1865.10.08
1.747 στίχοι · 14.478 λέξεις · 130 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 51.
Τῆς 8 Ὀκτωβρίου 1865.
(Παρασκευή).
Ὥρα 12 τῆς Μ. Ἐκφωνηθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ εὑρεθείσης τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Βουλευτὴς Καρυστίας Δημητριάδης ὑποβάλλει τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ πρώτου ἄρθρου τοῦ περὶ δικαστικῆς διαιρέσεως νομοσχεδίου. Οἱ Βουλευταὶ Μεσσήνης Καλαμαριώτης καὶ Μποῦτος ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ περὶ διοικητικῶν ἀρχῶν νόμου. Ὁ Βουλευτὴς Βάλτου Στράτος ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν συνταξιούχων ὑπαλλήλων στρατιωτικῶν καὶ πολιτικῶν. Ὁ Βουλευτὴς Κερκύρας Ζερβὸς ὑποβάλλει πρότασιν νόμου περὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§4ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τὴν ἡμέραν, καθ’ ἣν ὑπεβλήθη ἡ σύμβασις περὶ τῆς ἀποξηράνσεως τῆς Κωπαΐδος, ἡ Βουλὴ τότε ἐζήτησε μίαν ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει ἕνας περίφημος μηχανικός, ὁ κ. Πάκμωρ. Εἶπε τότε ὁ ὑπουργός, ὅτι δὲν ἔχει δυσκολίαν νὰ δοθῇ εἰς τύπωσιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθη, ἀλλ’ εἶναι ὁλόκληρον σύγγραμμα.
§6ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ προεδρεῖον ἓν ἀντίτυπον διὰ νὰ τὸ ἀναγνώσωμεν.
§7ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Εἴχομεν ὑποβάλει πρότασιν περὶ συνοικισμοῦ μὲ τὴν παρατήρησιν νὰ συντάξωμεν ἓν γενικὸν νομοσχέδιον· τοῦτο τὸ συνετάξαμεν καὶ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ τὸ καταθέσω εἰς τὸ προεδρεῖον. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν παρεπέμφθη ἡ πρότασις τοῦ κ. Πετροπουλάκη καὶ λοιπῶν. Ἀλλὰ συγχρόνως ἐνόμιζον, ὅτι πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ αὐτὸ μέτρον· ἑπομένως φέρω ἓν σχέδιον νόμου, διὰ τοῦ ὁποίου, νομίζω, εἰμποροῦν νὰ ἐπιβάλλωνται τοιοῦτοι πρόσθετοι φόροι, ὄχι χωρὶς νὰ ᾖναι ἀνάγκη.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑποβάλλει ἔκθεσιν περὶ τῆς προτάσεως νόμου διὰ τὴν ἐκποίησιν τῶν οἰκοπέδων τῆς Σπάρτης, καὶ τὸ ποσόν, τὸ ὁποῖον θὰ εἰσπραχθῇ, νὰ κατατεθῇ εἰς τὴν Ἐθνικὴν Τράπεζαν. Ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι παρὼν νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἐπερώτησιν τοῦ Βουλευτοῦ Κορινθίας Κυρίου Δημητριάδου;
§9ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἀπαντῶ ἐγώ.
§10Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναπτύξω τὰς ἐπερωτήσεις. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι τὴν παρελθοῦσαν δευτέραν ἀπέτεινα πρὸς τὸ ὑπουργεῖον 3 ἐπερωτήσεις· διὰ τῆς πρώτης ἠρώτησα ἐὰν ἐπαύθησαν δύω δήμαρχοι, ὁ τοῦ Κρανιδίου καὶ ὁ τῶν Λετρίνων, διὰ ποίους λόγους, καὶ ἐὰν ἀντικατεστάθησαν παρὰ τὸν νόμον· διὰ τῆς δευτέρας ἐζήτησα νὰ ἐξηγηθῇ τὸ ὑπουργεῖον ποῖοι λόγοι ὑπηγόρευσαν τὰς παύσεις, τὰς μεταθέσεις καὶ τοὺς ὑποβιβασμοὺς διαφόρων ἀνωτέρων δικαστικῶν ὑπαλλήλων, καὶ διὰ τῆς τρίτης ἠρώτησα νὰ μάθω ποῖα τ’ ἀποτελέσματα τῆς καταδιώξεως τῆς ληστείας, καὶ ἰδίως εἰς τὸν νομὸν Ἀργολίδος καὶ Κορινθίας ἀφ’ ἧς ἐποχῆς τὸ ὑπάρχον ὑπουργεῖον ἔλαβε τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους. Εἰς τὴν τελευταίαν αὐτὴν ἐπερώτησιν ἐπρόσθεσα ὅτι ὁ Λύγκος ἐγένετο ὁρατὸς διερχόμενος διὰ τῆς Κορινθίας, καί, ἐπειδὴ ἡ ἐξουσία βλέπει διὰ τῶν δημοσίων ὀργάνων της, ἡ δὲ Χωροφυλακή, εἰς ἣν ἐγένετο ὁρατός, εἶδε τὴν διεύθυνσιν αὐτοῦ, ἑπομένως θὰ ἦναι εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζῃ ἡ Κυβέρνησις τὰ περὶ τῆς διευθύνσεως τοῦ λῃστοῦ. Διὰ τῆς πρώτης ἐπερωτήσεως ἤθελα νὰ ἐξηγηθῇ καὶ ἀναπτυχθῇ ἅπαξ διὰ παντὸς ἐνώπιόν σας, κύριοι, ἂν θὰ ἔχωμεν δημοτικὰς ἐλευθερίας, αἱ ὁποῖαι καὶ πρὶν ἀκόμη καθιερωθῇ ὁ νόμος τοῦ 1833 περὶ δήμων ὑπὸ μοναρχίαν ἀπόλυτον ὑπῆρξαν ὅπως εἶχον διασωθῆ καθ’ ὅλας τὰς τρικυμίας καὶ περιπετείας, ἐνῷ τὰ πάντα πρότερον εἶχον διακινδυνεύσει, ἐλευθερίας, τὰς ὁποίας οὐσιωδῶς ἐξησφάλισεν ὁ νόμος τοῦ 33, καὶ τελευταῖον περιεφρούρησεν ὁ νόμος, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ἡ Συνέλευσις τοῦ 64. Ἤθελα ν’ ἀποφασισθῇ ἂν οἱ δήμαρχοι πρέπῃ νὰ παύωνται μετὰ περισσοτέρας εὐκολίας, ἢ ὅπως παύονται οἱ κλητῆρες, οἱ δασοφύλακες καὶ οἱ γραφεῖς τῶν ἐπαρχείων, ἐὰν οἱ δήμαρχοι, οἵτινες εἶναι οἱ ἄρχοντες τοῦ δήμου, οἱ ἀνώτατοι λειτουργοὶ τῶν συμφερόντων καὶ δικαιωμάτων αὐτοῦ, πρέπῃ νὰ εὑρίσκωνται πάντοτε ὑπὸ τὴν αὐθαίρετον ὄρεξιν καὶ θέλησιν τῆς ἐξουσίας. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, ἡ παῦσις ἑνὸς δημάρχου γνωρίζετε τίνα σημασίαν δύναται νὰ ἔχῃ εἰς αὐτὰς τὰς περιστάσεις; ἐπὶ τοῦ προκειμένου θὰ ἴδητε ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κατετέθησαν ὅτι ἐπαύθησαν δύω δήμαρχοι ἄνευ οὐδενὸς λόγου καὶ χωρὶς ν’ ἀπολογηθῶσιν. Ἠρεύνησα τὸν φάκελλον, εἰς ὃν ὑπάρχουν διάφορα ἔγγραφα, καὶ ἰδίως τοῦ Νομάρχου, ἀλλὰ δὲν εἶδον καμμίαν ἀπολογίαν. Ὑπάρχουν ἔγγραφα προκληθέντα παρὰ τῆς ἐξουσίας κατὰ τῶν δημάρχων Ἠλείας, ἀναφέροντα, ὅτι οἱ δήμαρχοι εἶναι ἐπαναστάται.
§11ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σύντροφοι μὲ τοὺς λῃστὰς καὶ ζωοκλέπται.
§12ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ναί, οἱ δήμαρχοι αὐτοὶ ἦλθον, λέγουν, κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς μεταβολῆς. Ἀναφέρουν ἄλλα ἔγγραφα κατόπιν, ὅτι 3 δήμαρχοι τῆς Ἠλείας πρέπει νὰ παύωνται, διότι παρεμβάλλουν προσκόμματα εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα. Ἔρχεται τελευταῖον ὁ Νομάρχης Μπουρζουκίδης μὲ μίαν φράσιν, ἥτις δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ εἰς ἔγγραφα ἀρχῶν συνταγματικῶν· λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ὁ πέλεκυς ἐναντίον αὐτῶν τῶν δημάρχων. Ἰδοὺ τὸ ἔγγραφον. Πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν. Περὶ τῶν αἰτίων τῆς ἐκρύθμου καταστάσεως, ἐν ᾗ διατελεῖ ἡ ἐπαρχία τῆς Ἠλείας. «Συνεπείᾳ τῆς ἀπέναντι ἐπισημειωτικῆς διαταγῆς του ἐφείλκυσα τὴν προσοχὴν τοῦ ἐπάρχου Ἠλείας ἐπὶ τῆς καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας του, ἡ εἰκὼν τῆς ὁποίας ἐκτεθειμένη εἰς τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 344 ἔκθεσιν τοῦ ἀνακριτοῦ Κυρίου Δουκάκη, διὰ χρωμάτων τόσον δυσαρέστων, ἐπιβάλλει τὴν πρόνοιαν καὶ τὸ καθῆκον εἰς τὰς ἁρμοδίας ἀρχὰς, ἵνα διὰ μέτρων ἐμφρόνων, ἀκεραίων καὶ δραστηρίων, ἄρωσι τὰς ὑφισταμένας ἀνωμαλίας, ἐπαναφέρωσι τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου καὶ ἀποκαταστήσωσι τὸ κράτος τῆς τάξεως. Τὸν προσεκάλεσα νὰ ἐνισχύσῃ τὸν Κύριον Ἀνακριτὴν εἰς τὸ νὰ ἐκπληρώσῃ ἐπιτυχῶς τὴν ὑπὲρ τοῦ νόμου ἀποστολήν του ἐν Ἠλείᾳ, νὰ διατάξῃ δὲ καὶ τοὺς ὑπ’ αὐτὸν δημάρχους νὰ πράξωσι τὸ αὐτό· οὐχ ἧττον δὲ τοῦ ἐσύστησα σπουδαίαν διοικητικὴν μέριμναν καὶ προσπάθειαν κατὰ τῆς μαστιζούσης καὶ τὴν ἐπαρχίαν Ἠλείας ζωοκλοπῆς, καὶ ἀπῄτησα τὴν χρησιμοποίησιν τῆς ἐν Πύργῳ στρατιωτικῆς δυνάμεως πρὸς τὴν ἀποτελεσματικὴν καταδίωξιν τῆς μάστιγος ταύτης, καὶ πρὸς σύλληψιν τῶν ὁσημέραι πολλαπλασιαζομένων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ταύτῃ ἐγκληματιῶν καὶ φυγοδίκων. Ἐπὶ τούτοις προσεκάλεσα αὐτὸν νὰ μοὶ ὑποβάλῃ τὰς παραγωγικὰς ἀφορμὰς τῆς δυσαρέστου ταύτης καταστάσεως τῆς ἐπαρχίας του, καὶ νὰ μοὶ ὑποδείξῃ μετὰ μελέτην ὥριμον τοῦ ἀντικειμένου τὰ μέσα, δι’ ὧν ἡ ἔκρυθμος αὕτη κατάστασις δύναται νὰ ἐκλείψῃ. Εἰς ἀπάντησιν μοὶ ὑπέβαλε τὴν ὑπ’ ἀριθμὸν 3914 ἀναφοράν, πρὸ τῆς ὁποίας ἐπὶ τῇ προσκλήσει μου μοὶ ὑπέβαλε καὶ ἑτέραν ἀναφοράν του ὑπ’ ἀριθ. 3862, δι’ ὧν ἐκτίθησι τὰ αἴτια, ὧν ἕνεκα καὶ τὰ ἐγκλήματα ἐπολλαπλασιάσθησαν ἐν τῇ Ἐπαρχίᾳ του, καὶ ἡ ζωοκλοπὴ ἀνεπτύχθη, καὶ ἐν γένει παριστῶσιν αὗται τὴν δυσάρεστον κατάστασιν, ἐν ᾗ διατελεῖ, καὶ τὰς ὁποίας ἀναφορὰς πρωτογράφως ὑποβάλλω εἰς τὸ Ὑπουργεῖον. Ὡς θέλει παρατηρήσει τὸ Ὑπουργεῖον, ὁ Ἔπαρχος μετὰ λόγου τὴν ἔκρυθμον ταύτην κατάστασιν ἀποδίδωσι κυρίως εἰς τὸν φατριασμὸν καὶ τὴν ἀνικανότητα τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, ὅπως καὶ ὁ ἀνακριτὴς Κύριος Δουκάκης καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ δὲ, σύμπτωμα τῆς κακῆς δημοτικῆς διοικήσεως θεωρῶ τὴν ἔξαψιν τῶν παθῶν, τὸν πολλαπλασιασμὸν τῶν ἐγκλημάτων, τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ζωοκλοπῆς καὶ τὴν χαλάρωσιν ἐν γένει τῶν δεσμῶν τῆς τάξεως. Ὡς πρὸς δὲ τὰ προτεινόμενα ὑπὸ τοῦ ἐπάρχου μέτρα τῆς ἐπὶ πολὺ διατηρήσεως ἐν Ἠλείᾳ δύω ἀνακριτῶν καὶ τοῦ σχηματισμοῦ ἰσχυροῦ μεταβατικοῦ ἀποσπάσματος παρατηρῶ, ὅτι, καθ’ ὅσον μὲν ἀφορᾷ τὸ πρῶτον, συνεννοήθην μετὰ τοῦ Κυρίου εἰσαγγελέως, ἵνα τὸν Κύριον ἀνακριτὴν, Δουκάκην, ἀναχωρήσαντα ἐπ’ ἀδείᾳ τῆς Ἠλείας, διαδεχθῇ ἕτερος, ὅστις νὰ διαμείνῃ ἐκεῖσε μέχρι τῆς περαιώσεως τῶν σπουδαιοτέρων δικογραφιῶν, τὸ δὲ μεταβατικὸν ἀπόσπαμα ἐσυστήθη ἤδη ἐκ προνοίας τῆς Νομαρχίας μετά τε τοῦ ἐνταῦθα ἐκτάκτως ἀποσταλέντος Ὑπαρχηγοῦ τῆς χωροφυλακῆς, Ταγματάρχου Κυρίου Κροκίδα, καὶ τῆς Μοιραρχίας, καὶ τὸ ὁποῖον ἐτέθη ὑπὸ τὰς διαταγὰς καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ὑπομοιράρχου Κυρίου Γ. Τζανέτου. Διὰ τῆς ἐνεργείας τοῦ ἀποσπάσματος τούτου, τῆς ἀπαιτουμένης δραστηρίας διοικητικῆς ὠθήσεως, καὶ διὰ τῆς αὐστηρᾶς καὶ ἀδυσωπήτου καταδιώξεως τῶν ἐγκληματιῶν, ἐλπίζω καὶ ἡ ζωοκλοπὴ ἐν Ἠλείᾳ νὰ περισταλῇ, καὶ τὸ κράτος τοῦ νόμου καὶ ἡ τάξις νὰ ἐμπεδωθῶσι, συλλαμβανομένων καὶ τῶν πολλῶν φυγοδίκων τῆς ἐπαρχίας ἐκείνης, οἱ ὁποῖοι εἶναι τόσα φόβητρα κατὰ τῆς δημοσίας ἀσφαλείας. Ἀλλ’ ἀνάγκη νὰ μὴ παρασιωπήσω ἐνταῦθα, ὅτι ἡ κατὰ τὸν νομὸν τοῦτον στρατιωτικὴ δύναμις κατὰ λόγον τῶν πολλῶν ἀναγκῶν τῆς διοικήσεως καὶ τῶν ἰδιαιτέρων περιστάσεων αὐτοῦ εἶναι ἀνεπαρκὴς, καὶ παρακαλῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς ἐνισχύσεως αὐτῆς, ἵνα μὴ προσκόπτωσιν ἐντεῦθεν τὰ μέτρα καὶ αἱ πρὸς ἄρσιν τῶν ὑφισταμένων ἀνωμαλιῶν ἐνέργειαι τῶν ἀρχῶν. Δέον ἑπομένως, ὥστε καὶ κατά τινων δημάρχων τῆς Ἠλείας τῶν ἐξελεγχθέντων ὡς μᾶλλον ἀνικάνων, μᾶλλον κακῆς πίστεως, ὡς μᾶλλον ἐπιβαρυνομένων μὲ κατηγορίας, νὰ ἐπέλθῃ ὁ πέλεκυς τῆς διοικητικῆς παύσεως πρὸς τιμωρίαν τῆς ἀναξίας διαγωγῆς των καὶ πρὸς παραδειγματισμόν. Περὶ τούτου ἔχει ὑπ’ ὄψιν του διαφόρους ἐκθέσεις τῆς Νομαρχίας ἐπὶ τοῦ προκατόχου μου τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἂς εὐαρεστηθῇ νὰ ἐνεργήσῃ, ὅ,τι ἐγκρίνει. Ἡ ἀπαντωμένη ἐπισημειωτικὴ διαταγή του ἐπιστρέφεται μετὰ τῶν ἐν αὐτῇ. Τῇ 3 Σεπτεμβρίου 1865. Εὐπειθέστατος
Ὁ Νομάρχης
Γ. ΜΠΟΥΡΖΟΥΚΙΔΗΣ.
Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὁ δήμαρχος παύει ἄνευ δικαιώματος, καὶ τοῦτο εἶναι ἐπιβουλὴ κατὰ τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας καὶ οἱ Τοῦρκοι ἐσεβάσθησαν καὶ ἡ Μοναρχία περιεφρόνησεν· εἶναι ἐπιβουλὴ τοιαύτη, ὁποία δὲν ἀναφέρεται εἰς τὰ χρονικὰ διόλου. Ποῖον κράτος, μὴ ἐξαιρουμένης οὔτ’ αὐτῆς τῆς Τουρκίας, ὑπάρχει, εἰς τὸ ὁποῖον παύονται ὑπάλληλοι ἄνευ ἀπολογίας; — τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας εἶναι ἱερὸν, τὸ ἐσεβάσθησαν ὅλα τὰ πεφωτισμένα ἔθνη καὶ αὐτὰ τὰ βάρβαρα, καὶ ἔρχονται εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ παύουν ἄνευ ἀπολογίας, διότι γράφει εἷς ἔπαρχος ἢ καὶ Νομάρχης, ἄνθρωποι ἄγευστοι διοικητικῆς ἱκανότητος καὶ ὑποτελεῖς εἰς τὴν ἐξουσίαν, ὅτι ὁ δεῖνα δήμαρχος εἶναι κακῆς πίστεως καὶ ἀνάξιος. Τί κακὸν ὡρισμένον λέγει; Ὅτι εἶναι ζωοκλέπται· καὶ ἠμπορεῖτε σεῖς ἐρήμην νὰ τοὺς καταδικάσητε διὰ τοῦτο ὅλως ἀναπολογήτους; Τί λέγει ὁ νόμος;
§13ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχουσι καταδικαστικαὶ ἀποφάσεις κατ’ αὐτῶν.
§14ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουσι καὶ βουλεύματα ἐκδεδομένα.
§15ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὑπερασπιζόμεθα τὴν ζωοκλοπὴν, τὴν βδελυττόμεθα ὑπερασπιζόμεθα τοὺς ἀθώους, κατακρίνομεν τὴν ἀδικίαν, ὑπερασπιζόμεθα τοὺς νόμους. Βλέπετε, ὅτι ὁ δήμαρχος Λετρίνων ἐπαύθη παρανόμως καὶ ἀντικατεστάθη ἔτι παρανομώτερον. Ἐξεδόθη ὁ νόμος ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως, ὅστις εἶπε τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ γίνωνται ἐκλογαί. Προτοῦ ἐκδοθῇ αὐτὸς ὁ νόμος, ἐκεῖνος ὁ δήμαρχος εἶχεν ἀναπληρωτὴν διορισθέντα κατὰ τὰς 12 Μαΐου 1864, ὡς προκύπτει ἀπὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον ἐλάβομεν σήμερον ὑπ’ ἀριθ. 2,019, καὶ ὁ ἀναπληρωτὴς οὗτος εἶναι ὁ δημοτικὸς Σύμβουλος Ἀναγνώστης Σόκκας, τὸν ὁποῖον πλέον δὲν ἔφερεν ἡ ἐπανάστασις, καὶ ἡ μεταβολὴ, ἣν φέρουσι τόσον βαρέως, ἀλλὰ ἡ ψηφοφορία· ἐὰν ὑποτεθῇ γνησία αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ, ἔχει τὴν αὐτὴν ἀξίαν μὲ τοὺς πρὸ τῆς μεταβολῆς διορισμοὺς, τοὺς ὁποίους διετήρησεν εἴτε ὁ λαὸς, εἴτε ἡ ἐξουσία. Αὐτὸς λοιπὸν ὁ Σόκκας εἶχε διορισθῆ ἀναπληρωτὴς τοῦ παυθέντος, κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν ὑπάρχει καμμία ἔκθεσις, ὅτι εἶναι κακῆς πίστεως καὶ ἀνάξιος! Τί κάμνει ἡ Κυβέρνησις; Διορίζει ἕνα ἄλλον ἐναντίον τοῦ Νόμου περὶ ἐκλογῆς· Ὑπάρχει λόγος περὶ παύσεως; ἀλλ’ αὐτὸς ὁ δυστυχὴς λέγουν, ὅτι δὲν προσεκλήθη ποτὲ νὰ ὑπηρετήσῃ, καί τοι ὁρκισθείς· πῶς λοιπὸν ἔγεινεν ἔνοχος αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, κοιμώμενος τὴν νύκτα, καὶ ἐργαζόμενος τὴν ἡμέραν εἰς τὰ κτήματά του, διὰ νὰ παυθῇ; Ἀλλ’ εὑρίσκομεν τὸν λόγον· οὗτος δὲν εἶχε τὴν τιμὴν ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν μερίδα τοῦ Κ. Κρεστενίτου. Καὶ ὅταν συνδυάσετε ὅλα αὐτὰ μὲ ὅσα ἔγραψε μία ἐφημερὶς περὶ μιᾶς ἐπιστολῆς του, φθάνετε εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα. Ἐὰν ποτὲ, κύριοι, εὑρεθῇ Βουλὴ νὰ παραδεχθῇ, ὅτι τὰ δικαιώματα τῶν ἀτόμων καὶ τῶν πόλεων πρέπει νὰ ἐξαρτῶνται ἀπὸ τῆς Κυβερνήσεως τὴν θέλησιν, τότε θὰ εἴπω, ὅτι εἶναι μάταιον νὰ ὑπάρχῃ δημοτικὸν σύστημα, ὅπως τὸ ἐννοεῖ τὸ Σύνταγμά μας καὶ ὁ νόμος, δηλ. γνήσιον. Καὶ ὅταν δὲν ἔχωμεν γνήσιον τὸ δημοτικὸν σύστημα, δὲν θὰ ἔχωμεν μήτε δημοτικὰς ἐλευθερίας, μήτε ἐπαρχιακάς. Αὐτοὶ οἱ λόγοι μὲ ἔκαμαν νὰ φέρω τὴν ἐπερώτησιν αὐτὴν καὶ νομίζω, ὅτι θὰ βασανίσῃ ἐπιμελῶς αὐτὴν ἡ Βουλὴ, καὶ θὰ θέσῃ φραγμοὺς εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν παρανομίαν, ἀποδοκιμάζουσα τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Δὲν εὐθύνεται, κύριοι, μόνον ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ὁλόκληρος ἡ Κυβέρνησις, διότι ἐπεὶ βάσει ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου ἐγένετο ἡ παῦσις, διότι ἡ νομοθεσία μας δὲν τιμωρεῖ μόνον τὰς πράξεις, ἀλλὰ καὶ τὰς ἐλλείψεις. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει καθῆκον ν’ ἀποδοκιμάσῃ τὴν διαγωγὴν καὶ νὰ συστήσῃ τὴν διόρθωσιν. Ἔπεται τώρα ἡ παῦσις τοῦ δημάρχου Κρανιδίου· διατὶ ἔπαυσεν οὗτος; τί λέγουν τὰ χαρτιά; ἕνας φυγόδικος ὑπῆρχεν ἐν Κρανιδίῳ, δύω ἀξιωματικοὶ ὑπῆγον εἰς τὸ Κρανίδι νὰ τὸν συλλάβωσι....
§16ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ στεργιανήσουν.
§17ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τόσον χειρότερα· εἶπαν εἰς τὸν δήμαρχον νὰ τὸν εὕρῃ· ἔμειναν δύω, τρεῖς ἡμέρας ἐκεῖ καὶ ὁ δήμαρχος δὲν τὸν ηὗρε, δὲν τὸν παρέδωκεν· ἔκαμαν ἓν πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον δὲν λέγει, ὅτι ὁ δήμαρχος ἠρνήθη νὰ παραδώσῃ τὸν φυγόδικον, ἀλλ’ ὅτι ἐνδέχεται νὰ τὸν ὑποθάλπῃ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ πρωτόκολλον. Ἐνταῦθα ἀνέγνω περικοπάς τινας τοῦ πρωτοκόλλου. Πόθεν ἐξάγονται τὰ στοιχεῖα τῆς ἀντιδράσεως τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς; Ἀπὸ τὸ ἴσως. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ ὁ δήμαρχος αὐτὸς δὲν ἐπαύθη δι’ ἄλλον λόγον, εἰμὴ, διότι ἀνῆκεν εἰς τὴν ἀντίθετον μερίδα, καὶ διότι ἴσως ὑποθάλπει ἕνα φυγόδικον, τοῦ ὁποίου οὔτε τὸ ἔγκλημα γνωρίζει τις νὰ εἴπῃ.
§18ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τῆς ἐπιῤῥοῆς τοῦ δημάρχου.
§19Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἐγὼ ἠδυνάμην νὰ πιστεύσω τοῦτο, ἂν δὲν ἐφροντίζετε νὰ παυθῇ αὐτὸς ὁ δήμαρχος· μάλιστα περισσοτέρα συμπάθεια ἠδύνατο νὰ ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπάρχει εἰς σᾶς, ἐὰν συνεκινεῖσθε εἰς τὸ ἄκουσμα τῆς παύσεώς του· ἄλλως νομίζετε, ὅτι ἐγὼ ἠμπορῶ νὰ πιστεύσω ὅσα λέγετε; ὄχι· δὲν ἠμπορεῖ ἡ κοινωνία νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ νόμος τηρεῖται καὶ ἡ δικαιοσύνη δὲν παραβιάζεται παυομένου τοῦ δημάρχου χωρὶς ν’ ἀπολογηθῇ, καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ διατὶ τὸν παύουσι, διότι οὔτε τὸ διάταγμα τῆς παύσεως ἀναφέρει λόγον τινά.
§20ΓΟΥΖΟΥΑΣΗΣ. Ποῖος ἀνεπλήρωσεν αὐτὸν τὸν δήμαρχον;
§21ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰ ἔγγραφα αὐτὰ εὑρίσκω, ὅτι ἐπαύθη παρανόμως· δὲν εὑρίσκω ποῖος τὸν ἀνεπλήρωσε.
§22ΓΟΥΖΟΥΑΣΗΣ. Ὁ νόμιμος ἀναπληρωτής.
§23ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖον συνεστήσατε.
§24ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὰ λέγω, καθόσον ἀφορᾷ τοὺς δύω δημάρχους. — Ἔρχομαι τώρα καὶ εἰς τὴν δευτέραν ἐπερώτησιν. Ἀπὸ τὸ ἔτος 1864 καὶ πρὸ αὐτοῦ ὑπῆρχεν ἡ συμμορία τοῦ Λύγκου εἰς τὴν Κορινθίαν.
§25ΤΙΝΕΣ. Μὴ τὰ ἑνώνετε, Κ. Δημητριάδη.
§26ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂς τελειώσῃ, διότι εἶναι σχετικὸν τοῦ Λύγκου μὲ τὸ τοῦ Κρανιδίου.
§27ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, τὸ καθὲν ξεχωριστά.
§28ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐπειδὴ μοῦ ζητῆτε λόγον ὡς πρώην ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης διά τινας μεταβολὰς καὶ ὀλίγας παύσεις......
§29ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κατόπιν σας ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ δώσῃ λόγον· δὲν εἶσθε πλέον ὑπουργός.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱοσδήποτε θέλει, εἴτε ὑπουργὸς, εἴτε μὴ, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ὁμιλήσῃ.
§31ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Εἶναι περὶ δημάρχου, καὶ δὲν εἶσθε σεῖς ὁ ἁρμόδιος ὑπουργός.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποῦ ηὕρατε αὐτὴν τὴν τακτικὴν, ν’ ἀπαγορεύεται εἰς ἕνα βουλευτὴν, νὰ ὁμιλήσῃ ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου; Σεβασθῆτε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§33ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐζήτησε τὸν λόγον νὰ ὁμιλήσῃ ἀντὶ τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ, ἀνέβη δὲ τὸ βῆμα ὡς πρώην ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης.
§34ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔρχομαι λοιπὸν ὡς βουλευτὴς, προϋπάρξας ὑπουργὸς, καὶ θὰ ἀπαντήσω μόνον, καθόσον ἀφορᾷ τὰ δικαστικά.
§35ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν θὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν ἀναπτυχθεῖσαν ἐπερώτησιν· περὶ τῶν δύω ἄλλων ἐπερωτήσεων θέλει γίνει κατόπιν λόγος.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε, παρακαλῶ.
§37ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἠκούσατε τὸ προοίμιόν του, ἀπαντᾷ ὡς ὑπουργὸς, πρέπει νὰ ἀναιρέσῃ τὸ προοίμιον τῆς ὁμιλίας του, διότι ἄλλως ὁμιλεῖ ὡς ὑπουργός.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, παρακαλῶ.
§39Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ Κύριε Κρεστενίτη, ν’ ἀναπτύξω καὶ τὰς ἄλλας ἐπερωτήσεις μου.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δημητριάδης τῆς Κορινθίας ἀπέδωκεν εἰς τὸν Κ. ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης μεταξὺ τῶν ἄλλων κακῶν πράξεων καὶ τὰς παρανόμους πράξεις τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων· μόνον ἐκείνη ἡ ἐπερώτησις ἤρκει διὰ νὰ ἔλθῃ καὶ ὡς βουλευτὴς καὶ ὡς πρώην ὑπουργὸς ν’ ἀπαντήσῃ.
§41Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅ,τι ἔγεινε προχθὲς ἔλαβε σήμερον μίαν ἄλλην φάσιν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπεφάσισε ν’ ἀναπτύξῃ σήμερον ὁ Κ. Δημητριάδης τὴν ἐπερώτησίν του (θόρυβος).
§43ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε πρόεδρε, σᾶς παρακαλῶ δύω λέξεις. Κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὅταν γίνηται ἐπερώτησις, ὀφείλει κατόπιν τοῦ ἐπερωτῶντος νὰ ὁμιλῇ ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς, καὶ μετ’ αὐτὸν ἔρχονται ἐναλλὰξ οἱ ῥήτορες. Ἐνταῦθα ἐγένετο ἐπερώτησις εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργὸν, ὁ Κ. ὑπουργὸς ὀφείλει ν’ ἀναπτυχθῇ καὶ κατόπιν νὰ ἔλθῃ ὁ Κ. Λυκοῦργος, ὅστις εἶναι δίκαιον ν’ ἀπολογηθῇ, διότι πολλὰ τῷ ἀπεδόθησαν καὶ πιθανὸν νὰ μὴ ᾖναι ὅλα ἀληθῆ.
§44Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§46ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν γίνηται ἐπερώτησις......
§47ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος (ἱλαρότης).
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπαναλαμβάνεται, καθὼς παρατηρῶ, καὶ πάλιν ἡ ὑπεράσπισις τῶν κακούργων, καὶ λέγουν, ὅτι αὐτὰ εἶναι ὑπεράσπισις τῆς ἐλευθερίας τῆς δημοτικῆς ἐξουσίας, καὶ λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς αὐτὴν, ἐὰν θέλωμεν νὰ σώσωμεν τὰς πολιτικὰς ἐλευθερίας μας. Κύριοι, εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῶν ζωοκλεπτῶν καὶ τῶν συντρόφων τῶν λῃστῶν εὑρίσκετε τὴν ἑδραίωσιν τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν, καὶ ὑπὲρ αὐτῶν συνηγορεῖτε σήμερον; Κύριοι, αἱ δημοτικαὶ ἐξουσίαι, τὸ δημοτικὸν σύστημα, νομίζω, ἀξίαν ἐν τῇ κοινωνίᾳ, διότι ἐν αὐτῷ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ ἔχει συμφέροντα τοῦ πολίτου ὑπερασπίζονται, διότι ἐν αὐτῷ πρέπει ν’ ἀρύωνται τὰ παραδείγματα τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς τιμιότητος, διότι δι’ αὐτοῦ ὁ νόμος λαμβάνει τὴν πλήρη καὶ ἀληθῆ ἐφαρμογήν του, καὶ ἐν αὐτῷ δὲν πρέπει νὰ κινδυνεύῃ ἡ τιμὴ, ἡ ζωὴ, ἡ περιουσία τοῦ πολίτου. Τοῦ κανόνος τούτου ἂν παρεκτραπῇ ἡ δημοτικὴ ἐξουσία, ἀπώλεσε τὴν ἀξίαν της καὶ δὲν ἀνταποκρίνεται εἰς τὸν σκοπόν της· τότε εἶναι σύστημα ἔνοχον, κακοῦργον, δὲν εἶναι σύστημα, ὑπερασπίζον τὰς ἐλευθερίας καὶ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ. Εἶσθε, Κύριοι, ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ἀρχόντων· ὁ Καίσαρ ἔλεγεν, ὅτι οὔτε καθ’ ὑπόνοιαν δὲν θέλει ἡ γυνή του νὰ συκοφαντῆται, διότι γυνὴ τοιαύτη εἶναι ἀναξία αὐτοῦ. Εἶσθε ὑπὲρ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι ὄχι μόνον εἶναι ἔνοχοι ὑπονοιῶν, ἀλλὰ καὶ κατηγοροῦνται ὡς ὑποστηρίζουσαι τὰ κακουργήματα· οὕτω δὲ δὲν καταστρέφεται ἡ κοινωνία, τὴν ὁποίαν ἐκλήθητε ἐδῶ νὰ προστατεύσητε; Κύριοι, ἔχομεν ἀνεπτυγμένην τὴν ζωοκλοπήν· ἡ λῃστεία κατὰ δυστυχίαν δὲν εἰμπορεῖ νὰ καταβληθῇ· αἱ πεποιθήσεις προσπάθειαι γίνονται νὰ κλονισθῶσι· πανταχοῦ ὑπάρχουν ἐνέργειαι κατὰ τῆς κοινωνικῆς τάξεως. Ἠξεύρετε, Κύριοι, εἰς τί κατὰ μέγα μέρος ὀφείλεται ἡ οἰκτρὰ αὕτη κατάστασις τῶν ἐπαρχιῶν; εἰς τὴν κακὴ διοίκησιν καὶ κακὴν κατάστασιν πολλῶν δημοτικῶν ἀρχῶν· καὶ ἠξεύρετε, εἰς πολλὰ μέρη οἱ δημοτικοὶ ἄρχοντες εἶναι προστάται ἐπίσημοι τῶν ζωοκλεπτῶν καὶ τῶν ἐγκληματιῶν, καὶ ἐνόσῳ ἔχετε τοιοῦτον δημοτικὸν σύστημα καὶ τοιούτους δημοτικοὺς ἄρχοντας, πιστεύσατέ μοι, ποτὲ ἡ κοινωνία δὲν θέλει φθάσει ὅπου ἐπιζητεῖτε. Κύριοι, ἐπίστευσα καὶ πιστεύω (καὶ ἐντὸς ὀλίγου τοῦτο θέλει ἀναπτυχθῆ ἐνώπιόν σας, ὅτι τὸ καλλίτερον σύστημα, τὸ δυνάμενον νὰ ἐπιτύχῃ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας εἶναι ἡ ἐκκέντρωσις, εἶναι ἡ αὐτοδιοίκησις ἡ δημοτικὴ πρὸ πάντων· ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ὑποστηρίζητε, ὅταν ζητῆτε αὐτὸ τὸ σύστημα, ὅταν εἰς αὐτὸ πιστεύητε, ἀπαιτήσατε, ὥστε οἱ ἄρχοντές σας οἱ δημοτικοὶ πρὸ πάντων νὰ μὴν ᾖναι οὔτε καθ’ ὑπόνοιαν ἔνοχοι ἐγκλημάτων· ὅταν δὲ καὶ καθ’ ὑπόνοιαν ἀπαντήσετε τοιούτους, μὴ ζητήσητε νὰ τοὺς ὑπερασπισθῆτε, ἀπομακρύνατε τους ἀπ’ ἐναντίας. Ἀλλὰ δὲν εἶναι ἤδη ὑπόνοια, εἶναι γεγονότα ἀληθέστατα καὶ ἀναμφισβήτητα. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, ἐπιστεύσατε τοὺς Ἐπάρχους, ἐπιστεύσατε τοὺς Νομάρχας, ἐπιστεύσατε τοὺς δικαστάς. Εἰς ποίους λοιπὸν νὰ πιστεύσωμεν; εἰς τοὺς ζωοκλέπτας;
§49Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχετε δικαστικὴν ἀπόφασιν;
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἔχομεν ἀνάκρισιν τοῦ ἀνακριτοῦ τοῦ μεταβάντος εἰς Ἠλείαν, ὁ ὁποῖος βεβαιοῖ αὐτά. Κύριοι, δὲν σᾶς ἀναγινώσκω ὅλα τὰ ἔγγραφα, οὔτε τὸ ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέγνωσεν ὁ Κ. Δημητριάδης, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὅμως φαίνεται, ὅτι ἐλησμόνησε μίαν φράσιν πολλὰ οὐσιώδη, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀπειλή, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν ὁ δήμαρχος, ὅτι θὰ φέρῃ τὸν Λύγκον, ἵνα διώξῃ τὰς ἀρχάς.
§51ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Ποῖος εἶναι αὐτὸς ὁ Λύγκος;
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι λῃστὴς τῆς πατρίδος τοῦ Κυρίου Δημητριάδου. Ἐνταῦθα ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ἀναγινώσκει περικοπήν τινα ἑνὸς ἐγγράφου, ἐκ τῆς ὁποίας καταφαίνεται ἡ ἀνωτέρω ἀπειλή.
§53Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔπρεπε νὰ τὸν καταδιώξητε τὸν δήμαρχον καὶ ὄχι νὰ τὸν παύσητε.
§54ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ὑπουργεῖον ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ ὅ,τι τοῦ δίδει ὁ νόμος τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ, καὶ ὁ νόμος τοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ παύσῃ τὰς δημοτικὰς ἀρχάς.
§55ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐὰν ἔχῃ αἰτίαν.
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν αὐταὶ αἱ αἰτίαι δὲν ᾖναι ἀρκεταὶ διὰ σᾶς, δι’ ἡμᾶς εἶναι ἀρκοῦσαι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ ἡ κοινωνία, ἂς κρίνωσι. Αὐτά, Κύριοι, ἐν ὀλίγοις εἰσὶ τὰ αἴτια τὰ προκαλέσαντα τὴν παῦσιν τοῦ Δημάρχου. Ὁ Δήμαρχος ὄχι μόνον ἀρνεῖται τὴν ὑποστήριξιν εἰς τὴν κατὰ τῶν φυγοδίκων καταδίωξιν τῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ὑποστηρίζει μᾶλλον αὐτοὺς καὶ ἀπευθύνει καὶ ἀπειλὰς κατὰ τῶν καταδιωκόντων, ὅτι θὰ καλέσῃ τὸν Λύγκον ἵνα καταδιώξῃ αὐτούς. Διαγωγὴ τοιαύτη ἐκ μέρους δημάρχου μοὶ φαίνεται ὅτι εἶναι ἐντελῶς ἀναξία καὶ ὅτι, εἰς τὰς παρούσας μάλιστα περιστάσεις, εἰς τὴν παροῦσαν κατάστασιν, νομίζω ὅτι ὤφειλε παρά ποτε ἡ ἐξουσία, ἀνακαλύπτουσα καὶ τὴν μικροτέραν ἀντίπραξιν ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἐχρεώστουν νὰ τὴν ὑποστηρίζουν, ὤφειλε νὰ φανῇ αὐστηρὰ καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ τὰ ὄργανα αὐτά. Ἡ ἀτιμωρησία ἔβλαψε καὶ θέλει βλάψει τὴν δημοσίαν τάξιν, τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας.
§57Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε ὑπουργὲ, μοὶ δίδετε τὴν ἄδειαν νὰ σᾶς ἐρωτήσω κἄτι τι.
§58ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα δὲν ἀπαντῶ εἰς τίποτε. Κύριοι, τὰ αὐτὰ καὶ ἔτι χείρονα λαμβάνουν πρὸ πολλοῦ χώραν εἰς τὴν Ἠλείαν. Καὶ πρὸ τῶν βουλευτικῶν ἀκόμη ἐκλογῶν, καὶ πρὸ τῆς μεταβολῆς τῆς ὑπουργικῆς, ἐνόσῳ δηλ. προέδρευε τὸ ὑπουργεῖον ὁ ἀξιότιμος ναύαρχος Κ. Κανάρης, ὑπῆρχον ἐπανειλημμένα παράπονα κατὰ τῶν δημάρχων Ἠλείας, ὡς ἀπειθούντων, ὡς ἀντιπραττόντων, ὡς μὴ θελόντων νὰ ἐνεργήσωσιν οὐδεμίαν διαταγὴν τῆς ἐξουσίας. Ἤμην, Κύριοι, ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν τότε. Ἀπὸ σέβας πρὸς τὸ Δημοτικὸν σύστημα ἠρνήθην νὰ φανῶ αὐστηρός. Ἐπέμενον, καὶ μὲ ὅλας τὰς ἐπανειλημμένας ἀπαιτήσεις τῶν ἀρχῶν, νὰ μὴ τοὺς τιμωρήσω. Μοὶ εἶπον πολλάκις, ὅτι διὰ τῆς ἀπαθείας, διὰ τῆς ἀπραξίας σας αὐτῆς τίποτε ἄλλο δὲν πράττετε, παρὰ νὰ ἐμψυχόνετε τὴν ἀπείθειαν τῶν ἀρχῶν αὐτῶν, ὑπαρχουσῶν τῶν ὁποίων τίποτε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἐνεργήσωμεν, διότι εἰς καμμίαν διαταγήν μας δὲν ὑπακούουν. Κατὰ τὰς παραμονὰς τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν τὰ παράπονα ἤρχισαν ἐντονώτερον, ἡ ἀπείθεια ἤρχισεν ἰσχυροτέρα, καὶ τότε ἐζητήθη ἡ ἀπόλυσις αὐτῶν τῶν Δημάρχων ἀλλὰ καὶ τότε ἀντέστην, διότι ἤθελον παρεξηγήσει τὴν ἐνέργειάν μας. Εἶπον ὅτι ἐνώπιον τοῦ μεγάλου συμφέροντος νὰ μὴ δοθῇ κἄν ὑπόνοια, ὅτι παρεμβαίνομεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἂς συγχωρήσωμεν τὰ ἄτοπα ἐκ μέρους ὑπαλλήλων τινῶν. Ἔπειτα ἤρχισεν ἡ ζωοκλοπὴ ἐντονωτέρα, ὥστε ἀποκατέστη ὁ τρόμος πολλῶν ἐπαρχιῶν, μάλιστα τῆς Ἠλείας. Καὶ νομίζετε, ὅτι ἐὰν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἐξετέλουν ὡς ἔπρεπε τὸ καθῆκόν των, ἐὰν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαὶ ἦσαν, ὡς ἔπρεπε νὰ ᾖναι, ὑποστηρικταὶ τῶν ἐνεργειῶν τῆς ἐξουσίας ὑποθέτετε, ὅτι ἤθελε καταντήσει ἡ ζωοκλοπὴ μέχρι τοιούτου βαθμοῦ, ὥστε δημοσίως νὰ ἀφαιροῦν τὰ ζῶα τῶν πολιτῶν καὶ δημοσίως νὰ ζητοῦν λύτρα παρ’ αὐτῶν; Τοῦτο γίνεται, διότι ὑποστηρίζονται παρὰ τῶν ὑπαλλήλων. Ἤκουσα μάλιστα, ὅτι εἰς μέρη τινὰ ὑπάρχει ἓν εἶδος ἐπισήμου ζωοκλοπῆς, καὶ ἠξεύρετε πῶς; Κατὰ τὸν νόμον, ὁ ἀγροφύλαξ καὶ ἕκαστος πολίτης ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παραλάβῃ ζῶον περιπλανώμενον, ὀφείλει ὅμως νὰ παρουσιάσῃ αὐτὸ ἀμέσως εἰς τὸν Δήμαρχον· ὁ Δήμαρχος τὸ εἰδοποιεῖ τοῦτο εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, καὶ ἐκδίδεται προκήρυξις, καὶ ἐὰν ἐντὸς 8 ἡμερῶν δὲν παρουσιασθῇ ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ζητήσῃ τὸ ζῶον, πωλεῖται καὶ ὁ ἀγοραστὴς εἶναι καλῇ τῇ πίστει κύριος. Ἔκαμον λοιπὸν εἰς πολλὰ μέρη συντροφίαις, καὶ ἐνομιμοποίουν οὕτω τὴν ζωοκλοπὴν αὐτήν. Θέλετε αὐτοὺς τοὺς Δημάρχους νὰ τοὺς προστατεύσητε; Θέλετε νὰ μὴ τοὺς τιμωρήσωμεν; Ἀλλὰ νὰ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ ἐξασκοῦν ὑπὸ τὸν μανδύαν τῆς ἐξουσίας αὐτὴν τὴν αἰσχρὰν πρᾶξιν; Ὄχι δικαστικὰς ἀποδείξεις, ἀλλ’ ὑπονοίας ἁπλὰς ἐν τοιαύτῃ καταστάσει ἐὰν εἶχον, τὸ κατ’ μὲ, δὲν ἤθελον διστάσει διόλου νὰ προκαλέσω τὴν αὐστηρὰν καταδίωξιν αὐτῶν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ ἀκόμη λόγῳ ἀνικανότητος. Ἰδοὺ αἱ κατηγορίαι καὶ αἱ μομφαὶ, τὰς ὁποίας ἀπὸ διαφόρους ἀρχὰς ἐπανειλημμένως εἴχομεν· ἐπανειλημμένως αἱ ἀρχαὶ μᾶς ἔλεγον, ὅτι οἱ Δήμαρχοι Ἠλείας εἰσὶ διὰ τῆς διαγωγῆς των οἱ ἔνοχοι τῶν πλείστων κακῶν, καὶ ἡμεῖς περιωρίσθημεν εἰς τὴν παῦσιν ἑνὸς μόνον· οὗτοι ὄχι μόνον ἠπείθουν, ὄχι μόνον παρήκουον, ὄχι μόνον ἠμέλουν, ἀλλὰ καὶ ἄλλο τι περισσότερον, ὄχι μόνον ἀδιαφόρως ἔβλεπον οὗτοι νὰ ἐκτελῆται τὸ αἰσχρότερον τῶν κακουργημάτων, τὸ καταστρέφον τὴν περιουσίαν τῶν πολιτῶν, ὄχι μόνον ἐσυγχώρουν καὶ ἐσιώπων, ὅταν οἱ ὑπ’ αὐτοὺς ὑπάλληλοι, οἱ ἀστυνομικοὶ κλητῆρες, ἐξετέλουν ἐγκλήματα ὑπὸ τοὺς ὀφθαλμούς των, ἀλλὰ ἐνδείξεις, ἀφορμὰς μεγάλας καὶ βεβαίας ἔδιδον, ὅτι εὐχαριστοῦντο εἰς αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα. Ἠθέλατε ἀπέναντι αὐτῆς τῆς καταστάσεως νὰ μένωμεν ἀδιάφοροι; Ὅταν μετὰ τὰ συμβάντα τῆς ἐπαναστάσεως ὁ στρατὸς ἀραιωθεὶς δὲν ἠδύνατο παντοῦ καὶ πάντοτε νὰ δίδῃ ὅλην τὴν ἀπαιτουμένην συνδρομὴν πρὸς καταδίωξιν τῶν ἐγκληματιῶν καὶ τῶν κακούργων, καὶ τὴν ἔλλειψιν αὐτὴν ἔπρεπε νὰ ἀναπληρώσῃ ἡ ἐπιτόπιος δημοτικὴ ὑποστήριξις καὶ ἐνέργεια, πολὺ αὐστηρότεροι ἔπρεπε νὰ ἤμεθα ἤδη, ὅταν τὰ οὐσιώδη ὄργανα τῆς συντηρήσεως τῆς ἐσωτερικῆς τάξεως καὶ ἀσφαλείας, ἡ δημοτικὴ ἀρχὴ, οἱ δήμαρχοι καὶ οἱ ὑπ’ αὐτοὺς ὑπάλληλοι ἀντιπράττωσι, διότι, ἐπαναλαμβάνω, τὰ κυβερνητικὰ μέσα κατὰ δυστυχίαν ἐξ αἰτίας τῆς ἀραιώσεως τοῦ στρατοῦ καὶ ἄλλων λόγων γνωστῶν σας, δὲν εἶναι, ὅπως ἄλλοτε, πολλὰ καὶ ποικίλα, καὶ εἰς πολλὰ μέρη ὅπου στρατιῶται μᾶς ζητοῦνται πρὸς καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων τούτων, δὲν δυνάμεθα νὰ δώσωμεν, διότι δὲν ἔχομεν. Καὶ ἔχει δίκαιον ὁ νομάρχης κατὰ τοῦ ὁποίου παραπονεῖται ὁ Κ. Δημητριάδης, ἔχει δίκαιον νὰ παραπονῆται, διότι εἰς τὴν ἐπαρχίαν αὐτοῦ, ὅπου ἡ ζωοκλοπὴ εἶχε τόσον ἀναπτυχθῆ, ἤρχισεν ἤδη νὰ ἐκλείπῃ, ὅταν ὁμοῦ μὲ τὴν καταδίωξιν καὶ τὴν τιμωρίαν τῶν ἐνόχων ἠδυνήθη ἓν μικρὸν ἀπόσπασμα στρατιωτῶν νὰ περιέλθῃ τὴν ἐπαρχίαν, καὶ ἰδίως εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἠλείας, ὅπου ἡ ἐξουσία ἐτιμώρησε τὸν δήμαρχον, ὁ δὲ ἐκ τῆς τιμωρίας αὐτοῦ φόβος, ὁ ὁποῖος ἐκανονίσθη εἰς τοὺς λοιποὺς ὑπάρχοντας, συνετέλεσεν, ὥστε οἱ δημοτικοὶ ἄρχοντες νὰ δώσουν τὴν συνδρομήν των· καὶ ἤδη ὑπάρχουν εἰς τὰς φυλακὰς πλέον τῶν 100 ζωοκλεπτῶν, καὶ ἡ ζωοκλοπὴ ἠλαττώθη ἐπαισθητῶς καὶ ἤδη οἱ κάτοικοι τῶν ἐπαρχιῶν ἐκείνων εὐλογοῦν τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα τοὺς ἀπήλλαξαν ἀπὸ τοῦ μεγάλου αὐτοῦ κακοῦ.
§59Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχει γράμματα ὁ Κ. Κρεστενίτης;
§60ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μάλιστα, ἔχω, ὅτι εἰμποροῦν νὰ βγάλουν τὰ ἄλογά των ἔξω, ἐνῷ πρὶν δὲν εἰμποροῦσαν.
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς παύσεως καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν δημάρχων ἔρχεται δευτέραν φορὰν, καὶ, νομίζω, ὁ Κ. Δημητριάδης κατὰ τὴν πρώτην φορὰν δὲν ἦτο παρών. Τὸ ζήτημα τῆς παύσεως καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως ἐλύθη ἤδη ἀπὸ τὴν Βουλήν.
§62ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τῆς παύσεως;
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ κύριος Δημητριάδης καὶ αὐτὸ μᾶς ἀρνεῖται.
§64Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀδικαιολογήτως ὄχι.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐὰν νομίζητε, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι δικαιολογημένον, ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἶναι τῷ ὄντι ἄξιος νὰ κατέχῃ τὴν θέσιν του ἕνας ἄνθρωπος ἥσυχος ζωοκλέπτης ἢ ἀνίκανος νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ζωοκλοπὴν, καὶ ἂν, κύριοι, τοιοῦτος ἄρχων πρέπῃ νὰ μένῃ, εἰπέτε το.—Ἐπαναλαμβάνετε τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, διότι νομίζετε, ὅτι αὐτὸς ὁ δήμαρχος εἶναι προϊὸν τῆς ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ, εἶναι προϊὸν μιᾶς ἐκτάκτου περιστάσεως.
§66Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καθὼς ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις; Αὐτὴ ἦτο τὸ προϊὸν τῆς ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ. Ἀλλ’ ἡ προσωρινὴ κυβέρνησις δὲν εἰμπορεῖ διὰ τοῦτο ν’ ἀναλάβῃ τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, καὶ ἰσχυρισθῇ διορίσασα δημάρχους, ὅτι τοὺς ἐξελέξατο ὁ λαός.
§68ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐπικύρωσις τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἐνεργείᾳ τοῦ λαοῦ.
§69ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἓξ δήμαρχοι τῆς Ἠλείας ἠξεύρετε πῶς ἐπαύθησαν; διὰ θεσπίσματος τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως διὰ μιᾶς.
§70ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγὼ ἄλλο ὁμιλῶ καὶ ἄλλο λέγεις ἡ εὐγενεία σου. Ἐγὼ ὁμιλῶ περὶ τῶν δημάρχων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι κατελύθησαν καὶ ἀντικαταστάθησαν.
§71ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Οἱ δήμαρχοι τῆς Ἠλείας μόνον διὰ τὴν ζωοκλοπὴν κατηγοροῦνται, καὶ διὰ τοῦτο ἐπαύθησαν;
§72ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπαύθησαν, διότι οἱ ἁρμόδιοι δημόσιοι ὑπάλληλοι ἐθεώρησαν τὴν ὕπαρξίν των ὡς βλάπτουσαν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν.
§73ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἀφαιροῦν τὴν δημοσίαν ἀσφάλειαν, καὶ διὰ τὰ ὁποῖα δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ παύσῃ Δημάρχους; ἢ εἶναι ἐγκλήματα τὰ ὁποῖα ἐπιφέρουν προσωρινὴν παῦσιν;
§74ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν μοὶ φέρετε μίαν διάταξιν, πότε ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ παύσῃ ὁριστικῶς, τότε θὰ σᾶς εἴπω τὸν λόγον, ἐὰν ἡ περίστασις ἐφαρμόζεται ἤδη. Ὅταν ὅμως ὁ νόμος ἦναι γενικὸς, ὡς ὑπουργὸς ἔχω τὸ δικαίωμα δι’ ὑπάλληλον, ὅστις ὁπωσδήποτε ἢ ἀμέσως ἢ ἐμμέσως ἀντίκειται εἰς τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν, νὰ τὸν παύσω.
§75ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἡ ζωοκλοπὴ δὲν προσβάλλει τὴν κοινὴν ἀσφάλειαν (ἀποδοκιμασία).
§76ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ περισσότερα ζῶα τῆς Ἠλείας μέχρι 2 χιλιάδων εἶναι κλεμμένα καὶ φερμένα εἰς τὴν ἐπαρχίαν σας. Προκαλῶ μάλιστα τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης καὶ τὸν παρακαλῶ νὰ σπεύσῃ ὅσον τὸ δυνατὸν νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Ἐφετῶν καὶ τὸν εἰσαγγελέα τῶν Πλημμελειοδικῶν, τὸν ἐν Πάτραις, νὰ φέρῃ κατάστασιν, πόσαι κατηγορίαι ὑπάρχουσι πρὸ 2 ἐτῶν ἐναντίον τῶν δημάρχων, περὶ πλαστογραφίας, περὶ φόνων, περὶ λῃστείας, καὶ ἐν τούτοις οὐδὲν ἐγένετο μέχρι τοῦδε.
§77ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Βλέπετε, κύριοι, ὅτι ἡ δικαιοσύνη παραμελεῖται.
§78ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν τὰ δικαστήρια ἀμελοῦν καὶ ἐπίκειται μία τοιαύτη καταστροφὴ, πρέπει ἡ Κυβέρνησις νὰ κωφεύῃ;
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρέπει, κύριοι, νὰ ἐννοήσητε εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἤδη ἡ ζωοκλοπή· δὲν πρόκειται περὶ μεμονωμένων ἐγκλημάτων, περὶ 100 ζωοκλοπῶν, πρόκειται περὶ χιλιάδων, καὶ ἠξεύρετε ποῦ κατήντησεν ἡ ζωοκλοπὴ εἴς τινα μέρη; Ὁ ζωοκλέπτης συλλαμβάνει τὸν κύριον τοῦ ἵππου ἔφιππον καθ’ ὁδόν, τοῦ πέρνει τὸν ἵππον καὶ φεύγει.
§80ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Χάρις εἰς τὴν καλὴν διοίκησιν.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἐν τούτοις, ἅμα λάβωμεν μέτρα, φωνάζετε. Ἀκούσατε, κύριοι, ἓν πολλὰ περίεργον γεγονός· εἷς ἔχων τὸν ἵππον του μετέβη εἰς τὴν εἰσαγγελίαν Πατρῶν· κατέβη ἀπὸ τοῦ ἵππου του, τον ἔδεσεν εἰς ἓν ξύλον καὶ ἀνέβη εἰς τὴν εἰσαγγελίαν· ἕτερος λαμβάνει τὸν ἵππον καὶ φεύγει, ἠναγκάσθη δὲ κατόπιν νὰ πληρώσῃ ἓν ποσὸν χρημάτων εἰς τὸν ζωοκλέπτην ἵνα λάβῃ τὸν ἵππον. Λοιπὸν, κύριοι, ἕως ἐδῶ εἶχον καταντήσει τὰ πράγματα· ζητοῦμεν νὰ στείλωμεν στρατὸν, ἀλλ’ ὁ κ. Δημητριάδης βλέπει κακὸν τὸ μέτρον αὐτό· παύονται δήμαρχοι, καὶ ταράττεσθε· διατί νὰ τοὺς παύσητε, μᾶς λέγουν; Ἂν, κύριοι, ὑπάρχῃ τι διὰ τὸ ὁποῖον δύνασθε νὰ μᾶς μεμφθῆτε, εἶναι, ὅτι δὲν εἴμεθα λίαν αὐστηροὶ καὶ ὑπαρχουσῶν ἁπλῶν ὑπονοιῶν· αὐτὰ τὰ ἀτομικὰ ἐγκλήματα ὑπερεπλεόνασαν εἰς διάφορα μέρη καὶ ἀνεπτύχθησαν μέχρι τοῦ βαθμοῦ, ὥστε ἔλαβον χαρακτῆρα γενικώτερον, ὥστε εἰς πολλὰ μέρη ὑπωπτεύθησαν αἱ ἀρχαὶ, ὅτι δύνανται νὰ καταντήσωσι σπουδαιότερα. Καὶ ὅταν εὑρισκώμεθα ὑπὸ τοιαύτην κατάστασιν, ἔπρεπε ν’ ἀδιαφορήσωμεν; Πιστεύσατε, κύριοι, ὅτι πᾶσα φωνὴ ἐγειρομένη ὑπὲρ τοιούτων ἀνθρώπων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑποστηρίζει τὸ ἔγκλημα, καὶ, πιστεύσατε, χωρὶς νὰ τὸ θέλετε, ἐμψυχώνετε τοὺς κακούργους. Εἴχομεν ἀνάγκην, κύριοι, νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν αὐστηρὰν ἐνέργειαν τοῦ νόμου ὡς πρὸς τὴν τιμωρίαν τῶν ἐγκληματιῶν· ἡμεῖς εἴμεθα ἀποφασισμένοι νὰ πράξωμεν τοῦτο, καὶ ἂν ἡ Βουλὴ νομίζῃ, ὅτι παραβαίνομεν τὸ καθῆκόν μας, ἂς μᾶς τὸ εἴπῃ καθαρῶς, καὶ εἴμεθα ἕτοιμοι ν’ ἀποσυρθῶμεν, παρὰ νὰ καθήμεθα βλέποντες τὰ ἐγκλήματα οὕτω πως ἀναπτυσσόμενα.
§82ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Πόσοι δήμαρχοι ἐπαύθησαν διὰ τοιαύτας πράξεις;
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἔχω πληροφορίας. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ παρὰ νὰ ἐγείρῃ σήμερον φωνὴν, παρὰ νὰ δεικνύῃ τὴν παραμικρὰν ὑπεράσπισιν πρὸς τοὺς τοιούτους ἀνθρώπους, πρέπει νὰ δείξῃ ἀποστροφὴν καὶ ἀγανάκτησιν καὶ νὰ παροτρύνῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὴν καταδίωξιν τῶν τοιούτων ἐγκλημάτων. Διότι, κύριοι, αἱ ἐπαρχίαι ἔχουν ἀνάγκην νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἰσχὺς τῶν νόμων, τῆς τάξεως καὶ αὐστηρότητος· ἐλευθερίας ηὐτυχήσαμεν νὰ ἔχωμεν ἀρκετάς.
§84ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριοι, δὲν εἶναι δύω μῆνες ὅπου συνήλθομεν ἐνταῦθα, καὶ τετράκις ἤδη ἦλθε τὸ ζήτημα τῆς παύσεως τῶν δημάρχων, κατὰ τοὺς μὲν, ἀδίκως, κατὰ δὲ τὴν Κυβέρνησιν, δικαίως. Ἡ Κυβέρνησις στηρίζεται εἰς τοὺς νόμους, τοὺς ὁποίους ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε, καὶ κανεὶς δὲν ἀρνεῖται τὸ δικαίωμά της τοῦ νὰ παύῃ τοὺς δημάρχους. Ὁ λόγος εἶναι, ὅτι ἡ παῦσις τῶν δημάρχων δὲν προέρχεται ἀπὸ τὰ αἴτια, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ κ. πρωθυπουργὸς, ἀλλὰ ἀπὸ φατριαστικὰ αἴτια· καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ ἐρώτησις τοῦ κ. Μπαλάνου, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν, πόσοι δήμαρχοι μέχρι τοῦδε κατεδικάσθησαν, καὶ ἡ ἀπάντησις ἦτο, ὅτι οὐδεὶς κατεδικάσθη.
§85ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐδικάσθη.
§86ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ διατὶ νὰ μὴ δικασθῇ; οὕτω πως ἐνεργεῖται ἡ δικαιοσύνη; Ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ στηρίξῃ τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων διὰ τῶν δικαστηρίων. Ἠξεύρετε, Κύριοι, διατὶ παύονται οἱ πλεῖστοι δήμαρχοι; διότι ἐγὼ ὁ βουλευτὴς, βλέπων ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς πολιτείας δὲν συμβιβάζονται μὲ τὰ συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ ἡ συντήρησις τοῦ κόμματός μου, ἔρχομαι εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ζητῶ τὴν παῦσίν του. (Θόρυβος). Ἔρχομαι ἐπὶ τῆς παύσεως τοῦ δημάρχου Κρανιδίου. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι οἱ ἀναφερόμενοι ἐξύφαναν κατηγορίαν κατ’ αὐτοῦ. Μετέβησαν οἱ ἴδιοι, ἵνα συλλάβωσιν ἕνα φυγόδικον. Τί ἠθέλατε νὰ τοὺς πράξῃ ὁ δήμαρχος; Νὰ καταναγκάσῃ τὸ χωρίον, ἵνα ὁπλισθῇ καὶ συλλάβῃ τὸν φυγόδικον; Ἀλλὰ πῶς εἶναι δυνατὸν τοῦτο; Πρὸς τούτοις πρέπει νὰ γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι εἰς αὐτὰ τὰ μέρη τὰ ἤθη εἶναι πολὺ αὐστηρὰ, οἱ δὲ ὑπάλληλοι αὐτοὶ, μεταβαίνοντες ἐκεῖσε, ἀπαιτοῦσι τραπέζια, συναναστροφὰς, καὶ τοιαῦτα πράγματα· ὁ δὲ δήμαρχος, ἅμα μετέβησαν εἰς Κρανίδιον, δὲν τοὺς ἔσφαξε κόταις, καὶ ὅσα ἀπῄτουν, διότι εἶναι ἄνθρωπος αὐστηρὸς τὰ ἤθη, ἄνθρωπος τοῦ καθήκοντος. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν τοὺς περιεποιήθη, ἔκαμον μίαν ἔκθεσιν, ὅτι ζητεῖ νὰ τοὺς ἀπειλήσῃ. Μᾶς ἠπείλησεν, εἶπον, ὅτι θὰ μᾶς φέρῃ τὸν Λύγκον. Καὶ ποῦ εἶναι ὁ Λύγκος; εἶναι αἶσχος, Κύριοι, νὰ λέγουν τὰ τοιαῦτα πράγματα. Τὴν κατηγορίαν αὐτὴν τὴν ἐξύφαναν οἱ ὑπάλληλοι, ὅτι τοὺς ἐφοβέρισεν ἤδη νὰ φέρῃ τὸν Λύγκον, νὰ συλλάβῃ τὸν ἀξιωματικὸν τῆς χωροφυλακῆς. Αὐτὰ, Κύριοι, δὲν ὑποφέρονται, ὥστε μὲ τοιαύτας κατηγορίας νὰ παύωνται οἱ δήμαρχοι. Δὲν εἶναι καλὸν νὰ γίνωνται τοιαῦτα πράγματα, διότι προσβάλλεται ὁ νόμος. Καὶ ἂν ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς ἔχῃ ἀπόφασιν νὰ στηρίξῃ τὴν ἰσχὺν τοῦ νόμου, πρέπει νὰ τὸν στηρίξῃ διὰ τοῦ δικαίου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἱστορία τοῦ δημάρχου Κρανιδίου. Ἀλλὰ, δεδόσθω, ἡ Κυβέρνησις εἶχε δίκαιον νὰ παύσῃ τὸν δήμαρχον, ἡ ἀντικατάστασις του ὅμως πρέπει νὰ ᾖναι νόμιμος. Ἐγὼ, Κύριοι, καὶ ὁ Κ. Στεφανόπουλος εἰσαγάγομεν πρότασιν, δεικνύοντες, ὅτι δὲν ὑπάρχει φατριασμὸς, οὔτε τῆς μιᾶς μερίδος, οὔτε τῆς ἄλλης, ἀλλὰ μόνον διὰ νὰ διορθωθῇ αὐτὸ τὸ κακόν, καὶ νὰ παύσουν πλέον αὐταὶ αἱ κατακραυγαὶ καὶ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης πτέρυγος, διότι δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ γίνεται ἡ ἀντικατάστασις δι’ ἁπλῶν πολιτῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ λαοῦ καὶ τὰς παρὰ τοῦ νόμου ἰδιότητας. Σᾶς παρακαλῶ λοιπὸν νὰ ζητήσητε τὴν ὅσον ἔνεστι ταχεῖαν συζήτησιν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἐπρότεινα ἐγὼ καὶ ὁ Κύριος Στεφανόπουλος καὶ παρακαλῶ τὸν Κύριον Πρόεδρον νὰ ὑποβάλῃ ὅσον οὔπω τὴν πρότασιν ταύτην, ὅπως σπεύσῃ ἡ συζήτησις καὶ παύσουν αἱ αἰτιάσεις.
§87ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριοι, σπανίως ἀναβαίνω τὸ βῆμα, διότι περιορίζομαι νὰ ὁμιλῶ ὀλίγα ἀπὸ τὸν τόπον μου. Σήμερον ὅμως, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ μιᾶς ὑποθέσεως, ἡ ὁποία δύναται ν’ ἀποδοθῇ εἰς ἐμὲ, χρεωστῶ νὰ δώσω λεπτομερεῖς πληροφορίας ὅπως διασκεδάσω τὰς ὑποψίας σας. Κύριοι, μετὰ τὴν ἱερὰν μεταβολὴν, εἰς τὴν ὁποίαν δὲν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ λάβω μέρος, ἀλλ’ ἐντοσούτῳ, ἀφοῦ ἅπαξ ὑπεσχέθην, νομίζω, ὅτι τὴν ἐσεβάσθην πολὺ περισσότερον ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι καυχῶνται μὲν, ὅτι συμμετέσχον, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα τὴν ἐνόθευσαν....
§88Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε τὸ πρωτόκολλον τῆς 18...
§89ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐνόσῳ ὑπῆρχεν ὁ ἡγεμὼν ἐνταῦθα, ἤμην ὑπὲρ αὐτοῦ, καὶ ἂν ἐκάθητο ἐδῶ, ἤθελον ἀποφασίσει νὰ ἀποθάνω· ἀλλ’ ἀφοῦ ἔφυγεν, εἶχον καθῆκον νὰ ὑποστηρίξω τὸ νέον καθεστώς. Ἐγὼ, Κύριοι, ἠξεύρω νὰ σέβωμαι τὰ καθεστῶτα. Εἰς τὴν μεταβολὴν συνεμέθεξαν, κατ’ ἐμὲ, δύω εἰδῶν ἄνθρωποι, οἱ μὲν ἀπὸ ἁγνὸν πατριωτισμόν, οἱ δὲ ἀπὸ ἰδιοτέλειαν. Οἱ δεύτεροι ἐπηρέασαν τὴν τότε Κυβέρνησιν, ἥτις μετέβαλε τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι ἀπέῤῥεον ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ, καὶ ἔβαλον ἀνθρώπους τῆς ἐμπιστοσύνης των, ἀνθρώπους δούλους τῶν παθῶν των καὶ τῶν διαταγῶν των. Ἔκτοτε, Κύριοι, ἤρχισαν αἱ ἐπεμβάσεις εἰς τὴν ἐπαρχίαν τῆς Ἠλείας. Ἐπαύθησαν οἱ δήμαρχοι καὶ ἀντικατεστάθησαν παρ’ ἄλλων, καὶ ὁ σκοπὸς αὐτῶν ἦτο νὰ πλουτήσωσιν ἑαυτοὺς καὶ τοὺς φίλους των, καὶ νὰ καταστρέψωσι τοὺς ἄλλους. Τὸν πρῶτον κτύπον ἔδωκαν εἰς τὰ ταμεῖα καὶ ἐσφετερίσθησαν τὰ χρήματα τοῦ δημοσίου· δεύτερον εἰς τὰς ἀποθήκας. Καὶ ἂν θέλετε νὰ πεισθῆτε, ὁ νῦν πρόεδρός μας καὶ πάλαι ποτὲ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἔδωκεν ἔκθεσιν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι περὶ τὰς 800,000 δραχμὰς ἡρπάγησαν. Διώρισαν, Κύριοι, δημάρχους φίλους των· ἔπειτα ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ τοῦ σφετερισμοῦ τῶν ὑπαρχόντων τί ἔκαμαν; Κατὰ τὰς νέας δημοπρασίας, εἰς τοὺς ἀκτήμονας ἔδιδον πιστοποιητικὰ κτηματοσημειώσεων καὶ εἰς τοὺς οἰκοκυραίους ὄχι. Παρουσιάζοντο εἰς τὰς δημοπρασίας οἱ οἰκοκυραῖοι καὶ ἀπεκρούοντο ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τὰς δημοσίας, αἱ ὁποῖαι διωρίζοντο ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς ἐκεῖ. Τὸ ἀποτέλεσμα, Κύριοι, ἦτο ὅτι εἰς τὰ 1863 καὶ 1864 αἱ πρόσοδοι τῆς Ἠλείας ἐσφετερίσθησαν καὶ καθυστεροῦνται ἤδη εἰς τὸ δημόσιον 700,000 ἀπὸ ἀνθρώπους ἀκτήμονας. Τί ἐγένετο μετὰ ταῦτα; ὅτε κατεδεικνύοντο καὶ ἐφυλακίζοντο, ἐτόλμησαν πολλοὶ δήμαρχοι νὰ ψευσθοῦν. Δύω τούτων κατηγορήθησαν ἐπὶ πλαστογραφίᾳ, διότι ἔδωκαν πιστοποιήσεις ἀκτημοσύνης ὑπὲρ αὐτῶν ἐκείνων, ὑπὲρ ὧν ὀλίγῳ πρότερον εἶχον πιστοποιήσεις, ὅτι εἶναι κτηματίαι, καὶ ὅσον οὔπω φυλακίζονται. Πρὸς τοῖς ἄλλοις, Κύριοι, ἤρχισαν νὰ φορολογοῦν ἐκτὸς τοῦ δημοσίου καὶ τοὺς κατοίκους. Καὶ ὅταν τις ἐκ τῶν ἐχόντων ὀλίγον νοῦν ἤθελε κάμει ἀντίστασιν, κατηγορεῖτο εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι θέλει νὰ φέρῃ τὴν παλινόρθωσιν. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Θεοχάρης, τὸ τσιφοὺτ πατιρντί. Οἱ Ἑβραῖοι μαλόνουν καὶ ἔπειτα λέγουν ὤχ τὸ μάτι μου! Ἐπὶ τρία ἔτη, Κύριοι, ἡ Ἠλεία ἔπασχεν καὶ μόλις ἀπὸ πέρυσιν ἀπηλλάχθη, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἔστειλεν ἕνα ἔπαρχον οὐδέτερον. Ὁ Κύριος Δημητριάδης ἐν τούτοις μᾶς λέγει, ὅτι δὲν εὗρε τίποτε εἰς αὐτὰ τὰ ἔγγραφα. Ὅλα εἶναι μέσα, καὶ ἡ ἀπολογία τοῦ δημάρχου Λετρίνων καὶ ἡ διαταγὴ πρὸς τὸν ἔπαρχον. Ὁ ἔπαρχος λαμβάνει διαταγὴν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ διατάττει κατὰ συνέπειαν τὸν δήμαρχον νὰ ἀντικαταστήσῃ τοὺς εἰδικοὺς παρέδρους εἰς τὰ χρέη των, διότι πλησιάζει ἡ ἀρχὴ τῶν ἐκλογῶν καὶ ἡ σύνταξις τῶν καταλόγων, διότι, ἂν δὲν ᾖναι ἀπὸ τοὺς παρέδρους, δὲν θὰ ἔχῃ ἰσχύν. (Θόρυβος). Τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως ἢ ἡ διαταγὴ αὐτῆς δὲν ἐνόησε παρὰ τοὺς δημοτικοὺς μόνον παρέδρους, τοὺς ὁποίους ἔπαυσαν ὅλους, ἅμα ἔπαυσαν τοὺς δημάρχους (θόρυβος). Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον συνέρχεται εἰς πρᾶξιν. Ὁ δήμαρχος παρουσιάζεται κατὰ τὸν νόμον καὶ μετ’ αὐτοῦ φέρει καὶ ἕνα γραμματέα ὡς μάρτυρα, νὰ πράττῃ αὐτὸς καὶ νὰ ὑπογράφῃ ὁ δήμαρχος. Τοῦ ἐγένετο ἡ παρατήρησις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παρίσταται εἰς τὴν συνεδρίασιν τοῦ συμβουλίου ξένον πρόσωπον, ἀλλὰ τίποτε δὲν ἤκουεν, ἀλλὰ καὶ τὰ πρακτικὰ αὐτὸς ὁ δήμαρχος τὰ ἐκράτει. Διὰ ταῦτα, ὁ ἔπαρχος γράφει, πῶς θὰ βαδίσω μὲ τὴν δημοτικὴν ἀρχήν, ἡ ὁποία δὲν ἀκούει καμμίαν διαταγήν; Τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἐχρεώστει νὰ διορίσῃ μετὰ ταῦτα τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συμβούλους. Προσκαλεῖται ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον νὰ συνέλθῃ εἰς συνεδρίασιν. Συνέρχεται καὶ διορίζει τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συμβούλους, μετὰ ἓξ μῆνας στέλλεται ἡ πρᾶξίς του εἰς τὸν νομάρχην. Ὁ νομάρχης εὐηρεστήθη νὰ τὴν ἐπικυρώσῃ. Ὁ δήμαρχος πέρνει τὴν πρᾶξιν ταύτην τὴν ἐπικεκυρωμένην ἀπὸ τὸν νομάρχην, ἡ ὁποία ἔχει ἰσχὺν νόμου, καὶ δὲν τὴν δέχεται, ἀλλὰ τὴν τὴν ἐφεσιβάλλει εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Ἦλθεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ τὸ ὑπουργεῖον κατ’ ἐπανάληψιν λέγει, χρεωστεῖς νὰ ἐνεργήσῃς. Αἴ, Κύριοι, σήμερα ὅπου εἴμεθα ἐδῶ, ὁ δήμαρχος αὐτὸς τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς συμβούλους τοὺς ἔχει αὐθαιρέτως χωρὶς νὰ ἀκούσῃ τὴν διαταγὴν τοῦ ὑπουργείου. Στοχασθῆτε λοιπόν, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἤθελε νὰ κάμῃ τὸ κράτος του μέσα εἰς ἕνα ἄλλο κράτος. Ἔπειτα, κύριοι, ἀπὸ τὰς καταστροφάς, ἀπὸ τὰς δημεύσεις καὶ φορολογίας ἤρχισαν οἱ οἰκοκυραῖοι ν’ ἀποσύρωνται ἀπὸ τὴν δημοτικὴν φατρίαν. Ποῦ κατέφυγεν ἡ ὑπεράσπισις τοῦ δημάρχου; Ἐνόμισεν, ὅτι ἠμποροῦσε νὰ διατηρηθῇ ἀπὸ τοὺς φαύλους καὶ κακούργους· ἤρχισαν νὰ καταπιέζουν τοὺς πολίτας, ν’ ἀπάγουν παρθένους συνοδευόμενοι μὲ ἀστυνομικοὺς κλητῆρας. Προχθὲς ἀκόμη, πρὸ 20 ἡμερῶν, ἔκαμον μίαν ἀπαγωγὴν καὶ εἰσήχθησαν εἰς δίκην. Ἀλλ’ οἱ χωροφύλακες εἶναι ξένοι καὶ οἱ κλητῆρες τοὺς ἀπατοῦν. Ἐβγῆκαν φωνάζοντες ζήτω ἡ δημοκρατία, καὶ τηλεγραφεῖ ὁ ἔπαρχος εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ λέγει, ὅτι τὰ πράγματα ἐδῶ εἶναι ἐναντία τῶν καθεστώτων, διὸ βιάζεται νὰ ὑπάγῃ καὶ νομάρχης καὶ μοίραρχος. Καὶ ὑπάρχουν, Κ. βουλευτὰ τῆς Κορινθίας, ἔγγραφα τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου τῆς Ἠλείας, τὰ ὁποῖα κατηγοροῦν τὸν δήμαρχον, ὅτι ἐπλαστογράφησε πρᾶξιν διὰ νὰ μεταβάλουν τὴν Πρωτεύουσαν τοῦ δήμου. Ἐν τοιούτῳ εἰσήχθησαν εἰς τὸ δικαστήριον, διὰ τὸ ὁποῖον ὑμεῖς μᾶς ἐλέγξατε, μολονότι ὁ ὑπουργὸς, καθὼς καὶ ὁ δικαστὴς, ἔχει ἐλευθέραν τὴν συνείδησίν του εἰς τὰς ἐνεργείας του. Ὁ ὑπουργὸς μολοντοῦτο, ἀφοῦ δὲν ἠμπόρεσε μὲ τὰς συμβουλάς του νὰ φέρῃ καμμίαν τάξιν, ἐνέκρινε νὰ κάμῃ μικρὰς τροπολογίας. Ὑπὲρ τοὺς 240, λέγει ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι εἶναι ζωοκλέπται καὶ ἐγκληματίαι· 150 βουλεύματα εὗρον οἱ νέοι, ἀφοῦ μετετέθησαν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπαινίττεσθε, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι κατάλληλοι. Ναὶ, κύριοι, καὶ ἡ ἐπιστήμη ἔχει τὰ ὅριά της. Εἶναι καλὸν νὰ ἔχῃ τις μὲ τὴν ἐπιστήμην καὶ ὀλίγον νοῦν, ὡς οὐδὲν ἡ μάθησις, ἂν μὴ ὁ νοῦς παρῇ. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, ὅτι καὶ εἰς τοῦτο ἐν παρόδῳ σᾶς λέγω, διότι ἐπεκάλεσθε τὸν διάδοχόν μου νὰ διορθώσῃ ὅσα ἐγὼ ἡμαρτημένως ἔκαμα, καὶ σᾶς λέγω ὅτι τὸν μάγειρον δὲν πρέπει νὰ τὸν ἐπαινέσητε, ὅτι μαγειρεύει καλὰ, παρὰ ὅταν φάγητε καὶ ἴδητε τὸ φαγητόν. Ἐγὼ, κύριοι, ὅταν ἦλθα εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εἶπα νὰ μὴ γίνῃ καμμία πρᾶξις παύσεως ἐναντίον αὐτοῦ τοῦ δημάρχου· διὰ τοῦτο λέγω εἰς τὸ γράμμα, ὅτι δὲν παύουν οἱ δήμαρχοι χωρὶς κατηγορίας, καὶ ἐὰν ὁ ἔπαρχος ἢ ὁ μοίραρχος ἔχῃ, ἂς τὰς καθυποβάλῃ. Ἐν τοσούτῳ ἦλθον αὐταὶ αἱ νέαι κατηγορίαι· ἀπηύδησε πλέον τὸ ὑπουργεῖον καὶ τοὺς ἔπαυσε, διότι μοῦ ἔλεγον, ὅτι ἐξ αἰτίας μου ὁ τόπος κατεστράφη. Τὸ ἄρθρ. 44 τοῦ νόμου δὲν φέρει τὴν εἰσαγωγὴν εἰς δίκην. Εἶναι δύω ἔτη, ὅπου εἰσάγονται εἰς δίκην, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι ἀπὸ τοὺς δικαστὰς εἶναι ὁδηγούμενοι μὲ πρόθεσιν νὰ καταστρέψουν μερικοὺς ἀνθρώπους ἐκείνης τῆς ἐπαρχίας. Δός μου, Κ. Πετιμεζᾶ, τοῦ ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου τὴν πρᾶξιν. Ἰδοὺ, κύριοι, δότατέ μοι ὑπομονὴν, διὰ νὰ ἀκούσητε μίαν πρᾶξιν τῆς 28 Ὀκτωβρίου 1861, ὅταν ἐγὼ ἤμην ἁπλοῦς πολίτης. «Τὸ ἐπαρχιακὸν συμβούλιον ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀθλιεστάτην κατάστασιν, εἰς ἣν ὁ τόπος ἔφθασε....» Τὰ ἔγγραφα αὐτὰ, κύριοι, εἶναι μία μεγάλη καὶ τρομερὰ ἀλήθεια. Οἱ δήμαρχοι ἐκ συστήματος ἔχουν τοὺς κλητῆρας καὶ τοὺς φαυλόβιους καὶ στέλλουν ἀπὸ τὰς διαφόρους ἐπαρχίας καὶ κλέπτουν τὰ ζῶα καὶ τὰ φέρουν δῆθεν ὡς περιπλανώμενα, καὶ ἐνῶ ὁ νόμος λέγει, ὅτι τὰ πωλοῦν τὰ εἰρηνοδικεῖα, τὰ πωλοῦν αὐτοί.
§90ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Φρονεῖτε ὅτι μὲ τὴν παῦσιν αὐτῶν τῶν δημάρχων θὰ παύσουν καὶ αἱ ζωοκλοπαί;
§91ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἔπαυσαν σχεδὸν τώρα· 70 εἶναι ἀπὸ τὴν Ἠλείαν ἐντὸς 20 ἡμερῶν, ἀφ’ ἧς αἱ νέαι δικαστικαὶ ἀρχαὶ ὑπῆγον εἰς τὰς Πάτρας, διὰ τὰς ὁποίας ὁ Κ. Δημητριάδης μᾶς ἐπιπλήττει, καὶ λέγει ὁ διάδοχός μας νὰ τοὺς ἐπαναφέρῃ 240, μὲ εἶπε σήμερον ὁ ἀρχηγὸς τῆς χωροφυλακῆς, ὅτι εἶναι ἀπὸ τὸν νομὸν τῆς Ἀχαΐας εἰς τὰς φυλακάς. Πταίουν οἱ δικασταὶ, διότι δύω ἔτη εἶναι εἰσηγμένα αὐτὰ τὰ πράγματα καὶ δὲν ἐπροχώρησαν, διότι ἤθελε καταστραφοῦν τόσοι ἄνθρωποι. Ὅλα αὐτὰ, Κύριοι, ὑπάρχουν καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὄχι μόνον αὐτὸς ὁ δήμαρχος πρέπει νὰ παύσῃ διὰ νὰ ἐπανέλθῃ ἡσυχία καὶ τάξις, ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄλλοι, καὶ τὸ ὑπουργεῖον, διὰ νὰ μὴ σᾶς φέρῃ πάντοτε εἰς φιλονεικίας, ἀπέφυγε καὶ μετὰ βίας ἔρχεται εἰς ἕν τι. Παρατηρήσατε πόσοι εἶναι οἱ δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι ἔπαυσαν ἐπὶ τοῦ ὑπουργείου. Εἶναι ἐδῶ ὅστις κατηγορεῖται, ὅτι ὑπέκρυπτε τὸν Κίτσον, καὶ εἷς ὅστις διωρίσθη εἰς τὸ Κρανίδι, ἦτο ἀπὸ τὸ αὐτὸ φύραμα, καὶ διωρίσθη μὲ ἀναπληρωτὴν συγχρόνως. Τὸ ὑπουργεῖον, ἀφ’ οὗ εἶδεν, ὅτι ἀπειλεῖ, τὸν ἔπαυσεν· εἶπεν, ἂς πάρωμεν καὶ τὸν ἄλλον νὰ ἴδωμεν καὶ αὐτοῦ τὴν προκοπήν. Ἐνόμισεν, ὅτι ἀφοῦ βάλῃ αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, θὰ ἐμποδίσῃ πᾶν κίνημα κατὰ τῶν καθεστώτων, δὲν ἤλπιζεν ὅμως, ὅτι οὔτε τὸ ἕν, οὔτε τὸ ἄλλο θὰ ἐπιτύχῃ. Νομίζω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἦλθεν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ἐξετέλεσε καθῆκον ἱερόν. Καὶ ἐπειδὴ ζητεῖτε, Κ. Δημητριάδη, τὴν σύλληψιν τοῦ Λύγκου, σᾶς λέγω, ὅτι φαίνεται καὶ εἰς τὴν Κορινθίαν καὶ εἰς τοὺς δήμους Τριπόλεως, καὶ κατὰ δυστυχίαν εἶναί τινες δήμαρχοι, οἱ ὁποῖοι ἐν ὅσῳ τὸν κρύπτουν, δὲν θὰ πιασθῇ οὔτε αὐτὸς, οὔτε κἀνεὶς ἄλλος.
§92Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ νόμος δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ παύῃ τοὺς δημάρχους, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀναπολογήτως. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὄχι μόνον δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἔνδειξις περὶ τῆς ἐνοχῆς αὐτοῦ τοῦ δημάρχου, ἀλλ’ οὔτε νὰ ἀπολογηθῇ τὸν ἄφησαν. Σᾶς ἀνέμνησεν ὁ προαγορεύσας ἐπαρχιακὰ συμβούλια, δημοτικὰ, δημάρχους ἄλλων δήμων· ἀλλὰ τίποτε δὲν μᾶς εἶπε περὶ τοῦ δημάρχου Λετρίνων, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται.
§93ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐπεθύμουν, Κύριοι, νὰ ἀκούσω σήμερον οὔτε τὸν κύριον πρωθυπουργὸν, οὔτε τὸν ἤδη καταβάντα ἀπὸ τοῦ βήματος· ἐπεθύμουν μάλιστα, ὥστε τοιοῦτοι λόγοι νὰ μὴ ἐλέγοντο ποτὲ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, διότι οἱ λόγοι οὗτοι, ἀντὶ νὰ δικαιώσωσι τὴν Κυβέρνησιν, ἐξ ἐναντίας τὴν καταδικάζουν. Ἐὰν ἐπρόκειτο Κυβέρνησίς τις νὰ καταδικάσῃ ἑαυτὴν, δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ κατήγορος, εἰμὴ νὰ ἀπαγγείλῃ ὅσα εἶπεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ἅπερ, μὰ τὴν ἀλήθειαν, αἰσχύνουσιν ὄχι μόνον τὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ ἅπαν τὸ ἔθνος. Ἐπεθύμουν, Κύριοι, καὶ ἐπιθυμῶ, ἵνα ἐξαφανισθῶσι καὶ τὰ πρακτικὰ σήμερον, ὥστε νὰ μὴ ἔλθουν εἰς γνῶσιν τοῦ κόσμου, νὰ μὴ τὰ ἴδωσιν οἱ ἄνθρωποι, νὰ μὴ τὰ μάθωσιν οἱ ἔξω ὁμογενεῖς. Μᾶς ἐχαρακτήρισεν ὁ ἔντιμος κύριος πρωθυπουργὸς, ὅτι δὲν εἴμεθα εἰμὴ σμῆνος ζωοκλεπτῶν, ἤντλησε δὲ τὰ συμπεράσματά του ἀπὸ ἑνὸς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἠθέλησε νὰ χύσῃ ὅλας τὰς συμφορὰς εἰς τὸ ἔθνος ἀπὸ τὸν ᾅδην, καὶ ἐννοῶ τὰς συμφορὰς ταύτας, αἱ ὁποῖαι εἶναι κόχλασμα τοῦ ᾅδου, ποῖος τὰς ἐγέννησε; Σεῖς ἔχετε τὴν ἐξουσίαν, σεῖς κρατεῖτε τοὺς οἴακας, σεῖς ἔχετε στρατόν, σεῖς νομάρχας—καὶ ποίους νομάρχας! σεῖς ἐπάρχους καὶ ποίους ἐπάρχους! σεῖς δικαστήρια, καὶ ποῖα δικαστήρια! σεῖς τέλος ἔχετε ὅλα τὰ μέσα σήμερον, καὶ ὠφείλατε, ἀντὶ τοῦ νὰ καταμηνύετε τὸ ἔθνος εἰς τὸν ἔξω καὶ ἔσω κόσμον, ὡς φωλεὰν λῃστῶν, ὅπως κάμνουσι τὰ μυσαρὰ ὄργανα τοῦ ἐξωτερικοῦ ἐκείνου τύπου, ἀντί, λέγω, νὰ καταγγέλλετε τὸ ἔθνος, ἔπρεπε νὰ μεταχειρισθῆτε τὴν δύναμιν τῆς ἐξουσίας σας, καὶ νὰ καταστείλετε αὐτὰς τὰς ἀθλίας πράξεις τῶν ὀργάνων σας. Ἀκούετε, τάξις πραγμάτων! Προσκαλούμενος ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς διὰ νὰ ἀπολογηθῇ, ἐὰν παρεβίασε τὸν νόμον, νὰ καταφεύγῃ εἰς ἀνακρίσεις καὶ καταγγελίας κατὰ τοῦ ἔθνους! Καὶ, Κύριοι, ὅταν δημοσιευθῶσιν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ, τί θὰ εἴπῃ ὁ ἔξω κόσμος;
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ προκείμενον.
§95ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ κύριος ὑπουργὸς εἶπε τόσα καὶ οὐδεὶς τὸν διέκοψε, μὴ μὲ διακόπτητε καὶ ἠξεύρω τὴν τέχνην τοῦ λαλεῖν καὶ τοῦ γράφειν. Κύριοι, ἐπιθυμῶ νὰ ἐξαφανισθῶσιν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ σήμερον· ἐμβαίνων λοιπὸν εἰς τὸ ζήτημα, ἐπικαλοῦμαι τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης νὰ ἔλθῃ ἢ νὰ μὲ ἀναιρέσῃ ἢ νὰ μὲ ὑποστηρίξῃ. Τὸ ζήτημα ἦτον, ἐὰν ὁ δήμαρχος, ὅστις ἐπαύθη, δὲν ἐξετάζω ἂν καλῶς ἢ κακῶς, (κατ’ ἐμὴν γνώμην λέγω, ὅτι κακῶς, διότι «οὐδεὶς δίχα δίκης κακὸς ἐστί», ὥστε, ἐνῷ παρεβιάσθη τὸ μέγιστον τοῦτο ἀξίωμα λησμονήσαντες καὶ τὸ «μὴ δίκην δικάσῃς πρὶν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς» ἔπαυσαν αὐτὸν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐρεύνης ἢ ἀπολογίας· δὲν θέλω νὰ ὑπερασπισθῶ τοὺς δημάρχους· ἀπεναντίας, ὄχι μόνον τῶν δημάρχων, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπάρχων, ἀλλὰ καὶ τῶν ὑπουργῶν εἶμαι πολέμιος ὡς παραβιαζόντων πολλάκις τοὺς νόμους. Δεδόσθω, ὅτι οἱ ἐν λόγῳ δήμαρχοι παρεβίασαν τὴν ὑπηρεσίαν καὶ τοὺς νόμους, ἐξέκλιναν τοῦ καθήκοντος αὐτῶν, δὲν ὑπήκουον εἰς τὰς διαταγὰς τῶν προϊσταμένων ἀρχῶν, ὑπέπεσον εἰς ἀσύγγνωστον ἔγκλημα. Κύριοι, ἠδύνασθε νὰ τοὺς καταδικάσητε, πρὶν οὗτοι ἀπολογηθῶσι; Καὶ ὅταν καταδικάζηταί τις ἐρήμην, τότε ποῦ μένει τὸ μέγα ἀξίωμα «μὴ δίκην δικάσῃς, πρὶν ἀμφοῖν μῦθον ἀκούσῃς;» ἢ εἴμεθα ἡμεῖς σοφώτεροι, ἢ μεγαλοπραγμονέστεροι, ἢ ἐπιστημονικώτεροι ἐκείνων, οἵτινες καθιέρωσαν αὐτὰς τὰς ἀναλλοιώτους βάσεις, ὥστε νὰ καθιερώσωμεν ἡμεῖς ἀντ’ αὐτῶν, «ὅτι πᾶς ὁ μὴ συμφωνῶν μὲ τὰς ἀρχάς μας κακός ἐστὶ καὶ πρέπει νὰ τοῦ ἀποκόπτωμεν τὴν κεφαλήν;» Σᾶς διαβιβάζει ἕνας ἁπλοῦς ἔπαρχος μίαν κατηγορίαν κατὰ τοῦ δεῖνος ἢ δεῖνος δημάρχου· μὲ τοῦτο χάνει αὐτὸς τὸ δικαίωμα τῆς ἀπολογίας; εἶναι οἱ ἔπαρχοι ἀναμάρτητοι; Δὲν ὀφείλει τὸ ὑπουργεῖον νὰ βασανίσῃ αὐτὴν, νὰ τὴν σταθμίσῃ μὲ τὴν κατηγορίαν, καὶ τότε νὰ ἐπιφέρῃ τὴν παῦσιν αὐτοῦ, καὶ τότε προσκαλούμενον νὰ δώσῃ ἀπολογίαν, νὰ εἴπῃ, ἀντὶ νὰ καταφεύγῃ εἰς ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις κατὰ τοῦ ἔθνους· «ἰδοὺ ὁ δήμαρχος αὐτὸς, τὸν ὁποῖον ἔπαυσα, μὴν ὑπερασπίζεσθε πρόσωπον τοιοῦτον! Πῶς; ὑμεῖς ἤλθατε ἐδῶ νὰ ὑπερασπισθῆτε τοὺς ζωοκλέπτας καὶ λῃστὰς καὶ φονεῖς;» Ἐξ ὅσων ἀνέγνωσε καὶ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς καὶ ὁ ἔντιμος προλαλήσας δὲν εἶδα νὰ μᾶς παρουσιάσῃ κανὲν δικαιολογητικὸν ἔγγραφον, δὲν εἶδα κανὲν ἄλλο εἰμή, ὅτι ἐγένετο παῦσις ἑνὸς δημάρχου· καὶ μὲ ποῖον τὸν ἀντικατεστήσατε; γνωρίζετε ποῖος εἶναι ἐκεῖνος, μὲ τὸν ὁποῖον τὸν ἀντικατεστήσατε; Εἶναι ὁ καταλληλότερος; ἢ μόνον εἶναι συστημένος ἀπὸ νευρόσπαστον ἄλλο; διότι νευρόσπαστον καὶ κἄτι περισσότερον εἶναι ἐκεῖνος ὁ ἔπαρχος, ὅστις σᾶς λέγει, παύσατε ἄνευ λόγου τὸν δεῖνα δήμαρχον· καὶ σεῖς, Κύριοι ὑπουργοί, δέχεσθε παραχρῆμα καὶ παύετε αὐτόν! Καὶ τότε ποῦ μένει τὸ μέγα ἀξίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ βάσις τοῦ συνταγματικοῦ ἡμῶν πολιτεύματος; «οὐδεὶς πρὸ τῆς καταδίκης λογίζεται ἔνοχος;» Ὁ λαός, διὰ νὰ διορίσῃ ἕνα δήμαρχον, διὰ νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του εἰς ἕνα δήμαρχον, σκέπτεται ἐπὶ τετραετίαν καὶ πενταετίαν, τὸν ἐξετάζει ἐντεῦθεν, τὸν ἐξετάζει ἐκεῖθεν, ἀνιχνεύει τὴν διανοητικὴν καὶ ἠθικὴν αὐτοῦ ἱκανότητα, καὶ τότε δίδει τὴν ψῆφον αὐτοῦ. Καὶ ὅμως ἔρχεται ἤδη μία ἀπόφασις ἑνὸς ὑπουργοῦ καὶ σᾶς λέγει, ὅτι παύεται ὁ δήμαρχος, καὶ διὰ τῆς οὕτω γενομένης παύσεως τοῦ δημάρχου σᾶς ἀποδοκιμάζει τὸ φρόνημα ἑνὸς δήμου, διεγείρει τὴν δυσμένειαν καὶ ἄλλα πολλὰ (ψιθυρισμοί τινες)...... Πᾶς ἐνδιαφερόμενος ὀφείλει νὰ διακόψῃ, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν θέλω νὰ ἀπαντήσω· τοὺς λέγω μόνον τὴν παροιμίαν «ὅταν βλέπετε τὴν ἀρκοῦδαν εἰς τοῦ γείτονος τὴν αὐλήν, νὰ τὴν περιμένετε καὶ εἰς τὴν ἰδικήν σας.» Ὅταν ἀφήσετε σήμερον νὰ γίνεται τοῦτο καθ’ ἑνὸς Δημάρχου καὶ αὔριον κατ’ ἄλλου, ἔρχεται τότε μία ἄλλη ἐξουσία, καὶ τότε θὰ ἐνθυμηθῆτε τοὺς λόγους μου, τότε θὰ ἀρύεσθε τὰς φράσεις καὶ τὰ ἐπιχειρήματά μου, ἵνα πολεμήσητε ἐκείνην τὴν αὐθαίρετον καὶ παράνομον ἐξουσίαν· ἀλλὰ τότε θὰ ᾖναι ἀργά. Ἐξ ὅσων ἐλάλησε καὶ ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς καὶ ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ ἐν λόγῳ δήμαρχοι ἐπαύθησαν αὐθαιρέτως καὶ παρανόμως, καὶ οὔτε οἱ λόγοι των, οὔτε τὰ ἔγγραφα ἔπεισαν τὴν Βουλήν, διότι σύμφωνα μὲ τὸν νόμον δὲν μᾶς παρουσίασαν μίαν δικαστικὴν ἀπόφασιν, μίαν δικαστικὴν πρᾶξιν· τὸ νὰ λέγητε δέ, ὅτι τῶν δικαστηρίων αἱ ἀποφάσεις παρεμποδίζονται, τοῦτο οὐδόλως σᾶς ὠφελεῖ, διότι κατὰ τὴν παροιμίαν, «τὸ ψάρι βρωμᾷ ἀπὸ τὸ κεφάλι.» Ἀλλὰ μήπως τοὐλάχιστον ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους διωρίσατε, εἶναι καταλληλότεροι; Σεῖς, νομίζω, εἴπετε, ὅτι εἶναι καὶ αὐτοὶ ἢ λῃσταὶ ἢ ζωοκλέπται. Ὅλα ἐν γένει τὰ ἀδικήματα δὲν εἶναι εἰμὴ ἀποκύημα διοικητικῆς ἀβελτηρίας· τοῦτο τὸ εἶπον ἄλλοτε καὶ ἐπισήμως, καὶ δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ μάρτυρα τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη.— (ἀπευθυνόμενος διὰ τοῦ προέδρου πρὸς τὸν Κ. Κυπριάδην). Θὰ προτείνετε νὰ παύσουν τὰ δικαστικὰ σοφίσματα;
§96ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καὶ οἱ πολιτικοὶ παραλογισμοί.
§97ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μέχρι τοῦδε εἶναι βέβαιον, ὅτι κακῶς ἔγειναν ὅσα ἔγειναν, καὶ καταδικάζουν ὄχι μόνον τὰς ὑποδεεστέρας ἀρχὰς, ἀλλὰ καὶ τὰς προϊσταμένας. Δυστυχῶς καὶ αἱ προϊστάμεναι ἀρχαὶ καὶ τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα ὑπουργεῖον κακῶς ἀπὸ κακοὺς ὑπαλλήλους πολλάκις διευθύνθησαν, καὶ οἱ προϊστάμενοι αὐτῶν ὑπουργοὶ εἴτε ἐξ ἀπειρίας, εἴτε ἐξ εὐπιστίας γίνονται πολλάκις θύματα τῶν τοιούτων ὑπαλλήλων. Διὰ νὰ διορθώσωμεν λοιπὸν τὸ Κράτος καὶ νὰ παύσουν αὐτὰ ὅπου ἤδη γίνονται, πρέπει νὰ συστήσωμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν του εἰς τὴν κεντρικὴν ἐξουσίαν· καὶ ἐάν τινες δὲν ἐννοοῦν τὴν ὑπηρεσίαν, δὲν πρέπει νὰ ἀναλαμβάνωσι τόσον ὑψηλὴν ἐξουσίαν, καὶ νὰ μᾶς παρουσιάζωσιν, ὅτι ὅλον τὸ Κράτος εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀναρχίαν. Μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Κύριος Πρωθυπουργὸς, ὅτι εἷς πολίτης εἰσελθὼν εἰς τὴν εἰσαγγελίαν Πατρῶν ἔδεσε τὸν ἵππον του ἔξωθεν, καὶ ὅταν ἐξῆλθε δὲν τὸν εὗρεν· ὁ εἰσαγγελεὺς λοιπὸν ἐλῄστευσε τὸν ἵππον; Καὶ ὅταν ἀπὸ τὴν εἰσαγγελίαν κλέπτωνται οἱ ἵπποι, τότε ποῦ νὰ εὕρῃ καταφύγιον ὁ ποιμὴν καὶ ὁ γεωργός; ποῦ ὁ πολίτης; Δὲν καταδιώκουν οἱ δήμαρχοι τοὺς λῃστὰς ἢ ζωοκλέπτας· καὶ ποίαν ἐξουσίαν ἔχουν; ποία μέσα; ποίους στρατούς; δὲν ἔχουν οὐδὲ ἐξουσίαν, οὔτε δύναμιν. Ἡ ἐξουσία εἶναι εἰς τοὺς ἐπάρχους καὶ νομάρχας· ἀλλ’ ὅταν οὗτοι ἦναι οἵους ὑμεῖς διορίζετε, τότε περιμένετε ἐγγύησιν ἀσφαλείας, τάξιν καὶ ἡσυχίαν; Ὄχι, τοιουτοτρόπως οὐδὲν ἄλλο περιμένετε, Κύριοι, εἰμὴ τὸν ἐξευτελισμὸν τοῦ ἔθνους εἰς τὸν ἔσω καὶ ἔξω κόσμον. Περαίνων λοιπὸν τὸν λόγον, παρακαλῶ, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ ἀποδοκιμάσῃ τὰς πράξεις τῆς ἐξουσίας καὶ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ὅπως μὴ συμβῶσιν ἄλλοτε τὰ τοιαῦτα.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μήτσας ἔχει τὸν λόγον.
§99ΜΗΤΣΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω. Τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι εὐλόγως τῷ ὄντι ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἀνέφερε τὴν σύζυγον τοῦ Καίσαρος, διότι ἔπαυσε τὸν Νικήταν, ὅπου δὲν ἠμποροῦσε νὰ παύσῃ ἕνα ἐγκληματίαν διὰ 50 δραχμὰς, καὶ διώρισε τὸν Κρέσταν, ὅπου ἔκλεψε 60 χιλιάδας ὀκάδας ἁλάτι καὶ ἔχει ἔνταλμα συλλήψεως· μάρτυρα φέρω τὸν Κ. Σωτηρόπουλον, ὅπου ἦτο τότε ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν· ἔβγαλε τὸν τέτζηρα καὶ ἔβαλε τὸ καπάκι.
§100ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τώρα διώρισε τὸν Κρέσαν, ἢ ἦτο ἀναπληρωτὴς καὶ ἦλθε εἰς τὴν θέσιν αὑτοῦ;
§101ΜΗΤΣΑΣ. Μὰ δὲν ἠξεύρω· αὐτὰ εἶχα νὰ εἴπω.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Πετιμεζᾶς.
§103Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι βουλευταί! Δευτέραν ἤδη φορὰν παρουσιάζεται ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τὸ μέγα καὶ σπουδαῖον ζήτημα περὶ τοῦ νόμου τοῦ διέποντος τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς τοῦ βασιλείου. Δὲν πρέπει, Κύριοι, (καὶ ὁμιλῶ διὰ τοὺς πλέον ἀνυπομόνους) δὲν πρέπει, λέγω, νὰ θεωρήσητε τὰ ζητήματα τῆς τοιαύτης φύσεως, τὰ ἐρχόμενα ἐνώπιόν σας, ὡς ζητήματα ἁπλᾶ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπικαλοῦμαι τοὺς λόγους αὐτοὺς τοῦ Κ. προέδρου τῆς Κυβερνήσεως· ἐνθυμηθῆτε, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου ἀγορεύων ἐνταῦθα σᾶς εἶπεν «εἰς ἓν Κράτος συνταγματικὸν τὸ δημοτικὸν σύστημα εἶναι ἡ βάσις τῆς εὐτυχίας τοῦ λαοῦ· ἐντὸς τοῦ δημοτικοῦ συστήματος ὑπάρχουν τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ λαοῦ, ἐντὸς τοῦ δημοτικοῦ συστήματος ὑπάρχει ἡ ἀνάπτυξις καὶ ἡ πρόοδος τοῦ λαοῦ, ἡ ἀσφάλεια ἡ ἀτομικὴ τοῦ πολίτου· ἐντὸς τοῦ δημοτικοῦ συστήματος ὑπάρχει ἡ βάσις τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων.» Λοιπὸν τὸ δημοτικὸν σύστημα εἶναι ἡ κρηπὶς τοῦ ἐλευθέρου πολιτεύματος. Ἐὰν λοιπὸν δημοτικὸν σύστημα δὲν ἔχετε, δύνασθε νὰ ἔχετε ἐφαρμογὴν τῶν νόμων, ἀσφάλειαν, δύνασθε νὰ ἔχετε ἐλευθερίαν; βεβαίως ὄχι. Ἀφοῦ λοιπὸν τοιοῦτον εἶναι τὸ δημοτικὸν σύστημα, ὁποῖον πράγματι εἶναι καὶ ὡς ὡμολόγησεν αὐτὸς ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ἀφοῦ, λέγω, τοιοῦτον μέγα εἶναι τὸ ζήτημα τοῦ δημοτικοῦ συστήματος, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχετε καὶ τὴν ὑπομονὴν νὰ ἀκούσητε περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὅταν πρόκειται μάλιστα νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιόν σας πράξεις, αἱ ὁποῖαι τὴν ῥίζαν αὐτοῦ τούτου τοῦ συστήματος δύνανται νὰ ξηράνωσιν. Ἐὰν μὲν, Κύριοι, τὸ ζήτημα τὸ ὁποῖον ἐφέραμεν ἐνώπιόν σας σήμερον δὲν ᾖναι δίκαιον, τόσῳ καλλίτερον διὰ σᾶς, διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὸ ἄδικον· ἐὰν ὅμως ᾖναι δίκαιον, τοσούτῳ καλλίτερον διὰ σᾶς, διότι ἐρχόμεθα εἰς ὑπεράσπισιν τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, εἰς τὸ ὁποῖον καὶ σεῖς ἔχετε μέρος. Καὶ ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔχετε συμφέρον, καθὼς ἡμεῖς, νὰ ἀκούσητε μεθ’ ὑπομονῆς καὶ νὰ ἀποφασίζητε μετὰ δικαιοσύνης. Ἴσως, Κύριοι, εἶναι πολὺ λυπηρὸν, ἀλλὰ τὴν αἰτίαν ἂς τὴν ἔχῃ ὁ προκαλέσας τὰς σκληρὰς λέξεις καὶ τὰς σκληρὰς μομφὰς, τὰς ὁποίας ἀπροσέκτως ἐπιῤῥίπτει πάντοτε διὰ νὰ καλύψῃ ἐσφαλμένας κυβερνητικὰς πράξεις, ἀπροσέκτως, λέγω, ἐπιῤῥίπτει καὶ διὰ τρόπου ὑπεννοητικοῦ εἰς μίαν μερίδα, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλεται σέβας, εἰς μίαν μερίδα μεγάλην, μεγίστην τοῦ ἔθνους. Δὲν πρόκειται σήμερον, Κύριοι, περὶ ὑπερασπίσεως τῶν ἀτόμων, περὶ τοῦ ἂν ὁ δήμαρχος ᾖναι κακὸς, ᾖναι κλέπτης, ᾖναι λῃστὴς, ᾖναι κακοῦργος· πρόκειται περὶ τοῦ νόμου, περὶ τῆς ὑπερασπίσεως τοῦ νόμου. Δὲν πρέπει λοιπὸν, ὁσάκις κατηγοροῦνται οἱ ὑπουργοὶ, ὅτι παρηνόμησαν εἰς μίαν πρᾶξιν, νὰ συγχέουν τὸ νομικὸν μέρος μετὰ τοῦ προσωπικοῦ καὶ νὰ λέγουν· πῶς ὑπερασπίζεσθε σεῖς τοὺς κακούργους, πῶς ὑπερασπίζεσθε τοὺς ζωοκλέπτας; Ὄχι, ὑπερασπιζόμεθα τὸν νόμον. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὶς ἐντὸς ὀλίγου διαστήματος οἱ ὑπουργοὶ περιέπεσαν εἰς τὸ μέγα τοῦτο ἄδικον. Καὶ προχθὲς, Κύριοι, ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν μὲ μίαν τόλμην, τὴν ὁποίαν δὲν θέλω νὰ ὀνομάσω, Σᾶς εἶπε· μὴ ἐγγίζετε τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι τὴν πειθαρχίαν ἀνατρέπετε. Πῶς; οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἀνατρέπουσι, προσβάλλουν, νομίζετε τὴν πειθαρχίαν, διότι ἐντὸς τοῦ μεγάλου δικαιώματος αὑτῶν ἐξαιτοῦνται λόγον μιᾶς παρανόμου πράξεως; Τὸ αὐτὸ τοῦτο σήμερον βλέπετε. Μὴ ἐγγίσατε, λέγει, τὸ ζήτημα τοῦτο, διότι ἐνθαῤῥύνετε τὴν κακίαν! Πῶς; ἐνθαῤῥύνομεν τὴν κακίαν, διότι ζητοῦμεν λόγον περὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων ἐντὸς τοῦ μεγάλου δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἔχομεν; Ἀπροσέκτως λοιπὸν, ἀπροσέκτως λίαν οἱ Κύριοι ἐπιῤῥίπτουν μομφὰς, περὶ τῶν ὁποίων πρέπει νὰ συλλογισθῶσι καλῶς οἱ ἐπιῤῥίπτοντες αὐτάς. Μὴ λησμονεῖτε, Κύριοι, τὰς ἀπαισίας ἐκείνας λέξεις, τὰς ὁποίας πρὸ ὀλίγου ἐξέφερεν ἐντεῦθεν ὁ πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Αἱ ἐπαρχίαι, εἶπε, προκαλοῦνται. Καὶ ὑπὸ τίνος προκαλοῦνται; Διὰ τί δὲν καταγγέλλεις τὸν προκαλοῦντα; Ὑποκινοῦνται αἱ ἐπαρχίαι. Ὑπὸ τίνος; Ὑποκινοῦνται ὑπὸ τῆς ἀνομίας, ὑποκινοῦνται ὑπὸ τῶν καταχρήσεων, ὑποκινοῦνται ὑπὸ τῆς ἐλλείψεως διοικήσεως ἱκανῆς καὶ ἐμπείρου. Δὲν εἶναι τοῦτο; Τίς λοιπὸν ὁ ὑποκινῶν; ἐλθὲ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους καὶ εἰπέ· οὗτος ὁ ὑποκινῶν τὰς ἐπαρχίας. Ἀφῃρημένας κατηγορίας δὲν ἐπιῤῥίπτουν ποτὲ ἄνθρωποι φιλοπάτριδες πρὸς ὁλόκληρον μερίδα, καὶ οὔτε ἀνεχόμεθα, τὴν ἀποκρούομεν, καὶ τὴν ἀποκρούομεν ἐντὸς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δίδει ἡ συναίσθησις τῆς φιλοτιμίας καὶ τῆς ἠθικῆς, ἐντὸς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον δίδει εἰς ἡμᾶς ὁ λαμπρὸς μανδύας τοῦ ἀντιπροσώπου. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι καὶ ἄλλοτε εἷς δήμαρχος ἐπαύθη καὶ ἀντικατεστάθη παρανομώτατα. Δύω λοιπὸν εἶναι τὰ ζητήματα ἐνώπιόν σας, τὸ τῆς παύσεως τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ τὸ τῆς ἀντικαταστάσεως. Ἂς ἐξετάσωμεν ταῦτα τὰ ζητήματα τώρα σπουδαίως, ἐμβριθῶς καὶ μετὰ πάσης τῆς ἀμεροληψίας. Ἐρωτῶ, ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τὰς δημοτικὰς ἀρχάς; ὁ νόμος λέγει ναί. Τώρα εἶναι δεύτερον ζήτημα ἂν ἐπαύθησαν καλῶς ἢ κακῶς· τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τὸ ἔχει. Τὸ ζήτημα τοῦτο θὰ διακριθῇ εἰς δύω· ὑπὸ ὅρους δύναται νὰ παύσῃ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς ἢ ἀπολύτως; τοῦτο εἶναι τὸ δεύτερον μέρος. Ἀλλ’ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἔστω καὶ ὑπὸ ὅρους, ἔστω καὶ ἄνευ ὅρων, ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ παύῃ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὰς ἀντικαθιστᾷ διὰ τῆς θελήσεώς της, νὰ ἀντικαθιστᾷ τὴν θέλησιν τοῦ λαοῦ διὰ τῶν πράξεών της; Βεβαίως ὄχι, διότι εἰς τὸ πρῶτον ὁ νόμος τὴν ὑποστηρίζει, εἰς τὸ δεύτερον τὴν ἀποκρούει. Αὐτὴ λοιπὸν εἶναι ἡ θέσις τοῦ ζητήματος, ὅπερ σήμερον θὰ ἐξετάσητε. Αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, αἱ ὁποῖαι ἐπαύθησαν, ἐπαύθησαν συμφώνως μὲ τὸν νόμον; τὸ δὲ δεύτερον τὸ σημαντικώτερον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς πρὸ πάντων ὑποστηρίζομεν, ἀντικατεστάθησαν συμφώνως μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου; Καὶ ἐὰν λοιπὸν ὁ νόμος δὲν ἔχῃ ἰσχὺν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, διατί ἐπικαλεῖται καθ’ ἑκάστην τὴν ἰσχὺν τῶν νόμων; Λέγει, ὅτι ταράττεται ἡ τάξις· ταράττεται ἡ τάξις, διότι οἱ νόμοι ταράττονται. Καὶ ποῖος ταράττει τοὺς νόμους; Σεῖς· καὶ ὅταν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ταραχθῶσιν, ἡσυχία εἰς τὰ πνεύματα δὲν ὑπάρχει. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ τώρα τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἀλλοίμονον εἰς ἐκείνην τὴν πολιτείαν, ὅπου δὲν διέπουσι τὰ κοινὰ πράγματα οἱ νόμοι, ἀλλ’ ἡ αὐθαίρετος θέλησις! Λοιπὸν, Κύριοι ὑπουργοί, εἴχετε τὸ δικαίωμα σήμερον ν’ ἀντικαταστήσητε τὸν παυθέντα δήμαρχον διὰ τῆς θελήσεώς σας; ὁ νόμος λέγει ὄχι. Ταράσσετε λοιπὸν τὸ δημοτικὸν σύστημα, ταράσσετε τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, καὶ κατὰ συνέπειαν ταράσσετε τὸ Κράτος. Ἔχει, Κύριοι ὑπουργοὶ, τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ ἐξετάσῃ τὰς πράξεις σας, ἐὰν αὗται ᾖναι σύμφωνοι μὲ τὸν νόμον, ναὶ ἢ ὄχι; Ὅταν λοιπὸν σᾶς ζητῆται λόγος περὶ τῶν πράξεων τούτων, ὀφείλετε ἐντὸς αὐτοῦ τοῦ ζητήματος καὶ μόνου νὰ ἀπαντήσητε πρὸς ἡμᾶς, καὶ οὐχὶ καταφεύγοντες εἰς προφάσεις ἐκτὸς τοῦ νόμου, εἰς προφάσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν χρησιμεύουσι παρὰ μόνον πρὸς στιγμιαίαν ἀποπλάνησιν τοῦ κοινοῦ. Κύριοι, δύω εἰδῶν παραπτώματα δύναται νὰ πράξῃ ἕνας δήμαρχος. Διοικητικὰ παραπτώματα καὶ δικαστικά· καὶ διὰ μὲν τὰς διοικητικὰς παραβάσεις δικάζει ἡ ἀνωτέρα διοικητικὴ ἀρχὴ, ἡ προϊσταμένη, ἀναλόγως τῶν ὁρίων τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν εἰς αὐτὴν ἔδωκεν ὁ νόμος· διὰ δὲ τὰς δικαστικὰς παραβάσεις ἀποφασίζει πάντοτε ἡ δικαιοσύνη τοῦ Κράτους, ἥτις εἶναι τὰ δικαστήρια καὶ ὄχι ὑμεῖς. Πῶς λοιπὸν τολμᾶτε ἑκάστοτε ἐκ τοῦ βήματος τούτου, χωρὶς νὰ δύνασθε ποτὲ νὰ τὸ ἀποδείξητε, νὰ λέγετε, ὁ Δήμαρχος ἐκεῖνος εἶναι ληστὴς, ὑποστηρίζει τὸν Κίτσον, καὶ ὀλίγας ἡμέρας μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ Δημάρχου ἐκείνου καίεται πολύτιμον δάσος χάριν τῶν σκωριῶν τοῦ Λαυρίου; Νομίζετε πῶς δὲν γνωρίζομεν αὐτὰ τὰ πράγματα; Ἀλλ’ ὑποστηρίζει τὸν Κίτσον· εἶναι λοιπὸν λησταποδόχος. Ἐὰν ἐγὼ ἦμαι λησταποδόχος, ὁ νόμος μὲ βάλλει εἰς τὴν φυλακήν. Ἐνήργησεν ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ συμφώνως μὲ τὸν νόμον, διὰ νὰ μᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἀποδεδειγμένως δι’ ἑνὸς βουλεύματος, καὶ τελεσιδίκου μάλιστα βουλεύματος ἀνεκκλήτου, εἶναι ληστὴς, ὑπὸ τὴν πρόφασιν ὅμως, ὅτι ἐκεῖνος εἶναι ληστὴς, ἐκεῖνος εἶναι λησταποδόχος, ἐκεῖνος κλέπτης, ἐκεῖνος πονηρὸς, ἐκεῖνος ἀντιπολιτευόμενος, ἐκεῖνος δημοκράτης, αἴ λοιπὸν ποῦ θὰ σταματήσωμεν; Ὑπὸ τοιαύτας προφάσεις ὁλόκληρον τὸ δημοτικὸν σύστημα ἠμπορεῖ νὰ καταστραφῇ. Ποῖα εἶναι τὰ ὅρια αὐτῶν τῶν προφάσεων, κύριοι; Καὶ ἠκούσατέ ποτε Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ ὡρισμένην πρᾶξιν βασιζομένην εἰς τοὺς νόμους, νὰ ἔρχεται ἐνώπιόν σας καὶ νὰ μὴ ἔχῃ τοὐλάχιστον ἓν τεκμήριον, δυνάμει τοῦ ὁποίου νὰ εἴπῃ, ἰδέτε, Κύριοι ἀντιπρόσωποι, ἐνηργήθη τοὐλάχιστον μία ἀνάκρισις διοικητική; Σᾶς εἶπον Κύριοι, ὅτι ἀναγνωρίζω τὸ δικαίωμα τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ Κυβέρνησις νὰ παύσῃ τὸν Δήμαρχον, καὶ εἰς τοῦτο δὲν θέλω ἐνδιατρίψει παρὰ καθόσον νομίζω ἀναγκαῖον νὰ διαφωτίσω τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους κατὰ τὴν ἐμὴν ἰδέαν, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ θέσωμεν ἕνα φραγμὸν εἰς αὐτὰς τὰς ἀνόμους προφάσεις, ὄπισθεν τῶν ὁποίων θὰ τρέμωσιν αἱ δημοτικαὶ ἀρχαί, καὶ ἑπομένως ἡ ἡσυχία τῶν δήμων· καὶ θὰ τρέμωσιν ἴσως ὄχι διὰ τῶν λῃστειῶν καὶ τῶν ζωοκλοπῶν, ἀλλὰ διὰ τῶν πολιτικῶν τῆς ἐξουσίας ἐπιῤῥοῶν, διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ ἑνὸς ἢ τοῦ ἄλλου. Πόσην ἐνεποίησεν ἐν ἐμοὶ ἐντύπωσιν τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, τὸ ὁποῖον ὁ ἔπαρχος τῆς Ἠλείας στέλλει πρὸς τὴν Κυβέρνησιν! Εἶναι ἔγγραφον ἐκ τῶν παρουσιασθέντων ἐνώπιόν σας ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως. Ἀνέγνωσα τὸ τηλεγράφημα τοῦτο, καὶ ἠξεύρετε τί λέγει; Μία ἀπὸ τὰς μεγάλας καὶ φοβερὰς κατηγορίας, διὰ τὰς ὁποίας ἐπαύθη ὁ Δήμαρχος Λετρινίων, ἠξεύρετε ποία εἶναι; διότι ἐφώναξε ζήτω ἡ ἀντιπολίτευσις! (γέλωτες ἀριστερόθεν). Αὐτὸ λέγει τὸ τηλεγράφημα τοῦ ἐπάρχου, ἀκούσατε· «Δήμαρχος Λετρινίων, ἀνίκανος, κακότροπος, διατηρεῖ ἐνόπλους, δέκα τοὺς πλέον φαύλους, ὡς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας, ἀποτελοῦντας ἀμέσως μετὰ λοιπῶν φρουρῶν καὶ ἀποκαθισταμένους ὄργανον ἀταξίας ἐν τῇ πόλει· αὐτοὶ ἀπειλοῦν τοὺς πολίτας, δημοσίους ὑπαλλήλους ἔτι κάτωθεν τῆς οἰκίας των διερχόμενοι. Παρελθοῦσαν νύκτα διήλθομεν, ὡς ἂν διετέλει ἡ πόλις ἐν πολιορκίᾳ πολεμικῇ. Συνεχεῖς πυροβολισμοί. Ἀστυνομικοὶ κλητῆρες μετὰ λοιπῶν φρουρῶν περιήρχοντο τὴν πόλιν καὶ ἐκραύγαζον, ζήτω ἡ ἀντιπολίτευσις, κάτω ἡ Κυβέρνησις.» Δὲν θὰ λησμονήσῃ ὁ φίλος μου καὶ σεβαστὸς Κρεστενίτης, ὅτι πλησίον τῆς Ἠλείας κεῖνται τὰ Καλάβρυτα καὶ ὅτι ὡς καλοὶ καὶ ἀγαθοὶ γείτονες γνωρίζομεν ὅλας τὰς δυστυχίας τοῦ τόπου· ὁ ἔπαρχος εἶχε ζητήσει τὴν παῦσιν τοῦ Δημάρχου διὰ τὸ φοβερὸν ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον ἔκαμε νὰ φωνάξῃ «ζήτω ἡ ἀντιπολίτευσις,» δὲν ἔπρεπεν ὅμως νὰ παρουσιάσῃ τὸ πρᾶγμα ὑπ’ αὐτὴν τὴν μορφὴν, διότι ἤθελεν εἶναι γελοῖος. Τί λοιπὸν ἔπρεπε νὰ εἴπῃ; Τρομερὸς ὁ ἄνθρωπος! ἔθεσεν ἐνόπλους ἀστυνομικοὺς Κλητῆρας, καὶ δι’ αὐτῶν ἐτάραττε τὴν κοινωνίαν καὶ δι’ αὐτῶν ἀπέκλεισε τὰς οἰκίας. Καὶ πιστεύετε εἰς τοὺς λόγους τούτους; Θέλομεν δώσει βάσιν ἡμεῖς, οἱ ὁποῖοι εἴμεθα ἀπὸ ἐπαρχίας πλησιόχωροι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζομεν τὶ ἐστὶ Δήμαρχος, τὶ ἐστὶ ἀστυνομικὸς Κλητὴρ κτλ; καὶ πιστεύετε Κύριοι! ἢ ἐνοήσατε ποτὲ, ὅτι εἰς τὰ Καλάβρυτα π. χ. ἤθελον ἀποκλείσει τὴν ἐπαρχίαν καὶ τὴν πόλιν δέκα ἔνοπλοι, καὶ ὅτι δύνανται οὗτοι νὰ ἐπιβάλλουν τὸν νόμον εἰς μίαν ἐπαρχίαν. Συγχωρήσατέ μοι νὰ Σᾶς τὸ εἴπω, οὔτε δύναται νὰ γίνῃ, οὔτε τὸ πιστεύετε, διότι πρέπει νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι μία πόλις περιέχουσα τοσούτους κατοίκους ἔχει μόνον 10 ἄνδρας καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι εἶναι ἢ κτήνη ἢ γυναῖκες. Ἂν, Κύριοι! νομίζετε, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἔθιξα, εἰσὶ τὰ ἔγγραφα τῆς Κυβερνήσεως, ἂν τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ δὲν ᾖναι σαφὲς, καθὼς ἴσως ἀπαιτεῖται, τὸ σφάλμα δὲν εἶναι ἐδικόν μου· ἐγὼ ἀνεκάλυψα τὴν πρόφασιν καὶ τὸ σχῆμα τῆς προφάσεως, τὸ δὲ περικάλυμμα, μὲ τὸ ὁποῖον τὴν πρόφασιν ταύτην περιέβαλον, ἄφησα εἰς τὴν ἐκτίμησιν ὑμῶν. Ἀλλὰ πάλιν σᾶς ἐπαναλέγω, Κύριοι! ὅτι εἴτε καλῶς, εἴτε κακῶς ἡ Κυβέρνησις ἔπαυσε τὸν Δήμαρχον τοῦτον, εἶναι ἓν δικαίωμά της, τὸ ὁποῖον δυνάμεθα νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ὑπὸ τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ νὰ μὴ περιστείλωμεν παντάπασι τὴν εὐρύτητα τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον χορηγεῖ ὁ νόμος εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν. Ἀλλὰ Κύριοι! ὑποθέσατε, ὅτι εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τῷ ὄντι ἡ πόλις ἀπεκλείσθη ὑπὸ τοῦ Δημάρχου, ὅτι ἐτάραξε τὴν ἡσυχίαν τῶν πολιτῶν καὶ ἐτρόμαξε τοὺς ἀνθρώπους· εἶναι μία πρᾶξις, ἡ ὁποία ἀρκεῖ νὰ ἐπιφέρῃ διοικητικὴν παῦσιν! εἶναι πρᾶξις ἥτις ἀρκεῖ νὰ περισταλῇ ἕως ἐδῶ! ἢ νὰ παραπέμψῃ εἰς τὴν φυλακὴν τὸν κακὸν αὐτὸν Δήμαρχον, ὅστις ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτὸς ἐνόπλως στασιάζει;
§104ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι γέρων.
§105Σ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Ὅταν τρομάζῃ, εἶναι νέος, ὅταν πρόκηται νὰ μὴ τρομάξῃ, εἶναι γέρων. (γέλως). Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι! μήτε μία διοικητικὴ ἀνάκρισις δὲν ἔλαβε χώραν διὰ νὰ βεβαιώσῃ τὰς πράξεις αὐτὰς, ἐὰν οὕτως ἢ ἄλλως ἔγειναν· καὶ τοιοῦτον εἶναι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ θέματος. Ἀλλὰ τὸ θέμα τῆς ἀντιπολιτεύσεως δὲν εἶναι τοῦτο· εἶναι ἡ ἀντικατάστασις τοῦ Δημάρχου εἰς τὸν δῆμον τῶν Λετρινίων· ὁ ἀντικαταστάτης αὐτοῦ τοῦ Γέροντος Δημάρχου εἶναι ὁ νόμιμος; Ὄχι, εἶναι ἕνας Δήμαρχος, τὸν ὁποῖον δι’ ἑνὸς διατάγματος ὠνόμασαν Δήμαρχον. Ὁ νόμος ἀποκρούει τὴν πρᾶξιν ταύτην· ἡ πρᾶξις αὐτὴ εἶναι παράνομος, δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ διορίσῃ Δήμαρχον, καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅταν κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς συζητήσεως περὶ τῆς παύσεως τοῦ Δημάρχου Λαυρίου ἔγεινε λόγο καὶ ἐζητήθη ἡ ἐξήγησις τοῦ ποῖος εἶναι ὁ νόμος ὁ διέπων τὸ δημοτικὸν σύστημα, ὁ τότε Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν εἶπε τὸ ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως· καὶ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως λέγει, ὅτι τὸ ψήφισμα τῆς Κυβερνήσεως δὲν ὑπάρχει διὰ τὴν ἀσχεδίαστον αὐτὴν Κυβέρνησιν, οὔτε μία καὶ ἡ αὐτὴ ἰδέα τοὐλάχιστον ὑπάρχει, διότι οἱ Ὑπουργοὶ ὁ εἷς διαψεύδει τὸν ἄλλον ἀπὸ τοῦ βήματος. Δὲν ἐπετράπη τότε νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα αὐτὸ, ἀλλ’ ἀντὶ τῆς προτάσεως τὴν ὁποῖαν ἔφερον ἐγὼ, ἐπῆλθεν ἄλλη πρότασις ἥτις ὡς ἀπωτέρω ἄφησε τὸ ζήτημα ἐκκρεμές. Μὴ λησμονήσητε, ὅτι καὶ τότε Σᾶς εἶπα· φυλαχθῆτε, μὴ χορηγήσητε τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ εἰς τὴν ἐξουσίαν, διότι τὸ ἓν κακὸν θέλει συνεπιφέρει τὸ ἄλλο καὶ ἡ καταστροφὴ τοῦ δημοτικοῦ συστήματος θὰ ᾖναι ἡ συνέπεια τῆς ἀνοχῆς Σας. Σᾶς τὸ εἶπον τοῦτο ἐκ πεποιθήσεως καὶ τὰ πράγματα σήμερον ἔρχονται νὰ δικαιώσουν ὅ,τι ὑμεῖς τότε δὲν ἠθελήσατε νὰ ἀκούσητε· ἀλλὰ καὶ σήμερον, Κύριοι! ἂν κωφεύσητε εἰς τὴν φωνὴν αὐτὴν, διὰ τῆς ὁποίας παρουσιάζομεν ἐνώπιόν σας ἀποδεδειγμένας παραβιάσεις τῆς Κυβερνήσεως, καὶ σήμερον, ἂν ὑμεῖς κωφεύσητε, θέλει ἔλθει ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν πάλιν οἱ ἴδιοι θέλετε μεταμεληθῆ, διότι ἐγκαίρως δὲν ἐφροντίσατε περὶ τῆς ὑποστηρίξεως τοῦ δημοτικοῦ συστήματος. Μὴ ἀπορήσητε, Κύριοι! μὴ ἐκπλήττεσθε παντάπασιν ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι εἷς ὑπομοίραρχος, εἴτε ἐνωμοτάρχης συνέταξε μίαν ἔκθεσιν καὶ ὅτι ἐντὸς τῆς ἐκθέσεως ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια. -Δυστυχῶς, δυστυχῶς, Κύριοι! αἱ πολιτικαὶ ἀρχαὶ δὲν ἔφθασαν ἀκόμη εἰς τὴν περιωπὴν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔπρεπε νὰ ᾖναι διὰ νὰ χορηγοῦν διὰ τῆς ὑπογραφῆς των καὶ τὴν ἀναγκαίαν πίστιν. Δὲν δύνασθε, Κύριοι νὰ ἀρνηθῆτε, ὅτι μήτε ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἔφθασεν εἰς τὴν περιωπὴν ἐκείνην, καὶ φέρω ἓν παράδειγμα ὅπως πεισθῆτε περὶ τούτου. Εἰς τὰς διακοπὰς τῶν δικαστηρίων κατὰ τὸ τρέχον ἔτος, Κύριοι! ἑβδομήκοντα πέντε δικογραφίαι πολιτικῶν ὑποθέσεων ἐπεστράφησαν εἰς τοὺς συζητήσαντας αὐτὰς ἐνώπιον τῶν πολιτικῶν δικαστηρίων, ἵνα τὰς ἐπαναλάβωσι, καὶ ῥίψωσιν οὕτως ἓν ἔτος ὀπίσω τὰ συμφέροντα αὐτῶν, ἀφοῦ ὑπέστησαν τὸν δικαστικὸν ἀγῶνα καὶ τὰ ἔξοδα, ἵνα φθάσωσιν εἰς μίαν συζήτησιν. Ἐλπίζω δὲ, ὅτι δὲν θέλει μὲ διαψεύσει ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης, διότι τὴν ἀλήθειαν ταύτην ἔμαθον ἐξ ἰδίας πείρας, καθ’ ὅσον ἐγὼ εἶχον μίαν τινὰ ὑπόθεσιν, καὶ ἀφοῦ ἐπλήρωσα καὶ ἐσυζήτησα καὶ παρῆλθεν ἔτος, μοὶ ἐπέστρεψαν τὴν δικογραφίαν, ἵνα τὴν φέρω εἰς νέαν συζήτησιν. Μὴ λησμονήσητε, ὅτι αἰτία τοῦ κακοῦ εἶναι αὐτὴ ἡ κυβέρνησις, ἡ ὁποία διὰ τῶν συχνῶν μεταθέσεων καὶ μεταβολῶν δὲν ἀφίνει καὶ τὰ δικαστήρια, τὰ ὁποῖα ἐσυζήτησαν μίαν ὑπόθεσιν, νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν ἀπόφασιν, διότι ἐν τῷ μέσῳ γίνεται μία μετάθεσις καὶ ῥίπτονται ὅλα κάτω, καὶ πάλιν νέα συζήτησις καὶ νέα ἀπόφασις. Φοβερὰ εἶναι ἡ ἀλήθεια, ἀλλὰ κατ’ αὐτῆς δὲν δύνασθε ν’ ἀντιταχθῆτε· ἡ ἀλήθεια εἶναι μεγάλη· ἰδοὺ τὰ γραφεῖα τῶν δικαστηρίων, ἐκεῖ σᾶς παραπέμπω. Κύριοι, ἄλλοτε, ὅτε ἡ δημοσία ἀσφάλεια ἦτον ἐμπεδωμένη κατὰ τὸ κράτος, οἱ ὑπάλληλοι, καὶ μάλιστα οἱ στρατιωτικοὶ, ἰδίως δὲ οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς, πολὺ σπανίως μετετίθεντο ἀπὸ ἕνα τόπον εἰς ἄλλον, τοῦτο δὲ ἦτο τὸ ἀσφαλέστερον μέσον, ὅπως περιέλθωσιν εἰς γνῶσιν τῶν πραγμάτων τοῦ τόπου, ὃν ἔμελλον νὰ διοικήσωσι, καὶ οὕτω νὰ συντελέσωσιν εἰς τὴν ἐξάλειψιν τῶν κακουργημάτων καὶ εἰς τὴν περιστολὴν αὐτῶν. Καὶ ὅμως, Κύριοι, τώρα ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς θέλετε ἰδεῖ εἰς μίαν ἡμερησίαν διαταγὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν 20 μεταθέσεις ἐντὸς 8 ἡμερῶν. Πῶς θέλετε λοιπὸν οἱ ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς νὰ λάβωσι γνῶσιν τοῦ τόπου, τῆς κατοικίας, τῶν σχέσεων τῶν κακῶν ἀνθρώπων; Ἔγκειται, νομίζω, ἡ σημερινὴ κατάστασις τῆς πολιτείας ἡμῶν, ἡ ἐπαύξησις ὡσαύτως τῆς ζωοκλοπῆς εἰς αὐτὰς τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας, ὅσον καὶ ἂν φωνάξετε, δὲν δύνασθε νὰ διαψεύσητε. Καὶ ὅταν τις σᾶς εἴπῃ διατὶ ἐπαύσατε τὸν δεῖνα δήμαρχον, ηὔξησε, μᾶς λέγετε, ἡ ζωοκλοπή· ἀλλ’ οὕτω πως σημειώσατε, ὅτι κατηγορεῖτε τὸν ἴδιον ἑαυτόν σας. Καὶ ταῦτα εἶναι ἀληθῆ ὅσα λέγονται ἐνταῦθα· ἡ κατάστασις τοῦ κράτους εἶναι φοβερὰ, καὶ ἡ εὐθύνη τῆς καταστάσεως ταύτης ἀνήκει εἰς σᾶς, οἵτινες πρὸ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἔτους διοικεῖτε εἰς τοῦτον τὸν τόπον. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ἀνεπτύχθη ὑπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως καὶ διὰ μακρῶν ἐσυζητήθη κατὰ τὴν ὑπόθεσιν περὶ τοῦ δημάρχου τοῦ Λαυρίου. Εἶναι τόσον ἁπλοῦν, καὶ σαφηνίζεται τόσον ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου, ὥστε ἤθελεν εἶσθαι μάταιον νὰ σᾶς ἐπασχολήσω, ἐπαναλαμβάνων ὅσα καὶ ἄλλοτε ἠκούσατε. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, κύριοι, νομίζω, ὅτι δὲν θὰ διστάσητε καὶ πάλιν νὰ ὁμολογήσητε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον καὶ εἰς τὰς περιστάσεις ταύτας, χαριζόμενον οὐχὶ εἰς τὴν δικαιοσύνην, ἀλλὰ εἰς τὰ πολιτικὰ συμφέροντα, διέστρεψε τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ, καὶ ὅταν τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ προφανῶς ἁρπάζωνται, καὶ σεῖς σιωπᾶτε, νομίζετε, ὅτι θὰ ἔχετε ἐλευθερίας καὶ σύνταγμα; Φρονῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐν τῷ πατριωτισμῷ αὑτῆς καὶ τῇ δικαιοσύνῃ θέλει ἐπιτρέψει τὴν λύσιν τοῦ σπουδαίου αὐτοῦ ζητήματος σήμερον, ὅπως προληφθοῦν κακὰ, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπουργοὶ ἀποδίδουν εἰς ὑποθετικὰς ἰδέας, ἐγὼ δὲ εἰς τὴν ἔλλειψιν κυβερνητικῆς ἐνεργείας, εἰς τὴν ἔλλειψιν τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, εἰς τὴν ἔλλειψιν τοῦ πνεύματος ἐκείνου τῆς ἀληθείας, τὸ ὁποῖον εἶναι φοβερώτερον ὅλων τῶν στρατῶν τοῦ κόσμου καὶ πάσης ἄλλης ἐξουσίας.
§106ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (ὑπουρ. Ἐσωτερ.). Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ σᾶς ἐπασχολήσω ἐπὶ πολύ. Ἀρκετὰ ἀπησχολήθημεν καὶ κατηναλώθη καὶ ἡ σημερινὴ συνεδρίασις τῆς Βουλῆς χωρὶς νὰ φθάσωμεν εἰς κανὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Καὶ πρὸ τῆς ἀγορεύσεως τοῦ ἀξιοτίμου καὶ εὐγλώττου Κ. Πετιμεζᾶ ὀλίγα εἶχον σκοπὸν νὰ εἴπω, καὶ μετὰ τὴν ἀγόρευσιν ἀκόμη ὀλιγώτερα, καὶ ἀκόμη ὀλιγώτερα, ἂν ἤθελον περιορισθῆ εἰς τὸ νὰ παραδεχθῶ τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμεν, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξέλθωμεν τοῦ κύκλου τοῦ ζητήματος. Ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχῃ τὰς πράξεις τοῦ ὑπουργείου καὶ νὰ κάμῃ ἐπερωτήσεις, ὁ ὑπουργὸς δὲ πρέπει νὰ περιορίζεται μόνον εἰς τὰς πράξεις ἐκείνας. Ἑπομένως εἰς ὅλα ὅσα ἐλέχθησαν, σύμφωνα μὲ τὴν συμβουλὴν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω μὲ τὰς δύω ταύτας λέξεις· ἡ Κυβέρνησις ἔπαυσε τοὺς δημάρχους, διότι ἔχει δικαίωμα νὰ τοὺς παύσῃ. Περισσότερα δὲν ἤθελον εἰπῆ, οὔτε θὰ εἶχε δικαίωμα νὰ ζητήσῃ περισσότερα. Ὁ νόμος ἀπολύτως δίδει εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ παύσῃ τοὺς δημάρχους. Τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐξήσκησε· τί περισσότερον ἀπαιτεῖτε ἀπὸ ἐμὲ, ἂν ἤθελον ν’ ἀκούσω τὴν συμβουλὴν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ; ἀλλ’ ἤθελε φανῆ τρόπον τινὰ περιφρόνησις τοῦ βήματος τούτου, ἂν ἔπειτα ἀπὸ ὅσα ἐῤῥέθησαν ἤρχετο ἕνας ὑπουργὸς καὶ ἐτελείονε μὲ αὐτὰς τὰς δύω λέξεις. Δὲν θέλω καταγίνει ν’ ἀντικρούσω τὴν ὁμιλίαν τοῦ προλαλήσαντος βουλευτοῦ Γόρτυνος Κ. Σακελλαριάδου, οὔτε θέλω ζητήσει νὰ ὑπερασπισθῶ τὸν Πρωθυπουργὸν εἰς τὴν κατηγορίαν, τὴν ὁποίαν τοῦ ἀπηύθυνε, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἤθελε ποτὲ λάβει τὴν ὑπομονὴν, δὲν ἤθελε ποτὲ μὲ ἀνεχθῆ, νὰ εἴπω καλλίτερον, νὰ θέσω τὴν ὑπομονήν της εἰς δευτέραν δοκιμὴν, καὶ νὰ τῆς εἴπω, ἀφοῦ ἤκουσας ὅλα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Κ. Σακελλαριάδης, ὑπόφερε ἄλλο τόσον ἵνα ἀνασκευάσω αὐτά. Περιορίζομαι εἰς τοῦτο, νὰ καταγίνω ἐπ’ ὀλίγον εἰς ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὁ μεγαλείτερος κρότος γίνεται· εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, εἰς τὸν σεβασμὸν ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ νόμου καὶ τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν· καὶ αὐτὸ τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἔλαβεν ὡς ἐπιχείρημα ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς, ἵνα εἴπῃ «ποῦ θὰ καταντήσωμεν, ἂν ἴσως καὶ δὲν σεβασθῆτε, ἂν δὲν περιφρουρήσετε τὰ δημοτικὰ δικαιώματα! Τὰ δημοτικὰ δικαιώματα εἶναι ἡ βάσις τῶν ἐλευθεριῶν· ἂν τ’ ἀφήτητε νὰ παραβιάζωνται, ποῦ θὰ καταντήσωμεν;» Συμφωνῶ, ὅτι τὰ δημοτικὰ δικαιώματα καὶ αἱ δημοτικαὶ ἐκλογαὶ εἶναι ἡ βάσις πάσης ἐλευθερίας. Ἂν ἡ Ἀγγλία ἔχῃ ἐλευθερίας, εἶναι, διότι ἔχει δημοτικὴν ἀληθῆ ἐλευθερίαν. Ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τόσος κρότος ἐγένετο, πρόκειται περὶ δημοτικῶν δικαιωμάτων; περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν; Ἂν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἂν οἱ δήμαρχοι, τοὺς ὁποίους σήμερον ὑπερασπίζονταί τινες ἀξιότιμοι βουλευταὶ, διότι περὶ ὑπερασπίσεως δημάρχων καὶ οὐχὶ περὶ δημοτικῶν ἐκλογῶν πρόκειται, ἂν ἦσαν ἐκ τῆς ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ, δὲν ἤθελον παύσει, καθὼς πολὺ ὀρθῶς ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως παρετήρησεν. Οἱ δήμαρχοι οὗτοι εἶναι πλάσματα κυβερνητικῆς ἐνεργείας, καὶ οὐχὶ τῆς ψηφοφορίας τοῦ λαοῦ. Ἑπομένως ἡ παῦσις τῶν δημάρχων εἶναι προσβολὴ κατὰ τοῦ λαοῦ, κατὰ τῶν δικαιωμάτων αὐτοῦ. Ἡ ὕπαρξίς των ἦτο παρανομία καὶ οὐχὶ ἡ παῦσις αὐτῶν· ἦτο παρανομία ἡ ὕπαρξίς των, καθόσον ἐννοοῦμεν τὰ δικαιώματα τοῦ λαοῦ καὶ τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, οὐχὶ ἡ ἀφαίρεσις ἀπὸ τὰς χεῖρας αὐτῶν τῆς ἐξουσίας ταύτης, τὴν ὁποίαν ἂν καλῶς μετεχειρίσθησαν πράγματι πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, πρὸς τήρησιν τῆς τάξεως, πρὸς ἀσφάλειαν, καλῶς· ἀλλ’ ὅταν ἔφθασεν ἐκεῖ ὅπου ἔφθασεν, καὶ εἶναι ἡ ἱστορία, ἡ ἱστορία ἡ σύγχρονος, τὴν ὁποίαν ὅλοι γνωρίζομεν, καὶ ἡ ὁποία δὲν καλύπτεται μὲ λέξεις, ἡ περαιτέρω ὑπομονὴ τῆς Κυβερνήσεως εἶναι ἔγκλημα.
§107ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§108ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἴσως δὲν ἦτο ἐδῶ ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Γόρτυνος, ἵνα ἀκούσῃ τί εἶπον πρότερον· ἑπομένως τοῦ κάμνω τὴν διασάφησιν, ὅτι οὐδόλως ἔχω ὑπ’ ὄψιν οὔτε τὸ τί εἶπεν, οὔτε τὸν Κ. Βουλευτήν.....
§109ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οὔτε ἐγὼ σὲ βάλλω εἰς τὰς σκέψεις μου. (Ἐγείρεται θόρυβος μέγας. Φιλονεικίαι θορυβώδεις μεταξὺ Πατέλη καὶ Σακελλαριάδου.)
§110ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λυποῦμαι διὰ τὸ ἐπισυμβὰν ἐπεισόδιον, ἂν καὶ εἰς τοῦτο δὲν ἔδωκα ἀφορμὴν ἐγώ. Ἂν δὲν διεκοπτόμην, ἤθελον εἰπεῖ τί ἐννοοῦσα νὰ εἴπω. Τὸν Κύριον Σακελλαριάδην δὲν ἐννοοῦσα οὔτε νὰ τὸν προσβάλω, οὔτε νὰ τὸν ἐπικρίνω. Εἶπον, ὅτι, ἂν ὁ Κ. Σακελλαριάδης εὑρίσκετο ἀπ’ ἀρχῆς τῆς ὁμιλίας μου, ἤθελεν ἐννοήσει, ὅτι ἐγὼ εἰς αὐτὰ τὰ ὁποῖα λέγω δὲν ἐννοοῦσα τὸν Κ. Σακελλαριάδην ἐκείνην τὴν στιγμὴν, διότι ἂν ὁ Κ. Σακελλαριάδης δὲν ἐζήτει τὸν λόγον εἰς προσωπικὸν γεγονὸς, ἤθελον εἰπεῖ τί ἐννοοῦσα, καὶ ἤθελον προσθέσει ὅτι ἐγὼ δὲν νοοῦσα ν’ ἀκολουθήσω τοὺς συλλογισμοὺς τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ. Ἂν ἐζήτει διασαφήσεις, ἤθελον τοῦ δώσει καὶ ἤθελε μένει κατὰ πάντα εὐχαριστημένος. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Κ. Πετιμεζᾶς δὲν θέλει μὲ παρεξηγήσει εἰς ὅ,τι θὰ εἴπω. Κατηγόρησεν ὡς ἀπρόσεκτον τὸν Κ. πρωθυπουργὸν, διότι εἶπεν, ὅτι ὑποκινοῦνται αἱ ἐπαρχίαι, ἀλλ’ εἶπεν ὅτι ὑποκινοῦνται ἀπὸ τὴν δεῖνα, ἢ τὴν δεῖνα μερίδα; Διὰ τί ὁ Κ. Πετμεζᾶς νὰ εἴπῃ, τὸ λέγει δι’ ἡμᾶς; Εἰς τὸν Κ. Πετμεζᾶν ὑπενθυμίζω μίαν παροιμίαν λατινικὴν, τὴν ὁποίαν δὲν λέγω, ὅταν ἔρχεταί τις ν’ ἀπολογηθῇ, ὅταν δὲν κατηγορῆται. Συμφωνεῖ ὅμως ὁ Κ. Πετμεζᾶς μετὰ τοῦ προέδρου τῆς Κυβερνήσεως, ὅτι αἱ ἐπαρχίαι ὑποκινοῦνται, ἀλλὰ ὑποκινοῦνται ἀπὸ τὴν παρανομίαν καὶ ἀπὸ τὸν μὴ σεβασμὸν πρὸς τὸν νόμον. Αὐτὸ ἐννοοῦσεν ὁ πρόεδρος τῆς κυβερνήσεως καὶ ἐζήτησε παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν ὑποστήριξιν, ἵνα τιμωρήσῃ ἐκείνους, οἵτινες πράττουσι τὰ τοιαῦτα. Εἶναι ἐπίσημα, καὶ τὰ γνωρίζει ὅλα ἡ Ἑλλὰς, καὶ δὲν τὰ κρύπτομεν, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κρύψωμεν τί ἐννοούσαμεν νὰ εἴπῃ ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, καὶ εἰς τοῦτο ἔπρεπε νὰ εὕρῃ σύμφωνον καὶ τὸν Κ. Πετιμεζᾶν, ὅστις εἶπεν ἀλλοίμονον ὅπου οἱ νόμοι παραβιάζονται! ἂς μὲ συγχωρήσῃ καὶ ἐμὲ νὰ προσθέσω, ἀλλοίμονον ὅπου οἱ παραβιασταὶ τῶν νόμων εὑρίσκουσιν ὑπεράσπισιν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου!
§111Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τοὺς ὑπερασπίζεται κανεὶς (θόρυβος).
§112Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κάμνω ἔνστασιν, Κ. Πρόεδρε, κατὰ τῆς φράσεως «ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου» (θόρυβος).
§113Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ὁ πρωθυπουργὸς εἶπον, ὅτι ἤγειρε φωνὴν ἡ Βουλὴ ὑπὲρ τῶν κακούργων καὶ τῆς παραβιάσεως τῶν νόμων (θόρυβος).
§114ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἀλλ’ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ὡς ἀσύμφωνον κατηγόρησε τὴν Κυβέρνησιν, ὡς μὴ ὁμονοοῦσαν, καὶ εἶπεν, ὅτι ἐκ τούτου προέρχεται ἂν οὐχὶ τὸ ὅλον, ἀλλ’ ἓν μέγα μέρος τῆς οὐχὶ καλῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· καὶ ἀπόδειξιν ἔφερεν, ὅτι ἄλλοτε ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἐφάνη διαφωνῶν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν δημάρχων. Ἂν ὅμως δὲν ἤθελεν εἶναι ἀπρόσεκτος ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, καὶ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἰδίαν λέξιν, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθη διὰ τὸν Πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ἤθελεν ἐπαινέσει μάλιστα τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἰδίως τὸν Πρόεδρον αὐτῆς, διὰ τὴν εἰλικρίνειαν, μεθ’ ἧς ἐπορεύθη καὶ πορεύεται. Εἶχον ἀμφιβολίας ἄλλοτε ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀντικαταστάσεως τῶν παυομένων δημάρχων· τὰς ἔφερεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Αὐταὶ αἱ ἐνστάσεις, αἱ ὁποῖαι γίνονται σήμερον, ἔγειναν καὶ τότε ἐπὶ τῆς παύσεως τοῦ δημάρχου τοῦ Λαυρίου. Τί ἀπήντησε τότε ἡ Βουλὴ; ἐψήφισε μίαν πρότασιν, ἥτις ἔλεγεν, ὅτι ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν· ἡ πλειονοψηφία ἔλυσε τὸ ζήτημα τοῦτο, καὶ λελυμένον τὸ εὑρίσκει σήμερον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἡ Κυβέρνησις. Εἶναι τοῦτο δεῖγμα ἀσυμφωνίας, ἀσυναρτησίας, ἢ εἶναι δεῖγμα σεβασμοῦ τῆς λύσεως, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ τούτου ζητήματος; Ἀλλά, διὰ νὰ μὴ βραδύνω περισσότερον τὸν λόγον μου, ποῖον τὸ πρακτικὸν ἐξαγόμενον ὅλων αὐτῶν τῶν συζητήσεων; Ἐπισπεύδει ἡ Κυβέρνησις τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, καὶ μετὰ 30, 40 ἡμέρας, ἔστω μετὰ δύω μῆνας θέλει ἔχομεν νέας δημοτικὰς ἀρχὰς, καὶ θέλει εἶναι τότε ἐν πλήρει ἐνεργείᾳ ὁ νέος δημοτικὸς νόμος, ὅστις λύει αὐτὰ τὰ ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων σήμερον καταγινόμεθα, καὶ μάλιστα ἐπὶ ματαίῳ. Καὶ ἰδοὺ διατὶ σιωπᾷ ἡ Βουλὴ καὶ δὲν θέλει νὰ λάβῃ μέτρα, εἰς τὰ ὁποῖα τὴν προσκαλεῖ ὁ Κ. Πετιμεζᾶς· σιωπᾷ ἡ Βουλὴ, Κ. Πετιμεζᾶ, καὶ μοὶ φαίνεται πῶς δὲν ἔχεις δίκαιον νὰ τὴν ἐλέγχῃς, δι’ ὅτι αἰσθάνεται μέσα ἐν τῇ συνειδήσει της· ὥστε ὅλαι αὗται αἱ πομπώδεις λέξεις περὶ παραβιάσεως τῶν δημοτικῶν ἐλευθεριῶν καὶ ἐκλογῶν δὲν ἔχουν κἀμμίαν ἐφαρμογὴν εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν· σιωπᾷ ἡ Βουλὴ, διότι θέλει νὰ δείξῃ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τοῦ ὁποίου ἡ κατάχρησις εἶναι αὐτὴ, ἥτις γίνεται ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων. Ἐλπίζω λοιπὸν καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει ψηφίσει ταχέως τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἐψήφισε καὶ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως τοῦ δημάρχου Λαυρίου, ὅτι ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§115ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κ. πρόεδρε, ἐπιφυλάττομαι, διότι ἔχω ἔγκλησιν κατὰ τοῦ Κ. Λομβάρδου, ἥτις εἶναι καὶ δημοσιευμένη, καὶ θέλω τὴν παρουσιάσει ἐνώπιον τοῦ πανελληνίου, ἐπὶ δολοφονίᾳ (γέλωτες.)
§116Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λυπεῖται, Κύριοι, εἶπεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἠγέρθη φωνὴ ἐκ τῆς Βουλῆς ταύτης, συνηγοροῦσα ὑπὲρ Δημάρχων καταχραστῶν, καὶ ζωοκλόπων, ἐνῷ ὤφειλεν ἡ Βουλὴ νὰ συνηγορήσῃ πρὸς ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡ Κυβέρνησις ἔσπευσε νὰ ἐκτελέσῃ. Καὶ ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἦλθε κατόπιν, καὶ παρηκολούθησε κατὰ γράμμα καὶ κατὰ σημασίαν τὸν Κ. Πρωθυπουργόν· ὥστε ἐξ ἀμφοτέρων οἱονεὶ ἐπετιμήθημεν σήμερον ὡς ὑποστηρίζοντες δῆθεν Δημάρχους, κατηγορουμένους, ὡς ζωοκλόπους καὶ λῃσταποδόχους, αὐτὴν δὲ τὴν ἐπιτίμησιν ἐλάβομεν ἐπισήμως ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐκ μέρους τῶν Κυρίων Ὑπουργῶν· ἀλλ’ ἂς ἔλθωμεν νὰ ἐξετάσωμεν τώρα, ἡμεῖς ὑποστηρίζομεν παρανομίαν, καὶ ἀνθρώπους ἐνόχους δι’ ἐγκλήματα; ἢ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον σεῖς, Κύριοι Ὑπουργοὶ, κατ’ ἐπανάληψιν καὶ ἀσυστόλως κατεπατήσατε; Ὅταν, Κύριοι, πρὸ ὀλίγου καιροῦ ἐπρόκειτο περὶ τῆς παύσεως τοῦ Δημάρχου Λαυρίου, καὶ τῆς ἀντικαταστάσεως αὐτοῦ, πρῶτος ἐγὼ συνηγόρησα ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως ὡς πρὸς τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως, ἀλλὰ δὲν ἐνόησά ποτε νὰ ἀποδώσω ἀπόλυτον ἐξουσίαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, διότι οὐδ’ ὁ νόμος αὐτὸς ἐνόησε νὰ ἀποδώσῃ τοιαύτην ὡς πρὸς τὴν παῦσιν τῶν Δημάρχων, καὶ νὰ τοὺς ἐξομοιώσῃ μὲ τελωνοφύλακας, μολονότι οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ἔχουν πλείονας ἐγγυήσεις διὰ τοῦ νόμου περὶ προσόντων. Καὶ τότε εἶπον, Κύριοι, καὶ ἤδη ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ἐν τοῖς ἄρθροις, 43 καὶ 44 τοῦ Δημοτ. νόμου, ὅπου ἀναφέρεται ἡ ἐξουσία τῆς Κυβερνήσεως, ὑπάρχουν δύω διατάξεις, ἡ δικονομικὴ καὶ ἡ οὐσιαστική. Ἐπομένως ὁσάκις Δήμαρχός τις κατηγορεῖται, ὅτι ἔλαβε μέρος εἰς ἐγκληματικὰς πράξεις, ἡ Κυβέρνησις ὀφείλει νὰ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὰ δικαστήρια, διότι ταῦτα εἶναι ἁρμόδια νὰ βεβαιώσωσι τὴν πρᾶξιν· καὶ δὲν ἠμπορεῖτε ὑμεῖς, Κ. Ὑπουργὲ, νὰ κηρύξητε ἔνοχον ἕνα πολίτην— διότι ὁ Δήμαρχος εἶναι καὶ πολίτης, ἐγκληματικῆς πράξεως, πρὶν ἢ τὸν κηρύξῃ τοιοῦτον τὸ δικαστήριον, μέχρι τῆς ἀποφάσεως τοῦ ὁποίου ὑποτίθεται, ὅτι εἶναι ἀθῶος. Ἔρχεται κατόπιν ἡ οὐσιαστικὴ διάταξις, ἡ κυριαρχία δηλονότι τοῦ Βασιλέως· εἰς τοιαύτην ὅμως δὲν ὑπάγονται αἱ ἀτομικαὶ ἐγκληματικαὶ πράξεις, ἀλλὰ πράξεις ἀφορῶσαι γενικὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, κλονισμοὺς τῆς πατρίδος, κινδύνους μεγάλους τῆς δημοσίας ἀσφαλείας καὶ τάξεως, καὶ τὰ τοιαῦτα· τότε πραγματικῶς ἡ Κυβέρνησις, ἐν τῷ κυριαρχικῷ δικαιώματί της, ὀφείλει νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς σωτηρίας καὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ παύσῃ πάντα ὑπαίτιον Δήμαρχον, καὶ πρὶν ἢ τὸν παραπέμψῃ εἰς τὴν δικαιοσύνην. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ τὸ Ὑπουργεῖον ὡς πρὸς τὸ μέρος αὐτὸ νὰ τῷ ἀναγνώσω μίαν περικοπὴν συγγράμματος δύω ἀνωτέρων καὶ σπουδαίων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ ἄλλοτε γενικοῦ Γραμματέως καὶ τοῦ νῦν Τμηματάρχου «ἄρθρον 43, ἡ ὑπηρεσία τοῦ Δημάρχου διαρκεῖ 3 ἔτη. Ἂν δὲ ἐν τῷ μεταξὺ παύσουν αἱ ἰδιότητες, δυνάμει τῶν ὁποίων ἔγεινεν ἡ ἐκλογὴ, ἢ ἂν συμβῶσι περιστάσεις τοιαῦται, αἱ ὁποῖαι ἤθελον ἐμποδίσει τὴν ἐκλογὴν, εἰς μὲν τὴν πρώτην περίπτωσιν ἀπαιτεῖται ἀναγκαίως, εἰς δὲ τὴν δευτέραν δύναται νὰ παύσῃ ἡ ὑπηρεσία τοῦ δημάρχου, καὶ πρὶν ἢ παρέλθῃ ὁ ἄνω προσδιωρισμένος καιρός». Αἱ δὲ ἰδιότητες τοῦ Δημάρχου προβλέπονται ἀπὸ τὸ ἄρθ. 13. καὶ ἰδοὺ τί λέγει ἡ ἐπισημείωσις τοῦ συγγράμματος «ἐπὶ κακουργήματι, ὡς δηλοῦται καὶ ἐκ τῶν ἄρθρ. 4 καὶ 34 τοῦ ποιν. νόμου, καθ’ ἃ ἐγκληματικαὶ ποιναὶ εἰσὶν αἱ ἐπὶ κακουργημάτων ὁριζόμεναι, ἡ πρακτικὴ παρεδέχθη ὡς κατηγορημένον ἐπὶ ἐγκλήματι, καὶ ἑπομένως εἰς τὴν στέρησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐκλέγειν καὶ ἐκλέγεσθαι ὑποκείμενον, τὸν δι’ ὁριστικοῦ δικαστικοῦ βουλεύματος παραπεμφθέντα εἰς τὸ κακουργοδικεῖον κτλ.» Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ δικονομικὴ ἐξουσία, ἂν τουτέστιν εἷς Δήμαρχος κατηγορηθῇ ἐπὶ ἀξιοποίνῳ πράξει, παραπέμπεται εἰς τὴν ἀνάκρισιν, ἐκδίδεται τὸ βούλευμα, καὶ ἂν παραπεμφθῇ εἰς τὸ Κακουργοδικεῖον, τὸ Ὑπουργεῖον προβαίνει εἰς τὴν παῦσίν του. Ὡς πρὸς δὲ τὴν ἄλλην, τὴν οὐσιαστικὴν ἐξουσίαν, ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἴδιον σύγγραμμα, «ἡ ἐξ ὀλιγωρίας ἢ προθέσεως ἄρνησις τοῦ Δημάρχου, νὰ ἐκτελέσῃ τὸ ὑπὸ ῥητῶν νόμων ἢ διαταγμάτων ἐπιβεβλημένον αὐτῷ καθῆκον, δὲν εἶναι βεβαίως περίπτωσις κατεπείγουσα καθ’ ἣν δύναται ὁ Νομάρχης νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ ἐκτάκτως παραχωρουμένου αὐτῷ δικαιώματος· δύναται δὲ νὰ κατασταλῇ ἡ τοιαύτη ὀλιγωρία ἢ πρόθεσις αὐτῆς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν διατάξεων τῶν § ά. καὶ βʹ. τοῦ ἄρθρου 487 τοῦ ποινικοῦ νόμου· ὅταν ὅμως αἱ πράξεις ἢ αἱ παραλείψεις τοῦ δημάρχου δύνανται νὰ ἐπαγάγωσιν ἀναγκαίως ἢ νὰ ἐνισχύσωσι τὴν διατάραξιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἢ ὅταν πράξεις ἰδιωτικαὶ αὐτοῦ προκαλῶσιν ἐπὶ τοσοῦτον τὴν κατ’ αὐτοῦ καταφορὰν τῶν συνδημοτῶν του, ὥστε ἐκτίθεται εἰς προφανῆ κίνδυνον ἡ ἐν τῷ δήμῳ κοινὴ ἀσφάλεια, ἢ τέλος, ὅταν ἐκ πράξεων ἢ παραλείψεων αὐτοῦ πρόκειται νὰ διακινδυνεύουν σπουδαῖα συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας, τότε ἡ ἐλαχίστη ἀναβολὴ καθίσταται ἐπιζήμιος κτλ.» Ποία λοιπὸν ἐπαρχία ἢ ποῖοι δῆμοι ἀνήκοντες εἰς τοὺς παυθέντας δημάρχους εὑρέθησαν εἰς τοιαύτας περιστάσεις; ποῦ ἡ προφανὴς διατάραξις τῆς δημοσίας τάξεως; ποῦ ὁ κίνδυνος τῆς δημοσίας ἀσφαλείας ἢ τῶν γενικῶν συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας; τίποτε ἐκ τούτων δὲν μᾶς ἀνέφερον οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ πρὸς δικαιολογίαν των. Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, ποῦ ἔγκειται ὁ κίνδυνος τῶν συμφερόντων τῆς ἐπικρατείας; π. χ. ὁ δήμαρχος εἶναι ὁ ἐκτελεστὴς τῶν νόμων καὶ μάλιστα τῶν φορολογικῶν· προσκαλεῖται νὰ δημοσιεύσῃ ἕνα νόμον εἰς τὸν δῆμόν του, καὶ ὅμως ἀρνεῖται νὰ τὸν δημοσιεύσῃ, διότι δὲν τοῦ ἀρέσκει· ἐννοεῖται τότε, ὅτι διακινδυνεύουν τὰ δημόσια συμφέροντα· ἢ ὅταν γίνεται εἰς ἕνα δῆμον μία στάσις, ἥτις ἔρχεται εἰς τὸ ν’ ἀποκρούσῃ ἕνα φορολογικὸν νόμον, διότι οἱ φορολογούμενοι θεωροῦν αὐτὸν καταθλιπτικὸν, καὶ ὁ δήμαρχος ἑνοῦται μετὰ τῶν ἐναντιουμένων· τότε, ἐπειδὴ τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας καταστρέφονται, τὸ καταλαμβάνω, ὅτι ἡ περίστασις εἶναι κατεπείγουσα, τὰ δημόσια συμφέροντα κινδυνεύουσι, καὶ δὲν πρέπει νὰ περιορίζεται ἡ ἐξουσία τῆς Κυβερνήσεως μόνον εἰς τὴν εἰς τὰ δικαστήρια παραπομπήν· εἰς τοιαύτην περίστασιν καὶ ὁ νομάρχης προσωρινῶς παύει τὸν δήμαρχον καὶ ἀναφέρει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν, ὅστις ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ὀφείλει ἢ νὰ τὸν ἀποκαταστήσῃ εἰς τὴν θέσιν του ἢ νὰ τὸν παύσῃ ὁριστικῶς. Εἴχατε, Κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ Λαυρίου καὶ εἰς τὴν προκειμένην τοιαύτας γενικὰς αἰτιάσεις, δυνάμει τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ προβῆτε εἰς τὴν παῦσιν διὰ νὰ προλάβετε μεγάλα κακά; Τίποτε δὲν μᾶς ἀναφέρουν αἱ ἐκθέσεις τὰς ὁποίας ἔχετε ἐδῶ ὡς ὅπλα τῆς πράξεώς σας, ὡς τίτλον τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδώκατε διὰ νὰ ἀφαιρέσητε τὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τοὺς παυθέντας δημάρχους. Τί μᾶς εἶπον τότε οἱ κύριοι ὑπουργοὶ διὰ τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Λαυρίου; Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἔπρεπεν, εἶπον, νὰ σταθῇ εἰς τὴν θέσιν του, ἀφοῦ εἶναι ὑποστήριγμα τῆς ληστείας; ἀφοῦ ἀντέπραξεν εἰς τὴν ἑταιρίαν τῶν περιφήμων σκωριῶν; καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ τὸν παύσωμεν; Ἀλλὰ, Κύριοι, τί ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων; ὅτι ἡ ληστεία μετὰ τὴν παῦσιν ἀντὶ νὰ κατασταλῇ ἦλθεν ἐδῶ εἰς τὸ κέντρον· ἦλθε καὶ ὀλίγον ἔλειψε νὰ αἰχμαλωτίσῃ τὸν Ματρόζον, ἡ δὲ ἐξουσία ἐκοιμᾶτο ὑπὸ Μανδραγόραν.
§117ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὴ ἦτον ἡ φαντασία σας.
§118Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Εἰπέτε μας λοιπὸν τί ἦσαν τὰ τῆς παρελθούσης ἑβδομάδος ἐν Σεπωλίοις ἐν καιρῷ νυκτός; Ἡμεῖς αὐτὸ ἠκούσαμεν. Τέλος πάντων ἐγὼ λέγω, ὅτι ἀντὶ μετὰ τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου Λαυρίου, αὐτοῦ τοῦ δῆθεν λησταποδόχου, νὰ ἐπέλθῃ ἡ καταστροφὴ τῆς ληστείας, αὐτὴ διατηρεῖται, πολλὰ σχόλια γίνονται, καὶ ἔρχεται εἰς τὰς πύλας τῆς πρωτευούσης διὰ νὰ ληστεύσῃ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ὁ λόγος ἐκεῖνος ἦτο φροῦδος καὶ ἡ παῦσις τοῦ δημάρχου ἄδικος· διὰ τοῦτο ὁ νόμος ἀπαιτεῖ τὴν παραπομπὴν τῶν ἐγκληματιῶν εἰς τὰ δικαστήρια, διὰ νὰ ἀποφαίνωνται ταῦτα περὶ τῆς ἐνοχῆς των· ἀδίκως ὅθεν τὸν ἐπαύσατε, καὶ ἔχετε εὐθύνην, διὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα τοῦ ἀπεδώκατε, χωρὶς νὰ ἦναι ἔνοχος. Ἀλλ’ ὑπάρχει ὁ λόγος τῶν σκωριῶν! Καὶ τὶ ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν πραγμάτων; ἀποδεικνύεται, ὅτι ὅσοι ὑπεστήριζαν τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν κατέστρεψαν τὰ δημόσια συμφέροντα, ἐκεῖνα τὰ μεγάλα, λέγω, συμφέροντα, διὰ τὰ ὁποῖα θὰ ὁμιλήσωμεν καὶ θὰ ἀποδείξωμεν πολλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας· ὥστε καὶ κατὰ τοῦτο δὲν ὑπῆρχε δικαιολόγημα πρὸς παῦσιν τοῦ δημάρχου ἐκείνου. Σᾶς ἀπέδειξα λοιπὸν τότε, ὅτι καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς παύσεως κακὴν χρῆσιν ἐκάματε, καὶ τὸν νόμον πρὸς ἀντικατάστασιν παρεβιάσατε· ἐὰν τὸ πρῶτον ἐπράξατε, διότι δῆθεν εἴχετε τὸ δικαίωμα, μολονότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἔπρεπε νὰ κάμετε χρῆσιν συνετὴν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος καὶ ὄχι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ῥίπτετε εἰς τοὺς δρόμους τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς καὶ νὰ τὰς μεταχειρίζεσθε ὡς ὑπαλλήλους, τὸ δεύτερον ὅμως, ἤτοι τὴν ἀντικατάστασιν διὰ διατάγματος, χωρὶς νὰ ἐφαρμόσητε τὸν νέον νόμον περὶ δημαιρεσιῶν, δὲν ἠδύνασθε ποσῶς, δὲν εἴχετε τὸ δικαίωμα νὰ τὸ πράξετε· τότε συζητήσεως γενομένης καὶ ἀποδειχθέντος, ὅτι τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο, ἐφ’ οὗ ἐστηρίζεσθε, θεωρεῖται κατηργημένον, ἡ Βουλὴ ἠρκέσθη εἰς τὰ λεχθέντα, διότι ἠλπίζομεν, μετὰ τὰς συζητήσεις ἐκείνας, ὅτι δὲν ἠθέλατε ἐπανέλθει πλέον εἰς μίαν τοιαύτην παράνομον πρᾶξιν.
§119ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔγεινε ψηφοφορία καὶ μάλιστα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§120Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας μᾶς ἐδώκατε νέαν ἀφορμὴν τῶν Σπετσῶν, καὶ, ἐνῷ τότε ἔγεινεν ἐπερώτησις ἠρνήθητε τὴν παῦσιν τοῦ δημάρχου, μολονότι αὕτη ἦτο προεκδεδομένη. Τί ἐπράξατε κατόπιν; Ἰδοὺ τοὐλάχιστον τί ἐνοήσαμεν καὶ ἡμεῖς καὶ τὸ κοινὸν ἐκ τῆς ἀπομακρύνσεως τοῦ ὑπουργοῦ ἐκείνου, ὅστις ἐνήργησε τὴν παράνομον πρᾶξιν, ὅτι τὸν ἐπαύσατε δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, καὶ ἀνεγνωρίσατε, οὕτως εἰπεῖν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται πλέον μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ δημοτικοῦ νόμου νὰ προβαίνῃ εἰς ἀντικατάστασιν δημοτικῶν ἀρχῶν διὰ διαταγμάτων, ὅπως ὁρίζει τὸ κατηργημένον ἐκεῖνο ψήφισμα. Καὶ μολαταῦτα ὕστερον ἀπ’ αὐτὰ τὰ γεγονότα δυστυχῶς ὑπεπέσατε καὶ ἐκ τρίτου εἰς τοιαύτας παρανομίας. Τώρα θέλω ἐξετάσει, ἐὰν πραγματικῶς σήμερον ἔχετε ἰσχυροὺς ὑπὲρ ὑμῶν λόγους· ἐξ ὅσων τοὐλάχιστον ἀνέπτυξαν οἱ προαγορεύσαντες κατὰ τῆς πράξεως ταύτης, ἐξ ὅσων ἐγγράφων ἀνέγνωσα, καὶ ἐξ ὅσων ἤκουσα ἀπὸ ὑμᾶς, Κύριοι ὑπουργοὶ, δὲν ἠδυνήθην δυστυχῶς νὰ εὕρω ὄχι μόνον οὐδεμίαν πρᾶξιν δικαιολογοῦσαν τὰς γενομένας τελευταίας παύσεις, ἀλλ’ οὔτε ἐκεῖνο τὸ μικρότατον πρᾶγμα, τὸν ἁπλούστατον τύπον, δὲν ἐζητήθη δηλονότι ἡ ἀπολογία τῶν παυθέντων, ἐνῷ ὑπάρχει νομικὸν ἀξίωμα, ὅτι οὐδεὶς τιμωρεῖται ἄνευ προηγουμένης ἀπολογίας, καὶ ὅταν ἓν δικαστήριον δὲν δύναται νὰ τιμωρήσῃ ἐγκληματίαν, ἐὰν δὲν ἀπολογηθῇ, φρονεῖτε, ὅτι ἔχετε σεῖς τὸ δικαίωμα νὰ κόπτετε τὴν κεφαλήν τινος χωρὶς νὰ τὸν ἀκροασθῆτε; Βλέπετε ἑπομένως, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο παραβαίνετε τὸν νόμον. Δὲν ἔχετε λοιπὸν σήμερον καμμίαν πρᾶξιν δικαιολογοῦσαν τὴν ὁποίαν ἐκάματε χρῆσιν τῆς οὐσιαστικῆς, ὡς προείρηται, ἐξουσίας τῆς Κυβερνήσεως. Μέμφεσθε τοὺς παυθέντας δημάρχους ὡς ὑποστηρίζοντας τὴν ζωοκλοπήν· ἀλλὰ δὲν βλέπω καμμίαν ὁριστικὴν κατηγορίαν κατ’ αὐτῶν, οὔτε καμμίαν καταδίωξιν. Εἴπατε, ὅτι ὑποστηρίζουσι τὸν λῃστὴν Λύγκον· ἀλλὰ ποῦ ἡ πρᾶξις ἐκείνη ἡ βεβαιοῦσα τὴν ὑποστήριξιν τοῦ δημάρχου; ἄρα δὲν ἔχετε γεγονότα ἰσχυρὰ, δυνάμει τῶν ὁποίων νὰ ἐδύνασθε, ἔστω καὶ διά τινος ἐλαστικότητος, νὰ ἐφαρμόσητε τὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν σᾶς χορηγεῖ τὸ ἄρθρον 41; Ἀλλ’ ἠκούσατε τέλος πάντων, Κύριοι, τί ὡς ἐπίλογον μᾶς εἶπον οἱ ἔντιμοι ὑπουργοί; μὴ ταράσσεσθε, εἶπον, διὰ τὰς πράξεις αὐτάς· διότι μήπως οἱ δήμαρχοι οὗτοι εἶναι προϊόντα τῆς ἐλευθέρας ἐκλογῆς τοῦ λαοῦ; μήπως ὁ λαὸς τοὺς ἐξελέξατο; αὐτοὶ προῆλθον ἐκ τῶν περιστάσεων, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ πίστιν εἰς αὐτούς. Λοιπὸν, Κύριοι ὑπουργοὶ, ἀναγνωρίζετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ὅτι δὲν ἔχετε πλέον εἰς ἐνέργειαν δημοτικὸν σύστημα, ὅτι αἱ δημοτικαὶ ἐλευθερίαι ἐξέλιπον, ὅτι οἱ δήμαρχοι εἶναι ἁπλῶς ὑπάλληλοι δημόσιοι, καὶ ὅτι κατὰ συνέπειαν δύνασθε νὰ τοὺς διορίζετε καὶ νὰ τοὺς παύετε ὑμεῖς κατὰ τὸ δοκοῦν· τώρα τὸ πρᾶγμα διαφέρει, καὶ πᾶσα συζήτησις εἶναι βεβαίως ματαία· ἀλλ’ ὄχι, ἐγὼ θέλω ἐπιμείνει νὰ ἐξετάσω καὶ πάλιν, ἔστω καὶ μ’ ὅλην τὴν ἀνατροπὴν τοῦ δημοτικοῦ μας συστήματος, ὅτι δὲν ἐδύνασθε νὰ ἀντικαταστήσητε τοὺς παυθέντας δημάρχους. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω ὅσα καὶ τὴν ἄλλην φορὰν, ὅτι δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα τοῦτο· διότι, ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι τὸ ἔχετε, αὔριον, καθὼς ὁ Κ. Πετιμεζᾶς προανέφερε, παύετε διὰ τὴν μίαν αἰτίαν τὸν μὲν, διὰ τὴν ἄλλην αἰτίαν τὸν δὲ, καὶ οὕτω δύνασθε ν’ ἀνατρέψητε ὅλας τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἐξακολουθοῦντες τὸ διαβατικὸν ἐκεῖνο σύστημα, τὸ ὁποῖον ἡ ἀνάγκη τῆς μεταβολῆς προσωρινῶς τότε καθιέρωσε, καὶ τὸ ὁποῖον κατέπεσε μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νέου περὶ δημαιρεσιῶν νόμου. Ὥστε, ἐνῷ λέγετε, ὅτι δὲν ἔχετε δημοτικὰς ἀρχὰς ἐκ τοῦ λαοῦ, ἐξακολουθεῖτε νὰ δημιουργῆτε σεῖς ὁμοίας. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ οὕτως εἶναι κατακριτέα ἡ πρᾶξίς σας καὶ εἶναι ἔγκλημα μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ νόμου περὶ δημαιρεσιῶν νὰ φρονῆτε, ὅτι δύναται νὰ ἰσχύῃ ἓν ψήφισμα, τὸ ὁποῖον ὁ νόμος αὐτὸς ἔσβυσεν. Ἀλλὰ τί εἴπατε προχθὲς εἰς τὴν ὑπόθεσιν τοῦ δημάρχου Λαυρίου, ἐξηγοῦντες σοφιστικῶς τὸ ἄρθρον 19 τοῦ νόμου; ὁ πρόεδρος τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου διορίζεται δήμαρχος, καὶ ἀναλαμβάνει τὴν δημαιρεσίαν, ὅπου δὲν ὑπάρχει τοιοῦτος, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο παρεξηγεῖτε τὸν νόμον· ἀλλ’ ἔστω. Ἐγὼ ὅμως ἔχω εἰς χεῖράς μου ἔγγραφον τοῦ ἁρμοδίου ἐπάρχου, ὅπερ καὶ ἀναγινώσκω. (ἀνέγνω τὸ μνημονευθὲν ἔγγραφον)· ἐξ οὗ προκύπτει, ὅτι ἐν τῷ δήμῳ Λετρινίων ὑπῆρχε διωρισμένος πρὸ πολλοῦ ἀναπληρωτὴς τοῦ δημάρχου.
§121ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι παλαιὸν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον.
§122ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἐφαρμογὴν ἔχει τὸ Διάταγμα.
§123ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τὸν Μάϊον τοῦ 64, ὅταν, Κύριοι, ὁ Δήμαρχος εἶχεν ἀναπληρωτὴν, δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ προβῆτε εἰς ἀντικατάστασιν αὐτοῦ.
§124ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπαύθη προτήτερα ὁ ἀντικαταστάτης, δὲν ἔχετε καλὰς πληροφορίας.
§125ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τέλος πάντων αὐτὸ τὸ εἶπον ἐπιβοηθητικῶς. Ἡ ἰδέα μου εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ἁπάσης τῆς Βουλῆς, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, καίτοι ἔχουσα τὸ δικαίωμα τῆς παύσεως τοῦ Δημάρχου εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας σᾶς ἀνέφερον, στηριζόμενος μάλιστα καὶ ἐν τῷ συγγράμματι τῶν ἀνωτέρων ὑπαλλήλων τοῦ Ὑπουργείου, δὲν ἔχει μολοντοῦτο καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἀντικαταστάσεως· καὶ ὅταν, Κ. Ὑπουργοὶ, δὲν ἔχετε πρόχειρον τὸν ἐκ του νόμου ἀντικαταστάτην, ἐὰν δὲν κινδυνεύῃ ἡ πατρὶς, ἄφετε τὴν δημοτικὴν ἀρχὴν, τὴν παραβιάσασαν τὸν νόμον, νὰ τιμωρηθῇ ἀπὸ τὰ δικαστήρια. Μὴ σπεύδετε, διότι ἡ σπουδὴ, καθὼς σᾶς εἶπον καὶ ἄλλοτε, ἐν ᾧ ἔρχεται εἰς καταπάτησιν τῶν νόμων, φέρει καὶ ἄλλα δυσάρεστα. Καὶ ὅπου ὁ νόμος παραβιάζεται, ἐκεῖ σπρώχνεται ἡ κοινωνία εἰς τὰ κινήματα, τὰ ὁποῖα φαντάζεσθε· μὴ φοβεῖσθε τὰ κινήματα, ἐφαρμόζετε τοὺς νόμους, μὴ παραβιάζετε αὐτοὺς, καὶ ἔστε βέβαιοι, ὅτι ὁ φιλόνομος Ἑλληνικὸς Λαὸς δὲν θέλει διανοηθῆ νὰ ταράξῃ τὴν τάξιν καὶ τὰ καθεστώτα. Περαίνων τὸν λόγον μου θεωρῶ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν εἶχε λόγους ἐξ ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὁ νομοθέτης ἐννοεῖ, διὰ νὰ παύσῃ Διοικητικῶς τοὺς παυθέντας Δημάρχους· ἄρα κατεπάτησε τὸν νόμον· πολὺ δὲ περισσότερον νὰ τοὺς ἀντικαταστήσῃ διὰ συμβούλων. Ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι παρηνόμησε καὶ ὡς πρὸς τὴν παῦσιν, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀντικατάστασιν.
§126ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύω προτάσεις, δύω θέματα κατετέθησαν εἰς τὸ Προεδρεῖον· τὸ ἓν ὑπὸ τοῦ Κ. Πετμεζᾶ καὶ Δημητριάδου ἔχον ὡς ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ ἀποφαινομένη, ὅτι ἡ διὰ Β. Διατάγματος ἀντικατάστασις τοῦ Δημάρχου Λετρινίων καὶ Κρανιδίων ἐγένετο κατὰ παράβασιν τῶν κειμένων νόμων, μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Ἡ ἑτέρα πρότασις ἡ διατυπωθεῖσα ἀπὸ τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν εἶναι ὡς ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.» Κατὰ τὸν κανονισμὸν ἀπωτέρα εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει τὴν μᾶλλον μεμακρυσμένην ἰδέαν. Καὶ αὕτη κατὰ τὴν κρίσιν μου εἶναι ἡ ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.»
§128ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τεθῇ τὸ ἑξῆς θέμα. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀρκεσθεῖσα εἰς τὰ λεχθέντα μεταβαίνει εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, λέγουσι ναί· οἱ μὴ παραδεχόμενοι, καὶ παραδεχόμενοι, ἐννοεῖται, τὸ ἐναντίον, λέγουσιν ὄχι. Ἐνταῦθα γίνεται ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ θέμα διὰ ψήφων 72 κατὰ 59. Ἑπομένως μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ἀλλ’ αὔριον. Λύεται ἡ Συνεδρίασις ὥρα 4/14.