1865.06.07
1,586 rows · 13,006 words · 159 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 6.
Τῆς 7 Ἰουνίου 1865.
(Δευτέρα).
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Βουλῆς, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας Συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς;
§2ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Καλῶς. Ἐνταῦθα ὁρκίζονταί τινες βουλευταί.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. βουλευτὴς Παρνασσίδος ὑπέβαλε πρότασιν ἐπὶ τοῦ 25 ἄρθρου τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τοῦ προεδρείου· «διαρκούσης τῆς ψηφοφορίας οἱ βουλευταὶ, οἵτινες εὑρίσκονται ἐν τοῖς δωματίοις τῆς Βουλῆς, προσκαλοῦνται ὀνομαστὶ ὑπὸ τοῦ προέδρου νὰ ψηφοφορήσωσιν· ὅσοι δ’ ἐξ αὐτῶν δὲν προσέλθωσι, σημειοῦνται ὡς ἀρνούμενοι ψῆφον. Περὶ τούτων γίνεται μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς, κατονομαζομένων τῶν βουλευτῶν». Ἡ ἡμερησία διάταξις εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως τῶν σχεδίων ἐπὶ τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τῆς Βουλῆς. Περὶ ψηφοφορίας. Ἄρθρ. 20. «Ἡ ψηφοφορία ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν ζητημάτων γίνεται φανερὰ δι’ ἀναστάσεως ἢ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως». Κατὰ τὸ σχέδιον τῶν ΚΚ. δύο βουλευτῶν, ἄρθρ. 18, δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διαφορά. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ προεδρείου, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη.
§4ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἐπιτρέπει ἡ Βουλὴ μίαν παρατήρησιν;
§5ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Μάλιστα.
§6ΠΑΔΟΒΑΣ. Μοὶ φαίνεται, Κ. πρόεδρε, ὅτι ἦτον εὐχῆς ἔργον νὰ μὴ ἀποσπασθῇ τὸ 18 ἄρθρον ἀπὸ τὸ 19 καὶ νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφανθῇ ἡ Βουλὴ ἐπὶ ἀμφοτέρων, διότι τὸ πρῶτον, βλέπετε, εἶναι μᾶλλον ἀπόλυτον, καὶ ἀπολύτως οὕτως ἴσως δυνηθῇ νὰ τὸ παραδεχθῇ· τὸ παραδέχομαι ἂν ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ καὶ τὸ δεύτερον, τὸ ὁποῖον μετριάζει τὴν ἀπόλυτον ἀρχὴν τοῦ πρώτου· δὲν ἐξεύρω ἂν ἐξεφράσθην καλῶς.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ παρεδέχθη ἤδη ἡ Βουλή. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ 21 ἄρθρου, κατὰ τὸ σχέδιον τοῦ προεδρείου. «Ἡ κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ψηφοφορία γίνεται πάντοτε ὁσάκις εἴκοσι βουλευταὶ τὸ ἀπαιτήσωσι. Συνίσταται δὲ αὕτη εἰς τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνόματος ἑνὸς ἑκάστου τῶν βουλευτῶν παρ’ ἑνὸς τῶν γραμματέων κατὰ τὴν τάξιν τῆς τῶν βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας ἐγγραφῆς εἰς τὸν ἐπὶ τούτῳ κατάλογον· οἱ δὲ λοιποὶ τῶν γραμματέων σημειοῦσι τὰ ὀνόματα καὶ τὴν ψῆφον ἑκάστου, ἐπιτηρούντων ψηφολεκτῶν, τοὺς ὁποίους προσκαλεῖ ὁ πρόεδρος ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν ἀντιθέτων μερῶν. Ἄρθρ. 19. κατὰ τὸ σχέδιον τῶν Κ.Κ. βουλευτῶν. «Ἡ κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ψηφοφορία γίνεται πάντοτε, ὅταν δέκα πέντε βουλευταὶ τὸ ἀπαιτήσωσι. Συνίσταται δὲ αὕτη εἰς τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνόματος ἑνὸς ἑκάστου τῶν βουλευτῶν παρ’ ἑνὸς τῶν γραμματέων κατὰ τὴν τάξιν τῆς τῶν βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας ἐγγραφῆς εἰς τὸν ἐπὶ τούτῳ κατάλογον, οἱ δὲ λοιποὶ τῶν γραμματέων σημειοῦσι τὰ ὀνόματα καὶ τὴν ψῆφον ἑκάστου, ἐπιτηρούντων ψηφολεκτῶν, τοὺς ὁποίους προσκαλεῖ ὁ πρόεδρος ἐκ τῶν βουλευτῶν τῶν ἀντιθέτων μερῶν».
§8ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ σχέδιόν μας διαφέρει κατὰ τὸν ἀριθμὸν, παραδέχεται 15 ἀντὶ 20· ἡ Συνέλευσις, ἡ ὁποία εἶχε 400 πληρεξουσίους, εἶχε θέσει 20 πληρεξουσίους, δυναμένους νὰ ὁρίσωσι τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· ἡμεῖς ἐνομίσαμεν, ὅτι 15 εἶναι ἀρκετοί.
§9ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΑΛΛΟΙ. Δέκα μόνον ἀρκοῦσι.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ἁρμόζει καὶ ἡ προσθήκη τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Περὶ ταύτης ἀπεφασίσθη ἤδη εἰς τὸ 56 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ εἴπομεν ὅτι ἡ Βουλὴ, ἵν’ ἀποφασίσῃ, πρέπει νὰ ᾖναι παροῦσα κατὰ τὸ ἥμισυ πλέον ἑνός.
§12ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐπίστευον, κύριοι, ν’ ἀκούσω ἀντίῤῥησιν ἐπὶ μιᾶς προτάσεως, ἥτις δὲν προτίθεται ἄλλο τι, παρὰ ἡ Βουλὴ νὰ βεβαιώσῃ γεγονὸς, ἀλήθειαν, τοὐτέστιν οἱ βουλευταὶ νὰ ᾖναι παρόντες καὶ νὰ τοὺς σημειώνουν ὡς ἀπόντας!
§13ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Παρόντες εἰς τὴν αἴθουσαν.
§14ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ δωμάτια. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ τίποτε ἂν δὲν ὑπάρχῃ νόμιμος ἀπαρτία· ἐρωτῶ τοὺς ἀντιλέγοντας εἰς τὴν πρότασίν μου, εἰς τί ἀντίκειται αὕτη ὡς πρὸς τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἐθέσαμεν. Ἂν, διαρκούσης τῆς συζητήσεως, ὑπάρχῃ πλήρης ἡ Βουλὴ, ἄρχεται ἡ ψηφοφορία, καὶ ἐν τούτοις ἀποχωροῦν πολλοί· ὑπομονὴ, κύριοι, ἂν ἀποχωροῦν καὶ φεύγουν· ὄχι, εἰσέρχονται ἐντὸς τῶν δωματίων, ὅπως φαίνωνται καὶ παρόντες καὶ μὴ παρόντες. Ἐννοεῖτε, ὅτι, ἂν ἀφήσωμεν τὴν θύραν ἀνοικτὴν, μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι ἀφοῦ καταναλώσωμεν τὸν καιρὸν εἰς τὴν πολυλογίαν, οὐχὶ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, διότι αὕτη ὑπάρχει, θέλομεν ἀφήσει καὶ ἑτέραν θύραν παραλυσίας, νὰ εὑρίσκωνται ἐντὸς τῆς Βουλῆς οἱ βουλευταὶ εἰς τὰς ἕδρας των, καὶ ὅταν προσκαλῶνται παρὰ τοῦ προέδρου νὰ ἐκφράσωσι ποίαν γνώμην ἔχουν, νὰ μὴ λέγωσιν οὔτε ναὶ, οὔτε ὄχι, οὐδὲ νὰ ἀρνῶνται ψῆφον· θέλετε νὰ συμβαίνῃ τοῦτο, τὸ ὁποῖον ἐλαττόνει τὴν ἀξίαν τῆς Βουλῆς καὶ συνάμα τὴν παραλύει; δὲν ἀντίκειται τοῦτο εἰς τὸν ὅρον, τὸν ὁποῖον ἔθεσε τὸ Σύνταγμα; ὅπως προηγουμένως ἐφέρθη ἡ πρότασις, τοὐτέστι νὰ λαμβάνηται τὸ τέταρτον, βεβαίως ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐγὼ ἀποκρούω τὴν ἰδέαν αὐτήν. Ἀλλ’ ἡ πρότασίς μου αὐτὴ δὲν προτίθεται ἕτερόν τι παρὰ νὰ βεβαιώσῃ εἰς τὸ Σῶμα τῆς Βουλῆς μίαν ἀλήθειαν καὶ νὰ μὴν ἔλθῃ εἰς παραλυσίαν, τοὐτέστι νὰ ᾖναι παρὼν ὁ βουλευτὴς καὶ ν’ ἀρνῆται ψῆφον· θέλει νὰ δώσῃ εἰς τὸ ἐπίλοιπον Σῶμα τὸ δικαίωμα, ὥστε νὰ τὸν θεωρῇ ὡς ἀρνούμενον ψῆφον· ἂν τοῦτο, κύριοι, δὲν προλάβωμεν, συλλογισθῆτε ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἶσθε πληρεξούσιοι, τί συνέβαινεν ἐν τῇ Συνελεύσει· ἀφοῦ ἐπὶ ἡμέρας ἱκανὰς ἐξηντλεῖτο ἡ συζήτησις, ἡ μειονοψηφία εἶχεν ἕτερον μέσον νὰ παραιτήσῃ τὴν συζήτησιν, τὸ τῆς ἀποχωρήσεως· καὶ ὑπομονὴ ἂν ἀπεχώρουν, δὲν δυνάμεθα νὰ τοὺς κρατήσωμεν, ἀλλ’ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔμενεν παρόντες ἐνέπαιζον τὸ Σῶμα, καὶ ἡ Συνεύλευσις ἔμενεν ἀπρακτοῦσα. Θέλετε τοιαύτας ἀσχημίας νὰ παρουσιάσῃ ἡ Βουλή; ἂν, κύριοι, τοιαύτας ἀσχημίας παρουσιάσωμεν, φοβοῦμαι ὅτι ἡ τοιαύτη διαγωγὴ θὰ ἔχῃ κακὰς συνεπείας, καὶ ἂς συλλογισθῶσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ὑπέρμαχοι τῶν ἐλευθεριῶν, ὅτι αἱ συνέπειαι αὐτῶν θὰ τείνωσιν εἰς τὴν ἔκπτωσιν τῆς ἀξίας τοῦ Σώματος, καὶ πρέπει νὰ λάβωμεν ὅλα τὰ μέτρα ἵνα μὴν ἐκπέσῃ τὸ Σῶμα τοῦτο. Δὲν φοβοῦμαι τὸν κίνδυνον ἄνωθεν, τὸν φοβοῦμαι κάτωθεν· μάλιστα, κύριοι, ἀκούσατε. Ἂν τὸ Σῶμα τοῦτο δὲν ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς προσδοκίας, φοβοῦμαι ὅτι θὰ μᾶς βαρυνθοῦν καὶ τότε τρέχει τὸν ἔσχατον κίνδυνον τὸ πολίτευμα. Εἶναι μωρὸς ὅστις πιστεύει ὅτι δύναται μία οἱαδήποτε ἐξουσία νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον ἄνευ ἀντιπροσωπευτικοῦ συστήματος· ὑπῆρξαν τοιοῦτοι, ἀλλ’ ἔλαβον μάθημα καλὸν· φοβοῦμαι τὸ ἄλλο, μήπως βαρυνθῇ ὁ λαὸς τοὺς ἀντιπροσώπους του, ὅταν δὲν ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκόν των· διὰ τοῦτο ἂς λάβωμεν ὅλα τὰ μέτρα, ἵνα ἐξασφαλίσωμεν πάντα κίνδυνον, μέτρα σωστικὰ, δι’ ὧν νὰ δυνηθῶμεν νὰ προλάβωμεν τὴν παραλυσίαν τοῦ Σώματος. Προχθὲς ἤρχισεν ἡ ἀνάγνωσις τοῦ καταλόγου, καὶ δὲν ἔφυγον, ἀλλ’ εἰσῆλθον εἰς τὸ δωμάτιον, καὶ παρόντες δὲν ἦσαν· θέλετε τοιαύτας ἀσχημίας νὰ ἴδωμεν ἐκ νέου; ἂν τὰς θέλετε, παραδεχθῆτε αὐτάς, ἀλλὰ περιμείνατε τὰς συνεπείας· θὰ ᾖναι βαρεῖαι. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασίν μου.
§15ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ Κ. ἔντιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ἀκόμη θέλει νὰ φέρῃ καὶ ἑτέρους περιορισμοὺς, ὡς καὶ προχθὲς ὡμίλησε κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου, φοβούμενος, λέγει, τὴν πολυλογίαν, καὶ πάντοτε εὑρίσκεται μετ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐπίεζον τὸν λόγον.
§16ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εὑρίσκομαι μετ’ ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν τὸν λόγον.
§17ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Μόλα ταῦτα ἂς ἀφήσωμεν αὐτὰ, διότι εἶναι γεγονότα ἀποφασισμένα καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἐπανέλθωμεν, μὲ ὅσα καὶ ἂν εἴπῃ ὁ Κ. βουλευτὴς Παρνασσίδος. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μ’ ἐλύπησεν εἶναι, νὰ ἴδω αὐτὸν προτείνοντα ἕτερον περιορισμὸν, πολὺ ἀφυέστερον ἀπὸ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἤθελε νὰ παρουσιάσῃ προχθές· θέλει ἤδη ν’ ἀποτελῆται ἡ πλειοψηφία μὲ ὀλίγους παρόντας καὶ νὰ σημειῶνται ὡς παρόντες καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἴτε εἰς τὰ δωμάτια τὰ παρακείμενα, εἴτε εἰς τὴν αὐλήν.
§18ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐντὸς τῆς αἰθούσης.
§19ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὀλεθριώτατον, τὸ καταστρεπτικώτατον μέσον, νὰ καταστρέψῃ τὴν ψηφοφορίαν καὶ τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, διότι, ἂν παραδεχθῶμεν, αὐτὴν τότε ποτὲ δὲν θὰ γίνεται ψηφοφορία· ἕνας ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος εἴτε διὰ προσωπικὸν λόγον, εἴτε διὰ φόβον, εἴτε διὰ δειλίαν δὲν ἔχει τὸ θάῤῥος νὰ παρουσιασθῇ καὶ νὰ εἴπῃ ναὶ ἢ ὄχι, ἐμβαίνει εἰς τὸ δωμάτιον λέγων, ὅτι δὲν εἶναι παρών· θέλετε λοιπὸν αὐτὸ νὰ καθιερώσητε; Ὅσοι ἀποφεύγουσι τὴν ψηφοφορίαν, ὅστις θέλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του μένει εἰς τὴν αἴθουσαν, ὅστις δὲν θέλει θὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ἀπών. Δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ θεωρήσητε ὅτι αὐτὸς δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν του· εἶναι περιορισμὸς, ὅστις εἰς κανὲν Σῶμα δὲν εὑρίσκεται· καὶ ἐνῷ εἶπεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς εἰς τὸν ἔντιμον βουλευτὴν Κεφαλληνίας, ὅτι νεωτερίζει, αὐτὸς ἔπραξεν ἤδη τὸν χειρότερον νεωτερισμὸν, ὁ ὁποῖος δὲν εὑρίσκεται εἰς κανὲν κράτος, ἀλλ’ εἶναι γέννημα τῆς κεφαλῆς τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ τῆς Παρνασσίδος. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν πρότασιν αὐτὴν, καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ.
§20ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι, ὅταν εἰς τὸ Σύνταγμα ἔχωμεν ἐγγεγραμμένον μὲ μεγάλα γράμματα τὸ ἑξῆς, ὅτι ἕκαστος δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς, ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦ τύπου τοὺς στοχασμούς του, καὶ ὅταν ἐξετάσωμεν καὶ τὰ συμβάντα ἐν Ἑλλάδι ἀφ’ ἧς ἐνεκατέστη ἡ Βασιλεία, τότε, μοὶ φαίνεται, εἶναι ἄκαιρον, ὅλως γελοῖον, περιττὴ ἐπίδειξις τὸ νὰ κάμνωμεν μεγάλας ὁμιλίας περὶ ἐλευθερίας τοῦ λόγου· ὁ λόγος καὶ ἡ γραφὴ ἦσαν πάντοτε ἐλεύθερα ἐν Ἑλλάδι, καὶ ἂν ἡ Ἑλλὰς ἔπαθέ τι, δὲν τὸ ἔπαθεν ἀπὸ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τῆς ἐκφράσεως τῶν στοχασμῶν. Ἀφίνω λοιπὸν κατὰ μέρος αὐτὴν τὴν ἀντιλογίαν· ἔρχομαι εἰς τὸ προκείμενον· καὶ ἐγὼ νομίζω, ὅτι δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω τοὺς ἀντιλέγοντας εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, χωρὶς νὰ δώσω μίαν ἔνδειξιν, ἓν σημεῖον, ὅτι σκοπεύω νὰ μὴ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου ἢ ὅτι σκοπεύω νὰ ὑπεκφύγω αὐτό· καὶ διὰ τοῦτο σήμερον, ὅτε πρόκειται νὰ τεθῇ κανὼν ἀφῃρημένος, μὴ ἀποβλέπων κἀνένα ὡρισμένως, ὅπως μὴ δύναται ὁ βουλευτὴς νὰ ὑπεκφεύγῃ τὸ καθῆκόν του, νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ μὴ θέσωμεν κἀνένα φραγμὸν εἰς τὴν ἐλευθερίαν, ἀλλὰ νὰ ὑποστηρίξωμεν πρότασιν, ἡ ὁποία δὲν προσβάλλει κἀνένα, ἡ ὁποία δὲν ἔχει κανένα σκοπὸν παρὰ τὴν διευκόλυνσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς. Ἐξετέθη ἐνώπιόν σας ἀπὸ τὸν Κ. Βαλασσόπουλον, ὅτι εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου δὲν ὑπάρχει τοιαύτη διάταξις· δὲν ἀνεδίφησα τὰ συντάγματα καὶ τοὺς κανονισμοὺς, δύναμαι ὅμως ν’ ἀπαντήσω τὸ ἑξῆς· ὅτι εἰς κανὲν ἄλλο μέρος τοῦ κόσμου δὲν ἠμπορεῖ νὰ ὑποτεθῇ ὅτι ὑπάρχει Βουλὴ, μὴ σεβομένη ἑαυτὴν, μὴ θέλουσα νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ἀλλ’ ἀποχωροῦσα, διότι πρόκειται περὶ ψηφοφορίας. Ἂν αὐτὸ τὸ παράδειγμα ἀκολουθήσωμεν καὶ ἡμεῖς, τότε ὁ κανὼν αὐτὸς, τὸν ὁποῖον θέλομεν νὰ θέσωμεν, εἶναι ἄνευ ἐφαρμογῆς· ἐπειδὴ ὅμως ἔχομεν παραδείγματα καὶ παραδείγματα πρόσφατα ἐναντίας πορείας, διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι πρέπει νὰ σκεφθῶμεν, ἂν τὸ τοιοῦτον ἄτοπον προχωρήσῃ, ὥστε διὰ τούτου νὰ ματαιοῦται ἡ ψηφοφορία, πῶς θέλομεν δυνηθῇ νὰ τὸ περιστείλωμεν; Προχθὲς ὑπέβαλον πρότασιν γενικωτέραν, τὴν ὁποίαν δὲν ὑπεστήριξεν ἡ Βουλὴ, διὰ τῆς ὁποίας ὅμως ἤθελον νὰ δώσω νύξιν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ σκεφθῇ ἐκ τῆς γενικωτέρας ἐκείνης καὶ περὶ τῆς προκειμένης μερικωτέρας· πῶς δὲ σκέπτομαι κύριοι; σκέπτομαι, ὅτι κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὃν συντάττομεν σήμερον, ἕκαστος βουλευτὴς δύναται νὰ ἔχῃ ἓν κώλυμα καὶ νὰ μὴν ἔλθῃ εἰς τὴν Βουλὴν· τοῦτο τὸ κώλυμα δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ ἄρωμεν· κατὰ τὸν κανονισμὸν δὲ χρεωστεῖ νὰ ἀναγγείλῃ εἰς τὸν πρόεδρον ὁ ἀπουσιάσας βουλευτὴς τὴν δικαιολογίαν του, ἐπίσης κύριοι, ἔρχεται δευτέρα περίπτωσις· εἷς τῶν κυρίων βουλευτῶν, παρὼν εἰς τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, παρὼν εἰς τὴν συζήτησιν, δύναται νὰ τοῦ παρουσιασθῇ ἀνάγκη νὰ ἐξέλθῃ τοῦ βουλευτηρίου· καὶ περὶ τούτου προβλέπει ὁ κανονισμὸς, ὅτι εἰδοποιεῖ τὸν Κ. πρόεδρον, ἔρχεται ἡ τρίτη περίπτωσις, ἡ ὁποία ὑποδεικνύει κακὴν θέλησιν, μίαν τάσιν πρὸς τὴν παραλυσίαν τοῦ σώματος. Ποία εἶναι αὐτὴ ἡ περίπτωσις; Εἶμαι παρὼν· δηλοῦμαι εἰς τὸν κατάλογον ὅτι παρίσταμαι, συζητῶ, ἀγορεύω, καὶ ὅταν ἔρχεται ἡ ὥρα τῆς ψηφοφορίας καὶ βλέπω, ὅτι ἡ γνώμη μου δὲν ὑπερισχύει, δὲν τολμῶ ν’ ἀποσυρθῶ ἐκτὸς τοῦ περιβόλου, διότι θέλει μὲ ἰδεῖ τὸ κοινὸν, ἀλλ’ ἵσταμαι ἐντὸς τοῦ δωματίου, εἰς αὐτὸν τὸν στύλον, εἰς αὐτὴν τὴν πλευρὰν καὶ προσκαλούμενος νὰ ψηφοφορήσω δὲν ψηφοφορῶ, εἶναι ἀναιδὴς τοιαύτη κατάστασις. Βεβαίως, Κύριοι, ἦτο πολὺ αὐστηρὸν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐπέμεινα νὰ εἴπωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον εἶχα προτείνει προχθὲς, ὅτι ἅμα βουλευτής τις δηλώσῃ, ὅτι εἶναι παρὼν καὶ σημειωθῇ εἰς τὸν κατάλογον, ἐὰν ἀποσυρθῇ κατόπιν ἀδικαιολογήτως, νὰ θεωρηθῇ, ὅτι εἶναι παρών. Ὁ βουλευτὴς εἶναι παρὼν κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ καταλόγου, κατὰ τὴν συζήτησιν· ἀλλὰ τὴν ὥραν τῆς ψηφοφορίας δὲν εἶναι μὲν ἀπὼν, ἀλλ’ εἰς τὰ δωμάτια. Ἵσταται εἰς μίαν γωνίαν τῆς Βουλῆς καὶ δὲν ἀπαντᾷ· εἰς τοιαύτην περίστασιν δὲν πρέπει νὰ ἐπέλθῃ ἡ θεραπεία; δὲν ὑπάρχει λογικὴ, ἄλλα ἀνάλογα παραδείγματα τὰ ὁποῖα ἠμποροῦμεν νὰ λάβωμεν ὡς κανόνα διὰ νὰ φέρωμεν μίαν θεραπείαν; Ἰδοὺ παράδειγμα τὸ ὁποῖον ἡ δικαστικὴ νομοθεσία μας χορηγεῖ· καὶ ὅταν ἔχωμεν τοιαῦτα δικαστήρια, ἐν γένει πρέπει νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν καὶ τοὺς νόμους τοὺς ὁποίους οἱ νομοθέται καὶ νοῦν ἀρκετὸν εἶχαν καὶ μάθησιν καὶ πεῖραν, ὥστε ἠθέλησαν νὰ προβλέψωσι τοιαῦτα τὰ ὁποῖα εἰς τὰ ἰδιωτικὰ συμφέροντα εἶναι μᾶλλον ἐνδεχόμενα παρὰ εἰς τὰ δημόσια. Τί γίνεται εἰς τὰ δικαστήρια; Εἷς διάδικος παρίσταται, ἐκφωνεῖται τὸ ὄνομά του, εἶναι κύριος νὰ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι παρὼν, καὶ μ’ ὅλον ὅτι τὸ βλέπει ὁ δικαστὴς δὲν δύναται νὰ τὸν ἀναγκάσῃ· τὸ ἴδιον δύναταί τις νὰ εἴπῃ καὶ περὶ ἑνὸς βουλευτοῦ. Δὲν ἔχει κανεὶς τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι παρὼν ὁ Κύριος Ζῶτος π. χ., ἂν δὲν παραστῇ ὁ ἴδιος νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι παρών. Ἰδοὺ λοιπὸν ἕνας κανὼν ὅστις προστατεύει τὴν ἐλευθερίαν, τὴν θέλησιν τοῦ ἀτόμου. Κατόπιν ὅμως ἅμα ὁ διάδικος δηλώσῃ, ὅτι εἶναι παρὼν καὶ μάλιστα συζητήσῃ τὴν ὑπόθεσιν, δὲν δύναται, καί τοι παρευρισκόμενος, νὰ λέγῃ ὅτι δὲν εἶναι παρών· ὁ δικαστὴς τὸν θεωρεῖ ὡς παρόντα καὶ τὸν δικάζει. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου λοιπὸν, Κύριοι, ἀφοῦ ἔχομεν τὸν βουλευτὴν, δηλώσαντα ἐλευθέρως τὴν θέλησίν του, ἀφοῦ τὸν εὕρωμεν παρόντα εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐντὸς τοῦ χώρου τοῦ βουλευτηρίου, ἐντὸς τῶν δωματίων, δὲν πρέπει νὰ τῷ συγχωρήσωμεν αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τὴν ἀδικαιολόγητον, ἥτις τείνει πραγματικῶς εἰς τὸ νὰ δώσῃ λαβὴν εἰς τὸν λαὸν νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι ἐρχόμεθα ἐδῶ καὶ δὲν ἐμπνεόμεθα ἀπὸ αἰσθήματα εὐθύτητος καὶ πατριωτισμοῦ, ἀλλ’ ἀπὸ αἰσθήματα πείσματος καὶ συμφερόντων, θέλομεν νὰ παραβῶμεν τοὺς κανόνας τῆς φύσεως καὶ τῆς λογικῆς, τὴν πλειοψηφίαν νὰ τὴν καταπιέζῃ ἡ μειοψηφία. Λοιπὸν εἰς τοιαύτην περίπτωσιν, ἐὰν εἷς βουλευτὴς παραβαίνων τὸ καθῆκόν του θέλει νὰ ὑποστηρίξῃ καὶ νὰ λέγῃ, ὅτι εἶμαι παρὼν ἀλλ’ ἀπὸ κακὴν πίστιν καὶ ἀπὸ συμφέρον δὲν θέλει νὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι παρὼν, δὲν εἶναι καλὸν ἡ Βουλὴ νὰ σκεφθῇ ἂν πρέπῃ αὐτὸ νὰ τὸ ἀνεχθῇ; Καὶ, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, ὅταν σκεπτώμεθα περὶ γενικῶν πραγμάτων, περὶ κανονισμοῦ, ὅταν δὲν πρόκηται περὶ συγκεκριμένων ζητημάτων, δὲν πρέπει νὰ φοβώμεθα αὐτὴν τὴν περίπτωσιν· ὅστις πολεμεῖ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ἐὰν αὔριον πλειοψηφήσῃ καὶ ἐγὼ μειοψηφήσω, καὶ τοῦ κάμω τὸ αὐτὸ καὶ ἀποσυρθῶ, δὲν θέλει ἀγανακτήσει; Εἶναι λοιπὸν γενικὸν τὸ πρᾶγμα, ἀφορᾷ καὶ ἐμὲ καὶ ἐσᾶς καὶ πάντα ἄλλον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὑποστηρίζων κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ, ὑποβάλλω ὑπὸ τὴν σκέψιν σας καὶ τι ἄλλο. Τί θὰ εἴπῃ ἀρνοῦμαι ψῆφον; Ἐὰν ἐγὼ ὁ βουλευτὴς ἦμαι παρὼν ἐξ ἀρχῆς εἰς τὴν συζήτησιν, εἰς τὴν ψηφοφορίαν, καὶ ἐρωτώμενος λέγω ἀρνοῦμαι ψῆφον, ἐκπληρῶ τὴν ἀποστολήν μου; διατὶ νὰ μὴν ἔχω τὴν τόλμην καὶ τὴν γενναιότητα νὰ εἴπω δέχομαι ἢ καταψηφίζω, παρὰ νὰ εἴπω ἀρνοῦμαι ψῆφον; εἰς τρόπον ὥστε ἐκ τοῦ κανονισμοῦ πρέπει νὰ ἐξοβελίσωμεν αὐτὸ τὸ σύστημα τοῦ ἀρνοῦμαι ψῆφον, διότι δὲν εἶσαι κύριος νὰ ἀρνηθῇς ἀλλὰ νὰ λάβῃς μέρος εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας σου, νὰ ὑποστηρίξῃς μίαν πρότασιν ἢ ὄχι, ἄλλως θὰ εἰπῇ ὅτι δὲν ἔχεις τὴν γενναιότητα νὰ ἐκφράσῃς ἐλευθέρως τὴν γνώμην σου· ἀλλὰ τότε δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῇς τὴν ἀποστολὴν τοῦ ἀντιπροσώπου, διότι δὲν εἶσαι ἄξιος ἀντιπρόσωπος· δὲν ἠμπορεῖς νὰ σκεφθῇς περὶ τῶν συμφερόντων τοῦ πολίτου νὰ εἴπῃς, ὅτι ἐδῶ εἶναι τὸ συμφέρον ἢ ἡ βλάβη του, ἀλλὰ λέγεις ἀρνοῦμαι ψῆφον, δηλαδὴ ἀδιαφορῶ εἴτε χαθῇ αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, εἴτε ὄχι. Θέλω λοιπὸν καὶ προτείνω νὰ προστεθῇ ἓν ἐδάφιον κατὰ τὸ ὁποῖον οἱ παρόντες κατὰ τὴν ψηφοφορίαν βουλευταὶ προσκαλούμενοι νὰ ψηφοφορήσουν ὀφείλουν ν’ ἀποφανθοῦν τὸ ναὶ ἢ ὄχι. Τὸ δὲ σύστημα τοῦ ἀρνοῦμαι ψῆφον νὰ ἐξοβελισθῇ.
§21ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ νομίζω, Κ. Πρόεδρε, ὅτι τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δὲν εἶναι ἐπιδεκτικὸν εὐρείας συζητήσεως, ὅπερ σήμερον προεκλήθη ἀπὸ τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, διότι πρὸ ὀλίγου εἴχομεν ἀποφανθῆ, ὅτι δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ καμμία διάταξις, θέλουσα νὰ διευκολύνῃ τὰς ἐργασίας τῆς βουλῆς, ἀντικειμένη εἰς τὸ σύνταγμα. Ἡμεῖς εἴμεθα σύμφωνοι νὰ διευκολύνωμεν τὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς, καὶ ἀπόδειξις εἶναι τὸ σχέδιόν μας, καθ’ ὃ ἐδύνατο νὰ ἀποφασίσῃ καὶ τὸ ¼ τῆς βουλῆς ὁμοψηφοῦν, ἂν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἀπεχώρει ἡ μειοψηφία· ἀλλὰ γενομένης παρατηρήσεως, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύνταγμα προφανῶς, ἀπεσύραμεν τὴν πρότασίν μας, καὶ ἡ βουλὴ ὁμοφώνως. Τώρα αὐτὸ τὸ ἴδιον ζήτημα ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, ὑποστηριζόμενος ἀπὸ τὸν Κ. Κυπριάδην, τὸ ἔφερεν ὑπὸ ἄλλην μορφὴν, ἐν ᾧ εἶναι αὐτὸ καθ’ ἑαυτὸ τὸ ζήτημα τοῦτο. Αἱ συνεδριάσεις τοῦ σώματος εἶναι προσδιωρισμένον νὰ γίνωνται εἰς δημόσιον μέρος, καὶ τοῦτο εἶναι ἡ αἴθουσα· τότε συνεδριάζει ἡ βουλὴ, ὅταν ᾖναι εἰς τὴν θέσιν τὴν οἰκείαν, εἰς τὴν δημοσιότητα· ἀλλ’ ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι ἀπεχωρήσαμεν 10 βουλευταὶ εἰς τὸ ἓν δωμάτιον καὶ 20 εἰς τὸ ἄλλο καὶ 30 εἰς τὸ ἄλλο, καὶ ὅμως ἡμεῖς ὅλοι ἐν συνόλῳ ἀπαρτίζομεν τὴν νόμιμον ἀπαρτίαν τοῦ σώματος, θὰ εἴπῃ τότε ὅτι συνεδριάζομεν, καί τοι εὑρισκόμενοι ἐν τοῖς δωματίοις; ὄχι βέβαια· διὰ τοῦτο τὸ σύνταγμα ἀπῄτησεν, ὥστε ἡ Βουλὴ νὰ συνεδριάζῃ, συζητῇ καὶ ἀποφασίζῃ ἂν ᾖναι παρὼν ὁ ἥμισυς ἀριθμὸς, καὶ ὅταν ᾖναι εἰς τὸν προσδιωρισμένον τόπον, ὅστις εἶναι εἷς καὶ μόνος, ἡ αἴθουσα· ἀποσυρόμενοι ὅμως οἱ βουλευταὶ, κακῶς ποιοῦντες, εἶμαι σύμφωνος ὅτι εἶναι ἐπιζήμιον τοῦτο, ἀλλ’ ἀποσυρόμενοι εἰς τὰ δωμάτια ἀποτελοῦν μέρος τῆς δημοσίας συνεδριάσεως τοῦ Σώματος; βεβαίως ὄχι, διότι δὲν εἶναι παρόντες. Καὶ ἐδῶ δύναμαι νὰ ἐπικαλεσθῶ ἓν ἀνάλογον παράδειγμα· τὰ δικαστήρια σύγκεινται ἀπὸ τρεῖς δικαστὰς, τὰ πρωτοδικεῖα, ἀπὸ ἑπτὰ ὁ Ἄρειος πάγος, ἀπὸ πέντε τὰ ἐφετεῖα· ἐὰν ὑποθέσωμεν ὅτι εἷς ἀπεσύρθη εἰς τὸ δωμάτιον, καὶ ἔμειναν τέσσαρες εἰς τὸν τόπον τῆς συνεδριάσεως, εἶναι τότε τὸ δικαστήριον πλῆρες; βεβαίως ὄχι· Καὶ ἡμεῖς ἐδῶ δὲν εἴμεθα παρὰ ἓν Σῶμα πολυμελὲς, καὶ διὰ νὰ συνεδριάσωμεν καὶ ἀποφασίσωμεν, πρέπει τὸ Σῶμα νὰ ᾖναι πλῆρες, καὶ εἶναι πλῆρες εἰς τὸν τόπον τῶν νομίμων συνεδριάσεων. Διὰ τοῦτο ἂν καὶ θέλωμεν νὰ διευκολύνωμεν τὰς ἐργασίας τοῦ Σώματος, ἐπειδὴ ὅμως πᾶσα τοιαύτη ἐργασία ἀντιβαίνει εἰς τὸ σύνταγμα, δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποστηρίξωμεν τοιαύτην πρότασιν, ἥτις ἀντιβαίνει εἰς ἀρχικὴν διάταξιν τοῦ συντάγματος. Ἀλλὰ καὶ κατ’ ἄλλον τρόπον δὲν τὴν εὑρίσκω σωστὴν τὴν διάταξιν τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ· διότι ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὅτι ἀριθμός τις βουλευτῶν θέλει νὰ ματαιώσῃ τὰς συνεδριάσεις καὶ ἀποφάσεις τοῦ Σώματος, ἀντὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς τὰ δωμάτια, ἀποχωροῦν, φεύγουν· ὅταν λάβουν τὴν ἀπόφασιν καὶ πρόκειται περὶ ἑνὸς σπουδαίου πράγματος, δὲν φοβοῦνται κανένα. Διὰ ταῦτα λέγω, καὶ πολλοὶ ἄλλοι ἴσως εἴμεθα ἐναντίον αὐτῆς τῆς διατάξεως, τῆς προσθήκης τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ, ὡς ἀντιβαινούσης εἰς τὸ Σύνταγμα. Καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Κυπριάδου, τὴν ὑποστηρίζω ἐνθέρμως καὶ λέγω, ὅτι ἕκαστος βουλευτὴς πρέπει νὰ ἔχῃ μίαν ψῆφον, εἴτε ἀποφατικὴν, εἴτε καταφατικὴν, νὰ λέγῃ δέχομαι ἢ ὄχι, καὶ εὔχομαι νὰ τὴν παραδεχθῇ καὶ ἡ βουλὴ, ὥστε νὰ καθιερωθῇ ἡ ὑποχρέωσις αὕτη εἰς τὸν κανονισμὸν, ὅτι ὀφείλει πᾶς νὰ ψηφοφορῇ, ἀρνούμενος δὲ, νὰ θεωρῆται ὡς ψηφοφορήσας ὑπὲρ τοῦ ναί.
§22ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐὰν καταμάθωσιν αἱ ἐπαρχίαι καὶ ὁ ἔξω κόσμος, ὅτι ἐπὶ δέκα ἡμέρας συζητοῦμεν ἓν σχέδιον κανονισμοῦ, ἐνῷ ἔπρεπε νὰ συνταχθῇ αὔθωρει, πιστεύω, ὅτι θὰ εἴπωσιν, ὅτι δὲν ἐξεπληρώθη ἡ ἐντολή των· ἐὰν ἐπίσης λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἓν μέγα καὶ ἰσχυρὸν κράτος κατὰ τὰ 1848 συνῆλθε, καὶ αὐθημερὸν συνεζήτησε τὸν προσωρινὸν κανονισμὸν, ἐγκαθίδρυσε τὸν πρόεδρόν του, καὶ τὴν αὐτὴν ἡμέραν διεκπεραίωσεν ὅλας τὰς ἐκλογὰς, τότε ἡμεῖς οἱ ἐγκαυχώμενοι, ὅτι εἴμεθα ἀπόγονοι ἐκείνων τῶν μεγάλων πατέρων μας, ἡμεῖς θὰ εὑρεθῶμεν ἀπέναντι αὐτῶν νάνοι. Ἐρίζει ὁ εἷς καὶ ὁ ἕτερος, κηρύττομεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, τὴν ὁποίαν δὲν ἠξεύρω τίς ἐτόλμησε ἢ τίς θὰ τολμήσῃ, ὥστε νὰ καταπιέσῃ αὐτήν· καὶ αὐτὸ τὸ σύνταγμα λέγει, ὅτι πᾶς ἕλλην εἶναι ἐλεύθερος νὰ λαλῇ καὶ νὰ γράφῃ· κατόπιν ἐρχόμεθα νὰ περιορίσωμεν ἡμεῖς ἑαυτοὺς μὲ ἀντικείμενα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπρεπε νὰ δεχθῶσιν, ἀλλὰ τὸ παρελθὸν μᾶς ἄφησε πολλὰ καὶ σκληρὰ παραδείγματα. Μία Συνέλευσις κατέτριψε δύω ἔτη διὰ νὰ συζητήσῃ ἕνα θεσμὸν, ὅστις ἦτο σχεδὸν ἕτοιμος καὶ δὲν ἀπῄτει εἰμὴ μίαν μικρὰν τροποποίησιν, ὅτε ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἀντὶ νὰ ἀνυψώσῃ τὸ ἔθνος, ὅπως τὸ ὕψωσε ἡ μεγάλη τοῦ Ὀκτωβρίου ἡμέρα, ἐξεναντίας τὸ ἐταπείνωσε, ἀπέναντι τοῦ ἔξω κόσμου, καὶ ἐσωτερικῶς ἐπέφερε τόσην διαφθορὰν καὶ ζημίαν, τόσην καταστροφήν.
§23ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸ προκείμενον.
§24ΕΤΕΡΟΙ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου! (θόρυβος).
§25ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν πρέπει νὰ μὲ περιορίζετε, Κύριε Ἰακωβάτε.
§26Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐξαίρετα· ἐγὼ σᾶς ὑποστηρίζω (θόρυβος).
§27ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δὲν δύνασαι ποτὲ, Κύριε πρώην Νομάρχη, νὰ περιορίσῃς εἰς ἐμὲ τὸν λόγον.
§28Δ. ΖΩΤΟΣ. Εἰς ποῖον ἀποτείνεσαι;
§29ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὸν ποτὲ Νομάρχην.
§30Δ. ΖΩΤΟΣ. Εἶμαι Βουλευτὴς ἐδῶ· πρέπει νὰ ἠξεύρῃς τὸ καθῆκόν σου.
§31ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ πρόεδρος δύναται νὰ μὲ ἀνακαλέσῃ εἰς τὸ καθῆκό μου, καὶ κανεὶς δὲν δύναται νὰ ἐπιβάλῃ εἰς ἐμὲ τὸ καθῆκόν μου, διότι τὸ καθῆκόν μου τὸ ἐξεπλήρωσα πάντοτε ὡς στρατιώτης πιστὸς καὶ τίμιος (θόρυβος). Ἂν θέλετε διὰ τῆς διακοπῆς νὰ ἀφήσω τὸ βῆμα, δύναμαι νὰ τὸ κρατήσω ἕνα μῆνα. Ἔρχομαι λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου. Οἱ Νόμοι καὶ οἱ κανονισμοὶ δὲν ἀποβλέπουσιν εἰμὴ τὴν περιστολὴν τῆς κακίας, τῆς διαφθορᾶς, τῆς λειποταξίας, ἂν θέλητε. Καὶ τίς ἡ ἀνάγκη νὰ μὴ παραδεχθῶ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, ὅταν ἦμαι διατεθειμένος νὰ ἐκπληρώσω πιστῶς τὸ καθῆκόν μου; Ἐὰν ἐν περιπτώσει νομίμου κωλύματος δὲν παρουσιασθῶ εἰς τὴν Βουλὴν, τότε δὲν εἶμαι παρών· ἀλλ’ ὅταν παρουσιάζωμαι εἰς τὴν Βουλὴν, ὅταν συζητῶ, ὅταν ἀγορεύω, καὶ ἔρχεται ἡ στιγμὴ τῆς ψηφοφορίας, καὶ ἐγὼ ἀποσύρωμαι εἰς τὰ παρακείμενα δωμάτια, μὲ σκοπὸν τοῦ νὰ καταισχύνω τὸν λόγον μου καὶ ἀναιρέσω τὴν ὑπόσχεσίν μου, τότε πῶς δύναται νὰ θεωρηθῇ, παρὰ μία ὑπεκφυγὴ ἄνανδρος, εὐτελὴς, μία λειποταξία; Ὁ διατεθειμένος νὰ πράξῃ τὸ καθῆκόν του, ὁ δυνάμενος νὰ ἐκφράσῃ παῤῥησίᾳ τὰς ἰδέας του, δὲν πτοεῖται ἀπὸ τὰς τοιαύτας διατάξεις. Λοιπὸν ἡ διάταξις τοῦ Κυρ. Κεχαγιᾶ εἶναι σύμφωνος μὲ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἔχομεν, μὲ τὴν ἐντολὴν τὴν ὁποίαν ἐλάβομεν. Οἱ ἐντολεῖς μας δὲν μᾶς εἶπον νὰ παρουσιαζώμεθα εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ κατὰ τὸ στάδιον τῆς ψηφοφορίας νὰ λειποτακτῶμεν, ἀλλὰ μᾶς εἶπον νὰ ἐμμένωμεν ὡς στρατιῶται ψηφοφοροῦντες ὑπὲρ ἢ κατά. Ὡς εἶπεν εἷς τῶν προλαλησάντων, ἀποκρούω καὶ ἐγὼ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἀρνοῦμαι ψῆφον. Τὸ δὲν ἔχεις ψῆφον τὶ ἐστὶ Κύριε, βουλευτά; ὅτι δὲν ἔχεις συνείδησιν καὶ διότι δὲν ἔχεις συνείδησιν δὲν ἔπρεπε νὰ ἐξαπατήσῃς καὶ νὰ διαφθείρῃς τοὺς ἐντολεῖς σου, ὥστε νὰ σοῦ δώσουν αὐτὸ τὸ μέγα ἀξίωμα νὰ ἔλθῃς εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ νομοθετήσῃς περὶ τῶν μεγάλων αὐτῶν συμφερόντων. Ποῖοι φοβοῦνται τοὺς Νόμους ὡς τοὺς φανοὺς τῆς πόλεως; Ἠξεύρετε ὅτι οἱ νυκτοκλέπται συντρίβουν τοὺς φανοὺς διὰ νὰ μὴ τοὺς βλέπωσι, καὶ πράττουν ὅ,τι θέλουσι Κύριε Κεχαγιᾶ, νὰ ἐπιμείνῃς εἰς τὴν διάταξίν σου, δύνασαι νὰ τὴν ἐντείνῃς καὶ ἐγὼ τὴν ὑποστηρίζω, καὶ πιστεύω, ὅτι οὐδεὶς τῶν Κυρίων βουλευτῶν θὰ φανῇ ὑποδεέστερος ἢ τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ, ἢ ἐμοῦ ἢ οἱουδήποτε ἄλλου. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, τὴν ὁποίαν, εἶμαι βέβαιος, θέλει ἀσπασθῆ ἅπασα ἡ Βουλή.
§32Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι οὐδεὶς ἔχει τὸ δικαίωμα ἐξ ἡμῶν νὰ ἀντιποιῆται πατριωτισμόν, ὅτι εἰς οὐδένα ἀνατίθεται ἡ εὐθύνη τῶν πράξεων ἑνὸς ἔθνους. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν ταύτην ἤντλησαν τὰ ἐπιχειρήματά των ἐκ παραδειγμάτων καὶ προσφάτων ἀποτελεσμάτων, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησάν ποτε νὰ ἀνατρέξουν εἰς τὰς αἰτίας· ἀπεδέχθησαν τὰ ἀποτελέσματα ὡς γεγονότα, ἀλλὰ δὲν ἐσκέφθησαν ποῖαι αἱ αἰτίαι τῶν ἀποτελεσμάτων· δὲν προχωρῶ, διότι τὸ ἔθνος εἰσῆλθεν εἰς κατάστασιν ὁμαλὴν καὶ δὲν ἐπιθυμῶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου νὰ ἐπαναληφθοῦν αἱ συζητήσεις καὶ αἱ ἰδέαι, αἱ ὁποῖαι ἀπέβλεψαν εἰς μίαν διάλυσιν Συνελεύσεως, οὐχὶ ἔντιμον διὰ τὸ ἔθνος μας. Εἶμαι, Κύριοι, φίλος τῶν ἐλευθέρων συζητήσεων συγχρόνως καὶ τῆς κοινοβουλευτικῆς τάξεως· οὐδεὶς ὅμως ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ θέτῃ δεσμά· τὸ δικαίωμα τοῦτο τὸ ἔχει εἷς καὶ μόνος, καὶ οὗτος εἶναι ὁ λαός.
§33ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ λαὸς ἔδωκεν εἰς ἡμᾶς τὴν ἐντολήν.
§34ΑΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ ἐντολὴ τοῦ λαοῦ εἶναι περιωρισμένη. Τὴν ἐντολὴν του ὁ λαὸς δύναται καὶ ἔχει πάντοτε δικαίωμα νὰ τὴν ἀνακαλῇ, ὅταν θέλῃ· ἡ ἀντιπροσωπεία τοῦ ἔθνους ἔχει ῥητὰ ζητήματα καὶ περιωρισμένας ἰδέας νὰ συζητήσῃ· ὑπεράνω τῆς ἀντιπροσωπείας ἂς μὴ λησμονήσῃ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν, ὅτι ὑπάρχει ἐπιτηρητὴς, καὶ οὗτος εἶναι ἡ Κυριαρχία τοῦ λαοῦ, τὴν ὁποίαν ἀνεγνώρισεν ὁ θεμελιώδης χάρτης τοῦ πολιτεύματος. Μὴ νομίζετε ὅτι δυνάμεθα ἀσυστόλως νὰ βουλευώμεθα καὶ σκεπτώμεθα· διατελοῦμεν ὑπὸ ἐπιτήρησιν, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ὁ λαὸς δικαιωματικῶς, δυνάμει του θεμελιώδους νόμου, τὸν ὁποῖον μία ψηφοφορία μεγαλητέρα ἐψήφισεν. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, δὲν δεικνύουν σκέψεις παρελθούσας, τὰς σκέψεις ἐκείνας τὰς ὁποίας εἶχον ἄλλοτε περὶ τῶν ὑποψηφίων τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ λαοῦ; Μήπως ὑπῆρχεν ἄλλο γόητρον καὶ ἐλατήριον διὰ νὰ καλύψουν τὰ πατριωτικὰ αἰσθήματα τῆς τότε ἐξουσίας, ἥτις ὑπὸ τὸ πρόσχημα τοῦτο ἐδείκνυεν ὅτι ὤφειλε νὰ καταδείξῃ καὶ κηρύξῃ ὑποψηφίους, καὶ διατί; διὰ νὰ μείνῃ ἑδραία; Ναί, Κύριοι, αἱ σκέψεις αὗται εἶναι παρελθοῦσαι, οὐδεμίαν ἀξίαν ἔχουσαι σήμερον, ἀντιβαίνουσαι εἰς τὸν ὀρθὸν λόγον, εἰς τὸ λόγιον, ὅτι οἱ λαοὶ εἶναι ἄξιοι τῆς τύχης των. Μὴ νομίσετε, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δύναται διὰ δεσμῶν νὰ περιορίσῃ τὴν συνείδησιν ἑνὸς ἔθνους· εἶναι μάταιαι συζητήσεις· ἀφήσατε τὴν ἀντιπροσωπείαν ἐλευθέραν ὅπως ὑπάρχει, ἀφήσατε τὴν διάνοιαν ὅλως διόλου ἐλευθέραν εἰς τὴν συζήτησιν, μὴ θέτετε φραγμοὺς εἰς τὰς θύρας, διότι εἶναι μὲ ἓν μόνον πήδημα διαῤῥήγνυνται, ἀφήσατε τοὺς ἀντιπροσώπους νὰ ἐξασκῶσιν ἐλευθέρως τὸ δικαίωμά των· ὁ βουλευτὴς ὁ ἀποσυρόμενος διατελεῖ ὑπὸ τὸν ἔλεγχον ὁλοκλήρου τοῦ ἔθνους. Ἀπατᾶσθε καὶ πλάνην μεγάλην, διότι μετὰ τὰ τελευταῖα γεγονότα τὰ ὁποῖα πρὸ ὀλίγου ἔλαβον χώραν, φαίνεται, ἐλησμονήθησαν· ὁ λαὸς ἐπιτηρεῖ. Ἂς μὴ νομίσῃ οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὰς τρεῖς, ἢ τέσσαρας χιλιάδας ψήφους, τὰς ὁποίας ἔτυχε κατὰ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διαλογῆς τῶν ψήφων. Ἡ διαγωγή μας, τὸ βῆμα τοῦτο, κεντᾷ τὰς ἰδέας καὶ συνειδήσεις τῶν συμπολιτῶν μας, καὶ ὅταν μᾶς ἴδουν οἱ ψηφοφόροι μας ἀκαταλλήλους, δύνανται εἰς τὴν προσεχῆ περίοδον νὰ ἀνακαλέσωσι τὴν ἐντολήν των. Ἀλλὰ μὲ λόγους παραλύομεν τὰς συνεδριάσεις, ἡ λειποταξία παρατείνει αὐτὴν τὴν κατάστασιν τοῦ τόπου; Ἡπατᾶσθε, Κύριοι· ἔστε βέβαιοι, ὅτι τοιαῦτα φαινόμενα δὲν θὰ παρουσιασθοῦν, καὶ ἂν παρουσιασθοῦν, ὑπάρχουν αἴτια σπουδαῖα, τῶν ὁποίων ἀπεύχομαι σήμερον νὰ κάμω μνείαν.
§35ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Προχθὲς ἐπαρουσιάσθησαν, ὄχι εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§36Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἀλλ’ ὁ τελευταῖος καταβὰς τὸ βῆμα ὡς ἓν τῶν ἐπιχειρημάτων του ἠθέλησε νὰ ἐλέγξῃ τὴν διάρκειαν τῆς Συνελεύσεως.
§37ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ θέματος.
§38ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐλέχθησαν καὶ θὰ τὰ ἀναιρέσω.
§39ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Τὸν λόγον Κ. Πρόεδρε· καὶ θά ἔλθω καὶ εἰς προγενεστέραν ἐποχὴν, εἰς τὴν ἐπανάστασιν, καὶ θὰ εἴπω διὰ τί ἔγεινε καὶ ποῦ ἔγεινε· καὶ ὑπὸ ποίων ἔγεινε· διότι χθὲς ἐπίορκοι, παρουσιάσθησαν ὡς ἐπαναστάται.
§40Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι σχετικὸν, διότι ἀφορᾷ τὴν διάρκειαν, ἢ τὴν μὴ διάρκειαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ Σώματος, ἀλλ’ ὁ φίλος μου καὶ τελευταῖον καταβὰς τοῦ βήματος, ὑπέπεσε, εἰς τὸ αὐτὸ ἀτόπημα, ἐκ τῶν ἀποτελεσμάτων νὰ θέσῃ ἀρχάς· λέγει, ὅτι ἡ μεγάλη διάρκεια τῆς Συνελεύσεως κατεδικάσθη ἀπὸ τὸ ἔθνος· λέγω, Κύριοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἐλθοῦσα εἰς περιστάσεις ὅλως ἐκτάκτους καὶ ἀπροσδοκήτους, ἠδυνήθη, ὅσον τὸ ἐπ’ αὐτῇ, νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της· τί ἔκαμε τὸ γνωρίζετε κάλλιον ἐμοῦ· ἡ προσάρτησις τῆς Ἑπτανήσου ἦτον ἓν τῶν σπουδαιοτέρων ζητημάτων καὶ ἕνεκα τοῦ ὁποίου παρετάθη ἡ διάρκεια τῆς Συνελεύσεως. Κατὰ συνέπειαν οἱ αἰτιώμενοι τὴν διάρκειαν τῆς Συνελεύσεως πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, νομίζω, ὅτι ἐξώκειλαν πολύ. Συμπεραίνων, κύριοι, λέγω ταῦτα, ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ τάξις ἀπαιτεῖ τὴν ἐλευθέραν συνείδησιν τῶν ἀντιπροσώπων, ὁ ἔλεγχος ὑπάρχει ἀλλοῦ, καὶ ἐκεῖ πρέπει νὰ ἀφήσωμεν τὴν ἔλεγχον τῶν πράξεων ἑνὸς ἑκάστου ἀτόμου. Οἱ κανονισμοὶ διέπουν τὰς κανονικὰς συζητήσεις ἑνὸς σώματος, δὲν δύνανται ὅμως νὰ φέρουν ἀντιῤῥήσεις ἐπὶ τοῦ θεμελιώδους χάρτου τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐξασφαλίζει καὶ τὴν συνείδησιν καὶ τὴν διαγωγὴν παντὸς ἀντιπροσώπου.
§41ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Δύω λέξεις, Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τοῦ ζητήματος. Ἀναιρῶ τὸν κύριον Μαυρομιχάλην διὰ τοῦ κ. Μαυρομιχάλη. Ὁ ἴδιος ἀναβὰς τὸ βῆμα προοιμιάσθη καὶ εἶπεν, ὅτι ἡ Συνέλευσις διελύθη ὄχι ἐντίμως· ἄρα εἶμαι κατακριτέος ἐγὼ, ὅστις ἐπέφερα ἐπιεικεστέραν παρατήρησιν; ὁ ἴδιος τὸ εἶπεν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Παρίσης.
§43ΠΑΡΙΣΣΗΣ. Μοῦ φαίνεται ὅτι εἶναι ἀρκετά.
§44ΤΙΝΕΣ. Ἐφωτίσθημεν.
§45ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κ. Πρόεδρε, θὰ εἴπω 2 λέξεις. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἐμβήκαμεν εἰς περιστάσεις καὶ εἰς θεωρίας ἔξω τοῦ κειμένου. Τὸ κείμενον ἦτο ὁ νεωτερισμὸς, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Κεχαγιᾶς· ὀφείλομεν λοιπὸν αὐτὴν νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ᾖναι πρόσφορος, ἐὰν ᾖναι κατάλληλος, ἐὰν ᾖναι ἁρμοδία μὲ τὸ θέμα, τὸν προορισμὸν, τὴν θέσιν τοῦ Σώματος. Ψηφοφοροῦμεν, κύριοι, κανονισμὸν καὶ ὁ κανονισμὸς, νομίζω, ἔχει τὰ ὅριά του, εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος θὰ καθοδηγήσῃ τὴν τάξιν; τὸν τρόπον τῆς ψηφοφορίας, τὸν τρόπον τῶν πρακτικῶν καὶ ὅλην αὐτὴν τὴν τάξιν, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται νὰ ῥυθμίζῃ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς· ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς νὰ ἐξέρχεται καὶ νὰ ἐμβαίνῃ νὰ κανονίσῃ τὴν συνείδησιν, καὶ νὰ κανονίσῃ τὴν πεποίθησιν καὶ νὰ θέτῃ μέτρον εἰς τὴν συνείδησιν ἑνὸς ἑκάστου, μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι παραπολὺ παράξενον, εἶναι παραπολὺ παράλογον· δὲν θὰ τὸ εὕρωμεν οὔτε εἰς ἄλλο ἔθνος αὐτό. Ἡ Βουλὴ, κύριοι, δὲν εἶναι ἓν σῶμα νομοτελεστικὸν, εἶναι ἓν σῶμα νομοθετικὸν καὶ πολιτικόν. Νομοθέτης, κύριοι, δὲν εἶναι ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος δεσμεύεται νὰ δώσῃ τὴν ψῆφόν του ὑποχρεωτικῶς, δὲν εἶναι ὑπάλληλος ὁ νομοθέτης, οἱ ὑπάλληλοι, ἐπειδὴ ἔχουν ὑπ’ ὄψιν ἕνα νόμο, εἶναι εἰς κατάστασιν ἐκεῖνοι ν’ ἀποφασίζουν ὑποχρεωτικῶς, διότι εἶναι ἐκτελεσταὶ τοῦ νόμου. Ὁ νομοθέτης, κύριοι, ἔχει σκέψιν, ἔχει πεποίθησιν, μέτρον τοῦ βουλευτοῦ, μέτρον τῆς ἀποφάσεώς του, τῆς γνώμης του δὲν ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι ἄλλος παρὰ ὁ πατριωτισμός του, ἡ πεποίθησίς του· ἐὰν ἐξέρχεται τούτου, δὲν εἶναι πλέον βουλευτὴς, δὲν εἶναι νομοθέτης. Συμβαίνουν, κύριοι, περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας ὁ βουλευτὴς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην, ἡ πεποίθησίς του τὸν ὑπαγορεύει νὰ ἀρνηθῇ ψῆφον, ἀρνεῖται ψῆφον. Εἶναι, κύριοι, μία νόμιμος ἐκπλήρωσις, μία εὐσυνείδητος ἐκπλήρωσις τῶν καθηκόντων του· διότι δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ κάμῃ ἄλλως, ὁ νοῦς του δὲν εἶναι ἀντιληπτικώτερος νὰ ἀντιληφθῇ καλλίτερον. Ἡ θέσις του, ἡ πεποίθησίς του αὐτὸ τὸν ὑπαγορεύει, καὶ ἔρχονται περιστάσεις κατὰ τὰς ὁποίας αὐτὸς ἀπαιτεῖται νὰ προλάβῃ μεγαλειτέρα. Ἔρχεται μία πίεσις μία πλειοψηφία, ἡ ὁποία ὁπωσδήποτε ἐσχηματίσθη καὶ δὲν εἶναι πάντοτε δικαία. Ἀνήκων εἰς πλειοψηφίαν ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον ἀνήκω καὶ εἰς μειοψηφίαν καὶ γνωρίζω ὡς πολλοὶ τὰς περιστάσεις καὶ τὰς ἐλλείψεις των. Δὲν ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ θέσῃ φραγμὸν, ἄλλως δὲν εἶναι νομοθέτης, εἶναι ὑπάλληλος. Ὁ νομοθέτης, διὰ νὰ ᾖναι σεβαστὸς ὁ νόμος καὶ νὰ ἔχῃ τὴν πεποίθησιν, ὅτι αὐτὸς ὁ νόμος τῷ ὄντι προῆλθεν ἀπὸ πεποίθησιν ἁγνὴν καὶ εὔλογον, πρέπει ὁ νομοθέτης νὰ φαίνεται, ὅτι δὲν ἐπηρεάσθη παρ’ οὐδενός. Διὰ νὰ ἦσαι νομοθέτης πρέπει νὰ ἦσαι ἀνεπηρέαστος, διὰ νὰ ᾖναι σεβαστὸς ὁ νόμος, πρέπει νὰ φανῇ, ὅτι ἀνεπηρεάστως ἀπεφασίσθη· λοιπὸν μὴ ἐμβαίνετε εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτὸς τοῦ καθήκοντος, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐκτὸς τοῦ δικαιώματος τοῦ βουλευτοῦ, ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος· διὰ ταῦτα ἀποκρούω τὴν πρότασιν αὐτὴν ὡς ἀπαράδεκτον.
§46ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (Ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Λυποῦμαι, κύριοι, διότι θὰ εὑρεθῶ ἐναντίος μὲ τὸν φίλον μου κύριον Καλλιφρονᾶν. Μόνος του εἶπεν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι γενναῖος, ὅταν ἐξέρχεται εἰς τὸ στάδιον. Καὶ λυποῦμαι, διότι ἀπ’ αὐτὸ τὸ βῆμα κατεδίκασε μίαν σοφὴν γνώμην, ἐπιδεδοκιμασμένην ἀπὸ ὅλα τὰ ἔθνη, τοῦ νομοθέτου καὶ συμπατριώτου μας Σόλωνος, ὁ ὁποῖος εἶπεν «εἰς διαίρεσιν γνωμῶν ὁ ἀδιάφορος εἶναι ἄτιμος»· εἶχες, κύριε, μίαν γνώμην, ὑποχρεοῦσαι νὰ τὴν ἐκφέρῃς δημοσίᾳ καὶ πρέπει νὰ ἐμμένῃς εἰς αὐτήν· δὲν ὑποφέρω νὰ μὲ εἴπῃ ὁ Σόλων ἄτιμον, πρὸ 2000 ἐτῶν ἀποθαμμένος.
§47ΖΕΡΒΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, οἱ φιλόσοφοι τῆς Γαλλίας λέγουν ὅτι ὁ ὁμιλῶν καὶ ἀποφασίζων ἐξασκεῖ ἓν δικαίωμα, ἀλλ’ ὁ σιωπῶν εἶναι παραβάτης ἑνὸς καθήκοντος· διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ.
§48ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ θὰ ψηφοφορήσω καὶ ἐγώ, μοὶ ἐπιτρέπεται νὰ δικαιολογήσω τὴν γνώμην μου. Θὰ σᾶς εἴπω ὀλίγα· διότι νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα ἐντελῶς παρεξηγήθη καὶ ὄχι βεβαίως πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ κερδηθῇ ὑπὸ μίαν ἔποψιν, ἀλλὰ διότι ἐτέθη κακῶς. Εἶναι ἐναντίον τοῦ συντάγματος, παραβιάζει τὸ σύνταγμα ἡ αἴτησις τὴν ὁποίαν σᾶς ὑπέβαλεν ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς, ναὶ ἢ ὄχι; ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Κύριοι, ἐκ τῶν προτέρων σᾶς λέγω ὄχι.— Θὰ τὸ ἀποδείξω. Πρῶτον τὰ Συντάγματα τίθενται διὰ νὰ ἐξασφαλίσουν τὰ δικαιώματα, τίθενται ὡς ἐγγυήσεις, ἀλλὰ πώποτε τὰ συντάγματα δὲν τίθενται ὡς μέσον διαστροφῆς, ἵνα στηρίξωσι τὴν παραλυσίαν τῆς νομίμου καὶ τακτικῆς ἐργασίας. Τοιοῦτον σύνταγμα ἤθελα το καταδικάσει μετὰ πεποιθήσεως καὶ δὲν ἤθελον τὸ σεβασθῇ. Τί σκοπὸν εἶχεν ἡ διάταξις περὶ ἀπαρτίας; Ἡ διάταξις αὕτη ἤθελεν ὥστε νὰ μὴν ἔχῃ τὸ δικαίωμα οὐδεὶς ἐδῶ νὰ ἐκφέρῃ μίαν ἀπόφασιν ὡς ἀπόφασιν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας, ὅταν ἡ ἀντιπροσωπεία αὐτὴ δὲν ᾖναι πλήρης. Διὰ τῆς διατάξεως λοιπὸν αὐτῆς ἀφῄρεσε τὸ δικαίωμα ἀπὸ μίαν ἂν θέλετε αὐθαίρετον πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία ὅλως δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀπαρτίσῃ τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ὁ νόμος ἀπαιτεῖ διὰ νὰ θεωρηθῇ ὡς Σῶμα πλῆρες· τὸ δικαίωμα τῆς ἐνεργείας καὶ ἀποφάσεως, ἐὰν ᾖναι ὀρθὸν αὐτὸ ἢ ὄχι, δὲν τὸ ἐξετάζω· ἐὰν εἰς ἄλλο σύνταγμα ὑπάρχῃ ἢ ὄχι, τοῦτο δὲν μὲ μέλει, ἐπειδὴ διατάττεται, ὀφείλω τὸ νὰ σεβασθῶ. Ἀλλά, Κύριοι, νομίζετε, ἂν ἠνόει τὸ σύνταγμα δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἴς τινα ἐξ ἡμῶν νὰ παραλύῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Σώματος τούτου; Ἠννόει τὸ σύνταγμα, δι’ αὐτῆς τῆς διατάξεως νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν δυστροπίαν ἀτόμων κατὰ τῆς πλειοψηφίας τοῦ ἔθνους, νὰ δώσῃ τὸ δικαίωμα εἰς 3 πολλάκις νὰ ματαιώσουν πᾶσαν ἀπόφασίν μας; Βεβαίως ὄχι· καὶ τοῦτο ζητεῖται σήμερον· ἐάν, Κύριοι, παραδεχθῆτε τοῦτο, καθιεροῦτε τὴν ἀπραξίαν. Τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι δὲν δύναται νὰ σκεφθῇ ἡ Βουλὴ καὶ νὰ ἀποφασίσῃ, ἐὰν δὲν ᾖναι παρόντα τὰ μέλη, τὰ ὁποῖα ἀποτελοῦν τὸν ἀριθμόν, τὸ ἥμισυ τοῦ ὅλου πλέον ἑνός· ἀναιρεῖται τοῦτο διὰ τῆς προσθήκης τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς; ὄχι· τὸ λέγει ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς· παραδέχεται αὐτὴν τὴν ἀρχήν, τὴν ὑποστηρίζει. Ἀλλὰ ποῖοι εἶναι παρόντες καὶ ποῦ μένοντες οἱ βουλευταὶ εἶναι παρόντες; ἰδοὺ τὸ ζήτημα. Ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς λοιπὸν δὲν προνοεῖ νὰ προσδιορίσῃ σήμερον τίποτε ἄλλο, παρὰ τὸν χῶρον ἐκεῖνον ἐντός τοῦ ὁποίου μένοντες οἱ βουλευταὶ θεωροῦνται ὡς παρόντες. Εἶναι εἰς τὴν ἐξουσίαν μας νὰ κανονίσωμεν σήμερον πότε θεωρούμεθα παρόντες; Νομίζω, Κύριοι, πῶς εἶναι, νομίζω πῶς ἠμποροῦμεν σήμερον νὰ κανονίσωμεν τὸ ὑλικὸν αὐτὸ συμβεβηκός, νὰ εἴπωμεν, οἱ ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου εἶναι παρόντες· νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἔχομεν τὸ δικαίωμα νὰ εἴπωμεν, οἱ καθήμενοι ἐκεῖ καὶ συνομιλοῦντες εἶναι παρόντες, νομίζω ὅτι οὕτω δὲν παραβιάζομεν τὸ σύνταγμα. Διατί; διότι δὲν ἐπιβάλλομεν μίαν ὑποχρέωσιν καταναγκαστικήν, δὲν ἀρνούμεθα δικαίωμα ὑπάρχον, ἐμποδίζομεν τὴν κατάχρησιν, διότι ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει τὸ δικαίωμα ἐκτὸς τῆς ὑποχρεώσεως νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, νὰ μὴ σιωπᾷ, νὰ μὴ φεύγῃ. Τί θέλουν νὰ ἐμποδίσουν οἱ προτείναντες τὴν διάταξιν αὐτήν, νὰ ἐμποδίσουν τὴν δυστροπίαν καὶ τὸ νὰ μή θέλετε νὰ ἐξασκῆτε τὸ δικαίωμά σας, νὰ κάθησθε, νὰ σιωπᾶτε καὶ νὰ παραλύετε τὰς ἐνεργείας τῆς πλειοψηφίας. Νομίζω λοιπόν, Κύριοι, ὅτι ἡ αἴτησις τοῦ νὰ προσδιορίζωμεν ποῦ καὶ πότε θεωροῦνται παρόντα τὰ μέλη τῆς Βουλῆς, τὰ ὁποῖα παρόντα ἠμποροῦν νὰ ἀπαρτίσουν τὸν ἀριθμόν, τὸν ὁποῖον ζητεῖ τὸ σύνταγμα, νομίζω, ὅτι αὐτὸς ὁ προσδιορισμὸς δὲν ἀντίκειται εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ἠμποροῦμεν σήμερον νὰ τὸν κάμωμεν. Κύριοι, σᾶς εἶπον, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ βουλευτοῦ δὲν περιορίζεται, ὅτι ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φερθῇ ὅπως θέλει, ν’ ἀποφασίσῃ ὅπως θέλει, καὶ ἔχει τὸν κριτήν του, ὁ κριτής του εἶναι ὁ λαὸς, εἰς αὐτὸν πρέπει νὰ τὸν φέρωμεν. Καὶ ποῖος, Κύριοι, εἶπε τὸ ἐναντίον; ποῖος λέγει σήμερον νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἐνέργεια τοῦ βουλευτοῦ, ποῖος λέγει σήμερον ὅτι πρέπει νὰ ἐπιβάλωμεν τὸν δεῖνα τρόπον ἐνεργείας, τὴν δεῖνα ἀπόφασιν ἢ τὴν δεῖνα; Ὄχι, Κύριοι, ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ ᾖναι ἐντελῶς ἐλεύθερος, διότι ἐν τῇ ἐλευθερίᾳ συζητεῖται, ἀποφασίζεται καὶ εὑρίσκεται ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ἡ ἀλήθεια, ἡ ὁποία μόνη ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διοικήσῃ τὸν τόπον. Ἠξεύρετε, Κύριοι, διατὶ εἶναι προτιμητέον τὸ κοινοβουλευτικὸν σύστημα; διότι ἐντὸς τῆς συζητήσεως, ἐντὸς αὐτῆς τῆς πάλης, ἡ ὁποία γίνεται, εὑρίσκεται ἡ ἀλήθεια. Ἔ! Κύριοι, ὅταν παραλύετε αὐτὴν τὴν ἔννομον πάλην τῆς συζητήσεως καὶ τῆς ψηφοφορίας διὰ δυστροπιῶν ἀναξίων, τότε παραλύετε ἀληθῶς τὴν ἀξίαν αὐτοῦ τοῦ συστήματος, τότε μηδενίζετε τὸ σύνταγμα. Δὲν πρόκειται νὰ βιασθῇ οὐδεὶς, ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ἤλθομεν ἐδῶ, ὅταν ἐσυζητήσαμεν, ὅταν παρακαθήμεθα μέχρι τέλους, ὅταν τὰ πάντα ἐτελείωσαν, ὅταν ἀρχίζῃ ἡ ψηφοφορία, ἐπιτρέπεται, σᾶς ἐρωτῶ, εἰς ἕνα νὰ ἀπέρχεται εἰς τὸ δωμάτιον καὶ νὰ ματαιώνῃ ὅλην αὐτὴν τὴν ἐργασίαν; Εἶναι αὐτὸ ἐλευθερία καὶ ἀσφάλεια δικαιώματος καὶ διοικήσεως καὶ σεβασμὸς τοῦ συντάγματος; τὸ κατ’ ἐμὲ, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἀμφιβάλλω. Ἠμπορεῖ νὰ ἐξέλθῃ τοῦ περιβόλου, ἀλλ’ ἐνθυμηθῆτε τί εἶπεν ὁ Κ. Παπαμιχαλόπουλος· καὶ αὐτὸ τῷ ὄντι μοι ἔκαμεν ἐντύπωσιν, πρέπει, εἶπε, νὰ ᾖναι ἀναιδὴς, ἀπαιτεῖται μεγάλη τόλμη ἀπὸ ἕνα ἐξ ἡμῶν ὁποιονδήποτε νὰ ἐξέλθῃ ἔξω.
§49ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἄνευ λόγου σπουδαίου.
§50ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοεῖται. Μεγάλη τόλμη ἀπαιτεῖται κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς ψηφοφορίας ἑνὸς σπουδαίου ζητήματος νὰ ἐξέρχεται καὶ νὰ τρέχῃ τὰς ἀγυιὰς ὑπὸ τὰ ὄμματα τοῦ κοινοῦ, ἐνῷ ἡ βουλὴ περιμένει καὶ ἀπὸ τὴν ψῆφόν του νὰ λυθῇ ἓν ζήτημα σπουδαῖον. Ἂς ὑπάγῃ, τότε τῷ ὄντι τίθεται ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν τοῦ κυριάρχου λαοῦ, ὅταν αὐτὸς μᾶς ἐγκαταλείπῃ ἐδῶ ἐργαζομένους καὶ ψηφοφοροῦντας καὶ θέλοντας νὰ ἐκφέρωμεν μίαν ἀπόφασιν· ἄλλως, Κύριοι, καταναγκασμὸς δὲν εἶναι, παραβίασις δικαιώματος δὲν ὑπάρχει, ὅταν ᾖναι εἰς τὴν δύναμιν ἑκάστου τὸ νὰ ἐπιτελέσῃ τὸ καθῆκόν του. Ἐὰν ἐπιβάλωμεν μίαν ποινὴν, ἐὰν ἐστενοχώρουν ἡμᾶς νὰ πράξωμεν ὅ,τι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ πράξωμεν, νὰ εἴπωμεν ὅ,τι δὲν ἔπρεπε νὰ εἴπωμεν, τότε μάλιστα, Κύριοι, ἠδύνασθε νὰ εἴπητε, διατί παραβιάζετε τὰ δικαιώματά μας; διατί θέλετε νὰ πάρετε ὅ,τι ἠθικῶς καὶ νομίμως δὲν ἐπιτρέπεται; Ὅταν σᾶς λέγωμεν καθήσατε μέχρι τέλους διὰ νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας, τότε δὲν ἐννοῶ ποῦ ὑπάρχει αὐτὸς ὁ καταναγκασμὸς, ὁ βιασμὸς τῆς ἐλευθερίας. Ἡ πατρίς μας, Κύριοι, ὁ τόπος μας ἔχει ἀνάγκην πράξεων καὶ ἔργων. Ἡ ἐπανάστασις, τὰ τελευταῖα συμβεβηκότα, ἡ Συνέλευσις, εἰς τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος πρέπει νὰ εὐγνωμονῇ, διότι κατ’ ἐμὲ ἡ Συνέλευσις ἔσωσε τὸν τόπον εἰς τὰς πλέον δυσχερεῖς καὶ ἐπικινδύνους περιστάσεις, ἡ Συνέλευσις ὅμως αὐτὴ ἄφησε περιπλοκάς τινας, ἄφησεν ἀνωμαλίας τινὰς, αἱ ὁποῖαι ἀντιστρατεύονται εἰς τὴν τακτικὴν, τὴν ὁμαλὴν πορείαν τῶν πραγμάτων μας. Ἀπειλούμεθα, Κύριοι, καὶ πρέπει νὰ τὸ ἠξεύρετε, ἀπὸ οἰκονομικὰς δυσκολίας, ὄχι τὸ ταμεῖον, ἀλλ’ ὁ τόπος· διότι κατὰ τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας ἔχω, δυστυχῶς ἡ ἐσοδεία εἶναι δυστυχής· εὑρισκόμεθα λοιπὸν εἰς στενοχωρίας, καὶ ἀπὸ τὰς ὁποίας θέλομεν νὰ ἐξέλθωμεν, ἢ εἰς τὰς ὁποίας θέλομεν εὕρει θεραπείαν τινὰ, ἐάν ὅλοι ἡμεῖς ἐδῶ ἐργασθῶμεν καὶ ἀρχίσωμεν τὰ κύρια ἔργα μας ὅσον τὸ δυνατὸν ταχύτερον. Λοιπὸν, Κύριοι, ἂς σπεύσωμεν πρὸς τοῦτο καὶ ἂς ἐμποδίσωμεν πᾶν, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ παραλύσῃ αὐτὰς τὰς ἐργασίας. Αὐτὸ εἶναι ὑπηρεσία πρὸς τὴν πατρίδα καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἀληθὴς καὶ ἀκριβὴς ἐφαρμογὴ τοῦ συντάγματος, τὸ ὁποῖον καθιερώσαμεν εἰς τὸν τόπον αὐτὸν, διὰ νὰ σώσωμεν αὐτὸν καὶ ὄχι διὰ νὰ τὸν καταστρέψωμεν, καὶ σώζομεν τὸν τόπον, ὅταν ἡμεῖς ἀρχίσωμεν καὶ ἐργασθῶμεν ἐν πατριωτισμῷ καὶ εἰλικρινείᾳ, καὶ ἀναλάβωμεν ταχέως καὶ ὁμαλῶς τὴν ἐξάσκησιν τῶν κυρίων καθηκόντων μας. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ Κ. Κεχαγιᾶς οὔτε ἐναντίον τοῦ συντάγματος εἶναι, οὔτε ἐναντίον τῆς ἐλευθερίας τοῦ βουλευτοῦ.
§51ΗΛΙΑΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ὅταν τινὲς βουλευταὶ διαρκούσης τῆς ψηφοφορίας ἀναχωρήσουν καὶ εἰς τὸ τέλος τῆς συζητήσεως ἔλθωσιν ἄλλοι καὶ μένουν εἰς τὰ δωμάτια, πῶς θέλεις νὰ τοὺς θεωρήσωμεν αὐτοὺς ὡς παρόντας;
§52ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω τί λέγετε.
§53ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κατακρίνω, Κύριοι βουλευταὶ, τὸν βουλευτὴν ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἄνευ εὐλόγου ἀφορμῆς, ὅταν γίνῃ μία ψηφοφορία μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ ματαιώσῃ τὴν ψηφοφορίαν αὐτὴν, καθ’ ὅσον αὐτὴ εἶναι ἐναντία τῆς θελήσεώς του, ἀποσύρεται εἰς τὰ δωμάτια, εἴτε ἔξω, εἴτε εἰς τὴν οἰκίαν του, εἴτε μακρὰν τῶν Ἀθηνῶν. Τὸν κατακρίνω, ὄχι διότι ἀπεσύρθη, τὸν κατακρίνω ὅμως, διότι ὁ βουλευτὴς αὐτὸς, καί τοι βλέπων, ὅτι ὑπάρχει μία ψηφοφορία πατριωτικὴ, ψηφοφορία τοιαύτη, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖται ὑπὲρ τῶν ὅλων τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ὅμως μόνον καὶ μόνον, διότι ἡ ψηφοφορία αὕτη ἀντιβαίνει εἰς τὴν θέλησίν του, εἰς τὸ σχέδιόν του, τὴν ψηφοφορίαν αὐτὴν τὴν παραλύει καὶ διὰ τοῦ τρόπου αὐτοῦ θέλει ἡ ἀτομικὴ αὐτοῦ ἰσχὺς νὰ ὑπερισχύσῃ τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὅταν ἡ πλειοψηφία, ἡ ὁποία ἐσχηματίσθη, καί τοι δυναμένη νὰ φέρῃ τὸ ἀποτέλεσμά της, ὅπως φέρει πάντοτε τὸ ἀποτέλεσμα, ὅταν ἡ πλειοψηφία αὕτη ᾖναι ἐναντίον τῶν συμφερόντων τοῦ ἔθνους, ὅταν βλέπῃ μίαν ἀντιπατριωτικὴν πλειοψηφίαν, ὅτι καταστρέφει τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τότε ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον τῆς μειοψηφίας, ποῖον εἶναι τὸ καθῆκον αὑτοῦ τοῦ ἑνὸς ἀνθρώπου, ὁ ὁποῖος σχηματίζει τὴν μειοψηφίαν; Καθῆκόν του εἶναι ἀφ’ ἑνὸς νὰ διαμαρτυρηθῇ κατὰ τῆς τοιαύτης πλειοψηφίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ματαιώσῃ αὐτὴν τὴν πλειοψηφίαν, ἡ ὁποία, ἐπαναλαμβάνω, ἠμπορεῖ νὰ καταστρέψῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους.
§54ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§55ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὁ Γαλιλαῖος ἦτο ὁ μόνος, ὁ ὁποῖος ἔλεγε ὅτι ἡ γῆ κινεῖται, ὅλος ὁ κόσμος ἐφώναζε κατ’ αὐτοῦ, ὑλικὴ βία τὸν ἔῤῥιψεν εἰς τὰς φυλακὰς καὶ τὸν ἐβασάνιζε· καὶ ὁ Γαλλιλαῖος βιασθεὶς νὰ ἐξωμόσῃ τὴν γνώμην του, ἔλεγε «καὶ μόλα ταῦτα κινεῖται» καὶ ἐν τούτοις τὰ ἔθνη, αὐτοῦ τοῦ μόνου ἀνθρώπου ἐνέκρινον τὰς ἀρχάς· διότι ἀπεδείχθη ὅτι αὗται αἱ ἀρχαὶ ἦσαν σύμφωνοι πρὸς τὴν ἀλήθειαν. Τί ἕπεται, Κύριοι; ἕπεται ὅτι ἐκ τῶν προτέρων δὲν δυνάμεθα νὰ καταδικάσωμεν τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἀποσύρεται διὰ νὰ ματαιώσῃ μίαν ψηφοφορίαν. Πρέπει νὰ τὸν καταδικάσωμεν, ὅταν ἐμβῶμεν εἰς τὴν ψυχήν του καὶ ἴδωμεν, ὅτι ἐκπληροῖ τὸ συμφέρον τοῦ ἔθνους; ἐὰν ὅμως ἴδωμεν ὅτι ἀντιπράττει εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, τότε βεβαίως εἶναι κατακριτέος. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν ἔθεσε τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος; τὸ ζήτημα σήμερον ποῖον εἶναι; τὸ ζήτημα εἶναι ἐὰν διὰ τῆς προτάσεως ταύτης, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ἐνώπιόν σας παραβιάζεται ἢ ὄχι τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος. Ποῖον εἶναι τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος; «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν, ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται.» Ὑποθέσατε, ὅτι ὅταν πρόκηται νὰ γείνῃ ψηφοφορία εἰσέρχονταί τινες εἰς τὰ δωμάτια λέγοντες, ὅτι ἡμεῖς δὲν θέλομεν νὰ ἤμεθα παρόντες εἰς τὴν ψηφοφορίαν· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει οἱ βουλευταὶ αὐτοὶ πρέπει νὰ θεωρηθῶσιν ὡς παρόντες; Κατὰ τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία ὑποβάλλεται ἐνώπιόν σας, πρέπει νὰ θεωρηθῶσι. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι διαστρέφομεν τὴν ἀλήθειαν, διαστρέφομεν τὰ πράγματα, νομίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου μακρὰν τοῦ νὰ θελήσωμεν νὰ τηρῶμεν τὸ σύνταγμα, τὸ παραβιάζομεν, καὶ τότε αὐτὴ ἡ πρώτη παραβίασις αὔριον φέρει εἰς ἄλλην καὶ μεθαύριον εἰς ἄλλην, καὶ τότε, ἂς εἴπωμεν τὴν ἀλήθειαν, τὸ σύνταγμα ἢ εἶναι ἔργον μιᾶς πλειοψηφίας τῆς βουλῆς ἢ εἶναι ἔργον μιᾶς κυβερνήσεως (εὖγε, εὖγε, ἀριστερόθεν. χειροκροτήματά τινα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ὁ νόμος ῥητῶς λέγει, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι παρόντες οἱ βουλευταί· εἶμαι παρὼν ὅταν ᾖμαι ἐντὸς τῶν δωματίων;
§56ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (πρωθυπουργὸς) Βεβαιότατα.
§57ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Τὸ βεβαιότατα θὰ ᾖναι ἓν ψεῦδος. Εἶμαι κύριος τοῦ ἑαυτοῦ μου, διότι ὅταν φύγω, θὰ μὲ κρίνῃ ὁ λαὸς, θὰ μὲ κρίνουν τὰ πρακτικὰ, θὰ μὲ κρίνῃ ἡ στενογραφία· ἐὰν ἔφυγα διὰ νὰ καταστρέψω τὸ ἔθνος, τὸ ἔθνος θὰ μὲ κατηγορήσῃ· ἐὰν ἔφυγα ὅμως διὰ νὰ σώσω τὸ ἔθνος, τὸ ἔθνος θὰ εἴπῃ ὅτι ὀρθῶς ἔπραξα. Ὁ νόμος λοιπὸν εἶναι εἰς τὴν παρουσίαν· τότε τί θὰ ἐξετάσωμεν; τὸ πραγματικὸν ζήτημα· εἶναι παρὼν ὁ ἐν τοῖς δωματίοις ἢ εἶναι ἀπών; θὰ εἴπῃ ὅτι εἶναι προφανὴς διαστροφὴ τῆς ἀληθείας, ἐὰν εἴπωμεν ὅτι ὁ εἰς τὸ δωμάτιον ἐκεῖνος εὑρισκόμενος, ὁ γράφων, ὁ ὁμιλῶν, ὁ καπνίζων, ὁ ἴσως κοιμώμενος, ὅτι εἶναι παρών· ἀλλὰ, κύριοι, παραδεχθῆτε ἓν ἄλλο, σᾶς παρακαλῶ· θέλετε νὰ βάλετε τὸν φραγμὸν ἐν τοῖς δωματίοις, ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι εἶμαι εἰς τὸν πρόδρομον, εἶμαι εἰς τὴν αὐλήν. Τὸ ἤκουσα προφερόμενον· εἰς τὴν αὐλὴν; τότε ὁ λαὸς σὲ καταναγκάζει, καὶ θέλετε νὰ παραδεχθῆτε καταναγκασμὸν ἐκ μέρους τοῦ λαοῦ; καθόλου δὲν τὸ δέχομαι, συζήτησιν, ἐπίκρισιν τὴν δέχομαι, ἀλλ’ ὄχι καταναγκασμὸν, ἐν ὅσῳ ὁ λαὸς μᾶς ἔδοσε τὸ δικαίωμα νὰ ἀντιπροσωπεύσωμεν τὰ δικαιώματά του, ὁ λαὸς διὰ νὰ μᾶς ἐπικρίνῃ ἢ κατακρίνῃ, πρέπει νὰ μᾶς ἀφήσῃ ἐλευθέρους· ἐὰν ὅμως ἐξέρχωμαι, διότι θέλω νὰ διαμαρτυρηθῶ κατὰ μιᾶς πλειονοψηφίας, καὶ 3 ἄνθρωποι βιαίως μὲ ἀναγκάζουν νὰ ἐπανέλθω, τότε, κύριοι, ἀλλοίμονον. Σεῖς καθ’ ἑκάστην φωνάζετε ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν καὶ καταστρέφετε τὴν ἐλευθερίαν τῶν βουλευτῶν, ὅταν 3 ἄνθρωποι ἠμποροῦν νὰ μὲ βιάσουν. Δι’ ὄνομα τοῦ θεοῦ μὴ τὸ παραδεχθῶμεν αὐτό. Νομίζω λοιπὸν, κύριοι βουλευταὶ, ὅτι ὄντες ὑποχρεωμένοι νὰ σταθῶμεν ἐντὸς τῶν ῥητῶν ὁρίων τοῦ συντάγματος, εἴμεθα ὑποχρεωμένοι νὰ μὴ παρεκτραπῶμεν καθόλου τὸ σύνταγμα καὶ ἔχομεν καθῆκον ἀκόμη νὰ εἴπωμεν, ὅτι τότε μόνον ἡ ψηφοφορία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς πλειονοψηφίας, ὅταν ἤμεθα ἐδῶ, ὅταν συζητῶμεν, ὅταν ἀποδεικνύεται ὅτι εἴμεθα παρόντες, ὅταν ἤμεθα ἐντὸς τῆς αἰθούσης. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Κεχαγιᾶ εἶναι ἐναντία τοῦ Συντάγματος.
§58ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ ἠκούσατε, Κύριοι, φανερὰ, ὁ Κ. Μπαλάνος ἦτον εἰλικρινὴς, εἶπε δηλ. ὅτι, ὅταν πρόκηται παρὰ τῆς ψήφου νὰ ἀπαρτισθῇ τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς, καὶ ἡ ψῆφος αὕτη δύναται νὰ ἔχῃ ἐπιβλαβεῖς συνεπείας διὰ τὸ συμφέρον τῆς Πατρίδος, ἀποχωρῶ. Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ἂν ὁ Κ. Μπαλάνος ἐξέφρασε τοιαύτην ἰδέαν, δὲν πιστεύω, λέγω, κἀνεὶς ἐξ ὑμῶν τῶν πολεμούντων τὴν πρότασιν νὰ συμμερίζησθε τὴν ἀρχὴν αὐτήν.
§59ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κατὰ τὰς περιστάσεις.
§60ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, καταστρέφομεν τὸ πολίτευμα· τί εἶναι, Κύριοι, Σύνταγμα; εἶναι αὐτοδιοίκησις· πῶς γίνεται ἡ αὐτοδιοίκησις; διὰ τῆς ἀποστολῆς ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ἢ καταδικάζουν μίαν Κυβέρνησιν· ποία δὲ εἶναι ἡ βάσις; ἡ μειονοψηφία νὰ ὑπόκηται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν· ἂν, Κύριοι, δὲν παραδεχθῆτε πρὸς στιγμὴν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, εἰς μάτην συζητοῦμεν, εἰς μάτην ἐλπίζομεν, ὅτι δυνάμεθα νὰ ἐμπεδώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν· τὸ πολίτευμά μας αὐτὸ εἶναι ἡ πρώτη ἀρχὴ, ἡ μειονοψηφία νὰ ὑπόκηται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν· ἀλλ’ ὁ Κ. Μπαλάνος εἶπεν, ὅτι ἐνδέχεται ἡ πλειοψηφία νὰ μὴ σκέπτηται πατριωτικὰ, καὶ ἡ μειοψηφία νὰ σκέπτηται πατριωτικά· Κ. Μπαλάνε, ἔχω ἀρκετὴν ὑπόληψιν εἰς τὰ φῶτά σας, ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο οὐδόλως θὰ συμφωνήσω· πῶς ἀδικεῖτε τὴν πλειοψηφίαν, ὅτι ἔχει ἀντιπατριωτικὰ αἰσθήματα καὶ δὲν κάμνετε σκέψιν, ὅτι ἐνδέχεται καὶ ἡ μειονοψηφία νὰ εὑρίσκηται εἰς τὴν αὐτὴν ἀπάτην;
§61ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Δὲν λέγω τὸ ἐναντίον.
§62ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἂν τοῦτο παραδεχθῆτε, οὐδεὶς θὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ μειονοψηφία πρέπει νὰ ἀποχωρῇ, διότι δὲν δύναται νὰ ἐκπληρωθῇ ὁ σκοπὸς ἐκείνης· ὡς εἶπεν ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, δὲν δυνάμεθα νὰ κατακρίνωμεν τὸν ἄλλον ἐπὶ ὀλιγωρίᾳ, ἐπὶ ἐλλείψει πατριωτισμοῦ· ὄχι, ὅλοι εἴμεθα ἴσοι, τὸν αὐτὸν σκοπὸν ἐπιδιώκομεν, καὶ εἰς τὴν μίαν μερίδα καὶ εἰς τὴν ἄλλην, τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, καὶ οὐδεὶς ἰδιαίτερον συμφέρον. Ὅπως λοιπὸν ἡ πλειονοψηφία ἀποδίδει εἰς τὴν μειοψηφίαν τὸν πατριωτισμὸν, οὕτω πρέπει καὶ ἡ μειοψηφία ν’ ἀποδίδῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τὸν αὐτὸν πατριωτισμόν· ἐνδέχεται ἐσφαλμέναι ἰδέαι καὶ τὴν μίαν καὶ τὴν ἄλλην πτέρυγα νὰ καθοδηγῶσιν, ἀλλ’ οὐδόλως πρέπει ἡ μειονοψηφία νὰ ἀποχωρῇ διὰ τὸν λόγον ὅτι δὲν σκέπτεται ἡ πλειονοψηφία πατριωτικῶς· καὶ τότε εὑρίσκετε, Κ. Μπαλάνε, στερέωσιν τοῦ πολιτεύματός μας; τότε ἴσα, ἴσα θὰ ἐπέλθῃ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον μὲ φοβίζει· ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι μία μειοψηφία ἀποχωρεῖ, καὶ ἀποχωρεῖ ἀφίνουσα τὸ Κράτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ, ἄνευ φορολογικῶν νόμων, τοῦτο θεωρεῖτε πατριωτικόν;
§63ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Διόλου.
§64ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τοῦτο θὰ καταντήσωμεν, ἂν, Κύριοι, αὐτὴ ἡ πτέρυξ ἀποκτᾷ τὴν πλειοψηφίαν καὶ ἔρχεται εἰς τὰ πράγματα............
§65ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ κομματικῶς.
§66ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Οὔτε ἐγώ· ἂν, λέγω, αὐτὴ ἡ πτέρυξ ἀποκτήσῃ τὴν πλειονοψηφίαν (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα).
§67ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ ποῦ εἰξεύρεις ἂν δὲν τὴν ἔχῃ;
§68ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἔχετε συνήθειαν νὰ διακόπτητε, μολονότι ὑποστηρίζετε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Ἂν ἡ πτέρυξ αὐτὴ ἔλθῃ εἰς τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ἡ ἄλλη εὑρεθῇ εἰς τὴν μειοψηφίαν, νομίζετε, ὅτι εἶναι πατριωτικὸν νὰ εἴπῃ, ὅπως εἶπεν ἡ μειοψηφία ἐν τῇ Συνελεύσει, δὲν μένω νὰ ψηφίσω κατὰ τῆς Πατρίδος μου; Εἶναι λειποταξία, καὶ ἡ λειποταξία αὕτη θὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὴν παραλυσίαν. Ὅπως σκέπτεσθε, Κ. Ἰακωβάτε, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα δύναται νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα, ἀπαραλλάκτως καὶ εἷς ἕτερος, ὅτι ἡ ἰδική του δύναται νὰ σώσῃ τὴν πατρίδα. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἦτο διῃρημένον ὁλόκληρον τὸ κράτος εἰς δύο μεγάλα στρατόπεδα περὶ τῆς ἐλευθερίας καὶ τῆς προστασίας τοῦ ἐμπορίου· καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο εἶχε πρὸ ὀφθαλμῶν τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος, ἀλλ’ οὐδόλως ἀπεχώρησεν ἡ μειονοψηφία ἵνα παραλύσῃ τὴν πλειονοψηφίαν· ἔμειναν ὡς στρατόπεδα καὶ ὑπεστήριξαν τὴν γνώμην των· οὐδεὶς πρέπει ν’ ἀποχωρῇ καὶ ἂν καὶ λόγχαι ἔλθωσιν ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου πρέπει νὰ μείνωμεν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ καθήκοντός μας καὶ οὐχὶ νὰ ἀποχωρῶμεν, προφασιζόμενοι, ὅτι ἡ πλειονοψηφία δύναται νὰ βλάψῃ τὰ συμφέροντα τῆς πατρίδος· οὕτω πως βαδίζοντες, δυνάμεθα νὰ στερεώσωμεν, νὰ ἐμπεδώσωμεν τὴν ἐλευθερίαν καὶ ὄχι διὰ τῆς λειποταξίας. Ὅλοι οἱ ἀγορεύσαντες κατὰ τῆς προτάσεώς μου εἰς οὐδὲν ἄλλο προσέφυγον, παρὰ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐξάσκησιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ βουλευτοῦ, εἰς τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, εἰς τὴν ἐλευθέραν θέλησιν. Κύριοι, ἀναχωροῦν ἀπὸ μίαν ἀρχὴν πολὺ ἐσφαλμένην· ἀγνοοῦν τί θὰ εἴπῃ ἐλευθερία· ἐλευθερία δὲν εἶναι παρὰ νὰ πράττῃ τις ὅ,τι θέλει, ἀλλὰ νὰ μὴ βλάπτῃ τὸν ἄλλον. Ἀλλ’ ἂν θέσωμεν φραγμὸν εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν εἰς τὸν βουλευτὴν, τότε ποίαν σημασίαν θὰ ἔχῃ αὐτὸς ὁ Βουλευτής, μοὶ λέγει ὁ Κ. Μαυρομιχάλης· ἀλλ’ ἡ σύνταξις αὑτοῦ τοῦ κανονισμοῦ δὲν εἶναι παρὰ μία δέσμευσις τῆς ἐλευθερίας, τῆς ἐλευθέρας θελήσεως τῶν βουλευτῶν· ἂν τὸ θεωρῆτε τοῦτο προσβολὴν κατὰ τοῦ Σώματος, διατί νὰ συντάξωμεν κανονισμόν; εἶναι περιττός· ἀμέσως ἔπρεπε νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰ ἔργα μας, ἄνευ κανονισμοῦ, ἄνευ οὐδενὸς περιορισμοῦ· ἀλλ’ ὄχι, πρέπει ἕκαστος, καὶ αὐτὸ εἶναι μία ἀνάγκη τῶν νόμων, νὰ παραχωρήσῃ ἓν μέρος τῆς προσωπικῆς ἐλευθερίας του πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον· καὶ ὁ βουλευτὴς πρέπει καὶ αὐτὸς νὰ πράξῃ τὸ τοιοῦτον. Ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, ἴδετε, δὲν ἀπέκρουσε τὴν πρότασίν μου κατ’ οὐσίαν, ἀλλ’ εἶπεν, ὅτι ἡ ἐλευθέρα θέλησις τοῦ βουλευτοῦ παραβιάζεται, καὶ ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν λανθασμένην κατ’ ἐμὲ ἰδέαν περὶ ἐλευθερίας, ἔφθασεν εἰς τὸ συμπέρασμα, ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς πρέπει νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων τῶν βουλευτῶν· ἀλλὰ τότε πρέπει νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ ἄλλο συμπέρασμα, ὅτι οὐδεὶς κανονισμὸς εἶναι πλέον λογικὸς, διότι θέτει φραγμὸν εἰς τὴν ἐνέργειαν. Εἶναι ἐλευθερία, εἶπε, νὰ μὴ ψηφοφορῇ, νὰ ἀπέχῃ καὶ νὰ κρύπτηται εἰς τὰ δωμάτια, ἀλλὰ δὲν συλλογίζεσθε, ὅτι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀποχωροῦν, ἀπατῶσι τοὺς ἄλλους; διότι ἐγὼ ἦλθον ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου, εἶδον τὴν Βουλὴν πλήρη, ἔμεινα εἰς τὴν ἕδραν μου, ἤκουσα τὴν συζήτησιν, καὶ ὁ Πρόεδρος εἶπεν, ὅτι εἶναι πλήρης ἡ συνεδρίασις· ἐν τούτοις ἄρχεται ἡ ψηφοφορία καὶ αὐτοὶ ἀναχωροῦν· ἂν εἴξευρα ὅτι ἤθελον ἀναχωρήσει, διατὶ νὰ μὲ κρατοῦν περιωρισμένον μίαν ὁλόκληρον ἢ καὶ δύο καὶ τρεῖς ἡμέρας; Βλέπετε λοιπὸν ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ βουλευτοῦ, ὅπως τὴν ἐννοεῖ ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, βλάπτει οὐ μόνον τὴν πλειοψηφίαν, ἀλλὰ καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ Κράτους. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τοιούτου εἴδους ἐλευθερίαν, τοῦ νὰ μ’ ἐξαπατοῦν καὶ νὰ μὲ κρατοῦν ὁλόκληρον ἡμέραν, ἔρχεται ἡ στιγμὴ τῆς ψηφοφορίας καὶ ἀποχωροῦν· καλλίτερον ἦτο νὰ εἴπουν, ὅτι δὲν ἔρχονται, ὅπως εἴπωμεν, ὅτι δὲν εἶναι πλῆρες τὸ Σῶμα, ὅπως ἐκάμαμεν προχθές. Τοιαύτην ἐλευθερίαν ἐννοεῖ ὁ Κ. Μαυρομιχάλης, τοῦ ν’ ἀποχωρῶ, νὰ ἦμαι ἐντὸς τοῦ δωματίου, νὰ λέγω, ὅτι εἶμαι παρὼν καὶ δὲν εἶμαι παρών· ἀνέχεσθε τοιοῦτον ἐμπαιγμὸν ν’ ἀμφισβητῇ τις τὴν ὕπαρξίν του, νὰ ᾖναι καὶ νὰ μὴν ᾖναι; Συχνὰ ἐπικαλούμεθα τὸ παράδειγμα τῶν ἄλλων ἐθνῶν καὶ πρὸ πάντων τῆς Ἀγγλίας, ἥτις εἶναι ὁ τόπος τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐλευθεριῶν· μάθετε λοιπὸν, ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, εἰς αὐτὸ τὸ κοινοβούλιον ἔχει τὸ δικαίωμα ὁ πρόεδρος νὰ θέτῃ ποινὰς εἰς τοὺς βουλευτὰς, θέτει πολλάκις εἰς τὸν βουλευτὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ γονατίζῃ καὶ νὰ ζητῇ συγχώρησιν, ὡς συνέβη τοῦτο εἰς τὸν Φώξ.
§69ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ λέγει τὸ Σύνταγμα.
§70ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Καὶ ὁ κανονισμὸς δύναται νὰ τὸ εἴπῃ· ποῦ εὑρίσκετε προσβολὴν τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, διότι πρόκειται νὰ βεβαιωθῶσιν ἀλήθειαι, ὅταν τ’ ἄλλα κράτη, τὰ ὁποῖα ἐπικαλοῦνται ὡς παράδειγμα πηγαίνουν καὶ μακρύτερα, διότι καὶ ἐκεῖ συνέβησαν τοιαῦτα ἀτοπήματα, καὶ δίδεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸν πρόεδρον νὰ θέτῃ καὶ ποινάς; καὶ ἐν τούτοις ἡμεῖς εὑρίσκομεν κακὴν τὴν ὑποχρέωσιν νὰ βεβαιώσωμεν μίαν ἀλήθειαν, νὰ εἴπωμεν, ὅτι ὁ δεῖνα βουλευτὴς, ὁ προσκαλούμενος ὑπὸ τοῦ προέδρου νὰ ἔλθῃ νὰ ψηφοφορήσῃ, νὰ λογίζηται παρών. Δὲν βλέπω ἐνταῦθα καμμίαν δέσμευσιν τῆς ἐλευθερίας· ἂν ἐννοοῦν οὕτω πως τὴν ἐλευθερίαν, νὰ κάμῃ τις ὅ,τι θέλει, χωρὶς νὰ συλλογίζηται καὶ τοὺς ἄλλους, ὅτι τοὺς βλάπτει, εἶναι πλάνη. Μίαν προσθήκην θεωρῶ ἀναγκαίαν νὰ κάμω εἰς τὴν τροπολογίαν μου, ἐν περιπτώσει καθ’ ἣν ἤθελε παραδεχθῆ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κυπριάδου, ἀσπασθεῖσα καὶ ἀπὸ τὸν Κ. Παπαμιχαλόπουλον, ὅτι εἰς τὸ μέλλον πρέπει νὰ καθιερώσωμεν εἰς τὸν κανονισμὸν, διότι τὸ Σύνταγμα δὲν τὸ προβλέπει, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν δύναται ν’ ἀρνηθῇ ψῆφον· ἂν τοῦτο παραδεχθῇ, ἐννοεῖται, ὅτι ἡ τροπολογία μου, ὅπως ὑπεβλήθη, δὲν δύναται νὰ μείνῃ διότι ἐν ταύτῃ θεωρῶ ὡς ἀρνουμένους ψῆφον τοὺς εὑρισκομένους ἐν τοῖς δωματίοις· τότε ἡ τροπολογία μου θὰ μεταβληθῇ, ὥστε νὰ θεωρῶνται οἱ ἐν τοῖς δωματίοις ὡς παρόντες, ὥστε σχηματίζεται ἡ ἀπαρτία· ἂν δὲ ἡ Βουλὴ παραδεχθῇ, ὅτι ὁ βουλευτὴς δύναται ν’ ἀρνῆται ψῆφον, τότε ἡ πρότασίς μου ἔχει καλῶς.
§71Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δὲν μ’ ἐκπλήττει, κύριοι, τόσον ἡ παράδοξος πρότασις, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Παρνασσίδος ἐπρότεινεν, ὡς μ’ ἐκπλήττει συστηματική τις δυσπιστία πρὸς τὴν Βουλὴν τὴν ὁποίαν μὲ ἀναγκάζουσι νὰ ὑποθέσω διαδοχικαί τινες προτάσεις, τὰς ὁποίας ἀπό τινος καιροῦ ἔκαμεν ἐνταῦθα ὁ Κ. Κεχαγιᾶς, περὶ διατάξεων αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν εἰς κανένα κανονισμὸν ἐλευθέρου ἔθνους καὶ εἰς κἀνὲν Σύνταγμα συνταγματικῆς πολιτείας· αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἥτις δὲν ἦτο περιωρισμένη οὔτε εἰς τὰς Βουλὰς τὰς παρελθούσας οὔτε εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ ἤδη τὸ πάντων παραδοξότατον, αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως ζητεῖ νὰ ὑποτάξῃ εἰς κανονισμοὺς, οἱ ὁποῖοι πρόκειται νὰ ἐπιθέσωσιν εἰς τὰ δικαιώματα τοῦ Ἕλληνος πολίτου καὶ ἰδίως τοῦ βουλευτοῦ, νὰ ἐπιθέσωσι ζυγόν. Καὶ λυποῦμαι, κύριοι, διότι αὐτὴ ἡ κεφαλὴ τῆς Κυβερνήσεως ἀνεδέχθη τὴν ὑπεράσπισιν μιᾶς προτάσεως, ἡ ὁποία ψηφισθεῖσα παρὰ τῆς Βουλῆς, θέλει εἰς ἄκρον τὴν ἐξευτελίσει, χωρὶς νὰ φέρῃ οὐδεμίαν θεραπείαν τῶν κακῶν, τὰ ὁποῖα οἱ ὑπερασπιζόμενοι αὐτὴν ἐπρότεινον· θέλουν τὴν ἐξευτελίσει λέγω, διότι εἶναι ἐξευτελισμὸς μέγας νὰ παρουσιασθῇ ἐνώπιον τοῦ κόσμου ἡ ἑλληνικὴ Βουλὴ καὶ νὰ εἴπῃ, ἀπεφάσισα ἐν τῷ κανονισμῷ μου νὰ θεωρῶ παρόντας τοὺς βουλευτὰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρίσκονται εἰς τὰ δωμάτια τῆς Βουλῆς καὶ προσκαλούμενοι παρὰ τοῦ προέδρου δὲν θέλουν νὰ προσέλθουν· εἶναι ἐξευτελισμὸς, κύριοι, διότι αὐτὴ ἡ ἰδία διάταξις τὸ ἀποδεικνύει καὶ διότι ὁ τρόπος, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ προεδρεῖο θέλει ἐκτελέσει αὐτὴν, ἐπιδέχεται ἀπείρους νοθεύσεις. Ἐρωτῶ τὸν ἀξιότιμον Κ. Κεχαγιᾶν; Διά τινος τρόπου θέλει βεβαιωθῆ, ὅτι ὁ δεῖνα βουλευτὴς, ὃν ὁ γραμματεὺς σημειοῖ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς παρόντα, εὑρίσκεται ἐντὸς τοῦ δωματίου; ποῖον εἶναι τὸ πρόσωπον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλει ἀναθέσει τὴν ἐντολὴν, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει ἔχει τὴν ἐξαιρετικὴν ἐμπιστοσύνην εἰς πᾶσαν περίστασιν, εἰς οἱανδήποτε πολιτικὴν χροιὰν καὶ ἂν ἀνήκῃ καὶ εἴτε πρόεδρος τῆς Βουλῆς εἶναι, εἴτε ἁπλοῦς βουλευτὴς; Ὁ Κ. Κεχαγιᾶς φέρων τὴν πρότασίν του, δὲν ἐπρότεινε ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ πρόσωπον, πιστεύω, ὅτι ἀφῆκε τὴν πληροφορίαν εἰς τοὺς κλητῆρας· ἰδοὺ διατὶ θεωρῶ ἐξευτελισμὸν τὴν πρότασίν του καὶ ἀναξίαν τοῦ προτείναντος. Ῥίπτων ἓν βλέμμα ἐπὶ τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς καὶ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς μετεχειρίσθησαν πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεώς των ταύτης, εὑρίσκω τὸ ἓν σαθρότερον τοῦ ἄλλου. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς ὡς κυρίαν δικαιολόγησιν τῆς προτάσεώς του ταύτης παρουσιάζει τὴν σπουδὴν διὰ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ σπεύσῃ ἵνα διορθώσῃ τὰ κακῶς κείμενα. Ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς λέγει ὅτι τὸ κράτος εὑρίσκεται εἰς χρεωκοπίαν· εἰς χρεωκοπίαν, οὐχὶ μόνον τὸ ταμεῖον τὸ δημόσιον, ἀλλὰ καὶ ὁ λαὸς, καὶ πρέπει νὰ σπεύσωμεν· ἀλλὰ διὰ νὰ σπεύσωμεν, πρέπει νὰ θέσωμεν ἐπὶ τοῦ τραχήλου ζυγὸν, διότι ἄνευ ζυγοῦ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ προβῇ εἰς τὴν διόρθωσιν· θαυμάζω, κύριοι, διὰ τὸ πολιτικὸν σφάλμα, τὸ ὁποῖον ἔκαμεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὅστις περὶ τὰ τοιαῦτα νομίζεται λίαν ἱκανός· ἂς μάθῃ ὅτι πλειότερον περὶ τῆς χρεωκοπίας φροντίζει ὁ φορολογούμενος λαὸς, καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ, παρὰ ἡ φορολογοῦσα κυβέρνησις· ὁ λαὸς καὶ οἱ ἀντιπρόσωποι αὐτοῦ θὰ δείξωσι πατριωτισμὸν, καὶ ἂν πρόκηται καὶ ἐκ τῆς ἰδίας αὐτῶν παρουσίας νὰ θυσιάσωσι, θέλουσι θυσιάσει· ἂς ᾖναι δὲ βέβαιος, ὅτι ἂν νομίζῃ, ὅτι ἔχει ἐνώπιόν του Βουλὴν, ἥτις ἔχει ἀνάγκην ζυγοῦ, ἵνα λύσῃ τὰ ζητήματα, ἀλλοίμονον διὰ τὴν Πατρίδα καὶ δι’ αὐτόν. Δὲν παραβιάζει, λέγει, ὁ ἀξιότιμος πρωθυπουργὸς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ ἀτόμου ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, ὁ Βουλευτὴς εἶναι ἐλεύθερος, δύναται νὰ ψηφοφορήσῃ ὁπόταν θέλῃ, ἀκούων τὴν συνείδησίν του καὶ τὴν πεποίθησίν του· ἀλλ’ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ ἔρχεται νὰ διορθώσῃ τοὺς δυστροποῦντας· τί ἐστὶ δυστροπία; ἡ δυστροπία εἶναι ἄρνησις, ἀλλ’ ἄρνησις κακόβουλος· ἀλλὰ συλλογισθῆτε, Κύριοι, ὁποῖος συλλογισμὸς, ὁποία μωρία ἐκ μέρους Βουλῆς νὰ εἴπῃ εἰς τοὺς κανονισμούς της ἐκ τῶν προτέρων, ὅτι ἐκ δυστροπίας ἀποχωρεῖ τις εἰς τὴν δεῖνα ἄγνωστον περίστασιν. Ἀποκρούω τὴν πρότασιν ταύτην, διότι δὲν θέλω ν’ ἀποδοθῇ τοιαύτη μορφὴ εἰς τὴν Βουλὴν τῆς ὁποίας ἀποτελῶ μέλος. Ἐλησμόνησεν ὁ Κ. Πρωθυπουργὸς, ὅτι ἡ Βουλὴ εἶναι Σῶμα πολιτικὸν, ἐλησμόνησεν ὅτι ἕνα κοινοβούλιον δὲν εἶναι ὡς μία οἰκογένεια, ὡς ἕνας σύλλογος, ὡς μία ἀκαδημία, ὡς μία ἑταιρία ἐμπορική· ἀγνοεῖ ὅτι ἄλλοι κανόνες διέπουσι τὰ κοινοβούλια, αἱ πεποιθήσεις, τὰ φρονήματα, αἱ συνειδήσεις· δὲν θέλει συγχωρήσει ὁ Κύριος Πρωθυπουργὸς εἰς ἕνα κόμμα ὁλόκληρον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἀπέχει νὰ λύσῃ ἐξ ἀπροόπτου τὸ ζήτημα, διότι αἰσθάνεται ὅτι δύναται νὰ βλάψῃ τὴν Πατρίδα του; ἀρνεῖται εἰς τὸ κόμμα τοῦτο αὐτὴν τὴν ἐλευθερίαν, αὐτὸ τὸ δικαίωμα, καὶ θέλει ἐκ προκαταβολῆς νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ ἀρνούμενος δὲν ἔχει πατριωτισμόν; κακῶς ἔθεσεν ὁ ἀξιότιμος Βουλευτὴς Παρνασσίδος τὸ ζήτημα περὶ πατριωτισμοῦ· εἶπεν, ὅτι ὁ Κ. Μπαλάνος ἤθελε διὰ τοῦ λόγου του νὰ θεωρήσῃ τὴν πλειοψηφίαν ὡς στερουμένην πατριωτισμοῦ· δὲν ἤκουσα τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. Μπαλάνου, ἀλλ’ εἶναι ἀδύνατον νὰ εἶπε τοιοῦτον λόγον· τὸ ἐναντίον πρέπει νὰ εἶπεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς διότι ἡ διάταξις ζητεῖ νὰ πιέσῃ τὴν μειοψηφίαν, καὶ δὲν εὑρίσκει ἕτερον δικαιολόγημα παρὰ τοῦτο, ὅτι ἡ μειονοψηφία εἶναι ἀντιπατριωτική. Ἂν δὲν θέλητε πρακτικῶς νὰ σκεφθῆτε, συλλογισθῆτε πῶς ἀναιρεῖτε τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα γνωρίζετε, ὅτι πολλάκις τοιαῦται πράξεις καὶ ἀπὸ τὴν μίαν μερίδα καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλην εἶναι ἀναπόφευκτοι· ἕνα ζήτημα αἰφνιδίως παρουσιάσθη καὶ νομίζει μία τῶν μερίδων, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ λύσῃ παρευθὺς, διότι τυχὸν λείπουν οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐμπνέουν πνοὴν εἰς αὐτὴν, διότι λείπουν οἱ ὑπουργοὶ τῆς Κυβερνήσεως, ὁ ἐπιτετραμμένος ὑπουργός· καὶ νομίζετε ὅτι θέλει εἰς τοιαύτην περίπτωσιν ἐπιδοκιμάσει τὴν τοιαύτην πρᾶξιν ἂν τὸ ζήτημα λυθῇ παρευθὺς χωρὶς αὐτὸς νὰ ᾖναι παρών; Ἀπέχετε, Κύριοι, λοιπὸν τοῦ νὰ ἐπιβάλητε ζυγὸν εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν Βουλευτῶν καὶ μὴ παρασυρθῆτε ποτὲ ἀπὸ τὸν ὁρισμὸν τὸν ὁποῖον σᾶς ἔδωκεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς περὶ κανονισμοῦ· ὁ κανονισμὸς εἶναι νόμος, ἀφορῶν τὴν διαχείρισιν τῆς ὑπηρεσίας τῆς Βουλῆς, οὐδὲν ἄλλο παρὰ τοῦτο· ἅμα ἐξέλθητε ἀπὸ τοῦτο, καὶ θέλετε νὰ ἐπεμβῆτε εἰς τὰς συνειδήσεις, καταργεῖτε τὴν ἐλευθερίαν τῶν ἀτόμων, ἥτις εἶναι ἔμφυτος εἰς τὸν ἄνθρωπον· θέλετε νὰ ἐπιβληθῆτε εἰς τὰς συνειδήσεις σεῖς, οἱ ὁποῖοι ζῆτε ἐν ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ καὶ ἐν ὀνόματι τῆς ἐλευθερίας.
§72ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐπιτρέπεται ἅπαξ ν’ ἀποχωρήσῃ μία μερὶς ἢ κατ’ ἐξακολούθησιν;
§73ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἄν, Κύριε, ἐπρόκειτο περὶ συστηματικῆς ἀποχωρήσεως, ἡ ὁποία νὰ παραλύῃ τὴν πρόοδον τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καὶ παρουσιάζετο πρότασις τοιαύτη, ἄλλοι λόγοι ἤθελον ἀναπτυχθῆ ἀπὸ τοῦ βήματος· οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐφέρατε πρὸς ὑποστήριξιν τῆς προτάσεως, ἀφορῶσιν ἄλλο ζήτημα. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν μειονοψηφίαν νὰ ἐξέλθῃ τοῦ περιβόλου καὶ ν’ ἀποχωρήσῃ νὰ ὑπάγῃ ὅπου θέλει· τὶ δὲ ἐπιτρέπει; πράγματα, συγχωρήσατέ μοι, γελοῖα. Δὲν ἐπιτρέπει νὰ ᾖναι ἐν τῷ δωματίῳ, ἐνῷ ὅστις εἶναι ἐν τῷ δωματίῳ καὶ δὲν θέλει νὰ προσέλθῃ θὰ εἰπῇ, ὅτι θέλει νὰ λογίζηται ὡς ἀπών, ἀλλ’ εἰς τοὺς θέλοντας ν’ ἀπουσιάσωσιν ἐπιτρέπει ὁ Κ. Κεχαγιᾶς νὰ κάμωσι τρία βήματα εἰς τὴν αὐλήν. Ἡ συζήτησις αὕτη, Κύριοι, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναξία ὑμῶν.
§74ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Θέλω καὶ ἐγὼ νὰ διασαφηνίσω τὴν ψῆφόν μου· παραδέχομαι τὴν ἐλευθερίαν τοῦ βουλευτοῦ, ὡς τὴν ὥρισεν ὁ ἔντιμος προαγορεύσας Κ. Μαυρομιχάλης, δὲν παραδέχομαι αὐτὴν ὡς τὴν ὥρισεν ὁ ἐπίσης ἔντιμος προλαλήσας Κ. Μπαλάνος. Παραδέχομαι, ὅτι οὐδεὶς περιορισμὸς δὲν πρέπει νὰ τίθεται εἰς τὴν ἐνέργειαν τοῦ βουλευτοῦ, παραδέχομαι, ὅτι περιττοὶ οἱ φραγμοὶ τῶν θυρῶν, περιττοὶ οἱ φραγμοὶ τῶν κανονισμῶν, δὲν παραδέχομαι ὅμως, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα μία μικρὰ μειοψηφία, ἓν μόνον ἄτομον νὰ καταστρέψῃ τὰς ἀποφάσεις ὁλοκλήρου πλειονοψηφίας, ὁλοκλήρου ἀπαρτίας. Τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, μοὶ ἐνθυμίζει διάταξιν ἑνὸς συντάγματος ἀτυχοῦς ἔθνους, μοὶ ὑπενθυμίζει τὸ Libero veto τῶν Πολωνῶν. Εἷς μόνον βουλευτὴς τῆς Πολωνίας εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ἀνίσταται καὶ νὰ εἴπῃ καταστρέφω τὴν ἀπόφασίν σας διὰ τοῦ Libero veto· τοῦτο ἦτο μία ἐλευθερία, τὴν ὁποίαν εἶχον οἱ Πολωνοί, ἀλλὰ συνεπεία τῆς ἐλευθερίας ταύτης ἡ ἀτυχὴς Πολωνία στενάζει εἰσέτι καὶ ποταμοὶ αἱμάτων ἐχύθησαν, ὅπως ἀνακτήσῃ τὴν ἐλευθερίαν της. Ποῖος ἐξ ἡμῶν θέλει τὴν σήμερον τοιαύτην ἐλευθερίαν; Τὸν Γαλιλαῖον μᾶς ἀνέφερεν ὁ Κ. Μπαλάνος· ὁ Γαλιλαῖος, ὅστις μόνος κατέναντι τῆς παμψηφίας τοῦ καιροῦ ἐκείνου, κεκλεισμένος ἐντὸς τῶν φυλακῶν, ἔλεγε τὸ περίφημον ἐκεῖνο λόγιον et tamen terra movetur· ἂν ὅμως ὁ Κ. Μπαλάνος ἠδύνατο νὰ μοὶ φέρῃ τὴν στιγμὴν ταύτην ἕνα πολιτικόν, ὁ ὁποῖος ἤθελε κατορθώσει ἢ καὶ κατώρθωσε νὰ φέρῃ εἰς τὴν πολιτικὴν τὴν ἀκρίβειαν τῶν συλλογισμῶν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Γαλιλαῖος εἰς τὰς φυσικὰς ἐπιστήμας, τὴν αὐτὴν ταύτην στιγμὴν καταστρέφω καὶ κανονισμὸν καὶ σύνταγμα καὶ τὰ πάντα, καὶ δίδω εἰς αὐτὸν τὴν δύναμιν νὰ μᾶς κυβερνήσῃ ὅπως θέλει· ἀλλ’ ἐπειδὴ δὲν εὑρίσκομεν Γαλιλαῖον καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν εἰς τὴν πολιτικήν, ὅσον καὶ ἂν φανταζώμεθα τὸν ἑαυτόν μας μεγάλον, διὰ τοῦτο δὲν παραδέχομαι ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ βουλευτοῦ πρέπει νὰ ἐκταθῇ μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου κατὰ τὸ ὁποῖον θὰ ἐπιτρέπεται εἰς ἓν ἄτομον νὰ καταστρέφῃ τὰς ἀποφάσεις ὅλου τοῦ Σώματος· καὶ ὅταν δὲν τὸ παραδεχώμεθα τοῦτο εἰς ἓν καὶ μόνον ἄτομον, θὰ τὸ παραδεχθῶμεν ἴσως εἰς τρία; ὄχι μᾶς λέγει τὸ σύνταγμα, ἕως οὗ φθάσωμεν εἰς τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ἀριθμοῦ τῆς Βουλῆς· ἰδοὺ ὅρος καθαρός. Ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως· καὶ ποῖος ἀντιτείνει; ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὅστις θέλει νὰ περιστείλῃ τὴν συνείδησιν; Παραβίασις τοῦ Συντάγματος· καὶ ποῖος εἶναι ἐκεῖνος ὅστις θέλει νὰ παραβιασθῇ σήμερον τὸ Σύνταγμα; Δὲν εἶναι ἐλεύθερος ὁ βουλευτὴς νὰ ἀναχωρήσῃ; Καὶ ποῖος εἶπε νὰ τὸν ἐμποδίσῃ; πρόκειται ὅμως νὰ διαπιστευθῇ τὸ γεγονός· ἰδοὺ τὸ ζήτημα· ἐλεύθερος οἱοσδήποτε νὰ ἀναχωρήσῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀναχωρήσῃ· ἐλεύθερος οἱοσδήποτε νὰ μείνῃ, ἀλλὰ πρέπει νὰ μείνῃ. Καὶ διατί ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ ὡς βουλευτής; Διότι ἐξασφαλίζει τὸ Σύνταγμα; Ὄχι· διότι προλαμβάνεται ἡ περίπτωσις καθ’ ἣν εἷς, δύο ἢ τρεῖς θὰ καταστρέψωσι τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας; Οὔτε· ἀλλὰ διότι θέλω νὰ προληφθῇ ὁ ἐμπαιγμὸς τῆς Βουλῆς. Καὶ ἐπειδὴ ἐπανελήφθη σήμερον, ὅτι πρόκειται περὶ τοῦ σεβασμοῦ τῆς Βουλῆς, καὶ ὅτι τοιαύτη πρότασις προσβάλλει τρόπον τινὰ τὴν Βουλὴν, λέγω ὅτι αὐτὴ ἡ πρότασις προλαμβάνει νὰ τηρήσῃ τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, δηλαδὴ τῆς κατὰ τὸ Σύνταγμα Βουλῆς, διότι εἶναι ἐμπαιγμὸς νὰ ἀνίσταται ἕνας βουλευτὴς, ὅστις ἀποσυρόμενος νὰ οὐδετερῇ τὰς ἐνεργείας τῆς Βουλῆς. Ἔξελθε ἀλλὰ κατὰ πρόσωπον, ὕπαγε ὅπου θέλεις, ἀλλὰ μὴ ἐμπαίζῃς τὴν πλειοψηφίαν. Καὶ σκοπὸς δὲν εἶναι, ὡς εἶπεν ὁ Κύριος Μπαλάνος, ὅτι ἐξερχόμενός τις τῆς Βουλῆς, νὰ εὑρεθῇ τὸ πλῆθος καὶ νὰ τὸν ἐπαναφέρῃ ὀπίσω· τοιαύτη βία οὔτε δύναται νὰ γίνῃ, οὔτε ἔγεινε, σκοπὸς εἶναι νὰ προλάβωμεν τὸν ἐμπαιγμὸν τοῦ Σώματος τῆς Βουλῆς. Καὶ σήμερον εἰμπορεῖ νὰ ᾖναι δι’ ἐμὲ, αὔριον δι’ ἐσέ. Τὸ δὲ νὰ βιασθῇ ὁ βουλευτὴς νὰ ψηφίσῃ, ὅταν ἀρνῆται ψῆφον, αὐτὸ εἰμπορεῖ νὰ θεωρηθῇ ὡς τρόπον τινὰ κατὰ τῆς συνειδήσεως, μολονότι τοὺς ἀρνουμένους ψῆφον δύναταί τις νὰ τοὺς χαρακτηρίσῃ ὡς δίδοντας ψῆφον ὄχι εἰλικρινῆ. Ἀλλὰ ποῖος θὰ ἐξακριβώσῃ τοὺς ἐν τοῖς δωματίοις παρόντας, εἶπεν ὁ Δεληγεώργης; ποῖος θὰ προλάβῃ τὰ ἄτοπα τὰ ὁποῖα εἰμποροῦν νὰ γίνουν εἰς τοιαύτην περίπτωσιν; Τοῦτο εἰμποροῦσε νὰ ἐπισύρῃ στιγμήν τινα τὴν προσοχὴν ἑκάστου, καὶ εἶναι ἔνστασις, ἥτις κατὰ πρῶτον φαίνεται σοβαρὰ, ἀλλὰ δὲν φέρει τὴν σοβαρότητα, τὴν ὁποίαν ἔχει. Ἐὰν τὰ δωμάτια τὰ παρακείμενα εἰς τὴν αἴθουσαν τῶν συζητήσεών μας, ἐὰν ἐν γένει τὰ δωμάτια τοῦ βουλευτηρίου μας ἦσαν καὶ ὡς τὰ δωμάτια ἄλλων βουλῶν, ἄλλων ἐθνῶν, μὲ διαδρόμους κλπ. πολύπλοκα· —καὶ ἴσως εἰς τὰ βουλευτήρια ἐκεῖνα εἶχεν τὸν νοῦν του ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅταν ἠγόρευεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου· — ἡμεῖς δὲν πρέπει νὰ ἀποσπάσωμεν τὴν προσοχήν μας ἀπὸ τὸ τόπον εἰς τὸν ὁποῖον εὑρισκόμεθα· ἐὰν ἤθελον εἶναι τα δωμάτια κεκρυμμένα ἀπὸ τα ὄμματα τῆς βουλῆς, τότε ποῖος ἤθελεν εἶσθαι ἱκανὸς νὰ ἴδῃ εἷς ἓν τῶν δωματίων τὸν κ. Α; ἀλλ’ ἐδῶ δύναται νὰ τὸ ἐξακριβώσῃ ὁ καθείς μας, ὅλοι οἱ βουλευταί, καὶ ἐὰν ἐγὼ παραδείγματος χάριν ἤθελον ἔχει τὴν ἀνοησίαν νὰ εἴπω, ὅτι ὁ Κ. Ῥηγόπουλος εἶναι ἐντὸς τοῦ δωματίου, καὶ δὲν ἤθελεν εἶναι παρὼν, ὁ ἄλλος, ὅστις ἐνδιαφέρεται εἰς τὸ νὰ μὴ ᾖναι παρὼν, ἤθελε μοὶ εἰπεῖ δὲν εἶπες τὴν ἀλήθειαν, ὁ Κ. Ῥηγόπουλος δὲν εἶναι ἐδῶ. Ἐδείχθη ἕνας ἄλλος κίνδυνος, ὅτι δηλαδὴ πρέπει νὰ προλάβωμεν τὰς ψηφοφορίας τῆς λύσεως τῶν ζητημάτων. Καὶ διατί, λέγω, νὰ μὴ σεβασθῆτε τὴν ἐλευθερίαν ἑνὸς κόμματος, τὸ ὁποῖον σκοπὸν δὲν ἔχει νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα ἐξ ἐφόδου, καθὼς εἶπον σήμερον, ἐνῷ δὲν εὑρίσκονται παρόντα καὶ τὰ μέλη τοῦ ὑπουργείου, τὰ ὁποῖα εἰμποροῦν νὰ ψηφοφορήσωσι; διατί νὰ μὴ προλάβωμεν αὐτὰς τὰς ἐπισπεύσεις; Ἀλλὰ τοῦτο τὸ προλαμβάνει ῥητῶς τὸ Σύνταγμά μας· τίποτε δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ἐξ ἐφόδου ἀπὸ τὴν Βουλὴν, πρέπει τρὶς νὰ ἀναγνωσθῇ εἰς τρεῖς διαφόρους συνεδριάσεις.
§75ΤΙΝΕΣ. Πρόκειται περὶ προσωρινοῦ κανονισμοῦ, περὶ ἐξελέγξεων τῶν ἐκλογῶν.
§76ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Πρόκειται περὶ ἐξελέγξεως· ἀλλ’ ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἰς τοῦτο ἀπηυθύνετο ὁ λόγος τοῦ Κ. Δεληγεώργη, διότι δὲν δύναμαι νὰ στοχασθῶ, ὅτι διὰ τὰς ἐξελέγξεις πρέπει νὰ ᾖναι παρὸν τὸ αʹ, βʹ, γʹ μέλος τοῦ ὑπουργείου, διὰ νὰ ὁδηγήσῃ τὴν Βουλὴν, διότι, νομίζω, ῥητῶς εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, πῶς θέλετε νὰ ψηφίσῃ διὰ μιᾶς ἡ Βουλὴ μίαν ἰδέαν, χωρὶς νὰ ᾖναι παρόντα τὰ ἁρμόδια μέλη τοῦ ὑπουργείου; Ὥστε εἰς αὐτὰ, Κ. Παπαμιχαλόπουλε, σᾶς λέγω, ὅτι ἐξ ἐφόδου ἡ ψήφισις τῶν ἐξελέγξεων εἶναι πολὺ περισσότερον ἐξησφαλισμένη· τὰ τμήματα θὰ συνέλθωσιν, θὰ καταθέσωσι τὰς ἐκθέσεις των, θὰ ἀναγνωσθῶσιν αἱ ἐκθέσεις αὗται καὶ τρὶς καὶ τετράκις, καὶ εὔχομαι νὰ εἰμπορέσωμεν νὰ τελειώσωμεν τὰς ἐξελέγξεις, διότι φοβοῦμαι μήπως καταναλώσωμεν πολὺν καιρὸν, ὥστε νὰ βαρυνθῇ τὸ κοινὸν καὶ νὰ μᾶς εἴπῃ, ἀλλὰ φθάνει πλέον, προχωρήσατε εἴς τι πρακτικώτερον, καὶ διὰ νὰ μὴ τύχῃ νὰ εἴπῃ τις εἰς ἐμὲ, κατάβα ἀπὸ τὸ βῆμα, ἀρκούντως ἐξηντλήθη τὸ ζήτημα τοῦτο, καταβαίνω διότι πιστεύω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν ἔχει κανένα δισταγμὸν, νὰ παραδεχθῇ τὸ ζήτημα.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Γόντικας.
§78ΤΙΝΕΣ. Ἐξηντλήθη πλέον τὸ ζήτημα.
§79Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριοι, δύο λέξεις. Ἔγεινε λόγος περὶ δωματίων· τινὲς εἶπον, ὅτι θεωροῦν χῶρον τῆς Βουλῆς ὅλα αὐτὰ, ὅσα βλέπομεν, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν δωματίων· πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ, ἐννοοῦν τὰ δωμάτια, ὅσα εἶναι ἐντὸς τοῦ χώρου; τότε κάμνω αὐτὴν τὴν πρότασιν «ἐπὶ τῇ αἰτήσει 20 βουλευτῶν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ὑπάρχει τοιαύτη ὑπόνοια, ὁ Πρόεδρος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ κενώνῃ τὰ δωμάτια καὶ νὰ τὰ κλείῃ» καὶ τότε ὅστις θέλει ἂς φύγῃ.
§80ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ πρότασις αὕτη, Κ. Πρόεδρε, δὲν εἰμπορεῖ νὰ πραγματοποιηθῇ, ἀπαιτεῖ διαδικασίαν, ἀνακρίσεις, πλάττει τὸ ψεῦδος, διὰ ν’ ἀντικαταστήσῃ τὴν ἀλήθειαν· πῶς θὰ διαβεβαιωθῇ ἡ παρουσία ἑνὸς ἐν τοῖς δωματίοις; ἐὰν εἷς βουλευτὴς ἀσθενήσῃ, προσβληθῇ ἀπὸ μίαν ἀποπληξίαν καὶ δὲν εἶναι εἰς θέσιν νὰ ψηφοφορήσῃ, πῶς θὰ βεβαιωθῇ αὐτό; εἶναι μία διάταξις ἥτις σκοπεύει νὰ ἀθετήσῃ τοὺς θετικωτέρους κανόνας, οἵτινες διέπουν τὴν δημοσίαν συνεδρίασιν καὶ συζήτησιν· διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις οὔτε κἂν νὰ ψηφοφορηθῇ δὲν πρέπει.
§81ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἤκουσα μετὰ προσοχῆς τοὺς προλαλήσαντας ῥήτορας καί, νὰ σᾶς εἴπω, κατελήφθην ἀπὸ ἐνθουσιασμόν τινα· συνεκινήθην, διότι βλέπω εἰς τὴν πατρίδα μου ῥήτορας ἐξόχους· βλέπω μίαν πρόοδον, καὶ τοῦτο μὲ κάμνει νὰ συγχαρώ ἀπὸ καρδίας τὴν πατρίδα μου ἐνώπιον τῶν κυρίων βουλευτῶν διὰ τὴν πρόοδον ταύτην. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ σήμερον κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀκροσφαλές· ἡ πεῖρα ἀπέδειξε, τὰ πράγματα μᾶς εἶπαν, ὅτι ἀνάγκη νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν αἱ περιστάσεις περὶ ὧν ἐγένετο λόγος. Καὶ τοῦτο, Κύριοι, δὲν εἶναι σημερινόν· αὐτὰ ταῦτα ἀπηντήθησαν καὶ εἰς τὰς προλαβοῦσας βουλὰς, ἀλλ’ οὐδέποτε ἀπεφασίσθη νὰ κανονισθῶσι διὰ τοῦ κανονισμοῦ· εἶναι, κύριοι, μερικὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα δὲν κανονίζονται, δὲν γράφονται· εἶναι τῆς κοινῆς θελήσεως, τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, ἀλλὰ πῶς νὰ τὰ κανονίσῃς; Ἐὰν παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν ποίας συνεπείας θὰ ἔχῃ; καὶ ἂν δὲν τὴν παραδεχθῶμεν, θὰ ἔχῃ χειροτέρας συνεπείας. Εἶναι μερικὰ ἀντικείμενα, Κύριοι, τὰ ὁποῖα δὲν κανονίζονται, διότι ὅπως καὶ ἂν τὰ κανονίσωμεν, θὰ εὑρεθῶμεν εἰς δυσχερεῖς περιστάσεις. Κύριοι, θὰ παρακαλέσω καὶ τὸν προτείναντα τὴν τροπολογίαν καὶ τοὺς ἀντιλέγοντας νὰ ἀποσύρωσι τὰς προτάσεις των· δὲν θέλω νὰ ἔλθω εἰς λεπτομέρειαν, διότι ἀρκούντως ἐξηγήθησαν καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ἰδέα, καὶ οἱ φόβοι καὶ τῶν μὲν καὶ τῶν δέ· ἀλλὰ πιστεύω ὅ,τι καὶ ἂν ἀποφασισθῇ δὲν θὰ ᾖναι καλόν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὸν προτείναντα καὶ τοὺς ὑποστηρίξαντας τὴν ἐναντίαν ἰδέαν νὰ ἀρκεσθῶσιν ἕως ἐδῶ, διότι ὅ,τι καὶ ἂν παραδεχθῇ ἡ Βουλὴ τὸ φοβοῦμαι, δὲν θὰ ᾖναι ὠφέλιμον· ἂς μένωσι τὰ πράγματα ὅπως ἔχουσι καὶ ἂς μένῃ ἕκαστος ἔχων τὴν συνείδησιν ἐλευθέραν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι ἐγγεγραμμένος ὁ Κύριος Κονταράτος.
§83ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τελειώσωμεν πλέον, Κύριε Πρόεδρε, ἐξηντλήθη πλέον τὸ ζήτημα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἡ Βουλὴ ἐφωτίσθη.
§85ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κύριε Πρόεδρε, ὀλίγας λέξεις. Εἰς πᾶσαν συνέλευσιν πρέπει νὰ ὑπερισχύῃ πάντοτε ἡ πλειοψηφία. Ποῖον τὸ αἴτιον τῆς πραγματικῆς ἀρνήσεως τῆς ψήφου; Ἢ διότι ὁ βουλευτὴς εἰσέρχεται εἰς τὸ δωμάτιον, ἢ ἐξέρχεται τοῦ καταστήματος, δὲν κάμνω διάκρισιν· ἔννομον κώλυμα ἔχει; Ἂς ζητήσῃ τὴν ἄδειαν· δὲν ἐφωτίσθη; πρέπει νὰ ἀποφασίσῃ, δὲν ἐξασκεῖ ἴδια δικαιώματα, πρέπει ν’ ἀποφανθῇ ναὶ ἢ ὄχι. Πίεσις κατὰ τῆς θελήσεως τῆς πλειονοψηφίας ὄχι ποτὲ οὔτε ἔμμεσος οὔτε ἄμεσος. Ἀφοῦ εὑρεθῇ παρὼν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ καταλόγου θεωρεῖται ὡς παρών. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 21· Ἄρθρον 21. Ἡ κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ψηφοφορία γίνεται πάντοτε ὁσάκις εἴκοσι Βουλευταὶ τὸ ἀπαιτήσωσι. Συνίσταται δὲ αὕτη εἰς τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνόματος ἑνὸς ἑκάστου τῶν Βουλευτῶν παρ’ ἑνὸς τῶν Γραμματέων κατὰ τὴν τάξιν τῆς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας ἐγγραφῆς εἰς τὸν ἐπὶ τούτῳ κατάλογον· οἱ δὲ λοιποὶ τῶν Γραμματέων σημειοῦσι τὰ ὀνόματα καὶ τὴν ψῆφον ἑκάστου, ἐπιτηρούντων ψηφολεκτῶν, τοὺς ὁποίους προσκαλεῖ ὁ Πρόεδρος ἐκ τῶν Βουλευτῶν τῶν ἀντιθέτων μερῶν.
§86ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὸ εἶναι δεκτὸν παρ’ ὅλων μὲ τὴν διαφορὰν ὅτι ἡμεῖς θέλομεν 15 ἀντὶ 20.
§87ΤΙΝΕΣ (δεξιόθεν). Ἂς ᾖναι 15.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροποποίησιν ταύτην δηλαδὴ τοὺς 15 ἀντὶ 20 νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι) παρεδέχθη· οἱ παραδεχόμενοι τὸ ὅλον ἄρθρον....
§89ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. (Γραμματεὺς) Δὲν ἐψηφοφορήθη ἡ προσθήκη.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς ἐπιτρέπω νὰ ὁμιλῆτε.
§91ΤΙΝΕΣ. Ἐψηφοφορήθη τὸ ἀναγνωσθὲν μέρος μὲ μόνον τὴν τροποποίησιν τῶν 15 ἀντὶ τῶν 20.
§92ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Καταβαίνω εἰς τὸ βῆμα (ἀπὸ τοῦ βήματος) ἰδοὺ τὶ συνέβη, Κύριοι, ἐγένετο ἡ τροποποίησις τῶν 15 ἀντὶ τῶν 20. Ἡ ψηφοφορία ἐγένετο διὰ μόνην ταύτην τὴν τροπολογίαν, δὲν θέλομεν ψηφοφορήσει τώρα τὴν προσθήκην;
§93ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν πρῶτον ν’ ἀναγνώσωμεν τὴν προσθήκην, τὴς ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ βουλευτὴς Παρνασσίδος, καὶ μετὰ ταῦτα ἂν γείνῃ παραδεκτή, ἀναγινώσκεται ὁλόκληρον τὸ ἄρθρον καὶ ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ.
§95ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Νομίζω, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι ἀφοῦ ἐπροκαλέσατε ἀπόφασιν ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ, ἀπωτέρα γνώμη εἶναι ἡ ἐδική μου· ἐπρότεινα εἰς τὴν βουλὴν νὰ μὴ ψηφοφορηθῇ, νὰ μὴν ἐπέλθῃ καμμία ἀπόφασις τῆς Βουλῆς.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μοὶ δώσητε ἐγγράφως τὴν γνώμην σας.
§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασίς μου, ἐννοεῖται ὅτι τίποτε δὲν θὰ ὑπάρξῃ. Ἡ πρότασις τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ Κύριος Χατζίσκος εἶναι εἰς τὸ νὰ πολεμήσῃ τὴν πρότασίν μου· δὲν εἶναι λέγει ἀναγκαία ἡ πρότασίς μου, καὶ προτείνει, ὥστε νὰ μὴ γένῃ παραδεκτή· εἶπε ν’ ἀποσύρω τὴν πρότασίν μου, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν τὴν ἀποσύρω.
§98ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἐξήγησα τὴν γνώμην μου· εἶπα ὅτι δὲν ἐπιθυμῶ, δὲν γνωμοδοτῶ νὰ ψηφοφορηθῇ ἡ τροπολογία σας, διότι ἐὰν λάβῃ τὴν ἐναντίαν τύχην, θὰ καθιερωθῇ ἡ ἐναντία γνώμη. Προτείνω λοιπὸν τὴν ἑξῆς πρότασιν. «Ἡ Βουλὴ ἀρκεῖται εἰς τὴν γενομένην συζήτησιν καὶ νὰ μὴ προκληθῇ ἀπόφασις.»
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 21 δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἐρχόμεθα νὰ ἀναγνώσωμεν τὴν προσθήκην τοῦ βουλευτοῦ Παρνασσίδος καὶ ἄλλων καὶ κατόπιν νὰ ἔλθωμεν εἰς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ ἀπωτάτου.
§100ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ ἐδική μου.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνώσωμεν ὅλας τὰς προτάσεις καὶ ἔπειτα βλέπομεν. Ἀναγινώσκονται αἱ προτάσεις τῶν Κυρίων Κεχαγιᾶ, Κυπριάδου καὶ Χατζίσκου. Τοῦ Κυρίου Κεχαγιᾶ. «Διαρκούσης τῆς ψηφοφορίας οἱ Κύριοι βουλευταί, οἵτινες εὑρίκονται ἐν τοῖς δωματίοις τῆς Βουλῆς προσκαλοῦνται ὀνομαστὶ ὑπὸ τοῦ Προέδρου νὰ ψηφοφορήσωσιν, ὅσοι δὲ ἐξ αὐτῶν δὲν προσέλθωσι, σημειοῦνται ὡς ἀρνηθέντες ψῆφον.» Τοῦ Κυρίου Κυπριάδη. Νὰ ἐξοβελισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνήσεως τῆς ψήφου.» Τοῦ Κυρίου Χατζίσκου. «Νὰ ἀρκεσθῇ ἡ Βουλὴ εἰς τὰ λεχθέντα καὶ νὰ μὴ προκληθῇ ἀπόφασις.»
§102ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ ἐδική μου περὶ ἀπαραδέκτου τῆς προτάσεως.
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπωτάτην πρότασιν τοῦ βουλευτοῦ Φθιώτιδος Χατζίσκου νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι)· ἀπεῤῥίφθη. Θέτομεν εἰς ψηφοφορίαν τὴν προσθήκην τοῦ βουλευτοῦ Παρνασσίδος.
§104ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν προσθήκην τοῦ βουλευτοῦ Παρνασσίδος λέγουν ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§106ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλετε εἰς ψηφοφορίαν, εἶναι σύνθετος· δ’ ὅτι προηγουμένως ἀνεγνώσατε μίαν ἄλλην πρότασιν τοῦ Κυρίου Βαλασσοπούλου, ἡ ὁποία κατὰ τὸ ἥμισυ εἶναι σύμφωνος.
§107ΤΙΝΕΣ. Τὴν ἀπέσυρε.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἄρχεται ἡ ψηφοφορία. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ὑποβληθεῖσα πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Παρνασσίδος ἐπὶ τοῦ 21 ἄρθρου τοῦ κανονισμοῦ τοῦ Προεδρείου παρεδέχθη ὡς 2 παράγραφος ψηφοφορησάντων ἐν συνόλῳ 145, 85 60 ὑπὲρ καὶ κατά.
§110ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἀνάγκη τώρα νὰ διασαφηνισθῇ ποῖα δωμάτια θεωροῦνται ὡς μέρος τῆς αἰθούσης τῶν συνεδριάσεων, τὰ ἀπέναντι τῆς αἰθούσης αὐτῆς ἢ καὶ τὰ παρακείμενα ἑκατέρωθεν.
§111ΠΟΛΛΟΙ. Ὅλα.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναγινώσκεται ἡ πρότασις τοῦ βουλευτοῦ Κέας.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσεν αὐτή.
§114ΧΑΤΖΙΣΚΟΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ ἀλλαγὴ τῆς ὥρας διότι ἡ ὀγδόη δὲν εἶναι κατάλληλος καὶ προτείνω τὴν 11.
§115ΠΟΛΛΟΙ. Ἂς προχωρήσωμεν τώρα.
§116ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Κύριοι βουλευταὶ παρακαλοῦνται νὰ καθίσωσι.
§117ΠΑΔΟΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἡ πρότασις τοῦ ἐντίμου βουλευτοῦ Κυρίου Κυπριάδου.
§118ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδεχθείσης τῆς ἄλλης ἀπεῤῥίφθη αὐτή. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 22 τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ. Ἄρθρ. 22. Ὁπόταν ἡ Βουλὴ ψηφίζῃ δι’ ἀναστάσεως, ὁ Πρόεδρος συμβουλευόμενος τοὺς γραμματεῖς, ἀπαγγέλλει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς δοκιμασίας, ἥτις δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ ἐν περιπτώσει ἀμφιβολίας. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες)· παρεδέχθη. «Ἄρθρ. 23. Διαμαρτύρησις ἐναντίον ἀποφάσεων τῆς Βουλῆς δὲν ἐπιτρέπεται.»
§119ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου.
§120ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Οἱ προτείναντες τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου......
§121ΣΤΡΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, χάνομεν τὸν καιρόν.
§122ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἀπέναντι τῆς βουλῆς, ἀπέναντι τοῦ ἔθνους οὐδεὶς δύναται νὰ διαμαρτυρηθῇ.
§123ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουργός). Ἐρωτήσατε ἂν ὑποστηρίζεται ἡ ἀπάλειψις.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 23 νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ 23 ἄρθρον ὡς ἔχει νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§126ΓΡΑΜΜΑΤΕΥΣ (ἀναγινώσκει). Κεφάλαιον 4. Περὶ ἀδειῶν ἀπουσίας τῶν βουλευτῶν. Ἄρθρον 24. «Οὐδεὶς τῶν βουλευτῶν δύναται νὰ ἀναχωρήσῃ τῆς πρωτευούσης ἄνευ ἀδείας τοῦ προέδρου, ἣν ἐκδίδωσι καὶ ὑπογράφει οὗτος, λαμβάνων προηγουμένως τὴν συναίνεσιν τῆς Βουλῆς. Εἰς κατεπειγούσας περιπτώσεις ἡ ἄδεια αὕτη χορηγεῖται καὶ παρὰ μόνον τοῦ προέδρου, ὀφείλοντος νὰ κάμῃ γνωστὸν τοῦτο εἰς τὴν Βουλήν.»
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἔχει, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§128ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ὀφείλω, κύριοι, νὰ παρατηρήσω ὅτι ἔπρεπε ἡ ἄδεια αὐτὴ τοῦ προεδρείου νὰ περιορισθῇ ἐντὸς προθεσμίας, ὡς ἦτο καὶ ἄλλοτε εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§129ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουργός). Κύριε πρόεδρε, μόλον ὅτι παρεδέχθη, σᾶς λέγω ὅτι ὑπάρχει μέσα, διότι ὁ πρόεδρος θὰ ἐρώτησε τὴν Βουλὴν ἂν παραδέχεται.
§130ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νὰ σημειωθῇ παρακαλῶ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι ὁ πρόεδρος δὲν ἠμπορεῖ νὰ δώσῃ ἄδειαν περαιτέρω τῶν 15 ἡμερῶν.
§131ΠΟΛΛΟΙ. Ἐτελείωσεν. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 25. «Διαβατήρια δὲν δίδονται παρὰ τῶν ἀρχῶν εἰς βουλευτὰς μὴ ἔχοντας ἄδειαν ἀπουσίας».
§132ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ ἀπαλειφθῇ.
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται πάντες). Ἀπεῤῥίφθη τὸ ἄρθρον. Ἀναγινώσκεται τὸ κεφάλ. 5. Περὶ ἀστυνομίας τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 26. «Ἡ ἀστυνομία τῆς βουλῆς ἀνήκει εἰς αὐτὴν καὶ ἐνεργεῖται ἐν ὀνόματι τῆς Βουλῆς ὑπὸ τοῦ προέδρου, ἔχοντος τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ εἰς τὴν φρουρὰν αὐτῆς διὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τὰς ἀναγκαίας διαταγάς.»
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται. Ἄρθρον 27. «Οὐδεὶς μὴ βουλευτὴς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν περίβολον ὅπου ἑδρεύουσιν οἱ βουλευταί, οὔτε εἰς τὰ δωμάτια τοῦ βουλευτηρίου, ἐκτὸς τῶν τῆς Βουλῆς ὑπαλλήλων.»
§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 28. «Διαρκούσης τῆς συνεδριάσεως, οἱ ἀκροαταὶ ὀφείλουσι νὰ τηρῶσιν ἄκραν σιγήν. Ἀκροατὴς, ὅστις ἤθελε δείξει σημεῖα ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας, εἴτε δι’ ἐπευφημήσεων καὶ χειροκροτήσεων, εἴτε διὰ κραυγῶν, ἀγορεύοντός τινος βουλευτοῦ, ἀποβάλλεται τῆς θέσεώς του παρὰ τοῦ ἁρμοδίου κλητῆρος. Ὁ ταράττων τὰς διασκέψεις ἀπάγεται ἄνευ ἀναβολῆς, ἂν ἡ χρεία τὸ καλέσῃ, καὶ ἐνώπιον τῆς ἁρμοδίας ἀρχῆς.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 28 νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 29. «Ἀπαγορεύεται εἰς πάντα βουλευτὴν καὶ ἀκροατὴν νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ βουλευτήριον φέρων ὅπλον ἢ ῥάβδον.»
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὅλοι). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 30. Θορύβου γενομένου εἰς τὸ ἀκροατήριον, ὁ πρόεδρος ἐπαναφέρει τὴν ἡσυχίαν καὶ εὐταξίαν διὰ τῶν ἀναλόγων μέτρων· ὡς ἔσχατον δὲ δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου.
§138ΤΙΝΕΣ. Νὰ προστεθῇ· «Συναινέσει τῆς Βουλῆς».
§139Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι «γενομένου» ἀλλὰ «γινομένου».
§140ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ (γραμματεύς). Λοιπὸν τὸ ἄρθρον κατηρτίσθη οὕτω· «θορύβου γενομένου εἰς τὸ ἀκροατήριον, ὁ πρόεδρος ἐπαναφέρει τὴν ἡσυχίαν καὶ εὐταξίαν διὰ τῶν ἀναλόγων μέτρων, ὡς ἔσχατον δὲ δύναται νὰ διατάξῃ συναινέσει τῆς Βουλῆς τὴν ἐκκένωσιν τοῦ ἀκροατηρίου».
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἀνεγνώσθη, νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 31. «Οἱ ἀκροαταὶ εἰσέρχονται εἰς τὸ ἀκροατήριον δι’ εἰσιτηρίου.»
§142ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ ἀπηλείφθη.
§143ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔχω ἀντίῤῥησιν.
§144ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπεφασίσθη.
§145ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ γίνῃ μία διάκρισις, διότι αὔριον ἔρχονται οἱ ἀκροαταὶ νὰ ἐβγάλουν τοὺς δημοσιογράφους, τοὺς ὁμογενεῖς, καὶ τοὺς Κυρίους πρέσβεις, δώσατέ μοι τὴν ἄδειαν νὰ διευκρινισθῇ τοὐλάχιστον εἰς τὰ πρακτικὰ (θόρυβος), ὅτι εἰς τὸ γενικὸν ἀκροατήριον συγχωρεῖται ἐν γένει νὰ εἰσέρχωνται ἄνευ εἰσιτηρίων, τὰ δὲ ἄλλα ἀκροατήρια τῶν ὁμογενῶν, τῶν δημοσιογράφων καὶ τῶν πρέσβεων διατίθενται παρὰ τοῦ προεδρείου.
§146ΤΙΝΕΣ. Νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ αὐτό.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκτὸς τοῦ θεωρείου τοῦ λαοῦ ὅλα τὰ ἄλλα νὰ μένουν ὅπως τὰ διευθέτησε τὸ προεδρεῖον.
§148ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Τὸ σύνολον.
§149ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ (γραμματεύς). Ἰδοὺ πῶς κατηρτίσθη τὸ ἄρθρον. «Εἰς τὸ γενικὸν θεωρεῖον οἱ ἀκροαταὶ εἰσέρχονται ἄνευ εἰσιτηρίων, εἰς δὲ τὰ λοιπὰ διὰ εἰσιτηρίων τὰ ὁποῖα διανέμονται εἰς τοὺς Βουλευτὰς κατ’ ἀναλογίαν καὶ συμφώνως μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ Προεδρείου γενομένην διαίρεσιν.»
§150ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Βουλή;
§151ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§152ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Μίαν ἐξήγησιν ἔχω νὰ δώσω, ὅτι ὑπάρχουν θεωρεῖα εἰς τὰ ὁποῖα δίδονται εἰσιτήρια ὄχι ἀνανεούμενα, παραδείγματος χάριν εἰς τοὺς δημοσιογράφους καὶ ὅτι δὲν ἠμπορεῖτε νὰ δώσητε εἰς ἕκαστον ἐξ αὐτῶν αὐτὸ εἶναι ὡρισμένον, ὡσαύτως καὶ διὰ τὸ θεωρεῖον τῶν Πρέσβεων, αὐτὰ δὲν δύνανται νὰ διανεμηθῶσιν εἰς τοὺς βουλευτάς.
§153ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Ἐξαιρεῖται καὶ τὸ θεωρεῖον τῶν ἀξιωματικῶν τοῦ στρατοῦ.
§154ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουργός). Ἔχομεν πλήρη ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ Προεδρεῖον ὡς πρὸς τὰ θεωρεῖα.
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δέκα περίπου Βουλευταὶ ὑπέγραψαν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον εἰς τὸ Προεδρεῖον, τὴν ἑξῆς. «Αἱ συνεδριάσεις τῆς Βουλῆς ἄρχονται τὴν 10 ὥραν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§156ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Αὔριον ἔχομεν τὴν κλήρωσιν.
§157ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι σήμερον, σήμερον. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ κλήρωσις τῶν βουλευτῶν εἰς τὰ διάφορα τμήματα, κατετάχθησαν δὲ εἰς τὰ 8 τμήματα ὡς ἑξῆς. Εἰς τὸ Αʹ. Ἰω. Δουλίδης, Α. Χατζόπουλος, Γ. Φλωριᾶς, Ἰω. Ζαΐμης, Σ. Καραϊσκάκης, Σ. Στεφανόπουλος, Ἀχ. Μεταξᾶς, Δ. Βαλαβάνος Γ. Πεῤῥωτὴς, Α. Σταυρόπουλος, Τ. Πλέσσας, Α. Κουντουριώτης, Α. Κατσίνας, Π. Λεωτσάκος, Μ. Κανάρης, Γ. Ἀποστολίδης, Μ. Δ. Καΐρης, Α. Ἀντωνόπουλος, Τ. Λαζαρέτος, Π. Πετράκης, Ἰω. Μπαλάφας, Γ. Λάπας, Πλατύς. Εἰς τὸ Βʹ. Εὐθ. Κεχαγιᾶς, Κ. Κυπριάδης, Α. Ἀβέρωφ, Χ. Α. Χρηστόπουλος, Λ. Πετμεζᾶς, Σ. Πετμεζᾶς, Ἰω. Πλαίσας, Χ. Σακελλαριάδης, Κ. Λομβάρδος, Α. Μησυρλῆς, Χ. Στεριόπουλος, Ἰω. Α. Κορφιωτάκης, Ἰω. Φλέσας, Α. Ῥηγόπουλος, Δ. Τσιτσάρας Ν. Καναβός, Α. Μαυρομιχάλης, Δ. Κρεστενίτης, Δ. Βότσαρης, Α. Κοντόσταυλος, Χ. Τρικούπης, Λ. Πετροπουλάκης, Εἰς τὸ Γʹ. Α. Γιαννουλίδης, Δ. Κριεζώτης, Ν. Παγκράτης, Ἰω. Παπαδόπουλος, Λ. Τσιριμῶκος, Ἰάκ. Παξιμάδης, Α. Μιχαλόπουλος, Α. Γαΐτας Φωσκάρδης, Γ. Λιβαδᾶς, Δ. Ὑψηλάντης, Π. Μανωλίδης, Κ. Πεταλᾶς, Γ. Σέρβος, Σ. Σπηλιωτάκης, Π. Κωνσταντᾶς, Η. Μαυρομιχάλης, Α. Μπαλάνος, Κ. Μανουσάκης, Γ. Μπούμπουλης, Β. Δημητρακόπουλος, Α. Ζερβός, Ἰω. Προβελέγιος. Εἰς τὸ Δʹ. Δ. Βροντίσης, Γ. Μαρκορᾶς, Α. Μήτσας, Γ. Ζουμπουλάκης, Δ. Ζῶτος, Σ. Κοπανίτσας, Γ. Ἀντύπας, Σ. Σωτηρόπουλος, Δ. Χατζίσκος, Χ. Κανελόπουλος, Γ. Ἀρώνης, Α. Μιαούλης, Ξεν. Λογοθέτης, Α. Γρηγοριάδης, Λ. Λαμπρυνίδης, Στ. Κοριζῆς, Α. Στράτος, Σ. Οἰκονομίδης, Τ. Ῥούκης, Ε. Δεληγεώργης, Εὐθ. Δεληγιάννης, Χ. Ἰακωβάτος. Εἰς τὸ Εʹ. Γ. Γεροθανάσης, Ἐμ. Ναυπλιώτης, Θ. Ῥωμαῖος, Π. Ζάνος, Κ. Εὐθυμιόπουλος, ΣΤ. Παδοβᾶς, Δ. Τσουγανάτος, Κ. Δαρειώτης, Α. Ἄννινος, Ν. Φαρμάκης, Π. Μαυρομιχάλης, Α. Μπουκαούρης, Ἰω. Πρωτοπαπᾶς, Χρ. Α. Χρηστόπουλος, Β. Α. Σπυρόπουλος, Ἰω. Βλαβιανός, Π. Μποῦτος, Κ. Χριστοδούλου, Γ. Μαυρογιάννης, Α. Σινανιώτης, Μ. Ῥοῦφος, Δ. Μακρῆς. Εἰς τὸ Ϛʹ. Κ. Μελαχρινός, Λ. Καραλίβανος, Α. Δημητριάδης, Δ. Θεοχάρης, Κ. Κανάρης, Σπ. Καραμάνος, Π. Γουζούασης, Α. Δημητρίου, Δ. Τσαμόπουλος, Θ. Ζερβός, Π. Καλαμαριώτης, Δ. Παπαλουκᾶς, Δ. Καλλιφρονᾶς, Ν. Βουδούρης, Χρ. Μαστραπᾶς, Π. Μοδινός, Α. Βιλαέτης, Δ. Τσόκρης, Ν. Καρύδης, Α. Λογιωτατίδης, Δ. Σκαλτσᾶς, Σ. Λεονταράκης. Εἰς τὸ Ζʹ. Κ. Δημητριάδης, Ἰω. Κατζάκος, Ἐμ. Κοντολέων, Α. Σταματόπουλος, Ἰω. Σαφάκας, Α. Γόντικας, Α. Βαλαωρίτης, Α. Ν. Μιχαλόπουλος, Α. Κορφιωτάκης, Ἰω. Ἰωάννου, Π. Κυριακὸς Ο. Μακρυγιάννης, Ζ. Μαυροειδῆς, Σ. Μαλασπίνας, Κ. Πανάρετος, Α. Οἰκονομόπουλος, Ἰω. Βαλασσόπουλος, Κ. Κονταράτος, Γ. Μπουκίδης, Δ. Βούλγαρης, Ε. Παρίσης, Α. Κουμουνδοῦρος Εἰς τὸ Ηʹ. Δ. Πατέλης, Ν. Λοῦβρος, Μ. Γιαννούλης, Ν. Π. Καΐρης, Ν. Γεωργακάτος, Γ. Πλαπούτας, Κ. Οἰκονομόπουλος, Α. Νοταρᾶς, Α. Ζατουνίτης, Ν. Παπαμιχαλόπουλος, Θ. Κανακάρης, Α. Ἄχολος, Δ. Γρίβας, Σ. Κουρῆς, Ι. Ἀλεξίου, Σ. Παπαδόπουλος, Κ. Θεοδώρου, Ε. Κανελλόπουλος, Ι. Κρεμεζῆς, Γ. Ἰακωβάτος, Α. Ῥαυτόπουλος, Χ. Χριστόπουλος Μετὰ δὲ ταῦτα ἐνεργηθείσης τῆς κληρώσεως τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ τμήματα, ἔλαχον ὡς ἑξῆς. Εἰς τὸ Αʹ. Κυθήρων, Βάλτου, Πυλίας, Νάξου, Μαντινείας, Θήρας, Μεγαρίδος, Κορινθίας. Εἰς τὸ Βʹ. Ναυπλίας, Τροιζηνίας, Ἀττικῆς, Τριχωνίας, Μεσολογγίου, Κερκύρας, Ἑρμιονίδος, Ἐπιδ. Λιμηρᾶς. Εἰς τὸ Γʹ. Φθιώτιδος, Παρνασσίδος, Ὕδρας, Κεφαλληνίας, Ξηροχωρίου, Γυθείου, Λοκρίδος. Εἰς τὸ Δʹ. Καλαβρύτων, Ἄνδρου, Αἰγίνης, Ναυπακτίας, Μεγαλοπόλεως, Σκοπέλου, Τριφυλίας. Εἰς τὸ Εʹ. Σύρου, Ν. Ψαρῶν, Κυνουρίας, Οἰτύλου, Μεσσήνης, Καλαμῶν, Πατρῶν. Εἰς τὸ Ϛʹ. Θηβῶν, Παξῶν, Δωρίδος, Ἰθάκης, Μήλου, Σπετσῶν, Βονίτσης. Εἰς τὸ Ζʹ. Ὀλυμπίας, Λακεδαίμονος, Καρυστίας, Γορτυνίας, Εὐρυτανίας, Ἠλείας, Κέας. Εἰς τὸ Ηʹ. Λεβαδείας, Τήνου, Ζακύνθου, Αἰγιαλείας, Ἄργους, Λευκάδος, Χαλκίδος.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προσέλθῃ ὁ ἱερεύς. Ὁρκίζεται ὁ βουλευτὴς Πατρῶν κ. Ῥηγόπουλος.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ἡ συνεδρίασις αὔριον ἄρχεται τὴν 10 ὥραν. Ἀντικείμενον αὐτῆς θέλει εἶσθαι ἡ ἀνάγνωσις τῶν πρακτικῶν, τὸ σύνολον τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ καὶ ἡ διανομὴ τῶν πρακτικῶν τῶν ἐκλογῶν εἰς τὰ τμήματα, μετὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν Προέδρων καὶ Γραμματέων αὐτῶν. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις ὥρᾳ 1. Μ. Μ.