1865.07.19
1,841 rows · 15,150 words · 99 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 27.
Τῆς 19 Ἰουλίου 1865.
(Δευτέρα).
Ὥρα 10 Π. Μ. Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις.
Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Λευκάδος Κ. Σέρβος νὰ δώσῃ τὸν ὅρκον.
§4ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὸ ἄρθρον 21 τοῦ κανονισμοῦ «μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν, ὁ πρόεδρος ἀνακοινώνει εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ διαγγέλματα, προτάσεις, ὑπομνήματα ἢ ἄλλα ἔγγραφα.» Ὁ Κύριος Μπαλάνος καὶ ἐγὼ ὑπεβάλομεν μίαν πρότασιν περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ὁριστικῶν καταλόγων.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι παρών.
§6ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέβαλα καὶ μίαν ἄλλην.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὴν εἶδα. Ὁρκίζεται ὁ κύριος Σέρβος, βουλευτὴς Λευκάδος.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ βουλευτὴς Τριφυλίας Κ. Σωτηρόπουλος ὑπέβαλε πρότασιν περὶ συνοικισμοῦ εἰς τὸ παράλιον τῆς Κυπαρισσίας. Παρεδόθη ἀναφορὰ διαφόρων κατοίκων τῆς ἐπαρχίας Ἠλείας, διὰ τῆς ὁποίας ζητοῦν τὴν τροποποίησιν τοῦ νόμου, δι’ οὗ ἐπεβλήθη φόρος πρὸς κατασκευὴν τοῦ λιμένος, θέλει παραπεμφθῆ εἰς τὴν ἐπιτροπήν. Ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔχει ν’ ἀναγγείλῃ τι εἰς τὴν Βουλήν.
§9ΒΡΑΪΛΑΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν πρᾶξιν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ Ὀθωμανικὴ Πύλη συναινεῖ εἰς τὴν συνθήκην, δι’ ἧς ἐγένετο ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου. Γνωρίζετε, ὅτι ἡ Τουρκία ἔλαβε μέρος εἰς τὴν συνθήκην τῶν 15, διὰ τῆς ὁποίας ἐτέθησαν αἱ νῆσοι ὑπὸ τὴν Ἀγγλικὴν προστασίαν· ὡς ἐκ τούτου ὤφειλε νὰ λάβῃ μέρος, δηλ. νὰ συναινέσῃ καὶ εἰς τὴν συνθήκην, διὰ τῆς ὁποίας καταργεῖται ἡ συνθήκη ἡ πρώτη, καὶ συνενοῦται ἡ Ἑπτάνησος μετὰ τῆς λοιπῆς Ἑλλάδος. Ἐὰν μοὶ ἐπιτρέπητε, θέλω σᾶς ἀναγνώσει τὴν ἔκθεσιν. «Ἔχω τὴν τιμὴν ν’ ἀνακοινώσω εἰς τὴν Βουλὴν, κατ’ ἐντολὴν τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως καὶ κατὰ τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου 32 τοῦ Συντάγματος, τὴν μεταξὺ τῆς Ἑλλάδος, Γαλλίας, Μεγάλης Βρεταννίας καὶ Ῥωσσίας ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τῆς Τουρκίας ἀφ’ ἑτέρου ὑπογραφεῖσαν ἐν Κωνσταντινουπόλει τὴν 27/8 Μαρτίου τρέχοντος ἔτους ἐπίσημον πρᾶξιν, δι’ ἧς ἡ Ὑψηλὴ Ὀθωμανικὴ Πύλη συναινεῖ εἰς τὴν συναφθεῖσαν ἐν Λονδίνῳ τὴν 17/29 Μαρτίου 1864 Συνθήκην περὶ ἑνώσεως τῶν Ἰονίων νήσων μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Τὴν πρᾶξιν ταύτην ἐθεώρησαν εὔλογον καὶ ἀναγκαίαν αἱ τρεῖς εὐεργέτιδες τῆς Ἑλλάδος Δυνάμεις, καθότι ἡ Τουρκία διὰ τοιαύτης εἶχε συναινέσει εἰς τὴν σύμβασιν τοῦ 1815, δι’ ἧς ἡ Ἑπτάνησος ἐτίθετο τότε ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας. Ἐπειδὴ ἡ Ἑλλὰς οὐδένα εἶχε λόγον οὐδὲ συμφέρον νὰ μὴ δεχθῇ τὴν περὶ τούτου γενομένην πρότασιν, καθόσον μάλιστα ἡ μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἕνωσις τῶν Ἰονίων νήσων εἶναι ἤδη ἔργον τετελεσμένον, ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις προθύμως συνῄνεσεν εἰς τὴν συνομολόγησιν τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος πράξεως. Τῆς πράξεως ταύτης ἐπικυρωθείσης ἤδη ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, αἱ ἐπικυρώσεις αὐτῆς ἀντηλλάγησαν ἤδη μετὰ τῶν λοιπῶν συμβαλλομένων Δυνάμεων ἐν Κωνσταντινουπόλει. Ἡ Βουλὴ δὲν ἐπιλαμβάνεται, εἰμὴ μόνον τῶν ῥητῶν συνθηκῶν, περὶ τῶν ὁποίων ποιεῖ μνείαν τὸ ἄρθρον 32 τοῦ Συντάγματος· αἱ ἄλλαι συνθῆκαι ἁπλῶς ἀνακοινοῦνται εἰς αὐτήν, καὶ τὸ καθῆκον τοῦτο ἐκπληρῶν, παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ μοὶ δώσῃ ἀπόδειξιν τῆς ἀνακοινώσεως.»
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύριος Παδοβᾶς.
§11ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀφοῦ, Κύριοι, ἐξεπεραιώθη τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, ἀφοῦ ἐξεπεραιώθη καὶ τὸ ἄλλο ἀντικείμενον τὸ ἀφορῶν τὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, ἐπὶ τέλους ἡ Βουλὴ μετέβη εἰς σπουδαίαν τῷ ὄντι καὶ σοβαρὰν συζήτησιν, συζήτησιν ἣν ἀποκαλῶ σπουδαίαν, καθότι πρόκειται ὄχι μόνον νὰ γνωρίσωμεν ἐὰν τὸ ὑπουργεῖον παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον προσφάτως παρὰ τοῦ Ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως καθιερώθη, ἀλλ’ ἐπίσης νὰ εἴπωμεν ἐὰν σήμερον πρέπῃ ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ θέματος τούτου, ἢ ἐὰν ἀπ’ ἐναντίας ὀφείλῃ νὰ ἀποφασίσῃ κατὰ τὸν χρόνον, εἰς ὃν θέλει τῇ ὑποβληθῶσι τὰ Βασιλικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα κατὰ τοὺς μὲν παραβιάζουσι τὸ Σύνταγμα, κατὰ τοὺς δὲ, ὡς συνέπεια ἐξαιρετικῶν περιστάσεων εἶναι ἀνεκτά· Ἤκουσα, Κύριοι, μετὰ μεγάλης προσοχῆς τοὺς σπουδαίους λόγους τῶν προαγορευσάντων. Ἤκουσα τοὺς ὑπουργοὺς ὑποστηρίζοντας τὰ Βασιλικὰ διατάγματα καὶ διατεινομένους ὅτι οὐδόλως δι’ αὐτῶν παρεβιάσθη τὸ Σύνταγμα, διότι αὐτὰ ἦσαν φυσικὴ ἀπόῤῥοια τῆς ἀκαταμαχήτου ἀνάγκης καὶ τῶν ἐκρύθμων περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρίσκετο τὸ Κράτος ἕνεκα τῆς παύσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ τῆς μὴ ὑπάρξεως μιᾶς τακτικῆς Βουλῆς. Ἤκουσα ἐπίσης ἄλλους διατεινομένους, ὅτι οὐδόλως ὑπῆρχε κατεπείγουσα ἀνάγκη, ὅτι ναὶ μὲν ἡ Συνέλευσις δὲν εἰργάζετο, ἀλλ’ ὅτι ἡ παῦσις τῶν ἐργασιῶν της ἔπρεπε νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλήφθησαν πρὸς παῦσιν αὐτῶν, καὶ ἤκουσα ἐπὶ τέλους τοὺς κυρίους τούτους λέγοντας, ὅτι οὐδόλως ἐδικαιοῦτο τὸ ὑπουργεῖον ἢ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἀσχέτως τῆς ὑπάρξεως ἢ μὴ τῶν ἐκρύθμων περιστάσεων, νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον διὰ Βασιλικῶν διαταγμάτων. Ἐκ τούτων ἐξάγεται, ὅτι ὑπάρχουσι συγκρούσεις καὶ διαφωνίαι σπουδαῖαι μεταξὺ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Ἐγὼ δέ, Κύριοι, ἵνα ἁπλῶς ἐκφράσω τὴν ἀτομικήν μου γνώμην, διότι δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσητε ὅτι ἀνέβην ἐπὶ τοῦ βήματος ἵνα διαφωτίσω τὸ ζήτημα, ὅπερ ἀρκούντως ἀνεπτύχθη καὶ παρὰ τῶν μὲν καὶ παρὰ τῶν δὲ, σᾶς λέγω ἀπὸ τοῦδε, ὅτι δὲν παραδέχομαι καθ’ ὁλοκληρίαν οὔτε τὴν γνώμην τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε τὴν γνώμην τῶν ἀντιφερομένων. Ὀφείλομεν δὲ ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ διάμεσον, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ συναρμολογήσῃ τὰς γνώμας τῶν διαφωνούντων μὲ τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ τὰς ᾀδομένας ἐκρύθμους περιστάσεις, περὶ τῶν ὁποίων ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἴσως σήμερον οὔτε ὥρα οὔτε χρόνος εἶναι νὰ ἀποφανθῶμεν. Ἠδύνατο δέ τις νὰ εἴπῃ καὶ δικαίως, πῶς δὲν παραδέχεσαι καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν γνώμην ἢ τῶν μὲν ἢ τῶν δέ, καὶ πῶς δύναται νὰ ὑπάρξῃ τὸ παράδοξον τοῦτο; Ἴσως τοῦτο εἶναι συνέπεια ἀρχῆς τινός, τὴν ὁποίαν ἤκουσα ὑποστηριζομένην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· ἴσως ταύτην τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ἤδη φέρω, δυνάμεθα νὰ τὴν ἀποδώσωμεν εἰς τὰ ἀναπτυχθέντα παρ’ ἑνὸς ἐντίμου ἀντιπροσώπου τῆς Βουλῆς ταύτης κατὰ τὴν παρελθοῦσαν. «Δὲν δύναμαι, εἶπε, νὰ παραδεχθῶ τινὰ βουλευτὴν ἐντὸς μιᾶς Βουλῆς, ὅστις νὰ μὴ φέρῃ μεθ’ ἑαυτοῦ ἀπόχρωσιν ἢ χροιάν τινα,» ὥστε, κατὰ τὴν γνώμην τοῦ ἀξιοτίμου ἐκείνου ἀνδρὸς, ὁ βουλευτὴς, ἵνα ᾖ ἀληθῶς βουλευτὴς, πρέπει νὰ καταταχθῇ ἢ εἰς τὴν μίαν ἢ εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα, Καὶ πῶς; δὲν δύναται ὁ βουλευτὴς, χωρὶς ν’ ἀνήκῃ οὔτε εἰς τὸ ἓν οὔτε εἰς τὸ ἄλλο κόμμα, ἐὰν ἔχῃ νοῦν, καρδίαν καὶ βούλησιν, νὰ ἐκτελῇ τὴν ἀποστολὴν αὐτοῦ καὶ νὰ ἐκπληροῖ τὰ ἴδια καθήκοντα; Κύριοι, χωρὶς ποσῶς ν’ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ γεγονότα καὶ εἰς ὅσα καθ’ ἡμέραν ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν, ἡ τιμιότης ἐντὸς οἱουδήποτε βουλευτικοῦ σώματος, καὶ ἄνευ τινὸς ἀποχρώσεως δύναται νὰ ἐκπληροῖ μετὰ τῆς προσηκούσης ἀνεξαρτησίας καὶ συνειδήσεως τὰ καθήκοντα τοῦ ἀληθοῦς ἀντιπροσώπου τοῦ λαοῦ. Ὑποθέσατε, Κύριοι Βουλευταί, καὶ βιάζομαι νὰ καταφύγω εἰς μίαν ὑπόθεσιν (διότι οὔτε ἐκ τῶν προτέρων παραδέχομαι τὴν ὕπαρξιν τοιαύτης παραδόξου καὶ ἀντισυνταγματικῆς Βουλῆς) ἵνα καταπείσω τὸν ἔντιμον προαγορεύσαντα καὶ ὑποστηρίξαντα τὰ τοιαῦτα, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρξῃ καὶ ἐξαίρεσις εἰς τὰς ἀρχὰς αὐτοῦ· ὑποθέσατε, λέγω, Κύριοι βουλευταί, ὅτι ἠδύνατο νὰ ὑπάρξῃ μεταξὺ τῶν συνταγματικῶν ὄντων μία Βουλὴ, ἥτις νὰ ἔχῃ ἀποχρώσεις τινὰς, ἀλλ’ αὕτη ἡ ἀπόχρωσις νὰ μὴν ᾖναι συνέπεια μιᾶς οἱασδήποτε ἐπιδιωκομένης καὶ γνησίως ὑποστηριζομένης ἀρχῆς· ἀπ’ ἐναντίας νὰ ᾖναι συνέπεια ἢ τῆς προσωπικότητος, ἢ τῆς ἀτομικότητος, συνδυαζομένων μετὰ τοῦ συμφέροντος, εἴτε ἐνεστῶτος εἴτε προσδοκωμένου. (Ὑπόθεσις εἶναι, Κύριοι, καὶ ἁπλῆ ὑπόθεσις). Εἰς ταύτην τὴν εἰδικὴν καὶ ὑποθετικὴν περίπτωσιν, καὶ ἀπέναντι τοιαύτης Βουλῆς, ἐὰν ἔβλεπέ τις τὴν πτέρυγα Α. ἐκστρατευομένην κατὰ τῆς πτέρυγος Β. ὄχι πρὸς ὑποστήριξιν μιᾶς ἀρχῆς οἱασδήποτε· ἐὰν ἔβλεπε τὴν ἀντιφερομένην πτέρυγα νὰ ἀντιπαρατάττηται εἰς τὴν ἄλλην, ὄχι πρὸς ὑποστήριξιν ἐπίσης μιᾶς ἀρχῆς· ἐρωτῶ τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα Βουλευτὴν, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ· «ὅστις δὲν ἀνήκει οὔτε εἰς τὸ ἓν κόμμα οὔτε εἰς τὸ ἄλλο, δὲν εἶναι βουλευτὴς,» δηλαδὴ ὁ μὴ ὑποκύπτων εἰς τὰς ὀρέξεις τῆς προσωπικότητος, στερεῖται τῶν προσόντων τῆς ἀληθοῦς ἀντιπροσωπείας!!!
§12ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἴπατε ὁ προλαλήσας, εἰς τὸν προλαλήσαντα.
§13ΠΑΔΟΒΑΣ. Μάλιστα πρὸς διάκρισιν τῶν λοιπῶν. Διάφοροι ἦσαν οἱ προλαλήσαντες κατὰ τὰς παρελθούσας δύο ἡμέρας. Ὡμίλησε πρῶτος ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος Κεφαλληνίας, ἀκολούθως, ἐὰν δὲν σφάλλω, ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, τέλος κατὰ τὴν αὐτὴν ἡμέραν ἠγόρευσεν ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Κ. Δεληγεώργης. Κατὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἔλαβε τὸν λόγον ὁ ὑπουργὸς τῆς παιδείας καὶ τῶν ἐκκλησιαστικῶν, ἀκολούθως ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς, καὶ ἐπὶ τέλους ὁ Κ. Πετιμεζᾶς.
§14ΦΩΝΑΙ ΤΙΝΕΣ. Ἐξεχάσατε τὸν Κ. Σακελλαριάδην.
§15ΠΑΔΟΒΑΣ. Μάλιστα καὶ τὸν Κ. Μαυρομιχάλην. Ὁ Κ. Σακελλαριάδης ὀλίγα τινα ὑπέβαλε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γνώμης τῶν ὑπουργῶν. Μετὰ τὰ λεχθέντα πρὸς δικαιολόγησιν καὶ τῆς γνώμης μου καὶ τῆς ψήφου μου, ἐξετάζοντες ἀπὸ τοῦ πλησίον μεθ’ ὅλης τῆς ἀμεροληψίας, τὴν ὁποίαν ἕκαστος δύναται νὰ ὑποθέσῃ εἰς Βουλευτὴν μὴ ἀνήκοντα οὔτε εἰς τὴν μίαν, οὔτε εἰς τὴν ἄλλην πτέρυγα, ἐξετάζοντες, λέγω, τὸ ὑπὸ διάσκεψιν ἀντικείμενον ὑπὸ τὰς διαφόρους αὐτοῦ ἐπόψεις, νομίζω ὅτι ἠδυνάμεθα νὰ θέσωμεν τρία ζητήματα, καὶ περιορίζομαι εἰς ταῦτα μόνον, καθ’ ὅσον αἱ ἀγορεύσεις ἁπάντων σχεδὸν, ναὶ μὲν ἀποβλέπουσιν ὑπὸ μίαν γενικὴν ἔποψιν τὴν ἀπάντησιν πρὸς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως, οὐσιωδῶς ὅμως καὶ οἱ μὲν καὶ οἱ δὲ περιώρισαν τὰς ἰδέας των καὶ τὰς ἀγορεύσεις των εἰς τὸ περὶ Β. διαταγμάτων ἀντικείμενον· ὥστε μοὶ φαίνεται ὅτι δὲν ἀπομακρύνομαι ἀπὸ τὸ ὑπὸ διάσκεψιν θέμα, ἂν καὶ ἐγὼ ἀποκλειστικῶς περιορισθῶ εἰς τὸ περὶ Βασιλικῶν διαταγμάτων ζήτημα, ἵνα γνωρίσωμεν ἂν αὐτὰ τὰ Βασιλικὰ διατάγματα, καὶ τοι ἀντισυνταγματικῶς ἐκδοθέντα, ἦσαν, ὡς τινὲς διατείνονται, ἀπόῤῥοια τῶν περιστάσεων, ἢ ἀπ’ ἐναντίας ἂν ὤφειλε τὸ ὑπουργεῖον νὰ τὰ ἀποφύγῃ. Πρὸς διεξαγωγὴν λοιπὸν τοῦ πολυκρότου θέματος, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ πρὸ δύο ἡμερῶν, καὶ τὸ ὁποῖον προβλέπω ὅτι θέλει εἶναι τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ὅλης τῆς ἑβδομάδος, ἡ Βουλὴ κατὰ τὴν γνώμην μου ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ πρῶτον· ἐδικαιοῦτο ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ Βασιλικὰ διατάγματα; Καὶ ὅταν λέγω Βασιλικὰ διατάγματα, ἐννοῶ βεβαίως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι νομοθετικῆς φύσεως, διότι οὐδόλως διαφιλονεικῶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα νὰ ἐκδίδῃ νομοτελεστικὰ διατάγματα· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐν τῇ περιπτώσει, ὡς εἶναι ὁμολογούμενον καὶ δὲν διαφιλονεικεῖται οὔτε ὑπὸ τῶν μὲν οὔτε ὑπὸ τῶν δὲ, ἐξεδόθησαν διάφορα Βασιλικὰ διατάγματα νομοθετικῆς φύσεως, ὑπολείπεται νὰ ἐξετάσωμεν ἂν ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκδώσῃ τὰ διατάγματα ταῦτα. Ἐὰν θέλωμεν νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξαν οἱ ὑπουργοὶ καὶ ὁ ὑποστηρικτὴς αὐτῶν ἔντιμος Κ. Σακελλαριάδης, ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον ἐδικαιοῦτο νὰ ἐκδώσῃ αὐτὰ, ἀλλ’ εἶχε καὶ καθῆκον νὰ τὰ ἐκδώσῃ· ἐὰν δὲ ἀπ’ ἐναντίας ἐξετάσωμεν ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ὑπεστήριξαν οἱ φέροντες τὴν ἀντίθετον γνώμην, ἡ Κυβέρνησις ὄχι μόνον δὲν ἐδικαιοῦτο εἰς τοῦτο, ἀλλὰ καὶ ἀναφανδὸν παρεβίασε τὸ Σύνταγμα, ἐκδόσασα νομοθετικὰ διατάγματα. Θέλομεν λοιπὸν ἐξετάσει αὐτὸ τὸ πρῶτον ζήτημα καὶ θέλομεν φθάσει (ἀποβλέπω πάντοτε εἰς τὴν ἀτομικήν μου πεποίθησιν) εἰς συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον θέλει εἶσθαι ἀπόῤῥοια τῆς συναρμολογίας καὶ τοῦ Συντάγματος καὶ τῶν περιστάσεων. Ἀλλὰ ἀφοῦ λύσωμεν τὸ πρῶτον τοῦτο ζήτημα, ἀφοῦ δηλαδὴ γνωρίσωμεν ἐὰν ἐδικαιοῦτο ἢ ὄχι ἡ Βασιλικὴ Κυβέρνησις νὰ ἐκδώσῃ τὰ περὶ ὧν ὁ λόγος νομοθετικὰ διατάγματα, ἀναφύεται ἄλλο ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ἐπίσης σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν καὶ εἰς τὸ ὁποῖον μὲ προκαλεῖ ἡ ἀγόρευσις τοῦ ἐντίμου ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Τῷ ὄντι ἐκ τῆς καταφατικῆς λύσεως τοῦ πρώτου ζητήματος ἀναφύεται καὶ ἄλλο οὐχ ἧττον σπουδαῖον καὶ σοβαρὸν, ὅπερ διετυπώθη ὡς ἕπεται· δεύτερον. Ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἀποφανθῇ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν τῇ ἀπαντήσει πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον, ἢ ἀκολούθως, καὶ πότε; Κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἄλλο εἶναι ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως, καὶ ἄλλο ἡ ἀθώωσις ἢ μὴ τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ἀφοῦ ἐκπληρώσω τὸ πρῶτον καθῆκον, θέλει ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα, διὰ νὰ εἴπω οὕτω, ἀποτελοῦσι τὸ σῶμα τοῦ ἀδικήματος (παρακαλῶ νὰ ἐπιτρέψητε αὐτὴν τὴν δικανικὴν φράσιν). Καὶ βεβαίως, χωρὶς νὰ ἔχῃ τις ὑπ’ ὄψιν καὶ χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ Βασιλικὰ διατάγματα, πῶς δύναται νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπηγορεύθησαν ὑπὸ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης τῆς ἀποτελούσης τὴν ἀποκλειστικὴν δικαιολογίαν τῆς Κυβερνήσεως; Πῶς δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν ὅτι τὰ Βασιλικὰ διατάγματα εἶναι αὐστηρὰ ἀπόῤῥοια τῶν περιστάσεων, χωρὶς νὰ τὰ ἐξετάσωμεν ἐκ προοιμίων καὶ νὰ ἐπαληθεύσωμεν ἐὰν τῷ ὄντι αἱ περιστάσεις αὗται προεκάλεσαν εἴτε ἐν μέρει, εἴτε καθ’ ὁλοκληρίαν αὐτά; Θέλω ἐξετάσει λοιπὸν, Κύριοι, καὶ αὐτὸ τὸ δεύτερον ζήτημα, ἵνα φθάσω, εἰ δυνατὸν, εἰς συμπέρασμα τὸ ὁποῖον νὰ συναρμολογῇ τοὐλάχιστον τὴν ἀπάντησιν τῆς Βουλῆς πρὸς τὸν λόγον τοῦ Σεπτοῦ Βασιλέως, ὅστις τὴν ἄμεσον ἀθώωσιν ῥητῶς ἀποκλείει. Τέλος προσκαλούμεθα νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας καὶ ἐπὶ ἑνὸς τρίτου ζητήματος, τὸ ὁποῖον, ὡς ἡ ἰδία Κυβέρνησις ἀναγνωρίζει, δὲν δύναται σήμερον οὔτε νὰ ἐξετασθῇ οὔτε νὰ λυθῇ παρ’ ἡμῶν. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀφορᾷ τὴν οὐσίαν τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων, καὶ ἡ οὐσία ἀποτελεῖ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον μέλλει ἀκολούθως καὶ ἐν ἁρμοδίῳ χρόνῳ παρὰ τῆς Βουλῆς νὰ βασανισθῇ. Ἀφοῦ, Κύριοι, ἐθέσαμεν τὰ διάφορα ζητήματα, ἐπὶ τῶν ὁποίων προκαλεῖται ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἐπιτρέψατε καὶ εἰς ἐμὲ νὰ ὑποβάλω γενικάς τινας παρατηρήσεις πρὸς λύσιν εἴτε τοῦ πρώτου, εἴτε τοῦ δευτέρου τῶν ζητημάτων τούτων. Καὶ κατὰ τὴν περίπτωσιν ταύτην ὀφείλω, ἀνεξαρτήτως τῆς ἐκβάσεως τῆς ἀποφάνσεως τῆς Βουλῆς, ἐπ’ αὐτῶν νὰ ἐξετάσω τοὺς λόγους καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δὲ μεθ’ ὅλης τῆς ἀμεροληψίας, συγχρόνως δὲ καὶ τῆς ἀνεξαρτησίας, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ᾖναι τὰ κύρια προσόντα τοῦ ἀγορεύοντος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἤκουσα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον Δεληγεώργην νὰ ἐλέγχῃ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν, διότι ἀντὶ νὰ λάβῃ πρὸς ὁδηγίαν αὐτοῦ τὴν ἐξωτερικὴν πολιτικὴν καὶ τὰς γνώμας καὶ συμβουλὰς τῶν Εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων πρὸς λύσιν τοῦ ὅλως συνταγματικοῦ τούτου ζητήματος τοῦ ἀφορῶντος ἐσωτερικὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, αὐτὸς ὁ Κύριος ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἠθέλησεν ἀπ’ ἐναντίας νὰ συμβουλευθῇ τὴν ἐσωτερικὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐνόησεν, ἂν δὲν σφάλλω, ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Κ. Δεληγιώργης νὰ εἴπῃ, ὅτι πρὸς λύσιν ζητήματος τόσῳ σπουδαίου δὲν πρέπει ἡμεῖς νὰ ἀποβλέψωμεν εἰς τὰ ἐντὸς τοῦ περιωρισμένου κύκλου τῆς Ἑλλάδος διαδραματιζόμενα, ἀλλὰ πρέπει νὰ λάβωμεν ὡς ὑπογραμμὸν τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν διπλωματίαν τῆς Εὐρώπης ἀπέναντι ἡμῶν, καὶ αὐτὴν νὰ συμβουλευθῶμεν, καθ’ ὅσον, ὡς φρονεῖ ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος, ἡ δυτικὴ πολιτικὴ καὶ διπλωματία χαράττει πορείαν προοδευτικὴν, φιλελεύθερον καὶ μεγάλως ὠφέλιμον διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὸ Ἔθνος. Ἐξεταστέον λοιπὸν ἐκ προοιμίων, ἂν ὀφείλωμεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὴν Εὐρωπαϊκὴν πολιτικὴν καὶ διπλωματίαν, καὶ ἐὰν συμφέρῃ νὰ τὴν παραδεχθῶμεν ὡς ὑπογραμμὸν καὶ ἀφετηρίαν κατὰ τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν συνταγματικῶν μας καθηκόντων. Θέλω ἐξετάσει καὶ ἐγὼ, ἀξιότιμε Κύριε Δεληγεώργη, τὴν Εὐρωπαϊκὴν πολιτικὴν ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ τούτου βήματος, διότι μέχρι τοῦδε ἐπὶ τοῦ στόματός μου ὑπῆρχε φίμωτρον, καὶ σὲ εὐχαριστῶ, διότι μοὶ παρέχεις τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐξετάσω ποία ὑπῆρξε, ποία ὑπάρχει καὶ ποία ἔσεται ἀπέναντι τῆς Ἑλλάδος καὶ τῆς πρώην Ἑπτανήσου, ἵνα ἀποφασίσω ἂν συμφέρῃ εἰς τὰς συνταγματικὰς σχέσεις μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως νὰ λάβωμεν ὡς βάσιν τῆς πορείας μας τὰς ὑπαγορεύσεις καὶ τὰς συμβουλὰς τῶν ξένων.
§16ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ σᾶς διακόψω· βεβαίως θέλετε ὁμιλήσει περὶ τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς ὅπως φρονεῖτε· μ’ ὅλα ταῦτα σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ οἰκοδομήσητε τὴν ὁμιλίαν σας ἐπὶ μιᾶς παρεξηγήσεως, ἥτις γίνεται εἰς τὸν ἐδικόν μου λόγον· σᾶς λέγω πρὸς τούτοις τὰ ἑξῆς. Ὅτι ἐγὼ εἶπον, ὅταν αἱ Δυνάμεις παρεδέχθησαν τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἑλλάδος, τότε εἶπον, ὅτι ἀποδεχόμεθα τὸ κίνημα τοῦτο τῶν Ἑλλήνων, διότι μὲ ὅλας τὰς δοκιμασίας κατὰ τριακονταετίαν, τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς οἱ ἴδιοι διὰ τῶν Συνθηκῶν καθιερώσαμεν ἐν Ἑλλάδι, δὲν ἠδυνήθη νὰ εὐδοκιμήσῃ, διότι ἡ Ἑλλὰς ἐπιθυμοῦσα ἀληθὲς σύστημα, ἔκαμε τὴν ἐπανάστασιν. Ταῦτα εἶπεν ἡ Εὐρώπη διὰ τῶν Συνθηκῶν καὶ δυνάμει τῶν ἰδεῶν αὐτῶν ἀνεγνώρισε τὴν ἐπανάστασιν. Εἶπον προσέτι, ὅτι καὶ ἄλλα διπλωματικὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀπηυθύνθησαν πρὸς τὴν Ἑλλάδα, τὰ ὁποῖα εἶχον ἐπίσημον χαρακτῆρα, τὰ αὐτὰ λέγουν· δὲν ὁμιλῶ δὲ περὶ τῶν κρυφῶν ἐγγράφων.
§17ΠΑΔΟΒΑΣ. Μὲ τὰ ἔντυπα ἔγγραφα θὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα.
§18ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αἱ συμβουλαὶ, αἱ ὁποῖαι ἐδίδοντο εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀπέβλεπον τὴν ἀνάπτυξιν τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν, διότι ἐν τούτοις κεῖται ἡ πρόοδος καὶ τὸ μέλλον τῆς Ἑλλάδος.
§19ΠΑΔΟΒΑΣ. Συμφωνῶ ὡς πρὸς τὸ ὕστερον καὶ σᾶς εὐχαριστῶ, διότι προδιετυπώσατε τὴν γνώμην μου καὶ τὸ συμπέρασμά μου· ὡς πρὸς τὴν ἀκρίβειαν δὲ τῶν λεχθέντων ὑπάρχουσι τὰ στενογραφημένα πρακτικά. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἠθέλαμεν νὰ παραδεχθῶμεν ὅσα σήμερον ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος εὐηρεστήθη νὰ μᾶς ἐξηγήσῃ, οὐσιωδῶς ἠθέλαμεν ἐξάξει, ὅτι τὸ κύριον μέλημα τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων εἶναι ἡ παγίωσις καὶ ἡ πρόοδος τῆς συνταγματικότητος ἐν Ἑλλάδι, ὅπερ ἐκ τῶν προτέρων καὶ τῶν ὑστέρων ἀποκρούω. Εὐχαριστῶ, ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, τὸν ἔντιμον ἀντιπρόσωπον Δεληγεώργην, διότι μοὶ παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ἐπὶ τέλους ὀλίγα τινὰ περὶ τῆς Εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς καὶ διπλωματίας ἀπέναντι ὑμῶν τῶν Ἑλλήνων, μὲ ὅλην ἐκείνην τὴν ἀνεξαρτησίαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀγορεύων, δὲν ἔχει οὔτε ἐλπίδας, οὔτε φόβους. Ἂν θὰ λάβωμεν ὡς ὑπογραμμὸν πρὸς λύσιν καὶ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος τὴν πολιτικὴν καὶ διπλωματίαν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, πρέπει ἐκ προοιμίων νὰ ἐξετάσωμεν ποία ἡ θέσις ἡμῶν ἀπέναντι αὐτῶν (θόρυβος). Κύριοι, ἂς ἐξηγηθῶμεν μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν· ἂν ἀπαρέσκῃ τὸ θέμα τοῦτο, ἐγὼ παραιτοῦμαι αὐτοῦ, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸ ἐκφράσητε.
§20ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ὄχι.
§21ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποῦ ὑπάρχει ἡ διπλωματία τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων (δεικνύει διάφορα ἔγγραφα, θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε· εἴμεθα ἐντὸς τοῦ θέματος, διότι προσκαλεῖται ἡ Βουλὴ νὰ λύσῃ τὸ ὑπὸ διάσκεψιν ζήτημα, παρακολουθοῦσα τὰς συμβουλὰς τῆς διπλωματίας ἐκείνης. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποία ἦτο καὶ ποία εἶναι αὐτὴ ἡ διπλωματία καὶ ἀπέναντι ὑμῶν τῶν Ἑλλήνων, καὶ ἀπέναντι ἡμῶν τῶν πρώην Ἑπτανησίων, νῦν δὲ ἐπαρχιωτῶν τῆς Ἑλλάδος. Τὸ ἄλλοτε ὀνομαζόμενον Ἑπτανησιακὸν Κράτος ἐκηρύχθη ἀπὸ τοῦ ἔτους 1800 ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον, καὶ ὡς τοιοῦτον παρὰ πάντων ἀνεγνωρίσθη· τοῦτο δὲ λέγω ἵνα προσθέσω ὅτι ἡ Συνθήκη τοῦ ἔτους 1815 οὐδὲν δικαίωμα παρεχώρησεν εἰς αὐτὸ τὸ Κράτος, τὸ ὁποῖον ἤδη καὶ ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον ὑφίστατο· ἡ Συνθήκη τῶν 1815 τὸ εὗρεν ἐλεύθερον καὶ ἀνεξάρτητον, τὸ ἀνεγνώρισεν ὡς τοιοῦτον καὶ μόνον προσέθηκεν, ὅτι ἕνεκα τῶν περιστάσεων, δηλαδὴ τῆς γεωγραφικῆς του θέσεως, τῆς ἀδυναμίας του καὶ τῆς ἐλλείψεως ἑνὸς Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ εἰς ἁπλῆν προστασίαν καὶ κηδεμονίαν ἄνευ τινὸς κυριαρχικοῦ δικαιώματος ὑπὲρ τοῦ προστάτου. Τὰ φρούρια ἦτο τῆς ἀπολύτου κυριότητος τοῦ Κράτους ἐκείνου, καὶ τοῦτο καθιερώθη καὶ παρὰ τῶν Συνθηκῶν, 1ον, διότι εἰς τὴν προστασίαν παρεχωρήθη ἁπλῶς ἡ κατοχὴ καὶ χρῆσις τῶν φρουρίων, 2ον, διότι πρὸς ἐπισκευὴν καὶ συντήρησιν τῶν φρουρίων τὸ Ἑπτανησιακὸν Κράτος εἰς διαφόρους ἐποχάς, καὶ τοῦτο προκύπτει ἀπὸ ἀδιαφιλονείκητα ἔγγραφα, ἐξώδευσεν ἓν ἑκατομμύριον τετρακοσίας ὀγδοήκοντα ἐννέα χιλιάδας λιρῶν στερλινῶν, δηλαδὴ τεσσαράκοντα τέσσαρα ἑκατομμύρια δραχμῶν ὡς ἔγγιστα (θόρυβος). Σᾶς εἶπον, Κύριοι, καὶ ἐπαναλαμβάνω, ὅστις δὲν ἀρέσκεται εἰς τοῦτο, ἂς τὸ εἴπῃ καὶ ἐγὼ θέλω διακόψει τὴν ἀγόρευσιν. Ἐκτὸς δὲ τῶν φρουρίων.... (ἐνταῦθα ὁ Κ. Παδοβᾶς ἐξέπεσε τοῦ βήματος) οὔτε τὸ βῆμα μὲ χωρεῖ, καὶ τοῦτο δικαιολογεῖ τὴν ἀνυπομονησίαν τοῦ Κ. Σακελλαριάδου. Ἐκτός, λέγω, τῶν φρουρίων, εἴχομεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ χίλια ὡς ἔγγιστα τηλεβόλα, τὰ ὁποῖα ἢ δι’ ἐξόδων τοῦ Κράτους ἠγοράσθησαν, ἢ ἀπ’ ἀρχῆς ἀνῆκον αὐτῷ.
§22ΤΙΝΕΣ. Ἦτον ὀρειχάλκινα ἢ ἐκ σιδήρου;
§23ΠΑΔΟΒΑΣ. Κατὰ τὸ 1814, ὅτε ἡ Ἀγγλία ἔλαβε τὴν κατοχὴν καὶ τῆς Κερκύρας, τὸ πλεῖστον μέρος αὐτῶν ἦτον ἐξ ὀρειχάλκου, ἀλλὰ φαίνεται ὅτι ὁ ὀρείχαλκος δὲν ἦτον πλέον τοῦ συρμοῦ καὶ ἑπομένως ἡ προστασία ἀντικατέστησεν εἰς αὐτὰ τηλεβόλα σιδηρᾶ. Ἠδύνατό τις νὰ εἴπῃ, ποίαν σχέσιν ἔχουσι ταῦτα μὲ τὸ ὑπὸ διάσκεψιν θέμα; Ἔχουσι σχέσιν, καθ’ ὅτι δεικνύουσι τὴν κατάστασιν, εἰς ἣν εὑρίσκοντο τὰ πράγματα, καὶ τὰ μέτρα ἅπερ ἐλήφθησαν ἐπὶ αὐτῶν ἐκ μέρους τῆς Εὐρωπαϊκῆς διπλωματίας, ἣν προσκαλούμεθα νὰ λάβωμεν ὡς ὑπογραμμὸν τῆς πορείας μας. Ἡ Μεγάλη Βρεταννία ἐπὶ τέλους ηὐδόκησε νὰ παραιτηθῇ τῆς προστασίας, καὶ, κατὰ τὴν Συνθήκην τῶν 1815, ἄλλο δικαίωμα δὲν εἶχεν οὔτε ἠδύνατο νὰ ἔχῃ. Εἰς τὴν περίστασιν ταύτην δὲ τί ἔκαμεν; Ἁπλῶς (καὶ ἀπ’ ἐδῶ, ἔντιμε ἀντιπρόσωπε, παραλείποντες τὰ προηγούμενα, πρέπει νὰ ἀρχίσῃς νὰ ἐξετάσῃς τὴν διπλωματίαν καὶ τὴν πολιτικὴν τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων) προσεκάλεσε τὴν Βουλὴν τῆς Ἑπτανήσου νὰ ἀποφανθῇ ἐὰν θέλῃ νὰ ἑνωθῇ μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ νὰ παύσῃ ἡ προστασία. Ἐννοεῖται, κύριοι, οἴκοθεν, ὅτι αὐτὸ ἦτον ζήτημα τὸ ὁποῖον δὲν ἔχρῃζε συζητήσεως, ἦτον ἐπερώτησις τὴν ὁποίαν ἡ Μεγάλη Βρεταννία δὲν ἔπρεπε νὰ κάμῃ, καὶ μ’ ὅλον τοῦτο ἀφοῦ τὴν ἔκαμεν, ἡμεῖς ἅπαντες ὁμοφώνως ἐδόσαμεν τὴν ἀπάντησιν διὰ τοῦ ψηφίσματος, τὸ ὁποῖον ἐξέδωκεν ἡ κυριαρχία ἑνὸς ἐλευθέρου καὶ ἀνεξαρτήτου λαοῦ τῆς 23 Σεπτεμβρίου 1863, συνεπεία τοῦ ὁποίου (αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου) οἱ Ἑπτανήσιοι εὑρισκόμεθα ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, διότι τὰς λοιπὰς Συνθήκας δὲν τὰς ἀναγνωρίζομεν, οὔτε δυνάμεθα νὰ τὰς ἀναγνωρίσωμεν, ὡς ἀδίκως ἐπιβληθείσας καὶ ἀνατρεψάσας τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα καὶ τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος. Ναὶ μὲν, ἀπέναντι τῆς πραγματικότητος καὶ τῶν τετελεσμένων γεγονότων, ἴσως αὐτὰ δὲν ἰσχύουσιν, ἀλλά, Κύριοι, δὲν πρέπει πάντοτε νὰ περιοριζώμεθα ἐντὸς τοῦ στενοῦ κύκλου τῆς πραγματικότητος, ἥτις πολλάκις ἀναξία τοῦ ἀνδρὸς καὶ τοῦ Ἕλληνος ἀποβαίνει. Ἡ ἐθνικὴ τιμὴ μᾶς ἐπιβάλλει τὸ καθῆκον νὰ ἐξετάσωμεν καὶ τὸ δίκαιον, καὶ ἡμεῖς, καί τοι πτωχοὶ καὶ ἀδύνατοι, ἔχομεν καὶ νοῦν καὶ καρδίαν πρὸς ὑπεράσπισιν τῶν δικαιωμάτων ἡμῶν. Ἀφ’ οὗ ὁ Ἁρμοστὴς διεκοίνωσεν εἰς ἡμᾶς ταῦτα, προσέθηκε καὶ σχέδιον συμφωνίας, ἥτις ὤφειλε μεταξὺ τῆς Βουλῆς τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς προστασίας νὰ συνομολογηθῇ. Εἰς αὐτὸ τὸ σχέδιον δὲν ἀνεφέροντο οὔτε τὰ φρούρια οὔτε τὸ σχετικὸν ὑλικόν, καὶ ἕνεκα τούτου ἡ Ἰόνιος Βουλὴ, ἐξασκοῦσα τὰ ἀδιαφιλονείκητα δικαιώματα αὐτῆς, προσέθηκεν εἰς τὸ σχέδιον ἐκεῖνο καὶ τὸ ἄρθρον 6ον διὰ τοῦ ὁποίου προσεκαλεῖτο ἡ προστασία, κατὰ τὴν παῦσιν αὐτῆς, νὰ παραδώσῃ ἅπαντα τὰ φρούρια τῆς Ἑπτανήσου, εἰς τὴν κατάστασιν εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκοντο, μετὰ τῶν τηλεβόλων καὶ τῆς λοιπῆς ἀποσκευῆς. Τί ἀπήντησεν ὁ Ἁρμοστὴς; «Εἰς αὐτὰ οὐδόλως ἐπεμβαίνει ἡ Ἑπτάνησος, «εἶναι ζήτημα ὅλως Εὐρωπαϊκὸν καὶ θέλει τὸ κανονίσει ἡ διπλωματία.» Ὡς ἐκ τούτων ἐτέθη φίμωτρον εἰς τὸ στόμα τῆς Βουλῆς, ἥτις εὑρέθη εἰς θέσιν λίαν δυσάρεστον καὶ δεινὴν, διότι οἱαδήποτε ἀξίωσις ἢ ἀντίῤῥησις εἰς τὰς διαταγὰς τοῦ κραταιοῦ ἤθελε παρεξηγηθῆ, πρὸς βλάβην τῆς ἐθνικῆς ἡμῶν ὑπολήψεως, ὡς μέσον ἢ ὑπεκφυγῆς ἢ ἀναβολῆς. Ἐπροτιμήσαμεν λοιπὸν νὰ μὴν ἐπιμείνωμεν, ἀλλὰ συγχρόνως δι’ ἀναφορᾶς τῆς 8/20/1863 νὰ ἀναφερθῶμεν εἰς τὴν Ἄνασσαν τῆς Μεγάλης Βρεταννίας πρὸς ὑποστήριξιν τῆς ἰδιοκτησίας μας καὶ τῶν ἱστορικῶν καὶ πολυθρυλλήτων φρουρίων μας, τὰ ὁποῖα σήμερον, ἕνεκα τῆς Εὐρωπαϊκῆς πολιτικῆς καὶ διπλωματίας, παριστάνουσι σωρείαν καπνιζόντων ἐρειπίων. Τῷ ὄντι, κύριοι, εἴδομεν κατὰ τὸν δέκατον ἔννατον αἰῶνα τὰ φρούρια τῆς Κερκύρας, τὰ ὁποῖα ἄλλοτε ὑπῆρξαν ὁ φραγμὸς τοῦ Ὀθωμανοῦ καὶ ἡ σωτηρία τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, προσφάτως δὲ τὸ φόβητρον τῆς διπλωματίας, παρὰ τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, πρὸς δεῖγμα εὐγνωμοσύνης, νὰ κατεδαφισθῶσιν. Ἐσιωπήσαμεν ὡς λέων ὅστις καταθλίβεται ἀπὸ πυρετὸν, καὶ ἐπὶ τέλους ἡ Ἰόνιος Βουλὴ διελύθη κατὰ τὴν 27 Μαΐου 1864. Παρακαλῶ νὰ σημειώσητε τὴν ἡμερομηνίαν ταύτην, ἵνα πεισθῆτε ὅτι ὅσα ἐπράχθησαν ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἐρήμην ἡμῶν, δὲν δύνανται νὰ ἔχωσιν ὑποχρεωτικὸν κῦρος διὰ τὴν Ἑπτάνησον, ἥτις οὐδέποτε ἀπώλεσε τὰ δικαιώματα ἐλευθέρου καὶ ἀνεξαρτήτου Κράτους, κηρυχθέντα καὶ καθιερωθέντα διὰ τῶν συνθηκῶν τοῦ 1800 καὶ 1815. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ διατρέξαντα ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ αὐταὶ εἶναι αἱ ἐπίσημοι διαπραγματεύσεις καὶ συμφωνίαι, αἱ λαβοῦσαι χώραν μεταξὺ τῆς προστασίας καὶ τῆς Ἰονίου Βουλῆς· εἰς τὰς πράξεις ταύτας οὐδέποτε ἐγένετο λόγος περὶ κατεδαφίσεως ἢ ἀποτειχίσεως φρουρίων, περὶ οὐδετερότητος καὶ λοιπῶν ὅρων, ἀδικησάντων ἀναξιοπαθοῦντα καὶ ἐν πλήρει ἀγαθοπιστίᾳ διατελοῦντα λαόν. Ἰδοὺ ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ διπλωματία τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων, αἱ ὁποῖαι, διὰ νὰ εὐαρεστήσωσι καὶ νὰ ἐξασφαλίσωσι τὴν Αὐστρίαν καὶ τὴν Ὀθωμανικὴν Πύλην, δὲν ἐντράπησαν νὰ καταπιέσωσι τὴν ἐλευθερίαν τῶν λαῶν καὶ τὸ αὐθύπαρκτον αὐτῶν (εὖγε, εὖγε). Ἐγὼ ἀτενίζω εἰς τὸ παρελθὸν ἵνα ἐκφράσω τὴν πικρίαν τῆς καρδίας μου καὶ ἐκπληρώσω ἐν μέρει μίαν τῶν ἐντολῶν μου· ἐννοῶ, ὅτι ἴσως ἑτοιμάζω μέλλον δυσάρεστον δι’ ἐμὲ, ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἀδιάφορον· ἡ ἀποστολή μου εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ λαοῦ, καὶ πρὸς ὑποστήριξιν αὐτοῦ ἂς καταπέσῃ, ἂν ἡ ἀνάγκη τὸ ἀπαιτῇ, καὶ ἡ κεφαλή μου (εὖγε, εὖγε). Ἐνῷ μεταξὺ τῆς Ἰονίου Βουλῆς καὶ τοῦ Ἁρμοστοῦ διεπραγματεύοντο ταῦτα ἐν Ἑπτανήσῳ, εἰς ἀπόκεντρον μέρος τῆς Δύσεως ἐτεκταίνετο ὁ ὄλεθρος τῆς Ἑπτανήσου καὶ ἐπεβάλλοντο ἀνοίκειοι θεσμοὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· ταῦτα δὲ πάντα ἀποδοτέα εἰς τὴν διπλωματίαν καὶ πολιτικὴν τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων. Ἐλπίζω, ὅτι ἅπαντες ἐπὶ τέλους θέλει καταπεισθῶμεν, ὅτι, ἐὰν ὑπάρχῃ ἐλπὶς σωτηρίας, αὐτὴν τὴν ἐλπίδα εἰς ἡμᾶς πρέπει νὰ τὴν εὕρωμεν, καὶ ἡμεῖς πρέπει νὰ τὴν πραγματοποιήσωμεν, χωρὶς νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς ξένας ἐπιῤῥοὰς ἢ βοηθείας (εὖγε, εὖγε). Ἐνῷ κατὰ τὸ φαινόμενον προανηγγέλλετο ἡ πλήρης ἐθνικὴ ἀποκατάστασις τῆς Ἑπτανήσου.....
§24ΠΟΛΛΟΙ. Δυνατώτερα, δὲν ἀκούομεν.
§25ΠΑΔΟΒΑΣ. Εἰς τὰ Ἀνακτοβούλια τῆς Δύσεως ὑποκώφως καὶ ἐν παραβύστῳ ἐτεκταίνετο ὁ ἀληθὴς ὄλεθρος αὐτῆς καὶ ἡ μεγαλειτέρα προσβολὴ, τὴν ὁποίαν ἀνθρώπινος νοῦς ἠδύνατο νὰ ἐπινοήσῃ, κατὰ τῆς Ἑλλάδος. Ποῖος παρέσχεν εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους τὸ δικαίωμα νὰ ἐπασχολῶνται περὶ τῆς τύχης ἡμῶν καὶ ὑμῶν; Λέγω δὲ τοῦτο, διότι εἰσέτι ἡ ἕνωσις δὲν εἶχε πραγματοποιηθῆ. Τὸ μόνον δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἠδύναντο νὰ ἐξασκήσωσιν, ἦτον ἡ ἀναθεώρησις τῆς Συνθήκης τοῦ 1815 πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα νὰ παύσῃ ἡ προστασία ἀπὸ τὰς νήσους. Ποῖος ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τοὺς κυρίους τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα ἐξήσκησαν; Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο, Κύριοι, ἄνευ τῆς συνδρομῆς τῆς Ἑλλάδος, ἥτις εἶχε τότε καὶ Συνέλευσιν καὶ Βασιλέα, ἄνευ τῆς παρευρέσεως ἑνὸς ἀντιπροσώπου Ἕλληνος, ἄνευ τῆς παρευρέσεως ἑνὸς πληρεξουσίου τῆς Ἑπτανησιακῆς πολιτείας, ἥτις ὑφίστατο καθ’ ὅλην τὴν πολιτικὴν αὐτῆς ἔκτασιν, διότι ἡ Ἰόνιος Βουλὴ δὲν εἶχεν εἰσέτι διαλυθῆ, ἄνευ, λέγω, τῆς παρευρέσεως οὐδενὸς τῶν κυρίως καὶ ἀποκλειστικῶς ἐνδιαφερομένων συνήφθη ἡ Συνθήκη τὴν 2|14 Νοεμβρίου 1863. Αὐτὴ εἶναι ἡ πολιτικὴ καὶ ἡ διπλωματία τῶν εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων! Καὶ ἐνῷ τὴν 13|25 8βρίου 1863 διεκοινοῦτο τηλεγραφικῶς εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, ἵνα πέμψῃ ἐπιτετραμμένον πρὸς συνομολόγησιν τῆς συνθήκης ταύτης, ἐνῷ ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Κυβέρνησις, καί τοι λίαν βραδέως, ἔδοσαν τὰς σχετικὰς ὁδηγίας τὴν 1|13 Νοεμβρίου 1863 εἰς τὸν ἀξιότιμον Κύριον Τρικούπην, ἀντιπρόσωπον τῆς ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, μ’ ὅλον τοῦτο, ἰδοὺ ἀποτρόπαιος φενακισμός! πρὶν φθάσῃ ὁ Κ. Τρικούπης, ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ ἑλληνικοῦ ἔθνους, περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο, καὶ ἔφθασεν εἰς Λονδῖνον τὴν 21 Δεκεμβρίου, ἡ Συνθήκη εἶχεν ἤδη συνταχθῆ, ὑπογραφῆ καὶ σχεδὸν ἐκτελεσθῆ, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν συνθήκην οὐδόλως ἐπεμβῆκεν ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, καί τοι πρὸς τοῦτο προσκληθεὶς, διότι ἡ Αὐστρία καὶ ἡ Πρωσσία ἀπεποιήθησαν νὰ λάβωσι συνέντευξιν μὲ ἀντιπρόσωπον πτωχοῦ καὶ ἀδυνάτου Βασιλείου, καὶ ἐρήμην τῶν κυρίως ἐνδιαφερομένων συνετάγη καὶ ἐξετελέσθη ἡ συνθήκη· λέγω δὲ ἐξετελέσθη, διότι ἀμέσως διετάχθησαν οἱ μηχανικοὶ νὰ καταστρέψωσι τὰ φρούρια τῆς Κερκύρας καὶ ἤρχισεν ἡ γενναία καὶ ἔντιμος αὕτη ἐργασία! Ὅταν δὲ ὁ Λόρδος Ῥῶσσελ διεκοίνωσε διὰ τῶν πρεσβευτῶν τῆς Ἀγγλίας εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς δυνάμεις τὴν Συνθήκην τῆς 14 Νοεμβρίου, εὐκρινῶς ὡμολόγησεν, ὅτι ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῶν συμφερόντων τῆς Αὐστρίας καὶ Τουρκίας, καὶ ὅτι ἕνεκα τούτου οὐδὲ κἂν ἀναγνώσεως ἠξιώθη ἡ πρὸς τὴν Ἄνασσαν ἀναφορὰ, ἢ παράστασις τοῦ ἑπτανησιακοῦ λαοῦ, τοῦ ὑποστηρίξαντος τὰ ἴδια δικαιώματα καὶ συμφέροντα. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καθιερώθησαν ἡ οὐδετερότης τῆς Ἑπτανήσου, ἡ κατεδάφισις τῶν φρουρίων τῆς Κερκύρας, ἡ ἐκτέλεσις διαφόρων συμφωνιῶν, εἰς τὰς ὁποίας οὔτε ἡ Ἑλλὰς ἐπεμβῆκεν, οὔτε ἡ Ἑπτάνησος ἔλαβε μέρος, (διότι διετηρήθησαν καὶ αἱ συμφωνίαι αἱ συναφθεῖσαι μεταξὺ προστασίας καὶ ξένων δυνάμεων καὶ αἱ μὴ ἰσχύουσαι ἄνευ τῆς ἐπικυρώσεως τῆς Ἰονίου Βουλῆς), ἡ παράτασις ὑπὲρ τῆς Αὐστρίας καὶ πρὸς βλάβην τῆς Ἑλληνικῆς ναυτιλίας καὶ ἀτμοπλοΐας συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι ἐντὸς ὀλίγου ἔληγον, καὶ τὰς ὁποίας πρέπει τώρα νὰ ὑποφέρωμεν διὰ δεκαπέντε ἔτη ἀκόμη. Πρὸς τούτοις ἡ Συνθήκη ἐκήρυξεν ἐπικρατοῦσαν τὴν ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν, ὡς ἂν ὑπὸ τὴν προστασίαν νὰ ἤμεθα Ὀθωμανοὶ ἢ ἀλλόθρησκοι, καὶ νὰ μὴν εἴχομεν καὶ ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἐν Ἑλλάδι ἐπικρατοῦσαν τὴν Ὀρθόδοξον ἐκκλησίαν· καθιερώθη δὲ καὶ ἡ ἀνοχὴ καὶ ὑπεράσπισις ἁπασῶν τῶν λοιπῶν θρησκειῶν, ὡς ἂν ἐν Ἑπτανήσῳ καὶ ἐν Ἑλλάδι νὰ μὴν ἐπροστατεύετο πᾶσα θρησκεία... Αὐτὴ εἶναι ἡ πρώτη Συνθήκη, ἀλλὰ εἰς τὸ πεῖσμα τῆς δυσαρεσκείας, τὴν ὁποίαν ἔδειξε τὸ ἔθνος, ἡ Κυβέρνησις, ἡ Συνέλευσις καὶ ἡ Ἑπτάνησος, ἡ πρώτη αὐτὴ Συνθήκη ἔμεινεν ὡς βάσις τῶν ἀκολούθων Συνθηκῶν, αἱ ὁποῖαι συνωμολογήθησαν ἀπ’ εὐθείας μεταξὺ τῶν τριῶν Προστατίδων Δυνάμεων καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἀξιοτίμου Κ. Τρικούπη, ὅστις (ἐπιτρέψατέ μοι τὴν παρατήρησιν ταύτην τὴν ὁποίαν ἀρύομαι ἐξ ἐπισήμων ἐγγράφων) καί τοι ἀντιπρόσωπος ἑνὸς ἔθνους καὶ μιᾶς Βασιλείας, δὲν ἔλαβε τὴν τιμὴν νὰ συναπαντηθῇ ἐπισήμως μὲ τοὺς κραταιοὺς τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, εἰμὴ ἅπαξ, ὅτε προσεκλήθη πρὸς διομολόγησιν, ἢ, μᾶλλον εἰπεῖν, πρὸς ἐπισφράγισιν αὐτῶν τῶν Συνθηκῶν, εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ τότε ἀσθενοῦντος πρέσβεως τῆς Ῥωσσίας. Εἰς ἄλλην δημοσίαν συνεδρίασιν δὲν προσεκλήθη ὁ Κ. Τρικούπης, καὶ μάλιστα ἀπὸ ἐπίσημα ἔγγραφα ἐξάγομεν, ὅτι ὁ Κ. Ῥῶσσελ εἶπεν εἰς τὸν ἀξιότιμον Κ. Τρικούπην, τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως, ἂν θέλῃς νὰ γνωρίσῃς ποῖαι εἶναι αἱ Συνθῆκαι τὰς ὁποίας σκοπεύομεν νὰ συνομολογήσωμεν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, πήγαινε εἰς τὸν τμηματάρχην τοῦ γραφείου μου καὶ θέλει λάβεις γνῶσιν αὐτῆς.
§26ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, μὲ συγχωρεῖτε νὰ δώσω μερικὰς ἐξηγήσεις, ἢ ἂν θέλετε κατόπιν.
§27ΠΑΔΟΒΑΣ. Τὰ ἔγγραφα εἶναι τυπωμένα καὶ ἡ ἀλήθεια ἐξ αὐτῶν προκύπτει. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, εἰς τὴν οἰκίαν καὶ παρὰ τῇ κλίνῃ τοῦ ἀσθενοῦντος πρέσβεως τῆς Ῥωσσίας συνωμολογήθησαν αὗται αἱ δύω Συνθῆκαι ὑπὸ τὸν δεσποτικὸν ὅρον ἢ τὸ θέλεις ἢ δὲν τὸ θέλεις. Διὰ τῶν Συνθηκῶν τούτων ἡ οὐδετερότης, ἥτις ἐξετείνετο εἰς ὅλην τὴν Ἑπτάνησον, περιωρίσθη εἰς μόνην τὴν Κέρκυραν καὶ εἰς τὴν πατρίδα τοῦ συναδέλφου μου Κ. Μακρῆ. Πρέπει νὰ ἤμεθα εὐγνώμονες, φίλε Μακρῆ, ἂν μὲ ὅλους τοὺς κόπους, τοὺς ὁποίους κατέβαλον οἱ Ἑπτανήσιοι ἵνα ἴδωσιν ἐκπληρωμένον τὸν διακαῆ πόθον τοῦ λαοῦ, ἔχωμεν ἡμεῖς μόνοι τὸν στέφανον τοῦ μαρτυρίου. Ἀλλὰ ποῖος ὁ σκοπὸς τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων, εἰς τὸ νὰ περιορίσωσι καὶ διὰ Συνθηκῶν καὶ διὰ πρωτοκόλλων τὴν οὐδετερότητα εἰς μόνην τὴν Κέρκυραν καὶ τοὺς Παξοὺς; Κύριοι, εἴμεθα πτωχοὶ καὶ ἀδύνατοι, ἀλλ’ ἔχομεν ἀρκετὴν πεῖραν διὰ νὰ γνωρίζωμεν τὰ πράγματα. Ἔχομεν τὸ προνόμιον, φίλε Μακρῆ, νὰ προσεγγίζωμεν εἰς τὴν Ἤπειρον καὶ εἰς τὴν Ὀθωμανικὴν ἐπικράτειαν, καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ πρόνοια τῶν δυτικῶν Δυνάμεων ἔπρεπε νὰ ἀπαλλάξῃ τὸ Κράτος τοῦτο ἀπὸ οἱονδήποτε φόβον. Ἐκ τούτου ἡ κατεδάφισις τῶν φρουρίων, κυρίως τοῦ Βίδου, ἡ οὐδετερότης, ὁ περιορισμὸς τῆς ἐνόπλου δυνάμεως πρὸς ἁπλῆν εἴσπραξιν τῶν φόρων καὶ διατήρησιν τῆς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας. Ἐζητήσαμεν, ὡς φαίνεται, τὴν ἕνωσιν, διὰ νὰ περιορισθῶμεν, ἄνευ μέλλοντος καὶ προορισμοῦ, ὡς ἁπλοῖ γεωργοὶ εἰς τὴν καλλιέργειαν τῆς γῆς μας. Αὐτὰ εἶναι, Κύριοι, τὰ καλὰ τὰ ὁποῖα μᾶς ἔδωκεν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ καὶ διπλωματία, καὶ αὐτὰ εἶναι τὰ ἄδωρα δῶρα, διὰ τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ εὐγνωμονῶμεν εἰς αὐτήν. Ἐνῷ δὲ ἤμεθα εἰς ἐντελῆ πτώχευσιν, ἐνῷ τὸ Ταμεῖον μας ἦτον καὶ εἶναι κενὸν, ἐνῷ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν ἀναγκάζεται διὰ τῆς ἐκδόσεως ἐντόκων γραμματίων νὰ κατακερματίσῃ καὶ τὸν ψωραλέον μισθὸν τῶν ὑπαλλήλων, ἐνῷ ὑπῆρχεν αὐτὴ ἡ ἐλεεινὴ οἰκονομικὴ κατάστασις, ἐπεβάρυνεν τοὺς Ἑπτανησίους, δηλαδὴ τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὸ ἐτήσιον βάρος λιρῶν στερλινῶν τριῶν χιλιάδων πεντακοσίων. Ἐπί τινι δικαιώματι;
§28ΤΙΝΕΣ. Δέκα χιλιάδων.
§29ΠΑΔΟΒΑΣ. Αἱ ἄλλαι εἶναι τακτικαὶ Συντάξεις. Ἐπὶ τίνι δικαιώματι; ἡμεῖς οἱ πτωχοὶ, οἱ ὁποῖοι, διὰ νὰ ἔχωμεν πόρον ζωῆς, βιαζόμεθα νὰ μεταβαίνωμεν εἰς ξένα Κράτη, ἡμεῖς οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς εἰς τὸν στενὸν κύκλον τῆς πολιτικῆς μας ὑπάρξεως στερούμεθα παντὸς μέσου, ὑπεχρεώθημεν παρὰ τῆς γενναιοφροσύνης τῶν εὐεργετίδων δυνάμεων νὰ παρέχωμεν ἐτησίως εἰς τοὺς Ἄγγλους ὑπαλλήλους λίρας τρεῖς χιλιάδας πεντακοσίας; Ἔχουσι δικαίωμα αὐτοὶ οἱ Κύριοι νὰ ἀπολαύσωσιν αὐτὰς τὰς συντάξεις; Ὄχι, δὲν ἔχουν, οἱ μὲν ἀπολύτως δυνάμει τοῦ τότε ἰσχύοντος νόμου, ὡς οἱ ἓξ τοποτηρηταὶ, οἵτινες ἀπεκλείοντο τοῦ δικαιώματος τῆς συντάξεως. Ἡ παῦσις δὲ τῆς προστασίας συνεπέφερε καὶ τὴν παῦσιν τῆς ὑπηρεσίας, καὶ ἑπομένως οὔτε τὴν ἀξίωσιν μιᾶς ἀποζημιώσεως ἠδύνατο νὰ δικαιολογήσῃ· μ’ ὅλον τοῦτο ὑπεχρεώθημεν νὰ χορηγήσωμεν συντάξεις, καὶ, τὸ χείριστον, εἰς νέους καὶ εὐρώστους· (γέλως). Ἀλλ’ ἐκτὸς τῶν τοποτηρητῶν, ὑπεχρεώθημεν νὰ παρέξωμεν ἐτησίας συντάξεις καὶ εἰς πλείστους ἄλλους Ἄγγλους, ἐν ὑπηρεσίᾳ διατελοῦντας ἐπὶ προσδοκίᾳ συντάξεως, ἄνευ ὅμως δικαιώματος, καὶ οὕτω κατ’ ἔτος στερούμεθα 3500 λιρῶν. Ὅτε ἀνεφέρθη μεταξὺ τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Τρικούπη καὶ τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Γλάδστωνος ἡ ἀξίωσις αὕτη τῶν ἐν Ἑπτανήσῳ Ἄγγλων ὑπαλλήλων, ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν Κύριος Γλάδστων διεβεβαίωσεν αὐτὸν, ὅτι τὸ Ἀγγλικὸν κοινοβούλιον δὲν ἠδύνατο νὰ παρέξῃ καμμίαν ἀποζημίωσιν ἢ σύνταξιν εἰς τοὺς Κυρίους τούτους, καὶ ἕνεκα τούτου ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον τὸ πλούσιον ταμεῖον τῆς μεγάλης Βρεταννίας ἀπηρνεῖτο, ἐπεβλήθη εἰς τὸ κενὸν καὶ πτωχὸν ταμεῖον τῆς Ἑλλάδος. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, ἀφοῦ διὰ τῶν χωριστῶν τούτων Συνθηκῶν κατεπατήθησαν τὰ δικαιώματα καὶ ἐθυσιάσθησαν τὰ συμφέροντα τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος, ἐπεσφραγίσθη ἡ βανδαλικὴ αὕτη σφαγίασις διὰ τῆς προσβολῆς καὶ τῆς περιφρονήσεως. Ὅτε ἐπρόκειτο νὰ ὑπογραφῶσιν αἱ δύο Συνθῆκαι, ὁ Κ. Ῥῶσσελ ἀποτόμως σᾶς εἶπε (καὶ ἐλπίζω, ἀξιότιμε Κ. Τρικούπη, ὅτι τοῦτο δὲν δύνασαι νὰ τὸ διαψεύσῃς) «ἂν δὲν ὑπογραφῇ συγχρόνως ἡ δευτέρα, ἡ ἐπιβαλοῦσα τὰς συντάξεις τῶν Ἄγγλων, δὲν ὑπογράφω τὴν πρώτην.» Τί ἐσήμαινε τοῦτο; Ὑπέθεσεν ἴσως ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας καὶ ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτον τόσον ἄτιμος καὶ κακόπιστος, ὥστε μετὰ τὴν ὑπογραφὴν τῆς πρώτης Συνθήκης, ὁ Κ. Τρικούπης ἤθελεν ἀποποιηθῆ νὰ ὑπογράψῃ τὴν δευτέραν; Βεβαίως δὲν ὑπῆρχεν οὔτε ἄλλη αἰτία οὔτε ἄλλος λόγος πρὸς δικαιολογίαν τῆς ἐπιπροσθέτου ταύτης προσβολῆς καὶ ἐπιβολῆς, ἥτις πᾶσαν κοινωνικὴν ἀνασκοπὴν κατεπάτησε πρὸς ἐξασφάλισιν ἀνόμων καὶ ἀδίκων συντάξεων. Καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, Κύριοι, αὐταὶ αἱ δύο Συνθῆκαι, αἱ δεσμεύσασαι μυριοτρόπως καὶ Ἔθνος καὶ Βασιλείαν, παρεδέχθησαν ὁμοφώνως κατὰ τὴν 28ην Μαρτίου 1864 παρὰ τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἄνευ οὐδεμιᾶς παρατηρήσεως καὶ ἄνευ τοὐλάχιστον νὰ ὑψωθῇ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου μία φωνὴ (καί τοι ὑπῆρχον ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει εὔτολμοι καὶ ἀνεξάρτητοι ἄνδρες) πρὸς στιγματισμὸν αὐτῶν, καὶ, τὸ χείριστον, ἐπικυρώθησαν ἀναρμοδίως καὶ παρὰ τὸ δίκαιον ἐν ἀγνοίᾳ καὶ ἐρήμην τῶν Ἑπτανησίων, ἐνῷ εἰσέτι ἡ Ἰόνιος πολιτεία ὑφίστατο καὶ ἐξήσκει τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα λαοῦ ἐλευθέρου καὶ ἀνεξαρτήτου, ἀλλὰ κακοπίστως καὶ παρανόμως σφαγιασθέντος. Οὕτως ἐτελείωσεν ἡ δυσάρεστος αὕτη τραγῳδία, δυσάρεστος διὰ τὰ διατρέξαντα καὶ τὰ διαπραχθέντα, δυσάρεστος διὰ τὰς ἀκαταλογίστους ζημίας τὰς ὁποίας ὑπέστημεν, οὐχὶ βεβαίως πρὸς τὸ καλὸν καὶ τὴν εὐημερίαν τοῦ ἔθνους ἢ τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἀλλ’ ἵνα τὸ ἔθνος ἡμῶν ᾖ διαρκῶς ......... ἐπιτρέψατε νὰ μὴ τὸ εἴπω, οὐδεὶς ὅμως δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ, ὅτι διὰ τῶν παρανόμων τούτων Συνθηκῶν ἡ δυτικὴ διπλωματία προέθετο κυρίως καὶ ἀπροκαλύπτως νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἀκεραιότητα τῆς Ὀθωμανικῆς ἐπικρατείας, τὰ ἐμπορικὰ καὶ ναυτιλιακὰ συμφέροντα τῆς Αὐστρίας καὶ ἄλλα πολλὰ τείνοντα πρὸς προαγωγὴν τῆς Δύσεως καὶ περιορισμὸν τοῦ ἀνατολικοῦ Ἑλληνισμοῦ. Καὶ αὐτὴ ἡ παραχώρησις τῆς Ἑπτανήσου, ἂν ὡρίμως σκεφθῶμεν, ὑπηγορεύθη ὑπὸ τῆς ἰδέας τῆς ἐκλείψεως ἑνὸς τῶν διαυγεστέρων κέντρων τοῦ Ἑλληνισμοῦ, τῆς κοπάσεως ἀεννάων μεμψιμοιριῶν καὶ ψόγων, καὶ ἐπὶ τέλους ὑπὸ μιᾶς ἀντεθνικῆς ἀνταλλαγῆς, χρησιμευσάσης δυστυχῶς ὡς ἀντίμετρον τῆς ἐπιβληθείσης ἐγκαταλείψεως ἱερῶν σχεδίων καὶ ἐθνικῶν ἰδεῶν, ἀπερισκέπτως ἴσως καὶ προώρως ἐξωτερικευθεισῶν, δι’ ὧν προητοιμάζετο ἡ ποθουμένη ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ παρόντος ματαιωθεῖσα πραγματοποίησις ἑνὸς μεγάλου σκοποῦ. Καὶ ἐνῷ ἔχομεν αὐτὰ τὰ πραγματικὰ καὶ ἐπίσημα διδόμενα, καὶ ἐνῷ βλέπομεν, ὅτι πανταχόθεν περιωρίσθη καὶ παρεμποδίσθη ἡ ἐνέργεια τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡμεῖς, Κύριοι, δυνάμεθα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν τὰς προοδευτικὰς καὶ φιλελευθέρας δῆθεν τάσεις τῶν Εὐρωπαϊκῶν Δυνάμεων ὑπὲρ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὑπὲρ τῆς συντηρήσεως τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ὑπὲρ τῆς εὐημερίας καὶ προόδου αὐτοῦ, καὶ ὑπὲρ τῆς μεγάλης ἐκείνης ἀποστολῆς, τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἡμῶν αἰσθάνεται καὶ πρὸς τὴν ὁποίαν πᾶς Ἕλλην διηνεκῶς ἀτενίζει; Ἀλλὰ εἰς τὸ πεῖσμα τῆς δυτικῆς διπλωματίας θέλει ἔλθει ἡ αἰσία ἐποχὴ, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι διαῤῥηχθῇ οἱ δεσμοὶ, οἱ ὁποῖοι πανταχόθεν μᾶς καταθλίβουσιν ἐντὸς στενοῦ κύκλου, ὁ ὁποῖος εἰς τὴν δύσπνοιαν προστίθησι τὴν ἀσφυξίαν καὶ τὸν πολιτικὸν θάνατον· καὶ ὅταν ὁ κύκλος αὐτὸς γίνῃ εὐρύτερος, καὶ ἡ ἀτομικότης εὕρῃ στάδιον ἁρμόζον εἰς τὸν ἐθνικὸν χαρακτῆρα τοῦ Ἕλληνος, τότε ἅπαντες συμπαρατεταγμένοι ὑπὸ τὴν σημαίαν τῆς Ἑλληνικῆς ἀδελφότητος καὶ ἐνεργείας θέλει ἀποδείξωμεν, ὅτι καὶ ἄνευ τῆς ξένης ἐπιῤῥοῆς γνωρίζομεν καὶ τὰ μέσα καὶ τὰ μέτρα πρὸς ἀπολαυὴν τῆς εὐημερίας καὶ προαγωγὴν τῆς προόδου τοῦ Ἑλληνισμοῦ. Ἐν ὅσῳ ὅμως ἡ διπλωματία καὶ ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ δὲν μᾶς παρέχει θετικὰ καὶ ἀδιαφιλονείκητα δείγματα τῆς τάσεως αὐτῆς ὑπὲρ τῆς ἀληθοῦς προόδου τοῦ Ἑλληνισμοῦ, ἡμεῖς οὔτε δυνάμεθα οὔτε ὀφείλομεν νὰ παρακολουθήσωμεν τὰς συμβουλὰς αὐτῆς. Πρὸς ἐνίσχυσιν τῆς γνώμης μου ταύτης ἂς ῥίψωμεν ἓν βλέμμα καὶ εἰς τὴν δημοσιογραφίαν τινῶν εὐρωπαϊκῶν Κρατῶν. Αἱ ἐπίσημοι καὶ αἱ ἡμιεπίσημοι ἐφημερίδες, κυρίως τῆς Ἀγγλίας, κηρύττουσιν ὅτι τὰ συμφέροντα τῆς Ἑλλάδος ἀπαιτοῦσι τὴν διάλυσιν τοῦ στρατοῦ· ἄλλαι δὲ συμβουλεύουσι τὴν διάλυσιν τοῦ ναυτικοῦ, καὶ ἡμεῖς παρακολουθοῦντες τὰς προτροπὰς ταύτας, θέλομεν διαλύσει τὸν στρατὸν ἐκεῖνον, ὅστις ὑπῆρξεν ἡ ἰσχὺς καὶ ἡ δόξα τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ὅστις συνετέλεσε μεγάλως ἵνα παύσωσιν αἱ καταχρήσεις τῆς δεσποτείας καὶ ἐπὶ τῶν ἐρειπίων αὐτῆς νὰ ἐγερθῇ τὸ Σύνταγμα τοῦ ἔτους 1843, ὅστις ἐπὶ τέλους, ἀπέναντι τῆς ἀποτυχίας τοῦ Συντάγματος τούτου, συνέτεινεν ἵνα ἀνατείλῃ ἡ νὺξ τῆς 10 Ὀκτωβρίου, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν καὶ τὸ ἰσχύον Σύνταγμα καὶ αὐτὴν τὴν Βουλήν; Ἀντὶ δὲ νὰ μᾶς συμβουλεύσωσι νὰ τὸν διοργανώσωμεν, μᾶς ὑπαγορεύουσι νὰ τὸν διαλύσωμεν, συγχρόνως δὲ νὰ διαλύσωμεν καὶ τὸ ναυτικόν, τὸ ὁποῖον καὶ εἰς τὸν ἀγῶνα καὶ προσφάτως παρέσχε τόσας ὑπηρεσίας καὶ διεγείρει τόσας ἐνδόξους ἀναμνήσεις. Αὐταὶ αἱ συμβουλαὶ σκοπὸν ἔχουσι νὰ μᾶς καταστήσωσιν ἁπλοῦς γεωργοὺς, μικρεμπόρους, βιομηχάνους, καὶ τεχνίτας, ἵνα οἱ ἀπόγονοι τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ τῶν ἡρώων τοῦ ἀγῶνος μεταβληθῶσιν εἰς βοσκοὺς καὶ γεωργούς. Ἐρωτῶ ὑμᾶς, αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποστολὴ τοῦ Ἕλληνος; Αὐτὰ εἶναι τὰ ἀποτελέσματα τόσων θυσιῶν καὶ τόσου αἵματος ἐνδόξως χυθέντος; Αὐταὶ εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς 10 Ὀκτωβρίου; Καὶ ἂν ἠδυνάμην, περιοριζόμενος πάντοτε εἰς τὴν ἐξέτασιν τοῦ ἀντικειμένου, νὰ ἐξακριβώσω καὶ ἄλλα γεγονότα, ἠθέλαμεν πορισθῆ ἀπὸ τὴν ἐφαρμογὴν αὐτῆς τῆς διπλωματίας καὶ ἄλλα πραγματικὰ διδόμενα πρὸς ἀπόκρουσιν αὐτῆς. Ὑπῆρξε, κύριοι, ἐποχή, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐβιάσθη παρὰ τῆς Αὐστρίας νὰ ἀποπέμψῃ τὸν Μοίραρχον τῆς Ἀστυνομίας ἀπὸ τῆς ὑπηρεσίας.
§30ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Πότε τὸν ἀπέπεμψε;
§31ΠΑΔΟΒΑΣ. Κατὰ τὸν Νοέμβριον 1864.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ὑπηρεσία εἶχε λόγους.
§33ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀλλὰ σᾶς ἐνθυμίζω τὰς διαμαρτυρήσεις αὐτοῦ, δημοσιευθείσας παρά τινος ἐφημερίδος καὶ μὴ ἀναιρεθείσας. Προσφάτως δὲ ἔλαβον ἀνάγκην ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου (τὸ ἠξεύρετε καὶ περιττὴ εἶναι ἡ ἐπανάληψις) νὰ ἀπευθύνω ἐπερωτήσεις τινὰς εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν θέλει μᾶς διακοινώσει τὴν κατάλληλον ἀπάντησίν του, ἵνα πεισθῶσιν ἅπαντες, ὅτι καὶ μὲν τὸ Ἑλληνικὸν κράτος εἶναι ἀδύναταν, ἀλλὰ συναισθάνεται τὴν ἰδίαν του ἀξιοπρέπειαν καὶ δὲν θέλει ἀνεχθῆ τὴν ἐπέμβασιν οἱασδήποτε ἀναρμοδίας Ἀρχῆς ἢ Δυνάμεως. Καὶ βεβαίως, κύριοι Βουλευταὶ, ἢ ἔχομεν ἢ δὲν ἔχομεν πολιτικὴν αὐθυπαρξίαν, ἀδιάφορον ἐὰν ἤμεθα πτωχοὶ καὶ ἀδύνατοι, διότι καὶ ὁ ἀδύνατος ὀφείλει νὰ ἔχῃ τὴν συναίσθησιν τῆς ἰδίας ἐθνικῆς ὑπολήψεως, καὶ οὐδεὶς θέλει ἀνεχθῆ ὥστε τὸ Ἑλληνικὸν Συνταγματικὸν Βασίλειον νὰ κυβερνᾶται ἀπὸ ἐξωτερικὰς ἐπιῤῥοὰς καὶ ἐπεμβάσεις. Τώρα, ἀξιότιμε κύριε Δεληγεώργη, μετὰ τὰ γεγονότα ταῦτα, δυνάμεθα νὰ λάβωμεν ὡς ὁδηγὸν καὶ ὑπογραμμὸν τῆς Ἑλληνικῆς μας πορείας τὰς συμβουλὰς ἢ τοὺς σκοποὺς τῶν ξένων Δυνάμεων; Δυστυχῶς ὀφείλομεν νὰ ὑποκύψωμεν εἰς τὰς ἐπιβολὰς τοῦ ξένου, διότι αὐτὴ εἶναι ἡ τύχη τοῦ ἀδυνάτου, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀδύνατος, ἐνῷ κύπτει ἐνώπιον τῆς λόγχης καὶ τοῦ τηλεβόλου, τὰ ὁποῖα σήμερον εἶναι αἱ βάσεις τοῦ διεθνοῦς δικαίου τῶν Εὐρωπαϊκῶν δυνάμεων, ὀφείλει νὰ ὑψώσῃ τὴν φωνήν του, μὴ δυνάμενος νὰ ἀντιτάξῃ οὔτε λόγχας οὔτε τηλεβόλα εἰς τὴν δεσπόζουσαν θέλησιν τοῦ κραταιοῦ, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, κύριοι, ὅτι, ἂν καὶ ἡμεῖς εἴχαμεν εἰς τὴν ἐξουσίαν μας τὰ μέσα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διαθέτουσιν οἱ κραταιοὶ τῆς δυτικῆς Εὐρώπης, βεβαίως αὐταὶ αἱ συνθῆκαι δὲν ἤθελον συνομολογηθῆ, ἀλλὰ συνωμολογήθησαν διότι ἡ αὐθαιρεσία καὶ ἡ βία εἶναι τὸ ἐπικρατοῦν δίκαιον, δι’ οὗ οἱ κραταιοὶ διέπουσι τὰς τύχας τῶν ἀδυνάτων. Εἶχον αὐτὴν τὴν ἐντολὴν, τὴν ἐξεπλήρωσα, καὶ εὐχαριστῶ τὸν ἀξιότιμον ἀντιπρόσωπον Μεσολογγίου, ὅστις ἀπροσδοκήτως μοὶ παρέσχε τὴν εὐκαιρίαν. Τὴν ἐξεπλήρωσα δὲ ἀπὸ τοῦ Ἑλληνικοῦ βήματος (ἀφοῦ τὸ βῆμα τῆς Ἑπτανήσου ἔμεινεν ἄφωνον) ἔχοντος εὐρύτερον κύκλον, ἵνα ἅπαντες γνωρίσωσιν ὅτι μεταξὺ τῶν Ἑλλήνων ὑψώθη, ἐπὶ τέλους, ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου φωνὴ ἀπτόητος, ἡ ὁποία ἐξήλεγξε τὴν βίαν, ἐστιγμάτισε τὴν παρανομίαν καὶ κατέδειξε τὴν ἐπιβουλὴν καὶ τὴν κακοπιστίαν. Ἂν δέ τις μὲ εἴπῃ, ὅτι αὕτη ἡ φωνὴ παρακαίρως καὶ βραδέως ὑψώθη, θέλει τῷ ἀπαντήσω, ὅτι ἡ ὑπεράσπισις τῆς ἐθνικῆς ὑπολήψεως καὶ ἀξιοπρεπείας καὶ τῶν ἐθνικῶν συμφερόντων, οὐδέποτε παράκαιρος καὶ βραδεῖα ἀποβαίνει, καὶ ὅτι ὑπεχρεώθην εἰς τοῦτο, ἀφοῦ δυστυχῶς ἐντὸς τοῦ περιβόλου τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως οὐδὲ εἷς ἠγέρθη ἵνα στηλιτεύσῃ τὴν ἀπότομον καὶ ἀναιδῆ παραβίασιν τοῦ διεθνοῦς δικαίου καὶ τὴν σφαγίασιν τῶν δικαιωμάτων καὶ συμφερόντων τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου καὶ τῆς Ἑπτανήσου. Ἀφοῦ ἐξέτασα τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, μεταβαίνω εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ἄλλου, τὸ ὁποῖον ἐλήφθη ὡς ἐπιχείρημα τῆς διαφωνίας του παρὰ τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου τῆς ἐννάτης Ἑπτανησιακῆς Βουλῆς. Δὲν δυνάμεθα, εἶπεν, ὁ ἀξιότιμος κ. Ἰακωβάτος, νὰ ἀνεχθῶμεν αὐτὴν τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, διότι ἔχομεν τὰ πρόσφατα παραδείγματα τῶν δυσαρέστων συνεπειῶν τοῦ Συντάγματος τοῦ 1817 καὶ 1848 τῆς Ἑπτανήσου. Οὐδὲν κοινὸν, κύριοι, ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ Συντάγματος ἐκείνου καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ. Εἰς τὸ Σύνταγμα τῶν 1817 ἢ τῶν 1848 καθιερώθη ὡς ῥήτρα συνταγματικὴ τὸ δικαίωμα τῆς Ἐκτελεστικῆς Ἀρχῆς νὰ ἐκδίδῃ νόμους καὶ νομοθετικὰ διατάγματα, σχολαζούσης τῆς Βουλῆς· ὑπῆρχε ῥητὴ διάταξις, ἡ ὁποία ἀπέβλεπε καὶ τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον, καὶ εἴδομεν πολλάκις ὅτι ἀφοῦ ἡ Βουλὴ παρεδέχθη νόμον τινα, ἡ Γερουσία καὶ ὁ Ἁρμοστὴς ἀμέσως μετὰ τὴν παῦσιν τῶν βουλευτικῶν ἐργασιῶν τὸν κατήργει· ἀλλὰ τὸν φόβον τοῦτον καὶ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα καὶ αἱ περιστάσεις ἀποκλείουσιν, ὡς θέλομεν ἀποδείξει. Εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν ἀνήκει συγχρόνως εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τὴν Βουλὴν· μονομερῶς οὔτε ὁ Βασιλεὺς οὔτε ἡ Βουλὴ δύναται νὰ νομοθετήσῃ. Τοῦτο ἀναγνωρίζει καὶ ἡ Κυβέρνησις, ἀλλὰ πρὸς δικαιολογίαν τῶν νομοθετηθέντων ἐπάγει τὸ ἔκρυθμον τῶν περιστάσεων τῆς παρελθούσης ἐποχῆς, καὶ τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν οὐδόλως παραδέχεται διὰ τὸ μέλλον, καθὸ μὴ ὑπαγόμενον εἰς τὸ ἔκρυθμον τῶν περιστάσεων ἐκείνων. Ἀφοῦ τὸ συνταγματικὸν τοῦτο ζήτημα μᾶς παρουσιάζεται ὑπὸ τὰς ἐπόψεις ταύτας, κύριον μέλημα τῆς Βουλῆς ἔσεται τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Τὸ παρελθὸν ἵσταται ὡς ἱστορικὸν μνημεῖον, ἀποτελεῖ δὲ γεγονὸς τετελεσμένον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου προσκαλούμεθα νὰ φέρωμεν ψῆφον ἢ ἀποδοκιμασίας ἢ ἐπιδοκιμασίας. Τὸ μέλλον ἐπίκειται ἄγνωστον, ἴσως ἐπίφοβον καὶ ἄξιον προνοίας, ἵνα μὴ ἐπὶ τῇ προφάσει τῶν αὐτῶν δῆθεν λόγων ἐπαναληφθῶσιν αἱ αὐταὶ παραβιάσεις τοῦ Συντάγματος. Κατὰ δυστυχίαν, Κύριοι, τὸ παρελθὸν, ὡς εἶπον, εἶναι ἤδη ἱστορικὸν γεγονὸς, ἀπέναντι τοῦ ὁποίου οὐδεμίαν ἄλλην θεραπείαν δυνάμεθα νὰ ἐπιφέρωμεν εἰμὴ τὴν προκύπτουσαν ἐκ τῆς ἀκυρώσεως πράξεών τινων καὶ τῆς ἐν ἀκεραίῳ ἀποκαταστάσεως. Ὑπάρχουσιν ἤδη κεκτημένα δικαιώματα· βάρη καὶ καθήκοντα ἤδη καθιερώθησαν· πληρωμαὶ καὶ εἰσπράξεις ἤδη ἐξετελέσθησαν, ὥστε διαφέρει τοῦ μέλλοντος, εἰς τὸ ὁποῖον δὲν δυνάμεθα νὰ φοβηθῶμεν τὴν ἐπανάληψιν τῶν αὐτῶν παρανομιῶν. Τὸ μέλλον κεῖται ὑπὸ τὴν ἐγγύησιν τοῦ Συντάγματος καὶ τῆς ἐπισήμου διαβεβαιώσεως τῆς Κυβερνήσεως, νομίμως δὲ δὲν ἔχει τί κοινὸν μὲ τὸ παρελθόν. Εἰς τὸ μέλλον δὲν θέλει ὑπάρξει ἡ ἔκρυθμος κατάστασις τῶν πραγμάτων τοῦ παρελθόντος, ὥστε νὰ δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι καὶ αὖθις τὴν ἔκδοσιν νέων Βασιλικῶν διαταγμάτων· ἔχομεν νόμους κανονίζοντας τὰ πάντα, ἔχομεν Βουλὴν κατηρτισμένην, ἡ ὁποία δύναται, εἴτε τακτικῶς εἴτε ἐκτάκτως συγκαλουμένη, νὰ λάβῃ προνοίας ἐπὶ παντὸς ἀντικειμένου, καὶ ἑπομένως δὲν δυνάμεθα νὰ καταμετρήσωμεν τὸ μέλλον διὰ τῆς ἀθλίας πραγματικότητος τοῦ παρελθόντος. Ἐγὼ τοὐλάχιστον, Κύριοι, ἔχω αὐτὴν τὴν ἐνδόμυχον πεποίθησιν, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι εἰς τὸ μέλλον, ἀπέναντι τῆς ὑφισταμένης καταστάσεως τῶν πραγμάτων, κἀνὲν Ὑπουργεῖον δὲν θέλει τολμήσει νὰ παραβιάσῃ τόσῳ ἀναφανδὸν τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ περιφρονήσῃ τὴν ἐπικειμένην ἄμεσον καὶ βεβαίαν εὐθύνην του. Εἰς τὸ μέλλον θὰ ἐκλείψῃ ἡ αἰτία καὶ ὁ λόγος, διὰ τοῦ ὁποίου σήμερον τὸ ὑπουργεῖον πειρᾶται νὰ δικαιολογήσῃ πράξεις φύσεως νομοθετικῆς, τὰς ὁποίας ἀποκαλεῖ Βασιλικὰ διατάγματα. Ἀφοῦ τὸ μέλλον παρέχει ἀσφαλείας καὶ ἐγγυήσεις καὶ ἀφοῦ οὔτε τὸ παραβλάπτομεν οὔτε δυνάμεθα νὰ τὸ φοβηθῶμεν, αἱ κρίσεις μας ἐπὶ τοῦ παρελθόντος δὲν πρέπει νὰ ἐπηρεασθῶσιν ὑπὸ τοῦ μέλλοντος. Οἱ ὑπουργοὶ καὶ οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν πορείαν αὑτῶν πρὸς δικαιολόγησιν τοῦ παρελθόντος καταφεύγουσιν εἰς τὴν σπουδαίαν καὶ ἐν μέρει ἀδιαφιλονείκητον διαφορὰν τῶν περιστάσεων μεταξὺ μέλλοντος καὶ παρελθόντος, καὶ ἡμεῖς, Κύριοι, εἰς οἱονδήποτε κόμμα καὶ ἂν ἀνήκωμεν, δὲν πρέπει τὰς πράξεις τῆς Βασιλικῆς Κυβερνήσεως καὶ οἱασδήποτε ἀρχῆς νὰ τὰς ἐξετάζωμεν πάντοτε μὲ δυσπιστίαν, ὡς οὔσας δῆθεν ἀπόῤῥοιαν τῆς δολιότητος καὶ τῆς παραβιάσεως τοῦ νόμου, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰς ἐκτιμήσωμεν μὲ τὴν ἀμεροληψίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχῃ ὁ δικάζων ἀπέναντι τοῦ δικαζομένου, διότι οὐσιωδῶς ἡμεῖς εἴμεθα οἱ δικασταὶ, οἱ ὑπουργοὶ οἱ δικαζόμενοι. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ μέλλον δὲν παρέχει, καὶ δὲν δύναται νὰ παρέξῃ οὔτε φόβους οὔτε ὑπονοίας, καὶ ἀφοῦ, ἐν οἱᾳδήποτε περιπτώσει, τὰ ἄρθρα 80 καὶ 81 τοῦ Συντάγματος λογικῶς ἀποκρούουσι καὶ αὐτὴν τὴν δυσπιστίαν, ἂς ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, διὰ νὰ ἴδωμεν ἐὰν τῷ ὄντι οἱ ὑπουργοὶ παρεβίασαν τὸ Σύνταγμα, πότε, καὶ κατὰ τί. Πρίν ὅμως ἐξετάσω τὴν πραγματικότητα τοῦ παρελθόντος, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῆς Βουλῆς ἐπὶ τῆς γνώμης, ἣν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξέφερεν ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Κύριος Ἰακωβάτος, ὅτι δηλαδὴ «ὄχι τὸ παρελθὸν, ἀλλὰ τὸ μέλλον εἶναι τὸ μέλημα τῆς Βουλῆς.» Ἂν δὲν εἴχομεν ὡς μέλημα, ὡς καθῆκον, καὶ προσθέτω ὡς δικαίωμα τὴν ἐξέτασιν τοῦ παρελθόντος, ἔπρεπεν, ἀξιότιμε φίλε, νὰ διαγράψωμεν ἀπὸ τὸ Σύνταγμα ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα κανονίζουσι τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, καὶ σήμερον ἡ εὐθύνη τῶν ὑπουργῶν ἀποῤῥέει ἐκ πράξεων τοῦ παρελθόντος, ὄχι τοῦ μέλλοντος, τὸ ὁποῖον πάλιν θέλει ἀποβῆ παρελθὸν διὰ τὴν ἐπιοῦσαν σύνοδον τῆς Βουλῆς· ὥστε βλέπετε ὅτι ἡ κυριαρχία καὶ ἁρμοδιότης τῆς Βουλῆς ἐπεκτείνεται κυρίως ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, ἐφάπτεται δὲ καὶ τοῦ μέλλοντος ἐν ὅσῳ τὸ μέλλον, προϊόντος τοῦ χρόνου, μεταβάλλεται εἰς παρελθόν. Ἐπὶ τοῦ παρόντος, ἡ ἡμετέρα δικαιοδοσία ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς τὸ παρελθόν, ἐν ὅσῳ τὰ ὑπὸ διάσκεψιν διατάγματα ἀνήκουσιν εἰς αὐτὸ, καὶ ἀποτελοῦσι πράξεις τετελεσμένας, τὰς ὁποίας ὀφείλομεν νὰ βασανίσωμεν πρὸς ἐξακρίβωσιν τοῦ ἐκνόμου ἢ ἐννόμου αὐτῶν, καὶ τῆς σχετικῆς εὐθύνης τῶν ὑπουργῶν. Τὸ μέλλον ἔσεται τὸ μέλημα τῆς προσεχοῦς συνόδου, διότι καὶ αὐτὸ τότε θέλει παρέχει πράξεις τετελεσμένας καὶ ἀνηκούσας εἰς τὸ παρελθόν. Τούτων προεκτεθέντων, ἐπὶ ποίων πράξεων ἐπέστησεν ἡ Βουλὴ τὴν προσοχήν της; ἐπὶ διαφόρων Βασιλικῶν διαταγμάτων, τὰ ὁποῖα δυνάμεθα νὰ κατατάξωμεν εἰς διαφόρους κατηγορίας, σχετικῶς πρὸς τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα κανονίζουσιν. Ἔχομεν διατάγματα φορολογικὰ καὶ οἰκονομικά. Ἔχομεν διατάγματα ἀφομοιωματικὰ, κανονίζοντα τὴν ἐν μέρει ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἔχομεν διατάγματα ῥυθμίζοντα τὴν ὑπηρεσίαν, πρὸς ἐνίσχυσιν, δῆθεν, τῆς τάξεως καὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἀσφαλείας, ὡς τὰ τῶν ὑπαλλήλων, θητειῶν, χωροφυλακῆς κτλ. καὶ ἐπὶ τέλους ἔχομεν τὰ διατάγματα τὰ διαιρέσαντα τὴν Ἑπτάνησον εἰς Νομαρχίας καὶ Ἐπαρχίας, εἰς τὰ ὁποῖα συμπεριλαμβάνονται τὰ Βασιλικὰ διατάγματα τῆς 17 Δεκεμβρίου 1864 καὶ 5 Μαρτίου 1865. Τὰ τελευταῖα ὄχι ἐπειδὴ ἀποβλέπουσι τὴν ἔνδοξον πόλιν τῆς Κερκύρας, ὡς τὴν ἀπεκάλεσεν ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς, ὄχι ἐπειδὴ ἀποβλέπουσι τοὺς ἑπτὰ μαργαρίτας, ὡς εἶπε μειδιῶν ὁ αὐτὸς ὑπουργὸς, ἀφοῦ μετεβλήθησαν εἰς ἑπτὰ ξηροσκοπέλους, ὄχι ἐπειδὴ ἀποβλέπουσι συμφέροντα ἑπτανησιακὰ, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀποβλέπουσι συμφέροντα καὶ δικαιώματα συνδεδεμένα μὲ τὴν εὐημερίαν Ἑλληνικῶν ἐπαρχιῶν, τὰ τελευταῖα, λέγω, κύριοι, διατάγματα ἀπαιτοῦσιν ἰδιαιτέραν προσοχὴν, ἐντὸς πάντοτε τοῦ κύκλου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος. Ὁ ἀξιότιμος Κ. Ἰακωβάτος διὰ τῆς ἀγορεύσεώς του ἀπὸ τῆς κατὰ παραγράφους συζητήσεως τῆς ἀπαντήσεως μᾶς ἔφερεν εἰς μίαν γενικὴν ἐξέτασιν τῆς ἀπαντήσεως ταύτης. Ἀλλ’ ἐπειδὴ τὰ μέχρι τοῦδε λεχθέντα, καίτοι ὑπὸ γενικὴν καὶ ἀφῃρημένην ἔποψιν, περιωρίσθησαν εἰς τὸ ἀποκλειστικὸν ζήτημα τῶν Βασιλικ. διαταγμάτων, ἐκδοθέντων ἀπὸ τῆς διαλύσεως τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ μέχρι σήμερον, καὶ τῆς ἀναποδράστου καὶ ἀκαταμαχήτου ἀνάγκης, δι’ ἧς τὸ ὑπουργεῖον πειρᾶται νὰ τὰ δικαιολογήσῃ, ἂς εἴπωμεν καὶ ἡμεῖς τινὰ πρῶτον ὑπὸ μίαν γενικὴν ἔποψιν, ἀκολούθως δὲ ὑπὸ εἰδικήν. Ἐπιτρέψατε, κύριοι, τὴν ἰδιαιτέραν ταύτην ἐξέτασιν, ἵνα διασκεδάσω καὶ ἐξαλείψω ἀρχαίας ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας δυνατὸν νὰ ἐλάβετε, καὶ αἱ ὁποῖαι ἠδύναντο, ἴσως, ἐν ἀγνοίᾳ τῶν πραγμάτων, νὰ ἐπηρεάσωσι τὴν ὑμετέραν ψῆφον, αὐτὴν ἐκείνην τὴν ψῆφον, ἣν ἀπὸ τοῦδε κηρύττω γνησίαν, εἰλικρινῆ καὶ ἔντιμον, ὅταν εἶσθε εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίζητε τὴν ἀλήθειαν τῶν γεγονότων καὶ τὴν πραγματικὴν αὐτῶν θέσιν. Τί λέγουσιν οἱ ὑπουργοὶ, καὶ τί ἀντιτάττουσιν οἱ ἀντιφρονοῦντες εἰς τὰς ἀφηγήσεις αὐτῶν; Προώρως, διατείνονται οἱ πρῶτοι, διελύθη ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, καὶ διελύθη ἀφοῦ ἁπλῶς κατηρτίσθη τὸ Σύνταγμα καὶ ὁ ἐκλογικὸς νόμος· διελύθη ἡ Ἐθνοσυνέλευσις καὶ ἔμειναν τὰ πράγματα εἰς πλήρη ἀταξίαν, μετέωρα, ἀκανόνιστα, καὶ τὸ ἔθνος εὑρίσκετο ὑπὸ τὴν κυβέρνησιν τῆς Βασιλείας καὶ τοῦ ὑπουργείου, δὲν ὑπῆρχε δὲ Βουλὴ ἵνα νομοθετήσῃ καὶ κανονίσῃ τὰ χρῄζοντα προνοίας. Τί τὸ πρακτέον; Ν’ ἀφήσωμεν τὸ ἔθνος εἰς τὸ ἔθνος; Νὰ ἀφήσωμεν τὴν κυβέρνησιν κυματιζομένην μεταξὺ αὐθαιρεσίας καὶ ἀταξίας; Ἐξ ἀνάγκης, ἀπέναντι αὐτῆς τῆς ἐκρύθμου καὶ ἀκανονίστου καταστάσεως τῶν πραγμάτων, ἔπρεπε νὰ κανονίσωμεν τινὰ καὶ ἰδίως ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα εἶχον ἀνάγκην προνοίας, ἔπρεπε νὰ λάβωμεν μέτρα τινὰ καὶ νὰ καταφύγωμεν εἰς τὰ μέσα τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις ἔθετον εἰς τὴν διάθεσίν μας. Ἔπρεπε νὰ πληρωθῶσιν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὁ στρατὸς καὶ τὸ ναυτικὸν, διὰ νὰ μὴ παραλυθῇ ἡ ὑπηρεσία καὶ ἡ κυβερνητικὴ μηχανή· ἔπρεπε νὰ φορολογηθῇ ὁ λαὸς διὰ νὰ μὴ λείψωσιν οἱ πόροι· ἔπρεπε ν’ αὐξηθῇ ἡ χωροφυλακὴ διὰ ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ τάξις, καὶ ἐπὶ τέλους, ἡ προσάρτησις τῆς Ἑπτανήσου, δηλαδὴ νέων ἐπαρχιῶν, μὴ ἐχουσῶν τοὺς αὐτοὺς νόμους, ἀπῄτει ἀφομοιώσεις τινὰς, ἵνα οἱ αὐτοὶ νόμοι διέπωσιν ἅπαντας. Δὲν ἀναιρῶ, ἐν ἀρχῇ, τὴν δικαίαν καὶ ἀξιοπρεπῆ ἀφομοίωσιν, ἀλλ’ ἐν τῇ περιπτώσει, ἐκτὸς τῆς διαιρέσεως τῆς Κερκύρας, εἰς ἐκλογικὰς περιφερείας, οὐδὲν ἄλλο Βασιλικὸν διάταγμα ἠδύνατο νὰ δικαιολογηθῇ διὰ τῆς ἀνάγκης.
§34ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς ἐπαρχίας καὶ οὐχὶ εἰς περιφερείας.
§35ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀδιάφορον, εἴτε εἰς ἐπαρχίας εἴτε εἰς ἐκλογικὰς περιφερείας. Ἡ κατεπείγουσα ἀνάγκη εἶναι ὁ μόνος λόγος, ὁ ὁποῖος, καὶ κατὰ τὸ λέγειν τῶν ὑπουργῶν, δύναται νὰ δικαιολογήσῃ τὴν παρὰ τῶν ἰδίων ὁμολογουμένην παραβίασιν τοῦ Συντάγματος, καὶ βεβαίως αἱ εἰσαχθεῖσαι ἀφομοιώσεις δὲν δικαιολογοῦνται ὑπὸ τῆς ἀνάγκης. Οἱ ἐνιστάμενοι, καὶ τὴν ἀναπόδραστον ἀνάγκην καὶ τὸ ἔκρυθμον τῶν περιστάσεων ἀναιροῦντες, καταφεύγουσιν εἰς τὴν αὐστηρὰν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ οὐδεμίαν παραβίασιν ἀνέχονται, διατείνονται δὲ, ὅτι ἂν ὑπῆρχε τί ἀκανόνιστον, ἠδύνατο εὐκόλως νὰ θεραπευθῇ διὰ τῶν μέσων τῶν ἀναφερθέντων εἰς τὰς διαφόρους αὐτῶν ἀγορεύσεις. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν πραγμάτων, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν ὅσα προλαβόντως εἶπον, ὅταν προσκαλούμεθα νὰ ἐξετάτωμεν τὰς πράξεις τῆς Κυβερνήσεως, δὲν πρέπει ν’ ἀποβλέπωμεν εἰς τὰ πρόσωπα, ἀλλ’ εἰς τὰ πράγματα, ὡς ἐπιβάλλει ἡ τιμιότης καὶ ἡ βουλευτικὴ ἀξιοπρέπεια, καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ἐπαληθεύσωμεν ἂν αἱ κυβερνητικαὶ πράξεις παρίστανται δικαιολογημέναι ἀποχρώντως καὶ ὡς πρὸς τὸν λόγον καὶ ὡς πρὸς τὸν σκοπὸν, ἢ ἀπ’ ἐναντίας εἶναι ἀπόῤῥοια τεκταινομένης ἐπιβουλῆς, καταχρήσεως, ἢ, ὡς ἐῤῥέθη, καὶ προθέσεως δικτατορίας, καὶ ὄχι τῶν περιστάσεων, ἃς ἐπικαλεῖται ἡ Κυβέρνησις, καὶ τὰς ὁποίας χαρακτηρίζει ἐκρύθμους, ἀνωμάλους καὶ ἐπιβαλλούσας τὴν ἀνάγκην τῶν παραδεχθέντων μέτρων. Ἐπιλαμβανόμενοι τοῦ θέματος μὲ τοιαύτας διαθέσεις, οὔτε τὸ μέλλον πρέπει νὰ φοβηθῶμεν, οὔτε τὸ παρελθὸν δύναται τόσον νὰ μᾶς διαταράξῃ. Ἐκτιμῶν δὲ τὰ γεγονότα διὰ τῶν γεγονότων, καὶ σταθμίζων τὰς περιστάσεις εἰς ἃς ἐνδεχόμενον νὰ εὑρεθῇ ἡ Κυβέρνησις ἀπέναντι τῶν κυβερνωμένων, ἤθελον ἐκφράσει ἀδιστάκτως μίαν γνώμην, ἀποῤῥέουσαν ἀπὸ ἐνδόμυχον πεποίθησιν καὶ ἀπὸ ἀμερόληπτον συνείδησιν, καὶ ἤθελον εἴπει, ὅτι ἠδύναντο νὰ ὑπάρχωσιν ἔκρυθμοι περιστάσεις, δικαιολογοῦσαι ἢ ἐπιβάλλουσαι τὴν ἔκδοσιν ἑνὸς ἢ διαφόρων Βασιλικῶν διαταγμάτων, διότι ναὶ μὲν τὸ Σύνταγμα, ἐν ἀπολύτῳ ἀρχῇ, ἀπαγορεύει τοῦτο, ἀλλὰ πρέπει ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι Salus populi suprema lex, καὶ ἂν ὁ ἀνώτατος οὗτος νόμος τῆς ὑπάρξεως τῶν ἐθνῶν καὶ τῶν κοινωνιῶν ἀπῄτει μέτρον τι, τὸ Σύνταγμα καὶ ἡ αὐστηρὰ τήρησις αὐτοῦ δὲν ἠδύναντο νὰ τὸ κωλύσωσι, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν προτίθεται νὰ καταστρέψῃ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται καὶ τὰ ἔθνη καὶ τὰ Κράτη καὶ αἱ κοινωνίαι καὶ αἱ οἰκογένειαι. Ὑπ’ αὐτὴν λοιπὸν τὴν γενικωτάτην ἔποψιν ἤθελον εἴπει, ὅτι ἠδύνατο, τυχὸν, νὰ δικαιολογηθῇ ἡ παραβίασις τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ συγχρόνως παρατηρῶ ὅτι, ναὶ μὲν ἀφῃρημένως, ἕνεκα τῶν περιστάσεων, ἠδύναντο νὰ κηρυχθῶσι δικαιολογημένα Βασιλικά τινα διατάγματα (καὶ ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον ζήτημα τὸ μᾶλλον σπουδαῖον), πλὴν σήμερον, Κύριοι, δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἀποφανθῶμεν ἐπὶ τοῦ προκειμένου, καθ’ ἃ διατείνονται καὶ ἐπιθυμοῦσιν οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἄνευ γνώσεως καὶ πραγμάτων καὶ διαταγμάτων νὰ λύσωμεν τὰ σοβαρὰ ζητήματα τῆς ἁρμοδιότητος τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς νομιμότητος τῶν Βασιλ. διαταγμάτων. Τοὺς λόγους τῆς ἐνεστώσης ἀρνήσεως τοὺς ἀρυόμεθα καὶ ἐκ τῶν πραγμάτων καὶ ἐκ τῶν περιστάσεων. Κατὰ πρῶτον πρόκειται περὶ τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως, καὶ ὁ λόγος τοῦ Βασιλέως δὲν μᾶς προσκαλεῖ νὰ ἀποφανθῶμεν ἀμέσως εἴτε καταφατικῶς, εἴτε ἀποφατικῶς ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου. Ἡ εὐθύνη ἢ ἡ ἀθώωσις τοῦ ὑπουργείου δὲν ὀφείλει σήμερον νὰ δικασθῇ, ἡ ἀπάντησις, ἔστω καὶ συγκεκριμένη καὶ αὐστηρῶς περιοριζομένη ἐντὸς τοῦ κύκλου τῆς προτάσεως, συμφώνως πρὸς τὰ γενικὰ συνταγματικὰ καὶ βουλευτικὰ ἔθιμα καὶ πρὸς τὰς βάσεις τοῦ βασιλικοῦ λόγου, δὲν μᾶς ἐπιβάλλει τοιοῦτον καθῆκον. Τῷ ὄντι ὁ Βασιλεὺς, ἕνεκα ἐκτάκτων τινῶν περιστάσεων καὶ τοῦ ἀκανονίστου διαφόρων ἀντικειμένων, λέγει ὅτι ἐβιάσθη νὰ ἐκδώσῃ Βασιλικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα ὑποβάλλει εἰς τὰς διασκέψεις τῆς Βουλῆς, ἐπικαλεῖται δὲ ἐπ’ αὐτῶν τὴν ἡμετέραν ψῆφον, ἀφοῦ γνωρίσωμεν καὶ τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν τῶν διαταγμάτων τούτων. Τώρα, πότε εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίσωμεν καὶ τὸν λόγον καὶ τὸν σκοπὸν τῶν διαταγμάτων ἐκείνων; Βεβαίως, ὅταν ἡ Κυβέρνησις προσκαλέσῃ τὴν προσοχὴν καὶ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτῶν, διότι τότε μόνον θὰ εὑρεθῶμεν εἰς κατάστασιν νὰ γνωρίσωμεν ἂν κατὰ τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν ὑπῆρξεν ἡ διάθεσις ἢ ὁ σκοπὸς τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἵνα ἐξακριβώσωμεν τὴν διάνοιαν τοῦ ἀναρμοδίου νομοθέτου, δὲν δυνάμεθα νὰ περιορισθῶμεν εἰς ἀφῃρημένας καὶ ἰδεολογικὰς, διὰ νὰ εἴπω οὕτω, ἐξετάσεις, καὶ ὀφείλομεν νὰ ἀρνηθῶμεν τὰς σχετικὰς ἐνδείξεις καὶ ἀποδείξεις ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ τῆς πραγματικότητος συμπαραβαλλομένης μετὰ τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων. Ἑπομένως, χωρὶς τὴν γνῶσιν καὶ ἀνάλυσιν τῶν περιστάσεων, τὴν ἐπαλήθευσιν τῆς ἀναποδράστου καὶ κατεπειγούσης ἀνάγκης, καὶ τὴν στάθμισιν τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἂν τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα διάταγμα δικαιολογῆται, καὶ ἐν ἀρχῇ, καὶ ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα, ἢ ἀπ’ ἐναντίας καλύπτει, ὑπὸ τὸν πέπλον τῆς κατεπειγούσης ἀνάγκης, σκοπὸν καὶ λόγον ἐκπηγάζοντα ἀπὸ τῆς παραβιάσεως τοῦ Συντάγματος. Ἐδῶ μοὶ παρουσιάζεται ἡ κατάλληλος περίστασις ἵνα ἀπαντήσω εἰς ἐνστάσεις καὶ δισταγμούς τινας τοῦ ἀξιοτίμου βουλευτοῦ Κεφαλληνίας, ὅστις διορᾷ Ἰησουϊτικοὺς καὶ ἐπιβούλους σκοποὺς εἰς τὴν ἔκδοσιν τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων, καὶ ἑπομένως ἀπολύτως καὶ ἀνεξαιρέτως καταδικάζει αὐτά. Τὸ παρελθὸν, καὶ κατὰ τοῦτο διαφέρει ἀπὸ τὸ μέλλον, τὸ ὁποῖον ὡς ἄγνωστον καὶ ἀβέβαιον δὲν δύναται πρακτικῶς νὰ ἐκτιμηθῇ, τὸ παρελθὸν, λέγω, παρουσιάζεται ἐνώπιόν μας ὡρισμένον καὶ θετικόν· δυνάμεθα νὰ τὸ ψαύσωμεν, νὰ τὸ ἀναλύσωμεν καὶ νὰ τὸ ἀνατομίσωμεν ὑπὸ πάσας τὰς τὰς ἐπόψεις καὶ σχέσεις αὐτοῦ, ὅπως φθάσωμεν εἰς ἔλλογον καὶ βάσιμον συμπερασμὸν ἄνευ φόβου ἢ ἀπάτης, ἢ παραβιάσεως νόμου. Τὸ παρελθὸν, ἀξιότιμε συνάδελφε, διὰ τῆς πραγματικότητος, τῆς ἀκριβείας καὶ τῆς θετικότητος αὑτοῦ μᾶς παρέχει ὅλας τὰς ἀπαιτουμένας ἐγγυήσεις καὶ ἀσφαλείας, ἵνα ἀποφύγωμεν τοὺς κινδύνους, οὓς ὑποδεικνύεις καὶ προβλέπεις, ἐξαρτᾶται δὲ ἀπὸ ἡμᾶς νὰ τὸ βασανίσωμεν εἴτε πρὸς ἐξακρίβωσιν τῆς ἀληθείας, εἴτε πρὸς ἀποκάλυψιν τῆς δολίας προθέσεως τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλὰ σήμερον, καὶ εἰς τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν ἂν τὸ ὑπουργεῖον διὰ τῆς ἐκδόσεως τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων ἢ ἐξεπλήρωσεν ἓν καθῆκον, ἢ ἐξήσκησεν ἔστω καὶ ἓν δικαίωμα· ἂν ἡ δημοσία τάξις ἀπῄτει ἓν διάταγμα, καὶ ἀκριβῶς τὸ ἐκδοθὲν, ἂν τὸ δεῖνα ἀντικείμενον ὡς ἀκανόνιστον ἀπῄτει πρόνοιάν τινα, καὶ ἀκριβῶς τὴν παραδεχθεῖσαν, καὶ οὕτω καθεξῆς, διότι ὅλα ταῦτα πρέπει ἀκριβῶς καὶ ἐν ἁρμοδίῳ χρόνῳ νὰ συζητηθῶσι καὶ ἀναπτυχθῶσιν, ἵνα ἡ Βουλὴ ἐν γνώσει ἀποφανθῇ. Ἀλλὰ σήμερον, Κύριοι, δὲν δυνάμεθα ἐκ τῶν προτέρων καὶ ἀνεξετάστως νὰ εἴπωμεν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, ἐπικυροῦμεν ὅσα ἐκάματε καὶ ἐπιφυλαττόμεθα νὰ ἐξετάσωμεν τὴν οὐσίαν τῶν Βασιλικῶν Διαταγμάτων ἀσχέτως τοῦ ζητήματος τῆς ἁρμοδιότητος, διότι δὲν δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ἀφέονταί σοι αἱ ἁμαρτίαι, ἐνῷ εἰσέτι δὲν γνωρίζομεν καὶ τὴν ἁμαρτίαν καὶ τὴν βαρύτητα αὐτῆς. Ἐπιτρέψατέ μοι, Κύριοι, καὶ μίαν τελευταίαν παρατήρησιν, ἵνα πορισθῶμεν καὶ ἕτερον ἀκαταμάχητον λόγον πρὸς ἀπόκρουσιν τῆς ἀξιώσεως τῆς Κυβερνήσεως. Τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα κανονίζουσι διαφοροτρόπως πλεῖστα ἀντικείμενα. Παραδεχομένης καθ’ ὑπόθεσιν τῆς ὑπάρξεως ἐκρύθμων περιστάσεων καὶ τῆς ἀναποδράστου ἀνάγκης, δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι ἅπαντα ἀδιακρίτως δικαιολογοῦνται ἐν τῷ συνόλῳ καὶ εἰς τὰ καθέκαστα. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ὄχι μόνον ἐν τῷ συνόλῳ τὰς πράξεις ἐκείνας, ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς τὰ καθέκαστα αὐτῶν, διότι ἡ ἁρμοδιότης δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τὴν δικαιολόγησιν ἐν ἀρχῇ τοῦ Βασιλικοῦ Διατάγματος, ἀλλ’ ἐπεκτείνεται καὶ εἰς ὅλας τὰς εἰδικὰς διατάξεις αὐτοῦ, αἵτινες δύνανται νὰ ᾖναι καὶ νὰ μὴν ᾖναι δικαιολογημέναι. Ἑπομένως πρὶν τῆς τακτικῆς συζητήσεως τῆς ἀρχῆς καὶ τῶν καθέκαστα ἑκάστου Βασιλικοῦ Διατάγματος δὲν δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν, ὅτι καθ’ ὁλοκληρίαν εἶναι ἀπόῤῥοια ἀκαταμαχήτου ἀνάγκης. Μία ἀπόφασις γενικὴ καὶ ἀφηρημένη ἐπὶ τοῦ προκειμένου ὄχι μόνον εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, ἀλλ’ ἤθελε χαρακτηρισθῆ ἀπερίσκεπτος καὶ ἀδικαιολόγητος, διότι μεταξὺ τῶν ἄλλων, τὰ Βασιλικὰ Διατάγματα εἰσέτι δὲν ὑπεβλήθησαν εἰς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, καὶ ἡμεῖς ὡς ἄτομα ἴσως τὰ γνωρίζομεν, ἀλλὰ ὡς βουλευταὶ τὰ ἀγνοοῦμεν, καὶ ἑπομένως ὄχι νὰ τὰ ἐγκρίνωμεν, ἀλλ’ οὔτε κἂν νὰ τὰ ἀναφέρωμεν δυνάμεθα. Διὰ νὰ ἦμαι συνεπὴς μὲ ὅσα πρὸ ὀλίγου ἐξέθηκα, δὲν ἔπρεπε θίξω οὔτε τὰς γενικὰς, οὔτε τὰς εἰδικὰς διατάξεις τῶν διαταγμάτων ἐκείνων· ἀλλ’ ὀφείλω, Κύριοι, νὰ φέρω ἐξαίρεσιν εἰς ὅσα προηγουμένως εἶπον, ἵνα ἀποδείξω καὶ διὰ μιᾶς ἐπιπολαίου ἀντικειμενικῆς ἐξετάσεως διαταγμάτων τινῶν, ὅτι διά τινα ἡ ἀκαταμάχητος ἀνάγκη ἠδύνατο νὰ κηρυχθῇ δεκτὴ, διά τινα δὲ ἄλλα βεβαίως ὄχι, καὶ τοῦτο θέλει χρησιμεύσει ὡς νέον ἐπιχείρημα κατὰ τῆς ἀξιώσεως τῶν Κυρίων ὑπουργῶν. Δὲν ἔχω σκοπὸν, Κύριοι, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχήν σας ἐπὶ τῶν διαταγμάτων τῶν ἀφορώντων τὴν χωροφυλακὴν, διότι ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ἔχω τὰς ἀναγκαίας γνώσεις καὶ ἐπιφυλάττομαι μετὰ τὴν συζήτησιν νὰ δώσω καὶ ἐγὼ ψῆφον. Δὲν ἐπιλαμβάνομαι ἐπίσης τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων τῶν κανονισάντων τὴν φορολογίαν, τὴν οἰκονομικὴν λεγομένην κατάστασιν καὶ τὴν ἐν Ἑπτανήσῳ μισθοδοσίαν, διότι σήμερον δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ συζητήσω ἐπαρχιακὰ ζητήματα, καὶ διότι τὰ οἰκονομικὰ μέτρα θέλει ἀποτελέσουσιν ἀντικείμενον σοβαροτέρας ἐξετάσεως ἐν ἁρμοδίῳ χρόνῳ· ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ παραγκωνίσω τὰ διατάγματα τὰ ἀφορῶντα τὴν ἐν μέρει ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου πρὸς τὰ ἐν Ἑλλάδι ἰσχύοντα, τοὺς προϊσταμένους τῆς δημοσίας ὑπηρεσίας καὶ τὴν διαίρεσιν τῆς Κερκύρας εἰς ἐπαρχίας ἢ ἐκλογικὰς περιφερείας. Δὲν τὰ ἐξετάζω ὠθούμενος ἢ ἀπὸ Ἑπτανησιακοῦ πνεύματος, διότι αἱ διακρίσεις αὗται πρὸ πολλοῦ ἐξέλιπον, ἢ ὑπὸ ἐπαρχιακῶν συμφερόντων, διότι καὶ τοῦτο πρὸς τὸ παρὸν εἶναι ἐκτὸς τοῦ ἀντικειμένου, ἀλλ’ ἁπλῶς πρὸς ἐκπλήρωσιν Βουλευτικοῦ καθήκοντος, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι οὐδεὶς θέλει μὲ ἐπικρίνει, διότι ἐν τῇ περιπτώσει ταύτῃ παρακολουθῶ τὸ παράδειγμα ὑμῶν, οἵτινες κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἐπιμόνως ὑπεστηρίξατε τὰ δικαιώματα τῶν ἐπαρχιῶν σας, ὅτε ἕνεκα τοῦ ἀνωτέρου δῆθεν πληθυσμοῦ ἐδικαιοῦντο εἰς προσθήκην Βουλευτοῦ. Ἀσχέτως τῆς ἀρχῆς τῆς ἀφομοιώσεως καὶ τῆς ἐφαρμογῆς αὐτῆς ἐν Ἑπτανήσῳ, ἐπὶ τῆς ὁποίας καὶ περὶ τῆς ὁποίας ἐν ἁρμοδίῳ χρόνῳ θέλομεν ὁμιλήσει, ἐν τῇ εἰδικῇ περιπτώσει ἀπέναντι τῆς Ἑπτανήσου δὲν ὑπῆρχεν οὔτε ἡ ἀνάγκη, οὔτε ἡ περίπτωσις τῆς ἀμέσου ἀντισυνταγματικῆς καὶ ἀσκόπου ἀφομοιώσεως, ἔστω καὶ ἐν μέρει. Ἡ Συνέλευσις διελύθη τὴν 16 Νοεμβρίου 1864. Δὲν ἐξετάζω ἂν διελύθη αὐτοπροαιρέτως ἢ ἀναγκαστικῶς· ὡς πρὸς τοῦτο ἀδιαφορῶ, ἀλλ’ ἐὰν διελύθη ἡ Συνέλευσις, ὑπῆρχεν ὅμως ἓν Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἅπαντες ὡρκίσθημεν νὰ σεβασθῶμεν, καὶ τοῦ ὁποίου ἡ τήρησις ἀνετέθη εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων. Βουλὴ δὲν ὑπῆρχεν ἵνα κανονίσῃ τὰ τῆς πολιτείας, ἀλλ’ ὤφειλε νὰ συγκροτηθῇ καὶ ἠδύνατο νὰ συγκαλεσθῇ καὶ ἐκτάκτως καὶ ἀμέσως, ἀφοῦ καὶ οἱ κατάλογοι ἦσαν ἕτοιμοι.
§36ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγένοντο νέοι κατάλογοι.
§37ΠΑΔΟΒΑΣ. Καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς, ὅτι αἱ βάσεις τὰς ὁποίας παρεδέχθη ἡ Κυβέρνησις δὲν ἦσαν ἀκριβεῖς, ὥστε εἴδομεν πρὸ ὀλίγου τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα ἐπέφερον οἱ νέοι ἄσκοποι οὗτοι κατάλογοι. Ἠδύνατο λοιπὸν, ἕνεκα τοῦ ἐκρύθμου δῆθεν τῶν περιστάσεων καὶ τῶν κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν, νὰ συγκαλεσθῇ ἀμέσως ἡ Βουλή. Ἡ Βουλὴ τακτικῶς συγκαλεῖται κατὰ τὴν 1ην Νοεμβρίου, ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς δύναται καὶ προηγουμένως ἐκτάκτως νὰ τὴν συγκαλέσῃ. Ὤφειλε λοιπὸν τὸ ἀξιότιμον Ὑπουργεῖον, χωρὶς νὰ καταφύγῃ εἰς Βασιλικὰ διατάγματα, νὰ θεραπεύσῃ τὴν ἔκρυθμον δῆθεν κατάστασιν τῶν πραγμάτων διὰ βραχυτέρας χρονικῆς συγκαλέσεως τῆς Βουλῆς, ἵνα διὰ τακτικοῦ νόμου κανονισθῇ τὸ τῆς ἀφομοιώσεως ἀντικείμενον. Τὰ Βασιλικὰ διατάγματα δὲν ἐθέσπισαν ἀφομοίωσιν, ἐνομοθέτησαν ὑπαγωγὴν ἢ ὕπαρξιν ἀπόλυτον εἰς τοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος, καὶ τοῦτο δὲν εἶναι ἀφομοίωσις, ἀλλ’ ἐπιβολὴ ἄδικος καὶ προσβλητική. Ἀφ’ ἑτέρου ἡ Ἑπτάνησος ἐκυβερνᾶτο ἀπὸ νόμους τακτικούς. Εἶχε νόμους ὑγειονομικούς, νόμους κανονίζοντας τὸ ἐπιστολεῖον καὶ τὴν ναυτιλίαν, νόμους τελωνιακούς, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ πεντήκοντα ἔτη ὑφίσταντο· εἶχεν ἐπὶ τέλους ὅλους ἐκείνους τοὺς θεσμοὺς, οὓς ἔχει καὶ ἡ Ἑλλὰς ἐν μέρει καὶ πᾶν ἄλλο Κράτος Εὐρωπαϊκόν. Ποῦ λοιπὸν ἡ ἀναπόδραστος ἀνάγκη, ποῦ τὸ ἔκρυθμον τῶν περιστάσεων; Διατὶ αὐτὴ ἡ βία; Ἐπρόκειτο ἴσως νὰ κυβερνηθῇ ἐπαρχία βάρβαρος, ἡ ὁποία ἀγνοεῖ καὶ νόμους καὶ κοινωνικὴν ὕπαρξιν καὶ πολιτισμόν; Εἴχομεν, Κύριοι, νόμους οἱ ὁποῖοι ἐκανόνιζον τὰ πάντα, ὄχι πρὸ εἴκοσι ἢ τεσσαράκοντα, ὡς ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ πρὸ πεντακοσίων ἐτῶν, καὶ εἴχομεν νόμους ἁρμοδίους καὶ καταλλήλους εἰς τὰς ἀνάγκας, τὰς περιστάσεις καὶ τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου μας· ἑπομένως ἄνευ λόγου καὶ σκοποῦ δεκτοῦ καὶ νομίμου ἐπεβλήθησαν οἱ νέοι νόμοι, οἵτινες ἐπηύξησαν τὸν δασμὸν τῆς εἰσαγωγῆς καὶ ὡς ἐκ τούτου ἐπέβαλον νέους δασμοὺς πρὸς παραβίασιν ῥητῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, ἐπηύξησαν τὴν διατίμησιν τοῦ ἐπιστολείου καὶ ὑγειονομείου, ἐπέφερον δυσκολίας καὶ προσκόμματα εἰς τὸ ἐσωτερικὸν καὶ ἐξωτερικὸν ἐμπόριον, ἐπέφερον περιορισμοὺς εἰς τὴν ναυτιλίαν, καὶ ὡς ἐκ τούτων καὶ τὸ ἐσωτερικὸν ἐμπόριον παρελύθη καὶ πολλοὶ μεγαλέμποροι ἀπεσύρθησαν. Ἀληθῶς αἱ συνέπειαι τῶν ἐπιβληθέντων νέων νόμων ἀποβλέπουσι τὴν οὐσίαν αὐτῶν, ἀλλ’ ἀνεξαρτήτως τούτου οὐδεὶς δύναται νὰ διαφιλονεικήσῃ ὑπὸ τὴν συνταγματικὴν ἔποψιν, ὅτι οὔτε αἱ περιστάσεις, οὔτε ἡ ἀνάγκη δικαιολογοῦσι τὰ ἀφομοιωτικὰ Βασιλικὰ διατάγματα ἀπέναντι τακτικῶς κανονισθείσης πρὸ αἰώνων πολιτείας, καὶ προσεχῶς συγκαλεσθησομένης Βουλῆς, ὅπως καὶ ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως ἀποφανθῇ.
§38ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θέλομεν σᾶς διδάξει.
§39ΠΑΔΟΒΑΣ. Εὐχαρίστως ἠθέλαμεν σᾶς προσλάβει διδάσκαλόν μας εἴς τινα, ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ σᾶς παρατηροῦμεν, ὅτι, ἂν ἀληθῶς, ὡς λέγετε, δὲν ἔχωμεν ἀκριβεῖς γνώσεις τῶν πραγμάτων, διατὶ θέλετε, ἐνῷ συζητοῦμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως, νὰ μᾶς ὑποχρεώσητε ἢ νὰ μᾶς καταπείσητε ἐκ τῶν προτέρων νὰ ἀποφανθῶμεν ὅτι ἐξεδώκατε καλῶς τὰ διατάγματα καὶ ὅτι εἶσθε ἄξιοι ἀθωώσεως;
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ποτὲ δὲν θὰ μάθετε τί πληρώνετε καὶ τί θὰ πληρώνετε.
§41ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νὰ δοθῇ μία ἐξήγησις, Κύριε Πρόεδρε, ἂν κατὰ τὴν γενικὴν αὐτὴν συζήτησιν δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπιληφθῶμεν τῶν ἐλαττωμάτων αὐτῶν τῶν διαταγμάτων.
§42ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἀληθὴς ἐξήγησις εἶναι, ὅτι ὁ Κύριος Παδοβᾶς ὁμιλεῖ περὶ τῆς ἀναλογίας τῶν παλαιῶν φόρων πρὸς τοὺς νέους, ἐνῷ δὲν γνωρίζει αὐτὴν τὴν ἀναλογίαν.
§43ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἡ ἀληθὴς ἐξήγησις εἶναι, ὅτι ὁ Κύριος Παδοβᾶς, ὅστις γνωρίζει μόνον τὰς γνωστὰς ἀναλογίας, ἠξεύρει καὶ ἐπληροφορήθη, ὅτι τὰ πράγματα διέκειντο καλῶς ὑπὸ τὸ κράτος τῶν ἀρχαίων νόμων, ἐνῷ τώρα, ὑπὸ τὴν σκιὰν τῶν νέων, διάκεινται κακῶς καὶ ὀλεθρίως. Μεταβαίνομεν τώρα εἰς τὴν ἐξέτασιν ἑνὸς ἄλλου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ὁ ἔντιμος πρωθυπουργὸς προχθὲς ἔθιξεν. «Εἰδιάσθη, εἶπε, νὰ ἀνακαλέσῃ εἰς ἐνέργειαν τὸ προηγούμενον ἐκεῖνο διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ ἀνωτέρα ὑπαλληλία τοῦ Κράτους ἐμπιστεύεται εἰς ἄνδρας μὴ ἀνήκοντας εἰς τὴν ἐπαρχίαν, εἰς τὴν ὁποίαν δικαιοῦνται νὰ ἐξασκήσωσι τὰς λειτουργίας των, καὶ ἐβιάσθη, ὡς εἶπε, νὰ τὸ κάμῃ, διότι ἡ συγγένεια, ἡ φιλία, αἱ σχέσεις καὶ ὑποχρεώσεις καὶ τὰ τοιαῦτα δύνανται νὰ ὑποχρεώσωσι τὸν ἐν τῇ ἀρχῇ νὰ παραβιάσῃ καὶ ὑπερπηδήσῃ τὰ ἴδια ἑαυτοῦ καθήκοντα· τοῦτο δὲ, καθ’ ἃς ἔλαβον πληροφορίας, ἐξετελέσθη μέχρι τινὸς δυνάμει ἀρχαίου νόμου, πρὸ πολλοῦ μὴ ἐκτελεσθέντος, καὶ μόνον προσφάτως καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἀνανεωθέντος διὰ λόγους αὐτοφανεῖς.
§44ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι.
§45ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀλλὰ βεβαίως ἐξεδόθη καὶ εἶναι νόμος ἰσχύων. Ποία ἡ ἀνάγκη αὐτοῦ τοῦ διατάγματος; Ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου τροχάδην θέλω ὑποβάλω κάποιαν παρατήρησιν, διότι πρέπει ἅπαντες νὰ ἐπιφυλαχθῶμεν νὰ τὸ ἐξετάσωμεν ἐμβριθῶς κατὰ τὴν συζήτησιν, ἥτις θέλει προκαλεσθῆ ἀπὸ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλὴν, ὡς ὁ ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος ὑπεχρεώθη, καὶ ἂν ὡς διάταγμα δῆθεν διοικητικὸν δὲν ὑποβληθῆ εἰς τὰς σκέψεις τῆς Βουλῆς, ἡ Βουλὴ θέλει ἐπιληφθῆ τοῦ ἀντικειμένου, ὅταν λάβῃ ὑπ’ ὄψιν τὸ νομοσχέδιον τὸ κανονίζον τὰ προσόντα τῶν ὑπαλλήλων, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτηρήθη ὁ αὐτὸς ὅρος. Τὸ διάταγμα τοῦτο ἐνδιαφέρει ἅπαντας, διότι καὶ τὴν ὑπόληψιν τῶν πολιτῶν προσβάλλει καὶ ὑπόνομον ὑποσκάπτει κατὰ τῆς εὐημερίας καὶ τῶν συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν. Κατὰ πρῶτον παρατηρῶ, ὅτι τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος διάταγμα εἶναι ἐπανάληψις ἑνὸς ἀρχαίου διατάγματος, ἐκδοθέντος ἐπὶ Ὄθωνος, καὶ ἐνῷ ἐξεθρονίσθη ὁ Ὄθων διὰ τῆς ἐπαναστάσεως τῆς 10 Ὀκτωβρίου καὶ ἐστιγματίσθησαν αἱ τοῦ παρελθόντος ἀρχαὶ, βλέπω ἐπαναφερόμενον ἕνα νόμον τοῦ Ὄθωνος· ἀλλὰ βλέπω συγχρόνως, ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος εἶναι ἐν μέρει ἀντιγραφὴ ἑνὸς εἰδικοῦ ἐξαιρετικοῦ Ἑπτανησιακοῦ νόμου, ἐνῷ, ὡς ἐβεβαιώθην, ἅπασα ἡ Βουλὴ φρικιᾷ ἀπέναντι τῶν Ἑπτανησιακῶν νόμων. Ἤκουσα πρὸ ἡμερῶν ἕνα ἀξιότιμον βουλευτὴν ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ χαρακτηρίζῃ τιμαριωτικοὺς τοὺς νόμους τῆς Ἑπτανήσου· ἤκουσα ἄλλον εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν νὰ τοὺς ἀποκαλῇ βαρβάρους· ἀνέγνωσα ὅτι ὁ νομάρχης Κερκύρας ἀποδίδει τὰ κακὰ τὰ μαστίζοντα, κατὰ τὴν γνώμην αὐτοῦ, τὴν Κέρκυραν, ὄχι μόνον εἰς τοὺς κακοὺς νόμους, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν αὐτῶν· ἅπαντες φωνάζετε κατὰ τῶν νόμων τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλὰ τί θὰ εἰπῆτε, ὅταν ἐν ἁρμοδίῳ χρόνῳ τοὺς ἐξετάσωμεν, καὶ ὅταν σᾶς ἀποδείξω ὅτι δὲν γνωρίζετε οὔτε τὸ Α. οὔτε τὸ Ω. αὐτῶν τῶν νόμων; Καὶ ἐνῷ βλέπω ἅπαντας ἐκτραχηλιζομένους κατὰ τῶν Ἑπτανησιακῶν νόμων....
§46ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὄχι ἐκτραχηλιζομένους· παρακαλῶ νὰ τὸ ἀνακαλέσητε.
§47ΠΑΔΟΒΑΣ. Θέλω νὰ δικαιολογήσω καὶ τὸ ἐκτραχηλιζομένους. Ἐὰν ἡ Βουλὴ, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τοὺς Ἰονίους νόμους, ὑποθέτῃ ὅτι εἶναι τὸ ἀπαύγασμα τοῦ τιμαριωτισμοῦ, τῆς βαρβαρότητος καὶ τῆς ἀδικίας, δικαίως ἐκτραχηλίζεται, ἡ λέξις εἶναι λίαν κατάλληλος. Εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, ὡς εἶπον, ἀντιγραφὴ ἑνὸς ἑπτανησιακοῦ διοικητικοῦ νόμου, εἰς τὸν ὁποῖον ἐνδιεφέρετο ἡ Προστασία, ἵνα ἀπαλλαχθῇ τῆς ἐπιῤῥοῆς Α. ἢ Β. καὶ διὰ τῆς ἐκτοπίσεως χαλαρώσῃ ἢ ματαιώσῃ αὐτήν.
§48Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Αἱ προϊστάμεναι ἀρχαὶ τοῦ Κράτους, λέγει τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ ᾖναι ξέναι.
§49ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀπὸ τοῦ βήματος δύνασαι νὰ μὲ φωτίσῃς.—Ἔχομεν τρεχούμενον μεταξύ μας, καὶ ὅταν θέλῃς, δυνάμεθα ἀπὸ ἐδῶ νὰ τὸν ἰσολογίσωμεν.
§50Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπικαλοῦμαι, Κύριε Πρόεδρε, τὸ 27 ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ αἱ μακραὶ συζητήσεις ἠμποροῦν νὰ φέρουν καὶ τοιαῦτα ἀποτελέσματα· θὰ παρακαλέσω τοὺς ἀγορεύοντας νὰ μὴ περιττολογοῦν.
§52ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἡ λεπτομερὴς ἐξέλεγξις τῶν παρανομιῶν δὲν εἶναι περιττολογία, ὡς ἐγὼ τοὐλάχιστον νομίζω. Διατὶ θὰ ἀνεχθῶμεν ἡμεῖς νόμον, ὃν ἡ Προστασία διὰ τοὺς λόγους καὶ τοὺς σκοπούς της ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑπτάνησον κατὰ τὸ ἔτος 1828, ὅτε ὁ Ὄθων δὲν εἶχεν εἰσέτι μεταβῆ εἰς τὴν Ἑλλάδα; Ποία ἡ ἀληθὴς αἰτία καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς αὐτοῦ τοῦ νόμου; ὡς λέγει τὸ ὑπουργεῖον, ἡ ἀμερόληπτος καὶ δικαία διοίκησις, ἀλλὰ πραγματικῶς, ἡ καταστροφὴ τῶν Ἐπαρχιῶν. Πρὸ πάντων, ὅταν λέγομεν, ὅτι ὁ τοῦ Μεσολογγίου, τῆς Ὀλυμπίας, τῆς Φθιώτιδος καὶ τὰ λοιπὰ δὲν εἶναι κατάλληλος νὰ ἦναι δικαστὴς, εἰσαγγελεὺς, νομάρχης, ἔπαρχος εἰς τὴν ἰδίαν του ἐπαρχίαν, διότι δύναται νὰ ὑποκύψῃ εἰς τὸν πειρασμὸν ἢ τῆς φιλίας, ἢ τῆς συγγενείας κτλ. συκοφαντοῦμεν καὶ κηρύττομεν ἀτίμους τοὺς συμπολίτας μας· ἐκτὸς τούτου πρέπει νὰ ἔχετε ὑπ’ ὄψιν ἓν ἄλλο γεγονός, τὸ ὁποῖον ὀφείλει νὰ συνδυασθῇ μὲ τὸ γενικὸν μέτρον τῆς ξένης ὑπαλληλίας. Οἱ μισθοὶ εἶναι ἐλάχιστοι, καὶ ἂν δὲν ἀρκοῦν εἰς τὸν ὑπάλληλον τὸν διαμένοντα εἰς τὴν ἰδίαν του πατρίδα, πολλῷ μᾶλλον ἀποβαίνουσιν ἀνεπαρκεῖς εἰς ὑπάλληλον ξένον τῆς Ἐπαρχίας, καὶ ἐκ τούτου τί προκύπτει... ....; τὸ ἠξεύρετε χωρὶς νὰ τὸ εἴπωμεν. Ἐπὶ τέλους δυσκόλως ἡ ἱκανότης ἐγκαταλείπει οἰκογένειαν, πατρίδα, ἐπιστήμην, ἵνα μεταβῇ εἰς ξένην ἐπαρχίαν ὡς ἔπαρχος, νομάρχης, εἰσαγγελεὺς κτλ. Βλέπετε ὅτι ὁ λόγος καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ νόμου, κατὰ τὸ φαινόμενον, εἶναι ἡ δικαιοσύνη καὶ ἡ ἀμεροληψία, οὐσιωδῶς δὲ ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς ἱκανότητος καὶ ἡ ὑπόθαλψις τῆς καταχρήσεως· ἀφ’ ἑτέρου, ποῖος δύναται νὰ προνοήσῃ εἰς τὰ συμφέροντα μιᾶς ἐπαρχίας μὲ περισσότερον ζῆλον καὶ μὲ περισσοτέραν δραστηριότητα; αὐτὸς ὁ ὁποῖος ἀνήκει εἰς τὴν ἰδίαν ἐπαρχίαν, ἢ ὁ ξένος καὶ ἀδιάφορος, ὅστις σήμερον εἶναι ἐδῶ καὶ αὔριον ἐκεῖ; Ὡς ἐκ τούτων λοιπὸν μοὶ φαίνεται ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ μέτρον ἀνεξαρτήτως ὅτι ὀλέθριον ἀποβαίνει, καθὸ μὴ ἀναγκαῖον καὶ κατεπεῖγον, δὲν δύναται νὰ ἐγκριθῇ.
§53ΠΟΛΛΟΙ. Μᾶς ἀπέθανες πλέον.
§54ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἂν θέλετε, διακόπτω ἀμέσως τὴν ἀγόρευσιν.
§55ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ἐξακολουθήσατε.
§56ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐξέτασα διάφορα Βασιλικὰ διατάγματα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν ὅτι ἐξεδόθησαν ἀναρμοδίως, νῦν δὲ διὰ νὰ ἦμαι συνεπὴς μὲ ὅσα ἐκ προοιμίων εἶπον, ὅτι δηλαδὴ δύνανται νὰ ὑπάρξωσι περιστάσεις τινὲς δικαιολογοῦσαι τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, πρέπει νὰ ἐπιληφθῶ ἑνὸς τελευταίου ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον θέλετε ἀκούσει εὐχαρίστως, διότι σᾶς προαναγγέλλω ὅτι εἶναι καὶ ὁ ἐπίλογος τοῦ λόγου μου καὶ ἡ παῦσις τῆς παρενοχλήσεώς σας. Ἔ! ἐκαταλάβετε, σᾶς γνωρίζω ἀπὸ τὴν ὄψιν. Ἐννοῶ, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσω περὶ τῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων τῆς 17 Νοεμβρίου 1864 καὶ 5 Μαρτίου 1865, ἀφορόντων τὴν Νομαρχίαν Κερκύρας, διαιρεθεῖσαν πρῶτον εἰς δύω ἐπαρχίας, ἀκολούθως δὲ εἰς τρεῖς ἐπαρχίας ἢ ἐκλογικὰς περιφερείας, ὅπως θέλετε. Δὲν πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν αὐτὰ ὑπὸ τὴν ἔποψιν τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος, ἵνα ἀποκρούσωμεν ὅσα ὁ ἀξιότιμος καὶ ἀρχαῖος συνάδελφος Κ. Ἰακωβάτος εἶπεν «ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος ἐγένετο ἐπὶ σκοπῷ καὶ ἵνα δι’ ἀποκλεισμοῦ ἐμφανισθῶσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ὡς ἀντιπρόσωποι οἱ τρεῖς πολῖται.» Νομίζω ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς 9ης καὶ μέχρι τῆς 13ης Ἑπτανησιακῆς Βουλῆς διετέλεσαν διηνεκῶς οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου των, καὶ δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας ἐπανειλημμένως ἐξελέχθησαν, δὲν εἶχον ἀνάγκην τῆς ἐκδόσεως αὐτοῦ τοῦ Βασιλικοῦ διατάγματος ἵνα παρεισαχθῶσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς ταύτης διὰ μέσων ἀποκλεισμοῦ. Ποῖον ἔπος φύγεν ἕρκος ὀδόντων! Τὸ ζήτημα δὲν εἶναι προσωπικόν, ἀλλὰ ἐπαρχιακὸν καὶ κοινωνικόν, καὶ ἐπιτρέψατέ μοι, κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, νὰ σᾶς ὑποβάλω γεγονότα τινὰ τὰ ὁποῖα ἡμεῖς ἀγνοεῖται, καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων, χωρὶς ποσῶς νὰ ἐπηρεάσω τὴν ψῆφον σας, ἐπέστησε τὴν προσοχήν της ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν δύω διαταγμάτων, πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν ἐγγυήσεων τῶν ὀφειλομένων εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν, εἰς τὴν κοινωνικὴν ἰσοῤῥοπίαν καὶ εἰς τὴν ἰσονομίαν μιᾶς ὁλοκλήρου ἐπαρχίας. Τὸ ἀκανθῶδες τοῦτο θέμα μὲ πιέζει πανταχόθεν καὶ δυστυχῶς ὑποχρεοῦμαι νὰ θίξω μίαν χορδὴν, ἥτις ἀποδίδει ἤχους δυσαρέστους· καὶ ὑποχρεοῦμαι, φίλτατε Ἰακωβάτε, νὰ θίξω μίαν πληγὴν, ἥτις ὁλονὲν ἐκχέει αἷμα καὶ οὐδόλως ἐπουλώθη, διότι βλέπω εἰσέτι ἐνεργουμένας ἀποπείρας πρὸς παράτασιν τῆς ἀθλίας καὶ δυσαρέστου ἐκείνης καταστάσεως πραγμάτων, ἥτις κρατεῖ κεχωρισμένα δύω μέλη τῆς αὐτῆς οἰκογενείας, ἔχοντα τὴν αὐτὴν θρησκείαν, τὴν αὐτὴν γλῶσσαν, τὴν αὐτὴν ἀποστολὴν καὶ τὰ αὐτὰ ἐν μέρει συμφέροντα, καὶ βλέπω ἐνυπάρχουσαν εἰσέτι τὴν τάσιν ἐκείνην τοῦ ἀποχωρισμοῦ, ὅστις ἐπαπειλεῖ τὴν καταστροφὴν καὶ τοῦ ἀστοῦ καὶ τοῦ ἀγρότου Κερκύρας, ἐνῷ ἡμεῖς πάντοτε προσεφέραμεν χεῖρα φιλίας καὶ ἀδελφότητος, ἀλλ’ ἡ χεὶρ αὕτη ἀπεκρούσθη ὡς ψυχρὰ καὶ στιβαρά. Ναί, ὑποχρεοῦμαι νὰ θίξω μίαν πληγὴν (καὶ δὲν εἶναι ἐπανάληψις, ἀλλ’ ἐκχείλισις τετρωμένης καρδίας, καὶ μέσον καθιερωμένον πρὸς ἐκφραστικωτέραν ἀπεικόνισιν τῆς πικρίας μου), ἥτις ὁλονὲν ἐκχέει αἷμα, διότι ἠχοῦσιν εἰσέτι εἰς τὰ ὦτά μου αἱ ἀνοίκειοι ὑπαιτιάσεις καὶ αἱ ἄδικοι προσβολαὶ, δι’ ὧν ἡ ἀπερισκεψία καὶ ὁ φατριασμὸς ἐπειράθησαν νὰ ἀμαυρώσωσι τὴν ὑπόληψιν τῶν πολιτῶν καὶ τὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν τῆς σπουδαιοτέρας καὶ νοημονεστέρας μερίδος μιᾶς ὁλοκλήρου ἐπαρχίας. Δὲν ἐξετάζω ποῖοι ἐν Κερκύρᾳ ἠγωνίσθησαν εἰς τὸν ἐθνικὸν ἀγῶνα, ποῖοι ἦσαν διαρκῶς ἐκτεθειμένοι εἰς τὰς ἐξορίας, τὰς φυλακίσεις, τὰς ἀστυνομικὰς κατασκοπείας καὶ εἰς ὅλην τὴν σωρείαν τῶν ἀπευκταίων καταδιωγμῶν, δι’ ὧν ἐπαπειλεῖτο ὁ πολιτικὸς βίος τῶν ἑνωτικῶν ἀνδρῶν τῆς τότε πρωτευούσης. Δὲν ἐξετάζω ἐπὶ τῆς κεφαλῆς ποίων ἐπέκειτο πάντοτε τὸ ξίφος τοῦ Δαμοκλέους, καὶ ποῖοι ἀπ’ ἐναντίας ἀπ’ ἀρχῆς ἀπέλαβον ἀσφαλῶς καὶ ἐν ἠρεμίᾳ τὰς τρυφὰς τοῦ βίου, καὶ ἀκολούθως ἔδρεψαν τοὺς καρποὺς τῆς ἑνώσεως. Δὲν τὰ ἐξετάζω, κύριοι, διότι σήμερον δὲν ἔχομεν ζήτημα ἐθνικῶν ὑπηρεσιῶν, προσωπικοτήτων καὶ ἀτομικοτήτων, ἢ βασιλικῶν ἢ κυβερνητικῶν καθηκόντων, ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ ἀποσιωπήσω, ὅτι ὅταν μετὰ τὸ ψήφισμα τῆς Ἑνώσεως μετέβη εἰς Ἀθήνας ἡ γνωστὴ τριμελὴς ἐπιτροπὴ τῶν Ἑπτανησίων, ἡ καθολικὴ ψῆφος ὑπῆρξεν ὁ πρῶτος ὅρος, τὸν ὁποῖον ἐπιμόνως ὑπεστήριξε, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἔντιμον μαρτυρίαν τοῦ ἀξιοτίμου Πρωθυπουργοῦ πρὸς ἐνίσχυσιν τῶν λόγων μου. Ὁ ὅρος οὗτος ἐγένετο δεκτὸς καὶ οὕτως ἅπασαι αἱ τάξεις τῆς Κερκυραϊκῆς κοινωνίας ἀπήλαυσαν τὴν πολιτικὴν ἰσονομίαν. Ἐγὼ, κύριοι, ἠδυνάμην νὰ ἀπαντήσω εἰς ῥήσεις τινὰς τὰς ὁποίας προχθὲς ἤκουσα, λίαν ἀπερισκέπτως ῥιπτομένας ἐντὸς τοῦ βουλευτηρίου τούτου, «ὅτι ἡμεῖς ἐφέραμεν κώλυμα εἰς «ἑαυτοὺς διὰ τῆς καθιερώσεως τῆς καθολικῆς ψήφου,» ἀλλὰ δὲν ἀπαντῶ διότι αἱ ῥήσεις του περιέχουσι τὴν ἀπάντησιν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰ διατρέξαντα ἐξηγοῦσιν εὐγλώττως τὰ πάντα. Ἡ καθολικὴ ψῆφος, κυρίως ἐν Κερκύρᾳ, ἔφερεν ὄχι μόνον ἀριθμητικὴν δυσαναλογίαν ἕνεκα τῆς σημαντικῆς διαφορᾶς τῶν ἐκλογέων τῆς πόλεως καὶ τῶν προαστείων ἀπέναντι τῶν ἐκλογέων τῆς ἐξοχῆς, ἀλλὰ καὶ ἠθικὴν καὶ κοινωνικήν τινα δυσαναλογίαν ἕνεκα τῶν διαφόρων τάσεων, ἀρχῶν, συμφερόντων, μέσων καὶ σκοπῶν τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Ἐκ τούτων ἀνεφύη μία ὅλως ἔκρυθμος κατάστασις πραγμάτων, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἀπευκταῖα, ἂν ἀφ’ ἑνὸς τὸ φιλήσυχον καὶ φιλόνομον τοῦ λαοῦ, ἀφ’ ἑτέρου μέτρα τινὰ διοικητικὰ δὲν ἤθελον ματαιώσει τὰς ὠθήσεις τῆς ῥᾳδιουργίας καὶ δημοκοπίας. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν εὑρίσκετο ἡ κοινωνία τῆς Κερκύρας, ὅτε προσεκλήθη ὁ λαὸς νὰ ἐκλέξῃ τοὺς ἰδίους πληρεξουσίους. Συνηγωνίσθησαν καὶ ἀστοὶ καὶ ἀγρόται, ἡ πάλη ὑπῆρξε πεισματώδης καὶ ἐπίφοβος, τὰ ὄργανα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως δὲν ἐδείχθησαν οὔτε ἀδιάφορα, οὔτε ἀμερόληπτα εἰς τὴν ἔκβασιν αὐτῆς, καὶ εἶχον τοὺς λόγους των. Ἅπαντες οἱ τῆς πόλεως ὑποψήφιοι ἀπέτυχον, ἐξαιρέσει ἑνὸς μόνου, τοῦ ἀξιοτίμου Καποδίστρια, καὶ ἐξελέχθησαν δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας (ἐνοεῖται ἐν τῇ ἐξοχῇ) οἱ ὑποψήφιοι τῆς ἐξοχῆς, μεταξὺ δὲ αὐτῶν καὶ εἷς, ὅστις εἰργάσθη μεθ’ ἡμῶν εἰς προγενεστέραν τινα Βουλήν. Διὰ ποῖον λόγον ἀπεκλείσθησαν ἅπαντες οἱ πολῖται καὶ ἀπ’ ἐναντίας ἐκηρύχθησαν βουλευταὶ οἱ ἀγρόται; Τὸν λόγον, κύριοι, θέλετε εὕρει εἰς τὰς προαναφερθείσας δυσαναλογίας καὶ εἰς τὸ ἀπὸ 22 Ἰουνίου 1864 πρόγραμμα τῶν ἀγροτῶν ὑποψηφίων, διὰ τοῦ ὁποίου οἱ ἔντιμοι αὐτοὶ ἄνδρες ἐνόμισαν κατάλληλον, πρὸς ἀνακούφισιν τοῦ λαοῦ τῆς ἐξοχῆς, νὰ κηρύξωσι τὴν κατάργησιν τῶν ὀφειλῶν, καὶ ....
§57ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἀναγνώσητε αὐτὸ τὸ πρόγραμμα, διότι τοιοῦτόν τι δὲν ἀναφέρει.
§58ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀναφέρει καὶ τὴν κατάργησιν τῶν τιμαρίων, τὴν ῥύθμισιν, δηλαδὴ τὴν ἀκύρωσιν τῶν ἀγροληπτικῶν δικαιωμάτων καὶ ἐδαφονομίων καὶ πλεῖστα ἄλλα. Τὴν ἐπιτυχίαν τῶν ἀξιοτίμων ἐκείνων ἀνδρῶν ὀφείλομεν νὰ ἀποδώσωμεν εἰς αὐτὸ τὸ ὅλως κοινωνιστικὸν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον, ὡς νέον σύμβολον πολιτικῆς πίστεως, ἀπέβη τὸ σύνθημα τῆς ἐνδιαφερομένης μεγάλης πλειονότητος τῶν ἀγροτῶν ἐκλογέων καὶ ὁ ὑπογραμμὸς τῆς ἐκλογῆς. Οἱ ἀπεσταλμένοι τῶν χωρικῶν Κερκύρας ἐπαρουσιάσθησαν εἰς τὴν Ἐθνοσυνέλευσιν μὲ τὴν σημαίαν τῆς ἰδίας ἀποστολῆς ἀναπεπταμένην. Ἡ τάξις τῶν ἰδιοκτητῶν, τῶν βιομηχάνων, τῶν τεχνιτῶν, τῶν ἐμπόρων καὶ τῶν λοιπῶν ἔμεινεν ἄμοιρος ἀντιπροσωπείας. Ἐντὸς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ὑψοῦτο καὶ ἀντηχοῦσε μία μόνη φωνὴ, ἡ φωνὴ τοῦ γεωργοῦ, πρὸς βλάβην καὶ ψόγον κυρίως τοῦ γαιοκτήμονος καὶ κεφαλαιούχου· ἐπικαλοῦμαι δὲ πρὸς μαρτυρίαν καὶ ἐπιβεβαίωσιν τῶν λόγων μου καὶ τὸ ψήφισμα τῆς 27 Ἰουλίου 1864, ὅπερ οἱ πληρεξούσιοι Κερκύρας ἐπρότεινον πρὸς καταστροφὴν καὶ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῶν δανείων (θόρυβος ἐκ μέρους τινῶν τῶν βουλευτῶν Κερκύρας).
§59ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀναφέρω ἁπλῶς γεγονότα χωρὶς σκοπὸν ὑπαιτιάσεως, ἀλλὰ ἡ ἀνησυχία τοῦ συναδέλφου μου καὶ φίλου Κ. Παγκράτη μὲ ὑποχρεοῖ πρὸς παγίωσιν τῶν λόγων μου νὰ ἀναμνήσω καὶ ἕτερον γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἤθελον ἀποσιωπήσει τοὐλάχιστον πρὸς σεβασμὸν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς. Ἐνθυμεῖσθε, κύριοι, τὴν δικαίαν ἀγανάκτησιν τὴν διεγερθεῖσαν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῇ ἁπλῇ διατυπώσει προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἐπὶ ψιλῶν ἀφηγήσεων ὑπεστήριζον οἱ πληρεξούσιοι Κερκύρας; Παρακαλῶ νὰ διατρέξητε τὰς σελίδας 423,436, 452 τῶν στενογραφημένων πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως, ἵνα λάβητε πλήρη γνῶσιν τῶν διατρεξάντων. Ἐν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἠγέρθη εἷς ἀξιότιμος πληρεξούσιος ὡς εἰσηγητὴς τῆς ἀντιπροσωπείας Κερκύρας, καὶ ἐπὶ τῇ πληροφορίᾳ, τὴν ὁποίαν εἶχε λάβει παρὰ τῶν πληρεξουσίων ἐκείνων, διέῤῥηξε τὰ ἱμάτιά του ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, φωνάζων ὅτι εἰς τὰς φυλακὰς τῆς Κερκύρας εὑρίσκονται περιωρισμένοι τριακόσιοι δυστυχεῖς χωρικοὶ (καὶ ἡ ἀφήγησις αὕτη ὑπεστηρίζετο ἐν ὅλῃ τῇ βουλευτικῇ ἀξιοπρεπείᾳ καὶ τιμιότητι παρὰ τῶν πληρεξουσίων Κερκύρας)· προσέθηκε δὲ, ὅτι ἐφυλακίσθησαν ὑπὸ τῶν πολιτῶν ἐπὶ προφάσει ὀφειλῆς, ἐν πράγματι δὲ καὶ ἀληθῶς πρὸς ἀντεκδίκησιν τῆς ἀποτυχίας τῶν ὑποψηφίων τῆς πόλεως. Ἕνεκα τούτου δὲ ἐγένετο πρότασις ἀποφυλακίσεως καὶ ἀορίστου ἀναστολῆς τῶν φυλακίσεων. Ἅπασα ἡ Συνέλευσις κατεταράχθη, καὶ δικαίως· ἐγὼ πρῶτος ἤθελον ὑψώσει τὴν φωνήν μου πρὸς στιγματισμὸν τῶν ἀτίμων ἐκείνων πολιτῶν, οἵτινες πρὸς ἐκδίκησιν καὶ οὐχὶ πρὸς ἐξασφάλισιν συμφερόντων ὑπέβαλον εἰς ἀπάνθρωπον πίεσιν τοὺς δυστυχεῖς χωρικούς. Ἡ Συνέλευσις, δικαίως συγκινηθεῖσα, ἦτον ἑτοίμη νὰ διατάξῃ τὴν ἀναστολὴν τῆς φυλακίσεως καὶ τὴν ἀποφυλάκισιν. Πάταγος μέγας ἠγέρθη, ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ κατεπείγοντος ἢ μὴ τῆς προτάσεως διήρκεσεν ἐπὶ δύω ἡμέρας, οἱ πληρεξούσιοι Κερκύρας διεμαρτύροντο ἐντόνως κατὰ τῆς ἀνοικείου καὶ ἀποτροπαίου βραδύτητος. Ἠγέρθη ἐπὶ τέλους φωνὴ τιμία καὶ ἀμερόληπτος, ἥτις ἀνεδέχθη ἀποφασιστικῶς τὴν ὑπεράσπισιν οὐχὶ τῶν συμφερόντων, ἀλλὰ τῆς ὑπολήψεως τῶν πολιτῶν, διεφιλονείκησε τὸ γεγονὸς, καὶ ἐπρότεινεν ἀναστολὴν πρὸς ἐπαλήθευσιν τῶν λεχθέντων. Ἡ φρόνησις τῆς Συνελεύσεως παρεδέχθη τὸ προταθὲν μέτρον, προσεκλήθη κατεπειγόντως ὁ ἔπαρχος Κερκύρας ἵνα παρέξῃ τὰς σχετικὰς πληροφορίας, καὶ προέκυψεν ὅτι οἱ φυλακισμένοι δὲν ἦσαν τριακόσιοι ἀλλὰ μόνον ἐννέα (ἐξ ὧν δύο πολῖται καὶ ἑπτὰ χωρικοί), καὶ ὅτι οὐδὲν ἔνταλμα εἶχεν ἐκδοθῆ κατὰ τῶν χωρικῶν· προέκυψεν ἐπίσης, ὅτι ἐκ τῶν ἑπτὰ χωρικῶν οἱ τέσσαρες εἶχον φυλακισθῆ ἐπ’ αἰτήσει τῶν ἰδίων συγχωρικῶν. Ἀπέναντι τοῦ μαγευτικοῦ ἀριθμοῦ ἑπτὰ ἔπαυσεν ὁ πάταγος, κατηυνάσθη ἡ δικαία ἀγανάκτησις τῆς Συνελεύσεως, ἀπεδείχθη ἡ ἐπιβουλὴ κατὰ τῆς τιμιότητος καὶ ὑπολήψεως τῶν πολιτῶν, καὶ ἐπὶ τέλους διετρανώθη ὅτι ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ὁ ἀγρότης ἐκπροσώπευε τὸν ἀγρότην, πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ καταστρέψῃ τὰ συμφέροντα καὶ νὰ διασύρῃ τὴν ὑπόληψιν τοῦ ἀστοῦ. Ἐνῷ ταῦτα διεδραματίζοντο ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, συγχρόνως ἕτερόν τι ἀπεκαλύφθη, ὅπερ ἔτι μᾶλλον δεικνύει τὴν κατάστασιν εἰς ἣν εὑρίσκετο ἡ Κερκυραϊκὴ κοινωνία, καὶ τὰς προνοίας ἃς ἀπῄτει πρὸς ἀναχαίτισιν κολασίμων ἐνεργειῶν καὶ στασιαστικῶν προσπαθειῶν. Ἐνῷ ἡ πρότασις ἐκείνη ἐκυμαίνετο ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, συγχρόνως εἷς τῶν ἀξιοτίμων ἐκείνων πληρεξουσίων ἐξεφράζετο ἐν μιᾷ ἐπιστολῇ του ὡς ἕπεται (κρατεῖ ἓν ἔντυπον φύλλον). Τὸ ἔγγραφον τοῦτο περιῆλθεν εἰς τὴν κατοχὴν τῆς ποινικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἡ ποινικὴ ἀρχὴ, λίαν ἀξιοπαρατηρήτως..... ἡ ἀποσιώπησις ἀποβαίνει ἀναγκαία, καθ’ ὃ ἐκφράζουσα ἐντονωτέρως τὰ πράγματα.
§60ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ποῖον εἶναι τὸ ὄνομα τοῦ ἀντιπροσώπου;
§61ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν δύναμαι νὰ σᾶς τὸ εἴπω, εἰμὴ δι’ ἀποκλεισμοῦ· ἡ ἐπιστολὴ δὲν σᾶς ἀφορᾷ. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὶ λέγει τὸ ἔγγραφον· «τὸ Κερκυραϊκὸν ζήτημα εἶναι εἰσέτι ἐπὶ τῆς τραπέζης, «ὃλοι μᾶς τάζουν νὰ μᾶς βοηθήσουν, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὸ γινώσκει (θόρυβος).»
§62ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ποῖον τὸ ὄνομα αὐτοῦ ὁ ὁποῖος γράφει;
§63ΠΑΔΟΒΑΣ. Μὴ μὲ βιάζετε, δὲν τὸ λέγω· «Οἱ καταχθόνιοι ἄρχοντές μας τῆς Κερκύρας ἀντενεργοῦν (θόρυβος), πρέπει καὶ ὑμεῖς νὰ τοὺς φοβερίσητε μὲ ὕβρεις καὶ ἀπειλάς· μὴ φοβῆσθε ἐδῶ εἶναι τὸ dulcis in fundo» — διότι ὅ,τι πράξετε πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων μας, εἶσθε ΑΝΕΥΘΥΝΟΙ.» —καθαυτὸ στασιαστικῶς.—«Σᾶς τὸ λέγω μετὰ θετικότητος· ἔχομεν μεγάλην ἐπιῤῥοὴν ἐν τοῖς ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΙΣ.» (πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς) Σᾶς συγχαίρομαι, Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐκ τούτων ἐξηγοῦνται πολλὰ γεγονότα.... «καὶ ὄχι μόνον ἐν τοῖς ὑπουργείοις, ἀλλὰ καὶ ΑΝΑΚΤΟΡΟΙΣ».
§64ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ ὑπάγητε νὰ συγχαρῆτε καὶ ἐκεῖ.
§65ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἂν ἡ χρεία τὸ καλέσῃ διατὶ ὄχι; «Καταπατοῦμεν τὰ ὑλικὰ καὶ τίμια συμφέροντά μας, ὅπως λάβῃ αἴσιον τέλος τὸ σπουδαῖον Κερκυραϊκὸν ζήτημα· αὔριον ἢ μεθαύριον τυπώνω κατὰ τοῦ ζητήματος τῆς Κερκυραϊκῆς τῶν παραπόνων ἐπιτροπῆς. Ἀνάγνωσε τὴν παροῦσαν εἰς ὅλα τὰ χωρία».
§66ΤΙΝΕΣ. Ποίαν χρονολογίαν ἔχει τὸ ἔγγραφον;
§67ΠΑΔΟΒΑΣ. 17 Αὐγούστου 1864. Αἱ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως ἐνέργειαι, αἱ πρὸς βλάβην τῶν ἀστῶν προσπάθειαι, αἱ ἀπόπειραι κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ αἱ ὑπόκωφοι ὑποκινήσεις τῶν ῥᾳδιούργων καὶ δημοκόπων ἐνεθάῤῥυνον ἔτι μᾶλλον τὰς ἤδη ἀφηνιασθείσας ἁπλᾶς καὶ εὐπίστους κατωτέρας τάξεις τῆς ἐξοχῆς, αἵτινες συνεπυκνώθησαν εἰς σῶμα συμπαγὲς καὶ ἐκήρυξαν ἀποτρόπαιον σταυροφορίαν κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας καὶ τῶν πολιτῶν, καὶ τὸ ὅλως κοινωνιστικὸν τοῦτο κίνημα περιῆλθεν εἰς ἐπιφόβους ἐξωτερικεύσεις, αἵτινες ἠπείλουν τὸν κλονισμὸν τῶν βάσεων τῆς κοινωνίας διὰ τῆς καταστροφῆς τῶν μὲν καὶ τῶν δέ. Αὕτη ἡ πρωτοφανὴς καὶ ἀπροσδόκητος κατάστασις τῶν πραγμάτων ἀπῄτει πρόνοιάν τινα, καὶ ἡ Κυβέρνησις ἐνδόσασα εἰς τὰς φιλονόμους ἱκεσίας τῶν πολιτῶν, ἐξέδωκε τὸ διάταγμα, δι’ οὗ ἡ Κέρκυρα διῃρέθη εἰς ἐκλογικὰς περιφερείας, ἵνα πᾶσαι αἱ τῆς κοινωνίας τάξεις ἐκπροσωπεύωνται, καὶ ἵνα, ἐκτὸς τῆς γεωργίας, καὶ τὸ ἐμπόριον καὶ ἡ ἰδιοκτησία καὶ ἡ βιομηχανία καὶ αἱ τέχναι καὶ ἡ ναυτιλία ἔχωσιν εἰδήμονας καὶ πρακτικοὺς ὑπερασπιστάς. Ναὶ μὲν οἱ ἀξιότιμοι Βουλευταὶ τῆς ἐξοχῆς ἔχουσι καὶ ζῆλον καὶ προθυμίαν, ἀλλ’ ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἡ μονομέρεια φέρει εἰς ἄτοπα ἀποτελέσματα, ὑπάρχουσι καὶ διάφορα ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα ἀπαιτοῦσιν εἰδικὰς, νομικὰς καὶ πρακτικὰς γνώσεις πρὸς φωτισμὸν τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος εἶχεν ἀποδείξει τὴν ἀναρμοδιότητα τῆς Κερκυραϊκῆς ἀντιπροσωπείας. Ναὶ μὲν ἡ ἀξιότιμος Βουλὴ διὰ τῆς δικαιοσύνης καὶ ἀμεροληψίας ἠδύνατο νὰ θεραπεύσῃ τὸ ἔλλειμμα τοῦτο, ἀλλ’ ἡ πεῖρα ἐπίσης ἀπέδειξεν, ὅτι ἄνευ τῆς ἀκριβοῦς γνώσεως τῶν πραγμάτων δύσκολος καὶ ἀνέφικτος ἤθελεν ἀποβῆ οἱαδήποτε θεραπεία. Πρὸς ἀπόδειξιν τούτων σᾶς ὑπενθυμίζω ἓν τῶν τόσων ἀντικειμένων, τὰ ὁποῖα συνεζητήθησαν καὶ ἀπεφασίσθησαν ἐν τῇ Ἐθνοσυνελεύσει. Ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, βασιζομένη ἐπὶ ἀνακριβῶν πληροφοριῶν καὶ ἀνυπάρκτων γεγονότων, κατήργησε τὰ ἐν Κερκύρᾳ τιμάρια, καὶ ἡ Κυβέρνησις πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς ἀποφάσεως ταύτης διώρισεν ἐπιτροπὴν, ἥτις, συνεπεία τῆς ψηφισθείσης ἀκυρώσεως, ἔλαβεν ἐντολὴν νὰ προσδιορίσῃ τὴν σχετικὴν ἀποζημίωσιν.
§68ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Ἡ Συνέλευσις περὶ τὰ τέλη παρεδέχθη τὴν κατάργησιν τῶν ἐν Κερκύρᾳ τιμαρίων, ὁ δὲ Βασιλεὺς ἐξέδωκε Βασιλικὸν Διάταγμα, διὰ τοῦ ὁποίου συνιστᾶτο ἐπιτροπὴ, ἥτις κύριον σκοπὸν εἶχε νὰ δώσῃ τὰς λεπτομερείας ἐπὶ τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, ὅπως ἡ Κυβέρνησις ἐν τῇ προσεχεῖ Βουλῇ ὑποβάλῃ νομοσχέδιον.
§69ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ποῖαι ἀρχαὶ, κύριε Παδοβᾶ, ἰσχύουν περὶ τιμαρίων ἐν Κερκύρᾳ;
§70ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν ὑπάρχουν τιμάρια εἰς τὴν Κέρκυραν, ἀλλὰ κτήματα πρῴην τιμαριωτικά.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔχει σχέσιν αὐτὸ μὲ τὸ προκείμενον.
§72ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἔχει σχέσιν, διότι θέλω νὰ ἀποδείξω ὅτι ὑπάρχει ἀκαταμάχητος ἀνάγκη νὰ παρευρίσκωνται ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου καὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι νὰ ἔχωσι τοὐλάχιστον γνῶσιν τῆς ἡμετέρας νομοθεσίας, ὄχι μόνον πρὸς ὑποστήριξιν τῶν συμφερόντων καὶ δικαιωμάτων τῆς ἐπαρχίας, ἀλλὰ καὶ διὰ νὰ μὴν ἐκτεθῇ ἡ Βουλὴ εἰς ἀποφάσεις ἀσκόπους καὶ γελοίας, ὡς ἡ Ἐθνοσυνέλευσις, ἡ ὁποία κατήργησε τὰ τιμάρια, ἐνῷ πρὸ ἐτῶν τιμάρια δὲν ὑπάρχουσιν ἐν Κερκύρᾳ.
§73ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Δὲν συζητοῦμεν περὶ τούτου καὶ ἐξήλθατε ἀπὸ τὸ προκείμενον.
§74ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν ἔχω ἀνάγκην νὰ μοὶ εἴπητε ἂν ἐξῆλθον ἢ ὄχι ἀπὸ τὸ θέμα· ἐὰν ἐγνωρίζατε τί θὰ εἰπῇ λογικὸς συλλογισμός, καὶ ἔμμεσος καὶ ἄμεσος σχέσις τῶν πραγμάτων, ἤθελε πεισθῆτε ὅτι δὲν ἐξῆλθον τοῦ θέματος.
§75ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Βλέπετε ὅτι ὁ ἴδιος Βουλευτὴς σᾶς τὸ ἐξήγησε, κ. Ζατουνίτη.
§76ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἀφήσατε, κύριε Πρόεδρε· ἐγὼ θέλω καθέξει τὸ βῆμα ἕως οὗ τὸν καταπείσω. Θέλετε ἀκριβεστέραν ἀνάπτυξιν ἢ ἐπείσθητε;
§77ΠΟΛΛΟΙ. Ἐπείσθη.
§78ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὑπῆρχε λοιπόν, κύριοι, ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ μία εἰδικὴ ἀνάγκη, ὑπαγορευομένη ὑπὸ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς, ἵνα μὴ καὶ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τῇ βάσει ἐσφαλμένων ἢ μεροληπτικῶν πληροφοριῶν προσλάβῃ μέτρα ἄσκοπα, ἄνευ ἀντικειμένου καὶ ἀναποτελεσματικά.
§79ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τί ἐγνωμοδότησε διὰ τὰς ἀποζημιώσεις;
§80ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐπροσδιόρισε καὶ τὴν ἀποζημίωσιν καὶ τὸν εὐθυνόμενον εἰς αὐτὴν, ἀλλὰ ταῦτα θὰ ἀποτελέσουν ἀντικείμενον ἄλλου ζητήματος. Ἀφοῦ ἐξετάσωμεν ὑφ’ ὅλας αὐτὰς τὰς ἐπόψεις τὰ τελευταῖα δύο διατάγματα, δυνάμεθα ἐν συμπεράσματι νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἐξαιρετικὴ κατάστασις εἰς τὴν ὁποίαν διέκειτο ἡ Κέρκυρα, ἡ ἐπικειμένη λύσις σπουδαίων καὶ σοβαρῶν ζητημάτων, εἰς ἃ ἐνδιεφέροντο ἅπασαι αἱ τάξεις τῆς κοινωνίας, καὶ ὄχι μόνος ὁ γεωργὸς, καὶ ἐπὶ τέλους ἡ προσεγγίζουσα συγκρότησις καὶ σύνοδος τῆς Βουλῆς, ἥτις ἐπὶ τετραετίαν διήρκει, ἀποδεικνύουσι τὸ ἔκρυθμον καὶ ἀνώμαλον τῶν περιστάσεων, ἐξελέγχουσι τὴν ἀναπόδραστον καὶ ἀκαταμάχητον ἀνάγκην, μαρτυροῦσι τὸ κατεπεῖγον καὶ ἑπομένως δικαιολογοῦσι τὴν ἔκδοσιν αὐτῶν· ἀλλὰ πρὶν ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, εἶναι καὶ ἀναγκαῖον καὶ ἀξιοπρεπὲς, δι’ ὅσα ὑπέβαλον, νὰ προηγηθῇ ἡ ἐξέτασις καὶ συζήτησις ἑκάστου Διατάγματος, διὸ, ἐνῷ ὑποστηρίζω τὴν παραδοχὴν τῆς τετάρτης παραγράφου τῆς ἀπαντήσεως τῆς μειονότητος τῆς ἐπιτροπῆς, ἐχούσης ὡς ἕπεται «τὸ καθῆκον, Βασιλεῦ, ὅπερ μᾶς ἐπιβάλλεται, νὰ ἐξελέγξωμεν κυβερνητικὰς πράξεις, αἵτινες, κατὰ τὸ Σύνταγμα, ἀνήκουν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, θέλομεν ἐκτελέσει μετὰ τοῦ προσήκοντος πρὸς τὸν θεμελιώδη νόμον σεβασμοῦ·» συνιστῶ τὴν ἑπομένην προσθήκην, «καὶ ἀποβλέποντες εἰς τὰς περιστάσεις εἰς ἃς κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην εὑρέθη ἡ Κυβέρνησις.»
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διατυπώσατε ἐγγράφως τὴν πρότασίν σας καὶ τὴν ὑποβάλετε.
§82ΤΙΝΕΣ. Αὔριον, κ. Πρόεδρε.
§83Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἂν μοὶ ἐπιτρέπετε, Κύριε Πρόεδρε, νὰ δώσω ὀλίγας διασαφήσεις.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε.
§85ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος προαγορεύσας ἀνέφερε τὴν συνθήκην τῆς 17 (29) Μαρτίου, καὶ τὰς περὶ αὐτῆς διαπραγματεύσεις, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι κακῶς ἐνόησεν ὅσα ἀνέγνωσεν, ἢ μᾶλλον δὲν τὰ ἀνέγνωσε, διότι δυσκολεύομαι νὰ πιστεύσω, ὅτι ἄνθρωπος τοσαύτης ἱκανότητος καὶ πείρας περὶ τὴν ἑρμηνείαν τῶν ἐγγράφων, ἐδύνατό ποτε νὰ τὰ παρερμηνεύσῃ ὅπως τὰ παρερμήνευσεν. Ἀλλὰ πρὶν εἰπῶ τὰς ὀλίγας λέξεις, τὰς ὁποίας νομίζω ἀναγκαίας εἰς ἀπάντησιν τῶν παρερμηνεύσεων τούτων, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἐπεδοκίμασα ἐγὼ τὴν πρόθεσιν τοῦ Κ. Παδοβᾶ, ἀποκρούσαντος τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου συναδέλφου μου Κ. Δεληγεώργη, ὅτι τουτέστιν ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς κακῶς ἔπραξε μὴ ὠφεληθεὶς ἐκ τῶν γνώσεων, τὰς ὁποίας ἡ θέσις αὐτοῦ τῷ παρεῖχεν, ἵνα παρακινήσῃ τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἀσπασθῇ πολιτικὴν, ὁποίαν αἱ ξέναι δυνάμεις, κατὰ τὸν Κ. Δεληγεώργην, ὑπηγόρευσαν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Ἐγὼ, Κύριοι, ἔχω τὴν πεποίθησιν, ὅτι αἱ ξέναι δυνάμεις οὐδεμίαν πολιτικὴν ὡς πρὸς ἐσωτερικὴν διοίκησιν τῆς Ἑλλάδος ὑπηγόρευσαν εἰς αὐτὴν· καὶ ἂν αἱ ξέναι δυνάμεις ἀνεγνώρισαν τὰ κατὰ τὴν 10 Ὀκτωβρίου καὶ μετ’ αὐτὴν γενόμενα, δὲν ἐξέσχισαν τὴν συνθήκην τοῦ 1832, τὴν ἐξέσχισαν διότι σέβονται τὴν ἀπόλυτον κυριαρχίαν τῆς Ἑλλάδος. Ὥστε, Κύριοι, ἂν καὶ πρόκειται περὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, περὶ τρόπου διοικήσεως, πρὸς τὸν ὁποῖον ἔχω σύνδεσμον πατροπαράδοτον, λέγω, ὅτι μήτε συνταγματικὸν πολίτευμα θέλω νὰ ὑπάρχῃ ἐξ ἐπιβολῆς ξένης δυνάμεως. Λέγω λοιπὸν, ὅτι μετ’ εὐχαριστήσεως ἤκουσα τὸν Κ. Παδοβᾶν ἀρχόμενον τοῦ λόγου του, διότι ἐπεθύμουν ν’ ἀποκρουσθῇ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἡ ἀρχὴ τὴν ὁποίαν ἀνέφερα. Μάλιστα ὡς πρὸς τὴν πρώτην ἰδέαν τοῦ Κ. Παδοβᾶ, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἡ συνθήκη ἡ ὑπογραφεῖσα μετὰ τῶν ξένων δυνάμεων δὲν εἶναι ἡ συνθήκη, συνεπείᾳ τῆς ὁποίας εἶναι ἡνωμένη ἡ Ἑπτάνησος μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τὴν ἰδέαν ταύτην τὴν ἠσπάσθην, διότι καὶ ἐγὼ φρονῶ, ὅπως ὁ Κ. Παδοβᾶς, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος εἶναι ἡνωμένη μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἐκ τῆς ἀμοιβαίας θελήσεως τῶν δύω λαῶν, ἢ μᾶλλον τοῦ ἑνὸς λαοῦ· εἶναι συνδεδεμένη ἐπισήμως διὰ τοῦ ψηφίσματος καὶ πρὸ τοῦ ψηφίσματος, διότι εἶναι εἷς καὶ ὁ αὐτὸς λαὸς, καὶ ὡς ἐκ τούτου εἶδον μὲ λύπην μου εἴς τι σχέδιον ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον, εἰς τὸ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, εἶδον ἀναφερομένην τὴν συνθήκην, διότι ἐπιθυμῶ ἡ συνθήκη αὕτη οὐδέποτε νὰ μνημονεύηται ὡς πρὸς τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος μὲ τὴν Ἑπτάνησον. Τὰς σχέσεις ταύτας τὰς κανονίζει τὸ ψήφισμα καὶ ἡ ἀμοιβαία θέλησις τῶν ἀντιπροσώπων καὶ τῶν λαῶν. Ὡς πρὸς τὰς ξένας δυνάμεις εἴμεθα δεσμευμένοι διὰ τῆς συνθήκης, καὶ ὁπόταν προσκρούσωμεν, τότε ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἂς φροντίσῃ νὰ μᾶς ἐπαναφέρῃ εἰς τὴν εὐθεῖαν ὁδόν. Ἀλλ’ ἡμεῖς οὐδέποτε εἰς τὰς σχέσεις τῆς Ἑλλάδος καὶ Ἑπτανήσου πρέπει νὰ ἐπικαλώμεθα τὴν συνθήκην. Ἀλλ’ ἀφοῦ εἶπε ταῦτα ὁ Κ. Παδοβᾶς, καλῶς προοιμιασάμενος, κατόπιν προσβάλλει τὰς τρεῖς μεγάλας δυνάμεις, τὰς ὁποίας ἡμεῖς συνηθίσαμεν ἀπὸ 40 καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν νὰ θεωρῶμεν εὐεργέτιδας. Ἐνῷ ἡμεῖς συνηθίσαμεν νὰ νομίζωμεν, ὅτι ἡ εὐτυχὴς ἔκβασις τοῦ μεγάλου ἡμῶν ἀγῶνος ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος εἰς τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν, ἐνῷ ἡμεῖς συνηθίσαμεν νὰ πιστεύωμεν, ὅτι αἱ δυνάμεις αὗται μᾶς ὠφέλησαν διὰ δανείων, τὰ ὁποῖα ἐγγυήθησαν καὶ διὰ τὰ ὁποῖα πληρώνουν ἔτι καὶ νῦν ἁδρὰ χρηματικὰ ποσὰ ἐτησίως, ἐνῷ ἡμεῖς συνηθίσαμεν νὰ θεωρῶμεν ταῦτα καὶ τὴν ἐπ’ ἐσχάτων ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου ὡς ἀποδείξεις τῶν εὐεργετικῶν διαθέσεων τῶν δυνάμεων τούτων πρὸς τὴν Ἑλλάδα, δὲν ἠδυνάμεθα ἢ νὰ ἀπορήσωμεν, ἤθελον εἰπῆ, ν’ ἀγανακτήσωμεν ἐπὶ τοῖς λόγοις τοῦ προαγορεύσαντος. Κύριοι, ὁμιλῶ πρὸς Βουλὴν Ἑλληνικήν· νομίζω λοιπὸν, ὅτι θὰ ἦτο περιττὸν νὰ ἀνασκευάσω τοιούτους λόγους· οἱ τοιοῦτοι λόγοι πρὸς ἀνασκευὴν οὐδενὸς ἄλλου χρῄζουσιν ἢ τῆς ἀναγνώσεως τῆς ἱστορίας τῆς Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως. Ἂς ἀναγνώσῃ λοιπὸν ὁ Κ. Παδοβᾶς τὴν ἱστορίαν αὐτὴν, εἰς τὴν ὁποίαν τὸν παραπέμπω μὲ τὴν ὁδηγίαν νὰ τὴν ἀναγνώσῃ καὶ νὰ τὴν ἐννοήσῃ καλλίτερον παρ’ ὅ,τι ἀνέγνωσε καὶ ἐνόησε τὴν ἱστορίαν τῶν περὶ Ἑπτανήσου διαπραγματεύσεων.
§86ΠΑΔΟΒΑΣ. Πρέπει λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν ἐκ νέου.
§87ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τῳόντι, Κύριοι, ζητῶ συγγνώμην, ὅτι ἐνῷ ἐζήτησα νὰ ὁμιλήσω μόνον περὶ τοῦ μέρους ἐκείνου τῆς ἀγορεύσεως τοῦ Κ. Παδοβᾶ, τὸ ὁποῖον μέχρι τινὸς ἀφορᾷ καὶ ἐμὲ προσωπικῶς, παρεξετράπην ἴσως καὶ εἶπα καὶ ἄλλα τινὰ, τὰ ὁποῖα ὅμως δὲν ἦσαν ἐπιβλαβῆ. Ὁ Κ. Παδοβᾶς ἀνέφερε τὰς διαπραγματεύσεις ἐν τῇ ῥύμῃ τοῦ λόγου του διὰ νὰ ἀποδείξῃ ὅτι αἱ τρεῖς δυνάμεις εἰς ὅσα περὶ Ἑλλάδος εἰργάσθησαν ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τῆς ἐπαναστάσεως σκοπὸν προέθεντο τὴν κατὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπιβουλὴν καὶ ἀναφέρων αὐτὰς τὰς διαπραγματεύσεις, λέγει πρῶτον, ὅτι ὑπεγράφη συνθήκη ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς Ἑλλάδος. Δὲν ἔρχομαι ἐγὼ νὰ ὑπερασπίσω τὴν πρᾶξιν ταύτην, ἀλλ’ ἐπεθύμουν ὁ Κ. Παδοβᾶς νὰ ἀπέβλεπε καὶ εἰς τὰς προτέρας διαπραγματεύσεις. Πρὶν ὑπογραφῇ ἡ συνθήκη τῆς 2|14 Νοεμβρίου δὲν ὑπῆρχον ἄλλαι διαπραγματεύσεις, συνεπείᾳ τῶν ὁποίων ἡ Ἀγγλία ἀπεφάσισε νὰ παραιτηθῇ τῆς προστασίας. Καὶ ἡ πρᾶξις ἐκείνη τῆς Ἀγγλίας ἐν τῇ πατριωτικῇ καρδίᾳ τοῦ Κυρίου Παδοβᾶ δὲν εὗρεν οὐδεμίαν ἠχώ.
§88ΠΑΔΟΒΑΣ. Δι’ αὐτὸ μάλιστα....
§89ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Λοιπὸν ἰδοὺ ὁ Κ. Παδοβᾶς ὁμολογῶν ὅτι ὑπάρχει καὶ μία πρᾶξις διὰ τὴν ὁποίαν ὀφείλεται εὐγνωμοσύνη πρὸς τὴν Ἀγγλίαν· ἀλλὰ τώρα ἐλπίζω, ὅτι μετὰ τὰς ἐξηγήσεις τὰς ὁποίας θὰ τῷ δώσω θὰ παραδεχθῇ, ὅτι ὑπάρχει καὶ δευτέρα, διότι ἀφοῦ ὑπεγράφη ἡ συνθήκη τῆς 2|14 Νοεμβρίου, συνθήκη περιβεβλημένη δι’ ὅλων τῶν τύπων τῆς ἐπισημότητος, ἡ Ἀγγλία καὶ αἱ ἄλλαι δυνάμεις συγκατετέθησαν νὰ πράξωσί τι ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, τὸ ὁποῖον εἶναι πρωτοφανὲς ἐν τῇ ἱστορίᾳ τῆς διπλωματίας· συγκατετέθησαν πρὶν ἢ ξηρανθῇ ἡ μελάνη, διὰ τῆς ὁποίας οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν δυνάμεων ἔθεσαν τὰς ὑπογραφάς των εἰς τὴν συνθήκην, συγκατετέθησαν νὰ τὴν μεταβάλωσιν ἐπὶ σπουδαίων ὅρων. Ὁ Κ. Παδοβᾶς λέγει, ὅτι αἱ διαπραγματεύσεις δὲν εἶχον σχεδὸν σπουδαῖον χαρακτῆρα, καὶ εἰς ἀπόδειξιν ἔφερε δύο τινὰ συμβάντα· λαμβάνει ἀποσπάσματα ἐκ δύο ἐπιστολῶν μου διὰ νὰ παραστήσῃ ὅτι τίποτε δὲν ἐγένετο ἐκεῖ. Ἀλλ’ ἂς παραβάλῃ τὴν συνθήκην τῆς 17|29 Μαρτίου πρὸς τὴν συνθήκην τῆς 2|14 Νοεμβρίου καὶ θὰ ἰδῇ τὰς μεταβολάς. Δὲν ἐρωτᾷ πῶς ἐγένοντο αὗται αἱ μεταβολαί; ἐγένοντο αὐτομάτως, ἢ διότι αἱ παραστάσεις τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως εἰσηκούσθησαν παρὰ τῶν δυνάμεων; Καὶ ποῖαι εἶναι αἱ διαφοραί; Ὁ Κ. Παδοβᾶς πολὺν λόγον ἐποιήσατο περὶ τριῶν χιλιάδων λιρῶν· περὶ τούτου θὰ τῷ εἴπω ὀλίγα κατόπιν. Κατ’ ἐμὲ, τὸ σπουδαιότερον πάντων ἐν τῇ συνθήκῃ τῆς 2|14 Νοεμβρίου, ἐκεῖνο τῳόντι, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο νὰ καταστήσῃ, κατὰ τὸν Κύριον Παδοβᾶν, τὸ δῶρον ἄδωρον, ἦτο ὁ ὅρος τῆς οὐδετερότητος, διότι ἠδύνατο νὰ θεωρηθῇ ὡς ὅρος ἐπηρεάζων καὶ ἐλαττόνων τὴν πλήρη ἑνότητα τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Τί ἔγεινε, Κύριοι, ὁ ὅρος οὗτος; Ὁ ὅρος οὗτος τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι ἐξηλείφθη ὁλοτελῶς, οὐχὶ διότι περιωρίσθη ἡ οὐδετερότης εἰς τὴν Κέρκυραν καὶ τοὺς Παξοὺς, ἀλλ’ ὁ ὅρος ἔπαυσε νὰ ἔχῃ τὸν ἐπαχθῆ του χαρακτῆρα ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης, καθ’ ἣν αἱ δυνάμεις παρεδέχθησαν, ὅτι ἡ οὐδετερότης δὲν θὰ εἶχε πλέον συνεπείας ὡς πρὸς τὴν ἐξουσίαν τοῦ βασιλέως τῆς Ἑλλάδος ἐπὶ τῶν Ἰονίων νήσων. Ἐνῷ ἐν τῇ συνθήκῃ τῆς 2|14 9βρίου ἐλέγετο, ὅτι συνεπείᾳ τῶν ὅρων τῆς οὐδετερότητος ὁ Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι ἐλεύθερος νὰ στέλλῃ ὅσον θέλῃ στρατὸν εἰς τὰς Ἰονίους νήσους, δὲν ἔχει ἑπομένως πλήρη ἐπ’ αὐτῶν κυριαρχίαν, τὸν ὅρον τοῦτον αἱ δυνάμεις συνῄνεσαν ὄχι μόνον νὰ ἀπαλείψωσιν ἐκ τῆς συνθήκης, ἀλλὰ διὰ πράξεως διεθνοῦς, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβον μέρος καὶ αὗται αἱ δύω δυνάμεις, Πρωσσία καὶ Αὐστρία, αἵτινες δὲν ἀνεγνώριζον τότε τὴν Ἑλλάδα, διὰ πράξεως διεθνοῦς κατήργησαν τὸν ὅρον αὐτὸν καὶ ἔμεινεν ἡ οὐδετερότης ὁποία ὑπάρχει ἐν τῷ Βελγίῳ, τοὐτέστιν οὐδετερότης μόνον ἀπέναντι τῶν ξένων Δυνάμεων. Διὰ τοῦτο ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἠδυνήθη νὰ δεχθῇ τὸν περιορισμὸν τῆς οὐδετερότητος εἰς δύο μόνον νήσους· ἐὰν ἦτο ἄλλως, οὐδέποτε ἡ Κυβέρνησις, τῆς ὁποίας προέδρευεν ὁ Κ. Βούλγαρης, ἤθελε δεχθῆ αὐτὸν, καὶ τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι οὐδέποτε ἤθελον θέσει τὴν ὑπογραφήν μου εἰς τοιαύτην συνθήκην. Ὑπῆρχε καὶ ἄλλος ὅρος, ὁ τῆς κατεδαφίσεως τῶν φρουρίων. Τοῦτο ἐγένετο ἄνευ ἡμῶν· ἀλλ’ ἂν καὶ δὲν γίνεται μνεία τούτου ἐν τῇ συνθήκῃ, ἣν ἡμεῖς ὑπεγράψαμεν, δύναται ὁ Κ. Παδοβᾶς νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ πάλιν δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῶμεν τὰς Ἰονίους νήσους, καθὸ συνεπαγομένης τῆς ἑνώσεως τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ ὅρου τούτου· ἐγὼ ὡς πρὸς τοῦτο λέγω ὄχι. Ὄχι διότι δὲν ὑπεγράψαμεν τὴν κατεδάφισιν, διότι αὐτὸ θὰ ἦτο ὑπεκφυγὴ, θὰ ἦτο στρεψοδικία· ἀλλὰ διότι, ἐνῷ ὁ ὅρος τῆς οὐδετερότητος ἦτο ὅρος ἐπηρεάζων κατ’ ἀρχὴν τὴν πλήρη ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος, τὴν πλήρη κυριαρχίαν τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου, ὁ ὅρος περὶ τῶν φρουρίων δὲν προσέβαλεν οὐδεμίαν ἀρχὴν, ἀλλὰ μόνον τὰ αἰσθήματά μας. Δι’ αὐτὸ ἀντέστημεν ἐπὶ τοσοῦτον, διότι ἠσθανόμεθα τὴν καρδίαν ἡμῶν πληγονομένην, οὐχὶ ὅμως διότι ἡ κυριαρχία ἐν Ἑπτανήσῳ ἠλαττοῦτο. Θὰ ἠλαττοῦτο, ἐὰν ἐπεκράτει ἡ ἀρχὴ, ὅτι καταδαφιζομένων τῶν φρουρίων, δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ τ’ ἀνοικοδομήσωμεν· ἀλλ’ ἀφοῦ τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχομεν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐχάσαμεν εἶναι χρήματα, ἡ ἀξία τῶν τειχῶν καὶ τῶν κανονίων. Καὶ πάλιν παρατηρῶ ἐκ τοῦ ἐπιχειρήματος αὐτοῦ τοῦ Κ. Παδοβᾶ, ὅτι μεγάλην ἀξίαν ἀποδίδει εἰς τὰ χρήματα· λέγω εἰς τὸν Κύριον Παδοβᾶν, ὅταν ὁμιλῇ περὶ χρημάτων, ὅτι ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις, ὁ ἀντιπρόσωπός της, οὐδέποτε ἤθελεν ἀρνηθῆ νὰ ὑπογράψῃ τὴν συνθήκην δι’ οἱονδήποτε χρηματικὸν ποσόν. Δὲν ἔρχομαι νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ ποσὸν τῶν 3 χιλιάδων λιρῶν, ὅτι θὰ ἦτο μικροπρέπεια ν’ ἀρνηθῶμεν νὰ τὸ πληρώσωμεν εἰς μίαν δύναμιν, ἥτις δαπανᾷ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος 36 χιλιάδας λίρας κατ’ ἔτος, ὡς ἐκ τοῦ χρέους τῶν ἑξήκοντα ἑκατομμυρίων, τὰς ὁποίας δίδει εἰς τὸν οἶκον τοῦ Ῥοσχίλδου καὶ τὰς ὁποίας ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ δίδωμεν· διότι ἂν καὶ νομίζω ὅτι θὰ ἦτο ἀπρεπὲς πρὸς μίαν δύναμιν, τοσαύτας θυσίας ποιοῦσαν, νὰ ἀντιστῶμεν ἐπιμόνως περὶ 3 χιλιάδων λιρῶν, ἀντέστημεν ὅμως καὶ εἰς τὸν ὅρον τοῦτον, διότι ἐὰν ἠδυνάμεθα ὑπὲρ τοῦ πτωχοῦ ἑλληνικοῦ ταμείου νὰ οἰκονομήσωμεν καὶ τὸ ποσὸν τοῦτο, θὰ ἦτο εὐτυχές· ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν τὸ ἐπετύχομεν, ἐστὲ βέβαιοι ὅτι δὲν θὰ διαμαρτυρηθῶμεν. Πρέπει νὰ εἰσέλθω τώρα εἴς τινας λεπτομερείας τοῦ λόγου τοῦ κ. Παδοβᾶ. Εἶπεν, ὅτι ἡ συνθήκη παρεδόθη εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τῆς Ἑλλάδος παρὰ τοῦ ὑπογραμματέως.
§90ΠΑΔΟΒΑΣ. Παρὰ τοῦ τμηματάρχου, εἶπον.
§91ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μάλιστα, παρὰ τοῦ τμηματάρχου. Αὐτὸ λέγω ὅτι δὲν εἶναι ἀκριβές.
§92ΠΑΔΟΒΑΣ. Αὔριον τὰ λέγομεν.
§93ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Μεταξὺ τῶν ἐγγράφων, τὰ ὁποῖα κρατεῖ ὁ Κ. Παδοβᾶς καὶ τὰ ὁποῖα δὲν ἔχω ἀνὰ χεῖρας, ὑπάρχει καὶ ἓν ἔγγραφον, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγω, ὅτι κατὰ τὴν ἡμέραν ταύτην μετέβην εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργεῖον, διὰ νὰ μάθω διὰ ποῖον λόγον δὲν μὲ προσεκάλεσεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς, ἵνα μοὶ ἀνακοινώσῃ, καθ’ ἃ μοὶ ὑπεσχέθη, τὸ σχέδιον τῆς συνθήκης. Ὑπῆγα λοιπὸν εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργεῖον καὶ εὗρον τὸν ὑπογραμματέα, διότι ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς ἔλειπεν εἰς τὴν ἐξοχὴν, ὅστις μοὶ εἶπεν, ὅτι εἶχεν ἐντολὴν παρὰ τοῦ ὑπουργοῦ νὰ μοὶ εἴπῃ, ὅτι δὲν μὲ προσεκάλεσε, διότι τὸ σχέδιον δὲν ἦτο ἕτοιμον. Καὶ θὰ ἰδῆτε κατόπιν ἓν ἄλλο ἔγγραφον, ἐν τῷ ὁποίῳ λέγω, ὅτι ἤδη μετὰ πολλὰς ἄλλας διαπραγματεύσεις μετέβην εἰς τὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸν, ὅστις μοὶ ἔδωκε τοῦτο καὶ τοῦτο τὸ ἔγγραφον, καὶ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι καὶ τὸ σχέδιον· ἂν καὶ δὲν ἔχει κἀμμίαν σπουδαιότητα τοῦτο, ἀλλὰ λέγω ὅτι μοὶ ἐνεχειρίσθη ἰδίαις χερσὶν ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν. Ποῖον ἄλλο περιστατικὸν ἀναφέρει ὁ Κ. Παδοβᾶς; ὅτι μία μόνον ἐπίσημος συνέντευξις ἔλαβε χώραν, καὶ αὐτὴ εἰς τὸν οἶκον τοῦ πρέσβεως τῆς Ῥωσσίας, ἀσθενοῦντος. Πόσα ἐπισωρεύονται διὰ νὰ καταστήσωσι τὸ πρᾶγμα προσβλητικὸν διὰ τὴν Ἑλλάδα! Τί συνέβη, Κύριοι; Τὰς ἐπισήμους συνεντεύξεις ἀπεφεύγομεν ἡμεῖς ἀπὸ σκοποῦ, διότι εὑρόντες μίαν συνθήκην ὑπογεγραμμένην, εἴχομεν συμφέρον πρὶν γείνῃ ἡ ἐπίσημος συνέντευξις νὰ προετοιμάσωμεν τὰ πράγματα, νὰ δοθῶσιν ὁδηγίαι πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Δυνάμεων, διὰ νὰ ᾖναι εἰς θέσιν, καθ’ ἣν ἡμέραν συνέλθωμεν εἰς ἐπίσημον συνέντευξιν, νὰ παραδεχθῶσι τὰς ἰδικάς μας προτάσεις. Καὶ διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι ὁ Κ. Παδοβᾶς δὲν ἀνέγνωσε μετὰ προσοχῆς τὴν ἀλληλογραφίαν· διότι θὰ ἔβλεπεν, ὅτι πρὸ τῆς συνεντεύξεως ἐκείνης προηγήθησαν πάμπολλαι διαπραγματεύσεις, καὶ ὅτι εἰς τὴν συνέντευξιν ἐκείνην ὑπήγαμεν κατὰ πάντα προητοιμασμένοι καὶ ἁπλῶς διὰ νὰ περιβάλωμεν μὲ τύπον ἐπισημότητος ἐκεῖνο, περὶ τοῦ ὁποίου ὑπῆρχε πλήρης συνεννόησις. Ὅτι συνήλθομεν εἰς τοῦ πρέσβεως τῆς Ῥωσσίας, τοῦτο δὲν ἀφορᾷ ἡμᾶς· ὁ πρέσβυς τῆς Ῥωσσίας ἠσθένει· ἦτο ἰσότιμος τῶν ἄλλων πληρεξουσίων. Ὁ ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, ὅστις ἦτο ὁ πληρεξούσιος αὐτῆς εἰς αὐτὰς τὰς διαπραγματεύσεις, εἶχε τὸ δικαίωμα, κατὰ τὰ ἔθιμα, νὰ ἀπαιτήσῃ νὰ γείνῃ ἡ συνέντευξις εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐξωτερικῶν· ἀλλ’ ἐπειδὴ ἠσθένει ὁ πρέσβυς καὶ ἦτο ἐπιθυμητὸν νὰ μὴ γείνῃ ἀναβολὴ, εἴπομεν, ἂς ὑπάγωμεν εἰς τοῦ πρέσβεως διὰ νὰ μὴ τὸν ἀναγκάσωμεν νὰ ἐξέλθῃ, καὶ εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἔλαβε χώραν ἡ συνέντευξις μεθ’ ὅλης τῆς ἐπισημότητος· προέδρευεν ὁ ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας, καὶ δύνασθε νὰ εὑρῆτε τὴν περὶ αὐτῆς ἔκθεσιν ἐν τῷ ἀνὰ χεῖρας τοῦ Κ. Παδοβᾶ φυλλαδίῳ. Λοιπὸν, Κύριοι, βλέπετε, ὅτι καὶ τὰ πράγματα αὐτὰ καὶ τὰ ἔγγραφα κακῶς ἐνόησεν ὁ Κ. Παδοβᾶς, καὶ λυποῦμαι ὅτι δὲν μοὶ ἀπαντᾷ ἤδη ἀντὶ τῆς αὔριον, διότι ἤθελον τῷ ἀποδείξει τὸ ἀληθὲς τῶν λόγων μου δι’ αὐτῶν τῶν ἐγγράφων, ἃ κατέχει καὶ τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἔχω αὐτὴν τὴν στιγμὴν ἀνὰ χεῖρας.
§94ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἡ Ἑλληνικὴ κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀνοικοδομήσῃ τὰ φρούρια;
§95ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἔχει.
§96ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐγὼ θέλω φέρει πρότασιν ἵνα ἀνοικοδομηθῶσιν ἅπαντα.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νὰ φέρετε καὶ χρήματα.
§98ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιθυμεῖ ἡ Βουλὴ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συνεδρίασις; Εἶναι εἰσέτι νὰ ὁμιλήσωσι δεκαοκτώ.
§99ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις, ὥρα 4 καὶ ¼.