1864.11.05
3,802 rows · 30,471 words · 257 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 360.
Τῆς 5 Νοεμβρίου 1864.
(Πέμπτη.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, καὶ πλήρους γενομένης τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΣΟΥΪΔΑΣ. Κύριοι Πληρεξούσιοι, ἐζήτησα τὸν λόγον χθὲς, καὶ τὸν ἐζήτησα ἐντὸς τοῦ δικαιώματός μου, καὶ σύμφωνα μὲ τὸν κανονισμὸν καὶ μὲ τὰς πεποιθήσεις μου. Ὁ Κ. Πρόεδρος ὅμως ἀκολουθῶν τὴν συνήθη τακτικήν του, ὁσάκις θέλει νὰ ἐμποδίσῃ ἕνα, ὅστις θέλει νὰ ἀγορεύσῃ, λέγει ὅτι ἐπείσθη· καὶ ὡς ἐκ τούτου ἡ Συνέλευσις μὲ ἐμπόδισε νὰ ἀγορεύσω· θέλω λοιπὸν τὴν παρακαλέσει πρὸς τιμήν της νὰ μὲ ἀκούσῃ σήμερον, καὶ λέγω πρὸς τιμήν της, διότι θὰ ἀκούσῃ τὸν λόγον διὰ τὸν ὁποῖον ἐζήτησα νὰ ἀναβῶ τὸ βῆμα διὰ τελευταίαν φοράν. Κύριοι, ὡς ἀντιπρόσωπος ἐπαρχίας κεχωρισμένης ἀπὸ τὴν νῦν Ἑλλάδα θεωρῶ καθῆκόν μου, ὅπως ὑπερασπισθῶ τὰ δικαιώματα αὐτῆς. Ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως ταύτης, Κύριοι, εἶχον ἐγχειρίσει εἰς τὸν Πρόεδρον ἀναφορὰν, δι’ ἧς ἐξιστοροῦμεν τὰ δικαιώματά μας· τὴν ἀναφορὰν ταύτην ἀπὸ τοῦ βήματος ἐζήτησα ὅπως καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά· ἀλλὰ κατὰ δυστυχίαν χθὲς δὲν τὴν εἶχον καταχωρημένην, καὶ ὁμιλῶ σήμερον, διότι ἐμποδίσθην χθὲς, καὶ ἐπειδὴ θεωρῶ ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι προσβάλλονται τὰ δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἕκαστος πληρεξούσιος ἔχει, ἐπειδὴ δὲ ἀφ’ ἑτέρου ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου μᾶς εἶπον, ὅτι ἀντιπροσωπεύοντες τὰς μὴ ἐλευθέρας ἐπαρχίας τοῦ ἑλληνισμοῦ, δὲν ἔπρεπε νὰ καταδέχωνται νὰ μένωσιν ἐνταῦθα καὶ ὅτι μᾶς εἶπον ἀκόμη, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὰ στενογραφημένα πρακτικὰ, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν τῆς μὴ ἐλευθέρας Ἑλλάδος, ἐὰν εἶχον διάκρισιν, ἔπρεπε νὰ ἀποχωρήσωσι καὶ νὰ μὴ λαμβάνωσι μέρος εἰς τὰς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως, αἵτινες ἔχουν ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τοῦ τόπου τούτου· διὰ τοῦτο συναισθανόμενος τὴν θέσιν μου, καὶ λέγων, ὅτι τυπικῶς ἔχω δίκαιον, ἂν καὶ εἶμαι γέννημα καὶ θρέμμα τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἔχω καὶ ἀκίνητόν τινα περιουσίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν φορολογοῦμαι, καὶ πᾶς εὐσυνείδητος ἄνθρωπος, ἀνεξάρτητος παντὸς ἀτομικοῦ συμφέροντος, ἀμερολήπτως χωρὶς νὰ ἐξετάσω ἂν ἔχουν δίκαιον ἢ ἄδικον, οὕτω καὶ ἐγὼ ἅμα ἐξεπλήρωσα τὴν ἀποστολήν μου ἐνταῦθα εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ συντάγματος καὶ εἰς τὴν ἀναγόρευσιν τοῦ Βασιλέως, ἐπειδὴ σχεδὸν, Κύριοι, καὶ ὁ βουλευτικὸς νόμος, εἰς τὸν ὁποῖον τῳόντι ὑπῆρχον συμφέροντα τῶν δούλων ἐπαρχιῶν· ἐπειδὴ δὲ ὅτε ἐπεραιώθη οὗτος, νομίζω, ὅτι ἐξεπλήρωσα τὸ καθῆκόν μου σᾶς ἀποχαιρετῶ, καὶ ζητῶ τὴν παραίτησίν μου. Νομίζω, Κύριοι, ὡς ἀντιπρόσωπος τῶν ἐπαρχιῶν αὐτῶν, λέγω, ὅτι κατὰ τύπους πρέπει νὰ ὑποχωρήσω, διότι δὲν ἔχω τίποτε νὰ συζητήσω. Δὲν ἠμπορῶ δὲ παρὰ νὰ εὐχαριστήσω τὴν Συνέλευσιν ὡς ἄτομον διὰ τὴν ὁποίαν ἔδειξε προθυμίαν τοῦ νὰ μὲ εἰσάξῃ ἐνταῦθα ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἀποχαιρετῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν, εὐχόμενος ὅπως ἡ ἔλλειψις τῆς ψήφου συντελέσῃ πρὸς εὐημερίαν τῆς Πατρίδος.
§2ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νομίζω, Κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει ἀποδεχθῆ τὴν ἔγγραφον παραίτησιν τοῦ Κ. Σούτσα, διότι οἱ λόγοι τοὺς ὁποίους μᾶς ἀνέφερεν, ὅτι τὸν παρακινοῦσι νὰ παραιτηθῇ ὑποστηρίζουσιν αὐτήν, μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μας οὗτος ὅτι ἀντιπροσωπεύει ἐπαρχίαν, ἡ ὁποία εἶναι σήμερον ὑπὸ τὴν κυριαρχίαν ξένης δυνάμεως· ἀποκρούω τὴν ἰδέαν ταύτην, διότι, ἂν ἐξετάσωμεν τὴν καταγωγὴν τῆς εἰσόδου του ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, θέλετε ἰδεῖ ὅτι ἀντιπροσωπεύει συνοικισμὸν Κρητῶν ὑπάρχοντα εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἀπολαύοντα τῶν δικαιωμάτων πάσης ἄλλης Ἑλληνικῆς κοινότητος. Πάντες οἱ Πληρεξούσιοι οἱ ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ ἀντιπροσωπεύουν τὰ δικαιώματα τῶν δούλων ἐπαρχιῶν· δὲν δύναται λοιπὸν νὰ παραταθῇ πρὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης, καθ’ ἣν πάντες οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς ἐπαρχίας τῆς Ἑλλάδος θεωρήσωμεν περαιωμένην τὴν ἀποστολήν μας καὶ ἀποχωρήσωμεν. Παρακαλῶ δὲ τὴν συμπολίτευσιν, διότι ὁ παραιτηθεὶς Πληρεξούσιος ἀνῆκεν εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, νὰ μὴ σκεφθῇ ἐμπορικῶς, ὅτι μία ψῆφος ἀναχωροῦσα ἀπὸ τὴν μειοψηφίαν θέλει δώσει ὠφέλειαν εἰς αὐτὴν, καὶ σπεύσῃ εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς παραιτήσεως, ἀλλὰ νὰ ἀποποιηθῇ αὐτήν.
§3ΜΙΛΗΣΗΣ. Τὸ ζήτημα, Κ. Πρόεδρε, ἂν δύναται Πληρεξούσιός τις νὰ παραιτηθῇ ἢ ὄχι, ἐλύθη ἤδη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως καταφατικῶς· ἑπομένως δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ περὶ τούτου ἀντίῤῥησις. Ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ὁ κ. Σούτσας δὲν ἔχε δίκαιον ὡς πρὸς τὸν λόγον, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν, ἵνα δικαιολογήσῃ τὴν παραίτησίν του. Ἂν, Κ. Πρόεδρε εἷς ἢ δύο Πληρεξούσιοι εἶπον φράσεις τὰς ὁποίας ἐθεώρησεν ὁ Κ. Σούτσας προσβλητικὰς, αὗται δὲν ἀποτελοῦν γνώμην ἢ ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, καὶ κανεὶς δὲν δύναται εὐλόγως νὰ θεωρήσῃ, ὅτι προσεβλήθη δι’ αὐτῶν ὑπὸ τοῦ σώματος. Ἡ Συνέλευσις ἂν εἶχε τοιαύτην γνώμην, ἠδύνατο νὰ τὴν διατυπώσῃ κανονικῶς εἰς ἀπόφασιν, ἀλλὰ τοιοῦτόν τι δὲν ἔγεινεν· ἑπομένως, Κ. Πρόεδρε, ἀποκρούω τὸν λόγον τῆς παραιτήσεως ὡς μὴ βάσιμον, καὶ ἐπειδὴ ἡ παραίτησις ἐστηρίχθη εἰς μόνον αὐτὸν τὸν λόγον θὰ ψηφίσω καὶ κατὰ τῆς παραιτήσεως.
§4ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Δὲν δεχόμεθα τὴν παραίτησιν.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐρωτῶ πρῶτον ὡς πρὸς τὰ πρακτικά. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§6ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Τὴν ἀναφορὰν, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλαμεν, ζητοῦμεν νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφοῦ δὲν ἀνεγνώσθη, δὲν δύναται νὰ καταχωρηθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν παραίτησιν τοῦ Κ. Σούτσα νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρεται εἷς μόνον). Δὲν ἐγένετο δεκτὴ ἡ παραίτησις. Ὑποβάλλεται πρότασις ὑπὸ τοῦ Κ. Μακρῆ, ἡ ὁποία ἀφορᾷ φορολογικὸν ζήτημα, καὶ ἡ ὁποία δύναται νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ φορολογικοῦ νόμου, στηρίζεται δὲ εἰς μίαν ἀναφοράν, τὴν ὁποίαν ὑπέγραψαν πολλοὶ κάτοικοι τῆς πόλεως Μεσολογγίου. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Μακρῆ. «Μέχρι τῆς συγκαλέσεως τῆς πρώτης Βουλευτικῆς Συνόδου πρὸς ἀναθεώρησιν τοῦ Νόμου περὶ φόρου τῶν ὑπὸ ἰδιοκτητῶν κατοικουμένων οἰκιῶν, ἀναστέλλεται ἡ ἐκτέλεσις καὶ τὸ κῦρος τοῦ ὡς εἴρηται νόμου.» Θέλει τυπωθῆ καὶ ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν.
§8ΜΑΚΡΗΣ. Δὲν θέλω νὰ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν μὲ συζητήσεις, οὔτε νὰ ἀποφανθῇ ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἀναφορᾶς, ἀλλὰ παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ διατάξῃ τὴν τύπωσιν τῆς ἀναφορᾶς αὐτῆς, ἐπειδὴ εἶναι σπουδαιοτάτη· στηρίζεται εἰς λόγους οὐσιώδεις· ὅταν ἔλθῃ ὁ καιρὸς τῆς συζητήσεως τοῦ φορολογικοῦ Νόμου, θέλω ἀναπτύξει τοὺς λόγους.
§9ΤΙΝΕΣ. Αἱ ἀναφοραὶ δὲν τυποῦνται.
§10ΜΑΚΡΗΣ. Νὰ τυπωθῇ, διότι μία πόλις ὁλόκληρος ἀναφέρεται δι’ ἀναφορᾶς της.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τύπωσιν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ὑποβάλλεται τροπολογία, ἀφορῶσα τὸν περὶ στρατολογίας νόμον· περιττὸν ν’ ἀπασχολήσω τὴν Συνέλευσιν ἀναγινώσκων αὐτὴν, θέλω τὴν στείλει εἰς τύπωσιν. Πρὶν προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀκούσῃ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ βουλευτικοῦ Νόμου. Ἄρχεται ἡ ἀνάγνωσις.
ΝΟΜΟΣ
Περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Αʹ.
Περὶ τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν. Ἄρθρον 1. Ἑκάστη ἐπαρχία τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος, ὁριζομένη ἐκ τῆς δικαιοδοσίας ἑκάστου ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου, ἀποστέλλει εἰς τὴν Βουλὴν δι’ ἰδίας ἐκλογῆς Βουλευτάς. Ὁ ἀριθμὸς τῶν παρ’ ἑκάστης ἐπαρχίας ἀποστελλομένων Βουλευτῶν θέλει εἶσθαι ἀνάλογος πρὸς τὸν πληθυσμὸν τῶν δημοτῶν τῶν δήμων αὐτῆς ὑπὸ τοὺς ἑξῆς ὅρους· Ἐπαρχία ἔχουσα πληθυσμὸν μέχρι τῶν δέκα χιλιάδων ἐκλέγει ἕνα Βουλευτὴν, ἔχουσα μείζονα τῶν δέκα μέχρι τῶν εἴκοσι χιλιάδων δύω, ἀνώτερον τῶν εἴκοσι μέχρι τῶν τριάκοντα χιλιάδων τρεῖς, ὑπὲρ τὰς τριάκοντα μέχρι τῶν τεσσαράκοντα χιλιάδων τέσσαρας, καὶ οὕτω καθεξῆς, προστιθεμένου ἑνὸς Βουλευτοῦ ὁσάκις ὁ πληθυσμός ἐστὶν ἀνώτερος τῆς προηγουμένης δεκάδος χιλιάδων. Ἄρθρ. 2. Αἱ νῆσοι Ὕδρας, Σπετσῶν καὶ οἱ ἐν Ἑλλάδι Ψαριανοὶ ἐκλέγουσι Βουλευτὰς κατὰ τὸ ἀπὸ 31 Ἰανουαρίου 1844 ψήφισμα τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ τὸν ἀπὸ 22 10βρίου 1847 ὑπὸ στοιχ. ΞΖʹ Νόμον, ἤτοι ἡ μὲν Ὕδρα τρεῖς, αἱ Σπέτζαι δύω καὶ οἱ Ψαριανοὶ δύω. Οἱ δῆμοι Κρανιδίου καὶ Ἑρμιόνης ἡνωμένοι ἀποτελοῦσιν ἰδίαν ἐκλεκτικὴν περιφέρειαν πρὸς ἐκλογὴν Βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἐν τῷ ἄρθρῳ 1 ὁριζομένης ἀναλογίας. Ἄρθρ. 3. Οἱ κατὰ τὴν ἀπὸ 3 Φεβρουαρίου 1844 ἀπόφασιν τῆς Αʹ. ἐν Ἀθήναις Ἐθνικῆς συνελεύσεως μετανάσται ἐκλέγουσι Βουλευτὴν, ἐὰν, συνοικισθέντες πραγματικῶς, ἀποτελέσωσι πόλιν, δῆμον ἢ ἐπαρχίαν καὶ ἀπαρτίσωσι πληθυσμὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς ἐχούσης τὸν μικρότερον πληθυσμὸν περιφερείας ἐπαρχιακοῦ συμβουλίου. Οἱ ὁρισμοὶ τοῦ ἐδαφίου 3 τοῦ ἄρθρου 1 ἰσχύουσιν εὐθὺς ὡς ὁ πληθυσμὸς τῶν συνοικισθησομένων ὑπερβῇ τὸν ἀνωτέρω ἐλάχιστον ὅρον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Βʹ.
Περὶ τῶν ἐκλογέων. Ἄρθρον 4. Τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν ἀνήκει εἰς πάντας τοὺς κατὰ τοὺς καθεστῶτας Νόμους πολίτας ἕλληνας, συμπληρώσαντας τὸ 21 ἔτος τῆς ἡλικίας των, ἔχοντας ἰδιοκτησίαν τινὰ ἢ μετερχομένους οἱονδήποτε ἐπάγγελμα ἢ ἐπιτήδευμα. Ἐξαιροῦνται. 1) Οἱ καταδικασθέντες ἐπὶ κακουργήματι, ἐνόσῳ δὲν ἀποκατασταθῶσιν εἰς τὰ δικαιώματα, ὧν ἐστερήθησαν ἕνεκα τῆς καταδίκης ταύτης. 2) Οἱ καταδικασθέντες ἐπὶ πλημμελήματι ἐκ τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 22 τοῦ ποινικοῦ Νόμου τροποποιηθέντι διὰ τοῦ ἀπὸ 20 Μαΐου 1836 Νόμου, καὶ στερηθέντες διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως τοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφοφορεῖν. 3) Οἱ δυνάμει ὁριστικοῦ δικαστικοῦ βουλεύματος διατελοῦντες ὑπόδικοι ἐπὶ κακουργήματι. 4) Οἱ ἐστερημένοι τῆς ἐλευθέρας διαχειρίσεως τῆς περιουσίας των.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γʹ.
Ἄρθρον 5. Περὶ ἐκλογίμων. Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται, πλὴν τῶν ἐν τῷ ἄρθρῳ 70 τοῦ Συντάγματος ἰδιοτήτων· α) Νὰ μὴ ὑπάγηται εἴς τινα τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἐξαιρέσεων. β) Νὰ κέκτηται ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἀφ’ ἧς ἐκλέγηται, ἀκίνητον τινὰ ἰδιοκτησίαν. Ἄρθρον 6. Δὲν δύνανται νὰ ἐκλεχθῶσι Βουλευταὶ οἱ ἔμμισθοι δημόσιοι ὑπάλληλοι, πλὴν ἐὰν παραιτηθῶσι τῆς θέσεως αὐτῶν δέκα καὶ πέντε τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας. Ἐὰν δὲ πρόκηται νὰ ἐκλεχθῶσιν ἐκ τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ ἐκτελοῦσι τὰ καθήκοντά των, ἡ παραίτησις ἢ παῦσις δέον νὰ γίνηται ἕνα μῆνα πρὸ τῆς ἐκλογῆς. Οἱ Δήμαρχοι ἵνα ἐκλεχθῶσι Βουλευταὶ ἀπαιτεῖται νὰ παραιτηθῶσι τρεῖς μῆνας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν. Ἡ παραδοχὴ τῶν παραιτήσεων τῶν τε ὑπαλλήλων καὶ Δημάρχων δέον νὰ κοινοποιῆται ἐντὸς ὀκτὼ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραιτήσεως, παρελθούσης δὲ τῆς προθεσμίας ταύτης θεωρεῖται ὡς δεκτὴ γενομένη ἡ παραίτησις αὐτοδικαίως. Ἐν περιπτώσει διαλύσεως τῆς Βουλῆς ἡ παραίτησις τῶν ὑπαλλήλων καὶ Δημάρχων γίνεται 15 ἡμέρας ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ περὶ διαλύσεως Β. Διατάγματος.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δʹ.
Περὶ ἐκλογικῶν καταλόγων. Ἄρθρον 7. Ἡ ἐκλογὴ ἐνεργεῖται ἐν ἑκάστῳ δήμῳ, ἐπὶ τῇ βάσει καταλόγου, περιέχοντος πάντας τοὺς ἔχοντας τὸ δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν καὶ καταρτιζομένου συμφώνως πρὸς τὰς ἑπομένας διατάξεις. Ἄρθρον 8. Ὁ Δήμαρχος ἑκάστου δήμου μετὰ δύω μελῶν τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου, προσδιοριζομένων διὰ κληρώσεως, θέλουσι συντάξει κατάλογον τῶν ἐκλογέων ἐπὶ τῇ βάσει προκαταρκτικῶν καταλόγων, συνταχθησομένων ἐν μὲν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου ὑπὸ τῶν δημαρχικῶν παρέδρων καὶ τῶν κατ’ ἐνορίας ἐφημερίων, ἐν δὲ τοῖς χωρίοις ὑπὸ τῶν εἰδικῶν παρέδρων καὶ τῶν κατ’ ἐνορίας ἐφημερίων. Οἱ προκαταρκτικοὶ κατάλογοι συντάσσονται ἐντὸς δεκαπέντε τὸ πολὺ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς προσκλήσεως τοῦ Δημάρχου· αἱ δὲ ἐργασίαι τῆς ὑπὸ τοῦ Δημάρχου καὶ τῶν δύω Συμβούλων συντάξεως τοῦ καταλόγου ἀποπερατοῦνται ἐντὸς τῶν ἑπομένων δέκα πέντε ἡμερῶν. Ἄρθρον 9. Ὁ κατάλογος, συντασσόμενος κατὰ χωρίον, θέλει περιέχει. 1). Τὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον ὁλογράφως καὶ κατ’ ἀλφαβητικὴν τάξιν. 2). Τὸ ὄνομα τοῦ πατρός. 3) Τὴν ἡλικίαν· καὶ 4) Τὸ ἐπάγγελμα ἢ ἐπιτήδευμα. Τὴν 33 τὸ πολὺ ἡμέραν ἀπὸ τῆς πρὸς τοὺς δημαρχικοὺς καὶ εἰδικοὺς παρέδρους καὶ τοὺς ἐφημερίους προσκλήσεως τοῦ Δημάρχου, οὗτος θέλει ὑποβάλει τὸν συνταχθέντα κατάλογον εἰς τὴν Διοικητικὴν ἀρχὴν εἰς διπλοῦν· αὕτη δὲ, ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς, θέλει ἐπιστρέψει τὸν ἕτερον τῶν καταλόγων εἰς τὸν Δήμαρχον ἠριθμημένον καὶ μονογραφημένον. Ἄρθρον 10. Ὁ Δήμαρχος, λαβὼν τὸν ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἐπιστραφέντα κατάλογον, ἐκτίθησιν αὐτὸν ἐν τῷ Δημαρχείῳ, πρὸς γνῶσιν τῶν βουλομένων, ἐπὶ δέκα συνεχεῖς ἡμέρας, ῥητῶς προσδιοριζομένας διὰ προγράμματος, προσηκόντως δημοσιευομένου ἔν τε τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου καὶ ἐν τοῖς συνιστῶσιν αὐτὸν χωρίοις· θέλουσι δὲ ἐκτίθεσθαι συγχρόνως ἐν ἑκάστῳ Παρεδρείῳ ἀποσπάσματα τοῦ καταλόγου περιέχοντα τοὺς ἐν τῷ Παρεδρείῳ οἰκοῦντας ἐκλογεῖς. Διὰ τοῦ προγράμματος, δημοσιευθησομένου ἐντὸς δέκα τὸ πολὺ ἡμερῶν ἀπὸ τῆς παραλαβῆς τοῦ μονογραφημένου καταλόγου, θέλουν προσκαλεῖσθαι οἱ ἔχοντες ἐνστάσεις νὰ παρουσιάσωσι ταύτας ἐντὸς τῶν ὁρισθεισῶν δέκα ἡμερῶν. Ἄρθρον 11. Πᾶς δημότης δύναται, ἐντὸς τοῦ ὁρισθέντος δεκαημέρου διαστήματος, νὰ ἐγείρῃ ἐνστάσεις κατὰ τῆς παραλείψεως ἱκανῶν ἢ τῆς ἐγγραφῆς ἀνικάνων. Τὰς κατὰ τοῦ ἐκτεθέντος πρὸς ἀνάκρισιν καταλόγου ἐνστάσεις προβάλλουσιν εἰς ἐπιτροπὴν συγκροτουμένην ὑπὸ τοῦ Δημάρχου καὶ δύω μελῶν, λαμβανομένων διὰ κληρώσεως κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 38–39 τοῦ παρόντος νόμου διατασσόμενα. Ἄρθρον 12. Ἐὰν ἡ ἔνστασις γίνεται κατὰ τῆς ἐγγραφῆς ἀνικάνου, ἡ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ κοινοποιήσῃ ταύτην ἐντὸς πέντε τὸ βραδύτερον ἡμερῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον δεκαημέρου προθεσμίας εἰς τὸν ἐνδιαφερόμενον, ὅστις δύναται νὰ ἀπαντήσῃ ἐντὸς τριῶν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως. Ἀπόντος τούτου, ἡ κοινοποίησις γίνεται πρός τινα τῶν πλησιεστέρων συγγενῶν του, ὅστις δύναται νὰ φέρῃ τὰς ἀντιῤῥήσεις του ἐντὸς τῆς αὐτῆς προθεσμίας. Ἄρθρον 13. Αἱ ἐνστάσεις καὶ ἀντιῤῥήσεις, γιγνόμεναι ἐγγράφως ἢ προφορικῶς, καταχωρίζονται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς συνοπτικῶς ἐν βιβλίῳ ἠριθμημένῳ καὶ μονογραφημένῳ ὑπὸ τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὴν σειρὰν τῆς παρουσιάσεώς των· ὑπογράφονται δὲ ἐν τῷ βιβλίῳ ὑπὸ τοῦ ἐγείροντος ταύτας ἢ, ἀγραμμάτου ὄντος αὐτοῦ, ὑπό τινος δημότου τῆς ἐκλογῆς του καὶ προσέτι ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἄρθρον 14. Τὸ βιβλίον τῶν ἐνστάσεων καὶ ἀντιῤῥήσεων τηρεῖ Γραμματεὺς, διοριζόμενος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, ὅστις, κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τῆς ἐργασίας ταύτης, ὑπάγεται εἰς τὰς περὶ καταδιώξεως τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων διατάξεις τοῦ ποινικοῦ Νόμου. Ἄρθρον 15. Ὁ τηρῶν τὸ βιβλίον ὀφείλει νὰ δώσῃ παραχρῆμα ἀπόδειξιν περὶ πάσης γενομένης ἐνστάσεως καὶ τῶν τυχὸν κατατεθέντων δικαιολογητικῶν ἐγγράφων, ἐμφαίνουσαν καὶ τὸν ἀριθμὸν καὶ τὴν χρονολογίαν τῆς καταχωρίσεως. Ἂν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δεχθῇ ἢ ὁ τηρῶν τὸ βιβλίον δὲν καταχωρίσῃ τὰς προταθείσας ἐνστάσεις καὶ ἀντιῤῥήσεις ἢ ἀρνηθῇ νὰ χορηγήσῃ τὴν κατὰ τὸ προηγούμενον ἐδάφιον ἀπόδειξιν, οἱ προτείναντες αὐτὰς δύνανται νὰ τὰς ὑποβάλωσιν ἐντὸς δύω τὸ πολὺ ἡμερῶν εἰς τὸν ἁρμόδιον Εἰρηνοδίκην, ὅστις ὀφείλει νὰ παραπέμψῃ αὐτὰς ἀμέσως εἰς τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 16 ἐπιτροπήν. Ἄρθρον 16. Ἐπὶ τῶν γενομένων ἐνστάσεων καὶ ἀντιῤῥήσεων ἀποφασίζει ἐπιτροπὴ, συγκειμένη ἐκ τοῦ Δημάρχου καὶ ἐκ τεσσάρων μελῶν, λαμβανομένων διὰ κληρώσεως κατὰ τὰ ἐν τοῖς ἄρθροις 38–39 τοῦ παρόντος Νόμου διατασσόμενα. Ἄρθρον 17. Τὴν ἐπιοῦσαν τῆς λήξεως τῆς κατὰ τὸ ἄρθρ. 10 προθεσμίας, ἡ κατὰ τὸ ἄρθρ. 16 ἐπιτροπὴ συνέρχεται ἐν τῷ δημαρχείῳ καὶ ἐκδίδωσι τὰς ἀποφάσεις αὑτῆς ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ μὲν τῆς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως τῶν ἐργασιῶν αὐτῆς, ἐὰν πρόκηται περὶ ἐνστάσεων κατὰ παραλείψεως ἢ διαγραφῆς, ἀπὸ δὲ τῆς λήξεως τῶν κατὰ τὸ ἄρθρον 12 προθεσμιῶν, ἐὰν πρόκηται περὶ ἐνστάσεων κατὰ τῆς ἐγγραφῆς ἀνικάνων. Ἄρθρον 18. Αἱ ἀποφάσεις τῆς ἐπιτροπῆς ἐκδίδονται ᾐτιολογημέναι καὶ καταχωρίζονται ἐν ἐπὶ τούτῳ στήλῃ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρ. 13 βιβλίου ἀπέναντι τῶν οἰκείων ἐνστάσεων. Κοινοποιοῦνται δὲ ἐντὸς πέντε ἡμερῶν εἰς τοὺς ἐγείραντας αὐτὰς καὶ τοὺς ὑποβαλόντας τὰς ἀντιῤῥήσεις, ἐπιστρεφομένων καὶ τῶν τυχὸν κατατεθέντων ἐγγράφων. Ἡ κοινοποίησις καὶ ἡ ἐπιστροφὴ τῶν ἐγγράφων γίνεται, ἐπιμελείᾳ καὶ ὑπ’ εὐθύνην τῆς ἐπιτροπῆς, διά τινος τῶν δημοτικῶν ὑπαλλήλων ἢ ὑπηρετῶν, ἐπὶ ἀποδείξει παραλαβῆς. Αἱ διατάξεις τοῦ ἄρθρου 14 ἰσχύουσι καὶ ὡς πρὸς τὸν τηροῦντα τὸ βιβλίον τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης. Περίληψις τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς δημοσιεύεται ὑπὸ ταύτης διὰ προγράμματος, τοιχοκολλωμένου εἰς τὸ δημοσιώτερον μέρος τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου, συγχρόνως δὲ διαβιβάζονται ὑπ’ αὐτῆς, ἐπὶ ἀποδείξει, τὰ πρακτικὰ εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ Πρωτοδικείου, εἰς τὴν δικαστικὴν δικαιοδοσίαν τοῦ ὁποίου ἀνήκει ὁ δῆμος. Ἄρθρον 19. Κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς δύναται νὰ γίνῃ ἔφεσις ἐνώπιον τοῦ ἁρμοδίου Πρωτοδικείου, κοινοποιουμένη εἰς τὸν Δήμαρχον διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ κατὰ τὸ τελευταῖον ἐδάφιον τοῦ προηγουμένου ἄρθρου προγράμματος· τοῦτο δὲ, ἐφαρμόζον τὴν ἐπ’ ἀναφορᾷ διαδικασίαν καὶ δικάζον συνοπτικῶς καὶ κατεπειγόντως, ὀφείλει, ἐντὸς τῶν ἑπομένων δέκα ἡμερῶν, νὰ ἐκδώσῃ τὰς ὁριστικὰς καὶ τελεσιδίκους ἀποφάσεις του, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ὑπαρχουσῶν ἀποδείξεων. Αἱ ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου κοινοποιοῦνται ἄνευ ἀναβολῆς, διὰ τοῦ ἁρμοδίου Εἰρηνοδίκου, εἰς τὸν δήμαρχον τοῦ δήμου. Ἄρθρον 20. Αἱ ἐνστάσεις καὶ ἅπασα ἡ περὶ αὐτῶν διαδικασία γράφονται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ἄρθρ. 21. Ὁ δήμαρχος, εὐθὺς ὡς λάβῃ τὰς ἀποφάσεις τοῦ Πρωτοδικείου, διορθοῖ κατ’ αὐτὰς τὸν κατάλογον, γινόμενον οὕτως ὁριστικόν. Ἄρθρ. 22. Ὁ ὁριστικὸς κατάλογος τυποῦται, ἐπιμελείᾳ τῆς δημοτικῆς ἀρχῆς, ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ὁριστικότητός του· ἀντίτυπον δ’ αὐτοῦ πέμπεται εἰς τὴν Διοικητικὴν ἀρχήν. Ἕκαστος ἐκλογεὺς δικαιοῦται νὰ λάβῃ ἀντίτυπον τοῦ καταλόγου, πληρόνων δραχμὴν μίαν πρὸς ὄφελος τοῦ δημοτικοῦ ταμείου. Ἄρθρ. 23. Ὁ κατὰ τὰς ἀνωτέρω διατάξεις κατασταθεὶς ὁριστικὸς κατάλογος θεωρεῖται διαρκὴς καὶ δὲν ἐπιδέχεται ἄλλας μεταβολάς, εἰμὴ τὰς ἐγγραφὰς καὶ διαγραφὰς, αἵτινες δύνανται νὰ λάβωσι χώραν κατὰ τὴν ἐτησίαν ἀναθεώρησιν αὐτοῦ. Ἄρθρ. 24. Ἀπὸ τῆς 1ης μέχρι τῆς 15ης Ἀπριλίου ἑκάστου ἔτους ὁ δήμαρχος μετὰ τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 8 ἐπιτροπῆς ἐνεργεῖ τὴν γενικὴν τοῦ καταλόγου ἀναθεώρησιν, καὶ προστίθησιν ἐν αὐτῷ τοὺς δημότας τοὺς ἀποκτήσαντας ἐν τῷ μεταξὺ τὰς ἐννόμους ἰδιότητας· διαγράφει δὲ ά) τοὺς ἀποβιώσαντας, καὶ β) τοὺς ἀπολέσαντας τὰς ἐννόμους ἰδιότητας. Τοὺς ἐν τῷ ἐδαφίῳ β δὲν δύναται νὰ διαγράψῃ ὁ δήμαρχος, εἰμὴ μετὰ προηγουμένην γραπτὴν δηλοποίησιν, γενησομένην πρὸς αὐτοὺς, ἐπὶ ἀποδείξει παραλαβῆς, πρὸ τῆς 15 Ἀπριλίου. Ἄρθρον 25. Τὴν 17 τοῦ αὐτοῦ μηνὸς Ἀπριλίου ἡ κατὰ τὸ ἄρθρον 11 ἐπιτροπὴ ἐκτίθησι τὸν διορθωθέντα κατάλογον ἐν τῷ δημαρχείῳ, ἐκδίδωσι δὲ, κατὰ τὸ ἄρθρον 10, πρόγραμμα καὶ μετ’ αὐτοῦ δημοσιεύει ἐν μὲν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου κατάλογον, ἐμφαίνοντα τὰ ὀνόματα τῶν διαγραφέντων καὶ προστεθέντων, ὡς καὶ τοὺς λόγους τῆς διαγραφῆς, ἐν δὲ τοῖς παρεδρείοις τὰ ἀνήκοντα ἀποσπάσματα τοῦ καταλόγου τούτου. Τὰ λοιπὰ, μέχρι τῆς ὁριστικότητος τοῦ καταλόγου, ἐνεργοῦνται κατὰ τὰ ἄρθρα 11–21 τοῦ παρόντος νόμου. Μετὰ δὲ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 21 ὁριστικὴν διόρθωσιν αὐτοῦ γίνεται, κατὰ τὸ ἄρθρον 22, ἀνατύπωσις ὁλοκλήρου τοῦ καταλόγου, ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐπενεχθεισῶν μεταβολῶν. Ἄρθρον 26. Εἰς ἕκαστον τῶν μελῶν τῶν κατὰ τὰ ἄρθρ. 11 καὶ 16 ἐπιτροπῶν δίδοται, ἐὰν ζητήσωσι καὶ ἐὰν δὲν κατοικῶσιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου, ἀποζημίωσις ἐκ τοῦ δημοτικοῦ ταμείου δύο δραχμῶν κατὰ πᾶσαν ἡμέραν τῶν ἐργασιῶν αὐτῶν. Ἡ αὐτὴ ἀποζημίωσις δίδεται καὶ πρὸς τοὺς κατὰ τὰ ἄρθρα 14 καὶ 18 διοριζομένους τυχὸν Γραμματεῖς τῶν ἐπιτροπῶν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Εʹ.
Περὶ τῶν ὑποψηφίων. Ἄρθρον 27. Οἱ ἐκλογεῖς ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας δύνανται νὰ προτείνωσιν οἵους ἤθελον ἐγκρίνει ὑποψηφίους· ἡ πρότασις δέον νὰ ᾖναι ἔγγραφος καὶ ὑπογεγραμμένη ὑπὸ ἀριθμοῦ ἐκλογέων, ἀποτελοῦντος τὸ τριακοστὸν τοὐλάχιστον μέρος τοῦ ἐκλογικοῦ συλλόγου· οἱ ἀγράμματοι ἐκλογεῖς ὑπογράφονται διὰ τῶν ἐφημερίων ἢ ἱερέων ἑκάστης ἐκλογικῆς περιφερείας. Ἄρθρον 28. Τεσσαράκοντα ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ τῆς ἐπαρχίας ἐκδίδωσι πρόγραμμα, δημοσιευόμενον καθ’ ὅλους τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας καὶ τὰ συνιστῶντα αὐτοὺς χωρία, δι’ οὗ προσκαλεῖ τοὺς ἐκλογεῖς νὰ προτείνωσι τοὺς ὑποψηφίους. Ἐν τῷ προγράμματι θέλει σημειοῦσθαι καὶ ὁ ἀριθμὸς ὁ ἀπαιτούμενος πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ τριακοστοῦ τοῦ ἐκλογικοῦ συλλόγου. Ἄρθρον 29. Ἐντὸς δέκα πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἐν ἑκάστῳ δήμῳ δημοσιεύσεως τοῦ προγράμματος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς ἐπιδίδονται διὰ διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος κατὰ παραγγελίαν τῶν ὑποψηφίων ἢ παντὸς ἐκλογέως αἱ τῶν ὑποψηφίων προτάσεις εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ ἁρμοδίου Πρωτοδικείου· τὴν δ’ ἐπιοῦσαν μετὰ τὴν παρέλευσιν τῆς προθεσμίας ταύτης τὸ Πρωτοδικεῖον, δημοσίᾳ συνεδριάζον, ἀριθμεῖ τὰς ὑπὸ τὰς προτάσεις τῶν ὑποψηφίων ὑπογραφὰς ἐκλογέων καὶ διαδηλοῖ τίνες ἔχουσιν ὑπὲρ ἑαυτῶν ἐκπεφρασμένην τὴν κατὰ τὸ ἄρθρον 27 πρότασιν τοῦ τριακοστοῦ τοὐλάχιστον μέρους τῶν ἐκλογέων. Αἱ διαδηλώσεις αὗται τοῦ Πρωτοδικείου διευθύνονται ἀμέσως εἰς τὰς ἁρμοδίους Διοικητικὰς ἀρχάς. Ἄρθρον 30. Ἂν αἱ ἀναφοραὶ, δι’ ὧν προτείνονται οἱ ὑποψήφιοι, φέρωσι τὸν ἀπαιτούμενον ἀριθμὸν ὑπογραφῶν, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἄρθρου 27, τὸ δικαστήριον ἀνακηρύσσει αὐτοὺς ὡς τακτικῶς προταθέντας· ἡ δὲ διοικητικὴ ἀρχὴ γνωστοποιεῖ τὰ ὀνόματα αὐτῶν εἰς τὸ κοινὸν τῆς ἐπαρχίας διὰ προκηρύξεως, δημοσιευομένης ἐν ἅπασι τοῖς δήμοις ὑπὸ τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν, καὶ προσκαλεῖ ἕκαστον τούτων νὰ προκαταβάλῃ εἰς αὐτὴν τὰ ἔξοδα τῶν καλπῶν καὶ σφαιριδίων. Ἄρθρον 31. Ἕκαστος ὑποψήφιος ἢ ὁ εἰσαγαγὼν τὴν ἀναφορὰν, ἀφοῦ προκαταβάλει τὰ ἔξοδα, ἔχει δικαίωμα νὰ διορίσῃ ἀνὰ ἕνα ἀντιπρόσωπον καὶ ἕνα ἀναπληρωτὴν δι’ ἕκαστον ἐκλογικὸν τμῆμα· προσκαλούμενος δὲ ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἅμα τῇ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἀνακηρύξει αὐτοῦ ὡς τοιούτου, ὀφείλει νὰ διορίσῃ τοὺς ἀντιπροσώπους τούτους. Τὰ ὀνόματα τῶν ἀντιπροσώπων καὶ τῶν ἀναπληρωτῶν δημοσιεύονται ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον. Ἄρθρον 32. Οἱ ὑποψήφιοι ἢ οἱ ἀντιπρόσωποι ἢ οἱ ἀναπληρωταὶ αὐτῶν ἔχουσι δικαίωμα νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὰς ψηφοφορίας, νὰ προτείνωσι πᾶσαν παρατήρησιν ἢ ἔνστασιν ὡς πρὸς τὴν τάξιν αὐτῶν πρὸς τὸ συμφέρον τῶν ὑποψηφίων, νὰ θέτωσι τὰς σφραγίδας των εἰς τὰς κάλπας καὶ εἰς τὰ κιβώτια τὰ καλύπτοντα αὐτὰς, νὰ παρευρίσκωνται εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ψήφων καὶ νὰ ἐξασκῶσι πᾶν ἄλλο δικαίωμα, ἐπιτρεπόμενον ἀπὸ τὸν Νόμον. Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ὑποψηφίους νὰ συμφωνήσωσι μεταξὺ των πόσοι καὶ ποῖοι ἀντιπρόσωποι δύνανται νὰ παρευρεθῶσιν ἐν ἑκάστῳ τμήματι, χωρὶς ὅμως νὰ ὑπερβῶσι τὸν ὑπὸ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου προσδιορισθέντα ἀριθμόν. Ἡ ἀπουσία ὑποψηφίων τινῶν ἢ καὶ ὅλων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν δὲν κωλύει τὰς ἐκλογικὰς ἐργασίας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤʹ.
Περὶ ψηφοφορίας. Ἄρθρον 33. Διὰ Β. Διατάγματος ὁρίζεται ἡ ἡμέρα τῆς καθ’ ἅπαν τὸ Κράτος καὶ καθ’ ἕκαστον τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων συγχρόνου ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας. Τὸ περὶ τούτου Β. Διάταγμα ἐκδίδεται καὶ δημοσιεύεται 50 τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας. Ἄρθρον 34. Ἡ ψηφοφορία ἄρχεται καὶ λήγει ἐντὸς τεσσάρων συνεχῶν ἡμερῶν, ὧν ἡ μία Κυριακή· αἱ ὧραι τῆς καθ’ ἡμέραν διαρκείας τῆς ψηφοφορίας οὐδέποτε δύνανται νὰ ὦσιν ἥσσονες τῶν ὀκτώ. Ἡ ψηφοφορία ἐνεργεῖται ἐντὸς τῶν καταστημάτων τῶν δημοτικῶν σχολείων, καὶ ἐν ἐλλείψει τοιούτων καταλλήλων ἐντὸς τοῦ εὐρυχωροτέρου Ναοῦ τῆς πρωτευούσης τοῦ δήμου. Ἄρθρον 35. Πᾶς δῆμος ἀποτελεῖ ἰδίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν· ἀναλόγως δὲ τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῶν δύνανται οἱ δῆμοι Α. τάξεως νὰ ὑποδιαιρεθῶσιν εἰς τμήματα, ἐφ’ ἕκαστον τῶν ὁποίων κληροῦται ἰδία ἐφορευτικὴ ἐπιτροπή. Τὴν εἰς τμήματα διαίρεσιν τοῦ δήμου καὶ τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας ἐν ἑκάστῳ τμήματι κανονίζει τὸ δημοτικὸν συμβούλιον ἕνα τοὐλάχιστον μῆνα πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας. Ἄρθρον 36. Τὸ περὶ ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας Β. Διάταγμα ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ κοινοποιεῖ εἰς τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, προσδιορίζουσα καὶ τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας· αὗται δὲ ἐκδίδουσι καὶ δημοσιεύουσιν ἐν ἅπασι τοῖς χωρίοις τοῦ δήμου, πέντε τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τῆς ὁρισθείσης, πρόγραμμα, ἀναφέρον ἀκριβῶς τὰς ἡμέρας τῆς ἐνάρξεως καὶ λήξεως τῆς ψηφοφορίας, τὰς ὥρας τῆς κατὰ πᾶσαν ἡμέραν διαρκείας αὐτῆς, τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας, τὸν ἀριθμὸν τῶν ἐκλεκτέων βουλευτῶν καὶ τὰ ὀνόματα τῶν ὑποψηφίων. Ἐὰν, κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, ἐγένετο διαίρεσις εἰς τμήματα, τὸ τοιοῦτον θέλει δηλοῦσθαι ῥητῶς ἐν τῷ προγράμματι καὶ θέλει ὁρίζεσθαι ἀκριβῶς ὁ ὑπὸ τοῦ δημοτικοῦ Συμβουλίου γενόμενος κανονισμὸς τῆς διαιρέσεως ταύτης. Ἄρθρον 37. Ἡ ἐκλογὴ διευθύνεται ὑπὸ πενταμελοῦς ἐπιτροπῆς, προσδιοριζομένης κατὰ τὰς ἑπομένας διατάξεις. Ἄρθρον 38. Ὁ δήμαρχος, ἐπὶ τῇ προσκλήσει τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς καὶ πρὸ πάσης ἑτέρας προπαρασκευαστικῆς ἐκλογικῆς ἐργασίας, συντάσσει κατάλογον ἐκείνων ἐκ τῶν γινωσκόντων γραφὴν καὶ ἀνάγνωσιν δημοτῶν, οἵτινες διετέλεσαν ἐντὸς τῆς τελευταίας δεκαετίας προϊστάμενοι δημοσίας τινὸς ὑπηρεσίας ἢ νόμιμοι ἀναπληρωταὶ αὐτῶν, ἢ δήμαρχοι, ἢ δημαρχικοὶ πάρεδροι, ἐπαρχιακοὶ καὶ δημοτικοὶ ἢ περιοχικοὶ σύμβουλοι, ὁρκωτοὶ, συμβολαιογράφοι, ὑποθηκοφύλακες διδάσκαλοι, πληρεξούσιοι εἰς ἐθνικὰς Συνελεύσεις καὶ Βουλευταί. Ὁ κατάλογος οὗτος ἐκτίθεται ὑπὸ τοῦ Δημάρχου ἐν τῇ πρωτευούσῃ τοῦ δήμου ἐπὶ πέντε ἡμέρας· ἕκαστος δὲ τῶν ἐν αὐτῷ ἐγγεγραμμένων ἢ τῶν φερόντων τὰς ὑπὸ τοῦ νόμου ἀπαιτουμένας ἰδιότητας καὶ παραλειφθέντων, ὡς καὶ πᾶς ἐκλογεὺς, δύνανται νὰ προτείνωσιν ἐνώπιον τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς τῆς Ἐπαρχίας ἐνστάσεις κατὰ τῆς ἐγγραφῆς ἀνικάνων ἢ τῆς παραλείψεως ἱκανῶν· ὁ δὲ προϊστάμενος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς διορθόνει τὸν κατάλογον καὶ παραπέμπει αὐτὸν εἰς τὸν Πρόεδρον τοῦ ἁρμοδίου Πρωτοδικείου. Ἄρθρ. 39. Ὁ πρόεδρος τοῦ Πρωτοδικείου, δημοσία συνεδριάζοντος, τίθησιν ἐν κληρωτίδι τὰ ἐν τῷ καταλόγῳ ὀνόματα καὶ ἐξάγει ἐξ αὐτῶν πρῶτον μὲν δέκα· ἐκ τούτων ὁ πρῶτος ἐξαχθεὶς εἶναι ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς· οὗτος δὲ καὶ οἱ τέσσαρες ἑπόμενοι εἰσὶ τὰ τακτικὰ μέλη αὐτῆς· οἱ λαχόντες τὸν κλῆρον 6–10 εἰσὶ μέλη ἀναπληρωματικά· εἶτα δὲ δύο πρὸς ἀπαρτισμὸν τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 11 τοῦ παρόντος νόμου ἐπιτροπῆς· καὶ τέλος τέσσαρα πρὸς ἀπαρτισμὸν τῆς κατὰ τὸ ἄρθρον 16 ἐπιτροπῆς. Ἄρθρον 40. Κατὰ τὴν ὡρισμένην πρὸς ἔναρξιν τῆς ψηφοφορίας ἡμέραν καὶ ὥραν τὰ μέλη τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ὀφείλουσι νὰ παρευρεθῶσιν εἰς τὸν τόπον τῆς ἐκλογῆς, ἵν’ ἀναλάβωσι τὴν διεύθυνσιν αὐτῆς· ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἦναι ἀπόντα τοῦ δήμου ἢ ἀρνοῦνται νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των, ἢ δὲ διὰ τῶν ἀναπληρωματικῶν μελῶν ἀναπλήρωσις αὐτῶν καθίσταται διὰ τοὺς αὐτοὺς λόγους ἀνέφικτος, διευθύνουσι τὴν ἐκλογὴν μόνα τὰ παρόντα μέλη, ἐὰν ἀποτελῶσι τὴν πλειοψηφίαν τῆς ἐπιτροπῆς· τοὐναντίον ἀναλαμβάνει τὴν διεύθυνσιν ὁ εἰρηνοδίκης τοῦ δήμου ἢ, τοιούτου μὴ ὑπάρχοντος ἐν αὐτῷ, ὁ τοῦ πλησιεστέρου δήμου, συμπραττόντων μετ’ αὐτοῦ καὶ τῶν τυχὸν παρόντων τακτικῶν ἢ ἀναπληρωματικῶν μελῶν. Ἄρθρον 41. Ἓν τῶν μελῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἢ, ἐν ἐλλείψει τοιούτου ἱκανοῦ, εἷς τῶν ἐκλογέων καλούμενος ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς συντάσσει τὰ πρακτικά. Ἄρθρον 42. Πρὸς ἕκαστον τῶν μελῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τὸν συντάσσοντα τὰ πρακτικὰ αὐτῆς δίδοται ἐκ τοῦ οἰκείου δημοτικοῦ ταμείου ἐπιχορήγησις τεσσάρων δραχμῶν κατὰ πᾶσαν τῶν τεσσάρων ἡμερῶν τῆς ψηφοφορίας. Ἄρθρον 43. Κατὰ τὴν προσδιωρισμένην ὥραν ἑκάστης τῶν τεσσάρων ἡμερῶν τῆς ψηφοφορίας, ὁ Πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς κηρύττει τὴν ἔναρξιν τῆς συνεδριάσεως καὶ προσκαλεῖ τοὺς ἐκλογεῖς ἵνα ψηφοφορήσωσιν. Ἄρθρον 44. Ἡ ψηφοφορία ἐνεργεῖται κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. ά) Τίθενται ἐπὶ τραπέζης, ἢ ἐπὶ τραπεζῶν, κατὰ συνεχῆ σειρὰν τοποθετημένων καὶ ἀπέναντι τῆς θέσεως, ἐν ᾗ ἑδρεύει ἡ ἐπιτροπή, τόσαι κάλπαι ὅσοι οἱ ὑποψήφιοι, τασσόμεναι κατ’ αὔξοντα ἀριθμὸν καὶ κατ’ ἀλφαβητικὴν σειρὰν τῶν ἐπωνύμων τῶν ὑποψηφίων· ἑκάστη κάλπη θέλει φέρει ἐπὶ τοῦ μετώπου γεγραμμένον ἐπὶ πινακίου ἀμετακινήτου καὶ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἐπιφανείας τοῦ καλύμματος τῶν καλπῶν καὶ τῶν σάκκων διὰ γραμμάτων εὐαναγνώστων τὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον τοῦ ὑποψηφίου, εἰς ὃν ἀνήκει. βʹ) Ἑκάστη κάλπη, κατασκευαζομένη ἐκ λευκοσιδήρου, θέλει εἶσθαι διηρημένη ἐσωτερικῶς εἰς δύω μέρη, διακρινόμενα ἐξωτερικῶς διὰ δύω χρωμάτων, καὶ τὸ μὲν δεξιὸν μέρος προσδιωρισμένον διὰ τὸ ναί, θέλει ἔχει χρῶμα λευκὸν, τὸ δὲ ἀριστερόν, προσδιωρισμένον διὰ τὸ ὄχι, θέλει ἔχει μέλαν. Τὸ ναὶ καὶ τὸ ὄχι θέλουσιν εἶσθαι γεγραμμένα ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς κάλπης διὰ γραμμάτων κεφαλαίων· εἰς τὸ ἔμπροσθεν μέρος τῆς κάλπης ὑπάρχει στρογγύλη ὀπὴ ἀνταποκρινομένη εἰς σωλῆνα μήκους εἰκοσιεπτὰ καὶ διαμέτρου δώδεκα ἑκατοστῶν τοῦ μέτρου προσκεκολλημένον ἐπὶ τῆς κατακορύφου ἕδρας ὑπὸ γωνίαν εἰκοσιπέντε μοιρῶν, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ ἐκλογεὺς εἰσάγει τὴν χεῖρα καὶ ψηφίζει· τὸ ἔσω μέρος τῆς κάλπης, ἐφ’ οὗ θέλουσι ῥίπτεσθαι τὰ σφαιρίδια, καλύπτεται δι’ ἐριούχου ὑφάσματος, οἱ δὲ σάκκοι οἱ δεχόμενοι τὰ σφαιρίδια, τοῦ μὲν ναὶ θέλουσιν εἶσθαι χρώματος λευκοῦ, τοῦ δὲ ὄχι χρώματος μέλανος.» γʹ) Αἱ κάλπαι ἀνοίγονται πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας τῆς πρώτης ἡμέρας, καθ’ ἣν εἰσὶ τεταγμέναι σειρὰν, καὶ ἐξετάζονται ὑπό τε τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὑποψηφίων ἂν ὦσι κεναὶ καὶ κατεσκευασμέναι ἀκριβῶς κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ προηγουμένου ἐδαφίου· μετὰ τοῦτο κλείονται καὶ σφραγίζονται ὑπό τε τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὑποψηφίων, οἵτινες ὀφείλουσι νὰ ἐπιθέσωσι τὰς σφραγῖδάς των. δʹ) Ἐπὶ τραπέζης, κειμένης παρὰ τὴν τράπεζαν τῆς ἐπιτροπῆς, τίθεται δοχεῖον περιέχον τὰ σφαιρίδια, ἀνάλογα κατὰ τὸν ἀριθμὸν πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποψηφίων καὶ τῶν ἐκλογέων τοῦ δήμου. ε) Οἱ ἐκλογεῖς εἰσέρχονται εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας ἀνὰ πέντε καὶ παρουσιάζονται εἰς τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις, ἀφοῦ ἀναγνωρίσῃ τὴν ταυτότητα αὐτῶν καὶ τὴν ἐν τῷ ἐκλεκτικῷ καταλόγῳ ἐγγραφήν των, παραπέμπει αὐτοὺς εἰς τοὺς ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας ὑπαλλήλους. Τούτου γενομένου, προσέρχεται ἑτέρα πεντὰς καὶ ἐφεξῆς ἑτέρα, εἰς τρόπον ὥστε ἕκαστος μὲν τῶν ἐπὶ τῇ ψηφοφορίᾳ ὑπαλλήλων νὰ ἔχῃ πρὸ αὑτοῦ ἕνα ψηφοφόρον, μὴ ἐπέρχωνται δὲ εἰς τὴν ψηφοφορίαν διαλείμματα. ϛʹ) Ἕκαστος τῶν ὑπαλλήλων λαμβάνει ὑπὸ τὴν ἐπιτήρησιν ἑνὸς μέλους τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ἑνὸς τῶν ἀντιπροσώπων τῶν ὑποψηφίων τόσα σφαιρίδια, ἐν ἐπὶ τούτῳ δοχείῳ, ὅσαι εἰσὶν αἱ ἐκτεθειμέναι κάλπαι· παραλαμβάνων δὲ τὸν ψηφοφόρον, ἐγχειρίζει αὐτῷ πρὸ ἑκάστης κάλπης σφαιρίδιον καὶ ἐκφωνεῖ εὐκρινῶς τὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον τοῦ ὑποψηφίου, εἰς ὃν αὕτη ἀνήκει. Ὁ ἐκλογεὺς λαμβάνων τὸ σφαιρίδιον, ὑψώνει τὴν χεῖρα κρατῶν αὐτὸ μεταξὺ τοῦ ἀντίχειρος καὶ τοῦ λιχανοῦ, ἵνα δείξῃ, ὅτι ἓν μόνον σφαιρίδιον κρατεῖ, ἀμέσως δὲ μετὰ τοῦτο εἰσάγει τὴν χεῖρα εἰς τὴν κάλπην καὶ ψηφοφορεῖ. Τὰ αὐτὰ ἐπαναλαμβάνεται ἕως οὗ διέλθῃ ὁ ἐκλογεὺς ἁπάσας τὰς κάλπας· ὁ ἐκλογεὺς, ἀποποιούμενος νὰ ψηφίσῃ εἰς κάλπην τινα, καταδικάζεται ὑπὸ μὲν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς εἰς πρόστιμον δραχ. 50–100, καταχωριζομένης τῆς περὶ τούτου ἀποφάσεως αὐτῆς εἰς τὰ πρακτικὰ, ὑπὸ δὲ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου εἰς φυλάκισιν τὸ πολὺ ἑνὸς μηνός· ἡ παράβασις αὕτη καταδιώκεται ἐξ ἐπαγγέλματος. Τὰ μέλη τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, τὰ μὴ ἐπιβαλόντα τὴν ποινὴν τοῦ προστίμου, καταδικάζονται εἰς χρηματικὴν ποινὴν 500–1000 δραχμῶν καὶ εἰς φυλάκισιν τριῶν μηνῶν. Οὐδεὶς ἄλλος πλὴν τῶν ὡρισμένων ὑπαλλήλων, ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἐγχειρίζῃ τὰ σφαιρίδια εἰς τοὺς ἐκλογεῖς· οἱ δὲ ὑπάλληλοι λαμβάνονται ὑπὸ τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς ἔκ τε τῶν δημοσίων Γραφείων καὶ ἐξ ἰδιωτῶν, ἂν οἱ τῶν δημοσίων Γραφείων δὲν ἐπαρκῶσι. Πρὸς τοὺς ὑπαλλήλους τούτους πληρώνονται ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου τὰ ἔξοδα τῆς μεταβάσεως καὶ ἐπανόδου, καὶ προσέτι δύω δραχμῶν ἐπιμίσθιον κατὰ πᾶσαν τῶν τεσσάρων ἡμερῶν τῆς ψηφοφορίας. Οἱ ὑπάλληλοι οὗτοι ὑπάγονται εἰς τὴν πειθαρχικὴν δικαιοδοσίαν τῆς Ἐφορευτικῆς Ἐπιτροπῆς, ἥτις δύναται νὰ τιμωρήσῃ αὐτοὺς διὰ προστίμου μηδὲ ἥσσονος τῶν πέντε μηδὲ μείζονος τῶν 25 δραχμῶν. Κατὰ τῆς ἀποφάσεως τῆς ἐπιτροπῆς ἐπιτρέπεται ἔφεσις εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχήν. ζʹ) Περὶ τῆς ψηφοφορίας κρατεῖται πρωτόκολλον ἠριθμημένον καὶ μονογραφημένον ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἐν ᾧ ἐγγράφονται οἱ ψηφοφοροῦντες ἐκλογεῖς καὶ ὁ ἀριθμὸς τοῦ Βουλευτικοῦ καταλόγου, εἰς ὃν εἶναι ἐγγεγραμμένος ἕκαστος ἐκλογεὺς, καὶ τὸ ὁποῖον καθ’ ἑκάστην ἑσπέραν κλείεται καὶ ὑπογράφεται ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς Ἐπιτροπῆς, τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν. η) Ἐπιτρέπεται εἰς τοὺς ὑποψηφίους ἢ τοὺς ἀντιπροσώπους ἢ τοὺς ἀναπληρωτὰς αὐτῶν νὰ θέτωσιν οἱονδήποτε ἴδιον σημεῖον ἐπὶ τῶν καλπῶν αὐτῶν. Ἄρθρον 45. Τὴν ὑπὸ τοῦ κατὰ τὸ ἄρθρον 36 προγράμματος τεταγμένην ὥραν τῆς λήξεως τῆς ψηφοφορίας, ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς κηρύττει, ὅτι οὐδεὶς πλέον δύναται νὰ ψηφοφορήσῃ κατὰ τὴν ἡμέραν ἐκείνην, καὶ ὅτι ἡ ψηφοφορία θέλει ἐξακολουθήσει τὴν αὔριον κατὰ τὴν ὡρισμένην ὥραν. Ἄρθρον 46. Κατὰ τὸ τέλος τῆς συνεδριάσεως ἑκάστης ἡμέρας θέλουν κλείεσθαι ἅπασαι αἱ κάλπαι, χωρὶς νά μετακινηθῶσιν, ἐν κιβωτίῳ ἢ ἐν κιβωτίοις προπαρασκευασμένοις καὶ καταλλήλως τοποθετημένοις. Τὰ κιβώτια κλείονται διὰ τριῶν διαφόρων κλείθρων, ὧν τὴν μίαν κλεῖδα κρατεῖ ὁ πρόεδρος τῆς ἐπιτροπῆς, τὰς δὲ λοιπὰς δύο ἀντιπρόσωποι τῶν ὑποψηφίων. Τὸ κιβώτιον περιτυλίσσεται καὶ διὰ ταινιῶν, ἐφ’ ὧν οἱ ὑποψήφιοι ἢ οἱ ἀντιπρόσωποι ἢ οἱ ἀναπληρωταὶ αὐτῶν ἐπιθέτουσι τὰς σφραγῖδάς των. Περὶ τούτων πάντων συντάσσεται πρωτόκολλον, ὑπογραφόμενον ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν. Ἄρθρ. 47. Πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς ψηφοφορίας ἑκάστης τῶν λοιπῶν τριῶν ἡμερῶν ἐπιβεβαιοῦται τὸ ἀλύμαντον τῶν σφραγίδων, διὰ πρωτοκόλλου, ὑπογραφομένου ἐπίσης ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν. Ἄρθρον 48. Αἱ κάλπαι μένουσι κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἐκλογῆς ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας ἀμετακίνητοι καὶ συνδεδεμέναι διὰ σιδηρᾶς ῥάβδου, ἐσφραγισμένης κατὰ τὰ δύο ἄκρα ὑπὸ τῶν μελῶν τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν· φυλάττονται δὲ ὑπὸ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις καθ’ ἑσπέραν δύναται νὰ προσκαλῇ φρουρὰν πρὸς ἐξωτερικὴν φρούρησιν ἐξ ἐθνοφυλάκων τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν· ἐν ἐλλείψει δὲ ἐθνοφυλάκων, ἑκάστη τῶν μερίδων διορίζει ἴσον ἀριθμὸν πολιτῶν πρὸς ἐξωτερικὴν φρούρησιν. Τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς διανυκτερεύουσιν ἅπαντα ἢ ἐναλλὰξ ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας· δύνανται δὲ νὰ μένωσιν ἐν αὐτῷ καὶ ὅσοι θελήσωσιν ἐκ τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ ἀναπληρωτῶν αὐτῶν. Ἄρθρον 49. Πᾶς πολίτης ἐκ τῆς ἐπαρχιακῆς περιφερείας δύναται ἐλευθέρως νὰ παρευρίσκηται εἰς ὅλους τοὺς δήμους τῆς ἐπαρχίας. Ἄρθρ. 50. Τὰς παρατηρήσεις τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτῶν ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν, ἡ ἐφορευτικὴ ἐπιτροπὴ ὀφείλει νὰ καταχωρίζῃ, τῇ αἰτήσει των, ἐν τοῖς πρακτικοῖς συντόμως, ἐπιφέρουσα καὶ τὴν γνώμην της. Ἄρθρ. 51. Ἡ προσωρινὴ λύσις ὅλων τῶν κατὰ τὴν ἐκλογὴν ἀναφυομένων ζητημάτων ἀνήκει εἰς τὴν ἐπιτροπὴν, ἥτις ἀποφαίνεται ἐπ’ αὐτῶν ᾐτιολογημένως, καταχωρίζουσα τὰς ἀποφάσεις της ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἄρθρον 52. Ἡ πρὸς διατήρησιν τῆς δημοσίας τάξεως καὶ ἀσφαλείας φροντὶς ἀνήκει εἰς τὴν ἐφορευτικὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τούτῳ δὲ ὑπάγεται ἀμέσως εἰς αὐτὴν καὶ ἐκτελεῖ ἀπροφασίστως τὰς αἰτήσεις της ἡ ἐπὶ τούτῳ τεταγμένη δύναμις ἐθνοφυλακῆς, ἢ, ἐν ἐλλείψει ταύτης, χωροφυλακῆς ἢ τακτικοῦ στρατοῦ. Ἄρθρον 53. Ἀπαγορεύεται ἡ παρουσία πάσης ἐνόπλου δυνάμεως ἐν τῷ τόπῳ τῆς ψηφοφορίας. Μόνον δὲ ἐν περιπτώσει σπουδαίας συγκρούσεως καὶ μετὰ ματαίαν προσπάθειαν τῆς ἐπιτροπῆς νὰ ἐπαναφέρῃ οἴκοθεν τὴν τάξιν, δύναται αὕτη νὰ προκαλέσῃ ἐγγράφως τὴν συνδρομὴν τῆς κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ὡρισμένης ἐνόπλου δυνάμεως, ἥτις, εὐθὺς ὡς ἡ τάξις ἀποκατασταθῇ, ἀπέρχεται αὐθωρεὶ ἐκ τοῦ τόπου τῆς ψηφοφορίας. Περὶ πάντων τούτων γίνεται μνεία ἐν τοῖς πρακτικοῖς. Ἄρθρον 54 Ἀπαγορεύεται ἡ εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας προσέλευσις παντὸς ἐκλογέως, ἢ πολίτου ἢ ἀξιωματικοῦ, φέροντος ὅπλον, ἢ οἱονδήποτε ὄργανον ἐπιτήδειον πρὸς ἐπίθεσιν. Οἱ παραβάται τῆς διατάξεως ταύτης τιμωροῦνται, ἐγκαλούμενοι εἴτε ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, εἴτε ὑπὸ τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν, εἴτε ὑφ’ ὁποιουδήποτε ἐκλογέως, μὲ φυλάκισιν ἑνὸς μέχρις ἓξ μηνῶν. Ἄρθρον 55. Ἀπαγορεύεται ἡ εἰς τὸν τόπον τῆς ψηφοφορίας εἴσοδος οἱουδήποτε δημοσίου ὑπαλλήλου, εἴτε πολιτικοῦ, εἴτε στρατιωτικοῦ, μὴ ἐκπληροῦντος, κατὰ τὸν παρόντα Νόμον, καθήκοντα, ἢ μὴ καλουμένου πρὸς ψηφοφορίαν. Εἰς τὴν αὐτὴν ἀπαγόρευσιν ὑπάγονται καὶ οἱ δημοτικοὶ ὑπάλληλοι ὡς καὶ πᾶς πολίτης. Πᾶσα δὲ παράβασις, ἐγκαλουμένη κατὰ τὸ ἐδ. 2 τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν ποινὴν 20 μέχρι διακοσίων δραχμῶν καὶ μὲ φυλάκισιν τὸ πολὺ τριῶν μηνῶν. Ἄρθρον 56. Πᾶς ὁ διατάξας ἐπέμβασίν τινα τῶν στρατιωτικῶν εἰς τὴν ἐκλογὴν, ἢ ὁ ἐνεργήσας τοιαύτην δι’ οἱουδήποτε ὀργάνου τῆς δημοσίας δυνάμεως, καταγγελλόμενος, κατὰ τὰς διατάξεις τῶν προηγουμένων ἄρθρων, ἐὰν μὲν ᾖ πολιτικὸς ὑπάλληλος, τιμωρεῖται μὲ φυλάκισιν ἓξ μηνῶν μέχρι δύω ἐτῶν, συνεπάγουσαν αὐτοδικαίως τὴν ἀπὸ τῆς θέσεως ἔκπτωσιν, ἐὰν δὲ στρατιωτικὸς, μὲ φυλάκισιν ἐπίσης ἓξ μηνῶν μέχρι δύω ἐτῶν, συνεπάγουσαν αὐτοδικαίως τὴν εἰς τὴν κατάστασιν τῆς ἀργίας μετάβασιν τοῦ ἀξιωματικοῦ ἕνεκεν ἀσυμβιβάστου πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἀξιωματικοῦ διαγωγῆς. Ἀξιωματικοὶ τῆς χωροφυλακῆς καὶ τοῦ στρατοῦ, χωροφύλακες, στρατιῶται καὶ δημόσιοι ἢ δημοτικοὶ ὑπηρέται, ἐπεμβάντες ὁπωσδήποτε εἰς τὴν ἐκλογὴν, τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν ἓξ μηνῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους. Ἁρμόδια πρὸς ἐκδίκασιν τῶν παραβάσεων τοῦ παρόντος καὶ τῶν δύο προηγουμένων ἄρθρων εἰσὶν, ἐν πάσῃ περιπτώσει, τὰ τακτικὰ ποινικὰ δικαστήρια.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ζʹ.
Περὶ διαλογῆς τῶν ψήφων. Ἄρθρον 57. Τὴν τετάρτην ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, εὐθὺς ὡς παρέλθῃ ἡ ὡρισμένη διὰ τοῦ προγράμματος ὥρα, κηρύττεται αὕτη περαιωμένη ὑπὸ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς, ἥτις, ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν καὶ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἢ τοῦ παρ’ αὐτῆς διοριζομένου ἀντιπροσώπου της ἐκ τῶν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν ὑπαλλήλων, προβαίνει ἀμέσως εἰς τὴν ἀπαρίθμησιν τῶν ἐν ταῖς κάλπαις ψήφων κατὰ τὸν ἑξῆς τρόπον. αʹ.) αἱ κάλπαι θέλουν ἀνοίγεσθαι καθ’ ἣν εἰσὶ ταγμέναι σειράν· ἑκάστης δὲ κάλπης θέλει καταμετρεῖσθαι πρῶτον τὸ Ναὶ, καὶ μετὰ τοῦτο τὸ Ὄχι. βʹ.) Ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων θέλει καταγράφεσθαι μὲ ἀριθμοὺς καὶ ὁλογράφως ἐν ἐπὶ τούτῳ πρωτοκόλλῳ ἰδιαιτέρως δι’ ἕκαστον ὑποψήφιον. Τὸ πρωτόκολλον τοῦτο ὑπογράφεται μετὰ τὴν καταχώρισιν τοῦ ἀποτελέσματος τῆς διαλογῆς ὅλων τῶν καλπῶν ὑπό τε τῆς ἐπιτροπῆς καὶ τῶν ὑποψηφίων ἢ τῶν ἀντιπροσώπων ἢ τῶν ἀναπληρωτῶν αὐτῶν. Ἐπίσημον ἀντίγραφον τοῦ πρωτοκόλλου τούτου δίδοται ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς εἰς τοὺς ὑποψηφίους ἢ τοὺς ἀντιπροσώπους ἢ τοὺς ἀναπληρωτὰς αὐτῶν καὶ εἰς πάν τὸν αἰτήσαντα. γʹ.) Ἐὰν εἰς κάλπην τινα εὑρεθῶσι πλείονα σφαιρίδια τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ψηφοφορησάντων, τὰ σφαιρίδια ταῦτα ἀφαιροῦνται ἐκ τοῦ Ναί. δʹ.) Ἀποπερατουμένης τῆς διαλογῆς τῶν ψήφων ἑκάστης κάλπης, ἐκφωνεῖται μεγαλοφώνως, πρὸς γνῶσιν τοῦ κοινοῦ, τὸ ὄνομα καὶ ἐπώνυμον τοῦ ὑποψηφίου καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν ψήφων, ἃς ἔλαβεν εἴς τε τὸ Ναὶ καὶ εἰς τὸ Ὄχι, καὶ πιστοποιεῖται τοῦτο καὶ ἐγγράφως. Ἄρθρον 58. Ἅμα περαιωθείσης τῆς ἀπαριθμήσεως τῶν ψήφων, ὁ Πρόεδρος τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἢ, τούτου κωλυομένου, ὁ μετ’ αὐτὸν κληρωθεὶς, παραλαμβάνει τὰ πρακτικὰ αὐτῆς καὶ συνοδευόμενος ὑπὸ τῆς δημοσίας δυνάμεως μεταβαίνει ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὴν πρωτεύουσαν τῆς ἐπαρχίας. Τὴν ἐπιοῦσαν δὲ τῆς ἐλεύσεως ἁπάντων τῶν Προέδρων τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν τῆς ἐπαρχίας συγκροτεῖται ἐν τῷ διοικητικῷ καταστήματι δημοσία συνεδρίασις ἐπιτροπῆς, συγκειμένης ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, τοῦ εἰρηνοδίκου, τοῦ δημάρχου τῆς πρωτευούσης τῆς ἐπαρχίας καὶ τῶν Προέδρων τῶν ἐφορευτικῶν ἐπιτροπῶν. Ἐνώπιον τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης κατατίθενται τὰ πρακτικὰ τῆς ψηφοφορίας· τούτου γενομένου, ἀναγινώσκονται ἀμέσως τὰ πρακτικὰ τῆς διαλογῆς ἑκάστου τῶν ἐκλογικῶν τμημάτων εἰς ἐπήκοον τῶν παρόντων· μετὰ ταῦτα δὲ γίνεται τὸ ἄθροισμα τῶν ψήφων, καὶ ἡ σχετικὴ πλειονοψηφία ἀναδεικνύει τοὺς ἐκλεχθέντας. Οἱ οὕτω πλειονοψηφήσαντες ἀνακηρύσσονται πάραυτα Βουλευταὶ καὶ τὰ ὀνόματα αὐτῶν καθίστανται γνωστὰ εἰς τὴν ἐπαρχίαν διὰ δηλοποιήσεως τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἥτις γνωστοποιεῖ τοῦτο ἐγγράφως ἰδίᾳ εἰς ἕκαστον τῶν ἐκλεχθέντων. Ἄρθρον 59. Ἐπὶ ἰσοψηφίας μεταξὺ δύω ἢ πλειοτέρων ὑποψηφίων, ἐνεργεῖται κλήρωσις ὡς ἑξῆς: αʹ.) Ἕκαστος τῶν ἰσοψηφισάντων ὑποψηφίων γράφει ἰδιοχείρως τὸ ὄνομά του ἐπὶ τεμαχίου χάρτου, τὸ ὁποῖον ἐναποθέτει κυλινδροειδῶς περιεστραμμένον ἐπὶ τῆς τραπέζης· τὰ δὲ ὀνόματα τῶν μὴ παρόντων ὑποψηφίων γράφονται, ἀντ’ αὐτῶν, ὑπὸ τοῦ προϊσταμένου τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς. Τὰ τεμάχια ταῦτα τοῦ χάρτου θέλουσιν εἶσθαι τοῦ αὐτοῦ χρώματος καὶ ἰσομεγέθη. βʹ.) Ὁ προϊστάμενος τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς τίθησι τὰ τεμάχια ταῦτα εἰς κάλπην καὶ προσκαλεῖ ἕνα ἐκ τῶν παρόντων νὰ ἐξαγάγῃ ἐξ αὐτῆς ἓν ἢ πλειότερα τούτων, ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πρὸς συμπλήρωσιν τοῦ ὅλου ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας ὑπολειπομένου ἀριθμοῦ. γʹ.) Βουλευταὶ ἀνακηρύσσονται, κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον, ἐκεῖνος, ἢ ἐκεῖνοι, ὧν τὰ ὀνόματα ἐξήχθησαν ἐκ τῆς κάλπης. Ἄρθρον 60. Μετὰ τὴν ἀνακήρυξιν τῶν ἐκλεχθέντων, τὴν δημοσίευσιν τοῦ προγράμματος καὶ τὴν γνωστοποίησιν πρὸς τοὺς ἐκλεχθέντας, ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ πέμπει διὰ τοῦ ἀσφαλεστέρου τρόπου, ἐπιμελῶς ἐσφραγισμένα, τὰ πρακτικὰ τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἵνα παραπεμφθῶσιν ὑπὸ τούτου εἰς τὴν Βουλήν. Ἄρθρον 61. Πᾶσα κατὰ τοῦ ἐγκύρου τῆς ἐκλογῆς ἔνστασις παραδίδοται εἰς τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν ἐντὸς πέντε ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀνακηρύξεως τῶν ἐκλεχθέντων διὰ δικαστικοῦ κλητῆρος· αὕτη δὲ πέμπει τὰς ἐνστάσεις ταύτας ἄνευ ἀναβολῆς εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, διὰ νὰ παραπεμφθῶσι καὶ αὗται εἰς τὴν Βουλήν.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ηʹ.
Ποινικαὶ διατάξεις. Ἄρθρ. 62. Δήμαρχοι, δημαρχικοὶ καὶ εἰδικοὶ πάρεδροι, δημοτικοὶ σύμβουλοι, καὶ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι ἀμελοῦντες τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ὑπὸ τοῦ παρόντος Νόμου ἐπιβαλλομένων αὐτοῖς καθηκόντων ἢ ἀπειθοῦντες, τιμωροῦνται ὑπὸ τῆς προϊσταμένης διοικητικῆς ἀρχῆς πειθαρχικῶς διὰ προστίμου, μηδὲ ἥσσονος τῶν δραχ. 50, μηδὲ μείζονος τῶν 100. Μετὰ προηγουμένην δὲ πειθαρχικὴν ποινὴν τιμωροῦνται μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν μέχρι δύω ἐτῶν, ἐπάγουσαν καὶ πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων των. Ἄρθρον 63. Οἱ κατὰ τὸ ἄρθρον 44 ὑπάλληλοι ἐπὶ τῆς ψηφοφορίας, ἀρνούμενοι νὰ ἐκπληρώσωσι τὴν ὑπὸ τῆς ἐφορευτικῆς ἐπιτροπῆς ἀνατεθεῖσαν αὐτοῖς ὑπηρεσίαν, τιμωροῦνται μὲ πρόστιμον μέχρι δραχμῶν ἑκατόν. Ἄρθρον 64. Οἱ ἐφημέριοι τῶν ἐκκλησιῶν, οἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου καλούμενοι πρὸς σύνταξιν τῶν προπαρασκευαστικῶν καταλόγων, ἀρνούμενοι τὴν ἐκπλήρωσιν τῆς ἀνατεθείσης αὐτοῖς ἐντολῆς, τιμωροῦνται ἐπὶ ἀπειθείᾳ μὲ τὴν ὑπὸ τοῦ ἄρθρ. 164 τοῦ ποινικοῦ νόμου ὁριζομένην ποινήν. Ἄρθρον 65. Τιμωροῦνται· Μὲ φυλάκισιν ἑνὸς ἔτους τοὐλάχιστον καὶ μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχ. 500 ὁ δήμαρχος 1) ἐὰν δὲν ὑποβάλῃ εἰς τὸν γραμματέα τῶν Πρωτοδικῶν ὅλας τὰς εἰς αὐτὸν παραδοθείσας ἐφέσεις κατὰ τῶν πρωτοδίκων ἀποφάσεων τῆς ἐπιτροπῆς μεθ’ ὅλων τῶν σχετικῶν ἐγγράφων ἅμα τῇ λήξει τῆς πενταημέρου προθεσμίας καὶ 2) ἐὰν κατὰ τὴν κατὰ τὸ ἄρθρ. 20 διόρθωσιν τοῦ βουλευτικοῦ καταλόγου ἤθελε παραλείψει ἢ ἐγγράψει ἐκλογεῖς ἐναντίον τῶν ἀποφάσεων τῆς τε ἐπιτροπῆς καὶ τοῦ Πρωτοδικείου. 2) Μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν καὶ μὲ χρηματικὴν ποινὴν δραχ. 200 τὰ μέλη ὅλων τῶν κατὰ τὸν παρόντα νόμον σχηματιζομένων ἐπιτροπῶν, ἐὰν ἀρνηθῶσι νὰ ἐκπληρώσωσι τὰ καθήκοντά των. 3) Μὲ φυλάκισιν τριῶν μηνῶν μέχρις ἑνὸς ἔτους καὶ μὲ πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων πᾶς ὅστις ἤθελεν ἀνακαλυφθῆ ῥίψας ἢ ῥίπτων εἴς τινα κάλπην πλέον τοῦ ἑνὸς σφαιρίδια. Εἰς τὴν αὐτὴν ποινὴν ὑπόκειται καὶ ὅστις ψηφοφορήσει ὑπὸ πλαστὸν ὄνομα. Μὲ φυλάκισιν δὲ 6 μηνῶν μέχρι 2 ἐτῶν καὶ μὲ πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων ὅστις ῥίψει σφαιρίδια κατὰ τὴν διαλογὴν ἢ ὁπωσδήποτε νοθεύσει τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἐκλογῆς. 4) Μὲ φυλάκισιν ἑνὸς ἔτους μέχρι τριῶν ἐτῶν καὶ μὲ πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν αὑτοῦ δικαιωμάτων, ὅστις ἁρπάσει ἢ καταστρέψει ὁπωσδήποτε κάλπην τινα καὶ τὰ πρακτικὰ τῆς ψηφοφορίας ἢ διαλογῆς πάσης Βουλευτικῆς ἐκλογῆς. Ἄρθρ. 66. Αἱ περὶ πράξεων κατὰ τῆς ἐνεργείας τῶν πολιτικῶν καὶ δημοσίων δικαίων, διαταράξεως τῆς ἡσυχίας δημοσίων σωματείων, πλαστογραφίας δημοσίων καὶ ἰδιωτικῶν ἐγγράφων, νοθεύσεως τῶν δημοσίων σφραγίδων καὶ σημάντρων, ψευδομαρτυρίας ἐνώπιον τῆς ἀρχῆς, παρανόμου κατακρατήσεως, παρανόμου βίας, καὶ ἀπειλῆς καὶ λοιπαὶ διατάξεις τοῦ Π. Ν. ἐφαρμόζονται πρὸς καταστολὴν τῶν ἀξιοποίνων τούτων πράξεων, ἂν λάβωσι χώραν κατὰ τὰς ἐκλογάς. Ἡ ἐπί τινι τῶν πράξεων τούτων καταδίκη, καὶ εἰς βαθμὸν πλημμελήματος, ἐπιφέρει αὐτοδικαίως πενταετῆ στέρησιν τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων. Πᾶσα δ’ ἄλλη παράβασις τῶν ἐν τῷ παρόντι νόμῳ ὡρισμένων, ἐὰν δὲν προβλέπηται εἰδικῶς ὑπ’ αὐτοῦ, ἢ δὲν ὑπάγηται εἰς τὰς διατάξεις τοῦ ποιν. νόμου, τιμωρεῖται μὲ χρηματικὴν ποινὴν 50–200 δραχμῶν, ἢ μὲ φυλάκισιν μέχρι τριῶν μηνῶν. Ἡ διάταξις τοῦ ἄρθρου 97 τοῦ ποινικοῦ Νόμου δὲν ἐφαρμόζεται ἐν τῇ προκειμένῃ περιπτώσει. Ἄρθρ. 67. Πᾶσα ἀξιόποινος πρᾶξις σχέσιν ἔχουσα μὲ τὰς ἐκλογὰς καὶ προβλεπομένη εἴτε ὑπὸ τοῦ παρόντος εἴτε ὑπὸ τοῦ ποινικοῦ νόμου τιμωρεῖται εἴτε ἐπικυρωθῆ εἴτε ἀκυρωθῆ ἡ ἐκλογή.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θʹ.
Γενικαὶ διατάξεις. Ἄρθρον 68. Ἀποβιώσαντος, παραιτηθέντος, καταστάντος ἀνικάνου βουλευτοῦ τινος, ἢ διορισθέντος εἰς ἔμμισθον ὑπηρεσίαν, ἐκτὸς τῆς τοῦ ὑπουργοῦ, γίνεται νέα ἐκλογὴ περὶ ἀναπληρώσεως αὐτοῦ ἐντὸς δύο μηνῶν καὶ συμφώνως πρὸς τὰς ἐν τῷ παρόντι Νόμῳ διαγραφομένας διατυπώσεις. Ἀκυρωθείσης ἐκλογῆς τινος, διατάσσεται ἡ ἐπανάληψις αὐτῆς ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀκυρώσεώς της. Ἡ παραίτησις τινὸς ἐκ τῶν ἐκλεχθέντων βουλευτῶν ἀποτείνεται παρὰ τοῦ παραιτουμένου εἰς τὴν Βουλὴν, ἐὰν αὕτη συνεδριάζῃ, ἢ διευθύνεται εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἂν ἡ Βουλὴ δὲν ἔκαμεν ἔναρξιν τῶν συνεδριάσεών της, τὸ δὲ ὑπουργεῖον πέμπει αὐτὴν εἰς τὴν Βουλήν. Ἄρθρον 69. Πάντες οἱ ἐν Ἑλλάδι ἐγκαταστημένοι Ἕλληνες πολῖται οἱ ἐκ τῶν μὴ ἐλευθέρων χωρῶν καταγόμενοι ἐκλέγουσιν ὁμοῦ ἕνα Βουλευτήν· διὰ Β. Διατάγματος θέλει κανονισθῆ ὁ τρόπος τῆς ἐκλογῆς τηρουμένων τῶν διατάξεων τοῦ ἐκλογικοῦ Νόμου. Ἄρθρον 70. Πᾶσαι αἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐνεργούμεναι πράξεις ἐνεργοῦνται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ἄρθρον 71. Κληρικοὶ οὔτε ψηφοφοροῦσιν εἰς τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς, οὔτε ἐκλέγονται. Ἄρθρον 72. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας καὶ ὀκτὼ ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως καὶ μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς οὐδεὶς συλλαμβάνεται καὶ προσωποκρατεῖται ἕνεκα χρέους πρὸς τὸ δημόσιον.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ιʹ.
Εἰδικὴ διάταξις. Ἄρθρον 73. Οἱ ὁριστικοὶ κατάλογοι τῶν ἐχόντων δικαίωμα τοῦ ψηφοφορεῖν εἰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς ἰσχύουσι καὶ εἰς τὴν ἐκλογὴν τῶν δημοτικῶν ἀρχῶν ὡς καὶ εἰς ἐκείνην τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων. Ἄρθρον 74. Πᾶσα διάταξις ἀντικειμένη εἰς τὸν παρόντα Νόμον καταργεῖται. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 19 Νοεμβρίου 1864.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ.
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
§12ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, Κ. Πρόεδρε ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 58· ἐγένετο ἐπ’ αὐτοῦ μία πρότασις, ἥτις ἀπέβλεπε νὰ λάβῃ μέρος ἡ ἐπιτροπή· τὸ γράμμα τοῦ ἄρθρου δὲν ἔχει αὐτὸ τὸ πνεῦμα (θόρυβος).
§13ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ καὶ ἡ ἐπιτροπή.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔγεινεν ἀντίῤῥησις ὑπὸ τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου......
§15ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς... Ἂς ἔλθουν τὰ πρακτικά.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀπεκρούσθη ἡ πρότασις.
§17ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐκ τοῦ παρελθόντος ἔχομεν τὰ παραδείγματα ...
§18ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί συζητοῦμεν, Κ. Πρόεδρε; Ἂς ἔλθουν τὰ πρακτικά, διὰ ν’ ἀρθῇ πᾶσα ἀμφιβολία. Ἐν τούτοις ἂς ἐξακολουθήσῃ τώρα ἡ ἀνάγνωσις, μέχρις οὗ εὑρεθοῦν τὰ πρακτικά. Ἀναγινώσκονται τὰ ἑξῆς ἄρθρα 66, 67, 68 καὶ 69. Ἄρθρον 66 Οἱ κατὰ τὴν ἀπὸ 3 Φεβρουαρίου 1844 ἀπόφασιν τῆς Α. ἐν ἀθήναις Ἐθνικῆς Συνελεύσεως μετανάσται ἐκλέγουσι Βουλευτὴν, ἐὰν, συνοικισθέντες πραγματικῶς, ἀποτελέσωσι πόλιν, δῆμον, ἢ ἐπαρχίαν καὶ ἀπαρτίσωσι πληθυσμὸν ἴσον πρὸς τὸ ἥμισυ τοῦ ἐλαχίστου ὅρου τῆς ἐχούσης τὸν μικρότερον πληθυσμὸν περιφερείας Ἐπαρχιακοῦ Συμβουλίου. Οἱ ὁρισμοὶ τοῦ ἐδαφίου 2 τοῦ 1 ἄρθρου ἰσχύουσιν εὐθὺς ὡς ὁ πληθυσμὸς τῶν συνοικισθησομένων ὑπερβῇ τὸν ἀνωτέρω ἐλάχιστον ὅρον. Ἄρθρον 67. Πᾶσαι αἱ κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ παρόντος νόμου ἐνεργούμεναι πράξεις ἐργοῦνται ἐφ’ ἁπλοῦ χάρτου. Ἄρθρον 68. Κληρικοὶ οὔτε ψηφοφοροῦσιν εἰς τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς, οὔτε ἐκλέγονται. Ἄρθρον 69. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς ψηφοφορίας καὶ ὀκτὼ ἡμέρας πρὸ τῆς ἐνάρξεως καὶ μετὰ τὴν λῆξιν αὐτῆς οὐδεὶς συλλαμβάνεται καὶ προσωποκρατεῖται ἕνεκα χρέους πρὸς τὸ δημόσιον.
§19ΛΕΚΑΤΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ἡ Συνέλευσις......
§20ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Οἱ ἐξασκοῦντες τὰ δικαιώματα εἰς ἐπαρχίας ἢ συνοικισμούς.
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἐξήγησις κατεχωρίσθη εἰς τὰ πρακτικά. Ἀναγινώσκονται τὰ ἑξῆς ἄρθρα 70, 71, 72 καὶ 73. Ἄρθρον 70. Οἱ καθηγηταὶ τοῦ Ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἐκλέγουσιν ἴδιον Βουλευτὴν κατ’ ἀπόλυτον πλειονοψηφίαν. Ἄρθρον 71. Ἡ ψηφοφορία πρὸς ἐκλογὴν τοῦ Βουλευτοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ἐνεργεῖται ταὐτοχρόνως μετὰ τῶν ἄλλων Βουλευτικῶν ἐκλογῶν. Ὁ Πρύτανις τοῦ Πανεπιστημίου, ἅμα ἀνακοινωθέντος αὐτῷ παρὰ τοῦ Νομάρχου τοῦ περὶ ἐνάρξεως τῶν ἐκλογῶν Β. Διατάγματος προσκαλεῖ τοὺς καθηγητὰς νὰ συνέλθωσι, κατὰ τὴν διὰ τοῦ Διατάγματος ὁριζομένην πρώτην ἡμέραν τῆς ψηφοφορίας, ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ, ὅπως προβῶσιν εἰς τὴν ψηφοφορίαν. Ὁ Πρύτανις προεδρεύει τῆς Συνελεύσεως, ὁ δὲ Γραμματεὺς τοῦ Πανεπιστημίου συντάσσει τὸ πρωτόκολλον. Ἄρθρον 72. Οἱ ὑποψήφιοι διὰ τὴν θέσιν τοῦ Βουλευτοῦ τοῦ Πανεπιστημίου προτείνονται εἰς τὸν Πρύτανιν δι’ ἀναφορᾶς τῶν καθηγητῶν φερούσης τοὐλάχιστον τὰ ⅖ τοῦ ἀριθ. αὐτῶν. Ἄρθρον 73. Οἱ ψηφοφοροῦντες ὡς καθηγηταὶ κατὰ τὰς Βουλευτικὰς ἐκλογὰς δὲν δύνανται νὰ ψηφοφορήσωσι συγχρόνως καὶ ἐν δήμῳ τινὶ τῆς Ἐπικρατείας.
§22ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Μίαν παρατήρησιν εἰς τὸ ἄρθρον 44 § βʹ. τὸ ὄνομα τοῦ ὑποψηφίου πρέπει νὰ ᾖναι γεγραμμένον ὄχι μόνον ἔξωθεν τῆς κάλπης, ἀλλὰ καὶ ἐντὸς, καὶ ἡ Συνέλευσις τὸ παρεδέχθη.
§23ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι εἰς τὰ πρακτικὰ σημειωμένον.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ μέρος, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀποφασισθῆ καὶ παρελείφθη, ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ μετὰ τὰς λέξεις «ἑκάστη κάλπη θέλει φέρει ἐπὶ τοῦ μετώπου γεγραμμένον ἐπὶ πινακίου ἀμετακινήτου, καὶ ἐντὸς τῶν σάκκων».
§25ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ τεθῇ ὄχι ἐπὶ τῶν σάκκων, ἀλλ’ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἐπιφανείας τοῦ καλύμματος τῆς κάλπης.
§26ΤΙΝΕΣ. Ἐπὶ τῆς ὀροφῆς;
§27ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς ὀροφῆς θὰ εἰπῇ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἐπιφανείας τῆς κάλπης.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν «καὶ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἐπιφανείας τοῦ καλύμματος τῆς κάλπης».
§29ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ ἐπρότεινα, Κ. Πρόεδρε, αὐτὴν τὴν τροποποίησιν, καὶ εἶπον ἐπὶ τῆς ὀροφῆς.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τὸ δέχονται. Λοιπὸν «καὶ ἐπὶ τῆς ἐσωτερικῆς ἐπιφανείας τοῦ καλύμματος τῆς κάλπης καὶ τῶν σάκκων διὰ γραμμάτων εὐαναγνώστων κτλ.»
§31ΛΕΚΑΤΗΣ. Εἰς τὸ ἄρθρον 69, κύριε Πρόεδρε, προσετέθη ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμα ἐγὼ καὶ ὁ Βαλτινὸς εἰς τὰ πρακτικά.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὰ πρακτικὰ, διότι τὸ ἄρθρον ἐπεψηφίσθη καθὼς εἶναι.
§33ΒΑΣΣΟΣ. Ἄρθρον τι, Κύριοι, τοῦ Συντάγματος τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε ἔχει εἰδικήν τινα διάταξιν ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν· νομίζω λοιπόν, ὅτι δὲν ἐλαττώνει ποσῶς τὴν ἰσχὺν τῆς διατάξεως ἐκείνης ἡ παράλειψις τοῦ μέρους ἐκείνου ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 6 τοῦ Βουλευτικοῦ Νόμου.
§34ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον ἀκροτελεύτιον· «Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.»
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν. «Ἄρθρον 74. Πᾶσα διάταξις ἀντιβαίνουσα εἰς τὸν παρόντα νόμον καταργεῖται.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ σύνολον τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου μὲ τὸ ἀναγνωσθὲν ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως ὁ Κ. Βάσσος.
§38ΜΠΕΝΑΚΗΣ. Δύω λέξεις Κ. Πρόεδρε.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δύναμαι νὰ δώσω τὸν λόγον ἐκτὸς τῆς ἡμερησίας διατάξεως, θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ μείνῃ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§40ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Μάλιστα!
§41ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ. Ὁ σύλλογος τῶν ἀξιωματικῶν τῆς Ἐθνοφυλακῆς ἔχει μίαν ἀναφοράν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔλαβα πραγματικῶς μίαν ἀναφορὰν φέρουσαν τὴν ὑπογραφὴν ἀντιπροέδρου.
§43ΔΟΣΙΟΣ. Πότε τὴν ἐλάβατε;
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὴν ἔναρξιν τῆς Συνεδριάσεως. Γνωρίζετε ὅτι δὲν ὑποβάλλω ἀναφορὰς διότι γεννοῦν πάντοτε συζητήσεις.
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ μεταβάλλετε τὴν ἡμερησίαν διάταξιν;
§47ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι!
§48ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριε Βάσσε, ἔχετε τὸν λόγον.
§49ΒΑΣΣΟΣ. Κύριοι! Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἐπιληφθῶ τῆς οὐσίας, οὔτε νὰ ἐκφέρω γνώμην εἴτε ἀτομικὴν, εἴτε τῶν φίλων μου ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν θέματος, ἔχω σκοπὸν Κύριοι ἁπλῶς νὰ ἐκφράσω ἰδέας τινὰς ἢ μᾶλλον ἠθέλησα νὰ λύσω ἀπορίας τινὰς, τὰς ὁποίας ἔχω ἀπὸ τοῦ βήματος. Παρατηρῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο τῆς Α. Μεγαλ. τοῦ Βασιλέως, τὸ ὁποῖον φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, ὅλως διαφέρει τοῦ πρώτου τῆς Α. Μεγαλειότητος ἐγγράφου, τὸ ὁποῖον ἐπίσης φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπουργῶν διαφέρει δὲ, ἐννοῶ, κατὰ τὸν τρόπον τῆς γραφῆς, διότι ἐκεῖνο μὲν ἦτο καθαρὸν καὶ εὐκρινὲς, τοῦτο δὲ φέρει τὸν τύπον διπλωματικοῦ ἐγγράφου Ἐπίστευον, Κύριοι, ἐγὼ τοὐλάχιστον καὶ οἱ φίλοι μου ἴσως, ὅτι μετὰ τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ εἶχε λάβει χώραν καὶ εἶχεν ἀποσταλῆ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὸ πρῶτον διάγγελμα, καὶ ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ἐξεπλήρωσε τὴν ἐντολήν της, ὄχι ἐπηρεαζομένη ποσῶς ἀπὸ τὸ πρῶτον ἐκεῖνο ἔγγραφον, τοὐλάχιστον ἡμεῖς, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν συναίσθησιν τῆς ἐντολῆς της, ἐνομίσαμεν, ὅτι δὲν ὑπῆρχε θέσις καὶ θύρα νὰ ἐξέλθῃ τοιοῦτον ἔγγραφον. Μὲ τοῦτο, Κύριοι, δὲν θέλω νὰ διαφιλονεικήσω τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἡγεμόνα νὰ ἔχῃ γνώμην ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, ἐγὼ ἀτομικῶς πρεσβεύω τὴν ἐναντίαν ἰδέαν, ὅτι ὡς συμβαλλόμενον μέρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ τὰς παρατηρήσεις του, ἐνόμιζον ὅμως, ὅτι ὅτε εἶδον τὰς παρατηρήσεις τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος, αἵτινες ἔγιναν διὰ τῶν ὑπουργῶν, αἱ ὁποῖαι, τὸ ἐπιθυμῶ, ἴσως, γίνονται δεκταὶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἐνόμιζον, ὅτι δὲν ὑπῆρχεν ἄλλη πλέον ἀφορμὴ νὰ λάβῃ χώραν ἄλλο νέον ἔγγραφον, ἔτι δὲ περισσότερον ἀπορῶ, διότι δὲν δύναμαι νὰ κατανοήσω τὰς ἀφορμὰς αἵτινες ἔδωσαν χώραν εἰς τὴν σύνταξιν νέου ἐγγράφου, διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι διὰ νὰ ὑπάρχῃ νέα παρατήρησις ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος, πρέπει νὰ ὑπάρχουν διάφοροι ἀντίθετοι γνῶμαι ἢ ἄλλαι γνῶμαι τῶν ψηφισθεισῶν καὶ αἵτινες βεβαίως ἔπρεπε νὰ ἐμφαίνωνται ἐπὶ τοῦ ἐγγράφου, διὰ τοῦ ὁποίου ζητοῦν νὰ μεταῤῥυθμίσουν ἢ νὰ βελτιώσουν. Ἐγὼ, Κύριοι, τοὐλάχιστον τοιοῦτόν τι κατανοῶ, βλέπω εὐφυΐαν διπλωματικὴν εἰς τὸ ἔγγραφον, βλέπω ὕφος ὡραῖον, ἀλλὰ δὲν ἠξεύρω τὶ θέλει νὰ εἴπῃ, διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐπιθυμῶ πολὺ, ἤθελεν εἶσθαι λυσιτελὲς, ἐὰν ἐγνωρίζομεν τὶ ζητεῖται διὰ τοῦ ἐγγράφου ὡρισμένως, διὰ νὰ ἴδωμεν νὰ σκεφθῶμεν καὶ νὰ σχηματίσωμεν μίαν γνώμην, μὲ πεποίθησιν τέλος πάντων νὰ κανονίσῃ ἕκαστος τὴν διαγωγήν του ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος. Αὕτη, Κύριοι, εἶναι ἡ γνώμη μου ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θ’ ἀπαντήσῃ ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
§51Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερ.). Μὲ εὐχαρίστησιν ἤκουσα τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου Κ. Βάσσον νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὸς τὴν αὐτὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εἶχον, ἐπὶ τοῦ τρόπου, κατὰ τὸν ὁποῖον ἔμελλε νὰ καταρτισθῇ τὸ πολίτευμα τῆς Ἑλλάδος· καὶ ὁ Κ. Βάσσος, καθὼς καὶ ἐγὼ, συμφωνοῦμεν, ὅτι τὸ πολιτικὸν Σύνταγμα τῆς Ἑλλάδος εἶναι συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ συνομολογηθῇ ὑπὸ τοῦ ἔθνους καὶ ὑπὸ τοῦ Βασιλέως δι’ ἐλευθέρας καὶ ἀπολύτου θελήσεως, ἑπομένως ὁ Κ. Βάσσος καθὼς καὶ ἐγὼ ἀναγνωρίζομεν, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὡς μέρος συναλλαττόμενον εἶχε τὸ δικαίωμα ν’ ἀπευθύνῃ παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἐψήφισαν. Λέγω, μὲ εὐχαρίστησίν μου ἤκουσα τὸν κύριον Βάσσον, ὅτι συμφωνεῖ μετ’ ἐμοῦ ἐπὶ τούτου, διότι κατὰ παρελθοῦσαν ἄλλην συνεδρίασιν εἶχεν ἐγερθῆ ὑπό τινων λίαν εὐαρίθμων ἀμφιβολία. Ἡ ἀνάγνωσις ὅμως τῆς ἐπιστολῆς, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, ἐπιστολῆς, εἰς τὴν ὁποίαν ἠδυνάμην νὰ δώσω ἓν ἄλλο ὄνομα ἢ τὸ τῆς ἐπιστολῆς· ἡ ἀνάγνωσις, λέγω τῆς γραπτῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, εἰς ἀπάντησιν τῶν λόγων τῆς Πρεσβεύσεως, ἡ ὁποία ἐπαρουσίασεν εἰς τὴν Α. Μ. τὸ Σύνταγμα, ἡ ἀπάντησις, λέγω, αὕτη ἐφάνη εἰς τὸν Κ. Βάσσον ὀλίγον ἀσαφὴς καὶ γεγραμμένη δι’ ὕφους μὴ εὐκρινοῦς, ἐν ᾧ εἶχε παρατηρήσει εὐκρινὲς καὶ σαφὲς ὕφος εἰς τὸ προγενέστερον Β. διάγγελμα. Ὀφείλω βεβαίως ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως νὰ προσέλθω νὰ λύσω τὰς ἀπορίας τοῦ Κ. Βάσσου καὶ ὑποθέτω, ὅτι, ἀφοῦ τὰς λύσω, δὲν θέλει πλέον μείνει δισταγμός τις εἰς τὸν Κ. Βάσσον, ἵνα συμφωνήσῃ ἐπὶ τῆς οὐσίας μετ’ ἐμοῦ. Ὁ Βασιλεὺς, διὰ τῆς ἀπαντήσεως, τὴν ὁποίαν πρὸς τὸν Κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως ἀπηύθυνεν, ἀνακοινώνει εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι δύω μόνον παρατηρήσεις φέρει ἐπὶ τοῦ Συντάγματος· τὰς παρατηρήσεις δὲ ταύτας ἐκθέτει· ἐκθέτει δὲ συγχρόνως ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως καὶ τοὺς λόγους ἐπὶ τῶν ὁποίων στηρίζονται αἱ παρατηρήσεις αὗται καὶ ἀπολήγει εἰς ῥητὸν συμπέρασμα. Τὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπολήγει ἐπὶ τῆς πρώτης παρατηρήσεως, ἴσως εἶναι διάφορον τοῦ συμπεράσματος, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπολήγει ἐπὶ τῆς δευτέρας παρατηρήσεως. Ἀλλὰ τοῦτο ὑποθέτω, ὅτι δὲν ἀποτελεῖ ἀσάφειαν, ἀλλ’ εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς εἰλικρινείας, μεθ’ ἧς ὁ Βασιλεὺς συναλλάσσεται μετὰ τοῦ ἔθνους, εἰλικρινείας, ἥτις εἶναι πολύτιμον ἐχέγγυον διὰ τὰς ἐπὶ τὸ μέλλον σχέσεις τοῦ Βασιλέως μετὰ τοῦ ἔθνους. Κατὰ τὴν συνομολόγησιν τοῦ πολιτικοῦ Συντάγματος μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως ἡ πρώτη τῶν παρατηρήσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπευθύνονται εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἀφορᾷ τὸ βʹ. ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι, τῷ συνομολογουμένῳ, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσατε, κατεχωρίσθη καὶ τελευταία τις διάταξις ἐν τῷ βʹ. ἄρθρῳ, ἥτις δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ πολιτικῷ Συντάγματι τοῦ 1844. Κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην οἱ λειτουργοὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς Ἐκκλησίας ἐν Ἑλλάδι πρέπει νὰ ὦσι πολῖται Ἕλληνες. Ὁ ὅρος οὗτος ἀποτελεῖ δικαιώματα τῆς ἐπικρατείας καὶ ἡ ἀναγραφὴ αὐτοῦ βεβαίως ἐκ πρώτης ὄψεως ἐξεταζομένη δὲν δύναται ν’ ἀπαντήσῃ ἀντίστασίν τινα ἐν ταῖς πεποιθήσεσιν οὐδενός. Ἐγὼ ὁ ἴδιος ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως, ὡς μέλος τῆς Νομοτελεστικῆς ἐξουσίας ἀναγνωρίζω, ὅτι ἑκάστη ἐπικράτεια ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀξιώσῃ ἵνα οἱ λειτουργοὶ τῶν ἐν τῇ ἐπικρατείᾳ ἐξασκουμένων ξένων θρησκειῶν ὦσι πολῖται τῆς ἐπικρατείας, ἐν ᾗ αἱ ξέναι ἐκκλησίαι ὑπάρχουσιν· εἶναι ἐγγύησις πολιτικοῦ συνδέσμου, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ τῶν ἐκκλησιῶν τούτων τῶν ἐν τῇ πολιτείᾳ ὑπαρχουσῶν καὶ τῆς περιλαμβανούσης αὐτὰς πολιτείας. Ἑπομένως ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία δὲν ἔχει γνώμην ἀντίθετον ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις εἶχεν, ὅταν ἀνέγραφε τὸν ὅρον τοῦτον, ὅταν ἐψήφισε τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλὰ τὸ δικαίωμα τοῦτο τῆς ἐπικρατείας ἀπολήγει εἰς τὸν περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον οἱ ἀντιπροσωπεύοντες τὰς ξένας ἐκκλησίας ἐν τῇ ἀλλοδαπῇ, οἱ ἀρχηγοὶ αὐτῶν, ἔχουσι, τοῦ δικαιώματος τοῦ νὰ διορίζωσιν οἷον καὶ ὁπόταν θέλουν λειτουργὸν τῆς ὑφ’ αὑτοὺς ἐκκλησίας· ἑπομένως ἡ ἀσφάλεια τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικρατείας, τοῦ νὰ ἀπαιτῶσι νὰ ἦναι πολῖται αὐτῶν οἱ λειτουργοὶ τῶν ξένων θρησκειῶν, μετὰ τοῦ νομίμου δικαιώματος τῶν ξένων ἐκκλησιῶν, τοῦ νὰ διορίζωσιν οἷον θέλουν, ἡ συνάφεια αὕτη ἔπρεπε νὰ ἐπιφέρῃ ὡς συμπέρασμα τὴν ἀνάγκην τοῦ νὰ συνομολογηθῇ ἡ ἀναγραφὴ τοῦ δικαιώματος τούτου καὶ ὑπὸ τῶν ἀρχηγῶν τῶν ξένων θρησκειῶν, ἐν ἄλλαις λέξεσι τὴν ἀνάγκην διαπραγματεύσεων, αἱ ὁποῖαι ἀπαιτεῖται νὰ προϋπάρχωσι διὰ ν’ ἀναγνωρισθῇ ἐπίσης καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον κεῖται ἐκτὸς τῆς ἐπικρατείας. Αἱ διαπραγματεύσεις αὗται βεβαίως δὲν δύνανται νὰ ἔχουν ποτὲ σκοπὸν τὴν ἀθέτησιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἐπικρατείας, καὶ τὴν ὑπόσχεσιν ταύτην δίδομεν μετὰ πάσης ἐπισημότητος· ἐὰν δὲ, καὶ ἐπειδὴ εἶναι συνηθέστατον καὶ ἀναπόφευκτον εἰς τὰς Συνταγματικὰς πολιτείας αἱ Κυβερνήσεις νὰ διαδέχωνται ἀλλήλας καὶ τὰ πρόσωπα νὰ διαδέχωνται ἄλληλα, ἐὰν, λέγω, τοῦτο ἐγείρῃ ἐν τῇ συνειδήσει τινος ἀμφιβολίαν τινα περὶ τῆς τηρήσεως τῆς ὑποσχέσεως ταύτης, τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας ὑπάρχει, τὸ δὲ ἠθικὸν πρόσωπον τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλει νὰ τὸ ὑποστηρίζῃ, καὶ ἂν ἄτομα ποτε ἀθετήσωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο, τ’ ἄτομα ταῦτα θέλουν φέρει προσωπικὴν τὴν ἐπὶ τῇ παραβάσει ἀνεγνωρισμένου καθήκοντος καὶ ἐπισήμου ὑποσχέσεως εὐθύνην. Ἰδοὺ λοιπὸν, κύριοι, ὁ σκοπὸς, διὰ τὸν ὁποῖον ἐξετέθη ἡ ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν Κ. Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως ἀφορῶσα τὸ βʹ. ἄρθρον παρατήρησις. Διὰ τῆς ἐπιστολῆς ταύτης παρακαλεῖται ἡ Συνέλευσις νὰ θεωρήσῃ αὖθις τὴν ἀντιγραφὴν τοῦ τελευταίου ὅρου τοῦ δευτέρου ἄρθρου, καὶ κατὰ τὴν μελέτην ταύτην ὡς μέλος τῆς Κυβερνήσεως ὀφείλω νὰ σᾶς παρακαλέσω νὰ συναινέσητε νὰ διαγραφῇ ἀπὸ τοῦ τοῦ βʹ. ἄρθρου ἡ προσθήκη αὕτη, οὐχὶ διότι ἡ Νομοτελεστικὴ ἐξουσία ἀμφιβάλλει ἢ δύναται ν’ ἀμφιβάλλῃ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑφίσταται, ἀλλὰ διὰ νὰ διευκολυνθῇ ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τούτου, διὰ νὰ μὴ περιορισθῇ ἡ ἀναγραφὴ τοῦ δικαιώματος τούτου ἐπὶ μόνου τοῦ χάρτου, ἀλλὰ τὸ δικαίωμα νὰ κατασταθῇ ὑπαρκτὸν, ἐξασκούμενον καὶ ἀναγνωριζόμενον ὑπ’ ἐκείνων, μετὰ τῶν ὁποίων συνδέεται ἡ ἐξάσκησις αὐτοῦ.
§52ΕΥΜΟΡΦΟΠΟΥΛΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ σᾶς ἐρωτήσω· ἔχετε κᾀμμίαν διαμαρτύρησιν ἀπὸ κᾀμμίαν δύναμιν ἔγγραφον ἢ προφορικήν;
§53Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ Σύρου μ’ ἐρωτᾷ ἐὰν προφορικῶς ἢ γραπτῶς μ’ ἀνεκοινώθησαν παραστάσεις ἀντιπροσώπων ξένων δυνάμεων· ἤθελον παρακαλέσει αὐτὸν πρὸς τὸ συμφέρον αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων καὶ τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ὑποστηρίζομεν ἐνταῦθα, νὰ μ’ ἀπαλλάξῃ τῆς ὑποχρεώσεως νὰ εἴπω τι περισσότερον ἐπὶ τούτου, ἀφ’ ὅσα ἡ ἐπιστολὴ αὕτη περιέχει.
§54ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§55Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ παραστάσεις, αἵτινες ἀπηυθύνθησαν ἢ ἐνδέχεται ν’ ἀπευθυνθοῦν ἢ ἤθελον ἀπευθυνθῆ, αἱ παραστάσεις αὗται εἶναι ἀλλότριαι τῶν σκέψεών μας· δύνανται αἱ παραστάσεις αὗται νὰ ἀπολήγωσιν εἰς ἀξιώσεις, εἰς συμπεράσματα, τῶν ὁποίων ἡ ἐκδήλωσις δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ οὔτε τοὺς ὧδε συνηγμένους ἀντιπροσώπους τοῦ ἔθνους, οὔτε τὴν Νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων της (εὖγε). Ἀφοῦ λοιπὸν ἡ διαγραφὴ τοῦ ὅρου τούτου ἐκ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου βʹ. τοῦ Συντάγματος δὲν πρόκειται ν’ ἀφαιρέσῃ οὐδὲ νὰ ἐλαττώσῃ κατὰ τι τὸ κῦρος δικαιώματος, τὸ ὁποῖον ἡ ἐπικράτεια ἔχει, καὶ τὸ ὁποῖον πάντοτε ἀναγνωρίζουσιν, ἐνομίσαμεν ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν θέλει ἔχει δυσκολίαν νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν παράκλησίν μας ταύτην· τοσοῦτο μᾶλλον, καθόσον ἡ ἐκπλήρωσις τῆς παρακλήσεώς μας ταύτης, ἡ τοιαύτη ψῆφος τῆς Συνελεύσεως, ἤθελε μᾶς ἀπαλλάξει ἐκ τῆς περαιτέρω ἐξετάσεως καὶ βασάνου τῶν συνωμολογημένων διεθνῶν συμφωνιῶν, καὶ τῆς ἐπιθυμίας τῆς ἀποδείξεως, ἂν αἱ συνωμολογημέναι αὗται συμφωνίαι, τὰς ὁποίας δὲν ἐλάβομεν τὸν καιρὸν, οὔτε νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν αἱ συμφωνίαι αὗται περιέχωσιν ἐννοίας συναφεῖς μετὰ τῆς ὑποθέσεως ταύτης· ἂν, λέγομεν, αἱ ἐν ταῖς συμφωνίαις ταύταις ῥήσεις ἐν πλήρει τῇ εὐρύτητι αὐτῶν παρακωλύωσι κατὰ τι τὴν ἀνακήρυξιν τοῦ δικαιώματος τούτου τῆς ἐπικρατείας. Οὕτως ἠθέλαμεν ἀπαλλαγῆ τῆς ἀνάγκης νὰ προβῶμεν εἰς τὴν ἐξέτασιν αὐτὴν, διότι βεβαίως δὲν δύναται τις ἐκ τῆς ἁπλῆς καὶ προχείρου μελέτης των νὰ συναγάγῃ ἔννοιαν ἀντίθετον τοῦ δικαιώματος τούτου (θόρυβος). Ἀκούω μίαν φωνὴν ἐξ ἀριστερῶν λέγουσαν, ὅτι δὲν ἐννοεῖ τοὺς λόγους μου. Ἀλλὰ παρακαλῶ τὸν συνάδελφόν μου τοῦτον, ὅταν πρόκηται ζητήματα ἀκροσφαλῆ, νὰ μὴ ἀπαιτῇ νὰ θίγωσιν αὐτὰ οἱ λαλοῦντες ἀπροσέκτως, νὰ ἀσκῆται δ’ εἰς ἐκείνας τὰς ἐξηγήσεις, τὰς ὁποίας κρίνουσιν οἱ λαλοῦντες ἀβλαβεῖς, καὶ αἱ ὁποῖαι ἄλλως εἶναι ἀρκούντως καταληπταί. Νομίζω, ὅτι αἱ ἀπορίαι τοῦ ἐντίμου συναδέλφου μου ἐκ φθιώτιδος, ἐφ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἐπὶ τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος παρατηρήσεις τοῦ Βασιλέως, νομίζω, ὅτι αἱ ἀπορίαι αὗται ἐλύθησαν. Ἡ δευτέρα τῶν παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας ὁ Βασιλεὺς ἀπηύθυνεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀνάγεται εἰς ἄλλο στάδιον, ἀφορᾷ τὰς τελευταίας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, αἵτινες σκοπὸν ἔχουσι νὰ κανονίσωσι τὸν τρόπον, κατὰ τὸν ὁποῖον τὸ Σύνταγμα δύναται νὰ ἀναθεωρηθῇ. Αἱ περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος διατάξεις εἶναι καὶ αὐταὶ καινοφανεῖς ἐν τῷ Συντάγματι, διότι εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 δὲν ὑπάρχει διάταξις περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 συνετάχθη ἐπὶ τῇ βάσει πολιτευμάτων, εἰσηγμένων πρὸ χρόνων εἰς διαφόρους ἐπικρατείας τῆς Εὐρώπης, ἐφαρμοσθέντων ἐν ταῖς χώραις ἐκείναις, μελετηθέντων κατὰ θεωρίαν καὶ κατὰ ἐφαρμογὴν μετὰ τῆς ἐπιστασίας ἐκείνης, μετὰ τῆς ὁποίας συνειθίζουσιν ἐν Εὐρώπῃ νὰ μελετῶσι τοὺς θεμελιώδεις νόμους ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι διαχειρίζονται τὰ δημόσια πράγματα, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ νομοθετῶσι περὶ τῆς τύχης τῆς πατρίδος των· οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, τινὲς τῶν ὁποίων συνεδρεύουσιν ἐνταῦθα καθήμενοι, οἱ συντάκται τοῦ Συντάγματος ἐκείνου τῳόντι ἀπέδειξαν πολλὴν φροντίδα πρὸς συναρμογὴν καὶ σύνταξιν τοῦ πολιτεύματος ἐκείνου. Ἀλλὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 συνετάχθη ὑπὸ ἰδέας καὶ ὑπὸ περιστάσεις ὅλως διόλου ἄλλας παρ’ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον καθ’ ὃν χρόνον συνετάσσετο τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844· καὶ διὰ τοῦτο ἦτον ἀναπόφευκτον αἱ περιστάσεις αὐταὶ, νὰ μὴ ἐπιδράσωσι κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ Συντάγματος· διὰ τοῦτο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 περιελήφθησαν διατάξεις καινοφανεῖς, μὴ γνωσταὶ ἴσως εἰς πολλὰς ἐπικρατείας τῆς Εὐρώπης. Ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δὲν ὑπάρχει εἷς πληρεξούσιος, ὁ ὁποῖος εἰς τοὺς μυχοὺς τῆς καρδίας του, εἰς τὰ βάθη τῆς συνειδήσεώς του, νὰ μὴ αἰσθάνεται ἕνα μικρὸν κτύπον, νὰ μὴ ἐνοχλῆται ὑπὸ μικρᾶς τινος ἀμφιβολίας, περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς ἐφαρμογῆς τῶν καινοφανῶν τούτων διατάξεων τοῦ Συντάγματος. (Θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν).
§56ΤΙΝΕΣ ΕΞ ΑΡΙΣΤΕΡΩΝ. Κανείς.
§57Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Αἱ ἀμφιβολίαι αὗται ἴσως εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς προσκολλήσεως τὴν ὁποίαν ἕκαστος ἐξ ἡμῶν ἔχει εἰς τὰς πεποιθήσεις του. Ἡ προσκόλλησις αὕτη τιμᾷ τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι τὴν ἔχουν. Ἀλλὰ δὲν εἶναι τάχα συνετὸν, δὲν εἶναι ἀναγκαῖον νὰ περιμείνωμεν καὶ ἀπὸ τὸν χρόνον ἵνα μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τὸ ἔργον μας; Ναί· ἐκεῖνος θέλει μᾶς ἀποδείξῃ ἂν ᾖναι τοῦτο πλῆρες. Ἀλλ’ ἂν, ὃ μὴ γένοιτο! ὁ χρόνος ἀποδείξῃ, ὅτι ἡ ἐφαρμογὴ διατάξεώς τινος τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι ἐφικτὴ ἐν τῇ πολιτείᾳ, ὅτι ἀπαντῶνται προσκόμματα ἀνυπέρβλητα εἰς τὴν ἐφαρμογήν της, εἰς τὴν τροχιάν της, ὅτι τὰ ἐμπόδια ταῦτα εἰσὶ τοιαῦτα, ὥστε δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἀφήσωσι τὴν διάταξιν ταύτην νὰ πραγματοποιηθῇ ἐν τῷ ἐξωτερικῷ κόσμῳ· τότε ὑποθέτω ὅτι πρέπει νὰ ἐφευρεθῇ διέξοδος, οὐχὶ ἐκτεθειμένη εἰς τὴν θέλησιν τοῦ ἀτόμου, οὐχὶ ὑποκειμένη εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ εὐκολύνουσα τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους, ἵνα ἐκπληρώσῃ τοὺς πόθους του. Ἀφοῦ ἐδώκαμεν εἰς τὸ ἔθνος ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος θέλει διέπει τὰς τύχας του, πρέπει νὰ περιμένωμεν ἀπ’ αὐτὸ τὴν ἔκφρασίν του ἐπὶ τῶν διατάξεων ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἡ πεῖρα δύναται νὰ ἀποδείξῃ ὅτι προσκόπτουσιν εἰς τὴν ἐφαρμογὴν, ὅτι δὲν παράγουσι τοὺς καρποὺς, τοὺς ὁποίους ψηφίζοντες ὑμεῖς προετίθεσθε νὰ ἐπιζητήσητε, ὅτι ἴσως παράγουσι καρποὺς ὅλως ἀντιθέτους αὐτῶν. Τοιαῦται ἰδέαι, Κύριοι, ὑπηγόρευσαν τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι ἐτέθησαν ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἐν τῇ Συνελεύσει ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος προήγαγε τὰς διαφορὰς, αἱ ὁποῖαι, ὡς σᾶς ἐξέθηκα, ὑπάρχουσι μεταξὺ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 καὶ τοῦ τοῦ 1864· αἱ μεταβολαὶ, τὰς ὁποίας ἡ πλειοψηφία ἐπήνεγκεν εἰς τὸ σχέδιον, παριστάνουσι τὴν θέλησιν ἡμῶν τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους καὶ κατ’ οὐδὲν δύναμαι νὰ ἀντισταθῶ εἰς αὐτάς. Ἀλλ’ αἱ μεταβολαὶ αὗται ἴσως καταστήσωσι πιθανωτέραν τὴν ἐνδεχομένην περίστασιν τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Δὲν θέλω ἀνατρέξει εἰς ὡρισμένας διατάξεις, δὲν θέλω νὰ ἐπαναλάβω τὴν ψῆφον, τὴν ὁποίαν πολλάκις ἔδωκα ἐπ’ αὐτῶν κατὰ τὴν συζήτησιν, ἀλλὰ συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐκφράσω ἀμφιβολίαν, ἡ ὁποία ὑπάρχει εἰς τὴν συνείδησίν μου, συγχωρήσατέ μοι νὰ ἐκφράσω αὐτὴν οὐχὶ διὰ νὰ ἐλαττώσω τὴν πεποίθησιν, τὴν ὁποίαν ὅλοι φέρετε, πρὸς τὰς διατάξεις ταύτας, τὰς ὁποίας κατεχωρίσατε ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλ’ ἵνα ἐκφράσω τὴν ἰδέαν μου, ἵνα σᾶς ἀποδείξω ὅτι εἶναι πολὺ ἐνδεχόμενον νὰ παρουσιασθῇ περίστασις, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ ἔθνος θέλει εὑρεθῆ εἰς δύσκολον θέσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μέλλουν νὰ κυβερνήσουν τὸν τόπον τοῦτον, ἐνδέχεται νὰ εὑρεθοῦν εἰς ἀμηχανίαν καὶ νὰ μὴ δύνανται οὐδὲ νὰ ἀκούσωσι νομίμως τὴν ἐκφραζομένην συνείδησιν τοῦ Ἔθνους, οὐδὲ νὰ ἐφαρμόσωσι τὰς διατάξεις ταύτας, νὰ μὴ δύνανται νὰ πράξωσι τίποτε. Ἐνθυμηθῆτε, Κύριοι, ὅτι ἀνεγράψατε δικαιώματα, ὅτι τὰ δικαιώματα ταῦτα πρέπει νὰ ὑπάρχωσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ· τί θέλετε πράξει, ὅταν εὑρεθῆτε εἰς τὴν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἀπεύχομαι, εἴτε νὰ ἀφήσητε τὰ δικαιώματα αὐτὰ ἐγκαταλελειμένα καὶ ἄνευ ἐφαρμογῆς, ἢ νὰ ἐπιτρέψητε νὰ παραβλάψωσι τὰ δικαιώματα ταῦτα. Ἴσως πάλιν κατακριθῶ, ὅτι δὲν ὁμιλῶ συγκεκριμένως, ὅτι δὲν εἶμαι σαφὴς, δύναμαι νὰ ἐξηγήσω τοὺς λόγους μου. Ὑποθέσατε τὴν ἑξῆς περίπτωσιν. Εἰσηγάγετε ἐνταῦθα νέον σύστημα δικονομίας ἐκλογικῆς, νέον σύστημα ἐκλογῆς· σέβομαι τὰς ἀποφάσεις σας, δὲν πρόκειται νὰ ἀντιστρατευθῶ κατ’ αὐτῶν· ἀλλ’ αἱ περὶ τοῦ τρόπου τῶν ἐκλογῶν ψηφισθεῖσαι παρ’ ὑμῶν διατάξεις πρόκειται νὰ ἐφαρμοσθῶσιν εἰς τὸν τόπον. Ἂν ἡ δικονομία αὕτη, ἂν ὁ νέος οὗτος τρόπος τῶν ἐκλογῶν πρόκειται ν’ ἀπαλλάξῃ τὸν τόπον ἀπὸ τὰ ἐνδεχόμενα κακὰ, τὰ ὁποῖα τὸ παρελθὸν μᾶς ἐνθυμίζει, θέλω μακαρίσει τὴν ὥραν κατὰ τὴν ὁποίαν ἐψηφοφορήθησαν. Ἀλλά, Κύριοι, ἂν πρὸς στιγμὴν ὑποτεθῇ ὅτι μία τῶν διατάξεων αὐτῶν, ὅτι τὸ σύστημα αὐτὸ δὲν δύναται νὰ πραγματοποιηθῇ ἐν τῇ κοινωνίᾳ, ὅτι προσκόμματα ἀνυπέρβλητα γεννῶνται κατὰ τὴν ἐνέργειαν τῶν Βουλευτικῶν ἢ τῶν Δημοτικῶν ἐκλογῶν, εἰς τὴν δεῖνα πόλιν ἢ εἰς τὴν δεῖνα ἐπαρχίαν, τί θέλει κάμει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία θέλει εὑρεθῆ ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων; νὰ ἀφήσῃ εἰς τὸν Δῆμον ἐκεῖνον τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς διαιωνιζομένας μέχρις ὅτου παρέλθωσι τὰ 19 ἔτη, τὰ ὁποῖα τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ἐπεψηφίσατε, διαγράφει ὅτι πρέπει νὰ παρέλθουν ἵνα ἐπιτραπῇ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος; τί θὰ γίνῃ ὁ τόπος; Κύριοι, θέλετε ἐγκαταλείψει τὸν τόπον μεταξὺ δύω ἀντιθέτων διευθύνσεων, καὶ ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη εἶναι ἐκτὸς τοῦ Συντάγματος· ἡ μία ἀθετεῖ ἄντικρυς τὸ Σύνταγμα, διότι διατάξεις αὐτοῦ διαγράφουσι τοιοῦτον τρόπον ἐκλογῆς, θέλει δὲ παραβαθῆ τὸ Σύνταγμα ἂν αἱ ἐκλογαὶ ἐνεργηθῶσι κατ’ ἄλλον τρόπον· ἡ ἄλλη ἀναιρεῖ τὰ δικαιώματα τοῦ τόπου, διότι ὁ τόπος ἔχει δικαίωμα νὰ ἐκλέγῃ τὰς δημοτικὰς ἀρχὰς, ἀναιρεῖται δὲ τὸ δικαίωμά του, ἐὰν ἐπιτραπῇ νὰ μὴ γίνωσιν ἐκλογαί, καὶ δὲν θέλουσι γίνει ἐὰν δὲν ᾖναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῶσιν αἱ ψηφισθεῖσαι διατάξεις. Ἰδού, Κύριοι, αἱ ἀμφιβολίαι· νομίζω, ὅτι θὰ τὰς εὑρίσκετε εὐλόγους, λογικάς. Εἶναι στιγμαὶ, κατὰ τὰς ὁποίας πρέπει ν’ ἀρνῆται τίς ἑαυτόν, ν’ ἀρνῆται τὰς πολιτικὰς ἰδέας του, ν’ ἀρνῆται τὰ συμφέροντά του, τὰ πάθη του, τὰ ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ, τὸ πολιτικὸν πεῖσμα του, πρέπει νὰ προσκολλᾶται εἰς τὸ μέλλον τοῦ τόπου, διότι ὁ τόπος ὑποφέρει καὶ εἶναι ἀνάγκη πλέον νὰ παύσωσι τὰ δεινά του. Ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν, πρὶν ἢ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἐπληροφορήθη, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐν μεγάλῃ πλειονοψηφίᾳ ἐξέφρασε τὴν γνώμην της ἐπὶ τῶν διατάξεων, αἱ ὁποῖαι κανονίζουν τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως· ἡ μεγάλη ἔκφρασις τῆς Συνελεύσεως εἴπετο, ὅτι ἤθελεν ἐπηρεάσει τὰς σκέψεις του, τὴν ἔκφρασιν τῆς γνώμης του ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Μετ’ εἰλικρινείας ὅμως, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ἐκληφθῇ ὡς μαρτυροῦσα τὴν πεποίθησιν τοῦ Βασιλέως, μετ’ εἰλικρινείας λοιπὸν ἐκφράζει εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς ἀμφιβολίας του καὶ παρακαλεῖ αὐτὴν, ἐπικαλούμενος τὸν πατριωτισμόν της, ἵνα ἐν τῇ συνέσει της ἐξετάσῃ πάλιν τὴν διάταξιν τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐξεύρῃ ἕτερον μέσον πρακτικὸν, τὸ ὁποῖον θὰ δυνηθῇ εὐκολώτερον νὰ ἐξαγάγῃ ἀπὸ ἐνδεχομένην τοιαύτην ἀμηχανίαν τὴν πατρίδα ἡμῶν. Νομίζω λοιπὸν ὅτι ἡ παράγραφος αὕτη τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως εἶναι λίαν σαφὴς, εἶναι ὀρθὴ, εἶναι καθαρά· δὲν ἐκφέρει γνώμην ὡρισμένην, πεποίθησιν βεβαίαν καὶ ἀναλλοίωτον. Δὲν θέλει νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐγὼ φρονῶ, ὅτι αἱ διατάξεις, αἱ ἀφορῶσαι τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, δὲν ἐψηφίσθησαν καλῶς, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις πρέπει νὰ ᾖναι εὔκολο, πρέπει νὰ ᾖναι προσιτὴ εἰς πάντα καιρὸν καὶ τόπον, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς ταύτας ἢ ἐκείνας τὰς ἐγγυήσεις. Ἐνδέχεται νὰ ἔχῃ φρόνημά τι, ἀλλ’ ὑποχωρεῖ ἀπέναντι τῆς διὰ μεγάλης πλειοψηφίας ἐκφράσεως τῆς Συνελεύσεως. Τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον ἔκρινε καλὸν νὰ ἐκφράσῃ εἶναι ὅπως ἡ Συνέλευσις μελετήσῃ ἀπαθῶς τὴν ὑπόθεσιν ταύτην.
§58ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ποῖον τρόπον προτείνετε ὑμεῖς;
§59ΖΩΤΟΣ. Μετὰ 6 μῆνας.
§60Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Μὲ ἠρώτησεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Βάλτου ποῖον τρόπον προτείνω ἐγὼ, καὶ ἑτέρα φωνὴ τοῦ ἀγαπητοῦ μου φίλου κ. Ζώτου ἠκούσθη λέγουσα «μετὰ 6 μῆνας νὰ ἀλλάξῃ τὸ Σύνταγμα.» ἐγὼ οὔτε ὡς ὑπουργὸς, οὔτε ὡς πληρεξούσιος τοῦ Ἔθνους, εἰς οὐδεμίαν στιγμὴν τῆς ζωῆς μου, θέλω προτείνει τοιοῦτον ἀσεβῆ πρότασιν, ν’ ἀλλάξῃ τὸ Σύνταγμα μετὰ 6 μῆνας. Ἡ πρότασις αὕτη μαρτυρεῖ ἀσέβειαν, καὶ θέλω τὴν ἀποκρούσει πάντοτε, διότι ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ ὑποστηρίζω τὰς πεποιθήσεις μου, καὶ, ἂν ἦτο δυνατὸν νὰ εἶχον τοιαύτην πεποίθησιν, ἤθελον ἔχει τὴν τόλμην νὰ σᾶς τὴν εἴπω ἀπὸ τοῦδε. Ἡ τύχη μου συνδέεται στενῶς μετὰ τῆς τύχης τῆς πατρίδος μου, καὶ δὲν θέλω διακυβεύσει ποτὲ τὴν τύχην τοῦ τόπου μας. Ἀπαντῶ λοιπὸν εἰς τὸν Κ. Βαλτινὸν, ὅτι, προκειμένης τῆς συζητήσεως ἐκείνων τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, τῶν περὶ ἀναθεωρήσεως, προέτεινα μετὰ τῶν συναδέλφων μου ὑπουργῶν ἕνα τρόπον· ἂν ὁ τρόπος ἐκεῖνος ἀπαρέσκῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἂν εὑρίσκῃ αὐτὸν ἐπικίνδυνον εἰς τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, δὲν ἔχω δυσκολίαν καμμίαν νὰ μὴ ἐπιμείνω· δύναμαι νὰ ὑποδείξω ἕτερον, καὶ ἂν καὶ οὗτος δὲν ἀρέσῃ, θέλω ὑποχωρήσει εἰς τὴν ἀπόφασίν της. Ἀλλὰ μίαν παρατήρησιν δύναμαι ν’ ἀπευθύνω ἀκόμη εἰς τὴν Συνέλευσιν· ἂν ὑπάρχωσί τινες οἱ ὁποῖοι δυσπιστῶσιν εἰς τὴν εὐκολίαν τῆς ἀναθεωρήσεως, οἱ ὁποῖοι νομίζουσιν, ὅτι δύναται ἐλευθερία τις τοῦ Ἔθνους νὰ διακινδυνεύσῃ ἐκ τῆς εὐκολίας τῆς ἀναθεωρήσεως, εἶμαι ἕτοιμος νὰ συνταχθῶ μετ’ αὐτῶν, νὰ δεχθῶ ὅσας ἐγγυήσεις θελήσῃ νὰ προσδιορίσῃ ἐν τῇ διατάξει τῇ κανονιζούσῃ τὸν τρόπον τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ προσδιορίσω ὡρισμένας, ὀλίγας, ἐκείνας μόνας τὰς διατάξεις, τῶν ὁποίων ἡ ἀναθεώρησις δὲν ἐκθέτει εἰς κίνδυνον τὰς ἐλευθερίας· πίπτει λοιπὸν τότε τὸ Σύνταγμα μετὰ 6 μῆνας; Αὐτὰς τὰς βραχείας σκέψεις εἶχον νὰ κάμω προσκληθεὶς ὑπὸ τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου Φθιώτιδος. Ἂν τυχὸν δὲ θεωρηθῇ ἀναγκαῖον νὰ προβῇ ἡ περαιτέρω συζήτησις καὶ ἀπαιτηθῇ διασάφησίς τις ἄλλη, εἶμαι ἕτοιμος νὰ δώσω καὶ τὴν νέαν διασάφησιν.
§61ΒΑΣΣΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ ἐζήτησα μίαν ἐξήγησιν καὶ σᾶς παρακαλῶ, Κ. Ὑπουργὲ, νὰ μᾶς εἰπῆτε τί θέλετε.
§62ΥΠΟΥΡΓ. ΕΞΩΤΕΡ. Ἐπὶ τίνος;
§63ΒΑΣΣΟΣ. Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου· διότι ἡμεῖς ἔχομεν τὰς αὐτὰς πεποιθήσεις, τὰς ὁποίας εἴχαμεν, διότι βεβαίως δύω ἡμέραι ἢ 5, αἱ ὁποῖαι ἐπέρασαν, δὲν μᾶς ἤλλαξαν τὰς πεποιθήσεις· ἀπαιτεῖται πεῖρα καὶ χρόνος πρὸς τοῦτο· ἡμεῖς ἐμμένομεν εἰς ὅ,τι ἀπεφασίσθη. Ἠξεύρετε πότε εἶναι ἐνδεχόμενον ἕνας ἄνθρωπος νὰ μεταβάλῃ πεποιθήσεις ἢ ἐπὶ μεταβλητῶν πραγμάτων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸν νοῦν μας εἶναι δυνατὸν νὰ ᾖναι ἐπιδεκτικὰ μεταβολῆς; Ὅταν μοῦ παρουσιάσητε μίαν γνώμην καὶ ἴδω τί θέλετε, ἴσως σκεφθῶ ὅτι αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ἡ γνώμη εἶναι ὀρθοτέρα. Τὴν τότε γνώμην σας τὴν ἀπεκρούσαμεν, ἤδη δὲν μᾶς ζητεῖτε τίποτε, δὲν μᾶς λέγετε τίποτε.
§64ΥΠΟΥΡ. ΕΞΩΤΕΡ. Ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου....
§65ΒΑΣΣΟΣ. Θὰ συζητήσω καὶ θὰ προβῶ εἰς τὸ πρῶτον, ἀλλὰ νὰ μᾶς εἴπητε τί θέλετε· εἴπατέ μας, «καθαρὰ αὐτὸ θέλομεν» τί κρύπτεσθε; δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν συζήτησιν ἐγώ. Μᾶς ἐφέρατε ἓν Διάγγελμα· ἀλλὰ δὲν τὸ ἐννοῶ Ζητεῖτε μεταβολάς· ποίας, δὲν τας ἠξεύρω. Εἴπατέ μας καθαρὰ διὰ νὰ σκεφθῶμεν τί νὰ κάμωμεν. Ἡμεῖς θέλομεν τὰ σφαιρίδια, θέλομεν τὰς 10 κάλπας διὰ νὰ ἴδωμεν το ὡραῖον ἐκεῖνο δρᾶμα. Εἴπατε καθαρὰ τί θέλετε διὰ νὰ ἠξεύρωμεν τί νὰ συζητήσωμεν, διότι νομίζω ὅτι αὐτὴ ἡ συζήτησις εἶναι προκαταρκτικὴ, δὲν εἶναι τῆς οὐσίας. Παρακαλῶ τὸν Κύριον Ὑπουρ. νὰ ᾖναι σαφὴς καὶ καθαρός.
§66ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Νομίζω, Κ. Πρόεδρε, ὅτι ἡ συζήτησις ἀκολουθοῦσα τὸν δρόμον, τὸν ὁποῖον χαράττει καὶ ἡ ἐπιστολὴ τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως, καὶ οἱ λόγοι τοῦ Κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν Ὑπουργοῦ, περιστρέφεται εἰς δύω ἀντικείμενα· πρῶτον, εἰς τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ συντάγματος· δεύτερον, εἰς τὰς τελευταίας αὐτοῦ διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὴν ἀναθεώρησιν. Ἤθελα παρακαλέσει νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα, καὶ νὰ συζητήσωμεν κατὰ πρῶτον τὸ δεύτερον ἄρθρον.
§67ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κύριοι, πρὶν ἐμβῶ εἰς τὸ κύριον θέμα τῆς ὁμιλίας μου, ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. Μαυροκορδᾶτον, ὅτι ἡμεῖς προκαταρκτικῶς ὁμιλοῦμεν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ἐπὶ τοῦ συνόλου, ὥστε δὲν ἠμπορεῖ ποτὲ νὰ χωρισθῇ τὸ ζήτημα· ἀκολούθως, ἀφοῦ ὁρισθῇ αὐτὸ, τότε ὅταν θέλετε (θόρυβος) ἠμπορεῖτε νὰ μᾶς ἀποκρούσητε, ἀλλὰ πρέπει πρῶτον νὰ μᾶς ἀκούσητε.
§68ΔΑΓΡΕΣ. Ὁ λόγος εἶναι νὰ φειδώμεθα τοῦ χρόνου.
§69ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Φειδόμεθα καὶ ἡμεῖς τοῦ χρόνου, ἀλλ’ ὅταν ᾖναι ἀνάγκη πρέπει νὰ τὸν δαπανῶμεν. Κύριοι, τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον μᾶς ἀπασχολεῖ, ἐδύνατο πολλαχῶς νὰ ἐξετασθῇ· καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὴν φύσιν τοῦ δικαιώματος, δηλ. ἐὰν τὸ σύνταγμα εἶναι συνάλλαγμα, ἐὰν ὁ βασιλεὺς εἶναι συμβαλλόμενον μέρος καὶ ἠδύνατο διὰ Διαγγέλματος νὰ ζητήσῃ τροποποίησιν· ἐδύνατο, λέγω, νὰ συζητηθῇ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν, καὶ πολλοὶ ἴσως, μεταξὺ τῶν ὁποίων τάσσομαι καὶ ἐγώ, ἐδύναντο νὰ τὸ ἀμφισβητήσουν χαρακτηρίζοντες τὸ σύνταγμα οὐχὶ ὡς συνάλλαγμα, ἀλλ’ ὡς καταστατικὸν θεσμὸν τῆς Πολιτείας, τὸν ὁποῖον ἐπιβάλλει ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους εἰς ὅλους τοὺς λειτουργούς του ἀπὸ τοῦ πρώτου μέχρι τοῦ τελευταίου· ὥστε ὅπως δὲν συναλλάσεται μὲ τὴν βουλὴν, μὲ τοὺς ὑπουργοὺς, μὲ τοὺς ἀξιωματικοὺς, μὲ τοὺς λοιποὺς ὑπαλλήλους, οὕτω καὶ μὲ τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δὲν συναλλάσσεται. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἀφίνομεν κατὰ μέρος, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ἐξετάσωμεν οὕτω τὸ ζήτημα, εἴμεθα καθὼς βλέπετε πολὺ ἀνεκτικοὶ, καὶ δεχόμεθα ἐπὶ τῆς οὐσίας τὴν συζήτησιν μὴ θέλοντες ποσῶς νὰ ἔμβωμεν εἰς διενέξεις ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ἐρχόμεθα λοιπὸν νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τῆς οὐσίας, οὐχὶ ὅμως ἑκάστην τῶν προτάσεων ἀμέσως, ἀλλὰ προκαταρκτικῶς, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι αἱ δύω προτάσεις, τὰς ὁποίας ὑποβάλλετε, ἡ μὲν μία τείνει εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας, ἡ δὲ ἄλλη εἰς τὴν ἀναίρεσιν τῆς κυρίας ἀρχῆς τοῦ συντάγματος, διότι ἡ μὲν μία ἀφαιρεῖ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα τὸ δικαίωμα καθ’ ὃ ἕκαστον ἔθνος κανονίζει μόνον του τὸν τρόπον τοῦ διοικεῖσθαι, ἡ δὲ ἄλλη ἀναιρεῖ τὴν ἀρχὴν τοῦ συντάγματος τοῦ ὅτι εἶναι θεσμὸς ὁμαλῶς ἀμετάβλητος. Δύνασθε ἴσως ἐπὶ τοῦ πρώτου νὰ μὲ εἴπητε, καὶ εἶπε κεκαλυμμένως ἀρκετὰ περὶ αὐτοῦ ὁ Κ. ὑπουργὸς, ὅτι τὰ τοιαῦτα τείνουν νὰ παρακωλύσουν τὴν πορείαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ πρέπει νὰ δεχθῶμεν τροποποίησίν τινα, ἀλλὰ τότε μόνον ἐὰν ἐδύνασθε νὰ μᾶς δείξητε καθαρῶς ὑποχρέωσίν τινα τοῦ ἔθνους, ἕνεκα τῆς ὁποίας εἴμεθα ὑπόχρεοι νὰ φέρωμεν τοιαύτην μεταβολὴν, ὑποχρέωσιν, ἕνεκα τῆς ὁποίας ὑποχρεοῦται τὸ ἔθνος νὰ ἐγκαταλείψῃ ὡς πρὸς τοῦτο τὴν ἐξάσκησιν τῆς κυριαρχίας του. Ἀλλ’ ὁ Κ. ὑπουργὸς ἀπέφυγε νὰ μᾶς εἴπῃ τοιοῦτόν τι, κεκαλυμμένως μόνον ἔθιξεν ἐν μέρει τὸ ζήτημα, ἀλλ’ ἐξ αὐτῶν τίποτε ἄλλο δὲν ἠδυνήθημεν νὰ ἐξαγάγωμεν παρ’ ὅτι καὶ αὐτὸς ἀμφιβάλλει καὶ ἀγνοεῖ ποῦ εὑρίσκεται. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ ἐπιληφθῶμεν συζητήσεως πρὸς τροποποίησιν θεσμῶν συνταγματικῶν ἐπὶ ἀβεβαίων καὶ ἀορίστων γνωμῶν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας μόνον στηριζόμενοι. Ἐὰν ἤρχετο ἡ Κυβέρνησις ῥητῶς νὰ μᾶς εἴπῃ, ὅτι λόγῳ τοιαύτης τινός ὑποχρεώσεως τοῦ ἔθνους πρέπει νὰ μεταῤῥυθμισθῇ αὐτὴ ἡ διάταξις, τότε ἠθέλομεν παραδεχθῆ τὴν συζήτησιν, ἐπὶ δὲ τοῦ ἄλλου θεσμοῦ, ἐπειδὴ ὡς προεῖπα ὁ αὐτὸς τείνει εἰς τὸ νὰ καταστήσῃ τὸ Σύνταγμα κοινόν νόμον, καὶ νὰ ἀφαιρέσῃ ἀπὸ αὐτὸ τὴν ὑπεροχὴν, τὴν ὁποίαν κέκτηται ἐφ’ ὅλων τῶν λοιπῶν θεσμῶν, τοῦ νὰ ἦνε ἀμετάβλητον, νὰ μεταβάλληται δὲ ὑπὸ μόνης τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας. Ἔτι δὲ περισσότερον δικαιούμεθα νὰ ἐπιμένωμεν εἰς τὴν ἰδέαν μας αὐτὴν, καθόσον ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐν τῇ ἀγορεύσει του ἐπροδόθη διὰ τῆς φράσεως, ὅτι δὲν πρέπει σύνταγμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἐτέθησαν νεωτερισμοὶ, νὰ μένῃ ἀμετάβλητον καὶ προσέτι, ὅτι δὲν πρέπει τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους νὰ μένουν ἀργά. Αἱ φράσεις αὗται, λέγω, τὸν ἐπρόδωκαν, διότι ἐνῷ ἡ ἀρχὴ τῆς ἀναθεωρήσεως, ἡ τεθεῖσα εἴς τινα συντάγματα καὶ μὴ οὖσα γενικὴ στηρίζεται ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς προόδου, ἐπὶ τῆς ἀρχῆς τῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐθνῶν, ἀφ’ ἧς γεννᾶται ἡ ἀνάγκη νέων μεταῤῥυθμίσεων, ὁ Κύριος ὑπουργὸς ἐζήτησεν αὐτὴν ὡς μέσον ἐξαλείψεως τῶν νεωτερισμῶν, ἤτοι ὡς μέσον ὀπισθοδρομήσεως διότι δὲν μᾶς εἶπεν ὅτι δύναται αὔριον τὸ ἔθνος νὰ συναισθανθῇ τὴν ἀνάγκην ἑνὸς νέου θεσμοῦ καὶ ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ μέσον νὰ τὸν καθιερώσῃ, καὶ διὰ τοῦτο ζητεῖται ἡ ἁπλοποίησις τῆς ἀναθεωρήσεως· ἀλλὰ τοὐναντίον ὅπως θεσμοὺς κατὰ πρῶτον ἤδη εἰσαχθέντας εἰς τὸ σύνταγμα νὰ δύνανται νὰ τοὺς ἐξαλείψουν, τὸ δὲ ἀργὸν δικαίωμα, ὅπερ εἶπε, δὲν μένει ἀργόν· τὸ δικαίωμα τοῦ συντάττειν τὴν Πολιτείαν εἶναι δικαίωμα τοῦ ἔθνους, τὸ ὁποῖον πάντοτε δύναται νὰ ἐξασκήσῃ, ἀλλὰ μόνον δι’ ἀντιπροσώπων, οἱ ὁποῖοι ἐκπροσωποῦσι τὴν κυριαρχίαν του (θόρυβος) αὐτὴν τὴν φράσιν εἶπε τέλος πάντων, μὴ θέλετε νὰ καταστήσητε ἓν δικαίωμα ἀργόν.
§70ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Σᾶς ἔφερα παράδειγμα μόνον τὰς δημοτικὰς ἐκλογάς.
§71ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἀφοῦ ἐγκαταλείπετε αὐτὴν τὴν ἰδέαν, τὴν ἐγκαταλείπω καὶ ἐγώ, λέγω λοιπὸν, ὅτι αἱ δύω προτάσεις, τὰς ὁποίας περιέχει τὸ διάγγελμα, προδίδουν καθαρὰ τὴν πρόθεσιν τοῦ ὑπουργείου, διὰ τῆς ὁποίας θέλει ἕνα μὲν θεσμὸν τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας νὰ τὸν καταστρέψῃ, ἀγνοοῦμεν διατὶ, ἀλλὰ μὴ στηριζόμενον εἰς καμμίαν βάσιν, μίαν δὲ ἄλλην ἀρχὴν, τοῦ ἀμεταβλήτου τοῦ συντάγματος, νὰ τὴν ἀναιρέσῃ διὰ νὰ καταστήσῃ αὐτὸ ἁπλοῦ νόμον ὁμαλῶς μεταβαλλόμενον ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Διὰ τοῦτο λέγομεν, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δεχθῶμεν συζήτησιν καὶ νὰ προέλθωμεν εἰς ἀπόφασιν ἐπὶ τῶν προτάσεων αὐτῶν, πρὶν προηγουμένως μᾶς διαβεβαιώσῃ ἡ Κυβέρνησις ἐπὶ μὲν τῆς πρώτης, ὅτι ἔχει τοιαύτην τινὰ ὑποχρέωσιν τὸ ἔθνος, ἐπὶ δὲ τῆς δευτέρας, ὅτι δὲν θέλει τὴν ἀναίρεσιν τῆς ἀρχῆς τοῦ ὁμαλῶς ἀμεταβλήτου τοῦ συντάγματος.
§72ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Χρηστόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§73ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀποσύρομαι, Κύριε Πρόεδρε.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Παλαμήδης.
§75ΒΑΣΣΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἐννοῶ, Κύριε Πρόεδρε τὶ θὰ συζητήσωμεν.
§76Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. Ἐξωτερ.). Ἐζήτησα, Κύριε Πρόεδρε, διὰ τῶν ὀλίγων λέξεων, τὰς ὁποίας εἶπον, νὰ διαγραφῇ ὁ τελευταῖος παράγραφος τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· εἶναι πρότασις, νομίζω, καθαρὰ καὶ πιστεύω, δὲν ἔχει ἀνάγκην διασαφήσεως. Ἐπειδὴ δὲ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἀναθεώρησιν εἶπα ὅτι ἐγὼ ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου ἔχω τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλα μαζὺ μὲ ἄλλους εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ ἥτις ἀπεῤῥίφθη. Ἑπομένως ἐὰν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὴν συζήτησιν αὐτὴν δύναται νὰ τὴν περιορίσῃ ὅπως θέλει.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, Κύριοι ὅτι διὰ νὰ φθάσωμεν εὐχερέστερον εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, εἶναι καλὸν νὰ δεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μαυροκορδάτου (θόρυβος).
§78ΒΑΣΣΟΣ. Ὁπόταν, Κύριε Πρόεδρε, μία Κυβέρνησις συμβουλεύῃ τὸν Ἡγεμόνα, καὶ ἐννοεῖται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ὅταν ὑπογράφῃ τὸ διάγγελμα, θὰ εἰπῇ ὅτι τὸ ἔγγραφον αὐτὸ εἶναι τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ Βασιλέως, συμβουλεύει λοιπὸν τὸν Ἡγεμόνα νὰ ἀποστείλῃ ἓν διάγγελμα εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ νὰ κάμῃ παρατηρήσεις, κατ’ ἐμὲ ἔπρεπε νὰ ᾖναι θετικὸν καὶ ὁρισμένον, ὁριστικῶς νὰ εἴπῃ, ὅτι ἔχει ἀφορμὰς ἐναντίας ἀπὸ τὰς ψηφισθείσας· αἱ πεποιθήσεις αὐταὶ ὅταν ὑπάρχουν, ἔρχεται ἡ Κυβέρνησις ἀπὸ τοῦ βήματος καὶ λέγει αὐτάς τας πεποιθήσεις ἔχω, καὶ αὐταὶ μ’ ἐπροκάλεσαν νὰ φέρω τὰς παρατηρήσεις αὐτὰς, καὶ ὄχι ὡς πληρεξούσιος ἐπρότεινα ἐκεῖνο καὶ τώρα προτείνω ἐκεῖνο. Ἐγὼ αὐτὸ δὲν τὸ ἐννοῶ. Εἴπατε τὶ θέλετε, διατυπώσατε τὴν πρότασίν σας καθαρὰ.
§79ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργ. Ἐξωτερ.) Ἡ ὑπογραφὴ τῶν ὑπουργῶν ἐν τῇ ἀπαντήσει τοῦ Βασιλέως πρὸς ὑμᾶς, Κύριε Πρόεδρε, ἔδωκε τὴν ἀφορμὴν τῆς συζητήσεως ταύτης εἰς τὸν Κ. Βάσσον. Ὁ Βασιλεὺς, ἀπευθύνων παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, δὲν εἶχεν ἀνάγκην τῆς ὑπογραφῆς τοῦ ὑπουργείου· ἑπομένως ἡ ὑπογραφὴ τῶν ὑπουργῶν δὲν μαρτυρεῖ τὴν συμβουλὴν τῆς Κυβερνήσεως πρὸς τὸν Βασιλέα νὰ παραδεχθῇ τοῦτο ἢ μή. Ἡ ὑπογραφὴ τῶν ὑπουργῶν ἐτέθη ἐν τῇ ἐπιστολῇ τοῦ Βασιλέως διὰ τὸ μέρος ἐκεῖνο τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Βασιλέως πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὁποῖον δὲν ἀποτελεῖ τὴν ἔκφρασιν τῆς συναινέσεως τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἐπειδὴ δὲ ἡ ἐπιστολὴ αὕτη περιέχει οὐ μόνον τὴν θέλησιν τῆς συναινέσεως τοῦ Βασιλέως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ καὶ ἄλλα τινὰ πράγματα, ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως ἠδύνατο ν’ ἀπευθυνθῇ πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον, ἄνευ ὑπογραφῆς τῶν ὑπουργῶν ἂν δὲν ἐμπεριεῖχε αὐτὰ τὰ ἄλλα. Ἐπειδὴ ὅμως περιέχει καὶ ταῦτα, διὰ τοῦτο ἐτέθη καὶ ἡ ὑπογραφὴ τῶν ὑπουργῶν. Ὁ Βασιλεὺς λοιπὸν ἐκφράζει τὴν γνώμην του ὡς συναλλασσόμενον μέρος ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας ἐκανονίσθη ὁ τρόπος τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων αὐτῶν, εἶπε δὲ εἰς τὴν Συνέλευσιν· «Νομίζω, ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐψηφίσατε, ἐνδέχεται νὰ δεσμεύσῃ ποτὲ, δοθείσης περιστάσεως, τὴν ἔκφρασιν τῆς θελήσεως τοῦ ἔθνους, σᾶς παρακαλῶ, ἀναμελετήσατε αὐτήν. Νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἐμμείνετε εἰς τὴν διάταξιν ἐκείνην; Εἶσθε κύριοι, δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν. Νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ τὴν μεταβάλητε; Εἶσθε, Κύριοι, ἐγὼ ἐμπιστεύομαι εἰς σᾶς, εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῆς Συνελεύσεως».
§80ΠΟΛΛΟΙ. Οὕτως εἶναι.
§81ΘΕΟΔ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. Ἐξωτερ.). Ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς εἶπε ταῦτα, ἐγὼ ὁμιλῶν καὶ ἐκφράζων γνώμην ἐπὶ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἀναθεώρησιν, δὲν εἶχον ἄλλο δικαίωμα παρὰ νὰ ἐκφράσω γνώμην ὡς πληρεξούσιος, καὶ οὐχὶ ὡς ὑπουργὸς, καὶ διὰ τοῦτο εἶπα ὡς μέλος τοῦ κοινοβουλίου.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἡ ἔννοια τοῦ διαγγέλματος εἶναι καθαρά. Ὁ Βασιλεὺς εὐλαβούμενος τὴν Συνέλευσιν δὲν ἠθέλησε νὰ ἐκφράσῃ ῥητὴν γνώμην, ἀλλὰ περιωρίσθη εἰς τὸ νὰ προκαλέσῃ τὴν προσοχὴν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῶν δύω διατάξεων τοῦ Συντάγματος.
§83ΖΕΡΒΑΣ. Κατέβα εἰς τὸ βῆμα.
§84ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ παρατήρησίς μου ἀφορᾷ τὴν τάξιν τῆς συζητήσεως.
§85ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Σέβομαι, Κύριοι, τὰς ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως, ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἡ Συνέλευσις γνωρίζει, ὅτι αἱ ἀποφάσεις αὐτῆς ἔγειναν κατὰ πλειοψηφίαν, ἥτις καὶ ὑπερίσχυσε. Καὶ ὁ Βασιλεὺς διὰ τοῦ διαγγέλματός του ἔθεσεν ὅρον εἰς τὴν παραδοχὴν τῶν ἕως τότε ἐπιψηφισθέντων ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Σήμερον δὲ δοθείσης ἀφορμῆς πρὸς σύσκεψιν ἐπί τινος τῶν ἐπιψηφισθέντων ἀντικειμένων ἤτοι τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος, καὶ ἐλθόντος τοῦ Βασιλέως εἰς τὰς περὶ τούτου παρατηρήσεις του κατὰ τὴν προκειμένην ἐπιστολὴν αὐτοῦ, δὲν εἶναι ἀμφιβολία ὅτι προῆλθε τοῦτο ἐκ τῶν ἐξωτερικῶν διακοινώσεων ἃς ἀναφέρει ἐν εἰλικρινείᾳ, χωρὶς ὅμως νὰ ἐναντιωθῇ εἰς τὰς ἐπὶ τούτου ἀποφάσεις τῆς Συνελεύσεως. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως, τὸ ὁποῖον ἔλαβε χώραν μὲ τὸ ἀ. διάγγελμα δικαιοῦται, νομίζω, νὰ κάμῃ παρατηρήσεις. Ἔρχομαι λοιπὸν, χωρὶς νὰ σᾶς ἀπασχολήσω, νὰ σᾶς εἴπω ἐν συντομίᾳ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν καὶ πρότερον εἶχον ἐπ’ αὐτοῦ καὶ τώρα συνέλαβον. Καὶ ὡς πρὸς μὲν τὸ ἀφορῶν τὸν τελευταῖον παράγραφον τοῦ δευτέρου ἄρθρου, καὶ τότε δὲν ἤμην σύμφωνος ἐπὶ τοῦ γενομένου μερικισμοῦ ἐπὶ μόνον τοῦ κλήρου τῶν δυτικῶν, καὶ ἐπρέσβευον ὅτι πᾶν ὁποιονδήποτε μέτρον νὰ ᾖναι γενικὸν ἐφ’ ὅλου τοῦ κλήρου τῶν ἄλλων ἀναγνωρισμένων θρησκειῶν, ὅθεν σήμερον ἐὰν πρόκηται ἡ Συνέλευσις νὰ ἐγκρίνῃ τὴν μεταβολήν του, νομίζω ὅτι τοῦτο πρέπει νὰ γίνῃ κατ’ ἄλλον τρόπον ἐμπεριεκτικώτερον καὶ νὰ εἴπῃ ὅτι ὅλοι οἱ λειτουργοὶ τῶν ἀναγνωρισμένων θρησκειῶν θέλουν ὑπόκεισθαι εἰς τοὺς νόμους τοῦ κράτους, καθ’ ὅσον αἱ πράξεις των ἔχουν σχέσιν μὲ τὴν πολιτείαν, ὡς ὑπόκειται καὶ ὁ ἡμέτερος κλῆρος καὶ ἐξηγοῦμαι. Ὅστις ἀνέγνωσε τὸ καταστατικὸν τοῦ κλήρου τῆς ἡμετέρας ἐκκλησίας, βλέπει ὅτι διαιροῦνται τὰ καθήκοντα αὐτοῦ εἰς ἐσωτερικὰ καὶ καὶ ἐξωτερικά· τὰ ἐσωτερικὰ εἶναι ἡ λατρεία, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ ἀντείπῃ εἰς τὴν ἐλευθέραν ἐνέργειαν αὐτῆς, καθὼς καὶ τὴν ἄλλην θρησκείαν. Καθ’ ὅσον ὅμως ἀφορᾷ τὰς σχέσεις του πρὸς τὴν πολιτείαν καὶ τὰ ὁποῖα ἐνομοθέτησαν ἐξωτερικὰ καθήκοντα, νὰ ἔχῃ δηλαδὴ ἀνταποκρίσεις ἐξωτερικὰς, νὰ κάμνῃ λιτανείας νὰ δίδῃ τὸν ὅρκον ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος ὡς μέλος τῆς πολιτείας ἑνὶ λόγῳ κατὰ τὰ ἐν τῷ καταστατικῷ ἐνδιαλαμβανόμενα κτλ., εἶναι ὑπόχρεοι. Λοιπὸν ὡς πρὸς αὐτὸ, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἤθελε δεχθῆ ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 2 τὴν τροποποίησιν, τὴν ὁποίαν εἶπα, ἤθελεν εἶναι προστρεπτέον. Ἔρχομαι εἰς τὸ τελευταῖον τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως. Ἐγὼ ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, καὶ τότε συνεμερίσθην τὸν προσδιορισμὸν τῶν 20–30 χρόνων· ἀλλὰ σήμερον συλλογιζόμενος ὅτι τὸ κράτος εὑρίσκεται εἰς προοδευτικὴν κατάστασιν, καὶ ὅτι αἱ ἰδέαι τοῦ ἔθνους γιγαντιαίως βαίνουσιν εἰς τὸν προορισμόν του, ὅτι θεωρῶ ἀκατάλληλον καὶ τὸν συντομότερον ὅρον ἀνάγκης δοθείσης. Ἐν τούτοις, Κύριοι, ἡμεῖς συνετάξαμεν ἤδη ἓν σύνταγμα, ὅπως ἐπεψηφίσθη, ἀλλὰ λέγω, ὅτι καὶ πρὸ τῆς δεκαετίας, ὅταν τρεῖς Βουλαί, ἔστω καὶ ἐκτὸς δύω περιόδων, ἐγκρίνουν κατεπείγουσαν τὴν ἀναθεώρησιν, μετὰ τὴν τρίτην τοιαύτην Βουλὴν, νὰ γίνεται νέα ἐκλογὴ, ἀλλὰ μὲ διπλάσιον ἀριθμὸν, μὲ συντακτικὴν δύναμιν καὶ διὰ μόνα τὰ προσδιοριζόμενα μέρη τῆς ἀναθεωρήσεως Τοιαύτη διασάφησις ἢ προσθήκη μακρὰν τοῦ νὰ μᾶς φέρῃ εἰς κίνδυνον θέλει μᾶς ἀπαλλάξει μᾶλλον ἀπὸ ἀνυπερβλήτους δυσχερείας. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου, καὶ ὅ,τι θέλετε ἀποφασίσατε.
§86ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἔρχομαι, Κύριοι, νὰ ἐξετάσω τὸ δικαίωμα περὶ οὗ ἀνέφεράν τινες, διότι δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Τοῦτο ὅμως δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι τὰ συντάγματα διαφέρουσιν· ὁ τρόπος τῆς συντάξεώς των εἶναι ἀνάλογος τῶν καιρῶν καὶ τῶν περιστάσεων, ἑπομένως κατὰ τὰς περιστάσεις ὑπάρχει τὸ τῆς Βασιλικῆς συμμετοχῆς δικαίωμα καὶ περιωρισμένον καὶ ἐκτεταμένον. Δὲν θέλω, Κύριοι, σήμερον νὰ κάμω ἀνάμνησιν ὑπὸ ποίους ὅρους καὶ ὑπὸ ποίας περιστάσεις συνετάχθη τὸ ψήφισμα τῆς 6 Φεβρουαρίου 1863· ποῖον πνεῦμα ὡδήγησε τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς ἐκείνης· δὲν θέλω νὰ ἀναφέρω τοὺς λόγους σήμερον, τοὺς ὁποίους ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου εἶπον. Ἓν δὲ μόνον ἔρχομαι νὰ εἴπω, ὅτι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἠδύνατο κατά τινας νὰ ἔχῃ ἡ βασιλεία, δηλαδὴ νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις της ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, τὸ ἐξήντλησεν ἤδη διὰ τοῦ διαγγέλματος τῆς 6 8βρίου. Εἶπεν ἀποτεινόμενος εἰς τὴν Συνέλευσιν· «παραδέχομαι τὰ μέχρι τοῦ νῦν ψηφισθέντα μέρη τοῦ Συντάγματος, καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐπιψηφίσητε τὰς ἑπομένας διατάξεις αὐτοῦ κατὰ τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον θέλουν σᾶς παρουσιάσουν οἱ ὑπουργοί μου». Ἡ Συνέλευσις εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις τοῦ Βασιλέως τὴν ἐποχὴν, ὅτε ἐτάσσετο νὰ ἀναθεωρηθῇ μετὰ δύω βουλευτικὰς περιόδους τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ ἄρθρον 106, τὸ ὁποῖον ἔχει ὡς ἑξῆς· «Οὐδεμία ἀναθεώρησις ἢ μεταβολὴ τῶν διατάξεων τοῦ παρόντος Συντάγματος κτλ.» Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὁποία μεγάλη συζήτησις καὶ ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ποῖαι τροπολογίαι ἐγένοντο καὶ ὅτι ἐλήφθησαν πάντοτε ὑπ’ ὄψιν αἱ ἐν τῷ Β. Διαγγέλματι σκέψεις ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως· ἡ Συνέλευσις εἶχεν ὑπ’ ὄψιν τὰς κρίσεις ταύτας καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος· εἶχεν ὑπ’ ὄψιν ἄλλως ὅτι τὸ Σύνταγμα διὰ νὰ ᾖναι στερεὸν ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι διαρκὲς, διότι θέλει μίαν διάρκειαν διὰ νὰ ἔλθῃ ἡ πεῖρα νὰ βεβαιώσῃ ποῖαι διατάξεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι χρῄζουσι μεταῤῥυθμίσεως. Πᾶς νόμος, Κύριοι, πρῶτον εἰσαγόμενος εἰς ἔθνος τι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμοσθῇ καθ’ ὅλα τὰ μέρη ἀκριβῶς, μόνη ἡ διάρκεια ἀποκαθιστᾷ αὐτοὺς σεβαστοὺς καὶ ἐκ τούτου καθίσταται ἀναντίῤῥητον, ὅτι, ἐὰν ἓν Σύνταγμα δὲν στηρίζεται εἰς διάρκειαν, δὲν ὑπάρχει, διότι Σύνταγμα ἀμφίβολον δὲν ἔχει δύναμιν. Ὅταν εἰσάγετε ἀμφιβόλους διατάξεις ἐν τῷ Συντάγματι δὲν κάμνετε ἄλλο παρὰ ἀπὸ τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ἀποφασίζετε τὰς διατάξεις ταύτας, νὰ φέρητε τὴν συνωμοσίαν κατ’ αὐτῶν διότι λέγετε εἰς τὴν κοινωνίαν ὅτι αὐτὰς τὰς παρ’ ὑμῶν ἀναγνωριζομένας διατάξεις τὰς ῥίπτετε διὰ νὰ τὰς πολεμήσῃ, οὕτω δὲ θέλετε δώσει ἀφορμὴν εἰς τὴν κακοήθειαν, εἰς τὴν συκοφαντίαν νὰ ἔλθουν νὰ καταπέσουν κατὰ τοῦ Συντάγματος αὐτοῦ. Δι’ αὐτὸ, Κύριοι, πάντοτε τὰ ἔθνη ἠθέλησαν νὰ θέσουν μίαν τινὰ διάρκειαν εἰς τὰ συντάγματα καὶ νὰ προτείνωσιν ἐποχήν τινα πολυχρόνιον εἰς ἀναθεώρησιν. Ἐνθυμοῦμαι μάλιστα τὸν ἔντιμον φίλον μου Κ. Θ. Δηλιγιάννην ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν, ὁ ὁποῖος πάντοτε μετὰ λεπτομερείας ἐξετάζει τὰ διάφορα ζητήματα, ἐνθυμοῦμαι λέγω, ὅταν ἦτον εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τοῦ πολιτεύματος, μὲ ποῖον ἀγῶνα ὑπεστήριζεν ἐνώπιον αὐτῆς, ὅτι ἀπαιτεῖται πρὸς τὸ συμφέρον τῆς κοινωνίας νὰ εἰσαχθῇ ἐν τῷ συντάγματι διάταξις ἐπιτρέπουσα νὰ γίνῃ ἡ ἀναθεώρησις μετὰ ἔτη 30, ἐγὼ τότε ἐζήτουν νὰ ἐπιτραπῇ ἡ ἀναθεώρησις μετὰ 15 ἔτη, ἀλλ’ εἶχε λόγους πολλὰ πειστικοὺς, πολλὰ ἰσχυροὺς καὶ ὑπερίσχυσεν ἡ γνώμη του νὰ γίνῃ ἀναθεώρησις μετὰ 30 ἔτη.
§87Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Εἰς τὴν ἐπιτροπὴν ἐπρότεινα ταῦτα ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς συνταχθὲν σχέδιον τοῦ Συντάγματος, τὸ μηδόλως καινοτομοῦν, καὶ οὐχὶ τὸ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ψηφισθέν.
§88ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Μάλιστα αὐτὸ εἶπεν. Ἔλεγε μάλιστα τότε ὁ ἔντιμος φίλος μου, ὅτι διὰ νὰ κατασταθοῦν τὰ Συντάγματα σταθερὰ, διὰ νὰ μὴ φέρωνται στάσεις, διὰ νὰ μὴ προξενῶνται ἀνησυχίαι, ἔχομεν ἀνάγκην νὰ ψηφίσωμεν προθεσμίαν μεγάλην πρὸς ἀναθεώρησιν. Ἀλλὰ μοὶ λέγουν ὅτι εἰς ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, κατὰ τὴν ὁποίαν συνετάσσετο τὸ πολίτευμα, δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις.
§89ΤΙΝΕΣ. Περὶ σφαιριδίων.
§90ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὑπῆρχεν ἡ διάταξις αὕτη, λέγουσί τινες καὶ αὐτὴ ἡ διάταξις πρώτην φορὰν εἰσαγομένη εἰς τὸ κράτος καὶ ἀποτελοῦσα μέρος ἀναπόφευκτον τοῦ Συντάγματος δύναται νὰ ᾖναι ἐπιβλαβὴς, νὰ φέρῃ δυσχερείας περὶ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου.
§91ΤΙΝΕΣ. Ποία διάταξις;
§92ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ διάταξις ἐννοεῖται ἡ περὶ σφαιριδίων. (Γέλως). Πιθανὸν, Κύριοι, νὰ παρεμβάλῃ αὕτη μεγάλας δυσκολίας ὁ τρόπος οὗτος τῆς ἐκλογῆς, εἰσαγόμενος πρώτην φορὰν εἰς τὴν Ἑλλάδα πιθανὸν νὰ παρέξῃ δυσχερείας ἀνυπερβλήτους, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καταδικάσωμεν ἓν σύστημα, τὸ ὁποῖον ὑπῆρχε τόσον καιρὸν εἰς τὴν Ἑπτάνησον, πρὶν ἢ μετὰ πολυχρόνιον πεῖραν ἡμεῖς αὐτοὶ βεβαιωθῶμεν, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ. Ἐὰν, Κύριοι, θέσητε εἰς τὸ Σύνταγμά σας, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη ἡ περὶ σφαιριδίων πρέπει ν’ ἀναθεωρηθῇ μετὰ βραχὺ διάστημα, σᾶς λέγω, ὅτι μετὰ ἓν ἔτος δὲν ὑπάρχουσι σφαιρίδια εἰς τὴν Ἑλλάδα, (Γέλως), καθ’ ὅσον οἱ ἀντιδοξοῦντες θέλουσι παρεμβάλει ἀπὸ τοῦδε προσκόμματα εἰς τὴν ἐκτέλεσιν ταύτης, καὶ ἐὰν μάλιστα ὑπάρχῃ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐναντίος τῆς διατάξεως αὐτῆς, ἐννοεῖται ὅτι δύναται, δυνάμει τῆς θέσεώς του νὰ καταστήσῃ τὸν νόμον ἀνεκτέλεστον. Ἕνεκα τούτου σᾶς εἶναι γνωστὸν ὅτι εἰς τὴν Κυβέρνησιν πάντοτε ἐχορηγήθη τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν νόμων, καὶ δι’ ἄλλους λόγους καὶ διὰ νὰ φαίνεται, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει συμμετοχὴν εἰς τὴν σύνταξίν των καὶ ἑπομένως, ὥστε οἱ ὑπάλληλοι νὰ ἐκπληροῦν πιστῶς τὸν Νόμον, ἐν ᾧ τοὐναντίον, ἐὰν ἡ Κυβέρνησις δὲν λαμβάνῃ μέρος καὶ ἡ Βουλὴ μόνη κάμνῃ τοὺς νόμους, πάντοτε ἤθελεν ὑπάρχει ἀντίδρασις εἰς τὴν ἐκτέλεσιν. Ταῦτα, Κύριοι, ἤθελον νὰ σᾶς εἴπω ἐπ’ αὐτῆς τῆς προτεινομένης διατάξεως περὶ ἐλαττώσεως τοῦ χρόνου τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ περὶ διευκολύνσεως τῶν τρόπων ταύτης. Ἔρχομαι, Κύριοι, μετὰ ταῦτα εἰς τὴν διάταξιν τοῦ βου ἄρθρου, τοῦ ὁποίου ἡ ἀπάλειψις ἐπιδιώκεται. Διὰ τοῦ βʹ. ἄρθρου οὐδὲν πλέον ἐζητήθη, παρ’ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὑπάρχει εἰς ὅλα τὰ κράτη, δηλ. ἡ δικαία διάταξις, ὅτι οἱ ἐπιτετραμμένοι μίαν τινὰ οἱανδήποτε ἐξουσίαν ἐντὸς τοῦ Κράτους νὰ ἦναι πολῖται αὐτοῦ τοῦ Κράτους. Γινώσκετε, ὅτι δύω ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἐξουσίαι ὑπάρχουσι, μία κληρικὴ καὶ μία πολιτική· διὰ τοῦ βʹ. ἄρθρου τοῦ συντάγματος ἀπαιτεῖται, ὥστε οἱ ἀποτελοῦντες τὴν κληρικὴν ἐξουσίαν νὰ ἦναι πολῖται Ἕλληνες, καθὼς καὶ οἱ ἀποτελοῦντες τὴν πολιτικὴν ἐξουσίαν. Τοῦτο, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τὸ εἶχε καὶ τὸ ἔχει ἡ Ἑλλάς, οὐδεὶς τὸ διεφιλονείκησε. Καθολικοὶ τὸ ἔφερον εἰς τὴν Ἑλλάδα, καὶ δὲν δύνανται σήμερον νὰ μᾶς τὸ ἀφαιρέσουν· εἰς τὴν Ἑλλάδα, Κύριοι, ἡ ἀντιβασιλεία, ἡ Καθολικὴ, ἐκανόνισε διὰ τῶν καταστατικῶν τῶν ὑπουργείων τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ τῶν Ἐκκλησιαστικῶν, ὅτι κἀνὲν διάταγμα, κἀμμία Βοῦλλα, κἀνὲν Ποντικάτο, τίποτε ἀπ’ αὐτὰ δὲν ἰσχύει ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως· ἐὰν δὲν μὲ λανθάνῃ μάλιστα ἡ μνήμη, Κύριοι, σᾶς πληροφορῶ, ὅτι, ὅταν ὑπῆρχεν εἰς τὴν Ἑλλάδα ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς καὶ ἐπρόκειτο νὰ γείνῃ ἡ ἀναγνώρισις τοῦ δυτικοῦ ἐπισκόπου ὑπὸ τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως τῆς Σύρου δὲν ἐγένετο αὕτη πρὶν πολιτογραφηθῇ οὗτος· ἐζήτησαν καὶ ἄλλα δικαιώματα ἀκόμη ἄλλοτε εἰς τὴν Ἑλλάδα οἱ Καθολικοὶ, εἶχον μέχρι τινὸς καὶ τὸ δικαίωμα νὰ μὴ δίδουν φόρον οὔτε δημόσιον, οὔτε δημοτικὸν, δυνάμει τοῦ δικαιώματος τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Πάππας, καὶ ὅμως ὑπεχρεώθησαν. Μέχρι τινὸς, Κύριοι, τὰ μοναστήρια παρίσταντο εἰς τὰ δικαστήρια ἐνάγοντα καὶ ἐναγόμενα ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, σήμερον ὅμως εἶναι κανονισμένον, ὅτι δὲν δύνανται νὰ παρίστανται οὔτε ὡς ἐναγόμενα, οὔτε ὡς ἐνάγοντα, ἐὰν δὲν ἔχουν τὴν ἄδειαν τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐξωτερικῶν. Ἀλλὰ μᾶς λέγουν, ὅτι Δύναμις μεγάλη ζητεῖ τὴν ἀπάλειψιν τῆς περὶ καθολικῶν κληρικῶν διατάξεως, καὶ ὅτι ἀφοῦ ζητεῖ τοῦτο πρέπει νὰ τ’ ἀφαιρέσωμεν, ὄχι διὰ τὸν λόγον νὰ παραβλέψωμεν τὰ δικαιώματα τῆς Ἑλλάδος, ἀλλὰ νὰ τὰ στερεώσωμεν, αὐτὰ φρονῶ, ὅτι εἶπεν ὁ Κ. Δηλιγιάννης· ἀπαντῶ δὲ, ὅτι, ἐὰν τοιοῦτος εἶναι ὁ σκοπὸς, ἐὰν τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδέα, ἐὰν πραγματικῶς δὲν εἶναι πρὸς τὸν σκοπὸν τῆς μὴ ἀπαιτήσεως τοῦ προσόντος τοῦ πολίτου Ἕλληνος ἀπὸ τοὺς δυτικοὺς κληρικοὺς, τὶ βλάπτει, ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ διάταξις αὕτη· ἀλλὰ μοὶ λέγουν, ὅτι ἐὰν ὁ Πάππας στείλῃ Ἐπίσκοπον τινα, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸν διώξωμεν· τί θὰ κάμωμεν; λέγω, ἂς ἔλθῃ οὗτος, ἂς καθήσῃ, ἀλλὰ δὲν θὰ τὸν ἀναγνωρίσωμεν θὰ δὲν ἠμπορῇ νὰ συνδέῃ γάμους. Αὐτὰς τὰς λεπτομερείας εἶπον ὡς ἐκ περισσοῦ. Ὡς πρὸς τὰ κύρια δὲ ζητήματα ἡ ἰδέα μου ἦτο, ὅτι δὲν δυνάμεθα νὰ δι’ οὓς λόγους σᾶς εἶπον νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς ὅσα ἀπεφασίσαμεν. Ὁ ἀνώτατος ἄρχων ἐν τῷ δικαιώματί του μᾶς ἔστειλε τὰς παρατηρήσεις του, ἐσκέφθη καὶ ἀπεφάσισεν οὕτως, ἡμεῖς δ’ ἐσκέφθημεν καὶ ἀπεφασίσαμεν ἐπ’ αὐτῶν, ὡς ἔδοξεν ἡμῖν, ἄλλως τε καὶ ὁ βασιλεὺς γνωρίζων τοῦτο ἐπετέθη διαφορετικῶς πρὸς τὴν Συνέλευσιν μὲ τὸ ἓν διάγγελμα καὶ διαφορετικῶς μὲ τὸ ἄλλο, διὰ μὲν τοῦ ά. Διαγγέλματος ἀπήτησε ῥητῶς τὸ δεῖνα καὶ τὸ δεῖνα ὡς ὅρους ἀπαραβάτους, διὰ δὲ τοῦ βʹ. σᾶς λέγει σκεφθῆτε, μελετήσατε, φέρει τοῦτο ὡς συμβουλὴν καὶ σκέψιν, ὄχι ὡς ἀπαίτησιν. Δι’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς λόγους φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταβληθῶσι τὰ ἅπαξ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ἀποφασισθέντα περὶ δυτικῶν ἐπισκόπων ἐν Ἑλλάδι καὶ περὶ τῆς προθεσμίας περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κόκκινος.
§94ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι ἠθέλομεν φθάσει εἰς πρακτικωτέραν λύσιν τοῦ ζητήματος, ἐὰν ἠσπαζόμεθα τὴν πρότασιν τοῦ ἀξιοτίμου Κ. Μαυροκορδάτου περὶ χωρισμοῦ τῶν δύω ζητημάτων, τὰ ὁποῖα ἔχουν ὡς ἀντικείμενον αὐτῶν τὸ διάγγελμα. Ὁ Βασιλεὺς, Κύριοι, συνομολογῶν τὸ Σύνταγμα μετὰ τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ὁμολογουμένως συναλλαττόμενον μέρος, καὶ ἤθελον νομίσει, Κύριοι, παράβασιν καὶ τῆς ὑπολήψεως, τὴν ὁποίαν ὀφείλω εἰς τὰ φῶτα τῆς Συνελεύσεως, καὶ ζημίαν χρόνου, ἐὰν ἐλάμβανον σπουδαίως τὸν λόγον διὰ νὰ ἀναιρέσω ὅσα ὁ ἔντιμος Κ. Γλαράκης σᾶς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τῆς ἀπολύτου ὑποχρεωτικότητος τοῦ θεμελιώδους νόμου εἰς τὸν Βασιλέα. Παραδεχόμενος, Κύριοι, ὅ,τι ὅλοι ἡμεῖς παραδέχεσθε, ὅ,τι ἡ Συνέλευσις μέχρι τοῦδε ἀπέδειξε διὰ τῶν πράξεών της, ὅτι θεωρεῖ τὸν Βασιλέα ὡς συναλλαττόμενον μέρος.
§95ΙΑΛΕΜΟΣ. Ὄχι ὅλη ἡ Συνέλευσις, ἡ πλειοψηφία.
§96ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Πολὺ καλά, δύνασθε νὰ ἔχητε τὴν τιμὴν τῆς ἐξαιρέσεως, δὲν τὴν διεκδικῶ, ἀλλὰ πολὺ διστάζω, ἐὰν ὁ ἀξιότιμος ἀρχηγὸς τῆς ἀντιπολιτεύσεως θὰ ἔχῃ αὐτὴν τὴν ἰδέαν (θόρυβος).
§97ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ὅλοι ἔχομεν τὰς αὐτὰς ἰδέας.
§98ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Παρεδέχθημεν λοιπὸν τὸν Βασιλέα ὡς συναλλαττόμενον μέρος. Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ μὴ ἀναγνωρίσωμεν εἰς αὐτὸν ἴσα δικαιώματα, ὅσα ἕκαστος ἐξ ἡμῶν τῶν ἐργαζομένων εἰς τὸν καταρτισμὸν τῶν νόμων ἔχει· ὁ Βασιλεὺς ὑπέβαλεν ὑπὸ τὴν ἰδιότητα τοῦ συναλλαττομένου μέρους δύω προτάσεις, τὴν πρότασιν περὶ τροποποιήσεως μιᾶς ἐκ τῶν ἀκροτελευτίων διατάξεων τοῦ Συντάγματος, διὰ τῆς ὁποίας ὁρίζεται ὁ τρόπος τῆς ἀναθεωρήσεως. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως λαμβάνει μίαν ἔκβασιν πολὺ εὐχερεστέραν, πολὺ ἀσφαλεστέραν, ἐὰν ὁρισθῇ κατὰ τὰ ἀντικείμενα αὐτοῦ, παρὰ ἐὰν περιληφθῇ εἰς μίαν σύγχυσιν τῆς συζητήσεως. Ἀλλ’ ἐπειδὴ, Κύριοι, πλεῖστοι τῶν λαβόντων τὸν λόγον ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐπραγματοποίησαν ἐν ἐκτάσει τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ὀλίγας περὶ αὐτοῦ λέξεις, διότι, κύριοι, σκοπὸν ἔχω νὰ λαλήσω ἐπὶ τῆς προτεινομένης μεταῤῥυθμίσεως ἢ τροπολογίας τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος. Σᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Ἀντωνόπουλος, ὅτι τὸ νὰ εὐκολύνητε τὴν ἀναθεώρησιν καὶ νὰ ἀναγράψητε τὴν διευκόλυνσιν αὐτῆς ἐν τῷ Συντάγματι ἰσοδυναμεῖ μὲ μίαν καταδικαστικὴν ἐτυμηγορίαν κατὰ τῶν διατάξεων τοῦ συντάγματος. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, διευκολύνοντες τοὺς ὅρους τῆς ἀναθεωρήσεως, κατὰ πόσον ἠθέλατε καταδικάσει τὴν διάταξιν τοῦ Συντάγματος, τοῦτο μόνον γινώσκω, ὅτι, ἀφίνοντες ἐλευθέρας τὰς μελλούσας γενεὰς, θέλετε δώσει ἀπόδειξιν συνέσεως, θέλετε ἀποδείξει, Κύριοι, ὅτι, ὡς κανὲν ἐκ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων δὲν εἶναι τέλειον, οὕτω καὶ ὑμεῖς δὲν διεκδικεῖτε τὴν τελειότητα, ὡς ἓν προνόμιον, τὸ ὁποῖον ὁ δημιουργὸς εἰς κανένα δὲν παρεχώρησεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι φιλελεύθερον τὸ νὰ δεσμεύσωμεν ἐπὶ πλεῖστον ὅσον τὴν ἐθνικὴν συνείδησιν ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασιν τοῦ καταλλήλου τῆς ἀναθεωρήσεως; Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες τὸν περιορισμὸν τοῦτον, τὴν δέσμευσιν ταύτην, τὴν φρονοῦσι καὶ τὴν ἀσπάζονται ὡς μέσον φιλελεύθερον, λανθάνουσιν ἑαυτοὺς ἐξομοιούμενοι μὲ τὰ τεχνάσματα τοῦ δεσποτισμοῦ. Μόνον, Κύριοι, οἱ ἀπόλυτοι βασιλεῖς ἔλεγον, ὅτι, καὶ ἂν θέλωμεν ὡς ἄτομα, δὲν δυνάμεθα ὅμως ὡς ἀντιπρόσωποι μιᾶς ἀρχῆς, τῆς ἀρχῆς τοῦ ἀπολύτου, νὰ μεταβάλωμεν τὸν θεσμὸν αὐτὸν τοῦ ἀπολύτου. Διὰ τοῦτο, Κύριοι, ὁσάκις ἀπόλυτοι Βασιλεῖς παρεχώρησαν εἰς τὰ ἔθνη αὑτῶν θεσμοὺς ἐλευθέρους, καὶ ἐλάμβανον ἀφορμὰς νὰ μεταμεληθῶσι διὰ τὰς τοιαύτας παραχωρήσεις ὡς ἐκ τῆς χρήσεως, ἡ ὁποία ἐγένετο τῶν ἐλευθέρων αὐτῶν θεσμῶν, καὶ ὡς ἐκ τῶν κακοβούλων ἐξηγήσεων τῶν αὐλοδούλων, καὶ αὐλοκολάκων αὐτῶν, κατέφευγον, Κύριοι, εἰς τὴν ἀρχὴν τοῦ ἀπολύτου, κατέφευγον ἰσχυριζόμενοι, ὅτι, καὶ ἐὰν ἤθελον, δὲν ἠδύναντο νὰ δεσμεύσωσιν ἑαυτοὺς, ἑπομένως ἡ δέσμευσις, τὴν ὁποίαν μετῆλθον τῆς πανάρχου, τῆς παντοδυνάμου θελήσεώς των, ὡς πρὸς τὸ μέλλον εἶναι ἄκυρος, καὶ ἐπὶ τῇ βάσει αὐτῆς τῆς ἀκυρότητος ἀνεκάλεσαν τοὺς ἐλευθέρους θεσμούς, τοὺς ὁποίους ἔδωσαν εἰς τὰ ἔθνη, ἢ ἐνήργησαν τοὐλάχιστον ἐναντίον τῆς ἐθνικῆς θελήσεως ὑπὲρ τῆς ἀνακλήσεως αὐτῶν τῶν θεσμῶν. Βλέπετε λοιπόν, ὅτι τὸ ἀμετάβλητον εἶναι ἀρχὴ, τὴν ὁποίαν οἱ ἀπόλυτοι Βασιλεῖς ἐπρέσβευσαν. Τὰ ἐλεύθερα ἔθνη, Κύριοι, θεωροῦσιν, ὅτι τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων ἡ κατάστασις εἶναι μεταβλητὴ, ἑπομένως, ὅπως μεταβάλλονται αἱ ἰδέαι, ὅπως μεταβάλλονται τὰ συμφέροντα, τοιουτοτρόπως καὶ οἱ θεσμοὶ, ὡς ὄργανα πρὸς ὑπηρεσίαν αὐτῶν τῶν θεσμῶν, πρέπει νὰ μεταβάλλωνται. Ἀλλὰ βεβαίως, Κύριοι, ὁ θεμελιώδης νόμος ἔχει δικαιώματα εἰς τὸν σεβασμὸν καὶ εἰς τὴν διάνοιάν μας· ἀλλὰ δὲν ἕπεται ἐκ τούτου, ὅτι καὶ ὁ θεμελιώδης νόμος ἔλαβεν ὡς ἐξαιρετικὸν αὐτοῦ προνόμιον τὸ ἀναμάρτητον, δὲν ἕπεται, ἐκ τούτου, ὅτι μία Συνέλευσις, ἥτις ἐψήφισε τὸν θεμελιώδη νόμον, ἔχει δικαίωμα νὰ ἐπιβάλῃ τὴν θέλησίν της, καὶ νὰ δεσμεύσῃ τὰς ἐπερχομένας γενεὰς, ἕπεται μόνον, ὅτι ὡς πρὸς τὴν μεταβολὴν αὐτοῦ τοῦ θεμελιώδους νόμου πρέπει νὰ καταβληθῇ μεγαλειτέρα προσοχὴ, οὐσιωδεστέρα εὐλάβεια, νὰ ἀποδοθῶσιν ἐκ μέρους τῶν ὀργάνων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ὅσον καὶ ἐκ μέρους τοῦ ἔθνους, τοῦ ὁποίου ἡ συνείδησις θὰ ᾖναι τὸ μέσον, τὸ ὄργανον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας. Φρονῶ, ὅτι οὔτε ὁ ἔσχατος νοῦς, οὔτε οὐδεὶς ἄλλος ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ὑποστηρίζουσι τὴν εὐκολίαν τῆς ἀναθεωρήσεως, δὲν ἐθεώρησαν νὰ καταστήσωσι τὴν ἀναθεώρησιν ταύτην μίαν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ πολιτικοῦ ἡμῶν βίου· τὴν ἀναθεώρησιν ὅλοι τὴν θεωροῦμεν ὡς ἔκτακτον μέτρον, ὡς μέτρον ὅμως, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νομοθετημένη μία κανονικὴ, μία νόμιμος πορεία. Δὲν πρέπει, Κύριοι, εἰς τὸν δημόσιον βίον, εἰς τὰς ἀνάγκας, εἰς τὰς πεποιθήσεις, εἰς τὰ νέα συμφέροντα, τὰ ὁποῖα ὁ δημόσιος βίος γεννᾷ, καὶ τὰ ὁποῖα ἐνδέχεται ἡ παροῦσα νομοθεσία νὰ παρέλειψεν ἀνικανοποίητα, δὲν πρέπει ν’ ἀφίνηται ὡς μόνη δικαιοδοσία ἡ βιαία μεταβολὴ, διότι ἡ βιαία μεταβολὴ εἶναι δυστύχημα, εἴτε ἄνωθεν, εἴτε κάτωθεν προερχομένη. Διὰ τὶ, Κύριοι, ἡ Ἀγγλία ἔμεινεν ἐλευθέρα στάσεων; Διὰ τὶ μόνον μεταῤῥυθμίσεις, καὶ οὐχὶ ἐπαναστάσεις ἐπιγινώσκει ὁ δημόσιος αὐτῶν βίος ἀπὸ τῆς μεγάλης ἐκείνης ἐπαναστάσεως, ἀπὸ τοῦ ἔτους 1688 καὶ ἐντεῦθεν; διὰ τὴν εὐκολίαν, τὴν ὁποίαν τὰ ὄργανα τῆς δημοσίου ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν τὰ ὄργανα τοῦ δημοσίου βίου ἔχουσιν εἰς τὴν ἱκανοποίησιν ὅλων ἐκείνων τῶν συμφερόντων, τὰ ὁποῖα ἡ μεταβολὴ τοῦ χρόνου, αἱ μεταβολαὶ τῶν περιστάσεων συνεπάγονται, καὶ ἀπαιτοῦσιν· καὶ ὅταν, Κύριοι, ἓν ἔθνος ἐπιθυμῇ ν’ ἀποφύγῃ τὰς ἐπαναστάσεις, δὲν ἔχει παρὰ νὰ μιμηθῇ τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας. Τὸ παράδειγμα αὐτὸ τῆς Ἀγγλίας ἴσως ἐναντίον, δὲν λέγω τοῦ πνεύματος, ἀλλὰ τοῦ γράμματος τοῦ συντάγματός του, τὸ ἠκολούθησε καὶ ἡ Γαλλία κατὰ τὸ ἔτος 1848. Ὅταν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ ψηφίσῃ τὸν περὶ ἀντιβασιλείας νόμον, τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιψήφισις κατεστάθη ἀναγκαία διὰ τὸν τραγικὸν καὶ πολύδακρυν θάνατον τοῦ ἀξιολόγου ἐκείνου Ἡγεμονόπαιδος τοῦ δουκὸς τῆς Αὐρηλίας, τοῦ διαδόχου τοῦ Γαλλικοῦ θρόνου, πολλοὶ ἠγέρθησαν ἀνθιστάμενοι, ὅτι ὁ περὶ διαδοχῆς νόμος δὲν ἠδύνατο νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Βουλὴν τῆς Γαλλίας, διότι δὲν εἶχε δοθῇ τοιαύτη ἐξουσία ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1830, ἀλλ’ ὅτι ἔπρεπε νὰ συνέλθῃ ἐθνικὴ Συνέλευσις πρὸς τοῦτο. Οἱ μεγαλείτεροι ῥήτορες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τῆς Γαλλίας ἀπέδειξαν, τόσον τῆς συμπολιτεύσεως, ὅσον καὶ τῆς ἀντιπολιτεύσεως οἱ ἄνδρες, διότι ἐκεῖ ὅλοι εἶναι προσκεκολλημένοι εἰς τὰς ἀρχὰς τῆς ἀληθείας, εἰς τὰς ἀρχὰς τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, ἀπέδειξαν, ὅτι μ’ ὅλον ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν διαλαμβάνει ῥητῶς περὶ ἀναθεωρήσεως μιᾶς τῶν διατάξεών του, μόλον τοῦτο ὁ περὶ ἀντιβασιλείας ἐκεῖνος νόμος, ἂν καὶ θεμελιώδης, ἔπρεπε ν’ ἀναθεωρηθῇ ὡς ἀναγκαῖον συμπλήρωμα τοῦ Συντάγματος, καὶ ὅτι καλὸν καὶ συμφέρον, ὄχι μόνον διὰ τὴν δημόσιον ἡσυχίαν, ἀλλὰ καὶ πρὸ πάντων διὰ τὴν δημόσιον ἐλευθερίαν, ἦτον ὁ νόμος ἐκεῖνος νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴ Βουλὴν χωρὶς νὰ συγκληθῇ ἐκτάκτως πρὸς τοῦτο Συνέλευσις.
§99ΙΑΛΕΜΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, ἡ αἰτία ἦτον, ὅτι εἰς τὰ 1830 δὲν ἔκαμε τὸ Σύνταγμα συντακτικὴ Συνέλευσις, ἀλλὰ μία συνήθης Βουλὴ, ἡ ὁποία οἰκειοποιήθη συντακτικὰ δικαιώματα, καὶ διὰ τοῦτο ἔκτοτε δὲν ἔπαυσαν αἱ ἐπαναστάσεις εἰς τὴν Γαλλίαν.
§100ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Γνωρίζω τὴν ἔνστασίν σας, καὶ ἀληθῶς οἱ δημοκράται τῆς Γαλλίας τὴν ἐπεκαλέσθησαν τότε, ἀλλ’ εὑρέθησαν μόνον οἱ ἄνδρες τῆς Συνταγματικῆς πολιτείας· οἱ ὁποῖοι ὄχι διὰ τῶν λόγων των, ἀλλὰ διὰ τῶν πραγμάτων, διὰ τῆς διαγωγῆς των, ἀπέδειξαν πάντοτε μεγάλην προσήλωσιν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, καὶ ἐπεσφράγισαν αὐτὴν διὰ μιᾶς διαγωγῆς πλήρους αὐταπαρνήσεως, πλήρους θυσιῶν· οἱ ἄνδρες ἐκεῖνοι δὲν συμμερίσθησαν τὴν γνώμην, τὴν ὁποίαν ἐξέφερον οἱ δημοκράται, καὶ δικαίως δὲν συνεμερίσθησαν αὐτὴν, διότι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1830 ἦτον ἓν Σύνταγμα, προελθὸν οὐχὶ ἀπὸ τὴν παραχώρησιν τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν ἀμφομερῆ συναλλαγὴν τῆς ἐθνικῆς θελήσεως καὶ τῆς Βασιλικῆς. Ὡς συνάλλαγμα ἀμφοτεροβαρὲς εἶχε τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἰσχὺν, τὴν ὁποίαν εἶχε καὶ τὸ Ἀγγλικὸν Σύνταγμα τοῦ... τὸ ὁποῖον ἐκεῖ ἐγένετο γνωστὸν, δὲν προῆλθε δὲ ἀπὸ Ἐθνικὴν Συνέλευσιν, ἀλλὰ προῆλθεν ἀπὸ μίαν convention, ἀπὸ μίαν νομοθετικὴν Συνέλευσιν ἐπὶ τούτῳ προσκληθεῖσαν. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἀναθεώρησις ὅσον πλέον εὐκολύνεται, τόσον περισσότερον προλαμβάνονται αἱ ἀφορμαὶ τῶν ἐπαναστάσεων, καὶ ἡ Ἐθνικὴ συνείδησις, τόσον τῶν ἔσω ὡς καὶ τῶν ἔξω, δὲν ἐπιθυμεῖ τίποτε περισσότερον παρὰ νὰ ἴδῃ κλεισμένην τὴν θύραν τῆς ἐπαναστάσεως.
§101Α. ΖΕΡΒΑΣ. Τὴν ἔκλεισε τὴν θύραν τῆς ἐπαναστάσεως ἡ Γαλλία;
§102ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δυστυχῶς αἱ μεταῤῥυθμίσεις δὲν εἰσήχθησαν τόσον ἐγκαίρως ὅπως ἔπρεπε νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς τὴν Γαλλίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἠκούσθη, ὅτι εἶναι πολὺ ἀργά· Ἀλλὰ τὰ δικαιώματα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, Κύριοι, δὲν εἶναι ὁ περιορισμὸς τῶν δικαιωμάτων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον διευκόλυνε τὴν ἐπανάστασιν ἐν τῇ Γαλλίᾳ. Ἡ πορεία τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐπέφερε, Κύριοι, τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1848, ἀλλ’ εἴδατε τὰς συνεπείας· βεβαίως τὸ παράδειγμα τῆς Γαλλίας δὲν πρέπει νὰ μᾶς θέλγῃ, διότι ἔφθασεν εἰς ἕτερον σημεῖον, τὸ ὁποῖον ἀπεύχομαι διὰ τὴν Ἑλλάδα.
§103ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Δὲν μᾶς θέλγει.
§104ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς τὸ ζήτημα τοῦ β). ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Χαίρω Κύριοι, διότι ὁ ἀξιότιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἔδωκεν ἀπὸ τοῦ βήματος καλὰς ἐξηγήσεις· σᾶς εἶπεν ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία μεριμνᾷ δεόντως περὶ τῶν ἀνωτέρω δικαιωμάτων τῆς πολιτείας, καὶ πιστεύω, Κύριοι, ὅτι εἴτε ἐν τοῖς πράγμασιν, εἴτε ἐκτὸς εὑρισκόμενος ὁ Κ. Δεληγιάννης μεθ’ ὅλων τῶν Συναδέλφων του, θέλει ἀποδειχθῆ ὑπέρμαχος τῶν δικαιωμάτων τῆς πολιτείας, ὡς πρὸς τὰ συστήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα διεξάγουσι τὸν βίον αὐτῶν ἐντὸς τῆς πολιτείας καὶ ὡς πρὸς τὴν ἐκκλησίαν εἴτε τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας, εἴτε ὁποίας δήποτε ἄλλης ἀνεκτῆς καὶ ἀνεγνωρισμένης· ἀλλά, Κύριοι, φρονῶ ἐξ ἑτέρου, ὅτι οἱ δισταγμοὶ, οὓς ἠμποροῦν νὰ ἐπιφέρουν αἱ περιστάσεις αἱ ἐξωτερικαὶ, εἶναι λόγοι ἱκανοὶ νὰ ἑλκύσωσι τὴν προσοχήν μας, ἀλλ’ ὅτι δὲν πρέπει νὰ μᾶς ἐμποδίσουν νὰ διαγράψωμεν τὸ ἠθικὸν ἐκεῖνο ὅριον, ἐντὸς τοῦ ὁποίου, τόσον τῆς ἐπικρατούσης ὡς καὶ τῶν λοιπῶν ἀνεγνωρισμένων θρησκειῶν, ἡ λατρεία δύνανται νὰ ζητήσωσι μίαν ἐλευθέραν καὶ ἀνεμπόδιστον ἐνέργειαν τῶν καθηκόντων αὐτῶν. Ὅλοι, Κύριοι, γινώσκομεν, ὅτι τὸ περὶ τῶν τοιούτων διεθνῶν ὑποχρεώσεων τῆς Ἑλλάδος εἶναι τὸ πρωτόκολλον τῆς 3ης Φεβρουαρίου 1830· διὰ τούτου, εἶναι ἀληθές, ὅτι ὁ Ἡγεμὼν τῆς Ἑλλάδος ἀνεδέχθη ἀπέναντι τῶν τριῶν Δυνάμεων καὶ ἰδίως τῆς Γαλλίας τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ προστατεύουν τὴν καθολικὴν ἐκκλησίαν εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, ὧν ἀπελάμβανε πρότερον πρὸ τῆς συνομολογήσεως ὑπὸ τὴν σκέπην τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, τόσον ἡ Γαλλία καθὼς καὶ αἱ λοιπαὶ Δυνάμεις ἐνόησαν κάλλιστα ὅτι, ἡ καθολικὴ ἐκκλησία μεταβαίνουσα ἀπὸ τὴν κατάστασιν μιᾶς θρησκείας, ἥτις ἐν τῷ Τουρκικῷ κράτει ἦτο ἀνεκτὴ, οὐχὶ δυνάμει τοῦ δημοσίου δικαίου τῆς Τουρκίας, ἀλλ’ ἕνεκα τῶν διεθνῶν ἐπεμβάσεων τῆς Γαλλίας, μεταβαίνουσα ἀπὸ τὴν ἐξωτερικὴν ταύτην κατάστασιν εἰς μίαν κατάστασιν ἰσότητος δικαιωμάτων ὡς πρὸς τὴν ἐνάσκησιν τόσον τῆς ἐσωτερικῆς καθὼς καὶ τῆς ἐξωτερικῆς θρησκείας, δηλαδὴ εἰς μίαν κατάστασιν, ἥτις ἐξησφάλιζεν εἰς αὐτὴν καὶ τὴν ἐλευθερίαν τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως, καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τελεῖν δημοσίως καὶ ἀκωλύτως τὰ τῆς λατρείας, δὲν εἶχε πλέον ἀφορμὴν νὰ ζητήσῃ παρὰ τῆς Ἑλληνικῆς πολιτείας τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἄλλοτε ἡ παντοδυναμία τῆς Γαλλίας καὶ τῆς Εὐρώπης ἐπέβαλλεν καὶ τὴν βάρβαρον τῆς Τουρκίας κατάστασιν. Διὰ ταῦτα, ὅ,τι πρότερον ἦτο ἀτελὴς διεθνὴς ὑποχρέωσις μετὰ ταῦτα κατεστάθη μία ὑποχρέωσις, καὶ τὴν ὁποίαν τὸ ἐσωτερικὸν δημόσιον τῆς Ἑλλάδος δίκαιον ἀνέλαβε νὰ ἱκανοποιήσῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ ἐναντίον οἱασδήποτε ἐπηρείας· καὶ διὰ τῶν Συνταγμάτων, ὅσα αἱ ἐθνικαὶ Συνελεύσεις ἐψήφισαν διαρκούσης τῆς μεγάλης Ἑλληνικῆς ἐπαναστάσεως, ὡς καὶ διὰ τῆς μετὰ ταῦτα νομοθεσίας, τόσον ἐκείνης, ἥτις ἤσκησεν ἀπὸ τῆς ἐλεύσεως τοῦ Κυβερνήτου, ὡς καὶ ἐκείνης, τὴν ὁποίαν ἡ Φιλελευθέρα Βασιλεία τοῦ 1833 εἰσήγαγεν ἐν Ἑλλάδι, ἐξησφάλισαν τὰ ἀπόλυτα δικαιώματα τῆς θρησκευτικῆς συνειδήσεως καὶ τῆς θρησκευτικῆς λατρείας εἰς ὅλας τὰς θρησκείας, αἱ ὁποῖαι ὑπάρχουν ἀνεγνωρισμέναι. Ἰδοὺ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἐξεπλήρωσε πάσας τὰς ὑποχρεώσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἀνεδέχθη πρὶν ἡ παντοδυναμία τῆς Γαλλίας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἕπεται βεβαίως ἐξ ἑτέρου, ὅτι καὶ τὰ καθήκοντα τὰ ὁποῖα εἶχεν ἡ Γαλλία πρὸς τοὺς συμπολίτας ἐκείνους, τῶν ὁποίων ἤθελε νὰ ἐξασφαλίσῃ τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν καὶ τὴν ἐλευθέραν λατρείαν ἐναντίον πάσης ἐπηρείας, ἔχει δικαίωμα νὰ προσέχῃ ἂν τὸ ἐσωτερικὸν δημόσιον δίκαιον τῆς Ἑλλάδος, ὅπως ἐν τῷ χρόνῳ μεταβάλλεται, μὴ μεταβάλλῃ τὰ δικαιώματα ταῦτα, τὰ ὁποῖα πανδήμως ἐδέχθη ἡ Ἑλλὰς νὰ παράσχῃ καὶ ἐξασφαλίσῃ διὰ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 30 Φεβρουαρίου. Φρονῶ ὅμως, ὅτι αἱ ἐν τῷ Συντάγματι ἐγγραφεῖσαι ἐγγυήσεις, ὅσον καὶ ἂν ᾖναι σπουδαῖαι, δὲν εἶναι ὅμως τόσον ἀπαρασάλευτοι ὅσον δύναται νὰ εἶναι γενικωτέρα τις διάταξις, τῆς ὁποίας τὴν ὀρθότητα οὐδεμία βεβαίως Εὐρωπαϊκὴ δύναμις θέλει ἀμφισβητήσει, διότι ὅλαι ἔχουσιν συνείδησιν τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Τόσον πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας, ὅσον καὶ πρὸς τοὺς διέποντας τῆς τῶν ξένων ἐκκλησιῶν, ἡ πολιτεία ἀπολύτως ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως ἐφ’ ὅλων ἐκείνων τῶν γεγονότων, τὰ ὁποῖα ἐκτελοῦνται ἐντὸς αὐτῆς· ἔχει ἑπομένως τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως ἐφ’ ὅλων τῶν φαινομένων τοῦ θρησκευτικοῦ βίου καὶ τὸ ἔχει οὐχὶ ἵνα βιάσῃ τὴν θρησκευτικὴν συνείδησιν, ἀλλὰ τὸ ἔχει ὡς μέσον ἀμύνης καὶ ἐπιτηρήσεως νὰ μὴ ζητῇ ἡ λατρεία οἵας δήποτε θρησκείας νὰ ἐπηρεάσῃ τὸν βίον τῆς πολιτείας, νὰ ἐπηρεάσῃ τὸ στάδιον ἐκεῖνο, ἐντὸς τοῦ ὁποίου ἡ πολιτεία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κινῆται ἐλευθέρως. Τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως οὐχὶ μόνον διατυποῦται εἰς τὸ πρωτόκολλον τῆς 30 Φεβρουαρίου, ἀλλὰ καὶ κυροῦται ὑπ’ αὐτοῦ τοῦ τούτου πρωτοκόλλου, διότι ἂν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἦτο ἀπόλυτον, ἂν οἱ καθολικοὶ ἤθελον ἔχει δικαιώματα ἀπολύτου ἐλευθερίας ἐν τῇ Ἑλλάδι, ὑποθέτω τότε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ μείνῃ ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας ἐγγυητὴς καὶ πάροχος τῶν δικαιωμάτων τούτων πρὸς τὴν λατινικὴν Ἐκκλησίαν, τότε, Κύριοι, ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας θὰ μείνῃ ὁ μόνος ἐγγυητὴς τῶν δικαιωμάτων τούτων, τοὐναντίον ὅμως συνέβη, ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας κατέθεσεν ὅλα τὰ δικαιώματα τῆς προστασίας, τὰ ὁποῖα εἶχεν εἰς τὰς χεῖράς του καὶ ἐθεώρησεν ὅτι πρέπει νὰ περιβάλῃ ταῦτα μὲ τὸν Ἡγεμόνα τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὰ ὁποῖα πᾶς Ἡγεμὼν πρέπει νὰ ᾖναι περιβεβλημένος. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἀρκεῖ νὰ καθιερώσωμεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπιτηρήσεως τῆς πολιτείας, τὸ ὁποῖον καὶ ὁ ἀξιότιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ οἱ συνάδελφοί του ἀσπάζονται, ὅτι ἀρκεῖ λέγω νὰ τὸ καθιερώσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι καὶ νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν μετὰ ταῦτα νομοθεσίαν νὰ σύρῃ ἐκ τῆς καθιερώσεως τοῦ δικαιώματος τούτου ὅλας αὐτὰς τὰς συνεπείας, τῶν ὁποίων εἶναι ἐπιδεκτικόν, καὶ ἂς μὴ ἀμφιβάλλῃ κανεὶς καὶ ἐν τῷ δικαιώματι τούτῳ ἔγκειται καὶ τὸ δικαίωμα τῆς πολιτείας τοῦ νὰ ἐπιμείνῃ παρὰ τῷ ἀρχηγῷ τῆς Ἐκκλησίας, ἵνα ὅλοι οἱ λειτουργοὶ ὦσι πολῖται Ἕλληνες, τοῦτο τὸ ἀποδεικνύει ἡ πεῖρα τῆς Πρωσσίας, τῆς Βαυαρίας, αὐτῆς τῆς Γαλλίας, ὅλων τῶν καθολικῶν ἢ διαμαρτυρομένων ἐπαρχιῶν, αἱ ὁποῖαι συνομολόγησαν θρησκευτικὰς συμβάσεις πρὸς τὸν Πάπαν τῆς Ῥώμης. Ἀλλά, Κύριοι, βεβαίως ἡ ἀρχὴ αὕτη δὲν πρέπει νὰ τεθῇ ὡς μόνη ἀρχὴ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι εἶναι μία συνέπεια ἄλλης ἀρχῆς ἀνωτέρας· πρέπει νὰ τεθῇ ἡ ἀρχὴ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ νὰ ἀφήσωμεν, Κύριοι, τὰς νομίμους ἐξαιρέσεις, νὰ ἀφήσωμεν ὅλας τὰς νομίμους συνεπείας εἰς τὴν διάθεσιν τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ μέλλοντι. Διὰ τοῦτο προτείνω, ἵνα ἐν τῷ βʹ. παραγράφῳ τοῦ 6ου ἄρθρου ἐγγραφῇ ἡ ἑξῆς ῥῆσις. «Οἱ λειτουργοὶ ὅλων τῶν ἀνεγνωρισμένων θρησκειῶν ὑπάγονται εἰς τὰς αὐτὰς ὑπὸ τῆς πολιτείας ἐπιτηρήσεις, εἰς ἃς καὶ οἱ λειτουργοὶ τῆς ἐπικρατούσης θρησκείας».
§105ΒΑΣΣΟΣ. Ὑποθέτω, Κύριοι, ὅτι εἶσθε ἀρκετὰ κουρασμένοι, καὶ βεβαίως δὲν ὁμιλῶ νομίζων, ὅτι ἡ ὁμιλία μου θέλει ἐπαναφέρει αὐτὴν τὴν προσοχήν σας περισσότερον. Εὑρίσκομαι, Κύριοι, ἀκόμη ἐπὶ τῆς αὐτῆς ἀπορίας, δηλαδὴ εἶμαι ἀναγκασμένος νὰ ὑποστηρίξω τὸ κῦρος τοῦ Συντάγματος ὡς ἔχει χωρὶς νὰ δύναμαι νὰ ἀντιτάξω ἄλλην πρότασιν, ἥτις ἐδύνατο νὰ ἀντικαταστήσῃ αὐτήν. Οὐδείς, Κύριοι, ἐκτὸς ἀφηρημένων τινῶν ἰδεῶν, ἐκτός τινων φράσεων ἔφερε ῥητὴν πρότασιν νὰ ἀντικαταστήσῃ τὰ ἄρθρα τῶν ὁποίων ἡ τροποποίησις ἐζητήθη διὰ τοῦ διαγγέλματος εὑρίσκομαι εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ὑποστηρίξω αὐτά, χωρὶς νὰ ἠξεύρω ἑτέραν πρότασιν. Δὲν ἔχω σκοπὸν νὰ ἀντικρούσω τὸν ἔντιμον προλαλήσαντα πληρεξούσιον τῶν Χίων, διότι οὗτος ᾠκοδόμησε μίαν ἰδέαν μόνον, τὴν ἰδέαν τοῦ ὅτι ὑπάρχει ἴσως μερὶς τις μὴ ἀναγνωρίζουσα τὴν ἀρχὴν τοῦ ὅτι τὸ πολίτευμα πρέπει νὰ τροποποιῆται, καὶ οἰκοδομήσας ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας κατηνάλωσε πολὺ πνεῦμα καὶ ἀνέπτυξε καταναλώσας, ἐπαναλαμβάνω, πολὺ πνεῦμα. Δὲν μοὶ ἔκαμε πολλὴν ἀπορίαν ἡ ὁμιλία τοῦ Κ. Κοκκίνου, ἀπορῶ ὅμως διὰ τὴν ἀπάντησιν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Κ. ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργός, ὁπόταν εἶπεν, ὅτι τὸ διάγγελμα φέρει τὰς ὑπογραφὰς τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, καὶ ὅτι ὑποθέτει, ὅτι οἱ σύμβουλοι τοῦ στέμματος, δηλ. οἱ ὑπουργοὶ ἐσυμβούλευσαν εἰς τὸν Βασιλέα τὴν σύνταξιν τοῦ ἐγγράφου. Ὁ ὑπουργὸς παῤῥησίᾳ ἀπεξεδύθη τῆς εὐθύνης λέγων, ὅτι εἰς τὸ ἔγγραφον τοῦτο δὲν ὑπάρχει ὑπουργικὴ εὐθύνη, ἀλλ’ ὅτι φέρει τὴν ὑπογραφὴν τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν, ὄχι διὰ τὰς δύο προτάσεις, αἵτινες σκοπὸν ἔχουσι νὰ ἀναθεωρήσωσι τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, ἀλλὰ διὰ τὸ ἄλλο μέρος αὐτοῦ. Ἀπορῶ τῷ ὄντι, Κύριοι, διὰ τὴν γνώμην ταύτην τοῦ Κ. ὑπουργοῦ, διότι οἱ πρῶτοι παράγραφοι τοῦ διαγγέλματος δὲν εἶναι εἰμὴ εὐχαριστήσεις τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως πρὸς τὴν Συνέλευσιν καὶ συστάσεις ἐπίσης εἰς τὴν Συνέλευσιν διὰ μελλούσας τινας ἐργασίας, αἱ ὁποῖαι μέλλουσι νὰ ὑποβληθῶσιν, ὥστε ἢ ἔπρεπεν οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ νὰ διαιρέσουν αὐτὸ τὸ χαρτὶ εἰς δύω καὶ νὰ ὑπογράψουν, ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον ἐνόμιζον, ὅτι πρέπει νὰ ὑπογράψωσιν, ἢ ἔπρεπε νὰ ἀποδεχθοῦν τὴν εὐθύνη, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς ἀνεγνωρίσαμεν. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται περὶ τούτου, καὶ προκαταβολικῶς, Κύριοι, Σᾶς εἶπον, ὅτι εἶμαι ὑπὲρ τοῦ κειμένου τοῦ Συντάγματος καὶ ἔρχομαι νὰ λαλήσω ἐπὶ τοῦ δευτέρου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Οὐδόλως, Κύριοι, θέλω ἀναγνωρίσει εἰς τὴν πατρίδα μου ἓν δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἰς οὐδεμίαν ἄλλην πολιτείαν δὲν ἀνεγνωρίσθη ὄχι μόνον ἐπὶ τῆς νεωτέρας ἐποχῆς, ἀλλ’ ἐπὶ τῶν παλαιοτέρων χρόνων· ἐνθυμοῦμαι, Κύριοι, καὶ πρὸ ὀλίγου μοὶ ἦλθεν εἰς τὴν μνήμην περίστασις ἐπὶ Ἑῤῥίκου τοῦ τετάρτου τῆς Γαλλίας, ὅτε ὁ Πάπας διϊσχυρίσθη, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονείμῃ τὰ ἐκκλησιαστικὰ ἀξιώματα ἐντὸς τοῦ γαλλικοῦ κράτους, ὁ δὲ Ἑῤῥίκος ὁ τέταρτος δι’ ἐπιστολῆς πρὸς τὸν Πάπαν λίαν δηκτικῆς δὲν ἀνεγνώρισε τὸ δικαίωμα τοῦτο, ποσῶς δὲν ἀνεγνώρισεν αὐτὴν τὴν πνευματικὴν ἐξουσίαν, οὐδέποτε δὲν ἀνεγνώρισεν, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀπονείμῃ τὰ ἐκκλησιαστικὰ δικαιώματα εἰς τὴν Γαλλίαν, διότι ἐθεώρησεν ὅτι ἡ ἀπονομὴ τῶν ἀξιωμάτων δὲν εἶναι πνευματικὴ πρᾶξις, ἀλλὰ πρᾶξις καταγομένη ἀπὸ τὰ τῆς διοικήσεως δικαιώματά του. Τὸ αὐτὸ ἔκαμεν ὁ Φίλιππος ὁ δεύτερος εἰς τὴν Γαλλίαν, γράψας εἶναι καὶ ὑβριστικὴν ἐπιστολὴν πρὸς τὸν Πάπαν οὐδόλως ἀναγνωρίσας τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἐὰν λοιπὸν, Κύριοι, ταῦτα ἔπραττον εἰς τοὺς χρόνους ἐκείνους, εἰς τοὺς ὁποίους γινώσκετε ποίαν ἐπιῤῥοὴν εἶχεν ὁ Πάπας ἐπὶ τῶν καθολικῶν, σήμερον νομίζετε, ὅτι εἶναι δίκαιον ὅτι δύνανται, ὁποιαδήποτε περίστασις καὶ ἂν ᾖναι, νὰ στηρίξουν δικαίωμα εἰς τοιαύτην ἀπαίτησιν; καὶ ἐγὼ, Κύριοι, ἀποκρούω παντάπασι τοιαύτην ἰδέαν, δὲν δύναμαι νὰ ὑποστηρίξω οὔτε νὰ ἀπαντήσω ὁποιανδήποτε ἀπαίτησιν τοιαύτην, καὶ νὰ ἀποδεχθῶ αὐτὴν ἄνευ βίας, ἄνευ ἐπεμβάσεως. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις καὶ ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἐν τῷ σκότει μᾶς ἄφησεν· ὁ Κ. ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν, ὁπόταν ἔγινε πρὸς αὐτὸν ἡ παρατήρησις, εἶπεν· ἐπιτρέψατε, ἀρκετὰ εἶναι αὐτὰ τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον, ἀφήσατε νὰ μὴν ἐκτανθῶ περισσότερον. Ἠξεύρω, ὅτι ἀληθῶς εἶμαι πολὺ μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ ἦμαι διπλωμάτης, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν ἐννοῶ αὐτὴν τὴν ἐπιφύλαξιν ποσῶς καὶ φοβοῦμαι νὰ γνωρίζῃ ὅλος ὁ κόσμος καὶ νὰ ὁμιλῇ ὅλος ὁ κόσμος περὶ τοῦ ὅτι ὁπόταν ἐψήφισε τὸ ἄρθρον ἡ Συνέλευσις, οὐδεμία ἀντίῤῥησις ἦλθεν ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, οὔτε μετὰ ταῦτα ἐκ μέρους τῶν πρεσβευτῶν τοῦ Λουθηρανικοῦ δόγματος νὰ γίνῃ τις διακοίνωσις εἰς τὴν Κυβέρνησιν στηριζομένη ἐπὶ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 3 Δεκεμβρίου τοῦ 1830. Πρῶτον, Κύριοι, ἡ αἴτησις αὐτὴ τῆς Γαλλίας, τοῦ πρεσβευτοῦ τῆς Αὐτ. Μεγαλ. τοῦ αὐτοκράτορος τῆς Γαλλίας πρὸς τὴν Κυβέρνησίν μας ἤρχετο ὡς μία αἴτησις μιᾶς δυνάμεως προστάτιδος τῶν καθολικῶν, καὶ ζητεῖ, Κύριοι, ζητεῖ ὡς δικαίωμα τὸ νὰ διορίζῃ ἐπισκόπους ὁ Πάπας εἰς τὴν Ἑλλάδα ξένους ὑπηκόους, ὁ Πάπας εἰς τοῦ ὁποίου τὸν τόπον ἡμεῖς δὲν ἔχομεν οὐδὲν μέρος νὰ καθήσωμεν, δὲν ἔχομεν δικαίωμα νὰ καθίσωμεν εἰς τὴν Ῥώμην, ὅπου ὁ ἀποθανὼν, τὸ ξεύρομεν, πρέπει νὰ ταφῇ τὴν νύκτα κρυφὰ, διότι δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ταφῇ εἰς τὸ φῶς τῆς ἡμέρας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν πλησιέστερα τὸ ζήτημα, διότι καὶ τὸ ὁμολογῶ καὶ εἶμαι φανατικὸς κατ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας. Θέλω, κύριοι, νὰ ἴδωμεν ἂν ᾖναι δικαία ἡ αἴτησις, ἂν ἔχῃ ὑπόστασιν πραγματική· ποῦ στηρίζεται τὸ δικαίωμα, Κύριοι; στηρίζεται τὸ δικαίωμα εἰς τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1830 τί λέγει τὸ πρωτόκολλον τοῦ 1830; λέγει, ὅτι ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας παρέχει τὰ δικαιώματα τῆς προστασίας, τὰ ὁποῖα εἶχεν ἐπὶ τῶν καθολικῶν τῆς ἀνατολῆς εἰς τὸ Βασίλειον τῆς Ἑλλάδος, νὰ προστατεύῃ τὰ δικαιώματα τὰ ὁποῖα εἶχε πρὶν τῆς μεταβολῆς, πρὶν τῆς ἐλευθερώσεως τῆς Ἑλλάδος· ἀλλὰ, Κύριοι, ἐδῶ ἐπὶ τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ πρωτοκόλλου, λέγω, ὅτι ἐπὶ τουρκοκρατείας εἶχον τὸ δικαίωμα οἱ δυτικοὶ νὰ διορίσουν ὑπηκόους ξένους· εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι τοῦτο ἔγινε πολλάκις, ἀλλὰ οὐδέποτε ἀνεγνωρίσθη δικαίωμα, ἐπὶ οὐδεμιᾶς συνθήκης στηρίζεται, οὐδεμία συνθήκη ὑπάρχει ἀναγνωρίζουσα τὸ δικαίωμα τοῦ Πάπα οὔτε τῶν καθολικῶν κυβερνήσεων ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου.
§106ΜΕΤΑΞΑΣ. Ἀνάγνωσε τὸ ὅλον τοῦ πρωτοκόλλου.
§107ΒΑΣΣΟΣ. Τὸ πρωτόκολλον ἐν γένει προϋποθέτει ὑφιστάμενον τὸ δικαίωμα ἐνῷ ἐπὶ τῆς τουρκοκρατείας δὲν ὑφίσταται, Κ. Μεταξᾶ, τὸ δικαίωμα ἐξησκήθη, μόνον δὲν ὑφίστατο, δὲν τὸ ἔχει καθιερώσει καμμία συνθήκη κἀνεὶς νόμος, ἰδού· «Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας, ὅστις εἶχεν ἐξαιρέτως ὑπὸ τὴν προστασίαν καὶ ὑπεράσπισίν του τοὺς χριστιανοὺς τούτου τοῦ δόγματος, ἐνόσῳ ὑπέκειντο ὑπὸ τὴν ἐξουσίαν τῆς ὀθωμανικῆς Πόρτας, κρίνει δίκαιον νὰ παραιτήσῃ σήμερον τὸ προνόμιον τοῦτο ὡς πρὸς τὰς ἐπαρχίας, αἱ ὁποῖαι συμπεριλαμβάνονται εἰς τὸ νέον Κράτος, καὶ νὰ ἐμπιστευθῇ τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ εἰς τὸν ὀνομασθέντα τῆς Ἑλλάδος ἡγεμόνα. Ἀλλὰ συγχρόνως ἡ Α. Μ. ἀπῄτησεν ἐγγυήσεις ἀποχρώσας ὑπὲρ τῆς ὑπερασπίσεως τῶν καθολικῶν, τὴν ὁποίαν εἶχεν ἄχρι τῆς σήμερον ὑπὸ τὴν δύναμιν τῆς Γαλλίας.»
§108ΤΙΝΕΣ. Παρακάτω ἀκόμη, Κύριε Βάσσε!
§109ΒΑΣΣΟΣ. «Ἐπειδὴ ἡ ἀξίωσις αὕτη ἀνεγνωρίσθη δικαία, συνωμολογήθη, ὅτι ἡ Καθολικὴ Θρησκεία νὰ ἐκτελῇ ἀκωλύτως εἰς τὸ νέον Κράτος τὰς τελετὰς τῆς λατρείας της, καὶ αἱ εἰς αὐτὴν ἀνήκουσαι ἰδιοκτησίαι νὰ ᾖναι ἀνεπηρέαστοι· οἱ δὲ ἐπίσκοποι αὐτῆς νὰ διατηρῶσιν ἀπαραμειώτως τὰ ὑπουργήματα τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια τὰ ὁποῖα ἔχαιρον ὑπὸ τὴν ὑπεράσπισιν τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας.» Οἱ προστάται τοῦ παπισμοῦ παρεξηγοῦν τὸ μέρος τοῦτο ποῖον εἶναι τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶχον ἐπὶ τουρκοκρατείας, περὶ τούτου σᾶς ὁμιλῶ Κ. Μεταξᾶ! Κύριοι, παρακαλῶ νὰ πεισθῆτε εἰς τὸ ὅτι οὔτε συνθήκη οὔτε πρωτόκολλον μεταξὺ τῆς Πόρτας καὶ τῆς καθολικῆς δυνάμεως τῆς Γαλλίας, οὔτε τοῦ Πάπα ὑπάρχουν σήμερον οὔτε ὑπῆρξαν ποτὲ, τὰ ὁποῖα νὰ καθιερώσουν τοιοῦτον δικαίωμα, δὲν τὸ καθιέρωσαν ποτὲ. Μετὰ ταῦτα ἐξῆσκον οἱ Γάλλοι ὁποῖα ἀκόμη ἐξασκοῦν σήμερον εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ἀλλὰ Κύριοι! δὲν εἶναι δικαίωμα ἀναγνωρισμένον, δὲν στηρίζεται εἰς κανένα νόμον. Τὰ ὑπὸ τοῦ Πρωτοκόλλου τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830 χορηγούμενα εἰς τοὺς Καθολικοὺς προνόμια οὐδεμίαν δύνανται νὰ ἐπιβάλωσιν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν κυβέρνησιν ὑποχρέωσιν ἐνδεχομένην νὰ στραφῇ πρὸς βλάβην τῆς ἐπικρατούσης Ἐκκλησίας. Ἂν αἱ περὶ ἀνεξιθρησκείας ἀρχαί, ὑφ’ ὧν ὑπηγορεύθη τὸ πρωτόκολλον τοῦτο, ἐφαρμόζωνται εἰς ἅπασαν θρησκείαν ἐν γένει, ἂν ἐγγυῶνται εἰς ὅλας ἀδιακρίτως πλήρη ἀσφάλειαν ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, οἱ πληρεξούσιοι ὀφείλουσι μολαταῦτα νὰ κηρύξωσιν, ὅτι ἀφ’ ἑτέρου αἱ διὰ τοῦ αὐτοῦ Πρωτοκόλλου ἐκφρασθεῖσαι διαθέσεις καὶ ἡ πρόνοια τῶν τριῶν Αὐλῶν περὶ ἰσότητος τῶν ἀστικῶν καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων ἀνεφέροντο ἰδίως εἰς τὰς χριστιανικὰς θρησκείας. Ὥστε βλέπετε, Κύριοι! ὅτι ἡ ἄδικος ἀρχὴ................
§110ΙΑΛΕΜΟΣ. Εἶναι πρωτόκολλον, τὸ ὁποῖον ἐπεξηγεῖ τὸ πρῶτον.
§111ΒΑΣΣΟΣ. Κύριοι! Βλέπετε ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα δίδει τὴν ἀληθῆ ἐξήγησιν τοῦ δικαιώματος τούτου· ἐγὼ Σας εἶπον ὅτι εἶμαι φανατικὸς κατ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας, ἔχω πεποίθησιν καὶ γνωρίζω ὅτι ἡ προπαγάντα εἰς τὴν Ἀνατολὴν εἶναι ὁ πειρασμὸς, ἡ καταστροφὴ τῆς Ἑλλάδος, διόλου δὲν ὁμιλῶ ὑπὸ τὸ πνεῦμα τοῦτο ἀλλὰ περὶ τοῦ δικαιώματος......
§112ΤΙΝΕΣ. Ὅλαι αἱ προπαγάνται.
§113ΒΑΣΣΟΣ. Ἀλλ’ ἠξεύρετε τί εἶναι ὁ σκοπός; δὲν εἶναι τὸ δικαίωμα, μὲ τὸ ὁποῖον ἔρχονται θωρακισμένοι, ἀλλ’ ἡ ἰσχὺς ἐκείνη, ἥτις μᾶς ἐπεβλήθη καὶ ἄλλοτε ἐπὶ μιᾶς ἀδικωτάτης προτάσεως, κατὰ τῆς ὁποίας διεμαρτυρήθημεν ἐντόνως, εἶναι ἡ δύναμις κατὰ τῆς ἀδυναμίας, τὸ ὁποῖον γεννᾷ πράξεις. Ἀλλά Κύριοι! καὶ τότε εἶπον καὶ σήμερον ὁμιλῶν εἰς τοιούτου εἴδους περίστασιν προθύμως θὰ ἐνδώσω εἰς τὴν βίαν, οὐδέποτε ὅμως θὰ τὸ ἀναγνωρίσω ὡς δικαίωμα. Ἠξεύρετε, Κύριοι! ποία εἶναι ἡ ἀφορμὴ τῆς αἰτήσεως ταύτης; ἐγὼ βεβαίως δὲν τὴν ἀναγνωρίζω ἐπισήμως, δύναμαι μάλιστα νὰ εἴπω εἶναι αἰτήσεις τῆς παπικῆς προπαγάντας εἰς τὴν Ἀνατολὴν, ἥτις πανταχοῦ ἔχει τοὺς μύστας της, εἶναι αἰτήσεις τοῦ ἰησουϊτισμοῦ, αἵτινες ὑποβάλλουν διὰ τῶν σχέσεων τῶν ὑπαρχουσῶν μεταξὺ τῶν καθολικῶν ἐθνῶν τὴν διακοίνωσιν ταύτην διὰ νὰ ματαιώσουν τὰς προσπαθείας τῶν ἐλευθεριῶν τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἡ αὐτὴ ἐνέργεια ἐκείνη, ἥτις ἤνοιξε τόσα καθολικὰ σχολεῖα ἐδῶ καὶ ἐζήτησε νὰ διαφθείρῃ τὴν νεολαίαν μας, εἰς τὸ ὁποῖον εὐτυχῶς ἀπέτυχεν. Ἔπειτα Κύριοι! ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει δικαίωμα, διότι τοιοῦτον φρονῶ ἐγώ, ἀφοῦ δὲν στηρίζονται εἰς δικαίωμα αἱ αἰτήσεις αὗται, νομίζετε ὅτι πρέπει νὰ ἔλθωμεν εἰς καμμίαν μεταβολὴν ἐπὶ τοῦ κειμένου τοῦ συντάγματος; ἐγὼ λέγω, ὄχι, τὸ ὑπουργεῖον μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν διαφιλονεικεῖ τὰ δικαιώματα ταῦτα, ὅτι θέλει ὑποστηρίξει αὐτὰ, ἀλλὰ διαγράψετε αὐτὸν τὸν ὅρον ἀπὸ τὸν θεμελιώδη νόμον, καὶ ἐγὼ ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔννοιαν προσβάλλω τὸ ἄρθρον. Ἡ κυβέρνησις ὁποιαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι θέλει ὑποστηρίξει τὰ δικαιώματα τῆς ἐξουσίας; ὄχι, Κύριοι, μὴ ἀπατᾶσθε, διότι ἡ αἴτησις εἶναι, νὰ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ νὰ γίνῃ τοῦτο θὰ εἰπῇ ὅτι ὑποκρύπτεται σκοπός, ὅστις ὑποθέτω μίαν στιγμὴν εἶναι ἐπιτυχής. Ἔπειτα, Κύριοι, εἶναι θεσμὸς μέγας ὅστις πρέπει νὰ μένῃ εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι θεμελιώδης νόμος τοῦ κράτους. Ἐὰν νομίζετε, Κύριοι ὑπουργοὶ, ὅτι θέλει πάντοτε ὑποστηριχθῇ ἡ ἰδέα αὕτη ἀπὸ τὴν κυβέρνησιν, ἀπὸ τὰ ἠθικὰ πρόσωπα τὰ κατὰ καιρὸν κυβερνῶντα, τότε τί σᾶς ἐμποδίζει νὰ μένῃ ἐντὸς τοῦ πολιτεύματος; ποίαν δυσκολίαν δύνασθε νὰ ἔχετε καὶ ἂν μένῃ εἰς τὸ πολίτευμα; ἴσως θὰ μοὶ εἴπητε—ἐὰν δὲν ὑποθέσῃ τις ὅτι τὸ φέρετε ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ἠθέλαμεν νὰ ἱκανοποιήσωμεν μίαν στιγμὴν μίαν ἀπάντησιν δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου, τὸ εὐγάζομεν ἀπὸ τὸ σύνταγμα καὶ τὸ ὑποστηρίζομεν πολιτικῶς· ὄχι, Κύριοι! διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ζητοῦσιν, ἐλπίζουσιν, ὅτι θὰ τὸ ἐπιτύχουν ἀργότερα, ἐνῷ ἐὰν ὑπάρχῃ εἰς τὸ σύνταγμα, ὑπάγει διαρκῶς. Χαίρομαι, ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὸ διάγγελμα τῆς Α. Μεγ. τοῦ Βασιλέως τὸ σημερινὸν δὲν εἶναι τοῦ αὐτοῦ χαρακτῆρος ὡς τὸ πρότερον, τοῦτ’ ἔστιν ἀφίνει ἡ Συνέλευσις ν’ ἀποφασίσῃ ἐπὶ τῶν ἀντικειμένων ὡς μᾶς εἶπε καὶ ἡ Κυβέρνησις, ὅτι δὲν εἶναι ἐκ τῶν ὧν οὐκ ἄνευ, αἱ διατάξεις αὗται καθόλου δὲν εἶναι περιωρισμέναι· παρακαλῶ Κύριοι! ἐπικαλοῦμαι τὸν πατριωτισμόν Σας, χωρὶς νὰ δώσητε προσοχὴν εἴς τινας προστάτας τοῦ παπισμοῦ φωνάζοντας, νὰ μὴ ῥίψητε ψῆφον ἐναντίον ἑνὸς θεσμοῦ, ὅστις ἀφορᾷ τὴν θρησκείαν, εἰς τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν τὴν ἐλευθερίαν καὶ τὴν διατήρησιν τοῦ Ἑλληνισμοῦ καὶ τοῦ παρόντος καὶ τοῦ μέλλοντος. Ἀλλὰ Κύριοι! ἔρχομαι εἰς τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως. Παρετήρησα, ὅτι οἱ ὑποστηρίξαντες τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ συντάγματος στηρίζονται εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι δὲν εἶναι φιλελεύθερον, προοδευτικὸν νὰ ζητοῦμεν τὸ νὰ μένῃ πάντοτε ἔτζι καθὼς εἶναι, ἀλλ’ ἡ θέσις ἐπὶ τῆς ὁποίας στηρίζονται εἶναι ἐντελῶς σαθρά. Ἡμεῖς δὲν διαφωνοῦμεν εἰς τὴν ἰδέαν αὐτὴν, ἀλλ’ εἰς τοὺς τρόπους. Τίς σᾶς ἠρνήθη, Κύριοι! τὴν ἰδέαν, τίς ποτὲ ἀντέκρουσε τὴν ἰδέαν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος ἀπὸ ἡμᾶς; ποτὲ, Κύριοι! καὶ μετὰ ἓν ἔτος ἂν θέλετε τὸ ἀναθεωροῦμεν, ἀλλὰ Σᾶς διαφιλονεικοῦμεν τὸν τρόπον. Λαλῶν τις σήμερον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου σᾶς ἔφερεν παράδειγμα καὶ σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς τροποποιήσεως τοῦ Συντάγματος, βλέπετε αὐτὸ τὸ κράτος πόσον εὐημερεῖ, ἀλλὰ, Κύριοι! δώσατέ μας τὰ δικαιώματα τοῦ Ἀγγλικοῦ κοινοβουλίου καὶ σᾶς χαρίζομεν τοῦτο, καὶ τότε ν’ ἀναθεωρήσωμεν ὁπότε θέλετε τὸ σύνταγμα, μὴ μᾶς κάμετε βουλὴν ὁποίαν ἐκάμετε αὐτὴν, ὁποίαν τὸ Ἑλληνικὸν Σύνταγμα τὴν θεωρεῖ, ἀλλὰ κάμετέ την συντακτικὴν συνέλευσιν καὶ τότε μάλιστα τὸ ἀναθεωροῦμεν κάθε μῆνα τὸ σύνταγμα, ἀλλ’ ἀφ’ ἑνὸς ἔρχεσθε καὶ περιορίζετε τὴν Βουλὴν εἰς τὰ στενὰ ὅρια, εἰς τὰ ὁποῖα τὴν περιορίζει τὸ σύνταγμά μας καὶ ἀφ’ ἑτέρου θέλετε νὰ ἀναθεωροῦμεν τὸ σύνταγμα ὁπόταν θέλετε. Ἐὰν, Κύριοι! ἐπρόσεξα καλῶς εἰς τὴν ὁμιλίαν τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν, μοὶ φαίνεται ὅτι μᾶς εἶπεν οὕτως· «Κύριοι! ὑποθέσατε παραδείγματος χάριν ὅτι τὰ σφαιρίδια εἰς τὴν δημοτικὴν ἐκλογὴν, διότι τὸ φόβητρον τοῦ Κ. ὑπουργοῦ τῶν Ἐξωτερικῶν εἶναι τὰ σφαιρίδια, φοβεῖται τὰς κάλπας, μᾶς εἶπεν ὁ Κ. ὑπουργὸς, ὅτι, ἐὰν ἀποδειχθῇ πραγματικῶς μετ’ ὀλίγον χρόνον εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς, ὅτι δὲν εἶναι πρακτικὸν τὸ σύστημα τοῦτο, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν εἰς τὰς δημοτικὰς ἐκλογὰς τὸ σύστημα τοῦτο, ὡς ἄλλοτε ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος, τότε τί θέλετε νὰ κάμῃ αὐτὴ ἡ ἐξουσία; ἢ δὲν θὰ ἠμπορέσῃ νὰ ἐφαρμόσῃ τὸν νόμον, ἢ θὰ ᾖναι ἠναγκασμένη νὰ παρανομήσῃ, καὶ ὁ Κ. ὑπουργὸς μετ’ ἀγανακτήσεως ἀπέκρουσεν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι δὲν τὸ ἐπιθυμεῖ. Ἀλλὰ, Κύριοι, θὰ εἴπῃ ὅτι ὁ Κ. ὑπουργὸς θέλει τὸν χρόνον τῆς ἀναθεωρήσεως πολὺ σύντομον, θὰ εἴπῃ ὅτι εἰς κάθε περίστασιν, καθ’ ἣν ἤθελε σᾶς παρουσιασθῇ μία τοιαύτη δυσκολία, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ τὸ διορθώσῃ. Φυσικὸς λόγος εἶναι αὐτός. Θὰ εἴπῃ, ὅτι ὁσάκις παρουσιασθῇ δυσκολία, ἡ κυβέρνησις εἶναι ἀναγκασμένη, ἢ νὰ μὴ ἐκπληρώσῃ τὸ καθῆκόν της, ἢ νὰ παραβιάσῃ τὸν νόμον, καὶ ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἁπλούστατος, φέρει ἕνα νόμον εἰς τὴν βουλὴν καὶ τὰ διορθώνει. Ἀλλὰ, Κύριοι, μὴ θέλετε τὴν πρακτικότητα, τὴν ὁποίαν δύναται νὰ ἔχῃ ἡ γνώμη τοῦ Κ. ὑπουργοῦ· ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι δὲν εἶναι πλέον ὑπουργὸς, ἀλλ’ ἕνας ἄλλος κακὸς ἄνθρωπος, φέρει μίαν Βουλὴν, ὡς εἶναι ἐνδεχόμενον, καὶ εἴπῃ ὅτι δὲν εἶναι πρακτικὸν αὐτὸ, καὶ νὰ τὸ χαλάσωμεν, τότε τί γίνεται, Κ. Δελιγιάννη; Ἂν μᾶς εἴπητε, ὅτι σεῖς θὰ ἦσθε αἰωνίως ὑπουργὸς, ἔχομεν τὴν ἐμπιστοσύνην νὰ σᾶς δώσωμεν ὅλα. Ὥστε, Κύριοι, ἡ διάνοια τοῦ Κ. ὑπουργοῦ ἦτο αὐτὴ, ἡ δὲ ἐπιμονή μου εἰς τὸ νὰ εἴπῃ ἡ κυβέρνησις καθαρῶς τί θέλει, ἦτο διὰ νὰ ἀναγκάζωμαι τώρα νὰ μαντεύω διὰ ν’ ἀντιτάξω εἰς τὴν θέλησιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἰδοὺ, κύριοι, ἐπεθύμουν αὐτὴν τὴν στιγμὴν νὰ ὁμιλήσω περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ μόλα ταῦτα δὲν ἔχω γνώμην τινὰ ἀντίθετον νὰ ὁμιλήσω. Ὁ Κ. Παλαμίδης ἔφερε μίαν πρότασιν, ἀλλ’ αὐτὴ εἶναι ὡς εἶναι, ὥστε εἴμεθα ἠναγκασμένοι νὰ ὑποστηρίξωμεν τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος, καὶ νὰ προσθέσωμεν ἀκόμη ὅτι θεωροῦμεν ὄχι νὰ καταψηφίσῃ τις, ὄχι νὰ ἀντικρούσῃ, ἀλλ’ ἀνάξιον συζητήσεως· προτείνομεν προκαταρκτικῶς ἐνστάσεις ἀπαραδέκτου κατὰ πάσης μεταβολῆς ἐνδεχομένης νὰ σαλεύσῃ τὰς βάσεις καὶ νὰ κλονίσῃ τὸν θεμελιώδη νόμον διὰ τῆς Βουλῆς, ἢ δι’ ἑνὸς χρονικοῦ διαστήματος. Θέλω τὰς ἀσφαλείας ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ἀσφαλίζουσι τὰ δικαιώματα. Τὸ πολίτευμα, Κύριοι, εἶναι πρᾶξις συντακτική· ἐθνικὴ Συνέλευσις συνέταξε τὴν πολιτείαν· δὲν δυνάμεθα εἰς σῶμα περιωρισμένον νὰ δώσωμεν δικαίωμα τόσον ἐκτεταμένον. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω ὅπως ἔχει τὸ Σύνταγμα· ἐννοεῖται δὲ ὅτι θέλομεν παραστήσει εἰς τὴν Α. Μεγαλειότητα καταλλήλως τοὺς λόγους καὶ τὰς ἀνάγκας, αἱ ὁποῖαι μᾶς ἐπιβάλλουν διὰ νὰ ἐπιμείνωμεν εἰς τὸ κείμενον.
§114ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Λομβάρδος.
§115ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔπειτα ἀπὸ ὅσα εἶπον οἱ προλαλήσαντες ὀλίγα μένουν νὰ προσθέσῃ τις. Πρότασις ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀρχίζω ἀπὸ τὸ δεύτερον καὶ θέλω ἔλθω εἰς τὸ πρῶτον. Ὁ Κ. Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ὑποστηρίζων τὴν ἰδέαν τῆς ἀναθεωρήσεως καὶ δικαιολογῶν, ὅτι ῥητὴ πρότασις δὲν ἐμπεριέχεται εἰς τὸ διάγγελμα τῆς Α. Μεγαλειότητος περὶ ἀναθεωρήσεως, εἶπεν, ὅτι τοῦτο ἐγένετο, καθότι μία μεγάλη πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἐψήφισε τὸ ἄρθρον τοῦτο τοῦ Συντάγματος. Νομίζω ὅτι ἔπεσεν εἰς λάθος μνήμης ὁ Κ. Ὑπουργός. Διότι προτάσεις περὶ ἀναθεωρήσεως καθυπεβλήθησαν τότε εἰς τὴν Συνέλευσιν τροπολογοῦσαι τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμε τὸ ὑπουργεῖον. Μία ἡ ψηφισθεῖσα καὶ παραδεχθεῖσα ὡς ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, καὶ μία ἄλλη, τὴν ὁποίαν καθυπέβαλα τότε ἐγὼ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἡ πρότασις αὐτὴ ἡ παραδεχθεῖσα καὶ ἀποτελοῦσα μέρος τοῦ Συντάγματος, κατὰ τὴν πρώτην ψηφοφορίαν ἀπεῤῥίφθη. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι ὅτι ἔλειπε μία ψῆφος διὰ νὰ ἀποτελεσθῇ νόμιμος ἀπαρτία τῆς Συνελεύσεως. Τὴν δευτέραν ἡμέραν, ὅτε ἐπανελήφθη ἡ ψηφοφορία, ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἐγένετο δεκτή, παρὰ ἀπό τινα μειονοψηφίαν ὀλίγων μόνων ψήφων, 7 νομίζω. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν καθὼς ὑπάρχει δὲν εἶναι ψηφισμένον ἀπὸ μίαν μεγάλην πλειοψηφίαν, καὶ ἐγώ, ὅστις ἔκαμα μίαν πρότασιν διαφορετικὴν περὶ ἀναθεωρήσεως, στοχάζομαι καθῆκον εἰς τὴν περίστασιν ταύτην, καθ’ ἣν ἡ Α. Μεγαλειότης μᾶς προσκαλεῖ νὰ σκεφθῶμεν ὡριμότερον περὶ τοῦ τρόπου τῆς ἀναθεωρήσεως, νὰ ἐπαναφέρω τὸν λόγον ἐπ’ αὐτῆς τῆς ἰδέας μου· ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς διευκρινήσωμεν καθαρότερα τὰς ἰδέας μας διὰ νὰ μὴ ἀπατηθῶμεν εἰς τὴν ψῆφόν μας. Νέαι διατάξεις εἰσαχθεῖσαι εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦτο, μᾶς εἶπεν ὁ ἔντιμος Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν, διαφέρουσαι ἀπὸ ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι ὑπῆρχον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, μοῦ ἐφείλκυσαν καὶ πάλιν σήμερον, καθὼς καὶ ἄλλοτε, τὴν προσοχήν. Παρατηρῶ εἰς τὸν ἀξιότιμον Ὑπουργὸν τῶν Ἐξωτερικῶν ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 δὲν ἐμπεριέχει μίαν διάταξιν μόνον διαφορετικὴν ἀπὸ τὸ 1844, εἶναι Σύνταγμα ὅλως διόλου διαφορετικὸν, τὸ ὁποῖον καθαρὸν σύστημα ὅλως διόλου διαφέρει ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, εἶναι Σύνταγμα τὸ ὁποῖον φέρει ἀμέσως καὶ κατ’ εὐθεῖαν εἰς ἐπαφὴν τὸν λαὸν μετὰ τοῦ ἡγεμόνος, καὶ τὸν ἡγεμόνα μετὰ τοῦ λαοῦ. Τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ἔθετο φραγμοὺς μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου. Ἰδοὺ ἡ μεγάλη διαφορὰ, ἥτις ὑπάρχει μεταξὺ τοῦ ἑνὸς καὶ τοῦ ἄλλου Συντάγματος. Σύστημα διαφορετικὸν τὸ ἓν, σύστημα διαφορετικὸν τὸ ἄλλο· καὶ εἶχε λόγους ἡ Συνέλευσις νὰ προβῇ εἰς τὸ σύστημα τοῦτο. Τοὺς λόγους τούτους δὲν τοὺς ἐκλείσαμεν ὅλοι ἐν τῇ διανοίᾳ μας, τοὐλάχιστον ἐγὼ πρῶτος, τοὺς ἠσθάνθημεν ὅμως ἐν τῇ ψυχῇ καὶ τῇ καρδίᾳ μας. Μία πεῖρα πολλῶν ἐτῶν μᾶς ἐδίδαξεν ὅτι τὰ στοιχεῖα, δὲν λέγω αἱ τάξεις, διότι τάξεις καὶ κλάσεις εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχουσι διάφορα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα διὰ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ἐτίθεντο εἰς ἐπαφὴν μὲ τὸν Ἡγεμόνα, ὅπως τὸν διδάξουν τὰς ἰδέας, τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ λαοῦ, ἐδείχθησαν, δὲν λέγω τίποτε ἄλλο περισσότερον, ἀνίκανα νὰ ἐκπληρώσουν τὴν ἐντολήν των. Μία κρυφὴ φωνὴ μᾶς εἶπε, θέσατε εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν τὸν λαὸν μετὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ ὑπηκούσαμεν ὅλοι μας, μολονότι πολλοὶ ἔχομεν πολλὰς καὶ διαφόρους ἰδέας περὶ τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος. Εἰς πολλῶν τὸν νοῦν ὑπῆρχον ἰδέαι τοῦ νὰ ἔλθωσιν διατάξεις περιοριστικαὶ ἐλευθεριῶν, ἴσως εἰς ἐμὲ πρῶτον. Ἀλλ’ ὅλοι εὑρέθημεν σύμφωνοι εἰς τὰς διατάξεις ἐκείνας, αἱ ὁποῖαι φέρουσι τὸν λαὸν ἐπὶ τῆς σκηνῆς τῆς πολιτικῆς εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μετὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τὸν Βασιλέα μετὰ τοῦ λαοῦ. Ἐκ τούτου ἡ φωνὴ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος. Καὶ μία ἀπὸ τὰς πρώτας αἰτίας, ἡ ὁποία κάμνει καὶ ἀνυψοῦται ἡ φωνὴ αὕτη, τὸ ὁμολογῶ, εἶναι ὄχι τὰ σφαιρίδια, ταῦτα εἶναι ἡ δικονομία, εἶναι ἡ δύναμις νὰ περιστείλουν τὰς ἐλευθερίας, νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα τοῦ φραγμοῦ μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὁποῖον κινεῖ σήμερον τὴν φωνὴν τῆς ἀναθεωρήσεως, καὶ ἐνώπιον τῆς φωνῆς ταύτης διεγείρονται φόβοι ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος μὴ ἀναθεωρήσεως, διότι θὰ μᾶς χαλάσῃ τὰς ἐλευθερίας, ἔχει μίαν δικαιολόγησιν ἡ ὑποψία αὕτη. Ἀλλὰ διατί δὲν σκεπτόμεθα, ὅτι ἐὰν σήμερον ὑπάρχῃ ἡ φωνὴ αὕτη τῆς ἀναθεωρήσεως ἐκ μέρους ἐκείνων τῶν ὀπαδῶν τοῦ παλαιοῦ συστήματος, ὅτι ἐντὸς ὀλίγου καὶ μέρος τοῦ λαοῦ θέλει αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως; Διότι τὸ σύνταγμα τοῦτο, μολονότι καθιεροῖ ἐλευθερίας, μολονότι θέτει τὸν λαὸν ἀμέσως ἐπὶ τῆς πολιτικῆς σκηνῆς καὶ εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος, δὲν ἔχει ὅμως καθιερώσει ὅλας ἐκείνας τὰς ἀρχὰς, τὰ ψηφίσματα, τὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀναγκαῖαι, ὅπως τὸ σύστημα τοῦτο προχωρήσῃ ἐμπρός· καὶ ἡ ἀνάγκη ὅπως προχωρήσῃ εἰς τὰ ἐμπρὸς θὰ γένῃ ἐπαισθητὴ ὀγλίγωρα· ὅταν δὲ ἡ ἀνάγκη αὐτὴ γίνῃ ἐπαισθητὴ, τί θὰ γίνῃ εἰς τὸν λαόν; Τί θὰ ἠμπορέσῃ νὰ κάμῃ ὁ Ἡγεμὼν, ἐὰν θελήσῃ, καθὼς πιστεύω, νὰ ὑπακούσῃ εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ λαοῦ του; Ὁ Ἡγεμὼν χρεωστεῖ νὰ γίνῃ ἐπίορκος· διὰ νὰ μείνῃ πιστὸς εἰς τὸν ὅρκον του, δὲν μένει ἄλλο παρὰ ἡ ἐπανάστασις, καὶ ταύτην ὀφείλομεν νὰ τὴν προλάβωμεν. Δὲν ὑπάρχει καμμία διάταξις, ἥτις ἐμποδίζει τὴν ἐπανάστασιν.
§116ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Λοιπὸν κάμνομεν μίαν προσθήκην.
§117ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ τὸ παραδεχθῶ. Ἐὰν προλάβωμεν λοιπὸν, Κύριοι, τὴν βιαίαν, τὴν διὰ κλονισμῶν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, διότι ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ οὐδέποτε φοβοῦμαι, ὅσον καὶ ἂν θελήσουν νὰ ῥαδιουργήσουν, ἐὰν ὑπάρχουν τοιοῦτοι ἄνθρωποι εἰς τὸν λαὸν, δὲν τοὺς γνωρίζω, ἀλλ’ ἐὰν ὑπάρχουν, ὅσον καὶ ἂν θελήσουν νὰ κάμουν σύστημα διαφορετικὸν παρὰ σύστημα ἐλευθεριῶν, δὲν θὰ ἠμπορέσουν νὰ ὑπάρξουν εἰς τὴν Ἑλλάδα. Νὰ προλάβωμεν λοιπὸν τὸν κλονισμὸν, ἀλλὰ ταυτοχρόνως νὰ μὴ ἦναι καὶ τόσον εὔκολος ἡ ἀναθεώρησις, διότι πολὺ εὐκόλως ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ νὰ σχηματισθοῦν πολλαὶ ἀπαιτήσεις ἕνεκα τῆς ἀναθεωρήσεως. Διὰ τοῦτο κατὰ τὴν παρελθοῦσαν Συνεδρίασιν ἔκαμα τὴν πρότασιν ἐκείνην, ἥτις, καθὼς προεῖπον, ὑπεστηρίχθη ἀπὸ μίαν δυνατὴν μειοψηφίαν, σχεδὸν πλειοψηφίαν, ὅτι τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ ἀναθεωρῆται, εἴτε καθ’ ὡρισμένον χρονικὸν διάστημα, ἀλλ’ ὅταν τρὶς ἡ βουλὴ τὸ ἀπαιτήσῃ, ὑπὸ μίαν πλειοψηφίαν ὡρισμένην. Τότε εἴπομεν τέσσαρα πέμπτα. Νομίζω ὅτι εἶναι παρὰ πολύ.
§118ΤΙΝΕΣ. Τρία τέταρτα εἴχετε τότε.
§119ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Δὲν ἐνθυμοῦμαι, ἔστω. Τὰ τρία τέταρτα εἴχομεν εἰπεῖ τότε κατὰ τρεῖς συνεχεῖς συνόδους. Ἰδοὺ διατὶ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ τροποποιήσωμεν τὴν διάταξιν ταύτην· ἐὰν τυχὸν συμβῇ, ὥστε ἡ ἐξουσία νὰ θελήσῃ νὰ ἐπιβάλῃ εἰς τὴν Βουλὴν τὴν ἔκφρασιν τῆς ἀναθεωρήσεως δι’ ἐκείνων τῶν μέσων, τὰ ὁποῖα αἱ ἐξουσίαι πάντοτε διαθέτουσιν, ἀφοῦ εἰς μίαν Βουλὴν κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον ἐπιτύχῃ νὰ λάβῃ τὴν πλειοψηφίαν τῶν τριῶν τετάρτων, πολὺ εὐκόλως καὶ κατὰ τὴν δευτέραν καὶ τρίτην Σύνοδον θέλει ἐπιτύχει, καὶ αἱ ἐκφράσεις γίνονται ἀπὸ δύο διαφορετικὰ σώματα, ἤγουν ἀπὸ δύο διαφορετικὰς Βουλάς. Ἂν ἐκφράσῃ ἡ μία Βουλή, νὰ ἔλθῃ ἡ δευτέρα ὅπως ἀπαιτήσῃ τὴν αὐτὴν ἐπιθεώρησιν· ἀφοῦ δὲ γίνῃ αὐτὴ ἡ ἔκφρασις ἡ βουλὴ νὰ διαλύεται. Καὶ διὰ τὶ, Κύριοι, νὰ διαλύηται ἡ Βουλή; Πρῶτον, διότι, καθὼς γνωρίζομεν πολὺ καλὰ τὸν ἑαυτόν μας ἐν Ἑλλάδι, ὄχι οὐδόλως ὁ Βουλευτὴς θ’ ἀποφασίσῃ νὰ ψηφίσῃ μίαν πρότασιν, ἡ ὁποία ὡς ἄμεσον ἀποτέλεσμα θὰ ἔχῃ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς. Δεύτερον διότι, ἐὰν μείνῃ ἡ Βουλὴ ἐκείνη, ὅπως, εἴτε προστεθῇ εἰς τοὺς μέλλοντας νὰ ἐκλεχθῶσι διὰ νὰ ἀναθεωρήσωσι Σύνταγμα, εἴτε αὐτὴ ἡ ἰδία τὸ ἀνεθεώρησεν, εἰς τὴν πρώτην περίπτωσιν θὰ ᾖναι ἕτοιμη μία πλειοψηφία ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως, ἐάν τις ὑποθέσῃ δηλ. ὅτι ἡ ἔκφρασις τῆς ἀναθεωρήσεως γίνεται ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν. Εἰς τὴν δευτέραν περίπτωσιν ἡ ἰδία Βουλὴ θὰ κάμῃ τὴν ἀναθεώρησιν. Ἀφοῦ γίνῃ ἡ ἔκφρασις καὶ διαλυθῇ ἡ βουλὴ νὰ προσκαλῆται ὁ λαὸς, ὅπως ἐπὶ τούτῳ ἐκλέξῃ ἀντιπροσώπους διπλασίου ἀριθμοῦ.
§120ΤΙΝΕΣ. Συνέλευσιν.
§121ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐθνοσυνέλευσιν, Κύριοι, εἶπον τότε, Ἐθνοσυνέλευσιν παραδέχομαι καὶ σήμερον, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἰς πολλοὺς προξενεῖ μίαν κἄποιαν κακὴν ἤχησιν ἡ λέξις ἐθνοσυνέλευσις, δὲν ἤθελον ἔχει καμμίαν δυσκολίαν νὰ δεχθῶ συντακτικὴν Βουλήν, διότι τὸ πρᾶγμα εἶναι τὸ αὐτὸ, τὰ ἴδια ἀποτελέσματα φέρει καὶ ὡς πρὸς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι φοβοῦνται τὴν Βουλήν, διότι καὶ ἡ Βουλὴ ἡ ὀνομαζομένη Βουλὴ συντακτικὴ μὲ διπλάσιον ἀριθμὸν ἔχει τὴν θέλησιν καὶ τὴν δύναμιν, καὶ δύναται ἐὰν τὴν ὑποστηρίξῃ τὸ ἔθνος, νὰ προβῇ ἐκεῖ ὅπου φοβεῖσθε, ὅτι ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ προβῇ· λοιπὸν τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα εἶναι· ὡς πρὸς ἐμὲ ἀδιαφορῶ. Εἶναι τὸ αὐτὸ μὲ τὴν ἔκφρασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπου ἤκουσα πολλοὺς, Κύριοι, νὰ ταράσσῃ ἡ ἔκφρασις, καὶ εἶπον, ἐὰν θέλετε τὸ ὄνομα Προβούλιον, τὸ ψηφίζομεν. Ἂς μὴ κυττάξωμεν λοιπὸν τὴν λέξιν, ἂς κυττάξωμεν τὴν οὐσίαν. Ἐπαναλέγω λοιπὸν, ὅτι νομίζω, ὅτι θέλομεν ὑπηρετήσει τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους, θέλομεν ἐξασφαλίσει τὴν ἐλευθερίαν, θέλομεν προλάβει ἐπαναστάσεις, θέλομεν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος εὐχαριστήσει καὶ αὐτὸν τὸν δισταγμὸν, ὁ ὁποῖος φαίνεται εἰς τὸ διάγγελμα τοῦ Βασιλέως, θέλομεν συμφωνήσει τὰ πάντα ἐὰν παραδεχθῶμεν αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία εἶναι ἰδία μὲ ἐκείνην, τὴν ὁποίαν παρεδέχθημεν εἰς τὴν παρελθοῦσαν συζήτησιν.
§122ΛΟΥΖΗΣ. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι πολὺ παρεξετράπημεν τοῦ θέματος. Τὸ διάγγελμα τῆς Α. Μ. εἶναι λίαν σαφές· ἡμεῖς δὲ κατόπιν τῶν διασαφήσεων, ἃς ἔδωκεν ὁ ἀξιότιμος Κ. Δεληγιάννης, καθ’ ἃ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν καὶ πληρεξούσιος, συζητοῦμεν ἐκτὸς τῆς τροχιᾶς. Μεταξὺ τῶν ἀντικειμένων, περὶ ὧν διαλαμβάνει τὸ διάγγελμα τῆς Α. Μ. τὴν πρώτην κατέχει θέσιν τὸ ψηφισθὲν καὶ διαβιβασθὲν Σύνταγμα, ὅπερ, κατ’ ἐμὲ, ἀποτελεῖ τὸ κυρίως Βασιλικὸν μέρος τοῦ διαγγέλματος. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς δύω τινὰ, ἀφοῦ τῷ ὑπεβλήθη τὸ Σύνταγμα, ἠδύνατο καὶ ἐδικαιοῦτο νὰ εἴπῃ· ἀσπάζομαι τὸ Σύνταγμα τοῦτο, καὶ προσδιορίζω ἡμέραν τῆς ὁρκωμοσίας, ἢ τὸ μέρος Α, ἢ Β, τοῦ Συντάγματος δὲν δύναμαι νὰ τὸ παραδεχθῶ, καὶ προτείνω τὴν τροπολόγησιν αὐτοῦ. Ὡς συμβαλλόμενον μέρος εἶχε δικαίωμα, Κύριοι ἢ τὸ ἓν, ἢ τὸ ἄλλο νὰ πράξῃ, καὶ τοσοῦτο μᾶλλον, καθ’ ὅσον ἐπὶ τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τοῦ Συντάγματος, ἡ Α. Μ. εἶχεν ἤδη ἐκφρασθῆ. Ὀλίγα ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, ἔμενον εἰσέτι ἀσυζήτητα, ὁπότε διεβιβάσθη τὸ πρῶτον διάγγελμα εἰς τὴν Συνέλευσιν, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ Α. Μ. εἶπεν, ἀποδέχομαι ἅπαντα τὰ ψηφισθέντα, ἐντέλλομαι δὲ εἰς τοὺς ὑπουργούς μου ἵνα ὑποβάλλωσι τὸ ὑπόλοιπον, ὅπερ συνιστῶ εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως. Λέγω δὲ πολλῷ μᾶλλον, καθ’ ὅτι ἡμεῖς, Κύριοι, ἐτροπολογήσαμεν, δὲν τὸ ἐπαραδέχθημεν ὡς ἐπροτείνετο παρὰ τοῦ ὑπουργείου τὸ ὑπόλοιπον ἐκεῖνο μέρος τοῦ Συντάγματος, καὶ ἑπομένως ἠδύνατο καὶ ἐδικαιοῦτο ἡ Α. Μ. νὰ φέρῃ οἱανδήποτε παρατήρησιν ἢ τροπολογίαν. Τί λέγει πλὴν ἡ Α. Μ. διὰ τοῦ διαγγέλματος αὐτῆς; Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, τὸ ζήτημα, ἐκ τοῦ ὁποίου δὲν δυνάμεθα νὰ παρεκτραπῶμεν. Ἡ Α. Μ. μᾶς λέγει ῥητῶς, ἀσπάζομαι, ἀποδέχομαι τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον ὑμεῖς ἐψηφίσατε, καὶ προσδιορίζω ἡμέραν τῆς ὁρκωμοσίας. Ἐνταῦθα, Κύριοι, οὐδεμία ὑπάρχει ἀμφιβολία. Τὸ δεύτερον τοῦ διαγγέλματος ἀντικείμενον εἶναι ὅλως ἄσχετον πρὸς τὸ πρῶτον. Οἱ ὑπουργοί μου, λέγει ἡ Α. Μ. μοὶ παρέστησαν τὴν ἀνάγκην ἵνα ἡ Συνέλευσις ἐπιληφθῇ καὶ διεκπεραιώσῃ διάφορα ἄλλα ἔργα. Τὸ τοιοῦτον οὐδόλως ἐνδιαφέρει τὸ κυρίως συνταγματικὸν ζήτημα, ἐφ’ οὗ ἡ Α. Μ. ἀπεφάνθη ὁριστικῶς διὰ τῶν δύω πρώτων παραγράφων ἕπονται πλὴν καὶ ἕτεραι παράγραφοι. Οἱ παράγραφοι, Κύριοι, οὗτοι πρέπει νὰ συναρμολογηθῶσι μὲ τὰς δύω πρώτας παραγράφους τοῦ διαγγέλματος, πρέπει νὰ ὑπάρχῃ σύνδεσμος καὶ ἀλληλουχία μεταξὺ τῶν παραγράφων τούτων τῶν τελευταίων, καὶ τῶν δύω πρώτων παραγράφων τοῦ διαγγέλματος. Δὲν εἶναι βεβαίως ἀναιρετικοὶ ἢ ἀντιφατικοὶ οἱ τελευταῖοι οὗτοι παράγραφοι τῶν δύο πρώτων, καὶ ἂς ἐννοήσωμεν καλῶς πῶς ὁμιλεῖ ἡ Α. Μ. ἀνεξαρτήτως τῶν ἑρμηνειῶν καὶ ἐξηγήσεων τοῦ ἐπὶ τῶν ἐξωτερικῶν ὑπουργοῦ. Ἡμεῖς ὀφείλομεν αὐτὸ τὸ διάγγελμα νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν, καὶ ἐπὶ τοῦ λίαν σαφοῦς αὐτοῦ γράμματος ὁδηγούμενοι νὰ ἑρμηνεύσωμεν τὸν νοῦν τῆς Α. Μ. Δὲν ὑπάρχει, Κύριοι, δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀντίφασις μεταξὺ τῶν δύω πρώτων παραγράφων καὶ τῶν δύω τελευταίων, καὶ τόσον εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὥστε οὐδεμία γίνεται πρότασις ἐὰν ἐπρόκειτο ἵνα τροπολογήσωμεν τὸ δεύτερον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ἐν τῷ μέρει ἐκείνῳ, ἐν ᾧ γίνεται μνεία περὶ τῆς καθολικῆς ῥωμαϊκῆς ἐκκλησίας. Ἐὰν ἐπρόκειτο, Κύριοι, νὰ τροπολογήσωμεν τὸ ἕτερον ἄρθρον τὸ ἀφορῶν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, μὰ τὴν ἀλήθειαν ἔπρεπε νὰ ὑποβληθῇ συγχρόνως καὶ μία γνώμη, ἀλλὰ πῶς ἦτο δυνατὸν τοῦτο, ἀφ’ οὗ εἰς τοὺς δύω πρώτους παραγράφους ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως ῥητῶς λέγει ἀποδέχομαι τὸ ψηφισθὲν παρὰ τῆς Συνελεύσεως Σύνταγμα καὶ ὁρίζω τὴν ἡμέραν τῆς ὁρκωμοσίας μου;» Ἦτον ἀδύνατον, Κύριοι, νὰ προταθῇ μία οἱαδήποτε τροπολόγησις μετὰ τοὺς δύω πρώτους παραγράφους. Καὶ παρατηρήσατε, Κύριοι, ὅτι αἱ δύω τελευταῖαι παράγραφοι, ἡ μὲν ἥτις ἀφορᾷ τὸ ἄρθρον 2, ἡ δὲ, ἥτις ἀφορᾷ τὸ περὶ ἀναθεωρήσεως ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, φέρονται, Κύριοι, ὑπάρχουσι συντεταγμέναι ὡς ἡμεῖς οἱ νομικοὶ λέγομεν cum verbis precativis, ἡ δὲ quasi consilium, ἡ μὲν δηλ. παρακλητικῶς, ἡ δὲ παραινετικῶς. Κατὰ τὴν ἀσθενῆ ὅθεν γνώμην, Κύριοι, ἣν ἐμόρφωσα, ἀφ’ οὗ μετὰ πλείστης ὅσης ἐπιστασίας ἐμελέτησα τὸ διάγγελμα, καὶ εἰς τὴν ὁποίαν ἐμμένω, μεχρισοῦ ἄλλος τις ἐξ ὑμῶν δὲν μὲ πείσῃ διὰ λόγων ἰσχυρῶν ὅτι περιπίπτω εἰς πλάνην, καὶ εὔχομαι νὰ εὑρεθῇ ὁ τοιοῦτος, καὶ θέλω τῷ ὁμολογήσει χάριν, κατὰ τὴν ἀσθενῆ ὅθεν γνώμην μου, μεταξὺ τοῦ ἔθνους καὶ τοῦ Βασιλέως, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διένεξις, οὐδεμία ἀμφιβολία, ὁ Βασιλεὺς ἀπεδέχθη τὸ Σύνταγμα.
§123ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Καὶ θὰ δώσῃ τὸν ὅρκον εἰς τὰς 16.
§124ΛΟΥΖΗΣ. Κατὰ δεύτερον λόγον, Κύριοι, διαλαμβάνει περὶ ἑνὸς ἀντικειμένου, ὅλως ὑπουργικοῦ, ὁποῖον εἶναι ἡ ὑποβληθεῖσα παρὰ τοῦ ὑπουργείου ἀνάγκη παρατάσεως τινὸς, καὶ φαίνεται μάλιστα, ὅτι ἐξ αὐτῆς τῆς ἀνάγκης παρετάθη ἡ ὁρκωμοσία μέχρι τῆς 16, ὅπως δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπεξεργασθῇ τὰ ἔργα τὰ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως ἤδη ὑποβληθέντα εἰς τὴν ἡμετέραν ἐπιψήφισιν, καὶ ὡς πρὸς τοῦτο ἠκούσαμεν τὸν ἔντιμον ὑπουργὸν ἐπὶ τῶν Ἐξωτερικῶν, ὅστις μᾶς εἶπεν ὅτι τὸ διάγγελμα φέρει καὶ τὴν ὑπογραφὴν τῶν ὑπουργῶν, καθ’ ὅτι διαλαμβάνει περὶ μιᾶς αἰτήσεως, τὴν ὁποίαν αὐτοὶ οἱ ὑπουργοὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Α. Μ. Ἔπονται ἐπὶ τέλους αἱ δύο τελευταῖαι παράγραφοι, περὶ ὧν ἐποιήσαμεν μνείαν. Ἐὰν λοιπὸν ᾖναι τοιοῦτον, ἠδύνατο, πιστεύω, ἡ Συνέλευσις ν’ ἀπαλλαχθῇ πάσης μερίμνης ὅπως συζητήσῃ. Δὲν ἠθέλησε πλὴν νὰ τὸ κάμῃ, ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ, ὅπως ἀνεύρῃ τὸ αἴτιον τὸ ὑπαγορεῦον τοὺς δύο τελευταίους παραγράφους. Ἐντεῦθεν ἀναγκάζομαι καὶ ἐγὼ νὰ ἐξετάσω εἰς τί ἀπολήγει ἡ Βασιλικὴ παράκλησις, εἰς τί ἀπολήγει ἡ Βασιλικὴ παραίνεσις. Ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ὡς πρὸς τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν παράκλησιν βλέπετε, ὅτι μίαν πολὺ διάφορον ἰδέαν εἶχε μορφώσει, ὁπόταν διεβίβαζε τὸ πρῶτον διάγγελμα εἰς τὴν Συνέλευσιν, καθότι τότε ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως, καθὼς καὶ τώρα ἄνευ οὐδεμιᾶς ἐπιφυλάξεως, ἄνευ οὐδεμιᾶς διακρίσεως καὶ ὅρου μᾶς εἶπεν, ἀποδέχομαι τὸ ψηφισθὲν Σύνταγμα. Πρέπει λοιπὸν νὰ ὑποθέσωμεν ὅτι τὸ «ἀρτίως» ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἀπαντᾶται εἰς τὸ διάγγελμα, τὸ ἀρτίως» ἐκεῖνο αἰνίττεται πράξεις λαβούσας χώραν μετὰ τὴν ὑποβολὴν τοῦ Συντάγματος, ἀφοῦ δηλ. ἡ πρεσβεία τῆς Συνελεύσεως ὑπέβαλε εἰς τὸν Βασιλέα τὸ ψηφισθὲν Σύνταγμα.
§125ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Μετὰ τὴν ἔκδοσιν τοῦ διαγγέλματος.
§126ΛΟΥΖΗΣ. Ὄχι, διότι ἤθελεν εἰδοποιηθῆ ἐγκαίρως τότε. Ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, ὅτι ἀποδέχομαι τὸ ψηφισθὲν Σύνταγμα μέχρι τῆς ὥρας ταύτης καὶ τότε εἶχε ψηφισθῆ τὸ δεύτερον ἄρθρον. Λοιπὸν αὐτὸ τὸ «ἀρτίως», τὸ ὁποῖον ἀπαντῶμεν εἰς τὸ διάγγελμα, κατ’ ἐμὲ οὕτως ἐξηγεῖται, οὕτως ἑρμηνεύεται, ἀφοῦ δηλ. ἐπεψηφίσθη τὸ Σύνταγμα ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, καὶ ὑπεβλήθη εἰς τὸν Βασιλέα, τότε ἔλαβε χώραν ἡ διακοίνωσις· ἀδιάφορον πλὴν πότε καὶ πῶς συνέβη· ἡμεῖς πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν τὴν οὐσίαν τοῦ πράγματος καὶ νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος εἴτε τοὺς τύπους, εἴτε ἄλλα ἐξωτερικὰ γεγονότα, πρέπει νὰ ἐπιστήσωμεν τὴν προσοχήν μας ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους ἀντικειμένου ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἡ Α. Μ. μᾶς παρακαλεῖ νὰ ἐπιφέρωμεν θεραπείαν τινα. Καὶ ὅτι, Κύριοι, δύναται νὰ ᾖναι μία ἀξίωσις ἐξωτερικὴ, οὐδεὶς κατὰ τοῦτο ἀμφιβάλλει· τὸ λέγει ἡ Α. Μ. (θόρυβος). Παρακαλῶ νὰ μοὶ εἴπῃ ἡ Συνέλευσις, ἂν εὐαρεστῆται νὰ ἐξακολουθήσω τὴν ἀγόρευσιν, εἰ δὲ μὴ νὰ παύσω, ὄχι! ὄχι!)· δι’ ἕνα μόνον λόγον, ὅτι δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ ἐξακολουθήσω νὰ συζητῶ ἐν μέσῳ θορύβου καὶ εἰς τόσῳ προχωρημένην ὥραν.
§127ΠΟΛΛΟΙ. Ἐξακολουθήσατε, σᾶς ἀκούομεν.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσέξατε, Κύριοι, τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαῖον.
§129ΜΑΚΡΗΣ. Ἔχομεν τὴν εὐχαρίστησιν νὰ σᾶς ἀκούωμεν ἡμεῖς.
§130ΛΟΥΖΗΣ. Εὔχομαι νὰ ἔχωσιν ὅλοι τὴν αὐτὴν ἐπιθυμίαν. Ἐνῷ λοιπὸν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ὑποβάλλει αὐτὴν τὴν ξένην αἴτησιν, αὐτὴν τὴν ξένην διακοίνωσιν, βλέπει, αἰσθάνεται, ἀναγνωρίζει καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος τὸ ἀνυπόστατον τῆς αἰτήσεως αὐτῆς· (θόρυβος) καὶ τὸ ἀναγνωρίζει, Κύριοι, διότι ὑπάρχουσι νόμοι, ὑπάρχουσι συνθῆκαι, αἱ ὁποῖαι παραβαλλόμεναι μὲ τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἡμεῖς ἐψηφίσαμεν, οὐδὲν ἔχουσι τὸ ἀπᾷδον. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, πῶς δύναται νοῦς διπλωματικὸς, ἐκτὸς ἂν ᾖναι σοφιστικὸς, πῶς δύναται λέγω νὰ εὕρῃ τι ἀπᾷδον μεταξὺ τῆς ἐν Λονδίνῳ συνθήκης τοῦ 1830, τοῦ πρωτοκόλλου τοῦ 1863 καὶ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ Συντάγματος; Ἂν ἡ Ῥωμαϊκὴ Ἐκκλησία ἐκέκτητο δικαιώματα ὑπὸ τὸ Κράτος τῆς Τουρκίας, ὡς ἐκέκτητο καὶ ἐπὶ Ἑνετοκρατίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον, ἂν διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 1830 ὡρίσθησαν ἀκριβῶς ὁποῖα ἦσαν τὰ δικαιώματα, ὁποῖαι ἦσαν αἱ προνομίαι τῆς Ῥωμαϊκῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐν Ἑλλάδι, καὶ δὲν δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, ὅτι ὡρίσθησαν διαφοροτρόπως ἀφ’ ὅ,τι ὁρίζει τὸ 6ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, χωρὶς νὰ προσβάλῃ τὰς χριστιανικωτάτας δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι συνωμολόγησαν τὴν συνθήκην ἐκείνην, ἥτις δὲν εἶναι συνθήκη μετὰ Ὀθωμανικοῦ, ἀλλὰ μετὰ χριστιανικοῦ Κράτους, ἂν, λέγω, διευκρινήθησαν τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ ἂν αὐτὰ ταῦτα ἐπανελήφθησαν διὰ τῆς ἐν Λονδίνῳ διομολογηθείσης συνθήκης μετὰ τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου, δύνανται, Κύριοι, νὰ ἀπαιτήσωσι πλέον τῶν προνομίων καὶ δικαιωμάτων ἐκείνων, δύναται Κύριοι, μία ὁποιαδήποτε ξένη δύναμις νὰ ἀπαιτήσῃ περισσότερα ἀπὸ ἡμᾶς ἀφ’ ὅ,τι ἔδωσαν αἱ συνθῆκαι; Ἀλλ’ ἂν, Κύριοι, ἡ ἰδιοτροπία, ἢ ἡ ἀμάθεια, ἢ καὶ αὐτὴ ἡ σοφιστεία διαστρέφῃ τὸ πνεῦμα τῶν συνθηκῶν ἐκείνων, δύναται ἡ ἀντιπροσωπεία ἑνὸς Ἔθνους ὁλοκλήρου νὰ ὑποκύψῃ, Κύριοι, εἰς τὰ ἡμαρτημένα, ἀφοῦ μάλιστα ὡς τοιαῦτα ἀναγνωρίζει αὐτὰ καὶ ὁ Ἄρχων τῆς πολιτείας; (Εὖγε, εὖγε). Ναὶ, Κύριοι, τὰ ἀναγνωρίζει, καὶ δὲν εἶναι καμμία ἀμφιβολία, καὶ ἠθέλαμεν πολὺ ἀδικήσει τὸν Ἄρχοντα τῆς πολιτείας, ἂν ἐλέγαμεν ὅτι δὲν ἀναγνωρίζει τὸ ἀνυπόστατον τῆς ἀπαιτήσεως δι’ αὐτοῦ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν διαγγέλματος. Μοὶ ὑπεβλήθη, λέγει, ἡ παρατήρησις αὕτη, σκεφθῆτε ἵνα διευκολύνητε τὴν Κυβέρνησίν μου εἰς τὸ μέλλον. Δὲν λέγω, καταργήσατε τὴν ῥήτραν τοῦ Συντάγματος, καταργήσατε, ὅ,τι ὀρθῶς καθιερώσατε ἐν τῷ Συντάγματι, ἀλλὰ σκεφθῆτε ὅπως ἀνεύρητε τρόπον, ἔστω καὶ ἀνεξαρτήτως τοῦ Συντάγματος, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ διευκολύνετε τὴν Κυβέρνησίν μου εἰς τὸ μέλλον, τοῦτο λέγει τὸν Β. Διάγγελμα. Καὶ ἐπειδὴ, Κύριοι, ἐπιθυμῶ, ὥστε ἐπὶ τοῦ λίαν ἀκροσφαλοῦς τούτου ἀντικειμένου, τοῦ ἔχοντος σχέσιν μὲ τὰς συνθήκας, οὐχὶ ἐπὶ τὸ δημοκοπικώτερον, οὐχὶ διὰ σοφιστειῶν, ἀλλὰ διὰ τῆς πραγματικότητος νὰ λύσωμεν τὸ ζήτημα, ἐπιτρέψατε ὅπως σᾶς ἀναγνώσω αὐτὰς Συνθήκας.
§131ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§132ΛΟΥΖΗΣ. Εἰς τὰς γενομένας διαπραγματεύσεις κατὰ τὴν συνθήκην τοῦ 1830 ἡ Γαλλία ὑπέβαλεν ὑπόμνημα ἐπ’ αὐτοῦ τούτου τοῦ ἀντικειμένου. Καὶ ἰδοὺ, Κύριοι, τὶ ἐγένετο. Ἐπειδὴ ἡ ἀξίωσις αὕτη ἀναγνωρίζεται δικαία, ἀπεκδύεται τῆς προστασίας τὴν ὁποίαν ἐπὶ Τουρκίας εἶχεν ὁ χριστιανικώτατος Βασιλεὺς τῆς Γαλλίας, ἐπὶ ὅλων τῶν πρεσβευόντων τὸ δυτικὸν καθολικὸν δόγμα, καὶ τῆς ἐκκλησίας τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐν τῇ Ἀνατολῇ. «Ἐπειδὴ, λέγει, τὸ Πρωτόκολλον τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830, ἀνεγνωρίσθη τὸ δίκαιον τοῦ ζητήματος, ἀπεφασίσθη νὰ ἐκτελῆται ἐλευθέρως καὶ δημοσίως εἰς τὴν νέαν πολιτείαν ἡ λατρεία τῆς Δυτικῆς θρησκείας, αἱ κτήσεις των νὰ ἦναι ἠσφαλισμέναι, νὰ διατηρηθῶσιν ἀνέπαφα τὰ καθήκοντα, δίκαια, καὶ προνόμια τῶν ἀρχιερέων, τὰ ὁποῖα οὗτοι ἀπελάμβανον ἐπὶ τῆς προστασίας τῶν βασιλέων τῆς Γαλλίας», ἡ καθολικὴ θρησκεία νὰ ἐκτελῇ ἀκωλύτως εἰς τὸ νέον Κράτος τὰς τελετὰς τῆς λατρείας αὐτῆς καὶ αἱ εἰς αὐτὴν ἀνήκουσαι ἰδιοκτησία νὰ ᾖναι ἀνεπηρέαστοι. Μήπως ἡμεῖς διὰ τοῦ Συντάγματος λέγομεν, ὅτι ὁ Πρόεδρος τῆς Συνόδου θὰ κάμῃ τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ῥώμης; ὄχι, λέγομεν μόνον, ὅτι οἱ ἐπίσκοποι τῆς καθολικῆς Ἐκκλησίας ἐνταῦθα θὰ ᾖναι Ἕλληνες τὴν καταγωγὴν, καθόσον θὰ ἐξασκῶσι τὴν λειτουργίαν αὐτῶν ἐντὸς τοῦ Βασιλείου τῆς Ἑλλάδος. Ἡ προχείρησις αὐτῶν θὰ γίνεται ἀπὸ τὸν Πάππαν, ὁ Πάπας θὰ προχειρίζῃ τοὺς ἐφημερίους καὶ τοὺς ἐπισκόπους τῶν καθολικῶν. Δὲν λέγομεν νὰ στείλωμεν ἐπισκόπους ἰδικούς μας χειροτονουμένους ἀπὸ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου, ἀλλὰ νὰ ᾖναι Ἕλληνες ὡς μέλλοντες νὰ χρησιμεύσωσι διὰ τὰς Ἑλληνικὰς κοινότητας, νὰ διατηρῶσι δὲ ἀπαραμειώτως τὰ δικαιώματα καὶ τὰ προνόμια, τὰ ὁποῖα ἔχαιρον ὑπὸ τὴν προστασίαν τοῦ Βασιλέως τῆς Γαλλίας· ἀφαιροῦμεν ἴσως προνόμια ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους αὐτοὺς, ἀφαιροῦμεν δικαιώματα διὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος; ἐφαντάσθητε ποτὲ νὰ ἐπεμβῆτε εἰς τὰ διαζύγια, νὰ εἰπῆτε ὅτι τὸ περὶ διαζεύξεως τοῦ γάμου ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον ἔχουν ἐκεῖνοι, θὰ δικάζεται ἀπὸ τοὺς ἐπισκόπους ἡμῶν; ἐφαντάσθητε νὰ εἰπῆτε, ὅτι αἱ ἄδειαι τοῦ γάμου θὰ δίδωνται ἀπὸ τοὺς ἡμετέρους ἐφημερίους; ἐφαντάσθητε νὰ ὁρίσητε τὰ περὶ τῶν μνηστειῶν αὐτῶν, τὰ περὶ τῆς ἐσωτερικῆς καὶ ἐξωτερικῆς λατρείας των; ποτὲ, Κύριοι· ἐκεῖνο ἤθελεν εἶσθαι προσβολὴ εἰς τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς ἐκκλησίας των, ἤθελεν εἶσθαι προσβολὴ κατὰ τῶν συνθηκῶν τῶν 30. Ἐὰν τοιοῦτόν τι ἐπράττομεν, τότε ἀληθῶς ἠθέλομεν ἐκτεθῆ πρὸς τὴν φίλην καὶ εὐεργέτιδα Δύναμιν, ἥτις προστατεύει τὴν Ῥώμην, προστατεύει, ναὶ, τὴν Ῥώμην, ἀλλὰ καὶ ἀγαπᾷ τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐνδέχεται νὰ περιέπεσον οἱ πολιτικοί της εἰς πλάνην, ἐνδέχεται νὰ ὑπῆρξεν ἡ πλάνη αὕτη, καὶ ἐπεθύμουν νὰ ᾖναι παρόντες νὰ συζητήσωμεν ἀδελφικῶς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, διὰ νὰ τοὺς πείσωμεν, ὅτι εὑρίσκονται εἰς μεγάλην ἀπάτην· ἐγὼ πρῶτος Κύριοι, ἤθελον ἐξεγερθῆ καὶ ἀντισταθῆ, ἂν τοιοῦτο ἐγίνετο, καὶ ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα, ὅτι, ὅτε ἐψηφίζετο ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν εἶχε φέρει ὁ ἀξιότιμος Κύριος Εὐμορφόπουλος, εἶπον εἰς τὸν πλησίον μου καθήμενον Κύριον Χρηστίδην, ὅτι τὸ μέρος τοῦτο θὰ δώσῃ ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις· καὶ τὰς ἔδωκε. Ἀλλὰ δὲν εἶναι λόγος, Κύριοι, ἐπειδὴ ἔδωκε ἀφορμὴν εἰς παρεξηγήσεις, δὲν εἶναι λόγος ἵνα ἐπανέλθῃ ἡ Συνέλευσις καὶ νὰ καταστρέψῃ ὅ,τι ὀρθῶς ἀπεφάσισε. Καὶ μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι ἡ συνθήκη τῶν 63 προσέθηκεν οὔτε κεραίαν εἰς τὴν συνθήκην τῶν 30· εἶναι ἀπαραλλάκτως ἡ αὐτή. Ἄρθρ. 4 τῆς συνθήκης ἐκείνης. «Ἡ εἰδικὴ προστασία (ἀναγινώσκει τὸ ἄρθρον) Καὶ, Κύριοι, ἦτο πάντη περιττὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830,» τὸ ὁποῖον ἐνεγράφη εἰς τὴν συνθήκην, καὶ ἠξεύρετε διατί; διότι ἀκόμη εἰς τὴν Ἑπτάνησον καὶ εἰς τὴν Κέρκυραν ἔχουν ὅλην τὴν ἐλευθερίαν, οὐχὶ ὅμως τῆς ἐσωτερικῆς λατρείας, ἀλλὰ καὶ τῆς ἐξωτερικῆς λατρείας· ὁπόταν θέλωσι κάμουσι τὰς λατρείας των, ἐν ᾧ ἐνταῦθα κατὰ τὰ καταστατικὰ τῆς Ἱερᾶς Συνόδου πρέπει νὰ λάβωσι τὴν ἄδειαν. Ἦτο πάντη περιττὸν νὰ ἐγγραφῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν συνθήκην, ἀλλὰ τί πρὸς τοῦτο; μήπως χορηγεῖ καὶ μεγαλείτερον δικαίωμα ἀφ’ ὅ,τι ἐχορήγει ἡ συνθήκη τοῦ 30; καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα, καθότι, ἐὰν Κύριοι, εἴτε διὰ τῆς συνθήκης ταύτης τοῦ 63, εἴτε διὰ τῆς συνθήκης τοῦ 30 δεικνύεται τοιοῦτόν τι, καὶ ἐπιθυμῶ νὰ μὲ διαδεχθῇ ἕτερος ἱκανώτερος ἐμοῦ εἰς τὸ βῆμα νὰ μὲ διαφωτίσῃ εἰς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, τὸ ὁποῖον ζητῶ μεθ’ ὅλης τῆς εἰλικρινείας, ἂν, Κύριοι χορηγῇ μεγαλείτερα δικαιώματα, τὰ ὁποῖα ἡμεῖς προσβάλλομεν διὰ τῆς διατάξεως τοῦ 2 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, ἂς τὸ διορθώσωμεν, διότι ὀφείλομεν πολλὰ εἰς τὴν δύναμιν, ἥτις ἀπευθύνει τὴν ἀπαίτησιν ταύτην, καὶ ἐγὼ πρῶτος ἂν ἔσφαλα, ἀσμένως θέλω ὑποκύψει, ἀλλ’ ἂν δὲν ἔσφαλεν ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι τῆς ἀξιοπρεπείας τοῦ ἔθνους νὰ μεταβάλλωμεν τὰ καλῶς ψηφισθέντα, (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Δὲν εἶναι τῆς ἡμετέρας ἀξιοπρεπείας, ἵνα ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ καλῶς ψηφισθέντα, ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ ἡμέτερος Ἡγεμὼν, ὁ ἀπευθύνων τὰς παρατηρήσεις ταύτας, δὲν ἀπαιτεῖ ἵνα διορθωθῇ τὸ Σύνταγμα· λέγει μόνον νὰ ἀνεύρωμεν κἄτι τι, ὅπως διευκολυνθῇ ἡ Κυβέρνησίς του εἰς τὸ μέλλον. Ταῦτα, Κύριοι, ᾐσθανόμην τὴν ἀκαταγώνιστον ἀνάγκην νὰ ὑποβάλλω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ζητήματος εἰς τὰς σκέψεις τῆς Συνελεύσεως· διότι ἐνόμιζον ἔλλειψιν ἱεροῦ καθήκοντος ἐπὶ ἀντικειμένου ἱεροῦ, ἂν δὲν τὰ ὑπέβαλον· καὶ λέγω κἄτι τι περισσότερον. Προσέξατε, Κύριε, ἐν Ἑπτανήσῳ ὑπάρχουν ἀκόμη ἱερεῖς λειτουργοὶ μισθοδοτούμενοι ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν, ἀπὸ τὸ ταμεῖον τὸ Ἑλληνικόν. Καὶ πιστεύω, ὅτι τινὲς τῶν ἀξιοτίμων συναδέλφων Ἑπτανησίων παρετήρησαν, ὅτι εἰς τὸ ἐγχώριον μισθολόγιον τῆς Κερκύρας ὑπάρχουν τὰ ὀνόματα καὶ ὁ μισθός, καὶ διατί; διότι ἡ Ἰόνιος Κυβέρνησις εἶχε λάβει τὰ κτήματα τῆς δυτικῆς Ἐκκλησίας τὰ διακρινόμενα ὑπὸ τὸ ὄνομα «mensa arcivescute Latina» καὶ ἀνήκοντα ὡς τότε ἐλέγετο εἰς τὴν Μεγάλην Ἐκκλησίαν, ἤτοι τὴν ἐκεῖ λατινικὴν Μητρόπολιν. Αὐτὰ ὅλα τὰ κτήματα τὰ ἐδήμευσεν ἡ Κυβέρνησις καὶ προσδιώρισεν ἕνα μισθὸν διὰ τοὺς καθολικοὺς ἱερεῖς. Μέχρι τινος ἐλάμβανον 100 τάλληρα κατὰ μῆνα καὶ ὁ ἐκεῖ Λατινεπίσκοπος· ὑπάρχει δὲ καὶ νόμος Κοινοβουλευτικός, ὁ ὁποῖος ὑποχρεοῖ τὴν Κυβέρνησιν νὰ πληρόνῃ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ὄχι μόνον προνομίας ἐξασκοῦσιν, ἀλλὰ καὶ μισθοδοτοῦνται ἀπὸ τῶν καθολικῶν. Μεταβαίνω, Κύριοι, εἰς τὸ ἄλλο μέρος τοῦ Βασιλικοῦ διαγγέλματος, τὸ ὁποῖον δὲν διαλαμβάνει παρὰ μίαν ἁπλῆν παραίνεσιν. Ἐννοῶ πολὺ καλὰ ποία εἶναι ἡ βαρύτης μιᾶς βασιλικῆς ἐπιστολῆς, καὶ ἐπειδὴ ὁμολογῶ τὸ ἁμάρτημά μου, εἶμαι βασιλικώτατος, μεθ’ ὅλης τῆς σοβαρότητος καὶ τῆς ἀληθείας ἐπιλαμβάνομαι τοῦ μέρους τούτου τοῦ διαγγέλματος.... Μίαν παρατήρησιν ἤκουσα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Ζακύνθου νὰ κάμῃ, ὅτι δηλ. ἡμεῖς πολλὰς ἐθεσμοθετήσαμεν ἐλευθερίας, ἀλλ’ ὅτι ὑπάρχουσι πολλαὶ ἀτέλειαι ὑπὸ τὴν ἔποψιν, προσέξατε, τῆς ἐλευθερίας, καὶ ὅτι ἐλεύσεται ἴσως ἡμέρα, καθ’ ἣν αὐτὸς ὁ λαὸς θέτων εἰς ἐνέργειαν τὸ Σύνταγμα τοῦτο θέλει αἰσθανθῆ τὴν ἀνάγκην περαιτέρω βημάτων, καὶ τότε ἓν ἐκ τῶν δύω, ἢ διὰ τῆς νομιμότητος, ἢ δι’ ἐκρήξεως θέλει λάβει ὅ,τι ἀπαιτεῖ. Τὸ τοιοῦτον, Κύριοι, ἔκαμε μεγάλην ἐντύπωσιν καὶ ἔπρεπε νὰ μοὶ κάμῃ· ἀλλὰ λυποῦμαι ὅτι δὲν ὑπεδείχθησαν αἱ πλημμέλειαι τοῦ Συντάγματος ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐλευθερίας. Λυποῦμαι, Κύριοι, ὅτι δὲν ἐῤῥέθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι ὁ λαὸς εἶχε δικαίωμα νὰ λάβῃ τὰς δεῖνα ἢ δεῖνα ἐλευθερίας, καὶ δὲν τὰς ἔλαβε, καὶ ἀφοῦ ἀρχίσῃ νὰ δοκιμάσῃ τὸ Σύνταγμα, τότε θὰ αἰσθανθῇ τὴν ἀνάγκην. Μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ διευκρίνισις τοῦ λίαν σπουδαίου τούτου ζητήματος ἀπαιτοῦσα, ὥστε ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ μὴ ῥιφθῇ μία ἀφῃρημένη λέξις, ἀλλ’ ἀκριβῶς καὶ συγκεκριμένως νὰ ὁμιλήσουν, διότι ἐὰν ἐγὼ ἐν ἀγνοίᾳ μου, ἢ διότι ὑστεροῦμαι τῶν ἀναγκαίων φώτων, παραμελήσω ἵνα προτείνω τι ἀφορῶν τὰς ἐλευθερίας τοῦ λαοῦ, ἐὰν ἥμαρτον, ἐπιθυμῶ νὰ τὸ διορθώσω, δὲν ἤθελον νὰ ἀφήσω εἰς τὰς ἀκολούθους Βουλὰς ὁπωσδήποτε ἀπαρτιζομένας, τὴν τιμὴν ταύτην, ἐπιθυμῶ καλλίτερον νὰ τὴν λάβῃ αὐτὴ ἡ πανελλήνιος Συνέλευσις. Ἤθελα σήμερον νὰ τὸ πράξω, καὶ ἂς μοῦ ὑποδείξουν μίαν μόνην πλημμέλειαν ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς ἐλευθερίας, ἐγὼ θέλω τὴν ἀσπασθῆ ἀμέσως, καὶ εἶμαι βέβαιος ὅτι θέλει τὴν ἀσπασθῆ ἅπασα ἡ ἐθνικὴ αὕτη ὁμήγυρις. Δὲν φοβοῦμαι, καθότι εἶναι ἀρκούντως, καὶ ἴσως κἄποιος ἤθελε μοὶ εἰπεῖ, ὑπὲρ τὸ δέον καθιερωμέναι καὶ ἐξησφαλισμέναι αἱ ἐλευθερίαι τοῦ λαοῦ διὰ τοῦ Συντάγματος, τὸ ὁποῖον ἐψηφίσαμεν. Δὲν φοβοῦμαι μὴ ὀψέποτε ἔλθῃ ἡμέρα, καθ’ ἣν ὁ λαὸς ἀπαιτήσει περαιτέρω βήματα πρὸς τὰς ἐλευθερίας, ἐνῷ δὲν ὑπάρχει εἰς τὴν Εὐρώπην Σύνταγμα πλέον ἐλευθέριον τούτου, καὶ ἑπομένως ἢ νὰ διαῤῥήξῃ τοῦτο διὰ τῆς βίας, ἢ νὰ εὑρεθῇ τὸ νόμιμον μέσον ὅπως προλάβωμεν τὴν βίαν. Δὲν φοβοῦμαι τοῦτο, τὸ ἀνάπαλιν, καὶ, φίλτατε Λομβάρδε, ἡ ψήφισις τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, καὶ τὰ πρακτικὰ ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ νόμου, ἔπρεπε νὰ διδάξουν καὶ σὲ, ὅτι ἔπρεπε νὰ φοβηθῇς τὸ ἀνάπαλιν.
§133ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. ...... (θόρυβος).
§134ΛΟΥΖΗΣ. Ἡ Ἑλλὰς εἶναι Ἑλλὰς καὶ ἔσεται Ἑλλὰς, καὶ θέλει προβῆ εἰς τὸν προορισμόν της μὲ τὰ αὐτὰ ἤθη καὶ ἔθιμα· δὲν θὰ τὴν ἀλλάξωμεν ἡμεῖς. Ἔχε λοιπὸν πρὸ ὀφθαλμῶν τὸν ἐκλογικὸν νόμον, τὸ πρόσφατον τοῦτο γεγονὸς, καὶ τρέμε καθὼς καὶ ἐγώ, ὄχι ἕνεκα ἐλλείψεων ἐλευθεριῶν, ἀλλὰ μὴ καταδολιευθῶσιν αἱ ἤδη ψηφισθεῖσαι (χειροκροτήματα). Πιστεύεις, φίλτατε, ὅτι τὰ ¾ ἢ τὰ ⅘ ἢ τὰ ⅔ τῶν ἐλευσομένων βουλευτῶν θὰ ψηφίσωσιν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος ἐπ’ ἀγαθῷ τοῦ Ἔθνους, διὰ νὰ στηρίξουν καὶ προσθέτουν ἐλευθερίας; Ἀπατᾶσαι πάρα πολύ. Ἂν μ’ ἐρωτήσῃς εὐσυνειδότως νὰ σοὶ εἴπω τὴν γνώμην μου ἐπὶ τῶν ψηφισθεισῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας καὶ ἐγὼ ὑπερεψήφισα καὶ τὰς νομίζω λίαν σπουδαίας, ἂν, λέγω, μοὶ εἴπῃς, φίλε Λούζη, εἶναι ἐφαρμόσιμαι, ἢ θὰ διαπαιχθῶσι μεθαύριον; ἤθελες μὲ ἐμβάλλει εἰς μεγάλην δυσχέρειαν ἵνα σοὶ ἀπαντήσω. Πρόσεχε λοιπὸν, ἂς μὴ παραγνωρίζωμεν τὰς τάσεις μας, τὴν ἀνατροφήν μας, τὴν πρόοδόν μας· καὶ ταῦτα πάντα ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν, ἂς εὐχαριστηθῶμεν εἰς τὰ ψηφισθέντα, ἂς ἀναπτυχθῇ ὁ νεαρὸς Βασιλεύς μας ὑπὸ τὴν σκιὰν τούτου τοῦ δένδρου, ἂς τραφῇ, ἂς ἀνδρωθῇ, καὶ ὅταν ἀνδρωθῇ, καὶ ὅταν μαζὺ μὲ αὐτὸν ἀνδρωθῇ καὶ τὸ ἔθνος, καὶ ἀμφότεροι αἰσθανθῶσι τὴν ἀνάγκην, τότε ἂς ἀναθεωρηθῇ τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ τότε θὰ ᾖναι ἀνὴρ τέλειος ὁ Βασιλεύς μας, τώρα ὄχι (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα).
§135Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Νομίζετε Κύριοι, ὅτι δὲν ἔχω ἀκριβῆ συνείδησιν τῆς δυσχερείας, εἰς τὴν ὁποίαν ὑποβάλλομαι διαδεχόμενος τὸν Κ. Λούζην ἐπὶ τοῦ βήματος; ἔχω ἀκριβῆ συνείδησιν αὐτῆς. Ὁ Κ. Λούζης κατέρχεται τοῦ βήματος ἐν τῷ μέσῳ ἐκδεδηλωμένων ἐπιδοκιμασιῶν πτέρυγός τινος τῶν ἀκροατηρίων· αἱ χειροκροτήσεις εἰσὶν ἔναυλος εἰς τὰς ἀκοάς μου. Ὁ Κύριος Λούζης οὐδέποτε κατέβη τοῦ βήματος χωρὶς νὰ χειροκροτηθῇ, ἔχει ἰδίαν ἱκανότητα ἵνα προάγωσι τοιοῦτον ἀποτέλεσμα αἱ εὔγλωττοι ἀγορεύσεις του. Καὶ ἐγὼ μετ’ αὐτὸν ἔρχομαι ἵνα ἀντιλέξω εἰς αὐτόν. Δυσχερὴς ἡ θέσις μου, ἀλλ’ ἡ συνείδησις τοῦ καθήκοντος μοὶ ἐπιβάλλει νὰ ἀποδυθῶ καὶ εἰς τὴν δυσχέρειαν ταύτην, νὰ προσέλθω καὶ φέρω εἰς γνῶσίν σας πρὸ τῆς ὁριστικῆς ψήφου σας παρατηρήσεις, τὰς ὁποίας ὀφείλω νὰ σᾶς ἀπευθύνω. Δὲν εἶμαι τελείως ὀπαδὸς τῆς τακτικῆς ἐκείνης τινῶν συναδέλφων μου οἱ ὁποῖοι συνειθίζουσι, διὰ νὰ περιβάλωσι μετὰ μείζονος ὄγκου τοὺς ἰσχυρισμούς των, νὰ ἀποδίδωσι κακὰς προαιρέσεις εἰς τοὺς τἀναντία φρονοῦντας. Οὐδέποτε ἀκολούθησα τὴν τακτικὴν ταύτην, ἀποκρούω, ἀποτροπιάζομαι αὐτήν· ἐσυνείθισα νὰ ὑποστηρίζω τὰς γνώμας μου, διὰ τῶν λόγων τοὺς ὁποίους ἔχω πρὸς ὑποστήριξιν αὐτῶν, ἀφίνω δὲ τοὺς λόγους τούτους νὰ τοὺς δικάσῃ ἡ ἱστορία, νὰ τοὺς κρίνωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τοὺς ἀκούουσι ἀφοῦ λησμονήσωσι τὰς στιγμιαίας ἐντυπώσεις, τὰ ἀτομικὰ ἢ πολιτικὰ πάθη ἢ συμφέροντά των, ὅταν ἐξαγνίσωσι τὰς καρδίας των καὶ καθάρωσι τὴν συνείδησίν των. Ὁ Κ. Λούζης ἀνέτεμε τὴν ἐπιστολὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Βασιλεὺς ἀπηύθυνε πρὸς τὸν Κύριον Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως· δὲν ἔχω νὰ φέρω παρατήρησίν τινα ἐπὶ τοῦ τρόπου ἢ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ἀνατομίας ταύτης. Ὁ Βασιλεὺς γράφων εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, εἶπεν, ὅτι ἀποδέχομαι τὸ Σύνταγμα καὶ θέλω ὀμόσει τὸν ὅρκον ἐπ’ αὐτοῦ. Ἀλλ’ ὁ τρόπος οὗτος κατὰ τὸν ὁποῖον ἐξεφράσθη ὁ Βασιλεὺς πρὸς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως, ἔρχεται πρὸς βεβαίωσιν πρὸς διαδήλωσιν τῆς εἰλικρινείας, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ὑπηγορεύθησαν αἱ παρακλήσεις, τὰς ὁποίας ὁ Βασιλεὺς ἀπηύθυνεν ἐπὶ τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος. Δὲν σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐγὼ δὲν ὑπογράφω τὸ Σύνταγμα ἂν δὲν ἀποφασίσητε οὕτως ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης· δὲν σᾶς εἶπεν, ἐγὼ ἐπέχω νὰ ἀποφανθῶ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἕως ἂν ἐκφέρητε γνώμην ἐπὶ τούτου ἢ ἐκείνου τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ. Εἶπεν ὑπογράφω τὸ Σύνταγμα, ἀλλὰ σκεφθῆτε ἐπὶ τῶν ἑξῆς· καὶ ἂν ὑμεῖς ἀποφανθῆτε ὅτι, «δὲν λαμβάνομεν ὑπ’ ὄψιν τὰς προτάσεις ταύτας, διότι δὲν μᾶς φαίνονται ἰσχυροὶ οἱ λόγοι, οἱ ὁποῖοι ὑπηγόρευσαν τὰς παρατηρήσεις Του,» ἢ ἀποφανθῆτε, ὅτι δὲν συμφέρει νὰ μεταβάλητε τὰς διατάξεις τὰς ἀφορώσας τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος, βεβαίως ἡ τοιαύτη ἀπόφασίς σας δὲν εἶναι ἀφορμὴ ἀναστολῆς τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Συντάγματος. Οὐδεὶς εἶπεν ἄλλο τι ἐντεῦθεν, πολλῷ δὲ μᾶλλον ἐγὼ, ὁ μόνος ἐκ τῶν μελῶν τῆς Κυβερνήσεως ἀγορεύσας· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐπάγει ὅτι ἡ Συνέλευσις, ὅτι οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους ἔχουσιν ὀλιγωτέραν εὐθύνην καὶ καθῆκον νὰ σκεφθῶσιν ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τούτων. Βεβαίως εἰς τοὺς ἀντιπροσώπους τοῦ Ἔθνους ἐναπόκειται νὰ σκεφθῶσιν, ἂν αἱ παρατηρήσεις ἦναι κατ’ οὐσίαν βάσιμοι, καὶ νὰ τὰς παραδεχθῶσιν ἢ ὄχι· δὲν πρέπει ὅμως νὰ ὑπάρξῃ οὔτε στιγμὴν ἰδέα, ὅτι τὰς παρατηρήσεις ταύτας δὲν ἠμποροῦν νὰ τὰς ἐξετάσουν, δὲν πρέπει νὰ βασανίσωσι τὴν οὐσίαν αὐτῶν, καὶ ἑπομένως νὰ τὴν παραδεχθοῦν ἢ ὄχι, διότι τὸ Σύνταγμα καὶ ἄνευ αὐτῶν θὰ ὑπογραφῇ· βεβαίως ἐγὼ, τὸ μόνον μέλος τῆς κυβερνήσεως, τὸ ὁποῖον συμμετέσχε τῆς συζητήσεως, οὐδέποτε ἐξέφρασα ἐναντίαν γνώμην, οὐδὲ ἦτο ἀναγκαία διὰ τοῦτο ἡ ἀνατομία, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Λούζης ἔκαμεν ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος. Συγχωρήσατέ μοι, κύριοι, μετὰ τὰς παρατηρήσεις ταύτας, τὰς ὁποίας ἀπηύθυνα ἐπὶ τῆς ὁμιλίας τοῦ Κ. Λούζη, νὰ ἄρξωμαι τοῦ λόγου ἀπὸ τῆς τελευταίας παρατηρήσεως τοῦ Βασιλέως, τῆς ἀφορώσης τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος περὶ ἀναθεωρήσεως αὐτοῦ· διότι δύο ἀλλεπαλλήλως πληρεξούσιοι, ἔντιμοι συμπολῖται ἡμῶν, οἱ ἐξ Ἑπτανήσου Κύριοι Λομβάρδος καὶ Λούζης, ἐπὶ ταύτης ἰδίως διὰ μακρῶν ἔφερον τὸν λόγον. Ὁ μὲν εἷς ὁ Κ. Λομβάρδος ὀπαδὸς ἰδεῶν εἰς ἄκρον φιλελευθέρων εἶπεν, ὅτι ἐπιθυμεῖ τὴν ἀναθεώρησιν, διότι τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος μετ’ οὐ πολὺ ἐνδέχεται νὰ συνίδῃ, ὅτι δι’ ὀλίγων κυβερνᾶται ἐλευθεριῶν, διότι ἐνδέχεται ἡ ἐθνικὴ συνείδησις νὰ ἀπαιτήσῃ κατόπιν περισσοτέρας ἐλευθερίας· ὅθεν συνεπέρανεν, ὅτι εἶναι ἀνάγκη τῆς ἀναθεωρήσεως διὰ τοῦτο. Ὁ δὲ Κ. Λούζης, ἄνθρωπος πλέον πρακτικὸς, δὲν θέλει τὴν ἀναθεώρησιν, καὶ ἐδιδάχθη νὰ μὴ τὴν θέλῃ ἀπὸ τὰ πολλὰ καὶ μεγάλα μαθήματα, τὰ ὁποῖα ἔλαβεν ἀπὸ τὴν συζήτησιν τοῦ νόμου περὶ ἐκλογῆς βουλευτῶν. Ἐφροντίσατε τότε κατ’ αὐτὴν διὰ νὰ συμπληρώσητε ὅπως εἶναι δυνατὸν τὸν νόμον τοῦτον, διὰ νὰ μὴ ἀφήσητε κενὸν κανὲν, διὰ νὰ δεσμεύσητε τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ περιορίσητε καλῶς ἐνδεχομένας καταχρήσεις. Ἡ φροντὶς αὕτη τὸν ἐδίδαξεν, ὅτι ἡ Ἑλλὰς ἦτον Ἑλλὰς, εἶναι Ἑλλὰς καὶ θὰ ᾖναι Ἑλλάς· ὅτι καὶ ἐν Ἑλλάδι δὲν ὑπάρχει σέβας πρὸς τὸν νόμον (θόρυβος ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία εἰς τὸ ἀκροατήριον.
§137Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερ.). Ἑπομένως ἐλέγχει τὸν Κ. Λομβάρδον καὶ τῷ λέγει· «φίλε μου νομίζεις ὅτι ἔχομεν ἀνάγκην ἐλευθεριῶν; Ἂς ἐξασφαλίσωμεν τὴν ἐκτέλεσιν τῶν ὑπαρχουσῶν, ἀπὸ τὰς χεῖρας αὐτῶν, μεθ’ ὧν ἡνώθημεν».
§138ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὁ Κ. Μαυρομμάτης μᾶς ταράσσει ἐδῶ (γέλωτες).
§139Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερ). Ἀφίνω καθ’ ἕνα νὰ εὕρῃ ὀρθὰς καὶ λίαν ἀληθεῖς τὰς παρατηρήσεις τοῦ Κυρίου Λούζη· ἐγὼ ὅμως, ὡς μέλος τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, οὐδέποτε θέλω τὰς συμμερισθῆ, διότι θέλω εἰπεῖ πάντοτε, πρὸς τιμὴν τῆς πατρίδος μου, ὅτι οἱ νόμοι παρεβιάσθησαν κατὰ τὸ παρελθὸν, ἀλλ’ ἡ παράβασις αὐτῶν δὲν εἶναι τὸ ἀποτέλεσμα τῆς διεφθαρμένης ἠθικότητος τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· ἀλλ’ ἡ παράβασις τῶν νόμων κατὰ τὸ παρελθὸν ἦτον ἔργον ἐκείνων, εἰς οὓς ἀνετέθη ἡ ἐκτέλεσις τῶν νόμων. Ἑπομένως ἂς φιμωθῶσιν οἱ περιϋβρίζοντες διὰ τοσαύτης τόλμης τὴν Ἑλληνικὴν κοινωνίαν, οἱ εὑρίσκοντες αὐτὴν ὑποδεεστέραν κατὰ τὴν ἠθικότητα τῆς κοινωνίας τῆς Ἑπτανήσου.
§140ΛΟΥΖΗΣ. Δὲν εἶπα τοῦτο, δὲν ἔκαμα παραλληλισμόν.
§141Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερ.). Ἐὰν ἡ Ἑπτάνησος μᾶς ἔδωκε παραδείγματα ἠθικότητος καὶ σεβασμοῦ πρὸς τοὺς νόμους, δὲν θέλω νὰ ἐξετάσω τὰς ἀφορμὰς, παραδέχομαι τὸ ἀποτέλεσμα· ἀλλ’ ἡ Ἑλλὰς, αὐτὴ ἡ μικρὰ καὶ πτωχὴ χώρα, ἔδωκεν ἀπειράκις παραδείγματα αὐταπαρνήσεως καὶ πατριωτισμοῦ τοσαῦτα, ὅσα ὀλίγαι χῶραι παρέστησαν· διετέλεσε βεβαίως ὑπὸ κυβερνήσεις, τῶν ὁποίων ἔργον ἦτον νὰ διαφθείρωσι τοὺς κατοίκους τοῦ τόπου τούτου, ἀλλ’ ἡ ἠθικότης καὶ ἡ κατάστασις τῶν κατοίκων τοῦ τόπου τούτου ὑπάρχει ὡμολογημένη, καὶ θέλει βεβαίως τὸ μαρτυρήσει τὸ μέλλον. Σεβόμεθα τὰς ἀρετὰς τῶν νέων συμπολιτῶν μας Ἑπτανησίων, τὰ δικαιώματά των διὰ τὰς ὑπὲρ τῆς ἑνώσεως μεθ’ ἡμῶν προσπαθείας των, ἀλλὰ πρέπει νὰ μὴ παραγνωρίζωσιν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν μᾶς παρεγνώρισεν οὐδ’ αὐτὴ ἡ Εὐρώπη, τὸν πατριωτισμὸν, τὸν ἐνυπάρχοντα εἰς τὰς καρδίας τῶν κατοίκων τῆς μικρᾶς ταύτης χώρας (εὖγε, εὖγε).
§142ΛΟΥΖΗΣ. Δὲν εἶπα αὐτά. Τὸν λόγον, Κύριε Πρόεδρε.
§143Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερ.). Ἔρχομαι εἰς τὴν οὐσίαν τῆς παρατηρήσεως, τῆς ἀφορώσης τὰς περὶ ἀναθεωρήσεως διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Εἶπον, ὅταν εἰς τὴν ἀρχὴν ἠγόρευσα, ὅτι αἱ ψηφισθεῖσαι ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως διατάξεις εἶχον ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν ἔκφρασιν πλειοψηφίας μεγάλης, καὶ ἦλθεν ὁ Κ. Λομβάρδος καὶ μὲ ἀνῄρεσεν. Ἐὰν δὲν ἀπατῶμαι, ἡ περὶ ἀναθεωρήσεως διάταξις, ἥτις ἐψηφίσθη καὶ ὑπάρχει κατακεχωρισμένη ἐν τῷ Συντάγματι, εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ φίλος μου Κ. Μίλησης. Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Μίληση ἐψηφοφορήθη μετὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Λομβάρδου. Ὁ Κύριος Λομβάρδος εἶχε κατὰ τὴν συζήτησιν προτείνει τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη ὁλόκληρος ἡ πτέρυξ αὕτη, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) καὶ διὰ ψηφοφορίας κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἡ Συνέλευσις δὲν παρεδέχθη διὰ μικρᾶς πλειοψηφίας τὴν γνώμην τοῦ Κ. Λομβάρδου· μετὰ τὴν ψηφοφορίαν ταύτην ἠρωτήθη ἡ Συνέλευσις δι’ ἀναστάσεως ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μίληση, καὶ ἀμφιβάλλω ἂν τὰ ⅘ ἢ καὶ πλέον αὐτῶν δὲν ἠγέρθησαν ὑπὲρ τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Μίληση.
§144ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§145Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερ.). Ὅταν ἀγορεύω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἐνθυμοῦμαι τὰς λεπτομερείας τῶν λαβόντων χώραν· παρακαλῶ τὸν Κ. Λομβάρδον νὰ ἔχῃ περισσοτέραν πίστιν εἰς τὴν μνήμην μου. Βεβαίως μία τόσον μεγάλη πλειοψηφία ἔπρεπε νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὰς σκέψεις τοῦ Βασιλέως, καθ’ ἣν στιγμὴν ἐσκέπτετο ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης τοῦ Συντάγματος, καὶ ἡ ἐπιῤῥοὴ, τὴν ὁποίαν ἐξήσκησεν αὕτη, ἦτον ἡ αἰτία, δι’ ἣν ὁ Βασιλεὺς δὲν ἐξέφρασεν ὡρισμένην γνώμην, ἀλλὰ σᾶς εἶπε, «Κύριοι, μελετήσατε αὖθις τὰς διατάξεις ταύτας, ἀφίνω δὲ εἰς τὸν πατριωτισμόν σας, καὶ ὅ,τι ἡ σύνεσίς σας ἐξεύρει θέλω τὸ παραδεχθῆ». Ὁ Κ. Λομβάρδος ἐκηρύχθη ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως δι’ ἄλλον λόγον, ἢ δι’ ὃν ἐκηρύχθην ἐγώ. Ὁ Κ. Λομβάρδος εὗρεν ὅτι τὸ σύνταγμα τοῦ 1864 καταργεῖ ἓν μεσότοιχον μεταξὺ τοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Βασιλέως, ὅτι τὸ μεσότοιχον αὐτὸ βεβαίως ἔπρεπε νὰ λείψῃ πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ τόπου· ἀλλ’ ὅτι ἡ μετὰ τὴν κατάργησιν τοῦ μεσοτοίχου τούτου ἐπελθοῦσα ἀναγκαίως ἄμεσος συνάφεια τοῦ ἄρχοντος μετὰ τῶν πολιτῶν, αὐτὴ ἴσως ἀποδείξει τὴν ἀνάγκην ἐπεκτάσεως τῶν ἐλευθεριῶν. Δὲν θέλω νὰ ἐπιφέρω γνώμην ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης, ἥτις κατήργησε τὸ μεσότοιχον, τὸ ὁποῖον ἐννοεῖ ὁ Κ. Λομβάρδος.
§146ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Μεσότοιχα, ὄχι μεσότοιχον.
§147Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερ.). Ἐὰν ἐννοῇ τὴν Γερουσίαν, ὡς μοὶ λέγουσιν ἀπὸ τὴν πτέρυγα ἐκείνην, δὲν θέλω νὰ φέρω καμμίαν κρίσιν ἐπὶ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης. Ἤμην ὑπὲρ τῆς Γερουσίας, ἤμην ὑπὲρ τοῦ μεσοτοίχου ἐκείνου. Κατεθλίβην ὅταν κατηργήθη τὸ μεσότοιχον ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως. Εὔχομαι αἱ πεποιθήσεις μου νὰ μεταβληθῶσιν ἀπὸ τὴν πεῖραν τῶν πραγμάτων καὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νέου Συντάγματος. Τὸ εὔχομαι καὶ τὸ λέγω μετὰ πολλῆς πεποιθήσεως καὶ συγκινήσεως· λυποῦμαι, διότι ποτὲ ἡ Συνέλευσις δὲν ἠθέλησε νὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ τὸν λόγον, τώρα δὲν πρέπει πλέον νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τοῦ μεσοτοίχου. Ἀλλὰ δὲν δύναμαι νὰ συμφωνήσω μετὰ τοῦ Κ. Λομβάρδου, ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 ἔχει ἀνάγκην μεταβολῶν τεινουσῶν πρὸς πλείονα ἀνάπτυξιν τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Ἐὰν ἐγὼ ἤμην μακρὰν τῆς Ἑλλάδος ἐν ξένῃ γῇ κατὰ τὸν χρόνον τοῦτον, καθ’ ὃν ὑμεῖς συνεζητεῖτε καὶ ἐψηφίζετε τὸ Σύνταγμα, καὶ φίλος μου τις μοὶ ἔπεμπε τὸ ψηφισθὲν παρ’ ὑμῶν Σύνταγμα τοῦ 1864 ἵνα τὸ μελετήσω, ἤθελα τὸ μελετήσει, ἀλλὰ μετὰ τοῦτο ἤθελον σταυρώσει τὰς χεῖρας καὶ ἐρωτήσει· «μετὰ τὸ μοναρχικὸν συνταγματικὸν πολίτευμα, ποῖον ἄλλο ἔρχεται μᾶλλον φιλελεύθερον;» Τὰς πεποιθήσεις μου, Κύριοι, δὲν τὰς κρύπτω· ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι δυσάρεστοι, ἀλλὰ πρέπει νὰ τὰς εἴπω. Μὴ ὁ Κύριος Λομβάρδος, ὁ μὴ ἀρκούμενος εἰς τὰς ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1864 ἀναγραφείσας ἐλευθερίας, ἀλλὰ ποθῶν τὴν ἐπέκτασιν αὐτῶν, αἰσθάνεται λεληθότως ἐν τῇ καρδίᾳ του πόθον πρὸς παραπλήσιόν τι εἶδος πολιτεύματος; Ἂς τὸ δηλώσῃ. Ἂν ὅμως ᾖναι ὀπαδὸς τοῦ μοναρχικοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ἂς πεισθῇ, ὅτι δὲν δύνανται νὰ ἐξευρεθῶσιν ἐλευθερίαι πλείους τῶν διὰ τοῦ Συντάγματος ἀναγραφεισῶν. Δὲν εἶναι λοιπὸν ὁ πόθος οὗτος τοῦ Κυρίου Λομβάρδου, ὅστις με ὑπεκκαίει, τῶν περαιτέρω ἐλευθεριῶν, τὸν ἀφίνω εἰς τὸν Κ. Λομβάρδον, εὔχομαι νὰ μὴ μετανοήσῃ. Ἀλλ’ οὐχ ἧττον ἂς μάθῃ ὁ Κ. Λομβάρδος, ὅτι δὲν εἶναι οὔτε ὁ πόθος τοῦ περιορισμοῦ τῶν ἐλευθεριῶν, ὅστις μὲ ὑπεκκαίει. Ἔχω τὸ θάῤῥος καὶ τὸ καθῆκον νὰ σέβωμαι τὰς ἀποφάσεις τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους. Δὲν θέλω διὰ δολίου τρόπου νὰ ματαιώσω μίαν ἀπόφασιν τοῦ συνεδρίου τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους διὰ νὰ νοθεύσω καὶ περιορίσω μετ’ ὀλίγον τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου. Ὁ Κ. Λομβάρδος, ὅστις εἶπεν, ὅτι ἀρκετὰ ἠννόησε τὴν τοιαύτην πρόθεσίν τινων τοιούτων κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ τὴν ψήφισιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ἴσως ἠννόει ἰδίως ἐμέ, διότι ἐγὼ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ εἶμαι μετ’ εὐαρίθμων ἐνίοτε μειονοψηφῶν ἐπ’ ἐκείνων τῶν φιλελευθέρων διατάξεων· ἀλλ’ ἂς καθησυχάσῃ τὰς ἀνησυχίας του, διότι ἐγὼ δὲν ὁρμῶμαι ἐκ τοιούτων πονηρῶν διανοημάτων. Εἶναι πολὺ συντελεστικόν, ἐννοεῖται, ὅταν ὁμιλῇ τις εἰς πολυμελῆ σώματα νὰ δύναται νὰ περικαλύπτῃ μὲ φόβους τὰς προτάσεις τῶν ἄλλων, νὰ τὰς παριστᾷ ἐμμέσως ἐπικινδύνους διὰ νὰ προκαταλαμβάνῃ καὶ κάμνῃ τοὺς ἀκροατάς του νὰ ἀποτροπιάζωνται αὐτάς. Νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι γενναῖα ἡ τοιαύτη τακτική· ἕκαστος πρέπει νὰ λέγῃ ἐλευθέρως τὰς σκέψεις καὶ τὰς ἰδέας του, καὶ, ἐὰν αἱ σκέψεις του καλύπτωσιν ἐλαττώματα κατὰ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων, οἱ ἀντιλέγοντες πρέπει νὰ τὰ καταδεικνύωσι παῤῥησίᾳ, ἵνα κρίνηται παῤῥησίᾳ ὑπὸ τῶν ἀκροατῶν (εὖγε, εὖγε). Διατὶ ζητοῦμεν λοιπὸν τὴν ἀναθεώρησιν τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος; Δι’ ἐκεῖνα τὰ μέρη, διὰ τὰ ὁποῖα ὑπάρχουσιν ἀμφιβολίαι τινὲς, ὅτι ἐνδέχεται νὰ μὴ ἐπιτύχωσιν· ἐνδέχεται ἡ ἐφαρμογή των νὰ ἀπαντήσῃ τοσαῦτα προσκόμματα, ὥστε ἐν τῷ τόπῳ νὰ ᾖναι ἀδύνατος ἢ οὕτω δυσχερὴς, ὥστε νὰ ἀναγκάσῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἐναντίον τῶν προαιρέσεών της, νὰ δείξῃ ὀλιγώτερον σέβας ἀφ’ ὅσον ὀφείλει εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Ἐὰν ἐκεῖνοι, τοὺς ὁποίους ὑπηνίξατο ὁ Κ. Λομβάρδος, εἶχον τὰς ἰδέας καὶ τὰς προαιρέσεις τὰς ὁποίας ἀπέδωκεν αὐτοῖς, καὶ ἦσαν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι εἰσήγαγον ἐν ταῖς σκέψεσι τοῦ ἡγεμόνος τὰς ἀμφιβολίας περὶ τῶν διατάξεων τῆς ἀναθεωρήσεως, ἐὰν ἐκεῖνοι εἶχον τὰς ἰδέας ταύτας, ἴσως δὲν ἤθελον φέρει εἰσήγησιν τοιαύτην ἐνώπιον τοῦ ἡγεμόνος, ἴσως ἤθελον συμβουλεύσει αὐτὸν νὰ ζητήσῃ ῥητῶς καὶ ἀμετατρέπτως ὑπὸ ὅρους ἀνυπερβλήτους ὡρισμένην μεταβολὴν τῶν διατάξεων τῆς ἀναθεωρήσεως. Ἐὰν ἐκεῖνοι εἶχον ὀλιγώτερον σέβας εἰς τοὺς νόμους, οὐχὶ τόσῳ ἀδιάῤῥηκτον τὴν προσκόλλησίν των εἰς τοὺς συνταγματικοὺς θεσμοὺς, ἴσως ἠδύναντο νὰ εἴπωσιν, ἂς ἀφήσωμεν νὰ πράξωσιν ὅ,τι θέλουσιν, ἡμεῖς μεθαύριον ἐν τὰ ἐκτελοῦμεν. Ἀλλ’ ἐκεῖνοι θέλουσιν ἵνα οἱ νόμοι ᾖναι σεβαστοὶ, ἀνώτεροι τῆς θελήσεως τῶν ἀτόμων, ἵνα τὸ σύνταγμα ᾖναι ἱερὸν καὶ μετ’ εὐλαβείας ἐφαρμόζηται ἐν τῇ πολιτείᾳ. Ὁ Βασιλεὺς λοιπὸν ἀφῆκεν εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῆς Συνελεύσεως νὰ ἐξεύρῃ καταλληλότερον τρόπον ἀναθεωρήσεως, διότι αὕτη εἰς ἄμεσον συνάφειαν μετὰ τοῦ τόπου διατελοῦσα, γνωρίζει τὰς ἀνάγκας αὐτοῦ, καὶ, διερμηνεύουσα τὰ φρονήματα αὐτοῦ, θέλει εἶσθαι εἰς θέσιν νὰ κρίνῃ ἐὰν ᾖναι δυνατὸν νὰ παρουσιασθῇ ἀνάγκη τις πρὸς ἀναθεώρησιν διατάξεών τινων τοῦ Συντάγματος. Ἐγὼ ὁ ἴδιος, ὅστις δὲν συμβαίνει νὰ συμψηφοφορῶ μετὰ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν) ἐγὼ ὁ ἴδιος εἰς ἰδιαιτέρας συνεντεύξεις μετὰ τῶν δύω τρίτων τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν ἀριστεράν) ἤκουσα βεβαιουμένην τὴν ἀνάγκην τῆς ἀναθεωρήσεως· εἰς ἰδιαιτέρας συνεντεύξεις μετὰ τῶν ⅔ τῆς πτέρυγος ταύτης (δεικνύει τὴν δεξιάν) ἤκουσα βεβαιουμένην τὴν ἀνάγκην ταύτην.
§148ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ. Ἐξηγηθῆτε ποῖα πρόσωπα ἐννοεῖτε;
§149Θ. Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Νομίζω, ὅτι δὲν θὰ ἐκθέσω τὰ πρόσωπα ἐὰν εἴπω ὅτι πολλοί μοὶ ἐξέφρασαν γνώμην τοιαύτην, καὶ ἐὰν ἐκ τῶν πολλῶν ὀνομάσω προχείρως ἕνα τὸν Κύριον Παππαμιχαλόπουλον.
§150ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ καὶ αὐτὴν τὴν στιγμὴν συναινῶ νὰ διαγραφοῦν τὰ σφαιρίδια.
§151Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Ἰδοὺ αἱ πεποιθήσεις τοῦ Κ. Παππαμιχαλοπούλου, τοσοῦτον ἀμφιβάλλει περὶ μιᾶς διατάξεως τοῦ Συντάγματος, τῆς ἀναγραφούσης ὡς τρόπον ἐκλογῆς τὸν διὰ σφαιριδίων, ὥστε οὐ μόνον τὴν ἀναθεώρησιν αὐτῆς εὐκολωτάτην ποθεῖ, ἀλλά καὶ παρακαλεῖ νὰ διαγραφῇ ἔτι ἡ διάταξις καὶ αὐτήν τὴν στιγμήν.
§152ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀτομική μου πεποίθησις, δὲν ἐπιβαρύνει κανένα ἄλλον.
§153Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Συμφωνῶ λοιπὸν μετὰ τοῦ Κ. Λούζη ὡς πρὸς τὰς περὶ τοῦ ὅλου τοῦ Συντάγματος γενικὰς ἰδέας, καὶ δὲν συμφωνῶ κατὰ τοῦτο μετὰ τοῦ Κ. Λομβάρδου· ἐπειδὴ ὅμως ὁ Κ. Λομβάρδος ἀπολήγει εἰς τὸ ἴδιον ἀποτέλεσμα, εἰς τὸ ὁποῖον ἀπολήγω καὶ ἐγὼ δι’ ἄλλους λόγους, ὡς εἶπον, δὲν ἔχω δυσκολίαν ν’ ἀσπασθῶ τὴν ὑπ’ αὐτοῦ προταθεῖσαν τροπολογίαν, ἂν καὶ βεβαιωθῆτε ὅτι διστάζω, ἐὰν ἡ γνώμη τοῦ Κ. Λομβάρδου εὐκολύνῃ περισσότερον τὴν ἀναθεώρησιν, ἀφ’ ὅτι τὴν εὐκολύνουν αἱ ἐν τῷ συντάγματι καταχωρισθεῖσαι διατάξεις. Μ’ ὅλα ταῦτα, ἐπειδὴ ἡ γνώμη τοῦ Κ. Λομβάρδου δύναται νὰ εὐκολύνῃ τὴν ἀναθεώρησιν ἐν τῇ περιπτώσει ἐκείνῃ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ ἔκφρασις τοῦ ἔθνους εἶναι τοσοῦτον ὁμόθυμος, καὶ τοσοῦτον ἀκατάσχετος, ὥστε οὐδεμία δυσκολία δύναται νὰ παρεμβληθῇ καὶ νὰ τὴν ἐμποδίσῃ, διὰ τοῦτο παραδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ Κ. Λομβάρδου, καὶ τὴν εὑρίσκω ἄλλως περιέχουσαν ὅλας τὰς ἐγγυήσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ τὸ συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων πρὸς συντήρησιν τοῦ πολιτεύματος. Νομίζω, ὅτι, ἐφ’ ὅσον ἦτον ἀναγκαῖον, ἐξήντλησα τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ συντάγματος· ὑποθέτω, ὅτι ἐλέχθησαν τοσαῦτα ὅσα ἠδύναντο νὰ διαφωτίσωσι τὰς μὴ τυχὸν φωτισθείσας ἔτι συνειδήσεις τῶν ἀκροατῶν· ἀλλ’ ἐάν ποτε ἐξῆλθεν ἀπό τινα φωνὴ, ἡ ὁποία εἶχε σκοπὸν ἢ ἀποτέλεσμα νὰ πλανήσῃ τοὺς ἀκούοντας, νὰ πλανήσῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀκροῶνται αὐτῆς· ἐὰν ἐξῆλθε φωνὴ, παριστῶσα τὴν αἴτησιν τῆς διευκολύνσεως τῆς ἀναθεωρήσεως τῶν διατάξεων τοῦ Συντάγματος, ὡς τὸν ὑποκεκρυμμένον ὕφαλον, πρὸς τὸν ὁποῖον ἤθελε προσκόψει τὸ πολιτικὸν σκάφος τῆς Ἑλλάδος, ὀφείλω τὴν φωνὴν αὐτὴν νὰ μὴ τὴν ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως. Δὲν θέλω νὰ μείνῃ οὐδὲ εἷς τῶν συμπολιτῶν μου ὑπὸ τὸ κράτος τῆς πλάνης, τὴν ὁποίαν ἐκ μελέτης προὐτίθετο ἢ ἐπέφερεν ἀκουσίως ἡ φωνὴ ἐκείνη. Εἶπεν «ἠξεύρετε διὰ τί ζητοῦν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος; διὰ νὰ δεσμεύσωσι αὔριον τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, διὰ νὰ ἀφαιρέσωσιν αὔριον ὅ,τι σήμερον δίδουσι». Τὴν φωνὴν ταύτην δὲν θὰ τὴν ἀφήσω ἄνευ ἀπαντήσεως, καὶ διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι δὲν εἶναι τοιαύτη ἡ πεποίθησις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τῆς ἀναθεωρήσεως, σᾶς παρακαλῶ νὰ περιορίσητε τὴν ἀναθεώρησιν, εἴτε διὰ τῶν ἐγγυήσεων, τὰς ὁποίας σᾶς ἐζήτησε σήμερον ὁ Κ. Λομβάρδος καὶ αἵτινες σκοποῦσι νὰ καταστήσωσι δῆλον, ὅτι τοιαύτη τότε θέλει εἶσθαι ἡ θέλησις τοῦ Ἔθνους, εἴτε, ἐὰν δὲν θέλετε οὕτω, περιορίσατέ την εἰς ὡρισμένας διατάξεις τοῦ Συντάγματος, εἰς ἐκείνας, αἵτινες δὲν εἶναι συναφεῖς μὲ τὰς ἐλευθερίας τοῦ τόπου, ὥστε νὰ μὴ τρέχωσι κίνδυνον αὐταὶ αἱ περιζήτητοι ἐλευθερίαι, πρὸς ἃς τόσον περιπαθῶς διάκεισθε.
§154ΤΙΝΕΣ. Ἀκόμη δὲν τὰ ἐδοκιμάσαμεν.
§155ΘΕΟΔΩΡΟΣ Π. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τῷ ὄντι, κύριοι, εἷς ἔντιμος συνάδελφός μου πληρεξούσιος ἐκ Κυνουρίας, πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ὁμιλῶν ἐντεῦθεν, ἀνέτρεξεν εἰς ἐποχήν τινα τῆς ἀρχαιότητος καὶ ἐμνήσθη αὐτῆς. Τῷ ὄντι ἡ ἱστορία τῆς ἐποχῆς ἐκείνης εἶναι πλήρης δυστυχημάτων διὰ τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα, ὁ δὲ τρόπος, καθ’ ὃν τότε ἐπολιτεύοντο, ὑπῆρξεν ἡ ἀφορμὴ τῆς μετὰ ταῦτα ὑποδουλώσεως τῆς Ἑλλάδος. Δὲν θέλω νὰ ἐνθυμηθῶ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· εἶμαι ὅμως περιδεὴς, τρέμω, διότι εὑρίσκω στοιχεῖά τινα ὁμοιότητος, τὰ ὁποῖα ὀφείλω νὰ καταδείξω. Καὶ τότε ἡ ἐπιθυμία τῶν πολιτευομένων ἦτον νὰ πλανῶσι τοὺς ἀκροατὰς, νὰ ἀρέσκωσιν εἰς αὐτοὺς, καὶ πάντες ὡμίλουν εἰς τὰ πλήθη καὶ τοὺς βουλευομένους περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, συναγωνιζόμενοι τίς μᾶλλον τοῦ ἄλλου νὰ φανῇ εἰς αὐτοὺς ἀρεστός. Ηὐχόμην ἡ ἐπιθυμία αὕτη νὰ μὴ ἐφεδρεύῃ εἰς τὰς σκέψεις οὐδενὸς ἐκ τῶν μελῶν τοῦ συνεδρίου τούτου, διότι μὲ καταπλήττουσι τὰ ἀποτελέσματα τῆς τοιαύτης πολιτικῆς. Ἐξήντλησα, κύριοι, τὰς παρατηρήσεις μου ἐπὶ τῶν διατάξεων τῶν ἀφορωσῶν τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ Συντάγματος· μεταβαίνω εἰς τήν διάταξιν τοῦ ἄρθρου 2ου αὐτοῦ. Δύω ἔντιμοι πληρεξούσιοι, ὁ Πληρεξούσιος Κ. Κόκκινος κατὰ πρῶτον λόγον, καὶ ὁ ἐκ Κεφαλληνίας πληρεξούσιος κ. Λούζης ἠκολούθησαν τὴν αὐτὴν πορείαν· διεγράφη ὑπὸ τοῦ Κ. Κοκκίνου, ἐβημάτισε δ’ ἐπ’ αὐτῆς ὁ Κ. Λούζης. Ἦλθον νὰ σᾶς ἀποδείξωσιν, ὅτι τὸ πρωτόκολλον τῶν Πρεσβευτῶν τῶν τριῶν εὐεργετίδων δυνάμεων τῆς 3 Φεβρουαρίου τοῦ 1830, δὲν ἐπέβαλεν εἰς τὴν Ἑλληνικὴν πολιτείαν ὑποχρεώσεις ἰδιαιτέρας, οὔτε παρέχει προνόμιά τινα ἰδιαίτερα εἰς τὴν καθολικὴν Ῥωμαϊκὴν ἐκκλησίαν. Νομίζω, κύριοι, ὅτι ἦσθε τώρα παρόντες, ὅσοι ἦσθε παρόντες καὶ ὅταν τὸ πρῶτον ὡμίλησα ἐπὶ τῆς παρατηρήσεως τῆς ἀφορώσης τὸ ἄρθρον 2ον τοῦ Συντάγματος. Σᾶς εἶπον ἐγὼ, κύριοι, ὅτι, διότι τὸ πρωτόκολλον τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830 μᾶς ἐπέβαλεν ὑποχρεώσεις, διὰ τοῦτο ἐρχόμεθα καὶ ζητοῦμεν τὴν διαγραφὴν τοῦ τελευταίου ἐδαφίου τοῦ ἄρθρου δευτέρου; Ἐγὼ δὲν τὸ εἶπον· καὶ νομίζετε ὅτι, ἐὰν τὸ πρωτόκολλον τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830 ἐπέβαλεν ὑποχρεώσεις, δὲν ἤθελον σᾶς τὸ εἴπει ῥητῶς; Ἤθελον τὸ εἴπει διὰ νὰ σᾶς ἐξαγάγω πλάνης, ἥτις τότε ἠδύνατο νὰ ἐκθέσῃ εἰς ἔσχατον κίνδυνον τὰ συμφέροντα τῆς ἐπικρατείας. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Βασιλέως ἦτον ἐπὶ τούτου καθαρὰ· ὁ Βασιλεὺς εἶπεν, ὅτι ἀφορμὴν ἔλαβεν εἰς τὰς παρατηρήσεις του ἐκ τῶν γενομένων εἰς τὴν κυβέρνησίν του παραστάσεων. Δὲν εἰσῆλθε ποσῶς εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν παραστάσεων τούτων· δὲν ἥψατο τελείως αὐτῶν. Τὰς ἀφῆκε, διότι ἐνόμιζεν, ὅτι δὲν εἶναι καιρὸς νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἦναι βάσιμοι ἢ ὄχι· ἀλλ’ ἀφορμὴν ἔλαβεν, καὶ ἐκ ταύτης προέβη νὰ παρακαλέσῃ τὴν Συνέλευσιν νὰ μελετήσῃ ἐκ νέου τὴν διάταξιν ταύτην. Ἀλλ’ ὅ,τι λέγω περὶ τοῦ πρωτοκόλλου τῆς 3 Φεβρουαρίου 1830, δὲν δύναμαι νὰ τὸ εἴπω περὶ ἄλλου πράγματος. Ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ ἐπικράτεια ν’ ἀπαιτήσῃ ἵνα οἱ λειτουργοὶ τῆς Ῥωμαϊκῆς ἐν Ἑλλάδι ἐκκλησίας ἦναι πολῖται Ἕλληνες· εἶναι δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας· ἀλλὰ διὰ ν’ ἀπαιτήσῃ αὐτὸ, διὰ νὰ τὸ πραγματοποιήσῃ, εἶπον, ὅτι θὰ ἐπιζητήσῃ τὸν περιορισμὸν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς ἐκκλησίας ἐκείνης, εἰς τὸ νὰ διορίζῃ ὡς λειτουργοὺς ἐν Ἑλλάδι μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολῖται Ἕλληνες. Διὰ νὰ ἐπιζητήσω τὸν περιορισμὸν τοῦτον, διὰ νὰ τὸν ἐπιτύχω, δὲν θὰ φθάσω εἰς το ἀποτέλεσμα διὰ τῆς ἀναγραφῆ δικαιωμάτων καὶ ἀρχῶν ἐν τῷ Συντάγματι, θὰ φθάσω διὰ τῆς ἀμοιβαίας συνεννοήσεως τῶν ἐπικρατειῶν πρὸς ἀλλήλας, διὰ τῶν διαπραγματεύσεων, διὰ συμβάσεως. Δι’ αὐτῶν μόνον ὁ βασιλεὺς θὰ κατορθώσῃ νὰ κυρώσῃ τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας, καὶ ἐὰν δὲν δυνηθῇ νὰ τὸ κυρῶσι δι’ αὐτῶν, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὐδέποτε θὰ δυνηθῇ νὰ τὸ κυρώσῃ διὰ τοῦ Συντάγματος. Ἀνατρέξατε εἰς τὸ παρελθόν· εἶναι δυσάρεστον διὰ τὸν τόπον μας· ἐνθυμηθῆτε το, καὶ ἐκεῖ ὑπῆρχον ἀρχαὶ ἀναγεγραμμέναι. Ἀλλὰ προβαίνουσα εἰς διαπραγματεύσεις ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία, διὰ νὰ καταστήσῃ σεβαστὸν τὸ δικαίωμα τῆς ἐπικρατείας καὶ νὰ τὸ περιβάλῃ μὲ κῦρος, θέλει ὑποχωρήσει ἀπὸ τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον τὸ καθῆκον καὶ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας θέτει αὐτήν; Σᾶς εἶπον ὅτι ἡ νομοτελεστικὴ ἐξουσία βεβαιοῖ ἐνώπιον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ὅτι οὐδέποτε θέλει ὑποχωρήσει ἀπὸ τὸ σημεῖον ἐκεῖνο. Σᾶς εἶπον, ὅτι ναὶ εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰς τὰς συνταγματικῶς πολιτευομένας ἐπικρατείας οἱ κυβερνῶντες διαδέχονται ἀλλήλους, ἀλλὰ τοσοῦτον ἐπίσημος διομολόγησις, ἐξερχομένη ἀπὸ τὰ χείλη τοῦ ἄρχοντος τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας καὶ ἐπαναλαυβανομένη ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ αὐτοῦ, θέλει εἶσθαι ὅπλον, τὸ ὁποῖον ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ ἐξελέγχωσι πάντοτε τὴν νομοτελεστικὴν ἐξουσίαν, δύνανται νὰ τὸ μεταχειρισθῶσι κατὰ τῶν παραβατῶν τῆς ὑποσχέσεως ταύτης. Δὲν θέλω νὰ κάμω μνείαν ἄλλου τινὸς λόγου, δὲν θέλω, διότι ὡς ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν δὲν εἶμαι ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ φέρω ἀσφαλῆ κρίσιν ἐπὶ τοῦ λόγου τούτου. Εὔχομαι καὶ ἐλπίζω ὅτι ὁ λόγος οὗτος, ἐὰν ἐπροτάθη πρὸς ὑποστήριξιν τῆς διὰ τῶν παραστάσεων δηλωθείσης ἀξιώσεως, ἡ ὁποία ἀνεκοινώθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, εὔχομαι καὶ ἐλπίζω, ὅτι ὁ λόγος οὗτος δὲν ὑποστηρίζεται ὑπὸ τῶν πραγμάτων. Ἐντοσούτῳ, ἐπειδὴ ἀκόμη δὲν προέβη ἡ Κυβέρνησις εἰς τὴν πραγματικὴν ἐξέτασιν τοῦ λόγου τούτου, δὲν εἶμαι ἀκόμη εἰς θέσιν νὰ τὸν ἀποκρούσω. Οἱ λόγοι αὐτοὶ μᾶς ἔκαμαν νὰ πιστεύωμεν ὅτι τὰ συμφέροντα καὶ τὰ δικαιώματα τῆς ἐπικρατείας δὲν ἠδύναντο νὰ ἐκτεθῶσιν εἰς τὸν ἐλάχιστον κίνδυνον, ἐὰν ἐγίνετο παραδεκτὴ ἡ παράκλησις τὴν ὁποίαν, καθ’ ἃ ὁ Κ. Λούζης σᾶς εἶπεν, ἀπευθύνομεν πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ἵνα διαγραφῇ ἡ τελευταία περίοδος τοῦ 2 ἄρθρου.
§156ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§157ΜΑΚΡΗΣ. Ὁ Κ. Πετσάλης θὰ ὁμιλήσῃ τελευταῖος.
§158ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, νομίζω, ὅτι ἤθελον παραλείψει καθῆκον ἱερὸν, ἐὰν δὲν ὑπέβαλλον εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι θεωρῶ μὴ συνᾴδον μὲ τὸ σέβας, τὸ ὁποῖον ὀφείλομεν πρὸς μίαν ἐπιστολὴν προερχομένην ἀπὸ τὴν Α. Μ. τὸ νὰ προβῶμεν ἀμέσως μετὰ τὴν γενομένην σφοδρὰν συζήτησιν καὶ ὑπὸ ἐντυπώσεις, τὰς ὁποίας αὕτη ἀφῆκε, νὰ προβῶμεν εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῶν ἐν τῷ διαγγέλματι παρατηρήσεων, τοσοῦτο μᾶλλον καθόσον τοῦτο εἶναι γεγραμμένον μὲ ὕφος πολὺ περιποιητικὸν διὰ τὴν Συνέλευσιν (θόρυβος ἀριστερά.)
§160ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ἀπὸ τὸ βῆμα.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λαλῶ περὶ τῆς τάξεως τῆς συζητήσεως. Δὲν πρόκειται περὶ προτάσεως ἐμοῦ ἢ τῶν ὑπουργῶν ἢ ὁποιουδήποτε πληρεξουσίου, πρόκειται περὶ διαγγέλματος τοῦ Βασιλέως (θόρυβος ἀριστερά). Ἐγὼ σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι καθ’ ὃν τρόπον διεξήχθη μέχρι τοῦδε ἡ συζήτησις δὲν ἠξεύρω ποίαν πρότασιν νὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφόν σας. Ὁ Βασιλεὺς δὲν σᾶς ἔκαμε καμμίαν ῥητὴν πρότασιν, ἀφίνει εἰς τὴν σύνεσίν σας (θόρυβος).
§162ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Πετσάλης· αὐτὰ εἶναι παράκαιρα.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ, Κύριοι, δὲν μὲ ἀφίνετε οὔτε νὰ δικαιολογήσω τὴν διαγωγήν μου (θόρυβος).
§164ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Ὡς Πρόεδρος ὁμιλεῖς ἢ ὡς πληρεξούσιος;
§165ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς Πρόεδρος.
§166ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Μὰ δὲν εἶναι πράγματα αὐτὰ τοῦ Προέδρου, ὁμιλεῖς ὡς πληρεξούσιος.
§167Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργ. ἐξωτερ.). Κύριε Πρόεδρε, ἐπιθυμοῦμεν καὶ παρακαλοῦμεν ἡ Συνέλευσις ν’ ἀκούσῃ ὡσαύτως τὸν Κ. Πετσάλην, ὡς ἤκουσε τοὺς ἄλλους.
§168ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω ἀντίῤῥησιν, σᾶς εἶπον μόνον, ὅτι δὲν νομίζω καλὸν ν’ ἀποφασίσητε ἀπόψε.
§169ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Αὔριον (θόρυβος).
§170ΠΟΛΛΟΙ. Ἀπόψε θὰ τελειώσωμεν.
§171ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅταν θέλῃ ἡ Συνέλευσις, ἐγὼ βεβαίως δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντισταθῶ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Πετσάλης.
§172ΔΑΓΡΕΣ. Κύριοι! Δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τελειώσωμεν ἀπόψε (θόρυβος). Ἠμπορεῖς νὰ μὲ κατακρίνῃς, ὅταν φεύγω ἀπὸ τὰς 4 5, ὄχι τώρα. Αὐτὸ τὸ ζήτημα δὲν εἶναι κομματικόν. (θόρυβος).
§173ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, θὰ τελειώσωμεν ἀπόψε.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι. Ὁρίστε Κ. Πετσάλη.
§175ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι! Ἔχω ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι ὑπὲρ τὸ δέον κεκμηκυῖα, ὡς ἐγὼ αὐτὸς, ἑπομένως ὅτι καὶ ἡ ὑπόθεσις ἔλαβε τοσοῦτον παρατεταμένην συζήτησιν, ὥστε δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένη· τούτου ἕνεκα θέλω περιορισθῆ εἰς πολλὰ ὀλίγας παρατηρήσεις. Ἐκφράζω, Κύριοι, τὰς εὐχαριστήσεις μου εἰς τὸ διάγγελμα τὸ δεύτερον, διότι μετριάζει ὅ,τι ἀπότομον καὶ ἀνοίκειον περιεῖχε τὸ πρῶτον. Τὸ δεύτερον τοῦτο διάγγελμα καὶ κατὰ τὸ ὕφος καὶ ὡς πρὸς τὰς ἀπαιτήσεις περιορίζεται ἐντὸς τῶν ὅρων τοῦ πρέποντος. Ἡ ἔννοια αὐτοῦ, τὸ πνεῦμά του συμβιβάζεται μὲ τὸ ψήφισμα τῆς Συνελεύσεως, ὅπερ ἐκάλεσεν εἰς τὸν θρόνον τῆς Ἑλλάδος τὸν νεαρὸν ἡμῶν Βασιλέα. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι τὸ ψήφισμα ἐκεῖνο ἐκάλεσεν αὐτὸν ὡς Συνταγματικὸν Βασιλέα. Ἐὰν, Κύριοι, ἔμελλε νὰ συνταχθῇ ἓν συμβόλαιον μεταξὺ τοῦ Ἑλληνικοῦ ἔθνους καὶ τῆς Α. Μ., βεβαίως ἓν τῶν δύω μερῶν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ προτείνῃ τοὺς ὅρους. Ἠθέλησεν ἡ Ἑλλὰς ἐντὸς τοῦ ψηφίσματος τῆς Συνελεύσεως νὰ θέσῃ τὸν ὅρον, καὶ ἡ Α. Μ. τὸν ἀπεδέχθη. Ἐξ αὐτοῦ λοιπὸν τοῦ ὅρου, ὁ ὁποῖος ἔδιδεν ἕνα θρόνον, προκύπτει, ὅτι ἡ Συνέλευσις τῆς Ἑλλάδος εἶχε τὸ ἀπεριόριστον δικαίωμα νὰ συντάξῃ τὴν πολιτείαν, ἐκτὸς ἐὰν εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Συντάγματος ἤθελε γίνεσθαι σφετερισμός τις ἐκ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ δημόσιον δίκαιον καὶ κατὰ τὴν ἱστορίαν θεωροῦνται ἀναγκαῖα ἀπολύτως εἰς σύστασιν τῆς Βασιλείας. Ἡ Α. Μ. εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν σκέψιν τῆς Συνελεύσεως μὲ τὸ ὕφος ἐκεῖνο, μὲ τὸ ὁποῖον ἐκφράζεται τὸ δεύτερον διάγγελμα, παρατηρήσεις.
§176ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτ.). Ἔπρεπεν ἐγκαίρως, Κ. Πετσάλη, νὰ τὰ εἴπητε αὐτά.
§177ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Καὶ τώρα εἶναι καιρός.
§178ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ὁπωσδήποτε οἱ ὑπουργοὶ τῆς Α. Μ., τοὺς ὁποίους θεωρῶ ὑπευθύνους, —καὶ τὸν Βασιλέα τὸν θέτω πάντοτε ὡς πρόσωπον ἀνεύθυνον ἐκτὸς τῆς συζητήσεως — ἐνόμισαν νὰ διακόψωσι τὰς συζητήσεις τῆς Συνελεύσεως καὶ νὰ ἐκφράσωσιν ἐκ προοιμίων τὴν συγκατάθεσιν, τὴν συναίνεσιν τῆς Α. Μ. ἐπὶ τῶν μέχρι τοῦδε ψηφισθέντων ἄρθρων καὶ νὰ ὑποβάλωσιν ἄρθρα τινὰ ὡς δῆθεν ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῆς Συνελεύσεως. Ἡ Συνέλευσις ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὸ διάγγελμα ἐκεῖνο καὶ ἀπεφάσισεν· ἐψήφισε τὸ Σύνταγμα, ἐξήντλησε τὴν ἐργασίαν της, ὡς ἐπίσης ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὰς παρατηρήσεις ὅσαι ἐγένοντο εἰς αὐτὴν ἐκ μέρους τῆς Βασιλείας Ὕστερον, Κύριοι, ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς παρουσιάζεται σήμερον ἓν διάγγελμα περιλαμβάνον ἐνδοιασμούς τινας, καὶ οἱ ὑπουργοὶ, ἢ τινὲς ἄλλοι τῶν πληρεξουσίων, ὠφελούμενοι ἐκ τῶν ἐνδοιασμῶν τούτων προκαλοῦν τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐπανέλθῃ καὶ νὰ τροποποιήσῃ διατάξεις τινὰς τοῦ Συντάγματος τούτου. Θεωρῶ, ὅτι τοῦτο δὲν εἶναι νόμιμον, οὔτε ἔγκαιρον. Ἡ Συνέλευσις ἐξεφράσθη, ἐτελείωσε τὸ ἔργον της. Τὸ διάγγελμα ὑποβάλλει μόνον ἐνδοιασμοὺς, ἐνδοιασμοὺς τοιούτους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμπόρεσαν τοὐλάχιστον ν’ ἀπολήξωσιν εἰς μίαν πρότασιν διατετυπωμένην ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν, οἱ ὁποῖοι τὸ ἔφερον· ἀλλ’ ὁ Κ. Λομβάρδος ἔκαμε μίαν αἴτησιν εἰς τὸ ἄρθρον τῆς ἀναθεωρήσεως σχετικῶς μὲ τὸ διάγγελμα, τὸ ὁποῖον προκαλεῖ τὴν διάσκεψιν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς διατάξεως περὶ μεταῤῥυθμίσεως. Θεωρῶ λοιπὸν, ὅτι δὲν ὑπάρχει κᾀμμία ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὴν ἐξέτασιν τῶν δύω ἄρθρων, τῶν ὁποίων ζητεῖται σήμερον ἡ μεταῤῥύθμισις καὶ ἡ τροπολογία· διότι σπουδαῖοι λόγοι, σπουδαῖα ἐπιχειρήματα δὲν ἐπροτάθησαν ἐνώπιόν της. Καθόσον ἀφορᾷ τὴν διάταξιν τῆς ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος, ἡ πρότασις τοῦ Κ. Λομβάρδου δὲν ἦτο τοιαύτη, ὥστε νὰ φέρῃ μίαν διαφορὰν σπουδαίαν ὡς πρὸς τὴν διάταξιν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη τὸ Σύνταγμα. Ἡ διαφορὰ εἶναι μόνον ὡς πρὸς δύω ἔτη· κᾀμμίαν ἄλλην σπουδαίαν διαφορὰν δὲν βλέπω. Εἶναι λοιπὸν τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Συνελεύσεως, ἄνευ λόγων σπουδαίων, ἄνευ ἐπιχειρημάτων ἰσχυρῶν νὰ καταστρέψῃ τὴν ἀπόφασίν της, διότι ὑπεβλήθησαν εἰς αὐτὴν ἀμφιβολίαι τινες; Δὲν δυνάμεθα, Κύριοι, νὰ προχωρήσωμεν περισσότερον ἐπὶ τοῦ μέρους τούτου τῆς μεταῤῥυθμίσεως, διότι ἡ συζήτησις ὑπάρχει ἐξηντλημένη, ἀλλὰ λέγω, ὅτι ὅλοι οἱ φόβοι, ὅσοι ἐξεφράσθησαν ὑπό τινων τῶν ἀγορευσάντων, εἰμποροῦν νὰ θεωρῶνται δικαιολογημένοι ἂν ἄνευ εὐλόγου ἀφορμῆς, ἄνευ δικαιολογημένης ἀνάγκης ἡ Συνέλευσις ἐνδώσῃ εἰς τὴν αἴτησιν, ἥτις τῇ γίνεται σήμερον, καὶ παραδεχθῇ ἑτέρας διατάξεις περὶ ἀναθεωρήσεως. Ἕκαστος ἐνταῦθα εἰμπορεῖ νὰ ὑποθέτῃ, ὅτι ἐνυπάρχει σχέδιόν τι οὐχὶ βεβαίως ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ κατὰ τῶν ἐλευθεριῶν αὐτοῦ, ἀφοῦ ὁ χρόνος πρόκειται νὰ συντμηθῇ ἀπὸ 19 εἰς 8 ἔτη καὶ οὕτω νὰ περιορισθῇ ἡ ἀναγκαία πεῖρα, τὴν ὁποίαν ὀφείλει νὰ διέλθῃ τὸ ἔθνος, ἵνα πεισθῇ, ἂν οἱ θεσμοὶ, τοὺς ὁποίους ἐψήφισεν, ἔχωσι καλῶς ἢ ὄχι, ὡς τοῦτο δεικνύεται ἀπὸ τὰ Συντάγματα ἑτέρων ἐθνῶν, μᾶλλον δημοκρατικῶν, ὡς εἶναι τὸ Σύνταγμα τῆς Γαλλίας τοῦ 1793, ἐν ᾧ ἐκδηλοῦται, ὅτι πώποτε ὁ λαὸς δὲν περιορίζεται ἀπὸ τοὺς νόμους· ἡ θέλησις πρέπει νὰ μείνῃ ἐλευθέρα ἵνα ἐκφράζηται εἰς πᾶσαν στιγμήν, ἀλλ’ ἡ φρόνησις ὑπηγόρευσεν εἰς τοὺς νομοθέτας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνέταξαν τὸ Σύνταγμα τοῦ ἔθνους ἐκείνου, ὑπηγόρευσε, λέγω, ν’ ἀπαιτήσωσι μίαν δοκιμασίαν, νὰ προσδιορίσωσιν ἀνάλογον χρόνον. Δὲν μᾶς ἔφερον κἀνὲν ἐπιχείρημα, ἵνα μᾶς πείσωσιν, ὅτι οἱ δύο περιπλέον χρόνοι, οὓς ἀπαιτεῖ τὸ Σύνταγμα, διὰ τὴν δοκιμασίαν, ἀποβαίνουσι πρὸς βλάβην τοῦ κράτους, ἢ ὅτι ἡ μεγαλειτέρα συντομία δύναται νὰ σώσῃ τὴν Ἑλλάδα. Ἡ διαίρεσις τῶν ἐξουσιῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ βάσις παντὸς Συντάγματος, εἶναι μία τοιαύτη διάταξις θεμελιώδης, ἡ ὁποία δὲν ὑποθέτει ποτὲ τροποποίησιν· ἵνα γίνῃ τροποποίησις εἰς τοῦτο ἀπαιτεῖται μία ἀνατροπὴ κοινωνική. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς λοιπὰς διατάξεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι δευτερεύουσαι καὶ ἐπουσιώδεις, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι οὐδεὶς κίνδυνος μέλλει νὰ ἐπέλθῃ εἰς ἓν ὁποιονδήποτε ἔθνος, ἂν ἡ ἀναθεώρησις γίνῃ βραδύτερον δύω ἔτη ἢ καὶ 5 ἢ 10· διότι ἡ ἱστορία ἀποδεικνύει εἰς ἕτερα ἔθνη, ὅτι θεσμοὶ συνταγματικοὶ ἀτελεῖς πλημμελεῖς ἐπὶ αἰῶνας ἔμειναν χωρὶς νὰ καταστραφῶσι, καὶ παράδειγμα φέρω τὴν Ἀγγλίαν ὅπου μόλις ἐσχάτως παρεχωρήθησαν δικαιώματα καὶ χάρται εἰς τὰς πόλεις καὶ κομητείας· ἐν τούτοις πολλαὶ τῶν τοιούτων πόλεων ἐγένοντο πλούσιαι, ἐμπορικαὶ, ἰσχυραὶ, ἐνῷ διετέλεσαν ἐπὶ αἰῶνας χωρὶς ν’ ἀντιπροσωπευθῶσι· καὶ ἐν τούτοις ἡ Ἀγγλία δὲν κατέστρεψε ποτὲ τὰς ἐπουσιώδεις διατάξεις τοῦ Συντάγματος. Αἱ ἐπιδιωκόμεναι μεταῤῥυθμίσεις δὲν εἶναι ποτὲ φύσεως τοιαύτης, ὥστε νὰ φέρωσιν ἀμέσως τὴν ἀνατροπὴν ἑνὸς κράτους, ἂν ἀποδειχθῶσι πλημμελεῖς. Ἡ δευτέρα προθεσμία, ἡ ὁποία ἐτέθη εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1864 πρὸς ἀναθεώρησιν οὐχὶ τῶν κυρίων διατάξεων τοῦ Συντάγματος τῆς διαιρέσεως τῆς ἐξουσίας, τῆς διανομῆς αὐτῆς, ἡ ὁποία πρέπει νὰ ᾖναι ἀμετάβλητος, καὶ διὰ τοῦτο πολὺ ὀρθῶς ὁ Κ. Μίλησης ἐπιτρέπει μόνον διὰ τῆς προτάσεώς του τὴν μεταῤῥύθμισιν τῶν δευτερευουσῶν διατάξεων.
§179ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅλον τὸ κεφάλαιον τῆς συντάξεως τῆς πολιτείας.
§180ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἔχομεν δίκαιον, κύριοι, νὰ ὑποπτεύσωμεν, ὅτι ἐκ τῆς ζητουμένης ἀναθεωρήσεως εἰς συντομώτερον χρόνον εἰμποροῦν νὰ διακινδυνεύσουν αἱ ἐλευθερίαι αἱ καθιερωθεῖσαι εἰς τὸ Σύνταγμα, τοσούτῳ μᾶλλον, καθόσον ἐξεφράσθησαν ἰδέαι καὶ αἰσθήματα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἐναντίον τῶν ἐλευθεριῶν. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε, διότι οἱ ὑπουργοὶ ἔφερον διάγγελμα τοῦ Βασιλέως νὰ ἐνδώσωμεν καὶ νὰ παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν, τὸ νὰ μεταῤῥυθμίσωμεν τὰς διατάξεις ἐν τῷ Συντάγματι τὰς ἀφορώσας τὴν ἀναθεώρησιν. Ἔρχομαι εἰς τὸ βʹ. κεφάλαιον. Κύριοι! εἶχον λάβει τὸν λόγον ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ βʹ. ἄρθρου καὶ ἤμην ἕτοιμος σήμερον ἐξ ἀνάγκης νὰ ἔλθω νὰ ὑποστηρίξω τὴν γνώμην μου. Ἐνόμιζον, ὅτι ὁ Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν ἤθελε στηρίξει τὴν ἀπάλειψιν, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν, ἐπὶ ὑποχρεώσεων διεθνῶν στηριζομένων ἐπὶ τῶν πρωτοκόλλων, ἀλλ’ εὐτυχῶς ἀκούσας αὐτὸν τέλος εἶδον μὲ εὐχαρίστησίν μου ὅτι δὲν τὴν ἐστήριξεν εἰς καμμίαν ὑποχρέωσιν διεθνῆ, δὲν λέγει, ὅτι τὰ πρωτόκολλα προσβάλλονται· ἂν ἤθελεν εἰπεῖ τοῦτο, ἤθελον κατακρίνει τὸν τρόπον τῆς διεξαγωγῆς αὐτῆς τῆς ὑποθέσεως, καὶ ἤθελον μεμφθῆ πολὺ αὐτὸν, ἂν ἤθελε φέρει μίαν τοιαύτην ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, χωρὶς νὰ ᾖναι ἀρκούντως παρεσκευασμένος· ἤθελον ἀπαιτήσῃ νὰ καταθέσῃ τὰ ἔγγραφα, τὰ ὁποῖα ἀνεκοινώθησαν εἰς τὴν κυβέρνησιν, ἤθελον ἀπαιτήσει νά κατατεθῶσι τὰ ἔγγραφα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ κυβέρνησις ἀπήντησε, ἤθελον ἀπαιτήσει ν’ ἀποδείξῃ τὰς ἐνεργείας της ἡ κυβέρνησις καὶ πρὸς τὰς ἄλλας δύο Δυνάμεις, αἱ ὁποῖαι συνυπέγραψαν τὰ πρωτόκολλα, καὶ αἱ ὁποῖαι ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ τὰ ἑρμηνεύσωσι. Ἀλλὰ τὸ πνεῦμα καὶ τὸ γράμμα τῶν πρωτοκόλλων αὐτῶν εἶναι τόσον προφανὲς, ὥστε ὁ ἴδιος δὲν θέλει δυνηθῆ νὰ στηρίξῃ τὴν πρότασίν του ἐπ’ αὐτῶν. Τί σᾶς εἶπεν ὅμως; ὅτι εἶναι καλὸν ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ διάταξις αὕτη, οὐχὶ διότι σκοπεῖ ἡ κυβέρνησις νὰ θυσιάσῃ τὰ ἐθνικὰ συμφέροντα, τὴν ἐθνικὴν ἀρχὴν, ἣν καθιεροῖ τὸ ἄρθρον βʹ. τοῦ Συντάματος, ἀλλὰ διότι ταύτην δυνάμεθα νὰ ἐπιτύχωμεν δι’ ἄλλων μέσων, διὰ διπλωματικῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, εἶναι ἀναντίῤῥητον, ὅτι ἡ διάταξις, τὴν ὁποίαν ἐνομοθετήσαμεν ἐπὶ τοῦ ἄρθρου βʹ. τοῦ Συντάγματος, ἀποῤῥέει ἀπὸ τὸ κυριαρχικὸν δικαίωμα ἑκάστου ἔθνους. Πότε, εἰς ποίαν ἐποχὴν, τὰ κυριαρχικὰ δικαιώματα ἐχρησίμευσαν ὡς ἀντικείμενον διπλωματικῶν διαπραγματεύσεων; Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος Βασιλεὺς, ὅτε ἡ Ἀγγλία ἦτο ὅλη καθολικὴ, ἠμφισβήτησεν εἰς τὸν πάπαν τὸ δικαίωμα τοῦ διορισμοῦ ἐπισκόπων καὶ τῷ εἶπεν, ὅτι «εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ κράτος δὲν εἰμποροῦν νὰ ὑπάρχουν δύο ἀρχηγοί». Δὲν πρέπει οὐδέποτε ἓν κράτος νὰ ὑπόκειται εἰς δύο κυριαρχίας, μίαν τὴν ἐγχώριον καὶ μίαν τὴν ξένην. Εἰς τὴν Γαλλίαν οὐδέποτε εἰς καμμίαν ἐποχὴν ἡ ἰδιότης τοῦ προσώπου, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ᾖναι Γάλλος, ἠμφισβητήθη. Ὅστις δὲ μοὶ λέγει, ὅτι ὑπάρχει συνθήκη, δὲν τὴν ἀνέγνωσε· ἡ συνθήκη ἐκείνη concordat δὲν ἐγένετο διὰ τοῦτο, τὸ νὰ ᾖναι ὁ ἐκλεγόμενος ἱερεὺς πολίτης Γάλλος κτλ· αἱ τοιαῦται διατάξεις ἀποῤῥέουν ἀπὸ τὸ δικαίωμα τῆς Γαλλίας, τὸ concordat περιστρέφεται εἰς ὀλίγους ὅρους, εἶναι πότε καὶ πῶς νὰ δίδῃ ὁ Πάπας τὴν συγκατάθεσίν του ὡς πρὸς τοὺς διορισμοὺς, οὐχὶ ὡς πρὸς τὴν ἰδιότητα τοῦ Γάλλου, καὶ σᾶς προκαλῶ διὰ τοῦ τύπου νὰ μὲ ἀναιρέσητε· ὥστε καὶ εἰς αὐτὴν τὴν καθολικωτάτην Γαλλίαν ὁ ἱερεὺς, ὁ ἐπίσκοπος πρέπει νὰ ᾖναι ἰθαγενὴς, πρέπει ν’ ἀνήκῃ εἰς τὴν πολιτείαν ἐκείνην, ἐν ᾗ πρόκειται νὰ ἐξασκήσῃ τὸ ἐπάγγελμά του. Τοῦτο οὐδαμοῦ ἠμφισβητήθη. Πῶς θέλετε σήμερον νὰ τὸ φέρετε ζήτημα εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἡ ὁποία συνῆλθεν εἰς τὰ 61, νὰ θέσητε δηλαδὴ εἰς ἀμφιβολίαν τὴν κυριαρχίαν τοῦ ἔθνους τοῦ νὰ ζητήσῃ ὥστε οἱ ἐπίσκοποι νὰ ὦσι πολῖται Ἕλληνες; Ἠξεύρω τὶ θέλουν οἱ Κύριοι· δὲν ἔχουν σκοπὸν νὰ παύσουν τὸ δικαίωμα, ἀλλὰ νὰ τὸ κάμουν μὲ μίαν συνθήκην ἴσως ἵνα ἀπολαύσωσι καὶ τὰς ὠφελείας τῆς συνθήκης (γέλως δεξιόθεν)· οὐχὶ, Κύριοι· τὸ δικαίωμα τοῦτο δὲν καθιεροῦται διὰ συνθηκῶν, ἀλλὰ θέλομεν νὰ ἐγγραφῇ εἰς τὸ σύνταγμά μας. Ἠξεύρω μάλιστα καὶ δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω, ὅτι καμμία σπουδαία αἴτησις δὲν ἀπευθύνθη εἰς τὴν Ἑλληνικὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ἁπλῆ σημείωσις ἐδόθη πολὺ ὠχρὰ, πολὺ ἀδύνατος, καὶ μόνον αὐτὴ ἡ ὠχρὰ σημείωσις ἔδωσεν ἀφορμὴν νὰ συνταχθῇ διάγγελμα, νὰ ὑποβληθῶσι προτάσεις εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἵνα μεταβληθῶσιν ὅροι θεμελιώδεις τοῦ Συντάγματος, καὶ αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, δι’ ὃν δὲν ἔφερον τὴν σημείωσιν αὐτήν. Μέχρι τινὸς μάλιστα ὑπῆρχε μεγίστη ἀμφιβολία, ἂν ἔπρεπε νὰ ζητήσωσιν ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ἄρθρου τούτου τοῦ Συντάγματος, καὶ τέλος ἐπείσθησαν ἵνα φέρωσιν αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν. Αὐτὰ εἶναι τὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα οὐδεὶς δύναται νὰ διαψεύσῃ παρὰ διὰ τοῦ λόγου.
§181ΙΑΛΕΜΟΣ. Αὐτὴ ἡ ἐνέργεια κατὰ τοῦ ἄρθρου ἐγένετο συνεπείᾳ μιᾶς ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἐγένετο εἰς τὸ Βέλγιον, καθολικῶν, εἰς τὴν ὁποίαν ἔλαβε μέρος καὶ ὁ Λενορμὰν, ὅστις ἐξέφρασε τὴν ἰδέαν νὰ συστήσῃ εἰς τὴν Ἑλλάδα καθολικὴν ἐφημερίδα .... (θόρυβος).
§182ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς ἐπέρασεν εἰς τὰς ἀνακαλύψεις ὁ Ἰάλεμος, Κύριε Πετσάλη.
§183ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Κύριοι, δύναμαι νὰ σᾶς βεβαιώσω μὲ τὴν συνείδησίν μου, ὅτι οὐδεμία τῶν δύο ἄλλων δυνάμεων εἴτε ἡ Ἀγγλία, εἴτε ἡ Ῥωσσία θέλει ἐπιδοκιμάσει τὴν πρᾶξιν, καὶ θέλει εἰπεῖ, ὅτι εἶναι σύμφωνος μὲ τὰ πρωτόκολλα καὶ τὴν ἀξιοπρέπειαν. Σκεφθῆτε, Κύριοι, σκεφθῆτε ὅτι πρόκειται περὶ θεμελιώδους νόμου, διότι παραδεχόμενοι τὴν διάταξιν τοῦ ὑπουργείου καθιεροῦμεν προνόμια, ἐνῷ τὰ πρωτόκολλα ἐζήτησαν νὰ τεθῶσιν καὶ εἰς θέσιν ἰσότητος. Προτείνω λοιπὸν τὸ ἀπροχώρητον καὶ θεωρῶ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ψηφισθέντα.
§184ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§185ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι.) Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Πετσάλη ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ἡ Συνέλευσις μελετήσασα τὸ διάγγελμα τῆς Α. Μ. τοῦ Βασιλέως ἀποφαίνεται, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὰ ψηφισθέντα ἐν τῷ ὑποβληθέντι εἰς τὴν Α. Μ. Συντάγματι.» Ἀπωτέρω εἶναι αὕτη.
§186ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος τὸν λόγον; ὅπως τίθεται τὸ ζήτημα περιλαμβάνει δύω διακεκριμένα ζητήματα, τὸ ζήτημα τοῦ δευτέρου ἄρθρου καὶ τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως. Δύνανται νὰ ὑπάρχουν τινὲς, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ ἐδάφιον τοῦ βʹ. ἄρθρου, ἀλλὰ νὰ μείνῃ ἡ διάταξις περὶ ἀναθεωρήσεως· τότε εἰς ποίαν θέσιν θέλουσιν εὑρεθῆ; Διὰ τοῦτο προτείνω νὰ διαιρεθῶσι τὰ ζητήματα δυνάμει τοῦ κανονισμοῦ.
§187ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (ὑπουργ. ἐσωτερ.) Θέλομεν τὴν διαίρεσιν καὶ προτείνομεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§188ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἰδικόν μας ζήτημα εἶναι ὅτι δὲν θέλομεν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὰ ψηφισθέντα· ἀφοῦ ψηφισθῇ τοῦτο τότε ἔρχεται τὸ ἰδικόν σας ζήτημα.
§189ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ διαίρεσις καὶ εἰς τὸ ἓν καὶ εἰς τὸ ἕτερον ζήτημα ἐπέρχεται φυσικῶς.
§190ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πρέπει νὰ προταχθῇ νομίζω ἀκεραία ἡ πρότασίς μου· ἂν δέ τις τῶν κυρίων πληρεξουσίων ἀσπάζεται τὴν μίαν μόνον γνώμην, ἀποῤῥίπτῃ δὲ τὴν ἑτέραν, δύναται νὰ εἴπῃ ὄχι.
§191ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐπιμένομεν εἰς τὴν διαίρεσιν τῶν ζητημάτων, Κ. Πρόεδρε.
§192ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δηλ. ἐπιμένετε εἰς τὸ νὰ τεθῇ ἰδιαίτερον ζήτημα καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸν κλῆρον καὶ ἰδιαίτερον ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τῆς ἀναθεωρήσεως;
§193ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαίρεσιν τῶν ζητημάτων λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τὴν διαίρεσιν λέγουν ὄχι.
§195ΒΑΛΑΣΣΟΠΟΥΛΟΣ. Δύο λέξεις Κύριοι! Ἡμεῖς ἐπιμένομεν νὰ μὴ ἐπανέλθωμεν, ἂν θελήσητε νὰ διαιρέσητε τὰ ζητήματα ἡμεῖς, ἀποχωροῦμεν (δεξιόθεν κάτω, κάτω).
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαίρεσιν τῶν ζητημάτων λέγουν Ναί, οἱ δὲ μὴ παραδοχόμενοι λέγουν ὄχι. Ἄρχεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία. Ὁ Κύριος Πετσάλης προσέρχεται πρὸς τὸν Πρόεδρον καὶ ὁμιλεῖ αὐτῷ.
§197ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ Κύριοι (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα) παραδέχονται τὴν διαίρεσιν· λοιπὸν θὰ τεθῇ τὸ ζήτημα τοῦ ἀπαραδέκτου κατὰ πρῶτον ὡς πρὸς τὸν κλῆρον τὸν Δυτικὸν (θόρυβος).
§198ΤΙΝΕΣ. (ἀριστερόθεν). Ὄχι δὲν δεχόμεθα τὴν διαίρεσιν (θόρυβος). Ἐξακολουθεῖ ἡ κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ψηφοφορία.
§199ΜΙΛΗΣΗΣ. Τί ψηφοφοροῦμεν, Κύριε πρόεδρε;
§200ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ περὶ τῆς διαιρέσεως.
§201ΜΙΛΗΣΗΣ. Πολὺ καλά.
§202ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δὲν ὑφίσταται ζήτημα περὶ διαιρέσεως, Κ. Πρόεδρε, ἀφοῦ καὶ αἱ δύο μερίδες συνεφώνησαν.
§203ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία, Κύριε Πρόεδρε, ἄλλως καὶ αἱ δύω μερίδες συνεφώνησαν.
§204ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ ψηφοφορία, Κύριε, πρόεδρε, θέλομεν νὰ λυθῇ τὸ ζήτημα δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε νὰ ψηφοφορηθῇ τὸ ζήτημα τῆς διαιρέσεως;
§206ΠΟΛΛΟΙ (Δεξιόθεν). Μάλιστα, μάλιστα.
§207ΒΕΝΕΤΣΑΝΟΣ. Θέλετε ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἀφοῦ συμφωνοῦμε ἀμφότεραι αἱ μερίδες;
§208ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα. — Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως (θόρυβος).
§209Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Νὰ προχωρήσωμεν δι’ ὀνομαστικὴν κλήσεως.
§210ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν διαίρεσιν λέγουσι Ναί, (ἐγείρονται ἅπαντες ἀριστερόθεν φωνάζοντες Ναί, Ναί).
§211ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εἰς τὴν ψηφοφορίαν, Κύριε Πρόεδρε.
§212ΣΙΔΗΡΟΚΑΣΤΡΙΤΗΣ. Αὐτὴ ἡ περίστασις τῆς ψηφοφορίας δὲν ἐξηγεῖται ἄλλως πάρεξ διὰ νὰ ἀναβάλλουν τὸ ζήτημα (χειροκροτήματα).
§213ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι, Κύριε Πρόεδρε (θόρυβος).
§214ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τί λέγετε, νὰ τὸ ἀκούσω, μὲ φέρετε εἰς θέσιν νὰ μὴ ἠξεύρω τὶ νὰ κάμω.
§215ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀφοῦ εἴμεθα σύμφωνοι εἶναι ματαία ἡ ψηφοφορία.
§216ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε θὰ ψηφοφορήσωμεν πρῶτον τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετσάλη, καθ’ ὅσον ἀποβλέπει τὸν κλῆρον........
§217ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Νομίζω ὅτι πρέπει νὰ συντέμωμεν τὰς ἐργασίας μας. Ὅπως ἔχει τὴν πρότασιν ὁ Κ. Πετσάλης, νομίζω ὅτι ἐπέρχεται χρονοτριβὴ μεγάλη, διότι θέλει νὰ ψηφοφορήσωμεν τὸ ἀπροχώρητον διῃρημένως τῆς μεταβολῆς τοῦ ἄρθρου. Ἐὰν ῥίψωμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετσάλη, ποίαν μεταβολὴν θὰ ψηφοφορήσωμεν; ὥστε τὸ ζήτημα αὐτὸ, νὰ ψηφοφορήσωμεν τὸ ἀπαράδεκτον, εἶναι μία ψηφοφορία ματαία.
§218ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. (ἀριστερόθεν). Δι’ ἀναστάσεως.
§219ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἡμεῖς, ὑποθέτω, θὰ θελήσωμεν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Λοιπὸν ἀντὶ νὰ ψηφοφορήσωμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν, νὰ ψηφοφορήσωμεν τὸ ἑξῆς. Ὁ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν λέγουν Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι· καὶ τελειώνομεν οὕτω διὰ παντὸς (Διάλογος μεταξὺ Βούλγαρη καὶ Κουμουνδούρου παρὰ τὸ βῆμα).
§220ΠΟΛΛΟΙ. Δυνατὰ νὰ ἀκούσωμεν καὶ ἡμεῖς.
§221ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὁ Κ. Βούλγαρης λέγει, ὅτι θέλει νὰ ψηφοφορήσωμεν ὅπως ἔκαμε τὴν πρότασιν ὁ Κ. Πετσάλης, διότι δὲν θέλει νὰ ἐπέλθῃ καμμία μεταβολὴ εἰς τὸ ἄρθρον. Λοιπὸν λέγω, ὅτι αὐτὸ πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν, ἡμεῖς θέλομεν τὴν δεῖνα μεταβολὴν, πῶς θὰ εἴπητε ὄχι· εἰδὲ μὴ ἂν ψηφοφορήσωμεν τὸ ἀπροχώρητον, καὶ ἂν πέσῃ αὐτὸ, δὲν ἔχομεν τίποτε νὰ ψηφοφορήσωμεν, γίνεται μία ματαία ψηφοφορία.
§222ΠΡΟΕΔΡΟΣ (πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα). Λοιπὸν δὲν δέχεσθε τὰ δύο ζητήματα;
§223Δ. ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ. Ἀδιάφορον, ἀλλὰ διὰ τὴν τάξιν· ἀπροχώρητον τὸ ἓν, ἀπροχώρητον καὶ τὸ ἄλλο.
§224ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετσάλη ὡς πρὸς τὴν κλῆρον λέγουσι Ναί· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ ὑπουργοῦ τῶν ἐξωτερικῶν λέγουσιν ὄχι (θόρυβος).
§225ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὑπάρχουν τρεῖς γνῶμαι, Κύριοι! οἱ μὲν λέγουν νὰ μείνῃ τὸ κείμενον ὡς ἔχει· οἱ δὲ νὰ γείνῃ μεταῤῥύθμισίς τις, οἱ δὲ νὰ γείνῃ ἐντελὴς ἀπάλειψις. Δὲν ἐννοῶ τὶ θὰ εἰπῇ ἀπροχώρητον νὰ καλύψουν δι’ αὐτῆς τὸ ἀπαράδεκτον, τὸ ὁποῖον δὲν τολμοῦν νὰ προτείνουν· διότι φανερὰ δὲν ἔχουν τὴν γεναιότητα ν’ ἀρνηθοῦν τὸ Βασιλικὸν δικαίωμα τῶν παρατηρήσεων ἀπὸ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἡμεῖς δὲν δεχόμεθα νόθον λέξιν, ἥτις σήμερον ἐπολιτογραφήθη εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν γλῶσσαν. Πρέπει ἑπομένως τὸ ζήτημα νὰ τεθῇ οὕτως· οἱ παραδεχόμενοι νὰ μὴ γίνῃ καμμία μεταβολὴ εἰς τὸ 2 ἄρθρον λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τοῦτο λέγουν ὄχι, (μάλιστα), ἂν ἡ Συνέλευσις ἀποφανθῇ, ὅτι θέλει νὰ γίνῃ μεταβολή τις, μένει πάντοτε ἐλευθέρα ν’ ἀποφασίσῃ πῶς δύναται αὕτη νὰ γίνῃ (μάλιστα).
§226ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§227ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ μὴ γίνῃ καμμία μεταβολὴ εἰς τὸ ἄρθρον λέγουν Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν Ὄχι.
§228ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἐνοήσαμεν.
§229ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ μένῃ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, δηλ. νὰ μὴ γίνῃ καμμία μεταβολὴ λέγουσι Ναί, οἱ μὴ παραδεχόμενοι τοῦτο λέγουν Ὄχι.
§230ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Αὐτὸ τὸ σύστημα, Κύριε Πρόεδρε, τῶν ψηφοφοριῶν πότε τὸ ἔμαθον; πότε ἐκάμαμεν τοιαύτην ψηφοφορίαν; ὅτε ὑπάρχει πρότασις καὶ ψηφοφοροῦνται αἱ τροπολογίαι (θόρυβος). Κύριοι, ὑπάρχει τὸ κείμενον, ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἐπήχθησαν τροπολογίαι δύω. Συνήθως ψηφοφοροῦμεν τὰς τροπολογίας. Αὐτὸ ὅμως τὸ σύστημα εἶναι πρωτοφανές· κατὰ τὸν κανονισμὸν, τὸν ὁποῖον ἔχομεν καὶ τὸν ὁποῖον κανεὶς δὲν δύναται νὰ παραβαίνῃ, πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν πρῶτον τὰς τροπολογίας (θόρυβος).
§231ΒΑΣΣΟΣ. Τὸ θέμα, Κύριοι, σήμερον δὲν εἶναι τὸ κείμενον, ἀλλ’ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἔφερε τὸ διάγγελμα, καὶ ἀπωτέρω τροπολογία εἶναι ἡ ἰδική μας, νὰ μὴ γίνῃ καμμία μεταβολή (θόρυβος.)
§232ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Δὲν πρόκειται σήμερον περὶ δημιουργήσεως προτάσεων· σήμερον πρόκειται νὰ διατηρήσωμεν τὸ ὑπάρχον ἢ νὰ τὸ ἐξαλείψωμεν (θόρυβος). Λοιπὸν προηγεῖται ἡ διατήρησις ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα (θόρυβος).
§233ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Πρῶτον, Κύριε Πρόεδρε, πρέπει νὰ ψηφοφορήσωμεν ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα πρότασις.
§234ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νομίζω, ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀποκρούει, ὅταν γίνεται δεκτή, ὅλας τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ὑποβάλλονται· τὸ νὰ μὴ γίνῃ δὲ καμμία τροποποίησις, ἐπειδὴ ἀποκρούει ὅλας τὰς τροπολογίας, εἶναι ἀπωτέρα πρότασις.
§235ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Μάλιστα.
§236ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Ἡ ἀπάλειψις εἶναι ἀπωτέρα.
§237Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει ἀμφισβήτησις, νὰ γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ποῖον θέμα νὰ προηγηθῇ.
§238ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλετε ψηφοφορίαν περὶ τοῦ ποία εἶναι ἀπωτέρα πρότασις;
§239ΤΡΙΤΑΚΗΣ. Ἐδῶ, Κύριοι, εἶναι καθαρὸν τὸ πρᾶγμα. Τί θὰ εἰπῇ ἀπάλειψις; δὲν εἶναι τροποποίησις; Θὰ κάμωμεν τροποποίησιν ἢ ὄχι; Ἀπωτέρω λοιπὸν εἶναι ἂν θὰ κάμωμεν τροποποίησιν ἢ ὄχι (θόρυβος).
§240ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἀπωτέρα πρότασις εἶναι......
§241ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ὄχι, ὄχι, (θόρυβος παρατεταμένος.)
§242ΣΕΡΒΟΣ. Κύριοι, ὀλίγην ἀξιοπρέπειαν εἰς ἑαυτούς. Ποία εἶναι ἡ κατάστασις τῶν πραγμάτων εἰς τὴν στιγμὴν ὅπου ἔφθασεν; Ἐρωτῶ. Ἐγένετο ἡ πρότασις τοῦ Κ. Πετσάλη, ποίαν ἀντίῤῥησις κατ’ αὐτῆς ἐπῆλθεν; ἡ διαίρεσις τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Πετσάλη. Ἀφοῦ ἅπαξ αὐτὴ παρεδέχθη τί ἕπεται ἐντεῦθεν; ὅτι αὐτὴ πρέπει νὰ προβῇ πρώτη· πρῶτον τὸ πρῶτον μέρος καὶ εἶτα τὸ δεύτερον (χειροκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἑπομένως αὐτὴ ἡ πρότασις πρέπει νὰ ψηφισθῇ δίς, πρῶτον εἰς τὸ πρῶτον μέρος καὶ ἔπειτα εἰς τὸ δεύτερον.
§243Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ ἐπιβάλλητε, αὐτὸς εἶναι ὁ κανονισμός.
§244ΒΑΣΣΟΣ. Τί θέλετε; θὰ κάμητε ψηφοφορίαν ἢ ὄχι; ἐὰν θέλητε, καλά, εἰδεμὴ δὲν ἠμποροῦμεν πλέον ν’ ἀνεχώμεθα αὐτὴν τὴν πίεσιν, δὲν ξαναπατοῦμεν πλέον εἰς τὴν Συνέλευσιν.
§245ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗΣ. Κ. πρόεδρε, ἀναλαμβάνετε μεγάλην εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, θὰ θέσητε τὸ ζήτημα ὅπως ἀπεφασίσθη· ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε τὴν διαίρεσιν (θόρυβος).
§246ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν ὑπάρχουν διάφοροι προτάσεις, ἡ Συνέλευσις εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία θ’ ἀποφασίσῃ ποία εἶναι ἡ ἀπωτέρα (θόρυβος).
§247ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξωμεν, ὅτι εἰλικρινῶς φερόμεθα, ψηφοφοροῦμεν ὅ,τι θέλετε διὰ νὰ τελειώσωμεν.
§248Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν ἔρχεται ἕνας συμπολιτευόμενος, Κ. πρόεδρε, καὶ σᾶς εἰπῇ τίποτε, ἀμέσως ἀλλάζετε τὸ θέμα (θόρυβος).
§249ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ παύσουν αἱ κατ’ ἐμοῦ αἰτιάσεις, ἐγὼ εἶπον, ὅτι ἀπωτέρα γνώμη εἶναι αὐτὴ, τὴν ὁποίαν θέλετε, ἔπειτα ἀνίστανται οἱ ἄλλοι καὶ λέγουν, ὅτι δὲν εἶναι (θόρυβος). Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ καμμία μεταβολὴ εἰς τὸ ἄρθρον λέγουν, ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§250ΤΙΝΕΣ. Διατί ἔσβυσαν τὰ φῶτα; δὲν βλέπομεν.
§251ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κλητῆρες, ἀνάψατε τὰ φῶτα.—Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ μεταβολή τις, ἢ τροποποίησίς τις εἰς τὸ 6 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, λέγουν ναί· οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ μεταβολή, ἀλλ’ ὁποία θ’ ἀποφασισθῇ κατόπιν λέγουν ὄχι. Ἄρχεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§252ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κ. πρόεδρε, νὰ καθήσουν ὅλοι κάτω καὶ ὅστις ψηφοφορεῖ νὰ σηκώνηται διὰ νὰ φαίνηται.
§253ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε παρακαλῶ ὅλοι, Κύριοι. Ἐξακολουθεῖ ἡ ψηφοφορία.
§254ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφορήσατε ἐν ὅλῳ 288, 124 εἴπατε ναὶ 164 εἴπατε ὄχι· ὥστε ἡ πρότασις ἀπεῤῥίφθη.
§255ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ζήτωσαν οἱ Φλάροι (ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου). Ἐνταῦθα ἀναχωρεῖ πᾶσα ἡ ἀριστερὰ πτέρυξ ἐκ τῆς αἰθούσης.
§256ΤΙΝΕΣ (ἐκ δεξιῶν). Τί θὰ κάμωμεν τώρα;
§257ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅ,τι θὰ κάμωμεν θὰ κάμωμεν αὔριον, σᾶς παρακαλῶ μόνον αὔριον νὰ ἔλθωμεν εἰς τὰς 10 ἢ εἰς τὰς 11 τὸ πολύ. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 9 παρὰ 20 λεπτὰ Μ. Μ.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Σ. Λογιωτατίδης Α. Νικολαΐδης.