1864.09.30
1,675 rows · 13,768 words · 135 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 330
Τῆς 30 Σεπτεμβρίου 1864.
(Τετάρτη)
Ὥρα 9 Π. Μ. Τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου κατέχει ὁ ἀντιπρόεδρος Κ. Ἀντύπας.
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἤρξατο ἡ συνεδρίασις. Ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα κυροῦνται. Ὑποβάλλονται αἱ ἑξῆς προτάσεις· τοῦ Κ. Βελιανίτου, Δ. Μακρῆ καὶ λοιπῶν. «Δύο εἰρηνοδίκαι μεθ’ ἑνὸς προέδρου σχηματίζουσιν ἐν ταῖς μικροτέραις νήσοις τῆς πρῴην Ἑπτανήσου καὶ τῶν ἑτέρων τῆς αὐτῆς τάξεως νήσων τῶν ἀπαρτιζόντων μέρος τοῦ Βασιλείου τὸν δικαστικὸν κλάδον, καὶ προσωρινῶς διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ τὸ ἤδη ἐνυπάρχον σύστημα ἐν Ἑπτανήσῳ καθόσον ἀφορᾷ ἁπλῶς καὶ μόνον τὴν διαδικασίαν.» Τοῦ Κ. Καραβᾶ. «Ἄρθρ. 71. Οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται κατὰ τετραετίαν. Ἄρθρ. 77. Οἱ ἐκπληροῦντες τὰ καθήκοντά των βουλευταὶ λαμβάνουσιν ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ὡρισμένην δι’ ἑκάστην βουλευτικὴν σύνοδον χιλίων πεντακοσίων δραχ. ἀποζημίωσιν.» Τοῦ Κ. Παπαμιχαλοπούλου· Τροπολογία ἐπὶ τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 76 νὰ προηγηθῇ τοῦ ἄρθρου 75. Εἰς τὸ ἄρθρον δὲ τοῦτο (75) νὰ προστεθῇ ὡς βʹ. ἐδάφιον. «Ἀκυρωθεῖσα ἐκλογὴ ἐπαναλαμβάνεται ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς ἀκυρώσεως.» Εἰς τὸ ἄρθρον 75, ὅπερ θὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 76, νὰ προστεθῇ. — «Κατὰ δὲ τὴν ἔναρξιν ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου ἡ ἐκλογὴ αὕτη ἐνεργεῖται μετὰ τὴν ὁλοσχερῆ ἐξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν.» Εἰς τὸ Κεφάλαιον τῶν εἰδικῶν διατάξεων νὰ προστεθῇ ὡς ἄρθρον 114 τὸ ἑξῆς. Ἄρθρον 114. «Τὸ δημοτικὸν σύστημα διατηρεῖται. «Οἱ ἔχοντες δικαίωμα ψήφου δημόται ἑκάστης δημοτικῆς περιφερείας ἐκλέγουσιν ἀπ’ εὐθείας τὸν δήμαρχον καὶ λοιποὺς δημοτικοὺς ὑπαλλήλους τοῦ δήμου των κατὰ τὸν περὶ δήμων Νόμον διὰ ἀμέσου, καθολικῆς καὶ μυστικῆς ψηφοφορίας.» Τὸ ἄρθρον 114 τοῦ σχεδίου θὰ λάβῃ τὴν θέσιν τοῦ ἄρθρου 115, καὶ οὕτω καθεξῆς.» Τοῦ Κ. Βροντίση. Τροπολογία ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Δημοτ. Νόμου. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 64 ἀντὶ «τριακοστὸν» νὰ τεθῇ «δέκατον». Νὰ προστεθῇ ὡς ἐδ. 2 τοῦ ἀνωτέρω ἀριθ. 64 τὸ ἑξῆς· «ὁ ἐκλογεὺς ἐπὶ ποινῇ προστίμου 50–200 δραχμῶν ἐπιβαλλομένου παρὰ τοῦ Πταισματοδικείου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου κεῖται ὁ Δῆμος, δὲν δύναται νὰ ὑπογράψῃ, ἐκφράζων τὴν θέλησίν του, εἰς πλειοτέρας τὸν ἀριθμὸν τῶν ὑποψηφίων δι’ ἑκάστην θέσιν ἀναφοράς, αἱ τοιαῦται ὑπογραφαὶ θεωροῦνται ὡς μὴ οὖσαι. Οἱ ἀγράμματοι ὑπογράφονται παρὰ τοῦ ἱερέως ἢ Δημοδιδασκάλου ἐπὶ παρουσίᾳ δύω μαρτύρων προσυπογραφομένων· ἡ ψευδὴς βεβαίωσις τῆς ὑπογραφῆς τιμωρεῖται κατὰ τὸ ἄρθρον 247 τοῦ Ποινικοῦ Νόμου». Τοῦ Κ. Γιολδάση. Νὰ προστεθῶσιν ὡς 115 ἄρθρ. τοῦ Συντάγματος τάδε. «Οὐδεὶς διορίζεται Δημόσιος ὑπάλληλος ἐν τῷ Νομῷ ἢ ἐν Ἐπαρχίᾳ, ἐν ᾗ ἔχει τὴν ἀστυκὴν καὶ πολιτικὴν αὑτοῦ κατοικίαν». «Ἐξαιροῦνται τῆς διατάξεως ταύτης ὁ Εἰσαγγελεὺς καὶ Ἀντεισαγγελεὺς τοῦ Ἀρείου Πάγου, οἱ Ἀρειοπαγῖται καὶ οἱ δημόσιοι ἰατροί. Τοῦ Κ. Κυπαρίσση. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. «1. Ἐπιτρέπεται νὰ δοθῇ ἐκ τοῦ δημοσίου ταμείου ἀμοιβὴ δραχμῶν πεντήκοντα χιλιάδων πρὸς ὃν ὑποβάλῃ εἰς τὸ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης Ὑπουργεῖον, πρὸ τῆς πρώτης Νοεμβρίου τοῦ 1867 ἔτους, σχέδιον ἀστικοῦ τῆς Ἑλλάδος νόμου, ὅπερ βασανισθὲν ἐξ ἐπιτροπῆς προεδρευομένης ὑπὸ τοῦ ἐπὶ τῆς Δικαιοσύνης ὑπουργοῦ, καὶ συγκειμένης ἐκ τῶν προέδρων καὶ εἰσαγγελέων τοῦ Ἀρείου Πάγου καὶ τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν, ἐκ δύο καθηγητῶν τῆς νομικῆς σχολῆς τοῦ πανεπιστημίου, καὶ ἐκ δύο δικηγόρων τῆς ἐκλογῆς τοῦ εἰρημένου ὑπουργοῦ, θεωρηθῇ ὡς ἱκανοποιοῦν τὰς ἀνάγκας τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας, καὶ κριθῇ ἄξιον νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν πρὸ ἐπιψήφισιν. 2. Ὅσοι ὑποβάλωσι νομοσχέδιον, ὅπερ δὲν ἐγκριθῇ παρὰ τῆς εἰρημένης ἐπιτροπῆς, δὲν θέλουσιν ἔχει δικαίωμα πρὸς ἀπαίτησιν ἀμοιβῆς. 3. Τὰ ὑποβληθέντα νομοσχέδια θέλουσιν εἶσθαι ἐγγεγραμμένα μετὰ τῆς δυνατῆς σαφηνείας καὶ εὐκρινείας εἰς καθαρεύουσαν Ἑλληνικὴν γλῶσσαν, δὲν θέλουσι περιέχει ἀναπτύξεις θεωρητικὰς, καὶ θέλουσι πρὸ πάντων λύει τὰ συνήθως εἰς τὴν πρακτικὴν ἀναφυόμενα ζητήματα. Θέλουσι δὲ ἀρυσθῆ ἰδίως ἐκ τῆς ῥωμαϊκῆς καὶ βυζαντινῆς νομοθεσίας, ἐκ τῶν νεωτέρων τῆς Ἑσπερίας Εὐρώπης κωδίκων καὶ νομικῶν συγγραμμάτων, ἐκ τῶν νόμων καὶ ἐθίμων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ἐκ τῶν ἀναλλοιώτων ἀρχῶν τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς ἐπιστήμης. 4. Οἱ ἀλλοδαποὶ δὲν ἀποκλείονται τοῦ συναγωνισμοῦ τούτου.» Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν ὁ Πρόεδρος Κ. Μεσσηνέζης.
§4ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρότασις τῶν Κ. Λεκάτη καὶ Πανούση. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει. Ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου ά. τοῦ ψηφίσματος ΡΙΖ. χορηγηθεῖσα προθεσμία πρὸς ἐγγραφὴν ὑποθηκῶν ἢ προσημειώσεων εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκοφυλάκων Μαραθῶνος, Ἐλευσῖνος, Κύμης καὶ Τρικάλων παρατείνεται μέχρι τῆς 15 Νοεμβρίου τρ. ἔτους.» Ποίαν ἡμέραν ὁρίζετε;
§5ΛΕΚΑΤΗΣ. Δύο λέξεις, Κ. Πρόεδρε· οἱ πλεῖστοι ἐξ αὐτῶν εἶναι ἐκτὸς τοῦ Κράτους......
§6ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν περὶ τοῦ κατεπείγοντος.
§7ΤΙΝΕΣ. Ἂς ἀναγνωσθῇ πάλιν, δὲν τὴν ἠκούσαμεν.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδού. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις ψηφίζει. Ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου ά. τοῦ ψηφίσματος ΡΙΖ. χορηγηθεῖσα προθεσμία πρὸς ἐγγραφὴν ὑποθηκῶν ἢ προσημειώσεων εἰς τὰ βιβλία τῶν ὑποθηκοφυλάκων Μαραθῶνος, Ἐλευσῖνος Κύμης καὶ Τρικάλων παρατείνεται μέχρι τῆς 15 Νοεμβρίου τρ. ἔτους. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Θέλει τυπωθῆ καὶ συζητηθῆ αὔριον.
§9ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Σήμερον, Κύριε Πρόεδρε, νὰ συζητηθῇ, διότι σήμερον ἐκπνέει ἡ προθεσμία.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔπρεπε νὰ ζητηθῇ προτήτερα.
§11ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§12ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα πρότασις Κωνσταντᾶ καὶ λοιπῶν περὶ ἐφαρμογῆς τῆς Ἑλληνικῆς νομοθεσίας εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἐπιτρεπομένης τῆς ἐκδόσεως τῶν περὶ τροποποιήσεως αὐτῆς ἀναγκαίων νόμων ἐπὶ τῇ βάσει τῆς ἰσότητος τῶν δικαιωμάτων καὶ ὑποχρεώσεων. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζετε πρὸς ἀνάπτυξιν;
§13ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ. Αὔριον.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θὰ τυπωθῇ, διὰ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν αὔριον. Κύριοι πληρεξούσιοι, συμφώνως μὲ τὴν ἀπόφασιν τῆς συνελεύσεως ἀντὶ τοῦ κηπουροῦ, ὅστις ἐπληρώνετο 60 δραχμὰς προσελήφθη ἕτερος ἀντὶ δραχμῶν 20· ἀλλὰ νομίζω, ὅτι οἱ δεδουλευμένοι μισθοὶ τοῦ κηπουροῦ πρέπει νὰ πληρωθῶσι.
§15ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ἐπληροφορήθην, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις εἰς τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Ὑπουργοῦ τῶν Οἰκονομικῶν τῆς ἀφορώσης τὴν ἐκδίκασιν τῶν παραπόνων, ἃς μοὶ συγχωρήσῃ ἡ Συνέλευσις νὰ ζητήσω τὴν ἐπιψήφισίν της. Ἰδοὺ τὶ λέγει· «πρὸς ἐκδίκασιν τῶν κατὰ τῶν φορολογικῶν καταλόγων τῶν οἰκοδομῶν καὶ τῶν ἐπιτηδευμάτων (ἄρθρ. 6 τοῦ Νόμου ΚΒʹ. 1864 καὶ 13 τοῦ ἀπὸ 4/16 Νοεμβρίου 1836) ἐνστάσεων, ὅπου τὰ οἰκεῖα δημοτικὰ Συμβούλια δὲν ὑφίσταται νομίμως, οἱ πρόεδροι τούτων θέλουσιν ἀναπληροῦσθαι ἐκ τοιούτων τῶν παρακειμένων δήμων, τῇ προσκλήσει τῆς ἁρμοδίας διοικητικῆς ἀρχῆς.»
§17ΖΕΡΒΑΣ. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ συντάγματος «Ἄρθρ. 69. Οἱ Βουλευταὶ ἀντιπροσωπεύουσι τὸ ἔθνος καὶ οὐχὶ μόνον τὴν ἐπαρχίαν, ὑπὸ τῆς ὁποίας ἐκλέγονται». Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλείονες) παρεδέχθη. — «Ἄρθρ. 70. Ὁ περὶ ἐκλογῆς Νόμος προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς οὗτος δύναται νὰ ἦναι ἐλάσσων τῶν ὀγδοήκοντα.» Τροπολογίαι ἐπ’ αὐτοῦ ὑπάρχουν αἱ ἑξῆς. — Τῶν ἀδελφῶν Ἀννίνων «εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι, «συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν μελῶν τῆς προσαρτωμένης Ἑπτανήσου, καὶ μέχρις ὅτου τὸ Βασίλειον ἔσεται ἐντὸς τῶν σημερινῶν ὁρίων· οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς ἔσεται ἐλάσσων τῶν ἑξήκοντα.» Τοῦ Κ. Ἀντωνιάδου. «Ὁ περὶ ἐκλογῆς νόμος ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν ἀναλογίαν ἑνὸς βουλευτοῦ πρὸς 15 χιλ. ψυχῶν, ἐκτὸς ὅταν ἐν τῇ αὐτῇ ἀναλογικῇ περιφερείᾳ τὸ κλάσμα εἶναι ἀνώτερον τοῦ ἡμίσεως τῆς ὁρισθείσης μονάδος καὶ ὅταν μία τῶν ἐπαρχιῶν ἔχῃ ἀριθμὸν ἥττονα μὲν τῶν 15 ἴσον δὲ ἢ ἀνώτερον τῶν 10 χιλιάδων κατοίκων.» Τοῦ Κ. Ῥοντήρη, ὅστις προτείνει «ἀντὶ τῶν ὀγδοήκοντα νὰ τεθῇ 120.» Ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος προτείνει τὴν προσθήκην τῶν ἑξῆς. «ἄρθρον 70 § βʹ. Οὐδέποτε ὅμως ἡ ἀναλογία τοῦ ἀριθμοῦ τούτου δύναται νὰ ἦναι ἐλάσσων τῆς τοῦ ἑνὸς πρὸς εἴκοσι χιλιάδας κατοίκων.»
§21ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὸ ἄρθρον 70 ἀντεγράφη ἐκ τοῦ συντάγματος τοῦ 1844, καὶ ὡς φαίνεται ἐκ τῶν πρακτικῶν τῆς Συνελεύσεως τῆς γʹ. 7βρίου, ὁ εἰσηγητὴς προσκαλούμενος τότε νὰ δώσῃ ἐξήγησιν διὰ τὶ περιώρισε τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν εἰς 80, εἶπεν, ὅτι ὁ πληθυσμὸς τῆς Ἑλλάδος δὲν εἶναι μείζων τῶν 800000, καὶ διὰ τοῦτο ἐθεώρησεν ἀναγκαῖον ὁ ἐλάχιστος ἀρθμὸς τῶν Βουλευτῶν νὰ περιορισθῇ εἰς 80. Τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο συμπεριελήφθη, ὅπως εἰς τὸ σύνταγμα τοῦ 44 ἔχει, καὶ εἰς τὸ σχέδιον τὸ ὑποβληθὲν ὑπὸ τὴν ἐπιψήφισίν σας προσέτι καὶ δι’ ἕτερον λόγον· διότι καὶ κατὰ τὸ Σύνταγμα τοῦ 44 καὶ κατὰ τὸ νομοσχέδιον τὸ παρὸν ἐκτὸς τῆς Βουλῆς ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ καὶ ἕτερον σῶμα, τὸ τῆς Γερουσίας· σήμερον ὅμως ἡ Γερουσία κατὰ τὴν ἀπόφασίν σας δὲν δύναται ν’ ἀναβιώσῃ. Πολλοὶ, Κύριοι, ἐπεκρότησαν εἰς τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας, καὶ ὁμολογητέον, ὅτι ἡ μεγάλη πλειονοψηφία τοῦ ἔθνους ἐπεθύμησε νὰ ἴδῃ αὐτὴν καταργουμένην καὶ οὐδέποτε ἀναβιοῦσαν ὑπὸ φόβου, μήπως πάλιν τὸ σῶμα ἐκεῖνο πληρωθῇ ὑπὸ δουλοφροσύνης καὶ ἀφοσιώσεως, ἀναξίας τῆς ὑψηλῆς θέσεώς του καὶ τοῦ προορισμοῦ του. Ἡ κατάργησις αὕτη δὲν μὲ ἐλύπησε· μὲ ἐλύπησε μόνον τοῦτο, ὅτι μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς πλειοψηφίας ἐκείνης ἑπόμενον ἦτο νὰ μὴ ἀκούσωμεν πλέον τὴν ἐλευθέριον φωνὴν τῆς εὐγενοῦς καὶ γενναίας μειοψηφίας τοῦ σώματος ἐκείνου. Εἰσὶ δὲ καί τινες, Κύριοι, οἱ ὁποῖοι ἐχάρησαν ἐκ τῶν προτέρων κρίνοντες διὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας, ἐλπίζοντες ἴσως, ὅτι εὐκολώτερον θέλει δύνασθαι ἡ Κυβέρνησις νὰ διαφθείρῃ ἓν σῶμα, ἢ δύω. Καὶ ἀληθῶς, Κύριοι, ἐὰν δὲν συμμερίζωμαι τὰς διαθέσεις ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦν τοιοῦτόν τι, δὲν εἶναι ὅμως δυνατὸν ν’ ἀποκρούσω ὡς παράλογον καὶ τὴν ἐλπίδα αὐτὴν, ὅτι εὐκολωτέρα εἶναι ἡ διαφθορὰ ἑνὸς σώματος ἢ δύω, ὅτι εὐκολώτερον θέλει δυνηθῆ ἡ κυβερνητικὴ διαφθορὰ νὰ πνίξῃ τὴν φωνὴν ἑνὸς σώματος, ἢ δύω. Διότι ἀληθῶς πολλῷ εὐχερεστέραν θέλει καταστήσει ἡ ἔλλειψις τῆς Γερουσίας τὴν βουλευτικὴν διαφθορὰν, ἐὰν δὲν φροντίσωμεν ἐν καιρῷ διὰ θεσμοῦ θεμελιώδους νὰ διατηρήσωμεν τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς πολυάριθμον. Τίς δύναται, Κύριοι, ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι εὐκολώτερον εἶναι νὰ διαφθείρῃ τις ὀλίγους ἢ πολλούς; Τίς δύναται ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι δυσχερέστερον εἶναι νὰ διατηρήσῃ τις ἐν τῇ κατορθωθείσῃ διαφθορᾷ πολλοὺς ἢ ὀλίγους; Σώματος πολυμελοῦς, πολυαρίθμου, πολυάριθμος ἔσεται καὶ ἡ μειονοψηφία· μειονοψηφία δὲ πολυάριθμος πολλοὺς θέλει ἔχει τοὺς ἱκανοὺς καὶ γενναίους καὶ εὐγενεῖς ἄνδρας· μειοψηφία πολυάριθμος καὶ πολλὴν ἔχουσα τὴν ἱκανότητα πολλὰς καὶ μεγάλας δυσχερείας θέλει παρέχει τῇ κυβερνητικῇ αὐθαιρεσίᾳ. Ἡ κυβερνητικὴ αὐθαιρεσία τόσον περισσότερον θέλει περιστέλλεσθαι καὶ τόσον ταχύτερον θέλει καταπαύεσθαι, ὅσον πολυαριθμότερον θέλει εἶναι τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς. Ἀλλ’ ἐκτὸς, Κύριοι, τοῦ λόγου τούτου τῆς ἐνδεχομένης διαφθορᾶς, ὑπάρχει καὶ ἕτερός τις λόγος ἐπίσης σπουδαῖος. Ὁ ἄνθρωπος εἶναι φύσει ἐγωϊστής· καὶ ὅταν ὁ ἐγωϊσμός του δὲν ἔχῃ νὰ παλαίσῃ κατ’ ἄλλου ἐγωϊσμοῦ, κινδυνεύει νὰ κατασταθῇ αὐθαίρετος. Ἡ Βουλὴ συγκειμένη ἐξ ἀνθρώπων καὶ μὴ ἔχουσα ἕτερον σῶμα, κατὰ τοῦ ὁποίου νὰ παλαίσῃ, θέλει κινδυνεύει νὰ καταστῇ ἐγωϊστικὴ καὶ αὐθαίρετος, ἐὰν ἐντὸς τοῦ σώματος αὐτοῦ δὲν ὑπάρχῃ ἕτερόν τι, τοῦ ὁποίου ἡ ἀντίδρασις νὰ ἀναπληροῖ τὴν ἐξ ἄλλου σώματος ἀντίδρασιν. Καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου, Κύριοι, πολλάκις καὶ αἱ δύω μερίδες συνῃσθάνθησαν, ὁποία καὶ ὁπόση ὑπῆρξεν ἡ δύναμις πολυαρίθμου μειοψηφίας, ὅτε ἡ πλειοψηφία διὰ τοῦ δυσήχου ἐρωτήθημεν ἠθέλησε ν’ ἀποπειραθῇ νὰ ἐπιβάλῃ σιωπὴν εἰς τὴν μειονοψηφίαν. Δύσηχον λέγω τὸ καθημερινῶς ἀκουόμενον ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου ἐφωτίσθημεν, καὶ δύσηχον εἶναι ὡς περιορίζον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου. Μὴ νομίσητε δὲ, ὅτι λέγω τοῦτο ὡς ἀνήκων σήμερον εἰς τὴν μειονοψηφίαν· τὸ λέγει ἡ ἱστορία τῆς Ἀγγλίας, παρὰ τῆς ὁποίας ἔλαβον ὅλα τὰ συνταγματικὰ ἔθνη τοὺς συνταγματικοὺς θεσμούς· διότι ἡ ἱστορία αὐτῆς λέγει, ὅτι καθ’ ὅλην τὴν μακρὰν 800 ἐτῶν διάρκειαν τοῦ κοινοβουλευτικοῦ βίου οὐδέποτε ἠκούσθη τὸ δύσηχον τοῦτο ἐρωτήθημεν, καὶ κατὰ τὴν μαρτυρίαν τοῦ Δουμμὸνδ καὶ ἄλλων δημοσιογράφων τοσοῦτον κατὰ τὸ μακροχρόνιον τοῦτο διάστημα ἰδιότροποι καὶ ἰσχυρογνώμονες ἄνδρες τῆς ἀντιπολιτεύσεως διὰ μακρηγοριῶν κατεβασάνισαν τὴν πλειοψηφίαν, ὥστε πολλάκις τὴν ἠνάγκασαν νὰ φανῇ μετριωτέρα καὶ συγκαταβατικωτέρα καὶ νὰ ὑποχωρήσῃ. Ποσάκις, Κύριοι, καὶ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου δὲν ἠναγκάσθη ἡ πλειοψηφία, θέλουσα διὰ τοῦ ἐρωτήθημεν νὰ κατασιγάσῃ τὴν μειονοψηφίαν καὶ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τὴν συζήτησιν, ποσάκις, λέγω, δὲν ἠναγκάσθη νὰ ὑποχωρήσῃ εἰς τὴν πολυάριθμον καὶ θορυβώδη μειονοψηφίαν θέλουσαν νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις; Ποσάκις, Κύριοι, διὰ τῶν μακρηγοριῶν ἡ μειονοψηφία δὲν κατώρθωσε νὰ καταστήσῃ ἐντὸς τοῦ περιβόλου τούτου μετριωτέραν καὶ συγκαταβατικωτέραν τὴν πλειονοψηφίαν; Καὶ καλῶς καὶ ἀξιεπαίνως ἔπραξεν ἡ πλειονοψηφία, εἴτε ἐν τῇ δεξιᾷ πτέρυγι εὑρισκομένη εἴτε ἐν τῇ ἀριστερᾷ, νὰ φανῇ ὑποχωροῦσα καὶ συγκαταβαίνουσα, διότι τὰ συνταγματικὰ κράτη δὲν δύνανται καλῶς νὰ διοικηθῶσιν εἰμὴ διὰ τῆς ἀμοιβαίας ὑποχωρήσεως καὶ συγκαταβάσεως. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους, Κύριοι, ἔρχομαι ἐνώπιόν σας καὶ μεταβάλλων τὴν τυπωθεῖσαν ἤδη πρότασίν μου προτείνω νὰ τροποποιηθῇ τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος, μεταβαλλομένου τοῦ ἀριθμοῦ ὀγδοήκοντα εἰς ἑκατὸν πεντήκοντα.
§22ΤΙΝΕΣ. Ὁ ἐλάχιστος ὅρος;
§23ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ναὶ, ὁ ἐλάχιστος.
§24ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἀλλ’ εἴχετε μίαν ἄλλην πρότασιν....
§25ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Εἶπον, ὅτι μεταβάλλω αὐτήν· μὴ παρεξηγῆτε τὴν πρότασίν μου τὴν τυπωθεῖσαν, ὅτι οὐδέποτε ἡ ἀναλογία τοῦ ἀριθμοῦ τῶν Βουλευτῶν πρὸς τὸν πληθυσμὸν δύναται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τῆς ἀναλογίας τοῦ ἑνὸς πρὸς 20000, διότι ἐννόουν, ὅτι π. χ. 40000 δύνανται νὰ ἐκλέγωσι 4 ἢ καὶ 8, οὐδέποτε δὲ ἐλάσσονας τῶν δύω. Ἐξακολουθῶ. Ὁ ἀριθμὸς οὗτος ὁ 150 δὲν εἶναι μέγας, διότι καὶ ἐπὶ τῆς πεπτωκυίας βασιλείας ἡ Βουλὴ συνέκειτο ἐξ 144 Βουλευτῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς αὐτῆς τῆς τροπολογίας μου περὶ τῶν 150, ἣν μόλις προφέρω καὶ πολλοὺς βλέπω ἀποδεχομένους, συγχωρήσατέ μοι, Κύριοι, νὰ σᾶς ὑποβάλλω καὶ ἄλλην τινὰ, τὴν ὁποίαν τὸ αἴσθημα τῆς ἰσότητος καὶ δικαιοσύνης μοὶ ὑπηγόρευσεν· εἶναι δὲ ἡ ἑξῆς· αἱ ἐκλογικαὶ περιφέρειαι ἀναδεικνύουσιν ἐπὶ τοσοῦτον πολλαπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν, ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐτῶν πολλαπλάσιος εἶναι τοῦ πρὸς ἐκλογὴν ἑνὸς Βουλευτοῦ ἀρκοῦντος κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον». Ἐξηγοῦμαι. Αὐτὴν τὴν προσθήκην τὴν προεκάλεσεν ἡ ἀντικειμένη ὅλως εἰς τὴν ἰσότητα καὶ δικαιοσύνην διάταξις τοῦ ἀ. ἄρθρου τοῦ ἰσχύοντος παρ’ ἡμῖν ἐκλογικοῦ νόμου. Κατ’ αὐτὸν τὸν Νόμον ἐπαρχίαι, ὡς λέγει τὸ ἄρθρον ἐκεῖνο, ἔχουσι πληθυσμὸν μέχρι 10,000, ἐκλέγουσιν ἕνα, ὥστε ἐπαρχία ἔχουσα καὶ 5,000 ἐκλέγει ἕνα, ἓξ, ἐπίσης, 7, 8, 9 μέχρι τῶν 10 ὡσαύτως. Ἡ διάταξις αὕτη ἔχει ἐκτὸς τούτου καὶ ἄλλο τι ἄτοπον· διότι λέγει μὲν προσέτι, ὅτι ἐπαρχίαι ἔχουσαι πληθυσμὸν πλέον μὲν τῶν 10, μέχρι δὲ τῶν 20 χιλιάδων ἐκλέγουν 2, ἐπαρχίαι ἔχουσαι πληθυσμὸν πλέον τῶν 20 μέχρι τῶν 30 ἐκλέγουσι τρεῖς. Ἀλλὰ τί προσθέτει αἱ ἀνώτερον ἀριθμὸν ἔχουσαι ἐκλέγουσι μόνον καὶ πάντοτε 4 Τὸ πρῶτον μέρος τῆς διατάξεως αὐτῆς, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐπαρχία ἔχουσα 5, 6 μέχρι 10 χιλιάδων πληθυσμὸν ἐκλέγει ἕνα πληρεξούσιον, ἰδοὺ εἰς ποῖον ἀτόπημα ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ. 10 ἐπαρχίαι ἔχουσαι ἀνὰ 5 χιλιάδας κατοίκους στέλλουσιν εἰς τὴν βουλὴν 10 βουλευτάς. Δύο ἐπαρχίαι ἔχουσαι πληθυσμὸν ἀνὰ 25,000, δηλαδὴ τοσοῦτον, ὅσον αἱ δέκα, διότι καὶ αἱ δέκα ἐκεῖναι ἐν συνόλῳ 50,000 ἔχουν, καὶ αἱ δύο στέλλουσι μόνον ἕξ· ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι τόσον ἄτοπον, ὅσον τὸ ἄλλο. Πολλαὶ ἐπαρχίαι σήμερον ἔχουσιν ὑπὲρ τὰς 40,000 κατοίκους, ἐκλέγουν δὲ τέσσαρας μόνον Βουλευτάς· ἐπαρχία, ἡ ὁποία ἔχει ὑπὲρ τὰς 40 καὶ 45 καὶ 50, καὶ μετ’ οὐ πολὺ θὰ ἔχῃ ὑπὲρ τὰς 60 καὶ 70000, θὰ ἐκλέγῃ ὅσους ἐκλέγει καὶ ἐπαρχία ἔχουσα πληθυσμὸν μόνον 31000· 4 θὰ ἐκλέγῃ αὕτη, 4 καὶ ἡ ἄλλη, ἡ ὁποία ὑπὲρ τὰς 40 καὶ 50000 θὰ ἔχῃ ἢ καὶ διπλάσιον ἀριθμόν. Τὰ ἄτοπα ταῦτα, Κύριοι, ἔγιναν καὶ ἰσχύουν μέχρι σήμερον ἐπὶ εἰκοσαετίαν, θὰ ἐπαναληφθῶσι δὲ καὶ πάλιν· καὶ ἂν δὲν ἐπαναληφθῶσι διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, τὸν ὁποῖον ἡμεῖς θὰ συντάξωμεν, εἶναι δυνατὸν μετὰ ταῦτα νὰ ἐπαναληφθῶσι. Διὰ νὰ μὴν ἐπαναληφθῶσι λοιπόν, λέγω· ἐπειδὴ δὲν πρέπει νὰ προσβάλληται τὸ ὁποῖον ἔχει ἡ πλειοψηφία τοῦ ἔθνους δικαίωμα τοῦ νὰ ἐπιβάλλῃ εἰς τὴν μειοψηφίαν τὴν θέλησίν της, καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο προσβάλλει ἡ τοιαύτη διάταξις, δι’ αὐτὸ πρέπον εἶναι διὰ θεσμοῦ θεμελιώδους νὰ ἀπαγορευθῇ διὰ παντός, ὡς ἀντιβαίνουσα εἰς τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ μεγαλείτερον μέρος τοῦ ἔθνους ἐπιβάλλει τὴν θέλησίν του εἰς τὸ μικρότερον. Ἰδοὺ δὲ πῶς τὴν ἐπιβάλλει. Ἡ πλειοψηφία τῆς βουλῆς κατισχύει παντοῦ καὶ πάντοτε, διότι ὑποτίθεται, ὅτι ἀντιπροσωπεύει τὴν πλειοψηφίαν τοῦ ἔθνους· ἀλλὰ κατὰ τὰς διατάξεις αὐτὰς τοῦ περὶ ἐκλογῆς νόμου ἰδοὺ τί ἠμπορεῖ νὰ συμβῇ. Ὑποθέσατε, ὅτι 15 ἐπαρχίαι ἔχουν ἀνὰ 50000 κατοίκους, ἕτεραι δὲ 10 ἀνὰ 25000, ἄλλαι δὲ 10 ἀνὰ 21,000, ἄλλαι δὲ 10 ἀνὰ 11000 καὶ ἄλλαι 10 ἀνὰ 5000· τὸ ὅλον 1,370,000 κατοίκους. Ποία τις θὰ ᾖναι ἡ Βουλὴ κατὰ τὸν περὶ ἐκλογῆς ἰσχύοντα εἰσέτι νόμον; θὰ ἔχῃ 150 Βουλευτάς· αἱ 15 ἐπαρχίαι, αἱ ἔχουσαι ἀνὰ 50000 θὰ στέλλωσι ἀνὰ 4 Βουλευτὰς ἑκάστη· τὸ ὅλον 60· 10 ἐπαρχίαι ἔχουσι ἀνὰ 25000, θὰ στέλλωσιν ἀνὰ 3· τὸ ὅλον 30· αἱ 10 ἐπαρχίαι, αἱ ὁποῖαι ἔχουσι πληθυσμὸν ἀνὰ 21000 θὰ στέλλωσι ἐπίσης ἀνὰ 3· γίνονται 30· αἱ δέκα, αἱ ἔχουσαι πληθυσμὸν ἀνὰ 11000 θὰ στέλλωσι ἑκάστη ἀνὰ 2, τὸ ὅλον 20· αἱ ἕτεραι 10, αἱ ἔχουσαι πληθυσμὸν ἀνὰ 5,000 θὰ στέλλωσιν ἕνα ἑκάστη, τὸ ὅλον 10 βουλευτάς. Ἐὰν ὑποθέσητε λοιπόν, ὅτι τὸ σῶμα διαιρεῖται, ὅτι 60 βουλευταὶ τῶν 15 μεγάλων ἐπαρχιῶν, τῶν ἐχουσῶν ἀνὰ 50000, ἀντιπροσωπεύοντες 750,000 κατοίκους, εἶναι μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς μερίδος, ἔχουσι δὲ συμφώνους καὶ 6 βουλευτὰς τῶν δύο ἑτέρων ἐπαρχιῶν, τῶν ἐχουσῶν ἀνὰ 25000 ἀντιπροσωπεύοντας 50 ἑτέρας χιλιάδας, τότε γίνονται ὅλαι 66. 66 λοιπὸν βουλευταὶ θ’ ἀποτελῶσι τὴν μειοψηφίαν, διότι οἱ ἀντίπαλοι αὐτῶν θὰ ᾖναι οἱ λοιποὶ 84. Τί δὲ θὰ συμβαίνῃ; ἡ μειονοψηφία αὕτη ἐν τῇ Βουλῇ θὰ ἀντιπροσωπεύῃ 800,000 κατοίκους, ἡ δὲ πλειοψηφία μόνον 570,000· ἡ μειοψηφία λοιπὸν, καί τοι ἀντιπροσωπεύουσα τὰ ⅗ τοῦ ὅλου πληθυσμοῦ, θὰ μειοψηφῇ ἡ πλειοψηφία καί τοι ἀντιπροσωπεύουσα τὰ ⅖ μόνον θὰ ἐπιβάλλῃ τὴν θέλησίν της εἰς τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ μεγαλειτέρου μέρους τοῦ ἔθνους. Ἡ πρότασίς μου, Κύριοι, προλαμβάνει τὰ ἄτοπα αὐτά· καὶ ἰδοὺ πῶς. Αἱ ἐκλογικαὶ περιφέρειαι ἀναδεικνύουσιν ἐπὶ τοσοῦτο πολλαπλάσιον ἀριθμὸν βουλευτῶν, ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐτῶν πολλαπλάσιος εἶναι τοῦ πρὸς ἐκλογὴν ἑνὸς βουλευτοῦ ἀρκοῦντος κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον· ἐὰν π. χ. ὁ ἐκλογικὸς νόμος εἴπῃ, ὅτι 5 ἢ 8 χιλιάδες ἀρκοῦν διὰ νὰ ἐκλέξῃ μία ἐπαρχία ἕνα βουλευτὴν, τότε θὰ εἴπῃ ἐξ ἀνάγκης καὶ ὅτι μία ἐπαρχία, ἔχουσα πληθυσμὸν 15 ἢ 24 χιλιάδων, θὰ ἐκλέγῃ 3· διότι ὅσῳ πολλαπλασιώτερος εἶναι ὁ πληθυσμὸς τῆς μιᾶς ἐπαρχίας τοῦ πληθυσμοῦ τῆς ἄλλης, τόσῳ μᾶλλον πολλαπλάσιος θὰ ᾖναι καὶ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν τῆς ἐπαρχίας αὐτῆς. Διὰ τοὺς λόγους τούτους, Κύριοι, ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ συμπεριληφθῇ εἰς τὴν διάταξιν ταύτην τοῦ Συντάγματος καὶ ἡ προσθήκη ἐκείνη, τὴν ὁποίαν σᾶς ἀνέγνωσα.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σπυρ. Ἀντωνιάδης.
§27ΔΑΓΡΕΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρόκειται σήμερον, παρὰ νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν, ἐπὶ τῇ βάσει μιᾶς ἀρχῆς· ἡ ἀρχὴ εἶναι «ἑκάστη ἐπαρχία νὰ δώσῃ βουλευτάς.»
§28ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑπέβαλα, ἐπροσδιώρισα τὸν ἀνώτατον ἀριθμὸν τοῦ πληθυσμοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ δώσῃ βουλευτήν. Νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφεθῇ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἀπροσδιόριστος· δηλ. δὲν πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐλάσσων ἀριθμὸς καὶ νὰ μὴ γίνῃ διόλου λόγος περὶ τοῦ ἀνωτάτου ἀριθμοῦ, διότι παρετηρήσαμεν, ὅτι τὸ Σύνταγμα τοῦ 44 προσδιώρισε τὸν ἐλάχιστον ἀριθμὸν, καὶ ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπῆλθε μετὰ ταῦτα διὰ τὴν ἐκλογὴν τῶν βουλευτῶν, ἐπροσδιώρισεν ἀριθμὸν πολὺ ἀνώτερον τῆς πραγματικῆς χρείας τοῦ βουλευτικοῦ σώματος. Διὰ τοῦτο θεωρῶ ἀναγκαῖον, καθὼς καὶ εἰς ἄλλα Συντάγματα, καὶ ἰδίως εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ Γαλλικὸν, ἐπροσδιωρίσθη ἕνας ὅρος ἀναλογίας, τὸν ὁποῖον νὰ μὴ δύναται νὰ ὑπερβαίνῃ ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν, τοιουτοτρόπως νὰ προσδιορισθῇ ἕνας ὅρος ἀναλογίας καὶ εἰς τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα. Ἔθεσα λοιπὸν ὡς ὅρον ἀναλογίας ἀνώτατον τὸν ἀριθμὸν ἑνὸς βουλευτοῦ πρὸς 15,000 κατοίκων, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς ἤθελε δώσει ἀριθμὸν βουλευτῶν ὀλίγον κατὰ τὴν ἰδέαν μου, ἔκαμα τὰς τροποποιήσεις αὐτάς· εἶπα, ὅτι εἰς μίαν ἐκλογικὴν περιφέρειαν ὑπάρχῃ ἀριθμὸς, ὁ ὁποῖος ὑπερβαίνει τὸ ἥμισυ τῆς περιορισθείσης μονάδος, τότε αἱ 15,000 νὰ δώσουν δύο βουλευτάς· αἱ 22½ χιλιάδες νὰ δώσουν 2· εἶπον προσέτι διὰ νὰ μὴ στερήσωμεν τὸ δικαίωμα ἐπαρχίας, ὅτι, ὅταν μία ἐπαρχία ἔχῃ 10,000 ψυχῶν, νὰ δίδῃ ἕνα βουλευτήν. Αὐτὸς ὁ ὅρος, τὸν ὁποῖον προτείνω, εἶναι ἀνώτερος, παρὰ εἰς πᾶν ἄλλο κράτος συνταγματικὸν τῆς Εὐρώπης, εἶναι ἀνώτερος καὶ παρὰ τὴν ἀναλογίαν, τὴν ὁποίαν τὸ ἑλληνικὸν ἔθνος ἄλλοτε ἐπροσδιώρισε· καὶ διὰ νὰ σᾶς φέρω παράδειγμα, συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω συντόμως ποία εἶναι ἡ ἀναλογία ὀλίγων κρατῶν τῆς Εὐρώπης τοῦ προσδιορισμοῦ πρὸς τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν· καὶ ἄρχομαι πρῶτον ἀπὸ δύο μεγάλα συνταγματικὰ κράτη, καὶ μετὰ ταῦτα ἔρχομαι εἰς τὰ μικρότερα, ἔρχομαι εἰς τὴν Μεγάλην Βρετανίαν. Κύριοι, ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν εἰς τὴν Μεγάλην Βρετανίαν εἶναι 658, καὶ ὁ ἀριθμὸς τοῦ πληθυσμοῦ εἶναι 28 μιλιούνια κατὰ προσέγγισιν, ἐδῶ γίνεται ἕνας βουλευτὴς πρὸς 45 χιλιάδες κατοίκων.
§29ΚΑΛΟΣ. Ναί, ἀλλ’ ὑπάρχει πρότασις αὐξήσεως τώρα.
§30ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Πολὺ καλά. Εἰς τὴν Γαλλίαν εἶναι 218 βουλευταί· ὁ πληθυσμὸς εἶναι 37 μιλιούνια, ὃ ἐστὶ παρατηρεῖται, ὅτι εἶναι ἕνας βουλευτὴς πρὸς 100 ἢ ἐπέκεινα χιλιάδας κατοίκων. Ἔρχομαι εἰς τὰ μικρότερα κράτη (θόρυβος εἰς τὰ ἄνω θρανία). Πρέπει νὰ γνωρίζητε τί γίνεται εἰς τὰ ἄλλα μέρη ὅπου ὑπῆρξαν προτήτερα ἀπὸ ἡμᾶς συντάγματα, καὶ ἔθεσαν βάσεις τοιαύτας, τὰς ὁποίας ἡμεῖς ἐπήραμεν εἰς τὴν νομοθεσίαν μας, καὶ ἀφοῦ τὰ ἀκούσωμεν, τότε θὰ ὁδηγηθῶμεν τί πρέπει καὶ ἡμεῖς νὰ κάμωμεν, ἔχοντες ὑπ’ ὄψιν μας τὸ ἀληθὲς συμφέρον τοῦ ἔθνους. Λοιπὸν ἔρχομαι εἰς κράτη μικρότερα· ἔχομεν τὴν Βιτεμβέργην, ἡ ὁποία ἔχει 95 βουλευτὰς καὶ 1,800,000 κατοίκων· ἔχομεν εἰς τὸ Ἀνόβερον 85 βουλευτὰς καὶ 1,800,000 κατοίκων· τὸ Βάδεν 75 βουλευτὰς καὶ 2,000,000 κατοίκων.
§31ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἡ Γαλλία πόσους ἔχει;
§32ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ἡ Γαλλία ἔχει 218.
§33ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἔχετε σημειωμένην, Κύριε Ἀντωνιάδη τὴν ἀναλογίαν τῆς γῆς πρὸς τὸν πληθυσμόν; Σᾶς παρακαλῶ νὰ μᾶς ἀναγνώσητε καὶ ταύτην.
§34ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ὁ πληθυσμὸς εἶναι ἡ βάσις. Τὸ Βέλγιον ἔχει 102 βουλευτὰς καὶ εἰς τὰ 1803 εἶχε 4,540,000 κατοίκων· σήμερον δὲ ἔχει 5 περίπου μιλιούνια· ὥστε ἔρχεται εἷς Βουλευτὴς πρὸς 50,000 κατοίκων.
§35ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἔχει Γερουσίαν;
§36ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ. Ἔχει Γερουσιαστὰς 51. Αὐτὰ, Κύριοι, τὰ παραδείγματα ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ σᾶς φέρω ἀπὸ τὴν Εὐρώπην. Ἡ Ἑλλὰς, Κύριοι, καὶ ἄλλοτε ὑπῆρξε Συνταγματικὸν κράτος, καὶ μάλιστα δημοκρατικόν. Λοιπὸν εἰς τοὺς νόμους τῆς Ἑλλάδος ὑπάρχει ὅρος ἀναλογίας μεταξὺ τοῦ πληθυσμοῦ καὶ τῶν βουλευτῶν. Λοιπὸν ὁ νόμος, ὁ ὁποῖος ἐπεκράτησε καθ’ ὅλην τὴν ἐπανάστασιν, ἔχει οὕτως· ἐπροσδιώρισε πρὸς ἕνα Βουλευτὴν πληθυσμὸν 25,000 κατοίκων, καὶ εἶπεν ὅτι ἐπαρχία, ἡ ὁποία ἔχει περισσοτέρας ἀπὸ 25,000 κατοίκων, δίδει 2, ὅσοςδήποτε καὶ ἂν ἤθελεν εἶσθαι ὁ ἀριθμὸς αὐτός. Ἰδοὺ τὶ λέγει τὸ ἄρθρον 3 τοῦ νόμου τοῦ 1822. «Ἑκάστη ἐπαρχία ἔχουσα ἀριθμὸν κατοίκων ἥττονα τῶν 25,000 δίδει ἕνα παραστάτην, καὶ μείζονα τῶν 25 ἀνὰ δύο νὰ ἐκλεχθῶσιν.» Λοιπόν, Κύριοι, παρατηρεῖτε, ὅτι καὶ κατὰ τὰ παραδείγματα τὰ εὐρωπαϊκὰ καὶ κατὰ τὰ ἡμέτερα ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἶναι ἀπείρως μικρότερος παρὰ τὸν ὁποῖον περιέχει ἡ πρότασίς μου. Νομίζω δὲ, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς αὐτὸς εἶναι ἀρκετὸς διὰ νὰ παραστήσῃ τὰς ἀνάγκας καὶ τὸ ἀληθὲς πνεῦμα τῶν κατοίκων τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅτι κατ’ οὐδένα τρόπον δὲν πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν ἀριθμὸν περιττὸν μόνον καὶ μόνον διὰ νὰ οἰκονομήσωμεν, ἢ διὰ νὰ φυλάξωμεν δικαιώματα ἀποκτηθέντα, ἢ διὰ νὰ ἀνοίξωμεν περιττὰς θέσεις, διότι τὸ τοιοῦτον θὰ ἔχῃ μεγάλα ἀτοπήματα· τότε αἱ ἀπαιτήσεις, αἱ ὁποῖαι κατὰ δυστυχίαν θὰ ἦναι ἀναπόφευκτοι ἀπὸ τοὺς βουλευτὰς πρὸς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, θέλουν εἶσθαι ἀνώτεραι, καθὼς ἔχομεν παραδείγματα προηγούμενα. Θὰ ἔχωμεν ἕνα μέγα πλῆθος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ἀπαιτοῦν ὅλας τὰς θέσεις διὰ τοὺς συγγενεῖς των, διὰ τοὺς φίλους των, διὰ τοὺς ὀπαδούς των· δεύτερον, Κύριοι, δι’ ἓν ἔθνος πτωχὸν, ὁποῖον εἶναι τὸ ἡμέτερον, εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῶν θέσεων πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ προσεκτικοί. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος εἶναι πτωχόν, ἔχει χρέη, Κύριοι, τὰ ὁποῖα δὲν δύναται νὰ πληρώσῃ, καὶ διὰ τοῦτο κατεκρίθη πολλάκις ἀπὸ τὸν τύπον ὅλης σχεδὸν τῆς Εὐρώπης, ὅτι δὲν φροντίζει νὰ πληρώσῃ τὰ χρέη του. Προτήτερα, Κύριοι, εἴχομεν λόγους νὰ δικαιολογηθῶμεν, ὅτι ἄλλοι διηύθυνον τὰ πράγματά μας, σήμερον ὅμως οὐδένα τοιοῦτον λόγον ἔχομεν· εἶναι τὸ ἔθνος ὁλόκληρον, τὸ πανελλήνιον συνηγμένον ἐνταῦθα, καὶ ὅ,τι κάμνει εἶναι ἔργον τοῦ ἔθνους· δὲν ἠμπορεῖ πλέον ν’ ἀποδοθῇ εἰς κανένα, διὰ τοῦτο πρέπει τὸ ἔθνος συνηγμένον νὰ φροντίσῃ καὶ περὶ τῆς ὑπολήψεώς του, νὰ φροντίσῃ ὥστε ἡ Κυβέρνησις ἡ Ἑλληνικὴ νὰ ᾖναι οἰκονομικὴ, τὸ ὁποῖον εἶναι ἡ πρώτη βάσις, ἐκτὸς ὅταν βλάπτηται τὸ πολιτικὸν συμφέρον. Ἐνταῦθα παρατηρεῖτε, ὅτι οὐδενὸς βλάπτεται τὸ πολιτικὸν συμφέρον, καὶ βλάπτεται ἐν τούτοις τὸ οἰκονομικὸν συμφέρον, καὶ βλάπτεται καὶ ἡ ὑπόληψις τοῦ ἔθνους. Πρὸς χάριν πολιτικῶν λόγων ἐγένετο μία παρατήρησις, ὅτι ὅταν ᾖναι ὀλίγοι Βουλευταὶ, τότε ἡ διαφορὰ ἐκ μέρους τῆς Κυβερνήσεως εἶναι εὐκολωτέρα. Ἀλλὰ τὴν πρότασιν ταύτην τὴν ἀποκρούω, ἐξεναντίας λέγω, ὅτι ὅταν ὁ ἀριθμὸς τῶν βουλευτῶν εἶναι μέγας, τότε αἱ θυσίαι ἐκ μέρους τοῦ ὑπουργείου θὰ ᾖναι μεγαλείτεραι. Ὅταν ᾖναι μία διεφθαρμένη Κυβέρνησις, Κύριοι, διόλου δὲν θὰ δυσκολευθῇ νὰ κάμῃ μεγαλειτέρας θυσίας διὰ νὰ κατορθώσῃ ν’ ἀποκτήσῃ μίαν πλειονοψηφίαν. Ἰδοὺ λοιπὸν, ὅτι εἶναι μεγαλειτέρα θυσία, καὶ ἐκτὸς τούτου, καθὼς σᾶς εἶπον, γίνονται ἀπαιτήσεις διὰ τὰς δημοσίας θέσεις πολὺ μεγαλείτεραι· καὶ ἑπομένως θὰ γεννηθοῦν οἱ ἴδιοι γογγυσμοὶ, οἱ ὁποῖοι ἐγεννήθησαν, καὶ διὰ τοὺς ὁποίους ἐν μέρει κατηργήσαμεν τὴν Γερουσίαν, ὅτι θὰ ἔχωμεν ἓν πλῆθος ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι θὰ ζητοῦν διὰ τοὺς συγγενεῖς των θέσεις, καὶ διὰ τοῦτο εἶναι πολὺ καλλίτερον νὰ λείψῃ τὸ σῶμα τῆς Γερουσίας. Ὅταν ὅμως προσδιορίσωμεν ἕνα ἀριθμὸν μεγάλον Βουλευτῶν, τότε αὐτὸ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἔλαβεν ἡ Συνέλευσις, ματαιοῦται κατὰ μέρος. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον εἶμαι τῆς ἰδέας νὰ περιορισθῇ ὁ ὅρος τῆς ἀναλογίας, τὸν ὁποῖον ἔθεσαν.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καλός.
§38ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ μίαν παρατήρησιν νὰ κάμω εἰς τοὺς ἀγορεύοντας. Δύω τινὰ πρέπει νὰ ὁρισθῶσιν ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ Συντάγματος, ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἐν συνόλῳ, καὶ ἡ ἀναλογία κατ’ ἐπαρχίαν. Εἰς ταῦτα λοιπὸν καὶ μόνα πρέπει νὰ περιορισθῇ ἡ συζήτησις.
§39ΚΑΛΟΣ. Αὐτὸ θὰ εἴπω. —Κύριοι, ὅπως διετυπώθη τὸ ἄρθρον παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ὅπως πρέπει νὰ διατυπωθῇ, δύω πρέπει νὰ κατισχύσουν ἀρχαί· ἡ μία ἡ κυρία, πόσος θέλει εἶσθαι κατ’ ἐλάχιστον ὅρον ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλου τῶν Βουλευτῶν, καὶ δευτέρα ποῖος ὁ ἀριθμὸς ἑκάστης ἐπαρχίας ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ διετύπωσε τὸ ἄρθρον δὲν ἐπιτυγχάνεται τοῦτο, διότι κατὰ τὸ γράμμα ὁρίζεται πόσους βουλευτὰς ἑκάστη ἐπαρχία δίδει ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς πρὸς ἄλλην σχετικῶς· καὶ ὅτι μηδέποτε ὁ ὁλικὸς ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν θὰ ᾖναι ἐλάσσων τῶν 150, ἐνῷ κυρίως πρέπει νὰ ὁρισθῇ ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλου καὶ ἡ διανομὴ αὐτοῦ εἰς ἑκάστην ἐπαρχίαν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας ἐξήγησεν ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος, εἶναι ἀρχαὶ ἀρκετὰ σοβαραὶ, δύνανται ὅμως νὰ ληφθῶσιν ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου. Αἱ ἀρχαὶ, τὰς ὁποίας ἐξέθηκεν ὁ προαγορεύσας, ἀντίκεινται ὅλως διόλου εἰς τὸ συμφέρον τῆς Ἑλληνικῆς κοινωνίας· οὐδέποτε ὁ ἀριθμὸς πρέπει νὰ ἐλαττοῦται, συνήθως αὐξάνεται καὶ πρέπει ν’ αὐξηθῇ. Σήμερον ἔχομεν καὶ τὴν Ἑπτάνησον, ἐὰν θέλωμεν ν’ ἀναγράψωμεν τὴν ἀρχὴν τοῦ Κ. Ἀντωνιάδου, θέλομεν στερήσει τοὺς Ἑπτανησίους ἑνὸς δικαιώματος, τὸ ὁποῖον χαίρουν μέχρι τοῦδε. Δὲν πρέπει νὰ ἐλαττώσητε λόγῳ οἰκονομίας τὸν ἀριθμὸν, διότι σᾶς λέγω, ὅτι, καὶ ἂν ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν φθάσῃ εἰς 200 καὶ ὁρίσητε τὴν ἀποζημίωσιν κατὰ σύνοδον, δὲν θὰ δαπανᾶτε ποσὸν μεγαλήτερον τῶν δρ. 400,000. Οὐδαμοῦ ἰσχύει ἡ ἀρχὴ, ὅτι ὅσον ἐλαττοῦται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, τόσον δυσκολώτερον θὰ δύναται ἡ ἐξουσία νὰ τοὺς διαφθείρῃ· κἀνεὶς δὲν παραδέχεται αὐτὴν τὴν ἀρχήν· ἀπ’ ἐναντίας οἱ πάντες παραδέχονται, ὅτι ὅσον περιορίζεται ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν, τόσον εὐκολώτερον ἡ ἐξουσία τοὺς διαφθείρει, καὶ ὅτι ὅσον αὐξάνεται ὁ ἀριθμὸς, τόσον δυσκολώτερον ἡ ἐξουσία δύναται νὰ κατισχύσῃ. Δι’ αὐτὸν τὸν λόγον ἐπρότεινα τὴν τροπολογίαν, ἡ ὁποία συμβιβάζει καὶ τὰ δύω· καθιεροῖ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναλογίας πρὸς τὰς ἐπαρχίας, καὶ τὴν ἀρχὴν, ὅτι τὸ ὅλον τοῦ ἀριθμοῦ δὲν θὰ ᾖναι ἔλαττον τῶν 150· καὶ ἰδοὺ ἡ τροπολογία· «ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς· οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλου τῶν Βουλευτῶν θέλει εἶσθαι ἐλάσσων τῶν 150». Τώρα ὁ ἐκλογικὸς νόμος θὰ ὁρίσῃ ἐὰν 10,000 κάτοικοι θὰ στέλλουν ἕνα ἢ 15,000· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ τὸν ὁρίσωμεν ἀπὸ τοῦδε, διότι εἰς τὸ Σύνταγμα δὲν πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἢ ἡ ἀναλογία σχετικῶς πρὸς τὸν πληθυσμόν. Παρατηρῶ δὲ εἰς τὸν Κ. Ἀντωνιάδην, ἐπειδὴ ἀνέφερε τὴν Ἰταλίαν, ὅτι ἡ Ἰταλία ἔχει σήμερον ἀληθῶς 500 περίπου Βουλευτὰς, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ καθιερώσῃ τὴν ἀρχὴν τῆς ἀναλογίας πρὸς τὸ Πεδεμόντιον, διότι τοῦτο μὲ 5,000,000 λαοῦ εἶχε 140 Βουλευτάς· ἐὰν ἐφήρμοζον τὴν ἀρχὴν αὐτὴν, ἤθελεν ἔχει ἓν πολυπληθέστατον συνέδριον. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν φθάνει εἰς 658, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖ θέλουν νὰ τὸν ἐπεκτείνουν, καὶ ἂν γίνῃ παραδεκτὴ ἡ πρότασις τῆς ἐπεκτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ἄλλοτε ὁ Ῥοῦσελ καὶ προτίθεται ἤδη νὰ ἐπαναφέρῃ ὁ Γλάδστων, θὰ ᾖναι πολὺ ἀνώτερος. Δι’ αὐτὸ δὲν πρέπει νὰ παραδειγματισθῶμεν ἀπὸ τὰ ἄλλα ἔθνη.
§40ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Ἐκ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ἀνεγνώσθησαν καὶ ἀνεπτύχθησαν, αἱ μὲν ἀφορῶσι τὴν ἀναλογίαν τοῦ πληθυσμοῦ, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ δίδωνται οἱ Βουλευταὶ, οἱ δὲ ἀφορῶσι τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν, τὸν ὁποῖον θὰ δίδῃ ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπικράτεια εἰς τὸ μέλλον. Καθόσον ἀποβλέπει τὸ πρῶτον ἀντικείμενον, ὁ Κ. Ἀντωνιάδης προτείνει τὰ ἑξῆς. «Ὁ περὶ ἐκλογῆς νόμος ὁρίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν ἐπὶ τῇ βάσει τοῦ πληθυσμοῦ, ἀλλ’ ὁ ἀριθμὸς οὗτος δὲν δύναται νὰ ὑπερβῇ τὴν ἀναλογίαν ἑνὸς Βουλευτοῦ πρὸς 15,000 ψυχῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἐν τῇ αὐτῇ ἀναλογικῇ περιφερείᾳ τὸ κλάσμα εἶναι ἀνώτερον τοῦ ἡμίσεως τῆς ὁρισθείσης μονάδος καὶ ὅταν μία τῶν ἐπαρχιῶν ἔχῃ ἀριθμὸν ἥττονα μὲν τῶν 15, ἴσον δὲ ἢ ἀνώτερον τῶν 10 χιλιάδων κατοίκων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (οὐδεὶς ἐγείρεται) ἀπεῤῥίφθη. Ἔρχεται ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου. «Οὐδέποτε ἡ ἀναλογία τοῦ ἀριθμοῦ δύναται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τοῦ ἑνὸς Βουλευτοῦ πρὸς 10,000 κατοίκων».
§42ΚΑΛΟΣ. Εἶναι σύμφωνος μὲ ἐμέ.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τῶν Κυρίων Ἀννίνων ἔχει ὡς ἑξῆς· «Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσι. Συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν μελῶν τῆς προσαρτωμένης Ἑπτανήσου, καὶ μέχρις ὅτου τὸ Βασίλειον ἔσεται ἐντὸς τῶν σημερινῶν ὁρίων· οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς ἐλάσσων τῶν ἑξῆντα.»
§44ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν ὑποστηρίζεται.
§45ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τοῦ Κ. Ῥοντήρη ἡ τροπολογία νομίζω ὅτι πίπτει διότι τὸ πνεῦμα τῆς Συνελεύσεως εἶναι ὑπὲρ τῶν.... Ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος προτείνει καὶ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. «Αἱ ἐκλογικαὶ περιφέρειαι ἀναδεικνύουσιν ἐπὶ τοσοῦτον πολλαπλάσιον ἀριθμὸν Βουλευτῶν, ἐφ’ ὅσον καὶ ὁ πληθυσμὸς αὐτῶν πολλαπλάσιος εἶναι τοῦ πρὸς ἐκλογὴν ἑνὸς Βουλευτοῦ ἀρκοῦντος κατὰ τὸν ἐκλογικὸν νόμον.» Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ τροπολογία αὕτη πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν, (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τοῦ νὰ ᾖναι ὁ ἐλάσσων ἀριθμὸς 150 παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον τότε 70 ἔχει οὕτως· «ὁ περὶ ἐκλογῆς νόμος προσδιορίζει τὸν ἀριθμὸν τῶν Βουλευτῶν ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ, οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς οὗτος δύναται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τῶν 150.»
§46ΚΑΛΟΣ. Ἀκριβέστερον ἐκφράζεται τοῦτο διὰ τῆς προτάσεώς μου.
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. «Ὁ ἀριθμὸς τῶν Βουλευτῶν ἑκάστης ἐπαρχίας προσδιορίζεται ἀναλόγως τοῦ πληθυσμοῦ αὐτῆς. Οὐδέποτε ὅμως ὁ ἀριθμὸς τοῦ ὅλου τῶν Βουλευτῶν δύναται νὰ ᾖναι ἐλάσσων τῶν 150», οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ ἄρθρον τοῦτο, ὡς ἀνεγνώσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. «Ἄρθ. 71. Οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται κατὰ τριετίαν.» Τροπολογίαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου οἱ Ἄννινοι προτείνουν, ἡ λέξις τριετία νὰ μεταλλαχθῇ εἰς πενταετίαν· ὁ Κ. Βλαντῆς προτείνει ἀντὶ τῆς τριετίας τετραετίαν, ὁ Κ. Παππαδιαμαντόπουλος προτείνει τὴν ἑξῆς πρότασιν· «Οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται κατὰ χρονικὰς περιόδους. Ὁ περὶ ἐκλογῆς Βουλευτῶν νόμος ὁρίζει τὴν διάρκειαν ἑκάστης βουλευτικῆς περιόδου, ἥτις ὅμως δὲν δύναται νὰ ᾖναι βραχυτέρα τῶν τριῶν ἐτῶν, οὐδὲ μακροτέρα τῶν πέντε· ὁ αὐτὸς νόμος προσδιορίζει ἀκριβῶς καὶ τὸν χρόνον τῶν νέων ἐκλογῶν· ἐὰν δὲ αἱ ἐκλογαὶ αὗται δὲν ἐνεργηθῶσιν ἐν καιρῷ, ἡ ὁπωσδήποτε διαλυθεῖσα τελευταία Βουλὴ συνέρχεται πάλιν αὐτοδικαίως τὴν πρώτην προσεχοῦς Νοεμβρίου καὶ δὲν διαλύεται πρὶν ἢ ἡ νέα ἐκλεχθεῖσα συγκαλεσθῇ.» Ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὸν λόγον.
§48ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ βραχὺ τῆς Βουλευτικῆς περιόδου εἶναι, Κύριοι, ἀναγκαῖον εἰς ἔθνη μηκέτι ἀνατραφέντα συνταγματικῶς, μηκέτι ἔχοντα ἀνατροφὴν ἀνεπίδεκτον διαφθορᾶς· διότι ὁ Βουλευτὴς ἐνθυμούμενος, ὅτι ἐντὸς βραχέος χρόνου θέλει ἐπανέλθει πρὸς τοὺς ἐκλογεῖς αὑτοῦ καὶ θέλει δώσει λόγον τῶν πράξεών του, ἀποτρέπεται τοῦ νὰ δώσῃ προσοχὴν εἰς τὰ μέσα τὰ πλάγια, τὰ ὁποῖα δύναται νὰ μεταχειρισθῇ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἵνα τὸν δελεάσῃ· ἀποτρέπεται ἐνθυμούμενος, ὅτι μικρὰ θέλει εἶναι ἡ ὠφέλεια, ἡ ἐκ τῆς τοιαύτης διαφθορᾶς, διότι μετ’ οὐ πολύ, ἐντὸς βραχέος χρόνου θέλει παύσει τοῦ νὰ ᾖναι Βουλευτής. Τὸ μακρὸν δὲ τοῦ χρόνου ἔχει τοῦτο τὸ καλόν· ἀναδεικνύει ἀντιπροσωπείαν πεπειραμένην καὶ ἐξησκημμένην περὶ τὸ Νομοθετεῖν, συντελεῖ δὲ εἰς ἐπιτυχεστέραν ἐπιτήρησιν καὶ ἐξέλεγξιν ἀκριβεστέραν τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων, καὶ εἰς ὀρθοτέραν ἐκτίμησιν τῶν ἀναγκῶν τῆς πατρίδος. Τὸ Ἑλληνικὸν ἔθνος, Κύριοι, ἀνετράφη ἐλευθερίως, ἀποστρέφεται τὸν δεσποτισμόν, καὶ δὲν ἀνέχεται αὐτὸν ἐπὶ πολύ, ὡς μαρτυρεῖ ἡ νεωτέρα ἱστορία του. Ἀλλά, Κύριοι, ἂς ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἡ πεπτωκυῖα Βασιλεία κατώρθωσε νὰ διαφθαρῇ οὐ μικρὸν μέρος τοῦ ἔθνους, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει, ὡς νομίζω, νὰ μὴν ὁρίσωμεν χρόνον τινὰ μακρὸν μέχρις οὗ δοκιμάσωμεν, ἂν συμφέρῃ· ἀναγκαῖον μόνον νομίζω ὁ θεμελιώδης ἡμῶν Νόμος νὰ ὁρίζῃ τὸ βραχὺ καὶ τὸ μακρὸν χρονικὸν διάστημα τῆς Βουλευτικῆς περιόδου, ἀφίνων εἰς τοὺς μεταγενεστέρους νὰ μεταβάλωσι κατὰ τὰς περιστάσεις τῆς πατρίδος τὸν χρόνον, ὁτὲ μὲν περιστέλλοντες, ὁτὲ δὲ παρατείνοντες τὰς Βουλευτικὰς περιόδους. Τοῦτο γίνεται καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐν ᾗ κατ’ ἀρχὰς ἡ Βουλευτικὴ περίοδος ἦτο βραχυτάτη, ἦτο μονοετὴς καὶ τριετής, μετὰ ταῦτα ὅμως, ἀφοῦ τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος ἀνετράφη ἐν τοῖς συνταγματικοῖς θεσμοῖς καὶ δὲν ὑπῆρχεν ὁ ἐκ τῆς ἐπιῤῥοῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας φόβος, τότε αἱ Βουλευτικαὶ περίοδοι παρετάθησαν μέχρι τῆς ἑπταετίας. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους νομίζω ἀναγκαῖον ὁ θεμελιώδης Νόμος νὰ λέγῃ, ὅτι ἡ Βουλευτικὴ περίοδος δὲν δύναται νὰ ᾖναι βραχυτέρα τῶν τριῶν ἐτῶν οὐδὲ μακροτέρα τῶν πέντε. Ἔρχομαι εἰς τὴν ἑτέραν προσθήκην τῆς τροπολογίας μου. Τὸ Συνταγματικὸν πολίτευμα, Κύριοι, οὐδὲν κυριώτερον σκοπεῖ, ἢ ν’ ἀναγκάζῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ κυβερνᾷ κατὰ τὴν κοινὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, κατὰ τὰ κοινὰ συμφέροντα αὐτοῦ, νὰ παραλείπῃ δὲ ὅ,τι ἀντίκειται καὶ εἰς τὴν θέλησίν του καὶ εἰς τὰ συμφέροντά του. Τοῦ καταναγκασμοῦ τούτου ἐκτελεστὴς θέλει εἶναι παρ’ ἡμῖν μόνη ἡ Βουλή. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀφοῦ ἐπιτρέψητε εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ν’ ἀπομακρύνῃ ἀφ’ ἑαυτῆς τὴν Βουλὴν, ὁτὲ μὲν μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλευτικῆς περιόδου, ὁτὲ δὲ καὶ πρὸ αὐτῆς, ὅταν δηλαδὴ τῇ ἐκτελεστικῇ ἐξουσίᾳ δὲν ἀρέσῃ ἡ Βουλὴ, νομίζω, ὅτι ὁ κυριώτερος σκοπὸς τῆς Βουλῆς, ὅστις εἶναι ἡ ἐπιτήρησις καὶ ἡ ἐξέλεγξις τῶν Κυβερνητικῶν πράξεων καὶ ἡ τιμωρία τῶν παρεκτροπῶν, ὁ σκοπὸς οὗτος ἐξαρτώμενος ἐκ τῆς θελήσεως τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας θέλει πολλάκις ματαιοῦσθαι, ἂν δὲν φροντίσητε διὰ θεμελιώδους θεσμοῦ νὰ εἴπητε, ὅτι ἡ διαλυθεῖσα Βουλὴ, ἂν βλέπῃ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν παρεκτρεπομένην, ἀντισυνταγματικῶς ἀναβάλλουσαν τὰς ἐκλογὰς, μένουσαν οὕτως ἀνεπιτήρητον καὶ ἀνεξέλεγκτον, δύναται τότε νὰ ἐπανέρχηται, καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ τὴν διαλύσῃ μέχρις οὗ ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογάς. Οὕτω, Κύριοι, θέλετε ἀναγκάσει τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν νὰ πράττῃ σύμφωνα πρὸς τὰ δικαιώματα καὶ τὰς ὑποχρεώσεις της· νὰ διαλύῃ τὴν Βουλὴν μόνον, ὅταν νομίζῃ, ὅτι αὕτη δὲν ἀντιπροσωπεύει πλέον τὰς διαθέσεις τοῦ λαοῦ, ὅταν δηλαδὴ νομίζῃ ὁ Ἡγεμὼν, ὅτι περισσοτέραν πρέπει νὰ δώσῃ πίστιν εἰς τοὺς ὑπουργούς του λέγοντας, ὅτι ἡ Βουλὴ παρεξετράπη τοῦ προορισμοῦ της· ἀλλὰ τότε δὲν πρέπει νὰ ἐξαρτᾶται ἀπὸ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, ἀπὸ τῆς θελήσεως αὐτῆς, τὸ νὰ ἐνεργήσῃ ἤ ν’ ἀφήσῃ τὰς ἐκλογὰς ἀνενεργήτους ἐπὶ πολύ· ἀλλ’ ἀφοῦ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ, ν’ ἀναγκασθῇ νὰ ἐρωτήσῃ τὸν λαὸν ἂν καλῶς ἔπραξε, προσκαλοῦσα αὐτὸν νὰ ἐκλέξῃ τοὺς Βουλευτάς του. Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον λέγω λοιπὸν, ὅτι διαλυθεῖσα ἡ Βουλὴ, εἴτε προώρως, εἴτε μετὰ τὴν λῆξιν τῆς Βουλευτικῆς περιόδου, ἂν δὲν ἐνεργηθῶσιν αἱ ἐκλογαὶ ἐν καιρῷ, πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα αὐτόκλητος νὰ συνέλθῃ καὶ νὰ ἐπιτηρῇ τὴν Κυβέρνησιν, μέχρις οὗ αὕτη ἐκπληροῦσα τὸ καθῆκόν της ἐνεργήσῃ τὰς ἐκλογάς· τότε, Κύριοι, δὲν θὰ φοβώμεθα, ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία θὰ παρεκτραπῇ ποτε τῶν καθηκόντων της μελετῶσα Κύριος οἶδε τί.
§49ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ ὑποστηρίζω τὸ σχέδιον ὅπως ἔχῃ, ὅτι αἱ Βουλευτικαὶ περίοδοι νὰ ἦναι τριετεῖς, ἀποκρούω δὲ τὰς μεταβατικὰς ἰδέας, τὰς ὁποίας θέλει νὰ εἰσαγάγῃ ὁ ἔντιμος προλαλήσας, διότι νομίζω ὅτι εἰς τὸ Σύνταγμα πρέπει νὰ τεθῶσιν ὡρισμέναι διατάξεις καὶ αἵτινες νὰ μὴ ἦναι μεταβληταί. Γνωρίζετε, Κύριοι, τὸν Ἑλληνικὸν χαρακτῆρα, οἱ Ἕλληνες ἅπαντες ὡς οἱ προπάτορές μας ἀγαπῶμεν τὰς μεταβολὰς, ἀγαπῶμεν νὰ ἀναμιγνύωνται ὅλαι αἱ τάξεις εἰς τὰ πολιτικὰ, εἰς τὰ τῆς πολιτείας ὅλοι φαίνονται ἐνδιαφερόμενοι, καὶ διὰ τοῦτο ζητοῦμεν νὰ γίνωνται συχνότερον αἱ ἐκλογαὶ, διότι δι’ αὐτοῦ τοῦ τρόπου νομίζομεν ὅτι δύναται νὰ παραχθῇ μεγαλητέρα ὠφέλεια, καὶ ἀναπτυχθῇ ἡ ἅμιλλα· νομίζω ὅτι ἡ τριετία εἶναι ἀρκετὴ, δὲν εἶναι χρόνος μικρὸς, καθόσον καὶ σήμερον εὕρομεν ἁπλούστερον σύστημα ἐκλογῆς καὶ αἱ δυσκολίαι εἰς τὴν ἐνέργειαν τῶν ἐκλογῶν ἐξέλιπον καὶ παράδειγμα ἔχομεν τὴν Ἑπτάνησον ὅπου οὐδεμία ταραχὴ ἔλαβε χώραν κατὰ τὰς ἐκλογὰς, διότι τὸ ἁπλοῦν σύστημα τοῦ ψηφοφορεῖν ἐξασφαλίζει τὴν ψῆφον τοῦ πολίτου, ὥστε, ἀφοῦ ἐκλογαὶ θὰ γίνωνται ἄνευ ταραχῆς, μάλιστα ἤδη ὅτε θὰ ἐνεργοῦνται καθόλον τὸ Κράτος συγχρόνως, ὁ φόβος, τὸν ὁποῖον ἐξέφρασεν ὁ προλαλήσας δὲν ὑφίσταται. Νομίζω περιττὸν νὰ ἔλθω εἰς περισσοτέραν ἀνάπτυξιν πρὸς ἀντίκρουσιν τῆς προτάσεως διότι δὲν τὴν δέχεται κανείς. Ὡς πρὸς τὴν περίστασιν, κατὰ τὴν ὁποίαν διαλυθῇ ἡ Βουλὴ καὶ δὲν συγκαλεσθῇ ἐντὸς τοῦ ὡρισμένου χρόνου νέα νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ συνέρχηται ἡ διαλυθεῖσα, φρονῶ ὅτι δὲν δύναται νὰ ἔχῃ ὑποστήριξιν καὶ δὲν πρέπει νὰ τὴν θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα· τὰ ζητήματα ταῦτα τὰ λύουν τὰ Ἔθνη ἄλλως πως· ὅταν μία ἐξουσία παραβαίνῃ τὸν ὅρκον της τὴν ἀποστολήν της, τὸ δὲ ἔθνος θέλει νὰ προβῇ εἰς αὐτὸ τὸ ἔκτακτον μέτρον, εἰ μὲν τοῦτο εἶναι ἄξιον τῶν ἐλευθεριῶν, τὰς ὁποίας τῷ δίδομεν, δὲν θέλει ἀνεχθῇ τοιαύτην κατάστασιν, ἂν δὲν ᾖναι ἄξιον τῆς τύχης τὴν ὁποίαν θέλομεν τῷ ἀποδώσει, τότε πρὸς τί νὰ τὴν θέσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα; ἀδιάφορον εἶναι εἴτε τεθῇ εἴτε ὄχι, ὥστε φρονῶ ὅτι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου δὲν ὑποστηρίζεται καὶ κατὰ συνέπειαν ὑποστηρίζω τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου.
§50ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἐφωτίσθησαν, παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι.) Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ἡ τροπολογία τῶν Κ. Κ. Ἀννίνων λέγει πέντε ἔτη· ὑποστηρίζεται;
§52ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡ. Ὄχι.
§53ΕΤΕΡΟΙ. Ναί.
§54ΠΟΛΛΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΘΕΝ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ μία πρότασις λέγει ἡ διάρκεια νὰ ᾖναι τριετὴς, ἡ ἄλλη τετραετὴς καὶ ἡ ἄλλη πενταετής· ἐπειδὴ ἡ ἀπωτέρα εἶναι ἡ πενταετὴς, θὰ ἐρωτήσω περὶ ταύτης πρότερον· ἐρωτῶ ὅμως πρῶτον περὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου, οἱ παραδεχόμενοι ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (εἷς ἐγείρεται) ἀπεῤῥίφθη.
§56Σ. ΜΑΚΡΗΣ. Ἂν ὑποστηρίζηται σπουδαίως ἡ πενταετία, παρακαλῶ ἡ ψηφοφορία νὰ γένῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§57ΠΟΛΛΟΙ ΑΡΙΣΤΕΡΟΘΕΝ. Μάλιστα, μάλιστα.
§58ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ὑποστηρίζηται σπουδαίως ἢ ὄχι, ἐγὼ δὲν τὸ γνωρίζω, εἰς τὴν ψηφοφορίαν ὅμως δι’ ἀναστάσεως μικρὰ ἀμφιβολία ἂν παρουσιασθῇ δὲν θέλω ἀπαγγείλει ἀποτέλεσμα, ἀλλὰ προβαίνομεν εἰς ψηφοφορίαν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Λοιπὸν προσέξατε, Κύριοι, θέτω τὸ ζήτημα· οἱ παραδεχόμενοι τὴν πενταετίαν παρακαλῶ νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι), ἀπεῤῥίφθη. Θὰ ἐρωτήσω περὶ τῆς τετραετίας.
§59ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§60ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἵν’ ἀποφύγωμεν δευτέραν ψηφοφορίαν, παρακαλῶ νὰ θέσητε οὕτω πως τὸ ζήτημα· οἱ παραδεχόμενοι τὴν 4ετίαν λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§61ΛΙΔΩΡΙΚΗΣ ΚΑΙ ΤΙΝΕΣ ΑΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὸ νὰ ᾖναι τετραετὴς ἡ Βουλευτικὴ περίοδος λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§63ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Διατί δὲν δέχεσαι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μίληση;
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Διότι ἐγένετο ἀντίῤῥησις.
§65ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἄλλη πρότασις ἐκκρεμὴς δὲν ὑπάρχει· ἅμα ἀποῤῥιφθῇ λοιπὸν ἡ τροπολογία ἡ ζητοῦσα τὴν τετραετίαν, δὲν μένει ἄλλη γνώμη παρὰ ἡ τῆς τριετίας· διὰ τοῦτο ἡμεῖς οἱ ἔχοντες σκοπὸν νὰ εἴπωμεν ὄχι παραδεχόμεθα τὴν τριετίαν.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε τὰς συζητήσεις· ἐπαναλαμβάνω, ὅτι δύναται νὰ τεθῇ κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον τὸ ζήτημα, ἀλλὰ, κατὰ τὸν κανονισμὸν, ὁσάκις προτείνεται ἡ διαίρεσις τῶν ζητημάτων, ὑποχρεοῦται εἰς τοῦτο ὁ πρόεδρος. Λοιπὸν πρέπει νὰ διαιρεθῇ.
§67ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Ὅπως θέλουν οἱ Κύριοι νὰ τεθῇ τὸ ζήτημα, προέρχεται τὸ ἑξῆς ἀτόπημα. Ἐὰν ὑπάρξῃ ἰσοψηφία, λέγει ὁ κανονισμὸς, ὅτι πίπτει ἡ πρότασις.
§68ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν τίθεται, ἀλλὰ διαιρεῖται. Λοιπὸν τὸ θέμα εἶναι, οἱ παραδεχόμενοι τὴν τετραετίαν λέγουσι Ναί, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν Ὄχι. Γίνεται ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν τὸ ὅλον 219, 134 εἶπον Ναί, 85 Ὄχι· ἄρα ὑπερίσχυσεν ἡ γνώμη τῆς τετραετίας, καὶ ἑπομένως τὸ ἄρθρον θέλει ἔχει ὡς ἀκολούθως «Βουλευταὶ ἐκλέγονται κατὰ τετραετίαν.
§70ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχουν καὶ ἄλλαι προτάσεις, τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου....
§71ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος τὴν ἀπέσυρε, ἀλλ’ ἀφοῦ ἐπιμένει, ἰδοὺ ἡ τροπολογία του· «ἐὰν αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἐνεργηθῶσιν ἐν καιρῷ, ἡ ὁπωσδήποτε διαλυθεῖσα τελευταία Βουλὴ συνέρχεται πάλιν αὐτοδικαίως τὴν πρώτην προσεχοῦς Νοεμβρ. καὶ δὲν διαλύεται πρὶν ἢ ἡ νέα ἐκλεχθεῖσα συγκαλεσθῇ.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσι.
§72ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἀνεπτύχθη.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀνεπτύχθη ἀπὸ τὸν Χριστόπουλον. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Παππαδιαμαντοπούλου νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι)· ἀπεῤῥίφθη. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν θέλει ἔχει ὡς ἑξῆς «οἱ Βουλευταὶ ἐκλέγονται κατὰ τετραετίαν.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρ. 72. «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι, ἀπολαμβάνων τὰ ἀστυκὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα πρὸ δύω τοὐλάχιστον ἐτῶν, ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ εἰκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα.» Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ἔχομεν τὰς ἑπομένας τροπολογίας· Τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου· «προτείνω ἀντὶ τῶν 25 ἐτῶν νὰ τεθῇ 30 ἐτῶν.» Ὁ Κ. Μίλησης προτείνει «διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην ἐγκατεστημένος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ὑφ’ ἧς ἐκλέγεται, ἀπολαμβάνων τὰ ἀστυκὰ δικαιώματα πρὸ δύο τουλάχιστον ἐτῶν, ἔχων συμπληρωμένον τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα.» Τοῦ Κ. Βλαντῆ «ἀντὶ 25 νὰ τεθῇ 30.» Οἱ Κ. Ἄνινοι προτείνουν τὸ αὐτό. Ὁ Κ. Διομήδης προτείνει τὴν ἐξάλειψιν τῶν λέξεων «πρὸ 2 τοὐλάχιστον ἐτῶν,» δεύτερον τὴν ἀντικατάστασιν τῆς λέξεως «εἴκοσι πέντε» διὰ τῆς λέξεως «τριάκοντα» ἥτις περιείχετο εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 44. Τοῦ Κ. Ῥοντήρη, «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἐπαρχίας τινος ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, ἀπολαμβάνων τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα πρὸ δύο τοὐλάχιστον ἐτῶν, ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι.» Τοῦ Κ. Κυπαρίσση «διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται μόνον νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι, ἀπολαμβάνων τὰ πολιτικὰ καὶ ἀστικὰ δικαιώματα, καὶ ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του. Ἄλλο προσὸν δὲν δύναται ν’ ἀπαιτηθῇ διὰ νόμου». Ὁ Κ. Σαρίπολος ἔχει τὸν λόγον.
§74ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (εἰσηγητής). Κύριοι! αἱ διάφοροι τροπολογίαι, αἵτινες παρουσιάζονται ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, εἰσὶ κατὰ μέγα μέρος σύμφωνοι πρὸς ἀλλήλας· καὶ πρῶτον ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν, ἐπειδὴ διεγράφη ἐκ τοῦ πολιτεύματος ἡμῶν τὸ ἕτερον σῶμα, ἡ Γερουσία, ἐννοεῖται ὅτι πρέπει νὰ καταστήσωμεν ὅσον τὸ δυνατὸν ἐμπειρότερον τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς· διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι πλείονες ἔντιμοι συνάδελφοι ἡμῶν ἐπρότειναν τὸ τριακοστὸν ἔτος ὡς ἐλάχιστον ὅρον τῆς ἡλικίας τοῦ βουλευτοῦ, καὶ πιστεύω ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει δεχθῆ τὸν ὅρον τοῦτον. Ὡς πρὸς δὲ τὸν ἄλλον ὅρον, ὅτι ὁ Βουλευτὴς πρέπει νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, βεβαίως οὐδεὶς ὁ ἀντιλέγων· ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι, ἀσπάζομαι καὶ τοῦτο, διότι πρέπει νὰ ᾖναι μονίμως ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι, συμφωνῶ μάλιστα πρὸς μίαν φωνὴν, ἥτις ἠκούσθη, ἡ ἐγκατάστασις νὰ ἔγινε πρὸ 10 ἐτῶν.
§75ΤΙΝΕΣ. Ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ.
§76ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Διότι πρέπει ὁ μέλλων νὰ νομοθετήσῃ ἐν τῇ πατρίδι αὑτοῦ νὰ ᾖναι ἀποκατεστημένος ἐν αὐτῇ, νὰ συναναστρέφηται μετὰ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ, νὰ γνωρίζῃ τὰς ἀνάγκας του, νὰ πάθῃ μετ’ αὐτοῦ, νὰ φορολογῆται ἐν τῷ τόπῳ, νὰ ἔχῃ τὴν οἰκογένειαν αὑτοῦ ἐν τῷ τόπῳ· ἐννοεῖται ὅμως ὅτι, ἂν ᾖναι ἔμπορος, δὲν δεσμεύεται, δὲν ἐγκλείεται ὡς ἐν εἱρκτῇ ἐν τῇ χώρᾳ τῇ Ἑλληνικῇ, ὥστε νὰ μὴ δύνηταί ποτε νὰ ἐξέλθῃ τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, ἀλλὰ διαρκῶς νὰ διαμένῃ ἐν Ἑλλάδι· εὐδιάγνωστον δ’ ὅλως ἐστί, Κύριοι, τὸ μόνιμον τῆς κατοικίας ἀπὸ τῆς προσωρινῆς καὶ ὅλως διαβατικῆς διαμονῆς ἐν Ἑλλάδι. Ἀλλ’ ὁ ἔντιμος Κ. Μίλησης προτείνει καὶ τὸ ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ. Ὁμολογουμένως πρέπει νὰ ὦσιν οἱ βουλευταὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν· διότι ναὶ μὲν δὲν ἀντιπροσωπεύουσι τὰς ἐπαρχίας των, ἀλλὰ τὸ ἔθνος ὅλον, οὐχ ἧττον ὅμως ἑκάστη ἐπαρχία ἔχει καὶ συμφέροντα ἴδια, καὶ ἡ φωνὴ τῶν τοπικῶν συμφερόντων τῶν ἐπαρχιῶν πρέπει ν’ ἀκούηται καὶ ἐν τῇ Βουλῇ· ἀλλὰ τὴν ἰδέαν ἵνα τεθῇ τὸ τοιοῦτον ὡς ὅρος ἀνυπέρβλητος, ὡς ὅρος ἀποκλειστικὸς ἐν τῷ Συντάγματι, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὴν πολεμήσω, καὶ νὰ τὴν πολεμήσω μάλιστα οὐχὶ διὰ τῆς θεωρίας, ἀλλὰ διὰ τῆς πείρας, ἣν ἔσχομεν ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ. Κατὰ τὸ ψήφισμα τῆς 23 Ὀκτωβρίου 1862 ἠδύναντο νὰ ἐκλεχθῶσιν οἱ πληρεξούσιοι εἴτε ἐκ τῶν ἐγκατεστημένων ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, εἴτε καὶ ἐκ τῶν ἐκτὸς αὐτῆς· καὶ ὅμως σπανιώτατα παραδείγματα, 2 ἢ 3 μόλις, ἔχομεν ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, καθ’ ἃ εἰσήχθησαν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ πληρεξούσιοι ἐκλεχθέντες εἰ καὶ μὴ ἔχοντες τὴν μόνιμον αὑτῶν κατοικίαν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ παρ’ ἧς ἐπέμφθησαν· ἀλλ’ αὐτὰ τὰ παραδείγματά εἰσιν, ὡς φρονῶ, τοιαῦτα, ὥστε νὰ ἔρχωνται ὡς ἐπιχειρήματα ἰσχυρὰ ἐπιῤῥωννύοντα τοὺς λόγους, δι’ ὧν πειρῶμαι νὰ καταπολεμήσω τὴν ἰδέαν τῶν ἐναντίων. Ὁ σεβαστὸς γέρων Μαυροκορδᾶτος, ὄνομα ἱστορικὸν, τὸ ὁποῖον ἀπὸ τῆς πρώτης ἡμέρας τῆς Ἑλληνικῆς παλιγγενεσίας συνήδρευσεν ἐν ταῖς Βουλαῖς καὶ ταῖς Συνελεύσεσι τῆς Ἑλλάδος, εἶναι ἓν τῶν ὀλίγων ἐξαιρετικῶν παραδειγμάτων, διότι οὗτος, καί τοι ἔχων τὴν κατοικίαν του ἐν Ἀθήναις, ἐξελέχθη ὑπὸ τῶν Εὐρυτάνων· ἂν ἴσχυεν ἡ διάταξις, ἣν προτείνουσιν, ἢ ἔπρεπε νὰ ἐκλεχθῇ ἐξ Ἀθηνῶν, ἢ νὰ ἀποκλεισθῇ ὁλοτελῶς· δίκαιον ἤθελεν ἆράγε εἶσθαι τοῦτο; (συνομιλίαι διάφοροι). Χαρίσατέ μοι ὀλίγην προσοχὴν, Κύριοι! πιστεύω ὅτι λαλῶ πρὸς καρδίας ἑλληνικὰς, φιλτάτων μάλιστα τοῖς πᾶσι μνημονεύων ὀνομάτων. Μὴ θελήσητε λοιπὸν νὰ κάμητε ὥστε ἂν ἡ κακὴ συνεννόησις, ἡ ῥᾳδιουργία, τὰ τοπικὰ πάθη ἀποκλείσωσι σημαντικούς τινας ἄνδρας ἀπὸ τῆς ἐπαρχίας, ἐν ᾗ ἔχουσι τὴν κατοικίαν των, οἱ τοιοῦτοι νὰ μὴ δύνανται νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς ἄλλους ἐκλογικοὺς συλλόγους· ἄφετε ἐλεύθερον τὸ στάδιον, ὡς εἶναι ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ Γαλλίᾳ, καὶ ἀλλαχοῦ, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι καὶ ἐάν τις ἐπαρχία προτιμήσῃ τὸν Κύριον Μαυροκορδᾶτον, ἢ τὸν Κύριον Τρικούπην, ἢ ἄλλον τινὰ τοιοῦτον, παρὰ τὰς ἐνδόξους χωρικὰς ἀσημότητας τὰς ἐν αὐτῇ μονίμως τὴν οἴκησίν των ἐχούσας, θέλει πράξει πολὺ καλά· (θόρυβος). Πολεμῶ λοιπὸν αὐτὴν τὴν ἰδέαν, διότι αὐτοχθονίζει, ἢ μᾶλλον αὐτοκτονίζει, πλάττω τὴν λέξιν, τὴν Ἑλλάδα, εἶναι ἰδέα πολὺ περιωρισμένη, διότι ἀποκλείει τοὺς ἐπισημοτάτους, τοὺς ἱκανωτάτους ἄνδρας, τοὺς ἀποτελεσματικώτερον δυναμένους νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πατρίδα, τοὺς γνωστοὺς καθ’ ἅπασιν τὴν Ἑλλάδα, ἴσως δὲ καὶ τὴν Εὐρώπην (θορυβώδεις συνομιλίαι).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι παρακαλῶ.
§78ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ Ψύλλας, Κύριοι, δὲν ἐξελέχθη ἀπὸ τῶν Ἀθηνῶν, ὁ Ψύλλας τὸ τελευταῖον λείψανον τῆς πρώτης ἐν Ἐπιδαύρῳ ἐθνικῆς Συνελεύσεως, ὁ Ψύλλας δὲν παρακάθηται μεταξὺ ἡμῶν! Θέλετε ὁ Ψύλλας νὰ μὴ δύναται νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ τῆς Μεγαρίδος; Τὸ εὑρίσκετε δίκαιον καὶ ὀρθόν; (Θόρυβος) δὲν θέλω καταβῆ ἀπὸ τοῦ βήματος ἐὰν μὴ εἴπω ὅσα ἔχω νὰ εἴπω. Γνωρίζω, ὅτι κακῶς ἠχοῦσιν οἱ λόγοι μου εἰς τοὺς πανοπλίαν ἔχοντας τὴν ἀσημότητα αὐτῶν καὶ τοὺς ἱκανωτέρους των ν’ ἀποκλείσωσι προσπαθοῦντας διὰ τῆς λίαν περισταλτικῆς διατάξεως τῆς ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ κατοικίας.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, παρακαλῶ, ἐὰν θέλετε νὰ τελειώσωμεν, προτιμώτερον εἶναι ν’ ἀποσυρθῆτε, ὅταν δὲν θέλετε ν’ ἀκούσητε παρὰ νὰ κάθεσθε καὶ νὰ θορυβῆτε.
§80ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔρχομαι ἤδη καὶ εἰς τὴν πρότασιν τὴν ἐμὴν, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Πρόεδρος εὐηρεστήθη νὰ χάσῃ, ἀφοῦ ἰδίᾳ πολλὰς κατέβαλε παρ’ ἐμοὶ προσπαθείας ὅπως μὲ κάμῃ νὰ τὴν ἀποσύρω· παρακαλῶ δὲ καὶ ἐπ’ αὐτῆς ἐπὶ ὀλίγα μόνον λεπτὰ νὰ μοὶ χαρίσητε τὴν προσοχήν σας. Δὲν θέλω νὰ προσκρούσω εἰς οὐδενὸς τὰ συμφέροντα, οὐδένα θέλω νὰ μεμφθῶ, εἰμὶ δὲ βέβαιος, ὅτι, ἂν ἀκούσητε τῶν λόγων μου μέχρι τέλους, θέλετε πεισθῆ ὅτι καὶ ἡ ἄλλη πρότασίς μου εἶναι μᾶλλον συμφέρουσα πρὸς πάντας παρὰ ἐναντία πρός τινας ἐξ ὑμῶν. Ἡ πρότασίς μου εἶναι, Κύριοι, ὅτι ὁ βουλευτὴς δὲν πρέπει νὰ ᾖναι ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον.
§81ΠΟΛΛΟΙ. Ἄλλο εἶναι αὐτό!
§82ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὁ ὀφείλων τινὶ εἶναι κατ’ ἀνάγκην καὶ ὑποχείριος αὐτῷ, πολλῷ δὴ μᾶλλον τοιοῦτος εἶναι ὁ ὀφειλέτης πρὸς τὸ Δημόσιον, πρὸς δανειστὴν τουτέστιν, ὅστις ἔχει εἰς χεῖράς του τὴν ἀτομικὴν τοῦ ὀφειλέτου ἐλευθερίαν· διότι, ὡς γνωρίζετε, πάντα τὰ τῷ Δημοσίῳ ὀφειλόμενα τὴν προσωπικὴν κράτησιν συνεπάγονται κατὰ νόμον πρὸς ἐκβίασιν εἰς ἀπότισιν. Ἡ πρότασις αὕτη, Κύριοι, παρουσιάσθη καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς Γʹ. Σεπτεμβρίου, καὶ ἐκεῖ συνεζητήθη σοβαρῶς, καὶ σοβαρῶς τὴν ἤκουσαν· παρακαλῶ δὲ ὅπως καὶ ἡ ἡμετέρα Συνέλευσις τὴν ἀκούσῃ μετὰ προσοχῆς. Θέλετε δὲ ἀκούσει κατὰ πρῶτον παρ’ ἐμοῦ, Κύριοι, ὅτι δὲν ἀποδίδω ἐγὼ ἀποκλειστικῶς εἰς τοὺς Ἕλληνας τὸν ὄγκον τῶν τοσούτων καθυστερημάτων πρὸς τὸ Δημόσιον, ἀλλὰ μᾶλλον αἰτιῶμαι τὴν φαῦλον ἐκείνην Κυβέρνησιν, ἥτις ἀπὸ τοῦ 1843 καὶ ἐφεξῆς, θέλουσα νὰ καταδολιευθῇ τὸ σύνταγμα, μετεχειρίσθη ὡς κάλλιστον δέλεαρ πρὸς τοῦτο τὰ χρέη ἑκάστου πρὸς τὸ Δημόσιον. Καὶ ἰδοὺ, ὅτι καὶ Γερουσιασταὶ, καὶ Βουλευταὶ, καὶ Δήμαρχοι, καὶ εἴτινα ἄλλην ἀρχὴν μετερχόμενοι, ἐλαμβάνοντο ἐκ τοῦ εὐρυτάτου κύκλου τῶν πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφειλόντων, καὶ στρατιὰν ὅλην πειθηνίων ὀργάνων ἐσχημάτιζεν οὕτως ἡ ἐξουσία ἐκείνη, καὶ καθ’ ἡμέραν εὐρύνετο ἐπὶ μᾶλλον ὁ κύκλος, καὶ ἡ διαφθορὰ ἐξετείνετο. Ἀπόδειξις δ’ ἐναργὴς τῶν λόγων μου ἔστω, ὅτι τὰ χρέη ταῦτα, συμποσούμενα μόνον εἰς δεκατρία ἑκατομμύρια κατὰ τὸ 1844, ἐξωγκώθησαν ἐν διαστήματι εἴκοσιν ἐτῶν, ἀπὸ τοῦ 1844 μέχρι τοῦ 1864, εἰς περίπου ἑβδομήκοντα ἑκατομμύρια! Πόθεν προῆλθον αὐτά; Ἐπαναλέγω, ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οὓς περιποιουμένη ἡ πάλαι Κυβέρνησις ἤθελε νὰ ἔχῃ ὡς νευρόσπαστα. Ὅταν λέγω διὰ τῆς προτάσεώς μου, ὅτι πρέπει νὰ ἀποκλεισθῇ ὁ ὀφείλων πρὸς τὴν Δημόσιον, δὲν λέγω ἄδικα, διότι ἀλλεπαλλήλους εὐεργετικοὺς λεγομένους νόμους ἐψήφισαν ὑπὲρ ἑαυτῶν οἱ τοιοῦτοι βουληφόροι· ὅσοι λοιπὸν ὀφείλουσι καὶ μετὰ τοὺς εὐεργετικοὺς τούτους νόμους, καὶ δὲν μετέτρεψαν τὰς ὀφειλὰς αὐτῶν εἰς δόσεις ἐκκαθαρισμένας, ἐκεῖνοι κατ’ ἐμέ εἰσι δύστροποι ὀφειλέται· ὅσοι ὅμως ἐκανόνισαν τὰς δόσεις των, καὶ τακτικῶς καταβάλλουσιν αὐτὰς, οἱ τοιοῦτοι κατὰ τὴν πρότασίν μου δὲν ἀποκλείονται, διότι ὅστις ἔχει προθεσμίαν κυρίως εἰπεῖν δὲν εἶναι ὀφειλέτης εἰμὴ ὅταν παρέλθῃ ἡ προθεσμία καὶ δὲν πληρώσῃ, κατὰ τὸ Γαλλικὸν λόγιον «qui a terme ne doit rien. Ὅταν ὅμως ὁ ὀφείλων τὴν δόσιν δὲν τὴν πληρώσῃ ἐν καιρῷ, τότε βεβαίως καὶ οὗτος καθυστερῶν ἐστὶν ὀφειλέτης νομίμως ἐκβιαζόμενος εἰς τὴν ἀπότισιν. Ὅθεν ὁ τακτοποιήσας τὸ χρέος του καὶ πληρόνων τακτικῶς τὰς δόσεις αὑτοῦ, δὲν εἶναι ὀφειλέτης. Ἰδοὺ λοιπὸν ἀμέσως μία μεγάλη τάξις, ἥτις δὲν ὑπάγεται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν, τὴν ὁποίαν φέρει ἡ πρότασίς μου. Εἶναι καὶ μία ἄλλη τάξις λεγομένων ὀφειλετῶν, ἕνεκα τοῦ καταθλιπτικοῦ συστήματος τοῦ Ἑλληνικοῦ ταμείου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅσα μὲν ὀφείλεις πρὸς τὸ Ταμεῖον πλήρωσον, ὅσα δὲ σοὶ ὀφείλει τὸ Δημόσιον ζήτει τα. Αὐτὸ τὸ ταμιευτικὸν σύστημα τὸ γνωρίζομεν πάντες ὡς παθόντες. Ἐγὼ αὐτὸς προχθὲς ἀκόμη ὅτε ἦλθεν ὁ εἰσπράκτωρ νὰ ζητήσῃ παρ’ ἐμοῦ φόρον ἐπιτηδεύματος καὶ οἰκοδομῶν, τῷ εἶπον νὰ συμψηφίσῃ τὸ χρέος μου πρὸς διπλασίου καὶ πλέον ποσοῦ ἐκκαθαρισμένα χρέη τοῦ Δημοσίου πρὸς ἐμὲ ἐκ δικηγορικῶν δικαιωμάτων. Τί δὲ μοὶ ἀπήντησεν; «δὲν ἔχεις ἀνάγκην νὰ λάβῃς σὺ, πλήρωσον καὶ ἔπειτα ζητεῖς ὅσα νὰ λάβῃς ἔχεις»· καὶ ἐπλήρωσα· διότι εἰς τὰς παρούσας ἀνάγκας τῆς πατρίδος δὲν ἔπρεπε ν’ ἀρνηθῶ καὶ ἐγὼ τὴν μικρὰν εἰσφοράν μου· ἀλλ’ εἶναι μικρὸν ἄδικον τὸ τοιοῦτον; δὲν ἀντιβαίνει καθαρῶς πρὸς τὸν νόμον, ὅστις διατάττει, ὅτι ἑκατέρωθεν ἀντοφειλόμεναι ἐκκαθαρισμέναι ἴσαι ποσότητες αὐτόχρημα συμψηφίζονται πρὸς ἀλλήλας; Τοιοῦτοι λοιπόν εἰσι πλεῖστοι, καὶ τὸ δημόσιον ἐξακολουθεῖ νὰ θεωρῇ αὐτοὺς ὡς ὀφειλέτας πρὸς ἑαυτὸ, δυστροποῦν δὲ ἀρνεῖται νὰ τοῖς ἀποδώσῃ, ὅ,τι πρὸς αὐτοὺς ὀφείλει, διότι ὡς ἀρχὴ πολιτικὴ ἐπικρατεῖ παρὰ τοῖς διαχειριζομένοις τὸν ἐθνικὸν ἡμῶν πλοῦτον, τὸ Δημόσιον νὰ μὴ πληρόνῃ, ἐὰν δὲν τὸ σύρῃ τις εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἀφοῦ καταδικασθῇ πάλιν νὰ μὴ πληρόνῃ διὰ τὸ στερεῖσθαι τὸν πολίτην παντὸς ἐξαναγκαστικοῦ μέσου κατὰ τοῦ Δημοσίου! Βεβαίως καὶ οἱ τοιοῦτοι ἐξαιροῦνται κατ’ ἐμὲ τῆς ἐξαιρέσεως μου, διότι, ὡς προεῖπον, κατὰ τὸν νόμον ἐκκαθαρισμένη ἀπαίτησις πρὸς ἐκκαθαρισμένην ὀφειλὴν συμψηφίζεται. Ἰδοὺ λοιπὸν καὶ ἑτέρα οὐ μικρὰ τάξις ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν τῆς προτάσεώς μου. Εἶναι δὲ καὶ τρίτη ἄλλη τάξις, ἔνθεν μὲν ὀφείλουσα, ἀλλ’ ἐκ χρέους ἀνεκκαθαρίστου, ἀφ’ ἑτέρου δ’ ἀπαιτοῦσα ἐξ ἀνεκκαθαρίστου ἐπίσης πιστώσεως! Ὅταν ἀμφότερα ταῦτα εἶναι ἀκαθάριστα, ὀφειλὴ κυρίως οὐδετέρωθεν ὑπάρχει, πρέπει νὰ ἐκκαθαρισθῶσιν ἡ μία καὶ ἡ ἄλλη ἀπαίτησις, ἄλλως δὲ ὑπάρχει ἀμφισβήτησις· ὅταν δ’ ἐξ ἀμφοτέρων τῶν μερῶν ἀμφισβητῆται παρὰ τοῦ μὲν τὸ ἓν χρέος παρὰ τοῦ ἑτέρου δὲ τὸ ἄλλο, τότε βεβαίως ἐφ’ ὅσον αἱ ἀπαιτήσεις εἰσὶν ἐκκρεμεῖς ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ὀφειλὴ δὲν ὑπάρχει πρὸς τὸ Δημόσιον. Ὡς δικηγόρος γνωρίζω πλείστους τοιούτους, οἱ ὁποῖοι λέγουσιν, «ἔλθε ὦ Δημόσιον, νὰ ἐκκαθαρίσωμεν τοὺς λογαριασμούς μας, ἵνα ἴδωμεν ἂν ἔχω νὰ σοὶ δώσω ἢ νὰ μοὶ δώσῃς»· τοιοῦτοι δ’ ὑπάρχουσι πολλοὶ ἐξ ἐνοικιάσεων τῶν φόρων καὶ ἄλλων τοιούτων ἐν λογοδοσίαις πρὸς τὸ Δημόσιον διατελοῦντες. Εἰσέπραξε πολλάκις αὐτὸ τὸ Δημόσιον ἀμέσως παρὰ τῶν φορολογουμένων τοὺς φόρους, καὶ ἐν τούτοις καταγράφει εἰς τὰς μερίδας τῶν ἐνοικιασάντων καὶ μηδὲν εἰσπραξάντων τὸ ὅλον τῆς ἐνοικιάσεως ποσὸν, καὶ σημειοῦνται οἱ ἐνοικιασταὶ ἐν τῷ καταλόγῳ τῶν δῆθεν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου καὶ οὕτως ἐξογκοῦται ἡ μερὶς τοῦ λαμβάνειν. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι καὶ οἱ τοιοῦτοι δὲν ὑπάγονται εἰς τὴν ἐξαίρεσιν, ἣν προτείνω ὑμῖν. Τέλος δὲ καὶ τετάρτη τις ἐξαίρεσις ὑπάρχει, ἡ τῶν ἐκ προικοδοτήσεως ὀφειλόντων, διότι οὗτοι διὰ συμβολαίου ἐπὶ χρόνον συνεφώνησαν τὴν καταβολὴν τῆς ὀφειλῆς των πρὸ τὸ Δημόσιον. Ὑπολείπονται ἄρα ὡς ὑπαγόμενοι μόνοι οἱ καθυστεροῦντες ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας, οἱ εἴτε ἑκουσίᾳ καὶ ἐκ δυστροπίας, εἴτε ἀκουσίως καὶ ἐξ ἀνεχείας ἐξαδυνατοῦντες νὰ πληρώσωσι· καὶ βεβαίως, οὐδὲ δίκαιον, οὐδὲ λογικὸν εἶναι οἱ πολῖται νὰ δίδωσιν εἰς τοὺς τοιούτους τὰς ψήφους αὑτῶν, διότι πάντες οἱ τοιοῦτοι γίνονται ἕρμαιον τοῦ ὑπουργοῦ τοῦ κρατοῦντος τὰ ταμεῖα τοῦ Δημοσίου. Ποίαν δ’ ἀνεξαρτησίαν, Κύριοι, ἔχουσιν οἱ τοιοῦτοι; ποῖον ἔλεγχον δύνανται νὰ φέρωσιν εἰς τῶν ὑπουργῶν τὰς πράξεις; ποίαν οἰκονομίαν θέλουσι ψηφίσει οὗτοι; δὲν ὑπάρχει τοὐναντίον πιθανότης, ὅτι θέλουσιν αὐξάνει τοὺς ἐπὶ τοῦ τραχήλου τοῦ λαοῦ φόρους, ἵνα μὴ ἐκβιάζωνται εἰς τὴν ἀπότισιν τῶν ὑπ’ αὐτῶν ὀφειλομένων; πῶς θέλουσι προφυλάξει τὴν δημοσίαν περιουσίαν ἀπὸ τῶν καταχρήσεων, ἐνῷ αὐτοὶ οὗτοι τὴν μεγίστην καὶ ἀνοσιωτάτην ποιοῦνται αὐτῆς κατάχρησιν; Ἓν ὁλόκληρον ἤδη ἔτος, Κύριοι, συνεπληρώθη τὴν 24 Σεπτεμβρίου, ἀφ’ ἧς ἐγὼ αὐτὸς ἐκ τοῦ βήματος τούτου ἔφερον πρότασιν, ὅπως ὑποχρεωθῇ ὁ ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν νὰ μᾶς φέρῃ κατάλογον τῶν ὀφειλετῶν τοῦ δημοσίου· ἐδόθη τότε ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως, τὸ ὀρθὸν τῆς προτάσεώς μου συνειδυίας, προθεσμία εἰς τὸν ὑπουργὸν τρίμηνος, παρῆλθεν ἔτος, καὶ δὲν τὸν ἔφερε. Διὰ τί δὲν τὸν ἔφερεν; εἶναι μεγάλη δυσκολία; ὄχι, ἀλλ’ ἄλλο τι τρέχει· αἱ ἑκάστοτε κυβερνήσεις ὑποπτεύω, ὅτι ὑπὲρ ἑαυτῶν ἐκμεταλλεύονται τοῦ ἔθνους τὴν ἀπορίαν. Ὅταν βλέπω ὅτι τὰ 13 ἑκατομμύρια τοῦ 1843 μετεβλήθησαν εἰς 70 ἑκατομμύρια τὸ 1864, ἀγνοῶ ποῦ διὰ χρόνου θέλομεν καταντήσει. Ἂς μᾶς εἴπωσι καθαρὰ οἱ Κύριοι ὑπουργοὶ, ἂν ἀδύνατον ᾖναι νὰ πληρωθῶσιν αὐτὰ, τότε πολὺ καλλίτερον νὰ τὰ ξεγράψωμεν, καὶ, ὡς ἀληθεῖς ἀπόγονοι τοῦ Σόλωνος, νέαν νὰ προκηρύξωμεν σεισάχθειαν, καὶ ἅπαξ διαπαντὸς νὰ ξεγραφῇ αὐτὴ ἡ γάγγραινα τῆς κοινωνίας, ἡ καταβιβρώσκουσα τοὺς πόρους τῆς πολιτείας ἡμῶν, καὶ εἰς οὐδὲν συντελοῦσα καλόν· ἀπὸ σήμερον δὲ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς οὐδενὶ ἐξέστω νὰ ὀφείλῃ πρὸς τὸ Δημόσιον. Κατὰ τὸν Γαλλικὸν νόμον παλαιὰ χρέη πρὸς τὸ Δημόσιον παραγράφονται μετὰ πενταετίαν, τὴν αὐτὴν ἂς ἀναγράψωμεν καὶ παρ’ ἡμῖν διάταξιν. Ἂς ᾖναι ἐπιμελὲς τὸ Δημόσιον, οἱ διαχειριζόμενοι τὰ δημόσια χρήματα ἂς τὰ ζητῶσιν ἐγκαίρως, ἀλλ’ ἂς μὴ μεταχειρίζωνται τοὺς περὶ καθυστερούντων νόμους, ὡς μέσον καὶ φόβητρον ἵνα πιέζωσι τὰς συνειδήσεις, ἵνα φέρωσι τὰ νευρόσπαστα αὐτῶν εἰς τὴν Βουλήν. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ πρότασίς μου αὕτη, τὴν ὁποίαν ἐξελάβετε ὡς λίαν πολεμικὴν κατὰ τῶν ὀφειλετῶν τοῦ Δημοσίου, δὲν εἶναι τοιαύτη· μετεβάλετε δὲ γνώμην ἅμα ἠκούσατε τὴν ἀνάπτυξιν αὐτῆς, καὶ τὸ βλέπω μὲ εὐχαρίστησίν μου ἀπὸ τὴν ἡσυχίαν, τὴν ὁποίαν τηρεῖτε ἀκούοντες, ὅτι συναισθάνεσθε ἤδη τὸ καλὸν καὶ σωτήριον αὐτῆς. Ξεγράψατέ τας, κάλλιον τοῦτο, ἐξοβελίσατε τῶν δημοσίων βίβλων ἀπαιτήσεις τοιαύτας, αἵτινες εἰς οὐδὲν ἄλλο συντελοῦσιν εἰμὴ πρὸς τὸ νὰ χρησιμεύωσιν εἰς τὸ νὰ ὑπεκκαίωσι ματαίας ἐλπίδας, ἐν αἷς νὰ νομίζωμεν ὅτι ἔχομεν νὰ λαμβάνωμεν ποσὰ μεγάλα, ἐνῷ οὐδ’ ὀβολὸν ἴσως θέλομεν ἐξ αὐτῶν λάβει ποτέ· ἐὰν εἴχομεν πολλοστημόριόν τι τοῦ ὑπερόγκου τούτου ποσοῦ τῶν 70 ἑκατομμυρίων, δὲν ἠθέλομεν εὑρεθῆ μετὰ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ Ὀκτωβρίου εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν δάνεια ἀλλεπάλληλα, νὰ λάβωμεν τὰ κληροδοτήματα τῶν σχολείων, τὰ κληροδοτήματα τοῦ Πανεπιστημίου, τὰ κληροδοτήματα τῶν ἀγαθοεργῶν καταστημάτων, τὸ ἀπομαχικὸν ταμεῖον, καὶ ἄλλα διὰ νὰ τὰ μεταχειρισθῶμεν πρὸς τὰς ἀπολύτους καὶ κατεπειγούσας τῆς ἐπικρατείας ἀνάγκας. Τέλος, Κύριοι, ἡ πρότασίς μου αὕτη εἶναι κατ’ ἐξοχὴν Ἑλληνική· διὰ τοῦτο δὲν ἔμενον καθυστερήματα εἰς τὴν ἀρχαίαν Ἑλλάδα, διότι ὑπῆρχε νόμος, ὅτι ὁ ὀφείλων πρὸς τὸ Δημόσιον δὲν ἠδύνατο νὰ μετέλθῃ τὰ πολιτικά· «τὸν ὀφείλοντα τῷ δημοσίῳ μὴ πολιτεύεσθαι» αὐταῖς λέξεσιν ἔφερεν ὁ τῶν Ἀθηναίων νόμος· ἕτερος δὲ νόμος κατεδίκαζεν εἰς θάνατον ἐκεῖνον, ὅστις ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς ἐκκλησίας τοῦ λαοῦ ἐλάλει ἐνῷ ὤφειλε πρὸς τὸ Δημόσιον· «τὸν ἐξελεγχθέντα ὀφείλοντα τῷ δημοσίῳ λέγειν ἐν τῷ δήμῳ παραδίδοσθαι τοῖς ἕνδεκα»· ἕτερος δὲ νόμος ἔφερε· «τὸν ὀφείλοντα τῷ δημοσίῳ μέχρις ἂν ἐκτίσῃ ἄτιμον εἶναι.» Ἄτιμος λοιπὸν μέχρι τῆς τελείας ἀποπληρωμῆς διετέλει ὁ πρὸς τὸ Δημόσιον ὀφείλων· ὅστις δ’ ὀφείλων πρὸς τὸ Δημόσιον ἐλάλει πρὸς τὸν λαὸν, ὡς πολίτης ἐλεύθερος, ἐκεῖνος παρεδίδετο εἰς τοὺς ἕνδεκα, καὶ αὐτὸ ἐσήμαινε καταδίκην εἰς θάνατον. Ἀναγράψατε λοιπὸν, Κύριοι, ἀναγράψατε ὡς συνταγματικὸν δόγμα τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον τὴν τιμὴν νὰ ὑποβάλω ὑμῖν, καὶ θέλετε ἀμέσως ἰδεῖ ἀνορθούμενα τὰ πεπτωκότα καὶ σκάζοντα τῆς πολιτείας ἡμῶν πράγματα. Ἀδύνατον, Κύριοι, ἄνθρωποι χρεωστοῦντες καὶ μάλιστα πρὸς τὸ Δημόσιον, τὸ ὁποῖον ἔχει κατ’ αὐτῶν τὸ μέσον τῆς προσωπικῆς κρατήσεως, ἀδύνατον ἄνθρωποι τοιοῦτοι, ἐπαναλέγω, νὰ ὦσιν ἁρμόδιοι πρὸς τὸ νὰ ἐλέγχωσι τὴν ἐξουσίαν, ἀδύνατον οἱ τοιοῦτοι νὰ ὦσιν οἱ ἄγρυπνοι φύλακες τοῦ συντάγματος, οἱ γενναῖοι πρόμαχοι πρὸς τὸ νὰ προασπίζωσι τὰς ἐλευθερίας ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἐνεγράψατε ἐν τῷ Συντάγματι.
§83ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι, ἐπεθύμουν νὰ μὴ ἔλθω εἰς ἐπιστημονικὴν ἔριδα μετὰ τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος, ὁ ὁποῖος ὑπῆρξε καθηγητής μου. Ἐπεθύμουν νὰ παρατρέξω τὸ τελευταῖον μέρος τοῦ λόγου του ἐν σιγῇ, ἀλλ’ ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ διασκεδάσω μίαν πλάνην μὲ ὑποχρεώνει νὰ παρατηρήσω, ὅτι ὁ φίλος μου Κ. Σαρίπολος ἐλησμόνησεν ἐντελῶς ὅτι ὁ πολιτισμὸς τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων ἐστηρίζετο ἐπὶ ἄλλης ὅλως βάσεως, ἢ ἐφ’ οἵας στηρίζεται ὁ πολιτισμὸς τῶν νεωτέρων ἐθνῶν. Καὶ ἄλλοτε εἶχον τὴν τιμὴν νὰ παρατηρήσω ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι λαμβάνοντες παραδείγματα ἐκ τοῦ δημοσίου βίου τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, πλανώμεθα εὐκόλως μὴ ἐκτιμῶντες τὴν διαφορὰν τῶν καιρῶν, τῶν ἰδεῶν καὶ τῶν πολιτισμῶν. Κατὰ τὸν ἀρχαῖον πολιτισμὸν ὁ ἄνθρωπος ἀπεῤῥοφᾶτο σχεδὸν ἀπὸ τὸν πολίτην· ἰδιωτικὸς βίος κυρίως εἰπεῖν δὲν ὑπῆρχεν· ὁ πολίτης ἦτο τὸ πᾶν, ὁ δὲ ἄνθρωπος ἢ μηδὲν ἢ ἀσήμαντόν τι. Ἐντεῦθεν ἡ πολιτεία λογικῶς εἶχε τὸ δικαίωμα νὰ εἰσέρχηται εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν μελῶν της, νὰ ἐλέγχῃ, νὰ ἐξετάζῃ, νὰ βασανίζῃ αὐτὸν ἔχουσα πρὸς τοῦτο καὶ ἴδιον ἄρχοντα· τὸ δικαίωμα δὲ τοῦτο ἐξήσκει ἰδίως πρὶν ἢ δώσῃ εἰς τὸν πολίτην ἀξίωμά τι πολιτικόν. Ἰδοὺ ὁ λόγος, Κύριοι, διὰ τὸν ὁποῖον οἱ ἀρχαῖοι εἶχον θέσει τὸν νόμον, τὸν ὁποῖον ἐν τέλει τοῦ λόγου του ὁ Κ. Σαρίπολος σᾶς ἀνέγνωσεν. Ἔχω ἀνάγκην νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ νεώτερος πολιτισμὸς στηρίζεται ἐπὶ ἄλλης βάσεως, τῆς ἁρμονίας τῶν δικαιωμάτων τοῦ πολίτου μετὰ τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀνθρώπου; Λυποῦμαι διότι ὁ φίλος μου Κ. Σαρίπολος, ὅστις τόσον εὐκόλως ἀναφέρει ἀρχαῖα παραδείγματα, λησμονεῖ τὴν διαφορὰν ταύτην, ἡ ὁποία εἶναι σήμερον κοινοτάτη, καὶ ἐπισκοτίζει οὕτως, ἀντὶ νὰ διαφωτίζῃ τὰ ζητήματα.
§84ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Διὰ τοῦτο τὰ ἀναφέρω.
§85ΜΙΛΗΣΗΣ. Σᾶς συγχαίρω τότε (γέλως). — Ἔρχομαι τώρα εἰς τὴν οὐσίαν τῆς τροπολογίας του. Μὲ ὅλην τὴν λεπτομερῆ ἀνάπτυξιν, τὴν ὁποίαν ἐν μεγίστῃ σιγῇ καὶ προσοχῇ ἤκουσα ἐγὼ τοὐλάχιστον ἀπὸ τῆς θέσεώς μου γενομένην ἐκ μέρους τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος Κ. Σαριπόλου, ὁμολογῶ, ὅτι δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω τὸν ἠθικὸν σκοπὸν, ὅστις ἀποδίδεται εἰς τὴν τροπολογίαν ταύτην. Θεωρεῖ ὁ Κ. Σαρίπολος ἠθικὸν καὶ δίκαιον, ἐπειδὴ ὁ δεῖνα πολίτης ἔφθασε νὰ ὀφείλῃ εἰς τὸ δημόσιον, νὰ κηρυχθῇ ἀνίκανος, διὰ μόνον αὐτὸν τὸν λόγον, τοῦ ν’ ἀντιπροσωπεύῃ ὡρισμένην τινὰ ἐπαρχίαν καὶ ὑπερασπίζῃ τὰ δικαιώματα αὐτῆς καὶ τοῦ ἔθνους; Ἂς μὲ συγχωρήσῃ νὰ τῷ εἴπω, ὅτι τοῦτο εἶναι μάλιστα καὶ ἄδικον καὶ κακόηθες. Ἐὰν ἡ καθυστέρησις προέρχηται ἀπ’ αὐτὴν τὴν φύσιν τῶν πραγμάτων ἢ καὶ ἀπὸ πενίαν ἁγνὴν, καθαρὰν καὶ ἀνεπίληπτον, ποῖος νόμος ἢ ποία ἠθικὴ ὑπαγορεύουν, ὅτι ὁ καθυστερῶν οὗτος πολίτης πρέπει νὰ κηρυχθῇ διὰ μόνον τοῦτον τὸν λόγον ἀνίκανος νὰ ὑπηρετῇ τὴν πολιτείαν καὶ νὰ ἐξασκῇ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι;
§86ΤΙΝΕΣ. Διὰ νὰ ᾖναι ἀνεξάρτητος.
§87ΜΙΛΗΣΗΣ. Ὅπως εἶσθε σεῖς οἱ ἐκ τοῦ ταμείου πληρωνόμενοι. —Ἀλλὰ δὲν μοὶ λέγει ὁ Κ. Σαρίπολος, ἐννοεῖ εἰς ποῖον φοβερὸν ἀδίκημα φθάνει διὰ τῆς προτάσεώς του; Ἀκούσατε, Κύριοι. Κατὰ τό παρ’ ἡμῖν ἐπικρατοῦν σύστημα, αἱ ἀπαιτήσεις τοῦ δημοσίου αἱ προερχόμεναι ἐκ φόρων δὲν παραγράφονται ἐντὸς βραχείας προθεσμίας, ὅπως ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἀλλαχοῦ, ἀλλὰ μένουσιν ἐκκρεμεῖς, αἱ πλεῖσται δὲ καὶ ἀνεκκαθάριστοι. Ἐντεῦθεν ποσὸν ὑπέρογκον ὀφείλεται ἀπὸ τὸν λαὸν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, φέρον τὴν ἐπωνυμίαν τῶν καθυστερουμένων· ἠμπορῶ δὲ νὰ βεβαιώσω, ὅτι ἐκ τοῦ φορολογουμένου λαοῦ πολλὰ ὀλίγοι εἶναι οἱ μὴ καθυστεροῦντες σήμερον εἰς τὸ δημόσιον. Τί λοιπὸν σᾶς ζητοῦν νὰ κάμητε διὰ τῆς προτάσεως ταύτης; Νὰ κηρύξητε τὸ μεγαλεῖτερον μέρος τοῦ φορολογουμένου Ἑλληνικοῦ λαοῦ νεκρὸν πολιτικῶς. Ποῖοι δὲ θὰ μείνουν τότε ἀγαθοὶ καὶ ἐνάρετοι πολῖται, ἄξιοι νὰ διαχειρίζωνται τὰ τῆς πολιτείας; Ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι οὐδέποτε οὐδὲ λεπτὸν ἐπλήρωσαν εἰς τὸ δημόσιον, ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι συνεδέοντο, συνδέονται καὶ θὰ συνδέωνται πάντοτε μετὰ τοῦ τόπου διὰ μόνον τοῦ κεντρικοῦ ταμείου. Ναὶ, Κύριοι! οἱ μηδέποτε μηδὲν πληρώσαντες, οἱ μηδέποτε μηδὲν συνεισενεγκόντες εἰς τὰ κοινὰ βάρη, ἀλλ’ ἀείποτε λαμβάνοντες ἐκ τοῦ κεντρικοῦ ταμείου καὶ κατατρώγοντες τοὺς ἱδρῶτας τοῦ λαοῦ, αὐτοὶ μόνοι δὲν εἶναι καθυστεροῦντες ἐν Ἑλλάδι, καὶ αὐτοὶ μόνοι ζητοῦν νὰ κηρυχθοῦν καὶ ἐνεργοὶ πολῖται! Τί λοιπὸν εἶναι ἡ πρότασίς των; Εἶναι τὸ χειρόκτιον ῥιπτόμενον μετὰ θράσους κατὰ πρόσωπον τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ (εὖγε). Καὶ διὰ τί, Κύριοι, ἡ ὕβρις αὕτη; Τί σᾶς πταίουν οἱ πλεῖστοι τῶν φορολογουμένων, διότι ἔχετε τὸ ἀθλιέστερον φορολογικὸν σύστημα; Τί πταίουν οἱ πολῖται εἰς τὴν πολιτείαν, διότι αὕτη δὲν φροντίζει νὰ καθιερώσῃ σύστημα φορολογικὸν ἀνθρώπινον, καὶ ὄχι βάρβαρον καὶ Τουρκικὸν, καὶ νὰ ἐκκαθαρίζῃ ἐνωρὶς τὰς ἀπαιτήσεις της μετὰ τῶν ἰδιωτῶν; Ἐν τίνι δικαιώματι ἡ πολιτεία ἀξιοῖ νὰ ἐπιῤῥίψῃ τὴν εὐθύνην τῶν ἰδίων της ἐλλείψεων καὶ τῆς ἰδίας της ἀκηδίας εἰς τοὺς πολίτας; Ἀλλὰ τοὺς ἐννοῶ. Ἡ πρότασίς των εἶναι ἡ ἀντίπους πρότασις τῆς ἰδικῆς μου, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου ἠκούσατε ἀναγινωσκομένην· εἶναι μία ἐκδίκησις, τὴν ὁποίαν ζητοῦν νὰ λάβουν καθ’ ἡμῶν. Ἐπειδὴ ζητοῦμεν ἡμεῖς ἐγγυήσεις διὰ τοὺς ἀντιπροσώπους, ἐπειδὴ ἀξιοῦμεν νὰ θέσωμεν τὴν ἀντιπροσωπείαν τοῦ ἔθνους εἰς τὴν ἀληθῆ της βάσιν, διεκδικοῦντες τὰ δικαιώματα τοῦ τόπου, τὰ ὁποῖα ἀείποτε παρεγνωρίσθησαν, κατεπατήθησαν καὶ ἐκαπηλεύθησαν, διὰ τοῦτο μᾶς ἔφεραν τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ἀπάντησιν, καὶ δι’ αὐτῆς μᾶς λέγουν, ὅτι ἡμεῖς οἱ πληρόνοντες φόρους καθυστεροῦμεν εἰς τὸ δημόσιον καὶ δὲν εἴμεθα ἄξιοι νὰ ἔλθωμεν ἐδῶ, ἵνα ἀντιπροσωπεύσωμεν τὸν τόπον μας, ὅπως ἀξιοῦμεν. (εὖγε) ἰδοὺ ὁ ἠθικὸς σκοπὸς τῆς προτάσεώς των! Ὁποία δὲ, Κύριοι, εἶναι ἡ πρότασίς μου, ἡ ὁποία ἐπροκάλεσε αὐτὴν τὴν σκανδαλώδη, νὰ εἴπω οὕτω, τροπολογίαν τοῦ Κ. Σαριπόλου;
§88ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Κύριε Πρόεδρε! Αἱ προτάσεις τῶν πληρεξουσίων δὲν ὀνομάζονταί ποτε σκανδαλώδεις (θόρυβος).
§89ΜΙΛΗΣΗΣ. Πρὶν μὲ διακόψῃ ὁ ἔντιμος Κ. Σαρίπολος, ὅστις πολὺ καλὰ, βλέπω, γινώσκει τὰ κοινοβουλευτικὰ ἔθιμα (γέλως) ἠρώτησε ποία εἶναι ἡ πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ ἡ ὁποία προεκάλεσε τὴν ἰδικήν του;
§90ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἠμπορεῖτε νὰ πολεμήσητε τὴν πρότασιν, ἀλλ’ ὄχι νὰ τὴν ὀνομάσητε σκανδαλώδη, διότι εἶναι πλέον Ἑλληνικὴ καρδία ἐκείνη, ἡ ὁποία...... (θόρυβος).
§91ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐγὼ δὲν ἐτάζω καρδίας καὶ νεφροὺς, ἀλλ’ ἀνακρίνω τὰ πράγματα.— Ἐνόμισα, Κύριοι, ὅτι ὤφειλον νὰ συνδέσω τὸν βουλευτὴν μετὰ τῆς ἐπαρχίας, τὴν ὁποίαν ἀντιπροσωπεύει. Ὁ λόγος δὲ εἶναι ἁπλούστατος καὶ λυποῦμαι, διότι ὁ ἔντιμος καθηγητὴς τοῦ Συνταγματικοῦ δικαίου, μ’ ὅλον τὸν πεφωτισμένον νοῦν καὶ τὴν Ἑλληνικὴν καρδίαν του, δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἐννοήσῃ. Ὁ βουλευτὴς τὶ ἀντιπροσωπεύει ἆρά γε; τὰς ἰδίας αὑτοῦ ἰδέας; τὸ σύστημα τὸ πολιτικὸν, τὸ ὁποῖον ἐμόρφωσεν ἐν τῇ κεφαλῇ του ἐκ μακρᾶς μελέτης καὶ σπουδῆς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων καθόλου; Ἔρχεται δηλαδὴ βουλευτὴς ἐν ἰδίῳ ὀνόματι ἢ διὰ ν’ ἀντιπροσωπεύῃ ἄλλους; καὶ ὅταν λέγω ἄλλους, ἐννοῶ ἰδέας, ἀνάγκας, εὐχὰς κοινωνικάς. Ὅταν τίθεται οὕτω τὸ ζήτημα, λύεται ἀμέσως διὰ τῆς ἁπλῆς του θέσεως. Ὁ βουλευτὴς προδήλως ἀντιπροσωπεύει ὅ,τι ὑπάρχει ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἡ ὁποία τὸν ἐξέλεξε· ἀντιπροσωπεύει ἑπομένως τὰ ἤθη, τὰς ἰδέας, τὰς εὐχὰς, τὰς ἀνάγκας, τοὺς πόθους αὐτῆς. Ὅλαι δὲ αἱ μερικαὶ αὗται, ἰδέαι καὶ ἀνάγκαι συνέρχονται ἐνταῦθα ἐν κοινῷ, συζητοῦνται, συνεξετάζονται καὶ συγκανονίζονται. Ἰδοὺ ἡ ἀληθὴς ἀντιπροσωπεία. Ἐὰν τοῦτο, Κύριοι, ᾖναι ἀληθὲς, ὅπως εἶναι, εἶσθε ἠναγκασμένοι νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι ὁ βουλευτὴς πρέπει νὰ συνδέηται οὕτω μετὰ τῆς ἐπαρχίας, ὥστε νὰ γνωρίζῃ ἀκριβῶς τὴν ἠθικὴν καὶ ὑλικὴν αὐτῆς κατάστασιν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι εἰς ἄμεσον καὶ διηνεκῆ μετὰ τοῦ λαοῦ ἐπαφὴν, νὰ ἐποπτεύῃ ἐνδελεχῶς τὴν ἀνάπτυξιν τοῦ βίου του, καὶ νὰ σπουδάζῃ ἐκ τοῦ σύνεγγυς τὰς ἀνάγκας του. Τότε, ἀλλὰ μόνον τότε ἀντιπροσωπεύει πράγματι τὸν λαόν. Ὅταν δὲ κάθηται μακρὰν τῆς ἐπαρχίας, δὲν ἀντιπροσωπεύει πλέον τὸν λαὸν, ἀλλ’ ἀντιπροσωπεύει τὰς ἰδίας του ἰδέας καὶ ἀνάγκας, ἢ τὸ πολὺ τὰς ἰδέας καὶ ἀνάγκας τῆς πρωτευούσης, ὅπου εἶναι ἐγκατεστημένος. Διὰ τοῦ συστήματος δὲ τούτου ἠξεύρετε τὶ πράττετε; Νοθεύετε τὴν ἀντιπροσωπείαν εἰς αὐτὴν τὴν πηγήν της, διότι ὁ τόπος δὲν θὰ βλέπῃ ἐν τῇ Βουλῇ τὴν ἰδίαν αὑτοῦ εἰκόνα. Τὶ δὲ πρὸς τούτοις; δημιουργεῖτε μίαν κοινωνικὴν συγκέντρωσιν ἐν τῇ πρωτευούσῃ, τὴν πλέον ὀλεθρίαν. Ὁ λαὸς τῶν ἐπαρχιῶν ἐγκαταλιμπάνεται εἰς τὴν τύχην του· κανεὶς δὲν φροντίζει νὰ σπουδάζῃ καὶ θεραπεύῃ τὰς ἀνάγκας του· πάντες οἱ πολιτευόμενοι ἀποκαθίστανται εἰς τὴν πρωτεύουσαν, εἰς τὰ σαλώνια τῆς πρωτευούσης σπουδάζουν τὴν Ἑλλάδα καὶ τὸν λαὸν αὐτῆς, ἐκεῖθεν δὲ ἐμφοροῦνται μὲ ἰδέας γενικὰς, ψευδεῖς καὶ ἐπιπλάστους καὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τῆς Βουλῆς ἀντιπροσωπεύουν, ὅ,τι ἠρύσθησαν ἀπὸ τὰ σαλώνια! (Εὖγε). Αὐτὴ, Κύριοι, δὲν εἶναι, δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀντιπροσωπεία ἐθνικὴ, εἶναι ἀληθὴς ἐμπαιγμός· καὶ μία συνέλευσις, ἡ ὁποία ἐκλήθη νὰ ἀνυψώσῃ τὸν τόπον εἰς τὴν θέσιν του, ὀφείλει νὰ διεκδικήσῃ τέλος πάντων τὰ δικαιώματα αὑτοῦ, καὶ νὰ τὰ διεκδικήσῃ εὐτόλμως καὶ μετὰ παῤῥησίας (εὖγε). Ἀλλὰ τὶ γίνονται, μᾶς λέγουν, οἱ ἐπίσημοι ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι δὲν ἠμποροῦν, ἐγκατεστημένοι εἰς τὴν πρωτεύουσαν, νὰ ἐκλεχθοῦν βουλευταὶ ἐκ τῶν ἐπαρχιῶν; φοβερὸν τὸ ἐπιχείρημα τῶν ἐπισήμων πολιτικῶν ἀνδρῶν! Ἐπεθύμουν ὅμως νὰ ἐρωτήσω τοὺς κυρίους, οἱ ὁποῖοι ὠχυρώθησαν ὄπισθεν αὐτοῦ, ποῖος πράγματι πολιτικὸς ἀνὴρ ἀνεφάνη ποτὲ, μὴ ἔχων μίαν ἐπαρχίαν, μετὰ τῆς ὁποίας νὰ συνδέεται; Οὐδεὶς, Κύριοι. Διατί; διότι ὁ πράγματι πολιτικὸς ἀνὴρ διατελεῖ εἰς ἀένναον σχέσιν καὶ συνάφειαν μετὰ τοῦ λαοῦ, τοῦ ὁποίου τὸν βίον μελετᾷ καὶ σπουδάζει. Ἀναγκαίως λοιπὸν ἀρχίζει ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν, ἔρχεται δι’ αὐτῆς εἰς τὴν κοινοβουλευτικὴν παλαίστραν, μορφοῦται ἐν αὐτῇ καὶ ἔπειτα ἀναβαίνει εἰς τὴν κυβέρνησιν τοῦ τόπου. Οὕτως, ἀλλ’ οὕτω μόνον ἐμορφώθησαν ἀείποτε οἱ μεγάλοι πολιτικοὶ ἄνδρες, οἱ ὁποῖοι ὠφέλησαν τὴν πατρίδα των· δὲν ἐξῆλθον ποτὲ ἀπὸ τὸ φιλοσοφικὸν γραφεῖον, πολὺ δὲ ὀλιγώτερον ἀπὸ τὰ κενὰ σαλόνια τῶν πρωτευουσῶν. Ὅ,τι λοιπὸν σᾶς λέγουν εἶναι καθαρὰ πλάνη, τὴν ὁποίαν καταπολεμεῖ ὁλόκληρος ἡ κοινοβουλευτικὴ ἱστορία ὅλων τῶν ἐθνῶν. Τελειόνω, Κύριοι, φρονῶν, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη ν’ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν μου, διότι εἶμαι βέβαιος, ὅτι πάντες κατανοεῖτε καὶ τὴν φύσιν καὶ τὸν σκοπόν της. Ζητῶ ἑπομένως ἀπὸ τὸν πατριωτισμόν σας τὴν ἀπόῤῥιψιν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Σαριπόλου καὶ τὴν ἐπιψήφισιν τῆς ἰδικῆς μου.
§92ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Νὰ εἰπῆτε μόνον τὶ ἐννοεῖ ἐγκατεστημένος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ.
§93ΜΙΛΗΣΗΣ. Διὰ τῆς φράσεως «ἐγκατεστημένος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ» ἐννοῶ τοῦτο, ὅτι ὁ μὴ ἰθαγενὴς, ἀλλὰ διὰ πολιτογραφήσεως ἀποκτήσας τὸ δικαίωμα τοῦ δημότου, διὰ νὰ ἐκλεχθῇ ἐκ τῆς ἐπαρχίας του βουλευτὴς, πρέπει νὰ ἔχῃ ἐκεῖ πρὸ δύο ἐτῶν τὸ κέντρον τῶν ὑποθέσεών του, ἢ τὴν σταθερὰν διαμονήν του. Πότε τώρα θεωρεῖταί τις ἔχων τὴν σταθερὰν διαμονήν του ἔν τινι τόπῳ, τοῦτο εἶναι πραγματικὸν ζήτημα λυόμενον κατὰ τοὺς κειμένους νόμους· ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀνάγκη νὰ ἔχῃ εἴτε τινὰ οἰκίαν, εἴτε τὴν οἰκογένειάν του, εἴτε ἓν κτῆμα κτλ.
§94ΑΧΟΛΟΣ. Κύριε Μίληση, νὰ μὲ συγχωρήσῃς νὰ σὲ ἐρωτήσω, ὁ Ἀνδρέας ὁ Αὐγερινὸς ἔχει ἀμπέλους ἔχει κτήματα εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, κάθηται εἰς τὰς Ἀθήνας, δὲν εἶναι ὅμοιος μὲ ἐμέ; Ὁ Ζαήμης δὲν κάθηται ἐκεῖ, ἀλλ’ εἶναι Καλαβρυτινός........ (Θόρυβος).
§95ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν μ’ ἐννοήσατε, Κ. Ἄχολε. Ἡ ἐγκατάστασις ἐνταῦθα εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ Νόμος ἀπαιτεῖ μετὰ τὴν πολιτογράφησιν ἔν τινι δήμῳ τῆς ἐπικρατείας (θόρυβος ἀριστερόθεν). Δὲν ἐννοῶ τὸν θόρυβον· μοὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐξηγηθῶ σαφέστερον· ἔπειτα ὁμιλῶ πρὸς εἰδότας. Ὅταν τις πολιτογραφῆται εἰς ἕνα δῆμον, ὁ νόμος ἀπαιτεῖ ἐγκατάστασιν· αὐτὴν τὴν ἐγκατάστασιν ἐννοεῖ ἡ τροπολογία μου.
§96ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Προσωπικὴν ἐννοεῖτε ἐγκατάστασιν, Κύριε Μίληση, ἢ πραγματικήν;
§97ΜΙΛΗΣΗΣ. Πραγματικὴν ἀναμφιβόλως, διότι τοιαύτην ἀπαιτεῖ ὁ Νόμος.
§98ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς Ἐσωτερικῶν). Κύριοι, ἀμφότερα τὰ ζητήματα εἶναι σπουδαῖα, παρακαλῶ νὰ μοὶ χαρίσητε ἐπ’ ὀλίγον τὴν προσοχήν σας, διότι προβλέπω ἀπὸ τοῦδε ὅτι θὰ εὑρεθῶ εἰς ἀντίφασιν καὶ μὲ τὰς δύω πτέρυγας. Ἀρχίζω, Κύριοι, πρῶτον ἀπὸ τὸ ζήτημα τῶν καθυστερήσεων. Διὰ νὰ ἀποφασίσητε ἐν γνώσει καὶ ἐν δικαίῳ, πρέπει νὰ ἰδῆτε τί εἶναι τὰ καθυστερούμενα; Εἶναι ἆρα χρήματα τοῦ δημοσίου, τὰ ὁποῖα ἔλαβον ἄνθρωποι κακῆς πίστεως καὶ τὰ κατηνάλωσαν, καὶ διὰ τοῦτο πρέπει νὰ τιμωρηθῶσιν, ἢ εἶναι συνέπειαι ἀναπόφευκτοι τῶν περιστάσεων καὶ τῆς κακῆς καταστάσεως τῶν πραγμάτων; Ἐάν, Κύριοι, εὑρίσκετε, ὅτι εἶναι τὸ δεύτερον, τότε θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ ποινὴ, τὴν ὁποίαν θέλετε νὰ ἐπιβάλητε, δὲν εἶναι δικαία. Κύριοι, ἡ ἱστορία τῶν καθυστερουμένων ἀρχίζει ἀπὸ τῆς ἐποχῆς τοῦ Καποδιστρίου· ἅμα ἡ πατρὶς ἀποκατεστάθη, ἐλευθερωθεῖσα, ἅμα ἐγκατεστάθη Κυβέρνησις τακτικὴ καὶ νόμιμος, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἐπανῆλθον εἰς τὰς ἑστίας τῶν γυμνοὶ, πενόμενοι καὶ μὴ ἔχοντες ποῦ νὰ κλίνουν τὴν κεφαλὴν των, ἀπὸ τότε ἴσχυε καὶ τὸ σύστημα τῆς ἐνοικιάσεως, καὶ ἦτο ὁ μόνος πόρος εἰς τὰς ἐπαρχίας, ὁ μόνος πόρος εἰς τοὺς ἀνθρώπους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δοθέντες ἰδίως εἰς τὸν ἀγῶνα, ἐλησμόνησαν οὕτως εἰπεῖν τὰ ἔργα τῆς εἰρήνης καὶ κατήντησαν ἀνίκανοι, ἵνα λάβωσιν εἰς χεῖρας τὴν ἀξίνην καὶ τὸ ἄροτρον, οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ πρὸ πάντων ἐδόθησαν εἰς τὰς ἐνοικιάσεις. Ἀλλὰ, Κύριοι, κατὰ τὴν ἐποχὴν αὐτὴν, ποῖα νομίζετε ἦσαν τὰ μέσα τῆς εἰσπράξεως καὶ τῆς βεβαιώσεως τῶν προσόδων; οὐδὲν ἢ ἡ ἑκουσία θέλησις καὶ ἡ προθυμία τῶν ὀφειλετῶν, τῶν κατοίκων πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν πρὸς τὸ δημόσιον· καταδίωξις, καταναγκασμὸς, βία, φυλάκισις, μυνήτορες δὲν ὑπῆρχον. Τί συνέβη λοιπόν; πρῶτον ἤρχισαν τὰ καθυστεροῦντα τῶν κατοίκων πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ τῶν ἐνοικιαστῶν πρὸς τὸ δημόσιον, διότι δὲν ἠδύναντο νὰ πληρώσουν οἱ ἐνοικιασταὶ ἀφοῦ δὲν ἔλαβον, καὶ δεύτερον, διότι ἡ κατάστασις αὐτὴ ἡ ἀθλία, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρέθησαν ἐξελθόντες ἀπὸ τὸν ἀγῶνα καὶ μὴ ἔχοντες κανένα ἄλλον πόρον, τοὺς ἠνάγκαζε μέρος τῶν προσόδων αὐτῶν νὰ τὸ καταναλίσκωσι, διὰ τὴν ἱκανοποίησιν τῶν πρώτων ἀναγκῶν αὐτῶν. Αὐτὸς, Κύριοι, εἶναι ὁ πρῶτος κλάδος τῶν καθυστερήσεων, καὶ αὐτὴ ἡ κατάστασις ἐξηκολούθησε μέχρι τῆς πλήρους, τῆς ἀκριβοῦς ἐφαρμογῆς τῶν περὶ καταδιώξεως νόμων· αὐτὸ θὰ μάθητε ἂν ἐξετάσητε τὴν ἱστορίαν τῶν καθυστερούντων, τὴν ὁποίαν ὡς ὑπουργὸς ποτὲ τῶν Οἰκονομικῶν ἔλαβα ἀφορμὴν νὰ ἐξετάσω. Μέχρι τῆς ἐποχῆς αὐτῆς λοιπὸν δὲν ἦτο ἄλλο παρὰ μία ἀμοιβαία καθυστέρησις κατοίκων πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς καὶ ἐνοικιαστῶν πρὸς τὸ δημόσιον.
§99ΔΑΓΡΕΣ. Ὄχι ὅλων.
§100ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ὄχι ὅλων βεβαίως, μεταξὺ αὐτῶν ὑπάρχουν καὶ ἄνθρωποι κακῆς πίστεως, καὶ ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἐπῆραν τὰ δημόσια χρήματα καὶ τὰ ἔφαγαν· τώρα πρόκειται νὰ κανονίσῃ ἡ Συνέλευσις, ποῖοι εἶναι οὗτοι καὶ ἂν δύναται νὰ εὕρῃ αὐτοὺς νὰ τοὺς τιμωρήσῃ; ὄχι· διὰ μιᾶς διατάξεως δὲν δύναται νὰ διακρίνῃ τις τοὺς ἀνθρώπους τῆς καλῆς πίστεως, οἱ ὁποῖοι δὲν δύνανται νὰ πληρώσουν ἴσως. Τὸ δεύτερον, Κύριοι, εἶδος καθυστερούντων προέρχεται ἀπὸ τὴν ἀγορὰν ἐθνικῶν κτημάτων· ἐνθυμεῖσθε τὸν νόμον τῆς προικοδοτήσεως καὶ πῶς τὸν ὀνόμασεν ὁ λαὸς, διότι ὁ νόμος αὐτὸς ἐζήτει πρὸς τὴν πληρωμὴν τοῦ κεφαλαίου, καὶ ἕνα τόκον, ὁ ὁποῖος ποσῶς δὲν ἀνταπεκρίνετο μὲ τὰ ἔσοδα· ὁ νόμος αὐτὸς, Κύριοι, ὁ ὁποῖος ἐγένετο πρὸς τὴν ἀποκατάστασιν τοῦ πολίτου, δὲν ἀπέβλεπεν εἰς τίποτε ἄλλο, παρὰ πῶς νὰ εἰσπράξῃ περισσότερα χρήματα, διότι ἐπεβάρυνε τοὺς ἀγοραστὰς μὲ τόκους καὶ ἀνατοκισμοὺς τοσούτους, ὥστε ἡ πρόσοδος, ἣν ἐλάμβανον ἀπὸ τὰ κτήματα, δὲν ἤρκει διὰ τὴν πληρωμὴν αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν ἄλλων ἐξόδων τῆς καλλιεργείας, τῶν ὁποίων τὸ κτῆμα εἶχεν ἀνάγκην, καὶ Κύριοι, συλλογισθῆτε, ὅτι ὁμιλοῦμεν περὶ Ἑλλάδος, ὅπου πρὸ πολλῶν ἐτῶν οὔτε κεφάλαια ὑπάρχουν οὔτε πίστις οὔτε μέσα, καὶ ὁ χωρικὸς δὲν εἶχεν εἰμὴ τὴν ἐργασίαν καὶ τὸ εἰσόδημά του, καὶ ἂν τὸ εἰσόδημα αὐτὸ ἀπετύγχανεν μίαν φορὰν καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ λάβῃ τὰ κεφάλαιά του ἔπιπτε κάτω, ἤρχιζε τὸ χρέος καὶ τὸ καθυστέρημα, ἐξηκολούθουν ὀλίγον κατ’ ὀλίγον, ἐξωγκοῦντο, ἐκ τούτου προῆλθε τὸ δεύτερον εἶδος τῶν χρεῶν τὸ ἐκ τῆς ἐκποιήσεως ἐθνικῶν γαιῶν, ἢ κτημάτων. Δὲν ἐγκρίνω τὰ καθυστεροῦντα, οὔτε θέλω νὰ τὰ δικαιολογήσω· λέγω μόνον πόθεν ἐπήγασαν. Οἱ κάτοχοι τῶν γαιῶν ἐπεβαρύνοντο μὲ τόκους καὶ ἀνατοκισμούς, καὶ δὲν ἠδύνατο νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς ἀπαιτήσεις τοῦ δημοσίου καὶ ἐξ ἀνάγκης προῆλθον αἱ καθυστερήσεις αὗται. Ἐκτὸς τῶν δύο εἰδῶν τούτων τῶν καθυστερήσεων ὑπάρχει καὶ τρίτον εἶδος· μία μερὶς τῶν κατοίκων καθυστερεῖ οὐχὶ μόνον πρὸς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ καὶ πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς, καὶ κατὰ δυστυχίαν, Κύριοι, τὸ πλεῖστον μέρος τῶν καθυστερημάτων αὐτῶν δὲν δύναται νὰ ἀποδειχθῇ διότι λείπουν οἱ τίτλοι. Πρὸ τῆς καθιερώσεως τοῦ νόμου περὶ καθυστερημάτων δὲν ὑπήγοντο εἰς τύπους καὶ κανόνας, συνετάττοντο μονομερῶς, καὶ ὅπως ἕκαστος ἤθελεν, ὡς ἐκ τούτου σήμερον δὲν δύνανται νὰ ἀποδειχθῶσι τὰ χρέη τῶν κατοίκων πρὸς τοὺς ἐνοικιαστὰς παρὰ ἀπὸ βιβλία τινὰ ὅλως διόλου ἀνάξια πίστεως· ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, πολλὰ εἰσεπράχθησαν ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου καὶ ἐν τούτοις πολλὰ ἢ δὲν ἐσημειώθησαν ποσῶς, ἢ ἠλαττωμένα, ὥστε τὰ καθυστεροῦντα, τὰ ὁποῖα ἀναβαίνουν εἰς ἑκατομμύρια, κατὰ τὸ φαινόμενον, εἶναι κατὰ γράμμα εἷς κυκεών, ἀπὸ τὸν ὁποῖον μικρὰ οὐσία θέλει ἐξέλθει ποτὲ, δὲν ἠξεύρω δὲ καὶ πῶς θὰ καθαρισθῶσιν καὶ ἂν θὰ δυνηθῇ ποτὲ τὸ δημόσιον νὰ τὰ ἐκκαθαρίσῃ, διότι εἶναι μία ἐργασία λίαν σπουδαῖα, καὶ ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ, ὅλαι αἱ κυβερνήσεις ἐπεθύμησαν, ἠθέλησαν νὰ ἐπιληφθῶσι τοῦ ἔργου, ὅμως ὅσαι ἐπειράθησαν ἐπείσθησαν περὶ τῶν μεγάλων δυσκολιῶν. Ἀλλ’ ἐκτὸς ὅλων τούτων εἰς τὰ 1861 ἦλθεν εἷς νόμος καὶ ἔχει κῦρος ἤδη, τὸν ὁποῖον ὅμως ἐγὼ ἐπολέμησα ὡς ἰδιώτης, κατὰ τὸν ὁποῖον ὅλα τὰ καθυστεροῦντα τίθενται εἰς ἀμφισβήτησιν, ἕκαστος ὀφειλέτης κατ’ αὐτὸν τὸν νόμον ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ ἀμφισβητήσῃ τὸ χρέος του, καὶ ὑποχρεοῦται ἡ Κυβέρνησις νὰ ἐκκαθαρίσῃ αὐτὸ πλῆρες διοικητικῶς, ἂν ὁ ὀφειλέτης δὲν εὐχαριστηθῇ, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ φέρῃ τὴν ὑπόθεσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, καὶ τὰ δικαστήρια νὰ ἐκδικάσουν τὴν ὑπόθεσιν· ἀπὸ τὴν ἐκκαθάρισιν μεχρισοῦ ὅλη ἡ διαδικασία περαιωθῇ δὲν εἶναι ἀπαιτητὰ τὰ χρέη κανενὸς, αὐτὸς ὁ νόμος ἐγένετο εἰς τὰ 1861 καὶ ἀμφιβάλλω ἂν μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης ἓν μόνον χρέος ἐκκαθαρίσθη.
§101ΠΟΛΛΟΙ. Κανέν.
§102ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ ἀμφιβάλω ἂν διὰ τοῦ συστήματος αὐτοῦ γίνῃ καμμία ἐκκαθάρισις. Οἱ ὀφειλέται ἔχουν τὸ δικαίωμα λοιπὸν δυνάμει αὐτοῦ τοῦ νόμου νὰ σᾶς εἴπουν, ὅτι δὲν ὀφείλομεν τίποτε, ἔχομεν τὸ δικαίωμα τῆς ἐνστάσεως καὶ πρὶν ἀποφασίσητε, πρίν εὕρητε, ὅτι χρεωστοῦμεν, καὶ τότε εἴμεθα ἕτοιμοι νὰ τὰ πληρώσωμεν, δὲν δύνασθε νὰ μᾶς ἐπιβάλητε ποινήν.
§103ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ ἐννοῶ καθαρὰ καὶ ληξιπρόθεσμα χρέη ὄχι ἀμφισβητήσιμα.
§104ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, βλέπετε ὅτι τὰ χρέη αὐτὰ ἀμφισβητοῦνται· ἀλλὰ καὶ ἕτερον, Κύριοι· πρὶν ἢ ἐκκαθαρίσω τὸ χρέος τοῦτο κατὰ τὸν Κύριον Σαρίπολον δὲν χρεωστῶ νὰ πληρώσω, πλὴν ὁ νόμος μοῦ δίδει τὸ δικαίωμα νὰ πληρώσω τὸ χρέος μετὰ 10 ἔτη ἀφοῦ κηρυχθῇ ἀπαιτητόν. — Σημειώσατε δὲ, Κύριοι, ὅτι μέχρι τῆς ἐκκαθαρίσεως δὲν χρεωστῶ, ὁ νόμος μοῦ δίδει προθεσμίαν 10 καὶ 15 ἐτῶν. Δὲν ἔχω λοιπὸν τὸ δικαίωμα νὰ γίνω Βουλευτὴς, διότι ὀφείλω καὶ καθυστερῶ, ἀφοῦ κατὰ τὸν νόμον δὲν ὑποχρεοῦμαι νὰ πληρώσω ἀμέσως; ἐθυσίασα καὶ περιουσίαν καὶ αἷμα ὑπὲρ αὐτῆς τῆς πατρίδος καὶ σήμερον εἶμαι γυμνὸς καὶ μόλις δύναμαι νὰ θρέψω τὴν οἰκογένειάν μου, καὶ διότι χρεωστῶ χιλίας δραχμὰς εἶμαι ἀνάξιος νὰ ἐκλεχθῶ Βουλευτής; Νομίζω, Κύριοι, ἐπειδὴ ἡ κατάστασις τῶν καθυστερούντων εἶναι τοιαύτη, εἶναι δηλαδὴ γέννημα τῶν περιστάσεων, γέννημα τῶν κακῶν νόμων, ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, γέννημα τῆς προκλήσεως, τὴν ὁποίαν κατὰ καιροὺς ἔκαμνον αἱ Κυβερνήσεις χαρίζουσαι τοὺς τόκους, μέτρα, μὲ τὰ ὁποῖα συνέτεινον εἰς τὸ νὰ ἐπαυξήσωσι τὰ καθυστεροῦντα, νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει πράξει τὴν μεγίστην τῶν ἀδικιῶν νὰ ἀποκλείσῃ τοὺς ἀνθρώπους αὐτοὺς, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ μὴν ᾖναι καὶ ὀφειλέται. Τώρα δὲν εἶμαι καὶ ὑπὲρ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἐκλεξίμου.
§105ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ἕως αὐτοῦ.
§106ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Κύριοι, ἐγὼ θὰ σᾶς ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, καὶ εἶσθε κύριοι νὰ τὴν παραδεχθῆτε ἢ ὄχι, εἶμαι ὑπεύθυνος ἐνώπιον τοῦ κόσμου διὰ τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφράσω. Νομίζω δὲ, Κύριοι, ὅτι οὔτε ἐπιστημονικὸν εἶναι, οὔτε συμφέρον διὰ τὸν τόπον ὁ τοπικισμὸς τοῦ ἐκλεξίμου, πρῶτον, διότι ὁ ἀντιπρόσωπος ἀντιπροσωπεύει τὸ ἔθνος καὶ ὄχι τὴν ἐπαρχίαν του μόνην, δεύτερον, διότι δὲν θέλω οὔτε πρέπει νὰ θέλητε νὰ περιορίζητε τὸν ἀντιπρόσωπον τοῦ ἔθνους εἰς τοπικὰς μερίμνας, πρέπει νὰ ἀπαιτῆτε ἀπεναντίας, ὥστε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος νὰ ἔχῃ γενικωτέρας ἰδέας, γενικωτέρας σκέψεις, νὰ ἀποβλέπῃ εἰς γενικώτερα συμφέροντα, καὶ τὸ κατορθοῦμεν, Κύριοι, ὅταν κατορθώσωμεν νὰ ἐλπίζῃ νὰ εὕρῃ γενικωτέραν ἐνέργειαν τὴν ἀμοιβὴν, ἂν εἷς ἄνθρωπος ἠμπορῇ νὰ ἐκλεχθῇ καὶ ἀπὸ ἄλλας ἐπαρχίας, αὐτὸς θὰ φροντίσῃ διὰ τῆς διαγωγῆς του νὰ ἀποδειχθῇ γενικὸς, ἀγαπητός. Σᾶς λέγω πρᾶγμα, τοῦ ὁποίου καὶ ὡς Βουλευτὴς ἔλαβα πεῖραν· τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ ἐκλεχθῇ καὶ ἀπὸ ἄλλην ἐπαρχίαν εἶναι ὑπὲρ τῶν ἀντιπολιτευομένων καὶ ἐνθυμηθῆτέ το καλὰ οἱ περισσότεροι ἐξ ἡμῶν, οἱ ὁποῖοι θὰ ζῶμεν ἴσως ἐπὶ πολὺ εἰς τὴν ἀντιπολίτευσιν, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκλέγεσθαι καὶ ἀπὸ ἄλλην ἐπαρχίαν εἶναι ἐγγύησις διὰ τὴν ἀντιπολίτευσιν, διότι ἡ Κυβέρνησις ἠμπορεῖ ἐπιτυχῶς νὰ μὲ πολεμήσῃ ἐν τῷ τόπῳ, ἐν ᾧ εἶμαι ἐγκαταστημένος, ἐνῷ ἄλλως τε εἶναι δύσκολον, μάλιστα μὲ τὸ σύστημα τῆς μυστικῆς ψηφοφορίας εἶναι μία ἐγγύησις διὰ τὸν ἀντιπολιτευόμενον, διότι οὕτω ἡ Κυβέρνησις δὲν ἠμπορεῖ νὰ τὸν καταδιώξῃ εἰς ὅλον τὸ Κράτος, ἐνῷ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του δύναται νὰ τὸν καταδιώξῃ καὶ νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ τὰ μέσα, αὐτὸ μοῦ ἀπέδειξεν ἡ μικρά μου ὡς πληρεξουσίου πεῖρα. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι συνδυάζομεν καὶ τὰ δύω συστήματα, ἂν ἀποφασίσωμεν ὁ εἷς τοὐλάχιστον τῶν Βουλευτῶν νὰ ἐκλέγεται ἀπὸ ἄλλας ἐπαρχίας, αὐτὸ εἶναι τὸ ὀρθότερον.
§107ΠΑΛΑΜΙΔΗΣ. Κύριοι, μέλος ὑπάρξας τῆς ἐπιτροπῆς τῆς συντάξεως τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος ὑπῆρξα καὶ σύμφωνος εἰς τὸ γράμμα τοῦ συζητουμένου ἄρθρου· σήμερον ὅμως προκειμένου περὶ ζητήματος, τὸ ὁποῖον οὔτε δεσμεύει οὔτε ἀπόλυτον εἶναι, παρ’ ἀμφοτέρων τῶν διχογνωμούντων μερῶν βιάζομαι νὰ φέρω γνώμην συνδιαλακτικὴν, ἀφοῦ ἡ ἐγκατάστασις ὡς ἠκούσατε γίνεται εὐκόλως εἰς ἕνα ἢ ἄλλον δῆμον· δὲν εἶναι ἐγκατάστατος, ἂν δὲν ἐγγραφῇ εἰς δῆμον τινὰ, ὥστε δὲν εἶναι ὡς βλέπετε ἀπόλυτα ἀμφότερα τὰ προβαλλόμενα συστήματα· εἰς τὸ σχέδιον ὑπάρχει σύστημα τῶν δύο Βουλῶν, σήμερον ὅμως ὡς συνετάχθη τὸ σύνταγμα περιορίζει τὰς βουλὰς εἰς μίαν καὶ μόνην· ἔρχομαι λοιπὸν νὰ προσθέσω ἤδη ὅ,τι ἐπρόσθεσα καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει τῆς 3 Σεπτεμβρίου ὡς μέλος τῆς ἐπὶ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἐπιτροπῆς. Ὑπῆρξα εἰς τὸ σχέδιον τούτου μειοψηφῶν, ἐπρόβαλον τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία ἐπικρατεῖ ἐν Γαλλίᾳ, ὅπου ἠδύνατο τὸ ἥμισυ τῶν βουλευτῶν νὰ ἐκλεχθῇ ἀπὸ τοὺς ἐγκαταστημένους ἀπὸ τὴν ἰδίαν ἐπαρχίαν, τὸ δὲ ἄλλο ἥμισυ ἀπὸ τοὺς εἰς ἄλλην ἐπαρχίαν· σήμερον ὑπάρχει ὁ νόμος αὐτὸς ἐν Γαλλίᾳ συμβιβάζων ὅλας τὰς τάξεις οὕτως εἰπεῖν καὶ ἐπειδὴ καθίσταται παρ’ ἡμῖν τὸ ζήτημα τοῦτο ἐπίζηλον ὡς περιοριζομένης τῆς νομοθετικῆς δυνάμεως εἰς μίαν καὶ μόνην βουλὴν, ἦτο καλὸν ὄχι νὰ ἀφήσωμεν ἕκαστος νὰ ἔρχηται ἀπὸ τὴν ἐπαρχίαν του μόνον, ἀλλὰ καὶ νὰ δύναται ἡ ἐπαρχία νὰ ἐκλέγῃ τοὐλάχιστον ἕνα ἢ δύω ἀπὸ τοὺς ἐγκατεστημένους καὶ εἰς τὰς λοιπὰς ἐπαρχίας, ἐπεκτείνουσα οὕτω τὰς γνώσεις, τὴν πεῖραν, τὴν ἱκανότητα κτλ. καὶ τὴν ἀνάγκην αὐτῆς, καθόσον δὲν πρόκειται εἰμὴ νὰ προσλάβῃ ἀπὸ τῶν ἐγκατεστημένων ἐπίσης καὶ γνωστῶν ἀνδρῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο δὲ ζήτημα τοῦ νὰ περιορίζωνται ὅσοι εὑρέθησαν χρεῶσται ἕνεκα δυστυχῶν περιστάσεων δὲν εἶναι ὀρθὸν, διότι δὲν προτιθέμεθα νὰ καταστήσωμεν μονοπώλιον τὰς ἐκλογὰς· ὁμιλῶ Κύριοι, μετὰ θάῤῥους, διότι οὐδεμία ὑποχρέωσις μὲ συνδέει πρὸς τὸ δημόσιον, ὁ πόλεμος δὲ, Κύριοι, κατέστησε σχεδὸν τοὺς περισσοτέρους καθυστεροῦντας εἰς τὸ δημόσιον, ἠδύνατο νὰ ἔλθῃ, Κύριοι, ὡς γενικὸς νόμος τοῦ νὰ στερῆται τῶν δικαιωμάτων του· ὁ καθυστερῶν ὄχι μόνον διὰ τὴν θέσιν τοῦ βουλευτοῦ, διότι ἂν τοῦτο τὸ προβλέπουν εἰς μείωσιν τῶν καθυστερούντων εἶναι ἀσήμαντον μέσον· τὴν ἱστορίαν, Κύριοι, τῶν καθυστερούντων τὴν ἐξέθεσε πολλὰ καλῶς ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος· ἑπομένως περιορίζοντες τοῦτο πρὸς μόνους τοὺς ἐκλεχθησομένους βουλευτὰς, δυστυχῶς ἐξάγεται ἴσως ἡ ἰδέα πῶς τοὺς εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ τοιούτου δικαιουμένους προβλέπουν πῶς νὰ περιορίσωσι. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη Κύριοι, τὰ εὐνομούμενα καὶ συνταγματικὰ τοιαύτη ἐξαίρεσις ἐπὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων δὲν γίνεται· καὶ μόνον ἰσχύει πρὸς τοῦτο ἡ περίστασις ἐπὶ τοῦ κακουργήματος καὶ τῶν τοιούτων· ἄλλως εἶναι περιορισμὸς εἰς τὴν ἐλευθέραν θέλησιν τοῦ λαοῦ καὶ εἰς τὴν ἀπόλαυσιν τοῦ τοιούτου δικαιώματος. Αὐτὰ ἔχω, Κύριοι, νὰ σᾶς εἰπῶ καὶ μὲ συγχωροῦσι ὅσοι τυχὸν δὲν εὐχαριστήθησαν.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§109ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ μοὶ ἐπιτρέψητε νὰ δώσω ἐν ὀλίγοις μίαν διασάφησιν ἐπὶ τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου 70, περὶ τοῦ προσόντος τῆς ἐγκαταστάσεως. Καθ’ ὅσον ἀντελήφθην, οἱ πλείονες τῶν τελευταίων ἀγορευσάντων, ἀπαιτήσαντες ἵνα οἱ βουλευταὶ ὦσι μέλος τῶν ἐπαρχιῶν, ἐκ τῶν ὁποίων ἐκλέγονται, καὶ ἐγκατεστημένοι ἐν αὐταῖς, προέθεντο νὰ ἔχωσι μίαν ἀντιπροσωπείαν οὖσαν ἐν πλήρει γνώσει τῶν ἀναγκῶν τῆς ἐπαρχίας, ὑφ’ ἧς ἐκλέγονται. Κατὰ τὸν δημοτικὸν νόμον, Κύριοι, ἀποκτᾶται τὸ δημοτικὸν δικαίωμα κατὰ τρεῖς τρόπους.
§110ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Κατὰ τέσσαρας.
§111ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Παραλείπω τὸν τέταρτον τὸν τῆς νυμφεύσεως διὰ πολλοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους δὲν μοὶ ἐπιτρέπει τὸ πάρωρον τῆς ὥρας καὶ ἡ ἐξάντλησις τῆς συζητήσεως νὰ ἐκθέσω. Τὸ δημοτικὸν δικαίωμα ἀποκτᾶται πρῶτον διὰ τῆς γεννήσεως, τουτέστιν ὁ νέος δηλ. ἀκολουθεῖ τὸ δημοτικὸν δικαίωμα τοῦ πατρὸς, ὅπου καὶ ἂν γεννηθῇ· ἐὰν π. χ. ἐγεννήθη εἰς τὰς Ἀθήνας ὁ υἱὸς καὶ ὁ πατὴρ εἶναι δημότης Γορτύνιος, ὁ υἱὸς εἶναι δημότης Γόρτυνος· βʹ) διὰ τῆς κατατάξεως· ὅταν ὁ πατὴρ εἶναι ἄγνωστος, ὁ υἱὸς ἀκολουθεῖ τὸ δημοτικὸν δικαίωμα τῆς μητρός· γʹ) διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως· αὕτη ἀφορᾷ ἐκείνους, οἵτινες ἀνήκοντες εἰς ἕνα δῆμον θέλουν νὰ ἀλλάξουν δημοτικὴν διαμονήν. Περὶ τούτων ὁρίζει, ὅτι πρέπει νὰ ἐγκατασταθοῦν ἐν τῷ νέῳ δήμῳ, τοῦ ὁποίου μέλος θέλουσι νὰ κατασταθῶσι, καὶ ἡ διάταξις αὕτη εἶναι πολλὰ ὀρθή· διότι ὁ νόμος ἠθέλησε νὰ προσαγάγῃ τὸ νέον μέλος τοῦ δήμου ἀποδείξεις πραγματικὰς, ὅτι θέλει νὰ συνταυτίσῃ τὰ συμφέροντά του μὲ αὐτὸν τὸν νέον δῆμον. Ἐν τῷ πολιτεύματι ἀπαιτοῦντες ἐγκατάστασιν δὲν προνοοῦμεν περὶ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι δημόται ἀνεγνωρισμένοι εἴτε διὰ τῆς γεννήσεως εἴτε διὰ τῆς κατατάξεως, καὶ τῶν ὁποίων ἡ ἐν τῷ δήμῳ ἐγκατάστασις εἶναι οὕτως εἰπεῖν φυσική.
§112ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Λανθάνεσθε (θόρυβος).
§113ΣΠ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ πολιτεύματος, Κ. Κόκκινε, ἀπαιτεῖ ἐγκατάστασιν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ παρ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ὄντες ἑτεροεπαρχιῶται θέλουν νὰ μεταφέρουν τὸ ἐκλογικὸν δικαίωμα εἰς ἑτέραν ἐπαρχίαν, μὲ ἄλλας λέξεις ἡ Συνέλευσις ψηφίζουσα τὸ ἄρθρον ἀπαιτεῖ ἵνα ἑκάστη ἐπαρχία ἔχῃ βουλευτὰς ἐκλεγομένους ἄνδρας ὄχι καθημένους εἰς Ἀθήνας, καὶ μόνον τὸ δημοτικὸν δικαίωμά των μεταφέροντας, ἀλλὰ διὰ τῆς ἐγκαταστάσεως συνταυτίζοντας τὰ συμφέροντά των κλπ. ἑπομένως ὁ Ἀθηναῖος, ὅστις θέλει νὰ ἐκλεχθῇ βουλευτὴς ἀπὸ ἐπαρχίας ἑτέρας παρὰ τὴν τῆς Ἀττικῆς, ὀφείλει νὰ ὑπάγῃ πρὸ 2 ἐτῶν νὰ καθίσῃ ἐν τῇ νέᾳ ἐπαρχίᾳ καὶ νὰ ἐγκατασταθῇ ἐκεῖ (θόρυβος) ἵνα προσοικειωθῇ μὲ τὰ μέλη τῆς νέας ἐπαρχίας, καὶ γνωρισθῇ ἡ διαγωγή, ἡ ποιότης καὶ ὁ χαρακτήρ του, περὶ δὲ τῶν διὰ τῆς γεννήσεως ἢ τῆς κατατάξεως δημοτῶν δὲν ἀπαιτεῖται ἡ ἐγκατάστασις, διότι τούτους συνταυτίζει μὲ τὰ λοιπὰ μέλη τῆς ἐπαρχίας πλῆθος κοινῶν συμφερόντων ἡ συγγένεια, ἢ πατρικὴ ἢ μητρικὴ ἀνάμνησις κλ. Αὐτὴν τὴν ἔννοιαν ἔχει τὸ ἄρθρον αὐτό. (θόρυβος). Ὁ Κ. Κόκκινος ἀναβαίνει τὸ βῆμα.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§115ΤΙΝΕΣ. Νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Κόκκινος.
§116ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι· ἐφωτίσθημεν.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθίσατε, Κύριοι, νὰ σᾶς ἐρωτήσω· οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ἔχομεν, κύριοι, τὰς ἑξῆς τροπολογίας.
§118ΤΙΝΕΣ. Ὁ Κ. Διομήδης ἔχει νέαν τροπολογίαν.
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἀναγνωσθῇ.
§120ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἀλλὰ νὰ εἴπω δύω λέξεις.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Τὸ ἄρθρον, κύριοι, ἔχει ὡς ἀκολούθως. «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι.» Τροπολογία ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μέρους τοῦ Κ. Μίληση «ἐγκατεστημένος ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἀφ’ ἧς ἐκλέγεται, πρὸ 2 ἐτῶν· ἀπολαμβάνων τὰ ἀστυκὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα, ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ 25 ἔτος τῆς ἡλικίας του·» ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μέρους προτείνεται ὑπὸ διαφόρων τὸ 30 ἔτος· «καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα.»
§122ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Δὲν ἀναγινώσκετε κατὰ σειρὰν, Κ. Πρόεδρε, τὸ ἄρθρον ὅλον;
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ πῶς ἔχει. Ἄρθρον 72. Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι, ἀπολαμβάνων τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα πρὸ δύω τοὐλάχιστον ἐτῶν, ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ εἰκοστὸν πέμπτον ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα. Ἰδοὺ καὶ αἱ διάφοροι τροπολογίαι. Τοῦ Κ. Σαριπόλου. Ἄρθρον 72. Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι καὶ ἀπολαμβάνων τὰ ἀστυκὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα πρὸ πέντε τοὐλάχιστον ἐτῶν· καὶ πρὸς ταῦτα τὰ ὑπὸ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα. Νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν τῆς ἡλικίας ἔτος. Νὰ μὴ ὀφείλῃ πρὸς τὸ δημόσιον ἐκ καθαρᾶς καὶ ληξιπροθέσμου ὀφειλῆς πλέον τῶν 1000 δραχμῶν. Διὰ νὰ προβαίνωμεν ἐν τάξει, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ὡς πρὸς τὸ τελευταῖον μέρος. «Νὰ μὴ ὀφείλῃ πρὸς τὸ δημόσιον ἐκ καθαρᾶς καὶ ληξιπροθέσμου ὀφειλῆς πλέον τῶν 1000 δραχμῶν.»
§124ΤΙΝΕΣ. Τὸ ὅλον.
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ τελευταῖον τοῦτο μέρος τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Σαριπόλου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι) ἀπεῤῥίφθη. (Συγχρόνως τινὲς ἀριστερόθεν ἐγειρόμενοι φωνάζουν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως)· ἀπεῤῥίφθη πλέον. Τοῦ Κ. Ἐμπειρίκου· «ὅσοι ὀφείλουν πρὸς τὸ δημόσιον πρὸ 5 ἐτῶν ἄνω τῶν 2000 δραχμῶν ἐκκαθαρισμένων, δὲν ἔχουν τὰ προσόντα τοῦ ἐκλέγεσθαι Βουλευταί.» Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι· συγχρόνως τινὲς φωνάζουν, δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως) ἀπεῤῥίφθη. Τροπολογία τοῦ Κ. Μίληση· «διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος πρὸ 2 τοὐλάχιστον ἐτῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ἀφ’ ἧς ἐκλέγεται.
§126ΖΕΖΟΣ. Τὴν προσθήκην, Κ. Πρόεδρε, τὴν ὁποίαν ἔφερα ἐπὶ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Μίληση.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν.
§128ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐπειδὴ πολλοὶ πολλαχόθεν μὲ διέκοπτον εἰς τὸ τέλος τῆς ὁμιλίας μου καὶ δὲν ἐννόησάν τινες τὴν ἔννοιαν τῆς τροπολογίας μου, διὰ τοῦτο ἀναγκάζομαι νὰ ἐπαναλάβω πρὸ τῆς ψηφοφορίας, ὅτι ἐγκατάστασιν ἐννοῶ ἐκείνην, ἥτις πρέπει ν’ ἀκολουθῇ τὴν πολιτογράφησιν.
§129ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Πρὶν ὑποβάλητε, Κ. Πρόεδρε, τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μίληση εἰς ψηφοφορίαν, ἔχω τὴν ἰδικήν μου, ἥτις ἀφορᾷ τοὺς ὀφειλέτας.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν τὴν φέρω καὶ αὐτήν. Ὁ Κ. Μίλησης προτείνει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον· «νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην ἐγκατεστημένος πρὸ 2 τοὐλάχιστον ἐτῶν ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ, ὑφ’ ἧς ἐκλέγεται.»
§131ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐννοεῖ αὐτόχθων. (θόρυβος).
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν καὶ ἄλλην τροπολογίαν «αὐτόχθων» (ἀποδοκιμασίαι). Λοιπὸν ἐπαναλαμβάνω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Μίληση, οἱ παραδεχόμενοι νὰ ᾖναι ὁ ἐκλεχθησόμενος βουλευτὴς ἐγκατεστημένος πρὸ 2 ἐτῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὑφ’ ἧς ἐκλέγεται», νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§133ΤΙΝΕΣ. Κατὰ τὴν ἑρμηνείαν τοῦ Κ. Μίληση νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά......
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὔριον εἰς τὴν σύνταξιν τῶν πρακτικῶν, ἂν ἴδητε, ὅτι ἡ ἰδέα, ἥτις ἀπηγγέλθη ἀπὸ τοῦ βήματος, δὲν ἡρμηνεύθη ῥητῶς, κάμετε διορθώσεις. Ὁ Κ. Ζέζος ἔχει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· «ἁπλῆ πολιτογράφησις ἐν τῇ ἐπαρχίᾳ ἄνευ τῆς διετοῦς πραγματικῆς ἐγκαταστάσεως ἐν αὐτῇ δὲν δύναται νὰ λογισθῇ κτλ. (θόρυβος). Λοιπὸν, Κύριοι, ἀκούσατε· «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς, πρέπει νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην, ἐγκατεστημένος πρὸ 2 τοὐλάχιστον ἐτῶν εἰς τὴν ἐπαρχίαν, ὑφ’ ἧς ἐκλέγεται, ἀπολαμβάνων τὰ ἀστικὰ καὶ πολιτικὰ δικαιώματα ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐποχῆς, ἔχων συμπεπληρωμένον τὸ 30 ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ νόμου τῶν ἐκλογῶν ἀπαιτούμενα προσόντα. «Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§135ΠΟΛΛΟΙ. Παρῆλθε πλέον ἡ ὥρα· (ἐγείρονται καὶ ἀναχωροῦσι). Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις. (Ὥρα 4 καὶ 20 Μ. Μ.)
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Σ. Λογιωτατίδης.