1864.09.18
2,111 rows · 17,285 words · 211 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 321.
Τῆς 18 Σεπτεμβρίου 1864.
(Παρασκευή).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προτεραίας.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχουσι καλῶς τὰ πρακτικά;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Φραγκίσκος Δομενεγίνης ζητεῖ 15 ἡμερῶν ἀπουσίας ἄδειαν, καθὼς καὶ ὁ Κ. Μάρκος Καλκάνης.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ δοθῇ.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς τὴν μετάφρασιν, Κύριοι πληρεξούσιοι, τῆς συμβάσεως μεταξὺ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοῦ ἐργολάβου περὶ τηλεγραφικῶν γραμμῶν παρεισέφρυσαν μερικὰ λάθη λεκτικά· ἐγκρίνει ἡ Συνέλευσις νὰ διορθωθῶσι καὶ νὰ τεθῶσιν ὡς ὑπάρχουσιν εἰς τὸ πρωτότυπον κείμενον τῆς συμβάσεως; Ἰδοὺ π. χ. τὸ 5 ἄρθρον ἔχει ὡς ἑξῆς. (ἀναγινώσκει μερικὰς διορθώσεις αἵτινες ἐγένοντο εἰς τὸ λεκτικόν). Θέλετε ν’ ἀναγνωσθῶσιν ὅλαι αἱ διορθώσεις;
§6ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅτι ἐγκρίνονται αἱ ζητηθεῖσαι διορθώσεις. — Ὑποβάλλεται πρότασις τῶν πληρεξουσίων καὶ ὑπουργῶν, τῶν Κυρίων Κουμουνδούρου καὶ Σωτηροπούλου. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει· Ἄρθρον μοναδικόν. Παραχωρεῖται τῷ Δήμῳ Πειραιῶς ἔκτασις δύω στρεμμάτων ἐθνικῆς γῆς ἐκτὸς τοῦ σχεδίου τῆς ὁμωνύμου πόλεως πρὸς ἀνέγερσιν σφαγείου.» Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Κ. Σαριπόλου ἀφορῶσα τὸ 72 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. «Διὰ νὰ ἐκλεχθῇ τις Βουλευτὴς ἀπαιτεῖται νὰ ᾖναι πολίτης Ἕλλην ἀπολαύων τῶν ἀστυκῶν καὶ πολιτικῶν δικαιωμάτων πρὸ δύο τοὐλάχιστον ἐτῶν, νὰ μὴ ὀφείλῃ πρὸς τὸ δημόσιον, νὰ ἔχῃ συμπεπληρωμένον τὸ τριακοστὸν ἔτος τῆς ἡλικίας του, καὶ πρὸς τούτοις τὰ παρὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου ἀπαιτούμενα προσόντα.
Ὁ πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου
Ν. ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ.
Ὑποβάλλονται ἐκ μέρους τοῦ Κ. Γ. Ἰακωβάτου τροπολογίαι ἐπὶ διαφόρων ἄρθρων τοῦ Συντάγματος. Τροπολογίαι τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρα πρόσθετα. Ἄρθρον 54. Ὁ μὲν ἀντιβασιλεὺς, πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, ὀμνύει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν ἑπόμενον ὅρκον· «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας, καὶ ὁμοουσίου, καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ προστατεύω τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν τῶν Ἑλλήνων, νὰ φυλάττω τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους, νὰ διατηρῶ καὶ ὑπερασπίζω τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, καὶ τὰ Συνταγματικὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως.» Ὁ δὲ ἐπίτροπος, πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, ὀμνύει ἐπὶ παρουσίᾳ τῶν ἐν τῷ 49 ἄρθρῳ ἀρχῶν, καὶ τοῦ Ἀντιβασιλέως, ὑπάρχοντος, τὸν ἑπόμενον ὅρκον. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας, καὶ ὁμοουσίου, καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ προστατεύω τὸ πρόσωπον, τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ἐπιτροπευομένου ἀνηλίκου Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος.» Ἄρθρον 55. Ὁ Βασιλεὺς, οἱ Βασιλόπαιδες καὶ αἱ Βασιλόπαιδες δὲν νυμφεύονται πρὸ τοῦ δεκάτου ὀγδόου ἔτους τῆς ἡλικίας αὑτῶν συμπεπληρωμένου, οὐδ’ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς. Ἄρθρον 56. Ὁ Βασιλεὺς καὶ οἱ Βασιλόπαιδες δὲν δύνανται ν’ ἀποδημήσωσι τῆς Ἑλλάδος ἄνευ προηγουμένης συναινέσεως καὶ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς, ἄλλως θεωροῦνται παρῃτημένοι τοῦ θρόνου καὶ τῆς διαδοχῆς. Ἄρθρον 57. Τὰ κτήματα τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας γίνονται ἑκάστοτε κτήματα ἐθνικά. Ἡ πρότασις καθόσον ἀνάγεται εἰς τὰ ἄρθρα τὰ ὁποῖα θέλουν συζητηθῆ θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν· ὡς πρὸς τὴν πρότασιν τοῦ Κυρίου Κουμουνδούρου καὶ Σωτηροπούλου τί ἀποφασίζετε;
§8ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Νὰ θεωρηθῇ κατεπείγουσα· θέλει λοιπὸν τυπωθῆ καὶ τεθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις τῆς ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων ἐπιτροπῆς ἀφορῶσα τὰς δημαιρεσίας, συγκροτεῖται δὲ ἀπὸ πολλὰ ἄρθρα, θέλετε ν’ ἀναγνωσθῇ;
§10ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ τυπωθῇ.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει τυπωθῆ καὶ τεθῆ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις τοῦ Κυρίου Βροντίση. Ἐκ τοῦ ἄρθρου 72. Ἡ φράσις «ἐγκατεστημένος ἐν Ἑλλάδι» τροποποιηθήτω ὡς ἐφεξῆς· «ἐγκατεστημένος πρὸ ἑνὸς τοὐλάχιστον ἔτους ἔν τινι δήμῳ τῆς ἐπαρχίας, ἐξ ἧς θέλει ἐκλεχθῆ». Μοὶ ἐνεχειρίσθη ἐκ μέρους τοῦ Κυρ. Μομφεῤῥάτου ἀναφορὰ προερχομένη ἀπὸ διαφόρους ὁμογενεῖς εὑρισκομένους εἰς Παρισίους, ἀφορῶσα τὴν παραχώρησιν τοῦ Βουλευτηρίου τῆς Ἰονίου Βουλῆς, ἵνα μετατραπῇ εἰς Ἀγγλικὴν Ἐκκλησίαν· ἡ ἀναφορὰ θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς σχετικῆς προτάσεως.
§12ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Νὰ ἀκούσωμεν τὴν ἀναφοράν.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν δυνάμεθα νὰ ἀναγινώσκωμεν ἀναφοράς· θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ ἀναγνωσθῇ;
§14ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. ΕΠΤΑΝΗΣΙΟΙ. Μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ καθιεροῦτε τὴν ἀρχὴν τοῦ νὰ ἀναγινώσκωνται ἀναφοραὶ ἐν τῇ Συνελεύσει.
§16ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ὅ,τι ἀποβλέπει ἀντικείμενον εὑρισκόμενον εἰς τὴν συζήτησιν καλὸν νὰ ἀναγινώσκεται, καὶ πρέπει νὰ λαμβάνωμεν γνῶσιν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἐπιτρέπει τὴν ἀνάγνωσιν; οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἀναγνωσθῇ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι), Παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται). Ὑποβάλλεται πρότασις τοῦ Κυρ. Σαριπόλου, ἀφορῶσα τὸ 65 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. Ἄρθρ. 65. Νὰ τροπολογηθῇ ὡς ἑξῆς. «Βουλευτὴς διαρκούσης τῆς βουλευτικῆς Συνόδου δὲν καταδιώκεται ποινικῶς, οὐδὲ συλλαμβάνεται ἢ φυλακίζεται ἐπὶ ἐγκλήματι ἄνευ ἀδείας τῆς Βουλῆς· τοιαύτη ἄδεια δὲν ἀπαιτεῖται διὰ τὰ ἐπ’ αὐτοφώρῳ κακουργήματα. Ν’ ἀπαλειφθῶσι δὲ τὰ ἑξῆς. Προσωπικὴ κράτησις κτλ. μέχρι τέλους τοῦ ἄρθρου.» Ὁ πληρεξούσιος Κύριος Σούϊδας ἐζήτησε τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως.
§18ΣΟΥΪΔΑΣ. Κύριοι, μὲ εὐχαρίστησίν μου εἶδα εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν καὶ τὸ νομοσχέδιον περὶ συντάξεως τοῦ στρατοῦ. Ἡ Συνέλευσις σύνοιδεν, ὅτι ἓν ἐκ τῶν σπουδαίων ἀντικειμένων διὰ τῶν ὁποίων θέλει νὰ μορφωθῇ ὁ στρατὸς εἶναι καὶ τοῦτο, ὡς θέλει ἀποδειχθῇ κατὰ τὴν συζήτησιν. Ἐπειδὴ δὲ, Κύριοι, ὁ ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν δὲν εἶναι πληρεξούσιος, καὶ δὲν ἔχει γνῶσιν τῶν προγενεστέρων νομοσχεδίων, ἐπιθυμῶ ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Συνέλευσις νὰ εἰδοποιηθῇ καὶ ἐπειδὴ προβλέπω ὅτι ὅσον οὔπω θέλει συζητηθῇ, ἂν ἔχῃ νὰ κάμῃ τροπολογίαν, νὰ τὴν φέρῃ καὶ νὰ ᾖναι οὕτω προητοιμασμένος. Συνάμα δὲ γνωρίζω, Κύριοι, ὅτι κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ τοῦ Κράτους ἐπὶ τῇ αἰτήσει πληρεξουσίων τινῶν κατηργήθη τὸ μέχρις ἐκείνης τῆς στιγμῆς οἰκονομικὸν σύστημα τοῦ στρατοῦ, καὶ προσδιώρισεν ἡ Συνέλευσις ὅπως διευθύνεται ὁ κλάδος προσωρινῶς μὲ τὸ ἀρχαῖον σύστημα, διέταξεν ὅμως ἐν ταυτῷ ὅπως ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν μᾶς καθυποβάλλῃ ἓν καταστατικὸν περὶ τοῦ ὀργανισμοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος εἶναι ἐκ τῶν σπουδαιοτέρων. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ Ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν ὅπως ἑτοιμάσῃ τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ τοῦ καταστατικοῦ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ στρατοῦ, ὥστε νὰ δυνηθῶμεν νὰ βελτιώσωμεν τὸν στρατόν. Προτείνω δὲ ἐν ταυτῷ νὰ περάσῃ καὶ τὸ ἀντικείμενον αὐτὸ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, ὑπάρχει μάλιστα ἀπόφασις νὰ ἔλθῃ ἐντὸς ἑνὸς μηνὸς ἀπὸ τῆς ἀποφάσεως ἐκείνης· ἦτο ὁ Κυρ. Κορωναῖος ὑπουργός.
§19ΚΟΡΩΝΑΙΟΣ. Ἐγένετο αἴτησις πιστώσεως μὲ τὸν κατάλογον τῶν ὑπαλλήλων, οἵτινες ἦσαν ἀναγκαῖοι διὰ τὴν μεταβολὴν αὐτήν.
§20ΣΟΥΪΔΑΣ. Γνωρίζετε πάντες, ὅτι ὁ οἰκονομικὸς κλάδος δὲν εἶναι εἰς καλὴν κατάστασιν. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν, ἂν ἐγκρίνῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Διὰ νὰ μὴ ἀνέρχωμαι συχνὰ τὸ βῆμα, ἐθεώρησα καθῆκόν μου νὰ σᾶς ὑποβάλλω καὶ τὴν ἑξῆς παρατήρησιν, μοὶ φαίνεται δὲ πάντη περιττὸν νὰ σᾶς ἀναπτύξω τὴν σήμερον. Τὰ δικαιώματα καὶ ὅσα ἐπέφερεν τὸ ἔνδοξον Μεσολόγγιον κατὰ τὴν ἐπανάστασιν, τοῦ ὁποίου ἡ ἱστορία κατέχει ἐνδόξους σελίδας εἰς τὴν ὅλην ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος....
§21ΤΙΝΕΣ. Πρόκειται περὶ τοῦ Συντάγματος.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ καταχρᾶσθε, Κύριε Σουΐδα, τῆς ὑπομονῆς τῆς Συνελεύσεως.
§23ΣΟΥΪΔΑΣ. Μίαν παρατήρησιν θὰ σᾶς εἴπω μόνον, εἶχεν ὑποβληθῆ πρότασις ἀνορύξεως τῆς διώρυγος Μεσολογγίου, παρεπέμφθη εἰς τὰ τμήματα, διωρίσθη ἐπιτροπὴ, ἀλλὰ δυστυχῶς τὸ ἀποτέλεσμα δὲν μᾶς ἦλθε. Παρακαλῶ λοιπὸν νὰ τεθῇ καὶ τοῦτο εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ εἰδοποιηθῇ ὁ ὑπουργὸς περὶ τοῦ νομοσχεδίου τῶν στρατιωτικῶν συντάξεων; Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Οἱ ὑποστηρίζοντες τὴν δευτέραν πρότασιν τοῦ Κ. Σουΐδα ὡς ἀφορῶσαν τὸ νὰ καταταχθῇ ἡ περὶ τῆς διώρυγος τοῦ Μεσολογγίου πρότασις εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν, πρὶν κάμῃ ἔκθεσιν ἡ εἰσηγητικὴ Ἐπιτροπή....
§25ΣΟΥΪΔΑΣ. Νὰ κάμῃ ἔκθεσιν.
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε δὲν ὑπάρχει ζήτημα, διότι ἅμα γίνῃ ἔκθεσις θὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§27ΓΙΟΛΔΑΣΗΣ. Πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐνόησε καλῶς τὸ ζήτημα περὶ τοῦ οἰκονομικοῦ κλάδου τοῦ στρατοῦ.
§28ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν ὑπέβαλε πρότασιν ὁ ὑπουργὸς ἀκόμη.
§29ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι, ἂν πρέπῃ νὰ καταταχθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν (θόρυβος).
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως, δηλαδὴ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος· ὡς ἠκούσατε πρὸ μικροῦ ὁ Κύριος Ἰακωβάτος ὑπέβαλε τροπολογίαν, προτείνων νὰ προστεθῇ κατόπιν τοῦ ἄρθρου 53, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη καὶ τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ τελευταῖον τοῦ παρόντος κεφαλαίου τοῦ ἀφορῶντος τὴν Ἀνβασιλείαν καὶ ἕτερον ἄρθρον. Ἡ Συνέλευσις ἐπιθυμεῖ νὰ συζητηθῶσι τὰ πρόσθετα ἄρθρα τῆς σήμερον; Ἰδοὺ τὸ ά. ἄρθρον. Ὁ μὲν ἀντιβασιλεὺς πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του, ὀμνύει ἐνώπιον τῆς Βουλῆς τὸν ἑπόμενον ὅρκον. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας, καὶ ὁμοουσίου καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ προστατεύω τὴν ἐπικρατοῦσαν θρησκείαν τῶν Ἑλλήνων, νὰ φυλάττω τὸ Σύνταγμα καὶ τοὺς Νόμους τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους, νὰ διατηρῶ καὶ ὑπερασπίζω τὴν ἐθνικὴν ἀνεξαρτησίαν καὶ ἀκεραιότητα τοῦ Ἑλληνικοῦ Κράτους καὶ τὰ συνταγματικὰ δικαιώματα τοῦ Βασιλέως.» Ὁ δὲ ἐπίτροπος πρὶν ἢ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του ὀμνύει ἐν παρουσίᾳ τῶν ἐν τῷ 49 ἄρθρῳ Ἀρχῶν, καὶ τοῦ Ἀντιβασιλέως, ὑπάρχοντος, τὸν ἑπόμενον ὅρκον. «Ὀμνύω εἰς τὸ ὄνομα τῆς ἁγίας, καὶ ὁμοουσίου, καὶ ἀδιαιρέτου Τριάδος νὰ προστατεύω τὸ πρόσωπον, τὰ δικαιώματα καὶ τὰ συμφέροντα τοῦ ὑπ’ ἐμοῦ ἐπιτροπευομένου ἀνηλίκου Βασιλέως τῆς Ἑλλάδος»
§31ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν νομίζω καλὸν νὰ ἐγγραφῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὁ ὅρκος τοῦ ἀντιβασιλέως καὶ τοῦ ἐπιτρόπου, διότι ὁ ἰδιαίτερος νόμος, ὁ ὁποῖος θέλει κανονίσει τὰ κατὰ τὴν ἀντιβασιλείαν θέλει περιλάβει καὶ τὸν ὅρκον.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύρ. Ἰακωβάτος ἔχει τὸν λόγον ἵνα ὑποστηρίξῃ τὴν πρότασίν του.
§33ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν ἐνόμιζον ὅτι ὑπάρχει ἀνάγκη ἀναπτύξεως, διότι κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ συντάγματος ἐξηντλήσαμεν τὰ ἄρθρα ἐκεῖνα μέχρι τοῦ 53. Ἐπειδὴ ἐν τῷ συντάγματι ὑπάρχει ὁ ὅρκος, τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ δίδῃ ὁ Βασιλεὺς, νομίζω ὅτι εἶναι καλὸν νὰ θέσωμεν καὶ τὸν ὅρκον τὸν ὁποῖον εἶναι χρέος νὰ δίδῃ ὁ Ἀντιβασιλεὺς καὶ ὁ ἐπίτροπος, εἴπαμεν δ’ ἐχθὲς, ὅτι τὰ ἄρθρα ταῦτα νὰ συνταχθῶσι καὶ νὰ παρουσιασθῶσιν εἰς τὴν ἑπομένην συνεδρίασιν ὑπὲρ τοῦ Συντάγματος. Ἐθεώρησα δ’ ἐγὼ, ὅτι τοῦτο ἦτο ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, καὶ εἶπον εἰς τὸν Κύριον Πρόεδρον ὅτι θέλω τὰ συντάξει καὶ προσαγάγει, καὶ ἄνευ ὅμως τῆς προηγουμένης ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως νομίζω, ὅτι τὸ πρᾶγμα εἶναι τόσον ὀρθὸν καὶ δίκαιον καὶ συνταγματικὸν, ὥστε δὲν ἐπιδέχεται ἀμφιβολίαν· εἶναι ἀληθὲς ὅτι τὸ σύνταγμα λέγει, ὅτι θέλει ἐκδοθῇ μέλλων νόμος περὶ Ἀντιβασιλείας. Ἀλλ’ ἆρά γε εἴμεθα συνεπεῖς μὲ τὸν ἑαυτόν μας ἅμα ἀποφασίσωμεν νὰ ὑπάρξῃ εἰς τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος τὸ κείμενον τοῦ ὅρκου τοῦ Βασιλέως, νὰ μὴ ὑπάρχῃ τὸ κείμενον τοῦ ὅρκου τοῦ Ἀντιβασιλέως, ὅστις εἶναι βασιλεύς; δὲν εἶναι ὀρθὸν νὰ μὴ ὑπάρχῃ, διότι δὲν ὁρίζει ὁ νόμος περὶ ἀντιβασιλείας πῶς θέλει συνταχθῆ· εἶναι καλὸν λοιπὸν νὰ ὑπάρχῃ ὁ θεμελιώδης ὅρος· καὶ ὁ ὅρκος εἶναι εἷς ἀπὸ τοὺς θεμελιώδεις, ἵνα γνωρίζῃ ὁ ἀντιβασιλεὺς ἀναλαμβάνων τὰ καθήκοντά του, ποῖαι εἶναι αἱ ὑποχρεώσεις, τὰς ὁποίας ἀναδέχεται ἐνώπιον τοῦ Ἑλληνικοῦ γένους, ἑπομένως ὡς συνέπειαν τοῦ ὅρκου τοῦ Βασιλέως ὀφείλομεν νὰ παραδεχθῶμεν καὶ τὴν ἐν τῷ συντάγματι καταχώρησιν τοῦ ὅρκου τοῦ Ἀντιβασιλέως· οἱ αὐτοὶ λόγοι ἰσχύουσι καὶ διὰ τὸν ὅρκον τοῦ ἐπιτρόπου.
§34ΚΑΛΟΣ. Ἀποφεύγομεν τὰς ἐπαναλήψεις τοῦ ὅρκου, ὅταν ἀναγνωρίζωμεν ὅτι θὰ ὑπάρξῃ νόμος, ὅστις θὰ κανονίσῃ τὰ περὶ ἀντιβασιλείας· ὁ ὅρος αὐτοῦ εἶναι ὅρος τοῦ νόμου καὶ οὐχὶ τοῦ Συντάγματος. Εἶναι ζήτημα δὲ ἀκόμη ἂν θὰ ὁρισθῇ καὶ ὁ ἐπίτροπος, καὶ καθόσον οὗτος ἐνδέχεται νὰ μὴν ἀναμιγνύεται εἰς τὰ τῆς πολιτείας.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, τὸ ὁποῖον ἀνεγνώσθη, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι).
§36ΤΙΝΕΣ. Ἀπεῤῥίφθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 2 ἄρθρον τῆς τροπολογίας τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου· «Ὁ Βασιλεὺς καὶ οἱ Βασιλόπαιδες δὲν νυμφεύονται πρὸ τοῦ 18 ἔτους τῆς ἡλικίας αὑτῶν συμπληρωμένου, οὐδ’ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς.»
§37Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Κύριοι, τὸ ἄρθρον τοῦτο εἶναι τῆς μεγαλητέρας σπουδαιότητος. Εἰς ὅλα τὰ ἔθνη τοῦ κόσμου ἡ πρᾶξις αὕτη κανονίζεται μὲ τὴν γνώμην τῶν Βουλῶν. Ὁ λόγος εἶναι, διότι ἐκ τῆς πράξεως ταύτης ἐξαρτᾶται ἡ μεταβολὴ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Τὰς σχέσεις, τὰς ὁποίας ὁ βασιλεὺς ἔχει μὲ τὰς διαφόρους βασιλικὰς οἰκογενείας, δὲν δύναται ἀφ’ ἑαυτοῦ νὰ τὰς ἀλλάξῃ ἄνευ τῆς συναινέσεως τῶν Βουλῶν. Δὲν ἤθελα συμπεριλάβει καὶ τοὺς βασιλόπαιδας, διότι τὰ θήλεα δύνανται νὰ νυμφευθῶσιν ἐλευθέρως παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἅμα ἐτροποποιήθη ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα ἀντὶ τοῦ προτιμωμένων τῶν ἀῤῥένων εἰς τὸ ἄρθρον 45 ἕπεται ὅτι καὶ αἱ γυναῖκες δύνανται νὰ δώσωσι Βασιλέα καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα· Ἐὰν αἱ γυναῖκες ἦναι ἐλεύθεραι νὰ νυμφευθῶσι, τότε δυνάμεναι νὰ λάβωσιν οἱονδήποτε ἀπὸ ἄλλην Βασιλικὴν οἰκογένειαν, ἑπόμενον εἶναι νὰ ἀλλάξῃ τὸ βασιλικὸν γένος τῆς Ἑλλάδος ἄνευ τῆς συναινέσεως τῶν βουλῶν. Ἑπομένως ἐὰν θέλητε ἄνευ τῆς συναινέσεώς σας νὰ μεταβῇ τὸ ἑλληνικὸν στέμμα εἰς ἄλλην βασιλικὴν οἰκογένειαν, παραδεχθῆτε τὸ σχέδιον ὅπως εἶναι, ἄλλως τὴν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν προτείνω.
§38ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. (εἰσηγητής). Τὰ τῶν ἡγεμονικῶν γάμων Κύριοι, δὲν εἶναι βεβαίως ἀντικείμενον πολιτικὸν, μάλιστα δὲ ὅταν τὸ νυμφευόμενον πρόσωπον δὲν ᾖναι τὸ ἀνώτατον τῆς πολιτείας πρόσωπον, καὶ ὅταν δὲν πρόκειται νὰ ἐπιβαρυνθῇ τὸ ἔθνος διὰ τινὸς βάρους ἢ δαπάνης. Αὐτὸ δὲ τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπεν ὁ ἀξιότιμος προτείνων, ὅτι δύνανται δηλαδὴ νὰ περιέλθωσιν εἰς τὰ Βασιλικὰ σκῆπτρα γένη ἄλλα, εἶναι καθαρὰ παρανόησις. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡγεμονίς τις τῆς Ἑλλάδος νυμφεύεται ξένον τινὰ ἡγεμόνα, εἶτα δὲ καλεῖται αὕτη, δι’ ἔλλειψιν ἀῤῥένων, εἰς τὴν διαδοχὴν τοῦ Ἑλληνικοῦ θρόνου, αὐτὴ θέλει βασιλεύει καὶ ὄχι ὁ σύζυγός της, ὅστις οὐδὲν ἄλλο θέλει εἶσθαι εἰμὴ ὁ σύζυγος τῆς Βασιλίσσης, princeps consors. Πάντοτε βέβαια δι’ οἱασδήποτε ἐπιγαμίας πρέπει ν’ ἀλλάξῃ τὸ γένος, διότι δὲν δύναται ἡ βασιλὶς νὰ λάβῃ τὸν ἀδελφόν της εἰς σύζυγον.
§39ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§40ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Εἶναι πολὺ σπουδαῖον τὸ πρᾶγμα καθ’ ἑαυτὸ καὶ ἠδυνάμην νὰ εἴπω πολλὰ, ἀλλὰ φρονῶ ἱκανὰ ταῦτα· εἰ δέ τις σκοπῇ νὰ ὑποστηρίξῃ τοῦ Κ. Ἰακωβάτου τὴν πρότασιν, ἐπιφυλάσσομαι ν’ ἀντικρούσω αὐτὴν διὰ πλειόνων ἐπιχειρημάτων. Τοῦτο μόνον προσθέτω ἐπὶ τοῦ παρόντος, ὅτι ἂν ζητηθῇ νὰ δοθῇ ὁ τίτλος τοῦ Βασιλέως εἰς τὸν σύζυγον τῆς Βασιλίσσης, τοῦτο ἔσται ζήτημα πολιτικὸν, ὅπερ θέλει λυθῆ ὑπὸ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, δύναται δὲ τὸ νομοθετικὸν σῶμα ν’ ἀρνηθῇ τὸν τίτλον, ὡς τὸν ἠρνήθησαν αἱ Βουλαὶ τῆς Ἀγγλίας εἰς τὸν Πρίγγηπα Ἀλβέρτον, ἀλλὰ βεβαίως δὲν εἶναι ἀντικείμενον συνταγματικόν. Τελευταῖον παρατηρῶ, ὅτι αἱ περὶ γάμων συνθῆκαι ἐξαιροῦνται σιωπηρῶς τῆς ἐγκρίσεως τῶν νομοθετικῶν σωμάτων κατὰ τὸ ἄρθρον 32, τὸ ὁποῖον λέγει. «Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους, ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, κηρύττει πόλεμον, συνομολογεῖ συνθήκας εἰρήνης, συμμαχίας καὶ ἐμπορίας, ἀνακοινόνει δὲ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν ἀναγκαίων διασαφήσεων, ἅμα τὸ συμφέρον καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέψωσιν· αἱ περὶ ἐμπορίας ὅμως συνθῆκαι καὶ ὅσαι ἄλλαι περιέχουσι παραχωρήσεις, περὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἄλλας διατάξεις τοῦ παρόντος Συντάγματος δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ τι ἄνευ Νόμου, ἢ ἐπιβαρύνουσιν ἀτομικῶς τοὺς Ἕλληνας, δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς.» Αἱ ἐπιγαμίαι λοιπὸν δὲν εἶναι συνθῆκαι βαρύνουσαι τὸ Ἔθνος· ὁ δὲ Βασιλεὺς ἔκδοσιν θυγατρὸς εἰς γάμον συνομολογῶν, ἢ νύμφην ἐπὶ υἱῷ ἀγόμενος, δὲν ἔχει ἄλλο νὰ πράξῃ, εἰμὴ ἐν τῷ Βασιλικῷ λόγῳ, ἢ διὰ διαγγέλματος, νὰ φέρῃ εἰς γνῶσιν τῆς Βουλῆς, ὅτι ὁ Βασιλόπαις δεῖνα, ἢ ἡ Ἡγεμονὶς δεῖνα, ἐνυμφεύθη τὸν δεῖνα.
§41ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποστηρίζεται ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἰακωβάτου.
§43ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται ὀλίγοι τινὲς). Ἀπεῤῥίφθη. — Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 56 ἄρθρον τῆς προτάσεως τοῦ Ἰακωβάτου. «Ὁ Βασιλεὺς καὶ οἱ Βασιλόπαιδες δὲν δύνανται ν’ ἀποδημήσωσι τῆς Ἑλλάδος ἄνευ προηγουμένης συναινέσεως καὶ ψηφίσματος τῆς Βουλῆς· ἄλλως θεωροῦνται παρῃτημένοι τοῦ Θρόνου καὶ τῆς διαδοχῆς.» Θέλετε νὰ τὴν ἀναπτύξητε, Κ. Ἰακωβάτε; Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται ὀλίγιστοι). Ἀπεῤῥίφθη. «Ἄρθρον 57. Τὰ κτήματα τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας γίνονται ἑκάστοτε κτήματα ἐθνικά. Ὑποστηρίζεται;
§45ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι!
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν. (ἀνίστανται ὀλίγιστοι). Ἀπεῤῥίφθη. —Μεταβαίνομεν εἰς τὸ Κεφάλαιον τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, τὸ ἐπιγραφόμενον «Περὶ τῆς Βουλῆς»· τὸ «καὶ περὶ Γερουσίας» ἀπαλείφεται. «Ἄρθρον 54. Οὐδεὶς δύναται νὰ ἦναι συγχρόνως Βουλευτὴς καὶ Γερουσιαστὴς» αὐτὸ ἀπαλείφεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Παρεδέχθη. «Ἄρθρον 55. Ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία συνέρχονται αὐτοδικαίως τὴν πρώτην τοῦ 9βρίου μηνὸς, ἐκτὸς ἂν ὁ Βασιλεὺς τὰς συγκαλέσῃ πρότερον. Ἡ διάρκεια ἑκάστης συνόδου δὲν δύναται νὰ ᾖναι βραχυτέρα τῶν δύω μηνῶν». Ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ὑπάρχουσιν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι· τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ἀντὶ τοῦ «συνέρχονται τὴν πρώτην τοῦ Νοεμβρίου μηνὸς» νὰ τεθῇ «τὴν πρώτην Κυριακὴν μετὰ τὸ πάσχα τῆς ἀναστάσεως». Ὁ Κ. Πυλαρινὸς καὶ Γ. Πετιμεζᾶς προτείνουν· «ἡ διάρκεια ἑκάστης συνόδου δὲν δύναται νὰ ᾖναι βραχυτέρα τῶν 4 μηνῶν». Ὁ Κ. Σαρίπολος προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου καὶ ἔχει τὸν λόγον.
§47ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητής). Προτείνω, Κύριοι, τὴν ἀπάλειψιν ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου 55 τοῦ σχεδίου, καὶ ἑπομένως ἀμφοτέρων τῶν τροπολογιῶν· συγχωρήσατέ μοι δὲ, ἱστορικῶς νὰ τὰς ἐξηγήσω τὸ περιττὸν τῆς διατάξεως τοῦ ἄρθρου τούτου. Ὅτε συνετάχθη τὸ σχέδιον του Συντάγματος τοῦ 1844 ἐσχεδιάσθη τὸ 30 ἄρθρον αὐτοῦ ὡς ἦν συντεταγμένον ἐν τῷ πολιτεύματι τοῦ Βελγίου τὸ ἄρθρον 70 § 1, καθ’ ὃ ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ ἐκτάκτως τὰς Βουλὰς ὁσάκις τὸ κρίνει εὔλογον· τὸ δὲ 47 τοῦ σχεδίου τοῦ 1844 εἶχε ληφθῆ ἐκ τοῦ § 4. τοῦ αὐτοῦ 70 ἄρθρου τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, κατὰ τὸ ὁποῖον ἐν ὡρισμένῃ ἡμέρᾳ συνέρχονται αὐτόκλητοι αἱ Βουλαί. Τότε λοιπὸν ὀρθῶς ἀνεγράφετο, ὅτι ἡ Βουλὴ καὶ ἡ Γερουσία συνέρχονται αὐτοδικαίως, καὶ τοῦτο ἦτο λογικὸν τότε, διότι μὴ χαίροντος τοῦ Βασιλέως τὸ δικαίωμα τοῦ συγκαλεῖν εἰς τακτικὴν σύνοδον, εἵπετο, ὅτι ἔπρεπε νὰ ὑπάρχῃ ὁ συγκαλέσων, ἦν δὲ οὗτος τὸ Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον συνεκάλει αὐτοδικαίως τὰς Βουλὰς ὅπως καὶ ἐν Βελγίῳ. Ὁ Βασιλεὺς ὅμως Ὄθων, διὰ τοῦ Διαγγέλματος αὐτοῦ τῆς 28 Φεβρουαρίου τοῦ 1844, ἐπέφερε τροπολογίαν ἐπὶ τοῦ 30 ἄρθρου προτείνων ὥστε νὰ ἔχῃ οὐ μόνον τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτάκτου συγκαλέσεως τῶν Βουλῶν, ὅπερ τῷ ἐδίδετο, ἀλλὰ καὶ τὸ τῆς τακτικῆς συνόδου αὐτῶν, ὅπερ τῷ ἠρνεῖτο τὸ σχέδιον· ἡ δὲ Συνέλευσις παρεδέχθη μὲν τὴν τροπολογίαν τοῦ ἄρθρου 30, οὐδόλως δ’ ἀνελογίσθη ὅτι εὑρίσκετο οὕτως ἡ πρότασις τοῦ Βασιλέως εἰς σύγκρουσιν πρὸς τὸ ἄρθρον 47, ὅπως αὕτη εἶχε προσχεδιάσει αὐτὸ, καθόσον ἅμα ἀνεγνωρίσθη εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τοῦ συγκαλεῖν καὶ εἰς τὴν τακτικὴν σύνοδον, εἵπετο ὅτι ἔπρεπε νὰ περιμένωσιν οἱ Βουλευταὶ καὶ Γερουσιασταὶ νὰ προσκληθῶσιν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως διὰ νὰ ἔλθωσιν. Ἄρα ἐσχόλαζεν ὅλως ἡ διάταξις τοῦ νὰ συνέρχωνται αὐτοδικαίως. Ὑπῆρχε λοιπὸν μία ἀντινομία τοῦ ἄρθρου 30 πρὸς τὸ 47. Καὶ εἶναι μὲν ἀληθὲς, ὅτι ἡ ἀντινομία αὕτη οὐδέποτε ἔδωκεν ἀφορμὴν εἰς σύγκρουσιν, διότι ὁ Βασιλεὺς Ὄθων, ἵνα μὴ συνέλθωσι ποτὲ αὐτοδικαίως αἱ Βουλαὶ συνεκάλει αὐτὰς περὶ τὴν 28 Ὀκτωβρίου ἑκάστου ἔτους, ἢ τὴν τακτικὴν αὐτῶν Σύνοδον ἀνέβαλλε διὰ τὴν 10 Δεκεμβρίου, ἀλλὰ συντασσομένου νῦν τοῦ νέου πολιτεύματος πρὸς τί νὰ ἐμμείνωμεν εἰς τὰ κακῶς ἔχοντα, οὐχὶ πρακτικῶς, κακῶς, ἀλλὰ λογικῶς; Δὲν ἔχει ἄρα πλέον τὸν λόγον τοῦ εἶναι αὐτὸ τὸ ἄρθρον, ἀφοῦ ὁ Βασιλεὺς ἔχῃ καὶ τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλῇ τακτικῶς τὴν Βουλήν. Ἀλλὰ φοβοῦνται, μοὶ τὸ εἶπον ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, φοβοῦνται τὴν κατάχρησιν μὴ τυχὸν ὁ Βασιλεὺς δὲν συγκαλέσῃ τὸ Βουλευτικὸν σῶμα πρὸς τὴν τακτικὴν Σύνοδον. Τὴν ἀσφάλειαν λέγω ἐγὼ κατὰ τῆς τοιαύτης παραβάσεως ἔχετε διὰ τοῦ 37 ἄρθρου τοῦ ἐπιβάλλοντος τῷ Βασιλεῖ τὴν ὑποχρέωσιν πρὸς τὴν κατ’ ἔτος τακτικὴν συγκάλεσιν τῆς Βουλῆς. (Θόρυβος) Θέλετε νὰ συζητήσωμεν λογικῶς; ἂν τοῦτο θέλητε, παρακαλῶ μὴ θορυβῆτε ἀλλ’ ἀκούετε· διότι ὅταν δίδεται ἓν δικαίωμα ἐννοῶ ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦτο πρέπει νὰ ᾖναι ἀποτελεσματικόν. Ἐὰν λέγω εἴς τινα σοὶ δίδω τὸ δικαίωμα νὰ συγκαλέσῃς ἡμᾶς, καὶ ἀφ’ ἑτέρου τῷ λέγω, ἂν δὲν μᾶς συγκαλέσῃς καὶ ἄνευ συγκαλέσεως ἐρχόμεθα, τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι ἀληθὴς παραλογισμός. (θόρυβος). Οὐδόλως ἀσφαλίζει ὑμᾶς ἡ διάταξις τοῦ 54 ἄρθρου, παρὰ μόνον δεικνύει ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον λογικῶς συνετάχθη ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ 1814, μετεβλήθη εἰς κέντρωνα μετὰ τὴν τροπολογίαν τοῦ Ὄθωνος· ἐρωτῶ λοιπὸν θέλετε ἀνεχθῆ ὁ κέντρων οὗτος νὰ περάσῃ καὶ ἐν τῷ νέῳ συντάγματι; ἐὰν τὸ θέλητε γενηθήτω τὸ θέλημά σας, ὤφειλον ὅμως νὰ προειδοποιήσω ὑμᾶς, ὅτι τοῦτο θὲν εἶναι λογικόν. Ὁ Βασιλεὺς ἐὰν δὲν συγκαλέσῃ εἰς τακτικὴν Σύνοδον, παραβιάζει τὸ Σύνταγμα. (θόρυβος) Ἐστὲ βέβαιοι ὅτι ἐκεῖνος ὅστις ἔχει ἀπόφασιν νὰ παραβιάσῃ τὸ Σύνταγμα, θέλει προτάξει λόγχας ἵνα μὴ εἰσέλθητε αὐτόκλητοι ἐν τῷ βουλευτηρίῳ· ἡ δ’ ἱστορία δὲν ἀμοιρεῖ τοιούτων παραδειγμάτων· τὸ Σύνταγμα τῆς Γαλλίας τοῦ 1848 ἔφερεν ἐπίσης ὅτι αὐτοδικαίως συνήρχετο ἡ Νομοθετικὴ Συνέλευσις, καὶ ἔνοχος ἐσχάτης προδοσίας ἐκηρύττετο ὁ Πρόεδρος τῆς Δημοκρατίας ἂν ἀπεπειρᾶτο νὰ ἐμποδίσῃ αὐτὴν τοῦ νὰ συνέλθῃ, ἡ τοιαύτη ὅμως διάταξις οὐδόλως ἐκώλυσε τὸ πραξικόπημα τῆς 2 Δεκεμβρίου 1851. Κίνδυνος λοιπὸν οὐδεὶς ὑπάρχει· τὸ ἐπ’ ἐμοὶ ὑποβάλλω εἰς τὴν κρίσιν ὑμῶν αὐτὴν τὴν παρατήρησιν· ἐὰν ὅμως ἡ Συνέλευσις, ἐπαναλέγω, θέλει νὰ καταχωρίσῃ καὶ αὐτὸν τὸν παραλογισμὸν ἐν τῷ Συντάγματι, κυρία εἶναι νὰ τὸ πράξῃ. Ὡσαύτως καταψηφίζω καὶ τοῦ προσδιορισμοῦ τῆς διαρκείας τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου· τοῦτο κατ’ ἐμὲ εἶναι ὅλως περιττόν.
§48ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§49ΚΑΛΟΣ. Ἡ γενικὴ ἀποδοκιμασία τῶν λόγων τοῦ προαγορεύσαντος καθιστᾷ πᾶσαν συζήτησιν περιττήν. Ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐλέχθησαν μερικὰ πράγματα, τὰ ὁποῖα δὲν πρέπει νὰ λέγωνται, οὐδὲ νὰ μένωσιν ἄνευ ἀντικρούσεως, διὰ τοῦτο λέγω δύω λέξεις. Δὲν εἶναι ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἔφερεν ὁ Κ. Σαρίπολος, ὅστις ὑπεχρέωσε τὴν Συνέλευσιν τοῦ 43, ἀλλ’ ὁ φόβος, ὅτι ἡ Βουλὴ ἐκείνη δὲν ἤθελε συγκαλεσθῆ ὑπὸ τῆς Βασιλείας· αὐτὸ ἠμπορεῖ νὰ ὑπάρχῃ καὶ σήμερον καὶ πάντοτε. Ἐὰν ἔχῃ λόγχας ἡ Βασιλεία τὸ ἔθνος ἔχει λόγχας ἀνωτέρας.
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα ὡς πρὸς τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Σαριπόλου;
§51ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος θέλει ν’ ἀναπτύξῃ τὴν τροπολογίαν του;
§53Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Περιττόν.
§54Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Κύριοι, ἡ διάρκεια ἑκάστης Συνόδου δὲν δύναται νὰ ἦναι βραχυτέρα τῶν δύο μηνῶν, ἀλλὰ δὲν λέγει τὸ ἄρθρον πόσον καιρὸν θὰ διαρκῇ ἡ Σύνοδος, καὶ ἑπομένως σύμφωνα μὲ τὸ παρελθὸν δυνάμεθα νὰ ἔχωμεν ἀέναον Βουλήν. Τοῦτο δὲν συμφέρει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ἑπομένως πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν πόσον καιρὸν ἡ Βουλὴ θὰ διαρκῇ, ἐκτὸς ἂν ὁ Βασιλεὺς τὴν παρατείνῃ.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Ἰακωβάτου δὲν χρῄζει περαιτέρω συζητήσεως;
§56ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§57Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ἐν τέλει τοῦ ἄρθρ. 55 ὑπάρχει ὅτι ἡ διάρκεια ἑκάστης Συνόδου δὲν δύναται νὰ ἦναι βραχυτέρα τῶν 2 μηνῶν· ἕνεκεν τούτου, καὶ διότι ἔχω ἐναντίαν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν θὰ ἐκφρασθῶ πρὸς ὑμᾶς, ἐθεώρησα ἀναγκαῖον νὰ κάμω μίαν τροπολογίαν τὴν ὁποίαν ἠκούσατε «δὲν δύναται νὰ ἦναι βραχυτέρα τῶν 4 μηνῶν.» Ἰδοὺ οἱ λόγοι· ἡ Βουλὴ συνέρχεται, πρέπει νὰ κάμῃ τὰς ἀρχαιρεσίας της, πρέπει νὰ ἀπαντήσῃ εἰς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως, χρειάζεται καιρὸν πλέον ἴσως τῶν 2 μηνῶν, διὰ νὰ τελειώσῃ αὐτά· φρονῶ, ὅτι δὲν εἶναι ἀρκοῦσα αὕτη ἡ προθεσμία, ἥτις ὁρίζεται ἐν τῷ συντάγματι, καὶ εἶπον ὅτι πρέπει νὰ αὐξήσῃ εἰς 4 μῆνας. Εἰς ὑμᾶς μένει νὰ τὴν αὐξήσητε ὅπως θέλετε.
§58ΠΟΛΛΟΙ. Εἰς τρεῖς μῆνας.
§59Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔστω εἰς τρεῖς.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ συνέλευσις κηρύττει περαιωμένην τὴν συζήτησιν ἐπὶ τοῦ προκειμένου ἄρθρου;
§61ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τῶν τροπολογιῶν ἀπωτέρω εἶναι ἡ τοῦ Κ. Σαριπόλου περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου· οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ προκειμένου ἄρθρου νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρεται εἷς), ἀπεῤῥίφθη. — Ὑποβάλλω τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου ζητοῦντος νὰ συνέρχηται ἡ Βουλὴ τὴν ά. Κυριακὴν μετὰ τὸ Πάσχα τῆς Ἀναστάσεως. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται τρεῖς), ἀπεῤῥίφθη. Ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς καὶ Πυλαρινὸς ζητοῦν, ὥστε ὁ ἐλάχιστος ὅρος τῆς Συνόδου νὰ ᾖ οἱ τεσσάρων μηνῶν.
§63ΠΟΛΛΟΙ. Οἱ ἴδιοι παρεδέχθησαν τοὺς τρεῖς.
§64ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Μάλιστα τοὺς τρεῖς μῆνας.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὡς ἐλάχιστον ὅρον τῆς διαρκείας τῆς Βουλευτικῆς Συνόδου τρεῖς μῆνας νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Παρεδέχθη. Ὁ Κ. Ἄννινος ἐπρότεινεν, ὡς ἠκούσατε, νὰ ὁρισθῇ καὶ ἀνώτατος ὅρος τῆς διαρκείας· (θόρυβος).
§66Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, θὰ προσδιορισθῇ ἡ μισθοδοσία τῶν Βουλευτῶν τῆς Συνόδου, ὥστε ἡ πρότασις αὕτη δὲν ἔχει κἀνὲν πρακτικὸν ἀποτέλεσμα.
§67ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἄννινου «μετὰ τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ, καὶ νὰ μὴ ὑπερβαίνῃ τὴν διάρκειαν τῶν τριῶν μηνῶν.»
§68ΠΟΛΛΟΙ. Τῶν ἓξ μηνῶν.
§69ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ πρότασις τοῦ Κ. Ἄννινου μετὰ τὴν παραδοχὴν τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Γ. Πετμεζᾶ ἀπεῤῥίφθη, διότι αὐτὸς ἐθεώρησεν ὡς βραχυτέραν προθεσμίαν τῆς Συνόδου τρεῖς μῆνας. Ὁ Κ. Ἄννινος σᾶς λέγει ὡς μεγαλειτέραν προθεσμίαν τῆς Συνόδου τοὺς τρεῖς μῆνας· (θόρυβος).
§70ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προσθέτει ὅμως ὁ Κ. Ἄννινος «δυναμένου τοῦ Βασιλέως νὰ τὴν παρατείνῃ.»
§71ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν). Ἡ πεῖρα καὶ εἰς τὸ παρελθὸν ἀπέδειξεν, ὅτι εἶναι ἀπολύτως ἀναγκαῖον καὶ ὠφέλιμον νὰ τεθῇ ἀνώτατος ὅρος διαρκείας. Ἡ ἔνστασις, τὴν ὁποίαν σᾶς ἔκαμαν ὑποθέτοντες μίαν κακὴν Κυβέρνησιν, δὲν εἶναι σπουδαία· ἐὰν ἔχῃ αὐτὸν τὸν ὅρον, ἠμπορεῖ νὰ μὴ συζητῶνται καλῶς τὰ Νομοσχέδια, νὰ μὴ ἀπαντᾷ ἡ Κυβέρνησις δυσκολίας, νὰ τὰ παρουσιάζῃ τὴν τελευταίαν στιγμὴν, καθὼς καὶ τὸν προϋπολογισμὸν, διότι ἀπαντῶ εἰς τὸν Κ. Καλλιφρονᾶν, μοὶ φαίνεται, ὅτι, καὶ ὅταν δὲν ἦσαν ὡρισμένοι οἱ ἓξ μῆνες ὡς ἀνώτατος ὅρος τῆς διαρκείας τῆς Συνόδου, ἐψηφοφορήσατε προϋπολογισμὸν τὴν τελευταίαν ἡμέραν τοῦ ἔτους, καὶ αὐτὸ ἦτο μόνον ἓν ἁπλοῦν διάταγμα, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ παρελθόντος ἔτους ἴσχυε καὶ διὰ τὸ μέλλον, τὸ διάταγμα ἦλθεν εἰς τὰς 25 Ὀκτωβρίου, καὶ ἐψηφίσθη αὐθημερόν.
§72ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Οὕτως ἔπραττεν καὶ ὁ Οὐάρδος τῆς Ἑπτανήσου.
§73ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΤΩΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΩΝ. Ὥστε, Κύριοι, περιορισμὸς εἰς τὰς κακὰς ἐξουσίας δὲν εἶναι τὰ χαρτιὰ μόνον, εἶναι ἡ ἀνατροφὴ καὶ ἡ δύναμις, ὁ πατριωτισμὸς τῶν Βουλῶν, αἱ ὁποῖαι ἠμποροῦν νὰ θέσουν περιορισμὸν εἰς τὴν ἐξουσίαν. Ἀπεδείχθη δὲ, Κύριοι, εἰς τὸ παρελθὸν, ὅτι τὸ ἀπροσδιόριστον ἔκαμεν ὥστε αἱ συνεδριάσεις νὰ διαρκῶσιν ἐτησίως, καὶ νὰ συνεχίζωνται ἡ μία σύνοδος μὲ τὴν ἄλλην· τοῦ συστήματος αὐτοῦ τὸ μέγα κακὸν ἦτον, ὅτι οἱ Βουλευταὶ διὰ τῆς ἐτησίου διαμονῆς εἰς Ἀθήνας ὑπεβάλοντο εἰς τὰς ἕξεις καὶ τὰς ἀνάγκας τὰς Ἀθηναϊκὰς, ἐλησμόνουν δὲ ὅλως διόλου τὰς Ἐπαρχίας, τὰς ἀνάγκας καὶ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον· ἀνάγκη νὰ ἐπισπεύσωμεν λοιπὸν τὴν ὑποχρέωσιν τοῦ νὰ ἐπανέρχωνται ἑκάστοτε εἰς τὰς Ἐπαρχίας, νὰ μετέχωσι, καὶ νὰ κατανοῶσι τὰς ἀνάγκας καὶ ἀπαιτήσεις αὐτῶν· θεωρῶ ὅθεν ἀπολύτως ἀναγκαίαν τὴν παραδοχὴν τῆς προθεσμίας αὐτῆς· ὁ Βουλευτὴς μένων διαρκῶς εἰς Ἀθήνας λησμονεῖ τὸν τόπον, διαφθείρεται πολιτικῶς καὶ ἐξασθενεῖ Δεύτερος λόγος· ἡ διαρκὴς διαμονὴ τῶν Βουλευτῶν εἰς Ἀθήνας καταστρέφει τὴν Κυβέρνησιν καὶ διοίκησιν τοῦ τόπου· δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ τόπος νὰ κυβερνηθῇ ὅπως πρέπει, ὅταν μία Κυβέρνησις εἰς τὸ πλευρὸν αἰωνίως ἔχῃ τοὺς Βουλευτὰς (θόρυβος).
§74ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ μὴν ἔχωμεν Σύνταγμα;
§75ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Τὸ σύνταγμα δὲν τὸ ἐννοῶ ὅπως σεῖς, ἤτοι νὰ κάθηται ἐδῶ ὁ Βουλευτὴς καὶ νὰ ἐνασχολῆται εἰς ἀγοραπωλησίας καθ’ ἡμέραν μὲ τὴν Κυβέρνησιν.
§76ΠΟΛΛΟΙ. (Εὖγε, εὖγε.)
§77ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐννοῶ, Κύριοι, τὸ σύνταγμα ὡς ἀκολούθως, νὰ συνέρχωνται οἱ Βουλευταὶ ἐδῶ νὰ κάθηνται τὸν καιρὸν ὅσος εἶναι ἀναγκαῖος εἰς τὸ νὰ ἐξελέγχουν τὴν Κυβέρνησιν, τυχὸν παρανομοῦσαν, νὰ ἐξηγοῦν τὰς ἀνάγκας τῶν ἐπαρχιῶν, νὰ τὴν ὑποχρεώνουν νὰ τὰς πραγματοποιῇ, ὄχι δὲ νὰ μένωσι διαρκῶς, καὶ νὰ γίνωνται κάτοικοι τῶν Ἀθηνῶν, ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ ἐμπορεύωνται καθ’ ἡμέραν τὴν ψῆφόν των (εὖγε, εὖγε)· καὶ ἐγὼ ἔμεινα Βουλευτὴς ἐνταῦθα ἐν Ἀθήναις, ἐφαρμόζω ἑπομένως καὶ εἰς τὸν ἴδιον ἑαυτόν μου ταῦτα. Καὶ ἐγὼ ὑπέπεσον ὡς Βουλευτὴς εἰς τὰ ἴδια ἄτοπα, εἰς τὰς ἰδίας ἀδυναμίας καὶ ἐσκεπτόμην περὶ τῶν ἀναγκῶν τῶν Ἀθηνῶν τῶν ἰδιαιτέρων. Λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω πρὸς τὸ συμφέρον τῆς ἀνεξαρτησίας τοῦ σώματος, πρὸς τὴν ἐντελῆ καὶ καλὴν ἐκπλήρωσιν τῶν ἱερῶν καθηκόντων τῆς μελλούσης Βουλῆς καὶ πρὸς εὐδαιμονίαν τοῦ τόπου αἱ Βουλαὶ νὰ μένωσιν, ὅπως εἰς ὅλον τὸν κόσμον, ὡρισμένον καιρὸν εἰς Ἀθήνας 3, 4, 6 μῆνας (θόρυβος.) Πᾶσα περαιτέρω διαμονὴ, Κύριοι, βλάπτει, δὲν λέγω θεωρίαι, λέγω ὅ,τι ἡ πεῖρα ἀπέδειξε, πᾶσα περαιτέρω διαμονὴ εἶναι πρὸς βλάβην τῶν συμφερόντων τῆς Πατρίδος. Τελειόνων παρακαλῶ τοὺς Κυρίους ἀντιλέγοντας εἰς αὐτὸ τὸ ζήτημα νὰ μὴ ψιθυρίζωσι, δὲν ἔχουσι δὲ δίκαιον νὰ παραπονεθῶσιν ἐναντίον μου, διότι δὲν ἠθέλησα νὰ προσβάλλω οὐδένα, ὅ,τι εἶπον, τὸ εἶπον καὶ διὰ τὸν ἑαυτόν μου, καὶ ἑπομένως κἀνεὶς δὲν ἔχει δίκαιον νὰ παραπονεθῇ.
§78ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ζέρβας ἔχει τὸν λόγον.
§79ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν ὡμίλησε βεβαίως ὡς Ὑπουργός.
§80ΤΙΝΕΣ. Ὡς πληρεξούσιος.
§81ΖΕΡΒΑΣ. Ἂν ὡμιλοῦσεν ὡς ἁπλοῦς πληρεξούσιος, ἤθελε κάμει χρῆσιν τῆς ἀληθοῦς πείρας, ὄχι τῆς διαστρεφομένης· ἡ ἀληθὴς πεῖρα, Κύριοι, τῶν βουλευτικῶν ἕξεων παρεμορφώθη ἀπὸ τὸν προλαλήσαντα, εἶπεν ὅτι ἤρχοντο καὶ ἐκάθηντο διὰ νὰ ἐκμεταλλευθῶσι συμφέροντα ἕνεκα τῆς θέσεως τοῦ βουλευτοῦ.
§82ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§83ΖΕΡΒΑΣ. Ἀλλὰ δὲν εἶπε ποῖα ἦσαν τὰ συμφέροντα καὶ ποῖον τὸ ἐλατήριον, τὸ ὁποῖον ὑπεχρέονε τοὺς βουλευτὰς νὰ καθήσουν ἐνταῦθα· εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ὁλόκληρον τὸ ἔτος παρεκάθηντο οἱ βουλευταὶ ἐν Ἀθήναις· ἀλλ’ ἡ κυρία αἰτία δὲν ἦτο ὁ λόγος, τὸν ὁποῖον ἀνέφερεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, ἦτο ἡ κατὰ μῆνα πληρωμή των. Ἐὰν εἰς τὴν Συνέλευσιν τῆς 3 7βρίου παρεδέχοντο τὴν πρότασιν ἑνὸς ἐξόχου ἀνδρὸς, ὁ ὁποῖος ἐπρότεινε κατὰ σύνοδον τὴν πληρωμὴν, ἤθελον προσπαθήσει τὸ ταχύτερον νὰ φύγουν οἱ βουλευταὶ ἀπὸ τὰς Ἀθήνας· ἀλλ’ ὑπερισχύσασα ἡ γνώμη τῆς μηνιαίας μισθοδοσίας τῶν βουλευτῶν, βεβαίως τοὺς κατέστησε τακτικοὺς ὑπαλλήλους, καὶ βεβαίως, ὅταν ἤρχοντο βουλευταὶ οὐχὶ ἐκλεγόμενοι, οὐχὶ ἀπὸ τὸν λαὸν, ἀλλὰ διωρισμένοι ἀπὸ τὴν ἐξουσίαν ὅπως ἔγεινεν, ὅπως ὁ ἴδιος Κ. Κουμουνδοῦρος διώριζε βουλευτὰς, οἱ ὁποῖοι καθήμενοι εἰς τὴν Πατρίδα των δὲν ἠμποροῦσαν ὁλόκληρον τὸ ἔτος νὰ ἔχουν 250 δρ., καὶ ἐνῷ τὰς ἔπερναν ἐδῶ κατὰ μῆνα, καὶ εἶχον καὶ τὸ πὰφ ποὺφ νὰ λέγωνται βουλευταὶ, ἔφευγαν ποτέ; Καὶ τί συνέβαινε; ἔφερναν οἱ ὑπουργοὶ τοὺς προϋπολογισμοὺς τὴν τελευταίαν ἡμέραν. Ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος ὑπεχρέωνε τὰ ἄτομα αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἤρχοντο κατ’ ἐκλογὴν τῶν Κυβερνήσεων, αὐτοὺς τοὺς πράγματι ὑπαλλήλους ἦτο ὁ λόγος τῆς μισθοδοσίας. Θέλετε νὰ μὴ ὑπάρξουν τὰ αἴτια αὐτὰ, θέλετε νὰ μὴ καθήσουν ποτὲ περισσότερον ἀπὸ 3 μῆνας; αὔριον, ὅταν ἔλθῃ ὁ λόγος περὶ ἀποζημιώσεως τῶν Βουλευτικῶν Σωμάτων, ἐκεῖ θὰ τὸ ἐπιτύχητε· μὴ προσδιορίζετε μηνιαίαν ἐπιχορήγησιν, ἢ ὅλως διόλου νὰ μὴ λάβουν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ καλλίτερον, ἢ τοὐλάχιστον νὰ προσδιορίσητε μίαν ἐπιχορήγησιν ἀνάλογον δι’ ὅλην τὴν Σύνοδον, καὶ τότε ἂν τὸν δέσῃς δὲν κάθηται, θὰ προσπαθήσῃ προτήτερα νὰ φύγῃ. Τί δὲ ἦτο ὁ λόγος τοῦ ὑπουργοῦ; Ὑπάρχει ἓν κυβερνητικὸν συμφέρον ἀντίθετον τοῦ Συντάγματος· θέλει, ὄχι, διότι θὰ καθήσουν αἰωνίως οἱ Βουλευταὶ ἐδῶ, ποτὲ δὲν θὰ καθήσουν, ἂν λάβετε τὸ μέτρον καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὴν ἀποζημίωσιν, ἀλλὰ θέλει νὰ ᾖναι τὸ Ἔθνος δεμένον, καὶ τί θὰ εἰπῇ ἄλλο παρὰ τοῦτο, ὅταν θέλητε νὰ εἰπῆτε εἰς τὴν Βουλὴν τόσον καιρὸν νὰ ἐργάζησαι, ὥστε νὰ περάσῃς εἰς μίαν ἡμέραν ὅλα τὰ νομοσχέδια; Εἰξεύρεις τί συνέβη; ὅταν ἔφεραν τὸν ἄλλον νόμον τῶν ἓξ μηνῶν, εἶχον τὴν τιμὴν νὰ ἦμαι κατὰ δύω περιόδους Βουλευτής.
§84ΤΙΝΕΣ. Σὲ διώρισαν;
§85ΖΕΡΒΑΣ. Μὲ διώρισεν ὁ Κ. ὑπουργός· ἐὰν δὲν ἤμην ὑποψήφιος, ποτὲ δὲν ἠρχόμην (γέλωτες). Θέλετε νὰ μὴ ὁμολογήσωμεν τὴν ἀλήθειαν ἀπὸ τὸ βῆμα; Ὅλος ὁ κόσμος τὸ γνωρίζει καὶ ἡμεῖς τάχα νὰ τὸ σκεπάσωμεν. Ἠξεύρετε τί συνέβη ἐσχάτως, ὅταν ἔγεινεν ὁ νόμος τῆς διαρκείας ἐπὶ ἓξ μῆνας; Ἠρχόμεθα ἐδῶ, δύω τρεῖς μῆνας, μᾶς γυρόφερναν οἱ ὑπουργοὶ μὲ τὸν Βασιλικὸν λόγον, ὄχι πῶς δὲν ἠθέλαμεν νὰ τὸν συζητήσωμεν, ἀλλ’ ἐπὶ τούτου τὸ ἔκαμναν, περνοῦσαν οἱ 8 μῆνες, ἐτελείωνεν ὁ Βασιλικὸς λόγος, καὶ ἔπρεπε νὰ προβῶμεν εἰς τὰς τακτικὰς ἐργασίας, μᾶς ἔφερναν ἄλλα πράγματα· ὅλα τὰ σπουδαῖα ἀντικείμενα, τὰ ζωτικὰ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔπρεπε νὰ μελετηθοῦν ἐνδελεχῶς ἀπὸ τοὺς Βουλευτὰς, καθὼς καὶ ὁ προϋπολογισμὸς, αὐτὰ εἰσήγοντο τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου· μᾶς ἔφερναν ἐντὸς 3 ἡμερῶν τόσα νομοσχέδια, ὥστε ὄχι μόνον νὰ τὰ ἀναγνώσωμεν, ὄχι μόνον νὰ τὰ γνωρίσωμεν, ἀλλ’ οὔτε νὰ τὰ ῥυθμίσωμεν δὲν ἠδυνάμεθα· ἔβγαινα ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ μ’ ἐρωτοῦσαν τί εἴχατε σήμερον, καὶ ἐγὼ, ὄχι ποῖα, ἀλλ’ οὔτε πόσα εἴχομεν δὲν ἐγνώριζα.
§86ΤΙΝΕΣ. Τὰ ἐψηφίζετε;
§87ΖΕΡΒΑΣ. Μὰ τί νὰ κάμωμεν, εἴχομεν κόμε–στάδες, μὲ τὴν διαφοράν, ὅτι τοὺς ὠνομάζαμεν σαβοῦρα καὶ κερεστέδες, καὶ ἂν ἐφωνάζομεν μερικοὶ ἡ φωνή μας ἦτο φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ. Λοιπὸν ἓν τοιοῦτον ὑπάρχει καὶ εἰς τὴν παροῦσαν ἰδέαν, ὥστε νὰ φέρουν τὰ σπουδαιότερα νομοσχέδια καὶ τὸν προϋπολογισμὸν τὴν τελευταίαν ἡμέραν, καὶ τότε τί θὰ κάμῃ μία βουλή; νὰ μὴ ἐπικυρώσῃ τὸν προϋπολογισμὸν, θὰ εἴπουν δὲν ἐκπληροῖ τὸ καθῆκόν της· νὰ τὸν ψηφίσῃ, δὲν ἔχει καιρόν· θὰ κλείσῃ τὰ μάτια της καὶ θὰ τὸν ψηφίσῃ come sta. Ἐὰν ἀφήσετε ἐλεύθερον τὸν καιρὸν, ἐὰν προσδιορίσετε τὴν ἐργασίαν τοῦ βουλευτοῦ, εἴτε δωρεὰν, εἴτε δι’ ἐπιχορηγήσεως κατὰ σύνοδον, τότε μόνον θ’ ἀνεχθῇ ὁ βουλευτὴς νὰ καθίσῃ, ὅταν ἴδῃ, ὅτι ἡ σπουδαιότης τῶν πραγμάτων τὸν ὑποχρεώνει χάριν τῶν συμφερόντων τῆς πατρίδος του νὰ ἐξοδεύηται εἰς Ἀθήνας, ἄλλως αὐτὸς ὁ βουλευτὴς ἔχει τὸ συμφέρον νὰ φύγῃ μίαν ὥραν προτήτερα, καὶ ἂς μὴ κατηγορήσουν τὸν λαὸν τῆς Ἑλλάδος, ὅτι ἔρχεται νὰ γείνῃ Ἀθηναῖος· ἕκαστος ἔχει τὰ συμφέροντά του εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, καὶ ἂν τὰ συμφέροντα τοῦ κράτους τὰ γενικὰ δὲν ᾖναι μεγάλα, δὲν κάθεται, ἐὰν δὲν ὑπάρχῃ ὁ λουφές. Λοιπὸν δύνασθε νὰ παραλάβητε αὐτὴν τὴν περίστασιν ὡς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἐπιχορηγήσεως. Προτείνω λοιπὸν, ὥστε ἡ ἐλευθερία τῶν βουλευτῶν νὰ ᾖναι τελεία, νὰ μὴ δεσμεύσητε τὰς χεῖρας τοῦ σώματος τῶν βουλευτῶν.
§88ΛΑΠΑΣ. Εἰς ὅλα τὰ συνταγματικὰ κράτη ἔτσι γίνεται.
§89ΖΕΡΒΑΣ. Ὁ λόγος δὲν δύναται νὰ προσδιορισθῇ. Ἐὰν ἠδύνασθε νὰ μοῦ προσδιορίσητε τὴν ἀγόρευσίν μου, πόσα λεπτὰ πρέπει νὰ βαστάξῃ, τότε ἠμπορεῖτε νὰ προσδιορίσητε καὶ τὴν διάρκειαν τῶν βουλῶν. Ἀφήσατέ την λοιπὸν ἐλευθέραν· λάβετε τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον σᾶς εἶπον, καὶ ἀφήσατε ἐλευθέραν τὴν βουλὴν νὰ ἐργάζηται, ἐνόσῳ εἶναι ἀνάγκη.
§90ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. (Εἰσηγητής). Ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος ἐλάλησε μὲ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος, ὁ δὲ Κ. Ζέρβας μὲ τὴν πεῖραν τοῦ παρελθόντος καὶ τοῦ μέλλοντος (εὖγε, εὖγε)· ἐννοεῖται ὅτι καὶ οἱ δύο ἐλάλησαν ἐν γνώσει τῶν πραγμάτων, καὶ διὰ τοῦτο τὰς οἰκογενειακὰς διαφορὰς τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ὡς ὑπουργοῦ, καὶ τοῦ Κ. Ζέρβα ὡς βουλευτοῦ, δὲν ἔρχομαι νὰ συγχύσω διὰ τῶν ὀλίγων λέξεων τὰς ὁποίας θέλω εἰπεῖ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τούτων τῶν οἰκογενειακῶν διαφορῶν τῶν Κομεστάδων, Σαβούρας καὶ Κερεστέδων, καί τινων ἄλλων κακοήχων καὶ ἥκιστα ἑλληνοφώνων ὀνομάτων, ὑπάρχει καὶ ἄλλο τι, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος εἶπε, καὶ τὸ ὁποῖον μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μείνῃ ἄνευ ἀντιῤῥήσεως. Ἔστι δὲ τοῦτο, Κύριοι, ὅτι τὸ βουλευτικὸν σῶμα πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθερον νὰ ἐπιτηρῇ τὴν πορείαν τῶν ὑπουργῶν, ἡ δὲ πρότασις ὅπως μὴ δύνηται νὰ συνεδριάζῃ πέραν τῶν ἓξ μηνῶν, ἐκτὸς ἐὰν ἡ βασιλεία τὸ θεωρήσῃ ἀναγκαῖον καὶ εἰς ἔκτακτον παρατείνῃ αὐτὸ σύνοδον, φαίνεταί μοι πολιτικῶς ἀσύμφορον. Ὑποθέσατε, ὅτι ἡ κατάστασις τοῦ τόπου εἶναι τοιαύτη ὥστε ἀπαιτεῖ τὴν παράτασιν· λέγουσιν ὅτι ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ κηρύξῃ σύνοδον ἔκτακτον, ναί, ἀλλὰ τοῦτο δὲν εἶναι πάντοτε συμφέρον, διότι τὸ κηρύττειν ἔκτακτον σύνοδον τῆς Βουλῆς αὐτόχρημά ἐστι κηρύττειν, ὅτι ὁ τόπος εὑρίσκεται εἰς ἀνώμαλον κατάστασιν. Δὲν συμφέρει ὄχι, δὲν συμφέρει τοῦτο. Ἄφετε λοιπὸν ἀπροσδιόριστον τὸν ἀνώτατον τῆς διαρκείας τῆς συνόδου χρόνον, ἄφετε, ὡς εἶπεν ὑμῖν ὁ Κ. Ζέρβας, νὰ συντέμνωσιν αὐτὸν οἱ βουλευταὶ κατὰ τὸ οἰκεῖον συμφέρον, μὴ θέλετε νὰ φέρητε μεγαλητέρους δισταγμοὺς εἰς τὰ τεταραγμένα πνεύματα, μὴ προκαλεῖτε δωρεὰν τὰς πολιτικὰς ἀνωμαλίας μάλιστα δ’ ὅταν ἐπιτυγχάνητε τὸ σκοπούμενον ἐμμέσως διὰ τῆς ἐφάπαξ καὶ ὡρισμένης ἀποζημιώσεως, ἂν δοθῇ ἀποζημίωσις, διότι εἰμὶ μὲν καὶ ἐγὼ ὑπὲρ τοῦ ἀμίσθου τῆς Βουλῆς, εἰ δὲ τοῦτο ἀδύνατον, ὑπὲρ τῆς ὡρισμένης ἀποζημιώσεως κηρύττομαι· αὕτη, καὶ μάλιστα ἂν ᾖ μετρία, ἄριστον ἔσται ἐλατήριον πρὸς ἐπιτάχυνσιν τῶν νομοθετικῶν ἔργων, εἰ δὲ κατὰ μῆνα, τότε κάκιστον, διότι γνωρίζω μάλιστα σύνοδον, ἥτις διήρκεσε δέκα τρεῖς μῆνας. Ἄφετε λοιπὸν, λέγω, ἐὰν σπουδαῖα νομοσχέδια παρουσιασθῶσιν, ἐὰν αἱ ἀνωμαλίαι τοῦ τόπου ἀπαιτῶσι τὴν παρουσίαν τοῦ βουλευτικοῦ σώματος, ἄφετε ἐλευθέραν τὴν παράτασιν, μὴ θέλητε νὰ περιορίσητε τὴν ἐνέργειαν αὐτοῦ, θέλει εἶσθαι δὲ καὶ μάθημα διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μὴ ἐκμεταλλεύηται τὸ βουλευτικὸν Σῶμα, φέρουσα τὸν προϋπολογισμὸν, ἢ ἄλλα σπουδαῖα νομοσχέδια, κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου, γνωρίζουσα δ’ ὅτι ἡ Βουλὴ θέλει λήξει μετὰ τῶν ἓξ μηνῶν, τὴν 179 ἡμέραν, θέλει φέρει τὸν προϋπολογισμὸν ὅπως ἀσυζητητὶ καὶ ἀνεξελέγκτως ἐπιψηφίζηται ὑπὸ τῆς Βουλῆς. Κηρύττομαι λοιπὸν κατὰ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου τῆς Συνόδου χρόνου.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λομβάρδος ἔχει τὸν λόγον.
§92ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Καὶ ἄλλο Κύριοι, παρέλειψα νὰ μνησθῶ ἄλλου ἔργου, καὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ αὐτοῦ σπουδαιοτέρου, ἔστι δ’ ὁ ἀπολογισμὸς, ὅστις οὐδέποτε συνεζητήθη, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν τοιοῦτός ποτε, ὅσον ἐγὼ οἶδα, παρουσιάσθη. Ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος διετέλεσε πέντε ὅλα ἔτη ὑπουργὸς καὶ ἀπολογισμὸν δὲν ἔφερέ ποτε.
§93ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἐγὼ ἕτερα πέντε.
§94ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Τότε λοιπὸν οἱ πέντε σας ἀπολογισμοὶ Κύριε Κουμουνδοῦρε, περιλαμβάνονται μεταξὺ τῶν ἀναριθμήτων ἐκείνων νομοσχεδίων, τὰ ὁποῖα εἶπεν ὁ Κύριος Ζέρβας, ὅτι οὐ μόνον δὲν ἐπρόφθασε νὰ ἴδῃ καὶ μελετήσῃ, ἀλλ’ οὐδὲ κἂν ν’ ἀριθμήσῃ κατώρθωσε.
§95ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Λομβάρδος εἶναι σύμφωνος;
§96ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐν γένει — Δὲν πιστεύω, Κύριοι, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ μακρηγορήσῃ κανεὶς πρὸς ἀπόδειξιν, ὅτι χρειάζεται νὰ ὁρίσωμεν εἰς τὸ σύνταγμα τὸν ἀνώτατον ὅρον τοῦτον, νομίζω, ὅτι δὲν εἶναι χρεία νὰ τεθῇ ὑπὸ συζήτησιν. Ὅπως προσδιωρίσαμεν εἰς τὸ Σύνταγμα τὸν ἀνώτατον ὅρον (θόρυβος). Τοὐλάχιστον ὑποθέτω, ὅτι ἡ πεποίθησις τῶν πλειόνων ΚΚ. πληρεξουσίων εἶναι σχηματισμένη, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορίσωμεν καὶ ἕνα ἀνώτατον ὅρον τῆς βουλευτικῆς περιόδου. — Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον, εἶναι νὰ συμφωνήσωμεν ἵνα προλάβωμεν ὅπως ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ Κράτους νὰ μὴ παρουσιάζηται εἰς τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς Συνόδου, καὶ νὰ προλάβωμεν, εἰ δυνατὸν, ὅπως νὰ μὴ παρουσιασθῶσι τὰ νομοσχέδια βροχηδὸν, καθὼς λέγει ὁ Κ. Ζέρβας· καθόσον ἀποβλέπει τὸ δεύτερον, οἱανδήποτε διάταξιν καὶ ἂν βάλωμεν εἰς τὸ σύνταγμα δὲν ἠμποροῦμεν νὰ τὸ προλάβωμεν· ἔχω ὅμως τὴν πεποίθησιν, ὅτι εἰς τὸ ἑπόμενον δὲν θὰ συμβῇ ὅ,τι εἰς τὸ παρελθὸν, ὅτε ἐπαρουσιάζοντο ὑπὸ τῆς κυβερνήσεως προϋπολογισμοὶ κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν, καὶ τὸ λέγω, διότι πιστεύω ὅτι εἰς τὰς ἑπομένας Βουλὰς δὲν θὰ εἴδωμεν τὸ πνεῦμα τὸ ὁποῖον εἴδαμεν εἰς τὰς παρελθούσας βουλὰς, νὰ μὴν εὑρεθῇ εἰς τὸ διάστημα τῶν 17, 18, ἐτῶν νὰ μὴν εὑρεθῇ παράδειγμα παρὰ δύω μόνον, δηλαδὴ ἅπαξ μόνον καθεὶς νὰ παρουσιάζῃ νομοσχέδιον· πιστεύω ὅτι εἰς τὰς ἑπομένας βουλὰς οἱ βουλευταὶ θὰ ἐξασκῶσι καὶ ἐκεῖνοι τὸ δικαίωμα αὐτὸ τῆς πρωτοβουλίας, καὶ ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις δὲν θὰ δύναται νὰ παρουσιάσῃ τὰ νομοσχέδια τὴν τελευταίαν ἡμέραν· καθόσον ὅμως ἀποβλέπει τὸν προϋπολογισμὸν καὶ τὸν ἀπολογισμὸν, νομίζω ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ προσδιορίσωμεν εἰς τὸ σύνταγμα, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς καὶ ὁ ἀπολογισμὸς θέλουν ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν ἐντὸς τοῦ πρώτου μηνὸς τῆς συνόδου.
§97ΖΕΡΒΑΣ. Τότε ἠμποροῦν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν νὰ τὸν διαιωνίζουν διὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν.
§98ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Τότε θὰ ὑποθέσητε, ὅτι θὰ ἐξακολουθήσουν αἱ βουλαὶ, τὰς ὁποίας προεικονίσατε καὶ τότε ἐπὶ μάτην κάμνομεν σύνταγμα.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Λεώπουλος.
§100ΛΕΩΠΟΥΛΟΣ. Ἐὰν δὲν ἤθελον ἀκούσει τὴν γνώμην τοῦ Κ. Λομβάρδου, ἤθελον ὑποθέσει ὅτι θὰ ἦναι σύμφωνος μετὰ τῶν προαγορευσάντων, διότι ὅταν αἰσθάνηται τὸ ἄτοπον, τὸ ὁποῖον ἠμπορεῖ νὰ προκύψῃ ὡς ἐκ τῆς ὑποβολῆς νομοσχεδίου κατὰ τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς συνόδου, φυσικὸν εἶναι νὰ συνηγορῇ, ὅτι δὲν εἶναι δυνατὸν ὀρθῶς σκεπτόμενός τις νὰ παραδεχθῇ, ὅτι πρέπει νὰ προσδιορισθῇ μέγιστος ὅρος τῆς διαρκείας τῆς συνόδου. Ἔρχομαι ἤδη εἰς ἀπάντησιν μερικῶν λόγων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερεν ὁ Κ. ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, κατεφέρθη πολὺ, νομίζω ἐγὼ, κατὰ τῶν κατὰ καιροὺς βουλευτῶν κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς παρελθούσης δυναστείας, λέγων, ὅτι ἤθελον νὰ διαμένουν ἐν Ἀθήναις διὰ νὰ τέρπωνται, εἴτε νὰ ζῶσιν ὅπως ζοῦν ἐν Ἀθήναις, καὶ νὰ ἀπομανθάνουν τὸν τρόπον τοῦ ζῇν ὁποῖον εἶχον ἐν ταῖς ἐπαρχίαις. Ἀντιλέγω εἰς τοῦτο, νὰ θέλουν νὰ κατακρίνουν τοὺς παρελθόντας βουλευτὰς οἱ ὁποῖοι δυστυχῶς πάντοτε ἦσαν ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τῆς Κυβερνήσεως· ἔπρεπε πρὸ πάντων νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι ἡ βραδύτης προέρχεται ἕνεκα τῆς διαγωγῆς αὐτῆς τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ἤκουσα, δὲν ἐνθυμοῦμαι ἀπὸ τοὺς τότε ὑπουργοὺς, ἴσως, ἴσως καὶ τὸν ἴδιον τὸν Κύριον Ζαΐμην, οἱ ὁποῖοι παρεπονοῦντο, ὅτι ὁ Ὄθων δὲν θέλει νὰ ὑπογράψῃ τὰ νομοσχέδια διὰ νὰ τὰ ὑποβάλουν, καὶ ὅτι ἀφοῦ πλέον δὲν ἔμενον, παρὰ δύω, τρεῖς ἡμέραι, τότε καὶ ὁ Ὄθων ἠναγκάζετο νὰ τὰ ὑπογράφῃ καὶ τὰ εἰσῆγεν εἰς τὰς Βουλάς, καὶ αἱ Βουλαὶ τὰ ἐψήφιζον· εἶναι δυνατὸν νὰ πιστεύσῃ κανεὶς, ὅτι Βουλαὶ, ὅπως ἦσαν ἐκεῖναι ἐπὶ Ὄθωνος, ὅτι ἦτο δυνατὸν νὰ μὴ διευθύνωνται παντελῶς κατὰ τὰς διαθέσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὡς πρὸς τὰς ἐργασίας των καὶ ὡς πρὸς τὴν ὑποβολὴν τῶν νομοσχεδίων; ὅστις λησμονεῖ τὴν ἐνέργειαν, τὴν ὁποίαν ἐξήσκει ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν ἐπὶ τῶν Βουλευτῶν, ἐκεῖνος μόνον ἠμπορεῖ νὰ διϊσχυρισθῇ, ὅτι ἡ βραδύτης τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νομοσχεδίων προήρχετο ἀπὸ τὴν αὐτὴν διάθεσιν τῶν Βουλευτῶν. Ὅλοι θὰ συμφωνήσουν, ὅτι τοῦτο προήρχετο ἀπὸ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἀπὸ τὸ σύστημα τὸ ἀναβλητικὸν, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὁ πρῴην Βασιλεὺς τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὸ σύστημα ἀκόμη τοῦ νὰ θέλουν νὰ ὑποβάλλουν εἰς τὰς Βουλὰς τὰ νομοσχέδια συνοδευόμενα ἀπὸ Βασιλικὸν διάταγμα. Αὐτοὶ εἶναι οἱ πραγματικοὶ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους συνέβαινον αὐτὰ τὰ ἄτοπα. Ἐὰν λοιπὸν ὑποθέσωμεν διὰ μίαν στιγμὴν, τὸ ὁποῖον ἐγὼ δὲν πιστεύω κατ’ οὐδένα τρόπον, ὅτι καὶ κατὰ τὸ μέλλον ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία σκοπεύει νὰ κάμῃ τοῦτο, εἶναι περιττὸν νὰ θέσητε ἀνώτατον ὅρον. Ἐὰν ἀπεναντίας ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἦναι ἐπιμελὴς, ᾖναι πρόθυμος νὰ θεραπεύσῃ τὰς ἀνάγκας τοῦ τόπου, ἐὰν ἦσθε βέβαιοι, ὅτι τὰ πάντα θὰ γίνωσιν ἐν καιρῷ τότε ἀφήσατε καὶ τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἐλευθέραν· εἰς ποῖον ἄλλο Κράτος Συνταγματικὸν ὑπάρχει ὁ μέγιστος ὅρος, τὸν ὁποῖον θέλομεν ἡμεῖς νὰ τὸν θέσωμεν, καὶ νὰ τὸν θέσωμεν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, νὰ τὸν καταστήσωμεν ἀμετάβλητον, ἐνῷ, ἐὰν ἡ πεῖρα ἀποδείξῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ δι’ ἑνὸς νόμου, ὁ ὁποῖος εἶναι δυνατὸν νὰ μεταβληθῇ, ὄχι ὅμως νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ διατάγματος, καὶ νὰ ᾖναι πλέον δεσμευμένον τὸ ἔθνος ἐφ’ ὅσον ζῇ. Ἐὰν ᾖναι ἀνάγκη, ἠμπορεῖ νὰ γείνῃ εἷς νόμος ὅπως ἔγεινεν εἰς τὸ παρελθόν. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι τὸ προτιμώτερον εἶναι ν’ ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, καὶ νὰ μὴ ζητῶμεν νὰ θέτωμεν περιορισμοὺς, διὰ τοὺς ὁποίους ἠμποροῦν νὰ μεταμεληθοῦν καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία καὶ ἡ Βουλὴ καὶ τὸ ἔθνος, καὶ νὰ τὸ ἀφήσωμεν εἰς τὴν πεῖραν· καὶ σᾶς λέγω τοῦτο περισσότερον, καθόσον εἰς κανὲν κράτος συνταγματικὸν δὲν ὑπάρχει αὐτό. Διατί αὐτὴ ἡ καινοτομία παρ’ ἡμῖν, νὰ ἀδικῶμεν καὶ τὸν ἑαυτόν μας καὶ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν; Ὅταν αὐτὴ ἡ πολιτικὴ μηχανὴ ἐνεργῆται εἰλικρινῶς, βεβαιωθῆτε, ὅτι οὐδὲν πρόσκομμα, οὐδὲν ἄτοπον ἠμπορεῖ νὰ γίνῃ. Καὶ δὲν πρέπει νὰ παραδειγματίζεσθε ἀπὸ τὰς καταχρήσεις τοῦ παρελθόντος, καὶ νὰ θέσητε θεσμοὺς, τοὺς ὁποίους δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μεταβάλετε πλέον.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κόκκινος ἔχει τὸν λόγον.
§102ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἡ πεῖρα τοῦ παρελθόντος ἀπέδειξεν ἀναγκαῖον τὸν περιορισμὸν τῆς διαρκείας τῶν συνόδων τοῦ νομοθετικοῦ σώματος. Ὁ περιορισμὸς οὗτος ἀποδεικνύεται ἀναγκαῖος καὶ ἀπαραίτητος καὶ ἐξ αὐτῆς ἀκόμη τῆς θεωρίας. Μόνον ἐν Ἀγγλίᾳ αἱ Βουλαὶ παραμένουσι, συγκυβερνῶσαι καὶ συνδιοικοῦσαι ἀκόμη μετὰ τῆς Κυβερνήσεως. Μόνον ἐκεῖ διακόπτεται ἡ Σύνοδος τοῦ Κοινοβουλίου, ἕνεκα τῶν ἑορτῶν ἢ ἕνεκα τῆς ἀπαιτουμένης ἀναπαύσεως τῶν μελῶν αὐτοῦ. Ἀλλ’ οὐδέποτε θεωρεῖται ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ κοινοβούλιον ὅτι δὲν εἶναι παρόν. Ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον ἐν Ἀγγλίᾳ τοῦτο λαμβάνει χώραν εἶναι λίαν καταληπτός· ἐν Ἀγγλίᾳ οἱ Βουλευταὶ οὐχὶ μόνον κυβερνῶσι μετὰ τῶν ὑπουργῶν, ἀλλὰ καὶ διοικοῦσιν, ἐνασκοῦσι διοικητικὴν ἐξουσίαν, ἐνῷ ἐν τῇ λοιπῇ ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ αἱ Σύνοδοι τῶν Βουλῶν δὲν εἶναι διαρκεῖς. Αἱ Βουλαὶ παύουσιν εἰς ἐποχὴν, ἡ ὁποία ἀφίνει τὴν ἀπαιτουμένην ἄνεσιν εἰς τὸν ὑπουργὸν, διὰ νὰ σχολάσῃ καὶ πρὸς τὰ καθήκοντα τῆς διοικήσεως, τὰ ὁποῖα εἶναι τὰ ζωτικώτερα συμφέροντα πάσης κοινωνίας. Εἶναι δυνατὸν ἓν ὑπουργεῖον νὰ διοικήσῃ παρευρισκομένων τῶν Βουλῶν; Παρ’ ἡμῖν οἱ ὑπουργοὶ διὰ νὰ διοικήσωσι πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν πολιτικὴν μέριμναν, πρέπει νὰ ᾖναι ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὰς ἀσχολίας τῆς ἀμύνης ἐνώπιον τῶν Βουλευτικῶν Σωμάτων, πρέπει νὰ ᾖναι ἀπηλλαγμένοι ἀπὸ τὰς ἀξιώσεις, τὰς ὁποίας αἱ πολιτικαὶ ἀνάγκαι συνεπάγονται μεθ’ ἑαυτῶν· πρέπει νὰ σχολάζωσι, καὶ διὰ νὰ σχολάζωσι πρέπει αἱ Βουλαὶ νὰ μὴ ᾖναι παροῦσαι. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν οἱ ὑπουργοὶ δὲν διοικοῦσιν, ἀλλὰ κυβερνῶσι μόνον· ἐκεῖ οἱ ὑπουργοὶ, οἱ γενικοὶ γραμματεῖς τῶν ὑπουργείων εἶναι ἐπιτετραμμένοι τὰ καθήκοντα τῆς διοικήσεως ὁ ὑπουργὸς ἀσχολεῖται εἰς τὴν γενικωτέραν μέριμναν τῆς Κυβερνήσεως. Εἰς ὅλα τὰ λοιπὰ μέρη τῆς Εὐρώπης οἱ ὑπουργοὶ διοικοῦσι, διότι ἄλλο τὸ διοικητικὸν σύστημα τῆς ἠπειρωτικῆς Εὐρώπης καὶ ἄλλο τὸ τῆς Ἀγγλίας. Ὅπου οἱ ὑπουργοὶ διοικοῦσιν, ἐκεῖ ἐξ ἀνάγκης πρέπει νὰ ὑπάρχῃ καιρὸς διὰ τὰς φροντίδας τῆς διοικήσεως, καὶ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ὁ καιρὸς, πρέπει νὰ μὴ περιστοιχίζωνται ἀπὸ τοὺς κλέπτοντας αὐτόν. Δὲν ἐννοῶ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἔφερεν εἰς τὸ μέσον ὁ προλαλήσας φίλος μου. Ὁ Κ. Σαρίπολος μᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ Βουλαὶ πρέπει νὰ παρακάθηνται διηνεκῶς πλησίον τοῦ ὑπουργείου, διὰ νὰ δύνωνται νὰ ἐλέγχωσι τὴν πορείαν αὐτοῦ. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὡς πρὸς τὴν πορείαν τοῦ ὑπουργείου, τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν τὸ ἔχουσι πάντοτε· δὲν ἀπεκδύονται αὐτοῦ ἐὰν τυχὸν δὲν συνεδριάζωσι. Τὸ ὑπουργεῖον ὀφείλει λόγον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς, οὐχὶ μόνον διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας αὐτῆς συνεδριαζούσης ἐπεχείρησεν, ἀλλὰ καὶ διὰ τὰς πράξεις, τὰς ὁποίας κατὰ τὴν ἀπουσίαν αὐτῆς ἐξετέλεσε. Τὸ δικαίωμα τοῦ ἐλέγχειν δὲν ἀπόλλυται διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῶν συνεδριάσεων. Ἂν τὸ δικαίωμα τοῦτο ἐπρόκειτο νὰ ὑποστῇ σπουδαῖον περιορισμὸν θὰ εἶχον ἴσως κἄποιον δίκαιον, νὰ ζητήσωσι νὰ θυσιάσωμεν εἰς αὐτὸ τὰ καθήκοντα καὶ τὰ συμφέροντα τῆς διοικήσεως. Ὁ Κ. Δεώπουλος μᾶς εἶπεν, ὅτι αἱ παρεκβάσεις τοῦ παρελθόντος προῆλθον ἐκ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· ἀλλὰ, Κύριοι, πολλάκις ἠκούσατε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ὅτι οἱ Βουλευταὶ τῆς παρελθούσης ἐποχῆς, τοὺς ὁποίους πολλοὶ ἐθεώρησαν ὡς τὰ παραρτήματα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, συνέπραττον εἰς τὴν κακὴν κατάστασιν τῶν πραγμάτων. Τοῦτο εἶπον ὅσοι κατηγόρησαν τοὺς Βουλευτὰς καὶ τοὺς ὑπουργοὺς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης. Τὸ κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, δὲν δύναμαι νὰ διαιρέσω τὴν εὐθύνην, δὲν δύναμαι νὰ εἴπω, ὅτι μόνον οἱ ὑπουργοὶ, μόνον τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐν τῷ παρελθόντι ἡμάρτησαν, καὶ ὅτι τὰ πρόσωπα, πρὸς τὰ ὁποῖα ὤφειλον εὐθύνην οἱ ὑπουργοὶ, ἤτοι τὰ πρόσωπα τῶν Βουλευτῶν ἦσαν ἐκτὸς πάσης αἰτίας. Νομοσχέδια ἐπαρουσιάζοντο κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν τῆς Συνόδου. Τὰ νομοσχέδια ταῦτα ἠδύνατο ἡ Βουλὴ νὰ τὰ ἀποκρούσῃ, διὰ νὰ δώσῃ μάθημα εἰς τὴ Κυβέρνησιν ἐκείνην, ἵνα μὴ παίζῃ μὲ τὰ σπουδαιότερα τοῦ Ἔθνους συμφέροντα. Καμμία ὅμως Βουλὴ δὲν ἀπέκρουσε τὰ νομοσχέδια ἐκεῖνα, καί, ἂν δὲν μὲ λανθάνῃ ἡ μνήμη εἰς ἕνα τοιοῦτον νόμον, ὁ ὁποῖος εἰσήχθη καὶ ἐπεψηφίσθη διὰ τοιούτου τρόπου ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Κυρίου Βούλγαρη, κατὰ τὸ ἔτος 1856, εἰς τὸν νόμον, ὅστις περιώρισε τὴν διάρκειαν τῶν Βουλευτικῶν σωμάτων, ἢ διὰ νὰ ἐκφρασθῶ ἀκριβέστερον εἰς τὰς περιστάσεις τοῦ νόμου ἐκείνου, χρεωστεῖ καὶ ὁ Κύριος Δεώπουλος τὴν εἴσοδόν του εἰς τὴν Βουλήν, διότι ἕνεκα τῆς ψήφου, ἣν ἔδωκαν κατὰ τοῦ νόμου ἐκείνου, ἀπεκλείσθησαν ἀπὸ τὰς ἑπομένας βουλευτικὰς ἐκλογὰς οἱ Κύριοι Μελετόπουλος καὶ Κορφιωτάκης, καὶ ἀποκλεισθέντων αὐτῶν εἰσήλθατε ὑμεῖς. Μὴ νομίσετε δέ, Κύριοι, ὅτι οἱ ὑπουργοί, οἱ ὁποῖοι θὰ σχολάσουν πρὸς τὰ συμφέροντα τῆς διοικήσεως ἐπὶ ἕξ, ἐπὶ ἑπτὰ μῆνας, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ οὗτοι θὰ ἦναι ἄνευ εὐθύνης· ἂν ἡ Βουλὴ λείψῃ, ἡ κοινὴ γνώμη, ὁ τύπος μένουσιν ἄγρυπνοι φύλακες τῆς διαγωγῆς τῶν ὑπουργῶν. Καὶ εἶναι καλὸν νὰ γνωρίζωσιν ὅλοι οἱ ἀναμιγνυόμενοι εἰς τὰ πολιτικὰ πράγματα, ὅτι ἡ νομικὴ εὐθύνη δὲν ἀναιρεῖ, δὲν ἀποκλείει πᾶν ἄλλο εἶδος εὐθύνης. Ἂν ἡ Βουλὴ ἤθελεν ἀποδείξει ὅτι κατέλαβεν αὐτὴν νήδυμος ὕπνος περὶ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ δικαιώματος τοῦ ἐλέγχειν τοὺς ὑπουργούς, ἡ κοινὴ γνώμη θέλει ἀγρυπνεῖ, καὶ ἐπιτηρεῖ αὐστηρῶς τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν. Φρονῶ, ὅτι ὁ περιορισμὸς τῆς διαρκείας τῆς συνεδριάσεως τῆς Βουλῆς ἐντὸς ὡρισμένου χρόνου ἀποβαίνει ἀπαραίτητος, ὅπως ἀφήσωσι τοὺς ὑπουργοὺς ἐλευθέρους πρὸς ἐξάσκησιν τῶν διοικητικῶν καθηκόντων, μὲ τὰ ὁποῖα ὁ ὀργανισμὸς τῆς πολιτείας ἐπιφορτίζει τοὺς ὑπουργούς. Ὁ προσδιορισμὸς οὗτος εἶναι προσέτι συντελεστικώτατος πρὸς ἐξάσκησιν πραγματικοῦ ἐλέγχου. Κατὰ τὸ διάστημα τῆς ἀπουσίας τῆς Βουλῆς, τὸ ὑπουργεῖον θέλει ὑπέχει ἀμέσως λόγον ἐνώπιον τῆς κοινῆς γνώμης, καὶ τὴν δύναμιν τῶν ἐκφράσεων αὐτῆς δὲν θέλει περιστέλλει ἐν τῷ διαστήματι τούτῳ ἡ ψῆφος τῆς Βουλῆς, ἐάν ποτε αὕτη συμπέσῃ νὰ ἐμπνέηται ἀπὸ πνεῦμα φιλαρεσκείας πρὸς τὴν Κυβέρνησιν.
§103ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, μόνοι οἱ ὀπαδοὶ τοῦ ἀπολυτισμοῦ δύνανται νὰ ἔχωσι τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ἐξέφρασεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ ἐξουσία νὰ περιορίζῃ τὸν χρόνον τῆς διαρκείας τῶν βουλευτικῶν σωμάτων. Ἄνθρωποι ἐλθόντες νὰ προστατεύσωσιν ἐθνικὰ δικαιώματα δὲν πρέπει νὰ παραγνωρίζωσι τοιαύτας ἀρχάς, παραχωροῦντες εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἤτοι εἰς τὸν νόμον τὸν χρόνον, καθ’ ὃν θέλουν ἀντιπροσωπεύεσθαι αἱ ἀνάγκαι τῆς πατρίδος, διὰ τοῦ ἔθνους, καὶ τὸ ἔθνος εἶναι ἡ Βουλή· δὲν δικαιούμεθα νὰ θέσωμεν περιορισμόν τινα. Ὁ κύριος Κουμουνδοῦρος καὶ ὁ καταβὰς τοῦ βήματος ὡρμήθησαν εἰς τὸ νὰ ὑποστηρίξωσι τὸν περιορισμὸν τοῦ ἀνωτάτου ὅρου ἀπὸ τὴν κακὴν ὁδὸν τῆς πεσούσης ἐξουσίας. Καὶ εἰς ποῖον ἄλλο κυρίως ἀντικείμενον περιστρέφοντο αἱ ἐργασίαι τῶν ὑπουργῶν ἐρχομένων τῶν βουλῶν, ἢ εἰς τὸ ἄθλιον γεγονός, τὸ ὁποῖον καὶ τὸ παρελθὸν ἠμαύρωσε καὶ τὸ μέλλον θὰ βλάψῃ, παρὰ εἰς τὴν μεταλλαγὴν τοῦ προσωπικοῦ τῶν ὑπαλλήλων; Καὶ τί νομίζετε; ὅτι διὰ τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῆς διαρκείας τῆς Βουλῆς σώζετε τὴν πατρίδα; Καὶ τότε θέλουν γίνεσθαι μεταλλαγαὶ τῶν ὑπαλλήλων, τὸ κακὸν τοῦτο ἕτερον μέσον θέλει θεραπεύσει, καὶ τὸ μέσον εἶναι νὰ γίνῃ ὁ νόμος περὶ τῶν προσόντων τῶν ὑπαλλήλων· ἄνευ τοῦ νόμου τούτου ἀδιακόπως ἡ ὑπηρεσία θὰ εὑρίσκεται εἰς ἀναστάτωσιν. Ἂν ὑπῆρχεν ὁ νόμος οὗτος, ἡ ἐξουσία ἤθελεν εἶσθαι εἰς θέσιν καλλιτέραν. Ἔπειτα, Κύριοι, πρὸς τί ὁ περιορισμός, ἀφοῦ ἡ ἐξουσία ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τῆς βουλῆς· ἂν αὕτη τυχὸν παραγνωρίσῃ τὰ συμφέροντα τοῦ ἔθνους. Ὁ Βασιλεὺς δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ κάμῃ ἔκκλησιν εἰς τὸν λαὸν, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ὁ λαὸς δὲν θέλει δώσει ψῆφον εἰς ἐκεῖνον, ὅστις ἀνέβαλε τὴν ψήφισιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἢ ἄλλου ἐνδιαφέροντος τοῦ Κράτους νομοσχεδίου. Ἡ κοινωνία γνωρίζει καλλίτερον παντὸς ἄλλου τὰ συμφέροντά της, καὶ δύναται νὰ προλάβῃ τὰ μέσα τῆς θεραπείας, ὁσάκις ταῦτα παραβλάπτονται. Ἔπρεπε μάλιστα ὁ Κύριος Κουμουνδοῦρος νὰ πεισθῇ, ὅτι δὲν πρέπει νὰ περιορισθῇ ὁ χρόνος διὰ τὸ παρελθόν. Τὸ παρελθὸν τὸ κατέκρινεν ὁ προλαλήσας, καὶ ὅμως ἔφερε παράδειγμα, ὅτι ἐν μιᾷ καὶ μόνῃ ἡμέρᾳ ἐψηφίσθησαν 2 προϋπολογισμοὶ, καὶ ὅτι συντομώτατα ἐπεψηφίσθησαν νόμοι σπουδαιότατοι, οὐχὶ διότι ἀνεβάλλοντο ἀπὸ κακὴν θέλησιν τῶν Βουλευτικῶν Σωμάτων, ἀλλ’ ἀπὸ τὴν θέλησιν τῆς ἐξουσίας· τοῦτο ἴσως θὰ ἐξακολουθῇ καὶ ἐν τῷ μέλλοντι καὶ ἐπὶ πολὺν ἀκόμη χρόνον, διότι ἡ ἀνατροπὴ τῆς δυναστείας τοῦ Ὄθωνος δὲν ἐξήλειψε διὰ μιᾶς καὶ τὰ κακὰ ἀποτελέσματα τῆς διοικήσεως ἐκείνης, μόνον δὲ ἡ αὐταπάρνησις καὶ ὁ πατριωτισμὸς δύνανται νὰ σώσωσι τὴν πατρίδα. Πρέπει λοιπὸν, φρονῶ, νὰ μὴ ὁρίσωμεν τὸν ἀπώτατον χρόνον εἰς τὸ Σύνταγμα, ἀφίνοντες τοῦτο εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§104ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Συμφωνῶ, Κύριοι, μὲ τὸν προλαλήσαντα Κύριον Καλόν· θεωρῶ καθῆκόν μου νὰ ἐκφράσω τὴν γνώμην μου, ὅτι εἶναι λίαν ἐσφαλμένον τὸ νὰ ὁρίσωμεν τὸν ἀνώτατον χρόνον τῆς διαρκείας ἑκάστης Συνόδου. Θέλουν γελάσει οἱ εὐρωπαῖοι βλέποντες ἡμᾶς νὰ κάμωμεν τοιοῦτον νεωτερισμόν. Εἰς κανὲν μέρος τοῦ κόσμου, τὰ ὁποῖα διακρίνονται καὶ διὰ τὰ φῶτά των καὶ διὰ τὸν πολιτισμόν των, δὲν ὑπάρχει τοῦτο. Τὸ ζήτημα εἶναι, διὰ τίνος τρόπου ν’ ἀφαιρέσωμεν τὰ μέσα τοῦ νὰ εὑρίσκουν συμφέρον οἱ Βουλευταὶ ἐν τῷ μέλλοντι νὰ παρατείνουν τὰς συνεδριάσεις των, καὶ ἡ θεραπεία ἔγκειται εἰς τὸν προσδιορισμὸν τῆς ἀντιμισθίας. Ἐὰν ἀποφασίσωμεν, ὅτι οἱ Βουλευταὶ θέλουν λαμβάνει ἐν συνόλῳ 1500–2000 δραχμὰς, εἴτε ταχέως, εἴτε βραδέως περαιώσωσι τὰς ἐργασίας των, τότε μὴν ἀμφιβάλλετε, ὅτι ὄντες οἱ πλεῖστοι πατέρες οἰκογενειῶν, θέλουν σπεύσει νὰ ἐπανέρχωνται εἰς τὰς οἰκογενείας των.
§105ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Τότε εἰμποροῦν νὰ καθήσουν 15 μόνον ἡμέρας καὶ ἔπειτα νὰ φύγουν.
§106ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὁ ἐλάχιστος χρόνος τῆς διαρκείας τῆς Συνόδου δὲν ὁρίζεται ἐκ φόβου μὴ ἀναχωρήσουν πρότερον οἱ Βουλευταὶ, ἀλλὰ μὴ κηρύττῃ λίαν συντόμως τὴν λῆξιν αὐτῆς ἡ Κυβέρνησις, ὅπως μένῃ ἐλευθέρα. Ἂν θὰ ὑπάρχουν σπουδαῖα ἀντικείμενα πρὸς συζήτησιν, ὁ Βασιλεὺς δὲν θέλει κηρύξει τὴν λῆξιν τῆς συνόδου πρὸ τῆς συζητήσεώς των. Ἐν τούτοις οἱ Βουλευταὶ μὴ ἔχοντες προσωπικὸν συμφέρον νὰ κάθηνται εἰς Ἀθήνας, θέλουν ἀναγκάζει τοὺς ὑπουργοὺς, ἂν ἔχωσι σπουδαῖα ἔργα, νὰ τὰ φέρωσι τὸ ταχύτερον. Ὁρίζοντες ὅμως, ὅτι ὁ μέγιστος ὅρος θέλει εἶσθαι τέσσαρες ἢ ἓξ μῆνες, πράττομεν τολμηρὸν νεωτερισμὸν, ὁ ὁποῖος ἀντιβαίνει εἰς πᾶν ὅ,τι ὑπάρχει ἐν Εὐρώπῃ Ποῖος θέλει πεισθῆ, ὅτι ἓν ἑκατομμύριον ἀνθρώπων κατέχει τοιαύτην πεῖραν καὶ τοιαῦτα φῶτα, ὥστε νὰ κάμνῃ πηδήματα μεγάλα εἰς διοικητικὰ καὶ συνταγματικὰ ζητήματα, παρεκτρεπόμενον ἐκ τοῦ καθεστῶτος τῆς Εὐρώπης; Ποῦ ἀλλοῦ ὑπάρχει εὐλόγως τοιαύτη διάταξις, ὥστε νὰ ὑπάρχῃ καὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα; καὶ πῶς συμβιβάζεται ὁ περιορισμὸς τοῦ ἀνωτάτου χρόνου μὲ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Βασιλεὺς νὰ κηρύττῃ τὴν λῆξιν τῆς Βουλευτικῆς συνόδου; Ὅταν παρέλθουν 4 ἢ 6 μῆνες, κατὰ τὴν προτεινομένην διάταξιν, αὐτοδικαίως ἡ Βουλὴ θὰ διαλύεται· καὶ ἂν ὑπάρχουν ἐκκρεμεῖς ἐργασίαι, θὰ διαλυθῇ ἀφ’ ἑαυτῆς ἡ Βουλὴ, ἅμα ληξάντων τῶν ἓξ μηνῶν! Τὴν μεγάλην παράτασιν τῶν συνόδων ἡ παρελθοῦσα ἐξουσία τὴν ἐπέῤῥιπτεν εἰς βάρος τοῦ ἔθνους, ἐν ᾧ αὐτὴ ἔπταιε μὴ χειραγωγοῦσα τὴν πλειονοψηφίαν, μηδὲ παρουσιάζουσα ἐγκαίρως τὰ πρὸς ψήφισιν νομοσχέδια.
§107ΖΕΡΒΑΣ. Ἑκατὸν σαράντα ἄνθρωποι δὲν εἶναι τὸ ἔθνος.
§108ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔπειτα, Κύριοι, δὲν βλέπομεν τὴν ἀνάγκην κατὰ πᾶσαν σύνοδον νὰ μεταβάλλωμεν τοὺς νόμους, καὶ πρὸ πάντων τοὺς οἰκονομικοὺς καὶ φορολογικούς. Πρέπει νὰ συνειθίσωμεν εἰς τοὺς ὑπάρχοντας νόμους, χωρὶς νὰ ἔχωμεν τὴν μανίαν νὰ κάμνωμεν καθ’ ἑκάστην νέους. Ποῖα θὰ ᾖναι τὰ ἀντικείμενα τῆς Βουλῆς; Πρέπει, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσωμεν εἰλικρινῶς, διότι πολλοὶ ἐξ ὑμῶν ἴσως θὰ ἔλθητε Βουλευταί. Κατὰ τὴν πρώτην σύνοδον ἢ περίοδον δύνανται νὰ γείνουν οἱ νόμοι, τοὺς ὁποίους προεκάλεσεν ἡ μεταπολίτευσις καὶ ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου. Ἀλλὰ τούτων γενομένων ποῖα ἄλλα θὰ ᾖναι τὰ συνήθη ἔργα Βουλῆς μικροῦ ἔθνους παρὰ τὰ τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ ἀπολογισμοῦ; Ἐὰν θὰ εἰσάγηται ἐγκαίρως ὁ προϋπολογισμός, συνήθως θὰ τελειώνουν αἱ ἐργασίαι ἐντός τριῶν μηνῶν. Τί ζητήματα ἐξωτερικὰ θὰ ἀπασχολοῦν τὴν Ἑλλάδα; Ἀλλὰ μέχρι τοῦδε τὸ ὑπουργεῖον δὲν εἰσῆγεν ἐγκαίρως τὸν προϋπολογισμόν. Τὸ κακὸν θεραπεύεται διὰ τῆς προτάσεως, τὴν ὁποίαν ἔλαβε τὴν καλωσύνην νὰ κάμῃ ὁ Κύριος πληρεξούσιος Ζακύνθου, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ εἶχα σκοπὸν νὰ ὑποβάλω, ὅτι δηλαδὴ ὁ προϋπολογισμὸς πρέπει νὰ εἰσάγηται ἐν ἀρχῇ τῆς συνόδου, ἢ καὶ πρὶν γίνῃ ἡ ἀπάντησις εἰς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως. Τοῦτο εἶναι θεωρία κοινοτάτη τῶν φιλελευθέρων, εἶναι τὸ Αʹ. τοῦ ἀληθοῦς Συνταγματικοῦ Δικαίου ἐν Εὐρώπῃ, διότι αἱ Βουλαὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀπαντήσωσιν εἰς τὸν λόγον τοῦ Βασιλέως πρὶν ἴδωσι τὴν οἰκονομικὴν κατάστασιν τοῦ Κράτους. Τότε λοιπὸν πρέπει νὰ εἰσάγηται, καὶ οὐχὶ 5 ἢ 10 ἡμέρας πρὸ τῆς λήξεως τῆς συνόδου. Ἂν θέσωμεν αὐτὴν τὴν διάταξιν, προλαμβάνομεν τὸ ἄτοπον· ἀλλὰ καὶ τότε δύναται τὸ ὑπουργεῖον νὰ εἰσαγάγῃ μὲν τὸν προϋπολογισμὸν ἐγκαίρως, καὶ μολαταῦτα νὰ ἐνεργήσῃ, ὥστε ἡ ἐξέλεγξις παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ προϋπολογισμοῦ νὰ μὴ προβαίνῃ καὶ νὰ μείνῃ μέχρι τῶν τελευταίων ἡμερῶν τῶν πρὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου. Τοῦτο συνέβαινε, καὶ φοβοῦμαι μήπως συμβῇ καὶ πάλιν. Ταῦτα λοιπὸν δὲν ἀποφεύγομεν, ὁρίζοντες τὸν μακρότερον χρόνον τῆς διαρκείας. Τὸ μέγιστον, Κύριοι, ἐπιχείρημα κατὰ τῆς προτάσεως ταύτης εἶναι, ὅτι δὲν ὑπάρχει εἰς κανὲν μέρος τοῦ Κόσμου, καὶ ὅτι νομοθετοῦντες αὐτὴν, θὰ πράξωμεν νεωτερισμὸν, δυνάμενον νὰ ἔχῃ σοβαρὰς συνεπείας, καὶ νὰ ἀλλοιώσῃ τὴν θέσιν καὶ τὰ δικαιώματα τῆς Βουλῆς. Κατόπιν ἡ πεῖρα θέλει μᾶς διδάξει τὰ ἀτοπήματα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ μόνον ὁ ἐλάχιστος χρόνος τῆς διαρκείας τῆς Συνόδου, τοῦ μεγίστου μένοντος εἰς τὰς πολιτικὰς περιστάσεις καὶ εἰς τὴν εὐθύνην τῆς Κυβερνήσεως τοῦ Βασιλέως.
§109Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ἐπίστευον, Κύριοι, ὅτι ἐπὶ τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἀντικειμένου, οὐχὶ μόνον ἡ μεγάλη πλειοψηφία τῆς Συνελεύσεως ἤθελε συμφωνήσει, ἀλλ’ ὅτι παμψηφεὶ ἤθελε παραδεχθῇ ἡ ἀνάγκη τοῦ περιορισμοῦ τοῦ χρόνου τῶν Βουλευτικῶν Συνεδριάσεων. Εἶναι ἀναντιῤῥήτως ἀληθὲς, ὅτι ἡ κοινοβουλευτικὴ ἐλαστικότης τοῦ Συνταγματικοῦ μηχανισμοῦ ἀφαιρεῖται δι’ αὐτοῦ τοῦ περιορισμοῦ, κατὰ θεωρίαν μόνον· πρακτικῶς δὲ αἱ ἀσχημίαι τοῦ παρελθόντος, αἱ πρὸς αὐτὸ τὸ ἀντικείμενον, εἶναι τοιαῦται, ὥστε ἀπορῶ, πῶς οἱ λόγοι, τοὺς ὁποίους ἐξέφρασεν ὁ ἔντιμος ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν, θὰ γίνουν παραδεκτοί. Ἀγορεύων πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τῆς συντάξεως τῶν Γερουσιαστῶν ἐν παρόδῳ ἀνέφερον, ὅτι ἡ μεγάλη ἐκείνη ἀσχημία, ἡ αὔξησις τῆς Γερουσιαστικῆς καὶ Βουλευτικῆς ἀποδοχῆς καὶ ἡ εἰσαγωγὴ τοῦ λεγομένου ἐπιδόματος ἔλαβε τὴν πηγὴν εἰς τὴν ἐπιθυμίαν, τὴν ὁποίαν ᾐσθάνθησαν ὅλαι αἱ Κυβερνήσεις, αἱ προλαβοῦσαι, ὅπως ἀποτινάξωσι τὸν ζυγὸν τῆς διηνεκοῦς παρουσίας τῶν Βουλευτικῶν Σωμάτων ἐν Ἀθήναις. Ἀπορῶ, Κύριοι, πῶς ὅλοι ἡμεῖς ἐλησμονήσαμεν, ὅτι ὁσάκις ἐγένετο λόγος κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὸ Ὑπουργεῖον περὶ τῆς ἀνάγκης ἑνὸς γενικοῦ μέτρου, ἑνὸς νομοσχεδίου, πάντοτε ἐφέρετο ὡς ἀντίκρουσις, ὅτι ἡ παρουσία τῶν Σωμάτων ἦτο τοιαύτη, ὥστε δὲν ἔδιδε καιρὸν εἰς τοὺς Ὑπουργοὺς νὰ σκεφθῶσιν ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου αὐτοῦ. Πληρέστατα παραδέχομαι, ὅτι ἡ διηνεκὴς παρουσία τῆς Βουλῆς ἐν Ἀθήναις δὲν θὰ φέρῃ, ὅπως πολλοὶ φρονοῦσι, τὴν ἐξέλεγξιν τῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ τὴν ταπείνωσιν τῆς Βουλῆς ἐνώπιον τῆς ἐξουσίας. Ἂν, Κύριοι, δὲν ἔχωμεν τὴν τόλμην ν’ ἀναγνωρίσωμεν τὴν ἀλήθειαν αὐτὴν, τότε φοβοῦμαι, ὅτι δὲν θὰ φθάσωμεν εἰς ἐκεῖνο τὸ ποθητὸν σημεῖον, τὸ ὁποῖον ὅλοι ἐπιζητοῦμεν. Κατ’ ἐμὲ τὸ ζήτημα δὲν ἐπιδέχεται πολλῶν συλλογισμῶν· ὑπάρχει ἐν τῇ συνειδήσει ὅλων ἡμῶν ἡ ἀνάγκη τοῦ νὰ παραδεχθῶμεν τὸ μέτρον τοῦτο· οὐχ ἧττον ὅμως ἐζήτησα τὸν λόγον, οὐχὶ διὰ νὰ εἴπω καὶ ἐγὼ ὅσα ἐνώπιον ἡμῶν ἐῤῥέθησαν ὑπὸ ἄλλων, ἀλλὰ διὰ νὰ κάμω τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Ζακύνθου. Διὰ τῆς προτάσεως ταύτης ὅλα σώζονται, διότι παρουσιαζομένου τοῦ προϋπολογισμοῦ ἐγκαίρως ἡ Βουλὴ λαμβάνει τὸν καιρὸν καὶ νὰ τὸν συζητήσῃ, καὶ νὰ φέρῃ εἰς πέρας τοὺς νόμους, οἱ ὁποῖοι ἤθελον τοῖς καθυποβληθῆ. Παραδέχομαι λοιπὸν τὸν περιορισμὸν τῶν Βουλῶν εἰς ἓξ μῆνας.
§110ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν· (θόρυβος).
§111ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ εἴπω δύω λέξεις ἐν συντόμῳ. Κύριοι, ἐπειδὴ εἶναι δίκαιον νὰ μὴ ἀπατώμεθα εἰς τὰς σκέψεις μας, πρέπει νὰ ἤμεθα πολὺ εἰλικρινεῖς, καὶ τὰ παραδείγματα, τὰ ὁποῖα φέρομεν, νὰ ᾖναι πολὺ εἰλικρινῆ, ὥστε νὰ μὴ ἀπατώμεθα ἐκ προμελέτης, καὶ οὕτω νὰ ἐρχώμεθα εἰς περιπλοκὰς καὶ εἰς κατηγορίας ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑπάρχουν. Λέγω, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ἀρχικὸν ζήτημα, ἐπειδὴ εἰς τὸν Βασιλέα δίδεται τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ συγκαλῇ τὴν Βουλὴν, δύναται καὶ μετὰ τὴν συγκάλεσιν νὰ τὴν διαλύσῃ ἀμέσως, μετὰ δύω ἡμέρας, διότι ἔχει καὶ τὸ δικαίωμα τοῦτο· ἐπειδὴ ὅμως ἐκ τούτου δύνανται νὰ συμβῶσιν ἄτοπα, ἐγὼ λέγω, ὅτι δὲν δύναται νὰ πράξῃ τοῦτο πρὶν τῶν τριῶν μηνῶν, μετὰ ταῦτα δὲ εἶναι εἰς τὴν διάκρισιν τῆς ἐξουσίας νὰ διαλύσῃ ἢ ὄχι. Ἐρχόμεθα τώρα νὰ ἐξετάσωμεν, ἂν καθίσταται λίαν ἀναγκαία ἡ διαμονή της, δι’ ἔργα τῆς Κυβερνήσεως, δι’ ἔργα νομοθετικά. Πρέπει ὅμως, Κύριοι, νὰ λέγωμεν τὴν ἀλήθειαν, ὅτι κατὰ τὸ παρελθὸν δὲν ἔπταιε πολὺ ἡ Βουλή· (θόρυβος). Λοιπὸν λέγω· εἶπεν ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος τοῦ νὰ ὁρισθῇ ὁ χρόνος, διὰ νὰ σπεύδῃ βεβαίως εἰς τὰς ἐργασίας της ἡ Βουλή· ἀλλ’ εἰπέτε μοι, ποία Κυβέρνησις ἔφερεν ἀμέσως τὸν προϋπολογισμόν; Ἂν ἐξετάσητε τὰ πρακτικὰ, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πολλάκις αἱ Βουλαὶ παρεπονέθησαν κατὰ τῶν Ὑπουργῶν, διότι ἠργοπόρησαν νὰ φέρωσι τὸν προϋπολογισμόν. Συνέβη, Κύριοι, ἐποχὴ, καθ’ ἣν ἐπεράσαμεν δύω προϋπολογισμοὺς τοῦ ἔτους, καὶ ἐπειδὴ ἦτον εἰς τὸ τέλος εἴπομεν, τί νὰ κάμωμεν; Σᾶς δίδομεν τὸν προϋπολογισμὸν τοῦ προηγουμένου χρόνου, καὶ ἐκάμαμεν μόνον δύω λέξεις. Ὁ προϋπολογισμὸς τοῦ ἐλευσομένου ἔτους θέλει ἰσχύει, ὅπως καὶ κατὰ τὸ παρελθόν. Εἴπομεν δὲ, ὅτι νὰ μᾶς φέρουν τὸν ἄλλον ἐγκαίρως. Τί συνέβη, Κύριοι; Ἦλθε καὶ ἡ ἄλλη Σύνοδος, καὶ τὸ Ὑπουργεῖον δὲν ἔφερε πάλιν τὸν προϋπολογισμόν. Λοιπὸν, Κύριοι, ποῖος ἀνέβαλεν; Ἡ ἐξουσία δὲν ἦτο εἰς κατάστασιν, ἑπομένως, καθὼς καὶ ἄλλοι προεῖπον, ὅταν ἡ ἐξουσία ἔχῃ τὰ ἔργα της (θόρυβος). Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ Κυβέρνησις πάντοτε ἥτις δὲν προΐσταται, δὲν ἔχει ἓν πνεῦμα, μίαν ἰσχὺν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, δὲν εἶναι Κυβέρνησις. Ἡ Κυβέρνησις λοιπὸν, ὅταν ἔχῃ τὸ πνεῦμά της καὶ τὴν ἰσχύν της, καὶ ἀπόδειξις ἦτο, ὅτι ὅλα ὅσα ἤθελε τὰ ἔκαμε τακτικὰ καὶ ἄτακτα, καὶ ὠφέλιμα καὶ ἐπιβλαβῆ. Καὶ μήπως δὲν ἠμποροῦσε νὰ συζητήσῃ; ἠδύνατο κάλλιστα, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν ὑπ’ ὄψιν τὸν προϋπολογισμόν (θόρυβος). Λοιπὸν λέγω, ὅτι ἡ Κυβέρνησις, ἥτις ἔχει εἰς χεῖράς της νὰ κρατήσῃ 5, 6 μῆνας, ἐκείνη εἶναι νωθρὰ Κυβέρνησις, ἀμελής, καὶ θὰ παραμελήσῃ·
§112ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκεῖ, ἀρκεῖ.
§113ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Λοιπόν, Κύριοι, ἂς μὴ παρασυρθῶμεν ἀπὸ λανθασμένας πληροφορίας καὶ παραβιάσωμεν οὕτως ὅ,τι συνταγματικῶς καὶ κανονικῶς εἶναι ὀρθόν.
§114ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§115ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§116ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Κύριοι, ὁ εἷς κατόπιν τοῦ ἄλλου, βουλευταὶ τοῦ παρελθόντος ἔλαβον τὸν λόγον, καὶ ὡς γραΐδια ἦλθον νὰ παραπονεθοῦν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως.
§117ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν εἴμεθα γραΐδια (γέλωτες).
§118ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἦλθον νὰ παραπονεθοῦν, διότι δὲν ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των ὅταν ἦσαν Βουλευταί, ἔρχονται σήμερον καὶ σᾶς λέγουν, ὅτι αἱ Βουλαὶ αἱ παρελθοῦσαι ἐξεπλήρωσαν τὸ καθῆκόν των, ἀλλ’ ὅτι ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἦτον ἐκείνη, ἥτις ἔκαμεν ὅλα τὰ σφάλματα. Καὶ τί ἦσθε σεῖς, Κύριοι; Σεῖς ἦσθε οἱ ἄγρυπνοι φύλακες τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν, τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Ποῦ εἶναι λοιπόν, Κύριοι, τὰ κατηγορητήρια, τὰ ὁποῖα ἐκάμετε ὡς Βουλευταὶ κατὰ τῆς τότε ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας; (θόρυβος). Μὴ θορυβεῖσθε, Κύριοι! Ὁ Κ. Ζέρβας ἀγορεύων ἀπὸ τοῦ βήματος σᾶς εἶπεν· ὅτι ἡ μηνιαία μισθοδοσία ἦτο ἐκείνη, ἥτις ἔκαμε τοὺς Βουλευτὰς νὰ παρατείνουν τὴν ἐν Ἀθήναις διαμονήν, διότι πολλοὶ ἐξ αὐτῶν τῶν Βουλευτῶν ὄχι μόνον μηνιαῖον εἰσόδημα 250 δραχμῶν δὲν εἶχον, ἀλλ’ οὔτε ἐτήσιον, καὶ συνεπεία τοῦ ὑλικοῦ καὶ ἰδιοτελοῦς αὐτοῦ συμφέροντος παρετείνετο ἡ ζωὴ τῆς Βουλῆς ἐν τῇ Καθέδρᾳ. Λέγω λοιπὸν καὶ ἐγὼ εἰς τὸν Κ. Ζέρβαν, ὅτι αἱ Βουλαὶ ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔκαμον τὸν Νόμον τοῦ περιορισμοῦ τῶν Νομοθετικῶν σωμάτων εἰς ἓξ μῆνας, καὶ μέσα εἰς τὴν ὁποίαν Βουλὴν ἦτο καὶ ὁ Κ. Ζέρβας......
§119ΖΕΡΒΑΣ. Ἔχεις λάθος.
§120ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Συνωμολόγησαν συνθήκην μὲ τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, ἡ μὲν ἐκτελεστικὴ ἐξουσία νὰ παραχωρήσῃ εἰς τοὺς Κ. Κ. Βουλευτὰς τὸ ἀντίτιμον τῆς μισθοδοσίας τῶν ἓξ μηνῶν, κατὰ τοὺς ὁποίους τοὺς περιώριζε νὰ ἀπουσιάζουν, ἐκείνη δὲ νὰ χορηγήσῃ τοὺς 6 μῆνας εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν· καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, ἐναντίον τοῦ συντάγματος ὁ Κ. Ζέρβας, ὅταν τῷ ἐδίδοντο αἱ 500 δραχ. κατὰ μῆνα δὲν εἶπεν ὅτι τὰς 250 θὰ λάβω, τὰς δὲ ἄλλας τὰς ἐπιστρέφω, διότι εἶναι ἐναντίον τοῦ συντάγματος...
§121ΖΕΡΒΑΣ. Εἰς τὸ προσωπικόν, Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον.
§122ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ Νόμος αὐτός, Κύριοι, ἂν δὲν λανθάνω, εἰσήχθη ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Κ. Βούλγαρη.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἀναδρομὴ εἰς τὸ παρελθὸν νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἔχῃ τὰ ὅριά της.
§124ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πῶς χωρὶς παρελθόν, πῶς θὰ κρίνωμεν;
§125ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὁ νόμος περὶ τῆς διαρκείας τῶν Νομοθετικῶν σωμάτων εἰσήχθη ἐπὶ τῆς πρωθυπουργίας τοῦ Κ. Βούλγαρη, ὅταν καὶ ὁ Κ. Ζέρβας ἠγόρευσεν ὑπὲρ αὐτοῦ, διότι τότε πρώτην φορὰν ἔλαβον τὴν τιμήν, ὄχι νὰ τὸν γνωρίσω ἐκ τοῦ πλησίον, ἀλλ’ ἐκ τοῦ θεωρείου, εἶδον τὸν Κ. Ζέρβαν ἀγορεύοντα ὑπὲρ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τὸν ἐγνώρισα (γέλωτες)· ἔρχεται λοιπὸν σήμερον καὶ σᾶς λέγει, μὴ δεσμεύετε, Κύριοι, τὰς χεῖρας καὶ τὸ λογικὸν τοῦ Ἔθνους. Ἀποκρίνομαι καὶ ἐγὼ εἰς τὸν Κ. Ζέρβαν, ἐὰν ἡ Ἑλλὰς δὲν εὐτυχήσῃ νὰ ἔχῃ ἀληθῆ βουλὴν, ἂς βεβαιωθῇ ὁ Κ. Ζέρβας, ὅτι εἴτε εἶναι, εἴτε δὲν εἶναι ὁ περιορισμὸς αὐτὸς ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, Σύνταγμα πράγματι δὲν ἔχει. Περιώρισαν, Κύριοι, τὸ δικαίωμα τῆς λήξεως τῶν νομοθετικῶν σωμάτων εἰς τὸν Βασιλέα, ἡ Συνέλευσις σήμερον διὰ τῆς ἀποφάσεώς της, διότι ἀπεφάσισεν, ὅτι πρὸ 3 μηνῶν δὲν δύναται ὁ Βασιλεὺς νὰ κηρύξῃ τὴν λύσιν τῆς συνόδου, κατ’ ἐμὲ, Κύριοι, ἀφ’ οὗ ἐτέθη αὐτὴ ἡ ἀρχὴ, πρέπει νὰ τεθῇ καὶ ἡ ἄλλη, τουτέστι τοῦ περιορισμοῦ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων ἐντὸς τοῦ χρόνου, κατὰ τὸν ὁποῖον πρέπει νὰ συνέρχωνται, τόσῳ δὲ περισσότερον, καθόσον μετὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἔφερεν ὁ Κ. πληρεξούσιος Ζακύνθου, νὰ ὑποβάλληται ἀμέσως τὸν ά μῆνα μετὰ τας ἀρχαιρεσίας καὶ τὴν ἀπάντησιν εἰς τὸν Βασιλικὸν λόγον ὁ προϋπολογισμὸς, ὡς τὸ σπουδαιότερον νομοθετικὸν ἀντικείμενον, νομίζω, ὅτι περιορισμὸς ἑξάμηνος δὲν δύναται νὰ ᾖναι περιορισμός. Τί μὲ λέγει ὁ Κ. Ζέρβας καὶ οἱ ἐναντιοφρονοῦντες; ὅτι ἐνδεχόμενον εἶναι ἔκτακτοι τῆς πατρίδος περιστάσεις καὶ σπουδαῖαι νὰ παρουσιασθῶσι, καὶ ἰδοὺ ἔχοντες αὐτὸν τὸν δεσμὸν καὶ περιορισμὸν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος, τὶ θὰ κάμωμεν; ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς ἐκτάκτου συνόδου· καὶ πῶ δὲν ἐσκέφθημεν ὅταν ἠθελήσαμεν νὰ ἀποφασίσωμεν τοὺς 3 μῆνας, ὅτι εἶναι ἐνδεχόμενον ἐπίσης, καὶ εἰς ἐκείνην τὴν περίστασιν νὰ παρουσιασθῶσιν ἔκτακτοι περιστάσεις; Ἰδοὺ, συνῆλθεν ἡ Βουλὴ σήμερον, καὶ αὔριον κηρύττεται ἕνας πόλεμος· καὶ ἐν τούτοις τὰ σώματα τὰ νομοθετικὰ δὲν πρέπει νὰ ᾖναι, ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία πρέπει νὰ μείνῃ ἐλευθέρα (θόρυβος ἀριστερόθεν).
§126ΘΕΟΧΑΡΗΣ. ...... (θόρυβος).
§127ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Μὴ μὲ στενοχωρεῖτε διὰ νὰ μὴ εἴπω περισσότερα.
§128ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Ὅλα νὰ τὰ εἴπητε.
§129ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τώρα σοῦ λέγω τὶ πρέπει νὰ εἴπω· ἔχομεν παραδείγματα, Κύριοι, τοῦ 59 εἰς τὴν Ἰταλίαν. Ὁ Βίκτωρ Ἐμμανουὴλ εἰς τὸ Πεδεμόντιον ἦτο ὁ Βασιλεὺς, καὶ τὸ Ἔθνος συνταγματικὸν, καὶ μολαταῦτα ἐπαρουσιάσθη μία τοιαύτη περίστασις (θόρυβος ἀριστερόθεν). Παρακαλῶ, ἔχετε ὑπομονήν. Ὅταν ἡ Βουλὴ αὐτὴ ἔλθῃ εἰς αὐτὴν τὴν περίπτωσι καὶ δώσῃ δικτατορικὴν ἐξουσίαν εἰς ἕνα Βασιλέα, ὅστις εἶναι συνταγματικὸς, καὶ ἀντιπροσωπεύει ἀληθῶς τὰ αἰσθήματα τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ καὶ τοῦ Ἔθνους, τότε κάμνει μίαν ἀντισυνταγματικὴν πρᾶξιν, διότι κατὰ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας θέτετε, οὐδεὶς θέλει τὸ παραδεχθῆ.
§130ΚΑΛΟΣ. Λοιπὸν θέλετε νὰ τὸ παραβαίνητε.
§131ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς θὰ τὸ παραβαίνητε, διότι δὲν ἔχετε μέρος εἰς τὴν λειτουργίαν τὴν συνταγματικήν.
§132ΚΑΛΟΣ. Ἐγὼ ἐπολέμουν, καὶ ἐπολέμουν θαῤῥαλέως (θόρυβος).
§133ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Σεῖς εἶσθε Διευθυντὴς τῆς Ἀστυνομίας καὶ ἐγὼ ἐπολέμουν εἰς τὸ φρούριον τῶν Πατρῶν τὸ 54 (θόρυβος).
§134ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως τὸ ἐλησμονήσατε.
§135ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θὰ τὸ λησμονῶ αἰωνίως, διότι ἀπεύχομαι νὰ τὸ ἴδω εἰς τὴν πατρίδα μου· θέλω καὶ ἐπιθυμῶ ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τῆς διαλύσεως τῆς Βουλῆς νὰ γίνηται εἰς πολὺ σπανίας περιστάσεις, καὶ μάλιστα καθ’ ἃς ἡ κοινὴ γνώμη θὰ ᾖναι ὑπὲρ τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας· διὰ τοῦτο δὲν τὸ ἀνέφερα· διότι τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως δὲν θέλω νὰ ἐξασκῆται καθημερινῶς. Ὁ Κ. Διομήδης Κυριακοῦ μᾶς εἶπεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ κάμνωμεν καινοτομίας, διότι ὅλα τὰ συντάγματα τῆς Εὐρώπης δὲν ἔχουν αὐτὴν τὴν καινοτομίαν· ἀπαντῶ εἰς τὸν καθηγητὴν τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, ὅτι ἡμεῖς κάμνομεν σύνταγμα διὰ τὴν Ἑλλάδα καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὸ σύνταγμα τῆς Ἀγγλίας· διότι ὅσα θέλουν ἂς λέγουν οἱ ἄλλοι, εἶναι ἀριστοκρατικὸν, καὶ ἀριστοκρατία ἐδῶ εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν δύναται νὰ σταθῇ, διότι ἡ μὲν ἄνω βουλὴ συγκροτεῖται ἀπὸ διαδοχικὰ πρόσωπα, ἡ δὲ κάτω ἀπὸ ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι ἔχουν δικαίωμα ψήφου δυνάμει τιμήματος, ἑπομένως εἶναι ἀποστερημένον τὸ μέγα πλῆθος τοῦ Ἀγγλικοῦ λαοῦ ἀπὸ τὴν ἐκλογικὴν Συνέλευσιν. Κατὰ συνέπειαν δὲν δύνασθε νὰ μεταφέρητε αὐτὰς τὰς διατάξεις τοῦ Ἀγγλικοῦ συντάγματος τῶν Ἀγγλικῶν ἕξεων εἰς τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, διότι ἐδῶ δὲν δύνανται νὰ σταθοῦν. Προχθὲς ἐλέγετε σεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ καταστήσωμεν μίαν τάξιν προνομιοῦχον διὰ τῆς ἰσοβίου γερουσίας, καὶ πῶς θέλετε νὰ μεταφέρητε τὰ Ἀγγλικὰ ἤθη καὶ ἔθιμα, ἐνῷ καὶ ὁ λαὸς καὶ ὁ χαρακτὴρ τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους, εἶναι ὅλως διαφορετικὰ ἀπὸ τὸν Ἑλληνικόν;
§136ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ. Αὐτὰ δὲν ἔχουν κἀμμίαν σχέσιν· ἀπὸ τὴν Πόλιν ἔρχομαι καὶ στὴν κορφὴ κανέλλα.
§137ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Σὺ δὲν τὰ ἐννοεῖς αὐτά. Λέγω λοιπὸν, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει πλοῦτος· ὑπάρχουν ἄλλα μέσα, δι’ ὧν ἡ ἀνεξαρτησία τῶν Βουλευτῶν τῶν Λόρδων, εἶναι ἀνωτέρα ἀπὸ τὴν εὐτελῆ συζήτησιν εἰς τὴν ὁποίαν ἔθεσε τὴν Βουλὴν τῆς Ἑλλάδος ὁ Κ. Ζέρβας· διότι, εἶπεν ὅτι, ὅταν θέσητε εἰς τὸ ἄρθρον τὴν ἀποζημίωσιν, τὴν ὁποίαν ἔχει νὰ λαμβάνῃ ὁ Βουλευτὴς καὶ νὰ τοῦ δώσητε διὰ μιᾶς, τότε αὐτὸν τὸν Βουλευτὴν τὸν κάμνετε νὰ σπεύσῃ εἰς τὰ ἔργα του καὶ νὰ τελειώσῃ· δηλ. τί σᾶς εἶπεν ὁ πληρεξούσιος τῆς Ἑρμιονίδος; ὅτι ὁ Βουλευτὴς τῆς Ἑλλάδος συνδέεται στενώτατα μὲ τὸ ὑλικὸν συμφέρον, καὶ ὅταν τὸν πληρώνητε μηνιαίως παρατείνει τὴν σύνοδον· ὅταν δὲ τοῦ δίδετε τὰ χρήματα διὰ μιᾶς σπεύδει. Καὶ ὅταν, Κύριοι, τὸν Βουλευτὴν τῆς Ἑλλάδος συνδέετε τόσον στενὰ μὲ τὸ ὑλικὸν συμφέρον, δὲν εἶναι σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας σας, ἡ δὲ ἑξάμηνος αὕτη προθεσμία τοῦ νὰ συζητηθοῦν ὅλα τὰ ἀντικείμενα τὰ ὁποῖα εἶναι ἀναγκαῖα ἐντὸς τῆς βουλευτικῆς συνόδου.....
§138ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Θὰ ᾖναι πάμπολλα εἰς τὸ ἑξῆς.
§139ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νομίζετε, καὶ τοι νομομαθὴς, ὅτι οἱ πολλοὶ νόμοι κάμουν τὰ ἔθνη, εἶσαι ἀπατημένος. Ὅταν λέγω τὸν συνδέετε τόσον στενὰ τὸν Βουλευτὴν μὲ τὸ ὑλικὸν συμφέρον, διατὶ δὲν φοβεῖσθε μήπως, ἀφοῦ τῷ δώσητε διὰ μιᾶς τὴν ἀποζημίωσιν σπεύσῃ εἰς τὴν ἐπαρχίαν του, ἢ εἴπῃ τῆς Κυβερνήσεως φέρετε νὰ τὰ περάσωμεν, διότι φεύγω, καὶ νὰ περάσῃ ὅλους τοὺς νόμους καὶ τὰ νομοθετήματα εἰς μίαν ἑβδομάδα; Λοιπὸν, Κύριοι, δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους εἶπον καὶ ἄλλοι πρὸ ἐμοῦ, ὑποστηρίζω καὶ ἐγὼ τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου πληρεξουσίου Μεσσήνης.
§140ΖΕΡΒΑΣ. Θὰ ἀπαντήσω εἰς ἓν προσωπικόν.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι προσωπικόν.
§142ΠΟΛΛΟΙ (ἀριστερόθεν). Πρέπει νὰ ὁμιλήσῃ.
§143ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε, Κ. Πρόεδρε, νὰ μὲ ἐμποδίσητε νὰ ὁμιλήσω· μὲ ὕβρισε.
§144ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλ’ ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Ἀντωνόπουλος.
§145ΖΕΡΒΑΣ. Μὲ ὕβρισεν, εἶπεν ὅτι ἐγὼ ἔκαμα τὸν νόμον ἐκεῖνον· θέλω νὰ ἀποδείξω ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται ἢ μὲ συκοφαντεῖ.
§146ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκετὰ εἶναι αὐτά.
§147ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ μὲ ἀρνηθῆτε τὴν τιμήν μου (θόρυβος).
§148ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξήλεγξε μόνον ὑμᾶς (θόρυβος), οἱ παραδεχόμενοι νὰ ὁμιλήσῃ ὁ Κ. Ζέρβας νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι), δὲν παρεδέχθη (θόρυβος ἀριστερόθεν).
§149ΤΙΝΕΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ προκαλέσητε ψηφοφορίαν περὶ τούτου.
§150ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἂς ὁμιλήσῃ, Κ. Πρόεδρε.
§151ΜΙΛΗΣΗΣ. Δὲν ἠμπορεῖτε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν τὰς διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ. Ἀφοῦ ὁ Κ. Ζέρβας θεωρεῖ ἑαυτὸν ἀτομικῶς προσβεβλημένον, ἡ Συνέλευσις δὲν δύναται νὰ μὴ τῷ δώσῃ τὸν λόγον.
§152ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐξαρτᾶται ἐκ τῆς κρίσεως τοῦ πληρεξουσίου, ἂν προσεβλήθη ἢ ὄχι· διότι τότε κατὰ πᾶσαν στιγμὴν ἠμπορεῖ νὰ λέγῃ ὅτι προσεβλήθη προσωπικῶς.
§153ΖΕΡΒΑΣ. Αὐτὰ εἶναι σοφίσματα.
§154ΠΑΠΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Ὀνομαστὶ μετεχειρίσθη θέμα τῆς ὁμιλίας του ὁ Κ. Πετιμεζᾶς τὸν Ζέρβαν καὶ δὲν τὸν προσέβαλε!
§155ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν νομίζω, ὅτι ὅσα εἶπεν ὁ Κ. Πετιμεζᾶς ὅτι ἀφώρουν τὸν Κ. Ζέρβαν, ἀλλ’ ὅλους ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔλαβον μέρος εἰς τὰς Βουλάς.
§156ΖΕΡΒΑΣ. Δὲν κρίνω τὴν τιμήν μου, Κύριοι· τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι ἔπρεπε νὰ ῥίψωμεν πέπλον λήθης εἰς τὸ παρελθόν· ἀλλ’ ὅταν ἐρχώμεθα, καὶ ἰδίως οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἔσπρωξαν τὰ πράγματα διὰ τῆς διαφθορᾶς, καὶ κατέστησαν πολλοὺς ἀνθρώπους διεφθαρμένους, καὶ ἔρχονται σήμερον νὰ ἀποδώσουν τὴν διαφθορὰν ἐκείνην ἐν γένει εἰς τὸ κράτος, εἶναι καθῆκον ἑκάστου πληρεξουσίου νὰ ἔλθῃ νὰ ὑποστηρίξῃ τὴν τιμήν του καὶ τὴν ἐθνικὴν τιμήν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προσωπικοῦ περιορισθῆτε, Κ. Ζέρβα.
§158ΖΕΡΒΑΣ. Μάλιστα, καὶ μὴ μὲ ζαλίζετε ἐκ τοῦ ὄπισθε. Ἡ διαφθορὰ, φαίνεται, εἴς τινας ἀνθρώπους παρεισέδυσε τοσοῦτον εἰς τὰς φλέβας αὐτῶν, ὥστε τὸ αἷμα ἐμολύνθη καθ’ ὁλοκληρίαν, καὶ δὲν ἔχουν τὴν παραμικρὰν συνείδησιν τῶν πράξεών των. Ἔρχονται ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου καὶ ἐκφράζονται ἀσυστόλως ψεύδη, τὰ ὁποῖα οὐδόλως ὑπάρχουσι, καὶ τὰ ὁποῖα ἡ κοινωνία αὐτὴ μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἴδιος καταδεικνύει. Τὶ σᾶς εἶπε, Κύριοι ὁ προλαλήσας; Ὁ Ζέρβας ἦλθε καὶ ἔλαβε μέρος εἰς τὸν νόμον τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἐργασίας τῆς Βουλῆς. Εὑρίσκεται εἰς μεγάλην ἀπάτην ἢ ἠθέλησε νὰ μὲ συκοφαντήσῃ. Ἐγὼ, Κύριοι, ἤμην ἀκροατὴς εἰς τὴν τελευταίαν σύνοδον τῆς 4 περιόδου, ὅταν συνετάχθη, ὑπουργοῦντος τοῦ Κ. Κουμουνδούρου.
§159ΠΟΛΛΟΙ. Τοῦ Κ. Βούλγαρη.
§160ΖΕΡΒΑΣ. Ἐννοῶ τοῦ νῦν ὑπουργοῦντος Κουμουνδούρου. Ἐγὼ ὡς ἀκροατὴς ἤκουσα ἕνα ἐκ τῶν προλαλησάντων, τὸν Βουλευτὴν τῆς Ὕδρας ὅστις εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος, ὅτι τὴν ά. φορὰν, ὅτε ἦλθε τὸ νομοσχέδιον αὐτὸ ἐπὶ Μαυροκορδάτου ἤμην ἐναντίος, διότι προσέβαλε τὰ δικαιώματα τῆς πατρίδος, ἀλλὰ σήμερον συναινῶ καὶ ἐγώ. Ἐνθυμοῦμαι κάλλιστα τὴν ἀγόρευσιν, καὶ συνεπὴς εἰς τὴν παλιμβουλίαν αὐτὴν εἶναι καὶ σήμερον.
§161Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Τὸν λόγον, Κ. Πρόεδρε.
§162ΠΟΛΛΟΙ. Ἄλλο προσωπικόν. (Γέλωτες).
§163ΖΕΡΒΑΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, ὄχι μόνον δὲν ἤμην Βουλευτὴς εἰς τὰ 55, διότι ἦλθον εἰς τὴν κατόπιν περίοδον τοῦ 56, ἀλλὰ σᾶς λέγω προσέτι, ὅτι καθόσον ἀφορᾷ καὶ τὴν ἄλλην μέμψιν, τὴν ὁποίαν μᾶς ἔκαμαν, ὅτι ἐθελήσαμεν δῆθεν νὰ πάρωμεν ὁλόκληρον τὴν μισθοδοσίαν τοῦ ἔτους δι’ ἓξ μῆνας, μᾶς τὸ ἔφερεν ὁ ἴδιος ὁ τότε ὑπουργὸς Κ. Κουμουνδοῦρος, καὶ ἡμεῖς τὸ ἀπεκρούσαμεν, καὶ παρεδέχθημεν μόνον χάριν ἀβροφροσύνης (ὤ! ὤ!) Τί φωνάζετε ὤ, ὤ; Σταθῆτε νὰ ἀκούσητε.
§164ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοὶ εἰπῆτε πόσον ἔφερε τὸ ὑπουργεῖον, καὶ πόσον παρεδέχθητε ὑμεῖς, (γέλως).
§165ΖΕΡΒΑΣ. Ἀκούσατε! μὴ εἶσθε προπέται· μὴ κάμετε ὤ, ὤ, διότι ἐγὼ θὰ κάμω ἅ, παρεδέχθημεν, καθόσον ἀπέβλεπε τὸ μέρος τῆς Γερουσίας, ὄχι διότι τὸ ἠθελήσαμεν, ἀλλ’ εἴπομεν, ὅπως ἡμεῖς ἐν τῷ δικαιώματί μας ἀπεῤῥίψαμεν τὸ μέρος μας, ν’ ἀφήσωμεν νὰ ἀποῤῥίψουν ἐκεῖνοι τὸ ἰδικόν των· καὶ εἶναι μάρτυρες οἱ τότε βουλευταὶ νὰ μὴ φανῶμεν, ὅτι προσβάλλομεν τὸ νομοσχέδιον, ὄχι, νὰ τὸ ῥίψουν ἐκεῖνοι, ἀλλ’ ὅταν ὑπῆγεν εἰς τὴν Γερουσίαν τὸ ἰδικόν μας ἐῤῥίφθη, τὸ ἰδικόν τους παρεδέχθησαν· εἰς αὐτὸ τὸ νομοσχέδιον παρευρέθην. Ἄλλως τε ὅταν μᾶς ἔκβαλον ἡμᾶς μὲ τῆς κλοτσαῖς ἀπὸ τὴν Βουλὴν, οἱ ὑπουργοὶ ἐκεῖνοι τὴν ἑπομένην περίοδον ἔφερον ἓν νομοσχέδιον, καὶ οἱ ἔντιμοι βουλευταὶ, οἱ ἐννόμως καὶ μὴ καλπονοθευμένοι ἐλθόντες τὰς 250 τὰς ἔκαμον 550. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ ἔντιμος προλαλήσας εὑρίσκεται εἰς μεγάλην ἀπάτην, ὅτι δὲν ἔλαβον μέρος μήτε ὑπὲρ τῆς διαρκείας, μήτε ὑπὲρ τοῦ λουφὲ, καὶ δὲν ἤμην ποτὲ συμπολιτευόμενος, ὅπως μαρτυρεῖ ὁλόκληρος ὁ τύπος τῆς Ἑλλάδος, καὶ τὰ πρακτικά. (Μάλιστα, μάλιστα). Ἔχω τὸ θάῤῥος νὰ εἴπω, ὅτι ἐγὼ καὶ ὀλίγοι ἀκόμη ἐσταθήκαμεν καὶ ἐπολεμήσαμεν ἀείποτε τὴν διαφθορὰν ἐκείνης τῆς αἰσχρᾶς Κυβερνήσεως, καὶ ὅτι μόνον αὐτὴ ἡ μικρὰ ἀντιπολίτευσις ἦτο ἡ ἀληθὴς ἐθνικὴ διαμαρτύρησις, δυνάμει τῆς ὁποίας τὸ ἔθνος ἔδωσεν ἕνα κλῶτσο, καὶ τὸν ἐτίναξεν εἰς τὴν Γερμανίαν τὸν Ὄθωνα. Δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα κανεὶς, χωρὶς νὰ ἐξετάσῃ τὰ πράγματα νὰ εἴπῃ, ὅτι ὁ Ζέρβας ἔλαβε μέρος εἰς αὐτὸ, πρέπει νὰ ἐξετάσῃ καλῶς καὶ ἐσκεμμένως. Σᾶς λέγω προσέτι, ὅτι πρὶν τοῦ 56 ὄχι βουλευτὴς, ἐκτὸς ὅτι ἤμην πρόεδρος δημοτικοῦ συμβουλίου οὐδεμίαν ἄλλην θέσιν τῆς Κυβερνήσεως εἶχον, οὔτε ὡς διοικητὴς, οὔτε ὡς ἀποθηκάριος (γέλως)· οὔτε τίποτε ἄλλο, ἐγὼ ἔχω τὸ μέτωπόν μου καθαρώτατον, καὶ δὲν ἀφίνω εἰς κανένα τὸ δικαίωμα νὰ ἔλθῃ καὶ νὰ μὲ συκοφαντῇ χωρὶς νὰ γνωρίζῃ καὶ νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθειαν (εὖγε).
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἐφωτίσθησαν.
§167ΣΠΗΛ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, ὁποίαν διαγωγὴν ἐτήρησάν τινες κατὰ τὸ παρελθὸν ὡς βουλευταὶ, τοῦτο δὲν εἶναι ἀνάγκη σήμερον νὰ τὰ φέρω ἐνταῦθα, περὶ τῆς διαγωγῆς ἑκάστου δύνανται νὰ μαρτυρήσουν αὐτὰ τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς.
§168ΔΑΓΡΕΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ τὸν λόγον, διὰ νὰ ἀποδείξω, ὅτι ὅσοι ἦσαν ἀφωσιωμένοι ἐκεῖνοι ἔγειναν βουλευταί.
§169ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τοὺς ἀγορεύοντας νὰ περιορίζωνται εἰς τὸ θέμα καὶ νὰ ἀπέχουν ἀπὸ προσωπικὰ ζητήματα.
§170Σ. ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Πάντη περιττὸν φρονῶ νὰ ἀντικρούσω τὰ ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου λεχθέντα κατὰ τῆς διαγωγῆς πάντων ἐν γένει τῶν κατὰ τὸ παρελθὸν χρηματισάντων βουλευτῶν. Δὲν θέλω νὰ σᾶς ἀποδείξω, ὅτι τοιαύτη γενικὴ μομφὴ εἶναι ὅλως ἄδικος καὶ ὅτι ὑπῆρξαν κατὰ τὸ παρελθὸν καὶ βουλευταὶ, οἱ ὁποῖοι ἀντέστησαν εἰς τὰς παρανομίας τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, καὶ ὕψουν ἀείποτε φωνὴν ὑπὲρ τῶν δικαιωμάτων καὶ ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους. Περιττὸν καθίσταται σήμερον νὰ ἀναφέρω, ὅτι ἀξιεπαίνως καὶ συμφώνως πρὸς τὸ κοινὸν συμφέρον ἐπολιτεύθησαν ὡς Βουλευταὶ οἱ Κύριοι, Ζέρβας, Παπαμιχαλόπουλος, Λεώπουλος, Βαλασσόπουλος καὶ τοσοῦτοι ἄλλοι, περὶ τῆς διαγωγῆς τῶν ὁποίων λαλοῦσι τὰ πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, καὶ οἵτινες εἶναι τοσούτῳ μᾶλλον ἀξιέπαινοι, ὅσον καί τοι ἀναδειχθέντες Βουλευταὶ τῆς ὑποψηφιότητος, δὲν παρέλειψαν τὸ πρὸς τὴν πατρίδα καθῆκόν των. Ὀφείλω ὅμως νὰ σᾶς εἴπω ἓν καὶ μόνον. Ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι ὡς Βουλευτὴς ἐψήφισα ὑπὲρ τοῦ περιορισμοῦ τῆς διαρκείας τῶν συνόδων τῆς Βουλῆς, ἐνῷ ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Βουδούρης, ὅστις σήμερον διατείνεται τὰ ἐναντία, εἶχε ψηφίσει κατά· μετεβάλομεν λοιπὸν γνώμην· ἄλλην γνώμην εἶχον ἐγὼ τότε, καὶ ἄλλην ἔχει σήμερον ὁ Κ. Βουδούρης. Ἐψήφισα τότε, Κύριοι ὡς Βουλευτὴς ὑπὲρ τοῦ προσδιορισμοῦ τοῦ ἀνωτάτου ὅρου τῆς διαρκείας ἑκάστης βουλευτικῆς συνόδου, ἀλλὰ σᾶς ἐξομολογοῦμαι ἐν συνειδήσει, ὅτι ἐὰν πρᾶξίς μου ὡς βουλευτοῦ μὲ ἐλέγχει, μὲ ἐλέγχει αὐτὴ, ἡ τοῦ περιορισμοῦ τῆς διαρκείας τῶν βουλευτικῶν συνόδων· διότι ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης κατεπνίγη περισσότερον ἡ φωνὴ τῆς Βουλῆς. Μέχρι τινός, Κύριοι, ὑψοῦντο φωναὶ γενναιότεραι, ὑψοῦντο φωναὶ κατὰ τῆς πορείας τῆς Κυβερνήσεως ἐκείνης· ἀλλὰ ἀπὸ τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ἐμβῆκεν εἰς ἐνέργειαν ὁ περὶ περιορισμοῦ τῶν βουλευτικῶν συνόδων νόμος, ἀπὸ τῆς στιγμῆς ἐκείνης κατεσίγησεν ἡ Βουλὴ, καὶ δὲν ἐβλέπομεν παρὰ δύο ἢ τρεῖς φωνὰς μόνον ἐξερχομένας ἐνίοτε καὶ ἐκ διαλειμμάτων ἀπὸ τοῦ βήματος ἐκείνου, τὰ δὲ λοιπὰ μέλη σιγῶντα καὶ ψηφίζοντα συμφώνως πρὸς τὴν ὑπουργικὴν θέλησιν. Τί ἐγίνετο εἰς αὐτὸ τὸ παρελθὸν, τὸ ὁποῖον σήμερον θέλουν νὰ σᾶς φέρουν πρὸς δικαιολόγησιν τῆς γνώμης των τοῦ νὰ τεθῇ ἐν τῷ πολιτεύματι διάταξις ὁρίζουσα τὴν κατ’ ἀνώτατον ὅρον διάρκειαν ἑκάστης βουλευτικῆς συνόδου; Τὸν Νοέμβριον ἐγίνετο ἔναρξις τῆς ἐλεύσεως τῶν βουλευτῶν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, παρήρχοντο δὲ 15–20 ἡμέραι μέχρις οὗ συνήρχοντο τοσοῦτοι ὅσοι ἀπῃτοῦντο εἰς κατάρτισιν τοῦ ἀπαιτουμένου ἀριθμοῦ πρὸς νόμιμον ἀπαρτίαν, μεθ’ ἣν ἐγίνετο ἡ ἐκλογὴ τοῦ Προεδρείου, μετὰ ταῦτα ἡ Κυβέρνησις διὰ διαφόρων μέσων παρέλυεν τὰς συνεδριάσεις, ὥστε ἕως νὰ συνεννοηθῶσιν οἱ βουλευταὶ πρὸς ἀλλήλους, ἕως νὰ λάβωσιν ὑπ’ ὄψιν τὰ νομοσχέδια, ἤρχετο ὁ Μάρτιος. Τὸν Μάρτιον ἠξεύρετε τί ἐγίνετο; Οἱ βουλευταὶ οἱ περισσότεροι, μοὶ τὸ ἔλεγον· ἓν πλῆθος ἐξ αὐτῶν μοὶ ἔλεγον ἰδοὺ προσεγγίζει ἡ λῆξις τῆς συνόδου, πρέπει νὰ τακτοποιήσωμεν τοὺς λογαριασμούς μας μετὰ τοῦ ὑπουργείου, διότι ἅμα φύγωμεν ἐν ψυχρότητι θέλουν καταστραφῆ τὰ συμφέροντά μας. Ἄλλως, Κύριοι, καὶ ὁ τότε νόμος ὥρισεν εἰς ἓξ μῆνας τὸν ἀνώτατον ὅρον τῆς διαρκείας τῶν βουλευτικῶν συνόδων, ἀλλ’ ἡ Κυβέρνησις εὑρίσκετο εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ παρατείνῃ τῆς ἐργασίας ἐπὶ ἕνα ἔτι μῆνα δι’ ἄλλου τρόπου. Κατὰ τὸν Ἀπρίλιον ἐπήρχετο Β. διάταγμα περὶ διακοπῆς τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς ἐπὶ ἕνα μῆνα, αἱ δὲ Βουλαὶ ἔμενον ἐνταῦθα σχολάζουσαι καὶ μόνη ἡ ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ εἰσηγητικὴ ἐπιτροπὴ ἐνησχολεῖτο εἰς τὴν ἐπεξεργασίαν αὐτοῦ καὶ εἰς τὴν σύνταξιν τῆς ἐκθέσεώς της. Σκοπὸς λοιπὸν τῆς διατάξεως ἐκείνης δὲν ἦτο ὁ περιορισμὸς τῆς διαρκείας τῆς βουλευτικῆς συνόδου κατ’ ἀνώτατον ὅρον εἰς ἓξ μῆνας, ἀλλὰ ὁ τῆς ἐλευθερίας τοῦ λόγου τοῦ Βουλευτοῦ. Ἐκ τούτου ἡ κυβέρνησις τὸν τελευταῖον μῆνα, ἢ μᾶλλον τὰς τελευταίας ἡμέρας ἑκάστης συνόδου ἐφρόντιζε νὰ εἰσάγῃ εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιψήφισιν ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερα νομοσχέδια, διότι ἐξέλειπεν ἡ συζήτησις. Ἀπόδειξις τῶν λόγων μου εἶναι ἡ ἀφθονία τῶν νομοσχεδίων τὰ ὁποῖα κατὰ τὴν τελευταίαν ἡμέραν ἢ μᾶλλον κατὰ τὴν στιγμὴν τῆς λήξεως ἑκάστης συνόδου εἰσήγοντο εἰς τὰς Βουλὰς, καὶ ἀσυζητητὶ ἐπεψηφίζοντο. Τί συνέβη ἀκόμη, Κύριοι; τὸ 1860 ἠθέλησεν ἡ Βουλὴ νὰ ἐκπληρώσῃ πράγματι τὸ καθῆκόν της, τότε ἀνεπτύχθη ὄχι πλειονοψηφία, ὡς ὄντος τούτου ἀδυνάτου, ἀλλ’ ἰσχυρὰ μειονοψηφία, ἥτις ἠθέλησε νὰ συζητήσῃ ὁπωσοῦν ἀκριβέστερον τὸν προϋπολογισμόν. Ποῖον δὲ τὸ ἀποτέλεσμα ἦτον ὡς ἐκ τοῦ στενοῦ τοῦ χρόνου; Νὰ μείνῃ τὸ ἔτος ἐκεῖνο τὸ Κράτος ἄνευ προϋπολογισμοῦ.
§171ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Πόσον ἐκάθησεν εἰς τὴν ἐπιτροπήν;
§172ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν ἦτο τὸ κακὸν ἰδικόν σας, ἦτο γενικόν. Σᾶς ἀπαντῶ ὅμως. Ἐὰν ἀνοίξητε τὰ τότε πρακτικὰ τῆς Βουλῆς, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ὁ προϋπολογισμὸς ἦλθεν εἰς τὴν Βουλὴν τὸν Μάρτιον μῆνα, ἐτυπώθη καὶ διενεμήθη εἰς τὰ τέλη του. Πότε ἔπρεπε νὰ ἐπεξεργασθῇ ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν πρὸς συζήτησιν; τὸν Ἀπρίλιον ἦλθον αἱ διακοπαί. Μ’ ὅλον τοῦτο ἡ ἐπιτροπὴ, τῆς ὁποίας πρόεδρος ἦτο ὁ ἔντιμος Κ. Καλλιφρονᾶς, εἰργάσθη τὸν Ἀπρίλιον μῆνα, καὶ συνεζητήθη ὁ προϋπολογισμὸς τὸν Μάϊον, ὅτε συγχρόνως ἦλθε καὶ σωρεία νομοσχεδίων· τὴν τελευταίαν μάλιστα ἡμέραν ἦλθεν ἀφθονία τόση, ὥστε καὶ ἡμεῖς οἱ Βουλευταὶ δὲν ἠξεύραμεν πῶς εὑρισκόμεθα. Ὁ προϋπολογισμὸς ἐν τούτοις ἔμεινεν ἀσυζήτητος ἐν τῇ Γερουσίᾳ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖον σᾶς λέγουν, ὅτι γίνεται διὰ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν ἀμέλειαν καὶ τὴν ἀδικαιολόγητον παράτασιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, δὲν θέλει ἔχει ἄλλο ἀποτέλεσμα, παρὰ νὰ καταπνίξῃ τὴν φωνὴν τοῦ ἔθνους, νὰ ἀφαιρέσῃ τὸν καιρὸν τῆς συζητήσεως, ἐν ᾧ ὅταν συνέρχηται τὸ ἔθνος διὰ τῶν Βουλευτῶν του πρέπει νὰ ἔχῃ τὸν ἀπαιτούμενον καιρὸν, ἵνα συζητῇ δεόντως μετὰ τῆς Κυβερνήσεως περὶ τῆς καταλλήλου θεραπείας τῶν διαφόρων ἀναγκῶν. Δὲν δύνασθε δὲ ἐκ προηγουμένου νὰ προσδιορίσητε ὡρισμένον χρόνον. Διότι ἀναλόγως τῆς σπουδαιότητος ἑκάστου ἀντικειμένου πρέπει νὰ δίδηται καὶ καιρὸς πρὸς συζήτησιν· σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Λομβάρδος, ὅτι σπουδαῖον ἀντικείμενον ἔχει ἡ Βουλὴ ἐτησίως τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ καὶ τοῦ ἀπολογισμοῦ, καὶ ὅτι τούτων ἡ συζήτησις ἀποπερατοῦται ἐντὸς τῶν δύο μηνῶν, ἂν ὁρισθῇ νὰ εἰσάγωνται τὸν δεύτερον μῆνα ἑκάστης συνόδου, τὸν Ἰανουάριον. Ἄ! Κ. Λομβάρδε, ἀπατᾶσθε. Μία Βουλὴ ὅταν ἔλθῃ ἐνταῦθα πρέπει νὰ ἐξετάσῃ ἀκριβῶς τὴν Κυβέρνησιν ἐπὶ τοῦ προϋπολογισμοῦ· ἐκεῖ εὑρίσκει ὅλην τὴν πολιτικὴν πορείαν ταύτης· τὸ σπουδαιότερον καθῆκον τῆς Βουλῆς εἶναι τοῦτο, νὰ κανονίσῃ τὰς διὰ τὸ ἐπιὸν ἔτος ἀπαιτουμένας δαπάνας ἐρειδομένη ἐπὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τοῦ παρελθόντος, ἐξ οὗ προκύπτει ἡ ἀνάγκη νὰ πληροφορηθῇ προηγουμένως τί ἔγεινεν εἰς τὸ παρελθόν· πῶς διετέθησαν αἱ δοθεῖσαι πιστώσεις, κλ. Δὲν δύναται δὲ ἡ Βουλὴ νὰ πράξῃ τοῦτο, περιοριζομένης τῆς διαρκείας τῶν συνόδων της· διότι ὁ ἀπολογισμὸς τοῦ προπαρελθόντος ἔτους, ὡς ἐξεύρετε πολὺ καλὰ, δὲν δύναται νὰ εἰσαχθῇ εἰς τὴν Βουλὴν, παρὰ τὸν Μάρτιον μῆνα κατ’ ἐλάχιστον ὅρον· διότι ἡ χρῆσις λήγει τὸν 8βριον τοῦ παρελθόντος ἔτους, καὶ τὰ ἔγγραφα συγκεντροῦνται εἰς τὸ ὑπουργεῖον περὶ τὰ τέλη Ἰανουαρίου ἢ ἀρχὰς Φεβρουαρίου· ἐννοεῖται δὲ ὅτι, ὅταν τὸ ὑπουργεῖον ὡς ἐκ τῆς φύσεως τῆς ὑπηρεσίας συγκεντρώνῃ τὸν Φεβρουάριον μῆνα εἰς τὸ γραφεῖόν του τὰ στοιχεῖα τῆς χρήσεως τοῦ προπαρελθόντος ἔτους δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ σᾶς ὑποβάλῃ τὸν ἀπολογισμὸν τοῦ προπαρελθόντος καὶ τὴν προσωρινὴν διαχείρισιν τοῦ παρελθόντος πρὸ τοῦ Μαρτίου· εἶναι δι’ ἐκτὸς πάσης ἀντιῤῥήσεως, ὅτι ὅταν ἡ Βουλὴ δὲν ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν της τὰ στοιχεῖα αὐτὰ, πῶς διετέθησαν τὰ ποσὰ τὸ παρελθὸν ἔτος, δὲν δύναται νὰ κρίνῃ ἐν συνειδήσει περὶ τῶν δαπανῶν καὶ ἐν γένει πρὸς τὴν ἀνάγκην τοῦ παρόντος ἔτους; Πᾶσα ἐναντία ἀρχὴ εἶναι ἄνω ποταμῶν. Μὴ ζητῆτε λοιπὸν ἵνα διὰ τοιαύτης διατάξεως περιοριστικῆς τῆς βουλευτικῆς Συνόδου καταστρέψητε ἄλλα, οὐσιώδεις διατάξεις νόμων, οἵτινες ἐνισχύουν τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τοῦ Βουλευτικοῦ καθήκοντος, καὶ τοὺς ὁποίους ὀφείλετε νὰ ἔχητε ὑπ’ ὄψιν. Ἐὰν, Κύριοι, εἰς ἄλλα κράτη ἐκ προνοίας μεγίστης δὲν προσδιώρισαν τὸν ἀνώτατον ὅρον, ἀλλὰ τὸν ἐλάχιστον, καὶ τοῦτο ὄχι ἀπέναντι τοῦ ἔθνους, ἀλλ’ ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας, ἡ ὁποία ἔχει πάντοτε ὅλα τὰ μέσα νὰ καταπνίξῃ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, ἐὰν, λέγω, εἰς τὰ ἄλλα κράτη, τὰ ὁποῖα εἶναι καλῶς ὡργανισμένα, τὰ ὁποῖα ἔχουν μίαν νομοθεσίαν τακτοποιημένην, τῶν ὁποίων ἡ ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ εὐημερία εἶναι οὕτω προηγμένη, δὲν προσδιωρίσθη ἀνώτατος ὅρος, θέλετε ὑμεῖς νὰ προσδιορίσητε τοιοῦτον εἰς κράτος νεοσύστατον, τὸ ὁποῖον ἔχει ἀνάγκην διοργανώσεως; θέλετε νὰ κόψητε τὰ μέσα τῆς προόδου τοῦ ἔθνους, θέλετε νὰ εἴπητε σήμερον σεῖς οἱ ἴδιοι, ὅτι δὲν θέλομεν, παρὰ ἡ Βουλὴ νὰ ἐργάζηται τὸ πρῶτον ἔτος ἓξ μῆνας, καὶ ἐπειδὴ τοὺς δύο μῆνας ἠμπορεῖ νὰ δαπανήσῃ εἰς προεξέλεγξιν τῶν ἐκλογῶν τὸ πρῶτον ἔτος νὰ μὴ καθήσῃ, παρὰ τρεῖς; Καὶ πότε θέλετε νὰ εἰπῆτε τοῦτο; ἀφοῦ ἀπὸ τῆς λήξεως τῶν ἐργασιῶν τῆς συνελεύσεως μέχρι τῆς ἐκλογῆς τῶν Βουλευτῶν μεσολαβήσῃ διάστημα ἑνὸς τοὐλάχιστον ἔτους, καὶ ἀφοῦ τὸ ἔθνος ὀφείλει νὰ ἐξελέγξῃ τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο, κατὰ τὸ ὁποῖον τὸ Κράτος θέλει εὑρίσκεσθαι, οὕτως εἰπεῖν, ἄνευ συνταγματικῆς ἐλέγξεως! Ἀλλὰ, κύριοι, τί σᾶς προτείνουν οἱ ἀντιφρονοῦντες; ὅτι ὑποπτεύονται μὴ τυχὸν τὸ ἀργύριον, μὴ τυχὸν ὁ μισθὸς ἐπενεργῇ εἰς τοὺς Βουλευτὰς νὰ παρατείνωσι τὰς ἐργασίας των. Ἐὰν, Κύριοι, ἔχετε τοιαύτην ἰδέαν περὶ Βουλευτῶν, τὶ θέλετε τὴν Βουλὴν αὐτὴν; ἐὰν νομίζητε, ὅτι εἷς Βουλευτὴς διὰ 300 π.χ. δραχμὰς, τὰς ὁποίας θέλει μισθοδοτεῖσθαι κατὰ μῆνα θέλει προδώσει τὸ καθῆκόν του, θέλει παραλύσει τὴν Κυβέρνησιν παρατείνων τὸν καιρὸν τὸν ἐργασιῶν τῆς Βουλῆς, σᾶς λέγω ἀπὸ τοῦδε, ἀπελπισθῆτε ἀπὸ τὴν Βουλὴν, δὲν ἔχετε Βουλήν· διότι, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι αὐτοὺς τοὺς Βουλευτὰς θέλει τοὺς ἐπηρεάζει τὸ εὐτελὲς συμφέρον τῶν 300 δραχμῶν, πρέπει νὰ παραδεχθῆτε, ὅτι οἱ τοιοῦτοι δὲν θέλουσιν εἶσθαι ἀνεξάρτητοι, ἀλλ’ ὑποχείρια ὄργανα ἢ μᾶλλον ψευδομάρτυρες τῆς Κυβερνήσεως, διαφθειρόμενοι τὴν συνείδησιν διὰ θέσεων δημοσίων, διὰ τῆς περιποιήσεως τῶν συγγενῶν των, καὶ διὰ τῆς παραχωρήσεως ἄλλων συμφερόντων εἰδικῶν, γενικῶν ἢ ἐπαρχιακῶν. Ἐὰν τοιαύτην ἔχητε ἰδέαν, εἴπετε καλλίτερον, ὅτι εἴμεθα ἀνάξιοι συνταγματικῶν θεσμῶν, παρ’ ὅτι θέλομεν Σύνταγμα, ἵνα μισθοδοτῶμεν μόνον καὶ μόνον Βουλευτάς. Ἀλλά, Κύριοι, σᾶς λέγουν, ὅτι ἂν οἱ Βουλευταὶ αὐτοί, παραγνωρίζοντες τὸ καθῆκόν των, θελήσωσι νὰ παρατείνουν τὰς ἐργασίας των, καὶ παραμελοῦσι τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων, τί θέλει γίνει; Θέλετε νὰ μένουν διαρκῶς, νὰ παραλύσουν τὴν Κυβέρνησιν; Ὄχι· ἡ Κυβέρνησις ἔχει ἀπέναντι ὅλων αὐτῶν τῶν Βουλευτικῶν παρεκτροπῶν τὰ ἀποχρῶντα μέσα. Τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα δίδει τὸ Σύνταγμα, δὲν τὰ δίδει ἁπλῶς ὡς ἔτυχε. Τὰ δίδει κατὰ τῶν παρεκτροπῶν αὐτῶν. Ἔχει πρῶτον ὁ Βασιλεὺς τὸ δικαίωμα τῆς διακοπῆς, ἐὰν δὲν θελήσῃ ἡ Βουλὴ νὰ συνετισθῇ, ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς διαλύσεως. Καὶ τί νομίζετε; ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ διάλυσις μιᾶς Βουλῆς, ἡ ὁποία τόσον ἀναισχύντως θέλει ἔλθει νὰ παραγνωρίσῃ τὸ καθῆκόν της; καὶ πότε εἶναι πλέον δικαιολογημένη ἡ διάλυσις, παρὰ τότε; Τότε δύναται νὰ γείνῃ ἔκκλησις εἰς τὸν λαόν. Πρὸς τούτοις δὲν ἔχετε τὴν κοινὴν γνώμην, δὲν ἔχετε τὸν τύπον, δὲν ἔχετε τὸ Ἔθνος, τὸ ὁποῖον θέλει ἐξεγείρει τὴν ἀγανάκτησίν του κατὰ τοιαύτης Βουλῆς παραμελούσης τὸ καθῆκόν της, καὶ τὸ ὁποῖον θέλει ἐπενεργήσει εἰς τὴν διάλυσίν της; Ἄλλως ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα κατὰ τὸ Σύνταγμα νὰ κηρύξῃ τὴν λῆξιν τῆς Βουλῆς μετὰ τρεῖς μῆνας ἀπὸ τῆς ἐνάρξεως ἑκάστης Συνόδου. Ἑπομένως εἰς πᾶσαν τοιαύτην περίπτωσιν, τὴν ὁποίαν φοβεῖσθε, δύναται νὰ κάμῃ χρῆσιν τοῦ δικαιώματος τούτου. Δι’ αὐτοὺς λοιπὸν τοὺς λόγους δὲν δύναμαι, παρὰ νὰ συμφωνῶ μὲ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι φρονοῦσιν, ὅτι ὁ ἀνώτατος ὅρος πρέπει νὰ μένῃ ἐλεύθερος, καὶ νὰ τὸν κανονίζῃ ἑκάστοτε ἡ Κυβέρνησις ἀναλόγως τῶν ἀναγκῶν τοῦ Κράτους.
§173ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§174ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται, νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη.
§175ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§176ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει διαφωνία, καθόσον ἀποβλέπει τὴν διάρκειαν τὸν ἀνώτατον ὅρον, τὸ θέμα θὰ ἔχῃ ὡς ἀκολούθως. Καθήσατε παρακαλῶ νὰ ἐννοήσητε. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ κατ’ ἀνώτατον ὅρον ἡ διάρκεια μιᾶς Συνόδου λέγουν ναὶ, οἱ θέλοντες νὰ μὴ ὑπάρξῃ περιορισμὸς λέγουν ὄχι. Γίνεται δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ἡ ψηφοφορία. Καθήσατε, Κύριοι πληρεξούσιοι, διότι κατόπιν θὰ ψηφοφορήσητε δι’ ἀναστάσεως. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 256, 134 εἶπον ναὶ, 121 ὄχι, εἷς ἠρνήθη ψῆφον. Ἄρα ἡ ἀρχὴ τοῦ νὰ τεθῇ ἀνώτερος ὅρος ἐγένετο δεκτή. Δύω γνώμας ἔχομεν καθόσον ἀποβλέπει τὸν ἀνώτατον ὅρον· οἱ μὲν προτείνουν 4, οἱ δὲ 6 μηνῶν. Ἐρωτῶ ὡς πρὸς τὴν ἀπωτέραν, ἡ ὁποία εἶναι τῶν 6...
§177ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Ἐγὼ λέγω 3 μηνῶν· ἢ καλλίτερα καθόλου νὰ μὴ ἔχωμεν Βουλάς.
§178ΖΕΡΒΑΣ. Ἕνα μόνον μῆνα.
§179ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι, θέτω τὸ ζήτημα. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ τεθῇ ὡς ἀνώτερος ὅρος τῆς διαρκείας τῆς βουλευτικῆς συνόδου τὸ χρονικὸν διάστημα τῶν 6 μηνῶν.
§180ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ. Θὰ συζητηθοῦν αὐτοὶ οἱ ὅροι (θόρυβος).
§181ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκεῖνοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. — Ἀφοῦ συζητοῦμεν ἐπὶ 3 ὥρας, θὰ συζητήσωμεν πάλιν;
§182ΖΕΡΒΑΣ. Τὸ ἐσυζητήσαμεν. Τὸ ἐσυζήτησαν 60 ὑπάλληλοι καὶ 70 Ἑπτανήσιοι (θόρυβος).
§183ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ προσβάλλετε· σᾶς ἀνακαλῶ εἰς τὴν τάξιν. Ἐπικαλοῦμαι τὴν προσοχήν σας. Τὸ ἄρθρον συνεπεία τῆς τροπολογίας, ἡ ὁποία ἐγένετο δεκτὴ, θὰ διατυπωθῇ ὡς ἀκολούθως. «Ἡ Βουλὴ συνέρχεται αὐτοδικαίως κατ’ ἔτος τὴν 1 τοῦ 9βρίου μηνὸς, ἐκτὸς ἂν ὁ Βασιλεὺς τὴν συγκαλέσῃ πρότερον. Ἡ διάρκεια ἑκάστης συνόδου δὲν δύναται νὰ ἦναι βραχυτέρα τῶν 3 μηνῶν, οὐδὲ μακροτέρα τῶν 6.» Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 55. «Ἡ Βουλὴ συνεδριάζει δημοσίᾳ, δύναται ὅμως νὰ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, κατ’ αἴτησιν δέκα ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει κατὰ πλειονοψηφίαν, μετὰ ταῦτα δὲ ἀποφασίζεται, ἂν ἡ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος συζήτησις πρέπῃ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν. Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἔχομεν τὰς ἑξῆς τροπολογίας. Ὁ Κ. Βλαντῆς προτείνει μετὰ τὰς λέξεις συνεδριάζει δημοσίᾳ ἐν τῷ βουλευτηρίῳ. Καὶ τοιουτοτρόπως ἀπαλείφεται τὸ ἄρθρον 60.
§184ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Προτείνω εἰς τὸ Βαρβάκειον νὰ συνεδριάζῃ.
§185ΕΤΕΡΟΣ. Καὶ ἐγὼ εἰς τὸ ὕπαιθρον.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ παρακαλῶ· ὑπάρχει ἄρθρον, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι ἡ Βουλὴ συνεδριάζει ἐν τῷ βουλευτηρίῳ, ἡ δὲ Γερουσία ἐν τῷ συνεδρίῳ αὐτῆς· ἐγὼ δὲν κάμνω τίποτε ἄλλο, εἰμὴ νὰ ἀνακοινώνω τὰ τροπολογίας. Κατόπιν ὅταν δὲν τὰς παραδέχεσθε, τὰς ἀποῤῥίπτετε. Ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Κ. Ῥοντήρη, προτείνοντος ἀντὶ τῶν 10 νὰ τεθῇ ὁ ἀριθμὸς τῶν 30. Ὁ Κ. Διομήδης ἔχει τροπολογίαν, διὰ τῆς ὁποίας ζητεῖ τὴν ἀπάλειψιν ὁλοκλήρου τοῦ ἄρθρου.
§187ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ὄχι· ἀλλὰ τοῦ «ἐὰν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει».
§188ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τροπολογία τοῦ Κ. Πυλαρινοῦ, ὁ ὁποῖος προτείνει. «Ἡ Βουλὴ συνεδριάζει δημοσίᾳ, ἐκτὸς μόνον ὁσάκις πρόκειται συζήτησις περὶ διπλωματικῶν ἀντικειμένων, ἢ ὑποθέσεων ἀφορωσῶν τὰ δημόσια ἤθη, ὁπότε δύναται νὰ συνεδριάζῃ καὶ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, ἀλλ’ ἀπαιτεῖται πρὸς τοῦτο ἡ συγκατάθεσις τῶν τριῶν τετάρτων τῆς Βουλῆς». Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Διομήδης.
§189ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Βεβαίως αἱ δημόσιαι συνεδριάσεις εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι παρέχουν πληρεστάτην τὴν ἐγγύησιν, ὅτι οἱ βουλευόμενοι δὲν ὁρμῶνται ἐκ πλαγίων σκέψεων, ἀλλ’ ἐκ καθαρῶν τῆς πατρίδος συμφερόντων. Εἰς τὰς συνεδριάσεις, τὰς κεκλεισμένων τῶν θυρῶν γινομένας, ὑπάρχει πάντοτε ὕποπτόν τι. Ἀλλὰ δὲν πρέπει ἐκ τοῦ φόβου τούτου ὁρμώμενοι νὰ καταστήσωμεν λίαν δυσκόλους καὶ ἀδυνάτους τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις, διότι παρουσιάζονται περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας ἀποβαίνει ἀναγκαιότατον νὰ γείνῃ ἡ τοιαύτη συζήτησις. Ὅταν λοιπὸν ὑπάρχῃ κίνδυνος βλάβης ἐκ τῆς δημοσιότητος, μόνον ἐν μυστικῇ συνεδριάσει δύνανται νὰ λεχθῶσιν ὅλα τὰ ὑπὲρ ἢ κατὰ ἐπιχειρήματα ἐπὶ τοῦ ἀντικειμένου τῆς συνεδριάσεως. Οἱ φρόνιμοι ἄνθρωποι καὶ ἐπὶ τῶν κοινῶν ἀκόμη ἀντικειμένων ἀποφεύγουν ἐνίοτε ὡς ἐκ τῆς δημοσιότητος νὰ ἐκθέσουν ὅλην τὴν ἀλήθειαν· ἀλλ’ ἔτι μᾶλλον δυσκολεύονται νὰ λαλήσουν ἐν ἐκτάσει, ὅταν ὡς ἐκ τῆς φύσεως τοῦ ἀντικειμένου ἢ ὡς ἐκ τῶν λεχθησομένων ἐπιχειρημάτων ἐνδέχεται ἕνεκα τῆς δημοσιότητος νὰ διεγερθῇ ἡ περιέργεια ξένων δυνάμεων. Ἡ χρησιμότης λοιπὸν τῶν μυστικῶν συνεδριάσεων εἶναι ἀναμφισβήτητος, καί τοι μᾶλλον εἰς ἔθνος μικρὸν, ἐπιτηρούμενον ἢ καὶ ἐπιβλεπόμενον παρὰ ἰσχυρῶν δυνάμεων. Λοιπὸν εἰς τὰ πεπολιτευμένα Κράτη καθιεροῦται μὲν ὡς κανὼν ἡ δημοσία συνεδρίασις, ἀλλὰ προστίθεται καὶ ὡς ἐξαίρεσις ἡ μυστικὴ συνεδρίασις· διὰ τοῦτο ἀποκρούω τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ῥοντήρη, ζητοῦντος ἀντὶ τῶν δέκα, νὰ ᾖναι τριάκοντα οἱ Βουλευταὶ, οἵτινες νὰ ζητήσουν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν, διότι τοῦτο καθιστᾷ δύσκολον τὴν παραδοχὴν τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἡ μεγάλη ἐγγύησις, ἥτις ὑπάρχει κατὰ τῆς συνεχοῦς ἢ μὴ ἐν δέοντι χρήσεως τῶν μυστικῶν συνεδριάσεων, συνίσταται εἰς τοῦτο, ὅτι ἀφοῦ ἐπιτραπῇ ἡ μυστικὴ συνεδρίασις κατ’ αἴτησιν πέντε, δέκα Βουλευτῶν, καὶ ἀφοῦ γείνῃ μυστικὴ ἡ συζήτησις, ἡ Βουλὴ δύναται κατ’ ἁπλῆν πλειονοψηφίαν ν’ ἀποφασίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει. Τοῦτο δὲ προέρχεται καὶ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔχει καὶ μίαν διάταξιν λίαν περιοριστικὴν τῶν μυστικῶν συνεδριάσεων, καὶ κατ’ αὐτῆς ἐζήτησα τὸν λόγον. Ἡ διάταξις αὕτη λέγει, ὅτι ἀφοῦ συνέλθῃ ἡ Βουλὴ εἰς μυστικὴν συνεδρίασιν, ἀποφασίζει τότε κατὰ πλειοψηφίαν, ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ μυστικὴ ἡ συζήτησις· ὥστε κατὰ τὴν διάταξιν ταύτην, τότε μόνον δύναται νὰ γείνῃ μυστικὴ ἡ συζήτησις, ὅταν ἐγκρίνῃ τοῦτο ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς. Τὴν θεωρῶ λοιπὸν τὴν διάταξιν ταύτην ὡς διακωλύουσαν τὴν μυστικὴν συζήτησιν. Δὲν ἀρκεῖ νὰ κλεισθῶσιν αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, πρέπει νὰ δοθῇ καὶ ὁ λόγος, ὥστε νὰ ἐκθέσωσιν ἐν πλήρει ἐλευθερίᾳ τὸ ἀντικείμενον τῆς Συνεδριάσεως, καὶ ὅλα τὰ ὑπὲρ αὐτοῦ ἐπιχειρήματα οἱ προκαλέσαντες τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν Βουλευταί, καὶ μόνον ἀφοῦ λεχθῶσιν ἐν μυστικῇ συνεδριάσει ὅλα τὰ ὑπὲρ καὶ τὰ κατὰ, καὶ ἐπιτευχθῇ οὕτω ὁ σκοπὸς τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, τότε μένει ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ νὰ διατάξῃ κατὰ πλειονοψηφίαν, ἢ νὰ μὴ διατάξῃ τὴν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ἐπανάληψιν τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου. Καὶ τῷ ὄντι ἐὰν ἐκ τῆς μυστικῆς γενομένης συζητήσεως ἐξάγεται, ὅτι οὔτε τὸ ἀντικείμενον, οὔτε οἱ ὑπὲρ ἢ κατ’ αὐτοῦ λόγοι τοῦ ἀντικειμένου δὲν χρήζουν μυστικότητος, διὰ νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα ὑπόνοια καὶ παρεξήγησις, ὅτι δῆθεν τεκταίνεταί τι ἐν τῷ κρυπτῷ, ἡ Βουλὴ δύναται νὰ διατάξῃ τὴν ἐν δημοσίᾳ συνεδριάσει ἐπανάληψιν τῆς συζητήσεως. Διὰ ταῦτα, κατ’ ἐμὲ, πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου, «ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει κατὰ πλειονοψηφίαν.» (θόρυβος). Δὲν μὲ ἐνοήσατε, Κύριοι. Ἐγὼ μετὰ ἐννέα ἄλλων συναδέλφων ζητοῦμεν ἐπιμόνως νὰ γείνῃ μυστικὴ συνεδρίασις, διὰ νὰ λαλήσωμεν ἐπὶ σπουδαίου τινὸς ἀντικειμένου, διατάττεται ἡ ἐκκένωσις τοῦ ἀκροατηρίου, κλείονται αἱ θύραι τοῦ Βουλευτηρίου, καὶ ἅμα ἀναγγείλω τὸ ἀντικείμενον τῆς μυστικῆς συνεδριάσεως, ἡ πλειονοψηφία τῆς Βουλῆς μὲ ἐμποδίζει νὰ ἐκθέσω τοὺς λόγους, διὰ τοὺς ὁποίους θεωρῶ τὸ ἀντικείμενον λίαν σπουδαῖον καὶ χρῇζον μεγάλης σκέψεως, καὶ προκαλεῖ παραχρῆμα ψηφοφορίαν ἂν πρέπῃ νὰ γείνῃ μυστικὴ ἡ συζήτησις. Τοῦτο εἶναι ἐπιβλαβὲς, διότι μόνον, ἀφοῦ ἀναπτύξω τοὺς λόγους μου, τότε θέλει ἐκτιμήσει δεόντως τὸ χρήσιμον τῆς προτάσεως περὶ μυστικῆς συνεδριάσεως. Ἄρα πρέπει νὰ ἐξαλειφθῇ ἡ εἰρημένη διάταξις, διότι, ἐξαλειφομένης αὐτῆς, πάλιν μένει εἰς τὴν δημοσίαν γνώμην ἡ ἐγγύησις, ὅτι, ἂν τὸ ἀντικείμενον δὲν ἔχρῃζε μυστικῆς συνεδριάσεως, ἡ Βουλὴ θέλει διατάξει τὴν ἐπανάληψιν τῆς συζητήσεως δημοσίᾳ.
§190ΜΙΛΗΣΗΣ. Ἐννοεῖτε, ὅτι τὴν ἰδέαν σας δὲν διατυπόνει τὸ ἄρθρον;
§191ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Μάλιστα. Ἰδοὺ τί λέγει τὸ 56 ἄρθρον. «Ἡ Βουλὴ συνεδριάζει δημοσίᾳ, δύναται ὅμως νὰ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν κατ’ αἴτησιν δέκα βουλευτῶν, ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει κατὰ πλειονοψηφίαν· μετὰ ταῦτα δὲ ἀποφασίζεται, ἂν ἡ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος συζήτησις πρέπῃ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν.» Ἂν δὲν ἀρκοῦν δέκα βουλευταί, ψηφίσατε νὰ ζητήσουν τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν εἴκοσιν ἢ πλειότεροι, ἀλλὰ μὴ θέτητε κώλυμα, τὸ ὁποῖον νὰ ἐμποδίσῃ τοὺς δέκα ἢ εἴκοσι τούτους βουλευτὰς τοῦ νὰ ἐκθέσουν ἐν πληρεστάτῃ ἐλευθερίᾳ, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, τοὺς λόγους των. Ἐκ τούτου οὐδεὶς κίνδυνος ἐπέρχεται, ἀλλὰ τὸ πολὺ ματαιοπονία δύναται νὰ συμβῇ, διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι μένει εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἂν εὕρῃ, ὅτι ἡ μυστικὴ συνεδρίασις ἦτον ἄσκοπος, νὰ ἀποφασίσῃ, ὅτι πρέπει νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ συζήτησις δημοσίᾳ, καὶ τοιουτοτρόπως νὰ διασκεδασθῇ πᾶσα παρεξήγησις. Βραδύτης μόνον δύναται νὰ ἐπέλθῃ· ἐνῷ ὅπως ὑπάρχει συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, τὴν λέξιν «νὰ διασκεφθῇ,» δύναται νὰ παρεξηγήσῃ μία πλειονοψηφία καὶ νὰ τὴν ἐξισώσῃ μὲ τὸ «νὰ συζητήσῃ,» καὶ ἕνεκα τούτου νὰ μὴν ἐπιτρέψῃ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς οὐσίας εἰς τοὺς προκαλέσαντας τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν.
§192ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (εἰσηγητής). Δὲν ἐννοῶ τίνος ἕνεκεν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου Κ. Διομήδης ὑποθέτει ὀλιγώτερον πατριωτισμὸν εἰς τὸ ὅλον τοῦ σώματος, παρὰ εἰς τὰ δέκα πρόσωπα, τὰ ὁποῖα θέλουσι ζητήσει τὴν μυστικὴν συνεδρίασιν. Δύναται πολλάκις νὰ παρουσιασθῇ πραγματικῶς ἀνάγκη, καὶ ὁ ἰσχυρότερος καὶ πλέον ἄδολος πατριωτισμὸς νὰ ὑπαγορεύσῃ οὐχὶ μίαν ἀλλὰ πολλὰς μυστικὰς συνεδριάσεις. Ἡ δημοσιότης εἶναι τῳόντι τὸ γνώρισμα τῶν ἐλευθέρων πολιτευμάτων· ἀλλ’ ἐννοεῖται ὅτι καὶ τὰ μᾶλλον φιλελεύθερα ἔθνη ὑπόκεινται εἰς πικρὰς δοκιμασίας, ὡς καὶ ὁ ὑγιέστατος ἄνθρωπος δύναται νὰ ὑποκύψῃ εἰς προσωρινὴν νόσον· αἱ μυστικαὶ συνεδριάσεις, πολλάκις ἔσωσαν τὴν πατρίδα. Φέρω ὑμῖν παράδειγμα, Κύριοι, ἔθνος εἴπερ τι καὶ ἄλλο ἐλεύθερον, τὸ τῶν Βορείων Ἀμερικανῶν. Ἡ ἐπανάστασις τῆς Ἀμερικῆς, μετὰ τὴν ἔξωσιν τῶν Ἄγγλων, κατέδειξεν ὁπόσον χαλαροὶ ἦσαν τῆς ὁμοσπονδίας οἱ δεσμοί, τὸ δὲ χαλαρὸν τοῦτο κατήντησε νὰ φέρῃ τὸ ἔθνος εἰς ἀναρχίαν, καὶ ἐπὶ τέσσαρα ἔτη ἡ ὁμοσπονδία περιῆλθεν ἀληθῶς εἰς ἐλεεινὴν κατάστασιν μάλιστα τοιαύτην, ὥστε ἡ διάλυσις τῆς ὁμοσπονδίας νὰ ἐπαπειλῆται. Συνεκαλέσθη τότε Συντακτικὴ Συνέλευσις, ἐξ ὀλιγίστων μὲν μελῶν συγκειμένη, ἐκ 55 μόνον, ἀλλ’ ἀνδρῶν σπανίων, ὥστ’ εὐλόγως περὶ ἐκείνων δύναταί τις εἰπεῖν, ὅτι ἐν τῷ εὖ τὸ πολὺ, καὶ ἡ Συνέλευσις ἐκείνη, ἀναντιῤῥήτως ἔδωκεν ὕπαρξιν εἰς τὸ μέγα Ἀμερικανικὸν ἔθνος, ἐκείνη συνέταξε τὸ πολίτευμα ἐκεῖνο, ἐπὶ τῷ ὁποίῳ ἡ Ἀμερικὴ εὐδαιμόνησεν ἐπὶ ἑβδομήκοντα καὶ πλέον ἔτη, καὶ θέλει εὐδαιμονήσει, κατὰ τὰς εὐχὰς τῆς ἐλευθερίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, καὶ εἰς τὸ μέλλον. Καὶ ὅμως ἡ Συνέλευσις ἐκείνη ἀπεφάσισε νὰ κάμῃ ὅλας αὐτῆς τὰς συνεδριάσεις μυστικῶς καὶ χωρὶς νὰ συντάττῃ πρακτικά. Καὶ γνωστὸν εἶναι, Κύριοι, ὅτι τοσαύτη μυστικότης κατ’ αὐτὰς ἐτηρήθη, ὥστε ἀμυδρὰ περὶ τῶν ἔργων αὐτῆς ἔμαθε τὸ σύγχρονον κοινὸν, εὐτυχῶς ὅμως ἓν ἐκ τῶν ἐν διαπρεπέσι διαπρεπεστέρων μελῶν αὐτῆς, ὁ Μάδισων, ἐλάμβανε κατὰ τὰς συζητήσεις μικρὰς σημειώσεις, καθ’ ἑσπέραν δὲ, κατ’ οἶκον, ἐναύλους ἔτι ἔχων τὰς γνώμας καὶ ἀγορεύσεις, συνέταττε κρύφα τὰ πρακτικά· ἄνευ τοῦ Μαδισῶνος δὲν ἠθέλομεν γνωρίζει τὰ διατρέξαντα ἐν τῇ Συνελεύσει ἐκείνῃ· αὐτὰς δὲ τὰς σημειώσεις, τοῦ μετὰ ταῦτα ἐνδόξου τῆς Ἀμερικῆς Προέδρου, μετὰ τὸν θάνατον αὐτοῦ, συμβάντα τὸ 1836, ἤτοι πεντήκοντα ἔτη ἀπὸ τῆς συγγραψάσης τὸ Ἀμερικανικὸν πολίτευμα Συνελεύσεως, ἠγόρασε τὸ Ἀμερικανικὸν ἔθνος παρὰ τῆς χήρας τοῦ Μαδισῶνος ἐπὶ τιμήματι τριάκοντα χιλιάδων ταλλήρων καὶ ἐδημοσίευσεν αὐτάς Βλέπετε, λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν εἶναι πάντοτε ἡ κακὴ βούλησις ἥτις προκαλεῖ τὰς μυστικὰς συνεδριάσεις, ἀλλὰ καὶ ὁ πατριωτισμὸς πολλάκις προσφεύγει εἰς τὸ μέτρον τοῦτο· ὅταν δὲ ὑπάρχωσι πρόσωπα ὡς τὸν Οὐασιγκτῶνα, τὸν Φραγκλῖνον, τὸν Μαδισῶνα, τὸν Ἁμίλτωνα, τὸν Ῥανδόλφον, τὸν Μοῤῥῆς, τὸν Δινκινσῶνα καὶ τοὺς σὺν αὐτοῖς, φεύγοντα τὴν δημοσιότητα, ἵνα ἀπὸ τῶν ἐξωτερικῶν ἐπιῤῥοῶν μὴ ἐπηρεάζωνται, καὶ σφοδρότατα ἦσαν τότε ἐν Ἀμερικῇ τὰ πάθη, καὶ πολεμιώτατα πρὸς ἄλληλα διέκειντο τὰ ἐναντία συμφέροντα τῶν ὁμοσπόνδων, ὤ! Κύριοι, μὴ φοβεῖσθε, ἡ πατρὶς δὲν κινδυνεύει ἀλλὰ σώζεται (εὖγε, εὖγε). Νομίζω λοιπὸν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ μεταχειρισθῶμεν τῆς δημοσιότητος τὸν κανόνα ὡς ἐπιχείρημα, ὅτι ἡ μυστικὴ συνεδρίασις ἐν παντὶ καὶ πάντοτε φαῦλα ἐξυπηρετεῖ συμφέροντα καὶ χρησιμεύει πρὸς σκοποὺς κακοβούλους. Ὁ Κ. Διομήδης θέλει, ὥστε δέκα ν’ ἀποφασίζωσιν ἂν πρέπῃ νὰ γίνῃ μυστικὴ συνεδρίασις, διότι φοβεῖται μήπως ἅμα κλεισθῶσιν αἱ θύραι, ἡ πλειονοψηφία ἐξαναστῇ καὶ εἴπῃ ν’ ἀνοιχθῶσι, χωρὶς κἂν ν’ ἀκούσῃ τοὺς λόγους οὓς θέλουσι προτείνει οἱ δέκα. Ἀλλά, Κύριοι, ἡ ὑπόθεσις αὕτη ἀδικεῖ τὸ σῶμα οἱασδήποτε Βουλῆς, δὲν φοβοῦμαι τὸ ἔπακρον τοῦ φατριασμοῦ καὶ τὴν ἐπὶ τοσοῦτον κατάχρησιν τῆς δυνάμεως τῆς πλειονοψηφίας, ἀλλὰ φοβοῦμαι μᾶλλον τὴν γνώμην τοῦ Κ. Διομήδους, ἥτις παραδίδει τὸ σῶμα τῆς πλειονοψηφίας εἰς τὴν διάκρισιν τῆς μειονοψηφίας, παρέχει δ’ αὐτῇ τὰ μέσα νὰ προκαλῇ καὶ ἐν οὐ δέοντι νὰ κατορθώνῃ μυστικὰς συνεδριάσεις, καὶ μετέπειτα πάλιν τὰ κατ’ αὐτὰς ῥηθέντα καὶ γενόμενα νὰ ἐπαναλαμβάνῃ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν· ἐν ἄλλοις λόγοις ἡ μειονοψηφία νὰ κατατρίβῃ τὸν χρόνον καὶ νὰ παραλύῃ οὕτω τὰς ἐργασίας τοῦ σώματος τῆς Βουλῆς. Ἀποκρούω λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Διομήδους ὡς ἐπιβλαβῆ, καὶ ὑποστηρίζω τὸ σχέδιον ὡς ἔχει.
§193ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§194ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι), ἐφωτίσθη. Ὁ Κ. Διομήδης προτείνει τὴν ἀπάλειψιν τῆς φράσεως. Ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ κατὰ πλειονοψηφίαν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι), ἀπεῤῥίφθη. Ὁ Κ. Βλαντῆς προτείνει. Ἄρθρ. 55. Ἡ Βουλὴ συνεδριάζει δημοσίᾳ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, δύναται ὅμως νὰ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, κατ’ αἴτησιν δέκα ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει κατὰ πλειονοψηφίαν· μετὰ ταῦτα θὰ ἀποφασίζεται, ἂν ἡ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος συζήτησις πρέπῃ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι)· παρεδέχθη. Ὁ Κ. Ῥοντήρης προτείνει ἀντὶ τῶν δέκα νὰ τεθῇ τριάκοντα.
§195ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Δὲν ὑποστηρίζεται.
§196ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν ἔχει ὡς ἑξῆς. Ἄρθρον 55. Ἡ Βουλὴ συνεδριάζει δημοσίᾳ ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ, δύναται ὅμως νὰ διασκεφθῇ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν, κατ’ αἴτησιν δέκα ἐκ τῶν μελῶν αὐτῆς, ἂν τοῦτο ἀποφασισθῇ ἐν μυστικῇ συνεδριάσει κατὰ πλειονοψηφίαν· μετὰ ταῦτα δὲ ἀποφασίζεται, ἂν ἡ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος συζήτησις πρέπῃ νὰ ἐπαναληφθῇ εἰς δημοσίαν συνεδρίασιν. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὡς ἀνεγνώσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 56. Ἡ Βουλὴ δὲν δύναται νὰ συζητήσῃ καὶ ἀποφασίσῃ τι ἄνευ τῆς παρουσίας τοὐλάχιστον τοῦ ἡμίσεως καὶ ἑνὸς τῶν μελῶν αὐτῆς καὶ ἄνευ ἀπολύτου πλειονοψηφίας τῶν παρόντων μελῶν· ἐν περιπτώσει ἰσοψηφίας ἡ πρότασις ἀποῤῥίπτεται. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 57. Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον. (Ἐνταῦθα πολλοὶ ζητοῦσι τὸν λόγον). Ἀνακοινῶ εἰς τὴν Συνέλευσιν τὰς διαφόρους τροπολογίας ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου. Πρῶτον τοῦ Κ. Καλλιγᾶ. «Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν, ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρεῖς κατ’ ἐπανάληψιν κατὰ τρεῖς διαφόρους συνεδριάσεις». Τοῦ Κυρίου Ἀννίνου. Ἄρθρ. 58, Ἀναμέσον τῶν λέξεων, «ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον» προστεθῶσι· «Ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ κατὰ τὴν πρώτην συνεδρίασιν τὸ ἐν ἀρχῇ, καὶ κατὰ τὰς ἀκολούθους τὰ καθέκαστα ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, ἐκτὸς ἐπειγούσης καὶ γνωσῆς ἀνάγκης τοῦ Κράτους.» Τοῦ Κ. Βλαντῆ. Ἄρθρ. 58. Οὐδὲν νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν, ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον, μετὰ τρεῖς συζητήσεις χωρισμένας ἀπ’ ἀλλήλων διὰ χρονικοῦ διαστήματος οὐχὶ βραχυτέρου τῶν τριῶν ἡμερῶν.» Παραδέχομαι τὸ προταθὲν ὡς ἄρθρον 59 ὑπὸ τοῦ Κυρίου Μίληση περὶ κατεπειγουσῶν προτάσεων. Τοῦ Κ. Μίληση. Προτείνω νὰ προστεθῶσι μετὰ τὸ ἄρθρον 57 τὰ ἑξῆς δύο ἄρθρα. Ἄρθρ. 58. Πᾶσα πρότασις νόμου, μὴ κηρυσσομένη κατεπείγουσα, δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὁριστικῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰμὴ μετὰ τρεῖς συζητήσεις, χωριζομένας ἀπ’ ἀλλήλων διὰ χρονικοῦ διαστήματος οὐχὶ βραχυτέρου τῶν δέκα ἡμερῶν. Ἄρθρ. 59. Ἡ πρότασις τοῦ νὰ κηρυχθῇ νομοσχέδιόν τι κατεπεῖγον ὑποβάλλεται εἰς τὴν Βουλὴν συνωδευμένη πάντοτε ὑπὸ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως. Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τῆς ἐκθέσεως ταύτης, ἐὰν ἡ Βουλὴ κηρύξῃ συζητητέαν τὴν πρότασιν τοῦ κατεπείγοντος, ὁρίζει τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως καὶ παραπέμπει τὴν πρότασιν εἰς τὰ τμήματα, ἐξ ὧν ἐκλέγεται ἐπιτροπὴ, ἥτις συντάσσει ἔκθεσιν μόνην ἐπὶ τοῦ κατεπείγοντος καὶ ὑποβάλλει ταύτην εἰς τὴν Βουλὴν κατὰ τὴν ὁρισθεῖσαν ἡμέραν τῆς συζητήσεως. Ἐὰν ἡ Βουλὴ, ἀφοῦ ἀκούσῃ τὴν ἔκθεσιν τῆς ἐπιτροπῆς τῶν τμημάτων, παραδεχθῇ τὸ κατεπεῖγον, ὁρίζει ἡμέραν πρὸς συζήτησιν τοῦ κατεπείγοντος νομοσχεδίου· ἄλλως διατρέχει τοῦτο τὴν συνήθη πορείαν τῶν τριῶν συζητήσεων. Ὁ πληρεξούσιος Ἑρμιονίδος.
Γ. ΜΙΛΗΣΗΣ.
Τοῦ Κ. Καλοῦ. Ἄρθρ. 58. Οὐδὲν νομοσχέδιον, ἐκτὸς τοῦ κατεπείγοντος, ἕνεκα γενικοῦ συμφέροντος, δυναμένου νὰ πάθῃ ἐκ τῆς ἀναβολῆς, περὶ οὗ ἀποφαίνεται ἡ Βουλὴ, δύναται ὁριστικῶς νὰ ψηφισθῇ, ἐὰν δὲν προεξετασθῇ ὑπὸ ἐπιτροπῆς καὶ δὲν προηγηθῶσι τρεῖς συζητήσεις καὶ ψηφίσεις, διακεχωρισμέναι ἀπ’ ἀλλήλων τοὐλάχιστον διὰ πέντε ἡμερῶν. Οὐδὲν δὲ νομοσχέδιον γίνεται δεκτὸν, ἂν δὲν ψηφοφορηθῇ ἄρθρον πρὸς ἄρθρον.
§197ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. (Ἐξ ἀριστερῶν). Παρῆλθεν ἡ ὥρα. (Ἀναχωροῦσι).
§198ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Μίλησης.
§199ΜΙΛΗΣΗΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι. Μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας εἶναι πρόδηλον ὅτι ἡ Συνέλευσις ὀφείλει νὰ λάβῃ μέτρον, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ προφυλάξῃ τὴν Βουλὴν ἀπὸ τὴν κατεσπευσμένην ἐπιψήφισιν τῶν ἔργων της. Τὸ τοιοῦτον μέτρον θεωρεῖται κοινῶς ἡ τριπλῆ ἀνάγνωσις καὶ ψήφισις τῶν νομοσχεδίων, ἡ ἰσχύουσα ἐν Ἀγγλίᾳ. Τὸ μέτρον τοῦτο καθιέρωσε καὶ ἡ Συντακτικὴ Συνέλευσις τοῦ 1848 τῆς Γαλλίας, ἀφοῦ κατήργησε τὴν Γερουσίαν, ἐκεῖθεν δὲ ἠρύσθην τὰς διατάξεις τῆς τροπολογίας μου, περὶ ἧς δύω μόνον λέξεις θὰ εἴπω. Ὡς παρατηρεῖτε, ὁ κανὼν εἶναι ὅτι πᾶν νομοσχέδιον πρέπει πρῶτον νὰ διέρχηται τὴν προεξέτασιν τῶν τμημάτων, καὶ μετὰ ταῦτα ἐρχόμενον ἐνώπιον τῆς Βουλῆς νὰ ὑποστῇ τὴν βάσιν τῆς τριπλῆς ἀναγνώσεως καὶ ἐπιψηφίσεως. Ἀλλ’ ὑπάρχουσι περιστάσεις, κατὰ τὰς ὁποίας αἱ βραδύτητες αὗται βλάπτουν ἀντὶ νὰ ὠφελοῦν, καὶ τοῦτο συμβαίνει, ὅταν ἡ πρότασις ᾖναι φύσει κατεπείγουσα. Τοιαύτη πρότασις διερχομένη τὸν μακρὸν τοῦτον ἔλεγχον, δύναται νὰ ἔλθῃ κατόπιν ἑορτῆς ὅταν ἡ χρησιμότης αὐτῆς ἢ ἐντελῶς ἐκλείψῃ ἢ οὐσιωδῶς ἐλαττωθῇ. Ἐνταῦθα ἔπρεπε νὰ καθιερωθῇ ἡ ἐξαίρεσις τοῦ κατεπείγοντος. Ἀλλ’ εἰς τὸν προσδιορισμὸν τούτου δύω διάφοροι γνῶμαι προβάλλονται· οἱ μὲν ἀφίνοντες ἐντελῶς ἐλευθέραν τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει κηρύττει τὸ κατεπεῖγον ἐν τῷ ἰδίῳ αὑτῆς κανονισμῷ, οἱ δὲ προβάλλουσιν, ὅτι πρέπει νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν θὰ κηρύττεται τὸ κατεπεῖγον. Τὸ πρῶτον σύστημα, Κύριοι, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι τὸν κανονισμὸν της ἡ Βουλὴ δύναται νὰ τὸν παραβιάζῃ· καὶ ἀπόδειξις εἴμεθα ἡμεῖς, οἵτινες εἰς πᾶσαν στιγμὴν, εἴτε πειθόμενοι ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ σπεύσωμεν, εἴτε καὶ πιεζόμενοι, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, ὑπὸ τῆς ἀνάγκης τῶν κομμάτων, παραβιάζομεν τὸν κανονισμόν μας. Μὴ ὑποθέτετε δὲ, ὅτι ἡ Βουλὴ θὰ διατελῇ ἀνεπηρέαστος ἀπὸ τοιαύτας ἀνάγκας, διότι αὗται εἶναι σύμμικτοι μὲ τὸν κοινοβουλευτικὸν βίον. Ἐκτὸς τούτου αἱ διατάξεις τοῦ κανονισμοῦ καὶ μὴ παραβιαζομένου δύνανται νὰ μεταβληθῶσι διὰ μιᾶς ἀποφάσεως τῆς Βουλῆς. Κἀμμίαν λοιπὸν ἐγγύησιν δὲν ἔχομεν, ἐὰν δὲν ὁρίσωμεν ἐν τῷ Συντάγματι πῶς ἡ Βουλὴ ὀφείλει νὰ ἐνεργῇ κηρύττουσα τὸ κατεπεῖγον, ἐὰν δὲν τὴν ὑποχρεώσωμεν ν’ ἀκολουθῇ πορείαν ὡρισμένην καὶ νὰ μὴν μεταβάλλῃ ἑκάστοτε γνώμην καὶ ἀπόφασιν κατὰ τὰς διαφόρους ἀπαιτήσεις τῶν ἐφημέρων κομματικῶν συμφερόντων. Ἰδοὺ δὲ, Κύριοι, ποῖαι εἶναι αἱ κανονιστικαὶ διατάξεις, τὰς ὁποίας καθιερῶ διὰ τῆς τροπολογίας μου. Πρὸ πάντων ἡ περὶ τοῦ κατεπείγοντος πρότασις πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὴν Βουλὴν συνοδευομένη πάντοτε ὑπὸ δικαιολογητικῆς ἐκθέσεως, εἰς τὴν ὁποίαν νὰ ἐκτίθενται οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους ζητεῖται τὸ κατεπεῖγον. Ἅμα ἀναγνωσθῇ ἡ ἔκθεσις αὕτη μετὰ τῆς προτάσεως, οἱ Βουλευταὶ προβαίνουν εἰς προκαταρκτικὴν συζήτησιν, καὶ ἀποφαίνονται ἂν θεωροῦν τὴν περὶ τοῦ κατεπείγοντος πρότασιν ἀξίαν συζητήσεως. Καὶ ἂν μὲν ἀποφανθῶσιν ὅτι εἶναι ἀξία συζητήσεως, ὁρίζεται ἡμέρα πρὸς συζήτησιν, ἡ δὲ πρότασις παραπέμπεται εἰς τὰ τμήματα, τὰ ὁποῖα ἐκλέγουσιν ἐπιτροπὴν, ἵνα συντάξῃ ἔκθεσιν περὶ τοῦ κατεπείγοντος μόνον. Κατὰ τὴν ὡρισμένην ἡμέραν ἀναγινώσκεται ἡ ἔκθεσις τῆς ἐπιτροπῆς τῶν τμημάτων, γίνεται συζήτησις περὶ τοῦ κατεπείγοντος, καὶ ἀποφασίζει ἡ Βουλὴ, ἂν θὰ κηρυχθῇ τὸ νομοσχέδιον κατεπεῖγον ἢ μή. Καὶ ἂν μὲν παραδεχθῇ τὸ κατεπεῖγον, προβαίνει εἰς τὴν συζήτησιν τῆς προτάσεως, ἥτις δὲν διατρέχει τότε τὴν τριπλῆν πορείαν τῆς συζητήσεως, ἂν δὲ δὲν παραδεχθῇ τὸ κατεπεῖγον, τότε ἀκολουθεῖ τὴν συνήθη πορείαν. Αἱ διατάξεις αὗται ἐλήφθησαν, ὡς εἶπα, ἀπὸ τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1848, καὶ θεωρῶ ἀναγκαῖον, ἀπαραίτητον, ἵνα ἐγγραφῶσιν εἰς τὸ Σύνταγμα. Ἂν ἀφήσητε εἰς τὴν Βουλὴν νὰ ὁρίσῃ ἐν τῷ κανονισμῷ, τότε ματαιοπονεῖτε ἀδίκως. Τελευταῖον παρατηρῶ ὅτι μικράν τινα μεταῤῥύθμισιν ἔκαμα τῆς ἀρχικῆς τροπολογίας μου. Πρῶτον καθιέρωσα τὴν ἐν τοῖς τμήμασι πρὸς ἐξέτασιν, ἔπειτα ἀντὶ τῶν δέκα ἡμερῶν, τὰς ὁποίας ὥριζον εἰς τὴν τροπολογίαν, θέτω ἤδη μόνον πέντε, διότι ἐθεώρησα ὅτι αἱ δέκα εἶναι πολλαί. Ἐπὶ τέλους δὲν ἀφίνεται ἀπολύτως ἐλευθέρα ἡ Βουλὴ, ἵνα κηρύξῃ οἷον δήποτε νομοσχέδιον ὡς κατεπεῖγον, ἀλλὰ τίθεται καὶ περιορισμός τις, ὅτι τὸ νομοσχέδιο πρέπει νὰ ἀφορᾷ γενικὰ συμφέροντα, διότι μόνον τοιούτου εἴδους νομοσχέδια ἠμποροῦν νὰ ᾖναι κατεπείγοντα. Τοιαύτη ἡ τροπολογία μου, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω εἰς τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως.
§200ΣΧΙΝΑΣ. Ῥίψατε, Κ. Πρόεδρε, ἓν βλέμμα καὶ εἰς τὴν Συνέλευσιν, δὲν εἶναι πλήρης· εἶναι ἀπρεπὲς, καὶ κάμω τὴν παρατήρησιν.
§201ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν καθιερωθῇ ἓν τοιοῦτον σύστημα, κανὲν σπουδαῖον ζήτημα δὲν θὰ τελειώσωμεν.
§202ΖΕΡΒΑΣ. Παρῆλθε καὶ ἡ ὥρα πλέον.
§203ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ κύριοι πληρεξούσιοι παρακαλοῦνται νὰ καθήσωσι.
§204ΚΑΛΟΣ. Ἐγὼ, Κ. Πρόεδρε, δὲν εἶμαι ἐναντίος νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις, ἀλλ’ ὅταν βλέπω μίαν διάθεσιν, καὶ ἔπειτα τὸ ζήτημα δὲν τελειόνει σήμερον.
§205ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν διάθεσιν αὐτὴν τὴν εἶδον καὶ χθές.
§206ΛΑΠΑΣ. Καθὼς καθήμεθα ἡμεῖς πρέπει νὰ καθίσωσι καὶ αὐτοί· διὰ τί φεύγουν;
§207ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀγύρτην μὲ εἶπον, τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως! πλαστογράφον! ἀλλὰ τὰ ἀνέχομαι πρὸς τὸ συμφέρον τῆς πατρίδος. Πρέπει νὰ ἐκπληρώσητε τὸ καθῆκόν σας· τρεῖς ὥρας ἐργαζόμεθα. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἔχει τὸν λόγον.
§208ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, εἶναι καλὸν νὰ προπαρασκευάσωμεν τὴν κρίσιν μας περὶ τῶν διαφόρων τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι προτείνονται καὶ ἔχουν σπουδαιότητα. Ποσῶς δὲν διαφωνῶ μετὰ τοῦ ἐντίμου προαγορεύσαντος κατ’ οὐσίαν, ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὸν τρόπον· καὶ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας παρεδέχθη τὸ σύστημα τῆς τριπλῆς συζητήσεως καὶ ψηφοφορίας κατὰ διαφόρους συνεδριάσεις. Οὐδέποτε δυνάμεθα νὰ περιμένωμεν ὡριμότητα ἀποφάσεως γενομένης ἐν ἀκαρεὶ ἐκ συναρπαγῆς. Ἀλλὰ ὁ ἔντιμος προαγορεύσας παραδέχεται ἐξαίρεσιν, τοιαύτην δὲ ἐξαίρεσιν νομίζω ἐπικίνδυνον, ἀνατρεπτικὴν τῆς ἐγγυήσεως, τὴν ὁποίαν ὁ ἴδιος παραδέχεται καὶ νομίζει ἀναγκαίαν. Ὅταν, λέγει, τὸ νομοσχέδιον ᾖναι κατεπεῖγον καὶ προσθέτῃ ἀκόμη καὶ γενικὸν ζήτημα, τότε δύναται συντομώτατα νὰ συζητηθῇ ἐφάπαξ διὰ μιᾶς ἀποφάσεως καὶ νὰ ἀποπερατωθῇ. Ὅταν ᾖναι κατεπεῖγον νομοσχέδιον, εἶναι πρᾶγμα αὐθαίρετον, ἐξαρτᾶται πάντοτε ἀπὸ τοὺς θέλοντας νὰ κηρύξωσιν αὐτὸ κατεπεῖγον, καὶ εἶναι ἀδύνατον νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα νομοσχέδιον δὲν εἶναι κατεπεῖγον, διότι ἡ περίστασις τὸ κάμνει κατεπεῖγον. Δὲν μοὶ φαίνεται νὰ λέγω τι παράδοξον, ἐὰν ἰσχυρισθῶ, ὅτι ποτὲ δὲν ὑπάρχει νομοσχέδιον κατεπεῖγον, ὅπερ νὰ μὴ δύναται νὰ περιμείνῃ ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας, εἶναι ἀδύνατον· δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ᾖναι εἰς κατάστασιν νὰ μοῦ φέρουν ἓν παράδειγμα ἔθνους, τὸ ὁποῖον κινδυνεύει ἀπὸ ὥρας εἰς ὥραν, καὶ δὲν δύναται νὰ ζήσῃ 5 ἡμέρας χωρὶς νὰ περιμείνῃ αὐτὰς τὰς 5 ἡμέρας νὰ καταρτίσῃ μίαν ἀπόφασιν νομοθετικήν· εἶναι λοιπὸν ὅλως ἀπίθανον αὐτό, τὸ ὁποῖον λέγουν, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ τοὐλάχιστον μία ἐξαίρεσις διὰ τὰ λίαν κατεπείγοντα. Ἀλλὰ σᾶς λέγουν νὰ παραδεχθῆτε αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν, τότε ὅλα ἠμποροῦν νὰ κηρύσσωνται κατεπείγοντα. Νομίζει ὁ ἔντιμος προαγορεύσας, ὅτι θεραπεύει τοῦτο, ἀπαιτῶν νὰ γίνηται ἔκθεσις καὶ συγχρόνως προηγουμένη διάσκεψις τῶν τμημάτων; ἀλλὰ καὶ αἱ ἐκθέσεις καὶ αἱ διασκέψεις τῶν τμημάτων, καὶ περὶ τούτου ἔχομεν παραδείγματα πολλά, δύνανται νὰ γίνουν ἐν ἀκαρεῖ· συνέρχεται ἡ Βουλὴ καὶ ἀμέσως διαιρεῖται εἰς τμήματα, καὶ μετὰ ἓν τέταρτον τῆς ὥρας, τὰ τμήματα ἐπανέρχονται, φέρουν τὴν ἔκθεσιν, ἀποφαίνονται, ψηφίζουν καὶ τὸ πρᾶγμα ἐπεραιώθη. Τοῦτο ὅμως εἶναι λίαν ἐπικίνδυνον διττῶς εἴτε τὸ ἐξετάσει τις ὑπὸ τὴν ἔποψιν μιᾶς ἀντιπολιτεύσεως ἰσχυρᾶς, εἴτε ὑπὸ τὴν ἔποψιν ἑνὸς ὑπουργείου, τὸ ὑπουργεῖον εἶναι κύριον πλειοψηφίας ἐν τῇ Βουλῇ, διὰ τῆς πλειοψηφίας αὐτῆς δύναται ἐν ἀγνοίᾳ πάντων χωρὶς νὰ ὑπάρξῃ μία σπουδαία, εὐρεῖα συζήτησις, ἥτις νὰ φέρῃ εἰς τὸ μέσον τί δύναται νὰ ᾖναι ἐπιβλαβές, διὰ συναρπαγῆς δύναται νὰ γίνῃ μία ψηφοφορία. Προσέτι λέγω, ὅτι δὲν εὑρίσκω κατάλληλον ἀπὸ τοῦδε νὰ κανονίσωμεν τὴν εἰς τμήματα διαίρεσιν, νὰ ἀποφασισθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διαιρῆται εἰς τμήματα. Μήπως νομίζετε, ὅτι εἶναι καταλληλοτέρα διαίρεσις καὶ προπαρασκευὴ τῶν διασκέψεων ἡ διαίρεσις τῶν τμημάτων; Ποσῶς· καὶ ἡ διαίρεσις τῶν ἐπιτροπῶν ἐπίσης εἶναι κατάλληλος. Διατί λοιπὸν ἀπὸ τοῦδε νὰ κανονίσωμεν, ὅτι ἡ Βουλὴ πρέπει νὰ διαιρῆται εἰς τμήματα; Τώρα λοιπόν, ὅταν βλέπω, ὅτι μία τοιαύτη ἐξαίρεσις δύναται νὰ καταστρέψῃ τὴν ἐγγύησιν καὶ νὰ τὴν ἐκμηδενίσῃ, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν ἐὰν ὑπάρχῃ κίνδυνος ἐπὶ τοῦ ἄλλου συστήματος. Ἐγὼ λέγω, ὅτι οὐδέποτε νομοσχέδιον δύναται νὰ καταρτισθῇ ἐὰν δὲν γίνωσι τρεῖς ψηφοφορίαι κατὰ τρεῖς διαφόρους ἡμέρας, ἄρθρον πρὸς ἄρθρον τρὶς συζητούμενον καὶ τρὶς ψηφοφορούμενον. Ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι ὑπάρχει κατεπεῖγον, ἔχομεν τὸ διάστημα τῶν 3 ἡμερῶν ἀλλεπαλλήλως. Λοιπὸν ἐὰν 3 ἡμέρας ἀλλεπαλλήλως συνεδριάζῃ ἡ Βουλή, συζητῇ καὶ ψηφοφορῇ, ἀποπερατοῦται τὸ νομοσχέδιον. Λοιπὸν ἡ μόνη βραδύτης, ἥτις δύναται νὰ ἐπέλθῃ, εἶναι τῶν τριῶν ἡμερῶν. Ὅταν δεχθῶμεν αὐτὰς τὰς ἐγγυήσεις, εἶναι περιττὸν νὰ κάμωμεν πλέον λόγον διὰ τὰς μὴ κατεπειγούσας προτάσεις, διότι εἶναι ἀδύνατον νὰ πιστεύσητε, ὅτι ἅμα ἡ πρότασις δὲν εἶναι κατεπείγουσα αἱ Βουλαὶ θέλουν συνεδριάζει καθ’ ἑκάστην καὶ συνεδριάζουσαι καθ’ ἑκάστην θέλουν κατὰ τὰς 3 ἡμέρας κατ’ ἐξακολούθησιν ἐπαναλαμβάνει τὴν συζήτησιν καὶ ψηφοφορίαν τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου, μόνον ὅταν ᾖναι κατεπεῖγον θέλουν πράττει τοῦτο. Εἶναι περιττὸν λοιπὸν νὰ λάβωμεν πρόνοιαν τί θέλει γίνεται, ὅταν τὸ νομοσχέδιον δὲν ᾖναι κατεπεῖγον· τὰ σύνηθες εἶναι, ὅτι αὗται αἱ συνεδριάσεις δὲν θέλουν εἶναι καθ’ ἑκάστην, ὅτι καὶ ἂν ἦναι καθ’ ἡμέραν συναπταὶ, πάλιν δὲν θέλει διασκέπτεσθαι ἡ Βουλὴ περὶ τοῦ αὐτοῦ πράγματος, ἀλλὰ θέλουν παραλλάξει τὰ ἀντικείμενα τῶν διασκέψεων. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι προτιμώτερον νὰ παραδεχθῶμεν ἀνεξαιρέτως εἴτε κατεπεῖγον εἶναι, εἴτε ὄχι, τὴν διὰ τριῶν συνεδριάσεων, συζητήσεων, καὶ ψηφοφοριῶν παραδοχὴν ἑκάστου νομοσχεδίου· Ἐπειδὴ ὁ Κ. Μίλησης ἐπιμένει εἰς τὴν γνώμην του καὶ λέγει τί θὰ γίνῃ τὸ κατεπεῖγον, δηλ. νομίζει ὅτι εἶναι ὅπως εἰς τὰ δικαστήρια, ἐρωτῶ τὸν Κ. Μίλησην, εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὅπου δὲν ἔχουν αὐτὸ τὸ σύστημα τοῦ κατεπείγοντος, ἀλλὰ πάντοτε τὰς τρεῖς χωριστὰς διασκέψεις καὶ ψηφοφορίας, τὸ Κράτος τὸ Ἀγγλικὸν ἐκινδύνευσε δι’ αὐτό; Ὑπῆρξέ ποτε μία περίστασις, ὥστε νὰ εἴπωμεν, ὅτι τὸ Κράτος τὸ Ἀγγλικὸν ἐχάθη ἐντὸς 24 ὡρῶν ἂν δὲν ψηφοφορήσῃ ἓν νομοσχέδιον; Δὲν βλέπω λοιπὸν τὸ τῆς ὥρας κατεπεῖγον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι ἢ μία συναρπαγή.
§209ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καλός.
§210ΚΑΛΟΣ. Δὲν ἔχω καμμίαν δυσκολίαν νὰ ἀγορεύσω, ἀλλὰ παρατηρῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης καὶ τὸ ζήτημα εἶναι σπουδαιότατον.
§211ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα (ἐγείρονται καὶ ἀπέρχονται). Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 4 Μ. Μ.)
Ὁ προεδρεύων Ἀντιπρόεδρος
Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ.
Οἱ Γραμματεῖς Γ. Πετρούλιας.