1865.06.04
1.986 στίχοι · 15.905 λέξεις · 302 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 5.
Τῆς 4 Ἰουνίου 1865.
(Παρασκευή.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Βουλῆς, ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως· ὥρα 11½ π. μ.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα!
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅσοι τῶν Κυρίων βουλευτῶν δὲν ἔδοσαν τὸν ὅρκον παρακαλοῦνται νὰ ὁρκισθῶσι σήμερον. Ἐνταῦθα ὁρκίζονται τὸν νενομισμένον ὅρκον τινὲς ἐκ τῶν μὴ ὁρκισθέντων ἔτι Κ. Κ. βουλευτῶν. Διάφοροι ἐκ τῶν ΚΚ. βουλευτῶν ὑπέβαλον πρότασιν. «Εἰς τὸ 13 ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ ὑπὸ τοῦ προεδρείου ἢ μετὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ 11 ἄρθρου τοῦ σχεδίου ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Βαλασσοπούλου καὶ Παπαμιχαλοπούλου νὰ προστεθῇ ἡ ἑπομένη παράγραφος. «Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος, συζήτησις δὲν περατοῦται πρὶν ἢ ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον· ἂν δὲν παραιτηθῶσιν αὐτοῦ, πρὸ τούτου οὐδέποτε θεωρεῖται ἡ Βουλὴ ὡς φωτισθεῖσα.»
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κύριος Παπαμιχαλόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§5ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. ΚΚ. βουλευταί! Καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα καὶ κατὰ τὰ εἰθισμένα αἱ συνεδριάσεις τῶν νομοθετικῶν σωμάτων εἶναι δημόσιοι, διότι ἡ δημοσιότης εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἐξασφαλίζει καὶ τὴν ἐλευθέραν συζήτησιν καὶ τὸν λόγον εἰς πάντα θέλοντα ν’ ἀγορεύσῃ. Τὸ προεδρεῖον ὅμως, δὲν ἠξεύρω ποῦ βασιζόμενον, ἔλαβε τὸ μέτρον νὰ κωλύῃ τὴν ἐλευθέραν εἴσοδον εἰς τὰ ἀκροατήρια, καὶ ὄχι μόνον εἰς τὰ θεωρεῖα ἐκεῖνα, τὰ προσδιωρισμένα δι’ ἄλλας τάξεις ἀκροατῶν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰ γενικὰ ἀκροατήρια, καὶ περιπλέον παρατηρεῖται ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Βουλῆς, ὅτι τὸ ἀκροατήριον τὸ γενικὸν καταλαμβάνεται καὶ κατέχεται ἀπὸ ὄργανα τῆς ἐξουσίας.
§6ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Προσβάλλετε τὸ προεδρεῖον.
§7ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ μέτρον τοῦτο τοῦ προεδρείου ὄχι μόνον ἀντίκειται προφανῶς εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ προσβάλλει καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς, καὶ ἐν γένει τὴν δημοσιότητα τῶν συνεδριάσεων αὐτῆς. Διὰ τοῦτο προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει γείνει δεκτὴ ἡ αἴτησίς μου, νὰ γείνῃ παρατήρησις εἰς τὸ προεδρεῖον, ὅτι δὲν δύναται νὰ κωλύῃ τὴν εἴσοδον εἰς τὸ ἀκροατήριον ἐν γένει, καὶ ὅτι ἡ παραχώρησις τῶν εἰσιτηρίων, ὡς μὴ στηριζομένη οὔτε εἰς τὸ Σύνταγμα, οὔτε εἰς ἄλλο τι, πρέπει νὰ ἐκλείψῃ, νὰ ἀφίνηται τὸ ἀκροατήριον ἐλεύθερον, ὅπως ἐγίνετο πάντοτε.
§8ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἦλθεν ὁ καιρὸς ἀκόμη.
§9ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἴσα, ἴσα διὰ τοῦτο, λέγω, ὅτι ὁ Κ. πρόεδρος ἔλαβεν αὐθαιρέτως αὐτὸ τὸ μέτρον νὰ προσδιορίζῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ καταλαμβάνουν τὰ ἀκροατήρια, καὶ αὐτὰ κατὰ δυστυχίαν εἶναι ὄργανα τῆς ἐξουσίας καὶ μάλιστα ἀστυνομικοὶ κλητῆρες.
§10ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κ. Πρόεδρε, βλέπω, ὅτι εἰς τὸν μέλλοντα νὰ συνταχθῇ προσωρινὸν κανονισμὸν ἓν κεφάλαιον εἰδικὸν προσδιωρίσθη περὶ τῆς ἀστυνομίας τῆς Βουλῆς ἐκεῖ ὅπου γίνεται λόγος περὶ τοῦ ἀκροατηρίου καὶ περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσόδου καὶ τῆς ἐκκενώσεως αὐτοῦ· καὶ νομίζω, ὅταν φθάσωμεν ἐκεῖ, τότε πρέπει νὰ τὸ ἀποφασίσωμεν.
§11ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ τοῦ κανονισμοῦ, ὁμιλῶ διὰ τὴν σήμερον, ὅτι τὸ ἀκροατήριον πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἐλεύθερον, διότι δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον εἰς τὸ προεδρεῖον νὰ προσδιορίζῃ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§12ΤΙΝΕΣ. Δὲν τὰ προσδιορίζει τὸ προεδρεῖον.
§13ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, ἐπεθύμουν νὰ μάθω, ἐὰν ἦλθον ἀκροαταὶ καὶ δὲν τοῖς παρεχωρήθησαν εἰσιτήρια.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ ἀξιότιμος βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς διϊσχυρίσθη, ὅτι τὸ προεδρεῖον ἀπέκλεισε τὸ κοινὸν ἐναντίον ῥητῶν διατάξεων καὶ ἐναντίον τῶν προγενεστέρων κανόνων, καὶ ὅτι τὸ ἀκροατήριον δὲν μένει ἐλεύθερον, ἀλλὰ πιέζεται ὑπὸ τῶν εἰσιτηρίων, τὰ ὁποῖα τὸ προεδρεῖον διανέμει. Ὁ Κ. βουλευτὴς Ἐπιδαύρου Λιμηρᾶς δὲν ἔχει δίκαιον, διότι οὐδέποτε τὸ προεδρεῖον διένειμεν εἰσιτήρια εἰς οὐδένα· τὰ εἰσιτήρια τὰ λαμβάνουν οἱ Κύριοι βουλευταὶ τοῦ Κράτους, αὐτοὶ τὰ διανέμουν, καὶ κατὰ συνέπειαν τῆς διανομῆς, τὴν ὁποίαν κάμνουν οἱ κύριοι βουλευταί, εἰσέρχονται οἱ ἔχοντες τοιαῦτα εἰσιτήρια.
§15ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, δύο λέξεις. Ἐπειδὴ πολλοὶ τῶν πολιτῶν δὲν ἔχουσι τὴν εὐκολίαν νὰ γνωρίζουν βουλευτὰς, καὶ νὰ τοὺς χορηγηθοῦν εἰσιτήρια, κατὰ συνέπειαν τοῖς ἀπαγορεύεται καὶ ἡ εἴσοδος· μέχρις οὗ λοιπὸν ἀποφασισθῇ ὁριστικῶς περὶ αὐτοῦ, πρέπει τὸ ἀκροατήριον νὰ ᾖναι πάντῃ ἐλεύθερον.
§16ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα.
§17ΖΩΤΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, Κ. πρόεδρε, νὰ μὴ γνωρίζητε καθήμενος εἰς τὴν θέσιν σας, ἐὰν ἔξω ἀκροαταὶ δὲν ἐμποδίσθησαν νὰ εἰσέλθουν εἰς τὸ ἀκροατήριον. Χθὲς μόλις ἦσαν 50 ἀκροαταὶ ἐντὸς αὐτοῦ, ἐνῷ εἶδα ἀπείρους ἔξω, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμπόρεσαν νὰ εἰσέλθουν, ὄχι εἰς αὐτὰ τὰ ἀκροατήρια, τὰ ὁποῖα εἶναι προσδιωρισμένα διὰ τοὺς ἐφημεριδογράφους καὶ ἄλλους, ἀλλ’ εἰς τὸ γενικὸν ἀκροατήριον. Διατί; διότι ἀπὸ τὸ προεδρεῖον προσδιωρίσθη πόσοι νὰ ἐμβαίνουν· ἐν ὅσῳ χωρεῖ τὸ ἀκροατήριον, νομίζω ὅτι δύνανται νὰ εἰσέλθουν ἐλευθέρως, καθὼς καὶ ἐπὶ τῆς Συνελεύσεως. Φοβούμεθα τὴν δημοσιότητα; τοὺς ἀκροατάς; (θόρυβος δεξιά).
§18ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουρ. δικαιοσύνης). Αὐταὶ εἶναι ἀγυρτίαι.
§19ΖΩΤΟΣ. Τὸ ἰδικόν σας εἶναι ἀγυρτία, τὴν ὁποίαν μετεχειρίσθητε πολλάκις (θόρυβος).
§20Π. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Αὐτὰ τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα καταλαμβάνουν τὰ ἀκροατήρια, εἶναι ὡπλισμένα, κατὰ συνέπειαν θὰ ὁπλισθῶμεν καὶ ἡμεῖς (θόρυβος δεξιά).
§21ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Δὲν ἐπεμβαίνω, Κύριοι, εἰς τὴν οὐσίαν τοῦ ζητήματος, δὲν ἐξετάζω τοὐτέστιν, ἐὰν ᾖναι ὀρθοτέρα ἡ γνώμη ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὰ ἀκροατήρια ἐλεύθερα, ἢ ὀρθοτέρα ἡ γνώμη τῶν ἐναντίων, οἱ ὁποῖοι θέλουν, ὥστε οἱ ἀκροαταὶ νὰ εἰσέρχωνται δι’ εἰσιτηρίων· ἔρχομαι μόνον νὰ ὑποβάλω μίαν γνώμην εἰς τὴν Βουλὴν, ἀφορῶσαν τὴν τακτικὴν πρόοδον τῶν ἐργασιῶν μας. Εὑρισκόμεθα εἰς τὸν προσωρινὸν κανονισμὸν, καὶ ἐν τούτοις, ἐνῷ προσωρινῶς βουλευόμεθα περὶ προσωρινῶν μέτρων, ἐπέρχεται ἓν ζήτημα ἔτι προσωρινώτερον, καὶ μόλα ταῦτα αὐτὸ τὸ προσωρινώτερον αὔριον ἠμπορεῖ νὰ κανονισθῇ ἄλλως, καὶ πάλιν προσωρινῶς. Διὰ νὰ μὴ παλιμβουλῶμεν λοιπὸν, φρονῶ, ὅτι αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον δὲν πρέπει νὰ ἀποφασισθῇ οὔτε ἀπὸ τὸν ὑποβαλόντα αὐτὸ, οὔτε ἀπὸ ἐμὲ, ὁ ὁποῖος δύναμαι νὰ τὸ ὑποστηρίξω ἢ νὰ τὸ ὑποβάλω, ἀλλὰ θὰ ἀποφασισθῇ ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῆς Βουλῆς. Εὐχῆς ἔργον ἤθελεν εἶσθαι, ἐὰν πρὶν φθάσωμεν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ, ἐὰν ἤθελομεν ἔχει ὅλην τὴν ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ προεδρεῖον, ὥστε ὅ,τι μέτρον ἤθελε λάβει περὶ τῆς ἀστυνομίας τῆς Βουλῆς καὶ περὶ τοῦ ἀκροατηρίου, αὐτὸ νὰ τὸ παραδεχθῶμεν προσωρινῶς. Ἐπειδὴ ὅμως διαμφισβητεῖται αὐτὴ ἡ ἐξουσία τοῦ προεδρείου, τότε προτείνω, ὥστε σταματοῦντες πρὸς στιγμὴν εἰς τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τῆς δευτέρας παραγράφου τοῦ ἄρθρου 5 νὰ συζητήσωμεν τὸ κεφάλαιον 5, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ τὴν ἀστυνομίαν τῆς Βουλῆς· καὶ εἰς τὸ κεφάλαιον αὐτὸ, καθὼς γνωρίζετε, γίνεται λόγος ποῖος ἔχει τὴν ἀστυνομίαν, ποῖος τὴν ἐκτέλεσιν, ποῖοι ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχωνται εἰς τὸν περίβολον τῆς Βουλῆς, πόσοι εἰσέρχονται, καὶ ποῖοι εἰσέρχονται εἰς τὰ ἀκροατήρια. Ἂς προβῶμεν λοιπὸν εἰς τὴν συζήτησιν αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου.
§22ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κύριοι Βουλευταὶ, νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπεβλήθη ἐνώπιόν σας σήμερον περὶ τῆς δημοσιότητος τοῦ ἀκροατηρίου, εἶναι ἓν ζήτημα κύριον, εἶναι ἓν ζήτημα σπουδαῖον, ἓν ζήτημα, εἰς τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς οὐδεὶς θὰ ἐναντιωθῇ σήμερον. Εἰς πᾶσαν συζήτησιν, ἡ ὁποία γίνεται, συζήτησιν ἀφορῶσαν μάλιστα δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις τοῦ κράτους, ἀναντιῤῥήτως ἡ δημοσιότης εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία οὐδέποτε πρέπει νὰ λείψῃ.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§24ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Εἰς κανὲν τῶν συνταγμάτων, εἰς καμμίαν συζήτησιν τῶν Βουλῶν καὶ τῆς Συνελεύσεως αὐτῆς δὲν ἐγένετο μυστικὴ τρόπον τινὰ συζήτησις, ἐκτὸς ἐὰν προηγουμένως διὰ σπουδαίους λόγους ἤθελεν ἀποφασισθῆ τὸ τοιοῦτον· χαίρω λοιπὸν. Κύριοι, βλέπων ὅλην τὴν Βουλὴν σήμερον σύμφωνον εἰς τὸ ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ γίνεται δημοσία. Δὲν γνωρίζω ὅμως, ὅτι ἀπεκλείσθησαν ἄνθρωποι ἀπὸ τὸ ἀκροατήριον. Ἐὰν ἀπεκλείσθησαν, βεβαίως ἦτο πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει νὰ λάβῃ χώραν. Διὰ ταῦτα λοιπὸν νομίζω, ὅτι χωρὶς νὰ ἐπέμβωμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ 13 ἄρθρου τοῦ κανονισμοῦ τοῦ ἀφορῶντος τὴν δημοσιότητα τῶν συζητήσεων, πρέπει νὰ ἐξακολουθήσωμεν τακτικῶς τὴν συζήτησιν τοῦ κανονισμοῦ. Προσεκλήθημεν χθὲς νὰ φέρωμεν γνώμην ἐπὶ μακρᾶς γενομένης συζητήσεως περί τινος ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον πολὺ ἐπησχόλησε τὴν Βουλὴν, περὶ αὐτοῦ πρέπει νὰ ἐπασχοληθῶμεν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται ν’ ἀποφανθῇ, ὅτι μεχρισότου κανονισθῇ προσωρινῶς διὰ τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τὸ ζήτημα τῆς εἰσόδου τῶν ἀκροατηρίων, δύναται νὰ κηρυχθῇ, ὅτι πᾶς τις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸ ἀκροατήριον, ὅτι μόνον εἷς περιορισμὸς ὑπάρχει, ὁ νόμος τῆς φύσεως, ἡ χωρητικότης, ὅτι δύνανται νὰ εἰσέλθουν τόσοι, ὅσοι δύνανται νὰ εἰσέλθουν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἰς αὐτὸ τὸ συμπέρασμα πρέπει νὰ καταντήσωμεν, διὰ νὰ μὴ ἀποδειχθῇ, ὅτι ἐκ προοιμίων ἡ Βουλὴ θέλει νὰ κωλύσῃ ὁποιονδήποτε προσερχόμενον νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§25Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὁ λόγος εἶναι περὶ δημοσιότητος τῆς συνεδριάσεως.
§26ΖΑΤΟΥΝΙΤΗΣ. Δὲν ἔχομεν ἀνάγκην ν’ ἀκούσωμεν τίποτε· ἐφωτίσθημεν!
§27ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Εἶσαι ἐναντίος εἰς τὸν προαγορεύσαντα;
§28Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ὄχι συμπληρώνω.
§29ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§30Γ. ΤΥΠΑΛΔΟΣ. Ἰδοὺ τί προτείνω εἰς τὴν Βουλήν. Δὲν πρέπει, Κύριοι Βουλευταὶ, νὰ γίνεται λόγος μόνον περὶ δημοσιότητος τῆς συζητήσεως, ἀλλὰ περὶ δημοσιότητος τῆς συνεδριάσεως, καὶ ἅμα εἰσερχόμεθα ἐδὼ, ἅμα καταλάβῃ τὴν θέσιν τοῦ Προέδρου ὁ Κ. Πρόεδρος, ἀμέσως ἔπρεπε καὶ τὰ θεωρεῖα νὰ ἦναι πλήρη. Ἡμεῖς κάμνομεν τὸ ἐναντίον, εἰσερχόμεθα πρότερον ἐδῶ, γίνεται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ ἐν τοσούτῳ δὲν ὑπάρχει δημοσιότης οὐδεμία. Καθυποβάλλω εἰς τὴν Βουλὴν, ὥστε πρῶτον νὰ ἀνοιχθῶσι τὰ θεωρεῖα καὶ ἀκολούθως νὰ γίνηται ἡ ἀνάγνωσις τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ παρατηρήσατε, τὶ ὡραῖον ἀποτέλεσμα ἤθελε προέλθει ἐξ αὐτοῦ. Τί παραπονοῦνται; Ὅτι ἐνῷ τίθεται ἡ 10 ὥρα ὡς ὥρα ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως περνᾷ ἡ 11 καὶ δὲν συνεδριάζομεν· ἠξεύρετε διὰ τί; Διότι γίνεται μυστικὴ ἡ ἔναρξις τῆς συνεδριάσεως. Ἐὰν γίνεται δημοσία, ἐὰν ὁ λαὸς ἦναι εἰς τὰ θεωρεῖα, τότε ὅλοι οἱ Βουλευταὶ εἶναι ὑποχρεωμένοι, τὴν 10 νὰ παρευρίσκωνται, καὶ δὲν καταδαπανᾶται ὁ καιρὸς ἀδίκως καὶ παραλόγως. Προτείνω λοιπὸν πρῶτον νὰ εἰσέρχωνται οἱ ἀκροαταὶ καὶ ἔπειτα νὰ ἄρχεται ἡ συνεδρίασις.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ θέλοντες ἐλευθέραν τὴν εἴσοδον.
§32ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (Πρωθυπουργός). Ὅλοι τὴν θέλομεν ἐλευθέραν.
§33ΠΟΛΛΟΙ. Ὅλοι, ὅλοι!
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω λοιπὸν τὸ ζήτημα· οἱ παραδεχόμενοι νὰ εἰσέρχωνται ἄνευ εἰσιτηρίων.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παρεδέχθη.
§37ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ν’ ἀποχωρήσουν καὶ οἱ σκοποὶ (θόρυβος).
§38ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ νὰ ψηφοφορηθῇ πρῶτον ἡ πρότασις μου, διότι δὲν θέλω νὰ ἐκληφθῇ, ὅτι ἤμην ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Κ. Μπαλάνου.
§39ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀνακαλεῖτε τοὺς λόγους σας;
§40ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Πρωθυπουργός). Κ. Πρόεδρε! Δὲν πρόκειται νὰ κάμωμεν ἐδῶ δημαγωγίας νὰ φωνάζωμεν· διότι κανεὶς ἐδῶ δὲν φοβεῖται τίποτε. Ἤλθομεν ὅλοι νὰ ἐκτελέσωμεν τὸ καθῆκόν μας καὶ θέλομεν τὸ ἐκτελέσει θαῤῥαλέως καὶ ἀπέναντι τοῦ ἀκροατηρίου καὶ ἀπέναντι ὅλου τοῦ κόσμου. Σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τούτου· σήμερον ἐγεννήθη μία ἔνστασις, διὰ τὰ σημερινὰ ἀκροατήρια, καὶ ὅλοι σᾶς λέγομεν, ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι, ὅτι δὲν θά ἐμποδισθῇ κανεὶς ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέλθῃ ἐλευθέρως εἰς τὸ ἀκροατήριον κατὰ τὸ παρὸν, διότι τὸ ζήτημα θὰ ἔλθῃ σπουδαίως εἰς τὸν κανονισμὸν, ὅταν ἔλθῃ, καὶ ὁριστικῶς. Λοιπὸν σήμερον δὲν πρόκειται οὔτε ψηφοφορία, οὔτε τίποτε. Τὰ ἀκροατήρια εἶναι ἐλεύθερα, καὶ αὔριον ἀποφασίζεται ὁριστικῶς ἐὰν ἡ Βουλὴ θέλῃ εἰσιτήρια ἢ ὄχι. Προχωρήσατε Κ. Πρόεδρε!
§41ΠΑΔΟΒΑΣ. Κ. Πρόεδρε! Νὰ διατάξητε λοιπὸν τὴν ἐλευθέραν εἴσοδον.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διετάχθη· ἡμερησία διάταξις εἶναι ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ.
§43ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κατὰ τὴν γενομένην χθὲς συζήτησιν νομίζω ὅτι, ὅταν τὸ ἄρθρον τοῦτο συντάξωμεν κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον κατὰ τὸν ὁποῖον θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Βουλὴν τότε ἱκανοποιοῦμεν ὅλας τὰς πεποιθήσεις καὶ ὅλας τὰς ἰδέας, αἱ ὁποῖαι χθὲς ἐῤῥέθησαν εἰς τὸ ἀκροατήρον. Ὑποβάλλω λοιπὸν τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ εἰς τὴν ἀκρόασιν τῆς Βουλῆς. Κατὰ ά. νομίζω ὅτι τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Πετμεζᾶ ἔπρεπε νὰ τὴν ἀσπασθῶμεν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἰδέαν τὰ τμήματα τῆς βουλῆς ἔπρεπεν ἐντὸς ὡρισμένης προθεσμίας νὰ συντάξουν τὰς ἐκθέσεις. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ τακτικώτερον ἤθελε βαδίσει ἡ βουλὴ, ὅταν γνωρίζῃ, μίαν προθεσμίαν καὶ συγχρόνως δὲν ἠθέλαμεν ἔχει τὴν ἀνάγκην νὰ ἐρωτῶμεν τὸν Κ. Πρόεδρον ἢ νὰ συνερχώμεθα ἐπὶ ματαίῳ. Τὴν πέμπτην ἡμέραν λοιπὸν ἀπὸ τῆς κληρώσεως τῶν τμημάτων τὰ τμήματα συνερχόμενα ὑποβάλλουν εἰς τὴν βουλὴν ἁπάσας τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν, αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν γενικῶς. Δύναται νὰ συμβῇ ὅμως, ὅτι αὐτὸς ὁ κανὼν, ὅπως ὅλοι οἱ γενικοὶ κανόνες, νὰ μὴ ἐκτελεσθῇ. Τμῆμά τι ἴσως ἐντὸς τῶν πέντε ἡμερῶν δὲν παρουσιάζει τὴν ἔκθεσίν του· τί θὰ γίνῃ εἰς τοιαύτην περίστασιν; ἐνόμισα ὥστε νὰ μὴ παραπέμπεται ἡ ἐκλογὴ εἰς τὸ ἀμέσως τμῆμα ἀλλὰ νὰ προσδιορίζεται διὰ κλήρου διότι παρεδέχθημεν ὅτι τὰ τμήματα διὰ κλήρου θὰ ἐξελέγξωσι τὰς ἐκλογὰς, αἱ ὁποῖαι θὰ ἀνατεθῶσιν εἰς αὐτά. Τὸν κανόνα λοιπὸν τοῦτον νὰ ἀκολουθῶμεν καὶ εἰς τὴν περίπτωσιν, καθ’ ἣν τμῆμά τι βραδύνει, καὶ τοῦτο, διότι ἤθελον νὰ ἀποφύγω τὴν βραδύτητα ἐξ ἀμελείας. Διότι πιθανὸν τὸ βραδύναν τμῆμα νὰ νομίζῃ ὅτι τὸ ἀμέσως ἑπόμενον συμμερίζεται τὰς ἀρχάς του καὶ ἐπίτηδες νὰ βραδύνῃ. Προτείνω λοιπὸν διὰ κλήρου νὰ ὁρίζεται αὐτὸ τὸ τμῆμα. Νὰ λείψῃ δὲ καὶ ἡ διήμερος προθεσμία ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὸ σχέδιον, διότι ἂν πεισθῇ ἡ βουλὴ ὅτι ἐπὶ σκοπῷ δὲν προσάγει τὴν ἔκθεσιν, πρὸς τί ἡ διήμερος προθεσμία αὕτη; Καὶ τοῦτο εἶναι δυνητικὸν διὰ τὴν βουλὴν διότι δύναται νὰ πεισθῇ ἐκ λόγων ἀφορώντων τὴν ἐκλογὴν, ὅτι δὲν ἦτο δυνατὸν εἰς τὸ τμῆμα νὰ συντάξῃ τὴν ἔκθεσίν του ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, διότι δύο ἢ τρία τῶν μελῶν ἠσθένησαν καὶ προβάλλει εἰς τὴν βουλὴν αὐτὸ τὸ κώλυμα. Εἰς τοιαύτην περίπτωσιν θὰ ἀφαιρέσετε ἀπὸ τὸ τμῆμα τὴν ἐξέλεγξιν καὶ θὰ τὴν παραδώσετε εἰς ἄλλο; ἢ ἓν τελεγράφημα ἀναγγέλλει, ὅτι εἰς τὸ ταχυδρομεῖον ὑπάρχουν ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀποδεικνύουν τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα γεγονός· ἐξαρτᾶται λοιπὸν ἐκ τῶν περιστάσεων, ὅπως πεισθῇ ἡ βουλὴ ὅτι ἐπὶ σκοπῷ δὲν ὑπεβλήθη ἡ ἔκθεσις. Λοιπὸν ἡ βουλὴ διατάσσει τὴν παρ’ ἄλλου τμήματος διὰ κλήρου ὁρισθησομένου σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως ἢ χορηγεῖ ἀνάλογον πρὸς σύνταξιν τῆς ἐκθέσεώς του προθεσμίαν. Ἀλλὰ τότε θὰ μὲ ἐρωτήσῃ τις τί θὰ γείνῃ ἐπὶ τῶν ἄλλων ἐκθέσεων αἱ ὁποῖαι προσήχθησαν ὑπὸ τῶν τμημάτων; Δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσωμεν τὴν βουλὴν διότι αὕτη ἐκτιμῶσα τὰς περιστάσεις θὰ σκεφθῇ ἂν συμφέρῃ νὰ τηρηθῇ ὁ κανὼν καὶ ν’ ἀναβληθῶσιν ἕως οὗ προσαχθῇ καὶ αὐτὴ ἡ ἔκθεσις· ἢ ἂν συμφέρῃ εἰς τὸ νὰ γείνῃ μία ἐξαίρεσις τοῦ κανόνος καὶ προοδεύσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τῶν ἐκθέσεων. «Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἀποφαίνεται ἂν πρέπῃ νὰ γίνεται ἔναρξις ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς καὶ τῆς καθυστερουμένης ἐκθέσεως.» Νομίζω ὅτι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου προλαμβάνονται ὅλαι οἱ φόβοι.
§44ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καταστρέφεται τότε τὸ οἰκοδόμημα τῆς ἀλφαβητικῆς σειρᾶς.
§45ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἡ βουλὴ θ’ ἀποφασίσῃ ἂν πρέπῃ νὰ προβῇ εἰς τὴν συζήτησιν τῶν ὑποβληθεισῶν ἐκθέσεων ἢ ὄχι. Ἂν ἦναι φόβος, ἂν ὁμολογῶμεν φόβους διὰ τὸν ἑαυτόν μας, δὲν ἐννοῶ ποῖος εἶναι ὁ σεβασμὸς καὶ ποῖον τὸ ἠθικὸν κῦρος, τὸ ὁποῖον θὰ ἔχουν αἱ πράξεις τῆς Βουλῆς, ὅταν ὁμολογῶμεν ὅτι δὲν ἔχομεν πεποίθησιν εἰς τὸν ἑαυτόν μας, ὅταν ὁμολογῶμεν ὅτι ἡ πλειονοψηφία τῆς βουλῆς δὲν θὰ ὁδηγῆται ἀπὸ πράξεις τὰς ὁποίας τὸ καθῆκον ὑπαγορεύει ἀλλ’ ἀπὸ σκοποὺς πλαγίους, πῶς δυνάμεθα νὰ θεωρηθῶμεν ἄξιοι ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ, ὅστις μᾶς ἔστειλε καὶ νὰ σκεφθῶμεν φρονίμως; Ὑποθέτω ὅτι ἡ βουλὴ θὰ σκεφθῇ ὡρίμως σύμφωνα πρὸς τὸ καθῆκόν της καὶ τὸ συμφέρον τοῦ λαοῦ. Ἂν ἡ βουλὴ εὕρῃ ὀρθὸν ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλῃ ἐπὶ δύο ἡμέρας ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐκθέσεων δύναται νὰ τὸ πράξῃ καὶ δὲν πρέπει νὰ δεσμεύσῃ αὐτὴ ἑαυτὴν διὰ τοῦ κανονισμοῦ Ἡ πρότασίς μου λοιπὸν εἶναι αὕτη «ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν τμημάτων καὶ τῶν εἰς αὐτὰ ἀνατεθεισῶν ἐκλογῶν, τὰ τμήματα συνερχόμενα ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν Βουλὴν πάσας τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν. Ἂν δὲ τμῆμά τι δὲν παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσίν του ἡ Βουλὴ διατάσσει τὴν παρ’ ἄλλου τμήματος διὰ κλήρου ὁρισθησομένου τὴν πρὸς σύνταξιν τῆς ἐκθέσεώς του προθεσμίαν.
§46ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὁ ἐκλογικὸς νόμος λέγει, ὅτι ὅταν ἀκυρωθῇ μία ἐκλογὴ δίδεται προθεσμία 20 ἡμερῶν, ὅπως γείνῃ νέα.
§47ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἡ βουλὴ θὰ ἐνεργήσῃ εὐσυνειδήτως.
§48ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν.
§49ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ὑποθέτω ὅτι ὅλοι ἐνταῦθα αἰσθανόμεθα τὴν τιμήν. «εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἀποφαίνεται, ἂν πρέπῃ νὰ γίνεται ἔναρξις τῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς συζητήσεως ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς προσαγωγῆς καὶ τῆς καθυστερουμένης ἐκθέσεως.»
§50ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, λυπηρὰ συμβάντα τῶν παρελθουσῶν Βουλῶν μᾶς ἐδίδαξαν ὅτι αἱ ἀναβολαὶ φέρουν μεγάλα σκάνδαλα καὶ μεγάλας ἀσθενείας εἰς τὰ σώματα αὐτά· ἐκ τῆς ἱστορίας τῶν σωμάτων αὐτῶν εἴδομεν, ὅτι μία ἐκλογὴ ἐτηρήθη μῆνας ὁλοκλήρους καὶ τὸ σχέδιον ὃ παρουσίασε τὸ προεδρεῖον, καὶ τὸ σχέδιον, ὅ ὑπεβάλομεν ἡμεῖς, προσπαθεῖ νὰ εὕρῃ τρόπον κατάλληλον διὰ τὴν ταχεῖαν καὶ ἄμεσον ἐξέλεγξιν· ἀλλὰ καὶ τὸ ἓν σχέδιον καὶ τὸ ἕτερον δὲν εὗρε τὸν τρόπον τῆς λύσεως. Ὁ ἔντιμος βουλευτὴς Πυλίας εὗρε τρόπον ἀξιόλογον, ὅστις δίδει μεγάλας ἐγγυήσεις εἰς τὴν ταχεῖαν καὶ πιστὴν ἐκτέλεσιν· αὐτὸ εἶναι τέλειον καὶ αὐτὸ πιστεύω ὅτι θὰ μένῃ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ βʹ. ἐδαφίου τοῦ ἰδίου ἄρθρου. Πᾶσα βραδύτης ἢ κακὴ θέλησις ἑνὸς τμήματος ἀπεδείχθη ὄχι μόνον ἐπιβλαβής, ἀλλ’ εἶναι καὶ ἐναντίον τοῦ συμφέροντος τῆς ἐξελέγξεως καὶ τῆς εἰλικρινείας, καὶ ἡμεῖς ἔχομεν φόβους ὅτι ἓν τμῆμα θὰ βραδύνῃ ἕνεκα κακῆς πίστεως· ἡμεῖς εἴμεθα οἱ βουλευταί, ἡμεῖς εἴμεθα ἡ Βουλή. Τὰ τμήματα δὲ εἶναι παρὰ ἡ βουλὴ αὐτή. Πῶς λοιπὸν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν κακὴν πίστιν; Ἂν δὲν ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς ἡμᾶς αὐτούς, τότε οὐδεμία διάταξις τοῦ κανονισμοῦ ἰσχύει νὰ ἐμποδίσῃ τοῦτο· πρέπει λοιπὸν νὰ ἤμεθα καλῆς πίστεως καὶ νὰ βαδίζωμεν σύμφωνα πρὸς τὴν ἠθικὴν καὶ τὸν ὀρθὸν λόγον. Νομίζω, ὅτι τὸ ἐδάφιον καθίσταται περιττὸν καὶ ἐναντίον τοῦ πρώτου ἀποφασισθέντος. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Μπαλάνου καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρώτην παράγραφον.
§51ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μπαλάνου ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ τὰ ζητήματα· ὁ Κύριος Πετμεζᾶς προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῆς 2 παραγράφου τοῦ 5 ἄρθρ. 2ον ζήτημα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Μπαλάνου. 3ον τὰ σχέδιον τοῦ Κυρίου Βαλασσοπούλου. 4ον. πρότασις τοῦ Κυρίου Κυπριάδου.
§53ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Τὴν συγχωνεύω μὲ τὴν τοῦ Κ. Μπαλάνου.
§54ΠΡΟΕΔΡΟΣ. 4ον λοιπὸν τὸ σχέδιον τοῦ προεδρείου. Ἀπωτέρα τούτων εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετμεζᾶ ὡς προτείνουσα τὴν ἀπάλειψιν.
§55ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ ἰδική μου εἶναι ἡ ἀπωτέρα, διότι παραδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Μπαλάνου, ὡς πρὸς τὸ πρῶτον ἐδάφιον δηλαδή, νὰ παρουσιάζεται ἡ ἔκθεσις ἐντὸς πέντε ἡμερῶν, δὲν δέχομαι ὅμως τὴν ἀναβολήν.
§56ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ ἐπιθυμοῦντες τὴν ἀπάλειψιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται ὀλίγοι), Ἀπεῤῥίφθη.
§57ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρώτη παράγραφος ἐπεψηφίσθη χθές. Ἄν ὁρισθῇ προθεσμία ἤδη εἰς ποίαν παράγραφον θὰ τὴν θέσητε Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Μπαλάνου εἶναι ἡ ἑξῆς. Ἐντὸς 5 ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐκλογῆς τῶν τμημάτων καὶ τῶν εἰς αὐτὰ ἀνατεθεισῶν ἐκλογῶν, τὰ τμήματα συνερχόμενα ὑποβάλλουσιν εἰς τὴν βουλὴν πάσας τὰς ἐκθέσεις αὐτῶν.
§58ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Προκαλέσατε ἐπ’ αὐτοῦ ψηφοφορίαν.
§59ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπρότεινα τὴν διαίρεσιν.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν παράγραφον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· ἡ βουλὴ παρεδέχθη. Ἤδη ἐρχόμεθα εἰς τὴν δευτέραν. Ἄν τμῆμά τι δὲν παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσίν του, ἡ βουλὴ διατάσσει τὴν παρ’ ἄλλου τμήματος διὰ κλήρου ὁρισθησομένου σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως ἢ χορηγεῖ ἀνάλογον προθεσμίαν πρὸς σύνταξιν τῆς ἐκθέσεώς του. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἀποφαίνεται ἂν πρέπῃ νὰ γίνεται ἔναρξις τῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς συζητήσεως, ἢ ἂν πρέπῃ ν’ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς προσαγωγῆς καὶ τῆς καθυστερουμένης ἐκθέσεως. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὸ μέρος τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι), παρεδέχθη.
§61ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν παρεδέχθη.
§62ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἦτον ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα.
§63Δ. ΖΩΤΟΣ. Ἔχομεν πλήρη πεποίθησιν εἰς τὸν ἔντιμον χαρακτῆρα τοῦ Κ. Προέδρου, ἀλλ’ ἡ τάξις ἀπαιτεῖ κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας ὁ πρόεδρος νὰ συμβουλεύεται καὶ τὸ γραφεῖον.
§64ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡ παρατήρησις αὕτη ἀνήκει εἰς τὸ γραφεῖον· τοῦτο δύναται νὰ παραπονεθῇ ὅτι δὲν τὸ ἐσυμβουλεύθη ὁ πρόεδρος.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλάκις ἐπαναλαμβάνω προκαλῶν τὴν προσοχὴν τῶν Κυρίων Βουλευτῶν, διότι ἡ ἀσθενής μου φωνὴ δὲν φθάνει, ὅταν ὑπάρχῃ θόρυβος εἰς τὰς ἀκοάς των. Τὴν συγκατάθεσιν τοῦ γραφείου εὗρον πλήρη.
§66ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἂς ἐπαναληφθῇ τὸ ἐναντίον.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἀναγινώσκω ἐκ νέου τὴν πρότασιν.
§68ΠΑΔΟΒΑΣ. Δὲν δύναται νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν ὅλη ἡ πρότασις, διότι ἐγὼ μέρος παραδέχομαι καὶ μέρος δὲν παραδέχομαι, ἄλλως εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ καταψηφίσω το ὅλον. Πρέπει νὰ διαιρεθῇ.
§69ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν πρῶτον τὸ ά. μέρος τῆς προτάσεως.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ ά. μέρος· «Ἄν τμῆμά τι δὲν παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσίν του· ἡ βουλὴ διατάσσει τὴν παρ’ ἄλλου τμήματος διὰ κλήρου ὁρισθησομένου σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως, ἢ χορηγεῖ ἀνάλογον πρὸς σύνταξιν τῆς ἐκθέσεως προθεσμίαν.»
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν δευτέραν παράγραφον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μπαλάνου...
§72ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἀκούομεν. Ὁ γραμματεὺς ἂς τὸ εἰπῇ.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, κύριοι, δὲν θέλω νὰ γίνῃ δι’ ἄλλου· ἐὰν δὲν ἐπιθυμῆτε, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὲ ἀπαλλάξετε, διότι δὲν ἔχω τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν, ἀλλὰ μόνον ἡ εὐχαρίστησις τῶν κυρίων βουλευτῶν καὶ ἡ τιμὴ τῆς ἡλικίας μ’ ἔφεραν εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν. Κατὰ συνέπειαν λοιπὸν, κύριοι, ἐπιθυμῶ μὲ τὰς ἁπλουστάτας γνώσεις, μὲ τὰς ὁποίας μ’ ἐπροίκισεν ἡ φύσις, νὰ ὁμιλῶ, καὶ κατὰ συνέπειαν σήμερον δὲν φρονῶ ὅτι εἶμαι ἀξιοκατάκριτος, ἂν μοῦ λείπουν οἱ κανόνες ἐκεῖνοι οἱ γραμματικοὶ, τοὺς ὁποίους ὅλοι ὑμεῖς σήμερον μεταχειρίζεσθε. Θέτω τὰ ζητήματα ἁπλούστατα· ἐν τῇ στρατιωτικῇ μου συνειδήσει σᾶς λέγω, ὅτι δὲν βλέπω ἀριστερὰ καὶ δεξιὰ, καὶ πεισθῆτε πάντοτε εἰς τὸν λόγον τῆς τιμῆς μου, ὅτι μόνον εἰς τὴν δικαιοσύνην ἀποβλέπω. Ὁ λόγος καὶ τὸ βῆμα εἶναι ἐλεύθερα· εἶμαι Ἕλλην καὶ ἐγὼ καθὼς καὶ ὑμεῖς, καὶ ἐνδιαφέρομαι καὶ ἐγὼ ἐπίσης ὡς καὶ ὑμεῖς. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν 2 παράγραφον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μπαλάνου νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι), παρεδέχθη. «ἐδάφ. 3. Εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἀποφαίνεται ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς συζητήσεως, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς προσαγωγῆς καὶ τῆς καθυστερουμένης ἐκθέσεως.» Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὴν 3 παράγραφον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μπαλάνου, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι. Παρεδέχθη, «Ἐδάφ. 3. εἰς πᾶσαν περίπτωσιν ἀποφαίνεται ἐὰν πρέπῃ νὰ γίνῃ ἔναρξις τῆς ἐπὶ τῆς ἐκλογῆς συζητήσεως, ἤ ἄν πρέπῃ νὰ ἀναβληθῇ μέχρι τῆς προσαγωγῆς καὶ τῆς καθυστερουμένης ἐκθέσεως.» Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὴν 3 παράγραφον ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μπαλάνου, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μπαλάνου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Παρεδέχθη.
§74ΠΑΔΟΒΑΣ. Παρακαλῶ, Κ. Πρόεδρε, νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὅτι διὰ τῆς παραδοχῆς τοῦ τελευταίου μέρους τῆς παραγράφου τοῦ Κ. Μπαλάνου κατεστράφη ἡ ἀπόφασις, τὴν ὁποίαν χθὲς ἐπὶ τοῦ ἰδίου ἀντικειμένου παρεδέχθη ὅλη ἡ Βουλὴ.
§75ΤΙΝΕΣ. Χρεωστεῖ ἕκαστος νὰ σεβασθῇ τὴν πλειοψηφίαν.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει γίνει ἡ ἀνάγνωσις τοῦ συνόλου τοῦ 5. ἄρθρου.
§77ΤΙΝΕΣ. Ἐψηφίσθη τὸ σύνολόν του. Νὰ μεταβῶμεν εἰς τὸ 6. (θόρυβος.)
§78ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. (ἀπό τοῦ βήματος) Ἐψηφίσθη, Κύριοι, τὸ ἄρθρον κατά τὰ μέρη αὐτοῦ. Ὑπεβλήθη ἔπειτα ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μπαλάνου, ἥτις ἀποτελεῖ τὰς ἑπομένας παραγράφους τοῦ σχεδίου, ἐψηφίσθη ἑκάστη παράγραφος ἰδιαιτέρως· ἐψηφίσθησαν δὲ ἐν τῷ συνόλῳ, αἱ τρεῖς παράγραφοι τῆς προτάσεως, ἤδη μένει νὰ ψηφισθῇ τὸ σύνολον τοῦ ἄρθρου, καθόσον τὸ πρῶτον μέρος αὐτοῦ ἐψηφίσθη χθές. Καὶ χθὲς δὲ τὴν ἰδίαν τάξιν ἠκολουθήσαμεν.
§79ΤΙΝΕΣ. Ἔστω.
§80ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. (ὡς Γραμματεὺς) «Ἄρθρον 5. Ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὰς ἐκλογάς.........
§81ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Τὸ σύνολον τοῦ ἄρθρου δὲν ψηφίζεται.
§82ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. (ἀπὸ τοῦ βήματος.) Εἰμπορεῖ, Κύριοι, ἡ μία παράγραφος νὰ ᾖναι ἀντιφατικὴ τῆς ἑτέρας. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω, ὅτι σεβόμενοι ἡμᾶς αὐτοὺς, πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ ἄρθρου διὰ νὰ ἴδωμεν, ἂν ᾖναι ὀρθὸν ἤ ὄχι, ἀντιφατικὸν ἤ ὄχι. Καὶ μάλιστα ἀφοῦ καὶ χθὲς ὅλα τὰ ἄρθρα ἐψηφίσθησαν καὶ κατὰ παραγράφους καὶ κατὰ τὸ σύνολον.
§83ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐδῶ ἔγειναν τέσσαρες παράγραφοι· τρεῖς ἔχει ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μπαλάνου. Ἡ ἄλλη ἦτο πρώτη.
§84ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν εἶναι ἁρμονικὸν ὅταν εἰς ἕνα νόμον παραδέχηταί τις τὰ μέρη ἑνὸς ἄρθρου καὶ δὲν παραδέχηται τὸ σύνολον αὐτοῦ. (θόρυβος.) Τί θὰ εἴπῃ νόμος, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ παντοῦ πλήρης ἁρμονία μεταξὺ τῶν διατάξεων τῶν μερῶν αὐτοῦ. (θόρυβος.)
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλεῖται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφανθῇ ἄν παραδέχηται τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἐπιψήφισιν τοῦ 5. ἄρθρου.
§86ΤΙΝΕΣ. (δεξιόθεν) Ν’ ἀναγνωσθῇ μόνον. (θόρυβος.)
§87ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κ. Πρόεδρε, νομίζω, ὅτι τὸ αὐτὸ ζήτημα ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῇ καὶ κατόπιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν ἑπομένων ἄρθρων, τουτέστιν, ἐὰν τὸ σύνολον τοῦ ἄρθρου πρέπει καὶ αὐτὸ νὰ ψηφοφορηθῇ· αὐτὸ διϊσχυρίσθη ὁ ἔντιμος Βουλευτὴς Ἀττικῆς, ὁ Κ. Μακρυγιάννης, εἰπὼν, ὅτι ἐνδεχόμενον μία παράγραφος ν’ ἀντίκηται εἰς τὴν προηγουμένην καὶ ἑπομένως κατὰ τὴν ἰδέαν του πρέπει, ὅταν ψηφίζηται μία κατόπιν τῆς ἄλλης ἡ παράγραφος νὰ ψηφοφορῆται ἐν συνόλῳ. Τοῦ κάμνω τὴν παρατήρησιν, ὅτι σφάλλει διὰ τὸν ἑξῆς ἁπλούστατον λόγον. Τὸ σύνολον τῶν νομοσχεδίων ἢ πᾶσα πρότασις ἐπιφυλάσσεται εἰς τὸ τέλος νὰ ψηφισθῇ, διότι, ὅπως παρετήρησα πολὺ ὀρθῶς ὅτι μία παράγραφος ἐνδέχεται ν’ ἀντίκηται εἰς τὴν προηγουμένην, τὸ αὐτὸ δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς πᾶν ἄρθρον· τοὐτέστι ἐτελειώσαμεν, φερ’ εἰπεῖν, τὸ 5 ἄρθρον καὶ μεταβαίνομεν εἰς τὸ 6· ἐνδεχόμενον τὸ 5 νὰ ἀντιβαίνῃ εἰς τὸ 6, ἄρα πρέπει ν’ ἀναγνώσωμεν καὶ πάλιν τὸ 5 καὶ κατόπιν τὸ 6 καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Ἐὰν δὲν ἐπιφυλάσσηται ἡ Βουλὴ εἰς τὸ τέλος τοῦ νομοσχεδίου νὰ ἐπιφέρῃ τὴν ψῆφόν της ἐν συνόλῳ, τότε εἶχε δίκαιον. Ἂς ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν ὁ Κ. Μακρυγιάννης καὶ θέλει ἰδεῖ, ὅταν ψηφίσωμεν ὅλα τὰ ἄρθρα ἐν συνόλῳ, τότε θὰ ψηφισθῇ ὁ κανονισμός· ἄρα ἐὰν ἔλαβον χώραν ἀντιφάσεις, ἔχει τὸν καιρὸν ὁ Κ. Βουλευτὴς ν’ ἀρνηθῇ τὴν ψῆφόν του.
§88ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Πρέπει νὰ σεβασθῶμεν ὅ,τι μέχρι τοῦδε ἐπράξαμεν. Ἐγὼ ὡς Γραμματεὺς ἐνθυμοῦμαι καλῶς, ὅτι ἀφοῦ ἀνεγίνωσκον χθὲς ἑκάστην παράγραφον καὶ ἐσυζητεῖτο καὶ ἐγίνετο δεκτὴ, ἀνεγίνωσκον μετὰ ταῦτα καὶ τὸ σύνολον τοῦ ἄρθρου καὶ ἐγίνετο δεκτόν. Δὲν ἕπεται ὅμως, ὅτι, ἐὰν ἡ Βουλὴ παραδέχηται τὰ μέρη, δὲν πρέπει νὰ ψηφίσῃ καὶ ἐπὶ τοῦ συνόλου, διότι τοῦτο γίνεται συνήθως καὶ πάντοτε, καὶ τοῦτο ἀπαιτεῖ καὶ ἡ λογική. Διατὶ γίνεται ἡ ἐπανάληψις καὶ ἡ ἐπιψήφισις τοῦ συνόλου; διὰ νὰ δειχθῇ, ὅτι ὀρθῶς ἔχει ὁ νόμος, ἁρμονικῶς, διότι πιθανὸν ἡ Βουλὴ, προσηλωμένη κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τῶν μερῶν ἀποκλειστικῶς εἰς αὐτὰ, νὰ παρεῖδέ τινας ἀντιφάσεις, τὰς ὁποίας εἰμπορεῖ ν’ ἀνακαλύψῃ κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ συνόλου τοῦ ἄρθρου. Διὰ τοῦτο λέγω, ὅτι εἶναι ἀνάγκη, καὶ ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, διότι καὶ ἐφηρμόσθη μέχρι τοῦδε, τοῦ νὰ ψηφίζηται καὶ τὸ σύνολον, διότι, ὅταν παραδεχθῇ τις ἕκαστον τῶν μερῶν, δὲν παραδέχεται καὶ τὸ σύνολον πρὶν ψηφοφορήσῃ καὶ τὸ σύνολον αὐτό.
§89ΤΙΝΕΣ. Ἐὰν δὲν τὸ παραδεχθῇ.
§90ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Τοῦτο ἀφορᾷ τὴν συνείδησίν του, ἐὰν ἀνακαλύψῃ ἀντιφάσεις ἔν τινι ἄρθρῳ. Εἶναι δὲ προτιμώτερον νὰ καταψηφίσῃ τις βουλευτὴς τὸ σύνολον ἑνὸς ἄρθρου, ἐὰν τὸ εὑρίσκῃ ἀντιφατικὸν, παρὰ νὰ καταψηφίσῃ κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ τὸ σύνολον ἔπειτα τοῦ Νομοσχεδίου, χάριν τῆς ἀντιφάσεως ἑνὸς μόνου ἄρθρου. Τοῦτο δὲ θὰ ἦτο μέγα δυστύχημα, προκειμένου περὶ κανονισμοῦ τοῦ Σώματος, καθόσον ἤθελεν ἀφήσει αὐτὸ μετὰ τόσας συζητήσεις ἄνευ κανονισμοῦ.
§91ΚΕΧΑΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Ἡ ἀνάγνωσις μόνον νὰ γείνῃ τοῦ συνόλου. Ἀναγινώσκεται τὸ σύνολον τοῦ 5 ἄρθρου ὡς ἑξῆς. «Ἡ Βουλὴ συζητεῖ τὰς ἐκλογὰς κτλ.
§92ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δύω λέξεις ἐπὶ τοῦ θέματος. Ἐὰν τὸ πρῶτον μέρος, τοῦ ὁποίου χθὲς ἐπεκυρώθησαν τὰ πρακτικὰ, ἀποῤῥιφθῇ, ἡ Βουλὴ δὲν ἀντιλέγει εἰς τὴν ἀπόφασίν της.
§93ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Πόσοι νόμοι δὲν ἐκυρώθησαν κατὰ μέρος καὶ δὲν ἔπεσαν ἔπειτα κατὰ τὸ ὅλον; Μήπως ἂν ἡ Βουλὴ ἀποῤῥίψῃ κατὰ τὴν ψηφοφορίαν τοῦ συνόλου τοῦ σχεδίου τὸ σύνολον αὐτοῦ, δὲν θ’ ἀντείπῃ εἰς ὅλα τὰ πρακτικὰ καὶ εἰς ὅλας τὰς προηγουμένας ἀποφάσεις της; Ἐγὼ δὲν ἔχω κοινοβουλευτικὸν παρελθὸν, ἀλλ’ ἔχω μνήμην καὶ ἐνθυμοῦμαι πολλοὺς νόμους, πεσόντας ἀκολούθως κατὰ τὸ σύνολον.
§94ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Φιλονεικοῦμεν, Κύριοι, ἂν πρέπῃ νὰ ψηφοφορήσωμεν τὸ σύνολον τοῦ 5 ἄρθρου, ναὶ ἢ ὄχι, ἐπειδὴ ἀνεγνώσθη. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι παρεδέχθη ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μπαλάνου, ἥτις εἶχε 3 παραγράφους. Ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἦτο ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, καὶ ἀφοῦ παρεδέχθη, ἔπρεπεν ὁ Πρόεδρος νὰ εἴπῃ, ὅτι ἡ παραδεχθεῖσα πρότασις καταλαμβάνει τὴν θέσιν τοῦ 5 ἄρθρου ἐν τῷ κανονισμῷ· καὶ ὅταν ἔλεγε τοῦτο, ὤφειλε νὰ ζητήσῃ τὴν ψῆφον τῆς Βουλῆς ἐπὶ τοῦ συνόλου τοῦ 5 ἄρθρου τοῦ κανονισμοῦ (θόρυβος).
§95ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Ἐρωτήσατε, Κ. Πρόεδρε, τοῦτο· ὅσοι θέλουν νὰ ψηφοφορῆται κατὰ τὸ Σύνταγμα τὸ ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσι· (θόρυβος).
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ 5 ἄρθρου ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Προεδρείου νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 6 ἔχον ὡς ἑξῆς. «Εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, λαμβάνουσι μέρος ὅλοι οἱ βουλευταὶ, ἀλλὰ δὲν μετέχουσι τῆς ψηφοφορίας ἐπὶ τῆς ἰδίας αὑτῶν ἐκλογῆς. Ἐκεῖνοι δὲ ὅσων ἡ παραδοχὴ ἀναβάλλεται παρὰ τῆς Βουλῆς, δὲν δύνανται νὰ λάβωσι μέρος εἰς τὰς τακτικὰς ἐργασίας αὐτῆς, μέχρις οὗ ἀναγνωρισθῶσιν ὡς νόμιμοι Βουλευταί.» Ἐπίσης καὶ τὸ τῆς τροπολογίας ἔχον ὡς ἑξῆς. «Οἱ Βουλευταὶ δὲν ψηφοφοροῦσι μὲν ἐπὶ τῶν ἰδίων αὑτῶν ἐκλογῶν, λαμβάνουσιν ὅμως μέρος εἰς τὴν συζήτησιν.»
§97ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δεύτερον μέρος τοῦ σχεδίου, τοῦ παρ’ ὑμῖν ὑποβληθέντος, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ, διότι ἀφορᾷ τὸν ὁριστικὸν κανονισμόν, ὅστις θὰ κανονίσῃ, ποῖοι θὰ λαμβάνωσι μέρος, ἐὰν κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτοῦ παρὰ πᾶσαν προσδοκίαν εὑρεθῶσιν ἐκκρεμεῖς ἐκλογαί. Διὰ τοῦτο, νομίζω ὅτι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον συνετάχθη παρ’ ἡμῶν, εἶναι ὀρθότερον.
§98ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Μάλιστα, τὸ παραδεχόμεθα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ ἄρθρον 6 τῆς τροπολογίας «οἱ Βουλευταὶ δὲν ψηφοφοροῦσι μὲν ὑπὲρ τῶν ἰδίων αὐτῶν ἐκλογῶν, λαμβάνουσιν ὅμως μέρος εἰς τὴν συζήτησιν» νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι), παρεδέχθη.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
Περὶ τῶν συνεδριάσεων καὶ συζητήσεων. Ἄρθρον 7. Ἵνα συνεδριάσῃ, προβῇ εἰς συζητήσεις καὶ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλή, ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν βουλευτῶν. Πρὸς περαίωσιν ὅμως τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου ἀρκεῖ ὁ ἥμισυς ἀριθμὸς πλέον ἑνὸς ὁμοψηφῶν τῆς νομίμου ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει κατὰ πλειονοψηφίαν. Τοῦ σχεδίου τῆς τροπολογίας τὸ 7 ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς·
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
Περὶ τῶν συνεδριάσεων καὶ συζητήσεων. Ἄρθρον 7. Πρὸς συνεδρίασιν, συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν. Ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει κατὰ πλειονοψηφίαν· ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία, ὅταν πρόκηται περὶ ἐκλογῶν. Ἐὰν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ συζητηθέντος ἀντικειμένου ὑπάρχῃ παρὼν ὁ ἥμισυς ἀριθμὸς πλέον ἑνὸς τῆς νομίμου ἀπαρτίας τῆς Βουλῆς καὶ ὁμοψηφῇ, ἡ ἀπόφασις εἶναι ἰσχυρά.
§100ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ἀμφότερα τὰ σχέδια συνέβη ἓν λάθος οὐσιῶδες, τὸ ὁποῖον ἀντιβαίνει εἰς τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος.
§101ΧΑΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. (Κυνουρίας) Σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε, καὶ πρέπει νὰ τηρηθῇ ἡ τάξις.
§102ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Τὸ δεύτερον μέρος, Κ. Πρόεδρε, εἴπατε μόνος σας προχθὲς ν’ ἀπαλειφθῇ.
§103ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἀπάλειψιν τῆς παραγράφου ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἔχουσι καὶ τὰ δύω σχέδια, δὲν ἔχω τίποτε νὰ εἴπω, διότι παρατηρῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ ὁμοφώνως ἀποκρούει ταύτην τὴν διάταξιν, ὡς ἀντιβαίνουσαν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἔρχομαι ὅμως νὰ ὑποβάλω μίαν νέαν πρότασιν, καὶ ἐπὶ τούτου ἐφιστῶ τὴν προσοχήν σας. Ὅσοι τῶν Κυρίων Βουλευτῶν ὑπῆρξαν καὶ πληρεξούσιοι ἐνθυμεῖσθε, ὅτι συνέβη πολλάκις εἰς τὴν Συνέλευσιν τινὲς τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ν’ ἀρνῶνται ψῆφον κατὰ τὴν ψηφοφορίαν, καὶ συνέβη, ὥστε μία ψηφοφορία νὰ ἐπαναλειφθῇ δεκάκις· τὸ ἀτοπώτερον δὲ ἦτο, ὅτι ἐὰν ἐψηφοφόρουν 160 καὶ οἱ 75 ἦσαν ὑπὲρ, οἱ 70 κατὰ, καὶ οἱ 5 ἠρνοῦντο ψῆφον, τὸ ἀποτέλεσμα αὐτὸ δὲν ἐλογίζετο ὑπὲρ τοῦ ζητήματος, ὑπὲρ τοῦ ὁποίου ἐψηφοφόρησαν οἱ περισσότεροι· τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς καὶ πρὸ πάντων κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, καθ’ ἣν αἱ προσωπικαὶ συμπάθειαι δύνανται νὰ ἐπηρεάσωσι πολλοὺς τῶν Κ. Κ. βουλευτῶν. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι εἶναι δίκαιον νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ ἀρνούμενοι ψῆφον, δὲν λογίζονται οὔτε ὑπὲρ, οὔτε κατά· ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν ἡ ψηφοφορία δὲν ἤθελεν ἀπαρτίσει τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν πρὸς συγκρότησιν τῶν συνεδριάσεων, τότε νὰ ἐπαναλαμβάνηται ἡ ψηφοφορία. Ὑποθέσατε, ὅτι εἴμεθα 120 βουλευταὶ καὶ ἐκ τούτων οἱ 50 μὲν ψηφοφοροῦν κατὰ τοῦ ἀκύρου μιᾶς ἐκλογῆς, οἱ 30 ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς καὶ οἱ 20 ἀρνοῦνται. Κατὰ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον εἶχε δεχθῆ ἄλλοτε ἡ Συνέλευσις, ἡ ἀπόφασις αὐτὴ δὲν θὰ ἦναι ἰσχυρά· ἐγὼ λοιπὸν φρονῶ, ὅτι ὁ βουλευτὴς ὀφείλει νὰ δίδῃ ψῆφον ἢ ὑπὲρ ἢ κατά (θόρυβος), ὥστε ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω ὅτι ἡ Βουλὴ δύναται νὰ παραδεχθῇ αὐτὴν τὴν πρότασιν ὅτι αἱ ἀρνητικαὶ ψῆφοι δὲν λογίζονται, ὁσάκις δὲ οἱ ψηφοφοροῦντες δὲν ἀποτελοῦν νόμιμον ἀπαρτίαν, ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία. Περιμένω νὰ ἀκούσω τὸν Κ. Κεχαγιᾶν, ποίαν ἀντίῤῥησιν θὰ φέρῃ.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παπαμιχαλόπουλος.
§105ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἤθελα νὰ κάμω μίαν παρατήρησιν, ἀλλὰ βλέπω, ὅτι εἶναι περιττὸν, διότι ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Παδοβᾶς.
§107ΠΑΔΟΒΑΣ. Μετὰ δυσαρεσκείας, κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ οὔτε τὸ ἄρθρον τῆς κυρίας προτάσεως, οὔτε τὸ ἄρθρον τῆς τροπολογίας, καὶ οἱ λόγοι εἶναι, ὅτι καὶ τὸ μὲν καὶ τὸ δὲ ἀντίκεινται εἰς τὰς ῥητὰς διακελεύσεις τοῦ Συντάγματος, ἐκτὸς τοῦ ὅτι μέρος τι τοῦ ἄρθρου ἢ τῶν ἄρθρων ἐκείνων ἔχει διατάξεις ὅλως ἀσκόπους καὶ ἄνευ ἀντικειμένου. «Ἵνα συνεδριάσῃ, προβῇ εἰς συζητήσεις καὶ ἀποφασίσῃ ἡ Βουλὴ, ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν βουλευτῶν. Πρὸς περαίωσιν ὅμως», αὐτὸ τὸ δεύτερον μέρος τὸ ἀπέσυρεν ὡς μοὶ φαίνεται ὁ ἔντιμος κ. Πρόεδρος. Τὸ δεύτερον σχέδιον ἔχει· «Πρὸς συνεδρίασιν, συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τῆς Βουλῆς ἀπαιτεῖται ἡ παρουσία τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν Βουλευτῶν». Ἐὰν τὸ Σύνταγμα, κύριοι, προσδιορίζῃ τίνι τρόπῳ πρέπει νὰ γίνωνται αἱ συνεδριάσεις, αἱ συζητήσεις καὶ αἱ ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς, διατί νὰ ἐπαναλαμβάνωμεν τὰ αὐτὰ εἰς τὸν προσωρινὸν κανονισμόν; Τώρα εἶναι ὁμολογούμενον ὅτι τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος προσδιορίζει καὶ τὴν συνεδρίασιν καὶ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψηφοφορίαν καὶ τὴν νόμιμον ψηφοφορίαν. Ἀφοῦ λοιπὸν αὐτὸ τὸ ἄρθρον προσδιορίζει ὅλα αὐτὰ τὰ καθέκαστα, νομίζω, κατὰ τὴν γνώμην μου, ὅτι δὲν πρέπει ἡμεῖς διὰ τοῦ κανονισμοῦ, εἰμὴ νὰ ἀναφερθῶμεν ὡς πρὸς τὴν συνεδρίασιν, τὴν συζήτησιν, τὴν ψηφοφορίαν εἰς ὅσα διατάσσει τὸ Σύνταγμα. Καὶ ἄλλον σκοπὸν ἔχει ὡς πρὸς τοῦτο, διότι δι’ ἑνὸς κανονισμοῦ εἴτε προσωρινοῦ, εἴτε καὶ ὁριστικοῦ δύναται ἴσως ἡ Βουλὴ, καὶ χωρὶς νὰ ἔχῃ τὴν πρόθεσιν ἢ τὴν προαίρεσιν νὰ τὸ κάμῃ, νὰ στρεβλώσῃ τὴν ἀρχὴν τοῦ συντάγματος· ἐνῷ λοιπὸν ὑπάρχει τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ὅταν ἀρχίσῃ ἡ συζήτησις καὶ ὅταν προκύψῃ ἡ ἀνάγκη τῆς ψηφοφορίας, τότε θέλομεν ἰδεῖ καὶ ἐξετάσει ποία ἡ ἔννοια καὶ ποία ἡ ἐφαρμογὴ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ὡς ἐκ τούτου λοιπὸν, κύριοι, σεβόμενος καὶ τὴν γνώμην τοῦ προτείναντος τὸ ά. σχέδιον καὶ τὴν γνώμην τῶν λοιπῶν προτεινάντων τὸ βʹ. ἤθελον ὑποβάλει νέον ἄρθρον ἔχον οὕτω· καὶ λέγω αὐτὰ, διότι μεθ’ ὅλου τοῦ σεβασμοῦ εἰς ὅσα ὁρίζονται διὰ τῆς βʹ. καὶ γʹ. παραγράφου τοῦ 7 ἄρθρου τοῦ βʹ. σχεδίου, μοὶ φαίνεται, ὅτι παρεβιάσθησαν ἀναφανδὸν οἱ ὅροι τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· ἤθελον ὑποβάλει εἰς τὴν βουλὴν ἀντὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ τὸ ἑξῆς ἄρθρον. «Διαρκουσῶν τῶν πρὸς ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν συνεδριάσεων, συζητήσεων καὶ ἀποφάσεων, αἵτινες ἐκτελοῦνται συμφώνως πρὸς τὸ σύνταγμα, οὐδεμία ἄλλη πρότασις ἐπιτρέπεται ἐκτὸς τῶν ἀπ’ εὐθείας ἀφορωσῶν τὸ ἔγκυρον ἢ ἄκυρον τῶν ἐκλογῶν».
§108ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ ὑπεννοεῖται.
§109ΠΑΔΟΒΑΣ. Τὸ καταλαμβάνω, ἀλλὰ ἠμπορεῖ νὰ παρεμβληθῇ καὶ ἄλλη πρότασις, ἡ ὁποία ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ εἰς δυσχερῆ θέσιν τὴν Βουλήν. Προτείνω λοιπὸν τὴν διαγραφὴν τοῦ ὅλου ἄρθρου πρὸς τὸ ἀποτέλεσμα, ὥστε ἡ συζήτησις νὰ λάβῃ χώραν κατὰ τοὺς θετικοὺς ὅρους τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Κεχαγιᾶς.
§111ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Κ. Πρόεδρε, νομίζω ὅλως περιττὴν τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου κ. Παδοβᾶ, καθότι ὑποθέτει ὅτι διαρκούσης τῆς συζητήσεως ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν ἄλλα ζητήματα, ἴσως ἐπερωτήσεις καὶ ἄλλα τοιαῦτα· ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τῷ παρατηρήσω, ὅτι πρὶν κυρωθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ, δὲν δύναται ἡ Βουλὴ νὰ ἐπιληφθῇ τοιούτων ζητημάτων. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν ἀνάγκην, ἥτις ὑπαγορεύει τὴν προσθήκην καὶ εἰς τὸν προσωρινὸν κανονισμὸν ἄρθρου τοιούτου. Μὲ ἠκούσατε, Κ. Παδοβᾶ;
§112ΠΑΔΟΒΑΣ. Μάλιστα. Καὶ πρὶν ἀναχωρήσω ἀπὸ τὸ βῆμα, σᾶς λέγω, ὅτι ἐπιθυμῶ ἴσα ἴσα, ἡ Βουλὴ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι αὐτὸ τὸ δεύτερον μέρος τῆς προτάσεώς μου εἶναι παράτυπον· διότι κατὰ τὴν ἐξέτασιν τῶν ἐκλογῶν δὲν ἐπιτρέπεται οὐδεμία ἄλλη συζήτησις καὶ δὲν παρεμβάλλεται κανὲν ἄλλο ἐμπόδιον.
§113ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, αὐτὸ ἐννοεῖται.
§114Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐναντιοῦμαι εἰς τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Παδοβᾶ.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει ὁ κ. Βαλασσόπουλος τὸν λόγον.
§116ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συμφωνῶ, κύριοι, μὲ τὴν πρότασιν τοῦ κ. Παδοβᾶ, ὅτι ὁ κανονισμὸς τῆς ψηφοφορίας εἶναι περιττὸς, διότι τῷ ὄντι εἰς τὸ Σύνταγμα κανονίζεται ἀκριβῶς. Ἓν μόνον παρατηρῶ, ὅτι εἰς τὸ Σύνταγμα φαίνεται ἡ ἀπόῤῥιψις τῆς προτάσεως νὰ μὴ ἐφαρμόζεται εἰς τὰς ἐκλογὰς, διότι δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον τῆς ἰσοψηφίας δὲν πρέπει νὰ ῥίψωμεν τὰς ἐπαρχίας εἰς νέον ἀγῶνα.
§117ΠΑΔΟΒΑΣ. Τὸ Σύνταγμα τὸ λέγει;
§118ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ἀλλὰ ἐννοεῖ τὰ ζητήματα τὰ κοινὰ, ὄχι τὰ τῆς ἐκλογῆς. Ὅσον ἀφορᾶ τὸ ἄλλο ζήτημα περὶ τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς τοῦτο δὲν εἶναι ζήτημα, διότι ποτὲ τὰ βουλευτικὰ Σώματα δὲν ἐπελήφθησαν ἄλλων ζητημάτων, ἐνόσῳ δὲν ἐξηλέγχθησαν αἱ ἐκλογαί. Τοῦτο εἶναι τὸ ἔθιμον τῶν κοινοβουλίων τῆς Ἑλλάδος.
§119ΤΙΝΕΣ. Ἂν ἔλθῃ κανὲν ζήτημα σπουδαῖον;
§120ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν δύναται, διότι δὲν εἶναι Σῶμα ἀκόμη νόμιμον, ἐνόσῳ δὲν ἐξελεγχθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐντελῶς. Τέλος νομίζω, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ αὐτὸ, ὅτι ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει κατὰ πλειονοψηφίαν, ἐν περιπτώσει δὲ ἰσοψηφίας ἐπαναλαμβάνεται ἡ ψηφοφορία, ὅταν πρόκειται περὶ τῶν ἐκλογῶν· (θόρυβος).
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Ἰακωβάτος ἔχει τὸν λόγον.
§122ΤΥΠΑΛΔΟΣ ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι βουλευταί, ἀντικρούω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Παδοβᾶ καὶ τὴν παρατήρησιν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ. Ἐπὶ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ἐνδέχεται νὰ δαπανηθῇ καιρὸς πολὺς, ἐν τοσούτῳ ἕπεται διὰ τοῦτο ὅτι δὲν ὑπάρχει οὔτε Κυβέρνησις, οὔτε Ὑπουργεῖον; Τὸ ὑπουργεῖον κυβερνᾷ τὸν τόπον, ἡμεῖς δὲν εἴμεθα κατηρτισμένοι ὁριστικῶς, ὥστε νὰ ἐνεργήσωμεν μὲ ὁριστικὸν κανονισμὸν, ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ ἡμεῖς εἴμεθα εἰς ἀλληλογραφίαν μὲ τὴν κυβέρνησιν, καὶ ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν ὀφείλομεν νὰ ἀπαιτῶμεν λόγον περὶ τῆς κυβερνήσεως αὐτῆς καὶ ὅλου τοῦ κράτους. Ὑποθέτω, ὅτι ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς, ὅστις εἶναι σοφὸς, ἐνῷ ἡμεῖς δὲν γνωρίζομεν οὔτε τὸ ἄλφα, ὡς μᾶς εἶπε προχθὲς σπασμωδικῶς, ὑποθέτω ὅτι ἤθελεν ὑπάγει εἰς τὴν Κεφαλληνίαν, καὶ ὅτι ὁ Ἀστυνόμος αὐθαιρέτως ἄνευ κατηγορίας, ἄνευ δίκης, ἄνευ ὑπερασπίσεως ἤθελε τὸν ῥίψῃ εἰς τὰς φυλακὰς τρεῖς ἡμέρας καὶ τέσσαρας καὶ τὸν καταδικάσῃ νὰ πληρώσῃ πρόστιμον τέσσαρα δίστηλα, καὶ ἐνόσῳ δὲν τὰ πληρώσῃ ἄνευ δικαστικοῦ τύπου νὰ ὑποχρεωθῇ νὰ μείνῃ εἰς τὰς φυλακὰς ἐπὶ 12 εἰσέτι ἡμέρας, παρακαλῶ ποῦ ἤθελε προσφύγῃ;
§123ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Εἰς τὰ δικαστήρια.
§124ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι δὲν προσφεύγει εἰς τὰ δικαστήρια· ἐγὼ προσεκάλεσα τὸν Κ. Νομάρχην Κεφαλληνίας νὰ γίνῃ τὸ πείραμα κατὰ τὸν Γαλλικὸν τρόπον, τὸν Ἀγγλικὸν, τὸν Ἀμερικανικὸν, νὰ φυλακισθῇ ἄνθρωπος ἀπὸ τὸν Ἀστυνόμον δυνάμει τοῦ νόμου 3 καὶ 4, νὰ προσφύγῃ εἰς ἡμᾶς καὶ ἡμεῖς νὰ καταμηνύσωμεν τὸν ἀστυνόμον ἐνώπιον τοῦ Κακουργιοδικείου Κεφαλληνίας καὶ νὰ τελειώσῃ ἡ ὑπόθεσις δικαστικῶς, ἀλλὰ δὲν τὸ ἐδέχθη ὁ Κ. Νομάρχης Κεφαλληνίας, καὶ ὡμολόγησεν, ὅτι ὁ νόμος κατηργήθη ἅμα τῇ δημοσιεύσει τοῦ Συντάγματός μας, εἶπεν ὅτι τὸ 3 καὶ 4 ὑπάρχει εἰς ἰσχὺν, διότι δὲν εἶναι εἰδικὸς νόμος καὶ εἰδικὸς νόμος δὲν ἐδημοσιεύθη ἀκόμη. Ἡμεῖς λέγομεν ὅτι δεχόμεθα τὴν ἀρχὴν καὶ δυνάμει αὐτῆς τῆς ἀρχῆς διατεινόμεθα ὅτι ὁ νόμος 3 καὶ 4, ἤτοι ὁ πρῶτος ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ, εἶναι κατηργημένος διὰ τὸν λόγον, ὅτι τὸ Σύνταγμα ἔθεσεν εἰδικὸν ὁρισμὸν περὶ προσωπικῆς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, ὅστις δὲν συλλαμβάνεται, δὲν καταδιώκεται, εἰμὴ συμφώνως μὲ τὸν νόμον καὶ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων· καὶ τῷ ὄντι, ὁ Κ. Νομάρχης ἐνέδωκε καὶ ἔκτοτε ἀπὸ τοῦ παρελθόντος χειμῶνος μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν οὐδέποτε ἐφυλακίσθη ἄνθρωπος εἰς τὴν Κεφαλληνίαν δυνάμει τοῦ αὐθαιρέτου τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς· πῶς λοιπὸν διὰ τοῦ τελευταίου Ταχυδρομείου λαμβάνω γράμμα συστημένον, τὸ ὁποῖον ἐμπερικλείει ἀναφορὰν πρὸς τὴν Βουλὴν, ὅτι ἡ Ἀστυνομία Κεφαλληνίας ἐφυλάκισεν αὐθαιρέτως μὲ τὸ ἄρθρ. 3 καὶ 4 τόσους ἀνθρώπους; ὁ λόγος δὲν εἶναι, ὅτι σήμερον θέλω νὰ δικάσῃ ἡ Βουλὴ αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι περιμένω καὶ τὰ ἕτερα ἔγγραφα, ἀλλ’ ὄχι νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τοῦδε ὅτι ἡ Βουλὴ πρὸ τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἐπερώτησιν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον, νὰ ζητήσῃ πληροφορίας νὰ συμβουλεύσῃ τὸ ὑπουργεῖον νὰ διατάξῃ τὸν ἐν Κεφαλληνίᾳ Νομάρχην καὶ τὸν Ἀστυνόμον νὰ μὴ ἐκτελῇ νόμον ὁ ὁποῖος εἶναι κατηργημένος.
§125ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (Ὑπουρ. τῆς Δικαιοσύνης). Εἰς τὰ γραφεῖα ἠμποροῦμεν νὰ σᾶς δώσωμεν πληροφορίας, ἐδὼ ὄχι.
§126ΖΩΤΟΣ. Τότε πρέπει νὰ ἀφήσωμεν καὶ τὴν Βουλήν.
§127ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Λοιπὸν δὲν θέλετε νὰ δώσητε πληροφορίας; Ἡμεῖς καταλαμβάνομεν, ὅτι πρὸ καιροῦ κἄτι τι τεκταίνεται ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους, καὶ ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα ἐντὸς ὀλίγου, θὰ ὁμιλήσωμεν νὰ ἀποδείξωμεν ἐναργέστατα εἰς τὴν Βουλὴν, ὅτι περιορίζονται αἱ ἐλευθερίαι, ὅτι τεκταίνεταί τι κατὰ τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι θὰ ἀκολουθήσῃ τι ἀπευκταῖον· (θόρυβος. Χειροκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον).
§128ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Κύριε Πρόεδρε! Πρὸς τὸν Κ. βουλευτὴν διὰ τοῦ εἰσιτηρίου, καθὼς εἶμαι καὶ ἐγὼ, λέγω ὡς ὑπουργὸς, ὅτι ὅστις φοβεῖται τὸν νόμον, δὲν φοβεῖται τὰς ἀπειλὰς, εἶναι ἕτοιμον τὸ ὑπουργεῖον νὰ δώσῃ λόγον, ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς· ὁπόταν θέλῃ ἡ Βουλὴ μετὰ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν, τὸ ὑπουργεῖον δὲν φοβεῖται νὰ δώσῃ λόγον, διότι ἔχει τὴν συνείδησιν καθαράν.
§129ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Νομίζω, Κύριοι! ὅτι παρεξετράπημεν ὅλως διόλου ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον ἀπασχολεῖ τὴν Βουλήν.
§130ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι δὲν παρεξετράπημεν.
§131ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Κύριε βουλευτὰ, θέλετε ἐλευθερίας; λοιπὸν ἡ πρώτη τῶν ἐλευθεριῶν εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου. Τὸ ἄρθρον 7 ἀντιβαίνει πρὸς τὸ Σύνταγμα. Μᾶς λέγουν, τί θὰ παραδεχθῶμεν λοιπὸν; νομίζω ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἀπαραλλάκτως ὡς ἔχει, νὰ ἀντικαταστήσωμεν αὐτὸ τὸ ἄρθρον διὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· τοιουτοτρόπως δὲν θὰ κάμωμεν καὶ τίποτε ἐναντίον τοῦ Συντάγματος, διότι δὲν ἔχομεν καὶ τὸ δικαίωμα. Τὸ μόνον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον παρατηρῶ, εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον παρετήρησεν ὁ Κ. Βαλασσόπουλος· τὸ τελευταῖον ἐδάφιον. «ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται», δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ προκειμένου περὶ ἐξελέγξεως, καὶ νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι δίκαιον. Ὑποθέσατε ὅτι τὸ ζήτημα ἦτον, εἶναι ἔγκυρος ἡ ἐκλογή; καὶ ὑπάρχει ἰσοψηφία· τότε αὐτὴν τὴν πρότασιν θὰ τὴν ἀποῤῥίψετε, καὶ θὰ ᾖναι ἄκυρος. Ὑποθέσατε ὅμως ὅτι τὸ ἴδιον πρᾶγμα ἐτέθη δι’ ἄλλης ἐρωτήσεως, εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογή; καὶ ἐπέρχεται ἰσοψηφία· τότε ἡ ἐκλογὴ θὰ κηρυχθῇ ἔγκυρος, ὥστε δὲν ἠμποροῦμεν νὰ δεχθῶμεν τὸ ἄρθρον τοῦ συντάγματος. Λοιπὸν τί νὰ κάμωμεν; νὰ ἐπαναλάβωμεν τὴν ψηφοφορίαν κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Βαλασσοπούλου; Ὄχι δὲν πρέπει· διότι ἕκαστος θὰ ἔχῃ τὴν φιλοτιμίαν νὰ ἐμμένῃ εἰς τὴν γνώμην του, τάχα διατὶ νὰ ἀλλάξω ἐγὼ τὴν γνώμην μου, διότι ἔγεινεν ἰσοψηφία; ἀλλὰ συνήθως τί ὑποτίθεται ἐνόσῳ δὲν εἶναι ἀποδεδειγμένον τὸ ἐναντίον, ὅτι τὰ πράγματα λαμβάνουν χώραν συμφώνως μὲ τὸν νόμον. Λοιπὸν ὅταν ἔχωμεν 90 ψήφους ὑπὲρ τῆς ἐκλογῆς καὶ 90 κατὰ, τότε τὸ ὀρθὸν ποῖον εἶναι; Εἶναι νὰ παραδεχθῶμεν ἔγκυρον τὴν ἐκλογὴν, ὅπως παραδεχόμεθα ὡσαύτως ἐν περιπτώσει συζητήσεως περὶ τῆς ἐνοχῆς ἑνὸς προσώπου ἢ ὄχι, ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας τὴν ἀθωότητα, οὕτω καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἡ ἀθωότης τῶν ἐκλογέων, τῶν ἀρχῶν, τῶν καλπῶν, τεκμαίρεται ἐκ τῆς ἰσοψηφίας· διότι ἄλλως δυνάμεθα νὰ καταντήσωμεν, ὥστε οἱ 90 νὰ ἐμμένουν εἰς τὸ ἔγκυρον καὶ οἱ 90 εἰς τὸ ἄκυρον καὶ ἡ ψηφοφορία ἐπαναλαμβανομένη νὰ φέρῃ εἰς τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα. Σᾶς λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ τροπολογία πρέπει νὰ γίνῃ δεκτὴ, ἀλλὰ μένει πρὸς ἐξέτασιν καὶ ἐκεῖνο τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Χρηστόπουλος ὑπέβαλεν εἰς τὸ δικαστήριον.
§132ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὴν Βουλήν.
§133ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, διότι εἶμαι ἄπειρος ἀκόμη εἰς τὸν βουλευτικὸν βίον. Ἂς ὑποθέσωμεν ὅτι εἶναι 120 βουλευταὶ, ὥστε ὑπάρχει ὁ νόμιμος ἀριθμὸς, ἀλλ’ ὑποθέσατε, ὅτι ἐνῷ ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι 90 βουλευταὶ ὁμόψηφοι, ὅπως ὑπάρχῃ μία γνώμη τῆς πλειοψηφίας, μολαταῦτα μοιράζονται εἰς 3 μέρη, 80 ὑπὲρ, 20 κατὰ, καὶ 20 ἀρνοῦνται ψῆφον· εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν βλέπω παρὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐπαναλήψεως· διότι αὐτοὶ οἱ 20 βλέποντες ὅτι δὲν φέρουν ἀποτέλεσμα διὰ τῆς ἀρνήσεως θὰ ἀναγκασθοῦν νὰ προστεθῶσιν ὑπὲρ τῆς μιᾶς ἢ τῆς ἄλλης γνώμης. Κατὰ συνέπειαν φρονῶ νὰ γείνῃ τὸ ἄρθρον 6 ὡς ἔχει ἐκτὸς τοῦ τελευταίου μέρους, «ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται», ἐγὼ νομίζω ὅτι ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ ἐκλογὴ κηρύττεται ἔγκυρος.
§134ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος εἶναι ἀμετάβλητον.
§135ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Ἀλλὰ δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐφαρμοσθῇ ἐδῶ. Τώρα καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Παδοβᾶ, τῷ ὄντι πρὶν ἀναγνωρισθῶμεν ὡς βουλευταὶ, ὡς ἀντιπρόσωποι τοῦ τόπου, βεβαίως δὲν εἶναι δυνατὸν οὔτε ἐπερώτησις, οὔτε νόμος οὔτε τίποτε νὰ γίνῃ ἀπὸ πρόσωπα, τῶν ὁποίων αἱ ἐκλογαὶ ἀκόμη εἶναι ἀμφισβητούμεναι· διότι ἴσως ἀκυρωθῶσιν ὅλων ἡμῶν αἱ ἐκλογαί. Ἀλλ’ ἐν τούτοις ἐὰν ἀποφανθῶμεν ἀπὸ τοῦδε ὅτι, οὐδεμία ἄλλη πρότασις δὲν εἶναι δεκτὴ, νομίζω, ὅτι θὰ δεσμεύσωμεν τὸν ἑαυτόν μας. Εἰς τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων ἐγεννήθη τὸ ζήτημα τῆς δημοσιότητος· αὐτὸ ἀφορᾷ τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν; Ὑποθέσατε ἓν ἄλλο, ὅτι σήμερον ἕνας βουλευτὴς ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὸ βουλευτήριον καὶ εἰσάγεται εἰς τὰς φυλακάς· ἡ Βουλὴ θὰ ἀδιαφορήσῃ, θὰ ἀφήσῃ νὰ γίνῃ τοῦτο χωρὶς νὰ ἐπέμβῃ; Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ καμμία ἀπόφασις.
§136ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ὑποθέσατε ἀκόμη, ὅτι ἕνας βουλευτὴς προσκαλεῖ τὸν ὑπουργὸν νὰ καταθέσῃ ἔγγραφον ἔχον σχέσιν μὲ τὴν ἐκλογήν.
§137ΜΠΑΛΑΝΟΣ. Βεβαίως. Ἂς ἀφήσωμεν λοιπὸν αὐτὸ καὶ νὰ μὴ γίνῃ πρότασις καμμία εἰς τὸν κανονισμόν.
§138ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Κύριοι! Ἂς μοὶ συγχωρήσῃ ὁ ἀξιότιμος προλαλήσας συνάδελφός μου νὰ τῷ ὑποβάλω μίαν παρατήρησιν, ἡ ὁποία ἀποδεικνύει, ὅτι ἡ πρότασίς του εὑρίσκεται εἰς ἀντίφασίν τινα. Ἀφ’ ἑνὸς ὑπεβλήθη, ὅτι δὲν εἶναι ἀνάγκη νὰ προβλέψωμεν εἰς τὸν κανονισμὸν περὶ τοῦ τρόπου τῆς συγκροτήσεως τῆς Βουλῆς, τῶν συζητήσεών της καὶ τῶν ἀποφάσεών της· διότι τοῦτο τὸ κανονίζει τὸ Σύνταγμα· μέγας λοιπὸν σεβασμὸς ἐῤῥίφθη δι’ αὐτῆς τῆς προτάσεως εἰς τὸ σύνταγμα· ἀφ’ ἑτέρου ὅμως, ἐνῷ ἔχομεν μίαν διάταξιν κατηγορητικὴν τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται, αὐτὴν τὴν διάταξιν γίνεται πρότασις νὰ μὴ τὴν σεβασθῶμεν, παρὰ νὰ τὴν μεταβάλλωμεν. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ὑπάρχει μία ἀντίφασις, ἀντίφασις, ἡ ὁποία ἔχει μεγαλητέραν βαρύτητα εἰς τὸ δεύτερον μέρος της παρὰ εἰς τὸ πρῶτον, καθόσον ἐὰν παραδεχθῇ τὸ πρῶτον, ἐὰν δηλ. ἐν τῷ κανονισμῷ προβλέψωμεν, ὅ,τι ὁρίζει καὶ τὸ Σύνταγμα, δὲν ἐβλάψαμεν κατ’ οὐδὲν τὸ Σύνταγμα· ὅταν ὅμως διὰ τοῦ κανονισμοῦ μεταβάλωμεν τὴν δευτέραν ἰδέαν τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος, τότε ἐκολοβώσαμεν, κατεστρέψαμεν, προσεβάλομεν τὸ Σύνταγμα, καὶ ἐδῶ πρέπει νὰ προσέξωμεν πολὺ, διὰ νὰ μὴ ἀρχίσωμεν ἐγγίζοντες αὐτὰς τὰς ἱερωτέρας διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἴσως, Κύριοι, ἐκ μιᾶς ἄλλης διατάξεως τοῦ Συντάγματος ἐπερχομένης μετὰ τὸ 56 ἄρθρ. ἠμποροῦσέ τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι ἡ Βουλὴ, καθόσον περιορίζεται εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐκλογῆς, ἡ βουλὴ δὲν ἔχει δεσμὸν προηγούμενον· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ ἰδία καθιεροῖ τὸν νόμον αὐτὸν τῆς ἐργασίας της· διότι τὸ ἄρθρον 73 τὸ τοῦ Συντάγματος λέγει· «Ἡ Βουλὴ ἐξετάζει τὰ πληρεξούσια τῶν βουλευτῶν καὶ ἀποφασίζει περὶ τῶν ἀναφερομένων ἀμφισβητήσεων». Τὸ μέρος αὐτὸ, βλέπετε, δίδει μίαν ἐξουσίαν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ δὲν τῆς θέτει δεσμὸν, ἀπεναντίας ὑπάρχει ἄλλο ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἡ Βουλὴ διὰ κανονισμοῦ προσδιορίζει τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν της. Ἓν ἐκ τῶν δύο ἑπομένως δυνάμεθα νὰ παραδεχθῶμεν· ἢ ὅτι τὸ ἄρθρον 56 δὲν μᾶς ἐπιτρέπει νὰ φέρωμεν οὐδεμίαν μεταβολὴν εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν προκειμένου περὶ ἐκλογῶν, ἢ νὰ ὅτι προκειμένου περὶ ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν ἔχομεν τὴν κυριαρχικὴν ἐξουσίαν νὰ κανονίσωμεν ἡμεῖς τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον θέλομεν ἀποφασίσει. Τότε εἰς τοιαύτην περίστασιν ἔχομεν τὸ στάδιον ἀνοικτὸν νὰ προσδιορίσωμεν κατὰ ποῖον τρόπον καταρτίζεται ἡ Βουλὴ, κατὰ ποῖον τρόπον συνεδριάζει, συζητεῖ, ἀποφασίζει. Εἰς τὴν δευτέραν αὐτὴν γνώμην συγχωρήσατέ μοι νὰ ἦμαι τολμηρός. Θεωρῶ, ὅτι ὅταν τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος ὁμιλῇ περὶ Βουλῆς, ἀναφέρεται εἰς Βουλὴν κατηρτισμένην ἤδη, τῆς ὁποίας ἐκλογαὶ ἐξηλέγχθησαν, καὶ βλέπετε, ὅτι τὸ κεφάλαιον τοῦτο πραγματεύεται περὶ τῶν σπουδαιοτέρων συμφερόντων τοῦ κράτους· καὶ τοῦτο μὲν σπουδαῖον τὸ ἀντικείμενον τῆς ἐξελέγξεως τῶν ἐκλογῶν, ἀλλ’ ἕτερα σπουδαιότερα ἔτι μένουσι. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν 56 ἀναφέρεται εἰς κατηρτισμένην Βουλὴν, εἰς ἣν ὑπεβλήθησαν ἀντικείμενα, νομοθετικὰ, καὶ πρὸς λύσιν αὐτοῦ κανονίζει, ὅτι ἀπαιτεῖται τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν βουλευτῶν. Ὥστε πιστεύω, ὅτι δὲν σφάλλομεν σήμερον, ὅταν πρόκηται οὐχὶ νὰ ἀποφασίσωμεν ὡς Βουλὴ κατηρτισμένη περὶ νομοσχεδίων, ἢ περὶ ἄλλων ἀντικειμένων νομοθετικῶν, ἀλλὰ μόνον περὶ τῶν πληρεξουσίων ἡμῶν καὶ τῆς νομιμότητος, ἂν εἰς τὸν κανονισμὸν, σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴν, ἣν μᾶς δίδει τὸ ἴδιον Σύνταγμα, ὅτι διὰ κανονισμοῦ ἰδικοῦ μας ἀποφασίζομεν τὸν τρόπον τῶν ἐργασιῶν μας, παραδεχθῶμεν τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, τὴν ὁποίαν τὸ ὑποβληθὲν σχέδιον παραδέχεται. Ἀλλὰ, Κύριοι, συμφέρον ἔχομεν νὰ παραδεχθῶμεν ἐκ τοῦ ἄρθρου 7ου τὸν ά. καὶ βʹ. παράγραφον· σταματῶ δὲ διστάζων καθόσον ἀφορᾷ τὸν γʹ, διότι δὲν ἐπιθυμῶ, οὔτε ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν, οὔτε ἐπὶ οὐδενὸς ἀντικειμένου ἡ Βουλὴ ν’ ἀλλάξῃ γνώμην ἐκείνης ἣν εἶχεν ἡ ἐθνικὴ Συνέλευσις καὶ τὰ Συντάγματα ὅλων τῶν κρατῶν· τουτέστι τὴν διὰ τῆς πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν λύσιν τῶν ζητημάτων ὅλων.
§139ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἀπέσυρα.
§140ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Συμφέρον μάλιστα ἔχομεν νὰ παραδεχθῶμεν ὅ,τι παραδέχεται καὶ τὸ ἄρθρον 56 τοῦ Συντάγματος. Ἀναγκάζομαι ἐκ τῆς πείρας, ἐκ τῶν συμβεβηκότων τὰ ὁποῖα ἡ ἀνθρώπινος ἀδυναμία φέρει ἐν τῷ μέσῳ τῶν πολιτικῶν σωμάτων, νὰ ὑποβάλω τὸ ἐφεξῆς. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ τριῶν σταδίων τῆς Βουλῆς· περὶ τοῦ σταδίου τῆς συνεδριάσεώς της, περὶ τοῦ σταδίου τῶν συζητήσεών της, καὶ περὶ τοῦ σταδίου τῶν ἀποφάσεών της. Ἡ πεῖρα τί μᾶς διδάσκει, τὶ βλέπομεν; ὅτι πρὸ πάντων ἐξετάζεται ἂν ὁ νόμιμος ἀριθμὸς πρὸς συνεδρίασιν καὶ ἀπόφασιν ἀναγινωσκομένου τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου βεβαιωθῇ ἢ παρίσταται ὁ ἥμισυς ἀριθμὸς πλέον ἑνὸς τῶν Κυρίων βουλευτῶν, τότε ὁ Κύριος πρόεδρος κηρύττει πλήρη τὴν βουλὴν καὶ ἄρχεται ἡ συζήτησις. Τάχα αὐτὴ ἡ προκαρταρκτικὴ ἐργασία εἶναι ὅλως διόλου τυχαία, δὲν ἔχει κἀμμίαν συνέπειαν. Προβαίνομεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν γνωρίζετε, ὅτι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν δυνάμεθα ν’ ἀπέλθωμεν, ἄλλος δι’ ἐργασίαν, ἄλλος δι’ ἄλλον τινὰ λόγον, καὶ ἐνῷ συνεδριάζει ἡ Βουλὴ ὁ νόμιμος αὐτὸς ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος ἐβεβαιώθη διὰ τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου δὲν ὑπάρχει ἐν τῇ βουλῇ· ἐρωτῶ λοιπὸν εἰς τοιαύτην περίστασιν εἶναι νομίμως κατηρτισμένη ἡ Βουλὴ, εἶναι νόμιμος ἡ Συνεδρίασις; μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ πεῖρα καὶ ἡ λογικὴ τὸ παρεδέχθη πάντοτε· ἅμα ἀρξαμένης τῆς συνεδριάσεως καὶ πλήρους κηρυχθείσης τῆς Βουλῆς, θεωρεῖται πλήρης καὶ κατὰ τὸ διάστημα τῆς συζητήσεως.
§141Δ. ΖΩΤΟΣ. Ἐκτὸς ἂν δὲν γίνῃ παρατήρησις.
§142ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ἡ πρότασίς μου τείνει εἰς τὸ νὰ ματαιώσῃ πᾶσαν παρατήρησιν καὶ νὰ νομιμοποιήσῃ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐρχόμεθα εἰς τὸ στάδιον τῆς ἀποφάσεως, καὶ ἐνταῦθα δυστυχῶς ἡ πεῖρα μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι συμβαίνουν τοιαῦτα ἀτοπήματα, ὥστε μία Βουλὴ συνεδριάζουσα ὡς πλήρης, συζητοῦσα ὡς πλήρης δὲν εἶναι πλήρης κατὰ τὸ στάδιον τῆς ἀποφάσεως, διότι πολλοὶ τῶν βουλευτῶν ἀπῆλθον ἄνευ λόγου, ἢ ἄλλος μετὰ λόγου, καὶ δὲν θέλω ἐνταῦθα νὰ ἐγγίξω φιλοτιμίας, δὲν θέλω νὰ ἐγγίξω ζητήματα λεπτά. Γνωρίζετε ὅμως, ὅτι ἡ Βουλὴ συνήθως εἶναι διῃρημένη εἰς συμπολίτευσιν καὶ ἀντιπολίτευσιν, πλειοψηφίαν καὶ μειονοψηφίαν· συμβαίνει δὲ ὅτι σήμερον π. χ. ἐγώ, ὅστις ἀνήκω εἰς τὴν συμπολίτευσιν, θέλω μένει ἐνταῦθα, ὥστε νὰ καταρτισθῇ ἡ πλειονοψηφία, αὔριον ὅμως θ’ ἀνήκω εἰς τὴν μειονοψηφίαν καὶ βλέπων ὅτι ζήτημά τι λύεται πρὸς βλάβην αὐτῆς, θέλω ἀναχωρήσει καὶ οὕτω ματαιῶ τὴν ἀπόφασιν καὶ παρέρχονται αἱ ἡμέραι εἰς μάτην. Πῶς δυνάμεθα, κύριοι, νὰ θεραπεύσωμεν αὐτὸ τὸ ἄτοπον; εἶναι ἄξιον τῆς προσοχῆς μας, διότι πρέπει νὰ συλλογισθῶμεν, ὅτι ὅλοι μας δυνάμεθα νὰ εὑρεθῶμεν καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην θέσιν, καὶ πρόκειται νὰ θέσωμεν νόμον εἰς τὰ πάθη μας, καὶ τὰ συμφέροντά μας καὶ τὴν διαγωγήν μας. Ἤθελον, Κύριοι, τολμήσει νὰ προτείνω εἰς τὴν Βουλὴν τὴν προσθήκην αὐτὴν εἰς τὸ ἄρθρον 7 «Οἱ κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου δηλώσαντες τὴν παρουσίαν τῶν βουλευταὶ, κατὰ δὲ τὴν ψηφοφορίαν ἀποχωρήσαντες θεωροῦνται παρόντες, ἀρνούμενοι δὲ ψῆφον.» Ἆράγε τοῦτο ἀντίκειται εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος; καθ’ ὃ ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ καὶ συζητήσῃ ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν; νομίζω ὄχι. Πρέπει νὰ φιλοτιμηθῶμεν ὅλοι νὰ προλαμβάνωμεν τὰ ἀτοπήματα· πιθανὸν ἡ πρότασις νὰ μὴ ᾖναι ὀρθὴ, ὑμεῖς ἔχετε περισσοτέραν πεῖραν, περισσότερα φῶτα, περισσοτέρας γνώσεις. Θέτω εἰς τὴν σκέψιν ὑμῶν τὴν περίπτωσιν ταύτην καὶ σᾶς ἐρωτῶ διὰ τίνος τρόπου δυνάμεθα νὰ προλάβωμεν τὴν ματαίωσιν τῶν ἐργασιῶν, τὴν παράτασιν τῶν συζητήσεων, τὴν μὴ πρόοδον εἰς τὰς ἐργασίας μας;
§143Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Διὰ τῆς καλῆς πίστεως.
§144Θ. ΖΕΡΒΟΣ. Ὡς βλέπω, αἱ λεπτολογίαι τῶν δικηγόρων θὰ διαιωνίσωσι καὶ τὴν βουλήν.
§145Χ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ (Κυνουρ.). Εἶναι ἀληθὲς, κύριοι, ὅτι πολλάκις συνέβησαν ἀτοπήματά τινα, ὥστε μία μειονοψηφία ν’ ἀποχωρῇ ἀπὸ τὰς συνεδριάσεις τῶν νομοθετικῶν Σωμάτων, καὶ οὕτω νὰ ματαιοῦται ἡ ψηφοφορία ἑνὸς ζητήματος ἀλλὰ μ’ ὅλην τὴν προσπάθειαν, ἣν κατέβαλεν ὁ ἔντιμος Κυπριάδης ν’ ἀνεύρῃ τὸν τρόπον νὰ προλάβῃ τὰ μέλλοντα ἀτοπήματα, δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ τὴν ἀλήθειαν. Νομίζω, ὅτι τὰ τοιαῦτα ζητήματα λύονται διὰ τῆς καλῆς πίστεως. Ὁ Νομοθέτης ἐπρόβλεψεν, ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους, ὅτι μία βουλὴ ἔχουσα τοὺς ἐκλεκτοὺς τοῦ ἔθνους θέλει ἐργασθῆ μὲ τὴν ἀπαιτουμένην καλὴν πίστιν πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος· ἑπομένως ὁποιονδήποτε φραγμὸν καὶ ἂν θέσωμεν, ὁσάκις ἡ καλὴ πίστις δὲν διέπει τὰς πράξεις μας, δὲν θὰ φέρῃ οὐδὲν ἀποτέλεσμα. Ἔρχομαι καθόσον ἀφορᾶ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μπαλάνου· νομίζω, ὅτι οἱ φόβοι, οὓς παρουσίασάν τινες, νὰ παραδεχθῶμεν προσθήκην εἰς τὸν κανονισμὸν ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, ὡς πρὸς τὰς ἐκλογὰς, ὅταν αἱ ἐκλογαὶ ἐπικυρῶνται, δὲν ὑφίστανται, οὐδὲ παραβιάζεται τὸ Σύνταγμα, καὶ ἂν ἀκόμη τὴν προσθήκην αὐτὴν θέσωμεν ἐντὸς τοῦ κανονισμοῦ, διότι φρονῶ, ὅτι τὸ Σύνταγμα εἰς τὸ 56 ἄρθρον λέγει ῥητῶς, ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην λοιπὸν νὰ κάμωμεν οὐδεμίαν ἐπεξήγησιν. Ὁσάκις παρουσιάζεται εἰς τὴν συζήτησιν τῆς Βουλῆς ἐκλογὴ, καὶ δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, δὲν δύναται παρὰ νὰ ἐπικυρωθῇ. Τότε δύναται νὰ προκληθῇ μία ψηφοφορία ἐπὶ μιᾶς ἐκλογῆς, ὅταν ὑπάρχῃ μία πρότασις περὶ ἀκυρώσεως αὐτῆς. Λοιπὸν ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει τίθεται τὸ ζήτημα καὶ ἂν κατὰ τὴν ψηφοφορίαν παρουσιασθῇ ἰσοψηφία, τότε ἐφαρμόζεται ἡ ἀρχὴ τοῦ Συντάγματος, ὅτι δηλ. ἰσοψηφίας οὔσης ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται, δηλ. ἡ πρότασις περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς, καὶ μένει οὕτως ἡ ἐκλογὴ ἔγκυρος. Ἑπομένως ἡ ἀρχὴ, ἣν ὁ Κ. Μπαλάνος ἠθέλησε νὰ καθιερώσῃ εἰς τὸν κανονισμὸν, μὲ τὴν πρότασίν μου ταύτην ἱκανοποιεῖται.
§146ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ἐγὼ ὅμως σᾶς κάμνω τὴν ἑξῆς ὑπόθεσιν· ὅταν ἔλθῃ ἔκθεσις τμήματός τινος ἀκυρωτικὴ, καὶ ἔλθῃ μετέπειτα πρότασις ἐπικυρωτικὴ, καὶ ἐφαρμόσητε τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τότε τί θέλει γίνει;
§147ΧΑΡ. ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὰ ζητήματα ταῦτα λύονται διὰ τῆς καλῆς πίστεως.
§148ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δὲν πρόκειται περὶ καλῆς πίστεως.
§149ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Τὸ Σύνταγμα εἶναι σεβαστὸν καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ παρεκτραπῶμεν ἀπὸ τὰς ἀρχὰς τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα ὁμιλεῖ περὶ Βουλῆς κατὰ ποίαν ἐποχήν; Ἡ Βουλὴ ἔχει δύο στάδια. Τὸ πρῶτον εἶναι δικαστικὸν, εἰς τὸ ὁποῖον ἤδη εὑρισκόμεθα, τὸ β. εἶναι νομοθετικὸν Σῶμα, δὲν εἶναι ἀκόμη κατηρτισμένη, δὲν ἐμβῆκεν εἰς τὰ κύρια καθήκοντά της, ὀφείλει πρῶτον νὰ ἐξετάσῃ ἑαυτὴν, νὰ δικάσῃ καὶ ν’ ἀποφασίσῃ τὴν νομιμότητά της· τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κανονίζει τὸ περὶ ψηφοφορίας, κανονίζει τὸ στάδιον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας τῆς Βουλῆς, τὴν δὲ δικαστικὴν ἀφίνει ἐλευθέραν εἰς αὐτὴν κατὰ τοὺς γενικοὺς τύπους νὰ κανονίσῃ. Ἑπομένως αὐτὸ τὸ ἄρθρον 56 διότι, ὡς εἶπον, κανονίζει τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Σήμερον πρόκειται περὶ δικαστικῶν ἔργων τὰ ὁποῖα ἔχομεν καὶ ἀναλόγως θ’ ἀποφασίσωμεν. Ἀλλὰ τί θὰ γίνῃ; Τὸ ἄρθρον 7 τοῦ κανονισμοῦ καλῶς ἐτέθη, διότι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὸν κανονισμὸν, ὅπως μᾶς ὁδηγήσῃ νὰ κανονίσωμεν τὸν τρόπον τῆς ἐργασίας μας· ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὸ περὶ ἰσοψηφίας. Ἐγὼ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ γίνεται μία ἐπανάληψις, καὶ ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας νὰ γίνεται ὅπως καὶ εἰς τὴν ἐτυμηγορίαν τῶν ἐνόρκων, ὅπου ἡ ἐτυμηγορία ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας κλίνει ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, οὕτω καὶ ἐνταῦθα μετὰ μίαν ἐπανάληψιν. Λέγω πρὸς τούτοις ὅτι ἀφ’ ἧς ὥρας εἰσέλθωσιν οἱ ἀντιπρόσωποι, δὲν ἔχουσι βεβαίως δικαίωμα ν’ ἀναλάβωσι πρὶν ἐξελεγχθῶσι νομοθετικὰ ἔργα, ἀλλὰ δύνανται νὰ ἐξετάσωσι τὰ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἐρωτήσωσι τί γίνεται καὶ νὰ φέρωσι τὴν γνώμην των· τοῦτο τὸ δικαίωμα τὸ ἔχουσιν ἀφ’ ἧς ὥρας ἔλθωσι καὶ καθήσωσιν ἐνταῦθα, διότι ὑπάρχει ἡ πρόληψις ὅτι εἶναι ἀντιπρόσωπος, διότι ἔχει εἰσιτήριον, ἔχει ἐκλογὴν, ἔχει τὴν ἀντιπροσωπείαν· ταύτην χάνει, ὅταν τὸ Σῶμα τὸν ἀποβάλῃ.
§150ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἡ παρατεταμένη αὕτη συζήτησις εἰς οὐδὲν ἄλλο συντείνει ἢ νὰ χάσωμεν καιρόν. Ἡ ἰδέα τοῦ Κυρίου Κυπριάδου δὲν δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ, κατὰ συνέπειαν νομίζω, ὅτι διὰ μιᾶς ψηφοφορίας δυνάμεθα νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα τῆς ἰσοψηφίας.
§151ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Ὅλοι οἱ φόβοι, οἱ ὁποῖοι παρουσιάσθησαν, εἶναι διότι ἐν τῷ κανονισμῷ πρέπει νὰ εἰσαχθῶσι διατάξεις, αἵτινες ἀντίκεινται εἰς τὴν διάταξιν τοῦ 56 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· ἀπ’ αὐτὸν τὸν φόβον δυνάμεθα ν’ ἀπαλλαχθῶμεν, ὅταν σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, χωρὶς νὰ τὸ θέσωμεν εἰς τὸν κανονισμὸν, ὅτι πρότασις κυρία θεωρεῖται ἡ ἀκυρωτικὴ ἔκθεσις, καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἐκλογὴν, καὶ ὅταν παρουσιασθῇ ἰσοψηφία ἀποῤῥίπτεται τὸ περὶ ἀκυρώσεως τῆς ἐκλογῆς.
§152ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κύριοι, συμφωνῶ μὲ τὸν Κύριον Μπαλάνον, ὅτι ἡ πρότασις εἴτε ἐπικυρωτικὴ, εἴτε ἀκυρωτικὴ, ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας νὰ ᾖναι ὑπέρ.
§153Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι, διότι ἕτερον σκοπὸν δὲν ἔχομεν ἐνταῦθα ἢ νὰ μὴ παραβαίνωμεν τὸ Σύνταγμα.
§154ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Ἐν περιπτώσει λοιπὸν ἰσοψηφίας, ἐν ὁποιαδήποτε περιστάσει, ἡ πρότασις ν’ ἀποῤῥίπτηται.
§155ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουργ. Δικαιοσύνης). Ὁμιλῶ ὡς βουλευτὴς. Νομίζω ὅτι σύμφωνα μὲ τὸ Σύνταγμα, ἐν πάσῃ περιπτώσει ἐπὶ ἰσοψηφίας νὰ πίπτῃ. Νομίζω ὅμως, Κύριοι, ὅτι οὐδέποτε θὰ παρουσιασθῇ τοιαύτη περίστασις.
§156ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν ἐννοῶ πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἔλθῃ πρότασις ἐκ μέρους οἱουδήποτε τμήματος, ἐὰν ἡ δεῖνα ἐκλογὴ ᾖναι ἔγκυρος (θόρυβος). Μὴ μὲ διακόπτετε, παρακαλῶ. Τὶ θὰ πράξῃ τὸ τμῆμα; θὰ βασανίσῃ τὰς ἐνστάσεις. Τὶ ἐπιδιώκουν αἱ ἐνστάσεις; τὴν ἀκυρότητα τῆς ἐκλογῆς. Λοιπὸν ἡ γνώμη τοῦ τμήματος θὰ ᾖναι, ἐὰν αἱ ἐνστάσεις ᾖναι ἰσχυραὶ, τοὐτέστιν ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ᾖναι ἄκυρος· οὐδέποτε θὰ ἔλθῃ πρότασις ἂν ᾖναι ἔγκυρος, διότι, ἐὰν δὲν παρουσιασθοῦν ἐνστάσεις, οὔτε ψηφοφορία θὰ γείνῃ· ἄρα πάντοτε θὰ ἔλθῃ τὸ ζήτημα, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ᾖναι ἔγκυρος.
§157ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Δὲν τίθενται ὑπὸ ψηφοφορίαν ἐνστάσεις, ἀλλ’ ἡ ἔκθεσις τοῦ τμήματος.
§158ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Τὰ ἔγγραφα ὅλων τῶν ἐκλογῶν δὲν στέλλονται εἰς τὰ τμήματα; ὅταν δὲν ὑπάρχῃ προσβολὴ, δὲν εἶναι ὑποχρεωμένον τὸ τμῆμα νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ ἐκλογὴ ᾖναι τακτικὴ ἢ ὄχι;
§159ΤΙΝΕΣ. Βέβαια.
§160ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Λοιπὸν ἔρχεται τὸ τμῆμα καὶ λέγει ἡ ἐκλογὴ ἔγεινε τακτικὴ καὶ προτείνει τὴν ἐπικύρωσιν αὐτῆς. Ποῖον εἶναι τὸ ζήτημα τότε; ἐὰν κατὰ τὴν γνώμην τοῦ τμήματος ἡ ἐκλογὴ ᾖναι ἔννομος ἢ ὄχι.
§161ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Θέλομεν εὑρεθῆ εἰς ἀντίφασιν μὲ προηγουμένην διάταξιν (θόρυβος). Ποία εἶναι ἡ ἀρχικὴ πρότασις κατὰ μιᾶς ἐκλογῆς; ἡ ἔνστασις τοῦ ἀκύρου; τοὐτέστιν εἶναι ἄκυρος ἡ ἐκλογή; (διάφοροι θορυβώδεις συνομιλίαι πολλῶν Βουλευτῶν, ἐξ ὧν ὁ ῥήτωρ δὲν ἀκούεται)...
§162ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν, ἐὰν ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 τοῦ Συντάγματος ἀφορᾷ ἐν γένει τὴν ψηφοφορίαν ἢ τὰς ἀποφάσεις τῆς Βουλῆς. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 56 προτάσσεται ὅλων τῶν ἄλλων, καὶ ἀφοῦ ἐκείνη ὁρίζει ὅτι τίποτε δὲν δύναται ν’ ἀποφασίζῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ τῆς παρουσίας τῶν παρόντων Βουλευτῶν τῆς πλειοψηφίας, ἐν ἰσοψηφίᾳ δὲ ἀποῤῥίπτεται, πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τοῦτο. Δὲν δυνάμεθα νὰ κανονίσωμεν ἡμεῖς ποίαν πρότασιν θὰ θεωρήσωμεν κυρίαν ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, καὶ ὅτι τοιαύτην θεωροῦμεν τὴν πρότασιν τῆς ἀκυρότητος, ἀλλ’ ὁποία ἔλθῃ ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων καὶ τῆς συζητήσεως.
§163ΛΑΠΑΣ. Δὲν θὰ τελειώσῃ ποτὲ, Κ. Πρόεδρε, αὐτὴ ἡ δουλειά.
§164ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον πρέπει ν’ ἀναπτυχθῇ.
§165ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Ἡ ἐπεξεργασία, Κύριοι, ἥτις συνήθως γίνεται εἰς τὰ τμήματα ἐπιφέρει συνήθως καὶ τὸν ἀποτελεσματικὸν σκοπόν της· ἢ θὰ ἐπικυρώσουν τὴν ἐκλογήν, ἐὰν εὕρουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἔνστασις σπουδαία, ἢ θὰ τὴν ἀκυρώσουν, ἐὰν ὑπάρχουν ἐνστάσεις σπουδαῖαι καὶ ἑπομένως προέρχεται εἰς τὴν ἀπόφασιν διὰ μιᾶς ἐκθέσεως τὴν ὁποίαν ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλήν. Ἡ ἔκθεσις αὕτη θεωρεῖται πλέον τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐπεξεργασίας τοῦ τμήματος, ἤτοι πρώτη ἀπόφασις προδικαστικὴ τῆς Βουλῆς. Αὐτὴ θεωρεῖται καὶ ἡ βάσις, ἐπὶ τῆς ὁποίας ἡ Βουλὴ θὰ προέλθῃ εἰς ἀπόφασιν. Ἐὰν λοιπὸν ὑπάρχῃ ἐναντία γνώμη τῆς ἐκθέσεως, ἐννοεῖτε ὅτι, ἐὰν ἔλθῃ ἰσοψηφία, ἡ γνώμη αὕτη ἀποῤῥίπτεται, ἀδιάφορον ἐὰν ᾖναι περὶ τοῦ ἀκύρου ἢ ἐγκύρου, καὶ βάσις εἶναι ἡ ἔκθεσις (θόρυβος). Αὐτὴ εἶναι ἡ τάξις, ἥτις διατηρεῖται εἰς τὰς Βουλάς.
§166ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος εἶναι τόσον ὁριστική, ὥστε, νομίζω, δὲν ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Βουλὴν, διὰ τοῦ κανονισμοῦ νὰ καινοτομήσῃ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 56· διότι τὸ ἄρθρον λέγει «Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται ν’ ἀποφασίσῃ ἢ νὰ συζητήσῃ κτλ.» Ὅταν ὁ νομοθέτης τοῦ Συντάγματος ἠθέλησε νὰ ὦσι παρόντες τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς καὶ οὗτοι νὰ ἀποφασίζουν τὰ ζητήματα διὰ τῆς ἀπολύτου πλειονοψηφίας καὶ ὅταν ἡ διάταξις ᾖναι τόσον γενική, διότι μεταχειρίζεται τὸ ἀπεριόριστον, ἐννοῶ τὴν λεπτότητα αὐτὴν, τὴν διάκρισιν, τὴν ὁποίαν θέλουν νὰ κάμουν μεταξὺ κατηρτισμένης Βουλῆς καὶ ἀκαταρτίστου· ἐννοῶ, ὅτι ἐκ τῶν διατάξεων τοῦ ἄρθρου ἐκείνου, τὸ ὁποῖον ἀναθέτει εἰς τὴν Βουλὴν τὸ δικαίωμα νὰ συντάξῃ κανονισμὸν, ἔχει ἐκτεταμένην ἐξουσίαν, ἀλλ’ ὄχι εἰς τὴν προκειμένην περίπτωσιν. Τῳόντι διὰ τοῦ κανονισμοῦ της μία Βουλὴ ἠμπορεῖ νὰ θέσῃ ὡρισμένους κανόνας, ἐνῷ ἄλλα Κοινοβούλια ἔχουσι διαφορετικοὺς κανόνας, ἀλλὰ καθόσον δὲν παραβιάζουν τὰς γενικὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας τὸ Σύνταγμα θέτει. Καὶ καθὼς εἰς κανενὸς τὸν νοῦν δὲν ἐπῆλθεν ἡ ἰδέα νὰ καινοτομήσωμεν διὰ τοῦ κανονισμοῦ ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν δύναται ἡ Βουλὴ ν’ ἀποφασίσῃ ζήτημά τι χωρὶς νὰ ᾖναι παρόντες τὸ ἥμισυ πλέον ἑνὸς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειοψηφίας, τοιουτοτρόπως νομίζω, ὅτι ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου, ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας, δὲν ἐπιτρέπεται καινοτομία. Συνηγορῶ λοιπὸν ἀπολύτως ὑπὲρ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐξελέγξεις, νομίζω, ὅτι ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ καινοτομήσῃ. Ἀλλὰ λέγω συγχρόνως, ὅτι ἐπὶ ματαίῳ σκεπτόμεθα νὰ εὕρωμεν τρόπον ἄλλον· ὑποθέτω, ὅτι ὅλος ὁ ἀγὼν εἶναι νὰ εὕρωμεν ἕνα τρόπον, ὅστις εὐκολώτερον νὰ μᾶς φέρῃ εἰς τὸν σκοπόν μας· ἐρωτῶ, εἶναι δυνατὸν κατ’ αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ εἴπῃ τις, ἐὰν κατὰ τὴν ἔκτακτον ἐκείνην περίστασιν, καθ’ ἣν παρουσιασθῇ ἰσοψηφία, τὸ δίκαιον θέλει εἶσθαι ὑπὲρ τοῦ ν’ ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις τῆς ἀκυρώσεως ἢ ἡ πρότασις τῆς ἐπικυρώσεως; αὐτὸ θὰ ᾖναι ὅλως τυχαῖον, διότι τὸ Σύνταγμα ὅλως διόλου ἐν ἀγνοίᾳ τῶν εἰδικῶν περιπτώσεων, καθ’ ἃς τότε θὰ ἀποφασίσωμεν· τὸ δίκαιον ἐνομοθέτησεν· ὥστε ἀγνώστου ὄντος τούτου, εἰμποροῦμεν σήμερον ἡμεῖς νὰ πεισθῶμεν ὅτι δυνάμεθα ν’ ἀποφασίσωμεν δικαιότερον καινοτομοῦντες ἐπὶ τοῦ Συντάγματος; Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι καὶ νομικῶς ἀναγκαζόμεθα νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 56, διότι τὸ Σύνταγμα εἶναι ἀνώτερον τῆς ἡμετέρας ἀποφάσεως καὶ οὐσιαστικῶς ματαιοπονοῦμεν, ἐὰν θελήσωμεν νὰ καινοτομήσωμεν. Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται, οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι, καὶ ἐνθυμηθῆτε, ὅτι κανεὶς δὲν ἠδύνατο νὰ ἠξεύρῃ ὅτι θὰ ὑπάρχῃ ἰσοψηφία, καὶ ἑπομένως ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο· τοῦτο ἔγεινε τυχαίως. Ὥστε καὶ κατ’ οὐσίαν καὶ νομικῶς νομίζω, ὅτι θέλομεν εἶσθε συμφωνότεροι μὲ τὸ δίκαιον, ἂν ἐμμείνωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα.
§167ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Λοιπὸν συμφωνεῖτε, Κ. Δεληγιώργη, μὲ τὸν Κ. Δημητριάδην, ὅτι ἐὰν ἔλθῃ πρότασις ἀκυρότητος, ἀποῤῥίπτεται, (θόρυβος).
§168ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐκτὸς ἂν ὑπάρχουν δέκα ἀκυρότητος λόγοι· πίπτει ὁ ἕνας, ἔρχεται ὁ ἄλλος. Μάλιστα εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀρχή· ὅλοι οἱ βουλευταὶ θεωροῦνται ὡς νόμιμοι ἀντιπρόσωποι, ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρξῃ ἀναφορὰ ἐναντίον τοῦ νομίμου τῆς ἐκλογῆς. Τοῦτο τὸ λέγω ὡς ἐκ περισσοῦ καὶ παρεμπιπτόντως θὰ τὸ λύσωμεν ἴσως κατὰ τὴν ἐξέλεγξιν.
§169ΚΟΝΤΟΣΤΑΥΛΟΣ. Ὁ Κ. Δεληγεώργης ἐθεώρησε τὴν πρότασιν τῆς ἐπιτροπῆς· ἐρωτῶ τί θὰ γείνῃ εἰς περίπτωσιν καθ’ ἣν καὶ τὸ τμῆμα ἰσοψηφίσῃ;
§170ΤΙΝΕΣ. Ἔρχεται εἰς τὴν Βουλήν. Ἄλλως, τότε θὰ ἔχωμεν δύο ἐκθέσεις.
§171ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑποθέσατε, ὅτι τὸ τμῆμα διαφωνεῖ, καὶ οἱ μὲν προτείνουν τὸ ἔγκυρον, οἱ δὲ τὸ ἄκυρον, ποία θὰ ᾖναι ἡ κυρία πρότασις;
§172ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Ἀπωτέρα εἶναι ἡ γνώμη τῆς ἀκυρότητος.
§173ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Αὐτὸ εἶναι ζήτημα ὅλως ἀνεξάρτητον τοῦ προκειμένου, ποία εἶναι ἀπωτέρα πρότασις, ποία θὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν τοῦ τμήματος, ἢ ὄχι, αὐτὸ δὲν εἰμπορεῖ τόρα ν’ ἀποφασισθῇ.
§174ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Νὰ παραλειφθῇ ὅλως διόλου τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, ἐπειδὴ, ὅταν ἀντικείμενόν τι κανονίζεται παρὰ τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐπιτρέπεται οὔτε καινοτομία, οὔτε παρατήρησις.
§175ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα, εἴμεθα σύμφωνοι.
§176Σ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Μίαν μικρὰν ἀπορίαν ἔχω, Κ. πρόεδρε· ὑποθέσατε, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Δεληγιώργης, δὲν εἰμπορεῖ κανεὶς νὰ προΐδῃ πῶς θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα· ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι δύο διάφοροι ἐκλογαὶ ἔπεσαν κατ’ ἀντίθεσιν τοῦ ζητήματος· δηλ. πρότασις ἐπικυρώσεως, ἰσοψηφία, πίπτει, κατὰ τύχην ἀπὸ τὸ ἄλλο τμῆμα πρότασις ἀκυρότητος, ἔρχεται εἰς ἰσοψηφίαν καὶ πίπτει ἡ ἐκλογή· δὲν εἶναι ἄτοπον τοῦτο; ἐγὼ νομίζω, ὅτι εἶναι μέγα ἄτοπον.
§177ΑΝ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐπειδὴ κατὰ καθῆκον ὀφείλομεν νὰ τηρήσωμεν τὸ Σύνταγμα, δὲν δυνάμεθα οὔτε κεραίαν νὰ παραλλάξωμεν, ἑπομένως πᾶσα πρότασις εἴτε ἐπικυρωτικὴ, εἴτε ἀκυρωτικὴ, εἶναι ἀδιάφορον, ἰσοψηφίας τυχούσης, πίπτει.
§178ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἂν μὲ συγχωρῆται, Κ. πρόεδρε, ν’ ἀπαντήσω εἰς τὴν παρατήρησιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, δὲν ἐννοῶ πῶς εὑρίσκει, ὅτι ὑπάρχει ἀντίφασις μεταξὺ ἀποφάσεως καὶ ἀποφάσεως. Πρέπει νὰ σκεφθῇ κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον· εἰσάγεται μία ἔκθεσις οἱαδήποτε, ὁ νομοθέτης λέγει, ὅτι, ἐὰν ἐξ 180 ψηφοφόρων ἡ πρότασις αὕτη τύχῃ εὐνοϊκῶν 91 ψήφων, ἐκέρδησε· τί λέγει παρακάτω; ἐὰν δὲν τύχουν 91, ἀλλὰ μόνον 90, μολονότι δὲν εἶναι κατ’ αὐτῆς παρὰ μόνον 90, πάλιν ἡ πρότασις πίπτει, αὐτὴ εἶναι ἡ διάταξις τοῦ Σαντάγματος. Τί ἄτοπον εὑρίσκει; ἐντὸς τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος δὲν ὑπάρχει οὐδεμία ἀντίφασις, καθότι τοῦτο ἤθελεν ἐπέλθει καὶ εἰς τὸν νοῦν τῆς Συνελεύσεως καὶ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη, τὰ ὁποῖα ἔχουν αὐτὴν τὴν διάταξιν.
§179Χ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὅλοι εἴμεθα σύμφωνοι νὰ τὸ παραδεχθῶμεν, ἀλλ’ ὅπως παρέστησεν ὁ βουλευτὴς Καλαβρύτων Κ. Πετιμεζᾶς, εἶναι ἄδικον ὁ εἷς νὰ κερδίζῃ τὴν ἐκλογὴν του καταφατικῶς καὶ ὁ ἄλλος νὰ τὴν χάνῃ, διότι ἐτέθη ἀποφατικῶς. Πρέπει νὰ τὸ λύσωμεν ἀπὸ τοῦδε τὸ ζήτημα ἀπροσωπολήπτως. Τὸ ζήτημα λοιπὸν εἶναι, πῶς θὰ τίθηται τὸ θέμα τῆς ἀκυρώσεως ἢ ἐπικυρώσεως. Ἡ κοινὴ γνώμη εἶναι νὰ τίθηται ἄκυρον, ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ἀποῤῥίπτεται ἡ πρότασις καὶ ἡ ἐκλογὴ εἶναι ἔννομος (διάφοροι συνομιλίαι θορυβώδεις).
§180ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Δύο ζητήματα εἶναι, πρῶτον ὅτι τὸ ζήτημα εἶναι λελυμένον ἀπροσωπολήπτως, καὶ δεύτερον ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ ἐπέλθῃ νέα ψηφοφορία, διότι ἡ βουλὴ παραδέχεται διὰ τοῦ κανονισμοῦ της, ὅπως καὶ ἄλλαι Βουλαὶ, ὅτι θὰ τίθηται εἰς ψηφοφορίαν τοῦ τμήματος ἡ γνώμη· διὰ τοῦτο διώρισε τμήματα, ἔρχεται τὸ τμῆμα καὶ λέγει, ἐξετέλεσα τὴν ἐντολήν μου, τὴν ὁποίαν μοὶ ἐδόσατε, καὶ προτείνω νὰ γίνῃ ἡ ἐκλογὴ δεκτή. Ἓν ἄλλο θὰ ἔλθῃ καὶ θὰ εἴπῃ, προτείνω νὰ μὴ παραδεχθῇ ἡ γνώμη τοῦ τμήματος· λοιπὸν θὰ τίθηται ὑπὸ ψηφοφορίαν.
§181ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ τμῆμα δὲν εἶναι, εἰμὴ ἓν ἀνακριτικὸν δικαστήριον (θόρυβος). Παρακαλῶ ὀλίγην προσοχὴν, Κύριοι· τὸ δικαστήριον ὑποβάλλει τὴν ἀπόφασίν του εἰς τὴν Βουλὴν, ἡ Βουλὴ πρέπει ν’ ἀποφασίσῃ διὰ πλειονοψηφίας περὶ τοῦ ἐγκύρου ἢ τοῦ ἀκύρου τῆς ἐκλογῆς. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου δὲν δυνάμεθα ἢ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς σχετικοὺς κανόνας τῆς στρατιωτικῆς καὶ πολιτικῆς δικονομίας· π. χ. ἐπὶ τῶν ὁρκωτικῶν δικαστηρίων τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι πάντοτε ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου, καὶ κατηγορουμένη θεωρεῖται ἐπὶ τοῦ προκειμένου καὶ ἡ ἐκλογὴ, ἥτις ἐκδικάζεται, ἐπίσης καὶ εἰς τὰ στρατιωτικὰ δικαστήρια τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὑπὲρ τοῦ κατηγορουμένου· διὰ τοῦτο λοιπὸν διὰ νὰ παύσῃ αὐτὴ ἡ μακρὰ συζήτησις, ἥτις μᾶς κατεδαπάνησε μίαν ἡμέραν καὶ κύριος οἶδεν ἂν μᾶς δαπανήσῃ ἀκόμη μίαν ἄλλην, λέγω ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τοὺς σχετικοὺς κανόνας τῆς νομοθεσίας. Διὰ τοῦτο ἐν συντόμῳ ἐτροπολόγησα τὴν τελευταίαν § τοῦ ἄρθρου 7 ὡς ἑξῆς «ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει κατὰ πλειονοψηφίαν, ἰσοψηφίας δὲ οὔσης, τὸ ἀποτέλεσμα θεωρεῖται ὑπὲρ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς».
§182ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Διὰ νὰ μὴ ᾖναι τὸ ζήτημα ἑρμαφρόδιτον, ποῦ μὲν νὰ ἀκυροῦται ἡ ἐκλογὴ κατὰ τὴν θέσιν τοῦ ζητήματος, ποῦ δὲ νὰ ἐπικυροῦται, αὐτὸ δὲν εἶναι πρᾶγμα, δὲν εἶναι οὔτε ἄσπρο, οὔτε μαῦρο· πρέπει νὰ εἴπωμεν ἢ ὅτι ἐπικυροῦται, ἢ ὅτι ἀκυροῦται, ὅταν ᾖναι ἰσοψηφία. Ὅταν τὸ ἥμισυ τῆς Βουλῆς ᾖναι ἐναντίον μιᾶς ἐκλογῆς, τότε πρέπει νὰ ἀκυρωθῇ.
§183ΠΟΛΛΟΙ. Ἐρωτήθημεν.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ΚΚ. Βουλευταὶ, προβαίνομεν εἰς τὴν ἀνάγνωσιν τῶν προτάσεων.
§185ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόεδρος τοῦ ὑπουργικοῦ Συμβουλίου. Μίαν λέξιν θὰ εἴπω· ἤθελον παρακαλέσει ὅλους τοὺς κυρίους, ν’ ἀφήσωμεν τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ὅπως ἔχουν, καὶ μεθαύριον, ἐὰν μᾶς παρουσιασθῇ αὐτὴ ἡ περίστασις, νὰ λύσωμεν αὐτὸ τὸ ζήτημα, διότι, ἐὰν θελήσωμεν νὰ τὸ λύσωμεν σήμερον, θὰ συζητήσωμεν ποία εἶναι ἡ πρότασις ἐν ἰσοψηφίᾳ, καὶ τοῦτο εἶναι ζήτημα πολλὰ σπουδαῖον. Λοιπὸν θὰ παρακαλέσω τοὺς κυρίους ν’ ἀποσύρουν ὅλας αὐτὰς τὰς προτάσεις, καὶ ἂν παρουσιασθῇ μία τοιαύτη περίστασις, τότε τὸ λύομεν.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ΚΚ. Βουλευταὶ, οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ 7 ἄρθρου τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ ὡς ἀναπληρωμένου ἀπὸ τὸ 56 ἄρθρον του Συντάγματος, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθοῦν. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 8. Ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, προσδιορίζει εἰς τὸ τέλος αὐτῶν, συναινέσει τῆς Βουλῆς, τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως, ἀπαγγέλλει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, δίδει τὴν ἄδειαν τοῦ ἀγορεύειν, θέτει τὰ ζητήματα, τηρεῖ τὴν εὐταξίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς, ἀγορεύει ἐν ὀνόματι αὐτῆς κατὰ τὸ φρόνημά της. Τώρα καὶ κατὰ τὸ ἄλλο σχέδιον.
§187ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ὅμοιον. Ἄρθρον 8. Ὁ Πρόεδρος κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεων, προσδιορίζει κατὰ τὸ τέλος αὐτῶν, τῇ συναινέσει τῆς Βουλῆς, τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς ἑπομένης συνεδριάσεως, δίδει τὴν ἄδειαν τοῦ ἀγορεύειν, θέτει τὰ ζητήματα, ἀπαγγέλλει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας, συμβουλευόμενος τὸ γραφεῖον, τηρεῖ τὴν εὐταξίαν τῶν συνεδριάσεων τῆς Βουλῆς καὶ ἀγορεύει ἐν ὀνόματι αὐτῆς κατὰ τὸ φρόνημά της. Ὁ Πρόεδρος ἀγορεύει κατὰ τὰς συζητήσεις ἵνα ἐξηγήσῃ εἰς ποίαν στάσιν εἶναι τὸ ζήτημα, ἢ ἵνα ἐπαναγάγῃ τοὺς ἀγορεύοντας εἰς τὸ προκείμενον.
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ τὸ ἄρθρον κατὰ τὸ σχέδιον τῶν ΚΚ. βουλευτῶν νὰ σηκωθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες.) Παρεδέχθη. (Λαμβάνει δὲ τὴν θέσιν τοῦ 7.)
§189ΤΙΝΕΣ. Τὸ ἄρθρον 9 συνεχωνεύθη μὲ τὸ 8. Ἄρθρον 10. Οἱ Γραμματεῖς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς συνεδριάσεως ἀναγινώσκουσι τὸν ὀνομαστικὸν κατάλογον τῶν Βουλευτῶν, ὑπογραφόμενον ὑπὸ τοῦ Προέδρου καὶ τῶν Γραμματέων, ἐφορῶσιν ἐπὶ τῆς συντάξεως τῶν πρακτικῶν, ἀναγινώσκουσιν αὐτὰ ἐπὶ συνεδριάσεως, καταγράφουσι τοὺς ζητοῦντας τὸν λόγον, καθ’ ἣν προσέρχονται τάξιν, ἀπαριθμοῦσι δημοσίᾳ τὰς ψήφους, κρατοῦσι σημείωσιν ἐν τῇ φανερᾷ ἑκάστου Βουλευτοῦ ψηφοφορίᾳ, καὶ ἐκτελοῦσι πᾶν ὅ,τι ἀνάγεται εἰς τὸ Γραφεῖον τῆς Βουλῆς. «Ἄρθρον 10 τῆς ἐπιτροπῆς, 9 δὲ κατὰ τὸ παραδεχθέν. Ἄρθρον 8. Αἱ συνεδριάσεις ἄρχονται τὴν 10 ὥραν Π. Μ. Οἱ ὁπωσδήποτε κωλυόμενοι νὰ παρευρεθῶσιν εἴς τινα τῶν συνεδριάσεων, ἢ ἀναγκαζόμενοι, διαρκούσης αὐτῆς, ν’ ἀποχωρήσωσι, γνωστοποιοῦσιν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦτο. Τὰ ὀνόματα τῶν ἀδικαιολογήτως ἀπουσιαζόντων ἢ ἀποχωρούντων σημειοῦνται.
§190ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Παρακαλῶ τὴν Βουλὴν, ἀντὶ τῆς 10 ὥρας νὰ τεθῇ τοὐλάχιστον ἡ 9.
§191ΠΟΛΛΟΙ. Ἡ 8.
§192ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Οὔτε κατὰ τὴν 8, οὔτε κατὰ τὴν 9, οὔτε κατὰ τὴν 10 θὰ ᾖναι δυνατὸν νὰ συναθροισθῶμεν. Τοῦτο μόνον βεβαιωθῆτε· θὰ ἐρχώμεθα ἐδῶ νὰ καθήμεθα τοῦ κάκου· καλλίτερον λοιπὸν νὰ προσδιορίσωμεν τὴν μεσημβρίαν.
§193ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§194ΠΕΡ. ΑΝΑΡΓΥΡΟΥ ΚΑΙ ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Εἰς τὰς 11.
§195ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (Ὑπουρ. Δικαιοσύνης). Δὲν ἔχω κἀνένα σκοπὸν, νὰ ζητήσω περιορισμὸν, οὔτε νὰ προσδιορίσω ὥρας, συλλογισθῆτε ὅλοι, ὅτι ἄλλοι περιπατοῦν τὴν νύκτα. Τοῦτο κυρίως ἐκ τῆς πείρας τῆς παρελθούσης τὸ λέγω· πολλάκις ἤθελον νὰ ἀλλάξουν τὰς ὥρας, ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν δὲν εὑρέθη εἰμὴ ἡ δεκάτη· διότι ἔρχονται τὰ ταχυδρομεῖα, ἔχουν ὑποθέσεις ἐκεῖ ὅλοι· δι’ ἡμᾶς, ἡμεῖς ἠμποροῦμεν πάντοτε νὰ τακτοποιήσωμεν τὰς ἐργασίας μας· ἀλλὰ θέλομεν, ὅ,τι ὥραν προσδιορίσητε νὰ ᾖναι τακτικὴ, διὰ νὰ ἠξεύρωμεν καὶ ἡμεῖς οἱ ὑπουργοὶ, πότε νὰ ἐρχώμεθα καὶ νὰ ῥυθμίσωμεν τὰς ἐργασίας μας. Λέγω πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν τὴν 12, ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰούλιος, ἔχομεν καύσωνας πολλοὺς, θὰ δυσκολευθοῦν νὰ ἔβγουν ἀπὸ τὰ σπήτιά των ἂς τὸ συλλογισθοῦν. Ἐπιθυμοῦμεν μόνον ἡ ὥρα κατὰ τὸν προσδιορισμὸν νὰ ᾖναι τακτική.
§196ΛΑΜΠΡΙΝΙΔΗΣ. Ἐγὼ φρονῶ, ὅτι συμβιβάζονται ὅσα εἶπεν ὁ Κ. βουλευτὴς τῆς Ἠλείας, ἐὰν προσδιορίσωμεν τὴν 4 μ. μ. καθ’ ἣν ὥραν πλέον τελειόνωμεν ὅλας τὰς ἐργασίας. (θόρυβος).
§197ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Αἱ ἀντιῤῥήσεις βλέπω, ὅτι γίνονται ἀπό τινας ἐντίμους δικηγόρους. Οἱ ΚΚ. δικηγόροι πρὶν ἀναλάβωσι τὰ ὑψηλὰ καθήκοντα, τὰ ὁποῖα τοῖς ἀνέθεσεν ἡ πατρὶς, ὤφειλον νὰ λάβουν ὑπ’ ὄψιν τὸ μέγα ἀξίωμα τοῦ θείου Ὁμήρου, ὄχι μόνον διὰ νὰ ἐργάζωνται τὴν ἡμέραν, ἀλλὰ καὶ τὴν νύκτα, ἄχρις ὅτου τακτοποιηθῶσι τὰ πράγματα τῆς πατρίδος (θόρυβος). «Οὐ χρεῖ παννύχιον εὕδειν ἄνδρα βουληφόρον,» «Ὧι λαοὶ τ’ ἐπιτετράφαται καὶ τόσα μέμηλεν.» Αὐτὸ λέγει ὁ θεῖος Ὅμηρος καὶ ἐὰν ἡμεῖς θεωρηθῶμεν σοφώτεροι αὐτοῦ, ἐὰν ζητήσωμεν νὰ διαψεύσωμεν τὰς ἱερὰς αὐτὰς ῥήσεις, τὰς ὁποίας ἐσεβάσθη πᾶσα ἡ κοινωνία, λέγω, ὅτι εἴμεθα πολλὰ σμικροὶ, καὶ πρέπει νὰ κύπτωμεν μετὰ σεβασμοῦ εἰς τὴν ῥῆσίν του. Οἱ μὲν λέγουν τὴν 10, οἱ δὲν τὴν 11, καὶ ἄλλοι τὴν 4, ἄρα ποσῶς δὲν θέλομεν ἐργασθῆ συνερχόμενοι τὴν 4.
§198ΚΥΠΡΙΑΔΗΣ. Ὁ Ὅμηρος λέγει τὴν νύκτα νὰ βουλεύωνται.
§199ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἄρα θέλομεν καὶ δορυφόρους νὰ μᾶς συνοδεύουν εἰς τὰς οἰκίας, διότι ἓν ἔντιμον μέλος πρότερον ἐξέφρασεν ὑπονοίας τινὰς, περὶ τῶν ὁποίων, ἂν καὶ ἀπέχω πολὺ νὰ δώσω πίστιν, ἀλλ’ οὐχ ἧττον αἱ ὑπόνοιαι αὗται ἐκφραζόμεναι ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μεταδίδονται εἰς πᾶσαν τὴν κοινωνίαν, καὶ τρόπον τινὰ διεγείρουν λυπηρὰ αἰσθήματα ὄχι εἰς τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες ἔχουν τὴν γενναιότητα ν’ ἀγωνισθῶσιν ὑπὲρ τῶν κοινῶν τῆς πατρίδος πραγμάτων, ἀλλ’ εἰς τοὺς συγγενεῖς των, εἰς τοὺς φίλους των, εἰς τὰ τέκνα καὶ τὰς συζύγους των. Διὰ τοῦτο λοιπὸν ἐπιμένω νὰ τεθῇ, ὅπως ἔχει, τὸ σχέδιον, τοὐλάχιστον τὴν 10 ὥραν (θόρυβος). Πρέπει νὰ σώσωμεν τὴν κοινωνίαν (θόρυβος).
§200ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Κατὰ τὴν γνώμην τοῦ Κ. Σακελλαριάδου, αἱ συνεδριάσεις πρέπει νὰ ἀρχίζουν ἀπὸ τὰς 7 μέχρι τῆς πρωΐας· διότι τοῦτο συμβουλεύει μὲ τὴν ῥῆσιν τοῦ Ὁμήρου. «Οὐ χρεῖ παννύχιον εὕδειν ἄνδρα βουληφόρον,»
§201ΚΑΤΣΙΝΑΣ. Κ. Πρόεδρε, προκαλέσατε ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία εἶναι ἡ 8 ὥρα (θόρυβος).
§202ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι! οἱ παραδεχόμενοι τὴν 11 ὥραν (θόρυβος). Καθήσατε, Κύριοι, νὰ τελειώσωμεν. Δὲν πρόκειται περὶ συμφερόντων, πρόκειται περὶ ὑπηρεσίας, εἴμεθα οἱ ἀπεσταλμένοι ἀπὸ τοὺς λαοὺς διὰ νὰ ἐργασθῶμεν. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἠξιώθησαν πρὸ ἡμῶν τῆς τιμῆς νὰ ἀντιπροσωπεύωσι τὸν λαὸν, ἐκεῖνοι ἐσυζήτησαν καὶ τὰς ἀνάγκας τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰς τοῦ χρόνου, καὶ προσδιώρισαν τὴν 11 ὥραν. Λοιπὸν διὰ νὰ παύσῃ πᾶσα περαιτέρω συζήτησις περὶ τούτου, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει ν’ ἀπομακρυνώμεθα ἀπὸ τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι τόσας περιόδους καὶ τόσον χρόνον ἴσχυσαν. Κατὰ συνέπειαν θέτω τὸ ζήτημα οὕτω.
§203ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν 8 (θόρυβος).
§204ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ, ὅτι οὐδεὶς ἐξ ἡμῶν δὲν θὰ παραλείψῃ νὰ ἔρχηται, διότι ἄλλως εἰς μάτην κοπιῶμεν. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν 8 ὥραν νὰ σηκωθοῦν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη (θόρυβος).
§205ΓΟΝΤΙΚΑΣ. Κ. Πρόεδρε! Αὐτὸ ἔγεινε καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν 100 φοράς.
§206ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΗΣ. Κ. Πρόεδρε, νὰ τεθῇ τὸ ἐναντίον.
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν 8 ὥραν.....
§208ΑΧΟΛΟΣ. Τί εἶναι αὐτά; διεκρίθη, ἐτελείωσε. Ὅποιος δὲν θέλει νὰ ἔλθῃ, ἂς πάῃ εἰς τὸ σπῆτί του. (θόρυβος).
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ ἡσυχία. Οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν 8 ὥραν (θόρυβος)....
§210ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπεφασίσθη.
§211ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καλά, λοιπὸν ἐμπρός.
§212ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 13 τοῦ σχεδίου τοῦ προεδρείου. Ἄρθρον 13. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν, ὁ Πρόεδρος ἀνακοινόνει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀπευθυνθέντα αὐτῷ ἔγγραφα, ἀπαγγέλλει τὰ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ προκαλεῖ ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος. Ἀναγινώσκεται καὶ τό ἀντίστοιχον τῶν βουλευτῶν Κ. Κ. Παπαμιχαλοπούλου καὶ Βαλασσοπούλου. «Ἄρθρον 11. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν, ὁ Πρόεδρος ἀνακοινόνει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἐπισταλέντα ἀπαγγέλλει τ’ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ προκαλεῖ ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος. Πρὶν ἢ ὁ Πρόεδρος κηρύξῃ ἀποπερατωμένην τὴν συζήτησιν ἐρωτᾷ τὴν Βουλὴν, ἂν ἐφωτίσθη· ἂν δὲ μετὰ δευτέραν περὶ τούτου δοκιμασίαν προκύψῃ δισταγμὸς, ἐξακολουθεῖ ἡ συζήτησις· ἐπ’ οὐδεμιᾷ ὅμως περιπτώσει δύναται νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις πρὶν ἢ ἀγορεύσωσιν ἑκατέρωθεν τοὐλάχιστον τρεῖς, ἐὰν τοσοῦτοι ἢ πλείονες ἐζήτησαν τὸν λόγον.»
§213ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνταῦθα ὑπάρχει ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου καί τινων ἄλλων εἰς τὸ 13 ἄρθρον τοῦ σχεδίου. «Εἰς τὸ 13 ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ ὑπὸ τοῦ προεδρείου μετὰ τὴν πρώτην παράγραφον τοῦ 11 ἄρθρου τοῦ σχεδίου ὑπὸ τῶν βουλευτῶν Βαλασσοπούλου καὶ Παπαμιχαλοπούλου νὰ προστεθῇ ἡ ἑπομένη παράγραφος. «Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· συζήτησις δὲν περατοῦται πρὶν ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες καὶ οἱ ζητήσαντες τὸν λόγον, ἂν δὲν παραιτηθῶσιν αὐτοῦ· πρὸ τούτου οὐδέποτε θεωρεῖται ἡ Βουλὴ ὡς φωτισθεῖσα.»
§214ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρεξενεύθη ὁ ἔντιμος Ἰακωβάτος, ὅταν χθὲς ἀπὸ τοῦ βήματος τῷ εἶπον, ὅτι δὲν γνωρίζει τὸ ἄλφα τῶν κοινοβουλίων· καὶ σήμερον ἤθελε νὰ μὲ παρεξηγήσῃ εἰπὼν, ὅτι δὲν ἀναγνωρίζω τὰ φῶτά του καὶ τὴν παιδείαν του· μὲ ἀδικεῖ πολύ. Ἀπόδειξις τῶν λόγων μου εἶναι αἱ προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔφερε καὶ εἰς τὴν Βουλὴν ἤδη καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει· τὸν προκαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ, ἂν ἀπήντησεν εἰς κανὲν μέρος, εἰς κανένα κανονισμὸν τῶν κοινοβουλευτικῶν Σωμάτων, τὰ ὁποῖα ὑπάρχουν εἰς τὰ φιλελεύθερα κράτη, τὴν διάταξιν, ἣν προτείνει, τουτέστιν ὅλοι οἱ ἐγγραφέντες νὰ ὁμιλῶσι. Τὸν παραπέμπω εἰς τὰς συζητήσεις ἐκείνων τῶν βουλευτικῶν Σωμάτων, ὅπου θέλει ἰδεῖ τὰς φωνὰς τῶν κοινοβουλίων aux voix, aux voix, ἐνῷ εἶναι ἐγγεγραμμένοι τόσοι ἵνα ὁμιλήσωσιν· ἂν ἐγγραφῶσι 10, 15, 20 καὶ ὁμιλήσωσιν ἅπαντες, τί, νομίζετε, θὰ ἐπαναλαμβάνουν; τὰ ἴδια, καὶ ἡ Βουλὴ εἶναι ἀδύνατον νὰ κάθηται ὅλους αὐτοὺς νὰ τοὺς ἀκούῃ, τότε οὐδὲν ἔργον θέλομεν τελειώσει, διὰ τοῦτο τοῦ εἶπον χθὲς, ὅτι δὲν γνωρίζει.
§215Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Διὰ τοῦτο καὶ ἐγὼ εἶχον δίκαιον νὰ σᾶς εἰπῶ, ὅτι δὲν γνωρίζετε τί λέγετε.
§216ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς τὰ πράγματα ἔλθετε.
§217Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι Βουλευταί, ὁ Κύριος Κεχαγιᾶς μοὶ εἶπεν, ὅτι δὲν γνωρίζω τὸ ἄλφα τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων ἢ νόμων· ἀπόδειξις αὕτη τρανωτάτη, ὅταν ὁμιλῇ οὕτως, ὅτι αὐτὸς δὲν γνωρίζει τὸ ἄλφα τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων. Μοὶ ἀπευθύνει τὴν πρόκλησιν ὅτι ἡ σημερινὴ προσθήκη εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ ἀπᾴδει ὅλως διόλου εἰς τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα, καὶ ἑπομένως ὅτι τὰ ἀγνοοῦμεν, καὶ ὅτι εἶναι ἀληθὲς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶπε· καὶ λοιπὸν ἡ πρόκλησις αὕτη εἶναι πολὺ καθαρά· ἢ ἡμεῖς ἀγνοοῦμεν τὸ ἄλφα τῶν κοινοβουλευτικῶν ἐθίμων, ἢ αὐτὸς, δὲν ὑπάρχει μέσος ὅρος, ὁ εἷς ἢ ὁ ἄλλος πρέπει νὰ ἀπέλθῃ ἡττημένος (γέλως). Ἡ πρόκλησις εἶναι ῥητή· ποῦ ὑπάρχει, λέγει, ἓν τοιοῦτον ἔθιμον τῶν κοινοβουλίων; ἐγὼ ἀπαντῶ ὄχι βεβαίως εἰς τὰς βουλὰς, τὰς ὁποίας γνωρίζετε, ὄχι εἰς τὰς βουλὰς τὰς ὀθωνικὰς, ὄχι εἰς τὰς βουλὰς τῶν ἰονίων Νήσων, ἀλλ’ εὑρίσκεται εἰς τὰ συντάγματα ῥητῶς τοιαύτη διάταξις συνταγματικὴ, ὅτι ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις δὲν πρέπει νὰ προχωρήσῃ πρὶν ἀκουσθῶσιν ὅλοι οἱ ἐγγραφέντες βουλευταὶ, οἱ αἰτοῦντες τὸν λόγον.
§218ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Εἰς ποῖον Σύνταγμα;
§219Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἰς τὰ φιλελεύθερα συντάγματα τῆς Γαλλικῆς δημοκρατίας.
§220ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ἆ, ἆ, ἆ.
§221Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἆ, ἆ, ἆ, ἐδῶ σᾶς θέλω, οὐδεὶς τὰ ἀγνοεῖ.
§222ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Νὰ τὸ φέρετε αὔριον εἰς τὴν Βουλήν.
§223Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἐὰν θέλετε, σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν συλλογὴν, ἣν ἔκαμεν ὁ Κύριος Dufaux, πωλεῖται εἰς τὸ βιβλιοπωλεῖον τοῦ Κ. Βίλπεργ. Προβαίνω μὲ πράγματα δεδοκιμασμένα εἰς ἄλλας φιλελευθέρους ἐποχάς· ἂν αἱ προτάσεις αἱ γενναῖαι, αἱ ἐθνικαὶ, αἱ φερόμεναι εἰς τὴν Συνέλευσιν σᾶς ἐφαίνοντο ἀλλόκοτοι καὶ παράδοξοι, σφάλλετε καὶ σφάλλετε ὡς ἐκ τῆς ἀγνοίας τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου καὶ τῶν ἐλευθεριῶν. Ἀφοῦ ἱκανοποίησα οὕτω τὸν συνάδελφόν μου, προβαίνω εἰς τὴν αἰτιολογίαν τῆς προσθήκης. Λέγω κατὰ πρῶτον, ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει βουλὴ, δὲν ὑπάρχει οὐδεὶς νὰ διαμφισβητήσῃ τὴν ἀρχὴν ταύτην.
§224ΠΟΛΛΟΙ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ὄχι, ὄχι.
§225Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Εἶναι συνταγματικὴ ἀρχὴ, ὅτι ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος, πολὺ μᾶλλον ὁ λόγος πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθερος.
§226ΤΙΝΕΣ ΒΟΥΛΕΥΤΑΙ. Ποῖος τὸ ἀρνεῖται;
§227Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Πῶς πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθερος; ἰδοὺ ἡ ἀνάγκη τῆς προσθήκης αὐτῆς· ἐνῷ ὁ λόγος εἶναι καὶ πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθερος, δὲν δύνασθε ἄλλως εἰμὴ νὰ παραδεχθῆτε τὴν προσθήκην αὐτὴν ἐν τῷ προσωρινῷ κανονισμῷ, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ μεταφέρετε αὐτὴν ἐν τῷ ὁριστικῷ. Σᾶς ἐκφέρω ἐπίσης ἑτέραν ἀρχὴν ἐπίσης ἀσπαστέαν, ἐπίσης ὁμολογουμένην παρὰ πάντων· ὅλοι οἱ βουλευταὶ εἶναι ἴσοι. Ὑπάρχει ἀλήθεια μεγαλειτέρα ταύτης; Ὅλοι εἰσὶν ἴσοι, ὅλοι ἔχουν τὸ αὐτὸ δικαίωμα τοῦ ν’ ἀγορεύουν, ὅλοι τοῦ ν’ ἀναβαίνουν ἐπὶ τὸ βῆμα, διὰ νὰ φέρουν τὸν φόρον τῶν φώτων των καὶ οὐχὶ ἡ πλειονοψηφία, ἀλλ’ οὔτε οἱ βουλευταὶ μεῖον ἑνὸς δὲν δύνανται ν’ ἀπαγορεύσωσιν εἰς ἕνα βουλευτὴν νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματός του. Μὴ σᾶς φανῇ παράδοξον αὐτὸ, διότι ὅλη ἡ βουλὴ τὸ γνωρίζει καὶ οἱ ἀγνοοῦντες δύνανται νὰ χαρακτηρίσωσιν αὐτὸ ὡς παράξενον ἀρχὴν τοῦ συντάγματος. Αἱ βουλαὶ τῆς Ἀγγλίας δὲν δύνανται ν’ ἀπαγορεύσωσι κανένα οὔτε βουλευτὴν, οὔτε λόρδον· εἶναι κύριος τοῦ δικαιώματός του καὶ ν’ ἀγορεύσῃ καὶ νὰ μὴ ἀγορεύσῃ, καὶ οὐδὲν δύναται νὰ πράξῃ ἡ βουλὴ καθ’ ἑνὸς ἀπουσιάσαντος· ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀγορεύσῃ ἴσα μέ τινα ἄλλον. Διὰ τί ὁ πρῶτος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀγορεύῃ, καὶ ὁ δέκατος δὲν ἔχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα; ἢ ἂν ᾖναι δεύτερος, δύναται ν’ ἀγορεύῃ, καὶ ἂν ᾖναι εἰκοστὸς δὲν δύναται; ἐννοεῖται, ὅτι μεταξὺ 177 βουλευτῶν εἶναι ἀδύνατον ὅλοι νὰ ᾖναι πρῶτοι· θὰ καθέξωσιν ἕκαστος ἕνα ἀριθμὸν μέχρι τοῦ 177, ἅπαντες θὰ κατέχωσιν ἕνα ἀριθμὸν· ν’ ἀποφασίσῃ ἡ τύχη τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγορεύειν, τότε ὁ κλῆρος θὰ ᾖναι ἄδικος· ὁ πρῶτος ἠγόρευσε καὶ τὸν ηὐνόησεν ἡ τύχη, ὁ εἰκοστὸς δὲν ἠδυνήθη ν’ ἀγορεύσῃ, διότι δὲν τὸν ηὐνόησεν. Ἡ τύχη θέλετε νὰ μᾶς διέπῃ εἰς βουλὴν Ἑλληνικήν; Καὶ λοιπὸν ἴσον ἔχοντες τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγορεύειν, εἶναι ἀδύνατον καὶ ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν θεωρίᾳ νὰ εἴπῃ τις, ὅτι οἱ τρεῖς μόνον ν’ ἀγορεύουν, οἱ λοιποὶ χάνουν τὸ δικαίωμα· οὐδεὶς πλέον ν’ ἀκουσθῇ, αὐτὸ εἶναι αἶσχος! Καὶ λοιπὸν ἅμα ὑπάρχει τὸ αὐτὸ δικαίωμα εἰς ὅλους, δὲν δύναται οὐχὶ κανονισμὸς, οὔτε σύνταγμα νὰ κανονίσῃ τὸ τοιοῦτον. Ἀλλ’ ἐξ ἑτέρου ὀφείλομεν νὰ κανονίσωμεν, ὅτι καὶ ὁ τελευταῖος ἐγγραφεὶς μετὰ 100 ἢ 200 ἔχει δικαίωμα ν’ ἀγορεύσῃ. Κύριοι, μοὶ ἐπέρχεται εἰς τὸν νοῦν νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω τὸ παράδειγμα τῶν προγόνων, τὸ παράδειγμα τῶν ἑλληνικῶν Συνελεύσεων, τὸ παράδειγμα τῶν ἀρχαίων Ἀθηναίων. Ὅταν εἰς τὴν Πνύκα ἐπροσκάλει ὁ κῆρυξ τῶν Ἀθηναίων «τίς ἀγορεύειν βούλεται;» καὶ ἀφοῦ ἠγόρευον πλεῖστοι, πάλιν ὁ κῆρυξ ἀνεφώνει, τίς ἀγορεύειν βούλεται; καὶ αὐτὸ εἶναι μία ἀρχὴ τόσον ἱερὰ, ὥστε καὶ εἰς τὰ δικαστήρια αὐτὰ τηρεῖται, οὐχὶ εἰς τὰ Ἑλληνικὰ, τὰ ὁποῖα στενάζουν ὑπὸ τὸ βάρος τῆς μυστικότητος, ἀλλ’ εἰς τὰ δικαστήρια τὰ Ἀγγλικά· ἀφοῦ προσκληθῇ ὁ σχεδὸν ἔνοχος καὶ κατάδικος νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὸν, ἀφοῦ ἐδόθη τὸ δικαίωμα εἰς δικηγόρους ἕνα καὶ πολλοὺς νὰ τὸν ὑπερασπισθῶσι, πάλιν ἐπὶ τέλους ὁ πρόεδρος τοῦ δικαστηρίου λέγει, δὲν ὑπάρχει κανεὶς ἄλλος πολίτης, ὅστις νὰ εἴπῃ δύω λέξεις ὑπὲρ αὐτοῦ τοῦ δυστυχοῦς; Καὶ αὐτὴν τὴν φροντίδα τὴν ἔχουν τὰ φιλελεύθερα ἔθνη ὑπὲρ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι σχεδὸν καὶ καταδεδικασμένοι· καὶ σεῖς δὲν δίδετε εἰς τοὺς βουλευτὰς τὸ δικαίωμα αὐτὸ, διὰ νὰ μὴ καρατομηθῇ οὐδεμία κεφαλὴ, ἵνα μὴ καταδικασθῇ μία πρότασις, μία ἔκθεσις, μία γενναία καὶ ἐθνικὴ πρότασις εἰς τὴν Συνέλευσιν! (εὖγε, εὖγε) διὰ τὸ ὁποῖον καὶ σὺ ὁ ἴδιος πρέπει νὰ μετενόησες, Κύριε Κεχαγιᾶ, διότι εἶσαι φιλελεύθερος καὶ φιλόπατρις καὶ σοφὸς ὡς τόσοι ἄλλοι. Ἡ γερουσία τῆς Ῥώμης γνωρίζετε ποῖον δικαίωμα τοῦ ἀγορεύειν ἔδιδεν εἰς τοὺς γερουσιαστάς· οὐχὶ εἷς ἢ δύο πρῶτοι ἐγγραφέντες εἶχον τὸ δικαίωμα ν’ ἀγορεύσωσιν, ἀλλ’ ὅλοι, καὶ τὸ δυστύχημα, ὅσον ἤθελον· ὥστε ἂν ὑποθέσητε, ὅτι καὶ ὅλοι οἱ γερουσιασταὶ τῆς Ῥώμης, οἱ ὁποῖοι ἦσαν ὀλίγοι πατρίκιοι ἤθελον ν’ ἀγορεύσωσι καὶ ὅσον ἤθελεν ἕκαστος, ἦτο ἀδύνατον νὰ ἐξαντληθῇ ποτε οὐδεμία ὕλη ὑποβληθεῖσα εἰς αὐτούς· καὶ ἐκεῖνοι ἐντοσούτῳ δὲν ἐφοβοῦντο, οἱ ἀποφασίζοντες περὶ τῆς τύχης τοῦ κόσμου, καὶ ἡμεῖς φοβούμεθα τί; μὴ καταδαπανήσωμεν τὸν καιρὸν ἑνὸς λεπτοῦ ἢ μιᾶς ὥρας ἢ μιᾶς ἡμέρας εἰς προσωρινὸν κανονισμὸν, ὁ ὁποῖος ὑπάρχει ἢ δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἀδιάφορον, κυριαρχοῦντος καὶ ἐπικρατοῦντος τοῦ συντάγματος, ὥστε δυνάμεθα νὰ συνεδριάζωμεν καὶ ἄνευ προσωρινοῦ κανονισμοῦ. Ὅταν ὁ Ἰούλιος ὁ Καῖσαρ ἦτο δικτάτωρ Ῥώμης καὶ ἤθελε νὰ καταδικάσῃ εἰς θάνατον ἕνα ἐχθρόν του, τί ἔκαμεν ὁ Κάτων; ἐζήτησε τὸν λόγον καὶ ἠγόρευσε καὶ ἦτο ἀδύνατον νὰ τελειώσῃ. Τί νὰ κάμῃ ὁ Καῖσαρ νὰ τὸν παύσῃ; ἡ Γερουσία ἀπεῖχε, δὲν ἠδύνατο νὰ ἀφαιρέσῃ τὸ δικαίωμα χωρὶς νὰ αὐτοχειριάσῃ ἑαυτὴν, καὶ ὁ Καῖσαρ διέταξε τοὺς δορυφόρους του νὰ ἀπαγάγωσι τὸν Κάτωνα εἰς τὴν φυλακὴν, καὶ αὐτὸ τὸ δικαίωμα τὸ εἶχεν ὁ δικτάτωρ. Καὶ ὁ Κάτων ὑπήκουσε καὶ ἀγορεύων ἐκίνησεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Ἡ Γερουσία μετέβη σύσσωμος καὶ τὸν ἐπῆρεν ὀπίσω. Αὐτὰ εἶναι παραδείγματα τὰ ὁποῖα ὑψώνουν τὰ ἔθνη, αὐτὴ εἶναι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου καὶ αὐτὰ τὰ ἔθνη πρέπει νὰ μιμώμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν πατρίδα τοῦ Δημοσθένους (εὖγε, εὖγε). Τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, κύριοι βουλευταί; ὁ ἄνθρωπος εἶναι ὁ προφορικὸς λόγος, ὁ ἄνθρωπος εἶναι τὸ ὕφος, εἶπεν ὁ Βυφὼν, τὸ ὕφος εἶναι ὁ λόγος, τὰ ἔθνη εἶναι ὁ λόγος, αἱ ἐπιστῆμαι ὁ λόγος, ἡ ἱστορία ὁ λόγος, ἡ ποίησις ὁ λόγος, τὸ πᾶν εἶναι λόγος, καὶ ἄνευ τοῦ λόγου οὐδὲ ἔθνος, οὐδὲ ἐπιστήμη, οὐδὲ τύχη, οὐδὲ ἄνθρωπος ὑπάρχει· καὶ τῷ ὄντι ἄνθρωπος ἐστερημένος τοῦ προφορικοῦ λόγου εἶναι κτῆνος καὶ δὲν θέλομεν ἡμεῖς νὰ γίνωμεν κτήνη· ὁ λόγος εἶναι τὸ εὐαγγέλιον, ὁ λόγος εἶναι ὁ Πέτρος, ὁ Παῦλος, ὁ Ἰωάννης, εἶναι ὁ ά. αἰὼν τοῦ χριστιανισμοῦ, εἶναι αἱ ἀρχαῖαι Σύνοδοι κατὰ τὴν παράδοσιν τῶν ὁποίων δὲν ὑπάρχει κοινοβούλιον εἰς τὴν ὑφήλιον, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ σταθῇ ἀπέναντι τῶν μεγάλων συνόδων τῆς ἀνθρωπότητος, ἐκεῖ ἀνεπτύχθη ὁ λόγος εἰς τὴν ἐκκλησίαν, καθὼς ἀνεπτύχθη καὶ εἰς τὴν ἐκκλησίαν τῶν Λατίνων· διότι ἔρχεται δηλ. σήμερον εἷς καὶ λέγει νὰ ὁμιλήσουν περὶ ἑνὸς ζητήματος ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀγορεύωσι, πρέπει οἱ βουλευταὶ οἱ στελλόμενοι ἀπὸ τὰς ἐπαρχίας νὰ κωλύωνται τοῦ νὰ ὁμιλήσωσι; διότι ἕνας Κουβαρᾶς δυσανασχετεῖ καὶ φωνάζει ἐφωτίσθημεν, ἐφωτίσθημεν, ἔ! ἐφωτίσθης, Κύριε Κουβαρᾶ; προτοῦ νὰ ἀκούσῃ ἐφωτίσθη ὁ Κ. Κουβαρᾶς (γέλως), ἐνῷ εἶναι ἀκόμη 15 βουλευταὶ φιλοπάτριδες νὰ ἀγορεύσωσιν. Οὕτως ἐν ἀρχῇ καὶ ἐν θεωρίᾳ δὲν δύναται τίποτε νὰ ἀντιταχθῇ εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου καὶ εἰς τὸ δικαίωμα τοῦ ἀγορεύειν ἁπάντων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ἀνθρώπινον τὸ πρᾶγμα, δύνανται νὰ παρατηρήσουν τινὲς καὶ νὰ μοὶ εἴπουν, ὅτι φοβούμεθα τὴν κατάχρησιν· οὐδεὶς φόβος, ἀλλὰ καὶ ἂν ὑπῆρχε φόβος, δι’ ἓν ἄτοπον διὰ μίαν κατάχρησιν, ἥτις ἐνδέχεται νὰ λάβῃ χώραν δὲν πρέπει νὰ στερήσωμεν 170 βουλευτὰς τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀγορεύειν καὶ μόνον εἰς 3 ἑκατέρωθεν νὰ χορηγήσωμεν τὸ δικαίωμα αὐτὸ, ὥστε πάλιν τὸ ἄτοπον πίπτει ἐν ἀρχῇ. Ἂν θέλωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἂν θέλωμεν τὴν ἰσότητα τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀγορεύειν, πρέπει νὰ θέλωμεν καὶ τὰ ἄτοπά του· ἄλλως δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ ἄτοπον, διότι ἂν ἐγγραφῶσι 50 βουλευταὶ καὶ ἀγορεύσωσιν, εἶναι τοῦτο ἄτοπον; καὶ πῶς εἶναι ἄτοπον διὰ τοὺς 50 καὶ δὲν εἶναι ἄτοπον διὰ τὸν πρῶτον; τίποτε ἄτοπον δὲν ὑπάρχει ἀλλὰ τὸ ἄτοπον δύναται νὰ ἀναφανῇ καὶ ἄλλως πως· διότι ἂν ἀφήσωμον εἰς 2 ἢ 3, οὗτοι πιθανὸν νὰ ᾖναι ἀναιδεῖς καὶ δύνανται νὰ δαπανήσωσι περισσότερον καιρὸν παρὰ ἂν ἠγόρευον ἄλλοι 50 φρόνιμοι καὶ νουνεχεῖς· λοιπὸν ποῦ τὸ ἄτοπον; Συμπεραίνων λέγω, ὅτι ἡ προσθήκη εἶναι ἀναγκαία εἰς τὸν κανονισμόν· διότι παρουσιάζεται καὶ ἓν ἕτερον ἐπιχείρημα ἀκαταμάχητον. Ἤδη ὅτε συζητοῦμεν, ὑπάρχει περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀγορεύειν; Ὄχι, διότι δὲν ἔχομεν κανονισμόν· καίτοι μὴ ἔχοντες κανονισμόν, παρουσιάσθη αὐτὸ τὸ ἄτοπον; ὄχι. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ εἰς τὸ ἑξῆς; Εἶναι λοιπὸν ἀδύνατον· ἀλλ’ ἂν ὑπῆρχε καὶ ἄτοπόν τι πρέπει νὰ προτιμήσωμεν αὐτὸ τὸ ἄτοπον καὶ οὐχὶ νὰ ἀφήσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς Βουλῆς, ἄνευ τοῦ ὁποίου βουλὴ δὲν ὑπάρχει. Καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις δέον νὰ καταχωρισθῇ καὶ εἰς τὸν ὁριστικὸν κανονισμὸν τῆς Βουλῆς, πρὸς ἀσφάλειαν τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τοῦ συντάγματος· διότι, ὡς ἐννοεῖ πᾶς τις, ἡ Βουλὴ εἶναι ἡ μόνη ἄγκυρα τῆς σωτηρίας τῆς Ἑλλάδος.
§228ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§229ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης). Ἀρχίζω ἀπὸ τὸ ὑστερινόν· «δὲν εἶναι ἄτοπον νὰ ὁμιλήσουν ὅλοι.» Νομίζω ὅτι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἔκαμαν τὸν κανονισμὸν, ἐσκέφθησαν τὰ προηγούμενα καὶ εἶδον ὅτι ἡ βουλὴ περιέχουσα ἀνθρώπους λογικοὺς, ἀφοῦ ἀκούσῃ καὶ ἀπὸ τὸ ἓν μέρος καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο πέντε, ἓξ ῥήτορας, δὲν εἶναι τοσοῦτον ἀμαθεῖς, ὥστε νὰ μὴν ἐννοήσωσι τὸ θέμα· δὲν δύνανται νὰ ὑποχρεώσουν τοὺς ἄλλους νὰ ᾖναι ὑποχρεωμένοι δουλικῶς νὰ ἀκούσουν ὅσα θέλουν καὶ νὰ τοὺς ἐμποδίσωσιν ἀπὸ τοῦ νὰ φύγουν ἢ νὰ ζητήσωσιν ὅτι ἐφωτίσθησαν, καὶ νὰ τεθῇ τὸ θέμα. Ἂν ὁμιλήσουν καὶ 80 κατὰ τὸν κ. Ἰακωβάτον, ἀνέχονται οἱ ἄλλοι ἆρα γε καὶ ἐπιμένουν νὰ κάθηνται καὶ νὰ τοὺς ἀκούωσιν ἢ θὰ φύγουν; Ἄλλος κύριος μᾶς παρέστησε τοὺς ῥήτορας εἰς τὰς ἐκκλησίας τῶν προπατόρων μας· — Σέβομαι τὰ φῶτά του, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀνώτερα τῶν ὅσων ἐγὼ ἔχω· ἀλλ’ ὡς πρὸς τοῦτο κάτι τι γνωρίζω καὶ ἐγώ· ὄχι μόνον, Κύριοι! τοὺς ἐμπόδιζαν νὰ ὁμιλήσουν, ἀλλ’ ἦτο καὶ προσδιωρισμένη ἡ ἡλικία καὶ ἐφώναζε «μηδεὶς πρὸ τῶν 50 εἰσίτω!» καὶ ἑπομένως τὰ παιδία δὲν ὡμίλουν. Δὲν ἀναφέρω τί ἔκαμαν οἱ ἀρχαῖοι, οἱ Ῥωμαῖοι εἰς τὰς περιστάσεις αὐτάς· δὲν ἔπρεπε κἂν νὰ μᾶς ἀναφέρῃ τις τὰς ἀταξίας τὰς δημοκρατικάς, τοὺς κυκεῶνας τῆς Γαλλίας, διότι τοιαύτας περιστάσεις δὲν τὰς ἐπιθυμοῦμεν οὔτε τὰς παραδεχόμεθα· ἡμεῖς ἔχομεν συνταγματικὴν πολιτείαν, εἴμεθα συνταγματικοὶ Ἕλληνες μὲ Βασιλέα συνταγματικὸν καὶ δὲν ἔπρεπε νὰ λέγῃ τις λέξιν περὶ δημοκρατίας. Πρέπει νὰ ἴδωμεν κατὰ πόσον οἱ ἄνθρωποι ἀνέχονται νὰ ἀκούσωσι τοὺς ἀγορεύοντας· ἀφοῦ ὡμίλησαν τρεῖς ἀπὸ τὸ ἓν καὶ τρεῖς ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος, νομίζω ὅτι εἶναι ἀρκετὸν, ὥστε οἱ ἄλλοι νὰ ἐννοήσουν τὶ λέγουν, διότι ἄλλως εἶναι τὸ ἴδιον ὡς νὰ μὴ κάμωμεν τίποτε· ὅταν ᾖναι ὑποχρεωμένος τις νὰ ἀκούῃ 177, τότε θὰ σηκωθῇ καὶ θὰ φύγῃ.
§230ΤΙΝΕΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑ. Νὰ φύγῃ.
§231ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. Δὲν δύναται ὁ εἷς ἢ καὶ δύω νὰ περιορίσωσιν αὐτοὺς, ἢ ἤθελον ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅταν ἐφωτίσθησαν, νὰ εἴπουν, εἶναι περιττὸς ὁ λόγος, ἐφωτίσθημεν· δὲν εἶναι Κύριοι, ὡς ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ὡμίλησαν· ἐδῶ εἶναι ἄνθρωποι, ἄνθρωποι λογικοὶ, ἦλθον μὲ ἐλευθέρας ἐκλογὰς, κανεὶς νὰ μὴ καταφρονῇ τὸν ἄλλον, καὶ νομίζω ὅτι κανεὶς δὲν εἶναι ἐνταῦθα ὅστις νὰ μὴ δύναται νὰ ἐννοήσῃ τὸ ζήτημα, ὅταν 6 ἄνθρωποι ὡμίλησαν, διότι ἄλλως εἶναι καθὼς σᾶς εἶπον ὡς νὰ μὴ κάμνωμεν τίποτε, ἀλλὰ νὰ ὁμιλήσωμεν ὁλονέν· νομίζω ὅτι εἶναι ἀκατάλληλον καὶ μόνοι σας θὰ ἔλθετε εἰς θέσιν νὰ μετανοήσητε.
§232ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κ. Βαλασσόπουλος καὶ ἐγὼ, οἱ ὁποῖοι ἐθέσαμεν, Κύριοι, εἰς τὸ σχέδιον τοῦ προσωρινοῦ κανονισμοῦ τὴν διάταξιν κατὰ τὴν ὁποίαν δὲν δύναται νὰ κλεισθῇ ἡ συζήτησις πρὶν ἢ ἀγορεύσωσι 3 τοὐλάχιστον ἑκατέρωθεν, δὲν ἐνοήσαμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, ἐνοήσαμεν ἐξ ἐναντίας νὰ περιορίσωμεν τὴν αὐθαιρεσίαν τοῦ προέδρου καὶ τὴν αὐθαιρεσίαν μιᾶς πλειοψηφίας, εἰς ὁποιανδήποτε πτέρυγα καὶ ἂν ἵσταται αὕτη, καθότι τί συνέβαινεν ἄλλοτε; ἅμα ὡμίλουν 2 ἢ 3 ἤρχιζεν ἡ πλειοψηφία φωνάζουσα «ἐφωτίσθημεν» καὶ ἀμέσως ἐκηρύττετο περαιωμένη ἡ συζήτησις· ἐνοήσαμεν λοιπὸν ὅτι πρέπει νὰ περιορίσωμεν αὐτὴν τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ εἴπομεν, ὅτι τὸ ὀλιγώτερον πρέπει νὰ ἀγορεύσωσι 3 ἑκατέρωθεν πρὶν ἢ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ συζήτησις, ἀλλ’ εἶναι δυνατὸν νὰ ἀγορεύσωσι καὶ 13 καὶ 53· ἡ διάταξις, ἡ ὁποία ἐτέθη ἀπὸ ἡμᾶς εἰς τὸ σχέδιον τοῦ κανονισμοῦ, δὲν εἶναι κατὰ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου καὶ τῆς ἐπεκτάσεως τῶν συζητήσεων, ἀλλ’ ὑπὲρ τῆς ἐλευθερίας· καὶ ἑπομένως καὶ ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἰακωβάτου δὲν εἶναι ἐναντία τῆς ἐδικῆς μας προτάσεως καὶ διὰ τοῦτο ὑπεστηρίξαμεν αὐτὴν· ἐν περιπτώσει δὲ καθ’ ἣν ἀποῤῥιφθῇ αὕτη, τότε λέγομεν, ὅτι ὡς ἔσχατος ὅρος πρέπει νὰ τεθῇ τοῦτο, τὸ νὰ ἀγορεύσωσι δηλαδὴ ἑκατέρωθεν τρεῖς τοὐλάχιστον.
§233ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ὁ λόγος εἶναι ἀπεριόριστος, οὔτε κανονισμοὶ, οὔτε συντάγματα δύνανται νὰ τὸν περιορίσουν, καὶ ὅπου τὰ συντάγματα ἢ οἱ κανονισμοὶ ζητοῦν νὰ περιορίσουν τὴν ἐλευθερίαν, τολμῶ εἰπεῖν, καὶ τὰ συντάγματα καὶ οἱ κανονισμοὶ οὗτοι ἀνατρέπονται μὲ τοὺς ἐργάτας αὐτῶν· ἀλλ’ οὐχ ἧττον δὲν πρέπει νὰ ἀσπασθῶμεν τὰς ἀρχὰς ἐκείνας τῆς Ῥώμης, τὰς ὁποίας ὑπέμνησεν ὁ προλαλήσας, διότι, ἂν καὶ ὑπῆρξε τότε μεγάλη ἡ Ῥώμη, οὐχ ἧττον τὰ χρονικὰ αὐτῆς μᾶς διδάσκουσιν ὅτι ἐκυλίσθησαν οἱ λαοί της εἰς ποταμοὺς αἱμάτων. Ἡμεῖς δὲν ἀνεχόμεθα, ἀποστρεφόμεθα τὰς τοιαύτας ἡμέρας. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἦτο καὶ εἶναι ἀπεριόριστος ἀφ’ ἧς ὑπῆρξαν τὰ θεμέλια τῆς Ἑλλάδος· ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου δὲν περιωρίσθη οὐχὶ ἐπὶ τῆς Βασιλείας καὶ ἐπὶ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων τοῦ Καποδιστρίου, ἀλλὰ καὶ ἐπὶ τῆς βασιλείας τοῦ Ὄθωνος καὶ τὸ πρὶν ἀκόμη, ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἔσχε τὴν δυσμοιρίαν νὰ πέσῃ εἰς τὸν σκληρὸν καὶ δυσβάστακτον πέλεκυν τοῦ τυράννου· καὶ τότε ὑπῆρχον τὰ θούρεια ᾄσματα τοῦ Ῥήγα καὶ τῶν ἐνδόξων ἐκείνων κλεφτῶν, οἵτινες ἀνεζωογόνουν καὶ ἀνεπτέρουν τὸν Ἕλληνα. Ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ἦτο καὶ εἶναι ἀπεριόριστος ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ θὰ εἴπητε, ὅτι τὸ αἴσθημα τοῦτο δὲν ὑπάρχει εἰς πάντας, ἀλλ’ εἰς μερικούς· λέγω ὄχι· ἡ ἐλευθερία δίδεται ὡς ἀστραπὴ καὶ καταφθάνει ἀπὸ τοῦ ἑνὸς ἄκρου εἰς τὸ ἄλλο πάσης πολιτείας, καὶ τοιουτοτρόπως καὶ ἐκεῖνοι οἱ ἄνθρωποι, οἵτινες πάλαι ποτὲ ἐπολέμησαν τὴν ἐλευθερίαν, καὶ ἐκεῖνοι αἰσθάνονται τὴν ἀξίαν τοῦ λόγου· διὰ τοῦτο, διὰ νὰ λείψῃ πᾶσα περαιτέρω συζήτησις, ἐπειδὴ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου εἶναι ἀπεριόριστος, δὲν πρέπει νὰ θέσωμεν οὐδένα περιορισμόν. Ὡς ἐκ τούτου ἀπαλείφω τὸν τελευταῖον § τοῦ σχεδίου καὶ παρακαλῶ τὴν Βουλὴν νὰ παραδεχθῇ τὴν συζήτησιν ἀόριστον ἔχουσαν οὕτως· «οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν δύναται νὰ ἀγορεύσῃ, πρὶν ἢ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παρὰ τοῦ Προέδρου τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Τὸν ἀγορεύοντα διαδέχεται πάντοτε ὁ ἀντιλέγων κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἐγγραφῆς». Τὰ δὲ περαιτέρω ν’ ἀπαλειφθῶσι καὶ τοιουτοτρόπως νὰ προβῶμεν.
§234ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§235ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Συγχαίρω τὸν κ. Ἰακωβάτον διὰ τὴν φιλελευθέραν ἀγόρευσιν, τὴν ὁποίαν ἀπηύθυνεν εἰς τὴν Βουλὴν καὶ συμφωνῶ μὲ τὰ αἰσθήματα αὐτοῦ. Παρεξηγήθην ὅμως ἀπ’ αὐτὸν, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι ἡμεῖς ἠθέλαμεν περιορίσει τὴν ἐλευθερίαν, δίδοντες τὸν λόγον εἰς τρεῖς ἑκατέρωθεν· αὐτὴ ἦτο μία τάξις, τὴν ὁποίαν ἠθελήσαμεν νὰ θέσωμεν εἰς τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Λυπηρὰ συμβάντα, αὐθαίρετος προεδρεία, μία καταπιεστικὴ πλειοψηφία ὄχι μόνον εἰς τρεῖς, ἀλλ’ οὔτε εἰς δύο, οὔτε εἰς ἕνα ἔδωκε τὸν λόγον· διὰ ταῦτα εἴπομεν τρεῖς τοὐλάχιστον ἢ περισσότεροι εἶναι ἀσπαστοὶ ἀπὸ ἡμᾶς.
§236ΕΙΣ ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ. Αὐτὰ τὰ ἠκούσαμεν πολλάκις, ἐφωτίσθημεν.
§237ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐφωτίσθης, ἀλλ’ εἶσαι ἄνθρωπος, ὅστις θέλεις ν’ ἀφαιρέσῃς τὸν λόγον (θόρυβος).
§238ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἔρχεσθε νὰ δικαιολογήσητε τὴν διαγωγήν σας, κ. Βαλασσόπουλε, καὶ πάλιν τολμᾶτε νὰ ἐξυβρίζετε; (θόρυβος).
§239Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κ. Πρόεδρε, δὲν προστατεύετε τὸν ῥήτορα;
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἔχητε περισσότερον σεβασμὸν, προσωπικότητας δὲν ἔχομεν, Κύριοι, ἐδῶ.
§241ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, Κύριοι, ἤκουσα τὸν κ. Ἰακωβάτον, ὅτι ἐκτείνει τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου εἰς ὅλην τὴν Βουλὴν, ηὐχαριστήθην, διὰ τοῦτο συντάσσομαι μὲ τὴν γνώμην αὐτοῦ καὶ ἀνακαλῶ τὴν διάταξιν τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἔχομεν τρεῖς ἑκατέρωθεν. Ἀσπάζομαι καὶ λέγω, «ὅλοι οἱ ἐγγεγραμμένοι,» καὶ πιστεύω, ὅτι ποτὲ δὲν θὰ συμβῇ κατάχρησις· διότι ἕκαστος ἔχει φιλοτιμίαν, ὅταν ὁ προηγούμενος ἐξαντλήσῃ τὸ θέμα, νὰ μὴν ἐπαναλαμβάνῃ ὁ ἑπόμενος τὰ αὐτὰ πράγματα. Ἀποκρούω ὅμως, Κύριοι, μερικὰς ἰδέας τοῦ ἐντίμου Βουλευτοῦ Τριφυλίας, ὅστις ἠθέλησε νὰ κατηγορήσῃ τὰς δημοκρατικὰς ἰδέας· κἀνεὶς εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ἀσπάζεται τὴν δημοκρατίαν, οὔτε ὁ κ. Ἰακωβάτος, ὅστις ἔφερε τὸ παράδειγμα αὐτὸ, ἐπιθυμεῖ δημοκρατίαν. Ἀλλ’ ὅπου εὑρίσκομεν φιλελεύθερα πράγματα, εἴτε εἰς τὴν δημοκρατίαν, εἴτε εἰς τὴν τυραννίαν, θὰ τὰ ἀσπασθῶμεν· μὴ θέλετε λοιπὸν νὰ δημοκοπήσητε.
§242ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Σᾶς τὴν ἐχαρίσαμεν τὴν δημοκοπίαν.
§243ΠΟΛΛΟΙ. Θέσατε εἰς ψηφοφορίαν, κ. Πρόεδρε, τὴν ἀπάλειψιν.
§244ΕΤΕΡΟΙ. Ὅσοι εἶναι ἐγγεγραμμένοι τώρα ἂς ὁμιλήσουν. Τίς ἀγορεύειν βούλεται; (Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 13 τοῦ σχεδίου.) «Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν ὁ Πρόεδρος ἀνακοινώνει εἰς τὴν Βουλὴν τὰ ἀποσταλέντα, ἀπαγγέλλει τ’ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως καὶ προκαλεῖ ἐφ’ ἑκάστου τούτων συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν τοῦ Σώματος.»
§245ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἰς αὐτὴν τὴν § δὲν ἔχομεν ἀντίῤῥησιν, νὰ ψηφοφορηθῇ.
§246ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ά. § τοῦ 11 ἄρθρου νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Παρεδέχθη.
§247ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ (γραμματεύς). Εἰς τὴν δευτέραν § ἔρχεται ἡ προσθήκη τοῦ κ. Ἰακωβάτου. «Ἡ συζήτησις δὲν περατοῦται πρὶν κλπ.»
§248ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Κ. Πρόεδρε, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως θὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα αὐτὸ, (ἐγείρονται ὑπὲρ τοὺς 20 ἀριστερόθεν).
§249ΠΑΔΟΒΑΣ. Ἤκουσα, κ. Πρόεδρε, πολλὰ νὰ λέγωνται περὶ τῆς Ἰονίου Βουλῆς ὑπὸ τὴν προστασίαν τῆς Ἀγγλίας· ἐκεῖ εἴχαμεν ἀπόλυτον καὶ ἐλεύθερον λόγον· ὡμίλει καθεὶς ὅσον καὶ δι’ ὅσα ἤθελε, καὶ ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Βουλὴν νὰ βλέπω νὰ τίθενται περιορισμοὶ, δὲν τὸ ὑποφέρω. (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§250ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΑΔΗΣ. Ἐγὼ θέλω τὸν λόγον ἀπεριόριστον, ἀλλὰ νὰ μὴ τίθενται τὰ ζητήματα τοιουτοτρόπως.
§251ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος· ἡ συζήτησις δὲν ἀποπερατοῦται πρὶν ἀγορεύσωσι πάντες οἱ ἐγγραφέντες· λοιπὸν ἐνεγράφησαν 10, 20, 30· ἐκτὸς τούτων καὶ ἄλλοι εἰμποροῦν νὰ ζητήσουν τὸν λόγον;
§252ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§253ΜΑΡΚΟΡΑΣ. Ἀλλὰ τότε δὲν θὰ τελειόνωμεν ποτέ.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν ἀνάγκην δύο ψηφολεκτῶν.
§255ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Πρὸς τί ἡ ὀνομαστικὴ κλῆσις, κ. Πρόεδρε; ποῖος ἀντέλεξε;
§256ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ. Εἶναι ἡ πρότασις τοῦ κ. Ἰακωβάτου, τὴν ὁποίαν ἐζήτησαν νὰ γείνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§257ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Εἴμεθα σύμφωνοι· εἰς κανενὸς ποτὲ δὲν ἐπέρασε τὴν ἰδέαν νὰ περιορίσῃ τὸν λόγον· αὐτὸ ἦτον ἓν ἐπιχείρημα.
§258ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν). Τότε ἂς ἀναγνωσθῇ καὶ νὰ ψηφοφορηθῇ δι’ ἀναστάσεως.
§259ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀναγνωσθεῖσαν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι) παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν καταρτίζεται ὡς ἑξῆς· «μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν καὶ ἔγκρισιν τῶν πρακτικῶν κλπ.» Ἡ Βουλὴ τὸ παρεδέχθη.
§260ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 14 τοῦ σχεδίου τοῦ Προεδρείου. «Ἄρθρον 14. Οὐδεὶς τῶν Βουλευτῶν δύναται ν’ ἀγορεύσῃ πρὶν ἢ ζητήσῃ καὶ λάβῃ παρὰ τοῦ Προέδρου τὴν πρὸς τοῦτο ἄδειαν. Τὸν ἀγορεύοντα διαδέχεται πάντοτε ὁ ἀντιλέγων κατὰ τὴν τάξιν τῆς ἐγγραφῆς του. Πᾶς Βουλευτὴς δὶς μόνον ἀγορεύει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, πλὴν ἂν ἡ Βουλὴ, ἐρωτηθεῖσα παρὰ τοῦ Προέδρου, ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν ν’ ἀγορεύσῃ καὶ ἐκ τρίτου.»
§261ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν). Ἡ 3 § νὰ διαγραφῇ, εἶναι περιορισμός· ἂς ὁμιλήσῃ ἕκαστος καὶ ἑκατοντάκις.
§262ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν 3 § τοῦ 14 ἄρθρου τοῦ σχεδίου τοῦ Προεδρείου νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται σχεδὸν ὅλοι). παρεδέχθη. — Ἡ 3 § εἶναι «Πᾶς Βουλευτὴς δὶς μόνον ἀγορεύει ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ θέματος, πλὴν ἂν ἡ Βουλὴ, ἐρωτηθεῖσα παρὰ τοῦ Προέδρου, ἐπιτρέψῃ εἰς αὐτὸν νὰ ὁμιλήσῃ καὶ ἐκ τρίτου.»
§263ΠΟΛΛΟΙ. Αὐτὸ νὰ διαγραφῇ καὶ ἑκατὸν φορὰς ἂς ὁμιλήσουν (θόρυβος).
§264ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ (ὑπουργ. δικαιοσ.). Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἀπαλειφθῇ αὐτὸ, διότι ἀντίκειται εἰς αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐδέχθημεν (θόρυβος).
§265ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι καὶ τὴν 3 παράγραφον τοῦ αὐτοῦ ἄρθρου νὰ σηκωθοῦν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§266ΣΤΡΑΤΟΣ. Ἡμεῖς ἐπιμένομεν εἰς τὸ περὶ ἀπαλείψεως, διότι ὁ λόγος εἶναι ἐλεύθερος (θόρυβος).
§267ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολλάκις σᾶς παρεκάλεσα νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε πρὸς στιγμὴν ν’ ἀκούσω τοὺς ἀπαιτοῦντας, τί θέλουν, καὶ ὅλοι ἐν γένει φωνάζουν· κατὰ συνέπειαν δὲν δύναμαι πλέον νὰ καταλάβω, τί θέλετε· ἐνδέχεται πολλάκις καὶ ἡ γνώμη μου νὰ ᾖναι ἐσφαλμένη, καὶ τότε ἐνδέχεται ὑμεῖς νὰ εἴπητε, ὅτι εἶναι ἀπὸ σκοποῦ.
§268ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι!
§269ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦτο λυποῦμαι πολὺ, ἐὰν ἤθελέ ποτε γίνει. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Βουλὴν, ὅ,τι ἔχουν νὰ μοῦ εἴπουν, νὰ προβαίνουν εἰς τὸ βῆμα, νὰ μοῦ ζητοῦν τὴν ἄδειαν νὰ μοῦ λέγουν τί ζητοῦν.
§270ΣΤΡΑΤΟΣ. Κ. Πρόεδρε! Σᾶς παρακαλῶ πρὸ ἑκάστης ψηφοφορίας νὰ ἐπιβάλητε τὴν τάξιν διὰ νὰ ἀναγνωρίζεται ποία γνώμη ὑπερισχύει.
§271ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ΚΚ. Βουλευταί! Πολλάκις τὸ εἶπον· φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ τὸ ἐπαναλαμβάνω περισσότερον· σέβομαι πρῶτον τὸν ἑαυτόν μου καὶ ἔπειτα ὅλους ὑμᾶς, καὶ δὲν πρέπει εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ἐπαναλαμβάνεται πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον δὲν πρέπει.
§272ΣΤΡΑΤΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπαναλάβετε τὴν ψηφοφορίαν.
§273ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ ψηφοφορία.
§274ΚΑΪΡΗΣ. Ἡμεῖς ἐπροτείναμεν τὴν ἀπάλειψιν, διότι φρονοῦμεν, ὅτι ὁ παράγραφος αὐτὸς ἀντιβαίνει εἰς ὅ,τι παρεδέχθημεν, καὶ ἐπιμένομεν.
§275ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἡ ἀπάλειψις ἀντιβαίνει εἰς τὸ παραδεχθὲν ἄρθρον (θόρυβος).
§276ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι! Ἐὰν δὲν ἐμμένωμεν εἰς τὰς ἀποφάσεις μας, τότε φαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει πεποίθησις· κατὰ συνέπειαν, ἐπειδὴ ἠρωτήθη ἡ Βουλὴ, ἐπειδὴ ἤκουσα νά μοι λέγουν νὰ μένῃ ὡς ἔχει, προέβημεν· διότι ὅλοι σχεδὸν ἵσταντο καὶ φωναὶ μόνον ἠκούοντο νὰ μένῃ ὡς ἔχει.
§277ΣΤΡΑΤΟΣ. Κ. Πρόεδρε! Ὡς ἐκ τῆς συγχύσεως, ἡ ὁποία προϋπῆρξε, δὲν ἠκούσθη οὔτε ἡ πρότασις ὑμῶν, οὔτε διεκρίθη τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ψηφοφορίας.
§278ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Ἀφοῦ τὸ γραφεῖον δὲν ἔχει ἀμφιβολίαν....
§279ΣΤΡΑΤΟΣ. Νομίζω, ὅτι συμβιβαζόμεθα καθ’ ὅλα, ἐὰν γείνῃ ἐκ νέου ἡ ψηφοφορία.
§280ΔΑΡΕΙΩΤΗΣ. Μάλιστα, πιστεύσατε, Κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡμεῖς δὲν ἠκούσαμεν περὶ τίνος ἐπρόκειτο (θόρυβος).
§281ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Βουλὴ παρεδέχθη ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγένετο παρακάτω!
§282ΚΑΪΡΗΣ. Μὰ δὲν ἠμπορεῖτε νὰ πᾶτε παρὰ κάτω.
§283ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ (γραμματεύς). Μὰ ὅταν δὲν ἔχετε ἐμπιστοσύνην εἰς τὸ γραφεῖον, βάλετε ἄλλους γραμματεῖς.
§284ΣΤΡΑΤΟΣ. Ὁ Κ. Πρόεδρος ....
§285ΜΑΣΤΡΑΠΑΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, Κ. Στράτε, νὰ σᾶς εἴπω κάτι τι. — Ἐὰν ἦτον σφάλμα τοῦ Κ. Προέδρου νὰ θέσῃ τὸ ζήτημα οὕτω, τότε ἄλλος ὁ λόγος· ὅταν εἰπῆτε, ὅτι ἐλύθη τὸ ἀποτέλεσμα......
§286ΣΤΡΑΤΟΣ. Λέγω, ὅτι, ὅταν ὑπάρχῃ σύγχυσις, δὲν τίθεται ζήτημα. Πρέπει νὰ γείνῃ ἑκάστη ψηφοφορία ἐν ὅλῃ τῇ ἡσυχίᾳ, διὰ νὰ ἔχωμεν τὴν συνείδησιν, τί πράττομεν.
§287ΠΟΛΛΟΙ. Παρακάτω! Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 15. Ἄρθρον 15. «Ἀπαγορεύεται εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ διακόπτωσι τοὺς ἀγορεύοντας ἢ διὰ φωνῆς ἢ διὰ χειρονομιῶν, νὰ ἐπιδοκιμάζωσιν ἢ ἀποδοκιμάζωσιν αὐτούς. Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως εἰς τοὺς ἀγορεύοντας νὰ ἐκτρέπωνται εἰς προσβολὰς προσωπικάς. Οἱ εἰς τὰς ἀπαγορεύσεις ταύτας ἀντιβαίνοντες ἀνακαλοῦνται εἰς τὴν τάξιν παρὰ τοῦ Προέδρου οἴκοθεν ἢ κατ’ αἴτησιν ἑνὸς Βουλευτοῦ.»
§288ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ τὸ ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 16 τοῦ σχεδίου. Ἄρθρον 16. «Ὁσάκις ἰσχυρίζεταί τις, ὅτι δὲν τηρεῖται ἡ ἡμερησία διάταξις, ἢ ὅτι ἔπρεπε νὰ προηγηθῇ ἡ συζήτησις ἄλλων ἀντικειμένων, ἢ ὅταν προτείνῃ τὴν ἀναβολὴν τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου εἰς ἄλλην συνεδρίασιν, ἐὰν τὰς προτάσεις ταύτας ὑποστηρίζωσι καὶ δέκα ἄλλοι Βουλευταί, ἡ Βουλὴ ἀποφασίζει πρῶτον ἐπὶ τῶν παρεμπιπτόντων τούτων ζητημάτων, καὶ εἶτα ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου.»
§289ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Μία προσθήκη ὑπάρχει κατὰ τὸ ἰδικόν μας σχέδιον, κατὰ τὴν ὁποίαν «ἡ ἡμερησία διάταξις τηρεῖται αὐστηρῶς.» Ἡ πεῖρα κατὰ τὸ παρελθὸν ἀπέδειξεν, ὅτι πολλάκις ἡ ἡμερησία διάταξις παρεβιάσθη εἴτε ἀπὸ τὸ προεδρεῖον, εἴτε ἀπὸ τὸ Σῶμα. Δι’ αὐτὸ λέγομεν ὅτι ἡ ἡμερησία διάταξις τηρεῖται αὐστηρῶς. Νομίζω, ὅτι εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§290ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα!
§291ΚΡΕΣΤΕΝΙΤΗΣ. (Ὑπουργ. Δικαιοσ.). Τὸ «αὐστηρῶς» εἶναι περιττόν.
§292ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον 16 μὲ τὴν προσθήκην αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες) Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 17 τοῦ σχεδίου. Ἄρθρον 17. «Ἐπὶ τῶν συνθέτων ζητημάτων ἡ διαίρεσις ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ προέδρου, ἀμφιβολίας δὲ οὔσης ἀποφασίζει ἡ Βουλή.»
§293ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μίαν προσθήκην προτείνω «ἡ διαίρεσις προτείνεται παρ’ ἑνὸς Βουλευτοῦ ἢ ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ προέδρου»
§294ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν τὰ ζητήματα τὰ θέτει ὁ πρόεδρος· αὐτὴ εἶναι ἡ ἀρχή· κατὰ συνέπειαν αὐτὸς θὰ κάμῃ τὴν διαίρεσιν.
§295ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δηλαδὴ ἐννοεῖται, ὅτι ὄχι μόνον ὁ πρόεδρος δύναται νὰ διαιρέσῃ τὰ ζητήματα.
§296ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα!
§297ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρ. 17 νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες) παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρ. 18. Ἄρθρον 18. «Ἂν ἡ Βουλὴ καταστῇ θορυβώδης, ὁ δὲ Πρόεδρος δὲν δύναται νὰ ἐπαναφέρῃ τὴν τάξιν, ἢ νὰ καταπαύσῃ διὰ τῆς κρούσεως τοῦ κώδωνος τὸν θόρυβον, ἀνίσταται ἀπὸ τῆς ἕδρας αὐτοῦ, καὶ προειδοποιεῖ τὴν βουλήν, ὅτι θέλει διακόψει τὴν συνεδρίασιν. Ἐὰν καὶ διὰ τούτου δὲν ἐπανέλθῃ ἡ τάξις, διακόπτει τὴν συνεδρίασιν ἐφ’ ὡρισμένην ὥραν, διαρκούσης τῆς ὁποίας οἱ Βουλευταὶ ἐξέρχονται τῆς αἰθούσης. Μετὰ τὴν παρέλευσιν δὲ τῆς προσδιορισθείσης ὥρας, ὁ Πρόεδρος συγκαλεῖ αὖθις τοὺς βουλευτὰς εἰς συνεδρίασιν.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἀναγινώσκεται τὸ ἄρθρον 19. Ἄρθρον 19. Τὸ ἀποτέλεσμα τῶν διασκέψεων τῆς Βουλῆς ἀπαγγέλλεται παρὰ τοῦ Προέδρου ὡς ἐφεξῆς· «ἡ Βουλὴ παρεδέχθη» «ἡ Βουλὴ δὲν παρεδέχθη.»
§298ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες)· παρεδέχθη.
§299ΠΟΛΛΟΙ. Ἐπέρασεν ἡ ὥρα.
§300ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, ἔχω ἓν ἔγγραφον νὰ καθυποβάλω.
§301ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον!
§302ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κηρύττω λοιπὸν ἀποπερατωμένην τὴν συνεδρίασιν. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις, ὥρα 4¼.