1865.07.06
2.400 στίχοι · 19.750 λέξεις · 269 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 18.
Τῆς 6 Ἰουλίου 1865.
(Τρίτη)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ τῆς Βουλῆς ἐν ἀπαρτίᾳ εὑρεθείσης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀναγινώσκονται τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνεκρίθησαν. Ὁ Κύριος Ζαΐμης καὶ ὁ Κ. Χριστοδούλου νὰ ὁρκισθῶσιν. Ὁρκίζονται οἱ ἀνωτέρω Κύριοι Βουλευταὶ τὸν νενομισμένον ὅρκον. Ὁ διευθυντὴς τῆς ἐθνικῆς τραπέζης ὑπέβαλε διὰ τοῦ ὑπὸ σημερινὴν ἡμερομηνίαν ἐγγράφου τὸν ἀπολογισμὸν τῆς πρώτης ἑξαμηνίας. Πρὸς τὸ προεδρεῖον τῆς Βουλῆς. Κύριε πρόεδρε! Λαμβάνομεν τὴν τιμὴν νὰ ἐγκλείσωμεν ὧδε τὸν γενικὸν ἰσολογισμὸν τῆς Τραπέζης τῆς ά ἑξαμηνίας 1865, ἐξ οὗ θέλετε εὐαρεστηθῆ νὰ παρατηρήσητε, ὅτι τὸ διανεμητέον μέρισμα ἐφ’ ἑκάστης μετοχῆς ἐκανονίσθη πρὸς δραχ. 68, ἤτοι ὑπὲρ τὰ 13½% καθαρὰ ἐτησίως, ὥστε ὑπερέβη ἅπαντα τὰ ἀπὸ τῆς συστάσεως τῆς τραπέζης ἄχρι τοῦδε χορηγηθέντα μερίσματα, Ἐκτὸς δὲ τούτου προσετέθησαν εἰς τὰ ἀποθεματικὰ κεφάλαια τῆς τραπέζης δρ. 160,980, ὥστε ταῦτα ἀναβαίνουσιν ἤδη εἰς δραχ. 4,341,365 ἐπὶ μετοχικοῦ κεφαλαίου ἐκ δρ. 12,500,000. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 5 Ἰουλίου 1865. Μεθ’ ὑψηλῆς ὑπολήψεως διατελοῦμεν
Ὁ διοικητὴς
Γ. ΣΤΑΥΡΟΣ.
Ὁ γραμματεὺς Ὄθ. Λεβέντης. Οἱ Κύριοι Βουλευταὶ φθιώτιδος Χατζόπουλος καὶ Τσιριμῶκος ζητοῦν ἑνὸς μηνὸς ἄδειαν.
§4ΤΙΝΕΣ. Μετὰ τὸ προεδρεῖον.
§5ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε πρόεδρε, ἔχομεν ἀνάγκην λουτρῶν.
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς δοθῇ ἡ ἄδεια.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ προεδρεῖον κατ’ ἐπίμονον αἴτησιν τῶν Κ. Βουλευτῶν Παρίση καὶ Βαλαθάνου, ἐπέτρεψεν εἰς αὐτοὺς τριακονθήμερον ἄδειαν. Ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως εἶναι ἡ συζήτησις τοῦ σχεδίου τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ.
Περὶ τοῦ προσωρινοῦ προεδρείου καὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ἄρθρον 1. Ὁ κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συνόδου πρεσβύτερος τῶν παρόντων Βουλευτῶν προεδρεύει, γραμματεύουσι δὲ τέσσαρες, οἱ νεώτατοι. Ἔχει καλῶς;
§8ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§9ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ, ἔχω τὸν λόγον. Παρατηρῶ εἰς τὸν ὁριστικὸν ἐδῶ κανονισμὸν, ἐπὶ τοῦ ὁποίου θὰ διανυθῇ ἡ περίοδος τῆς Βουλῆς, ὅτι τρόπον τινὰ ζητοῦμεν νὰ κανονίσωμεν καὶ τὰ μέλλοντα, τοὐτέστιν ἡ Βουλὴ τοῦ 1870 πῶς θὰ ἐξελέγχῃ τὰς ἐκλογάς της· τοῦτο, νομίζω, δὲν εἶναι καθῆκον ἡμῶν· ἡμεῖς δυνάμεθα μόνον νὰ κανονίσωμεν ὡς πρὸς τὴν σύνθεσιν τοῦ προεδρείου, διότι ἐν πάσῃ περιπτώσει ἡ Βουλὴ ἐκείνη δύναται νὰ μὴ μᾶς ἀκούσῃ πᾶσα Βουλὴ εἶναι κυρίαρχος καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κανονίσῃ, ὅπως θέλει, τὰς ἐργασίας της.
§10ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Χρησιμεύουν ὡς ὁδηγίαι εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου;
§12ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐπειδὴ αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ εἶναι μεταβλητὸν ἀπὸ τὴν ἐρχομένην Βουλήν, νὰ ἔλθωμεν κατ’ εὐθεῖαν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ ὁριστικοῦ κανονισμοῦ, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἡμεῖς θὰ κάμωμεν μικράν τινα τροποποίησιν· ἡ μέλλουσα Βουλὴ ὅμως δὲν εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τὴν δεχθῇ, ἄρα πιστεύω, διὰ νὰ προχωρήσωμεν, νὰ ἀρχίσωμεν ἀπὸ τὸν ὁριστικὸν κανονισμόν.
§13Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κατὰ τὸ Σύνταγμα ἡ Βουλὴ διὰ κανονισμοῦ διαῤῥυθμίζει τὰς ἐργασίας της· καὶ ἄλλοτε ἡ Βουλὴ ἔκαμεν ἕναν κανονισμὸν εἰς τὸν ὁποῖον ἐμπεριείχοντο καὶ διατάξεις περὶ τοῦ προσωρινοῦ προεδρείου, αὐτὸ ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν καὶ ἡμεῖς. Ἐὰν μετὰ ταῦτα ἡ Βουλὴ κατὰ τὸ ἔτος 1870 θέλῃ νὰ τροποποιήσῃ τινὰς διατάξεις, δύναται νὰ τὸ κάμῃ, οὐδὲν ἧττον ὅμως ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ συμπεριλάβωμεν εἰς τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν καὶ αὐτὰς τὰς διατάξεις.
§14ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (ὁ Κυνουρίας). Κύριοι, ἂν θέλωμεν νὰ συζητήσωμεν τὸν κανονισμόν, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἐν τάξει· διὰ τοῦτο παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δώσῃ τὴν προσοχήν της εἴς τινας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας θὰ ὑποβάλω. Καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι τὸ πρῶτον μέρος τοῦ κανονισμοῦ, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐξέλεγξιν, εἶναι ὅλως διόλου περιττὸν νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὸν ὁριστικὸν κανονισμόν, καὶ ἀπορῶ μάλιστα, πῶς ἡ Σεβαστὴ ἐπιτροπή, τὴν ὁποίαν ἐξέλεξεν ὁ Κ. Πρόεδρος, ἔκαμεν αὐτὸ τὸ λάθος, καὶ ἄλλο λάθος ἀκόμη, διότι ἔθεσε διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ. Τώρα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐξελέγξεις ὑπῆρξεν ἕνας κανονισμός, αὐτὸς δὲν ἠκυρώθη, ὑφίσταται κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Ἰακωβάτου· τὸ μέρος αὐτὸ τοῦ κανονισμοῦ δὲν δύναται νὰ ᾖναι ὑποχρεωτικὸν εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν, ἀλλὰ θὰ ᾖναι ἓν προηγούμενον· διὰ τοῦτο ἐγὼ προτείνω νὰ ἀπαλειφθῇ ὅλον τὸ μέρος αὐτό, τὸ ἀφορῶν τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, καὶ νὰ μείνῃ μόνον αὐτό· «Ἐὰν ἐντὸς τῆς βουλευτικῆς περιόδου συμπέσῃ νὰ γίνωσι κατὰ μέρος νέαι ἐκλογαί, ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν παραπέμπεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ κλήρου εἰς ἓν τῶν συστηθέντων κατὰ τὸ 2 ἄρθρον τμημάτων.
§15ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ ἰδέα μας εἶναι, ὅτι ἄνευ παραδόσεως δὲν θὰ δυνηθῇ εὐκόλως νὰ προοδεύσῃ ἡ μέλλουσα Βουλὴ εἰς τὸ ἔργον τῶν ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν. Ἐὰν δὲν τεθῇ τοῦτο, ἡ νέα Βουλὴ θὰ κάμῃ συζήτησιν κατὰ ποῖον τρόπον θὰ ἐξελέγξῃ τὰς ἐκλογάς, ἐν ᾧ, ἂν ἔχῃ μίαν ὁδηγίαν, ἡ ὁποία βεβαίως προέρχεται ἀπὸ μίαν παράδοσιν, αὐτὴ ἡ παράδοσις εἶναι σεβαστή, καὶ διὰ τοῦτο ἐνδέχεται ἄνευ χρονοτριβῆς, ἄνευ συζητήσεων, νὰ ἀκολουθήσῃ τὴν ὁδηγίαν, τὴν ὁποίαν κατὰ παράδοσιν ἔλαβεν. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή, ἥτις μᾶς ὡδήγησε, καὶ ὄχι ποτὲ νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς τὴν μέλλουσαν Βουλήν.
§16ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ Βουλή, Κύριοι, εἶναι συνεχής, ἀνανεοῦται μόνον κατὰ τετραετίαν· λοιπὸν ἡ πρώτη Βουλή, ἥτις ἔρχεται διὰ νὰ ψηφίσῃ ἕν τι, τὸ ψηφίζει ὡς διαρκές. Ἡ ἐπερχομένη μετ’ αὐτήν, ἂν ἔχῃ καμμίαν ἐναντίαν γνώμην, εἶναι ἐλευθέρα νὰ τὸ μεταβάλῃ, ἀλλ’ ὄχι ὅτι εὑρίσκει κενὸν καὶ δὲν ἔχει ποῦ νὰ βαδίσῃ· ἡ τετραετία εἶναι, ὡς προέφην, ἀνανέωσις, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ εἶναι συνεχής. Λοιπὸν ἕνα κανονισμὸν ἔχει· ἐὰν θέλῃ νὰ τὸν μεταβάλῃ, δύναται διὰ προτάσεως καὶ ἀποφάσεώς της νέας· ἄλλως ἰσχύει διαρκῶς ὁ ὑπάρχων.
§17ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἴμεθα σύμφωνοι μετὰ τοῦ Κυρίου Χριστοπούλου, διότι, ἀφοῦ ὁ Κύριος Χριστόπουλος λέγει, ὅτι ὑπάρχει ὁ προσωρινὸς κανονισμός, ἐννοεῖται, ὅτι τίποτε ἄλλο δὲν εἶναι αὐτὰ τὰ ἄρθρα παρὰ ἐπανάληψις τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ. Δὲν ἐκάμαμεν λοιπὸν καινοτομίαν, καὶ ἐὰν ἐκάμναμεν, τότε πραγματικῶς θὰ ὑπῆρχεν αἰτία εὔλογος πρὸς διαφωνίαν.
§18ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὁ προσωρινὸς κανονισμὸς εἶχε πολλὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον δὲν ἔχουσιν ἀντικείμενον. Ἐξηγοῦμαι, καὶ ἡ ἐξήγησις αὕτη θὰ χρησιμεύσῃ ὡς ἀνασκευὴ τοῦ ἐπιχειρήματος τῶν ὑποστηριζόντων, ὅτι, ἐνόσῳ ὑπάρχει ὁ προσωρινὸς κανονισμός, δὲν ἠδύνατο, οὔτε ὤφειλεν ἡ ἐπιτροπὴ νὰ παραδεχθῇ ἀντικείμενον ἀφορῶν τὸν προσωρινὸν κανονισμὸν· ὤφειλεν ὅμως καὶ εἶχε καθῆκον νὰ τὸ κάμῃ, διότι εἰς τὸν προσωρινὸν κανονισμὸν ἐβιάσθημεν ἕνεκα τῶν περιστάσεων, εἰς τὰς ὁποίας εὑρέθημεν διὰ τὴν ἀπόλυτον ἔλλειψιν ἑνὸς κανονισμοῦ, ὁ ὁποῖος νὰ κανονίζῃ τὰς συζητήσεις, ἐβιάσθημεν, λέγω, νὰ παραδεχθῶμεν πολλὰ ἄρθρα καὶ πολλὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι σήμερον δὲν ἔχουν ἀντικείμενον, καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἐὰν σήμερον δύναται ἡ Βουλὴ νὰ διαγράψῃ ὅλα αὐτὰ τὰ ἄρθρα, καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει ὁ προσωρινὸς κανονισμὸς, ἠθέλομεν ἔχει αὐτὸ τὸ ἄτοπον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει δύο κανονισμούς, τὸν προσωρινὸν καὶ τὸν ὁριστικὸν Ἕνεκα τούτου λοιπὸν ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισε, καὶ ἐνόμισεν ἐλλόγως καὶ δικαίως νὰ ἀφαιρέσῃ ὅλα ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται εἰς τὸν προσωρινὸν κανονισμόν, καὶ νὰ παραδεχθῇ μόνον ὡς παράδοσιν ἁπλῆν διὰ τὰς μελλούσας Βουλὰς αὐτὰ τὰ πρῶτα ἄρθρα, τὰ ὁποῖα κανονίζουν τὰς ἀρχαιρεσίας τῆς Βουλῆς· τὸν δὲ φόβον, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει σκοπὸν νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὰς μελλούσας Βουλάς, αὐτὸν τὸν φόβον τὸν διασκεδάζει δι’ ἑνὸς ἄρθρου τοῦ κανονισμοῦ, διὰ τοῦ ὁποίου, ὅταν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ προσθήκην ἢ μεταβολὴν τοῦ κανονισμοῦ, δύναται νὰ τὸ κάμῃ ἐλευθέρως.
§19ΡΟΥΚΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον πρέπει νὰ τεθῇ ἡ ἑξῆς προσθήκη· «ὁ κατὰ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης Συνόδου, καὶ ἑκάστης Περιόδου, πρεσβύτερος κτλ.»
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 1 ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες)· παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 2 ἄρθρον ἔχον οὕτως. «Πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ μερίζεται διὰ κλήρου εἰς ὀκτὼ τμήματα. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 3 ἄρθρον ἔχον οὕτως. «Αἱ ἐκλογαὶ διανέμονται κατ’ ἀναλογίαν διὰ κλήρου εἰς τὰ τμήματα, παρὰ τῶν ὁποίων ἐξελέγχονται. Ὁσάκις δὲ αἱ ἐκλογαὶ τύχωσιν εἰς τμήματα, εἰς ἃ μέλη αὐτῶν ἀνήκουσι, τότε δίδονται εἰς τὸ ἑπόμενον τμῆμα, εἰς τρόπον, ὥστε νὰ μὴ ἐξελέγχωσιν ἐκλογὰς ἀφορώσας ἴδια αὐτῶν μέλη. Εἰς τὴν ἐνώπιον τῶν τμημάτων συζήτησιν δύνανται νὰ παρουσιασθῶσι καὶ ἀναπτύξωσι τὰς ἐναντίον τῆς ἐκλογῆς ἐνστάσεις ὅσοι τῶν ἐπιλαχόντων θελήσωσι. Τοῦ δικαιώματος δὲ τούτου δύνανται νὰ κάμωσιν ἐπίσης χρῆσιν καὶ οἱ βουλευταὶ, τὰς ἐκλογὰς τῶν ὁποίων ἀφορῶσιν αἱ γενόμεναι ἐνστάσεις.»
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις ὑπάρχει;
§24ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§25ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς παρακαλῶ, κύριοι, ἔχω τὸν λόγον (θόρυβος). Δὲν δυνάμεθα νὰ νομοθετήσωμεν ἡμεῖς περὶ τῶν πράξεων τῆς κατόπιν Βουλῆς (θόρυβος). Εἶναι ὑπέρβασις καθηκόντων, τρέχομεν ἄνω ποταμῶν. Ἀναγινώσκεται τὸ 4 ἄρθρον ἔχον οὕτως. Ἄρθρον 4. «Περὶ τῆς ἐξελέγξεως ἑκάστης ἐκλογῆς συντάσσεται ἔκθεσις ᾐτιολογημένη καὶ ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν δι’ εἰσηγητοῦ ἐκλεγομένου ὑπὸ τοῦ τμήματος. Αἱ συνεδριάσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ τμήματος ἔχουσι κῦρος, ὅταν ὦσι παρόντα τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν παρόντων ἐν Ἀθήναις μελῶν του. Ἕκαστον τμῆμα ἐκλέγει πρόεδρον καὶ γραμματέα. Ἐν οὐδεμιᾷ δὲ περιπτώσει δύναται νὰ συζητηθῇ ἐκλογή τις, πρὶν ἢ τυπωθῇ ἡ ἔκθεσις καὶ διανεμηθῇ εἰς τοὺς βουλευτὰς πρὸ 24 ὡρῶν.»
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις ὑπάρχει;
§27ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 5 ἄρθρον ἔχον οὕτως. Ἄρθρον 5. «Ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὰς ἐκλογὰς μετὰ τὴν ἀποπεράτωσιν τῆς ἐξελέγξεως αὐτῶν παρὰ τῶν τμημάτων καὶ τὴν κατάθεσιν τῶν ἐκθέσεων εἰς τὸ γραφεῖον. Ἡ συζήτησις γίνεται κατ’ ἀλφαβητικὴν τῶν ἐπαρχιῶν τάξιν, καὶ ἡ Βουλὴ ἀποφαίνεται περὶ τοῦ κύρους τῶν βουλευτικῶν ἐκλογῶν καὶ τῶν προσόντων τῶν ἐκλεχθέντων. Ὁ δὲ πρόεδρος κηρύττει βουλευτὰς ἐκείνους, ὅσων αἱ ἐκλογαὶ ἐπεκυρώθησαν ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κληρώσεως τῶν τμημάτων καὶ τῶν εἰς αὐτὰ ἀνατεθησομένων ἐκλογῶν, τὰ τμήματα συνερχόμενα ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἁπάσας τὰς ἐκθέσεις αὑτῶν. Ἂν τμῆμά τι δὲν παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτοῦ, ἡ Βουλὴ ἢ διατάσσει τὴν παρ’ ἄλλου τμήματος, διὰ κλήρου ὁρισθησομένου, σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως, ἢ χορηγεῖ εἰς τὸ βραδῦναν τμῆμα ἀνάλογον πρὸς σύνταξιν τῆς ἐκθέσεώς του προθεσμίαν. Εἰς πᾶσαν περίστασιν ἀποφαίνεται, ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐκλογῶν συζητήσεως, ἢ ἂν πρέπῃ ν’ ἀναβληθῇ αὕτη μέχρι προσαγωγῆς καὶ τῆς καθυστερουμένης ἐκθέσεως.»
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§30ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§31ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει, μάλιστα. Θὰ ζητήσω τὴν ἀπάλειψιν τῶν τελευταίων δύω παραγράφων, ἂν καὶ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἰσχύει διὰ τὸ μέλλον. (Ἀναγινώσκει). «Ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κληρώσεως τῶν τμημάτων καὶ τῶν εἰς αὐτὰ ἀνατεθησομένων ἐκλογῶν, τὰ τμήματα συνερχόμενα ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν ἁπάσας τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν. Ἂν τμῆμά τι δὲν παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτοῦ, ἡ Βουλὴ ἢ διατάσσει τὴν παρ’ ἄλλου τμήματος, διὰ κλήρου ὁρισθησομένου, σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως, ἢ χορηγεῖ εἰς τὸ βραδῦναν τμῆμα ἀνάλογον πρὸς σύνταξιν τῆς ἐκθέσεώς του προθεσμίαν. Εἰς πᾶσαν περίστασιν ἀποφαίνεται ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐκλογῶν συζητήσεως, ἢ ἂν πρέπῃ ν’ ἀναβληθῇ αὕτη μέχρι προσαγωγῆς καὶ τῆς καθυστερουμένης ἐκθέσεως.» Ἐπειδὴ λοιπὸν ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη τὴν ἀπάλειψιν, ζητῶ τὸν λόγον. «Ἂν τμῆμά τι δὲν παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσιν αὑτοῦ, εἷς βουλευτὴς, ἢ πλείονες φέρουσιν εἰς συζήτησιν τὴν ἐν λόγῳ ἐκλογὴν, καθ’ ἣν εὑρίσκεται τάξιν». Καὶ προτείνω τοῦτο, διότι ἐνδεχόμενόν ποτε τμῆμά τι νὰ βραδύνῃ, φατριαστικῶς φερόμενον, καὶ τοιουτοτρόπως ἡ ἐκλογὴ ἐκείνη νὰ γείνῃ σπάραγμα τῆς λύσσης καὶ τῆς μανίας τῶν φατριαρχῶν· ἐννοεῖται λοιπὸν, ἀφ’ οὗ τάσσεται πενθήμερος προθεσμία, καθ’ ἣν ὅλα τὰ τμήματα ὀφείλουν νὰ ὑποβάλωσι τὰς ἐκθέσεις των, ὀφείλει καὶ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο νὰ ὑποβάλῃ τὴν ἔκθεσίν του, καὶ νὰ μὴ τὴν καταστήσῃ τὸ μῆλον τῆς ἔριδος, ὅπως δυστυχῶς συνέβη εἴς τινας ἐκλογὰς κατὰ τὴν παροῦσαν Βουλήν. Ἐν περιπτώσει ὅμως, καθ’ ἣν καὶ τὸ τμῆμα ἐκεῖνο φατριάζον δὲν ὑποβάλλει τὴν ἔκθεσιν, ἢ τὴν παρατείνει, τότε νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα ἕκαστος, ἢ δύο, ἢ τρεῖς τῶν βουλευτῶν, ἢ μόνος εἷς νὰ τὴν ὑποβάλῃ εἰς συζήτησιν, διότι, ἄλλως, τί ἐντεῦθεν συμβαίνει, Κύριοι; Ἐν ᾧ ὅλα τὰ τμήματα ὑποβάλλουσι τὰς ἐκθέσεις των, μόνον μία ἢ δύω ἐκλογαὶ μένουσιν ἐκκρεμεῖς, ἐφορμᾷ ἡ λύσσα τῶν φατριῶν κατ’ αὐτῶν, καὶ τὰς καταστρέφει· λοιπὸν ν’ ἀπαλειφθῶσιν αὐτοὶ οἱ τελευταῖοι δύω παράγραφοι, καὶ νὰ τεθῇ τοῦτο· «τότε ἢ εἷς ἢ πλείονες τῶν βουλευτῶν φέρουσιν εἰς συζήτησιν τὴν ἐν λόγῳ ἐκλογὴν καθ’ ἣν αὕτη ἔσχεν ἀλφαβητικὴν τάξιν».
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου βουλευτοῦ Σακελλαριάδου νὰ ἐγερθῶσιν· (οὐδεὶς ἐγείρεται·) ἀπεῤῥίφθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 6 ἄρθρον· ἔχον οὕτως. Ἄρθρον 6. Οἱ βουλευταὶ δὲν ψηφοφοροῦσι μὲν ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὑτῶν ἐκλογῶν, λαμβάνουσιν ὅμως μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§34ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 7 ἄρθρον ἔχον οὕτως. Ἄρθρον 7. Ἐὰν ἐντὸς τῆς βουλευτικῆς περιόδου συμπέσῃ νὰ γίνωσι κατὰ μέρος νέαι ἐκλογαὶ, ἡ ἐξέλεγξις αὐτῶν παραπέμπεται ὑπὸ τῆς Βουλῆς διὰ κλήρου εἰς ἓν τῶν συστηθέντων κατὰ τὸ 2 ἄρθρον τμημάτων.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§37ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 8 ἄρθρον ἔχον οὕτω.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
Περὶ τοῦ ὁριστικοῦ προεδρείου Ἄρθρον 8. Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν Σύνοδον διὰ ψηφοδελτίων καὶ διὰ μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκ τῶν ἰδίων αὑτῆς μελῶν ἕνα πρόεδρον, τρεῖς ἀντιπροέδρους καὶ τέσσαρας γραμματεῖς.
§39ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (ὁ ἐκ Κυνουρίας). Νομίζω, ὅτι εἰς τὸ 8 ἄρθρον εἰμπορεῖ νὰ προστεθῇ τὸ ἑξῆς· «Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν σύνοδον διὰ ψηφοδελτίων, καὶ διὰ μυστικῆς καὶ ἀπολύτου πλειονοψηφίας κτλ.» Καὶ ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ 9 ἄρθρον, ἐκτὸς ἂν θέλωμεν νὰ ἔχωμεν πολλὰ ἄρθρα.
§40Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 1 ἄρθρου τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ ἔγεινε πολὺς λόγος, ὥστε ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαρτίζων τὸ προεδρεῖον νὰ ᾖναι περιττὸς, δηλαδὴ ἀντὶ νὰ ᾖναι ἕξ, νὰ γίνουν ἑπτὰ, καὶ προσετέθη εἷς περιπλέον γραμματεὺς διὰ νὰ διευκολύνῃ τὴν πλειονοψηφίαν. Τώρα ἔχομεν πάλιν ἕνα πρόεδρον, τρεῖς ἀντιπροέδρους, καὶ τέσσαρας γραμματεῖς, τὸ ὅλον ὀκτώ.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν λαμβάνουν μέρος οἱ κύριοι ἀντιπρόεδροι εἰς τὰς ἐργασίας.
§42ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ὑπάρχουν ἐργασίαι, καθ’ ἃς λαμβάνουν ὅλοι μέρος. Εἰς τὸν καταρτισμὸν τοῦ γραφείου π. χ., εἰς τὸν διορισμὸν τῶν ὑπαλλήλων καὶ τῶν κλητήρων δὲν λαμβάνουν μέρος οἱ ἀντιπρόεδροι;
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαμβάνουν.
§44ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Λοιπὸν τότε ὁ περιττὸς ἀριθμὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ διευκολύνῃ τὴν πλειονοψηφίαν, καὶ διὰ τοῦτο πάντοτε ἀπὸ περιττὸν ἀριθμὸν σύγκειται τὸ προεδρεῖον· ἑπομένως ἢ πρέπει νὰ ᾖναι 4 ἀντιπρόεδροι, ἢ νὰ τοὺς περιορίσωμεν εἰς 2.
§45ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἦτο πάντοτε τῆς ἰδέας, συμφώνως μὲ τὰ προηγούμενα, νὰ προσδιορίσῃ δύω ἀντιπροέδρους, καὶ τοῦτο πρὸς περισσότερον σεβασμὸν, μὲ ἐννοεῖτε. Ἀλλὰ τινὲς ἐκ τῶν ἐναντίων μᾶς εἶπον, ὅτι καλλίτερον ἤθελον εἶσθαι νὰ διορίζωνται τρεῖς ἀντιπρόεδροι. Ἤθελε νὰ συμβιβάσῃ καὶ παραδεχθῇ τοὺς τρεῖς ἀντιπροέδρους. Λέγω δὲ, ὅτι τοῦτο δὲν ἦτο εἰς τὴν συνείδησιν ἡμῶν, διότι ἐπεθυμούσαμεν πάντοτε νὰ ἔχῃ τὸ Προεδρεῖον κἄτι τι ὑψηλότερον· ὅταν καταντήσωμεν νὰ κάμωμεν τέσσαρας, διατὶ νὰ μὴ κάμωμεν 5, 6, 7; αὐτὴ ἦτον ἡ ἰδέα, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὡρμήθη ἡ ἐπιτροπή.
§46ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Δέχομαι τοὺς δύω. Ἡ ἐπιθυμία μου εἶναι νὰ καταρτισθῇ τὸ προεδρεῖον ἀπὸ ἀριθμὸν περιττόν.
§47ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ὡς πρὸς τοὺς ἀντιπροέδρους δὲν διεκρίθη τὸ καθῆκόν των· οἱ ἀντιπρόεδροι δὲν ἀπαρτίζουν τὸ Γραφεῖον, ἀντιπροσωπεύουν τὸν πρόεδρον ἐν ἀπουσίᾳ, ὁ πρόεδρος δὲ καὶ οἱ Γραμματεῖς σχηματίζουν τὸ μόνιμον προεδρεῖον· ὅταν ὁ πρόεδρος ὑπάρχῃ, οἱ ἀντιπρόεδροι δὲν λαμβάνονται ὑπ’ ὄψιν, ὥστε ὡς πρὸς τὴν ψηφοφορίαν, ἤ 2 εἶναι, ἤ 3, δὲν ἔχουν καμμίαν ἐπιῤῥοὴν εἰς τὴν γνωμοδότησιν περὶ τοῦ καταρτισμοῦ τῆς πλειονοψηφίας.
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Χριστοπούλου. «Μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν ἡ Βουλὴ ἐκλέγει κατὰ πᾶσαν Σύνοδον διὰ ψηφοδελτίων καὶ δι’ ἀπολύτου μυστικῆς ψηφοφορίας ἐκ τῶν ἰδίων αὑτῆς μελῶν ἕνα Πρόεδρον, 3 Ἀντιπροέδρους καὶ 4 Γραμματεῖς.»
§49ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅτι ἠδύνατο νὰ γίνῃ καὶ κομψότερος ὁ κανονισμὸς εἶναι ἀληθὲς, ἀλλὰ μόνον ὅταν ἐξήρχετο ἐκ μιᾶς χειρός· ἀλλ’ ἀφοῦ πολλοὶ εἰργάζοντο εἰς αὐτὸν τὸν ἀνδριάντα, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξέλθῃ τέλειος· ἀρκεῖ τὰ πράγματα νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἐντελῆ, καὶ πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν.
§50ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ζητῶ τὸ 9 ἄρθρον νὰ συγχωνευθῇ εἰς τὸ 8.
§51ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Ἐγὼ προτείνω τὴν ἀπάλειψιν τῆς λέξεως διὰ ψηφοδελτίων, καθόσον εἰς τὸ 61 ἄρθρον θ’ ἀποφασίσωμεν ἂν θὰ παραδεχθῶμεν τὰ ψηφοδέλτια ἢ τὰ σφαιρίδια.
§52ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Καὶ τί θὰ βάλωμεν ἐνταῦθα, 100 κάλπας;
§53ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὸ 61 ἄρθρον δύναται νὰ παραδεχθῇ τὸ Σῶμα τὴν διὰ σφαιριδίων ψηφοφορίαν.
§54ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἐκεῖ εἶναι προσδιωρισμένον πότε γίνεται διὰ σφαιριδίων ψηφοφορία.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπιμένει ὁ Κ. Δημητριάδης εἰς τοὺς 3 ἢ τοὺς 2;
§56ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπιμένω, καθόσον ὑπάρχει προηγούμενον, κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ ἀντιπρόεδροι ὁμοῦ μὲ τὸν Πρόεδρον καὶ τοὺς Γραμματεῖς ἀπαρτίζουν τὸ προεδρεῖον, τὸ ὁποῖον διευθύνει τὰς ἐργασίας τοῦ γραφείου. Τώρα πρέπει νὰ τὸ καθαρίσωμεν· οἱ Ἀντιπρόεδροι θὰ ἔχουν μέρος εἰς τὴν διεύθυνσιν τοῦ προεδρείου, ναὶ ἤ ὄχι;
§57ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§58ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τότε παραιτοῦμαι καὶ ἀπαιτῶ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι δὲν ἔχουν κανὲν μέρος οἱ Ἀντιπρόεδροι.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βουλευτοῦ Κυνουρίας, ὅστις ζητεῖ τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 9 ἄρθρου.......
§60ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Δὲν βλέπω τὸν λόγον διατὶ νὰ συγχωνεύσουν αὐτὰ τὰ δύο ἄρθρα, εἶναι ἁπλούστατον, ἀθωότατον πρᾶγμα. Ὁ Κ. Χρηστόπουλος θέλει νὰ τὸ ἀνατρέψῃ ἀπὸ μίαν φιλαυτίαν· ἐγὼ τὸ νομίζω ὀρθὸν, ἡ Βουλὴ ἄν τὸ ἀποῤῥίψῃ, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Χρηστοπούλου νὰ συγχωνευθῇ τὸ 8 ἄρθρον εἰς τὸ 9 μὲ τὴν προσθήκην νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι.) Ἀπεῤῥίφθη. Μένει λοιπὸν τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει. Ἀναγινώσκεται τὸ 9 ἄρθρον. Ὁ Πρόεδρος, οἱ ἀντιπρόεδροι καὶ οἱ γραμματεῖς ἐκλέγονται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας.
§62ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπὶ τοῦ 9 ἄρθρου θέλω νὰ εἴπω δύω λέξεις· θέλω νὰ γίνῃ ἑρμηνεία πῶς ἐννοεῖ ἡ Βουλὴ τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν· ἄν εὑρεθῶσιν ἄγραφα ψηφοδέλτια εἰς τὴν κάλπην, καταλογίζονται εἰς τὸν ἐν γένει ἀριθμὸν, ναὶ ἤ ὄχι;
§63ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καταλογίζονται.
§64ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ τοιοῦτον θὰ σαφηνισθῇ εἰς ἕτερον κεφάλαιον περὶ ψηφοφορίας· ἐκεῖ θέλει λυθῆ τὸ ζήτημα τοῦτο.
§65ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Ἂν εἰς τὴν πρώτην ψηφοφορίαν δὲν πάρουν τὴν πλειονοψηφίαν, τί θά γίνῃ;
§66ΠΟΛΛΟΙ. Δευτέρα ψηφοφορία.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται τὸ 10 ἄρθρον. Ἄρθρ. 10. Μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ προεδρείου, ὁ Πρόεδρος ἀναγγέλλει τῷ Βασιλεῖ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς.
§68ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Διὰ τῆς ἀγγελίας αὐτῆς δύναται νὰ ἐννοήσῃ τις, ὅτι εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ καὶ ἁπλῶς δι’ ἐγγράφου· τοῦτο ὅμως ἀντίκειται εἰς τὴν ἁβροφροσύνην καὶ εἶμαι γνώμης νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸν κανονισμὸν, ὅστις ἀπῄτει τὴν ἐμφάνισιν τοῦ Προεδρείου ἐνώπιον τῆς Α. Μ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθότερον.
§69ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐννοεῖτε, Κύριοι, πόσον δυσχερὴς εἶναι ἡ θέσις μου ἀπέναντι τοῦ προαγορεύσαντος, ἀλλ’ ἐν τούτοις ὀφείλω νὰ εἴπω μίαν καθαρὰν ἀλήθειαν· πρέπει νὰ δώσῃ ἕκαστος τὸν ὀφειλόμενον σεβασμόν. Νομίζω, ὅτι εἰς τὴν περίστασιν αὐτὴν δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἡ ἐμφάνισις τοῦ Προεδρείου· συνταγματικώτατον εἶναι ὡς ἐθέσαμεν τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἡ ἐμφάνισις τοῦ Προεδρείου γίνεται κατόπιν, ὅταν ὁ Πρόεδρος θελήσῃ· πρέπει νὰ ἤμεθα συνεπείς εἰς τὰς ἀρχάς μας, πρέπει νὰ λέγωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ συνειδήσει πρεσβεύομεν· λέγομεν καθαρῶς, καθαρώτατα, ὅτι ὀφείλομεν ν’ ἀναγγείλωμεν εἰς τὸν Βασιλέα καὶ οὐχὶ νὰ ἐμφανίζηται τὸ Προεδρεῖον.
§70ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Ἂν λέγῃ τὸ Σύνταγμα τοιοῦτόν τι, δὲν τὸ ἤκουσα τόσον καιρὸν, ἐνασχολούμενος εἰς τὰ συντάγματα· δὲν βλέπω διὰ ποῖον λόγον ν’ ἀφαιρέσωμεν διάταξιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει· καὶ ἡ ἀφαίρεσις αὕτη δύναται νὰ παρεξηγηθῇ, τὸ ὁποῖον δὲν ἐπιθυμῶ. Δεύτερον, Κύριοι, δὲν ἐννοῶ, ἐὰν δὲν ᾖναι ἀξιοπρεπὲς καὶ σύμφωνον μὲ τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμα, μὲ ὅλους τοὺς κανονισμοὺς τῶν κοινοβουλίων, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς νὰ ἔρχηται εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὸν ἀνώτατον ἄρχοντα τοῦ Βασιλείου, ἀναγγέλλων τοιοῦτον σπουδαῖον γεγονός. Τρίτον, ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ἔχει θέσιν διακεκριμένην, ἐπίσημον ἐντὸς τῶν ἀνακτόρων καὶ παρὰ τῷ Βασιλεῖ· ἑπομένως ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς ὡς Πρόεδρος πρέπει νὰ παρουσιασθῇ, νὰ ἐμφανισθῇ αὐτοπροσώπως· μὲ ἀλληλογραφίας δὲν πρέπει νὰ γίνωνται τοιαῦτα πράγματα. Νομίζω, ὅτι θέλομεν πράξει καλῶς νὰ ἐξακολουθήσωμεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πανταχοῦ γίνεται, καὶ νὰ καθιερώσωμεν αὐτὴν τὴν ἰδίαν διάταξιν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸν παλαιὸν κανονισμὸν «Ὁ Πρόεδρος μετὰ τὴν ἐκλογήν του ἐμφανίζεται εἰς τὰ ἀνάκτορα».
§71ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ παρεξηγήθη· τὸ ἄρθρον, ὅπως ἐτέθη εἰς τὸ σχέδιον, εἶναι μετάφρασις ἐκ τοῦ Γαλλικοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς ἐπὶ Λουδοβίκου Φιλίππου. Ἡμεῖς δὲν εἴπομεν διόλου, ὅτι δὲν θὰ παρουσιάζηται ὁ Πρόεδρος· εἴπομεν, ὅτι θὰ τὸ ἀναγγέλλῃ· πῶς θὰ τὸ ἀναγγέλλῃ; ἐναπόκειται εἰς τὸν Πρόεδρον. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς ᾖναι ἀπὼν, θὰ τὸ ἀναγγείλῃ βεβαίως ἐγγράφως· ἄλλως δὲ, θὰ φροντίσῃ νὰ παρουσιασθῇ.
§72ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐνόουν, ὅτι, ὅταν ὁ ἀνώτατος Ἄρχων ᾖναι παρὼν, ὀφείλει νὰ ἐμφανίζηται.
§73ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ παραδεχθεῖσα τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, ἐνόμισε νὰ βαδίσῃ συνταγματικῶς· δύω εἶναι οἱ νομοθέται, οἱ ὁποῖοι συνέρχονται εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν νόμων — ὁ Βασιλεὺς καὶ ἡ Βουλή. Ἀφοῦ καταρτισθῇ ἡ Βουλὴ, τότε ἐμφανίζεται καὶ ὁ δεύτερος νομοθέτης· συνταγματικὸν εἶναι, ὥστε ὁ εἷς νὰ ἀναγγέλλῃ τὴν γέννησίν του εἰς τὸν ἄλλον, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Βουλὴ, ἅμα καταρτισθῇ, δέον ν’ ἀνακοινώσῃ εἰς τὴν Α. Μ. τὴν κατάρτισιν αὐτῆς. Ἡμεῖς ζῶμεν ὑπὸ τὸ κράτος τοῦ Συντάγματος· πρέπει αὐτὴ ἡ ἀνακοίνωσις εἰς τὴν Α. Μ. νὰ βεβαιοῦται, καὶ ἄλλως δὲν δύναται νὰ βεβαιοῦται εἰμὴ δι’ ἑνὸς διαγγέλματος, δι’ ἑνὸς ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ ἀνακοινώνει εἰς τὸν Βασιλέα. Καθὼς πρῶτον ἀνεκοίνου ἡ Βουλὴ τὸν καταρτισμόν της εἰς τὴν Γερουσίαν, διότι καὶ ἐκείνη ἦτο δύναμις νομοθετικὴ, οὕτω καὶ σήμερον εἰς τὴν Α. Μ. πρέπει ν’ ἀνακοινώσῃ τὸν καταρτισμόν της. Ὥστε δὲν πρέπει νὰ ἐγγράψωμεν, ὅτι ἡ ἀνακοίνωσις τῆς καταρτίσεως τῆς Βουλῆς γίνεται διὰ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Προέδρου εἰς τὴν Α. Μ. Ὁ Πρόεδρος καὶ τὸ Προεδρεῖον, ὁπωσδήποτε θέλετε νὰ τὸ θεωρήσητε, δὲν εἶναι ἡ Βουλή· ἑπομένως ἡ ἐμφάνισις τοῦ Προέδρου εἰς τὴν Α. Μ. δὲν εἶναι ἡ ἀνακοίνωσις, ἣν θέλει ὁ Συνταγματικὸς νόμος. Περιπλέον ἔχομεν τὰ ἔθιμα, τοὺς νόμους τῶν ἄλλων συνταγματικῶν ἐθνῶν, καὶ ταῦτα γνωμοδοτοῦσιν, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀνακοινώνει εἰς τὴν Α. Μ. τὸν καταρτισμόν της. Ἡμεῖς ἐπεκαλέσθημεν τοὺς κανονισμοὺς τῶν ἄλλων Συνταγματικῶν ἐθνῶν καὶ ἴδομεν, ὅτι ῥηταῖς λέξεσι λέγουν annonce au Roi. Ὅ,τι ὑπάρχει παρὰ τοῖς ἄλλοις ἔθνεσι πρέπει καὶ ἡμεῖς ν’ ἀκολουθήσωμεν, διότι οὕτω δὲν ἐξερχόμεθα τῆς Συνταγματικῆς πορείας. Ἂν θέλῃ τὸ προεδρεῖον νὰ ἐμφανισθῇ, τόσῳ τὸ καλλίτερον· ἔχει ὡς πρὸς τοῦτο καὶ τὴν συγκατάθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς.
§74ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς δὲν συμφωνοῦν ὡς πρὸς τὴν ἔννοιαν τοῦ μέσου τῆς ἀγγελίας· τούτου ἕνεκα μοὶ φαίνεται, ὅτι πρέπει εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ κανονισμοῦ νὰ γείνῃ μνεία τί ἐννοεῖ ἡ Βουλή. Ἂν δὲν εἴχομεν τὸν προγενέστερον κανονισμὸν, εἰς τὸν ὁποῖον λέγεται, ὅτι δι’ ἐμφανίσεως ἀναγγέλλεται, ἐγὼ ἤθελον βεβαίως προτείνει νὰ μένῃ τὸ ἄρθρον, ὡς ἔχει, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ προηγούμενος κανονισμὸς λέγει, ὅτι δι’ ἐμφανίσεως ἀναγγέλλεται, ἡ ἀφαίρεσις τῆς φράσεως εἶναι πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν ἀνήκει μήτε εἰς τὸν σεβασμὸν, ὃν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Α. Μ. μήτε εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ φράσις δι’ ἐμφανίσεως πρέπει νὰ διατηρηθῇ.
§75ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐγὼ σέβομαι, Κύριοι, τὰς γνώμας ἁπάντων, ἀλλ’ ἀπ’ αὐτὸ τὸ ἄρθρον δὲν πρέπει οὔτε κεραία ν’ ἀφαιρεθῇ, οὔτε κεραία νὰ προστεθῇ· καὶ πρέπει νὰ ἠξεύρετε, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου διεσκέφθη καὶ ἐσυζήτησεν ὑπὲρ τὴν μίαν ὥραν.
§76ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Δὲν μᾶς μέλει.
§77ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν σᾶς μέλει, ἀλλ’ εἶναι ἀπόῤῥοια σκέψεως. (θόρυβος). Αὐτὸ τὸ ἄρθρον ἔπειτα ἀπὸ ὥριμον σκέψιν ἔχει ἀπολύτως τὸν σκοπὸν νὰ σεβασθῇ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, καὶ οὐ μόνον τοῦτο, ἀλλὰ νὰ προσφέρῃ καὶ εἰς τὸν Βασιλέα ὅλα ἐκεῖνα τὰ δείγματα τοῦ σεβασμοῦ, τὰ ὁποῖα ἀπαιτεῖ τὸ ἱερὸν πρόσωπον τοῦ Βασιλέως. Ὅταν τὸ ἄρθρον παρεδέχθη ἀναγγέλλει, τί προσδιώρισε; προσδιώρισεν, ὅτι ὁ πρόεδρος ἢ τὸ προεδρεῖον διακοινοῖ ἢ διὰ διαγγέλματος ἢ δι’ ἐμφανίσεως, ἄφησεν ἀποκλειστικῶς αὐτὴν τὴν διάκρισιν εἰς τὸ προεδρεῖον, ἡ ὁποία βεβαίως θὰ ἦτον ἀπόῤῥοια τῶν διασκέψεων τῆς Βουλῆς· διότι ἐγὼ δὲν δύναμαι ποτὲ νὰ παραδεχθῶ, ὅτι τὸ προεδρεῖον αὐθαιρέτως καὶ ἄνευ τῆς συναινέσεως ἢ τῆς συνδρομῆς τῆς Βουλῆς δύναται νὰ κάμῃ τι ἀπὸ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν σημασίαν, καὶ εἰς τὰ ὁποῖα ἐνδιαφέρεται ὁλόκληρον τὸ σῶμα. Τώρα, Κύριοι, ἂν ἡμεῖς διὰ τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ἐδῶ ὁ μέγας σεβασμὸς πρὸς τὸ ἱερὸν πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, ἠθέλαμεν εἰπῆ, ὅτι τὸ προεδρεῖον ἐμφανίζεται ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως, δὲν ἦτο μία ἐπιβολὴ εἰς τὸν Βασιλέα; πρέπει τὸ προεδρεῖον, ἵνα τηρήσῃ τὸν σεβασμὸν τὸν ὀφειλόμενον εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως, πρὶν μεταβῇ νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν αὐτοῦ· πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσιν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ ἐθιμοταξίαι, ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ τύποι, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἀπαραιτήτως ἀναγκαῖοι. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν ὁ μεγαλείτερος σεβασμὸς εἰς τὸ σεβαστὸν τοῦ Βασιλέως πρόσωπον εἶναι αὐτὴ ἡ γενικὴ ἔκφρασις ἀναγγέλλει, καὶ ὁ Βασιλεὺς εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν, ἀφοῦ ἰδιαιτέρως γνωρίσῃ ὅλα τὰ διατρέξαντα ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, θέλει ἐκφρασθῆ εἰς τὴν Βουλὴν ἢ διὰ διαγγέλματος ἢ διὰ προσωπικῆς ἐμφανίσεως. Ἐκ τούτου μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐννοεῖ ἡ ἐπιτροπὴ, τάξασα τὸ ἀγγέλλει, νὰ συμβιβάσῃ καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, καὶ τὸν σεβασμόν, τὸν ὀφειλόμενον εἰς τὸν Βασιλέα. Ἂς ὑποθέσωμεν, Κύριοι, (καὶ παρακαλῶ νὰ δεχθῆτε τοῦτο ὡς ἁπλῆν ὑπόθεσιν καὶ ὡς ἐπιχείρημα πρὸς ὑποστήριξιν τῆς γενικῆς αὐτῆς ἐκφράσεως, τὴν ὁποίαν ἡ ἐπιτροπὴ ἐβιάσθη νὰ καταχωρίσῃ εἰς τὸ ἄρθρον 10)· ἂς ὑποθέσωμεν εἰς ποίαν θέσιν ἤθελεν εὑρεθῆ ἡ Βουλὴ ἀπέναντι τοῦ Ἄνακτος, ἂν ὁ Βασιλεὺς ἔλεγε, δὲν δέχομαι τὸ προεδρεῖον· δὲν ἦτο μία προσβολὴ καὶ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς ὅλον τὸ ἔθνος; καὶ αὐτὴν τὴν προσβολὴν, τὴν ὁποίαν βεβαίως ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, καὶ διὰ τῆς λέξεως ἐκείνης ἠθελήσαμεν ν’ ἀποφύγωμεν, φυλάττοντες καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς καὶ τὸν σεβασμὸν πρὸς τὸν Βασιλέα.
§78ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐπρόσμενα, καὶ νομίζω, ὅτι πολλοὶ μετ’ ἐμοῦ δὲν ἐπροσμένατε νὰ γίνῃ ἀντικείμενον τοιαύτης συζητήσεως τὸ ἄρθρον αὐτό· ἀλλ’ ἐδικαιολογήθη αὐτὴ ἡ συζήτησις καὶ αὐταὶ αἱ ἀντιῤῥήσεις διὰ τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ τηρήσωμεν τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ δείξωμεν σεβασμὸν εἰς τὸν ἡγεμόνα, καὶ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, λέγουν τινὲς, δὲν δεικνύει τόσον σεβασμὸν πρὸς τὴν Α. Μ. Ἂς ἴδωμεν, ἐφαρμόζονται αὐταὶ αἱ ἰδέαι; Ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ αὐτὴ ἡ λέξις εἶναι παρὰ πολὺ ἀφῃρημένη· κατὰ τί ἐκπίπτει ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὴν ἀξιοπρέπειάν της, ἂν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρουσιασθῇ ὄχι εἰς κανὲν ξένον πρόσωπον, ἀλλὰ εἰς τὸν ἀρχηγὸν τοῦ ἔθνους; κατὰ τί ἐκπίπτει ἡ Βουλὴ ἀπὸ τὴν ἀξιοπρέπειάν της, ἐὰν, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν τῆς ἐνάρξεως τῶν Βουλευτικῶν ἐργασιῶν παρουσιασθεὶς ἐνταῦθα αὐτοπροσώπως μᾶς εἶπε καλῶς ὁρίσατε, ὑπάγῃ καὶ ὁ Πρόεδρος καὶ εἴπῃ, εἶναι συστημένον τὸ Σῶμα μετὰ τοῦ ὁποίου θὰ συνεργασθῇς, ἰδοὺ σᾶς ἀνταποδίδει τὴν ἐπίσκεψιν;
§79ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἀποτείνωμαι εἰς ὑπουργὸν ἢ βουλευτήν.
§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς οἷον δήποτε θέλετε.
§81ΠΑΔΟΒΑΣ. Καταστρέφετε τὴν ἰδέαν καὶ τὰ ἐπιχειρήματά μου.
§82ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ὑπ’ ὄψιν μόνην τὴν ἀγόρευσιν τοῦ φίλου μου Κ. Παδοβᾶ, ἀλλὰ τὸ σύνολον τῶν ἀγορεύσεων.
§83ΠΑΔΟΒΑΣ. Τὸ περὶ ἀξιοπρεπείας τῆς Βουλῆς ἦτο ἰδικόν μου.
§84ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πάγει καλά· νομίζω, ὅτι εἴπατε, ὅτι ἀντίκειται εἰς τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Βουλῆς νὰ παρουσιασθῇ ὁ Πρόεδρος, καὶ ἐγὼ λέγω τὸ ἐναντίον.
§85ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν εἶπα αὐτό. Μοὶ ἐπιτρέπετε νὰ τὸ διασαφηνίσω; Δὲν θέλω νὰ παρεξηγηθῶ, διότι πιθανὸν οἱ λόγοι μου νὰ ἔκαμον κακὴν ἐντύπωσιν.
§86ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§87ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐὰν αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις μένῃ, παρακαλῶ νὰ ἠξεύρετε, ὅτι ἐγὼ δὲν εἶπον, ὅτι δὲν εἶναι ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς νὰ παρουσιασθῇ διὰ τοῦ Προέδρου ἢ διὰ τῆς ὁλομελείας της, ἀλλ’ εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ ἀποφύγωμεν μίαν ῥητὴν ἔκφρασιν νὰ ἐμφανισθῇ ἤ ὄχι. Δὲν ἠξεύρω τὰς μελλούσας περιστάσεις, μίαν ὑπόθεσιν ἔθεσα. Ἐὰν ὁ Ἄναξ εἴπῃ, ὅτι δὲν δέχομαι, τὸ προεδρεῖον δὲν προσβάλλεται; καὶ ὑπῆρξεν ἐποχὴ, καθ’ ἣν ὁ πρώην Βασιλεὺς εἶπεν, ὅτι δὲν δέχομαι τὴν Γερουσίαν.
§88ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἐπῆλθε διάλυσις.
§89ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐνόησα· ἐγὼ δὲν παραδέχομαι, ὅτι δύναται νὰ συμβῇ ποτε αὐτὸ τὸ πρᾶγμα, νὰ εἴπῃ ὁ Βασιλεὺς δὲν δέχομαι νὰ μοῦ ἀνταποδώσουν ἐπίσκεψιν, τὴν ὁποίαν ἐγὼ πρῶτος ἔκαμα καὶ εἶμαι ὑπόχρεως νὰ δεχθῶ. Ἀλλὰ λέγει ὁ Κ. Παδοβᾶς, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ· ἀλλ’ ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ νὰ πέσῃ καὶ τὸ σπῆτι νὰ μᾶς πλακώσῃ, δὲν εἶναι καλλίτερον λοιπὸν νὰ συνεδριάζωμεν ἔξω διὰ νὰ ἤμεθα ἀσφαλεῖς; Αὐταὶ εἶναι ὑποθέσεις, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει νὰ χρησιμεύουν ὡς βάσεις ἐνεργείας, ὅταν πρόκηται νὰ νομοθετήσωμεν· καὶ ἂν τυχὸν ὁ Βασιλεὺς εἴπῃ, ὅτι δὲν δέχομαι τὸ προεδρεῖον, ποῖος τὸν ἐμποδίζει αὔριον νὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν δέχομαι τὸ ἔγγραφόν σου καὶ πάρε το ὀπίσω; Ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ ἐπέλθῃ αὐτὴ ἡ περίπτωσις. Ἐὰν τὸ προεδρεῖον ζητήσῃ νὰ παρουσιασθῇ, τοῦτο ἤθελεν εἶσθαι, εἶπον, ἐπιβολὴ κατὰ τοῦ Βασιλέως. Ἀλλ’ ἐπαναλέγω, ὅτι ὅλη ἡ σύγχυσις τῶν ἰδεῶν μας προέρχεται ἀπὸ μίαν ἀνταπόδοσιν μιᾶς ἐπισκέψεως φιλοφροσύνης μεταξὺ τῶν δύο ἀρχῶν τοῦ κράτους· καὶ τοῦτο τὸ ἐκάμαμεν ζήτημα συνταγματικότητος· ἀλλὰ μήπως τὸ ζήτημα τοῦτο δὲν εἶναι λελυμένον ἀπὸ ὅλα τὰ προηγούμενα; μήπως ἐπὶ τῆς κυριάρχου Συνελεύσεως, ἡ ὁποία, μὰ τὸ ναὶ, ἐφρόντισε παρὰ πολὺ καθ’ ὅσον ἀποβλέπει αὐτοὺς τοὺς τύπους, μήπως ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως, ὅταν κατὰ μῆνα ἐξελέγετο τὸ προεδρεῖον, ὁ Πρόεδρος δὲν παρουσιάζετο εἰς τὸν Βασιλέα καὶ τοῦ ἔλεγεν, ὅτι ἠξεύρετε, Μεγαλειότατε, ἐγὼ εἶμαι ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως;
§90ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κακά.
§91ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν κακὰ ἔκαμε δὲν ἠξεύρω· ἐὰν ὅμως στοχαζώμεθα, ὅτι ἡμεῖς θὰ κάμωμεν καλὰ μὲ αὐτὸν τὸν νεωτερισμὸν, εἶναι πολὺ περισσότερον πιθανὸν ἡμεῖς νὰ ἤμεθα εἰς τὸ λάθος παρὰ οἱ πρὸ ἡμῶν. Ἔπειτα, καθὼς εἶπε καὶ ὁ Κ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, διατί μὲ ὅλας αὐτὰς τὰς συζητήσεις νὰ δώσωμεν αἰτίαν μιᾶς παρεξηγήσεως, ὄχι εἰς ἡμᾶς, ἀλλὰ ὡς πρὸς τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν νὰ τηρῶμεν εἰς τὸν Βασιλέα ὅσοι πρεσβεύομεν τὴν ἀρχὴν, ὅτι Βασιλεία πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐν Ἑλλάδι; Δὲν βλέπω λοιπὸν, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Βουλῆς θέλει προσβληθῆ, οὔτε δύναται ποτὲ νὰ θεωρηθῇ ὡς ἐπιβολὴ κατὰ τοῦ Βασιλέως, ἐὰν τὸ προεδρεῖον παρουσιασθῇ εἰς τὸν Βασιλέα, θέλει ἐξεναντίας θεωρηθῆ ὡς μία ἔλλειψις ἁβροφροσύνης, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ τηρήσωμεν, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς ἔρχεται καὶ μᾶς ἐπισκέπτεται.
§92ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τὰ πράγματα παρεξηγήθησαν ἑκατέρωθεν. Ἡ διάταξις, ἡ περιεχομένη εἰς τὸ σχέδιον τοῦ κανονισμοῦ, ἔχει ὅλως διόλου ἄλλον σκοπὸν ἀπὸ τὸν σκοπὸν, τὸν ὁποῖον ἠκούσατε. Ἡ ἐπιτροπὴ διέκρινε δύω γεγονότα, τὴν πολιτικὴν καὶ τὴν ἐθιμοταξίαν. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσκέφθη, ὅτι ἐν τῷ κανονισμῷ, τῷ κανονίζοντι τὴν ὑπηρεσίαν τῆς Βουλῆς, πρέπει νὰ περιλειφθῶσιν αἱ διατάξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὰς πολιτικὰς σχέσεις τῆς Βουλῆς πρὸς τὰ ἄλλα Σώματα τῆς πολιτείας, νὰ παραληφθῶσι δὲ αἱ τῆς ἐθιμοταξίας σχέσεις. Τοῦτο δὲ τὸ ἔκαμεν ὄχι οἴκοθεν μόνον, ἀλλὰ συμβουλευομένη καὶ τοὺς κανονισμοὺς τῶν ἄλλων συνταγματικῶν ἐθνῶν. Εἰς τοὺς κανονισμοὺς τούτους θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ἡ Βουλὴ μετὰ τὸν καταρτισμόν της ἀναγγέλλει εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι συνεκροτήθη· οὐδεὶς δὲ λόγος γίνεται ἐν τῷ κανονισμῷ περὶ ἐπισκέψεων καὶ ὁ λόγος εἶναι ἁπλούστατος, διότι περὶ ἐθιμοταξίας δὲν πραγματεύονται οἱ κανονισμοί. Καὶ ἂν ἤθελεν ὁ Κ. προλαλήσας ὑπουργὸς νὰ συλλογισθῇ διατί αἱ ἄλλαι ἐθιμοταξίαι αἱ διέπουσαι τὰς σχέσεις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος μετὰ τῆς Βασιλείας δὲν κανονίζονται ὑπ’ αὐτῶν, καὶ ἤθελε ῥίψει βλέμμα εἰς τὸν κανονισμὸν, ὄχι μόνον τὸν παρόντα, ἀλλὰ καὶ τῶν παρελθουσῶν Βουλῶν, ἔπρεπε νομίζω, ὀρθῶς καὶ ἀνεξαρτήτως σκεπτόμενος, χωρὶς νὰ νομίζῃ, ὅτι ὁμιλεῖ ἐνώπιον φιλοβασιλικῶν καὶ μὴ, νὰ πολεμήσῃ τὴν ἰδέαν ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἤθελον ἔλθει νὰ προτείνωσιν ἐν τῷ κανονισμῷ κατ’ ἐξαίρεσιν τὴν τήρησιν τῆς ἐθιμοταξίας περὶ ἧς πρόκειται, διότι δὲν βλέπω, Κύριοι, τί διαφέρει αὐτὴ ἡ ἐθιμοταξία ὅλων τῶν ἄλλων ἐθιμοταξιῶν. Εἰς τὴν ἑορτὴν τῆς Α. Μ. ὁ πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρουσιάζεται, εἰς τὴν ἐπανοδόν του ἀπὸ μίαν περιοδείαν ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς παρουσιάζεται, εἰς πολλὰς ἄλλας περιστάσεις ἐπίσης παρουσιάζεται, κατὰ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἐπιβάλλει εἰς τὸν πρόεδρον οὐχὶ ὁ νόμος, ἀλλὰ ὁ σεβασμὸς πρὸς τὸν Ἡγεμόνα, καὶ χωρὶς νὰ συνταχθῇ νόμος περὶ συμπεριφορᾶς τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος πρὸς τὸν Βασιλέα καὶ τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸ νομοθετικὸν Σῶμα. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἄριστα ποιοῦσα ἡ ἐπιτροπὴ ἔθεσε μίαν διάταξιν ἀφορῶσαν τὰς πολιτικὰς σχέσεις τοῦ νομοθετικοῦ Σώματος μετὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ εἶπεν, ὅτι ἅμα καταρτισθῇ ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν Βασιλέα, ὅτι ἔπαυσαν αἱ ἐξελέγξεις, ὅτι ὑπάρχει ἤδη ὁ ἀπαιτούμενος ἀριθμὸς πρὸς νόμιμον ἀπαρτίαν, καὶ ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι κατηρτισμένη ἵνα ἀρχίσῃ ἡ κίνησις τῆς συνταγματικῆς μηχανῆς. Αὐτὸ ἀφορᾷ τὰς πολιτικὰς σχέσεις, αἵτινες πρέπει νὰ ἀναγράφωνται, ἀλλ’ αἱ ἐθιμοταξίαι δὲν κανονίζονται οὐδαμοῦ· θέλετε; κανονίσατέ τας, δὲν ὑπάρχει κανεὶς ὁ ἀντιλέγων, κατ’ οὐσίαν· ἀλλὰ πρέπει νὰ ἔχητε γνῶσιν αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ὅτι τοῦτο δὲν ὑπάρχει εἰς τοὺς ἄλλους κανονισμούς. Ἐνθυμοῦμαι ἤδη δύω περιστάσεις τῆς Συνελεύσεως καὶ τῶν παρελθουσῶν Βουλῶν. Κατὰ τοὺς κανονισμοὺς τῶν Βουλῶν τούτων, μετὰ τὴν κατάρτισιν τοῦ Σώματος τὸ προεδρεῖον παρουσιάζεται εἰς τὸν Βασιλέα, διὰ διαγγέλματος δὲ ἐγίνετο ἡ ἀνακοίνωσις τῆς καταρτίσεως εἰς τὴν Γερουσίαν· ὁ ἡμέτερος κανονισμὸς τὰ περιέχει καὶ τὰ δύω. Ὅσον δ’ ἀφορᾶ τὴν Συνέλευσιν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ εἴπω εἰς τὸν φίλον μου Λομβάρδον, ὅτι τὰ γινόμενα ἐπὶ Συνελεύσεως ἔρχονται εἰς ἐπικύρωσιν τῆς γνώμης τῆς ἐπιτροπῆς· διότι, καί τοι μὴ ἐγγεγραμμένου τοῦ καθήκοντος τούτου ἐν τῷ κανονισμῷ, ἐφυλάττετο πάντοτε ἡ ἐθιμοταξία· κατὰ μῆνα ὁ πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, ἅμα κατηρτίζετο τὸ προεδρεῖον, ἔκαμνε τὴν ἐπίσκεψιν εἰς τὸν Βασιλέα, μολονότι δὲν εἶναι γεγραμμένον ἐν τῷ κανονισμῷ. Ἐπιθυμῶ ὅμως νὰ μάθῃ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς, ὅτι τὰ πράγματα δὲν ἐγίνοντο ὡς τὰ ἐξέθεσεν. Ἰδοὺ πῶς ἐγίνοντο, δηλ. ὅπως θέλει καὶ ὁ κανονισμὸς σήμερον. Ὁ πρόεδρος, ἅμα ἐκλεχθέντος τοῦ προεδρείου, ἀνήγγελλε πρὸς τὸν Βασιλέα διὰ τοῦ αὐλάρχου, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐξελέξατο τὸ προεδρεῖόν της ἐκ τῶν ἑξῆς μελῶν, Πρόεδρος ὁ δεῖνα κτλ. Ὁ Βασιλεὺς δὲ προσεκάλει τὸ Προεδρεῖον, καὶ δὲν εἶναι πιστευτὸν κἄν, ὅτι ἠμπορεῖ εἷς βασιλεὺς νὰ ἀρνηθῇ νὰ τὸ καλέσῃ, διότι ἀμέσως συγχύζονται αἱ σχέσεις τῶν δύω ἐξουσιῶν, θὰ συμβῇ μία σύγκρουσις καὶ θὰ φέρῃ μίαν ἀνατροπὴν τῆς κυβερνήσεως καὶ τὰ τοιαῦτα. Ἡ ἐθιμοταξία λοιπὸν αὕτη δὲν ἔχει καμμίαν σχέσιν μὲ τὰς πολιτικὰς σχέσεις. Ὁ καταρτισμὸς δὲν θὰ σταλῇ τώρα ἐκ τοῦ γραφείου ὅπως ἄλλοτε μὲ μίαν σημείωσιν ἀνυπόγραφον διαλαμβάνουσαν, ὅτι αὐτὸ εἶναι τὸ προσωπικὸν τοῦ προεδρείου· ἀλλὰ θὰ σταλῇ ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον θὰ φέρῃ ἀριθμὸν, θὰ ἦναι ἐπίσημον, θὰ φέρῃ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ προέδρου καὶ οὕτω θέλει ἀναγγελθῆ ἡ συγκρότησις· ὁ Βασιλεὺς, δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, θέλει καλέσει τὸ προεδρεῖον. Σᾶς λέγω, ὅτι ἄλλως ὀφείλετε νὰ κανονίσετε πολλὰ πράγματα σπουδαῖα, π. χ. ποίαν θέσιν θὰ κατέχῃ ὁ πρόεδρος εἰς τὰς παρατάξεις, εἰς τὰς τραπέζας κτλ.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι κανονισμένα αὐτά.
§94ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸν Αὐλάρχην κανονίζονται καὶ αὐτὰ καὶ κανένα κανονισμὸν δὲν ἠξεύρω. Λοιπὸν νομίζω, ὅτι τὰ πράγματα ἐσυγχύθησαν, ὅτι ὁ σκοπὸς δὲν ἦτο νὰ προλάβῃ τὰς προσβολὰς, ἀλλὰ νὰ θέσῃ κάθε πρᾶγμα εἰς τὸν τόπον του, τὰ πολιτικὰ ἐν τῷ κανονισμῷ καὶ τὰς ἐθιμοταξίας εἰς τὰ εἰθισμένα. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τῆς ἐπιτροπῆς· καὶ προσθέτω, ὅτι ἐγὼ, ὡς πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως, πάντοτε ἐφύλαξα τὴν τάξιν τῆς ἐθιμοταξίας, καὶ ἡ Βουλὴ ἐπιθυμῶ νὰ τὴν φυλάττῃ πάντοτε, διότι εἰς τοῦτο βλέπω μίαν ἁρμονίαν, ἡ ὁποία εἶναι εὐκταῖον νὰ ὑπάρχῃ πάντοτε εἰς τὰς μεταξὺ τῶν δύω τούτων ἐξουσιῶν σχέσεις.
§95ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (πρωθυπ.). Κανεὶς βεβαίως δὲν ἔλαβε τὸ πρᾶγμα ὑπὸ ἄλλην ὄψιν παρὰ καθὼς ἐξηγήθη, ἀλλὰ μοὶ φαίνεται, ὅτι ὁ Κ. Δεληγιώργης εἰς ἓν πρᾶγμα ἔκαμε λάθος, ὅτι τώρα δὲν κάμνομεν ἄλλο παρ’ ὅ,τι ἔκαμεν ἡ Συνέλευσις. Ὄχι, ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἀνήγγειλλε διὰ τοῦ γραφείου εἰς τὸν αὐλάρχην τὴν συγκρότησιν τοῦ προεδρείου καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ἐκλεχθέντων, ἵνα προσδιορισθῇ ἡ ἡμέρα καὶ ἡ ὥρα τῆς παρουσιάσεως· αὐτὸ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία τοῦ παρελθόντος καὶ αὐτὸ πρόκειται νὰ γείνῃ καὶ τώρα. Ἐγὼ δέχομαι τὴν γνώμην τοῦ Κ. Ἰακωβάτου νὰ ἀναγγέλληται καὶ νὰ παρουσιάζηται. Αὐτὸ, Κύριοι, νομίζω ἀναγκαιότατον νὰ σημειωθῇ εἰς τὸν κανονισμὸν διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ὁ Κ. Μαρκορᾶς ἐπανέλαβε. Δὲν πρέπει νὰ λάβητε ὑπ’ ὄψιν, ὅτι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐγγεγραμμένα εἰς τοὺς κανονισμοὺς γίνονται κατ’ ἔθιμον, διότι τὸ κατ’ ἔθιμον εἶναι εἷς νόμος ἐπίσης σεβαστὸς καὶ θεωρούμενος ἐπίσης τόσον σεβαστὸς, ὅπως ἐδῶ μερικὰ συνταγματικὰ ἔθιμα ἔχομεν ἐγγεγραμμένα ἐν τῷ κανονισμῷ. Ἠξεύρομεν πολὺ καλὰ, ὅτι εἰς ὅλα τὰ ἔθνη δὲν εἶναι γεγραμμέναι ὅλαι αἱ πολιτικαὶ σχέσεις, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα καθιερώθησαν, ὥστε σέβονται ὡς ἐγγεγραμμέναι. Παρατηρῶ εἰς τὸν Κ. Δεληγεώργην, ὅτι εἶναι κανονισμὸς ἐντὸς τῶν ἀνακτόρων ὅλου τοῦ κόσμου, ἀκριβῶς προσδιορίζων τὴν θέσιν τὴν ἐπίσημον τοῦ προέδρου ἐν τοῖς ἀνακτόροις καὶ εἰς τὰ γεύματα καὶ εἰς τοὺς χοροὺς καὶ παντοῦ, καὶ διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον ὁ πρόεδρος νὰ ἔρχηται εἰς ἄμεσον συνάφειαν μὲ τὸν Βασιλέα· ἑπομένως δὲν εἶναι αὐτὸ ἁπλῆ ἐθιμοταξία καὶ ἁπλῆ ἐπίσκεψις, νὰ παρουσιάζηται ὁ πρόεδρος εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ εἶναι ὑπηρεσία, εἶναι ἐπίσημος σχέσις, ἡ ὁποία δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου πραγματοποιεῖται· ἑπομένως ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἡ συζήτησις δὲν πρέπει νὰ λάβῃ πλειοτέραν ἔκτασιν, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ φανῇ πῶς ἐκάμαμεν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, πιστεύω δὲ ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ παραδεχθῇ ὅτι αὐτὴ ἡ σημείωσις πρέπει νὰ περιληφθῇ εἰς τὸν κανονισμόν, ὅπως ἦτο καὶ εἰς τὸν παρελθόντα.
§96ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβάλωμεν διόλου τὸ ἄρθρον· νὰ τεθῇ τὸ συμπέρασμα τῆς συζητήσεως ἐντὸς τῶν πρακτικῶν, νὰ εἴπωμεν, δηλ. ὅτι ὅλοι συμφωνοῦμεν, ὅτι τὸ ἄρθρον δὲν μεταβάλλει τὰ προϋπάρχοντα.
§97ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶναι μεταβεβλημένα.
§98ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Διόλου, διότι καὶ τώρα θὰ γίνεται ἡ ἀνακοίνωσις παρὰ τοῦ προέδρου, ὅπως νομίσει καταλληλότερον. Ἂν ἡ Αὐτοῦ Μεγαλειότης ᾖναι ἀσθενὴς καὶ δὲν δύναται νὰ δεχθῇ τὸ Προεδρεῖον, νὰ γείνῃ διὰ διαγγέλματος, ἄλλως διὰ παρουσιάσεως. Ἐγὼ τουλάχιστον προτείνω νὰ τεθῇ αὐτὴ ἡ ἐξήγησις ἐντὸς τῶν πρακτικῶν.
§99ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ δεχθῇ ἕνα τελευταῖον λόγον· ἐπειδὴ ἀνεφέρθη τὸ κυριαρχικὸν τῆς Συνελεύσεως, ὅπως μεταβληθῇ τὸ ἄρθρον αὐτὸ, ἀφήσατέ με νὰ παρατηρήσω ὅτι τότε, ὅτε ἐπράττοντο ἐκεῖνα, δηλαδὴ ἡ ἐμφάνισις τοῦ προέδρου εἰς τὸν Βασιλέα, τότε ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ὑπῆρχε κατηρτισμένη, ἐνῷ τὴν σήμερον δὲν ὑπάρχει.
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τόσον τὸ χειρότερον.
§101Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁ Βασιλεὺς ἐγνώριζε τὴν ὕπαρξιν τῆς Ἐθνοσυνελεύσεως, καὶ ἐπειδὴ κατὰ μῆνα ἔληγεν ἡ προεδρεία, ἑπόμενον ἦτον ὥστε ὁ πρόεδρος νὰ παρουσιασθῇ, μολονότι ἠκούσατε ἀπὸ τὴν ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ τότε πρόεδρος, ὅτι ἀνηγγέλλετο καὶ ἡ μεταβολὴ τοῦ προσωπικοῦ τοῦ προεδρείου. Ἀλλὰ τὴν σήμερον, ἐὰν παρουσιασθῇ εἰς τὸν Βασιλέα τὸ προεδρεῖον χωρὶς ἄλλης γνωστοποιήσεως καὶ εἴπῃ, ὅτι τὸ προεδρεῖον εἶμαι ἐγώ, ἡ αὐλὴ δὲν τὸ γνωρίζει, καὶ ἑπομένως εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ ἡ ἀναγγελία εἰς τὴν Α. Μ.
§102ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ δεύτερον κῶλον τὸ ὑποστηρίζετε, ὅτι ἀναγγέλλει καὶ ἐμφανίζεται;
§103Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Μάλιστα.
§104ΠΑΔΟΒΑΣ. Παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, νὰ φέρητε ὑπὸ συζήτησιν ἓν ἄλλο ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, ἐκ τοῦ ὁποίου ἐξάγεται, ὅτι ἡ Βουλὴ ἔχει ὅλην τὴν προθυμίαν νὰ ἐμφανίζηται, καὶ λίαν ἐπισήμως· αὐτὸ τὸ ἄρθρον εἶναι τὸ 63 τὸ ὁποῖον λέγει· «Ὁ πρόεδρος καὶ δέκα μέλη, κατὰ κλῆρον ἐκλεγόμενα, ὁμοῦ μὲ τοὺς ἀντιπροέδρους καὶ γραμματεῖς συνιστῶσι τὴν μεγάλην πρέσβευσιν, ἡ δὲ μικρὰ συνίσταται ἐκ τοῦ προέδρου, τῶν ἀντιπροέδρων καὶ τῶν γραμματέων. Ὁ πρόεδρος ἢ ὁ ἀντ’ αὐτοῦ εἷς τῶν ἀντιπροέδρων ἀγορεύει τῷ Βασιλεῖ.»
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εὑρίσκεται εἰς τὴν ἑξῆς κατάστασιν. Πολλοὶ ὡμίλησαν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τοῦ ἄρθρου 10 ὡς ἔχει, ὁ δὲ Κύριος βουλευτὴς Κερκύρας Κ. Μαρκορᾶς ἐπρόσθεσε «καὶ ἐμφανίζεται». Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην εἰς τὸ ἄρθρον 10 «Μετὰ τὴν ἐκλογὴν τοῦ ὁριστικοῦ προεδρείου ὁ πρόεδρος ἀναγγέλλει τῷ Βασιλεῖ τὴν συγκρότησιν τῆς Βουλῆς καὶ ἐμφανίζεται μετὰ τοῦ προεδρείου ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως» οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 11 ἄρθρον. Ἄρθρον 11. Τὸν Πρόεδρον ἀπόντα ἢ ὁπωσδήποτε κωλυόμενον ἀναπληροῦσιν αὐτοδικαίως οἱ Ἀντιπρόεδροι, προτιμωμένου τοῦ λαβόντος τὰς περισσοτέρας ψήφους. Τούτων δὲ κωλυομένων, προεδρεύει ὁ πρεσβύτατος τῶν παρόντων βουλευτῶν. Ἀπόντων ἢ κωλυομένων τῶν γραμματέων, ὁ Πρόεδρος προσκαλεῖ εἰς τὸ προεδρεῖον προσωρινοὺς ἀναπληρωτὰς τοὺς νεωτάτους τῶν παρόντων βουλευτῶν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο καθὼς ἀνεγνώσθη νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη τὸ ἄρθρον 11 τοῦ σχεδίου καθὼς ἔχει. Ἀναγινώσκεται τὸ 12 ἄρθρον. Ἄρθρον 12. Καθῆκον τοῦ Προέδρου εἶναι νὰ τηρῇ τὴν εὐταξίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καὶ τὴν ἀκριβῆ ἐφαρμογὴν τοῦ κανονισμοῦ, νὰ δίδῃ τὸν λόγον, νὰ θέτῃ τὰ ζητήματα, νὰ ἐκφωνῇ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας καὶ τῶν ἄλλων ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς καὶ ν’ ἀγορεύῃ ἐν ὀνόματι αὐτῆς, κατὰ τὸ φρόνημά της. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο....
§106ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Μολονότι βλέπω ὅτι δὲν ὑπάρχει διάθεσις νὰ διορθωθῇ κανὲν μέρος, τοὐλάχιστον μήτε τὸ κείμενον; Ἂν θέλετε, νὰ βάλετε ἀντὶ τοῦ «νὰ ἐκφωνῇ» «νὰ ἀναγγέλλῃ.» Οἱ κλητῆρες εἰς τὰ δικαστήρια ἐκφωνοῦν τὰ ὀνόματα, καὶ ὄχι ὁ Πρόεδρος τῆς Βουλῆς.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον μὲ τὴν διόρθωσιν αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι)· παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 13 ἄρθρον. Ἄρθρον 13. Ὁ Πρόεδρος δὲν δύναται ν’ ἀγορεύῃ κατὰ τὰς συζητήσεις, εἰμὴ διὰ νὰ ἐξηγήσῃ εἰς ποίαν στάσιν εὑρίσκεται τὸ ζήτημα ἢ νὰ ἐπαναγάγῃ τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον. Ἐὰν δὲ θέλῃ νὰ μετάσχῃ τῆς συζητήσεως, παραχωρεῖ τότε τὴν ἕδραν του εἰς τὸν κατὰ τὸ 11 ἄρθρον νόμιμον αὑτοῦ ἀναπληρωτήν, καὶ δὲν ἀναλαμβάνει αὐτὴν πρὶν ἢ τελειώσῃ ἡ ἐπὶ τοῦ προκειμένου θέματος συζήτησις.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 13, ὡς ἔχει, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες)· παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ 14 ἄρθρον. Ἄρθρον 14. Καθῆκον τῶν γραμματέων εἶναι νὰ ἐφορῶσι τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, ν’ ἀναγινώσκωσιν αὐτὰ ἐπὶ συνεδριάσεως, καθὼς καὶ τὰ νομοσχέδια καὶ ἄλλας πράξεις ἢ ἔγγραφα ὅσα ἀπαιτεῖται ν’ ἀναγνωσθῶσι πρὸς τὴν Βουλήν, νὰ καταγράφωσι τὰ ὀνόματα τῶν ζητούντων τὸν λόγον, καθ’ ἣν προσέρχονται τάξιν, ν’ ἀπαριθμῶσι δημοσίᾳ τὰς ψήφους, νὰ κρατῶσι σημείωσιν τῆς ψήφου ἑκάστου βουλευτοῦ ἐν τῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίᾳ καὶ τῶν ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν γένει, νὰ ἐκτελῶσι πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὸ γραφεῖον αὐτῆς. Δὲν ὑπάρχει καμμία ἀντίῤῥησις; Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρ. 14 καθὼς εἶναι, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται ἤδη τὸ 15 ἄρθρον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ.
Περὶ τῶν συνεδριάσεων καὶ τῶν συζητήσεων. Ἄρθρον 15. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται.
§110ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (βουλευτὴς Κυνουρίας). Αὐτὸ εἶναι περιττόν, ὡς ἀποῤῥέον ἀπὸ τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος· ὁ κανονισμὸς κανονίζει τὰ μὴ κανονισμένα. Ἀφοῦ λοιπὸν διὰ τοῦ Συντάγματος ἐκανονίσθη ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς διὰ νὰ ᾖναι ἔγκυροι πρέπει νὰ ᾖναι παρόντα τοὐλάχιστον τὸ ἥμισυ καὶ ἓν τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ νὰ ὑπάρχῃ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τῶν παρόντων μελῶν, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ τὸ εἴπωμεν ἐδῶ διότι, ὄντος τοῦ κανονισμοῦ μεταβλητοῦ, δύναταί τις νὰ συμπεράνῃ, ὅτι δύναται νὰ μεταβληθῇ καὶ τὸ Σύνταγμα.
§111ΤΙΝΕΣ. Εἶναι περιττόν.
§112ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τότε ἂς ἀντιγράψωμεν τὸ Σύνταγμα ὅλον· ἐγὼ ἐπιμένω νὰ ἐλλείψῃ ἀπὸ τὸν κανονισμόν.
§113Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ λέγω τὸ ἐναντίον· ἴσια ἴσια διὰ τὸ προηγούμενον τῆς Βουλῆς, τὸ ὁποῖον μετέβαλε τόσα πράγματα, πρέπει νὰ ἑρμηνευθῇ, ποίαν κατηγορίαν θέλουσιν ἔχει αἱ ἀρνητικαὶ ψῆφοι, καὶ αὐτὸ εἰς κανονισμοὺς ἄλλων ἐθνῶν εἶναι κανονισμένον.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Ἐλύθη τὸ ζήτημα αὐτό.
§115ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀλλὰ θεωροῦνται ὡς παροῦσαι ἢ ὄχι;
§116ΠΟΛΛΟΙ. Παροῦσαι, μάλιστα.
§117ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ ἐξ ἐναντίας φρονῶ διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἀνέπτυξεν εἰς μίαν ἄλλην συζήτησιν, ἑρμηνεύσας τὴν λέξιν πλειονοψηφία παρόντων καὶ ἰσοψηφία παρόντων, φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ κανονισθῇ καὶ εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον, διὰ νὰ μὴ ἔχωμεν τὴν ἀμφιβολίαν καὶ τα σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα ἠμποροῦν νὰ γεννηθοῦν. Καὶ ὅταν θέσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, κανεὶς πλέον δὲν θὰ ἀρνῆται ψῆφον.
§118ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ Βουλὴ ἔλυσε τὸ ζήτημα αὐτὸ ὅλως διόλου διαφορετικά, καὶ οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον λογίζονται καὶ ὡς πρὸς τὴν ἀπαρτίαν καὶ ὡς πρὸς τὸ ἀπόλυτον. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἔγεινε συζήτησις μακροτάτη καὶ σπουδαιοτάτη· πῶς εἶναι δυνατὸν τὰ ψηφοδέλτια, τὰ ὁποῖα πίπτουν ἐντὸς τῆς κάλπης καὶ τὰ ὁποῖα εἶναι ἄγραφα, νὰ μὴ λογισθῶσιν, ἀφ’ οὗ οἱ βουλευταὶ εἶναι παρόντες; Ποῖος μᾶς δίδει τὸ δικαίωμα νὰ μὴ τοὺς λογαριάσωμεν; Τὸ ζήτημα ἐλύθη, ἐδῶ ἔγεινε πρᾶξις σπουδαία, καὶ τώρα ἐπανερχόμεθα!
§119ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἶμαι ὑπὲρ τῆς καταλογίσεως τῶν ἀρνουμένων ψῆφον, διότι ἐφ’ ὅσον ἐνθυμοῦμαι, ὅταν συνετάττετο ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἐγένετο ἀπ’ αὐτὸ τὸ πνεῦμα τοῦ νὰ καταλογίζωνται αἱ ἀρνητικαὶ ψῆφοι, καὶ μάλιστα τοῦτο ἐπιβεβαιοῦται, διότι ἡ ἰδία Συνέλευσις ἐφήρμοσε τὸ πνεῦμα αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου εἰς ὁμοίας περιστάσεις· ἐθαύμασα μάλιστα, ὅταν πρὸ μικροῦ ἔγεινε τόσος λόγος· καὶ ἐὰν μὲν ἐγένετο λόγος ἀπὸ ἐκείνους τοὺς Κυρίους βουλευτὰς, οἵτινες δὲν ἦσαν ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ, ἦτο συγκεχωρημένον, ἀλλὰ τὸ νὰ γείνῃ λόγος καὶ ἀπὸ ἐκείνους τοὺς βουλευτὰς, οἵτινες ἦσαν καὶ πληρεξούσιοι καὶ ἔλαβον μέρος εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, τοῦτο μοὶ ἐφάνη πολὺ παράδοξον. Λέγω λοιπὸν καὶ θεωρῶ αὐτὸ τὸ ζήτημα ὡς λελυμένον παρὰ τῆς ἰδίας Συνελεύσεως, ἡ ὁποία καὶ συνέταξεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον.
§120ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι, δὲν θεωρῶ τὸ ζήτημα λελυμένον, ἀλλ’ ἢ λελυμένον ἢ μὴ λελυμένον ὑποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν νὰ μὴ τεθῇ τίποτε ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ, καὶ ἂν προέλθῃ ἀμφιβολία, τότε διὰ συζητήσεως ἐπίτηδες νὰ ἀποφασισθῇ. Εἶναι ἀρχαῖον ζήτημα αὐτὸ· μὴ νομίσητε, ὅτι μὲ μίαν ψηφοφορίαν, ἡ ὁποία ἔγεινε κατὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Καλαβρύτων, ἐλύθη τὸ ζήτημα αὐτό.
§121Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τώρα νὰ τὸ συζητήσωμεν, καὶ ὄχι σχετικῶς μὲ κἀμμίαν ἄλλην ὑπόθεσιν.
§122ΣΤΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, προτείνω ὅπως τὸ ζήτημα αὐτὸ λυθῇ, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὸ 58 ἄρθρον. (Ἐνταῦθα ἀπολεσθέντος τοῦ ἀντιγράφου τοῦ Στενογραφήματος, ἐλλείπει ἐλάχιστον μέρος, ὅπερ θέλει καταχωρισθῆ ἐν παραρτήματι τοῦ παρόντος ἀριθ. 35.)
§123Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐλέχθη, ὅτι δὲν δυνάμεθα σήμερον νὰ κανονίσωμέν τι ἑρμηνεύοντες τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, διότι καμμίαν ὑποχρεωτικὴν δύναμιν δὲν θὰ ἔχῃ· ἄρα πρέπει ν’ ἀφήσωμεν τὴν ἑρμηνείαν τῆς διατάξεως ταύτης εἰς πᾶσαν ἀπόφασιν, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνδεχόμενον καὶ νὰ ἐπηρεασθῶμεν. Δὲν ἔλαβον μέρος καὶ ἐγὼ εἰς τὴν συζήτησιν τῆς ἐκλογῆς τῶν Καλαβρύτων, οὔτε καυχῶμαι, ὅτι ἔχω μεγάλας γνώσεις συνταγματικὰς καὶ ἐπιστημονικάς· διὰ τοῦτο μάλιστα κατέφυγον εἰς ἄλλους, εἰς καθηγητὰς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, καὶ μ’ εἶπον, ὅτι ἡ ἐπανάληψις τῆς ψηφοφορίας ἐκείνης δὲν ἦτο δικαιολογημένη, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ γείνῃ, διότι αἱ ψῆφοι αἱ ἀρνητικαὶ δὲν πρέπει νὰ λογίζωνται· καὶ ἄλλοι καθηγηταὶ τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου εἶπον, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἐννοεῖ ψηφοφοροῦντας παρόντας, ὅπως ὀρθότατα ἡρμήνευσεν ὁ Κ. Ἰακωβάτος· ὑποθέσατε π. χ. 100 βουλευτὰς ἀπαρτίζοντας τὴν συνεδρίασιν, 50 εἶναι ὑπὲρ, 4 κατὰ καὶ 46 ἀρνούμενοι, τί θὰ γείνῃ τότε; αἱ 4 θὰ ἐπηρεάσουν καὶ θὰ ματαιώσουν τὸ ὅλον..........
§124ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ τῆς οὐσίας, ἀλλὰ πότε θὰ συζητήσωμεν.
§125ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὅτι δὲ ἤδη εἶναι ἡ παροῦσα στιγμή, καθ’ ἣν πρέπει νὰ γείνῃ ἡ συζήτησις αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου, ἐγὼ δὲν ἔχω καμμίαν ἀμφιβολίαν, διότι εἰς τὸ ἄρθρον 58 καὶ ἑπόμενα τοῦ κανονισμοῦ, ἐκεῖ προβλέπονται ἄλλα ἀντικείμενα ἄσχετα πρὸς τὸ ζήτημά μας, ἐκεῖ κανονίζεται πῶς πρέπει νὰ γείνῃ ἡ ψηφοφορία καὶ δὲν ἔχει χώραν ἡ οὐσιαστικὴ λύσις τοῦ ζητήματος· ἐδῶ εἴμεθα εἰς τὸ ἄρθρον 15 ὅπερ ὁρίζει, ὅτι ἡ ἀπόφασις τοῦ Σώματος καταρτίζεται διὰ τῆς παρουσίας τοῦ ἡμίσεως πλέον ἑνὸς καὶ διὰ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων· ἐδῶ θὰ λυθῇ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ Σύνταγμα ἢ νὰ τὸ παραβιάσωμεν, διότι ἡ ἔννοιά του κατ’ ἐμὲ εἶναι καθαρωτάτη, εἶναι ἐκπεφρασμένη λίαν σαφῶς, ἡ πλειονοψηφία τῶν παρόντων, δηλ. ψηφοφορούντων παρόντων.
§126ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ἐπὶ τῆς οὐσίας.
§127ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐπειδὴ ἐγὼ ἔκαμα τὴν πρότασιν αὐτὴν, λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ ὥρα εἶναι ἡ κατάλληλος, καὶ ἐπιμένω νὰ προχωρήσῃ ἡ συζήτησις.
§128ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, συζητοῦμεν ἐὰν δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν τὴν ἀξίαν τῶν ἀρνητικῶν ψήφων, καὶ δεύτερον ἐὰν ἐνταῦθα πρέπῃ νὰ τὸ κανονίσωμεν ἢ εἰς ἄλλο μέρος τοῦ κανονισμοῦ. Τὸ πρῶτον, Κύριοι, ὁ Κ. Τρικούπης εἶπεν, ὅτι τὸ θεωρεῖ ἀσυγχώρητον. Ἤθελα συμφωνήσει μετ’ αὐτοῦ, ἐὰν τῷ ὄντι ἐπρόκειτο περὶ ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος, ἢ περὶ σχολιάσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ εἶμαι ἐναντίος εἰς πᾶσαν ἑρμηνείαν ἢ εἰς πᾶν σχόλιον γιγνόμενον ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους χάρτου· φρονῶ ὅμως, ὅτι τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος δυνάμεθα νὰ τὸ ἀφήσωμεν ἄθικτον, καὶ χωρὶς οὔτε νὰ τὸ ἑρμηνεύσωμεν, οὔτε νὰ τὸ σχολιάσωμεν, δυνάμεθα μ’ ὅλα ταῦτα νὰ κανονίσωμεν τὸ περὶ τῆς ἀξίας τῶν ἀρνητικῶν ψήφων. Ἐὰν δὲ ἐνταῦθα ᾖναι ἡ θέσις ἢ ἀλλαχοῦ, φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἐνταῦθα· διότι ὅταν ἑνώσωμεν ἢ προσεγγίσωμεν τὸ νέον ἄρθρον μὲ αὐτὸ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντιγραφὴ τοῦ Συντάγματος, ἠμπορεῖ νὰ παρεξηγηθῇ, ἠμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ, ὅτι αὐτὸ τὸ δεύτερον ἄρθρον ἐτέθη ὡς σχόλιον ἢ ὡς ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ ν’ ἀποφύγωμεν αὐτὴν τὴν ὑπόνοιαν, ἡ ὁποία οὔτε κἂν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ, φρονῶ, ὅτι καταλληλοτέρα θέσις εἶναι ἐκεῖ, ὅπου πρόκειται περὶ ψηφοφορίας καὶ τῶν εἰδῶν αὐτῆς. Ἐκεῖ ὁ κανονισμὸς προβλέπει π. χ. ὅτι ἕκαστος Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ἔρχηται εἰς τὴν ὀνοματοκλησίαν, ὅτι ἕκαστος ὀφείλει, διὰ νὰ ἀγορεύσῃ, νὰ λαμβάνῃ τὴν ἄδειαν. Λοιπὸν δυνάμεθα νὰ κάμωμεν ἓν ἄρθρον, ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς, ὅταν πρόκηται περὶ ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως, ὀφείλει, ἐὰν μὲν παραδέχηται τὴν πρότασιν, νὰ ἀνίσταται, καὶ, ἐὰν δὲν τὴν παραδέχεται, νὰ μὴ ἀνίσταται, καὶ τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον καὶ δὲν ὑπάρχει παντάπασιν ἐδῶ. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ ἄλλο εἶδος τῆς ψηφοφορίας, τὸ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως· ἐκεῖ ἠμποροῦμεν νὰ εἴπωμεν, ἕκαστος βουλευτὴς προσκαλούμενος νὰ ψηφοφορήσῃ, ὀφείλει ν’ ἀπαντᾷ μὲ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι· ἕκαστος βουλευτὴς, ὅταν πρόκηται περὶ τῆς διὰ ψηφοδελτίων ψηφοφορίας, ὀφείλει εἰς τὸ ψηφοδέλτιόν του νὰ ἐγγράψῃ τὴν ψῆφόν του, ἐκεῖ δὲ ἂς κανονίσωμεν τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὁ βουλευτὴς ἐναντίον τοῦ κανονισμοῦ οὔτε ναὶ λέγει, οὔτε ὄχι, ἀλλὰ λέγει, ὅτι ἀρνοῦμαι ψῆφον, ποίαν σημασίαν ἔχει τὸ τοιοῦτον. Δυνάμεθα εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος νὰ τὸ συζητήσωμεν χωρὶς νὰ φανῶμεν, ὅτι ὁπωσδήποτε ἀντιφάσκομεν εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ δυνάμεθα εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα· δυνάμεθα εἰς ἐκεῖνο τὸ μέρος νὰ καθιερώσωμεν καὶ τρίτον εἶδος ψηφοφορίας τὸ «ἀρνοῦμαι ψῆφον» ἢ τὸ «σιωπῶ», ἢ δυνάμεθα νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ ἀρνοῦμαι ψῆφον εἶναι παράβασις τοῦ κανονισμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον ὁ Βουλευτὴς ὀφείλει νὰ λέγῃ ἢ ναὶ ἢ ὄχι· ἑπομένως τὴν ἄρνησιν ψήφου ἡ Βουλὴ δὲν τὴν ἀναγνωρίζει ὡς ψηφοφορίαν, θεωρεῖ μὲν παρόντα τὸν ἀρνούμενον ψῆφον Βουλευτὴν ὡς πρὸς τὴν ἀπαρτίαν, ἀλλ’ ἡ ψῆφός του δὲν λογίζεται,
§129ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τί πρόκειται διὰ νὰ ἀποφασίσῃ περαιτέρω ἡ Βουλὴ τοῦτο δὲν τὸ ἐξετάζω. Τὸ 56. ἄρθρον εἶναι ἀπαραβίαστον, ἐτέθη εἰς τὸν κανονισμὸν καὶ ἡ θέσις του εἶναι πολλὰ κατάλληλος εἰς τὰ ἐνταῦθα. Πρέπει λοιπὸν νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει· ἐὰν δὲ καὶ παρακατιὼν γείνῃ τροποποίησίς τις, τοῦτο δὲν δύναται διὰ νὰ μεταβληθῇ, καθότι εἶναι ῥήτρα Συνταγματικὴ ἀδιάῤῥηκτος, ἀμετάβλητος, καὶ δὲν δυνάμεθά ποτε διὰ νὰ τὴν μεταβάλωμεν. Δὲν βλέπω πρὸς τί ἡ τόση φιλονεικία, ἡ τόση προσπάθεια νὰ τὸ μετατρέψωμεν· ἠμποροῦμεν νὰ τὸ μεταβάλωμεν; δὲν δυνάμεθα· ὅταν δὲν δυνάμεθα, ἂς τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὴν οἰκείαν θέσιν. Ἀφ’ ἑτέρου ὑπάρχει καὶ ἄλλος λόγος. Τὸ Σύνταγμα ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, καὶ δὲν δυνάμεθα ἡμεῖς οὔτε νὰ τὸ μεταβάλωμεν, οὔτε νὰ τὸ τροποποιήσωμεν, οὔτε ὁπωσδήποτε νὰ τὸ ἑρμηνεύσωμεν· ὥστε ἐπιμένω διὰ νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει.
§130ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπάρχει διάθεσις, Κ. Πρόεδρε, πρὸς ἐργασίαν· ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι παροῦσα κατὰ δυστυχίαν.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσκληθοῦν οἱ ΚΚ. Βουλευταὶ ἐκ τῶν δωματίων.
§132ΣΩΤΗΡΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνον, νομίζω, νὰ ἐπιδιώξωμεν τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος τούτου ταχέως, καὶ νὰ συζητήσωμεν αὐτὸ χωρὶς προηγουμένως νὰ τὸ μελετήσωμεν σπουδαίως· ἄλλοτε ἐτόλμησαν νὰ λύσωσιν αὐτὸ εἰς μίαν ἐκλογὴν, καὶ ἐπὶ προσωπικοῦ ζητήματος, πλὴν ὠλισθήσαμεν τότε· ὅτι δὲ ὠλισθήσαμεν ἀπόδειξις εἶναι ἡ σημερινὴ ἀμφιβολία, ἥτις ἐνυπάρχει εἰς ὅλα τὰ πνεύματα περὶ τοῦ αὐτοῦ ζητήματος. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου, δι’ ἧς ἐξαιτεῖται ν’ ἀναβληθῇ ἡ συζήτησις αὐτὴ τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον εἶναι λίαν σπουδαῖον, εἶναι ὀρθή. Πρέπει νὰ προσέξωμεν νὰ μὴ ὀλισθήσωμεν καὶ δευτέραν φοράν, καὶ πρὸς τοῦτο πρέπει ἡ Βουλὴ νὰ μὴ ταχύνῃ τὸ βῆμα, διότι δὲν εἶναι κατεπείγουσα πρὸς τοῦτο ἀνάγκη. Τὸ ἄρθρον τοῦτο δυνάμεθα καταλληλότερον νὰ συζητήσωμεν ἀκολούθως εἰς τὸ περὶ ψηφοφορίας Κεφάλαιον, καθότι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου ῥιφθέντος ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων, ἐγένετο ματαία μὲν, ἀλλ’ ἐγένετο σκανδαλωδεστάτη συζήτησις.
§133ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βουλὴ εἰς τὴν προκειμένην συζήτησιν παρεξετράπη ἀπὸ τὸν δρόμον τῆς συζητήσεως· ὁ Κ. Χρηστόπουλος ὑπέβαλεν εἰς τὴν Βουλὴν, ἂν πρέπῃ τὸ ἄρθρον αὐτὸ ν’ ἀπαλειφθῇ, ναὶ ἢ ὄχι· νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι αὐτὸ, νὰ μείνῃ τὸ ἄρθρον ἢ ν’ ἀπαλειφθῇ; ἂν τυχὸν παραδεχθῇ, ὅτι πρέπει νὰ ἀπαλειφθῇ, τότε βεβαίως δὲν γεννᾶται τὸ ζήτημα τὸ ἄλλο ποία εἶναι ἡ σημασία τῆς λέξεως παρόντες· ἂν δὲ δὲν ἀπαλειφθῇ, τότε ἔρχεται τὸ δεύτερον ζήτημα, ποία εἶναι ἡ ἔννοια τῆς ἐκφράσεως πλειονοψηφία τῶν παρόντων Βουλευτῶν. Τὸ πρῶτον ζήτημα, τὸ ὁποῖον θὰ λύσωμεν, εἶναι λοιπὸν, ἂν θ’ ἀπαλειφθῇ ναὶ ἢ ὄχι. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ ὑπάρχει ἐν τῷ Συντάγματι· ἡ ἐπιτροπὴ ἐνόμισεν, ὅτι ἐπειδὴ πρόκειται νὰ συντάξῃ ὁλόκληρον κανονισμὸν, ὅτι ἔπρεπε νὰ θέσῃ ὅλα τὰ ἄρθρα, τὰ ὁποῖα συντελοῦν πρὸς τὴν συζήτησιν, πρὸς τὴν διάσκεψιν καὶ τὴν ἀπόφασιν τοῦ Σώματος· αὐτὴ ἡ ἰδέα παρεκίνησε τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπαναλάβῃ τὸ ἄρθρον ἐν τῷ κανονισμῷ, καί τοι εὑρισκόμενον ἐν τῷ Συντάγματι· θεωρῶ τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ ἀναγκαίαν, διότι τὸ Κεφάλαιον 3 προβλέπει περὶ συνεδριάσεων καὶ συζητήσεων. Πρῶτον πρᾶγμα λοιπὸν, τὸ ὁποῖον πρέπει ν’ ἀναφέρωμεν ἐν τῷ κανονισμῷ εἶναι, πότε γίνεται συνεδρίασις, καὶ πότε συζήτησις καὶ πότε ἀπόφασις· ἐξ ἀνάγκης ἔπρεπε νὰ τεθῇ, ἐπειδὴ ἔχομεν ἐνταῦθα ἓν ὅλον διατάξεων. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Κ. Χρηστόπουλος, δὲν πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ ἀπὸ τὴν Βουλήν· ἂν τυχὸν δὲ ἡ Βουλὴ δὲν παραδεχθῇ τὴν γνώμην μου, ἔρχεται τὸ ἕτερον ζήτημα, τί ἐννοεῖται διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν. Ἐνταῦθα ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Κερκύρας Κ. Παδοβᾶς μᾶς εἶπεν, ὅτι πρόκειται νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸ Σύνταγμα· ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ τὸ εἴπω, διότι ἡ ἐπίσημος ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνατίθεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, καὶ σήμερον ἀκόμη δὲν ὑπάρχει. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι ὀρθὴ ἡ γνώμη τοῦ Κ. Παδοβᾶ, διότι ἂν παραδεχθῶμεν, ὅτι τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος χρήζουν ἑρμηνείας, τότε ἐγὼ φρονῶ, ὅτι οὔτε ἡ Βουλὴ, οὔτε ἡ σύμπραξις τοῦ Βασιλέως δύναται νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ Σύνταγμα· ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ τὸ ἑρμηνεύσωμεν, ἔπρεπε νὰ προσκαλέσωμεν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία νὰ τὸ ἑρμηνεύσῃ. Δὲν τὸ ἑρμηνεύει ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία· ἡ Νομοθετικὴ ἐξουσία ἑρμηνεύει τοὺς νόμους· ἄλλος εἶναι ἀνίκανος νὰ ἑρμηνεύσῃ τὸ Σύνταγμα. Παρουσιάζεται ἀνάγκη ἑρμηνείας τοῦ Συντάγματος; πότε παρουσιάζεται ἑρμηνεία; ὅταν ὑπάρχῃ ἀσαφὴς ἔννοια, ἀμφίβολος, ἢ δίδῃ χώραν εἰς δύο ἐννοίας, τότε πρέπει νὰ ἔλθῃ ἑρμηνεία, ὥστε νὰ γνωρίσῃ τις, τί ἐννοοῦσεν ὁ νομοθέτης· ἐπὶ τοῦ προκειμένου κατ’ ἐμὲ δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ἑρμηνείας, δὲν ὑπάρχει περίπτωσις. Τὸ Σύνταγμα λέγει, καὶ ὁ κανονισμὸς ἐπαναλαμβάνει, ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τῶν παρόντων μελῶν· νὰ ἑρμηνεύσωμεν τί ἐστὶ παρόντες; θὰ ἔλθωμεν εἰς τὴν ἑρμηνείαν, ἂν καθιερώσωμεν, ὅτι ἡ ἔκφρασις εἶμαι παρὼν εἶναι ἀμφίβολος, ἀλλὰ δὲν θὰ εἴπωμεν ἀλήθειαν ν’ ἀμφιβάλλωμεν τί ἐστὶ παρὼν, διότι ὅστις γνωρίζει τοὺς ἁπλουστέρους κανόνας τῆς γλώσσης, δὲν δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ ποτὲ περὶ τούτου, καὶ ἂν θέλωμεν νὰ ἐπιφέρωμεν ἑρμηνείαν, θὰ τὸ καταστρέψωμεν. Ἐπειδὴ ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν ὑπάρχει ἀσάφεια, ἀμφιβολία, δὲν εἶναι ἀνάγκη ἑρμηνείας· ἀλλὰ θά μοὶ εἴπητε τί θά κάμωμεν; ἐπειδὴ ῥίπτεται ἐν τῷ μέσῳ, εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἐν τῇ λέξει παρόντων συμπεριλαμβάνονται κ’ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀρνοῦνται ψῆφον, πρέπει ν’ ἀποφανθῶμεν καὶ πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι, ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα δὲν ἐπρόσθεσε τὸν κωδίκελλον τῶν παρόντων ψηφοφορησάντων, ἀλλὰ λέγει τῶν παρόντων, καὶ ἐπειδὴ παρὼν εἶναι, ὅστις εἶναι ἐντὸς τοῦ περιβόλου, καὶ δὲν ἐκφέρει γνώμην, διότι δὲν ἐσχημάτισε πεποίθησιν, τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ μείνῃ ὅπως ἔχει. Ὅτι δὲν ὑπάρχει ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου, ὅτι πρέπει διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν παρόντων νὰ ἐννοῶμεν ὅτι ἀπαιτεῖται ἡ πλειονοψηφία τῶν παρόντων, καὶ μεταξὺ τῶν παρόντων πρέπει βεβαίως νὰ συμπεριλάβωμεν καὶ τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον· ἄλλως, ἂν παραδεχθῆτε τὸ ἐναντίον, δὲν ἐπράξατέ τι νεώτερον, διότι, ἂν ἐγὼ δὲν θέλω νὰ φέρω ψῆφον καὶ εἶμαι ἠναγκασμένος ἢ νὰ εἴπω ναὶ ἢ νὰ εἴπω ὄχι, θ’ ἀναχωρήσω ἀπὸ τὸν περίβολον.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Χρηστόπουλος, Βουλευτὴς Κυνουρίας, ὑπέβαλε πρότασιν περὶ ἀπαλείψεως τοῦ 15 ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Δευτέραν πρότασιν ὑπέβαλεν ὁ Κ. Βουλευτὴς Κυνουρίας· λέγει τῶν ἀρνητικῶς ψηφοφορούντων μὴ λογιζομένων.
§135ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὑπάρχει πρότασις περὶ ἀναβολῆς τοῦ Κ. Παδοβᾶ· ὑπάρχει δὲ καὶ ἑτέρα τοῦ Κ. Κυπριάδου ν’ ἀναβληθῇ, ὅπως συζητηθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 58.
§136ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ὁ Κ. Ἰκκωβάτος προτείνει τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Δημητριάδου.
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν περὶ ἀναβολῆς τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βουλευτοῦ Καρυστίας παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Ὑπάρχει ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Κυπριάδου, νὰ συζητηθῇ ἡ πρότασις εἰς τὸ κεφάλαιον 7 περὶ τῶν εἰδῶν τῆς ψηφοφορίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Ἄρχεται ἤδη ἡ συζήτησις.
§138Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Ἀττικῆς Κ. Μπαλάνου, τοῦ ὁποίου τὴν γνώμην σέβομαι καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ ἀναγνωρίζω τὴν ὑπεροχὴν τῶν ἐπιστημονικῶν γνώσεών του, ἀλλὰ φρονῶ ἀδιστάκτως, ὅτι, ἂν ἀφήσωμεν τὸ πρᾶγμα αὐτὸ ἀσαφὲς, θὰ καταντήσωμεν εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατήντησεν ἡ Βουλὴ πρὸ 10 ἡμερῶν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τῆς ἐκλογῆς Καλαβρύτων· καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι ἐγὼ, ἐπειδὴ εἶχον ἀμφιβολίαν, ἂν καὶ δὲν ἔλαβον μέρος εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς δευτέρας ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς, προσέτρεξα εἰς ἄλλους πεφωτισμένους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι μὲ εἶπον, ὅτι ἡ δευτέρα ἀπόφασις τῆς Βουλῆς δὲν ἦτον ὀρθή· ἐζήτησα ἐξηγήσεις ἐπὶ τῆς ἐννοίας τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, καὶ μοὶ εἶπον, ὅτι πλειονοψηφία καὶ ἰσοψηφία παρόντων ἐννοεῖται ἡ τῶν ψηφοφορούντων παρόντων.
§139ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἦσαν πληρεξούσιοι;
§140Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ὁ εἷς μόνον· ῥητῶς μάλιστα μοὶ εἶπεν, ὅτι εἰς τὴν Ἱσπανίαν ἐν τῷ κανονισμῷ λέγεται ῥητῶς, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον λογίζονται ὑπὲρ τῆς πλειονότητος, εἰς δὲ τὸ Βέλγιον θεωροῦνται ὡς μὴ παρόντες· ἡμεῖς διατὶ ν’ ἀφήσωμεν αὐτὸ ἀσαφὲς, καὶ νὰ μὴ ἔλθωμεν εἰς τὴν λύσιν του; ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 56 ψηφοφοροῦντας παρόντας; ἐγὼ φρονῶ, ὅτι ἐκ τῆς λέξεως πλειονοψηφίας παρόντων καὶ ἰσοψηφίας παρόντων εἶναι κατάδηλον τοῦτο, διότι νὰ ἦμαι ἐδῶ καὶ νὰ μὴ ψηφοφορῶ, θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν εἶμαι παρὼν, θὰ θεωρηθῶ ἀπών. Ἔπειτα ἕκαστος πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν γενναιότητα νὰ ψηφοφορῇ ὅ,τι φρονεῖ· ἐκφράζων ἀμφιβολίαν δύναται νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἐνίοτε δὲ καὶ αἱ ἀρνητικαὶ ψῆφοι δύνανται νὰ ᾖναι ἰσχυρότεραι τῆς φωνῆς τῶν θετικῶν. Ἐπιμένω λοιπὸν εἰς τὴν πρότασίν μου λέγων «μὴ λαμβανομένων ὑπ’ ὄψιν τῶν ἀρνητικῶν ψήφων.»
§141ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Θὰ ἦμαι σύντομος, διότι μοὶ φαίνεται καθαρώτατον τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀπορῶ πῶς εὑρέθησαν βουλευταὶ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸ ἐναντίον. Τὸ Σύνταγμα ἐζήτησε δύο ὅρους, ἵνα δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐκφράζῃ μίαν ἀπόφασιν. Λέγει ά.) ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐκφέρῃ ἀπόφασιν, ἂν δὲν ᾖναι παρόντες τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ διὰ τὴν ἀπαρτίαν, βʹ.) δὲν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ τίποτε, ἂν τὸ ἥμισυ πλέον τοῦ ἑνὸς τῶν παρόντων δὲν ἔχῃ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην. Εἰς τοῦτο προσέξατε, διότι τοῦτο θὰ εἰπῇ ἀπόλυτος πλειονοψηφία. Σᾶς φέρω ἓν παράδειγμα, ἵνα καταστήσω σαφεστέραν τὴν ἰδέαν μου. Συγκροτεῖται ἡ Βουλὴ ἐξ 100 βουλευτῶν· ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία ἀπαρτίζεται ἐκ 51. Ἂν 40 μόνον παραδεχθοῦν τὴν πρότασιν, 20 δὲ ᾖναι ἐναντίοι αὐτῆς, καὶ ὅλοι οἱ λοιποὶ ἀρνοῦνται ψῆφον, δύναται ἡ ἀπόφασις ἐκείνη νὰ ᾖναι ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, ἡ συγκειμένη ἐκ 40 μόνον, ἐνῷ τὸ Σύνταγμα θέλει ἡ πλειονοψηφία, τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς νὰ εἴπῃ, αὐτὴν τὴν πρότασιν τὴν δέχομαι; Δὲν δύναται νὰ ἔχῃ κῦρος ἀπόφασις γενομένη μόνον ἀπὸ 40· τοῦτο θέλει εἶσθαι μέγα ἀτόπημα, νὰ ἐπιβάλλουν οὗτοι τὸν νόμον εἰς τὸν ἐπικρατοῦντα ἀριθμόν· οἱ 40 ἀπέναντι τῶν 20 ἀποτελοῦν πλειονοψηφίαν, ἀλλὰ σχετικὴν, ὄχι ἀπόλυτον. Τὸ Σύνταγμα ἤθελεν οὐδεὶς νόμος νὰ ἔχῃ κῦρος, ἂν τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς δὲν ἔχῃ μίαν καὶ τὴν αὐτὴν γνώμην. Τί θὰ εἰπῇ, Κύριοι, ἄρνησις ψήφου; θὰ εἰπῇ ὅτι ἐνδέχεται νὰ ὑπάρχουν πολλαὶ καὶ διάφοροι ἰδέαι εἰς τὰς ὁποίας πολλοὶ ἐνδίδουν, καὶ δὲν παραδέχονται τὸ θέμα, δὲν λέγουν οὔτε ναί, οὔτε ὄχι, διότι ἔχουν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἑτέραν ἰδέαν. Καὶ, ἵνα γίνω καταληπτὸς, φέρω τὸ παράδειγμα τῆς ἐκλογῆς μιᾶς ἐπιτροπῆς, ἢ μᾶλλον τοῦ προέδρου. Τί λέγει τὸ Σύνταγμα; ὁ πρόεδρος πρέπει νὰ ἐκλέγηται δι’ ἀπολύτου πλειονοψηφίας· ὑποθέσατε, ὅτι μία μερὶς ὑποστηρίζει τὸν ά, ἄλλη τὸν βʹ, ἄλλη δὲν ἐκφράζει γνώμην· ὑποθέσατε, ὅτι ἂν ᾖναι 100 βουλευταὶ, 20 ψηφοφοροῦν ὑπὲρ τοῦ ά, 10 ὑπὲρ τοῦ βʹ, καὶ οἱ 70 ῥίπτουν λευκὰ ψηφοδέλτια, διότι δὲν θέλουν νὰ ἐκφράσουν ἰδέαν. Σᾶς ἐρωτῶ, εἶναι ἀπόλυτος πλειονοψηφία αὐτή; ἂν λέγητε, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος, δὲν ἔχετε καθαρὰν ἰδέαν τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας· τὸ Σύνταγμα εἶναι καθαρώτατον, ἄλλως ἦτο περιττὸν νὰ εἴπῃ ἀπόλυτος πλειονοψηφία, ἠδύνατο νὰ εἴπῃ σχετική. Ἰδοὺ τὶ λέγει· «ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοῦ ἡμίσεως τῶν μελῶν αὐτῆς,» διὰ τὴν ἀπαρτίαν, καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων», διὰ τὴν ψηφοφορίαν.
§142ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασίδος, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν ἰδέαν του, ἔδωκε μίαν ἑρμηνείαν εἰς τὴν λέξιν τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἡ ὁποία, ἂν ἦτο ἀκριβὴς, ἤθελε μὲ πείσει νὰ παραδεχθῶ τὴν γνώμην του· διότι τί σᾶς εἶπεν; ὅτι τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι διὰ νὰ ἔλθῃ ζήτημά τι ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖται ἡ πλειονοψηφία ἡ ἀπόλυτος τῶν παρόντων μελῶν· ἐννοεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι τόσαι ψῆφοι Ναί, ὅσος εἶναι ὁ ἥμισυς ἀριθμὸς πλέον ἑνὸς τῶν παρόντων μελῶν. Μοὶ φαίνεται ὅμως, ὅτι δὲν πρέπει οὕτω νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, διότι ὑπάρχουν αἱ λέξεις αὗται, αἱ ὁποῖαι μᾶς δεσμεύουν εἰς τὴν ἔννοιαν αὐτοῦ. Πρῶτον τὸ Σύνταγμα, καθὼς βλέπετε, διακρίνει μεταξὺ ἀποφάσεως καὶ ἀπαρτίας, καὶ ὅταν πρόκηται περὶ ἀπαρτίας, τότε τρόπον τινὰ τὸ Σύνταγμα μετρᾷ κεφάλια, θέλει τοὺς παρόντας· κατὰ συνέπειαν δύναταί τις νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀρκεῖ ἡ παρουσία ἡ σωματικὴ ἑνὸς βουλευτοῦ εἰς τὴν Βουλὴν, ἵνα καταλογισθῇ τὸ ἄτομον ὡς παρὸν καὶ ὡς ἀποτελοῦν μέρος τοῦ ἀριθμοῦ, ὁ ὁποῖος ἀπαιτεῖται ἵνα καταρτισθῇ συνεδρίασις. Ὅταν τὸ Σύνταγμα προχωρῇ νὰ ἐξετάσῃ πότε ἀποφασίζεται ἓν ζήτημα, τότε δὲν ἔχει μόνον τὴν λέξιν παρουσία, ἀλλὰ σχετίζει τὴν παρουσίαν μὲ τὴν λέξιν πλειονοψηφία, τὴν φυσικὴν ἐμφάνισιν τοῦ ἀτόμου μὲ τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν δίδει, καὶ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσιν ὁ νομοθέτης δὲν θέλει νὰ μετρῶνται κεφαλαὶ, ἀλλὰ ψῆφοι. Τώρα, Κύριοι, αἱ ψῆφοι πῶς μετροῦνται; ἔχομεν τὸν κανονισμόν μας, τὸν ὁποῖον πρόκειται νὰ κυρώσωμεν, καὶ τοὺς προγενεστέρους· τί λέγουν αὐτοί; ὅταν, λέγουν, πρόκηται περὶ ὀνομαστικῆς ψηφοφορίας, ἕκαστος τῶν βουλευτῶν, ἐκφωνουμένου τοῦ ὀνόματός του, δίδει τὴν ψῆφόν του, ὅταν δὲ πρόκηται περὶ ἐκλογῆς διὰ ψηφοδελτίων, ἕκαστος ἐγγράφει τὴν ψῆφόν του ἐν τῷ ψηφοδελτίῳ· δὲν εὑρίσκω εἰς αὐτὰ τὰ μέρη τῶν κανονισμῶν καθιερωμένον, ὅτι ἕκαστος τῶν βουλευτῶν ἔχει τὴν ἐξουσίαν νὰ εἴπῃ οὔτε ναὶ, οὔτε ὄχι, ἀλλ’ ἀρνοῦμαι ψῆφον, εἴτε, ὅταν πρόκηται περὶ ψηφοδελτίων, νὰ μὴ πάρῃ τὸ ψηφοδέλτιον, ἢ νὰ πάρῃ τὸ ψηφοδέλτιον καὶ νὰ μὴ γράψῃ τίποτε. Ἄν ἡ πεποίθησις, τὰ φῶτα, τὰ πράγματα, ἡ πεῖρα σᾶς ἔπειθαν νὰ παραδεχθῆτε αὐτὸ τὸ σύστημα, τότε ἤθελεν ἀναγκαίως ἐπέλθει ἡ συνέπεια καὶ ὁ καταλογισμὸς αὐτῆς τῆς ἀρνητικῆς ψήφου μεταξὺ τῶν δοθεισῶν ψήφων· ὅταν ὅμως πρόκηται, ὡς τώρα, περὶ ἀπαρτίας καὶ περὶ τοῦ ἀπαιτουμένου πρὸς λύσιν ἑνὸς ζητήματος ἀριθμοῦ, νὰ ἀποφασίσητε ποίαν θέσιν ἔχουν αἱ ψῆφοι αἱ ἀρνητικαί, τότε συγχωρήσατέ μοι νὰ μὴ παραδεχθῶ τὸ σύστημα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν ἐκ τῶν προτέρων ν’ ἀναγνωρίσουν τὴν ὕπαρξιν τοιούτων ψήφων. Ἀφοῦ λοιπὸν δὲν τὸ εὑρίσκουν οὔτε ἐν τῷ κανονισμῷ, οὔτε καθιερωμένον ἐν τῷ Συντάγματι, οὔτε συμβιβαζόμενον μὲ τὸ καθῆκον τοῦ βουλευτοῦ, συγχωρήσατέ μοι νὰ μὴ παραδεχθῶ σήμερον, ὥστε αὐτὴ ἡ ἀρνητικὴ ψῆφος νὰ καταλογίζηται εἰς οὐδεμίαν περίπτωσιν μεταξὺ τῶν ψήφων, αἱ ὁποῖαι ἀποτελοῦν τὴν πλειονοψηφίαν ἢ τὴν ἰσοψηφίαν. Καὶ διὰ νὰ ἴδητε πόσον ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος ἀπέκρουσεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, σᾶς ὑποβάλλω τὸ παράδειγμα τῆς ἰσοψηφίας, ὅπου ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται. Ὑπάρχει ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ παρόντες εἶναι ἑκατόν· πεντήκοντα δίδουν ψῆφον ναὶ, 40 ὄχι καὶ 10 ἀρνοῦνται· πῶς θέλετε τώρα νὰ ᾖναι ἡ ἰσοψηφία ἐνταῦθα; θὰ τὴν σχηματίσητε προσθέτοντες καὶ τοὺς δέκα· ἀλλ’ αὐταὶ αἱ ψῆφοι, διὰ νὰ ἀποτελέσουν ἰσοψηφίαν, πρέπει νὰ λέγουν, ὄχι, διὰ νὰ φθάσουν εἰς 50 μαζὺ μὲ τοὺς 40· καὶ τὸ Σύνταγμα λέγον ἰσοψηφίαν δὲν ἐννόει παρουσίαν, κεφαλὰς, σώματα, ἀλλὰ ψήφους, αἱ δὲ ψῆφοι κατὰ τοὺς κανονισμοὺς ὅλων τῶν ἐθνῶν δίδονται διὰ τοῦ ναί, διὰ τοῦ ὄχι, διὰ τῆς ἐγγραφῆς εἰς ψηφοδέλτια, διὰ τῆς παραδόσεως τοῦ ψηφοδελτίου εἰς τὴν κάλπην. Εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, τολμηρὸν τὸ ζήτημα. Μᾶς εἶπεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἓν παράδειγμα, ἐκ τοῦ ὁποίου προκύπτει ἓν ἄτοπον· ὑποθέσατε 100 παρόντας, οἱ εἴκοσι λέγουν ναὶ, οἱ 10 λέγουν ὄχι καὶ οἱ 70 ἀρνοῦνται. Τότε θὰ καταντήσῃ, ὥστε ἓν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ζωτικὸν καὶ σπουδαῖον, νὰ τὸ λύσουν 20 ψῆφοι. Ἀλλ’ ὅταν θέλετε ν’ ἀπαριθμήσητε τὰ ἄτοπα αὐτὰ, τότε εὑρίσκονται παρὰ πολλὰ τὰ ἄτοπα. Ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν ἠμπορῶ νὰ παραδεχθῶ τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς ἀτόπου, διότι, ὅταν 70 μεταξὺ 100 δὲν ἔχουν κἀμμίαν γνώμην περὶ ἑνὸς τόσον σπουδαίου ζητήματος καὶ κάθηνται εἰς ταύτας τὰς ἕδρας καὶ σιωπῶσιν, ὅταν προσκαλῶνται νὰ παραδεχθῶσιν ἢ ν’ ἀποῤῥίψωσιν αὐτὸ τὸ ἐθνωφελὲς ἢ ἐπιβλαβὲς ἀντικείμενον, τότε λέγω, ὅτι δὲν εἶναι Βουλὴ, δὲν ἔχουν τὸ θάῤῥος νὰ ἐγκολπωθοῦν τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν σωτηρίαν τῆς πατρίδος των, ἢ νὰ καταψηφίσουν, ἐὰν ᾖναι ἐπιβλαβές, ἀλλ’ ἔρχονται διὰ τὸν τύπον νὰ διασκεδάσουν, νὰ συνομιλήσουν.
§143ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Συμβαίνει αὐτό.
§144ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ, διότι τότε σοῦ λέγω ποῖος σὲ ἀναγκάζει, Κύριε Βουλευτὰ, νὰ ὑποκύψῃς εἰς αὐτὴν τὴν βίαν καὶ ὀλιγαρχίαν, ὅταν δὲν ἔχῃς πεποίθησιν; δὲν ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ, ἐκτὸς ἐὰν παίζωμεν, ἐκτὸς ἐὰν οἱ βουλευταὶ δὲν ᾖναι ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους καὶ δὲν αἰσθάνωνται τὸ καθῆκόν των. Ἐκεῖνο δὲ τὸ ὁποῖον ἐξέφερεν ὁ Κ. Μπαλάνος, τὸ ἐξέφερε μετὰ τοσαύτης εὐχερείας καὶ θετικότητος, μεθ’ ὅσης ἀμφιβολίας, μεθ’ ὅσου σκότους τὸ βλέπω ἐν τῷ Συντάγματι. Σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Μπαλάνος, ὅτι δὲν ἔχει ἀνάγκην σχολιάσεως καὶ ἑρμηνείας τὸ ἄρθ. 56 τοῦ Συντάγματος· ἠμπορῶ νὰ συμφωνήσω εἰς τοῦτο, ἐὰν δὲν ἐγγίζωμεν παντάπασι τὸ ἄρθρον· τότε σταματῶ καὶ ἐγὼ, διότι καθιερωμένον εἶναι, ὅτι παρόντας θεωρεῖ ὁ νομοθέτης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φυσικῶς εἶναι μόνον παρόντες, εἴτε ψηφοφοροῦσιν, εἴτε ὄχι. Ἐγὼ δὲν λέγω, ὅτι, προκειμένου σχηματισμοῦ τῆς πλειονοψηφίας ἢ ἰσοψηφίας, ὁ νόμος δὲν θεωρεῖ παρόντα ἐκεῖνον, ὅστις σιωπᾷ καὶ δὲν ψηφοφορεῖ, ἀλλὰ μόνον τὸν ψηφοφοροῦντα· ἐδῶ λοιπὸν ἠμποροῦμεν νὰ συμφωνήσωμεν. Ὅταν ὅμως πρόκηται νὰ ἐγγίξωμεν τὸ ἄρθρον, τότε ἂς μοὶ συγχωρήσῃ νὰ μὴ τὸ θεωρῶ τόσον καθαρὸν, ὅτι τὸ Σύνταγμα θεωρεῖ παρόντας μόνον τοὺς φυσικῶς παρισταμένους, νὰ θεωρήσω, ὅτι εἶναι τόσον σαθρὰ αὐτὴ ἡ γνώμη, ὅσον θεωρῶ ἰσχυρὰν τὴν ἰδικήν μου γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐν συντομίᾳ λέγω καὶ παύω. Κατ’ ἐμὲ λοιπὸν, προκειμένου περὶ ἀπαρτίας, ἐξετάζονται οἱ παρόντες μόνον, καὶ παρόντες μόνον εἶναι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δηλώσουν, ἐκφωνουμένου τοῦ καταλόγου, ὅτι εἶναι παρόντες· προκειμένου ὅμως περὶ ψηφοφορίας, παρόντες θεωροῦνται ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δίδουν ψῆφον, δίδουν δὲ ψῆφον κατὰ τὸν κανονισμὸν, τὴν λογικὴν καὶ τὸ καθῆκον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ τεθειμένου λέγουσι ναὶ ἢ ὄχι· οἱ δὲ ἀρνούμενοι ψῆφον σιωποῦν καὶ ταυτίζονται μὲ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἢ ἀποσύρονται ἢ εἶναι βέβαιοι....
§145ΠΑΔΟΒΑΣ. Πῶς δύνασθε νὰ συνδυάσητε τὴν φράσιν πλειονοψηφία τῶν παρόντων μελῶν, ἐνῷ παραδέχεσθε, ὅτι ἡ παρουσία εἶναι ἀναγκαία ἁπλῶς διὰ τὴν ἀπαρτίαν καὶ ὄχι διὰ τὴν ψηφοφορίαν;
§146ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τοῦτο θὰ σᾶς τὸ λύσω, ὅταν ὑμεῖς μοῦ λύσετε τοῦτο, πῶς συμβιβάζεται ἡ λέξις παρόντων μὲ πλειονοψηφίαν;
§147ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἴσα, ἴσα, αὐτὸ ἐρωτῶ καὶ ἐγὼ. (θόρυβος)
§148ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις θὰ σᾶς εἴπω, Κύριοι, διὰ νὰ πεισθῆτε, ὅτι καὶ οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον καὶ οἱ ῥίπτοντες ἄγραφα ψηφοδέλτια εἶναι παρόντες· ὑποθέσατε, ὅτι διὰ νὰ ὑπάρχῃ νόμιμος ἀπαρτία ἀπαιτοῦνται 90, 45 βουλευταὶ δίδουν ὑπὲρ, 35 κατὰ, τὸ ὅλον 80, 10 δὲ ἀρνοῦνται· θέλετε λοιπὸν νὰ τοὺς πετάξωμεν τοὺς 10; τότε δὲν εἶναι ἀπαρτία.
§149ΠΟΛΛΟΙ. Διὰ τὴν ἀπαρτίαν τὸ δέχονται.
§150ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐντεῦθεν πρέπει νὰ λύσητε, ὅτι ἀπαιτεῖται ἀπόλυτος πλειονοψηφία τῶν παρόντων.
§151ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Τῶν ψηφοφορούντων, καὶ ἐδῶ διαφωνοῦμεν.
§152ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πιστεύω, ὅτι δὲν δύνασθε, εἰμὴ νὰ συμπεριλάβητε καὶ τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον, καθόσον ἡ Συνέλευσις, ἥτις ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα, εἶχεν ὑπ’ ὄψιν της πάντοτε τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον, καὶ δὲν δύνασθε νὰ βιάσητε τοὺς βουλευτὰς νὰ ἐκφρασθοῦν ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης γνώμης. Κατὰ συνέπειαν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνετε ὑπ’ ὄψιν τὸν ἀριθμὸν τῶν ψηφοφορησάντων ἐν γένει, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν ἀρνουμένων.
§153Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι συγχυζόμεθα ἐν τῇ λέξει ἀπαρτία· πρέπει λοιπὸν πρῶτον νὰ κανονίσωμεν τί ἐστὶν ἀπαρτία τῆς Βουλῆς· ἐξηγοῦμαι· ὅπως ᾖναι ἐν ἀπαρτίᾳ ἡ Βουλὴ, ἀπαιτεῖται νὰ ὑπάρχωσι προσωπικῶς παρόντες πάντοτε τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν βουλευτῶν, καὶ ὅμως πρέπει νὰ γίνῃ διάκρισις τῆς ἀπαρτίας ἐν τῇ ἐνάρξει τῆς Βουλῆς καὶ τῆς ἀπαρτίας ἐν τῇ ἀποφάσει αὐτῆς, διότι, ἐὰν κατὰ τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως τῆς Βουλῆς, ἀπαιτῆται νὰ ἤμεθα τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν βουλευτῶν σωματικῶς παρόντες, κατὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς τί ἀπαιτεῖται; νὰ ᾖναι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῶν παρόντων βουλευτῶν ὁμοφωνοῦντες. Ὑποθέσατε λοιπὸν, ὅτι κατὰ μὲν τὴν ἔναρξιν τῆς συζητήσεως εὑρίσκεται ἡ Βουλὴ ἐν ἀπαρτίᾳ ἐξ 91 ἐκ τῶν βουλευτῶν καὶ ὅτι ἄρχεται ἡ συζήτησις. Τί σᾶς λέγουν οἱ ἐναντιούμενοι, οἱ θέλοντες δηλαδὴ νὰ καταλογίζωνται αἱ ἀρνητικαὶ ψῆφοι; Λέγουσιν, ἂν ἐξ αὐτῶν τῶν 91 βουλευτῶν ψηφίσωσι 30 ὑπὲρ καὶ 20 κατὰ τινος θέματος, ἡ ἀπόφασις αὕτη, θὰ ᾖναι ἰσχυρά; Ὄχι λέγω καὶ ἐγὼ, διότι τότε δὲν εἶναι ἀπαρτία πλέον κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς· ἐπειδὴ 30 καὶ 20 ἀποτελοῦσιν ἀριθμὸν 50, τουτέστιν ὀλιγώτερον τοῦ ἀριθ. 91 ὅστις ἀποτελεῖ νόμιμον ἀπαρτίαν. Ὑποθέσατε ὅμως διαφορετικὰ, δηλ. ὅτι ἡ Βουλὴ σύγκειται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ἀποφάσεως ἀπὸ 181 βουλευτὰς, καὶ ὅτι 88 ἐκφράζονται ὑπὲρ τῆς γνώμης καὶ 81 κατ’ αὐτῆς, 9 δὲ ἀρνοῦνται ψῆφον ἢ γνώμην· καὶ ἀκόμη ὑποθέτατε, ὅτι, ἐπαναληφθείσης τῆς ψηφοφορίας, προκύπτει τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα· τότε τί θὰ γίνῃ; οἱ 9 βουλευταὶ ὡς ἀρνούμενοι ψῆφον ἠμποροῦν ἢ δύνανται νὰ οὐδετερώσουν τὴν ἀπόφασιν τοῦ ἔθνους, διὰ τὸν γελοῖον λόγον τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων καὶ μάλιστα ἐὰν πρόκηται περὶ ἑνὸς σπουδαίου ἐθνικοῦ ζητήματος;
§154ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἕνας ἠμπορεῖ νὰ τὴν οὐδετερώσῃ.
§155Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν ὑπάρχει, λέγουσιν, ἀπόλυτος πλειονοψηφία, ἐνῷ 88 καὶ 84 κάμνουν 172, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦσι καὶ νόμιμον καὶ λογικὴν ἀπαρτίαν, κατὰ τὴν ἀπόφασιν, διότι 9 ἵστανται ἄφωνοι· ἀλλὰ διὰ τοῦτο τὸ ἔθνος πρέπει νὰ σταματήσῃ, ἀναμένον νὰ φωνήσωσιν οἱ μὴ θέλοντες;
§156ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία.
§157Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καταλαμβάνω, ὅτι ἐπειδὴ ἐφέρατε μίαν φορὰν οὕτως αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὀφείλετε νὰ ἐπιμένητε.
§158ΠΟΛΛΟΙ. Διότι εἶναι ὀρθόν.
§159Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἷα προεξετέθη, πρέπει νὰ διαλυθῇ ἡ Βουλὴ, ἐὰν παραδεχθῆτε τὴν ἐναντίαν γνώμην, δηλ. κᾀνὲν ἄλλο μέσον δὲν ὑπολείπεται πρὸς διεξαγωγὴν· ἄλλως, ἐὰν πρόκηται π. χ. τὸ ἔθνος νὰ κλείσῃ μίαν συνθήκην καὶ οἱ 9 ἐξακολουθῶσιν ἀρνούμενοι, ἡ ἐθνικὴ ἐνέργεια οὐδετεροῦται χάριν 9 προδοτῶν.
§160ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. Πρέπει νὰ ᾖναι καὶ οἱ 84 προδόται.
§161Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κατασοφίζεσθε τὴν ἰδέαν μου, διότι, ἐὰν πρόκηται νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον αὔριον, καὶ οἱ μὲν 88 λέγουν ναὶ, οἱ 84 ὄχι, οἱ 9 δὲν λέγουν τίποτε (θόρυβος), τὸ ἔθνος ἐξ ἀνάγκης διατρέχει βέβαιον κίνδυνον· ἐγὼ νομίζω, ὅτι κατὰ τὸ Σύνταγμα ἀπαιτεῖται πρῶτον σωματικῶς ἡ παρουσία τῶν ἀναγκαίων 91 βουλευτῶν διὰ νὰ γείνῃ ἀπαρτία, δεύτερον ἀπαιτεῖται καὶ ἡ γνώμη ἑνὸς ἑκάστου αὐτῶν τῶν ἰδίων διὰ νὰ γείνῃ ἀπαρτία ἀποφάσεως. Δὲν ἐννοῶ ὅμως νὰ ὑποθέσωμεν τὸ ἐναντίον, δηλαδὴ ν’ ἀποφανθῶσιν ἐξ αὐτῶν μόνον 15 ὑπὲρ καὶ 5 κατὰ, σιωπώντων τῶν λοιπῶν, διότι τὸ ζήτημα τότε φαίνεται καταπληκτικὸν, εἶναι μάλιστα τρομερὸν, διότι 20 μόνον ἄνθρωποι μέλλουσι ν’ ἀποφασίσουν τοιοῦτο ζήτημα· πλὴν ἠμπορῶ νὰ ὑποθέσω τότε, ὅτι ὅλη ἡ Βουλὴ δύναται νὰ σιωπᾷ ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων αὐτὸ θέλει εἶσθαι γελοῖον πρᾶγμα νὰ ὑποθέσῃ τις, ὅτι 91 Βουλευταὶ θέλουσι κάθησθαι ἐδῶ σιωπῶντες. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν ἐννοεῖ τίποτε ἄλλο, παρὰ τοῦτο, ὅταν δηλαδὴ ὑπάρχῃ ἀπαρτία, καὶ ὅταν πλέον τοῦ ἡμίσεως τῆς νομίμου ἀπαρτίας ἐκφράζηται ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας, ἐκεῖ εἶναι μία ἀπόφασις.
§162ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τῶν παρόντων.
§163ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ καταλαμβάνω. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ παραιτηθῆτε ἀπ’ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἄλλως πίπτετε εἰς ἀντίφασιν μὲ τὰς προτάσεις σας.
§164ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ εἶναι εἰς τὸ Σύνταγμα γεγραμμένον, καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τοῦτο ἐγένετο.
§165ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν εἶχε Σύνταγμα καὶ ἔκαμνεν ὅ,τι ἤθελε.
§166ΠΟΛΛΟΙ. Εἶχε, καὶ εἶχε καὶ κανονισμόν.
§167ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἐγεννήθη αὐτὸ τὸ ζήτημα, ὅταν ἐψηφοφορήθη, καὶ ἦτο τότε Σύνταγμα.
§168Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν θέλω νὰ εἴπω τί γίνεται ἐδῶ ἢ ἐκεῖ, διότι τότε θὰ μὲ ἀναγκάσετε νὰ σᾶς εἴπω περὶ τοῦ τετελεσμένου· εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐγένετο συζήτησις, καὶ ἐπρόκειτο νὰ ἐκφράσῃ ἡ Βουλὴ τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ νόμου, ὅστις διέπει σήμερον τὰς ἐλευθερίας τῆς Ἀγγλίας· ἀφοῦ ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις, δύω λόρδοι προσεκλήθησαν ὡς ψηφολέκται, ἐκ τῶν ὁποίων ὁ εἷς ἦτο εὐφυής, ὁ δὲ ἄλλος ἁπλοῦς· ἐν ᾧ ἐγίνετο ἡ ψηφοφορία, ἐξεφωνήθη τὸ ὄνομα ἑνὸς Βουλευτοῦ, αὐτὸς ἀντὶ μιᾶς κατελόγισε δι’ αὐτὸν 10 ψήφους, καὶ ἐν ᾧ τὸ ὅλον τῆς Βουλῆς ἦτο 107 Βουλευταί, εὑρέθησαν 117 ψῆφοι· ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὸ ἀποτέλεσμα, γίνεται ἔνστασις, ἀλλὰ τὸ τετελεσμένον ἴσχυσε, καὶ ἐσχημάτισαν τοὺς λαμπροτέρους νόμους τῆς Ἀγγλίας, χωρὶς νὰ δοθῇ καμμία προσοχὴ εἰς τὴν μωρίαν ἢ τὴν κακίαν.
§169ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ εἶναι ἄσχετον.
§170ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν εἶναι λοιπὸν κοινόν· αὐτὸ ἐπροκάλεσεν ἓν συμβάν, ἓν περιστατικόν, ἀλλὰ τότε θὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ἐπικαλεσθῶμεν καὶ ἄλλα συμβάντα, καὶ εἰς τὴν Γαλλίαν καὶ ἀλλαχοῦ, ὡς κανόνα, καὶ νὰ εἴπωμεν οὕτω γίνεται. Ἐγὼ τοὐλάχιστον δὲν εἶμαι αὐτῆς τῆς ἰδέας, ἀλλὰ θέλω νὰ περιορισθῶ εἰς τὸ γράμμα ἐντελῶς τοῦ Συντάγματος, διότι ἄλλως, ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ, τὸ 56, ἔχει αὐτὴν τὴν ἔννοιαν, πολὺ λογικῶς σᾶς παρετήρησε καὶ ὁ προλαλήσας κ. Κυπριάδης, ὅτι τί ἀνάγκη λοιπὸν ἦτο νὰ προστεθῇ «ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται;» ἀλλὰ διὰ νὰ ἐξηγήσωμεν τὴν ἔννοιαν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, πρέπει νὰ μὴ τοῦ κόβωμεν τὰ ποδάρια, νὰ μὴ τοῦ κόβωμεν τὰ χέρια, καὶ ἔπειτα νὰ εἴπωμεν νὰ, πάρετε ἓν τεμάχιον, αὐτὸ εἶναι τὸ ἄρθρον· ὅλον τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ βάλῃς κάτω, καὶ εἶναι πολὺ καθαρόν. Λέγει, ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας, ἄνευ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων. Πῶς σχηματίζεται ἡ πλειονοψηφία, μὲ τὸ ν’ ἀρκοῦμαι ψῆφον; Βλέπετε, ὅτι τὸ ἄρθρον εἰς ὅλα του τὰ σημεῖα ὁμιλεῖ περὶ ψήφων καὶ δὲν ἐννοεῖ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν νὰ ἐκφράσουν ψῆφον. Μὰ, ὅταν ἕνας Βουλευτὴς δὲν ἔχῃ τὴν τόλμην νὰ ἐκφράσῃ ψῆφον, εἴτε παρὼν εἶναι, εἴτε ἀπὼν, εἴτε νεκρὸς εἰς ἓν δωμάτιον, τὸ ἴδιον εἶναι κατ’ ἐμέ. Ὑποθέσατε, ὅτι δύω ἀνθρώπους τοὺς ἔπιασαν κοψίματα καὶ ἔφυγον, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ σχηματίσωμεν πλειονοψηφίαν ἐδῶ μέσα· διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι ὅταν ὑπάρχῃ τόσος ἀριθμὸς ψήφων, ὅσος ἀπαιτεῖται νὰ γίνῃ ἀπαρτία τῆς Βουλῆς, αὐτὴ ἡ ἀπόφασις ἔχει κῦρος· πρέπει νὰ ὑπάρχουν πλέον τῶν 90 ψήφων, καὶ τότε εἶναι ἀπόφασις νόμιμος, ἀλλὰ νὰ ὑπάρχουν ψῆφοι, οἱ δὲ ἀρνούμενοι δὲν εἶναι, ποῦ θὰ τοὺς καταλογίσητε; Ἑπομένως νομίζω, ὅτι κατὰ δύο τρόπους πρέπει νὰ ἐννοήσωμεν τὴν ἀπαρτίαν, ἀπαρτίαν διὰ τὴν ἔναρξιν, ὅπου ἀπαιτοῦνται νὰ ᾖναι πρόσωπα, διότι δὲν ἐκφράζεται τότε κανεὶς, καὶ ἀπαρτία κατὰ τὴν ἀπόφασιν. Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχῃ ἀπαρτία κατὰ τὴν ἀπόφασιν, τότε εἶναι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τῆς Βουλῆς, τότε ἡ ἀπόφασις εἶναι σωστή.
§171ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὅταν ᾖναι ἀπαρτία, τότε οἱ παρόντες εἶναι ἀπόντες;
§172ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὄχι, κ. Μπαλάνε· πρὶν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις, πῶς θὰ ἐξετάσωμεν τὴν ἀπαρτίαν; ἀριθμοῦμεν κατὰ κεφάλια, διότι κανεὶς δὲν ἐξεφράσθη ἀκόμη· πρέπει λοιπὸν νὰ ἤμεθα ἐδῶ 91 ἄνθρωποι. Τώρα, ὅταν πρόκηται ν’ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, καὶ ὑπάρχουν 91 ψῆφοι, ζῶσαι ψῆφοι, ὄχι νεκραὶ, εἶναι ἀπόφασις, εἶναι ἀπαρτία ἢ δὲν εἶναι; Εἶναι βέβαια. Λοιπὸν νομίζω, κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον πρᾶγμα νὰ φύγωμεν ἀπὸ τὴν ὀρθὴν καὶ λογικὴν ἔννοιαν τοῦ νομοθέτου καὶ νὰ καταφύγωμεν εἰς σοφίσματα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ ἔχουν τὸ ἅλας τοῦ νὰ ᾖναι πνευματώδη, ἀλλὰ δὲν εἶναι ἀληθῆ, καὶ δι’ αὐτὸν τὸν λόγον νομίζω, ὅτι ὁσάκις ὑπάρχει ἀπαρτία γνωμῶν, ψήφων, ἡ ἀπόφασις καλῶς ἔχει, καὶ οἱ μὴ ἐπιθυμοῦντες νὰ δώσωσι ψῆφον νὰ θεωρηθοῦν ὡς πτώματα κείμενα εἰς ἓν δωμάτιον.
§173ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι, ἀφίνω κατὰ μέρος, ὅτι τὸ ζήτημα αὐτὸ ἐλύθη καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει καὶ ἐν τῇ Βουλῇ· τώρα θὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν ἔντιμον φίλον μου κ. Κυπριάδην περὶ τῶν βωβῶν λεγομένων. Ἂς ἐξετάσωμεν ἂν αὐτὴ ἡ βωβάδα, κατὰ τὸν κ. Κυπριάδην, προέρχεται ἀπὸ τοὺς βωβοὺς ἐκείνους ἢ προέρχεται ἀπὸ αἰτίαν ἀφ’ ἧς προέρχεται καὶ ἡ βωβάδα αὐτή. Ὑποθέτω, κύριοι, διὰ μίαν στιγμὴν, ὅτι συζητοῦμεν μίαν ὑπόθεσιν καταστρεπτικήν· ἐν τούτοις συμφωνοῦσι καὶ αἱ δύο μερίδες μὲ μόνην τὴν διαφορὰν, ὅτι ἡ μία μερὶς θέλει τὴν καταστροφὴν μὲ τὸν ἕνα τρόπον, καὶ ἡ ἄλλη μὲ τὸν ἄλλον· θὰ μὲ ὑποχρεώσητε λοιπὸν ἐμὲ τὸν τρίτον νὰ συμφωνήσω μὲ μίαν ἀπὸ αὐτὰς τὰς δύο καταστρεπτικὰς γνώμας; Λοιπὸν ἡ ψῆφός μου δὲν ἔχει ἰσχὺν, μὲ ἠναγκάσατε νὰ μὴ δώσω ψῆφον, μοῦ λέγετε, κύριε, πρέπει νὰ ῥίψῃς τὴν ψῆφόν σου, νὰ καταδικάσῃς καὶ σύ· μὰ δὲν θέλω, ἀδελφὲ, διότι καὶ σὺ θέλεις τὴν καταστροφὴν τοῦ τόπου καὶ ὁ ἄλλος τὴν θέλει, ἐγὼ ὅμως δὲν τὴν θέλω καὶ ἀρνοῦμαι ψῆφον, διότι δὲν ἔχω ποῦ νὰ στηριχθῶ· καὶ μοῦ λέγεις· φύγε, εἶσαι πτῶμα. Ποῦ εἶναι τώρα ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τὴν ὁποίαν θέλει τὸ Σύνταγμα;
§174ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Αἱ δύο μερίδες εἰμποροῦν νὰ θέλουν τὴν σωτηρίαν τοῦ τόπου καὶ σὺ μόνος τὴν καταστροφήν.
§175ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὰ ἐγὼ φέρω αὐτὸ τὸ παράδειγμα.
§176ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἢ ἔχεις τρίτην γνώμην ἢ δὲν ἔχεις καμμίαν, καὶ τότε σιώπα.
§177ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Μὰ μὲ κάμεις σὺ βωβὸν, ποῦ εἶναι τότε ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία τοῦ Συντάγματος; ἐγὼ θέλω ἐδῶ νὰ μοῦ ἀπαντήσετε, τίποτε ἄλλο δὲν ἔχω.
§178ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Αὐτὰ τὰ διάφορα λογιστικὰ παραδείγματα διὰ τῶν ὁποίων οἱ γνωμοδοτήσαντες ὑποστηρίζουν τὴν γνώμην των, καὶ αὐταὶ αἱ διάφοροι περιστάσεις ὅπου γεννῶνται, μὲ ἀναγκάζουν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν Βουλὴν μίαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν νομίζω ἔλλογον καὶ νόμιμον, καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ ἐξαλείψῃ πᾶσαν συζήτησιν. Τοῦτο μόνον παρατηρῶ ὡς πρὸς τὰς διαφόρους ὑποθέσεις, ὅπου ὑπεβλήθησαν εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς τοῦτον τὸν κόσμον, τουλάχιστον ἐκεῖ πέρα δὲν ἠξεύρω, εἰς τοῦτον τὸν κόσμον δὲν ὑπάρχει διάταξις νόμου ὅσον καλὴ καὶ ἂν ᾖναι ἐν ἀρχῇ, ἡ ὁποία ἐφαρμοζομένη, εἴς τινας περιπτώσεις νὰ μὴ δύναται νὰ ᾖναι ὀλεθρία· ἡ γνώμη μου εἶναι αὕτη δὲν εὑρίσκω, οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα, οὔτε εἰς κανονισμὸν οὐδένα, ὅτι νὰ ἀπαγορεύεται νὰ ᾖναι δεκτὴ αὐτὴ ἡ ἄρνησις ψήφου. Εἶναι ἐγκληματίας ὁ δικαστὴς, ὅστις ἕνεκα ἀσαφείας τοῦ νόμου, ἕνεκα ἀσαφείας τῶν περιστάσεων, τῶν γεγονότων, ἀρνεῖται τὴν ψῆφόν του· καὶ ἡμεῖς δικασταὶ εἴμεθα καὶ ὄχι δικασταὶ μόνον ἐπὶ ἁπλῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων, ἀλλὰ δικασταὶ ἐπὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων. Τί μᾶς εἶπον οἱ ἐκλογεῖς; διότι ἐδῶ εἴμεθα ἕνεκα τῆς θελήσεως τῶν ἐκλογέων. Τί μᾶς εἶπον; Πηγαίνετε, ἔχομεν πεποίθησιν εἰς ἐσᾶς, ἀκούσατε ἀποφασίσατε! Πῶς, κύριε, ἀρνεῖσαι ψῆφον; Ὅταν ἔρχεσαι ἐδῶ, ὅταν ἀπαντᾷς εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ὅταν ἀκούσῃς τὴν συζήτησιν, πρέπει νὰ εἴπῃς ἢ ναὶ ἢ ὄχι δι’ αὐτὸ σὲ ἔστειλαν οἱ ἐκλογεῖς σου. Λοιπὸν ἐν ὀλίγοις ἡ γνώμη μου εἶναι αὕτη· ἐὰν ὑποστηριχθῇ, καλόν ἐστὶν, ἐὰν δὲν ὑποστηριχθῇ, ἡ συζήτησις εἰμπορεῖ νὰ προβῇ· ἡ γνώμη μου εἶναι αὕτη, ὅτι εἶναι ἐλεύθερος πᾶς βουλευτὴς νὰ μὴ παρευρίσκεται κατὰ τὴν συζήτησιν ἢ ἐὰν παρευρεθῇ, νὰ τραβήξῃ χέρι, καθὼς λέγουν. Ὅταν ὅμως ᾖναι ἐδῶ, πρέπει νὰ λέγῃ ἢ ναὶ ἢ ὄχι· ἡ ἀρνητικὴ ψῆφος νὰ μὴ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν.
§179ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ (Ὑπουργὸς τῶν Ἐκκλησιαστικῶν). Πολλάκις ἐκινήθη τὸ ζήτημα τοῦ δεδικασμένου καὶ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο, καὶ πανταχόθεν τῆς Βουλῆς ἤκουσα νὰ ἐγείρονται φωναὶ ὅτι ἐπὶ τῶν δεδικασμένων ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ ἐπανέλθῃ. Εἶπον ἄλλοτε, ὅτι δὲν εἶμαι αὐτῆς τῆς ἰδέας, πρεσβεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν εἶναι εἰρηνοδικεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ δένεται ἀπὸ τὴν ἀπόφασίν του, καὶ τὸ ὁποῖον ἀφοῦ ἅπαξ ἀπεφάσισεν οὕτω, νὰ μὴν εἰμπορῇ νὰ ἀποφασίσῃ ἀλλέως· ἀλλὰ πρεσβεύω ταὐτοχρόνως, ὅτι ἀφοῦ ἅπαξ μία Βουλὴ ἐξέφρασε μίαν γνώμην, δὲν πρέπει ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε νὰ ἐπανέρχεται εἰς αὐτὴν τὴν πρώτην ἐκφρασθεῖσαν γνώμην της, χωρὶς τοὐλάχιστον νὰ ἔχῃ αἴτια, τὰ ὁποῖα νὰ τὴν παρακινοῦν εἰς τοῦτο. Ἐξηγοῦμαι καλλίτερον. Ἔντιμον εἶναι βεβαίως διὰ τὴν Βουλὴν, ἀφοῦ ἔκαμε μίαν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν μετὰ ταῦτα γεγονότα τῇ δείξουν, ὅτι εἶναι ἐσφαλμένη, νὰ τὴν διορθώσῃ, ἀλλὰ δὲν πιστεύω νὰ ᾖναι καλὸν, ἀφοῦ ἔκαμε μίαν ἀπόφασιν καὶ ἀπόφασιν ὄχι στιγμιαίαν, ἀλλ’ ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐπῆλθε συνεπεία μιᾶς δεκαώρου συζητήσεως, ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο, ἀφοῦ οἱ ῥήτορες τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου μέρους ἐξήντλησαν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα εἰς μίαν ὁλόκληρον ἡμέραν, δὲν εἶναι, νομίζω, καλὸν ἡ Βουλὴ αὕτη, χωρὶς νὰ ἔλθουν νέα πράγματα ἐνώπιόν της, τὰ ὁποῖα νὰ δείξουν, ὅτι δὲν εἶναι καλὴ αὐτὴ ἡ ἀπόφασις, νὰ καθήσῃ σήμερον καὶ νὰ καταναλίσκῃ τόσον καιρὸν διὰ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν προχθὲς ἔκαμε. Τοῦτο, ἂς μοὶ συγχωρήσουν οἱ προαγορεύσαντες νὰ εἴπω, τὸ λέγω χωρὶς σκοπὸν, οὔτε νὰ προσβάλω, ἀλλ’ οὔτε νὰ ἐπικρίνω, τοῦτο δεικνύει μίαν ἰσχυρογνωμοσύνην εἰς τὰς ἰδέας των. Ἂς μᾶς ἐπιτραπῇ λοιπὸν νὰ ἤμεθα ἰσχυρογνώμονες καὶ ἡμεῖς εἰς τὰς ἰδικάς μας ἰδέας· καὶ ἡ πλειονοψηφία, ἡ ὁποία ἐξεφράσθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος ἐκείνου, δὲν ἦτο μικρὰ, ἦτο νομίζω 82 ψῆφοι πρὸς 50 τόσας, καὶ τὸ ζήτημα τοῦτο ἐσυζητήθη καθ’ ὅλας του τὰς διαστάσεις, καὶ ἡ Βουλὴ μὲ αὐτὴν τὴν μεγάλην πλειονοψηφίαν εἶπε, παρόντας θεωρῶ τοὺς παρόντας καὶ εἰς τὸν καταλογισμὸν τῶν ψήφων θὰ μετρήσω καὶ τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον καὶ τοὺς σιωπῶντας· προχθὲς ἔκαμεν αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν.
§180ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Δὲν ἦτο Βουλή.
§181ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐὰν δὲν ἦτο Βουλὴ, δὲν στέκει εἰς ἐμὲ νὰ παρατηρήσω τί ἦτο, στέκει εἰς τὸν Κύριον, ὁ ὁποῖος ἔκαμεν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν· ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ὅλα τὰ ἄτομα, τὰ ὁποῖα ἦσαν τότε, εἶναι καὶ σήμερον, ὁ δὲ χαρακτὴρ, τὸν ὁποῖον ἔχομεν, μᾶς ἐπιβάλλει ἓν καθῆκον νὰ σεβώμεθα τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν τότε ἐξεδώκαμεν.
§182ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰσῆλθον δύο ἢ τρεῖς νέοι, λέγουν.
§183ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ναί· ἀλλὰ ἦσαν 80 πρὸς 50. Ὁπωσδήποτε, ἐπειδὴ σήμερον ἦλθε πάλιν εἰς συζήτησιν τὸ ἀντικείμενον, χωρὶς νὰ ἐνδιατρίψω, διότι ἐνδιετρίψαμεν ἀρκούντως νὰ ἀναιρέσωμεν τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα τότε ἐῤῥέθησαν, ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ κάμω μερικὰς παρατηρήσεις εἰς τὰ νέα ἐπιχειρήματα τὰ σημερινά, καὶ ἂς μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ εἴπω, ὅτι νέα ἐπιχειρήματα δὲν ἤκουσα παρὰ ἀπὸ τὸν ἀξιότιμον Κ. Πετιμεζᾶν, καὶ τὰ νέα ἐπιχειρήματα τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ ἦσαν δύο, ἓν ὅτι δὲν θὰ φθάσωμέν ποτε, ἀφοῦ καθιερώσωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, νὰ λύσωμεν ζήτημα, τὸ ὁποῖον εἶναι ὑπὸ τὴν σκέψιν τῆς Βουλῆς, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔδωκαν τὴν ψῆφόν των ὑπὲρ τοῦ Ναί, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι τὴν ἔδωκαν εἰς τὸ Ναὶ καὶ εἰς τὸ Κατὰ, καὶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔμειναν ἀρνούμενοι, θὰ ἐξακολουθήσουν νὰ ἐπιμένουν εἰς αὐτὴν τὴν ἀπόφασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμαν, καὶ ἑπομένως ποτὲ δὲν θὰ λυθῇ τὸ ζήτημα· ἀλλὰ τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι εὔκολον νὰ συμβῇ, ἀναιρεῖται ἀπὸ πραγματικὸν γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται ἴσα, ἴσα εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Καλαβρύτων. Ὅταν ἐσυζητεῖτο αὐτὴ ἡ ἐκλογὴ, ἡ Βουλὴ τὴν πρώτην ἡμέραν δὲν ἠμποροῦσε νὰ φθάσῃ εἰς ἐξαγόμενον, ἔπειτα ὅμως, ἐπαναληφθείσης τῆς ψηφοφορίας, ἡ Βουλὴ ἔφθασεν εἰς ἐξαγόμενον, καὶ ἔχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ ἔχωμεν ἐντὸς τῶν μελῶν τῆς Βουλῆς τὸν ἀξιότιμον Κ. Πετιμεζᾶν, τοῦ ὁποίου τὰ ἐπιχειρήματα ναὶ μὲν πάντοτε εἶναι πνευματώδη, ἀλλ’ ὄχι πειστικὰ, καὶ ἀπόδειξις, ὅτι αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα καταστρέφεται ἀπὸ γεγονὸς, τὸ ὁποῖον ἀναφέρεται εἰς τὴν ἰδίαν του ἐκλογήν. Δεύτερον ἐπιχείρημα. Ἀντικρούων τὸν ὑπολογισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔκαμεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ὅτι 40 ψῆφοι εἶναι ὑπὲρ μιᾶς προτάσεως, 20 ψῆφοι εἶναι κατὰ, 70 ἀρνοῦνται ψῆφον, ἄρα οἱ 40 θὰ ὑπερισχύσουν τῶν 90, ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ὅτι λέγει δὲν εἰμπορεῖ νὰ συμβῇ αὐτό· διατὶ νὰ μὴν ὑποθέσωμεν, ὅτι εὑρίσκονται 90 καὶ 100; καὶ ἀφοῦ κάμνεις μίαν ὑπόθεσιν, πρέπει νὰ προχωρήσῃς μέχρι τοῦ ἐσχάτου, καὶ τότε νὰ ἰδῇς ποῦ σὲ φέρει αὐτὴ ἡ βάσις· ἀλλὰ διὰ νὰ τὸ ἀναιρέσῃ τὸ στρέφει εἰς τὸ ἀντίθετον καὶ λέγει, ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι 88 ψηφίζουν ὑπὲρ μιᾶς ἰδέας, ὑπὲρ ἑνὸς σοβαροῦ συμφέροντος τοῦ ἔθνους, ὑπὲρ μιᾶς συνθήκης, ὑπὲρ μιᾶς κηρύξεως πολέμου, ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, καὶ 84 ἐκφράζωνται κατὰ, 9 ἀρνοῦνται ψῆφον· ἄρα αὐτοὶ οἱ 9 εἶναι προδόται, διότι σταματοῦν τὴν ἔκφρασιν αὐτὴν τῆς πλειονοψηφίας τῶν 88 πρὸς 84. Ἴσα, ἴσα αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα, φίλε Κ. Πετιμεζᾶ, εἶναι κατὰ τοῦ συλλογισμοῦ σου, καὶ εἶναι χειρότερον ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔφερεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ὡς πρὸς τὴν ἀναίρεσιν τοῦ συλλογισμοῦ σας. Πρόκειται περὶ ἑνὸς σοβαροῦ ἐθνικοῦ συμφέροντος, πρόκειται νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον· ἄμποτε νὰ δώσῃ ὁ Θεὸς νὰ ἤμεθα γρήγορα εἰς τοιαύτην περίστασιν, ἀλλὰ δὲν θὰ ἤμεθα δυστυχῶς· 88 σᾶς λέγουν νὰ κηρύξωμεν τὸν πόλεμον, 84 σᾶς λέγουν ὄχι, δὲν πρέπει νὰ τὸν κηρύξετε, 9 μένουν ἀμφίβολοι καὶ λέγουν δὲν ἐσχηματίσαμεν ἀκόμη γνώμην. Αὐτὰς τὰς 9 ποῦ θὰ τὰς καταλογίσετε ἐπάνω εἰς αὐτὸ τὸ σοβαρὸν γεγονός; Ἢ θὰ τὰς ἀφαιρέσετε ἀπὸ τὰς 84 καὶ τότε αὗται μένουν 75, ἢ θὰ τὰς προσθέσετε εἰς τὰς 84 καὶ τότε γίνονται 93, πρέπει λοιπὸν μὲ μίαν πλειονοψηφίαν ἀπὸ 4 μόνον ψήφους, ἔστω, νὰ μὴ τὰς καταλογίσῃς; πρέπει ἀπέναντι αὐτῶν, αἱ ὁποῖαι ἀρνοῦνται καὶ λέγουν σταματήσατε, πρέπει σεῖς αὐθαιρέτως, οὕτως εἰπεῖν, νὰ δικάσετε τόσον σημαντικὰ συμφέροντα; (Ἀκολουθεῖ. Τὴν ἰδέαν τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Μαρκορᾶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ συγχωρῆται νὰ μένῃ ἕνας βουλευτὴς χωρὶς νὰ ἐκφράζῃ γνώμην, τὴν παραδέχομαι ἐν θεωρίᾳ, ἀλλὰ καταστρέφεται ἐν τῇ πράξει, διότι πρὸς τοῖς ἄλλοις, ἐὰν ὁ βουλευτὴς δὲν θέλῃ νὰ εἴπῃ οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατὰ, μὲ τί μέτρον θὰ τὸν βιάσετε; Καὶ δὲν εἶναι περιστάσεις καθ’ ἃς πρέπει νὰ σεβασθῆτε αὐτὴν τὴν ἀμφιβολίαν του, ὅταν λέγῃ, ὅτι δὲν ἐσχημάτισεν ἀκόμη γνώμην; καὶ ὅταν τυχὸν ἡ ψῆφός του ἠμπορῇ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα, πῶς θὰ τὸν βιάσετε; Ἡ διάταξις αὕτη, τὴν ὁποίαν λέγετε νὰ εἰσάξωμεν, ὅτι κάθε βουλευτὴς ὀφείλει νὰ ψηφίζῃ, δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ. Θὰ τὸν στείλετε εἰς τὴν φυλακήν; θὰ τὸν καταδικάσετε εἰς πρόστιμον; Ὅπως δήποτε σήμερον ἐπαναλέγω, ὅτι ἔπειτα ἀπὸ μίαν ἀπόφασιν, ἡ ὁποία ἐγένετο πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν μὲ τόσας συζητήσεις, εἰς τὰς ὁποίας ὅλαι αἱ γνῶμαι ἐξετέθησαν καὶ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο, ἐνῷ δὲν ἔχομεν ἐνώπιόν μας πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ ἐπανερχώμεθα, νομίζω, ὅτι, δὲν εἶναι καλὸν εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἀναιρέσῃ τὴν πρώτην της ἀπόφασιν. Ἐὰν τυχὸν παρουσιασθοῦν πράγματα, τὰ ὁποῖα νὰ μᾶς ὑποχρεώσουν νὰ ἐπανέλθωμεν, δὲν μᾶς ἐμποδίζει τίποτε· ἀλλὰ σήμερον νὰ ἐπανέλθωμεν καὶ νὰ κατατρίψωμεν τόσον καιρὸν εἰς συζητήσεις, τὰς ὁποίας ἐγὼ τοὐλάχιστον θεωρῶ ματαίας, δὲν νομίζω καλὸν· ἑπομένως ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ ὡς βουλευτὴς νὰ μένῃ τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει, καὶ νὰ θεωρῶνται ὡς παρόντες οἱ παρόντες συμφώνως μὲ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, καὶ ἂν λέγῃ πλειονοψηφία τὸ Σύνταγμα, εἶναι διότι ἡ λέξις πλειονότης καὶ μειονότης οὐδέποτε ἐν τῇ Συνελεύσει μετεχειρίσθη. Τὴν λέξιν πλειονότητα καὶ μειονότητα, ἐὰν φιλολογήσετε ὅλα τὰ πρακτικὰ τῆς Συνελεύσεως, δὲν θὰ τὴν ἀπαντήσετέ ποτε· πλειονοψηφία ἔλεγον καὶ ὅταν ἐννοοῦσαν τὴν ψῆφον· πλειονοψηφίαν ἔλεγον καὶ ὅταν ἐννοοῦσαν τὴν πλειονότητα τὴν μὴ ψηφίζουσαν· τοῦτο δὲ ἀποδεικνύεται διὰ τῆς ἐκφράσεως ἀπόλυτος, διότι ἄλλως ἀπόλυτος πλειονοψηφία δὲν ἤθελεν ἔχει καμμίαν ἔννοιαν.
§184ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν. Φέρω ἓν παράδειγμα· ἡ ἀπαρτία συγκροτεῖται ἀπὸ 120, οἱ 58 λέγουν Ναί, οἱ 56 λέγουν ὄχι, οἱ ἄλλοι 6 ἀρνοῦνται ψῆφον· αὐτοὶ οἱ 6 πρέπει νὰ καταλογισθοῦν εἰς ἓν μέρος ἢ εἰς ἄλλο;
§185ΤΙΝΕΣ. Ὄχι.
§186ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἀλλ’ ἐν οὐσίᾳ ὅταν νομίζῃς, ὅτι εἶναι ἀνίσχυρος ἡ πλειονοψηφία τῶν 58, τοὺς προσθέτεις ἐν οὐσίᾳ εἰς τοὺς ἄλλους;
§187ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία, δὲν ἐκδίδεται ἀπόφασις.
§188ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι ματαιοπονοῦμεν· προχθὲς ἐσυζητήθη αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, ἀπεφασίσθη, καὶ πάλιν τὸ ἐπανεφέραμεν σήμερον. Τί θέλει προκύψει, ἐὰν πάλιν ἀποφασισθῇ; θὰ τὸ ἐπαναφέρωμεν; Τὸ ζήτημα νομίζω, ὅτι δύναται διὰ νὰ λυθῇ, ὅπως προεῖπον, καὶ ἡ ἰδέα, ἐφ’ ἧς ἐπιμένω, δὲν εἶναι ἰδική μου, εἶναι ἀρχαία. Οἱ νομοθέται τῶν Λοκρῶν καὶ τῶν Θουρίων, θέλοντες νὰ προλάβωσι τὰς καταχρήσεις, αἵτινες ἐγίνοντο ἕνεκα τῆς πολυτελείας, ἔταξαν, ὅτι εἰς μόνον τὰς κοινὰς γυναῖκας ἐπιτρέπεται διὰ νὰ φέρουν χρυσοΰφαντα καὶ μεταξωτὰ ἐνδύματα, καὶ τότε, ἵνα μὴ θεωρῶνται ἅπασαι αἱ γυναῖκες κοιναὶ, ἀπέβαλον τὰ χρυσᾶ καὶ μεταξωτὰ ἐνδύματα καὶ τοιουτοτρόπως ἔπαυσεν ἡ τοιαύτη πολυτέλεια, ἐσώθη τὸ Κράτος καὶ ἔλαμψεν ἡ ἀρετή. Ἀλλὰ καὶ ἐσχάτως ἐν Γερμανίᾳ συνέβη ὡς ἔγγιστα τὸ αὐτό. Κατὰ τὸν τότε συρμὸν οἱ ἄνδρες ἔφερον ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ μεγάλα σκιάδια· ἐκ τούτου δ’ ἕνεκα τῶν τότε πολιτικῶν ἐρεθισμῶν ἐλάμβανον χώραν δολοφονίαι. Ἡ Κυβέρνησις μὴ δυνηθεῖσα νὰ περιστείλῃ δι’ ἄλλου τρόπου τὸ κακὸν τοῦτο, ἐθέσπισεν, ὅτι εἰς μόνους ἐπιτρέπεται τοὺς δημίους τὸ φέρειν μεγάλον σκιάδιον. Τότε πάντες ἐν γένει οἱ πολῖται ἀπετίναξαν τὰ σκιάδια. Τοιουτοτρόπως καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα ἐξ ἀναλογίας ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν προγονικὴν ῥήτραν, λέγοντες, «ὅτι εἰς μόνον τοὺς δειλοὺς ἐπιτρέπεται ἡ ἄρνησις ψήφου.»
§189ΣΩΤ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἵνα ὑποστηρίξω ἔτι μᾶλλον τὴν ἰδέαν μου, ἐπειδὴ βλέπετε, ὅτι διὰ τοῦ λογιστικοῦ τρόπου δυνάμεθα νὰ φθάσωμεν εἰς ἀποτέλεσμα, εἰς λύσιν θετικὴν, θὰ ὑποβάλω ὑπὸ τὴν σκέψιν ὑμῶν αὐτὸ τὸ παράδειγμα. Ἀπαιτοῦνται, ἵνα ἤμεθα ἐν νομίμῳ ἀπαρτίᾳ, 91 βουλευταὶ παρόντες· ἂς ὑποτεθῇ, ὅτι ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος ἐξ αὐτῶν 46 ψηφίζουν ναὶ, καὶ 45 ὄχι χωρὶς νὰ εὑρεθῇ τις ἀρνούμενος ψῆφον. Ἡ ἀπόφασις αὕτη δύναται βεβαίως νὰ λύσῃ τὸ μεγαλείτερον ἐθνικὸν ζήτημα. Καὶ ὅμως οἱ ἀντιλέγοντες ἰσχυρίζονται, ὅτι οἱ 88 πρὸς τοὺς 81 δὲν δύνανται νὰ λύσουν τὸ αὐτὸ ζήτημα, διότι ὑπάρχουν 9 νεκροὶ, δηλ. ἀρνούμενοι ψῆφον, ὅπερ ἐστὶ κατ’ ἐμὲ παραλογώτατον. Ὁ Κ. ὑπουργὸς Λομβάρδος, τὸν ὁποῖον ἄλλως εὐχαριστῶ διὰ τὰς πρὸς ἐμὲ περιποιητικὰς ἐκφράσεις αὐτοῦ, λέγει, ὅτι ἤθελεν εἶσθαι λίαν τολμηρὸν πρᾶγμα, προκειμένου περὶ ἑνὸς πολέμου καὶ ὑπαρχούσης τῆς διαφορᾶς 9 ψήφων, νὰ προβῶμεν εἰς ἀπόφασιν. Πλὴν ὑπάρχουν δυστυχῶς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας πᾶσα ἀναβολὴ ἀποβαίνει λίαν ἐπικίνδυνος, διότι ἐπιφέρει τὴν δυστυχίαν, καὶ ἡ δυστυχία ποτὲ δὲν δίδει καιρόν. Ὑποθέσατε π. χ. τὴν Βουλὴν, ὡς προεῤῥέθη, διῃρημένην, 30,000 Τούρκων προβαίνοντας κατὰ τῶν ὁρίων τοῦ Κράτους· νομίζετε, ὅτι πρέπει ἡμεῖς νὰ περιμείνωμεν, ὅπως ἀποφασίσουν οἱ ἀναποφάσιστοι 9;
§190ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Βασιλεὺς κινεῖ τὸν πόλεμον.
§191Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ναὶ, ἀλλ’ ἡ Βουλὴ δίδει τὰ χρήματα, καὶ ἄνευ χρημάτων ἐκστρατεία δὲν εἶναι δυνατὴ, ὥστε, ὡς βλέπετε, ταῦτα εἰσὶ συνδεδεμένα. Τὸ δὲ ἐπιχείρημα, ὅπερ ἔφερεν ὁ Κύριος Χατζόπουλος, ὅπως ἀνατρέψῃ τὴν ἰδέαν μου, μᾶλλον τὴν ὑποστηρίζει. Ἐπανερχόμενος εἰς τὴν σειρὰν τοῦ λόγου μου, λέγω, ὅτι ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δὲν εἶναι φρόνιμον ν’ ἀναμένωμεν ἀνοήτους τινὰς, οἵτινες εἴτε ἐκ φύσεως ἀδυνατοῦσι ν’ ἀντιληφθῶσι τῆς σπουδαιότητος τοιούτων συμβάντων, εἴτε ἐκ κακῆς προθέσεως ἐπιμένουσιν ἀρνούμενοι ψῆφον, διότι πορεία τοιαύτη δὲν δύναται νὰ μᾶς φέρῃ παρὰ εἰς τὴν καταστροφήν. Παράδειγμα δὲ ἔστω ἡ ἔνδοξος μάχη τοῦ Μαραθῶνος, τῆς ὁποίας τὰ ἀθάνατα ἀποτελέσματα ὀφείλονται εἰς τὴν ἀποφασιστικὴν ὑπὲρ τῆς ἐνεργείας τῆς μάχης ψῆφον τοῦ τότε πολεμάρχου, ἡ ψῆφος τοῦ ὁποίου ἤρκεσε νὰ σχηματίσῃ τὴν πλειονότητα, ἑπομένως τὴν ἀπόφασιν, ἥτις ἔκρινε τὴν τύχην τοῦ κόσμου. Τὸ παράδειγμα τοῦτο ἀρκεῖ, νομίζω, κατὰ τὴν ἐμὴν κρίσιν νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον εἰς τοιαύτας περιστάσεις εἶναι νεκροὶ, καὶ ὡς νεκροὶ δὲν πρέπει νὰ λογίζωνται, διότι εἶναι κίνδυνος μήπως μία ἐλαχίστη μειονοψηφία διὰ τῆς ἀρνήσεως ψήφου καταστρέψῃ μεγάλα συμφέροντα τοῦ ἔθνους, ἱσταμένη ἄφωνος, καὶ ματαιώνουσα τὴν ἀπόφασιν καὶ τῆς πλειονότητος καὶ τῆς μειονότητος τῆς Βουλῆς τοῦ ἔθνους. Ὑποστηρίζων πάντοτε τὴν ἀρχικὴν ἰδέαν λέγω, ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν δύναται νὰ ἐννοῇ ἄτοπα, ἄλογα πράγματα, καὶ διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι δὲν πραγματεύεται παρὰ περὶ τῶν γνωμῶν τῶν θετικῶν, τῶν δυναμένων νὰ σχηματίσωσιν ἀπόφασιν, καὶ οὐχὶ περὶ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι θετικαὶ καὶ αἱ ὁποῖαι ἑπομένως δὲν δύνανται νὰ καταλογισθῶσιν.
§192ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριοι, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν συζητεῖται καλῶς, διότι, καθὼς ἐνόησα, οἱ προλαλήσαντες στηρίζουσι τὰ ἐπιχειρήματά των εἰς μαθηματικοὺς ὑπολογισμοὺς, καὶ εἶναι ἀληθῶς σκανδαλῶδες διὰ μαθηματικοὺς νόας, πῶς δύνανται ν’ ἀναγνωρίσωσιν, ὅτι ὁ 57 ἀριθμὸς εἶναι μικρότερος τοῦ 56 ἢ τοῦ 55. Φρονῶ, ὅτι τὸ ζήτημα δὲν πρέπει νὰ συζητηθῇ ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ ὑπαχθῇ εἰς τὰς διατυπώσεις ἐκείνας, ἐκ τῆς συναρμολογίας τῶν ὁποίων δικάζουσι τὰ κοινοβούλια. Τὸ ζήτημα τῆς πλειονοψηφίας, ἢ ἁπλῆς ἢ ἀπολύτου, εἶναι ζήτημα, τὸ ὁποῖον δὲν ὑπάγεται εἰς ἀριθμοὺς, ἀλλ’ ἐξαρτᾶται καὶ ὑπολογίζεται ἐκ τῶν βάσεων τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐὰν θελήσητε νὰ ἀνατρέξητε εἰς τὸ πολίτευμα, ἀπὸ τοῦ ά. μέχρι τοῦ τελευταίου ἄρθρου θέλετε ἐξάξει συμπεράσματα λίαν διαφέροντα ἐκείνων, τὰ ὁποῖα παριστῶσιν αἱ μαθηματικαὶ ἀλήθειαι· τὸ ζήτημα ἔπρεπε νὰ ἐξετασθῇ εἰς τὰς βάσεις τοῦ πολιτεύματος καὶ ὄχι νὰ φερθῇ ἐνώπιόν σας ὡς ἐνώπιόν τινος εἰρηνοδικείου ἢ πρωτοδικείου, διότι οἱ νόμοι οἱ διέποντες τὰ κοινοβουλευτικὰ Σώματα εἶναι ὅλως διάφοροι τῶν νόμων, οἱ ὁποῖοι διέπουσι τὰ Σώματα ἐκεῖνα. Δι’ αὐτό, Κύριοι, δὲν ἔρχομαι νὰ συζητήσω τὸ ζήτημα ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν, καὶ διότι ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν, ἂν συζητήσωμεν, θέλομεν ἴδει ὅτι καὶ ἐπὶ σπουδαίων ζητημάτων μία πλειονοψηφία, ἡ ὁποία πρόκειται ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος πραγμάτων, πρέπει νὰ ᾖναι ὅσον τὸ δυνατὸν ἐκπεφρασμένη, καὶ ἔχομεν παραδείγματα συνταγματικὰ σπουδαίων κρατῶν, οἱ βασιλεῖς τῶν ὁποίων δὲν ἠθέλησαν χάριν τῆς πατρίδος, χάριν τῶν γενικῶν συμφερόντων νὰ κυρώσωσιν ἀπόφασιν ἐκπεφρασμένην διὰ 2 ἢ 3 ἢ 5 ψήφων. Εἰς τὸ βασίλειον τοῦ Βελγίου, εἰς τὴν ἀνέγερσιν τῶν ὀχυρωμάτων τῆς Ἀμβέρσης, τὸ ζήτημα ἔλαβε διάστασιν Εὐρωπαϊκήν· αὕτη ἦτο οὐδετέρα κατά τινα Εὐρωπαϊκὴν συνθήκην, καὶ μία πολιτικὴ μερὶς ἐσυζήτησε καὶ ἀνεγνώρισεν, ὅτι πρέπει νὰ ἐγερθῶσιν ὀχυρώματα. Ἡ πλειονοψηφία τὸ παρεδέχθη, καὶ ὁ βασιλεὺς ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ σύνεσις εἶναι γνωστὴ εἰς ὅλον τὸν πολιτισμένον κόσμον, δὲν ἀπεδέχθη τὴν ἀπόφασιν τῆς πλειονοψηφίας, ὡς μὴ τελείως ἐκπεφρασμένης. Ἐνίοτε ἡ πλειονοψηφία, καίτοι ἐκπεφρασμένη ἄνευ ἀρνητικῶν ψήφων, δὲν εἶναι ἰσχυρὰ ἀπέναντι περιστάσεων ἐκτάκτων, ἀπέναντι ἰδεῶν, τὰς ὁποίας ἴσως μία κυβέρνησις, ἢ μία βασιλεία εὑρίσκει ἐναντίας τοῦ συμφέροντος τῆς πατρίδος καὶ δὲν τὰς ὑποβάλλει εἰς κύρωσιν βασιλικήν. Καὶ οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον δὲν εἶναι πάντοτε κύριοι ν’ ἀποφασίσωσι, διότι ἀπέναντι αὐτῶν ὑπάρχει ἑτέρα ἐξουσία, ἡ ὁποία ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως ἢ τῆς ἀκυρώσεως. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ ἔννοια τοῦ πολιτεύματος, τὸ ὁποῖον μᾶς διέπει, αἱ συζητήσεις, αἱ λαβοῦσαι χώραν, τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα παρουσίασε μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἡ Συνέλευσις, δεικνύουν τί ἐνόησε διὰ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων. Ἡ ἀντιπολίτευσις τότε ἐθεώρησεν, ὅτι θεσμοὶ συντακτικοί, ὡς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον ἐκερδήθη διὰ 2 ψήφων, καὶ ἠρνήθησαν 7 ἢ 9, δὲν εἶναι μία ἀπόφασις, ἡ ὁποία ὤφειλε νὰ ὑποστῇ ἀσυζητητεὶ τὴν κύρωσιν ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως· ἐθεώρησεν ἡ ἀντιπολίτευσις τοιαύτην πλειονοψηφίαν ἀνεπαρκῆ. Βλέπετε, ἡ πλειονοψηφία καὶ ἄνευ ἀρνητικῶν ψήφων δὲν δύναται νὰ πιέζῃ· ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας ὑπόκεινται εἰς ἔλεγχον. Ἀλλά, Κύριοι, τὸ ζήτημα τῆς πλειονοψηφίας δὲν πρέπει νὰ σκανδαλίζῃ κανένα, ὅταν ᾖναι ἀπόῤῥοια ἰδεῶν, ἐκτὸς τῶν προσωπικῶν λόγων· δὲν δύναταί τις τοὐλάχιστον νὰ ἀποδώσῃ εἰς ἡμᾶς τοὺς ὑποστηρίξαντας εἰς προγενεστέραν συζήτησιν τὴν ἰδέαν αὐτήν, ὅτι ὁρμώμεθα ἀπὸ τὰς αὐτὰς δοξασίας. Ἀλλά, Κύριοι, ἓν ἀπὸ τὰ συστήματα τῶν κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπέβλεψε καὶ αὐτὸ τὸ πολίτευμα, εἶναι ἡ τῆς βραδύτητος τῶν ἀποφάσεων, τῶν πράξεων ἑνὸς πολιτικοῦ Σώματος, ἰδίως μάλιστα εἰς πολίτευμα ὅπου δύω αἱ νομοθετικαὶ δυνάμεις, μία ἡ Βουλὴ καὶ μία ἡ Βασιλεία. Ὁ σκοπὸς τῶν πολλῶν νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, καθὼς γνωρίζετε, εἶναι νὰ παρεμποδίζωσι καὶ νὰ παρεμβάλλωσι χρονικὰ διαστήματα, ἀπέναντι τῶν ὁποίων νὰ ἐπανέρχηται, νὰ ἐκφράζηται ὁ τύπος καὶ ἡ κοινὴ συνείδησις, νὰ γίνηται σύσκεψις ἰδιαιτέρα· ὥστε τοιαῦται ἀποφάσεις, αἱ ὁποῖαι πρόκειται νὰ λύσωσιν ἢ νὰ δεσμεύσωσι τὸ ἔθνος, πρέπει νὰ ἐπέρχωνται μετὰ ὥριμον, μετὰ ἐπανειλημμένην σκέψιν. Καὶ ἴδετε· εἰς τὸ πολίτευμα, τὸ ὁποῖον δὲν παρεδέχθη τὸν θεσμὸν τῆς Γερουσίας, ἐτέθησαν διαλείμματα χρονικά, καὶ ἀπηγορεύθη εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ψηφίζῃ μίαν ἡμέραν νόμους ἀποτελεσματικῶς καὶ ἀνεκκλήτως· τῆς εἶπεν ὅτι ἀπέναντι τῶν διαδηλώσεων τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους, ἀπέναντι τῶν ἱστορικῶν ἀναμνήσεων, τὸ Σύνταγμα κηδόμενον τῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, θέτει χρονικὰ διαστήματα, ὥστε αἱ ἀποφάσεις νὰ ᾖναι ἀποφάσεις ἐσκεμμέναι, πηγὴν ἔχουσαι τὰς διαδηλώσεις καὶ τὰς εὐχὰς τοῦ ἔθνους. Διέγραψεν ὥστε ἐπὶ τρεῖς κατὰ συνέχειαν συζητήσεις, εἰς τρεῖς διαφορετικὰς ἐποχὰς, αἱ ἀποφάσεις εἶναι σεβασταὶ καὶ ὥριμοι. Ἀφοῦ βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὸ Σύνταγμά μας αὐτὸ παρουσιάζει αὐτὸ τὸ γεγονὸς, παρουσιάζει ὅτι ἓν νομοθετικὸν Σῶμα ὀφείλει νὰ σκέπτηται βραδέως, ὀφείλει εἰς τὴν ἀπόφασίν του νὰ ᾖναι ἐκπεφρασμέναι ὅλαι αἱ ἰδέαι—Ἀλλὰ λέγουν οἱ ἀναγνώσαντες τὰ συνταγματικὰ πολιτεύματα, ὅτι δὲν εὕρομεν εἰς καμμίαν διάταξιν οὐδενὸς Χάρτου τὴν ἰδέαν τῆς ἀρνητικῆς ψήφου· αὐτὸ εἶναι ἀληθὲς, τοὺς παρακαλῶ ὅμως νὰ μοὶ εἴπωσι, ποῦ εὗρον τὴν διάταξιν διὰ τῆς ὁποίας νὰ δεσμεύσωσι τὰς συνειδήσεις τῶν πολιτῶν, καὶ ἐνῷ καθιεροῦσι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, δὲν δίδουσι τὴν ἄδειαν νὰ ἐκφράσωσι τὰς ἰδίας πεποιθήσεις; Καὶ ἡ ἐλευθερία αὐτὴ τοῦ λόγου δὲν εἶναι παρὰ ἓν φάσμα, μία φενάκη. Ἐγὼ, Κύριοι, οὔτε τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον θεωρῶ προδότας, οὔτε τοὺς πλειονοψηφοῦντας, οὔτε τοὺς μειονοψηφοῦντας· δὲν ἀποδίδω τοιαύτην μομφὴν εἰς κἀνένα Ἕλληνα, ὅτι δύναται ὁ Ἕλλην συζητῶν ν’ ἀρνηθῇ ψῆφον λόγῳ προδοσίας· ἀλλὰ, κύριοι, ἄνθρωποι, φέροντες τὴν αὐτὴν μορφὴν, νομίζετε ὅτι ἔχουν τὴν αὐτὴν διανοητικὴν ἀνάπτυξιν, τὰς αὐτὰς ἰδέας; Δὲν μᾶς ἀναγνωρίζετε ὡς ἀνθρώπους, ἀνήκοντας εἰς διάφορα ἐπαγγέλματα, εἰς διαφόρους τάξεις κοινωνικάς; Δὲν ἐπικαλοῦμαι οὔτε τὸ ἐπιχείρημα τοῦ Κ. Μπούμπουλη, ὅτι καὶ αἱ δύο φατρίαι θέλουν νὰ φέρουν τὴν καταστροφὴν εἰς τὸν τόπον (θόρυβος)· ὄχι, Κύριοι, ἀλλ’ εἶναι ζητήματα, τὰ ὁποῖα πιθανὸν νὰ παρουσιασθῶσι καὶ τὰ ὁποῖα παρουσιάσθησαν εἰς ἄλλας σπουδαίας Βουλὰς, διότι σπουδαίας Βουλὰς εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν εἴχομεν, —εἰς ταῦτα δὲ πρέπει νὰ ᾖναι ἐκπεφρασμένη ἡ θέλησις τοῦ ἔθνους, καὶ μὴ φέρετε τὰ ἔθιμα τὰ ἐδικά μας, διότι, σεῖς τὸ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ, συνταγματικὰ ἔθιμα εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπῆρξαν, διότι δὲν ἐφηρμόσθησαν ὄχι τὰ συνταγματικὰ ἔθιμα, ἀλλ’ αὐτὰ τὰ ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, καὶ διὰ τοῦτο ἐγένετο ὅ,τι ἐγένετο, καὶ διὰ τοῦτο εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν αἴθουσαν· ἄλλως τὸ Βουλευτήριον δὲν θὰ ἦτο ἐδῶ, καὶ ἐγὼ δὲν θὰ ἤμην εἰς τὴν Βουλὴν, διότι ἤμην προγεγραμμένος ἀπὸ τὸν τόπον. Ὅστις θελήσει νὰ λύσῃ τοιαῦτα ζητήματα μὲ συνταγματικὰς συνηθείας τῆς Ἑλλάδος, ἀπατᾷ τὸν ἑαυτόν του. Ἂν θέλῃ νὰ ἐπικαλεσθῇ ἑτέρας συνηθείας ἑτέρων ἐθνῶν, δὲν θὰ εὕρῃ τὴν διάταξιν αὐτὴν, ἀλλ’ ἄλλας, αἱ ὁποῖαι συνηγοροῦν ὑπὲρ αὐτῆς, ὅτι αἱ πολιτικαὶ ἐξουσίαι ἠρνήθησαν νὰ κατακυρώσουν ἀποφάσεις πλειονοψηφίας μὴ ἐντελῶς ἐκπεφρασμένης. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ Σῶμα ὡς καθαρῶς πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον δὲν πρόκειται νὰ δικάσῃ διαδίκους ἢ νὰ ὀργανισθῇ δικαστικῶς, τὸ ὁποῖον ἀκολουθεῖ νόμους πολὺ διαφορετικοὺς ἀπὸ τοὺς ἐν χρήσει νόμους, πρέπει νὰ διέπηται ἀπὸ τὸν κανόνα τῆς βραδύτητος καὶ τῆς ὡριμότητος, καὶ διὰ νὰ φθάσωμεν εἰς τοῦτο, πρέπει ν’ ἀφήσωμεν ἐλευθέραν τὴν συνείδησιν ἑκάστου. Ἔχομεν ἰδίας πεποιθήσεις· ἡ ἐντολή μας δὲν ἦτο νὰ εἴπωμεν οὔτε ναὶ, οὔτε ὄχι· ἡ ἐντολὴ τῶν ἐκλογέων ἦτο ἀπόλυτος, δὲν μᾶς δεσμεύει. Ἐγὼ, καί τοι ἔχων αὐτὰς τὰς θεωρητικὰς ἰδέας, ποτὲ δὲν ἔδωκα ψῆφον ἀρνητικὴν, ἀλλὰ δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ μοῦ τὴν ἀφαιρέσῃ, ὅταν θέλω νὰ τὴν ἐπικαλεσθῶ· δὲν εἶναι ἡ ἐντολὴ τῶν λαῶν ἄλλη, εἰμὴ νὰ τηρήσωμεν τὸ Σύνταγμα, καὶ τὰ ὅρια τὰ διαγραφόμενα ἀπ’ αὐτὸ, πρὸς τὸ συμφέρον καὶ τὴν τιμὴν τοῦ τόπου. Ἔχω τὸ δικαίωμα ν’ ἀρνοῦμαι καὶ ν’ ἀπουσιάζω, νὰ ἐκφράζω ἀπολύτως τὴν ἰδέαν μου· καὶ μὴ θελήσητε νὰ μὲ παρεξηγήσητε· ἐννοῶ, ὅτι εἶμαι βουλευτὴς καὶ δὲν ἔχω ἄλλον περιορισμὸν, εἰμὴ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον διαχαράττει τὸ Σύνταγμα· ἐντὸς τοῦ Συντάγματος διανύω τὴν τροχιάν μου· τοιοῦτον θεωρῶ τὸν βουλευτὴν, δὲν τὸν θεωρῶ κυρίαρχον, ἀπόλυτον, δὲν τὸν θεωρῶ ἄρχοντα, τὸν θεωρῶ ἄρχοντα μόνον εἰς διαγεγραμμένα ὅρια, ὥστε νὰ σέβηται τὰ δικαιώματα τῶν ἄλλων. Διὸ, φρονῶ, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τοῦ Συντάγματος, καθ’ ὅλας τὰς μέχρι τοῦδε καθιερωθείσας καὶ εἰς τὴν Εὐρώπην ὑπαρχούσας συνταγματικὰς ἕξεις, τὸ ζήτημα τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας δὲν ἀποκλείει τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον. Ἂν θέλετε, Κύριοι, νὰ φέρητε τὸ ζήτημα, διὰ μιᾶς ῥητῆς διατάξεως ν’ ἀπαγορεύσητε τὴν ἄρνησιν τῆς ψήφου, ἐγὼ δὲν θὰ ἦμαι ἐκεῖνος, ὅστις θὰ πολεμήσω· σᾶς λέγω ὅμως, ὅτι θὰ διασείσητε τὰς βάσεις τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅταν θελήσητε νὰ ἐξαναγκάσητε τὴν συνείδησιν τῶν ἀντιπροσώπων ἑνὸς λαοῦ.
§193ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀφοῦ προηγουμένως ἐσυζητήσαμεν καὶ ἀπεφασίσαμεν τὸ περὶ οὗ ὁ λόγος ἀντικείμενον, δὲν ἔπρεπε πάλιν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς συζήτησιν, καὶ διότι ἐπανερχόμεθα σήμερον, θὰ ἐπανέλθωμεν καὶ αὔριον ἄνευ ἀποτελέσματος, καὶ πάλιν μεθαύριον. Πρέπει νὰ τεθῇ, νομίζω, μία ῥήτρα, διὰ τῆς ὁποίας ν’ ἀποκρούσωμεν τὰς ἐνδεχομένας κατόπιν συζητήσεις, διότι αἱ συζητήσεις αὗται εἶναι τόσον σπουδαῖαι καὶ τόσον φιλότιμοι, ὥστε δύνανται νὰ παραταθῶσι καὶ ἐπὶ μίαν καὶ ἐπὶ δύω ἡμέρας, ἂν θέλετε, καὶ ἐπὶ ἑβδομάδα· ἐὰν δὲν θέλετε τοῦτο, πρέπει νὰ νομοθετήσητε, ὅπως ἐνομοθέτησαν ἄλλοι· ἵνα ἀποφύγητε τὴν πυρκαϊὰν, πρέπει, λέγω, νὰ ἑτοιμάσητε τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων νὰ τὴν περιστείλετε· ἵνα μὴ σᾶς καταπνίξῃ ὁ ποταμὸς, πρέπει νὰ ἑτοιμάσητε γεφύρας· ἵνα προφυλάξητε τοὺς καρποὺς, πρέπει νὰ περιφράξητε τὸν κῆπόν σας· καὶ ἡ ῥήτρα, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναφέρω, δὲν εἶναι ἐδική μου, εἶναι τοῦ σοφοῦ νομοθέτου τῶν Λοκρῶν Χαρώνδα. Οὗτος διὰ νὰ περιστείλῃ τὴν πολυτέλειαν, ἥτις εἶχε καταφθείρει τὰς εἰρηνικὰς ἐκείνας πολιτείας, ἔταξεν, ὥστε μόνον εἰς τὰς κοινὰς γυναῖκας ἐπιτρέπεται τὸ χρυσίον καὶ τὰ μεταξωτὰ ὑφάσματα. Θέλετε νὰ σᾶς φέρω καὶ ἄλλα παραδείγματα; κατὰ τὰ 1836 εἰς τὴν ἄνω Γερμανίαν συνέβησαν φόνοι καὶ οἱ φονεῖς δὲν ἠδύναντο ν’ ἀνακαλυφθῶσι, διότι τότε ἐσυνείθιζαν σκιάδια· ἡ Κυβέρνησις εἶπε δι’ ἀστυνομικῆς διατάξεως, ὅτι μόνον εἰς τοὺς δημίους ἐπιτρέπεται νὰ φορῶσι τὰ μεγάλα σκιάδια· τότε πάντες ἀπέβαλον αὐτὰ καὶ ἐφόρεσαν τὰ συνήθη, καὶ οὕτω κατέπαυσεν ἡ δολοφονία καὶ ἡ πλημμύρα τοῦ αἵματος. Σᾶς φέρω τὸ παράδειγμα τῆς Σπάρτης· ἐξεύρετε, ὅτι ὀλίγοι τινὲς ἐσώθησαν ἀπὸ μίαν μάχην, αἱ μητέρες των τοῖς εἶπον, πῶς ἐτολμήσατε νὰ ἐπανέλθητε καὶ νὰ μὴ συναποθάνητε μετὰ τῶν ἄλλων; Ἐκεῖνοι ᾐσχύνοντο τὴν προδοσίαν, διότι ἐγκατέλειψαν τοὺς ἀδελφούς των. Τότε ὑπῆρχε νόμος παρὰ τοῖς Σπαρτιάταις νὰ μὴν ἐπανέρχωνται εἰς τὴν πατρίδα των οἱ ἡττηθέντες, ὥστε οἱ μὲν ἔπεσαν εἰς τὸν ποταμὸν καὶ ἐπνίγησαν, δύω δὲ τινὲς τρέξαντες εἰς τὴν ἐν Λεύκτροις μάχην ἐδοξάσθησαν. Ὅταν τάξωμεν λοιπὸν τὴν ῥήτραν, ὅτι ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς δειλοὺς ἡ ἄρνησις τῆς ψήφου, δὲν θὰ καταδεχθῇ κἀνεὶς τῶν ΚΚ. βουλευτῶν νὰ φανῇ δειλός.
§194ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ ὅταν ἡ ψηφοφορία ᾖναι μυστική;
§195ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Θὰ διακριθῇ καὶ ἐκεῖνος, ὅπως καὶ ὑμεῖς διεκρίθητε προχθὲς, ὅτε ἐλειποτακτήσατε εἰς τὴν ἐκλογὴν τῆς Κλειτωρίας.
§196ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ σᾶς λέγω ψεύστην (θόρυβος).
§197ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ· ἀποκρίνεσθε σύμφωνα μὲ τὴν ἀνατροφήν σας· σᾶς γνωρίζω.
§198ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Προσβάλλετε ὅσον θέλετε· παραδίδω καὶ τὸν δημόσιον καὶ τὸν ἰδιωτικόν μου βίον νὰ τὸν σύρητε εἰς τὴν ἀγορὰν, ἀλλ’ ἀμφιβάλλω, ἂν καὶ οἱ ἄλλοι ᾖναι εἰς θέσιν νὰ κάμωσι τὴν αὐτὴν προσφοράν. Ἐγὼ ἐν τούτοις μόνον ἀμύνομαι καὶ δικαιωματικῶς ἀντικρούω καὶ διαψεύδω τοὺς ὑπεναντίους. Λέγω, ὅτι τὸ ζήτημα τότε δὲν ἦτο τῆς ἐκλογῆς τῶν Καλαβρύτων, ἀλλὰ τὸ ἄλλο, ἂν τοὐτέστι θὰ ἐπανερχώμεθα εἰς τὰ δεδικασμένα. Τὴν ἄλλην ἡμέραν ἠρχόμην νὰ ψηφίσω καὶ ἐγὼ ὅπως ἔπρεπε, καὶ μάρτυρες εἶναι μάλιστα ὁ Κ. Λειβαδᾶς καὶ ὁ Κ. Παδοβᾶς, τὸν ὁποῖον ἀπήντησα, καὶ εἶπα νὰ ἐπιστρέψωμεν ὀπίσω νὰ ὑποστηρίξωμεν τὴν χθεσινὴν ψῆφόν μας· βλέπετε πῶς ἡ γλῶσσά σας προέδραμε, καὶ σφάλλετε;
§199ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, εἶναι σπουδαῖον· ἀφορᾷ τὸ Σύνταγμα· ἑρμηνεύει, ἢ, μᾶλλον εἰπεῖν, ἀνατρέπει ῥιζηδὸν τὸ 56 ἄρθρον· ἀπαιτεῖται λοιπὸν προσοχὴ, διότι, ἂν ἡμεῖς σήμερον ζητήσωμεν νὰ κολαφίσωμεν ἀμέσως ἢ ἐμμέσως τὸ ἄρθρον τοῦτο, αὔριον θὰ κολαφίσωμεν τὸ ἄλλο, καὶ κατόπιν τὸ ἕτερον, καὶ τοιουτοτρόπως θὰ γίνωμεν ἡμεῖς, οἱ φύλακες τοῦ Συντάγματος, ἀνατροπεῖς καὶ σφαγεῖς αὐτοῦ. Προσέξατε· μὴ πρὸς Θεοῦ ἐγγίσετε τὸ παλλάδιον τοῦτο, ὅπερ καὶ μόνον ἐστὶν ἡ ἐσχάτη παρηγορία μας· σᾶς ἐξορκίζω καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ θίξωμεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, διότι δὲν ἠξεύρομεν τί γίνεται αὔριον. Ἐκεῖνο δὲ, τὸ ὁποῖον εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς, ὅτι ὁ βουλευτὴς εἶναι ἀπόλυτος εἰς τὰς ἐνεργείας καὶ εἰς τὰς πράξεις του, δὲν εἶναι ὀρθὸν, καὶ τὸ ἀποκρούω μὲ ὅλην τὴν δύναμιν τῆς φωνῆς μου· ὁ Βουλευτὴς εἶναι μάλιστα δεσμευμένος πλέον παντὸς ἄλλου ἀπὸ τὸ Σύνταγμα· εἶναι μάλιστα τύπος αὐτοῦ καὶ ὀφείλει νὰ ᾖναι ὁ τύπος τῆς πρὸς τοὺς νόμους ὑποταγῆς. Τὰ Συντάγματα καὶ οἱ νόμοι εἶναι ἔργα τῶν ἀθανάτων ἡμῶν προγόνων· ἐξ αὐτῶν τὰ παρέλαβον τὰ τότε βάρβαρα ἔθνη, καὶ ἐπολιτίσθησαν καὶ ἐμεγαλύνθησαν σήμερον· καὶ ἡμεῖς τί ποιοῦμεν; ἀποκρούομεν τὰ σοφὰ ἔργα ἀπομιμούμενοι τὰ ἀποκυήματα τῆς τότε αὐτῶν βαρβαρότητος. Ἐν παντὶ Συντάγματι γέγραπται τὸ Σπαρτιατικὸν σύνθημα, ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τὰν, ἤγουν τὸ ναί, ἢ τὸ οὐ. Τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα εἶναι μία διηνεκὴς ἠθικὴ πάλη· ὅθεν καὶ δὲν ἐπιτρέπει ποτὲ εἰς οὐδένα τὸ λειποτακτεῖν, ποτὲ τὸ ἀρνεῖσθαι ψῆφον· ἄρα πᾶς ὁ τἀναντία ποιῶν λογίζεται λειποτάκτης καὶ κατὰ τὸν Πλάτωνα ἐχθρὸς τῆς πατρίδος ἄσπονδος. Τί λοιπὸν ποιητέον ἵνα ἀποτρίψωμεν τὸ ὄνειδος τῆς λειποταξίας; Προτείνω ἵνα τεθῇ ὡς ῥήτρα ἐν τῷ κανονισμῷ, «ὅτι εἰς μόνον τοὺς δειλοὺς ἐπιτρέπεται ἡ ἄρνησις ψήφου·» καὶ τότε οὐδεὶς θὰ καταδεχθῇ νὰ φανῇ τοῦ ἄλλου ὑποδεέστερος, οὐδεὶς θὰ λειποτακτήσῃ, οὐδεὶς θὰ ἀρνηθῇ ψῆφον.
§200ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§201Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν ἀποβλέπω εἰς ὅσα εἶπεν ὁ Κ. Σακελλαριάδης· εἰξεύρετε, ὅτι οἱ πρόγονοί μας ἔλεγον ἔξεστι Κλαζομενίοις ἀσχημονεῖν, καὶ ὅστις θέλει νὰ προσβάλλῃ τοῦ δίδω πληρεξουσιότητα.
§202ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὰ εἰδικὰ προνόμια δὲν μεταβιβάζονται διὰ πληρεξουσιότητος (γέλως).
§203Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐγὼ ἀμύνομαι καὶ ἡ ἄμυνα εἶναι πρᾶγμα ἱερόν. Προβαίνω εἰς τὸ ζήτημα τὸ σημερινόν. Δὲν ἔμεινεν εἰς τὴν περιωπὴν τῆς θεωρίας τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἐπασχολεῖ· ἐξ ἀρχῆς εἶναι ἀδύνατον νὰ φθάσωμεν εἰς τὴν λύσιν τοῦ ζητήματος. Ἠκούσατε τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα, ὅστις εἶπεν, ὅτι εἶναι δειλὸς ὅστις ἀρνεῖται ψῆφον· αὐτὸ βέβαια δὲν ἀπετείνετο εἰς ἐμὲ, διότι οὐδέποτε ἠρνήθην ψῆφον, οὐδὲ ἔχω ποτὲ ἀπόφασιν νὰ ἀρνηθῶ, καὶ ὅστις εὑρέθη εἰς τὴν 9ην Βουλὴν τὴν Ἰόνιον εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπονομασθῇ δειλός. Ἐὰν ἀποτείνεται εἰς ἄλλους, ἐγὼ λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ ὑπερασπίσω αὐτοὺς, διότι νομίζω, ὅτι ἐκπληρῶ τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν νόμον. Δὲν πρόκειται, ὦ βουλευταὶ, περὶ δειλίας καὶ λειποταξίας, δὲν πρόκειται περὶ ἀρνήσεως ψήφου δι’ ἕνα σκοπὸν ἰδιοτελῆ· ὄχι· ἡ ἄρνησις τῆς ψήφου εἶναι δυνάμει τοῦ Συντάγματος καθῆκον ἱερὸν ὅταν ὁ βουλευτὴς ψηφίζῃ κατὰ συνείδησιν· ἡ ἄρνησις τῆς ψήφου βοηθεῖ μάλιστα τὸ Σύνταγμα, εἶναι συνέπεια τῆς σχετικῆς πλειονοψηφίας. Καὶ λοιπὸν τί εἶναι ἡ σχετικὴ πλειονοψηφία καὶ ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία; Διότι, ὅταν σᾶς ἀποδείξω, ὅτι εἶναι συνήθεια τῶν μερίδων τῆς πλειονοψηφίας, καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ ἔρχηται ἕκαστος καὶ νὰ λέγῃ δειλὸν τὸν ἄλλον, διότι τὴν στιγμὴν, ὅπου εἶχε συμφέρον, δὲν εὗρε βοηθὸν τὴν ψῆφόν του, ἡ ἄρνησις, λέγω, προέρχεται ἀπὸ πεποίθησιν τοῦ βουλευτοῦ. Ἀπόλυτος πλειονοψηφία εἶναι τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς ὅλων τῶν ψήφων τῶν βουλευτῶν. Τί εἶναι ἡ σχετική; Ἡ σχετικὴ ἐτέθη εἰς τὰ Συντάγματα καὶ εἰς ὅλους τοὺς νόμους περὶ ψηφοφοριῶν, διότι πολλάκις δὲν ψηφίζεται τὸ ναί, ἢ τὸ ὄχι, ἀλλὰ πολλαὶ προτάσεις, πολλὰ ἀντικείμενα, πολλὰ θέματα.
§204ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Συγχρόνως ποτὲ δὲν ψηφοφοροῦνται πολλαὶ προτάσεις.
§205ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Θέλω σᾶς τὸ ἀποδείξει. Ὁ νόμος ἔθεσεν αὐτὸ, καὶ τὸ ἐσυζήτησα κατ’ ἰδίαν μὲ τὸν Κ. Κεχαγιᾶν καὶ ἐπείσθη· ὁ νόμος ἐπρόβλεψε τὰς περιστάσεις ἐκείνας, καθ’ ἃς πρέπει νὰ γείνῃ ψηφοφορία εἰς πολλὰς προτάσεις, καὶ αὐταὶ αἱ περιστάσεις εἶναι εἴτε προσωπικαὶ, εἴτε πραγματικαί· ψηφοφοροῦνται παραδείγματος χάριν 10 πρόσωπα διὰ τὴν θέσιν τοῦ προέδρου· καὶ εἰς τὰ πράγματα ἐπίσης, ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ψηφίσῃ μισθοὺς· γίνεται ψηφοφορία καὶ ὁ μὲν ψηφίζει 100, ὁ δὲ 90 κτλ. Ὅταν ἠγόρευον ἐπὶ τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ συντάγματος, δὲν ἔλαβον ποσῶς ὑπ’ ὄψιν τὴν πλειονοψηφίαν, διότι ψηφοφοροῦντες ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ κανονισμοῦ τὸ ναὶ ἢ τὸ ὄχι, ἡ λέξις αὐτὴ τοῦ Συντάγματος ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας μένει ἄνευ σημασίας, καὶ τότε ἔχει σημασίαν, ὅταν ἡ πλειονοψηφία ἀποβλέπῃ τὴν σχετικὴν πλειονοψηφίαν, ἐὰν ψηφίζῃ τὸ ναὶ, ἢ τὸ ὄχι· τουτέστιν ἔχομεν 181 Βουλευτὰς, ἡ πλειονοψηφία εἶναι 91· 70 ψηφίζουσιν ὑπὲρ καὶ 22 κατὰ· ὑπάρχει ἀπαρτία, διότι ἔχομεν 91· ὑπάρχει καὶ ψηφοφορία; Ὑπάρχει, διότι ἔχομεν 70, καὶ ἡ ψηφοφορία εἶναι κανονικὴ δυνάμει τοῦ Συντάγματος. Ὑποθέσατε, ὅτι δὲν παρευρίσκονται εἰς τὴν συνεδρίασιν αὐτὴν οἱ 70 ὑπὲρ καὶ 22 κατὰ· ἀλλὰ καὶ οἱ 92 οἱ ἀρνούμενοι ἐὰν εὑρίσκωνται παρόντες ἢ ὄχι, ἐνδιαφέρουν τὴν ψηφοφορίαν; Ἐὰν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ παρουσία τῶν 92 ἀλλοιώνει τὸ ἀποτέλεσμα τῶν 70 καὶ 22, εἶναι παραλογισμός· ἐὰν καθ’ ὑπόθεσιν αὐτοὶ οἱ 92 οἱ ἀρνούμενοι δὲν ἀρνοῦνται, ἀλλὰ ψηφοφοροῦσιν ἄλλας προτάσεις, εἶναι παρόντες ἢ ὄχι; Εἶναι παρόντες διότι ἐψηφοφόρησαν· ἡ διαφορὰ, εἶναι ὅτι ἀντὶ νὰ ψηφίσωσι τὴν πρότασιν τῶν 72 ἢ τῶν 22, ψηφίζουσιν ἄλλο· ἐντοσούτῳ εἰς τὴν ψηφοφορίαν λογίζονται, καὶ ἂν λογίζωνται εἶναι μηδὲν, διότι διῃρέθησαν εἰς τόσας προτάσεις, ὥστε τὸ ἐξαγόμενον τῆς ψηφοφορίας δὲν ἔχει ἐπιῤῥοὴν νὰ μηδενίσῃ τὴν ψηφοφορίαν τῶν 70 ἢ τῶν 22.
§206ΠΑΔΟΒΑΣ. Πῶς ψηφοφοροῦνται συγχρόνως πολλαὶ προτάσεις;
§207ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς ὅλας τὰς Βουλὰς ψηφίζουν.
§208ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, φέρετέ μας ἓν παράδειγμα.
§209ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰπέτε μου καὶ σεῖς πότε εἶναι ἀπόλυτος πλειονοψηφία;
§210ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὅταν 50 ᾖναι ὑπὲρ τῆς μιᾶς γνώμης, 40 ὑπὲρ τῆς ἄλλης, καὶ δέκα ἀρνοῦνται, δὲν ὑπάρχει πώποτε ἡ ἀπόλυτος πλειονοψηφία.
§211ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Καὶ ὅταν ᾖναι σχετικὴ πλειονοψηφία, ὑπάρχει ψηφοφορία;
§212ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ὑπάρχει.
§213ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὑπάρχει· ὅταν γίνεται ἐκλογὴ τῶν ἀντιπροέδρων διὰ σχετικῆς πλειονοψηφίας, τότε ἐνδέχεται νὰ μὴν ᾖναι πλειονοψηφία τῆς ὅλης Βουλῆς (θόρυβος). Ἡμεῖς σχετικὴν πλειονοψηφίαν λέγομεν τοῦτο, ὁσάκις ὑπάρχει πλειονοψηφία εἰς μίαν ψηφοφορίαν εἰς τὴν ὁποίαν διαιροῦνται αἱ ψῆφοι καὶ δὲν ὑπάρχει πλειονοψηφία ἀπόλυτος, καὶ ὑποθέτω τότε, ὅτι ψηφοφοροῦνται περισσότεραι προτάσεις παρὰ δύω.
§214ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν γίνεται αὐτὸ ποτέ.
§215ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὁπωσδήποτε ἐγὼ δύναμαι νὰ ἐρωτήσω ἐν τίνι λόγῳ καὶ δικαιώματι θέλετε τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον νὰ τοὺς ἀποδώσητε εἰς τὴν μὴ πλειονοψηφίαν;
§216ΠΟΛΛΟΙ. Τοὺς θεωροῦμεν ὡς παρόντας.
§217ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὅταν ᾖναι ὡς παρόντες, δύνανται καὶ νὰ μὴ λογίζωνται, καὶ ἐν τοσούτῳ νὰ ὑπάρχῃ ψηφοφορία· ἀλλ’ ἐπειδὴ τοὺς προσθέτετε εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἢ μειονοψηφίαν....
§218ΠΟΛΛΟΙ. Πουθενὰ δὲν τοὺς προσθέτομεν.
§219ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐὰν δὲν τοὺς προσθέτετε, εἴμεθα σύμφωνοι· ἐὰν οἱ 70 καὶ οἱ 22 κάμνουν ἀπαρτίαν τῆς Βουλῆς, οἱ πραγματικῶς ψηφοφορήσαντες, εἴμεθα σύμφωνοι· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς τοὺς 22 τοὺς μειονοψηφοῦντας μᾶς προσθέτετε τοὺς 92 τοὺς ἀρνηθέντας, μηδενίζεται ἡ ψηφοφορία.
§220ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ. 89 μένουν· καὶ ἂν οὗτοι ἔχουν τρίτην γνώμην, τί γίνεται;
§221ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐὰν ὅμως θέλωμεν νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν, πρέπει νὰ ἀποβλέπωμεν εἰς τὴν σχετικὴν πλειονοψηφίαν· ἐὰν θέλητε νὰ τοὺς προσθέσητε τοὺς ἀρνηθέντας εἰς τὴν μειονοψηφίαν, διατί ἡ πλειονοψηφία νὰ μὴν ἀπαιτῇ, ὥστε νὰ τοὺς προσθέσητε εἰς αὐτήν; Ἰδοὺ τὸ νέον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον καθυποβάλλω εἰς τὴν Βουλήν· αὐτὸ τὸ ζήτημα παρουσιάσθη εἰς τὴν πρώτην συνταγματικὴν Βουλὴν τοῦ 1844 καὶ οὐδεὶς διϊσχυρίσθη, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον πρέπει νὰ προστίθενται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν ἢ μειονοψηφίαν, καὶ ἔμεινε τὸ πρᾶγμα ὅπως εἶχε, δηλαδὴ οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον νὰ μὴ λογίζωνται.
§222ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Χαίρω, διότι ἐπαινεῖτε αὐτὰς τὰς Βουλάς· 90 εἶναι, ἔτσι καὶ δὲν ἔχεις τοὺς 46, δὲν ἔχεις πλειονοψηφίαν.
§223ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἰδοὺ νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰ πρακτικά· «Περὶ τὸ τέλος ἡ εἰσαχθεῖσα τροπολογία κτλ.» (Ὅρα πρακτικὰ τῆς Βουλῆς τοῦ 44, δεύτερον τόμον τῆς πρώτης περιόδου.)
§224ΠΟΛΛΟΙ. Αὐταὶ εἶναι γνῶμαι, δὲν εἶναι ἀπόφασις.
§225ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. «Μετὰ ταῦτα ὁ πρόεδρος κτλ. Δηλαδὴ δὲν θεωροῦνται οὔτε ὡς πλειονοψηφοῦντες, οὔτε ὡς μειονοψηφοῦντες, οὔτε ὡς ψηφοφοροῦντες.
§226ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ κύριε, πρόεδρε.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ βουλευτοῦ Καρυστίας ἐγένετο ἀρκετὴ συζήτησις, ἡ δὲ πρότασις αὕτη, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον νὰ μὴ καταλογίζωνται, ἡ πρότασις αὕτη ζητεῖται νὰ προστεθῇ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 15 τοῦ ὑπὸ συζήτησιν κανονισμοῦ. Τὸ ἄρθρον 15 ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν. Ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἀποῤῥίπτεται. Τὸ ζήτημα θὰ τεθῇ ὡς ἑξῆς· «Οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον νὰ μὴ λαμβάνωνται ὑπ’ ὄψιν ὡς παρόντες.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν τοῦ Κ. βουλευτοῦ Καρυστίας νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι.) Ἀπεῤῥίφθη. Μένει τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει.
§228ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐννοεῖται τὸ ἄλλο, ὅτι καταλογίζονται καὶ πρέπει νὰ προστεθῇ.
§229Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, διὰ τῆς ἀποφάσεως αὐτῆς τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Βουλευτοῦ Καρυστίας διατρέχομεν ἐπίσης τὸν κίνδυνον, ὁσάκις μία ἐκλογὴ παρουσιάσει τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον παρουσιάσθη ἤδη εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν Καλαβρύτων, νὰ ἔχωμεν τὰς αὐτὰς συζητήσεις καὶ τὰς αὐτὰς σκέψεις. Διὰ τοῦτο σᾶς παρακαλῶ νὰ προκληθῇ ἡ ἀπόφασις τῆς Βουλῆς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου χωρὶς ποσῶς νὰ θίξῃ οὐδὲ κατὰ κεραίαν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, νὰ ἐννοήσωμεν ἓν πρᾶγμα, ὅτι εἰς τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, εἴτε εἰς τὴν διὰ ψηφοδελτίων οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον ἤ οἱ θέτοντες εἰς τὴν κάλπην λευκὰ ψηφοδέλτια καταλογίζονται εἰς τὴν διαλογὴν τῶν ψήφων.
§230ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§231Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ ἰσχυρισθέντες προτήτερα, ὅτι δὲν πρέπει νὰ προστεθῇ τίποτε εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν ἔλεγον, ὅτι ἀντιβαίνει εἰς τὸ Σύνταγμα· τώρα ἀντιστρόφως λέγουν, ὅτι συμβιβάζεται. Βεβαίως αὐτὸ ἐννοεῖται ἐκ τῆς ἀποῤῥίψεως τῆς προτάσεως.
§232ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ὄχι, ὄχι, νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§233ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ θεωροῦντες τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον ὡς παρόντας νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Παρεδέχθη, ὅτι θεωροῦνται ὡς παρόντες.
§234ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Καὶ λογίζονται εἰς τὴν ψηφοφορίαν.
§235ΤΙΝΕΣ. Παρῆλθεν ἡ ὥρα.
§236Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐγὼ σᾶς παρεκάλεσα καὶ προτήτερα νὰ θέσητε εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς τὴν ἰδέαν ὅπως τὴν ἐξέφρασα, καὶ δι’ αὐτὸ τὴν ἔκαμα ἔγγραφον. Λέγω καὶ προτείνω ὅπως οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον εἴτε εἰς τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, εἴτε εἰς τὴν διὰ ψηφοδελτίων, καταλογίζονται εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ψήφων.
§237ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ παρεδέχθη.
§238ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἄλλο τὸ ζήτημα ἐὰν θεωρῶνται παρόντες, καὶ ἄλλο τὸ ζήτημα ἐὰν πρέπει νὰ καταλογίζωνται.
§239ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐγὼ δὲν συμμερίζομαι αὐτὴν τὴν γνώμην. Παρακαλῶ, Κύριοι, δύο στιγμὰς προσοχῆς· ἔλαβον τὸν λόγον, ἐπειδὴ ἤκουσα νὰ λέγουν, ὅτι εἶναι ἡ ὥρα νὰ τελειώσωμεν τὰς ἐργασίας. Ἀπὸ ἐφημερίδος τινὸς πληροφοροῦμαι, ὅτι ὁ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργὸς τῆς Ἀγγλίας κόμης Ῥῶσελ ἔπεμψε πρὸς τὸν ἐνταῦθα πρεσβευτὴν τῆς Αὐτῆς Μεγαλειότητος ἐπιστολήν τινα ἀφορῶσαν τὰ ἡμέτερα πράγματα· ἐν τῇ ἐπιστολῇ του ταύτῃ, πεμφθείσῃ, ὡς μανθάνομεν, συνεπείᾳ μυστικῶν ἀναφορῶν τῶν προκρίτων Ζακύνθου καὶ Κερκύρας πρὸς τὴν Α. Μ. τὴν Βασίλισσαν Βικτωρίαν περὶ τῆς ἐλεεινῆς τοῦ τόπου διοικήσεως καὶ τῆς ἐν αὐτῷ δεσποζούσης φαυλοκρατίας....
§240ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ποία ἐφημερὶς εἶναι αὐτὴ;
§241ΠΑΔΟΒΑΣ. Ὁ Ἐθνοφύλαξ· ἠμποροῦσα δικαίως νὰ εἴπω, ὅτι τὰ δημοσιευόμενα παρὰ τῶν ἐφημερίδων δὲν ἔχονται πάντοτε ἀληθείας, ἀλλὰ πολλάκις εἶδα, ὅτι ἐπηλήθευσαν, καὶ ἐπειδὴ, Κύριοι, εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον συμπεριλαμβάνεται καὶ ἡ Κέρκυρα, ἐγὼ μὴ τὸ ἀποδώσητε εἰς τίποτε ἄλλο παρὰ εἰς τὴν προθυμίαν νὰ ὑπηρετήσω τὸ κατὰ δύναμιν αὐτήν μου τὴν πατρίδα· θὰ λάβω πάντοτε τὸν λόγον, ὅταν πρόκειται περὶ Κερκύρας, θὰ ἦμαι πάντοτε Βουλευτὴς ὅλου τοῦ ἔθνους καὶ ἂν μὴ ἔχῃ χρείαν ἀπὸ ἐμέ· ἐπειδὴ λοιπὸν πρόκειται καὶ περὶ Κερκύρας καὶ ἤκουσα νὰ λέγωνται περὶ ἀναφορᾶς προκρίτων καὶ ἐπικρίσεως τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως περὶ ἀναρχικῶν κινημάτων, δι’ αὐτὸ ἐπιθυμῶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ εὐαρεστηθῇ νὰ ἀπαντήσῃ εἰς αὐτὰς τὰς δύω ἐρωτήσεις· πρῶτον εἶναι ἐπισήμως γνωστὸν, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὑπάρχουν ἢ ὅτι παρεπέμφθησαν παρὰ τῆς Ἀγγλικῆς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν αὐτὰ τὰ ὑπομνήματα; καὶ ἂν τοῦτο ἦναι ἀληθὲς, δεύτερον, αὐτὰ τὰ ὑπομνήματα ἀποβλέπουν τὴν Κέρκυραν καὶ Ζάκυνθον, καὶ τρίτον, ἐὰν ἀποβλέπουν καὶ ἂν ὑπάρχουν, τί ἀπαιτεῖ ὁ ὑπουργὸς τῶν ἐξωτερικῶν τῆς Ἀγγλίας; Παρακαλῶ, κ. ὑπουργὲ, νὰ εὐαρεστηθῆτε νὰ μᾶς δώσητε ἀπάντησιν, καὶ προσέτι, ἐὰν ὑπάρχῃ τὸ ὑπόμνημα, ἀπαιτῶ νὰ τεθῇ ἐπὶ τῆς τραπέζης.
§242ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κύριε Πρόεδρε, ἀδύνατον εἶναι σήμερον νὰ δώσωμεν καμμίαν ἀπάντησιν, ἀφ’ οὗ μάλιστα ἡ ὑπόθεσις ἀφορᾷ τὸν ὑπουργὸν τῶν ἐξωτερικῶν καὶ πρέπει νὰ ᾖναι αὐτὸς παρών.
§243ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 16 τοῦ κανονισμοῦ. «Ἄρθρον 16. Ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, συναινέσει δὲ τῆς Βουλῆς τὸ τέλος αὐτῶν. Ἀπαγγέλλων δὲ τὸ τέλος προσδιορίζει συγχρόνως, ἐπινεύσει τοῦ Σώματος, τὴν ἡμέραν καὶ τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης. Ἡ ἡμερησία διάταξις ἐκτίθεται εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς.»
§244ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§245ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 17. «Ἄρθρον 17. Αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται τακτικῶς τὴν 10 Π. Μ. ὥραν· ὀφείλουσι δὲ νὰ παρευρίσκωνται κατ’ αὐτὴν ἀπὸ τῆς ἀρχῆς μέχρι τέλους πάντες οἱ Βουλευταί. Οἱ ὁπωσδήποτε κωλυόμενοι νὰ παρευρεθῶσιν εἴς τινα τῶν συνεδριάσεων ἢ ἀναγκαζόμενοι, διαρκούσης, ν’ ἀποχωρήσωσι, γνωστοποιοῦσιν εἰς τὸν Πρόεδρον, οἱ μὲν, πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως, οἱ δὲ, ἐν καιρῷ, τὰ ἑαυτῶν κωλύματα. Τὰ ὀνόματα τῶν ἄνευ τοιαύτης γνωστοποιήσεως μὴ ἐμφανιζομένων ἢ ἀποχωρούντων τῶν συνεδριάσεων, δημοσιεύονται διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς. Οἱ ἐν τοῖς παρακειμένοις τῇ αἰθούσῃ τῶν συνεδριάσεων δωματίοις βουλευταὶ, καλούμενοι παρὰ τοῦ Προέδρου διὰ τῶν κλητήρων, ἐπανέρχονται ἀμέσως εἰς τὴν αἴθουσαν.»
§247ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθουν;
§248ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἂν δὲν ἐπανέλθουν, κ. Πρόεδρε, ἐπαναλαμβάνομεν τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν εἴχαμεν εἰς τὸν προσωρινὸν κανονισμὸν, ὅτι θεωροῦνται παρόντες· καὶ προτείνω νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν διάταξιν αὐτήν.
§249Κ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ποῦ θὰ ὑπάγουν νὰ τοὺς εὕρουν, ἐὰν ἐδῶ ᾖναι 25 μόνον καὶ ὑποτεθῇ, ὅτι εἶναι εἰς τὰ δωμάτια 125;
§250ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι μὲ τὴν προσθήκην τὸ 17 ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§251ΤΙΝΕΣ. Δὲν παρεδέχθη, δὲν ἠκούσαμεν.
§252ΠΡΟΕΔΡΟΣ. «Οἱ ἐν τοῖς δωματίοις κύριοι Βουλευταὶ εἰδοποιοῦνται νὰ προσέλθουν εἰς τὰς ἕδρας των καὶ μὴ ὑπακούοντες θεωροῦνται ὡς παρόντες.»
§253ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην αὐτὴν λέγουν Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν Ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§255ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη τὴν προσθήκην διὰ ψήφων 64 κατὰ 50.
§256ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀφοῦ ἐπὶ τῆς διατάξεως αὐτῆς ἡ Βουλὴ παρεδέχθη μίαν διάταξιν, ἡ ὁποία εἶναι ἐναντία τῆς ἀληθείας (θόρυβος), εἶναι ἀνάγκη τώρα νὰ προσδιορίσωμεν καὶ τὸν τρόπον διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἐπαληθεύεται ἡ ὕπαρξις βουλευτῶν εὑρισκομένων ἐν τοῖς δωματίοις. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 18. «Ἄρθρον 18. Πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ἀναγινώσκεται μεγαλοφώνως ὑφ’ ἑνός τῶν γραμματέων κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν τῶν ἐπωνύμων ὀνομαστικὸς κατάλογος τῶν Βουλευτῶν, ἐν ᾧ σημειοῦνται ἀκριβῶς τὰ ὀνόματα τῶν ἀπόντων. Ὁ κατάλογος οὗτος ὑπογραφόμενος ὑπό τε τοῦ Προέδρου καὶ δύο γραμματέων κατατίθεται εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς.»
§257ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἦτο ὀρθότερον νὰ γίνεται ἡ ἐκφώνησις τοῦ καταλόγου κατὰ τὴν ἀλφαβητικὴν τάξιν τῶν ἐπαρχιῶν καὶ ὄχι τῶν ὀνομάτων διὰ νὰ μὴν ἐπέρχηται σύγχυσις.
§258ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§259ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19. «Ἄρθ. 19. Ἀρξαμένης τῆς συνεδριάσεως μόνοι οἱ βουλευταὶ καὶ οἱ ὑπουργοὶ διαμένουσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ. Οἱ ὑπάλληλοι τῆς Βουλῆς καὶ οἱ εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἐν τῇ αἰθούσῃ τεταγμένοι κλητῆρες δύνανται νὰ διαμένωσιν ἐν τῇ αἰθούσῃ ἢ νὰ εἰσέρχωνται εἰς αὐτὴν, ἐφ’ ὅσον ἡ ἀνάγκη τῆς ὑπηρεσίας τὸ ἀπαιτεῖ.»
§260ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§261ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 20. «Ἄρθρ. 20. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου ἀναγινώσκονται ὑφ’ ἑνὸς τῶν γραμματέων τὰ πρακτικὰ τῆς προλαβούσης συνεδριάσεως. Κατὰ δὲ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν, ἐὰν γίνῃ παρά τινος τῶν βουλευτῶν ἀντίῤῥησίς τις κατὰ τῆς συντάξεως αὐτῶν ἢ κατὰ τῶν διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς δημοσιευθέντων πρακτικῶν, ὁ πρόεδρος ἐπιτρέπει τὴν ἐπὶ τούτου συζήτησιν, προκαλῶν κατὰ πρῶτον τοὺς γραμματεῖς ἵνα δώσωσι τὰς ἀναγκαίας διασαφήσεις. Μετὰ τὴν συζήτησιν ταύτην προκαλεῖται ἡ ἐπὶ τῆς ἀντιῤῥήσεως ἀπόφασις τῆς Βουλῆς, καὶ κατ’ αὐτὴν διορθώνονται τὰ πρακτικὰ ἢ καὶ τὰ διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς δημοσιευθέντα.»
§262ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὰ στενογραφήματα, τὰ ὁποῖα δημοσιεύονται διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς, πρῶτον τυποῦνται πολὺ βραδέως, καὶ δεύτερον δὲν ἀναγινώσκονται ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει, ἑπομένως καμμία διόρθωσις δὲν εὐμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ ἐπ’ αὐτῶν· αὕτη ἡ ἰδία διάταξις ὑπῆρξεν εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς Συνελεύσεως, καὶ ὅμως οὐδέποτε ἐφηρμόσθη· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ περιορισθῶμεν μόνον εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν.
§263ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Νὰ μὴ ὑπάρχῃ στενογραφία;
§264ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὄχι, νὰ ὑπάρχῃ, ἀλλὰ διόρθωσις δὲν εἰμπορεῖ νὰ γίνῃ, ἑπομένως τὸ μέρος αὐτὸ, τὸ ἀναφερόμενον εἰς τὴν διόρθωσιν τῶν διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Βουλῆς δημοσιευομένων στενογραφημάτων, ν’ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς διάταξις ἀνεφάρμοστος.
§265Π. ΚΥΡΙΑΚΟΣ. Παρατηρῶ, ὅτι ἡ Ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς εἶναι ἡμιεπίσημον ἔγγραφον· ἑπομένως, ὅταν δημοσιεύωνται τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ ὅλως ἠλλοιωμένα, νομίζω, ὅτι ἔχει τις δικαίωμα νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Βουλῆς τὴν διόρθωσιν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις αὐτὴ πρέπει νὰ μείνῃ.
§266ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου. Θεωρῶ ὅτι τῳόντι τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι ἄσκοπον· αὐτὸ μετεφράσθη ἐκ κανονισμῶν ἄλλων ἐπικρατειῶν, ὅπου τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ δημοσιεύονται τὴν ἐπαύριον καὶ εἶναι γνωστὰ καθ’ ἣν ἐποχὴν ἀναγινώσκονται τὰ ἐπίσημα πρακτικά· ἀποβλέπει δὲ τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὥστε συζητήσεως γενομένης περὶ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, νὰ δύναται ταὐτοχρόνως ὁ Βουλευτὴς ν’ ἀναφέρηται εἰς τὰ στενογραφήματα ἡμεῖς ὅμως ἐδῶ εἰξεύρετε, ὅτι εἶναι ἀδύνατον τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ νὰ ἦναι ἕτοιμα τὴν ἐπαύριον· παρέρχονται πολλάκις ὀκτὼ ἡμέραι καὶ 15 καὶ εἷς μήν. Ἑπομένως αὐτὴ ἡ διάταξις εἶναι ἀνωφελὴς, καὶ εἶναι καὶ ἐπιβλαβὴς, διότι εἰμπορεῖ νὰ νομίζῃ τις, ὅτι μετὰ ἕνα μῆνα δύναται νὰ ζητήσῃ τὴν διόρθωσιν· δυνάμεθα βεβαίως πάντοτε νὰ ἔχωμεν τὸ δικαίωμα νὰ ζητῶμεν διόρθωσιν, ἀλλ’ ὄχι εἰδικὸν δικαίωμα.
§267ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Τρικούπη, ἀλλὰ τότε πρέπει αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς νὰ μὴ ὑπάρξῃ, διότι αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς ἔχει τι ἡμιεπίσημον, διότι συντηρεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς· δὲν δημοσιεύει παρὰ τὰ πρακτικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ὀνομάζονται στενογραφημένα. Κατὰ συνέπειαν ἢ ἡ ἐφημερὶς νὰ μὴν ὑπάρξῃ, ἢ ἂν ὑπάρξῃ, πρέπει νὰ διορθῶνται τὰ πρακτικά.
§268ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω, Κύριοι, νὰ μένῃ ἡ ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς· καὶ αὐτὸ εἶναι ἔτι μᾶλλον ἀναγκαῖον, ἀφοῦ τὰ πρακτικὰ τὰ ἐπίσημα εἶναι τόσον συνοπτικὰ, ὥστε ἀπὸ τὴν ἀνάγνωσιν αὐτῶν δὲν δύναται κανεὶς νὰ ἐννοήσῃ οὔτε σχεδὸν τὶ ἐῤῥέθη ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου. Εἶναι λοιπὸν ἀπαραίτητος ἀνάγκη ἡ ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς νὰ ὑπάρχῃ, καὶ ἐὰν ἦναι ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς, ἔχει, Κύριοι, κἄτι τι ἐπίσημον, καὶ ἂν ἔχῃ κἄτι τι ἐπίσημον, πρέπει ἅπαντες νὰ ἐνδιαφερώμεθα, ὥστε ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τυποῦνται καὶ δημοσιεύονται, νὰ ἦναι τοὐλάχιστον ἀκριβῆ, νὰ συμπίπτουν μὲ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα καθεὶς ἐξ ἡμῶν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου τούτου εἶπε. Τώρα ἂς ὑποθέσωμεν, Κύριοι, ὅτι ἐσυζητήθη τὸ δεῖνα ἀντικείμενον· ἠγόρευσαν ἐπ’ αὐτοῦ δύω, τρεῖς, τέσσαρες βουλευταὶ, καὶ ὅταν δημοσιευθῇ καὶ τυπωθῇ αὐτὴ ἡ ἐπίσημος ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς, καταστρέφεται ἡ ἔννοια τοῦ λόγου τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου· δὲν λέγω, ὅτι νὰ ἔγεινεν αὐτὸ διὰ δόλου, εἰμπορεῖ νὰ ἔγεινεν ὡς ἐξ ἀπροσεξίας. Εἶναι καλὸν, Κύριοι, ἐὰν ἐγὼ εἶπον, ὅτι σήμερον εἶναι ἡμέρα, νὰ βλέπω γεγραμμένον καὶ δημοσιευμένον εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὑπεστήριξα ὅτι εἶναι νύξ; ἂν αὐτὸ τὸ ἔγγραφον ἀνεγινώσκετο μόνον ἐδῶ, ἴσως οἱ παρακαθήμενοι ἤθελον μὲ δικαιολογήσει, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ἔγγραφον μεταβαίνει εἰς τὰς ἐπαρχίας ὅλας τοῦ κράτους, καὶ μεταβαίνει καὶ εἰς τὰς οἰκείας ἡμῶν ἐπαρχίας. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐὰν ἦναι ἐπίσημος ἡ ἐφημερὶς τῆς Βουλῆς, καὶ ἂν αὐτὴ δημοσιεύηται καὶ τυποῦται, ἀναγκαῖον καθίσταται νὰ ζητήσω καὶ ἐγὼ τὴν διόρθωσιν· ἀλλὰ λέγει τις τῶν ἀγορευσάντων, ὅτι τυποῦται καὶ δημοσιεύεται βραδέως, καὶ ὡς ἐκ τούτου δὲν εἴμεθα εἰς κατάστασιν νὰ ἐξασκήσωμεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἐξασκοῦμεν ἀπέναντι τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, τὰ ὁποῖα ἀναγινώσκομεν τὴν δευτέραν ἡμέραν τῆς συζητήσεως· ὅσον δὲ βραδέως καὶ ἂν τυποῦνται, ποτὲ δὲν θὰ παρέλθῃ μία ἑβδομὰς, καὶ ἑπομένως εἴμεθα εἰς κατάστασιν ἅπαντες, ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει ἀρκετὸν μνημονικὸν, ὥστε νὰ ἐνθυμηθῇ τί εἶπε πρὸ 10 ἢ 12 ἡμερῶν· καὶ ἐγὼ θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν ἔντιμον μαρτυρίαν ἁπάσης τῆς Βουλῆς, ἵνα συνδράμῃ πρὸς ἐπιδιόρθωσιν. Οὕτω γίνεται καθ’ ἡμέραν εἰς ὅλας τὰς ἐφημερίδας· ἐτύπωσέ τις ἐναντίον μου, ἔχω τὸ δικαίωμα νὰ τὸν προσκαλέσω νὰ τὸ διορθώσῃ, καὶ ἐκεῖνος καὶ μετὰ 15 ἡμέρας δύναται νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ· τὸ αὐτὸ καὶ εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Βουλῆς δύναται νὰ γείνῃ.
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 20 ἄρθρον ὡς ἔχει, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἀνεγνώσθησαν τὰ ἄρθρα 21 ἕως 33 καὶ παρεδέχθησαν δι’ εἰδικῆς ἀναστάσεως ἕκαστον ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρον 21. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν ὁ Πρόεδρος ἀνακοινόνει εἰς τὴν Βουλὴν ἅπαντα τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ διαγγέλματα, προτάσεις, ὑπομνήματα ἢ ἄλλα ἔγγραφα. Ἄρθρον 22. Ὁ Πρόεδρος μετὰ ταῦτα ἀπαγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως, καὶ προκαλεῖ τὴν ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος, καθ’ ἣν ἐτάχθησαν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει σειράν. Ἄρθρον 23. Οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν δύναται ν’ ἀγορεύσῃ πρὶν ἢ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παρὰ τοῦ Προέδρου τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· συζήτησις δὲν περατοῦται πρὶν ἢ ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον, ἂν δὲν παραιτηθῶσιν αὐτοῦ. Μετὰ τοῦτο ὁ πρόεδρος κηρύττει ἀποπερατωμένην τὴν συζήτησιν. Τὸν ἀγορεύοντα διαδέχεται πάντοτε ὁ ἀντιλέγων κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἐγγραφῆς του, ἐὰν ὑπάρχῃ. Ὁ θέλων, διαρκούσης τῆς συζητήσεως, νὰ ἀπαντήσῃ εἰς λόγον προσωπικόν, ζητεῖ τὴν ἄδειαν τοῦ Προέδρου, ἀλλ’ ὀφείλει νὰ περιορισθῇ εἰς μόνον τὸ προσωπικὸν ζήτημα, μεθ’ ὃ ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις. Ἄρθρον 24. Πᾶς βουλευτὴς δὶς μόνον ἀγορεύει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, πλὴν ἂν ἡ Βουλὴ ἐρωτηθεῖσα παρὰ τοῦ Προέδρου, ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ τρίτου· τὸ αὐτὸ θέλει γίνεσθαι, ὅταν θελήσῃ νὰ ἀγορεύσῃ ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος. Ἄρθρον 25. Οἱ λαβόντες τὸν λόγον ἀγορεύουσιν ἀπὸ τοῦ βήματος· ἀπὸ τῆς ἕδρας των δὲ μόνον τῇ συγκαταθέσει τοῦ Προέδρου. Ἄρθρον 26. Ἀπαγορεύονται οἱ γραπτοὶ λόγοι. Ἄρθρον 27. Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς βουλευτὰς νὰ διακόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας, ἢ διὰ φωνῆς ἢ διὰ χειρονομιῶν νὰ ἐπιδοκιμάζωσιν ἢ ἀποδοκιμάζωσιν αὐτούς. Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως εἰς τοὺς ἀγορεύοντας νὰ ἐκτρέπωνται εἰς προσβολὰς προσωπικάς. Οἱ τὰς ἀπαγορεύσεις ταύτας παραβαίνοντες ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν παρὰ τοῦ Προέδρου οἴκοθεν ἢ κατ’ αἴτησιν ἑνὸς βουλευτοῦ. Ἄρθρον 28. Οἱ ὑπουργοὶ ἀκούονται ὁσάκις ζητήσωσι τὸν λόγον· ψηφοφοροῦν δὲ μόνον, ἐὰν ὦσι μέλη τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 29. Ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ὅτι παραβιάζονται αἱ διατάξεις τοῦ παρόντος κανονισμοῦ, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλων ἀντικειμένων, ἢ ὅταν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑποστηρίζωσι καὶ δέκα ἄλλοι βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει πρῶτον περὶ τῶν παρεμπιπτόντων τούτων ζητημάτων, εἶτα δὲ περὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου. Ἄρθρον 30. Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ἡ διαίρεσις ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ προέδρου, ὅταν ζητηθῇ παρ’ ἑνὸς τῶν βουλευτῶν. Δύναται δὲ ὁ πρόεδρος νὰ τὴν ἀπαγγείλῃ καὶ οἴκοθεν. Ἀμφιβολίας οὔσης περὶ τοῦ συνθέτου τῶν ζητημάτων, ἀποφασίζει ἡ Βουλή. Ἄρθρον 31. Πᾶς βουλευτής, ταράττων τὴν τάξιν, ἀνακαλεῖται ὀνομαστὶ παρὰ τοῦ προέδρου· ἂν δὲ ἐπιμένῃ, ἐγγράφεται ἡ ἀνάκλησις εἰς τὰ πρακτικά. Ἀπειθοῦντος δὲ αὐτοῦ καὶ περαιτέρω, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει ἅμα τὴν εἰς τὰ πρακτικὰ καταχώρισιν τῆς τε παρεκτροπῆς καὶ τῆς ἀποδοκιμασίας. Ἄρθρον 32. Ἂν ἡ Βουλὴ καταστῇ θορυβώδης, ὁ δὲ πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, ἢ νὰ καταπαύσῃ τὸν θόρυβον διὰ τῆς κρούσεως τοῦ κώδωνος, ἀνίσταται ἀπὸ τῆς ἕδρας αὑτοῦ, προειδοποιῶν οὕτω τὸ Σῶμα, ὅτι θέλει διακόψει τὴν συνεδρίασιν. Ἐὰν καὶ διὰ τούτου δὲν ἐπανέλθῃ ἡ τάξις, διακόπτει τὴν συνεδρίασιν ἐφ’ ὡρισμένην ὥραν, διαρκούσης τῆς ὁποίας οἱ βουλευταὶ ἐξέρχονται τῆς αἰθούσης. Μετὰ παρέλευσιν δὲ τῆς προσδιορισθείσης ὥρας ὁ πρόεδρος κηρύττει ἐπανειλημμένην τὴν συνεδρίασιν. Ἄρθρον 33. Πᾶσα αἴτησις περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως κατὰ τὸ 55 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, γίνεται ἐγγράφως ἢ προφορικῶς, σημειουμένων τῶν ὀνομάτων τῶν αἰτησάντων εἰς τὰ πρακτικά. Εἰς τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις διατηρεῖται ἡ αὐτὴ τάξις τῶν συζητήσεων, ὡς καὶ εἰς τὰς δημοσίας· ἡ δὲ Βουλὴ ἀποφασίζει ἂν τὰ πρακτικὰ τῶν μυστικῶν συνεδριάσεων πρέπει νὰ δημοσιευθῶσι.» Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις, ὥρα 4½.