| 1349 | ἤτοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον | Ἐσωτερικῶν | δραχ. | 53,714:47 | |
| 1350 | » » | Στρατιωτικῶν | » | 58,889:72 | |
| 1351 | » » | Οἰκονομικῶν | » | 15,000 | |
| 1352 | τὸ ὅλον | » | 127,604:19 |
1865.10.07
1,786 rows · 14,946 words · 1 table · 106 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 50.
Τῆς 7 Ὀκτωβρίου 1865.
(Πέμπτη).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται. Οἱ Βουλευταὶ Τροιζηνίας, Καραμάνος καὶ Κοριζῆς, ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ διοικητικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους. Οἱ Βουλευταὶ Ἀντύπας, Φλωριᾶς καὶ Ζερβὸς ὑποβάλλουσι τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου περὶ τελωνιακῶν συμβουλίων· τὴν τροπολογίαν αὐτῶν συνοδεύουν καὶ μὲ ἔκθεσιν. Θὰ τυπωθῇ μόνον ἡ τροπολογία. Οἱ αὐτοὶ ὑποβάλλουσι πρότασιν νόμου περὶ ἐπιβολῆς φόρων πρὸς ἐξακολούθησιν τῆς προκυμαίας τῆς Ἁγίας Εὐθυμίας. Ὁ Πρόεδρος τοῦ Ναυτικοῦ Ἀπομαχικοῦ Ταμείου ἀπέστειλεν ἀναφορὰν εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τῆς ὁποίας ἐπιφέρει παρατηρήσεις εἰς τὴν ὑποβληθεῖσαν πρότασιν ὑπὸ τοῦ Βουλευτοῦ Σύρου κ. Πλατύ. Ἡ ἀναφορὰ αὕτη ἐτυπώθη ἀπ’ αὐτὸν τὸν ἴδιον καὶ διανέμεται εἰς τοὺς Βουλευτάς· θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἐπεξεργάζεται τὸ νομοσχέδιον αὐτό. Μεταβαίνομεν εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως. 1. ἀντικείμενον περὶ παραχωρήσεως δύω στρεμμάτων γῆς εἰς τὸν δῆμον Πειραιῶς πρὸς ἀνέγερσιν σφαγείου. Δευτέρα συζήτησις. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον. Ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§4ΠΟΛΛΟΙ. Οὐδείς.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ μοναδικὸν ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὸ ἄρθρον αὐτὸ κατὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν, ἔχον οὕτω· Ἕτερον ἀντικείμενον, τὸ περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ διοικητικοῦ συστήματος νομοσχέδιον. Δευτέρα συζήτησις. Ὅσαι τροπολογίαι μέχρι τῆς χθὲς παρουσιάσθησαν, ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν.
§6ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Εἶναι τόσαι τροπολογίαι, ὥστε εἶναι εὔλογον ἐκεῖνοι, ὅσοι τὰς ὑπέβαλον, νὰ συνέλθουν καὶ μὲ τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ συσκεφθῶσι καὶ νὰ μᾶς φέρουν ἓν σύμπλεγμα.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὸ πέρας καὶ τῆς δευτέρας συζητήσεως, θὰ παρακαλέσω, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, νὰ συνέλθουν ὅσοι ὑπέβαλον τροπολογίας νὰ τὰς συγχωνεύσουν ὅσον τὸ δυνατὸν εἰς ὀλιγωτέρας.
§8ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κ. Πρόεδρε, φαίνεται ὅτι παραδέχεσαι τὴν γνώμην τοῦ κ. Κρεστενίτου. Παρακαλῶ νὰ εἰδοποιήσῃς τὴν Βουλὴν ποῦ θὰ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπὴ καὶ κατὰ ποίαν ὥραν, διότι εἴμεθα καὶ ἄλλοι ἑκατὸν, οἱ ὁποῖοι ἔχομεν καὶ ἡμεῖς νὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίας καὶ δι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ἠξεύρωμεν ποῦ θὰ συνέλθωμεν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ εἶπον, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, ἐκεῖνοι, οἵτινες ὑπέβαλον τροπολογίας, νὰ συνέλθουν καὶ νὰ τὰς συγχωνεύσουν εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρας. Ἀναγινώσκεται τὸ νομοσχέδιον. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἡ Βουλὴ παραδέχεται. Ἀναγινώσκεται τὸ ἀ. ἄρθρον. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπ’ αὐτοῦ;
§12ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται. Ἀναγινώσκεται τὸ βʹ. ἄρθρον. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ὑπεβλήθησαν διάφοροι τροπολογίαι. Ὅπως προηγουμένως εἶπον, μετὰ τὴν δευτέραν συζήτησιν θὰ παρακαλέσω τοὺς προτείναντας αὐτὰς, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ τὰς συγχωνεύσουν εἰς ὀλιγωτέρας.
§14ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ποῦ θὰ συνέλθωμεν, κ. Πρόεδρε; διότι καὶ ἡμεῖς θὰ ὑποβάλωμεν τροπολογίας.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρακαλῶ τοὺς προτείναντας αὔριον περὶ τὴν 9 νὰ συνέλθωσι, διὰ νὰ δυνηθῶσι νὰ συγχωνεύσωσιν αὐτὰς εἰς ὅσον τὸ δυνατὸν ὀλιγωτέρας. Κατόπιν ἀνεγνώσθησαν καὶ παρεδέχθησαν ἄνευ οὐδεμιᾶς ἀντιῤῥήσεως τὰ ἄρθρα 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11 καὶ 12 δευτέραν φοράν.
§16ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἔχω σκοπὸν νὰ ὑποβάλω μίαν ἁπλῆν παρατήρησιν, διὰ νὰ μὴ εἴπωσιν, ὅτι παρεβλάφθη ἓν δικαίωμα οἱονδήποτε· παρατηρῶ εἰς τὴν ἀξιότιμον Βουλὴν, ὅτι ὅσα μέχρι τοῦδε ἐγένοντο ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τούτου εἶναι ἄκυρα, καθὸ ἀντισυνταγματικά.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἤκουσαν.
§18ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὅσα ἡ Βουλὴ ἔπραξεν ἐπὶ τοῦ ᾀδομένου νομοσχεδίου τῶν διοικήσεων εἶναι ἀντισυνταγματικά.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐξηγηθῆτε καλλίτερα.
§20ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἴσως, Κύριοι, σφάλλω, καὶ δὲν εἶναι διόλου παράξενον, διότι ὅλοι σφάλλομεν, ἀλλὰ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ παρακολουθήσετε εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐλθέσεως τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργείου ἐπὶ τοῦ λεγομένου νομοσχεδίου, καὶ θέλω σᾶς εἴπει διατί τὸ λέγω «λεγόμενον νομοσχέδιον». «λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κατηρτίσθη, νομοσχέδιον περὶ διοργανισμοῦ τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν τοῦ Κράτους. Διαιρεθεισῶν τῶν γνωμῶν ἐν τῇ συζητήσει τοῦ εἰρημένου συμβουλίου ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, καὶ ἑπομένως ἐκτεθέντων τῶν ὑπὲρ καὶ κατὰ λόγων, δὲν θεωρεῖ ἀναγκαῖον ν’ ἀσχοληθῇ διὰ τῆς παρούσης εἰς τὴν ἑρμηνείαν τοῦ ζητήματος.......» Τί νομοσχέδιον καθυπεβλήθη εἰς τὴν Βουλήν; Ὄχι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει τὸ δικαίωμα μετὰ τῆς Βουλῆς νὰ προτείνῃ τὸ νομοσχέδιον, ἀλλὰ αἱ μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε καὶ παρεδέχθη τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας (ψιθυρισμοί). Καὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὸ εἶναι· δὲν σᾶς εἶπα, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ σφάλω; δηλ. Κύριοι, ὁ σκοπὸς εἶναι νὰ μὴ ὑποπέσωμεν εἰς μίαν συνταγματικὴν παραβίασιν· δύναμαι νὰ σφάλλω. Λοιπὸν, Κύριοι, ποῖον εἶναι τὸ ἀντικείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται ἡ συζήτησις ἐκ μέρους τῆς Βουλῆς; Ὄχι τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον ἐδικαιοῦτο τὸ ὑπουργεῖον νὰ προτείνῃ ἐνώπιον αὐτῆς, ἀλλὰ αἱ μεταῤῥυθμίσεις, τὰς ὁποίας μᾶς δίδει αὐτὸ τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. «λαμβάνει, λέγει, τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας κατηρτίσθη τὸ νομοσχέδιον.» Ἔπρεπε λοιπὸν τὸ ἔντιμον ὑπουργεῖον νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινε, καὶ συγχρόνως νὰ μᾶς ὑποβάλῃ καὶ τὰς παρατηρήσεις, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι νομοσχέδιον, δὲν εἶναι οὔτε πρότασις, καὶ ἰδοὺ ἡ ἀπόδειξις. Βλέπετε εἰς ποῖα ἀτοπήματα τώρα δυνάμεθα νὰ ὑποπέσωμεν; Ν’ ἀναγνωρίσωμεν ἢ νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ῥητῶς τὸ Σύνταγμα ἀποκλείει. Λέγει ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς, ὅτι αὐτὸ εἶναι νομοσχέδιον, ἐκτὸς ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον δὲν τὸ παραδέχεται ὡς τοιοῦτον· ἀλλὰ δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν οὐδὲ τοῦτο, διότι λέγει «ἐπιφυλάττομαι εἰς ἐκεῖνα τὰ μέρη εἰς τὰ ὁποῖα διαφωνῶ.» Λοιπὸν εἶναι μία υἱοθέτησις πρωτοφανὴς, διότι ὅποιος υἱοθετήσει πρέπει νὰ υἱοθετήσῃ ἐξ ὁλοκλήρου, καὶ ὄχι ἐν μέρει. Λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον ἐπεφυλάχθη νὰ φέρῃ καὶ ὑποβάλῃ τὰς διαφωνίας, τὰς ὁποίας ἔχει ἀπέναντι τοῦ λεγομένου νομοσχεδίου, ὅπερ βασίζεται φυσικὰ εἰς τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον αὐτὸ τὸ ἴδιον συνέταξε καὶ ὑπέβαλεν εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας πρὸς ἐξέτασιν. Τὸ ἄρθρον 81, (ἀλλὰ πρὶν σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον, δὲν θὰ ᾖναι ἴσως ἀνωφελὲς νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὰ ἄρθρα 22 καὶ 23 τοῦ Συντάγματος). Τί λέγουσιν αὐτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος; Ἄρθρον 22. «Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 23. Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ὅστις ἐνασκεῖ τοῦτο διὰ τῶν ὑπουργῶν. Λοιπὸν, ἐὰν αὐτὸ ᾖναι πρότασις νόμου, ἐὰν πρέπῃ νὰ ἐπιστήσωμεν εἰς αὐτὸ τὴν προσοχήν μας, ὡς εἰς πρότασιν νόμου, πρέπει νὰ ἔλθῃ, πρέπει νὰ διαβιβασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν τὸ πρῶτον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὸ ἔντιμον ὑπουργεῖον· καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον τί γίνεται; Ἄρθρον 84. Πάντα τὰ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, τὰ μὴ συνταχθέντα ἢ προβασανισθέντα ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας, καὶ πάντα τὰ ὑπὸ βουλευτῶν εἰς τὴν Βουλὴν προταθέντα, μετὰ τὴν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ἐπιψήφισιν τῆς ἀρχῆς αὐτῶν θέλουσι παραπέμπεσθαι ὑπὸ ταύτης εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἴσως, κύριοι, σᾶς κάμῃ ἐντύπωσιν ἡ λέξις «τὰ μὴ συνταχθέντα», ἀλλὰ καὶ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ πρέπει νὰ γείνῃ κατὰ τοὺς νόμους πάντοτε διάκρισις· ἄλλη ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν τυχὸν τὸ ὑπουργεῖον ἐπιφορτίσει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας διὰ νὰ συντάξῃ ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀκολούθως ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν, ὄχι ὡς νομοσχέδιον τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διότι δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων, ἀλλ’ ὡς νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου καθ’ αὑτὸ, διότι αὐτὸ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ νομοσχέδια· ἀλλὰ συγχρόνως δὲν δύναταί τις ν’ ἀμφισβητήσῃ εἰς αὐτὸ καὶ τὸ δικαίωμα, ὥστε νὰ ἐπιφορτίσῃ ἄλλους νὰ συντάξουν τὰ νομοσχέδια, πάντοτε ὅμως τὸ νομοσχέδιον περὶ οὗ ὁ λόγος, ὃ προσκαλούμεθα νὰ συζητήσωμεν, εἶναι νομοσχέδιον τοῦ ὑπουργείου, διότι τὸ ὑπουργεῖον μόνον ἀντιπροσωπεύει τὸν Βασιλέα καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ πρότασιν νόμων. Ἐκτὸς τούτου ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ ἐξάγομεν, ὅτι ἄλλο τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ ἄλλο τὸ σχέδιον τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τώρα ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν τὸ σχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μόνον βλέπομεν ἀπὸ τὴν ἔκθεσιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ, ὅτι διαφωνεῖ πρὸς τὸ λεγόμενον νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς ἡμᾶς. Λοιπὸν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ προσέξωμεν, ἵνα μὴ ὑποπέσωμεν εἰς μίαν συνταγματικὴν παραβίασιν, καὶ ἐπιληφθῶμεν ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον οὐσιωδῶς καὶ μὲ ὅλην τὴν ἐν μέρει υἱοθέτησιν τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργείου δὲν εἶναι τὸ καθ’ αὑτὸ νομοσχέδιον, δὲν εἶναι πρότασις, καὶ παρακαλῶ νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχήν σας εἰς αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ παρέξῃ εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ δικαίωμα αὐτὸ τοῦ νὰ συντάττῃ νομοσχέδια ἢ νὰ προτείνῃ, διότι οὐσιώδης ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ εἶναι διαφορά. Τὸ ἐξάγω ἀπὸ ἐδῶ ἐπισήμως. Μᾶς δεικνύει ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς, ὅτι ὑπάρχει τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ συμβούλιον ἔκαμε τὰς παρατηρήσεις αὑτοῦ· τὸ νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ διαβιβασθῇ παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ εἰς τὰς διασκέψεις τῆς Βουλῆς, καὶ ἔτι μᾶλλον ἔπρεπε, καθόσον ὁ ἴδιος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τῆς ἐπισήμου ἐκθέσεως αὑτοῦ λέγει· ἐπιφυλάττομαι κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως νὰ ἐπιφέρω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν διαφωνιῶν, αἵτινες ὑπάρχουν μεταξὺ τῆς προτάσεως τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν μεταῤῥυθμίσεων ἢ τῶν τροπολογιῶν, τὰς ὁποίας παραδέχεται τὸ ἔντιμον συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Τὸ λέγει ῥητῶς. Τώρα, Κύριοι, καὶ ἐκ τῶν ἰδεῶν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ ἀναγνωρίζω, ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη, ὥστε αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μόνον, ὅπερ δύναται συνταγματικῶς νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, ἔπρεπε ν’ ἀποτελέσῃ τὸ ἀντικείμενον τῶν διασκέψεων καὶ τῶν συζητήσεων, ἂν θέλωμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν εἴτε τὸ ἄρθρον 22, εἴτε τὸ 23, εἴτε τὸ 84 τοῦ Συντάγματος. Ἀπεναντίας ἡμεῖς ἔχομεν νομοσχέδιον, ἔχομεν ὡς πρότασιν οὐχὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὴν μεταῤῥύθμισιν καὶ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου τῆς Κυβερνήσεως τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, εἰς τὸ ὁποῖον ἁπλῶς ὑπόκειται ἡ βάσανος· ἑπομένως μίαν συμβουλὴν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, μόνον τὴν συμβουλὴν, τὴν ὁποίαν μᾶς δίδει τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ἀφοῦ ἐβασάνισε τὸν νόμον. Εἰς ἐμὲ ἴσως εἶναι ἀδιάφορον εἴτε τὸ ἓν, εἴτε τὸ ἄλλο, ἀλλ’ ἀφοῦ συνταγματικὸς νόμος ὑπῆρχει, ὁ ὁποῖος ὁρίζει καὶ τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καθήκοντα καὶ τοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας καὶ τῆς Βουλῆς, μοὶ φαίνεται, ἵνα μὴ παραβιάσωμεν τὸ Σύνταγμα, ὅτι πρέπει νὰ προσκαλέσωμεν τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ πρωτότυπον νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου πρέπει ἡμεῖς ν’ ἀποφανθῶμεν. Καὶ τῳόντι, κύριοι, ἀνεξαρτήτως τῶν διατάξεων αὐτῶν τοῦ Συντάγματος, τῶν ἄρθρων 22 καὶ 23, συνδυαζομένων μετὰ τοῦ ἄρθρου 84, παρακαλῶ νὰ ἐξετάσωμεν καὶ αὐτὸν τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς. Οὐσιωδῶς, τί θὰ ἦτο αὐτό, τὸ ὁποῖον ἐχαρακτηρίσθη ὡς νομοσχέδιον; Μία τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς, δυνάμει τοῦ Συντάγματος, δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ἢ μή, ἀπολύτως, χωρὶς νὰ τὴν ἐξετάσωμεν. Ἡμεῖς τώρα ἀναγνωρίζομεν εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας διὰ τῆς κηρύξεως τοῦ ὑπουργοῦ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νομοσχεδίων, δικαίωμα, τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν. Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας δὲν ἔχει ἄλλο δικαίωμα, παρὰ νὰ ἐπιφέρῃ τὴν γνώμην του, ἐκτὸς ἂν νομίζητε, ὅτι εἶναι συνταγματικόν, ὅτι εἶναι ἀξιοπρεπές, ὅτι εἶναι νόμιμον νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς γνώμης ἁπλῶς τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ παρουσιάζῃ νομοσχέδια, οὔτε προτάσεις.
§21ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἂν ἐνόησα καλῶς τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα Κ. Βουλευτὴν Κερκύρας, φαίνεται, ὅτι θεωρεῖ ἀπαράδεκτον τὸ ὑποβαλλόμενον εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδιον, καθόσον δὲν ἐτηρήθησαν ἀκριβῶς αἱ συνταγματικαὶ διατάξεις, καὶ καθόσον, φαίνεται, λαμβάνει τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας δικαίωμα προτάσεως νόμων, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον φυσικῶς ἀντιβαίνει εἰς τὰ θεσπισθέντα παρὰ τοῦ Συντάγματος. Δὲν δύναμαι ποσῶς νὰ συμφωνήσω εἰς τὴν ἐκτίμησιν, τὴν ὁποίαν ἤκουσα ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ νὰ πεισθῶ, ὅτι σήμερον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν περὶ προτάσεως νόμων, γενομένης παρὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Τὸ ὑπουργεῖον οὐδαμῶς παρεγνώρισε τὴν ἔκτασιν τῆς ἐνεργείας τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας· ὡς συμβουλευτικὸν Σῶμα, κατὰ τὸ καθιερωθὲν Σύνταγμα, συνεργάζεται καὶ προπαρασκευάζει νομοσχέδια, ὁσάκις παραγγέλλεται παρὰ τοῦ ὑπουργείου. Εἰς τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τὸ ὑπουργεῖον ἔκρινεν ἀναγκαῖον νὰ ἐπιφέρῃ ῥιζικὴν μεταῤῥύθμισιν εἰς τὸ διοικητικὸν σύστημα, τὸ ὑπουργεῖον ἐσχημάτισε τὴν διάταξιν τὴν ἀναγομένην εἰς τὴν μεταῤῥύθμισιν ταύτην καὶ ἐνόμισε καλὸν, ἐπειδὴ πρόκειται περὶ πράγματος σπουδαιοτάτου, περὶ μεταῤῥυθμίσεως, ἥτις ἔχει μεγάλην τὴν σημασίαν, ἔκρινε σπουδαῖον νὰ προκαλέσῃ καὶ τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Τὸ συμβούλιον δὲν συνεφώνησεν ὁλοσχερῶς πρὸς τὸ σχέδιον τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ δὲν συνεφώνησεν ὁλοσχερῶς ὡς πρὸς ὡρισμένα τινὰ ἀντικείμενα, ἀναγόμενα εἰς τὰς λεπτομερείας ὡς πρὸς τὴν ἐφαρμογήν. Τὸ ὑπουργεῖον ἔχον ὑπ’ ὄψιν τὴν γνώμην τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας καὶ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀρχικῶς συνέταξεν, ἐνόμισε προτιμότερον νὰ εἰσαγάγῃ ὡς κείμενον συζητήσεως ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατήρτισε τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κείμενον, τὸ ὁποῖον σήμερον πρόκειται ἐνώπιον ἡμῶν, ἐν ᾧ ὑπάρχουν καί τινες μεταβολαί, προελθοῦσαι παρὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, εἰσάγεται κατὰ πρότασιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ. Ἄρα εἶναι ὑπουργικὴ πρότασις, γενομένη ἐντὸς τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Οὐδεμία παρεκτροπή, οὐδεμία ὑπάρχει παραβίασις ἢ ἀντιποίησις δικαιωμάτων. Ἔδωκε πολλὴν προσοχὴν ὁ προαγορεύσας εἰς τὴν περικοπήν, διὰ τῆς ὁποίας εἰσάγεται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, εἰς τὴν περικοπὴν τῆς ὑπουργικῆς ἐκθέσεως, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐπιφυλάσσεται νὰ ἐπιφέρῃ τροποποιήσεις τινὰς εἰς τὰ καθέκαστα. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ ἀνησυχήσῃ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, ἦτο, ἂν τὸ ὑπουργεῖον, ὑποβαλὸν πρότασιν νομοσχεδίου ὁπωσδήποτε κατηρτισμένην, πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἠδύνατο νὰ καταρτίσῃ καὶ διὰ τῆς προεξεργασίας οἱασδήποτε ἐπιτροπῆς, τὴν ὁποίαν ἤθελε συγκαλέσει ἰδιαιτέρως ὁ ὑπουργὸς, ἂν τὸ ὑπουργεῖον ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν ἐπιφύλαξιν· τοιοῦτόν τι ζήτημα ἠδύνατο νὰ προκύψῃ ἐκ τῆς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον ὑπέβαλε. Τὸ ζήτημα τοῦτο, ἂν δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐπιφυλαχθῇ αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος καὶ κατόπιν νὰ προτείνῃ τροποποιήσεις, μοὶ φαίνεται, ὅτι παρ’ οὐδενὸς δύναται ν’ ἀμφισβητηθῇ, διότι ὅταν παρουσιάζηται νομοσχέδιον, τὸ κύριον εἶναι ἡ ἀρχή· μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς ὅλα τὰ λοιπὰ δὲν εἶναι, παρὰ διατάξεις ἐφαρμογῆς· αἱ διατάξεις ἐφαρμογῆς δύνανται νὰ μὴ ἦναι ἐπιτυχεῖς, καὶ οὐδὲν ὑπουργεῖον διστάζει, φωτιζόμενον ἐκ τῶν συζητήσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπὶ τούτῳ προκαλοῦνται, νὰ ἀσπασθῇ μέρος καὶ νὰ προστεθῇ εἰς οἱανδήποτε γνώμην, τὴν ὁποίαν κατόπιν γνωρίζει ὡς μᾶλλον συνεπῆ ὡς πρὸς τὸ πνεῦμα τῆς ὅλης διατάξεως, καὶ μᾶλλον συνᾴδουσαν πρὸς τὴν οἰκονομίαν τοῦ νόμου. Ἅμα ἡ ἀρχὴ γείνῃ δεκτὴ ἑνὸς νόμου, θέλει ἐνασχοληθῆ ἡ Βουλὴ εἰς τὸ νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον τῆς ἐφαρμογῆς. Νομίζετε, ὅτι ὅλοι ὅσοι προτείνουν νομοσχέδια, εἶναι ἀλάνθαστοι; τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔπραξε παρὰ εἰλικρινῶς νὰ σᾶς ἐκθέσῃ πῶς ἐβάδισεν ἵνα σχηματίσῃ τὴν γνώμην του, καὶ ἔπρεπε νὰ ἐκτιμήσητε τὴν εἰλικρίνειαν τοῦ ὑπουργείου, ἔπρεπε νὰ πεισθῆτε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν τείνει εἰς τὸ νὰ διώξῃ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς συστήματος ἀποκλειστικοῦ, τὸ ὁποῖον ἐκυρίευσε τὸ πνεῦμά του καὶ τὸ ὁποῖον κατεστάθη δέσμιον μιᾶς ἰδέας. Ἀλλ’ ὅταν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, νομίζετε, ὅτι πρέπει νὰ ἐπιμείνῃ; ὄχι, πρέπει νὰ φωτισθῇ ἐκ τῆς συζητήσεως, καὶ τοιοῦτον στάδιον ἤνοιξε τὸ ὑπουργεῖον διὰ τῆς εἰλικρινοῦς ἐκθέσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμε. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι οὐδεὶς θέλει ἀμφιβάλλει, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει ἀντιποίησις δικαιωμάτων ἀπὸ τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀλλ’ ὅτι εἰσάγεται ἁπλῶς πρότασις φέρουσα τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ.
§22ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐννοεῖται, κύριοι, ὅτι εὑρίσκομαι εἰς μίαν δυσάρεστον θέσιν, καθ’ ὅσον κατὰ πρώτην φορὰν ὑποχρεοῦμαι νὰ καταμετρηθῶ μὲ λίαν ἀξιότιμον καὶ σπουδαῖον ἄνδρα, ἀλλὰ χωρὶς ποσῶς νὰ ἐπικαλεσθῶ τὴν προσοχὴν ὑμῶν ἐπὶ τῶν ῥηθέντων παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου προλαλήσαντος, εἴτε ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν, εἴτε ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα τοῦ νομοσχεδίου, εἴτε ὡς πρὸς τὴν εὐρεῖαν ἀνάπτυξιν καὶ συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου τούτου καὶ ὅλων τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων, ἔκαμα τὴν παρατήρησιν καὶ τὴν πρότασιν, αἱ ὁποῖαι βασίζονται ἀποκλειστικῶς ἐπὶ τῶν ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος· καὶ ὅταν λέγωμεν ῥητῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, δὲν ἔχει χώραν οὔτε συμφέρον, οὔτε διαπραγμάτευσις, οὔτε ἄλλο τι, διότι κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, ἀφοῦ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι κατηρτίσαμεν πρὸ μικροῦ τὸ Σύνταγμα, ἡμεῖς οἱ πρῶτοι ἠθέλαμεν τὸ καταστρέψει. Ἐξάγεται ἀπὸ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα μᾶς διεβίβασε τὸ ἔντιμον ὑπουργεῖον, ὅτι ὑπάρχει ὁ νόμος ἢ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐπρότεινεν ἡ Κυβέρνησις· καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχει, ὥστε διεβιβάσθη εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ἐπ’ αὐτοῦ ἔκθεσιν, τὸ ἐβασάνισε καὶ αὐτὴ ἡ βάσανος παρήγαγεν αὐτό· ὥστε δὲν εἶναι νομοσχέδιον, καὶ ἂν φέρῃ ἀκόμη τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, ὅσον καὶ ἂν λέγῃ ὁ ὑπουργὸς, τὸ υἱοθετῶ καὶ παραιτῶ τὸ πρῶτον. Ἀφοῦ ἐπροτάθη νομοσχέδιον παρὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ κατὰ τὰς εἰδικὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος διεβιβάσθη εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὴν διάσκεψιν καὶ βάσανον αὐτοῦ, δὲν δύναται πλέον τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἴπῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, τὸ παραιτῶ, τὸ ἀποσύρω. Καὶ ἀφοῦ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἐπελήφθη αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου καὶ ἐσκέφθη ἐπ’ αὐτοῦ, τί καθῆκον εἶχεν ἡ Κυβέρνησις; Εἶχε καθῆκον, ὡς διατάσσει ῥητῶς τὸ ἄρθρον 84 τοῦ Συντάγματος, νὰ διαβιβάσῃ εἰς ἡμᾶς καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὰς συμβουλὰς τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Τί λέγει τὸ δεύτερον ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 84; «Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, λαβὸν τὰ ὡς εἴρηται διαβιβασθέντα εἰς αὐτὸ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, θέλει μελετᾷ τὰς διατάξεις αὐτῶν καὶ θέλει ἐπιφέρει γνώμην ἐφ’ ἑκάστης τῶν διατάξεών των, τὴν ὁποίαν θέλει διαβιβάζει εἰς τὴν Βουλὴν διὰ λεπτομεροῦς ἐκθέσεως ἐντὸς δέκα ἡμερῶν.» Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐκλείπει τὸ νομοσχέδιον, ἡ πρότασις τῆς Κυβερνήσεως διὰ παντός, καὶ ἂν ἐξέλειψεν ἡ πρότασις, ὅλα τ’ ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἔχετε, καὶ τὰ ὁποῖα διαβιβάζονται ἐνώπιον ἡμῶν, δὲν ἔχουσιν οὔτε βάσιν, οὔτε κῦρος, καὶ ἀντὶ τῶν ἀληθῶν νομοσχεδίων τῆς Κυβερνήσεως μᾶς διαβιβάζεται τί; ἡ γνωμοδότησις τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ ὁποία, κύριοι, δὲν δύναται νὰ ᾖναι οὔτε πρότασις, οὔτε νόμος, ὅσον καὶ ἂν τὴν υἱοθετήσῃ ὁ ὑπουργός. Ἑπομένως ἐπιμένω, καὶ ἐπιμένω ἔτι μᾶλλον, ἀφοῦ πρόκειται περὶ συνταγματικῆς ῥήτρας, καὶ ἀφοῦ παρατηρῶ, ὅτι καὶ μέρος τῶν λοιπῶν νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν ἡ ἀξιότιμος Κυβέρνησις, ὑπόκειται εἰς τὰς αὐτὰς πλημμελείας.
§23ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἐκφράσῃ χάριτας πρὸς τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Κερκύρας, ὅστις εἶδε πρῶτος μίαν παρεξήγησιν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν λίαν οὐσιώδη καὶ ἕνεκα τῆς ἱστορίας τῶν θεσμῶν περὶ ὧν πρόκειται, καὶ διὰ τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θέλει ἔχει ἡ κατὰ πλάνην ἀπονομὴ δικαιωμάτων εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ἀφ’ ἑτέρου δὲ, κύριοι, ἐθαύμασα καὶ ἐξεπλάγην, ὅταν ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον ὑπουργὸν τῆς δικαιοσύνης ν’ ἀποκρούσῃ τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξήγησεν ὁ Κ. Παδοβᾶς, καὶ νὰ προτρέψῃ τὴν Βουλὴν νὰ διέλθῃ ἀπαρατηρητὶ τὴν παρατήρησιν αὑτοῦ, διότι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ στέμματος δὲν ὀφείλουν μόνον νὰ διοικοῦν, ἀλλ’ ὀφείλουν νὰ ᾖναι καὶ οἱ πρῶτοι φύλακες τῶν συνταγματικῶν νόμων. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης ἔπρεπε νὰ συλλογισθῇ ἀναβαίνων εἰς τὸ βῆμα, ὅτι ἀνήκει εἰς Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ὀφείλει νὰ προσέχῃ πλειότερον πάσης ἄλλης μετὰ τὰ σφάλματα τὰ ὁποῖα ἔπραξε περὶ τὴν διαχείρισιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἔπρεπε νὰ προσέχῃ μήπως ἐνοχοποιήσῃ αὐτὴν, ὅτι δὲν ἔχει ὄρεξιν νὰ σέβηται τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, καὶ ὅτι οὐχὶ μία ἀναπόδραστος ἀνάγκη ἐπροκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν ἀκουσίως αὐτῆς, νὰ κάμῃ τὴν κατάχρησιν ἐκείνην τῶν διαταγμάτων, ἀλλ’ ὅτι ἐκ πεποιθήσεως, ἐξ ἀρχῶν πολιτικῶν, φρονεῖ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ᾖναι προσηλωμένη εἰς τὸ Σύνταγμα. Διὰ τοῦτο εἶναι λίαν ἀναγκαῖον, ὁσάκις οἱ πολιτικοὶ ἡμῶν ἄνδρες εἰσέρχονται εἰς Κυβέρνησιν, τὴν ὁποίαν εὗρον ἤδη, εἰς Κυβέρνησιν, ἥτις ἔχει ἱστορίαν, ἥτις ἐπολιτεύθη ἐπὶ χρόνον τινὰ, πρέπει νὰ προσέχωσιν ἀκριβῶς, ὅταν θὰ κάμωσιν αὐτὸ τὸ πρῶτον βῆμα, καὶ νὰ ἐρευνῶσι τὴν ἱστορίαν καὶ τὰ προηγούμενα αὐτῆς, ὅπως ἔχωσι πλήρη πεποίθησιν, ὅτι ταυτίζονται. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῆς δικαιοσύνης ἐνόμισεν, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ προσέχῃ εἰς ἄλλο τι, εἰμὴ εἰς τὴν ἀρχὴν τῶν νομοσχεδίων. Ἡ βάσις τοῦ νομοσχεδίου, τὸ σπουδαῖον, τὸ σημαντικὸν ἑνὸς νόμου, εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ οὐχὶ αἱ λεπτομέρειαι. Λυποῦμαι, διότι παρὰ τοῦ προϊσταμένου τῆς δικαιοσύνης ἠκούσθη τοιαύτη νομικὴ ἀρχὴ, ἥτις μόλις ἠκούσθη, φαίνεται ἀμέσως σαθρὰ καὶ εἰς τὸν στερούμενον ἐντελῶς γνώσεων νομικῶν· καὶ ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ σᾶς ἐπασχολήσω μὲ θεωρίας, σᾶς φέρω παραδείγματα. Ὁ δημοτικὸς νόμος περιέχει ἀρχὴν καὶ λεπτομερείας· συλλογισθῆτε ὅμως πόση ἀπόστασις δύναται νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν δύω αὐτῶν. Ἔστω μόνον τὸ ζήτημα τῆς ἐκλογῆς τοῦ δημάρχου ὡς παράδειγμα, ἂν ὁ δήμαρχος θέλῃ ἐκλέγεσθαι ἀμέσως ἀπὸ τὸν λαὸν, μὴ συμπραττούσης τῆς ἐξουσίας, ἂν ὁ δήμαρχος θέλῃ διορίζεσθαι ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως, ἂν θὰ λαμβάνεται ἀπὸ τὰ μέλη τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου ἢ ἀπὸ τοὺς ἁπλοῦς δημότας καὶ νὰ διορίζεται διὰ τοῦ Β. Διατάγματος. Τὰ ζητήματα ταῦτα νομίζετε περιττὰ ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς τοῦ δημοτικοῦ νόμου; Πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἀσπάζεται τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ὑπουργοῦ τῆς Δικαιοσύνης, ὅπως τὸ ἀποδεικνύει ἡ Βουλὴ καὶ ὅπως τὸ ἀπέδειξαν καὶ τὰ πρὸ αὐτῆς νομοθετικὰ Σώματα, ἐνασχολούμενα ἰδίως εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν νόμων καὶ ἐπιφέροντα πολλάκις τοσαύτας μεταβολὰς, ὥστε τὰ νομοσχέδια χάνουν τὴν πρωτότυπον ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον. Τοιαύτην γνώμην ἔχοντες, Κύριοι, ἐξετάσωμεν τὸ προκείμενον ζήτημα κατὰ τὸ ἄρθρον 84 τοῦ Συντάγματος. Τὰ νομοσχέδια ἢ δύνανται νὰ συνταχθῶσιν, ἢ νὰ προβασανισθῶσι· τοῦτο, Κύριοι, δὲν λύει τὸ ζήτημα ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Κ. Παδοβᾶ, ἀλλ’ ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Κ. ὑπουργοῦ. Τὰ προβασανισθέντα νομοσχέδια πῶς φέρονται εἰς τὴν Βουλήν; τὸ προβασανισθὲν νομοσχέδιον φέρει ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ ἐκθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν ἐμπεριέχονται αἱ γνωμοδοτήσεις τοῦ Συμβουλίου. Ἡ γνώμη τῆς Κυβερνήσεως ἀκεραία εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν, καθὼς καὶ ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· οὐδεμία συγχώνευσις γίνεται· τὸ ἄρθρον τὸ ἑπόμενον τὸ λέγει καθαρῶς. Ἂν ἡ Κυβέρνησις παραγγείλῃ εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νὰ συντάξῃ ἕνα νόμον τελικὸν, τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας θέλει τὸν συντάξει, ὅπως, ὅταν παραγγείλετε ἓν ἔργον εἰς ἕνα τεχνίτην, θέλει τὸ κάμει. Ὁ ὑπουργὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ τὸ εἰσάξῃ εἰς τὴν Βουλὴν ἢ μή. Γεννᾶται τὸ ζήτημα, ἂν τὸ ὑπουργεῖον διαφωνοῦν πρὸς τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου συνταχθὲν, ὀφείλῃ μολαταῦτα νὰ τὸ εἰσάξῃ, καὶ νὰ τὸ εἰσάξῃ, ὁμολογοῦν, ὅτι δὲν συμφωνεῖ. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἐνδιαφέρει τὴν Βουλὴν, ἵνα ἴδῃ, ἂν διαστρέφηται τὸ Σύνταγμα εἴτε ἐν γνώσει, εἴτε ἐν ἀγνοίᾳ, καὶ τὸ νομοθετικὸν τοῦτο Σῶμα διὰ τῆς ψήφου του νὰ μὴ καθιερώσῃ μίαν διάταξιν, ἥτις πρόκειται νὰ ἀφαιρέσῃ δικαιώματα ἀπὸ ἓν Σῶμα καὶ νὰ προσθέσῃ εἰς ἄλλο ἢ νὰ προσεπιδώσῃ δικαιώματα. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα τὸ μέγα, καὶ τὸ σημεῖον, ἐφ’ οὗ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της. Ὑποθέτω, ὅτι ἀπέναντί μου ἔχω μόνον τὸν Κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν καὶ πρὸς αὐτὸν θέλω συζητήσει τὸ προκείμενον ζήτημα· θέλω φωτίσει τὸν Κ. ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης εἰς ποῖα ἀτοπήματα θέλει φθάσει, ἂν ἀκολουθήσῃ ἐμβριθῶς σκεπτόμενος, οὐχὶ ἐπιπολαίως, τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσε. Τὸ ὑπουργεῖον εἰσάγει ἓν νομοσχέδιον καὶ ἐκ τῶν 20 αὐτοῦ διατάξεων τὰς 10 μόνον παραδέχεται, τὰς δὲ ἄλλας δὲν παραδέχεται· ποία εἶναι ἡ θέσις τῆς Κυβερνήσεως, ἂν τὸ νομοθετικὸν Σῶμα συγκατατεθῇ εἰς τὰς 10 διατάξεις, εἰς τὰς ὁποίας δὲν συμφωνεῖ; τί ἤθελεν εἰπῆ ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος ὁ ὑπουργός; τὰς ἀποκρούω. Τότε τὶ συζητεῖ ἡ Βουλή; συζητεῖ τὴν πρότασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς παρουσιάζει ἐκ τῶν ἐχόντων δικαίωμα, οὔτε ὁ ὑπουργὸς, οὔτε ὁ Βουλευτὴς, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων. Ποῖος λοιπὸν φέρει τοῦτο, ἂν ὄχι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; καὶ πῶς τότε, Κύριε ὑπουργὲ τῆς Δικαιοσύνης, δύνασαι νὰ συμβιβάσῃς μὲ τὴν θεωρίαν ταύτην τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ἥτις δὲν δίδει εἰς τὸ Συμβούλιον δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμου; Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν καμμία ἀμφιβολία, ὅτι, ἂν θελήσητε νὰ ἐπιτρέψητε τὸ γενόμενον σήμερον, θέλετε παραβιάσει τὸν θεμελιώδη νόμον εἰς τὰ θεμέλιά του, διότι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τοῦ νόμου εἶναι ἓν ἐκ τῶν δύω, τριῶν θεμελίων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζεται ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα· καὶ πρόκειται σεῖς, ἐκτελεσταὶ καὶ ὀφείλοντες νὰ ἐφαρμόσητε τὸ Σύνταγμα, νὰ τὸ μεταῤῥυθμίσητε χωρὶς κᾂν νὰ τὸ ἀποφασίσητε, ἀλλὰ πλανώμενοι, ἐνδίδοντες καὶ ἀπέχοντες ἀπὸ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν ἐλάβετε. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν πρέπει νὰ δεχθῇ ὡς νομίμως καὶ συνταγματικῶς εἰσαγόμενον τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, ὅταν ὁ ὑπουργὸς ἀναγγέλλῃ πρὸς αὐτὴν, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον εἰσάγει, δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον αὐτὸς παραδέχεται, καὶ ὅτι τὸ νομοσχέδιον περιέχει διατάξεις, αἱ ὁποῖαι τῷ ὑπεβλήθησαν, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι θέλουσιν ἀποκλεισθῆ ἐν δέοντι ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος. Πιστεύω, ὅτι ὅλοι λυπούμεθα, διότι ζητεῖται νὰ ἀπαλειφθῇ ἡ παρεκτροπὴ αὕτη τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ ἅπαξ ἐγένετο ἡ πρώτη ἀνάγνωσις· καὶ ἐπειδὴ φρονῶ, ὅτι πάντες ἐπιθυμεῖτε νὰ ἐπισπεύσωμεν τὴν ἐργασίαν ταύτην, καὶ οὐδεμία ἀναβολὴ μὴ ἀναγκαία νὰ συμβῇ, διὰ τοῦτο πιστεύω, ὅτι πάντες οἱ ἀξιότιμοι βουλευταὶ θέλουν εἶσθαι πρόθυμοι, ὥστε ὁ Κ. ὑπουργὸς νὰ εἰσαγάγῃ τὸ νομοσχέδιον τὸ ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως εἰσαγόμενον καὶ προβάλῃ ὡς γνώμην αὑτοῦ εἰς τὴν Βουλήν· νὰ τὸ προσαγάγῃ σήμερον καὶ αὐθωρεὶ καὶ νὰ γείνῃ καὶ ἡ πρώτη συζήτησις ἀμέσως διὰ νὰ μὴ χάσωμεν οὐδόλως τὸν χρόνον.
§24ΚΑΛΛΙΓΑΣ (ὑπουργὸς δικαιοσύνης). Κύριοι, ἐκ τῶν παραπτωμάτων, τὰ ὁποῖα δύω ἔντιμοι βουλευταὶ πρὸ ὀλίγου, ὡς ἠκούσατε, σᾶς ἐξέθεσαν ὡς γενόμενα παρὰ τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὴν πρότασιν αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, δύναμαι νὰ κρίνω καὶ περὶ τῶν ἄλλων, τὰ ὁποῖα ἐνόμισεν ὁ βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι ἔπρεπε νὰ μᾶς κάμῃ νὰ φέρωμεν τὸν λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ πράγματος. Καὶ τῷ ὄντι, Κύριοι, τοιαῦτα παραπτώματα ὅσα ἠθέλησε νὰ καταλέξῃ δὲν μοὶ δεικνύουν ἄλλο, εἰμὴ, ὅτι σήμερον ἐν Ἑλλάδι ἡ τέχνη τοῦ ὑπουργοῦ εἰς τοῦτο συνίσταται, εἰς τὸ νὰ ἀποσοβῇ φάσματα. Καὶ τῷ ὄντι, οὐδὲν ἄλλο δύναμαι νὰ κατονομάσω, εἰμὴ φάσματα τὰς διαστροφὰς τοῦ Συντάγματος, τὰς διαστροφὰς, διὰ τῶν ὁποίων ἀποδίδεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐξουσία εὐρυτέρα ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ὁ θεμελιώδης θεσμὸς καθιέρωσε. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εὑρίσκεται εἰς σχέσιν πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τοιαύτην, ὥστε νὰ προστρέχῃ εἰς τὴν γνώμην του καὶ νὰ συμβουλεύηται αὐτὸ ἐφ’ ὅσον νομίζει ἀναγκαῖον, πρὶν φέρῃ νομοσχέδιον οἱονδήποτε ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Τὸ Σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων ὀφείλομεν νὰ προσέξωμεν, καὶ οὐδέποτε εἰς τὰς παρερμενείας, ἀφίνει εὐρεῖαν ἐξουσίαν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, αὐτὸ καὶ μόνον νὰ συντάξῃ τὸ νομοσχέδιον· καὶ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον περιέχει τὴν διάνοιαν τοῦ Συμβουλίου, γεννηθεῖσαν, σπαργανωθεῖσαν, ἀνδρωθεῖσαν ἐντὸς αὐτοῦ, αὐτὸ νὰ φέρῃ τὸ ὑπουργεῖον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Ὅταν λοιπὸν ἀποδεχθῆτε τόσον εὐρεῖαν τὴν ἐνέργειαν τοῦ Συμβουλίου, ὥστε ἀπὸ κεφαλῆς μέχρι ποδῶν δύναται νὰ συντάξῃ ἓν νομοσχέδιον, νομίζετε, ὅτι δὲν δίδεται ἡ ἐξουσία εἰς τὸ νὰ προσθέσῃ εἰς αὐτὸ ἕνα καὶ μόνον δάκτυλον; Περὶ τίνος πρόκειται; Μίαν μικρὰν τροποποίησιν ἐπιφέρει τὸ συμβούλιον· νομίζει, ὅτι ἁρμοδιωτέρα εἶναι μία μερικωτέρα διάταξις, καὶ καταφεύγει ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου εἰς τὴν ἑπομένην διάταξιν τοῦ Συντάγματος, εἰς τὸν δεύτερον παράγραφον τοῦ ἄρθρου 84, ὅταν πρόκειται ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον προτείνεται ἀπ’ εὐθείας εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ ὁποῖον παραπέμπεται εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου τὸ συμβούλιον, τότε, ἀλλὰ τότε καὶ μόνον περιορίζεται εἰς τὸ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, καὶ τότε δὲν δύναται νὰ προσθέσῃ τροπολογίαν, διότι δὲν εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην θέσιν ἀπέναντι τῆς Βουλῆς, εἰς ἣν ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ κυβέρνησις, τὸ ὑπουργεῖον, εἰσαγαγὸν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο, ἐξήσκησε τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ μεταχειρισθῇ καὶ τὴν γνώμην καὶ τὰ φῶτα τοῦ Συμβουλίου, ὅπως καὶ τὴν γνώμην οἱουδήποτε ἄλλου ἀνθρώπου. Νομίζετε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον παραβαίνει τὸ Σύνταγμα διότι συμβουλεύεται οἱονδήποτε, θέλον νὰ καταρτίσῃ ἕνα νόμον; Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ὑπῆρξεν ἓν νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, καὶ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει πλέον, καὶ ἀντὶ ἐκείνου παρουσιάζεται τὸ παρὰ τοῦ Συμβουλίου καταρτισθέν. Τί εἶναι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπῆρξε, παρὰ ἡ διάνοια τοῦ ὑπουργείου, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἐξῆλθεν εἰσέτι εἰς τὴν δημοσιότητα; Τὸ ὑπουργεῖον μετέβαλε καὶ δύναται νὰ μεταβάλλῃ κατὰ πᾶσαν στιγμὴν διάνοιαν. Δύναται λοιπὸν νὰ ἔλθῃ τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ διὰ μιᾶς ἐκθέσεως, ὅτι κατ’ ἀρχὰς εἶχον ἓν τοιοῦτον νομοσχέδιον, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα μετέβαλον γνώμην καὶ τὸ κατήρτισα ἄλλως πως. Δύνασθε νὰ εἴπητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι ἡμεῖς θέλομεν τὴν πρώτην γνώμην σου καὶ ὄχι τὴν δευτέραν ἢ τὴν τρίτην; Σήμερον πρόκειται περὶ τῆς τελευταίας γνώμης τοῦ ὑπουργείου· ποία εἶναι; θέλετε νὰ σᾶς ὑποβάλῃ ἐκείνην τὴν ὁποίαν παραδέχεται· ἀλλ’ αὐτὸ παραδέχεται τὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐὰν ὅμως ἐν τῷ μεταξὺ τῆς συζητήσεως τὸ ὑπουργεῖον θεωρήσῃ ἀναγκαῖον κατά τι νὰ μεταβάλῃ τὴν γνώμην του, ἠμπορεῖτε νὰ μὴ τὸ ἐπιτρέψητε τοῦτο; Ἀμφιβάλλω ἐὰν ἔχετε τὸ δικαίωμα, διότι πρὸς οὐδένα δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ γνώμη σου εἶναι ἀμετάβλητος, τοιαύτη ὁποίαν ἅπαξ τὴν ἐξέφρασας· πρέπει δηλαδὴ νὰ ᾖσαι πείσμων, ἀπρὶξ νὰ προσκολλᾶσαι εἰς οἱανδήποτε ἰδέαν σου. Σήμερον λοιπὸν, ἂν θέλετε τὸ ὑπουργεῖον νὰ σᾶς ὑποβάλῃ νομοσχέδιον τοιοῦτον, θὰ σᾶς ὑποβάλῃ. Καὶ τὶ εἶναι τὸ πρῶτον ζήτημα; Ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον θέλῃ νὰ σᾶς τὸ παρουσιάσῃ τὸ ζήτημα ὑπουργικὸν, ἐὰν θέλῃ νὰ ἐπιμένῃ εἰς τὴν πρότασίν του τοιουτοτρόπως, ὥστε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι θέλω νὰ πέσω μετὰ τῆς προτάσεώς μου, αὐτὸ ἐμπεριέχεται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ὄχι εἰς τὰ καθέκαστα, διότι, ὅταν ἐρευνήσητε αὐτὰ τὰ καθέκαστα, θέλετε ἰδῆ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὁπωσοῦν μετέβαλε. Βλέπετε, ὅτι δὲν πρόκειται εἰμὴ περὶ μιᾶς μικρᾶς διαιρέσεως· ἂν ἡ δεῖνα περιφέρεια πρέπῃ νὰ περιλάβῃ καὶ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο τὸ μέρος, ἢ περὶ τοῦ μισθοῦ· ἠμπορεῖτε νὰ εἴπητε εἰς ἓν ὑπουργεῖον, ὅτι πρέπει νὰ κάμῃ ζήτημα ὑπουργικὸν, ἂν ἡ δεῖνα ἐπαρχία πρέπῃ νὰ συμπεριλαμβάνῃ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα περιφέρειαν; τότε μόνον ἠμπορούσατε νὰ τὸ κάμητε, ἐὰν ἤρχετο τὸ ὑπουργεῖον νὰ σᾶς εἴπῃ, ἐγὼ δὲν θέλω νὰ φέρω τὴν ἐγγύησιν, οὔτε τὴν εὐθύνην, οὔτε τοιοῦτον ἀγῶνα νὰ ἀναλάβω κατ’ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, διότι αὐτὸ εἶναι τέκνον ἔκθετον τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ φέρω ἐνώπιόν σας διὰ νὰ πράξητε ὅ,τι θέλετε· ἂν θέλητε, νὰ τὸ υἱοθετήσητε, ἄλλως, νὰ τὸ ῥίψητε ἔξω. Ὄχι, Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον ἔρχεται μεθ’ ὅλου τοῦ θάῤῥους νὰ σᾶς εἴπῃ, ἔρχομαι καὶ ὑποστηρίζω αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ὅπως μετεβλήθη παρὰ τοῦ συμβουλίου, τὸ νομοσχέδιον τοῦ συμβουλίου τὸ υἱοθετῶ· προϊούσης τῆς συζητήσεως, ἐὰν ἀποδειχθῇ, ὅτι οἱαδήποτε διάταξις δὲν εἶναι κατάλληλος, δὲν εὐδοκιμεῖ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, ἐγὼ τὸ ὑπουργεῖον θέλω σᾶς φέρει μίαν πρότασιν τροποποιήσεως. Καὶ τί ἄλλο ἐπράξαμεν εἰς τὸν προϋπολογισμόν; Σᾶς ἐφέραμεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ 66 ὅπως ἦτο καὶ ὁ τοῦ 65, καὶ ἀνηγγείλαμεν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐπιφυλαττόμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν τροποποιήσεις, αἱ ὁποῖαι θέλουν εἶναι συνέπειαι τῶν νόμων τῶν ὀργανικῶν, τοὺς ὁποίους θέλετε παραδεχθῆ. Θέλετε λοιπὸν νὰ μᾶς ἀφαιρέσητε αὐτὸ τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ φέρωμεν ἐντὸς τῆς συζητήσεως μίαν πρότασιν τροπολογίας; Καὶ οἱ τυχὸν ἐκ τῶν ὑπουργῶν βουλευταὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ φέρουν οἱανδήποτε τροπολογίαν εἰς πᾶσαν στιγμὴν; Οὐδὲν λοιπὸν πρᾶγμα ἄξιον λόγου, τὸ ὁποῖον νὰ ἀπασχολήσῃ τὴν Βουλὴν, βλέπω, εἰμὴ νὰ εἰσδύσωμεν εἰς τὴν διάνοιαν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ ἐκφράσῃ τὴν διάνοιαν, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου εἶχε, καὶ ἐκείνην νὰ ἔχῃ ἀκόμη, καὶ νὰ ἐξετάσωμεν ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον (propositum in mente recéptum) περιέχει ἐν τῇ διαθέσει του. Νομίζω, ὅτι τοιούτους λόγους οὐδέποτε ὑποβάλλει, ὅστις σέβεται τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς συνειδήσεως καὶ τὴν ἐλευθερίαν ὄχι μόνον τοῦ πολίτου, ἀλλὰ καὶ τοῦ ὑπουργοῦ.
§25ΣΕΡΒΟΣ. Εἶναι βεβαίως λίαν τολμηρὸν δι’ ἐμὲ τὸν πρωτόπειρον καὶ ὀλίγα γινώσκοντα, ἐρχόμενον ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἀνασκευάσω τὰς θεωρίας τοῦ προαγορεύσαντος, ὅστις καὶ μεγάλην πεῖραν ἔχει καὶ εὐρυτάτας γνώσεις ἐπὶ παντοίων καὶ πολυειδῶν ἀντικειμένων καὶ πολὺ περισσότερον ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος· δὲν διστάζω ὅμως νὰ ἀντιταχθῶ ὡς ἔχων ὑπογραμμὸν τὴν λογικὴν καὶ τὴν εὐθύτητα τῶν σκέψεων, τὰς ὁποίας θέλω ὑποβάλει εἰς τὴν Βουλήν. Τὸ προκείμενον ζήτημα μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι ἁπλούστατον, καὶ διὰ νὰ τὸ καταστήσω ἁπλούστερον ἀκόμη, εἰσάγω ἐν προοιμίῳ ἓν παράδειγμα. Ἐὰν σήμερον ἐγὼ ἤθελον φέρει νομοσχέδιον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ ἤθελα εἰπῆ, εἰσάγω αὐτὸ πρὸς συζήτησιν, ἀλλ’ ἐκ προοιμίων σᾶς εἰδοποιῶ, ὅτι δὲν παραδέχομαί τινας τῶν διατάξεων αὐτοῦ, χωρὶς νὰ εἴπω ποίας, καὶ θέλω ἐπιφέρει τὰς τροποποιήσεις μου χωρὶς νὰ ὁρίσω αὐτὰς, ἕκαστος ἡμῶν ἤθελεν εἰπῆ, εἰσάγεις προτάσεις καὶ δὲν εἰσάγεις, παραδέχεσαι ἰδέαν ὡς ὑποστηριχθησομένην παρὰ σοῦ καὶ ἐν ταυτῷ τὴν ἀντικρούεις, ἐν ἄλλοις λόγοις λέγεις καὶ ἀντιλέγεις. Τί σημαίνει πρότασις νόμου; πεποίθησιν ἐκείνου, ὅστις προτείνει ὡρισμένον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ γινώσκῃ ἡ Βουλὴ ἐκ προοιμίων, ἵνα σταθμίσῃ ἐὰν πρέπῃ νὰ τὸ ἀποδεχθῇ ἀπολύτως ἢ νὰ φέρῃ τροπολογίας ἢ καὶ νὰ τὸ ἀποβάλῃ. Ἠξεύρει ἡ Βουλὴ σήμερον ποίας τροπολογίας αἰνίττεται τὸ Ὑπουργεῖον; καὶ ἂν δὲν τὰς ἠξεύρῃ, ἐρωτῶ ὑμᾶς, ἠμπορεῖτε νὰ μαντεύσητε ποίας θὰ φέρῃ διὰ νὰ φέρητε καὶ σεῖς ἄλλας; Ἡ πρότασις νόμου ὑποθέτει πρᾶγμα ὡρισμένον, γνωστὸν, βέβαιον, ἀναντίῤῥητον· ἀλλ’ ἔχετε ἐδῶ τοιοῦτον; οὐχί. Ἔρχονται ἐπὶ σκηνῆς δύω νομοσχέδια, τὸ μὲν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ δὲ βασανισθὲν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον· τὶ σᾶς λέγει σήμερον ἡ Κυβέρνησις; οὔτε τὸ ἓν πρέπει νὰ ἔχητε ὡς βάσιν, οὔτε τὸ ἄλλο. Ἠξεύρετε, ὅτι αὐτὸ μὲν εἶναι ἡ βάσις τῶν διασκέψεών σας, ἀλλ’ ἐνταυτῷ δὲν εἶναι ἡ βάσις, διότι θὰ φέρω τροπολογίας· ὁποίας ὅμως, τίνος βαρύτητος ἢ ἐκτάσεως, δὲν ἠξεύρει οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν. Ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ συζήτησις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ πράγματος, οὕτως ἔχοντος; εἶναι αὐτὴ κατάστασις πραγμάτων, τὴν ὁποίαν καθιέρωσε τὸ Σύνταγμα. Σᾶς βεβαιῶ, ἐὰν τοῦτο ἤθελεν εἶναι, ἔπρεπε νὰ ἐλεεινολογήσωμεν, αὐτοὶ ἑαυτοὺς, ὅσοι ἐλάβομεν μέρος πρὸς μόρφωσιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα δὲν καθιέρωσε βεβαίως τοιοῦτον σύστημα· τὸ Σύνταγμα χορηγεῖ τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Βουλὴν ἢ εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα διὰ τῶν ὑπουργῶν νὰ φέρῃ προτάσεις θετικὰς καὶ ὡρισμένας, ἀλλ’ ἡ προκειμένη δὲν εἶναι οὔτε πρότασις ὡρισμένη, διότι ναὶ μὲν λέγει, ὅτι εἰσάγει αὐτὴν, ἀλλὰ δὲν συμφωνεῖ μὲ αὐτὴν ἐν μέρει. Εἰς τοιαύτην ἀοριστίαν, εἰς τοιοῦτον χάος δυνάμεθα νὰ προοδεύσωμεν; οὐχί. Ἔχετε νῆμα, τὸ ὁποῖον νὰ σᾶς καθοδηγήσῃ εἰς τὸν λαβύρινθον; ὄχι. Τὸ νῆμα τῆς Ἀριάδνης θὰ μᾶς τὸ δώσῃ τὸ Ὑπουργεῖον· ἀλλὰ πότε; διαρκούσης τῆς συζητήσεως; ὄχι· πρέπει νὰ τὸ ἔχωμεν ἀφ’ ἧς στιγμῆς κατατίθεται εἰς τὸ γραφεῖον τῆς Βουλῆς. Τοιαῦται εἶναι αἱ ἀρχαὶ τοῦ Συντάγματος· τοῦτο δὲ τὸ ἀρυόμεθα, ἂν θέλωμεν νὰ ἐμβλέψωμεν καὶ εἰς τὴν διάταξιν περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Κατηρτίσθη τὸ Συμβούλιον τοῦτο, διὰ νὰ βασανίζῃ εἴτε προηγουμένως, εἴτε ἑπομένως τὰ νομοσχέδια, τὰ ὑποβαλλόμενα εἰς τὴν Βουλὴν· ἐν ἄλλοις λόγοις, τὸ Συμβούλιον ἐξουσιοδοτεῖται νὰ σταθμίσῃ τὰ γεγονότα καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἡ διάταξις δεῖνα τοῦ νομοσχεδίου ἔχει καλῶς ἢ κακῶς· ἐξουσιοδοτεῖται νὰ μᾶς δώσῃ συμβουλὴν, τὴν ὁποίαν μᾶς χορηγεῖ ἐξετάζον τὴν πρότασιν. Νῦν ὅτε τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἀόριστον, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι παραδεχόμεθα τὸ νομοσχέδιον ἢ τὸ τροπολογοῦμεν, διότι καὶ αὐτὴ ἡ τροπολογία εἶναι Νομοσχέδιον κατὰ τὸ σύστημα τοῦ Ὑπουργείου. Ὅτι δὲ πρέπει νὰ ᾖναι ὡρισμένα τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα νὰ χρησιμεύωσιν ὡς ὁδηγὸς τῆς Βουλῆς, εἰκάζεται ἐκ τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ πρώτου παραγράφου τοῦ ἄρθρ. 84 τοῦ Συντάγματος. Τί δὲ λέγει τὸ ἄρθρον αὐτὸ; ὅτι τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς τροπολογηθέντα νομοσχέδια δύνανται νὰ σταλῶσιν εἰς τὸ Συμ. τῆς Ἐπικρατείας. Ἠμπορεῖ νὰ ἔχῃ τὴν ἐφαρμογήν της αὐτὴ ἡ διάταξις ἐπὶ τοῦ προκειμένου; ὄχι· διατί; Ὑποθέσατε ὅτι ἐπιφέρετε εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον 10 τροπολογίας· δύνανται αὗται νὰ χαρακτηρισθῶσιν ὡς τροπολογίαι; κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργείου, δύνανται καὶ δὲν δύνανται. Ἐδῶ ἔχομεν παραδόξως εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ ἄρθρον δύω διαφόρους διατάξεις. λ. χ. ἐπὶ μισθοῦ τὸ σχέδιον φέρει ὅτι ὁ διοικητὴς θέλει ἔχει 300 δραχμάς· αὔριον παραδέχεται ἡ Βουλὴ ὅτι θέλει ἔχει 200. Εἶναι τροπολογία αὐτή; ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι καὶ νὰ μὴ ᾖναι, κατὰ τὴν δήλωσιν, ἣν θέλει κάμει τότε τὸ ὑπουργεῖον σύμφωνα μὲ τὴν ἔκθεσίν του. Βλέπετε λοιπὸν εἰς ποῖον ἐξαγόμενον ἤθελε μᾶς φέρει αὐτὸς ὁ τρόπος τοῦ συλλογίζεσθαι ὡς πρὸς τὴν εἰσαγωγὴν τῶν νομοσχεδίων. Τὸ νομοσχέδιον πρέπει νὰ ᾖναι θετικὸν καὶ εὐκρινὲς, διότι εἶναι ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ διασκεφθῶμεν. Ἔχετε τὴν βάσιν θετικήν; ὄχι. Ἐὰν τοιαύτη δὲν ἦτο καθαρῶς ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος, καθὼς τῷ ὄντι εἶναι, ἔπρεπε νὰ τὴν παραδεχθῶμεν τοιαύτην. Τὸ ἄρθρον ὅμως σᾶς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι ἡ βάσις ὡρισμένη, διὰ νὰ γινώσκεται ποία εἶναι τροπολογία, ὅπως δύναται κατὰ τὴν γνώμην τῆς Βουλῆς νὰ ἐπιφέρῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παραπομπῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὸ Συμβούλιον· ἀλλ’ ἐὰν δὲν ἔχωμεν ὡρισμένην τὴν βάσιν, δὲν θὰ γινώσκωμεν ποία θὰ ᾖναι τροπολογία· ἡ τροπολογία προϋποθέτει ἓν πρᾶγμα θετικὸν καὶ τοιοῦτον δὲν εἶναι τὸ προτεινόμενον. Ἀλλὰ θέλει μοὶ εἴπει τις, οὕτως ἐχόντων τῶν πραγμάτων, πρέπει νὰ χρονοτριβῶμεν καὶ ματαιοπονῶμεν διὰ νὰ μὴ ἔλθωμεν εἰς πραγματικόν τι ἐξαγόμενον; οὐχί· τὸ πρᾶγμα δύναται νὰ κανονισθῇ ἀμέσως, τὸ ὑπουργεῖον πρέπει νὰ δηλώσῃ ποῖον νομοσχέδιον θέλει νὰ ληφθῇ ὡς βάσις.
§26ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι αὐτό.
§27ΣΕΡΒΟΣ. Μὰ λέγει μὲ τὰς τροπολογίας· ἡ πρότασις πρέπει νὰ ᾖναι ὡρισμένη, καὶ ἐδῶ δὲν εἶναι· διότι σᾶς λέγει, ὅτι προτείνονται καὶ τροπολογίαι ἄγνωστοι, ἐνῷ ἡ πρότασις πρέπει νὰ ᾖναι γνωστή. Τοῦτο πρέπει νὰ μᾶς εἴπῃ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τούτου δεδομένου, νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν.
§28ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις.
§29ΣΕΡΒΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ ἡ βάσις, ἐν ὅσῳ σὲ λέγει ὁ ὑπουργὸς ὅτι αὐτὸ τὸ παραδέχεται ἐν μέρει, καὶ ἐν μέρει θὰ προτείνῃ ἄλλο.
§30ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ὄχι ἐν μέρει. Αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις, τὸ δὲ ὑπουργεῖον ἐπιφυλάσσεται νὰ σᾶς ὑποβάλῃ ὡς τροπολογίαν τὸ ἀρχικὸν νομοσχέδιον ἢ ἄλλας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ἐντὸς τῆς συζητήσεως ἤθελον γεννηθῆ, διότι σὲ λέγει «ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη.»
§31ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι διαμαχόμεθα ἄνευ λόγου καὶ ἄνευ ἀποτελέσματος. Ἂν πρόκειται ἐν πλήρει ἀνεξαρτησίᾳ νὰ νομοθετήσωμεν, τότε ὅλαι αὐταὶ αἱ προτεινόμεναι δυσκολίαι εἶναι δυσκολίαι περὶ παρωνυχίδος, καὶ οὐχὶ ἀναγόμεναι εἰς τὸ ἀντικείμενον τῶν σκέψεών μας. Ἐννοῶ, Κύριοι, τὴν διεκδίκησιν, τὴν ὁποίαν ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ κατὰ πᾶσαν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος ἐκ μέρους οἱασδήποτε ἀρχῆς· καὶ ἂν ἔβλεπον τῳόντι, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἢ τὸ ὑπουργεῖον ἢ καμμία ἄλλη ἀρχὴ κατεπάτησεν, ἐσφετερίσθη ἐξουσίαν τινὰ, τὴν ὁποίαν τὸ Σύνταγμα δὲν δίδει, τότε ἤθελον ἑνωθῆ μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν τήρησιν τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐνῷ τοῦτο προτείνεται, ἡ πρότασις αὕτη δὲν εἶναι παρὰ μία πρόφασις, μία διαστροφὴ καὶ τῆς ἐννοίας καὶ τοῦ γράμματος τοῦ Συντάγματος. Πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν πρότασιν νόμου ἀπὸ τὴν σύνταξιν νομοσχεδίου· ἡ σύνταξις νομοσχεδίου δύναται νὰ γείνῃ καὶ παρὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ παρὰ τοῦ ὑπουργείου, καὶ παρ’ ἑνὸς πολίτου καὶ ἰδιώτου. Διὰ νὰ καταστῶ εὐκρινέστερος σᾶς λέγω, ὅτι ἔχω ἀνάγκην νὰ προτείνω ἓν οἰκονομολογικὸν νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἔχω τὰς ἀπαιτουμένας γνώσεις· παρουσιάζομαι εἰς ἕνα οἰκονομολόγον καὶ τῷ λέγω, σὲ παρακαλῶ, σύνταξόν μοι νομοσχέδιον περὶ τῆς δεῖνα ὑποθέσεως. Ἐὰν αὐτὸς ὁ κύριος εἴπῃ, ἦλθον εἰς τὴν Βουλὴν νὰ προτείνω αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, εἶμαι σύμφωνος νὰ τὸν πάρωμεν καὶ νὰ τὸν βγάλωμεν ἔξω τοῦ Βουλευτηρίου, διότι ἤθελον εἴπει, πῶς τολμᾷς, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμου τὸ ἀναγνωρίζει μόνον εἰς τοὺς Βουλευτὰς καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, πῶς σὺ τολμᾷς ὡς ἰδιώτης νὰ προτείνῃς ἕνα Νόμον; Ἐὰν ὅμως αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον ἤθελον τὸ ἐγκολπωθῆ ἐγὼ, καὶ ἤθελον σᾶς εἴπει μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, μεθ’ ὅλης τῆς ἀθῳότητος, μεθ’ ὅλης τῆς ἁπλότητος· Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπεφόρτισα τὸν δεῖνα ἄνθρωπον νὰ συντάξῃ τὸ δεῖνα Νομοσχέδιον, προτείνω ἐγὼ ὡς Βουλευτὴς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, θέλετε εἴπει, κύριε Βουλευτὰ, παραβιάζεις τὸ Σύνταγμα, διότι τὸ νομοσχέδιον δὲν τὸ συνέταξες σὺ καὶ δὲν ἔχεις τὴν ματαιότητα τοὐλάχιστον νὰ εἴπῃς, ὅτι τὸ συνέταξες σὺ, ἀλλὰ λέγεις καθαρὰ ἐν πάσῃ τῇ εἰλικρινείᾳ, ὅτι δὲν εἶναι ἰδικόν σου; Ἤθελον εἴπει, εἶναι δικαίωμά μου, κύριοι, νὰ φέρω οἱονδήποτε νομοσχέδιον ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Τώρα, κύριοι, κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, ἐὰν τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἤθελε δι’ ἑνὸς ἐγγράφου του πρὸς τὴν Βουλὴν ὑποβάλει ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον συνέταξεν αὐτὸ τὸ Συμβούλιον, καὶ ἤθελε προτείνει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ τὸ ἐπιψηφίσῃ, τότε καὶ ἐγὼ ἤθελον εἴπει, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐσφετερίσθη δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα δὲν τοῦ δίδει· ἐδῶ ὅμως σήμερον τί πρόκειται; Ἔχετε τὴν πρότασιν ἀπὸ ἰδιώτην; ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Παντάπασιν· τὴν ἔχετε ἀπὸ τὸ Ὑπουργεῖον· τὸ Ὑπουργεῖον μᾶς λέγει, ὅτι ὑποβάλλω ἐγὼ τὸ Ὑπουργεῖον τὸ δεῖνα Νομοσχέδιον. Διὰ ν’ ἀποφύγῃ ὅλας αὐτὰς τὰς δυσχερείας, ἠδύνατο νὰ σιωπήσῃ καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ προτείνῃ τροπολογίας· καὶ δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῆτε τὸν περιορισμὸν, ὅτι, ἐὰν ἴδῃ δυσκολίας, ἐὰν ἴδῃ, ὅτι αἱ περιστάσεις ἀλλάσσουν, ὅτι δὲν δύναται νὰ ὑποβάλῃ τροπολογίας ἐπ’ αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν τὸ Ὑπουργεῖον σᾶς ἔλεγεν, ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον τοῦτο καὶ ἐπιφυλάσσομαι νὰ φέρω τροπολογίας, ἠθέλατε εἴπει εἰς αὐτὸ, ὅτι ἡ πρότασις εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι δὲν συνέταξε τὸ ἴδιον ὑπουργεῖον τὸ νομοσχέδιον, ἢ ὅτι τὴν ἐπιφύλαξιν τοῦ νὰ φέρῃς τροπολογίας δὲν τὴν παραδέχομαι; Νομίζω, ὅτι δὲν ἠθέλατε τὸ κάμει, διότι δὲν ἠθέλατε στηριχθῆ εἰς οὐδεμίαν διάταξιν οὔτε τοῦ Συντάγματος, οὔτε ἄλλου τινὸς νόμου. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, Κύριοι, διατί αὐτὸς ὁ ἀγών; ποῦ εὑρίσκομεν τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος; δὲν εὑρίσκομεν ἀπεναντίας ἐντὸς τοῦ ἰδίου Συντάγματος ἐμπεριεχομένην αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ διακρίνωμεν τὴν σύνταξιν τῶν νόμων ἀπὸ τὴν πρότασιν τῶν νόμων; Τὸ ἄρθρον 84 λέγει, ὅτι «πάντα τὰ εἰσαχθέντα εἰς τὴν Βουλὴν νομοσχέδια, τὰ μὴ συνταχθέντα ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.» Ὅταν λοιπὸν ἡ Συνέλευσις εἶπε «τὰ μὴ συνταχθέντα», θὰ εἴπῃ ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι καὶ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα συνετάχθησαν ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Ὅταν λοιπὸν τὸ ἀναγνωρίζῃ αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, διατί σήμερον κατεξανιστάμεθα, διατί φωνάζομεν, διατί συγκινούμεθα, διατί ἀγανακτοῦμεν, ἐὰν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον τὸ συνέταξεν ἐν μέρει καὶ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Τώρα ἔρχεται καὶ μία ἄλλη ἰδέα, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἠμποροῦσέ τις νὰ φέρῃ συζήτησιν, ἐὰν τῷ ὄντι ἤθελε μᾶς πείσει, ὅτι παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, διότι ἔβαλε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας τὸ κονδύλιόν του ἐντὸς τοῦ Νόμου, διότι τότε διεκδικοῦμεν μίαν ἀρχὴν τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ φεύγουν ἀπὸ αὐτὸ τὸ θεμέλιον, διότι αὐτὸ εἶναι σαθρὸν, καὶ λέγουν, μὰ μοῦ λέγεις, ὅτι θὰ φέρῃς τροπολογίας, καὶ ποῦ τὰς ἠξεύρω ἐγὼ αὐτὰς τὰς τροπολογίας; εἶμαι εἰς τὸ σκότος, εἶμαι εἰς τὸ χάος, δὲν γνωρίζω τὶ προτείνεις. Ἐδῶ, νομίζω, προβαίνομεν παρὰ πολὺ, διότι θέλετε νὰ γνωρίσητε καὶ τὶ διανοεῖται ὁ ἄλλος, διότι τὸ ὑπουργεῖον λέγον ἐδῶ, ὅτι ἐπιφυλάσσεται νὰ φωτισθῇ νὰ σκεφθῇ, διὰ νὰ φέρῃ τροποποιήσεις τινὰς, δὲν εἶναι δεσμευμένον· ὅταν ὅμως τὸ ἀναγκάζῃς ἐκ τῶν προτέρων νὰ σοῦ εἴπῃ τὶ σκέψεις ἔχει, τότε τὸ βασανίζεις, βάζεις αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὸ ἱεροδικαστήριον διὰ νὰ τοὺς ἀποσπάσῃς τὴν διάνοιάν των, καὶ θέλεις νὰ δεσμεύσῃς τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐλεύθερον καὶ νὰ μὴ κάμῃ αὐτὰς τὰς τροποποιήσεις. Σὺ, Βουλὴ, ἔχεις βάσιν αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· ἐδῶ ἕκαστος Βουλευτὴς πρέπει νὰ σκεφθῇ καὶ ἐκθέσῃ τὰς σκέψεις του· ἐὰν ὅμως θέλῃ νὰ ὁδηγηθῇ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, τὶ σκέπτεται ἐκεῖνο, εἶναι μία ἀπαίτησις ὅλως παράλογος, καὶ μολαταῦτα καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν αὖ τὴν τὴν πρότασιν, καὶ ἐκεῖνοι δὲν σπουδαιολογοῦν, διότι, ἂν θέλουν ν’ ἀνακαλύψουν ποῖαι εἶναι αὐταὶ αἱ διαφοραὶ μεταξὺ τοῦ νομοσχεδίου τοῦ ἀρχικοῦ τοῦ ὑπουργείου καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον συνέταξε τὸ Συμβούλιον, ὅταν ἀνοίξουν τὴν ὑποβαλλομένην ἔκθεσιν, θὰ τὰς εὕρουν ἐν τέλει, διότι ὑπάρχει πρῶτον μία μεγάλη θεωρία περὶ τῆς ἀρχῆς, ἡ ὁποία ἀποῤῥοφᾷ τὰ δύω φύλλα καὶ ἔπειτα ἔρχεται εἰς τὰ καθέκαστα καὶ λέγει. «Κατὰ συνέπειαν τὸ Συμβούλιον τὸ μὲν πρῶτον ἄρθρον παρεδέχθη ὁμοθύμως ὅπως ἔχει ἐν τῷ νομοσχεδίῳ· ἐπὶ δὲ τῆς 1 § τοῦ 2 ἄρθρου ἐζητήθη ὁ ἀπὸ τῆς Ἀττικῆς χωρισμὸς τῆς ἐπαρχίας Μεγαρίδος, ὅπως ἀποτελέσῃ ἰδίαν διοίκησιν, καὶ ὁ τῆς Αἰγίνης, ὅπως προστεθῇ εἰς τὴν διοίκησιν τῆς Ὕδρας, ἀλλὰ τὸ Συμβούλιον διὰ πλειονοψηφίας διετήρησε τὴν § ὡς ἐν τῷ νομοσχεδίῳ, ὡσαύτως παρεδέχθη διὰ πλειονοψηφίας καὶ τὴν 2 § ἀπέναντι τοῦ ζητηθέντος χωρισμοῦ τῶν δύω ἐπαρχιῶν Θηβῶν καὶ Λεβαδείας εἰς δύω διοικήσεις.» Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, σεῖς, οἱ ὁποῖοι ἔχετε ἀνάγκην νὰ μάθετε, ἐπὶ ποίων φέρει παρατηρήσεις τὸ συμβούλιον, ἰδοὺ, τὸ εὑρίσκετε· ἀλλ’ ὅταν ἐρωτᾶτε τὸ ὑπουργεῖον νὰ ἐξηγηθῇ ποῖον εἶναι τὸ νομοσχέδιόν του, καὶ ὅταν τὸ ὑπουργεῖον λέγῃ, ὅτι αὐτὸ εἶναι, τότε ἐδῶ πρέπει νὰ σταθῶμεν. Ἀλλὰ τί λέγει ὁ κ. Σέρβος; καὶ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ μὴ παρατηρήσω αὐτήν του τὴν ὑπεκφυγήν· ἀλλὰ σὺ, ὅταν προτείνῃς τι, τὸ ὁποῖον λέγει εἷς Βουλευτὴς, θὰ εἴπῃς, ὅτι δὲν εἶναι τροπολογία, ἀλλ’ εἶναι πρότασις; Λοιπὸν ἢ τὸ ἴδιον ὑπουργεῖον θὰ εἴπῃ, προτείνω τὴν δεῖνα τροπολογίαν, καὶ τότε αὐτὴ θὰ συζητηθῇ ὡς τροπολογία καὶ θὰ ἐφαρμοσθῇ τὸ 2 ἐδάφιον τοῦ ἄρθρου 84, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὸ παραπέμψῃ εἰς τὸ Συμβούλιον, ἢ ἐὰν προτείνῃ εἷς τῶν κ. Βουλευτῶν αὐτὴν τὴν τροπολογίαν, τότε τὸ ὑπουργεῖον ἢ θὰ τὴν παραδεχθῇ ἢ θὰ τὴν πολεμήσῃ, ὥστε ὁ φόβος τοῦ κ. Σέρβου μήπως μεταβληθῇ, εἶναι φόβος νοερός. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀρκεσθῶμεν εἰς ταῦτα, διότι, ὅταν τὸ ὑπουργεῖον λέγῃ, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἐγὼ συνέταξα καὶ παραδέχομαι μὲ ὀλίγας τροποποιήσεις τοῦ Συμβουλίου, τὸ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν διὰ νὰ τὸ ψηφίσῃ, εἶναι ὅλως διόλου σύμφωνον μὲ τὸ Σύνταγμα. Κατὰ συνέπειαν, κύριοι, ὅλαι αἱ δυσκολίαι, αἱ ὁποῖαι ἐκφέρονται καὶ ὅλος ὁ καιρός, ὁ ὁποῖος χάνεται, εἶναι τοῦ κάκου, καὶ ἐγὼ προτείνω τὴν ἀπόῤῥιψιν αὐτῆς τῆς ἐνστάσεως, ἡ ὁποία ἔγεινε.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σακελλαριάδης.
§33ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅπως, Κύριοι, πονηρός τις ζητῶν νὰ διαψεύσῃ τὴν ἱέρειαν τῶν Δελφῶν ἐκράτει τὸ στρουθίον ἐντὸς τῆς παλάμης καὶ ἠρώτα αὐτὴν, ἂν ᾖναι ἔμπνουν ἢ ἄπνουν, καὶ ἂν ἡ ἱέρεια ἤθελε τὸ ἐξηγήσει ὑπὲρ, ἦτον ἕτοιμος νὰ πνίξῃ τὸ στρουθίον, ἂν δ’ ἐκείνη ἔλεγε τοὐναντίον, νὰ τὸ ἐπιδείξῃ ζῶν, τοιουτοτρόπως σήμερον καὶ τὸ ὑπουργεῖον παρουσιάζει τὸ νομοσχέδιον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου, ἐνῷ δίδει δικαίωμα εἰς ἓν σῶμα, ὅπερ δὲν ἔχει ζωὴν, ἀφ’ ἑτέρου μᾶς λέγει, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ἀλλ’ εἶναι ἐδικόν μου ἔργον, τὸ ἐνασμενίζομαι. Ὅταν λοιπὸν ᾖναι ἔργον ἐδικόν σου, τίς ἡ ἀνάγκη νὰ προοιμιάσῃς καὶ νὰ μᾶς λέγῃς διὰ τῆς ἐκθέσεώς σου, Κ. Ὑπουργὲ, ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦτο εἶναι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, καὶ ἐγὼ τὸ ὑποβάλλω, ἐπιφυλαττόμενος διὰ νὰ κάμω τὰς τροπολογίας μου; Καὶ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ φάσκῃς καὶ νὰ ἀντιφάσκῃς; καὶ ποῖαι εἶναι αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας προτίθεσαι νὰ μᾶς ὑποβάλῃς κατὰ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως; δὲν πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκ προκαταβολῆς αὐτὰς ὑπ’ ὄψιν ἡ Βουλή; ἢ μήπως ἀμφιβάλλῃς εἰς τὰς ἰδέας σου; Τοῦτο δὲν σὲ δικαιολογεῖ, καὶ ἐντεῦθεν ἐφαρμόζεται τὸ ἔμπνουν ἢ ἄπνουν τῆς Πυθίας· οὕτω, κύριοι, σκέπτεται τὸ ἔντιμον Ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καὶ ἰδοὺ τί ἐξάγεται. Ἐὰν μία μερὶς βουλευτῶν ἐνασμενισθῇ αὐτὴν ἢ ἐκείνην τὴν ἰδέαν, τότε τὴν ἐξαρπάζει, τὴν οἰκειοποιεῖται καὶ τὸ ὑπουργεῖον· ἐὰν τὴν ἀποκρούσῃ, τὴν ἀποκρούει καὶ τὸ ὑπουργεῖον, καὶ τοιουτοτρόπως εὑρίσκεται πάντοτε ἐντὸς τῆς Πυθίας. Ἰδοὺ λοιπὸν πῶς ἕλκει τὰ φάσματα ἐπ’ αὐτοῦ τὸ ὑπουργεῖον· φέρει αὐτὰ, καὶ ὄχι ὅτι τὰ ἀποκρούει, ὡς εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας Κύριος Καλλιγᾶς. Κύριοι, εἴδετε, νομίζω, τὴν συγκίνησίν μου, ὅταν ἤκουσα, ὅτι ὁ Κύριος Παδοβᾶς ἐπρόκειτο διὰ νὰ κάμῃ λόγον ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, καὶ ἠγέρθην ὡς κακῶς ἐξέλαβεν, ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κάμῃ ἀντισυνταγματικήν τινα πρότασιν, νὰ ἀποκρούσω αὐτὸν, ἡ ἀρχὴ καὶ ἡ βάσις παντὸς πολίτου πρέπει νὰ ᾖναι τὸ Σύνταγμα. Μὲ τὴν αὐτὴν, λέγω, ζέσιν, μὲ τὴν ὁποίαν ἠγέρθην, νὰ ἀντικρούσω τότε τὸν ἔντιμον Κύριον Παδοβᾶν, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλεται τελεία εὐχαρίστησις διὰ τὴν παρατήρησιν τὴν ὁποίαν ἔκαμε, (διότι ὁμολογῶ ὅτι ἐμὲ εἶχε διαφύγει αὐτὴ ἡ ἀντισυνταγματικὴ ῥήτρα, διὰ τῆς ὁποίας ἤθελε νὰ μᾶς περιπαίξῃ τὸ ὑπουργεῖον, ἵνα τοιουτοτρόπως καθιερώσωμεν δικαιώματα εἰς ἓν Σῶμα ἀντιβαίνοντα εἰς τὸ σύνταγμα, εἰς ἓν Σῶμα, ὅπερ δὲν ὑφίσταται, ὅπερ δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν) μὲ τὴν αὐτὴν ζέσιν ἀποκρούω καὶ ἤδη τὰς ἀντιῤῥήσεις τοῦ Ὑπουργείου καὶ κηρύττομαι κατὰ τῆς ἐκθέσεώς του.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑφίσταται, ἀλλὰ δὲν ἔχει δικαιώματα.
§35ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶπον καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο, καὶ ὅ,τι θέλετε παραδεχθῆτε, ἔμπνουν ἢ ἄπνουν. Τὸ ὑπουργεῖον, νομίζω, Κύριοι! πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἧττάν του, ὡς ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ τὴν ἐδικήν μου, διότι ὀφείλω τοῦτο εἰς τὸν ἔντιμον Κ. Παδοβᾶν· ἐμὲ εἶχε διαφύγει, ὡς εἶπον, αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις ὅπως διέφυγεν ἴσως καὶ τὸ ὑπουργεῖον. Ἡ δὲ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος Κ. Δεληγεώργης, ὅτι νὰ ἀφεθῶμεν ἕως ἐδῶ καὶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ μᾶς ὑποβάλῃ τὸ σχέδιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλεν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, αὐτὸ δὲ νὰ ἔλθῃ παραχρῆμα εἰς συζήτησιν, εἶναι πρότασις ἐπιεικής, εἶναι πρότασις ἐμφρονεστάτη, διὰ νὰ μὴ χρονοτριβῶμεν, διὰ νὰ μὴ κατατρίβωμεν τὸν καιρὸν ἐπὶ ματαίῳ, καὶ τοιουτοτρόπως ὁ λαὸς, ἡ κοινωνία ἀποδίδῃ εἰς ἡμᾶς τὰ σφάλματα τοῦ ὑπουργείου, διότι τὸ ὑπουργεῖον ἔρχεται καὶ καλὰ, μᾶς λέγει· ἢ πρέπει νὰ ψηφίσητε καὶ νὰ παραδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον ὡς πρότασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως ἐγὼ τὸ ὑπέβαλον, ἢ ἀλλέως ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ προχωρήσω. Μὰ, Κύριοι ὑπουργοί! συγχωρήσατέ μοι, μὲ ὅλον τὸ σέβας, ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἔχῃ, δὲν πρέπει διὰ μίαν ξηρὰν φιλοτιμίαν νὰ ἐπιμένετε. Ἐδῶ ῥητῶς παραβιάζεται τὸ 84, τὸ 23 καὶ τὸ 24, νομίζω, ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Θέλετε λοιπὸν διὰ μίαν φρενοτροπίαν, διὰ μίαν μικροφιλοτιμίαν, νὰ παραβιάσωμεν σήμερον τὸ Σύνταγμα; Ἡμεῖς δὲν θεωροῦμεν τὸ προκείμενον θέμα ὡς ὑπουργικὸν, ἀλλὰ τὸ θεωροῦμεν καθαρῶς συνταγματικὸν, καὶ ὅπως οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ συντρέχουν πρὸς καθιέρωσιν καὶ στήριξιν τοῦ Συντάγματος, οὕτω πως ὀφείλει καὶ τὸ ὑπουργεῖον κατὰ μείζονα λόγον νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ Σύνταγμα, διότι, ὅταν ἀρχίσωμεν σήμερον παραβιάζοντες τὴν μίαν ῥήτραν αὐτοῦ, αὔριον τὴν ἑτέραν καὶ μεθαύριον τὴν ἄλλην, τότε δὲν θὰ ἔχωμεν Σύνταγμα, καὶ δυστυχῶς ἀφ’ ἧς ἠνοίχθη ἡ Βουλὴ, πάντοτε τοιαῦτα ζητήματα ἔρχονται, καὶ πάντοτε τὰ ἀπεκρούσαμεν καὶ θέλομεν τὰ ἀποκρούει. Δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ ἐπασχολήσω τὰς πολυτίμους στιγμάς σας· τὸ ζήτημα εἶναι σαφὲς, τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλε τὸ ὑπουργεῖον, δὲν εἶναι ἀποκύημα αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἔμπνευσις μιᾶς ἄλλης ἀρχῆς, εἶναι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν νόμους, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο ἀνήκει εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τοῦ Βασιλέως, ἀνήκει εἰς ἡμᾶς, ἀνήκει εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ νὰ εἴπῃ δὲ τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι τὸ υἱοθετεῖ, δὲν δύναται διὰ νὰ γίνῃ υἱοθέτησις χωρὶς νὰ διαγραφῇ καθ’ ὁλοκληρίαν καὶ τὸ γράμμα ἐκεῖνο, τὸ δὲ ἔντιμον ὑπουργεῖον πρέπει ὅλως διόλου νὰ μεταποιήσῃ τὴν ἔκθεσίν του, νὰ διαγραφῇ ὅλως διόλου ὁ τίτλος Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ τὸ ὑποβάλῃ. Ἐνόσῳ ὅμως λέγει, ὅτι σᾶς ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον, ὅπως τὸ ἐτροποποίησε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἀποδεικνύει, ὅτι τὸ ἔργον δὲν εἶναι αὐτοῦ, ἀλλ’ εἶναι ἀλλότριον. Δεύτερον, λέγει τὸ ἔντιμον ὑπουργεῖον, ὅτι κατὰ τὸ στάδιον τῆς συζητήσεως θὰ ὑποβάλῃ τὰς τροπολογίας αὑτοῦ. Κύριοι! συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ ἀποκαλέσω τοῦτο μίαν παγίδα, εἶναι παγὶς προφανεστάτη, εἶναι τῷ ὄντι φάσμα, διότι πῶς ἐγὼ θέλω ἀντιληφθῆ, καὶ πῶς θέλω συζητήσει ἐξ ἐφόδου ἐκ τοῦ προχείρου τὰς προτάσεις αὐτάς; Ἀλλὰ θὰ εἰπῆτε ὅτι δὲν ἐσχηματίσατε ἰδέαν περὶ αὐτοῦ· καὶ ὅταν, Κύριοι ὑπουργοί! δὲν ἐσχηματίσατε πεποίθησιν, πῶς ὑποβάλλετε νομοσχέδιον; Ὁμολογεῖτε λοιπὸν, ὅτι δὲν ἔχετε πεποίθησιν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον ὑποβάλλετε, καὶ διὰ τοῦτο λέγετε, ὅτι θέλετε τὸ τροποποιήσει εἰς τὸ κατόπιν. Μὰ τοιουτοτρόπως καταδικάζετε τὸν ἑαυτόν σας, δεικνύετε, ὅτι οὔτε ἐμελετήσατε, οὔτε ἐσκέφθητε, ἀλλ’ ἐθεωρήσατε τὴν Βουλὴν ὡς στρουθίον, καὶ ἂν θέλετε νὰ τὴν πνίξετε, ἂν θέλετε νὰ τὴν ἀφήσητε. Ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δὲν πνίγεται, δὲν εἶναι στρουθίον. Εἶμαι λοιπὸν πολὺ πεπεισμένος, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν θὰ παρατείνῃ ἐπὶ πλέον τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ θὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δεληγιώργη, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω, καὶ διὰ τοῦτο κατέρχομαι τοῦ βήματος χωρὶς νὰ λαλήσω περισσότερα ἀφ’ ὅσα εἶπον.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δημητριάδης.
§37Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Παραχωρῶ εἰς τὸν κύριον Χριστόπουλον.
§38Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, μετὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Λευκάδος, μετὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε καὶ τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον παρεδέχθη, τὸ ζήτημα εἶναι ὅλως διόλου λελυμένον· ἤλλαξε θέσιν. Τὸ ὑπουργεῖον ἀναγνωρίσαν τὸ παρουσιασθὲν νομοσχέδιον ὡς ἔργον ἰδικόν του, ὡς ἔργον, τοῦ ὁποίου καὶ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα καὶ τὰ καθέκαστα ἀναγνωρίζει, εἶναι πλέον ἔργον ἰδικόν του· οὕτω τὸ προκείμενον ζήτημα ἔχασε μὲν τὴν ἐνεστώτητά του (actualité) οὐχ ἧττον ὅμως ἔχει σπουδαιοτάτην ἀξίαν ὡς ζήτημα συνταγματικόν. Ἠκούσατε, Κύριοι, τοὺς προαγορεύσαντας· γνωρίζετε καὶ ὑμεῖς καὶ αὐτοὶ, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα δύω μόνον εἶναι αἱ ἐξουσίαι, αἱ εἰσάγουσαι εἴτε καταρτίζουσαι τοὺς νόμους· ὁ Βασιλεὺς διὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ ἡ Βουλὴ ἀφ’ ἑαυτῆς. Κἀνὲν ἄλλο Σῶμα δὲν μεσολαβεῖ μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης ἐξουσίας, κἀνὲν ἄλλο Σῶμα δὲν ἔχει καμμίαν ἐξουσίαν νὰ παρεμβάλῃ προσκόμματα εἰς τὴν ἐλευθέραν πορείαν τῶν δύω αὑτῶν ἐξουσιῶν. Τί ὅμως, Κύριοι, λέγει τὸ Σύνταγμα παρακατιόν; ὅτι καταρτίζεται συμβούλιον, εἰς τὸ ὁποῖον παραπέμπονται ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα καταρτίζει εἰς νόμον (διότι, κατὰ τὴν κρίσιν τὴν ἐμὴν, Κύριοι, τὸ ὑπουργεῖον δύναται νὰ μὴ παραπέμψῃ εἰς τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας νομοσχέδιον, ἀλλ’ ἁπλῶς νὰ ἐκφράσῃ μίαν γνώμην καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας τὴν κατάρτισιν νόμου)· μετὰ δὲ τὴν συζήτησιν, Κύριοι, μετὰ τὸν καταρτισμὸν τοῦ νόμου ὑπὸ τοῦ συμβουλίου τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν νὰ παραδεχθῇ οὔτε τὰς τροπολογίας, οὔτε τὰς γνώμας του, οὔτε τίποτε. Δύναται, καθὼς λέγει ἡ παροιμία, νὰ τὰ βάλῃ κάτω τοῦ προσκεφάλου του καὶ νὰ φέρῃ ἐδῶ ἓν νομοσχέδιον κατηρτισμένον κατὰ τὰς πεποιθήσεις του, κατὰ τὰς ἰδέας του, κατὰ τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας αὐτὸ φρονεῖ, ὅτι ἡ ἐπικράτεια ἔχει τὴν στιγμὴν ἐκείνην. Μίαν μόνην ὑποχρέωσιν ἔχει, τὸ νὰ συνυποβάλῃ μετὰ τοῦ νόμου ἐκείνου καὶ τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐξέφερε τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, διὰ νὰ χρησιμεύσουν αἱ γνωμοδοτήσεις αὗται ὡς ὁδηγὸς κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ νομοσχεδίου. Τί εἶναι τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὅπως κατηρτίσθη; δὲν εἶναι ἢ μία ἐπιτροπὴ, ἓν σῶμα ἐντὸς τοῦ ὁποίου ὑποτίθεται, ὅτι ὑπάρχει ἡ πεῖρα, ἡ ἀποθήκη τῆς νομοθεσίας τῆς ἐπικρατείας, ὑπάρχει ἡ γνῶσις ὅλων τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπικρατείας, καὶ ὅτι πρέπει νὰ σύγκειται ἢ δύναται νὰ σύγκειται ἀπὸ ἀνθρώπους ἐγγηράσαντες εἰς τὴν μελέτην τῶν νόμων, ἀπὸ ἀνθρώπους ἐγγηράσαντας εἰς τὴν ὑπηρεσίαν· καὶ, Κύριοι, γνωρίζετε πολὺ καλὰ πόσον χρήσιμος εἶναι ἡ γνωμοδότησις τοιούτου Σώματος, ὁσάκις εἶναι εἰς τὰ ἤθη τοῦ τόπου νὰ ὑπάρχῃ. Τούτου τεθέντος, φρονῶ, ὅτι ὅ,τι δυνάμεθα νὰ παρατηρήσωμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶναι, ὅτι ἡ ἔκθεσις καὶ ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖον εἰσήγαγε τὸ νομοσχέδιον, περιλαμβάνει ἐν ἑαυτῇ τὴν ἰδέαν, ὅτι τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας εἶναι Σῶμα αὐτοτελὲς, ἢ Σῶμα ἀποτελοῦν μέρος τῶν ἐξουσιῶν τῆς πολιτείας καὶ ὅτι ἡ γνωμοδότησις τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας εἶναι ἀμετάβλητος. Ἡ ἔκθεσις ὅπως ὑπεβλήθη ἔχει τὸν τύπον τῶν ἐκθέσεων τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν δύω νομοθετικὰ Σώματα ὑπῆρχον, ἥ τε Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία. Τότε, κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην, ὑπέβαλλε τὸ ὑπουργεῖον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ἢ τἀνάπαλιν νομοσχέδια τροπολογούμενα ἀπὸ ἓν τῶν δύω Σωμάτων. Ἐπειδὴ τὸ Σῶμα ἐκεῖνο ἐν τῇ κυριαρχίᾳ του ἐξέφερεν αὐθεντικὴν γνώμην, ἀπέναντι τῆς ὁποίας δὲν ἴσχυε πλέον τὸ ὑπουργεῖον, δὲν ἠδύνατο, νὰ μεταβάλλῃ τὴν ἐπιθυμίαν τῆς πλειονοψηφίας κατὰ τὴν συζήτησιν, τότε, λέγω, ἐπειδὴ δὲν ἠδύνατο νὰ μὴ παραδεχθῇ τὰς τροπολογίας, αἵτινες ἐπηνέχθησαν ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ὑποχρεωμένον ἦτο νὰ εἰσάγῃ εἰς ἓν τῶν Σωμάτων τὴν ἔκθεσιν, λέγουσαν, ὅτι εἰσάγει τὸ νομοσχέδιον ὅπως κατηρτίσθη ἐν τῷ Σώματι τῆς Βουλῆς ἢ ἐν τῷ Σώματι τῆς Γερουσίας, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, ἐπειδὴ, ὡς εἶχον τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ μεταβάλλῃ τίποτε ἐκ τῶν ὅσων ἐν τῷ Σώματι ἐκείνῳ ἀπεφασίσθησαν. Δὲν ἔχει ὅμως, Κύριοι, οὕτως εἰς τὴν περίστασιν ταύτην· ὅσα ἐγνωμοδοτήθησαν ἐν τῷ Συμβουλίῳ τῆς Ἐπικρατείας δύναται νὰ τὰ καταστρέψῃ, δύναται νὰ τὰ μεταβάλῃ, δύναται νὰ τὰ βάλῃ νὰ κοιμηθῶσιν· ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας δὲν ἐπικρατεῖ ἀπέναντι τῶν δύω ἄλλων ἐξουσιῶν τῆς πολιτείας. Ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον, Κύριοι! (καὶ χρεωστῶ νὰ τὸ εἴπω, δὲν τὸ ἀποδίδω εἰς καμμίαν κακὴν πρόθεσιν, ἀλλ’ εἰς τὰς συνηθείας τῆς γραφειοκρατίας, ἡ ὁποία ἀκολουθεῖ πεπαλαιωμένας συνηθείας καὶ δὲν κάμνει ἄλλο παρὰ νὰ πέρνῃ μίαν ἔκθεσιν καὶ νὰ σχηματίζῃ ἐπ’ αὐτῆς μίαν δευτέραν·) τὸ ὑπουργεῖον, λέγω, Κύριοι, ἐκ τούτου ἐπλανήθη καὶ εἰσάγον τὸν περὶ ὀργανισμοῦ τῶν διοικήσεων νόμον, λέγει ἐν τῇ ἐκθέσει· «Σᾶς ὑποβάλλω τὸ νομοσχέδιον ὅπως κατηρτίσθη ἢ ὅπως ἐτροπολογήθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας. Τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐδιχογνώμησεν ἐν τῇ ἀρχῇ καὶ ἐξέφερεν ἰδιάζουσαν τροπολογίαν ἐν τῷ συνόλῳ τοῦ νόμου. Σᾶς τὸ ὑποβάλλω ὅπως κατηρτίσθη....» ὡς νὰ μᾶς ἔλεγεν, ὅτι δὲν δύναται νὰ τὸ μεταβάλῃ. Κατόπιν τούτου, τί ἐνισχύει τὴν ἰδέαν μου εἰς τὸ νὰ δίδω τοιαύτην ἔννοιαν; τὴν ἐνισχύει, Κύριοι! φράσις τις τῆς ἐκθέσεως, ἥτις λέγει, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν θέλω σᾶς ὑποβάλει τροπολογίαν. Τὸ δικαίωμα τῆς τροπολογίας, κατὰ τὴν κρίσιν μου, ὅπως ἀνήκει εἰς ἡμᾶς ὅλους, ἀνήκει καὶ εἰς τὸ ὑπουργεῖον· δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἐν τῷ συνόλῳ ἢ ἐν τοῖς ἄρθροις οἱανδήποτε τροπολογίαν θέλει κατὰ τὴν συζήτησιν· ἂν δὲν δεχθῶμεν τοῦτο, περιορίζομεν τοῦ ὑπουργείου τὴν πρωτολογίαν καὶ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ, ἐνῷ ἔχει εὐθύνην νὰ καταρτίσῃ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐπικρατείας τοὺς νόμους. Δὲν εἶχε λοιπὸν καμμίαν ἀνάγκην νὰ εἴπῃ, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν θέλει φέρει τροπολογίαν. Ἀλλ’ ὁ τρόπος τῆς ἐκθέσεως, ὁ τρόπος, μὲ τὸν ὁποῖον εἰσήχθη τὸ νομοσχέδιον, δικαίως ἐξήγειρε τὰς ἀκριβολόγους ὑπονοίας τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μας Κ. Παδοβᾶ. Ὅταν πρόκειται περὶ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐξήγαγε πρὸ ὀλίγου ἀπὸ τὴν ἀναρχίαν, πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν προσεκτικοὶ εἰς τὴν ἐφαρμογήν· καί, ἵνα παραδειγματισθῶ εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ἐκφράσεώς τινος τοῦ ἐντίμου πρωθυπουργοῦ, τὴν ὁποίαν μᾶς εἶπε κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν βασιλικὸν λόγον, «δὲν φοβούμεθα τὴν συζήτησιν, δὲν φοβούμεθα, ὅτι δύνασθε νὰ μᾶς ἐξαπατήσητε καὶ νὰ μᾶς ἀφαρπάσητε τὰς ἰδέας καὶ τὰς σκέψεις μας κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ φοβούμεθα διὰ τὸ Σύνταγμα.» Δὲν φοβούμεθα καὶ ἡμεῖς, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δύνασθε νὰ μᾶς ἀφαρπάσητε τὰς σκέψεις διὰ τῶν τροπολογιῶν, διότι τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ κανονισμός μας ἐξησφάλισε· διότι καὶ πᾶσαν τροπολογίαν καὶ πᾶσαν ἀλλοίωσιν τοῦ νομοσχεδίου ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὴν παραπέμψῃ πάλιν εἰς τὸ συμβούλιον, νὰ τὴν βασανίσῃ, νὰ ἔλθῃ ἐνταῦθα καὶ νὰ διέλθῃ τὰς 3 συζητήσεις καὶ οὕτω νὰ καταρτισθῇ εἰς νόμον. Σοφῶς τὸ Σύνταγμα διέταξε τὰς προθεσμίας ταύτας. Αὗται ἦσαν αἱ σκέψεις τὰς ὁποίας εἶχον νὰ ἐπιφέρω ἐπὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων. Καθόσον ἀφορᾷ ἂν τὸ ὑπουργεῖον πρέπῃ νὰ φέρῃ μίαν ἄλλην ἔκθεσιν ἢ νὰ υἱοθετήσῃ ἁπλῶς τὸ νομοσχέδιον, δὲν ἔχω καμμίαν ἀντίῤῥησιν οὔτε κατὰ τῆς μιᾶς προτάσεως, οὔτε κατὰ τῆς ἑτέρας, διότι ἀμφότεραι ἱκανοποιοῦσι τὰς ἀξιώσεις μας.
§39ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἐγὼ συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα, ὅτι δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ δηλώσῃ ῥητῶς, ὅτι οἰκειοποιεῖται αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον· ὅμως αἱ περιστάσεις μὲ ἀναγκάζουν νὰ προσθέσω καὶ ἑτέραν διασάφησιν, ὅτι δηλαδὴ αἱ τροποποιήσεις αὗται δὲν ἀναφέρονται εἰς ἀποφάσεις ἐκ τῶν προτέρων τοῦ ὑπουργείου τοῦ νὰ φέρῃ τροπολογίας ἐπὶ τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ ἀναφέρονται εἰς τὰς τροποποιήσεις, τὰς ὁποίας τυχὸν δύναται νὰ ὑπαγορεύσῃ ἡ συζήτησις εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Εἰς τὴν ἀμφιβολίαν καὶ τὴν ἐρώτησιν τοῦ Κ. Μαρκορᾶ ἀπαντᾷ ἡ ἔκθεσις. Δὲν ἔχω πολλὰ λόγια νὰ εἴπω, καὶ εὐχαριστῶ κατὰ τοῦτο τὸν ἔντιμον Κ. Χριστόπουλον, ὁ ὁποῖος τῳόντι λίαν ἐπιτυχῶς ἀνεσκεύασε τὰς ἀμφιβολίας, αἵτινες ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἦσαν παρὰ φάσματα τοῦ Κ. Σέρβου καὶ ἄδικοι ὑποψίαι τῶν Κυρίων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐπῳκοδόμησαν εἰς τὸν τρόπον τῆς εἰσαγωγῆς τοῦ νομοσχεδίου τούτου κινδύνους καταστροφῆς τοῦ Συντάγματος. Ὁ πρῶτος λίθος ἤρχισε συρόμενος, σᾶς εἶπον, καὶ τρέμετε· τὸ Σύνταγμα ἤρχισεν ἐπιβουλευόμενον· κίνδυνος μέγας ἐπίκειται!! Καὶ ποῦ εὑρίσκετε ὅλα αὐτὰ, Κύριοι; ποῦ ἀνεκαλύψατε ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπιβουλὰς, τὰς ὁποίας πλάττει ἡ φαντασία σας; εἰς τὸ μόριον δέ. Ἂν ἀνεγινώσκετε καλῶς τὴν ἔκθεσίν μου, ἠθέλετε ἰδῆ, ὅτι τίποτε δὲν ὑπάρχει. Λέγετε, ὅτι παρεδέχθην, διότι ἐνόμιζον, ὅτι ἤμην ὑπόχρεως νὰ παρουσιάσω τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ὡς κατηρτίσθη ἀπὸ τὸ Συμβούλιον, καὶ ἐπεφυλάχθην νὰ τὸ τροποποιήσω κατὰ τὴν συζήτησιν· -ὅτι τὸ νομοσχέδιον τοῦ Συμβουλίου ἐπίστευσα ὡς ὑποχρεωτικόν, καὶ ὅτι εἰσάγω εἰς τὴν Βουλὴν νομοθέτημα ἑνὸς Σώματος, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει δικαίωμα πρὸς τοῦτο. Ποῦ εὕρετε ταῦτα τὰ γελοῖα; Καὶ εἶναι ἀπελπιστικὸν νὰ πλάττωνται τόσοι μῦθοι, καὶ προσπάθεια νὰ γίνεται ἵνα ταραχθῇ ἡ ἡσυχία τῆς Βουλῆς. Παρουσιάσατε τόσους φόβους, τόσους κινδύνους, οἱ ὁποῖοι διαψεύδονται ἀπὸ τὰ πράγματα. Ὑποθέσατε, ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐξάξητε ἐπιχειρήματα καὶ συμπερασμοὺς ἀπὸ λόγους ἁπλοῦς καὶ ὑποθέσεις, ἡ παραμόρφωσις καὶ ἡ συκοφαντία τότε δὲν ἤθελεν ἔχει ὅρια ὡς πάντοτε. Σᾶς ἀναγινώσκω τὴν ἔκθεσιν, ἵνα ἰδῆτε, ὅτι τὸ ζήτημα σήμερον εἶναι περίπου ὅπως τὸ ἔθεσεν ὁ Κ. Χριστόπουλος. Ὁ Κ. Χριστόπουλος ἐν τῇ ὀξυνοίᾳ του δὲν εἶδε τίποτε ἀφ’ ὅσα σεῖς παρουσιάσατε, οὐδένα κίνδυνον, οὐδεμίαν ἀμφιβολίαν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς πιστεύω, ὅτι πολὺ δὲν ἐπρόσεξεν εἰς τὴν ἔκθεσιν, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι ἦτο κακῶς συντεταγμένη, καὶ εἶπεν, ὅτι αἱ ἐκθέσεις δὲν πρέπει νὰ συντάττωνται οὕτω πῶς καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ὁ Κ. Χριστόπουλος δὲν ἔχει δίκαιον, πιστεύω δὲ ὅτι ὑπεχρεώθη νὰ ὁμιλήσῃ ἀπὸ τοῦ βήματος οὕτως ὡς πολιτικὸς ἀντίπαλος μᾶλλον.
§41Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ποῦ τὸ εὕρετε τοῦτο;
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὀφείλω νὰ εἴπω εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι τὸ παρὸν νομοσχέδιον εἶναι νομοσχέδιον διελθὸν τὸ στάδιον, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖ, καὶ ἂν δὲν ἐστέλλετο προηγουμένως εἰς τὸ Συμβούλιον, ἔπρεπε νὰ ἀποσταλῇ ἀπὸ τὴν Βουλήν. Εἰσάγων δὲ τὸ νομοσχέδιον ἔπρεπε νὰ ἄρω τὴν ἀμφιβολίαν καὶ νὰ σᾶς εἴπω ῥητῶς, ὅτι τὸ νομοσχέδιον εἰσήχθη εἰς τὸ Συμβούλιον, τὸ ὁποῖον ἐξέφερε τὴν γνώμην αὐτοῦ. Ἔπρεπε νὰ σᾶς προσθέσω καὶ ἕτερον. Εἰσάγων νέον διοικητικὸν σύστημα ἔχον νὰ ἐπιφέρῃ μεγάλας συνεπείας, κατὰ τοὺς μὲν κακὰς, καθ’ ἡμᾶς δὲ καλὰς, καὶ προτιθέμενον νὰ μεταβάλῃ οὐσιωδῶς τὴν διοίκησιν, ὤφειλον νὰ τὸ δικαιολογήσω, καὶ νὰ σᾶς ἐκθέσω τοὺς λόγους ἐφ’ ὧν στηριζόμενος εἰσήγαγον αὐτὸ τὸ σύστημα. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ἡ συζήτησις αὐτὴ ἦλθε καὶ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ ἱκανῶς ἐσυζητήθη· ἔκθεσιν δικαιολογητικὴν, βλέπετε, δὲν φέρω· διὰ νὰ δικαιολογήσω λοιπὸν τὴν σιωπήν μου αὐτὴν, σᾶς λέγω, ὅτι τοὺς λόγους τοὺς βλέπετε σχεδὸν ἅπαντας εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Συμβουλίου, καὶ ὅτι ἐπιφυλάττομαι νὰ ἐπιφέρω τὰς ἰδικάς μου ἰδέας κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἂν δὲν ἔλεγον τοιοῦτόν τι, ἡ σιωπή μου ἦτον ἀδικαιολόγητος. Κύριοι, κατ’ ἐμὲ, οἱ λόγοι οἱ ἀναπτυχθέντες ἐνώπιον τοῦ Συμβουλίου δὲν ἦσαν ἀρκοῦντες· εἶναι ἀνάγκη νὰ συμπληρωθῶσιν· αὐτὸ θέλω πράξει καὶ αὐτὸ εἶπον εἰς τὴν ἔκθεσίν μου. Ἵνα πεισθῆτε, ὅτι ὅλη ἡ συζήτησις σήμερον δὲν ἔχει ἀξίαν, ἀκούσατε τί λέγω εἰς τὴν ἔκθεσίν μου. «Διαιρεθεισῶν τῶν γνωμῶν ἐν ταῖς συζητήσεσι τοῦ εἰρημένου Σώματος ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου........δὲν θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ἐνασχοληθῶ διὰ τῆς παρούσης εἰς τὴν ἔρευναν τοῦ ζητήματος τούτου, ἀρκούμενος ὡς πρὸς τοῦτο νὰ παρασυνάψω εἰς τὴν ἔκθεσιν τῆς ὁλομελείας τοῦ Σώματος καὶ τὴν ἰδιαιτέραν τῶν τριῶν αὐτοῦ μελῶν. Ἐπιφυλαττόμενος δὲ κατὰ τὴν συζήτησιν ν’ ἀναπτύξω, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη, τοὺς ὑπὲρ τοῦ συστήματος......
§43ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐπιφυλαττόμενος δέ.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν τὸ δὲ κινδυνεύῃ τὸ Σύνταγμα, δὲν ἀξίζει τοιοῦτον Σύνταγμα τοῦ ὀνόματός του, διότι ἓν δὲ τὸ κλονίζει ἐκ θεμελίων. Κύριοι, εἰς τὴν ἔκθεσίν μου ἠναγκάσθην νὰ εἴπω, ὅτι θέλω συμπληρώσει τοὺς λόγους, καὶ θέλω ἐν ἀνάγκῃ προτείνει τροπολογίας. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἂν ἡ συζήτησις ἀναπτύξῃ λόγους δικαιολογοῦντας τροποποίησίν τινα ἢ διόρθωσίν τινα, θέλω τοὺς παραδεχθῆ. Ὁσάκις ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρουσιάσω νομοσχέδια ὡς ὑπουργὸς, δὲν ἐπέμεινα ποτὲ εἰς τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ ἄνευ τροποποιήσεως οὐδεμιᾶς· ἀπεναντίας παραδέχομαι πάντοτε τροποποιήσεις, ἐνόσῳ εἶναι λογικαὶ καὶ ὑποστηρίζονται ἀπὸ τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας. Καὶ ἤδη θέλω ἐπιμείνει μόνον εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς, θέλω ἐπιμείνει εἰς τὴν παραδοχὴν αὐτῆς, καὶ θεωρῶ ζήτημα τῆς ὑπάρξεώς μου τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, ἀλλὰ μετὰ τὴν ἀρχὴν δὲν ἔχω δυσκολίαν, ἂν ἡ Βουλὴ ἀνεύρῃ ὀρθὰς τροποποιήσεις τινὰς, νὰ τὰς παραδεχθῶ. Πάντοτε ἐπρέσβευσα, ὅτι ἡ ἀξία τοῦ Συνταγματικοῦ συστήματος εἶναι, ὥστε οἱ νόμοι νὰ ᾖναι τὸ πόρισμα ἐλευθέρας συζητήσεως. Λοιπὸν δέχομαι μεταβολὰς ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα, θέλω δὲ ἐπιμένει εἰς τὴν ἀρχήν.
§45ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Εἰπέτε μοι, παρακαλῶ, κατὰ τὸ παρὸν, ὅτε δὲν ἤρχισεν ἡ συζήτησις, δέχεσθε καὶ τὴν ἀρχὴν καὶ τὰ καθέκαστα;
§46ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βεβαιότατα, τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον σᾶς παρουσιάζομεν σήμερον, εἶναι νομοσχέδιον ἰδικόν μας, καὶ ὡς τοιοῦτον τὸ ὑποστηρίζομεν. Ἑπομένως αὐτὸ θέλει χρησιμεύει ὡς βάσις τῆς συζητήσεως. Ἀπέναντι τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἴμεθα λίαν ζηλότυποι καὶ μέχρις ὑπερβολῆς ἴσως· οὐχὶ μόνον προεκαλέσαμεν τὴν ἐργασίαν τοῦ συμβουλίου ἐπὶ βάσεων, τὰς ὁποίας ἐδώκαμεν, ὅπως τινὲς τῶν βουλευτῶν ἐπιθυμοῦσιν, ἀλλ’ ἠρνήθημεν πολλάκις νὰ συνοδεύσωμεν μὲ ἐκθέσεις τὰ νομοσχέδιά μας· διότι εἴπομεν, δίδομεν τὰς βάσεις, τὸ Συμβούλιον χρεωστεῖ νὰ ἐργασθῇ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἴμεθα λίαν ζηλότυποι διὰ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἔχομεν ἀπέναντι τοῦ Συμβουλίου· οὔτε ὑπεχωρήσαμεν, οὔτε θέλομεν ὑποχωρήσει βῆμα. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ἐθεώρησεν ὡς Σῶμα ὡρισμένον νὰ βασανίζῃ καὶ νὰ ἑτοιμάζῃ τὰ νομοσχέδια, κατὰ πρόκλησιν τῆς Βουλῆς ἢ τῶν ὑπουργῶν, τὸ δικαίωμα αὐτὸ ὀφείλομεν νὰ σεβασθῶμεν, εἴμεθα δὲ κύριοι νὰ δεχθῶμεν ἢ νὰ μὴ δεχθῶμεν τὰς γνώμας τοῦ Συμβουλίου. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῆς προκειμένης ὑποθέσεως· ἑπομένως νομίζομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ χάνωμεν καιρὸν εἰς ἁπλᾶς λογομαχίας.
§47Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἡ ἀντιπολίτευσις σήμερον θεωρήσασα, ὅτι ὑπάρχει εἰς τὴν ἔκθεσιν τοῦ Κυρίου ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, τοῦ εἰσαγαγόντος τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ, ἔλλειψις οὐσιώδης, ἔλλειψις σημαντικῆς ἀξίας, ἐνόμισε δίκαιον νὰ παρατηρήσῃ πρὸς τὴν Κυβέρνησιν τὴν ἔλλειψιν ταύτην, καὶ ἡ κυβέρνησις, ὡς παρετηρήσατε, εἶχε τὴν καλωσύνην καὶ σήμερον νὰ παραδεχθῇ καὶ νὰ ὁμολογήσῃ τὴν ἔλλειψιν ταύτην, νὰ υἱοθετήσῃ δὲ τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ κηρύξῃ, ὅτι αὐτὸ εἶναι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας μέλλει νὰ συζητήσῃ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι προανηγγέλθη ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως ἡ ἀναδιοργάνωσις τοῦ Κράτους, τὴν ὁποίαν ἐπροκάλεσεν ἡ μεγάλη οἰκονομικὴ κρίσις, ὅτι ἐθεωρήθη ὡς ἡ βάσις ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἔμελλε νὰ σώσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀπὸ τὴν ἀχρηματίαν, εἰς ἣν εὑρίσκετο, καὶ τὴν ἐπικράτειαν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν εἰς τὴν ὁποίαν περιῆλθεν. Ὁ ἀναδιοργανισμὸς τῆς ἐπικρατείας ὅλης βάσιν εἶχε τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, διότι ἡ μεταῤῥύθμισις, ἢ ἡ ἀλλαγὴ τῶν διοικητικῶν περιφερειῶν συνεπέφερε τὴν ἀλλαγὴν τῶν δικαστικῶν καὶ τῶν οἰκονομικῶν. Τὸ νομοσχέδιον λοιπὸν αὐτὸ ἦτο ἡ βάσις τῶν ἄλλων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα ἤρχοντο διὰ νὰ ἐξαγάγωσι τὴν ἐπικράτειαν ἀπὸ τὴν δυσχερῆ θέσιν εἰς τὴν ὁποίαν περιέπεσε. Τούτων οὕτως ἐχόντων, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας μέλλεις νὰ στηρίξῃς ἓν τόσον μέγα οἰκοδόμημα, πρέπει νὰ ᾖναι καθαρὰ, πρέπει νὰ ᾖναι ἡ γνώμη, ἐπὶ τῆς ὁποίας πρέπει νὰ πολιτεύεσαι; Διότι, ἂν σὺ ἡ κυβέρνησις θεωρῇς τὰς βάσεις σαθρὰς, τότε ἡμεῖς ποῦ πρέπει νὰ βασισθῶμεν καὶ νὰ μελετήσωμεν, ὅπως ἔλθωμεν καὶ ἐπιψηφίσωμεν τὴν ἀναδιοργάνωσιν ὅλου τοῦ Κράτους; Κύριοι, ἀναμφιβόλως τὸ ὑπουργεῖον ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὴν συζήτησιν ἑνὸς νομοσχεδίου νὰ ὑποβάλλῃ τροποποιήσεις· αἱ τροποποιήσεις ὅμως ἐκεῖναι ἐπέρχονται κατόπιν μιᾶς συζητήσεως, ἡ δὲ συζήτησις τί ἕτερον εἶναι παρὰ σπουδαία καὶ ἐμβριθὴς μελέτη; Ὅταν τὸ νομοσχέδιον διατετυπωμένον ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον διανέμεται εἰς τοὺς βουλευτὰς, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἀνάγκην νὰ μελετήσῃ τὰς διατάξεις αὐτοῦ καὶ νὰ τὰς θεωρήσῃ ὡς βάσεις· ἀλλ’ ὅταν ἔξαφνα σᾶς δίδουν νομοσχέδιον νὰ τὸ μελετήσητε καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι ἡ βάσις δὲν εἶναι αὐτὴ, διότι ἐγὼ θὰ φέρω τροποποιήσεις, τότε ποῦ στηριζόμενοι θέλετε κάμει τὴν μελέτην σας, ὅπως ἔλθητε νὰ ψηφίσητε ἐν γνώσει ἐπὶ τῶν διατάξεων τούτων; Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἔχομεν πολὺ δίκαιον νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρεπὲς εἰς μίαν Κυβέρνησιν νὰ εἰσαγάγῃ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον νὰ μὴ τολμᾷ νὰ υἱοθετήσῃ ἐξ ὑπαρχῆς, καὶ νὰ εἴπῃ, αὐτὴ εἶναι ἡ βάσις τῶν ἰδεῶν μου ἐφ’ ὧν μέλλει νὰ γίνῃ ἡ συζήτησις. Τοῦτο ἐννοεῖ βεβαίως ἡ φράσις αὐτὴ, ἥτις λέγει· ἐπιφυλάττομαι κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω τοὺς λόγους, ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη. Ἀλλ’ ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει ἀνάγκη διὰ σᾶς· ἀλλ’ ἕως ποῦ ἐκτείνεται αὐτὴ ἡ ἀνάγκη; ἔπρεπε, κύριοι, νὰ ἦσθε ὁριστικώτεροι. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀποκρούετε τὴν παράγραφον ταύτην, καὶ δέχεσθε ὡς βάσιν τὸ προκείμενον νομοσχέδιον, δὲν δυνάμεθα νὰ σᾶς εἴπωμεν τίποτε παρὰ μόνον, ὅτι εἴμεθα εὐχαριστημένοι ἀπὸ τὴν ἀπάντησιν τῆς Κυβερνήσεως. Αὐτὴ νομίζω, κατ’ ἐμὲ, ἦτον ἡ αἴτησις τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τοῦ ὑπουργείου, καὶ αὐτὴν τὴν αἴτησιν τὸ ὑπουργεῖον παρεδέχθη διὰ τῆς ὁμολογίας τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὅτι αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἶναι ἡ βάσις τῆς συζητήσεως. Ὁ Κ. πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως ἠθέλησε νὰ δώσῃ κάποιον χαρακτῆρα εὐχάριστον, ὑποχωρῶν ἀπέναντι τῆς αἰτήσεως, ἡ ὁποία τῷ ἐγένετο, καὶ δὲν ἐδίστασε νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ἡμεῖς εἴδομεν κινδύνους, οὓς ἐξηγάγομεν ἐκ τῆς ἐκθέσεως αὐτῆς. Τῷ ὄντι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐξέφρασε τὸν κίνδυνον, ὁ ὁποῖος ἠδύνατο νὰ μεταθέσῃ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπὸ τὴν νόμιμον αὐτῆς θέσιν εἰς ἄλλο μέρος, καὶ ἐξέφρασε φόβον ἐπὶ τοιαύτης ἀρχῆς· ἀντέκρουσε δὲ τὸν κύριον ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος εἶπεν, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ἤμεθα σύμφωνοι ὡς πρὸς τὴν ἀρχὴν ἑνὸς νομοσχεδίου, τὰ δὲ καθ’ ἕκαστα οὔτε κἂν εἶναι ἄξια λόγου. Τοῦτο δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι τὰ καθέκαστα ἔχουν πολλάκις σημαντικὴν ἀξίαν παρὰ ἡ ἀρχή· π. χ. παραδέχεσθε τὴν ἀρχὴν ἑνὸς νόμου, ἵνα ἐπιβάλλητε τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου, καὶ ὅμως μία μερικὴ διάταξις εἶναι τοιαύτη, ὥστε καταστρέφει ὁλόκληρον τὴν πολιτείαν. Τοῦτο εἶναι μικρότερον παρὰ τὴν ἀρχήν; Ἂν διάταξίς τις λέγῃ, ὅτι ἀντὶ τῆς μιᾶς δραχμῆς, ἣν δίδει ἕκαστος πολίτης διὰ μίαν ἀγωγὴν, θὰ πληρόνῃ εἰς τὸ ἑξῆς ἑκατὸν, τοῦτο εἶναι μικρότερον παρὰ τὴν ἀρχήν; Ἡ ἀντιπολίτευσις διακρίνει ποῦ ὑπάρχει ὁ κίνδυνος, καὶ ὅταν τὸν εὕρῃ εἰς κανὲν σημεῖον, δὲν θέλει τὸν ἀφήσει χωρὶς νὰ πολεμήσῃ κατ’ αὐτοῦ. Ἦτο ἐλλειπὴς ὅλως διόλου μία ὡραία ἐπίνοια τοῦ κυρίου πρωθυπουργοῦ, ὁ ὁποῖος ὑπ’ αὐτὸ τὸ κάλυμμα, ὅτι ἡμεῖς εὕρομεν κινδύνους, ὑπεχώρησεν ἐντιμότερον εἰς τὴν αἴτησίν μας.
§48ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ (ἐκ δεξιῶν). Μὴ διεκδικεῖτε νίκας ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν.
§49ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ σύστημα τῶν ὑποχωρήσεων εἶναι πρωτότυπον, καὶ δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ὑπουργεῖον παραδέχεται μετὰ πολύωρον μάχην τὰς προτάσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ οὕτως ἐξερχόμεθα ὅλοι εὐχαριστημένοι. Χθὲς ἀκόμη μετὰ τετράωρον συζήτησιν, ἀφοῦ τὸ ὑπουργεῖον ἀπέκρουσε τὰς αἰτήσεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, πρὸς τὸ ἑσπέρας ἐφωτίσθη καὶ παρεδέχθη τὴν πρότασιν, καὶ οὕτως ἐφύγαμεν ὅλοι εὐχαριστημένοι. Ἀφ’ οὗ λοιπὸν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μας παραδείγματα, καὶ διπλᾶ μάλιστα, βεβαίως δὲν δύναται νὰ μᾶς φανῇ παράδοξον, διότι ἔχομεν σήμερον καὶ τρίτον, καθ’ ὅσον πιστεύω, ὅτι θὰ ἔχωμεν κατόπιν καὶ πολλὰ ἄλλα· εἶναι δὲ ὡραία ἡ πολιτικὴ αὐτὴ, διότι τὸ ὑπουργεῖον πάντοτε νικᾷ παραδεχόμενον τὴν ὁδὸν τῆς ἀντιπολιτεύσεως· καὶ τὴν πολιτικὴν αὐτὴν τοῦ ὑπουργείου, νομίζω, ἀνήκει εἰς ἕνα ἕκαστον νὰ τὴν κρίνῃ.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κ. Παδοβᾶ· δὲν ἐπιμένετε εἰς τὴν πρότασίν σας;
§51ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὅταν ἡ Κυβέρνησις τὸ παραδέχεται ὡς ἴδιον νομοσχέδιον, δὲν ἐπιμένω.
§52Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἤθελα παρακαλέσει τὸ προεδρεῖον νὰ ἀναγνώσῃ τὴν ἔκθεσιν τοῦ συμβουλίου, ἥτις εἰς τὸ τέλος τῆς βʹ. παραγράφου λέγει, ὅτι παρασυνάπτει καὶ τὰς κατὰ μέρος ἐκθέσεις τῶν γνωμῶν τῶν τριῶν μελῶν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καὶ αὐταὶ ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν.
§54Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔλαβα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω πῶς συμβαίνει ἄλλοι νὰ λαμβάνουν καὶ ἄλλοι νὰ μὴ λαμβάνουν. Λοιπὸν μεταβαίνομεν εἰς ἕτερον ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. (7.) πρότασις νόμου περὶ παρατάσεως τῆς διαρκείας τοῦ ἐν Μεγαλοπόλει συνοικισμοῦ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ὡς πρὸς τὴν ἀρχήν;
§56ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν ἀρχὴν καὶ ἑπομένως παραπέμπεται εἰς τὴν ἁρμοδίαν ἐπιτροπήν. (8.) Νομοσχέδιον περὶ ἐκλογικῆς διαιρέσεως τῆς ἐπαρχίας Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας. Ἰδοὺ τὸ Νομοσχέδιον. «Ἄρθρον 1. Ἡ ἐπαρχία Κερκύρας. Διαιρεῖται εἰς τρεῖς Ἐπαρχίας, τὰς ἑξῆς. ά.) Ἐπαρχίαν Κερκύρας, περιλαμβάνουσαν τὴν πόλιν, τὰ προάστεια καὶ τὰ παρακείμενα νησίδια....»
§58Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν εἶναι αὐτὸ, Κ. Πρόεδρε· εἶναι τὸ Β. Διάταγμα τῆς 17 Δεκεμβρίου 1864, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς «Ἄρθρον 1. ὁ ἀπὸ 5. Δεκεμβρίου νόμος περὶ διοικητικῆς διαιρέσεως τοῦ Κράτους ἐφαρμόζεται ἐν Ἑπτανήσῳ κτλ.» Καὶ πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν τὸ ἄλλο μεχρισοῦ ἔλθῃ ὑπὸ συζήτησιν αὐτό.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμετε πρότασιν.
§60ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὴν 17 Δεκεμβρίου 1864 ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, διαιροῦν τὴν Κεφαλληνίαν εἰς Ἐπαρχίας, καὶ ἐπειδὴ εὗρε τὴν Κεφαλληνίαν εἰς μίαν ἐπαρχίαν, τὴν διετήρησεν. Ἀκολούθως ἐπῆλθε Β. Διάταγμα τῆς 5 Μαρτίου 1865, τὸ ὁποῖον διῄρεσε διαφοροτρόπως διοικητικῶς τὴν Κεφαλληνίαν εἰς τρεῖς ἐπαρχίας. Λόγος περὶ διοικητικῆς ἢ περὶ βουλευτικῆς περιφερείας δὲν ὑπάρχει, ἑπομένως εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ διαίρεσις Τὰ δύω ταῦτα διατάγματα ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς ἐπικύρωσιν. Ἡμεῖς ἐλάβομεν τὸ ἓν, τῆς 17 Δεκεμβρίου 1864, καὶ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ καθυποβληθῇ πρῶτον πρὸς ἐπικύρωσιν, διότι τοὐλάχιστον ἔχει τὴν προτεραιότητα τῆς χρονολογίας. Τὸ δεύτερον τὸ βλέπω σήμερον εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Καὶ ἐπειδὴ δύω καὶ τὰ αὐτὰ Διατάγματα περὶ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου πρέπει νὰ συζητηθῶσι κατὰ τὴν χρονολογικὴν αὐτῶν τάξιν, διὰ τοῦτο ἐξαιτοῦμαι, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ Διατάγματος τῆς 5 Μαρτίου 1865, ὅπως προσυζητηθῇ τὸ τῆς 17 Δεκεμβρίου 1864. Καὶ λέγω τοῦτο καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως, διότι, ἐὰν τὸ διάταγμα τοῦ Μαρτίου συζητηθῇ πρὸ τοῦ διατάγματος τοῦ Δεκεμβρίου, τοῦτο μένει κυρωμένον αὐτοδικαίως, πρᾶγμα τὸ ὁποῖον βεβαίως δὲν ἐπιθυμεῖ τὸ ὑπουργεῖον, διότι ὅλα τὰ διατάγματα τὰ ὑποβάλλει πρὸς ἐπικύρωσιν. Ἑπομένως ἡ Βουλὴ θὰ εὑρεθῇ ἠναγκασμένη νὰ ἀκυρώσῃ ἓν Β. Διάταγμα. Ἑπομένως καὶ διὰ τὸν τύπον καὶ διὰ τὴν οὐσίαν ἐξαιτοῦμαι, ἵνα ἡ Βουλὴ ἀναβάλῃ τὴν συζήτησιν τοῦ παρόντος Διατάγματος, ὅπως συζητηθῇ μετὰ τὸ διάταγμα τοῦ Δεκεμβρίου.
§61ΤΙΝΕΣ. Ἢ καὶ συγχρόνως.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλὴ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Ἰακωβάτου;
§63ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, οὐδεὶς ἀντιτείνει.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς ἕτερον ἀντικείμενον «9.) Ὅμοιον περὶ κυρώσεως τοῦ περὶ πληρωμῆς τῶν ἐξόδων τοῦ Κράτους ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1865 Διατάγματος· τρίτη συζήτησις.» Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Παρεδέχθη διὰ τὴν συζήτησιν. «10.) Ὅμοιον περὶ κυρώσεως τοῦ περὶ ἐκτάκτων πιστώσεων ἐκ δραχμῶν 127, 604, 19/00 Διατάγματος. Τρίτη συζήτησις.» Ἄρθρον μοναδικόν. Ἐπικυροῦνται αἱ ἐν ἐλλείψει τῆς Βουλῆς δυνάμει τοῦ ἄρθρου 18 τοῦ περὶ Δημοσίου Λογιστικοῦ ΣΙΒʹ. Νόμου χορηγηθεῖσαι διὰ Βασ. Διαταγμάτων ἐπὶ τῆς χρήσεως 1865 ἐκ δραχμῶν 68,714,47/00 πιστώσεις, ὡς καὶ ἡ δυνάμει τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ εἰρημένου Νόμου ἀναπληρωτικὴ ἐκ δραχ. 58,889,72/00
| ἤτοι εἰς τὸ ὑπουργεῖον | Ἐσωτερικῶν | δραχ. | 53,714:47 |
| » » | Στρατιωτικῶν | » | 58,889:72 |
| » » | Οἰκονομικῶν | » | 15,000 |
| τὸ ὅλον | » | 127,604:19 |
καταλογιζόμεναι εἰς τὰ διάφορα κεφάλαια καὶ ἄρθρα τοῦ Γενικοῦ καὶ τῶν εἰδικῶν προϋπολογισμῶν, κατὰ τὸν ὧδε προσαρτώμενον λεπτομερῆ πίνακα. Ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι.) Παρεδέχθη.
§65Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐννοεῖται μὲ τὰς τροπολογίας τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν εἰς τὴν πρώτην καὶ δευτέραν συζήτησιν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔγειναν τροπολογίαι.
§67ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔγειναν, μάλιστα. Εἶναι τὸ περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ ἀγῶνος, δηλ. δὲν δύνανται νὰ γείνουν πληρωμαὶ πέραν τοῦ Ὀκτωβρίου.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον 11.) «Ὅμοιον περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ περὶ χαρτοσήμου νόμου καὶ ἐπεκτάσεως αὐτοῦ εἰς τὰς Ἰονίους νήσους.» Ὑπεβλήθησαν διάφοροι τροπολογίαι αἱ ὁποῖαι εἰσέτι δὲν ἐτυπώθησαν.
§69Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Λοιπὸν νὰ ἀναβληθῇ.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναβάλλεται. «12.) Ὅμοιον περὶ σχηματισμοῦ πόρων πρὸς διατήρησιν τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίας.»
§71ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑπάρχουν καὶ τροπολογίαι.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν. Ἰδοὺ τὸ Νομοσχέδιον.
ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟΝ.
Περὶ σχηματισμοῦ πόρων πρὸς συντήρησιν καὶ βελτίωσιν τῆς διὰ ξηρᾶς καὶ θαλάσσης συγκοινωνίας. Ἄρθρον 1. Ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου 4 τοῦ ἀπὸ 2 Σεπτεμβρίου 1852 Νόμου ἐπιβαλλομένη εἰς τοὺς κατοίκους προσωπικὴ ἐργασία πρὸς κατασκευὴν ἐθνικῶν ὁδῶν καταργεῖται. Ἄρθρον 2. Ἐπιβάλλεται φόρος, ά.) ἑνὸς ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν προϊόντων τῆς γῆς· βʹ.) πέντε λεπτῶν ἐπὶ τῶν αἰγῶν καὶ προβάτων, εἴκοσιν ἐπὶ τῶν μεγάλων ζώων, καὶ δέκα ἐπὶ τῶν ὄνων κατὰ κεφαλήν· γʹ.) εἴκοσι λεπτῶν κατὰ δραχμὴν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων. Ἄρθρον 3. Προσεπιβάλλονται καὶ τελωνιακοὶ δασμοί, ά.) πέντε λεπτῶν τὴν ὀκᾶν ἐπὶ τοῦ σακχάρου, καφὲ καὶ ὀρυζίου· βʹ.) 2 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῆς ἀξίας τῆς οἰκοδομουμένης ξυλείας· γʹ.) 10 τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ τῶν κατὰ τὸ δασμολόγιον τελῶν τῶν ἐπιβαλλομένων εἰς τὰ ὑφάσματα. Ἄρθρον 4 Οἱ φόροι οἱ ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 2. ὁριζόμενοι βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ χρόνον μετὰ τῶν ἀντιστοιχούντων δημοσίων φόρων. Κατατίθενται δὲ μετὰ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 3 προσθέτων τελωνιακῶν δασμῶν, καὶ τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 23 τοῦ περὶ ὁδοποιΐας νόμου εἰσπραττομένων διοδίων ἐπὶ τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, ἐν Τραπέζῃ τινὶ τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 5. Τὰ κατὰ τὰ ἄρθρα 2 καὶ 3 ἔσοδα, ὡς καὶ τὰ ἐκ διοδίων, διατίθενται ἀποκλειστικῶς πρὸς κατασκευὴν, βελτίωσιν καὶ συντήρησιν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν τεχνικῶν ἐργασιῶν τῶν ἐπαρχιακῶν ὁδῶν καὶ πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν ἐννόμων ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνέλαβεν ἡ Κυβέρνησις πρὸς τὴν Ἑλληνικὴν Ἀτμοπλοΐαν. Ἄρθρον 6. Καθ’ ἕκαστον ἔτος θέλει συντάττεσθαι εἰδικὸς προϋπολογισμὸς τῶν ἐσόδων καὶ τῶν ὑπὸ τοῦ ἄρθρου 5 ὁριζομένων ἐξόδων, ὅστις μετὰ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους θέλει ὑποβάλλεσθαι εἰς τὴν Βουλὴν ὡς παράρτημα αὐτοῦ. Τὸν εἰδικὸν τοῦτον προϋπολογισμὸν θέλει συνοδεύει καὶ σχέδιον τοῦ ἐκτελεσθησομένου δημοσίου ἔργου, συντεταγμένον ἐπὶ τῇ βάσει τῆς αἰτουμένης πιστώσεως. Κατὰ τὸν αὐτὸν τρόπον καὶ χρόνον θέλει ὑποβάλλεσθαι καὶ λογαριασμὸς τῆς διαχειρίσεως ἑκάστου ἔτους. Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν καὶ προσωρινὸς ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Ἐπὶ τῆς ἀρχῆς ζητεῖ τις τὸν λόγον;
§73Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Προκειμένου, Κύριοι, περὶ ἐπεκτάσεως τῆς συγκοινωνίας τῆς Ἑλλάδος, βεβαίως δὲν πρέπει κἀνεὶς νὰ ἦναι ἐναντίος· ἐγὼ μάλιστα δύναμαι νὰ διϊσχυρισθῶ ὡς ἐκ τῶν προηγουμένων μου, ὅτι ὑπῆρξα ἄκρος ζηλωτὴς τῆς βελτιώσεως τῆς συγκοινωνίας. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον χρεωστῶ, πρὶν ἢ ἐναντιωθῶ εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου, νὰ διαβεβαιώσω τὴν Βουλὴν καὶ τὸ κοινὸν, ὅτι δὲν εἶμαι ποσῶς ἐναντίος τῆς ἀναπτύξεως τῆς συγκοινωνίας, διότι διὰ μόνης ταύτης δύναται τὸ ἔθνος νὰ εὐημερήσῃ. Ἀλλὰ δὲν ἐννοῶ ποσῶς τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα ὀφείλει ν’ ἀπαντήσῃ ὁ γενικὸς προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους, νὰ ῥίψωμεν εἰς τὴν ῥάχιν τοῦ δυστυχοῦς λαοῦ δι’ ἐκτάκτων φόρων. Ὁ νόμος τοῦ 1852 κἀμμίαν ἄλλην ὑποχρέωσιν, κἀνὲν ἄλλο βάρος εἰς τὸν λαὸν δὲν ἐπιβάλλει, προκειμένου περὶ τῆς κατασκευῆς τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, εἰμὴ μόνον τὴν προσωπικὴν ἐργασίαν, ὅλας δὲ τὰς ἄλλας δαπάνας τὰς ἐπιβάλλει εἰς βάρος τοῦ δημοσίου, καὶ ἐννοεῖται, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ὁ φορολογούμενος λαὸς πληρόνῃ τοὺς φόρους του, ποῖον ἄλλον σκοπὸν ἔχει, εἰμὴ νὰ συντελέσῃ δι’ αὐτῶν εἰς τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς ἐλευθέρας συγκοινωνίας, καὶ εἰς ὅλα ἐκεῖνα τὰ καλά, τὰ ὁποῖα ὑπόσχονται τὴν εὐτυχίαν του; Ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐκ τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους δὲν καταβάλλῃ τὰ ἔξοδα διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν ὁδῶν, δὲν μοὶ λέγετε ποῦ ἀλλοῦ κυρίως θέλει ἀπασχολήσει αὐτά, ἢ εἰς μόνην τὴν πληρωμὴν τῶν ὑπαλλήλων, ἢ εἰς τὴν δημοσίαν λεγομένην ἀσφάλειαν; Ἀλλ’ ἠξεύρετε, Κύριοι, διατί σήμερον ἔρχεται εἰς τὴν ἐπιβολὴν ἐκτάκτων φόρων; διότι ἡ Συνέλευσις ἀναλογισθεῖσα τὴν δυστυχῆ θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ γεωργικὴ τάξις, ἠλάττωσε τὸν φόρον τὸν ἔγγειον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησι, διατελοῦσα ἤδη στενοχωρημένη ὡς πρὸς τὰ μέσα τὰ χρηματικὰ, ἔρχεται δι’ ἄλλης ὁδοῦ νὰ ἀναβιβάσῃ τὸν φόρον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἡ Συνέλευσις, ὀρθῶς ποιοῦσα καὶ προνοοῦσα περὶ τῆς δυστυχοῦς αὐτῆς τάξεως, ἐλάφρυνε. Μ’ ἄλλας λέξεις, Κύριοι, προσκαλεῖ σήμερον ἡ Κυβέρνησις τὴν Βουλὴν ταύτην, διὰ νὰ αὐξήσῃ τοὺς φόρους ἐκείνους, καὶ ἐπειδὴ δὲν τολμᾷ νὰ εἴπῃ ἀποτόμως «αὐξήσατέ μοι τοὺς φόρους διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ», ἔρχεται εἰς ἄλλο μέσον σοφιστικὸν καὶ λέγει· ἐπιβάλλετε ἐκτάκτους εἰδικοὺς φόρους, διὰ νὰ σᾶς κάμω ὁδούς. Ἀλλ’ αἱ ἐθνικαὶ ὁδοὶ, Κ. ὑπουργὲ, εἶναι εἰς βάρος σας· αὗται ἐπιβαρύνουν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ κράτους. Τὴν συνδρομὴν, τὴν ὁποίαν θὰ δώσωμεν ἡμεῖς, δὲν τὴν ἀρνούμεθα· εἶναι ἡ συνδρομὴ τῆς προσωπικῆς ἐργασίας.
§74ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§75ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ τί λέγει εἰς τὴν ἔκθεσιν ταύτην ὁ Κ. ὑπουργός; Ἀπεδείχθη, λέγει, ὅτι τὸ μέσον τῆς βοηθείας, τὸ ὁποῖον παρέχει ὁ λαὸς, τοὐτέστι τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, εἶναι ἀτελεσφόρητον, διότι οἱ ἄνθρωποι ὡς ἐκ τῶν ἀποστάσεων δὲν ἀποφασίζουν νὰ ἐγκαταλείψουν τὰς οἰκίας των, τὰ ἔργα των, ἀλλ’ ἀναγκάζονται νὰ πληρόνουν τὸ τίμημα τῶν ἡμερομισθίων, καὶ ἀποδειχθέντος ἀχρήστου τοῦ μέτρου αὐτοῦ, ἀναγκάζεται, λέγει, νὰ ζητήσῃ φόρον ἔκτακτον, διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ κατασκευάσῃ ὁδοὺς κτλ. Εἶναι λοιπὸν ἀντικατάστασις δικαία ὁ φόρος αὐτὸς πρὸς κατάργησιν τῆς προσωπικῆς ἐργασίας; Ὄχι! Εἶναι βαρύτατον τὸ βάρος τοῦτο, διότι ἡ προσωπικὴ ἐργασία, χρησιμεύουσα ἁπλῶς καὶ μόνον εἰς τὸ νὰ βοηθήσῃ τὸ δημόσιον ταμεῖον εἰς τὴν ἐπισκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, δὲν ἔχει τὴν ἰδίαν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν ἔχει σήμερον ὁ ζητούμενος φόρος, διότι τὸν φόρον τοῦτον θὰ τὸν πληρόνουν ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ Κράτους, ἐνῷ ταυτοχρόνως αἱ ὁδοὶ δὲν κατασκευάζονται καθ’ ὅλον τὸ Κράτος. Ὑποθέτω π. χ. ὅτι κατασκευάζεται ἡ ἐθνικὴ ὁδὸς, ἡ ὁποία θὰ συγκοινωνήσῃ τὴν ἐπαρχίαν τῶν Θηβῶν μὲ τὴν ἐπαρχίαν τῆς Λεβαδείας· ἐννοεῖται, ὅτι κατὰ τὸ πρῶτον σύστημα θὰ προσκληθῶσιν οἱ κάτοικοι καὶ τῶν Θηβῶν καὶ τῆς Λεβαδείας, ἵνα καταβάλωσιν ἀναλόγως τὴν προσωπικήν των ἐργασίαν εἰς την κατασκευὴν ταύτην, καὶ εἰς τὸν ἴδιον καιρὸν θὰ ἀπολαύσωσι τὰ ὠφελήματα τῆς καλῆς συγκοινωνίας, ἐνῷ διὰ τοῦ νέου συστήματος θὰ πληρόνουν ὅλοι οἱ κάτοικοι τοῦ Κράτους φόρον βαρύτατον, καὶ μολοντοῦτο εἰς τὰς πλείστας ἐπαρχίας δὲν θὰ παραχθῇ ἡ ὠφέλεια, εἰμὴ ἴσως μετὰ δέκα καὶ εἴκοσιν ἔτη. Καὶ ἠξεύρετε, Κύριοι, ποῖος φόρος ἐπιβάλλεται; Ἰδού· ἓν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν ἐπὶ ὅλων τῶν προϊόντων τῆς γῆς, μὲ ἄλλας λέξεις τὸ 5%, τὸ ὁποῖον ἐψήφισεν ἡ Συνέλευσις, γίνεται 6· 5 λεπτὰ κατὰ πᾶσαν κεφαλὴν τῶν μικρῶν ζώων, 20 λεπτὰ κατὰ πᾶσαν κεφαλὴν τῶν μεγάλων, 10 λεπτὰ κατὰ πᾶσαν κεφαλὴν τῶν ὄνων, καὶ 20 λεπτὰ κατὰ δραχμὴν ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ οἰκοδομῶν· προσέτι προσέθεσε τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ ἔμμεσον φόρον 5 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν ἐπὶ τῆς ζακχάρεως, ὀρυζίου κτλ. καὶ παρακατιὼν ὑπάρχει μία ἄλλη διάταξις, ἡ ὁποία λέγει· «αὐτοὶ οἱ φόροι θέλουν χρησιμεύσει ἀκόμη καὶ εἰς τὴν ἀποζημίωσιν τῆς ἀτμοπλοϊκῆς ἑταιρίας,» τὴν ὁποίαν διὰ συμβάσεως ἔχει ἀναλάβει ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρόνῃ, καὶ ἥτις συνίσταται εἰς 490,000 δραχ. κατ’ ἔτος. Λοιπὸν εἶναι δίκαιον, Κύριοι, νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς μὲ τόσον βαρεῖς φόρους πρὸς ἐπισκευὴν τῶν ἐθνικῶν ὁδῶν, αἵτινες κατὰ τὸ δημόσιον δίκαιον ἐπιβαρύνουν τὸν γενικὸν τοῦ Κράτους προϋπολογισμόν; εἶναι δίκαιον νὰ ἀναλάβῃ ὁ λαὸς εἰς τὴν ῥάχιν του τὴν πληρωμὴν τῆς ἀποζημιώσεως εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν;
§76ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα ποῖος τὴν ἔχει;
§77ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Μὴ βιάζεσθε, Κύριε πρωθυπουργέ· ὁ λαὸς πληρόνων φόρους εἰς τὸ Κράτος διὰ τὰς γενικὰς ἀνάγκας του, ἐννοεῖ, ὅτι θὰ μετέχῃ ἐξίσου καὶ τῶν ὠφελημάτων, καὶ ἴσα, ἴσα διὰ τοῦτο αἱ ὑποχρεώσεις αὗται πίπτουν εἰς βάρος τοῦ γενικοῦ προϋπολογισμοῦ. Ὅταν ὅμως ἔρχεσθε νὰ ἐπιβάλητε ἔκτακτον εἰδικὸν φόρον, ἡ ὠφέλεια πρέπει νὰ ἀναλογῇ ἐξίσου, νὰ ᾖναι ἄμεσος καὶ τοπική. Ὅταν π. χ. ἐπιβάλλετε φόρον εἰς τὸν Καρύστιον διὰ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν.....
§78ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τώρα δὲν πληρόνει ὁ Καρύστιος;
§79ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε ὑπουργὲ, διαφέρουν οἱ δημόσιοι γενικοὶ καὶ τακτικοὶ φόροι ἀπὸ τοὺς ἐκτάκτους καὶ εἰδικούς· οἱ τελευταῖοι ἐπιβάλλονται ἀντὶ ἀμέσων τοπικῶν ὠφελειῶν, καὶ ὅταν οἱ Καρύστιοι πληρόνουν ἔκτακτον φόρον διὰ τὴν ἀτμοπλοϊκὴν συγκοινωνίαν, πρέπει νὰ ἀπολαμβάνωσι ταύτην ἐξίσου μετὰ τῶν ἄλλων μερῶν.
§80Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Διάβασε τὰς τροπολογίας.
§81ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ὠφελοῦν αἱ τροπολογίαι.
§82Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἔχομεν πρότασιν ἀναβολῆς.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ δὲν ἠμποροῦν νὰ διακόψουν τώρα.
§84Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας εἰς τὸ σπουδαιότατον τοῦτο ἀντικείμενον, διὰ τὸ ὁποῖον κηρύττομαι ἀνεύθυνος, ἐὰν γενῇ δεκτὸν τὸ νομοσχέδιον. Σημειώσατε ὅμως, ὅτι ὁ λαὸς θὰ εἴπῃ εἰς ἡμᾶς κατόπιν, ὅτι ἤλθομεν ἐδῶ καὶ τίποτε ἄλλο δὲν ἐπράξαμεν, εἰμὴ νὰ αὐξήσωμεν τοὺς φόρους. Θὰ δώσητε λόγον, Κύριοι, βαρὺν, διότι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων λόγων, εἶμαι βεβαιότατος, ὅτι αἱ ὠφέλειαι αἱ ὁποῖαι θὰ προσγίνωσιν ἐκ τῆς ἐπιβολῆς αὐτοῦ τοῦ φόρου, δὲν θὰ ἀνταποκριθοῦν εἰς ὅλον τὸ Κράτος, καὶ θὰ πληρόνουν οἱ μὲν τῶν κατοίκων αὐτοῦ εἰς ὄφελος τῶν δὲ, διότι ἡ Κυβέρνησις, ὡς ἐκ τῆς πείρας ἀπεδείχθη, δὲν ἔχει τόσους μηχανικούς, ὥστε νὰ δύναται νὰ τοὺς ἀπασχολήσῃ εἰς ὅλον τὸ Κράτος. Περιπλέον, Κύριοι, βλέπω, ὅτι ὑπάρχει καὶ κἄτι τι κρυπτὸν ἐν τῷ νομοσχεδίῳ τούτῳ, καὶ ἰδοὺ τὶ ὑπάρχει κατ’ ἐμέ. Τὸ ταμεῖον τὸ δημόσιον εὑρίσκεται εἰς χρεωκοπίαν· ἀπ’ εὐθείας δὲν ἔχει τὴν τόλμην τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ νόμον περὶ αὐξήσεως τῶν φόρων, διότι ἤθελεν ἀντιστρατευθῆ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως. Ζητεῖ λοιπὸν δι’ ἄλλης ὁδοῦ, δι’ αὐτοῦ τοῦ φόρου, νὰ ἀποταμιεύσῃ χρήματα καὶ βαθμηδὸν βαθμηδὸν καταλάβῃ αὐτὰ καὶ τὰ δαπανήσῃ εἰς τὰς γενικὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους. Ὅτι δὲ παρακατατίθενται εἰς τὴν Τράπεζαν αὐτὸ νὰ μὴ σᾶς ἔχῃ ἐξασφαλισμένους, διότι καὶ ἄλλα χρήματα, ὡς αἱ συντάξεις, τὰ κληροδοτήματα, καὶ ἄλλα, κατετέθησαν ἐκεῖ, ἀλλ’ ἀνεσύρθησαν καὶ ἐδαπανήθησαν εἰς τὰς γενικὰς ἀνάγκας. Εἶναι τέλος πλαγία αὔξησις φόρων, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ καταναλωθοῦν εἰς τὴν συγκοινωνίαν ἀλλ’ εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ κενοῦ, τὸ ὁποῖον σήμερον δυστυχῶς ἔχει τὸ ταμεῖον. Εἶμαι ἑπομένως κατὰ τῆς ἐπιβολῆς τοῦ φόρου τούτου, καὶ ἂν θέλητε σεῖς νὰ τὸν ἐπιβάλητε, ἐγὼ νίπτω τὰς χεῖράς μου.
§85Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἔχω πρότασιν ἀναβολῆς, διότι ὁσάκις ἡ Βουλὴ πρόκειται νὰ ἐπιβάλῃ φόρους πρέπει νὰ μελετηθῇ ἐπισταμένως· εἶναι δὲ καὶ ἄλλο, ὅτι προτείνεται ἀπὸ τρεῖς Βουλευτὰς Ἑπτανησίους ἡ ἐξαίρεσις τῆς Ἑπτανήσου. Ἐκτὸς τούτου ἔχομεν ἐκκρεμῆ καὶ ἄλλα ζητήματα, ἔχομεν τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως. Ὑποθέσατε, ὅτι σήμερον παραδεχόμεθα τὴν τροπολογίαν νὰ ἐξαιρεθῇ ἡ Ἑπτάνησος αὐτοῦ τοῦ φόρου, καὶ εἶτα παραδεχόμεθα τὴν καθ’ ὅλα ἀφομοίωσιν· τί θὰ ἔχωμεν τότε; θὰ ἔχωμεν ἐν Ἑλλάδι φόρον, καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ ὄχι. Ὥστε φρονῶ δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὕτη δι’ ὀκτὼ ἡμέρας, καὶ νὰ προσκληθῶσιν ὅσοι ἔκαμον τροπολογίας νὰ τὰς ἑνώσουν διὰ νὰ εὐκολύνουν τὴν ἐργασίαν τῆς Βουλῆς.
§86ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχουν πολλαὶ τροπολογίαι ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον νομίζω, ὅτι εἶναι πολὺ σπουδαιότερον εἰς τὰ καθέκαστα παρὰ εἰς τὴν ἀρχήν· τὴν ἀρχὴν δυνάμεθα ὅλοι νὰ δεχθῶμεν, ἀλλ’ εἰς τὰ καθέκαστα δὲν ἠξεύρω, ἂν θὰ ἤμεθα σύμφωνοι. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προσκαλέσητε ὅλους ὅσοι ὑπέβαλον τροπολογίας ἢ ἔχουν σκοπὸν νὰ ὑποβάλουν, νὰ φθάσουν, εἰ δυνατὸν, εἰς ἓν συμπέρασμα ὁμόφωνον.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ σύστημα τῶν τροπολογιῶν καὶ τῆς συγχωνεύσεως αὐτῶν γίνεται μέχρι τοῦδε καὶ θὰ γείνῃ εἰς τὸ ἑξῆς τοιοῦτον. Καθεὶς θὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τροπολογίαν του, καὶ, εἰ δυνατὸν, θὰ συγχωνευθοῦν. Τώρα, καθὼς θέλουν, δὲν θὰ γείνῃ τίποτε.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, εἴπατε «πολλαὶ καὶ διάφοροι τροπολογίαι». Εἶναι τρεῖς ἢ τέσσαρες καὶ κύριος σκοπὸς αὐτῶν εἶναι, ὅτι ὅσα εἰσπράττονται εἰς κάθε ἐπαρχίαν ἐκεῖ καὶ νὰ ἐξοδεύωνται. Αὐτὴ εἶναι ἡ σπουδαιοτάτη τροπολογία. Ἄλλη τροπολογία τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται ὁ νόμος αὐτὸς εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ποίαν συγχώνευσιν θὰ κάμητε εἰς αὐτήν; Ἑτέρα τροπολογία τοῦ Κ. Θεοχάρη προσθέτει νὰ δίδωνται εἰς τοὺς δήμους τὰ δημόσια ἐκεῖνα ἔργα, τὰ ὁποῖα συντελοῦν καὶ ταῦτα εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῆς συγκοινωνίας. Ποίαν συγχώνευσιν θὰ κάμετε εἰς αὐτὰς τὰς τροπολογίας;
§89ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐὰν προχωρήσῃ ἡ συζήτησις, ζητῶ τὸν λόγον· εἶμαι κατὰ τῆς ἀρχῆς.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ περὶ ἀναβολῆς;
§91ΠΟΛΛΟΙ. Ὂχι.
§92ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου, καὶ συμφωνῶ μὲ τὸν προλαλήσαντα ἐν μέρει, διαφωνῶ δὲ ἐν γένει. Τὸ προκείμενον νομοσχέδιον εἶναι σπουδαῖον, καὶ δύναμαι εἰπεῖν ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων, διότι αὐτὸ ζητοῦν οἱ λαοὶ τῶν ἐπαρχιῶν. Ζητοῦν, Κύριοι, δρόμους, ζητοῦν γεφύρας, ζητοῦν ἄλλα πράγματα, τὰ ὁποῖα στεροῦνται σήμερον· διότι πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, ὅτι μέχρι τοῦδε αἱ διάφοροι Κυβερνήσεις περιωρίσθησαν εἰς τὸν κύκλον τῶν Ἀθηνῶν μέχρι τὸ πολὺ τῆς Τριπόλεως ἢ καὶ τῆς Φθιώτιδος, τὰς δὲ ἄλλας ἐπαρχίας ἄφησαν ἐντελῶς ἐρήμους, καὶ ἂν ὑπῆρχεν ἐπὶ τουρκοκρατίας καμμία ὁδὸς, καὶ αὐτὴ σήμερον ὑπάρχει. Ὁ νόμος τοῦ 1852, τὸν ὁποῖον ἐμνημόνευσεν ὁ προλαλήσας, περὶ προσωπικῆς ἐργασίας, οὔτε ἐμβῆκεν, οὔτε εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ ἐμβῇ εἰς ἐνέργειαν. Καὶ ἐνόσῳ δὲν δυνάμεθα διὰ νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, (διότι ἐγὼ σᾶς τὸ λέγω ἐκ πείρας, καθότι δὶς καὶ τρὶς ὡς διοικητικὸς ὑπάλληλος ἐπροσπάθησα νὰ τὸν ἐφαρμόσω καὶ ἐστάθη ἀδύνατον) ὅσον, λέγω, δὲν δυνάμεθα νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν νόμον αὐτὸν, ποτὲ δὲν θὰ ἔχωμεν δρόμους, καὶ κατὰ συνέπειαν ἡ συγκοινωνία θὰ ᾖναι ἀείποτε διακεκομμένη. Τὸ προταθὲν λοιπὸν νομοσχέδιον εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, καὶ νομίζω, ὅτι θὰ τὸ ὑποστηρίξῃ πᾶσα ἡ Βουλή· διότι δύναμαι νὰ εἴπω εἰς τοὺς ἀντιλέγοντας, ἐὰν ὑπάρχουν τοιοῦτοι, ὅτι οὐδεμία ἐπαρχία θὰ ἐπιδοκιμάσῃ τὴν ἄρνησιν ψήφου ἐπὶ τοῦ προκειμένου νομοσχεδίου. Ποῦ ζῶμεν καὶ νὰ μὴ ἔχωμεν δρόμους, ἵνα μεταβῶμεν ἓν βῆμα ἐκτὸς τῆς πρωτευούσης!
§93ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ μάλιστα, ὅταν βρέχῃ.
§94ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλ’ ἔρχομαι εἰς μίαν ἄλλην διάταξιν· λέγει τὸ νομοσχέδιον νὰ δίδωμεν καὶ εἰς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν 400,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος. Καὶ τίς ἡ ἀνάγκη, Κύριοι, νὰ δώσῃ ὁ ἤδη φορολογούμενος λαὸς τοῦτο τὸ ποσὸν ἐκ νέου, ἐνῷ αὐτὸ ἀνήκει εἰς τοὺς γενικοὺς φόρους; Τὸ τοιοῦτον βεβαίως δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸ παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ, καὶ πιστεύω, ὅτι καὶ αὐτὸ τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον θὰ τὸ ἀποκρούσῃ ὡς δυσβάστακτον, ὡς βαρὺ, ὡς πιεστικόν.
§95ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Θὰ ἐλαττώσῃ τοὺς ναύλους ἡ ἑταιρία.
§96ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἴτε τοὺς ἐλαττώσει, εἴτε δὲν τοὺς ἐλαττώσει, ἡ ἀποζημίωσις αὕτη δὲν δύναται νὰ προέλθῃ οὐδέποτε ἀπὸ τὸν φόρον αὐτόν. Ὑπάρχουν ἄλλοι πόροι, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ ὑπουργὸς ὀφείλει νὰ ἀποτίσῃ τὰ ποσὰ ταῦτα πρὸς τὴν ἑταιρίαν. Ὅσον δὲ διὰ τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλόν τινες, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων ἔφερον ἀντίῤῥησιν, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, δὲν εἶμαι ἐναντίος τοῦ νὰ τεθῶσιν ὑπὸ συζήτησιν· ἀλλὰ δὲν δύναμαί ποτε νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἕνεκα τῶν τροπολογιῶν αὐτῶν πρέπει διὰ νὰ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις, καὶ καλῶς ποιοῦσα ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν ἀναβολήν.
§97ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀπεφάσισεν ἀκόμη ἐπ’ αὐτοῦ.
§98ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὑποστηρίζων λοιπὸν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου αὐτοῦ, ὡς ἀναγκαίου, ὡς καταλλήλου καὶ ὡς συμφώνου μὲ τὰ αἰσθήματα ὅλου ἐν γένει τοῦ Κράτους, καὶ κυρίως τῶν ἐπαρχιῶν, καταβαίνω τὸ βῆμα καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν ἀρχήν.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μιχαλόπουλος.
§100ΑΝΔΡ. ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεχώρησα, Κύριοι, τὸ στάδιον τῶν συζητήσεων ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων εἰς ἄλλους καταλληλοτέρους ἐμοῦ· προκειμένου ὅμως περὶ φορολογίας τοῦ λαοῦ, τοῦ λαοῦ ἐκείνου, ὁ ὁποῖος μᾶς ἀπέστειλε διὰ νὰ προστατεύσωμεν τὰ συμφέροντα αὐτοῦ ἐνταῦθα, καὶ ὄχι διὰ νὰ τὸν πιέσωμεν, δὲν θέλω ὑποχωρήσει εἰς οὐδένα ἄλλον· διότι ἐγὼ εἶμαι λαὸς φορολογούμενος, οὐχὶ συνταξιοῦχος, οὐχὶ μισθοποδόχος τῶν κατὰ καιροὺς ἐξουσιῶν. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἐπιβολῆς νέων φόρων. Φόρος καὶ τόκος εἶναι λέξεις ἀπαίσιαι, σατανικαὶ, ἑρμαφρόδιτοι. Ἀλλά, Κύριοι, μὲ ποῖον πρόσωπον θέλετε παρουσιασθῆ σεῖς, οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ αὐτοῦ ἐνώπιον τούτου τοῦ λαοῦ αὔριον, ὅταν παραδεχόμενοι ὑπερόγκους πιστώσεις διὰ δαπάνας ἀνωφελεῖς, ἔρχεσθε σήμερον νὰ ἐπιβάλητε νέους φόρους; Αὐτὰ εἶναι τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα μία μεγαλόφρων καὶ ἐθνικὴ Βουλὴ ἦλθε νὰ συζητήσῃ, νὰ ἐφεύρῃ καὶ νὰ ἐπιψηφίσῃ; Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀνακούφισις τῶν δεινῶν τοῦ λαοῦ; Θέλετε νὰ εὕρητε νέους πόρους; καταστρέψατε τὰς περιττὰς μισθοδοσίας, τὰ πολυτελῆ γραφεῖα. Ἐπιβάλετε φόρους εἰς τὰ ἀντικείμενα τῆς πολυτελείας, τὰ ὁποῖα ἐδηλητηρίασαν καὶ τὰ ἤθη μας, κατέστρεψαν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν μας. Οὐδέποτε θέλω συγκατατεθῆ, οὔτε θέλω ἐπιτρέψει νὰ ἐπιθέσητε νέους φόρους ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ λαοῦ αὐτοῦ, ὁ ὁποῖος μᾶς μισθοδοτεῖ καὶ μισθοδοτεῖ τὸ σύμπαν· καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλ’ ἀπὸ τοῦδε διαμαρτύρομαι κατὰ τῆς ἀρχῆς αὐτῆς καὶ ἀποχωρῶ, διότι τὸ θεωρῶ προδοσίαν, (χειροτήματά τινα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον. Ἀπαγορεύονται αἱ ἐπιδοκιμασίαι καὶ ἀποδοκιμασίαι.
§102Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντοτε ἀντήχησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ φωνὴ, ὅτι στερούμεθα ὁδῶν, γεφυρῶν, μέσων τῆς συγκοινωνίας, τὰ ὁποῖα εἶναι τοσοῦτον ἄθλια, ὥστε κατ’ ἔτος πνίγονται ἄνθρωποι ἕνεκεν τῆς ἐλλείψεως γεφυρῶν· ποτὲ δὲν εὑρέθη εἰς θέσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ σκεφθῇ περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου. Ἤλπιζον, ὅτι σήμερον δὲν ἤθελεν εὑρεθῆ κανεὶς νὰ ἀντιτάξῃ κατὰ τῆς ἀρχῆς τοῦ νομοσχεδίου περὶ ἀνευρέσεως πόρων πρὸς εὐκολίαν τῆς συγκοινωνίας. Σέβομαι τὰς πεποιθήσεις τῶν προαγορευσάντων, καὶ χαρίζω εἰς αὐτοὺς καὶ τὴν τιμὴν, ὅτι προστάται παρουσιάζονται τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ. Ἀλλὰ πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ μήπως ἀντὶ προστασίας ὁδηγήσωμεν τοὺς λαοὺς εἰς τὴν καταστροφήν. Δὲν εἶμαι, Κύριοι, ὑπὲρ τῆς ἀσυδοσίας, ἀλλὰ δὲν εἶμαι καὶ ὑπὲρ τῶν ὑπερβολικῶν φόρων· φρονῶ, ὅτι οἱ φόροι πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται εἰς τὸ ἔθνος καθ’ ὅσον χρησιμεύουσι πρὸς συντήρησιν τῆς ἐπικρατείας, πρέπει νὰ ἐπιβάλλωνται ἐξ ἴσου εἰς ὅλους καὶ πρέπει νὰ ᾖναι τοιοῦτοι, ὥστε νὰ μὴ ἐπιβαρύνωσι τὴν μίαν τάξιν τῆς κοινωνίας καὶ ἐλαφρύνωσι τὴν ἄλλην. Τὸ νομοσχέδιον, ὅπως παρουσιάζεται ὁ τίτλος του αὐτὸς, ἀναφέρει, ὅτι πρόκειται περὶ σχηματισμοῦ πόρων πρὸς διατήρησιν τῆς συγκοινωνίας τῆς ξηρᾶς καὶ θαλάσσης· τοῦτο καὶ μόνον δύναται νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι δὲν πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς φόρων εἰς τὸν λαὸν εἰσπραττομένων διὰ τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας, ἀλλὰ περὶ φόρων ἐπιβαλλομένων πρὸς ὄφελος τῶν φορολογουμένων. Οἱ προαγορεύσαντες, Κύριοι, ἀγορεύοντες κατὰ τοῦ νομοσχεδίου, εἶπον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις φοβουμένη νὰ ζητήσῃ ἀπ’ εὐθείας τὴν ἐπιβολὴν νέων φόρων, ἔφερε νομοσχέδιον περὶ ἐπιβολῆς φόρων πρὸς τὸν σκοπὸν δῆθεν τῆς συγκοινωνίας, ἀλλὰ πραγματικὸς σκοπὸς εἶναι νὰ τοὺς ἐξοδεύσῃ εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς ὑπηρεσίας. Βεβαίως, ἂν ἐπρόκειτο τοιοῦτόν τι, πρῶτος ἤθελον καταψηφίσει τὸν νόμον, ἀλλ’ οἱ φόβοι τῶν προαγορευσάντων δὲν ὑφίστανται, διότι ἐν αὐτῷ τῷ νομοσχεδίῳ γίνεται λόγος εἰς τί θέλουν χρησιμεύσει οἱ φόροι οἱ ὁποῖοι ἐπιβάλλονται. Ἄλλως τε, Κύριοι, δυνάμεθα, συζητοῦντες τὰ καθέκαστα, νὰ ἀσφαλίσωμεν τοὺς εἰσπραττομένους φόρους, ὥστε πράγματι νὰ χρησιμεύσουν πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συγκοινωνίας, καὶ ὅστις ὑπουργὸς θέσει χεῖρα ἐπ’ αὐτῶν, νὰ τιμωρῆται. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καρυστίας εἶπεν, ὅτι διὰ τοῦ νόμου τούτου πρόκειται νὰ αὐξήσῃ ὁ φόρος, ὃν ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἠλάττωσε πρὸς 5%. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, βεβαίως ἤθελον συνηγορήσει μετὰ τοῦ Κυρίου Δημητριάδου, ἂν ἐπρόκειτο ἡ κυβέρνησις νὰ φέρῃ νομοσχέδιον, ὅπως αὐξήσῃ τοὺς φόρους· ἀλλ’ ὅταν πρόκειται περὶ ἐπιβολῆς φόρων διὰ κοινωνικὴν ὠφέλειαν, δὲν δυνάμεθα, νομίζω, νὰ μεμφθῶμεν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τοῦτο. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ καθ’ ἕκαστα, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὴν κατ’ ἄρθρον συζήτησιν, θέλω ὑποστηρίξει, ὥστε οἱ εἰσπραττόμενοι φόροι νὰ δαπανηθῶσιν ἀποκλειστικῶς διὰ τὴν συγκοινωνίαν, καὶ δεύτερον, κατὰ τοσοῦτον νὰ διατίθενται εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν, καθ’ ὅσον αὕτη συνεισφέρει. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πρότασιν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἢ μᾶλλον ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλλωμεν φόρους, οἱ ὁποῖοι νὰ χρησιμεύσουν πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν ὑποχρεώσεων πρὸς τὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν, νομίζω, ὅτι οἱ ἐνιστάμενοι δὲν ἔχουσι δίκαιον, διότι ἡ κυβέρνησις ἀνέλαβεν ὑποχρεώσεις ἀποζημιώσεως πρὸς αὐτὴν, μόνον καὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς συγκοινωνίας. Ἐπὶ τῶν καθέκαστα δὲ θέλομεν σκεφθῆ, ἂν εἰς τὸν φόρον αὐτὸν θὰ συνεισφέρουν μόνον αἱ παράλιοι ἐπαρχίαι ἢ καὶ αἱ μεσόγειοι. Ἔχω μόνον μίαν ἄλλην παρατήρησιν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, δι’ ἧς λέγει, ὅτι ὁ νόμος περὶ οὗ πρόκειται, νὰ μὴν ἐφαρμοσθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἔκαμε δὲ τὴν τροπολογίαν ταύτην, διότι εἰς τὴν Ἑπτάνησον ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπιβάλλει ἓν καὶ ἥμισυ τοῖς ἑκατὸν φόρον διὰ τὴν ὁδοποιΐαν. Ὁ Κύριος Ἰακωβάτος ὑπέθεσεν, ὅτι θέλουσιν ἐπιβληθῆ ἀμφότεροι οἱ φόροι εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Τοῦτο ὅμως θέλει θεραπευθῆ διὰ μιᾶς τροπολογίας, ἣν προτίθεμαι νὰ ὑποβάλω, ὅτι πᾶσα ἄλλη διάταξις περὶ ἐπιβολῆς φόρου διὰ τὴν ὁδοποιΐαν καταργεῖται.
§103ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ (βουλευτὴς Οἰτύλου). Εἰς πᾶσαν ἄλλην συζήτησιν δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον, ἀλλὰ προκειμένου περὶ δημοσίων ἔργων, τολμῶ νὰ σᾶς κάμω μικρὰν ἀνάπτυξιν, καὶ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι μεγίστη ἀνάγκη ὑπάρχει ἐν Ἑλλάδι, ἵνα ἡ ἀνάπτυξις τῶν ἔργων ἐμψυχωθῇ. Καὶ ἀξιοκατάκριτος εἶναι μία κυβέρνησις, ἂν εἰς τοῦτο δὲν δώσῃ προσοχήν. Κίνδυνοι μεγάλοι, Κύριοι, προέρχονται ὡς ἐκ τῆς ἐλλείψεως τῆς συγκοινωνίας· καὶ ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ἐπρόκειτο λόγος νὰ ὁρίσωμεν τὸν χρόνον τῆς ἐνάρξεως τῶν δημοτικῶν ἐκλογῶν, ὅλοι ἔφερον προσκόμματα περὶ τῆς ὥρας τοῦ ἔτους, ἕτεροι ἔλεγον, ὅτι δὲν δύναται ἡ ἐκλογὴ νὰ γείνῃ κατὰ τὸ διάστημα τοῦ χειμῶνος, διὰ τὸν λόγον, ὅτι ἡ συγκοινωνία διακόπτεται. Αὐτὰ εἶναι ἀρκετὰ νὰ σᾶς πείσουν, ὅτι πρέπει μία κυβέρνησις δραστηρία, εἰλικρινῶς ἐργαζομένη, νὰ φέρῃ πρότασιν περὶ δημοσίων ἔργων, καὶ τοιαύτη εἶναι τὸ παρὸν νομοσχέδιον. Μέχρι τοῦδε τὰ ἔργα ἐνταῦθα ταῦτα δὲν ἔλαβον οὐδεμίαν ἀνάπτυξιν, διότι καθιερώθη σύστημα τῆς προσωπικῆς ἐργασίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπεχθέστατον καὶ ἀτελέστατον, καὶ ὁ χωρικὸς μᾶλλον θὰ ὑποφέρῃ μικρόν τινα φόρον παρὰ ἐργαζόμενος προσωπικῶς νὰ ζημιοῦται. Τινὲς εἶπον, ὅτι ἕκαστος πρέπει νὰ ἐνδιαφέρηται διὰ τὴν ἐπαρχίαν του. Τοῦτο εἶναι ἄτοπον· πρῶτον, διότι ἑκάστη ἐπαρχία δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ περαιώσῃ διὰ τῶν ἰδίων αὐτῆς φόρων ἓν κολοσσιαῖον αὐτῆς ἔργον, τὸ ὁποῖον τῆς παρουσιάζεται· ἔπειτα, Κύριοι, δὲν πρέπει ἕκαστος νὰ σκέπτηται διὰ τὴν ἐπαρχίαν του· αἱ ἐπαρχίαι δὲν εἶναι ξέναι τῆς Ἑλλάδος, εἶναι αὐτὴ ἡ Ἑλλάς, καὶ ἂν μία ἐπαρχία κινδυνεύῃ, ὑποχρεοῦνται αἱ ἄλλαι νὰ τὴν συνδράμουν. Ὑποστηρίζω λοιπὸν τὴν ἀρχὴν τοῦ νομοσχεδίου. Περὶ δὲ τῆς ἀναλογίας τοῦ φόρου θέλω ἐπιφέρει τὰς κρίσεις μου εἰ τὰ καθέκαστα.
§104Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι σπουδαῖον, καὶ πρέπει ἐπὶ πολὺ ν’ ἀναπτυχθῇ· διὰ τοῦτο θεωρῶ, ὅτι εἶναι καλόν, παρελθούσης καὶ τῆς ὥρας, νὰ διακόψωμεν τὴν συζήτησιν, ἵνα ἐπισταμένως τὸ μελετήσωμεν.
§105ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἀναγινώσκει τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς αὔριον). Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 4 καὶ 20.