Ελένη
Ψηφιακή συλλογή των συζητήσεων του Ελληνικού Κοινοβουλίου
Ευρετήριο› Περίοδος Β ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ› Συνεδρίαση 338

1864.10.09

2.548 στίχοι · 19.388 λέξεις · 1 πίνακας · 144 παρεμβάσεις

Ημερομηνία
1864.10.09
Προεδρεία
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗ
Περίοδος
Β ΕΘΝΙΚΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ
Σύνοδος
—
Πηγή
ΕΠΙΣΗΜΟΣ ΕΦΗΜΕΡΙΣ ΤΗΣ ΣΥΝΕΛΕΥΣΕΩΣ, ΤΟΜΟΣ ΣΤ (1864)

§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 338.

Τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1864.

(Παρασκευή.)

Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.

§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;

§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.

§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Σούϊδας ἔχει νὰ ἀναγνώσῃ μίαν ἔκθεσιν.

§4ΣΟΥΪΔΑΣ. Ὑπεβλήθη, Κύριοι, πρότασις, πρὸ πολλοῦ περὶ τῆς τοποθετήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπογεγραμμένη παρὰ τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, Καλοῦ καὶ ἐμοῦ· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν πρότασιν ταύτην, τὴν παρέπεμψεν εἰς τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα διώρισαν ἐπιτροπήν· ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰσηγητὴς, καὶ ἔρχομαι νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν, καθόσον, Κύριοι, πληρεξούσιοι, τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσῃ ἡ Συνέλευσις διὰ ἀποφάσεως, πρέπει νὰ ᾖναι συντακτικὸν, ὅπως ἦτο καὶ εἰς τὴν 3 7βρίου· καὶ ἐπειδὴ πλησιάζει ἡ λῆξις τῆς συζητήσεως τοῦ συντάγματος, διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν, ἥτις νὰ παραδοθῇ μετὰ ταῦτα εἰς τὸ προεδρεῖον, νὰ τυπωθῇ πρὶν τῆς λήξεως τοῦ Συντάγματος, διότι τὸ ψήφισμα θὰ ᾖναι συντακτικόν. Ἀναγινώσκει τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἔκθεσιν συνοδευομένην μὲ σχέδιον ψηφίσματος, δι’ οὗ προτείνεται, ἵνα οἱ ἐν τῷ συνημμένῳ καταλόγῳ ἀξιωματικοὶ λαμβάνωσι πλήρεις τὰς ἀποδοχάς των, καὶ ἐν ἀργίᾳ τιθέμενοι, λόγῳ, ὅτι συνετέλεσαν ὑπὲρ τῆς Φεβρουαριανῆς καὶ 8βριανῆς ἐπαναστάσεως.

§5ΣΟΥΪΔΑΣ. Ὁ κατάλογος εἶναι μέσα, θὰ τὸν ἰδῆτε· ἕκαστος, ἐὰν παρεισέφρυσε λάθος τι, κατὰ τὴν συζήτησιν δύναται νὰ κάμῃ τὰς παρατηρήσεις του.

§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις δὲν γίνεται σήμερον.

§7ΣΟΥΪΔΑΣ. Ἡ ἔκθεσις συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ἓν ψήφισμα.

§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τοῦ καταλόγου θέλει τυπωθῆ, καθὼς καὶ τὸ ψήφισμα, ἀφοῦ δὲ διανεμηθῆ, ἡ πρότασις θέλει καταλάβει τὴν θέσιν της εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.—Ὑποβάλλονται διάφοραι προτάσεις. Τοῦ Κ. Βαλτινοῦ· «προτείνω τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ συντάγματος ἢ ἁπλῶς διατάξεων τινῶν αὐτοῦ μόνον μετὰ παρέλευσιν 30 ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, βεβαιωθείσης τῆς ἀνάγκης ταύτης προσηκόντως.» Ἡ πρότασις, ἐπειδὴ ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον θέλει συζητηθῆ σήμερον, θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Πρότασις τοῦ Κ. Ἀντωνιάδου. «Δι’ εἰδικοῦ νόμου δύναται νὰ γίνῃ δεκτὸς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ ἀλλοδαπὸς ὁσάκις πρόκειται περὶ τεχνικῶν ἔργων.» Θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου. Ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Ἀντωνιάδου. «Εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας δύνανται νὰ ἀνατεθῶσι διὰ νόμου καὶ ἄλλα καθήκοντα, ἰδίως δὲ ἡ παρασκευὴ σχεδίων διαταγμάτων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, καὶ ἡ ἀνωτέρα δικαιοδοσία ἐπὶ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ.» Πρότασις τοῦ Κ. Πύρλα «Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας δὲν ἀναθεωρεῖ τοὺς παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντας νόμους. Συγκροτεῖται δ’ ἐκ προσώπων λαμβανομένων ἀνὰ δύο ἐξ ἑκάστου νομοῦ.» Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνεδριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν οἱ Κ. ὑπουργοὶ καὶ πληρεξούσιοι ἔφερον εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ σύστασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον; Πολλοὶ ἐνταῦθα ζητοῦσι τὸν λόγον.

§9ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι. Ἴσως περιέμενον τινὲς κατὰ τὴν στιγμὴν αὐτὴν λόγον ὁπωσοῦν μακρὸν ἐκ μέρους μου, ἀλλὰ τοῦ λόγου τούτου τοῦ μακροτέρου ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος δὲν εἶναι ὁ παρὼν καιρὸς κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Φείδομαι δὲ ἄλλως τε καὶ τῶν λόγων, διότι εἶμαι κυρίως ἄνθρωπος τῶν πράξεων καὶ ὄχι τῶν λόγων. Ἔρχομαι λοιπὸν ἁπλῶς πρὸς τὸ παρὸν νὰ φέρω ἔνστασιν κατὰ τῆς σήμερον ἐπιχειρουμένης συζητήσεως τῆς περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας προτάσεως. Ἡ ἔνστασίς μου θεμελιοῦται εἰς τὰ ἑξῆς καὶ καταλήγει εἰς πρότασιν, τὴν ὁποίαν οὐδεὶς θέλει διαμφισβητήσει ὡς μὴ εὔλογον. Ὁ τρόπος, Κύριοι, καθ’ ὃν συνωδεύθη τὸ ἔγγραφον τὸ φερόμενον πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ ὑπολοίπου ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, καὶ ἀκόμη τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσῆλθε πρωτοτύπως ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπογραφῆς, ἐχαρακτηρίσθη ἀρκούντως εἰς τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις. Εἴπαμεν διατί δὲν ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ οὕτω συντεταγμένον καὶ μάλιστα ἀνυπόγραφον. Ἀλλ’ ἔπειτα οἱ εἰσαγαγόντες ὑπουργοὶ ἐκήρυξαν, ὅτι τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ἀναπληροῦν τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως, ὑπῆρχε πρότασις ἰδική των καὶ τὸ ὑπέγραψαν, νομίζω, ὡς πληρεξούσιοι. Καί τοι λοιπὸν ὡς τοιοῦτον φερόμενον, νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ πρόκειται περὶ θεσμοῦ ἔχοντος μεγάλην ῥοπὴν εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, μάλιστα καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθησαν αἱ διατάξεις του, νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀξιοπρεπῶς φερομένη δὲν δύναται εἰμὴ νὰ παραδεχθῇ δυοῖν θάτερον, ἢ νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις αὕτη εἰς τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα σπουδαίως συζητήσαντα καὶ διαῤῥυθμίσαντα ἢ καὶ ἀποκρούσαντα αὐτὴν ὅλως, νὰ εἰσάξουν εἰς τὴν Συνέλευσιν ἔκθεσιν κανονικὴν καὶ ἔννομον ἐπὶ τῆς προτάσεως ταύτης.......

§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναφέρετε ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐλύθη· ἡ Συνέλευσις πρὶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν τῶν ὑπουργῶν.

§11ΣΧΙΝΑΣ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἢ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς τὰ τμήματα, ἢ νὰ παραπεμφθῇ, ἐὰν ἀγαπᾶτε τὴν ἀξιοπρέπειάν σας, ἥτις ἁρμόζει εἰς τὸν πανελλήνιον χαρακτῆρά σας, εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν διατυπώσασαν τὸ σχέδιον τοῦ συντάγματος, ἥτις νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ εἰσαγάγῃ ἐπίσης ἔκθεσιν καὶ νὰ γνωμοδοτήσῃ ἐπὶ τούτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔνστασίς μου.

§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὑπάρχει πρὸ καιροῦ ὑποβεβλημένη εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπὸ τοῦ Κ. Βλαντῆ.

§13ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐχὶ τοῦ Βλαντῆ, ἀλλὰ τῶν ἀδελφῶν Ἀννίνων.

§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θέλετε νὰ τὴν ἀναγνώσω;

§15ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, εἶναι περιττόν.

§16ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν διενεμήθη ἡ πρότασις αὕτη.

§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος.

§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς ἐσωτερικῶν). Κύριοι, δὲν νομίζω ποσῶς ἀναγκαῖον ν’ ἀντικρούσω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σχινᾶ· ἡ πρότασις αὕτη πρώτην ἤδη φορὰν εἰσάγεται, ἀφοῦ τοῦ συντάγματος τοσαῦτα ἄρθρα ἐσυζητήθησαν καὶ πλεῖστα ἐξ αὐτῶν ἐτροπολογήθησαν χωρὶς διόλου ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Συνέλευσις τὸν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Σχινᾶς ὑποδεικνύει σήμερον. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ πρότασις, περὶ ἧς πρόκειται, ἦλθε καὶ κατόπιν ἑορτῆς, διότι πρόκειται ὧδε περὶ μέρους προτάσεως ὁλοκλήρου, τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἤδη ἡ Συνέλευσις ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἀπεφάνθη καὶ ἐν μέρει τὴν ἐτροπολόγησεν· ἑπομένως εἶναι ὅλως διόλου παράκαιρον καὶ μάταιον νὰ ἐνασχοληθῶμεν ἤδη ἐπὶ τοιαύτης προτάσεως· ἔρχομαι δ’ ἀμέσως ἐπὶ τοῦ ζητήματος.

§19ΣΧΙΝΑΣ. Πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις.

§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ἔνστασις εἰς τὸ μέσον.

§21ΣΧΙΝΑΣ. Ἄς ἀποῤῥιφθῇ.

§22ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑποστηρίζεται.

§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς φέρομεν ὄχι ἓν σῶμα πολιτικὸν, ἀλλ’ ἓν σῶμα ἁπλῶς συμβουλευτικὸν, καὶ προτιμῶ τὸ σύστημα αὐτὸ ἀπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεῤῥίψατε, τὸ τῆς Γερουσίας, διότι καὶ εἴπατε ὀρθῶς, ὅτε εἴπατε, διὰ νὰ συστήσωμεν ἓν σῶμα πολιτικὸν, μίαν ἐξουσίαν ἐντὸς τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, ἔχουσαν ψῆφον καὶ ἀπόφασιν, ἔπρεπεν αὕτη ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ ἀναγκαίως συμφέροντα χωριστὰ, ἀλλὰ στοιχεῖα τοιαῦτα δὲν εὑρίσκομεν, ἐπειδὴ δὲ συμφέροντα διάφορα δὲν εὑρίσκομεν, ἀπαντῶμεν δὲ τὸ ἔθνος ἓν καὶ μόνον ὁμοιόμορφον ἄνευ διαιρέσεως τάξεων καὶ συμφερόντων, δὲν θέλομεν τὴν Γερουσίαν, διότι τίποτε δὲν ἀντιπροσωπεύει, εἰς οὐδὲν στηρίζεται, εἶναι ἄνευ βάσεων, καὶ εἶσθε εἰς τὸ ὀρθὸν λέγοντες ταῦτα καὶ ἀποκρούοντες συνταγματικὴν ἐξουσίαν διοριζομένην, διότι ἀναντιῤῥήτως, διὰ νὰ ἑδραιώσητε μίαν ἐξουσίαν, διὰ νὰ ἔχῃ αὐτὴ ἐπιῤῥοὴν καὶ δύναμιν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων τῶν ἐθνικῶν, διὰ νὰ ᾖναι ἕνας τροχὸς κυβερνητικῆς μηχανῆς σπουδαῖος, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ βάσεις ἀληθῶς μονίμους ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Εἴμεθα, Κύριοι, εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν σήμερον; πρόκειται ἀληθῶς νὰ σχηματίσητε μίαν ἐξουσίαν ἑτέραν, νὰ προσθέσητε ἕνα τροχὸν εἰς τὴν μηχανήν; ὄχι. Τί πρόκειται λοιπὸν νὰ κάμητε; Πρόκειται νὰ συγκροτήσητε ἓν σῶμα, τὸ ὁποῖον θέλει χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ φωτίζῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν. Τὸ σῶμα τοῦτο, ὡς τοιοῦτον, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον καὶ χρήσιμον· καὶ τὸ γνωρίζουν καὶ ἠμποροῦν νὰ τὸ ὁμολογήσουν ἐκεῖνοι, ὅσοι ἐνησχολήθησαν εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων. Μέχρι τοῦδε τί ἐγίνετο; Τί ἐκάμνομεν συντάττοντες Νόμους ἢ διατάγματα σπουδαῖα; Συνεκροτοῦμεν τυχαίως ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν οὔτε τὴν πεῖραν οὔτε τὴν γνῶσιν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς καταστάσεως τοῦ τόπου· ἐλαμβάνομεν ἀνθρώπους τινὰς, εἰς τὴν παιδείαν ἢ τὴν ἐν γένει πεῖραν τῶν ὁποίων ἐμπιστευόμεθα, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους ἐπεφορτίζομεν τὴν σύνταξιν ἢ τὴν διόρθωσιν Νόμου ἐν μιᾷ στιγμῇ, ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ. Ἠξεύρετε ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματα; Νὰ καταρτισθῇ μία νομοθεσία, ὁποίαν ἔχομεν, ἀσυνάρτητος, συγκεχυμένη, τὰ πλεῖστα μέρη τῆς ὁποίας ἀναγκάζεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ μὴ ἐκτελῇ. Δὲν ἀναφέρομαι εἰς Νόμους, τοὺς ὁποίους ἐσχάτως ἐν τῇ Συνελεύσει ἐψηφίσαμεν καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν, ἀναφέρομαι καὶ εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν, ὅπου καὶ σπουδαιότης καὶ καιρὸς περισσότερος ἐδίδετο εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτῶν τῶν Νόμων. Σᾶς λέγω, ὅτι ἀπαντᾶτε κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων αὐτῶν τοιαύτας ἐλλείψεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναγκαίως διαπράττεται ἡ παράβασις τοῦ Νόμου, διότι ἀλλοῦ συμφέροντα μεγάλα τῆς πολιτείας, ἢ τῶν πολιτῶν κατὰ μέρος, διὰ τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν Νόμων ἤθελον καταστραφῆ, ἀλλοῦ ἡ τάξις ἤθελε πάθει· τοιουτοτρόπως καθιερώθη ἡ πεποίθησις ἐντὸς τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὸ ἀθετεῖν τοὺς Νόμους εἶναι οὐχὶ σύνηθες, ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖον, δὲν εἶναι κακὸν, ἀλλὰ καλὸν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ ἀσέβεια πρὸς τοὺς Νόμους καθιερώθη ἐπισήμως· καὶ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν πολλάκις θέλετε ἀπαντήσει ἀνεγνωρισμένην τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, τοῦ παραβιάζειν τοὺς Νόμους, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὀνομάζεται διὰ τὸ εὐφημότερον διοικητικὴ διόρθωσις, διότι ὁ Νόμος, ὅπως εἶναι συντεταγμένος, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ· καὶ τελευταῖον ἔτι προχθὲς εὑρέθην εἰς ἀντίθεσιν μ’ ἕνα ὑπάλληλον λίαν εὐσυνείδητον καὶ ἱκανόν· ἤθελεν οὗτος πλαγίως νὰ παραβιάσωμεν ἕνα νόμον, διότι δὲν ἐφαρμόζετο, διότι ὡς προβλέπει ἡ ἐφαρμογή του θέλει φέρει καταστροφάς, ἀπέκρουσα τὴν πρότασίν του καὶ τῷ εἶπον· χρεωστοῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Νόμον μ’ ὅλας τὰς συνεπείας του. Εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, ἀναγκαία ἀπολύτως ἡ σύστασις ἑνὸς σώματος, τὸ ὁποῖον νὰ κρατῇ τὴν ἰσότητα τῆς νομοθεσίας, νὰ ᾖναι ἐπιφορτισμένον ἰδίως τὴν ἐξέτασιν τῶν νομοθετημάτων, νὰ σπουδάζῃ τὰς ξένας νομοθεσίας, τὴν κατάστασιν καὶ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου. Εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὰς ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον λαμβάνουσι μέρος εἰς τὴν νομοθεσίαν μας κατὰ τύχην, δι’ ἑνὸς σώματος, ὁποῖον σᾶς ἐπροτάνθη. Κανένα κίνδυνον οὔτε δυσκολίαν δὲν παρεμβάλλει εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐνέργειαν τακτικῆς καὶ ἐλευθέρας Κυβερνήσεως, διότι αὐτὸ δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐπίσημον καὶ ὁριστικὴν ἐπέμβασιν, εἶναι ἁπλῶς συμβουλευτικὸν, δὲν θέλει ἀποφαίνεσθαι, ἀλλὰ φωτίζει ἁπλῶς δι’ ἀναφορῶν, τὰς ὁποίας θέλει ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὁμοιότητα μὲ τὸ ἐπὶ Μοναρχίας Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διότι δὲν ἔχει οὐδεμίαν ἐξουσίαν, δὲν ἔχει ψῆφον. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καλῆς συντάξεως τῶν νομοθετημάτων, τῆς καλῆς ῥυθμίσεως τῆς κυβερνητικῆς ἐνεργείας, εἶναι ἀναγκαῖον ἓν σῶμα ἀπασχολούμενον ἰδιαιτέρως εἰς ταῦτα, καὶ ἓν σῶμα, Κύριοι, ὄχι ἐξαρτώμενον ἀπὸ τὰς καθημερινὰς διαθέσεις τῆς ἐξουσίας, τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’ ἓν σῶμα ἔχον ἀνεξαρτησίαν τινά. Ἰδοὺ ὁ λόγος τοῦ δεκαετοῦς του βίου, τοιουτοτρόπως ἀκινδύνως δύναται νὰ γνωμοδοτῇ καὶ ἐναντίον τῶν προθέσεων καὶ ἐπιθυμιῶν τῆς ἐξουσίας, καὶ νὰ ἦναι αἱ γνωμοδοτήσεις του καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοινωνίας ὡς γνωμοδοτήσεις, τὰς ὁποίας δὲν ὑπηγόρευσεν ἡ ἀνάγκη, τὰς ὁποίας ἕκαστος ὑπάλληλος, ἡ ὕπαρξις τοῦ ὁποίου ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργοῦ, ὑποτίθεται ὅτι δὲν ἔχει, σεβασταὶ καὶ ἄξιαι προσοχῆς· ἕνεκα τούτου αὐτὸ τὸ σῶμα ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ συστηθῇ ὅπως προτείνεται. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικὴν αὐτὸ τὸ σῶμα δὲν βλάπτει, διότι δὲν ἔχει ψῆφον, ὠφελεῖ ὅμως. Ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐζήτησαν καὶ ζητοῦσι νὰ ἀποφύγωσι πάντοτε, προκειμένου νὰ θέτωσι δύω ἐξουσίας παραλλήλως; Ὁ κίνδυνος ὁ μέγας, ὅστις ἕως τώρα ἔβλαψεν, εἶναι ἡ συναρπαγὴ τῶν νομοθετημάτων, ἡ ταχεῖα ἐπιψήφισις τῶν προτάσεων καὶ ἡ διὰ τῆς συνεχοῦς ἀντιθέσεως συντριβὴ αὐτῶν· τὴν ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου αὐτοῦ κατέταξαν μεταξὺ τῶν οὐσιωδεστάτων λόγων τῆς ὑπάρξεως τῆς Γερουσίας. Τὸν κίνδυνον αὐτὸν διὰ τοῦ συμβουλίου τὸν προλαμβάνομεν, διότι τὸ νομοθέτημα δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναρπαγῇ, εἶναι ἠναγκασμένον, πρὶν ἐπιψηφισθῇ, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ Συμβουλίου· ἡ ἐξέλεγξις δὲ αὕτη κανένα ἄλλον σκοπὸν δὲν ἔχει, παρὰ νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὴν βουλὴν νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον καὶ προσέτι διὰ μιᾶς ψυχρᾶς ἐκθέσεως τῶν γεγονότων, ἢ δικαιολογήσεως τῶν συμβεβηκότων, τὰ τυχὸν κακὰ ἐν τῷ νομοθετήματι αὐτῷ, τὰ τυχὸν ἐπικίνδυνα, νὰ ἀπομακρυνθῶσι, νὰ φωτίσῃ τὴν Βουλὴν, ἀποδεικνύον, ὅτι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ ἐπιψηφισθῇ, ἔχει τὸ δεῖνα κακόν. Διὰ τοῦ συστήματος λοιπὸν αὐτοῦ προλαμβάνεται ὁ κίνδυνος, καὶ τοι τοιουτοτρόπως κατορθοῦμεν τὰ νομοθετήματα ἀναγκαίως νὰ μὴ συναρπάζωνται. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ ὠφελεῖ σπουδαίως καὶ κατ’ ἄλλον λόγον σπουδαῖον ἡ τοιαύτη σύστασις τοῦ συμβουλίου. Ὅταν οἱ νόμοι δὲν ὦσι σεβαστοὶ εἰς ἓν ἔθνος, δὲν ἐκτελοῦνται καλῶς, δὲν ἔχουν ὅλην τὴν ἰσχύν των, ἐπειδὴ ἐπιβάλλονται διὰ τῆς βίας· οἱ νόμοι ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν σκοπόν των, ὅταν στηρίζωνται ἢ παραδέχωνται ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν πεποίθησιν, τότε οἱ νόμοι εἶναι σεβαστοὶ καὶ ἐκτελοῦνται, διότι εἶναι παραδεκτοί· ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ πεποίθησις, Κύριοι, δὲν ἀποκτᾶται εἰμὴ φωτιζομένη, καὶ φωτίζεται διὰ συζητήσεως σπουδαίας, ἐκτεταμένης καὶ μεμελετημένης, ἡ ἐθνικὴ πεποίθησις ἀποκτᾶται, ὅταν ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐκτίθεται, δημοσιεύεται καὶ γίνεται γνωστὴ, ὅταν δίδεται καιρὸς εἰς τὸ ἔθνος νὰ ἀκούσῃ καὶ ν’ ἀποφανθῇ ὑπὲρ ἢ κατά. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, καὶ αὐτὸ τὸ μεγάλον καλὸν ἐπιτυγχάνεται, διότι ἐκτὸς τοῦ καιροῦ, ὅστις δίδεται, λαμβάνει χώραν μία συζήτησις σπουδαία μεμελετημένη ἄνευ πολιτικῶν προφάσεων, ἄνευ πλαγίων σκοπῶν. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι ἡ νομοθεσία, διὰ νὰ ᾖναι τῷ ὄντι πλήρης, ἀληθὴς, πρέπει νὰ συζητηθῇ μακρὰν καὶ ἐκτὸς παντὸς πλαγίου σκοποῦ καὶ ἰδέας· ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἀπόφανσις πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαθὴς, ὅπως ὁ Νόμος, καὶ οὐχὶ τὸ πεδίον, ὅπως πολλάκις γίνεται, τῶν πολιτικῶν διαπληκτισμῶν. Ἡ συζήτησις λοιπὸν αὐτὴ, ἀπολύτως καὶ καθαρῶς νομοθετικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ γενομένη, θέλει παράγει νόμον ἀληθῆ, νόμον ἀγαπητὸν καὶ σεβαστὸν, καὶ κατὰ τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας. Σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ ἔθνους ἡ νομοθεσία καὶ τὸ πρὸς τοὺς νόμους σέβας θέλει οὕτως ἐγκατασταθῆ, ἑδραιωθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ πολὺ περισσότερον ἀφ’ ὅσον ὑπάρχει, ὅπου οἱ νόμοι ἀφαρπάζονται, ὅπου ἡ συζήτησις δὲν ἐγένετο γνωστὴ παρὰ εἰς πολλὰ μικρὸν κύκλον καὶ εἰς τὴν ὁποίαν πολὺ ὀλίγοι προσέχουν. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐρωτῶ ὑμᾶς τοὺς ἰδίους, συζητοῦντες πολλάκις νομοσχέδιον, δὲν ἐμπιστεύθητε, δὲν ἀκολουθεῖτε συνήθως τὴν πεῖραν μόνον καὶ τὰς γνώσεις ἀνθρώπων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως πολλάκις καὶ ἀνέτοιμοι ἦλθον νὰ τὰς συμβουλεύσωσι, καὶ δὲν παρεδέχθητε πολλάκις νόμους ἐν ὀλίγαις στιγμαῖς, καὶ ἔχετε σεῖς τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ σᾶς φωτίσουν, νὰ σᾶς κάμνουν γνωστὰς ὅλας τὰς λεπτομερείας; Ἔχω πρόχειρον ἓν παράδειγμα τῶν κακῶν συνεπειῶν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν νομοθετοῦμεν· ὅλη ἡ Συνέλευσις ἐδέχθη ἕνα νόμον, τὸν περὶ βοσκῶν, ἐμπιστευθεῖσα εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τινὲς ἐξ ὑμῶν σᾶς ἔδωσαν, διότι αὐτοὺς ἐνομίσατε, ὅτι εἶναι ἐν γνώσει τοῦ πράγματος, καὶ ὅτι αὐτοὶ ἠμποροῦν νὰ σᾶς συμβουλεύσουν ὀρθῶς· ἠξεύρετε τί συνέβη; Εὔχομαι νὰ ψευσθῶ, ἀλλὰ λέγω, ὅτι θὰ ἔχωμεν δυστυχήματα, ἐὰν ἀκριβῶς ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος αὐτός. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ, θέλει ἐπιφέρει τὴν καταστροφὴν μιᾶς ὁλοκλήρου τάξεως τοῦ λαοῦ, ὅλων τῶν ποιμένων, διότι ὅλας τὰς περιφερείας ἐσφετερίσθησαν αἱ κοινότητες· δὲν ἠξεύρομεν λοιπὸν ποῖαι θέλουσιν εἶσθαι αἱ συνέπειαι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου. Ἰδοὺ ἓν ἐκ τῶν πολλῶν ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν, ὅταν οἱ νόμοι δὲν συζητῶνται ἐν ὅλη τῇ ἐκτάσει καὶ ἐν ἡσυχίᾳ καὶ γνώσει τῶν γεγονότων. Τὸ συμβούλιον, ὅπως τὸ προτείνομεν, ἀναπληροῖ τὰς ἐλλείψεις αὐτάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐφέραμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν διότι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μας γνωρίζομεν, ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας ἡ παραδοχὴ ἑνὸς τοιούτου σώματος εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ἀναπόφευκτος. Τὴν ἐφέραμεν, Κύριοι, μὴ δίδοντες καμμίαν προσοχὴν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν προχθὲς μονομερῶς ῥιφθεῖσαν παρὰ τοῦ Κ. Σχινᾶ καὶ εὐτυχῶς μὴ ἀσπασθεῖσαν παρ’ οὐδενὸς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ κάμῃ οὐδεμίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ ἔθνους συντάγματος, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι μὲ αὐτὸ τὸ σύνταγμα δὲν δύναμαι νὰ κυβερνήσω, καὶ ὅτι προκαλεῖ αὐτὴν τὴν τροπολογίαν. Τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐφέραμεν...

§24ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ εἶπεν ἡ Συνέλευσις.

§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν, ὄχι, ἄλλο κύρωσις, ἄλλο παρατήρησις· ἄλλο δέχομαι αὐτὸν τὸν νόμον ἢ ὄχι.

§26ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τὴν ἔκαμε καὶ ὁ Ὄθων.

§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.

§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι! Κάμνω χρῆσιν δικαιώματος, τοῦ ὁποίου καὶ δικαιοῦμαι νὰ κάμω χρῆσιν· πρόκειται περὶ Συντάγματος, ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τροπολογίαν ἑπομένως ἡ πρότασις, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται ἤδη, ἐδύνατο νὰ ἔλθῃ ἐνώπιόν σας· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἔλθῃ κατόπιν, ἀντὶ νὰ χαθῇ εἰς μάτην ὁ καιρὸς, ἀντὶ νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐκφρασθῶμεν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ, καὶ ἑπομένως νὰ παλινωδήσωμεν, ἢ νὰ ἐπιμείνωμεν διατρέχοντες σπουδαίους κινδύνους, ἐθεωρήσαμεν καλλίτερον, συμφερώτερον καὶ τακτικώτερον νὰ προλάβωμεν καὶ νὰ σᾶς φέρωμεν ἤδη τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία τίθεται, ὡς ἠκούσατε, ὡς ὅρος, ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραδεχθῇ τὸ Σύνταγμα ὁ Βασιλεὺς, ἐνῷ καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα τὸ παραδέχεται, ὡς ὅρος, ἄνευ τοῦ ὁποίου ἡ Βασιλεία μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας δὲν ἐννοεῖ τίνι τρόπῳ εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον.

§29ΣΧΙΝΑΣ. Ἡμεῖς πρέπει νὰ εἰπῆτε, τί ἀναφέρετε τὴν Βασιλείαν;

§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ Συντάγματος, δὲν πρόκειται περὶ κυβερνητικῆς πράξεως· διὰ τοῦ Συντάγματος συναλλάσεται τὸ ἔθνος μὲ τὴν Βασιλείαν· ἡμεῖς εἴμεθα τὰ ὄργανα, τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν φέρομεν τὰς ἰδέας καὶ τὰς παρατηρήσεις τῆς Βασιλείας ἐνώπιόν σας. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ σᾶς φέρωμεν ὕστερον αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία τίθεται ὡς ὅρος, καὶ νὰ χάσωμεν τὸν καιρόν μας, τὴν φέρομεν ἀπὸ τοῦδε καὶ σᾶς λέγομεν, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον φέρομεν, εἶναι ὅρος ἀναπόφευκτος.

§31ΣΧΙΝΑΣ (διακόπτων). Εἶναι πρότασις ὑπουργική.

§32ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἰς τὸ διάγγελμα δὲν κάμνετε λόγον περὶ δημοτικοῦ Νόμου· ἡ Κυβέρνησις τί σκοπὸν ἔχει;

§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν θέλητε, ἀπαντῶ, διότι περὶ τοῦ Νόμου τούτου ἔχω ἀπάντησιν καταφατικὴν, ὅτι εἶναι παραδεκτός.

§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Σχινᾶς ἐπιμένει νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν ὑποστηρίζῃ τὴν πρότασίν του περὶ παραπομπῆς τῆς τροπολογίας τῶν ὑπουργῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν; (θόρυβος). Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Χρηστόπουλος.

§35ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, Κύριοι, πρό τινων ἡμερῶν ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου 210 φωναὶ κατεψήφισαν κατὰ τῆς ὑπάρξεως τῆς Γερουσίας, ἠπόρησα κατ’ ἐμαυτὸν ἰδὼν δύω ἄκρα ἀντίθετα συμμαχήσαντα κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, καὶ τὴν ἀπορίαν μου ταύτην ἐξέφρασα εἰς διαφόρους φίλους μου· δὲν ἤξευρα ποῦ ν’ ἀποδώσω τὴν ἔκτακτον ἐκείνην συμμαχίαν· πῶς, ἔλεγον, οἱ ἄνθρωποι οἱ ἄκρως συντηρητικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα, καὶ ἰδίως οἱ ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι, μὲ τὴν πρόθεσιν ὡς λέγουν νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας, (τὰ ὁποῖα οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν) νὰ ὑποστηρίξωσι μίαν μόνιμον Κυβέρνησιν, ψηφίζουσι σήμερον κατὰ τῆς Γερουσίας· μοὶ ἔλεγον, ὅτι ἐψήφισαν κατὰ πεποίθησιν, διότι εἶχον ὑποφέρει ἀπὸ τὴν Γερουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἐθεώρησαν, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον σῶμα. Ἠπόρησα περισσότερον, ὅταν εἶδον νὰ ὑποστηρίζηται ἀφ’ ἑνὸς ἡ σύστασις τῆς Γερουσίας ἀπὸ τὸν ἰσχυρὸν ὑπουργὸν τὸν Κύριον Κουμουνδοῦρον, ὁ ὁποῖος εἰς πᾶσαν περίστασιν δύναται νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ψήφους τῶν φίλων του ὑπὲρ τῆς ἰδέας του, καὶ ἀφ’ ἑτέρου οἱ φίλοι του νὰ καταψηφίζωσιν. Πῶς, ἔλεγον, ὁ ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ψήφους τῶν φίλων του ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ἣν ἐνθέρμως ὑπεστήριζεν, ἐνῷ εἰς δευτερεύοντα ζητήματα τοὺς εὑρίσκει προθύμους;

§36ΑΘ. Β. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ δίδετε τὴν ψῆφόν Σας ὑπὲρ ἀτόμων, νομίζετε ὅτι ὅλοι εἶνε ἔτσι.

§37ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἴς τινα φίλον μου Ἑπτανήσιον ἐξέφρασα τοὺς φόβους μου· φοβοῦμαι, τῷ εἶπον, μήπως, ἀποῤῥίπτοντες τὴν Γερουσίαν, φέρητε τὴν σύστασιν ἑτέρου σώματος, Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας· (ἐξ ἀριστερῶν εὖγε! εὖγε! ἐκ δεξιῶν ὤ! ὤ!). Ὁ φίλος μου δὲ ἐκεῖνος μοὶ εἶπεν ἀμέσως «οὔτε κἂν νὰ τὸ φαντασθῆτε· εἶνε ἀδύνατον νὰ τολμήσῃ τις νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν εἰς τὴν Συνέλευσιν· τὴν ἔφερον οἱ ἀδελφοὶ Ἄννινοι, μὴ τοὺς λογαριάζητε, διότι εἴδατε, ὅταν οἱ Ἄννινοι ἀνέγνωσαν τὴν πρότασίν των, ὅτι ὅλη ἡ Συνέλευσις ἐκάγχασεν» ἴσως τοῦτο ἐθεώρησαν οἱ ὑπουργοὶ ὡς κείμενον τῆς Συνελεύσεως ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου.

§38ΑΝΝΙΝΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.

§39ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐλαττώσω τὴν ὑπόληψιν, τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Ἀννίνους, ἐξεναντίας εἶνε λίαν ἀξιότιμοι καὶ ἔπραξαν τοῦτο κατὰ πεποίθησιν.

§40ΑΝΝΙΝΟΣ. Μόνον κατὰ πεποίθησιν.

§41ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅστιςδήποτε καὶ ἂν ἤθελε τὴν παρουσιάσει, δὲν ἤθελεν ἀκούσει παρὰ ὅ,τι ἤκουσεν ὁ Κύριος Ἄννινος. Καὶ πραγματικῶς ἔπρεπε νὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη, ἔπρεπε νὰ ἐνεργηθῶσιν ὅσα διενεργήθησαν, ἔπρεπε νὰ μεσολαβήσουν, ὅσα ἐμεσολάβησαν, ἵνα ἔλθῃ ἡ πρότασις τῶν πληρεξουσίων καὶ ὑπουργῶν (διότι ὡς πρότασιν τὴν θεωρῶ ἀκόμη) καὶ νὰ ἐπιμένουν ὑποστηρίζοντες τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Σημειώσατε, Κύριοι, ἀκριβῶς πότε ἦλθεν αὐτὴ ἡ πρότασις. Ἦλθεν, ὅταν αὐτὴ ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν Βουλευτῶν θέλει γίνεσθαι μυστικῶς διὰ σφαιριδίων καὶ ὁ ἐκλεγόμενος βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἐκλέγεται, δηλ. τὸ ἔφερον ὕστερον, ἀφ’ οὗ εἶδον, ὅτι τινὲς πολιτικῶς χρεωκοπημένοι, οὕτως εἰπεῖν, ἀπηλπισμένοι ἀπὸ τοῦ νὰ εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, μὴ εὑρίσκοντες θέσιν τινὰ νὰ καθέξωσιν εἰς τὴν πολιτείαν, ἀναγκαῖοι δὲ εἰς τὸ σύστημα, δι’ αὐτὸ ἔπρεπε νὰ πλάσωσιν ἓν πολιτικὸν σῶμα, διὰ νὰ τοὺς οἰκονομήσωσι· (χειροκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον. Εὖγε! εὖγε!).

§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνέχομαι τὴν ἐπέμβασιν τοῦ ἀκροατηρίου· εἰς δευτέραν παρεκτροπὴν, θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν νὰ ἀποβάλουν τοὺς ἀτακτοῦντας. Ἡσυχία· ἂς σεβασθῶμεν ἡμᾶς αὐτούς.

§43ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦλθον νὰ πλάσουν θέσεις, νὰ περιφρονήσουν τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα, διότι, μὴ νομίζητε, Κύριοι, παραδεχομένου τοῦ συμβουλίου, ὅτι θὰ παρακαθήσουν ἐντὸς αὐτοῦ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρεκάθηντο ἄλλοτε εἰς τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, καί τοι περιέχον ἐν αὐτῷ τὸν Κολοκοτρώνην, τὸν Ζαΐμην, τὸν Μεταξᾶν, Μαυρομιχάλην καὶ τινας ἄλλους ἐπισήμους ἄνδρας τῆς πατρίδος, κατηργήθη. Θὰ καθήσουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ἦλθον, οὐδὲ θὰ ἔλθουν εἰς συνάφειαν μὲ τὸν τόπον καὶ τὰς ἐπαρχίας, οἱ κηφῆνες....

§44ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν θὰ εἶναι αὐτόχθονες;

§45ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτοχθόνων. Λοιπὸν, Κύριοι, αὐταὶ αἱ σκέψεις, αὐταὶ αἱ ἰδέαι μὲ ἔπεισαν νὰ ἔλθω ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ νὰ ἀποκρούσω μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν, μὲ ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ τοῦ Συμβουλίου. Ἐπερίμενα, ὅταν εἶδον τὸν ἀξιότιμον Κ. Κουμουνδοῦρον ἀναβάντα τὸ βῆμα, νὰ ἀκούσω ἐπιχειρήματα, καὶ εἶχον πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε φέρει τοιαῦτα, διότι ἔχει ἀληθῆ εὐφυΐαν καὶ ὁσάκις ὑποστηρίζει ἐν πεποιθήσει μίαν ἰδέαν, γνωρίζει κάλλιστα νὰ τὴν ὑπερασπισθῇ· ἀλλὰ σήμερον τὴν εὐφυΐαν του τὴν ἔχασε, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ τέλος κατέφυγε νὰ ἀρυσθῇ δυνάμεις ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ ἀρυσθῇ. Μᾶς ἔφερε τὴν πολιτικὴν ἀνάγκην, καὶ ὡς ὅρον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Συντάγματος τὴν ὕπαρξιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Κύριοι, τί εἶναι τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερον οἱ Κ. ὑπουργοί; Εἶναι σῶμα πολιτικόν; Ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τοῦ ἔθνους; Ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βασιλείας; Δὲν ἔχει τίποτε ἀπὸ αὐτά· τί τὸ θέλετε λοιπὸν, Κ. ὑπουργοὶ, αὐτὸ τὸ μορμολύκιον; Τὸ θέλετε νὰ προπαρασκευάζῃ τοὺς Νόμους, τὸ θέλετε νὰ συναρμολογῇ τοὺς Νόμους. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε πῶς συνετάττοντο οἱ Νόμοι; Συνετάττοντο ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, καὶ ὁσάκις ὑπῆρχεν ἀμφιβολία ἐσχηματίζετο ἐπιτροπὴ ἀπὸ νομομαθεῖς καὶ εἰδικοὺς ἀνθρώπους, καὶ αὐτοὶ ἐγνωμοδότουν· αὐτοὶ δὲν δύνανται καὶ ἤδη ν’ ἀναπληρόνωσι τὴν ἀνάγκην ταύτην; ἢ νομίζετε, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ διοικούμεθα ὅπως καὶ εἰς τὸ παρελθόν; Λέγετε, ὅτι οἱ Νόμοι δὲν δύνανται νὰ ἐφαρμοσθῶσι, διότι δὲν ὑπάρχουν εἰς ἁρμονίαν μεταξύ των· δὲν τὸ πιστεύω· ἀλλ’ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ παρελθόν. Τότε ἕκαστος ὑπουργὸς κατ’ ἰδίαν ἀρέσκειαν ἔφερε Νόμον καὶ ἤρκει τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγεμόνος νὰ ψηφισθῇ ὅπως εἶχεν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἷς ὑπουργὸς εἰς τὴν τελευταίαν Βουλὴν ἐντὸς τῆς Βουλῆς τοῦ ἦλθεν ἡ ἰδέα νὰ κάμῃ ἕνα Νόμον, ἐπὶ τῆς τραπέζης τὸν συνέταξε καὶ ἡ Βουλὴ τὸν ἐψήφισεν ἀμέσως. Βεβαίως, καθὼς ἐφέρατε τότε τοὺς Νόμους ζητοῦντες τὴν ἄμεσον ἐπιψήφισίν των, ἦτο ἑπόμενον νὰ συμβῶσι καὶ λάθη, ἀλλ’ ὅταν προπαρασκευάζητε μὲ ἄνεσιν τοὺς νόμους, συμβουλευόμενοι καὶ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους τοὺς διακρινομένους ἐπὶ ἱκανότητι καὶ πολυχρονίῳ πείρᾳ, ἔπειτα τοὺς βασανίζετε εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, τὶ ἔχετε νὰ φοβῆσθε, ἀφοῦ μάλιστα κατὰ τὸ ψηφισθὲν Σύνταγμα διὰ νὰ κυρωθῇ εἷς νόμος θέλει ψηφίζεσθαι παρὰ τῆς βουλῆς εἰς τρεῖς διαφόρους συνεδριάσεις; Νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἐπιχείρημα ἔφερεν ὁ ὑπουργός, ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν σύστασιν τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας· ἓν μόνον ἔφερεν, ὅτι ἀπαιτεῖται ὡς ὅρος παραδοχῆς τοῦ Συντάγματος. Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους ἠθέλησαν εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ν’ ἀναμίξωσι τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγεμόνος· εἶναι ἀληθὲς, καὶ δὲν συμφωνῶ μέ τινα τῶν Κυρίων πληρεξουσίων, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὡς συμβαλλόμενον μέρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ ὅσας νομίσει ἀναγκαίας παρατηρήσεις, ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν ἐκφρασθῇ προηγουμένως τὸ ἔθνος, ὅταν δηλώσῃ ὑπὸ ποῖον πολίτευμα θέλει νὰ διοικηθῇ, καὶ ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ὑποβάλῃ ὁλόκληρον τὸ ἔργον της ὑπὸ τὴν σκέψιν τοῦ Βασιλέως, ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις του, καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀπόκειται νὰ τὰς παραδεχθῇ, ἂν αὗται ὦσι σύμφωνοι μὲ τὰς εὐχὰς τοῦ ἔθνους. Ἐν ὅσῳ ὅμως τὸ ἔθνος δὲν ἐκφρασθῇ, δὲν ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς ποῖον εἶναι τὸ πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον θέλει νὰ διοικηθῇ, οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φέρουν μίαν τοιαύτην πρότασιν· αὐτὸ εἶναι μία πίεσις. Μᾶς εἶπον, δὲν ἔχομεν καιρὸν ἔπειτα· ὅταν πρόκηται, Κύριοι, περὶ σπουδαίου ἀντικειμένου, περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος μας, δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ λογαριάζωμεν τὸν καιρόν· πρέπει νὰ σκεφθῇ τὸ ἔθνος ὡρίμως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας, πρέπει νὰ σκεφθῇ ὡρίμως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βασιλείας, καὶ νὰ φέρῃ τὴν ψῆφον του ἐν πεποιθήσει. Ἐπειδὴ, Κύριοι, ἀνέμιξαν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, νομίζω, ὅτι καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ κάμωμεν αὐτοῦ χρῆσιν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἔδωσεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὸν ὅρκον του, εἶπεν, ὅτι θέλει παραδεχθῇ τὸ Σύνταγμα, ὅπως ψηφίσει αὐτὸ ἡ Συνέλευσις, καὶ μολαταῦτα, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἤδη τί λέγει ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ διαγγέλματι; Ὅλα ὅσα ἡ Συνέλευσις ἐψήφισεν θέλει τὰ παραδεχθῆ, συνιστᾷ ὅμως τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Αὐτὴ ἡ ἰδέα δὲν εἶναι τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἰδέα ξενική. (εὖγε εὖγε.) Ἂν τὸ ἔθνος προσκληθῇ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του, θὰ σᾶς εἰπῇ, ὅτι τὸ φυτὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ φυτεύσητε εἰς τὸν τόπον, δὲν τὸ δέχεται, διότι καὶ ἄλλοτε τὸ εἶχε καὶ τὸ ἀπέκρουσε μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Σεπτεμβρίου.

§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἦτο ἄλλο τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο.

§47ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁποῖα μεταβολὴ χρόνων! Ἐνθυμοῦμαι τότε — εἰς τὸ ἀκροατήριον ἤμην τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ὅτε εἰσῆλθε τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο τῆς Ἐπικρατείας, — καὶ ὁ λαὸς τότε καὶ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, ἂν καὶ ἐσέβοντο τοὺς ἀγῶνας καὶ τὰς θυσίας τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τὸ συνεκρότουν, παντοῦ ἠγέρθησαν φωναὶ κάτω, κάτω, καὶ ἔκτοτε τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο ἔπεσε· καὶ σήμερον, κατὰ τὸ ἔτος 1864, εὑρίσκονται ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν μετὰ ζήλου τὴν ὕπαρξιν τοῦ τέρατος τούτου! (θόρυβος) Τέρας εἶναι, διότι δὲν ἔχει τίποτε τέλειον, δὲν βλέπω τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεώς του, εἰμὴ μόνον διὰ νὰ οἰκονομήσωσι πρόσωπα τῆς εὐνοίας των.

§48ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣ. (ἐξ ἀριστερ.) Γηροκομεῖον.

§49ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τελειόνω, Κύριοι, μὲ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν. Ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἀνεχώρει ἐκ τῆς Κοπενάγης, ὁ ἀείμνηστος θεῖος του Φριδερῖκος ἀποχαιρετῶν αὐτὸν τῷ εἶπεν, ὅτι «ἡ ἰσχύς Σου πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀγάπη τοῦ Λαοῦ σου.» Πιστεύετε, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς δέχεται τὴν ὕπαρξιν Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας; ψηφίσατέ το καὶ ὁ λαὸς ἂς κρίνῃ ἂν καλῶς ἐπράξατε ἢ κακῶς. Ὁ αὐτὸς φιλλέλην Βασιλεὺς Φριδερῖκος προπέμπων τὸν Γεώργιον ἐξέφρασε καὶ τὴν ἑξῆς ἐπιθυμίαν· ἐπιθυμῶ, ἔλεγεν, οἱ Ἕλληνες νὰ λέγωσιν εἰς τὸν Γεώργιον πάντοτε τὴν ἀλήθειαν ὅσον πικρὰ καὶ ἂν εἶναι. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, πρέπει νὰ εἴπωμεν καθαρῶς τὴν ἀλήθειαν πρὸς τὸν Ἡγεμόνα καὶ θὰ τὴν ἀκούσῃ ὁ Ἡγεμών. Ὀφείλομεν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ ἔθνους νὰ παραστήσωμεν εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅτι κακῶς τῷ παρέστησαν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐξέφρασεν εὐχὴν ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει ὅ,τι θέλει τὸ ἔθνος, ὅτι τὸ ἔθνος ἀποκρούει τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ οἱ ὑποστηρίξαντες τὸ ἐναντίον πρὸς αὐτὸν δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς, θέλουσι νὰ φέρωσι διαίρεσιν εἰς τὸ ἔθνος, θέλουσι νὰ περιφρονήσωσι τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα. Ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν, συλλογισθῆτε, ὅτι θέλετε δώσει λόγον εἰς τοὺς ἐντολεῖς σας καὶ εἰς τὸ ἔθνος, καὶ πράξατε ὅ,τι τὸ συμφέρον αὐτοῦ ἀπαιτεῖ, ἵνα μὴ μεταμεληθῆτε.

§50ΙΩ. ΑΝΝΙΝΟΣ. Δὲν ἐπερίμενα, Κύριοι, ὅτι σήμερον ἔμελλον νὰ προσκληθῶ, καὶ ποσῶς δὲν ἐπερίμενα, ὅτι τὸ ζήτημα ἤθελε λάβει τοιαύτην ὄψιν, ὁποίαν ἔλαβε. Καί τοι ὢν εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵτινες ἐπρότειναν τὴν ἀρχὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ἐταράχθην, Κύριοι, κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα αὐτὴν τὴν πρότασιν, διότι ἤκουσα ἀληθῶς καγχασμοὺς, ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, ὅταν ἀνέγνωσα τὴν προσθήκην μου ταύτην περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν πρόθεσιν, Κύριοι, νὰ ἀποκαταστήσω Συμβούλιον ἐπικρατείας, ἀλλὰ μίαν ἐπιτροπὴν εἰσηγητικὴν καὶ γνωμοδοτικήν· (εὖγε, εὖγε) σῶμα ὃ ἐστὶ συγκείμενον ἐξ 7 τὸ πολὺ προσώπων. Ἐνόμισα, ὅτι κατὰ τὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν προλαβόντως εἰς τὸ σύνταγμα ἐθεσπίσαμεν, ἦτο ἀφεύκτως ἀναγκαῖα μία ἐπιτροπὴ νὰ ἑτοιμάζῃ πρότερον τοὺς Νόμους.

§51ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡ. Ἀρκετά.

§52ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητὴς). Εἰς πάντα ἄλλον ἤθελεν εἶσθαι ἐπιτετραμμένον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐδέχθη μὲν τὴν ἐντολὴν παρὰ τοῦ ἔθνους ὅπως παραστῇ εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀπροπαρασκεύαστος κατελήφθη ὑπό τινων ζητημάτων, εἰς ἐμὲ ὅμως ἤθελεν εἶσθαι ἀσύγγνωστον τὸ τοιοῦτον· διὰ τοῦτο ἅμα οἱ συνάδελφοί μου ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἀπένειμόν μοι τὴν ἔξοχον τιμὴν ἵνα ἀντιπροσωπεύσω τὸ Πανεπιστήμιον ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, ἐξέδωκα τὴν πολιτικήν μου ὁμολογίαν ἐν προγράμματι χρονολογουμένῳ τὴν 8 Δεκεμβρίου 1862, ἤτοι δύο ἡμέρας πρὶν ἢ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως· ἐν τῷ προγράμματί μου δὲ τούτῳ ἔλεγον διαῤῥήδην τὰ ἑξῆς. «Συμβούλιον τακτικὸν τῆς ἐπικρατείας, ἐξ εἰδικῶν νομομαθῶν συγκεκροτημένον εἰς προπαρασκευὴν τῶν νόμων, νομίζω τῶν ὧν οὐκ ἄνευ διὰ πᾶσαν εὔκοσμον πολιτείαν, ἐφ’ ᾧ καὶ θέλω ὑποστηρίξει τὴν σύστασιν αὐτοῦ, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι αἱ ἑκάστοτε φύρδην μίγδην συγκροτηθεῖσαι ἐπιτροπαὶ πρὸς σύνταξιν νόμων, συῤῥαφὴν μᾶλλον ἢ συγγραφὴν νομοθετημάτων ἐποίουν.» Πιστεύω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ φωνή μου δὲν θέλει ἀκουσθῇ παρ’ οὐδενὸς ὡς ἠχοῦσα ὑπὸ ἀλλοτρίας πολιτικὰς ἐμπνεύσεις, οὐδὲ τὸ φρόνημά μου ὡς ὑπεῖδιδον εἰς τοὺς πολιτικοὺς λόγους, οὓς ἐξέθετο ὁ ἔντιμος Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὶν ἢ λάβωσι γένεσιν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις οἱ πολιτικοὶ οὗτοι λόγοι, πρὶν ἔτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος κατέλθῃ εἰς Ἑλλάδα, ἐφρόνουν ταῦτα, τοιαῦτα δὲ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ πολιτεύματος ἐξήνεγκον, καὶ σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν σελίδα 47 τῆς ὑπ’ ἐμοῦ ὡς εἰσηγητοῦ συνταχθείσης ἐκθέσεως, ὅπως ἴδητε, ἂν συνῳδὰ τοῖς σήμερον ῥηθησομένοις ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τότε δὲν ἐλάλησα· ὥστε ἡ φωνή μου, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, ἔσται τῆς ἐπιστήμης ἡ φωνὴ, τῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία μοὶ ὑπηγόρευσε τὴν ἀρχὴν καταδείξατά μοι τὴν ἀνάγκην.

§53ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Σὺ ἤθελες καὶ τὴν Γερουσίαν...

§54ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Καλῶς λέγεις, ὅστις ἂν ἦσαι· ναὶ, ὑπεστήριζον ἐγὼ καὶ τὴν Γερουσίαν, καὶ ἔχω τὸ θάῤῥος καὶ σήμερον νὰ εἴπω, ὅτι εὔχομαι νὰ εὑρεθῶ ἡττημένος τὴν γνώμην ταύτην, διότι ἀπεύχομαι τὸ νὰ ὑποστῇ ἡ πατρίς μου οἱονδήποτε πολιτικὸν δυστύχημα, ὅπως ἡ γνώμη μου καταδειχθῇ ἀλάνθαστος· κηρύττω δ’ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, ἂν καταδειχθῶ σφαλὼν, ἡ Ἑλλὰς θέλει δώσει πρώτη τὸ παράδειγμα πολιτείας βαινούσης μὲν ἐπὶ ἕνα πόδα, στεῤῥῶς δὲ βαδιζούσης. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἡ ἐπαναστατικὴ αὐτῆς περίοδος θέλει παραταθῆ, διότι ὡς δόγμα πολιτικὸν ἔχω, ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις ἀπὸ μονήρους Βουλῆς ἄρχονται καὶ καταλήγουσιν εἰς δύω Βουλάς. Εὔχομαι νὰ ψευσθῶσιν αἱ ἰδέαι μου, διότι θέλει μείνει ἡ τιμὴ αὕτη εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὅτι ἠδυνήθη μὲ μίαν μόνην Βουλὴν νὰ κυβερνηθῇ συνταγματικῶς καὶ ἀταράχως. Φανερὰ ἐγένετο ἡ ψηφοφορία, καὶ τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν κατέσπευδε τὴν ψήφισιν τοῦ περὶ Γερουσίας ἄρθρου, ἤθελον καὶ ἐγὼ λάβει τὸν λόγον καὶ κηρύξει ἐντεῦθεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁποῖοι λόγοι μοὶ ὑπηγόρευον νὰ ὑποστηρίξω τὴν Γερουσίαν. Ἀλλὰ σήμερον δὲν πρόκειται περὶ τῆς Γερουσίας, πρόκειται περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας· εἰ δὲ προέταξα τὸν σύντομον τοῦτον πρόλογον, ἔπραξα τοῦτο ὅπως προκαταλάβω πᾶσαν κακόβουλον ἰδέαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἐξενεχθῇ κατ’ ἐμοῦ διὰ νὰ ἐλαττώσῃ τῶν λόγων μου τὸ σθένος, παριστῶσά με ὡς εἰς ἐμπνεύσεις κυβερνητικὰς ἐνδίδοντα καὶ ξένην ὑποστηρίζοντα γνώμην. Κατάδηλον ἤδη κατέστησα, ὅτι τὴν ἡμέραν, ὅτ’ ἐξέδιδον τὸ πρόγραμμά μου, ὑπ’ οὐδενὸς ἐπιεζόμην, οὐδεὶς ἐφαντάζετο τότε, ὅτι ἤθελεν εὐτυχήσει ἡ Ἑλλὰς νὰ λάβῃ τον Γεώργιον Βασιλέα, καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἤθελεν ἔχει ὁμοίαν τῇ ἐμῇ γνώμην περὶ τῆς ἀνάγκης συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Ἀμερολήπτως λοιπὸν καὶ ἀπαθῶς θέλω ἐκθέσει τοὺς λόγους πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ προτεινομένου συμβουλευτικοῦ μὲν ἁπλῶς, σπουδαιοτάτου δὲ τούτου σώματος. Εἰμὶ, Κύριοι, εἷς ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, πρὸς οὓς αἱ ἑκάστοτε Κυβερνήσεις ἀπέδιδον τὴν τιμὴν νὰ προσκαλῶσι συμβούλους εἰς τὴν συγγραφὴν τῶν νόμων· ἐπὶ ἓξ ἔτη μάλιστα διετέλεσα τακτικὸς σύμβουλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν, εἰς πλεῖστα δὲ καὶ σπουδαῖα νομοθετήματα ἔτυχεν οὕτω νὰ λάβω μέρος. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ πεῖρα μ’ ἔπεισεν ἔτι μᾶλλον, ὅτι ἡ ἔλλειψις τακτικοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ὑπὸ τοὺς κυριωτέρους ὅρους, οἱ ὁποῖοι διαγράφονται ἐν τῇ προτάσει τῶν πληρεξουσίων Κανάρη, Κουμουνδούρου, Δεληγιάννη καὶ Λόντου, ἔβλαπτε τὴν πολιτείαν· ἰδοὺ δὲ πῶς. Συνεκροτεῖτο ἐν παραδείγματι μία ἐπιτροπὴ, ἵνα συνέλθῃ καὶ ἐργασθῇ εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλη συγχρόνως εἰργάζετο εἰς ἄλλου νόμου σύνταξιν εἰς τὸ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλη εἰς τὸ τῆς Δικαιοσύνης, ἄλλη εἰς τὸ τῶν Ναυτικῶν, καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Κατὰ τὸ 1855 ἐπὶ τῆς ὑπουργείας του Κ. Μαυροκορδάτου ἔτυχον ὢν ταυτοχρόνως μέλος δεκαεπτὰ ἐπιτροπῶν ἐν διαφόροις ὑπουργείοις· ἐν ἑκάστῃ τῶν ἐπιτροπῶν τούτων ἄλλοις ἐνετύγχανον συνεργάταις, ἐν ἑκάστῃ αὐτῶν ἀλλοῖον κατῆρχε πνεῦμα. Καὶ νομίζετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οἱ Νόμοι μιᾶς πολιτείας εἰσὶ τοσοῦτον αὐτοτελῆ ὄντα δυνάμενα νὰ ἐγκαθιδρυθῶσιν ἀνεξαρτήτως τὸ ἓν τοῦ ἑτέρου, δυνάμενα νὰ διέπωσιν ἀσυγκρούστως τὴν αὐτὴν πολιτείαν, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται διόλου ὑπ’ ὄψιν αἱ μεταξὺ ἀλλήλων σχέσεις; Ὄχι, Κύριοι, ἡ νομοθεσία εἶναι ἓν σύνολον, καὶ διὰ τοῦτο ὅλα τὰ μέρη αὐτῆς πρέπει νὰ ὦσιν ἐν ἁρμονίᾳ πρὸς ἄλληλα. Ἄλλως δὲ, Κύριοι, φαντάσθητε ἓν ἄγαλμα, τοῦ ὁποίου ὁ εἷς τεχνίτης κατεσκεύασε τὴν κεφαλὴν, ἄλλος δὲ τὰς χεῖρας, ἄλλος τὸ στέρνον καὶ ἄλλος τοὺς πόδας, χωρὶς οὐδεὶς τῶν τεχνιτῶν νὰ ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ προτύπου τὰ μέτρα καὶ τὰς ἀναλογίας. Ὁποῖον ἄγαλμα θέλετε ἔχει; Τοιοῦτον βεβαίως, οἷον οὔτε Φειδίας, οὔτε Πολύκλειτος ἤθελον ὁμολογήσει ὡς ἰδικόν των· ἤθελεν εἶσθαι ἄθλιόν τι ἀποκύημα τὸ τοιοῦτον, ἀθλία συναρμογὴ, οὐδέποτε ὅμως ἐναρμόνιόν τι σύνολον, κἂν ἕκαστον αὐτοῦ μέρος ἰδίᾳ λαμβανόμενον ἤθελεν εἶσθαι τέλειον κατὰ τὴν τεχνουργίαν. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἁρμονία, ἥτις ἀπαιτεῖται εἰς πᾶσαν νομοθεσίαν, καὶ ἥτις μέχρι τοῦδε ἐλλείπει ἀπὸ τῆς ἡμετέρας, ἐκτὸς τῶν ἐπὶ τῆς ἀντιβασιλείας συγγραφέντων ὑπὸ τοῦ Μάουρερ καὶ Ἄβελ νόμων, οἵτινες ἐπιῤῥωννύουσι τοὺς λόγους μου διὰ τῆς ἐν αὐτοῖς ἁρμονίας, ἡ ἁρμονία αὕτη, λέγω, πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ μέλλον διὰ τῆς συστάσεως τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Τὰ μέλη τοῦ συμβουλίου τούτου πρέπει, ἐὰν πραγματικὴ καὶ εἰλικρινὴς σκέψις ὑπάρχῃ διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, πρέπει νὰ λαμβάνωνται οὐχὶ ἐκ τῶν εὐνουστάτων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἱκανωτάτων· δὲν πρόκειται νὰ ᾖ τὸ συμβούλιον τοῦτο πρυτανεῖον πρὸς σίτισιν ἀχρήστων γερόντων, ὁπωσδήποτε χρησίμως ἐν τῇ νεότητι αὑτῶν ὑπηρετησάντων τὴν πολιτείαν. Ἱκανότητος λοιπὸν ἄνδρες γινώσκοντες τὰ ὑπάρχοντα, μεμελετημένοι περὶ τὴν καθόλου νομοθεσίαν, σαφῶς τῆς θεωρίας κάτοχοι καὶ τρίβωνες τὴν πεῖραν, δυνάμενοι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των νὰ βλέπωσιν ὡς ἀπὸ σκοπιᾶς πῶς ἕκαστος τῶν τοῦ Κράτους θεσμῶν ἐνεργεῖ, ποῦ δ’ ἡ ἔλλειψις, καὶ ποῖον τὸ ἐπισκευῆς χρῇζον, κατάλληλοι νὰ μελετῶσι τὰ κατὰ μέρος ἐν Ἑλλάδι συμβαίνοντα καὶ ἐνήμεροι τῶν εἰς ἄλλα Κράτη γιγνομένων, σχηματίζοντες ἐκ τῆς καθημερινῆς πρὸς ἀλλήλους συναφείας καὶ συγχρωτίσεως ἰδέας κοινὰς, σκοποὺς κοινοὺς, καὶ διατυποῦντες ἓν σχέδιον κοινὸν, διὰ τῆς πρὸς ἀλλήλους δ’ ἀνακοινώσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων διαμορφούμενοι αὐτοὶ οὗτοι, ὥστε νὰ καταστῶσιν ἱκανοὶ νὰ προεξεργάζωνται τοὺς νόμους, ὅπως φθάσῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀποκτήσῃ μίαν νομοθεσίαν τελείαν, ἀγαθὴν καὶ ὅλως ἐθνικὴν, ἰδοὺ τὶ ζητεῖται παρ’ ὑμῶν. Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, μάτην διὰ λέξεων κενῶν ἀγωνίζονταί τινες νὰ παραστήσωσιν ὡς σκοπὸν ἔχον ν’ ἀποκλείσῃ τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα· ἀλλὰ καὶ ἂν τοιοῦτον εἶχε σκοπὸν, ἐγὼ ἔτι μᾶλλον ἤθελον τὸ ἀσπασθῆ, διότι τὸ πνεῦμα τοῦτο ἐγὼ τὸ πολεμῶ, καθότι ἓν ἔθνος δὲν εἶναι ὁμοσπονδία ἐπαρχιῶν διακεκριμένων τὰ ἤθη, τοὺς νόμους καὶ τὰς ἀνάγκας, τοὐναντίον τὸ ἔθνος κυριεύει τῶν κατὰ μέρος ἐπαρχιῶν, καὶ οὐχὶ ἑκάστη ἐπαρχία δεσπόζει τοῦ ἔθνους. Ὑμεῖς αὐτοὶ, Κύριοι, δὲν ἀνεγράψατε ὡς ἀρχὴν συνταγματικὴν, ὅτι καὶ αὐτοὶ οἱ ἀπὸ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκλεγόμενοι Βουλευταὶ ἐκπροσωποῦσι τὸ ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐπαρχίαν, ὑφ’ ἧς ἐξελέχθησαν; Ἐὰν, Κύριοι, ἐρχώμεθα ἑκάστοτε προφέροντες λέξεις κενὰς ὑπεκκαιούσας ἀτομικὰς φιλοτιμίας, ὅπως ἀνατρέψωμεν πᾶν ὅ,τι καλὸν πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν, ὅπως παραγνωρίσωμεν ἀληθείας προδιεγνωσμένας καὶ δεδοκιμασμένας ἐν ἄλλαις πολιτείαις, αἴ! Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω μετὰ θάῤῥους καὶ παῤῥησίας, ἐκληρονομήσαμεν τὰ κακὰ τῶν προγόνων μας, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ καλὰ αὐτῶν. Τὸ συμβούλιον, Κύριοι, ὡς διατυποῦται ἐν τῇ προτάσει τῶν ἐντίμων ὑπουργῶν, δὲν εἶναι σῶμα πολιτικὸν, δὲν ἔχει ψῆφον νομοθετικὴν, ἀλλ’ ἁπλῶς γνωμοδοτικήν· ἐν αὐτῷ θέλει γίνεσθαι μία προκατεργασία τοῦ νόμου, ὅπως οὗτος προπαρεσκευασμένος φέρηται εἰς τὸ συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους, ἐντελῶς μεμελετημένος καὶ ἀκριβῶς συνεσχετισμένος πρὸς τὰς τῆς λοιπῆς νομοθεσίας διατάξεις. Ἄλλως, Κύριοι, ὅταν ἔρχωνται οἱ νόμοι ῥιπτόμενοι ὡς πρότασις παρὰ τοῦ μὲν καὶ τοῦ δὲ, καὶ ἕκαστος προσθέτῃ τι, ἄλλος δὲ τροπολογῇ ἢ ἀφαιρῇ τι, ἐπαναλέγω, ὅτι ἔχετε τὸ ἐκτρωματικὸν ἐκεῖνο ἄγαλμα, περὶ οὗ πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, δὲν θέλετε ὅμως ποτὲ ἀξιωθῆ νὰ λάβητε, οὔτε τὴν Ἥραν τοῦ Πολυκλείτου, οὔτε τὴν Ἀθηνᾶν, ἢ τὸν Ὀλύμπιον Δία τοῦ δαιμονίου Φειδίου· δὲν θέλετε καταστήσει ποτὲ ἐναρμόνιον τὴν πολιτείαν, ἀλλὰ καταδικάζετε τὴν Ἑλλάδα εἰς τὸ διηνεκὲς νὰ ἔχῃ νομοκέντρωνας διὰ νομοθεσίαν καὶ ῥακιοσυῤῥαπτάδας ἀντὶ νομοθετῶν. Τίς δὲ φόβος, Κύριοι, μὴ τὸ συμβούλιον τοῦτο ἀντιπράττῃ πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ συνεδρίου τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ ἔθνους; ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν; φέρεται μάλιστα ἐν τῷ ὑποβληθέντι σχεδίῳ, ὅτι, ἂν τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας βραδύνῃ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, αὐτὴ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ προχωρήσῃ εἰς ψήφισιν τοῦ νόμου. Προσέτι, σημειώσατε καλῶς καὶ τοῦτο, οὐδὲν ἔχει τὸ συμβούλιον δικαίωμα ἀρνησικυρίας, ὡς οὐδ’ ἐγκρίσεως, οὐδὲ κατακρίσεως τῶν νομοθετημάτων τῆς Βουλῆς· θέλω μάλιστα προτείνει ὑμῖν ἐν δέοντι, ἵνα μὴ ἐπανέρχωνται πρὸς αὐτὸ τὰ προεξεργασθέντα μὲν ὑπ’ αὐτοῦ, τροπολογηθέντα δ’ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νομοσχέδια, ἵνα μὴ φαίνηται τοῦτο ἐλεγκτὴς τῶν νομοθετικῶν τῆς Βουλῆς ἔργων. Ὥστε, ὡς βλέπετε, μόνον ἐργασίαν θέλουσιν ἔχει οἱ σύμβουλοι οὗτοι, καὶ τοιοῦτος ἦν καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Κ. Ἀννίνου, ὡς ἄρτι ἐξηγήσατο ὑμῖν αὐτόν. Ἂν νομίζητε, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἢ, —ἐπειδὴ τὸ Σύνταγμα συζητοῦντες ἔστιν ἡμῖν συγκεχωρημένον νὰ μνημονεύωμεν καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, — ἢ ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ δεσπόσῃ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην ἀσύγγνωστον. Διότι ποίαν ἄρα γε ἰσχὺν δύναται νὰ ἔχῃ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας; Ὑποθέτω μᾶλλον, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ αὐτὸ τὸ διδόμενον ὄνομα εἶναι, ὅπερ σᾶς φοβίζει, ἤθελε δὲ διαλυθῆ πᾶς φόβος ὑμῶν, ἂν τὸ πρᾶγμα μὲν γίνῃ, ἐκλείψῃ δὲ τὸ ὄνομα· καὶ συμπεραίνω τοῦτο, διότι, ὅτε ὡμίλει ὁ Κ. Ἄννινος καὶ ἐξέφραζε τὴν γνώμην του, ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἡ φαινομένη, ὅτι ἔχει σκοπὸν νὰ καταψηφίσῃ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἔλεγε, μάλιστα, τοῦτο ἂς γίνῃ. Ἂν ἐρίζωμεν περὶ τοῦ ὀνόματος, Κύριοι, τότε ὁμολογήσατε, ὅτι ματαιολογοῦμεν· ἂν ὅμως περὶ τοῦ πράγματος, ἐμβριθὴς συζήτησις θέλει ἀποδείξει, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι καὶ χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον· εἶναι δὲ καὶ ἀναγκαῖον ὅπως ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι, ὡς μέλλον προεξεργάζεσθαι τὰ τῇ προεισηγήσει τῶν Βουλευτῶν προτεινόμενα νομοσχέδια. Ἀλλ’ οὐδ’ ἡ πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, οἷον πρὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ὑπῆρχεν, ὁμωνυμία πρέπει νὰ σκανδαλίζῃ ὑμᾶς, καθόσον ἁπλῆ ἀντιπαραβολὴ τῶν ἑκάστῳ αὐτῶν ἀνατεθειμένων ἔργων ἀρκεῖ νὰ ἐξαγάγῃ πάντας τῆς ἀπάτης. Τὸ πάλαι Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἦν ὑπέρτατον διοικητικὸν σῶμα, δικαστικὸν, μάλιστα δὲ νομοθετικὸν, τὸ δὲ νῦν, ἁπλῶς συμβουλευτικὸν ἔσται. Ὁ Βασιλεὺς ἔθετο ὡς ὅρον, εἶπεν ὁ Κ. ὑπουργὸς, τὴν παραδοχὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τοῦτο δέ τινας ἀκροχόλους ἐξ αὐτῆς τῆς πτέρυγος (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐσκανδάλισεν, εἰς ἐμὲ ὅμως φαίνεται τὸ πρᾶγμα ἁπλούστατον, διότι τοῦτο ἔπραξεν ὁ Βασιλεὺς διὰ νὰ συντομεύσῃ τὸν χρόνον. Ὁ Βασιλεὺς ἠδύνατο μετὰ ταῦτα νὰ προτείνῃ ὅσας τροπολογίας νομίσει ἀναγκαίας, ἄρα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὸ τοῦτο νὰ πράξῃ ἄνευ ἀτόπου ἠδύνατο· λέγω δὲ τοῦτο, διότι δὲν ἀποδέχομαι τὴν γνώμην τοῦ Κ. Σχινᾶ, καὶ δὲν τὴν ἀποδέχομαι, διότι τὸ ψήφισμα τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ἰδοὺ δὴ σήμερον ἀκριβῶς ἓν ἔτος ἔκτοτε συμπληροῦται — οὐδὲν τοιοῦτον φέρει, καὶ ἰδοὺ τὸ διατί· διότι γνωρίζομεν ἐκ τῆς ἱστορίας, ὅτι σύνταγμα ἐπιβεβλημένον ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐπιτύχῃ, Σύνταγμα ὅμως συνδιωμολογημένον μεταξὺ λαοῦ καὶ βασιλέως, ἐκεῖνο καὶ μόνον δύναται νὰ ὀρθοποδήσῃ καὶ εὐδαιμονίσῃ τὰ ἔθνη. Ὄχι μόνον δ’ εἰμὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸ ψήφισμα τῆς 9 Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ λέγω, ὅτι εἰμὶ ὁ πρῶτος, ὡς ἐνθυμεῖσθε, ὅστις ὑπέβαλα ψήφισμα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, ἀκολούθως δὲ καὶ ἄλλοι ἔντιμοι συνάδελφοί μου ὑπέβαλον ἄλλα σχέδια, καὶ πάντες ἡμεῖς οἱ προτείναντες, διαταγῇ τῆς Συνελεύσεως, συνήλθομεν εἰς ἐπιτροπὴν πρὸς ἑνὸς κοινοῦ ψηφίσματος ἐπεξεργασίαν, ὅθεν οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐσχεδίασε τὸ ψήφισμα τοῦτο, — τὸ λέγω, καὶ τοὺς προκαλῶ νὰ μὲ διαψεύσωσιν, — οὐδὲ κἂν διενοήθημεν νὰ ἐπιβάλωμεν σύνταγμα εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν ἡμεῖς, νὰ φέρῃ δὲ τὰς ἐπὶ τοῦ ἔργου ἡμῶν παρατηρήσεις ὁ Βασιλεὺς, ἂν εἶχε τοιαύτας, καὶ ἐπὶ τέλους νὰ διομολογήσωμεν σύνταγμα μετὰ τοῦ Βασιλέως· αὕτη ἦτο ἡ ἰδέα μας.

§55ΚΑΛΟΣ. Δὲν τὸ φέρετε νὰ τὸ ἴδωμεν;

§56ΣΧΙΝΑΣ. Εἴπομεν ὅτι ἡ κύρωσις μένει εἰς τὸν Βασιλέα.

§57ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὸ σύνταγμα εἶναι συνθήκη μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως, δὲν εἶναι νόμος χρῄζων κυρώσεως· εἶναι ὁ θεμελιώδης θεσμὸς τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο σύνταγμα δὲν πλάττουσιν ἑκάστοτε αἱ Βουλαὶ, ἀλλ’ αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις, ἔχουσαι πρὸς τοῦτο εἰδικὴν ἐντολὴν παρὰ τοῦ ἔθνους. Ἄλλως, Κύριοι, ἐπαναλέγω, ὅταν ὁ βασιλεὺς δὲν ἀσπάζεται τὸ πολίτευμα, τότε δὴ μέγας ὁ κίνδυνος· θέλω τὴν βασιλείαν ἐλευθέραν, ὅπως θέλω καὶ εἰς πᾶν συμβόλαιον ἐλευθερίαν δι’ ἑκάτερον τῶν συμβαλλομένων μερῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ἀστικὸς νόμος κηρύττει ἄκυρα τὰ συμβόλαια, τὰ συναλλάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα γίνονται ὑπὸ τὴν ἐπιβολὴν τῆς βίας. Ἐμνήσθη ὁ προλαλήσας τῶν ἱερῶν τῳόντι ἐκείνων λόγων, τοὺς ὁποίους ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς τῆς Δανίας ἔδωκεν ὡς ὑποθήκην πολιτικὴν πρὸς τὸν ἀνεψιὸν αὐτοῦ, ἀποχαιρετῶντα αὐτὸν καὶ μὴ δυνάμενον δυστυχῶς τότε νὰ μαντεύσῃ ὅτι ἦτο ὁ τελευταῖος ἀσπασμὸς, ὃν ἔδιδε πρὸς τὸν δημοφιλῆ ἐκεῖνον ἄνακτα· ναὶ, τῷ εἶπεν ἐκεῖνος, ὅτι ἰσχύς του πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ. Κύριοι, διὰ νὰ ᾖναι ἰσχὺς τοῦ βασιλέως ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ, ἀπαιτεῖται εἰλικρίνεια, διότι ἐπὶ μόνῃ τῇ εἰλικρινείᾳ ὑπάρχει ἀγάπη, ἐν μόνῃ τῇ ἀμοιβαίᾳ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐξηγήσει τῶν αἰσθημάτων ὑπάρχει ἑδραία ἡ πίστις καὶ ἱερὰ τὰ ὅρκια· ὅταν μάλιστα ὁ βασιλεὺς μέλλῃ νὰ ὁρκισθῇ, ὅτι θέλει τηρήσει τὸ πολίτευμα, τότε μόνον ὑπάρχει ἰσχὺς, τότε μόνον δύνασθε, ἂν... —πρέπει νὰ συμπληρώσω τὸν λόγον μου, καίτοι ἡ καρδία μου ἀποτροπιάζεται οὓς θέλω ἐκφέρει λόγους,—τότε μόνον δικαιοῦσθε, ἂν ἐπιορκήσῃ, νὰ ἐπιβάλητε καὶ εἰς αὐτὸν ὅ,τι ἐπεβάλατε καὶ εἰς τὸν προκάτοχόν του, ὅστις ὑπομένει ἔρημος ἐν Βαυαρίᾳ τῆς ἐπιορκίας του τὰς συνεπείας. Διὰ νὰ ἔχητε λοιπὸν δικαίωμα νὰ ἀπαιτήσητε παρὰ τοῦ Βασιλέως εὐσέβειαν πρὸς τὸ Σύνταγμα, πρέπει ν’ ἀναγνωρίσητε εἰς αὐτὸν τὸ ἐλεύθερον νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πεποίθησίς του, καὶ ὅτι ἐπὶ τούτῳ καὶ ἐκείνῳ τῷ ὅρῳ δύναται νὰ δεχθῇ τὸ Σύνταγμα. Ἄλλως, Κύριοι, συλλογίσθητε, ὅτι, ἐὰν τὸ μεθ’ ὑμῶν συναλλαττόμενον μέρος εἴπῃ «δὲν δέχομαι», τί θέλει γίνει; Συλλογίσθητε τὸ ἔτος τὸ παρελθὸν, τὰς οἰκτρὰς ἡμέρας τοῦ Φεβρουαρίου καὶ τοῦ Ἰουνίου (θόρυβος). Κύριοι, μόνον οἱ μωροὶ περιμένουσι τοὺς κινδύνους νὰ ἔλθωσι πρὸς αὐτοὺς, οἱ φρόνιμοι ὅμως τοὺς προλαμβάνουσι.

§58ΣΧΙΝΑΣ. Σὺ εἶσαι μωρός.

§59ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, Κύριε Σχινᾶ, δὲν ἀνταποδίδω ὅμως τὴν ὕβριν, οὐδ’ ἀνασηκόνω αὐτὴν ὅπως τὴν ὑψώσω μέχρις ἐμοῦ, ἐκφράζω μόνον τὴν λύπην μου, ὅτι ἤκουσα τοιούτους λόγους προελθόντας ἀπὸ γεροντότερον ἐμοῦ καθ’ ἓν τοὐλάχιστον τέταρτον αἰῶνος, ἀπὸ ἄνδρα, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐπερίμενα ἄλλα διδάγματα (θόρυβος ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. φρούραρχος εἶναι παρών; ἤ τις τῶν ὑποφρουράρχων νὰ ἀποβάλλῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀτακτοῦν ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.

§61ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὅπως δὲν ἀξιῶ, Κ. Πρόεδρε, παρὰ τοῦ ὑβρίσαντός με σεβαστοῦ Κ. Σχινᾶ ἵνα ἀνακαλέσῃ τὸν λόγον του, ἐπίσης δὲν ἀπαιτῶ οὐδὲ τὰς ἐπευφημίας τῶν τυχόντων ἐγκαθέτων πολιτικῶν τῶν τριόδων· συνείθισα τόσον πολὺ τὴν μίαν ἡμέραν νὰ ὑβρίζωμαι καὶ τὴν ἄλλην νὰ ὑμνῶμαι παρὰ τῶν αὐτῶν ἀνθρώπων, ὥστε οὐδεμίαν ἐμποιουσί μοι αἱ ἄτοποι προσβολαὶ ἐντύπωσιν, ὡς οὐδ’ ἐκ τῶν ἐπαίνων των φυσιοῦμαι· διὰ τοῦτο μάλιστα προέταξα τὸν σύντομον πρόλογόν μου, ἵνα δείξω, ὅτι εἷς καὶ ὁ αὐτός εἰμι πάντοτε, ὅτι δὲν ἀνέβην, οὔτε σήμερον, οὔτε ποτὲ τὸ βῆμα τοῦτο μὲ πολιτικοὺς σκοποὺς καὶ πάθη, ἀλλὰ μεμελετημένος· ἐὰν οἱ λόγοι μου ὄζωσι λύχνου, ἀλλὰ καὶ αἱ τρίχες μου ἐλευκάνθησαν εἰς τὴν μελέτην τῶν τοιούτων ζητημάτων. Ἔχω ἴσως τὸ δικαίωμα, οὐχὶ ἁπλῶς ὡς ἀντιπρόσωπος τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπιστήμης, ὡς προπαρεσκευασμένος διὰ μακροῦ χρόνου, δι’ ἑνὸς τετάρτου ἑκατονταετηρίδος, Κ. Σχινᾶ, ὑμεῖς βεβαίως, καί τοι πρεσβύτερος ἐμοῦ τὴν ἡλικίαν, δὲν ἐμελετήσατε τὰ τοιαῦτα ζητήματα ὅσον ἐγώ· ἔχω, λέγω, τὸ καθῆκον νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν τοιούτων ζητημάτων καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀκούωμαι.

§62ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εὖγε! κάλλιστα!

§63ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σκανδαλίζονταί τινες ἐπὶ τοῖς ἀνατεθεῖσι τῷ Συμβουλίῳ τῆς ἐπικρατείας ἔργοις, ἀλλ’ ἐγὼ, ὅταν ἔλθωμεν εἰς τὰ καθέκαστα τῶν ἄρθρων τούτων, θέλω σᾶς προτείνει καὶ ἄλλα ἔργα ν’ ἀναθέσητε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Ὑπάρχει τὸ Ϛʹ. ψήφισμα τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου, τὸ ὁποῖον ὑπήγαγεν ὅλας τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἐξήρεσε δέ τινας, ἃς ῥητῶς κατονομάζει, δηλαδὴ τὰς περὶ φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐπιτηδευμάτων, τὰς περὶ στρατευσίμων, τὰς περὶ δημοτικῶν καὶ ἐπαρχιακῶν ἀρχαιρεσιῶν, τὰς περὶ χαρτοσήμου, περὶ λαθρεμπορίων καὶ παντὸς ἐμμέσου δημοσίου φόρου, καί ὅσας ἄλλας τοιαύτης φύσεως ὡς διοικητικὰς θεωρουμένας, καὶ ἄλλας, ὡς τὰς περὶ ἑτοιμοῤῥόπων, περὶ τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου κλπ. ἃς νόμοι ἰδιαίτεροι μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ὑπήγαγον εἰς τὴν ἁρμοδιότητα τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν.

§64ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ὡραῖα!

§65ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Προτιμᾶτε λοιπὸν, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιφωνεῖτε τὸ ὡραῖα, προτιμᾶτε ν’ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τῶν ζητημάτων τούτων εἷς ὑπουργὸς κατὰ τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας του, ἢ ν’ ἀποφασίζωσιν ἄνδρες ἀμερόληπτοι, σοφώτεροι τῶν ὑπουργῶν καὶ προμεμελετημένοι; Ποῦ φέρονται αἱ ὑποθέσεις αὗται σήμερον; Εἰς τὰ ὑπουργεῖα, καὶ ἕκαστος ὑπουργὸς μόνος, ἀνεκκλήτως ἀποφασίζει, καὶ ἂν σᾶς ἀδικῇ ὁ ὑπουργὸς, δὲν ἔχετε ποῦ νὰ προσφύγητε. Ἐρωτῶ, ποῖον εἶναι τὸ καλλίτερον, τὸ νὰ δικάζῃ ὁ ἀδαὴς πολλάκις τοῦ πράγματος ὑπουργὸς, καὶ μόνος μάλιστα, ἢ οἱ σοφοὶ καὶ οἱ ἔμπειροι; ὁ εἷς καὶ μόνος ἢ οἱ πολλοί, τὸ πολυμελὲς σῶμα; τὸ πολυμελὲς δὲν κινδυνεύει νὰ ἐπηρεάζηται ἀπὸ τὸν μὲν καὶ ἀπὸ τὸν δὲ, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν ἔχῃ ἐνεργὸν εἰς τὰ τῆς πολιτείας μέρος, τοὐναντίον δ’ ὁ ὑπουργὸς, ὁ τῆς πολιτικῆς ἐπιῤῥοῆς χρείαν διαρκῆ ἔχων, ἑκάστοτε παρασύρεται ἀπὸ τὰς συμπαθείας του καὶ ἀντιπαθείας. Ὁ εἷς εἶναι πάντοτε κακὸν, καὶ ἰδίως ὅταν δὲν ᾖναι τακτικὸς καὶ μόνιμος, μᾶλλον δ’ ἀδιάφθοροι οἱ πολλοί. Δὲν θέλω λοιπὸν αὐτὴν τὴν δικαιοδοσίαν νὰ τὴν ἀφήσω εἰς τοὺς ὑπουργούς. Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἔτι ἔργα θέλω νὰ δώσω εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Ἀκούσατε. Ἐκδίδονται οἱ νόμοι, ἀλλ’ οἱ νόμοι οὗτοι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι, τουτέστι νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέργειαν. Τίθενται δ’ εἰς ἐνέργειαν διὰ κανονιστικῶν Βασιλικῶν διαταγμάτων· τὰ κανονιστικὰ ταῦτα διατάγματα πρέπει μετὰ τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου νὰ ἐκδίδωνται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Καὶ τοῦτο λίαν ἀναγκαῖον, Κύριοι, διότι ἐκεῖνο τὸ σῶμα τὸ σοφὸν, καὶ ὅπως ᾖ τοιοῦτον πρέπει νὰ καταρτισθῇ ὡς ἄρτι εἶπον ὑμῖν, ἐξ εἰδικῶν καὶ νομομαθῶν ἀνδρῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τοιούτων, οἵων ἀρέσκεσθε ὑμεῖς νὰ χαρακτηρίσητε, διότι, ἂν ἐκ τοιούτων προὔκειτο νὰ συσταθῇ, καὶ ἐγὼ ἤθελον καταψηφίσει αὐτοῦ, πρέπει νὰ παρασκευάζῃ καὶ τὰ διατάγματα, δι’ ὧν θέλουσι τίθεσθαι εἰς ἐνέργειαν οἱ νόμοι οὗτοι. Ἐφόβισεν ὑμᾶς τὸ ὄνομα τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, καὶ ὅμως ἀσπάζεσθε τὴν Συνταγματικὴν μοναρχίαν. Καὶ ὅμως τί θέλετε εἰπεῖ, Κύριοι, ὅταν μάθητε ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις τῆς Γαλλίας τοῦ 1789 ἐσεβάσθη ἐν μέρει τὸ Συμβούλιον τοῦτο, τὸ κατήργησεν δ’ αὐτὸ ἡ Convention, καὶ διεξῆγεν αὐτὴ αὕτη τὰ ἔργα τῆς δικαιοδοσίας του, ἀλλὰ πῶς διεξῆγεν αὐτά!! Σημειώσατε ὅμως, Κύριοι, ὅτι ἡ τοῦ 1793 Δημοκρατία τῆς Γαλλίας εἶναι ἐκείνη, ἥτις κατέστρεψεν ὅλον τὸ παλαιὸν οἰκοδόμημα τὸ μοναρχικὸν, ἀλλὰ τοῖς πᾶσι καταφανὴς ἐγένετο ἡ ἀνάγκη τοῦ σώματος τούτου, ἅμα τῇ καταργήσει του, καὶ τὸ Διευθυντήριον παρεσκεύαζε τὴν ἀναδιοργάνωσίν του, ὅτε ἡ 18 Brumaire ἔφερεν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων τὸν Ναπολέοντα, ὅστις ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, καὶ τὸ συνέστησεν ἀληθῶς ὑπέρ ποτε κλεινὸν καὶ ἰσχυρὸν, καὶ διὰ τῶν ἔργων τοῦ Συμβουλίου τούτου ἐκλεΐσθη ὁ Ναπολέων, καὶ ὅσα δι’ αὐτοῦ ἔπραξε μένουσιν ἀθάνατα, ἐνῷ αἱ δάφναι τῶν νικῶν του ἐφυλλοῤῥόησαν πρὸ πολλοῦ. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ παραδείγματος τοῦ τοιούτου Συμβουλίου, ὡς καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς παλινορθώτου τῶν Βουρβώνων δυναστείας, δὲν ἐπιτείνω τὸν λόγον, τί θέλετε ὅμως εἰπεῖ, ὅταν προσθέσω ὅτι οἱ σοφώτεροι καὶ ἄκροι δημοκράται τοῦ 1848 τῆς Γαλλίας ἐψήφισαν καὶ πάλιν τὴν ὕπαρξιν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας; Μοναρχικοὶ λοιπὸν ὑμεῖς πολεμεῖτε ὅ,τι καὶ τοῖς δημοκράταις ἀσπαστόν; Ἀλλ’ οἱ ἐξ ὑμῶν ἐρχόμενοι ἑκάστοτε μὲ τὰ παραγγέλματα τῆς Ἀγγλίας ἀνὰ στόμα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἀσπάζεσθε ὅ,τι ἔχει καὶ ἡ Ἀγγλία; Καὶ τί ἄλλο εἶναι τὸ Συμβούλιον τοῦ Στέμματος ἐν Ἀγγλίᾳ, εἰμὴ ἓν Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας; Ἀλλ’ εἰς αὐτὸ θέλουσιν εἰσέλθει, λέγετε, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἤθελον εὑρίσκει ἕδραν ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ ἔθνους. Ναὶ, ἐγὼ μάλιστα τούτους θέλω ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες ὅλα τὰ ἄλλα προσόντα τοῦ ἀγαθοῦ βουληφόρου νὰ ὦσιν ὅλως ἀμέτοχοι τῶν πολιτικῶν ἐρίδων, μὴ φατριάζοντες, μὴ καταβαίνοντες εἰς τὴν παλαίστραν τῶν παθῶν· ἤθελον μάλιστα θελήσει αὐτοὺς καὶ ἰσοβίους, ἵνα ἐξασφαλίσω εἰς αὐτοὺς πλείονα ἀνεξαρτησίαν, γνωρίζω ὅμως, ὅτι τὸ ἰσόβιον πολὺ ἐρεθίζει τὰ νεῦρά σας. Θέλω τοὺς Συμβούλους, ἀλλὰ τοὺς θέλω νὰ φθάσωσιν ἐκεῖ μετὰ μακρὰν σπουδὴν καὶ πεῖραν, μετὰ πολλῶν προσόντων, καὶ θέλω ἀπαιτήσει παρ’ αὐτῶν εἰδικὰς γνώσεις καὶ διπλώματα. Θέλω, πρὶν ἢ γίνωσι Σύμβουλοι, νὰ προπαρασκευασθῶσι διὰ μακροῦ χρόνου ἐν τῇ κατωτέρᾳ ὑπηρεσίᾳ, ὅπως ἔχουσιν ἐν Γαλλίᾳ τοὺς παρέδρους τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, οἵτινές εἰσι τὸ φυτώριον, ἐξ οὗ λαμβάνονται οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ ἐν πᾶσι διαπρέποντος ἐνδόξου τῶν Γάλλων ἔθνους. Ὅταν συγκροτηθῶσι τοιοῦτοι, ἡ πεῖρα θέλει σᾶς ἀποδείξει ὅτι ἐφοβεῖσθε ἓν ὄνομα, τὸ ὁποῖον εἶναι κενώτερον ἑνὸς φαντάσματος. Τὰ ὀνόματα δύνανται νὰ διαφέρωσι κατὰ τοὺς χρόνους, τὰς περιστάσεις καὶ τὰ πράγματα, εἰς ἃ ἐφαρμόζονται. Διὰ ταῦτα, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὰ καθέκαστα, θέλω ὑποβάλει ὑμῖν διαφόρους προτάσεις, καὶ ἰδίως, ὅτι θέλει ἐκδοθῆ ἰδιαίτερος νόμος περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τῶν προσόντων, ἐργασιῶν καὶ τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ. Ἐπὶ τοῦ παρόντος συνιστῶ ὑμῖν αὐτὸ μεθ’ ὅλης τῆς θερμότητος, διότι τοιαύτη ἦν καὶ ἔστιν ἡ πεποίθησίς μου, καὶ τὴν ἐξέφρασα ἐν τῷ προγράμματί μου ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον πολλαὶ ἐφημερίδες, τὴν σήμερον κατακρίνουσαι τὸ τοιοῦτον δόγμα, τότε ἐδημοσίευσαν ἐν πᾶσιν ἐπαινοῦσαι αὐτό· τὸ ἐξέδωκα δὲ, διὰ νὰ μὴ εἴπῃ τίς ποτε ὅτι παρεξέκλινα τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας διέγραψα καὶ τὰς ὁποίας καυχῶμαι, ὅτι ἀπαρεγκλίτως ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ ἐτήρησα. Ἔκαμα ἓν συμβόλαιον πρὸς ἐμαυτὸν, συμβόλαιον ἰσχυρὸν καὶ σεβαστόν, ὁμολογίαν πολιτικὴν, ἣν αὐτὸς ἐγὼ εἰς ἐμαυτὸν ἐπέβαλον, ἵνα ὑποστηρίξω ἀπὸ τούτου τοῦ βήματος, διότι ἐπεθύμησα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς μου νὰ γίνω ἀντάξιος τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκαν οἱ σοφοὶ ἐντολεῖς μου, οἱ ἐσαεὶ πεφιλημένοι μοι συνάδελφοι καὶ συνεργάται ἐν τῷ Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ· θέλω δ’ ἐπανερχόμενος, μετὰ τὴν λῆξιν τῶν ἔργων τῆς Συνελεύσεως, ἐν μέσῳ αὐτῶν, νὰ τοῖς εἴπω, ἰδοὺ ἐγὼ οἷον μ’ ἀπεστείλατε ἵνα ἐκπροσωπήσω ὑμᾶς ἐν τῷ μεγίστῳ τοῦ Ἔθνους Συνεδρίῳ. (Ἐπιδοκιμασίαι δεξιόθεν).

§66ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι! Τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκειται εἶναι σπουδαῖον, ἑπομένως ἔχω ἀνάγκην τῆς συντόνου προσοχῆς σας διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε καλῶς τῶν ἰδεῶν μου καὶ νὰ προφυλαχθῶ κατὰ πάσης παρεξηγήσεως. Κύριοι, ὡς πολίτης κλίνω γόνυ ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἐνώπιον τοῦ ὄντος ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας ἐθεώρησαν καὶ θεωροῦν ἀνεύθυνον, ἱερὸν, θεῖον, ἀπαραβίαστον. Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρόκειται, θέλω τὸ ἐξετάσει ἀσχέτως πόθεν προέρχεται, θέλω τὸ ἐξετάσει ὑπὸ Συνταγματικὴν ἔποψιν, τουτέστι λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν κείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον ὑμῶν καὶ τοῦ κοινοῦ. Κύριοι, τὰ Συντάγματα τὰ πρακτικὰ ἔρχονται κάτωθεν, ὑπαγορευθέντα ἀπὸ τοὺς λαοὺς, οἵτινες προτίθενται νὰ ἱδρύσωσι δι’ αὐτῶν προπύργια ὑπὲρ τῶν ἀναντιῤῥήτων καὶ ἀπαραγράπτων δικαίων των. Συντάγματα διδόμενα ἄνωθεν εἶναι διαταγαὶ, οὐχὶ συντάγματα, ἀνωτέρας δὲ διαταγὰς ὡς πληρεξούσιος δὲν δέχομαι. Συνέλευσις ἐθνικὴ διαταγὰς δὲν δέχεται ποτὲ καὶ πρὸ πάντων ἐπὶ τῆς συντάξεως τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν τοῦ ἔθνους. (ἐπιδοκιμασίαι, χειροκροτήματα καὶ θόρυβος ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).

§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἴδω, ἐὰν ἔχω φρούραρχον ἢ ὄχι, ἢ ποῖος ἐκ τῶν ὑποφρουράρχων ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διαταγάς μου. Δὲν εἶναι κανεὶς ἐδὼ; Διακόπτω τὴν συνεδρίασιν τότε, Κύριοι! Προσέρχεται εἰς τὸν Πρόεδρον ὁ ὑποφρούραρχος Κ. Κλίμακας.

§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀποβληθοῦν οἱ ἀτακτήσαντες.

§69ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Δὲν ἔχετε δικαίωμα (θόρυβος).

§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξέλθουν οἱ ἀτακτήσαντες.

§71ΚΛΙΜΑΚΑΣ. Ἀπεβλήθησαν, Κύριε Πρόεδρε.

§72ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, Κ. Πρόεδρε. Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον εἶναι σπουδαῖον· ἀνήκων εἰς τὰς τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιθυμῶ ὡς ἄτομον, φρονῶ δὲ ὅτι μετ’ ἐμοῦ θέλουσι συμφωνήσει οἱ πλείονες, ὅτι ἡ συζήτησις πρέπει νὰ διεξαχθῇ οὕτω πως, ὥστε οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ λύσις τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, νὰ μὴ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα νὰ εἴπῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο καὶ βίαν οἱανδήποτε. Εἰς τὴν συνείδησιν τοῦ Ἔθνους, Κ. Πρόεδρε, τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι προδεδικασμένον· οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ λύσις του κοινοβουλευτικῶς, πρέπει νὰ ᾖναι σοβαρά, σπουδαία. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐγὼ καὶ ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις τὸ ἀκροατήριον νὰ ἀπέχῃ πάσης ἐπιδοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας, διότι δύναται νὰ φέρῃ τοιαύτην ἢ τοιαύτην λύσιν. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ καὶ τὴν Συνέλευσιν καὶ τὸ κοινὸν, ὥστε νὰ σταθῇ θεατὴς ἀπαθὴς, καθ’ ὅσον τὸ ζήτημα ἀφορᾷ τὴν τύχην τοῦ Ἔθνους.

§73ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα.

§74ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε εἶπον, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἀρκούντως μὲ ἐννοήσατε τί ἤθελον νὰ εἴπω, ποῦ ἤθελον νὰ καταλήξω· ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ κακῶς ἐπολιτεύθησαν, κακῶς ἐσκέφθησαν καὶ ἔφερον τὴν περὶ Συμβουλίου ἐπικρατείας πρότασιν ἐνώπιόν σας. Οἱ ὑπουργοὶ παρέλειψαν οὐσιῶδες καθῆκον καὶ πρὸς τὸν ἡγεμόνα καὶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος καὶ πρὸς ἑαυτοὺς ὡς πολίτας. Δὲν εἶχον δίκαιον νὰ ἀναλάβωσιν ἐπὶ τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος πρωτοβουλίαν, ὁποίας ῥητῶς ἀπεστέρησεν αὐτοὺς τὸ ἔθνος διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 9 Μαρτίου 1862, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως, ὡς ἐγένετο, κατέστη καταφανὴς, ἐστὶ δ’ ἐπιβλαβέστατος, ἵνα μὴ εἴπω προδοτικός. Ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν τὸ πολίτευμα ἀνεπηρεάστως πάσης πλαγίας σκέψεως, ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν ὅλας τὰς ὑπὲρ καὶ κατὰ γνώμας, ἐπὶ δὲ τοῦ ἀποτελέσματος ἠδύνατο ἕκαστος νὰ φέρῃ οἱανδήποτε ἤθελε σκέψιν καὶ γνώμην, ὤφειλον οἱ ὑπουργοὶ νὰ συμβουλευθῶσιν ἔξω τὴν κοινὴν γνώμην, ὤφειλον νὰ ἀκούσωσι προηγουμένως ὁποίαν ἔχει ἡ Συνέλευσις ἰδέαν τί ἡ πλειονοψηφία καὶ τί ἡ μειονοψηφία σκέπτονται νὰ μελετήσωσιν ἐπὶ τούτων τί συμφέρει εἰς τὸ κράτος, καὶ ἑπομένως νὰ ἐνεργήσωσιν ὡς ὄργανα τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Ἀλλ’ ἡ ὑπουργοὶ ἐγκατέλιπον τὴν τακτικὴν ταύτην καὶ ἠκολούθησαν ἐναντίαν ὁδὸν, θέσαντες εἰς τὸ βασιλικὸν στόμα διὰ τοῦ διαγγέλματος πρότασιν σπουδαίαν, τὴν περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ἀπαγορεύοντες ἐμμέσως πᾶσαν ἐπὶ τούτου συζήτησιν. Ἡ προκατάληψις αὕτη εἶναι ὀλεθρία εἶναι μία πίεσις μεγίστη ἐπιβαλλομένη ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν γνωμῶν. Ἀλλ’ ὑμεῖς, Κύριοι, ὀφείλετε νὰ πράξητε τὸ καθῆκόν σας, ὀφείλομεν νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τοιαύτην ἀρχὴν, ὀφείλομεν νὰ τὴν ἀποκρούσωμεν μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις· αἱ ἀπειλαὶ κατὰ τῆς Συνελεύσεως, αἱ ἀπειλαὶ κατὰ τοῦ ἔθνους δὲν πρέπει νὰ γίνωνται. Ὑμεῖς δὲ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας πρέπει νὰ δειχθῆτε ἄνδρες κατὰ τοιαύτης ἀρχῆς, ἥτις παρορωμένη νῦν θέλει καταστρέψει τὸ μέλλον, διότι θέλει ἔχει συνεπείας σπουδαιοτέρας εἰς τὰς βουλὰς, οὔσας ἐκ τῆς ἰδιότητός των ἀσθενεστέρας τῆς Συνελεύσεως.

§75ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ποῦ εἶναι αἱ ἀπειλαί;

§76ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτητε.

§77ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, πληρέστατα, ὅτι ἡ ὕπαρξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ἰσχὺς τῶν συνταγματικῶν πολιτευμάτων, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν παραδοχὴν τῶν δύω μερῶν, ἀναγνωρίζω πληρέστατα τοῦτο, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἐκ προηγουμένων συζήτησις, ἀπαιτεῖται ἐκ προοιμίων ἔκθεσις τῶν διαφόρων σκέψεων, ἀπαιτεῖται προηγουμένως νὰ ἀναπτυχθῶσιν ὅλαι αἱ ὑπὲρ καὶ κατὰ ἰδέαι, καὶ ἂν αἱ ἰδέαι τῆς κοινῆς γνώμης δὲν εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς τῆς Συνελεύσεως, τότε ἔπρεπε νὰ γίνῃ ἡ δέουσα σκέψις καὶ πρότασις περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν ὑπὸ τῆς ἐθνοσυνελεύσεως ἀποφασισθέντων, οὐχὶ δὲ νὰ ἐπιβληθῇ ὡς ὅρος ἀπαραίτητος καὶ οὕτως εἰπεῖν ἄνευ συζητήσεως ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως περὶ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Αὐτὰ, Κύριοι, εἶχον νὰ εἰπῶ ἐκ προοιμίων ἐπὶ τῶν λεχθέντων ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος προτάσεως. Ὅσα δὲ ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον, ἀναγόμενα εἰς τὰ ὑπεύθυνα πρόσωπα, μὲ ἀπαλλάττουσι, πιστεύω, τοῦ κόπου νὰ ἔλθω εἰς περαιτέρω ἀναπτύξεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τοῦ ὁποίου ἡ συζήτησις δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας. Ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα, εἰς τὴν σύστασιν τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἤλπιζον μετὰ 24 συνταγματικὴν βασιλείαν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεδίκασε μία Συνέλευσις, συγκληθεῖσα ἐπ’ ὀνόματι καὶ ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἂν μετὰ 20 χρόνους ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην, εἰς τὴν ὁποίαν θέλουν σήμερον νὰ μᾶς φέρουν, διότι τότε παύει ἡ πρόοδος τοῦ ἔθνους καὶ αἱ ἐλεύθεραι ἰδέαι! ἀλλοίμονον, Κύριοι, ἂν καταντήσωμεν μετὰ 20 ἢ 30 χρόνους νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1830, εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1821, δηλ. εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος αὐτὸ κατεδίκασεν! Τοιαύτη ἰδέα, Κύριοι, μὲ ἀπελπίζει! Ἔχετε, Κύριοι, δύο δυνάμεις, ἢ μᾶλλον μίαν δύναμιν, τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ἐξ ἧς πηγάζουσι πᾶσαι αἱ δυνάμεις καὶ τὴν ὁποίαν ἄλλοτε, ὅτε ἐπρόκειτο ἡ συζήτησις τοῦ περὶ ὁρκοδοσίας τῆς Α. Μ. ψηφίσματος τῆς 9 Μαρτίου, σᾶς ἀνέφερε πανηγυρικῶς ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Μίλησης, τοῦ ὁποίου πολλάκις καὶ τὰς γνώσεις καὶ τὴν ἀγχίνοιαν ἐθαύμασα. Ἡ κυριαρχία ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, ἀπὸ ταύτης πηγάζουν τὰ πάντα· ἑπομένως ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ὀφείλομεν καταρτίζοντες τὸ πολίτευμα νὰ διαγράψωμεν πῶς θέλομεν νὰ διοικηθῶμεν. Ἀφοῦ ἐθεσπίσαμεν μίαν Βουλὴν, ἕνα Βασιλέα, πρέπει νὰ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις τῶν δύο αὐτῶν δυνάμεων, τῆς ὁποίας τὴν ὕπαρξιν ἐκρίναμεν ἀναγκαίαν ὑπὲρ τῆς διατηρήσεως τῶν δημοσίων δικαίων μας ὡς πολιτῶν καὶ ὑπὲρ τῆς εὐημερίας τῆς πατρίδος. Μᾶς λέγουν νῦν διὰ τοῦ διαγγέλματος καὶ διὰ τῆς ὑπουργικῆς προτάσεως «θέλομεν νὰ ἀνεγείρωμεν καὶ τρίτην δύναμιν, τὴν δύναμιν τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας.» Ἐὰν ἐρευνήσητε, Κύριοι, τὴν καταγωγὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν ἀπολύτων Μοναρχιῶν. Τὰ συμβούλια τῆς ἐπικρατείας ἐπεννοήθησαν εἰς τὰ κράτη ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελεν ὁ ἀπόλυτος μονάρχης νὰ περιβάλῃ μέ τινα νομιμότητα τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ συνταττομένους κακοὺς νόμους. Ἐν τοῖς τοιούτοις κράτεσιν ἐχορηγήθη εἰς τὰ συμβούλια τῆς ἐπικρατείας τὸ δικαίωμα τῆς προεξετάσεως τῶν νόμων καὶ τῆς παρασκευῆς αὐτῶν. Οἱ ἀπόλυτοι ἡγεμόνες ἤθελον νὰ ἔχωσι συνενόχους, ἢ μᾶλλον ἤθελον νὰ ἀποφεύγωσι τὴν εὐθύνην ἀναφέροντες αὐτὴν εἰς τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἂν οἱ ἀπόλυτοι ἡγεμόνες προῆλθον εἰς τοιοῦτον μέτρον, ὅπερ ἐνίοτε ἀπέβαινε καὶ ὠφέλιμον πρὸς τὸν τόπον, ὅτι ἤκουσαν δῆθεν καὶ τὴν γνώμην τῶν συμβούλων, εἰς συνταγματικὰς ὅμως Κυβερνήσεις τὰ συμβούλια τῆς ἐπικρατείας, θεωρούμενα ὡς μία δύναμις, εἶναι οὐ μόνον ἀνωφελῆ, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμια καὶ ἐπικίνδυνα. Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας καθήμενον εἰς τὴν πρωτεύουσαν, εὑρισκόμενον πλησίον τοῦ θρόνου, διοριζόμενον ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ὑποχείριον ταύτης, καὶ δὲν θέλει ἐνεργεῖ, παρὰ κατ’ ἔμπνευσιν αὐτῆς, καὶ θέλει οὕτως ἔλθει εἰς ἀντιστάθμισιν τῆς δυνάμεως τῆς Βουλῆς, θέλει καταπνίξει πᾶσαν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἢ μᾶλλον πᾶσαν ἐθνικὴν ἰδέαν. Τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑπ’ αὐτὴν τὴν ἔποψιν θέλει καταντήσει νὰ ἀποῤῥοφήσῃ πᾶσαν τὴν νομοθετικὴν δύναμιν, καὶ ἀπὸ αὐτὸ θέλει ἐξαρτᾶσθαι τὸ πᾶν. Σύστασις Συμβουλίου ἐπικρατείας, σημαίνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει εἶσθαι καὶ νομοθέτης καὶ ἐκτελεστής, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν θέλει εἶσθαι εἰμὴ ἓν μέγα μηδὲν ἢ εἷς ψευδομάρτυς. Ἐὰν, Κύριοι Ὑπουργοὶ, ἠθέλατε εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ θέσητε τρίτην δύναμιν, διατὶ νὰ ὑποστηρίξητε τὸ συνταγματικὸν ἔκτρωμα, τὸ συμβούλιον ἐπικρατείας, καὶ μὴν ζητήσητε τὴν Γερουσίαν, ἥτις συνισταμένη ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων καὶ ἔχουσα μέλη ἰσόβια παρεῖχεν ἐγγυήσεις τινὰς ἀνεξαρτησίας; Ἐπιθυμῶ πολιτικὴν γενναίαν, θέλω, Κύριοι ὑπουργοὶ, νὰ πολιτεύεσθε καθαρῶς, ἀποστρέφομαι τὸν δόλον, ἀποκρούω τὴν ἀπάτην. Θέλουν οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ τὴν σύστασιν συμβουλίου ἐπικρατείας, ὡς μὴ ἔχοντος εὐθύνην τινα οὔτε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, οὔτε ἐνώπιον τοῦ Νόμου, διότι εἰς τὰ πολυμελῆ σώματα, ὡς οἴδατε, ἡ εὐθύνη κρύπτεται, ἀτομικὴ εὐθύνη δὲν ὑπάρχει. Ἀλλὰ, Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁποῖον σᾶς φέρουν οἱ ἐναντίοι λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς περὶ συμβουλίου προτάσεώς των; Θέλομεν, λέγουν, τὸ συμβούλιον διὰ νὰ δίδῃ εἰς τὴν συζήτησιν ὅλην τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν. Πῶς, Κύριοι ὑπουργοὶ, νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐξερχομένη ἐκ τῶν σπλάγχνων τοῦ λαοῦ καὶ συγκειμένη ἐξ ἀνδρῶν 180, θέλει ἔχει μίαν μόνην ἰδέαν, καὶ δὲν θέλουν ἀναπτύσσεσθαι ὅλοι οἱ ὑπὲρ καὶ κατὰ λόγοι, ὅταν ἡ συζήτησις μένῃ ἐλευθέρα; Εἶναι βλασφημία πᾶσα τοιαύτη δοξασία. Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, λέγουν, εἶναι πρόοδος πάντα τὰ ἀγαθὰ θέλει φέρει τῇ πατρίδι! ἡ νομοθεσία δι’ αὐτοῦ θέλει ἀνθήσει, διότι δὲν θέλουν ἀφαρπάζεσθαι ὑπὸ τῆς Βουλῆς μόνης τὰ ζητήματα· διὰ τοῦ συμβουλίου, λέγουν, θέλουν ἐπανορθωθῆ πολλὰ κακὰ μέρη τῆς νομοθεσίας μας προελθόντα ἐκ τῆς ὑπὸ τῶν Βουλῶν ὑφαρπαγῆς τῶν ζητημάτων. Ἐπὶ τούτων, καί τοι ἀναξίων ἀπαντήσεως, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἔπταισε ποτὲ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν νομοθεσίαν, καὶ ὅσα κακὰ εἰσεχώρησαν, προῆλθον ἐκ τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῶν Βουλευτικῶν συνόδων ἔφερον ἀφθονίαν νομοσχεδίων εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ὑφάρπαζαν τὰ ζητήματα. Ἐὰν, Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐπιδιώκετε καλὴν νομοθεσίαν, φροντίσατε νὰ δίδητε τῇ Βουλῇ καιρὸν εἰς σκέψιν, καὶ μὴ λέγετέ ποτε, «σήμερον φέρομεν νομοσχέδιον, τὸ θεωροῦμεν κατεπεῖγον καὶ θέλομεν σήμερον νὰ ψηφισθῇ» διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ οὕτω καὶ ἀποφασίσῃ ὡρίμως ἡ Βουλή; Πότε ἐφέρατε, κύριοι, νομοσχέδιον ἐγκαίρως καὶ δὲν ἐσκέφθη ἐπ’ αὐτοῦ καλῶς ἡ Βουλή; Ἐὰν, Κύριοι, ἄλλοτε ἐπεσπεύδετο ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν οὕτως ἡ ὑπὸ τῶν Βουλῶν συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, σήμερον θέλει ἐπισπεύδεσθαι ἔτι μᾶλλον, διότι οἱ Κύριοι Ὑπουργοὶ εἰς τὰς ἐκθέσεις των τὰς συνοδευούσας τὰ νομοσχέδιά των θέλουν προτείνει, ὅτι ἐσκέφθη ἤδη ἐπ’ αὐτοῦ τὸ συμβούλιον, καὶ ὅτι ἑπομένως καθίσταται περιττὴ πᾶσα ἀναβολὴ, ἵνα σκεφθῇ καὶ ἡ Βουλή. Ἄλλως, Κύριοι, προχθὲς ὑπεστήριξαν οἱ Κύρ. ὑπουργοὶ, ἵνα ἡ μεγαλητέρα διάρκεια τῆς Βουλῆς ᾖ ἓξ μηνῶν, ὑμεῖς δὲ παρεδέχθητε τοῦτο, καὶ ὅτι πᾶν νομοσχέδιον πρέπει νὰ συζητῆται ἐν τῇ Βουλῇ τρίς. Τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ πολιτεύματος ἔχων ὑπ’ ὄψιν, σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐγκρίνετε τὴν ὑπουργικὴν πρότασιν περὶ τῆς εἰς τὸ συμβούλιον πρὸς γνωμοδότησιν παραπομπῆς τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένων ἐν τρισὶ συζητήσεσι νομοσχεδίων, σᾶς ἐρωτῶ, λέγω, νὰ μοὶ εἰπῆτε, ἂν πλείονα τῶν τριῶν ἁπλουστάτων Νομοσχεδίων δύνανται νὰ διατρέξωσι τὰς διατυπώσεις ταύτας ἐντὸς ἑκάστης Βουλευτικῆς περιόδου, καθ’ ἣν τακτικῶς θέλουν συζητεῖσθαι ὁ ἐτήσιος προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμός· σᾶς ἐρωτῶ νὰ μὲ διαβεβαιώσητε, ἐὰν, καθ’ ἣν περίπτωσιν τὰ νομοσχέδια πηγαίνουν καὶ ἔρχονται ἀπὸ τὴν Βουλὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὸ ἀνάπαλιν, δὲν θέλωμεν ἔχει τόσας ἀναβολὰς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νέων ἀναγκαίων νόμων, ἢ εἰς τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν ἐλαττωματικῶν. Εἴπατε κάλλιον, ὅτι δὲν θέλομεν σπουδαίαν νομοθεσίαν, εἴπατε ὅτι ποτὲ δὲν θέλομεν νὰ ἐνασχοληθῇ σπουδαίως ἡ Βουλὴ εἰς βελτιώσεις νόμων ἢ ἐπιψηφίσεις νέων, διὰ νὰ ἐκλείψῃ τοὐλάχιστον οὕτω τὸ σύνηθες προταττόμενον, ὅτι πταίει ἡ Βουλὴ, ὡς σήμερον λέγετε ἐπὶ παντὸς, ὅτι πταίει ἡ Συνέλευσις, καὶ ὄχι τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεσθε, ἵνα παρεμποδίσητε πᾶσαν ζωτικὴν ἐνέργειαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ, Κύριοι ὑπουργοὶ, σᾶς ἐρωτῶ, θέλετε πραγματικῶς νὰ ἔχητε συμβούλιον προπαρασκευάζον τοὺς νόμους; Ἂν αὐτὸς ᾖναι ὁ σκοπός σας, ἂν ὁ σκοπός σας ᾖναι εἰλικρινὴς, διατὶ θέλετε νὰ καταστήσητε τὴν σύστασίν του ἀντικείμενον τοῦ πολιτεύματος, ἐν ᾧ δύνασθε νὰ ὁρίσητε διὰ νόμου ἐπιτροπὴν ἐξ ὅσων ἐγκρίνετε μελῶν εἰς προπαρασκευὴν καὶ βάσανον τῶν ὑφ’ ὑμῶν εἰσαχθησομένων εἰς τὴν Βουλὴν νόμων; Ἐὰν φρονῆτε ἄλλως, ἐὰν ὁ σκοπός σας ὁ πραγματικὸς δὲν ᾖναι ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς εἰς προπαρασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νόμων, ἀλλ’ ἡ ἀνάπτυξις σώματος ἀντιστοίχου πρὸς τὴν Βουλὴν, τότε ἐννοῶ τὴν ἐπιμονήν σας τοῦ νὰ ἀναγνωρισθῇ διὰ τοῦ πολιτεύματος ἡ σύστασις τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας.—Τίς ποτὲ, Κύριοι, μέχρι τοῦδε ἐμπόδισε τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνιστᾷ ἐπιτροπὰς εἰς προπαρασκευὴν νόμων; Τίς δὲ ἤθελεν ἀντείπει, ἐὰν νομοθετικῶς καθίστατο ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπὴ διαρκῶς συνισταμένη ἐξ ὡρισμένου ἀριθμοῦ μελῶν καὶ ἔχουσα ὡρισμένον μηνιαῖον μισθόν; Τοῦτο, Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐδύνασθε νὰ κάμητε καὶ νῦν, εἴτε διὰ νόμου, εἴτε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ πάντοτε ἐχορηγήθησαν τῇ Κυβερνήσει τὰ ἀπαιτούμενα μέσα. Ἐὰν ὅμως διὰ τῆς περὶ συμβουλίου προτάσεώς σας ἐπιδιώκετε ἕτερόν τι σπουδαιότερον, ἐὰν θέλητε νὰ ἀναζήσητε τὴν Γερουσίαν ἄλλως πως, καὶ ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἀναζήσεως πρὸς πλείονα βλάβην τῶν συμφερόντων τοῦ Κράτους, αἴ! τότε ἐννοῶ τὴν τακτικήν σας, τὴν ἐννοοῦσι δὲ καὶ πάντες, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀναπτύξεώς τινος. Τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἆρά γε δύναμις, τὴν ὁποίαν ὑπαγορεύει ἡ ἀνάγκη, ὡς εἶναι ἡ νομοθετικὴ, ἡ ἐκτελεστικὴ καὶ δικαστικὴ ἐξουσία; Ἄπαγε! Ἀλλὰ σᾶς λέγουν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ὑποστηρίζουσι, τί βλάπτει τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας; Εἶναι τὸ καλλίτερον σῶμα, τοῦτο θέλει προπαρασκευάζει τοὺς νόμους, συντάττει τὰ νομοσχέδια, θέλει συσχετίζει ὅλα τὰ μέρη τῆς νομοθεσίας, θέλει κάμνει τοῦτο, τοῦτο καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν τοιαύτη θέλῃ εἶσθαι ἡ ἐργασία τοῦ ὑφ’ ὑμῶν ἐξυμνουμένου συμβουλίου, διορίσατε ὡς ἔλαβον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ἐπιτροπὰς, ἂν δὲ αὐτοὶ οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους ἔχετε, οἱ ὁποῖοι συνετάχθησαν ἀπὸ ἐπιτροπὰς σπουδαίων ἀνδρῶν, δὲν ᾖναι καλοὶ, ἀπορῶ, ὁποῖοι τινὲς θέλουσι προπαρασκευάσει τοὺς νέους; Ποῦ θέλετε εὕρει τοὺς ἄλλους νομομαθεῖς ἄνδρας; Ἐὰν ὁ Κ. Ποτλῆς, ὁ Κ. Σαρίπολος, ὁ Κ. Ῥάλλης, ὁ Κ. Διομήδης, ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὁ Κ. Κόκκινος καὶ λοιποὶ δὲν ἦσαν καὶ δὲν ᾖναι ἱκανοὶ νὰ προπαρασκευάσωσι νόμους, ποῖος θέλει εἶσθαι ἱκανὸς νὰ τοὺς συντάξῃ;

§78ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν δεχόμεθα νὰ ἤμεθα σύμβουλοι τῆς ἐπικρατείας.

§79Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σὲ κάμνουν. — Μεῖνε ἥσυχος, μὴ στενοχωρῆσαι. — Ἐὰν, Κύριοι, ὡς εἶπον τινὲς ἰδιαιτέρως, διὰ τοῦ συμβουλίου τούτου θέλετε νὰ οἰκονομήσητε πρόσωπά τινα, προσενεγκόντα ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, εἶναι ἀδικαιολόγητον νὰ ζητῆτε χάριν τούτων νὰ καθιδρύσητε διὰ τοῦ πολιτεύματος δύναμιν ἀντίστοιχον πρὸς τὴν Βουλὴν. Διότι, ἐὰν τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ περιθάλψητε, ὦσιν ἱκανὰ, δύνασθε νὰ καταρτίσητε ἐξ αὐτῶν μίαν ἐπιτροπὴν εἰς προπαρασκευὴν τῶν νόμων, ἐὰν δὲ ταῦτα ὦσιν ἀνίκανα, εἶναι γελοῖον νὰ τὰ διορίσητε μέλη τοιαύτης ἐπιτροπῆς, οὐδ’ ἁρμόζει νὰ καταστρέψητε τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ὑπὲρ τῶν προσώπων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ ἀνταμείψητε ἄλλως πως, δι’ ἁδρῶν, δηλ. ἀναλόγων πρὸς τὰς ὑπηρεσίας ἑκάστου συντάξεων, διὰ χρηματικῶν χορηγιῶν, ἢ καὶ δι’ ἄλλου εἴδους ἀποζημιώσεων. Μὴ προσφεύγετε δὲ εἰς διακωμῴδησιν πολιτικὴν, διορίζοντες τοὺς τοιούτους μέλη τῶν πρὸς παρασκευὴν καὶ βάσανον τῶν Νόμων ἐπιτροπῶν, ὥς ποτε διωρίσθη Γραμματεὺς Νομαρχίας ἀνὴρ πάντη ἀδαὴς εἰς σύνταξιν ἐγγράφου τινός. Κύριοι, εἴπατε καθαρῶς, θέλομεν αὐτὸ, θέλομεν ἐκεῖνο, πανταχόθεν ἔχετε διεξόδους, μὴ ζητῆτε διὰ πλαγίων μέσων, δι’ ἑτέρων τρόπων νὰ ἀποκτήσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώκετε, νὰ ἀνιδρύσητε δύναμιν, τὴν ὁποίαν κατεδίκασε τὸ Ἔθνος. Ἂν θέλετε Γερουσίαν, εἴπατε σαφῶς, θέλομεν Γερουσίαν δι’ αὐτοὺς, δι’ ἐκείνους τοὺς λόγους, μὴ ζητῆτε δὲ νὰ προαγάγητε ἀντὶ ταύτης συνταγματικὸν ἔκτρωμα, τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὅπερ εἶναι προϊὸν ἀπολύτων κυβερνήσεων καὶ καταπνίγει πᾶσαν φωνὴν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Οἱ λόγοι οὗτοι, Κύριοι, μὲ πείθουσι νὰ μὴ θεωρῶ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, εἰμὴ ὡς μίαν ἀρχὴν ἀντικειμένην εἰς τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ Κράτους, ὡς μίαν ἀρχὴν καταστρέφουσαν τὰς βάσεις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος. Διὰ τῆς συστάσεως τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἔχοντος δικαιοδοσίαν, ὁποίαν ἡ ὑπουργικὴ πρότασις περιέχει, θέλετε ἀφαιρέσει τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐκφράζωσι τὰς ἰδίας ἰδέας, οὐχὶ δὲ νὰ στηρίζωνται εἰς τὰς τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ θάῤῥος τῆς ὑπερασπίσεως τῶν γνωμῶν των· πρέπει νὰ ἀναπτύσσωσι τὰς ἰδέας των μετὰ παῤῥησίας, νὰ ἐκθέτωσι τὰ ἐπιχειρήματά των, οὐχὶ δὲ νὰ ὑπεκφεύγωσι τὴν εὐθύνην των, προτείνοντες πρὸς ὑποστήριξιν γνώμης τινὸς, ὅτι καὶ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας συμφωνεῖ πρὸς ταύτην. Ἡ παραδοχὴ τοιαύτης πολιτικῆς τακτικῆς εἶναι ὀλεθρία, εἶναι ἀντισυνταγματικὴ, διότι ἡ Βουλὴ, συζητοῦσα, δὲν ἔχει ἐνώπιόν της ὑπεύθυνον πρόσωπον. Ὀφείλουσιν οἱ ὑπουργοὶ νὰ ἐνεργῶσιν ἐν ἰδίῳ ὀνόματι καὶ οὐχὶ ὅταν εἷς νόμος ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ ἀντιτείνουν εἰς τὴν κύρωσίν του προκαλοῦντες γνώμην τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἐναντίαν καὶ ἐπερειδόμενοι ἐπὶ ταύτης. Ὀφείλουν οἱ ὑπουργοὶ νὰ ὑποστηρίζωσιν ἐν τῇ Βουλῇ ἰδίῳ ὀνόματι τὰ νομοσχέδια, οὐχὶ δὲ, ὁσάκις πρόκειται περὶ νομοθετήματος προσβάλλοντος κατά τι τὸ σύνταγμα καὶ συνᾴδοντος πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, νὰ προκαλῶσι γνώμην τοῦ ὑπὸ ταύτης ἐξαρτωμένου συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, καὶ νὰ παρίστανται ἐν τῇ Βουλῇ ὡς ὑποστηρίζοντες ἀλλοτρίαν γνώμην τὴν τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, νὰ ὑπεκφεύγωσι δ’ οὕτως τὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα εὐθύνην των. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, πόσα συνηγοροῦν κατὰ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπον, εἶναι προϊὸν τῶν ἀπολύτων μοναρχιῶν, θέλει δὲ ἔχει μεγάλα κακὰ ἀποτελέσματα καθιδρυόμενον διὰ τοῦ συντάγματος ἐν τῇ πατρίδι μας, διότι ἐδοκιμάσαμεν αὐτὸ καὶ ἡ πολιτική μας ἱστορία τὸ καταδικάζει· ὄπισθεν τούτου ἐκρύπτετο ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς ἐκδίδων νόμους καὶ διατάγματα, κατ’ αὐτοῦ ἐξηγέρθησαν τόσαι φωναὶ, καὶ διὰ πατάγου ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία διὰ τοῦ πολιτεύματος τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου παμψηφεὶ τὸ ἀπεσκοράκισεν ἀπὸ τὴν πολιτείαν. Ὁ ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου συνηγορήσας Κύριος ὑπουργὸς σᾶς εἶπεν, ὅτι εἰς ἐξασφάλισιν τῶν μελῶν του ἀπὸ πάσης ἐπιῤῥοίας τῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν γνωμῶν του ὑπάρχει τὸ δεκαετὲς τῆς διαρκείας ἑκάστου μέλους. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τοῦτο ἐξασφαλίζει; Ὄχι. Διότι οἱ σύμβουλοι θέλουσι ζητεῖ νὰ ἐπιβάλλωσι τὴν γνώμην των πανταχοῦ, θέλουσι καταστῆ οὕτως ἀληθεῖς τυραννίσκοι, ὡς ἔχοντες συμφέροντα ἀτομικά, συμφέροντα οἰκογενειακὰ, τὴν περιποίησιν τῶν ὁποίων θέλουσιν ἐπιδιώκει δι’ ἀμοιβαίων πρὸς τὴν ἐξουσίαν παραχωρήσεων· θέλουσιν ἐπιῤῥεάζει καὶ αὐτὰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ὡς κάλλιστα ἐννοεῖτε, καὶ ὡς ἐπιῤῥέαζον ταύτας καὶ οἱ Γερουσιασταί. Οἱ σύμβουλοι οὗτοι θέλουσιν εἶσθαι ἀληθεῖς τυραννίσκοι, διότι ἔχοντες ἐξουσίαν δέκα ἐτῶν, δύναμιν νὰ ματαιόνωσι τὰς ἀποφάσεις τῶν Βουλῶν καὶ ἰσχὺν τοσαύτην ἐπὶ τῆς νομοθεσίας μας, θέλουσιν ἐξασκεῖ μίαν μυστικὴν ἐπιῤῥοὴν καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως, καὶ ἐπὶ τῆς Βασιλείας, καὶ ἐπὶ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν βουλῶν, θέλουν γίνει μάστιγες τῆς κοινωνίας κλίνοντες πάντοτε πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐκ τῆς καταγωγῆς των καὶ ὡς ἐκ τῶν συμφερόντων των. Ἐὰν λοιπὸν ἐγκρίνετε τοιοῦτον σῶμα ἐπιβλαβὲς πρὸς τὴν πολιτείαν, παραδεχθῆτε τὴν περὶ συστάσεώς του ὑπουργικὴν πρότασιν, ἐγὼ δὲ, διαμαρτυρόμενος κατ’ αὐτῆς, θέλω φέρει ψῆφον μέλαιναν.

§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι! Εἷς τῶν διασημοτέρων συγγραφέων καὶ πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Εὐρώπης, ὁ Guizot, διατυπῶν τοὺς γενικοὺς χαρακτῆρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς σύγγραμμα, τὸ ὁποῖον θέλει μένει ἀθάνατον διὰ τὰς ἀληθείας, τὰς ὁποίας περιέχει, λέγει, ὅτι ὁ κυριώτερος χαρακτὴρ τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ δημοσία συζήτησις. Καὶ ἀληθῶς Κύριοι, ἐν τῇ δημοσίᾳ συζητήσει διασκεδάζεται ἡ πλάνη, διαλύονται τὰ φάσματα, ὑποχωροῦσιν αἱ προλήψεις, καταφαίνονται ἐν ὅλῃ των τῇ ἀσχημίᾳ αἱ ῥᾳδιουργίαι καὶ καταστρέφεται ἐν γένει τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ζῇ καὶ τρέφεται ἐν τῷ σκότει· μόνη ἡ ἀλήθεια λαμβάνει τὸ κράτος, διότι μόνη ἡ ἀλήθεια ζῇ καὶ ἀναλάμπει εἰς τὸ φῶς. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ δημοσία αὕτη συζήτησις θέλει διασκεδάσει ὅλας τὰς πλάνας, ὅλας τὰς προλήψεις, ὅλα τὰ ψεύδη, τὰ ὁποῖα ἐκ συστήματος ἐπεσωρεύθησαν διὰ νὰ ἐπισκοτίσουν τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ παρασύρουν τοὺς ἁπλουστέρους· ἐλπίζω ὅτι ἐκ τῆς δημοσίας συζητήσεως θέλει ἐξέλθῃ φαεινὴ καὶ παντοκράτωρ ἡ ἀλήθεια, πείθουσα πάντας ὅσοι θέλουν νὰ πεισθῶσι, ποῦ εἶναι τὸ ὀρθὸν, ποῦ τὸ δίκαιον, ποῦ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Ἀπὸ δύω, Κύριοι, διαφόρους καὶ ἀντιθέτους πηγὰς ἀντλοῦνται τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπάγονται κατὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Οἱ μὲν παριστῶσι τὸ συμβούλιον τοῦτο ὡς ἄχρηστον ὅλως σῶμα, ὡς πρυτανεῖον, ἔνθα θέλουν σιτεύεσθαι ὅλοι οἱ χρεωκοπημένοι πολιτικοὶ, οἱ δὲ τοὐναντίον παριστῶσιν αὐτὸ ὡς τρομερὸν Σῶμα, ὡς ἀποῤῥοφητικὴν δύναμιν, ἑτοίμην νὰ καταπίῃ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, νὰ καταστρέψῃ ὅλην τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, νὰ νοθεύσῃ εἰς τὴν πηγήν του τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ τί ἠξεύρω ἀκόμη; νὰ καταῤῥίψῃ ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τῆς πολιτείας. Τὸ περιεργότερον δὲ, Κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον ἄλλοι ἐξ ἄλλης πηγῆς ἀντλοῦσι τὰ ἀντίθετα ταῦτα ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ πολλάκις ὁ αὐτὸς ἀγορεύων, νῦν μὲν παρίστα τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἀντικείμενον γέλωτος καὶ χλεύης, νῦν δὲ παντοδύναμον καὶ φοβερόν. Οὕτως ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος ἤρχισε ζωγραφίζων τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ὡς τρίτην δύναμιν, ἐνεργὸν, ἰσήγορον καὶ παντοδύναμον, μετὰ δὲ μίαν στιγμὴν τὸ αὐτὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἐπαρουσιάζετο ὡς μηδὲν, ὡς Σῶμα γελοῖον. Τακτικὴ ἐπιτηδεία! Δύω ὄψεις τοῦ ζητήματος δεικνύουν, τὴν μίαν γελοίαν, τὴν ἄλλην φοβεράν· ἢ ἡ μία ὄψις ἢ ἡ ἄλλη θὰ παρασύρῃ πάντοτε τινὰς, ἡ ὄψις τοῦ γελοίου ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέλουν σπουδαίας ἀρχὰς ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἡ δὲ ὄψις ἡ φοβερὰ, τοὺς δειλοὺς τῶν χαρακτήρων. Οὕτως εἰσέρχεται τὸ αὐτὸ ἀποτέλεσμα ἐκ διαφόρων αἰτίων! Θὰ ἐξετάσω, Κύριοι, διὰ βραχέων ἀμφότερα τὰ συστήματα ταῦτα, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ μὲ τιμήσῃ καὶ τώρα, ὡς πάντοτε, μὲ τὴν εὐμενῆ προσοχήν της. Εἶναι ἄρά γε τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἄχρηστον πρυτανεῖον; Παράξενον μοὶ ἐφάνη, Κύριοι, πῶς μετὰ τὴν ἐμβριθῆ ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου τῆς Μεσσήνης καὶ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καταδείξαντος τὴν μεγάλην χρησιμότητα τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, εὑρέθησαν ἄνθρωποι, οἵτινες, χωρὶς κἄν νὰ θίξουν τὴν ἀγόρευσιν ἐκείνην, ἐπέμειναν διατεινόμενοι, ὅτι τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας εἶναι ἐντελῶς ἄχρηστον. Ἀλλὰ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ἡ λογικὴ τῶν κομμάτων! Ἀναγκάζομαι διὰ τοῦτο νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα τοῦτο, καὶ μὲ τὸν κίνδυνον ἀκόμη νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἐπαναληφθῶσι, διὰ νὰ ἐντυπωθῇ εἰς τὴν συνείδησιν πάντων ἡ χρησιμότης, τὸ ἀπαραίτητον τῆς ὑπάρξεως τοιούτου Συμβουλίου. Κύριοι, ἡ νομοθεσία δὲν εἶναι ἔργον τυχαῖον, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ καὶ γνώσεις περὶ τοῦ δικαίου συστηματικὰς, καὶ πεῖραν τῶν πραγμάτων μακρὰν, καὶ διάνοιαν ψυχρὰν καὶ ἥσυχον, καὶ μελέτην βαθεῖαν καὶ ἐνδελεχῆ. Ὡς τοιαύτη δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῇ ποτὲ εἰς μόνην τὴν στιγμιαίαν σκέψιν καὶ τὰς ταραχώδεις ἀποφάσεις τῶν πολυμελῶν σωμάτων· παρ’ αὐτοῖς πρέπει πάντοτε νὰ ὑπάρχῃ ἓν Σῶμα ἐξ ἐπιφανῶν ἀνδρῶν, ἱστάμενον μακρὰν τῶν πολιτικῶν περιπετειῶν καὶ τῶν ἐφημέρων κομματικῶν συμφερόντων, ἔχον ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πεῖραν, διὰ νὰ κανονίζῃ καὶ διαφωτίζῃ τὴν πορείαν τῶν νομοθετικῶν σωμάτων· καὶ ὅταν μάλιστα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξασκῆται ὑπὸ μιᾶς μόνης βουλῆς, δὲν εἶναι πλέον μόνον χρήσιμον τὸ συμβούλιον τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἀπαραίτητος. Τὴν ἀνάγκην ταύτην ἀνεγνώρισαν οὐ μόνον σπουδαῖοι συγγραφεῖς, ἐν οἷς ἀναφέρω τὸν Μίλλ, ἀλλὰ καὶ νομοθεσίαι μεγάλων καὶ πεπολιτισμένων ἐθνῶν. Εἰς ἀπόδειξιν τούτου θὰ φέρω ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον δὲν πιστεύω ν’ ἀντικρούσῃ αὐτὴ ἡ πτέρυξ, διότι ἀντλεῖται ἀπὸ τὴν πλέον φιλελεύθερον πηγὴν, ἀπὸ τὴν δημοκρατικὴν ἐποχὴν τῆς Γαλλίας. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἐμνημόνευσεν ἁπλῶς τὸ παράδειγμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐγὼ θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τῆς Γαλλίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράλλακτον μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου τῶν ὑπουργῶν, καθὼς καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ συντάγματος, τοῦ Κ. Μαράστ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν ὁμολογουμένως ὁ ἁγνότερος δημοκράτης τῆς Γαλλίας. Τὸ ἄρθρον 75 τοῦ συντάγματος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας τῶν 1848 φέρει ἐπὶ λέξεσι τὰ ἑξῆς. «Le conseil d’ état» κτλ. Τὸ μεταφράζω. «Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας γνωμοδοτεῖ ἐπὶ πάντων τῶν νομοσχεδίων τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀντιπροσώπων, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθετικὴ Συνέλευσις θέλει τῇ παραπέμπει.» Ὁ δὲ Μαράστ, δικαιολογῶν τὴν σύστασιν τοιούτου συμβουλίου, τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν εἰσήγετο εἰς τὴν Γαλλίαν ὡς συμβουλευτικὴ ἐξουσία καὶ ἀνεγράφετο εἰς τὸ σύνταγμα, ἰδοὺ τί λέγει. «Πλησίον εἰς τὴν μίαν βουλὴν τὸ σύνταγμα θέτει ἓν Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, διασκεπτόμενον κατ’ ἰδίαν μακρὰν τῶν περιπετειῶν, αἵτινες δύνανται νὰ συνταράττωσι τὰς πολυπληθεῖς συναθροίσεις. Ἐν τῷ Συμβουλίῳ τούτῳ προπαρασκευάζεται ὁ νόμος. Ἐκεῖ παραπέμπεται, ἵνα ὡριμάσῃ, πᾶσα πρότασις τῶν ἀντιπροσώπων. Τὸ σῶμα τοῦτο συνιστάμενον ἐξ ἀνδρῶν ἐπιφανῶν, καὶ τιθέμενον μεταξὺ τῆς Συνελεύσεως, ἥτις θέτει τὸν νόμον, καὶ τῆς ἐξουσίας, ἥτις τὸν ἐκτελεῖ, θέλει μετριάζει ὅ,τι ἡ μία βουλὴ δύναται νὰ ἔχῃ λίαν ἀπότομον, ὅ,τι ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ αὐθαίρετον.» Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὡς γνωμοδοτικὸν σῶμα, δὲν εἶναι νέα ἐφεύρεσις, πολὺ δ’ ὀλιγώτερον ἐπινόημα ἀπολυτισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι μία ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν μᾶς ἐπιβάλλει ἡ θέσις ἡμῶν, ἀφοῦ κατηργήσαμεν τὴν Γερουσίαν. Ναὶ ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτου συμβουλίου, διότι φώτων καὶ συμβουλῶν ἔχει ἀνάγκην μία Βουλὴ κυρίαρχος ἡγεμών. Πᾶς ἡγεμών, τοῦ ὁποίου ἡ θέλησις δὲν μετριάζεται ἀπὸ ἄλλην ἀντίῤῥοπον δύναμιν, ἔχει πάντοτε ἕνα σύμβουλον παρ’ αὑτῷ, ὅστις ἑκάστοτε τὸν ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸν προφυλάττει ἀπὸ τὰς ἐκτροπάς. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς Βουλῆς, ὅταν ἀπέναντι αὐτῆς δὲν ὑπάρχῃ Γερουσία· εἶναι ἡγεμὼν ἐν τῇ νομοθετικῇ ἐξουσίᾳ· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἡγεμὼν δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ἄνευ ὁδηγοῦ εἰς τὰ πάθη καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἡμέρας, εἰς τὰς διηνεκεῖς περιπετείας τῶν κομμάτων, εἰς τὰς στιγμιαίας καὶ ἀπατηλὰς ἐντυπώσεις τῶν ῥητόρων· διότι ἄλλως θὰ προσκόπτῃ εἰς πᾶν βῆμα του, εἴτε ἐξ ἀγνοίας περιπλανώμενος, εἴτε ἐκ κομματικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων παραφερόμενος, εἴτε ἐκ στιγμιαίων ἐντυπώσεων παρασυρόμενος· τὰ νομοθετήματά του θὰ φέρουν τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ τὴν παραλυσίαν εἰς τὴν διοίκησιν· ὁ πρὸς τοὺς νόμους σωτήριος σεβασμὸς θὰ ἐξασθενήσῃ, ἂν δὲν ἐκλείψῃ ἐντελῶς· ἐπὶ πᾶσι δὲ τούτοις θὰ ἐπέλθῃ ἄφευκτος καὶ διηνεκὴς ἡ σύγκρουσις μετὰ τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὅστις, ψυχρότερον σκεπτόμενος, θὰ ἀρνῆται συνεχῶς τὴν κύρωσιν τῶν πράξεων τῆς Βουλῆς· ἡ ὀλεθρία δὲ αὕτη σύγκρουσις θὰ βλάψῃ ἀναγκαίως ἢ τὴν τάξιν ἢ τὴν ἐλευθερίαν. Ἰδοὺ φανερὰ ἡ χρησιμότης, τὸ ἀπαραίτητον τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Τώρα τὸ συμβούλιον τοῦτο, ἀποδεικνυόμενον χρήσιμον καὶ ἀπαραίτητον, εἶναι ἆρά γε, ὡς λέγουν, ἐπικίνδυνον εἰς τὴν Βουλήν; Θέτοντες ἕνα σύμβουλον πλησίον εἰς τὴν Βουλήν, ἕνα Μέντορα, ἂν μοὶ ἐπιτρέπηται ἡ λέξις, μήπως κινδυνεύομεν νὰ καταστρέψωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν της;

§81ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖον Μέντορα.

§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, μὴ τὸ λησμονήσητε, δὲν εἶναι ἐνεργὸς πολιτικὴ ἐξουσία. Τοιαύτη ἐξουσία εἶναι μόνον ἐκείνη, ἥτις ἔχει ψῆφον καὶ δύναται νὰ ματαιώνῃ πάσης ἄλλης ἐξουσίας τὰ ἔργα, ἀντιτάσσουσα εἰς τὴν θέλησιν ἐκείνης τὴν ἰδίαν αὑτῆς θέλησιν· ἀλλὰ τοιαύτην δύναμιν δὲν ἔχει τὸ προτεινόμενον συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Ὄχι· τὸ συμβούλιον τοῦτο εἶναι ἁπλῶς γνωμοδοτικόν, κεκλημένον νὰ ἐπιφέρῃ ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου τὸν πλοῦτον τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας. Ἐὰν φοβῆσθε, Κύριοι, τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἐπιστήμης, καὶ τῆς πείρας ἐπὶ τῶν ἁπλῶν συνειδήσεων, τότε εἴπατέ το καθαρά, φοβεῖσθε τὴν δύναμιν τῆς ἀληθείας. Τὸ συμβούλιον βεβαίως θὰ ἐξασκῇ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς Βουλῆς, ἄλλως δὲν θὰ ἦτο χρήσιμον, ἀλλ’ ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ αὐτὸς ὁ Τύπος, ὁ συζητῶν καὶ μὴ ὑβρίζων, εἰς τοὺς βουλευομένους τὰ τῆς πολιτείας. Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἠθικῆς ταύτης ἐπιῤῥοῆς, καμμίαν ἄλλην δὲν ἔχει τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Διὰ τίνος λοιπὸν τρόπου κατώρθωσαν νὰ πείσουν ἑαυτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους, ὅτι αὐτὸ τὸ σῶμα, αὐτὴ ἡ ἁπλῶς συμβουλευτικὴ ἀρχὴ θὰ καταστρέψῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς; μήπως δεσμεύεται αὕτη εἰς τὰς ἀποφάσεις της; μήπως δὲν μένει πάντοτε ἐλευθέρα νὰ μὴ πεισθῇ ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως; ποῖος νόμος ὑποχρεόνει αὐτὴν νὰ δεχθῇ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας τὴν γνώμην; Ποῦ λοιπὸν τὸ θηρίον, τὸ ὁποῖον νῦν παριστάνετο ὡς ὑποχείριον τῆς ἐξουσίας, νῦν δὲ ὡς ἀποῤῥοφῶν τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς! Ἐπ’ ἀληθείας ἢ ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμὴν ἔχασα τὴν δύναμιν τοῦ σκέπτεσθαι, ἢ δὲν ἐννοοῦν τὶ λέγουν. Πῶς δὲ τὸ συμβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς δεκαετίας κηρύσσεται ἀνεξάρτητον ἀπέναντι καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς Βουλῆς καὶ πάσης ἄλλης πολιτικῆς ἀρχῆς, καταστρέφει τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν; Ἐν ἰδίῳ ὀνόματι θὰ ὑποβάλλουν οὗτοι τὰ νομοσχέδιά των, καὶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι θὰ τὰ ὑπερασπίζουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐὰν τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας διὰ τῆς γνωμοδοτήσεώς του ὑποστηρίξῃ ἢ πολεμήσῃ αὐτὰ, εἶναι ἀδιάφορον διὰ τὸ ὑπουργεῖον· τοῦτο θὰ ὑπέχῃ τὴν πραγματικὴν εὐθύνην, ὅπως τοῦτο ὑπεῖχεν ἕως τώρα αὐτὴν, ἀδιάφορον ἂν μία ἐπιτροπὴ συγκαλεσμένη ἐπὶ τούτῳ ὑπεστήριξεν ἢ ὄχι τὰ νομοσχέδιά του. Ποῦ λοιπὸν ὁ κίνδυνος, ποῦ τὸ βάραθρον, ποῦ ἡ καταστροφὴ τῆς πολιτείας; Πρὸς τί τόσαι πλάναι, ἐπίτηδες διαδιδόμεναι ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τούτου, πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν ἁπλουστέρων; Πρὸς τί ὁ κρότος καὶ ὁ πάταγος καὶ αἱ κραυγαὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐνταῦθα; Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι σπουδαῖα. Ἀλλὰ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, Κύριοι, δὲν ἀπατῶνται τόσον οἰκτρά. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν, εἶναι λοιπὸν προφάσεις, ὄπισθεν αὐτῶν κρύπτονται μία ἰδέα καὶ ἓν πάθος, τὰ ὁποῖα δὲν θέλουν νὰ ἐκδηλωθοῦν. Ἡ ἰδέα εἶναι, ὅτι φοβοῦνται μήπως διὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἱκανοποιηθοῦν μερικοὶ ἄνθρωποι, διαμένοντες εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ τοιουτοτρόπως αὐξήσῃ ταύτης ἡ ἐπιῤῥοὴ μὲ ζημίαν τῶν συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν· τὸ δὲ πάθος, ὦ! αὐτὸ εἶναι ἀρχαῖον, πολὺ ἀρχαῖον· εἶναι ὁ φθόνος κατὰ πάσης διακρίσεως, κατὰ πάσης ὑπεροχῆς. Καὶ τὸν μὲν φθόνον δὲν θὰ ἐξαγάγω ἐκ τοῦ σκότους, διότι εἶναι ἀνάξιος νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς συζητήσεως· τὴν ἰδέαν ὅμως τῆς ἀναλόγου συμμετοχῆς τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὰ τῆς πολιτείας θὰ φέρω μετὰ παῤῥησίας ἐνώπιόν σας, διότι τὴν θεωρῶ καὶ ὀρθὴν καὶ δικαίαν καὶ σωτήριον. Εἶναι λοιπὸν γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι εἶμαι μέχρι φανατισμοῦ ὑπέρμαχος τοῦ ἐπαρχιακοῦ στοιχείου. Ὑπάρχουν τινὲς φίλοι μου, οἱ ὁποῖοι πικρῶς μὲ κατακρίνουν διὰ τοῦτο, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον ἐπισήμως διακηρύττω, ὅτι ἤμην καὶ ἔσομαι λάτρις τοῦ στοιχείου τούτου, ὄχι ἀπὸ στενὸν πνεῦμα ἀποκλεισμοῦ, ἀλλὰ διότι εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ ἔθνος, διὰ νὰ προοδεύσῃ ὁμαλῶς, πρέπει ν’ ἀποφύγῃ τῆς πρωτευούσης τὴν ὑπερβολικὴν συγκέντρωσιν. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ τοιαύτη ἀνάπτυξις τῶν ἐθνῶν, καθ’ ἣν ἡ ζωὴ συγκεντροῦται ἅπασα εἰς τὴν πρωτεύουσαν, αἱ δὲ ἐπαρχίαι ἀφίνονται εἰς μαρασμὸν, εἶναι ἀνάπτυξις παρὰ φύσιν ὀλεθρία εἰς τὸν βίον αὐτῶν. Παρατηρήσατε, ὅτι οὕτως ἀνεπτύχθη ἡ Γαλλία, καὶ διὰ τοῦτο ἀκόμη δὲν δύναται ν’ ἀποκτήσῃ πολιτικὴν ἐλευθερίαν ἀληθῆ, ἀλλὰ μεταπίπτει. Ἐπειδὴ λοιπὸν, Κύριοι, ἀποδέχομαι πληρέστατα τὴν ἰδέαν ταύτην ἀποδίδων εἰς αὐτὴν πολλὴν σημαντικότητα, ἐπειδὴ θέλω καὶ αὐτὸ τὸ νόμιμον συμφέρον τοῦ τόπου νὰ θεραπευθῇ, διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν μου, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀναγινώσκω. «Τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, λαμβανόμενα ἀναλόγως ἐκ πάντων τῶν νομῶν, διορίζονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον προσυπογράφει τὰ διατάγματα τοῦ διορισμοῦ των.» Βλέπετε, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας μου θεραπεύεται τὸ νόμιμον συμφέρον τῶν ἐπαρχιῶν. Τί μένει ὕστερον διὰ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν ἐμπαθῆ πάλην μετὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας; Οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ ὁ τυφλὸς κομματισμὸς, ὁ ἀσυνέτως ἐκμεταλλευόμενος ὅλα τὰ ζητήματα.

§83ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἀριστοκρατίαν δὲν θέλομεν.

§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἡ ἐπιστήμη καὶ ἡ πεῖρα ἦσαν καὶ θὰ ᾖναι ἀριστοκρατικαί. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσω διὰ μακρῶν εἰς τὸ περίεργον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἤντλησαν ἐκ τῆς ταὐτότητος τῶν λέξεων. Ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος μετὰ στόμφου σᾶς εἶπεν· «εἶναι ἐντροπὴ νὰ ἐπαναφέρετε ὅ,τι πρὸ 20 ἐτῶν κατηργήθη.» Καὶ τί κατήργησε, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις τοῦ 1841; Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὁποῖον μᾶς προβάλλεται σήμερον; Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἐκεῖνο δὲν ἦτο σῶμα συμβουλευτικὸν, ἀλλ’ ἀρχὴ καὶ διοικητικὴ, καὶ δικαστικὴ καὶ νομοθετικὴ, δηλ. ὁμοίαζε πολὺ μὲ τὰ Parlements τὰ πρὸ τοῦ 1789 τῆς Γαλλίας. Ποῖαν σχέσιν ἔχουν τὰ δύο ταῦτα συμβούλια; Οὐδεμίαν· μόνον τὸ αὐτὸ ὄνομα τὰ συνδέει. Συμβούλιον ἐπικρατείας ὠνομάζετο καὶ τὸ πρὸ τοῦ 1844 παντοδύναμον ἐκεῖνο σῶμα, Συμβούλιον ἐπικρατείας ὀνομάζεται καὶ τὸ σῶμα, τὸ ὁποῖον νῦν θὰ παρεδρεύῃ παρὰ τῇ Βουλῇ συμβουλεῦον ἁπλῶς αὐτὴν εἰς τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται, Κύριοι, εἰς σπουδαίους ἄνδρας, ὁποῖος εἶναι ὁμολογουμένως ὁ φίλος μου Κ. Ἀντωνόπουλος, νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τοιαύτης οἰκτρᾶς συγχύσεως τῶν ὀνομάτων καὶ νὰ ζητοῦν νὰ τρομάξουν τοὺς ἁπλουστέρους μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ὀπισθοδρομεῖ ἀποκατασταίνουσα, ὅ,τι ἡ τοῦ 1843 κατέστρεψε; Ποῦ μένει οὕτως ἡ καλὴ πίστις εἰς τὴν συζήτησιν; Ἔρχομαι τώρα, Κύριοι, εἰς τὸ πολύκροτον ἐπιχείρημα τοῦ ἀπαραδέκτου. Ἤκουσα τινὰς τῶν ἐντίμων συναδέλφων μου νὰ λέγουν, ὅτι, καί τοι κατ’ οὐσίαν ἀποδεχόμενοι τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ὡς συμβουλευτικὸν σῶμα, μέλλουσιν ὅμως νὰ «καταψηφίσωσι διὰ τὸν ἐπιβλητικὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον εἰσάγεται. «Ὁ τρόπος οὗτος, λέγουν, προσβάλλει τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Συνελεύσεως, καὶ πρέπει ν’ ἀποκρουσθῇ.» Εὐγενὲς τὸ αἴσθημα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου στηρίζεται εἰς τὴν πλάνην καὶ τὴν προφανῆ σύγχυσιν τῶν πραγμάτων. Ἂς ἤμεθα εἰλικρινεῖς· ὁ Βασιλεὺς ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τῆς πολιτείας ναὶ ἢ ὄχι; Βεβαίως ναί, διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ἐν τῇ συνταγματικῇ πολιτείᾳ πρόσωπον ἀργὸν, κεκλημένον μόνον νὰ σιτεύεται ὡς ἐν πρυτανείῳ, ἀφίνον δὲ τὰ πάντα εἰς τὴν διάκρισιν τῆς τύχης, καὶ κατέχον τὴν ὑπερτάτην θέσιν μόνον διὰ νὰ μὴ τὴν καταλαμβάνῃ ἑκάστοτε διὰ κλονισμῶν ἡ φιλοδοξία· ἀλλ’ ἔχει ἐνεργητικὴν θέσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ, διότι ἀρχὴ νεκρὰ εἶναι γελοία ἀντίφασις. Ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ συνταγματικῇ πολιτείᾳ εἶναι ἀνώτατος ἐπόπτης καὶ ἐπιτηρητὴς τῶν καθεστηκυιῶν ἀρχῶν κεκλημένος νὰ τηρῇ μεταξὺ αὐτῶν τὴν ἀναγκαίαν ἁρμονίαν. Ἐντεῦθεν λογικῶς ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅταν αἱ ἀρχαὶ αὗται τίθενται καὶ ὁρίζωνται ἐν τῷ συντάγματι, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην του. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα, ἐὰν αἱ πολιτικαὶ ἐξουσίαι ὡρίζοντο καὶ ἐκανονίζοντο, χωρὶς διόλου νὰ ἀκουσθῇ, πῶς ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν σπουδαίαν ταύτην ἀποστολήν του; πῶς ἤθελε θέσει εἰς ἁρμονικὴν κίνησιν τοὺς διαφόρους τροχοὺς τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς, τῆς ὁποίας εἶναι ξένος; Ἀρνούμενοι εἰς τὸν Βασιλέα δικαίωμα, τὸ ὁποῖον εἶναι φυσικὴ συνέπεια τῆς θέσεως του ἐν τῷ Συντάγματι, ζητεῖτε νὰ τῷ ἐπιβάλλετε κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὴν θέλησίν σας, καὶ μ’ ἄλλας λέξεις τῷ λέγετε «αὐτὸ εἶναι τὸ Σύνταγμα, μὲ αὐτὸ ὀφείλεις νὰ διοικήσῃς, ἀδιάφορον ἂν τὸ θεωρῇς σὺ ἀκατάλληλον, ἀδιάφορον ἂν συντριβῇς ὑπ’ αὐτὸ, ἂν ἀντὶ ὠφελείας φέρῃ εἰς τὸ ἔθνος βλάβην καὶ καταστροφήν, Sic Volo, sic jubeo, οὕτω θέλω, οὕτω διακηρύττω.» Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μοῦ εἴπητε, ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς θέσις τοῦ Συνταγματικοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἂν δύναται ποτὲ νὰ εὐδοκιμήσῃ καὶ στερεωθῇ Σύνταγμα οὕτω διὰ τῆς βίας ἐπιβαλλόμενον. Καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ τὸ ἐναντίον. Ἀνάγκη λοιπὸν ὁ Ἡγεμὼν νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς κρίσεις αὐτοῦ ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημάτων, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν σύνταξιν τῆς πολιτείας. Βεβαίως, Κύριοι, τίποτε δὲν δεσμεύει τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως· αὕτη μένει ἐλευθέρα πάντοτε νὰ δεχθῇ ἢ ὄχι τὰς παρατηρήσεις τοῦ Βασιλέως· ἀλλὰ μία Συνέλευσις μεριμνῶσα περὶ τοῦ μέλοντος τῆς πατρίδος, δὲν λέγει ποτὲ «γαῖα μιχθήτω πυρί· τίποτε δὲν ἀκούω, τίποτε δὲν δέχομαι· μόνη ἡ θέλησίς μου πρέπει νὰ κρατήσῃ.» Πῶς λοιπόν, σᾶς ἐρωτῶ, διὰ τῆς ἐξασκήσεως ἑνὸς ἀναμφισβητήτου δικαιώματος προσβάλλεται ἡ ἐθνικὴ τιμὴ καὶ ἀνεξαρτησία τῆς Συνελεύσεως; Τί ἀντιτάσσουν εἰς ταῦτα; Ἀκούσατε, Κύριοι. «Πολὺ καλά, λέγουν, δεχόμεθα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται νὰ φέρῃ παρατηρήσεις· δὲν προχωροῦμεν εἰς τὸ ἀπώτατον σημεῖον τῆς θεωρίας ἡμῶν, εἰς τὴν ἐσχάτην αὐτῆς συνέπειαν, ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ἰδοὺ πῶς πρέπει νὰ τὸ ἐξασκήσῃ. Ν’ ἀφήσῃ τὴν Συνέλευσιν νὰ τελειώσῃ τὸ Σύνταγμα, νὰ ὑποβληθῇ τοῦτο εἰς τὸν Βασιλέα διὰ νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις του, καὶ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τούτων νὰ ἀποφανθῇ ὁριστικῶς ἡ Συνέλευσις.» Ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ συνήθης τρόπος τῆς ἐξασκήσεως τοῦ Βασιλικοῦ τούτου δικαιώματος, ἀλλὰ δὲν εἶναι καὶ ὁ μόνος. Ἐὰν ἀντὶ τούτου ὁ Βασιλεὺς, προλαμβάνων τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν ἐφ’ οἱουδήποτε ἀντικειμένου τὴν γνώμην της, δὲν ἐξασκεῖ πάντοτε τὸ αὐτὸ δικαίωμα; Πῶς λοιπὸν τότε ἐπεμβαίνει εἰς τὰς συνειδήσεις τῶν πληρεξουσίων καὶ προσβάλλει τὴν ἐθνικὴν τιμὴν καὶ ἀξιοπρέπειαν; Ἀφοῦ συνομολογεῖτε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς μετὰ τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ παρατηρήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλετε νὰ ἀποφανθῆτε, πῶς δύνασθε λογικῶς ν’ ἀρνηθῆτε εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο, διαρκούσης τῆς συζητήσεως τοῦ πολιτεύματος; Μεταξὺ τῶν δύο τούτων περιπτώσεων δὲν βλέπω καμμίαν διαφοράν. Ἀλλ’ ἀπατῶμαι· ὑπάρχει μία διαφορὰ, διαφορὰ ὅμως ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ὄχι καθ’ ἡμῶν. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει ὁ Βασιλεὺς φαίνεται μάλιστα κηδόμενος τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Συνελεύσεως, διότι δὲν περιμένει τὴν ἀπόφασίν της καὶ ἔπειτα νὰ ζητήσῃ νὰ μεταβάλῃ αὐτὴν ἀντιτάσσων τὴν θέλησίν του, ἀλλὰ προλαμβάνει συνετῶς τὴν τοιαύτην σύγκρουσιν. Καὶ ὅμως ἡ εὐτυχὴς αὕτη πρόνοια κηρύσεται ὡς προσβολὴ κατὰ τῆς ἐθν. τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Συνελεύσεως! Διεξήλθομεν, Κύριοι, πάντα τὰ κατὰ τοῦ Συμβουλίου προτεινόμενα ἐπιχειρήματα. Ἐκ τῆς συζητήσεως, βλέπετε, ἐξηλέγχθησαν ταῦτα κενὰ καὶ ἕωλα, καὶ κατεδείχθη πληρέστατα ἡ χρησιμότης καὶ ἡ ἀνάγκη ἑνὸς σώματος συμβουλευτικοῦ ἐξ ἐπιφανῶν ἀνδρῶν, ἵνα ἐμποδίζῃ διὰ τῶν φώτων καὶ τῆς πείρας τὰς ἐκτροπὰς τῆς μιᾶς Βουλῆς. Τοιοῦτος θεσμὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ἄλλους ἐχθροὺς, εἰμὴ μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιπολιτεύονται τυφλῶς πᾶν νομοσχέδιον ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου, τὸ ὁποῖον φανατικῶς καταπολεμοῦσι (ἐπιδοκιμασία ἐκ τῆς δεξιᾶς).

§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Βαλτινός.

§86ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον σπουδαίου ὡς τὸ σημερινὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ὅπως συζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, συγχωρήσατε τὸν ἐγωϊσμόν μου, ἐπιθυμῶ ὅλοι νὰ λάβητε μέρος, ὅπως λαμβάνω ἐγὼ, ἀνεξαρτήτως παντὸς πολιτικοῦ σκοποῦ, πάσης φιλίας, ἀνεξαρτήτως καὶ τῶν ἀντιπαθειῶν, εἰς τὰς ὁποίας μᾶς ἔῤῥιψεν ἡ ἀνώμαλος κατάστασις ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐζήσαμεν μέχρι σήμερον. Συγχωρήσατε νὰ σᾶς ὁμιλήσω, συγχωρήσατε τὸν ἐγωϊσμόν μου, διότι ἐπὶ τῆς παρελθούσης Βασιλείας ἤμην εἷς, ὁ ὁποῖος, πιστεύω τὸ γνωρίζετε, εἶχον τὰ περισσότερα μέσα νὰ εἶμαι εἷς τῶν πλέον βασιλικῶν, τῶν πλέον εὐνοουμένων, εἶχον ἀδελφὴν ὑπασπίστριαν τῆς Βασιλίσσης, εἶχον σχέσεις συγγενείας μὲ οἰκογένειαν τὴν μᾶλλον εὐνοουμένην παρὰ τῆς Βασιλίσσης ἐκείνης, ἀπέφυγον ὅμως πάντοτε τὴν Βασιλείαν, διότι κατὰ πεποίθησιν, Κύριοι, ἐπρέσβευον, ὅτι ἡ Βασιλεία ἐκείνη ὠθοῦσε τὸ ἔθνος ὅπου δὲν ἔπρεπε. Κύριοι Πληρεξούσιοι, σήμερον προσκαλεῖσθε νὰ συζητήσητε καὶ νὰ ψηφοφορήσητε περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας· νομίζω, Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι διέφυγεν εἰς πάντας ἕν τι, ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσητε αὐτοῦ, ἔπρεπε πρῶτον νὰ συζητήσητε ἂν δύνανται νὰ σᾶς ἐπιβάλλουν ἢ ἂν δὲν δύνανται· (εὖγε! εὖγε!). Κύριοι πληρεξούσιοι! ἠρχίσαμεν νὰ συζητήσωμεν ἔχοντες τὴν γνώμην μας ἐλευθέραν; Ὄχι. Οὔτε τὴν γνώμην ἐλευθέραν ἔχετε, οὔτε τὸν καιρὸν ἁρμόδιον ἔχετε, δὲν σᾶς φθάνει ὁ καιρός, ἐντὸς δέκα ἡμερῶν πρέπει νὰ ᾖναι τελειωμένον τὸ Σύνταγμα. Τί συζητεῖτε, τί φωνάζομεν ἐδῶ; θέλομεν, λέγουν, συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Ἄνευ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας δὲν ὑπάρχει ἡ δυναστεία τοῦ Γεωργίου, αὐτὸ μᾶς λέγει ὁ φίλος μου ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Κύριοι! ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι γεγραμμένον ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ χάρτου, κάτωθεν τοῦ ὁποίου τίθεται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως, ἤτοι τῶν διαταγμάτων, φαίνεται ἄρα, ὅτι δὲν ἰσχύει πλέον. Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ χάρτου εἶναι γεγραμμένον «Γεώργιος Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων». Ἔχει δὲ ὡς Σύμβολον τὸ «Ἰσχύς μου ἡ ἀγάπη τοῦ Λαοῦ.» Καὶ πρόκειται ἤδη νὰ τεθῇ τὸ ἑπόμενον Σύμβολον. «Ἡ ἰσχύς μου τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας!!! (χειροκροτήματα).

§87ΛΟΝΤΟΣ (ὑπουργός). Δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ διαμαρτύρομαι, ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ.

§88ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶναι ἀληθές.

§89ΛΟΝΤΟΣ. Ἐκφράζω αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· (ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου ὄχι, ὄχι).

§90ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀλλά, Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἰσέλθω ἐντὸς τοῦ ζητήματος, διότι οἱ ἄλλοι τὸ ἀποφεύγουν, ὁ δὲ Κ. Μίλησης εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ὥρα. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν μᾶς ἔθεσεν ὅρον ῥητόν, θέλει συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας· τίς πταίει; ἡ Συνέλευσις· διατί, Κύριοι, κατηργήσατε τὴν Γερουσίαν; Ἀτυχῶς ἔτυχον νὰ μὴν εἶμαι ἐδῶ νὰ σᾶς εἴπω, διατί τὴν καταργεῖτε; Τὴν κατηργήσατε, διότι διόλου δὲν ἐσκέφθητε ἐπὶ τοῦ πράγματος, ἀλλὰ διότι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐφοβήθη μήπως τοὺς γερουσιαστὰς τοὺς διορίσῃ τὸ ὑπουργεῖον (εὖγε, εὖγε). Ἐκ δὲ τῆς συμπολιτεύσεως οἱ Ἑπτανήσιοι ἐφοβήθησαν τὴν ἀριστοκρατίαν τῆς Ἑπτανήσου.

§91ΠΟΛΛΟΙ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΙ. Δὲν εἶναι ἀληθές.

§92ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀπὸ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος πολλοὶ συλλογιζόμενοι αἴφνης, ὅτι δὲν ἔχουν προσόντα νὰ γίνουν γερουσιασταί, ἐδειλίασαν. (γέλως) Αὐτὸ καὶ μόνον ἦτο, καὶ τίποτε ἄλλο· θέσατε τὴν χεῖρά σας ἐπὶ τῆς καρδίας καὶ θὰ συνομολογήσατε· ἡ πάλη ὅμως τῶν συμφερόντων ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ἐχειροκροτήθη ἀπὸ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Καὶ λοιπόν, Κύριοι, μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἅπασα ἡ Ἑλλὰς ἐχειροκρότησε, θέλετε νὰ κάμετε τὴν Ἑλλάδα νὰ πενθηφορήσῃ; Θέλετε νὰ σᾶς εἴπουν ὅλοι, ὡς τὸ λέγω ἐγὼ ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ δὲν προσβάλλω κανὲν πρόσωπον, ὅτι σήμερον ἀγοραζόμεθα, ὅτι εἴμεθα δειλοὶ καὶ ὅτι δὲν κάμνομεν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν προχθὲς καταργοῦντες τὴν Γερουσίαν;

§93ΔΑΓΡΕΣ (διακόπτων). Πρέπει νὰ ἔχητε μεγάλο θάῤῥος καὶ τόλμην ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ λέγητε, ὅτι ἀγοράζεται ὅλη ἡ Συνέλευσις (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). (Ἀποτείνεται πρὸς τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα). Ἰδοὺ αἱ φωναί σας ποῦ ἔφερον τὸ ἔθνος· πιστεύω, ἂν ἔχητε αἴσθημα πατριωτισμοῦ...... (θόρυβος).

§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τάξιν, Κύριε Δαγρέ.

§95ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Δαγρὲ, εἶσθε ἀστυνόμος, νομίζω,......

§96ΔΑΓΡΕΣ. Μάλιστα.... Σεῖς ἐζητήσατε νὰ γίνητε ὑπασπιστὴς, πιστεύω δὲν τὸ ἀρνεῖσθε.

§97ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ ἐζήτησα καὶ τὸ ἀξίζω.

§98ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου ἐναντίον πάσης ἀταξίας, ἡ ὁποία θέλει γίνει (θόρυβος παρατεταμένος),

§99ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Δαγρὲ,.... (θόρυβος). Ἡ μόνη ἀπάντησις, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὸν Κ. Δαγρὲ δι’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον εἶπεν, καὶ ἂν εἶχε τὴν γενναιότητα δὲν ἤθελε τὸ εἰπεῖ, εἶναι ὅτι ἐπὶ τοῦ ὑπουργοῦ Βάλβη μὲ ἐζήτησεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς ὡς ὑπασπιστὴν Αὐτοῦ· δεύτερον δὲ σᾶς λέγω, ὅτι ἴσως δὲν ἀξίζω τὴν θέσιν ταύτην, διότι πλησίον τοῦ Βασιλέως ὀλίγοι λέγουν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὁ Βαλτινὸς ἤθελε τὴν εἰπεῖ· καὶ ἰδοὺ διατὶ δὲν εἶμαι πλησίον τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος ὡς ὑπασπιστής. Ἀλλὰ, Κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, τίς ἦτον ἡ ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὡς ὅρος; Φέρετε νομοθέτημα. Ἐξήντλησεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά μου ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος, καὶ δὲν ἔχω πολλὰ νὰ προσθέσω, ἀλλὰ διατί οὗτος ὁ ὅρος τοῦ Συντάγματος; Φέρετε ψήφισμα, ἵνα ἴδω τὴν ἀξίαν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, καὶ νὰ τοῦ δώσω μίαν κλοτσιὰ, ἂν δὲν ἀξίζῃ, ἀλλὰ σήμερον τὸ συνδέετε μὲ τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ σᾶς εἴπω τί φοβοῦμαι; διότι μετ’ ὀλίγον δὲν θὰ εἴμεθα τίποτε. Τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὅπως σήμερον ζητεῖται νὰ ψηφισθῇ, θέλω σᾶς πείσει ὅτι εἶναι ἴσον μὲ τὸ μηδὲν, καὶ ἐπειδὴ ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ θέλει εἶσθαι γεγραμμένη ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, θέλει γίνει φροντίς, ὅπως τοῦ δοθῇ ζωή. Ἀφοῦ τοῦ ἐδόθη ὕπαρξις, δὲν θὰ παρέλθουν πολλὰ ἔτη (τὰ πρακτικὰ θὰ ὑπάρχουν, καὶ ὁ χρόνος ἂς ψεύσῃ τὰς ἰδέας μου) καὶ θὰ ζητηθῇ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, δὲν ἠξεύρω πως, καὶ θέλει προταθῇ, ὥστε τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας νὰ παρουσιάζῃ τοὺς νόμους, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ παραδέχηται ἢ ν’ ἀποῤῥίπτῃ αὐτοὺς καὶ οὐδὲν πλέον. Ἦλθον, Κύριοι, τινὲς νὰ μᾶς πτοήσωσιν μὲ τὴν δημοκρατίαν τῆς Γαλλίας, ὅτι καὶ ἐκείνη εἶχε Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας διὰ νὰ χαλιναγωγῇ τὴν μόνην Βουλήν. Τότε ὅμως εἶχον δημοκρατίαν οἱ Γάλλοι καὶ δὲν εἶχον Βασιλείαν. Ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας, Κύριοι, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα τοῦ veto, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ εἰς τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ λαοῦ κατὰ πρόσωπον va-t-en. Αὐτὰ τὰ δύω δικαιώματα veto καὶ va-t-en, τὰ εἶχεν ὁ Πρόεδρος τῆς δημοκρατίας; ὄχι. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν, ὡς καὶ πᾶς Συνταγματικὸς Βασιλεὺς, τὰ ἔχει καὶ δὲν φοβεῖται τίποτε. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου, Κύριοι· ἂν δὲν ἐκάμνετε τὸ πολιτικὸν λάθος νὰ καταργήσητε τὴν Γερουσίαν, ὄχι μόνον ἐπιμένω, ἀλλὰ στοιχηματίζω, ὅτι δὲν ἤθελεν ἔλθει ἄνωθεν ἡ πρότασις περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις αὕτη δι’ ἄλλους λόγους, καὶ ἐπειδὴ ὡς νομοθέτημα δὲν ἠδύνατο νὰ ἔχῃ ὕπαρξιν, καὶ ἡ Συνέλευσις αἴφνης δὲν ἤθελε τὸ καθιερώσει, τίθεται ἤδη εἰς τὸ Σύνταγμα ὑποχρεωτικῶς. Ἐγὼ, Κύριοι, ἐπιμένω νὰ φρονῶ, ὅτι πρόκειται περὶ οἰκονομίας προσώπων, τίποτε περισσότερον, καθὼς καὶ τίποτε ὀλιγώτερον. Συντάξετε σήμερον ἓν ψήφισμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ δίδῃ συντάξεις ἀπολύτως εἰς ὅσους θέλει μέχρι τῶν 1000 δραχμῶν, καὶ ἐστὲ βέβαιοι θὰ ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις περὶ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.

§100ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν ἐννοεῖτε τὴν ἐπιστήμην, Κ. Βαλτινέ.

§101ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πολλὰ ἄλλα ἠδύνατο τις νὰ εἴπῃ ὑπὸ τὴν πολιτικὴν ἔποψιν κατὰ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἔρχεται, καὶ ἡ ὁποία, ὡς προεῖπον, μᾶς δεσμεύει τὰς χεῖρας, διότι δὲν μᾶς ἀφίνει νὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ διεγερθῶμεν, ὅπως μὴ μᾶς κατηγορήσῃ τὸ ἔθνος, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποκύψωμεν αἴφνης. Δὲν ἔχομεν λοιπὸν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν, εἰμὴ ἐν τῇ ὑπερηφανείᾳ ἡμῶν νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Α. Μ., ὅτι κατὰ τὰς πεποιθήσεις ἡμῶν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, ἡ Συνέλευσις ἀφ’ ἑτέρου δὲν θέλει νὰ γείνῃ πρόσκομμα, κάμετε, Μεγαλειότατε, ὅ,τι θέλετε. Ἀλλὰ τοιαύτην γενναιότητα δὲν θὰ τὴν ἔχωμεν.

§102ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὴν ἔχομεν.

§103ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ὡσὰν νὰ ἤρχετο ὡς ψήφισμα ἁπλοῦν, διότι τότε μόνον δύναταί τις νὰ τὸ ἐξετάσῃ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔποψιν. Κατὰ τὰ ἄρθρα, Κύριοι, τὰ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ Συμβούλιον τοῦτο πρόκειται νὰ προετοιμάζῃ τὰ νομοσχέδια· τούτου ὅμως γενομένου, δεσμεύει ἀφ’ ἑνὸς τὰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ἢ παραλύει καθ’ ὁλοκληρίαν τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς. Ἔρχεται, κατὰ τὸ κείμενον, ἓν νομοσχέδιον ἀπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ Βουλὴ, ἂν δὲν θελήσῃ νὰ τὸ παραδεχθῇ, ὅπως ἔχει, θέλει τὸ ἐπιστρέψει μὲ τὰς παρατηρήσεις της· αἱ παρατηρήσεις αὗται, — παρακαλῶ τὸν ἐπιστήμονα Κ. Σαρίπολον νὰ μοὶ τὸ εἴπῃ —, δὲν δύνανται νὰ ἐμποδισθῶσιν ἀπὸ τοῦ νὰ γίνωσιν, ἐν τούτοις αἱ παρατηρήσεις αὗται θέλουν προκύπτει ἀπὸ τοὺς ἀμαθεῖς ἐκείνους, τοὺς βουλευτὰς λεγομένους, ἐπὶ τῇ ἀμαθείᾳ τῶν ὁποίων στηριζόμενοί τινες θέλουσι νὰ σώσωσι τὴν πατρίδα διὰ τῆς συστάσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.

§104ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Θὰ καταδείξῃ τὸ λάθος.

§105ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Παρατηρήσεις δύναται ἢ δὲν δύναται νὰ κάμῃ ἡ ἀμάθεια τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ, τούτου γενομένου, θὰ καταστραφῇ οὕτως ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπερ, ἂν δὲν τὰ βγάζῃ πέρα μὲ μίαν δημοτικὴν βουλὴν, θὰ μηδενίζεται, διότι θὰ ἐκπνέῃ ἡ διορία εἰς μάτην, ἡ δὲ Βουλὴ ἐν τῇ κυριαρχίᾳ της θέλει ἐργάζεται, ὡς ἐὰν δὲν ὑπῆρχε Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ τοῦτο θὰ γίνεται πάντοτε ὁψέποτε ἡ ἀντιπροσωπεία θὰ ᾖναι ἐθνικὴ, ἥτις οὐδόλως θὰ δέχεται τὰς πράξεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἔπειτα, Κύριοι, ἔχει τι πρακτικὸν, καθόσον ἀφορᾷ τὸ νομοθετικὸν μέρος; Ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος σᾶς εἶπε πολλὰ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου. Θέλω πρακτικῶς νὰ μοῦ εἴπετε, νὰ φωτίσητε τὸν κόσμον, τί τὰ ἀποφεύγετε αὐτά; Ἐπιβάλλεται ἡ θέλησις τοῦ Συμβούλου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν Βουλὴν; Ὄχι. Λοιπὸν μισθοδοσία καὶ τίποτε ἄλλο· διατήρησις προσώπων καὶ τίποτε ἄλλο. Πρόκειται, Κύριοι, περὶ ἱκανοποιήσεως προσώπων. Σᾶς παρακαλῶ, τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὴν πρότασιν, δύναται νὰ μοὶ ἐγγυηθῇ τίνες θὰ ἦναι αὐτοὶ οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρατείας; Θὰ ἦναι ὁ Κ. Χρηστίδης; ὁ Κ. Βούλγαρης; Ὄχι. Θὰ ἦναι τόσα ἄλλα ἐπίσημα πρόσωπα; Ἀμφιβάλλω. Θὰ ἦναι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ τὰ οἰκονομήσῃ κἀνεὶς πρέπει νὰ ὁμολογήσῃ, ὅτι ὀφείλει εὐγνωμοσύνην ἐθνικὴν μὲ ὅλα τὰ πολιτικὰ λάθη, εἰς τὰ ὁποῖα ὡς ἄνθρωποι ὑπέπεσαν ἴσως ποτέ; Ὄχι. Ποῖοι θὰ ἦναι; Θὰ ἦναι αἴφνης ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος δὲν κατόρθωσαν νὰ κλιματισθῶσι, δὲν εὑρίσκουν ψωμὶ πολιτικὸ εἰς τὸν τόπον. Καὶ πάλιν σᾶς λέγω ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ περὶ Βουλῆς, εἰς τὸ περὶ προσόντων, δὲν ἐθέτατε τὸν ὅρον, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ γίνῃ βουλευτὴς, ἐὰν δὲ ἦναι ἐγγεγραμμένος πρὸ δύω ἐτῶν εἰς μίαν ἐπαρχίαν, πολὺ πιστεύω ὅτι ἡ πρότασις περὶ Συμβουλίου δὲν ἤθελε μᾶς ἔλθει, διότι διὰ τῆς προτάσεως αὐτῆς πολὺ πιθανὸν πρόκειται νὰ ἱκανοποιηθῶσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ γίνουν βουλευταί. Ταῦτα, Κύριοι! εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ πολιτικὸν μέρος. Ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον ἐντὸς τοῦ Συντάγματος νὰ καθιερωθῇ ἡ ὕπαρξις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἐὰν οἱ φίλοι μου ὑπουργικοὶ, διότι ἐπιμένω νὰ ἦμαι ὑπουργικὸς, δὲν περνῶ ἀπ’ ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα), ἐὰν λοιπὸν οἱ φίλοι μου οἱ ὑπουργικοὶ δοξάζωσιν, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ἡ σύστασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅλοι ἂς τὸ ὑποστηρίξωμεν ὡς νομοθέτημα, αὐθημερὸν ἂς τὸ ψηφίσῃ ἡ Συνέλευσις καὶ ἂς τρέξωμεν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ τὸ ἐπικυρώσῃ· ἡ δὲ Συνέλευσις φρονῶ, ὅτι οὐδόλως καταβιβάζει τὴν βασιλικὴν ἀξιοπρέπειαν, ἐὰν παρατηρήσῃ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν Βασιλέα, τὸν ὁποῖον σέβεται ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ὡς καὶ ἡ Συνέλευσις, ἥτις τὸν ἐψήφισε πρώτη, ἐὰν παρατηρήσῃ, ὅτι οὐδὲν κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ Βουλῆς καὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ὡς συντακτικοῦ μέρους· ἂν ὅμως αἱ συμβουλαί, αἵτινες δίδονται εἰς τὴν Α. Μ. τὸν παραπείθωσιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ βαδίσῃ ἡ Βουλὴ ἄνευ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἂς γίνῃ τὸ νομοθέτημα, ὅπως εἶπον, ἵνα μὴ φανῶμεν, ὅτι ἀντιλέγομεν εἰς τὸν Βασιλέα· ἀλλὰ ἂς μὴ ἐμβῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι, ἐὰν ἔμβῃ, θὰ καθιερώσωμεν μίαν ἀρχὴν θλιβερὰν, καὶ ἐνῷ προχθὲς μᾶς ἐχειροκρότει τὸ ἔθνος, σήμερον θὰ μᾶς βλασφημήσῃ.

§106ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.

§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.

§108Θ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅ,τι ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, Κύριοι, ἀρχόμενος τῶν ὀλίγων παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας προτίθεμαι νὰ σᾶς ἐκθέσω, εἶναι, ὅτι ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα πολιτικὴ κατάστασις τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας εἶναι ἡ ὀλιγώτερον κατάλληλος πρὸς συζήτησιν θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι νὰ διέπωσιν ἐπὶ μακρὸν τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος. Πολιτικὴ μεταβολὴ, ἔργον ἐπαναστάσεως, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσεν ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ἐπῆλθε νὰ ἀνατρέψῃ δυναστείαν πρὸ χρόνων πολλῶν ἐγκαθιδρυμένην. Ἡ πολιτικὴ αὕτη μεταβολὴ παρέστησε διαφόρους φάσεις, κατὰ τὸ διάστημα τῶν ὁποίων ἐξηγήθησαν διάφορα φρονήματα, παρεστάθησαν ἀντιθέσεις ἰδεῶν, προῆλθε διέγερσις τῶν πνευμάτων, ἀπετελέσθη ἐπίτασις τῶν ἐρεθισμῶν, καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν διατελοῦμεν θεαταὶ κρισίμων στιγμῶν διὰ τὸ ἔθνος. Εἰς τοιαύτην κατάστασιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ νομοθετήσωσι, δὲν ἔχουσι βεβαίως τὴν ψυχρότητα καὶ τὴν ἀπάθειαν, τὴν ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μεριμνῶσιν οὐχὶ μόνον περὶ αὐτῶν καὶ περὶ τῆς τύχης τῆς πατρίδος κατὰ τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς των, ἀλλὰ καλοῦνται νὰ νομοθετήσωσι περὶ τῆς τύχης καὶ τῶν τέκνων καὶ τῶν ἀπογόνων των. Ηὐχόμην, Κύριοι, ἐγκαρδίως καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἴσως τὴν στιγμὴν ταύτην εἶναι ἡ εὐχὴ ὅλων ὑμῶν, τὸ αἷμά μας νὰ ἦτο ὀλίγον ψυχρότερον· ἂν τοῦτο ἦτο, οὕτως ἴσως ἤθελον προληφθῆ πολλὰ, διὰ τὰ ὁποῖα εὔχομαι εἰς τὸν Θεὸν νὰ μὴ μετανοήσωμεν ψηφίσαντες αὐτά. Καὶ τί ἄλλο φυσικώτερον, Κύριοι, παρὰ εἰς τοσοῦτον ἐξημμένην κατάστασιν νὰ ὑπεκκαίωνται οἱ ἐρεθισμοὶ, νὰ γεννηθῶσιν αἱ δυσπιστίαι, νὰ ἐνισχυθῶσιν ὑπόνοιαι; Αἱ δυσπιστίαι καὶ αἱ παρεξηγήσεις εἶναι φυσικωτάτη συνέπεια τῆς καταστάσεως, εἰς ἣν διατελοῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπορῶ, ἐὰν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ Βάλτου καὶ φίλος μου προσωπικὸς τοσοῦτον παρεξήγησε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ συνάδελφός μου πληρεξούσιος ἐκ Μεσσήνης καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξήγησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Οἱ λόγοι τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ἀπετέλουν ἐξήγησιν εἰλικρινῆ καὶ ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν καθήκοντος, τὸ ὁποῖον ὡς μέλος τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ ὡς ὑπουργὸς τοῦ Βασιλέως ὤφειλε νὰ ἔχῃ. Περὶ τίνος πρόκειται σήμερον, Κύριοι; Συζητοῦμεν τὸ σύνταγμα. Τὸ Σύνταγμα, συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον συνδέει τὸ ἔθνος μετὰ τοῦ Βασιλέως, πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαύγασμα τῆς κοινῆς καὶ ἀμοιβαίας συναινέσεως αὐτῶν. Δὲν θέλω νὰ κάμω λόγον περὶ πεπλανημένων ἰδεῶν τινῶν εἰπόντων, ὅτι τὸ σύνταγμα, ὅπως ποτ’ ἂν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ τὸν Βασιλέα· αἱ ἰδέαι αὗται δὲν εἶναι προϊὸν μελέτης· αὐτοὶ οἱ προτείνοντες αὐτάς, ἂν μελετήσωσι τὰ πράγματα, ὑποθέτω ὅτι θέλουσιν ἐννοήσει τὴν πλάνην των. Ἀναγνωρίζων δὲ ὅτι αἱ ἰδέαι των αὗται δὲν εἶναι προϊὸν μελέτης, δὲν διστάζω νὰ παραδεχθῶ, ὅτι ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἰδέαι ἐκπορευόμεναι ἐκ καλῆς πίστεως, οὐδὲ εἰμὶ διατεθειμένος νὰ ἀδικήσω τοὺς ἔχοντας αὐτάς. Ἐὰν τὸ σύνταγμα εἶναι πολικὸν συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον θέλει συνομολογηθῇ τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ ἀμοιβαίᾳ συναινέσει τοῦ Ἔθνους μετὰ τοῦ Βασιλέως, ὑμεῖς εἶσθε οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλετε διατυπώσει τὴν συναίνεσιν καὶ ἐκφράσει τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἡ γνώμη ὑμῶν δὲν δύναται νὰ ἐπιβληθῇ, νὰ δεσμεύσῃ τὴν θέλησιν τοῦ ἑτέρου μέρους τοῦ Βασιλέως. Καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος ἡμεῖς οἱ συνάδελφοί σας, ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως, ἀπέσχομεν νὰ ἐξηγήσωμεν εἰς ὑμᾶς κυβερνητικὰς ἰδέας· ἡ θέλησις καὶ ἡ ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ὑπουργῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Βασιλέως ἦτο νὰ ἀφήσωμεν τὸ ἐθνικὸν τοῦτο Σῶμα ἀνεπηρέαστον πάσης ἄλλης σκέψεως καὶ ἐλεύθερον νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του καὶ τὰς ἀποφάσεις. Πολλοὶ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς μειονοψηφίας, προσωπικοὶ ὅμως φίλοι μου καὶ ἄλλοι δὲ μὴ ἀνήκοντες εἰς τὸν περίβολον τοῦτον, μᾶς ἐπέκριναν, διατὶ κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος δὲν ἐξηγήσαμεν εἰς ὑμᾶς κυβερνητικὰς ἰδέας, φρονοῦντες, ὅτι τοῦτο ἤθελε προλάβει ἴσως πράγματα, τὰ ὁποῖα φρονοῦσιν αὐτοὶ, ὅτι δὲν ἦσαν καλά· ἐξήγησα τοὺς λόγους, δι’ οὓς ἡ κυβέρνησις δὲν διηρμήνευσε κυβερνητικὰς ἰδέας, καὶ ἴσως τινὲς δὲν ἐπείσθησαν. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ Συντάγματος προέβη μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον ὠφείλομεν νὰ σᾶς δηλώσωμεν κυβερνητικὰς σκέψεις· ἡ θέσις ἡμῶν ὡς ὑπουργῶν τοῦ βασιλέως μᾶς παρεῖχε τὴν εὐκαιρίαν νὰ ἐννοήσωμεν τί δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται παραδεκτὸν ὑπὸ τοῦ βασιλέως, καὶ τοῦτο ὠφείλομεν νὰ ὑπενδείξωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὡς ἐπίσης τί ἐθεωρεῖτο ὡς ἀπολύτως ἀναγκαῖον διὰ νὰ γίνῃ παραδεκτόν· ἑπομένως, Κύριοι, εἴχομεν καθῆκον νὰ σᾶς δηλώσωμεν ταῦτα πάντα. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ προβῆτε εἰς ἀπόφασιν, νὰ περατώσητε τὸ Σύνταγμα, νὰ γίνῃ γνωστὸν εἰς τὸ ἕτερον συναλλασσόμενον τῶν μερῶν, τὸν Βασιλέα, τοῦτο νὰ σᾶς δηλώσῃ τότε ὅσα ἡμεῖς νῦν ὀφείλομεν νὰ σᾶς ἐνδείξωμεν, καὶ νὰ ἔλθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνακαλέσητε τὰς ἀποφάσεις σας. Ἀλλὰ τῶν ἀποφάσεών σας ἡ ἀνάκλησις ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ θεωρηθῇ κατά τι προσβάλλουσα τὴν φιλοτιμίαν σας, ἦτο ἐνδεχόμενον νὰ φανῇ περιορίζουσα τὴν ἐξουσίαν σας, τὴν ἐθνικὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους παριστᾶτε· τότε δὲ ἐνδεχόμενον ἐκ λόγου τοιούτου νὰ ἐπεμένετε εἰς τὴν ἀπόφασίν σας, καὶ ἰδοὺ τότε, ὅτι ἠθέλομεν εἶσθαι μάρτυρες μιᾶς κρίσεως, σεῖς δὲ αὐτοὶ ἠθέλετε μᾶς αἰτιαθῆ λέγοντες· διατὶ σεῖς οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως, ὄντες εἰς θέσιν νὰ γινώσκητε τί ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν, διατὶ παραβαίνοντες τὸ καθῆκον σας νὰ μὴ μᾶς τὸ δηλώσητε, μᾶς ἀφήκατε δὲ σιωπήσαντες νὰ ἔλθωμεν εἰς κρίσιν καὶ δὲν ἐνθυμήθητε τὰς συνεπείας τοσοῦτον μεγάλης εὐθύνης; (εὖγε εὖγε) Ἡ εἰλικρίνεια λοιπὸν τῆς ἐξηγήσεως τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ἔχει τοὺς χαρακτῆρας τῆς ἀπειλῆς, μὲ τοὺς ὁποίους κατὰ παρεξήγησιν ὁ Κ. Βαλτινὸς ἠθέλησε νὰ περιβάλῃ αὐτήν; Καὶ ἄν δὲν σᾶς ἐγίνετο ἡ ἐξήγησις αὕτη, ποῦ ἠθέλετε εὑρεθῆ ἐὰν ἐψηφίζετε τὸ Σύνταγμα, ἀποῤῥίπτοντες τὸν προταθέντα παρ’ ἡμῶν θεσμὸν καὶ ὑπεβάλλετε αὐτὸ εἰς κύρωσιν, ἀπηυθύνετο δὲ τότε ὑμῖν τοῦ θεσμοῦ τούτου ἡ ἀπαίτησις; Κάτι χειροτέρα ἤθελεν εἶσθαι ἡ θέσις ὑμῶν τῆς ἐνεστώσης, διότι ἢ ἠθέλατε ἐπιμείνει, προκαλοῦντες τὴν κρίσιν, ἢ ἠθέλατε ἐνδώσει, νομιζόντων πολλῶν περιορισθεῖσαν οὕτω τὴν ἐλευθέραν θέλησίν σας. Ἀλλὰ νῦν ἐκ τῶν προτέρων σᾶς γίνεται γνωστὴ ἡ θέλησις τοῦ ἑτέρου συναλλασσομένου μέρους διὰ νὰ δύνασθε νὰ ἦσθε εἰς γνῶσιν τῶν σκοπῶν τῆς ἀποφάσεώς σας, ὅταν πρόκηται νὰ φέρητε τὴν ψῆφον σας. Σεῖς εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ ἀποφασίσητε ὅ,τι ἄν θέλητε, ἀλλὰ νὰ τὸ ἀποφασίσητε οὕτως ἐν γνώσει τῶν συνεπειῶν τῆς ψηφοφορίας ταύτης (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν, ποδοκροτήματα ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.)

§109ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν εἶναι λόγοι νὰ λέγωνται αὐτοὶ, εἶναι ἀπειλαί. (θόρυβος)

§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ θορυβῆτε, σᾶς παρακαλῶ, κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον, κατόπιν διαδέχεσθε τὸν ἀγορεύσαντα καὶ τὸν ἀντικρούετε.

§111Θ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁσάκις, Κύριοι, ὡμίλησα ἐνταῦθα δὲν ἐπεζήτησα τὰς χειροκροτήσεις οὐδενὸς, οὐδ’ ἐπτοήθην τὰ ποδοκροτήματα ἄλλων, ἀλλ’ εἶπον πάντοτε τὴν ἀλήθειαν· δὲν εἶναι ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐποδοκροτήθην, ἀλλ’ εὗρον πάντοτε ἀνακούφισιν διὰ τὰ ποδοκροτήματα ἐν τῇ μεταμελείᾳ τῶν ποδοκρατησάντων. Ναὶ, καὶ οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν ποδοκροτήσαντες μετεμελήθησαν. Ἡ ἐξήγησις, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, σᾶς καθιστᾷ γνωστὸν, ὅτι οὐδεὶς θέλει νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ συνεδρίου τούτου· εἶμαι μέλος αὐτοῦ, καὶ ἡ ἰδιότης, τὴν ὁποίαν φέρω ὡς ὑπουργὸς, εἶναι διαβατικὴ, τὴν ὁποίαν αὔριον δὲν θέλω φέρει· εἶμαι μέλος τοῦ ἐθνικοῦ τούτου συνεδρίου· εἶμαι δ’ ἐπίσης ζηλότυπος τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν αὐτὸ ἐξασκεῖ· ἀλλὰ τὸ καθῆκον ἀπῄτει νὰ κάμωμεν τὴν ἐξήγησιν ταύτην. (Πρὸς τὸν Κ. Σχινᾶν διακόπτοντα) Ὅταν ἔλθῃ ἡ ἡμέρα ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος, τότε θέλω ἀπαντήσει εἰς τὸν Κ. Σχινᾶν.

§112ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ θέλετε ἀκούσει πολὺ περισσότερα.

§113Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ὁποῖα ἐλπίζω πως νὰ ἔχωσι τὴν αὐτὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀκούω νῦν.— Ἀλλ’ ὁ Κ. Βαλτινὸς σᾶς ἐπρότεινεν ἕνα ἄλλον δισταγμόν· διὰ τὶ καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας νὰ περιληφθῇ ἐν τῷ Συντάγματι; δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκατασταθῇ διὰ νόμου; Μᾶς εἶπε μάλιστα, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχε δυσκολία πρὸς τοῦτο καὶ δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν νὰ θεσμοθετήσωμεν τὸν θεσμὸν τοῦτον. Βεβαίως ἐκτιμῶ τὴν καλὴν προαίρεσιν τοῦ Κ. Βαλτινοῦ, οὐδὲ ἀπορῶ διὰ τὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἐννοήσῃ, διὰ τὶ ὁ θεσμὸς οὗτος πρέπει ἐν τῷ Συντάγματι νὰ τεθῇ. Ὁ θεσμὸς οὗτος ἐγκαθιστᾷ σῶμα συμβουλευτικὸν, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη καθίσταται ἀναγκαία, διατάσσεται, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ν’ ἀκουσθῇ ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ὁποίου δὲν δύναται νὰ ἐξασκηθῇ τὸ δικαίωμα τὸ νομοθετικὸν ὑπὸ τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἐὰν ὁ θεσμὸς οὗτος δύναται νὰ νομοθετηθῇ δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ νόμου. Ὑποθέτω, ὅτι μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην καὶ ὁ Κ. Βαλτινὸς πείθεται νὰ ἤρθησαν ἴσως αἱ ὑπόνοιαι, αἱ μεγάλαι καὶ πολλαὶ, τὰς ὁποίας ἐδήλωσεν ὅτι συνέλαβεν ἐκ τῆς νομοθετήσεως τοῦ θεσμοῦ τούτου ἐν τῷ Συντάγματι. Μετὰ τὰς παραστάσεις ταύτας, Κύριοι, ὑποθέτω, ὅτι εἶμαι ἀπηλλαγμένος τῆς ἀνάγκης νὰ ἀναδράμω εἰς τὰς παρατηρήσεις δύω ἐντίμων προαγορευσάντων, τῶν Κυρίων Χρηστοπούλου καὶ Ἀντωνοπούλου. Νομίζω, ὅτι εἶμαι ἀπηλλαγμένος ν’ ἀποκρούσω αὐτὰς, διότι ἄλλος πρὸ ἐμοῦ συνάδελφός μου ἀνήρεσεν αὐτὰς ῥιζηδόν· ἐὰν ὅμως ἔπρεπε ν’ ἀνατρέξω κατά τι, ἤθελον σᾶς ἐκθέσει, ὅτι ᾐσθάνθην τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθην, ὅταν πρό τινων χρόνων εἶχον μεταβῆ εἰς τὴν Ῥώμην. Εἶχον ἀναγνώσει τοσαῦτα περὶ δύω ἀντιθέτων θέσεων τοῦ Καπιτωλίου καὶ τῆς Ταρπηΐας πέτρας, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ ἐφανταζόμην τὸ μὲν Καπιτώλιον κολοσσιαῖον καὶ παμμέγιστον οἰκοδόμημα, τὴν δὲ Ταρπηΐαν πέτραν ὄρος δυσανάβατον καὶ ἀπότομον. Μετέβην εἰς τὴν Ῥώμην· ἐζήτησα νὰ ἴδω τὸ Καπιτώλιον καὶ εὗρον οἰκοδόμημα σύνηθες πολὺ ὑποδεέστερον πολλῶν ἄλλων οἰκοδομημάτων· ἐζήτησα τὴν Ταρπηΐαν πέτραν, εἰσῆλθον εἰς κῆπον καὶ δὲν εὗρον οὐδὲ πέτραν κἂν ἐν τῷ κήπῳ ἐκείνῳ, ἦτο πεφυτευμένος ἀπὸ διάφορα φυτὰ ὁ κῆπος. Ὅμοιοι εἰσὶ καὶ οἱ ὑποτιθέμενοι φόβοι, τοὺς ὁποίους σᾶς παρέστησαν οἱ εἰρημένοι Κύριοι διὰ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, λέγουν, θέλει ἀποῤῥοφήσει τὴν Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων, διότι ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων θέλει ἀκούει τὴν γνώμην του ἐντὸς δέκα ἡμερῶν· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐλευθέρα ἂν θέλῃ νὰ παραδεχθῇ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ; Σᾶς εἶπον πάλιν τὸ ἀντίθετον. Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας εἶναι Πρυτανεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον θέλουν περιέλθει ὅλοι οἱ ἀνίκανοι, τοὺς ὁποίους ἐξουσία φατριαστικὴ καὶ φαύλη θέλει νὰ εὐνοῇ. Καὶ, Κύριοι, σεῖς ὑποθέτετε ἀντιπροσωπείαν ἐθνικὴν, παριστῶσαν ἄγρυπνον φρουρὸν τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, ἐπιτηρητὴν τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· καὶ ἐν τοσούτῳ παραδέχεσθε τὸ ἄτοπον, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἂν τὸ ὑπουργεῖον θελήσῃ νὰ διαφθείρῃ τὴν ἐξουσίαν διὰ τοιούτου συμβουλίου, θέλει σταματήσει μὲ χεῖρας ἐσταυρωμένας καὶ θέλει μένει ψυχρὰ θεωρός! Ἂν τοιαύτην ἀντιπροσωπείαν δυστυχήσωμέν ποτε νὰ ἔχωμεν, ποῦ θὰ κεῖνται αἱ ἐγγυήσεις, δὲν ἠξεύρω τῇ ἀληθείᾳ. Ἄλλη ἐξέτασις τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν, μοὶ φαίνεται πολλὰ στενὴ καὶ μικρά· ἡ ἐξέτασις εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἐφαρμόζει τὴν πρότασιν ἐπὶ τῶν προσώπων. Εἶμαι ἕτοιμος, Κύριοι, νὰ πολεμήσω πάντα θεσμὸν διὰ μόνης τῆς παραστάσεως τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν προσγείνει ἐκ τῆς κακῆς ἐφαρμογῆς του· ἂν μάλιστα ὑποθέσω τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν ἐπὶ τῶν προσώπων, καὶ τὰς ὑποθέσεις ταύτας σᾶς δηλώσω σήμερον, κατ’ αὐτὴν τὴν ἔξαψιν τῶν πνευμάτων καὶ τῶν παθῶν, ἔχω βεβαίαν τὴν ἐπιτυχίαν μου. Ψηφίσατε· δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἰς αὐτὴν θέλουσι κληθῆ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῶν τριόδων, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν συνδέονται δι’ οὐδενὸς δεσμοῦ μετὰ τοῦ τόπου τούτου, δὲν ἔχουσι κανένα συμφέρον διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου τούτου, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ ἐγκαταλείψωσι τὸν τόπον εὐθὺς ὡς δὲν εὑρίσκουσι ἐν αὐτῷ ὑλικὸν συμφέρον καὶ θέλουσι σᾶς ἀποχαιρετήσει τότε μεταβαίνοντες νὰ ζήσωσιν ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκουσι συμφέρον. Θεσμοθετεῖτε Βουλὴν ἀντιπροσώπων; δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐνδέχεται νὰ ἐκλεχθῶσι τοιοῦτοι. Ἐγκαθιστᾶτε ὑπουργεῖον; καὶ οἱ ὑπουργοὶ διωρίσθησαν τοιοῦτοι. Νομοθετεῖτε θέσεις νομαρχῶν; καὶ νομάρχαι ἐνδέχεται νὰ διορισθῶσι τοιοῦτοι. Παραδέχεσθε τὴν ἀποστολὴν πρέσβεων; καὶ πρέσβεις ἐνδέχεται νὰ διορισθῶσι τοιοῦτοι. Μὰ τὴν ἀλήθειαν δότε μου τόπον νὰ σταθῶ, διὰ νὰ κατασιγάσωσι καὶ αἱ ὑπόνοιαί μου. Ἦτο χρόνος, Κύριοι, καθ’ ὃν δὲν ἔφερον οὔτε τὴν διαβατικὴν αὐτὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν νῦν φέρω, οὔτε τὴν τοῦ πληρεξουσίου, τὴν ὁποίαν ἔχω· κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον ἐξώδευον μικρὸν καιρὸν εἰς μελέτας, ἀλλὰ καὶ τότε εἶχον πλήρει καὶ ἀκράδαντον πεποίθησιν περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ θεσμοῦ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Νομοσχέδια συνετάσσοντο καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐγνωμοδότουν ἄνθρωποι ἔντιμοι, ἐπιστήμονες, ἀλλὰ τινὲς τῶν ὁποίων δὲν εἶχον οὐδὲ τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, οὐδὲ τὰς γνώσεις, τὰς ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἄνθρωποι, οἱ νομοθετοῦντες περὶ ἑνὸς τόπου. Δὲν ἐννοῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου Κ. Σαρίπολον, συνηργάσθην πολλάκις μετ’ αὐτοῦ. Ἐκαλοῦντο οἱ κύριοι νὰ ἀποφανθῶσιν ἐπί τινος νομοσχεδίου εἰς ἓν ὑπουργεῖον, μετέβαινον ἐκεῖ, οὐδ’ εἶχον προμελετήσει τὸ νομοσχέδιον, οὐδ’ ἐγνώριζον περὶ τίνος πρόκειται, ἐγνωμοδότουν ναὶ ἢ ὄχι ἐκ τοῦ προχείρου, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς γνώμης των. Θέλετε, Κύριοι, οὕτως ἐπιπολαίως νὰ παρασκευάζωνται τὰ νομοσχέδια καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ταῦτα θέλουσιν συζητεῖσθαι καὶ ψηφίζεσθαι ὑπὸ ἑνὸς μόνου νομοθετικοῦ σώματος, τὸ ὁποῖον σχηματιζόμενον ἐξ ἐκλογῆς, θέλει παριστᾷ πάντοτε τὰς ἰδέας τῆς προόδου, τῆς νεότητος, τῆς ἀνθηρᾶς καὶ γελώσης, ἀπέναντι τῶν ὁποίων οὐδ’ ἡ σοβαρότης τῆς ἡλικίας, οὐδ’ ἡ μακρὰ διάπραξις τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, οὐδ’ ἡ ὡριμότης τῆς βασάνου ὑπάρχει ἵνα σᾶς παρέχῃ ἐγγυητήν τινα; Τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε, ὅτε οὐδεμίαν εἶχον τῶν ἰδιοτήτων, τὰς ὁποίας τώρα ἔχω, τὴν αὐτὴν διατηρῶ καὶ νῦν καὶ θέλω ἐξακολουθεῖ ἔχων. Τὴν πεποίθησιν ταύτην ὑποστηρίζω διὰ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθηκα.

§114ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.

§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Παντολέων.

§116ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν. (Ὁ Κ. Παντολέων ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος ν’ ἀγορεύσῃ.

§117ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη.

§118ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.

§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις;

§120ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι.

§121Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις, καὶ ἀκολούθως ὅταν τεθῶσι θέματα νὰ συζητήσωμεν τακτικῶς, διότι νομίζω ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἐξηντλήθησαν.

§122ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κάθε ἀπόφασις πρέπει νὰ φανῇ, ὅτι εἶναι ἐσκεμμένη, ἐγὼ ἔχω ἰδίαν πρότασιν.

§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ σᾶς ἐρωτήσω. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.

§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω νὰ ἀναγγείλω ἁπλῶς μίαν πρότασιν· δὲν ἤλπιζον, ὅτι ἤθελε κλείσει ἡ συζήτησις τόσον γρήγωρα εἰς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπρόσμενα ὅτι ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἀφήσει νὰ ἀναπτυχθῶσι καὶ νὰ ἐκτεθῶσιν ὅλαι αἱ γνῶμαι· ἂν ἡ συζήτησις δὲν ἤθελε κλείσει, ἤθελον καὶ ἐγὼ καθυποβάλει τὰς ἀσθενεῖς ἰδέας μου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, οὐχὶ διὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ διὰ τὸν τρόπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον τὸ παρέστησαν, διὰ τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον νὰ τοῦ δώσωσιν. Ὁπωσδήποτε, Κύριοι, πρόκειται περὶ μιᾶς προτάσεως, περὶ ἑνὸς εἴτε ὅρου, εἴτε παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Α. Μ. εἰς τὸ Σύνταγμα· μᾶς λέγουν, ὅτι, ἂν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ Σύνταγμα δὲν θέλει ὑπογραφῆ.

§125ΤΙΝΕΣ. (Ἐξ ἀριστερῶν.) Κανεὶς δὲν τὸ εἶπεν.

§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ εἶπον οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἂν οἱ ὑπουργοὶ νομίζωμεν, ὅτι δὲν λέγουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον τοὺς ἐπεφόρτισεν ὁ Βασιλεὺς, καὶ δὲν τὸ λέγουν ἀπὸ τοῦ βήματος αὐτοῦ, διότι, ἂν μοῦ τὸ ἔλεγον εἰς τὸ αὐτὶ, ἠδύνατο νὰ ὑπάρχῃ καὶ ὑποψία, ἀλλ’ ὅταν τὸ λέγουν ἀπὸ τοῦ βήματος θὰ τὸ πιστεύσω. Ἐπειδὴ λοιπὸν, Κύριοι, πρόκειται ἀπὸ τὴν ψῆφόν μας νὰ προκύψωσι συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι καλαὶ, καὶ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω ὁποία θὰ εἶναι ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως καὶ ἂν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας ἔχομεν ἤδη ἀνηγγελμένον ἐπισήμως ὅτι τὸ Σύνταγμα δὲν θέλει ὑπογραφῆ, θέλει δὲ εὑρεθῆ εἰς μίαν σύγκρουσιν ἡ Συνέλευσις μετὰ τοῦ Βασιλέως, εἶναι καλὸν πρὶν ἔλθωμεν εἰς μίαν ψῆφον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, εἶναι καλὸν, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς μᾶς λέγει, σᾶς προτείνω ὡς ὅρον αὐτὴν τὴν πρότασιν, ἐναντίον τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἔνστασις οὐχὶ μικρὰ, καὶ ἤθελα καθυποβάλει καὶ ἐγὼ μερικὰς ἰδέας, προτείνω ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκλέξῃ μίαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ τῷ καθυποβάλῃ ὅλας τὰς ἐνστάσεις, ὅλους τοὺς δισταγμοὺς, οἱ ὁποῖοι κυκλοφοροῦν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ θεσμοθέτημα, καὶ μετὰ ταῦτα ἔχει καθῆκον ἡ Συνέλευσις, ἀφοῦ ἠξεύρομεν εἰς ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα, νὰ ἀντλήσῃ ὅλας τὰς ἰδέας ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, χωρὶς νὰ φέρωμεν καμίαν διὰ τοῦτο δυσπιστίαν εἴτε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον εἴτε πρὸς ἄλλον τινὰ· ἡμεῖς τὸ ἔθνος ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ἡγεμόνα του· τότε ἀφοῦ ἀκούσωμεν τί θὰ εἰπῇ ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς οἱονδήποτε ἀπόφασιν νομίζομεν κατάλληλον. Προτείνω λοιπὸν αὐτὴν τὴν πρότασιν· νὰ ἐκλεχθῇ δεκαμελὴς ἐπιτροπὴ ἄνευ διακρίσεως ἀπὸ τὸ ἓν καὶ ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος πρὶν ἢ ἔλθωμεν εἰς ὁριστικὴν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἀπόφασιν, νὰ τοῦ εἰπῇ τοὺς δισταγμοὺς, οὓς ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου ἔχομεν, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, Κύριοι, τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ζήτημα τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ὡς ὅρος τῆς ὑπογραφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ὅταν μοι θέττετε ἐνώπιόν μου αὐτὴν τὴν ῥήτραν, ὅτι, ἂν δὲν ψηφίσωμεν τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὁ Βασιλεὺς δὲν θέλει ὑπογράψει τὸ Σύνταγμα καὶ ἑπομένως θὰ ἐκτεθῇ ὁ τόπος εἰς ὅλας τὰς συνεπείας τὰς προκυπτούσας ἕνεκα μιᾶς συγκρούσεως μεταξὺ Συνελεύσεως καὶ Βασιλείας, δὲν θὰ ἔχω ἐλευθέραν συνείδησιν ἵνα ψηφίσω ὡς μοῦ ὑπαγορεύει ἡ συνείδησίς μου. Λοιπὸν ἀνάγκη ἡ Συνέλευσις νὰ τεθῇ εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος νὰ μὲ ἀκούσῃ· ἂν δὲ ἡ Συνέλευσις τὴν στιγμὴν ταύτην θελήσει νὰ προβῇ, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ διαδηλῶ, ὅτι ἀποσύρομαι καὶ δὲν ψηφίζω.

§127ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἡ γνώμη τοῦ Κ. πληρεξουσίου Ζακύνθου ἔχει τι σπουδαῖον ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὴν ἐξέθεσεν. Ἀλλὰ τί θέλει ἐκφράσει ἡ ἐπιτροπὴ ἐμφανιζομένη ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως πρὶν ἢ γείνῃ πλήρης συζήτησις καὶ ἀπόφασις; Ποίαν γνώμην θὰ ὑποστηρίξῃ;

§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔκλεισεν.

§129ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, νομίζω ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Ἡμεῖς δὲν ὀφείλομεν νὰ γνωρίζωμεν ὡς ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως ἄλλο παρὰ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιέχεται εἰς τὸ διάγγελμα. Εἰς τὸ διάγγελμα δὲν τίθεται τὸ ζήτημα, ὅπως ἐξετέθη προφορικῶς ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν, καὶ ὅ,τι εἶπον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, τὸ εἶπον ὡς ὑπουργοὶ καὶ οὐχὶ ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως· ἐγένετο παρ’ αὐτῶν χρῆσις τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, φρονῶ ὅμως ὅτι ἐγένετο ἄνευ περισκέψεως, καὶ τὸ παρ’ αὐτῶν ὑποδειχθὲν ἔχει τι δεινότερον, μὴ περιεχόμενον ἀναγκαίως εἰς τὸ διάγγελμα καὶ ἐπισύρον μεγάλην τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν. Δὲν ἐγκρίνω, Κύριοι, τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λομβάρδου. Ἂν διορίσωμεν μίαν ἐπιτροπὴν, ἂν αὕτη ἡ ἐπιφορτισθεῖσα μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν τινὰ ὡρισμένην γνώμην, ἔλθῃ εἰς διαφωνίαν μετὰ τοῦ Βασιλέως, ἤτοι ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐκφράσῃ τὴν ἐπιμονήν του εἰς ἐναντίαν τινὰ γνώμην, εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῶμεν τότε ἡμεῖς; Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἡμεῖς μίαν μόνην ἰδιότητα ἔχομεν, νὰ ἐργασθῶμεν ὡς πληρεξούσιοι τοῦ ἔθνους καὶ ν’ ἀποφασίσωμεν ὅ,τι νομίζομεν ὀρθὸν καὶ συμφέρον. Τί θὰ κάμῃ κατόπιν ἡ ἄλλη ἐξουσία, τοῦτο εἶναι ἔργον αὐτῆς, καὶ μόνον ἂν ἐπέλθῃ σύγκρουσις δικαιωμάτων, τότε μόνον θὰ γεννηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς σκέψεως περὶ τοῦ πρακτέου. Εἶναι δὲ ἀνάρμοστον τώρα, ὅτε πρόκειται νὰ πράξωμεν ἡμεῖς τὸ καθῆκόν μας, τὸ νὰ θέσωμεν εἰς δημοσίαν συζήτησιν, τίνα τὰ τοῦ Βασιλέως δικαιώματα. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος καὶ ἀπαραβίαστος, καὶ ἕνεκα τούτου ἀποβαίνει ἐπικίνδυνος ἡ περὶ τῶν δικαιωμάτων του συζήτησις· κάκιστα δὲ ἔπραξαν οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ἀναμίξαντες τὸ ὄνομά του εἰς τὴν συζήτησιν. Ἂς πράξωμεν ἡμεῖς ὅ,τι μᾶς ἐπιβάλλει νῦν τὸ καθῆκον μας, τὰ λοιπὰ ἀπόκεινται εἰς βάρος τῶν ὑπουργῶν.

§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ἔχει νὰ προσθέσῃ τι;

§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ Κ. Διομήδους.

§132Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρ. Λομβάρδου διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εἶμαι ἐκ πεποιθήσεως ἐναντίος τῆς συστάσεως συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, κατὰ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν προτείνεται εἰς τὸ σχέδιον τὸ ὑποβαλλόμενον διὰ τοῦ διαγγέλματος· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον μου ὡς πληρεξούσιος τοῦ ἔθνους, ἵνα δώσω τὴν ψῆφον μου ἐν συνειδήσει, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸ ἑξῆς ζήτημα· ἂν αἱ συνέπειαι τῆς μὴ παραδοχῆς τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶναι χειρότεραι, μεγαλήτεραι, ναὶ ἢ ὄχι; Ἂν λοιπὸν τεθῇ τὸ ζήτημα, ὅπως ἐτέθη καὶ ὅπως οἱ Κ. ὑπουργοὶ τὸ εἶπον, καὶ οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν δύνανται νὰ μᾶς ἀπατήσουν, ἐγὼ θὰ κρίνω ποῖον εἶναι τὸ χειρότερον διὰ τὴν πατρίδα, καὶ ἐκ τῶν δύο κακῶν θὰ ἐκλέξω τὸ μὴ χεῖρον. Ὑποστηρίζω λοιπὸν μίαν προκαταρκτικὴν συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἄλλου συμβαλλομένου μέρους. (θόρυβος). Γίνεται ἔνστασις πῶς θὰ συνενοηθῶμεν τώρα, ὅτε δὲν ἠξεύρομεν ποῖα εἶναι ἡ γνώμη τῆς πλειοψηφίας τῆς Συνελεύσεως· ὡς πρὸς τοῦτο βεβαίως οἱ προτείνοντες τὴν ἔνστασιν αὐτὴν ἔχουσι δίκαιον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι ἤθελον εἶσθαι καλὸν εἰς μίαν ἰδιαιτέραν καὶ μυστικὴν συνεδρίασιν νὰ ἴδωμεν διὰ μιᾶς προκαταρκτικῆς ψηφοφορίας εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα ὁριστικὸν θὰ λήξῃ ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως, καὶ τότε ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑπάγῃ νὰ συνενοηθῇ (σημεῖα ἀρνήσεως).

§133ΚΑΛΟΣ. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λομβάρδου οὔτε τοῦ Κ. Μαυροκορδάτου· ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ προβῇ εἰς τὰ ἔργα της τὰ συντακτικὰ ἀνεπηρεάστως ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἀρχήν· ὅταν δὲ φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας τῶν συντακτικῶν ἐργασιῶν μας, τότε ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ παρατηρήσεις, καὶ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων ἐκείνων δικαιούμεθα νὰ σκεφθῶμεν τὶ πρέπει νὰ πράξωμεν, σήμερον δὲν λαμβάνομεν τίποτε ὑπ’ ὄψιν, ὁ Βασιλεὺς ὑποτίθεται, ὅτι ἀγνοεῖ τὰ παρ’ ἡμῶν πραττόμενα, καὶ ὅταν παραδώσωμεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ Σύνταγμα, τότε ἄρχεται ἡ ἐπ’ αὐτοῦ γνώμη τοῦ Ἡγεμόνος, μετὰ τὴν ὁποίαν θέλομεν σκεφθῇ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιμείνωμεν ἢ νὰ ὑποχωρήσωμεν εἰς τὴν διαφωνίαν· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προχωρήσῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὰ ἔργα της, ἤτοι τὴν ἀπόφασίν της περὶ τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς ἀρχῆς.

§134ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, βλέπω ἐνταῦθα ἓν ἔγγραφον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἡγεμόνος, ὅστις ἐξέφρασε τὴν γνώμην του, νομίζω δὲ, ὅτι ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐλέχθησαν ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν εἶναι ἀληθῆ, ἐκτὸς ἂν ὑποθέσωμεν, ὅτι ἡ ἠθικὴ ἀξία τῶν προσώπων ἐξέλιπε παντάπασιν ἐκ τοῦ μέσου τῆς κοινωνίας. Ἑπομένως ἀντικρούω τὸν σχηματισμὸν πάσης ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπιμένω ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκφέρῃ θαῤῥαλέως τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἔχουσα ὑπ’ ὄψιν της ὅλα τὰ ἀντικείμενα τὰ προελθόντα ἐκ τῆς συζητήσεως τὰ ὑπὲρ καὶ κατά.

§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λομβάρδος ἐπιμένει εἰς τὴν πρότασίν του;

§136ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν δὲν γίνῃ παραδεκτὴ, ἐγὼ δὲν ψηφίζω.

§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Λομβάρδου συνίσταται εἰς τὰ ἑξῆς. Προτείνει πρὶν ἡ Συνέλευσις προβῇ εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς περὶ συστάσεως Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐκλεχθῇ μία ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα νὰ εἰπῇ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τῆς συστάσεως τοῦ συμβουλίου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἡ Συνέλευσις ἐπιθυμεῖ νὰ προβῇ εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;

§138ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.

§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.

§140ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τινὲς θέλουν τὴν σύστασιν, ἀλλ’ ὄχι νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ χωριστὰ τὸ ζήτημα.

§141ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως ἐπροτάθη ἐν τῷ Συντάγματι.

§142ΑΛΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε τὸ θέμα πρέπει νὰ τεθῇ ἂν δέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ ὕπαρξις Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι δὲν ἀνθιστάμεθα εἰς τὴν ὕπαρξιν αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ παραδεχόμεθα διὰ Νόμου.

§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν ἔχει οὕτω πως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας διὰ τοῦ Συντάγματος λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν πληρεξουσίων Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν ἀρχὴν τῆς ἐν τῷ Συντάγματι θεσμοθετήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ναὶ ἢ ὄχι;

Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
Ὄνομα Ἐπαρχίας Ὄνομα Ὄνομα Ἐπαρχίας Ὄνομα
ἢ Συλλόγου ἐκλογικοῦκαὶ ἐπώνυμον Ν. Ο.ἢ Συλλόγου ἐκλογικοῦ καὶ ἐπώνυμον Ν. Ο.
ἢ Σωματείου τῶν πληρεξουσίων. ἢ Σωματείου. τῶν πληρεξουσίων.
Ἀγραριωτῶν Α. Χαντζόπουλος Ἀρτινῶν Δ. Δεσποτόπουλος Ο.
Ἀδάμαντος Διονύσιος Τριτάκης Ν. Ἀσπροποτάμου Α. Σωμάκης Ο.
Ἀδριανουπόλεως Ν. Παντολέων ἀρ. Ἀττικῆς Δημήτριος Καλλιφρονᾶς. Ο.
Παῦλος Καλλιγᾶς. Ν.
Αἰγιαλείας Ἰω. Λ. Μεσσηνέζης. Ο. Κωσταντῖνος Δόσιος
Σωτήριος Λόντος Ν. Λ. Σμολένσκης. Ο.
Ἀνδρ. Μιχαλόπουλος. Μιλτ. Βενιζέλος Ν.
Κωνϛ. Θεοδώρου. Ν. Στ. Κολιάτσος ἀρ.
Πάνος Κορωναῖος Ν.
Αἰγίνης Σπυρ. Γ. Λογιωτατίδης Ν.
Σωκράτης Λογιωτατίδης. Βάλτου Ἰω. Καραγιαννόπουλος.
Ἀθανάσιος Ἴσκος. Ο.
Ἀλεξανδρείας Δ. Σουλτάνης Βλάσσης Βαλτινός. Ο.
Σ. Γεωργαλᾶς Δημήτριος Σκυλοδῆμος
Ἄνδρου Ἀναγνώστης Γιανουλίδης. Βηρυτοῦ Λάσκαρις Π. Λασκαρίδης ἀρ.
Μιχ. Καΐρης. Ο.
Ν. Π. Καΐρης. Βιτωλίων Θεόδ. Ὀρφανίδης Ν.
Ν. Ἀλ. Μαυροκορδάτος. ἀρ.
Ν. Μ. Καμπάνης Βονίτσης καὶ Ξηρομέρ.Δημήτριος Γρίβας
Κ. Ἐμπειρῖκος. Χρ. Γαρδικιώτης Γρίβας.
Χρ. Κατσικογιάννης.
Ἄργους Ἀνδρ. Ζαΐμης Τατσέλος Μαυρομάτης.
Λεων. Ζωγράφος Ο. Γ. Ν. Τζέλιος Ν.
Σπύλιος Καλμοῦχος Παναγ. Ι. Πετιμέζης. Ν.
Πέτρος Μαυρομιχάλης Ο.
Ν. Τσώκρης Ο.
Ν. Πάγκαλος Ν.
Βουκουρεστίου Γρηγ. Χαντζερῆς. Ν. Δημήτριος Μιχαλίτζης. Ν.
Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης. Ν.
Γαλαζίου Δ. Ῥοδοκανάκης Παῦλος Ταβουλάρης. Ν.
Διον. Μεταξᾶς Σαντορίνης.Ν.
Γορτυνίας Βασίλ. Νικολόπουλος. Ο. Ἰωάννης Δομενεγίνης. Ν.
Π. Κολοκοτρώνης Μιχαὴλ Νομικός Ο.
Θεοδ. Π. Δηλιγιάννης Ν.
Π. Δελιγιάννης Ν. Ἠλείας Ἀνδρέας Αὐγερινός. Ο.
Δημ. Νικολόπουλος. Ο. Θεμιστοκλῆς Δαραλέξης Ο.
Α. Ἀντωνόπουλος. Ν. Στέφανος Στεφανόπουλος Ν.
Ἀθ. Γόντικας. Ν. Νικόλαος Σισίνης. Ο.
Γ. Δ. Πλαπούτας. Αὐγερινὸς Πετραλιᾶς
Λύσανδρος Βιλαέτης
Γυθείου Ἡλ. Β. Μαυρομιχάλης. Ο. Ἀλέκος Ἄχολος Ο.
Πιερῆς Δημητρακαράκος. Ο. Ἀλέξανδρος Βιλαέτης
Θεοδ. Τσαννετάκης
Γ. Κοσονάκος. Φωκᾶς Ν. Ἠπείρου Α. Καλός Ο.
Δωρίδος Χρ. Μαστραπᾶς Ἠπειρωτῶν Ἀρτέμιος Μίχου Ο.
Ἰω. Σαφάκας.
Λεων. Α. Λιδωρίκης. Ο.Θεσσαλονίκης. Α. Κοντός
Νικ. Κατσικαπῆς. Ν. Γ. Μουσούρος
Ἐπιδαύρου
Λιμηρᾶς Γεώργιος Ζουμπουλάκης Θηβῶν Δ. Κλίμακας Ο.
Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Ο. Ἀλέξιος Κόλιας
Δημ. Χαραλάμπης. Ν. Α. Κατσίνας
Θεοδ. Α. Καστανάκος. Ο. Β. Θεαγένης Ο.
Ἑρμιονίδος Ἀνδρ. Ζέρβας. Ο.Θήρας Ἰωάννης Ἰγγλέσης. Ο.
Γ. Ἰω. Μίλησης. Ν. Συγ. Ἀλαφοῦζος Ο
Ἀνδρέας Πέπας. Ο. Θεοφ. Βενετζάνος. Ο.
Κυριάκος Γουλεμᾶς. Ο. Ἀντ. Νομικός Ν.
Γερ. Βαλιάνος. Ο.
Εὐρυτανίας Γ. Σ. Τσατσάρας. Ν. Πέτρος Τζάννος
Κ. Ι. Γιολδάσης. Ο.
Ν. Μπουκουβάλας. Θρακοβουλγάρων Δ. Λεβίδης Ο.
Δ. Λ. Ζῶτος
Π. Μανωλίδης. Ἰασίου Εὐστ. Γεωργαντόπουλος
Σ. Α. Ζῶτος Ο. Ν. Σακελλαρίδης
Ἀλ. Μαυροκορδάτος.
Σ. Π. Πεσλῆς Ἱερουσαλὴμ Α. Διαμαντόπουλος Ο.
Ζακύνθου Κωνστ. Λομβάρδος ἀρ. Ἰθάκης Τηλέμαχος Μαράτος Ν.
Δημήτριος Πατέλης Ο. Θεοδόσιος Τσιλιάνης. Ν.
Ἀνδρέας Σιγοῦρος Ν. Παναγ. Κυπαρίσσης ἀρ.
Διονύσιος Κοκκίνης Ν. Εὐστ. Δρακούλης
Γεώργιος Τερτσέτης. Ν.
Ἀνδρέας Πλέσας Ν. Ἰονίων Φραγκῖσκος Δομενεγίνης
Ἰωάννης Σούλη Βάρκας. Ν. Γεράσιμος Κούπας
Γεώργιος Λογοθέτης
Ἀνδρέας Τερτσέτης Καΐρου Γ. Ἀβέρωφ.
Ἰωάνν. Μόζερας Δ. Χρηστίδης ἀρ.
Νικόλαος Κολυβᾶς. Ν.
Νικόλαος Μουζάκης Ν. Καλαβρύτων Θρασύβ. Α. Ζαΐμης Ν.
Φραγκίσκος Κουερῖνος Ν. Ν. Ἀνδρίκου
Ἰωάννης Σιδηροκαστρίτης Ο. Γ. Α. Πετιμεζᾶς Ο.
Ἀσημάκης Χαραλάμπης Ο. Δημήτριος Μηλιαρέσης. Ν.
Ἀθ. Β. Πετιμεζᾶς Ν. Ἰωάννης Ἄννινος. Ν.
Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. Νικόλαος Βαλσαμάκης Ν.
Ἡρακλῆς Πετιμεζᾶς Ν. Νικόλαος Γεωργακάτος.
Χαρ. Σολιώτης. Ν. Ἐπαμ. Μεταξᾶς.
Σπῦρος Μεταξᾶς. Ν.
Καλαμῶν Πέτρος Α. Μαυρομιχάλης Γεράσιμος Μαυρογένης. Ν.
Κωνστ. Ἀθ. Κυριακὸς Ν. Χαραλάμπης Ἰακωβᾶτος
Γεώργιος Πεῤῥωτῆς Ν. Βαπτιστὴς Ἄννινος Ν.
Λυμπέριος Μπενάκης Ν. Ἰωάννης Καπελέτος Ο.
Κωνστ. Δαγρὲς Ν. Γεράσιμος Λειβαδᾶς. Ο.
Ἀθ. Δανηλόπουλος Ἀναστ. Μεταξᾶς Ν.
Σταματέλος Πυλαρινός. Ν.
Καρυστίας Γ. Μιχαηλίδης Ο.
Γ. Παπαγεωργίου Ν. Κορινθίας Ἰω. Ν. Δελιγιάννης
Γ. Καραβᾶς Ο. Θεοχ. Ῥέντης Ο.
Κ. Πετσάλης Ο. Σωτ. Ἰωάννου Ο.
Στ. Νικολαΐδης. Ν. Ν. Δεληγιάννης Ν.
Ἰω. Βάχλας Ν. Γ. Πετρούλιας
Ἰω. Πολυχρονιάδης Ν.
Κασίων Γεώργ. Μαντζούνης. Ο. Ἰω. Γιουροῦκος
Σπυρ. Ζούζουλας Ν.
Κέας Ἀντώνιος Βάστας Ν.
Ποθ. Ῥεβελάκης Ο.Κρήτης Σ. Ἀντωνιάδης Ν.
Ἀ. Δεπάστας Ο. Δ. Καλλέργης
Κερκύρας Ἀρσένιος Κοντός. Ν. Νέας Κρήτης Χαρίλαος Σουΐδας. Ο.
Ἀρσένιος Ῥάλλης
Νικόλαος Λοῦβρος. Κυθήρων Κοσμᾶς Πανάρετος Ν.
Βασίλειος Μεταλινός Ν. Δημήτριος Ῥαπτάκης Ν.
Δημήτριος Προβατᾶς. Ο. Μηνᾶς Καρύδης Ν.
Μαργαρίτης Παγιατάκης Ο. Γεώργιος Μόρμορης Ν,
Σπυρίδων Κουβαρᾶς. Ν.
Παῦλος Πανδῆς Ν. Κυνουρίας Χ. Χρηστόπουλος. Ο.
Εὐστάθιος Γιαννούσης Ν. Δ. Παπανικολάου Ο.
Σπυρίδων Χειμαριός. Ν. Γ. Μιντζόπουλος Ν.
Γεώργιος Χονδρογιάννης Β. Κομνηνός Ν.
Ἀνδρέας Καρύδας. Δημ. Βροντίσης Ν.
Ἰωάννης Γουρλεμῆς Ν. Σπυρ. Παπαδόπουλος
Θεόδωρος Ζερβός Ν.
Πολυχρόνιος Κωνσταντᾶς Ο.Κωνσταντινουπόλεως Ἡλ. Πανᾶς Ο.
Δημήτριος Κωνστ. ΚόντηςΝ.
Νικόλαος Παγκράτης. Ν. Λακεδαίμονος Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ν.
Ἀναστ. Νικοκάβουρας Σπ. Κοπανίτσας
Ἀντώνιος Καποδίστριας. Ν. Λ. Μαυρομιχάλης
Χρις. Ποφάντης Ἐμ. Μελετόπουλος
Ν. Βαρβιτζιώτης
Κερκύρας Ἀριστ. Τσερετόπουλος Ἠλ. Γιατράκος
Ν. Λεώπουλος
Κεφαλληνίας. Ἡλίας Ζερβός Ι. Βαλασόπουλος
Γεώργιος Κοζάκης
Γεώργιος Ἰακωβάτος Λαρίσσης Θ. Ἀφεντούλης
Ἰωσὴφ Μομφεράτος Ο.
Νέστωρ Σολομός Ο.
Ἀντώνιος Βριώνης. Ν.
Νικόλαος Λούζης Ν.
Λεβαδείας Γ. Λάπας Ν. Μεσσολογγίου Ζαφ. Ι. Βάλβης
Ἰω. Δυοβουνιώτης Ἐπαμ. Δεληγιώργης Ο.
Χαρ. Ὀδυσσέως Σταμ. Μακρῆς Ο.
Λουκᾶς Παπᾶ Ἰωάννου Σπυρ. Βαλτινός
Λευκάδος Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης Ν. Μεσσήνης Ἀλεξ. Κουμουνδοῦρος Ν.
Μάρκος Καλκάνης Σπ. Ἀντωνόπουλος Ο.
Ἀλέξ. Σταματόπουλος Ο. Νικολ. Μίχαλος
Γεράσιμος Σέρβος Ο. Ἀναγν. Νικολαΐδης. Ο.
Σπῦρος Βαλαωρίτης Δημ. Μερλόπουλος Ο.
Εὐστάθιος Φίλιππας Ἀναγ. Σταθόπουλος. Ο.
Περικλῆς Σταύρου.
Ἰωάννης Μαρίνος Ν. Μεσ. τῆς Ἰταλίας Ἰάκωβος Ξυδάκτυλος Ο.
Ἀλέξανδρος Τσαρλαμπᾶς Ν.
Δημήτριος Κόνταρης Ν. Μήλου Ἀ. Βιτσάρης Ν.
Εὐστάθιος Πήλλικας Ν. Α. Πρεζάνης Ν.
Ἀνδρέας Βλαντῆς Ν. Λ. Κανάρης Ν.
Θ. Ἰωαννίδης Ο.
Λίβερπουλ Λεων. Μελᾶς Ν.
Μινώας Χαρ. Ζιμβρακάκης Ν.
Λιβόρνου Δημ. Σ. Μαυροκορδάτος ἀρ.
Νάξου Νικόλ. Κονταράτος. Ν.
Λοκρίδος Ν. Βουλπιώτης Σπυρ. Βαρότσης
Θεόφ. Γεωργίου Ο. Δημ. Δημητρακόπουλος
Σπυρ. Τριχὰς Ν. Γεώρ. Χατσόπουλος
Π. Ἠλιόπουλος Ν. Ἐμμ. Ναυπλιώτης Ο.
Νικόλ. Γκίλης Ο.
Λονδίνου Χ. Τρικούπης
Ναυπακτίας Εὐθ. Πλαστήρας Ο.
Μαγκεστρίας Σπυρίδων Τρικούπης Ἀθαν. Ῥοντίρης Ο.
Ν. Καναβός
Μαντινείας Ῥήγας Παλαμήδης. Ν. Ν. Φαρμάκης
Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ο.
Κωνστ. Κωνσταντόπουλος. Ναυπλίας Κωνστ. Δ. Εὐθυμιόπουλος. Ο.
Θεόδ. Πετρινός. Ο. Γρηγ. Δημητριάδης
Κωνστ. Ἀντωνόπουλος Ν. Θεοδ. Μιχαλόπουλος
Δημ. Ζέγγελης Ο. Μιχ. Ἰατρός Ν.
Ἰω. Πύρλας Ν.
Κωνστ. Μανέτας Ο.Νεαπόλεως
Μασσαλίας Κωνστ. Μελᾶς Ξηροχωρίου Ἀθ. Πετσάλης. Ο.
Τηλεμ. Ῥούκης Ο.
Μεγαλοπόλεως Παναγ. Θερμογιάννης Ο. Κ. Νικολαΐδης Ν.
Γεώργιος Κεφάλας Ο. Λουκᾶς Καλογερόπουλος Ν.
Βασίλειος Μπούτουνας Ο.
Ἀσημ. Ζατουνίτης Ν. Ὀδησσοῦ Α. Σκαραμαγκᾶς Ν.
Κ. Θ. Ῥάλλης
Μεγαρίδος Ξεν. Λογοθέτης Ο.
Α. Κουλούρης Ο.Οἰτύλου Α. Μαυρομιχάλης
Γ. Μποῦσκος Δ. Μαυρομιχάλης Ο.
Ι. Μ. Πανούσης Γερμ. Μαυρομιχάλης
Ἀντ. Α. Μαυρομιχάλης Ο.
Μελίτης Εὐστρ. Πετροκόκκινος Γεώργιος Α. Μαυρομιχάλης
Δ. Σαράβας ἀρ.
Ν. Μινζέλας Κ. Καλαμίδας Ν. Δ. Κουμουνδουράκης Ν.
Γρηγ. Πατριαρχέας Ν.
Ὀλυμπίας Χαραλ. Κανελλόπουλος Ο. Ἀναστ. Ὀρλάνδος Ο.
Κωνστ. Ζαρειφόπουλος Ν. Δημ. Θεοχάρης Ο.
Ζαρ. Ζαρειφόπουλος Ν.
Ἀναγ. Κανελλόπουλος Ο.Σύρου Κ. Πλατύς
Δ. Μοσχούλας Ο. Μιλ. Κ. Κανάρης Ν.
Κ. Οἰκονομόπουλος Ο. Ι. Θ. Παλαιολόγος
Ἰω. Βεάκης Ν.
Πανεπιστημίου Ν. Σαρίπολος. Λ. Εὐμορφόπουλος
Δ. Βεναρδάκης Ἀντ. Ἰουστινιανός
Μ. Κ. Σαλβάγος
Παξῶν Δημ. Μακρῆς Ν. Εὐαγ. Ἀντύπας Ν.
Ἰω. Βελιανίτης Ν.
Κωνστ. Μακρῆς Ν. Τεργέστης Ἀρ. Μωραϊτίνης
Γεώρ. Βελιανίτης Ν.
Τήνου Εὐστρ. Παρίσης. Ν.
Παρισίων Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο.
Ν. Νάζος Ν.
Παρνασίδος Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ν. Δημ. Δρόσος Ο.
Λουκᾶς Καραλίβανος Ο. Ἰωάννης Ζαλώνης
Θεμ. Παπακώστας Γ. Μοσχᾶτος.
Χρ. Γερογιάννης
Ἡρ. Μαμούρης Ν. Τριφυλίας Α. Γρηγοριάδης Ο.
Κωνστ. Βλάμης. Ο. Σ. Σωτηρόπουλος Ν.
Γεώργ. Ζέζας
Πατρῶν Θάνος Κανακάρης. Ν.
Α. Χ. Λόντος Ν. Τριχωνίας Βασ. Σκαλτσοδῆμος
Ἀδ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο. Γεώργ. Ι. Στάϊκος
Ἀρ. Μπουκαούρης. Ο. Κωνστ. Στάϊκος
Παν. Θεοφίλου Ο. Κωνστ. Διαλέτης
Γ. Ῥοῦφος
Π. Χαλικιόπουλος Τροιζηνίας Κωνστ. Βατικιώτης
Ἰω. Α. Οἰκονομίδης Ο.
Νέας Πέλης Ἀλ. Δόσιος Ο. Σταμ. Κοριζῆς Ο.
Δημ. Τζωρτζῆς Ο.
Πυλίας Δημ. Τριγγέτας Ο.
Μιχ. Σχινᾶς Ο.Ὕδρας Δημ. Βούλγαρης Ο.
Ἀθ. Μισυρλῆς. Δημ. Στ. Βουδούρης. Ν.
Σπυρ. Γρίβας Λαζ. Γιουρδῆς Ο.
Δημ. Σαχτούρης.
Σαμίων Λεων. Σταμάτης ἀρ. Δημ. Ι. Κριεζῆς
Ἰω. Ζάκας Ν.
Σάμου Κωνστ. Λεκάτης Ο.
Φθιώτιδος Κ. Δυοβουνιώτης
Σκοπέλου Ἰω. Νικολαΐδης Ο. Τιμ. Βάσσος Ο.
Κ. Γρυμανέλης Ο. Γ. Κρίτσας
Γ. Φαλκίδης Ο. Β. Μυλωνᾶς
Ἰω. Μπετλῆς Ο. Α. Ζητουνιάτης
Δ. Αἰνιάν
Σμύρνης Κίμων Ν. Χ. Κωστῆς Πέτρ. Σκουμπουρδῆς
Ι. Λάτρης Ν.
Ὀδ. Ἰάλεμος Ο.Χαλκίδος Ν. Βουδούρης Ο.
Στεφ. Παππᾶς
Σουλιωτῶν Ν. Ζέρβας Ο. Γ. Βελισσάριος Ν.
Γ. Ἀγγελινίδης Ο.
Σπετσῶν Γεώργιος Μπούμπουλης Δημ. Καφεντσόγλους Ν.
Διομήδης Κυριακοῦ Ο.
Χίου Ἐμμ. Κόκκινος. Ν.
Ἰω. Δηλιγιάννης Ν.
Χίων Ἀριστ. Γλαράκης Ο.
Νέων Ψαρῶν Κωνστ. Κανάρης. Ν.
Ν. Κ. Κανάρης. Ν.
Ν. Χ. Γ. Κοτζιᾶς
Δημοσθ. Ν. Βρατζάνος Ν.

§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 270, 136 εἶπον ναὶ ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, 124 εἶπον ὄχι, 10 ἠρνήθησαν ψῆφον· (θορυβώδεις ἀποδοκιμασίαι ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 5 καὶ ¼.

Ὁ Πρόεδρος

Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.

Οἱ Γραμματεῖς Σ. Λογιωτατίδης.

1§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 338.
2Τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1864.
3(Παρασκευή.)
4Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρε-
5θείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτι-
6κὰ τῆς προτεραίας.
7§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
8§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
9§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Σούϊδας ἔχει νὰ ἀναγνώσῃ μίαν ἔκθεσιν.
10§4ΣΟΥΪΔΑΣ. Ὑπεβλήθη, Κύριοι, πρότασις, πρὸ πολλοῦ περὶ
11τῆς τοποθετήσεως τοῦ στρατοῦ ὑπογεγραμμένη παρὰ τοῦ Κ.
12Βαλτινοῦ, Καλοῦ καὶ ἐμοῦ· ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν πρό-
13τασιν ταύτην, τὴν παρέπεμψεν εἰς τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα διώ-
14ρισαν ἐπιτροπήν· ἔχω τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι εἰσηγητὴς, καὶ ἔρ-
15χομαι νὰ ἀναγνώσω τὴν ἔκθεσιν, καθόσον, Κύριοι, πληρεξούσιοι,
16τὸ ψήφισμα, τὸ ὁποῖον πρόκειται νὰ ἐπιψηφίσῃ ἡ Συνέλευσις
17διὰ ἀποφάσεως, πρέπει νὰ ᾖναι συντακτικὸν, ὅπως ἦτο καὶ εἰς
18τὴν 3 7βρίου· καὶ ἐπειδὴ πλησιάζει ἡ λῆξις τῆς συζητήσεως
19τοῦ συντάγματος, διὰ τοῦτο ἐθεώρησα καλὸν νὰ ἀναγνώσω
20τὴν ἔκθεσιν αὐτὴν, ἥτις νὰ παραδοθῇ μετὰ ταῦτα εἰς τὸ προ-
21εδρεῖον, νὰ τυπωθῇ πρὶν τῆς λήξεως τοῦ Συντάγματος, διότι
22τὸ ψήφισμα θὰ ᾖναι συντακτικόν.
23Ἀναγινώσκει τὴν περὶ ἧς ὁ λόγος ἔκθεσιν συνοδευομένην
24μὲ σχέδιον ψηφίσματος, δι’ οὗ προτείνεται, ἵνα οἱ ἐν τῷ συ-
25νημμένῳ καταλόγῳ ἀξιωματικοὶ λαμβάνωσι πλήρεις τὰς
26ἀποδοχάς των, καὶ ἐν ἀργίᾳ τιθέμενοι, λόγῳ, ὅτι συνετέλε-
27σαν ὑπὲρ τῆς Φεβρουαριανῆς καὶ 8βριανῆς ἐπαναστάσεως.
28§5ΣΟΥΪΔΑΣ. Ὁ κατάλογος εἶναι μέσα, θὰ τὸν ἰδῆτε· ἕκαστος,
29ἐὰν παρεισέφρυσε λάθος τι, κατὰ τὴν συζήτησιν δύναται νὰ κά-
30μῃ τὰς παρατηρήσεις του.
31§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συζήτησις δὲν γίνεται σήμερον.
32§7ΣΟΥΪΔΑΣ. Ἡ ἔκθεσις συνοδεύεται καὶ ἀπὸ ἓν ψήφισμα.
33§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς μετὰ τοῦ καταλόγου
34θέλει τυπωθῆ, καθὼς καὶ τὸ ψήφισμα, ἀφοῦ δὲ διανεμηθῆ, ἡ
35πρότασις θέλει καταλάβει τὴν θέσιν της εἰς τὴν ἡμερησίαν διά-
36ταξιν.—Ὑποβάλλονται διάφοραι προτάσεις.
37Τοῦ Κ. Βαλτινοῦ· «προτείνω τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ συντάγ-
38ματος ἢ ἁπλῶς διατάξεων τινῶν αὐτοῦ μόνον μετὰ παρέλευσιν
3930 ἐτῶν ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως αὐτοῦ, βεβαιωθείσης τῆς ἀνάγ-
40κης ταύτης προσηκόντως.»
41Ἡ πρότασις, ἐπειδὴ ἀφορᾷ τὸ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον θέλει
42συζητηθῆ σήμερον, θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σημερινὴν
43συνεδρίασιν.
44Πρότασις τοῦ Κ. Ἀντωνιάδου. «Δι’ εἰδικοῦ νόμου δύναται νὰ
45γίνῃ δεκτὸς εἰς τὴν δημοσίαν ὑπηρεσίαν καὶ ἀλλοδαπὸς ὁσάκις
46πρόκειται περὶ τεχνικῶν ἔργων.» Θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν
47συζήτησιν τοῦ σχετικοῦ ἄρθρου. Ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Ἀντω-
48νιάδου. «Εἰς τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας δύνανται νὰ ἀνατε-
49θῶσι διὰ νόμου καὶ ἄλλα καθήκοντα, ἰδίως δὲ ἡ παρασκευὴ
50σχεδίων διαταγμάτων πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων, καὶ ἡ ἀνω-
51τέρα δικαιοδοσία ἐπὶ τοῦ ἀμφισβητουμένου διοικητικοῦ.»
52Πρότασις τοῦ Κ. Πύρλα «Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας δὲν
53ἀναθεωρεῖ τοὺς παρὰ τῆς Βουλῆς ψηφισθέντας νόμους. Συγκρο-
54τεῖται δ’ ἐκ προσώπων λαμβανομένων ἀνὰ δύο ἐξ ἑκάστου νομοῦ.»
55Κύριοι, ὡς γνωρίζετε, ἀντικείμενον τῆς σημερινῆς συνε-
56δριάσεως εἶναι ἡ συζήτησις περὶ τῆς τροπολογίας τὴν ὁποίαν
57οἱ Κ. ὑπουργοὶ καὶ πληρεξούσιοι ἔφερον εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ
58διὰ τῆς ὁποίας προτείνεται ἡ σύστασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπι-
59κρατείας. Τίς ζητεῖ τὸν λόγον;
60Πολλοὶ ἐνταῦθα ζητοῦσι τὸν λόγον.
61§9ΣΧΙΝΑΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι. Ἴσως περιέμενον τινὲς κατὰ
62τὴν στιγμὴν αὐτὴν λόγον ὁπωσοῦν μακρὸν ἐκ μέρους μου, ἀλλὰ
63τοῦ λόγου τούτου τοῦ μακροτέρου ἐπὶ τοῦ προκειμένου ζητή-
64ματος δὲν εἶναι ὁ παρὼν καιρὸς κατὰ τὴν ἐμὴν γνώμην. Φεί-
65δομαι δὲ ἄλλως τε καὶ τῶν λόγων, διότι εἶμαι κυρίως ἄνθρω-
66πος τῶν πράξεων καὶ ὄχι τῶν λόγων.
67Ἔρχομαι λοιπὸν ἁπλῶς πρὸς τὸ παρὸν νὰ φέρω ἔνστασιν κατὰ
68τῆς σήμερον ἐπιχειρουμένης συζητήσεως τῆς περὶ Συμβου-
69λίου τῆς Ἐπικρατείας προτάσεως. Ἡ ἔνστασίς μου θεμελιοῦ-
70ται εἰς τὰ ἑξῆς καὶ καταλήγει εἰς πρότασιν, τὴν ὁποίαν οὐ-
71δεὶς θέλει διαμφισβητήσει ὡς μὴ εὔλογον. Ὁ τρόπος, Κύριοι, καθ’
72ὃν συνωδεύθη τὸ ἔγγραφον τὸ φερόμενον πρὸς ἀναπλήρωσιν τοῦ
73ὑπολοίπου ἔργου τῆς ἐπιτροπῆς τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ Συντάγ-
74ματος, καὶ ἀκόμη τὸ ἔγγραφον τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἰσῆλθε πρωτο-
75τύπως ἄνευ οὐδεμιᾶς ὑπογραφῆς, ἐχαρακτηρίσθη ἀρκούντως εἰς
76τὰς προηγουμένας συνεδριάσεις. Εἴπαμεν διατί δὲν ἠδύνατο νὰ
77ἔλθῃ οὕτω συντεταγμένον καὶ μάλιστα ἀνυπόγραφον. Ἀλλ’
78ἔπειτα οἱ εἰσαγαγόντες ὑπουργοὶ ἐκήρυξαν, ὅτι τὸ ἔγγραφον
79τοῦτο, τὸ ἀναπληροῦν τὸ ὑπόλοιπον μέρος τοῦ ἔργου τῆς ἐπι-
80τροπῆς τῆς Συνελεύσεως, ὑπῆρχε πρότασις ἰδική των καὶ τὸ
81ὑπέγραψαν, νομίζω, ὡς πληρεξούσιοι. Καί τοι λοιπὸν ὡς τοιοῦ-
82τον φερόμενον, νομίζω, ὅτι ἐπειδὴ πρόκειται περὶ θεσμοῦ ἔχον-
83τος μεγάλην ῥοπὴν εἰς τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, μάλιστα
84καθ’ ὃν τρόπον διετυπώθησαν αἱ διατάξεις του, νομίζω, ὅτι ἡ
85Συνέλευσις ἀξιοπρεπῶς φερομένη δὲν δύναται εἰμὴ νὰ παρα-
86δεχθῇ δυοῖν θάτερον, ἢ νὰ παραπεμφθῇ ἡ πρότασις αὕτη εἰς
87τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα σπουδαίως συζητήσαντα καὶ διαῤῥυθμί-
88σαντα ἢ καὶ ἀποκρούσαντα αὐτὴν ὅλως, νὰ εἰσάξουν εἰς τὴν
89Συνέλευσιν ἔκθεσιν κανονικὴν καὶ ἔννομον ἐπὶ τῆς προτάσεως
90ταύτης.......
91§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπαναφέρετε ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἐλύθη· ἡ Συ-
92νέλευσις πρὶν ἔλαβεν ὑπ’ ὄψιν τὴν τροπολογίαν τῶν ὑπουργῶν.
93§11ΣΧΙΝΑΣ. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἢ πρέπει νὰ παραπεμφθῇ εἰς
94τὰ τμήματα, ἢ νὰ παραπεμφθῇ, ἐὰν ἀγαπᾶτε τὴν ἀξιοπρέπειάν
95σας, ἥτις ἁρμόζει εἰς τὸν πανελλήνιον χαρακτῆρά σας, εἰς τὴν
96ἐπιτροπὴν τὴν διατυπώσασαν τὸ σχέδιον τοῦ συντάγματος, ἥτις
97νὰ τὸ μελετήσῃ καὶ εἰσαγάγῃ ἐπίσης ἔκθεσιν καὶ νὰ γνωμοδο-
98τήσῃ ἐπὶ τούτου. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἔνστασίς μου.
99§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις περὶ Συμβουλίου Ἐπικρατείας ὑπάρχει
100πρὸ καιροῦ ὑποβεβλημένη εἰς τὴν Συνέλευσιν ὑπὸ τοῦ Κ. Βλαντῆ.
101§13ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Οὐχὶ τοῦ Βλαντῆ, ἀλλὰ τῶν ἀδελφῶν Ἀννίνων.
102§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα. Θέλετε νὰ τὴν ἀναγνώσω;
103§15ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, εἶναι περιττόν.
104§16ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Δὲν διενεμήθη ἡ πρότασις αὕτη.
105§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διενεμήθη. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος.
106§18ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς ἐσωτερικῶν). Κύριοι, δὲν νο-
107μίζω ποσῶς ἀναγκαῖον ν’ ἀντικρούσω τὴν πρότασιν τοῦ Κ.
108Σχινᾶ· ἡ πρότασις αὕτη πρώτην ἤδη φορὰν εἰσάγεται, ἀφοῦ
109τοῦ συντάγματος τοσαῦτα ἄρθρα ἐσυζητήθησαν καὶ πλεῖστα
110ἐξ αὐτῶν ἐτροπολογήθησαν χωρὶς διόλου ν’ ἀκολουθήσῃ ἡ Συνέ-
111λευσις τὸν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Σχινᾶς ὑποδεικνύει σήμερον.
112Ἀλλὰ, Κύριοι, ἡ πρότασις, περὶ ἧς πρόκειται, ἦλθε καὶ κατόπιν
113ἑορτῆς, διότι πρόκειται ὧδε περὶ μέρους προτάσεως ὁλοκλήρου,
114τὴν ὁποίαν ἔλαβεν ἤδη ἡ Συνέλευσις ὑπ’ ὄψιν καὶ ἐπ’ αὐτῆς
115ἀπεφάνθη καὶ ἐν μέρει τὴν ἐτροπολόγησεν· ἑπομένως εἶναι ὅλως
116διόλου παράκαιρον καὶ μάταιον νὰ ἐνασχοληθῶμεν ἤδη ἐπὶ
117τοιαύτης προτάσεως· ἔρχομαι δ’ ἀμέσως ἐπὶ τοῦ ζητήματος.
118§19ΣΧΙΝΑΣ. Πρέπει νὰ ἐρωτηθῇ ἡ Συνέλευσις.
119§20ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ἔνστασις εἰς τὸ
120μέσον.
121§21ΣΧΙΝΑΣ. Ἄς ἀποῤῥιφθῇ.
122§22ΤΙΝΕΣ. Δὲν ὑποστηρίζεται.
123§23ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, σᾶς φέρομεν ὄχι ἓν σῶμα πο-
124λιτικὸν, ἀλλ’ ἓν σῶμα ἁπλῶς συμβουλευτικὸν, καὶ προτιμῶ
125τὸ σύστημα αὐτὸ ἀπὸ τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἀπεῤῥίψατε,
126τὸ τῆς Γερουσίας, διότι καὶ εἴπατε ὀρθῶς, ὅτε εἴπατε, διὰ νὰ
127συστήσωμεν ἓν σῶμα πολιτικὸν, μίαν ἐξουσίαν ἐντὸς τῆς Ἑλ-
128ληνικῆς κοινωνίας, ἔχουσαν ψῆφον καὶ ἀπόφασιν, ἔπρεπεν αὕτη
129ν’ ἀντιπροσωπεύσῃ ἀναγκαίως συμφέροντα χωριστὰ, ἀλλὰ
130στοιχεῖα τοιαῦτα δὲν εὑρίσκομεν, ἐπειδὴ δὲ συμφέροντα διά-
131φορα δὲν εὑρίσκομεν, ἀπαντῶμεν δὲ τὸ ἔθνος ἓν καὶ μόνον ὁ-
132μοιόμορφον ἄνευ διαιρέσεως τάξεων καὶ συμφερόντων, δὲν θέ-
133λομεν τὴν Γερουσίαν, διότι τίποτε δὲν ἀντιπροσωπεύει, εἰς οὐ-
134δὲν στηρίζεται, εἶναι ἄνευ βάσεων, καὶ εἶσθε εἰς τὸ ὀρθὸν λέγον-
135τες ταῦτα καὶ ἀποκρούοντες συνταγματικὴν ἐξουσίαν διορι-
136ζομένην, διότι ἀναντιῤῥήτως, διὰ νὰ ἑδραιώσητε μίαν ἐξουσίαν,
137διὰ νὰ ἔχῃ αὐτὴ ἐπιῤῥοὴν καὶ δύναμιν ἐπὶ τῶν ἀποφάσεων
138τῶν ἐθνικῶν, διὰ νὰ ᾖναι ἕνας τροχὸς κυβερνητικῆς μηχανῆς
139σπουδαῖος, ἔπρεπε νὰ ἔχῃ βάσεις ἀληθῶς μονίμους ἐν τῇ κοινω-
140νίᾳ. Εἴμεθα, Κύριοι, εἰς αὐτὴν τὴν θέσιν σήμερον; πρόκειται
141ἀληθῶς νὰ σχηματίσητε μίαν ἐξουσίαν ἑτέραν, νὰ προσθέσητε
142ἕνα τροχὸν εἰς τὴν μηχανήν; ὄχι. Τί πρόκειται λοιπὸν νὰ
143κάμητε; Πρόκειται νὰ συγκροτήσητε ἓν σῶμα, τὸ ὁποῖον θέλει
144χρησιμεύει εἰς τὸ νὰ φωτίζῃ τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Κυβέρνησιν.
145Τὸ σῶμα τοῦτο, ὡς τοιοῦτον, εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον καὶ
146χρήσιμον· καὶ τὸ γνωρίζουν καὶ ἠμποροῦν νὰ τὸ ὁμολογήσουν
147ἐκεῖνοι, ὅσοι ἐνησχολήθησαν εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ἐφαρμογὴν
148τῶν Νόμων. Μέχρι τοῦδε τί ἐγίνετο; Τί ἐκάμνομεν συντάτ-
149τοντες Νόμους ἢ διατάγματα σπουδαῖα; Συνεκροτοῦμεν τυ-
150χαίως ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι δὲν ἔφερον μεθ’ ἑαυτῶν οὔτε τὴν
151πεῖραν οὔτε τὴν γνῶσιν τῶν ἀναγκῶν καὶ τῆς καταστάσεως
152τοῦ τόπου· ἐλαμβάνομεν ἀνθρώπους τινὰς, εἰς τὴν παιδείαν ἢ
153τὴν ἐν γένει πεῖραν τῶν ὁποίων ἐμπιστευόμεθα, καὶ αὐτοὺς
154τοὺς ἀνθρώπους ἐπεφορτίζομεν τὴν σύνταξιν ἢ τὴν διόρθωσιν
155Νόμου ἐν μιᾷ στιγμῇ, ἐν μιᾷ ἡμέρᾳ. Ἠξεύρετε ποῖα εἶναι τὰ
156ἀποτελέσματα; Νὰ καταρτισθῇ μία νομοθεσία, ὁποίαν ἔχομεν,
157ἀσυνάρτητος, συγκεχυμένη, τὰ πλεῖστα μέρη τῆς ὁποίας ἀναγ-
158κάζεται ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ μὴ ἐκτελῇ. Δὲν ἀναφέρομαι
159εἰς Νόμους, τοὺς ὁποίους ἐσχάτως ἐν τῇ Συνελεύσει ἐψηφίσαμεν
160καὶ οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦν νὰ ἐφαρμοσθοῦν, ἀναφέρομαι καὶ
161εἰς ἀρχαιοτέραν ἐποχὴν, ὅπου καὶ σπουδαιότης καὶ καιρὸς πε-
162ρισσότερος ἐδίδετο εἰς τὴν σύνταξιν καὶ ἐπιψήφισιν αὐτῶν τῶν
163Νόμων. Σᾶς λέγω, ὅτι ἀπαντᾶτε κατὰ τὴν ἐφαρμογὴν τῶν
164Νόμων αὐτῶν τοιαύτας ἐλλείψεις, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναγκαίως
165διαπράττεται ἡ παράβασις τοῦ Νόμου, διότι ἀλλοῦ συμφέροντα
166μεγάλα τῆς πολιτείας, ἢ τῶν πολιτῶν κατὰ μέρος, διὰ τῆς ἀ-
167κριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν Νόμων ἤθελον καταστραφῆ, ἀλλοῦ ἡ
168τάξις ἤθελε πάθει· τοιουτοτρόπως καθιερώθη ἡ πεποίθησις ἐντὸς
169τῆς Ἑλλάδος, ὅτι τὸ ἀθετεῖν τοὺς Νόμους εἶναι οὐχὶ σύνηθες,
170ἀλλὰ καὶ ἀναγκαῖον, δὲν εἶναι κακὸν, ἀλλὰ καλὸν, καὶ διὰ
171τοῦτο ἡ ἀσέβεια πρὸς τοὺς Νόμους καθιερώθη ἐπισήμως· καὶ
172ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν πολλάκις θέλετε ἀπαντήσει ἀνεγνωρισμέ-
173νην τὴν ἀνάγκην αὐτὴν, ὅπως καὶ ἄλλοτε εἶπον, τοῦ παραβιά-
174ζειν τοὺς Νόμους, τὸ ὁποῖον ἐν τῇ ὑπηρεσίᾳ ὀνομάζεται διὰ τὸ
175εὐφημότερον διοικητικὴ διόρθωσις, διότι ὁ Νόμος, ὅπως εἶναι
176συντεταγμένος, δὲν δύναται νὰ ἐφαρμοσθῇ· καὶ τελευταῖον ἔτι
177προχθὲς εὑρέθην εἰς ἀντίθεσιν μ’ ἕνα ὑπάλληλον λίαν εὐσυνεί-
178δητον καὶ ἱκανόν· ἤθελεν οὗτος πλαγίως νὰ παραβιάσωμεν ἕνα
179νόμον, διότι δὲν ἐφαρμόζετο, διότι ὡς προβλέπει ἡ ἐφαρμογή
180του θέλει φέρει καταστροφάς, ἀπέκρουσα τὴν πρότασίν του καὶ
181τῷ εἶπον· χρεωστοῦμεν νὰ ἐφαρμόσωμεν τὸν Νόμον μ’ ὅλας
182τὰς συνεπείας του.
183Εἶναι λοιπὸν, Κύριοι, ἀναγκαία ἀπολύτως ἡ σύστασις ἑνὸς
184σώματος, τὸ ὁποῖον νὰ κρατῇ τὴν ἰσότητα τῆς νομοθεσίας, νὰ
185ᾖναι ἐπιφορτισμένον ἰδίως τὴν ἐξέτασιν τῶν νομοθετημάτων,
186νὰ σπουδάζῃ τὰς ξένας νομοθεσίας, τὴν κατάστασιν καὶ τὰς ἀ-
187νάγκας τοῦ τόπου. Εἶναι ἀναγκαῖον ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὰς
188ἐπιτροπὰς, αἱ ὁποῖαι μέχρι σήμερον λαμβάνουσι μέρος εἰς τὴν
189νομοθεσίαν μας κατὰ τύχην, δι’ ἑνὸς σώματος, ὁποῖον σᾶς ἐ-
190προτάνθη. Κανένα κίνδυνον οὔτε δυσκολίαν δὲν παρεμβάλλει
191εἰς τὴν ἀνάπτυξιν καὶ ἐνέργειαν τακτικῆς καὶ ἐλευθέρας
192Κυβερνήσεως, διότι αὐτὸ δὲν ἔχει κἀμμίαν ἐπίσημον καὶ ὁρι-
193στικὴν ἐπέμβασιν, εἶναι ἁπλῶς συμβουλευτικὸν, δὲν θέλει ἀπο-
194φαίνεσθαι, ἀλλὰ φωτίζει ἁπλῶς δι’ ἀναφορῶν, τὰς ὁποίας θέ-
195λει ὑποβάλλει εἰς τὴν Βουλὴν, δὲν ἔχει οὐδεμίαν ὁμοιότητα
196μὲ τὸ ἐπὶ Μοναρχίας Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, διότι δὲν
197ἔχει οὐδεμίαν ἐξουσίαν, δὲν ἔχει ψῆφον.
198Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ὑπὸ τὴν ἔποψιν τῆς καλῆς συν-
199τάξεως τῶν νομοθετημάτων, τῆς καλῆς ῥυθμίσεως τῆς κυβερνη-
200τικῆς ἐνεργείας, εἶναι ἀναγκαῖον ἓν σῶμα ἀπασχολούμενον ἰδιαι-
201τέρως εἰς ταῦτα, καὶ ἓν σῶμα, Κύριοι, ὄχι ἐξαρτώμενον ἀπὸ
202τὰς καθημερινὰς διαθέσεις τῆς ἐξουσίας, τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλ’
203ἓν σῶμα ἔχον ἀνεξαρτησίαν τινά. Ἰδοὺ ὁ λόγος τοῦ δεκαετοῦς
204του βίου, τοιουτοτρόπως ἀκινδύνως δύναται νὰ γνωμοδοτῇ καὶ
205ἐναντίον τῶν προθέσεων καὶ ἐπιθυμιῶν τῆς ἐξουσίας, καὶ νὰ ἦ-
206ναι αἱ γνωμοδοτήσεις του καὶ ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ τῆς κοι-
207νωνίας ὡς γνωμοδοτήσεις, τὰς ὁποίας δὲν ὑπηγόρευσεν ἡ ἀνάγ-
208κη, τὰς ὁποίας ἕκαστος ὑπάλληλος, ἡ ὕπαρξις τοῦ ὁποίου ἐξαρ-
209τᾶται ἀπὸ τὴν καλὴν θέλησιν τοῦ ὑπουργοῦ, ὑποτίθεται ὅτι δὲν
210ἔχει, σεβασταὶ καὶ ἄξιαι προσοχῆς· ἕνεκα τούτου αὐτὸ τὸ σῶ-
211μα ἐνομίσαμεν καλὸν νὰ συστηθῇ ὅπως προτείνεται. Ἀλλὰ, Κύ-
212ριοι, ὑπὸ ἔποψιν νομοθετικὴν αὐτὸ τὸ σῶμα δὲν βλάπτει, διότι
213δὲν ἔχει ψῆφον, ὠφελεῖ ὅμως. Ποῖος εἶναι ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον
214ἐζήτησαν καὶ ζητοῦσι νὰ ἀποφύγωσι πάντοτε, προκειμένου νὰ
215θέτωσι δύω ἐξουσίας παραλλήλως; Ὁ κίνδυνος ὁ μέγας, ὅστις
216ἕως τώρα ἔβλαψεν, εἶναι ἡ συναρπαγὴ τῶν νομοθετημάτων, ἡ
217ταχεῖα ἐπιψήφισις τῶν προτάσεων καὶ ἡ διὰ τῆς συνεχοῦς ἀν-
218τιθέσεως συντριβὴ αὐτῶν· τὴν ἀποφυγὴν τοῦ κινδύνου αὐτοῦ κα-
219τέταξαν μεταξὺ τῶν οὐσιωδεστάτων λόγων τῆς ὑπάρξεως τῆς
220Γερουσίας. Τὸν κίνδυνον αὐτὸν διὰ τοῦ συμβουλίου τὸν προλαμ-
221βάνομεν, διότι τὸ νομοθέτημα δὲν ἠμπορεῖ νὰ συναρπαγῇ, εἶναι
222ἠναγκασμένον, πρὶν ἐπιψηφισθῇ, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ
223Συμβουλίου· ἡ ἐξέλεγξις δὲ αὕτη κανένα ἄλλον σκοπὸν δὲν ἔχει,
224παρὰ νὰ δώσῃ καιρὸν εἰς τὴν βουλὴν νὰ σκεφθῇ ὡριμώτερον καὶ
225προσέτι διὰ μιᾶς ψυχρᾶς ἐκθέσεως τῶν γεγονότων, ἢ δικαιολο-
226γήσεως τῶν συμβεβηκότων, τὰ τυχὸν κακὰ ἐν τῷ νομοθετήματι
227αὐτῷ, τὰ τυχὸν ἐπικίνδυνα, νὰ ἀπομακρυνθῶσι, νὰ φωτίσῃ τὴν
228Βουλὴν, ἀποδεικνύον, ὅτι νομοθέτημα, τὸ ὁποῖον προτίθεται νὰ
229ἐπιψηφισθῇ, ἔχει τὸ δεῖνα κακόν. Διὰ τοῦ συστήματος λοιπὸν
230αὐτοῦ προλαμβάνεται ὁ κίνδυνος, καὶ τοι τοιουτοτρόπως κατορ-
231θοῦμεν τὰ νομοθετήματα ἀναγκαίως νὰ μὴ συναρπάζωνται.
232Ἀλλὰ, Κύριοι, κατ’ ἐμὲ ὠφελεῖ σπουδαίως καὶ κατ’ ἄλλον
233λόγον σπουδαῖον ἡ τοιαύτη σύστασις τοῦ συμβουλίου. Ὅταν οἱ
234νόμοι δὲν ὦσι σεβαστοὶ εἰς ἓν ἔθνος, δὲν ἐκτελοῦνται καλῶς,
235δὲν ἔχουν ὅλην τὴν ἰσχύν των, ἐπειδὴ ἐπιβάλλονται διὰ τῆς
236βίας· οἱ νόμοι ἀνταποκρίνονται εἰς τὸν σκοπόν των, ὅταν
237στηρίζωνται ἢ παραδέχωνται ἀπὸ τὴν ἐθνικὴν πεποίθησιν, τότε
238οἱ νόμοι εἶναι σεβαστοὶ καὶ ἐκτελοῦνται, διότι εἶναι παραδε-
239κτοί· ἀλλ’ ἡ ἐθνικὴ πεποίθησις, Κύριοι, δὲν ἀποκτᾶται εἰμὴ
240φωτιζομένη, καὶ φωτίζεται διὰ συζητήσεως σπουδαίας, ἐκτετα-
241μένης καὶ μεμελετημένης, ἡ ἐθνικὴ πεποίθησις ἀποκτᾶται, ὅταν
242ἡ συζήτησις αὐτὴ ἐκτίθεται, δημοσιεύεται καὶ γίνεται γνωστὴ,
243ὅταν δίδεται καιρὸς εἰς τὸ ἔθνος νὰ ἀκούσῃ καὶ ν’ ἀποφανθῇ
244ὑπὲρ ἢ κατά. Τοιουτοτρόπως, Κύριοι, καὶ αὐτὸ τὸ μεγάλον κα-
245λὸν ἐπιτυγχάνεται, διότι ἐκτὸς τοῦ καιροῦ, ὅστις δίδεται, λαμ-
246βάνει χώραν μία συζήτησις σπουδαία μεμελετημένη ἄνευ πολι-
247τικῶν προφάσεων, ἄνευ πλαγίων σκοπῶν. Ἠξεύρετε, Κύριοι, ὅτι
248ἡ νομοθεσία, διὰ νὰ ᾖναι τῷ ὄντι πλήρης, ἀληθὴς, πρέπει νὰ
249συζητηθῇ μακρὰν καὶ ἐκτὸς παντὸς πλαγίου σκοποῦ καὶ ἰδέας·
250ἡ συζήτησις καὶ ἡ ἀπόφανσις πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαθὴς, ὅπως ὁ
251Νόμος, καὶ οὐχὶ τὸ πεδίον, ὅπως πολλάκις γίνεται, τῶν πολιτι-
252κῶν διαπληκτισμῶν. Ἡ συζήτησις λοιπὸν αὐτὴ, ἀπολύτως καὶ
253καθαρῶς νομοθετικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ γενομένη, θέλει παράγει
254νόμον ἀληθῆ, νόμον ἀγαπητὸν καὶ σεβαστὸν, καὶ κατὰ τὰς ἀ-
255νάγκας τῆς κοινωνίας. Σᾶς λέγω, Κύριοι, ὅτι εἰς τὴν συνείδη-
256σιν τοῦ ἔθνους ἡ νομοθεσία καὶ τὸ πρὸς τοὺς νόμους σέβας θέ-
257λει οὕτως ἐγκατασταθῆ, ἑδραιωθῆ καὶ ἀναπτυχθῆ πολὺ περισ-
258σότερον ἀφ’ ὅσον ὑπάρχει, ὅπου οἱ νόμοι ἀφαρπάζονται, ὅπου ἡ
259συζήτησις δὲν ἐγένετο γνωστὴ παρὰ εἰς πολλὰ μικρὸν κύκλον
260καὶ εἰς τὴν ὁποίαν πολὺ ὀλίγοι προσέχουν.
261Ἀλλὰ, Κύριοι, ἐρωτῶ ὑμᾶς τοὺς ἰδίους, συζητοῦντες πολλά-
262κις νομοσχέδιον, δὲν ἐμπιστεύθητε, δὲν ἀκολουθεῖτε συνήθως τὴν
263πεῖραν μόνον καὶ τὰς γνώσεις ἀνθρώπων τινῶν, οἱ ὁποῖοι ὅμως
264πολλάκις καὶ ἀνέτοιμοι ἦλθον νὰ τὰς συμβουλεύσωσι, καὶ δὲν
265παρεδέχθητε πολλάκις νόμους ἐν ὀλίγαις στιγμαῖς, καὶ ἔχετε σεῖς
266τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δύνανται νὰ σᾶς φωτίσουν, νὰ σᾶς κάμνουν
267γνωστὰς ὅλας τὰς λεπτομερείας; Ἔχω πρόχειρον ἓν παράδειγ-
268μα τῶν κακῶν συνεπειῶν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν νομοθετοῦμεν· ὅλη
269ἡ Συνέλευσις ἐδέχθη ἕνα νόμον, τὸν περὶ βοσκῶν, ἐμπιστευθεῖσα
270εἰς τὰς πληροφορίας, τὰς ὁποίας τινὲς ἐξ ὑμῶν σᾶς ἔδωσαν, διότι
271αὐτοὺς ἐνομίσατε, ὅτι εἶναι ἐν γνώσει τοῦ πράγματος, καὶ ὅτι
272αὐτοὶ ἠμποροῦν νὰ σᾶς συμβουλεύσουν ὀρθῶς· ἠξεύρετε τί συνέ-
273βη; Εὔχομαι νὰ ψευσθῶ, ἀλλὰ λέγω, ὅτι θὰ ἔχωμεν δυστυχήματα,
274ἐὰν ἀκριβῶς ἐφαρμοσθῆ ὁ νόμος αὐτός. Ἐὰν ἐφαρμοσθῇ, θέλει ἐ-
275πιφέρει τὴν καταστροφὴν μιᾶς ὁλοκλήρου τάξεως τοῦ λαοῦ,
276ὅλων τῶν ποιμένων, διότι ὅλας τὰς περιφερείας ἐσφετερίσθησαν
277αἱ κοινότητες· δὲν ἠξεύρομεν λοιπὸν ποῖαι θέλουσιν εἶσθαι αἱ
278συνέπειαι τῆς ἐφαρμογῆς τοῦ νόμου τούτου. Ἰδοὺ ἓν ἐκ τῶν
279πολλῶν ἀτοπημάτων, τὰ ὁποῖα λαμβάνουν χώραν, ὅταν οἱ νόμοι
280δὲν συζητῶνται ἐν ὅλη τῇ ἐκτάσει καὶ ἐν ἡσυχίᾳ καὶ γνώσει
281τῶν γεγονότων.
282Τὸ συμβούλιον, ὅπως τὸ προτείνομεν, ἀναπληροῖ τὰς ἐλλεί-
283ψεις αὐτάς. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου ἐφέραμεν τὴν πρότασιν αὐτὴν
284διότι ὡς ἐκ τῆς θέσεώς μας γνωρίζομεν, ὅτι μετὰ τὴν κατάρ-
285γησιν τῆς Γερουσίας ἡ παραδοχὴ ἑνὸς τοιούτου σώματος εἶ-
286ναι ἀπολύτως ἀναγκαία, ἀναπόφευκτος. Τὴν ἐφέραμεν, Κύριοι,
287μὴ δίδοντες καμμίαν προσοχὴν εἰς τὴν πρότασιν, τὴν προχθὲς
288μονομερῶς ῥιφθεῖσαν παρὰ τοῦ Κ. Σχινᾶ καὶ εὐτυχῶς μὴ ἀσπα-
289σθεῖσαν παρ’ οὐδενὸς, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα
290νὰ κάμῃ οὐδεμίαν παρατήρησιν ἐπὶ τοῦ μεταξὺ αὐτοῦ καὶ τοῦ
291ἔθνους συντάγματος, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ εἴπῃ, ὅτι μὲ αὐτὸ τὸ
292σύνταγμα δὲν δύναμαι νὰ κυβερνήσω, καὶ ὅτι προκαλεῖ αὐτὴν
293τὴν τροπολογίαν. Τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν σᾶς ἐφέραμεν...
294§24ΣΧΙΝΑΣ. Τὸ εἶπεν ἡ Συνέλευσις.
295§25ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Δὲν τὸ εἶπεν, ὄχι, ἄλλο κύρωσις, ἄλλο
296παρατήρησις· ἄλλο δέχομαι αὐτὸν τὸν νόμον ἢ ὄχι.
297§26ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Αὐτὴν τὴν παρατήρησιν τὴν ἔκαμε
298καὶ ὁ Ὄθων.
299§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
300§28ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι! Κάμνω χρῆσιν δικαιώματος,
301τοῦ ὁποίου καὶ δικαιοῦμαι νὰ κάμω χρῆσιν· πρόκειται περὶ
302Συντάγματος, ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται νὰ ζητήσῃ τροπολογίαν
303ἑπομένως ἡ πρότασις, περὶ τῆς ὁποίας πρόκειται ἤδη, ἐδύνατο
304νὰ ἔλθῃ ἐνώπιόν σας· ἀλλ’ ἀντὶ νὰ ἔλθῃ κατόπιν, ἀντὶ νὰ χαθῇ
305εἰς μάτην ὁ καιρὸς, ἀντὶ νὰ συζητήσωμεν καὶ ἐκφρασθῶμεν
306ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ παραδεχθῇ,
307καὶ ἑπομένως νὰ παλινωδήσωμεν, ἢ νὰ ἐπιμείνωμεν δια-
308τρέχοντες σπουδαίους κινδύνους, ἐθεωρήσαμεν καλλίτερον, συμ-
309φερώτερον καὶ τακτικώτερον νὰ προλάβωμεν καὶ νὰ σᾶς φέρω-
310μεν ἤδη τὴν πρότασιν, ἡ ὁποία τίθεται, ὡς ἠκούσατε, ὡς ὅρος,
311ἄνευ τοῦ ὁποίου δὲν ἠμπορεῖ νὰ παραδεχθῇ τὸ Σύνταγμα ὁ
312Βασιλεὺς, ἐνῷ καθ’ ὅλα τὰ ἄλλα τὸ παραδέχεται, ὡς ὅρος, ἄνευ
313τοῦ ὁποίου ἡ Βασιλεία μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας
314δὲν ἐννοεῖ τίνι τρόπῳ εἶναι δυνατὸν νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον.
315§29ΣΧΙΝΑΣ. Ἡμεῖς πρέπει νὰ εἰπῆτε, τί ἀναφέρετε τὴν Βα-
316σιλείαν;
317§30ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πρόκειται περὶ Συντάγματος, δὲν πρό-
318κειται περὶ κυβερνητικῆς πράξεως· διὰ τοῦ Συντάγματος συν-
319αλλάσεται τὸ ἔθνος μὲ τὴν Βασιλείαν· ἡμεῖς εἴμεθα τὰ ὄργανα,
320τὰ ὁποῖα εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν φέρομεν τὰς ἰδέας καὶ τὰς
321παρατηρήσεις τῆς Βασιλείας ἐνώπιόν σας. Ἀντὶ λοιπὸν νὰ σᾶς
322φέρωμεν ὕστερον αὐτὴν τὴν παρατήρησιν, ἡ ὁποία τίθεται ὡς ὅρος,
323καὶ νὰ χάσωμεν τὸν καιρόν μας, τὴν φέρομεν ἀπὸ τοῦδε καὶ σᾶς
324λέγομεν, ὅτι αὐτὸ, τὸ ὁποῖον φέρομεν, εἶναι ὅρος ἀναπόφευκτος.
325§31ΣΧΙΝΑΣ (διακόπτων). Εἶναι πρότασις ὑπουργική.
326§32ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ. Εἰς τὸ διάγγελμα δὲν κάμνετε λόγον περὶ
327δημοτικοῦ Νόμου· ἡ Κυβέρνησις τί σκοπὸν ἔχει;
328§33ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν θέλητε, ἀπαντῶ, διότι περὶ τοῦ Νό-
329μου τούτου ἔχω ἀπάντησιν καταφατικὴν, ὅτι εἶναι παραδεκτός.
330§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Σχινᾶς ἐπιμένει νὰ ἐρωτήσω τὴν
331Συνέλευσιν, ἂν ὑποστηρίζῃ τὴν πρότασίν του περὶ παραπομπῆς
332τῆς τροπολογίας τῶν ὑπουργῶν εἰς τὴν ἐπιτροπήν; (θόρυβος).
333Κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Χρηστό-
334πουλος.
335§35ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὅταν, Κύριοι, πρό τινων ἡμερῶν ἐντὸς
336τοῦ περιβόλου τούτου 210 φωναὶ κατεψήφισαν κατὰ τῆς ὑπάρ-
337ξεως τῆς Γερουσίας, ἠπόρησα κατ’ ἐμαυτὸν ἰδὼν δύω ἄκρα
338ἀντίθετα συμμαχήσαντα κατὰ τὴν ὥραν ἐκείνην, καὶ τὴν ἀπο-
339ρίαν μου ταύτην ἐξέφρασα εἰς διαφόρους φίλους μου· δὲν ἤξευρα
340ποῦ ν’ ἀποδώσω τὴν ἔκτακτον ἐκείνην συμμαχίαν· πῶς, ἔλεγον,
341οἱ ἄνθρωποι οἱ ἄκρως συντηρητικοὶ, οἱ ὁποῖοι ἦλθον ἐνταῦθα,
342καὶ ἰδίως οἱ ἀδελφοὶ Ἑπτανήσιοι, μὲ τὴν πρόθεσιν ὡς λέγουν
343νὰ ὑποστηρίξωσι τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας, (τὰ ὁποῖα
344οὐδεὶς ἠμφισβήτησεν) νὰ ὑποστηρίξωσι μίαν μόνιμον Κυβέρ-
345νησιν, ψηφίζουσι σήμερον κατὰ τῆς Γερουσίας· μοὶ ἔλεγον, ὅτι
346ἐψήφισαν κατὰ πεποίθησιν, διότι εἶχον ὑποφέρει ἀπὸ τὴν Γε-
347ρουσίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον εἰς τὴν Ἑπτάνησον, καὶ ἐθεώρησαν,
348ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τοιοῦτον σῶμα.
349Ἠπόρησα περισσότερον, ὅταν εἶδον νὰ ὑποστηρίζηται ἀφ’ ἑνὸς
350ἡ σύστασις τῆς Γερουσίας ἀπὸ τὸν ἰσχυρὸν ὑπουργὸν τὸν Κύριον
351Κουμουνδοῦρον, ὁ ὁποῖος εἰς πᾶσαν περίστασιν δύναται νὰ συγ-
352κεντρώσῃ τὰς ψήφους τῶν φίλων του ὑπὲρ τῆς ἰδέας του, καὶ
353ἀφ’ ἑτέρου οἱ φίλοι του νὰ καταψηφίζωσιν. Πῶς, ἔλεγον, ὁ
354ὑπουργὸς ἐκεῖνος δὲν ἠδυνήθη νὰ συγκεντρώσῃ τὰς ψήφους τῶν
355φίλων του ὑπὲρ τῆς ἰδέας, ἣν ἐνθέρμως ὑπεστήριζεν, ἐνῷ εἰς
356δευτερεύοντα ζητήματα τοὺς εὑρίσκει προθύμους;
357§36ΑΘ. Β. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐπειδὴ δίδετε τὴν ψῆφόν Σας ὑπὲρ
358ἀτόμων, νομίζετε ὅτι ὅλοι εἶνε ἔτσι.
359§37ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Καὶ εἴς τινα φίλον μου Ἑπτανήσιον ἐξέ-
360φρασα τοὺς φόβους μου· φοβοῦμαι, τῷ εἶπον, μήπως, ἀποῤῥί-
361πτοντες τὴν Γερουσίαν, φέρητε τὴν σύστασιν ἑτέρου σώματος,
362Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας· (ἐξ ἀριστερῶν εὖγε! εὖγε! ἐκ
363δεξιῶν ὤ! ὤ!). Ὁ φίλος μου δὲ ἐκεῖνος μοὶ εἶπεν ἀμέ-
364σως «οὔτε κἂν νὰ τὸ φαντασθῆτε· εἶνε ἀδύνατον νὰ τολμήσῃ
365τις νὰ φέρῃ τοιαύτην πρότασιν εἰς τὴν Συνέλευσιν· τὴν ἔφερον
366οἱ ἀδελφοὶ Ἄννινοι, μὴ τοὺς λογαριάζητε, διότι εἴδατε, ὅταν οἱ
367Ἄννινοι ἀνέγνωσαν τὴν πρότασίν των, ὅτι ὅλη ἡ Συνέλευσις ἐ-
368κάγχασεν» ἴσως τοῦτο ἐθεώρησαν οἱ ὑπουργοὶ ὡς κείμενον τῆς
369Συνελεύσεως ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου.
370§38ΑΝΝΙΝΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον.
371§39ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἐννοῶ νὰ ἐλαττώσω τὴν ὑπόληψιν,
372τὴν ὁποίαν ἔχω εἰς τοὺς ἀδελφοὺς Ἀννίνους, ἐξεναντίας εἶνε
373λίαν ἀξιότιμοι καὶ ἔπραξαν τοῦτο κατὰ πεποίθησιν.
374§40ΑΝΝΙΝΟΣ. Μόνον κατὰ πεποίθησιν.
375§41ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ λέγω, ὅστιςδήποτε καὶ ἂν ἤθελε τὴν
376παρουσιάσει, δὲν ἤθελεν ἀκούσει παρὰ ὅ,τι ἤκουσεν ὁ Κύριος
377Ἄννινος. Καὶ πραγματικῶς ἔπρεπε νὰ συμβῇ ὅ,τι συνέβη, ἔπρεπε
378νὰ ἐνεργηθῶσιν ὅσα διενεργήθησαν, ἔπρεπε νὰ μεσολαβήσουν,
379ὅσα ἐμεσολάβησαν, ἵνα ἔλθῃ ἡ πρότασις τῶν πληρεξουσίων καὶ
380ὑπουργῶν (διότι ὡς πρότασιν τὴν θεωρῶ ἀκόμη) καὶ νὰ
381ἐπιμένουν ὑποστηρίζοντες τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου τῆς
382Ἐπικρατείας. Σημειώσατε, Κύριοι, ἀκριβῶς πότε ἦλθεν αὐτὴ ἡ
383πρότασις. Ἦλθεν, ὅταν αὐτὴ ἡ Συνέλευσις ἐψήφισε τὸ ἄρθρον
384ἐκεῖνο, διὰ τοῦ ὁποίου εἶπεν, ὅτι ἡ ἐκλογὴ τῶν Βουλευτῶν θέ-
385λει γίνεσθαι μυστικῶς διὰ σφαιριδίων καὶ ὁ ἐκλεγόμενος βου-
386λευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ἀνήκῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ἀπὸ τὴν ὁποίαν
387ἐκλέγεται, δηλ. τὸ ἔφερον ὕστερον, ἀφ’ οὗ εἶδον, ὅτι τινὲς πολι-
388τικῶς χρεωκοπημένοι, οὕτως εἰπεῖν, ἀπηλπισμένοι ἀπὸ τοῦ νὰ
389εἰσέλθωσιν εἰς τὴν Βουλὴν, μὴ εὑρίσκοντες θέσιν τινὰ νὰ καθέ-
390ξωσιν εἰς τὴν πολιτείαν, ἀναγκαῖοι δὲ εἰς τὸ σύστημα, δι’ αὐτὸ
391ἔπρεπε νὰ πλάσωσιν ἓν πολιτικὸν σῶμα, διὰ νὰ τοὺς οἰκονο-
392μήσωσι· (χειροκροτήματα εἰς τὸ ἀκροατήριον. Εὖγε! εὖγε!).
393§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἀνέχομαι τὴν ἐπέμβασιν τοῦ ἀκροατηρίου·
394εἰς δευτέραν παρεκτροπὴν, θὰ ζητήσω τὴν ἄδειαν νὰ ἀποβά-
395λουν τοὺς ἀτακτοῦντας. Ἡσυχία· ἂς σεβασθῶμεν ἡμᾶς αὐτούς.
396§43ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἦλθον νὰ πλάσουν θέσεις, νὰ περιφρονή-
397σουν τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα, διότι, μὴ νομίζητε, Κύριοι, πα-
398ραδεχομένου τοῦ συμβουλίου, ὅτι θὰ παρακαθήσουν ἐντὸς αὐ-
399τοῦ οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι παρεκάθηντο ἄλλοτε εἰς τὸ
400συμβούλιον ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον, καί τοι περιέχον ἐν αὐτῷ τὸν
401Κολοκοτρώνην, τὸν Ζαΐμην, τὸν Μεταξᾶν, Μαυρομιχάλην καὶ
402τινας ἄλλους ἐπισήμους ἄνδρας τῆς πατρίδος, κατηργήθη. Θὰ
403καθήσουν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ποτὲ δὲν ἦλθον, οὐδὲ θὰ ἔλθουν
404εἰς συνάφειαν μὲ τὸν τόπον καὶ τὰς ἐπαρχίας, οἱ κηφῆνες....
405§44ΒΡΑΤΣΑΝΟΣ. Δὲν θὰ εἶναι αὐτόχθονες;
406§45ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ὁμιλῶ περὶ αὐτοχθόνων. Λοιπὸν, Κύ-
407ριοι, αὐταὶ αἱ σκέψεις, αὐταὶ αἱ ἰδέαι μὲ ἔπεισαν νὰ ἔλθω ἀπὸ
408τοῦ βήματος, καὶ νὰ ἀποκρούσω μὲ ὅλην τὴν πεποίθησιν, μὲ
409ὅλην τὴν δύναμιν, τὴν παραδοχὴν τῆς ἀρχῆς αὐτοῦ τοῦ Συμ-
410βουλίου. Ἐπερίμενα, ὅταν εἶδον τὸν ἀξιότιμον Κ. Κουμουνδοῦ-
411ρον ἀναβάντα τὸ βῆμα, νὰ ἀκούσω ἐπιχειρήματα, καὶ εἶχον
412πεποίθησιν, ὅτι ἤθελε φέρει τοιαῦτα, διότι ἔχει ἀληθῆ εὐφυΐαν
413καὶ ὁσάκις ὑποστηρίζει ἐν πεποιθήσει μίαν ἰδέαν, γνωρίζει κάλ-
414λιστα νὰ τὴν ὑπερασπισθῇ· ἀλλὰ σήμερον τὴν εὐφυΐαν του τὴν
415ἔχασε, καὶ διὰ τοῦτο εἰς τὸ τέλος κατέφυγε νὰ ἀρυσθῇ δυνά-
416μεις ἀπὸ ἐκεῖ, ὅπου δὲν ἔπρεπε νὰ ἀρυσθῇ. Μᾶς ἔφερε τὴν πο-
417λιτικὴν ἀνάγκην, καὶ ὡς ὅρον τῆς ὑπογραφῆς τοῦ Συντάγμα-
418τος τὴν ὕπαρξιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Κύριοι, τί
419εἶναι τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον μᾶς ἔφερον
420οἱ Κ. ὑπουργοί; Εἶναι σῶμα πολιτικόν; Ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι
421τοῦ ἔθνους; Ἔχει εὐθύνην ἀπέναντι τῆς Βασιλείας; Δὲν ἔχει
422τίποτε ἀπὸ αὐτά· τί τὸ θέλετε λοιπὸν, Κ. ὑπουργοὶ, αὐτὸ τὸ
423μορμολύκιον; Τὸ θέλετε νὰ προπαρασκευάζῃ τοὺς Νόμους,
424τὸ θέλετε νὰ συναρμολογῇ τοὺς Νόμους. Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε
425πῶς συνετάττοντο οἱ Νόμοι; Συνετάττοντο ἀπὸ τοὺς ὑπουρ-
426γοὺς, καὶ ὁσάκις ὑπῆρχεν ἀμφιβολία ἐσχηματίζετο ἐπιτροπὴ
427ἀπὸ νομομαθεῖς καὶ εἰδικοὺς ἀνθρώπους, καὶ αὐτοὶ ἐγνωμοδότουν·
428αὐτοὶ δὲν δύνανται καὶ ἤδη ν’ ἀναπληρόνωσι τὴν ἀνάγκην
429ταύτην; ἢ νομίζετε, ὅτι εἰς τὸ μέλλον θὰ διοικούμεθα ὅπως
430καὶ εἰς τὸ παρελθόν; Λέγετε, ὅτι οἱ Νόμοι δὲν δύνανται νὰ
431ἐφαρμοσθῶσι, διότι δὲν ὑπάρχουν εἰς ἁρμονίαν μεταξύ των· δὲν
432τὸ πιστεύω· ἀλλ’ ἂν τοῦτο εἶναι ἀληθὲς, τοῦτο ὀφείλεται εἰς τὸ
433παρελθόν. Τότε ἕκαστος ὑπουργὸς κατ’ ἰδίαν ἀρέσκειαν ἔφερε
434Νόμον καὶ ἤρκει τὸ ὄνομα τοῦ Ἡγεμόνος νὰ ψηφισθῇ ὅπως
435εἶχεν. Ἐνθυμοῦμαι, ὅτι εἷς ὑπουργὸς εἰς τὴν τελευταίαν Βουλὴν
436ἐντὸς τῆς Βουλῆς τοῦ ἦλθεν ἡ ἰδέα νὰ κάμῃ ἕνα Νόμον, ἐπὶ
437τῆς τραπέζης τὸν συνέταξε καὶ ἡ Βουλὴ τὸν ἐψήφισεν ἀμέσως.
438Βεβαίως, καθὼς ἐφέρατε τότε τοὺς Νόμους ζητοῦντες τὴν ἄμε-
439σον ἐπιψήφισίν των, ἦτο ἑπόμενον νὰ συμβῶσι καὶ λάθη, ἀλλ’
440ὅταν προπαρασκευάζητε μὲ ἄνεσιν τοὺς νόμους, συμβουλευό-
441μενοι καὶ τοὺς ἁρμοδίους ὑπαλλήλους τοὺς διακρινομένους ἐπὶ
442ἱκανότητι καὶ πολυχρονίῳ πείρᾳ, ἔπειτα τοὺς βασανίζετε εἰς
443τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, τὶ ἔχετε νὰ φοβῆσθε, ἀφοῦ μάλιστα
444κατὰ τὸ ψηφισθὲν Σύνταγμα διὰ νὰ κυρωθῇ εἷς νόμος θέλει ψηφί-
445ζεσθαι παρὰ τῆς βουλῆς εἰς τρεῖς διαφόρους συνεδριάσεις;
446Νομίζω, ὅτι οὐδὲν ἐπιχείρημα ἔφερεν ὁ ὑπουργός, ἵνα ὑπο-
447στηρίξῃ τὴν σύστασιν τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας· ἓν μόνον
448ἔφερεν, ὅτι ἀπαιτεῖται ὡς ὅρος παραδοχῆς τοῦ Συντάγματος.
449Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Κράτους ἠθέλησαν
450εἰς τὴν προκειμένην περίστασιν ν’ ἀναμίξωσι τὸ ὄνομα τοῦ
451Ἡγεμόνος· εἶναι ἀληθὲς, καὶ δὲν συμφωνῶ μέ τινα τῶν Κυρίων
452πληρεξουσίων, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ
453παρατηρήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, ὅτι ὁ Βασιλεὺς ὡς συμ-
454βαλλόμενον μέρος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ ὅσας νομίσει ἀναγ-
455καίας παρατηρήσεις, ἀλλὰ τότε μόνον, ὅταν ἐκφρασθῇ προη-
456γουμένως τὸ ἔθνος, ὅταν δηλώσῃ ὑπὸ ποῖον πολίτευμα θέλει
457νὰ διοικηθῇ, καὶ ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις ὑποβάλῃ ὁλόκληρον τὸ
458ἔργον της ὑπὸ τὴν σκέψιν τοῦ Βασιλέως, ὁ Βασιλεὺς δύναται
459νὰ φέρῃ τὰς παρατηρήσεις του, καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀπό-
460κειται νὰ τὰς παραδεχθῇ, ἂν αὗται ὦσι σύμφωνοι μὲ τὰς
461εὐχὰς τοῦ ἔθνους. Ἐν ὅσῳ ὅμως τὸ ἔθνος δὲν ἐκφρασθῇ, δὲν
462ἀποφασίσῃ ὁριστικῶς ποῖον εἶναι τὸ πολίτευμα, ὑπὸ τὸ ὁποῖον
463θέλει νὰ διοικηθῇ, οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔπρεπε νὰ φέρουν μίαν τοι-
464αύτην πρότασιν· αὐτὸ εἶναι μία πίεσις. Μᾶς εἶπον, δὲν ἔχομεν
465καιρὸν ἔπειτα· ὅταν πρόκηται, Κύριοι, περὶ σπουδαίου ἀντι-
466κειμένου, περὶ τοῦ μέλλοντος τῆς πατρίδος μας, δὲν ἔχομεν
467ἀνάγκην νὰ λογαριάζωμεν τὸν καιρόν· πρέπει νὰ σκεφθῇ τὸ
468ἔθνος ὡρίμως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐπικρατείας, πρέπει νὰ
469σκεφθῇ ὡρίμως πρὸς τὸ συμφέρον τῆς Βασιλείας, καὶ νὰ φέρῃ
470τὴν ψῆφον του ἐν πεποιθήσει.
471Ἐπειδὴ, Κύριοι, ἀνέμιξαν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως, εἰς τὸ
472ζήτημα τοῦτο, νομίζω, ὅτι καὶ ἡμεῖς δυνάμεθα νὰ κάμωμεν
473αὐτοῦ χρῆσιν. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι, ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἔδωσεν
474ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὸν ὅρκον του, εἶπεν, ὅτι θέλει παρα-
475δεχθῇ τὸ Σύνταγμα, ὅπως ψηφίσει αὐτὸ ἡ Συνέλευσις, καὶ
476μολαταῦτα, ἐγὼ λέγω, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ παρατη-
477ρήσεις ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Ἤδη τί λέγει ὁ Βασιλεὺς ἐν τῷ
478διαγγέλματι; Ὅλα ὅσα ἡ Συνέλευσις ἐψήφισεν θέλει τὰ παραδεχ-
479θῆ, συνιστᾷ ὅμως τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρα-
480τείας. Αὐτὴ ἡ ἰδέα δὲν εἶναι τοῦ Βασιλέως, εἶναι ἰδέα ξενική.
481(εὖγε εὖγε.) Ἂν τὸ ἔθνος προσκληθῇ νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην
482του, θὰ σᾶς εἰπῇ, ὅτι τὸ φυτὸν αὐτὸ, τὸ ὁποῖον θέλετε νὰ φυτεύ-
483σητε εἰς τὸν τόπον, δὲν τὸ δέχεται, διότι καὶ ἄλλοτε τὸ εἶχε
484καὶ τὸ ἀπέκρουσε μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Σεπτεμβρίου.
485§46ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἦτο ἄλλο τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο.
486§47ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁποῖα μεταβολὴ χρόνων! Ἐνθυμοῦμαι
487τότε — εἰς τὸ ἀκροατήριον ἤμην τῆς Συνελεύσεως ἐκείνης, ὅτε
488εἰσῆλθε τὸ συμβούλιον ἐκεῖνο τῆς Ἐπικρατείας, — καὶ ὁ λαὸς
489τότε καὶ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, ἂν καὶ ἐσέβοντο τοὺς ἀγῶνας καὶ
490τὰς θυσίας τῶν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι τὸ συνεκρότουν, παντοῦ
491ἠγέρθησαν φωναὶ κάτω, κάτω, καὶ ἔκτοτε τὸ συμβούλιον ἐκεῖ-
492νο ἔπεσε· καὶ σήμερον, κατὰ τὸ ἔτος 1864, εὑρίσκονται ἄνθρω-
493ποι, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν μετὰ ζήλου τὴν ὕπαρξιν τοῦ τέρα-
494τος τούτου! (θόρυβος) Τέρας εἶναι, διότι δὲν ἔχει τίποτε τέ-
495λειον, δὲν βλέπω τὸν σκοπὸν τῆς συστάσεώς του, εἰμὴ μόνον
496διὰ νὰ οἰκονομήσωσι πρόσωπα τῆς εὐνοίας των.
497§48ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣ. (ἐξ ἀριστερ.) Γηροκομεῖον.
498§49ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τελειόνω, Κύριοι, μὲ τὴν ἑξῆς παρα-
499τήρησιν. Ὅταν ὁ Βασιλεὺς ἀνεχώρει ἐκ τῆς Κοπενάγης, ὁ ἀεί-
500μνηστος θεῖος του Φριδερῖκος ἀποχαιρετῶν αὐτὸν τῷ εἶπεν, ὅτι
501«ἡ ἰσχύς Σου πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀγάπη τοῦ Λαοῦ σου.» Πι-
502στεύετε, Κύριοι, ὅτι ὁ λαὸς δέχεται τὴν ὕπαρξιν Συμβουλίου
503τῆς Ἐπικρατείας; ψηφίσατέ το καὶ ὁ λαὸς ἂς κρίνῃ ἂν καλῶς
504ἐπράξατε ἢ κακῶς. Ὁ αὐτὸς φιλλέλην Βασιλεὺς Φριδερῖκος
505προπέμπων τὸν Γεώργιον ἐξέφρασε καὶ τὴν ἑξῆς ἐπιθυμίαν·
506ἐπιθυμῶ, ἔλεγεν, οἱ Ἕλληνες νὰ λέγωσιν εἰς τὸν Γεώργιον πάν-
507τοτε τὴν ἀλήθειαν ὅσον πικρὰ καὶ ἂν εἶναι. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρο-
508νῶ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπι-
509κρατείας, πρέπει νὰ εἴπωμεν καθαρῶς τὴν ἀλήθειαν πρὸς τὸν
510Ἡγεμόνα καὶ θὰ τὴν ἀκούσῃ ὁ Ἡγεμών. Ὀφείλομεν οἱ ἀντιπρό-
511σωποι τοῦ ἔθνους νὰ παραστήσωμεν εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ὅτι
512κακῶς τῷ παρέστησαν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐξέφρασεν εὐχὴν ὑπὲρ
513τοῦ Συμβουλίου, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει ὅ,τι θέλει τὸ ἔθνος, ὅτι
514τὸ ἔθνος ἀποκρούει τὸν θεσμὸν τοῦτον καὶ οἱ ὑποστηρίξαντες τὸ
515ἐναντίον πρὸς αὐτὸν δὲν εἶναι εἰλικρινεῖς, θέλουσι νὰ φέρωσι δι-
516αίρεσιν εἰς τὸ ἔθνος, θέλουσι νὰ περιφρονήσωσι τὸ ἐπαρχιακὸν
517πνεῦμα. Ἀντιπρόσωποι τῶν ἐπαρχιῶν, συλλογισθῆτε, ὅτι θέλετε
518δώσει λόγον εἰς τοὺς ἐντολεῖς σας καὶ εἰς τὸ ἔθνος, καὶ πράξατε
519ὅ,τι τὸ συμφέρον αὐτοῦ ἀπαιτεῖ, ἵνα μὴ μεταμεληθῆτε.
520§50ΙΩ. ΑΝΝΙΝΟΣ. Δὲν ἐπερίμενα, Κύριοι, ὅτι σήμερον ἔμελλον νὰ
521προσκληθῶ, καὶ ποσῶς δὲν ἐπερίμενα, ὅτι τὸ ζήτημα ἤθελε λά-
522βει τοιαύτην ὄψιν, ὁποίαν ἔλαβε. Καί τοι ὢν εἷς ἐξ ἐκείνων, οἵ-
523τινες ἐπρότειναν τὴν ἀρχὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ἐ-
524ταράχθην, Κύριοι, κατὰ τὴν πρώτην ἡμέραν, κατὰ τὴν ὁποίαν
525ἐπρότεινα αὐτὴν τὴν πρότασιν, διότι ἤκουσα ἀληθῶς καγχασμοὺς,
526ὡς εἶπεν ὁ προαγορεύσας, ἐκ μέρους τῆς Συνελεύσεως, ὅταν ἀνέ-
527γνωσα τὴν προσθήκην μου ταύτην περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπι-
528κρατείας. Ἐγὼ δὲν εἶχον τὴν πρόθεσιν, Κύριοι, νὰ ἀποκαταστήσω
529Συμβούλιον ἐπικρατείας, ἀλλὰ μίαν ἐπιτροπὴν εἰσηγητικὴν καὶ
530γνωμοδοτικήν· (εὖγε, εὖγε) σῶμα ὃ ἐστὶ συγκείμενον ἐξ 7 τὸ πολὺ
531προσώπων. Ἐνόμισα, ὅτι κατὰ τὴν νομοθεσίαν, τὴν ὁποίαν
532προλαβόντως εἰς τὸ σύνταγμα ἐθεσπίσαμεν, ἦτο ἀφεύκτως ἀ-
533ναγκαῖα μία ἐπιτροπὴ νὰ ἑτοιμάζῃ πρότερον τοὺς Νόμους.
534§51ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡ. Ἀρκετά.
535§52ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητὴς). Εἰς πάντα ἄλλον ἤθελεν εἶσθαι ἐπι-
536τετραμμένον νὰ εἴπῃ, ὅτι ἐδέχθη μὲν τὴν ἐντολὴν παρὰ τοῦ ἔθνους
537ὅπως παραστῇ εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος, ἀλλ’ ἀπρο-
538παρασκεύαστος κατελήφθη ὑπό τινων ζητημάτων, εἰς ἐμὲ ὅμως
539ἤθελεν εἶσθαι ἀσύγγνωστον τὸ τοιοῦτον· διὰ τοῦτο ἅμα οἱ συν-
540άδελφοί μου ἐκ τοῦ ἐθνικοῦ Πανεπιστημίου ἀπένειμόν μοι τὴν
541ἔξοχον τιμὴν ἵνα ἀντιπροσωπεύσω τὸ Πανεπιστήμιον ἐν τῇ Συν-
542ελεύσει ταύτῃ, ἐξέδωκα τὴν πολιτικήν μου ὁμολογίαν ἐν προ-
543γράμματι χρονολογουμένῳ τὴν 8 Δεκεμβρίου 1862, ἤτοι δύο
544ἡμέρας πρὶν ἢ ἀρχίσωσιν αἱ ἐργασίαι τῆς Συνελεύσεως· ἐν τῷ
545προγράμματί μου δὲ τούτῳ ἔλεγον διαῤῥήδην τὰ ἑξῆς. «Συμ-
546βούλιον τακτικὸν τῆς ἐπικρατείας, ἐξ εἰδικῶν νομομαθῶν συγ-
547κεκροτημένον εἰς προπαρασκευὴν τῶν νόμων, νομίζω τῶν ὧν
548οὐκ ἄνευ διὰ πᾶσαν εὔκοσμον πολιτείαν, ἐφ’ ᾧ καὶ θέλω ὑ-
549ποστηρίξει τὴν σύστασιν αὐτοῦ, διότι ἡ πεῖρα ἀπέδειξεν, ὅτι
550αἱ ἑκάστοτε φύρδην μίγδην συγκροτηθεῖσαι ἐπιτροπαὶ πρὸς
551σύνταξιν νόμων, συῤῥαφὴν μᾶλλον ἢ συγγραφὴν νομοθετη-
552μάτων ἐποίουν.»
553Πιστεύω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ φωνή μου δὲν θέλει ἀκουσθῇ
554παρ’ οὐδενὸς ὡς ἠχοῦσα ὑπὸ ἀλλοτρίας πολιτικὰς ἐμπνεύσεις,
555οὐδὲ τὸ φρόνημά μου ὡς ὑπεῖδιδον εἰς τοὺς πολιτικοὺς λόγους,
556οὓς ἐξέθετο ὁ ἔντιμος Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Πρὶν ἢ
557λάβωσι γένεσιν ἐν τοῖς Ἀνακτόροις οἱ πολιτικοὶ οὗτοι λόγοι,
558πρὶν ἔτι ὁ Βασιλεὺς Γεώργιος κατέλθῃ εἰς Ἑλλάδα, ἐφρόνουν
559ταῦτα, τοιαῦτα δὲ καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τοῦ πολιτεύματος ἐξή-
560νεγκον, καὶ σᾶς παραπέμπω εἰς τὴν σελίδα 47 τῆς ὑπ’ ἐμοῦ
561ὡς εἰσηγητοῦ συνταχθείσης ἐκθέσεως, ὅπως ἴδητε, ἂν συνῳδὰ
562τοῖς σήμερον ῥηθησομένοις ὑπ’ ἐμοῦ καὶ τότε δὲν ἐλάλησα·
563ὥστε ἡ φωνή μου, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, ἔσται τῆς
564ἐπιστήμης ἡ φωνὴ, τῆς ἐπιστήμης, ἡ ὁποία μοὶ ὑπηγόρευσε τὴν
565ἀρχὴν καταδείξατά μοι τὴν ἀνάγκην.
566§53ΜΙΑ ΦΩΝΗ. Σὺ ἤθελες καὶ τὴν Γερουσίαν...
567§54ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Καλῶς λέγεις, ὅστις ἂν ἦσαι· ναὶ, ὑπεστήριζον
568ἐγὼ καὶ τὴν Γερουσίαν, καὶ ἔχω τὸ θάῤῥος καὶ σήμερον νὰ
569εἴπω, ὅτι εὔχομαι νὰ εὑρεθῶ ἡττημένος τὴν γνώμην ταύτην,
570διότι ἀπεύχομαι τὸ νὰ ὑποστῇ ἡ πατρίς μου οἱονδήποτε πο-
571λιτικὸν δυστύχημα, ὅπως ἡ γνώμη μου καταδειχθῇ ἀλάνθαστος·
572κηρύττω δ’ ἀπὸ τοῦδε, ὅτι, ἂν καταδειχθῶ σφαλὼν, ἡ Ἑλλὰς
573θέλει δώσει πρώτη τὸ παράδειγμα πολιτείας βαινούσης μὲν
574ἐπὶ ἕνα πόδα, στεῤῥῶς δὲ βαδιζούσης. Φοβοῦμαι ὅμως, ὅτι ἡ
575ἐπαναστατικὴ αὐτῆς περίοδος θέλει παραταθῆ, διότι ὡς δόγμα
576πολιτικὸν ἔχω, ὅτι αἱ ἐπαναστάσεις ἀπὸ μονήρους Βουλῆς ἄρ-
577χονται καὶ καταλήγουσιν εἰς δύω Βουλάς. Εὔχομαι νὰ ψευ-
578σθῶσιν αἱ ἰδέαι μου, διότι θέλει μείνει ἡ τιμὴ αὕτη εἰς τὴν
579Ἑλλάδα, ὅτι ἠδυνήθη μὲ μίαν μόνην Βουλὴν νὰ κυβερνηθῇ συν-
580ταγματικῶς καὶ ἀταράχως. Φανερὰ ἐγένετο ἡ ψηφοφορία, καὶ
581τολμῶ νὰ εἴπω, ὅτι, ἂν ἡ Συνέλευσις δὲν κατέσπευδε τὴν
582ψήφισιν τοῦ περὶ Γερουσίας ἄρθρου, ἤθελον καὶ ἐγὼ λάβει τὸν
583λόγον καὶ κηρύξει ἐντεῦθεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὁποῖοι
584λόγοι μοὶ ὑπηγόρευον νὰ ὑποστηρίξω τὴν Γερουσίαν. Ἀλλὰ σή-
585μερον δὲν πρόκειται περὶ τῆς Γερουσίας, πρόκειται περὶ τοῦ
586συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας· εἰ δὲ προέταξα τὸν σύντομον
587τοῦτον πρόλογον, ἔπραξα τοῦτο ὅπως προκαταλάβω πᾶσαν κα-
588κόβουλον ἰδέαν, ἥτις ἠδύνατο νὰ ἐξενεχθῇ κατ’ ἐμοῦ διὰ νὰ
589ἐλαττώσῃ τῶν λόγων μου τὸ σθένος, παριστῶσά με ὡς εἰς ἐμ-
590πνεύσεις κυβερνητικὰς ἐνδίδοντα καὶ ξένην ὑποστηρίζοντα γνώ-
591μην. Κατάδηλον ἤδη κατέστησα, ὅτι τὴν ἡμέραν, ὅτ’ ἐξέδιδον
592τὸ πρόγραμμά μου, ὑπ’ οὐδενὸς ἐπιεζόμην, οὐδεὶς ἐφαντάζετο
593τότε, ὅτι ἤθελεν εὐτυχήσει ἡ Ἑλλὰς νὰ λάβῃ τον Γεώργιον
594Βασιλέα, καὶ ὅτι ὁ Βασιλεὺς ἤθελεν ἔχει ὁμοίαν τῇ ἐμῇ γνώμην
595περὶ τῆς ἀνάγκης συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Ἀμερολήπτως
596λοιπὸν καὶ ἀπαθῶς θέλω ἐκθέσει τοὺς λόγους πρὸς ὑποστήριξιν
597τοῦ προτεινομένου συμβουλευτικοῦ μὲν ἁπλῶς, σπουδαιοτάτου
598δὲ τούτου σώματος.
599Εἰμὶ, Κύριοι, εἷς ἐκ τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων, πρὸς οὓς αἱ ἑκά-
600στοτε Κυβερνήσεις ἀπέδιδον τὴν τιμὴν νὰ προσκαλῶσι συμβού-
601λους εἰς τὴν συγγραφὴν τῶν νόμων· ἐπὶ ἓξ ἔτη μάλιστα διε-
602τέλεσα τακτικὸς σύμβουλος τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν,
603εἰς πλεῖστα δὲ καὶ σπουδαῖα νομοθετήματα ἔτυχεν οὕτω νὰ
604λάβω μέρος. Ἀλλ’ αὐτὴ ἡ πεῖρα μ’ ἔπεισεν ἔτι μᾶλλον, ὅτι ἡ
605ἔλλειψις τακτικοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, ὑπὸ τοὺς κυ-
606ριωτέρους ὅρους, οἱ ὁποῖοι διαγράφονται ἐν τῇ προτάσει τῶν
607πληρεξουσίων Κανάρη, Κουμουνδούρου, Δεληγιάννη καὶ Λόντου,
608ἔβλαπτε τὴν πολιτείαν· ἰδοὺ δὲ πῶς. Συνεκροτεῖτο ἐν παρα-
609δείγματι μία ἐπιτροπὴ, ἵνα συνέλθῃ καὶ ἐργασθῇ εἰς τὸ ὑπουρ-
610γεῖον τῶν Ἐσωτερικῶν, ἄλλη συγχρόνως εἰργάζετο εἰς ἄλλου
611νόμου σύνταξιν εἰς τὸ τῶν Οἰκονομικῶν, ἄλλη εἰς τὸ τῆς Δι-
612καιοσύνης, ἄλλη εἰς τὸ τῶν Ναυτικῶν, καὶ οὕτως ἐφεξῆς. Κατὰ
613τὸ 1855 ἐπὶ τῆς ὑπουργείας του Κ. Μαυροκορδάτου ἔτυχον
614ὢν ταυτοχρόνως μέλος δεκαεπτὰ ἐπιτροπῶν ἐν διαφόροις ὑπουρ-
615γείοις· ἐν ἑκάστῃ τῶν ἐπιτροπῶν τούτων ἄλλοις ἐνετύγχανον
616συνεργάταις, ἐν ἑκάστῃ αὐτῶν ἀλλοῖον κατῆρχε πνεῦμα. Καὶ
617νομίζετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οἱ Νόμοι μιᾶς πολιτείας εἰσὶ το-
618σοῦτον αὐτοτελῆ ὄντα δυνάμενα νὰ ἐγκαθιδρυθῶσιν ἀνεξαρτή-
619τως τὸ ἓν τοῦ ἑτέρου, δυνάμενα νὰ διέπωσιν ἀσυγκρούστως
620τὴν αὐτὴν πολιτείαν, χωρὶς νὰ λαμβάνωνται διόλου ὑπ’ ὄψιν
621αἱ μεταξὺ ἀλλήλων σχέσεις; Ὄχι, Κύριοι, ἡ νομοθεσία εἶναι ἓν
622σύνολον, καὶ διὰ τοῦτο ὅλα τὰ μέρη αὐτῆς πρέπει νὰ ὦσιν ἐν
623ἁρμονίᾳ πρὸς ἄλληλα. Ἄλλως δὲ, Κύριοι, φαντάσθητε ἓν ἄγαλ-
624μα, τοῦ ὁποίου ὁ εἷς τεχνίτης κατεσκεύασε τὴν κεφαλὴν, ἄλλος
625δὲ τὰς χεῖρας, ἄλλος τὸ στέρνον καὶ ἄλλος τοὺς πόδας, χωρὶς
626οὐδεὶς τῶν τεχνιτῶν νὰ ἔλαβεν ἀπὸ τοῦ αὐτοῦ προτύπου τὰ
627μέτρα καὶ τὰς ἀναλογίας. Ὁποῖον ἄγαλμα θέλετε ἔχει; Τοιοῦ-
628τον βεβαίως, οἷον οὔτε Φειδίας, οὔτε Πολύκλειτος ἤθελον ὁμο-
629λογήσει ὡς ἰδικόν των· ἤθελεν εἶσθαι ἄθλιόν τι ἀποκύημα τὸ
630τοιοῦτον, ἀθλία συναρμογὴ, οὐδέποτε ὅμως ἐναρμόνιόν τι σύνο-
631λον, κἂν ἕκαστον αὐτοῦ μέρος ἰδίᾳ λαμβανόμενον ἤθελεν εἶσθαι
632τέλειον κατὰ τὴν τεχνουργίαν. Αὐτὴ λοιπὸν ἡ ἁρμονία, ἥτις
633ἀπαιτεῖται εἰς πᾶσαν νομοθεσίαν, καὶ ἥτις μέχρι τοῦδε ἐλλεί-
634πει ἀπὸ τῆς ἡμετέρας, ἐκτὸς τῶν ἐπὶ τῆς ἀντιβασιλείας συγ-
635γραφέντων ὑπὸ τοῦ Μάουρερ καὶ Ἄβελ νόμων, οἵτινες ἐπιῤῥων-
636νύουσι τοὺς λόγους μου διὰ τῆς ἐν αὐτοῖς ἁρμονίας, ἡ ἁρμο-
637νία αὕτη, λέγω, πρόκειται νὰ ἐπέλθῃ εἰς τὸ μέλλον διὰ τῆς
638συστάσεως τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας.
639Τὰ μέλη τοῦ συμβουλίου τούτου πρέπει, ἐὰν πραγματικὴ
640καὶ εἰλικρινὴς σκέψις ὑπάρχῃ διὰ τὴν βελτίωσιν τῶν πραγμά-
641των τῆς πολιτείας, πρέπει νὰ λαμβάνωνται οὐχὶ ἐκ τῶν εὐ-
642νουστάτων, ἀλλ’ ἐκ τῶν ἱκανωτάτων· δὲν πρόκειται νὰ ᾖ τὸ
643συμβούλιον τοῦτο πρυτανεῖον πρὸς σίτισιν ἀχρήστων γερόντων,
644ὁπωσδήποτε χρησίμως ἐν τῇ νεότητι αὑτῶν ὑπηρετησάντων
645τὴν πολιτείαν. Ἱκανότητος λοιπὸν ἄνδρες γινώσκοντες τὰ
646ὑπάρχοντα, μεμελετημένοι περὶ τὴν καθόλου νομοθεσίαν, σα-
647φῶς τῆς θεωρίας κάτοχοι καὶ τρίβωνες τὴν πεῖραν, δυνάμενοι
648ὡς ἐκ τῆς θέσεώς των νὰ βλέπωσιν ὡς ἀπὸ σκοπιᾶς πῶς ἕκα-
649στος τῶν τοῦ Κράτους θεσμῶν ἐνεργεῖ, ποῦ δ’ ἡ ἔλλειψις, καὶ
650ποῖον τὸ ἐπισκευῆς χρῇζον, κατάλληλοι νὰ μελετῶσι τὰ κατὰ
651μέρος ἐν Ἑλλάδι συμβαίνοντα καὶ ἐνήμεροι τῶν εἰς ἄλλα Κρά-
652τη γιγνομένων, σχηματίζοντες ἐκ τῆς καθημερινῆς πρὸς ἀλλή-
653λους συναφείας καὶ συγχρωτίσεως ἰδέας κοινὰς, σκοποὺς κοινοὺς,
654καὶ διατυποῦντες ἓν σχέδιον κοινὸν, διὰ τῆς πρὸς ἀλλήλους
655δ’ ἀνακοινώσεως τῶν δημοσίων πραγμάτων διαμορφούμενοι
656αὐτοὶ οὗτοι, ὥστε νὰ καταστῶσιν ἱκανοὶ νὰ προεξεργάζωνται
657τοὺς νόμους, ὅπως φθάσῃ καὶ ἡ Ἑλλὰς ν’ ἀποκτήσῃ μίαν νομο-
658θεσίαν τελείαν, ἀγαθὴν καὶ ὅλως ἐθνικὴν, ἰδοὺ τὶ ζητεῖται παρ’
659ὑμῶν.
660Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, μάτην διὰ λέξεων κενῶν
661ἀγωνίζονταί τινες νὰ παραστήσωσιν ὡς σκοπὸν ἔχον ν’ ἀπο-
662κλείσῃ τὸ ἐπαρχιακὸν πνεῦμα· ἀλλὰ καὶ ἂν τοιοῦτον εἶχε σκο-
663πὸν, ἐγὼ ἔτι μᾶλλον ἤθελον τὸ ἀσπασθῆ, διότι τὸ πνεῦμα
664τοῦτο ἐγὼ τὸ πολεμῶ, καθότι ἓν ἔθνος δὲν εἶναι ὁμοσπονδία
665ἐπαρχιῶν διακεκριμένων τὰ ἤθη, τοὺς νόμους καὶ τὰς ἀνάγ-
666κας, τοὐναντίον τὸ ἔθνος κυριεύει τῶν κατὰ μέρος ἐπαρχιῶν,
667καὶ οὐχὶ ἑκάστη ἐπαρχία δεσπόζει τοῦ ἔθνους. Ὑμεῖς αὐτοὶ,
668Κύριοι, δὲν ἀνεγράψατε ὡς ἀρχὴν συνταγματικὴν, ὅτι καὶ
669αὐτοὶ οἱ ἀπὸ τῶν ἐπαρχιῶν ἐκλεγόμενοι Βουλευταὶ ἐκπροσω-
670ποῦσι τὸ ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐπαρχίαν, ὑφ’ ἧς ἐξελέχθησαν;
671Ἐὰν, Κύριοι, ἐρχώμεθα ἑκάστοτε προφέροντες λέξεις κενὰς
672ὑπεκκαιούσας ἀτομικὰς φιλοτιμίας, ὅπως ἀνατρέψωμεν πᾶν ὅ,τι
673καλὸν πρόκειται νὰ εἰσαγάγωμεν, ὅπως παραγνωρίσωμεν ἀλη-
674θείας προδιεγνωσμένας καὶ δεδοκιμασμένας ἐν ἄλλαις πολι-
675τείαις, αἴ! Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω μετὰ θάῤ-
676ῥους καὶ παῤῥησίας, ἐκληρονομήσαμεν τὰ κακὰ τῶν προγόνων
677μας, οὐχὶ δὲ καὶ τὰ καλὰ αὐτῶν.
678Τὸ συμβούλιον, Κύριοι, ὡς διατυποῦται ἐν τῇ προτάσει τῶν
679ἐντίμων ὑπουργῶν, δὲν εἶναι σῶμα πολιτικὸν, δὲν ἔχει ψῆφον
680νομοθετικὴν, ἀλλ’ ἁπλῶς γνωμοδοτικήν· ἐν αὐτῷ θέλει γίνε-
681σθαι μία προκατεργασία τοῦ νόμου, ὅπως οὗτος προπαρεσκευα-
682σμένος φέρηται εἰς τὸ συνέδριον τῶν ἀντιπροσώπων τοῦ ἔθνους,
683ἐντελῶς μεμελετημένος καὶ ἀκριβῶς συνεσχετισμένος πρὸς τὰς
684τῆς λοιπῆς νομοθεσίας διατάξεις. Ἄλλως, Κύριοι, ὅταν ἔρχων-
685ται οἱ νόμοι ῥιπτόμενοι ὡς πρότασις παρὰ τοῦ μὲν καὶ τοῦ
686δὲ, καὶ ἕκαστος προσθέτῃ τι, ἄλλος δὲ τροπολογῇ ἢ ἀφαιρῇ τι,
687ἐπαναλέγω, ὅτι ἔχετε τὸ ἐκτρωματικὸν ἐκεῖνο ἄγαλμα, περὶ οὗ
688πρὸ ὀλίγου ἔλεγον, δὲν θέλετε ὅμως ποτὲ ἀξιωθῆ νὰ λάβητε,
689οὔτε τὴν Ἥραν τοῦ Πολυκλείτου, οὔτε τὴν Ἀθηνᾶν, ἢ τὸν Ὀλύμ-
690πιον Δία τοῦ δαιμονίου Φειδίου· δὲν θέλετε καταστήσει ποτὲ
691ἐναρμόνιον τὴν πολιτείαν, ἀλλὰ καταδικάζετε τὴν Ἑλλάδα εἰς
692τὸ διηνεκὲς νὰ ἔχῃ νομοκέντρωνας διὰ νομοθεσίαν καὶ ῥακιοσυῤ-
693ῥαπτάδας ἀντὶ νομοθετῶν.
694Τίς δὲ φόβος, Κύριοι, μὴ τὸ συμβούλιον τοῦτο ἀντιπράττῃ
695πρὸς τὰς ἀποφάσεις τοῦ συνεδρίου τῶν ἐκλεκτῶν τοῦ ἔθνους;
696ποία σχέσις ὑπάρχει μεταξὺ αὐτῶν; φέρεται μάλιστα ἐν τῷ
697ὑποβληθέντι σχεδίῳ, ὅτι, ἂν τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας
698βραδύνῃ νὰ ἐκφέρῃ τὴν γνώμην του, αὐτὴ ἡ Βουλὴ δύναται νὰ
699προχωρήσῃ εἰς ψήφισιν τοῦ νόμου.
700Προσέτι, σημειώσατε καλῶς καὶ τοῦτο, οὐδὲν ἔχει τὸ συμ-
701βούλιον δικαίωμα ἀρνησικυρίας, ὡς οὐδ’ ἐγκρίσεως, οὐδὲ κατα-
702κρίσεως τῶν νομοθετημάτων τῆς Βουλῆς· θέλω μάλιστα προ-
703τείνει ὑμῖν ἐν δέοντι, ἵνα μὴ ἐπανέρχωνται πρὸς αὐτὸ τὰ προεξ-
704εργασθέντα μὲν ὑπ’ αὐτοῦ, τροπολογηθέντα δ’ ὑπὸ τῆς Βου-
705λῆς νομοσχέδια, ἵνα μὴ φαίνηται τοῦτο ἐλεγκτὴς τῶν νομο-
706θετικῶν τῆς Βουλῆς ἔργων. Ὥστε, ὡς βλέπετε, μόνον ἐργασίαν
707θέλουσιν ἔχει οἱ σύμβουλοι οὗτοι, καὶ τοιοῦτος ἦν καὶ ὁ σκο-
708πὸς τοῦ Κ. Ἀννίνου, ὡς ἄρτι ἐξηγήσατο ὑμῖν αὐτόν.
709Ἂν νομίζητε, Κύριοι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἢ, —ἐπειδὴ τὸ Σύν-
710ταγμα συζητοῦντες ἔστιν ἡμῖν συγκεχωρημένον νὰ μνημονεύω-
711μεν καὶ τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως, — ἢ ὁ Βασιλεὺς δύναται
712νὰ δεσπόσῃ τῆς Βουλῆς διὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας,
713εὑρίσκεσθε εἰς πλάνην ἀσύγγνωστον. Διότι ποίαν ἄρα γε ἰσχὺν
714δύναται νὰ ἔχῃ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας; Ὑποθέτω μᾶλλον,
715Κύριοι, ὅτι οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ αὐτὸ τὸ διδόμενον ὄνομα εἶναι,
716ὅπερ σᾶς φοβίζει, ἤθελε δὲ διαλυθῆ πᾶς φόβος ὑμῶν, ἂν τὸ
717πρᾶγμα μὲν γίνῃ, ἐκλείψῃ δὲ τὸ ὄνομα· καὶ συμπεραίνω τοῦτο,
718διότι, ὅτε ὡμίλει ὁ Κ. Ἄννινος καὶ ἐξέφραζε τὴν γνώμην του,
719ἡ πτέρυξ αὕτη (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν), ἡ φαινομένη, ὅτι ἔχει
720σκοπὸν νὰ καταψηφίσῃ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἔλεγε,
721μάλιστα, τοῦτο ἂς γίνῃ. Ἂν ἐρίζωμεν περὶ τοῦ ὀνόματος, Κύ-
722ριοι, τότε ὁμολογήσατε, ὅτι ματαιολογοῦμεν· ἂν ὅμως περὶ τοῦ
723πράγματος, ἐμβριθὴς συζήτησις θέλει ἀποδείξει, ὅτι τὸ πρᾶγμα
724εἶναι καὶ χρήσιμον καὶ ἀναγκαῖον· εἶναι δὲ καὶ ἀναγκαῖον ὅπως
725ἀναγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι, ὡς μέλλον προεξεργάζεσθαι τὰ τῇ
726προεισηγήσει τῶν Βουλευτῶν προτεινόμενα νομοσχέδια.
727Ἀλλ’ οὐδ’ ἡ πρὸς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας, οἷον πρὸ
728τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ὑπῆρχεν, ὁμωνυμία πρέπει νὰ σκαν-
729δαλίζῃ ὑμᾶς, καθόσον ἁπλῆ ἀντιπαραβολὴ τῶν ἑκάστῳ αὐτῶν
730ἀνατεθειμένων ἔργων ἀρκεῖ νὰ ἐξαγάγῃ πάντας τῆς ἀπάτης. Τὸ
731πάλαι Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ἦν ὑπέρτατον διοικητικὸν
732σῶμα, δικαστικὸν, μάλιστα δὲ νομοθετικὸν, τὸ δὲ νῦν, ἁπλῶς
733συμβουλευτικὸν ἔσται.
734Ὁ Βασιλεὺς ἔθετο ὡς ὅρον, εἶπεν ὁ Κ. ὑπουργὸς, τὴν παρα-
735δοχὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τοῦτο δέ τινας ἀκρο-
736χόλους ἐξ αὐτῆς τῆς πτέρυγος (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν) ἐσκαν-
737δάλισεν, εἰς ἐμὲ ὅμως φαίνεται τὸ πρᾶγμα ἁπλούστατον, διότι
738τοῦτο ἔπραξεν ὁ Βασιλεὺς διὰ νὰ συντομεύσῃ τὸν χρόνον. Ὁ Βα-
739σιλεὺς ἠδύνατο μετὰ ταῦτα νὰ προτείνῃ ὅσας τροπολογίας νο-
740μίσει ἀναγκαίας, ἄρα καὶ κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὸ τοῦτο νὰ
741πράξῃ ἄνευ ἀτόπου ἠδύνατο· λέγω δὲ τοῦτο, διότι δὲν ἀποδέχο-
742μαι τὴν γνώμην τοῦ Κ. Σχινᾶ, καὶ δὲν τὴν ἀποδέχομαι, διότι
743τὸ ψήφισμα τοῦ Ὀκτωβρίου τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ ἰδοὺ δὴ
744σήμερον ἀκριβῶς ἓν ἔτος ἔκτοτε συμπληροῦται — οὐδὲν τοιοῦ-
745τον φέρει, καὶ ἰδοὺ τὸ διατί· διότι γνωρίζομεν ἐκ τῆς ἱστορίας,
746ὅτι σύνταγμα ἐπιβεβλημένον ἀδύνατον εἶναι νὰ ἐπιτύχῃ, Σύν-
747ταγμα ὅμως συνδιωμολογημένον μεταξὺ λαοῦ καὶ βασιλέως,
748ἐκεῖνο καὶ μόνον δύναται νὰ ὀρθοποδήσῃ καὶ εὐδαιμονίσῃ τὰ
749ἔθνη. Ὄχι μόνον δ’ εἰμὶ ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἐψήφισαν τὸ ψήφι-
750σμα τῆς 9 Ὀκτωβρίου, ἀλλὰ λέγω, ὅτι εἰμὶ ὁ πρῶτος, ὡς ἐνθυ-
751μεῖσθε, ὅστις ὑπέβαλα ψήφισμα περὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου,
752ἀκολούθως δὲ καὶ ἄλλοι ἔντιμοι συνάδελφοί μου ὑπέβαλον ἄλ-
753λα σχέδια, καὶ πάντες ἡμεῖς οἱ προτείναντες, διαταγῇ τῆς Συνε-
754λεύσεως, συνήλθομεν εἰς ἐπιτροπὴν πρὸς ἑνὸς κοινοῦ ψηφίσματος
755ἐπεξεργασίαν, ὅθεν οἱ ἀποτελέσαντες τὴν ἐπιτροπήν, ἥτις ἐσχεδίασε
756τὸ ψήφισμα τοῦτο, — τὸ λέγω, καὶ τοὺς προκαλῶ νὰ μὲ δια-
757ψεύσωσιν, — οὐδὲ κἂν διενοήθημεν νὰ ἐπιβάλωμεν σύνταγμα εἰς
758τὸν Βασιλέα, ἀλλὰ νὰ τὸ συζητήσωμεν ἡμεῖς, νὰ φέρῃ δὲ τὰς
759ἐπὶ τοῦ ἔργου ἡμῶν παρατηρήσεις ὁ Βασιλεὺς, ἂν εἶχε τοιαύτας,
760καὶ ἐπὶ τέλους νὰ διομολογήσωμεν σύνταγμα μετὰ τοῦ Βασι-
761λέως· αὕτη ἦτο ἡ ἰδέα μας.
762§55ΚΑΛΟΣ. Δὲν τὸ φέρετε νὰ τὸ ἴδωμεν;
763§56ΣΧΙΝΑΣ. Εἴπομεν ὅτι ἡ κύρωσις μένει εἰς τὸν Βασιλέα.
764§57ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τὸ σύνταγμα εἶναι συνθήκη μεταξὺ λαοῦ καὶ
765Βασιλέως, δὲν εἶναι νόμος χρῄζων κυρώσεως· εἶναι ὁ θεμελιώ-
766δης θεσμὸς τοῦ Κράτους, καὶ διὰ τοῦτο σύνταγμα δὲν πλάτ-
767τουσιν ἑκάστοτε αἱ Βουλαὶ, ἀλλ’ αἱ Συντακτικαὶ Συνελεύσεις,
768ἔχουσαι πρὸς τοῦτο εἰδικὴν ἐντολὴν παρὰ τοῦ ἔθνους. Ἄλλως,
769Κύριοι, ἐπαναλέγω, ὅταν ὁ βασιλεὺς δὲν ἀσπάζεται τὸ πολί-
770τευμα, τότε δὴ μέγας ὁ κίνδυνος· θέλω τὴν βασιλείαν ἐλευθέραν,
771ὅπως θέλω καὶ εἰς πᾶν συμβόλαιον ἐλευθερίαν δι’ ἑκάτερον τῶν
772συμβαλλομένων μερῶν. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ ἀστικὸς νόμος κηρύτ-
773τει ἄκυρα τὰ συμβόλαια, τὰ συναλλάγματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα
774γίνονται ὑπὸ τὴν ἐπιβολὴν τῆς βίας.
775Ἐμνήσθη ὁ προλαλήσας τῶν ἱερῶν τῳόντι ἐκείνων λόγων, τοὺς
776ὁποίους ὁ ἀείμνηστος βασιλεὺς τῆς Δανίας ἔδωκεν ὡς ὑποθήκην
777πολιτικὴν πρὸς τὸν ἀνεψιὸν αὐτοῦ, ἀποχαιρετῶντα αὐτὸν καὶ μὴ
778δυνάμενον δυστυχῶς τότε νὰ μαντεύσῃ ὅτι ἦτο ὁ τελευταῖος
779ἀσπασμὸς, ὃν ἔδιδε πρὸς τὸν δημοφιλῆ ἐκεῖνον ἄνακτα· ναὶ,
780τῷ εἶπεν ἐκεῖνος, ὅτι ἰσχύς του πρέπει νὰ ᾖναι ἡ ἀγάπη τοῦ
781λαοῦ. Κύριοι, διὰ νὰ ᾖναι ἰσχὺς τοῦ βασιλέως ἡ ἀγάπη τοῦ
782λαοῦ, ἀπαιτεῖται εἰλικρίνεια, διότι ἐπὶ μόνῃ τῇ εἰλικρινείᾳ
783ὑπάρχει ἀγάπη, ἐν μόνῃ τῇ ἀμοιβαίᾳ εἰλικρινείᾳ καὶ ἐξηγήσει
784τῶν αἰσθημάτων ὑπάρχει ἑδραία ἡ πίστις καὶ ἱερὰ τὰ ὅρκια·
785ὅταν μάλιστα ὁ βασιλεὺς μέλλῃ νὰ ὁρκισθῇ, ὅτι θέλει τηρήσει
786τὸ πολίτευμα, τότε μόνον ὑπάρχει ἰσχὺς, τότε μόνον δύνασθε,
787ἂν... —πρέπει νὰ συμπληρώσω τὸν λόγον μου, καίτοι ἡ καρδία μου
788ἀποτροπιάζεται οὓς θέλω ἐκφέρει λόγους,—τότε μόνον δικαιοῦ-
789σθε, ἂν ἐπιορκήσῃ, νὰ ἐπιβάλητε καὶ εἰς αὐτὸν ὅ,τι ἐπεβάλατε
790καὶ εἰς τὸν προκάτοχόν του, ὅστις ὑπομένει ἔρημος ἐν Βαυαρίᾳ
791τῆς ἐπιορκίας του τὰς συνεπείας. Διὰ νὰ ἔχητε λοιπὸν δικαίω-
792μα νὰ ἀπαιτήσητε παρὰ τοῦ Βασιλέως εὐσέβειαν πρὸς τὸ Σύν-
793ταγμα, πρέπει ν’ ἀναγνωρίσητε εἰς αὐτὸν τὸ ἐλεύθερον νὰ ἐκ-
794φράσῃ τὰς ἰδέας του καὶ νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ πεποί-
795θησίς του, καὶ ὅτι ἐπὶ τούτῳ καὶ ἐκείνῳ τῷ ὅρῳ δύναται νὰ
796δεχθῇ τὸ Σύνταγμα. Ἄλλως, Κύριοι, συλλογίσθητε, ὅτι, ἐὰν τὸ
797μεθ’ ὑμῶν συναλλαττόμενον μέρος εἴπῃ «δὲν δέχομαι», τί θέλει
798γίνει; Συλλογίσθητε τὸ ἔτος τὸ παρελθὸν, τὰς οἰκτρὰς ἡμέρας
799τοῦ Φεβρουαρίου καὶ τοῦ Ἰουνίου (θόρυβος). Κύριοι, μόνον οἱ
800μωροὶ περιμένουσι τοὺς κινδύνους νὰ ἔλθωσι πρὸς αὐτοὺς, οἱ
801φρόνιμοι ὅμως τοὺς προλαμβάνουσι.
802§58ΣΧΙΝΑΣ. Σὺ εἶσαι μωρός.
803§59ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σᾶς εὐχαριστῶ, Κύριε Σχινᾶ, δὲν ἀνταποδίδω
804ὅμως τὴν ὕβριν, οὐδ’ ἀνασηκόνω αὐτὴν ὅπως τὴν ὑψώσω μέχρις
805ἐμοῦ, ἐκφράζω μόνον τὴν λύπην μου, ὅτι ἤκουσα τοιούτους λό-
806γους προελθόντας ἀπὸ γεροντότερον ἐμοῦ καθ’ ἓν τοὐλάχιστον
807τέταρτον αἰῶνος, ἀπὸ ἄνδρα, παρὰ τοῦ ὁποίου ἐπερίμενα ἄλλα
808διδάγματα (θόρυβος ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου).
809§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. φρούραρχος εἶναι παρών; ἤ τις τῶν ὑπο-
810φρουράρχων νὰ ἀποβάλλῃ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀτακτοῦν ἐκ τοῦ
811ἀκροατηρίου.
812§61ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὅπως δὲν ἀξιῶ, Κ. Πρόεδρε, παρὰ τοῦ ὑβρίσαν-
813τός με σεβαστοῦ Κ. Σχινᾶ ἵνα ἀνακαλέσῃ τὸν λόγον του, ἐπί-
814σης δὲν ἀπαιτῶ οὐδὲ τὰς ἐπευφημίας τῶν τυχόντων ἐγκαθέτων
815πολιτικῶν τῶν τριόδων· συνείθισα τόσον πολὺ τὴν μίαν ἡμέραν
816νὰ ὑβρίζωμαι καὶ τὴν ἄλλην νὰ ὑμνῶμαι παρὰ τῶν αὐτῶν ἀν-
817θρώπων, ὥστε οὐδεμίαν ἐμποιουσί μοι αἱ ἄτοποι προσβολαὶ
818ἐντύπωσιν, ὡς οὐδ’ ἐκ τῶν ἐπαίνων των φυσιοῦμαι· διὰ τοῦτο μά-
819λιστα προέταξα τὸν σύντομον πρόλογόν μου, ἵνα δείξω, ὅτι εἷς
820καὶ ὁ αὐτός εἰμι πάντοτε, ὅτι δὲν ἀνέβην, οὔτε σήμερον, οὔτε
821ποτὲ τὸ βῆμα τοῦτο μὲ πολιτικοὺς σκοποὺς καὶ πάθη, ἀλλὰ
822μεμελετημένος· ἐὰν οἱ λόγοι μου ὄζωσι λύχνου, ἀλλὰ καὶ αἱ
823τρίχες μου ἐλευκάνθησαν εἰς τὴν μελέτην τῶν τοιούτων ζητη-
824μάτων. Ἔχω ἴσως τὸ δικαίωμα, οὐχὶ ἁπλῶς ὡς ἀντιπρόσωπος
825τοῦ ἔθνους, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς ἀντιπρόσωπος τῆς ἐπιστήμης,
826ὡς προπαρεσκευασμένος διὰ μακροῦ χρόνου, δι’ ἑνὸς τετάρτου
827ἑκατονταετηρίδος, Κ. Σχινᾶ, ὑμεῖς βεβαίως, καί τοι πρεσβύ-
828τερος ἐμοῦ τὴν ἡλικίαν, δὲν ἐμελετήσατε τὰ τοιαῦτα ζητήματα
829ὅσον ἐγώ· ἔχω, λέγω, τὸ καθῆκον νὰ φέρω τὸν λόγον ἐπὶ τῶν
830τοιούτων ζητημάτων καὶ τὸ δικαίωμα ν’ ἀκούωμαι.
831§62ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Εὖγε! κάλλιστα!
832§63ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Σκανδαλίζονταί τινες ἐπὶ τοῖς ἀνατεθεῖσι τῷ
833Συμβουλίῳ τῆς ἐπικρατείας ἔργοις, ἀλλ’ ἐγὼ, ὅταν ἔλθωμεν εἰς
834τὰ καθέκαστα τῶν ἄρθρων τούτων, θέλω σᾶς προτείνει καὶ ἄλλα
835ἔργα ν’ ἀναθέσητε εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Ὑπάρχει
836τὸ Ϛʹ. ψήφισμα τῆς Ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου,
837τὸ ὁποῖον ὑπήγαγεν ὅλας τὰς ὑποθέσεις τοῦ ἀμφισβητουμένου
838διοικητικοῦ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἐξήρεσε δέ τινας, ἃς
839ῥητῶς κατονομάζει, δηλαδὴ τὰς περὶ φόρων οἰκοδομῶν καὶ ἐ-
840πιτηδευμάτων, τὰς περὶ στρατευσίμων, τὰς περὶ δημοτικῶν καὶ
841ἐπαρχιακῶν ἀρχαιρεσιῶν, τὰς περὶ χαρτοσήμου, περὶ λαθρεμ-
842πορίων καὶ παντὸς ἐμμέσου δημοσίου φόρου, καί ὅσας ἄλλας
843τοιαύτης φύσεως ὡς διοικητικὰς θεωρουμένας, καὶ ἄλλας, ὡς
844τὰς περὶ ἑτοιμοῤῥόπων, περὶ τοῦ Βοιωτικοῦ πεδίου κλπ. ἃς νό-
845μοι ἰδιαίτεροι μετὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 ὑπήγαγον εἰς τὴν
846ἁρμοδιότητα τῶν διοικητικῶν ἀρχῶν.
847§64ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Ὡραῖα!
848§65ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Προτιμᾶτε λοιπὸν, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐπιφω-
849νεῖτε τὸ ὡραῖα, προτιμᾶτε ν’ ἀποφασίζῃ ἐπὶ τῶν ζητημάτων
850τούτων εἷς ὑπουργὸς κατὰ τὰς συμπαθείας καὶ ἀντιπαθείας
851του, ἢ ν’ ἀποφασίζωσιν ἄνδρες ἀμερόληπτοι, σοφώτεροι τῶν
852ὑπουργῶν καὶ προμεμελετημένοι; Ποῦ φέρονται αἱ ὑποθέσεις
853αὗται σήμερον; Εἰς τὰ ὑπουργεῖα, καὶ ἕκαστος ὑπουργὸς μόνος,
854ἀνεκκλήτως ἀποφασίζει, καὶ ἂν σᾶς ἀδικῇ ὁ ὑπουργὸς, δὲν
855ἔχετε ποῦ νὰ προσφύγητε. Ἐρωτῶ, ποῖον εἶναι τὸ καλλίτερον,
856τὸ νὰ δικάζῃ ὁ ἀδαὴς πολλάκις τοῦ πράγματος ὑπουργὸς, καὶ
857μόνος μάλιστα, ἢ οἱ σοφοὶ καὶ οἱ ἔμπειροι; ὁ εἷς καὶ μόνος
858ἢ οἱ πολλοί, τὸ πολυμελὲς σῶμα; τὸ πολυμελὲς δὲν κινδυνεύει
859νὰ ἐπηρεάζηται ἀπὸ τὸν μὲν καὶ ἀπὸ τὸν δὲ, καὶ μάλιστα ὅταν
860δὲν ἔχῃ ἐνεργὸν εἰς τὰ τῆς πολιτείας μέρος, τοὐναντίον δ’ ὁ
861ὑπουργὸς, ὁ τῆς πολιτικῆς ἐπιῤῥοῆς χρείαν διαρκῆ ἔχων, ἑκά-
862στοτε παρασύρεται ἀπὸ τὰς συμπαθείας του καὶ ἀντιπαθείας.
863Ὁ εἷς εἶναι πάντοτε κακὸν, καὶ ἰδίως ὅταν δὲν ᾖναι τακτικὸς
864καὶ μόνιμος, μᾶλλον δ’ ἀδιάφθοροι οἱ πολλοί. Δὲν θέλω λοιπὸν
865αὐτὴν τὴν δικαιοδοσίαν νὰ τὴν ἀφήσω εἰς τοὺς ὑπουργούς.
866Ἀλλὰ καὶ ἄλλα ἔτι ἔργα θέλω νὰ δώσω εἰς τὸ Συμβούλιον
867τῆς ἐπικρατείας. Ἀκούσατε. Ἐκδίδονται οἱ νόμοι, ἀλλ’ οἱ νό-
868μοι οὗτοι πρέπει νὰ ἐκτελεσθῶσι, τουτέστι νὰ τεθῶσιν εἰς ἐνέρ-
869γειαν. Τίθενται δ’ εἰς ἐνέργειαν διὰ κανονιστικῶν Βασιλικῶν
870διαταγμάτων· τὰ κανονιστικὰ ταῦτα διατάγματα πρέπει μετὰ
871τὴν σύστασιν τοῦ Συμβουλίου νὰ ἐκδίδωνται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως
872ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρα-
873τείας. Καὶ τοῦτο λίαν ἀναγκαῖον, Κύριοι, διότι ἐκεῖνο τὸ σῶμα
874τὸ σοφὸν, καὶ ὅπως ᾖ τοιοῦτον πρέπει νὰ καταρτισθῇ ὡς ἄρτι
875εἶπον ὑμῖν, ἐξ εἰδικῶν καὶ νομομαθῶν ἀνδρῶν καὶ οὐχὶ ἐκ τοιού-
876των, οἵων ἀρέσκεσθε ὑμεῖς νὰ χαρακτηρίσητε, διότι, ἂν ἐκ τοι-
877ούτων προὔκειτο νὰ συσταθῇ, καὶ ἐγὼ ἤθελον καταψηφίσει αὐ-
878τοῦ, πρέπει νὰ παρασκευάζῃ καὶ τὰ διατάγματα, δι’ ὧν θέ-
879λουσι τίθεσθαι εἰς ἐνέργειαν οἱ νόμοι οὗτοι.
880Ἐφόβισεν ὑμᾶς τὸ ὄνομα τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας,
881καὶ ὅμως ἀσπάζεσθε τὴν Συνταγματικὴν μοναρχίαν. Καὶ ὅμως
882τί θέλετε εἰπεῖ, Κύριοι, ὅταν μάθητε ὅτι καὶ αὐτὴ ἡ ἐπανάστασις
883τῆς Γαλλίας τοῦ 1789 ἐσεβάσθη ἐν μέρει τὸ Συμβούλιον τοῦτο,
884τὸ κατήργησεν δ’ αὐτὸ ἡ Convention, καὶ διεξῆγεν αὐτὴ αὕτη τὰ
885ἔργα τῆς δικαιοδοσίας του, ἀλλὰ πῶς διεξῆγεν αὐτά!! Σημειώ-
886σατε ὅμως, Κύριοι, ὅτι ἡ τοῦ 1793 Δημοκρατία τῆς Γαλλίας
887εἶναι ἐκείνη, ἥτις κατέστρεψεν ὅλον τὸ παλαιὸν οἰκοδόμημα
888τὸ μοναρχικὸν, ἀλλὰ τοῖς πᾶσι καταφανὴς ἐγένετο ἡ ἀνάγκη
889τοῦ σώματος τούτου, ἅμα τῇ καταργήσει του, καὶ τὸ Διευθυντή-
890ριον παρεσκεύαζε τὴν ἀναδιοργάνωσίν του, ὅτε ἡ 18 Brumaire
891ἔφερεν ἐπὶ κεφαλῆς τῶν πραγμάτων τὸν Ναπολέοντα, ὅστις
892ἐθεώρησεν ἀναγκαίαν τὴν ὕπαρξιν ἑνὸς Συμβουλίου τῆς ἐπι-
893κρατείας, καὶ τὸ συνέστησεν ἀληθῶς ὑπέρ ποτε κλεινὸν καὶ ἰσχυ-
894ρὸν, καὶ διὰ τῶν ἔργων τοῦ Συμβουλίου τούτου ἐκλεΐσθη ὁ
895Ναπολέων, καὶ ὅσα δι’ αὐτοῦ ἔπραξε μένουσιν ἀθάνατα, ἐνῷ αἱ
896δάφναι τῶν νικῶν του ἐφυλλοῤῥόησαν πρὸ πολλοῦ. Ἀλλὰ ἐπὶ τοῦ
897παραδείγματος τοῦ τοιούτου Συμβουλίου, ὡς καὶ τοῦ ἐπὶ τῆς
898παλινορθώτου τῶν Βουρβώνων δυναστείας, δὲν ἐπιτείνω τὸν
899λόγον, τί θέλετε ὅμως εἰπεῖ, ὅταν προσθέσω ὅτι οἱ σοφώτεροι καὶ
900ἄκροι δημοκράται τοῦ 1848 τῆς Γαλλίας ἐψήφισαν καὶ πάλιν
901τὴν ὕπαρξιν τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας; Μοναρχικοὶ λοι-
902πὸν ὑμεῖς πολεμεῖτε ὅ,τι καὶ τοῖς δημοκράταις ἀσπαστόν;
903Ἀλλ’ οἱ ἐξ ὑμῶν ἐρχόμενοι ἑκάστοτε μὲ τὰ παραγγέλματα
904τῆς Ἀγγλίας ἀνὰ στόμα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν ἀσπά-
905ζεσθε ὅ,τι ἔχει καὶ ἡ Ἀγγλία; Καὶ τί ἄλλο εἶναι τὸ Συμβού-
906λιον τοῦ Στέμματος ἐν Ἀγγλίᾳ, εἰμὴ ἓν Συμβούλιον τῆς ἐπι-
907κρατείας;
908Ἀλλ’ εἰς αὐτὸ θέλουσιν εἰσέλθει, λέγετε, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι
909δὲν ἤθελον εὑρίσκει ἕδραν ἐν τῇ Βουλῇ τοῦ ἔθνους. Ναὶ, ἐγὼ μά-
910λιστα τούτους θέλω ἄνδρας, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες ὅλα τὰ ἄλλα
911προσόντα τοῦ ἀγαθοῦ βουληφόρου νὰ ὦσιν ὅλως ἀμέτοχοι τῶν
912πολιτικῶν ἐρίδων, μὴ φατριάζοντες, μὴ καταβαίνοντες εἰς τὴν
913παλαίστραν τῶν παθῶν· ἤθελον μάλιστα θελήσει αὐτοὺς καὶ ἰσο-
914βίους, ἵνα ἐξασφαλίσω εἰς αὐτοὺς πλείονα ἀνεξαρτησίαν, γνωρίζω
915ὅμως, ὅτι τὸ ἰσόβιον πολὺ ἐρεθίζει τὰ νεῦρά σας. Θέλω τοὺς Συμ-
916βούλους, ἀλλὰ τοὺς θέλω νὰ φθάσωσιν ἐκεῖ μετὰ μακρὰν σπουδὴν
917καὶ πεῖραν, μετὰ πολλῶν προσόντων, καὶ θέλω ἀπαιτήσει παρ’
918αὐτῶν εἰδικὰς γνώσεις καὶ διπλώματα. Θέλω, πρὶν ἢ γίνωσι
919Σύμβουλοι, νὰ προπαρασκευασθῶσι διὰ μακροῦ χρόνου ἐν τῇ
920κατωτέρᾳ ὑπηρεσίᾳ, ὅπως ἔχουσιν ἐν Γαλλίᾳ τοὺς παρέδρους
921τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, οἵτινές εἰσι τὸ φυτώριον, ἐξ οὗ
922λαμβάνονται οἱ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι τοῦ ἐν πᾶσι διαπρέ-
923ποντος ἐνδόξου τῶν Γάλλων ἔθνους. Ὅταν συγκροτηθῶσι τοιοῦ-
924τοι, ἡ πεῖρα θέλει σᾶς ἀποδείξει ὅτι ἐφοβεῖσθε ἓν ὄνομα, τὸ
925ὁποῖον εἶναι κενώτερον ἑνὸς φαντάσματος. Τὰ ὀνόματα δύναν-
926ται νὰ διαφέρωσι κατὰ τοὺς χρόνους, τὰς περιστάσεις καὶ τὰ
927πράγματα, εἰς ἃ ἐφαρμόζονται. Διὰ ταῦτα, ὅταν φθάσωμεν εἰς τὰ
928καθέκαστα, θέλω ὑποβάλει ὑμῖν διαφόρους προτάσεις, καὶ ἰδίως, ὅτι
929θέλει ἐκδοθῆ ἰδιαίτερος νόμος περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρα-
930τείας, τῶν προσόντων, ἐργασιῶν καὶ τῆς δικαιοδοσίας αὐτοῦ. Ἐπὶ
931τοῦ παρόντος συνιστῶ ὑμῖν αὐτὸ μεθ’ ὅλης τῆς θερμότητος, διότι
932τοιαύτη ἦν καὶ ἔστιν ἡ πεποίθησίς μου, καὶ τὴν ἐξέφρασα ἐν τῷ
933προγράμματί μου ἐκείνῳ, τὸ ὁποῖον πολλαὶ ἐφημερίδες, τὴν σή-
934μερον κατακρίνουσαι τὸ τοιοῦτον δόγμα, τότε ἐδημοσίευσαν ἐν
935πᾶσιν ἐπαινοῦσαι αὐτό· τὸ ἐξέδωκα δὲ, διὰ νὰ μὴ εἴπῃ τίς ποτε
936ὅτι παρεξέκλινα τῶν ἀρχῶν, τὰς ὁποίας διέγραψα καὶ τὰς ὁ-
937ποίας καυχῶμαι, ὅτι ἀπαρεγκλίτως ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ ἐ-
938τήρησα. Ἔκαμα ἓν συμβόλαιον πρὸς ἐμαυτὸν, συμβόλαιον ἰσχυ-
939ρὸν καὶ σεβαστόν, ὁμολογίαν πολιτικὴν, ἣν αὐτὸς ἐγὼ εἰς ἐμαυ-
940τὸν ἐπέβαλον, ἵνα ὑποστηρίξω ἀπὸ τούτου τοῦ βήματος, διότι
941ἐπεθύμησα ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς μου νὰ γίνω
942ἀντάξιος τῆς ἐντολῆς, τὴν ὁποίαν μοὶ ἔδωκαν οἱ σοφοὶ ἐντολεῖς
943μου, οἱ ἐσαεὶ πεφιλημένοι μοι συνάδελφοι καὶ συνεργάται ἐν τῷ
944Ἐθνικῷ Πανεπιστημίῳ· θέλω δ’ ἐπανερχόμενος, μετὰ τὴν λῆξιν
945τῶν ἔργων τῆς Συνελεύσεως, ἐν μέσῳ αὐτῶν, νὰ τοῖς εἴπω, ἰδοὺ
946ἐγὼ οἷον μ’ ἀπεστείλατε ἵνα ἐκπροσωπήσω ὑμᾶς ἐν τῷ μεγίστῳ
947τοῦ Ἔθνους Συνεδρίῳ. (Ἐπιδοκιμασίαι δεξιόθεν).
948§66ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι! Τὸ ζήτημα περὶ οὗ πρόκει-
949ται εἶναι σπουδαῖον, ἑπομένως ἔχω ἀνάγκην τῆς συντόνου προ-
950σοχῆς σας διὰ νὰ ἀντιληφθῆτε καλῶς τῶν ἰδεῶν μου καὶ νὰ
951προφυλαχθῶ κατὰ πάσης παρεξηγήσεως. Κύριοι, ὡς πολίτης
952κλίνω γόνυ ἐνώπιον τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ἐνώπιον τοῦ ὄντος
953ἐκείνου, τὸ ὁποῖον τὸ Σύνταγμα καὶ τὸ συμφέρον τῆς πολιτείας
954ἐθεώρησαν καὶ θεωροῦν ἀνεύθυνον, ἱερὸν, θεῖον, ἀπαραβίαστον.
955Ὑπὸ τὴν ἔποψιν ταύτην θέλω ἐξετάσει τὸ ζήτημα, περὶ οὗ πρό-
956κειται, θέλω τὸ ἐξετάσει ἀσχέτως πόθεν προέρχεται, θέλω τὸ ἐ-
957ξετάσει ὑπὸ Συνταγματικὴν ἔποψιν, τουτέστι λαμβάνων ὑπ’ ὄψιν
958κείνους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπεύθυνοι ἐνώπιον ὑμῶν καὶ τοῦ κοινοῦ.
959Κύριοι, τὰ Συντάγματα τὰ πρακτικὰ ἔρχονται κάτωθεν, ὑπαγο-
960ρευθέντα ἀπὸ τοὺς λαοὺς, οἵτινες προτίθενται νὰ ἱδρύσωσι δι’ αὐ-
961τῶν προπύργια ὑπὲρ τῶν ἀναντιῤῥήτων καὶ ἀπαραγράπτων δι-
962καίων των. Συντάγματα διδόμενα ἄνωθεν εἶναι διαταγαὶ, οὐχὶ
963συντάγματα, ἀνωτέρας δὲ διαταγὰς ὡς πληρεξούσιος δὲν δέχο-
964μαι. Συνέλευσις ἐθνικὴ διαταγὰς δὲν δέχεται ποτὲ καὶ πρὸ πάν-
965των ἐπὶ τῆς συντάξεως τῶν συνταγματικῶν θεσμῶν τοῦ ἔθνους.
966(ἐπιδοκιμασίαι, χειροκροτήματα καὶ θόρυβος ἐκ τοῦ ἀκροα-
967τηρίου).
968§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ ἴδω, ἐὰν ἔχω φρούραρχον ἢ ὄχι,
969ἢ ποῖος ἐκ τῶν ὑποφρουράρχων ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελέσῃ τὰς διατα-
970γάς μου. Δὲν εἶναι κανεὶς ἐδὼ; Διακόπτω τὴν συνεδρίασιν τότε,
971Κύριοι!
972Προσέρχεται εἰς τὸν Πρόεδρον ὁ ὑποφρούραρχος Κ. Κλί-
973μακας.
974§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ν’ ἀποβληθοῦν οἱ ἀτακτήσαντες.
975§69ΤΙΝΕΣ (ἀριστερόθεν). Δὲν ἔχετε δικαίωμα (θόρυβος).
976§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρέπει νὰ ἐξέλθουν οἱ ἀτακτήσαντες.
977§71ΚΛΙΜΑΚΑΣ. Ἀπεβλήθησαν, Κύριε Πρόεδρε.
978§72ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Μίαν παρατήρησιν, Κ. Πρόεδρε.
979Τὸ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικείμενον εἶναι σπουδαῖον· ἀνήκων εἰς τὰς
980τάξεις τῆς ἀντιπολιτεύσεως, ἐπιθυμῶ ὡς ἄτομον, φρονῶ δὲ ὅτι
981μετ’ ἐμοῦ θέλουσι συμφωνήσει οἱ πλείονες, ὅτι ἡ συζήτησις πρέ-
982πει νὰ διεξαχθῇ οὕτω πως, ὥστε οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ λύσις
983τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, νὰ μὴ ἔχῃ τις τὸ δικαίωμα
984νὰ εἴπῃ τοῦτο ἢ ἐκεῖνο καὶ βίαν οἱανδήποτε. Εἰς τὴν συνείδη-
985σιν τοῦ Ἔθνους, Κ. Πρόεδρε, τὸ ζήτημα αὐτὸ εἶναι προδεδικα-
986σμένον· οἱαδήποτε καὶ ἂν ᾖναι ἡ λύσις του κοινοβουλευτικῶς,
987πρέπει νὰ ᾖναι σοβαρά, σπουδαία. Διὰ τοῦτο παρακαλῶ καὶ ἐγὼ
988καὶ ὅλη ἡ ἀντιπολίτευσις τὸ ἀκροατήριον νὰ ἀπέχῃ πάσης ἐπι-
989δοκιμασίας ἢ ἀποδοκιμασίας, διότι δύναται νὰ φέρῃ τοιαύτην
990ἢ τοιαύτην λύσιν. Κατὰ συνέπειαν παρακαλῶ καὶ τὴν Συνέλευ-
991σιν καὶ τὸ κοινὸν, ὥστε νὰ σταθῇ θεατὴς ἀπαθὴς, καθ’ ὅσον τὸ
992ζήτημα ἀφορᾷ τὴν τύχην τοῦ Ἔθνους.
993§73ΠΟΛΛΟΙ (δεξιόθεν). Μάλιστα.
994§74ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐξ ὅσων μέχρι τοῦδε εἶπον,
995Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἀρκούντως μὲ ἐννοήσατε τί ἤθελον νὰ
996εἴπω, ποῦ ἤθελον νὰ καταλήξω· ἤθελον νὰ εἴπω, ὅτι οἱ
997ὑπουργοὶ κακῶς ἐπολιτεύθησαν, κακῶς ἐσκέφθησαν καὶ ἔ-
998φερον τὴν περὶ Συμβουλίου ἐπικρατείας πρότασιν ἐνώπιόν
999σας. Οἱ ὑπουργοὶ παρέλειψαν οὐσιῶδες καθῆκον καὶ πρὸς
1000τὸν ἡγεμόνα καὶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν καὶ πρὸς τὸ ἔθνος καὶ
1001πρὸς ἑαυτοὺς ὡς πολίτας. Δὲν εἶχον δίκαιον νὰ ἀναλάβωσιν ἐπὶ
1002τῆς συντάξεως τοῦ πολιτεύματος πρωτοβουλίαν, ὁποίας ῥητῶς
1003ἀπεστέρησεν αὐτοὺς τὸ ἔθνος διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 9 Μαρ-
1004τίου 1862, ἀλλ’ ὁ σκοπὸς τῆς προτάσεως, ὡς ἐγένετο, κατέ-
1005στη καταφανὴς, ἐστὶ δ’ ἐπιβλαβέστατος, ἵνα μὴ εἴπω προδο-
1006τικός. Ἡμεῖς ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν τὸ πολίτευμα ἀνεπηρεά-
1007στως πάσης πλαγίας σκέψεως, ἔπρεπε νὰ συζητήσωμεν ὅλας
1008τὰς ὑπὲρ καὶ κατὰ γνώμας, ἐπὶ δὲ τοῦ ἀποτελέσματος ἠδύνα-
1009το ἕκαστος νὰ φέρῃ οἱανδήποτε ἤθελε σκέψιν καὶ γνώμην, ὤφει-
1010λον οἱ ὑπουργοὶ νὰ συμβουλευθῶσιν ἔξω τὴν κοινὴν γνώμην, ὤ-
1011φειλον νὰ ἀκούσωσι προηγουμένως ὁποίαν ἔχει ἡ Συνέλευσις ἰδέαν
1012τί ἡ πλειονοψηφία καὶ τί ἡ μειονοψηφία σκέπτονται νὰ μελε-
1013τήσωσιν ἐπὶ τούτων τί συμφέρει εἰς τὸ κράτος, καὶ ἑπομένως
1014νὰ ἐνεργήσωσιν ὡς ὄργανα τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος. Ἀλλ’ ἡ ὑ-
1015πουργοὶ ἐγκατέλιπον τὴν τακτικὴν ταύτην καὶ ἠκολούθησαν
1016ἐναντίαν ὁδὸν, θέσαντες εἰς τὸ βασιλικὸν στόμα διὰ τοῦ διαγ-
1017γέλματος πρότασιν σπουδαίαν, τὴν περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς
1018ἐπικρατείας, ἀπαγορεύοντες ἐμμέσως πᾶσαν ἐπὶ τούτου συζή-
1019τησιν. Ἡ προκατάληψις αὕτη εἶναι ὀλεθρία εἶναι μία πίεσις με-
1020γίστη ἐπιβαλλομένη ἐπὶ τῆς ἐλευθερίας τῶν γνωμῶν.
1021Ἀλλ’ ὑμεῖς, Κύριοι, ὀφείλετε νὰ πράξητε τὸ καθῆκόν σας,
1022ὀφείλομεν νὰ μὴ παραδεχθῶμεν τοιαύτην ἀρχὴν, ὀφείλομεν νὰ
1023τὴν ἀποκρούσωμεν μὲ ὅλας μας τὰς δυνάμεις· αἱ ἀπειλαὶ κατὰ
1024τῆς Συνελεύσεως, αἱ ἀπειλαὶ κατὰ τοῦ ἔθνους δὲν πρέπει νὰ
1025γίνωνται. Ὑμεῖς δὲ οἱ ἀντιπρόσωποι τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας
1026πρέπει νὰ δειχθῆτε ἄνδρες κατὰ τοιαύτης ἀρχῆς, ἥτις παρο-
1027ρωμένη νῦν θέλει καταστρέψει τὸ μέλλον, διότι θέλει ἔχει συ-
1028νεπείας σπουδαιοτέρας εἰς τὰς βουλὰς, οὔσας ἐκ τῆς ἰδιότητός
1029των ἀσθενεστέρας τῆς Συνελεύσεως.
1030§75ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Ποῦ εἶναι αἱ ἀπειλαί;
1031§76ΠΟΛΛΟΙ. Μὴ διακόπτητε.
1032§77ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἀναγνωρίζω, Κύριοι, πληρέστατα, ὅτι ἡ
1033ὕπαρξις τοῦ Συντάγματος, ἡ ἰσχὺς τῶν συνταγματικῶν πολι-
1034τευμάτων, ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν παραδοχὴν τῶν δύω μερῶν, ἀνα-
1035γνωρίζω πληρέστατα τοῦτο, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται ἐκ προηγουμέ-
1036νων συζήτησις, ἀπαιτεῖται ἐκ προοιμίων ἔκθεσις τῶν διαφόρων
1037σκέψεων, ἀπαιτεῖται προηγουμένως νὰ ἀναπτυχθῶσιν ὅλαι αἱ
1038ὑπὲρ καὶ κατὰ ἰδέαι, καὶ ἂν αἱ ἰδέαι τῆς κοινῆς γνώμης δὲν
1039εἶναι σύμφωνοι πρὸς τὰς τῆς Συνελεύσεως, τότε ἔπρεπε νὰ γί-
1040νῃ ἡ δέουσα σκέψις καὶ πρότασις περὶ μεταῤῥυθμίσεως τῶν
1041ὑπὸ τῆς ἐθνοσυνελεύσεως ἀποφασισθέντων, οὐχὶ δὲ νὰ ἐπιβλη-
1042θῇ ὡς ὅρος ἀπαραίτητος καὶ οὕτως εἰπεῖν ἄνευ συζητήσεως ἡ πα-
1043ραδοχὴ τῆς προτάσεως περὶ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Αὐτὰ,
1044Κύριοι, εἶχον νὰ εἰπῶ ἐκ προοιμίων ἐπὶ τῶν λεχθέντων ἀπὸ τοῦ
1045βήματος τούτου περὶ τοῦ τρόπου τῆς εἰσαγωγῆς τῆς περὶ ἧς ὁ
1046λόγος προτάσεως. Ὅσα δὲ ἀπ’ ἀρχῆς εἶπον, ἀναγόμενα εἰς τὰ
1047ὑπεύθυνα πρόσωπα, μὲ ἀπαλλάττουσι, πιστεύω, τοῦ κόπου νὰ
1048ἔλθω εἰς περαιτέρω ἀναπτύξεις ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου, τοῦ
1049ὁποίου ἡ συζήτησις δὲν εἶναι τῆς παρούσης ὥρας.
1050Ἔρχομαι εἰς τὸ κύριον θέμα, εἰς τὴν σύστασιν τοῦ συμβου-
1051λίου τῆς ἐπικρατείας. Σᾶς βεβαιῶ, ὅτι δὲν ἤλπιζον μετὰ 24
1052συνταγματικὴν βασιλείαν νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς τὸ σύστημα ἐκεῖ-
1053νο, τὸ ὁποῖον κατεδίκασε μία Συνέλευσις, συγκληθεῖσα ἐπ’ ὀνό-
1054ματι καὶ ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ τόπου. Ἀλλοίμονον, Κύριοι,
1055ἂν μετὰ 20 χρόνους ἐπανέλθωμεν εἰς τὴν κατάστασιν ἐκείνην,
1056εἰς τὴν ὁποίαν θέλουν σήμερον νὰ μᾶς φέρουν, διότι τότε παύει
1057ἡ πρόοδος τοῦ ἔθνους καὶ αἱ ἐλεύθεραι ἰδέαι! ἀλλοίμονον, Κύριοι,
1058ἂν καταντήσωμεν μετὰ 20 ἢ 30 χρόνους νὰ ἐπανέλθωμεν εἰς
1059τὴν κατάστασιν τοῦ 1830, εἰς τὴν κατάστασιν τοῦ 1821, δηλ.
1060εἰς σύστημα, τὸ ὁποῖον τὸ ἔθνος αὐτὸ κατεδίκασεν! Τοιαύ-
1061τη ἰδέα, Κύριοι, μὲ ἀπελπίζει! Ἔχετε, Κύριοι, δύο δυνά-
1062μεις, ἢ μᾶλλον μίαν δύναμιν, τὴν ἐθνικὴν κυριαρχίαν, ἐξ
1063ἧς πηγάζουσι πᾶσαι αἱ δυνάμεις καὶ τὴν ὁποίαν ἄλλοτε,
1064ὅτε ἐπρόκειτο ἡ συζήτησις τοῦ περὶ ὁρκοδοσίας τῆς Α.
1065Μ. ψηφίσματος τῆς 9 Μαρτίου, σᾶς ἀνέφερε πανηγυρι-
1066κῶς ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Μίλησης, τοῦ ὁποίου πολ-
1067λάκις καὶ τὰς γνώσεις καὶ τὴν ἀγχίνοιαν ἐθαύμασα. Ἡ κυριαρ-
1068χία ἀνήκει εἰς τὸ ἔθνος, ἀπὸ ταύτης πηγάζουν τὰ πάντα· ἑπο-
1069μένως ὡς ἀντιπρόσωποι τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ὀφείλομεν καταρ-
1070τίζοντες τὸ πολίτευμα νὰ διαγράψωμεν πῶς θέλομεν νὰ διοι-
1071κηθῶμεν. Ἀφοῦ ἐθεσπίσαμεν μίαν Βουλὴν, ἕνα Βασιλέα, πρέπει
1072νὰ κανονίσωμεν τὰς σχέσεις τῶν δύο αὐτῶν δυνάμεων, τῆς
1073ὁποίας τὴν ὕπαρξιν ἐκρίναμεν ἀναγκαίαν ὑπὲρ τῆς διατηρή-
1074σεως τῶν δημοσίων δικαίων μας ὡς πολιτῶν καὶ ὑπὲρ τῆς εὐ-
1075ημερίας τῆς πατρίδος. Μᾶς λέγουν νῦν διὰ τοῦ διαγγέλματος
1076καὶ διὰ τῆς ὑπουργικῆς προτάσεως «θέλομεν νὰ ἀνεγείρωμεν καὶ
1077τρίτην δύναμιν, τὴν δύναμιν τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας.»
1078Ἐὰν ἐρευνήσητε, Κύριοι, τὴν καταγωγὴν τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπι-
1079κρατείας, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι εἶναι ἀπόῤῥοια τῶν ἀπολύτων Μοναρ-
1080χιῶν. Τὰ συμβούλια τῆς ἐπικρατείας ἐπεννοήθησαν εἰς τὰ κράτη
1081ἐκεῖνα, εἰς τὰ ὁποῖα ἤθελεν ὁ ἀπόλυτος μονάρχης νὰ περιβάλῃ μέ
1082τινα νομιμότητα τοὺς ὑπ’ αὐτοῦ συνταττομένους κακοὺς νόμους.
1083Ἐν τοῖς τοιούτοις κράτεσιν ἐχορηγήθη εἰς τὰ συμβούλια τῆς
1084ἐπικρατείας τὸ δικαίωμα τῆς προεξετάσεως τῶν νόμων καὶ
1085τῆς παρασκευῆς αὐτῶν. Οἱ ἀπόλυτοι ἡγεμόνες ἤθελον νὰ ἔχωσι
1086συνενόχους, ἢ μᾶλλον ἤθελον νὰ ἀποφεύγωσι τὴν εὐθύνην
1087ἀναφέροντες αὐτὴν εἰς τοὺς νόμους. Ἀλλ’ ἂν οἱ ἀπόλυ-
1088τοι ἡγεμόνες προῆλθον εἰς τοιοῦτον μέτρον, ὅπερ ἐνίοτε ἀπέβαινε
1089καὶ ὠφέλιμον πρὸς τὸν τόπον, ὅτι ἤκουσαν δῆθεν καὶ τὴν γνώ-
1090μην τῶν συμβούλων, εἰς συνταγματικὰς ὅμως Κυβερνήσεις
1091τὰ συμβούλια τῆς ἐπικρατείας, θεωρούμενα ὡς μία δύναμις,
1092εἶναι οὐ μόνον ἀνωφελῆ, ἀλλὰ καὶ ἐπιζήμια καὶ ἐπικίνδυνα. Τὸ
1093συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας καθήμενον εἰς τὴν πρωτεύουσαν,
1094εὑρισκόμενον πλησίον τοῦ θρόνου, διοριζόμενον ἀπὸ τοὺς ὑπουρ-
1095γοὺς, ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἶναι ὑποχείριον ταύτης,
1096καὶ δὲν θέλει ἐνεργεῖ, παρὰ κατ’ ἔμπνευσιν αὐτῆς, καὶ θέλει
1097οὕτως ἔλθει εἰς ἀντιστάθμισιν τῆς δυνάμεως τῆς Βουλῆς,
1098θέλει καταπνίξει πᾶσαν γνώμην τῆς Βουλῆς, ἢ μᾶλλον πᾶσαν
1099ἐθνικὴν ἰδέαν. Τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας ὑπ’ αὐτὴν τὴν
1100ἔποψιν θέλει καταντήσει νὰ ἀποῤῥοφήσῃ πᾶσαν τὴν νομοθετικὴν
1101δύναμιν, καὶ ἀπὸ αὐτὸ θέλει ἐξαρτᾶσθαι τὸ πᾶν. Σύστασις Συμ-
1102βουλίου ἐπικρατείας, σημαίνει, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θέλει εἶσθαι
1103καὶ νομοθέτης καὶ ἐκτελεστής, ἡ δὲ Βουλὴ δὲν θέλει εἶσθαι εἰ-
1104μὴ ἓν μέγα μηδὲν ἢ εἷς ψευδομάρτυς. Ἐὰν, Κύριοι Ὑπουργοὶ,
1105ἠθέλατε εἰς τὸ Σύνταγμα νὰ θέσητε τρίτην δύναμιν, διατὶ νὰ
1106ὑποστηρίξητε τὸ συνταγματικὸν ἔκτρωμα, τὸ συμβούλιον ἐπι-
1107κρατείας, καὶ μὴν ζητήσητε τὴν Γερουσίαν, ἥτις συνισταμένη
1108ἐπὶ τῇ βάσει προσόντων καὶ ἔχουσα μέλη ἰσόβια παρεῖχεν ἐγ-
1109γυήσεις τινὰς ἀνεξαρτησίας; Ἐπιθυμῶ πολιτικὴν γενναίαν, θέλω,
1110Κύριοι ὑπουργοὶ, νὰ πολιτεύεσθε καθαρῶς, ἀποστρέφομαι τὸν
1111δόλον, ἀποκρούω τὴν ἀπάτην. Θέλουν οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ
1112τὴν σύστασιν συμβουλίου ἐπικρατείας, ὡς μὴ ἔχοντος εὐθύνην τι-
1113να οὔτε ἐνώπιον τοῦ λαοῦ, οὔτε ἐνώπιον τοῦ Νόμου, διότι εἰς
1114τὰ πολυμελῆ σώματα, ὡς οἴδατε, ἡ εὐθύνη κρύπτεται, ἀτομικὴ
1115εὐθύνη δὲν ὑπάρχει.
1116Ἀλλὰ, Κύριοι πληρεξούσιοι, ὁποῖον σᾶς φέρουν οἱ ἐναν-
1117τίοι λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς περὶ συμβουλίου προτά-
1118σεώς των; Θέλομεν, λέγουν, τὸ συμβούλιον διὰ νὰ δίδῃ εἰς
1119τὴν συζήτησιν ὅλην τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἰδεῶν. Πῶς, Κύριοι
1120ὑπουργοὶ, νομίζετε, ὅτι ἡ Βουλὴ, ἐξερχομένη ἐκ τῶν σπλάγχνων
1121τοῦ λαοῦ καὶ συγκειμένη ἐξ ἀνδρῶν 180, θέλει ἔχει μίαν μό-
1122νην ἰδέαν, καὶ δὲν θέλουν ἀναπτύσσεσθαι ὅλοι οἱ ὑπὲρ καὶ κατὰ
1123λόγοι, ὅταν ἡ συζήτησις μένῃ ἐλευθέρα; Εἶναι βλασφημία πᾶ-
1124σα τοιαύτη δοξασία. Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, λέγουν,
1125εἶναι πρόοδος πάντα τὰ ἀγαθὰ θέλει φέρει τῇ πατρίδι! ἡ νο-
1126μοθεσία δι’ αὐτοῦ θέλει ἀνθήσει, διότι δὲν θέλουν ἀφαρπάζεσθαι
1127ὑπὸ τῆς Βουλῆς μόνης τὰ ζητήματα· διὰ τοῦ συμβουλίου, λέ-
1128γουν, θέλουν ἐπανορθωθῆ πολλὰ κακὰ μέρη τῆς νομοθεσίας μας
1129προελθόντα ἐκ τῆς ὑπὸ τῶν Βουλῶν ὑφαρπαγῆς τῶν ζητημάτων.
1130Ἐπὶ τούτων, καί τοι ἀναξίων ἀπαντήσεως, παρατηρῶ, ὅτι δὲν ἔ-
1131πταισε ποτὲ ἡ Βουλὴ εἰς τὴν νομοθεσίαν, καὶ ὅσα κακὰ εἰσεχώ-
1132ρησαν, προῆλθον ἐκ τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες τὴν τελευταίαν ἡμέραν
1133τῶν Βουλευτικῶν συνόδων ἔφερον ἀφθονίαν νομοσχεδίων εἰς τὴν
1134Βουλὴν καὶ ὑφάρπαζαν τὰ ζητήματα. Ἐὰν, Κύριοι ὑπουργοὶ,
1135ἐπιδιώκετε καλὴν νομοθεσίαν, φροντίσατε νὰ δίδητε τῇ Βουλῇ
1136καιρὸν εἰς σκέψιν, καὶ μὴ λέγετέ ποτε, «σήμερον φέρομεν νομο-
1137σχέδιον, τὸ θεωροῦμεν κατεπεῖγον καὶ θέλομεν σήμερον νὰ ψη-
1138φισθῇ» διότι πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ σκεφθῇ οὕτω καὶ ἀποφασίσῃ
1139ὡρίμως ἡ Βουλή; Πότε ἐφέρατε, κύριοι, νομοσχέδιον ἐγκαίρως
1140καὶ δὲν ἐσκέφθη ἐπ’ αὐτοῦ καλῶς ἡ Βουλή; Ἐὰν, Κύριοι, ἄλ-
1141λοτε ἐπεσπεύδετο ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν οὕτως ἡ ὑπὸ τῶν Βου-
1142λῶν συζήτησις τῶν νομοσχεδίων, σήμερον θέλει ἐπισπεύδεσθαι
1143ἔτι μᾶλλον, διότι οἱ Κύριοι Ὑπουργοὶ εἰς τὰς ἐκθέσεις των τὰς
1144συνοδευούσας τὰ νομοσχέδιά των θέλουν προτείνει, ὅτι ἐσκέφθη
1145ἤδη ἐπ’ αὐτοῦ τὸ συμβούλιον, καὶ ὅτι ἑπομένως καθίσταται
1146περιττὴ πᾶσα ἀναβολὴ, ἵνα σκεφθῇ καὶ ἡ Βουλή.
1147Ἄλλως, Κύριοι, προχθὲς ὑπεστήριξαν οἱ Κύρ. ὑπουργοὶ, ἵνα ἡ
1148μεγαλητέρα διάρκεια τῆς Βουλῆς ᾖ ἓξ μηνῶν, ὑμεῖς δὲ παρεδέχ-
1149θητε τοῦτο, καὶ ὅτι πᾶν νομοσχέδιον πρέπει νὰ συζητῆται ἐν τῇ
1150Βουλῇ τρίς. Τὰς διατάξεις ταύτας τοῦ πολιτεύματος ἔχων ὑπ’ ὄ-
1151ψιν, σᾶς ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε, ἐὰν ἐν περιπτώσει, καθ’ ἣν ἐγκρίνετε
1152τὴν ὑπουργικὴν πρότασιν περὶ τῆς εἰς τὸ συμβούλιον πρὸς γνω-
1153μοδότησιν παραπομπῆς τῶν ὑπὸ τῆς Βουλῆς ψηφιζομένων ἐν τρισὶ
1154συζητήσεσι νομοσχεδίων, σᾶς ἐρωτῶ, λέγω, νὰ μοὶ εἰπῆτε, ἂν
1155πλείονα τῶν τριῶν ἁπλουστάτων Νομοσχεδίων δύνανται νὰ διατρέ-
1156ξωσι τὰς διατυπώσεις ταύτας ἐντὸς ἑκάστης Βουλευτικῆς περιόδου,
1157καθ’ ἣν τακτικῶς θέλουν συζητεῖσθαι ὁ ἐτήσιος προϋπολογισμὸς
1158καὶ ὁ ἀπολογισμός· σᾶς ἐρωτῶ νὰ μὲ διαβεβαιώσητε, ἐὰν, καθ’
1159ἣν περίπτωσιν τὰ νομοσχέδια πηγαίνουν καὶ ἔρχονται ἀπὸ τὴν
1160Βουλὴν εἰς τὸ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας καὶ τὸ ἀνάπαλιν,
1161δὲν θέλωμεν ἔχει τόσας ἀναβολὰς εἰς τὴν ἐπιψήφισιν νέων
1162ἀναγκαίων νόμων, ἢ εἰς τὴν ἐπιδιόρθωσιν τῶν ἐλαττωματικῶν.
1163Εἴπατε κάλλιον, ὅτι δὲν θέλομεν σπουδαίαν νομοθεσίαν, εἴπατε
1164ὅτι ποτὲ δὲν θέλομεν νὰ ἐνασχοληθῇ σπουδαίως ἡ Βουλὴ εἰς
1165βελτιώσεις νόμων ἢ ἐπιψηφίσεις νέων, διὰ νὰ ἐκλείψῃ τοὐλάχι-
1166στον οὕτω τὸ σύνηθες προταττόμενον, ὅτι πταίει ἡ Βουλὴ, ὡς
1167σήμερον λέγετε ἐπὶ παντὸς, ὅτι πταίει ἡ Συνέλευσις, καὶ ὄχι
1168τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα μεταχειρίζεσθε, ἵνα παρεμποδίσητε πᾶσαν
1169ζωτικὴν ἐνέργειαν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας. Ἀλλὰ, Κύριοι
1170ὑπουργοὶ, σᾶς ἐρωτῶ, θέλετε πραγματικῶς νὰ ἔχητε συμβού-
1171λιον προπαρασκευάζον τοὺς νόμους; Ἂν αὐτὸς ᾖναι ὁ σκοπός
1172σας, ἂν ὁ σκοπός σας ᾖναι εἰλικρινὴς, διατὶ θέλετε νὰ κατα-
1173στήσητε τὴν σύστασίν του ἀντικείμενον τοῦ πολιτεύματος, ἐν
1174ᾧ δύνασθε νὰ ὁρίσητε διὰ νόμου ἐπιτροπὴν ἐξ ὅσων ἐγκρίνετε
1175μελῶν εἰς προπαρασκευὴν καὶ βάσανον τῶν ὑφ’ ὑμῶν εἰσαχθη-
1176σομένων εἰς τὴν Βουλὴν νόμων; Ἐὰν φρονῆτε ἄλλως, ἐὰν ὁ
1177σκοπός σας ὁ πραγματικὸς δὲν ᾖναι ἡ σύστασις ἐπιτροπῆς εἰς
1178προπαρασκευὴν καὶ βάσανον τῶν νόμων, ἀλλ’ ἡ ἀνάπτυξις σώ-
1179ματος ἀντιστοίχου πρὸς τὴν Βουλὴν, τότε ἐννοῶ τὴν ἐπιμονήν
1180σας τοῦ νὰ ἀναγνωρισθῇ διὰ τοῦ πολιτεύματος ἡ σύστασις τοῦ
1181Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας.—Τίς ποτὲ, Κύριοι, μέχρι τοῦδε
1182ἐμπόδισε τὴν Κυβέρνησιν νὰ συνιστᾷ ἐπιτροπὰς εἰς προπαρα-
1183σκευὴν νόμων; Τίς δὲ ἤθελεν ἀντείπει, ἐὰν νομοθετικῶς καθί-
1184στατο ἐπὶ τούτῳ ἐπιτροπὴ διαρκῶς συνισταμένη ἐξ ὡρισμένου
1185ἀριθμοῦ μελῶν καὶ ἔχουσα ὡρισμένον μηνιαῖον μισθόν; Τοῦτο,
1186Κύριοι ὑπουργοὶ, ἐδύνασθε νὰ κάμητε καὶ νῦν, εἴτε διὰ νόμου,
1187εἴτε διὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ, δι’ οὗ πάντοτε ἐχορηγήθησαν τῇ
1188Κυβερνήσει τὰ ἀπαιτούμενα μέσα. Ἐὰν ὅμως διὰ τῆς περὶ
1189συμβουλίου προτάσεώς σας ἐπιδιώκετε ἕτερόν τι σπουδαιότε-
1190ρον, ἐὰν θέλητε νὰ ἀναζήσητε τὴν Γερουσίαν ἄλλως πως, καὶ
1191ὡς ἐκ τοῦ τρόπου τῆς ἀναζήσεως πρὸς πλείονα βλάβην τῶν
1192συμφερόντων τοῦ Κράτους, αἴ! τότε ἐννοῶ τὴν τακτικήν σας,
1193τὴν ἐννοοῦσι δὲ καὶ πάντες, ὥστε δὲν εἶναι ἀνάγκη ἀναπτύ-
1194ξεώς τινος.
1195Τὸ συμβούλιον τῆς Ἐπικρατείας εἶναι ἆρά γε δύναμις, τὴν
1196ὁποίαν ὑπαγορεύει ἡ ἀνάγκη, ὡς εἶναι ἡ νομοθετικὴ, ἡ ἐκ-
1197τελεστικὴ καὶ δικαστικὴ ἐξουσία; Ἄπαγε! Ἀλλὰ σᾶς λέγουν
1198ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι τὸ ὑποστηρίζουσι, τί βλάπτει τὸ Συμβούλιον
1199τῆς Ἐπικρατείας; Εἶναι τὸ καλλίτερον σῶμα, τοῦτο θέλει προ-
1200παρασκευάζει τοὺς νόμους, συντάττει τὰ νομοσχέδια, θέλει συ-
1201σχετίζει ὅλα τὰ μέρη τῆς νομοθεσίας, θέλει κάμνει τοῦτο, τοῦ-
1202το καὶ τοῦτο. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂν τοιαύτη θέλῃ εἶσθαι ἡ ἐργα-
1203σία τοῦ ὑφ’ ὑμῶν ἐξυμνουμένου συμβουλίου, διορίσατε ὡς ἔλα-
1204βον ἤδη τὴν τιμὴν νὰ σᾶς εἴπω, ἐπιτροπὰς, ἂν δὲ αὐτοὶ οἱ νό-
1205μοι, τοὺς ὁποίους ἔχετε, οἱ ὁποῖοι συνετάχθησαν ἀπὸ ἐπιτροπὰς
1206σπουδαίων ἀνδρῶν, δὲν ᾖναι καλοὶ, ἀπορῶ, ὁποῖοι τινὲς θέλουσι
1207προπαρασκευάσει τοὺς νέους; Ποῦ θέλετε εὕρει τοὺς ἄλλους νο-
1208μομαθεῖς ἄνδρας; Ἐὰν ὁ Κ. Ποτλῆς, ὁ Κ. Σαρίπολος, ὁ Κ. Ῥάλ-
1209λης, ὁ Κ. Διομήδης, ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὁ Κ. Κόκκινος καὶ λοιποὶ
1210δὲν ἦσαν καὶ δὲν ᾖναι ἱκανοὶ νὰ προπαρασκευάσωσι νόμους,
1211ποῖος θέλει εἶσθαι ἱκανὸς νὰ τοὺς συντάξῃ;
1212§78ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν δεχόμεθα νὰ ἤμεθα σύμβουλοι τῆς ἐπι-
1213κρατείας.
1214§79Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν σὲ κάμνουν. — Μεῖνε ἥσυχος,
1215μὴ στενοχωρῆσαι. — Ἐὰν, Κύριοι, ὡς εἶπον τινὲς ἰδιαιτέρως,
1216διὰ τοῦ συμβουλίου τούτου θέλετε νὰ οἰκονομήσητε πρόσωπά
1217τινα, προσενεγκόντα ὑπηρεσίας εἰς τὴν πατρίδα, εἶναι ἀδικαιο-
1218λόγητον νὰ ζητῆτε χάριν τούτων νὰ καθιδρύσητε διὰ τοῦ πο-
1219λιτεύματος δύναμιν ἀντίστοιχον πρὸς τὴν Βουλὴν. Διότι, ἐὰν
1220τὰ πρόσωπα ταῦτα, τὰ ὁποῖα θέλετε νὰ περιθάλψητε, ὦσιν
1221ἱκανὰ, δύνασθε νὰ καταρτίσητε ἐξ αὐτῶν μίαν ἐπιτροπὴν εἰς
1222προπαρασκευὴν τῶν νόμων, ἐὰν δὲ ταῦτα ὦσιν ἀνίκανα, εἶναι
1223γελοῖον νὰ τὰ διορίσητε μέλη τοιαύτης ἐπιτροπῆς, οὐδ’ ἁρ-
1224μόζει νὰ καταστρέψητε τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος ὑπὲρ τῶν
1225προσώπων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα δύνασθε νὰ ἀνταμείψητε ἄλλως
1226πως, δι’ ἁδρῶν, δηλ. ἀναλόγων πρὸς τὰς ὑπηρεσίας ἑκάστου
1227συντάξεων, διὰ χρηματικῶν χορηγιῶν, ἢ καὶ δι’ ἄλλου εἴδους
1228ἀποζημιώσεων. Μὴ προσφεύγετε δὲ εἰς διακωμῴδησιν πολι-
1229τικὴν, διορίζοντες τοὺς τοιούτους μέλη τῶν πρὸς παρασκευὴν
1230καὶ βάσανον τῶν Νόμων ἐπιτροπῶν, ὥς ποτε διωρίσθη Γραμ-
1231ματεὺς Νομαρχίας ἀνὴρ πάντη ἀδαὴς εἰς σύνταξιν ἐγγράφου
1232τινός. Κύριοι, εἴπατε καθαρῶς, θέλομεν αὐτὸ, θέλομεν ἐκεῖνο,
1233πανταχόθεν ἔχετε διεξόδους, μὴ ζητῆτε διὰ πλαγίων μέσων,
1234δι’ ἑτέρων τρόπων νὰ ἀποκτήσητε ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιδιώ-
1235κετε, νὰ ἀνιδρύσητε δύναμιν, τὴν ὁποίαν κατεδίκασε τὸ Ἔθνος.
1236Ἂν θέλετε Γερουσίαν, εἴπατε σαφῶς, θέλομεν Γερουσίαν δι’
1237αὐτοὺς, δι’ ἐκείνους τοὺς λόγους, μὴ ζητῆτε δὲ νὰ προαγάγητε
1238ἀντὶ ταύτης συνταγματικὸν ἔκτρωμα, τὸ συμβούλιον τῆς ἐπι-
1239κρατείας, ὅπερ εἶναι προϊὸν ἀπολύτων κυβερνήσεων καὶ κα-
1240ταπνίγει πᾶσαν φωνὴν τῆς ἐθνικῆς ἀντιπροσωπείας.
1241Οἱ λόγοι οὗτοι, Κύριοι, μὲ πείθουσι νὰ μὴ θεωρῶ τὸ συμ-
1242βούλιον τῆς ἐπικρατείας, εἰμὴ ὡς μίαν ἀρχὴν ἀντικειμέ-
1243νην εἰς τὰ καλῶς ἐννοούμενα συμφέροντα τοῦ Κράτους,
1244ὡς μίαν ἀρχὴν καταστρέφουσαν τὰς βάσεις τοῦ συντα-
1245γματικοῦ πολιτεύματος. Διὰ τῆς συστάσεως τοῦ συμβου-
1246λίου τῆς ἐπικρατείας ἔχοντος δικαιοδοσίαν, ὁποίαν ἡ ὑπουργικὴ
1247πρότασις περιέχει, θέλετε ἀφαιρέσει τὴν εὐθύνην ἀπὸ τοὺς
1248ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ὀφείλουσι πρὸς τὸ συμφέρον τοῦ Κράτους
1249νὰ παρίστανται ἐνώπιον τῆς Βουλῆς καὶ νὰ ἐκφράζωσι τὰς
1250ἰδίας ἰδέας, οὐχὶ δὲ νὰ στηρίζωνται εἰς τὰς τοῦ συμβουλίου
1251τῆς ἐπικρατείας. Αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ἔχωσι τὸ
1252θάῤῥος τῆς ὑπερασπίσεως τῶν γνωμῶν των· πρέπει νὰ ἀνα-
1253πτύσσωσι τὰς ἰδέας των μετὰ παῤῥησίας, νὰ ἐκθέτωσι τὰ
1254ἐπιχειρήματά των, οὐχὶ δὲ νὰ ὑπεκφεύγωσι τὴν εὐθύνην των,
1255προτείνοντες πρὸς ὑποστήριξιν γνώμης τινὸς, ὅτι καὶ τὸ συμ-
1256βούλιον τῆς ἐπικρατείας συμφωνεῖ πρὸς ταύτην. Ἡ παραδοχὴ
1257τοιαύτης πολιτικῆς τακτικῆς εἶναι ὀλεθρία, εἶναι ἀντισυνταγ-
1258ματικὴ, διότι ἡ Βουλὴ, συζητοῦσα, δὲν ἔχει ἐνώπιόν της ὑπεύ-
1259θυνον πρόσωπον. Ὀφείλουσιν οἱ ὑπουργοὶ νὰ ἐνεργῶσιν ἐν ἰδίῳ
1260ὀνόματι καὶ οὐχὶ ὅταν εἷς νόμος ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Βουλῆς νὰ
1261ἀντιτείνουν εἰς τὴν κύρωσίν του προκαλοῦντες γνώμην τοῦ
1262συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἐναντίαν καὶ ἐπερειδόμενοι ἐπὶ
1263ταύτης. Ὀφείλουν οἱ ὑπουργοὶ νὰ ὑποστηρίζωσιν ἐν τῇ Βουλῇ
1264ἰδίῳ ὀνόματι τὰ νομοσχέδια, οὐχὶ δὲ, ὁσάκις πρόκειται περὶ
1265νομοθετήματος προσβάλλοντος κατά τι τὸ σύνταγμα καὶ συ-
1266νᾴδοντος πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἐκτελεστικῆς ἀρχῆς, νὰ προ-
1267καλῶσι γνώμην τοῦ ὑπὸ ταύτης ἐξαρτωμένου συμβουλίου τῆς
1268ἐπικρατείας, καὶ νὰ παρίστανται ἐν τῇ Βουλῇ ὡς ὑποστηρί-
1269ζοντες ἀλλοτρίαν γνώμην τὴν τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας,
1270νὰ ὑπεκφεύγωσι δ’ οὕτως τὴν κατὰ τὸ Σύνταγμα εὐθύ-
1271νην των.
1272Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, πόσα συνηγοροῦν κατὰ τοῦ Συμ-
1273βουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ ὁποῖον, ὡς σᾶς εἶπον, εἶναι προϊὸν
1274τῶν ἀπολύτων μοναρχιῶν, θέλει δὲ ἔχει μεγάλα κακὰ ἀποτε-
1275λέσματα καθιδρυόμενον διὰ τοῦ συντάγματος ἐν τῇ πατρίδι
1276μας, διότι ἐδοκιμάσαμεν αὐτὸ καὶ ἡ πολιτική μας ἱστορία τὸ
1277καταδικάζει· ὄπισθεν τούτου ἐκρύπτετο ὁ ἔκπτωτος Βασιλεὺς
1278ἐκδίδων νόμους καὶ διατάγματα, κατ’ αὐτοῦ ἐξηγέρθησαν τό-
1279σαι φωναὶ, καὶ διὰ πατάγου ἡ ἐθνικὴ κυριαρχία διὰ τοῦ πολι-
1280τεύματος τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως τῆς 3 Σεπτεμβρίου παμψη-
1281φεὶ τὸ ἀπεσκοράκισεν ἀπὸ τὴν πολιτείαν.
1282Ὁ ὑπὲρ τοῦ Συμβουλίου συνηγορήσας Κύριος ὑπουργὸς σᾶς
1283εἶπεν, ὅτι εἰς ἐξασφάλισιν τῶν μελῶν του ἀπὸ πάσης ἐπιῤῥοίας
1284τῆς ἐξουσίας ἐπὶ τῶν γνωμῶν του ὑπάρχει τὸ δεκαετὲς τῆς
1285διαρκείας ἑκάστου μέλους. Ἀλλὰ νομίζετε, Κύριοι, ὅτι τοῦτο
1286ἐξασφαλίζει; Ὄχι. Διότι οἱ σύμβουλοι θέλουσι ζητεῖ νὰ ἐπιβάλ-
1287λωσι τὴν γνώμην των πανταχοῦ, θέλουσι καταστῆ οὕτως ἀλη-
1288θεῖς τυραννίσκοι, ὡς ἔχοντες συμφέροντα ἀτομικά, συμφέροντα
1289οἰκογενειακὰ, τὴν περιποίησιν τῶν ὁποίων θέλουσιν ἐπιδιώκει
1290δι’ ἀμοιβαίων πρὸς τὴν ἐξουσίαν παραχωρήσεων· θέλουσιν ἐπιῤ-
1291ῥεάζει καὶ αὐτὰς τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς, ὡς κάλλιστα ἐννο-
1292εῖτε, καὶ ὡς ἐπιῤῥέαζον ταύτας καὶ οἱ Γερουσιασταί. Οἱ σύμ-
1293βουλοι οὗτοι θέλουσιν εἶσθαι ἀληθεῖς τυραννίσκοι, διότι ἔχον-
1294τες ἐξουσίαν δέκα ἐτῶν, δύναμιν νὰ ματαιόνωσι τὰς ἀποφάσεις
1295τῶν Βουλῶν καὶ ἰσχὺν τοσαύτην ἐπὶ τῆς νομοθεσίας μας, θέ-
1296λουσιν ἐξασκεῖ μίαν μυστικὴν ἐπιῤῥοὴν καὶ ἐπὶ τῆς Κυβερνήσε-
1297ως, καὶ ἐπὶ τῆς Βασιλείας, καὶ ἐπὶ τοῦ λαοῦ, καὶ ἐπὶ τῶν βου-
1298λῶν, θέλουν γίνει μάστιγες τῆς κοινωνίας κλίνοντες πάντοτε
1299πρὸς τὴν Κυβέρνησιν ὡς ἐκ τῆς καταγωγῆς των καὶ ὡς ἐκ τῶν
1300συμφερόντων των. Ἐὰν λοιπὸν ἐγκρίνετε τοιοῦτον σῶμα ἐπιβλα-
1301βὲς πρὸς τὴν πολιτείαν, παραδεχθῆτε τὴν περὶ συστάσεώς του
1302ὑπουργικὴν πρότασιν, ἐγὼ δὲ, διαμαρτυρόμενος κατ’ αὐτῆς, θέλω
1303φέρει ψῆφον μέλαιναν.
1304§80ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι! Εἷς τῶν διασημοτέρων συγγραφέων καὶ
1305πολιτικῶν ἀνδρῶν τῆς Εὐρώπης, ὁ Guizot, διατυπῶν τοὺς γε-
1306νικοὺς χαρακτῆρας τοῦ κοινοβουλευτικοῦ πολιτεύματος εἰς σύγ-
1307γραμμα, τὸ ὁποῖον θέλει μένει ἀθάνατον διὰ τὰς ἀληθείας, τὰς
1308ὁποίας περιέχει, λέγει, ὅτι ὁ κυριώτερος χαρακτὴρ τοῦ συνταγ-
1309ματικοῦ πολιτεύματος εἶναι ἡ δημοσία συζήτησις. Καὶ ἀληθῶς
1310Κύριοι, ἐν τῇ δημοσίᾳ συζητήσει διασκεδάζεται ἡ πλάνη, δια-
1311λύονται τὰ φάσματα, ὑποχωροῦσιν αἱ προλήψεις, καταφαίνον-
1312ται ἐν ὅλῃ των τῇ ἀσχημίᾳ αἱ ῥᾳδιουργίαι καὶ καταστρέφεται
1313ἐν γένει τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον ζῇ καὶ τρέφεται ἐν τῷ σκότει·
1314μόνη ἡ ἀλήθεια λαμβάνει τὸ κράτος, διότι μόνη ἡ ἀλήθεια ζῇ
1315καὶ ἀναλάμπει εἰς τὸ φῶς. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ ἡ δημοσία αὕτη
1316συζήτησις θέλει διασκεδάσει ὅλας τὰς πλάνας, ὅλας τὰς προλή-
1317ψεις, ὅλα τὰ ψεύδη, τὰ ὁποῖα ἐκ συστήματος ἐπεσωρεύθησαν
1318διὰ νὰ ἐπισκοτίσουν τὴν κοινὴν συνείδησιν καὶ παρασύρουν τοὺς
1319ἁπλουστέρους· ἐλπίζω ὅτι ἐκ τῆς δημοσίας συζητήσεως θέλει
1320ἐξέλθῃ φαεινὴ καὶ παντοκράτωρ ἡ ἀλήθεια, πείθουσα πάντας
1321ὅσοι θέλουν νὰ πεισθῶσι, ποῦ εἶναι τὸ ὀρθὸν, ποῦ τὸ δίκαιον,
1322ποῦ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου.
1323Ἀπὸ δύω, Κύριοι, διαφόρους καὶ ἀντιθέτους πηγὰς ἀντλοῦν-
1324ται τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἐπάγονται κατὰ τοῦ συμβου-
1325λίου τῆς ἐπικρατείας. Οἱ μὲν παριστῶσι τὸ συμβούλιον τοῦτο
1326ὡς ἄχρηστον ὅλως σῶμα, ὡς πρυτανεῖον, ἔνθα θέλουν σιτεύε-
1327σθαι ὅλοι οἱ χρεωκοπημένοι πολιτικοὶ, οἱ δὲ τοὐναντίον παρι-
1328στῶσιν αὐτὸ ὡς τρομερὸν Σῶμα, ὡς ἀποῤῥοφητικὴν δύναμιν,
1329ἑτοίμην νὰ καταπίῃ ὁλόκληρον τὴν Βουλὴν, νὰ καταστρέψῃ ὅ-
1330λην τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν, νὰ νοθεύσῃ εἰς τὴν πηγήν του
1331τὸ συνταγματικὸν πολίτευμα, καὶ τί ἠξεύρω ἀκόμη; νὰ καταῤ-
1332ῥίψῃ ὁλόκληρον τὸ οἰκοδόμημα τῆς πολιτείας. Τὸ περιεργότε-
1333ρον δὲ, Κύριοι, ὅτι ὄχι μόνον ἄλλοι ἐξ ἄλλης πηγῆς ἀντλοῦσι
1334τὰ ἀντίθετα ταῦτα ἐπιχειρήματα, ἀλλὰ πολλάκις ὁ αὐτὸς ἀ-
1335γορεύων, νῦν μὲν παρίστα τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἀν-
1336τικείμενον γέλωτος καὶ χλεύης, νῦν δὲ παντοδύναμον καὶ φοβε-
1337ρόν. Οὕτως ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος ἤρχισε ζωγραφίζων τὸ συμβού-
1338λιον τῆς ἐπικρατείας ὡς τρίτην δύναμιν, ἐνεργὸν, ἰσήγορον καὶ
1339παντοδύναμον, μετὰ δὲ μίαν στιγμὴν τὸ αὐτὸ συμβούλιον τῆς
1340ἐπικρατείας ἐπαρουσιάζετο ὡς μηδὲν, ὡς Σῶμα γελοῖον. Τακτι-
1341κὴ ἐπιτηδεία! Δύω ὄψεις τοῦ ζητήματος δεικνύουν, τὴν μίαν
1342γελοίαν, τὴν ἄλλην φοβεράν· ἢ ἡ μία ὄψις ἢ ἡ ἄλλη θὰ παρα-
1343σύρῃ πάντοτε τινὰς, ἡ ὄψις τοῦ γελοίου ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι θέ-
1344λουν σπουδαίας ἀρχὰς ἐν τῇ πολιτείᾳ, ἡ δὲ ὄψις ἡ φοβερὰ,
1345τοὺς δειλοὺς τῶν χαρακτήρων. Οὕτως εἰσέρχεται τὸ αὐτὸ ἀπο-
1346τέλεσμα ἐκ διαφόρων αἰτίων! Θὰ ἐξετάσω, Κύριοι, διὰ βρα-
1347χέων ἀμφότερα τὰ συστήματα ταῦτα, ἐλπίζω δὲ, ὅτι ἡ Συν-
1348έλευσις θέλει εὐαρεστηθῆ νὰ μὲ τιμήσῃ καὶ τώρα, ὡς πάντοτε,
1349μὲ τὴν εὐμενῆ προσοχήν της.
1350Εἶναι ἄρά γε τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἄχρηστον πρυ-
1351τανεῖον; Παράξενον μοὶ ἐφάνη, Κύριοι, πῶς μετὰ τὴν ἐμβριθῆ
1352ἀγόρευσιν τοῦ ἐντίμου πληρεξουσίου τῆς Μεσσήνης καὶ ὑπουρ-
1353γοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καταδείξαντος τὴν μεγάλην χρησιμότητα
1354τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, εὑρέθησαν ἄνθρωποι, οἵτινες,
1355χωρὶς κἄν νὰ θίξουν τὴν ἀγόρευσιν ἐκείνην, ἐπέμειναν διατεινό-
1356μενοι, ὅτι τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας εἶναι ἐντελῶς ἄχρη-
1357στον. Ἀλλὰ τοιαύτη ὑπῆρξεν ἀνέκαθεν ἡ λογικὴ τῶν κομμάτων!
1358Ἀναγκάζομαι διὰ τοῦτο νὰ ἐπανέλθω εἰς τὸ θέμα τοῦτο, καὶ
1359μὲ τὸν κίνδυνον ἀκόμη νὰ ἐπαναλάβω τὰ αὐτὰ, τὰ ὁποῖα πρέ-
1360πει νὰ ἐπαναληφθῶσι, διὰ νὰ ἐντυπωθῇ εἰς τὴν συνείδησιν πάν-
1361των ἡ χρησιμότης, τὸ ἀπαραίτητον τῆς ὑπάρξεως τοιούτου
1362Συμβουλίου.
1363Κύριοι, ἡ νομοθεσία δὲν εἶναι ἔργον τυχαῖον, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ
1364καὶ γνώσεις περὶ τοῦ δικαίου συστηματικὰς, καὶ πεῖραν τῶν
1365πραγμάτων μακρὰν, καὶ διάνοιαν ψυχρὰν καὶ ἥσυχον, καὶ με-
1366λέτην βαθεῖαν καὶ ἐνδελεχῆ. Ὡς τοιαύτη δὲν πρέπει ν’ ἀφεθῇ
1367ποτὲ εἰς μόνην τὴν στιγμιαίαν σκέψιν καὶ τὰς ταραχώδεις ἀ-
1368ποφάσεις τῶν πολυμελῶν σωμάτων· παρ’ αὐτοῖς πρέπει πάντοτε
1369νὰ ὑπάρχῃ ἓν Σῶμα ἐξ ἐπιφανῶν ἀνδρῶν, ἱστάμενον μακρὰν τῶν
1370πολιτικῶν περιπετειῶν καὶ τῶν ἐφημέρων κομματικῶν συμφε-
1371ρόντων, ἔχον ὑπ’ ὄψιν του τὴν ἐπιστήμην καὶ τὴν πεῖραν, διὰ
1372νὰ κανονίζῃ καὶ διαφωτίζῃ τὴν πορείαν τῶν νομοθετικῶν σω-
1373μάτων· καὶ ὅταν μάλιστα ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐξασκῆται ὑπὸ
1374μιᾶς μόνης βουλῆς, δὲν εἶναι πλέον μόνον χρήσιμον τὸ συμβού-
1375λιον τοῦτο, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἀπαραίτητος. Τὴν ἀνάγκην ταύ-
1376την ἀνεγνώρισαν οὐ μόνον σπουδαῖοι συγγραφεῖς, ἐν οἷς ἀναφέ-
1377ρω τὸν Μίλλ, ἀλλὰ καὶ νομοθεσίαι μεγάλων καὶ πεπολιτισμέ-
1378νων ἐθνῶν. Εἰς ἀπόδειξιν τούτου θὰ φέρω ἓν παράδειγμα, τὸ
1379ὁποῖον δὲν πιστεύω ν’ ἀντικρούσῃ αὐτὴ ἡ πτέρυξ, διότι ἀντλεῖ-
1380ται ἀπὸ τὴν πλέον φιλελεύθερον πηγὴν, ἀπὸ τὴν δημοκρατικὴν
1381ἐποχὴν τῆς Γαλλίας. Ὁ Κ. Σαρίπολος ἐμνημόνευσεν ἁπλῶς τὸ
1382παράδειγμα τοῦτο, ἀλλ’ ἐγὼ θέλω σᾶς παρακαλέσει νὰ μοὶ ἐπι-
1383τρέψητε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τῆς Γαλ-
1384λίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀπαράλλακτον μὲ τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου
1385τῶν ὑπουργῶν, καθὼς καὶ τὴν ἔκθεσιν τοῦ εἰσηγητοῦ τῆς ἐπι-
1386τροπῆς τοῦ συντάγματος, τοῦ Κ. Μαράστ, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξεν
1387ὁμολογουμένως ὁ ἁγνότερος δημοκράτης τῆς Γαλλίας. Τὸ ἄρ-
1388θρον 75 τοῦ συντάγματος τῆς Γαλλικῆς Δημοκρατίας τῶν
13891848 φέρει ἐπὶ λέξεσι τὰ ἑξῆς. «Le conseil d’ état» κτλ. Τὸ
1390μεταφράζω. «Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας γνωμοδοτεῖ ἐπὶ
1391»πάντων τῶν νομοσχεδίων τῆς τε Κυβερνήσεως καὶ τῶν ἀντι-
1392»προσώπων, τὰ ὁποῖα ἡ νομοθετικὴ Συνέλευσις θέλει τῇ παρα-
1393πέμπει.» Ὁ δὲ Μαράστ, δικαιολογῶν τὴν σύστασιν τοιούτου
1394συμβουλίου, τὸ ὁποῖον διὰ πρώτην φορὰν εἰσήγετο εἰς τὴν Γαλ-
1395λίαν ὡς συμβουλευτικὴ ἐξουσία καὶ ἀνεγράφετο εἰς τὸ σύνταγ-
1396μα, ἰδοὺ τί λέγει. «Πλησίον εἰς τὴν μίαν βουλὴν τὸ σύνταγ-
1397»μα θέτει ἓν Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, διασκεπτόμενον κατ’
1398»ἰδίαν μακρὰν τῶν περιπετειῶν, αἵτινες δύνανται νὰ συνταράτ-
1399»τωσι τὰς πολυπληθεῖς συναθροίσεις. Ἐν τῷ Συμβουλίῳ τούτῳ
1400»προπαρασκευάζεται ὁ νόμος. Ἐκεῖ παραπέμπεται, ἵνα ὡριμά-
1401»σῃ, πᾶσα πρότασις τῶν ἀντιπροσώπων. Τὸ σῶμα τοῦτο συνι-
1402»στάμενον ἐξ ἀνδρῶν ἐπιφανῶν, καὶ τιθέμενον μεταξὺ τῆς Συν-
1403»ελεύσεως, ἥτις θέτει τὸν νόμον, καὶ τῆς ἐξουσίας, ἥτις τὸν ἐκ-
1404»τελεῖ, θέλει μετριάζει ὅ,τι ἡ μία βουλὴ δύναται νὰ ἔχῃ λίαν
1405»ἀπότομον, ὅ,τι ἡ κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ αὐθαίρετον.»
1406Βλέπετε, Κύριοι, ὅτι τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὡς
1407γνωμοδοτικὸν σῶμα, δὲν εἶναι νέα ἐφεύρεσις, πολὺ δ’ ὀλιγώ-
1408τερον ἐπινόημα ἀπολυτισμοῦ, ἀλλ’ εἶναι μία ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν
1409μᾶς ἐπιβάλλει ἡ θέσις ἡμῶν, ἀφοῦ κατηργήσαμεν τὴν Γερου-
1410σίαν. Ναὶ ἔχομεν ἀνάγκην τοιούτου συμβουλίου, διότι φώτων
1411καὶ συμβουλῶν ἔχει ἀνάγκην μία Βουλὴ κυρίαρχος ἡγεμών.
1412Πᾶς ἡγεμών, τοῦ ὁποίου ἡ θέλησις δὲν μετριάζεται ἀπὸ ἄλλην
1413ἀντίῤῥοπον δύναμιν, ἔχει πάντοτε ἕνα σύμβουλον παρ’ αὑτῷ,
1414ὅστις ἑκάστοτε τὸν ὁδηγεῖ εἰς τὴν ἀλήθειαν καὶ τὸν προφυλάτ-
1415τει ἀπὸ τὰς ἐκτροπάς. Καὶ αὐτὴ εἶναι ἡ θέσις τῆς Βουλῆς, ὅταν
1416ἀπέναντι αὐτῆς δὲν ὑπάρχῃ Γερουσία· εἶναι ἡγεμὼν ἐν τῇ νο-
1417μοθετικῇ ἐξουσίᾳ· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ ἡγεμὼν δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ
1418ἄνευ ὁδηγοῦ εἰς τὰ πάθη καὶ τὰ συμφέροντα τῆς ἡμέρας, εἰς
1419τὰς διηνεκεῖς περιπετείας τῶν κομμάτων, εἰς τὰς στιγμιαίας
1420καὶ ἀπατηλὰς ἐντυπώσεις τῶν ῥητόρων· διότι ἄλλως θὰ προσ-
1421κόπτῃ εἰς πᾶν βῆμα του, εἴτε ἐξ ἀγνοίας περιπλανώμενος, εἴτε
1422ἐκ κομματικῶν παθῶν καὶ συμφερόντων παραφερόμενος, εἴτε
1423ἐκ στιγμιαίων ἐντυπώσεων παρασυρόμενος· τὰ νομοθετήματά
1424του θὰ φέρουν τὴν σύγχυσιν εἰς τὴν νομοθεσίαν καὶ τὴν παρα-
1425λυσίαν εἰς τὴν διοίκησιν· ὁ πρὸς τοὺς νόμους σωτήριος σεβα-
1426σμὸς θὰ ἐξασθενήσῃ, ἂν δὲν ἐκλείψῃ ἐντελῶς· ἐπὶ πᾶσι δὲ
1427τούτοις θὰ ἐπέλθῃ ἄφευκτος καὶ διηνεκὴς ἡ σύγκρουσις μετὰ
1428τοῦ ἀνωτάτου ἄρχοντος, ὅστις, ψυχρότερον σκεπτόμενος, θὰ
1429ἀρνῆται συνεχῶς τὴν κύρωσιν τῶν πράξεων τῆς Βουλῆς· ἡ ὀλε-
1430θρία δὲ αὕτη σύγκρουσις θὰ βλάψῃ ἀναγκαίως ἢ τὴν τάξιν ἢ
1431τὴν ἐλευθερίαν. Ἰδοὺ φανερὰ ἡ χρησιμότης, τὸ ἀπαραίτητον
1432τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας.
1433Τώρα τὸ συμβούλιον τοῦτο, ἀποδεικνυόμενον χρήσιμον καὶ
1434ἀπαραίτητον, εἶναι ἆρά γε, ὡς λέγουν, ἐπικίνδυνον εἰς τὴν Βου-
1435λήν; Θέτοντες ἕνα σύμβουλον πλησίον εἰς τὴν Βουλήν, ἕνα
1436Μέντορα, ἂν μοὶ ἐπιτρέπηται ἡ λέξις, μήπως κινδυνεύομεν
1437νὰ καταστρέψωμεν τὴν ἀνεξαρτησίαν της;
1438§81ΤΙΝΕΣ. Ὡραῖον Μέντορα.
1439§82ΜΙΛΗΣΗΣ. Πολλοῦ γε καὶ δεῖ! Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρα-
1440τείας, μὴ τὸ λησμονήσητε, δὲν εἶναι ἐνεργὸς πολιτικὴ ἐξουσία.
1441Τοιαύτη ἐξουσία εἶναι μόνον ἐκείνη, ἥτις ἔχει ψῆφον καὶ δύ-
1442ναται νὰ ματαιώνῃ πάσης ἄλλης ἐξουσίας τὰ ἔργα, ἀντιτάσ-
1443σουσα εἰς τὴν θέλησιν ἐκείνης τὴν ἰδίαν αὑτῆς θέλησιν· ἀλλὰ
1444τοιαύτην δύναμιν δὲν ἔχει τὸ προτεινόμενον συμβούλιον τῆς
1445ἐπικρατείας. Ὄχι· τὸ συμβούλιον τοῦτο εἶναι ἁπλῶς γνωμοδο-
1446τικόν, κεκλημένον νὰ ἐπιφέρῃ ἐπὶ ἑκάστου νομοσχεδίου τὸν
1447πλοῦτον τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς πείρας. Ἐὰν φοβῆσθε, Κύριοι,
1448τὴν ἐπιῤῥοὴν τῆς ἐπιστήμης, καὶ τῆς πείρας ἐπὶ τῶν ἁπλῶν
1449συνειδήσεων, τότε εἴπατέ το καθαρά, φοβεῖσθε τὴν δύναμιν τῆς
1450ἀληθείας. Τὸ συμβούλιον βεβαίως θὰ ἐξασκῇ ἐπιῤῥοὴν ἐπὶ τῆς
1451Βουλῆς, ἄλλως δὲν θὰ ἦτο χρήσιμον, ἀλλ’ ἐπιῤῥοὴν, τὴν ὁποίαν
1452ἐξασκεῖ ἡ ἀλήθεια, τὴν ὁποίαν ἐξασκεῖ αὐτὸς ὁ Τύπος, ὁ συζη-
1453τῶν καὶ μὴ ὑβρίζων, εἰς τοὺς βουλευομένους τὰ τῆς πολιτείας.
1454Ἐκτὸς ὅμως τῆς ἠθικῆς ταύτης ἐπιῤῥοῆς, καμμίαν ἄλλην δὲν
1455ἔχει τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἐπὶ τῆς Βουλῆς. Διὰ τίνος
1456λοιπὸν τρόπου κατώρθωσαν νὰ πείσουν ἑαυτοὺς καὶ τοὺς ἄλλους,
1457ὅτι αὐτὸ τὸ σῶμα, αὐτὴ ἡ ἁπλῶς συμβουλευτικὴ ἀρχὴ θὰ
1458καταστρέψῃ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Βουλῆς; μήπως δεσμεύε-
1459ται αὕτη εἰς τὰς ἀποφάσεις της; μήπως δὲν μένει πάντοτε
1460ἐλευθέρα νὰ μὴ πεισθῇ ἐκ τῆς γνωμοδοτήσεως; ποῖος νόμος
1461ὑποχρεόνει αὐτὴν νὰ δεχθῇ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας
1462τὴν γνώμην; Ποῦ λοιπὸν τὸ θηρίον, τὸ ὁποῖον νῦν παριστάνετο
1463ὡς ὑποχείριον τῆς ἐξουσίας, νῦν δὲ ὡς ἀποῤῥοφῶν τὴν ἀνεξαρ-
1464τησίαν τῆς Βουλῆς! Ἐπ’ ἀληθείας ἢ ἐγὼ ταύτην τὴν στιγμὴν
1465ἔχασα τὴν δύναμιν τοῦ σκέπτεσθαι, ἢ δὲν ἐννοοῦν τὶ λέγουν.
1466Πῶς δὲ τὸ συμβούλιον τοῦτο, τὸ ὁποῖον διὰ τῆς δεκαετίας
1467κηρύσσεται ἀνεξάρτητον ἀπέναντι καὶ τῆς Κυβερνήσεως καὶ
1468τῆς Βουλῆς καὶ πάσης ἄλλης πολιτικῆς ἀρχῆς, καταστρέφει
1469τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν; Ἐν ἰδίῳ ὀνόματι θὰ ὑποβάλλουν
1470οὗτοι τὰ νομοσχέδιά των, καὶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι θὰ τὰ ὑπερα-
1471σπίζουν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ἐὰν τὸ συμβούλιον τῆς ἐπι-
1472κρατείας διὰ τῆς γνωμοδοτήσεώς του ὑποστηρίξῃ ἢ πολεμήσῃ
1473αὐτὰ, εἶναι ἀδιάφορον διὰ τὸ ὑπουργεῖον· τοῦτο θὰ ὑπέχῃ τὴν
1474πραγματικὴν εὐθύνην, ὅπως τοῦτο ὑπεῖχεν ἕως τώρα αὐ-
1475τὴν, ἀδιάφορον ἂν μία ἐπιτροπὴ συγκαλεσμένη ἐπὶ τούτῳ
1476ὑπεστήριξεν ἢ ὄχι τὰ νομοσχέδιά του. Ποῦ λοιπὸν ὁ κίνδυνος,
1477ποῦ τὸ βάραθρον, ποῦ ἡ καταστροφὴ τῆς πολιτείας; Πρὸς τί
1478τόσαι πλάναι, ἐπίτηδες διαδιδόμεναι ἐκτὸς τοῦ περιβόλου τού-
1479του, πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν ἁπλουστέρων; Πρὸς τί ὁ κρότος καὶ
1480ὁ πάταγος καὶ αἱ κραυγαὶ καὶ διαμαρτυρίαι ἐνταῦθα; Ἐπιτρέ-
1481ψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὅλα ταῦτα δὲν εἶναι σπουδαῖα.
1482Ἀλλὰ σπουδαῖοι ἄνθρωποι, Κύριοι, δὲν ἀπατῶνται τόσον
1483οἰκτρά. Τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα εἴδομεν, εἶναι λοιπὸν προ-
1484φάσεις, ὄπισθεν αὐτῶν κρύπτονται μία ἰδέα καὶ ἓν πάθος, τὰ
1485ὁποῖα δὲν θέλουν νὰ ἐκδηλωθοῦν. Ἡ ἰδέα εἶναι, ὅτι φοβοῦνται
1486μήπως διὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας ἱκανοποιηθοῦν με-
1487ρικοὶ ἄνθρωποι, διαμένοντες εἰς τὴν πρωτεύουσαν, καὶ τοιου-
1488τοτρόπως αὐξήσῃ ταύτης ἡ ἐπιῤῥοὴ μὲ ζημίαν τῶν συμφερόν-
1489των τῶν ἐπαρχιῶν· τὸ δὲ πάθος, ὦ! αὐτὸ εἶναι ἀρχαῖον, πολὺ
1490ἀρχαῖον· εἶναι ὁ φθόνος κατὰ πάσης διακρίσεως, κατὰ πάσης
1491ὑπεροχῆς. Καὶ τὸν μὲν φθόνον δὲν θὰ ἐξαγάγω ἐκ τοῦ σκό-
1492τους, διότι εἶναι ἀνάξιος νὰ ἴδῃ τὸ φῶς τῆς συζητήσεως· τὴν
1493ἰδέαν ὅμως τῆς ἀναλόγου συμμετοχῆς τῶν ἐπαρχιῶν εἰς τὰ
1494τῆς πολιτείας θὰ φέρω μετὰ παῤῥησίας ἐνώπιόν σας, διότι τὴν
1495θεωρῶ καὶ ὀρθὴν καὶ δικαίαν καὶ σωτήριον.
1496Εἶναι λοιπὸν γνωστὸν, Κύριοι, ὅτι εἶμαι μέχρι φανατισμοῦ
1497ὑπέρμαχος τοῦ ἐπαρχιακοῦ στοιχείου. Ὑπάρχουν τινὲς φίλοι μου,
1498οἱ ὁποῖοι πικρῶς μὲ κατακρίνουν διὰ τοῦτο, ἀλλ’ οὐχ’ ἧττον
1499ἐπισήμως διακηρύττω, ὅτι ἤμην καὶ ἔσομαι λάτρις τοῦ στοι-
1500χείου τούτου, ὄχι ἀπὸ στενὸν πνεῦμα ἀποκλεισμοῦ, ἀλλὰ διότι
1501εἶμαι πεπεισμένος, ὅτι τὸ ἔθνος, διὰ νὰ προοδεύσῃ ὁμαλῶς,
1502πρέπει ν’ ἀποφύγῃ τῆς πρωτευούσης τὴν ὑπερβολικὴν συγκέν-
1503τρωσιν. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἡ τοιαύτη ἀνάπτυξις τῶν ἐθνῶν,
1504καθ’ ἣν ἡ ζωὴ συγκεντροῦται ἅπασα εἰς τὴν πρωτεύουσαν, αἱ
1505δὲ ἐπαρχίαι ἀφίνονται εἰς μαρασμὸν, εἶναι ἀνάπτυξις παρὰ
1506φύσιν ὀλεθρία εἰς τὸν βίον αὐτῶν. Παρατηρήσατε, ὅτι οὕτως
1507ἀνεπτύχθη ἡ Γαλλία, καὶ διὰ τοῦτο ἀκόμη δὲν δύναται ν’ ἀ-
1508ποκτήσῃ πολιτικὴν ἐλευθερίαν ἀληθῆ, ἀλλὰ μεταπίπτει.
1509Ἐπειδὴ λοιπὸν, Κύριοι, ἀποδέχομαι πληρέστατα τὴν ἰδέαν
1510ταύτην ἀποδίδων εἰς αὐτὴν πολλὴν σημαντικότητα, ἐπειδὴ
1511θέλω καὶ αὐτὸ τὸ νόμιμον συμφέρον τοῦ τόπου νὰ θεραπευθῇ,
1512διὰ τοῦτο ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν μου, τὴν ὁποίαν σᾶς
1513ἀναγινώσκω.
1514«Τὰ μέλη τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας, λαμβανόμενα ἀ-
1515ναλόγως ἐκ πάντων τῶν νομῶν, διορίζονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως,
1516προτάσει τοῦ Ὑπουργικοῦ Συμβουλίου, τὸ ὁποῖον προσυπογράφει
1517τὰ διατάγματα τοῦ διορισμοῦ των.»
1518Βλέπετε, ὅτι διὰ τῆς τροπολογίας μου θεραπεύεται τὸ νό-
1519μιμον συμφέρον τῶν ἐπαρχιῶν. Τί μένει ὕστερον διὰ νὰ ὑπο-
1520στηρίξῃ τὴν ἐμπαθῆ πάλην μετὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρα-
1521τείας; Οὐδὲν ἄλλο, εἰμὴ ὁ τυφλὸς κομματισμὸς, ὁ ἀσυνέτως
1522ἐκμεταλλευόμενος ὅλα τὰ ζητήματα.
1523§83ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Ἀριστοκρατίαν δὲν θέλομεν.
1524§84ΜΙΛΗΣΗΣ. Εἰς ὅλας τὰς ἐποχὰς καὶ εἰς ὅλα τὰ ἔθνη ἡ ἐπι-
1525στήμη καὶ ἡ πεῖρα ἦσαν καὶ θὰ ᾖναι ἀριστοκρατικαί.
1526Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν ἔχω ἀνάγκην ν’ ἀπαντήσω διὰ μα-
1527κρῶν εἰς τὸ περίεργον ἐπιχείρημα, τὸ ὁποῖον ἤντλησαν ἐκ τῆς
1528ταὐτότητος τῶν λέξεων. Ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος μετὰ στόμφου σᾶς
1529εἶπεν· «εἶναι ἐντροπὴ νὰ ἐπαναφέρετε ὅ,τι πρὸ 20 ἐτῶν κατηρ-
1530γήθη.» Καὶ τί κατήργησε, Κύριοι, ἡ Συνέλευσις τοῦ 1841; Τὸ
1531συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὁποῖον μᾶς προβάλλεται σήμερον;
1532Πολλοῦ γε καὶ δεῖ. Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας ἐκεῖνο δὲν ἦτο
1533σῶμα συμβουλευτικὸν, ἀλλ’ ἀρχὴ καὶ διοικητικὴ, καὶ δικαστικὴ
1534καὶ νομοθετικὴ, δηλ. ὁμοίαζε πολὺ μὲ τὰ Parlements τὰ πρὸ τοῦ
15351789 τῆς Γαλλίας. Ποῖαν σχέσιν ἔχουν τὰ δύο ταῦτα συμβού-
1536λια; Οὐδεμίαν· μόνον τὸ αὐτὸ ὄνομα τὰ συνδέει. Συμβούλιον ἐ-
1537πικρατείας ὠνομάζετο καὶ τὸ πρὸ τοῦ 1844 παντοδύναμον ἐκεῖ-
1538νο σῶμα, Συμβούλιον ἐπικρατείας ὀνομάζεται καὶ τὸ σῶμα, τὸ
1539ὁποῖον νῦν θὰ παρεδρεύῃ παρὰ τῇ Βουλῇ συμβουλεῦον ἁπλῶς
1540αὐτὴν εἰς τὰς νομοθετικὰς ἐργασίας. Ἀλλ’ ἐπιτρέπεται, Κύριοι,
1541εἰς σπουδαίους ἄνδρας, ὁποῖος εἶναι ὁμολογουμένως ὁ φίλος
1542μου Κ. Ἀντωνόπουλος, νὰ στηρίζωνται ἐπὶ τοιαύτης οἰκτρᾶς
1543συγχύσεως τῶν ὀνομάτων καὶ νὰ ζητοῦν νὰ τρομάξουν τοὺς
1544ἁπλουστέρους μὲ τὴν ἰδέαν, ὅτι ἡ Συνέλευσις ὀπισθοδρομεῖ ἀπο-
1545κατασταίνουσα, ὅ,τι ἡ τοῦ 1843 κατέστρεψε; Ποῦ μένει οὕτως
1546ἡ καλὴ πίστις εἰς τὴν συζήτησιν;
1547Ἔρχομαι τώρα, Κύριοι, εἰς τὸ πολύκροτον ἐπιχείρημα τοῦ
1548ἀπαραδέκτου. Ἤκουσα τινὰς τῶν ἐντίμων συναδέλφων μου νὰ
1549λέγουν, ὅτι, καί τοι κατ’ οὐσίαν ἀποδεχόμενοι τὸ συμβούλιον
1550τῆς ἐπικρατείας ὡς συμβουλευτικὸν σῶμα, μέλλουσιν ὅμως νὰ
1551«καταψηφίσωσι διὰ τὸν ἐπιβλητικὸν τρόπον, μὲ τὸν ὁποῖον εἰσά-
1552γεται. «Ὁ τρόπος οὗτος, λέγουν, προσβάλλει τὴν ἐθνικὴν τιμὴν
1553καὶ τὴν ἀνεξαρτησίαν τῆς Συνελεύσεως, καὶ πρέπει ν’ ἀποκρου-
1554σθῇ.» Εὐγενὲς τὸ αἴσθημα, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ προκειμένου στηρίζε-
1555ται εἰς τὴν πλάνην καὶ τὴν προφανῆ σύγχυσιν τῶν πραγμά-
1556των. Ἂς ἤμεθα εἰλικρινεῖς· ὁ Βασιλεὺς ἔχει δικαίωμα νὰ λάβῃ
1557μέρος εἰς τὴν σύνταξιν τῆς πολιτείας ναὶ ἢ ὄχι; Βεβαίως ναί,
1558διότι, ὡς καὶ ἄλλοτε ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω ἀπὸ τοῦ
1559βήματος τούτου, ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶναι ἐν τῇ συνταγματικῇ πο-
1560λιτείᾳ πρόσωπον ἀργὸν, κεκλημένον μόνον νὰ σιτεύεται ὡς ἐν
1561πρυτανείῳ, ἀφίνον δὲ τὰ πάντα εἰς τὴν διάκρισιν τῆς τύχης,
1562καὶ κατέχον τὴν ὑπερτάτην θέσιν μόνον διὰ νὰ μὴ τὴν κατα-
1563λαμβάνῃ ἑκάστοτε διὰ κλονισμῶν ἡ φιλοδοξία· ἀλλ’ ἔχει ἐνερ-
1564γητικὴν θέσιν ἐν τῇ πολιτείᾳ, διότι ἀρχὴ νεκρὰ εἶναι γελοία
1565ἀντίφασις. Ὁ Βασιλεὺς ἐν τῇ συνταγματικῇ πολιτείᾳ εἶναι ἀνώ-
1566τατος ἐπόπτης καὶ ἐπιτηρητὴς τῶν καθεστηκυιῶν ἀρχῶν κε-
1567κλημένος νὰ τηρῇ μεταξὺ αὐτῶν τὴν ἀναγκαίαν ἁρμονίαν. Ἐν-
1568τεῦθεν λογικῶς ἔχει τὸ δικαίωμα, ὅταν αἱ ἀρχαὶ αὗται τίθεν-
1569ται καὶ ὁρίζωνται ἐν τῷ συντάγματι, νὰ ἐκφράσῃ τὴν γνώμην
1570του. Ἐὰν ὁ Βασιλεὺς δὲν εἶχε τοιοῦτον δικαίωμα, ἐὰν αἱ πολι-
1571τικαὶ ἐξουσίαι ὡρίζοντο καὶ ἐκανονίζοντο, χωρὶς διόλου νὰ ἀ-
1572κουσθῇ, πῶς ἤθελε δυνηθῆ νὰ ἐκπληρώσῃ τὴν σπουδαίαν ταύ-
1573την ἀποστολήν του; πῶς ἤθελε θέσει εἰς ἁρμονικὴν κίνησιν
1574τοὺς διαφόρους τροχοὺς τῆς κυβερνητικῆς μηχανῆς, τῆς ὁ-
1575ποίας εἶναι ξένος; Ἀρνούμενοι εἰς τὸν Βασιλέα δικαίωμα,
1576τὸ ὁποῖον εἶναι φυσικὴ συνέπεια τῆς θέσεως του ἐν τῷ
1577Συντάγματι, ζητεῖτε νὰ τῷ ἐπιβάλλετε κατ’ αὐτὸν τὸν
1578τρόπον τὴν θέλησίν σας, καὶ μ’ ἄλλας λέξεις τῷ λέγετε
1579«αὐτὸ εἶναι τὸ Σύνταγμα, μὲ αὐτὸ ὀφείλεις νὰ διοικήσῃς, ἀδιά-
1580φορον ἂν τὸ θεωρῇς σὺ ἀκατάλληλον, ἀδιάφορον ἂν συντριβῇς
1581ὑπ’ αὐτὸ, ἂν ἀντὶ ὠφελείας φέρῃ εἰς τὸ ἔθνος βλάβην καὶ κα-
1582ταστροφήν, Sic Volo, sic jubeo, οὕτω θέλω, οὕτω διακηρύττω.»
1583Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μοῦ εἴπητε, ἂν αὐτὴ εἶναι ἡ ἀληθὴς
1584θέσις τοῦ Συνταγματικοῦ Ἡγεμόνος, καὶ ἂν δύναται ποτὲ νὰ εὐ-
1585δοκιμήσῃ καὶ στερεωθῇ Σύνταγμα οὕτω διὰ τῆς βίας ἐπιβαλ-
1586λόμενον. Καὶ ὁ ὀρθὸς λόγος καὶ ἡ ἱστορία μαρτυρεῖ τὸ ἐναν-
1587τίον. Ἀνάγκη λοιπὸν ὁ Ἡγεμὼν νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ
1588τὰς παρατηρήσεις καὶ τὰς κρίσεις αὐτοῦ ἐφ’ ὅλων τῶν ζητημά-
1589των, τῶν ἀναγομένων εἰς τὴν σύνταξιν τῆς πολιτείας. Βεβαί-
1590ως, Κύριοι, τίποτε δὲν δεσμεύει τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως·
1591αὕτη μένει ἐλευθέρα πάντοτε νὰ δεχθῇ ἢ ὄχι τὰς παρατηρήσεις
1592τοῦ Βασιλέως· ἀλλὰ μία Συνέλευσις μεριμνῶσα περὶ τοῦ
1593μέλοντος τῆς πατρίδος, δὲν λέγει ποτὲ «γαῖα μιχθήτω πυρί·
1594τίποτε δὲν ἀκούω, τίποτε δὲν δέχομαι· μόνη ἡ θέλησίς μου
1595πρέπει νὰ κρατήσῃ.» Πῶς λοιπόν, σᾶς ἐρωτῶ, διὰ τῆς ἐξα-
1596σκήσεως ἑνὸς ἀναμφισβητήτου δικαιώματος προσβάλλεται ἡ
1597ἐθνικὴ τιμὴ καὶ ἀνεξαρτησία τῆς Συνελεύσεως;
1598Τί ἀντιτάσσουν εἰς ταῦτα; Ἀκούσατε, Κύριοι. «Πολὺ καλά,
1599λέγουν, δεχόμεθα, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δικαιοῦται νὰ φέρῃ παρατηρή-
1600σεις· δὲν προχωροῦμεν εἰς τὸ ἀπώτατον σημεῖον τῆς θεωρίας ἡ-
1601μῶν, εἰς τὴν ἐσχάτην αὐτῆς συνέπειαν, ἀναγνωρίζομεν τὸ δικαί-
1602ωμα τοῦτο εἰς τὸν Βασιλέα, ἀλλ’ ἰδοὺ πῶς πρέπει νὰ τὸ ἐξα-
1603σκήσῃ. Ν’ ἀφήσῃ τὴν Συνέλευσιν νὰ τελειώσῃ τὸ Σύνταγμα, νὰ
1604ὑποβληθῇ τοῦτο εἰς τὸν Βασιλέα διὰ νὰ φέρῃ τὰς παρατηρή-
1605σεις του, καὶ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων τούτων νὰ ἀποφανθῇ ὁρι-
1606στικῶς ἡ Συνέλευσις.» Ὁμολογῶ, ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ συνήθης τρό-
1607πος τῆς ἐξασκήσεως τοῦ Βασιλικοῦ τούτου δικαιώματος, ἀλλὰ
1608δὲν εἶναι καὶ ὁ μόνος. Ἐὰν ἀντὶ τούτου ὁ Βασιλεὺς, προλαμβά-
1609νων τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ὑποβάλῃ εἰς αὐτὴν ἐφ’ οἱ-
1610ουδήποτε ἀντικειμένου τὴν γνώμην της, δὲν ἐξασκεῖ πάντοτε
1611τὸ αὐτὸ δικαίωμα; Πῶς λοιπὸν τότε ἐπεμβαίνει εἰς τὰς συνει-
1612δήσεις τῶν πληρεξουσίων καὶ προσβάλλει τὴν ἐθνικὴν τιμὴν
1613καὶ ἀξιοπρέπειαν; Ἀφοῦ συνομολογεῖτε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς μετὰ
1614τὴν ψήφισιν τοῦ Συντάγματος ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ παρα-
1615τηρήσεις, ἐπὶ τῶν ὁποίων ὀφείλετε νὰ ἀποφανθῆτε, πῶς δύνασθε
1616λογικῶς ν’ ἀρνηθῆτε εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τοῦτο, διαρκούσης
1617τῆς συζητήσεως τοῦ πολιτεύματος; Μεταξὺ τῶν δύο τούτων
1618περιπτώσεων δὲν βλέπω καμμίαν διαφοράν. Ἀλλ’ ἀπατῶμαι·
1619ὑπάρχει μία διαφορὰ, διαφορὰ ὅμως ὑπὲρ ἡμῶν καὶ ὄχι καθ’
1620ἡμῶν. Ἐν τῇ δευτέρᾳ περιπτώσει ὁ Βασιλεὺς φαίνεται μάλιστα
1621κηδόμενος τῆς ἀξιοπρεπείας τῆς Συνελεύσεως, διότι δὲν περι-
1622μένει τὴν ἀπόφασίν της καὶ ἔπειτα νὰ ζητήσῃ νὰ μεταβάλῃ
1623αὐτὴν ἀντιτάσσων τὴν θέλησίν του, ἀλλὰ προλαμβάνει συνετῶς
1624τὴν τοιαύτην σύγκρουσιν. Καὶ ὅμως ἡ εὐτυχὴς αὕτη πρόνοια
1625κηρύσεται ὡς προσβολὴ κατὰ τῆς ἐθν. τιμῆς καὶ τῆς ἀξιοπρε-
1626πείας τῆς Συνελεύσεως!
1627Διεξήλθομεν, Κύριοι, πάντα τὰ κατὰ τοῦ Συμβουλίου προ-
1628τεινόμενα ἐπιχειρήματα. Ἐκ τῆς συζητήσεως, βλέπετε, ἐξηλέγ-
1629χθησαν ταῦτα κενὰ καὶ ἕωλα, καὶ κατεδείχθη πληρέστατα ἡ χρη-
1630σιμότης καὶ ἡ ἀνάγκη ἑνὸς σώματος συμβουλευτικοῦ ἐξ ἐπιφα-
1631νῶν ἀνδρῶν, ἵνα ἐμποδίζῃ διὰ τῶν φώτων καὶ τῆς πείρας τὰς ἐκ-
1632τροπὰς τῆς μιᾶς Βουλῆς. Τοιοῦτος θεσμὸς δὲν δύναται νὰ ἔχῃ
1633ἄλλους ἐχθροὺς, εἰμὴ μόνον ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἀντιπολιτεύονται
1634τυφλῶς πᾶν νομοσχέδιον ὑποβαλλόμενον ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου,
1635τὸ ὁποῖον φανατικῶς καταπολεμοῦσι (ἐπιδοκιμασία ἐκ τῆς δε-
1636ξιᾶς).
1637§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Βαλτινός.
1638§86ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπὶ ζητήματος τοσοῦτον
1639σπουδαίου ὡς τὸ σημερινὸν ζήτημα, τὸ ὁποῖον ἦλθεν ὅπως συ-
1640ζητηθῇ ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, συγχωρήσατε τὸν ἐγωϊσμόν
1641μου, ἐπιθυμῶ ὅλοι νὰ λάβητε μέρος, ὅπως λαμβάνω ἐγὼ, ἀνε-
1642ξαρτήτως παντὸς πολιτικοῦ σκοποῦ, πάσης φιλίας, ἀνεξαρτή-
1643τως καὶ τῶν ἀντιπαθειῶν, εἰς τὰς ὁποίας μᾶς ἔῤῥιψεν ἡ ἀνώμα-
1644λος κατάστασις ἐντὸς τῆς ὁποίας ἐζήσαμεν μέχρι σήμερον.
1645Συγχωρήσατε νὰ σᾶς ὁμιλήσω, συγχωρήσατε τὸν ἐγωϊσμόν
1646μου, διότι ἐπὶ τῆς παρελθούσης Βασιλείας ἤμην εἷς, ὁ ὁποῖος,
1647πιστεύω τὸ γνωρίζετε, εἶχον τὰ περισσότερα μέσα νὰ εἶμαι
1648εἷς τῶν πλέον βασιλικῶν, τῶν πλέον εὐνοουμένων, εἶχον ἀδελφὴν
1649ὑπασπίστριαν τῆς Βασιλίσσης, εἶχον σχέσεις συγγενείας μὲ οἰκογέ-
1650νειαν τὴν μᾶλλον εὐνοουμένην παρὰ τῆς Βασιλίσσης ἐκείνης, ἀπέ-
1651φυγον ὅμως πάντοτε τὴν Βασιλείαν, διότι κατὰ πεποίθησιν,
1652Κύριοι, ἐπρέσβευον, ὅτι ἡ Βασιλεία ἐκείνη ὠθοῦσε τὸ ἔθνος ὅπου
1653δὲν ἔπρεπε.
1654Κύριοι Πληρεξούσιοι, σήμερον προσκαλεῖσθε νὰ συζητή-
1655σητε καὶ νὰ ψηφοφορήσητε περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρα-
1656τείας· νομίζω, Κύριοι πληρεξούσιοι, ὅτι διέφυγεν εἰς πάντας ἕν τι,
1657ὅτι δηλαδὴ δὲν ἔπρεπε νὰ φθάσητε αὐτοῦ, ἔπρεπε πρῶτον νὰ
1658συζητήσητε ἂν δύνανται νὰ σᾶς ἐπιβάλλουν ἢ ἂν δὲν δύνανται·
1659(εὖγε! εὖγε!). Κύριοι πληρεξούσιοι! ἠρχίσαμεν νὰ συζητήσω-
1660μεν ἔχοντες τὴν γνώμην μας ἐλευθέραν; Ὄχι. Οὔτε τὴν γνώμην
1661ἐλευθέραν ἔχετε, οὔτε τὸν καιρὸν ἁρμόδιον ἔχετε, δὲν σᾶς
1662φθάνει ὁ καιρός, ἐντὸς δέκα ἡμερῶν πρέπει νὰ ᾖναι τε-
1663λειωμένον τὸ Σύνταγμα.
1664Τί συζητεῖτε, τί φωνάζομεν ἐδῶ; θέλομεν, λέγουν, συμβού-
1665λιον τῆς ἐπικρατείας. Ἄνευ τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας δὲν
1666ὑπάρχει ἡ δυναστεία τοῦ Γεωργίου, αὐτὸ μᾶς λέγει ὁ φίλος
1667μου ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν. Κύριοι! ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον εἶναι
1668γεγραμμένον ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ χάρτου, κάτωθεν τοῦ ὁποίου τί-
1669θεται ἡ ὑπογραφὴ τοῦ Βασιλέως, ἤτοι τῶν διαταγμάτων, φαίνε-
1670ται ἄρα, ὅτι δὲν ἰσχύει πλέον. Ἐπὶ κεφαλῆς τοῦ χάρτου εἶναι
1671γεγραμμένον «Γεώργιος Βασιλεὺς τῶν Ἑλλήνων». Ἔχει δὲ ὡς
1672Σύμβολον τὸ «Ἰσχύς μου ἡ ἀγάπη τοῦ Λαοῦ.» Καὶ πρόκειται
1673ἤδη νὰ τεθῇ τὸ ἑπόμενον Σύμβολον. «Ἡ ἰσχύς μου τὸ Συμ-
1674βούλιον τῆς ἐπικρατείας!!! (χειροκροτήματα).
1675§87ΛΟΝΤΟΣ (ὑπουργός). Δὲν εἶναι ἀληθὲς καὶ διαμαρτύρομαι,
1676ἡμεῖς εἴμεθα ἀντιπρόσωποι τοῦ λαοῦ.
1677§88ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν εἶναι ἀληθές.
1678§89ΛΟΝΤΟΣ. Ἐκφράζω αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα εἶναι αἰσθήματα
1679τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ· (ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου ὄχι, ὄχι).
1680§90ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀλλά, Κύριοι πληρεξούσιοι, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ
1681εἰσέλθω ἐντὸς τοῦ ζητήματος, διότι οἱ ἄλλοι τὸ ἀποφεύγουν, ὁ δὲ
1682Κ. Μίλησης εἶπεν, ὅτι δὲν εἶναι ὥρα. Ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτε-
1683ρικῶν μᾶς ἔθεσεν ὅρον ῥητόν, θέλει συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας·
1684τίς πταίει; ἡ Συνέλευσις· διατί, Κύριοι, κατηργήσατε τὴν Γε-
1685ρουσίαν; Ἀτυχῶς ἔτυχον νὰ μὴν εἶμαι ἐδῶ νὰ σᾶς εἴπω, διατί
1686τὴν καταργεῖτε; Τὴν κατηργήσατε, διότι διόλου δὲν ἐσκέφθητε
1687ἐπὶ τοῦ πράγματος, ἀλλὰ διότι ἡ ἀντιπολίτευσις ἐφοβήθη
1688μήπως τοὺς γερουσιαστὰς τοὺς διορίσῃ τὸ ὑπουργεῖον (εὖγε, εὖγε).
1689Ἐκ δὲ τῆς συμπολιτεύσεως οἱ Ἑπτανήσιοι ἐφοβήθησαν τὴν ἀρι-
1690στοκρατίαν τῆς Ἑπτανήσου.
1691§91ΠΟΛΛΟΙ ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΙ. Δὲν εἶναι ἀληθές.
1692§92ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἀπὸ τῶν λοιπῶν ἐπαρχιῶν τῆς Ἑλλάδος πολ-
1693λοὶ συλλογιζόμενοι αἴφνης, ὅτι δὲν ἔχουν προσόντα νὰ γίνουν
1694γερουσιασταί, ἐδειλίασαν. (γέλως) Αὐτὸ καὶ μόνον ἦτο, καὶ
1695τίποτε ἄλλο· θέσατε τὴν χεῖρά σας ἐπὶ τῆς καρδίας καὶ θὰ
1696συνομολογήσατε· ἡ πάλη ὅμως τῶν συμφερόντων ἐντὸς τῆς
1697Συνελεύσεως ἐχειροκροτήθη ἀπὸ ὅλον τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος. Καὶ
1698λοιπόν, Κύριοι, μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον
1699ἅπασα ἡ Ἑλλὰς ἐχειροκρότησε, θέλετε νὰ κάμετε τὴν Ἑλλάδα
1700νὰ πενθηφορήσῃ; Θέλετε νὰ σᾶς εἴπουν ὅλοι, ὡς τὸ λέγω ἐγὼ
1701ἀπὸ τοῦ βήματος, καὶ δὲν προσβάλλω κανὲν πρόσωπον, ὅτι
1702σήμερον ἀγοραζόμεθα, ὅτι εἴμεθα δειλοὶ καὶ ὅτι δὲν κάμνομεν
1703ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐκάμαμεν προχθὲς καταργοῦντες τὴν Γε-
1704ρουσίαν;
1705§93ΔΑΓΡΕΣ (διακόπτων). Πρέπει νὰ ἔχητε μεγάλο θάῤῥος καὶ
1706τόλμην ἀπὸ τοῦ βήματος νὰ λέγητε, ὅτι ἀγοράζεται ὅλη ἡ
1707Συνέλευσις (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν). (Ἀποτείνεται πρὸς τὴν
1708ἀριστερὰν πτέρυγα). Ἰδοὺ αἱ φωναί σας ποῦ ἔφερον τὸ ἔθνος·
1709πιστεύω, ἂν ἔχητε αἴσθημα πατριωτισμοῦ...... (θόρυβος).
1710§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν τάξιν, Κύριε Δαγρέ.
1711§95ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Δαγρὲ, εἶσθε ἀστυνόμος, νομίζω,......
1712§96ΔΑΓΡΕΣ. Μάλιστα.... Σεῖς ἐζητήσατε νὰ γίνητε ὑπασπι-
1713στὴς, πιστεύω δὲν τὸ ἀρνεῖσθε.
1714§97ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Τὸ ἐζήτησα καὶ τὸ ἀξίζω.
1715§98ΔΑΓΡΕΣ. Ἐγὼ θὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκόν μου ἐναντίον πά-
1716σης ἀταξίας, ἡ ὁποία θέλει γίνει (θόρυβος παρατεταμένος),
1717§99ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Δαγρὲ,.... (θόρυβος). Ἡ μόνη ἀπάν-
1718τησις, τὴν ὁποίαν δίδω εἰς τὸν Κ. Δαγρὲ δι’ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον
1719εἶπεν, καὶ ἂν εἶχε τὴν γενναιότητα δὲν ἤθελε τὸ εἰπεῖ, εἶναι
1720ὅτι ἐπὶ τοῦ ὑπουργοῦ Βάλβη μὲ ἐζήτησεν ἡ Α. Μ. ὁ Βασιλεὺς
1721ὡς ὑπασπιστὴν Αὐτοῦ· δεύτερον δὲ σᾶς λέγω, ὅτι ἴσως δὲν
1722ἀξίζω τὴν θέσιν ταύτην, διότι πλησίον τοῦ Βασιλέως ὀλίγοι
1723λέγουν τὴν ἀλήθειαν, καὶ ὁ Βαλτινὸς ἤθελε τὴν εἰπεῖ· καὶ ἰδοὺ
1724διατὶ δὲν εἶμαι πλησίον τῆς Αὐτοῦ Μεγαλειότητος ὡς ὑπα-
1725σπιστής. Ἀλλὰ, Κύριοι πληρεξούσιοι, ἂν δὲν ἐπρόκειτο περὶ
1726αὐτοῦ, περὶ τοῦ ὁποίου σᾶς εἶπον πρὸ ὀλίγου, τίς ἦτον ἡ
1727ἀνάγκη νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ὡς ὅρος; Φέρετε νομοθέτημα.
1728Ἐξήντλησεν ὅλα τὰ ἐπιχειρήματά μου ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος, καὶ
1729δὲν ἔχω πολλὰ νὰ προσθέσω, ἀλλὰ διατί οὗτος ὁ ὅρος τοῦ Συν-
1730τάγματος; Φέρετε ψήφισμα, ἵνα ἴδω τὴν ἀξίαν τοῦ Συμβουλίου
1731τῆς ἐπικρατείας, καὶ νὰ τοῦ δώσω μίαν κλοτσιὰ, ἂν δὲν ἀξίζῃ,
1732ἀλλὰ σήμερον τὸ συνδέετε μὲ τὸ Σύνταγμα, καὶ νὰ σᾶς εἴπω
1733τί φοβοῦμαι; διότι μετ’ ὀλίγον δὲν θὰ εἴμεθα τίποτε.
1734Τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὅπως σήμερον ζητεῖται νὰ
1735ψηφισθῇ, θέλω σᾶς πείσει ὅτι εἶναι ἴσον μὲ τὸ μηδὲν, καὶ
1736ἐπειδὴ ἡ ὕπαρξις αὐτοῦ θέλει εἶσθαι γεγραμμένη ἐντὸς τοῦ
1737Συντάγματος, θέλει γίνει φροντίς, ὅπως τοῦ δοθῇ ζωή. Ἀφοῦ
1738τοῦ ἐδόθη ὕπαρξις, δὲν θὰ παρέλθουν πολλὰ ἔτη (τὰ πρακτικὰ
1739θὰ ὑπάρχουν, καὶ ὁ χρόνος ἂς ψεύσῃ τὰς ἰδέας μου) καὶ θὰ ζη-
1740τηθῇ ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος, δὲν ἠξεύρω πως, καὶ θέ-
1741λει προταθῇ, ὥστε τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας νὰ παρου-
1742σιάζῃ τοὺς νόμους, ἡ δὲ Βουλὴ νὰ παραδέχηται ἢ ν’ ἀποῤῥίπτῃ
1743αὐτοὺς καὶ οὐδὲν πλέον. Ἦλθον, Κύριοι, τινὲς νὰ μᾶς πτοήσωσιν
1744μὲ τὴν δημοκρατίαν τῆς Γαλλίας, ὅτι καὶ ἐκείνη εἶχε Συμ-
1745βούλιον τῆς ἐπικρατείας διὰ νὰ χαλιναγωγῇ τὴν μόνην Βουλήν.
1746Τότε ὅμως εἶχον δημοκρατίαν οἱ Γάλλοι καὶ δὲν εἶχον Βασι-
1747λείαν. Ὁ πρόεδρος τῆς δημοκρατίας, Κύριοι, δὲν εἶχε τὸ δι-
1748καίωμα τοῦ veto, δὲν εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ λέγῃ εἰς τὸν ἀντι-
1749πρόσωπον τοῦ λαοῦ κατὰ πρόσωπον va-t-en. Αὐτὰ τὰ δύω
1750δικαιώματα veto καὶ va-t-en, τὰ εἶχεν ὁ Πρόεδρος τῆς δημο-
1751κρατίας; ὄχι. Ἀλλ’ ὁ Βασιλεὺς ἡμῶν, ὡς καὶ πᾶς Συνταγμα-
1752τικὸς Βασιλεὺς, τὰ ἔχει καὶ δὲν φοβεῖται τίποτε. Ἐπιμένω εἰς
1753τὴν ἰδέαν μου, Κύριοι· ἂν δὲν ἐκάμνετε τὸ πολιτικὸν λάθος νὰ
1754καταργήσητε τὴν Γερουσίαν, ὄχι μόνον ἐπιμένω, ἀλλὰ στοιχη-
1755ματίζω, ὅτι δὲν ἤθελεν ἔλθει ἄνωθεν ἡ πρότασις περὶ Συμβουλίου
1756τῆς Ἐπικρατείας. Ἦτο λοιπὸν ἀνάγκη νὰ ἔλθῃ ἡ πρότασις αὕτη
1757δι’ ἄλλους λόγους, καὶ ἐπειδὴ ὡς νομοθέτημα δὲν ἠδύνατο
1758νὰ ἔχῃ ὕπαρξιν, καὶ ἡ Συνέλευσις αἴφνης δὲν ἤθελε τὸ καθιε-
1759ρώσει, τίθεται ἤδη εἰς τὸ Σύνταγμα ὑποχρεωτικῶς. Ἐγὼ, Κύριοι,
1760ἐπιμένω νὰ φρονῶ, ὅτι πρόκειται περὶ οἰκονομίας προσώπων,
1761τίποτε περισσότερον, καθὼς καὶ τίποτε ὀλιγώτερον. Συντάξετε
1762σήμερον ἓν ψήφισμα, ὅτι ἡ Κυβέρνησις ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ
1763δίδῃ συντάξεις ἀπολύτως εἰς ὅσους θέλει μέχρι τῶν 1000
1764δραχμῶν, καὶ ἐστὲ βέβαιοι θὰ ἀποσυρθῇ ἡ πρότασις περὶ τοῦ
1765Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
1766§100ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν ἐννοεῖτε τὴν ἐπιστήμην, Κ. Βαλτινέ.
1767§101ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Πολλὰ ἄλλα ἠδύνατο τις νὰ εἴπῃ ὑπὸ τὴν
1768πολιτικὴν ἔποψιν κατὰ τῆς προτάσεως, ἡ ὁποία ἔρχεται, καὶ ἡ
1769ὁποία, ὡς προεῖπον, μᾶς δεσμεύει τὰς χεῖρας, διότι δὲν μᾶς ἀ-
1770φίνει νὰ κάμωμεν τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ διεγερθῶμεν, ὅπως μὴ
1771μᾶς κατηγορήσῃ τὸ ἔθνος, ἀλλὰ καὶ νὰ ὑποκύψωμεν αἴφνης.
1772Δὲν ἔχομεν λοιπὸν τίποτε ἄλλο νὰ κάμωμεν, εἰμὴ ἐν τῇ ὑπε-
1773ρηφανείᾳ ἡμῶν νὰ εἴπωμεν εἰς τὴν Α. Μ., ὅτι κατὰ τὰς πε-
1774ποιθήσεις ἡμῶν δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ Συμβούλιον τῆς Ἐπικρα-
1775τείας, ἡ Συνέλευσις ἀφ’ ἑτέρου δὲν θέλει νὰ γείνῃ πρόσκομμα,
1776κάμετε, Μεγαλειότατε, ὅ,τι θέλετε. Ἀλλὰ τοιαύτην γενναιότητα
1777δὲν θὰ τὴν ἔχωμεν.
1778§102ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Τὴν ἔχομεν.
1779§103ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Ἔρχομαι νὰ ἐξετάσω τὸ ζήτημα, ὡσὰν νὰ ἤρ-
1780χετο ὡς ψήφισμα ἁπλοῦν, διότι τότε μόνον δύναταί τις νὰ τὸ
1781ἐξετάσῃ ὑπὸ τὴν ἀληθῆ αὐτοῦ ἔποψιν. Κατὰ τὰ ἄρθρα,
1782Κύριοι, τὰ περὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ Συμβούλιον
1783τοῦτο πρόκειται νὰ προετοιμάζῃ τὰ νομοσχέδια· τούτου ὅμως
1784γενομένου, δεσμεύει ἀφ’ ἑνὸς τὰς χεῖρας τῆς ἐξουσίας, καὶ ἀφ’
1785ἑτέρου τὴν θέλησιν τῆς Βουλῆς, ἢ παραλύει καθ’ ὁλοκληρίαν
1786τὴν ἐνέργειαν αὐτῆς. Ἔρχεται, κατὰ τὸ κείμενον, ἓν νομο-
1787σχέδιον ἀπὸ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἡ Βουλὴ, ἂν
1788δὲν θελήσῃ νὰ τὸ παραδεχθῇ, ὅπως ἔχει, θέλει τὸ ἐπιστρέψει μὲ
1789τὰς παρατηρήσεις της· αἱ παρατηρήσεις αὗται, — παρακαλῶ τὸν
1790ἐπιστήμονα Κ. Σαρίπολον νὰ μοὶ τὸ εἴπῃ —, δὲν δύνανται νὰ
1791ἐμποδισθῶσιν ἀπὸ τοῦ νὰ γίνωσιν, ἐν τούτοις αἱ παρατηρήσεις
1792αὗται θέλουν προκύπτει ἀπὸ τοὺς ἀμαθεῖς ἐκείνους, τοὺς βου-
1793λευτὰς λεγομένους, ἐπὶ τῇ ἀμαθείᾳ τῶν ὁποίων στηριζόμενοί
1794τινες θέλουσι νὰ σώσωσι τὴν πατρίδα διὰ τῆς συστάσεως τοῦ
1795Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας.
1796§104ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Θὰ καταδείξῃ τὸ λάθος.
1797§105ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Παρατηρήσεις δύναται ἢ δὲν δύναται νὰ κάμῃ
1798ἡ ἀμάθεια τῆς Βουλῆς; Ἀλλὰ, τούτου γενομένου, θὰ καταστραφῇ
1799οὕτως ὅλον τὸ οἰκοδόμημα τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας,
1800ὅπερ, ἂν δὲν τὰ βγάζῃ πέρα μὲ μίαν δημοτικὴν βουλὴν, θὰ
1801μηδενίζεται, διότι θὰ ἐκπνέῃ ἡ διορία εἰς μάτην, ἡ δὲ Βουλὴ
1802ἐν τῇ κυριαρχίᾳ της θέλει ἐργάζεται, ὡς ἐὰν δὲν ὑπῆρχε Συμ-
1803βούλιον τῆς Ἐπικρατείας, καὶ τοῦτο θὰ γίνεται πάντοτε ὁψέ-
1804ποτε ἡ ἀντιπροσωπεία θὰ ᾖναι ἐθνικὴ, ἥτις οὐδόλως θὰ δέχε-
1805ται τὰς πράξεις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας. Ἔπειτα, Κύ-
1806ριοι, ἔχει τι πρακτικὸν, καθόσον ἀφορᾷ τὸ νομοθετικὸν μέρος;
1807Ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος σᾶς εἶπε πολλὰ ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τούτου.
1808Θέλω πρακτικῶς νὰ μοῦ εἴπετε, νὰ φωτίσητε τὸν κόσμον,
1809τί τὰ ἀποφεύγετε αὐτά; Ἐπιβάλλεται ἡ θέλησις τοῦ Συμβού-
1810λου τῆς Ἐπικρατείας εἰς τὴν Βουλὴν; Ὄχι. Λοιπὸν μισθοδοσία
1811καὶ τίποτε ἄλλο· διατήρησις προσώπων καὶ τίποτε ἄλλο. Πρό-
1812κειται, Κύριοι, περὶ ἱκανοποιήσεως προσώπων. Σᾶς παρακαλῶ,
1813τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ὑποστηρίζει τὴν πρότασιν, δύναται
1814νὰ μοὶ ἐγγυηθῇ τίνες θὰ ἦναι αὐτοὶ οἱ Σύμβουλοι τῆς Ἐπικρα-
1815τείας; Θὰ ἦναι ὁ Κ. Χρηστίδης; ὁ Κ. Βούλγαρης; Ὄχι. Θὰ
1816ἦναι τόσα ἄλλα ἐπίσημα πρόσωπα; Ἀμφιβάλλω. Θὰ ἦναι πρό-
1817σωπα, τὰ ὁποῖα διὰ νὰ τὰ οἰκονομήσῃ κἀνεὶς πρέπει νὰ ὁμο-
1818λογήσῃ, ὅτι ὀφείλει εὐγνωμοσύνην ἐθνικὴν μὲ ὅλα τὰ πολιτικὰ
1819λάθη, εἰς τὰ ὁποῖα ὡς ἄνθρωποι ὑπέπεσαν ἴσως ποτέ; Ὄχι.
1820Ποῖοι θὰ ἦναι; Θὰ ἦναι αἴφνης ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀπὸ
1821τῆς ὑπάρξεως τῆς Ἑλλάδος δὲν κατόρθωσαν νὰ κλιματισθῶσι,
1822δὲν εὑρίσκουν ψωμὶ πολιτικὸ εἰς τὸν τόπον. Καὶ πάλιν σᾶς λέγω
1823ὅτι, ἐὰν εἰς τὸ περὶ Βουλῆς, εἰς τὸ περὶ προσόντων, δὲν ἐθέτατε
1824τὸν ὅρον, ὅτι δὲν δύναταί τις νὰ γίνῃ βουλευτὴς, ἐὰν δὲ ἦναι
1825ἐγγεγραμμένος πρὸ δύω ἐτῶν εἰς μίαν ἐπαρχίαν, πολὺ πιστεύω
1826ὅτι ἡ πρότασις περὶ Συμβουλίου δὲν ἤθελε μᾶς ἔλθει, διότι διὰ
1827τῆς προτάσεως αὐτῆς πολὺ πιθανὸν πρόκειται νὰ ἱκανοποιη-
1828θῶσι πρόσωπα, τὰ ὁποῖα δὲν δύνανται νὰ γίνουν βουλευταί.
1829Ταῦτα, Κύριοι! εἶχον νὰ εἴπω ὡς πρὸς τὸ πολιτικὸν μέρος.
1830Ἐπιμένω εἰς τὴν ἰδέαν μου, ὅτι δὲν εἶναι φρόνιμον ἐντὸς τοῦ
1831Συντάγματος νὰ καθιερωθῇ ἡ ὕπαρξις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπι-
1832κρατείας. Ἐὰν οἱ φίλοι μου ὑπουργικοὶ, διότι ἐπιμένω νὰ ἦμαι
1833ὑπουργικὸς, δὲν περνῶ ἀπ’ ἐκεῖ (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέ-
1834ρυγα), ἐὰν λοιπὸν οἱ φίλοι μου οἱ ὑπουργικοὶ δοξάζωσιν, ὅτι
1835εἶναι ἀναγκαία ἡ σύστασις τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας,
1836ὅλοι ἂς τὸ ὑποστηρίξωμεν ὡς νομοθέτημα, αὐθημερὸν ἂς τὸ ψη-
1837φίσῃ ἡ Συνέλευσις καὶ ἂς τρέξωμεν εἰς τὸν Βασιλέα νὰ τὸ ἐπι-
1838κυρώσῃ· ἡ δὲ Συνέλευσις φρονῶ, ὅτι οὐδόλως καταβιβάζει τὴν
1839βασιλικὴν ἀξιοπρέπειαν, ἐὰν παρατηρήσῃ εἰς τὴν Α. Μ. τὸν
1840Βασιλέα, τὸν ὁποῖον σέβεται ὁλόκληρον τὸ ἔθνος, ὡς καὶ ἡ Συν-
1841έλευσις, ἥτις τὸν ἐψήφισε πρώτη, ἐὰν παρατηρήσῃ, ὅτι οὐδὲν
1842κοινὸν ὑπάρχει μεταξὺ Βουλῆς καὶ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας
1843ὡς συντακτικοῦ μέρους· ἂν ὅμως αἱ συμβουλαί, αἵτινες δίδονται
1844εἰς τὴν Α. Μ. τὸν παραπείθωσιν, ὅτι δὲν δύναται νὰ βαδίσῃ ἡ
1845Βουλὴ ἄνευ τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ἂς γίνῃ τὸ νο-
1846μοθέτημα, ὅπως εἶπον, ἵνα μὴ φανῶμεν, ὅτι ἀντιλέγομεν εἰς τὸν
1847Βασιλέα· ἀλλὰ ἂς μὴ ἐμβῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι, ἐὰν ἔμβῃ,
1848θὰ καθιερώσωμεν μίαν ἀρχὴν θλιβερὰν, καὶ ἐνῷ προχθὲς μᾶς
1849ἐχειροκρότει τὸ ἔθνος, σήμερον θὰ μᾶς βλασφημήσῃ.
1850§106ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
1851§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Δεληγιάννης ἔχει τὸν λόγον.
1852§108Θ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν). Ὅ,τι
1853ὀφείλω νὰ σᾶς παρατηρήσω, Κύριοι, ἀρχόμενος τῶν ὀλίγων
1854παρατηρήσεων, τὰς ὁποίας προτίθεμαι νὰ σᾶς ἐκθέσω, εἶναι, ὅτι
1855ἀναγνωρίζω, ὅτι ἡ ἐνεστῶσα πολιτικὴ κατάστασις τῆς Ἑλληνι-
1856κῆς κοινωνίας εἶναι ἡ ὀλιγώτερον κατάλληλος πρὸς συζήτησιν
1857θεσμῶν, οἱ ὁποῖοι εἶναι προωρισμένοι νὰ διέπωσιν ἐπὶ μακρὸν
1858τὰς τύχας τῆς Ἑλλάδος. Πολιτικὴ μεταβολὴ, ἔργον ἐπαναστά-
1859σεως, τὴν ὁποίαν ἐξετέλεσεν ἡ ἐθνικὴ συνείδησις, ἐπῆλθε νὰ ἀνα-
1860τρέψῃ δυναστείαν πρὸ χρόνων πολλῶν ἐγκαθιδρυμένην. Ἡ πολι-
1861τικὴ αὕτη μεταβολὴ παρέστησε διαφόρους φάσεις, κατὰ τὸ
1862διάστημα τῶν ὁποίων ἐξηγήθησαν διάφορα φρονήματα, παρε-
1863στάθησαν ἀντιθέσεις ἰδεῶν, προῆλθε διέγερσις τῶν πνευμάτων,
1864ἀπετελέσθη ἐπίτασις τῶν ἐρεθισμῶν, καὶ πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν
1865διατελοῦμεν θεαταὶ κρισίμων στιγμῶν διὰ τὸ ἔθνος. Εἰς τοιαύ-
1866την κατάστασιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται νὰ νομοθετήσωσι,
1867δὲν ἔχουσι βεβαίως τὴν ψυχρότητα καὶ τὴν ἀπάθειαν, τὴν
1868ὁποίαν πρέπει νὰ ἔχωσιν ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι μεριμνῶσιν οὐχὶ μό-
1869νον περὶ αὐτῶν καὶ περὶ τῆς τύχης τῆς πατρίδος κατὰ τὰς
1870ἡμέρας τῆς ζωῆς των, ἀλλὰ καλοῦνται νὰ νομοθετήσωσι περὶ
1871τῆς τύχης καὶ τῶν τέκνων καὶ τῶν ἀπογόνων των. Ηὐχόμην,
1872Κύριοι, ἐγκαρδίως καὶ ὑποθέτω, ὅτι ἴσως τὴν στιγμὴν ταύτην
1873εἶναι ἡ εὐχὴ ὅλων ὑμῶν, τὸ αἷμά μας νὰ ἦτο ὀλίγον ψυχρότε-
1874ρον· ἂν τοῦτο ἦτο, οὕτως ἴσως ἤθελον προληφθῆ πολλὰ, διὰ τὰ
1875ὁποῖα εὔχομαι εἰς τὸν Θεὸν νὰ μὴ μετανοήσωμεν ψηφίσαντες
1876αὐτά. Καὶ τί ἄλλο φυσικώτερον, Κύριοι, παρὰ εἰς τοσοῦτον
1877ἐξημμένην κατάστασιν νὰ ὑπεκκαίωνται οἱ ἐρεθισμοὶ, νὰ γεννη-
1878θῶσιν αἱ δυσπιστίαι, νὰ ἐνισχυθῶσιν ὑπόνοιαι; Αἱ δυσπιστίαι
1879καὶ αἱ παρεξηγήσεις εἶναι φυσικωτάτη συνέπεια τῆς καταστά-
1880σεως, εἰς ἣν διατελοῦμεν, καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἀπορῶ, ἐὰν ὁ ἔντι-
1881μος πληρεξούσιος ἐκ Βάλτου καὶ φίλος μου προσωπικὸς τοσοῦ-
1882τον παρεξήγησε τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ὁ συνάδελφός μου
1883πληρεξούσιος ἐκ Μεσσήνης καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ἐξή-
1884γησεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Οἱ λόγοι τοῦ Κ. Κουμουνδούρου
1885ἀπετέλουν ἐξήγησιν εἰλικρινῆ καὶ ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν καθή-
1886κοντος, τὸ ὁποῖον ὡς μέλος τῆς ἐθνικῆς Συνελεύσεως καὶ ὡς
1887ὑπουργὸς τοῦ Βασιλέως ὤφειλε νὰ ἔχῃ.
1888Περὶ τίνος πρόκειται σήμερον, Κύριοι; Συζητοῦμεν τὸ σύν-
1889ταγμα. Τὸ Σύνταγμα, συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον συνδέει τὸ ἔθνος
1890μετὰ τοῦ Βασιλέως, πρέπει νὰ ᾖναι ἀπαύγασμα τῆς κοινῆς
1891καὶ ἀμοιβαίας συναινέσεως αὐτῶν. Δὲν θέλω νὰ κάμω λόγον πε-
1892ρὶ πεπλανημένων ἰδεῶν τινῶν εἰπόντων, ὅτι τὸ σύνταγμα, ὅπως
1893ποτ’ ἂν ψηφισθῇ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ὑποχρεωτικὸν διὰ
1894τὸν Βασιλέα· αἱ ἰδέαι αὗται δὲν εἶναι προϊὸν μελέτης· αὐτοὶ
1895οἱ προτείνοντες αὐτάς, ἂν μελετήσωσι τὰ πράγματα, ὑποθέτω
1896ὅτι θέλουσιν ἐννοήσει τὴν πλάνην των. Ἀναγνωρίζων δὲ ὅτι αἱ
1897ἰδέαι των αὗται δὲν εἶναι προϊὸν μελέτης, δὲν διστάζω νὰ
1898παραδεχθῶ, ὅτι ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἰδέαι ἐκπορευόμεναι ἐκ καλῆς
1899πίστεως, οὐδὲ εἰμὶ διατεθειμένος νὰ ἀδικήσω τοὺς ἔχοντας
1900αὐτάς.
1901Ἐὰν τὸ σύνταγμα εἶναι πολικὸν συνάλλαγμα, τὸ ὁποῖον
1902θέλει συνομολογηθῇ τῇ ἐλευθέρᾳ καὶ ἀμοιβαίᾳ συναινέσει τοῦ
1903Ἔθνους μετὰ τοῦ Βασιλέως, ὑμεῖς εἶσθε οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ
1904Ἔθνους, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι θέλετε διατυπώσει τὴν συναίνεσιν καὶ
1905ἐκφράσει τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους. Ἀλλ’ ἡ γνώμη ὑμῶν δὲν δύ-
1906ναται νὰ ἐπιβληθῇ, νὰ δεσμεύσῃ τὴν θέλησιν τοῦ ἑτέρου μέρους
1907τοῦ Βασιλέως. Καθ’ ὅλην τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος
1908ἡμεῖς οἱ συνάδελφοί σας, ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως, ἀπέσχομεν
1909νὰ ἐξηγήσωμεν εἰς ὑμᾶς κυβερνητικὰς ἰδέας· ἡ θέλησις καὶ ἡ
1910ἀπόφασις τοῦ Συμβουλίου τῶν Ὑπουργῶν καὶ αὐτοῦ τοῦ Βασι-
1911λέως ἦτο νὰ ἀφήσωμεν τὸ ἐθνικὸν τοῦτο Σῶμα ἀνεπηρέαστον
1912πάσης ἄλλης σκέψεως καὶ ἐλεύθερον νὰ ἐκφράσῃ τὰς ἰδέας του
1913καὶ τὰς ἀποφάσεις. Πολλοὶ καὶ ἐξ αὐτῆς τῆς μειονοψηφίας,
1914προσωπικοὶ ὅμως φίλοι μου καὶ ἄλλοι δὲ μὴ ἀνήκοντες εἰς τὸν
1915περίβολον τοῦτον, μᾶς ἐπέκριναν, διατὶ κατὰ τὴν συζήτησιν
1916τοῦ Συντάγματος δὲν ἐξηγήσαμεν εἰς ὑμᾶς κυβερνητικὰς ἰδέας,
1917φρονοῦντες, ὅτι τοῦτο ἤθελε προλάβει ἴσως πράγματα, τὰ ὁποῖα
1918φρονοῦσιν αὐτοὶ, ὅτι δὲν ἦσαν καλά· ἐξήγησα τοὺς λόγους, δι’
1919οὓς ἡ κυβέρνησις δὲν διηρμήνευσε κυβερνητικὰς ἰδέας, καὶ ἴσως
1920τινὲς δὲν ἐπείσθησαν. Ἀλλ’ ἡ συζήτησις καὶ ἐπιψήφισις τοῦ
1921Συντάγματος προέβη μέχρι τοῦ σημείου ἐκείνου, κατὰ τὸ ὁποῖον
1922ὠφείλομεν νὰ σᾶς δηλώσωμεν κυβερνητικὰς σκέψεις· ἡ θέ-
1923σις ἡμῶν ὡς ὑπουργῶν τοῦ βασιλέως μᾶς παρεῖχε τὴν
1924εὐκαιρίαν νὰ ἐννοήσωμεν τί δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ γίνηται πα-
1925ραδεκτὸν ὑπὸ τοῦ βασιλέως, καὶ τοῦτο ὠφείλομεν νὰ ὑπεν-
1926δείξωμεν εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὡς ἐπίσης τί ἐθεωρεῖτο ὡς ἀπο-
1927λύτως ἀναγκαῖον διὰ νὰ γίνῃ παραδεκτόν· ἑπομένως, Κύριοι,
1928εἴχομεν καθῆκον νὰ σᾶς δηλώσωμεν ταῦτα πάντα. Καὶ ἀλη-
1929θῶς, Κύριοι, ἦτον ἐνδεχόμενον νὰ προβῆτε εἰς ἀπόφασιν, νὰ
1930περατώσητε τὸ Σύνταγμα, νὰ γίνῃ γνωστὸν εἰς τὸ ἕτερον
1931συναλλασσόμενον τῶν μερῶν, τὸν Βασιλέα, τοῦτο νὰ σᾶς δη-
1932λώσῃ τότε ὅσα ἡμεῖς νῦν ὀφείλομεν νὰ σᾶς ἐνδείξωμεν, καὶ
1933νὰ ἔλθητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἀνακαλέσητε τὰς ἀποφάσεις
1934σας. Ἀλλὰ τῶν ἀποφάσεών σας ἡ ἀνάκλησις ἦτο ἐνδεχόμενον
1935νὰ θεωρηθῇ κατά τι προσβάλλουσα τὴν φιλοτιμίαν σας, ἦτο
1936ἐνδεχόμενον νὰ φανῇ περιορίζουσα τὴν ἐξουσίαν σας, τὴν ἐθνι-
1937κὴν θέλησιν, τὴν ὁποίαν οἱ ἀντιπρόσωποι τοῦ Ἔθνους παρι-
1938στᾶτε· τότε δὲ ἐνδεχόμενον ἐκ λόγου τοιούτου νὰ ἐπεμένετε
1939εἰς τὴν ἀπόφασίν σας, καὶ ἰδοὺ τότε, ὅτι ἠθέλομεν εἶσθαι μάρ-
1940τυρες μιᾶς κρίσεως, σεῖς δὲ αὐτοὶ ἠθέλετε μᾶς αἰτιαθῆ λέγον-
1941τες· διατὶ σεῖς οἱ ὑπουργοὶ τοῦ Βασιλέως, ὄντες εἰς θέσιν νὰ
1942γινώσκητε τί ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ γίνῃ δεκτὸν, διατὶ παρα-
1943βαίνοντες τὸ καθῆκον σας νὰ μὴ μᾶς τὸ δηλώσητε, μᾶς ἀφή-
1944κατε δὲ σιωπήσαντες νὰ ἔλθωμεν εἰς κρίσιν καὶ δὲν ἐνθυμήθη-
1945τε τὰς συνεπείας τοσοῦτον μεγάλης εὐθύνης; (εὖγε εὖγε) Ἡ
1946εἰλικρίνεια λοιπὸν τῆς ἐξηγήσεως τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ἔχει
1947τοὺς χαρακτῆρας τῆς ἀπειλῆς, μὲ τοὺς ὁποίους κατὰ παρεξή-
1948γησιν ὁ Κ. Βαλτινὸς ἠθέλησε νὰ περιβάλῃ αὐτήν; Καὶ ἄν
1949δὲν σᾶς ἐγίνετο ἡ ἐξήγησις αὕτη, ποῦ ἠθέλετε εὑρεθῆ ἐὰν ἐψη-
1950φίζετε τὸ Σύνταγμα, ἀποῤῥίπτοντες τὸν προταθέντα παρ’ ἡμῶν
1951θεσμὸν καὶ ὑπεβάλλετε αὐτὸ εἰς κύρωσιν, ἀπηυθύνετο δὲ τό-
1952τε ὑμῖν τοῦ θεσμοῦ τούτου ἡ ἀπαίτησις; Κάτι χειροτέρα ἤθε-
1953λεν εἶσθαι ἡ θέσις ὑμῶν τῆς ἐνεστώσης, διότι ἢ ἠθέλατε ἐπι-
1954μείνει, προκαλοῦντες τὴν κρίσιν, ἢ ἠθέλατε ἐνδώσει, νομιζόντων
1955πολλῶν περιορισθεῖσαν οὕτω τὴν ἐλευθέραν θέλησίν σας. Ἀλλὰ
1956νῦν ἐκ τῶν προτέρων σᾶς γίνεται γνωστὴ ἡ θέλησις τοῦ ἑτέρου
1957συναλλασσομένου μέρους διὰ νὰ δύνασθε νὰ ἦσθε εἰς γνῶσιν τῶν
1958σκοπῶν τῆς ἀποφάσεώς σας, ὅταν πρόκηται νὰ φέρητε τὴν ψῆ-
1959φον σας. Σεῖς εἶσθε ἐλεύθεροι νὰ ἀποφασίσητε ὅ,τι ἄν θέλητε,
1960ἀλλὰ νὰ τὸ ἀποφασίσητε οὕτως ἐν γνώσει τῶν συνεπειῶν τῆς
1961ψηφοφορίας ταύτης (θόρυβος ἐξ ἀριστερῶν, ποδοκροτήματα ἐκ
1962τοῦ ἀκροατηρίου.)
1963§109ΡΟΥΚΗΣ. Δὲν εἶναι λόγοι νὰ λέγωνται αὐτοὶ, εἶναι ἀπει-
1964λαί. (θόρυβος)
1965§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ θορυβῆτε, σᾶς παρακαλῶ, κατ’ αὐτὸν τὸν
1966τρόπον, κατόπιν διαδέχεσθε τὸν ἀγορεύσαντα καὶ τὸν ἀντι-
1967κρούετε.
1968§111Θ. ΔΕΛΗΓΙΑΝΝΗΣ. Ὁσάκις, Κύριοι, ὡμίλησα ἐνταῦθα δὲν
1969ἐπεζήτησα τὰς χειροκροτήσεις οὐδενὸς, οὐδ’ ἐπτοήθην τὰ ποδο-
1970κροτήματα ἄλλων, ἀλλ’ εἶπον πάντοτε τὴν ἀλήθειαν· δὲν εἶναι
1971ἡ πρώτη φορὰ, καθ’ ἣν ἐποδοκροτήθην, ἀλλ’ εὗρον πάντοτε
1972ἀνακούφισιν διὰ τὰ ποδοκροτήματα ἐν τῇ μεταμελείᾳ τῶν
1973ποδοκρατησάντων. Ναὶ, καὶ οἱ κατὰ τὸ παρελθὸν ποδοκροτή-
1974σαντες μετεμελήθησαν.
1975Ἡ ἐξήγησις, Κύριοι, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος,
1976σᾶς καθιστᾷ γνωστὸν, ὅτι οὐδεὶς θέλει νὰ περιορίσῃ τὴν ἐλευ-
1977θερίαν τοῦ συνεδρίου τούτου· εἶμαι μέλος αὐτοῦ, καὶ ἡ ἰδιότης,
1978τὴν ὁποίαν φέρω ὡς ὑπουργὸς, εἶναι διαβατικὴ, τὴν ὁποίαν
1979αὔριον δὲν θέλω φέρει· εἶμαι μέλος τοῦ ἐθνικοῦ τούτου συνε-
1980δρίου· εἶμαι δ’ ἐπίσης ζηλότυπος τῆς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν
1981αὐτὸ ἐξασκεῖ· ἀλλὰ τὸ καθῆκον ἀπῄτει νὰ κάμωμεν τὴν ἐξή-
1982γησιν ταύτην. (Πρὸς τὸν Κ. Σχινᾶν διακόπτοντα) Ὅταν ἔλθῃ
1983ἡ ἡμέρα ἐκείνη, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις ἀπεφάσισε νὰ
1984συζητήσῃ ἐπὶ τοῦ διαγγέλματος, τότε θέλω ἀπαντήσει εἰς
1985τὸν Κ. Σχινᾶν.
1986§112ΣΧΙΝΑΣ. Καὶ θέλετε ἀκούσει πολὺ περισσότερα.
1987§113Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. Τὰ ὁποῖα ἐλπίζω πως νὰ ἔχωσι τὴν
1988αὐτὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν ἔχουσιν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἀκούω νῦν.—
1989Ἀλλ’ ὁ Κ. Βαλτινὸς σᾶς ἐπρότεινεν ἕνα ἄλλον δισταγμόν· διὰ
1990τὶ καὶ ὁ θεσμὸς τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας νὰ περιληφθῇ
1991ἐν τῷ Συντάγματι; δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ ἐγκατασταθῇ διὰ νό-
1992μου; Μᾶς εἶπε μάλιστα, ὅτι οὐδεμία ὑπῆρχε δυσκολία πρὸς
1993τοῦτο καὶ δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν νὰ θεσμοθετήσωμεν τὸν θε-
1994σμὸν τοῦτον. Βεβαίως ἐκτιμῶ τὴν καλὴν προαίρεσιν τοῦ Κ.
1995Βαλτινοῦ, οὐδὲ ἀπορῶ διὰ τὶ δὲν ἠμπόρεσε νὰ ἐννοήσῃ, διὰ τὶ
1996ὁ θεσμὸς οὗτος πρέπει ἐν τῷ Συντάγματι νὰ τεθῇ. Ὁ θεσμὸς
1997οὗτος ἐγκαθιστᾷ σῶμα συμβουλευτικὸν, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη
1998καθίσταται ἀναγκαία, διατάσσεται, ὅτι εἶναι ἀναγκαία ν’ ἀ-
1999κουσθῇ ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου, πρὸ τῆς παρελεύσεως τοῦ ὁποίου
2000δὲν δύναται νὰ ἐξασκηθῇ τὸ δικαίωμα τὸ νομοθετικὸν ὑπὸ
2001τῆς Βουλῆς τῶν ἀντιπροσώπων. Ἐρωτῶ λοιπὸν, ἐὰν ὁ θεσμὸς
2002οὗτος δύναται νὰ νομοθετηθῇ δι’ ἑνὸς ἁπλοῦ νόμου.
2003Ὑποθέτω, ὅτι μετὰ τὴν ἐξήγησιν ταύτην καὶ ὁ Κ. Βαλτινὸς
2004πείθεται νὰ ἤρθησαν ἴσως αἱ ὑπόνοιαι, αἱ μεγάλαι καὶ πολλαὶ,
2005τὰς ὁποίας ἐδήλωσεν ὅτι συνέλαβεν ἐκ τῆς νομοθετήσεως τοῦ
2006θεσμοῦ τούτου ἐν τῷ Συντάγματι.
2007Μετὰ τὰς παραστάσεις ταύτας, Κύριοι, ὑποθέτω, ὅτι εἶμαι
2008ἀπηλλαγμένος τῆς ἀνάγκης νὰ ἀναδράμω εἰς τὰς παρατηρήσεις
2009δύω ἐντίμων προαγορευσάντων, τῶν Κυρίων Χρηστοπούλου καὶ
2010Ἀντωνοπούλου. Νομίζω, ὅτι εἶμαι ἀπηλλαγμένος ν’ ἀποκρού-
2011σω αὐτὰς, διότι ἄλλος πρὸ ἐμοῦ συνάδελφός μου ἀνήρεσεν αὐτὰς
2012ῥιζηδόν· ἐὰν ὅμως ἔπρεπε ν’ ἀνατρέξω κατά τι, ἤθελον σᾶς ἐκ-
2013θέσει, ὅτι ᾐσθάνθην τὴν αὐτὴν ἐκείνην ἔκπληξιν, τὴν ὁποίαν
2014ᾐσθάνθην, ὅταν πρό τινων χρόνων εἶχον μεταβῆ εἰς τὴν Ῥώμην.
2015Εἶχον ἀναγνώσει τοσαῦτα περὶ δύω ἀντιθέτων θέσεων τοῦ Κα-
2016πιτωλίου καὶ τῆς Ταρπηΐας πέτρας, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ ἐφανταζό-
2017μην τὸ μὲν Καπιτώλιον κολοσσιαῖον καὶ παμμέγιστον οἰκοδό-
2018μημα, τὴν δὲ Ταρπηΐαν πέτραν ὄρος δυσανάβατον καὶ ἀπότο-
2019μον. Μετέβην εἰς τὴν Ῥώμην· ἐζήτησα νὰ ἴδω τὸ Καπιτώλιον
2020καὶ εὗρον οἰκοδόμημα σύνηθες πολὺ ὑποδεέστερον πολλῶν ἄλλων
2021οἰκοδομημάτων· ἐζήτησα τὴν Ταρπηΐαν πέτραν, εἰσῆλθον εἰς
2022κῆπον καὶ δὲν εὗρον οὐδὲ πέτραν κἂν ἐν τῷ κήπῳ ἐκείνῳ, ἦτο
2023πεφυτευμένος ἀπὸ διάφορα φυτὰ ὁ κῆπος. Ὅμοιοι εἰσὶ καὶ οἱ
2024ὑποτιθέμενοι φόβοι, τοὺς ὁποίους σᾶς παρέστησαν οἱ εἰρημένοι
2025Κύριοι διὰ τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας. Τὸ συμβούλιον τῆς
2026ἐπικρατείας, λέγουν, θέλει ἀποῤῥοφήσει τὴν Βουλὴν τῶν ἀντι-
2027προσώπων, διότι ἡ Βουλὴ τῶν ἀντιπροσώπων θέλει ἀκούει τὴν
2028γνώμην του ἐντὸς δέκα ἡμερῶν· ἀλλὰ δὲν εἶναι ἐλευθέρα ἂν
2029θέλῃ νὰ παραδεχθῇ ἢ νὰ ἀποῤῥίψῃ τὴν γνώμην αὐτοῦ; Σᾶς
2030εἶπον πάλιν τὸ ἀντίθετον.
2031Τὸ συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας εἶναι Πρυτανεῖον, εἰς τὸ
2032ὁποῖον θέλουν περιέλθει ὅλοι οἱ ἀνίκανοι, τοὺς ὁποίους ἐξουσία
2033φατριαστικὴ καὶ φαύλη θέλει νὰ εὐνοῇ. Καὶ, Κύριοι, σεῖς ὑπο-
2034θέτετε ἀντιπροσωπείαν ἐθνικὴν, παριστῶσαν ἄγρυπνον φρουρὸν
2035τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, ἐπιτηρητὴν τῶν πράξεων τῆς
2036ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· καὶ ἐν τοσούτῳ παραδέχεσθε τὸ ἄτο-
2037πον, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐθνικὴ ἀντιπροσωπεία, ἂν τὸ ὑπουργεῖον θελή-
2038σῃ νὰ διαφθείρῃ τὴν ἐξουσίαν διὰ τοιούτου συμβουλίου, θέλει
2039σταματήσει μὲ χεῖρας ἐσταυρωμένας καὶ θέλει μένει ψυχρὰ
2040θεωρός! Ἂν τοιαύτην ἀντιπροσωπείαν δυστυχήσωμέν ποτε νὰ
2041ἔχωμεν, ποῦ θὰ κεῖνται αἱ ἐγγυήσεις, δὲν ἠξεύρω τῇ ἀληθείᾳ.
2042Ἄλλη ἐξέτασις τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ὑπεβάλομεν, μοὶ
2043φαίνεται πολλὰ στενὴ καὶ μικρά· ἡ ἐξέτασις εἶναι ἐκείνη, ἥτις
2044ἐφαρμόζει τὴν πρότασιν ἐπὶ τῶν προσώπων. Εἶμαι ἕτοιμος,
2045Κύριοι, νὰ πολεμήσω πάντα θεσμὸν διὰ μόνης τῆς παραστά-
2046σεως τῶν ἀτόπων, τὰ ὁποῖα θέλουσιν προσγείνει ἐκ τῆς κακῆς
2047ἐφαρμογῆς του· ἂν μάλιστα ὑποθέσω τὴν κακὴν ἐφαρμογὴν ἐπὶ
2048τῶν προσώπων, καὶ τὰς ὑποθέσεις ταύτας σᾶς δηλώσω σήμε-
2049ρον, κατ’ αὐτὴν τὴν ἔξαψιν τῶν πνευμάτων καὶ τῶν παθῶν,
2050ἔχω βεβαίαν τὴν ἐπιτυχίαν μου. Ψηφίσατε· δύναμαι νὰ σᾶς
2051εἴπω, ὅτι εἰς αὐτὴν θέλουσι κληθῆ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῶν
2052τριόδων, ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι δὲν συνδέονται δι’ οὐδενὸς δε-
2053σμοῦ μετὰ τοῦ τόπου τούτου, δὲν ἔχουσι κανένα συμφέρον
2054διὰ τὴν εὐημερίαν τοῦ τόπου τούτου, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ
2055ἐγκαταλείψωσι τὸν τόπον εὐθὺς ὡς δὲν εὑρίσκουσι ἐν αὐτῷ ὑλι-
2056κὸν συμφέρον καὶ θέλουσι σᾶς ἀποχαιρετήσει τότε μεταβαίνον-
2057τες νὰ ζήσωσιν ἐκεῖ, ὅπου εὑρίσκουσι συμφέρον. Θεσμοθετεῖτε
2058Βουλὴν ἀντιπροσώπων; δύναμαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐνδέχεται νὰ
2059ἐκλεχθῶσι τοιοῦτοι. Ἐγκαθιστᾶτε ὑπουργεῖον; καὶ οἱ ὑπουργοὶ
2060διωρίσθησαν τοιοῦτοι. Νομοθετεῖτε θέσεις νομαρχῶν; καὶ νομάρ-
2061χαι ἐνδέχεται νὰ διορισθῶσι τοιοῦτοι. Παραδέχεσθε τὴν ἀπο-
2062στολὴν πρέσβεων; καὶ πρέσβεις ἐνδέχεται νὰ διορισθῶσι τοιοῦ-
2063τοι. Μὰ τὴν ἀλήθειαν δότε μου τόπον νὰ σταθῶ, διὰ νὰ κα-
2064τασιγάσωσι καὶ αἱ ὑπόνοιαί μου.
2065Ἦτο χρόνος, Κύριοι, καθ’ ὃν δὲν ἔφερον οὔτε τὴν διαβατικὴν
2066αὐτὴν ἰδιότητα τοῦ ὑπουργοῦ, τὴν ὁποίαν νῦν φέρω, οὔτε τὴν
2067τοῦ πληρεξουσίου, τὴν ὁποίαν ἔχω· κατὰ τὸν χρόνον ἐκεῖνον
2068ἐξώδευον μικρὸν καιρὸν εἰς μελέτας, ἀλλὰ καὶ τότε εἶχον πλή-
2069ρει καὶ ἀκράδαντον πεποίθησιν περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ θεσμοῦ
2070τοῦ συμβουλίου τῆς ἐπικρατείας. Νομοσχέδια συνετάσσοντο
2071καὶ ἐπ’ αὐτῶν ἐγνωμοδότουν ἄνθρωποι ἔντιμοι, ἐπιστή-
2072μονες, ἀλλὰ τινὲς τῶν ὁποίων δὲν εἶχον οὐδὲ τὴν ἀπαιτου-
2073μένην πεῖραν τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων, οὐδὲ τὰς γνώσεις, τὰς
2074ὁποίας πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ἄνθρωποι, οἱ νομοθετοῦντες περὶ
2075ἑνὸς τόπου. Δὲν ἐννοῶ τὸν ἔντιμον συνάδελφόν μου Κ. Σαρίπο-
2076λον, συνηργάσθην πολλάκις μετ’ αὐτοῦ. Ἐκαλοῦντο οἱ κύριοι
2077νὰ ἀποφανθῶσιν ἐπί τινος νομοσχεδίου εἰς ἓν ὑπουργεῖον, με-
2078τέβαινον ἐκεῖ, οὐδ’ εἶχον προμελετήσει τὸ νομοσχέδιον, οὐδ’ ἐ-
2079γνώριζον περὶ τίνος πρόκειται, ἐγνωμοδότουν ναὶ ἢ ὄχι
2080ἐκ τοῦ προχείρου, ἀδιαφοροῦντες διὰ τὰ ἀποτελέσματα τῆς
2081γνώμης των. Θέλετε, Κύριοι, οὕτως ἐπιπολαίως νὰ παρασ-
2082κευάζωνται τὰ νομοσχέδια καὶ εἰς ἐποχὴν καθ’ ἣν ταῦτα θέ-
2083λουσιν συζητεῖσθαι καὶ ψηφίζεσθαι ὑπὸ ἑνὸς μόνου νομοθετικοῦ
2084σώματος, τὸ ὁποῖον σχηματιζόμενον ἐξ ἐκλογῆς, θέλει παρι-
2085στᾷ πάντοτε τὰς ἰδέας τῆς προόδου, τῆς νεότητος, τῆς ἀνθη-
2086ρᾶς καὶ γελώσης, ἀπέναντι τῶν ὁποίων οὐδ’ ἡ σοβαρότης τῆς
2087ἡλικίας, οὐδ’ ἡ μακρὰ διάπραξις τῶν δημοσίων ὑποθέσεων, οὐδ’
2088ἡ ὡριμότης τῆς βασάνου ὑπάρχει ἵνα σᾶς παρέχῃ ἐγγυητήν τινα;
2089Τὴν πεποίθησιν, Κύριοι, τὴν ὁποίαν εἶχον τότε, ὅτε οὐδε-
2090μίαν εἶχον τῶν ἰδιοτήτων, τὰς ὁποίας τώρα ἔχω, τὴν αὐτὴν
2091διατηρῶ καὶ νῦν καὶ θέλω ἐξακολουθεῖ ἔχων. Τὴν πεποίθησιν
2092ταύτην ὑποστηρίζω διὰ τῶν λόγων, τοὺς ὁποίους σᾶς ἐξέθηκα.
2093§114ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
2094§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Παντολέων.
2095§116ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
2096(Ὁ Κ. Παντολέων ἀναβαίνει ἐπὶ τοῦ βήματος ν’ ἀγορεύσῃ.
2097§117ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Ἐρωτήσατε τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐ-
2098φωτίσθη.
2099§118ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
2100§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις;
2101§120ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ὄχι.
2102§121Α. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις, καὶ ἀκολού-
2103θως ὅταν τεθῶσι θέματα νὰ συζητήσωμεν τακτικῶς, διότι
2104νομίζω ὅλα τὰ ἐπιχειρήματα περὶ τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπι-
2105κρατείας ἐξηντλήθησαν.
2106§122ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Κάθε ἀπόφασις πρέπει νὰ φανῇ, ὅτι εἶναι ἐ-
2107σκεμμένη, ἐγὼ ἔχω ἰδίαν πρότασιν.
2108§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι πληρεξούσιοι, νὰ σᾶς ἐρωτή-
2109σω. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦν-
2110ται νὰ ἐγερθῶσι· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
2111§124ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἔχω νὰ ἀναγγείλω ἁπλῶς μίαν πρότασιν·
2112δὲν ἤλπιζον, ὅτι ἤθελε κλείσει ἡ συζήτησις τόσον γρήγωρα εἰς
2113τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐπρόσμενα ὅτι ἡ Συνέλευσις ἤθελεν ἀφήσει
2114νὰ ἀναπτυχθῶσι καὶ νὰ ἐκτεθῶσιν ὅλαι αἱ γνῶμαι· ἂν ἡ συζή-
2115τησις δὲν ἤθελε κλείσει, ἤθελον καὶ ἐγὼ καθυποβάλει τὰς ἀ-
2116σθενεῖς ἰδέας μου ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, οὐχὶ διὰ τίποτε
2117ἄλλο, παρὰ διὰ τὸν τρόπον, ὑπὸ τὸν ὁποῖον τὸ παρέστησαν, διὰ
2118τὰς διατυπώσεις, τὰς ὁποίας ἤθελον νὰ τοῦ δώσωσιν. Ὁπωσδή-
2119ποτε, Κύριοι, πρόκειται περὶ μιᾶς προτάσεως, περὶ ἑνὸς εἴτε ὅ-
2120ρου, εἴτε παρατηρήσεως, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ἡ Α. Μ. εἰς τὸ Σύν-
2121ταγμα· μᾶς λέγουν, ὅτι, ἂν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις περὶ τοῦ
2122συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, τὸ Σύνταγμα δὲν θέλει ὑπογραφῆ.
2123§125ΤΙΝΕΣ. (Ἐξ ἀριστερῶν.) Κανεὶς δὲν τὸ εἶπεν.
2124§126ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τὸ εἶπον οἱ ὑπουργοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τού-
2125του, ἂν οἱ ὑπουργοὶ νομίζωμεν, ὅτι δὲν λέγουν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον
2126τοὺς ἐπεφόρτισεν ὁ Βασιλεὺς, καὶ δὲν τὸ λέγουν ἀπὸ τοῦ βή-
2127ματος αὐτοῦ, διότι, ἂν μοῦ τὸ ἔλεγον εἰς τὸ αὐτὶ, ἠδύνατο νὰ
2128ὑπάρχῃ καὶ ὑποψία, ἀλλ’ ὅταν τὸ λέγουν ἀπὸ τοῦ βήματος
2129θὰ τὸ πιστεύσω. Ἐπειδὴ λοιπὸν, Κύριοι, πρόκειται ἀπὸ τὴν
2130ψῆφόν μας νὰ προκύψωσι συνέπειαι, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι καλαὶ,
2131καὶ ἐπειδὴ δὲν γνωρίζω ὁποία θὰ εἶναι ἡ γνώμη τῆς Συνε-
2132λεύσεως καὶ ἂν ἀποῤῥιφθῇ ἡ πρότασις περὶ τοῦ συμβουλίου
2133τῆς Ἐπικρατείας ἔχομεν ἤδη ἀνηγγελμένον ἐπισήμως ὅτι
2134τὸ Σύνταγμα δὲν θέλει ὑπογραφῆ, θέλει δὲ εὑρεθῆ εἰς μίαν
2135σύγκρουσιν ἡ Συνέλευσις μετὰ τοῦ Βασιλέως, εἶναι καλὸν πρὶν
2136ἔλθωμεν εἰς μίαν ψῆφον ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου, εἶναι κα-
2137λὸν, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς μᾶς λέγει, σᾶς προτείνω ὡς ὅρον αὐτὴν
2138τὴν πρότασιν, ἐναντίον τῆς ὁποίας ὑπάρχει ἔνστασις οὐχὶ μικρὰ,
2139καὶ ἤθελα καθυποβάλει καὶ ἐγὼ μερικὰς ἰδέας, προτείνω ἡ Συν-
2140έλευσις νὰ ἐκλέξῃ μίαν ἐπιτροπὴν, ἡ ὁποία νὰ τῷ καθυποβάλῃ
2141ὅλας τὰς ἐνστάσεις, ὅλους τοὺς δισταγμοὺς, οἱ ὁποῖοι κυκλοφο-
2142ροῦν ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ὡς πρὸς αὐτὸ τὸ θεσμοθέτημα, καὶ
2143μετὰ ταῦτα ἔχει καθῆκον ἡ Συνέλευσις, ἀφοῦ ἠξεύρομεν εἰς
2144ποῖον σημεῖον εὑρισκόμεθα, νὰ ἀντλήσῃ ὅλας τὰς ἰδέας ὅλα τὰ
2145ἐπιχειρήματα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ, χωρὶς νὰ φέρωμεν
2146καμίαν διὰ τοῦτο δυσπιστίαν εἴτε πρὸς τὸ Ὑπουργεῖον εἴτε πρὸς
2147ἄλλον τινὰ· ἡμεῖς τὸ ἔθνος ἀπευθύνεται πρὸς τὸν Ἡγεμόνα του·
2148τότε ἀφοῦ ἀκούσωμεν τί θὰ εἰπῇ ὁ Βασιλεὺς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν
2149δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς οἱονδήποτε ἀπόφασιν νομίζομεν κα-
2150τάλληλον. Προτείνω λοιπὸν αὐτὴν τὴν πρότασιν· νὰ ἐκλεχθῇ δε-
2151καμελὴς ἐπιτροπὴ ἄνευ διακρίσεως ἀπὸ τὸ ἓν καὶ ἀπὸ τὸ ἄλ-
2152λο μέρος πρὶν ἢ ἔλθωμεν εἰς ὁριστικὴν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικει-
2153μένου ἀπόφασιν, νὰ τοῦ εἰπῇ τοὺς δισταγμοὺς, οὓς ἐπ’ αὐτοῦ
2154τοῦ ἀντικειμένου ἔχομεν, διότι κατὰ τὴν στιγμὴν ταύτην, Κύ-
2155ριοι, τίθεται ἐνώπιον ἡμῶν τὸ ζήτημα τοῦ Συμβουλίου τῆς ἐ-
2156πικρατείας ὡς ὅρος τῆς ὑπογραφῆς τοῦ πολιτεύματος. Ὅταν μοι
2157θέττετε ἐνώπιόν μου αὐτὴν τὴν ῥήτραν, ὅτι, ἂν δὲν ψηφίσωμεν
2158τὸ Συμβούλιον τῆς ἐπικρατείας, ὁ Βασιλεὺς δὲν θέλει ὑπογρά-
2159ψει τὸ Σύνταγμα καὶ ἑπομένως θὰ ἐκτεθῇ ὁ τόπος εἰς ὅλας τὰς
2160συνεπείας τὰς προκυπτούσας ἕνεκα μιᾶς συγκρούσεως μεταξὺ
2161Συνελεύσεως καὶ Βασιλείας, δὲν θὰ ἔχω ἐλευθέραν συνείδησιν ἵνα
2162ψηφίσω ὡς μοῦ ὑπαγορεύει ἡ συνείδησίς μου. Λοιπὸν ἀνάγκη ἡ
2163Συνέλευσις νὰ τεθῇ εἰς συνάφειαν μετὰ τοῦ Ἡγεμόνος νὰ μὲ ἀ-
2164κούσῃ· ἂν δὲ ἡ Συνέλευσις τὴν στιγμὴν ταύτην θελήσει νὰ προ-
2165βῇ, ὅσον τὸ κατ’ ἐμὲ διαδηλῶ, ὅτι ἀποσύρομαι καὶ δὲν ψηφίζω.
2166§127ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἡ γνώμη τοῦ Κ. πληρεξουσίου Ζα-
2167κύνθου ἔχει τι σπουδαῖον ὑπὸ τὴν ἔποψιν, ὑπὸ τὴν ὁποίαν τὴν
2168ἐξέθεσεν. Ἀλλὰ τί θέλει ἐκφράσει ἡ ἐπιτροπὴ ἐμφανιζομένη ἐ-
2169νώπιον τοῦ Βασιλέως πρὶν ἢ γείνῃ πλήρης συζήτησις καὶ ἀπό-
2170φασις; Ποίαν γνώμην θὰ ὑποστηρίξῃ;
2171§128ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἡ συζήτησις ἔκλεισεν.
2172§129ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, νομίζω
2173ὅτι δὲν πρέπει νὰ προβῶμεν εἰς τὸ βῆμα τοῦτο. Ἡμεῖς δὲν ὀ-
2174φείλομεν νὰ γνωρίζωμεν ὡς ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως ἄλλο παρὰ
2175ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον περιέχεται εἰς τὸ διάγγελμα. Εἰς τὸ διάγ-
2176γελμα δὲν τίθεται τὸ ζήτημα, ὅπως ἐξετέθη προφορικῶς ὑπὸ
2177τῶν ὑπουργῶν, καὶ ὅ,τι εἶπον οἱ κύριοι ὑπουργοὶ, τὸ εἶπον ὡς
2178ὑπουργοὶ καὶ οὐχὶ ἐκ μέρους τοῦ Βασιλέως· ἐγένετο παρ’ αὐτῶν
2179χρῆσις τοῦ ὀνόματος αὐτοῦ, φρονῶ ὅμως ὅτι ἐγένετο ἄνευ πε-
2180ρισκέψεως, καὶ τὸ παρ’ αὐτῶν ὑποδειχθὲν ἔχει τι δεινότερον,
2181μὴ περιεχόμενον ἀναγκαίως εἰς τὸ διάγγελμα καὶ ἐπισύρον με-
2182γάλην τὴν εὐθύνην τῶν ὑπουργῶν. Δὲν ἐγκρίνω, Κύριοι, τὴν
2183πρότασιν τοῦ Κ. Λομβάρδου. Ἂν διορίσωμεν μίαν ἐπιτροπὴν,
2184ἂν αὕτη ἡ ἐπιφορτισθεῖσα μὲ τὴν ἐντολὴν νὰ ὑποστηρίξῃ μίαν
2185τινὰ ὡρισμένην γνώμην, ἔλθῃ εἰς διαφωνίαν μετὰ τοῦ Βασι-
2186λέως, ἤτοι ἂν ὁ Βασιλεὺς ἐκφράσῃ τὴν ἐπιμονήν του εἰς ἐναν-
2187τίαν τινὰ γνώμην, εἰς ποίαν θέσιν θὰ εὑρεθῶμεν τότε ἡμεῖς;
2188Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι ἡμεῖς μίαν μόνην ἰδιότητα ἔχομεν,
2189νὰ ἐργασθῶμεν ὡς πληρεξούσιοι τοῦ ἔθνους καὶ ν’ ἀποφασίσω-
2190μεν ὅ,τι νομίζομεν ὀρθὸν καὶ συμφέρον. Τί θὰ κάμῃ κατόπιν
2191ἡ ἄλλη ἐξουσία, τοῦτο εἶναι ἔργον αὐτῆς, καὶ μόνον ἂν ἐπέλθῃ
2192σύγκρουσις δικαιωμάτων, τότε μόνον θὰ γεννηθῇ ἡ ἀνάγκη τῆς
2193σκέψεως περὶ τοῦ πρακτέου. Εἶναι δὲ ἀνάρμοστον τώρα, ὅτε
2194πρόκειται νὰ πράξωμεν ἡμεῖς τὸ καθῆκόν μας, τὸ νὰ θέσωμεν
2195εἰς δημοσίαν συζήτησιν, τίνα τὰ τοῦ Βασιλέως δικαιώματα. Ὁ
2196Βασιλεὺς εἶναι ἀνεύθυνος καὶ ἀπαραβίαστος, καὶ ἕνεκα τούτου
2197ἀποβαίνει ἐπικίνδυνος ἡ περὶ τῶν δικαιωμάτων του συζήτησις·
2198κάκιστα δὲ ἔπραξαν οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ ἀναμίξαντες τὸ ὄνομά
2199του εἰς τὴν συζήτησιν. Ἂς πράξωμεν ἡμεῖς ὅ,τι μᾶς ἐπιβάλλει
2200νῦν τὸ καθῆκον μας, τὰ λοιπὰ ἀπόκεινται εἰς βάρος τῶν ὑ-
2201πουργῶν.
2202§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. ὑπουργὸς ἔχει νὰ προσθέσῃ τι;
2203§131ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μετὰ τοῦ Κ. Διο-
2204μήδους.
2205§132Δ. ΜΑΥΡΟΚΟΡΔΑΤΟΣ. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ Κυρ.
2206Λομβάρδου διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Εἶμαι ἐκ πεποιθήσεως ἐναντίος
2207τῆς συστάσεως συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, κατὰ τὸν τρόπον,
2208καθ’ ὃν προτείνεται εἰς τὸ σχέδιον τὸ ὑποβαλλόμενον διὰ
2209τοῦ διαγγέλματος· ἀλλὰ διὰ νὰ ἐκπληρώσω τὸ καθῆκον
2210μου ὡς πληρεξούσιος τοῦ ἔθνους, ἵνα δώσω τὴν ψῆφον μου ἐν
2211συνειδήσει, ὀφείλω νὰ ἐξετάσω τὸ ἑξῆς ζήτημα· ἂν αἱ συ-
2212νέπειαι τῆς μὴ παραδοχῆς τοῦ συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας εἶ-
2213ναι χειρότεραι, μεγαλήτεραι, ναὶ ἢ ὄχι; Ἂν λοιπὸν τεθῇ τὸ ζή-
2214τημα, ὅπως ἐτέθη καὶ ὅπως οἱ Κ. ὑπουργοὶ τὸ εἶπον, καὶ οἱ ὑ-
2215πουργοὶ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου δὲν δύνανται νὰ μᾶς ἀπα-
2216τήσουν, ἐγὼ θὰ κρίνω ποῖον εἶναι τὸ χειρότερον διὰ τὴν πατρί-
2217δα, καὶ ἐκ τῶν δύο κακῶν θὰ ἐκλέξω τὸ μὴ χεῖρον. Ὑποστηρίζω
2218λοιπὸν μίαν προκαταρκτικὴν συνεννόησιν μετὰ τοῦ ἄλλου συμ-
2219βαλλομένου μέρους. (θόρυβος). Γίνεται ἔνστασις πῶς θὰ συνενοη-
2220θῶμεν τώρα, ὅτε δὲν ἠξεύρομεν ποῖα εἶναι ἡ γνώμη τῆς πλειο-
2221ψηφίας τῆς Συνελεύσεως· ὡς πρὸς τοῦτο βεβαίως οἱ προτείνον-
2222τες τὴν ἔνστασιν αὐτὴν ἔχουσι δίκαιον. Διὰ τοῦτο νομίζω ὅτι
2223ἤθελον εἶσθαι καλὸν εἰς μίαν ἰδιαιτέραν καὶ μυστικὴν συνεδρία-
2224σιν νὰ ἴδωμεν διὰ μιᾶς προκαταρκτικῆς ψηφοφορίας εἰς ποῖον
2225ἀποτέλεσμα ὁριστικὸν θὰ λήξῃ ἡ γνώμη τῆς Συνελεύσεως, καὶ
2226τότε ἡ ἐπιτροπὴ νὰ ὑπάγῃ νὰ συνενοηθῇ (σημεῖα ἀρνήσεως).
2227§133ΚΑΛΟΣ. Δὲν ἀποδέχομαι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Λομβάρδου
2228οὔτε τοῦ Κ. Μαυροκορδάτου· ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ προβῇ εἰς
2229τὰ ἔργα της τὰ συντακτικὰ ἀνεπηρεάστως ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην
2230ἀρχήν· ὅταν δὲ φθάσωμεν εἰς τὸ πέρας τῶν συντακτικῶν ἐργα-
2231σιῶν μας, τότε ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ παρατη-
2232ρήσεις, καὶ ἐπὶ τῶν παρατηρήσεων ἐκείνων δικαιούμεθα νὰ σκε-
2233φθῶμεν τὶ πρέπει νὰ πράξωμεν, σήμερον δὲν λαμβάνομεν τίπο-
2234τε ὑπ’ ὄψιν, ὁ Βασιλεὺς ὑποτίθεται, ὅτι ἀγνοεῖ τὰ παρ’ ἡμῶν
2235πραττόμενα, καὶ ὅταν παραδώσωμεν εἰς χεῖρας αὐτοῦ τὸ Σύνταγ-
2236μα, τότε ἄρχεται ἡ ἐπ’ αὐτοῦ γνώμη τοῦ Ἡγεμόνος, μετὰ τὴν
2237ὁποίαν θέλομεν σκεφθῇ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιμείνωμεν ἢ νὰ ὑποχω-
2238ρήσωμεν εἰς τὴν διαφωνίαν· διὰ τοῦτο προτείνω νὰ προχωρήσῃ
2239ἡ Συνέλευσις εἰς τὰ ἔργα της, ἤτοι τὴν ἀπόφασίν της περὶ
2240τοῦ παραδεκτοῦ ἢ μὴ τῆς ἀρχῆς.
2241§134ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, βλέπω ἐνταῦθα ἓν ἔγγρα-
2242φον, τὸ ὁποῖον φέρει τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Ἡγεμόνος, ὅστις ἐξέφρα-
2243σε τὴν γνώμην του, νομίζω δὲ, ὅτι ὅσα ἀπὸ τοῦ βήματος ἐλέχθη-
2244σαν ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν εἶναι ἀληθῆ, ἐκτὸς ἂν ὑποθέσωμεν,
2245ὅτι ἡ ἠθικὴ ἀξία τῶν προσώπων ἐξέλιπε παντάπασιν ἐκ τοῦ
2246μέσου τῆς κοινωνίας. Ἑπομένως ἀντικρούω τὸν σχηματισμὸν πά-
2247σης ἐπιτροπῆς, καὶ ἐπιμένω ὥστε ἡ Συνέλευσις νὰ ἐκφέρῃ θαῤῥαλέως
2248τὴν γνώμην της ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, ἔχουσα
2249ὑπ’ ὄψιν της ὅλα τὰ ἀντικείμενα τὰ προελθόντα ἐκ τῆς συζη-
2250τήσεως τὰ ὑπὲρ καὶ κατά.
2251§135ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λομβάρδος ἐπιμένει εἰς τὴν πρότα-
2252σίν του;
2253§136ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἂν δὲν γίνῃ παραδεκτὴ, ἐγὼ δὲν ψηφίζω.
2254§137ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Λομβάρδου συνίσταται
2255εἰς τὰ ἑξῆς.
2256Προτείνει πρὶν ἡ Συνέλευσις προβῇ εἰς ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς
2257ἀρχῆς περὶ συστάσεως Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας νὰ ἐκλεχθῇ
2258μία ἐπιτροπὴ, ἡ ὁποία νὰ μεταβῇ εἰς τὴν Αὐτοῦ Μεγαλειότητα
2259νὰ εἰπῇ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τῆς συστάσεως τοῦ συμβουλίου.
2260Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρον-
2261ται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἡ Συνέλευσις ἐπιθυμεῖ νὰ προβῇ εἰς
2262τὴν ψηφοφορίαν ἐπὶ τῆς ἀρχῆς;
2263§138ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2264§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως
2265Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι
2266λέγουν ὄχι.
2267§140ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τινὲς θέλουν τὴν σύστασιν, ἀλλ’ ὄχι
2268νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τεθῇ χωριστὰ
2269τὸ ζήτημα.
2270§141ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, οἱ παραδεχόμενοι
2271τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ὅπως
2272ἐπροτάθη ἐν τῷ Συντάγματι.
2273§142ΑΛΛΟΣ. Κ. Πρόεδρε τὸ θέμα πρέπει νὰ τεθῇ ἂν δέχεται
2274ἡ Συνέλευσις νὰ ἀναγραφῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ ὕπαρξις Συμβου-
2275λίου τῆς Ἐπικρατείας, διότι δὲν ἀνθιστάμεθα εἰς τὴν ὕπαρξιν
2276αὐτοῦ, ἀλλὰ τὸ παραδεχόμεθα διὰ Νόμου.
2277§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα λοιπὸν ἔχει οὕτω πως. Οἱ παραδε-
2278χόμενοι τὴν ἀρχὴν τῆς συστάσεως Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας
2279διὰ τοῦ Συντάγματος λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέ-
2280γουν ὄχι.
2281Γίνεται ἡ ψηφοφορία δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
2282Πρωτόκολλον ψηφοφορίας τῶν πληρεξουσίων
2283Ἐπὶ τοῦ ἑξῆς ζητήματος.
2284Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις τὴν ἀρχὴν τῆς ἐν τῷ Συντάγματι θεσμοθετήσεως τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐπικρατείας, ναὶ ἢ ὄχι;
Εξαγωγή πίνακα CSV.csv MD.md Παραπομπή.txt
2285Ὄνομα Ἐπαρχίας Ὄνομα Ὄνομα Ἐπαρχίας Ὄνομα
2286ἢ Συλλόγου ἐκλογικοῦκαὶ ἐπώνυμον Ν. Ο.ἢ Συλλόγου ἐκλογικοῦ καὶ ἐπώνυμον Ν. Ο.
2287ἢ Σωματείου τῶν πληρεξουσίων. ἢ Σωματείου. τῶν πληρεξουσίων.
2288
2289Ἀγραριωτῶν Α. Χαντζόπουλος Ἀρτινῶν Δ. Δεσποτόπουλος Ο.
2290Ἀδάμαντος Διονύσιος Τριτάκης Ν. Ἀσπροποτάμου Α. Σωμάκης Ο.
2291Ἀδριανουπόλεως Ν. Παντολέων ἀρ. Ἀττικῆς Δημήτριος Καλλιφρονᾶς. Ο.
2292 Παῦλος Καλλιγᾶς. Ν.
2293Αἰγιαλείας Ἰω. Λ. Μεσσηνέζης. Ο. Κωσταντῖνος Δόσιος
2294 Σωτήριος Λόντος Ν. Λ. Σμολένσκης. Ο.
2295 Ἀνδρ. Μιχαλόπουλος. Μιλτ. Βενιζέλος Ν.
2296 Κωνϛ. Θεοδώρου. Ν. Στ. Κολιάτσος ἀρ.
2297 Πάνος Κορωναῖος Ν.
2298Αἰγίνης Σπυρ. Γ. Λογιωτατίδης Ν.
2299 Σωκράτης Λογιωτατίδης. Βάλτου Ἰω. Καραγιαννόπουλος.
2300 Ἀθανάσιος Ἴσκος. Ο.
2301Ἀλεξανδρείας Δ. Σουλτάνης Βλάσσης Βαλτινός. Ο.
2302 Σ. Γεωργαλᾶς Δημήτριος Σκυλοδῆμος
2303Ἄνδρου Ἀναγνώστης Γιανουλίδης. Βηρυτοῦ Λάσκαρις Π. Λασκαρίδης ἀρ.
2304 Μιχ. Καΐρης. Ο.
2305 Ν. Π. Καΐρης. Βιτωλίων Θεόδ. Ὀρφανίδης Ν.
2306 Ν. Ἀλ. Μαυροκορδάτος. ἀρ.
2307 Ν. Μ. Καμπάνης Βονίτσης καὶ Ξηρομέρ.Δημήτριος Γρίβας
2308 Κ. Ἐμπειρῖκος. Χρ. Γαρδικιώτης Γρίβας.
2309 Χρ. Κατσικογιάννης.
2310Ἄργους Ἀνδρ. Ζαΐμης Τατσέλος Μαυρομάτης.
2311 Λεων. Ζωγράφος Ο. Γ. Ν. Τζέλιος Ν.
2312 Σπύλιος Καλμοῦχος Παναγ. Ι. Πετιμέζης. Ν.
2313 Πέτρος Μαυρομιχάλης Ο.
2314 Ν. Τσώκρης Ο.
2315 Ν. Πάγκαλος Ν.
2316Βουκουρεστίου Γρηγ. Χαντζερῆς. Ν. Δημήτριος Μιχαλίτζης. Ν.
2317 Ἀνδρ. Γαΐτας Φωσκάρδης. Ν.
2318Γαλαζίου Δ. Ῥοδοκανάκης Παῦλος Ταβουλάρης. Ν.
2319 Διον. Μεταξᾶς Σαντορίνης.Ν.
2320Γορτυνίας Βασίλ. Νικολόπουλος. Ο. Ἰωάννης Δομενεγίνης. Ν.
2321 Π. Κολοκοτρώνης Μιχαὴλ Νομικός Ο.
2322 Θεοδ. Π. Δηλιγιάννης Ν.
2323 Π. Δελιγιάννης Ν. Ἠλείας Ἀνδρέας Αὐγερινός. Ο.
2324 Δημ. Νικολόπουλος. Ο. Θεμιστοκλῆς Δαραλέξης Ο.
2325 Α. Ἀντωνόπουλος. Ν. Στέφανος Στεφανόπουλος Ν.
2326 Ἀθ. Γόντικας. Ν. Νικόλαος Σισίνης. Ο.
2327 Γ. Δ. Πλαπούτας. Αὐγερινὸς Πετραλιᾶς
2328 Λύσανδρος Βιλαέτης
2329Γυθείου Ἡλ. Β. Μαυρομιχάλης. Ο. Ἀλέκος Ἄχολος Ο.
2330 Πιερῆς Δημητρακαράκος. Ο. Ἀλέξανδρος Βιλαέτης
2331 Θεοδ. Τσαννετάκης
2332 Γ. Κοσονάκος. Φωκᾶς Ν. Ἠπείρου Α. Καλός Ο.
2333Δωρίδος Χρ. Μαστραπᾶς Ἠπειρωτῶν Ἀρτέμιος Μίχου Ο.
2334 Ἰω. Σαφάκας.
2335 Λεων. Α. Λιδωρίκης. Ο.Θεσσαλονίκης. Α. Κοντός
2336 Νικ. Κατσικαπῆς. Ν. Γ. Μουσούρος
2337Ἐπιδαύρου
2338Λιμηρᾶς Γεώργιος Ζουμπουλάκης Θηβῶν Δ. Κλίμακας Ο.
2339 Ν. Παπαμιχαλόπουλος. Ο. Ἀλέξιος Κόλιας
2340 Δημ. Χαραλάμπης. Ν. Α. Κατσίνας
2341 Θεοδ. Α. Καστανάκος. Ο. Β. Θεαγένης Ο.
2342Ἑρμιονίδος Ἀνδρ. Ζέρβας. Ο.Θήρας Ἰωάννης Ἰγγλέσης. Ο.
2343 Γ. Ἰω. Μίλησης. Ν. Συγ. Ἀλαφοῦζος Ο
2344 Ἀνδρέας Πέπας. Ο. Θεοφ. Βενετζάνος. Ο.
2345 Κυριάκος Γουλεμᾶς. Ο. Ἀντ. Νομικός Ν.
2346 Γερ. Βαλιάνος. Ο.
2347Εὐρυτανίας Γ. Σ. Τσατσάρας. Ν. Πέτρος Τζάννος
2348 Κ. Ι. Γιολδάσης. Ο.
2349 Ν. Μπουκουβάλας. Θρακοβουλγάρων Δ. Λεβίδης Ο.
2350 Δ. Λ. Ζῶτος
2351 Π. Μανωλίδης. Ἰασίου Εὐστ. Γεωργαντόπουλος
2352 Σ. Α. Ζῶτος Ο. Ν. Σακελλαρίδης
2353 Ἀλ. Μαυροκορδάτος.
2354 Σ. Π. Πεσλῆς Ἱερουσαλὴμ Α. Διαμαντόπουλος Ο.
2355Ζακύνθου Κωνστ. Λομβάρδος ἀρ. Ἰθάκης Τηλέμαχος Μαράτος Ν.
2356 Δημήτριος Πατέλης Ο. Θεοδόσιος Τσιλιάνης. Ν.
2357 Ἀνδρέας Σιγοῦρος Ν. Παναγ. Κυπαρίσσης ἀρ.
2358 Διονύσιος Κοκκίνης Ν. Εὐστ. Δρακούλης
2359 Γεώργιος Τερτσέτης. Ν.
2360 Ἀνδρέας Πλέσας Ν. Ἰονίων Φραγκῖσκος Δομενεγίνης
2361 Ἰωάννης Σούλη Βάρκας. Ν. Γεράσιμος Κούπας
2362 Γεώργιος Λογοθέτης
2363 Ἀνδρέας Τερτσέτης Καΐρου Γ. Ἀβέρωφ.
2364 Ἰωάνν. Μόζερας Δ. Χρηστίδης ἀρ.
2365 Νικόλαος Κολυβᾶς. Ν.
2366 Νικόλαος Μουζάκης Ν. Καλαβρύτων Θρασύβ. Α. Ζαΐμης Ν.
2367 Φραγκίσκος Κουερῖνος Ν. Ν. Ἀνδρίκου
2368 Ἰωάννης Σιδηροκαστρίτης Ο. Γ. Α. Πετιμεζᾶς Ο.
2369 Ἀσημάκης Χαραλάμπης Ο. Δημήτριος Μηλιαρέσης. Ν.
2370 Ἀθ. Β. Πετιμεζᾶς Ν. Ἰωάννης Ἄννινος. Ν.
2371 Ἀθ. Γ. Πετιμεζᾶς. Νικόλαος Βαλσαμάκης Ν.
2372 Ἡρακλῆς Πετιμεζᾶς Ν. Νικόλαος Γεωργακάτος.
2373 Χαρ. Σολιώτης. Ν. Ἐπαμ. Μεταξᾶς.
2374 Σπῦρος Μεταξᾶς. Ν.
2375Καλαμῶν Πέτρος Α. Μαυρομιχάλης Γεράσιμος Μαυρογένης. Ν.
2376 Κωνστ. Ἀθ. Κυριακὸς Ν. Χαραλάμπης Ἰακωβᾶτος
2377 Γεώργιος Πεῤῥωτῆς Ν. Βαπτιστὴς Ἄννινος Ν.
2378 Λυμπέριος Μπενάκης Ν. Ἰωάννης Καπελέτος Ο.
2379 Κωνστ. Δαγρὲς Ν. Γεράσιμος Λειβαδᾶς. Ο.
2380 Ἀθ. Δανηλόπουλος Ἀναστ. Μεταξᾶς Ν.
2381 Σταματέλος Πυλαρινός. Ν.
2382Καρυστίας Γ. Μιχαηλίδης Ο.
2383 Γ. Παπαγεωργίου Ν. Κορινθίας Ἰω. Ν. Δελιγιάννης
2384 Γ. Καραβᾶς Ο. Θεοχ. Ῥέντης Ο.
2385 Κ. Πετσάλης Ο. Σωτ. Ἰωάννου Ο.
2386 Στ. Νικολαΐδης. Ν. Ν. Δεληγιάννης Ν.
2387 Ἰω. Βάχλας Ν. Γ. Πετρούλιας
2388 Ἰω. Πολυχρονιάδης Ν.
2389Κασίων Γεώργ. Μαντζούνης. Ο. Ἰω. Γιουροῦκος
2390 Σπυρ. Ζούζουλας Ν.
2391Κέας Ἀντώνιος Βάστας Ν.
2392 Ποθ. Ῥεβελάκης Ο.Κρήτης Σ. Ἀντωνιάδης Ν.
2393 Ἀ. Δεπάστας Ο. Δ. Καλλέργης
2394Κερκύρας Ἀρσένιος Κοντός. Ν. Νέας Κρήτης Χαρίλαος Σουΐδας. Ο.
2395 Ἀρσένιος Ῥάλλης
2396 Νικόλαος Λοῦβρος. Κυθήρων Κοσμᾶς Πανάρετος Ν.
2397 Βασίλειος Μεταλινός Ν. Δημήτριος Ῥαπτάκης Ν.
2398 Δημήτριος Προβατᾶς. Ο. Μηνᾶς Καρύδης Ν.
2399 Μαργαρίτης Παγιατάκης Ο. Γεώργιος Μόρμορης Ν,
2400 Σπυρίδων Κουβαρᾶς. Ν.
2401 Παῦλος Πανδῆς Ν. Κυνουρίας Χ. Χρηστόπουλος. Ο.
2402 Εὐστάθιος Γιαννούσης Ν. Δ. Παπανικολάου Ο.
2403 Σπυρίδων Χειμαριός. Ν. Γ. Μιντζόπουλος Ν.
2404 Γεώργιος Χονδρογιάννης Β. Κομνηνός Ν.
2405 Ἀνδρέας Καρύδας. Δημ. Βροντίσης Ν.
2406 Ἰωάννης Γουρλεμῆς Ν. Σπυρ. Παπαδόπουλος
2407 Θεόδωρος Ζερβός Ν.
2408 Πολυχρόνιος Κωνσταντᾶς Ο.Κωνσταντινουπόλεως Ἡλ. Πανᾶς Ο.
2409 Δημήτριος Κωνστ. ΚόντηςΝ.
2410 Νικόλαος Παγκράτης. Ν. Λακεδαίμονος Ἀναστ. Κορφιωτάκης Ν.
2411 Ἀναστ. Νικοκάβουρας Σπ. Κοπανίτσας
2412 Ἀντώνιος Καποδίστριας. Ν. Λ. Μαυρομιχάλης
2413 Χρις. Ποφάντης Ἐμ. Μελετόπουλος
2414 Ν. Βαρβιτζιώτης
2415Κερκύρας Ἀριστ. Τσερετόπουλος Ἠλ. Γιατράκος
2416 Ν. Λεώπουλος
2417Κεφαλληνίας. Ἡλίας Ζερβός Ι. Βαλασόπουλος
2418 Γεώργιος Κοζάκης
2419 Γεώργιος Ἰακωβάτος Λαρίσσης Θ. Ἀφεντούλης
2420 Ἰωσὴφ Μομφεράτος Ο.
2421 Νέστωρ Σολομός Ο.
2422 Ἀντώνιος Βριώνης. Ν.
2423 Νικόλαος Λούζης Ν.
2424Λεβαδείας Γ. Λάπας Ν. Μεσσολογγίου Ζαφ. Ι. Βάλβης
2425 Ἰω. Δυοβουνιώτης Ἐπαμ. Δεληγιώργης Ο.
2426 Χαρ. Ὀδυσσέως Σταμ. Μακρῆς Ο.
2427 Λουκᾶς Παπᾶ Ἰωάννου Σπυρ. Βαλτινός
2428Λευκάδος Ἀριστοτέλης Βαλαωρίτης Ν. Μεσσήνης Ἀλεξ. Κουμουνδοῦρος Ν.
2429 Μάρκος Καλκάνης Σπ. Ἀντωνόπουλος Ο.
2430 Ἀλέξ. Σταματόπουλος Ο. Νικολ. Μίχαλος
2431 Γεράσιμος Σέρβος Ο. Ἀναγν. Νικολαΐδης. Ο.
2432 Σπῦρος Βαλαωρίτης Δημ. Μερλόπουλος Ο.
2433 Εὐστάθιος Φίλιππας Ἀναγ. Σταθόπουλος. Ο.
2434 Περικλῆς Σταύρου.
2435 Ἰωάννης Μαρίνος Ν. Μεσ. τῆς Ἰταλίας Ἰάκωβος Ξυδάκτυλος Ο.
2436 Ἀλέξανδρος Τσαρλαμπᾶς Ν.
2437 Δημήτριος Κόνταρης Ν. Μήλου Ἀ. Βιτσάρης Ν.
2438 Εὐστάθιος Πήλλικας Ν. Α. Πρεζάνης Ν.
2439 Ἀνδρέας Βλαντῆς Ν. Λ. Κανάρης Ν.
2440 Θ. Ἰωαννίδης Ο.
2441Λίβερπουλ Λεων. Μελᾶς Ν.
2442 Μινώας Χαρ. Ζιμβρακάκης Ν.
2443Λιβόρνου Δημ. Σ. Μαυροκορδάτος ἀρ.
2444 Νάξου Νικόλ. Κονταράτος. Ν.
2445Λοκρίδος Ν. Βουλπιώτης Σπυρ. Βαρότσης
2446 Θεόφ. Γεωργίου Ο. Δημ. Δημητρακόπουλος
2447 Σπυρ. Τριχὰς Ν. Γεώρ. Χατσόπουλος
2448 Π. Ἠλιόπουλος Ν. Ἐμμ. Ναυπλιώτης Ο.
2449 Νικόλ. Γκίλης Ο.
2450Λονδίνου Χ. Τρικούπης
2451 Ναυπακτίας Εὐθ. Πλαστήρας Ο.
2452Μαγκεστρίας Σπυρίδων Τρικούπης Ἀθαν. Ῥοντίρης Ο.
2453 Ν. Καναβός
2454Μαντινείας Ῥήγας Παλαμήδης. Ν. Ν. Φαρμάκης
2455 Ἰω. Παπαζαφειρόπουλος Ο.
2456 Κωνστ. Κωνσταντόπουλος. Ναυπλίας Κωνστ. Δ. Εὐθυμιόπουλος. Ο.
2457 Θεόδ. Πετρινός. Ο. Γρηγ. Δημητριάδης
2458 Κωνστ. Ἀντωνόπουλος Ν. Θεοδ. Μιχαλόπουλος
2459 Δημ. Ζέγγελης Ο. Μιχ. Ἰατρός Ν.
2460 Ἰω. Πύρλας Ν.
2461 Κωνστ. Μανέτας Ο.Νεαπόλεως
2462Μασσαλίας Κωνστ. Μελᾶς Ξηροχωρίου Ἀθ. Πετσάλης. Ο.
2463 Τηλεμ. Ῥούκης Ο.
2464Μεγαλοπόλεως Παναγ. Θερμογιάννης Ο. Κ. Νικολαΐδης Ν.
2465 Γεώργιος Κεφάλας Ο. Λουκᾶς Καλογερόπουλος Ν.
2466 Βασίλειος Μπούτουνας Ο.
2467 Ἀσημ. Ζατουνίτης Ν. Ὀδησσοῦ Α. Σκαραμαγκᾶς Ν.
2468 Κ. Θ. Ῥάλλης
2469Μεγαρίδος Ξεν. Λογοθέτης Ο.
2470 Α. Κουλούρης Ο.Οἰτύλου Α. Μαυρομιχάλης
2471 Γ. Μποῦσκος Δ. Μαυρομιχάλης Ο.
2472 Ι. Μ. Πανούσης Γερμ. Μαυρομιχάλης
2473 Ἀντ. Α. Μαυρομιχάλης Ο.
2474Μελίτης Εὐστρ. Πετροκόκκινος Γεώργιος Α. Μαυρομιχάλης
2475 Δ. Σαράβας ἀρ.
2476Ν. Μινζέλας Κ. Καλαμίδας Ν. Δ. Κουμουνδουράκης Ν.
2477 Γρηγ. Πατριαρχέας Ν.
2478Ὀλυμπίας Χαραλ. Κανελλόπουλος Ο. Ἀναστ. Ὀρλάνδος Ο.
2479 Κωνστ. Ζαρειφόπουλος Ν. Δημ. Θεοχάρης Ο.
2480 Ζαρ. Ζαρειφόπουλος Ν.
2481 Ἀναγ. Κανελλόπουλος Ο.Σύρου Κ. Πλατύς
2482 Δ. Μοσχούλας Ο. Μιλ. Κ. Κανάρης Ν.
2483 Κ. Οἰκονομόπουλος Ο. Ι. Θ. Παλαιολόγος
2484 Ἰω. Βεάκης Ν.
2485Πανεπιστημίου Ν. Σαρίπολος. Λ. Εὐμορφόπουλος
2486 Δ. Βεναρδάκης Ἀντ. Ἰουστινιανός
2487 Μ. Κ. Σαλβάγος
2488Παξῶν Δημ. Μακρῆς Ν. Εὐαγ. Ἀντύπας Ν.
2489 Ἰω. Βελιανίτης Ν.
2490 Κωνστ. Μακρῆς Ν. Τεργέστης Ἀρ. Μωραϊτίνης
2491 Γεώρ. Βελιανίτης Ν.
2492 Τήνου Εὐστρ. Παρίσης. Ν.
2493Παρισίων Γρηγ. Μαυρομαρᾶς Ο.
2494 Ν. Νάζος Ν.
2495Παρνασίδος Εὐθ. Κεχαγιᾶς Ν. Δημ. Δρόσος Ο.
2496 Λουκᾶς Καραλίβανος Ο. Ἰωάννης Ζαλώνης
2497 Θεμ. Παπακώστας Γ. Μοσχᾶτος.
2498 Χρ. Γερογιάννης
2499 Ἡρ. Μαμούρης Ν. Τριφυλίας Α. Γρηγοριάδης Ο.
2500 Κωνστ. Βλάμης. Ο. Σ. Σωτηρόπουλος Ν.
2501 Γεώργ. Ζέζας
2502Πατρῶν Θάνος Κανακάρης. Ν.
2503 Α. Χ. Λόντος Ν. Τριχωνίας Βασ. Σκαλτσοδῆμος
2504 Ἀδ. Παπαδιαμαντόπουλος Ο. Γεώργ. Ι. Στάϊκος
2505 Ἀρ. Μπουκαούρης. Ο. Κωνστ. Στάϊκος
2506 Παν. Θεοφίλου Ο. Κωνστ. Διαλέτης
2507 Γ. Ῥοῦφος
2508 Π. Χαλικιόπουλος Τροιζηνίας Κωνστ. Βατικιώτης
2509 Ἰω. Α. Οἰκονομίδης Ο.
2510Νέας Πέλης Ἀλ. Δόσιος Ο. Σταμ. Κοριζῆς Ο.
2511 Δημ. Τζωρτζῆς Ο.
2512Πυλίας Δημ. Τριγγέτας Ο.
2513 Μιχ. Σχινᾶς Ο.Ὕδρας Δημ. Βούλγαρης Ο.
2514 Ἀθ. Μισυρλῆς. Δημ. Στ. Βουδούρης. Ν.
2515 Σπυρ. Γρίβας Λαζ. Γιουρδῆς Ο.
2516 Δημ. Σαχτούρης.
2517Σαμίων Λεων. Σταμάτης ἀρ. Δημ. Ι. Κριεζῆς
2518 Ἰω. Ζάκας Ν.
2519Σάμου Κωνστ. Λεκάτης Ο.
2520 Φθιώτιδος Κ. Δυοβουνιώτης
2521Σκοπέλου Ἰω. Νικολαΐδης Ο. Τιμ. Βάσσος Ο.
2522 Κ. Γρυμανέλης Ο. Γ. Κρίτσας
2523 Γ. Φαλκίδης Ο. Β. Μυλωνᾶς
2524 Ἰω. Μπετλῆς Ο. Α. Ζητουνιάτης
2525 Δ. Αἰνιάν
2526Σμύρνης Κίμων Ν. Χ. Κωστῆς Πέτρ. Σκουμπουρδῆς
2527 Ι. Λάτρης Ν.
2528 Ὀδ. Ἰάλεμος Ο.Χαλκίδος Ν. Βουδούρης Ο.
2529 Στεφ. Παππᾶς
2530Σουλιωτῶν Ν. Ζέρβας Ο. Γ. Βελισσάριος Ν.
2531 Γ. Ἀγγελινίδης Ο.
2532Σπετσῶν Γεώργιος Μπούμπουλης Δημ. Καφεντσόγλους Ν.
2533 Διομήδης Κυριακοῦ Ο.
2534Χίου Ἐμμ. Κόκκινος. Ν.
2535 Ἰω. Δηλιγιάννης Ν.
2536Χίων Ἀριστ. Γλαράκης Ο.
2537Νέων Ψαρῶν Κωνστ. Κανάρης. Ν.
2538 Ν. Κ. Κανάρης. Ν.
2539 Ν. Χ. Γ. Κοτζιᾶς
2540 Δημοσθ. Ν. Βρατζάνος Ν.
2541§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 270, 136 εἶπον ναὶ
2542ὑπὲρ τῆς ἀρχῆς, 124 εἶπον ὄχι, 10 ἠρνήθησαν ψῆφον· (θορυβώ-
2543δεις ἀποδοκιμασίαι ἐκ τοῦ ἀκροατηρίου.
2544Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. Ὥρα 5 καὶ ¼.
2545Ὁ Πρόεδρος
2546Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
2547Οἱ Γραμματεῖς
2548Σ. Λογιωτατίδης.