1865.07.20
2,669 rows · 22,828 words · 131 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 28.
Τῆς 20 Ἰουλίου 1865.
(Τρίτη.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν ἐπὶ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Φέρω εἰς γνῶσιν τοῦ Σώματος, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον κατέθεσεν ἅπαντα τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐπροκάλεσε μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Συνελεύσεως· εἶναι δὲ καὶ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν νομοθετικὴν ἰδιότητα, καθὼς καὶ τὰ ἄλλα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐκτέλεσιν νόμου. Ἑπομένως οἱ βουλόμενοι δύνανται νὰ λάβωσι γνῶσιν.
§4ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Χειρόγραφα;
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τυπωμένα.
§6ΠΑΔΟΒΑΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσι.
§7ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (ὑπουργὸς ναυτικῶν). Τὰ Διατάγματα, τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου κατέθεσα, εἶναι τυπωμένα εἰς τὴν Βασιλικὴν Ἐθνικὴν Ἐφημερίδα· ἑπομένως ὑποτίθεται, ὅτι ὅλα τὰ πρόσωπα τὰ ἐνδιαφερόμενα εἰς τὰ δημόσια τῆς πατρίδος πράγματα ἔλαβον πρὸ πολλοῦ γνῶσιν αὐτῶν. Ὡς ἐκ περισσοῦ ἔκαμα αὐτὴν τὴν κατάθεσιν.
§8ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἵνα ἁπλῶς ἐκπληρωθῇ ὁ τύπος τῆς καταθέσεως.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι Παπαμιχαλόπουλος καὶ Βαλασσόπουλος ἔφεραν τροπολογίας ἐπὶ τῆς ἀπαντήσεως· θὰ τυπωθῶσι καὶ διανεμηθῶσιν. Ὁ κ. Σ. Πετιμεζᾶς ζητεῖ τὸν λόγον ἵνα ἐπερωτήσῃ τὴν Κυβέρνησιν ἐπί τινος ἀντικειμένου.
§10Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐρωτῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν καὶ πρόεδρον τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, ἂν παρεβίασε τὰ συμβόλαια, τὰ ὁποῖα ἐκλείσθησαν μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν ἐκ τῆς Εὐρώπης ἐπανελθόντων ἀξιωματικῶν, ὥστε ἐναντίον τῶν συμβολαίων τούτων καὶ ἕνεκα τούτου πρόκειται νὰ ὑποστῇ τὸ Κράτος ζημίαν περίπου 120 χιλιάδων δραχμῶν. Ἐννοεῖται νὰ μᾶς πληροφορήσῃ μετὰ τὴν ἀπάντησιν.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§12ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Πρὸ τριῶν μηνῶν πολίτης τις Ἕλλην τῆς ἐπαρχίας μου, Δημήτριος Λούπης, ἀφίχθη εἰς Κρήτην καὶ συνελήφθη ἀπὸ τὰς τουρκικὰς ἀρχὰς, ἐφυλακίσθη καὶ διατελεῖ ὡς ὑπόδικος εἰς τὰς φυλακάς. Περὶ τούτου ἀνεφέρθη εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἡ σύζυγός του καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐξωτερικῶν ἔσπευσε νὰ γράψῃ τὰ δέοντα πρὸς τὸν Πρόξενον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως· μέχρι τοῦδε ὅμως δυστυχῶς αἱ προσπάθειαι τοῦ Προξένου δὲν ἔφερον κἀνὲν ἀποτέλεσμα. Πολίτης Ἕλλην στενάζει εἰς τουρκικὰς φυλακὰς καὶ κινδυνεύει ν’ ἀποθάνῃ ἐντὸς αὐτῶν! Εἶναι σπαραξικάρδιος ἡ ἐπιστολὴ, τὴν ὁποίαν ἔγραψε πρὸς τὴν σύζυγόν του καὶ ἐδόθη εἰς ἐμὲ διὰ νὰ ἐνεργήσω παρὰ τῷ ὑπουργείῳ τῶν ἐξωτερικῶν ὅ,τι δύναμαι. Ἐπίσης μοὶ ἐστάλη ἐπίσημον πιστοποιητικὸν τοῦ ἁρμοδίου Δημάρχου, ἐκ τοῦ ὁποίου φαίνεται, ὅτι εἶναι πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος εἰς τὴν ἐπαρχίαν Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς.
§13ΤΙΝΕΣ. Διατί κατηγορεῖται;
§14ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἠξεύρω. Ταῦτα ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν καὶ παρακαλῶ αὐτὴν νὰ συστήσῃ πολὺ στενῶς εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν τὴν προκειμένην ὑπόθεσιν, διότι πρόκειται περὶ τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας πολίτου Ἕλληνος, καὶ νὰ διαταχθῇ ὁ Πρόξενος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἐν Χανίοις νὰ ζητήσῃ τὴν ἀποφυλάκισιν αὐτοῦ.
§15ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εἶναι ἀναφορὰ ἢ ἐπερώτησις εἰς τὸ ὑπουργεῖον;
§16ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐπερώτησιν κάμνω διατὶ μέχρι τοῦδε ὁ πολίτης αὐτὸς δὲν ἔτυχε τῆς δεούσης προστασίας τοῦ Προξένου καὶ δὲν ἀπεφυλακίσθη.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν θέλει ἀπαντήσει.
§18ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μαζὺ μὲ τὰ πρακτικὰ παρακαλῶ νὰ σταλῇ καὶ ἡ ἐπιστολή.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς ἀπαντήσεως· ὁ κ. Μακρῆς ἔχει τὸν λόγον· ἀλλὰ θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε, καὶ πιστεύω, ὅτι διερμηνεύω τὸ φρόνημα τῆς Βουλῆς, ἐὰν παρατηρήσω εἰς τοὺς μέλλοντας ν’ ἀγορεύσωσι, νὰ ἦναι σύντομοι. Ναὶ, τὸ δικαίωμα τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου εἶναι πολύτιμον, ἀλλ’ ἐὰν γείνῃ κατάχρησις, φοβοῦμαι ὅτι θὰ τὸ ἀπολέσωμεν, ὅπως ἀπωλέσθησαν πολλὰ πολύτιμα δικαιώματα εἰς ἄλλα ἔθνη, ὅταν ἔγεινε κατάχρησις αὐτῶν.
§20ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Περισσότερον ἀπὸ μίαν ὥραν δὲν δύναται νὰ ἀγορεύσῃ κανείς.
§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Βασιλικὸς λόγος, κ. Πρόεδρε, διέθεσε, καὶ πολλὰ δικαίως καὶ ὀρθῶς, ὁλόκληρον ἰδιαίτερον παράγραφον περὶ τῆς οἰκονομικῆς καταστάσεως τοῦ Κράτους, κατὰ συνέπειαν δὲ καὶ τὰ σχέδια τῶν ἀπαντήσεων. Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου ὁ κ. πρωθυπουργὸς πρὸ τριῶν ἡμερῶν ἀγορεύων ἐξέθεσε τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους ὄχι τόσον δυσάρεστον, ὅπως τινὲς ἐξ ἡμῶν ἐφρονοῦμεν καὶ φρονοῦμεν ἀκόμη. Ἐπειδὴ δὲ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου θὰ γείνῃ ἡ δέουσα συζήτησις, φρονῶ, ὅτι εἶναι καλὸν ὁ κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ προσκληθῇ νὰ καταθέσῃ εἰς τὴν Βουλὴν συνοπτικὴν κατάστασιν, πρῶτον τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτου ἀπὸ τῆς ἀρχῆς τοῦ 1864 μέχρι τέλους Ἰουνίου 1865, δεύτερον τῶν πληρωθέντων καὶ ὀφειλομένων ἐξόδων τῆς ληξάσης ἑξαμηνίας 1865, ὁμοίαν δὲ σημείωσιν διὰ τὴν Ἑπτάνησον χωριστά. Ἐκ τῶν σημειώσεων τούτων θὰ ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ κρίνωμεν, ὁποία εἶναι ἡ οἰκονομικὴ κατάστασις τοῦ Κράτους.
§22ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ ἀνάγεται εἰς τὸν προϋπολογισμόν.
§23ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι μόνον εἰς τὸν προϋπολογισμὸν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Βασιλικοῦ λόγου.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ λάβῃ γνῶσιν ὁ κύριος ὑπουργὸς καὶ θὰ ἀπαντήσῃ.
§25ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (ὑπουργὸς ναυτικῶν). Ἐπειδὴ ζητεῖται ἐργασία τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ κάμῃ ἢ νὰ παρουσιάσῃ ὁ κύριος ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, παρακαλῶ νὰ ἀνατεθῇ εἰς αὐτὸν νὰ κρίνῃ τὰς δυσκολίας ἢ εὐκολίας καὶ ἐκ τῆς ἀπαντήσεώς του θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα· καὶ νὰ σημειωθῇ, ὅτι σήμερον κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν τίποτε δὲν ἐπροδικάσθη ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς θὰ ἀπαντήσῃ καὶ ἡ Βουλὴ θὰ ἀποφασίσῃ.
§27ΜΑΚΡΗΣ. Ἀφ’ ἧς ἡμέρας, Κύριοι, ἐτέθη τὸ ζήτημα περὶ ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασ. λόγον, οὐδὲν ἄλλο ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἰμὴ λόγους περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, τοὐτέστιν, ὅτι ὁ Αὐτοκράτωρ Ναπολέων ἀπεδοκίμασε τὴν διαγωγὴν τοῦ Ὄθωνος, κατὰ πόσον δὲ τοῦτο δύναται νὰ συσχετισθῇ μὲ τὴν ἀπάντησιν δὲν τὸ ἐννοῶ· λόγους περὶ διαιρέσεως τῶν ἐπαρχιῶν Κεφαλληνίας καὶ Κερκύρας, καὶ ἴσως μετ’ ὀλίγον τὸ αὐτὸ ζήτημα στεντορίᾳ τῇ φωνῇ θέλει καὶ πάλιν ἐπαναληφθῆ· λόγους περὶ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας· ἄμποτε τὰ ὀνόματα ταῦτα νὰ ἤθελον ἐκλείψει, καὶ πάντες, ὡς ἀδελφοὶ, νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαὸν, ὅτι κόμματα δὲν ὑπάρχουσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς· λόγους ἐπὶ τέλους, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν ἔτος ἦλθον ἐνταῦθα οἱ Ἑπτανήσιοι καὶ μετέβαλον τὴν πλειονοψηφίαν εἰς μειονοψηφίαν καὶ τὸ ἀντίθετον. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, νὰ ἀπαντήσω, διότι ἔχω καθῆκον, καὶ ὀφείλω νὰ μὴ σιωπήσω εἰς τὸ τελευταῖον τοῦτο. Μισῶ καὶ ἀποστρέφομαι τὰς προσβολὰς, διότι αἱ προσβολαὶ δὲν δύνανται εἰμὴ νὰ ἐλαττώσωσι τὴν ἀξίαν τοῦ ἀγορεύοντος, ὄχι μόνον, ἀλλὰ προσβάλλουσι καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Εἰς τὸ πεδίον, Κύριοι, τοῦ λόγου τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ ὑψώσῃ τὸν ἀγορεύοντα, εἶναι τὸ ὕψος τῶν ἰδεῶν καὶ ἐπιχειρημάτων του. Οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν ἦλθον ἐνταῦθα διὰ νὰ μεταβάλωσι τὴν μειονοψηφίαν εἰς πλειονοψηφίαν· ἦλθον ἐνταῦθα καὶ εἰς τὸν ἱερὸν βωμὸν τῆς πατρίδος ἐθυσίασαν πᾶν ὅ,τι εἶχον ἱερὸν καὶ ἅγιον, ἠγωνίσθησαν καὶ αὐτοὶ διὰ τὸν καταρτισμὸν τῆς πολιτείας καὶ διὰ τὴν ἐνίσχυσιν τοῦ θρόνου τοῦ Ἡμετέρου Βασιλέως! Ἦλθον ἐνταῦθα ὁδηγούμενοι ἀπὸ τὸν ἀστέρα ἐκεῖνον, ὑπὸ τὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ ὁποίου ὑπάρχει ὁ μέγας προορισμὸς τοῦ Ἕλληνος. Ἐξετάζων δὲ τὸ ζήτημα τοῦτο ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔποψιν, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν τὰς ἀφῃρημένας ἰδέας καὶ ἀρχὰς καὶ νὰ καταβῶμεν εἰς τὸ πεδίον τῆς πραγματικότητος· ὁ Βασιλεὺς προσδιώρισε τὰ ἀντικείμενα, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλει ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της, καὶ πρῶτον ἀντικείμενον λίαν σπουδαῖον, σοβαρὸν, καὶ ἐθνικώτατον, εἶναι τὸ ζήτημα περὶ δανείων, ζήτημα περὶ ζωῆς καὶ θανάτου, κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην· διότι τὸ δάνειον τῶν 60 ἑκατομμυρίων ἐπαπειλεῖ τὴν ζωὴν καὶ τὴν ὕπαρξιν τοῦ ἔθνους, καὶ ἀπὸ ἡμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ ἐπιφέρωμεν ῥιζικὴν θεραπείαν· δεύτερον ὁμιλεῖ περὶ τοῦ ἐλλείμματος τοῦ προϋπολογισμοῦ· τρίτον περὶ τῶν Νομοσχεδίων περὶ τριῶν σπουδαιοτάτων ἀντικειμένων· τέταρτον περὶ ἑτέρου Νομοσχεδίου περὶ προσόντων τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· πέμπτον περὶ διοικητικοῦ καὶ Δημοτικοῦ ὀργανισμοῦ· ἕκτον περὶ μέτρων ἀφορώντων βελτιώσεις ἐν τῷ στρατῷ· ἕβδομον περὶ προαγωγῆς καὶ τελειοποιήσεως τῶν μέσων τῆς συγκοινωνίας, καὶ ὄγδοον περὶ Νομοσχεδίων περὶ εἰσαγωγῆς λογιστικοῦ συστήματος εἰς τὰ Προξενεῖα. Ἐπ’ αὐτῶν τῶν ἀντικειμένων, Κύριοι, ὀφείλομεν νὰ ἐνασχοληθῶμεν, καὶ ἑπομένως νὰ ἀπαντήσωμεν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς καθυποβάλω ὀλίγας τινὰς παρατηρήσεις καὶ πρῶτον ἐπὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ἀπαντήσεως, καὶ δεύτερον ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτοῦ. Τί σημαίνει ὁ Βασ. λόγος; τί σημαίνει ἡ ἀπάντησις; Εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὁ Βασ. λόγος καὶ ἡ ἀπάντησις εἶναι οἱ πρόδρομοι, οὕτως εἰπεῖν, τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς· εἶναι αἱ δύω προκαταρκτικαὶ πράξεις, αἵτινες ἔχουσι καὶ πρέπει νὰ ἔχωσι μεγίστην ἐπιῤῥοὴν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ Νομοθετικὰ αὐτῆς ἔργα· ὅθεν ἐπὶ τοῦ προκαταρκτικοῦ τούτου ζητήματος ὀφείλω καὶ ἐγὼ νὰ ἐκφράσω τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην· οἱ ἐντολεῖς μας περιμένουσι νὰ ἀκούσωσιν, οὐχὶ λόγους περὶ διαιρέσεως τῶν ἐπαρχιῶν καὶ περὶ μειονοψηφίας καὶ πλειονοψηφίας, ἀλλὰ περὶ Νόμων, καὶ μέτρων τοιούτων, τὰ ὁποῖα νὰ δύνανται νὰ ἀπομακρύνωσιν ἀπὸ τὸ ἔθνος τὸν κίνδυνον, εἰς τὸν ὁποῖον σήμερον εὑρίσκεται. Τοῦτο εἶναι τὸ προκαταρκτικὸν ζήτημα, ζήτημα σπουδαῖον, ἐφ’ οὗ ὀφείλομεν νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας, πρῶτον τί πρέπει νὰ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, δεύτερον, ποῖαι θὰ ὦσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Βουλῆς, αἵτινες πρέπει νὰ προηγηθῶσι. Ποῖοι οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους θὰ ἐκδώσωμεν, καὶ διατί; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔθνος δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἄνευ στρατιωτικῆς καὶ Ναυτικῆς δυνάμεως· ἀμφότερα ταῦτα ἀπαιτοῦνται διὰ νὰ κατασταθῇ τὸ ἔθνος σεβαστὸν καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐπικρατείας, ἄλλως θὰ κυματίζωμεν, καθὼς τὸ πλοῖον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται ἐν τῷ μέσῳ τοῦ ἀχανοῦς πελάγους, καὶ τὸ ὁποῖον στερεῖται τῶν ἀναγκαίων ἱστίων, θὰ ἤμεθα ἓν σῶμα κωφὸν καὶ ἀναίσθητον, θὰ ὑποκύπτωμεν καθ’ ἑκάστην εἰς τὰς θελήσεις τῶν ἰσχυρῶν καὶ ἀρκεῖ πρὸς ἀπόδειξιν ἡ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἀγόρευσις τοῦ κυρίου ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν· ἀλλὰ δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ Βασίλειον εἶναι μικρὸν, ὅτι αἱ πρόσοδοι δὲν εἶναι τόσον μεγάλαι, ὅτι ὀφείλομεν ἑκατομμύρια δραχμῶν, καὶ τὸ χείριστον πάντων, τὸ ὁποῖον ἀποκαθιστᾷ ἔτι δυσχερεστέραν τὴν θέσιν μας, εἶναι ἡ σημερινὴ ἀφορία τῶν προϊόντων· δὲν ἀναιρῶ τὴν ἀλήθειαν ταύτην, ἀλλ’ ὀφείλω μετὰ παῤῥησίας νὰ εἴπω κατὰ τοὺς φυσικοὺς νόμους ὁ μικρὸς γίνεται μέγας, ὁ ἀσθενὴς ἰσχυρὸς, ὁ ἄπορος πλούσιος, καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα καὶ τὰς προσόδους νὰ αὐξήσωμεν καὶ τὰ δάνεια νὰ ἐξοφλήσωμεν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, καὶ ἡ ἀφορία δὲν θέλει εἶσθαι πάντοτε ἀφορία. Δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα πάντα ταῦτα, ἀπὸ ἡμᾶς ἐξαρτᾶται νὰ θεραπεύσωμεν τὴν πληγὴν ταύτην, καὶ θέλομεν τὴν θεραπεύσει, ἀρκεῖ νὰ ἐπιχειρισθῶμεν τὰ κατάλληλα μέσα. Καὶ ποῖα τὰ μέσα ταῦτα; κατὰ τὴν ἀσθενῆ μου γνώμην, πρῶτον, ὀφείλομεν νὰ σκεφθῶμεν ὡρίμως, νὰ σκεφθῶμεν ἐμβριθῶς ἐπὶ τῶν δανείων (καὶ ὅταν ἀναφέρω τὴν λέξιν δάνειον, Κύριοι, μαίνεται ἡ καρδία μου, παραφρονῶ)· νὰ σκεφθῶμεν ἐπὶ τῶν δανείων, διότι αὐτὰ εἶναι ὁ ἀκοίμητος σκώληξ, ὅστις καταβιβρώσκει τὰ σπλάγχνα τοῦ Ἔθνους· νὰ σκεφθῶμεν, διότι ἡ σκέψις αὕτη θέλει συνεπιφέρει τὴν ἐφαρμογὴν συστήματος αὐστηροτάτης οἰκονομίας· καὶ ἐδῶ, Κύριοι, ἂς φέρωμεν τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας· ἐδῶ ἂς ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχὴν τοῦ Ἡγεμόνος· ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην πολλῶν καὶ σπουδαίων νόμων· καὶ τοῦτο πρέπει νὰ ἀναφέρωμεν εἰς τὴν ἀπάντησιν διὰ νὰ ἀποδείξωμεν, ὅτι οὐχὶ μόνον αἰσθανόμεθα τὴν ἀνάγκην, ἀλλ’ ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τοῦ ἐπισημοτέρου τρόπου κηρύττει ἑαυτὴν ὑπόχρεων τοῦ νὰ καταγείνῃ καὶ εἰς τὴν σύνταξιν αὐτῶν. Δεύτερον, Κύριοι, ζήτημα σπουδαῖον ἐπίσης, τὸ νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ ἐξάξωμεν νέους πόρους· καλὸν τὸ νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον μᾶς καθυπέβαλεν ἡ κυβέρνησις περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς, βεβαίως τοῦτο θέλει συντείνει πρὸς ἐμψύχωσιν τῆς γεωργίας, ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο καὶ μόνον· μὲ αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον δὲν θέλομεν θεραπεύσει τὴν ἀνάγκην ταύτην· ὀφείλομεν λοιπὸν νὰ ἐμψυχώσωμεν τὴν ναυτιλίαν, τὸ ἐμπόριον, τὴν βιομηχανίαν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀληθὴς πηγὴ τοῦ δημοσίου πλούτου. Ἐμβλέψατε, κύριοι, εἰς τὴν Βουλὴν τῆς Γαλλίας, ἡ ὁποία ἐπλήρωσεν ἐσχάτως τὴν ἐπικράτειαν αὑτῆς μὲ νόμους συνετοὺς καὶ σπουδαίους περὶ ἐσωτερικῆς βιομηχανίας· καὶ τοῦτο ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν πρὸς τὸν ἡγεμόνα, καὶ ἔχομεν καθῆκον νὰ τὸ εἴπωμεν, διὰ νὰ ἀποδείξωμεν καὶ πρὸς τὴν κυβέρνησιν καὶ πρὸς τὸν ξένον κόσμον, ὅτι ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται τὴν ὑψηλὴν ἀποστολήν της. Τρίτον, σύστημα αὐστηρᾶς τάξεως, κανονικότητος καὶ καλῆς διαχειρίσεως, διότι τὸ τωρινὸν σύστημα οὐδεμίαν παρέχει ἐγγύησιν· ὀφείλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὸν δημόσιον πλοῦτον, νὰ τακτοποιήσωμεν τὰς ἀρχὰς (καὶ ἐδῶ εἶναι ἐπίσης ἀναγκαῖοι πολλοὶ καὶ σπουδαῖοι νόμοι), καὶ τοῦτο ἐπὶ τέλους πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν ἡγεμόνα. Μετὰ ταῦτα ἐξαρτᾶται ἀπὸ ἡμᾶς νὰ ζωογονήσωμεν τὰ ἀντικείμενα ταῦτα διὰ σπουδαίων ὁριστικῶν καὶ θετικῶν νόμων· ἐὰν πράξωμεν βεβαίως τοῦτο, θέλομεν ἐκπληρώσει τὸ καθῆκόν μας. Ἔρχομαι εἰς τὸν λόγον τοῦ ἡγεμόνος. Τί μᾶς λέγει, Κύριοι, ὁ Βασιλεὺς διὰ τοῦ 4 §, καὶ αὐτὸν θεωρῶ τὸν πλέον σημαντικόν; τί μᾶς λέγει ὁ Βασιλεύς; λέγει, ὅτι δι’ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ ἐτακτοποιήθησαν τὰ δάνεια καὶ ἐγκατεστάθη ἀληθὴς ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους· ὁ Βασιλεὺς, λέγει καλῶς, ὁ Βασιλεὺς ἐξεπλήρωσε τὸ καθῆκόν του, ὁ Βασιλεὺς ἐξήντλησε τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα εἶχεν ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν του· ὀφείλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ πράξωμεν ὡσαύτως. Καὶ τί πρέπει νὰ πράξωμεν; ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν εἰς Αὐτὸν διὰ τῆς ἀπαντήσεως.....
§28ΤΙΝΕΣ. Ἡ κυβέρνησις νὰ λέγετε.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν κυβέρνησιν ἐννοεῖ.
§30ΜΑΚΡΗΣ. Ὀφείλομεν νὰ εἴπωμεν εἰς Αὐτὸν διὰ τῆς ἀπαντήσεως, ὅτι ἡ Βουλὴ αἰσθάνεται τὸ καθῆκον νὰ προβῇ εἰς τὴν σύνταξιν νόμων καὶ νόμων σπουδαίων, ἐξ ὧν θέλει βεβαίως προκύψει ἡ θεραπεία αὕτη, καὶ πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν, διότι ἀφοῦ τὸ εἴπωμεν, πρέπει καὶ νὰ τὸ ἐκτελέσωμεν, καὶ ἀφοῦ τὸ ἐκτελέσωμεν, ἂς ἦσθε βέβαιοι, ὅτι τὸ κακὸν θέλει ἐκλείψει· πρέπει νὰ τὸ εἴπωμεν καὶ δι’ ἕτερον λόγον πρὸς τιμὴν τοῦ ἔθνους καὶ πρὸς ἱκανοποίησιν τῶν ἡμετέρων δανειστῶν, διότι καὶ αὐτοὶ θέλουσι πιστεύσει, ὅτι διὰ τῆς ἐκδόσεως τοιούτων νόμων μετὰ παρέλευσιν ὀλίγου χρόνου ἡ Ἑλλὰς θέλει τεθῆ εἰς κατάστασιν νὰ πληρώσῃ τὰ ὀφειλόμενα· καὶ ἐπειδὴ, Κύριοι, πιστεύω, ὅτι εἰς τὸ μέτρον τοῦτο ἔγκειται ἡ σωτηρία τοῦ ἔθνους, σᾶς φέρω πρότασιν τροπολογοῦσαν τὸ σχέδιον τῆς πλειονοψηφίας. «Τὸ περὶ δανείων ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ Ὑμετέρα Μεγαλειότης εὐηρεστήθη δι’ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ νὰ τακτοποιήσῃ, καθιστῶν οὕτω τὸν προϋπολογισμὸν τῆς Ἐπικρατείας ἀληθῆ, θέλει ἐπιστήσει μεγάλως τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς, διότι καὶ τὸ μέγεθος αὐτοῦ διορᾷ, καὶ τὴν σπουδαιότητα αἰσθάνεται καὶ τὰς συνεπείας ἀναλογίζεται· ἐνῷ λοιπὸν κηρύττει τὴν εὐγνωμοσύνην της πρὸς τὴν Ὑμετέραν Μεγαλειότητα καὶ πρὸς τὰς ἐγγυητρίας Μεγάλας Δυνάμεις διὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ οἰκονομικοῦ τούτου μέτρου, ὀφείλει, Βασιλεῦ, ἀφ’ ἑτέρου νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι καθῆκον ἔχει νὰ ἐπιδιώξῃ διὰ σπουδαίων νόμων πᾶν ὅ,τι δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ῥιζικήν τινα θεραπείαν, καὶ τὴν θεραπείαν ταύτην προσδοκᾷ ν’ ἀνεύρῃ εἰς τὴν ἐμψύχωσιν τῆς ναυτιλίας, τοῦ ἐμπορίου, τῆς βιομηχανίας καὶ εἰς τὴν ἐφαρμογὴν συστήματος αὐστηροτάτης οἰκονομίας.» Μετὰ τοῦτο, Κύριοι, θεωρῶν τὸ προκαταρκτικὸν τοῦτο ζήτημα καὶ ὑπὸ τὴν γενικωτέραν αὐτοῦ ἔποψιν, πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ λόγου μου προσθέτω καὶ τὰ ἑπόμενα. Ἐπειδὴ τὰ ἀντικείμενα, περὶ τῶν ὁποίων σᾶς ἔκαμον μνείαν, εἶναι ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσι μεγίστην μελέτην καὶ βαθεῖαν σύσκεψιν, εἷς μόνος δὲν δύναται νὰ ἀναδεχθῇ τὸ σπουδαῖον τοῦτο ἔργον. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διὰ νὰ προβῶμεν τακτικῶς, διὰ νὰ δυνηθῶμεν κἄτι νὰ πράξωμεν, διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ αὐτὸν τὸν δύσκολον κύκλον, νομίζω, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι καλὸν νὰ σχηματίσωμεν μίαν εἰδικὴν ἐπιτροπὴν διαρκῆ, ἥτις νὰ συγκοινωνήσῃ μετὰ τοῦ ὑπουργείου καὶ τῶν λοιπῶν ἀρχῶν τοῦ κράτους, νὰ λάβῃ συνέντευξιν μετὰ τῶν ἑταιριῶν τῶν ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς ἐπικρατείας, καὶ μὲ τοὺς πλουσίους ὁμογενεῖς μας, ἐὰν θέλετε, καὶ αὐτὴ νὰ προτείνῃ νομοσχέδια καὶ πᾶν ὅ,τι ἄλλο κρίνει ἀναγκαῖον. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Κυπριάδης.
§32ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ἡ μεγίστη ἀνοχὴ, καὶ ἡ ἄκρα ὑπομονὴ, μεθ’ ἧς ἡ Βουλὴ ἠκροάσθη τοὺς προαγορεύσαντας, μοὶ δίδει τὴν ἐλπίδα, ὅτι δὲν θέλω εὕρει ἐξηντλημένην τὴν ὑπομονήν σας, καὶ ὅτι ἀγορεύοντα ἢ θέλετε μὲ ἀκούσει, ἢ δὲν θέλετε μὲ εὕρει πολὺ φορτικόν. Ἀφ’ ἑτέρου συμμερίζομαι τὴν ἰδέαν, ὅτι οἱ ἀγορεύοντες ἐνώπιον τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος δὲν πρέπει νὰ ἐκτείνωνται εἰς ἀπεραντολογίας, εἰς θεωρίας ἀρχῶν καὶ τὰ τοιαῦτα, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς ἓν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα. Θέλω προσπαθήσει νὰ ἀποφύγω τὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ ἀκολουθοῦσι, καὶ θέλω εἶσθαι ὅσον ἔνεστι σύντομος εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου. Εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι μέλος τῆς πενταμελοῦς πλειονοψηφίας, ἥτις συνέταξε τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον· τὸ σχέδιον τοῦτο κεῖται μεταξὺ δύω πυρῶν, τοῦ πυροβολικοῦ, τὸ ὁποῖον ἤναψαν τέσσαρες ἢ πέντε στρατηγοὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ τοῦ ἱππικοῦ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἵσταται τὸ ὑπουργεῖον, δεχόμενον τὰς προσβολὰς, ἀλλὰ ἀταράχως καὶ ἀπαθῶς, καὶ ὑποβοηθοῦν μὲν τὸ σχέδιόν μας, οὐχὶ ὅμως εἰς βαθμὸν, ὥστε νὰ σώζηται τοῦτο ἐντελῶς. Τί ἐμφαίνει, Κύριοι, αὐτὴ ἡ κατάστασις τῆς θέσεως τῆς γνώμης τῆς πλειονοψηφίας; ἐμφαίνει τὴν ἀπάθειαν καὶ ἀμεροληψίαν, εἰς ἣν εὑρέθησαν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς σας ταύτης, καὶ ἕνεκα τούτου οὔτε εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν ἤρεσε τὸ σχέδιόν της, οὔτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον ἐντελῶς. Καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἄρτι διαλυθεῖσαν παρετηρήθη, καὶ εἰς τὴν Βουλὴν εὑρίσκεται καὶ θέλει παρατηρηθῆ μερίς τις ἀνθρώπων ἀντιπροσώπων, βουλευτῶν ἥτις ἐλευθέρα ἀπὸ πειρασμούς, ἀπὸ προηγούμενα πάθη, καὶ ἀπὸ ἀξιώσεις, ὡς ὁδηγὸν τῆς πορείας της θέλει ἔχει τὴν συνείδησιν καὶ τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός της, καὶ ἥτις κατὰ συνέπειαν μὴ δυναμένη νὰ καταταχθῇ οὔτε εἰς τὴν μίαν, οὔτε εἰς τὴν ἄλλην φάλαγγα, αἵτινες διαιροῦσι τὴν Βουλὴν, θέλει εὑρίσκεσθαι πάντοτε εἰς τὴν θέσιν αὐτὴν τῆς ἀπαθείας, τῆς ἀμεροληψίας, καὶ κατὰ τὰς περιστάσεις θέλει ἀποφαίνεσθαι περὶ τοῦ δικαίου, περὶ τοῦ ὀρθοῦ, ὅπου καὶ ἂν τὸ ἀπαντήσῃ. Ἐὰν δὲ, Κύριοι, αὐτὴ ἡ θέσις τῆς ἀμεροληψίας, τῆς ἀπαθείας δὲν ᾖναι εὐάρεστος εἰς τὰς φατρίας, δὲν δύναται νὰ χρησιμεύσῃ, ὥστε νὰ καταναγκάσῃ τὴν συνείδησιν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν νὰ μὴ φατριάσουν. Ἀνεπτύχθη, Κύριοι,... καὶ μοὶ φαίνεται ἀπὸ τὸν Κ. πρωθυπουργὸν, ὅτι δὲν παραδέχεται σύστημα μέσου ὅρου.
§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ἐγὼ, ὅτι εἰς συνταγματικὸν πολίτευμα οἱ μέσοι ὅροι δὲν εἶναι κατάλληλοι νὰ κυβερνήσουν εἰς δυστυχεῖς περιστάσεις μάλιστα.
§34ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Συμφωνῶ, ἀλλ’ ὅταν σᾶς εἶπον, ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς μέσης μερίδος δὲν ἔχουν ἀξιώσεις καὶ ἀπαιτήσεις εἰς τὸ νὰ κυβερνήσουν τὸν τόπον, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν τακτικὴν, ἣν προεῖπον· ἀξιοῦν τινες, ὅτι τὰ κόμματα ὀφείλουν νὰ κυβερνήσουν τὸν τόπον, ἀλλ’ ἐγὼ σκέπτομαι καὶ ἴσως καὶ ἄλλοι σκέπτονται ὡς ἐμέ. Τί κερδίζει τὸ ἔθνος ἐξ αὐτῆς τῆς διαμάχης τῶν κομμάτων, ἥτις σκοπὸν δὲν ἔχει τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, παρὰ τὴν ἐκπόρθησιν τῆς ἐξουσίας, τὴν κατάληψιν τοῦ χαρτοφυλακίου; Παρατηρήσατε ἐν συντόμῳ τὰ συμβάντα εἰς τὸν τόπον μας· ἡ ἐπανάστασις τῆς 10 Ὀκτωβρίου κατέλυσε τὴν δυναστείαν τοῦ Ὄθωνος, καὶ ὡς μόνον καὶ κυριώτερον λόγον εἶχε, καθὼς ὁ βουλευτὴς Κ. Πετιμεζᾶς σᾶς ὑπέβαλεν ἀγορεύων, ὅτι ὁ Ὄθων αὐτὸς ἐπέμβαινεν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ἐπέφερε τὴν νόθευσιν τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους, καὶ ἀντιπροσωπεία τότε δὲν ὑπῆρχε, ἑπομένως ὅλα τὰ δυστυχῆ συμβάντα ἐκ τούτου προῆλθον· ἐὰν, Κύριοι, ᾖναι ἀληθὲς τὸ τοιοῦτον, δὲν ἐξετάζομεν καὶ διὰ τίνων ὀργάνων ἐπραγματοποιεῖτο αὐτὴ ἡ νόθευσις τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους; ὁ Ὄθων ἢ τὰ κατὰ καιροὺς ὑπουργεῖα διεξήγαγον τὰς ἐκλογάς; καὶ τὰ ὑπουργεῖα ταῦτα δὲν συνέκειντο συνήθως ἀπὸ τοὺς ἀρχηγοὺς τῶν κομμάτων, πολλοὶ τῶν ὁποίων εὑρίσκονται εἰς τοὺς κόλπους τῆς Βουλῆς ταύτης, καὶ οἵτινες ἀναβαινοκαταβαίνουν συνήθως τὰς ὑπουργικὰς ἕδρας; διατί οἱ ὑπουργοὶ οὗτοι δὲν εἶχον τὴν τόλμην νὰ εἴπωσιν εἰς τὸν Ὄθωνα, ὅτι ἀποκρούουν τὰς ἐπεμβάσεις εἰς τὰς ἐκλογάς; διατί δὲν ἀντέταττον τὴν εὐθύνην των καὶ τὴν βλάβην τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους; ἀπ’ ἐναντίας αὐτοὶ οὗτοι οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοὶ διεξήγαγον τὰς ἐκλογὰς καὶ ἐγένοντο τὰ ὄργανα καὶ οἱ ἐκτελεσταὶ τῶν παρανομιῶν τούτων· ἀλλ’ ὅταν ὁ Ὄθων ἔπεσε σύμφωνα μὲ τὸ ῥητὸν «δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται»· τότε τὴν νύκτα τῆς 10 8βρίου ὅλοι ἀνεφάνησαν ἐπαναστάται, ὅλοι εὑρέθησαν ἠδικημένοι, καὶ ὡς πέτρα τοῦ σκανδάλου παρεστάθη τὸ ἀνεύθυνον πρόσωπον τοῦ Ὄθωνος. Ἐγένετο τὸ βῆμα τῆς καταλύσεως τῆς δυναστείας, βῆμα τολμηρὸν, ἀλλὰ παρασταθὲν ὡς σωτήριον· ἂς ἴδωμεν ὅμως ἂν ἡ σωτηρία ἐπραγματοποιήθη· ἦλθον οἱ ἀρχηγοὶ τῆς ἐπαναστάσεως καὶ ἀνέλαβον τὴν διοίκησιν τοῦ Κράτους, καὶ μολονότι εἶχον καὶ πανδυναμίαν, οὐδαμῶς ἐφήρμοσαν τὰς νέας ἀρχὰς· ἀντὶ νὰ δώσουν νέα δείγματα καλλιτέρας διοικήσεως εἰς τὸ ἔθνος, ἀντὶ νὰ ἠθικοποιήσωσιν αὐτὸ, νὰ ἐμψυχώσωσι τὴν ἀρετὴν καὶ τὴν ἱκανότητα, ἀπ’ ἐναντίας ἐξηκολούθησαν τὸ αὐτὸ καὶ κἄτι χεῖρον σύστημα· ἐκτὸς τῆς ἀμέσως καταδειχθείσης μεροληψίας διὰ τῆς πολλαπλασιάσεως τῶν ὑπουργείων, ἐκτὸς τῆς σπατάλης καὶ διαφθορᾶς, ἥτις ἐξηπλώθη, διεξήγαγον καὶ τὰς ἐκλογὰς μὲ τὸν παρανομώτερον τρόπον· ἐννοῶ, Κύριοι, τὰς ἐκλογὰς τῶν πληρεξουσίων καὶ τὴν πεποίθησιν αὐτήν, Κύριοι, τὴν στηρίζω εἰς ἴδια παθήματα. Εἶχον τότε λάβει τὴν αὐθάδειαν νὰ ζητήσω τὰς ψήφους τῶν συμπολιτῶν μου· ἀλλ’ ὅταν ἐζήτησα νὰ ὑπάγω εἰς τὸ μέρος, ἔνθα ἐγίνετο ἡ ψηφοφορία, δὲν μοὶ ἐπετράπη νὰ ἀποβιβασθῶ, διότι τὸ ἀντιπολιτευόμενον μέρος εἶχεν ὁπλίσει τοὺς δορυφόρους, καὶ διὰ τῆς λόγχης μὲ ἀπεδίωξαν, ὅτε δὲ ὑπῆγον εἰς τὴν ἄλλην νῆσον, εὗρον τὰς κάλπας παραγεμισμένας.
§35ΤΙΝΕΣ. Ἡ ἐξουσία τὸ ἔκαμε τοῦτο; (θόρυβος).
§36Κ. ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ναί, διότι οἱ ἀντίπαλοί μου ἦσαν ὑπουργικοὶ ὑποψήφιοι. Δὲν δύνασθε νὰ μοὶ ἀρνηθῆτε, Κύριοι, ὅτι ὁ νόμος μετὰ τὴν 10 8βρίου δὲν κατέστη σεβαστότερος παρ’ ὅσον ἦτο καὶ πρίν, ὅτι τὸ σύστημα τῆς διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν δὲν ἤλλαξεν οὔτε κατὰ κεραίαν, ὅτι δὲν εἰσήχθη οἰκονομία εἰς τὸ κράτος, δὲν εἰσήχθη ἡ ἀρετή· ἀλλ’ ὅτι σπατάλη καὶ ἁρπαγαὶ, διαφθορὰ, κατέκλυζον τὸ ἔθνος, καὶ ὅτι τέλος πάντων ἐτέθη χεὶρ καὶ ἐπὶ τῶν κληροδοτημάτων, καθὼς εἶχε τὴν καλοσύνην νὰ σᾶς ὑπενθυμίσῃ ὁ ἀξιότιμος κύριος Βουλευτὴς Γόρτυνος. Σήμερον, Κύριοι, περὶ τίνος ὁ ἀγών; περὶ σωτηρίας τοῦ ἔθνους; περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους; δυστυχῶς δὲν τὸ βλέπω. Γίνεται μέγας πάταγος, ὅτι τὸ Σύνταγμα παρεβιάσθη, ὅτι τὸ Σύνταγμα κατεπατήθη· ἀλλ’ αὐτὸ εἶναι πρόφασις, ἐκφερομένη ἄνευ σημασίας, ἄνευ θεμελίων, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ μάχη δὲν γίνεται εἰμὴ διὰ τὸ περιπόθητον χαρτοφυλάκιον· ἤθελον, κύριοι, ἀποδώσει μεγάλην σημασίαν εἰς τὰ λεγόμενα τῶν κατηγόρων τοῦ ὑπουργείου, καὶ ἤθελον ἄκρως συγκινηθῆ, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον τὸ ὁποῖον σήμερον κατέχει τὴν ἐξουσίαν, ἤθελε καταγγελθῆ ἐνώπιον τοῦ ἔθνους, ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ὅτι παρεβίασε τῳόντι τὸ Σύνταγμα εἰς τὰς θεμελιωδεστέρας αὑτοῦ βάσεις· ἤθελον προσέξει πολὺ καὶ ἤθελον καταψηφίσει κατ’ αὐτοῦ, ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον κατηγορεῖτο, ὅτι παρεμπόδισε καὶ περιώρισε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, τὴν ἐλευθερίαν τῶν συναθροίσεων, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον κατεπάτησε τὴν ἰδιοκτησίαν τοῦ πολίτου, ὅτι παρεβίασε τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν, ἢ ὅτι κατεχράσθη τὴν δημοσίαν περιουσίαν. Ἰδοὺ ζητήματα, κύριοι, ἱερὰ, ἐθνικὰ, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἀνοίξουν στάδιον εἰς τὸν πατριωτισμόν· διὰ τοιαῦτα ἀντικείμενα ἐάν τις ἤθελε κατηγορήσει τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἤθελεν ἀποδείξει βασίμους τὰς αἰτιάσεις, θέλει μὲ εὕρει σύμφωνον εἰς τὸ νὰ τὸ καταδικάσω. Ἐπίσης, κύριοι, ἤθελα πολὺ προσέξει, ἤθελα πολὺ διστάσει περὶ τῆς ψήφου, τὴν ὁποίαν πρόκειται νὰ δώσω, ἐὰν ἐπὶ τέσσαρας ἤδη ἡμέρας ἤκουον μίαν τινὰ μομφὴν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν ἐκλογῶν. Οἱ ῥήτορες ὅμως, οἵτινες ἠγόρευσαν μέχρι σήμερον, οὐδὲ περὶ τοιούτου ἀντικειμένου ὑπέβαλον, καὶ ἑπομένως μένει ἀναντίῤῥητον, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ τῆς σημερινῆς ἐποχῆς εἶναι τὸ πρῶτον, τὸ ὁποῖον ἐπραγματοποίησε τὸν λόγον, δι’ ὃν ἔγεινεν ἡ ἐπανάστασις, τοὐτέστι διεξήγαγε νομίμως καὶ ἀκωλύτως τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Τὸ ὑπουργεῖον αὐτὸ ἔθεσε τὰς πρώτας βάσεις τοῦ νέου Συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιέρωσεν ἡ Συνέλευσις· ἡμεῖς ὅμως, κύριοι, πράττοντες, ὡς οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ φαρισαῖοι ὑποκριταὶ, οἱ τὴν κάμηλον καταπίνοντες καὶ τὸν κώνωπα διϋλίζοντες, χρονοτριβοῦμεν καὶ ἐπὶ τόσας ἡμέρας ζητοῦμεν ἐπὶ πινακίου τὴν κεφαλὴν τῶν μελῶν τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως· μὲ ἄλλας λέξεις θέλω νὰ εἴπω, ὅτι ἐκεῖνοι οἵτινες ἀναβαινοκαταβαίνουν τὰς ἕδρας τῆς Κυβερνήσεως, οἵτινες κάμνουν τὰς μεγαλητέρας παρανομίας, καὶ ὧν τὰ προηγούμενα καὶ τὰ ἐνεστῶτα δὲν εἶναι ἀνεπίληπτα, αὐτοὶ κραυγάζουν σήμερον, τὸ ὑπουργεῖον εἶναι ἄξιον ἀγχόνης δι’ αὐτὰ τὰ διατάγματα, αὐτὰ τὰ πολυθρύλλητα διατάγματα. Δὲν μοὶ φαίνεται, Κύριοι, νὰ ᾖναι ἐπιτυχὲς τὸ στάδιον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἔστησαν τὸν πόλεμον, καὶ ἀδύνατον νὰ νικήσουν, δύνασθε ἐξετάζοντες τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ ἔθνους, ν’ ἀποδείξητε, ὅτι αἱ σπατάλαι καὶ αἱ διαφθοραὶ, τὰς ὁποίας τυχὸν μετῆλθεν ἡ Κυβέρνησις αὐτὴ, κατηνάλωσαν τὸν δημόσιον πλοῦτον καὶ ἐπέφερον τὴν οἰκονομικὴν κρίσιν τοῦ ἔθνους; Δύνασθε νὰ τοὺς κατηγορήσετε, ὅτι ἐπεμβῆκαν εἰς τὰς ἐκλογὰς, ὅτι περιώρισαν τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, ὅτι κατέστρεψαν τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν, ἐπέφερον κτύπον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ εἰς τὰς νέας βάσεις τῆς ἐπαναστάσεως; Ὅταν περὶ τούτων οὐδὲν λέγετε, καὶ περιορίζεσθε μόνον εἰς τὰ διατάγματα, τότε σᾶς λέγω, ὅτι καταπίνετε τὴν κάμηλον καὶ διϋλλίζετε τὸν κώνωπα. Ἂν, κύριοι, καθὼς ἐῤῥέθη παρά τινων, πρόκειται περὶ προσωπικοῦ ζητήματος, περὶ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες πρέπει νὰ προσκληθῶσιν, ἵνα καταλάβωσι τὴν ἐξουσίαν, εἶμαι πρόθυμος νὰ συνταχθῶ μὲ ἐκείνους, οἵτινες ἤθελον μοὶ ἐκθέσει τὰς συντηρητικάς των ἀρχὰς, τὰ μέτρα, ἃ μέλλουσι νὰ λάβωσι πρὸς προαγωγὴν καὶ πρόοδον καὶ μεγαλεῖον τοῦ ἔθνους, καὶ τὰ ὁποῖα οἱ νῦν ὑπουργοὶ, ἢ δὲν δύνανται ἢ δὲν θέλουν νὰ πραγματοποιήσουν· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ἐπειδὴ ἡ ἐξουσία δὲν εἶναι ἰδιοκτησία αὐτῶν, ἠδυνάμην καὶ ἐγὼ νὰ τοὺς εἴπω ἀφήσατε τὰς ἕδρας σας. Ὁ Βασιλεὺς ἀπήτησε νὰ τὸν περιστοιχίζωσιν οἱ ἱκανώτεροι, ἀλλὰ οἱ ἐπιζητοῦντες τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἔχουν προηγούμενα, τὰ ὁποῖα νὰ μοὶ δίδουν ἐλπίδας αἰσιωτέρου μέλλοντος. Ἀφίνοντες ἤδη τὴν περὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος διαμάχην, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸ προκείμενον. Εἴχομεν ὑπὸ συζήτησιν τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, καὶ μοὶ φαίνεται, ὅτι παρατρέχοντες τὴν μέθοδον τῆς συζητήσεως ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι ἐμβαίνομεν εἰς γενικὴν συζήτησιν ὑπεσκέλισαν τὰς τρεῖς πρώτας περιόδους τοῦ σχεδίου, ἄφησαν αὐτὰς ἀσυζητήτους, καὶ ἐστάθησαν εἰς τὸν § 4, καὶ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ παραγράφου καὶ μόνου περιεστρέφη ἡ συζήτησις ἡ γενική· ἐννοῶ μίαν Βουλὴν συζητοῦσαν γενικῶς τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν Λόγον, ἀλλὰ συζήτησιν γενικὴν περιστρεφομένην μόνον εἰς τὰ διατάγματα δὲν τὴν ἐννοῶ, διότι τοιουτοτρόπως παραβιάζομεν τὴν μέθοδον τῆς συζητήσεως καὶ δὲν βλέπω πῶς θέλομεν προβῆ εἰς μίαν ψηφοφορίαν· θὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸ ἐδάφιον 4 ψηφίζοντες αὐτὸ, καὶ ὕστερον θὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸν παράγραφον πρῶτον; ἢ ἀφοῦ ἐπὶ τόσας ἡμέρας ἕκαστος ἡμῶν ἐξετραγῴδησε τὰ παράπονά του, ὁ μὲν Κ. Παδοβᾶς ἐπὶ 5 ὥρας παραπονούμενος διὰ τὰς ἀδικίας, τὰς ὁποίας ὑπέστη ἡ Ἑπτάνησος ἕνεκα τῆς ἑνώσεως,......
§37ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὄχι τῆς ἑνώσεως.
§38ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τῆς συνθήκης ἔστω· ἄλλοι δὲ περὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, καὶ ἄλλοι ἄλλα, θέλομεν ἐγκαταλείψει ταῦτα ὡς ἔπεα πτερόεντα καὶ θέλομεν ἐπανέλθει εἰς τὸ προκείμενον; Βεβαίως, Κύριοι, ὅταν λέγωμεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα κατεπατήθη, βεβαίως ἀξίζει τὸν κόπον νὰ δαπανήσωμεν καὶ 4 καὶ 5 καὶ 10 ἡμέρας διὰ νὰ ἐπανορθώσωμεν αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, διὰ τὸ ὁποῖον ἐχύσαμεν ποταμοὺς αἱμάτων. Ἀλλὰ, Κ. Ἰακωβᾶτε, βουλευτὰ τῆς Κεφαλληνίας, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα; σεῖς εἶσθε συνεπεῖς· σᾶς ὁμολογῶ τὴν μεγάλην ὑπόληψιν τὴν ὁποίαν ἀποδίδω εἰς τὰς ἰδέας σας, διότι καὶ ἐντὸς τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τὴν ὁποίαν ἐσυζητούσαμεν τὸ σχέδιον καὶ ἐνταῦθα καθιερώσατε τὴν ἀρχὴν, κάλλιον νὰ χαλάσῃ ὁ κόσμος παρὰ νὰ χαλάσῃ ὁ νόμος. Αὐτὸ εἶναι ἓν δόγμα νέον τοῦ Κ. Ἰακωβάτου διὰ τὸ ὁποῖον τὸν τιμῶ· ἐνδέχεται ὅμως νὰ μὴ ᾖναι ὀρθὸν, νὰ ἀντίκειται εἰς τὰς παλαιὰς παραδόσεις καὶ εἰς τὰ πράγματα· διότι ἔχομεν καὶ ἄλλο ἀρχαιότερον καὶ φιλοσοφικώτερον δόγμα κατὰ τὸ ὁποῖον, ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται· ἔχομεν καὶ ἄλλο δημοτικώτερον κατὰ τὸ ὁποῖον, ἐξ ἀνάγκης καὶ νόμου μετάθεσις. Ἀλλὰ, Κ. Ἰακωβάτε, δὲν ἦτο Σύνταγμα τὸ ψηφισθὲν κατὰ τὸ 1843; δὲν τὸ ἔκαμεν ἡ Συνέλευσις καὶ ἐν τούτοις εἰς μίαν νύκτα τὸ κατεστρέψαμεν;
§39ΠΟΛΛΟΙ. Ὁ λαός.
§40ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Καὶ ἔχομεν, Κύριοι, καὶ ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὸν λαὸν, τὸ 110, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Βλέπετε λοιπὸν, Κ. Ἰακωβάτε, ὅτι ἡ ἀρχή σας δὲν εἶναι ἀρχὴ, ἥτις πρέπει νὰ καθιερωθῇ, καὶ ὅτι ἀπολύτως μὲν εἶναι ὀρθὴ, διότι ὁ σεβασμὸς πρὸς τοὺς νόμους εἶναι ἡ μόνη ἐγγύησις τῆς ὑπάρξεως τῶν κοινωνιῶν, σχετικῶς ὅμως εἴς τινας περιπτώσεις, ὅταν πρόκειται νὰ μὴ χαθῇ ὁ κόσμος, ἀλλὰ περὶ τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος, δύναταί τις ὄχι βέβαια νὰ καταστρέψῃ ὁλόκληρον Σύνταγμα, ἀλλὰ νὰ παρεκκλίνῃ κατά τι τῆς κανονικῆς τροχιᾶς, τὴν ὁποίαν διαγράφει τὸ Σύνταγμα. Ὥστε, Κύριοι, ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ὅστις, στηριζόμενος εἰς αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, δὲν θέλει ν’ ἀκούσῃ τίποτε, δὲν παραδέχεται ἐκτάκτους περιστάσεις, δὲν παραδέχεται ἀνάγκην, δὲν παραδέχεται, ὅτι, ὅταν πρόκειται περὶ ἀποτροπῆς κινδύνου τῆς πατρίδος, δύναται πότε νὰ γείνῃ καὶ παράβασίς τις τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος, ὁ Κ. Ἰακωβάτος, λέγω, δὲν εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς ὀρθότητος. Ἐκεῖνο, Κύριοι, διὰ τὸ ὁποῖον συγχαίρω τὸν Κ. Ἰακωβάτον, εἶναι, ὅτι διὰ τῆς δεινῆς τῳόντι ἀγορεύσεώς του κατώρθωσε νὰ σύρῃ εἰς τὴν γνώμην του καὶ τὸν ἀξιότιμον Βουλευτὴν Μεσολογγίου· εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δὲν ἐδύναντο νὰ συμφωνήσουν, ἄλλο σχέδιον ἔκαμεν ὁ Κ. Δεληγεώργης καὶ ἄλλο ὁ Κ. Ἰακωβάτος. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ὁ Κ. Δεληγεώργης ἀγορεύων κατέληξεν εἰπὼν, ὅτι δέχεται τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, καὶ ἑπομένως αὐτὸ εἶναι μία νίκη ἀρκετὰ μεγάλη διὰ τὸν Κ. Ἰακωβάτον νὰ κατορθώσῃ, ὥστε ὁ πολὺ ἰσχυρογνώμων εἰς τὰς ἰδέας του βουλευτὴς Μεσολογγίου νὰ συμφωνήσῃ μετ’ αὐτοῦ. Ὅταν ἑπομένως ᾖναι ἀναντίῤῥητον, καθὼς ἤδη φαίνεται παραδεχόμενος καὶ ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κεφαλληνίας, ὅτι ἐν περιπτώσει ἀνάγκης καὶ αὐτοὶ οἱ θεοὶ πείθονται, ὅταν ἐν ἀνάγκῃ γίνεται καὶ νόμου μετάθεσις, ποῦ καταλήγει τώρα τὸ ζήτημα; Τί πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν; ὑπῆρξαν ἔκτακτοι περιστάσεις, κατὰ τὸ στάδιον, καθ’ ὃ διῴκησε τὸ ἐνεστὼς ὑπουργεῖον; ὑπῆρξαν ἀνάγκαι; Ἐὰν τοῦτο ἀποδειχθῇ, τότε κατέπεσεν ἡ κατηγορία τοῦ ὅτι παρεβιάσθη ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ἄρθρον 26, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὸ ἀξίωμα, ὅτι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐξασκεῖ ὁ Βασιλεὺς μετὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ ἄρθρον 80, κατὰ τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖται καὶ ἡ γνώμη τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας· εἰς τρόπον, ὥστε ἡ ἔρευνα πρέπει νὰ περιστραφῇ εἰς τὴν ἐξέτασιν, ἐὰν ὑπῆρξαν εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος κατὰ τὴν προκειμένην ἐποχὴν ἔκτακτοι περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι ἀπῄτουν τὴν ἐνέργειαν τὴν νομοθετικὴν διὰ Β. διαταγμάτων καὶ οὐχὶ διὰ νόμων, καὶ ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐνέργεια εἶναι σήμερον συγγνωστέα ἢ ἐὰν πρέπει νὰ ἐπιφέρῃ τὴν καταδίκην τοῦ ὑπουργείου. Ἰδοὺ, Κύριοι, πῶς ἐσκέφθησαν τὰ 5 μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὡς ἔσχατος συγκαταλέγομαι καὶ ἐγώ· ἐσκέφθημεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις διελύθη, δὲν ἠθελήσαμεν νὰ ἐρευνήσωμεν τοὺς λόγους, ὧν ἕνεκα διελύθη, καὶ νὰ ἀνακαλύψωμεν τοὺς παραιτίους αὐτῆς τῆς διαλύσεως. Ἐὰν σήμερον εἴχομεν τὴν ἐξουσίαν νὰ καταδικάσωμεν τὸ ὑπουργεῖον, διότι αὐτὸ π. χ. διέλυσε παρακαίρως τὴν Συνέλευσιν, τότε ἠθέλομεν ἐμβῆ εἰς τὴν ἔρευναν, ἐὰν ἡ Συνέλευσις διελύθη μόνη της ἢ ἕνεκα ὑπεκφυγῆς τῆς μειονοψηφίας, ἢ ἐὰν ἡ Κυβέρνησις ἐπιδιώκουσα μίαν δικτατωρίαν, καθὼς τινες εἶπον, ἢ ἄλλους τινὰς ἀθεμίτους σκοποὺς ἐπέφερε τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως. Εἴπομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἐξετάσωμεν τοῦτο, διότι τὸ ἐξήτασεν ὁ λαὸς, αὐτοὶ οἱ ἴδιοι πληρεξούσιοι, συνομολογήσαντες διὰ τῆς σιωπῆς των, ὅτι παραπολὺ παρεπίκραναν τὸ ἔθνος, καθόσον λαβόντες ἐντολὴν νὰ ἐκλέξωσι Βασιλέα καὶ νὰ συντάξωσι πολίτευμα, παρέτεινον τὰς ἐργασίας των ἐπὶ δύω ἔτη, μετεβλήθησαν ἀπὸ ἐκτάκτου Συνελεύσεως εἰς νομοθετικὸν Σῶμα, ἔῤῥιπτον καὶ ἀνύψονον ὑπουργεῖα κλπ. Ὁ λαὸς, λέγω, εἶδεν, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι ἐκεῖνοι παρεπίκραναν αὐτὸν, καὶ ἐδέχθη μετ’ εὐχαριστήσεως τὴν διάλυσίν των, καὶ οὔτε ἐπανάστασις ἔγεινε διὰ τοῦτο, οὔτε διαμαρτυρήσεις, οὔτε τίποτε. Αὐτὸ λοιπὸν εἶναι γεγονὸς, τὸ ὁποῖον κατατάσσεται πλέον εἰς τὴν ἱστορίαν καὶ τὸ ὁποῖον σήμερον δὲν ἔχομεν ἁρμοδιότητα νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Τί ἀφῆκεν αὐτὴ ἡ Συνέλευσις διαλυθεῖσα; ἓν Σύνταγμα, αὐτὸ τὸ ὡραῖον τῳόντι καὶ λίαν φιλελεύθερον Σύνταγμα, ἀλλ’ ἀφῆκε τὸ ἔθνος ἄνευ οἰκονομικῶν νόμων, ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἔδωκε δὲ εἰς τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἕνα ἐκλογικὸν νόμον καὶ τοῦ εἶπε φρόντισε νὰ κάμῃς ἐκλογὰς, διὰ νὰ καταρτίσῃς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ, νὰ συνταχθῶσιν οἱ νόμοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀναγκαῖοι εἰς τὸ κράτος. Ἄφησε λοιπὸν ἡ Συνέλευσις ἓν κενὸν μέγα, τὴν ἔλλειψιν φορολογικοῦ νόμου καὶ προϋπολογισμοῦ. Τὶ ἔπρεπε νὰ πράξῃ τότε ἡ Κυβέρνησις εὑρεθεῖσα εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν; κατά τινας ἔπρεπεν ἐκ δειλίας ν’ ἀφήσῃ τὰ χαρτοφυλάκια εἰς τὰς ὁδοὺς νὰ εὑρεθοῦν πέντε ἄνθρωποι νὰ ἀναλάβουν αὐτὰ καὶ τοιουτοτρόπως νὰ σώσουν τὸ ἔθνος· καὶ ἂν αὐτοὶ ἤθελον κάμει τὰς μεγαλειτέρας παρανομίας, κατὰ τὴν γνώμην τινῶν σήμερον ἠθέλομεν εἰπῆ, ἀφέονταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, διότι ἀνεῦρες τὸ χαρτοφυλάκιον εἰς τὰς ὁδοὺς, καὶ ἂν κατέστρεψες τὸ ἔθνος, ἂν παρέβης τὸ Σύνταγμα, δὲν εἶσαι σὺ τὸ ἀντικείμενον τῆς ἔχθρας μου. Ἐὰν οὕτως ἤθελε πράξει τὸ ὑπουργεῖον, ἠθέλομεν εἰπῆ, ὅτι μᾶλλον ἔπρεπε νὰ ταξειδεύσῃ διὰ τὴν Αἴγιναν, ἠθέλομεν τὸ καταδικάσει ἐπὶ προδοσίᾳ καὶ ἠθέλομεν τὸ στιγματίσει, διότι ἐγκατέλιπε τὸ Κράτος εἰς τὸ χάος καὶ τὴν καταστροφὴν, καὶ δὲν ἠθέλομεν σήμερον ἔχει τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἤμεθα βουλευταὶ, ἐξετάζοντες μετὰ πάσης παῤῥησίας καὶ ἐλευθερίας τὰς ὀλίγας ἐκείνας πράξεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε διὰ νὰ διοικήσῃ τὸ ἔθνος εἰς διάστημα ἓξ μηνῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἀσπαστὴ ἡ ἰδέα αὕτη, ὅτι ἔπρεπε νὰ ἐγκαταλείψῃ τὴν ἐξουσίαν τὸ ὑπουργεῖον, διότι τότε μόνον ὤφειλον νὰ κάμωσι τοῦτο, ὅταν ἤθελον στερηθῇ τῆς ἐμπιστοσύνης τοῦ ἡγεμόνος. Ὑπουργεῖον λοιπὸν, μὴ ἀπολέσαν τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ βασιλέως, μὴ δειλιάσαν, ἀλλὰ προβὰν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων του, δὲν εἶναι ὑπουργεῖον μεμπτέον. Ἐδῶ, Κύριοι, εὑρίσκομεν, ὅτι αἱ περιστάσεις ἦσαν ἔκτακτοι· ἀλλ’ ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας μὲ λέγει, δός μοι μίαν μικρὰν ἐγγύησιν, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς μίαν μεταγενεστέραν ἐποχὴν καὶ συμφωνῶ μετὰ σοῦ εἰς τὸ νὰ μὴ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν μομφὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου. Νὰ σᾶς δώσω μίαν ἐγγύησιν.
§41ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶσθε Βουλή;
§42ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀγορεύω τώρα. Ἐὰν μετὰ ἓν, δύω, πέντε ἔτη προβλέπετε, ὅτι θὰ εὑρεθῇ τὸ ἔθνος πάλιν εἰς αὐτὴν τὴν κατάστασιν, τότε ἔχετε δίκαιον νὰ ζητῆτε ἐγγύησιν. Ἀλλὰ, Κ. Ἰακωβάτε, φρονεῖτε, ὅτι εἰς τὰ ἔθνη αἱ ἐπαναστάσεις, αἱ καθαιρέσεις τῶν συνταγμάτων, τῶν δυναστειῶν, γίνονται καθ’ ἑξαμηνίαν, κατ’ ἔτος; Τὰ τοιαῦτα λαμβάνουν χώραν λίαν σπανίως καὶ μετὰ παρέλευσιν πολλῶν ἐνιαυτῶν, ὥστε φρονῶ, ὅτι οἱ φόβοι μήπως αὐταὶ αἱ ἔκτακται περιστάσεις ἐπαναληφθῶσι, καὶ τότε πάλιν παραβιασθῇ ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, εἶναι χιμαιρικοί. Καὶ ἡ ἐπιτροπὴ ἡ πενταμελὴς δὲν φθάνει εἰς τοιαύτην θέσιν, ὥστε νὰ παραγνωρίζῃ τὴν θεμελιώδη ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν καθιεροῖ τὸ σύνταγμα· ἐξεναντίας τὴν ἀρχὴν αὐτὴν τὴν ἀναγράφει εἰς τὸ πρῶτον μέρος τῆς παραγράφου αὐτῆς, καὶ λέγει, ὅτι εἶναι ἀναντίῤῥητον, σεβαστὸν, ὅτι τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν οὐδεὶς ἄλλος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐξασκῇ παρὰ ὁ Βασιλεὺς μετὰ τῆς Βουλῆς. Ἀλλὰ ἡ ἐπιτροπὴ ἀναγνωρίζουσα τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων καὶ τὴν ἀνάγκην, ἐσκέφθη, ὅτι, ἐὰν ἐπέλθῃ ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἤθελον προστεθῆ εἰς τὸ Ἑλληνικὸν Βασίλειον, π. χ. ἡ Θεσσαλία ἢ ἡ Κρήτη καὶ ἄλλαι ἐπαρχίαι, καὶ, ἐὰν τότε γεννηθῇ ἀνάγκη ἢ νὰ κάμωμεν νέας ἐκλογὰς, ἢ ἐὰν νέον Σύνταγμα καθιερωθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα ἕνεκα τῆς ἐπεκτάσεως καὶ ἕνεκα αὐτῶν τῶν περιστάσεων, τότε, ἐὰν διὰ τὴν ἔλλειψιν Βουλῶν ἐκδοθῶσι πάλιν διατάγματά τινα προλαμβάνοντα καὶ κανονίζοντα τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους εἰς τοιαύτας περιστάσεις, τότε τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους εἶναι τόσον μέγα, ὥστε δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἐγγυήσεως περὶ τοῦ ἐναντίου· εἰς τοιαύτην περίπτωσιν πρέπει νὰ ἤμεθα λίαν εὐχαριστημένοι, διότι τὸ Σύνταγμα ἐτελειοποιήθη πλειότερον, τὸ Κράτος ηὐξήθη, καὶ διότι ἦλθον οἱ βουλευταὶ τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας νὰ μᾶς ἐναγκαλισθῶσι, καὶ ἑπομένως, ἂν τὸ ὑπουργεῖον τότε διὰ διαταγμάτων διαιρέσῃ τὴν Ἤπειρον καὶ Θεσσαλίαν εἰς ἐπαρχίας, καὶ φέρῃ αὐτοὺς τοὺς Βουλευτὰς ἐνταῦθα, τότε μοὶ φαίνεται, ὅτι ζητοῦντες ἐγγύησιν, ὅτι δὲν θέλουν γείνει ταῦτα, ζητοῦμέν τι, τὸ ὁποῖον ἀντίκειται εἰς τοὺς διακαεστέρους πόθους τοῦ ἔθνους. Εἰς αὐτὰς λοιπὸν τὰς περιστάσεις εὑρίσκετο τὸ Κράτος· καὶ διὰ τοῦτο λέγομεν, ὅτι ἔκτακτοι γνωσταὶ περιστάσεις ὑπηγόρευσαν τὴν ἀνάγκην. Δύνασθε ὅμως νὰ μοὶ εἴπητε, ποῖος μᾶς ἐγγυᾶται, ὅτι αὔριον, ὅτε θὰ λήξῃ ἡ σύνοδος τῆς Βουλῆς, τὸ ὑπουργεῖον, ὅπερ θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου, δὲν θ’ ἀρχίσῃ πάλιν εἰς αὐτὸ τὸ διάστημα νὰ κάμνῃ νόμους διὰ διαταγμάτων; Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ τούτου, ἤθελον εἶμαι πολὺ αὐστηρότερος παρ’ ὅσον σεῖς· ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς σᾶς λέγωμεν ποῖαι εἶναι αἱ περιστάσεις αὗται, καὶ ὅτι ἦσαν ἔκτακτοι, τότε μοὶ φαίνεται, ὅτι ἀποφασίζοντες περὶ τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐκτάκτων ἐκείνων περιστάσεων δὲν παραδεχόμεθα ὡς προηγούμενον καὶ ὡς ἔκτακτον περίστασιν καὶ αὐτὴν τὴν δευτέραν ὑπόθεσιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ὑποβάλλομεν. Ἕπεται ὅμως μία τρίτη περίπτωσις, ἥτις δύναται νὰ ἔχῃ ὁμοιότητά τινα μὲ τὴν προκειμένην. Ὁ Βασιλεὺς π. χ. μετὰ τινας ἡμέρας δύναται χρώμενος τῇ ἐξουσίᾳ, ἣν ἔχει, νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, καὶ ἑπομένως καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν δὲν θέλει ὑπάρχει Βουλὴ, οὔτε προϋπολογισμὸς, οὔτε φορολογικοὶ νόμοι· πρέπει τότε καὶ πάλιν ἐκ νέου ν’ ἀρχίσωμεν διατάγματα ἐπὶ διαταγμάτων διὰ νὰ συνάξωμεν φόρους νὰ πληρώσωμεν τοὺς ὑπαλλήλους. Ὅταν φοβῆταί τις αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, πρέπει νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν καὶ τὰ ἐφεξῆς. Ὑποθέσατε, ὅτι μία Βουλὴ φατριάζουσα δὲν θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν προϋπολογισμόν. Τί λέγει τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ σεβασθῶμεν; ὅτι εἶναι ἡγεμονικὸν δικαίωμα νὰ δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν. Ὁ Βασιλεὺς λοιπὸν ἐν τῷ δικαιώματί του τούτῳ διαλύει τὴν Βουλήν. Ποῖοι εἶναι τότε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐξελέγξουν αὐτὴν τὴν πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως; Εἶναι ἡ Βουλὴ ἢ ὁ λαός; ὁ Βασιλεὺς τότε κάμνει ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν, καὶ ὁ λαὸς ἀναλαμβάνων ὅλα του τὰ δικαιώματα, ἔρχεται αὐτὸς ὁ ἴδιος εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ δικαιώματος τοῦ Βασιλέως. Ἀποδοκιμάζει λοιπὸν τὴν πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως καὶ στέλλει ἀντιπροσώπους τοὺς ἰδίους βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι ἀπετέλουν τὴν διαλυθεῖσαν Βουλὴν, καὶ τότε κατὰ τὸ Σύνταγμα, ὁ Βασιλεὺς κατανοεῖ, ὅτι ἡ Κυβέρνησίς του δὲν ἔπραξε καλῶς, ὅτι τὴν πρᾶξιν αὐτὴν δὲν τὴν ἀσπάζεται τὸ ἔθνος, τότε πίπτει ἐκεῖνο τὸ ὑπουργεῖον, δικάζεται καὶ καταδικάζεται· ἢ ἄλλως ὁ λαὸς παραδεχόμενος τὴν πρᾶξιν τοῦ Βασιλέως ἀποστέλλει ἄλλους βουλευτάς, καὶ εἰς τοιαύτην περίπτωσιν συναινεῖ εἰς τὴν διάλυσιν, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἔκαμε τῆς Βουλῆς αὐτῆς, καὶ λέγει εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἔπραξας καλῶς καὶ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους, διαλύων μίαν Βουλήν, ἥτις δὲν ἐξεπλήρωσε τὴν ἐντολήν της. Εἰς τοιαύτην λοιπὸν περίστασιν οἱ νέοι ἀντιπρόσωποι, οἵτινες θέλουν εἶσθαι σύμφωνοι μὲ τὴν διάθεσιν τοῦ λαοῦ, θέλουν κυρώσει τὰς ἐν τῷ μεταξὺ γενομένας πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, εἰς τρόπον, ὥστε οἱ φόβοι δὲν δύνανται νὰ ὑφίστανται. Τώρα, Κύριοι, ἀφοῦ ἔχομεν τὴν ἔκτακτον αὐτὴν περίστασιν ἀποδεδειγμένην ὁμολογουμένως, τί εἴπομεν εἰς τὸ σχέδιόν μας; εἴπομεν, ὅτι ἀναγνωρίζοντες τὸ ἔκτακτον τῶν περιστάσεων καὶ τὴν ἀνάγκην, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ μέτρα τινά, θέλομεν ἐξετάσει τὰ διατάγματα μετὰ δικαιοσύνης καὶ ἀνεξαρτησίας, διότι, ὅταν ἡ ἀδικία θέλῃ εἶσθαι ὁ γνώμων τῆς διαγωγῆς ἑνὸς κοινοβουλίου εἰς τὰς ἀποφάσεις του, αὐταὶ θέλουσιν εἶσθαι πάντοτε ἄδικοι. Ἡμεῖς λοιπὸν σᾶς εἴπομεν, ὅτι δὲν πρέπει οὔτε μεροληπτικῶς ὑπὲρ τοῦ ὑπουργείου σκεπτόμενοι, οὔτε ἀκολουθοῦντες τὸ σύστημα τῆς ἀντιπολιτεύσεως νὰ κρίνωμεν περὶ αὐτῶν τῶν πραγμάτων, ἀλλὰ μετ’ ἀπαθείας καὶ δικαιοσύνης νὰ ἴδωμεν, ἂν αὗται αἱ πράξεις ἦσαν ἀναγκαῖαι καὶ ὠφέλιμοι καὶ ἢ νὰ τὰς κυρώσωμεν ἢ ὄχι. Δὲν νομίζω, ὅτι ἐδυνάμεθα νὰ ἐκφρασθῶμεν ἐπιφυλακτικώτερον καὶ ὅσον ἔνεστι σαφέστερον καὶ ἄνευ μεροληψίας. Ἐδῶ, Κύριοι, τώρα ἔρχεται ἓν ἄλλο στάδιον, τὸ ὁποῖον ἐπελήφθη ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων, ὅστις λέγει, ὅτι αἱ περιστάσεις ἐγέννησαν ἀνάγκας τινάς, ἀλλὰ τὰ ἔργα, τὰ ὁποῖα κρίνομεν σήμερον, δὲν ἦσαν ἀναγκαῖα, καὶ προσεπάθησε ν’ ἀποδείξῃ, ὅτι πᾶν ὅ,τι ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον ἦτο ἀπόῤῥοια ἑνὸς σκοποῦ πρὸς δικτατωρίαν, ἑνὸς σκοποῦ ὑποκεκρυμμένου, καὶ ἕνεκα τούτου αἱ πράξεις αὐταὶ εἶναι καταψηφιστέαι· ἐν συντόμῳ, Κύριοι, θέλω ἀντικρούσει τὸν ἀξιότιμον βουλευτὴν Καλαβρύτων. Κατὰ πρῶτον ἔρχονται οἱ φορολογικοὶ νόμοι. Ἐδῶ, ὡς εἶπε, δὲν ἦτο ἀνάγκη ἡ Κυβέρνησις νὰ εἰσπράξῃ φόρους, διότι ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ τὰ καθυστεροῦντα. Περὶ τούτου ἐδόθη ἡ προσήκουσα ἀπάντησις, καὶ πιστεύω, ὅτι κατενόησαν ὅλοι, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων εἶναι μία ἰδέα κενή, ἥτις δὲν ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ χρήματα εἰς τὸ ταμεῖον τοῦ Κράτους. Ἄλλη ἰδέα ἔρχεται, ὅτι ἠδύνατο τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἰσπράξῃ φόρους, διότι ἦσαν ἀναγκαῖοι, ἀλλὰ διατὶ νὰ κάμῃ διατάγματα; ἐδῶ αὐτὴ ἡ ἰδέα μοὶ φαίνεται πολὺ παράδοξος· λέγουν, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον παρηνόμησεν οὐχί, διότι εἰσέπραξε φόρους, ἀλλὰ διότι ἠθέλησε τὰς πράξεις του νὰ τὰς περιβάλῃ μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ βασιλέως, ὅστις εἶναι τὸ εἴδωλον τῆς λατρείας τοῦ Ἕλληνος, διότι ἠθέλησε νὰ περιβάλῃ τὰς πράξεις του μὲ τὴν ὑπογραφὴν τῆς κεντρικῆς κυβερνήσεως καὶ μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως· ἀλλά, κύριοι, πιστεύετε σεῖς, ὅτι, ἂν εἷς ὁποιοσδήποτε ἤρχετο καὶ μοὶ ἔλεγε πλήρωσε τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, καὶ δὲν εἶχεν ἓν διάταγμα τοῦ Βασιλέως, ἓν διάταγμα τοῦ ὑπουργοῦ, δι’ οὗ νὰ εἰσπράττῃ τὸν φόρον, ἤθελον πληρώσει; νομίζω, ὅτι ὑποστηρίζομεν πράγματα ἀδύνατα, πράγματα, τὰ ὁποῖα καταντοῦν μέχρι τοῦ γελοίου· ὁ φορολογούμενος σεβόμενος τὴν ὑπογραφὴν τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τοῦ βασιλέως δύναται νὰ πληρώσῃ φόρον, ἔστω καὶ κατὰ τὸ σύνταγμα, μὴ ἐψηφισμένον· ἀλλ’ ἄνευ Β. διατάγματος οὔτε εἰσπράκτωρ ἤθελε τολμήσει νὰ ζητήσῃ, οὔτε φορολογούμενος ἤθελε δεχθῇ νὰ πληρώσῃ φόρον. Λοιπόν, Κύριοι, ἦτο ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ διατάγματος, ἀφοῦ ἦτο ἀνάγκη νὰ εἰσπραχθῶσι φόροι. Τὸ διάταγμα τί ἦτο παρὰ παραγγελία τοῦ ὑπουργοῦ κεκυρωμένη μὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ βασιλέως πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους, πρὸς τοὺς εἰσπράκτορας καὶ πρὸς τὸν λαὸν, νὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους του, οἱ ὁποῖοι εἶναι καθιερωμένοι; Εὐτυχῶς, κύριοι, ἔχομεν λαὸν, ὁ ὁποῖος ἐκύρωσε τρόπον τινὰ ἐκ τῶν προτέρων αὐτὰ τὰ ἔκτακτα μέτρα τῆς Κυβερνήσεως, καὶ μὴ ἀντιποιεῖσθε σεῖς τὸν πατριωτισμὸν, μὴ προτείνετε τὴν ἰδέαν, ὅτι ὄπισθεν τῆς μειονοψηφίας παρακολουθεῖ τὸ ἔθνος, εἶναι ἰδέα ἀντισυνταγματικὴ αὐτὴ, καὶ, ἂν εἶχον τὸν φανατισμὸν τοῦ Κ. βουλευτοῦ Κεφαλληνίας, ἤθελον τὸν καταγγείλει ἐπὶ παραβιάσει τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ συντάγματος· παρεβίασε τὸ σύνταγμα δι’ αὐτῆς τῆς ἀρχῆς, διότι, ἐνῷ κατὰ τὸ σύνταγμα τὰ ἔθνη παρακολουθοῦν τὴν πλειονοψηφίαν, χρεωστοῦν νὰ ὑπακούωσιν εἰς τὴν ἀπόφασίν της, ἡμεῖς καθιεροῦμεν τὸ δόγμα, ὅτι ὄπισθεν τῶν 10 ἡμῶν, τῶν 20, τῶν 50 παρακολουθεῖ τὸ ἔθνος· σεῖς εἶσθε οἱ σωτῆρες τοῦ ἔθνους, καὶ ὅλον τὸ ἄλλο ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἔστειλε 120 βουλευτὰς, εἶναι ἀνύπαρκτον! Δὲν μοὶ φαίνεται, ὅτι σεῖς δύνασθε νὰ ὑποστηρίξητε τοιαύτας ἀρχάς.
§43ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄπισθεν τῶν ἀρχῶν ἀκολουθεῖ τὸ ἔθνος καὶ ὄχι τῆς μειονοψηφίας.
§44ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὄπισθεν τῶν ἀρχῶν εἶναι τὸ ἔθνος! μὲ ἄλλας λέξεις φρονεῖτε, ὅτι ἡ μειονοψηφία ἔχει τὰς ὑγιεῖς ἀρχὰς πάντοτε.
§45ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Πάντοτε.
§46ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Διὰ τοῦτο βλέπω εἰς τὸ σχέδιόν σας, ὅτι εἶσθε μόνος, ἔπρεπε νὰ ἐγγράψητε, ὅτι ὄπισθεν Ἰακωβάτου, τοῦ μειονοψηφοῦντος, σύρεται τὸ ἔθνος, καὶ τότε θὰ ἦμαι σύμφωνος· τοιαύτη εἶναι ἡ κρίσις, τοιαῦται ἀρχαὶ, τοιαῦται εἶναι αἱ πεποιθήσεις Σας· δὲν σᾶς ἀδικῶ, ἂν ἡ κρίσις σας ἦναι αὕτη. Λέγω, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς ἐκ τῶν προτέρων ἐκύρωσεν αὐτὰς τὰς πράξεις, διότι ἐξέλεξεν ἀντιπροσώπους διὰ πλήρους ἐλευθερίας· ἡ πλειονοψηφία λοιπὸν τοῦ λαοῦ ἐκύρωσε τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, διότι ἄλλως ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ μία μεγάλη πλειονοψηφία κατὰ τοῦ ὑπουργείου, διὰ νὰ δείξῃ, ὅτι ὁ λαὸς ἀπεδοκίμασε καὶ ἐστιγμάτισεν αὐτὰ τὰ προσωρινὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις. Ἔρχεται ὕστερον τὸ διάταγμα περὶ δημοσίων ὑπαλλήλων, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὁ Κ. Παδοβᾶς χθὲς ἐπέστησε τὴν προσοχήν σας καὶ κάτωθεν τοῦ ὁποίου εὗρεν ὑπονόμους, αἱ ὁποῖαι ὑποσκάπτουσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν καὶ τοῦ ἔθνους. Ἀπορῶ, Κύριοι, ἐνῷ μεγάλη λογικὴ, μεγάλη ὀρθότης νοὸς διέκρινε τὸν ἔντιμον ῥήτορα, ἀπορῶ πῶς εὗρε τὸ σημεῖον, ἵνα οἰκοδομήσῃ μίαν μομφὴν κατὰ τοῦ ὑπουργείου. Κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ διορίζεσθαι ὑπάλληλον δὲν εἶναι δικαίωμα κεκτημένον εἰς πάντα πολίτην, δὲν δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ μὲ διορίσῃς ὑπάλληλον, διότι, ναὶ μὲν εἴμεθα ἴσοι ὅλοι ἐνώπιον τοῦ νόμου καὶ πάντες οἱ Ἕλληνες εἶναι δεκτοὶ εἰς τὰ δημόσια ὑπουργήματα, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ ἔμβῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ δικαίωμα, ἂν ἡ Κυβέρνησις δὲν ἐγκρίνῃ νὰ σοὶ δώσῃ τὴν ἐξουσίαν τοῦ δικαιώματος, ἡ Κυβέρνησις, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν εὐθύνην νὰ ἐκλέγῃ ὑπαλλήλους, δύναται νὰ τοὺς διορίσῃ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν ἢ μή.
§47ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Καὶ ὅταν θέλῃ νὰ τοὺς διορίσῃ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν, διατὶ νὰ δεσμεύσῃ τὰ χέρια της;
§48ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἶναι δικαίωμα τῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Κυβέρνησις εἰς τὸν διορισμὸν τοῦ ὑπαλλήλου λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν τὴν ἀρετὴν, τὴν ἱκανότητα, τὴν ἀμεροληψίαν, καὶ οὕτως ἐκπληροῖ ἐν συνειδήσει τὰ καθήκοντά της· ἡ Κυβέρνησις ἔκρινεν, ὅτι ὁ διορισμὸς ὑπαλλήλων εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν ἐπαρχίας εἶναι ἐπιβλαβὴς εἴς τε τὰ δημόσια καὶ τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα, καὶ τοῦτο ἔκρινε νὰ τὸ καθιερώσῃ διὰ Β. διατάγματος· διὰ τὸ μέτρον τοῦτο δὲν δύναταί τις, παρὰ παραλόγως νὰ μεμφθῇ τοὺς ὑπουργούς· καὶ ἂν τὸ ἤθελον ἢ τὸ ἀπεφάσιζον ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ἁπλῶς, δὲν ἠθέλατε τοὺς ἐξελέγξει βεβαίως· ἔσφαλον ὅμως, διότι ἠθέλησαν δι’ ἑνὸς διατάγματος νὰ εἰδοποιήσουν τὸν λαόν· διότι λοιπὸν οἱ ὑπουργοὶ διεκήρυξαν ἐν ὑπουργικῷ συμβουλίῳ ἐλάβαμεν τὸ μέτρον νὰ μὴ διορίζωμεν τοὺς ὑπαλλήλους εἰς τὰς ἰδίας αὑτῶν ἐπαρχίας, διὰ τοῦτο παρεβίασαν τὸ σύνταγμα; καὶ εἰς ποῖον μέρος τὸ σύνταγμα λέγει, ὅτι οἱ ὑπάλληλοι διορίζονται εἰς τὰς ἐπαρχίας των; Καὶ, κύριοι, εἰς τὴν πρακτικὴν, ἂν τὸ ἐξετάσητε, εἶναι τὸ σωτηριωδέστερον μέτρον, καὶ δι’ αὐτὸ χρεωστοῦμεν νὰ ὁμολογήσωμεν χάριτας εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διότι, ἂν δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἀποκλεισμὸς τοῦ διορισμοῦ τῶν ὑπαλλήλων εἰς τὰς ἐπαρχίας, οἱ βουλευταὶ ἤθελον ἔχει ἀπαιτήσεις ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας των πολλῶν ζητούντων νὰ διορισθῶσιν ὑπάλληλοι, διότι ὅλοι ζητοῦν θέσεις εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τοὺς βουλευτὰς τοὺς ὑποστηρίζουν οἱ μεγάλοι κομματάρχαι, ἵνα ἐκμεταλλευθῶσι τὰ συμφέροντα τῶν ἐπαρχιῶν. Ἔρχονται ἤδη τὰ μέτρα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις· σύντομος θέλω εἶσθαι καὶ εἰς τὸ μέρος τοῦτο, διότι ἄλλοι ἀνεπτύχθησαν πλατύτερον. Τὸ ὑπουργεῖον μᾶς εἶπεν, ὅτι μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως τὸ ἔθνος εὑρίσκετο εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν, ἡ δημοσία τάξις ἐκλονίζετο, ἡ λῃστεία ἐλυμαίνετο τὸν τόπον, ὁ στρατὸς εὑρίσκετο εἰς χαλάρωσιν, εἰς ἓν εἶδος ἀποκεντρώσεως, μόνον δὲ ὄργανον, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, ἦτον ἡ ἔμμισθος ἐθνοφυλακή· τὸ ὑπουργεῖον τότε ἐσκέφθη, ὅτι τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως ἀσφαλέστερον ἠδύνατο νὰ ἐπιτύχῃ διὰ τῆς ἱδρύσεως τοῦ Σώματος τῆς χωροφυλακῆς· ἕνεκα τούτου διὰ Βασιλικοῦ Διατάγματος ἐπροκάλεσε τὴν ἐπαύξησιν τῆς χωροφυλακῆς κατὰ 400 ἄνδρας, καὶ διὰ τοῦ μέτρου τούτου ἡ τάξις ἐπαγιώθη, καὶ τὰ ἐπιπολάζοντα κακὰ, οἱ φόνοι, οἱ ὁποῖοι ὑπῆρχον, ἐξέλειψαν εὐτυχῶς· μοὶ φαίνεται, ὅτι αὐτὸ εἶναι γεγονὸς ἀναντίῤῥητον. Τί σᾶς λέγει ὅμως ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Καλαβρύτων; διὰ ποῖον λόγον τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν ἀνεθέσατε εἰς τὴν χωροφυλακὴν, δὲν ἀνεθέτετε εἰς τὸν τακτικὸν στρατόν; Ἡ Κυβέρνησις μᾶς πληροφορεῖ, ὅτι τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν δὲν ἠδυνάμην νὰ τὴν ἀναθέσω εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν, διότι ὁ στρατὸς δὲν εὑρίσκετο τότε εἰς πλήρη πειθαρχίαν, δὲν εὑρίσκετο καλῶς συντεταγμένος, δὲν εὑρίσκετο δὲ καὶ εἰς τοιαύτην ἐπάρκειαν, ὥστε νὰ τῷ ἀναθέσωμεν τὴν διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως. Ἐδῶ πλέκουν πανηγυρικὸν ὑπὲρ τοῦ στρατοῦ, ὡς νὰ ἦλθε κανεὶς νὰ καταφρονήσῃ τὸν στρατὸν, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ στρατὸς δὲν προσέφερεν ὑπηρεσίας εἰς τὸ ἔθνος· εἶναι ἑπομένως ἄκαιρος ὅλως διόλου ὁ ἔπαινος, τὸν ὁποῖον ἀποδίδετε εἰς τὸν στρατὸν, διότι κανεὶς δὲν κατηγορεῖ τὸν στρατὸν, ἀλλὰ προκειμένου περὶ καταδιώξεως τῆς λῃστείας, προκειμένου περὶ ἄλλων ἀστυνομικῶν μέτρων, ἤθελε παραγνωρισθῆ ἡ ἀποστολὴ τοῦ στρατοῦ, ἤθελεν ὁ στρατὸς ἐπιβαρυνθῆ μὲ χρέη ἀλλότρια τῆς ἀποστολῆς του, ἐὰν εἰς αὐτὸν ἀνετίθετο ἅπασα ἡ ὑπηρεσία. Μᾶς λέγει ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς, ὅτι εἰς τὰ 1854 ὁ στρατὸς ἐξώντωσε τὴν λῃστείαν, εἰμποροῦμεν νὰ τὸ παραδεχθῶμεν τὸ τοιοῦτον, ἀλλὰ εἰς τὰ 1854 ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἦτον εἰς ἀνθηροτέραν κατάστασιν, ἢ κατὰ τὰ 1862· τότε ὁ στρατὸς δὲν εἶχεν ἀναμιχθῆ οὔτε εἰς ἐπαναστάσεις, οὔτε εἰς πολιτικὰς ἔριδας, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο νὰ προσφέρῃ τοιαύτας ἐκδουλεύσεις· ἡ Κυβέρνησις ἐσκέφθη εἰς τὰ 1864, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλλάξῃ τὸν στρατὸν ἀπὸ αὐτὸ τὸ βάρος, ὅτι δὲν εἶναι ἔργον τοῦ στρατοῦ νὰ καταδιώκῃ τοὺς λῃστὰς, νὰ κάμῃ τὴν ἀστυνομίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἐνέκρινε νὰ ἀναθέσῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν εἰς τὴν χωροφυλακήν. Ἂν ἦσαν οἱ ἔντιμοι ἀντιδοξοῦντες εἰς τὰ πράγματα, ἂν ἦσαν ὑπουργοὶ τῶν στρατιωτικῶν ἢ τῶν ἐσωτερικῶν, ἴσως ἤθελον φέρει αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα διὰ τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ, ἀλλὰ, διότι αὐτοὶ ἔχουν τὴν μαγικὴν δύναμιν νὰ ἐπαρκοῦν καὶ νὰ προφθάνουν εἰς ὅλα, δὲν ἕπεται ὅτι οἱ ἄλλοι εἶναι μεμπτέοι. Μᾶς λέγει ὅμως ὁ ἐμβριθὴς περὶ τὰ στρατιωτικὰ βουλευτὴς Καλαβρύτων «δύνασθε, Κύριε ὑπουργὲ τῶν ἐσωτερικῶν ἢ τῶν στρατιωτικῶν, νὰ αὐξήσητε τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς, διότι ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς ἐγένετο διὰ διαταγμάτων»· δὲν παρέβη λοιπὸν τὸ Σύνταγμα τὸ ὑπουργεῖον, διότι, εἶπε, τετρακοσίους ἄνδρας προσθέτω εἰς τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς, «δὲν δύνασθε ὅμως, διατείνεται ὁ αὐτὸς βουλευτὴς, νὰ μεταβάλητε τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς», καὶ ἐδῶ ἔκαμε διάκρισιν, ἣν ἐγὼ ὡς νομικὸς δὲν τὴν βλέπω, καὶ ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς διάταγμα εἶναι.
§49Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δικάζουν τὰ δικαστήρια μὲ τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς;
§50ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δύναταί τις νομικῶς νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι σπουδαιότερον εἶναι τὸ ἔργον τοῦ κανονισμοῦ τῆς χωροφυλακῆς ἢ τοῦ ὀργανισμοῦ· δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι μᾶλλον νομοθετικὸν εἶναι τὸ πρῶτον ἢ τὸ δεύτερον· τί θὰ εἴπῃ ὀργανισμὸς ἑνὸς σώματος; πρόκειται ἐνταῦθα περὶ τῆς μισθοδοσίας, περὶ τῆς συστάσεως τοῦ σώματος, καὶ τοῦτο ἔγεινε διὰ διατάγματος εἰς τὰ 1859. Ὅταν λοιπὸν πρόκειται περὶ κανονισμοῦ λέγετε, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, διότι ἀνέθεσεν εἰς τὸ Σῶμα καθήκοντά τινα, χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ νόμος· ποῦ εὗρεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς τὴν παραβίασιν τοῦ κανονισμοῦ; καὶ ἐδῶ εἶναι τὸ μᾶλλον παραδοξότερον· μᾶς εἶπεν, ὅτι ὑπάρχει εἰς αὐτὸ τὸ διάταγμα μία φράσις, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι, οἱ χωροφύλακες δὲν δύνανται νὰ συγκεντροῦνται παρὰ τῇ διαταγῇ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν, συνεννοουμένου μετὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν. Λοιπὸν, Κύριοι, ὅλη ἡ παραβίασις ἐγένετο, διότι αὐτὸ τὸ διάταγμα ἀπήτησεν, ὥστε, ὅταν πρόκειται νὰ συγκεντρωθοῦν οἱ χωροφύλακες εἰς ἓν μέρος, πρέπει νὰ γίνηται συνεννόησις μεταξὺ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Στρατιωτικῶν καὶ Ἐσωτερικῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ μεταβολὴ τοῦ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τῆς χωροφυλακῆς· ἂν, Κύριοι, ὑπῆρχε σκοπὸς νὰ συγκεντρωθῇ, ὡς εἶπεν, ἡ ἐξουσία αὕτη, ἡ δύναμις αὕτη εἰς χεῖρας τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα ἐκταθῇ εἰς μεγαλεπιβόλους σκοποὺς εἰς δικτατωρίαν, ἦτον ἀνάγκη νὰ μᾶς εἰδοποιήσουν διὰ διατάγματος καὶ νὰ τὸ φέρουν εἰς τὴν Βουλήν; δὲν συνεννοεῖτο μὲ τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ τοῦ εἴπῃ, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς ἀναθέτει εἰς ἐμὲ τὸν προσδιορισμὸν τοῦ τόπου τῆς συγκεντρώσεως τῆς χωροφυλακῆς, σὲ παρακαλῶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μὴ κάμῃς τίποτε χωρὶς νὰ μὲ ἐρωτήσῃς; καὶ ἤθελε τὸ κάμει χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ κατηγορία ἐναντίον του, ὅτι παρεβίασε τὸ Σύνταγμα. Εἶναι πολὺ ἀσθενῆ τὰ ἐπιχειρήματα ταῦτα, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τὰ ἀκούσω ἀκριβέστερον, ἴσως δυνηθῶ νὰ πεισθῶ περισσότερον. Κατόπιν ἔρχονται τὰ διατάγματα τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων καὶ δασοφυλάκων. Ὅπως ἀνέπτυξεν ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς, αὐτὰ δὲν εἶναι διατάγματα νομοθετικῆς φύσεως, εἶναι ὅλως διόλου διατάγματα, περιστρεφόμενα εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ ὑπουργείου, καὶ διατάγματα, διὰ τῶν ὁποίων ἐσκοπεῖτο νὰ τεθῇ περιορισμὸς εἰς τὰς πράξεις τῶν ἰδίων. Ταῦτα δὲ δὲν παρέχουν δικαιώματα εἰς τρίτους, ἕκαστος ὑπουργὸς ἐρχόμενος δύναται νὰ τὰ μεταβάλλῃ, ὥστε αὐτὰ τὰ διατάγματα ἠδύναντο νὰ μὴ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν Βουλὴν, ἐκτὸς ἐὰν θεωρηθῶσιν ὑπὸ ἄλλην ἔποψιν. Καὶ τέλος πάντων, τί ἔπραξε τὸ ὑπουργεῖον δι’ αὐτοῦ τοῦ διατάγματος; εἶχεν ἀνάγκην νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν δημοσίαν τάξιν, ἡ συνδρομὴ τῆς χωροφυλακῆς μετὰ τῆς ἀστυνομίας, μετὰ τῆς δασοφυλακῆς, ἤθελε φέρει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἐπεδίωκεν· ἂν λοιπὸν διὰ νὰ καταστήσῃ ἀστυνομικοὺς κλητῆρας πλέον ζηλωτὰς καὶ πλέον τιμίους, ἔπραξε τοῦτο τὸ ἔπραξε πρὸς βλάβην τοῦ Κράτους καὶ τοῦ Συντάγματος; καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ καταδικασθῇ τὸ ὑπουργεῖον; Ὅστις ἀναλογισθῇ τὴν ἀνάγκην τῆς διατηρήσεως τῆς δημοσίας τάξεως δὲν δύναται νὰ ὑποστηρίξῃ, ὅτι τὰ μέτρα ταῦτα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἡ Κυβέρνησις, ἦσαν περιττὰ, ἐκτὸς, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ὁ λαὸς ἦτον ἄγγελος· ὅταν ὅμως γνωρίζητε ποίους φόβους εἴχομεν, τί ἐβλέπομεν, τί ἠκούομεν, ἐὰν ἐβλέπομεν τὴν Κυβέρνησιν τότε μὴ λαμβάνουσαν μέτρα, ἠθέλομεν εἰπῆ, ὅτι σκοπίμως τὸ κάμνει καὶ ὅτι ἦτον ἀναξία τῆς θέσεώς της. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰ διατάγματα τῆς ἀφομοιώσεως ὁ Κύριος Παδοβᾶς σᾶς εἶπε μήπως ἡ Ἑπτάνησος ἦτο χωρὶς νόμους; μήπως δὲν εἶχε τοὺς καλλιτέρους νόμους; ἡμεῖς οἱ δικηγόροι ἔχομεν τὸ σύστημα καὶ τὸ ἄσπρον ἐνίοτε νὰ παρουσιάζωμεν ὡς μαῦρο καὶ τὸ μαῦρο ὡς ἄσπρον, οὕτω θεωρῶ καὶ τὸ τοιοῦτον, διότι δὲν ἀνεχώρησεν ἀπὸ τὰς ὑγιεῖς βάσεις. Σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Μεσολογγίου, ὅτι ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς ἀφομοιώσεως, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἕνωσις μὲ δύω ἰδιαιτέρας νομοθεσίας· πῶς θέλετε ἡ Κυβέρνησις νὰ γνωρίζῃ τοὺς νόμους σας; σεῖς πρέπει νὰ γνωρίζητε τοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος. Πῶς ἠθέλετε, ἀφοῦ ἔγεινεν ἡ ἕνωσις, ἡ Κυβέρνησις νὰ σᾶς ἀφήσῃ μὲ τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἔχετε πρὸ τεσσάρων αἰώνων; ἡ Κυβέρνησις εἶπε, θὰ φέρω ἀφομοίωσιν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων. Ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον νὰ εἰσαγάγῃ εἰς τὴν Ἑπτάνησον διὰ τὴν προχειροτέραν διοίκησιν αὐτοῦ τοῦ τόπου τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος διατάγματα. Ἔρχεται τέλος τὸ διάταγμα τῆς διαιρέσεως τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Κεφαλληνίας. Βλέπω ἓν παράδοξον μεταξὺ τῶν δύω ῥητόρων, ὁ μὲν ἀξιότιμος βουλευτὴς Κεφαλληνίας λέγει, ὅτι ὅλα τὰ διατάγματα ἠδύναντο νὰ γείνουν, αὐτὸ ὅμως τὸ διάταγμα τῆς διαιρέσεως εἶναι ἀδικαιολόγητον, εἶναι καταστροφὴ τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ· ἀπεναντίας ἔρχεται ὁ ἕτερος βουλευτὴς Κερκύρας καὶ λέγει, ὅτι ὅλα εἶναι παράνομα καὶ μόνον διὰ τὸ διάταγμα τῆς διαιρέσεως χρεωστεῖ ἔπαινον διὰ τὸ ὑπουργεῖον. Ὡς ἐκ τούτου, Κύριοι, συνεπὴς ἐγὼ μὲ ὅσα ἀπαρχῆς σᾶς εἶπα, θεωρῶ τὴν κυβέρνησιν δικαιολογημένην ἕνεκα τοῦ ἑξῆς περιστατικοῦ. Ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἐντολὴν νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, καὶ ἑπομένως νὰ προκαλέσῃ καὶ ἐνεργήσῃ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογάς. Κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον οἱ βουλευταὶ ἀποστέλλονται ἀπὸ ἑκάστην ἐπαρχίαν· εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐκτὸς τοῦ ὅτι δὲν ἦσαν ἐπαρχίαι ἀνεγνωρισμέναι ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, δὲν ἦτο ἐπίσης ἀνεγνωρισμένη καὶ παραδεδεγμένη ἡ περιφέρεια ἑκάστου ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε προσωρινὰς ἐκλογικὰς περιφερείας, εἶπεν, ὅτι ἐπὶ τοῦ παρόντος διὰ νὰ ἐκλεχθοῦν βουλευταὶ διαιρεῖ τὴν Κέρκυραν εἰς τρεῖς ἐκλογικὰς περιφερείας. Δὲν θεωρῶ κατὰ τὶ ἐγκλημάτησε τὸ ὑπουργεῖον εἰς τοῦτο, ἐὰν κατ’ ἀνάγκην, ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, προέβη νὰ προσδιορίσῃ τὰς ἐκλογικὰς περιφερείας τῆς Ἑπτανήσου διὰ διατάγματος. Ἐὰν δὲν ἐγένοντο αἱ ἐκλογαὶ, δὲν ἤρχεσθε σεῖς ἐδὼ βουλευταί. Ἦτο λοιπὸν ἀπόῤῥοια τῆς ἀνάγκης ἡ πρᾶξις αὕτη. Τώρα, πόθεν ὡδηγήθη εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦτον τῆς Κερκύρας εἰς περιφερείας; αὐτοὶ οἱ λόγοι ἐξετέθησαν τόσον γλαφυρῶς καὶ φυσικῶς ἀπὸ τὸν Κ. Παδοβᾶν, ὥστε δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ προσθέσω τίποτε· τοῦτο μόνον λέγω, ὅτι, ἐὰν ἠδυνάμην νὰ ἀντικρούσω τὸν Κ. Παδοβᾶν, ἠδυνάμην νὰ τῷ εἴπω, ὅτι, ἐπειδὴ οἱ βουλευταὶ τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ὁ μὲν βουλευτὴς τῆς Κερκύρας, ὁ δὲ τῆς Ἰθάκης, ἀλλ’ ὅλου τοῦ Κράτους, ἐὰν ὁ μόνος λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐγένετο ἡ διαίρεσις, ἦτο διὰ νὰ παρασταθοῦν εἰς τὴν συζήτησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν πολιτῶν τῆς Κερκύρας οἱ ἐκλεχθέντες βουλευταί, αὐτὸς ὁ λόγος δὲν εἶναι ἰσχυρός, διότι ἤθελον εὑρεθῆ βουλευταὶ νὰ προστατεύσωσι τὰ συμφέροντα τῶν πολιτῶν τῆς Κερκύρας. Περαίνων λοιπὸν τὸν λόγον μου, Κύριοι, ἐπειδὴ ἐτέθη τὸ ζήτημα μᾶλλον συγκεκριμένως, ἐπειδὴ τὸ ὑπουργεῖον φαίνεται, ὅτι δὲν εὐχαριστεῖται εἰς τὴν ἐπιφύλαξιν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐπιτροπὴ τοῦ νὰ ἀποφασίσῃ περὶ αὐτῶν τῶν διαταγμάτων ἡ Βουλὴ ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἀμεροληψίᾳ, ἀλλ’ οἱ μὲν ἔθεσαν ὑπ’ ὄψιν τῆς Βουλῆς τὰ διατάγματα, πολλοὶ δὲ βουλευταὶ ἐπέφερον κρίσιν, ἂν αὐτὰ ἦσαν ἀπόῤῥοια τῆς ἀνάγκης, ἢ δι’ αὐτῶν παρεβίασεν ἡ Κυβέρνησις τὸ Σύνταγμα, ἰδοὺ πῶς σκέπτομαι ἐγώ· Ἐάν, Κύριοι, ἔβλεπον, ὅτι οἱ φόροι, οἱ ὁποῖοι εἰσεπράχθησαν, εἰσεπράχθησαν κατὰ μέτρα μὴ παραδεδεγμένα, ἀλλὰ πρὸς κατάθλιψιν τοῦ λαοῦ, ἐὰν οἱ φόροι αὐτοὶ οἱ εἰσπραχθέντες δὲν ἤθελον χρησιμεύσει εἰς τὰς ἀναποφεύκτους καὶ ἱερὰς ἀνάγκας τοῦ Κράτους, ἀλλ’ εἰς περιττὰ καὶ ἀνωφελῆ ἔργα, τότε ἤθελον εἰπῆ ἐν δικαιοσύνῃ καὶ ἀνεξαρτησίᾳ, ὅτι οἱ φόροι αὐτοὶ εἰσεπράχθησαν παρανόμως καὶ ἄνευ ἀνάγκης· ὅταν ὅμως βλέπω, ὅτι οἱ φόροι εἰσεπράχθησαν κατὰ τὸ παραδεδεγμένον μέτρον καὶ ἐχρησίμευσαν διὰ τὰς ἀπολύτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους, τότε ἀποφαίνομαι, δικαίως εἰσεπράχθησαν, καὶ ἑπομένως δὲν δύναμαι νὰ καταδικάσω τὸ ὑπουργεῖον δι’ αὐτὴν τὴν πρᾶξιν. Ἐὰν ἡ χωροφυλακὴ ἤθελε συστηθῆ πρὸς κατάθλιψιν τῶν ἐλευθεριῶν τῶν πολιτῶν, πρὸς ἐπέμβασιν εἰς τὰς ἐκλογὰς, πρὸς παρασκευὴν μιᾶς δικτατωρίας ὑπὲρ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐσωτερικῶν, τότε ἤθελον εἰπῆ, ποῖος σοῦ ἔδωκε τὸ δικαίωμα, Κύριε ὑπουργὲ, νὰ καταστήσῃς στρατιωτικὴν δύναμιν πληρωνομένην ἀπὸ τὸ ἔθνος διὰ τοὺς σκοποὺς καὶ παρανόμους πράξεις σου; ὅταν ὅμως βλέπω, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ ἐχρησίμευσε πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως, καὶ ὅταν γνωρίζω εἰς ποίαν κατάστασιν εὑρίσκεται ἡ δημοσία τάξις, καὶ ὅταν βλέπω, ὅτι τὸ μέτρον αὐτὸ δὲν ἐχρησίμευσε πρὸς οὐδένα φιλόδοξον ἢ πλάγιον σκοπὸν τοῦ ὑπουργοῦ, τότε ἐπίσης λέγω, ὅτι ἦτο ἀνάγκη νὰ γείνῃ αὐτὸ τὸ μέτρον καὶ ἔγεινε δικαίως. Ἐὰν, Κύριοι, ἡ διαίρεσις τῶν ἐπαρχιῶν Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας ἤθελε γείνει πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ ἔλθουν ἐντὸς τῆς Βουλῆς περισσότεροι βουλευταὶ ὑπουργικοὶ, τότε ἤθελον εἰπῆ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, ὅτι κακῶς ἔκαμε νὰ φέρῃ βουλευτὰς τῆς πλειονοψηφίας ἐντὸς τῆς Βουλῆς αὐτῆς. Ὅταν ὅμως τὸ ὑπουργεῖον δι’ αὐτῆς τῆς διαιρέσεως ἱκανοποίησε τὰς εὐχὰς καὶ τὰ δικαιώματα τῶν πολιτῶν Κερκύρας, καὶ ὅτι δὲν ἔφερε βουλευτὰς ν’ ἀκολουθοῦν τὴν πορείαν του, καὶ ἀπόδειξις εἶναι ἡ διαγωγὴ τοῦ Κ. Παδοβᾶ, ὅστις ζητεῖ τὴν καταδίκην τοῦ ὑπουργείου, ὅταν λοιπὸν βλέπω, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἐνήργησε καλῶς, ἵνα ἱκανοποιήσῃ τὰ δικαιώματα καὶ συμφέροντα τῶν Κερκυραίων, καὶ ἵνα ἐφαρμόσῃ τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τότε ἐπίσης δὲν δύναμαι νὰ καταψηφίσω τὸ ὑπουργεῖον καὶ νὰ θεωρήσω τὸ διάταγμα αὐτὸ ὡς παράνομον. Μίαν παρατήρησιν τελευταίαν, Κύριοι, καὶ ἀφίνω τὸ βῆμα εἰς τοὺς ἱκανωτέρους. Εἰς τὰ 1843, μέχρι τῆς τρίτης Σεπτεμβρίου, γνωρίζετε, ὅτι ὁ τότε Βασιλεὺς Ὄθων ἦτο μονάρχης ἀπόλυτος, εἰς τὰ 1843 ἔγεινεν ἡ ἐπανάστασις ἐκείνη καὶ ἔγεινε τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον, καθόσον ἐνθυμοῦμαι, ἐκυρώθη τὸν Μάρτιον τοῦ 1844. Ἀπὸ τὸν Μάρτιον μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου τοῦ 1844 ἐπὶ 6 μῆνας τὸ κράτος τότε ἐπίσης διῳκεῖτο διὰ διαταγμάτων, διότι δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ διαφορετικά· λέγει μὲν τὸ Σύνταγμα, ὅτι πρέπει νὰ νομοθετήσῃ ὁ Βασιλεὺς μὲ τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ ποῦ εἶναι ἡ Βουλή; μέλλει νὰ ἐκλεχθῇ. Ὑπάρχει λοιπὸν πάντοτε ἓν διάστημα μεταξὺ τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς πραγματοποιήσεως αὐτοῦ. Μολονότι εἰς τὰ 1844 ἡ πρώτη Βουλὴ ἦτο τόσῳ ζηλωτὴς τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἔθνους καὶ εἶχε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸ Σύνταγμα, μολαταῦτα ποτὲ δὲν ἐζήτησε τὴν ἀκύρωσιν τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἐξεδόθησαν ἀπὸ τοῦ Μαρτίου μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου 1844. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου τὸ Σύνταγμα τὸ νέον ἐκυρώθη τὸν Νοέμβριον τοῦ 1864· ἐὰν τότε ὑπῆρχε καὶ ἡ Βουλὴ, ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ γείνῃ εἰς μίαν ἡμέραν, καὶ τὸ ὑπουργεῖον ἤρχιζε νὰ κάμῃ διατάγματα, ἠθέλομεν εἰπῆ, πῶς, Κύριοι, ἀμέσως πρώτην φορὰν κατεπατήσατε τὸ ἄρθρον 26 τοῦ Συντάγματος; ἀλλὰ αὐτὴ ἡ νῦν συνεδριάζουσα εἶναι ἡ πρώτη Βουλὴ, ἥτις μετὰ τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ καταρτίσῃ νόμους· ἀπὸ τῆς καθιερώσεως λοιπὸν τοῦ Συντάγματος μέχρι σήμερον, ὅτε κατηρτίσθη ἡ Βουλὴ, πῶς ἤθελον γείνει νόμοι;
§51ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν ἦτο ἀνάγκη.
§52ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τότε ἔπρεπε νὰ γείνῃ, ὅπως σᾶς εἶπεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, νὰ κλείσωμεν τὰ γραφεῖα, νὰ διαλύσωμεν τὸν στρατὸν κτλ..... Τί ἔκαμε λοιπὸν τὸ ὑπουργεῖον; ὅσους νόμους εἶχεν, οἱ ὁποῖοι ἀνταπεκρίνοντο εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ ἔθνους, τοὺς ἐφήρμοσεν, ὑπῆρχον ὅμως καὶ ἄλλαι ἀνάγκαι, περὶ τῶν ὁποίων δὲν ὑπῆρχον νόμοι, ἀνάγκαι κατεπείγουσαι, τὰς ὁποίας τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ θεραπεύσῃ· ἐπειδὴ δὲ δὲν εἶχε Βουλὴν, καὶ ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα, ὅσον ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, δὲν εἶχεν ἐμβῆ εἰς ἐνέργειαν, διότι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχουν καὶ τὰ δύω μέρη, τὰ ὁποῖα ἀπαρτίζουν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἐκλεχθεῖσα μεταγενέστερον, καὶ νῦν πρῶτον καταρτισθεῖσα, δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραπονῆται διὰ ποῖον λόγον δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν νόμων· καὶ ἐδῶ ἐνθυμοῦμαι τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, τὴν ὁποίαν παρεξήγησάν τινες, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ ἠμποροῦσαν ἀξιόλογα νὰ τηρήσουν σιωπὴν ἐπὶ τοῦ προκειμένου· καὶ πῶς δὲν ἠδύνασθε νὰ εἴπητε πῶς δὲν μᾶς ἐκάλεσες νὰ κάμωμεν αὐτοὺς τοὺς νόμους; διότι τὸ ὑπουργεῖον ἤθελεν ἀπαντήσει, ὅτι σεῖς δὲν εἶσθε ἐκλελεγμένοι· ἀπὸ τῆς σήμερον, ἀφ’ ἧς κατηρτίσθητε, σεῖς ἡ Βουλὴ, καθίσταται καὶ τὸ Σύνταγμα ἐνεργὸν, καθόσον ἀφορᾷ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Λοιπὸν ἔχομεν πολὺ δίκαιον, ἀπὸ τώρα καὶ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ ἀξιῶμεν, ὅπως μὴ παραβῇ κανεὶς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ διὰ τὸ παρελθὸν, ποῖον δικαίωμα ἔχομεν ἡμεῖς νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν τὸ ἔθνος διῳκήθη κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον ἢ τὸν ἄλλον; Κύριοι, λίαν εὐχάριστος καὶ ἐνθουσιώδης εἶναι ὁ ἀναπτυχθεὶς ζῆλος πρὸς τὸ Σύνταγμα· ὁ Βασιλεὺς τοῦτο ἀπαιτεῖ, τοῦτο συνιστᾷ· ἡμεῖς τοῦτο ἐπιδιώκομεν καὶ ἐπιθυμοῦμεν· ὁ λαὸς οὐδὲν ἄλλο ἀπαιτεῖ παρὰ τὴν τήρησιν καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’ ἂς δείξωμεν διὰ τῶν πραγμάτων καὶ τοῦ πατριωτισμοῦ μας, ὅτι αἱ ἰδέαι μας εἶναι ἰδέαι εἰλικρινεῖς, ἰδέαι πραγματικαὶ, καὶ ἂς φροντίσωμεν, ὥστε, ἐὰν τῳόντι ὑπάρξῃ παράβασις ἐκ προθέσεως τοῦ Συντάγματος, αὐτὴν καὶ μόνην ἂς κατακρίνωμεν καὶ καταδικάσωμεν, ἂς μὴ ἐνδιατρίβωμεν ὅμως εἰς τόσον μικρὰς λεπτομερείας, διότι δι’ αὐτῶν ἀποδεικνύομεν, ὅτι δὲν ἐμπνεόμεθα ἀπὸ σεβασμὸν πρὸς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ μεταχειριζόμεθα τὰς ἰδέας μας αὐτὰς ὡς μίαν πρόφασιν πρὸς ἕνα ἄλλον σκοπὸν, ὅστις δὲν δύναται νὰ τιμᾷ τοὺς ἐπιδιώκοντας αὐτὸν, οὔτε συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος μας.
§53Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μοὶ δίδετε τὸν λόγον, κ. Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύω λέξεις ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος τῆς ἐκλογῆς, τὴν ὁποίαν ἀνέφερεν ὁ κ. Κυπριάδης;
§54ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττόν.
§55Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ κ. Κυπριάδης ἀρχόμενος τοῦ λόγου του, εἶπεν, ἐγὼ δὲν εἶμαι τὸ προϊὸν μιᾶς καθαρᾶς ἐκλογῆς.
§56ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὸ εἶπα διὰ σᾶς, τὸ εἶπα ἀφῃρημένως.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐνόησα κανὲν προσωπικὸν ζήτημα, ἀλλ’ ἐὰν θέλετε μόνον εἰς τὸ προσωπικὸν, ἔχετε τὸν λόγον.
§58Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αἱ ἐκλογαὶ ἐπικυρωθεῖσαι ἐθεωρήθησαν ὅλαι τῆς αὐτῆς κατηγορίας· ἐὰν ἡ ἐκλογὴ τῶν Καλαβρύτων ἐπολεμήθη, καὶ ἡ ἐκλογὴ τῆς Κέας ὄχι, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ἔκαμαν, αὐτοὶ γνωρίζουν διατὶ τὸ ἔκαμαν. Τίποτε ἄλλο δὲν ἔχει.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Χρηστόπουλος.
§60Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Κυνουρίας). Ἐγὼ ἐζήτησα τὸν λόγον διὰ νὰ ὑποστηρίξω τροπολογίαν τινά, τὴν ὁποίαν ἔχω μετὰ τινων ἄλλων φίλων μου ἐπὶ τῆς 4 παραγράφου. Ἐπειδὴ δὲ βλέπω, ὅτι ἡ συζήτησις εἶναι γενικὴ, δίδω τὴν τροπολογίαν, καὶ παρακαλῶ ν’ ἀναγνωσθῇ.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι νέα;
§62Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα. Εἶναι ἐπὶ τῆς παραγράφου τῶν Διαταγμάτων, τὴν ὁποίαν θ’ ἀναπτύξω ἀφοῦ τυπωθῇ καὶ δημοσιευθῇ· ἔχει δὲ ὡς ἑξῆς. «Τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀπένειμε τὸ Σύνταγμα εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλὴν, ἀλλ’ οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἑλληνικοῦ Λαοῦ θέλουσιν ἐξελέγξει τὰς ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως ἐκδοθείσας κυβερνητικὰς πράξεις, λαμβάνοντες ὑπ’ ὄψιν τὴν ὡς ἐκ τῶν ἐκτάκτων περιστάσεων ἀναπόδραστον ἀνάγκην, ἥτις τυχὸν τὰς ὑπηγόρευσε, καὶ ἥτις ἀποδεικνυομένη δύναται μόνη νὰ δικαιολογήσῃ μέτρον ὅλως ἀντίθετον εἰς τὴν φύσιν τοῦ πολιτεύματος, ἱκανὸν δὲ, ἂν ἤθελεν ἐπαναληφθῆ ποτὲ σχολαζούσης τῆς Βουλῆς, νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ὁλοσχερῆ καταστροφὴν κυριαρχικῶν δικαιωμάτων, ὧν ἡ ἐξάσκησις ἀνετέθη παρὰ τοῦ Λαοῦ εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους αὐτοῦ. Δ. Γρίβας, Ἀριστοτ. Βαλαωρίτης, Χ. Α. Χρηστόπουλος, Ἐμ. Α. Κοντολέων.
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ συζητοῦμεν, κ. Χρηστόπουλε.
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ κ. Δεληγιώργης, ἀλλὰ μὲ εἰδοποίησεν, ὅτι ἀσθενεῖ, καὶ δὲν δύναται σήμερον νὰ λάβῃ τὸν λόγον· κατόπιν ἔρχεται ὁ κ. Σωτηρόπουλος, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα, ἔρχεται ὁ κ. Βαλασσόπουλος.
§65ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς γείνῃ μία διακοπὴ, κ. Πρόεδρε.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διακόπτομεν λοιπὸν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ 10 λεπτὰ (ὥραν 1 καὶ 25/60.)
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (ὥραν 2 καὶ 15/60). Καταλάβετε τὰς θέσεις σας κ. Βουλευταί. Ὁρίστε κ. Βαλασσόπουλε.
§68ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Πολλοὶ πολλὰ ἐλάλησαν, κύριοι, ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Ἡ δὲ ἐκτεταμένη ἀγόρευσις τοῦ Βουλευτοῦ τῆς Κερκύρας μ’ ἔκαμε νὰ ἐνθυμηθῶ τὸν νόμον περὶ κλεψύδρας τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων, καθ’ ὃν δὲν ἠδύνατο εἷς ῥήτωρ νὰ καταχρασθῇ τοῦ πολυτίμου χρόνου τῶν ἀκροατῶν καὶ τῶν Βουλευτῶν, ἀλλ’ ἦτο προσδιωρισμένη ἡ ὥρα, καθ’ ἣν ἠδύνατο ν’ ἀγορεύσῃ. Ὁ κύκλος τῶν συζητήσεων ἐξετάθη κατὰ τὴν περιφέρειαν, τὸ κέντρον ὅμως ἔμεινε τὸ αὐτὸ, ἡ παρανομία καὶ ἡ ἀνάγκη. Πολλοὶ ἐποιήσαντο ἐκδρομὰς οὐχὶ φιλικὰς εἰς φιλικὰς χώρας προστατίδων Δυνάμεων· ἐγὼ ὅμως δὲν θέλω τοὺς ἀκολουθήσει, διότι νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι τοῦ παρόντος χρόνου. Ἄλλοι ἀνέδραμον εἰς τὸ παρελθόν· ἡ δ’ ἐξέτασις τῆς ἀθλίας καταστάσεως τοῦ παρόντος φέρει μὲν ἡμᾶς εἰς θέσιν νὰ βλέπωμεν τὸ παρελθὸν, ἂν ὄχι ἄξιον ἐπαίνου, τοὐλάχιστον ἄξιον δικαιολογήσεως. Οὐχ’ ἧττον ὅμως ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ ἐκδρομὴ εἰς τὸ παρελθὸν εἶναι ὀπισθοδρόμησις· ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ βλέπῃ εἰς τὸ μέλλον καὶ νὰ βαδίζῃ εἰς τὰ ἐμπρὸς, σπανίως δὲ νὰ ἐπιστρέφῃ εἰς τὰ ὀπίσω. Αὐτὸς εἶναι ὁ νόμος τῆς προόδου τῶν ἐθνῶν, τῶν ἀτόμων, τοῦ κόσμου, αὐτὸν ὀφείλομεν νὰ ἀκολουθήσωμεν· ὅστις μεμψιμοιρεῖ διὰ τὸ παρελθὸν, αὐτὸς δὲν ἔχει τὸν καιρὸν νὰ μεριμνᾷ διὰ τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον· μόνη ἡ ἐνεστῶσα δυσπραγία καὶ κακοδαιμονία μᾶς ἐπαναφέρει εἰς τὴν μνήμην τὸ παρελθόν. Ἐλυπήθην πολὺ, κύριοι, διότι εὔγλωττός τις ῥήτωρ εἰσελθὼν εἰς προσωπικότητας ἐξετόξευσε φλογερὰ βέλη κατὰ τῆς Κυβερνήσεως· ἐλυπήθην ὅμως πολὺ περισσότερον, διότι ἡ Κυβέρνησις κατέβη εἰς αὐτὰς τὰς προσωπικότητας καὶ ἐξηκόντισε περισσότερα καὶ φλογερώτερα βέλη· ὀλίγον ἔλειψε νὰ καταντήσῃ τὸ βῆμα τῆς Βουλῆς βῆμα τῶν τριόδων, ἐπεθύμουν πάντοτε ἡ Κυβέρνησις νὰ μὴ περιήρχετο εἰς τοιαύτην θέσιν. Ἡ γονιμότης τοῦ νοὸς τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅταν ἦλθε νὰ δώσῃ λόγον τῶν πεπραγμένων, μὲ ἐξέπληξεν· ἐκείνην τὴν ἡμέραν ἦτο ἄξιος ἑαυτοῦ, καθὼς ὁ Ἐπαμεινώνδας εἶπεν, ἔχω τὴν Μαντινείαν, ἔχω τὰ Λεῦκτρα, τὴν Μεγαλόπολιν καὶ τὴν Ἰθώμην, τοιουτοτρόπως καὶ ὁ κ. Πρωθυπουργὸς τῆς Ἑλλάδος εἶπεν, ἔχω τὸ Διάταγμα τῆς Ἀστυνομίας, τῆς Δασοφυλακῆς, τῆς διαιρέσεως τῆς Κεφαλληνίας καὶ τῆς Κερκύρας, ἰδοὺ τὰ τρόπαιά μου, στεφανώσατέ με. Τέσσαρες λέξεις ἦσαν τὸ ἀντικείμενον τῆς μακρᾶς δημηγορίας τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, τάξις, ἐκλογὴ, οἰκονομία καὶ ἀνάγκη. Καὶ περὶ μὲν τῶν ἐκλογῶν ἀρκετὰ ὡμίλησα, ὅταν ἔλαβον τὸν λόγον κατὰ τὰς ἐξελέγξεις τῶν ἐκλογῶν, καὶ ἀπέδειξα τὰς παρανομίας αὐτῶν. Ὁ μέγας ἔπαινος, τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ πλέξῃ δι’ ἑαυτὸν ὁ κύριος Πρωθυπουργὸς, ἦτο, ὅτι ὅλαι αἱ ἐκλογαὶ ἐνηργήθησαν ἐν νομιμότητι, ἀλλ’ ἐγὼ διϊσχυρίζομαι, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο ἀρετὴ τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ὅτι ἐνηργήθησαν εἰς τὰ περισσότερα μέρη πανηγυρικῶς καὶ νομίμως αἱ ἐκλογαὶ, ἀλλ’ ἡ ἀδυναμία τῆς Κυβερνήσεως ἔφερε τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἐκλογῶν καὶ τοῦτο τὸ μυστήριον ἐν τῇ ὁρμῇ τοῦ λόγου του ὡμολόγησεν ὁ κ. Πρωθυπουργός· ἡμεῖς, εἶπε, δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ κάμωμεν παρανομίας, διότι δὲν εἴχαμεν στρατὸν, μόλις 5 στρατιῶται διενεμήθησαν εἰς ἕκαστον δῆμον, μόνον 150 στρατιώτας συνεκεντρώσαμεν· ἀλλὰ ποῦ; πλησίον τῆς ἐκλογῆς ἐκείνης, τὴν ὁποίαν εἶχε συμφέρον νὰ παραβιάσῃ, τῆς ἐκλογῆς λέγω τῆς Μεσσήνης. Λοιπὸν τοῦτο δὲν εἶναι ἡ ἀρετὴ τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τοῦ λαοῦ, αὐτοῦ τοῦ νόμου, ὅστις δὲν ἐπιδέχεται πολλὰς παρανομίας. — Ἡ τάξις, λέγει, ἐτηρήθη, ἀλλὰ καὶ αὕτη ἐτηρήθη ἀπὸ τὸ φιλόνομον τοῦ λαοῦ· τότε ταράττεται ἡ τάξις εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅταν ἡ Κυβέρνησις παρανομήσῃ καὶ ἐπεμβαίνῃ διὰ τῆς λόγχης· ὅταν ὅμως δὲν ὑπάρχῃ ἰσχὺς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἡ τάξις δὲν ταράσσεται. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτου σᾶς ἐνθυμίζω μίαν ἄλλην ἐποχὴν, τὴν τοῦ 1854, ὅταν συνέβη ἡ εἰσβολὴ εἰς τὰς ὁμόρους ἐπαρχίας τῆς Τουρκίας ἐκ μέρους τῶν Ἑλλήνων. Τὰ πλειότερα τάγματα ἐλειποτάκτησαν καὶ συνεκεντρώθησαν ἐντὸς τῆς Τουρκίας· κατηντήσαμεν δὲ νὰ ἔχωμεν εἰς τὸν νομὸν Λακωνίας μόνον 20 ἀπομάχους πρὸς διατήρησιν τῆς τάξεως καὶ ἡ τάξις δὲν ἐταράχθη· δὲν ἐπρόκειτο δὲ τότε περὶ ἐκλογῶν (θόρυβος) αὐτὴ εἶναι ἡ ἰδέα μου καὶ ἡ πεποίθησίς μου. Οἰκονομία—ἐδῶ ἐνδιέτριψεν ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν, διότι εἶναι εἰδικὸς εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Τὴν οἰκονομίαν μετεχειρίσθη πάντοτε ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὁσάκις ἦτον εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἐλησμόνησε δὲ πάντοτε, ὁσάκις ἦλθεν εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν πραγμάτων. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτε ὑπέβαλε τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ Ὑπουργεῖον Βούλγαρη, τὸ πρῶτον Ὑπουργεῖον τοῦ Βασιλέως Γεωργίου, ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις τότε, προεξάρχοντος τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ἐφώναζεν Οἰκονομία, ἄλλως δὲν δυνάμεθα νὰ ἀνθέξωμεν· θὰ ἀπολεσθῇ τὸ ἔθνος, ἂν δὲν φέρωμεν οἰκονομίαν, ὀφείλομεν νὰ οἰκονομήσωμεν δύω, τρία ἑκατομμύρια δραχμῶν καὶ ἔκαμον τόσον πάταγον οἱ ἀντιπολιτευόμενοι δι’ ἕνα κλητῆρα τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ τί συνέβη; μόλις μετὰ ὀλίγας ἡμέρας ἡ Κυβέρνησις ἐκείνη ἔπεσε, καὶ ἦλθεν εἰς τὰ πράγματα αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος τῆς οἰκονομίας, καὶ ηὔξησεν ἀμέσως τὸν προϋπολογισμὸν κατὰ 400 χιλιάδας δραχμῶν, μὴ καταργηθέντων τῶν ἐπάρχων καὶ ἐπαρχιακῶν ἰατρῶν, τοὺς ὁποίους ἀφῄρουν τὰ ἀποτελοῦντα τὸ σύστημα τῆς οἰκονομίας μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ. Τί λοιπὸν ἦτον ἡ οἰκονομία; Ἦτο δημοκοπία εὐτελής, ἣν μετήρχετο διὰ νὰ καταστήσῃ τὸ ὑπουργεῖον Βούλγαρη ἀδύνατον νὰ διοικήσῃ, διότι ἐκτὸς τῶν 400 τούτων χιλιάδων δραχμῶν σᾶς παρουσιάζει πιστώσεις δύω ἔτι ἑκατομμυρίων δραχμῶν, καθ’ ὑπέρβασιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ 1864, ἤτοι 120,000 δραχμῶν ἔξοδα Συνελεύσεως, 540 ἄλλας χιλιάδας δραχμῶν, ἓν ἑκατομμύριον ἔτι καὶ 200 χιλιάδες πιστώσεις ἀναπληρωτικάς, πιστώσεις δεξιά, πιστώσεις ἀριστερά, αὐτὴ εἶναι ἡ οἰκονομία, τὴν ὁποίαν ἐπαναλαμβάνει ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις ἔχει τὴν ἐπιτηδειότητα νὰ παρουσιάζῃ τοὺς προϋπολογισμοὺς ἠλαττωμένους, ἵνα προξενῇ εἰς τὸ κοινὸν εὐχαρίστησιν καὶ ὅτι φροντίζει δῆθεν περὶ τῶν οἰκονομιῶν, κατόπιν ὅμως φέρει ῥαγδαίας τὰς ἀναπληρωτικὰς πιστώσεις. Περὶ δὲ τοῦ συστήματος τούτου τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων καὶ τόσος λόγος ἐγένετο ἄλλοτε εἰς τὴν Γερουσίαν καὶ εἰς τὸν τύπον. Αὐτὸ εἶναι τὸ προσφιλὲς σύστημα τοῦ Κ. Κουμουνδούρου, τὸ τῶν ἀναπληρωτικῶν πιστώσεων. Τὸ τελευταῖον χαράκωμα, εἰς τὸ ὁποῖον περιεχαρακώθη ὁ ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν, καὶ τὸ ὁποῖον ἐνόμισεν ἀπόρθητον, ἦτο τὸ τῆς ἀνάγκης «ἀνάγκᾳ οὐδὲ θεοὶ μάχονται.» Πῶς ἠδύνατο νὰ ἀφήσῃ, ἔλεγε, τὸ κράτος ἀδιοίκητον; Πρὶν ἔλθω ὅμως εἰς τὰς λεπτομερείας τῆς ἀνάγκης, ἔρχομαι ἐπὶ μικρὸν νὰ ὑποδείξω εἰς ὑμᾶς πῶς παρεσκευάσθη ἡ ἀνάγκη, καὶ ν’ ἀποδείξω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀνάγκη παρεσκευάσθη μακρόθεν, Lunga mano, ἐπίτηδες διὰ νὰ φέρῃ τὴν ἔκρυθμον καὶ ἀνώμαλον κατάστασιν, δι’ ἧς καὶ μόνης ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος νὰ κατασταθῇ ἱκανὸς νὰ διοικήσῃ, διότι ὁμολογουμένως εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῶν ἀνωμαλιῶν, ὁ ἄνθρωπος τῶν ἐκρύθμων ἐποχῶν, καὶ τοῦτο βεβαίως εἶναι μία ἱκανότης, ἣν κέκτηται κατ’ ἐξαιρετικὸν τρόπον. Ἠξεύρετε, ὅτι κατὰ τὸ τέλος τῆς Συνελεύσεως ἐξεδόθη τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸν κύριον πρωθυπουργὸν εἶναι μέτρον σωστικὸν καὶ καυχᾶται, ὅτι ἔθεσε τὴν ὑπογραφήν του εἰς αὐτὸ τὸ διάγγελμα, ὃ ἔσωσε τὴν Ἑλλάδα. Κατόπιν ἦλθεν ἡ ἀφομοίωσις, ὅλοι τότε ἐφώναζαν γενικὴν ἀφομοίωσιν, ὅλοι οἱ Ἕλληνες ἐπεθύμουν αὐτὴν, μόνον εἰς τὰ συμφέροντα τῆς κυβερνήσεως δὲν εὕρισκε χώραν ἡ ἀφομοίωσις. Ἐνθυμεῖσθε καλῶς, ὅτι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐπιέζετο πανταχόθεν, ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου· τὸ προεδρεῖον ἀφήρπαζε τὰ ζητήματα πρὶν συσκεφθῇ ἡ Συνέλευσις, καὶ ἑπομένως οὐδεμία ὑπῆρχεν εἰς αὐτὸ ἐμπιστοσύνη. Οὕτω λοιπὸν παρεσκευάσθη ἡ ἀπομάκρυνσις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, καὶ ἡ ἔκρυθμος κατάστασις, ἤτοι νὰ μείνῃ τὸ ἔθνος ἄνευ προϋπολογισμοῦ, καὶ φορολογικῶν νόμων. Ἀπεμακρύνθη ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐπειδὴ εἶδεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο πλέον νὰ ὑπηρετήσῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος ἀπέναντι τοιαύτης πιέσεως. Ἂς ἔλθωμεν δὲ ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀνάγκην. Τί μᾶς εἶπον; ἠθέλατε ν’ ἀφήσωμεν τὸ κράτος ἀδιοίκητον, ἠθέλατε νὰ μὴ εἰσπράξωμεν φόρους; πῶς ἠθέλομεν πληρώσει τὸν στρατὸν, διατηρήσει τὴν τάξιν; καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ μεγάλα προβλήματα, τὰ ὁποῖα προβάλλονται ὑπὲρ τῶν παρανομιῶν τοῦ ὑπουργείου. Εἰς ἀντίῤῥησιν δὲ τοῦ ἰσχυροῦ ἐπιχειρήματος τοῦ Κ. Ἰακωβάτου εἰπόντος, ἠδύνασθε νὰ εἰσπράξητε τὰ καθυστεροῦντα, ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἀντέταξε ταῦτα «δὲν ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν αὐτὰ, διότι μία ἀναφορὰ ἑνὸς ὀφειλέτου, μία ἀντίῤῥησις ἔχει δεδεμένας τὰς χεῖρας τῆς κυβερνήσεως;» Δὲν ἐνθυμεῖται ὅμως ὁ Κ. ὑπουργὸς ἢ σκοπίμως ἐλησμόνησεν, ὅτι ὁ νόμος ἔδεσε τὰς χεῖρας μόνον μέχρι τῆς χρήσεως τοῦ 1858, καὶ τούτου συμπεριλαμβανομένου· ἀπὸ δὲ τοῦ 1858 μέχρι σήμερον εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ καὶ νὰ οἰκονομήσῃ τὰς ἀνάγκας τὰς παρούσας. Ἡ ἀντίῤῥησίς του αὕτη οὐδεμίαν ἔχει ὑπόστασιν. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι μεγάλη ἀνάγκη δὲν ὑφίστατο, διότι ἠδύνατο αὕτη νὰ οἰκονομηθῇ διὰ τῆς εἰσπράξεως τῶν καθυστερούντων. Ἀλλὰ μήπως εἰς ταύτην τὴν ἀνάγκην περιωρίσθη τὸ ὑπουργεῖον; Ἀφοῦ κατῆλθεν εἰς κεκλιμένον ἐπίπεδον, ἤρχισε νὰ ὀλισθαίνῃ· καὶ δὲν ἐσταμάτησεν εἰμὴ εἰς τὴν βάσιν αὐτοῦ. Ἔπιε δὲ τὸ ποτήριον τῶν παρανομιῶν μέχρι τριγύος· διότι ἄνευ ἀνάγκης ἐξέδωκε τὰ διατάγματα τῆς διαιρέσεως τῶν ἐπαρχιῶν Κερκύρας καὶ Κεφαλληνίας καὶ τόσα ἄλλα πολυάριθμα· κατήντησαν, οὕτως εἰπεῖν, ὅλα τὰ πράγματα τῆς πολιτείας ἀναγκαῖα. Ἐπὶ τέλους ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν οἰκονομικῶν εἶπεν, ὅτι ὅμοια παραδείγματα συνέβησαν καὶ εἰς τὸ Συνταγματικὸν ἔθνος τῆς Ἀγγλίας, καὶ εἰς τὰ 1848, ὅτε ὑπῆρχε κρίσις ἐμπορικὴ, ὁ μέγας ἀνὴρ τῆς Ἀγγλίας Πὴλ ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν γραμματίων τῆς Τραπέζης ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν, καὶ τὸ περὶ τούτου Διάταγμα καθυπέβαλεν ἔπειτα εἰς τὴν κύρωσιν τῶν Βουλῶν. Ὑπάρχει ὅμως ἑτέρα ὁμοία περίστασις ἐπὶ Καρόλου τοῦ Αʹ. ὅτε ἤθελε νὰ διοικήσῃ διὰ διαταγμάτων, καὶ ἡ Βουλὴ ἔστειλεν εἰς τὸν πύργον τοῦ Λονδίνου τὸν τολμήσαντα νὰ ὑπερασπισθῇ τὰ τοιαῦτα διατάγματα. Ἀλλὰ, ἂν ἀνετρέχετε, Κύριε ὑπουργὲ, δύω αἰῶνας πρὸ τοῦ Πὴλ, ἠθέλετε ἰδεῖ, πῶς ἐκεῖναι αἱ Βουλαὶ, ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, ὑπεστήριζον τὰς συνταγματικὰς ἐλευθερίας των. Ἑῤῥῖκος ὁ VIII ἦτο βασιλεὺς πολὺ βίαιος καὶ τρομερός, οὗτος ἐτόλμησε ν’ ἀποσείσῃ τὸν τρομερὸν ζυγὸν τοῦ παπισμοῦ, εὑρισκόμενος δὲ μετὰ τῆς Γαλλίας εἰς πόλεμον ἐζήτησε 800 χιλ. λιρῶν στερλινῶν ἀπὸ τὸ κοινοβούλιον, τοῦτο δὲ δὲν παρεχώρησεν ἢ τὸ ἥμισυ, ὅτε δ’ ἐπαρουσιάσθη ὁ πρωθυπουργὸς εἰς τὸ κοινοβούλιον, μετὰ μεγάλης πομπῆς τὸ κοινοβούλιον ἐτήρησε σιγὴν, καὶ οὐδεμίαν ἔδιδεν ἀπάντησιν, ὥστε ἠναγκάσθη ὁ πρωθυπουργὸς νὰ ἐρωτήσῃ τὸν πρόεδρον τῆς Βουλῆς τὸ αἴτιον τῆς σιγῆς· ἡ λάμψις σας καὶ ἡ μεγάλη μάθησίς σας, ἀπήντησεν ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς, ἐθάμβωσαν τὸ κοινοβούλιον καὶ δὲν δύναται ν’ ἀποκριθῇ. Μετὰ πολλὰς δὲ μετέπειτα διαπραγματεύσεις μόλις ἐπείσθη νὰ παραχωρήσῃ τὸ ἥμισυ τῆς ζητηθείσης ποσότητος. Καὶ τοῦτο ἔγεινε, διότι αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς ἐπέβαλε καὶ εἰσέπραττε φόρους ἄνευ νόμου, παρεβίαζε τὴν ἀτομικὴν ἐλευθερίαν. Πρώτην δὲ φορὰν τότε τὸ κοινοβούλιον τῆς Ἀγγλίας παρίσταται ἀντιταττόμενον εἰς τὴν αἴτησιν τοῦ Βασιλέως, ἐνῷ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ μετὰ ἕνα αἰῶνα Λουδοβῖκος ὁ δέκατος τέταρτος ἔλεγε l’ état c'est moi. Μετὰ τὸ παράδειγμα τοῦτο ἀναφέρομεν τὰ ἑξῆς· ὁ Ἰάκωβος ὁ Αʹ. ὅστις ἦτον ἄνθρωπος σπάταλος καὶ βίαιος, εἶχε δὲ ὡς ἀξίωμα, ὅτι ὅλη ἡ περιουσία τοῦ λαοῦ ἦτο περιουσία Βασιλικὴ, ὁ Βασιλεὺς οὗτος παρεχώρει προνόμια, τίτλους εὐγενείας ἐπώλει, μονοπώλια καθίστανε, φόρους ἐπέβαλλε, φόρους εἰσέπραττεν ἄνευ συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς, καὶ ὅμως μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς παρανομίας ἦτον ὁ πτωχότατος Βασιλεὺς, διότι, ὡς παρανόμως εἰσέπραττε, καὶ κακῶς ἐσπατάλει, εἰς τοιαύτην δὲ ἔνδειαν ἔφθασεν, ὥστε ὁ θησαυροφύλαξ αὐτοῦ λόρδος Dorset ἐπολιορκήθη καθ’ ὁδὸν ὑπὸ τῶν ὑπηρετῶν τοῦ Βασιλέως, ζητούντων τοὺς μισθούς των, ἔπαυσεν ἡ προμήθεια τῶν ἐπὶ πιστώσει χορηγούντων εἰς τὴν βασιλικὴν τράπεζαν τὰς τροφάς. Ἐν τοιαύτῃ δὲ κρισίμῳ περιστάσει εὑρισκόμενος ὁ Βασιλεὺς συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν καὶ ἀνέφερεν εἰς αὐτὴν τὴν ἀνάγκην, εἰς ἣν περιέστη· γνωρίζετε ἄλλην μεγαλειτέραν ἀνάγκην ἐκείνης, εἰς ἣν περιῆλθεν ὁ Βασιλεὺς οὗτος νὰ μὴ ἔχῃ τὰ τῆς τροφῆς του; Καὶ ὅμως ἡ Βουλὴ τῷ εἶπε, χρήματα δὲν σοὶ δίδω, διότι εἶσαι παράνομος, διότι εἶσαι βίαιος, καὶ αὐθαίρετος, καὶ ὅτι ὀφείλεις νὰ παύσῃς παρανομῶν καὶ διοικῶν μὲ διατάγματα. Μόλις δὲ τῷ ἔδωκεν ὀλίγα χρήματα διὰ νὰ οἰκονομήσῃ τὰς κατεπειγούσας ἀνάγκας, ὁ Ἰάκωβος διέλυσε τὸ κοινοβούλιον ἐκεῖνο ἕνεκα ἀρνήσεως χρημάτων. Κατόπιν δὲ πάλιν συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν καὶ ὁ φιλόσοφος Βάκων, ὁ ὁποῖος ἦτο πρωθυπουργὸς, τὸν συνεβούλευσε δι’ ἑνὸς λόγου του συγκινητικοῦ παρ’ αὐτοῦ συντεταγμένου νὰ ἐφελκύσῃ τὴν συμπάθειαν τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ καὶ τότε ἀπεῤῥίφθη ἡ περὶ χρηματικῶν βοηθημάτων αἴτησις, διότι ἐνέμενεν εἰς τὸ ἴδιον σύστημα τῆς διοικήσεως, καὶ ἠναγκάσθη νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ ἐκ δευτέρου. Ὅτε δὲ τὸ τρίτον συνεκάλεσε τὴν Βουλὴν ὁ Ἰάκωβος Αʹ. εὑρίσκετο ἐμπολέμως πρὸς τὴν Ἱσπανίαν, οἱ δὲ Ἀλγερινοὶ πειραταὶ ἔβλαπτον μεγάλως τὸ ἐμπορικὸν ναυτικὸν τῆς Ἀγγλίας. Ἐν τοιαύτῃ δὲ περιπτώσει ἐζήτησε χρηματικὰ βοηθήματα ἀπὸ τὴν Βουλὴν, ἀλλὰ καὶ τότε διέλυσεν αὐτὴν, διότι ἠρνήθη νὰ χορηγήσῃ βοηθήματα· ἡ δὲ ἄρνησις προήρχετο, διότι ὁ Βασιλεὺς ἐξηκολούθει τὴν ἰδίαν πορείαν τῶν παρανομιῶν. Ὁ δὲ πρὸς τὴν ἀστικὴν ἐλευθερίαν ἔρως τὴν ὡδήγησε νὰ προτιμήσῃ τὰς ἐλευθερίας ἀπὸ τὴν πρόσκαιρον δόξαν, τὸν ἐξωτερικὸν πόλεμον, καὶ συνέταξε τότε τὴν ἀξιομνημόνευτον εἰς τὰ συνταγματικὰ χρονικὰ πρᾶξιν περὶ τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν καθηκόντων τῆς Βουλῆς. Κάρολος ὁ πρῶτος διεδέχθη καὶ τὸν θρόνον καὶ τὴν πολιτείαν τοῦ Ἰακώβου, ἀλλὰ τὸ κοινοβούλιον ἔδειξε καὶ πρὸς τοῦτον οἵαν καὶ πρὸς τὸν Ἰάκωβον διαγωγὴν, καὶ ὁ κοινοβουλευτικὸς οὗτος πόλεμος ἐγέννησε τέλος τὴν ἐπανάστασιν, ἥτις καθιέρωσε τὰ δικαιώματα τοῦ ἀνθρώπου. Βλέπετε, Κύριοι, μίαν σειρὰν πράξεων κοινοβουλίων ἀρνουμένων εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως, ὅταν αὕτη παρανόμως διῴκει διὰ διαταγμάτων. Τὸ δόγμα τῆς ἀνάγκης εἶναι δόγμα τῆς θεοκρατίας· τί λέγουν αἱ θρησκεῖαι τῶν βαρβάρων λαῶν; ἀνάγκη νὰ προσφερθῇ τὸ ἀνθρώπινον τοῦτο θῦμα εἰς τὴν θεότητα· τί λέγει ὁ Κάλχας; ἀνάγκη νὰ θυσιασθῇ ἡ Πολυξένη εἰς τὸν τάφον τοῦ Ἀχιλλέως· ἀνάγκη νὰ θυσιασθῇ ἡ Ἰφιγένεια, διότι ἄλλως τὸ θεῖον δὲν ἀφίνει τὸν στόλον τῶν Ἑλλήνων ν’ ἀποπλεύσῃ. Ὅλα ταῦτα, ὡς παρατηρεῖτε, ἐπὶ τῆς ἀνάγκης ἐστηρίζοντο· ὅτε ἐπῆλθεν ὁ χριστιανισμὸς, ἡ θρησκεία αὕτη τοῦ πολιτισμοῦ, ταῦτα πάντα ἐξέλιπον ἀνατραπέντων τῶν βωμῶν. Ἔκτοτε τὸ βασίλειον τῆς ἀνάγκης διετηρήθη μόνον εἰς τοὺς βαρβάρους λαοὺς τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Ἀφρικῆς. Τὴν ἀνάγκην ἐπικαλοῦνται, καὶ ἐπ’ αὐτῆς στηρίζονται αἱ τυραννικαὶ κυβερνήσεις τῶν ἀπολιτίστων καὶ βαρβάρων λαῶν. Ὁ Βασιλεὺς τοῦ Μαρόκου κόπτει τὴν κεφαλὴν τοῦ ὑπουργοῦ του, διότι λέγει, ὅτι ἡ ἀσφάλεια τοῦ κράτους τὸ ἀπαιτεῖ, δημεύει τὴν περιουσίαν τοῦ πλουσίου ὑπηκόου του, ἵνα πληρώσῃ τὰ θησαυροφυλάκιά του. Ἰδοὺ τὸ βασίλειον τῆς ἀνάγκης. Τί ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ἀβδοὺλ Μεζίτ; εἰσέπραττε διὰ μιᾶς τοὺς φόρους 5 ἐτῶν· τὸ ἀπῄτει ἡ ἀνάγκη τοῦ κράτους! Τί ἔκαμνεν ὁ Νέρων, ὅστις ἐτυράννει τοὺς Ῥωμαίους; ἦτο ἀνάγκη, ἔλεγε, ν’ ἀνακαινισθῇ ἡ Ῥώμη· ἔβαλε πῦρ καὶ τὴν κατέκαυσε. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἀνάγκη, τοιοῦτον τὸ βασίλειον τῶν ἀναγκῶν. Τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἐφευρέθη, ἵνα ἀποκρούσῃ τὴν ἀνάγκην, ἵνα θέσῃ φραγμὸν κατ’ αὐτῆς. Οἱ νομοθετήσαντες τὰ συντάγματα ἐγνώριζον τὰς ἀνθρωπίνους καὶ τὰς τῶν κυβερνήσεων ἀνάγκας, ἀλλὰ δὲν τὰς ἐνομιμοποίησαν. Ὁμοία περίστασις μὲ τὴν σημερινὴν ἐπαρουσιάσθη εἰς τὸ Ἑλληνικὸν κράτος τὸ 1847, ὅτε διελύθη ἡ Βουλὴ ἐκείνη, πρὶν δώσῃ τὸν φορολογικὸν νόμον. Ἀλλὰ τί ἔκαμεν ἐκείνη ἡ κυβέρνησις; περιωρίσθη μόνον καὶ μόνον νὰ βεβαιώσῃ τοὺς φόρους, δὲν τοὺς εἰσέπραξεν ὅμως, δὲν ἐπέβαλε βέβηλον χεῖρα ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ δικαιώματος τοῦ πολίτου. Καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, Κύριοι, ποία ἡ ἀνάγκη νὰ εἰσπράττωνται οἱ φόροι ἄνευ νόμου, ἀλλὰ διὰ διαταγμάτων; Ὅταν ὁ ἀρνούμενος νὰ πληρώσῃ δὲν ἠδύνατο νὰ καταδιωχθῇ, ποίαν νομικὴν συνέπειαν ἔχουν διατάγματα παράνομα; ἐὰν δ’ ἄλλως οἱ φορολογούμενοι εἶχον τὴν διάθεσιν νὰ πληρώσουν τοὺς φόρους των, ποία ἡ ἀνάγκη τῶν διαταγμάτων; Σήμερον αὕτη ἡ ἀνάγκη, αὔριον ἐκείνη ἡ ἀνάγκη, ποῦ θὰ καταντήσωμεν, ὅταν ἡ κυβέρνησις διὰ τοῦ συστήματος τῶν ἀναγκῶν δύναται ἐλευθέρως νὰ πραγματοποιῇ ὅλας τὰς ὀρέξεις της; Μόνον τὰ συντάγματα τοῦ Μαίντλανδ εἶχον αὐτὰς τὰς ὑποδιαστολὰς, αὐτὰς τὰς διαιρέσεις, καὶ παραδέχονται, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ δεῖνα περίστασις, τότε ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐκλαμπροτάτη Γερουσία νὰ ἐκδίδῃ διατάξεις ἐχούσας νόμου ἰσχύν. Οἱ νομοθέται ὅμως τῶν ἀληθῶν Συνταγμάτων δὲν ἀνοίγουν αὐτὴν τὴν θύραν τῆς ἀνάγκης, διότι ἅπαξ ἀνοιχθεῖσα ποτὲ δὲν κλείεται. Εἶναι οἰκτρὸν, Κύριοι, ὅταν αἱ ἀνάγκαι θεραπεύωνται, καταστρεφομένου τοῦ θεμελιώδους νόμου! Μὴ ἀνεγείρετε, Κύριοι, πρὸς θεοῦ τὸ Βασίλειον τῆς ἀνάγκης, μὴ καταστρέψητε τὴν κυριαρχίαν τῆς Βουλῆς, μὴ αὐτοχειριασθῆτε! Διότι, ἂν καθιερώσητε τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, αὔριον μετὰ τὴν λῆξιν τῆς συνόδου αὐτῆς πάλιν ἡ κυβέρνησις θὰ ἐπικαλεσθῇ τὴν ἀνάγκην, καὶ οὕτω θὰ καταστραφῇ τὸ Σύνταγμα, καὶ κατασταθῇ ἡ Βουλὴ συνέδριον ἐπικυροῦν τὰς ἀνάγκας τῆς κυβερνήσεως. Ἂν θελήσητε νὰ καθιερώσητε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, σχίσατε τὸ Σύνταγμα εἰς κουρέλια, καύσατέ το. Πλὴν, σᾶς παρακαλῶ, νὰ διασκορπίσητε τὴν τέφραν εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, διότι πιστεύω, ὅτι ἀπὸ τῆς τέφρας του θὰ ἀναγεννηθῇ ὁ φοίνιξ τῆς ἐλευθερίας.
§69ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν θέλω κάμει ποσῶς λόγον, οὔτε περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς, οὔτε περὶ τῶν σχέσεων τῶν ξένων δυνάμεων πρὸς τὴν Ἑλλάδα, οὐδὲ θέλω ἐνδιατρίψει εἰς τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, ἢ ἑτέρων ἐθνῶν, ἀλλὰ θέλω περιορισθῆ ἁπλῶς εἰς τὰ διατάγματα, διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ὁποίων, καθὸ νομοθετικῆς φύσεως, κατηγορεῖται σήμερον ἡ κυβέρνησις, τῆς ὁποίας εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, ὅτε πολλὰ τῶν διαταγμάτων τούτων ἐξεδόθησαν. Ἀφοῦ ἀνέβησαν ἀλληλοδιαδόχως εἰς τὸ βῆμα τόσοι δεινοὶ καὶ εὔγλωττοι ῥήτορες, καὶ ἐπραγματεύθησαν τὸ ζήτημα μὲ πολὺ ὕψος καὶ ζωηρὰν φαντασίαν, δὲν ἤθελον ζητήσει καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, ἂν δὲν ἔβλεπον, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκτεθῶσι τὰ πράγματα ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, μὲ τρόπον ἁπλούστερον καὶ γυμνὸν ὅλως διόλου ἀπὸ θεωρίας, ἀπὸ ἱστορικὰ παραδείγματα τῆς ἀρχαίας καὶ τῆς νεωτέρας ἐποχῆς, ἀπὸ προσωπικότητας καὶ ἀντεγκλήσεις, καὶ τέλος πάντων ἀπὸ ῥητορικὰ ἐπιχειρήματα καὶ σχήματα, διότι πολὺ πιθανὸν αἱ θεωρίαι καὶ τὰ ῥητορικὰ ἐπιχειρήματα καὶ σχήματα νὰ συνεκίνησαν τὴν καρδίαν, δὲν πιστεύω ὅμως ὅτι ἐφώτισαν ἀρκετὰ καὶ τὸν νοῦν σας, ὥστε νὰ δώσητε ἐν πεποιθήσει τὴν ψῆφόν σας. Ἰδοὺ, Κύριοι, περὶ τίνος πρόκειται. Ὁ λόγος, ὃν ὁ Βασιλεὺς ἐξεφώνησε κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τῆς Βουλῆς, μεταξὺ τῶν ἄλλων περιεῖχε καὶ τοῦτο, ὅτι ἄγνωσται κατεπείγουσαι τοῦ κράτους ἀνάγκαι ἐπέβαλλον εἰς τὴν κυβέρνησιν τὸ καθῆκον νὰ προνοήσῃ περὶ τῆς θεραπείας τῶν ἀναγκῶν αὐτῶν, διὰ τῆς ἐκδόσεως κυβερνητικῶν πράξεων, ἢ Βασιλικῶν διαταγμάτων. «Ἡ Βουλὴ προκειμένου ν’ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν Βασιλέα ὀφείλει νὰ κάμῃ λόγον περὶ τοῦ χωρίου τούτου, καὶ ἑπομένως πρόκειται νὰ ἴδωμεν τώρα ἐκ τῆς συζητήσεως αὐτῆς, τί πρέπει καὶ τί εἶναι δίκαιον ν’ ἀπαντήσωμεν εἰς τὸν Βασιλέα. Ὡς πρὸς τοῦτο παρακαλῶ νὰ μοὶ συγχωρήσητε νὰ κατέλθω καὶ ἐγὼ εἰς τὰς λεπτομερείας τῶν γενομένων χωρὶς διόλου ν’ ἀγανακτήσητε, ἂν εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου ἀναγκασθῶ νὰ ἐπαναλάβω καὶ πράγματα, τὰ ὁποῖα καὶ ἄλλοι ἀνέφερον, διότι θέλω ἡ ἐξήγησίς μου νὰ εἶναι πλήρης καὶ ἀκριβής. Κατὰ τὸ σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἡ Ἐθνικὴ Συνέλευσις ἐψήφισε, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς ἀπεδέχθη, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξασκεῖται ἀπὸ τὸν Βασιλέα καὶ ἀπὸ τὴν Βουλὴν, καὶ ἄνευ συμπράξεως τῆς Βουλῆς νόμοι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γείνωσι, διότι εἶναι γενικὴ καὶ θεμελιώδης ἀρχή. Ἡ ἀρχὴ ὅμως αὕτη δὲν εἶναι τόσον ἀπόλυτος, ὅσον τινὲς ἠθέλησαν νὰ τὴν παραστήσουν. Ὅπως ὅλοι οἱ κανόνες, οὕτω καὶ ὁ κανὼν οὗτος ἔχει τὰς ἐξαιρέσεις του. Τὰ ἀπόλυτα μόνον εἰς τὸ ἀπόλυτον Ὃν εὑρίσκονται, ὡς σᾶς εἶπε προχθὲς ὁ φιλόσοφος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν. Ἐνίοτε καὶ εἰς τὰς ὁμαλωτέρας περιστάσεις παρουσιάζονται ἀνάγκαι τοσοῦτον κατεπείγουσαι καὶ τοσοῦτον ἐπιτακτικαὶ, ὥστε ἡ θεραπεία αὐτῶν πρέπει νὰ γίνῃ ἀμέσως, διότι ἄλλως ἐνδέχεται νὰ πάθωσι μεγάλα συμφέροντα τοῦ τόπου, καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἂν καὶ ὁ θεμελιώδης νόμος λέγει ῥητῶς, ὅτι νόμοι δὲν δύνανται νὰ γίνωσιν ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς, ὑπάρχουσιν ὅμως εἰδικοὶ νόμοι τοῦ κράτους ἐπίσης γενικοὶ καὶ καταστατικοὶ, οἱ ὁποῖοι δίδουν τὴν ἄδειαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ὁσάκις παρουσιάζονται αὐταὶ αἱ κατεπείγουσαι καὶ μεγάλαι ἀνάγκαι καὶ αἱ βουλαὶ δὲν εἶναι συνηγμέναι, νὰ θεραπεύῃ αὐτάς. Ἂν ἀνοίξετε τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι τὸ ἄρθρον 18 λέγει· «ὅταν συμπέσωσιν ἔκτακτοι καὶ κατεπείγουσαι ἀνάγκαι, τὰς ὁποίας δὲν ἠδύνατο νὰ προΐδῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ κράτους, ἡ κυβέρνησις πρὸς θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων, δύναται νὰ λάβῃ πιστώσεις διὰ Βασ. διατάγματος προσυπογεγραμμένου ἀπὸ τὸ Ὑπουργικὸν Συμβούλιον καὶ τὸ ὁποῖον διάταγμα ὀφείλει νὰ καθυποβάλῃ εἰς τὴν ἐπικύρωσιν τῆς Βουλῆς, ὅταν συγκαλεσθῇ.» Εἰς τὸν ἴδιον νόμον ὑπάρχει ἄλλο ἄρθρον, τὸ 15, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι, ἂν δὲν διαρκέσωσιν αἱ δαπάναι αἱ ψηφισθεῖσαι διὰ τῆς ὑπηρεσίας, αἱ ὁποῖαι κατωνομάσθησαν ῥητῶς εἰς τὸν νόμον τῶν ἐσόδων, δύναται ἐν ἀπουσίᾳ τῶν βουλῶν νὰ δοθῇ πίστωσις κατὰ τὸν ἴδιον τρόπον, δηλ. διὰ Β. Διατάγματος. Συμπίπτει π. χ. τὸ ποσὸν, τὸ ἐν τῷ προϋπολογισμῷ διὰ τὴν περιποίησιν τῶν ἁλάτων σημειούμενον, νὰ μὴ ἀρκέσῃ, καὶ χρειάζονται ἀκόμη 30,000 δραχμῶν· ἡ ὑπηρεσία αὕτη σημειοῦται εἰς τὸν προϋπολογισμὸν ὡς ἐπιδεκτικὴ αὐξήσεως, καὶ τοιουτοτρόπως, ὅταν παρουσιασθῇ ἡ ἀνάγκη, δύναται ἡ Κυβέρνησις νὰ τὴν θεραπεύσῃ διὰ Β. Διατάγματος. Ἐπίσης ὁ Νόμος περὶ τελωνιακοῦ δασμολογίου περιέχει τοιαύτην διάταξιν, καὶ κατ’ αὐτὴν δύναται νὰ αὐξομειωθῶσι τὰ τελωνιακὰ δικαιώματα διὰ Β. Διατάγματος. Ἐκ τῶν διαταγμάτων ὅσα ἐξέδωκεν ἡ Κυβέρνησις, καὶ περὶ τῶν ὁποίων σήμερον γίνεται συζήτησις, ὑπάγονται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, διότι ἡ ἔκδοσις αὐτῶν ἐπιτρέπεται ἀπὸ εἰδικοὺς νόμους.
§70ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Συνταγματικοὶ νόμοι εἶναι αὐτοί;
§71ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Συνταγματικώτατοι, καθόσον δὲν ἠκυρώθησαν καὶ θεωροῦνται ἐν ἰσχύϊ.
§72ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐνθυμεῖσθε ἓν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι πᾶν τὸ ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα καταργεῖται;
§73ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μήπως αὐτὴν τὴν διάταξιν δὲν τὴν περιεῖχε καὶ τὸ παλαιὸν Σύνταγμα; — Τινὰ λοιπὸν ἐξ αὐτῶν τῶν διαταγμάτων ὑπάγονται εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν, καὶ περὶ αὐτῶν οὐδεμία συζήτησις δύναται νὰ γείνῃ σήμερον· αὐτὰ θέλουν σᾶς ὑποβληθῆ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας, θὰ τὰ ἐξετάσητε εἰς τὴν οὐσίαν των καὶ τὰς λεπτομερείας των, καὶ ἂν τὰ εὕρητε ὀρθὰ καὶ ὠφέλιμα εἰς τὸ ἔθνος, θὰ τὰ παραδεχθῆτε, ἂν δὲ ἐπιζήμια, θέλετε τὰ ἀποῤῥίψει. Εὐτυχεῖς ἠθέλομεν εἶσθαι, Κύριοι, ἂν ὅλα τὰ διατάγματα ὑπήγοντο εἰς αὐτὴν τὴν κατηγορίαν· ἀλλὰ διὰ νὰ περιορισθῶσιν οἱ ὑπουργοὶ εἰς διατάγματα τοιαύτης κατηγορίας καὶ φύσεως, ἔπρεπε καὶ αἱ περιστάσεις νὰ ἦναι ὁμαλαὶ καὶ κανονικαί. Δυστυχῶς ὅμως δὲν ἦσαν τοιαῦται, ἀλλ’ ὅλως ἀνώμαλοι, καὶ διὰ τοῦτο εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπερβῶμεν τὴν δικαιοδοσίαν μας, καὶ νὰ ἐκδώσωμεν διατάγματα, διὰ τὰ ὁποῖα δὲν μᾶς ἔδιδον τὴν ἄδειαν γραπτοὶ νόμοι τοῦ Κράτους. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅσοι ἦστε πληρεξούσιοι, καὶ ὅσοι δὲν ἦστε γνωρίζετε, διότι Ἕλληνες εἶσθε, ἐνθυμεῖσθε, λέγω, ὅτι, ὅταν ἐπλησίαζε νὰ διαλυθῇ ἡ Συνέλευσις, ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας ὡς εἶπον, ἤμην μέλος καὶ ἐγὼ, παρουσιάσθη ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἐκτὸς τῶν συντακτικῶν εἶχεν ἀναλάβει καὶ νομοθετικὰ καθήκοντα, καὶ τῇ εἶπε μὲ ὅλην τὴν παῤῥησίαν· «ἐπειδὴ μετ’ ὀλίγας ἡμέρας πρόκειται νὰ καταπαύσῃς τὰ ἔργα σου, σὲ παρακαλῶ νὰ ψηφίσῃς τὰς διαφόρους πιστώσεις, τὰς ὁποίας ἐζήτησα πρὸ πολλοῦ διὰ τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ 1864, διότι ὁ προϋπολογισμὸς τὸν ὁποῖον ἐψήφισες, ἀπεδείχθη ἀνεπαρκὴς διὰ τὴν μέχρι τέλους τοῦ ἔτους ὑπηρεσίαν· εἶχε τῷ ὄντι ἀποδειχθῆ, ὅτι πολλαὶ δαπάναι δὲν ἐξήρκουν, εἴτε διότι δὲν εἶχον ὑπολογισθῆ καλῶς, εἴτε διότι τὰς ἠλάττωσεν ἡ Συνέλευσις· προσέτι δὲ τῇ εἶπεν, ὅτι διὰ νὰ ἐξακολουθήσω νὰ διοικήσω τὸν τόπον συνταγματικῶς μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς βουλῆς, ἔχω ἀνάγκην νὰ μοῦ δώσῃς, (καὶ ἰδοὺ αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας παρουσίασα ἐγὼ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Οἰκονομικῶν), ά.) τὸν Νόμον περὶ προσδιορισμοῦ τῶν ἐγγείων φόρων διὰ τὸ 65, διότι καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζω ὅτι ἄνευ νόμου δὲν δύναμαι νὰ εἰσπράξω· βʹ.) τὸν Νόμον περὶ προσδιορισμοῦ τῶν φόρων τῶν ζώων καὶ μελισσίων διὰ τὸ 1865· γʹ.) τὸν Νόμον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ παρατείνεται καὶ κατὰ τὸ 1865 ἡ ἰσχὺς τοῦ νόμου ἐκείνου, τὸν ὁποῖον ἐψήφισας ἐν ἀρχῇ τοῦ 1864, καὶ διὰ τοῦ ὁποίου ἠλάττωσες κατὰ 10% τοὺς μισθοὺς τῶν ὑπαλλήλων· δʹ.) Νόμον περὶ ἀφομοιώσεως τῆς Ἑπτανήσου. Καὶ τί ἔλεγεν αὐτὸς ὁ νόμος; ἰδού. α) Ἀπὸ τῆς ά. Ἰανουαρίου 1865 μέχρι τέλους αὐτοῦ θέλει εἰσαχθῆ καὶ ἐφαρμοσθῆ ἐν Ἑπτανήσῳ πᾶσα ἡ νομοθεσία τοῦ Βασιλείου. Ἄρθρον 2. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐνεργήσῃ διὰ Β. Διαταγμάτων τὴν διοικητικὴν, δικαστικὴν, οἰκονομικὴν καὶ ἐκπαιδευτικὴν διαίρεσιν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ νὰ καταστήσῃ τὰς ἀναγκαίας ἀρχὰς ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἰσχυόντων ἐν Ἑλλάδι νόμων, ὑποβάλει δὲ τὰ διατάγματα ταῦτα εἰς τὴν Αʹ. Βουλευτικὴν Σύνοδον πρὸς νομοθετικὴν ἐπιψήφισιν,» Ἐκτὸς δὲ τούτων τῶν προτάσεων ἔφερα καὶ τὸν προϋπολογισμὸν διὰ τὸ ἔτος 1865, ὅστις ἦτο λίαν σύντομος, διότι ἦτον ὁ διὰ τὸ 1864 ψηφισθεὶς προϋπολογισμὸς μὲ μικράς τινας προσθαφαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἐθεώρει ἀναγκαίας. Ταῦτα ἔκαμεν ἡ Κυβέρνησις ἀρκετὰς ἡμέρας πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως· αἱ μὲν πιστώσεις τοῦ 1864 εἶχον ὑποβληθῆ ἀπὸ τὸν Αὔγουστον καὶ Σεπτέμβριον, τὰ δὲ νομοσχέδια περὶ προϋπολογισμοῦ, ἐγγείων φόρων καὶ ἀφομοιώσεως ὑπεβλήθησαν τὴν 27 Ὀκτωβρίου, δηλ. 20 ἡμέρας πρὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως.
§74ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μετὰ τὸ διάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἔδιδε τριακονθήμερον προθεσμίαν νὰ τὰ κάμῃ ὅλα.
§75ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐν τούτοις, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις διελύθη χωρὶς νὰ ψηφισθῇ κἀνὲν ἀπ’ αὐτά. Δὲν εἶναι τοῦ παρόντος καιροῦ νὰ ἐξετάσωμεν διὰ τί διελύθη ἡ Συνέλευσις καὶ ποῖος πταίει· ἐγὼ ἀναφέρω μόνον τὸ γεγονός, ὅτι ἡ Συνέλευσις διελύθη χωρὶς νὰ δώσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοὺς νόμους ἐκείνους, τοὺς ὁποίους αὐτὴ ἐζήτησε ὡς ἀπαραιτήτως ἀναγκαίους διὰ νὰ διοικήσῃ συνταγματικῶς τὸν τόπον, μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς. — Εἰς τοιαύτην περίστασιν τί ἔπρεπε νὰ κάμουν οἱ συμπολῖταί σας ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν κατὰ κακήν των τύχην νὰ ᾖναι ὑπουργοί; Ἔπρεπε νὰ ἀποσυρθοῦν, εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, καὶ νὰ ἔλθουν νὰ διοικήσουν ἑπτὰ ἄλλοι ἄνθρωποι, ἔστω τοῦ δρόμου. Δὲν ἠξεύρω διὰ τί ὁ Κ. πρωθυπουργὸς δὲν ἠθέλησε νὰ σᾶς κάμῃ κανένα λόγον περὶ τούτου, ἐγὼ ὅμως, ὅστις δὲν εἶμαι πλέον ὑπουργός, δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἂν καὶ δὲν ἔλαβε τότε ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Δεληγεώργης τὴν καλωσύνην νὰ μᾶς δώσῃ αὐτὴν τὴν συμβουλήν, ἡμεῖς παρῃτήθημεν· ἐσταθμήσαμεν τὰς περιστάσεις, ἐμετρήσαμεν τὰς δυσκολίας, εἰς τὰς ὁποίας ἠθέλομεν εὑρεθῆ, προεβλέπομεν, ὅτι ὅπως καὶ ἂν ἐφερόμεθα, ὅ,τι καὶ ἂν ἐκάμνομεν, εἴτε καλὸν εἴτε κακόν, ἤθελον εὑρεθῆ βουλευταί, οἵτινες ἤθελον μᾶς κατακρίνει καὶ προεβλέπομεν τοῦτο, διότι δὲν εἴχομεν σκοπὸν νὰ κάμωμεν τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ὅπως ἐγίνονται ἄλλοτε, δηλ. εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ ἔλθῃ κανεὶς ἐξ ἐκείνων, μὲ τοὺς ὁποίους εὑρέθημεν ἀντιδοξοῦντες.
§76ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ἠμπορούσατε.
§77ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρω τοῦτο. — Προεβλέπομεν, λέγω, ὅτι ἤθελον ἐλθεῖ, καθὼς καὶ ἦλθον πολλοὶ ἐκ τῶν ἀντιπάλων μας, οἱ ὁποῖοι καὶ διὰ προσωπικοὺς λόγους ἀκόμη ἤθελον κατακρίνει τὰς πράξεις μας, διὰ τοῦτο ἅμα διελύθη ἡ Συνέλευσις, ἀνεφέρθημεν εἰς τὴν Α. Μ. καὶ εἴπομεν καθαρά· ἡμεῖς θεωροῦμεν ἀποπερατωμένην τὴν ἐντολήν μας καὶ παρακαλοῦμεν τὴν Α. Μ. νὰ μᾶς ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὸ βαρὺ φορτίον τῆς διοικήσεως τοῦ Κράτους, καὶ νὰ καλέσῃ εἰς τὰ πράγματα ἄλλους. Ὁ Βασιλεὺς μᾶς ἀπήντησεν, ὅτι δὲν βλέπει κανένα ἀποχρῶντα λόγον, διὰ νὰ ἀπομακρυνθῇ ἀπὸ τὴν διοίκησιν τοῦ τόπου ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπολαμβάνει πληρέστατα τὴν ἐμπιστοσύνην Αὑτοῦ, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε μεγάλην πλειονοψηφίαν μέχρι τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως. Μετὰ τὴν ἀπάντησιν αὐτὴν τοῦ Βασιλέως ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὴν παραίτησίν μας, ὄχι διότι εἴχομεν ἔρωτα εἰς τὰ χαρτοφυλάκια, ὡς λέγουσί τινες, καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι καθεὶς ἡμῶν, ἅμα τοῦ παρουσιάσθη κατάλληλος εὐκαιρία, ἐδράξατο αὐτῆς διὰ νὰ τὸ ἀφήσῃ, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι ἐκ τῶν 6 προσώπων, τὰ ὁποῖα ἀπετέλεσαν τὸ ὑπουργεῖον τῆς 26 Ἰουλίου, δὲν ὑπάρχουν εἰς τὸ παρὸν ὑπουργεῖον, εἰμὴ δύο, ἀλλὰ διότι δὲν ἠθέλομεν νὰ βάλωμεν εἰς δύσκολον θέσιν τὸν Βασιλέα τῆς Ἑλλάδος, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ εἴχομεν καὶ ἔχομεν τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἔρχωνται εἰς τὴν διοίκησιν τῶν πραγμάτων οἱ τυχόντες, πολὺ ὀλιγώτερον οἱ ἄνθρωποι τῶν δρόμων· ἡμεῖς ἐφρονούσαμεν καὶ φρονοῦμεν, ὅτι οἱ καλούμενοι νὰ κυβερνήσωσι πρέπει νὰ ἔχωσιν ἀνάλογον ἱκανότητα, νὰ ἀπολαμβάνωσι γενικῆς τινος κατὰ τὸ μᾶλλον καὶ ἧττον ὑπολήψεως καὶ νὰ ἔχωσι πολιτικοὺς φίλους, οἱ ὁποῖοι νὰ συμμερίζωνται τὰς ἀρχάς των καὶ νὰ τοὺς ὑποστηρίζωσι· μολονότι δὲν ὑπάρχουσι παρ’ ἡμῖν εὐτυχῶς πολλοὶ τοιοῦτοι, ἀμφίβολον ἦτον ἐὰν καλούμενοι ἤθελεν προθυμοποιηθῆ νὰ ἀναλάβωσι τὸ φορτίον, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἡμεῖς ἐζητήσαμεν νὰ ἀπαλλαγῶμεν. Ἀφ’ οὗ ἐμείναμεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἐὰν εἴχομεν τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἐξέφρασεν εἰς τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ὅτι δηλ. ἡ πρώτη καὶ μόνη ἀνάγκη τῆς συνταγματικῆς πολιτείας εἶναι ἡ τήρησις τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ καθαρὰ Συνταγματικὴ πολιτεία δὲν παραδέχεται θεραπείαν πολιτειακῶν ἀναγκῶν δι’ ἄλλων μέσων ἢ διὰ τῶν ὑπὸ τοῦ Συντάγματος ὡρισμένων, τότε ἰδοὺ τί ἔπρεπε νὰ κάμωμεν διὰ νὰ εἴμεθα συνεπεῖς μὲ τὴν ἀρχὴν ταύτην. Ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν διελύθη ἡ Συνέλευσις, ἔπρεπε νὰ παύσωμεν πᾶσα πληρωμὴν εἰς τὸν στρατὸν, διότι τὸ ποσὸν, τὸ ὁποῖον εἶχε προϋπολογισθῆ διὰ τὸ 1864, εἶχεν ἐξαντληθῆ, ἡ δὲ ζητηθεῖσα πίστωσις δὲν ἐψηφίσθη· ἔπρεπε νὰ ἀνοίξωμεν τὰς φυλακὰς τῶν ὑποδίκων καὶ καταδίκων καὶ νὰ τοὺς ἀπολύσωμεν ὅλους, διότι δὲν εἴχομεν πίστωσιν νὰ τοὺς θρέψωμεν, ἐκτὸς ἂν ἐννοῇ κἀνεὶς, ὅτι ἔπρεπε νὰ τοὺς κρατήσωμεν καὶ νὰ τοὺς ἀφήσωμεν νὰ ἀποθάνουν τῆς πείνης· ἔπρεπε νὰ ἀναστείλωμεν ὅλα τὰ μέτρα τῆς δημοσίου ἀσφαλείας, διότι καὶ αὐτὸ τὸ κονδύλι εἶχεν ἐξαντληθῆ· ἔπρεπε νὰ διαλύσωμεν τὸ κακουργιοδικεῖον, καὶ νὰ ἀναστείλωμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς πταισμ. δικαιοσύνης, ἔπρεπε νὰ μὴ πληρώσωμεν τὴν σύνταξιν τῶν πρώην γερουσιαστῶν καὶ νὰ ἀφήσωμεν ἐκτεθειμένα εἰς τὴν ἐσχάτην ἔνδειαν καὶ ἀπόγνωσιν 15, 20 σεβαστὰ λείψανα τοῦ ἱεροῦ ἀγῶνος, τὰ ὁποῖα ἠθέλησεν ἡ Συνέλευσις νὰ ὑπαγάγῃ εἰς τὸν νόμον περὶ συντάξεων τῶν πολιτικῶν ὑπαλλήλων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠγέρθη ἀμφισβήτησις, ἂν εἰς τὸ ποσὸν τῆς συντάξεως ταύτης ἔπρεπε νὰ ὑπολογισθῇ καὶ τὸ ἐπίδομα ἢ ὄχι, δὲν ἐψήφισε τὴν πίστωσιν. Ἅμα δὲ ἔφθανεν ἡ ά. Ἰανουαρίου ἔπρεπε νὰ ἀπολύσωμεν ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ κλείσωμεν ὅλα τὰ γραφεῖα· τοσούτῳ δὲ δὲ μᾶλλον ἔπρεπε νὰ κάμωμεν αὐτὰ, διότι δὲν εἶχεν ψηφισθῆ οὐδὲ ὁ νόμος τῶν ἐσόδων, καὶ μολονότι δὲν τὸ εἶπε κανεὶς ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπάρχουν ὅμως πολλοὶ τῶν λεγομένων δημοσιολόγων, οἱ ὁποῖοι ἰσχυρίζονται ὅτι πρὶν ψηφισθῇ ὁ νόμος τῶν ἐσόδων, ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ οὐδὲ τοὺς φόρους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι στηρίζονται εἰς παγίους νόμους, διότι μόνος ὁ νόμος τῶν ἐσόδων δίδει τὴν ἄδειαν νὰ εἰσπραχθῶσι οἱ φόροι καὶ λοιπὰ ἔσοδα ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, μεταξὺ δὲ τῶν ἐσόδων καταλέγονται καὶ τὰ καθυστεροῦντα, ὥστε καὶ αὐτὰ, κατὰ τὴν γνώμην τῶν θελόντων νὰ φυλάττεται τὸ Σύνταγμα ἀκριβέστατα, δὲν ἐδύναντο νὰ εἰσπραχθῶσιν. Λοιπὸν μὴ ἔχοντες οὐδὲ νὰ εἰσπράξωμεν οὐδὲ νὰ δαπανήσωμεν τίποτε, ἔπρεπε νὰ παραιτήσωμεν τὴν διοίκησιν καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς τὸν λαόν, «λαὲ τῆς Ἑλλάδος, οἰκονομήσου ἐπί τινας μῆνας ὅπως δυνηθῇς, ἡμεῖς δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σὲ διοικήσωμεν πλέον· ἡ διοίκησις ἀπαιτεῖ εἴσπραξιν ἐσόδων καὶ δαπάνην ἐξόδων, ἀλλὰ διὰ ταῦτα χρειάζονται νόμοι, νόμους χωρὶς Βουλὴν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν, Βουλὴν δὲν ἔχομεν, ἑπομένως δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σὲ διοικήσωμεν, καὶ φρόντισον νὰ ἐκλέξῃς καὶ νὰ ἀποστείλῃς τάχιστα τοὺς βουλευτάς σου.» Οὕτω πράττοντες ἠθέλομεν φυλάξει κατὰ τὸν Κ. Ἰακωβάτον τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα ἀνόθευτον καὶ ἀμιγὲς παντὸς στοιχείου ξένης νομοθεσίας. Ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν ἐσυλλογίσθημεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον· ἡμεῖς ἐφρονοῦμεν καὶ φρονοῦμεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα καὶ οἱ νόμοι δὲν εἶναι ὁ σκοπὸς τῆς πολιτείας, εἶναι τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ πολιτεία πρόκειται νὰ εὐημερήσῃ, τὸ Σύνταγμα ἔγεινε διὰ νὰ στερεώσῃ τὴν τάξιν καὶ προαγάγῃ τὴν εὐημερίαν τοῦ Ἔθνους, καὶ ὄχι νὰ φέρῃ τὴν παραλυσίαν. Καὶ λοιπὸν τί ἐπράξαμεν; Θέλω σᾶς ἀπαριθμήσει μίαν πρὸς μίαν τὰς πράξεις τὰς ὁποίας εὑρέθημεν εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ πράξωμεν, διὰ νὰ κρίνητε καὶ σεῖς, ἂν ὑπερέβημεν τὸ μέτρον τῆς ἀνάγκης, καὶ ἂν ἐβλάψαμεν τὸ Ἔθνος ἢ ὄχι. Ἰδοὺ λοιπὸν, ά.) ἐπήραμεν διὰ διατάγματος, τὰς πιστώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας εἴχομεν ζητήσει ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν διὰ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ὑπηρεσίας τοῦ 1864, καὶ ἑπομένως ἐδυνήθημεν νὰ πληρώσωμεν τὸν στρατὸν, νὰ θρέψωμεν τοὺς ὑποδίκους καὶ καταδίκους, νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὴν ἐνέργειαν τῆς Π. Δικαιοσύνης νὰ διαλύσωμεν μερικὰς ὑποχρεώσεις τοῦ δημοσίου, προερχομένας ἀπὸ τελεσιδίκους δικαστικὰς ἀποφάσεις, νὰ πληρώνωμεν τὰς συντάξεις τῶν πρώην Γερουσιαστῶν, τὰς ὁποίας ὑπελογίσαμεν ἄνευ τοῦ ἐπιδόματος ἀφήσαντες τὸ περὶ τούτου ζήτημα νὰ λυθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν ἢ τὰ δικαστήρια. Ἐπειδὴ δὲ ἐπλησίαζε τὸ ἔτος 1865, βλέποντες, ὅτι ἦτο ἀδύνατον νὰ ἔλθῃ ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς ἐνάρξεως αὐτοῦ, ἐκάμαμεν διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐκανονίσαμεν ἵνα μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς ἐξακολουθῇ ἡ Κυβέρνησις νὰ κάμνῃ τὰς διαφόρους δαπάνας τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ ὑποβληθέντος διὰ τὸ 1865 εἰς τὴν Συνέλευσιν προϋπολογισμοῦ διὰ τὸ 1865· προϊόντος τοῦ χρόνου καὶ ἐπιστάσης τῆς ἐποχῆς, καθ’ ἣν ἔπρεπε νὰ εἰσπραχθοῦν οἱ φόροι τῶν ζώων καὶ νὰ βεβαιωθοῦν οἱ ἔγγειοι τῶν διαφόρων προϊόντων, ἐτόλμησε τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, τοῦ ὁποίου μέλος δὲν ἤμην πλέον, νὰ κάμῃ καὶ ἄλλο διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἐδίδετο εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράξῃ τόν τε ποιμνιακὸν καὶ τοὺς ἐγγείους φόρους ὅπως μέχρι τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἰσεπράττοντο, ἤτοι ἐπὶ τῇ βάσει τῶν διὰ τὸ προηγούμενον ἔτος ψηφισθέντων νόμων. Αὐτὰ εἶναι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἡ Κυβέρνησις ἔλαβε διὰ νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, ἐξέδωκε δηλ. διατάγματα περὶ πιστώσεως, προϋπολογισμοῦ καὶ φορολογίας, εἶναι δὲ ἀκόμη καὶ τὸ διάταγμα ἐκεῖνο, δι’ οὗ ἔθεσεν εἰς ἐνέργειαν καὶ διὰ τὸ 1865 τὸν νόμον περὶ ἐλαττώσεως τοῦ μισθοῦ τῶν ὑπαλλήλων. Ἐκτὸς ὅμως τούτων ἡ Κυβέρνησις ἔστρεψε τὴν προσοχήν της καὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ συνεζητήθη λίαν σκανδαλωδῶς ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἡ Συνέλευσις παμψηφεὶ ἐδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς ἀφομοιώσεως· τινὲς μάλιστα ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται σήμερον νὰ μᾶς κατακρίνουν διὰ τὴν ἀφομοίωσιν, ἰσχυρίζοντο τότε, ὅτι διὰ νὰ γείνῃ πλήρης ἡ ἀφομοίωσις καὶ γενικὴ δὲν ἦτον ἀνάγκη οὐδὲ νόμου, διότι ἡ Ἰόνιος Βουλὴ εἶχε νομοθετήσει ταύτην διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς ἑνώσεως, καὶ μόνον ἐὰν βλέπητε, ἔλεγον, ὅτι πρέπει νὰ γίνωσιν ἐξαιρέσεις τινὲς, αὐτὰς πρέπει νὰ φέρητε εἰς τὴν Συνέλευσιν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ Ἔθνους διὰ νὰ σᾶς δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ τὰς ἐφαρμόσητε. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶχε παραδεχθῆ παμψηφεὶ τὴν ἀρχὴν διὰ ἀφομοιώσεως, καὶ δὲν διεφωνούσαμεν εἰμὴ κατὰ τοῦτο, οἱ μὲν ἤθελον νὰ ᾖναι γενικὴ καὶ ἄμεσος, ἄλλοι δὲ μερικὴ βαθμιαία. Ἐπειδὴ δὲ τῆς ἰδέας ταύτης ἦτο καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν ἔφερεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτε ἐπρόκειτο νὰ διαλυθῇ, μὲ αὐτὸ τὸ πνεῦμα εἶναι γραμμένη· λέγει, ὅτι παραδέχομαι τὴν ἀφομοίωσιν, ἀλλὰ θέλω τὴν ἄδειαν νὰ τὴν κάμνω ἀπὸ πρώτην Ἰανουαρίου μέχρι τέλους Δεκεμβρίου, δηλ. ἐντὸς ἑνὸς ἔτους, διὰ νὰ μὴ συνταραχθῶσι καὶ πάθωσι τὰ συμφέροντα ἐκείνων τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλὰ διὰ νὰ γείνῃ ἡ ἀφομοίωσις, ἦτο ἀνάγκη νὰ ἐγκατασταθοῦν αἱ ἀρχαὶ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Κυβέρνησις διὰ τοῦ 6ου ἄρθρου τῆς προτάσεως ἐζήτησε ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅπως ἐνεργήσῃ συνάμα τὴν διοικητικὴν, δικαστικὴν, οἰκονομικὴν, καὶ ἐκπαιδευτικὴν διαίρεσιν, καὶ καταστήσῃ τὰς ἁρμοδίους ἀρχὰς διὰ Β. Διαταγμάτων, πάντοτε ὅμως ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν Ἑλλάδι κειμένων νόμων. Τῆς Συνελεύσεως διαλυθείσης, ἡ Κυβέρνησις ἐστοχάσθη, ὅτι ἤθελεν ἀναλάβῃ μεγίστην εὐθύνην, ἂν δὲν ἔκαμνεν ἓν βῆμα πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν, ὄχι μόνον διότι τοῦτο τὸ εἶχε ἀποφασίσει ἡ Συνέλευσις, ἀλλὰ καὶ διότι ἐμάνθανε καθ’ ἑκάστην ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους της καὶ ἀπὸ διάφορα ἐκ τῶν μερῶν ἐκείνων ἐρχόμενα πρόσωπα, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου, μὴ βλέπων νὰ γίνωνται ἀφομοιώσεις, ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ διαφόρους ὑπονοίας, τὰς ὁποίας ἐκμεταλλευόμενοι οἱ ἐπίβουλοι τῆς ἑνώσεως καὶ τῆς Ἑλλάδος, (ἴσως οἱ καταχθόνιοι, τοὺς ὁποίους ἀναφέρει συχνὰ ὁ κ. Ἰακωβάτος), τὸν ἐτάραττον καὶ τὸν ἔκαμαν νὰ πιστεύῃ ὅτι δὲν ὑπάρχει τελεία ἕνωσις, ὅτι ἐγένετο ἁπλῆ ὁμοσπονδία, ἥτις ἐνδεχόμενον εἶναι νὰ διαλυθῇ καὶ νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ἴδια κτλ. Ἀπέναντι λοιπὸν τῶν εἰδήσεων τούτων καὶ τῆς ὁμοψήφου ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως ἐστοχάσθημεν καὶ ἡμεῖς, ὅτι ἠθέλαμεν κατασταθῆ ὑπεύθυνοι ἐνώπιον τοῦ ἔθνους ὁλοκλήρου, ἂν δὲν ἐκάμναμεν ἓν βῆμα πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν, ἐὰν δηλαδὴ δὲν ἐφαρμόζαμεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον διὰ διαταγμάτων πολλὰ μέρη τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας, τὰ ὁποῖα ἐνομίσαμεν, ἐν τῇ κρίσει μας, ὅτι ἐδύναντο νὰ ἐφαρμοσθῶσι χωρὶς νὰ συνταράξουν συμφέροντα καὶ νὰ φέρουν ἄνω κάτω τὸν τόπον, ἀφήσαντες τὰ ὑπόλοιπα νὰ τὰ κάμῃ ἡ Βουλή. Ἐκάμαμεν λοιπὸν τὴν διοικητικὴν ἀφομοίωσιν, ἀλλὰ πρὸς ἐφαρμογὴν αὐτῆς ἦτο ἀνάγκη νὰ κάμωμεν καὶ ἐκάμαμεν καὶ τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν. Τώρα, ἂν ἔγεινε καλῶς ἢ κακῶς ἡ διαίρεσις αὕτη, τοῦτο θέλετε τὸ ἐξετάσει εἰς τὰ καθέκαστα, καὶ δύνασθε ἢ νὰ παραδεχθῆτε αὐτὴν ἢ νὰ τὴν τροποποιήσετε. Ἐκάμαμεν τὴν οἰκονομικὴν ἀφομοίωσιν, δηλαδὴ εἰσηγάγομεν ἐν Ἑπτανήσῳ τὸν νόμον περὶ δημοσίου λογιστικοῦ καὶ τὴν τελωνιακὴν νομοθεσίαν, καὶ ἐγκατεστήσαμεν ταμίας καὶ τελώνας κατὰ τοὺς ὀργανικοὺς τῆς Ἑλλάδος νόμους. Λυποῦμαι, ὅτι δὲν εἶναι σήμερον ἐδῶ ὁ κ. Παδοβᾶς.
§78ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐδῶ εἶμαι.
§79ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Μὴ συγχωρεῖτε· θὰ σᾶς εἴπω λοιπὸν, ὅτι χθὲς ὁμιλοῦντες περὶ τῆς οἰκονομικῆς ἀφομοιώσεως, εἴπατε ὅτι ἐφαρμόσαντες εἰς τὴν Ἑπτάνησον τὴν τελωνιακὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑλλάδος, ἐπεβαρύναμεν τὸν ἄθλιον ἐκεῖνον λαόν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐλάβατέ ποτε τὸν κόπον νὰ παραβάλλετε τὴν τελωνιακὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑλλάδος πρὸς τὴν τῆς Ἑπτανήσου, καὶ νὰ ἐξετάσητε ἂν ἡ ἐφαρμογὴ τῆς τελωνιακῆς νομοθεσίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ ἡ κατὰ συνέπειαν αὐτῆς ἄρσις τῶν τελωνιακῶν γραμμῶν ἔβλαψεν ἢ ὠφέλησε. Δύο λέξεις θὰ σᾶς εἴπω ἵνα ἐνοήσητε πόσον εἶσθε ἠπατημένος. Ἡ Ἑπτάνησος πρὶν ἢ ἀρθῇ ἡ τελωνιακὴ γραμμὴ, ἐπλήρωνε εἰσαγωγικὸν τέλος καὶ ἐξαγωγικὸν δι’ ὅλα τὰ Ἑλληνικὰ προϊόντα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὴν πρώην Ἑλλάδα ἐφέροντο εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὡς π. χ. ὁ σῖτος, τὰ ζῶα, τὰ ὁποῖα ἀπὸ τὴν Ἀκαρνανίαν καὶ Ἠλείαν μετεφέροντο εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐπλήροναν ἐξαγωγικὰ τέλη ἐνταῦθα καὶ εἰσαγωγικὰ ἐκεῖ. Ἐπελθούσης τῆς ἀφομοιώσεως ἀμφότερα τὰ τέλη κατηργήθησαν καὶ δὲν εἶναι ὀλίγον τὸ ποσὸν αὐτῶν, εἶναι πλέον τῶν 100 χιλιάδων δραχμῶν. Τὸ ἔλαιον τῆς Ἑπτανήσου ἐρχόμενον εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐπλήρωνεν εἰσαγωγικὸν δικαίωμα ὅπως πληρόνει καὶ τὸ προερχόμενον ἀπὸ ξένας χώρας, μετὰ τὴν ἀφομοίωσιν ἡ πληρωμὴ αὕτη ἔπαυσε· καὶ ἠξεύρεται, κύριοι, ὅτι σημαίνει πολὺ νὰ μὴ πληρώνῃ προϊόν τι φόρον εἰς τὸν τόπον τῆς καταναλώσεως· καὶ διὰ τοῦτο μεγάλη προσπάθεια καταβάλλεται, ἵνα μὴ ὑποβάλλεται εἰς εἰσαγωγικὸν τέλος ἡ σταφὶς εἰς τὴν Ἀγγλίαν....... (θόρυβος). Προβαίνουσα εἰς τὴν ἀφομοίωσιν ἡ Κυβέρνησις ἀφωμοίωσε τοὺς μισθοὺς τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπαλλήλων μὲ τοὺς τῶν ἐνταῦθα, καὶ ἐκ τούτου ἐπῆλθεν οὐχὶ ὀλίγη οἰκονομία· ἐκάμαμεν ἀκόμη ἕτερά τινα βήματα χωρὶς νὰ προβῶμεν εἰς τὴν πλήρη ἀφομοίωσιν, διότι ἐθεωρήσαμεν τολμηρὸν τοῦτο καὶ τὸ ἀφήσαμεν νὰ τὸ κάμωμεν ὁμοῦ μὲ τὴν Βουλήν. Αὐτὰ, κύριοι, εἶναι τὰ πλεῖστα τῶν διαταγμάτων, ὅσα ἐξεδώκαμεν, ἤτοι διατάγματα πιστώσεων, φορολογίας καὶ ἀφομοιώσεως. Καὶ ὅτι ὅλα αὐτὰ τὰ διατάγματα ἦσαν κατεπείγοντα, ἦταν ἀπαραίτητα διὰ τὴν καλὴν διοίκησιν τοῦ τόπου, δύνασθε νὰ τὸ ἐξαγάγητε καὶ ἐκ τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἐζήτησε τὴν ἐπιψήφησιν αὐτῶν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν. Ἀλλὰ λέγουν τινὲς ἕως ἐδῶ πηγαίνει καλά, ἀναγνωρίζωμεν καὶ ἡμεῖς τὴν ἀνάγκην διαταγμάτων τινῶν, τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ὁποίων εἴχετε ζητήσει καὶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν ἔτι. Ἀλλὰ σεῖς προέβητε πολὺ ἐμπρὸς, ἀφοῦ μίαν φορὰν ἐπατήσατε ἐπὶ κεκλιμένου πεδίου, εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος μου Βαλασσόπουλος, ἐγλυστρίσατε καὶ ὑπήγατε εἰς τὸν πάτον χωρὶς νὰ σεβασθῆτε τίποτε· ἂς ἴδωμεν ποῖα εἶναι τὰ ἄλλα διατάγματα, ἅτινα ἐξεδώκαμεν, καὶ ἂς ἀναλύσωμεν τὴν ἀνάγκην καὶ τὴν χρησιμότητα αὐτῶν. Ἐν πρώτοις ἐξεδώκαμεν διάταγμα διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζεται ἡ θητεία τῶν δασοφυλάκων (οὐχὶ δὲ καὶ τῶν δασονόμων, ὡς εἶπον τινὲς), ἀλλὰ τὸ διάταγμα τοῦτο δὲν εἶναι νομοθετικῆς φύσεως, οὔτε θέλει καθυποβληθῆ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶχον αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἤθελον μόνον νὰ περιορίσω δι’ αὐτοῦ τὴν ἀπεριόριστον ἐξουσίαν, ἣν οἱ νόμοι τοῦ Κράτους ἔδιδον εἰς ἐμὲ τὸν ὑπουργόν του νὰ παύω καὶ νὰ διορίζω κατὰ τὸ δοκοῦν τοὺς δασοφύλακας, τὴν ἀπόλυτον ταύτην ἐξουσίαν ἤθελον νὰ ὑποβάλω εἰς περιορισμὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἐκανόνισα ποῖα προσόντα πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ διοριζόμενοι καὶ εἰς ποίας περιστάσεις ἐπιτρέπεται νὰ παύωνται. Ἵνα δὲ μὴ νομίσητε, ὅτι ὑπὸ κουφότητος ἢ ἰδιοτροπίας ἐπέβαλον εἰς ἐμαυτὸν τὸν περιορισμὸν τοῦτον, σᾶς λέγω ὅτι ἐν διαστήματι 15 μηνῶν διωρίσθησαν καὶ ἐπαύθησαν 650 δασοφύλακες, ἐνῷ καθ’ ὅλον τὸ κράτος εἶναι μόνον 140.
§80Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ποῖος τοὺς διώρισε;
§81ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ καὶ τέσσαρες ἄλλοι προκάτοχοι ὑπουργοί. Διὰ τοὺς ἰδίους περίπου λόγους ἔγεινε καὶ τὸ διάταγμα περὶ θητείας τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς ὡμίλησεν ἐν ἐκτάσει ὁ κ. πρωθυπουργός. Ἀλλ’ ἀμφότερα τὰ διατάγματα ταῦτα δὲν εἶναι νομοθετικῆς φύσεως, εἶναι ὑποχρεωτικὰ μόνον καὶ μόνον διὰ τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι τὰ ἔκαμαν, καὶ ἐὰν οἱ διάδοχοι ὑπουργοὶ δὲν τὰ ἐγκρίνουν δύνανται νὰ τὰ καταργήσωσιν, ἐὰν δὲ φρονῇ τις ὅτι οἱ διορισθέντες ἀπέκτησαν δικαιώματα, μετὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ὑπὸ τῶν διαταγμάτων θητείαν, ἂς ζητήσωσι τὴν κατάργησιν αὐτοῦ τοῦ νόμου.
§82Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παραδέχεσθε ὅτι δὲν δίδει δικαιώματα.
§83ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δίδει.
§84Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὑπῆρχε νόμος περὶ θητείας τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων.......(Θόρυβος).
§85ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Διὰ τοὺς ἀστυνομικοὺς κλητῆρας ὑπῆρχε νόμος καὶ οὐχὶ διάταγμα, μολονότι δὲ οἱ νόμοι δίδουν δικαιώματα, ἕτερος ὅμως νόμος κατήργησε καὶ τὸν νόμον καὶ τὰ δικαιώματα. Ἡ Προσωρινὴ Κυβέρνησις ἐν τῇ δικτατορικῇ ἐξουσίᾳ της ἐξέδωκε νόμον ἀνασταλτικὸν τοῦ πρώτου καὶ δυνάμει τούτου οἱ κλητῆρες ἐπαύθησαν, καί τοι ἔχοντες θητείαν. Ὑπάρχει νόμος περὶ τελωνοφυλακῆς, καθ’ ὃν οἱ τελωνοφύλακες διορίζονται διὰ πέντε ἔτη, ἐὰν ὅμως ἐπέλθῃ ἕτερος νόμος καὶ περιορίσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν φυλάκων, φρονεῖτε, ὅτι οἱ κατὰ συνέπειαν τούτου ἀπολυθησόμενοι ἔχουν δικαίωμα νὰ ζητήσουν ἀποζημίωσιν; οὐχὶ βεβαίως, διότι ὁ μεταγενέστερος νόμος καταστρέφει τὰ τοιαῦτα δικαιώματα. — Ἀλλ’ ἔστω, λέγουν τινὲς, σᾶς συγχωροῦμεν καὶ διὰ ταῦτα, ἀφοῦ μᾶς πληροφορεῖτε, ὅτι τὰ ἐκδοθέντα διατάγματα δὲν εἶναι ὑποχρεωτικὰ διὰ τοὺς διαδόχους σας καὶ ὅτι ὅταν ἔλθωμεν ἡμεῖς εἰς τὴν ἐξουσίαν δυνάμεθα νὰ παύσωμεν τοὺς διορισθέντας παρ’ ὑμῶν δασοφύλακας καὶ κλητῆρας καὶ νὰ τοὺς ἀντικαταστήσωμεν μὲ ἀνθρώπους ἰδικούς μας· τί ἔχετε ὅμως νὰ εἰπῆτε διὰ τὸ περὶ αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς μισθοδοσίας τῶν χωροφυλάκων διάταγμα; ἐδῶ σᾶς ἔχομεν! ἐδῶ σᾶς ἐπιάσαμεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ! Ἡ παράβασις τοῦ Συντάγματος εἶναι φανερὰ καὶ ἀναμφισβήτητος! καὶ ἑπομένως δὲν ἐκάματε τὴν παράβασιν ἀπὸ κουφότητα ἢ ἰδιοτροπίαν, ἀλλὰ τὴν ἐκάματε ἀπὸ πνεῦμα καὶ διὰ σκοποὺς, τοὺς ὁποίους ἀποσιωπῶμεν, διότι, ὡς εἶπεν ὁ ἀγορεύων Παδοβᾶς, καὶ ἡ ἀποσιώπησις εἶναι σχῆμα ῥητορικὸν, καὶ ἓν τῶν καλλιτέρων· χαριζόμενοι πρὸς ὑμᾶς, κύριοι ὑπουργοὶ, δὲν θέλομεν ν’ ἀποκαλύψωμεν εἰς τὴν κοινωνίαν καὶ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους τὸ πνεῦμα καὶ τοὺς σκοποὺς δι’ οὓς ἔγεινε τὸ διάταγμα τοῦτο. Κύριοι, δὲν θέλω νὰ κάμω καθόλου λόγον περὶ τῆς ἀνάγκης, ἡ ὁποία προεκάλεσεν αὐτὸ τὸ Διάταγμα, διότι περὶ τούτου σᾶς εἶπεν ἀρκετὰ ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς, καὶ ὅσοι δὲν ἐπείσθησαν ἀπὸ τὰ ἀκαταμάχητα ἐπιχειρήματα, καὶ ἀπὸ τὴν εὔγλωττον καὶ ἰσχυρὰν φωνὴν τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, εἶναι ἀδύνατον βεβαίως νὰ πεισθῶσι ἀπὸ τοὺς ἰδικούς μου ἀσθενεῖς λόγους. Δὲν θέλω ν’ ἀνακαλέσω εἰς τὴν μνήμην ὑμῶν τοὺς μεγάλους φόβους ὑπὸ τῶν ὁποίων κατείχετο τότε ὁλόκληρος ἡ κοινωνία, καὶ ἕνεκα τῶν ὁποίων λίαν σπουδαῖος καὶ λίαν ἀξιότιμος κάτοικος τῶν Ἀθηνῶν μοὶ ἔλεγε καὶ χθὲς ἀκόμη, ὅτι ἐπὶ πολλὰς νύκτας δὲν ἐκοιμᾶτο. Παραιτοῦμαι ἀφ’ ὅλα ταῦτα καὶ περιορίζομαι νὰ ἐρωτήσω τοὺς κατακρίνοντας τὴν ἔκδοσιν τοῦ Διατάγματος τούτου καὶ ἰδίως τοὺς ΚΚ. ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ διὰ ποῖον λόγον θεωροῦσιν ὡς ἔγκλημα τὴν γενομένην παρ’ ἡμῶν προσθήκην 40 ἐνωμοτιῶν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Χωροφυλακῆς διὰ Β. Διατάγματος, ἐνῷ γνωρίζουσι κάλλιστα ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἀνέκαθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς αὐτὴν τὴν τακτικὴν ἐτήρησε, σχηματίζουσα ἄνευ νόμων καὶ δι’ ἁπλῶν διαταγμάτων οὐχὶ ἐνωμοτίας ἀλλὰ λόχους, τάγματα καὶ συντάγματα, καὶ οὐχὶ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ὅτι δημιουργεῖ θέσεις ἀνωτέρων καὶ κατωτέρων ἀξιωματικῶν, δι’ ὧν ἐπιβαρύνεται μὲ σημαντικὰ ποσὰ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους. Εἶναι, Κύριοι, ἀληθὲς ὅτι καὶ εἰς τὸ νέον καὶ εἰς τὸ παλαιὸν σύνταγμα ὑπάρχει διάταξις ὁριστικὴ καὶ αὐθεντικὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ διορίσῃ εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν, καὶ τὴν διάταξιν ταύτην ὅλαι αἱ λοιπαὶ ὑπηρεσίαι τοῦ κράτους ἐσεβάσθησαν πάντοτε, καὶ ποτὲ δὲν ἐγένετο διορισμὸς, οὔτε ἑνὸς κλητῆρος, οὔτε ἑνὸς γραφέως, πρὶν ἢ νομοθετηθῇ ἡ θέσις του, πολλάκις δὲ ἐγένοντο ἐπερωτήσεις εἰς τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ τῶν Ἐσωτερικῶν διὰ τὸν διορισμὸν ἐκτάκτων γραφέων ἢ κλητήρων. Ἀλλ’ ἡ στρατιωτικὴ ὑπηρεσία ἐνόμισε καὶ ἴσως νομίζει, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη δὲν τὴν ἀφορᾷ, καὶ διὰ τοῦτο ὁσάκις τὸ ἐθεώρει ἀναγκαῖον προεκάλει διατάγματα, δι’ ὧν ηὔξανε τὴν δύναμιν τῶν σωμάτων μετασχηματίζουσα αὐτὰ καὶ διώριζεν ἀξιωματικοὺς ἐπιβαρύνουσα τὸν προϋπολογισμὸν μὲ ὄχι ὀλίγα ἔξοδα. Ἵνα δὲ μὴ νομίσητε ὅτι σᾶς λέγω λόγια παρακαλῶ νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑποβάλλω ὀλίγας ἐκ τῶν πολλῶν σημειώσεων, τὰς ὁποίας ἐκράτησα, ὅτε πρό τινος καιροῦ μέλος ὢν τοῦ Ἐλεγκτικοῦ Συνεδρίου ἔλαβον ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω καὶ νὰ μελετήσω τὰ γενόμενα εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν ὑπὸ οἰκονομικὴν ἔποψιν. Τὸ πεζικὸν, Κύριοι, ἐν ἀρχῇ τῆς ἐγκαθιδρύσεως τῆς βασιλείας συνίστατο ἀπὸ 8 τάγματα ἕκαστον τῶν ὁποίων διῳκεῖτο ἀπὸ ἕνα ταγματάρχην, μετ’ ὀλίγους μῆνας προσετέθη καὶ δεύτερος ταγματάρχης ὡς Πρόεδρος τοῦ οἰκονομικοῦ· κατὰ τὸ 1836 ὡρίσθη νὰ ᾖναι ὁ διοικητὴς ἀντισυνταγματάρχης, ἀλλ’ εἰς τὰ ἐλαφρὰ λεγόμενα τάγματα νὰ μὴ ὑπάρχῃ δεύτερος ταγματάρχης. Κατὰ τὸ 1843 ὅλον τὸ πεζικὸν περιωρίσθη εἰς 4 τάγματα, ἤτοι 2 τῆς γραμμῆς περιέχοντα ἀνὰ 8 λόχους καὶ 2 τῶν ἀκροβολιστῶν περιέχοντα ἀνὰ 4. Κατὰ τὸ 1852 ηὐξήθη ἡ δύναμις τῶν τελευταίων κατὰ δύο λόχους καὶ ἐδόθη εἰς τοὺς διοικητὰς αὐτῶν ὁ βαθμὸς τοῦ ἀντισυνταγματάρχου. Κατὰ τὸ 1854 ἐγένετο νέος ὀργανισμὸς, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἀριθμὸς τῶν ταγμάτων ἀνεβιβάσθη εἰς 9 καὶ διῃρέθησαν εἰς τρεῖς μοίρας, ἑκάστης δὲ τῶν μοιρῶν διωρίσθη προϊστάμενος συνταγματάρχης· οὕτω δὲ ἐδημιουργήθησαν καὶ θέσεις συνταγματαρχῶν διὰ τὴν διοίκησιν τοῦ πεζικοῦ.
§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τοῦτο ἐγένετο μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς ὁροφυλακῆς.
§87ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ 1860 διαλυθέντων τῶν συνταγμάτων ἐσχηματίσθησαν πάλιν 10 αὐθύπαρκτα τάγματα καὶ προσετέθησαν καὶ ἕτερα 10 τῆς ἐφεδρείας· ὅπως δὲ μὴ μείνωσιν ἐκτὸς ὑπηρεσίας οἱ μέχρι τοῦδε διοικηταὶ τῶν συνταγμάτων ἐδημιούργησαν θέσεις ἐπιθεωρητῶν τοῦ πεζικοῦ, αἵτινες δὲν ὑπῆρχον μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς. Τὰ αὐτὰ περίπου συνέβησαν καὶ εἰς τὰ λοιπὰ σώματα, ἰδίως δὲ τῆς χωροφυλακῆς περὶ τῆς ὁποίας σήμερον γίνεται τοσοῦτος λόγος. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἐν ἀρχῇ τῆς συστάσεως δὲν εἶχε παρὰ 10 μοιράρχους καὶ 24 ὑπομοιράρχους· χωρὶς δὲ νὰ ἐνδιατρίψω εἰς τὰς γενομένας ἐν τῷ μεταξὺ μεταβολὰς, σᾶς ἀναφέρω, ὅτι διὰ τοῦ ἀπὸ 18 Ἰουνίου 1859 Β. Διατάγματος, ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς ὡρίσθη εἰς ἕνα συνταγματάρχην, 2 ἀντισυνταγματάρχας, 5 ταγματάρχας, 6 μοιράρχους, 11 ἀντιμοιράρχους, 21 ὑπομοιράρχους καὶ 20 ἀνθυπομοιράρχους, 7 ἀξιωματικοὺς τῆς οἰκονομίας, 154 ἐνωμοτάρχας Αʹ. καὶ Βʹ. τάξεως, 120 ὑπενωμοτάρχας καὶ 1350 χωροφύλακας Αʹ. καὶ Βʹ. τάξεως.
§88Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγένοντο διὰ νόμου, προσδιωρίσθησαν οἱ μισθοὶ διὰ νόμου.
§89ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ μισθοὶ μόνον ἐκανονίσθησαν διὰ νόμου, ὁ δὲ ἀριθμὸς τῶν ἀξιωματικῶν, ὑπαξιωματικῶν καὶ χωροφυλάκων ὡρίσθη διὰ τοῦ μνησθέντος Β. Διατάγματος.
§90ΒΟΤΣΑΡΗΣ. Νομίζω ὅτι ἦτο διὰ Διατάγματος.
§91ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ προσωπικὸν τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων τοῦ στρατοῦ ἐν ἀρχῇ συνίστατο ἀπὸ ἁπλοῦς καταλυματίας μὲ ἓν ἢ δύο γαλόνια, ἀλλὰ κατὰ τὴν 16 Ὀκτωβρίου 1861 ἐξεδόθη Β. Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου θέλοντες ὡς ἔλεγον νὰ κανονίσωσι καὶ νὰ τακτοποιήσωσι τὸ προσωπικὸν τῶν οἰκονομικῶν ὑπαλλήλων, ὥριζον αὐτὸ εἰς ἕνα γενικὸν ἐπιμελητὴν μὲ βαθμὸν συνταγματάρχου, 2 ἐπιμελητὰς μὲ βαθμὸν ἀντισυνταγματάρχου, 4 ὑποεπιμελητὰς μὲ βαθμὸν ταγματάρχου, 6 ὑποκαταλυματίας Αʹ. καὶ 6 Βʹ. τάξεως, 20 καταλυματίας Αʹ. καὶ 20 Βʹ. καὶ 4 λογιστάς. Εἰς τὸ προσωπικὸν τῆς ὑγείας λεγόμενον κατ’ ἀρχὰς ὑπῆρχεν ἁπλῶς ἰατρὸς, μετέπειτα ὅμως προσετέθησαν καὶ ἄλλοι βαθμολόγοι καὶ κατὰ τὸν Ὀκτώβριον τοῦ 1861 ἐκανονίσθη διὰ Β. Διατάγματος νὰ σύγκηται καὶ τοῦτο ἀπὸ ἕνα γενικὸν ἀρχίατρον μὲ βαθμὸν συνταγματάρχου, ἕνα ἀρχίατρον μὲ βαθμὸν ἀντισυνταγματάρχου, ἕνα ἐπίατρον μὲ βαθμὸν ταγματάρχου, 12 ἰατροὺς Αʹ. καὶ Βʹ. τάξεως, 12 ὑπιάτρους, 12 ἀνθυπιάτρους καὶ 14 δοκίμους. Πᾶσαι δὲ αἱ μεταβολαὶ καὶ αἱ προσθῆκαι ἐγίνοντο διὰ διαταγμάτων. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐπεκράτησεν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ στρατοῦ τοιαύτη συνήθεια, καὶ ἡ συνήθεια αὕτη ἐθεωρήθη συνταγματικὴ, συνταγματικωτάτη, (διότι μὴ νομίσατε ὅτι πρώτην ἤδη φορὰν ἐμβαίνομεν εἰς τὸν συνταγματικὸν δρόμον), πρὸς τί σήμερον γίνεται τόση συζήτησις καὶ τόσος θόρυβος διὰ τὴν προσθήκην 400 χωροφυλάκων, 400 δηλ. ἁπλῶν στρατιωτῶν; Ἀπὸ τὰ 1843 εἴχομεν σύνταγμα, καθ’ ἑκάστην συνήρχοντο ἥ τε Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία καὶ ἔβλεπον τὰ γινόμενα, ἀλλ’ οὐδέποτε ἠθέλησαν νὰ ἐμποδίσωσιν αὐτὴν τὴν τακτικὴν οὐδὲ τὴν ἐθεώρησαν ποτὲ ὡς παραβιάζουσαν τὸ Σύνταγμα. Ἐπομένως νομίζω, ὅτι δὲν ἦτον δίκαιον μετὰ τοσαῦτα προηγούμενα νὰ κατακρινώμεθα τοσοῦτον αὐστηρῶς ἡμεῖς καὶ μάλιστα ἀπὸ ἀξιωματικοὺς, διότι εὑρεθέντες εἰς δυσκόλους περιστάσεις ηὐξήσαμεν διὰ Διατάγματος τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς κατὰ 40 ἐνωμοτίας. Ἀλλὰ δύναται νὰ μοὶ εἴπῃ τις διατὶ νὰ ἦσθε ὑμεῖς τόσον ὀλίγον ἔξυπνοι καὶ νὰ μὴ κάμητε τὴν προσθήκην δι’ ἁπλοῦ Διατάγματος, ἀλλὰ νὰ κάμητε νομοθέτημα ὑποβλητέον εἰς τὴν κύρωσιν τῆς Βουλῆς; Τὸ ἐκάμαμεν οὕτω, διότι τὸ μέχρι τοῦδε γινόμενον ἐθεωρήσαμεν ἀντισυνταγματικὸν καὶ παράνομον, καὶ ἠθελήσαμεν νὰ καθιερώσωμεν ἡμεῖς πρῶτοι τὴν ἀρχὴν, ὅτι πᾶσα μεταβολὴ εἰς τὸν στρατὸν, πᾶς ὀργανισμὸς καὶ πᾶσα τροποποίησις φέρουσα αὔξησιν ἢ ἐλάττωσιν ἐξόδων πρέπει νὰ γίνηται διὰ νόμου· δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐγένετο τὸ διάταγμα ὅπως ἐγένετο. Ἂν εἴχομεν σκοποὺς πλαγίους, ἂν ἠθέλαμεν νὰ ἤμεθα ὀλιγώτερον εἰλικρινεῖς, ἠδυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἁπλοῦν Διάταγμα τὸ ὁποῖον δὲν ἦτον ἀνάγκη νὰ σας παρουσιάσωμεν, καὶ οὕτω νὰ μὴ ἔχωμεν ἤδη συζήτησιν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Ἀλλὰ, λέγουν, δὲν περιωρίσθητε μόνον εἰς τὴν προσθήκην τῶν ἐνωμοτιῶν ηὐξήσατε καὶ τὸν μισθόν. Τοῦτο ὁμολογῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι εἶναι νομοθετικὸν, διότι ὑπάρχει νόμος κανονίζων τὴν μισθοδοσίαν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ γείνῃ αὔξησις αὐτῆς. Ἀλλ’ ὡς σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς, τὸ ἔξοδον αὐτὸ εἶναι ὅλως προσωρινὸν καὶ μένει εἰς τὸ χέρι σας νὰ τὸ χαλάσητε. Ἡμεῖς τὸ οἰκονομήσαμεν ἀπὸ τὰ ἔξοδα τῆς δημοσίας ἀσφαλείας, τὰ ὁποῖα ἀντὶ νὰ κατασπαταλῶμεν ἀσκόπως ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, ἠθελήσαμεν νὰ τὰ δώσωμεν εἰς τὴν χωροφυλακὴν· διότι κατὰ τὴν κρίσιν μας καὶ ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον ἐστοχάσθημεν νὰ δοθῶσιν. Ἄλλως, Κύριοι, ἂν ἠθέλαμεν νὰ ἤμεθα ὀλιγώτερον εἰλικρινεῖς, μήπως νομίζετε ὅτι δὲν εἴχαμεν τὸν τρόπον νὰ οἰκονομήσωμεν, καὶ αὐτήν μας τὴν πρᾶξιν; ἐγὼ νὰ σᾶς εἰπῶ. Ἀφοῦ εἴχομεν τὸ δικαίωμα νὰ κάμωμεν οἱανδήποτε μεταβολὴν εἰς τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς καὶ οἱανδήποτε αὐξομείωσιν προσώπων καὶ βαθμολόγων, ἐπειδὴ ὑπάρχουν χωροφύλακες πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, ὑπενωματάρχαι καὶ ἐνωματάρχαι ὡσαύτως πρώτης καὶ δευτέρας τάξεως, ἠδυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀντὶ νὰ ὑπάρχουν χωροφύλακες 500 πρώτης τάξεως καὶ 500 δευτέρας, γίνονται ὅλοι πρώτης. Ἐπίσης ἠδυνάμεθα ν’ αὐξήσωμεν τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐνωμοταρχῶν, ὑπενωμοταρχῶν καὶ οὕτω νὰ ἀναβιβάσωμεν τὴν μισθοδοσίαν τῶν προσώπων δικαιολογοῦντες αὐτὴν διὰ τῶν προβιβασμῶν· ἀλλὰ δὲν ἐνομίσαμεν πρέπον νὰ καλύψωμεν διὰ τοιούτων πλαγίων ἐνεργειῶν τὴν εὐθύνην μας. Ἔπειτα νομίζετε, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν στρατιωτικὴν ὑπηρεσίαν δὲν ὑπάρχουν προηγούμενα τοιαύτης αὐξήσεως μισθοδοσίας διὰ διαταγμάτων; Εἰς τὰ 1852 ἐγένετο διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου κανονίζονται αἱ ἀποδοχαὶ τῶν ὁδοιπορούντων μηχανικῶν, καὶ δίδονται εἰς αὐτοὺς ἐπιμίσθια, ἐνῷ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς ὑπηρεσίας ἵνα δοθῇ ἐπιμίσθιον χρειάζεται νόμος. Εἰς τὰ 1861 ἐγένετο νέος ὀργανισμὸς τῆς στρατιωτικῆς σχολῆς διὰ τοῦ ὁποίου ἐχορηγήθη εἰς τοὺς στρατιωτικοὺς διδασκάλους 60 δραχμὰς ἐπιμίσθιον, τὸ ὁποῖον θέλει αὐξάνει κατὰ πενταετίαν ἀνὰ 30 μέχρι τῶν 120. Ἰδοὺ λοιπὸν ὅτι εἴχομεν καὶ προηγούμενα αὐξήσεως μισθῶν εἰς τὰ ὁποῖα ἠδυνάμεθα νὰ στηριχθῶμεν, ἀλλὰ δὲν ἠθελήσαμεν νὰ καταφύγωμεν εἰς αὐτὰ, διότι ἠθέλαμεν νὰ ἤμεθα εἰλικρινεῖς καὶ ὅ,τι ἐκάμαμεν ἐξ ἀνάγκης νὰ τὸ φέρωμεν γυμνὸν ἐνώπιόν σας διὰ νὰ τὸ κρίνετε καθ’ ὅλην τὴν ἔκτασιν. Προβαίνων ὁ Κ. Πετιμεζᾶς σᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν περιωρίσθημεν ἕως ἐδῶ, ἀλλ’ ἐκάμαμεν καὶ ἄλλο ἔγκλημα ἀκόμη χειρότερον· ἐθέσατε μᾶς εἶπε βέβηλον χεῖρα εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς Χωροφυκῆς. Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς περιέχει καὶ διατάξεις νομοθετικὰς, οὐσιαστικὰς, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι ἀληθὲς, ὅτι περιέχει καὶ διατάξεις ἁπλῶς κανονιστικάς· διότι καθ’ ἣν ἐποχὴν ἐξεδόθη ἤτοι κατὰ τὰ 1833, ἡ νομοθετικὴ καὶ ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἦσαν ἡνωμέναι εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον, ἤτοι τὸν Βασιλέα, καὶ δὲν ἐγίνετο διάκρισις. Ἐὰν λοιπὸν μετεβάλλομεν καμμίαν ἐκ τῶν νομοθετικῶν διατάξεων, τότε ἡ καθ’ ἡμῶν μομφὴ ἦτο πολὺ δικαιολογημένη· ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ποία εἶναι ἡ μεταβληθεῖσα διάταξις; ἐνῷ ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατ. εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ μεταθέσῃ μόνους τοὺς σταθμοὺς τῆς χωροφυλακῆς, ἐκανονίσαμεν νὰ συνεννοῆται περὶ τούτου καὶ μὲ τὸν Ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν· ἀλλὰ τὶς ἀγνοεῖ, ὅτι ὅλα τὰ ὑπουργικὰ συμβούλια, τὰ ὁποῖα ζῶσιν ὡς μία οἰκογένεια, καὶ τὰ μέλη τῶν ὁποίων θέλουν νὰ ἠξεύρουν τί γίνεται εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἀποφασίζουν πολλάκις νὰ ὑποβάλλουν εἰς τὴν ἀμοιβαίαν ἔγκρισιν τὰς ἐνεργείας των καὶ πολλάκις λαμβάνουν τὸ μέτρον νὰ μὴ γίνωνται κινήσεις καὶ διορισμοὶ χωρὶς νὰ ζητηθῇ ἡ γνώμη καὶ τῶν ἄλλων; Ἐγὼ ἐν τούτοις, ὄχι μόνον δὲν δυσηρεστήθην διὰ τὴν κατάκρισιν αὐτὴν, ἀλλὰ καὶ εὐχαριστήθην τὰ μέγιστα, διότι βλέπω ἐκ ταύτης, ὅτι ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὅστις κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἀργὰ ἢ ὀγλίγωρα θὰ ἔλθῃ εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν στρατιωτικῶν, ἔχει τόσην εὐλάβειαν εἰς τὸ Σύνταγμα ὥστε ὄχι μόνον δὲν ἐπιτρέπει νὰ γίνωνται ὀργανισμοὶ ἄνευ νόμου, ὡς ἐγίνετο μέχρι τοῦδε εἰς τὸν στρατιωτικὸν κλάδον, ἀλλὰ θέλει νὰ γίνωνται διὰ νόμου καὶ οἱ κανονισμοὶ, ἐνῷ εἰς τοὺς ἄλλους κλάδους τῆς δημοσίου ὑπηρεσίας, ὅπου οὐδέποτε γίνονται ὀργανισμοὶ ἄνευ νόμου, κανονισμοὶ γίνωνται διὰ διατάγματος, ὑπουργικῶν ἐγκυκλίων, ἐνίοτε δὲ καὶ ἁπλῶν διαταγῶν τῶν ὑποδεεστέρων ἀρχῶν. Ἰδοὺ, κύριοι, τί εἶχον νὰ σᾶς ὑποβάλω καὶ περὶ τοῦ πολυθρυλλήτου αὐτοῦ διατάγματος τῆς Χωροφυλακῆς. Ἐπειδὴ δὲ σᾶς ὑπεσχέθην, ὅτι θὰ ἦμαι ἀκριβὴς, σᾶς λέγω, ὅτι ἐκτὸς αὐτῶν τῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα ἀπηρίθμησαν, ἐξεδώκαμεν καὶ δύο ἄλλα, τὰ ὁποῖα σᾶς τὰ ἀναφέρω, ἂν καὶ οὐδεὶς τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως τὰ ἀνέφερεν ἕως τώρα. Τὸ ἓν εἶναι διάταγμα περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς ὑπηρεσίας τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι ἀφοῦ τὸ Συμβ. τῆς Ἐπικρατείας ἔγεινε, ἦτο ἀνάγκη καὶ νὰ ἐργασθῇ, ἐνομίσαμεν λοιπὸν ὅτι ἔπρεπε νὰ κάμωμεν ἕνα κανονισμὸν ἢ ὀργανισμὸν προσωρινόν. Τὸ δεύτερον διάταγμα εἶναι ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου ἀνεστείλαμεν τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου περὶ βοσκῶν, διότι πανταχόθεν μᾶς ἐβεβαίωσαν, ὅτι ὁ νόμος αὐτὸς δὲν ἠδύνατο νὰ ἐφαρμοσθῇ. Αὐτὰ εἶναι τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ἐξεδώκαμεν, αὐταὶ εἶναι ὅλαι αἱ ἁμαρτίαι τὰς ὁποίας ἐκάμαμεν, καὶ διὰ τὰς ὁποίας κατηγορούμεθα τόσον αὐστηρῶς σήμερον.
§92ΤΙΝΕΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλας.
§93ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἠξεύρω ἄλλας, ἐὰν ἔχετε ὑμεῖς, δύνασθε νὰ τὰς ἀναφέρετε. Μετὰ τὴν ἀπαρίθμησιν ταύτην, ἥτις κατ’ ἐμὲ εἶναι πλήρης καὶ ἀκριβής, ἔρχομαι τώρα νὰ σᾶς εἴπω καθαρὰ καὶ τὶ ζητοῦμεν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, διότι μὲ λύπην μου παρατηρῶ, ὅτι καὶ τοῦτο διαστρέφεται καὶ παρεξηγεῖται εἰς τρόπον τοιοῦτον ὥστε οἱ ἁπλούστεροι πιστεύουν, ὅτι ἀφ’ οὗ ἐκάμαμεν τόσα διατάγματα θέλομεν τώρα νὰ ἀφαρπάσωμεν διὰ μιᾶς τὴν ἔγκρισιν ὅλων αὐτῶν ἀπὸ τὴν Βουλὴν, δηλ. ὅτι ζητοῦμεν νὰ κλείσουν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους τοὺς ὀφθαλμοὺς, καὶ νὰ μᾶς εἴπουν ὅτι ὅσα ἐκάμαμεν εἶναι καλὰ καμωμένα. Ὄχι, κύριοι, δὲν ζητοῦμεν τοιοῦτόν τι· ἄπαγε τῆς βλασφημίας. Ἀκούσατε νὰ σᾶς εἴπω τὶ ζητοῦμεν, καὶ θὰ σᾶς τὸ εἴπω μὲ τὴν θετικὴν καὶ ἀκριβῆ ἐκείνην γλῶσσαν, μὲ τὴν ὁποίαν εἶναι συνειθισμένοι νὰ ὁμιλῶσιν οἱ ἄνθρωποι τῶν ἀριθμῶν. Ἰδοὺ τί ζητοῦμεν. Σᾶς εἶπον ἐν ἀρχῇ τῆς ὁμιλίας μου ὅτι τινὰ ἐκ τῶν διαταγμάτων τὰ ὁποῖα ἐξεδώκαμεν εἶναι ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα εἴχομεν τὴν ἄδειαν νὰ ἐκδώσωμεν δυνάμει εἰδικῶν νόμων τῆς ἐπικρατείας· περὶ αὐτῶν δὲ οὐδεμία συζήτησις σήμερον γίνεται, καὶ ἐπιφυλάσσεται ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ἐξετάσῃ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ τὰς λεπτομερείας των, καὶ νὰ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπῃ νὰ τὰ κυρώσῃ ἢ ὄχι. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν διαταγμάτων τούτων σᾶς εἶπον, ὅτι ἐξεδώκαμεν καὶ ἄλλα διατάγματα, τῶν ὁποίων ἡ ἔκδοσις δὲν μᾶς ἦτο ἐπιτετραμμένη ἀπὸ κανένα γραπτὸν νόμον, μᾶς ἐπεβλήθη ὅμως ἀπὸ ἄλλον ἄγραφον μὲν, ἀλλ’ ἰσχυρότερον καὶ ἐπιτακτικώτερον τῶν γραπτῶν, τὸν ἀκαταμάχητον νόμον τῆς ἀνάγκης, ἐνώπιον τοῦ ὁποίου κατὰ τοὺς ἀρχαίους ἔκλινε γόνυ καὶ αὐτὴ ἡ παντοδυναμία τῶν ἀθανάτων «ἀνάγκᾳ καὶ θεοὶ πείθονται». Σᾶς ζητοῦμεν λοιπὸν τώρα νὰ ἐξομοιώσητε καὶ τὰ δεύτερα ταῦτα διατάγματα μὲ τὰ πρῶτα, νὰ ἀναγνωρίσητε δηλ. τὴν ἀνάγκην ἡ ὁποία ὑπηγόρευσε τὴν ἔκδοσίν των, καὶ ἀπαλάττοντες ἡμᾶς πάσης εὐθύνης, διὰ τοῦτο νὰ ἐξετάσητε καὶ τὰ μὲν καὶ τὰ δὲ εἰς τὴν οὐσίαν καὶ τὰς λεπτομερείας των, καὶ ὅσα μὲν εὕρητε ὅτι εἶναι καλὰ καὶ ὠφέλιμα νὰ τὰ ἐπικυρώσητε, ὅσα δὲ κακὰ καὶ ἐπιζήμια νὰ τὰ ἀκυρώσητε. Αὐτὸ σᾶς ζητοῦμεν καὶ εἰς αὐτὸ ὀφείλετε νὰ ἀπαντήσητε ὡρισμένως. Διὰ τοῦτο ἐγὼ ἐννοῶ κάλλιστα τὸ σχέδιον τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος καὶ τὸ ὁποῖον διαλαμβάνει «ἡ συνταγματικὴ ἐνέργεια εἶναι ἡ πρώτη καὶ μόνη ἀνάγκη τοῦ Κράτους, ὡς κοινὴ πολιτικὴ πίστις, ἣν δικαίως θεωρεῖ καὶ ὑπερασπίζει ὡς ἀπαράβατον ἅπαν τὸ Ἑλληνικόν. Κατὰ τοιαύτης ἀνάγκης ἄλλη ἀνάγκη δὲν χωρεῖ. Ἡ καθαρῶς συνταγματικὴ πολιτεία ἡμῶν δὲν ἀναγνωρίζει ἀνάγκας πολιτικὰς ἄλλας οὐδὲ παραδέχεται θεραπείαν ὑλικῶν ἀναγκῶν δι’ ἄλλων μέσων ἢ τῶν συνταγματικῶν κτλ.» Ὁ Κ. Ἰακωβάτος σᾶς λέγει καθαρὰ, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει κἀμμίαν ἄλλην ἀνάγκην παρὰ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀκριβοῦς καὶ κατὰ γράμμα τηρήσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ἂς γίνῃ ὅ,τι ἂν γίνῃ· θὰ μείνῃ τὸ κράτος ἄνευ διοικήσεως; θὰ φονευθοῦν ἐκ τῆς ἀταξίας μερικοὶ ἄνθρωποι; θὰ διαρπαγοῦν μερικαὶ ἰδιοκτησίαι; θὰ σταματήσῃ ἡ δικαιοσύνη; ὅλα αὐτὰ εἶναι δευτερεύοντα ἀπέναντι τῆς κατὰ γράμμα τηρήσεως τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα νὰ μὴ ἐγγιχθῇ καὶ αὐτὰ διορθόνονται. Ἀλλὰ, κύριοι, παρετήρησα ὅτι ἐκτὸς τοῦ Κυρίου Μιχαλοπούλου, ὅστις ὑπέβαλε καὶ αὐτὸς σχέδιον ἀπαντήσεως μὲ τὰς ἰδίας ἀρχὰς, δὲν εἶναι ὅμως παρὼν διὰ νὰ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ ἐὰν ἐπιμένῃ, οὐδεὶς ἄλλος ἐκ τῶν ῥητόρων τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὅσοι ἔλαβον τὸν λόγον, δὲν συνεμερίσθη τὰς ἀρχὰς τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, καὶ ὄχι μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ αὐτὸς ὁ ἀτρόμητος Κύριος Ἰακωβάτος ὁ γενναῖος αὐτὸς στρατιώτης τοῦ Συντάγματος ἐδειλίασε καὶ ἰδοὺ πῶς. Ἀφοῦ εἰς τὴν ἀγόρευσίν του μᾶς εἶπε πολλὰ διὰ νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ ἐδαπάνησε πολὺν χρόνον καὶ κατέβαλλε πολὺν κόπον διὰ νὰ μᾶς πείσῃ, ὅτι τὰ διατάγματα τὰ ὁποῖα ἐξεδώκαμεν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸ Σύνταγμα ὡς νὰ ἠμφισβήτησέ τις τοῦτο, ἀφοῦ ἀκόμη κατέκρινε πικρῶς καὶ αὐτὰς τὰς λέξεις «κυβερνητικὰς πράξεις» καὶ μᾶς ἔφερεν ὅλην τὴν νομοθεσίαν τῆς Ἑπτανήσου διὰ νὰ μᾶς βεβαιώσῃ, ὅτι ἐξωρύχθησαν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ Μέτλανδ καὶ Οὐάρδου, τῶν ὁποίων τὰ ὀστᾶ ἐσκίρτησαν, εἶπεν, εἰς τοὺς τάφους των διὰ τὴν τιμὴν ταύτην, ἐπὶ τέλους ἔκαμεν ὡς ἐπιτήδειος στρατηγὸς μίαν σπουδαίαν ὑποχώρησιν· μᾶς εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρξῃ ἀνάγκη, καὶ ὁσάκις παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη, εἶναι ἀκαταμάχητος καὶ τίποτε δὲν δύναται νὰ ἀντισταθῇ ἀπέναντι αὐτῆς.
§94ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὰ πράγματα.
§95ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Θὰ ἔλθω. Εἶπε λοιπὸν ὅτι ἠμπορεῖ νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη, ἀλλὰ διὰ νὰ μὴ φανῇ παλινῳδῶν, ἠθέλησε νὰ κάμῃ διάκρισιν μεταξὺ ἀνάγκης πραγμάτων καὶ ἀνάγκης διαταγμάτων, καὶ προσέθηκεν ὅτι ἡ μὲν ἀνάγκη τῶν πραγμάτων πρέπει νὰ θεραπεύηται καὶ νὰ ἱκανοποιῆται ἀμέσως, διότι κατὰ τῆς ἀνάγκης οὐδεὶς ἠμπορεῖ νὰ ἀντισταθῇ, ἀλλὰ διατάγματα δὲν πρέπει νὰ ἐκδίδωνται, διότι ἀνάγκη διαταγμάτων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ποτέ. Ἂς μὲ συγχωρήσῃ ὁ Κύριος Ἰακωβάτος νὰ τῷ εἴπω, ὅτι αὐτὴν τὴν διάκρισιν ἐγὼ δὲν τὴν ἐννοῶ καθόλου, καὶ διὰ νὰ ἐξηγηθῶ καλλίτερα ἂς μοὶ δώσῃ τὴν ἄδειαν νὰ ἀναλύσω τὸ ἴδιον παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ἔφερεν αὐτός. Ὑποθέσατε, εἶπεν, ὅτι ἔρχονται εἰς τὰ ὅρια ἑκατὸν χιλιάδες ξένου στρατοῦ ὅστις θέλει νὰ διέλθῃ διὰ τῆς Ἑλληνικῆς χώρας· ἡ διάβασις κατὰ τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ ἐπιτραπῇ ἄνευ νόμου· ἀλλὰ Βουλὴ δὲν εἶναι παροῦσα καὶ νόμος δὲν δύναται νὰ γενῇ· καὶ ὅμως εἶναι 100 χιλιάδες μπαγιονέται, εἰς τὰς ὁποίας εἶναι ἀνάγκη νὰ ὑποκύψωμεν, διότι δὲν δυνάμεθα ν’ ἀντισταθῶμεν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει, ἂς διέλθῃ ὁ στρατὸς, λέγει ὁ Κ. Ἰακωβάτος, ἂς γενῇ τὸ πρᾶγμα, δὲν πρέπει ὅμως νὰ γενῇ καὶ διάταγμα ἢ Κυβερνητικὴ πρᾶξις ἐπιτρέπουσα τοῦτο, διότι ἀντίκειται εἰς τὸ Σύταγμα· ἀλλὰ λησμονεῖ ὁ Κύριος Ἰακωβάτος ὅτι εἰς τὰ ὅρια δι’ ὧν θὰ εἰσέλθῃ αὐτὸς ὁ ξένος στρατὸς καὶ ἡ Ἑλληνικὴ χώρα δι’ ἧς θὰ διέλθῃ, δὲν εἶναι ἔρημος ἀλλὰ καὶ εἰς ταύτην καὶ εἰς ἐκείνην ὑπάρχουν ἀρχαὶ καὶ στρατιῶται, οἱ ὁποῖοι γνωρίζοντες, ὅτι εἶναι ἀπηγορευμένον νὰ εἰσέλθῃ στρατὸς ξένος, ὀφείλουσι νὰ μὴ τὸ ἐπιτρέψωσι καὶ ἔχουσι καθῆκον ν’ ἀντισταθῶσι καὶ νὰ χύσωσι τὴν τελευταίαν ῥανίδα τοῦ αἵματός των πολεμοῦντες καὶ ἀποκρούοντες τὸν ζητοῦντα νὰ παραβιάσῃ τὰ ὅρια ξένον στρατόν; Λοιπὸν διὰ νὰ μὴ γίνουν ὅλα αὐτὰ πρέπει νὰ διαταχθῇ ὁ Ἑλληνικὸς Στρατὸς ὅπως ἀφήσῃ τὴν εἴσοδον ἐλευθέραν, ἑπομένως ἰδοὺ ὅτι ἡ ἀνάγκη τοῦ πράγματος ἐπιφέρει ἀμέσως τὴν ἀνάγκην τοῦ ἐγγράφου ἢ τῆς διαταγῆς, ἥτις θέλει δώσει τὴν ἄδειαν νὰ θεραπευθῇ ἡ ἀνάγκη τοῦ πράγματος.
§96ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ ὑπουργὸς θὰ δώσῃ τὴν ἄδειαν, ἀλλ’ ὄχι διὰ νόμου.
§97ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ· εἶπον ὅτι διὰ νὰ ἀδιαφορήσῃ ὁ ἡμέτερος στρατὸς πρέπει νὰ διαταχθῇ, ἀλλ’ ἀπὸ ποῖον θὰ λάβῃ αὐτὴν τὴν διαταγήν; οὐδεὶς δύναται νὰ ἀμφισβητήσῃ ὅτι πρέπει νὰ τὴν λάβῃ ἀπὸ τὸν ἁρμόδιον ὑπουργόν· ἀλλὰ ποῖος εἶναι ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος ὅστις θὰ ἀποφασίσῃ νὰ διατάξῃ τόσον μεγάλον πρᾶγμα ἀντιβαῖνον εἰς τὸ Σύνταγμα χωρὶς νὰ λάβῃ τὴν ἄδειαν τοῦ Βασιλέως, καὶ τὴν συγκατάθεσιν τῶν συναδέλφων του; Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι αὐτὸ τὸ πρᾶγμα μᾶς δεικνύει τὸν τύπον τοῦ διατάγματος.
§98ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Αἱ κινήσεις τοῦ στρατοῦ δὲν γίνονται διὰ νόμου.
§99ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων.........
§100ΛΑΖΑΡΕΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ Κύριε Πρόεδρε, νὰ εἴπω δύο λέξεις ἐπάνω εἰς τοῦτο. Κατὰ τὸ 1852 εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ὑπηρετῶ ὡς στρατιωτικὸς τὴν πατρίδα. Λοιπὸν ἤμην ἀρχηγὸς τῆς Στερεᾶς Ἑλλάδος· ἐξῆλθον εἰς περιοδείαν καὶ μανθάνω καὶ ἔχω μάρτυρα τὸν ἀξιότιμον Κύριον Πλέσσαν τότε μοίραρχον ὅτι ἔξω ἀπὸ τὰ τρία χωριὰ ἦτο ἐστρατοπεδευμένος ὁ Ἀβδῆ πασσᾶς μὲ ὀκτὼ χιλιάδας στρατοῦ καὶ μὲ εἴκοσι κομμάτια πυροβόλα. Ἀμέσως διέταξα καὶ συνεκέντρωσα τὸν στρατὸν νὰ μὴ κάμῃ βῆμα, διότι δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὸ ἐπιτρέψω. (θόρυβος).
§101ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ἰδοὺ λοιπὸν Κύριοι, ὅτι ἔχω δίκαιον· ὅταν παρουσιάζεται ἡ ἀνάγκη τῶν πραγμάτων ἀπέναντι τῆς ὁποίας δὲν δύναται ν’ ἀντισταθῇ τίποτε, ἐπέρχεται οἴκοθεν καὶ ἡ ἀνάγκη τῶν διαταγμάτων· διότι ἄνευ διατάγματος ὑπογεγραμμένου ἀπὸ τὸν βασιλέα καὶ τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον κανεὶς δὲν εἶναι ἀνόητος νὰ παραβλέψῃ τὸ καθῆκόν του καὶ νὰ ἀναλάβῃ αὐτὸς τὴν εὐθύνην. Τὴν ἰδέαν αὐτὴν τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου περὶ διακρίσεως τῆς ἀνάγκης τῶν πραγμάτων ἀπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν διαταγμάτων ἀπεδέχθη καὶ ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς· ἀλλ’ αὐτὸς ὡς στρατιωτικὸς δὲν ἔφερε τὸ ἴδιον παράδειγμα τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, διότι ὡς στρατιωτικὸς γνωρίζει, ὅτι οἱ στρατιωτικοὶ δὲν χωρατεύουν ἔφερεν ἑπομένως παράδειγμα οἰκονομικὸν καὶ ἔχει δίκαιον, διότι δὲν γνωρίζει πῶς ἐνεργεῖται ἡ οἰκονομικὴ ὑπηρεσία, ὅπως καὶ ὁ Κ. Ἰακωβάτος δὲν γνωρίζει πῶς ἐνεργεῖται ἡ στρατιωτική· σᾶς εἶπεν, ὅτι ἀναγνωρίζει, ὅτι, ἐπειδὴ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἀνάγκην νὰ κάμῃ δαπάνας, ἠδύνατο νὰ εἰσπράξῃ φόρους, ἀλλὰ διατὶ νὰ κάμῃ τὸ περὶ φορολογίας διάταγμα; δίδω καὶ εἰς τὸν Κ. Πετιμεζᾶν τὴν αὐτὴν ἀπάντησιν· ποῖος εἰσπράκτωρ ἢ τελώνης ἤθελε χάσει τὸν νοῦν του νὰ κάμῃ εἴσπραξιν φόρων μὴ νομοθετημένων; καὶ ἂν ἤθελε εὑρεθῇ τις, ἤθελεν ὑπάγει τὴν ἄλλην ἡμέραν εἰς τὰς φυλακάς. Λοιπὸν διὰ νὰ ζητήσῃ ὁ εἰσπράκτωρ φόρους ἔπρεπε νὰ διαταχθῇ ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῶν Οἰκονομικῶν, οὗτος δὲ ἔπρεπε νὰ ἔχῃ τὴν συγκατάθεσιν τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν ἄλλων ὑπουργῶν· ἄλλως τε, Κύριοι, τί κάθησθε καὶ λεπτολογεῖτε περὶ τοῦ τύπου τῶν τοιούτων κυβερνητικῶν αὐτῶν ἐγγράφων, ἐνῷ οἱ εἰδικοὶ νόμοι οἱ ἐπιτρέποντες νὰ νομοθετῇ ἡ Κυβέρνησις ἐν ἀπουσίᾳ τῶν Βουλῶν ἐκανόνισαν καὶ ὁ τύπος καθ’ ὃν γίνονται τὰ νομοθετικὰ ταῦτα διατάγματα; Διατὶ ἡ Κυβέρνησις ἀφοῦ εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην καὶ νὰ κάμῃ καὶ ἄλλα νομοθετήματα νὰ μὴ ἀκολουθήσῃ τὸν ἴδιον τύπον;
§102Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ περὶ δημοσίου λογιστικοῦ νόμος δίδει ἀπεριόριστα δικαιώματα εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου;
§103ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι· ἐὰν ἐπρόκειτο μόνον ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα προβλέπουν οἱ κείμενοι νόμοι, σᾶς εἶπον ὅτι ἦτο περιττὴ πᾶσα συζήτησις· ἀφοῦ δὲ ἐξεδόθησαν κατ’ ἀνάγκην διατάγματα πρὸς θεραπείαν τῶν πραγμάτων, εἶχε καὶ ἔχει τὴν ὑποχρέωσιν ἡ Κυβέρνησις νὰ τὰ φέρῃ οἴκοθεν εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἄλλως ἡ βουλὴ θὰ ἤθελεν ἀγνοεῖ τὰ πάντα καὶ μανθάνει ἀπὸ τὸν κόσμον τί ἔγεινε· δὲν πρέπει δὲ νὰ λησμονήσῃ ὁ Κύριος Ἰακωβάτος, ὅτι ὁ Ἀδὰμ ἐξώσθη ἀπὸ τὸν παράδεισον, ὄχι μόνον, διότι ἔφαγεν ἐκ τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως, ἀλλὰ διότι ἠθέλησε καὶ νὰ τὸ κρύψῃ ἀπὸ τὸν Θεόν. Ἐπανερχόμενος εἰς τὸ σχέδιον τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, καθ’ ὃ ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει δὲν πρέπει νὰ παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, νὰ ἀναλαμβάνῃ νομοθετικὰ ἔργα ἡ Κυβέρνησις, σᾶς λέγω, ὅτι σέβομαι τὴν ἰδέαν του, καὶ ἐὰν ἡ βουλὴ συμμερίζεται τὰς ἀρχάς του, εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ ὑποστῶμεν πᾶσαν καταδίκην, διότι πιεζόμενοι ὑπὸ τῆς ἀνάγκης ἐξεδώκαμεν διατάγματα νομοθετικῆς φύσεως. Δὲν δύναμαι ὅμως, Κύριοι, νὰ ἐννοήσω τινὰς ἐκ τῶν Κυρίων βουλευτῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνῷ ἀναγνωρίζουν ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις εἰς ἐκτάκτους καὶ ἀνωμάλους περιστάσεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ὤφειλε καὶ εἶχε καθῆκον νὰ ἀναλάβῃ νομοθετικὴν ἐξουσίαν διὰ νὰ μὴ παραλύσῃ ὁ τόπος, ἔρχονται ἀφ’ ἑτέρου καὶ λέγουν, ὅτι πιθανὸν νὰ μὴ ἦτον ἀνάγκη νὰ γενῶσιν ὅλα αὐτὰ τὰ διατάγματα, καὶ πρέπει ὁ λόγος τῆς ἀνάγκης νὰ ἐξετασθῇ ἰδιαιτέρως. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἀφοῦ κατήλθομεν εἰς τὸ στάδιον τῶν λεπτομερειῶν, ἀφοῦ ὅλαι αἱ πράξεις ἐξετέθησαν ἐνώπιόν σας μία πρὸς μία, ἀφοῦ ἠκούσατε τοὺς λόγους καὶ τὰ αἴτια διὰ τὰ ὁποῖα ἐγένετο ἑκάστη αὐτῶν, οὐδεμία ἔμεινε πλέον εἰς ἡμᾶς ἀμφιβολία, ὅτι πάντα τὰ γενόμενα ἦσαν ἀποτέλεσμα προφανοῦς ἀνάγκης καὶ πρέπει νὰ ἐπιφυλαχθῆτε νὰ ἐξετάσητε εἰς τὴν οὐσίαν καὶ τὰ καθέκαστα, καὶ ἢ νὰ τὰ ἀποῤῥίψητε, ἢ νὰ τὰ ἐγκρίνετε. Ἄλλως τε, Κύριοι, ἀφοῦ μίαν φορὰν παραδέχεσθε, ὅτι ὑπῆρξεν ἀνάγκη, φρονεῖτε, ὅτι εἶναι ὀρθὸν καὶ εὐσυνείδητον, διότι εἰς τὴν κεφαλὴν τινὸς ἐξ ἡμῶν ἐνδέχεται νὰ μένῃ ἀκόμη μικρὰ ἀμφιβολία περὶ τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης πράξεως τινὸς, φρονεῖτε, λέγω, ὅτι εἶναι δίκαιον καὶ εὐσυνείδητον νὰ κατακρίνετε διὰ τοῦτο τοὺς ὑπουργούς; Νομίζω ὄχι· ἡ ἀνάγκη, ὅταν ᾖναι ὑλικὴ, τότε μόνον εἶναι ὁρατὴ καὶ ἀναμφισβήτητος καὶ δύναται ἕκαστος νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἄλλον, ὅτι κακῶς τὴν ἀντελήφθη· ἡμεῖς ὅμως δὲν σᾶς λέγομεν, ὅτι ἐπιέσθημεν ἀπὸ ὑλικὴν ἀνάγκην, δὲν σᾶς εἴπαμεν π. χ. ὅτι μᾶς ἔβαλον εἰς κανὲν κατώγειον καὶ μᾶς ἠνάγκασαν νὰ ὑπογράψωμεν τὰ διατάγματα, ἀλλὰ διατεινόμεθα, ὅτι ἐπιέσθημεν ἀπὸ ἀνάγκην ἠθικὴν, ἡ δὲ ἠθικὴ ἀνάγκη δὲν ἔχει γνωρίσματα ψηλαφητὰ, ἕκαστον δὲ ἄτομον ἐκτιμᾷ αὐτὴν ἀναλόγως τῶν ψυχικῶν του δυνάμεων καὶ τῶν ἐντυπώσεων, τὰς ὁποίας ἐμποιοῦσιν εἰς αὐτὸν τὰ γεγονότα κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἐνεργείας. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐξ ὑποκειμένου, τὸ ὁποῖον ἔλεγον εἰς τὸν Κύριον Πετιμεζᾶν ὁμιλῶν μετ’ αὐτοῦ, τὴν ἠθικὴν ἀνάγκην ἐκτιμᾷ ἕκαστος κατὰ τὴν κεφαλήν του καὶ κατὰ τὰς ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας λαμβάνει, οἱ δὲ ἄλλοι ὀφείλουν νὰ σέβωνται τὴν ἐκτίμησιν αὐτὴν ἐνόσῳ δὲν ἔχουν λόγους νὰ πιστεύσουν, ὅτι ὑπάρχει ἔλλειψις εἰλικρινείας ἢ καὶ ὅσα ἐγένοντο ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ πλαγίους σκοπούς. Εἰς πᾶσαν ἄλλην περίπτωσιν οἱ ἀναγνωρίζοντες τὴν ἠθικὴν ἀνάγκην ὀφείλουσι νὰ τὴν παραδέχωνται ὅπως τὰ ἐνεργήσαντα ὑπὸ τὸ κράτος αὐτῆς πρόσωπα τὴν ἐξετίμησαν. Ἐνδεχόμενον, κύριοι, ἐὰν, ὅτε ἐγίνοντο αὐτὰ τὰ πράγματα εὑρίσκετο εἰς τὴν ἰδικήν μου θέσιν κανεὶς ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς παλληκαράδες, οἱ ὁποῖοι ἔρχονται σήμερον καὶ κατακρίνουν τὴν Κυβέρνησιν διὰ τὰ μέτρα ὅσα ἔλαβεν, ἐνδεχόμενον, λέγω, νὰ μὴ ἐλάμβανον τὰς ἐντυπώσεις καὶ τοὺς φόβους τοὺς ὁποίους ἐλάμβανον ἐγὼ, ὅταν ἐμάνθανον, ὅτι συμμορίαι ληστῶν ἐλυμαίνοντο τὴν Φθιώτιδα καὶ τὴν Ἀκαρνανίαν, ὅτε ἤκουον ὅτι ὑπῆρχον 25 χιλιάδες φυγοδίκων, τοὺς ὁποίους ὄχι μόνον δὲν ἠδυνάμεθα νὰ συλλάβωμεν ἀλλὰ συνεκεντροῦντο καὶ ἠπείλουν νὰ ταράξωσι τὴν τάξιν· ὅτε ἐλάμβανον ἐκθέσεις ἀπὸ τοὺς ταμίας, οἱ ὁποῖοι ἔλεγον, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ βάλωμεν εἰς ἐνέργειαν τοὺς εἰσπράκτορας, ὅτε αἱ χῆραι καὶ τὰ ὀρφανὰ τῶν ἀγωνιστῶν ἤρχοντο καὶ μοῦ ἐζήτουν χρήματα· πολὺ πιθανὸν, οἱ κύριοι οὗτοι, ἐν τῇ γενναιότητί των, νὰ μὴ ἐλάμβανον ὑπ’ ὄψιν κανὲν ἀπ’ αὐτὰ καὶ νὰ ἔλεγον δὲν γίνεται τίποτε· τί θὰ κάμουν οἱ λῃσταί; τί μᾶς μέλλει διὰ τοὺς ὑποδίκους; ὅταν ἔλθουν ἔχομεν τὰ σπαθιά μας καὶ τοὺς κόπτομεν (ἱλαρότης)· ἐγὼ ὅμως δὲν εἶχον αὐτὴν τὴν γενναιότητα καὶ διότι δὲν τὴν εἶχον ἐνέδωκα ἐπὶ καλῇ τῇ πίστει καὶ ἐν πάσῃ εἰλικρινείᾳ νὰ ληφθῶσι μέτρα τινὰ, τὰ ὁποῖα ἐθεώρουν ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖα, διὰ νὰ διατηρηθῇ ἡ τάξις καὶ νὰ προφυλαχθῇ ὁ τόπος ἀπὸ τοὺς λῃστὰς, διὰ νὰ συλληφθοῦν μερικοὶ φυγόδικοι καὶ ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ ἐλευθέρα ἐνέργεια τῶν ἐκλογέων, ἔρχεσθε σεῖς καὶ λέγετε ὅτι εἶμαι ἄξιος ἀγχόνης! Παύων, κύριοι, τὸν λόγον, ἐπαναλαμβάνω νὰ σᾶς εἴπω ὅτι, ἂν θέλετε νὰ ἦσθε συνεπεῖς δὲν ἠμπορεῖτε παρὰ νὰ ἀκολουθήσητε μίαν ἐκ τῶν δύο ὁδῶν, ἢ νὰ εἴπητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον καθαρὰ, ὅτι εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ νομοθετῇ, διότι τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐδόθη παρὰ τοῦ συντάγματος εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλὴν, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ μὴ κάμωμεν οὐδεμίαν πρᾶξιν νομοθετικῆς φύσεως καὶ ἂς ἐχαλοῦσεν ὁ κόσμος· ἢ ἀφοῦ παραδέχεσθε καὶ ὑμεῖς ὅτι ὅταν παρουσιασθῇ ἔκτακτος καὶ ἀνώμαλος περίστασις, ἡ Κυβέρνησις, ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, ὀφείλει νὰ ὑποχωρῇ εἰς τὴν ἀνάγκην τῶν πραγμάτων καὶ διὰ νὰ μὴ παραλύσῃ τὸ Κράτος ἔχει καθῆκον νὰ κάμῃ τὰ ἀναγκαῖα νομοθετήματα, τότε πρέπει νὰ μᾶς κηρύξητε ἀνευθύνους διὰ τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν, τὸ ὁποῖον εὑρεθέντες εἰς ἀνωμάλους περιστάσεις ἀνελάβομεν, καὶ νὰ ἐπιληφθῆτε τῆς ἐξετάσεως τῶν πράξεων ἡμῶν ὡς πρὸς τὴν οὐσίαν καὶ τὰς λεπτομερείας των.
§104Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, εἰς ἄλλον νομοθετικὸν περίβολον, ἤτοι εἰς τὴν τότε γερουσίαν, ὁπότε ἡ γνωστὴ ἐκείνη ἀντιπολίτευσις εἶχεν ἐπιπέσει λαῦρος κατὰ τῆς ἐξουσίας, ἐνθυμοῦμαι, ὅτι ἐλέχθη ἀπὸ ἕνα ἔντιμον γερουσιαστὴν, κατακρίνοντα τὴν διαγωγὴν τῆς Κυβερνήσεως, τὸ ἑξῆς δημῶδες ῥητόν «Νὰ τὸ εἰπῶ λόγος γίνεται, νὰ μὴ τὸ εἰπῶ πάθος γίνεται» ὅπερ σημαίνει τὸ ἐάν τις εἴπῃ τὴν ἀλήθειαν θὰ σχολιασθῇ ποικιλοτρόπως, ὡς φοβοῦμαι καὶ ἐγὼ μήπως παρεξηγηθῶ, ἐὰν δὲ τὴν κρύψῃ θέλει πάθει, καὶ φοβοῦμαι μὴ καταπνίγων τὸ αἴσθημα τῆς συνειδήσεώς μου πάθω ὑπὸ ταύτης ἐλεγχόμενος· ὅθεν θὰ προτιμήσω τὸ πρῶτον, θὰ εἴπω δηλ. τὴν ἀλήθειαν ἀδιαφορῶν περὶ τῶν ἐνδεχομένων σχολίων. Ἐμελέτησα, Κύριοι, τὴν τετάρτην παράγραφον τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως, καὶ ἠθέλησα νὰ ἐξετάσω, ἂν ἐν αὐτῇ γίνεται λόγος περὶ κατηγορίας ἢ καταδίκης τοῦ ὑπουργείου, ἀλλὰ δὲν εὗρον τοιοῦτόν τι ἐξαγόμενον εἰς τὴν παράγραφον ἐκείνην τοῦ σχεδίου τῆς μειονοψηφίας· ἐξ ἐναντίας εὗρον γλῶσσαν εὐγενεστάτην, γλῶσσαν ἁβρόφρονα, ἡ ὁποία λέγει, ὅτι τὸ καθῆκον τῆς Βουλῆς περὶ τῶν κυβερνητικῶν ἐκείνων πράξεων, αἵτινες ἔχουσι τύπον νομοθετικὸν, θέλομεν τὸ ἐξετάσει ἐν εὐθύτητι καὶ ἀμεροληψίᾳ ἐν καιρῷ τῷ δέοντι, σεβόμενοι τὸν θεμελιώδη νόμον, τουτέστιν ἐπιφυλαττόμεθα ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ πράγματα, νὰ ἐξετάσωμεν καὶ νὰ κρίνωμεν, ἂν διὰ τοῦτο ἢ δι’ ἐκεῖνο τὸ ἀντικείμενον ἡ Κυβέρνησις παρέβη τὸ Σύνταγμα, καὶ ἂν πρὸς τοῦτο ἠναγκάσθη ἐξ ἀκαταμαχήτων λόγων καὶ ἀναποδράστου ἀνάγκης. Τώρα αὐτὴ ἡ πρότασις λέγω ἡ ἀθώα, ἡ εἰλικρινὴς ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ ταράξῃ ὁλόκληρον τὴν Κυβέρνησιν καὶ τοὺς φίλους αὐτῆς; ἦτο πρότασις, ἡ ὁποία προαποφαίνεται, ὅτι προδικάζει καὶ καταδικάζει ἀπολύτως τὴν πορείαν τοῦ ὑπουργείου διὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν τῶν νομοθετικῶν διαταγμάτων; Ἐγὼ στοχάζομαι, ὄχι, καὶ φρονῶ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον ἔπρεπε νὰ μείνῃ λίαν εὐχαριστημένον ἀπὸ αὐτὴν τὴν γλῶσσαν, ἡ ὁποία, ἂν εἶχεν ἡ μειονοψηφία δολίαν κατὰ τοῦ ὑπουργείου πρόθεσιν, ἠδύνατο νὰ ἐκφρασθῇ καθαρῶς καὶ καταφατικῶς, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὰς Κυβερνητικὰς ἐκείνας νομοθετικὰς πράξεις τὰς ὁποίας ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως μέχρι τοῦδε ἐνήργησε, δὲν τὰς ἀναγνωρίζει ποσῶς καὶ τὰς ἀντικρούει ἄνευ μελλούσης ἐξετάσεως, ἀφοῦ ἀντίκεινται εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἀλλ’, ὡς βλέπετε, τοιοῦτόν τι συμπέρασμα δὲν παρίστησιν, ἐξ ἐναντίας διατηροῦμεν θέσιν ἐπιφυλακτικὴν, μέλλοντες νὰ σκεφθῶμεν ἐν καιρῷ καὶ ἀποφασίσωμεν, ἐκτιμῶντες τὰς περιστάσεις καὶ σεβόμενοι τὸ Σύνταγμα. Ἀφοῦ ὅμως τὸ ὑπουργεῖον δὲν ηὐχαριστήθη εἰς τοῦτο, καὶ ἀφοῦ ἐζήτησε κατ’ ἀρχὰς ὁ ἔντιμος κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν νὰ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν ἀπάντησιν, ὅτι ἀναγνωρίζει τῆς Κυβερνήσεως τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκδίδῃ σχολαζούσης τῆς Βουλῆς νομοθετικὰ διατάγματα, ὅταν ὑπάρχῃ ἀνάγκη, εὑρίσκομαι καὶ ἐγὼ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐπιφέρω τὰς παρατηρήσεις ταύτας.
§105Π. ΒΡΑΪΛΑΣ. Δὲν εἶπον τοῦτο.
§106Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅσοι ἐλάλησαν τὸ ἐπανέλαβον· ὑμεῖς δὲ ῥητῶς εἴπετε, ὅτι δὲν δέχεσθε ἐπιφυλάξεις, ἀλλ’ ὅτι ἔχετε τὴν γενναιότητα καὶ τὴν τόλμην εἰς τὸ νὰ ψηφισθῇ ἡ πρότασις αὕτη ἀπὸ τοῦδε, καὶ ἀπῃτήσατε μάλιστα νὰ ἀποφανθῶμεν κατ’ ἀρχὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σχολαζούσης τῆς Βουλῆς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰς διατάξεις. Ἐλησμονήσατε ὅμως ὅτι κατέναντι τοῦ «αἰτεῖτε καὶ δοθήσετε ὑμῖν» κεῖται καὶ τὸ «Ἐσκλήρυνας τοῦ αἰτήσασθαι»
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ οἰκοδομήσετε καὶ μίαν ψευδῆ ὑπόθεσιν. Ἰδοὺ τί εἶπον καὶ τί λέγω· ἂν ξαναπαρουσιασθῇ μία τοιαύτη ἀνάγκη, ὡς αὐτὴ, ἡ ὁποία παρουσιάσθη, ἂν ξαναπαρουσιασθῇ μία Συνέλευσις, ἡ ὁποία δὲν θέλει νὰ ψηφίσῃ φορολογικὸν νόμον, καὶ αἱ Βουλαὶ δὲν ᾖναι παροῦσαι, τότε ὑπάρχει ἀνάγκη, οὐχὶ ὅμως σχολαζούσης τῆς Βουλῆς.
§108Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἔγεινε λόγος ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῶν διαταγμάτων, θὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ ἐνδιατρίψω ἐν ὀλίγοις, ὅπως ἀποδείξω ποῖα ἦσαν τὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ὑπηγόρευσε μία ἀκαταμάχητος ἀνάγκη καὶ ποῖα οὐχί· καθ’ ὅσον πολλὴν εἰς τοῦτο μοὶ ἔδωκεν ἀφορμὴν ὁ πρώην ὑπουργὸς Κ. Σωτηρόπουλος, ὁ ὁποῖος ὅλας τὰς κατὰ τῶν διαταγμάτων κρίσεις καὶ ἐπικρίσεις ἐθεώρησεν ὡς μηδέν. Ἐν πρώτοις ἐνθυμοῦμαι, ὅτι κατὰ τὸ 1847, ἐπὶ τοῦ μακαρίτου Πρωθυπουργοῦ Κωλέτου, ἂν καὶ δὲν εἶχον μέρος εἰς τὴν πολιτικὴν ὡς νεώτατος, ὅτε διελύθη ἡ Βουλὴ, τὸ ὑπουργεῖον δὲν ἐπροχώρησεν εἰς τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐβεβαίωσεν αὐτοὺς σεβασθὲν τὸν θεμελιώδη νόμον. Τὸ προηγούμενον τοῦτο ἦτο, νομίζω, χρήσιμος ὁδηγὸς διὰ τὸ ἐνεστὼς, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο χωρὶς ποσῶς νὰ παραβιάσῃ κατὰ μέτωπον τὸ Σύνταγμα, νὰ περιορισθῇ εἰς τὴν βεβαίωσιν μόνον δυνάμει τοῦ περὶ τούτου ὑπάρχοντος παγίου νόμου· τὸ νὰ προβῇ ὅμως συνάμα καὶ εἰς τὴν εἴσπραξιν, ἔδειξε μίαν τόλμην ὅλως ἀσυγχώρητον καὶ εἰς οὐδὲν προηγούμενον τοὐλάχιστον ἀναγομένην. Καὶ δύνασθε μὲν, καθόσον ἀφορᾷ τὰς δαπάνας, νὰ μοῦ εἴπητε, ὅτι εἶναι δικαιολογημένον τὸ ὑπουργεῖον, διότι, ἐὰν δὲν ἤθελε πληρώσει τοὺς ὑπαλλήλους, ὡς λέγουν οἱ συνήγοροί του, ἤθελε διαλυθῆ ἐν γένει ἡ ὑπηρεσία, καὶ ἤθελεν ἐπέλθει ἀποσύνθεσις, τοῦ θ’ ὅπερ παρίστησιν ἀληθῶς μίαν ἀκαταμάχητον ἀνάγκην, ἀλλὰ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔλαβε τὴν εὐθύνην, μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, ἔπρεπε νὰ οἰκονομήσῃ τὴν ἀνάγκην ταύτην εἴτε διὰ δανείων, εἴτε διὰ τῆς εἰσπράξεως καθυστερουμένων ἐκ παρωχημένων χρήσεων, ἀπὸ τὰ ὁποῖα πλουτοῦσι τὰ κατάστιχα τοῦ δημοσίου χωρὶς νὰ ἀνατρέξῃ εἰς τὰ πολλὰ ἑκατομμύρια τὰ μέχρι τοῦ 1858, διὰ τὴν εἴσπραξιν ὅμως φόρων, δι’ ἣν ἀπαιτεῖται ὑπὸ ῥητῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος προηγουμένη ἔκδοσις νόμου, εἶναι πάντως ἀδικαιολόγητον. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, κύριοι, θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι ἐξέδωκε καὶ διατάγματα χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν ἐλαχίστην ἀνάγκην, περιοριζόμενος μόνον εἰς δύω τοιούτου εἴδους ἀντικείμενα, διότι περὶ πολλῶν ἄλλων ἠγόρευσαν πρὸ ἐμοῦ πολλοὶ καὶ δεινοὶ ῥήτορες, ἔχοντες καὶ πεῖραν ἰδιάζουσαν καὶ φῶτα πολλά, ἀπέναντι τῶν ὁποίων ἡ ἐδική μου φωνὴ εἶναι λίαν ἀσθενὴς, ἐννοῶ, κύριοι, τὰ διατάγματα περὶ δασοφυλάκων καὶ ἀστυνομικῶν κλητήρων· εἰπέτε μοι, παρακαλῶ, ὡς πρὸς ταῦτα, ἂν ὑπῆρχεν ἡ ἀκαταμάχητος ἐκείνη ἀνάγκη, ὄπισθεν τῆς ὁποίας ἵσταται ἡ νομοθετικὴ αὕτη πρᾶξις τῆς Κυβερνήσεως! ὁ κανονισμὸς, λέγω, τῆς θητείας ἐπὶ πολυετίαν! Εἶναι ἢ δὲν εἶναι ἀληθὲς, κύριε Σωτηρόπουλε, ὅτι περὶ τῶν προσόντων τῶν δασοφυλάκων εἰσήχθη νόμος κατὰ τὸ 1852, ἀλλὰ δὲν ἐκυρώθη; Εἶναι ἀληθέστατον, ὡς εἶναι ἀληθὲς καὶ ὅτι ὑπάρχει ἀνεγνωρισμένον καὶ ἀναντίῤῥητον, ὅτι μόνον διὰ νόμου κανονίζονται τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων. Ἐν τίνι λοιπὸν δικαιώματι καὶ ἀκαταμαχήτῳ ἀνάγκῃ ἤλθετε σεῖς νὰ κανονίσητε ταῦτα διὰ διατάγματος, διϊσχυριζόμενοι μάλιστα, ὅτι τοῦτο εἶναι δικαίωμα τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας; Ἀλλὰ λέγετε, ὅτι ἐθέσατε ὑποχρεώσεις μόνον εἰς τὸν ἑαυτόν σας, ἵνα μὴ εὑρίσκεσθε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παύετε καὶ νὰ διορίζετε, καὶ μήπως δὲν ἐπιβάλλετε καὶ εἰς τοὺς ὑπαλλήλους αὐτοὺς ὑποχρεώσεις; δύναται π. χ. ὁ δασοφύλαξ νὰ παραιτηθῇ πρότερον, ἀφοῦ ὡρκίσθη νὰ ὑπηρετήσῃ ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον;
§109ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δύναται.
§110Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τότε δὲν εἶναι θητεία, καθόσον ὁ ὑπὸ θητείαν διατελῶν εἶναι ὑποχρεωμένος νὰ μείνῃ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐπὶ 5 ὁλόκληρα ἔτη, οὐδ’ εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐκλέγῃ τὴν στιγμὴν τῆς ἀναχωρήσεώς του. Ἄλλως ἐκανονίσατέ τι ἀπᾷδον εἰς τὴν ὑπηρεσίαν, ὅτι δηλ. ἡ Κυβέρνησις ὑποχρεοῦται νὰ μὴ παύῃ τὸν ὑπάλληλον ἐπὶ 5 ἔτη, ἐκτὸς ὡρισμένων περιστάσεων, οὗτος ὅμως δύναται νὰ ἐγκαταλείπῃ τὴν θέσιν του, ὅταν θέλῃ. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, κύριοι, οὕτω δὲν θεωρῶ τὴν θητείαν, αὕτη εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ διὰ τὰ δύω μέρη, ἀλλ’ ὁπωσδήποτε τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, κύριοι, εἶναι καθαρῶς νομοθετικὸν, καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται νὰ ἐκδώσῃ διατάγματα κανονίζοντα τὰ προσόντα καὶ τὴν θητείαν τῶν ὑπαλλήλων· ἄρα οὔτε ἐκ δικαιώματος, οὔτε ἐξ ἀνάγκης ἀκαταμαχήτου, διότι τοιαύτη δὲν ὑπῆρχεν, ἡ Κυβέρνησις προέβη εἰς τὴν ἀντισυνταγματικὴν ταύτην πρᾶξιν. Οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ θέλουν νὰ οἰκειοποιηθῶσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐλησμόνησαν, ὅτι ῥητὴ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῖς τὸ ἀπαγορεύει, ἡ διάταξις, ἥτις ὁρίζει, ὅτι διὰ νόμου θέλουν κανονισθῆ τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων. Ποῦ λοιπὸν εὑρίσκουσι τὸν τίτλον τοῦ παρ’ αὐτῶν ἀντιποιουμένου τούτου δικαιώματος; δὲν ἠδύνατο ἆραγε καὶ τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης δι’ ἑνὸς διατάγματος νὰ κανονίσῃ τὰ προσόντα τῶν δικαστικῶν ὑπαλλήλων, ἢ ὑπάρχει καμμία διαφορὰ μεταξὺ αὐτῶν καὶ τῶν ἄλλων; τοῦτο, τῇ ἀληθείᾳ, εἶναι ἀκατανόητον! Ἔρχομαι ἤδη εἰς ἄλλο διάταγμα τὸ τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων, καὶ ἐν πρώτοις θὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ μὴ μὲ παρεξηγήσῃ κανείς. Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν ὑπηρεσίαν αὐτὴν εἶναι γνωστὸν, ὅτι κατὰ τὸ ἔτος 1849, ὅτε ἐσυστήθη ἡ Διοικητικὴ Ἀστυνομία, ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων ἄνευ προσδιορισμοῦ προσόντων εἶχεν ὁρισθῆ εἰς 55. Ἡ ὑπηρεσία των ἦτον ἐλευθέρα, καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν ἠδύναντο νὰ προσλαμβάνωνται καὶ νὰ ἀποπέμπωνται οἱ κλητῆρες. Τὸ 1856 ἐξεδόθη νόμος προσδιορίζων τὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων εἰς 100 καὶ θητείαν τετραετῆ· ἀπὸ τὸ ἔτος δὲ 1856 μέχρι τοῦ 1859 μόλις ἠδυνήθη ἡ ὑπηρεσία νὰ κατατάξῃ 45 κλητῆρας ἀξίους καὶ ἱκανούς, διότι οἱ λοιποὶ, οἵτινες ἐτέθησαν ὑπὸ δοκιμασίαν, δὲν εἶχον ἀναδειχθῆ εἰσέτι κατατάξιμοι· ὁ νόμος ἐκεῖνος κατηργήθη ναὶ ἢ ὄχι; Δὲν ἠξεύρω τί ἔγεινεν εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς μεταβολῆς τοῦ Ὀκτωβρίου· ἤκουσα μόνον τὸν Κύριον Σωτηρόπουλον, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις τότε, καὶ τοι ἔχουσα δικτατορικὴν ἐξουσίαν δὲν τὸν κατήργησε, τὸν ἐσεβάσθη καὶ ἀνέστειλε μόνον τὴν ἐφαρμογήν του. Σᾶς ἐρωτῶ τώρα, ὅταν εἶχεν ἡ Κυβέρνησις αὐτὸν τὸν νόμον τοῦ 1856, ἐὰν, τὸ ἐπαναλαμβάνω, δὲν ᾖναι κατηργημένος, καὶ ὅταν ἐκ τῆς πείρας ᾖναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι εἰς διάστημα τριῶν ἐτῶν δὲν ἠδυνήθη ἡ ὑπηρεσία νὰ εὕρῃ ἱκανοὺς, εἰμὴ 45, δὲν ἠδύνατο, λέγω, ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐπαναφέρῃ τὸν νόμον ἐκεῖνον εἰς ἐνέργειαν καὶ νὰ κατατάξῃ μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 100 κλητήρων; ἐὰν εἶχε προχείρους τοιούτους, τὸ στάδιον ἦτο ἀρκετὰ εὐρὺ μέχρι τοῦ ἀριθμοῦ τῶν 100, χωρὶς νὰ ἐκδώσῃ διάταγμα νομοθετικόν. Δὲν βλέπω, Κύριοι, οὐδένα λόγον ἐναντιούμενον εἰς τοῦτο.
§111ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θέλετε, φαίνεται, τὴν ἀστυνομίαν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἐβασάνιζε τοὺς ἀνθρώπους.
§112ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Οὐδόλως δίδω προσοχὴν εἰς τοὺς λόγους τοὺς ἰδικούς σου, σᾶς ἐγκαταλείπω ὅλως διόλου καὶ ἅπαξ διὰ παντὸς, σᾶς λέγω νὰ μὴν ἀναμιγνύετε αὐτὰ τὰ τετριμμένα, καὶ νὰ ἐπιτίθεσθε συχνὰ πυκνὰ κατὰ τοῦ παρελθόντος, διότι ὅταν τὸ παρὸν δὲν ἀνθῇ καὶ δὲν λουλουδίζῃ, οὐδεὶς δικαιοῦται νὰ κατακρίνῃ τὸ παρελθόν· δὲν εἶναι οὔτε εὐγενὲς, οὔτε δίκαιον τὸ σύστημα τοῦτο καὶ πρέπει νὰ παύσῃ.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπόδειξις, ὅτι ἀνθεῖ καὶ λουλουδίζει εἶναι, ὅτι ὁμιλεῖτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐλευθέρως.
§114ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πάντοτε ἐλευθέρως ὡμίλουν, καὶ τὸ παρὸν οὐδὲν ἧττον τιμῶ, ἀλλὰ δὲν εἶναι οὔτε εὐγενὲς, οὔτε ἀξιοπρεπὲς, οὔτε κοινοβουλευτικὸν νὰ ἐπιτίθενταί τινες συστηματικῶς κατὰ τοῦ παρελθόντος, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντικείμενον τῆς ἱστορίας. Ἂς ἐμβλέπωμεν κάλλιον εἰς τὰ πράγματα διὰ νὰ δικαιώσωμεν τὸ παρὸν, τὸ ὁποῖον, ἐπαναλαμβάνω, οὔτε ἀνθεῖ, οὔτε λουλουδίζει. Τέλος πάντων, λέγω, ἐνῷ ἡ Κυβέρνησις εἶχεν ἕνα νόμον θητείας διὰ 100 κλητῆρας ὤφειλεν αὐτοὺς νὰ θέσῃ εἰς ἐνέργειαν, καὶ νὰ μὴν ἐκδίδῃ διατάγματα νομοθετικὰ καὶ νὰ κανονίζῃ τὰ προσόντα καὶ τὴν θητείαν κατὰ τὸ δοκοῦν.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀνεγνώσατε τοὺς νόμους;
§116Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ποίους νόμους ἐννοεῖτε, Κύριε πρωθυπουργέ; Ἐγὼ ἐν τῷ ἀντισυνταγματικῷ διατάγματί σας ἄλλον νεώτερον νόμον, ὡς ἤδη ἐκ τῆς ἀναγνώσεως αὐτοῦ ἀνακαλύπτω, δὲν εὑρίσκω εἰμὴ τὸν τοῦ 1863 προσαυξάνοντα τὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων εἰς 200, ἀλλ’ ὁ νόμος οὗτος δικαιολογεῖ μὲν ὑμᾶς ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν κλητήρων, ἀντιστρατεύεται δὲ προφανῶς καθ’ ὑμῶν ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητά των, δηλαδὴ τὰ προσόντα καὶ τὴν θητείαν, διότι οὐδένα λόγον κάμνει περὶ τούτου, καὶ ὑμεῖς δὲν ἔχετε δικαίωμα νὰ ἀναπληρώσετε τὸ κενὸν τοῦτο τοῦ νόμου καὶ νὰ ὁρίσετε προσόντα διὰ Βασιλικοῦ διατάγματος. Τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν διϊσχυρίζεσθε περὶ ἐξασφαλίσεως τῆς δημοσίας τάξεως τῆς πρωτευούσης, ἠδύνασθε νὰ οἰκονομήσητε, ἔστω καὶ δι’ ὑπεραρίθμων κλητήρων, ὑπὸ εὐθύνην σας χωρὶς νὰ νομοθετήσετε.
§117ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς νομίζομεν, ὅτι δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ κάμῃ.
§118Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐν περιπτώσει ἀπολύτου ἀνάγκης, ἡ Κυβέρνησις δὲν δύναται, ἢ νὰ λάβῃ προσωρινὰ μέτρα, ὄχι ὅμως καὶ νὰ νομοθετῇ· ἁπλοῦς συλλογισμὸς ἀρκεῖ εἰς τοῦτο, διότι, ἐὰν ἀρχίσωμεν ν’ ἀνοίγωμεν τὴν θύραν αὐτὴν τῆς διὰ διαταγμάτων νομοθετήσεως, δὲν θέλει ποτὲ κλεισθῆ, καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ἡ τετάρτη παράγραφος τῆς μειονοψηφίας ἀναγνωρίζουσα κατ’ ἀρχὴν, ὅτι τὰ διατάγματα ἀντιβαίνουν εἰς τὸ Σύνταγμα, ἐννοεῖ ἐπιφυλάττουσα εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξετάσῃ κατόπιν τὰ πράγματα καὶ τὰς περιστάσεις καὶ νὰ ἐκτιμήσῃ ταῦτα πάντα, τοῦθ’ ὅπερ ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ, καὶ δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἀρνηθῇ, ὅτι, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θέλομεν ἐξετάσει, ἂν ὑπῆρχεν ἀναπόδραστος ἀνάγκη ἢ ὄχι.
§119ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Πόσοι ἦσαν εἰς τὰ 1856;
§120Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. 100 κλητῆρας προσδιώριζεν ὁ νόμος, 45 ὅμως κατετάχθησαν, διότι τόσους μετὰ τριετῆ δοκιμασίαν ἀπέδειξεν ἡ ὑπηρεσία ἱκανούς. Μία διάταξις, ἂν δὲν μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ἐκείνου τοῦ Νόμου ἔλεγεν, ὅτι μέχρις οὗ εὑρεθῶσιν ἱκανοὶ κλητῆρες, ἡ ὑπηρεσία θέλει ἐνεργεῖσθαι ἀπὸ τὸ ὑπάρχον προσωπικὸν, περὶ τοῦ ὁποίου ἄλλως τε προέβλεπον καὶ οἱ ἐτήσιοι προϋπολογισμοὶ τοῦ Κράτους. Διὰ τοῦτο ἐτίθεντο εἰς δοκιμασίαν οἱ κλητῆρες, καὶ ἅμα ἤθελέ τις εὑρεθῇ ἄξιος κατετάσσετο. Ποία ὅθεν ἡ ἀνάγκη τῆς θητείας 200 κλητήρων, ἐνῷ ἐκ τῆς πείρας εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι δὲν ἠδύναντο ταὐτοχρόνως νὰ εὑρεθῶσιν ἱκανὰ τόσα πρόσωπα πρὸς κατάταξιν; Ἴσως τώρα μοὶ εἴπητε ποῖος λοιπὸν λόγος ἠνάγκασε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐκδώσῃ τὸ διάταγμα τῆς θητείας διὰ τοὺς 200 κλητῆρας διὰ 5 ἔτη; Δὲν ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὰς διανοίας τῶν ἄλλων, ἴσως ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀσφαλίσῃ τὴν ὑπηρεσίαν, μὅλον ὅτι καὶ τοῦτο δὲν ἠδύνατο νὰ τὸ κατορθώσῃ διὰ μιᾶς, ἴσως σκοπὸς ὑπῆρχε νὰ προτιμηθοῦν πρόσωπα ἰδικά της καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης της διὰ νὰ τὰ ἀσφαλίσῃ ἐπὶ 5 ἔτη, δὲν ἠξεύρω. Ἐκεῖνο, ὅπερ ἐγὼ διϊσχυρίζομαι, εἶναι, ὅτι οὐσιαστικῶς δὲν βλέπω κἀμμίαν πρακτικὴν ἀξίαν εἰς αὐτὴν τὴν κυβερνητικὴν πρᾶξιν, διότι δὲν βλέπω 200 κλητῆρας ἱκανοὺς νὰ καταταχθῶσιν ἀμέσως εἰς θητείαν 5 ἐτῶν, ἐκτὸς ἂν ἐννοοῦν ἄλλοι νὰ παραγεμίσωσι τὴν ὑπηρεσίαν μὲ τυχαῖα καὶ ἀκατάλληλα πρόσωπα.
§121ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἓν ὑπουργεῖον τὰ εὑρίσκει.
§122Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρω......
§123ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Κατασκόπους δὲν εὑρίσκουν, δὲν γνωρίζει ἀκόμη ἡ Βουλὴ ποῖος λαλεῖ, (ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§124Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Σᾶς ἤκουσα τί ὡμίλεις πρὸ ἑνὸς μηνὸς καὶ τί τώρα.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε, Κύριοι, τὰ προσωπικά.
§126Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ τὸ προεῖδον, ὅτι, ἂν εἴπῃ κἀνεὶς τὴν ἀλήθειαν, θὰ τὸν σχολιάσουν· καὶ ἰδοὺ τὸ θαῦμα, ἀλλ’ ἔχω πλῆρες τὸ θάῤῥος εἰς τὴν ἀλήθειαν στηριζόμενος.
§127ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Τί ἀπειλαὶ εἶναι αὗται, Κύριε Πρόεδρε; νὰ καταδείξῃ ὁ Κύριος Σακελλαριάδης καὶ νὰ κάμῃ....
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῷ ἔκαμον τὴν παρατήρησιν, Κύριοι.
§129ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ ἔλθῃ μία ὥρα νὰ δώσω λόγον τοῦ παρελθόντος δημοσίου βίου μου. Προκαλῶ μάλιστα ὅντινα θέλει ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ μοῦ ζητήσῃ τὸν λόγον διὰ νὰ τελειώσῃ αὐτὴ ἡ δουλιά· ἕκαστος βουλευτὴς ἐλθὼν ἐνταῦθα εἶναι ἴσος μὲ τὸν ἄλλον καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἐξετάσῃ τὸ φρόνημά του. Ὡς πρὸς τὸ παρελθὸν εἶμαι ἕτοιμος καὶ ἂς κοπιάσῃ ἕκαστος διὰ νὰ δώσωμεν λόγον. Εἰς τὰ λοιπὰ νομοθετικὰ διατάγματα δὲν ἔρχομαι, διότι ἐπὶ πολὺ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ λίαν πεφωτισμένοι καὶ ἰδιαζούσας γνώσεις ἔχοντες τὰ ἐξήτασαν, ἑπομένως συμπεραίνων, λέγω, ὅτι δὲν παραδέχομαι κατ’ ἀρχὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σχολαζούσης τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ διατάγματα. Ἐνταῦθα ὀφείλω νὰ παρεκθέσω τὴν ἔκπληξιν τοῦ Κ. Σωτηροπούλου, πρώην ὑπουργοῦ, εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, τοῦ ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἦτο προτιμητέον διὰ διαταγῆς τοὐλάχιστον νὰ ἐπιτρέψῃ τοῖς ὑπαλλήλοις τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων, ἀναλαμβάνουσα εἰς ἑαυτὴν τὴν εὐθύνην ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, καὶ νὰ μὴ προβῇ εἰς νομοθετικὰ ἔργα, τὴν ἔκπληξιν, λέγω, τοῦ πῶς ἠδύναντο οἱ ταμίαι καὶ εἰσπράκτορες νὰ εἰσπράξωσι φόρους ἄνευ τοῦ νομοθετικοῦ ἐκείνου διατάγματος, χωρὶς νὰ ὑπόκεινται εἰς ποινικὰς καταδιώξεις· καὶ μήπως, Κ. Σωτηρόπουλε, τὸ ἀντισυνταγματικὸν αὐτὸ διάταγμα τὸ μηδεμίαν ἰσχὺν ἔχον ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων ἠδύνατο ν’ ἀπαλλάξῃ εἴτε αὐτοὺς, εἴτε τοὺς ὑπουργοὺς τῆς εὐθύνης ταύτης; Βεβαίως ὄχι. Εἶπον, κύριοι, ὅτι ἤμην ὅλως διόλου ἀπρομελέτητος, — ὅθεν σταματῶ ἕως ἐδῶ μὲ τὴν πεποίθησιν, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ νὰ τιμήσῃ τὴν καταγωγήν της, καὶ τηρήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειάν της, ὡς οὖσα μάλιστα ἡ πρώτη Βουλὴ μετὰ τὴν ἐγκαθίδρυσιν τῆς νέας Βασιλείας, δὲν θέλει καθιερώσει ποτὲ τὴν καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος, δὲν θέλει καθιερώσει, λέγω, τὴν ἀρχὴν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις σχολαζούσης τῆς Βουλῆς δύναται νὰ ἐκδίδῃ νομοθετικὰ Διατάγματα καὶ νὰ ἔρχηται κατόπιν νὰ λέγῃ εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἀκαταμάχητος καὶ ἀναπόδραστος ἀνάγκη καὶ βία τῇ ὑπηγόρευσαν, ἐπικαλουμένη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, ἀγνοῶ ἐν τίνι πνεύματι εἶπεν ὁ κ. Σωτηρόπουλος τὸ «ἀφέωνταί σοι δηλ. αἱ ἁμαρτίαι σου». Αὐτὰ, κύριοι, δὲν θὰ τελειώσουν ποτὲ, καὶ ἑπομένως εἶναι σωτήριον εὐθὺς εἰς τὸ πρῶτον βῆμα καὶ εἰς τὴν ἀρχὴν ἡ παρανομοῦσα Κυβέρνησις νὰ περιορισθῇ, διότι ἄλλως θὰ ἀνοίξωμεν ἓν ῥῆγμα εἰς τὸ πολιτικὸν φρούριόν μας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀδύνατον νὰ κλείσῃ.
§130ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε· παρῆλθε πλέον ἡ ὥρα.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν διαλύομεν τὴν Συνεδρίασιν (ὥραν 5 παρὰ
¼ Μ. Μ.)