1865.09.27
1.862 στίχοι · 15.898 λέξεις · 123 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 41.
Τῆς 27 Σεπτεμβρίου 1865.
(Δευτέρα).
Ἐκφωνεῖται ὁ ὀνομαστικὸς κατάλογος.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ ἀπηρτίσθη ἐξ 95 παρόντων. Ἐννοεῖται, ὅτι θὰ δημοσιευθοῦν τὰ ὀνόματα τῶν μὴ ἐλθόντων καὶ εὑρισκομένων ἐν Ἀθήναις, καθὼς καὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι μὴ εὑρισκόμενοι ἐν Ἀθήναις δὲν ἐζήτησαν τοὐλάχιστον ἄδειαν ἀπουσίας ἐκτὸς τοῦ κ. Παγκράτου, ὁ ὁποῖος λόγῳ οἰκογενειακῶν ὑποθέσεων δὲν δύναται νὰ παρευρεθῇ.
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§4ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Δὲν ἀναφέρει τίποτε περὶ τῆς ἐπερωτήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμον εἰς τὸν κ. ὑπουργὸν τῆς Παιδείας.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὰ μέλη τῆς ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐπιτροπῆς ν’ ἀναγγείλουν εἰς τὸ Προεδρεῖον ἐὰν εἰργάσθησαν.
§6ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Συνῆλθεν ἡ ἐπιτροπὴ καὶ μὲ ὠνόμασε Πρόεδρον.
§7ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος, τὸ ὁποῖον, νομίζω, εἶναι συνταγματικὸν, ἐγένετο παρατήρησις περὶ τῆς παύσεως μισθοδοσιῶν τινων, διὰ τὴν μὴ ἀφομοίωσιν τῶν μισθοδοσιῶν, καὶ ἓν τῶν ἀξιοτίμων μελῶν παρετήρησεν, ὅτι αἱ μισθοδοσίαι στηρίζονται ἐπὶ νόμων καὶ ὅτι πρὸ τῆς καταργήσεως αὐτοῦ τοῦ νόμου δὲν δύναται ἡ ἐπιτροπὴ ἢ ἡ Βουλὴ νὰ προτείνῃ ἐλάττωσιν ἢ παῦσιν μισθοῦ. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι, προτοῦ ἐργασθῇ ἡ Βουλὴ, πρέπει ν’ ἀποφασισθῇ πρῶτον αὐτὸ τὸ Συνταγματικὸν ζήτημα, ἐὰν δύναται νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ἐλαττώσεως τῶν μισθῶν εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς καταργήσεως τῶν νόμων, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται οἱ μισθοί.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὴν συζήτησιν.
§9ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ προχωρήσῃ.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁποιαδήποτε διαφωνία ὑπάρχει, θὰ ἔλθῃ κατὰ τὴν συζήτησιν, τότε θ’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν συνῆλθον;
§11ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν;
§13ΤΙΝΕΣ. Ὁμοίως.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας, τῶν δημοσίων ἔργων κλπ;
§15ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν εἶναι πλήρης ἡ ἐπιτροπή.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν;
§17Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι πλήρης.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς Ἐκπαιδεύσεως;
§19ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ὡσαύτως.
§20ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν ἐντὸς 5 ἡμερῶν δὲν ὑποβάλουν ἔκθεσιν, τότε ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἄνευ ἐκθέσεως.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν;
§22ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν συνῆλθε.
§23ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Διωρίσθη ὁ πρόεδρος καὶ ὁ γραμματεύς.
§24ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἐργασίαν.
§25ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης δὲν ἔχει ἔργα ἐκκρεμῆ· μολονότι διάφορα νομοσχέδια σχετικὰ ὑπεβλήθησαν, δὲν μᾶς ἐστάλησαν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν στέλλονται αὐτὰ, τυποῦνται καὶ διανέμονται.
§27ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι ὀρθὸν αὐτὸ, διότι ἕκαστος τῶν Βουλευτῶν δὲν πρέπει νὰ κάμῃ τὴν διάγνωσιν εἰς ποίαν ἐπιτροπὴν στέλλονται καὶ αὐτὸ γίνεται ἀπὸ τὸ Προεδρεῖον. Πρέπει λοιπὸν νὰ εἰδοποιηθῇ ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Δικαιοσύνης, ὅτι τὸ δεῖνα νομοσχέδιον ὑποβάλλεται εἰς τὴν ἐξέτασίν της.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ἐπιτροπὴ δὲν ἔχει ἐργασίαν. Ἡ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν;
§29ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι πλήρης.
§30ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὴν ἐργασίαν τῶν ἐπιτροπῶν νομίζω περιττὴν τὴν ἀπαρτίαν. Βλέπετε ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἀναφορῶν δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ ἕνεκα ἐλλείψεως μελῶν.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δυστυχῶς ὁ κανονισμὸς ἀπαιτεῖ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός.
§32ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν τὸ λέγῃ, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὸν καταλάβωμεν, καὶ νὰ ἐννοήσωμεν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ συστάσεως σιδηροδρόμου ἀπὸ Ἀθηνῶν μέχρι Πειραιῶς. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ μετὰ τῆς ἐκθέσεως. Ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ὑπέβαλε νομοσχέδιον περὶ ἀναγνωρίσεως τοῦ κτιρίου, περὶ οὗ ἔκαμε λόγον προχθὲς ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, ἵνα ἀναγνωρισθῇ ὡς κτῆμα τῆς Μεγάλης Βρεττανίας. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Κάτοικοί τινες τῆς Κερκύρας ἐκθέτοντες τὰ περὶ τοῦ κληροδοτήματος τῆς ἀειμνήστου κομήσσης Ἑλένης Μοτσενίγου παραπονοῦνται κατὰ τῆς ἐγχωρίου διοικήσεως καὶ τῶν ἐκτελεστῶν τῆς διαθήκης καὶ ἐπικαλοῦνται τὴν πρόνοιαν τῆς Βουλῆς περὶ τῆς ἀκριβοῦς καὶ πιστῆς ἐκτελέσεως τῆς διαθήκης. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ἡ Χρυσάνθη Γ. Ξένου, ἕνεκα τῶν πρὸς τὴν πατρίδα ἐκδουλεύσεων καὶ θυσιῶν τοῦ πατρός της, ἐξαιτεῖται νὰ διορισθῇ ὁ υἱὸς τῆς ἀδελφῆς της ὑπότροφος τῆς Κυβερνήσεως. Θὰ σταλῇ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. «Ἀναφορὰ τῶν κατοίκων τῶν Ἀθηνῶν περὶ τῶν μεταλλείων τοῦ Λαυρίου.» Σήμερον, ὡς γνωρίζετε, προσδιωρίσθη ἡ ἡμέρα ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως αὐτῆς.
§34ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ νὰ τυπωθοῦν ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, διότι εἶναι σπουδαῖα.
§35ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Νομίζω ὅτι χωρὶς νὰ χάσωμεν πολὺν καιρὸν, ἠμποροῦν νὰ λάβωσιν οἱ Κ. Βουλευταὶ γνῶσιν τῶν διατρεχόντων ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα σᾶς ὑποβάλλω, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῶν θὰ ἐξακολουθήσωμεν τήν συζήτησιν. Σήμερον πρόκειται νὰ συζητήσωμεν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου διότι, ἂν πρόκειται νὰ συζητῆτε τὰ δικαιώματα τῶν ἰδιωτῶν, αὐτὸ διαφεύγει, νομίζω, τὴν ἁρμοδιότητά μας· δυνάμεθα νὰ συζητήσωμεν, ἂν τὸ δημόσιον ἔχῃ δικαιώματα ἐπὶ τῶν σκωριῶν, ναὶ ἢ ὄχι· ἐὰν τὸ δημόσιον ἔχῃ δικαιώματα, ἰδιοκτησίας ἢ αὐταὶ αἱ σκωριαὶ ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν μετάλλων, ποία δὲ εἶναι ἡ διαφορά, ἐὰν αὐτὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν Νόμον τῶν μεταλλείων ἢ θεωρηθῶσιν ὡς ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου; τὸ ζήτημα θὰ παρουσιασθῇ ἐπὶ ἑνὸς νομοσχεδίου διὰ τοῦ ὁποίου ἐπιβάλλεται φόρος ἐπὶ τῶν σκωριῶν ὡς μεταλλείων θεωρουμένων. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ ὑπόθεσις δὲν ἔχει ἀνάγκην πολλοῦ χρόνου διὰ νὰ μελετηθῇ καὶ νὰ συζητηθῇ. Ἐντὸς τῆς δικογραφίας ὑπάρχει, νομίζω, ἓν ἔγγραφον, διότι δὲν ἔλαβον καιρὸν νὰ ἐξετάσω τὰ ἔγγραφα ὅλα, ὑπάρχει ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον μὲ ἔκαμεν ἐντύπωσιν, δυνάμει τῶν ὁποίων τὸ ὑπουργεῖον ἀπεκδύεται παντὸς δικαιώματος συνεπείᾳ γνωμοδοτήσεως διαφόρων ἐντίμων δικηγόρων· τὸ ὑπουργεῖον λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰς γνωμοδοτήσεις αὐτὰς καὶ μελετῆσαν τὸ ἀντικείμενον εἶπεν, ὅτι ἐπ’ αὐτῶν τῶν σκωριῶν τὸ δημόσιον δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἀξίωσιν ἐκτὸς ἐπὶ ἑνὸς μόνον μέρους, διὰ τὸ ὁποῖον κατ’ αἴτησιν τῆς ἑταιρίας ἐδόθη ἐγγύησις 12.000 δραχμῶν, τὰς ὁποίας ἐὰν ἀνήκῃ εἰς τὸ δημόσιον ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρία νὰ πληρώσῃ εἰς αὐτὸ ὡς ἀποζημίωσιν. Αὐτὸ τὸ ἔγγραφον φαίνεται, ὅτι ἐκοινοποιήθη πρὸς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν διὰ τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τῆς Γαλλικῆς πρεσβείας, ἑπομένως καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ καὶ ὁ Κύριος Σωτηρόπουλος ηὕραμεν τὴν ὑπόθεσιν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, δηλαδὴ ηὕραμεν μίαν ἑταιρίαν συστηθεῖσαν, ἐργαζομένην ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς κοινοποιήσεως ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου διακηρύττοντος ὅτι δὲν ἔχει οὐδὲν ἐπ’ αὐτῶν τῶν σκωριῶν δικαίωμα· ὑπάρχει δὲ ἐκκρεμὴς καὶ ἀμφισβήτησις μεταξὺ τῆς ἑταιρίας αὐτῆς καὶ ἰδιωτῶν τινων, ἀλλ’ ἐπ’ αὐτοῦ τὸ δημόσιον δὲν ἔχει κανὲν δικαίωμα, οὔτε δύναται νὰ ἔχῃ.
§36ΖΕΡΒΟΣ. Ἔχω μίαν ἐπερώτησιν. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις παρεδέχθη τὴν κατάργησιν τῶν ἐν Κερκύρᾳ τιμαρίων, καὶ διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος διωρίσθη ἐπιτροπὴ, ἥτις συνέταξεν, ἓν νομοσχέδιον καὶ τὸ διένειμεν εἰς ὅλους τοὺς Βουλευτὰς, τώρα λοιπὸν παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ πέμψῃ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι ἐπερώτησις. Ποῦ ὑπεβλήθη αὐτὴ ἡ πρότασις;
§38ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ Κυβέρνησις ὑπεσχέθη, ὅτι εἰς τὴν πρώτην σύνοδον θὰ φέρῃ ὅλους τοὺς σχετικοὺς νόμους. Ἡ ἐπερώτησις λοιπὸν εἶναι αὐτή· διατί ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔφερεν αὐτοὺς εἰς τὴν Βουλήν;
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ἡ Βουλὴ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἐπερωτήσεως;
§40ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Αὔριον.
§41ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὴν ἐπερώτησίν μου τὴν συνώδευσα μὲ μίαν ἄλλην, τὴν τοῦ σιδηροδρόμου, καὶ ἐπειδὴ ὁ Κύριος ὑπουργὸς δὲν ἀνεπτύχθη ἐπ’ αὐτῆς, τὸν παρακαλῶ νὰ ἐξηγηθῇ πρὶν ἢ λάβω τὸν λόγον.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι δὲν ἐτελείωσεν ἀκόμη ἡ προθεσμία, καὶ σήμερον ἐφέραμεν νέον νομοσχέδιον, ἵνα κανονίσῃ τὰ περὶ τούτου ἡ Βουλή.
§43ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι! Ἤκουσα καὶ ἠκούσατε τὸν ἔντιμον ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν ὑπουργὸν διαγωνιζόμενον οὐ μόνον νὰ δικαιολογήσῃ τὴν ψευδώνυμον κοινότητα Κερατείας, ἥτις ἐκμεταλλευομένη τοὺς δημοσίους πόρους τοὺς πωλεῖ ἢ μᾶλλον αὐτοὺς προσφέρει εἰς ἑταιρίαν τινὰ, ἀλλὰ καὶ δικαιολογοῦντα τὴν τότε Κυβέρνησιν, ὅτι δῆθεν καλῶς ἔπραξε.
§44ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν εἶπε τίποτε ἀπὸ αὐτά.
§45ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μὴ μὲ διακόπτετε· τὰ πρακτικὰ εἶναι ἐδῶ, καὶ δύνασθε νὰ ἰδῆτε ὅσα δὲν ἀντελήφθητε.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶπεν, ὅτι εὗρε τὰ πράγματα εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν.
§47ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἂν ἔχῃ οὕτω διορθώνω τὴν φράσιν μου μὲ τὴν ἔννοιαν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὸν εἶδον καὶ τὸν εἴδετε ἐνασμενιζόμενον τρόπον τινὰ εἰς τὰ γενόμενα. Ναὶ, τὸν εἴδετε, λέγω, καὶ τὸν εἶδον παραδεχόμενον τὰς πράξεις τῆς τότε Κυβερνήσεως, ἥτις ἐν τῷ δικτατωρικῷ αὑτῆς δικαιώματι παρέσχε τὸν δημόσιον πλοῦτον εἰς τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην, λόγῳ, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν κοινότητα τοῦ Λαυρίου. Δὲν ἔχει οὕτω ἡ ἀγόρευσις τοῦ πρωθυπουργοῦ;
§48ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξακολουθήσατε.
§49ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς καὶ σύμπαν τὸ ὑπουργεῖον νομίζω, ὅτι εὗρε μίαν ὑπόθεσιν ἀρκετὰ σπουδαίαν, ἀρκετὰ σοβαρὰν, ἔχουσαν μάλιστα σχέσιν καὶ μὲ τὸ παρὸν καὶ μὲ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὤφειλε νὰ προνοήσῃ ἐπ’ αὐτῆς, καὶ ἐὰν ἑταιρία τις παρέλαβε τοὺς δημοσίους πόρους, εἴτε ἀπὸ τοὺς ἐγκατοίκους, εἴτε ἀπὸ τὴν τότε Κυβέρνησιν· εἶχε νόμον καὶ μὲ αὐτὸν ὤφειλε νὰ συμμορφωθῇ καὶ συμπολιτευθῇ κατὰ γράμμα καὶ ὄχι ἐρχόμενος σήμερον εἰς τὸ ἱερὸν τοῦτο βῆμα νὰ λέγῃ, ὅτι ἐγὼ εἶμαι ἀνεύθυνος, εἶμαι ἀθῶος, διότι οὕτω πως ἔπραξε τὸ τότε ὑπουργεῖον. Καὶ ὅμως ὁ νόμος, Κύριοι, ἵνα μὴν ὑποτεθῇ, ὅτι διαστρέφω τὴν ὑπόθεσιν, εἶναι σαφὴς καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ ἀναγνώσω αὐτόν. Ἐξ αὐτοῦ θέλετε πληροφορηθῆ πάντες, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἢ ἀγνοεῖ τὸν νόμον αὐτὸν, ἢ θέλει προφανῶς νὰ τὸν ἐκβιάσῃ. Καὶ οὐ μόνον ὡς πρὸς τὸ οὐσιῶδες αὐτοῦ μέρος δὲν ἐσεβάσθη τὸν νόμον, διότι ἐνδεχόμενον κατὰ τὴν ἰδέαν του νὰ θεωρήσῃ, ὅτι δῆθεν ὁ νόμος ἐξετελέσθη ἐπὶ τοῦ προκειμένου· ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι συνεμορφώθη μὲ αὐτὸν, κατὰ τύπους ἐρωτῶ τὸν Κ. ὑπουργὸν νὰ μοὶ εἴπῃ, ἀφοῦ ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἐκμεταλλεύεται πρὸ τοσούτου χρόνου ἢ ἀφ’ ἧς οὗτος ἔλαβε τὰς ἡνίας τοῦ ὑπουργείου καὶ φορτόνει καὶ εἰσκομίζει τοὺς θησαυροὺς ἐν εὐρώπῃ ποίας ὠφελείας ἔχει τὸ δημόσιον; πληρόνεται δασμός τις; τίποτε τῶν τοιούτων· γινώσκει τοὐλάχιστον τὸ ὑπουργεῖον, πόσα πλοῖα ἐφορτώθησαν; καὶ τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ μᾶς τὸ εἴπῃ, ἀλλὰ περὶ τούτου θέλω ὑποβάλλει κατόπιν μίαν ἄλλην ἐπερώτησιν, τὴν ὁποίαν ἤδη ἀποσιωπῶ, ἐξ ἧς θέλει ἀποδειχθῆ ἡ ἀλήθεια, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἠξεύρει, ἢ ἂν ἠξεύρῃ, ἀποσιωπᾷ μέχρι τοῦδε τί γίνεται εἰς τὰ ἐκεῖ. Καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι τὰ μεταλλεῖα αὐτὰ ἦσαν ὄγκοι ἢ σωροὶ, καὶ θεωρηθῶσιν ὡς ἰδιόκτητοι, ὅπερ εἶναι ἀδύνατον, νομίζω, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐφαρμοσθῇ ὁ νόμος· ἀλλ’ ἐγὼ διϊσχυρίζομαι, ὅτι οἱ ὄγκοι οὗτοι εἶναι ἰδιοκτησία τοῦ δημοσίου ἀναφαίρετος καὶ ἀναπαλλοτρίωτος· διϊσχυρίζομαι προσέτι, ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ Λαύριον ὄρος, ὅπερ διαφιλονεικοῦσιν οἱ κάτοικοι ὡς ἰδιοκτησίαν αὑτῶν δυνάμει ἑνὸς πλαστοῦ χοτζετίου, εἶναι δημόσιον. Ἡμεῖς παρελάβομεν τοὺς τόπους αὐτοὺς ἀπὸ τὴν Ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν. Κατὰ τὸ Ὀθωμανικὸν δίκαιον, ὀρυκτὰ, λίμναι, θάλασσα, ὄρη, καὶ ἐν γένει ἔνθα δὲν φύεται χόρτον θεωρεῖται δημόσιον κτῆμα, καὶ νομίζω, ὅτι τοῦτο συνᾴδει ὡς ἔγγιστα καὶ μὲ τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον. Ἐπ’ αὐτοῦ τούτου δύνανται νὰ μὲ διορθώσωσιν οἱ ἐγκρατέστεροι. Τὸ ὀθωμανικὸν λοιπὸν δίκαιον λέγει, ὅπου δὲν ἐβγαίνει χόρτον τὸ κτῆμα εἶναι δημόσιον· π. χ. αἱ θάλασσαι, τὰ μεταλλεῖα κλπ. Ἡμεῖς, Κύριοι, ἐξηγοράσαμεν τὴν Ἀττικὴν μὲ μίαν εὐγενῆ χώραν· τὴν ἀντηλλάξαμεν μὲ τὴν Σάμον, ἥτις στενάζει εἰσέτι ὑπὸ τὰ δεσμά.
§50ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Ἐξηγήσου καλλίτερα.
§51ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐξηγοῦμαι. Γνωρίζετε, ὅτι τὰ μέρη αὐτὰ καθὼς καὶ ἡ Εὔβοια ἀντηλλάχθησαν διὰ πρωτοκόλλου ἀντὶ τῆς Σάμου, καὶ μὲ τὴν ἀπαίτησιν 18 ἑκατομμυρίων δραχ.
§52ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Τὴν χώραν τῆς Ἀττικῆς τὴν ἀντηλλάξαμεν μὲ τὸ αἷμά μας.
§53ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὴν Ἀττικὴν ἔπεσαν χιλιάδες ἡρώων καὶ μεταξὺ αὐτῶν ἔχω καὶ ἐγὼ συγγενεῖς καὶ ἀδελφοὺς, οἵτινες κεῖνται ἄταφοι, διότι ὁ δῆμος τῶν Ἀθηναίων δὲν ἤγειρε κἂν οὐδὲ ἓν μαυσωλεῖον εἰς ἀνάμνησιν αὐτῶν, ἐνῷ δαπανᾷ ἄπειρα.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιορισθῆτε εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐπερωτήσεως· καὶ μὴ ἐξετάζετε τὰ δικαιώματα μιᾶς ἑκάστης ἐπαρχίας καὶ ἑνὸς ἑκάστου δήμου.
§55ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οἱ μὴ γινώσκοντες τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος των, ἔχουν δίκαιον νὰ μοὶ ἀπευθύνουν τοιαύτας ἐρωτήσεις.
§56Κ. Α. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κᾀμμία ἀνταλλαγὴ χώρας δὲν ἐγένετο.
§57ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παύσατε, ἀφήσατέ με ν’ ἀναπτυχθῶ. Τὰ πρωτόκολλα σώζονται, καὶ ὅστις θεωρεῖ ἑαυτὸν προσβεβλημένον δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς τὸ βῆμα νὰ ζητήσῃ ἱκανοποίησιν. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οἱ περὶ ὧν πρόκειται σωροὶ δὲν δύνανται νὰ θεωρηθῶσιν ἰδιόκτητοι καὶ δυνάμει τοῦ ὑπάρχοντος νόμου καὶ δυνάμει τοῦ ὀθωμανικοῦ δικαίου· καὶ ἂν τὸ ὑπουργεῖον κατέφυγεν εἰς τὴν ἀνάγκην, οὕτως εἰπεῖν, τοῦ ν’ ἀνταλλάξῃ γράμματα καὶ μὲ πρεσβείας, δὲν ἦτο τοῦ καθήκοντός του· καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη παρέβη τὸ καθῆκόν της, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποχρεώσωμεν τὸ ἔθνος, ὥστε ν’ ἀπαλλοτριωθῇ τῆς περιουσίας του. Ἂν, Κύριοι, οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι συνεμορφώθησαν μὲ τὸν νόμον, θέλετε τὸ ἰδῆ ἀμέσως. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ περὶ μεταλλείων νόμου. Ἄρθρον 1. «Ὄγκοι οὐσιῶν μεταλλικῶν ἢ ὀρυκτῶν, ἐγκεκλεισμένοι εἰς τοὺς κόλπους τῆς γῆς, ἢ κείμενοι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς, κατατάσσονται εἰς τὰς ἑξῆς τρεῖς κατηγορίας, τὴν τῶν μεταλλείων, ὀρυχείων, καὶ λατομείων. Ἐκ τοῦ ἄρθρου τούτου ἀποδεικνύεται, ὅτι οἱ ὄγκοι τῶν οὐσιῶν αὐτῶν θεωροῦνται μεταλλεῖα· καὶ ὄγκος εἶναι λέξις περιεκτική· σημαίνει τὸν ὄγκον τῆς ἀσπίδος, τὸν ὄγκον τοῦ ὀνόματος, τὸν ὄγκον τοῦ σωροῦ, τὸν ὄγκον γωνίας, κατ’ ἀληθῆ κυριολεξίαν πάντων τῶν λεξικογράφων· ὥστε οἱ σωροὶ αὐτοί, τοὺς ὁποίους διϊσχυρίζονται, ὅτι δῆθεν κεῖνται ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν κατηγορίαν τῶν ὀρυκτῶν, ἀνατρέπονται ἐκ τοῦ γράμματος τοῦ νόμου. Λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου φαίνεται, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἢ δὲν ἐνόησε τὴν βαρύτητα καὶ τὴν δύναμιν τοῦ νόμου, ἢ ἠμέλησε, καὶ ὀφείλει ὡς ἐκ τούτου νὰ δώσῃ δίκην τῶν πράξεών του. Ἀλλά, καὶ ἂν οἱ ὄγκοι οὗτοι ἤθελον θεωρηθῶσιν ὡς μεταλλεῖα ἁπλῶς ἢ ὡς σκωρίαι διασπαρμέναι ὡς διατείνονταί τινες, τότε τὸ ὑπουργεῖον, διὰ νὰ κάμῃ τὴν ἐν λόγῳ παραχώρησιν, ὤφειλε νὰ συμβουλευθῇ τὸ ἕκτον ἄρθρον τοῦ αὐτοῦ νόμου ἔχον οὕτως (τὸ ἀναγινώσκει). Ἄρθρον 6. Τὸ δικαίωμα τοῦτο παραχωρεῖται διὰ διατάγματος προτάσει τῶν ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ Οἰκονομικῶν ὑπουργῶν, μετὰ προηγουμένην ἀπόφασιν Συμβουλίου, συγκειμένου ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν τοῦ Κράτους, τῶν προέδρων τῶν βουλευτικῶν σωμάτων, τοῦ προέδρου τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου, τῶν παρ’ αὐτῷ ἐπιτρόπων, καὶ τῶν εἰσαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἐφετῶν....» Ἐννοεῖται, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην καθ’ ἣν τὸ γηραρὸν ἐκεῖνο ὑπουργεῖον ἔκαμε τὴν παραχώρησιν, δὲν εἴχομεν οὔτε γερουσίαν, διὰ νὰ προσκληθῇ ὁ πρόεδρος αὐτῆς νὰ γνωμοδοτήσῃ, οὔτε Βουλήν, ἀλλ’ εἴχομεν εὐτυχῶς ἓν κυριαρχικὸν σῶμα, τὴν Συνέλευσιν, καὶ ὤφειλε, νομίζω, τὸ ὑπουργεῖον, διὰ νὰ ζητήσῃ τὴν γνωμοδότησιν ἢ καὶ νὰ εἰσαγάγῃ νόμον εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἀλλ’ ἔπραξε τοιοῦτόν τι; Οὐχί· λοιπὸν ἔκαμε τὴν παραχώρησιν ταύτην διὰ τῆς ἰδιοτροπίας του. Εἶναι λοιπὸν τὸ ἔθνος ὑπόχρεων νὰ ὑποφέρῃ διὰ τὴν κακὴν τῶν ὑπουργῶν πίστιν; ἢ πῶς ἠδύναντο νὰ κάμωσι παραχώρησιν παρὰ τοὺς κειμένους νόμους; καὶ τί διαφέρει ἡ τῶν ὀρέων λῃστεία, ἢ ἡ λῃστεία μὲ τὴν ὑπεξαίρεσιν τῆς δημοσίας περιουσίας· ἡ διαφορὰ ὑπάρχει ὅτι ἐκεῖ μὲν λῃστεύουν λῃσταί, ἐδῷ ὑπουργοὶ καὶ ἐν τέλει. Διὰ ταῦτα λοιπὸν φρονῶ, ὅτι, ἐνῶ τὸ παρὸν ὑπουργεῖον εἶχεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι παρεβιάσθη ὁ νόμος, ὤφειλεν ἐκ πρώτης ἀφετηρίας νὰ παρεμβῇ δικαστικῶς. Δὲν μέμφομαι οὔτε τὴν ἑταιρίαν, οὔτε ἄλλον τινά, διότι καὶ ἐκείνη ἔπραξε τὸ καθῆκόν της. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον παρατηρῶ, ὅτι καὶ ἡ ἑταιρία ἐκείνη ἐγνώριζε κάλλιστα, ὅτι ἐξεβίασε διὰ τῆς νενοθευμένης ψήφου τοὺς νόμους ἐλευθέρας χώρας, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε καὶ πολλὰ κύμβαλα παρ’ αὐτῇ ἀλλαλάζοντα· καὶ μάτην ἴσως ἀντιβοῶμεν ἡμεῖς, διότι .... «χρυσοῦ λαλοῦντος, ἄπρακτος πᾶς λόγος». Ὑπάρχει ὅμως θεία δίκη, ἥτις ἐπιτηρεῖ πάντοτε καὶ ἐπιβλέπει τὰ ἱερὰ καὶ δημόσια. Οὕτω πως ἄλλοτε Κοριολάνης τις ἠγόρασε τὰς σμυριδούχους γαίας τῆς Νάξου καὶ ὁ τότε ὑπουργὸς, ὅστις ἐφαίνετο πολὺ φίλος τοῦ δημοσίου ταμείου, δυστυχῶς ὕπνωττεν· ἀλλὰ διεμαρτυρήθη ἡ Συνταγματική, ἠγέρθη ἡ κοινὴ γνώμη ἀργὰ ἢ βραδέως ἐξύπνησε τότε ὁ Κ. Χριστίδης· ἔφερε τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὰ δικαστήρια ἐκέρδησε τὸ δημόσιον, ἤγουν διεσώθη τὸ πολύτιμον τοῦτο ὀρυκτὸν ἀπὸ τοὺς τότε ἴσως καὶ σήμερον τρελλοὺς, ὅπερ ὑποθηκεύουσιν ἀντὶ δανείου οἱ φρόνιμοι. (συγκίνησις). Ἂν, κύριε, ἠδυνάμην νὰ σᾶς ἐκθέσω τὴν ὑπόθεσιν ἐκείνην τῆς σμύριδος, ἠθέλατε πεισθῆ, ὅτι δὲν διαφέρει παντάπασι τῆς συζητουμένης.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ ἀναφέρετε ἄλλας ἱστορίας.
§59ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, νὰ μὴ μὲ διακόπτετε, νὰ συγχωρηθῇ ὁ πατέρας σας! εἶναι σχετικὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω καὶ μὴ σᾶς φοβίζουν αἱ ἱστορίαι.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περιορισθῆτε εἰς τὸ ἀντικείμενον, καθόσον ἀφορᾷ τὴν Κυβέρνησιν, καὶ μὴ θέλετε νὰ ἐπηρεάζητε τὴν δικαιοσύνην.
§61ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐφοβήθη ὁ Κ. Πρόεδρος, ὅτι θὰ ἐπηρεάσω τὴν δικαιοσύνην. Ἡ δικαιοσύνη, ἂν κατακτήσῃ νὰ ἐπηρεάζηται ἀπὸ τῆς φωνῆς ἑνὸς ἀτόμου ἢ καὶ ὅλης τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι δικαιοσύνη· αὕτη εἶναι ἀνεξάρτητος, καὶ διὰ τοῦτο, ὑψώσαμεν τοσάκις τὴν φωνὴν ὑπὲρ τῆς ἰσοβιότητος τῶν δικαστῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐγνωμοδοτήσαμεν, ὥστε ν’ αὐξηθῶσι καὶ οἱ μισθοὶ αὐτῶν καὶ εἴπομεν νὰ κρημνισθῶσιν εἰς κόρακας πολλοὶ τῶν δικαστικῶν καὶ διοικητικῶν ὑπαλλήλων ὡς ἀνάξιοι. Ἐπρέσβευα καὶ πρεσβεύω πάντοτε ὑγιεῖς ἀρχὰς, Κ. Πρόεδρε. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη τῆς Νάξου περὶ τῆς σμύριδος ἦτο τῆς αὐτῆς φύσεως ὡς καὶ ἡ παροῦσα· ἠγοράσθησαν σμυριδοῦχοι γαῖαι, ἐσυστήθησαν μηχαναὶ καὶ ἤρχισεν ἡ ἐκμετάλλευσις, ὑψώθη τότε φωνὴ περὶ τῆς διαρπαγῆς τῆς δημοσίας περιουσίας· τὸ ὑπουργεῖον ὕστερα ἀπὸ συμβούλιά τινα ἐπενέβη δικαστικῶς εἰς τὴν ὑπόθεσιν· καὶ ἐνῷ ἓν πρωτοδικεῖον ἀπεφάνθη ὑπὲρ τῆς ἑταιρίας, τὸ ἄλλο δικαστήριον ἡρμήνευσε τὴν ἀπόφασιν ὀρθότερον, καὶ οὕτω βαδίσασα ἡ ὑπόθεσις μέχρι τοῦ Ἀρείου Πάγου, ἔγεινε τὸ δημόσιον ἰδιοκτήτης τῶν σμυριδούχων γαιῶν τῆς Νάξου. Ἰδοὺ τί ἔγραφον ἐγὼ τότε· (ἀναγινώσκει ἄρθρον τι ἐκ τῆς ἐφημερίδος ἡ Συνταγματική). Λέγω, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην ἦτο ἡ δίκη εἰς τὸ Ἐφετεῖον· πολυπληθὲς ἀκροατήριον παρευρέθη καὶ ἐπευφήμησε τὴν ἀπόφασιν τῶν δικαστῶν, καὶ ἡ κοινωνία πᾶσα ᾐσθάνθη ἐνδόμυχον εὐχαρίστησιν. Ἐντεῦθεν ἀνακεφαλαιώνων τὴν ὑπόθεσιν παρατηρῶ· ὅτι τὰ ἐν λόγῳ μέταλλα, ἢ ὅπως εὐαρεστοῦνται νὰ τὰ ἀποκαλῶσιν οἱ τὰ ἐθνικὰ κηδόμενοι, Σκωρίαι, ἀνήκουν καὶ κατὰ νόμον καὶ κατὰ τύπους εἰς τὸ δημόσιον. Κατὰ νόμον, διότι οὐδέποτε οὐδαμοῦ ἐθεωρήθησαν ἢ δύνανται νὰ θεωρηθῶσι τὰ τῇδε κἀκεῖσε διεσπαρμένα, εἴτε εἰς σωροὺς, εἴτε εἰς ὄγκους ὀρυκτὰ ἰδιωτικὰ, ἀλλὰ δημόσια· κατὰ τύπους δὲ, διότι καὶ ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτε θεωρηθῶσι τοιαῦτα, οὐδεὶς δύναται νὰ τὰ διϋλίσῃ, ἄνευ τῆς κατὰ νόμον ῥητῆς καὶ ὡρισμένης ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως. Δεύτερον· ἡ παραχώρησις ἥτις ἐγένετο ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου Βάλβη, δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς κῦρος ἔχουσα· διότι τὸ ὑπουργεῖον δὲν συνεμορφώθη μὲ τὸν νόμον, ἑπομένως ἡ πρᾶξις του θεωρεῖται καὶ ἔσεται ἰδιωτικὴ, ἀφορᾷ τὸν Βάλβην καὶ οὐχὶ τὴν Κυβέρνησιν· καὶ, κατὰ γενικὸν κανόνα, πᾶσα ἔκνομος πρᾶξις θεωρεῖται αὐτοδικαίως ἄκυρος. Τρίτον· τὸ φάσμα τῆς ἀλληλογραφίας μετὰ τοῦ πρέσβεως τῆς Γαλλίας ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅπερ ὁ κ. ὑπουργὸς μᾶς ἐπαρουσίασεν ὡς φόβητρον, δὲν δύναται ἐπίσης νὰ θεωρηθῇ ὡς κῦρος ἔχον. Τὸ μὲν, διότι δὲν εἶναι, οὔτε συμβόλαιον, οὔτε συνθήκη, καὶ τὸ δὲ, ἐὰν ἦτο καὶ τοῖχος τοιοῦτος, πάλιν διὰ νὰ θεωρηθῇ ἔγκυρον, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ καὶ νὰ ἐγκριθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἦτο τότε παροῦσα, καὶ κατόπιν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Τούτου δὲ, μὴ γενομένου, θεωρεῖται ὡς ἰδιωτικὸν ἔγγραφον, καὶ ἀφορᾷ τὸν κ. Βάλβην. Τέταρτον· δὲν ἐξετάζω κύριοι, ἐὰν τὰ μέταλλα ταῦτα ἀντιστοιχοῦν μὲ δισεκατομμύρια καὶ ἐπέκεινα δραχμῶν. Τοῦτο τὸ ἀφίνω ἀνεξέταστον διότι κἄντε μέγα, κἄντε μικρὸν τὸ ποσὸν ἀνήκει εἰς τὸ δημόσιον καὶ οὐχὶ εἰς τοὺς κατοίκους Λαυρίου, οἵτινες δύνανται νὰ καταδιωχθῶσι καὶ ποινικῶς, διότι ἐν γνώσει ἀντεποιήθησαν καὶ ἐξεποίησαν δημοσίαν ἰδιοκτησίαν. Ἐπὶ τέλους παρατηρῶ, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι σπουδαία, ἀφορᾷ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον, καὶ πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ προσκαλέσῃ τὸ ὑπουργεῖον ἵνα διασώσῃ δικαστικῶς τὸν δημόσιον πλοῦτον. Ἂν ὅμως καὶ τὸ ὑπουργεῖον βραδυπορίσῃ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, τετέλεσται. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐ μόνον δὲν ἐγγυῶμαι τὰ περαιτέρω, ἀλλὰ καὶ φοβοῦμαι τοὺς ἐνδεχομένους κινδύνους. Σεῖς δὲ, ὦ βουλευταὶ, ἀκηκόατε, κρίνατε, ἀποφασίσατε!
§62ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, πρὸ πολλοῦ ἀπησχόλησε τὸ δημόσιον πνεῦμα τὸ ζήτημα τοῦ Λαυρίου. Τὸ ζήτημα τοῦτο πρὶν ἢ τὸ ἐξετάσω ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἔχει τὴν σηματίαν ἐκείνην, ἥτις ἔπρεπε σπουδαίως νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν οὐχὶ μόνον τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἀφοῦ ὅμως, Κύριοι, ἐξήτασα ἐπιστημονικῶς τὰ περὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐπληροφορήθην διὰ μαθηματικῶν ἀποδείξεων, ὅτι ὑπὸ τὰς σκωρίας τοῦ Λαυρίου κρύπτεται μέγας θησαυρὸς, ἱκανὸς ἴσως ν’ ἀπαλλάξῃ τὸ ἔθνος καὶ ἀπὸ τὰ βάρη αὐτὰ τοῦ δανείου τῶν 60 ἑκατομμυρίων. Ἐλπίζω δὲ, κύριοι, ὅτι δύναμαι νὰ σᾶς ἀποδείξω τὸ πρᾶγμα διὰ τῶν ἐπισήμων ἐγγράφων, ὅσα ὁ Κ. ὑπουργὸς κατέθεσεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μοὶ χαρίσητε ὀλίγον τὴν προσοχήν σας καὶ τὴν ὑπομονήν σας διὰ νὰ δυνηθῶ ἡσυχώτερον νὰ σᾶς ἐκθέσω τὰ πράγματα, καθόσον ἐγὼ νομίζω ὅτι τοὐλάχιστον τὸ ἀπεκάλυψα, διὰ νὰ δυνηθῆτε καὶ ὑμεῖς νὰ σχηματίσητε πεποίθησιν περὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου. Δι’ ὀλίγων λέξεων, κύριοι, θέλω ἱστορικῶς σᾶς ὁμιλήσει περὶ τοῦ μεταλλείου, ἵνα δυνηθῆτε κατόπιν νὰ ἐννοήσητε τὴν ἐπιστημονικὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν θέλω ὑποβάλει. Τὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου, Κύριοι, ἦτο τὸ κύριον εἰσόδημα τοῦ δημοσίου τῆς πολιτείας τῶν Ἀθηναίων. Δὲν εἶναι γνωστὸν ἀπὸ πότε ἐξεμεταλλεύθησαν. Τὰ μεταλλεῖα ἔκειντο μεταξὺ τοῦ Θερικοῦ καὶ τοῦ Σουνίου καὶ τοῦ Ἀναφλύστου ἢ τῆς σημερινῆς λεγομένης Ἀναβύσσου· ἔχουσι δὲ περιφέρειαν κατὰ τὸν Κορδέλλαν περιοχῆς δέκα ὡρῶν. Ὁ Στράβων ἀκμάσας 100 χρόνους μετὰ Χριστὸν ἀναφέρει, ὅτι τὰ μεταλλεῖα ταῦτα εἶχον σχεδὸν ἐξαντληθῆ καὶ τὸ ἐξαγόμενον τῆς ἐργασίας δὲν ἐκάλυπτε τὰ μεγάλα ἔξοδα τὰ ὁποῖα κατεβάλλοντο διὰ τὴν ἐξαγωγὴν τοῦ ἀργύρου. Διὰ τοῦτο οἱ τότε Ἀθηναῖοι κατέφυγον εἰς τὴν ἀναχώνευσιν τῶν σκωριῶν. Σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι πάντα ταῦτα θέλουσι σᾶς χρησιμεύσει διὰ κάποιους λόγους ἐπιστημονικοὺς, τοὺς ὁποίους θὰ σᾶς ἐξηγήσω. Ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς ἐκφράζεται ὁ Στράβων περὶ τῶν μεταλλείων αὐτῶν. «Τὰ δὲ ἀργυρεῖα τὰ ἐν τῇ Ἀττικῇ κατ’ ἀρχὰς μὲν ἦν ἀξιόλογα, νυνὶ δὲ ἐκλείπει· καὶ δὴ, καὶ οἱ ἐργαζόμενοι, τῆς μεταλλείας ἀσθενῶς ὑπακουούσης, τὴν παλαιὰν ἐκβολάδα καὶ σκωρίαν ἀναχωνεύοντες εὕρισκον ἔτι ἐξ αὐτῆς ἀποκαθαιρόμενον ἀργύριον, τῶν ἀρχαίων ἀπείρως καμινευόντων». Λοιπὸν, καθὼς σᾶς προεῖπον, δὲν εἶναι γνωστὸν πότε οἱ Ἀθηναῖοι ἤρχισαν νὰ ἐργάζωνται εἰς τὰ μεταλλεῖα αὐτά· γνωστὸν ὅμως εἶναι ὅτι ἀπελάμβανον ἐξ αὐτῶν 20 κατ’ ἔτος τάλαντα καὶ εἰργάζοντο αὐτὰ ἢ ἐκποιοῦντες τὴν πρόσοδον ἢ ἐκμισθοῦντες αὐτὰ 24% ἐπὶ τοῦ ἀκαθαρίστου ποσοῦ. Κύριοι, ὅτε τὰ μεταλλεῖα ταῦτα ἀνεκαλύφθησαν, ἡ τέχνη τῆς ἐκμεταλλεύσεως καὶ ἡ χωνευτικὴ ἦσαν εἰσέτι εἰς τὰ σπάργανα, ἑπομένως ἡ ἀποχώρισις τοῦ ἀργύρου δὲν ἠδύνατο νὰ γίνῃ τελείως καὶ ἐγκατελίπετο πάντοτε μεγάλη ποσότης· διὰ τοῦτο οἱ Ἀθηναῖοι μετὰ καιρὸν ἀντὶ νὰ ἐξάγουν τὰς ἀργυρούχους καὶ μολυβδούχους γαίας ἀπὸ τὸ μεταλλεῖον ἀνεχώνευον τὰς ἔξω σκωρίας, ἀπὸ τὰς ὁποίας ἐπρομηθεύοντο νέον ἄργυρον. Τί ἀποδεικνύει τοῦτο; Ἀποδεικνύει, ὅτι εἰς τὸ βάθος τῶν σωρῶν, καθὼς ὑπάρχουν σήμερον, εἶναι αἱ ὗλαι τῶν πρώτων ἐκκαμινεύσεων καὶ ἑπομένως ἀναμφισβητήτως εἰς τὸ βάθος ὑπάρχει ἀναλογία πολὺ μεγαλειτέρα τῶν 10 καὶ 20 καὶ 15%, καθὼς ἐπεβεβαίωσαν καὶ τὰ πειράματα καὶ εἰς τὰ μεταλλεῖα τῆς Ἱσπανίας καὶ εἰς τὴν Σαρδινίαν καὶ εἰς ἄλλα μέρη καὶ ἐδῶ. Λοιπὸν ὅλη ἡ μέχρι τοῦδε ὁμιλία μου ἦτο νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι οἱ σωροὶ τῶν σκωριῶν αὐτῶν δὲν ἐμπεριέχουν μέταλλον εἰς τὰς διαστρώσεις κατὰ τὸ αὐτὸ ποσὸν ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν, ἀλλ’ ὅτι, καθ’ ὅσον πρὸς τὰ κάτω προχωρεῖ τις, ἐξάγει σκωρίας, αἱ ὁποῖαι ἔχουν πλέον τῶν 15 καὶ 20 καὶ 30%. Εἶναι τῷ ὄντι, κύριοι, ἀπορίας ἄξιον—διὰ νὰ μὴ εἴπω τι σκληρότερον, εἶναι, λέγω, ἀπορίας ἄξιον πῶς ἡ Κυβέρνησις τοῦ 1863, ἄνευ προηγουμένης ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης, ἄνευ κἂν οὔτε προηγουμένης δικαστικῆς ἀποφάσεως, ἡ ὁποία ν’ ἀποδεικνύῃ, ὅτι οἱ σωροὶ οὗτοι τῶν σκωριῶν ἀνῆκον βεβαίως εἰς τοὺς κατοίκους τῆς κοινότητος, πῶς λέγω ἐν τῷ μέσῳ αὐτῆς τῆς ἀμφιβολίας ἐξέδωκεν ἓν ἔγγραφον διὰ τοῦ ὁποίου ἐκήρυξεν, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἔχει μετοχὴν εἰς τὰς σκωρίας. Εἶναι, λέγω, τοῦτο περίεργον, κύριοι, διὰ νὰ μὴ εἴπω τι σκληρότερον, διότι ἁπλῆς ἀριθμητικῆς εἶχε μόνον ἀνάγκην ὁ τότε ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν νὰ ἴδῃ, ὅτι μεγίστους θησαυροὺς παραχωρεῖ διὰ τριῶν λέξεων.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὰ 63 ἔγεινε.
§64ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ναί Ἴσως νομίζετε, κύριοι, ὅτι πρόκειται περὶ κανενὸς ποσοῦ 15, 20, 27, καθὼς λέγει ὁ Κ. Κορδέλας ἢ 30, ἢ 40, ἢ 50 ἑκατομμυρίων. Πρόκειται περὶ μεγάλου ποσοῦ, τὸ ὁποῖον ἀποδεικνύουν αὐτὰ τὰ ἔγγραφα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν οἰκονομικῶν, τὰ ὁποῖα ὑπέβαλεν ἐνώπιόν μας καὶ ἰδοὺ πῶς. Κατὰ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Κ. Κορδέλα, ὁ ὁποῖος εἶναι νέος ἐκπαίδευτος καὶ ἑπομένως ἐσπούδασεν, εἰδικῶς τὴν μεταλλευτικὴν αὐτὴν τέχνην, κατὰ τὴν ὁμολογίαν, λέγω, αὐτοῦ τοῦ Κορδέλα, ἡ ὁποία εἶναι ὁμολογία τῆς ἑταιρίας, τῆς ὁποίας νῦν εἶναι ὑπάλληλος, αἱ σκωρίαι αὗται δίδουν εἰς καθαρὸν μόλυβδον ποσὸν 8%, ἐκτὸς ὅτι δίδει 2 γραμμάρια ἀργύρου καθαροῦ ἐπὶ τοῖς ἑκατὸν. Λοιπόν, κύριοι, κατὰ τὰς ὁμολογίας αὐτῆς τῆς ἑταιρίας δίδουν αἱ σκωρίαι αὗται 8% μόλυβδον καὶ κατὰ τὰς χημικὰς ἐρεύνας, τὰς ὁποίας ὁ αὐτὸς Κ. Κορδέλας ἔχει ἐδῶ ἀποδεικνύεται, ὅτι ὑπάρχει κάτι τι πλέον δηλ. ὀξείδιον μολύβδου 9%. Πλὴν ὁ Κορδέλας διαψεύδει διὰ τοῦ φυλλαδίου αὐτὸς ἑαυτὸν καὶ τὸ ἔγγραφόν του, τὸ ὁποῖον ἐξέδωσε, πρὶν γένῃ ἀκόμη ὑπάλληλος τῆς ἑταιρίας αὐτῆς, διότι ἐκεῖ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι καὶ ἕνδεκα καὶ 12% ἐμπεριεῖχον ἀναλυόμεναι αἱ σκωρίαι.
§65ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κ. Πετιμεζᾶ ἐγὼ βλέπω, ὅτι ὁ Κ. Κορδέλας εἶναι ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν.
§66ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ λέγω ὅτι εἶναι ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἐν ἀδείᾳ διατελεῖ ἐργαζόμενος εἰς τὴν ἑταιρίαν.
§67ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρὸ μηνὸς δὲν εἶναι.
§68ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἀδιάφορον. Λοιπὸν, κύριοι, 8% καθαροῦ μολύβδου δίδουν αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου κατὰ τὴν ὁμολογίαν τῆς ἐπιτροπῆς. Μένει τώρα νὰ σᾶς εἴπω πόσος εἶναι ὁ ὄγκος αὐτὸς τῶν σκωριῶν κατὰ τὴν καταμέτρησιν τὴν ὁποίαν διέταξε τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν καὶ ἥτις ὑπεβλήθη εἰς ἐπίσημον ἔγγραφον τοῦ λοχαγοῦ Κ. Πουρῆ καὶ αὐτοῦ τοῦ Κορδέλα. Παρουσιάζεται ὄγκος ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, χωρὶς νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν οἱ ὄγκοι οἱ ὑποκάτω τῶν σειρῶν, χιλιάδες κυβικῶν μέτρων 845 ὡς ἔγγιστα, 845 χιλιάδες λοιπὸν κυβικῶν μέτρων σκωρίαι ὑπάρχουν ἐκεῖ, αἱ ὁποῖαι δίδουν 8%. Βλέπετε, ὅτι παραδέχομαι αὐτῆς τῆς ἑταιρίας τὰς ὁμολογίας. Κύριοι, ἐὰν τὰ 100 φέρουν ὀκτὼ κατὰ τὴν μαθηματικὴν ἀναλογίαν 845,000 φέρουν 67,600 κυβικὰ μέτρα καθαροῦ μολύβδου. Ἀντίῤῥησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ εἰς τοὺς κανόνας τῆς μαθηματικῆς. Λοιπὸν, Κύριοι, ἡ ἑταιρία θὰ ἐξάξῃ ἐκ τῶν σκωριῶν αὐτῶν κατὰ τὰς ὁμολογίας της 67,600 κυβικὰ μέτρα καθαροῦ μολύβδου. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ὁμιλήσω τώρα περὶ διαφόρων ἄλλων ὑλῶν.
§69ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ μᾶς εἰπῆτε πόσαις ὀκάδες εἶναι τὸ κυβικὸν μέτρον.
§70ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀκτὼ χιλιάδες. Λοιπὸν, Κύριοι, 67,000 κυβικῶν μέτρων φέρουν...... διὰ νὰ γείνω καταληπτὸς θὰ μεταβάλλω αὐτὰ εἰς ὀκάδας, ἕκαστον κυβικὸν μέτρον μολύβδου ζυγίζει 8,000 ὀκάδας. Λοιπὸν 67,600 κυβικὰ μέτρα πολλαπλασιαζόμενα μὲ 8,000 ὀκάδας φέρουν 540,800,000 ὀκάδας καθαροῦ μολύβδου. Κύριοι ὁ μόλυβδος ὀλιγώτερον τῶν 50 λεπτῶν εἰς καθαρὰν κατάστασιν δὲν εὑρίσκεται εἰς καμμίαν ἀγορὰν τῆς Εὐρώπης. Παραδέχομαι λοιπὸν τὴν εὐτελεστέραν τιμὴν τῶν σκωριῶν τοὐτέστι τὰ 50 λεπτά. Ἂς ἴδωμεν ποῖον ποσὸν φέρουν τὰ 540,800,000 καθαροῦ μολύβδου πρὸς 50 λεπτά. Φέρουν 270,400,000 δραχμῶν ἀργυρῶν. Κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς λοιπὸν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ κατὰ μαθηματικὰς ἀποδείξεις αἱ σκωρίαι αὗται θέλουν παρέξει καθαρὸν εἰσόδημα 270,400,000 δραχμῶν. Κύριοι, αὐτὸ τὸ κέρδος τὸ καθαρὸν ἐξάγεται ἐκ τοῦ μολύβδου, ὁ ὁποῖος μέλλει νὰ ἐκπηγάσῃ κατὰ τοὺς ὑπολογισμοὺς τῆς ἑταιρίας. Πλὴν θὰ σᾶς κάμω μίαν ἄλλην παρατήρησιν. Κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἔχω καὶ μὲ τὰς πληροφορίας αὐτὰς συμφωνεῖ καὶ αὐτὸς ὁ Κορδέλλας εἰς ἓν ἔγγραφόν του πρὸς τὸ ὑπουργεῖον, ὁ ὁποῖος πρὶν ἢ γίνῃ ὑπάλληλος τῆς ἑταιρίας εὗρεν ὅτι ὄχι 845 χιλ. κυβ. μέτρων, ἀλλὰ 1,500,000 εἶναι ὁ ὄγκος τῶν σκωριῶν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι Κ. Κορδέλας ἀνέφερεν ἄλλοτε ὅτι 1,500,000 κυβικῶν μέτρων σκωριῶν ὑπῆρχον, ὁ δὲ Κ. Πουρῆς καὶ ὁ Κορδέλας παρουσίασαν 845,000 Δὲν εἶμαι ἁρμόδιος νὰ ἐκτιμήσω ποῖος τῶν δύο ἀριθμῶν εἶναι ὁ πραγματικῶς σύμφωνος μὲ τοὺς κανόνας τῆς καταμετρήσεως. Πλὴν τοῦτο οὔτε δύσκολον, οὔτε κοπιαστικὸν μέτρον εἶναι, διότι πολὺ ταχέως ἡ καταμέτρησις αὕτη δύναται νὰ γίνῃ δι’ ἐπιστημόνων ἀνδρῶν· ἓν μόνον, κύριοι, παρατηρῶ πρὸς ὑμᾶς. Οἱ ἐξάγοντες τὰ μεταλλικὰ χώματα ἢ τὰ ἀποκαμινεύματα συνήθως ῥίπτουσιν αὐτὰ ὡς περιττώματα ἐντὸς τῶν λάκων, ὅπου ἐργάζονται, καὶ ὄχι βεβαίως εἰς τοὺς λόφους, διότι εἶναι εὐκολώτερον εἰς τὸν ἐργάτην πρὸς τὰ βάθη νὰ ῥίπτῃ τὸ περίττωμα παρὰ νὰ ἀναβαίνῃ καὶ νὰ τὸ ἐναποθέτῃ εἰς τὰ ὑψώματα. Διὰ τοῦτο, ἐπειδὴ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐγένετο ἡ ἐκμετάλλευσις τοῦ Λαυρίου, παρῆλθον 3,000 ἐτῶν, εἶναι πολὺ πιθανὸν κάτωθεν αὐτῶν τῶν σωρῶν νὰ ὑπάρχουν μεγάλοι λάκοι, ἐντὸς τῶν ὁποίων δύνανται νὰ ἦναι ἀποταμιευμέναι χιλιάδες κυβικῶν μέτρων σκωριῶν. Τοῦτο βεβαίως ἐγὼ δὲν ἠμπορῶ νὰ σᾶς τ’ ἀποδείξω παρὰ διὰ τοῦ λογικοῦ συμπεράσματος καὶ διὰ τοῦ τρόπου, μὲ τὸν ὁποῖον ἐργάζονται εἰς ὅλα τά μεταλλεῖα τοῦ κόσμου, εἰς τὰ ὁποῖα τὰ περιττώματα πάντοτε τὰ ῥίπτουν ἐντὸς τῶν λάκων, διὰ τὴν εὐκολίαν τῆς συγκοινωνίας καὶ τὴν εὐκολίαν τῆς ἐργασίας. Ὁ Κ. Κορδέλας λοιπὸν εἰς τὸ ἔγγραφόν του, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐδῶ ἀναφέρει ὅτι 1,500,000 κυβικῶν μέτρων σκωριῶν ὑπάρχει· ἐγὼ δὲ σᾶς λέγω ὅτι ὄχι 8% ἀλλὰ κατὰ μέσον ὅρον 10%, θὰ δώσουν καθαρὸν μόλυβδον· εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ἔχω ἴσως καὶ λάθος. Λοιπὸν τὸ ποσὸν αὐτὸ τοῦ Κ. Κορδέλα τοῦ 1,500,000 κυβικῶν μέτρων, ἐὰν ἦναι ἀληθὲς, ἐννοεῖται ὅτι τὸ ἐξαχθησόμενον ποσὸν θὰ ἦναι διπλάσιον. Τώρα αὐτὰ τὰ πράγματα δὲν δύναμαι νὰ σᾶς τὰ παραστήσω θετικῶς· δὲν δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω ὅτι ὁ Κ. Κορδέλας εἰς τὸ πρῶτον ἔγγραφον εἶπε τὴν ἀλήθειαν καὶ εἰς τὸ δεύτερον δὲν εἶπε, διότι εἶναι πιθανὸν νὰ ἦναι καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς πλάνην· μόνον ἡ ἐπιστημονικὴ ἐξέτασις δύναται νὰ βεβαιώσῃ τὴν ἀλήθειαν καὶ νὰ φέρῃ τὴν κατηγορίαν πρὸς τὸ ἓν ἢ πρὸς τὸ ἄλλο μέρος. Παρατηρεῖτε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὅσον καὶ ἂν θελήσητε νὰ ἐλαττώσετε τὴν ἀξίαν αὐτῶν τῶν σκωριῶν, ἡ ἀξία αὐτῶν μένει πάντοτε μεγίστη καὶ δὲν εἶναι δυνατὸν ποτὲ νὰ διέφυγε τὴν προσοχὴν τῆς τότε Κυβερνήσεως ἡ σημαντικὴ αὕτη ὑπόθεσις, ἀλλ’ ἐὰν ὑποτεθῇ ὅτι πραγματικῶς διέφυγε τὴν προσοχήν της, ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἐγκλημάτησε πρὸς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἐγκλημάτησε πρὸς τὴν πατρίδα. Τὸ ζήτημα τοῦτο, κύριοι, δὲν εἶναι πλέον πολιτικὸν, εἶναι περισσότερον ἀπὸ πολιτικὸν, συνδέεται μὲ τὴν πραγματικὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ τοῦ τόπου, διότι, καθὼς ἴδετε, ζητοῦμεν σήμερον νὰ ῥίψωμεν χιλίους ἀνθρώπους εἰς τοὺς δρόμους ἕνεκα τῶν οἰκονομικῶν δυσχερειῶν. Ζητοῦμεν νὰ ἐπιβάλλωμεν νέους φόρους εἰς τὸν λαὸν αὐτὸν καὶ τέλος πάντων ζητοῦμεν νὰ σωθῶμεν ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρισκόμεθα διὰ διαφόρων μέσων, τὰ ὁποῖα βεβαίως θὰ ἦναι ἐπαχθῆ πρὸς τὴν κοινωνίαν. Ἐνῷ λοιπὸν εὑρισκόμεθα εἰς τοιαύτην θέσιν δὲν θὰ ἦναι πολὺ εὐχάριστον νὰ μάθωμεν διὰ μιᾶς, ὅτι ἀπὸ τὰς χεῖράς μας καὶ ἕνεκα τῆς ἀπροσεξίας τῆς Κυβερνήσεως διέφυγεν ὁλόκληρος θησαυρὸς, ὁ ὁποῖος ἐδύνατο νὰ διαμορφώσῃ εἰς τόπον εὐδαιμονίας τὸν τόπον τοῦτον. Καὶ ἀκόμη, κύριοι, δὲν δύναται οὔτε ἐκείνη ἡ Κυβέρνησις, οὔτε ἡ παροῦσα νὰ δικαιολογηθῇ, πρεπόντως (δὲν ἀποδίδω καμμίαν ἔννοιαν), διότι ὑπ’ ὄψίν της εἶχε τὰς ἐκθέσεις τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων, οἱ ὁποῖοι ὄχι μόνον ἐπεθεώρησαν αὐτὰ κατ’ ἐντολὴν τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ καὶ ἐχώνευσαν αὐτὰς τὰς σκωρίας μὲ τὰ ἀτελῆ μέσα, ὅσα εἶχον καὶ μετὰ τὴν ἐργασίαν αὐτὴν παρουσίασαν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ ἐξαγόμενον. Κατόπιν λοιπὸν αὐτῶν τῶν περιστατικῶν ἐθαύμασα πῶς σήμερον ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐλάλησε περὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ μὲ μίαν ἀδιαφορίαν μὲ ὅσην ἤθελεν ὁμιλήσει περὶ τῆς τελευταίας ἀποθήκης τῶν γεννημάτων τῆς Λοκρίδος, καὶ μᾶς ἐπρόσθεσεν ὅτι, «ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμὴν παρατηρῶ τὰ ἔγγραφα, διότι καιρὸν δὲν εἶχον νὰ τὰ ἰδῶ». Νομίζω, ὅτι κανὲν ἄλλο πρᾶγμα δὲν ἐδύνατο νὰ ἑλκύσῃ ἰσχυρότερον τὴν προσοχὴν τῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ τὸ ζήτημα τῶν Σκωριῶν τοῦ Λαυρίου, ἀφοῦ μάλιστα ὑπ’ ὄψιν της ὑπῆρχε τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν οἱ ἁρμόδιοι πρὸς τὸ ἀντικείμενον αὐτό. Μετὰ διάταγμα Βασιλικὸν καὶ ἀφοῦ ἠναγκάσθη νὰ συγκαλέσῃ περὶ αὐτοῦ τόσα δικηγορικὰ συμβούλια, καὶ ἀφοῦ ἐκράτησεν ἀλληλογραφίαν μὲ τὸ ἐξωτερικὸν, μὲ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν, καὶ μὲ ὅλα τὰ ὑπουργεῖα ἀπὸ τὰ 63 καὶ ὅμως ὕστερον ἀπὸ τοιαύτας πράξεις σπουδαίας καὶ σοβαρὰς μᾶς λέγει ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν ἦτο ἀντικείμενον τῆς ἰδιαιτέρας ἡμῶν προσοχῆς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐμελετήσαμεν. Λοιπόν, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι σπουδαιοτάτη. Ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον μοὶ ἔκαμε περισσοτέραν ἐντύπωσιν ἀκόμη εἶναι, ὅτι ὁ λοχαγὸς Κ. Πουρῆς, ὁ ὁποῖος διετάχθη νὰ κάμῃ αὐτὴν τὴν καταμέτρησιν, ἀνέφερεν ἐδῶ, ὅτι μετὰ χαρᾶς συνῆψεν ἐπιτοπίως ὅλας τὰς πληροφορίας, δυνάμει τῶν ὁποίων τὸ δημόσιον εἶναι πράγματι ὁ Κύριος αὐτῶν τῶν σκωριῶν, ἐπὶ δὲ τῶν πληροφοριῶν αὐτῶν οὐδεμία παρουσιάζεται ἐντὸς τῆς δικογραφίας αὐτῆς ἐνέργεια τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τὸ ἔγγραφον αὐτὸ ῥίπτεται εἰς τὸν φάκελλον κοιμισμένον μέχρι τῆς ὥρας αὐτῆς....
§71ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ποίαν ἡμερομηνίαν ἔχει;
§72ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐν Ἀθήναις 11 Ἰανουαρίου 1864. Καὶ δὲν βλέπω εἰς αὐτὸ τὸ ἔγγραφον καμμίαν ἐνέργειαν. Ἀλλὰ, Κύριοι, καὶ αὐτὴν τὴν γνωμοδότησιν τοῦ δικηγορικοῦ συμβουλίου, ἂν ἐξετάσητε κατ’ ἀκρίβειαν, θέλετε παρατηρήσει μὲ ἔκπληξίν σας ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ δικηγορικὸν συμβούλιον δὲν ἐπιφέρει μίαν γνώμην ὁριστικὴν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλον ἐκφράζεται, καὶ διαιρεῖ τὴν ὑπόθεσιν εἰς διαφόρους κατηγορίας. Πρῶτον τὰ δικηγορικὰ συμβούλια δὲν ἔχουν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ὥστε νὰ εἴπῃ τις «αὐτὸ ἐγνωμοδότησε τὸ συμβούλιον τὸ δικηγορικὸν καὶ ἐγὼ συνεμορφώθην μὲ τὴν γνώμην του αὐτὴν» καὶ μάλιστα ὅταν ἡ γνώμη του ᾖναι ἀμφίβολος, διότι ἡ γνώμη τοῦ δικηγορικοῦ συμβουλίου δὲν εἶναι παρὰ μία γνώμη, ἡ ὁποία ἀποβλέπει, μόνον καὶ μόνον πρὸς φωτισμὸν αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ· Κατὰ μόνης τῆς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου, δηλαδὴ ἐπὶ μόνης τῆς περιστάσεως, καθ’ ἣν ὁ Ἄρειος Πάγος ἤθελεν ἀποφασίσει περὶ ἑνὸς πράγματος, τότε καὶ μόνον ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ κάμῃ τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐκτελέσῃ τὴν ἀπόφασιν. Κύριοι, ἐκ τῶν ἐγγράφων τούτων, τὰ ὁποῖα δὲν εἶχα καιρὸν νὰ μελετήσω ἐπισταμένως, μετὰ προσοχῆς, ἐπειδὴ πολλὰ ἐξ αὐτῶν ἀποβλέπουν ὅλως διόλου συγκρούσεις, σχέσεις μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῶν ἰδιοκτητῶν τοῦ δήμου, εἰς τὰ ὁποῖα ἐμπεριέχονται διάφορα ταπία Τουρκικὰ, δὲν ἦτον εὔκολον μίαν δικογραφίαν εἰς διάστημα μιᾶς ὥρας νὰ δυνηθῶ νὰ τὴν μελετήσω· πλὴν καὶ ἐξ ὅσων ἠδυνήθην νὰ ἴδω, παρατηρῶ, ὅτι τὸ δημόσιον ὑπέκυψεν εἰς μίαν φοβερὰν ζημίαν ἢ μᾶλλον τρέχει νὰ ὑποκύψῃ εἰς αὐτὴν τὴν ζημίαν, ἐὰν τὸ ἔθνος αὐτὸ, ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις, ἐὰν ὅλοι ὅσοι ἔχομεν αὐτὸ τὸ συμφέρον, καὶ τὸ ἔχομεν πάντες, δὲν ἀναμιχθῶμεν μετ’ εἰλικρινείας καὶ θερμότητος εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν. Δὲν ἐννοῶ, Κύριοι, οὐδὲ τὴν ἑταιρίαν νὰ ζημιώσωμεν, οὐδὲ τοὺς κτηματίας τοῦ δήμου, οὐδὲ τὰ ἄτομα, οὐδὲ κανένα· διότι κανένας δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ ζημιώσῃ τὸν ἄλλον· πάντες ἡμεῖς ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ μὴ ἀφήσωμεν νὰ ζημιωθῇ τὸ δημόσιον. Ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν ἀκόμη καταφαίνεται, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη εὑρίσκεται καὶ ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων· τώρα ἐδῶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἐκκρεμότης αὕτη ὑπάρχει εἰς τὸ ἐφετεῖον· πλὴν ἤκουσα, ὅτι τὸ ζήτημα ἐλύθη ἀπὸ τὸ ἐφετεῖον καὶ μένει εἰς τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἀνωτάτου δικαστηρίου τοῦ Ἀρείου Πάγου. Βλέπω, ὅτι ἡ ὑπόθεσις αὕτη δὲν ἔδωσεν ὁριστικῶς, δὲν ἔδωσεν ἀκόμη ὁριστικῶς καὶ ἀμετακλήτως δικαίωμα κυριότητος εἰς τὴν ἑταιρίαν αὐτὴν, καὶ ἑπομένως εἴμεθα εἰς καιρὸν νὰ φροντίσωμεν περὶ τῆς μεγάλης αὐτῆς ὑποθέσεως· τὸ δὲ ἔγγραφον τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐξωτερικῶν πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἢ πρὸς τὴν πρεσβείαν δὲν χορηγεῖ κανὲν δικαίωμα, διότι αἱ πράξεις τοῦ ὑπουργείου τότε μόνον εἶναι ἰσχυραὶ, ὅταν αὗται στηρίζωνται ἐπὶ τῶν νόμων τοῦ κράτους, ἄλλως ὑποθέσατε, ὅτι εὑρέθη εἷς ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, ὁ ὁποῖος πρὸς μίαν πρεσβείαν δι’ ἑνὸς ἐγγράφου του λέγει, ὅτι ὅλη ἡ Πελοπόννησος εἶναι ἀδιάθετος καὶ δύναται νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ τὴν καταλάβῃ, βέβαια δὲν θὰ ἔλθῃ νὰ μᾶς τὴν καταλάβῃ, διότι ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἢ τῶν οἰκονομικῶν, ἢ ὁποιοσδήποτε ἄλλος κάμνει ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν, καμμίαν βάσιν νὰ διαθέσῃ, ὅ,τι εἰς αὐτὸν δὲν ἀνήκει, ὥστε, Κύριοι, τὸ ἔγγραφον αὐτὸ δὲν ἔχει καμμίαν ἀξίαν διὰ νὰ προσβάλῃ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου. Κύριοι, ἐκ τῆς ἐκθέσεως τοῦ Κυρίου Κορδέλα φαίνεται ἀκόμη ἓν ἄλλο περίεργον, ὅτι καὶ τὰ περιττεύματα μετὰ τὴν ἀποχώρισιν τοῦ μολύβδου, ἐκτὸς ὅτι ἐμπεριέχουν σημαντικὴν ποσότητα λευκοσιδήρου, ἔχουσι τὴν ἰδιότητα νὰ χρησιμεύωσι τὰ μέγιστα καὶ εἰς τὴν ὑελοποιΐαν· φαίνεται λοιπὸν ὅτι ἡ ἑταιρία, ἡ ὁποία γνωρίζει καλῶς τὴν χρησιμότητα τῶν σκωριῶν, δὲν περιωρίσθη μόνον διὰ νὰ ἐνεργῇ τὴν ἀναχώνευσιν ἐντὸς τοῦ κράτους τῶν σκωριῶν, ἀλλὰ ἀπό τινα ἔγγραφα τοῦ δημάρχου, τὰ ὁποῖα εὑρίσκομεν ἐντὸς τῆς δικογραφίας, ἀποδεικνύεται, ὅτι πολλὰ πλοῖα κατὰ διαφόρους ἐποχὰς ἐρχόμενα εἰς τὸ μέρος τῶν σκωριῶν ἐφόρτωναν ἀπὸ τὰς σκωρίας αὐτὰς, τὰς ὁποίας μετέφερον εἰς τὴν Σικελίαν καὶ τὴν Ἱσπανίαν, καὶ μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, διότι ἐσυλλογίσθην, πῶς πλοῖα δύνανται νὰ ἔρχωνται ἐξεπίτηδες ἀπὸ τὴν Ἱσπανίαν νὰ φορτώνωσι τὸ χῶμα καὶ τὸ μεταφέρωσιν ἐκεῖ, ἐὰν δὲν ἐμπεριείχετο ἓν κέρδος ἄξιον λόγου, ἐκτὸς τοῦ κέρδους τῆς ἐκχωνεύσεως καὶ ἐκτὸς ἀκόμη τῶν μεγάλων ἐξόδων τῆς μεταφορᾶς. Καὶ ἐνῷ, Κύριοι, ἡ Κυβέρνησις ἡ παροῦσα, ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἔλαβε τὴν διεύθυνσιν τοῦ κράτους, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της αὐτὰ τὰ ἔγγραφα, ἐφρόντισε νὰ σταματίσῃ τὴν ἐξαγωγὴν αὐτήν; βλέπετε, κύριοι, ὅτι καὶ ἐὰν δὲν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, ὑπάρχει ἀμέλεια, ἡ ὁποία εἶναι κατ’ ἐμὲ ἀξιοκατάκριτος. Κύριοι, ἀπέναντί μου βλέπω μετὰ πολλῆς εὐχαριστήσεως τὸν νέον ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργὸν, εἰς τὸν ὁποῖον ἔχω ἄπειρον ὑπόληψιν διὰ τὰς γνώσεις του καὶ βεβαίως ἀπέναντι τῶν ἰδεῶν, τὰς ὁποίας πιθανῶς νὰ ἐκφράσῃ, θέλω φωτισθῆ καὶ ὑποκύψει· διὰ τοῦτο ὅσα θέλω εἰπεῖ τώρα περὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου πιθανὸν νὰ μὴν ᾖναι τόσον ἐπιτυχῆ, διότι, κύριοι, τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι νομικώτατον, περιπεπλεγμένον, καὶ δύναται νὰ γεννήσῃ νέους ἐμφυλίους πολέμους μεταξὺ τῶν νομικῶν καὶ κηρύττω ἐμὲ ἀπὸ τοῦδε ἀνάξιον νὰ εἰσέλθω εἰς αὐτὸν τὸν πόλεμον. Ὁμολογουμένως ὅμως, κύριοι, ἕνας τίτλος ἀδιαφιλονείκητος ἰδιοκτησίας εἰς τὰς σκωρίας δὲν ὑπάρχει· ἀλλὰ τί ἐπληροφορήθην, κύριοι; καὶ ἡ πληροφορία του αὕτη προέρχεται ἐκ πηγῆς βεβαίως ἐπιστημονικῆς· καὶ ἐντὸς τοῦ ἀρχαίου μεταλλείου ὑπῆρχαν μολυβδοῦχοι γαῖαι ἀποφέρουσαι 55 ἕως 70% θειούχου μολύβδου· καὶ βεβαίως ἐὰν τοὐλάχιστον τὸ δημόσιον δὲν ἐφρόντισεν οὐχὶ μόνον νὰ διακρίνῃ τοὺς τίτλους τῶν δικαιωμάτων του κατὰ ξένων, ἀλλὰ οὐδὲ νὰ ἀσφαλίσῃ καὶ αὐτὸ τὸ ἀρχαῖον μεταλλεῖον, δύναται νὰ συμβῇ τι τὸ ὁποῖον νὰ ᾖναι ἐπίσης δυσάρεστον διὰ τὰ συμφέροντα τοῦ δημοσίου ταμείου· καμμία ἀμφιβολία, κύριοι, δὲν εἶναι ὅτι ὄχι μόνον οἱ ξένοι, ἀλλὰ μετὰ τοὺς ξένους καὶ πολλοὶ ἐκ τῶν ἡμετέρων συμπολιτῶν ἐνόησαν, ὅτι ἐκεῖ κρύπτεται σπουδαῖος θησαυρὸς, καὶ πάραυτα ἐσύστησαν διαφόρους ἑταιρίας ἑλληνικὰς διὰ νὰ ἐνεργῶσι τὴν ἀναχώνευσιν· μιᾶς ἐκ τῶν ἑταιριῶν τούτων μέλη ὑπάρχουσιν οἱ κύριοι Κεχαγιᾶς καὶ Καλλιγᾶς.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὐχὶ ἐπὶ τῶν σκωριῶν.
§74ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὀλίγον φροντίζω περὶ τοῦ ποῖος εἶναι καὶ ποῖος δὲν εἶναι, διότι ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκήσῃ πᾶν ὅ,τι οἱ νόμοι ἐπιτρέπουσι· διότι ὅ,τι οἱ νόμοι ἐπιτρέπουσιν εἶναι ἔντιμον· δὲν ἔχω λοιπὸν νὰ παρατηρήσω, νὰ φέρω μομφὴν ἐπὶ τῶν ἑταιριῶν αὐτῶν, διότι καὶ ἐγὼ ἂν ἤμην πλούσιος καὶ ἠδυνάμην νὰ λάβω μέρος εἰς τὰς σκωρίας καὶ νὰ ὠφεληθῶ καὶ εὕρισκον καὶ Κυβέρνησιν ἀμελῆ βεβαίως ἤθελα τὸ κάμει (καθὼς ἐκείνη ἡ τότε Κυβέρνησις). Κύριοι, ἐγὼ εἶπον ὅσα ἠδυνήθην νὰ πορισθῶ ἐκ μιᾶς μελέτης, ἣν ἔκαμον εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ γραμματέως τῆς Βουλῆς· καὶ δὲν εἶχον καιρὸν νὰ ἐξετάσω βαθύτερα τὴν ὑπόθεσιν αὐτήν, ἀλλ’ ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἶναι πάντοτε ἀξία λόγου διὰ νὰ σύρῃ τὴν προσοχήν, καὶ πιστεύω ἡ Βουλὴ ὅτι εἰς τὴν σημερινὴν συζήτησιν δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς κανὲν ἀποτέλεσμα· διότι διὰ νὰ ἀποφασίσῃ τις ἐπὶ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου, πρέπει ὅλα τὰ στοιχεῖα νὰ συγκεντρώσῃ τῶν ἀποδείξεων καὶ νὰ ἔχῃ πρόχειρα, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ φωτισθῇ καὶ προβῇ εἰς μίαν ἀπόφασιν. Παραδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Δαρειώτου, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῶσι τὰ ὑποβληθέντα εἰς τὴν Βουλὴν ἔγγραφα, οὔτε τὸ ἔξοδον εἶναι μέγα, οὔτε ὁ χρόνος θέλει εἶναι πολύς· ἔπειτα, κύριοι, δὲν πρέπει νὰ λησμονήσωμεν, ὅτι καὶ ἂν ὅλα, ὅσα ἀναφέρουν δὲν ᾖναι ἀληθῆ, ὀφείλομεν ὅμως ἡμεῖς νὰ φωτίσωμεν τὸ δημόσιον πνεῦμα ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, νὰ τοὺς δώσωμεν τὰ στοιχεῖα ὑπ’ ὄψιν διὰ νὰ ἐξετάσωσιν ἵνα μὴ ταράσσηται τὸ δημόσιον, ὥστε καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βουλῆς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἑταιρίας καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Κυβερνήσεως καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ τὰ ἔγγραφα κατὰ τὴν ἐμὴν πεποίθησιν πρέπει νὰ τυπωθῶσιν· ἐὰν, διὰ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ μίαν φράσιν τοῦ Πρωθυπουργοῦ, εὕρισκον μίαν ὁμόφωνον συνδρομὴν εἰς γενναῖα ἔργα, ἤθελον παρακαλέσει τὴν Βουλὴν νὰ βαδίσῃ ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς σοβαρῶς, ἀξιοπρεπῶς καὶ δικαίως, νὰ ζητήσῃ νὰ λάβῃ τὰς πληροφορίας κατ’ εὐθεῖαν, τοὐτέστι νὰ ἀποφασίσῃ, ὅπως ἓν ἢ δύω τῶν μελῶν αὐτῆς συλλέξωσιν ὅλας τὰς πληροφορίας εἴτε ἐπιτοπίως, εἴτε ἐντὸς τοῦ ὑπουργείου, εἴτε ἐντὸς τοῦ δικηγορικοῦ κύκλου καὶ νὰ ζητήσῃ ὅλας τὰς πληροφορίας, καὶ νὰ τὰς φέρῃ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς διὰ νὰ φωτισθῇ καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ Ἔθνος ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς. Τοῦτο νομίζω, ὅτι οὐδὲ τὴν ὑπόληψιν, οὐδὲ τὰ συμφέροντα, οὐδὲ τίποτε προσβάλλει κανενός, διότι εἶναι καὶ δικαίωμα τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων, τοῦ νὰ σχηματίσῃ μίαν ἐπιτροπὴν καὶ νὰ ἐξετάσῃ ἐμπεριστατωμένως, ἀκριβῶς, αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον συνταράττει τόσον σπουδαίως τὴν κοινὴν γνώμην, διότι ἐὰν μὲν ὅσα λέγονται ᾖναι ἀληθῆ, ἡ κοινωνία ἔχει δικαίωμα νὰ ταράττεται, ἐὰν δὲ ᾖναι ψευδῆ, εἶναι ἔντιμον εἰς ἡμᾶς νὰ μὴ τὴν ἀφίσωμεν νὰ ταράσσεται· καὶ ὑπὸ τὴν μίαν καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην ἔποψιν ὀφείλομεν νὰ ἐξάγωμεν ἀπὸ τὴν ἀμφιβολίαν τὸ δημόσιον πνεῦμα. Αὐτὰς τὰς δύω προτάσεις εἶχα νὰ κάμω πρὸς τὴν Βουλὴν, μόνον τὴν δευτέραν παραδέχομαι πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Κ. Δαρειώτου, ὅστις ἐζήτησε νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα αὐτά. Ἐπομένως παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀναβάλῃ πᾶσαν ἀπόφασιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, ἕως ὅτου, καὶ ἂν δὲν διορισθῇ ἐπιτροπὴ διὰ νὰ ὑποβάλλῃ εἰς τὴν ἡμετέραν σκέψιν τὰς ἐρεύνας της, ἡμεῖς αὐτοὶ ἰδίᾳ ἕνας ἕκαστος νὰ δυνηθῶμεν νὰ συλλέξωμεν τὰς ἀναγκαίας πληροφορίας καὶ νὰ τὰς φέρωμεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς· αὐτὰ εἶχον νὰ παρατηρήσω, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῶν σκωριῶν.
§75Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ προκειμένη ὑπόθεσις ὡς καθαρῶς δικαστικὴ, καὶ ἀφορῶσα ἰδιωτικὰ συμφέροντα, δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ ἀντικείμενον συζητήσεως ἐντὸς τῆς Βουλῆς, εἰμὴ καθόσον ἤθελον προσβάλλεσθαι κεκτημένα δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ καθόσον ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ Κυβέρνησις παρημέλησε καὶ δὲν ἐπροστάτευσε ταῦτα. Ἐπειδὴ ὅμως ἐῤῥίφθη εἰς τὸ κοινὸν ἡ ὑπόθεσις αὕτη, καὶ ἐδόθη εἰς αὐτὴν χαρακτὴρ λίαν σπουδαῖος, καὶ ἐπειδὴ ἀπεδόθη καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἴς τινα ἄτομα ἡ μομφὴ, ὅτι συνετέλεσαν, ὅπως δήποτε, ἵνα ἀφαιρεθῇ ἀπὸ τὸ δημόσιον αὐτὸς ὁ μέγας πλοῦτος, ὅστις ἀρκετὸς ἵνα ἐξοφλήσῃ τὸ δάνειον πρόκειται νὰ δοθῇ εἰς ξένους, διὰ τοῦτο συμφωνῶ πληρέστατα μετὰ τοῦ προλαλήσαντος ἵνα ἅπαξ διὰ παντὸς διὰ τῆς συζητήσεως φωτισθῇ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου τὸ κοινόν· καὶ εἰ μὲν προσεβλήθησαν δημόσια συμφέροντα, καὶ ἀπωλέσθη τόσος μέγας πλοῦτος, ἡ Βουλὴ, τὸ ἔθνος, ἔχει συμφέρον νὰ ἐπιληφθῇ τῆς ὑποθέσεως ταύτης, ἵνα σώσῃ τὴν δημόσιον περιουσίαν, ἄλλως νὰ παύσῃ ἡ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου δημοκοπία. Ταῦτα πάντα, κύριοι, ὅσα ἀκούετε δὲν εἶναι παρὰ διαδόσεις τινῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠδυνήθησαν νὰ συμμεθέξωσιν ὠφελειῶν τῆς ἑταιρίας τὰς ὁποίας ἐπεδίωκον. Πρέπει νὰ γίνῃ συζήτησις, πρέπει νὰ φωτισθῇ τὸ κοινὸν, πρέπει νὰ μάθωσι καί οἱ συμπολῖται ἡμῶν, ποῖοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι οὗτοι οἱ ὁποῖοι παρουσιάζονται καθ’ ἑκάστην ὡς προστάται τῶν ἐθνικῶν δικαιωμάτων μετὰ τόσης θρασύτητος, ἐννοῶ πάντοτε τοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς δημοκόπους. Ὁ προλαλήσας μᾶς εἶπεν, ὅτι πλοῦτος μέγας πρόκειται νὰ μᾶς ἀφαιρεθῇ καὶ δοθῇ εἰς ξένους, ἐγὼ ὅμως τῷ λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχει τόσος πλοῦτος, ὅσον φαντάζεται, ἀλλὰ δύναμαι νὰ βεβαιώσω αὐτὸν, ὅτι καὶ ἂν ὑπάρχῃ δὲν θὰ τὸν λάβωσι ξένοι, διότι καὶ ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὑπάρχουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἦναι συμμέτοχοι τοῦ μεγάλου αὐτοῦ πλούτου, καὶ ἐν τῷ πατριωτισμῷ των δύνανται νὰ κάμωσι παραχωρήσεις ὑπὲρ τῆς πατρίδος, ἀφοῦ τοσοῦτον ὑπὲρ αὐτῆς μεριμνῶσι. Πρεσβεύω, κύριοι, ὅτι πᾶς τις, οἱανδήποτε θέσιν καὶ ἂν κατέχῃ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, εἴτε ἰθαγενὴς, εἴτε ξένος, δύναται νὰ κάμῃ ἐπιχειρήσεις διαφόρους, ἀρκεῖ νὰ μὴ ἀντιβαίνωσιν εἰς τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ νὰ μὴ προσβάλλωσι κεκτημένα ἰδιωτικὰ, ἢ δημόσια συμφέροντα, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν κατακρίνῃ διὰ τοῦτο. Αἱ σκωρίαι τοῦ Λαυρίου, κύριοι, δὲν εἶναι τόσον μεγάλης ἀξίας, ὡς σᾶς τὴν παρέστησαν, διότι ἄλλως δὲν θὰ παρεχωροῦντο ἀπὸ τὴν κοινότητα εἰς ἄλλην ἑταιρίαν, πρόεδρος τῆς ὁποίας εἶναι ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς εἶπον, ὅτι τὸ ἥμισυ τοῦ κέρδους ἔχομεν ἐντὸς τῆς Βουλῆς. Ἡ κοινότης τῆς Κερατιᾶς ἔκαμε πληρεξούσιον τὸν Κ. Καλλιφρονᾶν, ἵνα πωλήσῃ τὰς σκωρίας αὐτὰς εἰς οἱανδήποτε τιμὴν θέλῃ, καὶ τὸν ἔκαμε διὰ συμβολαίου συνιδιοκτήτην ἐπὶ τοῦ ἡμίσεως τῶν σκωριούχων γαιῶν, καὶ τοῦ κέρδους, ἰδοὺ τί λέγει τὸ συμβόλαιον. «Ἡ κοινότης ἀπέναντι τῶν κόπων καὶ ἐξόδων τὰ ὁποῖα θέλει καταβάλει ὁ Κ. Καλλιφρονᾶς διὰ τὴν πώλησιν τῶν σκωριῶν τοῦ παραχωρεῖ τὸ ἥμισυ τούτων τῶν σκωριῶν καὶ τὸ ἐξ αὐτῶν προκύψον κέρδος».
§76ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἵνα τὰς γλυτώσωμεν ἀπὸ τὴν διαρπαγήν.
§77ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ νὰ τὰ λάβητε ὑμεῖς· λοιπὸν κύριοι, βλέπετε, ὅτι τὸ ζήτημα τῶν σκωριῶν δὲν εἶναι ὡς τὸ παρέστησάν τινες τοὺς ὁποίους ἔβαλαν, νὰ βγάλουν τὸ φίδι ἀπὸ τὴν τρύπαν, φωνάζοντες, ὅτι κατεστράφη ὁ δημόσιος πλοῦτος, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἄξιον ἀγχόνης, ὅτι εἰς τὰς ἐνεργείας του δὲν ὡδηγήθη ἀπὸ τὸ γενικὸν, ἀλλ’ ἀπὸ ἰδιοτελὲς συμφέρον. Ἔρχομαι ἤδη, κύριοι, νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ τί τὸ δημόσιον ὤφειλε νὰ πράξῃ εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Καθὼς σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, αἱ σκωρίαι αὗται ὑπῆρχον εἰς τὸ μέρος τοῦ δήμου Λαυρίου ἀπὸ ἀρχαιοτάτων ἐποχῶν, ἐξαχθεῖσαι ἀπὸ τὰ ἀρχαῖα μεταλλεῖα. Δὲν εἶμαι δὲ κάτοχος ὀρυκτολογικῶν γνώσεων, ὥστε νὰ γνωρίζω ὅλα τὰ ζητήματα ὡς ἄλλοι τινὲς, καὶ νὰ φέρω ἀναλύσεις ἐπιστημονικὰς τῆς τε ποιότητος καὶ τῆς ἀξίας τῶν σκωριῶν αὐτῶν, καὶ διὰ τοῦτο περιορίζομαι εἰς τὸ νομικὸν μέρος τοῦ ζητήματος. Αὗται αἱ σκωρίαι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Νικίου μέχρι τῆς ἐποχῆς μας ἔμενον ἐκτεθειμέναι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, καὶ οὐδέποτε ἐσκέφθη τις περὶ αὐτῶν, μόνος ὁ ἀείμνηστος Κωλέττης δὲν ἠξεύρω πόθεν ὁρμώμενος ἔλαβεν ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰς, ἀποστείλας ἀνθρώπους, εἰδήμονας τῶν τοιούτων ἀντικειμένων, ἀπεδείχθη δὲ τότε, ὅτι ἡ ἐκμετάλλευσις αὐτῶν εἶναι ἀναξία λόγου. Ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος, ὡς πληροφοροῦμαι, ὁ ἀξιότιμος κύριος Βότσαρης, ὑπουργὸς τότε τῶν Στρατιωτικῶν, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη, ἀπέστειλεν εἰς τὸ μέρος ἐκεῖνο τινὰς εἰδήμονας νὰ ἐξετάσωσι τὰς σκωρίας, ἀλλὰ καὶ τότε ἀπεδείχθη, ὅτι αἱ σκωρίαι αὐταὶ δὲν ἔχουν ἀξίαν κἀμμίαν. Ἔκτοτε οὐδεὶς λόγος ἐγίνετο περὶ τῶν σκωριῶν μέχρι τοῦ 1861, ὅτε ὁ Κ. Παχὺς ἐλθὼν εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐζήτησεν ἀπὸ τὴν κοινότητα τοῦ χωρίου Κερατιᾶς τοῦ δήμου Λαυρίου, ἥτις εἶναι ἰδιοκτήτης, νὰ ἀγοράσῃ αὐτὰς τὰς σκωρίας. Τὴν κοινότητα αὐτὴν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἀντιπροσωπεύσω μετ’ ἄλλων ἐντίμων συναδέλφων ἐνώπιον τῶν δικαστικῶν ἀρχῶν. Ἀπετάνθη αὕτη πρὸς ἡμᾶς καὶ μᾶς ἀνέφερε περὶ τούτου, τῆς εἴπαμεν καὶ μᾶς ἔφερε δεῖγμα ἐκ τῶν σκωριῶν, τὰς ἔδωκα εἰς τὸν Κ. Μπουγιούκαν νὰ τὰς ἐξετάσῃ, ὁ Κ. Μπουγιούκας μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι αἱ σκωρίαι αὗται δὲν ἔχουσιν οὐδεμίαν ἐπιστημονικὴν ἀξίαν καὶ ὅτι τὰ ἔξοδα πρὸς ἐκχώνευσιν αὐτῶν θὰ ᾖναι ἀνωτέρα τοῦ ἐλπιζομένου κέρδους. Ἐγὼ μολαταῦτα εἶπον εἰς τὴν κοινότητα νὰ φροντίσωμεν νὰ τὰς στείλωμεν εἰς τὴν Εὐρώπην καὶ μάθωμεν τὴν ἀξίαν, καὶ ἐὰν ἔχωσιν ἀξίαν νὰ ὠφεληθῇ ἡ κοινότης, αὐτοὶ ὅμως εὑρόντες τὸ συμφέρον των εἰς τὰς προταθείσας διαπραγματεύσεις τὰς παρεχώρησαν εἰς τὸν Κ. Παχύν. Τώρα ἔρχονται τὰ ζητήματα, εἶχε δικαίωμα ἡ Κοινότης νὰ παραχωρήσῃ τὰς σκωρίας αὐτὰς εἰς τὴν ἑταιρίαν; Αἱ σκωριοῦχοι γαῖαι εἶναι ἰδιοκτησία αὐτῆς; Τὸ δημόσιον ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τῶν σκωριῶν αὐτῶν; Ἐφρόντισε νὰ τὰ ἐξασφαλίσῃ καταλλήλως; καὶ ποῖα μέσα πρέπει νὰ λάβῃ ἤδη πρὸς ἐξασφάλισιν τῶν μεταλλείων αὐτῶν; Κύριοι, σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ τοῦ λόγου, ὅτι δὲν εἴμεθα ἁρμόδιοι ἡμεῖς νὰ ἐπεμβῶμεν εἰς δικαστικὰ ἀντικείμενα καὶ νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ὑπόθεσιν, διότι τοῦτο ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα, θεωρεῖται σύγκρουσις δικαιοδοσίας. Ἡ ὑπόθεσις αὐτὴ εἶναι ἐκκρεμὴς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ δὲν ἀπεπερατώθη εἰσέτι. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἡ Κοινότης ὑποστηρίζει, ὅτι αἱ γαῖαι ἐπὶ τῶν ὁποίων κεῖνται αἱ σκωρίαι εἶναι ἰδιοκτησία της καθαρά. Τὸ χωρίον Κερατιὰ ἀνῆκε κατὰ τὸ πλεῖστον εἰς Ὀθωμανοὺς, κατὰ τὸ 1832 ὅτε ἡ Ἀττικὴ διὰ συνθήκης παρεχωρήθη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἐδόθη τὸ δικαίωμα δι’ ἑτέρας Συνθήκης εἰς τοὺς Ὀθωμανοὺς τῆς τε Ἀττικῆς καὶ ἄλλων ἐπαρχιῶν νὰ πωλήσωσι τὰς ἰδιοκτησίας των. Συνεπείᾳ τῆς συνθήκης ταύτης οἱ Ὀθωμανοὶ ἰδιοκτῆται παρεχώρησαν εἰς τὴν Κοινότητα δυνάμει Χοτζετίου τὰς ἰδιοκτησίας αὐτῶν καὶ ἔκτοτε ἡ κοινότης τὰς ἔλαβεν εἰς τὴν κατοχήν της καὶ τὰς νέμεται.
§78ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νὰ τὸ φέρετε αὐτό;
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§80Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπειδὴ δὲ ἐντὸς τῆς περιφερείας ταύτης ὑπῆρχον μέρη βραχώδη καὶ ἀκαλλιέργητα ἀνεπτύχθησαν πεῦκα καὶ οἱ κάτοικοι τὰ ἐφύλαττον καὶ οὕτως ἐσχηματίσθη μικρόν τι δάσος. Τὸ δημόσιον ποτὲ δὲν διενοήθη ἢ ἰσχυρίσθη, ὅτι ἔχει δικαιώματα ἐπὶ τοῦ χωρίου αὐτοῦ· ἀλλὰ γνωρίζετε πῶς διέπεται ἡ δασονομικὴ ὑπηρεσία· οἱ κατὰ καιροὺς δασονόμοι φαίνεται μὴ λαμβάνοντες ὠφελείας ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς, κατήγγειλαν εἰς τὸ δημόσιον, ὅτι ὑπάρχει δάσος, τὸ ὁποῖον ἀντιποιοῦνται οἱ χωρικοί. Τὸ δημόσιον κατὰ τὸ 1849 λαβὸν ὑπ’ ὄψιν τὰς τοιαύτας καταγγελίας διέταξε τὸν δασονόμον νὰ θεωρήσῃ τὰ δάση ὡς ἐθνικὰ καὶ ἐζήτησε νὰ διαταράξῃ τὴν κατοχὴν τῆς κοινότητος, ἡ δὲ Κοινότης ἰδοῦσα τοῦτο ἐπροκάλεσε τὸ δημόσιον εἰς δίκην, ἥτις εἰσήχθη εἰς τὸ δικαστήριον. Ποῦ ἐστηρίζετο δὲ τὸ δημόσιον ἀντιποιούμενον τὰ δάση; εἰς τὸν νόμον τοῦ 1836, ὅστις λέγει, ὅτι ὅσοι εἶναι ἰδιοκτῆται δασῶν, ὑποχρεοῦνται ἐντὸς 6 μηνῶν νὰ ὑποβάλωσι τοὺς τίτλους των εἴς τινα ἐπιτροπὴν, τὴν ὁποίαν ἐσχημάτισε τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλως παρελθούσης τῆς προθεσμίας αὐτῆς τὰ δάση θεωροῦνται ἐθνικά. Τὸ δημόσιον λοιπὸν ὑπερασπίζετο εἰς τὰ δικαστήρια, ἔχον τὸν νόμον ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι δὲν ἐπαρουσίασαν ἐγκαίρως τοὺς τίτλους, ἄρα ἀπώλεσαν τὰ δικαιώματά των. Τότε ὁ Κύριος Καλλιφρονᾶς μετὰ τοῦ μακαρίτου Στ. Βλάχου ἐθυμήθησαν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1843 ἡ Κοινότης τῆς Κερατιᾶς ἦλθεν εἰς τοὺς Κυρίους αὐτοὺς, ὡς προστάτας τῆς ἐπαρχίας, καὶ ἐζήτησε νὰ τὴν συντρέξουν, νὰ εὑρεθῶσιν οἱ τίτλοι τοὺς ὁποίους ἐγκαίρως εἶχον παρουσιάσει εἰς τὸ ὑπουργεῖον. Καὶ πραγματικῶς εὑρέθησαν οἱ τίτλοι, οἵτινες εἶχον ὑποβληθῆ ἐντὸς τῆς προθεσμίας τῆς ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένης καὶ εἶχον ἐπικυρωθῆ ἀπὸ τοὺς Κυρίους Ψύλλαν, Ἀργυρόπουλον καί τινα ἄλλον· οὕτω λοιπὸν τὰ δικαστήρια ἀπέῤῥιψαν πᾶσαν πρότασιν τοῦ δημοσίου, παραδεχθέντα, ὅτι ἐγκαίρως προσήχθησαν ὅλα αὐτὰ τὰ ἔγγραφα.
§81ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δύναμαι νὰ ἀποδείξω, ὅτι τὸ Χοτζέτι τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος εἶναι πλαστόν.
§82Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐξετάζομεν τοῦτο σήμερον, ἐγὼ γνωρίζω τὶ πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἡ Βουλὴ σήμερον ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός της· ἐν παρόδῳ δὲ ἀνέφερα τὰ περὶ Χοτζετίου τὸ ὁποῖον ἂν ᾖναι πλαστὸν θὰ τὸ κρίνωσι τὰ δικαστήρια καὶ ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπεμβῶμεν εἰς τὰ ἰδιωτικὰ δικαιώματα. Τὰ δικαστήρια ἀπεφάνθησαν ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἔχει δικαίωμα κανὲν ἐπὶ τῶν δασῶν, καὶ ἐπεβλήθη ποινὴ χρηματικὴ ἐν περιπτώσει νέας διαταράξεως τῆς κατοχῆς τῆς Κοινότητος, περὶ δὲ τῶν γαιῶν δὲν ὑπῆρξε διόλου, λόγος ἀπεναντίας τὸ δημόσιον ὡμολόγησεν, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα κανὲν ἐπὶ τῶν γαιῶν αὐτῶν. Τώρα, Κύριοι, ἀφοῦ ἡ Κοινότης δυνάμει ἀποφάσεων τελεσιδίκων ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κατοχῆς καὶ κυριότητος ἐπὶ τοσαῦτα ἔτη, ἔχει δικαιώματα καὶ ἐπὶ αὐτῶν τῶν σκωριῶν; τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐξετάσθη ἀπὸ διακεκριμένους νομομαθεῖς καὶ εὑρέθη, ὅτι πραγματικῶς ἡ κοινότης ἔχει δικαίωμα ἰδιοκτησίας, καὶ τὸ δημόσιον οὐδὲν ἄλλο δικαίωμα ἔχει εἰμὴ νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Ὑπάρχει, Κύριοι, ἄλλη τις δίκη ἐκκρεμὴς, ἀλλὰ μεταξὺ τῶν κατοίκων, τὶς ὁ ἔχων περισσότερον μέρος ἐπὶ τῶν γαιῶν. Ἂν τὸ Δημόσιον ἔχῃ δικαιώματα δύναται νὰ παρεμβῇ καὶ τὰ διεκδικήσῃ. Ὅπως σήμερον παρίστανται τὰ πράγματα ἡ Κοινότης εἶναι κυρία τῶν σκωριῶν καὶ τὰς παρεχώρησε δυνάμει συμβολαίου εἰς τὴν ἑταιρίαν, ἥτις ἦλθε διὰ νὰ ὠφεληθῇ μὲν, ἀλλὰ καὶ θὰ ὠφελήσῃ τὸν τόπον. Κατηγοροῦσι τὴν Κυβέρνησιν, ὄχι τὴν παροῦσαν, ἀλλὰ καὶ τὴν τοῦ κυρίου Σίμου καὶ τοῦ Βάλβη. Κατὰ πρῶτον, κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι καὶ ἀπὸ ἐμὲ καὶ ἀπὸ ἄλλους ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, νὰ ἐξετάσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, καὶ συνεκροτήθη μάλιστα συμβούλιον πολυμελὲς προεδρευόμενον ἀπὸ τὸν Γενικὸν Γραμματέα κύριον Δρόσον· ἐξετάσθη τὸ ζήτημα ὑπὸ διαφόρους ἐπόψεις καὶ ἀπεφασίσθη ὅτι τὸ Δημόσιον δὲν ἔχει δικαίωμα ἰδιοκτησίας ἐπὶ τῶν γαιῶν ἐφ’ ὧν κεῖνται αἱ σκωρίαι, καὶ ἑπομένως ἡ Κοινότης δύναται νὰ διαχειρισθῇ καὶ διαθέσῃ ταύτας. Ἐὰν ἡ Κοινότης δὲν ἔχῃ δικαιώματα ἐπὶ τῶν γαιῶν, ἀνήκει εἰς τὸ δικαστήριον ν’ ἀποφασίσῃ νομίμως, ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν, καὶ εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ἤθελεν ἀποδειχθῆ, ὅτι ἡ Κοινότης εἶναι κυρία αὐτῶν τῶν γαιῶν, τότε τὸ ζήτημα θὰ περιστραφῇ καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ φορολογικὸν μέρος, ἐὰν ὅμως ἀποδειχθῇ ὅτι αἱ γαῖαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον, τότε δύναται νὰ προέλθῃ εἰς σκέψεις τὸ δημόσιον περὶ διαθέσεως τῶν δικαιωμάτων του. Ἀλλὰ ἐγὼ φρονῶ, ὅτι τὸ δημόσιον δὲν ἔχει νὰ ζημιωθῇ τίποτε καὶ κατὰ τὴν πρώτην περίπτωσιν καὶ κατὰ τὴν δευτέραν. Ἔχομεν τὸν νόμον περὶ μεταλλείων καθ’ ὃν προσδιορίζεται ὁ τρόπος τῆς τε ἐκμεταλλεύσεως καὶ παραχωρήσεως τῶν μεταλλείων, καὶ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα δύναται νὰ ἐξασκήσῃ τὸ Δημόσιον ἐπ’ αὐτῶν ὡς καὶ ὁ φόρος ὃν δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ· λοιπὸν παραδεχόμενος διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι αὗται αἱ σκωρίαι ἀνήκουσιν εἰς τὸ Δημόσιον· ἠδύνατο ἡ ἑταιρία, δυνάμει τοῦ νόμου, νὰ ἀπαιτήσῃ νὰ τῆς παραχωρηθῶσι πρὸς ἐκμετάλλευσιν, καὶ τὰ ἐζήτησε, καὶ τὸ Δημόσιον ἠδύνατο νὰ ζητήσῃ τὸν φόρον, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἐπιβάλλει, ἂν δὲ θεωρηθῶσιν ὡς ἰδιωτικὰ, δύναται νὰ ἀπαιτήσῃ τὸν νόμιμον φόρον.
§83ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι ὅτι ἰδιόκτητα θεωροῦνται αὐτὰ ἢ ἐθνικά;
§84Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Σᾶς εἶπον, ὅτι ἐκ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ διατάξῃ νὰ προσαχθῶσι, ἀποδεικνύεται ὅτι αἱ γαῖαι ἐφ’ ὧν κεῖνται αἱ σκωρίαι ἀνήκουσιν εἰς τὴν Κοινότητα. Ὅταν ἀποδειχθῇ τοῦτο, τότε θὰ ἐξετασθῇ τίνα δικαιώματα ἔχει τὸ Δημόσιον ἐπ’ αὐτῶν τῶν σκωριῶν. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τὸ Δημόσιον ἔχει τὸ δικαίωμα, δυνάμει τοῦ νόμου, νὰ ἐπιβάλλῃ φόρον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς.
§85ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὅταν τὸ δημόσιον δὲν κινηθῇ, πῶς τὸ δικαστήριον θὰ τὸ δικαιώσῃ; Τὸ παράπονον εἶναι ὅτι τὸ δημόσιον ἐφάνη ἀδιάφορον.
§86Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἠξεύρετε, κύριοι, πόσον διήρκεσεν ἡ ὑπόθεσις αὕτη εἰς τὰ δικαστήρια; ἀπὸ τοῦ 1849–1857, ἐξεδόθησαν 70 ἀποφάσεις· ἐπιτόπιοι ἐξετάσεις ἐγένοντο· ὅ,τι ἀποφασίσωσιν τὰ δικαστήρια εἶναι δεδικασμένον καὶ ὡς τοιοῦτον σεβαστὸν, ἄλλως θέλομεν ἐπέμβῃ εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῶν δικαστηρίων καὶ τότε ἀλλοίμονον εἰς τὴν κοινωνίαν· πρέπει νὰ ἤμεθα προσεκτικοὶ εἰς τὰ τοιαῦτα. Ἂν, κύριοι, ἔχῃ δικαιώματα τὸ Δημόσιον, ὀφείλομεν νὰ τὰ ἐξετάσωμεν, ὡς εἶπεν ὁ κ. Πετιμεζᾶς, ὄχι μὲ πεῖσμα, ἀλλὰ μὲ ἀπάθειαν καὶ μὲ ἁγνὸν πατριωτισμὸν, νὰ σκεφθῶμεν πῶς νὰ τὰ ἐξασφαλίσωμεν, καὶ νὰ μὴ φενακίζωμεν τὴν κοινὴν γνώμην, νὰ μὴ παρουσιαζώμεθα ὑπὸ τὸ πρόσχημα εὐγενοῦς πατριωτισμοῦ καὶ δημοκοπῶμεν, διότι δὲν ὠφελήθημεν ἢ διότι ὠφελήθησαν ἄλλοι· τινὲς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φωνάζουν, φωνάζουν, διότι δὲν ἔλαβον μερδικὸν· ἤκουσα ὅτι κύριός τις, ὅστις προχθὲς ἐδημοκόπει εἰς τὴν ἀγορὰν, ὅταν τῷ εἶπον, ὅτι ἡ ἑταιρία προτίθεται νὰ τὸν παραλάβῃ δικηγόρον, ἀπήντησεν, ὅτι «ἀλλάσσει τὸ πρᾶγμα, θὰ ἐξετάσωμεν μήπως ἔχῃ δίκαιον ἡ ἑταιρία·» τελειόνω, κύριοι, διότι βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων διὰ νὰ ᾖναι ἐν πλήρει γνώσει, ὅταν ἐξετάσῃ κατ’ οὐσίαν τὴν ὑπόθεσιν· ὑποστηρίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει νὰ ὑποβάλῃ ὅλα τὰ ἔγγραφα, δηλαδὴ τὰς ἀποφάσεις, ἐξ ὧν θέλει ἀποδειχθῆ, ἂν ἔχῃ δικαιώματα ἐπὶ τῶν γαιῶν ἢ ὄχι· καὶ τότε θὰ ἴδετε, ὅτι ὅλοι θὰ εὑρεθῶμεν σύμφωνοι εἰς τὴν ἐξασφάλισιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ Δημοσίου. Ὁ κ. Πετιμεζᾶς σᾶς λέγει, ὅτι ἡ ἑταιρία μεταφέρει τὰς σκωρίας εἰς τὴν Ἰταλίαν καὶ ἄλλα τῆς Εὐρώπης μέρη. Τοῦτο δὲν εἶναι ἀληθές· ἡ ἑταιρία ἔκαμεν ἐνταῦθα καταστήματα καὶ ἐξώδευσε πλέον τοῦ ἑνὸς καὶ ἡμίσεως ἑκατομμυρίου δραχμῶν μεταφέρουσα ἐξ Εὐρώπης γαιάνθρακας, ἵνα χρησιμεύσωσιν εἰς τὰς καμίνους· ὅταν λοιπὸν τὰ πλοῖα ἐπιστρέφουν εἰς τὴν Μασσαλίαν, φέρουν αὐτὰς τὰς σκωρίας ὡς ἕρμα (σαβοῦραν)· τὸ Δημόσιον δύναται νὰ ἐπιβάλλῃ καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἕνα φόρον. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἀδίκως φωνάζουν, ὅτι καταστρέφονται τὰ συμφέροντα καὶ δικαιώματα τοῦ Δημοσίου. Ἂς συστηθῇ μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ ὅσα μέλη θέλετε, ἂς ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ μᾶς φέρῃ μίαν ἔκθεσιν, καὶ τότε ὅλοι θὰ σκεφθῶμεν ἐν εἰλικρινείᾳ, καὶ ἂν ἡ Κυβέρνησις παρέλειψε τὰ συμφέροντα τοῦ Δημοσίου, πρῶτοι ἡμεῖς νὰ ῥίψωμεν λίθον κατ’ αὐτῆς. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ κ. Πετιμεζᾶ, νὰ ἐκλεχθῇ ἐπιτροπὴ, ἥτις νὰ λάβῃ ὅσας δυνηθῇ πληροφορίας· ἀλλ’ ὅταν ἐξετασθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι δὲν εἶναι ὡς τὸ παρέστησάν τινές φωνάζοντες ὅτι ἐληστεύθη τὸ Δημόσιον.
§87ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Ἡ συζήτησις βεβαίως δὲν πρέπει νὰ τελειώσῃ σήμερον, ἠκούσαμεν, ὅτι πρόκειται περὶ ἑκατομμυρίων, τὰ ὁποῖα ὄχι μόνον ἠμποροῦν νὰ μᾶς ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὰ χρέη μας, ἀλλὰ νὰ μᾶς εὐκολύνουν καὶ νὰ δανείζωμεν ἀκόμη· ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι χάριν τοσούτου πλούτου χρειάζεται συζήτησις ἐκτεταμένη, σπουδαία, πολυήμερος καὶ μελέτη μεγάλη, διότι περὶ μεγίστων συμφερόντων πρόκειται· ἀλλὰ, Κύριοι! διὰ νὰ μὴ μένῃ ἐντελῶς ὑπὸ ἐξωγκωμένας ἰδέας ἡ κοινὴ γνώμη, κατ’ ἐμὲ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐξετάσω τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ἔκαμε, διότι, Κύριοι! σημαίνει πολὺ τὸ νὰ ἐξετάσωμεν μίαν ὑπόθεσιν ὑπὸ τὸ πρίσμα ὑπερβολικῶν ἰδεῶν ἢ ὑπὸ τὸ πρίσμα ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι, ἐὰν τῷ ὄντι ἀληθεύουν, ἤθελον ἔχει μεγάλα τὰ ἀποτελέσματα, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι μὴ ἀληθεῖς ἠμποροῦν νὰ μᾶς γεννήσωσι καὶ ἄτοπα, καὶ νὰ μᾶς βλάψωσι, καὶ ταῦτα πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν. Εἶναι τὸ ἴδιον ἐρωτῶ πρῶτον, κῦβος ὄγκου καὶ κῦβος βάρους; ἕνας κῦβος ὄγκου εἶναι ἀκριβῶς τὸ ἴδιον βάρος; καὶ 800,000, κυβικὰ μέτρα ὄγκου, ἐκ τῶν ὁποίων 60,000 ἀνήκουσιν εἰς ἡμᾶς, εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ 800,000 κυβικὰ μέτρα βάρους; ὥστε ὁ ὑπολογισμὸς τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ νὰ ᾖναι ἀκριβής; Πιστεύω, ὅτι ὁ Κ. Πετιμεζᾶς δὲν εἶναι βέβαιος· καὶ ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, τὶ μοῦ συνέβη πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπὶ μιᾶς ὑποθέσεως ἐπίσης σπουδαίας· ἐπρόκειτο τὸ ζήτημα τῆς Κωπαΐδος, ὁ Sauvage ἐξετάζων αὐτὸ τὸ ζήτημα ἐπιστημειοῖ ὅτι ἕκαστον στρέμμα γῆς δέχεται 22 ὀκάδας σπόρου καὶ ὅτι τὸ ἓν παράγει ἕνδεκα· λοιπὸν ὑποθέσαντες ὅτι 160,000 στρέμματα κατ’ ἐλάχιστον ὅρον σπείρονται, καὶ ὅλα πηγαίνουν κατ’ εὐχὴν, θέλομεν παραγάγει κατ’ αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν 350,000,000 περίπου ὀκάδας· ἑπομένως τὸ εἰσόδημα τὸ ἐτήσιον ὑπολογιζομένης τῆς ἀξίας τοῦ σίτου ἀνὰ 22 λεπτὰ τὴν ὀκᾶν, θέλει εἶσθαι 75 περίπου· ἐγὼ ὅταν ἤκουσα τοῦτο, ἐξιππάσθην, ἐνόμισα, ὅτι ὁ ὑπολογισμὸς αὐτὸς εἶναι πολὺ ὑπερβολικὸς, ἐζήτησα κατὰ συνέπειαν πληροφορίας ἀπὸ τὴν Λεβαδείαν καὶ ἀντὶ 22 ὀκάδων εὕρομεν μόνον ὅτι 14, ἢ 13 ὀκάδας μόλις δέχεται ἕκαστον στρέμμα, ὥστε τὸ ποσὸν τὸ ὑπολογισθὲν μέγα, κατέπεσεν ἀμέσως. Τοῦτο λέγων δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ κατηγορήσω κανένα ὑποθέτω μόνον ὅτι πολὺ ὑπερβολικὸν εἶναι· ἄλλως, Κύριοι! 200,000,000 ὅπως ὑπολογίζει τὸ προϊὸν ὁ Κύριος Πετμεζᾶς εἶναι τὸ καθαρὸν κέρδος, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι τὰ 200,000,000 τὸ προϊὸν, ἀλλὰ 200,000,000 δὲν εἶναι καθαρὸν κέρδος, διότι, καθὼς ἠξεύρετε, τὸ προϊὸν ὅλων τῶν μεταλλείων δὲν ἀφίνει καθαρὸν κέρδος ὅλον τὸ παραγόμενον, καὶ ἑπομένως τῶν πλείστων μεταλλείων τῶν ὁποίων τὸ προϊὸν εἶναι π.χ. 10,000,000, δὲν εἶναι κέρδος εἰμὴ ἓν μικρὸν μέρος· τῶν σκωριῶν ἡ ἐκκαμίνευσις, ἥτις δίδει 8% δὲν δύναται νὰ ἔχῃ τόσην ὠφέλειαν ὅσην ὑποθέτουσι. Βλέπετε ὅτι αὐτὸ εἶναι ζήτημα οὐσιῶδες. Ὅ,τι ἠξεύρω εἶναι, ὅτι αὐταὶ αἱ σκωρίαι πρὸ ὀλίγων ἐτῶν ἐπωλοῦντο διὰ 200 δραχμὰς, ὅτι ἐγὼ ὁ ἴδιος ὡς ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἄλλοτε ἀπέστειλα πρὸς ἐξέτασιν αὐτῶν τῶν σκωριῶν, διότι εἶχον μίαν αἴτησιν νὰ παραχωρήσω αὐτὰς ὄχι πρὸς ἐκκαμίνευσιν ἀλλὰ ὡς ὕλην χρήσιμον πρὸς κατασκευὴν προκυμαιῶν ἀντὶ τῆς θηραϊκῆς γῆς, ἀπέστειλα, εἶπον, συνεπεία τῆς αἰτήσεως νὰ ἐξετάσω τὴν ἀξίαν αὐτῶν· ἡτοίμασα καὶ ἓν νομοσχέδιον, ἀλλὰ δὲν ἐπρόφθασε νὰ συζητηθῇ, οὔτε νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, πλὴν ἡ ἀπάντησις τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἦτο, ὅτι δὲν εἶχον ἀξίαν τινὰ, ἀλλ’ αὐτὸ δὲν σημαίνει τίποτε, τὸ ἀληθὲς εἶναι, ὅτι ἕως τώρα ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε μέρος εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν· ἡ ὑπόθεσις διεξήχθη μεταξὺ τῶν κατοίκων τῆς κοινότητος καὶ τῆς ἑταιρίας, τὸ Δημόσιον μόνον ἠμφισβήτησε τὸ δικαίωμα καὶ καθόσον ἀφορᾷ τὰς ἀσκεπεῖς γαίας ἐφ’ ὧν κεῖνται αἱ σκωρίαι δὲν ἤγειρε τὸ Δημόσιον καμμίαν ἀπαίτησιν, εἶπεν ἀπεναντίας δι’ ἐγγράφου του ὅτι δὲν ἔχει ἀξίωσιν οὐδεμίαν ἐπ’ αὐτῶν τῶν σκωριῶν· ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν μέχρι, αὐτῆς τῆς στιγμῆς ἐθεώρησεν, ὅτι δὲν ἔχει δικαίωμα κανεὶς ἐπ’ αὐτῶν τῶν σκωριῶν, ὡς ὁ Κ. Βάλβης, στηριζόμενος εἰς γνωμοδότησίν τινα δικηγορικὴν ἀπεφάνθη ἐρωτηθεὶς, ὅτι ἐπὶ τῶν σκωριῶν, αἱ ὁποῖαι κεῖνται εἰς γαίας ἀσκεπεῖς, εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, κανὲν τὸ δημόσιον δὲν ἔχει δικαίωμα, οὔτε ἀξίωσιν. Αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, Κύριοι, ἐγέννησε μίαν ἄλλην δυσκολίαν ὡς πρὸς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν, καὶ ἐγὼ εὑρέθην δεσμευμένος ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἰδιοκτησίας, διότι ὁ προκάτοχος ὑπουργὸς ἔλυσε τὸ ζήτημα κατ’ οὐσίαν, καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν ἠμπορεῖ νὰ λύσῃ ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἀποβλέπουσι τὴν δημοσίαν περιουσίαν, δὲν ἠμπορεῖ βεβαίως εἷς ὑπουργὸς νὰ εἴπῃ, δίδω τὴν Πελοπόννησον ἢ τὴν Στερεὰν, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ εἰς ἕνα συμβιβασμὸν καὶ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου ἐπὶ ἑνὸς κτήματος ἀμφισβητουμένου, καὶ τοῦτο ἔγινε καὶ γίνεται πολλάκις, δὲν ἀλλάσσει τὸ ζήτημα δὲ, ἐὰν ἡ περιουσία ᾖναι μεγαλητέρα ἢ μικροτέρα. Ἀλλὰ, Κύριοι, αὐτὴ ἡ ἀπόφασις τοῦ ὑπουργοῦ, ἥτις μὲ ἐδέσμευσεν ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, μὲ εἶχε δεσμεύσει καὶ ὡς πρὸς ἓν ἄλλο ζήτημα, τὴν ἐπιβολὴν φόρου, διότι κατὰ τὴν ἀπόφασιν τοῦ ὑπουργοῦ αὐτοῦ ἔπαυαν νὰ ᾖναι καὶ μεταλλεῖα, διότι, ἂν ἦσαν τοιαῦτα, τότε ἤθελεν ἐφαρμοσθῆ ὁ περὶ μεταλλείων νόμος, καθ’ ὃν ἐπιβάλλεται αὐτοδικαίως ὁ φόρος ἐπὶ τοῦ καθαροῦ εἰσοδήματος, ἀλλ’ ὁ ὑπουργὸς εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι μεταλλεῖον· εὑρέθην λοιπὸν ἀπέναντι ἑνὸς νέου προϊόντος, ἀπὸ τὸ ὁποῖον κανένα φόρον ὁ νόμος δὲν μοὶ ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ λάβω, διότι φόρον ἐπὶ σκωριῶν, ἐπὶ μολύβδου ἐξαγομένου ἐκ σκωριῶν, ὅπως ἐχαρακτήρισε τὸ ὑπουργεῖον, δὲν μοὶ ἔδωκε νόμος τις τὴν ἐξουσίαν νὰ ἐπιβάλω· μ’ ὅλα ταῦτα δὲν ἤρχισεν ἡ ἐξαγωγὴ ἀκόμη αὐτοῦ τοῦ προϊόντος, τὸ ὁποῖον, κατὰ τὰ μέχρι τοῦδε, εἶναι ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία, δὲν ἠμπορῶ ἑπομένως νὰ ἐμποδίσω κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ τὴν ἐξαγωγήν· τότε ἀληθῶς θὰ εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθῃ νὰ μὲ κατηγορήσῃ, διότι ἄνευ νόμου ἐμπόδισα τὴν ἐξαγωγὴν ἰδιωτικῆς περιουσίας ἀνεγνωρισμένης. Ἠμπορῶ νὰ εἴπω μὴ ἐξάγετε τὸ χῶμα ἢ τοὺς λίθους ἀπὸ τοὺς ἀγρούς σας; μὴ τοὺς στέλλετε εἰς τὴν Εὐρώπην; δὲν ἠμποροῦσα λοιπὸν, οὔτε αὐτὸ νὰ τὸ κάμω· ἐσκέφθην δὲ ὅτι ἅμα ἔλθῃ ἡ Βουλὴ ὤφειλον νὰ ἑτοιμάσω καὶ παρουσιάσω νόμον ὅστις νὰ ἐπιβάλῃ ἕνα φόρον ὡρισμένον ἐπὶ τοῦ ἐξαγομένου μολύβδου καὶ τῶν σκωριῶν, ἀλλ’ αὐτὸ δύναται ἡ Βουλὴ νὰ τὸ ἀποφασίσῃ μόνη· ἰδοὺ τί ἔκαμον ἐγὼ καὶ τί ἐνόμισα, ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμω· ἀφοῦ εὗρον τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὸ σημεῖον τοῦτο· ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀπασχολῶ σήμερον, δὲν ἐκτείνομαι, θὰ ἔλθῃ ὁ καιρὸς, ὅτε ὅλα θέλουσιν ἐξηγηθῆ πλατύτατα. Τὸ κατ’ ἐμὲ, νομίζω ἀναγκαιότατον ἡ Βουλὴ νὰ λάβῃ πᾶν μέτρον νὰ ἐπεμβῇ εἰς ὅλα, νὰ ἐξετάσῃ ὅλα, νὰ κάμῃ ὅ,τι εἶναι δυνατὸν, ὥστε νὰ ἀνεύρῃ καὶ ἀσφαλίσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, ἂν ὑπάρχωσι τοιαῦτα. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι σήμερον πρέπει νὰ μένωμεν ἕως ἐδῶ καὶ ὅλα νὰ διανεμηθοῦν εἰς τοὺς βουλευτάς.
§88ΤΙΝΕΣ. Τὰ οὐσιώδη,
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ παραπεμφθοῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, ἂν θέλετε......
§90ΤΙΝΕΣ. Νὰ συστηθῇ ἰδιαιτέρα ἐπιτροπὴ......
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἥτις νὰ ἐξετάσῃ αὐτὰ τὰ ἔγγραφα καὶ νὰ τὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν κρίσιν σας, ἡ Κυβέρνησις κἀμμίαν δυσκολίαν δὲν ἔχει νὰ δεχθῇ, ὥστε νὰ ἐξετασθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἡ ὑπόθεσις ὑφ’ ὅλας τὰς ἐπόψεις· καὶ εἴθε ἀπὸ τὰς σκωρίας αὐτὰς νὰ εὕρωμεν τοσοῦτον θησαυρὸν, ὥστε νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ τῷ ὄντι ἀπὸ τὰς δυσκολίας εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα.
§92ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Γνωρίζετε πόσον ποσὸν ἐξήχθη μέχρι τοῦδε ἐκ τῆς Ἑλλάδος;
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§94Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂν ἀγαπᾶτε, κύριοι, νὰ σᾶς δώσω μίαν μικρὰν ἐξήγησιν περὶ τοῦ κυβικοῦ μέτρου. Πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τοῦτο. Οἱ σωροὶ αὐτοὶ κεῖνται ὑπὸ τὴν ἐπήρειαν τοῦ ἰδίου αὑτῶν βάρους τρεῖς χιλιάδας ἔτη· εἶναι δὲ ἀναμφιβόλως συμπαγεῖς, διότι κατὰ τὸ πλεῖστον μέρος εἶναι μέταλλον. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι δὲν εἶναι κἀνὲν σφάλμα, διότι οἱ χημικοὶ μεταχειρίζονται τὸ κυβικὸν μέτρον διὰ τὴν καταμέτρησιν καὶ τοῦ ὄγκου καὶ τοῦ βάρους, διότι τὸ χιλιόγραμμα εἶναι ἡ μονὰς τοῦ βάρους καὶ τοῦ ὄγκου. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι κἀμμία ὑπερβολὴ, διότι ὁ ὄγκος συμπίπτει μὲ τὸ βάρος, διότι ὅλη ἡ γῆ εἶναι μέταλλον. Σᾶς εἶπον καὶ προηγουμένως, ὅτι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸν λογαριασμὸν τοῦτον μία διαφορὰ, ἀλλὰ θὰ ᾖναι ἐλαχίστη· καὶ ἐπειδὴ ὁ Κ. πρωθυπουργὸς παραδέχεται τὴν ἰδέαν μου δὲν ἔχω νὰ προσθέσω τίποτε. Εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἂν διορίσητε τὴν ἐπιτροπὴν θὰ εὕρητε ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ ᾖναι λίαν εὐάρεστα.
§95ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἐγὼ δὲν νομίζω ἀναγκαίαν τὴν ἐκτύπωσιν τῶν ἐγγράφων, ἐκτὸς ἂν ὑπάρχῃ σχέδιον, ὥστε ἡ τύπωσις αὕτη νὰ καλύψῃ τὴν ὑπόθεσιν, νὰ παρέλθῃ ὁ καιρὸς νὰ ξεθυμάνῃ ἡ φωνὴ, ἥτις ἠγέρθη, καὶ τότε πάλιν νὰ μείνουν τὰ πράγματα εἰς τὴν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται. Δὲν θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων, διότι ἐν διαστήματι ¼ τῆς ὥρας τὰ διῆλθον· καὶ ὅστις θέλει νὰ τὰ διέλθῃ δὲν θέλει δαπανήσει πολὺν χρόνον· καὶ ἐκτὸς τούτου τὰ ἔγγραφα αὐτὰ δὲν ἔχουν μεγάλην σπουδαιότητα, εἶναι ἀλληλογραφία μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἐξωτερικῶν, καὶ ἔγγραφα τοῦ δημάρχου Λαυρίου, μερικὰ ἔγγραφα καὶ μερικαὶ ἐκθέσεις τοῦ ἐπὶ τῶν μεταλλείων ὑπαλλήλου Κ. Κορδέλα. Δὲν βλέπω τί θέλετε ἐξαγάγει ἐκ τῶν ἐγγράφων αὐτῶν· πρόκειται νὰ δικάσῃ σήμερον ἡ Βουλή; εἶναι ἐντὸς τῆς ἁρμοδιότητός της νὰ λύσῃ τὸ ζήτημα, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ στοιχεῖα τῆς ἀποδείξεως; Τὸ ἐννοῶ, ἂν ἦτο τοιοῦτον τὸ ζήτημα, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τὴν σήμερον δὲν πρόκειται νὰ δικάσωμεν ἡμεῖς· ἡ συζήτησις αὕτη σκοπὸν ἔχει νὰ διαφωτίσῃ καὶ ἡμᾶς αὐτοὺς καὶ τὴν Κυβέρνησιν περὶ τῶν τυχὸν παραμεληθέντων δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου διὰ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ νὰ ὁρμηθῇ ἡ Κυβέρνησις ἐκ τῶν παραστάσεων τῆς Βουλῆς νὰ ἐνεργήσῃ ἐνώπιον τῶν ἁρμοδίων δικαστηρίων τὴν ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ δημοσίου. Τοῦ ζητήματος περιοριζομένου εἰς αὐτὴν τὴν σειρὰν, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι, ἂν τὸ δημόσιον τὸ ἐπιβαρύνωμεν μὲ τὴν δαπάνην τῆς ἐκτυπώσεως, δὲν θέλομεν φθάσει εἰς ἀποτέλεσμα μεγαλήτερον, δὲν θέλομεν κατορθώσει τίποτε. Πιστεύω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν οἰκονομικῶν εὑρὸν τὰ πράγματα εἰς ἣν κατάστασιν σᾶς τὰ ἐξέθεσε, δὲν ἠθέλησε νὰ τὰ ἀνακαινίσῃ, καὶ ἑπομένως πειθόμενον, ὅτι αἱ πράξεις τῶν προκατόχων ὑπουργῶν εἶναι ἀπρόσβλητοι, ἐφρόντισε μόνον νὰ προνοήσῃ περὶ φορολογίας τοῦ μολύβδου, τοῦ δυναμένου νὰ ἐξαχθῇ ἀπὸ τὰς σκωρίας. Ἀλλὰ, κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι ἔτι ὑψηλότερον, ἀδιαφορῶ ἂν τὸ ὑπουργεῖον εὑρέθη εἰς αὐτὴν τὴν καλὴν πίστιν, καὶ μὴ προκειμένου νὰ μεμφθῶ τὸ ὑπουργεῖον διὰ τοῦτο, φρονῶ, ὅτι δύναμαι νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ δώσω ἰδέας τινὰς εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὥστε νὰ σκεφθῇ, ἂν δικαιώματα τοῦ δημοσίου κατεπατήθησαν, διὰ μιᾶς νέας ἐρεύνης. Ἐδῶ δὲ, Κύριοι, μοὶ φαίνεται ἄτοπον νὰ ἀναμιγνύωμεν τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, νὰ ἐκτεινώμεθα εἰς προσωπικὰ κατ’ ἰδιωτῶν, καὶ νὰ συγχέωμεν τὸν χαρακτῆρα τοῦ Βουλευτοῦ μὲ τὸν τοῦ ἰδιώτου· εἶναι ἐπίσης ἄτοπον νὰ λέγῃ τις, ὅτι πᾶς ὅστις ὁμιλεῖ καὶ σκέπτεται περὶ σκωριῶν ὁρμᾶται, διότι δὲν ἔλαβε μέρος· διότι δύναμαι καὶ ἐγὼ νὰ εἴπω ὅτι ἐκεῖνος, ὅστις θέλει νὰ μὴ γίνεται λόγος περὶ σκωριῶν, εὑρίσκεται εὐχαριστημένος, διότι ἔλαβε μέρος· λοιπὸν καὶ οἱ δύω δὲν θέλομεν εὑρεθῆ εἰς θέσιν ἀμερολήπτου δικαστοῦ. Διὰ τοῦτο αὐτὰ πρέπει νὰ ἀφεθῶσι κατὰ μέρος. Εἰς τὴν ὑπόθεσιν αὐτὴν ἔχω γνώσεις τινάς, διότι εἶμαι δικηγόρος τῶν ἰδιωτῶν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διεκδικοῦν τὰς σκωρίας αὐτὰς ὡς ἀτομικὴν ἰδιοκτησίαν. Ἡ δίκη ἐκείνη εἶναι μεταξὺ ἰδιωτῶν, τῆς κοινότητος καὶ τῆς ἑταιρίας. Ἐξ αὐτῆς τῆς πηγῆς λαμβάνω τὰς πληροφορίας μου, αἱ ἰδέαι μου ὡς βουλευτοῦ δὲν ἔχουν καμμίαν σχέσιν μὲ τὸ ἀντικείμενον ἐκεῖνο. Δὲν θέλετε μὲ ἀκούσει νὰ ὑποστηρίξω ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι αἱ σκωρίαι εἶναι τῶν πελατῶν μου, καὶ τοῦτο διὰ νὰ ἀποκρούσω τὸν προλαλήσαντα, ὅστις εἶπεν ὅτι εἶμαι πληρεξούσιος τῆς κοινότητος, καὶ ἐν τούτοις ὑπεστήριξεν ὅτι αἱ σκωρίαι εἶναι τῆς κοινότητος. Μόνον θὰ ἐξετάσω, ὑπάρχει δημόσιον συμφέρον, παρεβλάφθη αὐτό; Ἐδῶ, Κύριοι, ἐκ τοῦ φακέλλου αὐτοῦ προκύπτει, ὅτι ὁ πολὺ ἀξιέπαινος αὐτὸς Κολόμβος, ὅστις ἀνακάλυψεν αὐτὰς τὰς σκωρίας, φθάσας εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἔκρινε ποῦ ἔπρεπε νὰ ἀποτανθῇ· εὑρίσκω λοιπὸν 2, 3 ἀναφορὰς τοῦ Σκιμπιέρου τοῦ Ἰταλοῦ καὶ τοῦ Παχὺ πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, διὰ τῶν ὁποίων κρύπτουν τὸ σχέδιον, τὴν ἀνακάλυψίν των, λέγουν, ὅτι αἱ σκωρίαι εἶναι χρήσιμοι πρὸς κατασκευὴν ὑέλων, καὶ ὅτι θὰ κάμουν ἐργοστάσιον ὑελοποιΐας, καὶ προσφέρουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἅπαξ μὲν 50,000 δρ. κατ’ ἔτος δὲ μίαν ποσότητα διὰ νὰ τοῖς παραχωρηθοῦν αὐταὶ αἱ σκωρίαι· εἶναι περιττὸν νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἔγγραφον. Ἡ Κυβέρνησις ἐνήργησε κἄτι τι, ἀλλὰ οὐχὶ μετὰ πολλῆς περισκέψεως. Συνεστήθη, Κύριοι, ἓν δικηγορικὸν συμβούλιον, οὐχὶ συγκείμενον ἀπὸ 25 μέλη, ἀλλ’ ἀπὸ τοὺς ΚΚ. Πάϊκον, Σαρίπολον, Παπαῤῥηγόπουλον καὶ Κιάπε, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπεβλήθησαν ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομ. τὰ ἑξῆς ζητήματα. 1) αἱ σκωρίαι αὐταὶ δύνανται νὰ καταταχθῶσιν εἰς τὴν τάξιν τῶν μετάλλων; 2.) θεωροῦνται, ὅτι ἀνήκουν εἰς τὴν κοινότητα ἢ εἰς τοὺς ἰδιοκτήτας τοῦ ἐδάφους τῆς γῆς, ἢ ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον; Ἡ δὲ γνωμοδότησις τοῦ συμβουλίου τούτου ἔλυσε τὰ ζητήματα ταῦτα ἀποφατικῶς· διότι, καθόσον ἀφορᾷ τὸ ζήτημα ἂν ᾖναι εἰς τὴν τάξιν τῶν μετάλλων, εἶπεν, ὅτι δὲν κατατάσσονται· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ βʹ. ζήτημα εἶπεν, ὅτι οἱ κύριοι τῶν γαιῶν εἶναι καὶ κύριοι τῶν σκωριῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἐπ’ αὐτῶν. Βεβαίως, κύριοι, αὐτὴ ἡ γνωμοδότησις δὲν ἦτο ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸ δημόσιον· ἐδύνατο νὰ τὴν παραδεχθῇ, ἀλλὰ δὲν ὤφειλε νὰ παραδεχθῇ, παρὰ μετὰ περισσοτέρας ἐρεύνης καὶ κρίσεως. Ἰδοὺ δὲ διατὶ φρονῶ, ὅτι αὐτὴ ἡ γνωμοδότησις δὲν εἶναι ὀρθή· πρῶτον, διότι ὁ Κύριος Σακελλαριάδης σᾶς ἀνέγνωσε τὸν περὶ μεταλλείων νόμον, καθ’ ὃν εἰς τὰς τάξεις τῶν μεταλλείων ἀνάγονται καὶ ὄγκοι περιέχοντες ὕλας μεταλλικάς, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἐντὸς τῆς γῆς εἴτε εἰς τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς, αἱ δὲ προκείμεναι σκωρίαι εἶναι ὕλαι μεταλλικαί, αἱ ὁποῖαι σχηματίζουν ὄγκους καὶ ἐντὸς τῆς γῆς, καὶ ἄνωθεν τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, διότι, καθὼς ἡ ἀνασκαφὴ ἀπέδειξεν, ὑπάρχουν λάκκοι βαθεῖς 4, 5, 6 μέτρα ὑπὸ τὴν ἐπιφάνειαν τῆς γῆς ἐντὸς τῶν ὁποίων εὑρίσκονται οἱ σωροὶ αὐτοὶ τῶν σκωριῶν. Δὲν βλέπω λοιπὸν, Κύριοι, ποῦ στηριζόμενοι οἱ Κύριοι αὐτοὶ ἐξέθεσαν τόσον ἐπιπολαίως, ὅτι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν τάξιν τῶν μετάλλων, τὸ δὲ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶχε συμφέρον νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὸν τὸν νόμον ἴσως εἶχε καὶ ὤφειλε νὰ ἔχῃ πλειοτέρας γνώσεις τῶν δικηγόρων, διὰ νὰ κρίνῃ, ἂν αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα ὑπάγωνται εἰς τὴν τάξιν τῶν μεταλλείων. Μολαταῦτα καλυφθὲν τὸ ὑπουργεῖον ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἐπιπόλαιον γνωμοδότησιν τὴν παρεδέχθη. Ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα· ἐπὶ τῇ ὑποθέσει, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν κατηγοριῶν ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦσι μεταλλεῖα, αἱ προκείμεναι σκωρίαι, δύνανται νὰ θεωρῶνται ὡς ἰδιοκτησία ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι κύριοι τῆς γῆς ἢ ὄχι; καὶ κατὰ τὴν κρίσιν μου, ἂς μοὶ συγχωρήσουν νὰ τοῖς εἴπω, ὅτι ἐσκέφθησαν πολὺ ἐλαφρὰ καὶ οὐχὶ ὀρθῶς· αὐτοὶ ἐθεώρησαν, ὅτι αἱ προκείμεναι σκωρίαι ἀποτελοῦσι προσκύρωμα ἢ παρακολούθημα τῆς γῆς, καὶ ὑπὸ τὴν ἐσφαλμένην αὐτὴν ἔποψιν εἶπον, ὅτι ἡ κοινότης εἶναι ὁ κύριος τοῦ ἐδάφους καὶ τῆς ἐπιφανείας· κατὰ συνέπειαν τὸ ὑπουργεῖον, εὑρὸν ἕνα τυφλοσύρτην, εἶπεν, ὅτι ἀκολουθεῖ τὴν γνώμην των· ἀλλὰ θεωρῶ ἐσφαλμένην τὴν γνώμην αὐτὴν, διότι ἔχομεν τὸν νόμον περὶ διακρίσεως κτημάτων, ὅστις προσδιορίζει ὁποῖα τὰ παραρτήματα καὶ παρακολουθήματα τοῦ ἀκινήτου. Ἀνεγνώσθησαν τὰ σχετικὰ ἄρθρα. Αὐτὰ εἶναι τὰ προσαρτήματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐφαρμόζεται ὁ κανὼν, ὅτι ὁ Κύριος τοῦ ἐδάφους εἶναι καὶ κύριος τῶν παρακολουθημάτων· αἱ σκωρίαι ὅμως αἱ προκείμεναι εἶναι τοιαῦται; εἶναι κινητὸν, τὸ ὁποῖον προσεκολλήθη εἰς τὸ ἀκίνητον, ὥστε ν’ ἀποτελέσῃ ἓν ὅλον μετ’ αὐτοῦ; πολλοῦ γε καὶ δεῖ· εἶναι κινητόν τι, τὸ ὁποῖον ὁ ἰδιοκτήτης προσδιώρισε πρὸς χρῆσιν δι’ ἀνάγκας αὐτοῦ τοῦ ἀνινήτου; πολλοῦ γε καὶ δεῖ· εἶναι δένδρα; οἰκοδόμημα; τίποτε. Τί εἶναι αὐταὶ αἱ σκωρίαι; Ἐδῶ τὸ ἔχομεν βεβαιωμένον καὶ ὁμολογούμενον· εἶναι ὗλαι ὡς περιτταὶ θεωρηθεῖσαι κατὰ τοὺς τότε καιροὺς, αἱ ὁποῖαι ἐῤῥίπτοντο εἰς ἐκείνας τὰς θέσεις ἀπὸ τοὺς ἐκμεταλλευομένους τὰ μεταλλεῖα τοῦ Λαυρίου. Δὲν εἶχον ἴσως τότε ἐντελῆ τὴν τέχνην τοῦ ἐκμεταλλεύεσθαι, ἢ ἀφοῦ ἐλάμβανον διὰ τῆς πρώτης ἐκμεταλλεύσεως τὰς ὕλας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἦσαν μᾶλλον χρήσιμοι, τὰς προκειμένας τὰς ἔῤῥιπτον ἐκεῖ προσωρινῶς, διὰ νὰ τὰς ἀνακαμινεύσουν. Τώρα δὲν εἶναι προτιμώτερον καὶ εὐκολώτερον νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐγὼ, ὅστις εἶμαι κύριος τοῦ μεταλλείου, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξήρχοντο αὐταὶ αἱ ὗλαι, τὰς ὁποίας ὡς περιττὰς ἐναπέθετον εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν, ὅτι ἐγὼ εἶμαι κύριος τῶν ὑλῶν αὐτῶν, παρ’ ἐκεῖνος εἰς τὸ χωράφι τοῦ ὁποίου τὰς ἔῤῥιψα; Ἐῤῥίφθησαν λοιπὸν αἱ σκωρίαι εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν καὶ παρῆλθον αἰῶνες· ὑπάρχουν τρόποι, διὰ τῶν ὁποίων ὁ κύριος χάνει τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πράγματος, καὶ εἶναι τὰ μέσα τῆς παραγραφῆς· ἀλλὰ τί ἀπαιτεῖ ἡ παραγραφή; ἀπαιτεῖ, ὥστε ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἐναπέθεσα εἰς ἓν μέρος, νὰ ἔλθῃ ἕνας ἄλλος νὰ τὸ μεταχειρισθῇ μὲ τὴν διάνοιαν τοῦ κυρίου, καὶ ἀφοῦ τοῦτο τὸ κάμῃ πλέον τῶν 30 ἐτῶν, τότε γίνεται κύριος. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὅμως ἐξησκήθη ἐπ’ αὐτῶν τῶν σκωριῶν ποτὲ ἡ παραμικρὰ πρᾶξις κατοχῆς; εἶναι βεβαιωμένον ἐδῶ, ὅτι καμμία καλλιέργεια δὲν ἔγεινεν, ὅτι οὐδὲ ἐφύη εἰς αὐτὰς φυτὸν, οὔτε δύναται νὰ φυῇ. Λοιπὸν, Κύριοι, οἱ δικηγόροι, οἱ ὁποῖοι εἶπον, ὅτι ἡ κοινότης εἶναι ἰδιοκτήτης τοῦ ἐδάφους καὶ ἑπομένως εἶναι κυρία καὶ τῶν παρακολουθημάτων καὶ ὅτι αἱ σκωρίαι εἶναι παρακολούθημα τοῦ ἐδάφους, μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀπεμακρύνθησαν ἐντελῶς καὶ ἀπὸ τὰς γενικὰς ἀρχὰς τοῦ δικαίου καὶ ἀπὸ τὸν εἰδικὸν νόμον περὶ διακρίσεως κτημάτων καὶ δὲν ἔδωκαν τὴν ὤθησιν εἰς τὸ δημόσιον νὰ ἐξασφαλίσῃ τὰ συμφέροντά του. Τώρα, Κύριοι, ἔρχεται ἓν ἄλλο ζήτημα. Τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν, μᾶς λέγει ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς, ἀπεφάνθη ἅπαξ, ὅτι δὲν ἔχει ἀξιώσεις εἰς αὐτὰς τὰς σκωρίας, νομίζω, ὅτι αὐτὸ εἶναι σεβαστὸν, τὸ ἔπραξεν ἐντὸς τῆς ἐξουσίας του καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἀνατρέψωμεν. Καὶ εἰς τοῦτο τὸ ἀντικείμενον διαφωνῶ μὲ τὸν Κ. Πρωθυπουργόν· διότι, ἂν αὐτὴν τὴν ἐξουσίαν δώσητε εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, τότε μοὶ φαίνεται, ὅτι πολλὰ καὶ μεγάλα ἐθνικὰ κτήματα δύνανται ν’ ἀπαλλοτριωθῶσι· δὲν ἔχω, παρὰ νὰ κάμω μίαν ἀναφορὰν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν καὶ νὰ εἴπω, ἐντὸς τῆς Κωπαΐδος ἔχει τὸ Δημόσιον δικαιώματα; Ὁ δὲ ὑπουργὸς διὰ νὰ μοιράσῃ μαζῆ μου, μοὶ λέγει, δὲν ἔχει· καὶ οὕτως ἐγὼ καὶ ὁ ὑπουργὸς γινόμεθα κύριοι τῆς Κωπαΐδος. Εἰμπορεῖ τὸ ἔθνος νὰ κατηγορήσῃ τὸν ὑπουργὸν, οὐχ ἧττον ἐγὼ κατέστην κύριος τῆς Κωπαΐδος. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν νόμοι ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι προβλέπουν διὰ τίνος τρόπου ἀπαλλοτριοῦται τὸ Δημόσιον τῆς περιουσίας του, καὶ ἐνόσῳ αὐτοὶ οἱ τύποι δὲν διατηροῦνται, ποτὲ τὸ Δημόσιον δὲν χάνει τὰ δικαιώματά του· προκειμένου περὶ ἀκινήτων κτημάτων, πρέπει ἢ δημοπρασία νὰ γείνῃ ἢ ἐκτίμησις ἢ νόμος νὰ προηγηθῇ, νὰ ἐκδοθοῦν παραχωρητήρια, νὰ τὰ ἐξελέγξῃ τὸ ἐλεγκτικὸν συνέδριον, νὰ καταχωρηθοῦν εἰς τὰ βιβλία τοῦ ἔθνους καὶ τότε μόνον ἀπεκδύεται τὸ δημόσιον τῆς κυριότητος.
§96ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· τί σημαίνει ἡ αἴτησις θεραπείας καὶ ὁ ὅρκος ὁ ἐπιβαλλόμενος;
§97ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ ἔχει μεγάλην ἔκτασιν· ὁ ὅρκος ὑποθέτει, ὅτι ἔλαβε χώραν μία δίκη μεγάλη εἰς τὴν ὁποίαν ὑπεστηρίχθησαν τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου καὶ ὅτι ὁ ἀντίδικος ἐπιβάλλει ἕνα ὅρκον· ἀλλ’ ἐδῶ δὲν πρόκειται περὶ τούτου· ἠξεύρω, ὅτι ἄλλοτε ἐξετάσθη ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἐὰν ἔχῃ ἁρμοδιότητα ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ συμβιβάζηται καὶ ἐλύθη, ὅτι ἔχει. Ἀλλὰ μὲ αὐτὸ δὲν θὰ εἰπῇ, ὅτι πάντοτε πρέπει νὰ γίνεται τοιουτοτρόπως· θέλω μόνον νὰ μὴ ὑποστηρίξῃ κανεὶς σήμερον, ὅτι ἐναπόκειται εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν διὰ μιᾶς ἀπαντήσεως εἰς πάντα ἀναφερόμενον νὰ ἐλαττώσῃ τὴν ἐθνικὴν περιουσίαν, διότι τοῦτο εἶναι καταστρεπτικὸν καὶ ἀντίκειται εἰς τὸν νόμον. Τί ἐπὶ συγκεκριμμένων περιπτώσεων, ἐπὶ συμφερόντων ὅλως διόλου μηδαμινῶν ἀπεφάσισαν τα δικαστήρια, τοῦτο δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ πάντοτε· πρέπει νὰ μᾶς εὕρουν ἕνα νόμον, τὸν ὁποῖον μόνον εἰμποροῦμεν νὰ σεβασθῶμεν, καὶ ἐγὼ ἕως τώρα δὲν εὗρον αὐτὸν τὸν νόμον. Τώρα, κύριοι, ἐὰν τὸ δημόσιον ἤθελε κινήσει μίαν δίκην περὶ σκωριῶν, τί ἤθελε χάσει; Θὰ ἐξώδευε μόνον διακοσίας δραχμὰς ἢ 300, τὰ δικαστήρια δὲ ἤθελον λύσει κατὰ νόμον τὴν διαφοράν. Ἐδῶ, κύριοι, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς γνωμοδοτήσεως ὑπάρχουν γνωμοδοτήσεις ἄλλαι ἑνὸς προσώπου, τὸ ὁποῖον φαίνεται, ὅτι τιμᾷ τὴν Ἑλλάδα καὶ ὡς ὑπάλληλος καὶ ὡς ἐπιστήμων, γνωμοδότησις, ἥτις μοὶ φαίνεται λογικωτέρα καὶ ὀρθοτέρα ἀπὸ τὰς τῶν δικηγόρων, καὶ ἐκ τῆς ὁποίας ἐδόθη ἀφορμὴ εἰς τὸ δημόσιον νὰ σκεφθῇ, ὅτι δὲν πρέπει τόσον ταχέως καὶ ἀπροσέκτως ν’ ἀποφασίζῃ περὶ τῆς ἀποξενώσεως τοῦ δημοσίου ἀπὸ τὴν προκειμένην περιουσίαν. Αὐτὸς ὁ ὑπάλληλος εἶναι ὁ Κύριος Κορδέλλας, ὅστις ἔχει 3 ἐκθέσεις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν· Αὐτὸς ὁ Καρδέλλας ὡς ἐκ τῶν ἐπιστημονικῶν του γνώσεων, ὡς ἐκ τῆς παρατηρήσεως τὴν ὁποίαν ἔκαμε τῆς οὐσίας τῆς ἐμπεριεχομένης ἐν ταῖς σκωρίαις, στηριζόμενος καὶ εἰς πληροφορίας ἃς ἔλαβε καὶ ἀπὸ γέροντας, αὐτὸς διαβεβαιοῖ ὅ,τι ἐγὼ ἐν παρόδῳ σᾶς εἶπον, ὅτι αὐταὶ αἱ σκωρίαι προήρχοντο ἀπὸ τὰ μεταλλεῖα καὶ ἐτίθεντο εἰς αὐτὰ τὰ μέρη ἀπὸ τοὺς ἐργαζομένους εἰς τὰ μεταλλεῖα αὐτὰ, ἕνεκα ἀτελείας τῆς τέχνης τῆς ἐκμεταλλεύσεως ἢ πρὸς ἐπιφύλαξιν μιᾶς μελλούσης ἀναχωνεύσεως. Αὐτὸς δὲ ὁ Κορδέλλας λέγει, ὅτι ἐπάνω εἰς αὐτοὺς τοὺς σωροὺς τῶν σκωριῶν ἔμαθεν, ὅτι ποτὲ δὲν ἔγεινε καμμία καλλιέργεια, ποτὲ δὲν ἐπῆλθε πρᾶξις κατοχῆς ἐκ μέρους οὐδενὸς τῶν κατοίκων. Αὐτὸς προσέτι διαβεβαιοῖ, ὅτι αἱ θέσεις, αἱ ὁποῖαι περιέχουν αὐτὰς τὰς σκωρίας διακρίνονται εἰς δύο κατηγορίας εἰς τρεῖς μάλιστα, εἰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι παράλιοι καὶ αἱ ὁποῖαι σκεπάζονται ἀπὸ τὰς συνήθεις ἀναβάσεις τῆς θαλάσσης καὶ κατὰ συνέπειαν δυνάμει τοῦ νόμου περὶ διακρίσεως τῶν κτημάτων αὐτῶν, αἱ θέσεις αἱ περιέχουσαι σκωρίας ἀναντιῤῥήτως ἀνήκουσιν εἰς τὸ δημόσιον· καὶ ὄχι μόνον αἱ σκωρίαι, ἀλλὰ καὶ τὸ ἔδαφος ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵστανται. Κατόπιν διακρίνει τὴν λοιπὴν ἔκτασιν εἰς δύω· εἰς ἔκτασιν ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐπὶ ἀσκεποῦς γῆς καὶ εἰς ἔκτασιν, ἡ ὁποία εὑρίσκεται ἐπὶ γῆς δασώδους. Ὡς πρὸς τὴν πρώτην ὁ Κ. Κορδέλλας θέσας τὴν πρώτην βάσιν δὲν προχωρεῖ νὰ εἴπῃ, ἐὰν πρέπῃ ν’ ἀνήκουν εἰς τὸ δημόσιον. Ἐὰν, λέγει, τὸ δημόσιον πεισθῇ, ὅτι δὲν ἔλαβον κατοχὴν ἰδιῶται, ὅτι αὐτὴ ἡ οὐσία δὲν εἶναι οὐσία τῆς γῆς, ἀλλ’ εἶναι πρόσθετος ἐπὶ τῆς ὁποίας δὲν ἔλαβον κατοχὴν, τότε ἂς διαφιλονεικήσῃ τὸ δημόσιον τὸ δικαίωμά του. Καθόσον ἀφορᾷ ὅμως τὰς ἐσκεπασμένας ἀπὸ δάση.....
§98ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὰ ἔκοψαν διὰ νὰ μὴν ᾖναι σκεπασμένα.
§99ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ ἔγεινε τώρα ἐσχάτως. — Καθόσον ἀφορᾷ τὰς θέσεις, αἱ ὁποῖαι κεῖνται ἐντὸς τῆς περιφερείας τοῦ δάσους, αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος λέγει, ὅτι τὸ δάσος εἶναι δημόσιον, ἑπομένως καὶ τὸ ἔδαφος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ δάσος, εἶναι δημόσιον καὶ οἱ σωροὶ τῶν σκωριῶν ἐπίσης εἶναι τοῦ δημοσίου. Ἐδὼ ὅμως ἔρχεται ὁ Κ. Χρηστόπουλος, ὁ δικηγόρος τῆς κοινότητος καὶ σᾶς διαβεβαιοῖ, ὅτι ἡ δίκη μεταξὺ τοῦ δημοσίου καὶ τῆς κοινότητος ἀπεπερατώθη ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ ἀπεφασίσθη, ὅτι τὸ δάσος εἶναι δημοτικόν. Ἐν πρώτοις, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ, ὡς δικηγόρος τῶν δημοτῶν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν κρίσιν σας τὸ Χοτζέτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει ἐδῶ. Λέγει ὅτι ἕνας τοῦρκος, καὶ πρῶτον ἀναιρῶ τὸν Κ. Χρηστόπουλον, ὁ ὁποῖος λέγει, ὅτι τὸ χωρίον Κερατιᾶς ὁλόκληρον ἀνῆκεν εἰς τοὺς ὀθωμανούς· τὸ ἥμισυ αὐτοῦ ἀνῆκεν εἰς ἕνα ὀθωμανὸν, τὸ δὲ ἕτερον ἥμισυ ἦτο ἰδιόκτητος κτῆσις τοῦ Γιάννη, τοῦ Κώστα καὶ ἄλλων χωρικῶν. Τὸ Χοτζέτι λοιπὸν αὐτὸ διαλαμβάνει περὶ πωλήσεως εἰς τὴν κοινότητα; παντάπασιν· αὐτὸ λέγει, ὅτι παρουσιάσθησαν τρεῖς ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι λέγουν, ὅτι ἀγοράζουσι διὰ τὸν ἑαυτόν των καὶ ὡς ἐπίτροποι 66 ἄλλων συγχωρίων των αὐτὰ τὰ εἴδη τοῦ χωρίου συγκείμενα ἀπὸ δάση·—διότι ὁ Κ. Χρηστόπουλος λέγει, ὅτι μετὰ τὴν ἀγορὰν ἐφύτρωσαν αὐτὰ τὰ δενδρουλάκια, ἐνῷ ἦσαν ἤδη δάση—συγκείμενα ἀπὸ δάση, ἀπὸ γαίας καλλιεργησίμους καὶ ἀπὸ βουνά. Λοιπὸν πῶς δύναται ὁ Κ. Χρηστόπουλος ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ λύσῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅτι αὐτὸ τὸ Χοτζέτι περιέχει ἀγορὰν κοινότητος; Ἐγὼ πείθομαι ὄχι ἀπὸ τὰ κυβικὰ μέτρα τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, οὔτε ἀπὸ τὰς διαβεβαιώσεις τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ὁμολογίαν τοῦ Κ. Ῥοῦ, διότι αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις συζητεῖται εἰς τὰ καφφενεῖα καὶ τὰ Χαυτεῖα καὶ πανταχοῦ· ἀλλ’ ἐγὼ ἀφίνω καὶ τὰ καφφενεῖα καὶ τὰ χαυτεῖα καὶ βλέπω τὰς ἐφημερίδας, αἱ ὁποῖαι περιέχουν ἐκθέσεις, ἡ μία τοῦ Κ. Ῥοῦ καὶ ἡ ἄλλη τῶν ἀντιπραττόντων. Ἀνέγνωσα λοιπὸν εἰς τὴν Ἐλπίδα ἐκδιδομένην ἀπὸ ἄνθρωπον πολὺ ἔμπειρον, πεπαιδευμένον καὶ σπουδαῖον καὶ τέλος πάντων πειθόμενον ἀπὸ τοὺς ἀναφερομένους, ὅτι τὰ κέρδη αὐτῆς τῆς ἑταιρίας δὲν δύνανται νὰ ᾖναι 100 ἑκατομμυρίων ἢ 80 καθὼς λέγουν οἱ ἀντίθετοι, ἀλλ’ εἶναι μόνον 30.
§100ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι 36.
§101ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἔστω 36. — Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι προκειμένου περὶ 36 ἑκατομμυρίων ἀξίζει νὰ σκεφθῶ ὀλίγον καὶ νὰ κάμω καὶ δίκην καὶ νὰ ἐξοδεύσω καὶ κἄτι τι μήπως ἀπ’ αὐτὰ τὰ 36 ἑκατομμύρια ἀνήκει καὶ κἄτι τι εἰς τὸ δημόσιον, καὶ τέλος πάντων ἔχομεν ἀνάγκην καὶ ἑκατοντάδος δραχμῶν, ὄχι ἑκατομμυρίων. Λοιπὸν σᾶς εἶπον, ὅτι ὁ Σερπιέρος αὐτὸς ἀνεφέρθη εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις κατ’ ἀρχὰς δὲν ἤθελε ν’ ἀνακατωθῇ εἰς σκωρίας, διότι καὶ ἄλλοτε τὰς εἶχεν ἐγγίξει καὶ τῆς ἐφάνη ὅτι ἐλερώθη. Τότε ὁ Σερπιέρος καὶ ὁ Παχὺς τί κάμνουν; δὲν ἐπῆγαν εἰς τοὺς οἰκοκυραίους, διότι οἱ οἰκοκυραῖοι εἶχον φίλον καὶ προστάτην τὸν Κ. Καλλιφρονᾶν, ὁ ὁποῖος δὲν γελᾴεται εὐκόλως. Ἐπῆγον λοιπὸν εἰς τὸ χωρίον καὶ ἔπλασαν μίαν κοινότητα 300 ἀνθρώπων καὶ αὐτοὶ πωλοῦν εἰς τὸν Κ. Σερπιέρον μὲ 500 δραχμὰς τὸν χρόνον αὐτὰς τὰς σκωρίας. Κατόπιν βλέπουν, ὅτι δὲν ἔκαμαν καλὴν πώλησιν καὶ πηγαίνουν πάλιν εἰς τὸν Σερπιέρον, καὶ τοὺς ἀναβιβάζει πάλιν τὸ ποσὸν καὶ αὐτὸ ἔγεινε πέντε ἓξ φοραῖς. Τώρα αὐτοὶ οἱ εἰς τὸ χοτζέτι ἀναφερόμενοι ὡς ἀγορασταὶ εἶναι εἰς τὰ δικαστήρια καὶ λέγουν εἶναι ἰδική μας περιουσία, δὲν εἶναι τῆς κοινότητος. Τέλος εἰς αὐτὰ εἶναι ἄτοπον νὰ γίνηται συζήτησις, διότι εἶναι ὑπόθεσις τοῦ δικαστηρίου. Ἔγεινε λόγος καὶ παράπονον καὶ κατ’ ἐμοῦ, ὅτι δὲν ἐπροστάτευσα καλῶς τὰ συμφέροντα τῶν πελατῶν μου. Τὸ βέβαιον εἶναι, καὶ αὐτὸ ὑπεστήριξα καὶ ἐγὼ ὅτι καὶ κατὰ τὸ Ῥωμαϊκὸν δίκαιον καὶ κατὰ τὸν περὶ διακρίσεως κτημάτων νόμον, κοινοτικὸν κτῆμα δὲν εἶναι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀγοράζεται ἀπὸ πολλὰ ἄτομα, ἀλλ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀγοράζεται ἀπὸ μίαν κοινότητα ὡς ἰδανικὸν πρόσωπον θεωρουμένην, καὶ ἐδῶ δὲν ἔχομεν παντάπασι τὴν κοινότητα, ὡς ἰδανικὸν πρόσωπον. Ἀλλὰ τέλος δὲν εἶναι ἰδική μας δουλιὰ. Σήμερον μόνον πρέπει νὰ περιορισθῶμεν νὰ εἴπωμεν, ἐὰν ἀξίζῃ τοῦ κόπου αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις· ἐὰν τὸ δημόσιον δύναται νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τῆς κοινότητος, νὰ τῇ εἴπῃ, ὅτι δὲν εἶσαι κύριος αὐτῆς τῆς ὕλης, τὴν ὁποίαν ἐναπέθεσε προσωρινῶς ἐπὶ τῆς γῆς, καὶ τῆς ὁποίας δὲν κατέστης κύριος, διότι δὲν ἔλαβες κατοχήν· καὶ ἐὰν εὑρεθῇ σήμερον, ὅτι αὐτὴ ἡ σκωριὰ εἶναι μάλαμα, αὐτὴ ἀνήκει εἰς ἐμέ, τὸ Δημόσιον, καὶ ἔκαμες κακὰ νὰ τὴν πωλήσῃς. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω, ὅτι κατὰ τοὺς νόμους κοινότης εἶναι εἰς μικροτέραν ἔκτασιν ὅ,τι εἶναι ὁ δῆμος. Ὁ δῆμος περιλαμβάνει τὴν πρωτεύουσαν καὶ διάφορα χωρία. Ἡ κοινότης περιορίζεται μόνον εἰς ἓν χωρίον, ἀλλ’ ἀμφοτέρων αἱ περιουσίαι διαχειρίζονται ἀπὸ τὰς ἀρχάς. Κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον, διὰ νὰ γείνῃ ἐκποίησις δημοτικῆς περιουσίας ἀπαιτεῖται ἔγκρισις τοῦ δημάρχου, τοῦ δημοτικοῦ συμβουλίου, πλειστηριασμὸς καὶ τόσα πράγματα. Ἔγεινεν ἐπὶ τοῦ παρόντος ἡ ἔγκρισις αὕτη; ἔγεινεν ὁ πλειστηριασμός; ὄχι. Ἀλλ’ αὐτό, λέγω, δὲν εἶναι τοῦ παρόντος· λέγω μόνον, ὅτι ἡ ἔρευνα τοῦ δημοσίου δὲν θὰ καταστρέψῃ τὰ συμφέροντα τῆς ἑταιρίας Ῥοῦ, διότι ἐγὼ ὡς Ἕλλην δὲν δύναμαι νὰ ἦμαι κατὰ τοιαύτης ἑταιρίας· διότι αὐταί, ἐὰν εὕρουν κέρδη, καταβάλλουν κεφάλαια καὶ ὅπως δήποτε ὠφελοῦν τὸν τόπον· καὶ ἐὰν ἡμεῖς ἔχοντες πρὸ πολλοῦ αὐτὰς τὰς σκωρίας, τὰς ἐθεωρήσαμεν ὡς βάρη καὶ δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἴδωμεν τὴν χρησιμότητά των, τί πταίει ὁ ἄνθρωπος αὐτός, ὁ ὁποῖος εἶχε περισσότερον νοῦν ἀπὸ ἡμᾶς καὶ ἐξετάσας ἐπείσθη καὶ εἶπεν ἐδῶ εὑρίσκω συμφέρον καὶ θὰ ὠφεληθῶ καὶ ἐγὼ καὶ σεῖς; Ἐπιθυμῶ λοιπὸν τοιαῦται ἑταιρίαι, καθὼς καὶ ἡ τῆς Κωπαΐδος, νὰ ὑπάρχουν διὰ νὰ βελτιωθῇ ὁ τόπος. Ἀλλὰ τὸ δημόσιον ἠμπορεῖ πολὺ καλὰ νὰ διεκδικήσῃ τὰ δικαιώματά του καὶ νὰ προσπαθήσῃ νὰ ἀναγνωρισθῇ ὅτι εἶναι κύριον αὐτῶν τῶν σκωριῶν. Τότε δὲ ἂς συμφωνήσῃ μ’ αὐτὴν τὴν ἑταιρίαν, ἡ ὁποία ἔδωκεν εὐτελὲς τίμημα εἰς τοὺς χωρικοὺς καὶ ἂς ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ εἰς τὸ δημόσιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἀξίζουν αὐταὶ αἱ σκωρίαι. Ἠμπορεῖ ἀπὸ τὰ 60 ἑκατομμύρια νὰ μᾶς δώσῃ τὰ 10, τὰ 5, εἶναι μικρὸν πρᾶγμα; Τέλος πάντων τὸ δημόσιον ἠμπορεῖ νὰ κάμῃ συμφωνίαν μὲ τὴν ἑταιρίαν, διότι ἔχω τὴν πεποίθησιν ὅτι πολλὰ δυσκόλως, προκειμένου περὶ τοιαύτης ἐκμεταλλεύσεως εὑρίσκονται ἑταιρίαι εἰς τὴν Ἑλλάδα, διότι, καθὼς ἐπληροφορήθην δύο ἢ τρεῖς ἑταιρίαι ὑπάρχουν ἐν Εὐρώπῃ δυνάμεναι νὰ ἀναδεχθῶσι τοιοῦτον ἔργον. Ὑπὸ διπλῆν λοιπὸν ἔποψιν ἔχει τὸ δημόσιον συμφέρον. Πρῶτον ἢ αὗται αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν περὶ μεταλλείων νόμον ἀποτελοῦν μεταλλεῖον καὶ τότε τὸ δημόσιον ἔχει δικαίωμα νὰ παραχωρήσῃ αὐτὸ τὸ μεταλλεῖον, ὑπὸ τοὺς ὅρους τοὺς ὁποίους προβλέπει ὁ νόμος, ἢ δὲν εἶναι μεταλλεῖον, ἀλλ’ ἀνήκουσιν εἰς τὸ ἔθνος καὶ τότε πρέπει τὸ δημόσιον νὰ πωλήσῃ αὐτὰς τὰς σκωρίας καὶ ὄχι ἡ κοινότης, καὶ ὄχι οἱ ἰδιῶται, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν σήμερον νὰ ἀναγνωρισθοῦν ὡς κύριοι. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου ἡ ταπεινὴ, τὴν ὁποίαν ἠμπορεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἀναιρέσῃ.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δημητριάδης.
§103Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, μᾶλλον ἡ ὁμιλία τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κυνουρίας Κ. Χρηστοπούλου μὲ προεκάλεσεν εἰς τὸ βῆμα. Ὁ Κ. Χρηστόπουλος εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἐπιληφθῶμεν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, διότι εἶναι προσβολὴ κατὰ τῆς δικαστικῆς ἀνεξαρτησίας, ὅτι ἡ ὑπόθεσις εἶναι ὅλως δικαστικὴ, καὶ ἡμεῖς δὲν ἔχομεν κανὲν δικαίωμα. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἐὰν ἠθέλαμεν ὁπωσδήποτε ἐπέμβει εἰς τὸ νὰ ἐξελέγξωμεν τὰς ἀποφάσεις τοῦ δικαστηρίου εἰς τὰς μεταξὺ ἰδιωτῶν δικασθείσας διαφορὰς ἢ εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας μεταξὺ αὐτῶν, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι ξένον τῆς ἁρμοδιότητός μας. Ἀλλ’ ἡμεῖς ἔχομεν νὰ κάμωμεν μίαν ἄλλην ἐξέλεγξιν μεταξὺ ἐντολέως καὶ ἀντιπροσώπου. Ἀντιπρόσωπος σήμερον τοῦ δημοσίου εἶναι ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ἡμεῖς εἴμεθα τὸ δημόσιον· θέλομεν ἑπομένως ἐξετάσει, ἐὰν ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἐπροστάτευσε τὰ δημόσια συμφέροντα ἢ τὰ ἐγκατέλειψε. Καὶ ὡς πρὸς τοῦτο θέλω θεωρήσει τὸ ζήτημα ὑπὸ δύω ἐπόψεις· πρῶτον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἰδιοκτησίας, καὶ δεύτερον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ μεταλλείου. Ὡς πρὸς τὴν ἰδιοκτησίαν, Κύριοι, δὲν ἠξεύρω ἐὰν περιῆλθε ποτὲ εἰς τὸν νοῦν κανενὸς, ἔστω καὶ αὐτῶν τῶν χωρικῶν, ὅτι αὐτὰ τὰ μέταλλα εἶναι ἰδιοκτησία των. Ἡ ἰδέα ὑπῆρχεν, ὅτι αὐτὰ τὰ μέταλλα εἶναι δημόσια ἐξ ἀπηρχαιωμένης ἐποχῆς· καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι ὅσα πλοῖα διήρχοντο ἀπὸ τοὺς ὅρμους ἐκείνους, ἐλάμβανον τὰ ἕρμα των ἀπ’ ἐκεῖ, καὶ κανείς ποτε χωρικὸς ἐκ τῶν σήμερον ἀναφανέντων ἰδιοκτητῶν δὲν ἐννόησε νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀφαίρεσιν, καὶ ἠξεύρετε ὅτι οἱ χωρικοί μας καὶ αὐτὰς τὰς πέτρας τὰς διεκδικοῦν· ἀλλὰ πάντοτε ἔλεγον, ὅτι εἶναι Βασιλικὰ πράγματα, δημόσια, καὶ ἂς τὰ πάρῃ ὅποιος θέλει. Δὲν ἔχω πρόχειρον, Κύριοι, τὸ σύγγραμμα τοῦ σοφοῦ τῳόντι καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Κ. Καλλιγᾶ, τὸν ὁποῖον σέβομαι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ὅτι πολλὰ μέρη παρακείμενα εἰς τὴν θάλασσαν, εἰς τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν αὐταὶ αἱ σκωρίαι, εἶναι ἀδιαφιλονεικήτως τοῦ δημοσίου ἰδιοκτησία. Καὶ θαυμάζω πολὺ, πῶς τὸ δημόσιον ἔδειξε τόσην ἀδιαφορίαν εἰς ἕνα τοιοῦτον θησαυρὸν, ἐνῷ παντοῦ ἔτρεξε, μὲ κάποιαν ἂν θέλετε, καταπίεσιν, καὶ μὲ κατάθλιψιν, νὰ ἁρπάσῃ ἀσημάντους ἰδιοκτήτους γαίας. Λοιπὸν ὑπῆρχεν ἰδέα πάντοτε ὅτι αὐτὰ τὰ μέταλλα, ὅτι αὗται αἱ γαῖαι, αὐτὰ τὰ δάση εἶναι τοῦ δημοσίου καὶ ἀπόδειξις τούτου Κύριοι, ἡ δευτέρα ἀγόρευσις τοῦ Κ. Πρωθυπουργοῦ καὶ ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν, ὅστις ὡμολόγησεν, ὅτι, ὅταν τοῦ ἐζήτησαν ἄλλοτε ὡς ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν Ἰταλοὶ αὐτὴν τὴν σκωρίαν διὰ νὰ τὴν μεταχειρισθοῦν, δὲν ἠξεύρω διὰ ποῖον ἀντικείμενον, διὰ προκυμαίας, νομίζω, τὴν ἐθεώρησεν ὡς ἰδιοκτησίαν τοῦ δημοσίου καὶ ἐσκέφθη νὰ φέρῃ νόμον περὶ ἐκποιήσεως αὐτῆς. Ἑπομένως, ἀφοῦ τόσα προηγούμενα ὑπῆρχον, πῶς ἐπανεπαύθη τὸ δημόσιον εἰς μίαν ἁπλῆν γνωμοδότησιν τοῦ δικηγορικοῦ συμβουλίου, καὶ δὲν παρενέβη ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου εἰς τὰς μεταξὺ τῶν ἰδιωτῶν δίκας, ἀλλ’ ἄφησεν εἰς τὴν τύχην της μίαν περιουσίαν τόσον σοβαράν; Ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, καὶ δὲν θέλω, Κύριοι, νὰ λεπτολογήσω πολύ, λέγω, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγξωμεν τὴν διαγωγὴν τοῦ ὑπουργείου, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν αὐτὸ ἐπροστάτευσε τὰ δημόσια συμφέροντα ἢ τὰ ἐγκατέλειψε. Δὲν εἴμεθα λοιπὸν ξένοι ὡς πρὸς τοῦτο, οὔτε ἐπηρεάζομεν παντάπασι τὴν δικαστικὴν ἀνεξαρτησίαν· τὸ ὑπουργεῖον ἐντὸς τοῦ νόμου ἐνεργοῦν δικαιοῦται νὰ ἀνακόψῃ τὰς ἐκδοθείσας ἀποφάσεις ἢ νὰ παρέμβῃ εἰς τὰς ἐκκρεμεῖς δίκας, ἐὰν ὑπάρχουν τοιαῦται, ἢ καὶ νὰ κινήσῃ νέας ἀγωγὰς περὶ κυριότητος. Ἔρχεται ἡ ἔποψις τοῦ μεταλλείου, διότι, ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι αὐτὰ εἶναι μέταλλα, καὶ εἶναι ἀδιαφιλονεικήτως μέταλλα, ὡς σᾶς ἀνέπτυξε προηγουμένως ὁ ἔντιμος Κ. Πετιμεζᾶς, καθὼς καὶ ὁ Κ. Σακελλαριάδης, καὶ ὅπως ῥητῶς ἀναφέρει ἐδῶ ὁ νόμος (ἄρθρον 1 καὶ 2 ἔχοντα οὕτω). 1) Ὄγκοι οὐσιῶν μεταλλικῶν ἢ ὀρυκτῶν, ἐγκεκλεισμένοι εἰς τοὺς κόλπους τῆς γῆς, ἢ κείμενοι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς, κατατάσσονται εἰς τὰς ἑξῆς τρεῖς κατηγορίας, τὴν τῶν μεταλλείων, τὴν τῶν ὀρυχείων καὶ τὴν τῶν λατομείων. 2) Μεταλλεῖον εἶναι ὁ χῶρος ὁ ἔχων φλέβας, εἰς κοιτάσματα, ἢ εἰς σωροὺς τὰ κυρίως καλούμενα μέταλλα· οἷον, χρυσὸν ἄργυρον, λευκόχρυσον (platine) ὑδράργυρον, μόλυβδον, σίδηρον, χαλκόν, κασσίτερον (etain) ψευδάργυρον (zing) βοσμούθιον, κοβάλτιον, ἀρσενικόν, μαγγανήτιον (ἀντιμόνιον), στίβιον, μολυβδαίνιον (molybdene), οὐράνιον, νικέλιον, χρώμιον κλπ. εἴτε εἰς καθαρὰν κατάστασιν, εἴτε εἰς ὀξυδωμεκὴν, εἴτε εἰς οἱασδήποτε ἄλλας ἑνώσεις. Τί ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον; δυστυχῶς τίποτε. Ἐάν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἦναι, ὡς καὶ εἶναι μέταλλα, ὑπὸ τὴν ἔποψιν μὲν τῆς ἰδιοκτησίας, εἶχε τὴν προτίμησιν τῆς ἐκμεταλλεύσεως· — ἀλλ’ ἀφίνω τοῦτο, διότι διάφοροι δοκιμασίαι, ὡς εἶπεν ὁ Κ. ὑπουργός, ἀπέδειξαν ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν ἔχει εἰσοδήματα μεγάλα· καὶ δυστυχῶς πάντοτε αὐτὰ πάσχομεν ἡμεῖς ἐν Ἑλλάδι, δηλ. ἀγνοοῦμεν ἢ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ὠφεληθῶμεν ἐκ τῶν πόρων μας καὶ ἔρχονται πάντοτε ἀπ’ ἔξω καὶ ἀνοίγουν τοὺς ὀφθαλμούς μας ἐπὶ ἰδίᾳ αὐτῶν ὠφελείᾳ· —πρὸς δὲ καὶ τὸ δικαίωμα τῆς ἰδιοκτησίας 5%· ὑπὸ τὴν ἔποψιν δὲ τοῦ μεταλλείου, φόρον 5% δηλ. τὸ ὅλον 10%, καὶ ὅταν λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν μας, ὅτι ἐλπίζεται 300 ἑκατομ. κέρδος, ἰδοὺ ὅτι τὸ δημόσιον ἐδικαιοῦτο νὰ ἐσοδεύσῃ 30 ἑκατομμύρια δραχ. καὶ μολοντοῦτο περὶ τοσοῦτον σοβαρᾶς ποσότητος οὐδεμίαν πρόνοιαν ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἐν ᾧ ἐξ ἄλλου μέρους προσφεύγει ἐπαιτικῶς εἰς δάνεια διὰ νὰ σωθῇ ἀπὸ τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς λέγει, ὅτι δὲν τὰ ἐθεώρησε μέταλλα καὶ διὰ τοῦτο σκέπτεται νὰ ἐπιβάλῃ φόρον ἐπὶ τῆς ἐξαγωγῆς, ἀλλ’ αὐτὸν δύναται καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ ἄλλου φόρου νὰ τὸν ἐπιβάλῃ· εἶναι ἄλλο πρᾶγμα αὐτό. Ἰδοὺ τί λέγει ὁ νόμος, ἄρθρον 7. καὶ 30. 7. Ἐν τῇ πράξει τῆς παραχωρήσεως ὁρίζεται καὶ τὸ πρὸς τὸν ἰδιοκτήτην τῆς γῆς ὑπὸ τοῦ εἰς ὃν παρεχωρήθη τὸ μεταλλεῖον ὀφειλόμενον μέρισμα, ὅπερ δὲν δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 5%, ἐπὶ τοῦ μεταλλεύματος μετὰ τὴν προαφαίρεσιν τῶν γενομένων ἐξόδων ἐργασίας καὶ ὑλικοῦ. Οἱ ἰδιοκτῆται τῶν μεταλλείων πληρόνουσιν εἰς τὸ δημόσιον ἕνα μόνον φόρον εἰς χρήματα. Ὁ τοιοῦτος φόρος προσδιορίζεται ἑκάστοτε διὰ τοῦ ἐτησίου φορολογικοῦ νόμου ἐπὶ τοῦ προϊόντος, ἀφοῦ ἐκπεσθῶσιν ἐκ τούτου μόνα τὰ ἔξοδα τοῦ ὑλικοῦ καὶ τῆς ἐργασίας τῶν χρησιμευσάντων εἰς τὴν ἐξόρυξίν του· δὲν δύναται δὲ νὰ ὑπερβαίνῃ τὰ 5%, τοῦ, ὡς εἴρηται, καθαροῦ εἰσοδήματος. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι καὶ ὑπὸ τὴν μίαν ἔποψιν καὶ ὑπὸ τὴν ἄλλην παρηγκωνίσθησαν τὰ δημόσια συμφέροντα, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον, ἐπειδὴ ἡ ὑπόθεσις δὲν εἶναι ἀκόμη καλῶς ἀνεπτυγμένη, ἐπειδὴ ὅλος ὁ κόσμος φωνάζει, αἱ ἐφημερίδες, αἱ μὲν ὑπερασπιζόμεναι, αἱ δὲ κατακρίνουσαι δὲν παύουν τοῦ νὰ πληρῶσι τὰς στήλας των διὰ τοῦ σπουδαίου τούτου ἀντικειμένου, δημόσιαι ἀγορεύσεις ἐγένοντο καὶ ἡ δημοσία γνώμη τὸ παράπαν ὡς κύριον μέλημα αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν ἔχει, δὲν συμφωνῶ παντάπασι μὲ τὴν γνώμην τοῦ Κ. Κυπριάδου νὰ μὴ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα· ἐξεναντίας προτείνω νὰ τυπωθῶσιν ὅλα εἰς ἓν φυλλάδιον, διὰ νὰ τὸ ἔχῃ εἰς χεῖρας καὶ πᾶς βουλευτὴς καὶ πᾶς πολίτης· καὶ τοῦτο διὰ νὰ προέλθωμεν εἰς μίαν ἀπόφασιν ἐσκεμμένην καὶ ἀλάνθαστον, καὶ οὕτως ἔχωμεν δι’ αὐτῆς καθαρὰν τὴν συνείδησίν μας ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, ἥτις εἶναι τὸ ἀνώτατον δικαστήριον. Δεύτερον δὲν παραδέχομαι οὔτε τὴν παραπομπὴν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῆς δικαιοσύνης, οὔτε τὴν σύστασιν ἄλλης τινὸς ἐπιτροπῆς, ἕκαστος βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ, ἀφοῦ λάβῃ τὸ φυλλάδιον, τὴν ὑπόθεσιν μόνος του εἰς πᾶσαν περίστασιν, ἐὰν πεισθῇ ἡ Βουλὴ, ὅτι τὸ Δημόσιον ἔχει δικαίωμα, ὅπερ δὲν εἶναι παραγεγραμμένον,—καὶ φρονῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει παραγραφὴ,—τότε θέλομεν ὑποχρεώσει τὴν Κυβέρνησιν νὰ προσφύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια καὶ διεκδικήσῃ τὰ δίκαια τοῦ δημοσίου ἐπὶ τῆς προκειμένης ἰδιοκτησίας· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοῦτο τὸ μεταλλεῖον ἐνδέχεται νὰ ἐξαντληθῇ, διότι ἡ ἑταιρία ἐξάγει αὐτούσιον τὸ μέταλλον διὰ φορτηγῶν πλοίων εἰς Ἱσπανίαν καὶ ἀλλαχοῦ, προτείνω ἀπὸ τοῦδε ν’ ἀπαγορευθῇ ἡ ἐξαγωγὴ, ἕως νὰ λυθῇ αὐτὸ τὸ ζήτημα. Δὲν παραδέχομαι δὲ ὅτι θεωρεῖται ἀποκεκλεισμένον πλέον τὸ δημόσιον διὰ τῆς ἀπεκδύσεως, τὴν ὁποίαν ἔγραψεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἐπικαλοῦμαι πάλιν τὸν ἔντιμον Ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης Κ. Καλλιγᾶν, διότι τὸ πολὺ ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς μία ἐξώδικος ὁμολογία, προερχομένη ἀπὸ ἐσφαλμένας πληροφορίας. Περαιτέρω δὲν προχωρῶ, κύριοι, διότι σήμερον δὲν πρόκειται καθ’ αὑτὸ ἡ συζήτησις τῆς ὑποθέσεως, ἀλλὰ τὸ περὶ τῆς τυπώσεως τῶν ἐγγράφων ζήτημα· ἑπομένως συμφωνῶ ὑπὲρ τῆς τυπώσεως, καὶ ἐπιφυλάττομαι κατὰ τὴν συζήτησιν νὰ ἀναπτύξω ἐν ἐκτάσει τὴν ὑπόθεσιν.
§104Δ. ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὁ προλαλήσας μὲ ἀπήλλαξε τοῦ κόπου τοῦ νὰ λαλήσω πολὺ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως. Πρῶτον ὡς πρὸς τὴν τύπωσιν εἶμαι σύμφωνος. Ἔρχομαι μόνον νὰ ὁμιλήσω καθ’ ὅσον ἀφορᾷ περὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς δικαστικῶς. Τὰ δικαστήρια πρέπει νὰ ἐξετάσωσι τὸν νόμον ἢ ἡμεῖς; ἂν ὁ νόμος ἔχῃ ἀσάφειαν, χρῄζει ἑρμηνείας. Εἰς τὰ δικαστήρια, Κύριοι, ἀνετέθησαν οἱ δικονομικοὶ νόμοι νὰ ἐκτελῶνται, οἱ διοικητικοὶ ὅμως ἀνετέθησαν εἰς τοὺς ἁρμοδίους ὑπουργούς. Ὅπως εἴδετε, τὸ δημόσιον ἤθελεν ὅλως διόλου νὰ σταθῇ ξένον καὶ μεμακρυσμένον εἰς αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Ἐγὼ δὲ ἀνεφέρθην εἰς τὸ δημόσιον περὶ τούτου. Πρῶτον, ὅταν οἱ χωρικοὶ μοὶ ἔγραψαν, ὅτι παρουσιάσθη ἕνας ζητῶν τὰς σκωρίας, καὶ ἔβλεπον, ὅτι ἡ περιουσία αὕτη διαρπάζεται, καὶ τότε μὲ ἔκαμαν καὶ πληρεξούσιον αὐτῶν, καὶ ἐφρόντισα τοὐλάχιστον, ἐνῷ ἔβλεπον, ὅτι τὸ δημόσιον παραλείπει τὰ δικαιώματά του, νὰ σώσω τὰ τῶν ἰδιοκτητῶν. Ἐρχομένου ὑπ’ ὄψιν της Βουλῆς αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, ἡ Βουλὴ ἔχει ὑπ’ ὄψιν αὐτῆς ἕνα νόμον, ὅστις ἰδοὺ πῶς χαρακτηρίζει τὰ μεταλλεῖα. «Ὄγκοι οὐσιῶν μεταλλικῶν ἢ ὀρυκτῶν ἐγκεκλεισμένοι εἰς τοὺς κόλπους τῆς γῆς ἢ κείμενοι εἰς τὴν ἐπιφάνειαν αὐτῆς κατατάσσονται εἰς τὴν ἑξῆς κατηγορίαν τῶν μεταλλείων..... Αἱ σκωρίαι αὗται εἶναι ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς, τί εἶναι ἡ οὐσία των; μεταλλική. Διότι οἱ ἀρχαῖοι ἔλαβον ἐξ αὐτῶν τὴν ὀλιγωτέραν οὐσίαν, ἔπαυσεν ἀπὸ τοῦ νὰ ᾖναι μεταλλική; τὸ ὅλον τῆς οὐσίας αὐτῶν εἶναι μόλυβδος, ὕελος, ἄλλης οὐσίας ὡσαύτως ἂν ὑπάγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια, τί γνωρίζουν αὐτά; εἶδόν τινας ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων καὶ δὲν ἐξετίμησα τὴν γνώμην αὐτῶν, διότι καὶ ἐγὼ, ὡς καὶ πᾶς ἄνθρωπος, γνωρίζω τὸ δίκαιον· λοιπὸν ποία ἀσφάλεια ὑπάρχει, ἂν ὑπάγωμεν εἰς τὰ δικαστήρια; πρόκειται ὡς ἠκούσατε περὶ 300,000,000 καὶ ἠξεύρετε 300,000,000 τί κάμνουν. Οὐδεὶς ἔχει νὰ ἀποφασίσῃ, Κύριοι, ὁ νόμος ἀπεφάσισε· οὐσίαι μεταλλικαὶ, λέγει, κείμεναι ἐπὶ τῆς ἐπιφανείας τῆς γῆς εἶναι μεταλλεῖον, ἡ σωρεία αὐτὴ εἶναι μόλυβδος, σίδηρος, καὶ εἶναι ἐκτεθειμέναι εἰς τὴν ἐπήρειαν τῆς ἀτμοσφαίρας τόσας χιλιάδας ἔτη. Ὠνομάσθησαν σκωρίαι, ἀλλ’ εἶναι μέταλλον. Ἰδοὺ ὁ νόμος, ἰδοὺ καὶ τὸ νομοθετικὸν Σῶμα, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τὸν ἑρμηνεύσῃ καὶ ὄχι νὰ φέρωμεν εἰς τὰ δικαστήρια ὑπόθεσιν τριακοσίων ἑκατομμυρίων· πότε ἡ Ἑλλὰς θὰ εὕρῃ τόσον πλοῦτον; οἱ ἀρχαῖοι ἐκτὸς τῆς δόξης, τὴν ὁποίαν μᾶς ἄφησαν διὰ τῶν ἔργων των, μᾶς ἄφησαν, ὡς βλέπετε, καὶ πλοῦτον, ἡ σωρεία ἐκείνη, ὡς βλέπετε, προέρχεται ἀπὸ μεγάλην ἐργασίαν. Αἱ σκωρίαι αὗται, καὶ πάλιν ἐπαναλαμβάνω, εἶναι οὐσία μεταλλική. Προτείνω λοιπὸν πρῶτον νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ, ἂν ὑπάρχῃ ἀνάγκη νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὰ δικαστήρια ἡ ὑπόθεσις αὕτη, ἢ ἂν ὑπάρχῃ ἀσάφεια εἰς τὸν νόμον νὰ δώσῃ τὴν ἁρμόζουσαν ἑρμηνείαν. Διὰ τοῦτο προτείνω ἡ ὑπόθεσις αὕτη νὰ μελετηθῇ ἀκριβῶς καὶ νὰ ἐξετασθῇ καὶ μετὰ ταῦτα νὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι νὰ ἐξηγήσωμεν τὸν νόμον.
§105ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ τυπωθῶσι τὰ ἔγγραφα;
§107Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νὰ διαταχθῇ ἡ ἀπαγόρευσις τῆς ἐξαγωγῆς τῶν σκωριῶν μέχρι τοῦ λυθῇ τὸ ζήτημα.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ φέρητε ὅμως πρότασιν νόμου διὰ τοῦτο.
§109ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Παραιτηθῆτε ἀπὸ τὴν πρότασίν σας, διότι ἐντὸς τεσσάρων ἡμερῶν θὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ ὑπόθεσις.
§110Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πολὺ καλά.
§111Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, θέλω σᾶς παρακαλέσει ὀλίγας ἀκόμη λέξεις νὰ εἴπω ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς, ἵνα λείψῃ πᾶσα ἀμφιβολία καὶ περὶ τὰ πράγματα καὶ περὶ τοὺς λόγους· πρῶτον σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι δὲν εἶχον τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα σᾶς δώσω θετικωτέρας ἀποδείξεις ἐπὶ τῆς ὑποθέσεως αὐτῆς· ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἶμαι ἀκριβῶς ἐντὸς τοῦ πράγματος, καὶ ἰδοὺ διατί. Ἔγινε μία πολλὰ δικαία καὶ σωστὴ παρατήρησις ἐπὶ τοῦ ὄγκου καὶ τοῦ βάρους τῶν κυβικῶν μέτρων. Οἱ Γάλλοι μεταχειρίζονται τὸ κυβικὸν μέτρον ὡς μέτρον βάρους καὶ ὡς μέτρον ὄγκου. Εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν σᾶς παρατηρῶ, ὅτι τὸ κυβικὸν μέτρον σκωριούχων γαιῶν, ὡς πρὸς τὸ σκωριῶν μέτρον μολυβδούχων ἔχει τὴν διαφορὰν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ εἰδικὴ βαρύτης τοῦ μολύβδου πρὸς τὰς σκωρίας, διότι ὁ ὄγκος πολλαπλασιαζόμενος μετὰ τῆς εἰδικῆς βαρύτητος ἀποτελεῖ τὴν ποσότητα τοῦ βάρους. Λοιπὸν κατ’ ἐμὴν ἰδέαν ἡ διαφορὰ εἶναι μικρά. Σᾶς λέγω μόνον, ὅτι ὁ Κ. Κορδέλας ἀναφέρει, ὅτι ὑπάρχουν 845,000 μέτρα εἰς τὸ φυλλάδιον, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκε· καὶ σᾶς παρακαλῶ πολλὴν ὑπόληψιν νὰ μὴν ἔχητε εἰς τὸ φυλλάδιόν του, ὄχι, διότι ὁ Κ. Κορδέλας δὲν εἶναι τίμιος ἄνθρωπος, ἀλλὰ φοβοῦμαι, ὅτι ἔγραψεν ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἑταιρίας, τὴν ὁποίαν ὑπηρετεῖ ἐπὶ μισθῷ. Ἐγὼ πιστεύω τὴν ὁμολογίαν τοῦ Κ. Κορδέλα, ὅτε ἦτο ὑπάλληλος τοῦ ὑπουργείου· ἂν λοιπὸν τὸ 1,500,000 κυβικῶν μέτρων ᾖναι ἀληθὲς, τότε θὰ ἔχωμεν διπλάσιον ἀριθμὸν κυβικῶν μέτρων ἀπὸ τὸν ἀναφερόμενον ἐν τῷ βιβλίῳ του μετὰ μεγάλης πιθανότητος· καὶ ἂν ὑποτεθῇ τὸ ἥμισυ τῆς εἰδικῆς βαρύτητος τῆς σκωρίας πρὸς τὸν μόλυβδον, διπλασιάζοντες τὸ κυβικὸν μέτρον ἐρχόμεθα εἰς τὸν αὐτὸν λογαριασμὸν, ὡς ἀνέφερον. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν πεποίθησίν μου καὶ τὰς ἀτελεῖς μελέτας ὅσας ἔκαμον εἰς μίαν στιγμὴν δὲν ἠδυνάμην νὰ σᾶς παρουσιάσω μίαν ἔκθεσιν βεβαιοτέραν· καὶ ἴσως ἔχετε δίκαιον νὰ εἴπετε εἰς ἕνα ἀξιωματικὸν ἑνὸς τεχνητοῦ ὅπλου, ὅτι — κύριε, εἶσαι καὶ ὑπόχρεως νὰ μᾶς φέρῃς ἔκθεσιν ἐδὼ, ἀφοῦ εἶσαι καὶ βουλευτὴς — εἴχατε τὸ δικαίωμα ἠθικῶς νὰ μοὶ τῷ εἴπητε, ἀλλ’ οὔτε ὁ χρόνος, οὔτε τὰ μέσα μοὶ ἐπέτρεπον μίαν τοιαύτην ἐργασίαν τόσον σπουδαίαν. Αὐτὴν τὴν ἐξήγησιν ἐνόμισα ἀναγκαίαν νὰ σᾶς κάμω· πλὴν, ἐπειδὴ βλέπω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶχε περὶ τούτου ἀμφιβολίαν, καὶ ὅτι ἀπὸ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πνεῦμα ὁρμώμεθα ὅλοι εἰς τὴν ἐξεύρεσιν τῆς ἀληθείας, καὶ ἐπειδὴ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀνεφέρθη τὸ ὄνομα τοῦ λοχαγοῦ Μπουγιούκα, σᾶς λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ δι’ αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου καὶ τοῦ κ. Μουσουδάκη καὶ ἑτέρου ἀξιωματικοῦ τοῦ κ. Ῥοδίου, ἔχει εἰς τὴν διάθεσίν της ὄργανα, οὐ μόνον ἐντιμώτατα ἀλλὰ καὶ μεγάλης ἐπιστημονικῆς ἱκανότητος· καὶ ὁ κ. Μπουγιούκας κάμνει τιμὴν, οὐ μόνον εἰς τὸν στρατὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὸ ἔθνος διὰ τας εὐρείας γνώσεις του, ὡς καὶ ὁ κύριος Μουσουδάκης, καὶ δὲν ἔχετε δευτέρους, ἵνα τοὺς ἀντικαταστήσητε. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ τὸ πρόχειρον μέσον, ἵνα φθάσωμεν ταχύτερον καὶ ἀκριβέστερον εἰς μίαν ἀλήθειαν.
§112ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν ἀπεφάνθησαν αὐτοὶ περὶ αὐτοῦ τοῦ πράγματος;
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποφανθῶσι, διότι ἡ ἐκκαμίνευσις δὲν εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλους.
§114ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς συζητήσεις περὶ τῶν καθηκόντων τοῦ Μπουγιούκα ἀπέναντι τῆς Κυβερνήσεως· ὁμιλῶ μόνον περὶ τῆς ἀδιαφιλονεκήτου ἱκανότητός του. Αὐτὰς τὰς ὀλίγας λέξεις ἐθεώρησα καλὸν νὰ σᾶς εἴπω. Ἐπειδὴ ὅμως τὸ σημερινὸν ζήτημα εἶναι κοινῆς περιεργείας, διότι ἠξεύρετε, ὅτι κατόπιν τῆς ἀληθείας βαδίζει πάντοτε τὸ ψεῦδος καὶ λέγονται πολλὰ, ἐπρότεινα εἰς ὑμᾶς νὰ συστήσετε μίαν ἐπιτροπὴν καὶ ἄφισα κενὴν τὴν ἰδέαν μου καὶ ἐνόμισα καθῆκόν μου νὰ ἔλθω νὰ σᾶς ἐξηγήσω τὶ ἐννοῶ. Ἐπειδὴ παρατηρῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ μέλλει νὰ ἐπιληφθῇ τοῦ σπουδαίου τούτου ἔργου, νομίζω, ὅτι διὰ τῆς ἐπιτροπῆς θὰ φθάσωμεν ἐντελέστερον εἰς τὸν σκοπόν. Δὲν θέλω δὲ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ δώσῃ γνωμοδότησιν, τοὐλάχιστον ἐγὼ οὔτε εἰς τὸν ἑαυτόν μου δὲν ἔχω πεποίθησιν· διότι ἠξεύρετε τὶ ἔλεγε Φίλιππος ὁ Μακεδὼν; ὅτι τὰ χρυσᾶ βέλη ῥίπτουν τρομερὰ τείχη, καὶ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶναι Ἐπαμινώνδαι. Ἐγὼ ἐννοῶ ἡ ἐπιτροπὴ αὐτὴ νὰ φέρῃ στοιχεῖα πραγματικά. Πῶς γίνεται τοῦτο; Διὰ μηχανικῶν ἐργασιῶν, συντεταγμένων ἐπὶ σχεδίου, καὶ πρωτόκολλον τῆς ἐνεργείας διὰ χημικῆς ἀναλύσεως· καὶ τὸ ἀποτέλεσμα θέλει παρουσιάσει εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα βεβαιωθῇ τὸ ὑπάρχον.
§115ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τί θὰ καταλήξῃ ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα; ὑποθέσατε, ὅτι ἔφερε γνωμοδότησιν, καὶ ἀποδεικνύεται, ὅτι εἶναι 300,000,000. Ἐδῶ ἀμφισβητεῖται ἄλλο.
§116ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δύω εἶναι τὰ ζητήματα· 1) πόσος εἶναι ὁ πλοῦτος, καὶ 2) ποῖος ἔχει νομικὸν δικαίωμα. Ἡ ἐπιτροπὴ πρέπει νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο ἐξετάζουσα, συμβουλευομένη τοὺς διὰ τὰ δύω ταῦτα ζητήματα εἰδικοὺς ἄνδρας. Ἡ γνωμοδότησις αὐτῆς δὲν θὰ ᾖναι ἀπόφασις ἀμετάκλητος. Ἡ Βουλὴ πάλιν θέλει ἐξετάσει τὰ πραγματικὰ γεγονότα. Σᾶς ἐξήγησα λοιπὸν, κύριοι, τὶ ἠννόουν καὶ πιστεύω, ὅτι δὲν θέλει ἐπέλθει καμμία παρεξήγησις εἰς τοὺς λόγους μου.
§117Χ. Α. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Παρεξηγήθην, κύριοι, ἀπὸ τὸν κ. Πετιμεζᾶν, ὡς πρὸς ἕνα ἔντιμον ἀξιωματικόν. Ἐγὼ εἶπον, ὅτι εἰς τὸν κ. Μπουγιούκαν ἀνέθεσεν ἡ Κυβέρνησις νὰ δώσῃ εἰς αὐτὴν μίαν ἰδέαν περὶ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀξίας τῶν σκωριῶν καὶ εἶπεν, ὅτι ἐπιστημονικῶς ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἔχουν καμμίαν ἀξίαν. Ὅταν ἦλθεν ἡ ἑταιρία, καὶ ἐφαίνετο, ὅτι ἔμελλε νὰ πορισθῇ μεγάλα κέρδη, ἠρώτησα αὐτὸν, ἂν αἱ σκωρίαι αὐταὶ ἔχουν ἀξίαν ὁποίαν ταῖς ἀποδίδουν καὶ μοὶ ἀπήντησεν, ὅτι ἐπιστημονικῶς δὲν ἔχουσιν ἀξίαν τινὰ, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἑταιρία δι’ ἄλλου τινὸς τρόπου θέλει συγχωνεύσει τὰς σκωρίας καὶ πιθανὸν νὰ ὠφεληθῇ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν εἶχον σκοπὸν νὰ προσβάλω κανένα· ἀπεναντίας τὸν κ. Μπουγιούκαν ἔχω φίλον καὶ τὸν σέβομαι. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν τύπωσιν, κύριοι, τῶν ἐγγράφων ὅλων. Καθόσον δ’ ἀφορᾷ τὴν ἐπιτροπὴν, τί θὰ κάμῃ; ἐπιστημονικὴ ἐπιτροπὴ θὰ ᾖναι, ἀνακριτικὴ, ἐξεταστική; ἐπιτροπαὶ ὑπάρχουσι διωρισμέναι παρὰ τῆς Βουλῆς, εἰς αὐτὰς ἃς συστήσῃ ἡ Βουλὴ τὸ ἀντικείμενον ὅπως τὸ ἐξετάσουν καὶ φέρουν ἔκθεσιν. Ἡ Βουλὴ δὲν πρόκειται νὰ ἐξετάσῃ τὴν ἀξίαν τῶν σκωριῶν, θέλει νὰ πεισθῇ ποῖα δικαιώματα ἔχει τὸ δημόσιον καὶ ἂν καλῶς τὰ ἐξησφάλισε τὸ ὑπουργεῖον.
§118ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀφοῦ τυπωθοῦν τὰ ἔγγραφα, τότε συζητοῦμεν περὶ τῆς ἐπιτροπῆς.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται ἁπλῶς τὴν τύπωσιν τῶν ἐγγράφων.
§120ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἅμα τὰ ἔγγραφα τυπωθῶσιν, ἃς παραπεμφθῶσιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ τμήματος, ἵνα ἐξετάσῃ τὴν ὑπόθεσιν καὶ φέρῃ ἔκθεσιν (Θόρυβος).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ παραδέχεται τὴν τύπωσιν, καὶ μετὰ τὴν τύπωσιν ἀποφασίζει περὶ τῆς παραπομπῆς ἢ μή.
§122ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 4 καὶ ½ Μ.Μ.)