1865.07.17
2.759 στίχοι · 23.705 λέξεις · 98 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 26.
Τῆς 17 Ἰουλίου 1865.
(Σάββατον)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης ἐν ἀπαρτίᾳ τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τις ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Βουλευταὶ Κύριοι Σωτηρόπουλος καὶ Μπαλάνος ὑπέβαλον πρότασιν περὶ ἀναθεωρήσεως τῶν ἐκλογικῶν καταλόγων τοῦ Κράτους· θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ὑπεβλήθη μία ἀναφορά. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσίς της (διακόπτεται).
§4ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑπάρχει ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῶν ἀναφορῶν καὶ ἐκεῖ νὰ παραπεμφθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι καλὸν τοῦτο, διότι, ἂν ἀρχίσωμεν ν’ ἀναγινώσκωμεν ἀναφορὰς, θὰ καταναλίσκωμεν τὸν καιρόν μας.
§6ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Κ. πρόεδρος καλὸν εἶναι νὰ ἀναγγέλλῃ ἁπλῶς τὸ περιεχόμενον καὶ ὄχι νὰ ἀναγινώσκωνται ἐνταῦθα αἱ ἀναφοραί.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταύτην τὴν στιγμὴν τὴν ἔλαβον, μεθαύριον θὰ σᾶς ἀναγγείλω τὸ περιεχόμενον. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς χθεσινῆς συζητήσεως.
§8ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἔχω μίαν ἐπερώτησιν νὰ κάμω.
§9ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν δύναται νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις.
§10ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ (ὑπουργ. ναυτικῶν). Ἀφοῦ ἡ Βουλὴ ἐπελήφθη τῆς ἀπαντήσεως, δὲν δύναται νὰ διακοπῇ ἡ συζήτησις.
§11ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὡς ὑπουργὸς ἐπὶ ὑπουργικῶν μόνον πράξεων δύνασθε νὰ ὁμιλῆτε.
§12ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὡς ὑπουργὸς ὁμιλῶ.
§13ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παραβιάζετε τὸ δικαίωμα τῶν βουλευτῶν.
§14ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁμιλῶ ὡς ὑπουργός· ἐπειδὴ ἠρχίσαμεν τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν λόγον τῆς Α. Μεγαλειότητος, ἠθέλαμεν λείψει εἰς ἐκείνην τὴν εὐλάβειαν καὶ ἁβροφροσύνην, τὴν ὁποίαν χρεωστοῦμεν εἰς τὸν Βασιλέα, ἂν διακόψωμεν τὴν συζήτησιν· ὡς ὑπουργὸς φρονῶ, ὅτι ἔχω δικαίωμα νὰ φρουρήσω τὰ δικαιώματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα μοὶ παρέχει.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αἱ ἐπερωτήσεις πάντοτε προηγοῦνται. Δὲν θέλω ὅμως ἐπιτρέψει συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐπερωτήσεως.
§16ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀναντίῤῥητον εἶναι, κατὰ τὴν νομοθεσίαν μας καὶ κατὰ τὴν νομοθεσίαν ὅλων τῶν ἐθνῶν, ὅτι ἀφοῦ ἕνας νόμος ψηφισθῇ παρὰ τῆς Βουλῆς ἢ παρὰ τῶν ἁρμοδίων νομοθετικῶν σωμάτων καὶ κυρωθῇ παρὰ τοῦ Βασιλέως καὶ δημοσιευθῇ, εἶναι ὑποχρεωτικός. Πᾶσα ἄλλη πρᾶξις ἀντιβαίνουσα εἰς αὐτὸν εἶναι παράνομος, διότι αὐτὸς ὁ ἴδιος νόμος λέγει ἐν τέλει, ὅτι πᾶσα ἄλλη διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον ἀκυροῦται. Ἐνθυμεῖσθε πόσον κατεπεῖγον ἐθεωρήθη καὶ ἐδόθη προθεσμία 15 μόνον ἡμερῶν νὰ τελειώσωμεν μερικὰ μόνον ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἀκόμη ὑπολειπόμενα καὶ δύο νόμους, τὸν βουλευτικὸν καὶ τὸν δημοτικόν· οἱ νόμοι οὗτοι σχετίζονται καθ’ ὅλα σχεδὸν τὰ μέρη των.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπερώτησίς σας πρέπει νὰ περιορισθῇ εἰ τοῦτο· ἔγεινε τοῦτο ἢ ὄχι;
§18ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κατηγορῶ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐσωτερικῶν ὅτι ἐνήργησεν ἐναντίον τοῦ νόμου· ἔπαυσε δήμαρχον καὶ ἀντὶ νὰ ἐκλέξῃ ἄλλον ὁ λαὸς, ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει, διώρισεν αὐτὸς αὐθαιρέτως. Ὁμιλῶ περὶ τοῦ δημάρχου Λαυρίου.
§19ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Θέλω δώσει ἀπάντησιν ἅμα τελειώσῃ ἡ συζήτησις τῆς ἀπαντήσεως εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον.
§20ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Σχετίζεται μὲ τὴν ἀπάντησιν. Ἐπειδὴ λέγετε, ὅτι ὑπῆρχον ἀνάγκαι πρὸς ἔκδοσιν Βασιλικῶν διαταγμάτων ἅτινα ἐκδόσατε, καθόσον δὲν ὑπῆρχε Βουλή, τώρα καὶ εἰς τοῦτο δὲν ὑπάρχει Βουλή;
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις.
§22ΒΡΑΪΛΑΣ (ὑπουρ. ἐξωτερικῶν). Διατάξατε νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι χθὲς κατὰ τὴν ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Μεσολογγίου δὲν ἔτυχον νὰ ἦμαι παρὼν καὶ ἑπομένως δὲν ἠδυνήθην νὰ λάβω ἀκριβῶς γνῶσιν τῶν ὅσων εἶπε περὶ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν. Ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀναγνώσω τὰ στενογραφήματα τῆς Βουλῆς καὶ ν’ ἀπαντήσω κατὰ πρώτην εὐκαιρίαν.
§23ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. (Ὑπουρ. Ἐκκλησιαστικῶν.) Ἐτήρησα ὅσον ἠδυνήθην ἀκριβεῖς σημειώσεις εἰς τὸν λόγον τοῦ κυρίου Δεληγεώργη, καὶ ἑπομένως ὅπως δήποτε καὶ ἂν ἐσημειώθη εἰς τὰ πρακτικὰ ὁ λόγος του, ἐγὼ ἐπικαλούμενος τὴν χθεσινὴν ἀνάμνησίν σας, θέλω ἀπαντήσει εἰς ὅσα εἶπε. Λαμβάνω δὲ τὸν λόγον ἵνα καὶ ὡς ὑπουργὸς, καὶ ἔτι μᾶλλον ὡς βουλευτὴς εὐχαριστήσω τὸν κύριον Δεληγεώργην, διότι ἐκαθάρισε τὸ ζήτημα, διότι μὲ ὅλην τὴν εἰλικρίνειαν καὶ παῤῥησίαν μᾶς εἶπε περὶ τίνος ζητοῦμεν, περὶ τίνος πρόκειται ἡ Βουλὴ νὰ ψηφίσῃ. Δὲν πρόκειται περὶ φόβου καταστροφῆς τοῦ Συντάγματος, δὲν πρόκειται περὶ τεκταινομένων σχεδίων, περὶ κινδύνων τῆς πατρίδος, ὡς μᾶς ἔλεγον· πρόκειται μόνον καὶ μόνον περὶ καθαρωτάτου προσωπικοῦ ζητήματος. Εἶπε σαφῶς καὶ καθαρῶς ὁ Κ. Δεληγεώργης· ἂν μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως ἡ Α. Μεγαλειότης ἤθελε λάβει ἑπτὰ ἔστω καὶ ἀπὸ τὸν δρόμον, ἵνα σχηματίσωσιν ὑπουργεῖον, ἡ ἀπάντησις πρὸς τὸν βασιλικὸν λόγον, — τὸ ἐσημείωσα νωπὰ νωπὰ, — δὲν ἤθελεν ἀπαντήσει τοιαύτην ἀντίστασιν, διότι ἕκαστος τότε ἤθελε θυσιάσει ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος τὸν τύπον. Δὲν πρόκειται λοιπὸν, Κύριοι, περὶ κινδύνων τοῦ πολιτεύματος, ἢ περὶ κινδύνων τῆς πατρίδος, πρόκειται περὶ 7 ἀτόμων, τὰ ὁποῖα σήμερον κατέχουσι τὸ ὑπουργεῖον. Εὐγνωμονῶ, καὶ ἐν εἰλικρινείᾳ ὁμιλῶ, οὐχὶ μετ’ εἰρωνείας, πρὸς τὸν κύριον Δεληγεώργην, διότι κατὰ τὴν διάστασιν, ἣν ἤρχισε νὰ λαμβάνῃ ἡ συζήτησις, πολὺ εὔκολον ἦτο οἱ ἁπλοϊκώτεροι, οἱ ὁποῖοι δυσκόλως εἰσδύουσιν εἰς τὰ κρυπτόμενα, νὰ πεισθῶσιν, ὅτι κἄτι τι μέγα τεκταίνεται, τὸ ὁποῖον προσπαθοῦν τινες νὰ προλάβουν. Καθαρῶς προσωπικὸν ζήτημα καὶ τίποτε περισσότερον· καὶ ἀφοῦ ἅπαξ ἡ ἐξομολόγησις αὕτη ἐγένετο, καὶ ἀφοῦ τὸ ζήτημα τοῦτο οὕτως ἐτέθη, μὰ τὸ ναὶ, ἴσως ἤθελεν εἶναι καλλίτερον νὰ καταβῇ τις ἀμέσως ἀπὸ τοῦ βήματος, νὰ μὴ προβῇ περαιτέρω εἰς συζήτησιν καὶ νὰ εἴπῃ, κύριοι, ἀποφανθῆτε ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ τούτου ζητήματος· δὲν πρόκειται περὶ Συντάγματος καὶ ἐλευθεριῶν, ἀλλὰ περὶ τῶν 7 ὑπουργῶν. Πλὴν θέλω σᾶς ἀπασχολήσει ἐπ’ ὀλίγον, ἵνα σᾶς δείξω πόσον καὶ αὗται αἱ εὐφυΐαι, καὶ αὗται αἱ πλέον ὀξυδερκεῖς διάνοιαι περιπλέκονται, ὅταν θέλῃ τις νὰ ἀκολουθῇ τὴν πολιτικὴν τῶν προσωπικοτήτων, τὴν πολιτικὴν τῶν δρόμων.
§24Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὴν πολιτικὴν τῶν τριόδων.
§25ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Οὕτως εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὄχι τῶν τριόδων. Καὶ ἂν σύμβουλος τοῦ Βασιλέως ὁ Κ. Δεληγεώργης ὑπῆρχε, ἤθελε τῷ συμβουλεύσει τὴν πολιτικὴν τῶν προσωπικοτήτων, τὴν πολιτικὴν τῶν δρόμων. Ἐπετέθη λάβρος κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν, διότι, λέγει, ὡς ἐκ τοῦ καθήκοντός του ὤφειλε νὰ γινώσκῃ ὁ ὑπουργὸς τί ἐξωτερικῶς, τί οἱ ξένοι σκέπτονται περὶ ἡμῶν. Ὤφειλε, λέγει, νὰ συμβουλεύῃ τὸν Βασιλέα τὴν ἐξωτερικὴν ταύτην πολιτικὴν, ὤφειλε νὰ συμβουλεύῃ τὸν Βασιλέα, ὅτι ἔπρεπεν εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἑλλάδος νὰ ἀκολουθῇ τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν ξένων, ἔγκλημα δὲ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ ἑπομένως καὶ τοῦ ἐπιλοίπου ὑπουργείου, ὅτι ἀκολουθεῖ πολιτικὴν ἑλληνικὴν, τὴν πολιτικὴν τῆς Ἑλλάδος καὶ ὄχι τῶν ξένων. Δύναται νὰ ᾖναι ὀρθὸς ὁ συλλογισμὸς τοῦ Κ. Δεληγεώργη· ἀλλὰ σᾶς ὁμολογῶ καὶ σᾶς τὸ κηρύττω μεθ’ ὅλης τῆς παῤῥησίας, ὅτι, ἂν σήμερον ἡ Βουλὴ θελήσῃ νὰ μᾶς εἴπῃ, τοὐλάχιστον εἰς ἐμὲ, ὀφείλετε νὰ ἀκολουθῆτε εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς Ἑλλάδος τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν ξένων, τὴν αὐτὴν ταύτην στιγμὴν ἠθέλομεν σᾶς καταθέσει τὸ χαρτοφυλάκιον. Μικροὶ καὶ ἀδύνατοι, ἀλλ’ ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ῥυθμίσωμεν τὰ ἐσωτερικά μας. Μικροὶ καὶ ἀδύνατοι, καὶ ἴσως ἐνίοτε ἰσχυροὶ, ἤθελον καταχρασθῇ τῆς ἀδυναμίας μας. Ἀλλὰ περισσότερον ἡ κατάχρησις ἤθελε προχωρήσει, ὁπόταν μᾶς ἔβλεπαν, ὅτι δὲν ἔχομεν τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίξωμεν τὰς ἰδέας μας, τὴν γνώμην μας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἁρμόζει πρὸς τὸν τόπον μας, εἰς τὸ ὁποῖον κανεὶς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀναμιχθῇ· Ἔγκλημα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου, ὅτι δὲν ἠκολούθησε τὰς ὑπαγορεύσεις τῶν ξένων, οἱ ὁποῖοι ἐξέσχισαν τὰς συνθήκας, διατί; διὰ νὰ καθιερώσωσι τὸν συνταγματισμὸν ἐν Ἑλλάδι. Ἔγκλημα τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν καὶ τοῦ ὑπουργείου, διότι ἠκολούθησε τὴν ἐσωτερικὴν τῆς Ἑλλάδος πολιτικὴν, ἡ ὁποία εἶναι, τί εἶναι; δὲν τὴν ὠνόμασεν ὁ Κ. Δεληγεώργης ῥητῶς· τὴν ζωγραφίζει μόνον, τὴν ζωγραφίζει μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα, ὡς πολιτικὴν ἡ ὁποία τείνει νὰ καταστρέψῃ τὸ ἔθνος, τὸ Σύνταγμα, τὰ πάντα· καὶ ἐν τῇ οἰστρηλατήσει του ταύτῃ, ἐνθυμήθη τὸν Ὄθωνα καὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐξήνεγκεν ὅτι ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος καλλιτέρα ἦτο ἡ κατάστασις τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὸ Σύνταγμα καλλίτερον ἐφηρμόζετο, ὅτι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης μία μόνη παραβίασις συνταγματικὴ ἔλαβε χώραν. Ἂν ὁ Ὄθων φροντίζῃ νὰ λαμβάνῃ πληροφορίας περὶ τῶν ἐν Ἑλλάδι καὶ ἰδίως περὶ τῶν ἐν τῇ Βουλῇ ταύτῃ συμβαινόντων, ἢ ἐὰν ἄλλοι φροντίζουν νὰ τῷ στέλλουν, βεβαίως ὁ Ὄθων θέλει λάβει τὴν μεγαλειτέραν εὐχαρίστησιν, τὴν ὁποίαν ποτὲ ἔλαβεν ἐπὶ ζωῆς του, μανθάνων, ὅτι αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ ἀξιότιμος Κ. Δεληγεώργης, ὁ ὁποῖος ἔγραψεν ἐπὶ τοῦ τυμπάνου τὸ ψήφισμα τῆς ἐξώσεως τοῦ Ὄθωνος, αὐτὸς ἐκεῖνος ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὁ ὁποῖος ἐπὶ μακρὸν διάστημα καιροῦ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπεικόνιζε τὴν ἐποχὴν τοῦ Ὄθωνος ὡς τὴν πλέον καταχθόνιον, ὡς τὴν πλέον ἐθνοφθόρον, ὁ ὁποῖος ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπρότεινε ψήφισμα ἀφαιρέσεως τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τῶν ὑπουργῶν τοῦ Ὄθωνος, σήμερον κηρύττει ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ τούτου βήματος, ὅτι ἐπὶ τοῦ Ὄθωνος ἡ Ἑλλὰς συνταγματικῶς ἐδιοικεῖτο, καὶ ὅτι μία μόνη παράβασις ἔλαβε χώραν· ὅτι ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Ὄθωνος ἡ Ἑλλὰς εὑρίσκετο εἰς καλλιτέραν κατάστασιν ἢ τὴν σήμερον. Κατεσυντρίφθησαν αἱ ἐλπίδες μας, εἶπε χθὲς ὁ Κ. Δεληγεώργης· ποῖαι ἦσαν αἱ ἐλπίδες του; δὲν δύναμαι νὰ τὰς γνωρίζω. Ἡ συντριβὴ ὅμως τῶν ἐλπίδων τοῦ Κ. Δεληγεώργη διήγειρεν εἰς ἐμὲ μίαν ἐλπίδα, μίαν πεποίθησιν, ὅτι καθὼς δὲν παρῆλθε πολὺς καιρὸς ἀφότου ὁ Κ. Δεληγεώργης μὲ τοιαῦτα μελανὰ χρώματα τὴν ἐποχὴν τοῦ Ὄθωνος ἐζωγράφιζεν, ἑωσότου ἔλθῃ ἀπὸ τὸ ἴδιον βῆμα καὶ νὰ τὸν ἐπαινέσῃ, οὕτω δὲν θὰ παρέλθῃ πολὺς χρόνος ἀπὸ σήμερον, ὅτε μὲ τὰ μελανώτερα χρώματα τὴν σημερινὴν πολιτικὴν κατακρίνει, καὶ θὰ ἔλθῃ ἐδῶ νὰ ἀναγνωρίσῃ τὸ σφάλμα του, καὶ νὰ εἴπῃ· ἡμάρτησα δι’ ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐχθὲς ἐξέφρασα. Ἡ πεποίθησίς μου αὕτη βασίζεται εἰς τὸ παρὸν, τὸ ὁποῖον εἶναι συνέχεια τοῦ παρελθόντος καὶ ὁ πατὴρ τοῦ μέλλοντος. Δὲν ἔστειλεν, εἶπεν ὁ Κ. Δεληγιώργης, διάγγελμα ἐξευτελιστικὸν πρὸς τὴν Συνέλευσιν τοῦ 1843 ὁ Ὄθων, ὡς τὸ διάγγελμα, τὸ ὁποῖον τὸ τότε ὑπουργεῖον τοῦ 1864 ἔστειλε, καὶ τὸ ὁποῖον ὁ Κύριος Δεληγιώργης κατέγεινε χθὲς νὰ κατακρίνῃ, Ἀλλὰ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ τῷ παρατηρήσω, καὶ ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τοῦτο εἶναι de la moutarde aprés le dînée. Σήμερον νὰ ἐξετάσωμεν καὶ συζητήσωμεν τὸ διάγγελμα, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν Συνέλευσιν τότε διεβιβάσθη; καὶ διὰ τί δὲν τὸ ἐξετάζατε τότε; Ἦλθε τὸ διάγγελμα εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἡ μειονότης, ἡ ἀντιπολίτευσις, ἐρεθισμένη κατὰ τοῦ διαγγέλματος, ἠπείλει, ὅτι ἂν συζητήσωμεν ἐπ’ αὐτοῦ, γίνεται τὸ πᾶν ἄνω κάτω· προτείνει τὴν ἀναβολήν. Ἡ πλειονοψηφία τὴν ἀναβολὴν τὴν ἀποῤῥίπτει καὶ προκαλεῖ συζήτησιν· οὐδεὶς τότε ἔλαβε τὸν λόγον, καὶ σήμερον ἐν τούτοις ἀναφέρεται πάλιν τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο. Δὲν ἤθελε βεβαίως ἡ Βουλὴ μοὶ ἐπιτρέψει νὰ προχωρήσω εἰς συζήτησιν τοιαύτην καὶ ν’ ἀπασχολήσω τὰς πολυτίμους στιγμὰς της ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν ἔγραψα, καὶ ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἂν τυχὸν γείνῃ συζήτησις, ἄλλοι θέλουσι λάβει τὸν λόγον ὅπως δείξωσι καὶ τὰ αἴτια, ἀπὸ τὰ ὁποῖα ἐκινήθη, καὶ τὸ καλὸν, τὸ ὁποῖον ἐπέφερεν. Ἐπαναλαμβάνω ὅμως πρὸς τὸν Κ. Δεληγιώργην, ὅτι ὄχι τώρα ὅλως παρακαίρως, ἀλλὰ τότε ἔπρεπεν ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος νὰ ὁμιλήσῃ. Ἀκολουθῶν τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν ὁ Κ. Δεληγιώργης, ἐνόμισεν, ὅτι τὸν συνέλαβεν ἐπὶ τῆς ἐκφράσεως μειονότης, καὶ ἐπειδὴ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν ἀπαντῶν εἰς τὸν προλαλήσαντα, εἶπε, μὴ λέγετε, ὅτι ὄπισθεν τῆς μειονότητος ἵσταται τὸ ἔθνος· ἀλλὰ ναὶ μὲν ἡ ἱστορία μᾶς δεικνύει, ὅτι πολλάκις ὄπισθεν 4 ἢ 5 ἀτόμων κρύπτονται 4 ἢ 5 ἑκατομμύρια, ἀλλ’ ἡ ἱστορία μᾶς δεικνύει ἀκόμη, ὅτι καὶ 4 ἢ 5 ἄτομα κατώρθωσαν νὰ καταστρέψωσι κοινωνίας. Τὴν μειονότητα ἀφηρῃμένως ἠννόει ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν· ἀλλ’ ὁ Κ. Δεληγιώργης προητοιμασμένος, φαίνεται, νὰ ὁμιλήσῃ διὰ τὴν μειονότητα τῆς Συνελεύσεως, ἐνόμισεν, ὅτι καὶ τὴν μειονότητα ἐκείνην ὑπαινίττετο ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, καὶ διὰ τοῦτο ἐξεφώνησεν ὁ Κύριος Δεληγιώργης τὸ ἐγκώμιον τῆς μειονότητος ἐκείνης· περιεστράφη ὅμως οὐχὶ εἰς ἐγκώμιον, ἀλλ’ εἰς κατάκρισιν τῆς πλειονότητος τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι ἐν τῇ Συνελεύσει εὑρίσκοντο· ἐπέκρινε τοὺς Ἰονίους πληρεξουσίους, τοὺς εἶπεν, ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων δὲν ἦταν κατάλληλοι νὰ δικάσουν, νὰ ψηφίσουν. Τοῖς εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζουν τὰ παθήματα τῆς πρώην Ἑλλάδος, τοῖς εἶπε πράγματα, εἰς τὰ ὁποῖα ἐγὼ δὲν ἐννοῶ σήμερον νὰ τὸν ἀκολουθήσω, καθότι ἡ διαγωγὴ τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ δὲν θὰ δικασθῇ οὔτε ἀπὸ ἐμὲ οὔτε ἀπὸ τὸν Κ. Δεληγεώργην, ἀλλὰ ἀπὸ τὸ Ἔθνος, ἂν τυχὸν δὲν ἐδικάσθη. Παρατηρῶ ὅμως μόνον, ὅτι ἂν ἡ πλειονότης ἐκείνη τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων ἤθελεν ἀκολουθήσει τὴν μερίδα τοῦ Κ. Δεληγεώργη, σήμερον ὁ Κ. Δεληγεώργης ἤθελε πλέξει στεφάνους διὰ τοὺς πληρεξουσίους τῆς Ἑπτανήσου, ἤθελε τοὺς ζωγραφίσει ὡς τοὺς καλλιτέρους πατριώτας, ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἦλθαν καὶ ἔσωσαν τὸ ἔθνος· ἀλλὰ δυστυχῶς διὰ τὸν Κύριον Δεληγεώργην, εὐτυχῶς δι’ ἐμὲ, ἕνας μικρὸς μόνον ἀριθμὸς πληρεξουσίων Ἰονίων τὴν μερίδα τοῦ Κ. Δεληγεώργη ἠκολούθησε, καὶ ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ Κ. Δεληγεώργης νὰ εἴπω, ὅτι, ἀφοῦ ὁ Κ. Δεληγεώργης θέλει ἡ πολιτική του νὰ ᾖναι ἡ πολιτικὴ τῆς προσωπικότητος καὶ τῶν δρόμων, χαίρω, ὅτι εὑρέθη ὁ Κ. Δεληγεώργης εἰς θέσιν νὰ κατακρίνῃ καὶ νὰ μὴ ἐπαινέσῃ τὴν πλειονότητα τῶν ἐν τῇ συνελεύσει Ἰονίων πληρεξουσίων. Ἔνοχον τὸ ὑπουργεῖον! διότι χάριν τοῦ ἔρωτός του πρὸς τὰ χαρτοφυλάκια δὲν ἔδωκε τὴν παραίτησίν του μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως καὶ ἐπροτίμησε νὰ κρατήσῃ τὰ χαρτοφυλάκια, διαῤῥηγνῦον καὶ καταστρέφον τὸ Σύνταγμα διὰ τῶν Β. Διαταγμάτων. Ἐρχόμεθα εἰς κἄτι τι πρακτικόν· τὰ πρωτητερινὰ ἦσαν θεωρεῖαι καὶ συλλογισμοὶ σκοτισμένοι ἕνεκα τῆς πολιτικῆς, τῆς προσωπικότητος καὶ τῶν δρόμων. Ἂς ὑποθέσωμεν παραιτούμενον τὸ ὑπουργεῖον μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, καὶ νομίζω, ὅτι παρῃτήθη. Ἂς ὑποθέσωμεν τὸν Βασιλέα δεχόμενον τὴν παραίτησίν του καὶ προσκαλοῦντα ἄλλους, ἔστω τοὺς ἑπτὰ τῶν δρόμων, ἵνα ἀναδεχθῶσι τὴν Κυβέρνησιν. Ἤθελεν εἰμπορέσουν νὰ κυβερνήσουν ἐκεῖνοι χωρὶς ἔκδοσιν Β. Διαταγμάτων; καὶ ἂν τὰ Β. Διατάγματα ἐξεδόθησαν, καὶ ἂν ἐκ τούτου παράβασις τοῦ συντάγματος ἐγένετο, ποῖος ὁ ἔνοχος; διατὶ δὲν ἀναφέρομεν ἐν εἰλικρινείᾳ τὰ παρελθόντα; Ἀπεσκίρτησεν ἀπὸ τὴν αἴθουσαν ταύτην ἡ μειονότης τῆς Συνελεύσεως καὶ κατέστη ἀδύνατον εἰς τὴν πλειονότητα ν’ ἀπαρτίσῃ ἀπαρτίαν πρὸς συνεδρίασιν· προϋπολογισμὸς ἐστάθη ἀδύνατον νὰ ψηφισθῇ, φορολογικοὶ νόμοι δὲν ἐψηφίσθησαν· καὶ τί ἤθελον κάμει οἱ ἄνθρωποι οὗτοι οἱ ἑπτὰ τοῦ δρόμου; Μᾶς λέγετε, δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ φορολογήσῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς· καὶ ποῖος λέγει ὄχι; Δὲν εἶχε κανὲν δικαίωμα ἡ Κυβέρνησις νὰ πληρώσῃ μισθοὺς πρὶν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ προϋπολογισμοῦ· καὶ ποῖος λέγει ὄχι; Αὐτοὶ οἱ ἑπτὰ ἄνθρωποι τοῦ δρόμου, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἤθελον καταστήσει ὁμαλωτέραν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων, τί ἤθελον κάμει; νὰ μὴ πληρώσουν τοὺς ὑπαλλήλους; νὰ μὴ πληρώσουν τὸν στρατόν; νὰ κλείσουν τὰ δημόσια καταστήματα; νὰ φέρουν τὴν παραλυσίαν, τὴν ἀναρχίαν εἰς τὸ Κράτος; Τοῦτο ἤθελον κάμει οἱ ἑπτὰ ἄνθρωποι τοῦ δρόμου, διὰ νὰ φυλάξουν τὴν νομιμότητα καὶ συνταγματικότητα· τοῦτο ὅμως δὲν τὸ ἔκαμαν οἱ ἑπτὰ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι εἶχον τότε τὸ ὑπουργεῖον, διότι ἦσαν μέλη τῆς Συνελεύσεως, ἐγνώριζαν τοὺς στοχασμοὺς τῆς Συνελεύσεως καὶ ἑπομένως ἐστοχάσθησαν, ὅτι ἡ μειονότης τῆς Συνελεύσεως ἀποχωριζομένη, δὲν εἶχε σκοπὸν νὰ φέρῃ τὴν παραλυσίαν εἰς τὸ κράτος, νὰ ῥιφθοῦν οἱ ὑπάλληλοι εἰς τοὺς δρόμους, νὰ μὴ πληρωθῇ ὁ στρατός. Ἡ μειονότης, κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἀναλογιζομένη τὸ δύσκολον τῶν τότε περιστάσεων, καὶ ἐπειδὴ πολλάκις εἰπώθη, ὅτι ἡ μειονότης ἐκείνη ἤθελε νὰ παραλύσῃ τὴν Κυβέρνησιν, συναισθανομένη ἴσως ὅτι εἰς τὰς ἐκτάκτους ἐκείνας περιστάσεις ἔπρεπε ν’ ἀφήσῃ ὅλως διόλου ἐλευθέραν τὴν ἐνέργειαν τῆς κυβερνήσεως, εἶπεν, ἂς ἀποχωρήσωμεν ἵνα ἀφήσωμεν ὅλως ἐλευθέραν τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸ στοχάζομαι, ὅτι ἐσκέφθη ἡ μειονότης τότε· ἂν τοῦτο δὲν παραδέχεσθε, ἔρχεται ἡ ἄλλη ὑπόθεσις, ὅτι ἡ μειονότης ἤθελε νὰ φέρῃ τὴν γενικὴν παραλυσίαν· ἑπομένως εἶχε τὸ καθῆκον ἡ Κυβέρνησις νὰ λάβῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέτρα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ λάβῃ διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀναρχίαν, νὰ πληρωθῶσιν οἱ δημόσιοι ὑπάλληλοι, ὁ στρατὸς, διὰ νὰ μὴ κλείσουν τ’ ἀρχεῖα τοῦ Κράτους, διὰ νὰ εἰσπραχθῶσιν οἱ φόροι, διὰ νὰ μὴ πέσῃ τὸ κράτος εἰς τὴν ἀναρχίαν. Νομίζετε, Κύριοι! καὶ θέλετε σήμερον ἴσως νὰ τὸ ὑποστηρίξητε, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε κακὰ νὰ πληρώσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε κακὰ νὰ μὴ κλείσῃ τὰ ἀρχεῖα τοῦ Κράτους, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔκαμε κακὰ νὰ μὴ πληρώσῃ τὸν στρατόν; τὸ ἰατρικὸν εἶναι εὔκολον, φέρετε πρότασιν περὶ τούτου, καὶ ἂν ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς τὴν παραδεχθῇ, τότε ἡ σημερινὴ Κυβέρνησις δὲν ἔχει ἄλλο νὰ κάμῃ παρὰ νὰ εἴπῃ εὐθὺς εἰς τοὺς ὑπαλλήλους, κακὰ ἔκαμα καὶ σᾶς ἐπλήρωσα 6 ἢ 7 μῆνας, κατὰ τοὺς ὁποίους σᾶς ἐπλήρωσα ἀπὸ τὴν ἡμέραν τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως, καὶ κακὰ ἔκαμα, Κύριοι Στρατιῶται, καὶ σᾶς ἔδωκα τὸν μισθόν σας, οὕτως ἀπεφάσισεν ἡ Βουλή· μάθετε λοιπὸν ὅτι θέλομεν σᾶς κρατήσει ἀπὸ σήμερον μέχρι τῆς συμπληρώσεως τῆς περιόδου ταύτης ὅσους μισθοὺς παρανόμως ἐλάβατε. Εἶναι εὔκολος ἡ διόρθωσις. Δὲν θέλετε νὰ γίνῃ τοῦτο; τότε ἡ Κυβέρνησις ἔπρεπε νὰ κάμῃ ἐκεῖνο, διὰ τὸ ὁποῖον σήμερον τὴν κατηγορεῖτε. Περὶ τῶν φόρων μᾶς εἶπον χθὲς, ὅτι δὲν λέγουν ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ πορισθῶμεν τὰ μέσα πρὸς συντήρησιν, ἀλλ’ εἶπον ὅτι ἀντὶ νὰ εἰσπράξωμεν φόρους ἔπρεπε νὰ εἰσπράξωμεν τὰ καθυστερούμενα, τὰ ὁποῖα εἶπον ὅτι εἶναι ἀρκετὰ πολλά. Νομίζετε τοῦτο! φέρετε πρότασιν· ἂν παραδεχθῇ, θέλομεν εὐθὺς κάμει μίαν προκήρυξιν εἰς τὸν Λαὸν, δι’ ἧς θέλομεν τῷ εἴπει· κατὰ πρότασιν τοῦ Κυρίου δεῖνα καὶ δεῖνα, ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ἐπληρώσατε εἰς φόρους εἶναι παρανόμως πληρωμένα καὶ πρέπει νὰ τὰ λογαριάσωμεν εἰς τὰ καθυστερούμενα. Ἑπομένως ἑτοιμασθῆτε ἄλλην μίαν φορὰν τοὺς φόρους νὰ μᾶς πληρώσητε. Τὸ ἰατρικὸν εἶναι εὔκολον· διατὶ τόσαι φωναὶ διὰ τὴν δῆθεν καταπάτησιν τοῦ Συντάγματος, διὰ τὸν κίνδυνον τῆς πολιτείας! φέρετε πρότασιν καθαρὰν ἂν ἡ Βουλὴ τὴν παραδεχθῇ, ἡ Κυβέρνησις θὰ τὴν ἐκτελέσῃ. Ἀλλὰ τότε δὲν ἠμποροῦσε νὰ ἀναδεχθῇ τὴν εὐθύνην νὰ παύσῃ τοὺς ὑπαλλήλους, νὰ διαλύσῃ τὸν στρατὸν, νὰ κλείσῃ τὰ ἀρχεῖα. Περὶ τοῦ χαρτοφυλακίου. Ὁ ἔρως τοῦ χαρτοφυλακίου ἔσπρωξε τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν.............
§26ΒΡΑΪΛΑΣ. (Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Αὐτὸ εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης;
§27ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν ἤκουσα.
§28ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔρως τοῦ χαρτοφυλακίου ἔκαμε τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ παραιτηθῇ ἐν τῇ Συνελεύσει· δὲν ἐνθυμοῦμαι ἂν εἶπε καὶ διὰ τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν· τοῦτο μόνον ἐνθυμοῦμαι τὸ τελευταῖον, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβῃ μέρος εἰς κυβέρνησιν, κατὰ τῆς ὁποίας ὡς δημοσιογράφος ἔγραφε τόσα καὶ τόσα, ὅσα οὐδεὶς ἄλλος.
§29ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν) Ἐπιμένετε νὰ σᾶς εἴπω· σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι εἶπαν ὅτι δὲν ἤλπιζον ὅτι θέλετε λάβει μέρος εἰς ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἠκολούθησε τοιαύτην πολιτικὴν, ὁποίαν ἐζωγράφησα διὰ μακρῶν, ἀνὴρ ὅστις δὲν ἔλαβε μέρος εἰς τὴν εὐθύνην τῆς κυβερνήσεως ἐκείνης πρῶτος, τῆς ὁποίας τὴν πολιτικὴν τόσον πικρὰ κατηγόρησεν ὡς ἐφημεριδογράφος· δὲν εἶπα ὅμως, ἂν ὁ ἔρως τοῦ χαρτοφυλακίου κτλ.
§30ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν τὸ διατείνομαι.
§31ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. (πρὸς τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν.) Ἀπόκειται εἰς ὑμᾶς νὰ λάβητε τὸν λόγον ὅταν θελήσετε.
§32ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Προσεκλήθη ὁ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ μετ’ αὐτοῦ προσεκλήθην καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι ἀκόμη νὰ λάβωμεν μέρος εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου μας εἰς περιστάσεις δυσκόλους, εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ἂν τις ἀπεσύρετο, δὲν ἤθελεν εἶναι τίποτε ὀλιγώτερον παρὰ δειλία, εἰς περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας οἱ φίλοι μας μὲ ὅλα τὰ μέσα ἐπροσπάθησαν νὰ μᾶς καταπείσουν νὰ μὴ λάβωμεν μέρος διὰ τὸν κίνδυνον τὸν ἀτομικὸν τὸν ἐδικόν μας, τὸν ὁποῖον ἔβλεπον ἐν τῇ πεποιθήσει των· ἀλλ’ ἴσα ἴσα αὐτὸ μᾶς ὑπεχρέωσε νὰ λάβωμεν μέρος ἐνώπιον μιᾶς καταστάσεως πραγμάτων, τὴν ὁποίαν ὅλοι ἐθεώρουν τοιαύτην· καὶ ἂν συμβουλευθῆτε σήμερον τὰς ἀναμνήσεις σας, ἐνθυμηθῆτε ὅτι ὄχι νὰ διεξαγάγωμεν ἐκλογὰς, ἀλλὰ εὐτυχεῖς ἐνομιζόμεθα τότε νὰ ἠμπορέσωμεν νὰ φθάσωμεν μέχρι τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν χωρὶς κίνδυνον. Ἐλάβομεν μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βασιλέως, διότι εἴδομεν ἀποφασισμένον, καὶ ἠθέλομεν καὶ ἡμεῖς νὰ συντείνωμεν εἰς τοῦτο, ἵνα μείνῃ ἡ Κυβέρνησις ὅλως ἀμέτοχος εἰς τὰς ἐκλογὰς, καὶ τοῦτο, κατὰ τὴν πεποίθησίν μας, ἦτο τὸ ἰσχυρότερον μέσον πρὸς διατήρησιν τῆς ἡσυχίας καὶ εὐταξίας. Καὶ διεξήλθομεν τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· εὐτυχῶς αἱ ἐκλογαὶ ἐτελείωσαν καὶ δυνάμεθα νὰ τὸ καυχώμεθα, ὅτι εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, προκαλῶ νὰ μὲ διαψεύσῃ οἱοσδήποτε, καθ’ ἣν αἱ ἐκλογαὶ διεξήχθησαν χωρὶς οὐδεμιᾶς ἐπεμβάσεως ἐκ μέρους τῆς ἐξουσίας, ἄνευ συμμετοχῆς εἴτε ἀμέσου εἴτε ἐμμέσου. Προκαλῶ, λέγω, οἱονδήποτε νὰ μοῦ φέρῃ ἀπόδειξιν τοῦ ἐναντίου. Ἡ Βουλὴ εἶναι συνηγμένη καὶ ἡμεῖς εἴμεθα ἐδῶ ἵνα δώσωμεν λόγον τῶν πράξεών μας· ὁ ἔρως τῶν χαρτοφυλακίων δὲν δὲν μᾶς εἵλκυσεν. Ἂν μᾶς συνελάμβανεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐπὶ κεφαλῆς ἐπαναστάσεως, σύροντας τὸ ἔθνος εἰς ὅλους τοὺς κινδύνους μιᾶς ἐπαναστάσεως λόγῳ καὶ αἰτίᾳ τῆς ἐπαναστάσεως ταύτης, ἵνα τὴν διαφθορὰν καταπαύσωμεν, ἵνα τὴν μανίαν τῶν χαρτοφυλακίων ἐμποδίσωμεν, ἵνα τὴν αὐταπάρνησιν δείξωμεν καὶ διδάξωμεν· ἐὰν ἐνώπιον τῆς τρομερᾶς ἐκείνης στιγμῆς μᾶς συνελάμβανεν ἐπ’ αὐτοφώρῳ ἐπὶ τῆς τραπέζης, ἐπὶ τῆς ὁποίας τὰ ὑπουργικὰ χαρτοφυλάκια διενέμοντο εἰς ἄλλους, μᾶς ἔβλεπε δὲ τότε νὰ χουμήζωμεν ἐπὶ ἑνὸς χαρτοφυλακίου, νὰ τὸ ξεσχίσωμεν εἰς δύω διὰ νὰ πάρωμεν διὰ τὸν ἑαυτόν μας ἓν κομμάτιον χαρτοφυλακίου, τότε ἠδύνατο νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἔρως χαρτοφυλακίου μᾶς ἐκυρίευσε.
§33ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐν ᾧ εἶναι ὑπαινιγμός, πρέπει νὰ ἐξηγηθῆτε.
§34ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐν τῷ αἰνιγμῷ θέλω νὰ μένω, διότι θέλω κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην νὰ μὲ ἐννοήσουν μόνον ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μὲ ἐννοήσουν· τότε, λέγω, ἠδύνατο νὰ μᾶς εἴπῃ ὁ Κύριος Δεληγεώργης, ὅτι ἕνεκα ἔρωτος διὰ τὰ χαρτοφυλάκια ἐπήγαμεν νὰ κινδυνεύσωμεν τὸν τόπον μας· ἕνεκα τοῦ ἔρωτος τούτου ἐφέραμεν τὸ σύνταγμα εἰς κίνδυνον· ἀλλ’ ἀφοῦ χάριτι θείᾳ εἰς τὴν θέσιν ἐκείνην δὲν μᾶς ηὗρε, δὲν εἰμπορεῖ νὰ εἴπῃ ὅτι μᾶς συνέλαβεν, οὔτε θέλει μᾶς συλλάβει ποτέ. Ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ δὲ νὰ εἴπω· δύναται καθεὶς νὰ ἐπικρίνῃ τὰς πολιτικὰς πράξεις τῶν ἄλλων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὅλως ἐλευθέρως, ἀλλ’ ὅταν ἐπὶ τοῦ βήματος τούτου ἀναβαίνει ὅπως τὸν ἄλλον ἐπικρίνῃ, ἵνα μὴ ἐκτίθηται εἰς τοιαύτας παρεκτροπάς, ἂς φροντίσῃ εἰς τὸ ἑξῆς τὸ ὄπισθεν μέρος τοῦ δισακκίου τοῦ Αἰσώπου νὰ τὸ στρέφῃ ἐμπρός του. Δὲν μᾶς ἐκυρίευσεν ὁ ἔρως τοῦ χαρτοφυλακίου, καὶ διότι δὲν μᾶς ἐκυρίευσεν, ἰδοὺ διατὶ ἀπαιτοῦμεν τὸ ζήτημα νὰ λυθῇ τώρα, εἰς τὴν ἀπάντησιν τοῦ βασιλικοῦ λόγου, καὶ οὐχὶ ἀργότερα, ὡς ὑποστηρίζει ὁ Κύριος Δεληγεώργης. Πρὸ 6 μηνῶν πανταχόθεν φωνάζουσιν, ὅτι μόλις συνέλθῃ ἡ Βουλή, θὰ σταλῶσιν οἱ ὑπουργοὶ εἰς δίκην· χθὲς ἀκόμη ὁ Κ. Δεληγεώργης μετεχειρίσθη τὴν εὐγενῆ ἔκφρασιν τῆς ἀγχόνης. Πρὸ 6 μηνῶν ὁ ἀντιπολιτευόμενος τύπος ἐφώναζεν, ὅτι τὰ κακουργήματα τοῦ ὑπουργείου θὰ τιμωρηθοῦν τέλος πάντων. Ἡμεῖς, ἰδού, ἐρχόμεθα ἐνώπιόν σας καὶ σᾶς παρακαλοῦμεν τώρα ἐν τῷ πρώτῳ βήματι τῆς Βουλῆς, ἐν ᾧ συζητεῖτε τὴν ἀπάντησιν ἐπὶ τοῦ βασιλικοῦ λόγου, νὰ λύσητε τὸ ζήτημα. Ἂν ἔρως τῶν χαρτοφυλακίων μᾶς κατελάμβανεν, εἴχομεν τὰ μέσα νὰ παρατείνωμεν τὸ ζήτημα μέχρι τέλους τῆς συνόδου καὶ πέραν αὐτῆς· ἀλλ’ ἡμεῖς πρῶτοι σᾶς προκαλοῦμεν, διότι τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν εἴχαμεν, νὰ διεξαγάγωμεν τὰς ἐκλογὰς καὶ νὰ συγκαλέσωμεν μίαν βουλήν, τὴν ἐξεπληρώσαμεν. Ἡ Βουλὴ ἂς ἐκτιμήσῃ τὰς πράξεις μας καὶ ἂς ἀποφανθῇ ἂν εἴμεθα διὰ τὸ κακουργοδικεῖον. Ἂν ἐξ ἐναντίας δὲν ἐκάμαμεν τίποτε ἄλλο, παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἕκαστος πολίτης τῆς Ἑλλάδος, εἰς τὴν θέσιν εἰς ἣν εὑρέθησαν τὰ πράγματα, ἤθελε κάμει, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον αὐτὸς ὁ Κύριος Δεληγεώργης, ὅστις σήμερον μᾶς κατηγορεῖ, ἤθελεν εὑρεθῆ βιασμένος νὰ κάμῃ, ἐκτὸς ἂν θέλῃ νὰ εἴπῃ, ὅτι ἤθελε νὰ φέρῃ τὴν ἀναρχίαν εἰς τὸ κράτος· ἂν δὲν ἐπράξαμεν ἄλλο παρ’ ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἕκαστος ἀπὸ ὑμᾶς, θέτων τὴν χεῖρα εἰς τὴν συνείδησίν του, αἰσθάνεται ὅτι ἤθελε πράξει, ἀπαλλάξατέ μας τῆς κατηγορίας. Καὶ ἂν τὸ ζήτημα ἀληθῶς δὲν εἶναι τοῦτο, ἀλλὰ μόνον καὶ μόνον περὶ τοῦ προσωπικοῦ ζητήματος πρόκειται, καὶ πάλιν σᾶς προκαλοῦμεν εἰς τοῦτο. Ἀποφανθῆτε, τὰ χαρτοφυλάκια τὰ καταθέτομεν εὐθύς. Διατὶ τὴν προκήρυξιν τῆς Α. Μεγαλειότητος τελευταῖον ἀνέγνωσεν ὁ Κύριος Δεληγεώργης, δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω, δὲν ἠμπόρεσα νὰ εἰσδύσω εἰς τὴν ἔννοιάν του· εἶμαι καμμίαν φορὰν ἀμβλύνους. Ποῖον τὸ ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἤθελεν ἐξάξει ὁ Κύριος Δεληγεώργης ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς προκηρύξεως τοῦ Βασιλέως, ἀγνοῶ· δύναμαι ὅμως νὰ εἴπω, ὅτι ἀπὸ τὴν προκήρυξιν ἐκείνην οὔτε μία κεραία ἀφηρέθη ἢ παρερμηνεύθη. Τοὺς ἀρίστους ὑπεσχέθη ὁ Βασιλεὺς ὅτι θέλει προσκαλέσει πέριξ αὑτοῦ. Μετ’ εὐχαριστήσεως συγκαταλέγω ἐγὼ πρῶτον τὸν Κ. Δεληγεώργην μεταξὺ τῶν ἀρίστων, δὲν πιστεύω ὅμως νὰ πιστεύῃ ὅτι εἶναι μόνος ἄριστος ἐν Ἑλλάδι αὐτὸς καὶ οἱ περὶ αὐτόν, τοὺς ὁποίους ἐξ ἴσου σέβομαι, διότι τότε εἰς πολὺ στενότατον κύκλον θὰ περιωρίζοντο οἱ ἄριστοι, καὶ τοιοῦτοι θὰ ἦσαν μόνον ἐκεῖνοι οἵτινες ὡς σημαίαν τῆς πολιτικῆς των ἐχθὲς μᾶς καθιέρωσαν τὴν πολιτικὴν τῶν προσωπικοτήτων, τὴν πολιτικὴν τῶν δρόμων. Πολύ, βεβαίως, Κύριοι, σᾶς ἀπησχόλησα. Καταπαύω τὸν λόγον, δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀπασχολήσω περισσότερον, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ἅπαξ καταφανὲς ἐγένετο, καὶ ἐκφράζω ἐκ νέου δι’ αὐτὸ τὴν εὐγνωμοσύνην μου πρὸς τὸν Κ. Δεληγεώργην, ἀφοῦ ἅπαξ καταφανὲς ἐγένετο, ὅτι δὲν πρόκειται πλέον περὶ κινδύνου τῆς πολιτείας, περὶ τεκταινομένων σχεδίων κατὰ τοῦ Συντάγματος, περὶ φαντάσματος ἐπιβουλευομένου τὸ ἐθνικόν μας μέλλον, ἀλλὰ μόνον περὶ καθαροῦ προσωπικοῦ ζητήματος τῶν 7 ὑπουργῶν, ἂς παύσουν αἱ περαιτέρω συζητήσεις. Ὁ λαὸς τῆς Ἑλλάδος ἔχει δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσῃ κάτι τι πρακτικὸν ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους του· προβῆτε θαῤῥαλέως εἰς τὴν λύσιν τοῦ προσωπικοῦ τούτου ζητήματος ἀμέσως. Ἂν πρόκειται νὰ ἀποχωρήσωμεν, εὐθὺς ἀποχωροῦμεν ἀπ’ ἐδῶ. Ἐκλέξατε ἐκείνους τοὺς ὁποίους ἐσεῖς θέλετε νὰ δείξητε εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα ὡς ἀρίστους, διότι ἄριστοι συνταγματικῶς εἶναι ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ἡ νόμιμος πλειοψηφία τῆς Βουλῆς ὡς τοιούτους ὑποδεικνύει. Δείξατε ἐσεῖς τοὺς ἀρίστους εἰς τὸν Βασιλέα· ἡμεῖς μὲ ὅλην τὴν εὐχαρίστησιν καὶ εἰλικρίνειαν ὡς ἀληθεῖς πατριῶται δὲν θὰ καθήσωμεν τότε νὰ φέρωμεν ἐμπόδια ψηλαφίζοντες καὶ τὰς μικροτέρας πράξεις, διὰ νὰ φέρωμεν ἐπικρίσεις, ἀλλὰ θέλομεν τοὺς ὑποστηρίξει νὰ προχωροῦν ἐμπρὸς εἰς τὸ δυσχερὲς καὶ ἀκανθῶδες στάδιον τῆς κυβερνήσεως τῶν πραγμάτων τῆς πατρίδος. Εἰς τὰς κρισίμους αὐτὰς στιγμὰς, τὸ κηρύσσομεν ἐνώπιον τῆς Βουλῆς θαῤῥαλέως, θέλομεν τοὺς δώσει πλήρη βοήθειαν, συνδρομὴν καὶ ὑποστήριξιν, ἀληθῶς καὶ ἀνυποκρίτως, διὰ νὰ ἠμπορέσουν νὰ προχωρήσουν καλλίτερα ἀπὸ ἡμᾶς· ἡμεῖς δὲ οἱ ἀποχωρήσαντες δὲν θὰ ἔλθωμεν ἐδῶ νὰ τοῖς εἴπωμεν, εἶσθε ἄξιοι ἀγχόνης, ἀλλ’ ἡμεῖς πρῶτοι θὰ τοῖς εἴπωμεν, εἶσθε ἄξιοι τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης.
§35ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Συζητοῦμεν τὴν ἀπάντησιν τοῦ Β. λόγου, Κ. Πρόεδρε, ἢ κάμνομεν συζήτησιν περὶ προσωπικοτήτων, περὶ ὕβρεων καὶ τῶν τοιούτων;
§36ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Χθὲς ἔπρεπε νὰ τὸ εἴπητε τοῦτο.
§37ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑποστηρίζω τὴν ἐλευθερίαν τῆς συζητήσεως ὑπὸ οἱανδήποτε ἔποψιν, διότι οἱ λόγοι οἱ ὁποῖοι ἐῤῥέθησαν αὑτὴν τὴν στιγμὴν ἐπιθυμοῦμεν νὰ λάβωσι καὶ τὴν ἀπάντησιν καθ’ ὅλας τὰς διαστάσεις.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ δὲν ἐμποδίζω κανένα.
§39ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. «Ὅπου μὴ τἄριστα ἐλευθέρως λέγειν, ἔξεστι δὲ νικᾷν τὰ χείρονα, ἁμαρτίαι σφάλλουσι τὴν σωτηρίαν». Καὶ ὅμως, ὦ Βουλευταὶ, ἐλάλησαν πολλοὶ καὶ ἐκ τοῦ ἑνὸς καὶ ἐκ τοῦ ἑτέρου μέρους, ἀλλ’ ἡ ἐκ τοῦ μέσου φωνὴ, ἐν ᾗ ὑπάρχει ἡ ἀλήθεια, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν ὁ Χριστὸς αὐτὸς, δὲν ἠκούσθη εἰσέτι. Δὲν ἐῤῥέθησαν, ὡς νομίζω, τὰ πρέποντα καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ ἵσταται μετέωρος· διὰ τοῦτο ὁ λαὸς σύμπας τῆς πρωτευούσης καὶ τῶν ἐπαρχιῶν μένει ἔκθαμβος· διότι, πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν, καὶ χθὲς καὶ σήμερον καὶ πρὶν ἔτι ὁ τηλέγραφος σχολιάζει τὰς πράξεις μας. Εὐχόμενος λοιπὸν ἵνα οἱ πόθοι μου καὶ ἡ πεποίθησίς σας ἑνώσωσι πάντας ἡμᾶς εἰς ἓν καὶ μόνον σημεῖον, τὸ τῆς ὁμονοίας καὶ ἀγάπης, ἄρχομαι τοῦ λόγου, διότι μὰ τὴν ἀλήθειαν ἡ κατάστασις, εἰς ἣν εὑρισκόμεθα ἤδη, εἶναι χειροτέρα καὶ τῆς τρομερωτέρας, οὕτως εἰπεῖν, τυραννίας. Τίνες δὲ οἱ αἴτιοι; Τοῦτο τὸ ἀποσιωπῶ ἤδη, πλὴν ἐλεύσεται ἦμαρ, ἐν ᾧ οἱ ἀδικοῦντες θὰ θρηνήσωσι πικρότερα τῶν ἀδικουμένων. Περὶ τίνος ἐρίζομεν σήμερον, ὦ Βουλευταί; Μήπως ἕνεκα τῆς κακῆς τῶν διεπόντων διοικήσεως ἀπεσπάσθη ἀπὸ τὴν χώραν ἡμῶν ἡ φίλη Ἑπτάνησος; μήπως ἐχθροὶ πολιορκοῦσι τὸ κράτος καὶ ἡ Κυβέρνησις δὲν ἔλαβε τὰ κατάλληλα μέτρα; μήπως τὸ ὑπουργεῖον ἔφερεν ἐμφύλιον πόλεμον κατὰ τὸ στάδιον τῶν ἐκλογῶν; Τὸ μέγα κακὸν ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐρίζομεν δύο σχεδὸν μῆνας, ἐνῷ εἴμεθα ἐντεταλμένοι καὶ ἤλθομεν ἵνα νομοθετήσωμεν περὶ τῶν μεγίστων εἶναι τὰ διατάγματα τῆς ἀφομοιώσεως. Ποῖον χάος, ποία ἀπάτη· τὰ διατάγματα! Καὶ πῶς, ὦ Βουλευταί; δὲν ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ ἀφομοίωσις; Δύναται ἄνευ ταύτης νὰ θεωρηθῇ ὡς βεβαία ἡ ἕνωσις; πολλοῦ γε καὶ δεῖ· ἄρα ἡ ἀφομοίωσις συνεπάγει τὴν ἕνωσιν, καὶ ἡ ἕνωσις τὴν ἀφομοίωσιν, καὶ ὅτε δὲν ὑπάρχει τὸ ἓν τῶν στοιχείων τούτων, συνεκλείπουν ἀμφότερα· καὶ οἱ πολεμοῦντες ταύτην ἢ ἐκείνην τὴν ἀρχὴν ἀντιστρατεύονται κατ’ ἐμὲ ἐπ’ ἀμφοτέρων, ἢ μᾶλλον εἰπεῖν, πολεμοῦσι τὸ καθεστώς, προδίδουσι τὴν πατρίδα. Ἑπομένως τὴν ἀφομοίωσιν τὴν διατάσσει αὐτὴ ἡ Συνέλευσις, ἥτις εἶχεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τὴν ἔλλειψιν νόμου καὶ τὴν ἀπουσίαν τῆς Βουλῆς· τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως δὲν ἐξετελέσθη καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἐντεῦθεν προκύπτουσι διπλᾶ καὶ μέγιστα ἀδικήματα· τὸ μὲν, διότι ἐνισχύεται οἰκτρά τις ἀνισότης μεταξὺ τῶν Ἑπτανησίων καὶ τῶν ἄλλων Ἑλλήνων, διότι ἢ οἱ μὲν, ἢ οἱ δὲ ἐξέρχονται τοῦ κοινοῦ νόμου ὡς πρὸς τοὺς δασμοὺς καὶ τοὺς φόρους· τὸ δὲ, διότι καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἑπτανήσῳ ὑπάρχει διαφορά τις μεταξὺ τῶν πολιτῶν καὶ τῶν χωρικῶν, ἥτις ἐνδεχόμενον νὰ φέρῃ εἰς ῥῆξιν αὐτοὺς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου, τὸ μᾶλλον ἀνάξιον, καταφθείρει αὐτοὺς εἰσέτι τὸ φάσγανον τῆς ὑψηλῆς ἀστυνομίας, ἧς τὸ πρώτιστον ἔργον εἶναι ἡ κατασκοπεία καὶ ἡ ἐπιβουλή. Τὰ διατάγματα λοιπὸν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ἐπιτακτικὰ, καὶ διότι ἐπιτακτικὰ, θεωροῦνται ὀργανικὰ καὶ ὡς τοιαῦτα εἶναι καὶ καθαρῶς κυβερνητικά. Ἐξηγοῦμαι ἐπὶ τοῦ προκειμένου, διότι δὲν ἐπιθυμῶ νὰ μείνῃ ἴχνος δισταγμοῦ εἰς οὐδένα. Ὑποθέσατε ὅτι παραχωρεῖται μέρος τῆς πατρῴας χώρας εἰς τὴν μητέρα Ἑλλάδα. Ὑποθέσατε, ὅτι παραχωρεῖται ἡ Θεσσαλία, ἡ Ἤπειρος, ἡ Μακεδονία· πῶς θὰ διοικηθῶσιν αἱ χῶραι αὗται; Διὰ τῶν βαρβάρων θεσμῶν, μέχρι τοῦ ὁριστικοῦ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νόμου; Ποτὲ μὴ γένοιτο· τὸ κατ’ ἐμὲ, οὔτε μίαν ὥραν δὲν θέλω ἐπιτρέψει τὴν Κυβέρνησιν νὰ διοικήσῃ τοὺς λαοὺς ὑπὸ τὸ κράτος βαρβάρων νόμων. Τοῦτ’ αὐτὸ ἐγένετο, καὶ τοῦτο ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν μέρει ἔπραξεν ἡ Κυβέρνησις καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν Ἑπτάνησον, τὰ δὲ λοιπὰ νομίζω, ὅτι ἤδη ἐκτελεῖ. Ἀλλ’ ἐξεδόθησαν καὶ διατάγματα ἄλλα, τὰ ὁποῖα ἀφορῶσι τὴν στρατολογίαν, τὸν στρατὸν, τὰς εἰσπράξεις φόρων. Καὶ πῶς; ἔπρεπε νὰ ἀφήσῃ τὸν στρατὸν ἀπλήρωτον καὶ φόρους ἀνεισπράκτους; Ἂν ἄφινεν ἀπλήρωτον τὸν στρατὸν, βεβαίως θὰ εἴχομεν ἀναρχίαν· ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐνήργησεν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος. Ἔρχομαι ἤδη καὶ εἰς τὰς διαστάσεις τοῦ προαγορεύσαντος. Ὁ Κ. Δεληγεώργης, δὲν ἠξεύρω πόθεν ὁρμώμενος χθὲς, παρὰ τὰς ἀρχὰς καὶ τὸ σύστημα ἐλευθέρου ἀνδρὸς, τὰς ὁποίας καὶ ὁ Κ. Δεληγεώργης ἐκήρυξε καὶ ἐγὼ νομίζω ὅτι ἀκόμη πρεσβεύει, μᾶς ἐξεθείασε τὸν πρώην ἡγεμόνα Ὄθωνα· ὄχι ὁ Κύριος Δεληγεώργης, ὄχι, ὁστιςδήποτε καὶ ἂν ἔλθῃ νὰ τὸν δικαιολογήσῃ, δὲν δύναταί ποτε ἡ φωνή του νὰ ἔχῃ κῦρος εἰς τὴν κοινὴν γνώμην. Γνωρίζομεν τὰ παρελθόντα, καὶ ἂν ἦτο παρὼν ὁ Κ. Δεληγεώργης, ἤθελον τὸν προκαλέσει νὰ μοὶ εἴπῃ ἂν ὑπάρχῃ καθ’ ὅλον τὸ Κράτος οἰκογένειά τις, ἥτις δὲν ἐμελανοφόρησε κατὰ τὸ παρελθόν. Οὐ μόνον αἱ οἰκογένειαι πᾶσαι, Κύριε Δεληγεώργη, οὐ μόνον αἱ πόλεις καὶ αἱ κῶμαι, ἀλλὰ καὶ ἡ ἐκκλησία αὐτὴ ἐμελανοφόρησε. Γνωρίζετε τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος σας, οἱ σήμερον ἐπὶ τῶν πραγμάτων δόκιμοι. Εἴκοσιν ἐμφυλίους ἐπαναστάσεις διήγειρον τὰ ὄργανα τοῦ Ὄθωνος· καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον προεκάλουν αὐτάς; ἵνα ἐκμεταλλεύωνται τὰ ναυάγια τῆς πατρίδος. Καὶ πῶς; Ἔκαμνον συνθήκας, ἔχυνον ἐμφύλιον αἷμα, καὶ κατόπιν αὐτοὶ οὗτοι παρίσταντο ὡς μνηστῆρες καὶ ἐνήργουν τὰς ἀμνηστείας. Καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ καὶ δικαστήριά τινα πιεζόμενα, ἢ διευθυνόμενα ἀπὸ αὐλικούς τινας, εἶχον καταντήσει μακελεῖον· οὐδαμοῦ ἠκούετο ἡ φωνὴ τοῦ δικαίου, ἁπανταχοῦ ἐστέναζε καὶ στενάζει ἡ ἀθωότης. Ἠμποροῦσα νὰ σᾶς φέρω εἰς ἀπόδειξιν τὰ δικαστήρια τῆς Τριπόλεως. Εἰς ταῦτα πάντα δὲν ἦτο αἴτιος μόνον ὁ Ὄθων, ἀλλὰ καὶ οἱ περιστοιχοῦντες αὐτόν. Ἐνθυμηθῆτε τὰ Ναυπλιακά· τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο ἔκαμε συνθήκας ἵνα δώσῃ ἀμνηστείαν, παρητήθη καὶ τὸ διεδέχθη ἕτερον. Ζητεῖται ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης ἡ πραγματοποίησις τῶν συνθηκῶν, καὶ οἱ ὑπουργοὶ ἀποκρίνονται, ὅτι δὲν παραδέχεται τοὺς ὅρους τούτους ὁ δυστυχὴς Ὄθων. Καὶ ἂν ἀληθῶς, καὶ ἂν αὐτοὶ πατριῶται, ὤφειλον νὰ παραιτηθῶσιν, ἀλλ’ οὗτοι δὲν εἶχον τὴν γενναιότητα. Ἕνεκα λοιπὸν τῶν τοιούτων τῶν πρώην καὶ τῶν κατόπιν παρανομιῶν καὶ καταπιέσεων ἐγένετο ἡ ἐκθρόνισις τοῦ Ὄθωνος. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν ἐκθρόνισιν αὐτὴν συνέβησαν ἄλλα παρατράγωδα· ἀντὶ ἓξ ὑπουργείων ἐσχηματίσαμεν ὀκτὼ, καὶ τὸ βῆμα τοῦτο ὑπῆρξε τὸ πρώτιστον κατὰ τῆς ἐπαναστάσεως κτύπημα, διότι ἡ τοιαύτη πολυτέλεια, γενομένη πρὸς οἰκονομίαν προσώπων, δυσηρέστησε πάντας τοὺς ἔξω ὁμογενεῖς, ὡς καὶ πᾶσαν τὴν κοινωνίαν· ἡ δὲ ἰδιοτέλεια αὕτη καὶ ἡ φιλοπρωτία συνεπέφερε τὴν 9 Φεβρουαρίου καὶ τὴν 19 Ἰουνίου, τὰς δύω ταύτας θυγατέρας τοῦ ᾅδου. Ὁ Κ. Δεληγεώργης προσέθεσε καὶ ἕτερον, τὸ ὁποῖον μ’ ἐλύπησεν, ὅτι, ἂν ἡ Α. Μεγαλειότης μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως ἐλάμβανεν 7 ἄτομα, ἔστω καὶ ἐκ τοῦ δρόμου, τὰ πράγματα ἤθελον διευθετηθῆ καλλίτερα καὶ δὲν ἠθέλομεν ἔχει τὴν μακρὰν αὐτὴν συζήτησιν. Ἡ τοιαύτη ἔκφρασις τοῦ Κ. Δεληγεώργη ἀποδεικνύει φιλαρχίαν τινα, ἀποδεικνύει, ὅτι ὁ Κ. Δεληγεώργης δὲν σκέπτεται περὶ τῶν μεγίστων, ἀλλὰ περὶ τῶν ὑποδεεστέρων καὶ κατωτέρων πραγμάτων. Οἱ ἐκ τῶν τριόδων καὶ τῶν ὁδῶν ἄνθρωποι δὲν δύνανται νὰ ἦναι ἄξιοι σύμβουλοι τοῦ στέμματος, δὲν δύνανται νὰ φθάσωσιν εἰς τὸν πρὸς ὃν ὅρον· ἑπομένως ἡ τοιαύτη παρατήρησις τοῦ Κ. Δεληγεώργη νομίζω, ὅτι δὲν συνᾴδει μὲ τὸ πολιτικὸν αὐτοῦ φρόνημα· νομίζω ὅτι ἀντίκειται εἰς τὰς ἀρχὰς φιλελευθέρου ἀνδρὸς, καὶ μὰ τὴν ἀλήθειαν, συνᾴδει μὲ τὸ πνεῦμα ἐκείνων, οἵτινες κατὰ τὴν μεταβολὴν ἐδημιούργησαν καὶ ὄγδοον ὑπουργεῖον ἵνα οἰκονομήσωσι πρόσωπα, καὶ τὰ πρόσωπα ταῦτα ἔφερον τὸ ταμεῖον εἰς τὸ χάος. Οὗτοι δὲν ἐφείσθησαν οὔτε τὰ κληροδοτήματα τῶν ἀοιδίμων κληροδοτῶν, καὶ αὐτὰ ἐσφετερίσθησαν· εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῆς παιδείας ἐγένετο ὑπέρβασις ἐπὶ τῶν κληροδοτημάτων, τὰ ὁποῖα θεωροῦνται ἱερὰ καὶ ἀπαραβίαστα, πλέον τῶν 200 χιλιάδων δραχμῶν, καὶ ἐν τούτοις ἄνθρωποι, οἵτινες προσποιοῦνται τὸ «τὸ μὴ μοῦ ἅπτου» χαρακτηρίζονται τοιοῦτοι, ἐφ’ ᾧ καὶ ὀρθῶς ἐῤῥέθη κἀκεῖνο· «πολλοὶ μὲν ἐσμὲν σοφοὶ εἰς τὸ νουθετεῖν, ἀμφότεροι δ’ ἁμαρτάνοντες οὐ γιγνώσκομεν». Οἱ πατοῦντες ἢ οἱ θέλοντες νὰ πατήσωσι τὰς βαθμίδας τοῦ ὑπουργείου ὡς ὑπουργοί, πρέπει νὰ ὦσιν ἀνεπίληπτοι· δὲν πρέπει νὰ ἔχωσι κακὰ προηγούμενα, διότι ὅταν ἔχῃ τις προηγούμενα τοιαῦτα, δὲν δύναται εἰμὴ νὰ διαφθείρῃ τὰ ἤθη τε καὶ τοὺς νόμους. Φρονῶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου, ὅτι ὁ σκοπὸς διὰ τὸν ὁποῖον ἐρίζουν τινὲς εἶναι περὶ προσώπων· ἐὰν δὲ ἔχωσιν δοξασίας ἄλλας, πρέπει νὰ τὰς κηρύξωσι, καὶ τότε πολλοὶ θέλουν τὰς ὑποστηρίξει. Ἂς μάθωσιν ὅμως, ὅτι οἱ λαοὶ μᾶς ἀπέστειλαν ἐνταῦθα ἵνα νομοθετήσωμεν, καὶ ἐνῷ ἤδη ἔχομεν δύω μῆνας, δὲν ἐπράξαμεν τίποτε (θόρυβος), διότι πάντες ἐρίζομεν περὶ τῶν ἐξουσιῶν. Ἔχομεν ἀνάγκην καλῆς τακτοποιήσεως· ἔχομεν ἀνάγκην ἐπιβλέψεως εἰς τὴν δημοσίαν τάξιν. Ἡ διοίκησίς μας εἶναι σχεδὸν ἀθλία· τὰ οἰκονομικά μας ἀθλιέστερα· ἡ δικαιοσύνη πανταχοῦ τραυματίζεται, ἡμεῖς δὲ ἐρίζομεν. Δεδόσθω, ὅτι τὰ τοιαῦτα ἐλαττώματα προέρχονται καὶ ἐκ τῶν ὑπουργῶν· ἀλλ’ εἴμεθα καὶ ἡμεῖς αὐτοὶ αἴτιοι, διότι δὲν ἀφίνομεν αὐτοὺς, οἱ μὲν μὲ τὰς ἀξιώσεις, οἱ δὲ μὲ τὰς ἐπερωτήσεις, νὰ ἐργασθῶσιν, ἐφ’ ᾧ καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν ν’ ἀφήσωμεν τὰς ἀντιστρατεύσεις ἐκ τοῦ κυρίου ζητήματος τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον, διότι, κατ’ ἐμὲ, ἡ τοιαύτη τακτικὴ ἐν τῷ μέσῳ τῶν κυρίων ζητημάτων, εἰς ἐξώδικα καὶ ἐπουσιώδη, ἢ μᾶλλον εἰς ἀντιδραστικὰ καὶ παράξενα, δὲν συνᾴδει μὲ τὸν χαρακτῆρα Βουλῆς ἀξίας τοῦ πανελληνίου.
§40ΑΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Δὲν ἠδυνήθην, Κύριοι, νὰ παρακολουθήσω τὸν τελευταῖον καταβάντα τοῦ βήματος εἰς ὅλας τὰς λεπτομερείας τῆς ἀγορεύσεώς του, ἠδυνήθην μόνον νὰ ἀντιληφθῶ ὅτι συμπεραίνων ἐζήτησε νὰ κλεισθῇ ἡ συζήτησις. Ἐν πρώτοις, Κύριοι, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω μυρίας χάριτας εἰς τὸν ἔντιμον συνάδελφον Κ. Ἰακωβάτον, ὅστις μετήνεγκε τὴν συζήτησιν ἀπὸ πεδίου ἀναξίου τοῦ θέματος εἰς τὸ στάδιον ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐμπρέπει εἰς σοβαρὰ καὶ ἀνεξάρτητα κοινοβούλια. Ἐκακίσθη ὅμως ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας Κ. Ἰακωβάτος διὰ τὴν τακτικὴν του αὐτὴν, διότι ἡ εὐρεῖα συζήτησις, αἱ διαστάσεις αἱ μεγάλαι κατέστρεψαν ἰδέας, σχέδια ὑπεκφυγῆς. Ἐπεβοήθησε δὲ καὶ ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν εὐρεῖαν συζήτησιν, διότι χθὲς ἀγορεύων ὁ Ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν, ἐσυμπέρανεν ἐξαιτούμενος τὴν ἀπόφασιν τῆς βουλῆς ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῶν κυβερνητικῶν πράξεων. Ἡ χθεσινὴ συζήτησις, Κύριοι, καί τοι κατὰ τὸ φαινόμενον εὐρεῖα, δὲν περιέλαβε τὰ σπουδαῖα ζητήματα τῆς ἐποχῆς, τὰ ὁποῖα προκαλοῦν τὴν προσοχὴν τοῦ Σώματος. Ἡ συζήτησις ἐσυγχύσθη καὶ κατεκερματίσθη εἰς εἰδικά τινα ἀντικείμενα· ὁ μὲν ἀνεπτύχθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς διοικητικῆς διαιρέσεως, ὁ δὲ ἀνεπτύχθη ἐπὶ προσωπικοτήτων, ὁ δὲ ἐπὶ ἄλλων ἀντικειμένων. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι τὸ πεδίον, ἐφ’ οὗ πρόκειται νὰ συγκροτηθῇ μάχη, ἔχει ἓν στρατηγικὸν σημεῖον, τὸ ὁποῖον κατέχεται ἀποκλειστικῶς ἀπὸ τὴν ὑπουργικὴν φάλαγγα· τὸ σημεῖον αὐτὸ ὁσημέραι ὠχυρώθη, ἀλλὰ, Κύριοι, θὰ τὸ προσβάλωμεν μετὰ θάῤῥους καὶ κατὰ μέτωπον. Καί τοι κατὰ τοὺς συνήθεις νόμους τῆς τακτικῆς τὰ ἀποτελέσματα εἶναι ἐκ τῶν προτέρων γνωστὰ, ὀφείλομεν, Κύριοι, πρὶν καταθέσωμεν τὰ ὅπλα νὰ ἐξαντλήσωμεν καὶ τὴν τελευταίαν πυριτοβολήν. Εἶναι ἀνάγκη, ἐννοεῖται, νὰ συζητήσωμεν διὰ μακρῶν καὶ ἐν συνόλῳ τὰ σπουδαῖα ζητήματα τῆς ἐποχῆς, ἵνα, Κύριοι, ἐνισχυθῶμεν εἰς τὰς πολιτικάς μας δοξασίας, ἄν ἔχωμεν τοιαύτας, ἵνα δικαιούμεθα νὰ ἐπιβάλλωμεν καὶ εἰς τοὺς ἄλλους τὴν διαγωγήν μας. Θεωρῶ κατὰ συνέπειαν ἐπελθοῦσαν τὴν στιγμὴν τῶν σπουδαίων συζητήσεων, καὶ παρακαλῶ τὴν βουλὴν νὰ μὲ ἀκροασθῇ μετ’ εὐμενείας. Δὲν θέλω, Κύριοι, ἀντλήσει ἐπιχειρήματα οὔτε ἀπὸ τὰς ἐξωτερικὰς συμβουλὰς, ἡ ἐπέμβασις τῶν ὁποίων εἰς τὰ ἐσωτερικὰ τῆς διοικήσεως ἀποκρούεται καὶ ἀπὸ τὸ αὐτόνομον τῆς χώρας καὶ ἀπὸ τὰ φρονήματα τοῦ ἡγεμόνος, ἐκδηλωθέντα τελευταῖον ἀπέναντι πρίγκηπος συγγενοῦς· δὲν θέλω ἀντλήσει ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὴν νομιμότητα τοῦ παρελθόντος, ἡ λυχνία τοῦ ὁποίου ἐσβέσθη εἰς τὰ σκότη τῶν καθείρξεων· δὲν θέλω ἀντλήσει τὰ ἐπιχειρήματα ἀπὸ τὰς μέσας ἐκείνας ἰδέας, αἵτινες μέχρι χθὲς ἀπεκρούοντο καὶ εἰς τὰς ὁποίας ὀφείλονται καὶ τὸ πραξικόπημα τοῦ Φεβρουαρίου καὶ αἱ σφαγαὶ τοῦ Ἰουνίου· θέλω ἀντλήσει τὰ ἐπιχειρήματά μου ἐξ αὐτῶν τῶν σπλάγχνων τοῦ ἔθνους, ὑπὸ αὐτὴν τὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων καὶ θὰ ζητήσω τὴν ἐξήγησιν φαινομένων τινῶν διὰ νὰ ἀνακαλύψω τὰ κόμματα, διὰ νὰ ἀνεύρω τοὺς σκοπούς των, διὰ νὰ ἀνακαλύψω ἐπὶ τέλους ἂν ὑπάρχουν πεποιθήσεις, ἂν ὑπάρχουν ἰδέαι. Ἐπεθύμουν καὶ ἐγὼ, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐπίσημον αὐτὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν τὸ πρῶτον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους πρόκειται νὰ συνδιαλεχθῶσι μετὰ τοῦ πρώτου συνταγματικοῦ Βασιλέως τῶν Ἑλλήνων, νὰ μὴ εἶχον τι πικρὸν νὰ ἀναμίξω εἰς τὴν ἀγόρευσίν μου ταύτην· δυστυχῶς ὅμως, κύριοι, ἐνῷ οὐδὲν κοινωνικὸν ζήτημα ὑφίσταται τὸ ὁποῖον νὰ διαιρῇ τὴν χώραν καὶ νὰ ἐπιβαρύνῃ τοὺς κατοίκους, ἐνῷ ἀφ’ ἑτέρου μεγάλαι δοκιμασίαι ὤφειλον νὰ διδάξωσι τοὺς πάντας, ὅτι εἰς τὸν ἐναρμόνιον καὶ συνταγματικὸν βίον ἠδύναντο νὰ ἐπιδιώξωσι μετ’ ἐπιτυχίας καὶ τῆς πατρίδος καὶ τὰ ἴδια συμφέροντα, δυστυχῶς συμβεβηκότα πολλοῦ λόγου ἄξια ἐξαναγκάζουσι καὶ ἐμὲ νὰ περιμείνω τὸ στάδιον τοῦτο ὄχι διὰ νὰ συζητήσω, ἀλλ’ ἵνα ἀνταγωνισθῶ διὰ διὰ εἴπω ἀληθείας, πλὴν πικροτάτας. Ὁ Βασιλεὺς, Κύριοι, ἀποδεχόμενος τὸ Ἑλληνικὸν στέμμα καὶ γράψας πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὴν ἐπιστολήν του ἐκείνην, μεταξὺ τῶν ἄλλων πόθων του ἐκφράζει καὶ τὴν ἰδέαν αὐτὴν· «διδάξατέ με νὰ ἐνεργήσω μεθ’ ὑμῶν.» Ἐκτὸς τούτου ὁ Βασιλεὺς, ὅτε τὸ πρῶτον ἐπάτησε τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἀνεγνώρισεν ὅτι οὔτε δεξιότητα ἔχει, οὔτε δεδοκιμασμένα φέρει προσόντα τῆς διοικήσεως ἑνὸς κράτους. Ἀνεξαρτήτως, Κύριοι, τῆς ἰδιότητός μου ὡς ἀντιπροσώπου τοῦ ἔθνους, νομίζω ὅτι προσφέρω ἀληθῆ ὑπηρεσίαν εἰς τὸ στέμμα, τὸ ὁποῖον ἐπανειλημμένως καὶ ἐπισήμως ἐξέφρασε διακαεῖς πόθους, εἰς τὴν εἰλικρίνειαν τῶν ὁποίων δὲν δικαιούμεθα νὰ ἀμφιβάλλωμεν τόσον μᾶλλον, καθόσον ὑπάρχει πρίγκηψ ἀνατραφεὶς εἰς τὴν αὐλὴν τοῦ Φρειδερίκου καὶ ἡ νέα του ἡλικία εἶναι ἀσφαλὲς ἐχέγγυον δι’ ἡμᾶς. Ἡ ἠθικὴ εὐθύνη τῆς Κυβερνήσεως, προκαλεσάσης τὴν ἀποχώρησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἐν τῇ Συνελεύσει, ἦτον ἀρκετὰ βαρεῖα διὰ νὰ θελήσῃ νὰ τὴν ἐπιβαρύνῃ διὰ νομικῆς εὐθύνης. Ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, ὅτι ὑπῆρξε μερὶς τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἥτις προσεφέρθη νὰ χορηγήσῃ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὅλα τὰ μέσα τῆς διοικήσεως διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων· ἀλλ’ ἠναγκάσθη ἡ μερὶς αὕτη ν’ ἀκολουθήσῃ τοὺς ἀποχωρήσαντας, διότι εἶδε διαγωγὴν ἄτοπον καὶ ἀδικαιολόγητον. Τῆς προσεφέρθη ὁ προϋπολογισμὸς καὶ τὸν ἠρνήθη, καὶ εἰς τὰ στενογραφικὰ πρακτικὰ θέλετε ἰδῆ, ὅτι ἡ ὑπουργικὴ φάλαγξ δὲν ἤθελε νὰ ψηφίσῃ προϋπολογισμὸν, ὅτι ἠρνήθησαν αἱ ὑπουργικαὶ ψῆφοι, οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι σήμερον ἔχουν τὴν τόλμην νὰ λέγουν, ὅτι ἔνοχοι τῆς ὑπερβάσεως τῆς ἐξουσίας δὲν εἶναι εἰμὴ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠθέλησαν νὰ χορηγήσουν τὰ μέσα τῆς διοικήσεως. Καὶ ὅτι τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, ἀποδεικνύεται ἐκ τῶν ὑστέρων, διότι μολονότι κατ’ ἀρχὴν ἀποκρούω πᾶσαν ὑπέρβασιν τῆς ἐξουσίας, εἰς διακεκριμένας ὅμως τινὰς περιστάσεις καὶ ἀπολύτους ἀνάγκας τοῦ Κράτους ἀναγνωρίζω τὸ μέτρον τῆς δαπάνης ὡς τὸ μόνον μέσον τῆς συντηρήσεως μιᾶς κοινωνίας. Κρύπτονται οἱ ὑπουργοὶ ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης, διὰ νὰ κυρώσωσι διατάγματα, πράξεις κυβερνητικάς, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπηγορεύθησαν ἀπὸ λόγους ἀνάγκης· καὶ διὰ τοῦ στόματος τοῦ βασιλέως οἱ ὑπουργοὶ ἐν τῇ 4ῃ παραγράφῳ ὁμιλοῦσι περὶ κατεπειγουσῶν ἀναγκῶν. Τὸ κατ’ ἐμέ, Κύριοι, ἐφ’ ὅσον μοὶ εἶναι ἐπιτετραμμένον θέλω ἀποφύγει τὴν ἐμπαθῆ συζήτησιν· ἀλλ’ εἶναι τολμηρὸν διὰ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν ἀπετροπιάζοντο τὰ ἔκτακτα μέτρα, νὰ ἔρχωνται σήμερον νὰ δικαιολογήσουν ὅ,τι εἶναι ἀδικαιολόγητον, ὑπέρβασιν δηλαδὴ ἐξουσίας, διὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος ὑπέστη τοσαύτας δοκιμασίας, διὰ νὰ περιστείλῃ ἴσα ἴσα αὐτὴν τὴν τάσιν τῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ὑπέρβασιν. Τίς, Κύριοι, δύναται ν’ ἀμβλυωπήσῃ ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι αἱ οἰκονομικαὶ δυσχέρειαι ἦτο τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ συγκληρισμοῦ τῶν δικαιωμάτων; τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι κατὰ τὴν ἀπουσίαν τοῦ κοινοβουλίου φόβοι ἐξηγέρθησαν, ἴσως δίκαιοι, διὰ τὰς συνεπείας τῶν ὑπερβάσεων αὐτῶν; τίς ἐπὶ τέλους δύναται ν’ ἀμφισβητήσῃ τὸ ἐπίσημον ἔγγραφον ἑνὸς Νομάρχου Κερκύρας, τοῦ ὁποίου τὸν στέφανον χθὲς ἔπλεξεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν διὰ τὴν πολύτιμον συμβουλήν του, ὅτι ἡ Κυβέρνησις δύναται ἐνίοτε νὰ ὑπερπηδᾷ τὰ ἐσκαμμένα; Μετὰ ταῦτα, Κύριοι, δὲν ἔχει τις τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσῃ, ἐὰν ἐν πλήρει Συνταγματικότητι δὲν ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τοῦ bon plaisir τῶν Γάλλων; Μετὰ ταῦτα δὲν ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐρωτήσωμεν, ἂν ὑπάρχῃ νέα κατάστασις πραγμάτων, ἢ ἐξακολούθησις ἑνὸς παρελθόντος; Ἀλλ’ ἴσως μᾶς εἴπουν, ὅτι τὸ μέτρον τοῦτο ὑπηγόρευσαν διακαεῖς πόθοι τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων· ὄχι, Κύριοι, ἕνα μόνον πόθον γνωρίζω τῶν Ἑπτανησίων, τὸν πόθον τὸν δίκαιον τῆς ἀφομοιώσεως. Δὲν ἦσαν λοιπὸν ἀνάγκαι κατεπείγουσαι, ὅπως ἡ § 4 ἀναφέρει, ἦσαν λόγοι τῆς ποταπωτέρας πολιτικῆς, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ τοῦ νομαρχιακοῦ συστήματος. Ἀλλ’ αἱ αὐθαιρεσίαι, Κύριοι, δὲν ἔχουν ὅρια, καὶ ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι τὸ νομοθετικὸν διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἐκήρυξε τὴν διοικητικὴν διαίρεσιν, ἐτροποποιήθη διὰ μιᾶς ἁπλῆς ὑπουργικῆς πράξεως μίαν ἡμέραν πρὸ τῆς ἐκλογῆς, καὶ ὄχι διὰ ν’ ἀλλοιώσῃ τὴν ἐκλογήν, ἀλλὰ ν’ ἀνταποκριθῇ εἰς τοὺς πόθους τῶν Ἑπτανησίων. Καὶ τίς δύναται νὰ φιλονεικήσῃ, ὅτι, ἂν δὲν ἐπήρχετο ἡ διαίρεσις αὕτη, τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν ἦτο ἄλλο παρ’ ὅ,τι φαίνεται; Ἀλλ’ ἐτόλμησεν ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν νὰ εἴπῃ, ἴσα ἴσα δι’ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα ἐνήργησαν οὕτω, ἐνῷ μία Συνέλευσις παρέδωκεν εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ Βασιλέως τὴν Ἑπτάνησον, τὴν παρέδωκεν ὅπως τὴν παρέλαβε, μὲ τὴν νομοθεσίαν της, μὲ τὸ φορολογικόν της σύστημα, διότι δὲν ἠδύνατο νὰ φέρῃ οὐδεμίαν καινοτομίαν ὡς ἐκ τῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων. Ἀλλὰ ἡ πρᾶξις, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον, εὐχαρίστησε τοὺς Ἑπτανησίους; Κατ’ ἐμέ, ὑπηγορεύθη ὄχι ἀπὸ ἀληθὲς συμφέρον τῆς πολιτικῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν σχηματισμὸν μιᾶς πλειονοψηφίας. Κρύπτονται οἱ ὑπουργοὶ εἰς τὸ ζήτημα τῆς συντηρήσεως, εἰς τὸ ζήτημα τῆς δαπάνης· δὲν δύνανται ὅμως νὰ κρυφθῶσιν οὔτε εἰς τὰ προσόντα τῶν κλητήρων, τὰ ὁποῖα ἐνομοθέτησαν, οὔτε εἰς τὰ τῶν δασονόμων, οὔτε εἰς τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τῆς χωροφυλακῆς καὶ εἰς τὴν αὔξησιν τῆς μισθοδοσίας της, ὁπόταν εἰς τὸ διορατικὸν τῆς Κυβερνήσεως ἡ χρεωκοπία ἐπρομηνύετο βεβαία. Ὁμολογῶ, Κύριοι, ὅτι ἴσως ὑπῆρξεν εἰς τὸ ζήτημα τῆς αὐξήσεως τοῦ σώματος τούτου μία ἐκ προκαταλήψεως ἀνάγκη, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη αὕτη δὲν ἀπεκαλύφθη, τὰ δὲ προληπτικὰ μέτρα κατὰ τὸ Σύνταγμα εἶναι πάντοτε καταδικαστέα. Ἡ χρεωκοπία ἐπρομηνύετο καὶ ἡ Κυβέρνησις κατὰ τὴν ἀπουσίαν τῆς ἀντιπροσωπείας ἄλλα μέτρα δὲν ἔλαβεν, εἰμὴ νὰ ἱκανοποιήσῃ πρόσωπα, νὰ πολλαπλασιάσῃ τὰς ἰδανικὰς θέσεις τῶν προγυμναστῶν τῆς ἐθνοφυλακῆς, νὰ σπαταλεύσῃ. Ἔλαβε τὰ μέτρα νὰ μὴ παρίσταται ἐννόμως εἰς τὰ δικαστήρια διὰ νὰ προστατεύσῃ τὰ δικαιώματα τοῦ δημοσίου, καὶ χιλιάδας ὁλοκλήρους δραχμῶν ἔχασε τὸ δημόσιον.
§41ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶναι ἀληθὲς αὐτό;
§42Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον γνωρίζω εἶναι, ὅτι κατὰ τὸ διάστημα αὐτὸ τῆς ἀπουσίας τῆς ἀντιπροσωπείας πολλαὶ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων κατέστησαν τελεσίδικοι διὰ στρατιωτικὰς ἀποζημιώσεις· εἶναι τοῦ Κ. Κορωναίου, ἑνὸς ταγματάρχου τῆς φάλαγγος Ζωγράφου κλπ. Ἐκ τῶν ὑπὸ συζήτησιν σχεδίων τῆς ἀπαντήσεως πρὸς τὸν Βασιλικὸν λόγον παρατηρεῖ τις τρεῖς διακεκριμένας ἰδέας, τὴν ἰδέαν τῆς συμπολιτεύσεως, ἥτις, καθ’ ἃ πληροφοροῦμαι, δὲν ἐπαρκεῖται εἰς τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου, τὴν ἰδέαν τῆς ἀντιπολιτεύσεως ἴσως κακῶς ἐκπεφρασμένην, καὶ τρίτην τινὰ ἰδέαν, τὴν ἰδέαν τῆς ὑπεκφυγῆς. Μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, Κύριοι, εἰς τὴν ὁποίαν ἐτιτλοδωρήθησαν τὰ κόμματα, καὶ μετὰ τὴν ἐφαρμογὴν ἑνὸς θεσμοῦ ἀντιδημοτικοῦ, ὅστις ἐπὶ μᾶλλον κατέστη τοιοῦτος διὰ τῆς ἀκαταλληλότητος τῶν προσώπων, ἤλπιζέ τις, ὅτι μία μερὶς ἐξέλιπε διὰ τῆς προσλήψεως τῶν ἀρχηγῶν αὐτῆς εἰς κόλπους τοῦ συμβουλίου τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ παρὰ πᾶσαν ἐλπίδα ἡ μερὶς αὕτη ἀναγεννᾶται καὶ φοβοῦμαι μὴ θελήσῃ νὰ διαδραματίσῃ ἀνάλογον πρόσωπον μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διεδραμάτισε κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς μεσοβασιλείας. Εἶναι μόνον μία ἐλπίς, ὅτι ὑπὸ τοὺς οἰωνοὺς, ὑφ’ οὓς ἀναγεννᾶται ἡ μέση αὕτη μερίς, καὶ τοῦ νέου ἀρχηγοῦ ὁ χαρακτὴρ καὶ αἱ δοξασίαι εἶναι ἀντίθετοι ἐκείνων τῶν πρώην ἀρχηγῶν. Ἐννοεῖ τις, Κύριοι, ὅτι τὰ κόμματα εἰς τὴν παραφορὰν των παραγνωρίζουν πολλάκις καὶ νόμους καὶ δικαιοσύνην, ἀλλ’ ὑπόκεινται εἰς τὰς συνεπείας τούτων. Ἀλλά, Κύριοι, εἶναι ἀκατάληπτον διὰ μίαν πολιτικὴν ἀπόχρωσιν, τὴν ὁποίαν ταράττει μόνον ἡ ἀνώμαλος κατάστασις, καὶ ἥτις δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ μέμφεται τὰς μερίδας, διότι δὲν συμμετέχει οὔτε τῶν κινδύνων οὔτε τῶν συνεπειῶν των, εἶναι παράδοξον ἡ σχολὴ αὕτη, ἡ κατ’ ἐμὲ προτιμῶσα τὸν φθισικὸν θάνατον ἀντὶ τοῦ στιγμιαίου, ἡ σχολὴ αὕτη, ἥτις ἀποφεύγει τὰς δημοσίας συζητήσεις, διότι τὰς θεωρεῖ ἀκριβῶς σκάνδαλον δημοσίας τάξεως, καὶ ἥτις πάντοτε εἶπε, ὅτι ὅταν ἡ ὀφειλομένη τάξις ὑπάρχει, διατί μαίνεται ἡ ἀντιπολίτευσις; Κατ’ ἐμέ, Κύριοι, οἱ δογματίζοντες αὐτὰ πολιτικοὶ προσεγγίζουν τὰ περὶ ἠθικῆς ἀξιώματα τοῦ Ταρτούφου τοῦ Μολιέρου, ὅτι τὸ κακὸν τότε μόνον ὑπάρχει, ὅταν παρουσιάζεται· καὶ ἐκ τῆς ἱστορίας ἀποδεικνύεται, ὅτι ἡ πολιτικὴ αὕτη κατέστρεψε θρόνους. Ἐν τέλει, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς δημοσίας τάξεως, ζήτημα συνδεόμενον μὲ τὴν τοιαύτην ἢ τοιαύτην πολιτικὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, προκαλεῖ κατ’ ἐξαίρεσιν τὴν προσοχήν σας. Τὸ ζήτημα τοῦτο τῆς δημοσίας τάξεως εἰς τὰς εὐρωπαϊκὰς ἐπικρατείας παρουσιάζει κοινωνικὰ φαινόμενα καὶ αἰτίας· παρ’ ἡμῖν ὅμως ἴσως δυστυχῶς τὸ ζήτημα τοῦτο περιπίπτει εἰς τὴν σφαῖραν τῶν πολιτικῶν περιπετειῶν τοῦ κράτους. Δὲν πρόκειται νὰ ὑπαινιχθῶ τὴν λῃστείαν τῆς Ἀττικῆς, περὶ ἧς τοσοῦτος ἐγένετο λόγος καὶ ἀπέναντι τῆς ὁποίας φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἕλλην δύναται νὰ μένῃ ἀναίσθητος πρὸς τὸ αἶσχος μιᾶς παραδόξου λῃστείας, ἥτις λυμαίνεται τὰ πέριξ τῆς πρωτευούσης. Ἐννοῶ νὰ ζητήσω τὴν ἐξήγησιν φαινομένων τινῶν πολιτικῶν, τὰ ὁποῖα ἀνάγονται, κατ’ ἐμέ, εἰς τὰ ζητήματα τῆς δημοσίας τάξεως. Οὐδεὶς ἐπεθύμει, βεβαιωθῆτε, τὴν διαρκῆ ἀποχὴν ἢ προγραφὴν ἀπὸ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας στοιχείων τινῶν, τὰ ὁποῖα αἱ περιστάσεις καὶ ἡ μεγάλη τοῦ ἔθνους μεταβολὴ ἀφ’ ἑαυτῶν ἀπεμάκρυνεν ἀπὸ τῶν μεγίστων βαθμίδων τῆς πολιτείας. Τοὐναντίον, κατ’ ἐμὲ, ἡ παρουσία ἐντίμων συναδέλφων ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τούτου, μέχρι τῆς παραμονῆς συμβούλων τοῦ φυγαδευθέντος στέμματος, εἶναι, κύριοι, μία ἐξήγησις τρανὴ, ὅτε τὸ ἔθνος ἀνέπτυξε πεποίθησιν, ὅτι δὲν φοβεῖται τὸν ἐλεύθερον διαγωνισμὸν, τὸν ὁποῖον καθιέρωσεν ἡ ἐπανάστασις πρὸς ὄφελος ὅλων καὶ πρὸς ὄνειδος τοῦ παρελθόντος. Ἀλλ’ οἱ κεκλημένοι εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν ἑνὸς ἔθνους ἐκτὸς τῶν ὑλικῶν συμφερόντων ἔχουσι καὶ ἠθικὰ συμφέροντα· κατὰ συνέπειαν δικαιοῦνται νὰ ζητήσωσιν ἐξήγησιν φαινομένων τινῶν τῆς πολιτικῆς, τὰ ὁποῖα παραδόξως πως ἀνεφάνησαν καὶ ἐπὶ τῶν ὁποίων πολλὰ σχόλια μέχρι τοῦδε ἐγένοντο· ἡ συμμαχία, κύριοι, δύο στοιχείων μέχρι τῆς χθὲς ἀντιπαλαιόντων, ἐνεργηθεῖσα εἰς ἐποχὴν οὐχὶ πολιτικῆς ἀνάγκης, διότι δὲν ἔλαβε χώραν ἐν κοινοβουλίῳ, ὅπου πολλάκις καὶ αὐτομάτως οἱ ἄνθρωποι οἱ πολιτευόμενοι, ἔχοντες τὰς αὐτὰς ἰδέας περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, παρακάθηνται ἐπὶ τῶν αὐτῶν βάθρων, ἀλλὰ ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν φόβοι περὶ τοῦ καθεστῶτος ἐξηγέρθησαν καὶ ἐχαρακτηρίσθησαν διαφοροτρόπως καὶ δικαίως ἴσως. Ἀλλὰ, κύριοι, δὲν μὲ πτοεῖ τὸ θράσος ἀτόμων τινῶν κατὰ τὴν ἐποχὴν ταύτην, ὅτε τὸ ἔθνος δὲν δύναται πλέον νὰ ἐξαπατηθῇ ὑπὸ τῶν μὲν, οὔτε νὰ βιασθῇ μέχρις ἀποκτηνώσεως ὑπὸ τῶν δὲ, ἐν ἐποχῇ καθ’ ἣν ὁ ἐλεύθερος διαγωνισμὸς, τὸ ἐλευθέρως γράφειν διὰ τῶν ἐφημερίδων, τὸ ἐλευθέρως πράττειν ἐν τῇ Βουλῇ, ἡ ἐν ὑπαίθρῳ ἐξέλεγξις τῶν ὁπωσδήποτε πολιτευομένων εἶναι ἀρκεταὶ ἐγγυήσεις καὶ ἀρκετοὶ στέφανοι τοῦ ἐνεστῶτος, πρὸς οὓς μετὰ φθόνου καὶ ὠχριῶν ἀποβλέπει μετὰ μνησικακίας τὸ παρελθόν· ἀλλ’ ἡ κοινωνία δὲν κάθηται, σαλεύεται· εἰς τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας ἐνεργοῦνται ἀνακρίσεις, καὶ τὰ φαινόμενα ταῦτα, κατ’ ἐμὲ, παρουσιάζονται, διότι τὸ ἔθνος εἰσῆλθεν εἰς νέαν ζωὴν, διότι τὸ ἔθνος ἐπιδιώκει τὴν τύχην του, τὴν πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν ἐκείνων, τοὺς ὁποίους ὑπηγόρευσε μία ἐπανάστασις. Ἀλλά, κύριοι, δυσπιστῶ ἐγὼ ὁ ἴδιος εἴς τινα γεγονότα, καὶ δικαίως, διότι μία γλῶσσα ἀκάθαρτος μιᾶς ἐφημερίδος, ἥτις εἴτε ἀδίκως εἴτε δικαίως ἀντιπροσωπεύει πολιτικὴν φατρίαν, οἱ ὑποβολεῖς τῆς ὁποίας, οἱοιδήποτε καὶ ἂν ὦσιν, ἔχουν σκοπὸν νὰ μυκτηρίζωσι πᾶν ὅ,τι ἀναφέρεται εἰς τὸ παρὸν, ἡ Αὐγὴ, τῆς ὁποίας τὸ ἔμβλημα εἶναι νὰ ἐξυψώνῃ πάντοτε ὅ,τι ὑπῆρχεν ἀπαίσιον καὶ ἀπεχθὲς κατὰ τὸ παρελθὸν, ἡ γλῶσσα αὐτῆς μὲ φέρει εἰς τὸ δίλημμα νὰ ἐρωτήσω τὴν Κυβέρνησιν, μὲ θέτει εἰς τὸ καθῆκον χάριν τῆς ἐθνικῆς τιμῆς νὰ ἐρωτήσω, ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι, καί τινες, ὄχι δυνάμενοι, διότι τοῦτο εἶναι ἀτιμία τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ κἂν ὑπὸ συζήτησιν θέτοντες τὴν ὕπαρξιν τοῦ καθεστῶτος; Ἀποκρούω. Κύριοι, πάντα περιορισμὸν τῶν συνταγματικῶν δικαιωμάτων, ὅταν καὶ αὐτοὶ οἱ ἐχθροὶ τῆς πατρίδος κάμνουν κατάχρησιν, ὅταν ἡ ἐπανάστασις ἔδωκε τὸ δικαίωμα ὡς ἀπεριόριστον δικαίωμα τοῦ γράφειν καὶ λαλεῖν ἐλευθέρως· τοῦτο μόνον μὲ ἀναγκάζει νὰ προκαλέσω τὴν κυβέρνησιν νὰ μοὶ δώσῃ διασαφήσεις, ἐὰν γνωρίζῃ περὶ τῆς διαφημιζομένης διαταράξεως τῆς δημοσίας τάξεως ὑπὸ πολιτικὸν χαρακτῆρα. Δικαιούμεθα εἰς τοῦτο ὅλοι ὡς ἐνδιαφερόμενοι, ὡς ἀνήκοντες εἰς τὸ ἔθνος, τὴν τιμὴν τοῦ ὁποίου ἐκλήθημεν ν’ ἀντιπροσωπεύσωμεν· ἐνδιαφερόμεθα δὲ κατὰ τοσοῦτον μᾶλλον, διότι εἶναι δυνατὸν αἱ φῆμαι αὗται νὰ ὑπαγορεύωνται καὶ ἀπὸ λόγους καθαροῦ φατριατισμοῦ· καὶ εἶναι ἀναγκαία ἡ διασάφησις αὕτη, διότι τὸ παρελθὸν δὲν εἶναι τεθειμένον ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ἀλλ’ εὑρίσκεται καὶ περὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν.
§43ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπουργός). Εἶναι παρήγορος ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ σημερινὴ συζήτησις, καὶ μὲ συγκινεῖ ὁ ἀγὼν, ὅστις ἀπὸ χθὲς διηγέρθη, διότι προοιωνίζεται ὅτι ἠρχίσαμεν τέλος πάντων νὰ ἀποκαθιστῶμεν ἀλήθειαν τὸ Σύνταγμα, διότι ἀποδεικνύεται ὅτι ἐπέτυχεν ἤδη πληρέστατα ἡ ἐπανάστασις τοῦ 8βρίου, διὰ τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἐξ ἡμῶν ἠγωνίσθησαν καὶ ἔπαθον. Μετὰ θάῤῥους καὶ εὐχαριστήσεως ὑποβαλλόμεθα ὑπὸ τὴν δοκιμασίαν ταύτην καὶ ἀναλαμβάνομεν τὸν ἀγῶνα δικαιολογοῦντες ἐνώπιον ὑμῶν τὰς πράξεις μας, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἀποδείξωμεν ὅτι καλῶς ἐπράξαμεν, ἀλλὰ προσέτι καὶ διὰ νὰ ὁρίσωμεν τὴν ἀφετηρίαν ἀκριβῶς, ἐφ’ ἧς ἱστάμενοι νὰ δύνασθε νὰ ἐπισκοπήσητε τὴν κατάστασιν τῆς κοινωνίας, νὰ γνωρίσητε τὰς ἀνάγκας τῆς ἀσθενείας της, καὶ ἐν πατριωτικῇ καὶ εἰλικρινεῖ καρδίᾳ πάντες ὁμοῦ νὰ σπεύσητε ὅπως εὕρητε τὴν θεραπείαν, διότι τοῦτο ἀπαιτεῖ καὶ τούτου ἔχει ἀνάγκην ἡ Πατρίς μας. Χρεωστῶ, Κύριοι, νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πολὺ ὀλίγον μέχρι τοῦδε τὸ ἀντικείμενον τῆς συζητήσεως ἐμελετήθη καὶ συνεζητήθη. Περιεπλέχθημεν, ὡς ἀληθῶς, εἰς ἀντικείμενα ὅλως ξένα, καὶ εἰς μομφὰς ὅλως ἀναξίας· κατὰ δυστυχίαν ὅμως ἠναγκασμένος εἶμαι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μου ν’ ἀπαντήσω εἰς μερικὰς, διότι συνδέονται μὲ τὸν δημόσιον βίον μου ἀπὸ τῆς στιγμῆς καθ’ ἣν διευθύνω τὸ ὑπουργεῖον ὡς ὑπουργὸς καὶ ὡς πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως. Δὲν ἠξεύρω τίς δαίμων ὤθησε τὴν συζήτησιν πρὸς τὸ παρελθὸν, ἐνῷ ἡ συζήτησις αὕτη ἐπερατώθη τότε ἐν τῇ Συνελεύσει, ἔνθα ἐλύθησαν τὰ σπουδαῖα ἐκεῖνα ζητήματα. Διατί ἐπεχείρησαν νὰ ἐπανέλθωσι πάλιν σήμερον, ἐνῷ ἐν τῇ Συνελεύσει ἔκλεισαν τὸ στόμα καὶ ἀπέκρουσαν τὴν συζήτησιν; Ἔκτοτε ὅμως τὸ ζήτημα κατήντησε δημαγωγικὸν, καὶ ζήτημα τῶν τριόδων, εἰς τὴν κολυμβήθραν τῶν ὁποίων πρέπει, φαίνεται, ν’ ἀναβαπτίζωνται ἐνίοτε τινές ἀλλὰ καὶ μετὰ πάντα ταῦτα δὲν ἀποφεύγομεν τὴν συζήτησιν. Τὸ κατ’ ἐμὲ, μεγάλην αἰσθάνομαι χαρὰν, διότι εἶχον τὴν τιμὴν νὰ θέσω τὴν ὑπογραφήν μου ὑπὸ τὸ Διάγγελμα, τὸ ὁποῖο ἐφέραμεν ἐνώπιον ὑμῶν, τὸ ἀφορῶν τὴν ταχεῖαν περάτωσιν τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ πότε ἦλθεν αὐτό; ὅτε ἐβεβαιώθημεν τέλος πάντων, ὅτι προσεπάθουν, ὥστε ἡ ἐπαναστατικὴ κατάστασις νὰ διατηρηθῇ ἐπὶ ἔτη πολλά· ὅτε ἐβεβαιώθημεν, ὅτι ἔμελλον νὰ κρατήσωσι τὴν Συνέλευσιν μέχρι τῆς ἐνηλικιότητος τῆς Α. Μεγαλειότητος. Ὁμολογῶ ῥητῶς, ὅτι ἡ ἐπανάστασις τοῦ ὀκτωβρίου ὠφέλησε τὴν Ἑλλάδα, ἔσωσε τὴν πατρίδα· ἀλλ’ ἡ περαιτέρω διατήρησις αὐτῆς ἦτο καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος, ἦτο ἔγκλημα, κατ’ ἐμὲ, καὶ ἔπρεπε νὰ τεθῇ εἰς αὐτὴν τέρμα. Διὰ τοῦ Διαγγέλματος ὑπηρετήσαμεν τὴν πατρίδα, καὶ τὸ ἔθνος τὸ ἀνεγνώρισε, καὶ μᾶς χρεωστεῖ χάριν. Καυχῶμαι ἤδη, διότι καὶ ἐγὼ συνετέλεσα διὰ τοῦ Διαγγέλματος αὐτοῦ νὰ θέσω τὸ τέρμα εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἡ ὁποία ἤρχισε καταστρέφουσα τὴν πατρίδα· καὶ καυχῶμαι ἔτι, διότι ἔθεσα τὴν ὑπογραφήν μου ὑπὸ πολιτικὴν καθαρὰν, εἰλικρινῆ, ἡ ὁποία εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ τί θέλει, καὶ νὰ τὸ εἴπῃ θυσιάζουσα ὅ,τι πολυτιμότερον ὑπῆρχεν ἐν τῷ κόσμῳ. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς ἄλλης πολιτικῆς, τὴν χαρίζω εἰς ὅσους ἀρέσκονται εἰς αὐτὴν. Ἐγὼ δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς ἐκείνης, ἡ ὁποία παραδέχεται πᾶν σύνταγμα, ἵνα τὸ δολιευθῇ τῇ ἐπαύριον. Ἡ πολιτικὴ ἐκείνη δὲν εἶναι πολιτικὴ τῶν πεποιθήσεών μου. Καυχῶμαι λοιπὸν ὅτι ἔθεσα τὴν ὑπογραφήν μου ὑπὸ πολιτικὴν τοιαύτην, ἡ ὁποία εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ εἰς τὸ ἔθνος τί θέλει καὶ με τίνας ὅρους θέλει νὰ καθίσῃ ἐπὶ τῆς θέσεως ἐν ᾗ ἐκλήθη. Ἡ πολιτικὴ, ἡ θέσασα τέρμα εἰς τὴν ἐπανάστασιν, ἡ πολιτικὴ ἡ καθαρὰ, ἡ κηρύξασα εἰς τὸ ἔθνος ῥητῶς τί θέλει, ἡ πολιτικὴ τῆς τάξεως καὶ οὐχὶ ἡ ἀντίθετος, ἤτοι τῆς ἀταξίας, ἡ πολιτικὴ τῆς εἰλικρινείας καὶ οὐχὶ τῆς δολιότητος καὶ τοῦ ψεύδους, εἶναι ἡ πολιτικὴ ὑπὲρ ἧς εἶμαι. Ὅτε τινὲς ἠθέλησαν νὰ δικαιολογήσωσι τὴν διαγωγήν των ἐνταῦθα, ἤγειραν τὴν θεωρίαν τῆς μειονοψηφίας, ὡς ἀληθῶς ἀντιπροσωπευούσης τὰς ἰδέας καὶ τὰ αἰσθήματα τοῦ ἔθνους· ἀλλ’ ἐπειδὴ καὶ ἐν τῇ θεωρίᾳ αὐτῇ δὲν ἠδύναντο νὰ σταθῶσιν, ἐφεῦρον τὴν θεωρίαν τῆς μειονοψηφίας ἐν τῇ πλειονοψηφίᾳ, δηλαδὴ ἤθελον ν’ ἀποδείξωσιν, ὅτι ἡ μερὶς αὕτη (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα), πλειονοψηφοῦσα ἐν τῇ Συνελεύσει, ἐμειονοψήφει ἐν τῷ λαῷ, καὶ, διὰ νὰ φθάσωσιν εἰς τὴν θεωρίαν αὐτὴν, ἐπανέλαβον τὰς ἰδίας ὕβρεις, τὰς ἰδίας συκοφαντίας κατὰ τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων, οἵτινες ἐπὶ πολλὰ ἔτη ὑπέστησαν δεινότατον ἀγῶνα, μεγίστους διῆλθον, ὡς ἀληθῶς, κινδύνους, ἵνα ἐπιτύχωσι τὴν ποθητὴν ἕνωσιν μετὰ τῆς κοινῆς πατρίδος, καὶ οἵτινες ἦλθον ἐδῶ ἄνευ ἀπαιτήσεων, ἐλεύθεροι φιλοδοξίας, μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ἑδρεώσωσι τὴν τάξιν καὶ νὰ ἐνισχύσωσι τὴν ἐξουσίαν ὑπὲρ τῆς πατρίδος. Οἱ Ἑπτανήσιοι, μόλις ἐλθόντες, ἀπεμακρύνθησαν εὐθέως ἀπὸ τῶν ἀνθρώπων, οἵτινες ἀντὶ τῆς καθιερώσεως Κυβερνήσεως καὶ Ἐξουσίας, ἀντὶ τῆς παγιώσεως τῆς τάξεως ἐζήτουν νὰ παρατείνωσι τὴν ἀναρχικὴν κατάστασιν ἐπὶ ἔτη πολλά. Ἐνθυμεῖσθε δὲ ὅσοι ἦστε πληρεξούσιοι τὸν κ. Λομβάρδον, κηρύξαντα δημοσίᾳ ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἐχωρίσθησαν ἀπὸ τῆς ἀντιπολιτεύσεως, διότι δὲν παρεδέχθησαν νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν ἐξακολούθησιν τῆς ἀναρχικῆς καταστάσεως καὶ τὴν διατήρησιν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ ἔτη πολλά. Τοὺς ἀνθρώπους δὲ αὐτοὺς κηρύττουσιν ἀναξίους ὅπως ἐξομοιωθῶσι πρὸς ἡμᾶς, καὶ πράττουσι τοῦτο ἄνθρωποι ἀνήκοντες εἰς μίαν μερίδα, ἐξ ἧς πολλοὺς μὲν τιμῶ, ἀλλ’ οἱ πλεῖστοι εἰσῆλθον εἰς τὴν Συνέλευσιν ἄνευ ψήφου. Αὐτοὶ ἀρνοῦνται τῶν Ἑπτανησίων τὸ δικαίωμα τῆς ψήφου. Ἰδοὺ τίνες ἐκήρυξαν τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Συνελεύσεως ὡς μειονοψηφίαν, καὶ τὴν κηρύττουσιν ἔτι καὶ νῦν, ὅτε αἱ ἐλεύθεραι ἐκλογαὶ, αἵτινες ἀπέστειλαν ἡμᾶς ἐνταῦθα, παρήγαγον τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει. Αὐτὴ δὲ ἡ καθ’ ἡμᾶς πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους ἐν τῇ Συνελεύσει ἀποδεικνύεται καὶ σήμερον, ὅτι ἦτο πλειονοψηφία ἀληθής. Ἐν τούτοις δὲν ἠρκέσθησαν ἕως ἐδῶ, ἀλλὰ μὲ ἐγωϊσμὸν ἀκατανόητον ἦλθον ν’ ἀρνηθῶσι πάντα πατριωτισμὸν, πᾶσαν εὐγενῆ ἰδέαν εἰς ὁλόκληρον μερίδα, καὶ ταῦτα λέγουσιν οἱ μὴ ἔχοντες ἱστορίαν, οἱ μὴ ἔχοντες πράξεις. Αἲ Κύριοι! Ἂν ἀναγκασθῶ νὰ ἐρευνήσω τὰ γεγονότα, δὲν θὰ ἐξέλθητε νικηταὶ ἐξ αὐτῆς τῆς ἐρεύνης, ἐξ αὐτοῦ τοῦ ἐλέγχου. Ἐν τούτοις εἶσθε πατριῶται, διότι μόνον ἀναγινώσκετε ἀπὸ τοῦ βήματος λόγους προητοιμασμένους. Ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ ἓν μέρος τῆς πολιτικῆς ἐνεργείας μου, ὡς ὑπουργοῦ. Μένει τὸ ἕτερον μέρος, τὸ μέρος ὅπερ ἔλαβον καὶ ὡς πληρεξούσιος ἁπλοῦς. Θέλω εἰπῆ δύο λέξεις καὶ ὡς πρὸς τοῦτο, διότι κατὰ δυστυχίαν προεκλήθην. Ἂν ἐγγίξω κανένα, δὲν εἶμαι ἐγὼ ὁ αἴτιος. Ἀφοῦ ἀπεσύρθην ἀπὸ τοῦ ὑπουργείου τότε, μεθ’ ἡμέρας τινὰς ἠρχόμην εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἤκουσα, ὅτι ἡ συνεδρίασις ἤρξατο, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἦτο πλήρης, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἀνεγνώσθησαν, καὶ ὅτι ἡ ψηφοφορία τοῦ προέδρου ἤρχισεν· ἀλλ’ ἠξεύρετε τί ἔγεινεν; Ἡ ψηφοφορία ἐπερατώθη μετὰ 7 ὥρας, ὅσαι ἐχρειάσθησαν νὰ συναθροίσωσι τοὺς πληρεξουσίους ἐκ διαφόρων οἰκιῶν καὶ τοῦ Πειραιῶς. Ἀπόφασιν εἶχον μάλιστα νὰ κηρύξωσι τὴν συνεδρίασιν διαρκῆ, ὑποπτεύοντες, ὅτι καθ’ ἅπασαν τὴν ἡμέραν δὲν ἤθελον κατορθώσει νὰ συναθροίσωσι τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν· ἀπόδειξις, ὅτι ἡ ἐκλογὴ ἤρχισε χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ Συνέλευσις· χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ συνεδρίασις πλήρης. Ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης ἐδυσκολεύθην νὰ λάβω μέρος εἰς τοιαῦτα κοινοβουλευτικὰ ὄργια. Ἰδοὺ ὁ λόγος δι’ ὃν ἀνεχώρησα ἀπὸ τῆς Συνελεύσεως. Καὶ τότε οὐδεμία ἀνάγκη κατεπείγουσα ὑπῆρχεν, οὐδεὶς κίνδυνος ἠπείλει τὴν πατρίδα, διότι πάντες προσεδοκῶμεν τὴν ἔλευσιν τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων, καὶ ἀπεφασίσαμεν ἀπὸ τῆς ἀφίξεως αὐτῶν ν’ ἀρχίσωμεν τὰ σπουδαῖα ἔργα μας. Τοιαύτη, Κύριοι, ἐν ὀλίγοις ὑπῆρξεν ἡ διαγωγή μου ἐν τῇ Συνελεύσει. Ἕτοιμος εἶμαι νὰ ὑποστῶ οἱανδήποτε βάσανον, νὰ ὑποβληθῶ εἰς πᾶσαν συζήτησιν, βέβαιος ὤν, ὅτι θέλω ἐξέλθει νικητὴς, διότι τὴν διαγωγήν μου ὑπηγόρευσε καὶ τότε, ὡς καὶ πάντοτε, ἡ εἰλικρινὴς ἐκπλήρωσις τοῦ καθήκοντος. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ ζήτημα, διότι περὶ αὐτοῦ πρόκειται, εἰς τὸ ζήτημα οὐχὶ τὸ θεωρητικὸν, ἀλλ’ εἰς τὸ ζήτημα τὸ πρακτικόν. Ἀλλὰ, ἵνα ἐννοήσητε αὐτὸ καὶ ἀποφασίσητε ἐν γνώσει καὶ ἐν πεποιθήσει, πρέπει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ὑποβάλω τὴν ἱστορίαν πάντων τῶν γεγονότων καὶ πασῶν τῶν πράξεών μας, μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης. Ἀπ’ αὐτῆς τῆς ἱστορικῆς ἐκθέσεως θέλετε κατανοήσει πόθεν ἠρχίσαμεν, ποῦ εὑρισκόμεθα καὶ τί ὠφείλαμεν νὰ πράξωμεν. Ὅτε ὁ ναύαρχος Κανάρης ἐσχημάτισεν ἐπὶ Συνελεύσεως τὸ βʹ. ὑπουργεῖον, τοῦ ὁποίου εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, εὕρομεν τὸ ταμεῖον κενόν, οὐχὶ χρεωκοπημένον. — Ἀλλὰ τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι τοῦ παρόντος. Θέλετε δὲ ἰδῆ, ὅταν ἐξετασθῇ ἐνταῦθα τὸ οἰκονομικὸν ζήτημα, ὅτι ἅπασαι αἱ διαδόσεις εἶναι λέξεις κεναὶ, πλάσματα φαντασίας ἀδαοῦς, ψεύματα κακεντρεχείας, — εὕρομεν τὴν λῃστείαν λυμαινομένην τὸν τόπον, τὸν στρατὸν πρὸ μικροῦ ἐξελθόντα ἀπὸ ἀντιπειθαρχικῶν πράξεων, πολλοὺς λόχους διαλελυμένους ἕνεκα τούτου. Εὑρέθημεν λοιπὸν ἄνευ χρημάτων, ἄνευ στρατοῦ καὶ ἐνώπιόν μας ἔχοντες Συνέλευσιν, ἥτις ὠθεῖτο ὑπὸ βιαίων παθῶν. Ἡ Συνέλευσις ὠφέλησε μὲν τὸν τόπον, ἦτον ὅμως Συνέλευσις ζωηρὰ εἰς τὴν ἔκφρασίν της, ζωηρὰ εἰς τὴν ἐνέργειάν της, βιαία. Ἡ Συνέλευσις συνετήρησε μὲν τὸν τόπον ὑπὸ συντακτικὰς ἰδέας, τὸν ἐζημίωσεν ὅμως ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ὑπηρεσίας, τὴν κυβερνητικὴν καὶ τὴν διοικητικὴν ἔποψιν. Εἴχομεν νὰ παλαίσωμεν πρὸς τὰς στερήσεις, πρὸς τὴν βιαίαν ἀντίδρασιν· ἔπρεπε νὰ ὑποστῶμεν τὸν βίαιον πόλεμον ἐνώπιον νομοθετικοῦ σώματος πανισχύρου, κυριάρχου, καὶ ἐκτὸς αὐτοῦ τοῦ σώματος πρὸς τὰ κακοποιὰ στοιχεῖα. Καὶ ἐν τούτοις ἔπρεπε νὰ ἐξέλθωμεν νικηταὶ, ἀσφαλίζοντες τὴν ἐλευθερίαν καὶ στηρίζοντες τὴν τάξιν. Πρὸς δὲ ὠφείλαμεν νὰ συντρέξωμεν καὶ εἰς τὴν σύνταξιν καλοῦ συντάγματος, καὶ πρὸς τοῦτο εἴμεθα ὑπόχρεοι περισσότερον παντὸς ἄλλου, διότι καὶ ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μας ἠδυνάμεθα νὰ ἐξασκήσωμεν καὶ ἐπιῤῥοὴν τινα ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως. Συγχαίρω δὲ ἐμαυτὸν, διότι ἔλαβον εὐτυχῶς μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος αὐτοῦ. Πολλὰ ἤκουσα κατὰ τοῦ συντάγματος. Τὸ κατ’ ἐμὲ, τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα εἶναι σύμφωνον πρὸς τὰς ἀνάγκας καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ τόπου. Ἡ Ἑλλὰς δὲν δύναται νὰ ζήσῃ ἐν ἀπολυτισμῷ, οὔτε ἀμέσῳ οὔτε ἐμμέσῳ. Εἰς τὰ πρόσωπα ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πολλὰ ὀλίγην ἐγγύησιν εὑρίσκομεν· ὅθεν πρέπει νὰ ζητήσωμεν εἰς τοὺς νόμους τὰς ἐγγυήσεις, ἐντὸς τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἔνθα ἡ κοινωνία δύναται νὰ εὕρῃ καὶ τὴν ἀνάπτυξίν της καὶ τὸ μεγαλεῖόν της, διότι ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ ἡ μὲν κοινωνία καὶ τὸ ἄτομον ἀναπτύσσονται, τὰ δὲ δίκαια ἑκάστου δεόντως ἐξασφαλίζονται. Εἶμαι λοιπὸν ὑπὲρ τοῦ ἡμετέρου συντάγματος. Ἀφοῦ ἐτελείωσε τὸ Σύνταγμα, ἡ διαίρεσις τῶν ἀντιθέτων μερίδων ηὔξησε κατὰ δυστυχίαν, τῶν μὲν σπευδόντων πρὸς τὴν ταχεῖαν ἀποπεράτωσιν, τῶν δὲ πρὸς παράτασιν τῆς Συνελεύσεως· διότι οἱ μὲν ἐνόμιζον, ὅτι ἡ κυβέρνησις μένουσα ἐλευθέρα ἠδύνατο ν’ ἀνταποκριθῇ πρὸς τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, οἱ δὲ ὅτι διὰ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν περισπασμῶν αὐτῆς ἠδύναντο νὰ τακτοποιηθῶσι τὰ πράγματα. Ἀμφότεροι ἴσως ὑπὲρ τοῦ συμφέροντος ἠγωνίζοντο· δὲν ἀρνοῦμαι δὲ ὅτι καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς καταλήψεως τῆς ἐξουσίας μεγάλα προσέθετεν εἰς τὸν ἐρεθισμὸν τῶν κομμάτων. Ἐξεκαύθη λοιπὸν οὕτως ἡ διαίρεσις, καὶ ἐνθυμεῖσθε μέχρι τίνος βαθμοῦ ἔφθασαν καὶ αἱ ὕβρεις καὶ οἱ διαπληκτισμοὶ, καὶ δὲν τὸ λέγω τοῦτο χάριν τῆς ἱστορίας μόνον, ἀλλ’ ἵνα σᾶς δείξω, ὅτι οἱ ἐκ τῆς Συνελεύσεως ἐξελθόντες διέδοσαν τὴν ζωηρότητα τῶν διαιρέσεών μας εἰς τὰς ἐπαρχίας, εἰς τὰς ὁποίας κατῆλθον φέροντες τὴν δᾷδα καὶ οὐχὶ τὸν κλάδον τῆς ἐλαίας· ὥστε κατὰ τὰς ἀρχὰς τῆς διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐπὶ πολὺν ἔτι χρόνον ὕστερον ἐξηκολούθουν νὰ ταράττωνται τὰ πνεύματα, ἡ ἡσυχία νὰ κλονῆται, καὶ ἡ ἀσφάλεια νὰ διακινδυνεύῃ πολλαχοῦ τοῦ Κράτους. Ἡ Συνέλευσις λοιπὸν δὲν ἔκλεισε τὰς πληγὰς τὰς ὁποίας ἡ ἐπανάστασις ἤνοιξε, τοὐναντίον ἤνοιξε νεωτέρας· δὲν κατεπολέμησεν ἁπλῶς τὴν Κυβέρνησιν, ἀλλ’ ἠρνήθη τὴν ὕπαρξιν Κυβερνήσεως· διότι εἶναι ἄρνησις πάσης Κυβερνήσεως, ἡ ἄρνησις τῶν πρώτων καὶ ἀπολύτως ἀναγκαίων μέσων τῆς ὑπάρξεως, ἤτοι τῶν φόρων καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ. Ἐννοεῖται ὅτι, ἅμα τὰ πράγματα ἔφθασαν μέχρι τοῦ βαθμοῦ αὐτοῦ, ἡ κατάστασις ἐχειροτέρευσε καὶ ἡ θέσις μας ἐδεινώθη. Ἄς μοι συγχωρήσῃ δὲ ἡ μειονότης τῆς ἐποχῆς ἐκείνης νὰ τῇ εἴπω, οὐδέποτε μειονοψηφία ἀπεσκίρτησεν· ὤφειλε καὶ αὐτὴ, ὅπως καὶ ἡ πλειοψηφία, νὰ μένῃ ἐν τῇ θέσει της, νὰ παλαίῃ, ν’ ἀγωνίζηται, νὰ ὑποτάσσηται εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειοψηφίας, ἀπεκδεχομένη τὴν κρίσιν τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ ἀνώτατος δικαστής. Ὅθεν ἔπρεπε νὰ μὴ ἀφήσῃ τὴν θέσιν της, νὰ μὴ ἀρνηθῇ τῆς Κυβερνήσεως τὰ μέσα τῆς ὑπάρξεως. Οὐδεὶς ἄρα λόγος εἰμπορεῖ νὰ δικαιολογήσῃ τὴν μειονοψηφίαν· ἀλλὰ καὶ οὐδαμοῦ τοῦ κόσμου συνέβη τοῦτο, πλὴν ἐκεῖ, ὅπου ἀντὶ νομίμου ἐνεργείας ἡ ἐπανάστασις διὰ τῶν βιαίων καὶ ἐκτάκτων μέτρων της ἐδέσποσεν. Ἡ μειονοψηφία, Κύριοι, τῆς Συνελεύσεως κατὰ δυστυχίαν ἀπεσύρθη. Καὶ ἐγὼ παραδέχομαι τὴν λύσιν τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας ἔδωκε· πιστεύω δηλαδή, ὅτι ἀπεφάσισε νὰ ἀποσυρθῇ, ἵνα ἀφήσῃ ἐλεύθερον τὸ στάδιον εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις εἶχε νὰ παλαίσῃ πρὸς δυσκόλους περιστάσεις καὶ κατὰ μεγάλων ἀναγκῶν. Ἀλλ’ ἂν δὲν ἐσκόπει ἡ μειονοψηφία τοῦτο, τὸ ἐσκόπει ἡ πλειονοψηφία, ἥτις βλέπουσα τὴν κατάστασιν αὐτὴν τῶν πραγμάτων καὶ ἀδυνατοῦσα νὰ ἐνεργήσῃ νομίμως, διότι δὲν ἠδύνατο ν’ ἀπαρτίσῃ ἀπαρτίαν, συνέταξεν ἔγγραφον, δι’ οὗ προσεκάλεσε τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐνεργήσῃ τὸ καθῆκόν της καὶ νὰ σώσῃ τὸ κράτος. Εἶχεν ἡ πλειοψηφία καὶ τὴν ἰδέαν καὶ τὴν ἀπόφασιν, ἀφοῦ ἡ μειονοψηφία ἠρνεῖτο νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὴν Συνέλευσιν, νὰ συναναλάβῃ τὴν εὐθύνην καὶ νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα. Ἐξήλθομεν ἄρα τῆς Συνελεύσεως ἄνευ μέσων. —
§44ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν εἶναι δημόσιον ἔγγραφον ἐκεῖνο τῆς πλειονοψηφίας.
§45ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἦτο συμμετοχὴ εὐθύνης πλειοψηφίας, ἥτις δὲν ἦτο ἀπαρτία, δηλ. νόμιμος Συνέλευσις, ἐλλείψει ἑνὸς ἢ δύο. — Ἐξήλθομεν τῆς Συνελεύσεως ἄνευ μέσων. Καὶ οἱ μὲν κατῆλθον εἰς τὰς ἐπαρχίας, ἵνα διασπείρωσι τὴν ἀπέχθειαν, τὴν φρίκην καὶ τὴν διαίρεσιν, φέροντες σημαίαν διαμαρτύρησίν τινα κατὰ τῶν πράξεων τῶν νομίμων τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς Κυβερνήσεως, οἱ δὲ κατὰ τῆς ἐκνόμου ἐνεργείας τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Δὲν θέλω νὰ μεμφθῶ τὴν διαγωγὴν οὐδενὸς· ἀποδίδω εἰλικρινεῖς καὶ πατριωτικοὺς σκοποὺς εἰς ἀμφοτέρας τὰς μερίδας· διηγοῦμαι τὴν ἱστορίαν διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω ποῦ εὑρίσκετο τότε ἡ Κυβέρνησις καὶ τί ὤφειλε νὰ πράξῃ ἄνευ μέσων, τῆς διαιρέσεως διεσπαρμένης καθ’ ὅλον τὸ κράτος, καὶ κατέναντι τῆς ἄνευ ὅρου ῥᾳδιουργίας. Ἡ λῃστεία ἐξηκολούθει λυμαινομένη τὰς ἐπαρχίας· ἡ Ἑπτάνησος, ὁ μαργαρίτης αὐτὸς, προστεθεὶς εἰς τὸ στέμμα τῆς Ἑλλάδος, ἡ Ἑπτάνησος, πιεζομένη ὑπὸ τῆς ἰδίας ἀρχαίας νομοθεσίας, τῶν ἰδίων ἀρχῶν, ἐδυσφόρει καὶ ἀπῄτει θεραπείαν, ἀπῄτει ἀφομοίωσιν, καθολικὴν κατὰ τοὺς μὲν, μερικὴν κατ’ ἄλλους· ἡ Ἑπτάνησος ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν παρεῖχε δυσκολίας μεγάλας εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἔξωθεν δυστυχῶς οὐχὶ πανταχοῦ μὲ καλὰς σχέσεις, ἀλλ’ ἀπεναντίας μὲ δυσκολίας τινάς· ἔσωθεν ἡ ἀμφιβολία εἰς τὰ πνεύματα· αἱ διαδόσεις ἐκ μέρους τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ὄχι τῆς νομίμου, ἀλλὰ τῆς ἀντιπολιτεύσεως τῶν ἀγυιῶν καὶ τῶν τριόδων· ἡ κήρυξις ἀσυδοσίας· αἱ ἐπαναλαμβανόμεναι συνωμοσίαι, καὶ αἱ στάσεις αἱ διαθρυλλούμεναι μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ ἐκλόνησαν τὰ πνεύματα, ὥστε, ὡς ἐνθυμεῖσθε, εὐγενής τις πρίγκηψ ἐπίστευσεν, ὅτι εἰς τοιαύτην θέσιν δυσχερῆ περιέστησαν τὰ πράγματα, ὥστε καλὸν ἐνόμισεν ὁ ἴδιος νὰ ἀναλάβῃ προσωπικῶς τὴν ἔρευναν· ἕτεροι δὲ ἐπίσημοι ξένοι ἔδραμον πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τὸν παρεκάλεσαν ἵνα σπεύσῃ νὰ προλάβῃ τὸν μέγαν κίνδυνον, ὅστις ἠπείλει τὸν τόπον. Ἀπελπισία λοιπὸν πανταχοῦ, ἀπελπισία περὶ τῆς ἀσφαλείας, ἀπελπισία περὶ τῆς ὑπάρξεώς μας, ἀπελπισία περὶ τῆς τάξεως, τοῦ ἀναγκαιοτάτου πράγματος οὐχὶ μόνον διὰ τὴν ἐσωτερικὴν ἡμῶν ὕπαρξιν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὴν ἐξωτερικὴν ὑπόληψίν μας, περὶ τῆς τάξεως, ἄνευ τῆς ὁποίας καμμίαν μὴν ἔχετε ἐλπίδα ὅτι ἡ Εὐρώπη θέλει μᾶς κατατάξει μεταξὺ τῶν εὐνομουμένων ἐθνῶν, ἄνευ τῆς ὁποίας καμμίαν μὴν ἔχετε ἐλπίδα, ὅτι θέλομεν γείνει δεκτοὶ ἐντὸς τῆς ἀγκάλης τοῦ ἐξευγενισμοῦ, καὶ ὅτι θέλομεν κάμει ποτὲ πρόοδον. Τοιαύτη, Κύριοι, ὑπῆρχεν ἡ κατάστασις· πανταχοῦ στενοχωρίαι, δυσκολίαι. Ἔπρεπε νὰ ὑποχωρήσωμεν; ἔπρεπε νὰ ἐπιμείνωμεν ν’ ἀποσυρθῶμεν ἀπέναντι τῶν δυσκολιῶν, ὡς μᾶς λέγουσιν; Ἀλλὰ τοῦτο ἦτο δειλία. Ἐκτὸς τούτου ὅμως ὑπῆρχε καὶ ἄλλη δυσκολία, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σᾶς ἐξηγήσω. Δὲν μᾶς διῄρουν προσωπικὰ ζητήματα —πλανῶνται ὅσοι λέγουσι τοῦτο —τὰ δύω κόμματα διῃροῦντο ἕνεκα ἀρχῶν, ἀρχῶν σπουδαίων καὶ σοβαρῶν, ἀφορωσῶν τὸν προσδιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἡγεμόνος. Ἡμεῖς εἴχομεν ἄλλας ἰδέας καὶ ἄλλας ἡ ἀντιπολίτευσις. Δὲν πρόκειται ἤδη νὰ ἐξετάσωμεν τίς εἶχε τὴν ὀρθοτέραν ἰδέαν, τίς ἔχει δίκαιον· ἀληθὲς ὅμως εἶναι ὅτι ἡ διαίρεσις ἦτο ῥιζικὴ, ἦτο διαίρεσις ἀρχῶν. Δὲν ἐδυνάμεθα ἄρα ἡμεῖς, οἵτινες ἐξήλθομεν ἐκ τῆς πλειονοψηφίας καὶ εἴχομεν αὐτὴν, νὰ παραχωρήσωμεν εἰς τὴν ἀντίθετον ἀρχὴν, ἡ ὁποία, κατὰ τὴν πεποίθησίν μου, εἶναι κακὴ. Τοῦτο ἦτο προδοσία, διότι ἡ ἐξουσία μεθ’ ἡμᾶς ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, εἰς τοὺς ἀντιθέτους, καὶ ὄχι εἰς τὰ μέσα· διότι, καθὼς εἶπα καὶ ἄλλοτε, λέγω δὲ καὶ ἤδη, δὲν ἐννοῶ ὅτι ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ καὶ κατὰ δυσχερεῖς μάλιστα περιστάσεις, δύνανται νὰ κυβερνῶσι τὰ μέσα, ἅτινα, τροποποιοῦντα μᾶλλον τὰς πλειονοψηφίας, δὲν ἔχουσιν ὅμως αὐθυπαρξίαν, τοῖς λείπει ἡ ἰσχὺς. Ἑπομένως, εὐσυνειδήτως ἐκπληροῦντες τὸ χρέος μας, ὠφείλαμεν νὰ ἐμμένωμεν ἐν τῇ θέσει μας, νὰ μὴ ὑποχωρήσωμεν εἰς ἀντιθέτους ἀρχὰς, αἱ ὁποῖαι εἶναι κακαὶ, κατὰ τὴν πεποίθησίν μας. Πλανώμεθα; Τὸ πιστεύει ἴσως ἡ ἀντιπολίτευσις, ἀλλὰ δὲν εἶναι τοῦ παρόντος νὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Μένοντες δὲ τί ὠφείλαμεν νὰ πράξωμεν; Ὠφείλαμεν νὰ ὑπερπηδήσωμεν ἁπάσας τὰς δυσκολίας, νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν τάξιν, νὰ συγκροτήσωμεν Κυβέρνησιν, νὰ καταβάλωμεν πᾶσαν προσπάθειαν, πᾶσαν ἐνέργειαν, τείνουσαν νὰ μὴ παρεμποδίσῃ τὴν ἀκώλυτον ἐξάσκησιν τῶν ἐλευθεριῶν. Ἰδοὺ τίνες ἦσαν οἱ δύο μεγάλοι σκοποὶ ἐλευθερία καὶ τάξις· διότι ἡ ἐπανάστασις τοῦ ὀκτωβρίου ἔσχε καὶ τοῦτο τὸ καλόν, ὅτι μετ’ αὐτὴν δύνανται νὰ συμβαδίζωσι καὶ τὰ δύο, καὶ δύναταί τις νὰ λέγηται συντηρητικὸς καὶ φιλελεύθερος ὁμοῦ. Ἔπαυσεν ὁ χωρισμὸς τοῦ συντηρητικοῦ, σημαίνοντος δοῦλον, καὶ τοῦ φιλελευθέρου, σημαίνοντος ἐπαναστάτην. Τοῦτο τιμᾷ τὴν ἐπανάστασιν ἐκείνην καὶ τοὺς ἐργάτας αὐτῆς. Ἵνα ἐπιτύχωμεν δὲ τὸν ὁποῖον ἐπεδιώκαμεν σκοπὸν, ἡ ἐνέργειά μας ἔπρεπε νὰ ᾖναι πολλαπλῆ, πολιτικὴ πρῶτον καὶ δεύτερον τὴν ὑπηρεσίαν ἀφορῶσα. Ἔπρεπε νὰ κατευνάσωμεν τὰ πάθη, νὰ ἐξαλείψωμεν τὰς διαιρέσεις· καὶ διὰ τοῦτο δύο μεγάλαι πράξεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο παρ’ ἡμῶν τότε, μᾶς ἐχορήγησαν τὴν εὐκαιρίαν νὰ δείξωμεν τὸ διαλλακτικὸν πνεῦμά μας. Ἀπηυθύνθησαν κατὰ τὸν σχηματισμὸν τοῦ ὑπουργείου καὶ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας εἰς πάντα τὰ κόμματα ἀδιακρίτως. — Ἀλλ’ ἂς μοὶ συγχωρηθῇ, πρὶν προχωρήσω, νὰ κάμω ἀναδρομήν τινα, ἵνα ἀπαντήσω εἰς ὅ,τι προχθὲς ὁ κ. Δεληγεώργης μᾶς ἐμέμφθη. Προσεφέραμεν ἐπὶ Συνελεύσεως καὶ μετὰ νίκην ἐκφραστικωτάτην, τὴν ὁποίαν ἐκερδήσαμεν, ἐκλέγοντες τὸν πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, ὅστις ἦτο τὸ σημεῖον τὸ διακρίνον τὴν πλειονοψηφίαν ἀπὸ τῆς μειονοψηφίας, προσεφέραμεν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, ὑπὸ ἕνα ὅρον, τοῦ νὰ τελειώσῃ ἡ ἐπαναστατικὴ κατάστασις τὸ ταχύτερον καὶ νὰ παύσωσι τὰ δεινὰ τῆς πατρίδος. Δεχόμεθα, εἴπομεν, νὰ ὑπηρετήσωμεν ὁμοῦ ἢ νὰ μείνωμεν καὶ ἐκτὸς, ὑποστηρίζοντες αὐτὴν, ἂν θέλῃ νὰ λάβῃ τὴν ἐξουσίαν ὑπ’ αὐτὸν τὸν ὅρον. Ὑπὸ τοῦ πνεύματος αὐτοῦ ὁδηγούμεθα ἔκτοτε ἡμεῖς οἱ κατηγορούμενοι ὡς προσκεκολλημένοι εἰς τὰ χαρτοφυλάκια. — Ἐπανέρχομαι. Ἐνομίσαμεν ὅτι πολιτικῶς ἔπρεπε νὰ προσπαθήσωμεν νὰ ἐξαλείψωμεν τὰς διαιρέσεις, νὰ συγκεντρώσωμεν ἁπάσας τὰς δυνάμεις τοῦ ἔθνους περὶ τὴν Κυβέρνησιν καὶ τὸν Θρόνον, διότι εἰς τοῦτο ἐβλέπομεν τὴν λύσιν τῶν δυσχερειῶν. Κατὰ δυστυχίαν ἀπετύχαμεν· οὔτε διὰ τὸ Ὑπουργεῖον οὔτε διὰ τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας αἱ προτάσεις μας ἐγένοντο δεκταί. Δὲν ἠθέλησαν οἱ ζητηθέντες νὰ λάβωσι μέρος καὶ ἐλυπήθημεν διὰ τοῦτο. Χάριν τῆς ἀληθείας προσθέτω, ὅτι δὲν ἀπηυθύνθημεν πρὸς μίαν μόνον μερίδα ἀξιότιμον καὶ ἱκανὴν νὰ ὑπηρετήσῃ τὴν πατρίδα, διότι ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ἦτο τότε ὁ καιρὸς νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων, ὡς ἀντιπροσωπεύουσα ἰδέαν, ἥτις πρὸ ὀλίγου εἶχε νικηθῇ. Πρὸς ἁπάσας δὲ τὰς ἄλλας ἀπηυθύνθημεν ζητοῦντες τὴν συνδρομήν των. Ἡ δευτέρα ἰδέα μας ἡ πολιτικὴ ἦτο νὰ κάμωμεν ἐπαισθητὴν τὴν καλὴν διοίκησιν εἰς τὸν τόπον· διότι, —ἂς μὴ πλανώμεθα— ἡ συντήρησις καὶ ἡ τάξις εἰς ἕνα τόπον ὀφείλεται κατὰ μέγα μέρος καὶ εἰς τὴν καλὴν κυβέρνησιν. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς εἶναι λίαν φιλόνομος, ἀλλὰ καὶ λίαν εὐερέθιστος· ὅταν κακῶς διοικῆται, ταράττεται, ἐπαναστατεῖ· ἡ ἱστορία μᾶς τὸ ἀποδεικνύει. Ἐνομίσαμεν λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀληθὴς ἀνάγκη τῆς κοινωνίας καὶ ὁ ἰσχυρότερος μοχλὸς τῆς τάξεως εἶναι ἡ καλὴ καὶ ἀμερόληπτος διοίκησις. Προσεπαθήσαμεν νὰ εἰσαγάγωμεν αὐτὴν, καὶ χαίρω ὅτι μέχρι τῆς στιγμῆς αὐτῆς, ὅτε σύμπασα ἡ Ἑλλὰς εἶναι συνηθροισμένη ἐνταῦθα, χαίρω, λέγω, ὅτι δὲν ἤκουσα σπουδαίαν κατηγορίαν. Δὲν λέγω, ὅτι ἡ διοίκησις ἦτο ἁγία, ἀλλ’ ὅσον τὸ δυνατὸν καλή· ἀπηντήσαμεν ὅμως μεγάλας δυσκολίας, ἵνα κατορθώσωμεν τοῦτο, διότι τὰ ὄργανα δὲν ἦσαν ἰδικά μας. Ἡ Συνέλευσις εἶχε καταρτίσει τὰ ὄργανα τῆς διοικήσεως, αὐτὴ εἶχε διοργανώσει τὰ δικαστήρια. Εὑρέθημεν ἐν τῷ μέσῳ ὀργάνων, ἀπὸ τῆς καλῆς διαθέσεως καὶ τῆς ἠθικότητος τῶν ὁποίων ἠλπίζομεν μόνον, οὐχὶ δὲ ἀπὸ τῆς συμπαθείας, τὴν ὁποίαν ὤφειλον νὰ ἔχωσι πρὸς ἡμᾶς· — ἦσαν ὄργανα οὐχὶ τῆς ἐκλογῆς μας, ἀλλὰ ξένα, τὰ ὁποῖα μᾶς παρεδόθησαν ἀπὸ ξένων χειρῶν, καὶ χειρῶν, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, αἱ ὁποῖαι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον σκοπὸν δὲν εἶχον ἀποκλειστικῶς τὴν καλὴν διοίκησιν. — Ἐν τούτοις δι’ αὐτῶν τῶν ὀργάνων, τὰ ὁποῖα οὔτε μᾶς ἐγνώριζον ἴσως, οὔτε μᾶς ἠγάπων, ὠφείλαμεν νὰ διοικήσωμεν τὴν Ἑλλάδα, καὶ νὰ κάμωμεν τὸν λαὸν νὰ αἰσθανθῇ τὰ καλὰ τῆς καλῆς διοικήσεως· ὠφείλαμεν νὰ μεταδώσωμεν εἰς αὐτὸν τὰς ἰδέας καὶ τὰ αἰσθήματά μας! Ἐκτὸς τούτου, ἐντὸς τοῦ πολιτικοῦ μας σχεδίου ὑπῆρχεν, ὡς τὸ πρώτιστον πάντων, τὸ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν πλήρη ἐξάσκησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ, εἰς τὸ φιλόνομον τοῦ ὁποίου εἴχομεν πλήρη πεποίθησιν. Οὕτως, ὅτε ἀπεφάσισε νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα τῷ παραχωρεῖ, δὲν ἐταράχθημεν ἐξ ὑπονοιῶν, δὲν κατεφύγομεν εἰς περιορισμούς· ἐκλείσαμεν τοὺς ὀφθαλμοὺς πρὸς τὰ γραφόμενα ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων, εἰ καὶ μέχρις ἀκολασίας ἔφθασαν πολλάκις· μετ’ ἀγαλλιάσεως ἐβλέπομεν ἐντὸς τῶν πόλεων ἀνενοχλήτους ἐγειρομένους τοὺς δημοτικοὺς ἐκείνους ῥήτορας, οἱ ὁποῖοι ἤρχοντο νὰ δείξωσι τὴν κακὴν κατ’ αὐτοὺς κατάστασιν τῶν πραγμάτων, νὰ ἐλέγξωσι, νὰ ἐπαινέσωσι, νὰ συμβουλεύσωσι, καὶ οἱ ὁποῖοι ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ ἤρχιζον, καὶ κατέπαυον ἐν πλήρει τάξει, διότι ἐνεμένομεν εἰς τὸν σκοπὸν νὰ καταστήσωμεν σεβαστὰ τὰ δικαιώματα καὶ νὰ ἀσφαλίσωμεν τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησίν των. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὅταν ἐλεύθερος ἀφίνεται νὰ ἐξασκήσῃ τὰ δικαιώματά του, ὅταν δὲν ἀδικῆται, δὲν παρεκτρέπεται. Καὶ εὐτυχῶς δὲν ἠπατήθημεν· οὕτω κατ’ αὐτὸ τὸ στάδιον, ἐν μέσῳ τοσούτων δυσκολιῶν, ἀπειλῶν, στερήσεων καὶ κινδύνων, διήλθομεν χωρὶς νὰ ταραχθῇ ἡ τάξις οὐδαμοῦ, χωρὶς ἡ ἡσυχία νὰ διακοπῇ, χωρὶς ἡ ἐλευθερία νὰ προσκόψῃ. Ἀλλὰ βεβαίως δὲν ἤρκουν τὰ μέτρα ταῦτα, διότι ὑπάρχουσι καὶ κακοί. Δι’ ὃ, ὡς κυβερνῆται, ἔπρεπε νὰ λάβωμεν πάντα τὰ μέτρα δι’ οἱονδήποτε ἐνδεχόμενον· εἴχομεν τὴν μεγίστην εὐθύνην νὰ σώσωμεν τιμαλφῆ συμφέροντα τοῦ τόπου, νὰ ἐπιτύχωμεν τὸν σκοπόν μας. Εἴπομεν καθ’ ἑαυτοὺς «ἂς ἀσφαλίσωμεν τὴν τάξιν καὶ τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἂς πράξωσιν ἔπειτα ὅ,τι θέλουσι καθ’ ἡμῶν· θὰ ἔχωμεν ὅμως τὸ δίκαιόν μας νὰ λέγωμεν, ὅτι μᾶς κατηγοροῦσι, διότι ἐξεπληρώσαμεν τὸ χρέος μας». Ἰδοὺ ὁ λόγος τῶν διαταγμάτων. Ἀπὸ πολὺ μικρὰς διαστάσεις τὰ ἐξέτασαν, καὶ δὲν εἶδον, ὅτι εἶχον μεγάλους καὶ ὑψηλοὺς κυβερνητικοὺς σκοπούς. Ἀκούσατέ με. Νομίζω περιττὸν ἤδη ν’ ἀπαντήσω πρὸς τὸ εὐφυὲς, ἀλλὰ καὶ λίαν ἀσθενὲς ἐπιχείρημα τοῦ κ. Ἰακωβάτου, ὅτε μᾶς προὐκάλει ἀντὶ τῶν φόρων νὰ εἰσπράξωμεν τὰ καθυστεροῦντα διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν τὰς ἀνάγκας μας. Ὁ κ. Ἰακωβάτος ἔχει δίκαιον ἰσχυριζόμενος τοῦτο, διότι δὲν ἠξεύρει τὴν οἰκονομικὴν τοὐλάχιστον Ἑλλάδα. Ἠξεύρετε, κ. Ἰακωβάτε, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ εἰσπράξωμεν; καὶ ταῦτα, διότι εἷς νόμος, κατὰ τὰ 1862 ἐκδοθεὶς, εἶπεν ὅτι, ὅστις ἐκ τῶν ὀφειλόντων εἰς τὸ δημόσιον θέλει, δὲν πληρόνει· τὸ κατορθώνει δὲ ὑποβάλλων ἁπλῶς ἀναφορὰν καὶ ἰσχυριζόμενος ὅτι δὲν ὀφείλει, καὶ τοῦτο ἔπραξαν οἱ ὀφειλέται ὅλοι. Λοιπὸν διὰ νὰ εἰσπράξωμεν αὐτὰ τὰ καθυστεροῦντα, ἔπρεπε νὰ παραβιάσωμεν τὸν νόμον. Δὲν ἠδυνάμεθα δὲ οὔτε αὐτὸ νὰ κάμωμεν, διότι οὕτω φερόμενοι ἠθέλαμεν καταστρέψει συγχρόνως δικαιώματα κεκτημένα πολιτῶν. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί εἶναι τὰ καθυστεροῦντα; εἶναι περίπου τὸ ποσὸν, τὸ ὑπολειφθὲν, τὸ ὁποῖον ὀνομάζουν ἀλλοῦ non valeur, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ εἰσπραχθῶσι. Δὲν ἠκούσατε, ὅτι ζῶα πτωχῶν καὶ λίαν ἀναγκαῖα ἔπιπλα ἐπωλήθησαν πολλάκις διὰ νὰ πληρωθῶσιν αὐτὰ τὰ καθυστεροῦντα, καὶ ὅμως δὲν εἰσεπράχθησαν; Διατί; διότι οἱ φορολογούμενοι ἢ δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσιν, ἢ δὲν ὀφείλουσι, καθότι ἡ βεβαίωσις εἶναι ὄχι σπανίως λανθασμένη. Τοῦτο δὲ ὄχι μόνον ἐν Ἑλλάδι γίνεται, ἀλλὰ καὶ ἐν Εὐρώπῃ, μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τὰ καθυστεροῦντα ἐκεῖ ἐντὸς προθεσμίας ῥητῆς διαγράφονται, ἤτοι δωροῦνται εἰς τοὺς ὅσοι δὲν δύνανται νὰ πληρώσωσιν αὐτά. Τὰ καθυστεροῦντα λοιπὸν δὲν ἠδυνάμεθα νὰ εἰσπράξωμεν· ἀλλ’ ἔπρεπε καὶ νὰ μὴ πληρώσωμεν; ν’ ἀφήσωμεν τὸ χάος νὰ διαδεχθῇ τὴν τάξιν; Καὶ τότε ποῦ ἠθέλατε εὑρεθῆ σεῖς νὰ μᾶς δικάσητε; πῶς ἤθελε ἐφαρμοσθῆ τὸ Σύνταγμα; ν’ ἀπολύσωμεν τοὺς στρατιώτας, τοὺς ὑπαλλήλους, αὐτὴν τὴν κυβέρνησιν; διότι οὐδεὶς εἶχε πολλὴν ὄρεξιν νὰ ἐργάζεται ἄνευ μισθοῦ. Λοιπὸν κατακρίνατέ μας, διότι δὲν ἀφήκαμεν τὸ χάος νὰ κατακλείσῃ τὴν Ἑλλάδα, διότι ἐφροντίσαμεν, ὅσον ἐξήρτητο ἀφ’ ἡμῶν, νὰ ἔλθετε ἐδῶ νὰ μᾶς δικάσητε· κατακρίνατέ μας καὶ τὸ δεχόμεθα. Ἀλλὰ, ἐνεργοῦντες ὅπως ἐνηργήσαμεν, νομίζετε, ὅτι ἐνηργήσαμεν πρωτοτύπως; Ὄχι! ἐνηργήσαμεν ἀκολουθοῦντες τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος κατά τινα ἐποχὴν, ἀξιοθαύμαστον μάλιστα, κατὰ τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Μεσολογγίου, καὶ ὄχι μόνον τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ καὶ τὴν τῆς Εὐρώπης. Κατὰ τὴν ἐποχὴν τοῦ Κωλέττου καὶ κατὰ τὰ 1862 τὸ αὐτὸ συνέβη, καὶ τὸ αὐτὸ ἐπράχθη· καὶ διὰ τοῦτο θέλω παρακαλέσει τὸν κ. Χρηστόπουλον νὰ ᾖναι συνεπὴς, προκειμένου νὰ δικάσῃ ἡμᾶς, νὰ μᾶς δικάσῃ δηλαδὴ ὅπως κατὰ τὸ 1862, ἂν μὴ μὲ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, ὅτε εἰσεπράχθησαν φόροι ἄνευ νόμου. Ἀλλ’ ὅσοι ἔχουσι τὴν εὐτυχίαν ἢ μᾶλλον τὴν ἀτυχίαν ἐν Ἑλλάδι νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰ δημόσια πράγματα, ἠνόησαν, ὅτι πολλάκις εὑρίσκονται εἰς περιστάσεις, αἱ ὁποῖαι τοὺς ὑποχρεώνουν ν’ ἀναλάβωσιν ἅπασαν τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών των. Κύριοι, δὲν εἶμαι τῆς αὐτῆς πολιτικῆς γραμμῆς, ἀλλὰ τοῦτο δὲν μὲ ἐμποδίζει νὰ τιμῶ τὸν κυρ. Βούλγαρην. Ὁ κύριος Βούλγαρης ἔδειξε χαρακτῆρα ἀνδρὸς, γνωρίζοντος νὰ διοικῇ τὸν τόπον· διότι, ὅτε ἐν τῇ ἐπαναστάσει ἐσχημάτισε κατ’ ἀρχὰς κυβέρνησιν, τὴν ἐσχημάτισε μόνος, ἐνῷ κατὰ τὸ ψήφισμα ἔπρεπε τρεῖς νὰ συμπράττωσιν, καὶ οἱ δύο δὲν ἦσαν παρόντες. Ἀλλὰ δὲν ἔπραξε τοῦτο καὶ μόνον, διῄρεσε καὶ τὸ ὑπουργεῖον καὶ ἔδωκε τεμάχια τοῦ ὑπουργικοῦ χαρτοφυλακείου πρὸς ἱκανοποίησιν ἀφιλοκερδείας τινος· δὲν ἐδίστασε δὲ καὶ συνεδριαζούσης τῆς Συνελεύσεως κατὰ φευρουάριον, νὰ σχηματίσῃ τὸ ὑπουργεῖον ἄνευ τοῦ κ. Κανάρη, καὶ ἀπήντησεν ὅτι, καὶ μόνος του ἂν ἔμενεν, ἤθελεν ἐνεργήσει καὶ ἤθελεν ἀναλάβει ἅπασαν τὴν εὐθύνην τῆς διοικήσεως τοῦ τόπου. Ἡ δὲ κυρίαρχος ἐκείνη Συνέλευσις, ἡ Συνέλευσις τῆς ἐπαναστάσεως μετ’ ἐπαίνων ἐδέχθη τὰ ἔργα του. Εἴχομεν λοιπὸν τὴν ἱστορίαν τοῦ τόπου μας πρὸ ἡμῶν, ἥτις ἔλεγεν, «ὅτι δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ἀφήσητε τὸ Κράτος νὰ παραλύσῃ.» Ἀλλὰ δὲν ἤρκει μόνον, διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τὸν σκοπόν μας, νὰ ἐνεργήσωμεν, ὅπως ἐνηργήσαμεν, δὲν εἴχομεν ἀνάγκην μόνον τοῦ νὰ ἐπαρκέσωμεν εἰς τὰ ἔξοδα καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας, ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἔργα νὰ πράξωμεν, καὶ ἰδοὺ ποῖα. Τὸ ἔδαφος ἐκλονεῖτο, ὅπως σᾶς προεῖπον· ἐνέργειαι καταχθόνιαι, ῥαδιουργίαι ἐγίνοντο. Τὸ κατ’ ἐμὲ, πάντοτε τὰς περιεφρόνησα, καὶ ὅμως ἔπρεπε νὰ λάβωμεν πάντα τὰ μέτρα, τ’ ἀπαιτούμενα πρὸς συντήρησιν καὶ ἑδραίωσιν αὐτοῦ τοῦ κλονουμένου ἐδάφους. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἡ λῃστεία ἐμάστιζε τὸν τόπον φρικτὴ καὶ ἀποτρόπαιος. Καὶ ἠξεύρετε τὶ εἴχομεν πρὸς καταδίωξιν αὐτῆς; ἀντὶ στρατιωτῶν, διότι οἱ στρατιῶταί μας μετὰ τὴν ἐπανάστασιν ἔμειναν ὀλίγοι, ἐμμίσθους ἐθνοφύλακας. Δὲν ἀρνοῦμαι ὅτι ἡ ἔμμισθος ἐθνοφυλακὴ πολλάκις παρέσχεν ὑπηρεσίας σπουδαίας καὶ μεγάλας, ἀλλὰ δὲν ἦτο τοῦτο ὁ γενικὸς κανών. Ἡ ἐθνοφυλακὴ δὲν εἰμπορεῖ νὰ ἀνταποκρίνηται εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κοινοῦ, διότι δὲν εἶναι τακτικὸς στρατὸς, ὑπηγμένος ὑπὸ πειθαρχίαν, συνειθισμένος ἐν τῇ τάξει, καὶ ἐμπνεόμενος ὑπὸ τοῦ πνεύματος, ὑπὸ τοῦ ὁποίου ἡ ἐξουσία, ἡ ἐπιφορτισμένη νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον, ἐμπνέεται· δὲν ἀνετράφη ὑπὸ τὸ πνεῦμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διακρίνει τὸν στρατόν. Ἑξακόσιοι ὑπῆρχον ἐθνοφύλακες προσκεκλημένοι νὰ ὑποστηρίξωσι τὴν τάξιν· ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν πολλαχοῦ τί ὑπῆρχον; ὀνόματα μόνον, λῃσταποδόχοι, καὶ ὅσοι ἀναγινώσκετε τὰς ἐφημερίδας θὰ εἴδετε βεβαίως, ὅτι ἐθνοφύλακές τινες πέριξ τῶν Ἀθηνῶν συνεννοοῦντο πρὸς λῃστὰς. Πανταχόθεν δὲ ἐλαμβάνομεν θλιβερὰς ἐκθέσεις περὶ τῆς ἀθλίας αὐτῆς καταστάσεως, καὶ πολλαχοῦ, ὅπου ἡ κατάστασις αὕτη ὑπῆρχεν, οἱ νομάρχαι ἐπανελάμβανον τ’ αὐτὰ παράπονα καὶ ἐπανελάμβανον τὸ «στείλατέ μας βοήθειαν, σώσατε τὸν τόπον, διότι ἀντὶ νὰ ἔχωμεν δύναμιν κυβερνητικὴν, ἔχομεν δύναμιν καταστρέφουσαν.» Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι ὑπῆρχον ἐξαιρέσεις λίαν ἔντιμοι, καὶ διὰ νὰ πεισθῆτε ἔτι μᾶλλον ὅτι ὁ σκοπός μας ἦτο εἰλικρινὴς, μάθετε: Διακόσιαι χιλιάδες δραχμῶν ἐδόθησαν εἰς τὰς χεῖράς μου ὡς ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν νὰ τὰς διαθέσω ὅπως θέλω· αὐτὸ σημαίνει ἐθνοφυλακὴ, νὰ διορίσω τοὺς φίλους καὶ τοὺς συγγενεῖς μου. Τούτων ἐγὼ παρῃτήθην, ἄφησα τὴν ἐξουσίαν αὐτὴν, δὲν ἠθέλησα νὰ κάμω χρῆσιν τῆς μεγάλης αὐτῆς δυνάμεως, τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος δίδει εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Ἐσωτερικῶν. Ἀντ’ αὐτῶν ἂς διοργανώσω, εἶπα, τακτικὴν δύναμιν τῆς κυβερνήσεως, τοῦ ἔθνους, καὶ οὐχὶ τοῦ ὑπουργοῦ. Ἀντικατέστησα λοιπὸν τοὺς ἐθνοφύλακας, τοὺς ἀνθρώπους τῆς χειρός μου, τοὺς ὁποίους ἠδυνάμην ἐγὼ νὰ διορίσω, τοὺς ἀντικατέστησα διὰ τακτικῆς δυνάμεως, τῆς χωροφυλακῆς. Καὶ ἠξεύρετε τί εἶναι ἡ δύναμις αὐτή; Ἐρωτήσατε εἰς τὰ ὅρια, ὅπου πίπτουσιν ὑπὸ τὴν μάχαιράν της, συμπραττούσης μὲ τὸν στρατὸν, κακοῦργοι, λησταὶ ἀποτρόπαιοι. Ἂν δὲ ἀνακρίνεται ἔτι ἡ λῃστεία σποραδικῶς, δὲν προέρχεται ἐξ ἀμελείας μας. Τὴν λῃστείαν τὴν περιωρίσαμεν, τὴν ἐπολεμήσαμεν, τὴν περιεστείλαμεν διὰ τῶν ὁποίων ἐλάβομεν μέτρων, καὶ ἤδη μένει κατὰ δυστυχίαν ἔτι, ἀλλὰ κατὰ πολὺ περιωρισμένη εἰς μέρη τινά. Ἀλλὰ, Κύριοι, νομίζετε ὅτι αὐτὴ ἦτο μόνη ἡ ἀνάγκη μας; Θέλω ἐπικαλεσθῶ μάρτυρα τὸν ἀξιότιμον συνάδελφον κ. Σωτ. Πετιμεζᾶν. Ἐπρόκειτο νὰ γείνωσιν αἱ βουλευτικαὶ ἐκλογαί· ὁ ἀγὼν προεμηνύετο βίαιος, ἐπικίνδυνος· πρώτην φορὰν νέον σύστημα ἐκλογικὸν ἐφηρμόζετο ἐν Ἑλλάδι ἄνευ τῆς παρουσίας καὶ τῆς ἐπεμβάσεως τῆς ἐξουσίας· τὰ κόμματα, ἐμπνεόμενα ἐκ ζωηροτάτων αἰσθημάτων, τὰ ὁποῖα ἐνεπνεύσθησαν ἐν τῇ συνελεύσει, κατήρχοντο εἰς τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα μετ’ ἐπιμονῆς. Κίνδυνοι λοιπὸν ὑπῆρχον περὶ τῆς τάξεως, καὶ πολλοὶ σπουδαῖοι ἄνδρες ἀμφίβαλλον ἂν θὰ ἐγίνοντο ἐκλογαί· ἐλλόγως ἄρα μᾶς ἀπησχόλει σπουδαίως ἡ ἰδέα τῆς συντηρήσεως τῆς τάξεως καὶ τῆς αἰσίας διεξαγωγῆς τῶν ἐκλογῶν. Εὐτυχῶς οἱ φόβοι μας ἀπεδείχθησαν ψευδεῖς. Ὁ ἑλληνικὸς λαὸς καὶ κατὰ τὴν περίστασιν αὐτὴν παρέσχε νέα δείγματα τῆς πρὸς τοὺς νόμους καὶ τὴν τάξιν ἀφοσιώσεώς του. Ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ τὸ προφητεύσωμεν ἡμεῖς. Ἔπρεπε λοιπὸν νὰ φροντίσωμεν καὶ νὰ λάβωμεν τὰ μέτρα μας, διότι στρατὸν ἀρκοῦντα δὲν εἴχομεν. Ὅταν εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον προσεκαλέσαμεν καὶ τὸν κύριον Σ. Πετιμεζᾶν νὰ συντάξῃ τὰς ἐγκυκλίους καὶ νὰ μᾶς συνδράμῃ εἰς τὴν διανομὴν τῶν στρατιωτῶν, εὑρέθημεν εἰς ἀμηχανίαν. Συνηθροίσαμεν ἀπὸ διαφόρων μερῶν στρατιώτας, καὶ ἀφοῦ διενείμαμεν ἀνὰ 4 καὶ 5 χωροφύλακας εἰς ἕκαστον δῆμον, ἐπερίσσευσαν ὀλίγοι μεθ’ ὧν ἀπετελέσαμεν ἓν σῶμα ἐκ 300 περίπου στρατιωτῶν, τὸ ὁποῖον διῃρέσαμεν εἰς δύο καὶ ἐτοποθετήσαμεν εἰς τὴν Πελοπόννησον καὶ τὴν Στερεὰν, ἵνα χορηγῶσι τὴν συνδρομήν των ἐν περιπτώσει σπουδαίας ἀνάγκης, καὶ σχεδὸν ἠποροῦμεν περὶ τοῦ πρακτέου, ἐὰν κατὰ δυστυχίαν εἰς πολλὰ μέρη συνέβαινε σπουδαία ῥῆξις συγχρόνως, καὶ ἐσκεπτόμεθα πῶς νὰ ἀναπληρώσωμεν τὴν στέρησιν στρατιωτῶν· καὶ ἀληθῶς μᾶς συνέβη κατὰ διάφορα μέρη σύγχρονος ἀνησυχία, ἵνα βεβαιωθῇ, φαίνεται, ὅτι εἴχομεν δίκαιον φοβούμενοι καὶ λαμβάνοντες τοιαῦτα μέτρα. Ἐν Μεσσήνῃ πρὸ τῆς ἐκλογῆς τηλεγράφημα κατεσπευσμένως μᾶς ἀνήγγελλεν, ὅτι σύγκρουσις ἐγένετο ἐκεῖ, ὅτι οἱ παθόντες ἠπείλουν καὶ ὅτι ἂν στρατὸς δὲν ἔσπευδε νὰ φθάσῃ, ἡ ῥῆξις ἦτον ἄφευκτος, ἐκλογὴ δὲν ἐγίνετο. Ἐσπεύσαμεν νὰ στείλωμεν τὸν στρατόν· ἀλλὰ τὴν ἐπιοῦσαν ἕτερον τηλεγράφημα ἐκ Καρυταίνης μᾶς ἀνήγγελλε τὰ ἴδια, καὶ τὰ ἐκ Καλαβρύτων ἦσαν ἀλλεπάλληλα, ἀγγέλλοντα ὅτι «ἀποκρούονται οἱ ψηφοφόροι διὰ τῆς βίας, νοθεύσεις γίνονται, στείλατε στρατιώτας, διότι ἀπειλεῖται ῥῆξις·» ἀλλὰ τίνας νὰ στείλωμεν; Εὐτυχῶς ὅμως ἡ προθεσμία ἦτο ὀλίγη, διότι ὅταν ἐλάβομεν τὸ τηλεγράφημα, ἡ ἐκλογὴ σχεδὸν ἦτο περαιωμένη καὶ ἡ τάξις δὲν ἠπειλεῖτο πλέον. Ἀλλ’ ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι τὰ ἀποτελέσματα ὡς πρὸς τὴν λῃστείαν τὰ βλέπομεν, ὡς πρὸς τὰ ἄλλα ὅμως οὐχὶ καὶ ἴσως ἐμεγαλοποιοῦμεν τὰ πράγματα. Διότι πούποτε στάσις δὲν ἐγένετο, τοῦτο δὲν ἀποδεικνύει ὅτι ἔχομεν καὶ ἄδικον, ἴσα ἴσα ὁ σκοπός μας ἦτο νὰ μὴ γείνῃ στάσις. Αἱ σκέψεις μας ἦσαν εἰλικρινεῖς, σοβαραί, καὶ ἂν δὲν ἐλαμβάνομεν αὐτὰ τὰ μέτρα, εἴχετε δίκαιον ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἡ τάξις ἤθελε ταραχθῇ, νὰ μᾶς μεμφθῆτε καὶ νὰ μᾶς εἴπητε, τί ἐκάματε; εἴχετε ἐκλογάς, ἡ κίνησις καὶ ὁ ἀναβρασμὸς ἤθελεν εἶσθαι γενικὸς καὶ σεῖς ἐκοιμᾶσθε ἐνῷ τὸ ἔθνος κατείχετο ὑπὸ πυρετοῦ; δὲν ἐννοεῖτε πόσον πολύτιμον εἶναι τὸ Ἑλληνικὸν αἷμα; Εἴχετε δίκαιον τότε νὰ μᾶς ἀπαγχονίσητε, ἐπειδὴ ἡ φράσις αὕτη ἀρέσκει εἴς τινας ἐντίμους συναδέλφους μας. Ἀλλά, Κύριοι, πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν τῆς συντηρήσεως τῆς τάξεως εἴχομεν ἀνάγκην καὶ ἄλλων μέτρων, τὰ ὁποῖα κατ’ ἐμὲ δὲν ἦσαν νομοθετικά, ἀλλὰ τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἦτο τὸ μέτρον τῆς τακτοποιήσεως τῶν ἀστυνομικῶν κλητήρων. Ἡ προφανὴς ἀνάγκη τῆς συντηρήσεως τῆς τάξεως εἶναι πρὸ πάντων μεγαλειτέρα ἐν Ἀθήναις. Ὅταν αἱ Ἀθῆναι ἡσυχάζωσιν, ἐὰν ἀναφανῇ ἐνιαχοῦ τοῦ κράτους μικρά τις νόσος, εἶναι λίαν εὐθεράπευτος. Τὰ ἄκρα τοῦ σώματος εἶναι κακὸν νὰ πάσχωσιν, ἀλλ’ οὐδεὶς κίνδυνος ἐπίκειται ἐξ αὐτοῦ τοῦ παθήματος. Λοιπὸν ἡ πρώτη ἀνάγκη τῆς συντηρήσεως τῆς τάξεως εἶναι ἐν Ἀθήναις πρὸ πάντων, δύναμις δὲ ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ πρώτη εἶναι ἡ ἀστυνομία, ἥτις καὶ ὡς ὑλικὴ δύναμις καὶ ὡς ἀστυνομία ἔπρεπεν ἕνεκα τούτου νὰ ἔχῃ ὑπαλλήλους ἰδικούς της, γεγυμνασμένους, μὴ ἐξαρτωμένους ἀπὸ τῶν συστάσεων τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου, ὅπως ἐγίνετο μέχρι τῆς σήμερον· ἄλλως δὲν δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι ἔχετε ἀστυνομίαν. Ὅταν ἡ ἀστυνομία δὲν ᾖναι κυρία τῶν ὀργάνων της, ὅταν τὰ ὄργανά της δὲν ἔχωσι καμμίαν πεποίθησιν περὶ τῆς διατηρήσεώς των, ὅταν τὰ ὄργανά της γινώσκωσιν, ὅτι ἡ ὕπαρξις των ἐξαρτᾶται ἀπὸ τοῦ δεῖνα καὶ δεῖνα, ἀστυνομία δὲν ὑπάρχει· μὴ ἐλπίζετε τίποτε ἀπὸ τοιαύτης ἀστυνομίας. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς δυνάμεως λοιπὸν καὶ τῶν ἀστυνομικῶν ἀναγκῶν, ἡ ἀστυνομία ἔπρεπε νὰ διοργανωθῇ, νὰ λείψῃ ἡ ἀνωμαλία καὶ ἡ ἀβεβαιότης. Ὁ ὀργανισμὸς αὐτῆς ἠλάττωνε τὴν ἐξουσίαν τοῦ ὑπουργοῦ ὡς πρὸς τοὺς διορισμοὺς καὶ τὰς παύσεις, ἐκέρδαινεν ὅμως ἡ τάξις καὶ ἡ ὑπηρεσία. Οὕτως ἐσχηματίσαμεν ἀστυνομίαν οὐχὶ τῶν προσώπων, ἀλλ’ ἀστυνομίαν ὑπηρετοῦσαν τὴν κοινωνίαν, ἀληθῆ, βεβαίαν, καὶ ἀνταποκρινομένην εἰς τὰς ἀνάγκας. Ἰδοὺ ὁ σκοπὸς τῆς θητείας. Ἀλλ’ εἶναι πρᾶξις νομοθετικὴ αὕτη; ἰδοὺ τὸ δεύτερον ζήτημα. Τί ἐπράξαμεν διὰ τοῦ διατάγματος τῆς θητείας; Ἐπεβάλομεν ὑποχρεώσεις εἰς ἑαυτούς, περιωρίσαμεν τὴν δύναμιν τοῦ διορίζειν καὶ παύειν, ἐθέσαμεν κατηγορίαν, ᾐσθάνθημεν τέλος τὴν ἀτομικήν μας ἀδυναμίαν κατὰ τῶν ἀπαιτήσεων, καὶ ἠθέλαμεν νὰ θέσωμεν ὑποστήριγμα τῆς ἀδυναμίας μας αὐτῆς, καὶ νὰ κανονίσωμεν τὴν ἐνέργειάν μας, ἔχοντες τὴν πεποίθησιν ὅτι οὕτω δυνάμεθα νὰ ἐνεργήσωμεν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ὑπηρεσίας. Αὐτὸν τὸν σκοπὸν δὲν ἔχει ὁ περὶ προσόντων νόμος;
§46ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Πῶς μετὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν διαταγμάτων διωρίσατε δασοφύλακας;
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἕτοιμον ἔχω τὴν ἀπάντησιν. Ἡμεῖς ἐκάμαμεν τοὺς διορισμοὺς ὑπὸ τύπους· καὶ ἠξεύρετε ποῖος εἶναι ὁ τύπος; νὰ σεβασθῶμεν τὰ ὑπάρχοντα δικαιώματα, νὰ διατηρήσωμεν ἀνθρώπους ὑπάρχοντας ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ. Ὁ ὅρος αὐτὸς ἀκριβέστατα ἐτηρήθη. Τί ἠθέλατε, εἰπέτε μοι, νὰ ἀφήσωμεν ὑμᾶς μὴ ἔχοντας οὐδεμίαν εὐθύνην νὰ διορίσητε; νὰ δώσωμεν τὴν ὑπηρεσίαν εἰς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μᾶλλον ἠπείλουν τὴν τάξιν; ἢ ἠθέλατε νὰ ἔχωμεν ἡμεῖς τὴν εὐθύνην τῶν πράξεών μας, ὡς Κυβέρνησις ἐκτελοῦσα καὶ ὑποχρεωμένη νὰ ἐφαρμόσῃ τοὺς νόμους καὶ νὰ συντηρήσῃ τὴν τάξιν, καὶ νὰ μὴ διορίζωμεν τοὺς ὑπαλλήλους, τὰ ὄργανά μας;
§48Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Θεωρεῖτε νομοθετικὸν τὸ ἔργον;
§49ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ θεωροῦμεν ὡς καθαρὰν κυβερνητικὴν πρᾶξιν, σκοπὸν ἔχουσαν νὰ εὐκολύνῃ τὴν κυβερνητικὴν ἐνέργειαν, νὰ κανονίσῃ τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν καὶ ν’ ἀπομακρύνῃ τὰς ἐκνόμους ἐνεργείας.
§50ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Ἓν ἄλλο ὑπουργεῖον δύναται νὰ ἀναιρέσῃ ταῦτα, καὶ ἑπομένως δὲν ὑπάρχει ἀσφάλεια.
§51Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Αὐτὸ τὸ διάταγμα ἤθελον νὰ τὸ ἴδω, ἵνα ἴδω ἂν φέρῃ τὸν τύπον, ὅτι θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν.
§52ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ περὶ δασοφυλάκων δὲν ἔχει τὸν τύπον, οὔτε θέλει ὑποβληθῆ εἰς τὴν Βουλήν.... (θόρυβος).
§53ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν δὲν ἔχῃ τὸν τύπον αὐτόν, κατὰ λάθος δὲν τὸν ἔχει· διὰ διατάγματος ἐπεβάλομεν ὑποχρεώσεις εἰς ἑαυτοὺς ὡς ἐξουσίαν, ἀσφαλίζοντες τοὺς ὑπαλλήλους καὶ καθιεροῦντες μονιμότητα ὑπὲρ αὐτῶν. Ἀλλὰ δὲν ἀρκεῖ τοῦτο· πρέπει νὰ καθιερώσωμεν καὶ ὑποχρεώσεις ἐκ μέρους αὐτῶν, καὶ πρὸς τοῦτο ἀπαιτεῖται νόμος· διότι διὰ τοῦ νόμου καθιεροῦνται δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις· ὅπως ἐγένετο δὲ εἶναι πρᾶξις τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἥτις διὰ νὰ ᾖναι πλήρης πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐπικύρωσιν. Ἐξεδόθη καὶ τὸ διάταγμα τὸ ἀπαγορεῦον τὸ νὰ διορίζωνται ἐντόπιοι οἱ ἀρχηγοὶ τῶν διαφόρων ὑπηρεσιῶν, καὶ τοῦτο πᾶσαι αἱ παρελθοῦσαι Βουλαὶ ἐθεώρησαν ὡς δυνάμενον νὰ κανονισθῇ ὑπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ὑπάλληλοι ἐντόπιοι πρέπει νὰ ἔχωσι τὴν ἀρετὴν τοῦ Σωκράτους, ἵνα δύνανται νὰ ἀνθέξωσι εἰς τοὺς πειρασμούς, ὅταν πρόκηται νὰ ἀποδώσωσι δικαιοσύνην εἰς φίλους, συγγενεῖς, γείτονας. Οἱ πλεῖστοι ὑπάλληλοι, διοριζόμενοι ἐντὸς τῆς πατρίδος των, δὲν δύνανται ἤδη μάλιστα νὰ ἀπογυμνωθῶσι τὸ ἔνδυμα μὲ τὸ ὁποῖον τὰ ἐπιτόπια συμφέροντα τοῦ κόμματος, τὸ ὁποῖον τοὺς προστατεύει, τοὺς περιβάλλουσιν. Ἐξεδώκαμεν λοιπὸν καὶ αὐτὸ τὸ διάταγμα, τὸ ὁποῖον ἄλλως ἦτο ἐπανάληψις ἑτέρου προεκδεδομένου, καὶ τὸ ἐθεωρήσαμεν ἐπίσης τῆς ἁρμοδιότητος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ὅπως καὶ τὸ ἄλλο, διότι ἀμφότερα ἐπιβάλλουσιν ὑποχρέωσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν μόνον. Τὰ διατάγματα ταῦτα περιστέλλουσι τὴν ἐξουσίαν καὶ περιορίζουσι τὰ ὅρια τῶν θυσιῶν τῆς διοικήσεως ὑπὲρ τῆς πολιτικῆς, καὶ ἀπορῶ πῶς οἱ φωνάζοντες «μὴ ἐνδίδετε εἰς τὰς ἀπαιτήσεις» κατηγοροῦσιν ἤδη μέτρα, σκοπεύοντα νὰ περιστείλωσιν αὐτὰς τὰς ἀπαιτήσεις, καὶ νὰ χορηγήσωσιν ὀλίγην ἀναψυχὴν καὶ ἄνεσιν πρὸς τοὺς πτωχοὺς ὑπαλλήλους. Μὴ λησμονεῖτε, ὅτι μεγάλως θέλει περιορισθῆ ὁ ἀριθμὸς τῶν ἀπαιτητῶν, μὴ δυναμένων νὰ ἐπιτύχωσι θέσιν ἐντὸς τῆς πατρίδος των. Κύριοι, ἡ Ἑπτάνησος, ἑνωθεῖσα μετὰ τῆς Ἑλλάδος, εἶχεν ἀνάγκην νὰ διοικηθῇ· ἐπρόκειτο νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαί· ἐπρόκειτο νὰ αὐξήσωμεν εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον τὴν ἀγάπην καὶ τὴν ἀδελφότητα, νὰ ἑδραιώσωμεν τὴν ἰδέαν τῆς ἑνώσεως μετὰ τῆς μητρὸς Ἑλλάδος, κατὰ τοσοῦτον δὲ μάλιστα ἦτον ἀναγκαῖον τοῦτο, καθόσον ἡ ὑπάρχουσα κατάστασις δὲν ἤρεσκεν. Ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἤθελε τὰ ἴδια πρόσωπα καὶ τὸ ἴδιον σύστημα νὰ διοικῇ τὸν τόπον, καὶ μετὰ τὴν ἕνωσιν ἤθελε νὰ γευθῇ τῶν ἀγαθῶν νόμων τῆς Ἑλλάδος— Κράτος μὲ διάφορα ἔθιμα καὶ νόμους δὲν ἐννοεῖται. Ἔπρεπε νὰ κάμωμεν λοιπὸν βήματα πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν. Γνωρίζετε ἴσως, ὅτι ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπάρχουσιν εἰσέτι ἀναμνήσεις ὑπὲρ τῆς πρώην καταστάσεως, αἱ ὁποῖαι δὲν παύουσι νὰ ἐκμεταλλεύωνται πᾶν ἄτοπον, πᾶν κακόν. Ἡ πρώην κατάστασις, ζήσασα τόσους χρόνους, ἐγέννησε καὶ συμφέροντα καὶ συμπαθείας, αἱ ὁποῖαι δύνανται νὰ νικηθῶσι διὰ τῆς ἐπὶ τὸ βέλτιον ἀναπτύξεως τοῦ τόπου, διὰ διοικήσεως κανονικωτέρας καὶ καταλληλοτέρας. Ὅθεν χάριν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ μείνωμεν μὲ τὰ ὑπάρχοντα· ἔπρεπε νὰ συγχωνεύσωμεν τὴν Ἑπτάνησον μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ ἐξαλείψωμεν ὅσον ἠδυνάμεθα τὰς ἰδέας τοῦ χωρισμοῦ, τῆς διαιρέσεως καὶ τοῦ τοπικισμοῦ καὶ τὰς ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος. Ἀλλὰ πῶς ἠθέλαμεν ἐκτελέσει ταῦτα; ἀλλὰ πῶς ἠθέλαμεν ἐφαρμόσει τὸν ἐκλογικὸν νόμον, πῶς ἠθέλαμεν ἐφαρμόσει τόσα ἄλλα μέτρα, ὅταν ἐμείναμεν μὲ διοίκησιν ξένην, μὲ ὄργανα ξένα, μὲ σύστημα νομοθεσίας διάφορον πρὸς τὸ τῆς Ἑλλάδος, ὅλως ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸ συνταγματικὸν σύστημά μας καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς ἐποχῆς; ἔπρεπε πάντως νὰ ἀλλάξωμεν αὐτὴν τὴν κατάστασιν, νὰ στείλωμεν ὄργανα τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως γνωστὰ, εἰς τὰ ὁποῖα νὰ ἔχωμεν πεποίθησιν, καὶ τὰ ὁποῖα νὰ γνωρίζωσι τοὺς νόμους οὓς ἔμελλον νὰ ἐφαρμόσωσι, τὰς ἀνάγκας καὶ τὰς ἰδέας τοῦ τόπου, καὶ νὰ δύνανται νὰ μᾶς ἐννοῶσιν· ἔπρεπε τέλος πάντων νὰ ἀπαλλάξωμεν τὸν τόπον αὐτὸν ἀπὸ τοιαύτης καταστάσεως, ἡ ὁποία ἀπήρεσκεν εἰς τὴν πλειοψηφίαν, καὶ πλειοψηφία ἂν ὄχι παμψηφία ἦτο ἡ θέλουσα τὴν ἕνωσιν. Ἑπομένως πρὸς αὐτὸν τὸν σκοπὸν ἐκάμαμεν τὴν ἀφομοίωσιν. Ἐκτὸς τούτων, ὑπάρχουσι μέρη εἰς τὰ ὁποῖα, καθὼς λέγεται, αἱ δημοκρατικαὶ ἰδέαι ἔχουν τὴν ἑστίαν των· ὑπόνοιαι ἦσαν λοιπὸν μήπως ἐπεχείρουν καὶ αὗται νὰ ἐκμεταλλευθῶσι τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ἴσως ἀπέναντι τῶν πολλαπλασίων αὐτῶν ἐνεργειῶν ἠθέλαμεν εὑρεθῆ ἐν μεγίσταις δυσκολίαις, καὶ ἐδικαιοῦσθε τότε νὰ μᾶς ἐξελέγξητε καὶ νὰ μᾶς ζητήσητε λόγον, διατὶ δὲν ἐλάβομεν μέτρα πρὸς θεραπείαν, καὶ ἀφοῦ εἴχομεν ἀπόφασιν ῥητὴν τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία καθιέρωσε τὴν ἀρχὴν τῆς ἀφομοιώσεως, καὶ καθ’ ἣν ἡ ἀφομοίωσις ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ἦτο πρᾶγμα· κατὰ τὰς ἰδέας μάλιστα τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ κ. Δεληγιώργη, δὲν ἀπῃτοῦντο νόμοι.
§54ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐγὼ εἶπον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἰσότης δικαιωμάτων καὶ βαρῶν μεταξὺ τῶν δύο λαῶν καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον τῆς ἰσότητος ἐδεχόμην πᾶσαν μεταβολὴν εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ πάντα μεταβατικὸν νόμον εὐκολύνοντα τὴν εἰσαγωγὴν τῆς ἑλληνικῆς νομοθεσίας καὶ τροποποιοῦντα τὴν ἑπτανησιακὴν νομοθεσίαν.
§55ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἐνθυμοῦμαι καλῶς, εἴπατε ὅτι δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νόμων ἀφομοιώσεως, ἀλλὰ καθ’ ὅσα μέρη δὲν πρέπει νὰ ἀφομοιωθῶσιν εὐθύς.
§56ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Περίπου αὕτη εἶναι ἡ ἰδέα μου· ἐστηρίχθην εἰς ἓν ψήφισμα τῆς Βουλῆς τῆς Ἰονίου, ἡ ὁποία ἔλυε τὸ ζήτημα· ἔλεγε δὲ ὅτι ἀφ’ ἧς ἡμέρας τὸ πολίτευμα δημοσιευθῇ εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ γείνει γνωστὸν, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης ὅλη ἡ ἑλληνικὴ νομοθεσία θεωρεῖται ἐν ἰσχύϊ εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἑπομένως ἡ ἀφομοίωσις εἶναι πλέον περιττή· θὰ γείνῃ μόνον νόμος περὶ τῶν ἐξαιρέσεων.
§57ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Βλέπετε ὅτι ἡ ἀφομοίωσις καὶ ὑπὸ τῆς μειονοψηφίας τῆς Συνελεύσεως ἐθεωρεῖτο ἤδη ὑπάρχουσα πλήρης;
§58ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐψηφίσθη.
§59ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ πλειονοψηφία διὰ τοῦ ἐγγράφου, περὶ οὗ ἐγένετο λόγος, καὶ τὸ ὁποῖον ἔχει μεγάλην σημασίαν, διότι μία ἢ δύο ψῆφοι ἔλειπον διὰ νὰ γείνωσιν οἱ ὑπογράψαντες ἀπαρτία, ἐβοήθει εἰς τὰς πράξεις μας, ὅθεν ἐνηργήσαμεν θεωροῦντες λελυμένον τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως καὶ ἐφηρμόσαμεν αὐτὴν εἰς ὅσα μέρη τῆς νομοθεσίας ἐνομίσαμεν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν ἐβλάπτετο ἐὰν ἐφηρμόζοντο. Δυνατὸν νὰ ἐπλανήθημεν, ἀλλὰ δὲν παρηνομήσαμεν, διότι ἐκαθιερώσαμεν τὴν ἀφομοίωσιν, καὶ ἴσως παρηνομήσαμεν, διότι εἰς μέρη τινὰ δὲν τὴν καθιερώσαμεν. Ἰδοὺ πόθεν ὁρμώμενοι εἰσηγάγομεν τὸ διοικητικὸν καὶ τὸ οἰκονομικὸν σύστημα. Ἐπειδὴ δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ ὑπάλληλοι τῆς Ἑλλάδος νὰ μισθοδοτῶνται ὀλιγώτερον τῶν ὑπαλλήλων τῆς Ἑπτανήσου, ἀφωμοιώσαμεν καὶ τοὺς μισθούς. Τὰ μέτρα ταῦτα μᾶς ὑπαγόρευεν ἡ ἀνάγκη καὶ τῆς ἰσότητος καὶ τῆς οἰκονομίας. Ἐπῆλθε μετὰ ταῦτα καὶ ἡ αἴτησις τῆς διαιρέσεως δύο νήσων εἰς ἐκλογικὰς περιφερείας, τὴν ὁποίαν πολεμεῖ ὁ Κ. Ἰακωβάτος. Κατ’ ἀρχὰς χρεωστῶ νὰ σᾶς ὁμολογήσω, ὅτι δὲν συγκατετιθέμην, ἤμην ἑπομένως ἀποφασισμένος νὰ μὴ τὴν δεχθῶ. Οἱ ἔντιμοι Βράϊλας καὶ Μαρκορᾶς μοὶ ἐξήγησαν πάντας τοὺς ἐπιτοπίους λόγους, πᾶσαν τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀγροτικοῦ ζητήματος, δέν με ἐπλάνησαν ὅμως· δὲν δύναμαι, εἶπα, διὰ τοιούτους τοπικοὺς λόγους, διὰ τοιαῦτα τοπικὰ συμφέροντα νὰ παραβιάσω τὸν νόμον, καὶ ἐπέμενον ἄκαμπτος πρὸς πᾶσαν παράκλησιν. Χαίρων δὲ ἤδη εὐχαριστῶ τὸν κύριον Ἰακωβᾶτον διὰ τὴν ἐπιστολὴν τὴν ὁποίαν ἀνέγνωσεν, ἥτις ἀποδεικνύει ὡς ἐκ περισσοῦ, ὅτι οὐδεὶς οὔτε ὁ Βασιλεὺς, οὔτε ὁ Κόμης Σπόνεκ, οὔτε ἄλλος τις ἐπηρέαζε τὰς ἀποφάσεις μας, ἢ ὅτι ἐπενέβαινεν ἀντισυνταγματικῶς, καὶ χαίρω διότι ὅλως ξένος ἄνθρωπος ὁ γράψας ἀναιρεῖ πάσας ἐκείνας τὰς συκοφαντίας καὶ τὰς διαβολὰς περὶ παρανόμων καὶ ξένων ἐπεμβάσεων εἰς τὰς ἐνεργείας τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ αἱ παρακλήσεις, ὡς εἴρηται, δὲν μᾶς ἔπεισαν, αἰτήσεις ὅμως ἐπανελαμβάνοντο ἐπιμόνως, ὅθεν ἀπεφάσισα νὰ ὑπάγω ὁ ἴδιος καὶ νὰ σπουδάσω τὸ ζήτημα. Μετέβην λοιπὸν εἰς Κέρκυραν, ἔνθα εἶδον τὴν διαίρεσιν πολὺ πλέον προχωρημένην ἢ ὅσον ἐπίστευον. Ἀπόφασιν εἶχον ἀμφότερα τὰ μέρη ν’ ἀποκλείσωσι τὸ ἓν τὸ ἄλλο, καὶ ὅμως οὔτε τοῦτο μ’ ἐπηρέασεν, ὅσον ἡ ὄψις τῆς πόλεως, ἥτις ὡς χθὲς ἦτο πρωτεύουσα καὶ ἥτις μετὰ τὴν ἕνωσιν ἀπώλεσε καὶ θέσιν καὶ μεγάλα συμφέροντα· εἶδον τὴν πόλιν παραπονουμένην ὅτι ἐγκαταλείπεται, ὅτι δὲν λαμβάνεται ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου μάλιστα περὶ σπουδαιοτάτων ἐθνικῶν ἐργασιῶν· παρεπονεῖτο ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἀδιαφορεῖ καὶ τὴν ἀφίνει ἕρμαιον εἰς τὰς θελήσεις καὶ εἰς τὴν ἰδιοτέλειαν ἄλλων. Αὐτὸ τὸ παράπονον μοὶ ἔκαμεν ἐντύπωσιν· δὲν ἤθελον ὡς ὑπουργὸς καὶ ὡς πολίτης ν’ ἀποξενώσω τὴν πόλιν αὐτὴν, νὰ ψυχράνω τὰ αἰσθήματά της· ἤξευρον ἄλλως ὅτι τὸ παράπονόν της ἤθελεν ἀντηχήσει εἰς τὸν ἐσωτερικὸν καὶ τὸν ἐξωτερικὸν κόσμον, ἤθελεν ἔχει συνεπείας, διότι, ἐνῷ ὑπέστη θυσίας μεγάλας καὶ ὀδυνηρὰς, δὲν ἐλάμβανε τὸ δικαίωμα οὔτε ν’ ἀντιπροσωπευθῇ ἐντὸς τοῦ ἑλληνικοῦ συνεδρίου.
§60Θ. ΖΕΡΒΟΣ (Κερκυραῖος). Καὶ ποῖος τοῖς ἀφῄρεσε τὸ δικαίωμα, κ. ὑπουργὲ, νὰ μὴ συντρέχουν εἰς ὅλας τὰς ἐκλογάς;
§61ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Οὐδεὶς τοῖς ἀφῄρεσε βεβαίως τὸ δικαίωμα· ἡ κατάστασις ὅμως ἐν ᾗ εὑρίσκοντο τὰ πράγματα οὐδετέρωνεν ὅλως τὴν ἐνέργειαν τῆς προσπαθείας τῆς πόλεως, καὶ ἑπομένως τὴν ἀπέκλειεν. Ἐνόμισα ἄρα ὅτι εἶναι ἐθνικὴ ζημία ν’ ἀφήσω τοιαύτην σπουδαίαν καὶ μεγάλην πόλιν, τοσαῦτα δεινὰ παθοῦσαν, μὲ τὸ παράπονον αὐτὸ καὶ μὲ πληγὰς ἠνεωγμένας. Μοὶ λέγετε, ὅτι ἐνηργήσαμεν τὴν διαίρεσιν δι’ ἰδιοτελεῖς σκοποὺς, διὰ νὰ κερδήσωμεν ψήφους. Ἀλλὰ ποῖοι ἦσαν οἱ φίλοι μας ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως; Οἱ χωρικοὶ, ἡ ἐξοχή. Οὗτοι μᾶς ὑπεστήριζον, καὶ ἂν ἡ ἐξοχὴ ὁλόκληρος δὲν μας ὑποστηρίζῃ ἤδη, γίνεται τοῦτο ἐξ αἰτίας τῆς διαιρέσεως αὐτῆς, καὶ τὴν παρατήρησιν αὐτὴν μοὶ ἔκαμον ἐν Κερκύρᾳ· μ’ εἶπον ὅτι θέλομεν ψυχράνει τοὺς φίλους μας, θέλομεν χάσει ψήφους, ἀλλὰ τοῖς ἀπήντησα, ὅτι μικροὶ εἶναι οἱ λόγοι τῶν πλειονοψηφιῶν ἢ μειονοψηφιῶν· οἱ λόγοι τῶν ψήφων ὑπὲρ ἢ κατὰ εἶναι ἀνάξιοι νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν ὅταν πρόκηται περὶ μεγάλου καὶ σπουδαίου ζητήματος, ἀφορῶντος τὴν εὐημερίαν τοιαύτης πόλεως, ὅταν πρόκηται ν’ ἀποδώσωμεν δικαιοσύνην εἰς πόλιν ἐπίσημον καὶ πολλὰ παθοῦσαν ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως. Ἰδοὺ οἱ σπουδαῖοι λόγοι, εἰς οὓς μεγαλειτέραν βαρύτητα ἔδωκαν καὶ αἱ συνεταὶ παραστάσεις τοῦ ἀξιοτίμου νομάρχου μας κ. Δ. Μαυροκορδάτου. Ταῦτα μὲ ὑπεχρέωσαν νὰ παρακαλέσω τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον νὰ δεχθῇ τὴν διαίρεσιν, ἐν γνώσει ὅτι διὰ ταύτην ἠθέλαμεν δώσει λόγον ἐνώπιόν σας, καὶ νομίζω ὅτι ἐξεπληρώσαμεν τὸ καθῆκόν μας ὡς καλοὶ πατριῶται, ὡς καλοὶ πολῖται, καὶ ἐν γνώσει ὅτι τῆς μεγαλειτέρας μερίδος τῆς νήσου Κερκύρας ἠθέλαμεν ἀπολέσει τὰς συμπαθείας. Ἐκτὸς τούτου, ἂς μή σας κρύψω ὅτι παντοῦ μᾶς κατεδίωκεν ἡ ὑπόνοια τῆς διαταράξεως τῆς τάξεως καὶ ἠθέλαμεν νὰ προλάβωμεν πᾶσαν ταραχὴν, καὶ τὴν μικροτέραν. Ἐφοβούμεθα ἴσως ὑπερβολικά. Ἀλλ’ ἐνθυμεῖσθε ὅτι ἡ πεσοῦσα βασιλεία, ἐλθοῦσα μὲ χρήματα καὶ μὲ στρατὸν, δὲν ἠδυνήθη νὰ ἀποφύγῃ τὰς ταραχάς. Ἡ βασιλεία τοῦ Ὄθωνος εἶδεν ἅπασαν τὴν Ἑλλάδα αἱματοκυλισθεῖσαν καὶ ἐπαναστάσεις πανταχοῦ ὀλίγον καιρὸν μετὰ τήν ἄφιξίν της· κατὰ δὲ τὸ 1844, κατὰ τὴν πρώτην ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, αἱ ταραχαὶ καὶ αἱ στάσεις ἐκάλυψαν τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος. Ἠθέλαμεν ν’ ἀποφύγωμεν τοὺς κινδύνους αὐτοὺς, ἠθέλαμεν ἵνα μὴ κηλιδωθῇ ἐκ νέου τὸ ἑλληνικὸν ἔδαφος ἀπὸ αἷμα, καὶ τὸ κατωρθώσαμεν. Ὑπ’ εὐθύνην μας διετηρήσαμεν τὴν τάξιν. Οἱ φόβοι, μᾶς λέγετε, ἦσαν ὑπερβολικοὶ, ἴσως· φόβοι προσωπικοὶ δέν μας πτοοῦσιν, ἀλλὰ διὰ τὴν πολιτείαν εἴμεθα δειλοί. Τὸ ὁμολογῶ, ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἔβλαψεν. Ἰδοὺ, Κύριοι, οἱ σπουδαῖοι λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὡδήγησαν τὴν πορείαν μας, καὶ ὑπηγόρευσαν τὰ μέτρα μας. Ποῦ ἐφθάσαμεν τέλος πάντων διὰ τῆς διαγωγῆς μας αὐτῆς, διότι περὶ τούτου πρόκειται, ποῦ εἴμεθα καὶ ποῦ ἐφθάσαμεν; Διεξήλθομεν τὰς ἐκλογὰς ἡσύχως καὶ πανηγυρικῶς, ἄν μοι ἐπιτρέπῃ ὁ κύριος Δεληγεώργης νὰ μεταχειρισθῶ τὴν ἔκφρασίν του.
§62ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ Κεφαλληνίας τί λέγετε;
§63ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀρκεῖ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἀναφοραὶ τῶν κατοίκων, ἀποστολαὶ καὶ αἰτήσεις ἐπανειλημμέναι ἐζήτουν τὴν διαίρεσιν τῆς Κεφαλληνίας. Διεξήλθομεν, λέγω, τὰς ἐκλογὰς πανηγυρικῶς καὶ ἐν τάξει· ἡ κατάστασις τοῦ στρατοῦ ἐβελτιώθη· βεβαίως δυσκολίαι τινὲς ὑπάρχουν ἐν τῷ στρατῷ ἔτι, ἀλλὰ θέλουν ἐντελῶς ἐξομαλυνθῇ, ὅταν κανονισθῇ μονίμως καὶ σταθερῶς ἡ θέσις τῶν ὑπαξιωματικῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν, ὅταν καὶ τὰ δικαιώματα αὐτῶν ἀσφαλισθῶσι, καὶ ὁ στρατὸς δὲν ἔχῃ ἐμπόδιον εἰς τὴν πρόοδον καὶ προαγωγὴν τῶν ὑποδεεστέρων ἰδίως. Ὁ στρατὸς λοιπὸν ἐπανῆλθεν εἰς τὴν τάξιν καὶ τὴν πειθαρχίαν, τὸ λέγω μετ’ εὐχαριστήσεως, διότι τὸ γνωρίζω ἐκ πείρας. Ἡ οἰκονομική μας κατάστασις δὲν εἶναι ἀνθηρὰ, ἀλλ’ ὄχι καὶ ἀπελπιστικὴ καὶ χρεωκοπημένη. Ἐὰν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παρίσταμαι ὡς ὑπουργὸς ἐδῶ μετὰ τὴν συζήτησιν τῆς ἀπαντήσεως, θέλω σᾶς ὑποβάλει τὴν ἔκθεσιν τῆς οἰκονομικῆς μας καταστάσεως καὶ θέλετε ἰδῆ ὅτι δὲν εἶναι ἀπελπιστική.
§64ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μὲ συγχωρεῖτε· ἂν τοῦ ἔργου αὐτοῦ ἐπελήφθητε, ἤθελα σᾶς παρακαλέσει πρὸ τῆς συζητήσεως τοῦ σχετικοῦ § νὰ μᾶς φέρετε τὴν ἔκθεσιν αὐτήν.
§65ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις θὰ εἶναι προφορική. — Λοιπὸν, ἡ οἰκονομική μας κατάστασις δὲν εἶναι ἀπελπιστική· ἠμπορῶ νὰ σᾶς διαβεβαιώσω ἀπεναντίας μετὰ θάῤῥους, ὅτι τὸ ἐρχόμενον ἔτος θέλομεν εἶσθαι εἰς καλὴν κατάστασιν, ἐὰν ἡ Βουλὴ ἀποφασίσῃ ὁμοφώνως καὶ εἰλικρινῶς νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν Κυβέρνησιν εἰς τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα θὰ προτείνῃ. Μάλιστα, διὰ νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τῆς δυσκόλου θέσεως ἐν ᾗ εὑρισκόμεθα, χρειάζεται ὁμοφώνως νὰ ἐνεργήσωμεν, διότι δὲν πρόκειται ἤδη περὶ ὑπουργικῶν ζητημάτων, ἀλλὰ περὶ τῆς τακτοποιήσεως τῶν πραγμάτων μας· διὰ τοῦτο εἶμαι ἕτοιμος, σᾶς τὸ λέγω ἐπισήμως, τὴν στιγμὴν αὐτὴν νὰ ἀφήσω τὸ χαρτοφυλάκιον εἰς ὅντινα θέλει τὸ δεχθῇ, ὑποσχόμενος μετὰ πάσης εἰλικρινείας καὶ αὐταπαρνήσεως νὰ ὑποστηρίξω τὴν Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἥτις θὰ ἀναλάβῃ τὸ βαρὺ φορτίον τοῦτο· δηλαδὴ νὰ ἐπαναφέρωμεν τὴν κοινωνίαν εἰς τὴν τροχιάν της. Ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην μέτρων ἀνδρικῶν, γενναίων, καὶ πάντες πρέπει νὰ συμπράξωμεν· ἂς ἀφήσωμεν προσωρινῶς τὰς διαιρέσεις μας. Ὅθεν ἡ κατάστασίς μας ἡ οἰκονομικὴ δὲν εἶναι ἀπελπιστική, καὶ ἄν μοι ἐπιτρέπετε ἀπὸ τοῦδε νὰ σᾶς δώσω χαρμόσυνόν τινα εἴδησιν, σᾶς λέγω ὅτι ἀπὸ τῆς ἐποχῆς καθ’ ἣν ἡμεῖς διευθύνομεν τὴν Κυβέρνησιν μέχρι σήμερον, ἐζήσαμεν ἐκ μόνων τῶν εἰσοδημάτων μας· καὶ ἂν ἐδανείσθημεν, ἐδανείσθημεν διὰ νὰ πληρώσωμεν ἄλλα χρέη. Ὅταν δὲ καὶ κατ’ αὐτὰς τὰς στενοχώρους ἡμέρας ἡ Ἑλλὰς δύναται νὰ ἐπαρκῇ μόνη της, δὲν εἶναι ἀπελπιστικὴ ἡ κατάστασίς της, καθὼς ἄνθρωποι ἐχθροὶ εὐαρεστοῦνται νὰ ἐπαναλαμβάνωσι χαιρεκάκως· ἀλλ’ ἔχετε ὑπομονὴν καὶ ἐλπίζω νὰ λάβω τὴν εὐχαρίστησιν νὰ σᾶς ἀποδείξω δι’ ἀριθμῶν τὴν κατάστασίν μας ἐντὸς ὀλίγου. Τὸ δημόσιον πνεῦμα εἶναι ἡσυχώτερον· ἡ πεποίθησις περὶ ἀσφαλείας ἑδραιώθη ὁπωσοῦν, καὶ βλέπω καί τινα ἄλλην πρόοδον, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ σᾶς ἀναγγείλω. Τὸ παρελθὸν εἶχεν ἀνασκάψει πᾶσαν ἰδέαν κυβερνητικὴν, ἡ ἰδέα ἡ συντηρητικὴ εἶχεν ἀπολεσθῆ· τὸ παρὸν ἑδραίωσεν ἰδέας κυβερνητικὰς ἐν τῇ κοινωνίᾳ· ὑπάρχει ἤδη διαίρεσις μεταξὺ λίαν φιλελευθέρων καὶ συντηρητικῶν, ἀλλ’ οὐχὶ αὐτοδούλων καὶ ἀναρχικῶν. Ἕως χθὲς ἡ κοινωνία ἔγεμεν ἐπαναστατικῶν ἰδεῶν· ὅπου καὶ ἂν ἔστρεφέ τις ἀπήντα σχέδια καταστροφῆς καὶ ἀνατροπῆς, σήμερον, τὸ ἐπαναλέγω μὲ εὐχαρίστησιν, ἀντίθετοι ἰδέαι διεδέχθησαν τὰς πρώτας· ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐπικρατοῦσιν ἰδέαι συντηρήσεως καὶ τάξεως· ἠμπορῶ νὰ εἴπω, ὅτι κυβέρνησις, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, ἔχει ἤδη τὸ πλεῖστον τῆς κοινωνίας, τὸ ὁποῖον τὴν ὑποστηρίζει· αἱ κυβερνητικαὶ ἰδέαι ἀναπτύσσονται καὶ ἑδραιοῦνται. Λοιπὸν, Κύριοι, μεθ’ ὅλα αὐτὰ τί σᾶς ζητοῦμεν;— Ὅ,τι καὶ εἰς ἄλλα κράτη ἐζήτησαν, ὅ,τι εἰς μέγας ὑπουργὸς ἐζήτησε πρὸ ὀλίγων ἐτῶν. Ὅσοι ἀνεγνώσατε τὴν ἱστορίαν τῆς Ἀγγλίας, γνωρίζετε, ὅτι ὁ Πήλλ (Peel), μέγας ὑπουργὸς μεγάλου ἔθνους, τῆς Ἀγγλίας, τῆς μητρὸς τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς κατ’ ἐξοχὴν σεβομένης τοὺς νόμους καὶ τὸ Σύνταγμα, εὑρέθη εἰς ἀνάγκην, διότι τὸ ἀγγλικὸν ἔθνος περιῆλθέ ποτε εἰς οἰκονομικὰς δυσχερείας καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ἠδύνατο νὰ συγκαλέσῃ Βουλὴν, οὐχὶ ὅπως εὑρέθημεν ἡμεῖς ἄνευ Βουλῆς, εὑρέθη εἰς ἀνάγκην ἵνα θεραπεύσῃ τὰς οἰκονομικάς της αὐτὰς στενοχωρίας διὰ διατάγματος, δι’ οὗ ἐπετρέπετο εἰς τὴν τράπεζαν νὰ αὐξήσῃ τὸν ἀριθμὸν τῶν γραμματίων, ὅστις ἦτον προσδιωρισμένος διὰ νόμου, καὶ νὰ ἔλθῃ οὕτως εἰς συνδρομὴν τῆς πασχούσης κοινωνίας. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ σύνταγμα λέγει ἐπίσης, ὅτι ὅστις νομοθετήσει ἄνευ τῆς συμπράξεως τῆς Βουλῆς παραβιάζει τὸ Σύνταγμα. Ἐν τούτοις ὁ Peel ἀπεφάσισε νὰ ὑπάγῃ εἰς τὴν ἀγχόνην, ὅπως ζητοῦσι τινὲς δι’ ἡμᾶς, ηὔξησε τὸν ἀριθμὸν τῶν γραμματίων καὶ ὠφέλησε τὴν πατρίδα του, ἡ δὲ Βουλὴ, πρὸς ἣν ἐνεφανίσθη ζητῶν ἄφεσιν, δὲν τὸν ἀπηγχόνισε· τοῦ εἶπεν ἀπεναντίας· «καλὰ ἔπραξες ἀναλαβὼν αὐτὴν τὴν εὐθύνην διὰ νὰ σώσῃς τὴν κοινωνίαν! Αἱ περιστάσεις λοιπὸν αὐταὶ δὲν εἶναι πρωτοφανεῖς. Καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὰ πολιτικὰ λεξικὰ εἶναι καθιερωμένη ἡ λέξις bill d’ indemnité, σημαίνουσα ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν καταδιώκει καὶ δὲν θέλει καταδιώξει ὑπουργὸν διὰ πρᾶξιν παράνομον μὲν, ἀναγκαίαν ὅμως πρὸς ἀποφυγὴν κινδύνου. Μήπως ζητοῦμεν καὶ ἡμεῖς τώρα νὰ ἐπικυρώσητε τὰς πράξεις μας; νὰ παραδεχθῆτε τὰ νομοθετήματα; Ὄχι, εἶναι δικαίωμά σας ἔπειτα νὰ τὰς ἐξετάσητε, νὰ τὰς ἀνακρίνητε ἁπάσας καὶ μίαν πρὸς μίαν, νὰ τὰς τροποποιήσητε ἢ νὰ τὰς ἀποῤῥίψητε, νὰ πράξητε τέλος πάντων ὅ,τι κρίνετε καλόν. Ζητοῦμεν μόνον νὰ εἴπητε ὅτι δι’ ὅσα ἐπράξαμεν, στενοχωρηθέντες ὑπὸ τῶν περιστάσεων, καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι παρὰ τὸν νόμον, καὶ ἡμεῖς πρῶτοι λέγομεν, ὅτι εἶναι παρὰ τὸν νόμον, δι’ αὐτὰ ἡ βουλὴ δὲν νομίζει ὅτι εἴμεθα ἄξιοι κατακρίσεως. Ἂν δὲν θέλετε νὰ εἴπητε αὐτὸ, σᾶς παρακαλοῦμεν, καὶ ὀφείλετε νὰ μᾶς ἀποδώσητε αὐτὴν τὴν δικαιοσύνην, κατακρίνοντές μας, νὰ σημειώσητε ὅτι μᾶς κατακρίνετε διὰ τὰ μέτρα τὰ ὁποῖα ἐλάβομεν καὶ διὰ τῶν ὁποίων ἐτηρήσαμεν τὴν τάξιν, ἐνηργήσαμεν τὰς ἐκλογὰς ἐλευθέρως καὶ ἀνεπηρεάστως, ἐξησφαλίσαμεν τὸν τόπον καὶ τὴν ἀπόλυτον ἐξάσκησιν τῶν ἐλευθεριῶν. Μὲ αὐτὴν τὴν αἰτιολογίαν δεχόμεθα πᾶσαν κατάκρισιν καὶ τὸ θεωροῦμεν ὡς τιμὴν νὰ κατακριθῶμεν, διότι ἐξεπληρώσαμεν τὸ χρέος μας.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ἐξακολουθήσωμεν;
§67ΤΙΝΕΣ. Οἱ μισοὶ ἀνεχώρησαν. Τὴν δευτέραν.
§68ΕΤΕΡΟΙ. Εἶναι εἰς τὰ δωμάτια.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, καταλάβετε τὰς ἕδρας σας.
§70ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα πλέον, Κ. πρόεδρε.
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λάβετε τὰς ἕδρας σας διὰ νὰ ἴδωμεν ἂν ἤμεθα ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, διὰ νὰ ἐξακολουθήσωμεν.—Ἐρωτῶ τὴν Βουλήν. Οἱ ἐπιθυμοῦντες νὰ διαλυθῇ ἡ συνεδρίασις νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἀπεῤῥίφθη. Κύριε Πετιμεζᾶ, ἔχετε τὸ λόγον.
§72ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, περὶ τοῦ ὁποίου πρόκειται σήμερον, δὲν εἶναι ἐκ τῶν τυχαίων· μᾶς ῥίπτουσιν εἰς θέσιν ν’ ἀποφανθῶμεν ἀμετακλήτως μεταξὺ τῆς ἀνάγκης καὶ τοῦ Συντάγματος· ἑπομένως, ἐρχόμενος νὰ ἀνασκευάσω πράξεις κυβερνητικὰς, αἱ ὁποῖαι συνδέονται μετὰ τόσων νόμων καταπατηθέντων, νομίζω, ὅτι καὶ ὑμεῖς πρέπει νὰ ἔχετε καὶ τὴν διάθεσιν καὶ τὸν ἀναγκαιοῦντα χρόνον νὰ μὲ ἀκροασθῆτε. Ἐπειδὴ ὅμως καὶ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον καὶ ἡ ὥρα παρῆλθεν, ὑμεῖς δὲ εὑρίσκεσθε ἀποκαμωμένοι μετὰ τόσην πολύωρον συζήτησιν, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλητε τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως· ἄλλως πρέπει νὰ δείξητε ὑπομονὴν νὰ ἐξακολουθήσητε ἀκροαζόμενοι δύω ἢ τρεῖς ὥρας.
§73ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα· ἐξακολουθήσατε.
§74ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπιμένετε νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, καὶ τὸ κατ’ ἐμὲ εἶμαι ἀρκετὰ προητοιμασμένος ὅπως ἀντικρούσω τὸν προλαλήσαντα πρωθυπουργὸν, δὲν ἔχω κᾀμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀρχίσω τὸν λόγον μου. Κύριοι Βουλευταί! Πρόκειται σήμερον νὰ δικάσωμεν τὴν πρώτην συνταγματικὴν Κυβέρνησιν τῆς πατρίδος μας. Ἡμεῖς οἱ ἀντιπρόσωποι, οἱ ὁποῖοι καυχώμεθα, ὅτι εἴμεθα τὸ γνήσιον προϊὸν τῆς ἐλευθέρας βουλήσεως τοῦ Ἑλλ. λαοῦ, πρόκειται, λέγω, σήμερον νὰ δικάσωμεν τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ παραβάσει καὶ καταστροφῇ τῶν ὅρων τοῦ Συντάγματος. Ἑπομένως νομίζω, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς τοιούτου σπουδαίου ζητήματος πρέπει, ἂν καὶ εὑρίσκεσθε ἀπηυδημένοι ἕνεκα τῆς τοσοῦτον μακρᾶς καὶ πολυώρου συζητήσεως, νὰ χορηγήσητε προθύμως καὶ μεθ’ ὑπομονῆς τὴν εὐμενῆ ἀκρόασίν σας ἐφ’ ὅλων ὅσα θέλω θέσει ὑπ’ ὄψιν σας, παρακολουθῶν βῆμα πρὸς βῆμα αὐτὸν τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως. Πρὸ παντὸς εἶναι δίκαιον νὰ εὐχαριστήσω τὸν Κ. πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως, ὅστις συνῆψεν, οὕτως εἰπεῖν, τὰ διάφορα ἐπιχειρήματα τῶν κατηγοριῶν, ὅσα εὑρίσκοντο ἐκτὸς τοῦ κύκλου τοῦ ἀληθοῦς σταδίου τῆς μάχης, καὶ μετέφερεν αὐτὰ ἐπὶ τοῦ ἀληθοῦς αὐτῆς πεδίου, καταστήσας τὸ ζήτημα ἐν τῇ πραγματικῇ αὑτοῦ θέσει. Τὸ ζήτημα λοιπὸν συγκεφαλαιοῦται σήμερον εἰς τὸ ἐὰν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, ἥτις παρέδωκεν αὐτῇ ἁγνὸν τὸ παρ’ αὐτῆς ψηφισθὲν Σύνταγμα, χάριν τοῦ ὁποίου ἐχρειάσθησαν τόσαι θυσίαι, ἐσεβάσθη ἢ κατέστρεψε τὸ Σύνταγμα τοῦτο. Ἐπειδὴ ὅμως εἶναι πρέπον νὰ φανῶ δίκαιος εἰς τὸν ἀγῶνα τοῦτον, ὀφείλω νὰ μὴ παραβλέψω οὐδὲ τὸ μέγα καὶ ἰσχυρὸν ἐκεῖνο ἐπιχείρημα τῆς ἀνάγκης, ὄπισθεν τοῦ ὁποίου κατέφυγεν ἡ Κυβέρνησις δικαιολογημένη, διότι ἀληθῶς πολλάκις εἶναι ἀδύνατον ν’ ἀντιταχθῇ τις κατὰ τῆς πραγματικῆς ἀνάγκης, ἐνώπιον τῆς ὁποίας καὶ ἄτομα καὶ Κυβερνήσεις καὶ ἔθνη ὁλόκληρα, καὶ αὐτοὶ οἱ θεοὶ ὑποτάσσονται, καθὼς ἔλεγον οἱ ἀρχαῖοι ἕλληνες. Ἐὰν λοιπὸν κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν πράξεων τῆς Κυβερνήσεως ἀναφανῆ που πραγματικὴ ἀνάγκη, τουτέστιν ἡ τῆς κοινῆς σωτηρίας, θέλω φανῆ συγκαταβατικὸς πρὸς τὴν Κυβέρνησιν αὐτήν. Ἀρχόμενος τοῦ λόγου ἐκ τοῦ τελευταίου ἐπιχειρήματος τοῦ Κ. πρωθυπουργοῦ, ὅστις μᾶς εἶπεν, ὅτι διὰ τῆς καταπατήσεως τοῦ Συντάγματος μᾶς ἔσωσεν, ὁμολογῶ, ὅτι τὸ ἐπιχείρημα εἶναι πολὺ εὐφυές, διότι βεβαίως ἐδανείσθη αὐτὸ ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἀπὸ τὴν ἀρχαίαν τῶν προγόνων μας ἱστορίαν. Καὶ ἀληθῶς ὑπῆρξαν ποτὲ ἄνδρες μεγαλεπήβολοι, δαιμόνιοι, οἱ ὁποῖοι μετέπλασαν ὁλόκληρον τὸν παλαιὸν κόσμον διὰ μεγάλων καὶ τολμηρῶν ἐπιχειρημάτων· οἱ ἄνδρες οὗτοι κατέστρεψαν ἔθνη, ἀνύψωσαν συντετριμμένας κοινωνίας, ἀνοικοδόμησαν πόλεις, ἐθεμελίωσαν δόξαν καὶ δύναμιν μεγάλην διὰ τὴν ἑαυτῶν πατρίδα, παρακούσαντες ἐπ’ ὀλίγον τοὺς νόμους· οἱ ἄνδρες αὐτοὶ δικαίως ἐκρίθησαν ἄξιοι τοῦ θαυμασμοῦ ὁλοκλήρου τοῦ κόσμου, διότι ἀποβλέποντες εἰς μόνην τὴν γενικὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος αὑτῶν, συνέτριψαν καὶ κατεπάτησαν τοὺς νόμους, ἀντικαταστήσαντες τὴν ἰσχυρὰν αὑτῶν θέλησιν, διὰ τῆς ὁποίας ἁρπάσαντες τὴν δόξαν, τὴν δύναμιν, τὸν πλοῦτον τῶν ἀντιπάλων, μετεκόμισαν τὰ ἀγαθὰ ταῦτα εἰς τὴν ἰδίαν πατρίδα. Τοιοῦτος ἀνὴρ βεβαίως ἀνεδείχθη Ἐπαμινώνδας ὁ Θηβαῖος, ὅστις παρὰ τὸν νόμον κρατήσας τὴν Βοιωταρχίαν πέραν τοῦ τεταγμένου χρόνου, ἐνίκησε τοὺς Σπαρτιάτας, ἀνήγειρε τὴν Μεσσηνίαν, κατῴκισε καὶ ἐτείχισε τὴν Μεγαλόπολιν· πλὴν καταπατήσας οὗτος τὸν νόμον, καὶ συντρίψας, οὕτως εἰπεῖν, τὸ σύνταγμα τῶν Θηβαίων, ἐταπείνωσε τὴν Σπάρτην καὶ παρέδωκε τὴν ἡγεμονείαν τῆς Ἑλλάδος εἰς αὐτοὺς τοὺς Θηβαίους. Κατηγορηθεὶς δὲ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς ὑπὸ τῶν ἐχθρῶν αὑτοῦ διὰ τὴν παραβίασιν τῶν νόμων τῆς πατρίδος, «Ναί, ἀπεκρίθη ὁ Ἐπαμινώνδας, παρεβίασα τοὺς νόμους, ἀλλὰ σᾶς ἐσκέπασα ἀπὸ δόξαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἴχατε, ἐνίκησα τοὺς Σπαρτιάτας, τοὺς ὁποίους ἐτρέματε, ἀνήγειρα τὴν Μεσσηνίαν, ἐτείχισα τὴν Μεγαλόπολιν, ὕψωσα τὴν τιμὴν τῶν Θηβῶν ὑπεράνω τῆς Ἑλλάδος. Ναί, ἐὰν ἦμαι ἔνοχος, φονεύσατέ με, ἀλλὰ γράψατε ἐπὶ τοῦ τάφου μου, ὅτι μὲ ἐφονεύσατε, διότι σᾶς ἔσωσα.» Ἄλλος μέγας ἀνήρ, ὁ Ἀγησίλαος, συνεβούλευε τοὺς Σπαρτιάτας, μετὰ τὴν μάχην τῶν Λεύκτρων, νὰ κοιμίσωσι διὰ μίαν ἡμέραν τοὺς νόμους αὑτῶν, μόλον ὅτι κἀνὲν ἔθνος δὲν ἦτο αὐστηρότερον εἰς τὴν τήρησιν τῶν νόμων ἀπὸ τοὺς Σπαρτιάτας· ἡ ἀνάγκη ὅμως τότε ὑπῆρξε τόσον μεγάλη μετὰ τὴν καταστροφὴν τῶν Λεύκτρων, ὥστε ἐνίκησε τὴν καρδίαν καὶ τοῦ ἰσχυροτέρου ἀνδρός. Καὶ ὁ σύγχρονος τοῦ Ἐπαμινώνδα ἐπίσης μέγας Ἀγησίλαος, ἀπὸ τὴν ἀνάγκην τῆς δυστυχίας ὁρμώμενος, εἶπεν εἰς τοὺς Σπαρτιάτας· «ἂς κοιμηθῶσιν οἱ νόμοι σήμερον» καὶ οἱ νόμοι ἐκοιμήθησαν. Ἀλλὰ διατί; διότι, κατὰ τοὺς φοβεροὺς ἐκείνους ἀλλ’ ἀνδρικοὺς νόμους τῆς Σπάρτης, πᾶς ὅστις ἤθελε ῥίψει τὴν ἀσπίδα ἢ ἤθελε λειποτακτήσει ἐκ τοῦ πεδίου τῆς μάχης, ἐκηρύσσετο ἄτιμος, κατὰ συνέπειαν ἀνάξιος νὰ φέρῃ πλέον τὰ ὅπλα, ἀνίκανος νὰ ἐνταφιασθῇ ἐντὸς τῆς πατρίδος, νὰ λαμβάνῃ πῦρ ἢ νὰ χαιρετᾶται. Ἂν λοιπὸν ὁ Νόμος δὲν ἤθελε παραβιασθῇ κατὰ τὴν μεγάλην ἐκείνην δυστυχίαν τῆς Σπάρτης, ἔπρεπεν ὁλόκληρος ὁ στρατὸς τῶν Σπαρτιατῶν νὰ ἀτιμασθῇ. Τότε λοιπόν, ἀλλὰ μόνον τότε ὁ μέγας ἐκεῖνος ἀνὴρ εἶπεν· «ἂς κοιμηθῇ σήμερον ὁ νόμος, ὅπως ἔχωμεν αὔριον στρατόν.» Ἀληθῶς, Κύριοι, πρέπει νὰ γνωρίζετε, ὅτι οἱ νόμοι τῆς Σπάρτης καὶ τῶν Θηβῶν τότε δὲν ἦτο τίποτε ἄλλο παρὰ ἓν σύνταγμα, ἕνας νόμος θεμελιώδης, τὸν ὁποῖον ἡ κοινὴ θέλησις ἐπέβαλλεν ἐφ’ ὅλων ἐν γένει ὑποχρεωτικῶς, καθὼς ἐπίσης καὶ εἰς τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα ἢ τὸν Βασιλέα. Οἱ Θηβαῖοι λοιπὸν καὶ οἱ Σπαρτιᾶται εἶχον συντάγματα καὶ ἐκεῖνοι, πλὴν ἐὰν τὰ κατεπάτησαν ποτὲ, τὰ κατεπάτησαν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀνάγκης, ἕνεκα τῆς ὁποίας ἢ ἔσωζον ἢ ἐδόξαζον τὴν πατρίδα αὑτῶν. Σήμερον ὅμως ὑμεῖς, Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐφέρατε κἀμμίαν δόξαν, κἀμμίαν κατάκτησιν, κἀνένα πλοῦτον εἰς τὴν πατρίδα, ὥστε νὰ εἴπητε· «Ναὶ, κατεπατήσαμεν τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον χθὲς μόλις ἐψήφισεν ἡ Συνέλευσις, ἀλλ’ ἰδοὺ, κατεκτήσαμεν τὴν Θεσσαλίαν, τὴν Κρήτην· ἰδοὺ πλούτη, τὰ ὁποῖα σᾶς ἐφέραμεν.» Μόνον ὑπὸ τοιαύτας εὐτυχεῖς περιστάσεις, καὶ ταύτας ἀναγκαστικὰς, δύναταί τις νὰ εἴπῃ πρὸς τὸ ἔθνος· «Ναὶ, κατεπάτησα τὸν νόμον σου, ἀλλὰ σὲ ἐδόξασα, σὲ ἐπλούτισα·» ποτὲ δὲ ὑπὸ προφάσεις, αἱ ὁποῖαι χωρὶς νὰ στηρίζωνται εἰς τὰ ἰσχυρὰ ταῦτα ἐπιχειρήματα, καὶ δι’ ἐπιχειρημάτων ἅτινα δὲν παρουσιάζουσιν ἄλλην ἀξίαν, ἐκτὸς τῶν πρὸς ἀποπλάνησιν πλαττομένων ἀπωτέρων κινδύνων, δὲν συντρίβονται οἱ νόμοι, οὐδὲ τὰ συντάγματα ἑνὸς ἔθνους. Διότι, ὅπως ὑπάρξῃ, Κύριοι, ἓν ἔθνος, πρέπει ἡ ἀλήθεια νὰ ᾖναι νόμος αὐτοῦ, ὁ δὲ νόμος νὰ ᾖναι ἀλήθεια· ἄνευ τοῦ ὅρου τούτου ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρξῃ ἔθνος, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον πρὸ παντὸς ἄλλου νὰ ἔχωμεν τὸ θάῤῥος καὶ ν’ ἀκούωμεν καὶ νὰ λέγωμεν καὶ νὰ πράττωμεν τὴν ἀλήθειαν. Ποία ὑπῆρξεν ἡ μεγάλη αἰτία, ἥτις ὤθησε τὴν ἀτρόμητον ἐκείνην γενεὰν τοῦ 1821 νὰ ποτίσῃ τὸν τόπον τοῦτον μὲ τόσα αἵματα καὶ νὰ τὸν ὑποβάλῃ εἰς τὴν φρικωδεστέραν καταστραφὴν, παρὰ ἡ ἀνάγκη καὶ ἡ ἰδέα τῆς εὐνομίας; Τί ἐζήτουν οἱ γονεῖς μας ἄλλο παρὰ νὰ κατασταθῇ εἰς τὸν τόπον αὐτὸν ἡ ἀλήθεια νόμος καὶ ὁ νόμος νὰ ᾖναι ἀλήθεια; Ἐν τούτοις μ’ ὅλας τὰς δεινὰς ἀποπείρας, μ’ ὅλας τὰς φρικώδεις θυσίας, φάσμα κατέστη δι’ ἡμᾶς τοὺς Ἕλληνας ἡ ἰδέα αὕτη, ἣν ἐπιδιώκομεν ματαίως χωρὶς νὰ δυνάμεθα ποτὲ νὰ κατορθώσωμεν αὐτήν! Μήπως ἆρά γε ἡ ἀλήθεια εἶναι ψεῦδος εἰς τὸν τόπον τοῦτον; Ὁ Κύριος Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, ζητῶν νὰ δικαιολογηθῇ ὡς ἠδύνατο κάλλιον, ὑπέμνησεν εἰς ἡμᾶς πράγματά τινα, ἅτινα ὅμως διεξῆλθε πεφροντισμένως διὰ μεγάλης ταχύτητος, διότι ἐνόησε βεβαίως τὴν ἀδυναμίαν τῶν ἐπιχειρημάτων τούτων· ἐπεκαλέσθη ὑπὲρ τῶν πράξεών του τὴν ἀνάγκην ἣν ἔχομεν ἀπὸ τὴν τάξιν καὶ ἀσφάλειαν. Πλὴν ἐνῷ ἐπανελάμβανε ταῦτα, ἐφάνη ὡς νὰ ἐλησμόνησε ταχέως, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν τριακονταετὲς διάστημα τὴν τάξιν καὶ τὴν ἀσφάλειαν προέταττον πάντοτε ὅσοι ἤθελον νὰ καταβάλωσι τὰς ἐλευθερίας τοῦ ἔθνους, ὅσοι ἤθελον νὰ συντρίψωσι τοὺς νόμους τῆς πατρίδος. Τουλάχιστον μήπως εἶπεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι κατεπάτησε τὸ σύνταγμα ὅπως ἀποφύγῃ τοὺς ἐπικειμένους ἐμφυλίους πολέμους, τὰς σφαγὰς, τὰς συνωμοσίας, καθὼς τοῦτο συνέβη ἐπὶ τῆς πεσούσης Βασιλείας; Ὄχι, δὲν σᾶς εἶπε τίποτε περὶ τούτου, διότι, ὡς πάντες γνωρίζομεν, τοιοῦτοι φόβοι δὲν ὑπῆρχον σήμερον ἀκόμη· ἄρα ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ εἴπω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸς τὴν πατρίδα, ὅτι ἐκεῖνος μόνον θέλει ὑπηρετήσει τὴν Βασιλείαν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν τοῦ ἔθνους, ὅστις καταστήσει τὸν νόμον εἰς τὸν τόπον τοῦτον ἀλήθειαν καὶ ὄχι ψεῦδος· ἐκεῖνος θέλει κλείσει τὰς πύλας τοῦ ἐμφυλίου πολέμου καὶ καταπαύσει τὴν ἐπίφοβον ἀμφιβολίαν, ἥτις ἐνυπάρχει εἰς τὰ ἑλληνικὰ πνεύματα· ἄλλως, ὅσα καὶ ἂν πράξητε, ἀδύνατον εἶναι τὰ στηρίξετε τὰς πεποιθήσεις, διότι τὰς πεποιθήσεις στηρίζει μόνη ἡ ἀλήθεια, καὶ ἡ ἀλήθεια εὑρίσκεται εἰς τὴν εἰλικρινῆ καὶ ἄδολον ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου, τουτέστιν εἰς τὸν ἀκραιφνῆ πατριωτισμόν. Ἴσως μοῦ εἴπουν, ὅτι εἶναι τολμηρὸν νὰ ἐπικαλῆται τις πάντοτε τὴν ἀλήθειαν, πλὴν θέλω σᾶς ἀποδείξει ὅτι δὲν ὑπάρχει ποτὲ φόβος ἀπὸ τὴν ὁμολογίαν τῆς ἀληθείας. Ἔτρεμον ἄλλοτε τὰ ἔθνη νὰ ὁμιλήσωσιν ἐν καιρῷ πολέμου περὶ τῶν ἀταξιῶν τοῦ στρατοῦ, φοβούμενα μήπως προσβάλωσι τὴν φιλοτιμίαν αὐτοῦ. Ἐντούτοις ὅταν ὁ ἀγγλικὸς στρατὸς εὑρίσκετο ἔμπροσθεν τῆς Σεβαστουπόλεως, εὑρέθη ἄνθρωπος ἐντὸς τοῦ κοινοβουλίου τοῦ ἀγγλικοῦ, ὅστις κατέκρινε καὶ τὸν ὀργανισμὸν καὶ τὰς ἐλλείψεις αὐτοῦ· εἶχε τὸ θάῤῥος νὰ ζητήσῃ καὶ ἐζήτησεν ἀπὸ τὸ ἔθνος τὴν διόρθωσιν, καὶ μετ’ οὐ πολὺ ὁ ἀγγλικὸς στρατὸς ἀνεδείχθη νικητής. Οὕτως ἐργάζονται οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν εὐδαιμονίαν τῆς πατρίδος των· λέγουν τὴν ἀλήθειαν χωρὶς νὰ φοβῶνται οὔτε ἀμέσως οὔτε ἐμμέσως. Δὲν θέλω ἀκολουθήσει τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως ὀπισθοπορῶν μέχρι τῶν ἔργων τῆς Συνελεύσεως, διότι δὲν ἤμην πληρεξούσιος, μολονότι ὡς πολίτης Ἕλλην πρέπει νὰ γνωρίζω βεβαίως ὅλας τὰς πράξεις αὐτῆς· ἕκαστος ὅμως ἂς ᾖναι ὑπεύθυνος διὰ τὰς ἰδίας αὑτοῦ πράξεις, ἑπομένως ἂς ἀντικρούσωσιν αὐτὸν οἱ τότε πληρεξούσιοι. Τὸν πρόεδρον τῆς Κυβερνήσεως θέλω ἀκολουθήσει ἀπὸ τὰς τελευταίας πράξεις τῆς Συνελεύσεως, διότι ἀπὸ τότε ἄρχεται καὶ ἡ ζωὴ τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως. Τί σᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου πρὸ ὀλίγου ὁ κ. Πρόεδρος; τὸ ἐνθυμεῖσθε; Ἔχω τόλμην καὶ εἰλικρίνειαν, σᾶς εἶπεν, ἔχω πολιτικὴν καθαράν, ὑπέγραψα τὸ Διάγγελμα διὰ τοῦ ὁποίου διελύθη ἡ Συνέλευσις, ὑπέγραψα τὴν πρᾶξιν ἐκείνην, ἡ ὁποία ἔθεσε τέρμα εἰς τὴν ἐπανάστασιν. Τοῦτο εἶναι ἀληθές, κ. Πρόεδρε, καὶ οὐδὲ θέλει οὐδὲ δύναται κανεὶς νὰ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὴν τιμὴν αὐτήν. Ὅ,τι ὅμως ὀφείλω νὰ σᾶς διαφιλονεικήσω εἶναι τὸ ἑξῆς. Ἡ πρᾶξις ἐκείνη ὅσον ἦτο τολμηρὰ ἀφ’ ἑνὸς, τοσοῦτον ἦτο ἄδικος καὶ ἀντιπολιτικὴ ἀφ’ ἑτέρου. Καὶ διὰ μὲν τὸ πρῶτον ὄχι μόνον δὲν σᾶς κατηγορῶ, ἀλλὰ καὶ λέγω, ὅτι οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες πρέπει νὰ ἔχουν ἀπεριόριστον τόλμην, ἐπειδὴ ἐάν, ὅτε ἀναλαμβάνει τις τὴν ὑπεράσπισιν ἑνὸς καὶ μόνου ὄντος, ὀφείλῃ νὰ ἔχῃ τόλμην ὅπως ἀποθάνῃ ὑπερασπιζόμενος αὐτὸ κατὰ παντὸς ἐνδεχομένου, ἀναμφιβόλως πρέπει νὰ ᾖναι ἀσυγκρίτῳ λόγῳ τολμηρότερος ὁ ἄνθρωπος, ὅστις ἀναλαμβάνει τὴν ὑπεράσπισιν ἑνὸς ἔθνους· ἄρα οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες χρεωστοῦν νὰ ἔχουν ἀπεριόριστον τόλμην. Ὁ μέγας Ναπολέων ἔλεγεν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν ἔχει πεποίθησιν εἰς ἑαυτόν, ἐὰν μὲν ᾖναι Βασιλεύς, εἶναι χαμένος, ἐὰν δὲ ἰδιώτης, εἶναι μηδέν, ἡ δὲ ἱστορία ἐρχομένη κατόπιν αὐτοῦ, ὑποστηρίζει ἔτι μᾶλλον τὸ ἀξίωμα τοῦτο. Δὲν κατηγορῶ λοιπὸν τὴν τόλμην, μὲ τὴν ὁποίαν ἐνομίσατε ὅτι πρέπει νὰ θέσητε φραγμὸν εἰς τὰ ἔργα τῆς Συνελεύσεως, ἀφ’ οὗ κατὰ τὴν πεποίθησίν σας ἠδύνατο, παρατεινομένη ἡ ἐπανάστασις, νὰ συντρίψῃ τὸ ἔθνος. Πλὴν ἐὰν δὲν κατηγορῶ τὴν τόλμην ἐκείνην, δι’ ἧς ἐπεταχύνθησαν αἱ πράξεις τῆς Συνελεύσεως, κατηγορῶ ὅμως τὴν ἄδικον καὶ ἀντιπολιτικὴν ἐκείνην σκέψιν, ἄνευ τῆς ὁποίας δὲν ἠθέλατε εὑρεθῆ βεβαίως τὴν σήμερον εἰς τὴν θλιβερὰν ἀνάγκην νὰ καταπατῆτε τοὺς νόμους τῆς πατρίδος, δὲν ἠθέλατε εὑρεθῆ εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνοίξητε δρόμον, ὁ ὁποῖος δι’ ἐσᾶς θὰ ᾖναι μάλιστα ὁ ὀλεθριώτερος, διότι εὔκολον εἶναι νὰ κάμῃ τις χαλάστραν τινὰ εἰς ἓν φρούριον, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν χαλάστραν αὐτὴν εἰσέρχονται ταχέως καὶ εὐκόλως οἱ ἐχθροί, οἱ ὁποῖοι καταστρέφουν αὐτὸν τὸν ἴδιον· καὶ διὰ τοῦτο μάλιστα οἱ νόμοι ὡς ἐθνικὴ ἀκρόπολις πρέπει νὰ ᾖναι σεβαστοί, διότι οἱ νόμοι, ἀφ’ οὗ δὲν ἔχουσιν ψυχὴν, ξίφος καὶ ὅπλα, πρέπει νὰ ἔχωσι παρὰ τῷ λαῷ τὴν ἠθικὴν δύναμιν τοῦ ἀπαραβιάστου, ἄλλως ἐπέρχονται τρομεραὶ συνέπειαι. Κύριοι, θέλω σᾶς ἐρωτήσει, τί παθόντες ἡμεῖς ἀνετρέψαμεν ἕνα 30ετῆ θρόνον, ἀνετρέψαμεν ἕνα Βασιλέα, ὁ ὁποῖος ἐπὶ 30 ἔτη μᾶς ἐκυβέρνησεν ὅπως ἠδυνήθη, ἀφοῦ μάλιστα ὅ,τι ἔχομεν νῦν μετ’ αὐτοῦ τὸ ἀπεκτήσαμεν, εἴτε δρόμους, εἴτε φυτείας, εἴτε πλοῦτον κτλ; Ἐτρελάθημεν ἄραγε καὶ ὡρμήσαμεν ἀνοήτως ἵνα συντρίψωμεν τὴν Βασιλείαν μας, ἐξοδεύσωμεν τοὺς ὀλίγους πόρους μας καὶ ὑποκύψωμεν εἰς ὅλα τὰ δεινὰ, ὅσα ὑπέστημεν τοσοῦτον κατὰ συνέχειαν χρόνον; Μήπως ἄραγε ἀπεβλέπαμεν εἰς ὑλικὰ συμφέροντα διὰ τῆς μεταβολῆς; Ὄχι, πάντοτε ὄχι! ἀλλ’ ἐπράξαμεν ὅλα ταῦτα διὰ νὰ ἐπιτύχωμεν τέλος πάντων ὅπως αὐτὸ τὸ φάσμα, ὅπερ ἐπιδιώκομεν αἰωνίως, λάβῃ ζωὴν καὶ σάρκα, τουτέστιν ὅπως ἡ ἀλήθεια γίνῃ νόμος καὶ ὁ νόμος γίνῃ ἀλήθεια. Ὡς εἴδατε πάντες οἱ εὑρεθέντες ἐδῶ κατὰ τὴν μεταβολὴν, εἶσθε εἰς θέσιν νὰ κρίνετε ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς πεποιθήσεως καὶ μόνης, χωρὶς οὐδόλως νὰ ἦμαι συνωμότης οὐδὲ νὰ ἔχω μετὰ τῶν συνωμοτῶν σχέσιν τινὰ, ἐκινήθην ὑπὲρ αὐτῶν καὶ συνετέλεσα εἰς τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἐπαναστάσεως καὶ τὴν ἀνατροπὴν τοῦ παλαιοῦ οἰκοδομήματος. Ἐὰν τότε ἐνήργησα ἐκ σπουδαίων πεποιθήσεων ἢ μὴ σπουδαίων, μένει τοῦτο εἰς τὴν ἐκτίμησιν τῆς ἱστορίας. Ἐν τούτοις ὅταν ὁ γέρων Βούλγαρης, ὁ γέρων Ῥοῦφος, ὁ γέρων Κανάρης καὶ σὺ ὁ πρόεδρος τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως ἐσείετε τὰς πύλας τῆς ἐπαναστάσεως, τί ἐπεδιώκατε τότε, κύριε Κουμουνδοῦρε; Μήπως πάντες ἠθέλαμεν νὰ ῥίψωμεν τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κολοκοτρώνη διὰ νὰ ἔλθῃ τὸ ὑπουργεῖον τοῦ Κυρίου Βούλγαρη; μήπως ἠθέλαμεν νὰ ῥίψωμεν τὴν βασιλείαν ἐκείνην, νὰ χορηγήσωμεν δὲ ἁπλῶς εἰς ἄλλον τὰ δικαιώματα αὐτῆς; Ὄχι, ἐζητούσαμεν πάντες, ὡς ἐκηρύττετε σεῖς, ὁ νόμος νὰ ᾖναι ἀλήθεια, διότι αὐτὸ ἦτο τὸ παράπονον τοῦ ἔθνους, διότι ἕνεκα τούτου δὲν ἐγίνοντο ἐλεύθεραι αἱ ἐκλογαὶ, διότι ἡ θέλησις τοῦ λαοῦ δὲν ἀντεπροσωπεύετο ἀπὸ τοὺς βουλευτάς, διότι ἡ Βουλὴ ὑπήκουε, καλῶς ἢ κακῶς, δικαίως ἢ ἀδίκως, ἄνευ ἀντιστάσεως, ἄνευ συζητήσεως ἐλευθέρας, εἰς τὰς θελήσεις τῆς ἐξουσίας ἐκείνης· διότι ὁ νόμος δὲν εὕρισκε πλέον ὑπεράσπισιν εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, διότι ἡ ἀξία τοῦ ἀντιπροσωπευτικοῦ δικαιώματος κατέπεσε, διότι πολλοὶ τῶν γερουσιαστῶν ἕνεκα τούτου ἀνέλαβον αὐτοὶ τὸ ἔργον τῆς ὑπερασπίσεως τῶν λαῶν καὶ ἀπὸ συντηρητικὸν σῶμα ἡ Γερουσία ἔγεινε ἐπαναστατικὸν—χωρὶς νὰ ἀρνηθῶμεν τὴν ἱστορίαν δὲν δυνάμεθα νὰ μὴν εἴπωμεν, ὅτι ἀπὸ τὰ σπλάγχνα τῆς Γερουσίας ἐξῆλθεν ἡ ἐπανάστασις τῆς 10 Ὀκτωβρίου·—διότι τέλος πάντων καὶ ἡ Γερουσία ἐκείνη κατεβλήθη διὰ τῆς προσθήκης Γερουσιαστῶν κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας. Ἀφοῦ λοιπὸν τὸ Σύνταγμα δὲν ὑφίστατο πλέον, ἡ Γερουσία ἐνεπαίχθη, ἡ Βουλὴ ἐταπεινώθη, ἠκούσθη ἡ φωνὴ εἰς τὰ ὅπλα, καὶ ἡ γενικὴ αὕτη φωνὴ ἔστεψε τὴν ἐπανάστασιν! Ἐὰν λοιπὸν ἀγαπῶμεν τὴν τάξιν καὶ θέλωμεν τὴν ἀσφάλειαν τοῦ κράτους, ὥστε τοῦ λοιποῦ νὰ μὴ γίνωνται οὐδὲ συνωμοσίαι, οὐδὲ ἐπαναστάσεις, ἂς μὴ κλονίζωμεν τὰς πεποιθήσεις τοῦ λαοῦ. Πρὸς τοῦτο δὲ δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ καταπατῆτε τὸ Σύνταγμα· ἀπ’ ἐναντίας ὀφείλετε ἁπλῶς νὰ συμμορφωθῆτε μὲ αὐτὸ, διότι ὁ μανδύας τοῦ Συντάγματος εἶναι ἱκανὸς νὰ σᾶς προφυλάξῃ, ἀφ’ οὗ σᾶς περιβάλῃ μὲ τὴν ἀγάπην τοῦ λαοῦ, ἥτις ἐστὶν ἀκαταμάχητος δύναμις. Ἄλλως, ἐὰν νομίζητε, ὅτι φέρετε ἀσφάλειαν καταπατοῦντες τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐναντίον τῶν νόμων στρατολογοῦντες 200 ἢ 300 οὐτιδανοὺς ἀνθρώπους, ἐὰν, λέγω, νομίζητε, ὅτι θὰ εὕρητε οὕτω τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἀσφάλειαν ἀπὸ τοὺς ἐλεεινοὺς αὐτοὺς ἀνθρώπους, οἵτινες δὲν αἰσθάνονται κἂν τὴν ἀξίαν τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἀνθρώπου, ἀπατᾶσθε φοβερὰν ἀπάτην. Ἡ Ἑλλὰς τότε θὰ εὐτυχήσῃ καὶ ὁ εὐτυχῶς ἐπὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου καθήμενος τότε θέλει αἰσθανθῆ τὴν δόξαν καὶ τὴν εὐδαιμονίαν αὑτοῦ, ὅταν ὑπάρξῃ πλήρης καὶ εἰλικρινὴς ἡ ἐνέργεια τῶν νόμων καὶ ὅταν δὲν παραβιάζεται ἡ μεγάλη τοῦ ἔθνους θέλησις. Ἄνευ τοῦ ὅρου τούτου ἐπὶ ἄμμου θὰ κτίζωμεν, εἴθε δὲ τοῦτο μὴ συμβῇ εἰς τὴν πολυπαθῆ πατρίδα μας! Κύριοι βουλευταὶ, δὲν ἔχω ἀνάγκην εἰς κανένα ἐξ ὑμῶν νὰ ἐνθυμίσω τὴν καταγωγήν του, διότι, ὡς γνωρίζετε, ἐξελέχθημεν πάντες διὰ τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· πρόφασις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ἐκείνου δὲν ὑπάρχει πλέον. Σεῖς εἶσθε οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, σεῖς ἀνελάβετε τὴν ἐξάσκησιν τῆς ἐξουσίας αὐτοῦ, δὲν δύνασθε νὰ προφασισθῆτε πλέον ὅτι ἐπλανήθητε, ὅτι ἠπατήθητε, ὅτι κατηναγκάσθητε, διότι εἶσθε ἀπολύτως κύριοι τῆς ἀποφάσεώς σας· πρέπει νὰ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι πᾶσα πρόφασις ἐξέλιπε καὶ ὅτι ὑπεράνω τῆς ἰδικῆς μας κρίσεως ἵσταται φοβερὰ ἡ ἐπίκρισις τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, καὶ, διὰ νὰ εἴπω κἄτι ὀρθότερον, ἡ ἀπόφασις τοῦ μεγάλου Ἑλληνικοῦ Ἔθνους. Διὰ τοῦτο πρέπει, Κύριοι βουλευταὶ, νὰ κλείσητε τὰς πύλας τῆς συνειδήσεώς σας εἰς τὸν φατριασμὸν καὶ τὸ ἐφήμερον πνεῦμα τοῦ κομματισμοῦ, καὶ πρέπει ἀκόμη ὡς ἀληθεῖς πατριῶται, ὡς ἄνθρωποι λαβόντες παρὰ τοῦ λαοῦ τὴν πληρεξουσιότητα αὐτοῦ, πρὸς αὐτὸν νὰ στρέψωμεν τὰ βλέμματα. Ὁ λαὸς στενάζει καὶ ὑποφέρει, πλὴν δὲν ὑποφέρει μόνον ἕνεκα τῶν φόρων, δὲν ὑποφέρει ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως χρημάτων, ἀλλὰ στενάζει καὶ ὑποφέρει ἕνεκα ἐλλείψεως δικαιοσύνης, διότι αὕτη εἶναι ἡ τροφὴ τῶν λαῶν ἐνταυτῷ καὶ ἡ δύναμις τῶν κυβερνήσεων. Σεῖς λοιπὸν ἀπεστάλητε ἐνταῦθα ὅπως στηρίξητε τὸ Σύνταγμα, τοὺς νόμους καὶ τὴν δικαιοσύνην τοῦ κράτους. Ἀλλὰ τί σᾶς προσκαλοῦσι σήμερον οἱ ὑπουργοὶ νὰ ψηφίσητε, θεωροῦντος τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, θεωρούσης τῆς Εὐρώπης; Σᾶς λέγουσι νὰ ψηφίσητε, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἶναι περιττὸν δι’ ἡμᾶς, ἀφοῦ διὰ μικρὰν ἀνάγκην συγχωροῦμεν νὰ τὸ καταπατήσωσιν. Αὐτὴν τὴν φοβερὰν ἐτυμηγορίαν ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ ἡμᾶς· ἀλλὰ πῶς μὲν θέλει κρίνει τὸ ἔθνος δι’ ἡμᾶς τότε, πῶς δὲ ἡ Εὐρώπη, ἐὰν, διότι μᾶς κατέλαβε μικρά τις ἀνάγκη, σχίσωμεν τὸ Σύνταγμα ἐνώπιόν της; Ἐὰν τοὐλάχιστον ὑπάρχῃ πραγματική τις ἀνάγκη, ἐὰν πρόκειται νὰ σώσωμεν τὴν πατρίδα ἀπὸ μέγαν τινὰ κίνδυνον, ἐὰν ἠδυνάμεθα νὰ δείξωμεν τὸ βάραθρον αὐτῆς τῆς ἀνάγκης, ἐὰν τέλος ἐπρόκειτο νὰ κλείσωμεν αὐτὸ τὸ φοβερὸν βάραθρον, ξεσχίζοντες τὸ Σύνταγμα τοῦ ἔθνους καὶ ῥίπτοντες αὐτὸ εἰς τὸ βάραθρον, τότε καὶ ἐν τοιαύτῃ ἀνάγκῃ ἴσως ἦτο συμφέρον νὰ πράξωμεν οὕτω· πλὴν ὑπάρχει σήμερον τοιαύτη τις ἀνάγκη; Ἂς ἐξετάσωμεν. Ἡ ἀνάγκη πρέπει νὰ ᾖναι πραγματικὴ, νὰ ὑπάρχῃ δὲ καὶ εἰς τὴν συνείδησιν ὅλου τοῦ ἔθνους, διὰ νὰ εἴπωμεν ὅτι ὑφίσταται αὕτη. Κύριοι Βουλευταὶ, διότι ἡ λέξις ἀνάγκη δὲν εἶναι παρὰ μία ἠθικὴ κατάστασις, ἐξαρτωμένη ἀπὸ τὴν κρίσιν ἑκάστου, δὲν εἶναι συγκεκριμένον τι, ὅπως εἴπωμεν αὐτὸ εἶναι ἡ ἀνάγκη (δεικνύει τὸ χαρτοφυλάκιόν του). Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ ἀνάγκη δὲν ὑποκύπτει εἰς τὰς αἰσθήσεις, εἶναι δὲ μία ἠθικὴ κατάστασις, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τὴν ἐξετάσωμεν ἄνευ φατριασμοῦ, ἄνευ κομματισμοῦ, ἀλλὰ μὲ εἰλικρίνειαν, διότι, διὰ νὰ σκεφθῆτε καὶ ἀποφασίσητε εἰλικρινῶς καὶ δικαίως, πρέπει νὰ μελετήσητε καλῶς αὐτὰ τὰ πράγματα, ὅπως μὴ προτιμήσητε τὴν συμπάθειαν πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς ἀπέναντι τοῦ μεγάλου καθήκοντος πρὸς τὴν πατρίδα, ἀλλ’ ἐλευθέρως ἐκφέρητε κατ’ αὐτῶν τὴν ἀπόφασίν σας. Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ, προσωπικὰ πάθη κατ’ αὐτῶν δὲν ἔχω, σέβομαι μάλιστα τοὺς ἄνδρας αὐτοὺς καὶ τοὺς τιμῶ, ἀλλὰ θέλω τοὺς κατακρίνει ὡς Κυβέρνησιν, ἂν εὕρω ὅτι ἔπραξαν παρὰ τὴν ἀνάγκην καὶ τοὺς νόμους. Σᾶς εἶπεν ὁ Πρόεδρος τῆς Κυβερνήσεως, πρὸ μικροῦ ἀγορεύων· «εὑρέθημεν εἰς θλιβερὰν ἀνάγκην μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, διότι αὕτη ἄφησεν ὄπισθεν αὑτῆς τὸ χάος, μὴ ψηφίσασα τοὺς φορολογικοὺς νόμους.» Καὶ ἐγὼ λέγω, ὅτι ἦτο τοῦτο ἓν μέγα πολιτικὸν σφάλμα, διότι ἔπρεπεν ἡσύχως τῷ ὄντι νὰ τελειώσῃ τὸ ἔργον της ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, ἀλλὰ ἴσια ἴσια αὐτὸ ἐστάθη τὸ μέγα σφάλμα τοῦ Πρωθυπουργοῦ, ὅστις πρότερον ἐκαυχήθη διότι ὑπέγραψε τὸ διάγγελμα, ὅπερ συνέτεινεν εἰς τὴν βιασμένην ἐκείνην διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως· διότι νομίζω, ὅτι ἀνυπόστατοι φόβοι ἐξεβίασαν τὴν διάλυσιν τῆς Συνελεύσεως, ἥτις ἂν ἔμενεν ἐπὶ πλέον 15 ἡμέρας, ἤθελεν ἀπαλλάξει ἡμᾶς μὲν ἀπὸ τὸν φοβερὸν ἀγῶνα εἰς ὃν εὑρισκόμεθα σήμερον, ὑμᾶς δὲ ἀπὸ τὴν ἐπίσης φοβερὰν εὐθύνην, ἣν φέρετε ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Διὰ τοῦτο λοιπὸν σᾶς μέμφομαι πρὸ πάντων, διότι ἕνεκα ματαίων φόβων κατεστήσατε ἀνίκανον τὴν Συνέλευσιν νὰ ψηφίσῃ τὸν προϋπολογισμὸν καὶ ἕτερα ἔργα ἀναγκαῖα εἰς τὴν διοίκησιν τοῦ κράτους. Βεβαίως ἓν ἀπὸ τὰ κενὰ, ὅσα ἄφησεν ἡ Συνέλευσις, ἦτο ἡ ἔλλειψις προϋπολογισμοῦ καὶ τῶν φορολογικῶν νόμων· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι τοῦτο ἐκ προθέσεως ἐπεδιώξατε, διότι εἴδετε μὲ πόσην τέχνην ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ ἐπὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν ὑπουργὸς, ὀχυρωθέντες ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ ζητήματος, σᾶς ἔλεγον, δὲν εἴχομεν προϋπολογισμὸν καὶ φορολογικοὺς νόμους ὅπως εἰσπράξωμεν καὶ πληρώσωμεν. Λοιπὸν ἔπρεπε νὰ κλείσωμεν τὰ γραφεῖα, εἶπον, νὰ διαλύσωμεν τὸν στρατὸν, νὰ καταστρέψωμεν τὴν πολιτείαν καὶ νὰ κινδυνεύσῃ ἡ πατρίς; Ὄχι, λέγομεν, ὄχι· δὲν φιλονεικεῖ κανεὶς τοῦτο, ἄλλως θὰ ἐφαίνετο ὅτι ὁ τοιοῦτος δὲν γνωρίζει τὰ πραγματικὰ ζητήματα τοῦ τόπου· δὲν σᾶς φιλονεικεῖ κανεὶς, ὅτι δὲν ἔπρεπε νὰ λάβετε χρήματα καὶ ἐξοδεύσητε αὐτὰ ὅπως καὶ ὅπου ἔπρεπε, κατὰ τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. Ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι τὸ κατόρθωμα τοῦτο χρεωστεῖται εἰς τὸ ἀντισυνταγματικὸν ἐκεῖνο διάταγμα, δι’ οὗ ἐπεβάλατε τοὺς φόρους; νομίζετε, ὅτι μὲ τοῦτο δύνασθε νὰ μᾶς ἀπατήσετε, καὶ μᾶς πείσετε, ὅτι διὰ τοῦ ἀνισχύρου ἐκείνου διατάγματος εἰσεπράξατε τοὺς φόρους; Ὄχι· ἡ εἴσπραξις τῶν φόρων δὲν ὀφείλεται εἰς τὰς πράξεις σας, ἀλλ’ εἰς τὸ πνεῦμα τῆς συντηρήσεως καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ πατριωτισμοῦ, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ὅλον τὸν Ἑλληνικὸν λαόν.
§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ ἐπεκύρωσε λοιπόν.
§76Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ὑποθέσατε ὅτι ἐγὼ χρεωστῶν φόρους δὲν ἤθελα νὰ πληρώσω αὐτούς. Τὶ ἔκαμνεν ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ὅτε ἀντὶ ἀνισχύρου διατάγματος εἶχεν ἰσχυρότατον νόμον; Πρῶτον ἔστελλε τὸν εἰσπράκτορα καὶ μοὶ ἐζήτει τὰ χρήματα· ἔπειτα, ἐὰν δὲν ἐδίδοντο τὰ χρήματα, ἐνήργει κατάσχεσιν καὶ ἀκολούθως μὲ ἐξεβίαζε διὰ φυλακίσεως, τὰ δὲ δικαστήρια ἐπεκύρουν τὴν πρᾶξιν ταύτην, καὶ οὕτως ἀναγκαζόμενος νὰ πληρώσω δυνάμει τοῦ νόμου, ἐπλήρωνον. Σεῖς ὅμως σήμερον, ἐνῷ δὲν ἔχετε νόμον, ἐνῷ γνωρίζετε ὅτι τὸ διάταγμα εἶναι ἀνίσχυρον, ὅμως λέγετε, ὅτι ὁ λαὸς ἐπλήρωσε, καὶ καλῶς ἔπραξεν. Ἀλλὰ τὶ θὰ εἰπῇ τοῦτο; θὰ εἰπῇ ὅτι ὁ λαὸς αἰσθάνεται τὸ καθῆκόν του πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς τὴν πολιτείαν. Ἂν ὅμως ἠρνεῖτο μία ἐπαρχία νὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους, ἂν ἐγὼ π. χ. ἔλεγον εἰς τὴν ἐπαρχίαν μου μὴ πληρώσῃς, διότι νόμος δὲν ὑπάρχει, νομίζετε ὅτι διὰ τοῦ διατάγματος αὐτοῦ εἴχετε ἰσχὺν νὰ συλλάβητε πολίτην τινὰ καὶ τὸν φυλακίσητε; Τὸ δικαστήριον ἤθελε λάβει ὑπ’ ὄψιν τὸ διάταγμα, ἢ ἤθελε τὸ πετάξει ἀφοῦ νόμον δὲν ἔχετε; Ἡ πρᾶξις ἄρα τὴν ὁποίαν ἐκάματε ἦτον μόνον ἀντισυνταγματικὴ, χωρὶς νὰ παραγάγῃ καμμίαν πραγματικὴν ὠφέλειαν, ἀφοῦ δὲν ἠδύνατο νὰ βιάσῃ τινα.
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν λοιπὸν δὲν ἀξίζῃ τίποτε, πρὸς τί ἡ κατηγορία;
§78Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα θέλω σᾶς εἰπῆ· τὸ ἐπράξατε μόνον διὰ νὰ δείξητε ἕνα εἶδος ἐνεργείας ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, νομίζοντες, ὅτι δὲν ἦτον δυσάρεστον, δὲν ἦτον κακὸν πρᾶγμα νὰ ἐμβλέπῃ τις καὶ πρὸς τὴν δικτατορίαν. Μοῦ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι χωρὶς ἔννοιαν ἡ πρᾶξις αὕτη δὲν ἦτον· πλὴν μὴ νομίσετε, ὅτι, ἐπειδὴ εἰς ἀδυνάτους ἀνθρώπους φέρει τρόμον ἡ πρᾶξις σας αὕτη καὶ δύναται νὰ ἐκπλήξῃ κοινὰς ψυχὰς, ἐπειδὴ δύναται νὰ τρομάξῃ, λέγω, ἀνθρώπους μὴ δυναμένους νὰ συλλογισθῶσι περὶ τῶν νόμων καὶ τῆς πολιτείας, δύνασθε νὰ προβῆτε καὶ περαιτέρω. Πλὴν τώρα θέλω σᾶς ἀποδείξει ἀκόμη, ὅτι τὸ πνεῦμα ὑπὸ τὸ ὁποῖον ἐξεδόθησαν ὅλα τὰ διατάγματα ταῦτα δὲν ἦτον εἰλικρινές· θέλω δὲ σᾶς ἀποδείξει τοῦτο δι’ αὐτῶν τῶν διαταγμάτων. Ὅπως ὅμως φανῶ καὶ δίκαιος εἰς τὰ πράγματα, δὲν σᾶς κατηγορῶ διότι εἰσεπράξατε τοὺς φόρους καὶ ἐπληρώσατε, σᾶς κατηγορῶ ὅμως διότι κακῶς ἐπράξατε ἐκδόσαντες ἀντισυνταγματικὰ Διατάγματα, διότι καὶ ἄνευ τοῦ διατάγματος τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ τούτου οἱ φόροι ἤθελον συλλεχθῆ ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον, διότι ὁ λαὸς ἠθέλησεν οὕτω· ἂν ὅμως ὑποτεθῇ, ὅτι ὑπῆρχεν ἐναντία διάθεσις τοῦ λαοῦ, τότε οὐδὲ 100 Διατάγματα ἤθελον κατορθώσει τὴν εἴσπραξιν τῶν φόρων. Ἔρχομαι νῦν εἰς τὸ δεύτερον Διάταγμα περὶ τῆς παρανόμου αὐξήσεως τοῦ ἀριθμοῦ καὶ τῆς μισθοδοσίας τῆς χωροφυλακῆς, καθὼς καὶ τῆς τροποποιήσεως τῶν καθηκόντων αὐτῆς. Κίνδυνοι, Κύριοι, μεγάλοι, κίνδυνοι, λέγουσιν οἱ ὑπουργοὶ, μᾶς ἐπέβαλον ὡς καθῆκον τὴν συντήρησιν τῆς τάξεως καὶ αὐξήσαμεν τὴν χωροφυλακὴν καὶ τὴν μισθοδοσίαν αὐτῆς κτλ. Ἦσαν ἆράγε πραγματικοὶ αὐτοὶ οἱ φόβοι, ἰδανικοὶ ἢ ἐπλάσθησαν; Ἦσαν πραγματικοὶ, λέγετε, ἀλλὰ δὲν εἰμπορέσατε οὔτε νὰ τοὺς ἀποδείξητε, ἑπομένως οὔτε νὰ τοὺς πολεμήσητε. Ἔχω τὴν τιμὴν λοιπὸν νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐδείξατε μεγάλην πολιτικὴν δειλίαν, καὶ δὲν ἔπρεπε ἐξ ἀτόπων φόβων καὶ συλλογισμῶν ματαίων νὰ συντρίψητε καὶ ποδοπατήσητε τὸ Σύνταγμα. Εἰς τί σᾶς ἐχρησίμευεν ἡ αὔξησις τῆς χωροφυλακῆς; Ὑπῆρχον πραγματικοὶ κίνδυνοι ἢ ὄχι; Ἐὰν ὑπῆρχον ἀληθῶς καὶ σᾶς ἐχρειάζετο κατ’ αὐτῶν δύναμις, ἔπρεπεν οἱ κίνδυνοι οὗτοι νὰ ἦναι τόσον πλησίον, ὥστε νὰ δύνασθε νὰ εἴπητε σήμερον· οἱ κίνδυνοι ἦσαν ἐκεῖ· ἐλάβαμεν λοιπὸν ἀπ’ ἐδῶ τὴν δύναμιν καὶ τὴν ἐπέμψαμεν εἰς Λαμίαν, καὶ δι’ αὐτῆς ἐφονεύσαμεν ὅλους τοὺς κλέπτας, καὶ οὕτω ἀπὸ ἓν σημεῖον τοὐλάχιστον ἀπεσοβήσαμεν τὸν κίνδυνον. Τοιοῦτον τι ὅμως δὲν ἐγένετο καὶ διὰ τοῦτο φοβοῦμαι, ὅτι θέλετε καταφύγει εἰς ἓν ἄλλο ἐπιχείρημα ὅπως δικαιολογήσητε τὰ διατάγματα. Εἰς τὰς ἐπαρχίας, θὰ εἴπετε, ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῶσιν ἐκλογαὶ, αἱ ἐκλογαὶ ἠδύναντο νὰ γεννήσωσιν κινδύνους· λοιπὸν οἱ 400 αὐτοὶ χωροφύλακες ἔπρεπε νὰ σώσωσιν τὸ ἔθνος ἐκ τοῦ κινδύνου. Πόσας ἐπαρχίας ὅμως ἔχει τὸ κράτος, Κύριοι Βουλευταὶ; 60 νομίζω· ἄρα 5 χωροφύλακες ἔμελλε νὰ ὑπάγουν εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν καὶ ὁ κίνδυνος ἔπαυε τότε. Ἀλλ’ ὁποῖοι ἦσαν, Κύριοι, οὗτοι οἱ ἄνθρωποι; ἦσαν ἆραγε στρατιῶται, ὥστε νὰ μᾶς λέγῃ ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι δι’ αὐτῶν ἀντικατέστησε τοὺς ἐθνοφύλακας, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ἀκατάλληλοι; Καλὰ ἔκαμες καὶ ἀπέβαλες τοὺς κακοὺς ἐθνοφύλακας, Κ. πρωθυπουργὲ, ἀλλὰ μὴ στοχασθῇς, ὅτι διὰ τοῦτο μᾶς ἀπατᾷς ὅτι ἔκαμες καὶ ἐκλογὴν καλλιτέραν, διότι 400 ἄνθρωποι στρατολογηθέντες τυχαίως καὶ ἀγύμναστοι δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ 400 ἐθνοφύλακες. Οὐδὲ στρατὸν λοιπὸν ἐπαρουσιάσατε διὰ τοῦ ἀντισυνταγματικοῦ διατάγματος, διότι μὴ στοχάζεσθε ὅτι ἡ στρατιωτικὴ ἀναξυρὶς καὶ ἡ στρατιωτικὴ στολὴ κάμνουν τὸν στρατιώτην, μὴ στοχάζεσθε ὅτι αἱ ἐπωμίδες καὶ τὰ μεγάλα ξίφη κάμνουν τὸν ἀξιωματικόν· διότι μεταξὺ ἀξιωματικοῦ καὶ ἀνθρώπου φέροντος ἐπωμίδας ὑπάρχει τοσαύτη διαφορὰ, ὅσην οὐδὲ φαντάζεσθε. Λοιπὸν, Κύριοι ὑπουργοὶ, οὐδὲ τακτικὸν στρατὸν κατεσκευάσατε, οὐδὲ σᾶς ἐχρησίμευσεν εἰς τίποτε ἀποδεδειγμένως καὶ ἡ δύναμις αὕτη· ἄρα οὐδὲ πραγματικοὶ, οὔτε ἰδανικοὶ φόβοι ὑπῆρξαν. Ἀλλὰ ἴσως εἴπωσιν τινὲς, πρὸς τί λοιπὸν ἐξεδόθη αὐτὸ τὸ διάταγμα; Ἐγὼ θέλω σᾶς τὸ εἴπει, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ χαρίσητε ὀλίγον τὴν ὑπομονήν σας, τοσοῦτον μάλιστα, καθόσον ὄπισθεν αὐτοῦ τοῦ διατάγματος, ἐγὼ τοὐλάχιστον, βλέπω πλασθέντας πραγματικοὺς κινδύνους. Ὅταν, Κύριοι, ἦλθεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ἡ πρώτη Βασιλεία, ἐσχηματίσθη τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἐκ τῶν ἀρχαίων ἐκείνων ἀνδρῶν τοῦ ἀγῶνος· χίλιοι ἄνδρες ἦτον τότε ἡ δύναμις αὐτῆς, καὶ οὗτοι ἐφάνησαν ἱκανοὶ νὰ ἐπαρκέσωσι, τότε μάλιστα, εἰς ὅλην τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ Κράτους μέχρι τοῦ 1859. Καθ’ ὅλον τοῦτο τὸ διάστημα ποτὲ δὲν προσέκρουσεν ἡ ὑπηρεσία τοῦ σώματος, ὁ δὲ μηχανισμὸς τῆς ὑπηρεσίας προέβαινε λαμπρότατα, διότι ἡ χωροφυλακὴ δὲν εἶναι στρατιωτικὴ ἀλλ’ ἀστυνομικὴ δύναμις· διὰ τοῦτο δὲ εἶναι ἀνεξάρτητος ὄχι μόνον πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν διὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων αὑτῆς, ἀλλὰ καὶ πρὸς πᾶν ἄλλο ὑπουργεῖον καὶ πρὸς πᾶσαν ἄλλην ἀρχὴν τοῦ Κράτους. Τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ἔχει ἴδια καθήκοντα, ἰδίαν δικαιοδοσίαν, ὁ δὲ νόμος ἔθεσε φραγμὸν μεταξὺ τῆς ὑπηρεσίας ὅλων τῶν ἀρχῶν καὶ τοῦ σώματος τούτου. Ἐπήρκει λοιπὸν εἰς τὰς ἀνάγκας τοῦ κράτους τότε τὸ σῶμα τοῦτο, διατί; διότι δὲν τὸ εἶχον ἀναμίξει εἰς τὴν πολιτικὴν διοίκησιν. Ἠξεύρετε δὲ ἀπὸ πότε χρονολογεῖται ἡ αὔξησις τῆς χωροφυλακῆς; ἀφ’ ἧς ἐποχῆς ἤρχισε νὰ ἐλαττοῦται ἡ πρὸς τὸν τακτικὸν στρατὸν πίστις τῆς ἐξουσίας, διότι ὁ στρατὸς ἐδυσχέραινε βιαζόμενος ν’ ἀναμιγνύεται εἰς τὰς κατὰ τῶν Νόμων πράξεις αὐτῆς.
§79ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε μίαν λέξιν; Ὅταν συζητῆτε, δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα κοινοβουλευτικῶς νὰ ἐξηγῆτε τοὺς σκοπούς μας καὶ νὰ μᾶς ἀποδίδητε....
§80Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν σᾶς ἀποδίδω τίποτε· ὁμιλῶ ἀκόμη περὶ τοῦ παρελθόντος, δὲν ἔφθασα εἰς σᾶς.— Σᾶς λέγω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ηὔξησε κατὰ μίαν ἐποχὴν, καθ’ ἣν δικαίως ἢ ἀδίκως συνελήφθησαν ὑποψίαι περὶ τῆς πίστεως τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Δὲν εἶναι δὲ ἀληθὲς, ὅτι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς συνετέλεσε ποτὲ μόνον εἰς τὴν ἐξόντωσιν τῆς ληστείας· συνετέλεσε, ναί, ἀλλὰ διὰ τῆς ἰσχυρᾶς βοηθείας τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ. Ὅτε κατὰ τὰ 1854 δυστυχῶς μᾶς κατέλαβεν ἡ ξένη κατοχὴ, καὶ διελύθησαν τὰ δέκα τῆς τότε ὁροφυλακῆς τάγματα, ἡ ληστεία ἔλαβεν αἰφνιδίως τοιαύτην ἔκτασιν, ὥστε φόβος καὶ τρόμος εἶχε περιβάλει καὶ αὐτὰς τὰς Ἀθήνας· ἐφάνησαν δ’ ἐπὶ τοσοῦτον τολμηροὶ οἱ λησταὶ ἐκεῖνοι, ὥστε ἐτόλμησαν, εἰσελθόντες εἰς τοὺς κόλπους τοῦ γαλλικοῦ στρατοῦ, ν’ ἁρπάσωσιν ἐξ αὐτῶν ἕνα λοχαγὸν γάλλον καὶ φέρωσιν αὐτὸν εἰς τὰ ὄρη· τὰ δὲ ἀποτρόπαια ὀνόματα τοῦ Νταβέλη καὶ Κακαράπη προφέρονται ἔτι καὶ νῦν μετὰ φρίκης ὑπὸ τῆς κοινωνίας. Ἐνθυμεῖσθε ποῖος τρόμος εἶχε καταλάβει τότε πάντας, καὶ αὐτὰς τὰς Ἀθήνας καὶ αὐτὴν τὴν Κυβέρνησιν, ἥτις ἠναγκάσθη νὰ διανείμῃ τὴν φρουρὰν εἰς τοὺς πέριξ δρόμους. Μέτρα ἐλήφθησαν ἔκτακτα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ φέρωσι βέβαια ἀποτελέσματα· ἀλλὰ ποῖα ἦσαν τὰ μέτρα ταῦτα, ἐνθυμεῖσθε; Ἐπεφορτίσθη τὴν καταδίωξιν τῶν λῃστῶν ὁ τακτικὸς στρατὸς, καὶ χρεωστῶ νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ἡ γενναία καὶ ἀποφασιστικὴ ἐκείνη πρᾶξις χρεωστεῖται εἰς τὸ τότε ὑπουργεῖον Βούλγαρη, τοῦ ὁποίου μέλη ἦσαν καὶ ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὡς νομίζω, ἀκόμη καὶ ὁ Κ. Χριστόπουλος. Εἶναι κἀνεὶς ἐξ ἡμῶν, ὅστις δὲν ἐνθυμεῖται τὴν καταστροφὴν τῶν λῃστῶν, εἰς μὲν τὸν Μαραθῶνα ἀπὸ τὸν Σκαλτσᾶν, εἰς δὲ τὸ Ζεμενὸν ἀπὸ τὸν Τζίραν; Ὁ στρατὸς λοιπὸν κατέστρεψε τότε τὴν φοβερὰν ἐκείνην ληστείαν.—Ματαίως μᾶς ἀναφέρετε ὡς παράδειγμα, ὅτι προχθὲς ἀκόμη κατὰ τὰ μεθόρια ἡ χωροφυλακὴ κατέστρεψε τὴν ληστείαν· δὲν εἶναι ἀληθές· νομίζω, ὅτι 700 ἄνδρες τοῦ τακτικοῦ στρατοῦ κατέχουν τὰ μεθόρια ἀπὸ τῆς Ἀμαλιαπόλεως μέχρι τῆς Ἀκαρνανίας, ἀκαταπαύστως περιπολοῦντες, διώκοντες καὶ φονεύοντες λῃστάς. Ἀλλ’ ἐὰν σᾶς ἐχρειάζετο περισσοτέρα δύναμις, Κύριοι ὑπουργοὶ, διὰ νὰ ἐνεργήσητε ταχύτερα αὐτὴν τὴν καταστροφὴν τῆς λῃστείας, καὶ πιθανὸν νὰ εἴχατε δίκαιον, διατί τὴν δύναμιν αὐτὴν δὲν ἐλαμβάνετε ἀπ’ ἐκεῖ ὅπου ὁ νόμος σᾶς δίδει τὴν ἄδειαν νὰ λάβητε, ἀπὸ τὸν τακτικὸν στρατόν; Δὲν σᾶς ἐπετρέπετο νὰ κατατάξητε τοὺς 400 ἄνδρας τούτους εἰς τὸν τακτικὸν στρατὸν καὶ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον νὰ μὴ παραβῆτε τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους;
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μὲ τὸ στανιό;
§82Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ λάβητε τοὺς καθυστεροῦντας κληρούχους τῶν ἐπαρχιῶν...
§83ΠΟΛΛΟΙ. Παραμύθια.
§84Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Στενοχωρεῖσθε! Βεβαίως, Κύριοι, διότι ὁμιλῶ ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων· ἀλλὰ μάτην θορυβεῖτε, δὲν συνειθίζω νὰ ταράττωμαι ἀπὸ τοὺς σπαραγμοὺς, ὅσους γεννᾶ εἰς τὰ στήθη τινῶν ἡ ἀγανάκτησις· εὑρισκόμενος ἐντὸς τῶν πραγμάτων καὶ τῆς ἀληθείας, ἔχω καὶ τὸ θάῤῥος καὶ τὴν τόλμην νὰ ἀποδείξω ὅσα λέγω. Δὲν ἦτο δυνατὸν, λέγετε, νὰ λάβητε τὴν δύναμιν αὐτὴν ἀπὸ τὸν τακτικὸν στρατόν· πληρέστατα ἦτο δυνατὸν, διότι πρῶτον μὲν, ἡ δύναμις αὕτη ὑπῆρχε, καταστρέφει δὲ τὴν ληστείαν καὶ νῦν ἔτι εἰς τὰ μεθόρια, δεύτερον δὲ, διότι ἡ Κυβέρνησις, τὴν ὁποίαν σήμερον κατηγορῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὑπαρχούσης ἔτι τῆς ἐθνοσυνελεύσεως, ὑπέβαλε σχέδιον νόμου, καὶ ἐζήτησεν ὅσους στρατευσίμους ἐχρειάζετο πρὸς ἐμπέδωσιν τῆς δημοσίου ἀσφαλείας. Τὸν νόμον αὐτὸν σεῖς ἐψηφίσατε τότε ὡς πληρεξούσιοι, σεῖς οἱ ὁποῖοι στενάζετε σήμερον. Λοιπὸν ἡ Κυβέρνησις εἶχε καὶ νόμον στρατολογίας καὶ ὅπλα ἀνὰ χεῖρας. Διατί λοιπὸν σᾶς φαίνεται παράξενον, ὅταν σᾶς λέγω, ὅτι ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὴν ἀναγκαίαν δύναμιν διὰ τὴν καταδίωξιν τῆς ληστείας ἀπὸ τὸν τακτικὸν στρατόν; Ἐὰν ὅμως ἔχετε ἀμφιβολίας ἀκόμη περὶ τούτου, ἰδέτε, δὲν εἶναι οὗτος ὁ προϋπολογισμὸς, τὸν ὁποῖον ἐψηφίσατε; δὲν ὑπάρχει ἐδῶ σημειωμένη ἡ στρατιωτικὴ δύναμις, ἣν ἐχορήγησεν ἡ Συνέλευσις; Μήπως εἶναι ἄρα γε ψευδὲς αὐτὸ τὸ ὁποῖον λέγω; Ὄχι, Κύριοι, εἶναι βεβαίως ἀληθὲς, πλὴν ἐννοῶ πολὺ καλὰ τὸν λόγον δι’ ὃν ἐπροτιμήθη ἡ αὔξησις τῆς δυνάμεως τῆς χωροφυλακῆς ἀντὶ τῆς δυνάμεως τοῦ στρατοῦ. Καὶ ἡ Κυβέρνησις ἕως ἐδῶ παρέβη προφανῶς τὸν νόμον· τοῦτο ὅμως ἴσως ἀγνοοῦν πολλοὶ ἀπὸ τοὺς κυρίους οἱ ὁποῖοι ὑπερασπίζουν τοὺς ὑπουργοὺς, λέγοντες, ὅτι δύναται ἡ Κυβέρνησις καὶ κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ αὐξήσῃ κατὰ 500 ἄνδρας τὴν δύναμιν τῆς χωροφυλακῆς χωρὶς εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ προσκρούῃ· ὁ νόμος ὅμως διαῤῥήδην πρὸς αὐτοὺς ἀντιλέγει· τοῦτο δὲ θέλω τώρα σᾶς εἴπει. Ἡ δύναμις τῆς χωροφυλακῆς ὁρίζεται μὲν διὰ νόμου, δυνάμει ὅμως διατάγματος ὀργανικοῦ σχηματίζεται· ἂν δὲ ἔχετε ἀμφιβολίας, ἰδέτε καὶ τὸν νόμον καὶ τὸ διάταγμα τῆς 18 Ἰουνίου 1859. Ἐὰν ὅμως ὑποτεθῇ, ὅτι ἀνεφάνη καὶ κατὰ φαντασίαν ἀκόμη ἀνάγκη τις, καὶ διὰ τοῦτο σᾶς ἐχρειάζοντο 400 χωροφύλακες εἰσέτι, ἂς ἐλαμβάνατε διὰ κατατάξεως αὐτῆς, ἡ δὲ ἀνάγκη ἐδῶ ἔπαυε πλέον. Ἀλλὰ ὁποίαν εἴχετε ἀνάγκην νὰ αὐξήσητε τὴν μισθοδοσίαν τῆς χωροφυλακῆς, καὶ ἀκόμη νὰ μεταβάλητε τὰ καθήκοντα αὐτῆς, παρανομοῦντες, ἴσως μ’ ἀποκριθῆτε· ἐχρειάσθη νὰ πληρώσωμεν περισσότερα χρήματα, διότι δὲν εὑρίσκομεν ἄλλους χωροφύλακας. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, διότι τόσοι ταυτοχρόνως ἄλλοι χωροφύλακες ὑπηρέτουν μὲ τὴν αὐτὴν μισθοδοσίαν. Ποτὲ ἄρα δὲν ἠμπορούσατε νὰ καταστρέψητε τὸν ὀργανισμὸν τῆς χωροφυλακῆς, ὅστις εἶναι νόμος, χαριζόμενοι εἰς γελοίας προτάσεις, ὅτι δὲν κατεπατήσατε αὐτόν! Ἰδοὺ τὸ διάταγμα, δυνάμει τοῦ ὁποίου κατεστράφη ὁλόκληρος ὁ κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς καὶ ὡς πρὸς τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν μισθοδοσίαν καὶ τὰ καθήκοντα ἀκόμη, περὶ ὧν θὰ λαλήσω νῦν.
§85ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ......
§86Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἄλλο εἶναι ὀργανισμὸς καὶ ἄλλο κανονισμὸς τῆς χωροφυλακῆς. Κύριοι, γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, ὅτι ἡ χωροφυλακὴ εἶναι σῶμα ὅλως διόλου εἰδικόν· εἶναι δὲ ὅλως διόλου ἀνεξάρτητον πάσης διοικητικῆς ἐξουσίας εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων του. Τὸ σῶμα τοῦτο τῆς χωροφυλακῆς εἶναι τὸ ἀστυνομικὸν σῶμα τῆς Κυβερνήσεως κατ’ αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως, εἶναι οἱ ἐπισκοποῦντες τὴν ἐκτέλεσιν τῶν νόμων καθ’ ὅλας τὰς ἐπαρχίας, εἶναι οἱ ἐπιβλέποντες τὰς εἰσπράξεις τῶν φόρων, τὰ τελωνεῖα, τὰς διοικητικὰς, τὰς δικαστικὰς ἀρχὰς κτλ. Ἐπισκοπεύει λοιπὸν αὐτὸ τὸ σῶμα τὰς ἰδίας ἀρχὰς αὐτῆς τῆς Κυβερνήσεως.
§87ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Τὰς ἀρχάς.
§88Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως, καὶ διὰ τοῦτο ὁ νόμος κατέστησε τὴν χωροφυλακὴν ἀνεξάρτητον ἀπὸ τὴν ἄμεσον ἐπίῤῥοιαν ὅλων τῶν ὑπουργείων, καὶ ὥρισε τὰ καθήκοντα αὐτῆς πρὸς ἕκαστον τῶν ὑπουργείων χωριστά. Εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν ἡ χωροφυλακὴ ὑπάγεται διὰ τὴν ἐνδυμασίαν, κατάταξιν, μεταστάθμευσιν, διὰ τὰς μεταθέσεις, προβιβασμούς· ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν προσέτι καταδιώκεται διὰ τὰ ἐγκλήματα, ὅσα ἀναφέρονται εἰς τὴν στρατιωτικὴν πειθαρχίαν. Πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν ἀναφέρει περὶ ὅλων ὅσα ἀποβλέπουσι τὴν δημοσίαν τάξιν, συγκεντροῦται δὲ δυνάμει αἰτήσεως τοῦ ὑπουργείου τούτου κτλ. Πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῆς Δικαιοσύνης, διὰ τὴν ἐκτέλεσιν ὅλων τῶν δικαστικῶν ἀποφάσεων κτλ. Πρὸς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ναυτικῶν, διὰ τὴν ἐπιτήρησιν τῶν ναυστάθμων κτλ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς δὲν ἔχει μόνον ὀργανισμὸν ἀλλὰ καὶ κανονισμόν. Διατί λοιπὸν μετεβάλετε τὸν κανονισμὸν τοῦτον τῶν καθηκόντων αὐτῆς; ἢ μήπως ἤθελε συντελέσει τοῦτο εἰς τὸ νὰ παύσῃ ἡ ληστεία ἢ νὰ διατηρηθῇ ἡ τάξις περισσότερον; Ὄχι, ἀλλ’ ἠθελήσατε νὰ μεταβάλητε ἀκόμη καὶ τὰ καθήκοντα αὐτῆς, διὰ νὰ συγκεντρώσητε περισσοτέραν ἐξουσίαν ἐκεῖ ὅπου ὁ νόμος ἀπαγορεύει τοῦτο, δηλ. εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν.
§89ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Θὰ ἀκούσετε τὸν λόγον.
§90Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βλέπετε, ἀκούω ἀπειλὰς νομικὰς, ἀλλὰ μολονότι εἶμαι στρατιωτικὸς καὶ οὐχὶ νομομαθὴς, μόλα ταῦτα δέχομαι πάντα νομικὸν ἀγῶνα. Δύω λοιπὸν νόμους κατεστρέψατε, καὶ νόμους τοὺς ὁποίους δὲν εἴχετε οὔτε δικαίωμα οὔτε ἀνάγκην νὰ ἐγγίσητε. Ἀνάγκην! ἀνάγκην! καὶ πάλιν ἀνάγκην! ἀνακράζετε πάντοτε, ἀλλ’ ἴδωμεν, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη δὲν ἔχει ὅρια; Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη ὑπὲρ τῆς δημοσίας τάξεως ν’ αὐξήσητε τὸν ἀριθμὸν τῆς χωροφυλακῆς· ἀλλὰ ποία ἀνάγκη ὑπῆρχεν ὅπως μεταβάλητε τὰ καθήκοντα τῆς χωροφυλακῆς; ποία ἀνάγκη σᾶς ἐβίασε νὰ ἐξοδεύσητε χρήματα, αὐξάνοντες τὴν μισθοδοσίαν αὐτῆς, ἥτις πρὸ πέντε ἐτῶν ηὔξησε, καὶ ἡ χωροφυλακὴ ἦτον παρὰ πολὺ εὐχαριστημένη ἔκτοτε; Ἐπεβαρύνατε λοιπὸν μὲ 580,000 δραχμὰς κατ’ ἔτος τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν, ὄχι δι’ ἄλλην ἀνάγκην, παρὰ διὰ νὰ φωνάζητε αὔριον, ὁ στρατὸς κατατρώγει τὸ ἔθνος, ἑκατομμύρια ὅλα κατατρώγει ὁ στρατός! ἀλλ’ ὅταν φθάσωμεν εἰς ἐκείνην τὴν περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου συζήτησιν, ἐλπίζω νὰ ἀθωώσω τοὺς συντρόφους μου ἀπὸ ὅσας ἀδίκους συκοφαντίας ἐπισωρεύουσι κατ’ αὐτῶν, διότι αὐτοὶ πάντοτε ἐνήργησαν τὸ καθῆκον των καθὼς ὑπαγορεύει αὐτοῖς ἡ τιμὴ καὶ τὸ πρὸς τὴν πατρίδα χρέος. Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει, ὅτι αἱ στρατιωτικαὶ ὑπηρεσίαι ὁμοιάζουσι τὰ ὅπλα, ἅτινα μετὰ τὴν μάχην ῥίπτονται κατὰ μέρος καὶ δὲν ἀναζητοῦνται ὅπως τακτοποιηθῶσι καὶ καθαρισθῶσι, παρ’ ὅταν ἀναφανῇ κίνδυνος. Τοιαύτη εἶναι ἡ τύχη τοῦ στρατοῦ εἰς ὅλον τὸν κόσμον, καὶ τοιαύτη ἔπρεπε νὰ ᾖναι καὶ ἡ τύχη τοῦ Ἑλληνικοῦ στρατοῦ! Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου, σᾶς ἐρωτῶ· ποία σᾶς ἐβίασε λοιπὸν ἀνάγκη νὰ συντρίψητε αὐτοὺς τοὺς δύω νόμους καὶ νὰ καταπατήσητε οὕτω τὸ Σύνταγμα; Πρέπει νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν διάνοιάν σας τώρα; Δὲν εἰσέρχομαι διὰ νὰ μὴ σᾶς ἀποκαλύψω τὰ σχέδιά σας, ὁμολογήσατε ὅμως ὅτι παρηνομήσατε χωρὶς ἀνάγκην. Τούτων δ’ οὕτως ἐχόντων, πῶς θέλετε σεῖς, Κύριοι ὑπουργοί, νὰ εἴπωμεν αὔριον διὰ τῆς ψήφου μας, ἐρωτώμενοι, ὅτι ἐξ ἀνάγκης καὶ διὰ νὰ σωθῇ τὸ ἔθνος, δῆθεν, καλῶς ἐπράξατε παραβιάσαντες τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους;
§91ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ καθήκοντα ποῦ τὰ ηὕρατε, νὰ μᾶς τὸ εἴπητε.
§92Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ ἔχετε ἐν τῷ διατάγματι μεταποιημένα· θέλετε νὰ τὰ ἀναζητήσωμεν; πλὴν καὶ χωρὶς νὰ τὰ ἀναζητήσωμεν εἰς τὸ διάταγμα, νομίζω ὅτι δὲν σᾶς διέφυγεν ἀπὸ τὴν μνήμην, ἀρκεῖ νὰ σᾶς ἐνθυμίσω τὸ μέρος εἰς ὃ λέγετε, ὅτι εἰς τὸ ἑξῆς ἡ χωροφυλακὴ δὲν θέλει μετασταθμεύει ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὰ καθήκοντα ποῖα εἶναι;
§94Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὰ καθήκοντα εἶναι εἰς τὸν κανονισμόν, λάβετε τὸν νόμον καὶ ἴδετε. Βεβαίως ἡ διάταξις αὕτη δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ λογίζεται ξένη τῶν πολιτικῶν συνεπειῶν, ὅσαι κρύπτονται ὑπὸ τὸ κάλυμμα τῆς γενικῆς ἀσφαλείας, ἀλλὰ δὲν ἀνήκει εἰς ἐμὲ νὰ εἰσέλθω εἰς τὴν διάνοιαν τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι ἐνόμισαν ἀναγκαῖον νὰ ἀναγράψωσιν αὐτὴν τὴν διάταξιν, καὶ νὰ καταγγείλω μάλιστα τὴν διάνοιαν αὐτῶν, τοσοῦτον μᾶλλον, καθόσον ὁ Κύριος πρωθυπουργὸς ἐταράχθη δεινῶς ἀπὸ τὴν ἰδέαν αὐτὴν καὶ μὲ προκατέλαβε παρακαλέσας με, ὡς ἐνθυμεῖσθε, νὰ μὴ εἰσέλθω εἰς τὴν διάνοιαν αὐτῶν.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Φέρετε ὅ,τι θέλετε καὶ σᾶς προκαλῶ. Δὲν ταράττομαι.
§96Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ Διάταγμα· «Αἱ τοποθετήσεις καὶ αἱ μεταθέσεις τῶν σταθμῶν, καθὼς καὶ αἱ μεταθέσεις τοῦ προσωπικοῦ ἐνεργοῦνται ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν στρατιωτικῶν ὑπουργοῦ, τῇ αἰτήσει ἢ συναινέσει τοῦ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν.» Ἠξεύρετε δὲ διατί ἔγεινεν ἡ τροποποίησις αὕτη τοῦ νόμου; διὰ νὰ ὑποβληθῇ ὑπὸ μίαν στενοτέραν συγκέντρωσιν τὸ σῶμα τῆς χωροφυλακῆς ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, ἀντὶ δὲ νὰ ὑπάρχῃ, καθὼς μέχρι τοῦδε, ἡ ἐνέργεια εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν καὶ ἡ διεύθυνσις εἰς τὸ τῶν ἐσωτερικῶν, ἥνωσε καὶ τὰ δύω ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τοῦ δευτέρου· ἡ δὲ παρανομία αὐτὴ, ἥτις εἶναι παρανομωτάτη, χρησιμεύει μόνον εἰς τὴν καταστροφὴν τοῦ νόμου, ὄχι ὅμως καὶ τῆς ληστείας. Πρὸ δέκα καὶ ἐπέκεινα ἐτῶν ἐγίνετο πάλη σφοδρὰ μεταξὺ τοῦ ὑπουργείου τῶν στρατιωτικῶν καὶ ἐκείνου τῶν ἐσωτερικῶν, ὅπως ἡ χωροφυλακὴ τεθῇ ἀπολύτως εἰς τὴν ἐξουσίαν τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν, ἀλλ’ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἐπρόκειτο νὰ λυθῇ νομοθετικῶς, ἡ ἀλλαγὴ τῶν καθηκόντων τῆς χωροφυλακῆς δὲν κατωρθώθη τότε, διότι ἡ συγκέντρωσις ἐθεωρήθη ἐπισφαλής· ἀλλ’ ὅ,τι δὲν ἐπέτυχεν ἐπὶ τοῦ παρελθόντος, ἐπέτυχε δυστυχῶς κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς πληρεστάτης συνταγματικῆς ζωῆς μας, διὰ Διατάγματος ἁπλοῦ καὶ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, χάριν ὄχι τῆς ἐξαλείψεως τῆς ληστείας ἢ τῆς γενικῆς ἀσφαλείας, ἀλλὰ χάριν τῆς πολιτικῆς ἐπιῤῥοῆς τῆς ἐξουσίας. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ κατὰ τοῦτο τὸ ὑπουργεῖον εὑρίσκεται ἐκτὸς τοῦ νόμου, καταπατῆσαν τὸ Σύνταγμα ἄνευ ἀνάγκης δι’ ἑνὸς Διατάγματος, τοῦ ὁποίου τὴν νομοθετικὴν ἔννοιαν ἀποδεικνύει τὸ 7 ἄρθρον αὐτοῦ, λέγον· «αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος Διατάγματος, ἐκτελεσθησόμεναι προσωρινῶς, ὑποβληθήσονται ὑπὸ τὴν ἔγκρισιν τῆς Βουλῆς.» Ἔπειτα ἀπὸ τοιαύτας καὶ τηλικαύτας πράξεις οἱ Κ. Κ. ὑπουργοὶ ἔρχονται νὰ μᾶς πείσωσιν, ὅτι ἔπραξαν καλὰ ἐξοδεύοντες 580,000 δραχ. ἀπὸ τὸ ταμεῖον ἄνευ λόγου, ὅτι ἔπραξαν καλὰ παραβαίνοντες τὸν νόμον, καὶ ἐξαιτοῦνται νὰ τοὺς ἀμνηστεύσετε! Τὸ ἐπ’ ἐμοὶ τοὐλάχιστον, Κ. Κ. ὑπουργοὶ, νομίζω, ὅτι δὲν ἐπράξατε καλὰ, ἐπράξατε μάλιστα ἀντισυνταγματικῶς, καὶ ἐὰν δὲν θέλω νὰ σᾶς καταγγείλω, νὰ σᾶς ἴδω καταδικασμένους, μεμφομένους ὅμως ἐπιθυμῶ νὰ σᾶς ἴδω, διότι δὲν ἐπιθυμῶ διόλου νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα εἰς ἑκάστην Κυβέρνησιν νὰ ποδοπατῇ λόγῳ ἀνάγκης τὸ πολίτευμα· ἄλλως μετ’ ἐμὲ θέλετε στενάζει πάντες, καὶ ἐξηγοῦμαι. Σᾶς εἶπον προηγουμένως, ὅτι ἡ ἀνάγκη δὲν εἶναι τί συγκεκριμένον, ἑπομένως αὕτη δὲν ἔχει ἄλλα ὅρια ἀφ’ ὅσα πλάττει ἡ φαντασία ἢ ὁ πολιτικὸς σκοπὸς ἑκάστου. Εἰς ἑτέραν ἀπόδειξιν ἔρχεται ἓν ἄλλο Διάταγμα, ἐξ ὅσων ἔφερεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς ἐνώπιόν σας, δικαιολογήσας αὐτὸ, μὰ τὸν θεόν! λαμπρότατα. Σᾶς εἶπεν ὁ Κ. πρωθυπουργὸς, ὅτι διὰ τὴν Ἑπτάνησον ἔκαμε νομοθετήματά τινα καὶ τὰ ἐξετέλεσε πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ ἐκείνου καὶ τὸ γενικὸν συμφέρον· ἔπραξε δὲ ταῦτα, ἐπρόσθεσε, διὰ ν’ ἀποφύγῃ τὰ μεγάλα παράπονα τῆς Κερκύρας, τῆς ὁποίας τὰ δικαιώματα, τὰς ἐκδουλεύσεις καὶ τὴν βαρύτητα μᾶς ἀνύψωσε μέχρι τοῦ γενικωτέρου βαθμοῦ, ὅπως μᾶς κάμῃ νὰ λησμονήσωμεν ἀσφαλέστερον τὴν παρανομίαν· τῆς Κερκύρας ἡ φωνὴ, τῆς Κερκύρας, ἔλεγεν, ἥτις ὑπέστη πολλὰ, ἥτις ἔχει τόσην ἱστορικὴν ἀξίαν, ἥτις εἶναι τόσον ἐπίσημος εἰς τὴν Εὐρώπην, ἤθελεν ἀκουσθῆ εἰς ὅλον τὸν κόσμον. Λοιπὸν, ὅπως ἀποφύγωμεν πράγματι συνεπείας τόσον μεγάλας, ἐπράξαμεν κατὰ τὴν ἀνάγκην, ἵνα ἀφ’ ἑνὸς ἀπαλλάξωμεν τὴν Ἑπτάνησον γενικῶς ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ὅσας εἶχεν ἐγκαθιδρύσει ἡ προστασία, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ὅπως συμβιβάσωμεν κατὰ τὸ ἀντιπροσωπικὸν δικαίωμα τὴν πόλιν μὲ τὴν ἐξοχὴν· πλὴν δὲν ἔχει οὕτω τὸ πρᾶγμα, διότι ἂν σεῖς, Κύριοι, ἠθέλετε ν’ ἀπολυτρώσητε τὴν Ἑπτάνησον ἀπὸ τὸ προσωπικὸν, τὸ ὁποῖον, εἴπετε, ἱδρύθη ἐπὶ τῆς Ἀγγλικῆς κυβερνήσεως, σᾶς ἦτον εὔκολον νὰ τὸ ἀλλάξητε καθ’ ὁλοκληρίαν διὰ τῶν νόμων αὐτῆς τῆς Ἑπτανήσου, χωρὶς νὰ ἐγγίσητε τὸ πολίτευμα· ἂν σεῖς εἰλικρινῶς ἠθέλετε νὰ κάμητε ὥστε εἰς τὴν Ἑπτάνησον νὰ μὴν ὑπάρχῃ οὐδὲν παράπονον καὶ οὐδεμία δυσκολία, ἔπρεπε νὰ μὴ πολεμήσητε τὴν πρότασιν περὶ ἀφομοιώσεως ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως· τότε ἠθέλαμεν ἔχει μίαν κοινὴν νομοθεσίαν, ἥτις νὰ διέπῃ καὶ ἡμᾶς καὶ ἐκείνους· ἑπομένως ἠθέλατε ἀποφύγει τὴν ἀνάγκην, ἂν ᾖναι καὶ αὕτη ἀνάγκη, τὴν ἀνάγκην, ἕνεκα τῆς ὁποίας συνετρίψατε τὸ πολίτευμά μας. Ἀλλὰ μόλα ταῦτα νομίζετε, ὅτι, ἐπειδὴ μία πόλις ἐστέναζε προσκαίρως, ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ καταπατηθῇ τὸ Σύνταγμα; Νομίζετε δὲ ὅτι ἡ δικαιολόγησις αὕτη εἶναι ἀρκετὴ; νομίζετε διὰ τοῦτο ἴσως ὅτι προσεφέρατε μίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὸν θρόνον ἢ εἰς τὸ ἔθνος, ἐὰν διὰ τὴν μίαν ἢ τὴν ἄλλην πρόφασιν συντρίβετε τὸν νόμον; Ἐγὼ λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι δὲν εἶσθε οὐδὲ μὲ τὸν ἴδιον ἑαυτόν σας συνεπεῖς, διότι ἐνθυμοῦμαι, κ. Πρόεδρε τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου, ὅτι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἄλλοτε εἴπατε, ὅτι οὐδὲ ὡς ἰδιώτης οὐδὲ ὡς δημόσιος ἄνθρωπος θέλετέ ποτε ἀνεχθῆ τὴν παραβίασιν τοῦ Συντάγματος οὐδὲ κατὰ ἓν μόνον ἄρθρον· τὸ ἐνθυμοῦμαι δὲ πρὸ πάντων, διότι ἀντήχησεν ἡ ὁμολογία σας ἐκείνη εἰς τὸ βάθος τοῦ στήθους μου. Ἀλλ’ ἐνῷ σήμερον ἐξελέγχονται αἱ πράξεις σας ἐδῶ, σᾶς εὑρίσκομεν κατασυντρίβοντας 30 ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, καὶ ἡ εὐγενὴς καρδία ὑμῶν δὲν πονεῖ οὐδὲ ὡς πολίτου οὐδὲ ὡς δημοσίου ἀνθρώπου! Κύριοι Βουλευταὶ, ἐπανερχόμενος εἰς τὴν θλιβερὰν ἐκείνην λέξιν, ἀνάγκην, ἐρωτῶ ἕως ποῦ ἐκτείνεται πλέον αὕτη ἡ λέξις ἀνάγκη, ποῦ θὰ σταματήσῃ καὶ εἰς ποῖα ὅρια αὕτη ἡ φοβερὰ ἀνάγκη; Ἡ Κέρκυρα παραπονεῖται, ἀνάγκη· καταπατοῦμεν τὸ Σύνταγμα· δειλαὶ ὑποψίαι γεννῶνται εἰς τὴν κεφαλὴν πολλῶν περὶ παλινορθώσεως, ἀνάγκη· συντρίβομεν τὸ Σύνταγμα· ἐγένετο μία ληστεία ἀπὸ δέκα ληστὰς, ἀνάγκη· συντρίβομεν τὸ Σύνταγμα. Ἐὰν αὔριον ἔλθῃ τινὸς εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη δι’ ἑκάστην ἐπαρχίαν νὰ ὑπάρχωσι δύω ἐπίσκοποι, ὅπως ὁ εἷς εὐλογῇ εἰς τὰς πόλεις καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὰ χωρία, πρέπει ἀμέσως νὰ καταστρέψωμεν τοὺς ἐκκλησιαστικοὺς νόμους, διὰ νὰ λυτρωθῶμεν ἀπὸ τὴν ἀνάγκην. Ναὶ, κύριοι! ἐὰν ἔλθῃ εἰς τὴν διάνοιαν ὑπουργοῦ τινος, ὅτι τὰ δικαστήρια πρέπει νὰ γίνωσιν ἀπὸ τοῦδε ἰσόβια, ὄχι δὲ καὶ ἀπὸ τὸν χρόνον ὃν ἔταξε τὸ Σύνταγμα, ὀφείλει καὶ οὗτος νὰ προκαλέσῃ περὶ τούτου Βασιλικὸν Διάταγμα, ἔπειτα δὲ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἦτον ἀνάγκη, ἀνάγκη σπουδαία· ἦτο κίνδυνος, ἔπρεπε νὰ ἐξέλθωμεν ἀπὸ τὴν ἐπικίνδυνον κρίσιν, ἔπρεπεν οἱ δικασταὶ νὰ γίνωσιν ἰσόβιοι. Ἀλλὰ οὗτοι οἱ λόγοι, αὐτὴ ἡ ἀνάγκη ποῦ θὰ τελειώσῃ διὰ νὰ ὑπάρχῃ Σύνταγμα εἰς τὸ μέλλον, ὅταν ἐξαρτᾶται αὐτὸ τὸ Σύνταγμα ἀπὸ τὴν κρίσιν καὶ τοὺς φόβους τῆς Κυβερνήσεως, ἥτις δύναται νὰ βλέπῃ καθεκάστην ἀνάγκας; Ἡμεῖς δὲ, οἵτινες ἤλθομεν νὰ στερεώσωμεν αὐτὸ τὸ πολίτευμα, οἵτινες ἤλθομεν νὰ ἐπιβλέπωμεν ὅπως μένῃ ἄθικτον, ὀφείλομεν νὰ τὸ παραδώσωμεν ἄραγε ὡς ἕνα κουρέλι καταξεσχισμένον ἀπὸ τὰς χεῖρας τοῦ ὑπουργείου εἰς τὸ ἔθνος; Προσέξατε, κύριοι Βουλευταὶ, ὅπως μὴ θεωρήσητε τὰ πράγματα μόνον ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἰδανικῆς ἀνάγκης· ἐπιθυμῶ μᾶλλον νὰ θεωρήσητε ταῦτα ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἠθικῆς, ἥτις πρέπει νὰ ὁδηγῇ τὴν καρδίαν τοῦ ἔθνους, ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς πεποιθήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ λαὸς πρέπει νὰ σχηματίσῃ ὡς πρὸς τὸ ἄθικτον τοῦ πολιτεύματος. Ἀλλοίμονον καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς ἡμᾶς καὶ εἰς τὸ ἔθνος, ἂν κατορθώσωμεν νὰ μεταδώσωμεν εἰς τὸν λαὸν, ἀντὶ τῶν ἀρχῶν τούτων, τὴν πεποίθησιν τῆς ἀνάγκης, ὅπως δι’ αὐτῆς σεβασθῇ τοὺς νόμους καὶ τὸ ἄθικτον τοῦ Συντάγματος! Ἡ ἀνάγκη δύναται νὰ ἔλθῃ ἀπὸ αὐτὸ τὸ ἔθνος ποτὲ, κύριοι, διαφόρως παρ’ ὅτι ἔρχεται σήμερον, καὶ τότε θέλετε συλλογισθῆ μετὰ στεναγμοῦ τὶ ἐπράξατε! Ἐκτὸς ὅτι αὐτὸ τὸ πριόνι, τὸ ὁποῖον τοσοῦτον εὐκόλως ἀκονίζουσι σήμερον οἱ κ. ὑπουργοὶ, παραδιδόμενον αὔριον ἀπὸ τὰς χεῖρας τῆς σημερινῆς Κυβερνήσεως εἰς ἄλλας χεῖρας, θέλει γίνει ὀξύτερον καὶ περιέρχεται ταχύτερον κατὰ τῶν νόμων, καὶ τότε δὰ θ’ ἀκούσωμεν κραυγὰς μεγαλειτέρας ἀπὸ ἐκείνας ὅσας ἠκούσαμεν εἰς τὸ παρελθὸν, χωρὶς νὰ εὑρίσκεται θεραπεία. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους πρέπει νὰ προσέξητε, πρέπει νὰ προσέξητε σπουδαίως εἰς τὰ ζητήματα, ἅτινα ἀποβλέπουσιν τὴν ὕπαρξιν τῆς νομοθεσίας καὶ τοῦ ἔθνους· πρέπει, λέγω, νὰ προσέξητε εἰς τὴν ἀπόφασίν σας ἐπὶ τοῦ μεγάλου τούτου ζητήματος, μήπως διὰ τῆς σημερινῆς ψήφου σας κανονίσητε σήμερον τὴν παρανομίαν, ἥτις θέλει μεταβιβασθῆ βαθμηδὸν εἰς ὅλον τὸ ἔθνος, διότι τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἵσταται ὑπεράνω ἡμῶν, θέλει μᾶς κατακρίνει, θέλει μᾶς καταδικάσει αὐτὴ ἡ ἱστορία, διότι ἡ ἱστορία εἶναι ἡ ἀλήθεια, καὶ ἡ ἀλήθεια ἀνήκει ἀποκλειστικῶς εἰς τὴν ἱστορίαν. Αὗται εἶναι λοιπὸν, κύριοι, αἱ πράξεις τῆς λεγομένης ἀνάγκης, διὰ τὰς ὁποίας καλούμεθα νὰ δώσωμεν ἀμνηστείαν εἰς τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ νὰ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς· μᾶς ἐσώσατε, ἐπράξατε ἄριστα· μᾶς ἐσώσατε ἀπὸ ὅλους τοὺς κινδύνους, σᾶς στεφανοῦμεν, καὶ τότε μένομεν σύμφωνοι μετὰ τοῦ κ. Πρωθυπουργοῦ, ὅστις ὡς νέος Ἐπαμινώνδας σᾶς εἶπε· καταδικάσατέ μας, ἀλλ’ ὁμολογήσατε ὅτι σᾶς ἐσώσαμεν δι’ αὐτῶν τῶν πράξεων· ἐν ἐναντίᾳ δὲ ἀποφάσει ἀπαιτῶ τὸν στέφανον, ἄριστα! Ἐκτὸς τῶν μνημονευθέντων διαταγμάτων νομοθετικῆς ἁρμοδιότητος ἔρχονται ἄλλα τινὰ διατάγματα, περὶ τῶν ὁποίων καὶ διότι ἀναγκάζομαι νὰ λαλήσω λυποῦμαι· καὶ πῶς νὰ μὴ λυπηθῇ τις βλέπων τὸ Σύνταγμα καταστρεφόμενον διὰ νὰ ἀσφαλισθῶσι νομοθετικῶς οἱ κλητῆρες τῆς ἀστυνομίας; Οἱ κλητῆρες τῆς ἀστυνομίας ἔπρεπε νὰ γίνωσι διὰ νομοθετήματος μόνιμοι, λέγουσιν οἱ ὑπουργοί, ἄλλως ἐτελείωνε τὸ κράτος, ἡ τάξις ἤθελε κλονισθῆ, οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν δὲν ἤθελε νὰ ὑπηρετῇ οὐδὲ νὰ ἀκούσῃ τίποτε ὡς πρὸς τὴν ἐκτέλεσιν τῶν καθηκόντων του. Ἔστω, ἀλλὰ διὰ 60 κλητῆρας ἔπρεπε νὰ καταπατήσετε τὸ Σύνταγμα, ἔπρεπε νὰ ξαναπατήσετε τὸν θεμελιώδη νόμον, διότι 60 κλητῆρες, οἱ ὁποῖοι ἀμφιβάλλω πολὺ ἐὰν δὲν ἤθελον δεχθῆ νὰ ἐκτελέσουν τὴν ὑπηρεσίαν ἀκόμη καὶ δι’ ἕνα μόνον μῆνα, ἔπρεπε, λέγω, νὰ πλάσητε τοιούτους νόμους; Κύριοι, εἶμαι βέβαιος, ὅτι ἐὰν 300 κλητῆρας διορίσητε σήμερον, δέχονται καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον μάλιστα νὰ παυθῶσιν αὔριον ἀκόμη, νὰ ἐκτελέσωσι κάλλιστα τὴν ὑπηρεσίαν αὐτήν. Δὲν παρουσιάσθη καμμία λοιπὸν πραγματικὴ ἀνάγκη ὅπως κάμετε αὐτὰ τὰ πράγματα. Ἠξεύρω καὶ ἐγὼ καὶ πάντες, Κύριοι ὑπουργοί, διατὶ ἐπράξατε ταῦτα, δὲν εἶναι ὅμως συγχωρημένον εἰς ἡμᾶς, σεβομένους τὴν παράκλησίν σας, νὰ εἰσέλθωμεν εἰς τὴν διάνοιαν σας, ἄλλως ἠθέλαμεν σᾶς ἀποδείξει, ὅτι τοιαῦτα πράγματα μόνον εἰς παιδιὰ λέγονται. Καὶ ποτὲ δὲν θὰ δυνηθῆτε ν’ ἀποδείξετε, ὅτι ἐκινδύνευε τὸ κράτος ἀπὸ 60 κλητῆρας· μὲ τοιαῦτα δὲ ἐπιχειρήματα, τὸ κατ’ ἐμὲ, δὲν ἤθελον καταδεχθῆ νὰ ζητήσω στέφανον μήτε ἐὰν ἐκυρίευον δι’ αὐτῶν τὸ μεγαλείτερον φρούριον, διότι αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ἐπιχειρήματα ἀνίκανα νὰ σταθοῦν εἰς τὸ στόμα ἀνδρῶν διεπόντων μίαν κυβέρνησιν. Ἀνάγκη λοιπὸν διὰ τοὺς κλητῆρας, ἀνάγκη διὰ τοὺς δασοφύλακας, ἀνάγκη καὶ πάντοτε ἀνάγκη, ἀλλὰ ποῦ θὰ σταματήσῃ αὕτη ἡ ἀνάγκη, Κύριοι; — Διὰ τῆς λέξεως ἀνάγκη ἔχετε τὴν τόλμην, ἔχετε τὴν συνείδησιν ν’ ἀντικαταστήσετε τὸ σύνταγμα, πλὴν οὕτω βαδίζοντες, αὔριον δύναμαι νὰ γίνω καὶ ἐγὼ ὑπουργὸς, καὶ τότε μεταχειριζόμενος τὴν λέξιν ἀνάγκη, θέλω σᾶς κάμει νὰ αἰσθανθῆτε φοβερὰ τὸ κακὸν τὸ ὁποῖον ἡ καταφατικὴ ψῆφος σας θέλει κανονίσει· διότι λέγων ἀνάγκη καὶ πάλιν ἀνάγκη, θέλω διαστρέφει καὶ καταπατεῖ τοὺς Νόμους, ἐκδικούμενος ὅσον ἠμπορῶ ὑμᾶς αὐτούς.
§97ΤΙΝΕΣ. Δὲν θὰ τὸ κάμῃς.
§98Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν πρέπει νὰ ἐκλάβωμεν τὴν σημερινὴν συζήτησιν, Κύριοι, ὡς συζήτησιν πραγματευομένην περὶ ἐκλογῆς τινος, ἢ περὶ ἄρθρου ἁπλοῦ τοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς· δὲν πρόκειται περὶ παρωνυχίδος, πρόκειται νὰ ἀποδείξωμεν ἂν ἡ Ἑλλὰς ἦναι ἀξία νὰ διοικῆται συνταγματικῶς ἢ ὄχι, πρόκειται δὲ νὰ δείξωμεν τοῦτο καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ὁ ὁποῖος φωνάζει καθεκάστην, σέβομαι τὸ σύνταγμα· σεβασθῆτε καὶ σεῖς αὐτό· πρόκειται νὰ ἀποδείξωμεν τοῦτο εἰς τὸν λαὸν τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἀκόμη δὲ καὶ εἰς τὸ μεγάλον Πανελλήνιον, εἰς τὴν Εὐρώπην ὅλην. Μάθετε δὲ, ὅτι συνταγματικῶς διοικεῖν θέλει νὰ εἴπῃ ψηφίζειν κατὰ τὸν νόμον καὶ κατὰ τὸν ὅρκον ὃν ἐδώκαμεν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων. Πρέπει νὰ θέσωμεν τὴν χεῖρα εἰς τὴν συνείδησίν μας, νὰ ἐξετάσωμεν δὲ τὰ πράγματα κατὰ τὴν ἐντολὴν ἣν ἐλάβομεν καὶ τὴν εὐθύνην ἣν ἔχομεν, καὶ οὕτω νὰ ἀποφασίσωμεν δικαίως ὑπὲρ τῆς πατρίδος, μὴ λαμβάνοντες διόλου ὑπ’ ὄψιν τὴν φιλικὴν συμπάθειαν πρὸς τοὺς ὑπουργοὺς, μεταξὺ δὲ τούτων καὶ τῆς πατρίδος ἱστάμενοι, ἂς προτιμήσωμεν ἀδιστάκτως τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Διὰ τοὺς λόγους τούτους συμπεραίνω, ὅτι πρέπει νὰ μεμφθῶμεν τοὺς ὑπουργοὺς, ὅπως μὴ διὰ τῆς λέξεως ἀνάγκη, διὰ μιᾶς ἀφῃρημένης λέξεως, ἥτις δύναται νὰ μᾶς φέρῃ εἰς πλεῖστα ἄτοπα, ἐξαρτώμενοι ἀπὸ τὴν διάνοιαν ἑκάστου παραδεχθῶμεν λανθάνοντες τὴν κατάλυσιν τοῦ Συντάγματος, καθιστῶντες αὐτὸ ἀπὸ σήμερον ἕρμαιον πάσης ἐξουσίας διαδόχου. Δύω λέξεις, ὡς παρατηρεῖτε, μετεχειρίσθη ἡ κυβέρνησις ὅπως κλονίσῃ τὴν πεποίθησιν ἡμῶν καὶ μᾶς πείσῃ ὅτι δικαίως καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν τοῦ ἔθνους κατεπάτησε τὸ Σύνταγμα· ἡ μία ἐξ αὐτῶν ἦτο ἡ ἀνάγκη, καὶ ἡ ἄλλη ἡ τάξις. Μὴ λησμονῆτε δὲ ὅτι ἐν ὀνόματι τῆς τάξεως, Κύριοι! ἐξετελέσθησαν πάντοτε αἱ μεγαλείτεραι καταστροφαί. Τάξιν ἔκραζον εἰς τὸ παρελθὸν, καὶ δι’ αὐτῆς ὑπέσκαπτον τοὺς Νόμους καὶ τὴν Βασιλείαν, ἀφαιρέσαντες τὰς πρὸς τὸν νόμον πεποιθήσεις ἀπὸ τὰ πνεύματα τῶν ἀνθρώπων· ἀφ’ οὗ δὲ ἐκλόνισαν τὰς πεποιθήσεις τοῦ λαοῦ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον πρὸς χάριν τῆς εὐλογημένης αὐτῆς τάξεως, ἔφθασεν ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων ἐκεῖ ὅπου κανεὶς δὲν ἐφαντάζετο. Μὴ τρομάζετε λοιπὸν ἀπὸ τὴν λέξιν τάξις· ἡ τάξις ἔγκειται εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ νόμου καὶ τῆς δικαιοσύνης, ποτὲ δὲ δὲν δύναται νὰ ἔχῃ σχέσιν μὲ τὰς παρανομίας· ὥστε πᾶσα πρᾶξις τοῦ ὑπουργείου, ἥτις ἐξέρχεται τοῦ συντάγματος καὶ τῶν νόμων, δὲν εἶναι τάξις, εἶναι ἀταξία, καὶ εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον μέσον ὅπως προπαρασκευασθῇ ἡ ἀταξία καὶ ἡ καταστροφὴ, καὶ ἑπομένως νομίζω ὅτι διὰ ν’ ἀσφαλίσωμεν τὴν τάξιν εἰς τὸ μέλλον, δὲν πρέπει νὰ συγχωρήσωμεν τὴν σημερινὴν Κυβέρνησιν, ἥτις κατεπάτησε σπουδαίως τοὺς νόμους τοῦ Κράτους. (χειροκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον.) Διαλύεται ἡ συνεδρίασις 4. Μ. Μ.