τὰς ἐπαρχίας ἐπίσης· ἠγέρθησαν πάντες κατὰ τοῦ Συντάγματος καὶ θέλουν νὰ καθιδρύσωσι πολιτείαν μοναρχικήν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τί ἠθέλετε σεῖς ἀπαντήσει ἐπὶ τοῦ προκειμένου; βεβαίως, ὅπως ἀπήντησαν καὶ οἱ ἐν λόγῳ ἀξιωματικοί. Ποῦ λοιπὸν τὸ ἀντιπειθαρχικὸν παράπτωμα; Εἰς τὸ Σύνταγμα ἴσως μὲ ἀπαντήσῃ ὁ ἔντιμος ὑπουργός. Διότι, τί εἶπον οἱ ἀξιωματικοί; θέλομεν ὑποστηρίξει τὸ Σύνταγμα· Καὶ τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ὁ Θρόνος, ἡ Βασιλεία, τὸ πᾶν; βεβαίως! Ἆρα κακῶς ἐξετίμησαν τὴν ἀπάντησιν ταύτην οἱ ἔντιμοι ὑπουργοὶ, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι δὲν ἐπολιτεύθησαν ἐπὶ τοῦ προκειμένου εἰλικρινῶς. Ναὶ, Κύριοι, αὐτὰ ἐγράφησαν εἰς τὸν τύπον, αὐτὰ διὰ διαφόρων πρὸς διαφόρους ἐπιστολῶν. Καὶ ἂν ὁ Κύριος ὑπουργὸς θέλῃ νὰ μᾶς χαρακτηρίσῃ τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν ὡς πειθαρχικὸν παράπτωμα, διότι δὲν εἶπον οἱ ἔντιμοι ἐκεῖνοι ἀξιωματικοὶ, οἵτινες εἶναι ἄξιοι στεφάνων, ὅτι κηρύττονται καὶ οὗτοι κατὰ τοῦ Συντάγματος, τοῦτο μᾶλλον καταδικάζει τὸ ὑπουργεῖον ἀντὶ τοῦ νὰ καταδικάσῃ τοὺς ἀξιωματικούς· τί δὲ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐξάγεται; ὅτι οἱ ἔντιμοι ὑπουργοὶ δὲν εἶχον λόγους νὰ καταδικάσουν αὐτοὺς, καὶ διὰ τοῦτο τοῖς ἐπέβαλον τὴν πειθαρχικὴν ἐκείνην ποινήν. Τοῦτο, κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν εἶναι τιμωρία, ἀλλ’ εἶναι ἐκδίκησις, καὶ ἐπειδὴ εἶναι ἐκδίκησις, τὴν ἀποκρούει ἡ ἠθικὴ, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ δυνάμει τῆς ἠθικῆς ἀξιοῖ λόγον παρὰ τῶν ὑπουργῶν, καθόσον μάλιστα πρόκειται περὶ τοιούτων σπουδαίων, σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων. Ἐφ’ ᾧ καὶ ἀπευθύνω τὴν ἐπερώτησιν εἰς τὸν Κ. Βράϊλαν νὰ μοὶ εἴπῃ, πόθεν οἱ προφανεῖς κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἐξιστόρησεν εἰς τὴν ἐφημερίδα του, οἵτινες ἐπαπειλοῦσι καὶ τὴν Ἑλλάδα καὶ τὰ καθεστῶτα. Πολλὰ μᾶς εἶπε περὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν ὁ Κ. Βράϊλας, ἀλλ’ ἀπέφυγε νὰ μᾶς εἴπῃ καὶ τί οὗτοι ἀπήντησαν· ἢ τοῦτο διέφυγε τὴν ἀγχίνοιαν τοῦ σοφοῦ Βράϊλα, ἢ ἠθέλησε νὰ ἀποκρύψῃ τὰς ἀπαντήσεις αὐτῶν, διότι δὲν τῷ ἐσύμφερε. Κύριοι βουλευταὶ, σᾶς βλέπω δυσανασχετοῦντας καὶ ἐπαμφοτερίζοντας, μάθετε ὅμως, ὅτι, κἂν ἀποφανθῶμεν ἡμεῖς ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου, κἂν μὴ, τὸ κοινὸν ἐσχημάτισεν ἤδη πεποίθησιν περὶ τοῦ ἀδικήματος· ἀλλὰ πρέπει συγχρόνως καὶ ἡμεῖς νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι εἴμεθα πολῖται, καὶ ὅτι εἰς αὐτὰς τὰς αὐθαιρεσίας εἴμεθα ἐπίσης ὑποκείμενοι, καὶ μὴ καθιερώσωμεν, πρὸς Θεοῦ, τοιαύτην ἀρχὴν, μή ποτε κατακρίνωμεν τοὺς φέροντας τοιαῦτα ζητήματα, διότι ἐκ τούτων σώζεται ἡ πατρὶς, ὁ στρατὸς, καὶ λάμπει ἡ δικαιοσύνη. Ὁ Κύριος Βράϊλας πρέπει νὰ μᾶς ἐξηγηθῇ εἰλικρινῶς καὶ ὡς ὑπουργὸς καὶ ὡς φιλόσοφος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, τί πρεσβεύει περὶ τῶν μελετωμένων κινδύνων, τίνες ἐνεργοῦν τὴν παλινόρθωσιν, διότι διὰ νὰ λέγωνται τοιαῦτα ἀπὸ ἓν ὑπουργικὸν ὄργανον, συκοφαντεῖται μία τάξις πολιτῶν, κατὰ τῆς ὁποίας συκοφαντίας διαμαρτύρομαι. Διότι, ἂν καὶ ᾖμαι ἐναντίος τῶν ἀρχῶν ἐκείνων, καὶ θέλω τὰς πολεμήσει, ὅπως καὶ ἄλλοτε τὰς κατεπολέμησα μὲ πᾶσαν θυσίαν, οὐχ ἧττον χρεωστῶ διὰ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τίποτε τῶν τοιούτων δὲν ὑπάρχει, ὅτι τὰ πάντα εἰσὶ συκοφαντία, δολιότης καὶ ἐπιβουλὴ, διότι, ἄν τι τῶν τοιούτων ὑπάρχῃ, πρῶτος ἐγὼ τῶν ἄλλων θέλω διακινδινεύσει, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἔπρεπε νὰ φροντίσω, ἵνα λάβω μέτρα. Ἀλλὰ τὸ περὶ παλινορθώσεως εἶναι συκοφαντία προφανής. Ἔρχομαι εἰς τὸ περὶ δημοκρατίας, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησαν. Κύριοι, ἤμην καὶ εἶμαι καὶ ἔσομαι ἐναντίον τῆς τοιαύτης ἀρχῆς, καὶ φρονῶ, ὅτι ἐντὸς τοῦ Ἑλληνικοῦ κράτους δὲν ὑπάρχουν οὔτε τρεῖς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι νὰ συμμερίζωνται τὸ ὀλέθριον τοῦτο σύστημα. Ἔρχομαι εἰς τὸ τρίτον· λέγει ἡ ἐφημερὶς τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, ὅτι μία τάξις ἀνθρώπων ζητεῖ νὰ πάρῃ τὴν ἐξουσίαν. Καὶ τοῦτο συκοφαντία, διότι, ἂν τοιοῦτόν τι μεθοδεύεται ἡ ἀντιπολίτευσις, τῆς ὁποίας εἶμαι φίλος εἰς τὰ καλὰ καὶ πολέμιος εἰς τὰ κακὰ, δύναται ἐν ῥοπῇ ὀφθαλμοῦ ν’ ἁρπάσῃ τὴν ἐξουσίαν (γέλως). Ἡ ἀντιπολίτευσις ζητεῖ νὰ ἔλθῃ διὰ τῆς νομίμου ὁδοῦ, ἑπομένως καὶ τοῦτο εἶναι συκοφαντία.
§66Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ἂν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἦτο ὀλίγον ἀνεκτικὸς ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν μικρὰν ἐρώτησίν μου, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν ἤθελον ἀναβῆ τὸ βῆμα. Ἐπειδὴ ὅμως ἀναβαίνω τὸ βῆμα, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τῆς Βουλῆς, περὶ ὧν οὗτος ἐπραγματεύθη. Ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν μᾶς ἔδωκε διδασκαλίας τινὰς, μᾶς ἀπηύθυνε λέξεις τινὰς, μᾶς διέγραψεν ὅριά τινα, τὰ ὁποῖα φρονεῖ, ὅτι πρέπει ν’ ἀκολουθῶμεν εἰς τὴν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων μας. Κύριοι, κατὰ τὴν ἐμὴν ἰδέαν καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὃ καθιερώσατε, ἡ Βουλὴ νομοθετεῖ, συγκυβερνᾷ, συνδιοικεῖ ἐν μέρει. Νομοθετεῖ συντρέχουσα εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων, συγκυβερνᾷ διαγράφουσα τὴν πολιτικὴν, τὴν ὁποίαν πρέπει ν’ ἀκολουθῇ μία κυβέρνησις εἰς τὰ μεγάλα συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας· συνδιοικεῖ, διότι ἐξελέγχει τὰς πράξεις τῆς κυβερνήσεως μέχρι καὶ τῶν λεπτοτάτων αὐτῆς μερῶν. Ἂν θελήσητε νὰ θέσητε ἕνα κανόνα μέχρι τίνος τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς φθάνει ὡς πρὸς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως, βεβαιωθῆτε, ὅτι δὲν δύνασθε νὰ τὸν εὕρητε, διότι τὸ στάδιον εἶναι εὐρύτατον, καὶ δὲν δύναται νὰ θέσῃ ὅριον, εἰμὴ μόνον ἡ λογική· ἐν γένει τὰ δικαιώματά σας φθάνουσι μέχρι τοῦ σημείου, καθ’ ὃ ἄρχεται ἡ ἐκτέλεσις. Διϊσχυρίσθη ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, λέγων, πῶς θέλομεν βαδίσει ἐμπρὸς, πῶς θέλομεν τηρήσει τὰ δικαιώματα μιᾶς ἑκάστης τῶν ἐξουσιῶν, ὅταν μεταφέρητε τὴν διοίκησιν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ; Καὶ, Κύριε ὑπουργὲ τῶν ἐξωτερικῶν, ἐξετάζοντες, ἐὰν ὁ νόμος τηρῆται, μεταφέρομεν τὴν διοίκησιν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ, ἐξετάζοντες, ἐὰν εἷς πολίτης ἐβλάβη, ἐὰν ὁ νόμος ἠδικήθη, μεταφέρομεν τὴν Κυβέρνησιν ἐν τῷ βουλευτηρίῳ τούτῳ; Τί ἄλλο, σᾶς ἐρωτῶ, μᾶς μένει; Δὲν φρονεῖτε, ὅτι μᾶς μένει μόνον τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἄλλοτε εἶχον τὰ συμβούλια τῆς Γαλλίας, τὸ νὰ καταχωρῶσι δηλονότι ἁπλῶς τοὺς νόμους, τὰ édicta, τὰ ὁποῖα ἐξέδιδον οἱ βασιλεῖς; Ἐπηρωτήσαμεν χθὲς τὸ ὑπουργεῖον, διατί ἐπαύθη εἷς δήμαρχος καὶ διωρίσθη εἷς ἕτερος.—Ἔ! Κύριοι, παραβλαπτομένου τοῦ νόμου τοῦ δημοτικοῦ, κατὰ τὰς κρίσεις μας, παραβιαζομένων τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, πιστεύετε, ὅτι ἐρωτῶντες ἐσφετερίσθημεν κυβερνητικὰ καθήκοντα; ἐρωτῶμεν διατὶ ἀδικεῖται ὁ νόμος καὶ οὐδὲν πλέον. Εὐαρεστούμεθα ἑκάστοτε νὰ ἐπικαλώμεθα τὴν συνταγματικὴν Ἀγγλίαν· καὶ δικαίως, Κύριοι, διότι πραγματικῶς εἶναι τὸ μόνον κράτος, ὅπου τὸ σύνταγμα ὑπάρχει πρὸ 800 ἐτῶν, εἶναι ἡ μόνη ἐπικράτεια, τὸ μόνον παράδειγμα παλαιῶν καὶ νέων πολιτειῶν, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀποδεικνύει ἀρχαιότατον νόμον τηρούμενον ἐν μέσῳ μυρίων περιπετειῶν. Παρεβιάσθη ἐκεῖ ὁ νόμος ἐν τῷ στρατῷ, διότι κατηγορήθη ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐπὶ καταχρήσει κατὰ τὸν μεγάλον ἀγῶνα τῆς Κριμαίας· τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας ἐζήτησε πληροφορίας περὶ τῶν καταχρήσεων τῶν γενομένων ἐν τῷ στρατῷ, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἔπεμψε καὶ ἀνακριτὰς ἐπὶ τοῦ τόπου διὰ νὰ ἐξετάσωσιν, ἐὰν ἦσαν ἀληθεῖς αἱ καταχρήσεις. Δὲν ἐφοβήθη λοιπὸν οὔτε μὴ ἡ πειθαρχία ταραχθῇ, οὔτε μὴ ἐκτεθῇ ἡ ὑπόληψις τοῦ στρατοῦ. Ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν της. Ὅταν, Κύριοι, συμβαδίζῃ ἡ δικαιοσύνη μετὰ τῆς ἐνεργείας τῆς διοικήσεως, τότε τίποτε δὲν συνταράστεται· καὶ τὸ κοινοβούλιον δύναται νὰ βαδίζῃ ἐνεργοῦν τὸ καθῆκόν του, καὶ ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ δύναται νὰ ὑπάρχῃ. Ἀλλά, Κύριοι, ἀφίνων τὸ πεδίον τοῦτο, μεταβαίνω εἰς ἓν ἕτερον. Καταλαμβάνω τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει εἷς ὑπουργός, νὰ ἀντιπροσωπεύῃ δύω ὑπουργεῖα εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ, πῶς ὁ ὑπουργὸς οὗτος δύναται νὰ φέρῃ τὰς ἰδιωτικάς του ἐντυπώσεις ἐπὶ δημοσίων πραγμάτων. Καὶ ἰδιώτης ἦτο ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἐν Κερκύρᾳ, ἐν ἀδείᾳ ἀπουσίας διατελῶν, καὶ διὰ τοῦτο κατακρίνω ἐνώπιόν σας τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατιωτικοῦ σώματος, ὅστις ἔφερε τὰ ἔγγραφα εἰς τὸν μὴ ὑπουργὸν τοῦτον τῶν ἐξωτερικῶν. Ὑπενθυμίζω ἓν παράδειγμα εἰς τὸν ἐντιμότατον πρωθυπουργὸν σήμερον, ἄλλοτε συνάδελφόν μου ἐν τῷ ὑπουργείῳ. Τὸν ἀνεπλήρωσα προσωρινῶς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν· μὲ διεβίβασεν ἓν ἔγγραφον νὰ τὸ ἐκτελέσω, καὶ ἐγὼ τὸ ἀπέστειλα εἰς τὸν οἰκονομικὸν ἔφορον τῆς ἁρμοδίας ἐπαρχίας, ἵνα μοὶ δώσῃ πληροφορίας. Κατακρίνω, λέγω, τὸν ἀρχηγὸν τοῦ στρατοῦ, ὅστις ἔφερεν ἐνώπιον τοῦ ἐν ἀδείᾳ διατελοῦντος ἐν Κερκύρᾳ ὑπουργοῦ τὰ δημόσια ἔγγραφα. Ἐκ τούτου καταλαμβάνετε διατί ἡ ὑπόθεσις ἔλαβε πολιτικὸν χαρακτῆρα. Ἐνταῦθα, Κύριοι, ἐννοεῖτε ἐκ τῶν ὅσων σᾶς ἐξέθεσεν ὁ Κύριος ὑπουργός, ὅτι ἡ πολιτικὴ ἐνήργησεν ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, καὶ οὐχὶ ἡ δικαιοσύνη· αἱ ἐντυπώσεις μου, λέγει, ἦσαν κακαί, τὰ πράγματα ἦσαν τοιαῦτα, καὶ ἑπομένως τὸ πολιτικὸν συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως ἀπῄτει τὴν τοιαύτην ἐνέργειαν. Κατακρίνω, Κύριοι, τὰς τοιαύτας πληροφορίας, τὰς τοιαύτας ἰδιωτικὰς ἐντυπώσεις, διότι βλέπετε ποῦ κατήντησαν; ἐπὶ τῶν δικαστικῶν ὑποθέσεων νὰ ἀναμίγνυται ἡ πολιτικὴ ἀνθρώπου, ὅστις δὲν ἦτο ὑπουργός, ἀλλ’ ἰδιώτης. Ἐκ τούτου ἐννοεῖτε τὴν σύγχυσιν ἐν τῷ κέντρῳ, τὴν διάδοσιν αὐτὴν εἰς τὰ ἄκρα, καὶ ἑπομένως διατί καὶ ὁ διοικητὴς ἔθεσεν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν πίστιν τῶν ἀξιωματικῶν. Καὶ δὲν ἐννοεῖτε, Κύριε ὑπουργὲ, ὅτι, ὅταν θέτητε τὴν πίστιν, τὴν τιμὴν τοῦ στρατιώτου εἰς ἀμφιβολίαν, ὅτι προκαλεῖτε τὸ ἔγκλημα; ὅταν τοῦ λέγετε, σοῦ ζητῶ τὸν λόγον τῆς πίστεώς σου, τί θέλετε νὰ σᾶς εἴπῃ αὐτός; ἐννοεῖτε, ὅτι εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν οἱ ἀξιωματικοὶ οὗτοι, μὴ εἰδότες πόθεν ἡ συκοφαντία τοῖς ἔρχεται, τεταραγμένοι διὰ τὴν ἐρώτησιν, ἀμφίβολος βεβαίως ἔπρεπε νὰ ᾖναι καὶ ἡ ἀπάντησις. Τί πράττουσι, Κύριοι, αἱ φρόνιμοι Κυβερνήσεις εἰς τοιαύτην περίστασιν; Καλύπτουν, ἂν θέλουν, τὴν ἀνοησίαν τοῦ διοικητοῦ αὐτῶν, τὸν ἐκθέσαντα τὴν Κυβέρνησιν, ἢ, ἂν θέλουν, τοῦ λέγουν δὲν εἶσαι εἰς κατάστασιν νὰ διοικήσῃς περαιτέρω· ἐπιτιμῶσι δὲ τὸ πολὺ τοὺς ἀξιωματικούς, ἂν δὲν προτιμήσωσι νὰ κάμωσιν, ὅτι δὲν ἐνόησαν τίποτε. Κύριοι, ὅ,τι μὲ ἐξέπληξε, συνάμα δὲ μὲ ἔκαμε καὶ νὰ ἐνθυμηθῶ τὸ ἄλλοτε ψαλλόμενον «εἶν’ ἐλεύθερος ὁ τύπος, φθάνει μόνον νὰ μὴ γράψῃς» εἶναι οἱ ἑξῆς λόγοι τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ὅτι εἶναι ἐλεύθερον τὸ δικαίωμα τῆς ἐπερωτήσεως, ἔχετε πᾶν δικαίωμα νὰ μᾶς ἐρωτᾶτε, καὶ ἡμεῖς ἐρχόμεθα καὶ δικαιολογούμεθα, πλὴν μέχρις ἐκείνου τοῦ σημείου, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς φρονοῦμεν, ὅτι πρέπει νὰ φθάνητε, διότι, ἂν ἐξακολουθήσητε νὰ μᾶς φέρετε ἑκάστοτε ἐδῶ, κυβέρνησις δὲν ὑπάρχει· καὶ δὲν ἐννοεῖτε, Κύριε ὑπουργὲ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅτι τὸ μυστήριον τῆς συνταγματικότητος εἶναι αὐταὶ αἱ ἐπερωτήσεις, αὐταὶ αἱ συχναὶ παρουσιάσεις ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ἐν ἑνὶ λόγῳ ἡ πλήρης ἐνέργεια τῶν δικαιωμάτων μιᾶς ἑκάστης ἐξουσίας; Ἐνταῦθα συνίσταται ἡ ζωὴ τοῦ Συντάγματος. Ἐννοῶ, Κύριοι, ὅτι σκοτοδινιῶμεν, ὅταν βλέπωμεν ἑαυτοὺς ἐπὶ τῆς φοβερᾶς ταύτης μηχανῆς, ἐνεργούσης ἔνθεν μὲν διὰ πυρὸς, ἔνθεν δὲ διὰ μηχανημάτων βιαίως φερομένων, οὐδεὶς ὅμως φόβος, τὰ πάντα κατὰ λόγον καὶ ἁρμονικῶς προβαίνουν εἰς τὸν σκοπόν των, καὶ καμμία σύγκρουσις δὲν γίνεται μεταξὺ αὐτῆς τῆς πολυπλόκου καὶ σοβαρᾶς μηχανῆς. Ἂν θέλετε, Κύριοι, νὰ μᾶς διαγράψητε ὅρια εἰς τὰς ἐπερωτήσεις, τότε ἐπεμβαίνετε εἰς τὴν συνείδησίν μας, εἰς τὰ καθήκοντά μας, καὶ τότε ἀληθῶς ἐπέρχεται ἡ σύγχυσις, καὶ τότε συμβαίνει αὐτὸ, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπαναλαμβάνουσιν, ὅτι δηλ. δὲν ὀφείλομεν νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι ὑπάρχουν καὶ κακοί· καὶ ἐγὼ λέγω τὸ ἴδιον, ἀλλ’ εἰς σᾶς ἀπόκειται νὰ διευκολύνητε τὴν πορείαν μας, τοῦ νὰ μὴ προβαίνωμεν εἰς τοιαύτας συζητήσεις· ἔλθετε, δόσατε τὰς ἀπαιτουμένας ἐξηγήσεις, μὴ μᾶς λέγετε τὰς ἐντυπώσεις τὰς ἰδικάς σας, τὰς ἰδιωτικὰς, καὶ τότε δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προβῶμεν. Καὶ δὲν ἔχετε παραδείγματα τῆς διαγωγῆς μας πρὸ 3, 4 μηνῶν, καθ’ οὓς δὲν σᾶς ἐστερήσαμεν μηδενὸς τῶν ὅσων ἐζητήσατε; Περαίνων τὸν λόγον μου, ἐπιμένω νὰ παρακατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα.
§67Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ τὰ ἔγγραφα εἶναι ἐδῶ, παρακαλῶ, κύριε Πρόεδρε, νὰ ἐρωτήσητε τὴν Βουλὴν, νὰ τὰ καταθέσῃ ὁ Κ. ὑπουργός;
§68ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις;
§70Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ἀλλὰ τὰ ἔγγραφα νὰ εὑρίσκωνται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς. (Ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν καταθέτει τὰ περὶ ὧν λόγος ἔγγραφα εἰς τὸ Προεδρεῖον).
§71ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, Κύριε Πρόεδρε, ἀφ’ οὗ κατετέθησαν τὰ ἔγγραφα.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι δυνατόν.
§73ΤΙΝΕΣ. Νὰ διακόψωμεν ἡμίσειαν ὥραν, ἕως οὗ ἀναγνώσωμεν τὰ ἔγγραφα.
§74ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§75ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος κανείς;
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μαυρομιχάλης.
§77ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀναγκάζομαι, Κύριοι, καὶ δεύτερον νὰ λάβω τὸν λόγον, ἀλλ’ εἰς τοῦτο μὲ προὐκάλεσεν ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ, ὅστις ἢ δὲν μὲ παρηκολούθησεν εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου, ἢ μὲ διέστρεψεν. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς, κατ’ ἐμὴν κρίσιν, εὑρέθη ἀντιφάσκων, διότι δύναμαι νὰ τὸν ἐνθυμίσω, ὅτι αἱ μὲν ἐντυπώσεις αἱ πρῶται ἦσαν στασιαστικαὶ, ἐκ τῶν ὑστέρων δὲ ἀπεδείχθη, ὅτι ἦτον ἁπλοῦν πειθαρχικὸν πταῖσμα. Ἐξ ὅσων εἶπον, δὲν ἀνήρεσε τὸ κατ’ οὐσίαν ζήτημα, τὴν ἀπάντησιν τὴν δοθεῖσαν ὑπὸ τῶν κατηγορηθέντων ἀξιωματικῶν· ὡμολόγησε μάλιστα, ὅτι ἄσκοπος καὶ σκανδαλώδης ἡ πρᾶξις τοῦ ἀξιωματικοῦ ἐκείνου, τοῦ προκαλέσαντος τὴν ἐξήγησιν αὐτὴν ἐκ μέρους τῶν ὑποδεεστέρων. Ἐν ὅσῳ, Κύριοι, δὲν ἀποδειχθῇ ἄλλως, ὀφείλει καὶ ἡ Βουλὴ ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, διότι κατεδίκασε πολίτας, πολλῷ μᾶλλον στρατιωτικοὺς, ἐνῷ ἡ ἀπάντησίς των ἦτο σύμφωνος μὲ τὸ καθῆκόν των. Καὶ πολὺ ὀρθῶς ὁ κύριος βουλευτὴς ἐκ Κερκύρας ἔθεσε τὸ ζήτημα, ἂν σήμερον πρέπῃ νὰ μάθωμεν, ὅτι οἱ πολῖται ἐν τῇ ἐξασκήσει τοῦ καθήκοντός των καταδιώκονται. Ὁ Κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς ἠθέλησε νὰ μὲ ἀποδείξῃ ἀντιφάσκοντα, ὅταν τοῦ εἶπον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι πιθανὸν ἡ ἀτομικότης τῶν ἀτόμων νὰ ἐπροκάλεσεν ὅλην αὐτὴν τὴν σκηνὴν, καὶ τοὐναντίον εἶπεν, ὅτι μολονότι ἴσως τὸ ἔγκλημα ἦτο στασιαστικὸν, ἡ Κυβέρνησις ὅμως τὸ ἐτιμώρησεν ὡς πειθαρχικὸν καὶ ἐξήσκησεν ἐπιείκειαν. Ἐὰν ἦτο τοιοῦτον, λέγω, ὅτι δὲν εἶναι ἐπιείκεια, ἀλλὰ καθαρὰ ἀδυναμία, ἥτις δὲν δύναται παρὰ νὰ ᾖναι τοιαύτη, ὡς μὴ βασιζομένη οὔτε εἰς τὴν ἀλήθειαν, οὔτε εἰς τὸ δίκαιον· καὶ ἦτο ἴσως ἡ καλλιτέρα δικαιοδοσία, τὴν ὁποίαν ἡ Κυβέρνησις ἔλαβεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, τὸ νὰ θεωρήσῃ τὴν πρᾶξιν πειθαρχικῶς καὶ νὰ τὴν ὑπαγάγῃ εἰς διοικητικὴν ἁρμοδιότητα, διότι ἦτο βεβαία ἡ ἀνεπιτυχία, ἐὰν τὴν διέθετεν εἰς στρατιωτικὴν δικαστικὴν διαδικασίαν. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι καὶ οὕτω λαμβανομένου τοῦ ἀποτελέσματος, παρουσιάζεται ὁ ἐνδοιασμὸς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠναγκάσθη νὰ διατρέξῃ ἓν στάδιον μέχρι τινὸς, τὸ ὁποῖον ἐσκεμμένως ἀκολούθως ἤλλαξεν. Ἀλλ’ ὁ Κύριος ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, χωρὶς ν’ ἀναιρέσῃ εἰς τὰ καθέκαστα ὅσα ἐξέθεσα, ἀπέληξεν εἰς μίαν ἔκκλησιν εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῆς Βουλῆς, φοβούμενος, ὅτι τέκνα ἐχιδνῶν θὰ ὠφεληθῶσιν ἀπὸ τὸν πατριωτισμὸν, τὸν ὁποῖον ὑπηγόρευσεν ἡ ἐπερώτησις. Εἶμαι, Κύριοι, εἷς ἐξ ἐκείνων, ὅστις ἀναγνωρίζων τὴν σπουδαιότητα τῶν ἐπερωτήσεων, εἶμαι πολὺ φειδωλός· ὁσάκις ὅμως πρόκειται διὰ τῆς ἐπερωτήσεως νὰ ἐξασφαλισθῶσι τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα τοῦ πολίτου, φρονῶ, ὅτι εἶναι καθῆκόν μου ἱερὸν νὰ φέρω ἐπερώτησιν καὶ νὰ ζητήσω τὴν παῦσιν μιᾶς διοικητικῆς ἐνεργείας, ἥτις δὲν ὠφελεῖ, ἂν λάβῃ χώραν. Κύριοι, ἠμπορῶ νὰ διακρίνω πολὺ καλὰ τὸ στρατιωτικὸν ἀπὸ τὸ πολιτικὸν μέρος καὶ γνωρίζω κάλλιον παντὸς ἄλλου ἴσως, ὅτι ἡ ἀνάμιξις τῆς πολιτείας εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν εἶναι ὁ μεγαλείτερος θάνατος· ἀναγνωρίζω ἐπίσης, καὶ τὰ πράγματα ἔρχονται εἰς τὴν ἀλήθειαν τοῦ λόγου, ὅτι ὁσάκις αἱ Κυβερνήσεις ἐξώκειλαν διὰ τὴν διοίκησίν των καὶ ἐῤῥίφθησαν εἰς ἓν στάδιον διοικητικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἤθελον νὰ κάμουν συμμέτοχον τὸν στρατὸν, τ’ ἀποτελέσματα ἦσαν βλαβερά· καὶ τὸ σύστημα τοῦτο βλέπω δυστυχῶς σήμερον ἀνανεούμενον ἐπισήμως, διότι ναὶ μὲν τὸ τάγμα τῆς ἐν Λευκάδι φρουρᾶς δὲν εἶχε τοιαύτην διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως, δὲν δύναται ὅμως ν’ ἀρνηθῇ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι τοιαύτην διαταγὴν ἔδωκεν εἰς τὴν φρουρὰν τῆς πρωτευούσης, καθὼς ἐπίσης, ὅτι ὑπῆρξεν ἕνας σύλλογος ἀξιωματικῶν, ὅστις ἀπέκρουσε τὰς τοιαύτας πράξεις· καὶ μολαταῦτα οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ἐθεωρήθησαν πρεπόντως, ὅτι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, καὶ ὅτι ἀπέναντι τοιαύτης ἀποκρούσεως οὐδεμία καταδίωξις ἐγένετο. Ἦτο ἴσως καλὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν καὶ ἐπιθυμῶ, ὥστε νὰ παύσῃ προκαλοῦσα τὰς τοιαύτας διαδηλώσεις. Εἰς τί ἀπέληξε τέλος πάντων ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, καὶ ποίας πληροφορίας ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ἔδωκεν; Εἶχε τὴν εἰλικρίνειαν νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔλαβε μέρος, ὅτι συνεπεία ἴσως τῆς συνεννοήσεώς του μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῶν δυνάμεων ἐκείνων ἐπροκλήθη ἡ μετάβασις ἐκτάκτου ἀτμοκινήτου καὶ ἡ μεταφορὰ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν. Ὅ,τι ἴσως δύναμαι νὰ πληροφορήσω, εἶναι καὶ τοῦτο ἀκόμη, ὅτι τὴν πρώτην ἢ τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς καταδιώξεως τῶν ἐν λόγῳ ἀξιωματικῶν εἰς τὴν Κέρκυραν, ἐζητήθη ἄδεια νὰ ἐπισκεφθῇ ἓν ἄτομον ἕνα τῶν ὑποδίκων ἀξιωματικῶν, ὁ δὲ ἀρχηγὸς εἶπεν, ὅτι εἶναι πολὺ περιττὸν, διότι ἴσως σήμερον ἀποφυλακίζονται. Δὲν ἔρχομαι, Κύριοι, καὶ ἐκ προοιμίων ἡ Βουλὴ τὸ γνωρίζει, νὰ παρεμβάλω προσκόμματα εἰς τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἰδίως εἰς τὸν κλάδον τὸν στρατιωτικόν. Ἀλλὰ πρὸς τὸ συμφέρον αὐτοῦ τοῦ στρατοῦ, αὐτῆς τῆς πολιτείας, ἐπιθυμῶ νὰ παύσῃ ἡ Κυβέρνησις, εἰς τὸ μέλλον, ν’ ἀναθέτῃ τὴν ὕπαρξίν της εἰς τὰς δυνάμεις τὰς στρατιωτικὰς, εἰς τὰς ἐκδηλώσεις τὰς προφορικὰς καὶ νὰ παύσῃ τοῦ νὰ θέτῃ τοὺς ἀξιωματικοὺς καθεκάστην εἰς τὸ δίλημμα τῆς τιμῆς των. Καὶ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι ἡ τοιαύτη πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως κατέληξε, δὲν παρουσίασεν ἢ δὲν θὰ παρουσιάσῃ συνεπείας; Αἱ τοιαῦται πράξεις ἔχουν συνεπείας, διότι ἀνεξαρτήτως τῆς ἀτομικῆς ἱκανοποιήσεως τῶν ἀτόμων, ἐν περιπτώσει ἀθωότητος, ἐπιτίθεται μομφὴ κατὰ τῆς πιστῆς ἐκδηλώσεως τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ποία εἶναι ἡ τύχη αὐτῶν τῶν ἀξιωματικῶν ἀπέναντι τῶν συναδέλφων των; Σεῖς τοὺς ἐνοχοποιήσατε· αἱ πρῶται ἐντυπώσεις, λέγετε, ἦσαν στασιαστικαί, καὶ ἀφοῦ αὐτὰς τὰς διεδώκατε εἰς ὅλην τὴν κοινωνίαν, ἔρχεσθε νὰ σταματήσητε τὸ δικαίωμα αὐθαιρέτως καὶ δὲν δίδετε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς κατηγορουμένους στρατιώτας νὰ ὑπερασπισθῶσιν. Ἔρχεσθε νὰ τοῖς ἐπιβάλετε μομφὴν, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ἠρνήθησαν τὴν συνδρομήν των εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν καθεστώτων, τοὺς ὑποδεικνύετε ὡς ἀνθρώπους, ἐπὶ τῶν ὁποίων οἱ συνάδελφοί των δὲν δύνανται νὰ ἔχουν οὔτε ὑπόληψιν, οὔτε ἐμπιστοσύνην. Ἀπέναντι δὲ ὅλων αὐτῶν τῶν προπαρασκευαστικῶν ἐργασιῶν τῆς Κυβερνήσεως, αἱ ὁποῖαι ἔπρεπε νὰ ἀπολήξουν εἰς ἓν ἐπίσημον δικαστικὸν συμπέρασμα, λύεται τὸ ζήτημα οὕτω πως· ἀφ’ ἑνὸς μὲν διαφεύγετε τὴν ἐνοχήν σας ἀπέναντι ἀνεξαρτήτων δικαστηρίων, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἐπιβάλλετε μομφὴν ἐπὶ τῶν ἀξιωματικῶν αὐτῶν. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα τοῦτο, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν εἶναι τόσον ἐπιπόλαιον, ὅσον ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἠθέλησε νὰ τὸ χαρακτηρίσῃ, ἀλλ’ εἶναι ζήτημα προσβάλλον τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ. Καὶ, ἂν ζητήσω δι’ ὀλίγων ν’ ἀνασκευάσω τὴν ἐκτεταμένην ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου Κουμουνδουράκη, βεβαίως θὰ καταχρασθῶ τῆς ὑπομονῆς σας, διότι παρενόησε τὴν ἀγόρευσίν μου καὶ ἐνόμισεν, ὅτι δύναται νὰ τῆς δώσῃ ἔκτασιν, ἐὰν ἔχῃ τὸ δικαίωμα πᾶς βουλευτὴς νὰ ἐρωτᾷ πάντα ὑπουργὸν, πᾶσαν πρᾶξιν ἀναγομένην εἰς τὰ κυβερνητικὰ ἔργα, καὶ μᾶς εἶπεν ἐπὶ τέλους ὁ Κύριος Κουμουνδουράκης, ὅτι οὕτω πολιτευόμενοι τρέχομεν εἰς τὴν ἀποσύνθεσιν, δὲν προκαλοῦμεν παρὰ τὴν καταστροφὴν τῆς πειθαρχίας, ὡς ἐγὼ νὰ ἐζήτουν διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μου νὰ δώσῃ ὁ ὑπουργὸς λόγον, διατί ἔκαμεν ἐκεῖνο, ἢ διατί ἔκαμε τὸ ἄλλο, περιεχόμενον εἰς στρατιωτικὴν δικαιοδοσίαν. Ἐγὼ ἔφερον τὴν ἐπερώτησιν ὡς καθαρῶς πολιτικὴν, ἔφερον τὴν ἐπερώτησιν, ὅπως ἡ Βουλὴ θέσῃ φραγμὸν ἀπέναντι τῶν κυβερνητικῶν ἐνεργειῶν ὡς πρὸς τὸν στρατόν. Ἠθέλησα τέλος πάντων νὰ παύσῃ ὁ τρόπος αὐτὸς τῆς διοικήσεως, ὅστις καθ’ ἑκάστην ἔχει ὕποπτον τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας διὰ τῆς προσφυγῆς τῆς Κυβερνήσεως εἰς τάξιν τοῦ ἔθνους, ἥτις, Κύριοι, ἅπαξ ὁρκισθεῖσα εἰς τὰ νέα καθεστῶτα, εἶχε τὴν τύχην,... καὶ ἀπεύχομαι νὰ ἔλθῃ ἡ στιγμὴ, διὰ τῆς ὁποίας νὰ κάμῃ πραγματικῶς χρῆσιν τῶν ὅπλων, τὰ ὁποῖα τὸ ἔθνος ἐνεπιστεύθη ἀπέναντι ἐχθρῶν τῆς πατρίδος. Αὐτὸ, Κύριοι, ἐσκόπει καὶ σκοπεῖ ἡ ἐπερώτησίς μου. Δὲν ἔρχομαι νὰ ἀναπτυχθῶ εἰς τὰ καθήκοντα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἀπέναντι ὑπαλλήλων τῶν στρατιωτικῶν ἀρχῶν· ἔρχομαι νὰ τῷ ἀπαγορεύσω εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ φέρῃ εἰς δίλημμα τὴν τιμὴν τοῦ στρατοῦ, νὰ μὴ ζητῇ ἐξηγήσεις ἀπὸ τὸν στρατὸν, νὰ μὴ κάμνῃ τίποτε ἄλλο, παρ’ ὅ,τι οἱ νόμοι τῷ ἐπιτρέπουσι, τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός του. Καὶ ὁ ὑπουργὸς συμφώνως πρὸς τὸν νόμον ἐν τῇ εὐρείᾳ του δικαιοδοσίᾳ ἔχει πάντοτε τὸ δικαίωμα νὰ τιμωρῇ τοὺς μὴ ἐκπληροῦντας τὸ καθῆκόν των. Ἀλλ’ ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει οἱ ἀξιωματικοὶ παρεβίασαν τὸ καθῆκόν των; ἡ ἐρώτησις, ἥτις τοῖς ἀπηυθύνθη, ἦτο καθαρῶς στρατιωτική; Ἐγὼ φρονῶ, καὶ φρονῶ κατὰ πεποίθησιν, ὅτι οἱ ἀξιωματικοὶ ἐκεῖνοι ὤφειλον νὰ μὴ δεχθοῦν νὰ τοῖς τεθῇ ζήτημα ἐμπιστοσύνης.
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ. Κ. Μαυρομιχάλη, μίαν ἐρώτησιν ἔχω. Πραγματικῶς ἐγὼ καταφεύγων εἰς τὰ καθέκαστα τοῦ στρατοῦ, ἐκεῖ ὑπεστήριξα ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν, καὶ παρατηρῶ, καὶ λυποῦμαι μάλιστα διότι παρεξηγήθην, ὅτι πραγματικῶς ἔπρεπε νὰ ἐρωτήσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἀπέναντι γενομένων τινῶν. Ἀλλὰ τί μᾶς ζητεῖτε; Τὰ ἔγγραφα μιᾶς ὑπηρεσίας στρατιωτικῆς, καθαρῶς στρατιωτικῆς νὰ τεθῶσιν ἐπὶ τοῦ γραφείου τῆς Βουλῆς. Αὐτὰ τὰ ἔγγραφα δὲν εἶναι παρὰ μία ὑπηρεσία πειθαρχικὴ, καὶ ἐπιμένετε νὰ προβῇ ἡ συζήτησις μέχρι τῆς τελευταίας αὐτῆς στρατιωτικῆς ὑπηρεσίας;......
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κ. Κουμουνδουράκη, αὐτὸ δὲν εἶναι ἐρώτησις· ἀφήσατε τὸν ἀγορεύοντα.
§80ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν εἶχον ἀνάγκην νὰ λάβω οὐδὲν μάθημα, διότι ὄχι μόνον γνωρίζω νὰ διακρίνω ὡς ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματός μου ὡς στρατιώτης, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι καὶ ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν μέχρι τοῦδε συζήτησιν διακρίνει τὸ ζήτημα. Δὲν δύναται νὰ ἐξαπατηθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι διὰ μιᾶς ἀποφάσεώς της πρόκειται νὰ φέρωμεν τὸ πρῶτον κτύπημα κατὰ τῆς πειθαρχίας. Ἴσως ἐπείσθη ἡ Βουλὴ, ὅτι συζητοῦσα σπουδαίως καὶ ἀποφασίζουσα, θὰ θέση τὸν στρατὸν ἐκτὸς πάσης πολιτικῆς ἐνεργείας, θὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ τὸ ἔθνος, θὰ ἐξασφαλίσῃ καὶ μίαν τάξιν ἀνθρώπων, τῆς ὁποίας καθῆκον καὶ προορισμὸς εἶναι ἄλλος, παρὰ νὰ πολιτεύωνται. Ἀλλ’ ἐὰν ἐξακολουθήσωμεν φρονοῦντες ὄχι κατὰ πεποίθησιν, ἀλλ’ ἴσως διὰ νὰ διεξέλθωμεν καὶ αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὅπως χθὲς διεξήλθομεν καὶ ἄλλην ὁμοίας φύσεως, ὅτι πρέπει ν’ ἀποφεύγωμεν τοιαῦτα ζητήματα ὡς παρεμβάλλοντες δῆθεν προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τῆς κεντρικῆς ἀρχῆς, παρατείνομεν, Κύριοι, μίαν κατάστασιν πραγμάτων, ἥτις ἀργὰ ἢ γρήγορα θὰ ἔχῃ τὰς συνεπείας της. Ἴσως, Κύριοι, αἱ δοκιμασίαι τοῦ τόπου, ἡ τελευταία ἱστορία τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἀρκετὴ νὰ διδάξῃ τοὺς πολιτευομένους, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ὡς ἐξουσία τοῦ Κράτους ἔχει ὅρια, πέραν τῶν ὁποίων δὲν δικαιοῦται νὰ ἐκτείνεται· καὶ λέγω συγκεκριμένως, ὅτι δὲν δικαιοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκτείνεται εἰς τὸ παράδειγμα, περὶ οὗ πρόκειται, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα πλέον, λέγω, νὰ θέτῃ ὡς ζήτημα τὴν ὑποστήριξιν μιᾶς τάξεως, τῆς ὁποίας τὸ ἐπάγγελμα ἔχει τοιοῦτον προορισμόν. Δὲν ἐσύγχυσα, Κύριοι, τὴν διοικητικὴν ὑπηρεσίαν οὔτε τοῦ Ὑπουργοῦ, οὔτε τοῦ σωματάρχου· ἐζήτησα νὰ μεμφθῇ ἡ Βουλὴ τὰς πράξεις τὰς κυβερνητικὰς μιᾶς Κυβερνήσεως, ἥτις ἐπετρέψατο εἰς Ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν νὰ θέση εἰς δίλημμα τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ στρατοῦ, καὶ αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἔχει ἡ ἐπερώτησίς μου.
§81ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ (Ὑπουρ. Στρατιωτ.). Δὲν εἶναι ὁ Ὑπουργός.
§82ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ ὑπουργοῦ ἀδιαφόρως, ἐγὼ τὸν ὑπουργὸν δὲν τὸν ἔθεσα εἰς τὸ ἄτομον, ἀλλ’ εἰς τὴν ἰδέαν. Μετὰ τὰ γεγονότα, Κύριοι, δὲν θὰ ζητήσω βεβαίως οὔτε τὴν ἄρσιν τῆς ποινῆς, οὔτε τι ἄλλο, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον φυσικῶς εἶναι ἀδύνατον, διότι οἱ ἀξιωματικοὶ πρὸ δύω μηνῶν κρατοῦνται· θέλω ὅμως, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ν’ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι ἡ πρᾶξις τοῦ διοικητοῦ τοῦ σώματος, τοῦ ἐνεργήσαντος τὴν ἐκδήλωσιν αὐτὴν, ἦτο πρᾶξις ὑπερβαίνουσα τὴν ἁρμοδιότητά του, εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος ὡρμήθη εἰς τοῦτο, εἴτε κατὰ διαταγὴν τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὸ ζητῶ, Κύριοι, καὶ φρονῶ, ὅτι ζητῶν τοῦτο, ἔρχομαι εἰς ἐπικουρίαν τῆς Κυβερνήσεως, ἔρχομαι πραγματικῶς εἰς συνδρομὴν τῶν κοινῶν συμφερόντων· διότι μάθετέ το, Κύριοι, ὅτι σήμερον δυστυχῶς ἡ πολιτεία διακρίνει ἀξιωματικοὺς μιᾶς χροιᾶς καὶ ἀξιωματικοὺς μιᾶς ἄλλης χροιᾶς· καὶ ἐνόσῳ συγχωροῦμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ πολιτεύεται ὅπως πολιτεύεται, μὴ νομίσητε, ὅτι οὕτω πως πολιτευόμενοι θ’ ἀπολήξωμεν εἰς καλὸν ἀποτέλεσμα· καὶ κατὰ μείζονα λόγον ἔχει καθῆκον, διότι ἔχει καὶ εὐθύνην, ἔχει καθῆκον ἡ μερὶς ἐκείνη, ἡ συντρέχουσα εἴτε ἀπὸ πατριωτισμόν, εἴτε ἀπὸ πεποίθησιν μίαν Κυβέρνησιν, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἀπολήξῃ εἰς καλὸν ἀποτέλεσμα, καὶ ὅπως μία τοιαύτη διοίκησις δὲν προκαλέσῃ τὴν ἐπανάληψιν σκηνῶν, τὰς ὁποίας ἀπεύχομαι. Καὶ ἂς μὴ ἐξαπατηθῇ ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ὅτι πρόκειται νὰ σφετερισθῶμεν δικαιοδοσίας, ὅτι πρόκειται τὸ σύστημα τῶν ἐπερωτήσεων νὰ τὸ κάμωμεν σύστημα παλαίστρας, ἢ νὰ παρεμποδίσωμεν ἐκ προθέσεως τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ, ὅτι ὑπηρετοῦμεν τὴν Κυβέρνησιν, καὶ τὴν ὑπηρετοῦμεν πατριωτικώτατα, ὁσάκις περιορίζομεν τὰς παρανομίας της, ὁσάκις δὲν τῆς δίδομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ αὐθαιρέτως ἐπὶ τῶν ἀτόμων, ὁσάκις αἱ παρανομίαι της δὲν φθάνουσιν εἰς τὸν ὕπατον βαθμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον πάντοτε ἀδιστάκτως καὶ σύσσωμοι τιμωροῦν οἱ λαοί. Διὰ τῆς ἐπερωτήσεώς μας ζητοῦμεν νὰ προλάβωμεν τὸ κακόν· καὶ τί ζητοῦμεν, Κύριοι; Ζητοῦμεν σφετερισμὸν δικαιωμάτων; ζητοῦμεν νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὰ γραφεῖα τῶν Ὑπουργῶν; Ζητοῦμεν νὰ τοῖς θέσωμεν τὰ ὅρια ἐκεῖ, ὅπου τὸ Σύνταγμα τὰ ἔθεσε, καὶ νὰ μὴ ἐπιτρέψωμεν οὐδεμίαν παρανομίαν πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς ἀπὸ τοιαύτας ἰδέας ὁρμωμένη, θέλει ἐπιῤῥίψει τὴν κατάκρισίν της ἐπὶ τῆς συγκεκριμένης αὐτῆς πράξεως, ὅτι εἴτε κατὰ διαταγήν της, εἴτε ἐξ ἐπαγγέλματος μία ἀνωτέρα στρατιωτικὴ ἀρχὴ ἔθεσεν ὑπὸ ζήτημα τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ στρατοῦ.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§84ΚΑΛΛΙΓΑΣ (Ὑπουργ. τῆς Δικαιοσ.). Κύριοι! Διαδεχόμενος ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου τὸν κινήσαντα τὴν ἐπερώτησιν, εὐχαριστοῦμαι, διότι κατὰ τὴν ἐπανάληψιν τοῦ λόγου διετύπωσε σχεδὸν τὸ αἴσθημά του καὶ ἐζήτησε τὴν μέμψιν εἴτε τοῦ Ὑπουργείου, εἴτε τοῦ ἁρμοδίου διοικητοῦ, διότι ἔθεσε ζήτημα τὸ καθῆκον εἰς ἀξιωματικούς. Κυρίως λοιπὸν ἐνησχολήθη καὶ ἠγανάκτησε, διὰ ποίαν αἰτίαν, εἰς οἱανδήποτε περίπτωσιν, ὅταν πρόκειται, ὅταν ᾖναι φόβος, ὅταν διαδίδεται, ὅτι ἡ δημοσία τάξις ἐπαπειλεῖται, διὰ ποίαν αἰτίαν ἀναγκάζει ὁ ἀνώτερος ἀξιωματικὸς τὸν ὑποδεέστερον νὰ ἐξηγηθῇ ποίαν συνδρομὴν μέλλει νὰ δώσῃ κατὰ τὸν κίνδυνον τοῦτον. Εἶναι περίεργον, ὅτι περὶ τοιούτου πράγματος ἐταράχθη, περὶ τοιούτου πράγματος ἐνησχολήθη, καὶ ἐπὶ τοιαύτης ὑποθέσεως ἐζήτησε μέμψιν τῆς Κυβερνήσεως, ὅταν εἶδεν, ὅτι ὁ ἁρμόδιος Ὑπουργὸς κατεδίκασεν ἐκεῖνον τὸν ἀξιωματικὸν, ὁ ὁποῖος ἔπραξεν ὅ,τι καὶ ὁ Κ. Βουλευτὴς Γυθείου κατεδίκασεν. Ἠκούσατε, ἐμάθετε, δὲν πιστεύω, ὅτι διστάζετε, καὶ τὰ ἔγγραφα ἤδη ὑπάρχουν ἐνταῦθα ἐπὶ τῆς τραπέζης, ὅτι κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, ὁ ἀξιωματικὸς οὗτος ἐτιμωρήθη. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι ὅλη ἡ μακρὰ ἀγόρευσις, καὶ ὅσα εἴπετε περὶ αὐτοῦ τοῦ θέματος, ὅλα ἦσαν ὅλως ἄκαιρα, καὶ τὰ ὁποῖα ἠδύνασθε κάλλιστα νὰ ἐπιφυλάξητε, ἀφοῦ ἅπαξ τὰ ἀνεπτύξατε, εἰς μίαν ἄλλην περίπτωσιν, ὅταν ἠκούσατε, ὅτι θὰ γείνῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σήμερον ἔρχεσθε ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ καταδικάσητε. Πρέπει λοιπὸν νὰ θέσωμεν ὅλως ἐκ μέσου τὴν ἐνέργειαν τῆς Κυβερνήσεως, τοιαύτην, ὁποίαν τὴν ὑπεθέσατε, πρέπει νὰ παραλείψωμεν ἐντελῶς ὅλα, ὅσα εἴπετε ἀναγόμενα εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν ἀξιωματικῶν, ἐν δεδομένῃ περιπτώσει τί θέλουν πράξει περὶ τοῦ καθήκοντός των. Ἠκούσατε, ὅτι οὔτε κἂν ὁ Διοικητὴς τοῦ Τάγματος, ὁ Κ. Δημητρακαράκος, ἦτο ἐκεῖ, ἀλλ’ ὅτι ἦτο ὁ ἀναπληρῶν αὐτὸν Λοχαγὸς, ὁ Κ. Ἰωαννίδης.
§85ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κ. Πρόεδρε, τὸν λόγον!
§86ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἦτο λοιπὸν ὅλως αὐθαίρετος ἡ ἰδέα τοῦ Κ. Ἰωαννίδου, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Ἰωαννίδου ὁ Κ. Ἰωαννίδης ἐτιμωρήθη πειθαρχικῶς. Λοιπὸν δὲν εἶναι τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις μεταχειρίζεται αὐτὴν τὴν πολιτικὴν πρὸς τὸν στρατὸν, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἀναμιγνύῃ τὴν πολιτικὴν εἰς τὰ στρατιωτικὰ, ἐὰν δι’ αὐτῆς τῆς ἀναμίξεως πρόκειται νὰ ταράξῃ τὸ πνεῦμα τοῦ στρατοῦ, καὶ πρόκειται νὰ προκαλέσῃ ἐκείνας τὰς σκηνὰς, τὰς ὁποίας θέλετε ν’ ἀποσοβήσητε. Μοὶ φαίνεται, ὅτι περισσότερον ἀναμιγνύεται ἡ πολιτικὴ εἰς τὸν στρατὸν, ὅταν, ὡς ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τί ἐξετάζεται, τί βασανίζεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς; Βασανίζεται ἡ πειθαρχικὴ ἐξουσία τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι τὰ γεγονότα, εἴτε ἀκριβῶς, εἴτε μὴ ἀκριβῶς ἐξετέθησαν ἐνώπιόν σας, ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι βέβαιον, εἶναι ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔκαμε χρῆσιν τῆς πειθαρχικῆς αὐτοῦ ἐξουσίας καὶ ἐπὶ τῆς χρήσεως ταύτης γίνεται ἡ ἐρώτησις, ποία εἶναι ἡ ἐξουσία τῆς ἐπερωτήσεως τῆς Βουλῆς. Ναί, Κύριοι, ἡ ἐξουσία τῆς ἐπερωτήσεως τῆς Βουλῆς εἶναι ἀπόλυτος, εἶναι ἀπεριόριστος, καὶ ἦτο περιττὰ ἴσως ὅσα ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Ὀλυμπίας Κ. Χριστόπουλος ἀπαντῶν εἶπε πρὸς τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος οὐδαμῶς ἠμφισβήτησε τὸ τοιοῦτον δικαίωμα καὶ τὰ οἱαδήποτε ὅρια τῆς ἐπερωτήσεως. Δὲν διεφιλονείκησεν ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν τὸ δικαίωμα τοῦτο· τὸ ἐξήτασεν ὅμως ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογήν του. Πάντοτε εἰς πᾶσαν στιγμὴν δύνασθε νὰ ἀπευθύνητε ἐπερωτήσεις εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διὰ νὰ μάθητε πῶς ἐφαρμόζονται οἱ νόμοι, καὶ δύνασθε νὰ προχωρήσητε εἰς πᾶσαν ἐνέργειαν, διὰ νὰ μάθητε ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς οἱ νόμοι ἐφηρμόσθησαν· ὅταν ὅμως μία οἱαδήποτε ἀρχὴ ἔχῃ ἐξουσίαν παρὰ τοῦ νόμου δεδομένην, ὥστε νὰ ἐκτιμᾷ κυριαρχικῶς τὰ πράγματα καὶ κυριαρχικῶς περὶ αὐτῶν ν’ ἀποφασίζῃ, ἐκεῖ πλέον δὲν εἶναι τὸ ζήτημα, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐφηρμόσθη ὁ νόμος, ἀλλὰ τὸ ζήτημα εἶναι, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐξετιμήθησαν τὰ πράγματα. Ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει στρατιωτικὸν ἀντιπειθαρχικὸν παράπτωμα; Τὰ γεγονότα αὐτὰ ἐκτεθειμένα δίδουν τῳόντι ἀφορμὴν εἰς τὸ νὰ γείνῃ χρῆσις τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας; Αὐτὸ, Κύριοι, εἶναι ἓν ζήτημα τῆς συνειδήσεως. Ὁ ὑπουργὸς ἐν τῇ συνειδήσει του, μόνος αὐτὸς, ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν ἐντολὴν ὑπὸ τοῦ νόμου, τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον καθιερώσατε, καὶ ὁ ὁποῖος ὑπάρχει, ἑωσότου δὲν τὸν μεταῤῥυθμίσετε, ὁ ὑπουργὸς ἔχει πλήρη ἐξουσίαν μεταχειριζόμενος αὐτὴν τὴν ἐντολὴν· καὶ ὅσον δὲν ἐπιτρέπεται νὰ εἰσχωρήσῃ τις εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἀνθρώπου, τόσον ὀλιγώτερον ἐπιτρέπεται νὰ εἰσχωρήσητε εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ὑπουργοῦ, διὰ νὰ τὸν ἐρωτήσητε, ἐὰν δικαίως ἢ ἀδίκως ἐξετίμησε τὰ πράγματα. Τὰ ἐξετίμησε δυνάμει τῆς πειθαρχικῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἐὰν θέλετε, εὑρίσκεσθε εἰς τὴν αὐτὴν ἀναλογίαν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται τὰ ἡμέτερα πολιτικὰ δικαστήρια ἀπέναντι τοῦ Ἀρείου Πάγου. Ὁ Ἄρειος Πάγος δὲν ἐξετάζει τὰ πράγματα, δὲν δύναται νὰ τὰ ἐκτιμήσῃ· ἐξετάζει μόνον τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου. Ἔθεσεν ἓν ζήτημα ἕτερον ὁ Κύριος Μαυρομιχάλης, ἀλλ’ ἐπιτροχάδην, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ἐλθὼν οὔτε κἂν ἠθέλησε νὰ τὸ φέρῃ ἐν τῷ μέσῳ. Εἶπεν· ὤ! ἀφῃρπάσατε ἀπὸ τοῦ στρατιωτικοῦ δικαστηρίου τὴν ἀνάκρισιν. Ὄχι, Κύριοι, δὲν εἶναι ἀληθές· δὲν ἀφῃρπάσθη ἡ ἀνάκρισις, ἐξεπεραιώθη ἡ ἀνάκρισις. Ὁ εἰσηγητὴς παρέπεμψεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν αὐτὴν, διότι δὲν ἔκρινεν, ὅτι ὑπῆρχε περίπτωσις νὰ εἰσαχθῇ στρατιωτικὴ δίκη. Ὅταν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ περίπτωσις νὰ εἰσαχθῇ στρατιωτικὴ δίκη, νομίζετε, ὅτι ἐκεῖ καταλήγουν τὰ πάντα; Λέγετε, διὰ ποίαν αἰτίαν νὰ διαμείνουν εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ δύω μῆνας; Εἶναι ὅλον τὸ αὐτὸ νὰ ἐρωτᾶτε, διὰ ποίαν αἰτίαν ἐπιτρέπεται νὰ γείνῃ ἀνάκρισις; Δὲν γίνεται κατὰ παντός, δὲν γίνεται κατὰ πολίτου, ὡς γίνεται κατὰ στρατιώτου; Λοιπὸν δὲν ὑπάρχει περίστασις οἱαδήποτε, οὔτε σκιὰ, νὰ παραστήσητε, ὅτι οἱ νόμοι κακῶς ἐφηρμόσθησαν, ὅτι ἔγεινε παράβασις τῶν νόμων, ὅτι ἔγεινεν ἀθέτησις αὐτῶν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ πολίτου, ἡ ἐλευθερία τοῦ στρατιώτου, ἡ ἐλευθερία τοῦ ἀξιωματικοῦ περιωρίσθη. Ἐὰν ὁ νόμος δὲν ἐπέτρεπε τὸν περιορισμὸν, ἐὰν ἔλθετε νὰ ἐξετάσητε πῶς ἐξετίμησε τὰ πράγματα ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, εἶναι ὅλως τὸ αὐτὸ νὰ εἴπητε «σοὶ ἔδωκεν ὁ νόμος τὴν ἐξουσίαν τὴν πειθαρχικὴν ἐπὶ δύω μῆνας, καὶ ἠμπορεῖς νὰ τιμωρῇς πειθαρχικῶς, νὰ θέτῃς εἰς περιορισμὸν πειθαρχικόν· ἐν τοσούτῳ ἐγὼ ἡ Βουλὴ ἀπέναντι τοῦ νόμου ἔρχομαι νὰ σοὶ ἀφαιρέσω αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἔρχομαι νὰ σὲ ἐρωτήσω νὰ μοὶ εἴπῃς ἐν τῇ συνειδήσει σου, διατί ἐξετίμησες οὕτω τὰ πράγματα; θέλω ἐγὼ ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ἐξετάσω· θέλω νὰ εὕρω ἐν τοῖς ἐγγράφοις, οὕτως εἰπεῖν, ὅτι κακῶς ἐδίκασας, ὅτι ἡ ἐκτίμησίς σου δὲν ἦτο ὀρθὴ, καὶ ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ καταλήξῃς εἰς τὴν πειθαρχικὴν τιμωρίαν». Ἐὰν δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε τοῦτο ὄχι πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, ἀλλὰ πρὸς πάντα σωματάρχην, ὁ ὁποῖος ἐπίσης ἔχει τοιαύτην πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι πλέον ζήτημα ἐπερωτήσεως ἢ ζήτημα ἀναδικάσεως ἢ ζήτημα ἀναψηλαφήσεως ἢ ζήτημα εἰς τὸ νὰ εἴπητε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν πρέπει ἑκάστοτε νὰ ὑπόκειται εἰς μίαν ἔφεσιν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, φέρων ὅλα τὰ ἔγγραφα καὶ τέλος φέρων τοὺς νόμους, οὓς νὰ ὑποβάλῃ εἰς νέαν ἔρευναν καὶ διὰ τῆς νέας ἐρεύνης ἡ Βουλὴ νὰ ἐξασκήσῃ τὴν πειθαρχικὴν ἐξουσίαν, διότι τί ἄλλο ἤθελεν εἰπῆ, τὸ ὁποῖον λέγει ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, τὸ τῆς ἄρσεως αὐτῆς τῆς πειθαρχικῆς ποινῆς, παρὰ μία ἀναθεώρησις τῆς ἀποφάσεως; Λοιπὸν δὲν εἶναι ζήτημα ἐπερωτήσεως, δὲν εἶναι ζήτημα, ἐὰν καλῶς ἢ κακῶς ἐφηρμόσθησαν οἱ νόμοι. Ὄχι, εἶναι ζήτημα ἐὰν ἐντὸς τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν αὐτὸς ὁ νόμος δίδει, ἐντὸς αὐτῶν τῶν ὁρίων, τὰ ὁποῖα δίδει ὁ νόμος, ἐὰν ἔγεινε κατ’ ὀρθὴν ἢ μὴ ὀρθὴν τῶν πραγμάτων ἐκτίμησιν. Τί ἄλλο ὅμως εἶναι, Κύριοι, ἢ ἀνάμιξις τῶν πολιτικῶν εἰς τὰ στρατιωτικὰ, ἐπέμβασις εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν, ὅταν ὑπὸ τὸ πεῖσμα τῶν πολιτικῶν ἡμῶν κινημάτων λέγωμεν εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν· «ἄ! βέβαια εἶχες τοιαύτας καὶ τοιαύτας ἀφορμάς· ἀπέβλεψες εἰς τὸ νὰ ἐκδικήσῃς ἄτομα, ἀπέβλεψες εἰς τὸ νὰ ἐμβάλῃς εἰς τὸν στρατὸν τοιαύτας καὶ τοιαύτας ἰδέας!» Δὲν νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπερωτήσεως, οὔτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καλῆς ἢ κακῆς ἐφαρμογῆς τῶν στρατιωτικῶν νόμων, ὅτι οἱονδήποτε ζήτημα ἀνεπτύχθη ἐνταῦθα ἄξιον διὰ νὰ προσηλώσῃ τὴν προσοχήν σας· καὶ ἐὰν νομίζητε, ὅτι ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος δίδει αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, εἶναι περιοριστέος, τότε φέρετε μίαν τροπολογίαν αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἀφαιρέσατε αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν, καὶ ἐρωτήσατε μετὰ ταῦτα, μετὰ τὴν ἀφαίρεσιν αὐτῆς τῆς ἐξουσίας, ἐὰν δύναται πλέον νὰ ὑπάρξῃ ἐν τῷ στρατῷ πειθαρχία· ἐρωτήσατε ἂν ἐκεῖνα τὰ πολιτισμένα κράτη, τὰ ὁποῖα παραδέχονται αὐτὴν τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν, θὰ συμφωνήσουν μεθ’ ὑμῶν, ὥστε ν’ ἀφαιρέσουν ἐκ τῆς νομοθεσίας αὐτῶν τὸ αὐθαίρετον, τὸ ὁποῖον μόνον τὰ ὅρια ἔχει—ποῦ; εἰς τὸ εἶδος τῆς ποινῆς, εἰς τὴν ἔκτασιν αὐτῆς τῆς ποινῆς εἰς δύω μῆνας. Ὁ νομοθέτης ὑποθέτει, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν βεβαίως πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν αἰτίαν σπουδαίαν, ἡ ὁποία μέλλει νὰ χρησιμεύσῃ εἰς τὸ νὰ ἐκριζωθῇ ἓν κακὸν πνεῦμα ἐκ τοῦ στρατοῦ, καὶ διότι πρέπει νὰ ἐπιβλέπῃ, καὶ δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν ἔχει καὶ πολιτικὸν μέρος εἰς τὸ ὑπουργεῖον ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, διότι διέπων συμφώνως μὲ τὴν πορείαν τῶν πολιτικῶν πραγμάτων, δύναται νὰ προσέχῃ, ὥστε νὰ μὴ ἐπικρατήσῃ ἓν πνεῦμα φθοροποιὸν ἐν τῷ στρατῷ. Δὲν εἶναι λοιπὸν μία ἀνάμιξις τῆς πολιτικῆς εἰς τὰ στρατιωτικὰ, ὅταν γίνεται χρῆσις τοιαύτης πειθαρχικῆς ποινῆς, καὶ εἶναι πολὺ μακρὰν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγέννησε τὴν ἐπερώτησιν τοῦ ἐντίμου Κ. Μαυρομιχάλη, ὁ ὁποῖος ἐνόμισεν, ὅτι ἐπρόκειτο περὶ μιᾶς, οὕτως εἰπεῖν, ἐξεταστικῆς ἐρεύνης τοῦ φρονήματος τῶν ἀξιωματικῶν, καὶ διότι οἱ ἀξιωματικοὶ δὲν ἐδείχθησαν κατ’ ἐκεῖνο τὸ φρόνημα, τὸ ὁποῖον ἐζήτει ἡ Κυβέρνησις, δι’ αὐτὴν τὴν αἰτίαν ἐπῆλθεν ἡ πειθαρχικὴ ποινή. Ὄχι, κύριοι. Τώρα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐνησχόλησέ τινας, εἶναι καὶ τὸ πρᾶγμα αὐτὸ, ὅτι τυχὸν οἱ ἀξιωματικοὶ εἶπον, ὅτι εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των, καὶ ἐπειδὴ εἶπον, ὅτι θὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των, πῶς ἦτο δυνατὸν καὶ πειθαρχικῶς νὰ τιμωρηθῶσιν; Αὐτὸ πρὸ πάντων ἀπησχόλησε τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Κερκύρας. Ἀλλὰ, κύριοι, ἐὰν θέλητε νὰ προχωρήσητε καὶ ἕως εἰς αὐτὴν τὴν ἐξέτασιν τῶν πραγμάτων, ἐὰν θέλητε νὰ ἐκτιμήσητε καὶ τὰς ἀπαντήσεις, τὰς καταθέσεις αὐτῶν τῶν ἰδίων τῶν ὑποβληθέντων εἰς πειθαρχικὴν ποινὴν, ἐὰν θέλητε νὰ ἐρευνήσητε καὶ τὰς μαρτυρίας ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐξητάσθησαν, ἐὰν θέλητε ὅλα αὐτὰ νὰ σταθμίσητε καὶ σχηματίσητε ἴσως διαφορετικὴν γνώμην παρ’ ἣν ἐσχημάτισεν ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος, ἣν ἐσχημάτισε καὶ αὐτὸς ὁ λοχαγὸς ὁ τιμωρηθεὶς, ὁ ὁποῖος ἔλαβεν αὐτὰς τὰς ἀπαντήσεις, καὶ τέλος ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν, σᾶς λέγω πάλιν, ὅτι αὐτὴ ἡ διαφωνία μεταξὺ ἡμῶν καὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ διαφωνία ἐκτιμήσεως πραγμάτων, καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν ἐν τῇ πειθαρχικῇ του ἀποφάσει δὲν αἰτιολογεῖ, ὅτι λόγῳ αὐτῆς τῆς ἀπαντήσεως ἐπέβαλε τὴν πειθαρχικὴν ποινὴν, τὴν ὁποίαν ἐπέφερεν, ἀλλὰ δικαιολογεῖ, διότι ἐδίστασαν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των, καὶ διότι ἐξέφρασαν τοιούτους δισταγμοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐδείκνυον ἓν πνεῦμα οὐχὶ ὑποβαλλόμενον εἰς τοὺς νόμους, ἀλλ’ ἓν πνεῦμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐσκόπει νὰ ἐφαρμόσῃ τὸ καθῆκον. Φρονῶ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ δοθῇ πέρας εἰς τοιαύτην συζήτησιν, ἐκ τῆς ὁποίας οὐδεὶς καλὸς δύναται νὰ προκύψῃ καρπός.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δημητριάδης ἔχει τὸν λόγον.
§88Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παραχωρῶ εἰς τὸν Κ. Πετιμεζᾶν.
§89Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταὶ, μὲ λύπην ὄχι μικρὰν ἀναβαίνω σήμερον τὸ βῆμα καὶ ἐπεθύμουν πολὺ, ὅπως τὰ περιστατικὰ, ἅτινα ἔλαβον χώραν ἐν Λευκάδι, μὴ ἐλάμβανον χώραν, ἵνα μὴ προκύπτουν τ’ ἄτοπα, ὅσα παρηκολούθησαν τὰ περιστατικὰ ἐκεῖνα, καὶ ἵνα μὴ προκύψῃ ἡ ἐπερώτησις, ἡ ὁποία ἦλθε σήμερον ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἀφοῦ δυστυχῶς ὅμως ἀνεξαρτήτως τῆς ἰδικῆς μου θελήσεως, καὶ τὰ ἐν Λευκάδι περιστατικὰ ἔλαβον χώραν καὶ συνεπεία αὐτῶν καὶ ἡ ἐπερώτησις ἔγεινε καὶ συζήτησις ἐγένετο σπουδαία ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἐνόμισα καθῆκον νὰ φέρω εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς τὰς κρίσεις μου ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἐλπίζω ὅτι ἐξ αὐτῶν τῶν κρίσεων δύναται ἴσως νὰ παραχθῇ τι καλὸν εἰς τὸ μέλλον. Κύριοι Βουλευταὶ, ὁ στρατὸς, οἱ δικαστικοὶ ἢ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι, οἱ πολῖται καὶ πᾶσα κοινωνικὴ τάξις, κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, ἢ οἱ στρατιωτικοὶ νόμοι, οἱ ἐκκλησιαστικοὶ νόμοι, οἱ πολιτικοὶ κλπ. Κατ’ ἐμὲ, δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ νόμοι τοῦ Κράτους. Πᾶσα λοιπὸν παράβασις νόμου, εἴτε στρατιωτικοῦ, εἴτε πολιτικοῦ, εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἐξετάσεως τῆς Βουλῆς. Κανεὶς λοιπὸν δὲν δύναται ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου νὰ διαφιλονεικήσῃ τὸ δικαίωμα αὐτὸ χωρὶς νὰ παραγνωρίσῃ τὸ καθῆκόν του, χωρὶς νὰ παραγνωρίσῃ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Πᾶν ἄτομον, κύριοι, εἴτε στρατιώτης εἶναι, εἴτε δικαστὴς, εἴτε πολίτης, εἶναι μέρος τοῦ ἔθνους, καὶ πᾶν μέρος τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἀδικηθῆ, ἔχει δικαίωμα νὰ παραπονεθῇ, καὶ ἔχομεν ἡμεῖς καθῆκον, ἐὰν ἡ ἀδικία αὕτη περιέλθῃ εἰς γνῶσιν ἡμῶν, νὰ ἐπιληφθῶμεν τῆς ὑποθέσεως καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὸ δίκαιον τοῦ πολίτου· διότι, κύριοι, μὴ λησμονήσητέ ποτε, ὅτι εἰς μίαν εὐνομουμένην πολιτείαν ἡ πολιτεία ὁλόκληρος ἀδικεῖται, ὅταν ἓν ἄτομον αὐτῆς ἀδικῆται. Διὰ τοὺς λόγους λοιπὸν τούτους νομίζω, κύριοι, ὅτι ἀφοῦ δυστυχῶς τὸ ζήτημα τοῦτο περιῆλθεν ὑπὸ τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς, διὰ τοὺς λόγους τούτους εἶμαι ἠναγκασμένος καὶ ἐγὼ νὰ ἐξηγήσω τὰς ἰδέας μου. Ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία, Κύριοι, εἶναι λέξις περιεκτικὴ, εἶναι λέξις μεγάλη, εἶναι λέξις, ἥτις ἐμπεριέχει ὅλας τὰς ἠθικὰς δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι ἀνυψῶσι τὸ πνεῦμα τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τῆς ἐσχάτης αὐταπαρνήσεως, μέχρι τῆς θυσίας τῆς ἰδίας αὑτοῦ ζωῆς. Ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία εἶναι ἡ φιλοσοφία τοῦ ἀνθρώπου κατὰ τοῦ κινδύνου. Δὲν εἶναι τίποτε συγκεκριμένον, Κύριοι, εἶναι ἀφῃρημένον πρᾶγμα, ὡς ἠθικόν. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι μεγαλείτερον ἢ μικρότερον εἰς τοὺς στρατοὺς, καθόσον εἶναι ἱκανώτεροι ἢ ἀνικανώτεροι οἱ προσκαλούμενοι νὰ διευθύνωσιν αὐτὴν τὴν πειθαρχίαν. Ἡ στρατιωτικὴ πειθαρχία ὁμοιάζει τὴν ὕελον, τὴν ὁποίαν πρέπει προσεκτικῶς νὰ φυλάττωμεν ὅπως μὴ βλαφθῇ, ὁμοιάζει τὴν ὕελον, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἀναχωνεύσῃ τις ἐκ νέου εἰς τὸ χωνευτήριον, ἵνα λάβῃ τὴν πρώτην αὑτῆς μορφήν. Πρέπει νὰ πασχίσωμεν μὲ ὅλας τὰς δυνάμεις μας νὰ μὴ διαῤῥήξωμεν τοὺς δεσμοὺς τοὺς ἀποτελοῦντας τὴν πειθαρχίαν, καὶ ἐδῶ εἶναι ἡ μεγάλη τέχνη τοῦ διοικεῖν τὸν στρατόν. Ὁ στρατός, Κύριοι, δὲν πρέπει ποτὲ νὰ βουλεύεται, πρέπει νὰ ἐκτελῇ, ὁ στρατὸς, ὅστις βουλεύεται, ἔπαυσε νὰ ᾖναι στρατὸς, ἔπαυσε νὰ ᾖναι εἰς τὴν ἰδιότητά του, εἶναι πλέον πολιτικὸν Σῶμα· καὶ ὅπου οἱ στρατιωτικοὶ βουλεύονται, αἱ Βουλαὶ δὲν ἐργάζονται· ἑπομένως ποτὲ δὲν πρέπει νὰ καλῶμεν τὸν στρατὸν εἰς τὸ βουλεύεσθαι. Εἶναι λοιπὸν ἔνοχος, καὶ ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας, ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελε προκαλέσει τὸν στρατὸν εἰς συζητήσεις διὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός του. Εἰς μίαν μόνον περίπτωσιν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ βουλεύεται ὁ στρατιωτικός, καὶ τοῦτο μόνον διὰ τοὺς μεγάλους ἀρχηγούς, εἰς τοὺς κινδύνους τῶν μαχῶν. Μόνον τὰ πολεμικὰ συμβούλια εἰς τοιαύτας περιστάσεις προσκαλοῦνται νὰ δώσωσι γνώμην, καὶ γνώμην, ὄχι ὑποχρεωτικὴν· εἰς καμμίαν ἄλλην περίστασιν οὐχὶ μόνον δὲν καλοῦνται εἰς συζήτησιν, ἀλλ’ οὐδὲ ὑποδεικνύεται εἰς τὸν στρατιώτην κανένας κίνδυνος· διότι ὀφείλει, ἐκτελῶν τὸ καθῆκόν του, νὰ διέλθῃ ἐν τῷ μέσῳ ὅλων τῶν κινδύνων, ἐὰν ᾖναι ἀληθινὸς στρατιώτης. Ἠξεύρετε, Κύριοι, πόσον ἐπικίνδυνον πρᾶγμα εἶναι τὸ νὰ καλῇ τις τὸν στρατιώτην εἰς συζήτησιν περὶ τῆς ἐκτελέσεως τῶν καθηκόντων του; θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι εἶναι τὸ μέγιστον κακὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προκύψῃ εἰς μίαν πολιτείαν ἀπὸ τοιαύτην συζήτησιν. Ἰδοὺ εἰς δύω λόγους ἓν παράδειγμα. Κατὰ τὴν ἐποχὴν, καθ’ ἣν τὸ Ναύπλιον ἐπολιορκεῖτο, ἀμφιβολίαι ὑπῆρχον περὶ τοῦ πολιορκοῦντος στρατοῦ, διὸ κατὰ τὴν ἑβδόμην Φεβρουαρίου διεδόθη, ὅτι ὁ στρατὸς εἶναι σύμφωνος μὲ τὴν ἐπανάστασιν, ὁ δὲ ἀξιότιμος στρατηγὸς Χὰν μ’ ἐκάλεσε καὶ μὲ ἀνήγγειλε τὸ περιστατικὸν τοῦτο· μοὶ εἶπε νὰ καλέσωμεν ἀμέσως διαφόρους τῶν ἀξιωματικῶν καὶ νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου κινδύνου. Μὴ, εἶπον εἰς αὐτὸν, στρατηγὲ, μὴ πράξῃς τοῦτο, διότι ἀπ’ αὐτῆς τῆς στιγμῆς στρατὸν δὲν ἔχεις, ἀρχηγὸς δὲν εἶσαι πλέον. Μὴ πράξῃς τοῦτο, διότι εἶναι τὸ ἴδιον, ὡς νὰ προσεγγίζῃς τὴν θρυαλλίδα εἰς τὴν πυρίτιδα. Σκέψου μόνον, στρατηγὲ, πῶς νὰ ὁδηγήσῃς τὸν στρατὸν εἰς τὴν μάχην, καὶ ἂν κατορθώσῃς ν’ ἀνταλλάξῃς δύω μόνον βολὰς μετὰ τοῦ ἐχθροῦ, ὁ στρατὸς εἶναι εἰς τὴν διάθεσίν σου. Σὺ εἶσαι Κυβέρνησις δι’ αὐτὸν, ἄλλως Κυβέρνησις δὲν θὰ ὑπάρξῃ εἰς τὰς Ἀθήνας. Εὐτυχῶς εἰσηκούσθη ἡ γνώμη μου κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν καὶ ἀπεφύγαμεν τὸν κίνδυνον, ὅστις μᾶς ἠπείλει. Ἐὰν μία μόνη λέξις πρὸς συζήτησιν ἐφέρετο ἐνώπιον τοῦ στρατοῦ, τὰ ἀποτελέσματα δι’ ἡμᾶς ἤθελον εἶσθαι δυσάρεστα. Ἂς ἐξετάσωμεν, Κύριοι, ἀφοῦ ὁ στρατὸς δὲν βουλεύεται, τί πράττει; ἐκτελεῖ καὶ ἀπροφασίστως διατάσσεται νὰ βαδίσῃ καὶ βαδίζει, διατάσσεται νὰ σταματήσῃ καὶ ἵσταται, διατάσσεται ν’ ἀρχίσῃ τὴν μάχην καὶ ἀρχίζει. Δὲν ἐξετάζει διὰ ποίους λόγους ἔγεινε τοῦτο ἢ ἐκεῖνο. Τότε ὁ στρατὸς εὑρίσκεται εἰς τὴν θέσιν του. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ στρατὸς ἐκτελεῖ χωρὶς νὰ βουλεύεται, ἐκεῖνος, ὅστις τὸν καλέσει εἰς συζήτησιν, εἶναι ἔνοχος καὶ ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας. Καὶ ἠξεύρετε διατὶ αὐτὸ, Κύριοι; διότι δὲν ἔχει καμμία ἐξουσία, καμμία ἀρχὴ, τὸ δικαίωμα νὰ ζητήσῃ λόγον τῆς διανοίας ἑνὸς ἑκάστου. Καὶ ἂν εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἡ ἄτοπος ἐρώτησις τοῦ διοικητοῦ τοῦ τάγματος δὲν ἐλάμβανε χώραν, δὲν ἤθελεν ἀναφανῆ ὁ κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἐπίκειται τόσον πολύ. Κατ’ ἐμὲ δὲ, δὲν ἤθελεν ἀναφανῆ τὸ ἀτόπημα, τὸ ὁποῖον συζητοῦμεν ἐνταῦθα. Καὶ διατὶ, Κύριοι; Πᾶς στρατιώτης ἐν γένει, ὁ ὁποῖος ἔδωκεν ἕνα ὅρκον νὰ ἐκτελῇ τὸ καθῆκόν του, δὲν ἔχει ἄλλο καθῆκον. Ἐὰν ἔλειπεν ἡ ἐρώτησις τί θὰ κάμῃς ἐὰν... τοῦτο ἢ ἐκεῖνο; ἤθελον εἰπεῖ, ὅτι εἶμαι.... ἤθελον μὲ θεωρήσει ἄνθρωπον ὕποπτον εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντος. Ἀλλὰ ἀκόμη εἶναι καὶ ἕνας ἄλλος κίνδυνος· πῶς θ’ ἀντιληφθῇ τὴν διάνοιαν τὴν ἰδικήν μου ἀπὸ τὰς λέξεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐξέφρασα; Ἔρχομαι κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν πραγματικότητα. Ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος (καὶ αὐτὸς ἢ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν δὲν εἶναι ὡρισμένον,) ἀλλ’ ὁ διοικητὴς τοῦ τάγματος καλεῖ τοὺς ἀξιωματικοὺς νὰ τοὺς ἐρωτήσῃ συνεπεία πληροφοριῶν, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἀπὸ τὴν Νομαρχίαν καὶ ἀπὸ τὴν μοιραρχίαν, καὶ ἐρωτᾷ αὐτοὺς καὶ τοὺς λέγει· πρόκειται νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις, πρόκειται νὰ γείνῃ στάσις, κατὰ τὰς ὁποίας ἔχω πληροφορίας καὶ κατὰ τὴν συνεννόησιν τὴν ὁποίαν ἔλαβον μὲ τὸν νομάρχην· προσθέτει δὲ, ὅτι τὰ πράγματα δὲν πηγαίνουν καλὰ καὶ ἡ κυβέρνησις δὲν βαδίζει καλὰ· (πιθανὸν νὰ μὴ ἦναι ἀκριβῆ ὅσα λέγονται ἐνταῦθα, ἀλλ’ ἐὰν εὑρεθῶσιν, ὅτι εἶναι ἀληθῆ, διότι κανεὶς δὲν δύναται νὰ τ’ ἀναιρέσῃ, περιορίζομαι εἰς τὸ πρῶτον μέρος τοῦ Κυρίου Ὑπουργοῦ, καὶ δέχομαι ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἠδύνατο νὰ πράξῃ τοῦτο). Κύριοι, κίνδυνος παρουσιάζεται νὰ διαταραχθῇ ἡ τάξις· τί θὰ πράξετε; ὁ ἕνας, λέγει, θὰ ὑποστηρίξω τὰ καθεστῶτα καὶ τὸ σύνταγμα· ὁ ἄλλος τὸ σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους· ὁ ἕτερος θὰ ἐκτελέσω τὸ καθῆκόν μου κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· ἑπομένως ἀπὸ αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δύναται νὰ μοῦ εἴπῃ, ὅτι ὁ δεῖνα εἶχε τὴν δεῖνα ἔννοιαν διὰ τῆς ἀπαντήσεώς του; Ὅλοι εἶπον, ὅτι θὰ ὑποστηρίξωσι τὸ Σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα εἶναι ὁ θεμελιώδης νόμος, ἐντὸς αὐτοῦ ἐμπεριέχονται τὰ πάντα· ὅποιος ὑποστηρίζει τὸ Σύνταγμα ὑποστηρίζει τὰ πάντα. Ποῦ εἶναι τὸ ἔγκλημα εἰς αὐτὴν τὴν ἀπάντησιν; Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ δὲν ἔπταισαν, ἀλλὰ προκληθέντες ἔδωκαν μίαν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλοι παρεμόρφωσαν, καὶ ἔδωκαν μίαν ἄλλην ἔννοιαν. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τὸ μέγα· ἐὰν ἐπρόκειτο ν’ ἀδικηθῶσι δύω ἢ τρεῖς ἄνθρωποι μὲ δύω μηνῶν φυλάκισιν, δὲν εἶναι τοῦτο τὸ μέγα κακόν· τὸ μέγα κακὸν εἶναι, ὅτι ἡ ἐξουσία κατέρχεται διὰ τῶν ἀρχῶν καὶ προκαλεῖ συζήτησιν μετὰ τῶν στρατιωτικῶν, κλονίζει τὴν πίστιν αὐτῶν, γεννᾷ ἀμφιβολίας μεταξὺ τῶν συναδέλφων καὶ εἶναι ἠναγκασμένη νὰ ῥίπτῃ τὸν μὲν εἰς τὴν μίαν ἄκραν τοῦ Κράτους, τὸν ἕτερον εἰς τὴν ἄλλην. Ἀλλὰ, Κύριε ὑπουργὲ, ἡ ἱστορία τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων εἶναι ὁ μόνος ὁδηγὸς, τὸν ὁποῖον πρέπει ν’ ἀκολουθήσητε ὅπως διοικήσητε τὸ Κράτος· καὶ αἱ ἱστορικαὶ δυστυχῶς περιστάσεις εἶναι τόσον πλησίον ἡμῶν, ὥστε ἔπρεπε νὰ χρησιμεύσωσιν εἰς ἡμᾶς ὡς κανὼν, ὡς ὁδηγὸς, μὲ τὸν ὁποῖον νὰ συμμορφώμεθα καὶ νὰ πολιτευώμεθα, καὶ οὐχὶ νὰ γεννῶνται δυστυχήματα, τὰ ὁποῖα θὰ ἔχουν δυσαρέστους συνεπείας, μολονότι πιστεύω, ὅτι θέλει εὑρεθῆ ὁ νόμιμος τρόπος ν’ ἀποφύγωμεν αὐτὰς τὰς δυστυχεῖς περιστάσεις. Δὲν ἔχετε λοιπὸν, λέγω, τὸ δικαίωμα νὰ προκαλῆτε συζητήσεις, καὶ ἂν ἐγὼ ἐκράτουν τὴν ἐξουσίαν, ἤθελον παραπέμψει ἐνώπιον τοῦ στρατοδικείου τὸν διοικητὴν τοῦ τάγματος· οὐδὲ λέξιν ἤθελα ἀναφέρει περὶ τῶν ἄλλων, διότι οἱ ἄλλοι τίποτε ἄλλο δὲν ἔπραξαν, εἰμὴ ἐρωτηθέντες ἀπεκρίθησαν ἕκαστος κατὰ τὴν ἰσχὺν τῆς διανοητικῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ φύσις εἰς αὐτόν. Τοῦτο λοιπὸν, Κύριοι, ἤθελα πράξει πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας καὶ ὄχι τοῦ ἀτόμου, ὅπως ἕκαστος μάθῃ νὰ περιορίζεται ἐντὸς τοῦ κύκλου τοῦ καθήκοντος αὐτοῦ. Μολαταῦτα πᾶς πρέπει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἦτο συμφέρον νὰ τεθῇ εἰς συζήτησιν ἡ ἐκτέλεσις τοῦ καθήκοντος, ναὶ ἢ οὐχί· αὐτὸ εἶναι τὸ ἔγκλημα. Ἔπραξαν τοιαύτας πράξεις, δὲν ἐτήρησαν τὴν πίστιν, κατεχράσθησαν τὴν δημόσιον ὑπηρεσίαν, προσέβαλον τοῦ πολίτου τὴν οἰκιακὴν εἰρήνην; ἰδοὺ αἱ πράξεις τὰς ὁποίας εἴχετε νὰ καταδιώξετε· οὐδέποτε τὴν διάνοιαν, τὴν ὁποίαν προκαλεῖτε διὰ τῶν ἀτόπων ἐρωτήσεών σας, σεῖς οἱ διοικηταὶ τῶν ταγμάτων. Οὗτοι εἶναι ἄμεσοι ὑπάλληλοι τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν. Κύριοι, εὔχομαι, διότι ἀπὸ ἐμὲ δὲν ἐξαρτᾶται, εἰμὴ μόνον νὰ εὔχωμαι, εἰς τὸ μέλλον πρὸς τὸ συμφέρον τὸ κοινωνικὸν νὰ μελετήσῃ ἡ Κυβέρνησις πολλὰ πεφροντισμένως τὰ ζητήματα τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ, νὰ τὰ ἐξασκῇ μ’ ὅλην τὴν αὐστηρότητα τῶν νόμων, ἀλλὰ καὶ μ’ ὅλην τὴν ἠθικὴν δύναμιν, ἡ ὁποία δὲν ἐκλόνισε τὴν πεποίθησιν τοῦ στρατοῦ. Εὔχομαι νὰ ἐπιληφθῆτε τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως, ἥτις εἶναι μέγα τι, ἐὰν μελετήσωσι μετὰ περισσοτέρας προσοχῆς αὐτὴν οἱ ὑπουργοὶ τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ οὐχὶ ἀπερισκέπτως νὰ δίδωσιν διαταγὰς εἴτε ἐγγράφους εἴτε ἀγράφους, εἴτε ἀκόμη καὶ ἐπισήμους σκανδαλώδεις ἐγκυκλίους. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι πολλάκις ἄνθρωποί τινες γίνονται θύματα τῆς εὐπιστίας αὑτῶν καὶ χωρὶς νὰ ἔχωσι κακὴν πρόθεσιν ὑπογράφουν ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ ὑπογράψουν διὰ τὸν ἑαυτόν των καὶ τὴν πατρίδα. Ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ εἰς τὸ μέλλον νὰ μὴ εὑρισκώμεθα εἰς τὴν δύσκολον θέσιν νὰ κατακρίνωμεν τοιαύτας ἐγκυκλίους, αἱ ὁποῖαι ἴσως πρὸ ὀλίγου ἐκυκλοφόρουν πρὸς σκάνδαλον τῆς στρατιωτικῆς ἀδελφότητος καὶ πειθαρχίας εἰς τὸν στρατόν. Δὲν ἐπιθυμῶ νὰ λαλήσω ὁριστικῶς ἐπὶ τῆς τελευταίας ἐγκυκλίου τοῦ Ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν· δὲν ἐπιθυμῶ, σεβόμενος τὰ ἁγνὰ αἰσθήματα ἑνὸς γέροντος ἀγωνιστοῦ τῆς πατρίδος.
§90ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ (Ὑπουρ. Στρατιωτικῶν). Νὰ τὸ εἰπῆτε.
§91ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν μὲ προκαλῆτε, θέλω τὸ εἴπει, μολονότι ἐδῶ τὸ ἔχω. Δὲν ἐπεθύμουν νὰ κάμω τὴν ἐξήγησιν ταύτην, ἀλλὰ προκαλούμενος χρεωστῶ νὰ τὴν δώσω εἰς μίαν συζήτησιν «εὐάριθμος τάξις ἀνθρώπων κτλ». (Ἀναγινώσκει τὴν ά. § τῆς ἐγκυκλίου). Καὶ μόνη αὐτὴ ἡ παράγραφος δὲν εἶναι συγχωρημένον νὰ ἐξέρχεται ἀπὸ στόμα τοῦ Ἀρχηγοῦ τοῦ στρατοῦ, διότι ἐξυπνᾷ καὶ φέρει τὴν συζήτησιν εἰς τὴν διάνοιαν τοῦ στρατοῦ, τί τρέχει;
§92ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Τὸ γρηγορεῖτε.
§93ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Τώρα θὰ σᾶς εἴπω τί εἶναι αὐτὸ τὸ γρηγορεῖτε «ὁ ὑποφαινόμενος....» (Ἀναγινώσκει ἐπίσης). Πόσοι καὶ ποῖοι εἶναι αὐτοί, καὶ ἀποδίδει τὴν μομφὴν εἰς ὁλόκληρον σῶμα τῆς πολιτείας; καὶ ποῖα εἶναι τὰ ὅρια, καὶ πόσοι καὶ ποῖοι εἶναι οἱ πεπλανημένοι αὐτοί; Σᾶς φαίνεται μικρὰ ἡ ἰδέα αὕτη ὅπως διαταράξῃ τὴν πειθαρχίαν; (Ἀποτείνεται πρὸς τὸν Κ. Κυπριάδην, ὅστις τὸν εἶχε διακόψει.) Ἔχετε δίκαιον, διότι δὲν ἐζήσατε μεταξὺ ἐνόπλων ἀνδρῶν, ἵνα ἰδῆτε πῶς πρέπει νὰ ἄρχωσι καὶ νὰ ὑπακούωσι, καὶ πῶς πρέπει νὰ ἐκτελῶσι καὶ σκέπτωνται· ὁλόκληρον σῶμα στρατιωτικῶν δὲν ὑβρίζεται οὕτω πως, διότι, ὅταν ἔχετε ὑπονοίας, ὀφείλετε νὰ τοὺς ἀνακαλύψετε καὶ νὰ τοὺς παραδώσητε εἰς τὴν αὐστηρότητα τῶν νόμων· ἀλλὰ δὲν σᾶς εἶναι συγκεχωρημένον ν’ ἀποδίδετε μομφὴν ἀόριστον. Πόσοι καὶ ποῖοι εἶναι αὐτοὶ οἱ ἀπεπλανημένοι; Δὲν ἔχω δίκαιον νὰ ἐρωτήσω μήπως εἶμαι καὶ ἐγώ; Βλέπετε πόσην ἔκτασιν λαμβάνει μία ἀπερίσκεπτος φράσις; Τίποτε δὲν εἶναι εὐκολώτερον νὰ γείνῃ εἰς τὴν κοινωνίαν παρ’ ὅ,τι πιστεύεται, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ᾖναι προσεκτικὴ πᾶσα ἐξουσία, ὅταν ἐπισήμως δι’ ἐγκυκλίων ὁμιλῇ. Καὶ ποῖος σοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃς τὴν ἀτομικήν μου πίστιν εἰς τὴν πλάστιγγα τῆς ἰδικῆς σου κρίσεως, ὅταν δὲν ἔχῃς ἀποδείξεις νὰ φέρῃς κατὰ τῆς ἀτομικῆς μου πίστεως; Ὅταν ὑπάρχῃ κίνδυνος, πάσχισε νὰ τὸν κάμῃς καταφανῆ· δὲν εἶσαι ἱκανός, ἄφησε τὴν ἐξουσίαν. Δὲν σοὶ εἶναι συγκεχωρημένον νὰ συκοφαντῇς, διότι ἡ ἐξουσία δὲν εἶναι ἀφῃρημένον πρᾶγμα· εἶναι θετικὸν καὶ ἔχει ὅλα τὰ μέσα νὰ φθάσῃ εἰς ἀποτέλεσμα διὰ τῶν νόμων, καὶ ὅταν δὲν δύναται νὰ φθάσῃ, θὰ εἰπῇ ὅτι διώκει φάσμα ἢ ὅτι εἶναι ἀναξία. Ἰδού, Κύριοι, ὅ,τι εἶχον νὰ σᾶς εἴπω. Τὸ πνεῦμα τῆς ἐγκυκλίου ταύτης εἶναι σκάνδαλον. Ἀφίνω τὰ λοιπὰ μέρη, ἵνα τ’ ἀναγνώσῃ ἕκαστος ἐξ ὑμῶν, διότι οὕτω νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ πράξω. Βλέπετε, ὅτι ὁ κίνδυνος εἶναι γενικὸς καὶ μέγας, ὅταν τὰ σκάνδαλα ἔρχωνται ἄνωθεν. Ὅταν ὅμως ἔρχωνται κάτωθεν, εἶναι μικρός— καὶ διὰ τί; διότι, ἂν ὑπάρχωσι καὶ πέντε, δέκα πεπλανημένοι, ἡ κοινωνία δὲν δύναται νὰ αἰσθανθῇ τὸ μέγα κακὸν, ὃ δύνανται νὰ πράξωσιν· ἢ ἄλλως πιστεύετε, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νὰ πράξωσι τὸ κακὸν ἐντὸς τῆς πολιτείας; Οἱ κακοὶ δὲν εἶναι ἐπίφοβοι ἐν καιρῷ εἰρήνης, διότι εἶναι ὀλίγοι· τοὺς καλοὺς πρέπει νὰ φοβῆσθε, διότι αὐτοὶ ἔχουν κρίσιν, θέλησιν, αἰσθάνονται τὰ δικαιώματά των, αἰσθάνονται ὅ,τι πρέπει νὰ αἰσθανθῇ εἷς πολίτης. Τὰ σφάλματα τῶν ὀλίγων δὲν ἐπηρεάζουν τὴν κοινωνίαν· τὸ σφάλμα ὅμως ἑνὸς καὶ μόνου ὑπουργοῦ δύναται ὁλόκληρον νὰ συνταράξῃ πολιτείαν. Ἀνατρέξατε εἰς τὴν ἱστορίαν· ὅσῳ ὑψηλότερον ἵσταται εἷς πολιτικὸς ἄνθρωπος, τόσῳ προσεκτικὸς πρέπει νὰ ᾖναι εἰς τὰς πράξεις καὶ τοὺς λόγους του. Ἀλλ’, ἐννοεῖται, ἐνίοτε ἐκ τῆς καλῆς καὶ ἀγαθῆς ψυχῆς του δύναται νὰ πράξῃ τὸ κακὸν καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλῃ, καὶ ἡ ἱστορία ἔρχεται εἰς ἐπικουρίαν μου, ὅτι πολλοὶ ἄνθρωποι ἔγειναν θύματα τῆς ἁπλότητος, μεθ’ ἧς διεξήχθησαν σπουδαῖαι ὑποθέσεις τοῦ κράτους. Τὸ ζήτημα ὑπὸ τὴν πολιτικήν του ἔποψιν νομίζω, κατ’ ἐμὲ, οὕτως ἔχει, καὶ εὔχομαι ἵνα μὴ τοῦ λοιποῦ παρουσιασθῇ τοιοῦτον σκάνδαλον ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους· εὔχομαι ὅπως του λοιποῦ ἡ διοικοῦσα τὸν στρατὸν ἐξουσία καταδεικνύῃ διὰ πάσης αὐστηρότητος τὸ ἔγκλημα καὶ ἐνθαῤῥύνῃ τὸ ἀγαθὸν πνεῦμα καὶ ἀναπτύξῃ τὴν στρατιωτικὴν διδασκαλίαν, ὅπως ἀνυψώσῃ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκόμη δὲν εἶναι ἕτοιμοι νὰ ἐννοήσωσι τὸ μέγα βάρος, τὴν μεγάλην ἀξίαν τοῦ ἐπαγγέλματός των. Ἤδη ὑπὸ νομικὴν ἔποψιν θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα, ἀποκρινόμενος εἰς τὸν Κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, τοῦ ὁποίου τὰ φῶτα σέβομαι ὑπὲρ πάντα ἄλλον. Αἱ στρατιωτικαὶ πράξεις τιμωροῦνται, ἡ δὲ πειθαρχικὴ ποινὴ ἐπιβάλλεται ἀπὸ πάντα προϊστάμενον ἢ ἀπὸ τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ἔχει διπλῆν δικαιοδοσίαν, πειθαρχικὴν ἐξουσίαν καὶ δικαστικήν· διότι ἐπιβάλλει ποινὰς εἰς τὰς πειθαρχικὰς πράξεις καὶ ἀποφαίνεται διὰ βουλεύματος ἐπὶ τῶν ποινικῶν. Ὁ νόμος ἔθεσε μεγάλην ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν στρατιωτικῶν, διότι ὅ,τι γίνεται εἰς τὰ πλημμελειοδικεῖα διὰ τῶν βουλευμάτων, γίνεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν μόνον διὰ τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὑπουργοῦ. Δόσας ὅμως ὁ νόμος τοσαύτην ἐξουσίαν εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ, ἔθεσε καὶ φραγμοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν δύναται νὰ ὑπερπηδήσῃ. Μία πρᾶξις, ἥτις ἔχει τὸν χαρακτῆρα τοῦ πλημμελήματος, εἴτε τοῦ κακουργήματος, εἴτε κοινὴ, εἴτε στρατιωτικὴ, ἀνήκει εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῆς στρατιωτικῆς δικαιοσύνης. Εἰς τοιαύτην πρᾶξιν ὁ ὑπουργὸς δὲν ἔχει διόλου δικαίωμα νὰ φέρῃ τὴν θέλησίν του. Ἐξηγοῦμαι· ὑποθέσατε, ὅτι ἓν μέλος τοῦ στρατοῦ περιέπεσεν εἰς μίαν πρᾶξιν, ἡ ὁποία εἶναι πλημμέλημα ἢ κακούργημα, εἴτε κοινὸν, εἴτε στρατιωτικόν· ἅμα δοθῇ ἡ καταγγελία, ἀφοῦ διατρέξῃ τὸν δρόμον τῆς ὑπηρεσίας, θὰ φθάσῃ ἐνώπιον τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, οὗτος δὲ πρὸ παντὸς ἄλλου, ἅμα ἡ πρᾶξις καταγγελθῇ εἰς βαθμὸν πλημμελήματος ἢ κακουργήματος, ὀφείλει νὰ διατάξῃ ἀνάκρισιν, ἀλλ’ οὐχὶ διοικητικὴν, ὡς ἔπραξεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ἀλλὰ δικαστικὴν, διότι διοικητικὴ ἀνάκρισις οὔτε ὑπάρχει κατὰ νόμον. Ἔπρεπεν ἡ ὑπόθεσις νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ φρουραρχείου. Καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχει διοικητικὴ ἀνάκρισις τὸ γνωρίζω, διότι εἰς τὸ τέλος τῆς στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας ὑπάρχει ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει, αἱ διατάξεις αἱ ἀντιβαίνουσαι εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργοῦνται· ἄλλη ἀνάκρισις ἑπομένως δὲν ἰσχύει. Ἀφοῦ ὁ εἰσηγητὴς λοιπὸν κάμῃ τὴν ἐξέτασιν καὶ φέρῃ τὴν ἔκθεσίν του, ἐπιφέρει καὶ αὐτὸς τὴν γνώμην του· ἀκολούθως ὑποβάλλει τὴν δικογραφίαν εἰς τὸν Βασιλικὸν ἐπίτροπον, ὅστις εἶναι ὁ εἰσαγγελεὺς, καὶ ἐπιφέρει καὶ αὐτὸς τὴν γνώμην του. Ἂν ὁ εἰσηγητὴς καὶ ὁ Βασιλικὸς ἐπίτροπος ἦναι σύμφωνοι ὡς πρὸς τὸν χαρακτῆρα τῆς πράξεως, ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει ἐντὸς 8 ἡμερῶν νὰ τὸν παραπέμψῃ· ἂν δὲ εἴπωσιν ἀμφότεροι, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλλαχθῇ τῆς κατηγορίας, ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ τὸν ἀπαλλάξῃ. Ὅταν δὲ καὶ οἱ δύω διαφωνοῦν, τότε ὁ ὑπουργὸς ἠξεύρετε τί δικαίωμα ἔχει; Οὐδὲν ἄλλο παρὰ ν’ ἀφήσῃ τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν ἐκτίμησιν τοῦ δικαστηρίου. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐκ τῆς ἀναφορᾶς τοῦ διοικητοῦ τοῦ τάγματος ἐκπηγάζει, ὅτι πνεῦμα ἀντιπειθαρχικὸν κατὰ τῶν καθεστώτων (καὶ δὲν δύναται ὁ Κ. Καλλιγᾶς ν’ ἀρνηθῇ τὴν ἔννοιαν τῆς κατηγορίας αὐτῆς) εἶναι πρᾶξις προβλεπομένη ἀπὸ τὸν ποινικὸν νόμον τὸν στρατιωτικόν. Ποῦ ἦτο λοιπὸν τὸ δικαίωμα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν ἐνταῦθα; νὰ βασανίσῃ τὴν ὑπόθεσιν διὰ μιᾶς ἀνακρίσεως, ἥτις εἶναι παράνομος, καὶ νὰ ἐκδώσῃ μίαν ἀπόφασιν, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀδικωτάτη; Διατί, Κύριε ὑπουργὲ, μὲ τιμωρεῖς πειθαρχικῶς, ἐνῷ δὲν ἔχεις δικαίωμα; Ἐὰν ἦμαι ἔνοχος, θὰ μὲ τουφεκίσουν, ἐὰν δὲν ἦμαι, πῶς μὲ τιμωρεῖς πειθαρχικῶς; Ἀκούσατε, Κύριοι· πρὶν γίνωσιν αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαί, ἤμην ὑπάλληλος καὶ κατηγορεῖτο ὁ ἀξιότιμος ἀξιωματικὸς Γλαράκης ἐπὶ ἐξυβρίσει κατὰ τοῦ ἱεροῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως. Γίνονται ἀνακρίσεις καὶ στέλλονται εἰς τὸ ὑπουργεῖον· ὁ ἀγαθὸς τῷ ὄντι Καρνάλης, τότε ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, δὲν ἠξεύρω πόθεν κινούμενος, ἠθέλησε νὰ τιμωρήσῃ τὸν ἀξιωματικὸν αὐτὸν πειθαρχικῶς, καὶ λέγει νὰ τὸν θέσωμεν εἰς ἀργίαν. Μή, λέγω, διότι θὰ διατρέξῃς σπουδαῖον κίνδυνον ἀπέναντι τῆς κοινωνίας· θὰ θεωρηθῇς ὡς ἕνας ἄνθρωπος, ὅστις δὲν γνωρίζει οὔτε τὰ στοιχεῖα τῆς στρατιωτικῆς νομοθεσίας, θὰ γείνῃς γελοῖος. Τί νὰ κάμωμεν λοιπόν, μοῦ λέγει. Νὰ τὸν στείλωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, τοῦ ἀποκρίνομαι, καὶ ἂν ᾖναι ἔνοχος, ἂς τὸν τιμωρήσουν· ἐὰν δὲν ᾖναι πῶς τὸν θέτεις εἰς ἀργίαν; Τῷ ὄντι, μολονότι ὑπῆρχον χίλιαι μαρτυρίαι κλπ., ἠξεύρετε ὅμως πόσον ἡ ἀνάκρισις λαμβάνει ὅλως διόλου διαφορετικὸν χαρακτῆρα εἰς τὴν κατ’ ἀντιμωλίαν συζήτησιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων. Τὸ δικαστήριον λοιπὸν ἀπέλυσε τὸν ἄνθρωπον καὶ τοιουτοτρόπως ὁ μὲν Νόμος ἐξετελέσθη, ἡ κοινωνία ἱκανοποιήθη, τὸ δὲ ἄτομον δὲν ἠδικήθη. Οὕτω πράττουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ βαστάξουν τὴν πειθαρχίαν τοῦ στρατοῦ· δὲν ἀδικοῦν κανένα, ἀλλ’ οὐδὲ χαρίζονται εἰς κανένα. Καὶ πῶς, ἂν ὑπῆρχε μία συνωμοσία κατὰ τῶν καθεστώτων, εἶσθε εὐχαριστημένοι, ὅτι ἐπεβάλετε μίαν πειθαρχικὴν ποινήν; Παρελείψατε σπουδαῖον καθῆκον, ἐνῷ ἐπρόκειτο νὰ διαταραχθῶσι τὰ καθεστῶτα. Νομίζετε, ὅτι, ὅταν δὲν θέλετε νὰ τιμωρῶνται τὰ ἐγκλήματα, ἠθέλετε εἶσθαι ἀξιέπαινοι; Ποτέ. Ἔπρεπε λοιπὸν οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι ἢ νὰ φερθῶσιν ἐνώπιον τῆς Δικαιοσύνης, διὰ νὰ φωτισθῇ ἡ κοινωνία καὶ νὰ καταδικασθῶσιν, ἢ ἄλλως δὲν ἠδύνασθε νὰ ἐπιβάλητε πειθαρχικὴν ποινήν· διότι δὲν δύνασθε νὰ μοὶ εἴπητε ἐδῶ, ὅτι ὑπάρχει στρατιωτικὸν παράπτωμα, τὸν διέταξεν ὁ διοικητὴς νὰ ὑπάγῃ εἰς τὸ γυμνάσιον καὶ τὸν τιμωρεῖ, διότι δὲν ἐπῆγεν. Ἐδῶ τὸν καταγγέλλεις, ὅτι διὰ τῆς ἀπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσες, ἐμφαίνεται στάσις· ἐξηγεῖς τὴν διάνοιάν του καὶ τοῦτο εἶναι ἐκτίμησις τῆς συνειδήσεως· ἀλλὰ μετὰ ταῦτα δὲν ἔχεις δικαίωμα, ἀφοῦ ταράξῃς τὴν κοινωνίαν, τὸν στρατὸν, νὰ εἴπῃς σὲ τιμωρῶ πειθαρχικῶς, διότι τοῦτο, ἂν δὲν ᾖναι τίποτε ἄλλο, εἶναι ὅμως πολὺ περίεργον. Ἐπιθυμῶ λοιπὸν, ὅπως ἐκ τῆς συζητήσεως ταύτης καλόν τι ἐξαχθῇ, ἐπιθυμῶ, ὥστε εἰς τὸ μέλλον νὰ ῥυθμίσῃ ἑκάστη ἐξουσία τὴν πορείαν αὐτῆς σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Νόμου. Μόνη αὐτὴ ἡ ὁδὸς εἶναι ἀσφαλὴς καὶ φέρει εἰς πέρας ἀσφαλὲς καὶ ἀπολήγει εἰς εὐτυχίαν. Ἐταράχθη ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν διατὶ φέρομεν ἐπερώτησιν· ἀλλὰ δὲν ἐνόησε τὸ μέγιστον καλὸν, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ προέλθῃ ἐκ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς. Ἔπρεπε νὰ μᾶς χρεωστῇ χάριν μάλιστα ἀντὶ νὰ μᾶς μέμφηται. Καὶ ἂν δὲν τὸ ὁμολογήσῃ τοῦτο δημοσίᾳ, ἰδιαιτέρως εἶμαι βέβαιος, θὰ τὸ αἰσθανθῇ. Διότι ἡμεῖς ἐδῶ ἐρχόμεθα νὰ ἐξελέγξωμεν πρᾶξιν, καὶ, ἂν αὐτὴ ᾖναι ἐναντίον τοῦ Νόμου, πρέπει νὰ μᾶς εὐχαριστήσῃ, διότι, καθὼς εἶπον καὶ χθὲς, εἶναι καλὸν νὰ ἐρχώμεθα νὰ φωτίζωμεν καὶ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν κοινωνίαν. Διατὶ λοιπὸν μᾶς μέμφεσθε; Πρέπει, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσωμεν μίαν ἀλήθειαν εἰλικρινῶς, ὅτι κατὰ πρώτην φορὰν τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα λαμβάνει ἀφορμὴν ὑπάρξεως εἰς τὴν πατρίδα μας· ψεύματα ἦσαν ὅλα τὰ παρελθόντα. Πρώτην φορὰν τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερον καὶ αἱ συζητήσεις γίνονται σπουδαῖαι ἐνώπιον τοῦ Ἔθνους. Ἀλλὰ πρέπει συγχρόνως νὰ εἴπωμεν καὶ μίαν ἄλλην ἀλήθειαν· τὸ βάρος εἶναι μέγα καὶ ὑπὸ τὸ βάρος αὐτὸ τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον πρώτην ἤδη φορὰν θέλομεν νὰ ἐφαρμόσωμεν, κλονίζονται οἱ πόδες καὶ τῆς Βουλῆς καὶ τῶν Ὑπουργῶν καὶ πάσης ἐξουσίας, διότι ἡ εὐθύνη εἶναι μεγάλη, καὶ τόσον μεγάλη, ὅσον καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ἐκ τοῦ Συντάγματος εἶναι μεγάλα. Ἀλλὰ, διότι τὸ βάρος εἶναι μέγα, διότι ἠθελήσαμεν ν’ ἀναδεχθῶμεν αὐτὸ τὸ βάρος, πρέπει νὰ ἔχωμεν καὶ τὸ θάῤῥος καὶ τὴν ἀνδρίαν νὰ πορευθῶμεν ἀδιστάκτως πρὸς τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἀποβλέπει τὸ ἔθνος. Μὴ λοιπὸν μεμφώμεθα ἀδίκως ὁ εἷς τὸν ἄλλον· μὴ ἐπιῤῥίπτωμεν ἀδίκους συκοφαντίας κατὰ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης μερίδος ἢ τοῦ ἀτόμου· ἀλλ’ εἰλικρινῶς καὶ ἄνευ φατριασμοῦ ἂς ἐξετάσωμεν τὰ ζητήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μόνον πολιτικὰ διὰ τὴν κατάληψιν τῆς ἐξουσίας, καθὼς τινες λέγουν, ἀλλ’ εἶναι κοινωνικά, εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα συνδέονται μὲ τὴν ὕπαρξιν τῆς τάξεως καὶ ἡσυχίας τῆς πατρίδος. Ἤκουσα, κύριοι, πολλοὺς παραπονουμένους καὶ λέγοντας, πρὸς τί αὐταὶ αἱ συζητήσεις; θέλουν φέρει μεγάλους κινδύνους. Καὶ τί ἄλλο εἶναι, ἢ ποῖος ὁ προορισμὸς τῆς Βουλῆς ἐδῶ εἰμὴ τὸ νὰ συζητῇ; Καὶ ἐὰν δὲν συζητῶμεν, τί πρέπει νὰ πράξωμεν; Ἐὰν δὲν ἐρωτῶμεν τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῆς πορείας της, τί νὰ πράξωμεν; Νὰ ψηφίζωμεν μόνον ναὶ ἢ ὄχι; ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι ὁ προορισμὸς τῆς Βουλῆς, καὶ οὔτε τὸ δέχομαι καὶ διαμαρτύρομαι κατὰ πάσης τοιαύτης ἰδέας. Ὁ κ. ὑπουργὸς λοιπὸν τῶν Ἐξωτερικῶν πρέπει νὰ ᾖναι πλέον ἀνεκτικός· ἐνδέχεται νὰ ᾖναι ὀλίγον νευρικός, ἀλλ’ εἰς τοῦτο δὲν πταίομεν ἡμεῖς καὶ πρέπει ν’ ἀκούῃ μεθ’ ὑπομονῆς μάλιστα πράξεις, εἰς τὰς ὁποίας σκανδαλωδῶς ἔλαβε μέρος. Καὶ ποῖος ἔδωκε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν ὑπουργόν, ἐν ἀδείᾳ διατελοῦντα, ν’ ἀναμιγνύεται εἰς ὑποθέσεις τοῦ Κράτους, καὶ μάλιστα στρατιωτικὰς καὶ δικαστικὰς τοιαύτας; Καὶ ποῦ ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔλαβε τὸν κόπον, καὶ πότε νὰ ἐξετάσῃ, νὰ διοικήσῃ τὸν στρατὸν ἢ νὰ μελετήσῃ τοὺς νόμους αὐτοῦ, τοὺς ὁποίους ὁ ἴδιος μᾶς λέγει, ὅτι δὲν ἠξεύρει; Ἀφοῦ λοιπὸν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον φέρεται, ἀφοῦ ἐγέννησε σκάνδαλα, ἀφοῦ ἐξέρχεται τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μὴ ἐξασκήσῃ ὡς ὑπουργὸς ἐν ἀδείᾳ, ἔρχεται καὶ λέγει δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἀπασχολῆτε μὲ τὴν παῦσιν τοῦ Δημάρχου. Ἡ παῦσις τοῦ Δημάρχου, κ. ὑπουργέ, εἶναι τὸ διοικητικὸν σύστημα, ἡ ψυχὴ τοῦ ἔθνους. Ἡ ἐπερώτησις περὶ τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ εἶναι μέγα ζήτημα, διότι δὲν ἀνήκει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, ἀλλ’ εἰς τὸ ἔθνος, διότι διὰ τῆς πειθαρχίας αὐτῆς ἐπιζητοῦμεν τὴν τάξιν τὴν ἀναγκαίαν ἐν καιρῷ πολέμου, ἢ πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ὑπηρεσίας διὰ τὴν ἀσφάλειαν τῆς πατρίδος. Ἔχομεν λοιπὸν μέγα δικαίωμα καὶ καθῆκον καὶ συμφέρον νὰ ἐξετάσωμεν, ὅπως ἑδραιωθῇ αὐτὴ ἡ πειθαρχία, ὅπως αὐτὸ τὸ Σῶμα, διὰ τὸ ὁποῖον καταδαπανῶμεν τόσα ἑκατομμύρια, φανῇ ὠφέλιμον. Βέβαια ἐπικίνδυνον μὲν εἶναι νὰ ἀναμιγνύεται ὁ στρατὸς εἰς τὴν πολιτείαν, καὶ πᾶς ὅστις ἔχει ἰδέαν τοῦ κινδύνου αὐτοῦ πρέπει νὰ τὸν ἀποφύγῃ διὰ παντὸς μέσου, καὶ ἡμεῖς ὅλοι εὐχόμεθα, ὅπως ὁ στρατὸς ἐπανέλθῃ εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο τῆς πειθαρχίας, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι ὥρισαν δι’ αὐτόν. Ἀλλ’ αὐταὶ αἱ ἀρχαὶ τῆς Κυβερνήσεως, ἵνα μὴ εἴπω αὐτὴ ἡ Κυβέρνησις, μὲ τὰ μυστικά της γράμματα, καὶ τὸ λέγω, καὶ εἶναι ἀληθὲς διὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν, δὲν πρέπει νὰ προκαλῶσι συζητήσεις τοιαύτας, καὶ θέτουν εἰς ἀμφιβολίαν τὴν πειθαρχίαν. Οὕτω λοιπὸν πολιτευόμενοι πράττετε οὐχὶ ἔγκλημα, ἀλλὰ χειρότερον ἀπὸ ἔγκλημα, καὶ πρέπει ἡ ἐξουσία νὰ ἀποφεύγῃ νὰ προκαλῇ συζητήσεις ἐντὸς τοῦ στρατοῦ. Λοιπόν, Κύριοι, εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν δὲν σκοπεύω νὰ προκαλέσω μίαν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς. Ἐπεθύμουν νὰ μὴ δοθῶσιν ἀφορμαὶ νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνώπιόν σας, ἀλλ’ ἀφ’ οὗ ἅπαξ ἦλθε, χρεωστῶ νὰ σᾶς εἴπω εἰλικρινῶς, κατ’ ἐμὲ τοὐλάχιστον, τὴν ἀλήθειαν, καθὼς τὴν αἰσθάνομαι καὶ τὴν ἠξεύρω ἐκ τῶν πραγμάτων αὐτῶν. Μὴ ἐγγιχθῇ, κ. ὑπουργέ, εἰς τὸ μέλλον ἡ πειθαρχία τοῦ στρατοῦ· ἂς παύσουν αἱ ἐγκύκλιοι ὅλαι, ὅσαι δὲν ἀποβλέπουν τὸν σκοπὸν τῆς ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς ἀναπτύξεως τοῦ στρατοῦ πνευματικῶς· ἂς παύσουν αἱ ἄτοποι ὑποψίαι, ἂς παύσουν αἱ ὑπόνοιαι, αἱ ὁποῖαι δὲν περιποιοῦν τιμὴν εἰς καμμίαν ἐξουσίαν, διότι δύω τινὰ ὑπάρχουν· ἢ ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τοὺς πολίτας καὶ τὸν στρατόν, καὶ τότε κυβερνᾶτε, ἢ δὲν ἔχετε, καὶ τότε θὰ εἴπω, ὅτι αἰσθάνεσθε κἄτι τι ἔνοχον ἀπέναντι αὐτῆς τῆς κοινωνίας, καὶ φύγετε. Κύριοι, πρέπει νὰ ἐννοήσητε ἀκόμη ἕνα βαθμὸν τοῦ μεγαλείου τῆς στρατιωτικῆς πειθαρχίας. Τί νομίζετε, ὅτι εἶναι ἕνας ἀρχηγὸς, ὅστις φέρει ἓν ζεῦγος ἐπωμίδων, καὶ τάσσεται ἀπέναντι χιλιάδων ἀνδρῶν ὡπλισμένων δι’ ὅλων τῶν μέσων; οὐδέν. Τί εἶναι ὅμως αὐτὸς ὁ ἀρχηγὸς ὡς ἀρχηγός; τὸ πᾶν. Ἠξεύρετε ποῖα εἶναι τὰ μεγάλα πλεονεκτήματα τῆς πειθαρχίας τοῦ στρατοῦ; εἶναι ἡ ὑπόληψις πρὸς τοὺς ἀρχηγοὺς, τίποτε ἄλλο. Ἠξεύρετε τί εἶναι αὐτὴ ἡ πειθαρχία, ἡ ὑπόληψις εἰς ἕνα ἀρχηγόν; εἶναι τὸ αἷμα, ἡ ζωὴ τοῦ στρατοῦ· εἰς ἓν του νεῦμα χιλιάδες πίπτουν κατὰ γῆς χωρὶς στεναγμὸν, ζητωκραυγοῦντες ὑπὲρ αὐτοῦ, ὅταν ἀκόμη καὶ ἡ τελευταία πνοὴ ἐξέρχεται. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἓν ἄτομον τὸ φοβοῦνται περισσότερον ἀπὸ τὰ τηλεβόλα τοῦ ἐχθροῦ, περισσότερον παρ’ αὐτὸν τὸν θάνατον, διότι εἶναι ἡ μόνη ἐλπὶς, τὸ μόνον πνεῦμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τοὺς σώσῃ καὶ τοὺς καταστρέψῃ. Καὶ ἠξεύρετε τί θέλει νὰ εἰπῇ νὰ ὁδηγήσητε ἀνθρώπους, ἔμψυχα ὄντα, καθὼς εἴμεθα πάντες, εἰς τὴν καταστροφὴν καὶ ὄχι εἰς κανένα χορόν; νὰ εἴπητε εἰς αὐτοὺς, πηγαίνετε νὰ φονευθῆτε, νὰ χύσητε τὸ αἷμά σας, καὶ ὄχι νὰ χορεύσητε καὶ φάγητε καὶ πίητε; Ἠξεύρετε τί εἶσθε τότε, ὅταν ἐκδίδητε τοιαύτας διαταγάς; περισσότερον ἀπὸ ἄνθρωπον, ἀπὸ Κυβέρνησιν, ἀπὸ κάθε ἄλλο, διότι τοιαύτη ὑποταγὴ μετὰ τὸν Θεὸν εἰς ἄνθρωπον δὲν δίδεται. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τῆς πειθαρχίας. Τὴν πειθαρχίαν λοιπὸν αὐτὴν δὲν τὴν χορηγοῦμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, εἰς τὸν ὑπουργὸν, τὸν Κώσταν ἢ τὸν Γιάννην, ἀλλ’ εἶναι κτῆμα τοῦ ἔθνους, καὶ πρέπει νὰ ἐπαγρυπνῇ δι’ ὅλης αὐτοῦ τῆς φροντίδος. Διότι μὴ λησμονήσατε, ὅτι 10,000 ἄνδρες ἄλλοτε, τόσον ἔνδοξοι καὶ ἔντιμοι, οἱ ὁποῖοι ὑπήκουον εἰς μόνην τὴν ὑπόληψιν 4 ἢ 5 ἀρχηγῶν, ἔσωσαν τὴν πατρίδα εἰς τὸ Ἄργος, εἰς τὸ Μεσολόγγι, εἰς τὰς Θερμοπύλας, εἰς τὴν Ἀττικὴν, πειθαρχοῦντες δυνάμει τῆς ὑπολήψεως. Τοσοῦτον μεγάλη εἶναι ἡ πειθαρχία, καὶ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν πρέπει νὰ τὴν ἐξετάσωμεν. Δὲν ἔχει λοιπὸν κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ τὴν διασαλεύῃ, ἂν θέλετε νὰ ἦσθε κράτος, νὰ ἔχητε ἐλευθερίαν, νὰ ἔχητε ὕπαρξιν, καὶ ἂν θέλετε νὰ ἦσθε ἐλπὶς μεγάλων ἰδεῶν. Ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ δώσω τέλος εἰς τὸν λόγον μου, διότι, νομίζω, ἀρκετὰ ἐλέχθησαν ὅπως ἐκ τῶν λεχθέντων αὐτῶν παραχθῇ καρπὸς ὠφέλιμος. Καμμίαν αἰτίασιν δὲν ἀποδίδω εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλὰ θεωρῶ τὴν παροῦσαν περίστασιν ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἀνικανότητος, μὲ τὴν ὁποίαν διευθύνονται τὰ στρατιωτικὰ σώματα κατὰ καιροὺς, καὶ διὰ τοῦτο, ἂν ἡ φωνή μου εἰσακουσθῇ, ἐπιθυμῶ ἡ Βουλὴ νὰ κλείσῃ τὴν συζήτησιν, δεχομένη τὴν πρότασίν μου, ὅτι ἀρκεσθεῖσα εἰς ὅσα ἐλέχθησαν νὰ ἐξακολουθήσῃ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§94ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει λοιπὸν κανὲν θέμα πρὸς ψηφοφορίαν ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως;
§96ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι)· παρεδέχθη. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, Κύριοι, διαβιβάζει ἔγγραφον εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ ὁποίου ζητεῖ προθεσμίαν 10 ἡμερῶν, ἵνα γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Πλατὺ περὶ καταμετρήσεως τῶν πλοίων, διότι, λέγει, ἐζήτησε παρὰ τοῦ ὑπουργείου ...
§98ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§99ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε λοιπὸν νὰ γείνῃ συζήτησις.
§101ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Θὰ τὸ συζητήσωμεν κατόπιν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε λοιπὸν νὰ τὸ ἀναβάλωμεν διὰ τὴν δευτέραν;
§103ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν τώρα τὰς ἀναφοράς.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§106ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι, τώρα. Ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς καὶ γίνονται δεκταὶ ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἄνευ ἀντιῤῥήσεως αἱ γνωμοδοτήσεις αὐτῶν ἐπὶ τῶν ἑξῆς ἀντικειμένων ά.) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 1. ἀναφορᾶς τοῦ Κηρύτση Διάκου, ἐξαιτουμένου παρὰ τοῦ Προέδρου τῆς Βουλῆς τὴν ἐγγραφήν του εἰς τὸ δημοτολόγιον τοῦ δήμου Κερκύρας ὡς νομίμου δημότου, μὴ ὄντος ἐγγεγραμμένου εἰς δῆμόν τινα. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον. βʹ.) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 2. ὁμοίας τῶν κατοίκων τοῦ Δήμου Δρυόπης τῆς Τροιζηνίας, ἐξαιτουμένων, ὅπως τοῖς χορηγηθῇ ἡ ἐθνικὴ θέσις «Σκαπέτη» καλουμένη, πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς ἐκεῖ μετοικήσεώς των, ἵνα διασώσωσι τὴν ζωήν των κλπ. ἐπαπειλουμένην ἔκ τε τῆς ἀσθενείας καὶ ληστείας. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ εἰς τὴν ἐπὶ τῶν δημοσίων ἔργων κλπ. ἐπιτροπήν. γʹ.) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 3. ὁμοίας διαφόρων κατοίκων τῆς Ἠλείας, ἐξαιτουμένων τὴν κατάργησιν τοῦ νόμου, δι’ οὗ ὑπεβλήθησαν εἰς φόρους βαρεῖς χάριν τῆς ἐπισκευῆς τοῦ λιμένος. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον. δʹ.) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 4. ὁμοίας τοῦ Χρήστ. Καπετανάκη προτρέποντος τοὺς Κυρίους βουλευτάς, ὅπως ἐν συμπνοίᾳ καὶ ἀδελφικῇ ἀγάπῃ φροντίσωσι διὰ τὸ καλὸν τῆς πατρίδος. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ τεθῇ εἰς τὸ ἀρχεῖον. έ.) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 5. ὁμοίας κατοίκων διαφόρων χωρίων τῆς Κεφαλληνίας, ἐξαιτουμένων παρὰ τῆς Βουλῆς, ὅπως ὑπαγάγῃ τὰ χωρία των εἰς τὸν δῆμον Ἀργοστολίου. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον, ὅπως λάβῃ ταύτην ὑπ’ ὄψιν καὶ φέρῃ τὴν νόμιμον ἐπ’ αὐτῆς θεραπείαν. ϛʹ.) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 6 ὁμοίας τοῦ Καπλάμπεη παραπονουμένου, ὅτι ἀπεπέμφθη ἐκ τῆς Ἑλλάδος. Ἡ ἐπιτροπὴ παρατηρεῖ, ὅτι παρεβιάσθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ ἄρθρον 4 τοῦ Συντάγματος καὶ ἀπόκειται εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ζητήσῃ λόγον ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον.
§107ΤΙΝΕΣ. Νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης.
§108ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι πλήρης ἡ Βουλή.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ ἔλθουν ἐκ τῶν δωματίων οἱ Κύριοι βουλευταί. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ νὰ σταλῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης;
§110ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. ζʹ.) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 7. ὁμοίας τῶν κατοίκων τοῦ Δήμου Πηνείων τῆς Ἠλείας, ἐξαιτουμένων τὴν παῦσιν τοῦ Δημάρχου των ὡς πράττοντος πολλὰς κατ’ αὐτῶν παρανομίας. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διευθυνθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργεῖον. ή.) Ἐπὶ τῆς ὑπ’ ἀριθ. 8. ὁμοίας διαφόρων φαλαγγιτῶν συνταξιούχων, ἐξαιτουμένων νὰ μὴ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸ ληφθησόμενον μέτρον περὶ πληρωμῆς μέρους τῆς συντάξεώς των δι’ ἐντόκων γραμματίων. Ἡ ἐπιτροπὴ γνωμοδοτεῖ νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργεῖον, ὅπως βασανίσῃ κατὰ νόμον αὐτὴν, καὶ ἱκανοποιήσῃ τοὺς ἀναφερομένους, ἐὰν ἔχωσι δίκαιον.
§111ΚΟΥΝΤΟΥΡΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν εἴμεθα πλήρεις.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λύω λοιπὸν τὴν συνεδρίασιν· ὥρα 5 παρὰ ¼.