1864.11.10
1,479 rows · 12,513 words · 154 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 364.
Τῆς 10 Νοεμβρίου 1864.
(Τρίτη.)
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν ὑπάρχει, Κ. Πληρεξούσιοι;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Χθές, ὅτε κατέβην ἀπὸ τὸ προεδρεῖον, ἅπαντες οἱ ψηφοφορήσαντες ἦσαν 195, τὰ πρακτικὰ δὲ ἀναφέρουσιν ὅτι ἦσαν 203, λοιπὸν νὰ διορθωθῇ. Σήμερον δὲ εἶναι παρόντες 204, ὥστε διὰ νὰ γίνῃ ἀπαρτία ἀπαιτεῖται νὰ ἦναι 207, ἢ τοὐλάχιστον 205, καθὼς εἶχεν ἡ Συνέλευσις παραδεχθῆ πρότερον, ἄρα ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης (θόρυβος).
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Νικολαΐδης δὲν εἶναι κατάλληλος κριτὴς ὡς πρὸς τὴν ἀπαρτίαν. Γνωστοποιῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι δὲν ὑπολογίζεται ὁ Κ. Πέτρος Ζάνος, ὁ ὁποῖος, καθὼς γνωρίζει ἡ Συνέλευσις, δὲν ἦλθε ποτὲ καὶ δὲν ὡρκίσθη. Δὲν ὑπολογίζεται ὁ Κ. Ἀβέρωφ ὁ συνάδελφος τοῦ Κ. Χριστίδου, ὁ ὁποῖος δὲν ἦλθε, καὶ κατὰ συνέπειαν δὲν ὡρκίσθη. Δὲν ὑπολογίζεται ὁ Κ. καλλέργης, ὁ ὁποῖος δὲν ἦλθε καὶ δὲν ὡρκίσθη. Ὁ Κ. Ἀνδρίκου, ὁ ὁποῖος δὲν ἦλθε. Ὁ Κ. Βερναρδάκης τοῦ Πανεπιστημίου, ὁ ὁποῖος δὲν ἦλθεν, Ὁ Κ. Ζερβός, ὁ ὁποῖος παρῃτήθη καὶ δὲν ὡρκίσθη· καὶ ὁ Κ. Πετροκόκκινος, ὁ ὁποῖος δὲν ἦλθε καὶ δὲν ὡρκίσθη, ὥστε τὸ ὅλον εἶναι ἑπτά. Εἶναι ὁ Κωνστ. Κωστάκης, ὁ ὁποῖος ἀπεβίωσε καὶ κατὰ συνέπειαν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ, ὥστε εἶναι 8. Ὁ Κ. Πανάκης καὶ οἱ ἄλλοι εἶναι ἀφῃρημένοι ἀπὸ τὸν κατάλογον. Ὁ Κατάλογος περιέχει ἐν ὅλοις ἀριθμοὺς 427, ἀλλὰ μεταξὺ αὐτῶν εἶναι κεναὶ θέσεις πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι ἀπέθανον, ἢ τῶν ὁποίων δὲν ἔγειναν αἱ ἐκλογαί· οἱ ἀριθ-416, 410, 392, 391, 390, 350, 338, 311, 306, 301,226, 225, 112, 50, 48, 39 καὶ 28, τὸ ὅλον 17. Ἔχομεν λοιπὸν 8+17=25· ὅταν ἀφαιρέσωμεν αὐτὸν τὸν ἀριθμὸν ἀπὸ τὸν ὁλικὸν ἀριθμὸν τὸν σημειωμένον εἰς τὸν κατάλογον, ὁ ὁποῖος εἶναι 427, μένουν 402. Εἴμεθα 204, νομίζω ὅτι εἶναι ἀπαρτία. Τὸ ζήτημα τῆς ἀπαρτίας ἐξετάζεται κατὰ πᾶσαν στιγμὴν. Ὅταν ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ, ἠμπορεῖ νὰ ἀποφανθῇ, ὅτι εἶναι ἐν ἀπαρτίᾳ· ὥστε νομίζω ὅτι ἡ ἀντίῤῥησις τοῦ Κ. Γραμματέως εἶναι ὅλως διόλου ἀνυπόστατος. Λοιπὸν τὰ πρακτικὰ ἐγκρίνονται;
§5ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐνεκρίθησαν.
§7ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἀξιοπρέπεια ἡμῶν μᾶς ἐπιβάλλει, ὅτι οὐδεμία πρότασις δύναται νὰ γίνῃ δεκτὴ δι’ ἄλλου τρόπου ψηφοφορίας, εἰμὴ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§8ΛΟΥΖΗΣ. Ὑποστηρίζω καὶ ἐγώ. Ἡ τιμιότης καὶ ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Συνελεύσεώς μας ἐπιβάλλουν τὸ καθῆκον τοῦτο διὰ τὰς δυσχερεῖς περιστάσεις, εἰς τὰς ὁποίας εὑρισκόμεθα.
§9ΠΥΡΛΑΣ. Ὁσάκις ζητηθῇ.
§10ΛΟΥΖΗΣ. Ἡμεῖς προτείνομεν καὶ ἂς ἀποφασίσῃ ἡ Συνέλευσις.
§11ΔΑΓΡΕΣ. Παρακαλῶ ὅμως, Κ. Πρόεδρε, νὰ ἐπιστήσητε τὴν προσοχὴν τῶν Κ. Πληρεξουσίων νὰ μὴ ἀποχωροῦν.
§12ΛΟΥΖΗΣ. Μὰ δι’ αὐτὸ ἴσα ἴσα.
§13ΔΗΜ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Καὶ ἐγὼ ὑποστηρίζω τὴν γνώμην τοῦ Κ. προλαλήσαντος, διότι πρέπει ὅλα νὰ ἦναι καθαρά.
§14ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κ. Πρόεδρε, ἡμεῖς ἐννοοῦμεν, τινὲς τοὐλάχιστον, ὅτι εἰς τὴν δύσκολον θέσιν, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκεται ἡ Συνέλευσις, καὶ μοὶ φαίνεται πολὺ λυπηρὸν, ὅτι δὲν ἔγεινε διόλου γνωστὸν, ἐπισήμως τοὐλάχιστον, διὰ τὶ εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν δύσκολον θέσιν, ἐννοοῦμεν ὅτι ὅπως εὑρισκόμεθα δὲν πρέπει μέλη τινὰ τῆς Συνελεύσεως νὰ θελήσουν νὰ ἐκβιάσουν τὰς πεποιθήσεις τῶν ἄλλων, δηλαδὴ νὰ θέλουν νὰ ὠφεληθῶσι ἀπὸ τὰς περιστάσεις διὰ τῆς ἀποχωρήσεως αὐτῶν καὶ νὰ ματαιώσουν τὰς ἐργασίας. Αὐτὸ εἶναι σωστόν, ἀλλ’ ἐπίσης εἶναι σωστὸν καὶ ἓν ἄλλο, Κ. Πρόεδρε, ὅτι ὁ πληρεξούσιος ἐν τῇ συνεδριάσει ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπαιτῇ πλήρη ἐλευθερίαν εἰς τὴν συνείδησίν του. Ἡμεῖς λοιπὸν ἐννοοῦμεν, τινὲς τοὐλάχιστον, ὅτι ἐπειδὴ διὰ τῆς ἀπομακρύνσεως, τῶν ὅσοι δήποτε, ματαιόνονται αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως, ἐννοοῦμεν νὰ ἐξηγηθῶμεν, ὅτι προσφέρομεν τὴν συνδρομήν μας εἰς τὴν κυβέρνησιν, διὰ νὰ ψηφισθοῦν τὰ νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα ἔφερε, τὰ φορολογικὰ πρὸ πάντων. Ἐὰν αὐτὰ δυσαρεστῶσι ὁμάδα τινά, καὶ δὲν πρέπει νὰ δυσαρεστῶνται τινες, ἐὰν ὀνομάζω τοὺς ΚΚ. Ἑπτανησίους ὑπὸ τὴν γενικὴν ἔποψιν, νομίζω καλὸν ὅτι δὲν δύνανται οὔτε οἱ Κύριοι οὗτοι νὰ παραπονεθοῦν, ἄλλως ἠμποροῦμεν νὰ ἀποχωρήσωμεν ἡμεῖς, διότι πρεσβεύομεν πολλοὶ, Κύριε Πρόεδρε, ὅτι εἶναι προτιμότερον εἰς τὴν Ἑλλάδα νὰ μείνῃ εἰς αὐτὴν τὴν ἀθλίαν κατάστασιν, εἰς τὴν ὁποίαν εἶναι, παρὰ ὁ νόμος νὰ εἴπῃ ὅτι ἡ Ἑπτάνησος θὰ ἐξακολουθήσῃ διεπομένη ὅπως διέπεται μέχρι τοῦδε.
§15ΠΥΡΛΑΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ἐνδέχεται ἐν τῷ μεταξὺ νὰ ἀποχωρήσουν τινὰ πρόσωπα, καὶ ἐννοῶ τοὺς Ἑπτανησίους, νομίζω καλὸν, ὅτι ἡ Συνέλευσις νὰ ἀποφασίσῃ ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει καὶ 150 νὰ ᾖναι ἀπαρτία (θόρυβος).
§16ΒΛΑΝΤΗΣ. Κύριοι, ἐπειδὴ ὁ Κ. Βαλτινὸς ὑπέθεσεν, ὅτι κατὰ τὴν ἐπιψήφισιν τῶν φορολογικῶν νόμων τοῦ ὑπουργείου, μὲ τὰς τροπολογίας ἐννοεῖται, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἐπιφέρῃ ἡ Συνέλευσις, δύνανται νὰ ἀποχωρήσωσι καὶ νὰ δυσαρεστηθῶσι τινὲς Ἑπτανήσιοι, διαδηλῶ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ἐγὼ θέλω ὑποστηρίξει τὰ νομοσχέδια τοῦ ὑπουργείου ἐν ἀρχῇ, ἐπιφυλασσόμενος νὰ προτείνω τροπολογίας, καὶ θέλω τὰ ὑποστηρίξει καὶ διὰ τὴν Ἑπτάννησον, καὶ τοῦτο διότι, Κύριοι, ἐγὼ δὲν θεωρῶ εἰμὴ ἐν μέρει ἐκπληρουμένην τὴν ἐντολήν μου. Δὲν θὰ ἀποχωρήσω ἀπὸ τῆς Συνελεύσεως καὶ ἐπανέλθω εἰς τὴν πατρίδα μου, χωρὶς νὰ γίνῃ τοὐλάχιστον ἓν πρῶτον βῆμα πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν, ἀφοῦ τόσα ἐῤῥέθησαν, τόσα ἐσυζητήθησαν, τόσαι συκοφαντίαι ἐγένοντο καθ’ ἡμῶν, τὰς ὁποίας ἐγὼ ἐπιθυμῶ νὰ ἀποκρούσω καὶ νὰ ψεύσω, καθὼς ἐλπίζω καὶ οἱ πλεῖστοι τῶν συναδέλφων μου. Ἡ χθεσινὴ ἀποχώρησίς μου δὲν ἦτο ἀποτέλεσμα δυσαρεσκείας, διότι ἐπρόκειτο νὰ ψηφισθῶσι φορολογικοὶ νόμοι καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον. Ἡ δυσαρέσκειά μου προῆλθε μάλιστα, ἀφοῦ ἐγένετο παρὰ τοῦ Κ. Ῥεβελάκη πρότασις, ἡ ὁποία ἔτεινεν εἰς τὸ νὰ ματαιώσῃ τὰ νομοσχέδια τοῦ Ὑπουργείου, καὶ εἶδον τοὺς ὑπουργοὺς ἐνδίδοντας εἰς παράπονά τινα τῶν Ἑπτανησίων, νὰ παραγκωνίσωσι τὰς σπουδαίας προτάσεις τινῶν καὶ νὰ ἐναγκαλισθῶσι μίαν ἄλλην, τὴν ὁποίαν ἐπὶ τοῦ παρόντος δὲν εἶναι χρεία νὰ χαρακτηρίσω, ἀφοῦ αὐτὸς, ὅστις τὴν ἐπρότεινε, τὴν κατεψήφισε.
§17ΤΙΝΕΣ. Αὐτὴ εἶναι γνώμη ἰδική σου.
§18ΒΛΑΝΤΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ θεωρήσω ὅτι ἡ ἕνωσις εἶναι τετελεσμένη (καὶ τὸ λέγω τώρα, ἐνῷ ἄλλοι τὸ εἶπον ἀπὸ πρώτης ἡμέρας). Δὲν δύναται λέγω νὰ θεωρῆται ἕνωσις τετελεσμένη ἂν μὴ ληφθῶσι τὰ κατάλληλα μέτρα πρὸς τὴν ἀφομοίωσιν, ἥτις νὰ ἐκτελεσθῇ οὐχὶ διὰ τρόπου βιαίου καὶ ἐν μιᾷ μόνῃ ἡμέρᾳ, ἀλλὰ ἀναλόγως καὶ βαθμιαίως, ὡς τὰ πράγματα καὶ αἱ περιστάσεις τὸ ἀπαιτοῦσι. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν ἀρχὴν τῆς ἀφομοιώσεως καὶ μόνον ἐπεφυλάχθη νὰ ψηφίσῃ ἐξαιρέσεις, ἀφ’ οὗ ὑπάρχουσι διάφοροι προτάσεις· ἐγὼ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ συζητήσῃ ὁμοῦ μὲ τὰ νομοσχέδια τοῦ ὑπουργείου τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο τότε περὶ τῶν ἐπενεχθησομένων ἐξαιρέσεων, καὶ νὰ καταρτίσωμεν πλῆρες ψήφισμα, τὸ ὁποῖον νὰ καθιεροῖ τὴν ἀφομοίωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος.
§19ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὰ ἔχει ἡ Κυβέρνησις.
§20ΒΛΑΝΤΗΣ. Ὄχι, παρακαλῶ· ἐννοῶ ὅλας τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι ἦσαν ἐπὶ τῆς τραπέζης ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπεχώρησαν μιᾶς μερίδος οἱ πληρεξούσιοι καὶ δὲν ἀπέμεινεν ἀπαρτία ὅπως ψηφισθῶσι. Δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ, ὅτι πρέπει νὰ ἀναβάλωμεν ἐπὶ ἓν ἔτος, τὸ ὁποῖον θὰ παρέλθῃ πρὶν ἔτι συνέλθῃ ἡ βουλὴ διὰ νὰ ψηφίσῃ τὰ τῆς ἀφομοιώσεως, δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ, διότι δὲν θὰ πιστεύσω οὔτε ἐγὼ, ὅταν ἐπανέλθω εἰς τὴν πατρίδα μου, ἐφ’ ὅσον δύναμαι μὲν νὰ συνομιλῶ μὲ τὸν ἀπέναντι τῆς Λευκάδος Ἀκαρνᾶνα, δὲν θὰ ἠμπορῶ δὲ δι’ ἑνὸς μονοξύλου ἢ καὶ δι’ ἑνὸς ἵππου νὰ μεταβῶ εἰς τὴν ἀπέναντι Ἀκαρνανίαν ἄνευ διαβατηρίου καὶ ἄλλων ὑγειονομικῶν διατυπώσεων· δὲν δύναμαι νὰ ἐπανέλθω εἰς τὴν πατρίδα μου καὶ νὰ εὕρω ἰσχυούσας ἀκόμη προσωρινὰς ὁδηγίας, τὰς ὁποίας ὁ ἔκτακτος ἀπεσταλμένος ἔδωκεν εἰς τοὺς τελώνας, καὶ καθ’ ἃς ἡ Ἑπτάνησος, μέχρι τῆς ἐντελοῦς συγχωνεύσεως, θεωρεῖται τελωνιακῶς ὡς ἐπικράτεια χωριστή· δὲν δύναμαι νὰ παραδεχθῶ ὅτι ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον θὰ στέλλω εἰς Ἀθήνας καὶ θὰ λαμβάνω ἐντεῦθεν ἐπιστολὰς ὡς γίνεται καὶ εἰς τὴν ἀλλοδαπήν. Ἑπομένως σᾶς παρακαλῶ θερμῶς, καὶ τοῦτο δὲν θέλει φέρει οὐδὲν πρόσκομμα, οὐδεμίαν βραδύτητα εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν ἀναγκαίων μέσων, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ χορηγηθῶσι εἰς τὴν Κυβέρνησιν διὰ νὰ διοικηθῇ τὸ Κράτος, νὰ ἀποφασίσωμεν τὰ τῆς ἀφομοιώσεως, διότι ἐγὼ τὸ κατ’ ἐμὲ τὰς ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἐν ἀρχῇ παρεδέχθη ἡ Συνέλευσις, τὰς περιορίζω εἰς ὀλίγα πράγματα. Ἐκ τῆς νομοθεσίας δηλαδὴ παραδεχόμενος τὰς δικονομίας, τὸν ποινικὸν καὶ ἐμπορικὸν κώδικα καὶ τὸν δικαστικὸν ὀργανισμὸν καὶ ἐν γένει τὴν Ἑλληνικὴν νομοθεσίαν, φρονῶ, ὅτι μέχρι τῆς ἐπιψηφίσεως πλήρους ἀστικοῦ ἑλληνικοῦ κώδικος πρέπει νὰ διατηρηθῶσιν ἐν ἰσχύϊ ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ ὁ Ἰόνιος ἀστικὸς κώδηξ καὶ οἱ λοιποὶ οὐσιαστικοὶ ἀστικοὶ νόμοι, πρὸς δὲ νὰ διατηρηθῶσιν ἐκ τῶν περὶ εἰδικῶν ἀντικειμένων κανονιστικοὶ νόμοι ὅσοι κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν κριθῶσιν χρήσιμοι νὰ διατηρηθῶσι ἵνα μὴ παραλυθῇ ἡ ὑπηρεσία, ἵνα μὴ προσβληθῶσι τὰ δικαιώματα καὶ τὰ καταστήματα, ὡς τὸ σωφρονιστήριον, τὰ Νοσοκομεῖα, καὶ λοιπὰ καὶ δι’ ἄλλους σπουδαίους λόγους, ὡς ἐκ τούτου ἐγὼ ζητῶ νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις, ἂν θέλῃ νὰ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτά.
§21ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Τὸ σπουδαιότερον ζήτημα εἶναι τῆς φορολογίας· ἐπιθυμῶ νὰ ἀκούσω τὴν γνώμην σας ἐπ’ αὐτοῦ.
§22ΒΛΑΝΤΗΣ. Σᾶς λέγω ἐπ’ αὐτοῦ, ὅτι ἐγὼ εὑρίσκω, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ τὴν διατήρησιν τῆς εἰσπράξεως τοῦ δασμοῦ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου διὰ τὴν νῆσον Κέρκυραν δι’ ὅλον τὸ προϊὸν αὐτῆς τῆς ἐσοδείας καὶ δι’ ὅλον τὸ ἔτος 1865, ἐγὼ θεωρῶ ὅτι εἶναι ἄδικον ἐὰν θὰ ἐπιβληθῶσι διὰ τὸ ἔτος 1865 οἱ φόροι ἐπὶ τῶν οἰκοδομῶν, ἐπὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ ἄλλοι φόροι τῆς Ἑλλάδος εἰς τὴν Κέρκυραν· δὲν εἶναι δίκαιον ἡ Κέρκυρα νὰ πληρώνῃ τὸ 1 τοῖς ἑκατόν, διότι αὐτὸ δὲν εἶναι ἀληθές· εἰς τὸ τέλος τοῦ 1864 μόλις ἀρχίζει ἡ συγκομιδὴ· καθόσον δὲ ἀφορᾷ τὸν οἶνον, νομίζω ὅτι εἶναι παραπολὺ ἐπιβαρυμένος καὶ περὶ τούτου ἔκαμον λόγον καὶ εἰς τοὺς κ. κ. ὑπουργούς. Διὰ τοῦτο θέλω προτείνει, ὅτι ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, μίαν ἐλάττωσιν.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετά. Ὑπάρχει ἔκθεσις τῆς εἰσηγητικῆς ἐπιτροπῆς ἀφορῶσα τὰς δαπάνας.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Ἔπειτα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται περὶ ἐξόδων, ἀλλ’ ἐὰν ἐγκρίνετε τὴν διαχείρησίν μου.
§26Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργ. ἐξωτερ.). Κ. Πρόεδρε, ἐζήτησα τὸν λόγον.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε νὰ εἰπῆτε τίποτε;
§28Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Δὲν προτίθεμαι νὰ ὁμιλήσω ἐπὶ τῆς ἐκθέσεως τῆς ἐπιτροπῆς (γέλως.)
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ναί, ἐννοῶ.
§30Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργ. ἐξωτερ.) Ἡ ἐποχὴ αὕτη, Κ. Πρόεδρε, εἶναι τῷ ὄντι περίεργος καὶ πρωτότυπος· νομίζω δὲ ὅτι ἔχω καθῆκον πρὸς τὴν Πατρίδα μου νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν τῶν συναδέλφων μου ΚΚ. πληρεξουσίων, νὰ ἐπιστήσω τὴν προσοχὴν ὅλων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἔξωθεν τοῦ περιβόλου τούτου μᾶς ἀκροῶνται, διότι τῷ ὄντι ὄχι μόνον εἶναι περίεργος καὶ πρωτότυπος ἡ ἐποχὴ αὕτη, ἀλλὰ δύναται νὰ ἔχῃ ὀλεθρίους συνεπείας διὰ τὴν πατρίδα. Τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, Κ. Πρόεδρε, ἐννοῶ καθ’ ὅλως διάφορον τρόπον ἀφ’ ὅτι κατὰ δυστυχίαν βλέπω ὅτι τὸ ἐννοοῦσιν οἱ ἀποχωρήσαντες ἄλλοι πληρεξούσιοι· ἐννοῶ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, ὅτι ὁ λαὸς λαμβάνει ἄμεσον μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν, καὶ ἐπειδὴ ὁ λαὸς δὲν ἠμπορεῖ νὰ λάβῃ ὅλως συλλήβδην ἄμεσον μέρος εἰς τὴν Κυβέρνησιν τοῦ τόπου ἐκλέγει ἀντιπροσώπους, ἐκλέγει Βουλευτάς· ἐπειδὴ ὅλοι οὗτοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἔχουν τὴν αὐτὴν γνώμην, ἡ μερὶς τῶν πλειόνων εἶναι ἡ ἀποφασίζουσα, διότι αὕτη ἀποτελεῖ τὴν πρόληψιν τῆς συμμετοχῆς τοῦ λαοῦ εἰς τὰ δημόσια πράγματα. Συνταγματικὸν πολίτευμα ὅμως, εἰς τὸ ὁποῖον ἡ θέλησις τῶν πλειόνων εἶναι δεσμευμένη ἀπὸ τὴν θέλησιν τοῦ ἀτόμου, αὐτὸ τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα δὲν τὸ θεωρῶ γνήσιον. Τὸ ὁμολογῶ, Κ. Πρόεδρε, λυποῦμαι ἐγκαρδίως, διότι ἡ συνέλευσις αὕτη εἶναι προϊὸν ἐπαναστάσεως, γενομένης διὰ νὰ παγιώσῃ τὸ κῦρος τῶν νόμων καὶ διὰ νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἡ Συνέλευσις αὕτη ἔπρεπε διὰ τοῦτο νὰ χρησιμεύσῃ ὡς πρότυπον εἰς τὰς μελλούσας Βουλάς, ἔπρεπε νὰ δώσῃ παραδείγματα σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους· λυποῦμαι κατάκαρδα, διότι ἂν ἡ διαγωγή μας αὕτη ποτὲ ἀναφυλλισθῇ εἰς τὰ πρακτικά μας καὶ προτεθῇ νὰ χρησιμεύσῃ ὡς ὁδηγὸς τῶν μελλόντων νὰ μᾶς διαδεχθῶσι, λυποῦμαι κατάκαρδα διότι τὸ συνταγματικὸν σύστημα θέλει καταντήσει τὸ ἀσφαλέστερον παίγνιον, καὶ ἡ ἀπροκάλυπτος κιβδήλωσις τῆς θελήσεως τῆς ἀντιπροσωπείας τοῦ ἔθνους. Ἀληθῶς ἐννοεῖτε, Κ. Πρόεδρε, ὅτι τοιουτοτρόπως δὲν ἐπικρατεῖ πλέον ἡ θέλησις τῶν πλειόνων, ἀλλ’ ἐπικρατεῖ ἡ θέλησις τῶν ἀτόμων. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ θέλησις τοῦ Ἔθνους δεσμεύεται ἀπὸ τὴν θέλησιν τὴν ἰδικήν μου, φερ’ εἰπεῖν, διότι αὐτὴν τὴν στιγμὴν δύναμαι νὰ πάρω τὸν πῖλόν μου καὶ νὰ ἐξέλθω καὶ νὰ μὴ ἀφίνω ὑμᾶς νὰ ἐργασθῆτε ἂν δὲν ἐκπληρώσητε τὰς ἐπιθυμίας μου. Τοιουτοτρόπως δὲν ἐννοῶ τὸ Συνταγματικὸν σύστημα, καὶ κατὰ συνέπειαν ἀφίνω τὴν εὐθύνην εἰς πάντα ὑπαίτιον, ἀφίνω δὲ τὴν κρίσιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν μᾶς διαδεχθῇ ἐν τῷ μέλλοντι, ἀφίνω τὴν κρίσιν εἰς τοὺς κατοίκους τῆς Πρωτευούσης ταύτης καὶ εἰς τοὺς κατοίκους τῶν Ἐπαρχιῶν, οἵτινες θεωροὶ καὶ μάρτυρες τῶν γενομένων ἂς ἀποφανθῶσι ποῖος ἔχει δίκαιον καὶ ποῖος ἔχει ἄδικον. Ἐν τούτοις τώρα εὑρισκόμεθα εἰς ἀδιέξοδον θέσιν· ἡ Συνέλευσις ἐπεραίωσε τὸ Σύνταγμα καὶ τὸν περὶ ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν νόμον καὶ τὸν περὶ Δημοτικῶν ἐκλογῶν καὶ ἠδύνατο ν’ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ μέχρι τῆς στιγμῆς, κατὰ τὴν ὁποίαν θέλουσι συνέλθει αἱ Βουλαί, μεσολαβεῖ χρονικὸν διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος, πῶς θὰ κυβερνηθῇ ὁ τόπος; Θέλει κυβερνηθῇ ὑπὸ τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ συνταγματικῶς, δηλ. δυνάμει προϋπολογισμῶν καὶ φορολογικῶν νόμων; Ὁ προϋπολογισμὸς καὶ οἱ φορολογικοὶ νόμοι πρέπει νὰ ψηφισθῶσιν ἀπὸ τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους, ἵνα φέρωσιν ὅλους τοὺς τύπους τοῦ νόμου καὶ νὰ κυρωθῶσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως; Ἐὰν λοιπὸν δὲν ψηφισθῇ προϋπολογισμός, καὶ δὲν ὑπάρξῃ τοιοῦτος, καὶ ἐὰν δὲν ψηφισθῶσι φορολογικοὶ Νόμοι, πῶς θὰ εἰσπραχθῶσιν οἱ φόροι, πῶς θ’ ἀνταποκριθῇ ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς Κυβερνήσεως, ἀνάγκας ἀναποφεύκτους, ἀνάγκας τὰς ὁποίας πρέπει ν’ ἀναγνωρίσῃ πᾶς ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ὑπάρχῃ συνταγματικὸν πολίτευμα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἀνάγκας τὰς ὁποίας δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίσῃ κανείς, ὁ ὁποῖος δηλ. θέλει νὰ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν του, καὶ ὁ ὁποῖος ἔχει τὴν πεποίθησιν ὅτι ἡ Ἑλλὰς πρέπει νὰ Κυβερνᾶται συνταγματικῶς; Ἀλλὰ ὑπάρχουν διάφοροι ἰδέαι ὡς πρὸς τοὺς φορολογικοὺς Νόμους· πρέπει νὰ φορολογηθῇ τὸ πρώην Ἑλληνικὸν Κράτος; καὶ κατὰ τίνα τρόπον; πρέπει νὰ φορολογηθῇ ἡ Ἑπτάνησος; καὶ κατὰ τίνα τρόπον; Πρέπει νὰ φορολογηθῇ ἡ Ἑπτάνησος καθ’ ὃν τρόπον φορολογεῖται καὶ ἡ Ἑλλὰς καὶ νὰ ἐφαρμοσθῇ καὶ εἰς αὐτὴν τὸ ἴδιον φορολογικὸν σύστημα, ἢ θέλομεν παραδεχθῆ πλήρη ἀφομοίωσιν ἢ κατὰ μέρος; Ἑκάστη τῶν ἀποφάσεων τούτων προσβάλλει τὸ συμφέρον ἀτόμων. Λοιπόν, ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως προσβάλλῃ τὸ συμφέρον μιᾶς ὁμάδος, πέντε προσώπων, ταῦτα δύνανται νὰ ἀπέλθωσιν, ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει μείνει ἐν ἀπαρτίᾳ, φορολογικοὶ Νόμοι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ψηφισθῶσιν· ἐὰν ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ἀπαρέσῃ εἰς ἄλλο ἄτομον, ἀπέρχηται πάλιν τοῦτο καὶ δὲν ἠμποροῦν νὰ ψηφισθοῦν φορολογικοὶ νόμοι. Ἐννοεῖτε λοιπόν, Κ. Πρόεδρε, ποῦ εὑρισκόμεθα; Ἡμεῖς ἔχομεν καθῆκον νὰ διευκολύνωμεν τὴν πορείαν τῶν διαφόρων Κυβερνήσεων, ὡς Ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως διαχειριζόμενοι τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἑπομένως δὲ ὡς εἰσηγούμενοι τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ εὑρισκόμεθα εἰς αὐτὴν τὴν ἀδιέξοδον θέσιν, ἥτις μᾶς ἀπειλεῖ πανταχόθεν διὰ τῶν ἀνωτέρω ἐκτεθέντων κινδύνων. Μᾶς λέγουσιν, ἐκφρασθῆτε οἱ ὑπουργοί, μᾶς ἔλεγον χθὲς, θέλετε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥεβελάκη; καὶ ἐὰν μὲν ἐλέγομεν ὅτι θέλομεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥεβελάκη, ἀπήρχοντο οἱ ἐναντίοι αὐτῆς, καθὼς καὶ ἔγεινεν· ἐὰν ἐλέγομεν, ὅτι δὲν τὴν παραδεχόμεθα, ἀπήρχοντο οἱ ἄλλοι καὶ τοιουτοτρόπως ἤθελον διασύρει ἡμᾶς ὡς ὑπαιτίους τῆς καταστάσεως ταύτης. Μᾶς ἐπέκριναν ἀληθῶς χθὲς, Κ. Πρόεδρε, τινὲς ἐκ τῶν ἀποσυρθέντων, καὶ ἐκ τῶν παρόντων ὁ φίλος μου Κ. Βαλτινὸς, ὁ σήμερον πρὸ ἐμοῦ ἀγορεύσας, ὅτι ἐψηφίσαμεν χθὲς ὑπὲρ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ῥεβελάκη.
§31ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
§32ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε! τέσσαρες εἶναι ἡ ὥρα.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Συντομίαν συνιστῶ.
§34Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργ. ἐξωτερ.) Χθὲς ἐπροτάθη, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Ῥεβελάκη εἶναι ἀπαράδεκτος, ἐπροτάθη δηλ. ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἰς ἄλλα κοινοβούλια λέγεται qnestion prealable· δὲν ἐψηφοφορεῖτο ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ῥεβελάκη πρέπει νὰ γείνῃ παραδεκτὴ ἢ ὄχι, ἢ ἐὰν πρέπῃ νὰ τροπολογηθῇ ἄλλο τι θέμα ἀφορῶν τὴν οὐσίαν αὐτῆς, ἀλλ’ ἐὰν ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ῥεβελάκη χωρὶς νὰ θίξωμεν τὴν οὐσίαν της καὶ ἐξετάσωμεν ἂν ᾖναι καλὴ ἢ κακὴ, ἐὰν ἀντέκειτο εἰς θεμελιώδη νόμον. Ἐγὼ ὄχι μόνον ὡς ὑπουργὸς, ἀλλὰ καὶ ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου δὲν εἶχον πεποίθησιν, ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Ῥεβελάκη ἀντίκειται εἰς θεμελιώδη νόμον· ἤθελον παραβῆ τὴν συνείδησίν μου, ἤθελον ἀθετήσει τὴν ἀλήθειαν, ἐὰν ἔλεγον, ὅτι εἶναι ἀπαράδεκτος. Ἴσως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐψηφοφόρησαν τὸ ἀπαράδεκτον, ἴσως ἐννόουν, ὅτι ψηφοφοροῦσιν ἐπὶ τῆς οὐσίας αὐτῆς καὶ δὲν παραδέχονται αὐτὴν, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἠννόουν αὐτὸ, ἑπομένως ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἐπέκριναν χθὲς τὸ ὑπουργεῖον, ἦσαν ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ θέματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφοφόρουν. Σήμερον τί θέλομεν οἱ Ὑπουργοὶ; θέλομεν ἓν καὶ μόνον πρᾶγμα· νὰ ψηφισθῇ ὁ φορολογικὸς νόμος, νὰ ψηφισθῇ ὁ προϋπολογισμὸς, θέλομεν ἀπολύτως τὴν ὕπαρξιν φορολογικοῦ νόμου καὶ προϋπολογισμοῦ. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις νομίζῃ, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ φορολογικὸς νόμος, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ προϋπολογισμὸς, πρέπει νὰ μείνῃ νὰ ψηφίσῃ αὐτούς· ἀλλὰ λέγων νὰ μείνῃ, ἐννοῶ, ὅτι τὰ ἄτομα ὅλα πρέπει νὰ ὑποταχθῶσι εἰς τὴν θέλησιν τῆς πλειονοψηφίας, διότι μὴ ὑποτασσόμενα εἰς τὴν θέλησιν τῆς πλειοψηφίας, ἀναιροῦσι τὸ Σύνταγμα καὶ ἀθετοῦσι τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουν πρὸς τὴν πατρίδα καὶ πρὸς ἑαυτούς.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Λούζης.—Συνιστῶ συντομίαν εἰς τοὺς ἀγορεύοντας, ἐὰν δὲν θέλωμεν νὰ χάσωμεν ὁλόκληρον τὴν συνεδρίασιν εἰς ματαίας συζητήσεις.
§36ΛΟΥΖΗΣ. Ἡ συνετὴ καὶ πατριωτικὴ πρότασις, Κύριοι, τοῦ Κ. Βαλαωρίτη, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὁλοψύχως ὑπεστήριξα, ἔδωσεν ἀφορμὴν εἰς ἐγκλήσεις καὶ ἀντεγκλήσεις καὶ εἰς ἀπολογίας, καὶ παρεξετράπημεν ἀπὸ τὸν σκοπὸν τὸν κύριον τῆς προτάσεως ἐκείνης. Ποῦ εὑρισκόμεθα, Κύριοι, πρὸ δύο ἢ τριῶν ἡμερῶν; Τί πράττομεν; Μόλις καὶ μετὰ βίας περὶ τὴν τρίτην ἢ τετάρτην ὥραν μετὰ μεσημβρίαν δυνάμεθα νὰ καταρτίσωμεν ἀπαρτίαν, καὶ τὴν καταρτίζομεν ἀκριβῶς, Κύριοι, δὲν περισσεύει ἕνας. Ἔχομεν, Κύριοι, ὑπὸ συζήτησιν καὶ ὑπὸ ψήφισιν σπουδαῖα ἀντικείμενα· ἀδιάφορον Κύριοι, ἐπὶ τοῦ παρόντος ποία ἐστὶν ἡ ψῆφος τῆς Συνελεύσεως ἐπ’ αὐτῶν· δὲν μὲ ἐπηρεάζει καθόλου, Κύριοι, ἡ φύσις ἑνὸς ἑκάστου τῶν ζητημάτων τούτων. Θέλω συζητήσει ὡς Ἕλλην οὐχὶ ὡς Ἑπτανήσιος, οὐδόλως ἀπ’ ἀρχῆς ἐπηρεάσθην εἰς οὐδὲν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἡ Συνέλευσις ἢ μία μερὶς τῆς Συνελεύσεως ἤθελε νὰ χαρακτηρίσῃ ὡς ἁπλῶς, ὡς ἰδιαιτάτως ἑπτανησιακόν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐν ᾧ ταῦτα πρεσβεύω, ἐν ᾧ ταῦτα αἰσθάνομαι, αἰσθάνομαι ἑτέραν ἀνάγκην, τῆς τιμιότητος καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας. Κύριοι, οὐδόλως μ’ εὐαρεστεῖ νὰ ἐξέρχωμαι ἀπὸ τῆς Συνελεύσεως εἰς τὰς ἀγυιὰς τῆς πρωτευούσης καὶ νὰ ἀκούω ὅτι θεσμοθετοῦμεν ἄνευ ἀπαρτίας, καὶ οὐδόλως δύναται ν’ ἀρνηθῇ τις, ὅτι κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, κατὰ τὸν ὁποῖον δὲν ὑπάρχει περίσσευμα, δὲν πλεονάζει ὁ ἀριθμὸς, ἔπειτα ἀπὸ ἡμίσεια ὥραν δὲν ὑπάρχουσιν εἴκοσι, πενῆντα ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εὑρέθησαν κατὰ τὴν ἐκφώνησιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, ἑπομένως, Κύριοι, ἐνδιαφέρει τὴν τιμιότητα, ἐνδιαφέρει τὴν ἀξιοπρέπειαν τῆς Συνελεύσεως, ἐνδιαφέρει τὸ ἠθικὸν μέρος παντὸς θεσμοθετήματος, διότι θεσμοθέτημα, Κύριοι, ἄνευ γοητείας, ἄνευ ἠθικῆς βαρύτητος οὐδόλως ἀξίζει ἀπέναντι τῆς κοινωνίας. Ὅπως ἐξακριβοῦται λοιπὸν ἀληθῶς ἓν θεσμοθέτημα, εἶναι ἀνάγκη νὰ ψηφίζηται πᾶν θεσμοθέτημα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, ἀδιάφορον, Κύριοι, ἂν θὰ βραδύνῃ ὁ καιρός· ὄχι, ἂν ὑπάρχῃ πατριωτισμός, πρέπει νὰ μείνωμεν ἐδῶ, ἀλλ’ ἐν τούτοις πρέπει νὰ ἐξακριβοῦται ἂν ἀληθῶς παραδέχηται ἡ Συνέλευσις τὸ νομοθέτημα ἢ ὄχι. Αὕτη Κύριοι, ἦτον ἡ πρότασις τοῦ φίλου μου, τὴν ὁποίαν ἀνέπτυξα οὕτω καὶ ὑποστηρίζω, τοὐλάχιστον προτείνω νὰ ψηφοφορῶμεν τὸ σύνολον.
§37ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἄν ἐννοεῖτε τὸ σύνολον, εἴμεθα σύμφωνοι.
§38ΠΟΛΛΟΙ. Εἴμεθα σύμφωνοι.
§39ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἰς πᾶσαν περίστασιν δύνανται εἴκοσι νὰ ζητήσωσι τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν μεταβῶμεν εἰς τ’ ἀντικείμενα τῆς ἡμερησίας διατάξεως νὰ μοὶ ἐπιτραπῇ νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφόν σας ἓν νομοσχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀφορᾷ συμφέροντα πολὺ σπουδαῖα τοῦ Κράτους καὶ κατὰ τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐγερθῇ ἀντίῤῥησις· εἶναι τὸ περὶ στρατολογίας νομοσχέδιον· σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ά. ἄρθρον. «Ἡ δύναμις τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ προσδιορίζεται διὰ τὸ ἔτος 1865 εἰς 12,095 ἀξιωματικούς, ὑπαξιωματικοὺς στρατιώτας κτλ. Ἡ δύναμις τοῦ ναυτικοῦ προσδιορίζεται διὰ τὸ ἔτος 1865 εἰς 1340 ἀξιωματικοὺς ὑπαξιωματικοὺς καὶ ναύτας.» οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Ἄρθρο 2. Ἡ στρατολογία καὶ ναυτολογία προσδιορίζεται διὰ τὸ ἔτος 1865 εἰς 3000 ἄνδρας. Οἱ τρισχίλιοι οὗτοι ἄνδρες διανεμηθήσονται κατ’ ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ ὑπὸ μὲν τῶν νομαρχῶν εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὑπὸ δὲ τῶν ἐπάρχων εἰς τοὺς δήμους τοῦ Κράτους.»
§41ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Εἰς τὴν Κέρκυραν πως θὰ γίνῃ;
§42ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Διοικητικαὶ ἀρχαὶ θὰ ὑπάρχουν εἰς ὅλον τὸ Κράτος.
§43ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Λέγει ἐδῶ περὶ Νομαρχῶν.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄν τροποποιηθῇ τὸ διοικητικὸν σύστημα θὰ ᾖνε διοικητής. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ βʹ. ἄρθρον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) παρεδέχθη. Ἄρθρον 3. Οἱ ἐν τοῖς ἄρθροις 2 μέχρι τοῦ 11 συμπεριλαμβανομένου καὶ τούτου διατάξεις τοῦ περὶ στρατολογίας καὶ ναυτολογίας τοῦ 1851 ἔτους ἰσχύουσι καὶ διὰ τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν τοῦ 1865 ἔτους καθόσον αὗται δὲν ἀντιβαίνουσιν εἰς τὸν ἀπὸ 19 Μαΐου 1856 Νόμον περὶ στρατιωτικῆς ποινικῆς νομοθεσίας. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Ὡς πρὸς τὸ σύνολον θέλετε ὀνομαστικὴν κλῆσιν;
§45ΒΑΛΑΩΡΙΤΗΣ. Μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἵνα μὴ χάσωμεν τὸν καιρὸν δυνάμεθα τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ὅτε ἐπικυροῦνται τὰ πρακτικὰ καὶ λαμβάνουν κῦρος ὅλαι αἱ ἀποφάσεις, νὰ κάμνωμεν ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, περὶ τοῦ κύρους τῶν πρακτικῶν.
§47ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ὑμεῖς εἴπατε, ὅταν πρόκηται ν’ ἀκυρωθῶσι τὰ πρακτικά, δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ ἰδέα, ἡ ὁποία δὲν ἐξεφράσθη δὲν συνεζητήθη καὶ δὲν ἐψηφοφορήθη· τώρα θέλετε νὰ εἰσάξωμεν νέας νομολογίας; ἐγὼ κατ’ ἀρχὰς ἤμην ἐναντίος τῆς ἰδέας τοῦ Κ. Βαλαωρίτου, διότι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ συναισθάνηται τὴν ἀξίαν αὑτῆς· ἂν διὰ τοῦ κανονισμοῦ ὁρίζηται ἡ ἀπαρτία διὰ τὴν ψήφισιν τῶν νόμων οἱ πλεονάζοντες τῆς ἀπαρτίας, Κ. πρόεδρε, εἶναι λοιπὸν τίποτε περισσότερον· ἂν χρειάζωνται 202 αὐτὸ ἀρκεῖ, ἵνα νομοθετήσωμεν εἰς τὸ Κράτος καὶ νὰ τὸ ἐπιβαρύνωμεν μὲ φόρους μ’ ἔξοδα, ἀλλ’ ἐπειδὴ σήμερον ὅπως εἴμεθα καὶ, ἐπαναλαμβάνω, δὲν ἠξεύρω ἐπισήμως διατί εἴμεθα, οὕτω δύνανται νὰ ἐγερθῶσιν ὑπόνοιαι, ὅτι ἐξῆλθον νομοθετήματα ἀπὸ μέρους τῆς Συνελεύσεως χωρὶς νὰ εὑρίσκηται ἐν ἀπαρτίᾳ, δι’ αὐτὸ παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ Κ. Βαλαωρίτου, καὶ δι’ ἕνα ἄλλον λόγον, Κ. πρόεδρε, τὸν ὁποῖον ἀγνοεῖ ὁ Κ. Βαλαωρίτης· ἐνθυμεῖσθε τοῦ Ἰουνίου τὰ θλιβερὰ συμβάντα· τὰ μετὰ τὴν βʹ ἡμέραν λαβόντα χώραν προῆλθον μάλιστα διότι ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ὑπωπτεύσαμεν, ὅτι δὲν ἦτο νόμιμος ἡ ἀπαρτία.
§48ΛΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ. Παραδεχόμεθα τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, τότε διὰ νὰ μὴ χάσωμεν καιρὸν σᾶς ὑποβάλλω τὸ σύνολον κατόπιν.
§50ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐὰν ἐγένετο ἡ ἔνστασις, ὅτι πρέπει τὸ σύνολον παντὸς νόμου νὰ ψηφίζηται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως, δὲν δυνάμεθα εὐθὺς ἀμέσως νὰ παραδῶμεν τὴν ἀπόφασίν μας αὐτὴν, προτείνω ὅμως εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι, ἀφοῦ ἐγένετο ἡ ἔνστασις, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως νὰ ψηφοφορήσωμεν ἢ νὰ ἴδωμεν ἂν ᾖναι νόμιμος ἀπαρτία, νὰ θεωρῶνται καὶ τὰ πρακτικὰ ἀμέσως ἐπικυρωμένα.
§51ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 208, 202 εἶπον ναὶ, 5 ὄχι, εἷς ἠρνήθη ψῆφον, ὁ Κ. Ἐμπειρῖκος· ἄρα τὸ σύνολον παρεδέχθη καὶ ἐνεκρίθησαν τὰ σχετικὰ πρακτικά. Θέλετε νὰ προβῶμεν εἰς τοὺς φορολογικοὺς νόμους;
§54ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἠξεύρω ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ά ἄρθρον.
§56ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὁ φορολογικὸς νόμος μὲ τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργείου περὶ ἀφομοιώσεως ἔχει μεγάλην σχέσιν· δὲν δυνάμεθα ἄλλως πως ν’ ἀποφασίσωμεν ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ νόμου καὶ ἄλλως πως ἐπὶ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ ἰδίως εἰς τὸ ζήτημα τῆς ἐφαρμογῆς τῆς φορολογίας· ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς καθόσον ἀφορᾷ τὴν λοιπὴν νομοθεσίαν, τουτέστι τὴν διοικητικὴν, τὴν δικαστικὴν καὶ λοιπὴν, ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη ἀπὸ τῆς πρώτης Ἰουνίου, καθόσον ὅμως ἀφορᾷ τὴν ἐφαρμογὴν τῆς φορολογίας τῆς Ἑπτανήσου ἡ ἰδία Συνέλευσις παρεδέχθη νὰ παραταθῇ ὁ χρόνος τῆς ἐφαρμογῆς, ἐγὼ μὲν ἐπρότεινα τὴν ά. Ἰουνίου, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις εἶπεν ὅτι εἶναι εὐδιάθετος νὰ παραχωρήσῃ καὶ μεγαλήτερον χρονικὸν διάστημα, διὰ τὸν λόγον ὅτι ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου τοῦ 1864, ἡ ὁποία ὅμως θὰ βεβαιωθῇ καὶ θὰ εἰσπραχθῇ κατὰ τὸ 1865, τουτέστι κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, διότι τότε θὰ ἐξαχθῇ, νὰ παραταθῇ εἰς μεγαλήτερον χρονικὸν διάστημα, δὲν εἶναι λοιπὸν δίκαιον, καὶ διὰ τοῦτο ἔχουν πολὺ δίκαιον οἱ ΚΚ. Ἑπτανήσιοι, νὰ παρατείνωμεν ἀφ’ ἑνὸς τὴν φορολογίαν τοῦ ἐλαίου μέχρις, ὑποθέσατε, τοῦ Ὀκτωβρίου, καὶ ἀφ’ ἑτέρου νὰ ἐφαρμόσωμεν τοὺς ἄλλους ἀμέσους φόρους, τουτέστι τὸν φόρον τῶν οἰκοδομῶν, τὸν φόρον τῶν ἐπιτηδευμάτων, τὸν φόρον τοῦ χαρτοσήμου ἀπὸ τῆς ά. Ἰουνίου· ἑπομένως προτείνω, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐφαρμοσθῇ ἡ φορολογία τῶν ἀμέσων φόρων, τοὺς ὁποίους σᾶς εἶπον, κατὰ τὴν αὐτὴν στιγμὴν νὰ παύσῃ καὶ ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου, ἡ ὁποία γίνεται κατὰ τὸ ἰσχῦον σύστημα· καὶ νομίζω τὸ καλλίτερον σημεῖον εἶναι ἡ α. Σεπτεμβρίου τοῦ 1865· ἀπ’ ἐκείνης τῆς ἐποχῆς ἐφαρμόζονται ὅλοι οἱ φορολογικοὶ νόμοι οἱ ἄμεσοι, τοὺς ὁποίους σᾶς ἀνέφερα, δὲν ὁμιλῶ περὶ τῶν δημητριακῶν καρπῶν· διὰ τῆς εἰσπράξεως, εἶπον καὶ τότε, τοῦ φόρο τοῦ ἐλαίου, διὰ τὸ ἔκτακτον τῆς ἐφετεινῆς ἐσοδείας ζημιοῦται τὸ δημόσιον ταμεῖον ἐπὶ πολὺ. Τὸ ὑπουργεῖον κατὰ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλε, προβαίνει καὶ μακρύτερα καὶ εὑρίσκει πολὺ δικαιολογημένην τὴν ἐπέκτασιν, δηλαδὴ ἂν παραδεχθῆτε καὶ τὴν μὴ ἐφαρμογὴν τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας, τουτέστι κατὰ τὴν πρότασιν τὴν ὁποίαν ὑπέβαλλε, ἂν παραδεχθῆτε καὶ τροποποίησιν τοῦ τρόπου ὡς πρὸς τὰς εἰσπράξεις τοῦ φόρου τοῦ ἐλαίου, διότι καθὼς παρετήρησαν, οἱ Κύριοι Ἑπτανήσιοι ἤθελεν εἶσθαι ὀχληρὸν νὰ τρέχωσι οἱ ἐνοικιασταὶ εἰς τὰ ἐλαιοτριβεῖα. Ἑπομένως καὶ αὐτὴ ἡ παράλειψις δικαιολογεῖται πληρέστατα, ἂν θέσωμεν ὡς σημεῖον τῆς φορολογίας τῶν ἀμέσων φόρων τὴν πρώτην Σεπτεμβρίου, μέχρις ἐκείνης τῆς ἐποχῆς νὰ ἰσχύωσιν ὅλοι οἱ φορολογικοὶ νόμοι, οἱ ὁποῖοι καὶ πρότερον ἴσχυον εἰς τὴν Ἑπτάνησον· ἐννοεῖται δὲ, ὅτι θὰ φορολογηθῇ καὶ τὸ ἔλαιον καὶ ἡ σταφὶς κτλ. τὰ σπουδαιότερα εἰσοδήματα τῆς ἐπικρατείας ἐκείνης. Ἑπομένως προτείνω, ὅπως ἡ ἐφαρμογὴ τῶν φορολογικῶν νόμων ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς πρώτης Σεπτεμβρίου 1865.
§57ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον καὶ δὲν βλέπω διὰ τί συγχέετε τὸ ἓν ἔτος μὲ τὸ ἕτερον· τὸ 186 Κύριοι, εἶναι ἔτος αὐτοτελὲς, ἔχει δαπάνας, ἔχει ἔσοδα· ἡ ἑπτάνησος κατὰ τὸ 1864 ἔκαμε δαπάνας καὶ ὀφείλει νὰ τὰς πληρώσῃ ἀπὸ τὸ εἰσόδημά της, τὸ ὁποῖον εἶναι κανονισμένον κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους· τὸ ἔλαιον τοῦ 1864 εἶναι ἔσοδον, τὸ ὁποῖον θὰ πληρώσῃ τὰ ἔξοδα τοῦ 64 (θόρυβος). Μάλιστα, Κύριοι. Ἀρνεῖσθε, ὅτι τὸ 64 ἔχει δαπάνας, ὁποίας εἶχε τὸ 63 καὶ τὸ 62; Πόσα ἐδαπάνησε; 4 ἑκατομμύρια, χρεωστεῖ νὰ τὰ πληρώσῃ ἀπὸ τὸ σχετικὸν εἰσόδημα· καὶ ἐὰν τὸ 65 ἔχῃ ὀλιγώτερα ἔσοδα καὶ περισσότερα ἔξοδα, τὸ κράτος ὀφείλει νὰ τὰ ἀναπληρώσῃ. Δὲν βλέπω λοιπὸν ἐγὼ ἐνταῦθα τὴν σύγχυσιν. Εἰμποροῦν νὰ ἀντιτείνουν, ὅτι τὸ ἔλαιον, ἐπειδὴ φορολογεῖται κατὰ τὴν ἐξαγωγήν, πῶς θὰ τὸ διακρίνωμεν; Αὐτὸ εἶναι ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· εἰς αὐτὴν ἀνήκει νὰ εὕρῃ τὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον θὰ πληρώσουν τὸν φόρον τοῦ ἐλαίου ἐκεῖνοι· Ἡμεῖς ἐσυνάξαμεν τὸ εἰσόδημα τῆς σταφίδος, ὅταν ἔμεινεν ἐντὸς τῆς ἐπικρατείας μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἔτους, καὶ ἡ σταφὶς τοῦ 51 ἐξῆλθεν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα μετὰ δύο χρόνους, καὶ ἐν τούτοις ἐπλήρωσε τὸν φόρον τοῦ 51, διότι ἡ σταφὶς ἐπλήρωνεν εἰς τὴν ἐξαγωγήν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἔργον ἰδικόν σας, εἶναι ἔργον τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· διατί λοιπὸν συγχέετε τὸ εἰσόδημα τοῦ ἑνὸς ἔτους μετὰ τοῦ ἄλλου; Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ νομοσχέδιον, ὅπως ὑπεβλήθη ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου, εἶναι καλῶς συντεταγμένον, διότι τὸ ὑπουργεῖον λέγει, ὁ φόρος τοῦ 64 θέλει πληρωθῆ ἐπὶ τῇ βάσει τῶν κειμένων νόμων ἐν τῇ Ἑπτανήσῳ, τουτέστι 18%. (θόρυβος).
§58ΣΠ. ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, πόσα ἐῤῥέθησαν, ὅτε ἦλθεν ἐν τῷ μέσῳ τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως· ἦτο τότε τὸ ζήτημα τοῦτο ὅλως ἀπροσδόκητον δι’ ἡμᾶς, οὔτε κἂν ἐφαντάσθημεν, ὅτι ἠθέλομεν εὑρεθῆ εἰς τόσον ἐλεεινὰς συζητήσεις περὶ Ἑπτανήσου, ὕστερον ἀπὸ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν ἐγένετο ἡ ἕνωσις, καὶ μὲ τὰ αἰσθήματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἤλθομεν ἐνταῦθα· ἀλλ’ ὁ σκοπὸς, δι’ ὃν ἦλθε τὸ ζήτημα ἐκεῖνο, ὅλοι τὸν γνωρίζουν, εἶναι πασίγνωστος καὶ εἶναι περιττὸν νὰ τὸν ἀναφέρω. Πρέπει, ἔλεγον, νὰ γίνῃ ἡ ἀφομοίωσις· καὶ διατὶ; διότι πρὸ πάντων οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν θέλουν νὰ πληρώσουν, καὶ δὲν θέλουσι νὰ συντελέσουν εἰς τὸν σκοπὸν, δι’ ὃν ἦλθον. Ἀλλὰ, Κύριοι, πρέπει νὰ συζητήσωμεν μὲ ψυχρότερον αἷμα· διότι, βλέπω, ὑποστηρίζετε ἀρχὰς πολιτικὰς, τὰς ὁποίας ἡμεῖς δὲν συμμεριζόμεθα. Δὲν εἶναι ἀληθὲς, ὅτι οἱ Ἑπτανήσιοι δὲν θέλουν νὰ πληρώσουν, θέλουν νὰ πληρώσουν καὶ πληρώνουν περισσότερα (θόρυβος). Δὲν πρόκειται, Κύριοι, περὶ κανενὸς συμφέροντος σημαντικοῦ, θετικοῦ, ὡρισμένου τῆς ἐπικρατείας· καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸ σύστημα εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι ὁ κάτοικος Ἑπτανήσιος πληρώνει περισσότερα τοῦ κατοίκου τῆς πρῴην Ἑλλάδος. Ἂν ἐπισπεύσητε τὴν ἐφαρμογὴν τῆς νομοθεσίας, πιστεύσατε ὅτι τοῦτο θέλει ἔχει δυσάρεστους συνεπείας, ἀνεξαρτήτους τῆς θελήσεως ἡμῶν· ἡμεῖς ὀφείλομεν νὰ μὴ κάμωμεν τίποτε ἄλλο...... Δὲν ἤλθομεν ἐνταῦθα ζητοῦντες ἀπαλλαγὴν φόρων, ἀπεδείχθη ὅτι πληρώνομεν 18 δραχμὰς κατ’ ἄτομον, τοῦτο μόνον σᾶς λέγομεν ὅτι ἐπειδὴ οἱ Ἑπτανήσιοι συνείθιζαν νὰ φορολογῶνται κατὰ τρόπον, ὁ ὁποῖος δὲν συμφωνεῖ καθόλου μὲ τὸν Ἑλληνικὸν, σᾶς παρακαλοῦμεν, ἐπειδὴ ὁ τρόπος αὐτὸς δύναται νὰ φέρῃ δυσαρέστους συνεπείας εἰς τὴν Ἑπτάνησον, νὰ παρατείνητε αὐτὸν ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ πρώτη Βουλή· ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ δύναται νὰ σκεφθῇ ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις, νὰ συσταθῶσιν ἐπιτροπαὶ, ἵνα λάβωσι ὑπ’ ὄψιν καὶ τὸ ἓν καὶ τὸ ἄλλο σύστημα, καὶ νὰ στείλῃ καὶ ἕνα ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος νὰ γνωρίζῃ τὸν τόπον, ὅστις διὰ πολλοὺς εἶναι, Κύριοι, Κινέζικος· καὶ ὁ Κ. Σωτηρόπουλος καὶ Κινέζος ἐὰν ἦτον δὲν ἤθελε σκεφθῆ οὕτω πως περὶ Ἑπτανήσου. Δὲν πρέπει, Κύριοι, προκειμένου περὶ φορολογίας, νὰ γνωρισθῇ αὐτὸς ὁ τόπος, νὰ ἰδῇ ποία εἶναι ἡ κατάστασίς του, ποία ἡ κοινωνία, ποῖα τὰ μέσα του, ποῖαι αἱ ἰδέαι του, καὶ ἔπειτα νὰ διαγραφῇ ἓν σχέδιον περὶ φορολογίας εἰς ὅλον τὸ Κράτος; Βλέπε ε, Κύριοι, ἐὰν θελήσητε νὰ ἀφαιρέσητε τόσον ἀπὸ τὸ λάδι, τόσον ἀπὸ τὸ κριθάρι, νομίζω, ὅτι εἶναι πράγματα, ἀπὸ τὰ ὁποῖα δὲν κερδίζετε πολύ· ἐὰν θελήσητε νὰ ἐφαρμόσητε τὴν φορολογίαν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, σᾶς εἶπε καὶ ὁ ὑπουργὸς, ζημιοῦτε τὸ ταμεῖον, διότι, ἐὰν μείνῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ὁποῖον εἶναι, θὰ λάβητε ἐννεακοσίας χιλιάδας δραχμῶν πλέον, ἐνῷ ἂν εἰσαχθῇ τὸ τῆς πρώην Ἑλλάδος θὰ ἔχωμεν ἐννεακοσίας χιλιάδας δραχμ. ὀλιγώτερον. Ἐπειδὴ ὁ τρόπος οὗτος τῆς φορολογίας εἶναι συνήθης καὶ ἐπειδὴ κατ’ αὐτοῦ παράπονα δὲν ἐγέρθησαν, ἀφήσατε ἕως ὅτου ἔλθῃ ἡ νέα Βουλὴ, ἥτις μέλλει νὰ κανονίσῃ τὰ περὶ φορολογικοῦ συστήματος.
§59ΔΑΓΡΕΣ. Ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι ὁ Κ. Μεταξᾶς ἤθελεν ἀποδεχθῆ τὸ προταθὲν ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου σχέδιον τῆς φορολογίας καὶ τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν θέτει ἐπὶ τοῦ φόρου τῶν ἀδελφῶν Ἑπτανησίων, ἐπίστευον δὲ, ὅτι ἤθελον εὐχαριστήσει ἡμᾶς ἀποδεχομένους τὴν πρότασιν, ὡς καὶ οἱ λοιποὶ ἀντιπρόσωποι τῆς Ἑπτανήσου, ἀλλ’ ὁ κ. Μεταξᾶς ἐχαρακτήρισε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ μὲ ἄλλας χρείας, τὰς ὁποίας ὑποθέτει ὅτι αὐτὸς ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου δὲν ἀσπάζεται· ἂν μελετήσητε, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου διὰ τοῦ ἐπιβληθέντος συστήματος οὐδόλως ἐπιβαρύνεται, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ ἀρνηθῇ ὁ Κ. Μεταξᾶς, ὅτι ἡ γεωργικὴ τάξις, ἡ ἐργατικὴ δὲν ἐπιβαρύνεται, διότι δὲν ἐξάγει πολλὰ, ἑπομένως ἐὰν θέλῃ νὰ φορολογήσῃ οἱανδήποτε ἐπικράτειαν, πρέπει νὰ πεισθῇ ὅτι θὰ ἦναι ὅλως ἀνεπαίσθητος ἡ φορολογία.
§60ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐδῶ πληρόνει 4 καὶ 20 εἰς τὸν ἔγγειον φόρον.
§61ΔΑΓΡΕΣ. Τὸ ἔλαιον πληρόνει δι’ ἔγγειον φόρον δρ. 5, 4 δρ. καὶ 90 λεπτὰ ἀκριβῶς.
§62ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Τὸ λέγει ὁ Κ. ὑπουργός.
§63ΔΑΓΡΕΣ. Σφάλλει κατὰ τοῦτο, διότι πληρόνει καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον καίει εἰς τὰ ἐλαιοτριβεῖα, ἐνῷ εἰς τὴν Ἑπτάνησον πᾶν ὅ,τι καταναλίσκεται ἐντὸς τοῦ τόπου, δὲν πληρόνει. Πληρόνουν τὰ σῦκα τῆς πατρίδος μου τῆς Μεσσηνίας δι’ ἔγγειον φόρον κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν 18 δρ. ἡ χιλιάς, καὶ ἡ χιλιὰς πωλεῖται 120 ἢ 130 δρ. τὸ πολύ, 12 0/0, καὶ δὲν πληρόνει μόνον ἔγγειον φόρον 12%; ἀλλ’ ἔχει καὶ ἕνα ἄλλον φόρον, δικαίωμα ἐπικαρπίας, πόσον νομίζετε; 50% (θόρυβος), θὰ σᾶς τὸ ἀποδείξω, διότι δι’ αὐτὸ ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ θὰ παρακαλέσω, ἡ Συνέλευσις ν’ ἀποδώσῃ δικαιοσύνην εἰς τὸ δικαίωμα· καὶ ὅτε ἐσυζητεῖτο ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ 63, ἔφερον τὴν πρότασιν, καὶ ἡ Συνέλευσις δὲν ἀπεδέχθη αὐτὴν ὁλοσχερῶς, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπένειμε δικαιοσύνην εἰς ἕνα λαὸν ἐργατικὸν, λαὸν ἀναβαίνοντα εἰς 40,000 ψυχῶν καὶ ὑποφέροντα κατ’ ἔτο, 1 ἥμισυ ἕως 2 ἑκατομμύρια εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον. (θόρυβος).
§64ΤΙΝΕΣ. Δὲν πρόκειται περὶ αὐτοῦ.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, μὴ περιορίζητε τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§66ΔΑΓΡΕΣ. Ὅ,τι κατεκρίναμεν εἰς τοὺς ἀποχωρήσαντας, μὴ τὸ κάνωμεν παρακαλῶ, οὔτε νὰ μιμηθῶμεν τὴν ἔνδοξον πορείαν των. Λοιπὸν λέγω, ὅτι δὲν δύναται ὁ Κ. Σ. Μεταξᾶς νὰ παραπονεθῇ, ὅτι ὁ φόρος αὐτὸς εἶναι ἐπαχθὴς, καὶ ὅτι ἡ ἐπιβολὴ αὐτοῦ θὰ ἔχῃ συνεπείας δυσαρέστους. Ὅταν λοιπὸν, κύριοι, διὰ τὰς κυρίας προσόδους τῆς Ἑπτανήσου ἀφήσωμεν τὸ αὐτὸ σύστημα, ἤτοι νὰ φορολογῶνται κατὰ τὴν ἐξαγωγὴν, καὶ ὅταν ἀφήσωμεν ἀφορολογήτους τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, τὰς ἀμπέλους· ἐν Ἑλλάδι εἶναι ἐπαχθεῖς οἱ φόροι τῶν δημητριακῶν καρπῶν, οἱ ὁποῖοι βεβαιοῦνται καὶ εἰσπράττονται δι’ ἐνοικιάσεως. Αὐτοὺς δὲν ἐζητήσαμεν νὰ τοὺς ἐπιβάλωμεν, διότι ἓν σύστημα τὸ ὁποῖον εἶναι κατακριτέον ἐν Ἑλλάδι δὲν ἠθελήσαμεν νὰ τὸ ἐπιβάλωμεν εἰς ἐσᾶς. Ἀλλ’ ἀφοῦ ἀφίνομεν τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς καὶ τὴν ἐν γένει κατανάλωσιν τῶν προϊόντων ἀφορολόγητον, δὲν θέλετε νὰ παραδεχθῆτε νὰ στερεωθῇ ὁ νόμος περὶ οἰκοδομῶν, τὸν ὁποῖον ἐφαρμόσαμεν καὶ ἡμεῖς διὰ πρώτην φοράν; Γνωρίζω ὅτι ἡ Συνέλευσις πέρυσιν ἐψήφισεν αὐτὸν τὸν φόρον. Καὶ ἐπιβάλλομεν φόρον καὶ τὰς κατοικουμένας παρὰ τῷ ἰδιοκτητῶν οἰκίας, διὰ νὰ ἐλαφρυνθῇ ἡ παραγωγικὴ τάξις. Εἶναι ὁ φόρος τοῦ χαρτοσήμου καὶ νομίζετε ὅτι θὰ ἦναι ἐπαχθὴς εἰς τὸν φορολογούμενον λαόν; Εἶναι ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων καὶ νομίζετε ὅτι εἶναι ἐπαχθής; Ἠμπορεῖ νὰ ἦναι τοιοῦτος μόνον εἰς δικηγόρους. Δὲν πιστεύω ποτὲ νὰ ἐπιβαρυνθῇ ὁ λαὸς μὲ αὐτόν. Αὐτοὶ εἶναι οἱ φόροι, τοὺς ὁποίους διὰ πρώτην φορὰν θέλομεν νὰ ἐπιβάλωμεν εἰς Σᾶς. Ἀφοῦ εἴπομεν ὅτι δὲν σᾶς ἐνοχλοῦμεν παντάπασι κατὰ τὴν παραγωγήν, ὅτι ἀφίνομεν νὰ ἔχῃ ὁ γεωργὸς καὶ τὴν κριθὴν του, τὸν σῖτόν του, τὸ χόρτον του καὶ λοιπὰ ἐγχώρια προϊόντα, ἅτινα καταναλίσκει ἀφορολόγητα, ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τί εἶναι ὁ φόρος τοῦ οἴνου; τριῶν δραχμῶν δι’ ἑκάστην βαρέλιαν. Ὁ Κ. ὑπουργός, μοῦ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν ὅταν ἤμην ἐναντίος, καὶ τώρα εἶμαι ἐναντίος, ὅτι εἶναι ἐλαττωματικὴ ἡ φορολογία, διότι 5 δραχμὰς πληρώνει ὁ πρῴην Ἕλλην ἐπὶ τῆς παραγωγῆς τοῦ ἐλαίου, φορολογουμένου καὶ ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τρώγει. Εἶναι λοιπὸν ἀνισότης· ἀλλ’ ἐπειδὴ θέλομεν ἡ ἀνισότης αὐτὴ νὰ μὴ καταντήσῃ σκανδαλώδης, ὅπως πρό τινων ἡμερῶν κατήντησε, θέλομεν ἡ ἀφομοίωσίς τις Ἑπτανήσου νὰ τελεσθῇ πανηγυρικῶς ἐν ἀγάπῃ καὶ ἀδελφότητι καὶ ἁρμονίᾳ· καὶ ἐξ ἡμῶν αὐτῶν ἔγινε πανηγυρικῶς, καὶ εὔχομαι καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ἦναι πρόξενος μεγάλων καλῶν εἰς τὸν τόπον· οὐδεμίαν στιγμὴν ἐβλασφήμησα τὴν ἕνωσιν αὐτήν, εὔχομαι μάλιστα νὰ εὑρεθῶ εἰς θέσιν τοιαύτην καὶ δι’ ἄλλας ἐπαρχίας. Ἐπιφυλάσσομαι εἰς τὰ καθέκαστα νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν σχετικὴν μὲ τὸ ζήτημα.
§67ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶναι ζαλισμένον τὸ κεφάλι μου, Κύριοι, καὶ συγχισμέναι αἱ ἰδέαι μου, μὴ περιμένετε ν’ ἀκούσητε σειρὰν ἀπὸ τὸν λόγον μου, εἶναι ἡ τάσις τῶν πραγμάτων τοιαύτη, ὥστε νὰ μὴ ἐννοώμεθα μεταξύ μας, καθὼς πρὸ ὀλίγου δὲν ἐννόησα τὸν Κ. Δαγρὲ ἀναβάντα εἰς τὸ βῆμα νὰ ὁμιλήσῃ τὰ ἐναντία ἀφ’ ὅτι ἄλλοτε ὑπεστήριζεν ἐπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ζητήματος.
§68ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ εἶμαι συνεπὴς εἰς ὅ,τι εἶπα, ἐπικαλοῦμαι τὰ πρακτικά, Κύριε Πρόεδρε.
§69ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶπον καὶ ἄλλοτε, ὅτι καὶ πολλοὶ ἄλλοι δὲν κατώρθωσαν νὰ μὲ ἀποδείξουν εἰς ἀντίφασιν· δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ τὸ κατορθώσῃ ὁ Κ. Δαγρές. Κατὰ τὴν περίστασιν, καθ’ ἣν ὡμίλησεν ἄλλοτε ὁ Κ. Δαγρές, ἐνθυμεῖσθε πόσους ἐπαίνους ἔκαμε πρὸς τοὺς ἀντιπροσώπους τῶν Ἑπτανησίων θέλων νὰ ὑποστηρίξῃ τὸ ὑπάρχον σύστημα φορολογίας ἐν Ἑπτανήσῳ, διότι τὸ σύστημα ἐκεῖνο δὲν ἐπιβαρύνει τὸν λαόν, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν κτήματα· σήμερον ἐξ ἐναντίας ἔρχεται καὶ μᾶς λέγει ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα μᾶς εἶπε καὶ τὰ ὁποῖα δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω, διὰ νὰ μὴ ἐπασχολῶ ἐπὶ ματαίῳ τὴν Συνέλευσιν, καὶ ὅστις λάβῃ τὴν τότε τοῦ Κ. Δαγρὲ καὶ τὴν σημερινὴν θὰ ἐννοήσῃ τὴν ἀντίφασιν. Καὶ πόθεν τοῦτο; Ἂς ὁμιλήσωμεν καθαρά. Δὲν ἐλάβομεν, καὶ λέγω δὲν ἐλάβομεν, διότι καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι εἴμεθα μέλη ἀναπόσπαστα τῆς Ἑλλάδος, καὶ κανεὶς δὲν ἠμπορεῖ νὰ μᾶς ἀποχωρήσῃ· δὲν ἐλάβομεν τὸ θάῤῥος νὰ κυττάξωμεν μετὰ θάῤῥους τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ τὸ ψεῦδος. Εἰς τὸ λάθος τοῦτο ὑπεπέσαμεν ὅλοι οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑλλάδος, καί τοι δὲν κατατάσσομαι μεταξὺ τῶν πολιτικῶν· ἀλλ’ ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως εὑρισκόμενοι, λεγόμεθα τοιοῦτοι· εἰς τὸ ἁμάρτημα τοῦτο ὑπεπέσαμεν, διότι δὲν ἐτολμήσαμεν νὰ κυτάξωμεν τὸ ψεῦδος κατὰ πρόσωπον καὶ νὰ κυτάξωμεν θαῤῥαλέως τὴν ἀλήθειαν. Ὁ Κύριος Δαγρὲς τὴν ἄλλην φορὰν ὅταν ἦτο ὑπὲρ τοῦ ζητήματος τῆς ἀφομοιώσεως, ὅταν παρουσιάζετο μία πρότασις, ἥτις διὰ πολιτικοὺς σκοποὺς ἔθιγε τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως, παρουσίασεν ἐνώπιον τοῦ λαοῦ τοῦ πρώην Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἰδίως ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ τῶν Ἀθηνῶν, ὅτι ἡ Ἑπτάνησος δὲν εἶναι ἀφορολόγητος μόνον, ἀλλὰ καὶ οὔτε θέλει νὰ πληρώσῃ φόρους, ὁ Κ. Δαγρὲς ἔλαβε τὸ θάῤῥος τότε νὰ ἀντιτάξῃ καὶ νὰ εἴπῃ, ὅτι εἶναι ψεῦδος· σήμερον ὅμως ἀπεχώρησεν ἓν μέρος τῆς Συνελεύσεως ταύτης, ἡ ἀντιπολίτευσις, καὶ ὑπάρχει τὸ φόβητρον, ὅτι θὰ ἁπλωθῶσιν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ θὰ κηρύξωσι, ἰδοὺ ἡ Συνέλευσις, ἡ Κυβέρνησις ἄφησε τοὺς Ἑπτανησίους ἀφορολογήτους· τὸ ψεῦδος λοιπὸν τοῦτο θέλομεν νὰ καταστρέψωμεν οὐχὶ διὰ τῆς ἀληθείας, ἀλλὰ δι’ ἑνὸς ἄλλου ψεύδους, καὶ νὰ εἴπωμεν οὕτως ἔχει τὸ πρᾶγμα, καὶ εἰς τὸ ἁμάρτημα τοῦτο, ἂς μοὶ τὸ ἐπιτραπῇ νὰ τὸ εἴπω, ὑπέπεσε καὶ τὸ ὑπουργεῖον. Ἐὰν νῦν ἐκφέρω λόγους ἀντιπολιτεύσεως, μὴ παρεξηγηθῶ· εἶμαι ὑπουργικός, διότι εἶμαι τῆς ἰδέας, ὅτι πρέπει νὰ ὑποστηριχθῇ μία Κυβέρνησις ἐν Ἑλλάδι, καὶ μάλιστα εἰς τὰς παρούσας στιγμάς. Εἰς τὸ λάθος τοῦτο ὑπέπεσε καὶ τὸ ὑπουργεῖον νὰ φέρῃ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως πρότασιν, ἥτις ἀναχωρεῖ ἀπὸ τὴν πρότασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν ἐγκατέλειψεν ἡ ἀντιπολίτευσις, τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Δεληγεώργη, ὅτι ἀπὸ τῆς 1 Ἰανουαρίου 1865 ἅπασα ἡ Ἑλληνικὴ νομοθεσία θέλει ἐφαρμοσθῆ ἐν Ἑπτανήσῳ, διὰ νὰ πολεμήσωμεν τὸ ψεῦδος μὲ τὸ ψεῦδος.
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κ. Λομβάρδε, νὰ περιορισθῆτε εἰς τὴν φορολογίαν.
§71ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐκεῖ εἶμαι.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις περὶ ἀφομοιώσεως δὲν συζητεῖται τώρα.
§73ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν λέγω, καθὼς εἶπε πρὸ μικροῦ ὁ Κ. Βαλτινός, μὴ κυτάζῃς τὸ ὡρολόγιον, διότι φεύγω· ἀλλὰ λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ ἐλευθερία λόγου.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σᾶς περιορίζω διόλου.
§75ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔρχεται ἡ πρότασις αὐτὴ, καὶ ἡ πρότασις αὐτὴ ὀφείλει νὰ συζητηθῇ κατὰ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν εὑρισκόμεθα μόλις καὶ μετὰ βίας ἐν ἀπαρτίᾳ μετὰ τὴν ἀποχώρησιν τῆς ἀντιπολιτεύσεως. Ποία εἶναι ἡ θέσις μας ὅλων, Κύριοι; Πολλάκις εἴπομεν, ὅτι ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου δὲν ἐσεβάσθη εἰς τὸ βῆμα τοῦτο· πολλάκις εἴπομεν, ὅτι αἱ ἀποφάσεις τῆς πλειοψηφίας δὲν ἐσεβάσθησαν ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δικαίως παρετηρήσαμεν, ὅτι διὰ τῶν γεγονότων τούτων καταστρέφεται ἡ βάσις τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Ἀλλὰ ποῦ εἴμεθα σήμερον; παρεκτὸς τῶν δύω περιπτώσεων εἴμεθα εἰς τὴν θέσιν, καθ’ ἣν ἡ συνείδησίς μας δὲν εἶναι ἐλευθέρα (θόρυβος). Ἐγὼ τὸ λέγω, διότι τὸ αἰσθάνομαι καὶ ἔχω τὴν εἰλικρίνειαν νὰ τὸ ἐκφρασθῶ, ἡ συνείδησίς μας δὲν εἶναι ἐλευθέρα· μόλις δύω δύνανται νὰ σηκωθοῦν καὶ νὰ μοῦ εἴπωσιν ἢ μετατρέπεις τοὺς στοχασμούς σου, ἢ ἀποχωρῶ καὶ ἀφίνω τὴν Συνέλευσιν χωρὶς ἀπαρτίαν. Καὶ στοχάζομαι, ἂν μείνῃ ἡ Συνέλευσις αὐτὴν τὴν στιγμὴν χωρὶς ἀπαρτίαν, ὅτι εἶναι ἔγκλημα ἐνώπιον τοῦ ἔθνους. Ἰδοὺ λοιπὸν δεδεσμευμένη ἡ συνείδησίς μου.
§76ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Ζητῶ τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε (γέλωτες).
§77ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως, Κύριοι, καὶ δι’ ἐμὲ ζήτημα εἶναι ποῖον θέλει εἶσθαι τὸ καθῆκόν μας· τὸ καθῆκόν μας εἶναι νὰ μείνωμεν νὰ συζητήσωμεν, καθὼς συζητοῦμεν, καὶ νὰ ἀποφασίσωμεν, καθὼς ἀποφασίζομεν, ἐνῷ ἓν μέρος τῆς Συνελεύσεως διαμαρτύρεται διὰ τὰς συνεδριάσεις μας, ἐνῷ καὶ ἡμεῖς οἱ ἴδιοι ἂν δὲν τὸ ὁμολογήσωμεν, εἶναι πλέον παρὰ ἀποδεδειγμένον, ὅτι δὲν ἔχομεν τὴν ἐλευθερίαν τῆς συνειδήσεως, ποῖον εἶναι, λέγω, καλλίτερον; νὰ ἐξακολουθήσωμεν τὰς συζητήσεις, ἃς ἐξακολουθοῦμεν, ἢ νὰ μαζευθῶμεν ὅλοι καὶ νὰ συσκεφθῶμεν ὡς ἀδελφοὶ, χωρὶς πείσματα, καὶ χωρὶς ὁ ἕνας νὰ ζητῇ νὰ ἐπιβάλλῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ ἄλλου διὰ τοῦ ἀποχωρισμοῦ, καὶ νὰ εὕρωμεν τί μᾶς ὑπαγορεύει ἡ σημερινὴ θέσις τῆς πατρίδο; Ἀλλ’ ὅπως δήποτε αἱ συζητήσεις προχωροῦν, αἱ ἀποφάσεις πρόκειται νὰ γείνωσιν ἐπὶ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ὅλοι ἐξεφράσαμεν τὰς ἰδέας μας, καὶ δὲν θέλω τεθῆ εἰς ἀντίφασιν. Κ. Δαγρέ. Χθὲς ὑπεστήριξα καὶ υἱοθέτησα πρότασιν τοῦ Κ. Ῥεβελάκη, ἥτις ἐσυζητήθη· ἡ πρότασις ἐκείνη ἐτέθη εἰς ψηφοφορίαν, καὶ ἡ ἐψηφοφορήθη ἀπὸ πλήρη ἀπαρτίαν τῆς Συνελεύσεως, καθὼς εὑρέθη σήμερον ἡ ἀπαρτία μετὰ τὴν ἀναθεώρησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Πρόεδρος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου· ἐὰν ἀπαρτία δὲν ἦναι ζήτημα, παρὰ γεγονὸς, τὸ ἀποτέλεσμα τῆς χθεσινῆς ψηφοφορίας ὤφειλε νὰ ἀπαγγελθῇ ἀπὸ τὸν Πρόεδρον, νὰ εἴπῃ τόσοι ἐψηφοφόρησαν, τόσοι ἦσαν ὑπὲρ, τόσοι κατά. Ἀλλὰ βλέπω νὰ εἰσάγηται διαμιᾶς ἄλλο ζήτημα ἀπὸ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπρόκειτο νὰ λύσωμεν χθὲς, καὶ ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ ὁμολογῶ, καθὼς συζητοῦμεν καὶ ἀποφασίζομεν, ἡ συνείδησίς μας δὲν εἶναι ἐλευθέρα· οὐδὲν ἧττον, ἐπειδὴ δὲν θέλω νὰ δώσω τοὐλάχιστον ἐγὼ ὁ ἴδιος μίαν τοιαύτην ἀπόδειξιν τῆς πιέσεως τῆς συνειδήσεώς μου, ὥστε νὰ εἴπω, ὅτι ἕνεκα τούτου ἀναγκάζομαι τὰ ἀφήσω τὴν πρότασιν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν χθὲς ἐπιμόνως υἱοθέτησα, καὶ ἥτις καθυπεβλήθη εἰς ψηφοφορίαν, λέγω, ὅτι κατὰ τὴν γνώμην μου, ἵνα ἡ Συνέλευσις προχωρήσῃ εἰς ἄλλο ζήτημα, πρέπει νὰ ψηφίσῃ τὴν πρότασιν ἐκείνην. Καὶ μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἂν καταψηφίσητε τὴν πρότασιν θὰ ἀποσυρθῶ, ὄχι (εὖγε). Δὲν περιμένω τὸ εὖγε νὰ μοῦ τὸ εἴπῃ κἀνεὶς, ἀλλὰ τὸ καθῆκόν μου. Καθήσατε ἐδῶ νὰ ψηφοφορήσωμεν· θέλω συντελέσει ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου· θέλει δείξω τὰ κατὰ τὴν γνώμην μου πλημμελῆ μέρη τῆς προτάσεως τοῦ ὑπουργείου, καὶ θέλω ἐπικαλεσθῆ τὴν ψῆφόν σας, καὶ εἶμαι βέβαιος, ὅτι θέλει εἶσθαι πατριωτικὴ, ὅτι δὲν θέλει ὑπαγορευθῆ ἀπὸ πεῖσμα, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἰδέαν νὰ δείξητε, ὅτι δὲν πιστεύετε, ὅτι δὲν φορολογοῦνται οἱ Ἑπτανήσιοι· τοὺς φορολογοῦμεν διὰ τοῦ δασμοῦ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, ὅστις εἶναι περισσότερος, καὶ ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι τὸ μόνον ἐξαγόμενον εἶναι τοῦ ἐλαίου, τὸ ὁποῖον συμφέρει· καὶ λέγω, ὅτι καθόσον ἀποβλέπει τὸν δασμὸν τοῦ ἐλαίου δὲν ἤθελα συμβουλεύσει τὴν ἐλάττωσίν του, διότι θὰ ζημιωθῇ τὸ ταμεῖον, χωρὶς νὰ προέλθῃ μία ὠφέλεια εἰς τὴν παραγωγὴν, ἢ εἰς τὸν γεωργὸν ἢ εἰς τὸν ἰδιοκτήτην (θόρυβος). Εἶναι ἀνάγκη νὰ ληφθῇ πρόνοια, ἐὰν ἡ σταφὶς, τὸ ἐπαναλέγω, δὲν πρέπει νὰ ἔλθῃ εἰς νέα ἔξοδα· καὶ δὲν παρετηρήσατε νὰ μᾶς εἴπητε, ὅτι ἡ σταφὶς τῆς Ἑπτανήσου ὑπὸ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. ὑπουργοῦ πρόκειται νὰ δασμολογηθῇ μὲ 6 νομίζω δραχμὰς περισσότερον ἀπὸ τὴν τῆς Πελοποννήσου. Καὶ μᾶς φωνάζει ὁ Κ. Δαγρὲς, ὅτι σᾶς ἐχαρίσαμεν τὸ δεῖνα καὶ τὸ δεῖνα, ἀλλὰ δὲν λέγει, ὅτι μᾶς προτείνει καὶ 5 δραχμὰς εἰς τὴν σταφίδα περισσότερον ἀπὸ τὸ ὅ,τι πληρώνει ἡ σταφὶς τῆς Πελοποννήσου, καὶ μᾶς προσθέτει 5 δραχμὰς περισσότερον τὴν βαρέλαν ἀπὸ ὅ,τι πληρώνει ὁ Πελοποννήσιος, καὶ δὲν μᾶς λέγει, ὅτι μᾶς προτείνει 3 δραχμὰς τὴν βαρέλαν τοῦ οἴνου ὑπολογιζομένου πόσον; 25 δραχμὰς, καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον πωλεῖται διὰ δώδεκα δραχμάς.
§78ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ προτείνω φόρον ἐξαγωγῆς διὰ τὸν ἐν Χαλκίδι οἶνον 15 δραχμὰς τὴν βαρέλαν.
§79ΤΙΝΕΣ. Διότι δὲν βγάζετε διόλου.
§80ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Λέγω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἠθέλαμεν πέσει εἰς μίαν ἀντίφασιν, ἐὰν ὁπωσδήποτε δὲν θελήσωμεν νὰ φθάσωμεν εἰς τὸ συμπέρασμα, τὸ ὁποῖον χθὲς ἔχομεν, νὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥεβελάκη. Ἂν τὴν παραδεχθῇ ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως, δὲν διστάζω νὰ εἴπω, ὅτι θέλει κάμει ἔργον φρονήσεως, διότι τὰ φορολογικὰ συστήματα δὲν μετατρέπονται ἀπὸ μίαν στιγμὴν εἰς ἄλλην, διότι καιρὸς δὲν εἶναι, ἵνα σκεφθῶμεν ἀρκούντως τὰς προτάσεις τοῦ ὑπουργείου· ἐὰν δὲν τὴν παραδεχθῇ ἡ πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως, ἐπαναλέγω, μὴ νομίζητε, ὅτι ἐγὼ τοὐλάχιστον θέλω ἀποχωρήσει. Θὰ μείνωμεν λοιπὸν, καὶ τότε θέλω ὑποστηρίξει ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ, ὅτι ἡ πρότασις καὶ ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς εἶναι δικαία, δικαιοτάτη, καὶ δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω τὸν συλλογισμὸν τοῦ Κ. Χρηστίδη, ὅτι πρέπει νὰ φυλάξωμεν τὸ ἔλαιον τοῦ 1864 καὶ νὰ φροντίσῃ ἡ Κυβέρνησις νὰ τὸ σημαδεύσῃ μὲ τὸ τεμπεσίρι, νὰ πληρώσῃ τὸ 19½%, καὶ μετὰ ταῦτα τὸ ἔλαιον τοῦ 65 νὰ δασμολογηθῇ μὲ τὸ νέον. Ὁπωσδήποτε ἐν ἀνάγκῃ ἐπιφυλάττομαι νὰ λάβω τὸν λόγον, ὅταν ἔλθῃ ἡ πρότασις αὕτη, διὸ τώρα ὑποστηρίζω, ὅτι δὲν ἠμποροῦμεν νὰ προχωρήσωμεν ἂν δὲν θέσωμεν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ῥεβελάκη.
§81ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργ. Ἐσωτερ.). Κύριε Πρόεδρε, ἔχω ὀλίγας λέξεις νὰ εἴπω· ἀπορῶ πῶς τόσον πολὺ μᾶς παρεξήγησεν ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Λομβάρδος, ὑποθέσας, ὅτι εὑρέθημέν ποτε εἰς ἀντίφασιν μὲ τὸν ἑαυτόν μας καὶ μὲ ὅσα ἐπρεσβεύσαμεν καὶ ἐκηρύξαμεν ἐδῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς ἀφομοιώσεως. Τί εἴπομεν, Κύριε Πρόεδρε, καὶ τί ὑπεστηρίξαμεν ἡμεῖς ἐξ ἀρχῆς; ἡ ἀρχὴ τῆς ἀφομοιώσεως νὰ γίνῃ ἀμέσως παραδεκτὴ, ἡ δὲ ἐφαρμογὴ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, διότι ἡ ἄμεσος ἐφαρμογὴ ὁλοκλήρου νέας Νομοθεσίας δὲν θέλει ἐπιτύχει, ἤθελεν γεννήσει τὴν σύγχυσιν καὶ τὸ χάος. Εἴμεθα, ἐρωτῶ ἤδη, εἰς ἀντίφασιν μὲ ὅ,τι ἐξ ἀρχῆς ἐπρεσβεύσαμεν, φέροντες τὰ δύο νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα φέρομεν; Ὄχι. Ἂς λάβῃ τὴν καλωσύνην ὁ Κ. Λομβάρδος νὰ παραβάλλῃ ὅσα εἴπομεν περὶ ἀφομοιώσεως μὲ τὸ περὶ τούτου Νομοσχέδιον καὶ θέλει ἰδεῖ, ὅτι τὸ ά ἄρθρον ἀναγνωρίζον τὴν ἀρχὴν ὡς ἀμέσως καθιερουμένην ἤτοι τὴν ά. Ἰανουαρίου, ἀναγνωρίζει τὸ δικαίωμα εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ἐφαρμόσῃ τὰς λεπτομερείας ἐντὸς ὁλοκλήρου τοῦ ἔτους· καὶ διατί ἐπράξαμεν τοῦτο; διὰ νὰ δύναται τῳόντι ἡ Κυβέρνησις ὀλίγον κατ’ ὀλίγον νὰ ἐφαρμόσῃ τὴν νομοθεσίαν καὶ μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῶν νέων Βουλῶν, ἐνώπιον τῶν ὁποίων δύναται νὰ παρουσιάσῃ ὅλας τὰς δυσκολίας καὶ ὅλας τὰς μεταβολὰς, τὰς ὁποίας νομίζει ἀναγκαίας. Εἴμεθα λοιπὸν, Κύριοι, συνεπεῖς καὶ ὑποστηρίζωμεν τὴν ἰδίαν ἀρχὴν καὶ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως καὶ σήμερον, ὅτι ἡ ἀρχὴ τῆς ἀφομοιώσεως πρέπει νὰ γείνῃ ἀμέσως παραδεκτὴ, νὰ τεθῇ δὲ προθεσμία, καθ’ ἣν ἡ ἀφομοίωσις νὰ πραγματοποιηθῇ, διότι ἄλλως θέλομεν ἐξακολουθήσει νὰ διατελῶμεν ὑπὸ μίαν ὁμοσπονδιακὴν κατάστασιν, τὸ ὁποῖον δὲν συμφέρει διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ διὰ τὴν Ἑπτάνησον. Ἐπειδὴ, Κύριοι, ἔχομεν αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, τοὐλάχιστον ἐγὼ, ἐπειδὴ νομίζω, ὅτι τοιουτοτρόπως πρέπει νὰ ἐφαρμοσθῇ ἡ ἀφομοίωσις εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διὰ τοῦτο παραδέχομαι πληρέστατα, οὐχὶ ἐξετάζων τὴν ἰδέαν ὑπὸ τὴν μικρολόγον ἔποψιν τῶν λογιστικῶν διατάξεων καὶ λεπτομερειῶν, παραδέχομαι, λέγω, τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, τὴν ὁποίαν ἐξετάζω ὑπὸ πολιτικὴν μᾶλλον ἔποψιν, ἔποψιν ἀξίζουσαν νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν παρὰ τῆς Συνελεύσεως· πρέπει, Κύριοι, καὶ ἀμέσως καὶ διὰ μιᾶς νὰ εἰσάξωμεν ὅλους τοὺς νέους φόρους εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ αὐτὴ ἡ ἄμεσος εἰσαγωγὴ τῶν φόρων δὲν θέλει φέρει σύγχυσιν εἰς αὐτὸν τὸν τόπον, ἢ πρέπει ὀλίγον κατ’ ὀλίγον καὶ ἐντὸς μηνῶν τινων νὰ ἐφαρμώσωμεν αὐτοὺς τοὺς φόρους, ἀφοῦ γνωσθῶσιν, ἐκτιμηθῶσι πρῶτον ἀπὸ τοὺς κατοίκους, οἱ ὁποῖοι πρέπει, τὸ ἐπαναλαμβάνω, νὰ προετοιμάζωνται ὁσάκις ὑποβάλλωνται εἰς τὴν σκληρὰν ἀνάγκην νὰ δέχωνται νέους φόρους; Ὁ Κ. Χρηστίδης ἀναντιῤῥήτως εἶχε δίκαιον μόνον ὑπὸ λογιστικὴν ἔποψιν, διαιρῶν τὰ ἔσοδα καὶ τὰ ἔξοδα, ὅπως τὰ διῄρεσεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, αὐτὴ ἡ λογιστικὴ ἔποψις πρέπει νὰ ὑποχωρήσῃ ἐνώπιον τῆς ἀνωτάτης ἰδέας τῆς πολιτικῆς ἀνάγκης· λοιπὸν πολιτικοὶ λόγοι σπουδαῖοι ὑπαγορεύουσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν καὶ εἰς τὸ ἔθνος νὰ εἰσάξῃ ὀλίγον κατ’ ὀλίγον τὰ νέα βάρη εἰς ἕνα λαὸν, ὅστις μέχρι τοῦδε ἦτο ἐντελῶς ἀσυνείθιστος εἰς αὐτὰ τὰ βάρη. Καὶ, Κύριοι, ἂν δὲν ᾖναι λογιστικὴ, εἶναι ὅμως πραγματικὴ ἀλήθεια, ὅτι τὸ 1865 θέλει ἐξακολουθεῖ νὰ εἰσπράττεται καὶ ἐκθλίβεται καὶ πωλεῖται τὸ ἔλαιον τῆς ἐσοδείας τοῦ 1864, καὶ ἐνώπιον τοῦ λαοῦ ἤθελε φανῆ μία σκληρὰ ἀδικία νὰ πληρώνῃ συγχρόνως μὲ τὸ ἴδιον σύστημα τὸ ἔλαιόν του καὶ τὴν σταφίδα, καὶ ἐν τούτοις δυνάμει τοῦ ἑτέρου νὰ τῷ ἐπιβάλλωνται νέοι φόροι τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου συστήματος, νὰ ἔχωσι τὸ κακὸν αὐτὸ, θέλει κάμει τὴν χειροτέραν ἐντύπωσιν, καὶ δὲν θέλουσι καταρασθῆ ἄρα τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν θέλουσιν ὑποβληθῆ εἰς τὰ τοιαῦτα βάρη; μὴ ζητεῖτε ἀπὸ τὸν λαὸν τὴν φιλοσοφίαν τῶν λογιστικῶν διατάξεων καὶ τῶν διατυπώσεων τῶν χρήσεων, διότι ὁ λαὸς βλέπει, ὅ,τι ἀμέσως τὸν ἐγγίζει· ἐκθλίβουσι ἤδη τὸ ἔλαιόν του, πληρώνει δι’ αὐτὸ ὅπως πρῶτον, πῶς θὰ πιστεύσῃ ὅτι δὲν τοῦ ἐπιβάλλομεν ἓν σύστημα φορολογικὸν, ὃ ἔχει τὸ κακὸν νὰ αὐξάνῃ τοὺς φόρους, χωρὶς νὰ ᾖναι ἓν σύστημα φορολογικὸν καὶ ὅπως σκοπεύομεν νὰ πράξωμεν; Λοιπὸν νομίζω, Κύριοι, ὅτι συμφέρον καὶ καλὸν εἶναι, προκειμένου νὰ ὑποστῇ ζημίαν τινὰ τὸ δημόσιον ταμεῖον, νὰ μὴ ὑποβάλλωμεν ἀμέσως εἰς τὸν κάτοικον, ὅστις μέχρι τοῦδε δὲν ἐπλήρωνε φόρον οἰκοδομῆς ἐπιτηδεύματος, ζώων, νὰ μὴ τοὺς ἐπιβάλλωμεν ἀμέσως, ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, καθ’ ἣν καὶ ἡ ἐλάττωσις τῶν φόρων, οὓς ἐπλήρωνεν ἤδη ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ σταφίδος, θέλει ἐλαττωθῆ. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, νομίζω πολὺ ὀρθὴν καὶ πολὺ πολιτικὴν τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει τὴν παραδεχθῆ. Ὡς πρὸς τὰ ἄλλα τὸ νομοσχέδιον εἶναι δικαιότατον καὶ πληρέστατον, ἡ ἰδέα τοῦ νομοσχεδίου ἦτο νὰ ἐπιβληθῶσι κατ’ ἀναλογίαν, καὶ ὅσον ἦτο δυνατὸν κατ’ ἰσότητα τὰ βάρη καὶ εἰς τὸν ἕνα καὶ ἕτερον λαόν. Ὁ λαὸς τῆς Ἑπτανήσου κατ’ αὐτὸ ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ βάρη τῶν ἐγγείων φόρων, ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὸν φόρον τῶν ὅσων καταναλίσκει. Ἦτο δίκαιον λοιπὸν διὰ νὰ ᾖναι εἰς ἰσότητα μὲ τὸν λαὸν τῆς ἄλλης Ἑλλάδος νὰ πληρώνῃ κἄτι τι περισσότερον ἀπὸ τὰ περισσεύοντα, δηλ. ἀπὸ τὰ ἐξαγόμενα ἔλαιον, καὶ τὴν σταφίδα, λοιπὸν τὸ ἔλαιόν του θὰ πληρώσῃ περισσότερον παρ’ ὅσον τὸ ἔλαιον τῆς Ἑλλάδος, καθὼς καὶ ἡ σταφὶς, διότι ἀντὶ τούτων αὐτὸς καταναλίσκει ἀφορολογήτως τοὺς καρποὺς, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα, ἅπερ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὑπάγονται εἰς τὴν φορολογίαν.
§82ΜΕΤΑΞΑΣ. Εἶναι ἀσήμαντοι αὐτοὶ οἱ καρποί.
§83ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παραδέχομαι τὴν ἰδέαν τοῦ Κ. Μεταξᾶ διότι τῷ ὄντι οἱ καρποὶ δύνανται νὰ ᾖναι ἀσήμαντοι καὶ ἡ ἰσότης δὲν εἶναι πλήρης, ἀλλὰ, Κύριοι, ἰσότητα πλήρη εἰς αὐτὰ τὰ ἀντικείμενα ἰδίως εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχῃ τις. Ἐγὼ δὲν ἐξετάζω εἰμὴ τὴν ἰδέαν, ἥτις ὑπηγόρευσε τὸ νομοσχέδιον, καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ καθιερωθεῖσα ἰσότης μεταξὺ τῶν φόρων τῆς Ἑπτανήσου καὶ τῆς Ἑλλάδος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει κατ’ οὐδένα λόγον νὰ παραδεχθῆτε τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥεβελάκη, διότι αὕτη εἶναι μία ἄρνησις τῶν ὅσων μέχρι τοῦδε ἀπεφασίσητε, εἶναι μία ἄρνησις δικαιοσύνης καὶ τῆς ἰσότητος· πρέπει ἀπ’ ἐναντίας νὰ παραδεχθῆτε τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως, ὅπως τὸ ὑπέβαλε, μὲ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Κεχαγιᾶς ἐπαρουσίασε καὶ ἥτις εἶναι ἰδική μας. Ἡ τροπολογία αὕτη, Κύριοι, ἐπαναλαμβάνω, δίδει καιρὸν νὰ συνηθίσῃ ὁ λαός εἰς αὐτοὺς τοὺς φόρους ὡς νὰ τοὺς ἐκτιμήσῃ. Ἀποφασίσατε λοιπὸν ὅ,τι θέλετε.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μαρῖνος.
§85ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Μίαν λέξιν ἀκόμη. Δέχομαι τὴν τροπολογίαν ὡς πρὸς τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς ἐπὶ τοῦ οἴνου.
§86ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ (Ὑπουρ. Οἰκονομ.). Ἐὰν μὲ βεβαιοῦν οἱ Κ. πληρεξούσιοι, ὅτι ἡ τιμὴ τοῦ οἴνου εἶναι κατωτέρα τῶν 30 δραχ. τὸ βαρέλι, δέχομαι νὰ γίνῃ ἐλάττωσις.
§87ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κύριε Ὑπουργέ, εἶναι οἶνος τῆς Ἑπτανήσου, ὁ ὁποῖος ἔχει 6, καὶ 8, καὶ 10 τάληρα τὴν βαρέλαν, ἀλλ’ εἶναι καὶ πρὸς 12 δραχμὰς τὸ πολύ. (Ἐνταῦθα ἔλαβε τὸν λόγον ὁ Κ. Μαρῖνος, ἀλλ’ ἡ ὁμιλία του δὲν εὑρέθη εἰς τὰ στενογραφήματα. Οὐχ’ ἧττον, ὡς ἐξάγεται ἐκ τῶν ἐπισήμων πρακτικῶν, ὁ πληρεξούσιος οὗτος ἐμμείνας εἰς ὅσα διὰ τῶν προηγουμένων ἀγορεύσεών του ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος ὡμίλησεν ἀνέπτυξε πρὸς τούτοις, ὅτι τὸ μέτρον τῆς ἀμέσου ἐφαρμογῆς τῆς ἀμέσου φορολογίας εἶναι ἀκατάλληλον, ἐπιβλαβὲς καὶ ἐπικίνδυνον καὶ ἐκηρύχθη ὑπὲρ τοῦ πρώτου ἄρθρου τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Ῥεβελάκη· ἐπέρανε δὲ τὸν λόγον του διὰ τῶν ἑξῆς.)
§88ΜΑΡΙΝΟΣ. ....... Εἶναι ἔργον λίαν δυσχερὲς, εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον εἰς τὴν συνείδησιν πολλῶν πληρεξουσίων παράγει προσκόμματα. Ἐρωτῶ ὑμᾶς· ἡ μεταβολὴ τοῦ φορολογικοῦ συστήματος ἔχοντος ἤδη πολὺ μακροτέραν χρονολογίαν, καὶ μεταβολὴ μάλιστα ἀπὸ ἐμμέσου εἰς ἄμεσον φορολογίαν, δύναται ἆρά γε μεταβολὴ τοιαύτη νὰ θεωρηθῇ παρὰ τῶν Ἰονίων πληρεξουσίων ὡς θέμα ἐπουσιῶδες, ὅπως αὐτοὶ ἀδιστάκτως τὴν παραδεχθῶσι, καὶ ὅπως ἐπαναπαυθῶσιν εἰς τὴν ἰδέαν, ὅτι ὁ Ἰόνιος λαὸς θέλει πεισθῆ περὶ τῆς δικαιοσύνης τοῦ μέτρου λόγῳ δῆθεν ἰσότητος; Οὐχὶ βεβαίως. Δὲν κρίνω ἀναγκαῖον νὰ ἐκτανθῶ περισσότερον, ἀλλὰ περαίνων τὸν λόγον ἔρχομαι μόνον ἵνα καὶ ἐγὼ ἐκδηλώσω, ὅτι ἡ μεταβολὴ αὕτη εἰσαγομένη ἀμέσως καὶ χωρὶς νὰ προηγηθῶσιν ἄλλα μέτρα προπαρασκευῆς καὶ διορθώσεως θέλει ἀποβῆ ἐπιβλαβὴς πρὸς τὸν Ἰόνιον λαὸν καὶ οὐ μόνον ἐπιβλαβὴς, ἀλλὰ καὶ λίαν ἐπικίνδυνος.
§89ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριοι! Μὲ ὅλην τὴν διάθεσιν, τὴν ὁποίαν εἶχον νὰ μὴ λάβω τὸν λόγον ἐπὶ τούτου τοῦ ζητήματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἐνδιαφέρεται μερίς τις τῆς Συνελεύσεως, ἀναγκάζομαι ὅμως νὰ ἐκφρασθῶ δημοσίᾳ, καίτοι κινδυνεύων νὰ δυσαρεστήσω τινὰς τῶν ΚΚ. συναδέλφων. Δὲν δύναμαι παντάπασι νὰ ἀναγνωρίσω ὡς ἀληθῆ τὴν ἰδέαν τῶν προαγορευσάντων δύο ἐντίμων πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι λαμβάνουν τὸ θάῤῥος νὰ παρίστανται ὡς διερμηνεῖς δῆθεν τῶν αἰσθημάτων τῶν μονίμων, τῶν ὁριστικῶν, τῆς ὅλης Ἑπτανήσου. Ἡ Ἑπτάνησος, Κύριοι, ἐζήτησε πανδήμως τὴν ἕνωσίν της μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ἠθέλησε νὰ συνταυτίσῃ τὴν τύχην αὐτῆς μεθ’ ὅλων ἡμῶν· θεωρῶ δὲ ὡς βλασφημίαν τὸ ν’ ἀναφέρητε ἤδη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ἐπροτιμήσατε παρὰ τὴν ἀγγλικὴν προστασίαν τὴν ἕνωσίν σας μετὰ τῆς Ἑλλάδος, θεωρῶ βλασφημίαν τὸ νὰ λέγετε ὑμεῖς τώρα, ὅτι ἐὰν ληφθῇ τὸ δεῖνα μέτρον παρὰ τῆς Συνελεύσεως, θέλει ἰδίως πικράνει καὶ λυπήσει τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα λαὸν τῆς Ἑλλάδος. Ἡ Ἑπτάνησος, ἡ ἑλληνικὴ αὕτη ἐπαρχία, ἀπεφάσισεν, ἐπαναλαμβάνω, νὰ συνταυτίσῃ τὴν τύχην της μεθ’ ὅλης τῆς ἄλλης Ἑλλάδος, τοῦτο σημαίνει ὅτι οἱ κάτοικοι αὐτῆς ἀπεφάσισαν νὰ ὑποκύψουν εἰς ὅλα τὰ βάρη, τὰ ὁποῖα συνεπάγεται ἡ ὕπαρξις τῆς ὅλης Ἑλλάδος. Ἡ γλῶσσα, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεσθε νῦν τινὲς ἐξ Ἑπτανήσου, ὅτι δηλαδὴ πληρόνετε πλειοτέρους φόρους, καὶ ἀληθὴς ἂν ἦτο, τότε μόνον ἠδύνατο νὰ ἁρμόζῃ, ἂν ὡς ὅρον τῆς ἑνώσεώς της εἶχε προτείνει ἀπαρχῆς ἡ Ἑπτάνησος τὸ νὰ διατηρήσῃ τὸ ἴδιον αὑτῆς φορολογικὸν σύστημα. Τοιοῦτόν τι ὁμολογουμένως δὲν ὑπῆρξεν. Ἀλλὰ καὶ ἀληθεύει κἂν, ὅτι ἡμεῖς πληρόνετε περισσοτέρους φόρους παρ’ ὑμᾶς τοὺς ἄλλους Ἕλληνας; Διότι καλλιεργοῦντες ὅλας τὰς γαίας σας, ἔχοντες ἀναλόγως μεγαλείτερον πληθυσμὸν, πλειοτέραν ἀσφάλειαν, ὁδοὺς καὶ ἄλλας εὐκολίας κοινωνικὰς ὑπὸ τὴν ξένην προστασίαν, κάνετε ἕνεκα τούτων καὶ μεγαλειτέραν παραγωγὴν, διὰ τοῦτο ἆρά γε ἐπιβαρύνεσθε καὶ μὲ πλείονας φόρους παρὰ τὴν πληρονομένην παρ’ ἡμῶν; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Ἡ μείζων ἐκ τῆς καλλιεργείας καὶ τοῦ ἐμπορίου παραγωγὴ τῶν ἀτόμων συνεπιφέρει βεβαίως καὶ μείζονα πρόσοδον εἰς τὸ ταμεῖον, ἀλλὰ δὲν ἀποδεικνύει τοῦτο καὶ μείζονα ἐπιβάρυνσιν τῶν ἀτόμων. Τουναντίον ὑπάρχει κοινότατον, ὅτι οἱ φόροι ἐν Ἑπτανήσῳ εἶναι ὀλίγιστοι, διότι οὐδόλως φορολογεῖται ἡ ἐσωτερικὴ κατανάλωσις. Ἂς λάβωμεν ὡς παράδειγμα τὴν Ἑρμούπολιν, κατοικουμένην μετὰ τῆς ἄνω Σύρου ἐξ εἴκοσι ἢ τριάκοντα τὸ πολὺ χιλιάδων κατοίκων, καὶ ἂς ἀντιπαραβάλωμεν αὐτὴν πρὸς τὰς ἄλλας νήσους τοῦ Αἰγαίου, ὧν οἱ κάτοικοι εἶναι δεκαπλάσιοι τὸν πληθυσμόν· θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι τὰ ἐξ αὐτῆς εἰσαγόμενα εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον χρήματα εἶναι πλείονα πάντων τῶν ἐκ τῶν ἄλλων νήσων φόρων. Ἀλλὰ μήπως τάχα διὰ τοῦτο οἱ κάτοικοι τῆς Ἑρμουπόλεως ὑπόκεινται εἰς φόρους μεγαλειτέρους παρὰ τοὺς τῶν ἄλλων νήσων; Ὄχι· τοὐναντίον οἱ κάτοικοι τῶν ἄλλων νήσων, ὡς μὴ ἀπολαύοντες τῆς αὐτῆς εὐταξίας καὶ τῶν αὐτῶν εὐκολιῶν, τὰς ὁποίας παρέχει ἡ Ἑρμούπολις, αἰσθάνονται περισσότερον τὸ βάρος τῶν φόρων, ἢ παρενοχλοῦνται περισσότερον ἀπὸ τοὺς εἰσπράκτορας. Ἡ διαφορὰ, Κύριοι, τῶν μεγάλων εἰσοδημάτων τῆς Ἑρμουπόλεως παραβαλλομένη πρὸς τὴν τῶν ἄλλων παρακειμένων αὐτῇ νήσων, ἐξηγεῖται ἐκ τῆς μεγάλης παραγωγῆς, ἣν κάμνουν ὡς ἐκ τοῦ ἐμπορίου καὶ τῶν ἄλλων κοινωνικῶν εὐκολιῶν οἱ κάτοικοι αὐτῆς· ὅπου μέγα ἐμπόριον, ἢ μεγάλη καλλιέργεια, ἐκεῖ καὶ μεγάλη ἰδιωτικὴ πρόοδος. Τὸ αὐτὸ λέγω περὶ τῆς ἐφόρου ἐπαρχίας τῆς Κορίνθου, ὅτι δηλαδὴ οἱ ἐξ αὐτῆς φόροι εἶναι ἀνώτεροι δύω, τριῶν ἄλλων ἐπαρχιῶν. Τὸ αὐτὸ λοιπὸν συμβαίνει καὶ εἰς τὴν Ἑπτάνησον. Ἡ ἐξαιρετικὴ θέσις τῆς Κερκύρας καὶ τῶν ἄλλων μεγάλων νήσων, ἡ ἀπὸ πολλοῦ παγιωθεῖσα ἐν αὐταῖς τάξις, ἡ τῶν χωρίων συγκοινωνία, ἢ καὶ ἡ φυσικὴ εὐφορία τινῶν ἐκ τῶν νήσων, συνέτρεξαν εἰς τὴν σχετικῶς πρὸς τὴν Ἑλλάδα αὔξησιν τοῦ πληθυσμοῦ καὶ εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδιωτικῶν πόρων. Ἡ μεγάλη παραγωγὴ ἐκ τῶν κτημάτων καὶ τοῦ ἐμπορίου τῶν ἰδιωτῶν, ἐπηύξησεν ἀναγκαίως καὶ τὸ εἰσόδημα τοῦ δημοσίου τῆς μέχρι χθὲς πολιτείας τῆς Ἑπτανήσου. Ἡ ἐπαύξησις ὅμως αὕτη οὐδόλως ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Κυθήριος, ὁ Ἁγιομαυρίτης, ὁ Ζακύνθιος ἢ ἄλλος κάτοικος τῆς Ἑπτανήσου πληρόνει πλείονας φόρους παρὰ τὸν ἐδῶ Ἕλληνα, τὸ ζήτημα, ἂν βαρύτερα ἢ ἐλαφρότερα φορολογῶνται οἱ Ἑπτανήσιοι ἢ οἱ ἐδῶ Ἕλληνες, ἐξαρτᾶται μόνον ἐκ τοῦ τίνες εἰσὶν οἱ φόροι ἐν Ἑπτανήσῳ καί τινες ἐν Ἑλλάδι. Ὡς φαίνεται δὲ, μόνον οἱ φόροι ἐπὶ τοῦ ἐλαίου, τῆς σταφίδος εἶναι βαρύτεροι τῶν ἐδῶ φόρων· ἀλλὰ πολλοὶ ἄλλοι φόροι, ἐπιβαρύνοντες τὸν τράχηλον τοῦ ἐδῶ Ἕλληνος, ὄχι μόνον ὁ τῆς ἀποδεκατώσεως, εἶναι ἄγνωστοι εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἐν ᾗ καὶ πάντα τὰ καταναλισκόμενα μένουσιν ἀφορολόγητα (θόρυβος). Θέλετε λοιπὸν, Κύριοι, νὰ μένῃ ἀπηλλαγμένη ἡ Ἑπτάνησος ἀπὸ τοὺς ἐδῶ φόρους; Τότε δὲν θέλετε εἰλικρινῶς τὴν ἕνωσιν. Ἀλλὰ τὴν πλήρη καὶ ἀληθῆ ἕνωσιν τὴ θέλει καὶ τὸ ἀπέδειξεν ἡ Ἑπτάνησος, οὐδὲ τὴν ἀντιπροσωπεύετε ἀληθῶς σεῖς μόνοι, οἱ ἐναντιούμενοι εἰς τὴν γενικὴν τῶν φόρων ἐξίσωσιν. Ἡ Ἑπτάνησος εἶναι ἤδη Ἑλλάς· καὶ ὑμεῖς εἶσθε ἀντιπρόσωποι τῆς ὅλης Ἑλλάδος, καὶ ἡμεῖς οἱ ἄλλοι ἀντιπροσωπεύομεν τὴν Ἑπτάνησον καὶ πονοῦμεν δι’ αὐτὴν, ὡς ἂν εἴχομεν γεννηθῇ ἐν αὐτῇ· τὸ δὲ φρόνημα τῆς ὅλης Συνελεύσεως θὰ ᾖναι σεβαστὸν εἰς πάντα νοήμονα κάτοικον τῆς Ἑπτανήσου, διότι θὰ ἐκπροσωπῇ τὸ γενικὸν τῆς ὅλης Ἑλλάδος συμφέρον, εἰς ὃ ἔγκειται καὶ τὸ κατὰ μέρος ἑνὸς ἑκάστου συμφέρον. Τώρα θὰ ἀναιρέσω μίαν ἰδέαν τοῦ Κ. Μαρίνου, τὸν ὁποῖον ἄλλως σέβομαι πολύ. Ἡ φορολογικὴ ἀφομοίωσις διαφέρει τῆς κατὰ τὰ ἄλλα ἀφομοιώσεως· περὶ τῆς ὁμοιότητος τῆς φορολογίας πάντες ἔχουν συμφέρον· εἶναι ἡ βάσις τοῦ πολιτεύματος, δηλαδὴ ἡ ἰσότης τῶν πολιτῶν ἀπέναντι τῆς πολιτείας· ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῆς ἀστυκῆς νομοθεσίας, τὸ πρᾶγμα ἔχει ἄλλως. Πᾶσα ὁμὰς πολιτῶν, ἀποτελοῦσα μάλιστα ἰδίαν κοινότητα ἢ νῆσον, δύναται νὰ ἔχῃ ἴδιον τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι περὶ τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν πρέπει νὰ κανονίζωνται κατ’ οὐσίαν αἱ διενέξεις τοῦ ἀστυκοῦ δικαίου. Οἱ μὲν ἀσπάζονται ὡς γνώμονα τὸ Ῥωμαϊκὸν ἢ τὰς νεωτάτας τῆς Εὐρώπης νομοθεσίας· οἱ δὲ ἐμμένουσιν εἰς τὴν διατήρησιν ἀρχαίων ἐθίμων ἢ διατάξεων προσληφθείσης ὡς ἐκ τῶν περιστάσεων ξένης νομοθεσίας. Οὐδεμία ἐκ τῶν διαφορῶν τούτων προσγίνεται δημοσία βλάβη· καὶ παρ’ ἡμῖν ἰσχύουσιν ἔτι ἔθιμά τινα. Προχωρῶ καὶ περαιτέρω, ὅτι προσκαίρως καὶ ἡ διαφορὰ δικονομικῶν τινων διατάξεων δύναται νὰ ᾖναι ἀνεκτή. Ἀλλ’ ὁ ἰσχυρισμὸς, ὅτι ἡ ἕνωσις ἔγεινεν ἐπὶ τῷ ὅρῳ τοῦ νὰ μὴ μεταβληθῇ ἡ φορολογία τῆς Ἑπτανήσου, οὐδὲ νὰ αὐξηθῇ, εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ἐμφαίνει οὐχὶ ἀληθῶς ἐθνικὴν ἕνωσιν, ἀλλὰ καθαρὰν Ὁμοσπονδίαν. Οἱ δὲ Ἑπτανήσιοι, ὅ,τι καὶ ἂν φρονῆτε τινὲς ἐξ ὑμῶν προσωπικῶς, ἐννόησαν νὰ ψηφίσουν τὴν ἀπόλυτον ἕνωσιν, δηλαδὴ νὰ συνταυτισθῶσι καθόλου μεθ’ ἡμῶν τῶν ἐλευθέρων Ἑλλήνων. Ἄλλως τε πῶς ἐψηφίσατε καὶ ὑμεῖς μεθ’ ἡμῶν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ Κράτους εἰς εἴκοσι καὶ ἐπέκεινα ἑκατομμύρια; Ἡ ψηφισθεῖσα αὕτη καὶ παρ’ ὑμῶν δαπάνη προϋποθέτει φόρους· τοὺς φόρους λοιπὸν τούτους μονομερῶς τινὲς μόνον Ἕλληνες καὶ οὐχὶ ἅπαντες ἐξίσου πρέπει ν’ ἀποτίσωσιν; Ἀπεδείχθη δὲ ἐκ τῶν προλεχθέντων, ὅτι δὲν ἀληθεύει παντάπασι τὸ ὑπὸ Ἑπτανησίων τινῶν λεχθὲν καὶ ἐπαναληφθὲν, ὅτι ἡμεῖς πληρόνομεν ὀλιγωτέρους φόρους παρὰ τοὺς κατοίκους τῆς Ἑπτανήσου, καὶ ὡρισμένως κατὰ δέκα δῆθεν δραχμὰς κατὰ κεφαλὴν ὀλιγώτερον. Εἷς ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τῶν ἐνταῦθα ὑπόκειται εἰς μεγαλητέραν φορολογίαν, διότι ὅλα τὰ προϊόντα καὶ ὅλα τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ πᾶσα κατανάλωσις φορολογοῦνται ἐνταῦθα. Ἡ παραγωγὴ εἶναι μεγαλητέρα ἐν Ἑπτανήσῳ, ὅπερ ἀποδεικνύει καὶ μεγαλητέραν εὐτυχίαν, ἐξ οὗ καὶ πληθυσμὸς μεγαλήτερον. Διότι δὲ ἡ ὅλη νῦν Ἑλλὰς περιέχει καὶ ἐπαρχίας τινὰς ὀλίγον κατῳκημένας ἢ ἀγόνους καὶ ἕνεκα τούτων μικρὸν ποσὸν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον ἀποφερούσας, οἷον τὴν Λακωνίαν καὶ ξηράς τινας νήσους καὶ ἐπαρχίας τῆς Στερεᾶς, πρέπει ἆρά γε τὰς πληγὰς ταύτας νὰ ὑποφέρωσι μόνοι οἱ τῆς ἐλευθέρας Ἑλλάδος κάτοικοι, ἐπιβαρυνόμενοι μόνοι αὐτοὶ μετὰ πολλῶν φόρων πρὸς ἐξίσωσιν τῶν δαπανῶν; Ἀλλὰ τὰ ἐκ τῆς ὅλης Ἑλλάδος ὡς αὐτονόμου κράτους πλεονεκτήματα, τὰ προκύψαντα ἐν μέρει καὶ ἐξ αὐτῶν τῶν ἀγόνων ἐπαρχιῶν, ἔπρεπε λοιπὸν καὶ αὐτὰ νὰ μὴ ᾖναι γενικά! Πρὸς Θεοῦ, ποῦ μᾶς φέρουν τοιαῦται παράλογοι ἀξιώσεις; Ἂν ἔχῃ προσωρινάς τινας πληγὰς ἡ ἐλευθέρα Ἑλλὰς, ἔχει καὶ μέγιστα πολιτικὰ πλεονεκτήματα, οἱ δὲ Ἑπτανήσιοι ἠνόησαν τῆς ὅλης τύχης τῆς Ἑλλάδος νὰ μετάσχουν διὰ τῆς ἑνώσεως. Ἄρα πάντες ἐξίσου πρέπει νὰ φορολογώμεθα, καὶ πᾶς τις μένει κύριος νὰ κατοικῇ εἰς τὴν Ζάκυνθον παραδείγματος χάριν, ἢ εἰς τὴν δεῖνα ἄλλην ἐπαρχίαν τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἀπαιτοῦν τὰ ἀτομικά του συμφέροντα.
§90ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Κύριοι, ὅτε ἐψηφίζαμεν τὴν ἕνωσιν, πιστεύσατέ το, ὅτι πρὸ ὀφθαλμῶν ἐλάβαμεν νὰ συνταυτίσωμεν ἐξ ἀνάγκης τὴν τύχην μετὰ τῆς Ἑλλάδος καὶ εἰς τοῦτο οὐδεὶς ἀμφιβάλλει, ἀλλὰ πάντοτε, Κύριοι, εἴχαμεν πρὸ ὀφθαλμῶν ὅτι εἰς αὐτὸν τὸν συνταυτισμὸν ἤθελε προηγηθῆ, ἤθελε βασιλεύσει μία ἰδέα, εἶναι δὲ αὕτη· ἡμεῖς οἱ πρὶν κεχωρισμένοι Ἑπτανήσιοι νὰ κάμωμεν πᾶσαν θυσίαν, ἡ ὁποία ἠδύνατο νὰ ἀποβῇ πρὸς ὄφελος τοῦ λοιποῦ Βασιλείου, ἀλλ’ ὁσάκις πρόκειται νὰ κάμωμεν θυσίαν, ἡ ὁποία δὲν θὰ ἀποβῇ πρὸς ὄφελος τοῦ Ἑλληνικοῦ Βασιλείου, ἀλλὰ μάλιστα πρὸς ζημίαν, ὄχι, Κύριοι, τότε δὲν ὑποχωροῦμεν καὶ τοῦτο πρέπει νὰ τὸ ὁμολογήσωμεν καθαρὰ (θόρυβος)· πολεμεῖτε, Κύριοι, τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἔχομεν, ὡς καὶ τὰ σφαιρίδια, διότι φοβεῖσθε ὅτι θὰ ἐπιβληθῇ εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα, αὐτὴ εἶναι ἡ αἰτία.
§91ΚΡΙΕΖΗΣ. Αὐτὰ εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου.
§92ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Διεπόμεθα, Κύριοι, ἀπὸ διαφορετικὸν φορολογικὸν σύστημα.
§93ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἔπρεπε νὰ βάλετε ὅρους, ὅταν ἐψηφίσατε τὴν ἕνωσιν.
§94ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Μᾶς ἐπροτάθησαν τοιοῦτοι· νὰ ἀφήσωμεν τὸ φορολογικὸν σύστημα καὶ νὰ ἐξαιρεθῶμεν ἀπὸ τὰ χρέη τῆς Ἑλλάδος καὶ ἡμεῖς δὲν τὸ ἐδέχθημεν καὶ ἤμεθα κύριοι· ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν τὴν ἕνωσιν καὶ τὴν ἀπαιτήσαμεν. Ἐδιεπόμεθα, Κύριοι, ἀπὸ διαφορετικὸν φορολογικὸν σύστημα, τὸ ἰδικόν σας σήμερον εἶναι τὸ ἄμεσον, τὸ ἰδικόν μας εἶναι τὸ ἔμμεσον. Ἡμεῖς, Κύριοι, εἰς διάστημα 50 ἐτῶν διὰ τῶν ἀμέσων φόρων εὑρέθημεν πάντοτε ὁπωσοῦν εὐτυχεῖς, σεῖς δὲ μὲ τὸν ἄμεσον φόρον πῶς δὲν εὐτυχήσατε; Καὶ τὸ σύστημα τῶν ἀμέσων φόρων πιστεύω, ὅτι εἶναι καὶ τὸ αἴτιον, τὸ ὁποῖον καταστρέφει τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα καὶ τὴν Ἑλλάδα. Διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων δὲν ἔρχεται ὁ πολίτης εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν Κυβέρνησιν ποσῶς, καὶ δὲν ὑπόκειται εἰς τὰς ὀρέξεις τὰς Κυβερνητικάς· διὰ τῶν ἐμμέσων φόρων οὐχὶ τοῦτο μόνον τὸ μέγα εὐεργέτημα λαμβάνομεν, ἀλλὰ λαμβάνομεν καὶ ἕτερον πλεονέκτημα, φορολογοῦμεν τὸ περίσσευμα, καὶ οὐχὶ τὴν κατανάλωσιν, ἐνῷ διὰ τῶν ἀμέσων φόρων ὁ πολίτης εὑρισκόμενος εἰς ἐπαφὴν μὲ τὴν Κυβέρνησιν καταθλίβεται, καὶ τὸ σύστημα τοῦτο θέλετε νὰ ἐπιβάλλετε εἰς τὸν Ἑπτάνησον; ἴσως διὰ νὰ καταστρέψητε καὶ ἐκεῖ τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα. Πῶς ἐνεργοῦνται, Κύριοι, αἱ ἐκλογαὶ ἐν Ἑλλάδι; πῶς ὁ λαὸς ἠναγκάζετο νὰ ψηφοφορήσῃ; ἠναγκάζετο μὲ τὸ σύστημα τῆς φορολογίας, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἔχετε. Ἐπειδὴ ἂν πολίτης δὲν ἐνέδιδε....
§95ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἔλα εἰς τὸ ζήτημα.
§96ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ζήτημα.
§97ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὲ αὐτὸ τὸ σύστημα ἡ Ἑλλὰς ἑκατονταπλασίασε τὴν περιουσίαν της· εἰπέτε μας τὰς προόδους τὰς ἰδικάς σας; Σᾶς ἐρωτῶ, ὑπάρχει ἐπικράτεια, ἡ ὁποία νὰ ἔχῃ τὸ ἰδικόν σας σύστημα;
§98ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Κανὲν κράτος δὲν ἔχει τὸ ἰδικόν μας σύστημα, ὡς καὶ κανὲν κράτος δὲν ἔχει τὸ σύστημα τῆς ψηφοφορίας, διὰ τοῦ ὁποίου ἀπεβάλαμεν τὴν προστασίαν καὶ τὴν ἠναγκάσαμεν νὰ ἐνδώσῃ. Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ἡ διαφορὰ εἶναι οὐσιώδης μεταξὺ τοῦ ἰδικοῦ σας καὶ τοῦ ἰδικοῦ μας συστήματος; Ἂν ἀπολαμβάνῃ τὸ Κράτος περισσότερα ἢ ὀλιγώτερα, ἐφαρμοζομένης ἐκεῖ τῆς ἰδικῆς σας φορολογίας, μᾶς τὸ ἔλυσεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. Ἀφοῦ ὑπελόγισε τὰ προϊόντα πολὺ κατώτερα παρ’ ὅτι πραγματικῶς εἶναι, σᾶς εἶπεν, ὅτι, ἂν ἐφαρμοσθῇ τὸ Ἑλληνικὸν σύστημα τῆς φορολογίας, θέλομεν χάσει 900,000 δραχ. ἀλλ’ ἔσφαλε εἰς τοὺς ὑπολογισμούς του, διότι πιστεύσατε ὅτι θὰ χάσῃ περισσότερα τῶν δύω ἑκατομμυρίων. Ἔχομεν, Κύριοι πληρεξούσιοι, σύστημα εἰς τὴν Ἑπτάνησον, διὰ τοῦ ὁποίου θὰ εἰσπράξωμεν περισσότερα· τί λοιπὸν ζημιοῦται τὸ Κράτος, ἂν μείνῃ τὸ φορολογικὸν σύστημα εἰς τὴν Ἑπτάνησον μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῶν νέων Βουλῶν; μήπως τάχα νομίζετε ὅτι ἐπειδὴ δὲν ἐγένετο ἀφομοίωσις δὲν ἀποτελοῦμεν ἓν Κράτος; Ἀλλὰ πῶς δύναται νὰ συμβῇ τοῦτο, Κύριοι, ἀφοῦ ἔχωμεν μίαν Βουλὴν, ἀφοῦ δὲν ἔχωμεν διαφόρους ἀρχὰς, ἀφοῦ ἤμεθα ἕτοιμοι νὰ ἀφομοιωθῶμεν καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα, μόνον κατὰ τὸν φόρον δὲν θέλομεν, καὶ σᾶς εἶπον τὸ αἴτιον, διότι θέλομεν εἰς τοῦτο τὸ διάστημα νὰ σκεφθῶμεν καὶ ἡμεῖς; Ἔπειτα, Κύριοι, οὕτω πως συζητοῦνται τὰ φορολογικὰ ζητήματα; Ἡμεῖς θέλομεν νὰ μᾶς ἐξαιρέσητε τὰ σιτηρὰ καὶ ἄλλα προϊόντα.
§99Α. ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Ποῖα θέλετε, εἰπέτε το καθαρά.
§100ΜΗΛΙΑΡΕΣΗΣ. Ἀφοῦ παραδέχθημεν ἐξαιρέσεις διὰ τί νὰ μὴ παραδεχθῶμεν ὅλον τὸ σύστημα; Τὸ σύστημα, Κύριοι, τὸ ἰδικόν μας εἶναι πολὺ καλείτερον ἀπὸ τὸ ἰδικόν σας, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἔχουν περισσότερα, κατὰ τὸ ἰδικόν σας δὲν πληρώνουν τίποτε, καὶ μόνον ὁ λαὸς ἐπιβαρύνεται, καὶ δὲν πληρώνουν οἱ μᾶλλον φορολογούμενοι. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπιμένω ὅπως τὸ φορολογικὸν σύστημα μείνῃ ἄθικτον μέχρι τῆς ἐλεύσεως τῶν βουλῶν.
§101ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Ἡ Συνέλευσις πιστεύω, ὅτι ἠννόησε νὰ συζητήσῃ τὴν πρότασιν τοῦ Ὑπουργείου, χωρὶς ὅμως νὰ ἀποκλείσῃ καὶ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥεβελάκη ἡ ὁποία χθὲς ἐλήφθη ὑπ’ ὄψιν, ἐσυζητήθη καὶ ἐπρόκειτο νὰ ψηφοφορηθῇ θεωρηθεῖσα ὡς τροπολογία. Ἂν δὲ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ῥεβελάκη θεωρηθῇ ὡς μία τροπολογία, νομίζω, ὅτι δύναται νὰ προταχθῇ εἰς τὸ πρῶτον ἄρθρον τοῦ φορολογικοῦ νόμου, ἥτις θὰ ἀποτελέσῃ προσθήκην, ἡ ὁποία θὰ λέγῃ. «Οἱ φορολογικοὶ νόμοι τοῦ 1864 τῶν Ἰονίων νήσων ἰσχύουν ὡς πρὸς αὐτὰς καὶ διὰ τὸ ἔτος 1865.
§103ΔΑΓΡΕΣ. Δὲν ὑπεστηρίχθη.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἀπαράδεκτον ἦτο ὅλως διόλου ἀνυπόστατον, διότι, ἐνθυμεῖσθε, μεταξὺ τῶν ἐξαιρέσεων, αἱ ὁποῖαι ἐπρόκειτο νὰ συζητηθῶσιν, ἀφοῦ ἐλύθησαν τὰ γενικὰ ζητήματα, ἦτο καὶ ἡ περὶ ὁλοκλήρου τοῦ φορολογικοῦ συστήματος. Ἡ πρότασις τοῦ κυρίου Ῥεβελάκη καταρτιζομένη ὡς ἐξέθεσα δύναται, ἐπαναλαμβάνω, νὰ ἀποτελέσῃ μίαν προσθήκην εἰς τὸ 1 ἄρθρον.
§105ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Εἶναι νέα πρότασις.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀντιλέγω. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ λέγει «οἱ ἐν ἑλλάδι ἰσχύοντες ἄλλοι φόροι, μὴ προβλεπόμενοι ἀπὸ τὸν παρόντα νόμον, θέλουν ἐπιβληθῆ καὶ ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου ἀπὸ τῆς α. 7βρίου 1865».
§107ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ποίους φόρους ἐννοεῖτε, Κύριε Κεχαγιᾶ;
§108ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Φόρους οἰκοδομῶν, ἐπιτηδευμάτων, μελισσίων, ἅλατος, ὅλους τοὺς φόρους δηλ. τοὺς μὴ περιεχομένους εἰς τὸν νόμον, ὃν ὑπέβαλε τὸ ὑπουργεῖον.
§109ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Λοιπὸν τὸ ἅλας θὰ μείνῃ ἔτσι ἕως τότε;
§110ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι· τὸ ὑπουργεῖον σᾶς ὑπέβαλε πρότασιν, καθ’ ἣν ἐπιβάλλονται ὅλοι οἱ φόροι οἱ ἰσχύοντες ἐν Ἑλλάδι ἄμεσοι καὶ ἔμμεσοι ἀπὸ μιᾶς ἐποχῆς, ἣν ὁρίζει· ἐξαιρεῖ ὅμως ά) τοὺς δημητριακοὺς καρποὺς, βʹ) τὴν κατὰ στρέμμα φορολογίαν, γʹ) μεταβάλλει τὸν τρόπον τῆς φορολογίας τῶν ἐλαίων· ἡμεῖς πληρόνομεν τὸν φόρον εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς· οἱ Ἑπτανήσιοι θὰ τὸν πληρώνουν κατὰ τὴν ἐξαγωγήν. Αὐτὰς τὰς μεταβολὰς παρουσιάζει ἡ πρότασις τοῦ ὑπουργείου, ἣν ὑπεστήριξεν ὁ Κ. Βαλτινὸς πρὸ πάντων. Ἐγὼ ἀπὸ μιᾶς ἀρχῆς ἐπρότεινα ὁμοίαν πρότασιν, ἐκτὸς μόνον τῆς κατὰ στρέμμα φορολογίας, καὶ τρόπου τῆς φορολογίας τοῦ ἐλαίου, ὃν τὸ ὑπουργεῖον, ἐνδῶσαν, φαίνεται, εἰς τὰς παρατηρήσεις τῶν Κυρίων Ἑπτανησίων, ὅτι εἶναι ὀχληρότατον νὰ πληρόνουν οἱ ἰδιοκτῆται εἰς τὸν τόπον τῆς παραγωγῆς, ὥρισε κατὰ τὴν ἐξαγωγήν· καὶ ἐπειδὴ τοιούτους φόρους ἔχομεν καὶ ἡμεῖς εἰς ἄπειρα προϊόντα, εἰς τὴν μέταξαν, εἰς τὰ κουκούλια, εἰς τὴν σταφίδα, εἰς τὰ λεμόνια καὶ τόσα ἄλλα, δὲν βλέπω πολλοῦ λόγου ἀξίαν αὐτὴν τὴν μεταβολήν. Τί ἐξαιρεῖ ὅμως; ἐξαιρεῖ τοὺς δημητριακοὺς καρπούς, οὓς καὶ ἐγὼ ἀπ’ ἀρχῆς ἤθελα νὰ ἐξαιρέσω, διότι, ὅπως λέγουν οἱ Κύριοι Ἑπτανήσιοι, τὸ δὲ αὐτὸ λέγομεν καὶ ἡμεῖς, θὰ εἶναι βάρβαρος ὁ τρόπος οὗτος, καὶ ὅ,τι ἡ συνείδησις τοῦ ἔθνους κατεδίκασε, καὶ ἤδη καταδικάζει, δὲν πρέπει νὰ ἔχωμεν τὴν ἀξίωσιν νὰ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὴν ἑπτάνησον. Εἴπομεν λοιπὸν νὰ τοὺς ἐξαιρέσωμεν· ἀλλὰ τοὺς ἄλλους, καθ’ ὧν δὲν δύνανται νὰ εἴπωσι τίποτε, διότι στηρίζονται εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ 3 ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἐθέσαμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἀναλόγως τῆς περιουσίας μας θὰ συνεισφέρωμεν εἰς τὸ δημόσιον ταμεῖον, ἐκείνους δὲν δύνανται νὰ ἀποκρούσουν, ὅπως τοὺς ἀμέσους φόρους τῶν οἰκοδομῶν, ἐπιτηδευμάτων κλπ. Λοιπὸν ποίαν καινοτομίαν παρουσιάζω σήμερον ἐγὼ, ὑπαγορευομένην ὄχι μόνον ἀπὸ πνεῦμα πολιτικὸν, ὅπως εἶπεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ πνεῦμα οἰκονομικὸν, ἂν θέλετε; τὴν τροπολογίαν, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ αὐτῶν τῶν φορολογικῶν νόμων νὰ ἀρχίσῃ ἀπὸ τῆς ἀ. 7βρίου 1865· καὶ διατί; διότι καθ’ ὅλον αὐτὸ τὸ διάστημα θὰ φορολογῆται τὸ ἔλαιον καὶ ἡ σταφὶς κατὰ τοὺς ἰσχύοντας νόμους· καὶ ἐπειδὴ θὰ φορολογοῦνται περισσότερον ἀφ’ ὅ,τι ἡμεῖς, ὁ Κ. Χρηστίδης ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου τοῦ 64 εἶναι χωριστὴ ἀπὸ τὰ προϊόντα τοῦ 1865. Ἀλλὰ πολὺ ὀρθῶς παρετήρησεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν ἐσωτερικῶν, ὅτι εἰς τὸν ἑπτανησιακὸν λαὸν θὰ κάμῃ τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν, διότι ἐνῷ θὰ πληρόνῃ ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος τὸ 18 καὶ 19% σήμερον θὰ πληρόνῃ καὶ φόρον οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων καὶ χαρτοσήμου· αὐτὸ ἐννοεῖται θὰ κάμῃ τὴν χειρίστην ἐντύπωσιν. Τί ἄλλο, Κύριοι; καὶ ἀπὸ πνεῦμα ταμιευτικὸν, ἂν θέλετε, διότι ἂν ἐφαρμόσωμεν τὸ φορολογικόν μας σύστημα εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἀπὸ ά Ἰανουαρίου, θὰ χάσωμεν τὴν πρόσοδον τὴν σημαντικὴν τὴν προερχομένην ἐκ τοῦ ἐλαίου. Διὰ νὰ μὴ ὑποπέσωμεν λοιπὸν εἰς ἄτοπα, διὰ νὰ μὴ παραπονῶνται οἱ Ἑπτανήσιοι, ὅτι ἐνῷ πληρώνουν ἤδη φόρον εἰς τὸ ἔλαιον, θὰ πληρώνουν ἐν τούτοις καὶ φόρο οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων, τί λέγομεν; νὰ παραλείψωμεν τοὺς 8 μῆνας, διὰ τοὺς ὁποίους θὰ ἀποζημιωθῶμεν διπλάσια καὶ τριπλάσια, διότι ἐὰν δὲν πληρώσουν οἱ Ἑπτανήσιοι τὸν ἰσχύοντα σήμερον φόρον πρὸς 19% ἐπὶ τοῦ ἐλαίου καὶ τῆς σταφίδος, νὰ ἦσθε βέβαιοι, ὅτι τὸ δημόσιον ταμεῖον θὰ ζημιωθῇ τρία ἑκατομμύρια διότι ὅπως σᾶς εἶπον ἦτον ὅλως ἄτακτος ἡ φορολογία. Ὁ Κ. Βαλτινὸς ἰσχυρίζεται, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη εἶνε ὁμοία μὲ τὴν τοῦ Κ. Ῥεβελάκη. Ἀπέχει πολὺ μακρὰν καὶ λυποῦμαι διότι δὲν ἦτον, ὅταν ἔπρεπε νὰ ἦνε, ὅταν ἐφέραμεν τὸ ζήτημα αὐτό, καὶ ἤθελεν ἰδεῖ ὅτι μία καὶ ἡ αὐτὴ ἦτο ἡ γνώμη μου ἀπ’ ἀρχῆς μὲ τὴν διαφορὰν, ὅτι τότε ἐπέμενον ἀπὸ 1 Ἰουλίου. Παραλείπω ὅμως τοῦτο διὰ τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον σᾶς εἶπον, διότι ἐπληροφορήθην ὅτι ἡ φορολογία τοῦ ἐλαίου δὲν ἀποζημιώνει σημαντικὰ τὸ Ταμεῖον. Κατὰ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥεβελάκη ἀφομοίωσις οἰκονομικὴ δὲν ἐγίνετο. Τί λέγει ὁ Κ. Βαλτινός; ὅτι ἡ νέα Βουλὴ δύναται νὰ ἐπιβάλῃ τοὺς φόρους αὐτούς. Ἄν, κύριοι, μία Συνέλευσις δὲν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ ἀφομοιώσῃ καὶ εἰς τὸ οἰκονομικὸν μέτρον τὴν Ἑπτάνησον, μὴ περιμένετε εἰς τὸ μέλλον νὰ γείνῃ τὸ ἐλάχιστον βῆμα διὰ τὴν ἀφομοίωσιν. Μία ἐξαίρεσις ἔγεινε πρὸ πολλῶν ἐτῶν εἰς τὴν Λακωνίαν, καὶ ἐν τούτοις ὑφίσταται ἀκόμη· καὶ ὅταν συνεζητεῖτο ὁ φόρος ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, δὲν εἶδα τὸν Κ. Βαλτινὸν νὰ διαμαρτυρηθῇ καὶ προτείνῃ τὴν κατάργησιν. Ἐγὼ ὅμως εἶχον τὸ θάῤῥος διότι εἶπα εἶναι ἐντροπὴ νὰ ἦναι Κράτος ἐν Κράτει, ἄλλως πως νὰ φορολογῆται ἡ ἐπαρχία μου, καὶ ἄλλως ἡ Λακωνία. Ἄν λοιπὸν μίαν φορὰν ἡ Συνέλευσις δὲν ἔχῃ τὸ θάῤῥος νὰ εἴπῃ ὅτι ἀπὸ τῆς δεῖνα ἐποχῆς ἐφαρμόζονται οἱ φόροι εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἂς μᾶς πιστεύσῃ ὁ Κ. Βαλτινὸς ὅτι ἡ ἐρχομένη Βουλὴ θὰ κάμῃ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ νόμοι, Κύριε Κεχαγιᾶ, πρέπει νὰ ὁρίζουν τὰ πράγματα. Λοιπὸν ἀναφέρετε τοὺς φόρους, τοὺς ὁποίους ἐννοεῖτε, ὅτι πρέπει νὰ φορολογηθοῦν ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου 1865.
§112ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Θὰ μοὶ συγχωρήσητε, Κύριοι, νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ δύο λέξεις. Μοὶ ἐφάνη παράδοξος ἡ ὁμιλία, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ὑπουργὸς ἐν πρώτοις καὶ ὁ Κ. Κεχαγιᾶς κατόπιν. Ἔφεραν εἰς τὴν Συνέλευσιν, καὶ συζητοῦν φορολογικοὺς νόμους· θέλουν ἐπ’ αὐτῶν νὰ δώσωμεν τὴν ψῆφόν μας καὶ μετὰ ταῦτα τί μᾶς λέγουν; εἶναι περίεργος αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος, ἤγουν ἐγὼ, μᾶς ὁρίζει τὸν λογιστικὸν νόμον ἐμπρός μας.
§113ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Παρέργως εἶπον ὅτι δὲν ἐφαρμόζεται.
§114ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, δὲν βλέπω τὸ δὲν ἐφαρμόζεται, διότι καθόσον ἀφορᾷ τὴν φορολογίαν αὐτὴν πάντοτε εἶναι ἐφαρμοστέα καθ’ ὁλοκληρίαν.
§115ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὴν περίστασιν, Κύριε Χρηστίδη.
§116ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἔρχομαι λοιπὸν ἐγὼ νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι καθ’ ἣν στιγμὴν συζητοῦνται φορολογικοὶ νόμοι, δὲν ἐννοῶ ἂν ἠμπορῇ νὰ γίνῃ λόγος ἄλλος παρὰ περὶ λογιστικοῦ συστήματος. Ἡ ἄλλη μέθοδος ἤγουν τὸ νὰ μὴ λαμβάνηται ὑπ’ ὄψιν λογαριασμὸς, ὅταν πρόκειται περὶ φορολογίας, μὲ ἁπλουστέραν λέξιν θὰ εἴπῃ σύστημα Τούρκικον· οἱ Τοῦρκοι ἔβαλλον τὸ χέρι τους εἰς τὴν τσέπην τους, καὶ εἶχον ἁμαρτίαν νὰ μετρήσουν χρήματα, διότι αὐτὰ τὰ ἐσύναζον ἐξ ἁρπαγῆς. Ἐδῶ, Κύριοι, ἔχομεν ἔμπροσθέν μας ἕνα λαὸν συνταγματικὸν, ὅστις 45 χρόνους εἶναι ἤδη ἐλεύθερος, καὶ ἕνα λαὸν τὸν Ἑπτανήσιον ὅστις εἶναι 290–300 χρόνους ἐλεύθερος. Τί σημαίνει, ἐρωτῶ, νὰ μὴ εἴπωμεν εἰς αὐτοὺς τοὺς δύω λαοὺς κατὰ πόσον καὶ πότε πρέπει νὰ πληρώσουν φόρους; συγχωρεῖτε νὰ τοῖς εἴπωμεν πληρώσατε φόρους· δὲν συγχωρεῖτε νὰ τοῖς εἴπωμεν πόσους θὰ δώσῃ· αὐτὸ θὰ εἴπῃ, Κύριοι, νὰ μὴ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ λογιστικὸν σύστημα, δηλαδὴ νὰ μὴ μετρήσωμεν. Ἄλλοι, λέγουν, αὐτὸς ὁ λαὸς θὰ τρομάξει, ὅταν βλέπῃ νὰ πληρώνῃ συνάμα ἕνα φόρον ἐδῶ καὶ ἕνα ἐκεῖ· ἀπ’ ἐδῶ δὲ τοὺς ἐννοῶ. Ὁ φόρος τοῦ 1864 εἶναι φόρο τὸ 1861.
§117ΤΙΝΕΣ (ἐξ Ἑπτανήσου). Τὸ λάδι τοῦ 1865.
§118ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Λάδι ἔχομεν καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· ἑπτὰ ἑκατομμύρια ῥίζαις ἐλαίας ἔχομεν εἰς τὴν Ἑλλάδα καὶ ὅλον αὐτὸ τὸ λάδι τὸ τρώγομεν· οὔτε μίαν ὀκᾶν δὲν ἐξάγομεν, καὶ ἀγοράζομεν ἐνίοτε καὶ ἔξωθεν. Δὲν θέλετε, ἐρωτῶ τώρα, νὰ συνάξωμεν καὶ αὐτὸ τὸ ὀλίγον, τὸ ὁποῖον περισσεύει; Τί θέλετε νὰ κάμωμεν; Ὁ φόρος διὰ τὸ ἔλαιον τοῦ 1864 πληρώνεται εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος, ὁ φόρος τῶν ἐπιτηδευμάτων πληρώνεται ἐπίσης εἰς τὰ ἑπόμενα ἔτη· συγχρόνως πληρώνονται καί τινες φόροι ἀνήκοντες εἰς τὸ ἑπόμενον ἔτος ὡς εἶναι λ. χ. ὁ φόρος τῶν ζώων διὰ τὰ φορτηγὰ, ὅστις πληρώνεται ἀπὸ ἁ. Ἰαννουαρίου ἑκάστου ἔτους. Αὐτὰ τὰ πράγματα, Κύριοι, εἶναι αὐτοτελῆ· τὸ ἓν μὲ τὸ ἄλλο δὲν συγχωνεύονται· ἕνας ἄνθρωπος χρεωστεῖ εἰς τὸν Γιάννη 100 δρ. εἰς τὸν Κώστα ἄλλας 100, καὶ τελειώνει ἡ προθεσμία τὸν Ἰανουάριον, δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ εἰς τὸν ἕνα «δὲν σὲ πληρώνω, διότι θὰ πληρώσω τὸν ἄλλον». Αὐτοὶ εἶναι λόγοι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦν νὰ λέγωνται ἐνώπιον ἑνὸς ἐλευθέρου ἔθνους. Δὲν εἶδα τοὺς Ἑπτανησίους ἐκ τοῦ πλησίον, ἀλλ’ εἶδα πολλοὺς ἐδὼ νὰ ἐννοῶσιν, ὅτι ὁ φόρος τοῦ 1864, ἂν δὲν ἐπληρώθη, θὰ πληρωθῇ, ἀδιάφορον πότε. Τί θὰ πληρώσετε διὰ φόρον ἐλαίου τὸ 1865; τίποτε. Λοιπὸν μὴ συγχέετε τὸ 1864 μὲ τὸ 1865· εἴπατε καθαρῶς ἂν θέλετε νὰ μὴ κάμωμεν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων, τὰ ὁποῖα πηγάζουν ἀπὸ τὸ καθῆκον, τὸ ὁποῖον ἔχουν ὅλοι οἱ φορολογούμενοι νὰ πληρώνουν φόρους. Εἴπατε καθαρῶς εἰς τὴν Ἑπτάνησον, συγχωροῦμεν δύο μῆνας, πέντε, νὰ μὴ πληρώσετε τίποτε· δὲν δεχόμεθα ὅμως νὰ εἴπητε ἐνώπιον ὅλου τοῦ κόσμου, ὅτι φορολογεῖται ἡ Ἑπτάνησος, διότι πληρώνει εἰς τὰ 1865 τὸ ἔλαιον τοῦ 1864, δὲν ἠμπορεῖτε τὸν καρπὸν τοῦ 64 νὰ τὸν φυτρώσητε εἰς τὰ 65, ὥστε αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ὀφείλει νὰ πληρώσῃ ἐφέτος, ἂν τὰ πληρώσῃ ἀπὸ χρόνου, ἐννοεῖται κάλλιστα ὅτι πληρώνει φόρον τοῦ 1864 καὶ οὐχὶ φόρον τοῦ 1865. Ἑπομένως εἶναι ἀνάγκη νὰ ἐκκαθαρίσωμεν ἐδὼ τὶ θέλομεν νὰ πράξωμεν. Ἐγὼ ἐννοῶ περὶ τίνος πρόκειται.
§119ΛΟΥΖΗΣ. Ἔχεις δίκαιον ἐπιστημονικῶς.
§120ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὄχι ἐπιστημονικῶς, ἀλλὰ πρακτικῶς· αὐτὸ, τὸ ὁποῖον λέγω, τὸ γνωρίζει ὁ Σαλωνίτης, ὁ ἐντολεὺς τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ. Αὐτὸς θὰ πληρώσῃ τὸ ἔλαιον τοῦ 64 εἰς τὰ 65. Ἄλλως τε, Κύριοι, διατὶ δὲν ὁμολογοῦμεν καὶ μίαν ἄλλην ἀλήθειαν; Εἰς τὰ 1865 οὔτε ὀβολὸν θὰ πληρώσῃ ὁ Ἑπτανήσιος ἀπὸ λάδι. Πῶς; Τὸ λάδι θὰ τὸ ἀγοράσει ὁ ἔμπορος καὶ θὰ τὸ συγκεντρώσῃ εἰς τὰς ἀποθήκας του, καὶ θὰ πληρώσῃ τὰ χρήματα τῆς ἀγορᾶς. Τὸν φόρον τῆς ἐξαγωγῆς θὰ τὸν πληρώσει ὁ ἔμπορος, καὶ οὐχὶ ὁ Ἑπτανήσιος.
§121ΤΙΝΕΣ ΕΞ ΕΠΤΑΝΗΣΟΥ. Τὸν ὑπολογίζει τοῦ Ἑπτανησίου.
§122ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τοῦτο τὸ παρατηρῶ διὰ τὴν ἐντύπωσιν, τὴν ὁποίαν διϊσχυρίζεσθε, ὅτι θὰ κάμῃ εἰς τὸν λαὸν τῆς Ἑπτανήσου ἂν ὑποχρεωθῇ νὰ πληρώσῃ τοὺς φόρους τοῦ 1865 καθ’ ὃν καιρὸν λέγετε ὅτι θὰ πληρώσῃ καὶ τὸ ἔλαιον τοῦ 64· λέγω ὅτι αὐτὸ δὲν ὑφίσταται, αὐτὴ ἡ ἐντύπωσις δὲν ὑπάρχει. Δὲν ἐπιμένω νὰ πληρώσῃ φόρους ὁ Ἑπτανήσιος· δὲν εἶμαι ὑπὲρ τῶν φόρων· ἐγὼ θέλω νὰ καθαρισθῇ τὸ ζήτημα, νὰ μὴ καλύψωμεν, καθὼς εἶπεν ὁ Κ. Λομβάρδος, ἓν ψεῦδος μὲ ἄλλο ψεῦδος. Θέλομεν νὰ εἴπωμεν ὅτι δὲν συμφέρει νὰ ἐφαρμόσωμεν ὅλους τοὺς φόρους ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου 1865, ναὶ ἢ ὄχι; Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα· ἂν πρέπῃ ἢ ἂν δὲν πρέπῃ ἡ Ἑλλὰς νὰ καταπέσῃ κατακέφαλα ἐπὶ τῆς Ἑπτανήσου καὶ νὰ ζητήσῃ ἀπὸ αὐτὴν νὰ πληρώσῃ φόρους καὶ εἰς ταῖς κότες καὶ εἰς τὰ αὐγά, αὐτὸ ἄλλο ζήτημα· ὄχι ὅμως, ὅτι, ὅταν πληρώσῃ ἀπὸ τῆς 1 Σεπτεμβρίου 1865, δὲν θὰ ζημιωθῇ ἡ Ἑλλὰς ὅλον τὸν φόρον ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου ἕως 1 Σεπτεμβρίου, διότι καὶ τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ αἱ οἰκοδομαὶ δὲν θὰ πληρώνουν πλέον ἀπὸ 1 Ἰανουαρίου μέχρι τοῦ Σεπτεμβρίου. Ὅταν ὁ νόμος εἴπῃ, ἀπὸ 1 Σεπτεμβρίου τὰ ἐπιτηδεύματα καὶ αἱ οἰκοδομαὶ πληρόνουν, ἀπὸ ά. Σεπτεμβρίου θὰ πληρώσουν (θόρυβος) Πρέπει νὰ ἔχητε, Κύριοι, γνώσεις ἀκριβεῖς, τὶ ζητεῖτε· πρέπει νὰ γνωρίζωμεν τὶ ψηφίζομεν. Ἡ πρότασις λοιπὸν τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ εἶναι νὰ μὴ πληρώσουν οἱ Ἑπτανήσιοι τοὺς φόρους ἐπὶ 8 μῆνας· λοιπὸν ἀφορολόγητοι.
§123ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μὴ λέγετε ἀφορολόγητοι, διότι εἶναι ὁ φόρος τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου.
§124ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Τώρα παρακαλῶ· ἡ σταφὶς ἀπὸ ά. Σεπτεμβρίου τὶ θὰ εἰπῇ; νὰ ἐπιβιβάσῃς εἰς τὸ πλοῖον ὅλην τὴν σταφίδα ἀφορολόγητον (θόρυβος). Ἐννοῶ ὅτι θὰ πληρώσει, ἀλλὰ θὰ πληρώσῃ ἡ σταφὶς εἰς τὰ 1865 τὸν φόρον τὸν ἠλαττωμένον.
§125ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ἡ σταφὶς καὶ τὸ ἔλαιον θὰ φορολογηθοῦν κατὰ τὸν ἰσχύοντα ἐν Ἑπτανήσῳ νόμον.
§126ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Πολὺ καλά, Κύριοι, ἐννοήσατε περὶ τίνος πρόκειται· ὁ φόρος τοῦ 1864, λέγει, τῆς σταφίδος καὶ τοῦ ἐλαίου θὰ ἐξακολουθῇ νὰ πληρώνεται μέχρι τῆς ά. Σεπτεμβρίου κατὰ τὸν ἰσχύοντα νόμον ἐν Ἑπτανήσῳ· αὐτὸ λέγει ἐδῶ καὶ τὸ νομοσχέδιον τῆς Κυβερνήσεως.
§127ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐλαττόνει.
§128ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἐλαττόνει διὰ τὸ 1864. Λοιπὸν τὸ ἔλαιον καὶ ἡ σταφὶς τοῦ 1865 θὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὸν φόρον τὸν περιωρισμένον· οἱ φόροι ὅμως οἱ ἄλλοι θὰ μείνουν ἀπραγματοποίητοι· αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὰ ἀλήθεια. Ὁ Κ. Ἄννινος ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§129ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πολλοὶ).
§131Ι. ΑΝΝΙΝΟΣ. Παρακαλῶ, κύριοι, δύο λέξεις. (θόρυβος).
§132ΤΙΝΕΣ. Νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Ἄννινος.
§133Ι. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἐγὼ, κύριοι, δὲν ἔχω κανέν δικαίωμα, οὐδεμίαν ἐντολὴν διὰ νὰ ἐπιληφθῶ τοῦ ζητήματος τούτου, ὡς σήμερον σᾶς ὑποβάλλεται (θόρυβος). Ἡ μόνη ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν ἔλαβον ἀπὸ τὴν πατρίδα μου, μετὰ τὴν τῆς ἑνώσεως, ἦτο νὰ συνεργασθῶμεν μὲ ὑμᾶς (θόρυβος). Οὐδεμίαν ἐντολὴν ἔχω νὰ ἐπιληφθῶ σήμερον νὰ ἐπιβάλω βάρη εἰς τὴν πατρίδα μου. Ἡ μόνη ἐντολὴ, τὴν ὁποίαν ἔχω, εἶναι νὰ συμπράξω μὲ νόμους διὰ τὴν ἀποκατάστασιν τῶν πραγμάτων (θόρυβος). Ἐγὼ, ὅστις ἔλαβα τὴν ἐντολὴν, θέλω νὰ εὐκολύνωμεν ὅλα, καὶ πρῶτος ἐγὼ δὲν ἀπαιτῶ οὔτε ἐξαιρέσεις οὔτε προνόμια.
§134ΜΙΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Εἴπατε τέλος πάντων, τὶ θέλετε;
§135Ι. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ποῖος Σᾶς ἔδωκε τὴν ἐντολὴν ἀπὸ τοὺς ἐντολεῖς σας νὰ θέσητε βάρος εἰς τὴν Ἑπτάνησον; σᾶς ἐρωτῶ ἐγὼ σήμερον.
§136ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ποῖος σᾶς ἔδωκε τὸ δικαίωμα νὰ ἐπιβάλλετε σεῖς φόρους ἐπὶ τοῦ πρώην Ἑλληνικοῦ Βασιλείου; πῶς τώρα θὰ ψηφοφορήσητε;
§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς ἐνόησε, Κ. Ἄννινε, ἡ Συνέλευσις· θέλετε νὰ ἀφήσετε τὸ Κράτος χωρὶς διοίκησιν.
§138ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἡ πρότασις τοῦ Μακρῆ.
§140ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Εἰς τὰ τμήματα.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι, ἐκ τῶν προτάσεων, τὰς ὁποίας ἀνέγνωσα, νομίζω, ὅτι ἀπωτέρα εἶναι ἡ τοῦ Κ. Ῥεβελάκη, τὴν ὁποίαν υἱοθέτησε, καθὼς ἠκούσατε, ὁ Κ. Λομβάρδος, διότι ἡ πρότασις αὕτη ἀποκλείει, οὕτως εἰπεῖν, ὅλας τὰς ἄλλας, καὶ ἐμποδίζει τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ φορολογικοῦ συστήματος τῆς Ἑλλάδος εἰς τὰς 7 νήσους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι αὐτὴ πρῶτον ὡς ἀπωτέρα πρέπει νὰ ψηφοφορηθῇ.
§142ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ποῖος τὴν ὑποστηρίζει;
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι 10 οἱ ὑποστηρίζοντες τοῦ Κ. Ῥεβελάκη τὴν πρότασιν;
§144ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα εἴμεθα ὅλοι οἱ Ἑπτανήσιοι.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ψηφοφορηθῇ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§146ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶσθε 20; (ἐγείρονται περισσότεροι τῶν 20. Τοῦ Κ. Ῥεβελάκη ἡ πρότασις εἶναι ἡ χθεσινὴ, ἡ ὁποία λέγει...
§148ΠΟΛΛΟΙ. Τὴν γνωρίζομεν.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουν ναί...
§150ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἀπωτέρα τοῦ Κ. Κεχαγιᾶ.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι, διότι αὐτὴ παραδέχεται ἀπὸ τοῦ Σεπτεμβρίου τὴν ἐφαρμογὴν, ἐνῷ αὐτὴ λέγει καθ’ ὅλον τὸ 65 νὰ ἐφαρμοσθοῦν οἱ Ἰόνιοι νόμοι ἐπὶ τῶν ἑπτὰ νήσων. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν, ὅτι οἱ φορολογικοὶ νόμοι τῆς Ἑπτανήσου ἰσχύουν δι’ αὐτὴν καὶ διὰ τὸ ἔτος 1865, λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφορήσατε ἐν ὅλῳ 203, 132 ὄχι, 69 ναὶ 2 ἠρνήθησαν ψῆφον· ἄρα ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ῥεβελάκη ἀπεῤῥίφθη. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις.
§153ΔΑΓΡΕΣ. Κύριε Πρόεδρε, κατήντησεν αὐτὴ ἡ κατάστασίς μας οἰκτρὰ καὶ ἀνυπόφορος. Σᾶς παρακαλοῦμεν νὰ προσκαλέσητε, ὅσοι πληρεξούσιοι εἶναι ἐντὸς τῆς πρωτευούσης, ὅσοι θέλουν νὰ ἐκπληρώσουν τὸ καθῆκον των, καὶ ἐὰν ἐννοοῦν ὅτι εἶναι καθῆκόν των νὰ ἀφήσουν τὸ ἔθνος ἄνευ προϋπολογισμοῦ καὶ ἄνευ φορολογικοῦ νόμου, τότε νὰ τὸ μάθῃ καὶ τὸ ἔθνος.
§154ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρᾳ 9 παρὰ ¼ μ. μ.
Ὁ Πρόεδρος
ΙΩ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Σ. Λογιωτατίδης. Α. Νικολαΐδης.