1864.09.09
1.804 στίχοι · 14.605 λέξεις · 186 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 315.
Τῆς 9 Σεπτεμβρίου 1864.
(Τετάρτη.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης Συνεδριάσεως.
§1ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῶν πρακτικῶν. Ἐπειδὴ, Κύριοι, προχθὲς ἐῤῥέθησαν ὕβρεις δριμεῖαι, τρομεραὶ....
§2ΚΑΛΟΣ. Ἐπὶ τῶν πρακτικῶν ὁμιλεῖτε;
§3ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μάλιστα, Κύριε Καλὲ· μὴ διακόπτῃς· τὴν τάξιν γνωρίζω καλήτερα ἀπὸ σὲ. Λέγω λοιπὸν, ὅτι τὰ πρακτικὰ δὲν εἶναι ἀκριβῆ, διότι δὲν ἐμπεριέχονται αἱ ὕβρεις, λῃστὴς, κλέπτης, ῥακενδύτης, κόλαξ, τὰς ὁποίας ἀπὸ τοῦ βήματος ἐπρόφερεν ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως εἷς τῶν ἀγορευσάντων, καὶ ἡ Συνέλευσις ἠρνήθη εἰς ἕνα ἐξ αὐτῶν νὰ ἀπαντήσῃ· ὡς πρὸς αὐτὰς τὰς ὕβρεις τὸ σχετικὸν μέρος τῶν πρακτικῶν δὲν εἶναι ἀκριβές. Νὰ σημειωθοῦν λοιπὸν αἱ ὕβρεις αὗται διὰ νὰ τὰς ἀκούσῃ ὅλος ὁ κόσμος. (Ὁ Κύριος Καλὸς τὸν διακόπτει).
§4ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν ἔχεις κἀνὲν δικαίωμα νὰ διακόπτῃς, (θόρυβος).
§5ΔΑΓΡΕΣ. Τὰς ὕβρεις δὲν παραδέχεται ἡ Συνέλευσις.
§6ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἐν τούτοις δὲν ἠθέλησε νὰ ἀκούσῃ οὐδενὸς τὴν ἀπολογίαν.
§7ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Προσθέτω καὶ ἐγὼ, ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουν καὶ μίαν ἄλλην ἔλλειψιν, ὅτι δὲν ἐσημειώθη, ὅτι δὲν ἐδόθη ὁ λόγος, ἀξίως τοῦ ἀντικειμένου, οὔτε εἰς μέλος τι τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, ὡς εἰς ἐμὲ ὅστις ὡς τοιοῦτος ἐσημειώθην καὶ εἶχον τὴν τιμὴν νὰ τὴν διευθύνω ὡς ἀντιπρόεδρος, ἀναπληρῶν πρὸς τοῦτο τὸν Πρόεδρον Κ. Μαυροκορδάτον, οὔτε εἰς ἕνα ἐξ ἐκείνων τῶν Γερουσιαστῶν καὶ ἄλλων, οἱ ὁποῖοι ὑβρίζοντο καὶ οἵτινες ἁρμοδίως ἤθελον διαψεύσει καὶ ἀποκρούσει δημοσίᾳ ὅλας ταύτας τὰς κατ’ αὐτῶν ἐξεμέσεις. (θόρυβος).
§8ΚΑΛΟΣ. Ἂς σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὅ,τι ζητοῦν.
§9ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη, ὅτι ἐφωτίσθη προχθὲς καὶ διὰ τοῦτο δὲν ἐδόθη ὁ λόγος· δὲν δύναται λοιπὸν νὰ σημειωθῇ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον ζητεῖ ὁ Κύριος Παλαμήδης, καὶ δὲν ἔχουν δίκαιον νὰ παραπονῶνται.
§10Κ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἡ Συνέλευσις ἔχει στενογράφους, ἔχει ἐφημερίδα ἐπίσημον καὶ ὅ,τι ἐλέχθη ὑπάρχει εἰς τὴν Ἐφημερίδα. Νομίζω, λοιπὸν ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ γίνῃ ἑτέρα διόρθωσις τῶν πρακτικῶν.
§11ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Οἱ στενογράφοι θὰ γράψουν σήμερον καὶ τὰς ἐδικάς μας ἀντιῤῥήσεις· διότι χθὲς διὰ θορύβου μᾶς ἀφήσατε ἀφώνους.
§12ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἡ Συνέλευσις διὰ μεγίστης πλειονοψηφίας ἀπεφάσισε τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας· τώρα τὰ ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ Κύριος Βάσσος, καὶ ἰδίως αἱ φράσεις αἱ προσβλητικαὶ κατὰ τοῦ σώματος τῆς Γερουσίας, δὲν εἶναι φράσεις τῆς Συνελεύσεως, εἶναι ἑνὸς ἀτόμου. Ἡ Συνέλευσις συνεφώνησε μόνον, ὅτι θέλει μόνον μίαν Βουλὴν, ὥστε ἡ αἴτησις τοῦ Κυρίου Χρηστίδου τοῦ νὰ γραφῶσιν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ αἱ ὕβρεις, αἱ προφερθεῖσαι παρά τινος ῥήτορος, δὲν ἔχει βάσιν, καθόσον ἡ Συνέλευσις δὲν ἀποδέχεται ὕβρεις.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀρκεῖται ἡ Συνέλευσις εἰς τὰ λεχθέντα;
§14ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὡς πρὸς τὴν ἀντίῤῥησιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. Χρηστίδης, θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν παραδέχηται νὰ γίνῃ διόρθωσις, ὡς εἶπεν ὁ Κ. Χρηστίδης.
§16ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ὅτι δηλαδὴ ἐξεδόθησαν.
§17ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ προστεθῶσιν εἰς τὰ πρακτικὰ αἱ λέξεις, τὰς ὁποίας κατὰ τὸν ἰσχυρισμὸν τοῦ Κυρίου Χρηστίδου εἶπεν ὁ Κ. Βάσσος, ὅτι οἱ πρώην Γερουσιασταὶ ἦσαν λῃσταὶ, κλέπται, ῥακενδύται.
§18ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Καὶ ὅτι δὲν ἐδώσατε τὸν λόγον.
§19ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγώ; Δὲν ἔδωσεν ἡ Συνέλευσις.
§20ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἰδοὺ ἡ πρότασίς μου· ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἀποδέχεται τὰς προσβλητικὰς ἐκφράσεις, ἃς ἐξέφρασε κατὰ τῆς Γερουσίας ὁ Κ. Βάσσος, καὶ διὰ τοῦτο θεωρεῖ περιττὸν νὰ σημειωθῶσιν αὗται ἐν τοῖς πρακτικοῖς.
§21ΣΧΙΝΑΣ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρακτικὰ ἐπὶ πρακτικῶν δὲν δύνανται νὰ γίνουν· αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγετε, τὰ σημειόνουν οἱ στενογράφοι. Ἐγὼ θὰ θέσω τὸ ζήτημα ὡς ἀκολούθως· παραδέχεσθε τὴν διόρθωσιν τῶν πρακτικῶν πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ σημειωθῶσιν εἰς τὰ ἐπίσημα πρακτικὰ αἱ ὑβριστικαὶ λέξεις, τὰς ὁποίας ἐξέφερεν ἀπὸ τοῦ βήματος ὁ Κ. Βάσσος, καὶ νὰ σημειωθῇ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἔδωσε τὸν λόγον εἰς τὸν Κύριον Χρηστίδην;
§23ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Καὶ εἰς ἐμέ.
§24ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νομίζω, ὅτι τὸ ζήτημα συγκεφαλαιοῦται εἰς τὸ ἑξῆς. Ὁ Κύριος Χρηστίδης ἐζήτησε τὸν λόγον διὰ νὰ ἀποκρούσῃ τὰς προσβολὰς, αἵτινες ἐγένοντο κατὰ τοῦ σώματος τῆς Γερουσίας, καὶ νὰ τὰς ἀποδείξῃ ἀνυποστάτους. Ἡ Συνέλευσις ἐν νόμισε περιττὸν καὶ ἀπεφάνθη, ὅτι ἐφωτίσθη· τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα. Ὅ,τι λέγει ἕκαστος τῶν πληρεξουσίων, τὸ λέγει ἀτομικῶς καὶ ἡ Συνέλευσις δὲν ἐνδιαφέρεται εἰς τοῦτο. Ἡ Συνέλευσις λαμβάνει μέρος εἰς τὰ εἰρημένα ὑπὸ τοῦ πληρεξουσίου, ὅταν ἔλθῃ εἰς ἀπόφασιν, πιστεύω δὲ, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐσκέφθη νὰ ὑβρίσῃ τοὺς Γερουσιαστὰς, ὥστε νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τότε νὰ σημειωθῇ, ὅτι μετὰ τὰ λεχθέντα ὁ πληρεξούσιος Κ. Χρηστίδης ἐζήτησε τὸν λόγον ἵνα ἀντικρούσῃ ὅσα ἐλέχθησαν κατὰ τῆς Γερουσίας, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις ἐθεώρησε τοῦτο περιττόν.
§26ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν τὸ ἠξεύρομεν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν ταύτην παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§28ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§29ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Γνωστοποιῶ μετὰ λύπης εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι εἷς ἐκ τῶν συναδέλφων μας, ὁ πληρεξούσιος ἐκ Πατρῶν Κ. Κωστάκης ἀπεβίωσε, κηδεύεται δὲ σήμερον περὶ τὴν 4 ὥραν· παρακαλῶ κατὰ συνέπειαν τοὺς Κυρίους πληρεξουσίους, οἵτινες συμμερίζονται τὴν λύπην, τὴν ὁποίαν καὶ τὸ Προεδρεῖον αἰσθάνεται, καὶ δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει προθυμοποιηθοῦν, νὰ συνοδεύσωσι τὸν νεκρόν.
§30ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νὰ κληρωθῇ ἐπιτροπή.
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ κληρωθῇ πενταμελὴς ἐπιτροπὴ, ὅπως ἔγεινε καὶ εἰς τὸν προαποβιώσαντα Ἰωάν. Πέτρου;
§32ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα. Ἐνταῦθα γίνεται ἡ κλήρωσις τῆς ἐπιτροπῆς, ἔλαχον δὲ τὰ ἑξῆς ὀνόματα, Μαργαρίτης Παγιατάκης, Εὐστάθ. Δρακούλης, Ἀδαμ. Παπαδιαμαντόπουλος, Κωνστ. Γιολδάσης καὶ Δ. Γρίβας. Ὑποβάλλεται πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Κ. Μίληση. «Πᾶν νομοσχέδιον δὲν δύναται νὰ ψηφισθῇ ὁριστικῶς ὑπὸ τῆς Βουλῆς, εἰμὴ μετὰ προεξέτασιν ἐν τοῖς τμήμασι καὶ μετὰ τρεῖς συζητήσεις ἐν τῇ Βουλῇ, χωριζομένας ἀπ’ ἀλλήλων διὰ χρονικοῦ διαστήματος οὐχὶ βραχυτέρου τῶν 5 ἡμερῶν. Ἐξαιροῦνται τὰ νομοσχέδια τὰ ὑπὸ τῆς Βουλῆς κηρυττόμενα κατεπείγοντα ἕνεκα γενικοῦ συμφέροντος δυναμένου νὰ πάθῃ ἐκ τῆς ἀναβολῆς.» Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Κυπαρίσση. Τροπολογία. Ἄρθρον 95 τοῦ Συντάγματος. Οἱ Εἰρηνοδίκαι ἐκλέγονται ὑπὸ τῶν ἐχόντων ψῆφον πολιτῶν ἐπὶ δεκαετίαν. Οἱ Πρωτοδίκαι διορίζονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐκ δύο διπλῶν καταλόγων, τοῦ μὲν ὑπὸ τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ δὲ ὑπὸ τοῦ Ἐφετείου, εἰς τὴν περιφέρειαν τοῦ ὁποίου τὸ Πρωτοδικεῖον ὑπάγεται, προσαγομένου. Οἱ Πρόεδροι τῶν Πρωτοδικῶν, οἱ Ἐφέται, οἱ Ἀρειοπαγῖται, οἱ Πρόεδροι τῶν Ἐφετῶν καὶ τοῦ Ἀρείου Πάγου, ὡς καὶ ὁ Ἀντιπρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου, διορίζονται ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐκ δύω διπλῶν καταλόγων, τοῦ μὲν ὑπὸ τῆς Συγκλήτου τοῦ Πανεπιστημίου, τοῦ δὲ ἄλλου ὑπὸ τοῦ Ἀρείου Πάγου, προσαγομένου. Οἱ Εἰσαγγελεῖς καὶ οἱ Ἀντεισαγγελεῖς διορίζονται ἀμέσως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Τὰ ὀνόματα τῶν ἐν τοῖς ἀνωτέρω καταλόγοις ἀναφερομένων ὑποψηφίων δημοσιεύονται διὰ τῆς ἐφημερίδος τῆς Κυβερνήσεως 15 τοὐλάχιστον ἡμέρας πρὸ τοῦ διορισμοῦ. Ἀθῆναι, 6 7βρίου 1864.
Ὁ ἐξ Ἰθάκης πληρεξούσιος
Π. Α. ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ.
Ὑποβάλλεται ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Ζάκα, περὶ μεταῤῥυθμίσεως τοῦ ψηφίσματος ΡΛΘʹ. τῆς Συνελεύσεως. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ὁ προτείνων διὰ τὴν ἀνάπτυξιν;
§33ΖΑΚΑΣ. Τὸ Σάββατον.
§34ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἓν ἐκ τῶν λίαν κατεπειγόντων νομοσχεδίων, τὸ ὁποῖον συνέταξε πενταμελὴς ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως, ἧς εἶχον τὴν τιμὴν ν’ ἀποτελῶ μέρος, εἶναι τὸ περὶ προσόντων τῶν ὑπαλλήλων. Παρακαλῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν ν’ ἀποφανθῇ περὶ τοῦ ἂν θέλῃ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τοῦ προσεχοῦς Σαββάτου.
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις;
§36ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν ἐπιτροπὴν ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως, τῶν ἐκλογικῶν νόμων νὰ σπεύσῃ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων της.
§38ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΣ. Εἰς ποῖον σημεῖον εὑρίσκονται αἱ ἐργασίαι της.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ ἡ ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως δὲν ἠδυνήθη νὰ φθάσῃ εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα ἕνεκα τῆς ἐλλείψεως τοῦ Κ. Ζαΐμη. Ἐπὶ τοῦ κλάδου τῆς διοικήσεως τὸ ζήτημα τῆς ἀφομοιώσεως κατεπείγει καὶ κατὰ τὰς πληροφορίας, ἃς λαμβάνω, ἡ Ἰόνιος ἐπικράτεια τὸ περιμένει ἀνυπομόνως.
§40ΧΑΝΤΖΕΡΗΣ. Κ. Πρόεδρε, ὑπάρχουν ὑποθέσεις ἄλλαι ὡσαύτως ἀρκετὰ σπουδαῖαι καὶ παρακαλῶ, εἰ δυνατὸν, νὰ συνέλθουν τὰ τμήματα ἵνα διορίσωσιν ἐπιτροπάς.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἐρχομένην τρίτην.
§42ΜΑΡΙΝΟΣ. Κύριοι πληρεξούσιοι, ἤλπιζον, ὅτι ὁ Κ. Πρόεδρος λαβὼν πρωτοβουλίαν, ἵνα κάμῃ σήμερον νύξιν περὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀφομοιώσεως, ἤθελε προχωρήσει, συμπληρῶν τὴν ἀφήγησίν του ὡς πρὸς τὴν πορείαν τῆς ἐπιτροπῆς καὶ ὡς πρὸς τὴν κατάστασιν καὶ τὸ σημεῖον, εἰς ὃ αὕτη ἔφθασεν. Ἐπειδὴ δὲ ὁ Κ. Πρόεδρος δὲν ἔκρινε, φαίνεται, ἀναγκαῖον νὰ συμπληρώσῃ τὴν διήγησίν του, ὅπερ ἐγὼ ἀπ’ ἐναντίας θεωρῶ ἀναγκαιότατον, ὅπως ἐκλείψῃ πᾶσα παρερμηνεία ὡς πρὸς τὴν πορείαν τῆς ἐπιτροπῆς, διὰ τοῦτο σπεύδω ἵνα ἐκδηλώσω, ὅτι ἀληθὲς, ὅτι χθὲς ἡ ἐπιτροπὴ δὲν προεχώρησεν εἰς ἐκείνας τὰς ἐργασίας, ἐφ’ ὧν καὶ ὁ Κ. Ζαΐμης ἔχει μέρος, ἀλλ’ ἐπίσης ἀληθὲς εἶναι, ὅτι τὸ τμῆμα τὸ ἐπὶ τοῦ διοικητικοῦ κλάδου εἶχεν ἐνασχοληθῆ οὐκ ὀλίγον καὶ εἶχε προχωρήσει, ὁρίζον πολλὰς ἰδέας ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, ἐφ’ ὧν καὶ προητοιμάσθησάν τινα νομοσχέδια παρὰ τοῦ ἐντίμου Κ. Ζαΐμη, ἐπὶ ἑνὸς δὲ αὐτῶν ὅλη ἡ ἐπιτροπὴ πρὸ τῆς χθὲς ἐνησχολήθη καὶ ἔφθασεν εἰς μέρος τι, ὅπερ ἀπαιτεῖ διασαφήσεις, διὸ ἡ ἐπιτροπὴ ἐσταμάτησεν, ὅπως λάβῃ αὐτάς. Ἡ ἐπιτροπὴ ἄρα δὲν ἐγκατέλιπε τὰς ἐργασίας της. Ἀφ’ ἑτέρου τὸ τμῆμα τῆς ἐπιτροπῆς τὸ ἐπὶ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἐπροχώρησεν ἀρκούντως καὶ ἔφθασεν εἴς τινα συμπεράσματα, τὰ ὁποῖα, καί τοι μὴ οὔσης χθὲς πλήρους τῆς ἐπιτροπῆς, συνεζητήθησαν μεταξὺ τῆς πλειονότητος τῶν μελῶν, καὶ τὸ τμῆμα τοῦτο εὐελπίζεται, ὅτι εἰς τὴν πρώτην συνεδρίασιν, ἣν θέλει κάμει, θέλει συμπληρώσει τὸ ἔργον του ὅπως ἀκολούθως τὸ ὑποβάλλῃ εἰς ὅλην τὴν ἐπιτροπὴν καὶ ἑπομένως εἰς τὴν Συνέλευσιν. Βλέπετε λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ, δὲν ἐλησμόνησε τὴν ἐντολήν της· ἡ ἐντολὴ αὕτη εἶναι σπουδαιοτάτη, ἔχει πολλὰ καὶ διάφορα τὰ ἀντικείμενα, ἐνθυμήθητε δὲ, ὅτι πρόκειται περὶ χώρας, ἥτις δὲν στερεῖται νομοθεσίας, δὲν εἶναι ἁπλοῦν ἐπίπεδον, ἀλλ’ ἔχει ἤδη νομοθεσίαν, τὴν μὲν παλαιοτάτην, τὴν δὲ ἐκ πολυχρονιότητος· πρόκειται περὶ λαοῦ, ὅστις ἔχει ἤθη καὶ ἔθιμα. Δὲν εἶναι λοιπὸν εὔκολον νὰ εἰσαχθῇ ἄλλη νομοθεσία, πρὶν ἢ προηγουμένως συναρμολογηθῇ μὲ τὴν ἐνεστῶσαν κατάστασιν. Προσθέτω, ὅτι καὶ τὸ οἰκονομικὸν τμῆμα τῆς ἐπιτροπῆς ἐπὶ τῆς συγχωνεύσεως ἡτοίμασε νομοσχέδιον ἐφ’ οὗ ἐπίσης ἡ ὅλη ἐπιτροπὴ ἐνησχολήθη. Κύριοι, ἡ ἐπιτροπὴ ἔχει πρὸ ὀφθαλμῶν, ὅτι συμφερώτερον εἶναι νὰ ἐξομαλυνθῶσιν ὅσον ἔνεστι αἱ δυσχέρειαι ἐντὸς τοῦ κύκλου αὐτῆς, παρ’ ὅτι νὰ τὰς ῥίψῃ ἐν τῷ μέσῳ τῆς Συνελεύσεως. Ἰδοὺ καὶ ἕτερος λόγος δι’ ὃν ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐπέρανε τὸ ἔργον της· προσθέτω, ὅτι ὁ ἰσχυρώτερος πρὸς τοῦτο λόγος εἶναι ὁ ἐκ τῆς ἐλλείψεως τοῦ χρόνου, καθότι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐργάζηται, εἰμὴ ἅπαξ τῆς ἑβδομάδος, ἐπειδὴ ἡ Συνέλευσις συνεδριάζει καθ’ ἑκάστην· ἐπαναλαμβάνω δὲ ὅ,τι καὶ ἄλλοτε εἶπον, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ δὲν παρέλειψεν ἐνίοτε τοῦ νὰ κλέψῃ καί τινας ὥρας τῆς νυκτὸς ὅπως ἐνασχοληθῇ. Ἡ ἐπιτροπὴ λοιπὸν δὲν παρημέλησε τὸ ἔργον της, δὲν ἔλειψεν ἀπὸ τὴν ἐντολὴν, τὴν ὁποίαν ἡ Συνέλευσις τῇ ἀνέθηκε.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων ἐπιτροπὴ συνέταξε τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὴν διοίκησιν, ὡς καὶ τὸ μέρος τὸ ἀφορῶν τὸν τρόπον τῆς ἐκλογῆς, καὶ ἐδόθησαν εἰς τύπωσιν· ἐντὸς δὲ τῆς ἐρχομένης ἑβδομάδος θέλει προσκληθῆ ἡ ὁλομέλεια τῆς ἐπιτροπῆς, ἵνα τὰ ἐπιθεωρήσῃ. Ἐκ τῆς ἐπιτροπῆς ταύτης τοῦ περὶ δήμων νόμου ἓν τμῆμα τῆς ἐπιτροπῆς, τὸ ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων, χωλαίνει, ὡς καὶ τὸ ἐπὶ τῶν οἰκονομικῶν δὲν δύναται νὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα.
§44ΖΕΖΟΣ. Ὡς ἐκ τῆς διηνεκοῦς ἐργασίας τῆς Συνελεύσεως δὲν ἔχει καιρὸν νὰ φθάσῃ εἰς ἓν ἀποτέλεσμα· προτείνω λοιπὸν, μέχρις ὅτου αἱ δύω ἐπιτροπαὶ φθάσωσιν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, ἡ Συνέλευσις νὰ μὴν ἐργάζηται τρίτην καὶ πέμπτην.
§45ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. πληρεξουσίου, διότι εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν ὑπάρχουν προτάσεις ἀφορῶσαι σπουδαῖα τοῦ Κράτους συμφέροντα.
§47ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἐκλογικοὶ νόμοι εἶναι σπουδαιότεροι πάντων.
§48ΚΑΛΟΣ. Τὸ σπουδαιότερον ἔργον εἶναι τὸ Σύνταγμα, μετὰ ταῦτα οἱ δύο νόμοι, ὁ ἐκλογικὸς καὶ ὁ δημοτικός. Σήμερον δὲ παρίσταται τὸ σπουδαιότερον, ἡ ἕνωσις τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος. Ἀπέναντι τῶν τεσσάρων αὐτῶν ζητημάτων πᾶν ἕτερον ζήτημα εἶναι δευτέρου λόγου ἄξιον. Πρέπει λοιπὸν νὰ δοθῇ καιρὸς εἰς τὴν ἐπιτροπὴν αὐτὴν διὰ νὰ φέρῃ ὅσον τάχιον τὸ ἔργον της, καὶ νὰ δοθῇ προθεσμία, κατὰ τὴν ὁποίαν ἐὰν δὲν τὸ φέρῃ, νὰ ἐπιληφθῇ ἡ Συνέλευσις.
§49ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐγὼ ἔχω ἑτέραν πρότασιν δυναμένην ἴσως νὰ συμβιβάσῃ τὸ πρᾶγμα. Κατὰ τὰς ἡμέρας δηλαδὴ τῆς τρίτης, τῆς πέμπτης καὶ τοῦ Σαββάτου, ὅτε δὲν ἔχομεν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος, νὰ ἀρχίζωσιν αἱ συνεδριάσεις ἀπὸ τῆς μεσημβρίας, πρὸ μεσημβρίας δὲ νὰ ἐργάζωνται αἱ ἐπιτροπαὶ (ἀποδοκιμασίαι).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ καθιερωθῶσιν αἱ ἡμέραι τῆς τρίτης καὶ πέμπτης ἀπὸ τῆς προσεχοῦς ἑβδομάδος διὰ τὰς ἐργασίας τῶν ἐπιτροπῶν τῶν τμημάτων παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ νὰ μὴ καθιερώσωμεν τὴν ἀρχὴν, κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος νὰ ἔρχωνται ἄλλαι προτάσεις. Μεταβαίνομεν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος.
§52ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Τί γίνεται ἡ ἐπιτροπὴ τῶν Σουλιωτῶν;
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μοὶ ἐδήλωσεν ἡ ἐπιτροπὴ, ὅτι ἔχει ἀνάγκην διαφόρων ἐγγράφων καὶ ἑνὸς νομοσχεδίου, τὸ ὁποῖον κατὰ τὸ 1851 ἢ 52 ὑπεβλήθη εἰς τὰς Βουλὰς, ἀφορῶν τὸν συνοικισμὸν τῶν Σουλιωτῶν. Ἅμα λάβω τὰ ἔγγραφα, θὰ τὰ διαβιβάσω εἰς τὴν ἐπιτροπὴν καὶ θὰ τὴν παρακαλέσω νὰ ὑποβάλλῃ ψήφισμα τὸ Σάββατον.
§54ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Κυβέρνησις δύναται νὰ ἔχῃ συμφέρον νὰ μὴ δώσῃ τὰ ἔγγραφα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πιστεύω ἡ Κυβέρνησις νὰ ἀρνηθῇ δημόσια ἔγγραφα.
§56ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἡ Ἀντιβασιλεία ᾐσθάνετο περισσότερον αἴσθημα εὐγνωμοσύνης ὡς πρὸς τοὺς ἀγωνιστὰς τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 21 καὶ ἐξέδοτο διάταγμα κατὰ τὸ 34, ἢ 35, διὰ τοῦ ὁποίου ὄχι μόνον παρεχώρησε τὸ χωρίον Ζεμπάνη, ἀλλὰ καὶ ἓν ἄλλο παρακείμενον, ἵνα τὰ καλλιεργοῦν οἱ Σουλιῶται καὶ ἀποζῶσι. Παρακαλῶ λοιπὸν, Κ. Πρόεδρε, νὰ ζητήσητε καὶ τὸ Διάταγμα αὐτό. Προλέγω ἀπὸ τοῦδε καὶ ἐπιθυμῶ νὰ τὸ ἀκούσῃ ὅλον τὸ Πανελλήνιον, ὅτι οἱ Σουλιῶται ἔχουν ἀπόφασιν σταθερὰν νὰ καταλάβουν τὴν γῆν ἐκείνην καὶ νὰ τὴν καλλιεργήσουν, διότι καὶ αἱ προηγούμεναι Συνελεύσεις καὶ ἡ Ἀντιβασιλεία καὶ ὁ πρώην βασιλεὺς Ὄθων τὴν παρεχώρησε. (Θόρυβος). Ταῦτα πάντα τὰ λέγω, διότι πιθανὸν κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς συζητήσεως νὰ μὴ παρευρεθῶ· δὲν θέλω νὰ γίνω μάντις κακῶν, διότι οἱ Σουλιῶται, ἕνεκα τῆς ἀπελπισίας, εἰς τὴν ὁποίαν εὑρίσκονται νὰ ἐκπληρώσουν τὰς εὐχὰς καὶ τὰς ἀποφάσεις τῶν διαφόρων Συνελεύσεων καὶ αὐτῆς τῆς Ἀντιβασιλείας, ἠμπορεῖτε νὰ κατακρίνητε τοὺς Σουλιώτας ὡς αὐτοδιοικοῦντας, ἀλλὰ καὶ αὐτοὶ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ κατακρίνωσι (Θόρυβος).
§57ΔΑΓΡΕΣ. Χωρὶς ν’ ἀποκρούσω, διότι ἤθελεν εἶσθαι ἀνίερον, τὴν ἱκανοποίησιν τῶν δικαιωμάτων τῶν Σουλιωτῶν, ἂς μοὶ ἐπιτρέψῃ ὁ Κ. Καραγιαννόπουλος, ὁ πληρεξούσιος Βάλτου, μιᾶς Ἐπαρχίας, ἥτις συνεισέφερεν ἂν οὐχὶ ἴσα μὲ τοὺς Σουλιώτας, ἀλλὰ κατὰ πολὺ πλέον, νὰ ἐνθυμηθῇ καὶ τοὺς συμπολίτας του καὶ ὅλους τοὺς Ἕλληνας ἐν γένει, τὰς ἀποφάσεις ὅλων τῶν προηγουμένων Συνελεύσεων, αἱ ὁποῖαι ὡς κύριον μέλημα εἶχον τὴν διανομὴν τῆς ἐθνικῆς γῆς, τὴν ὁποίαν ἐπότιζον μὲ τὰ αἵματά των οἱ ἄνθρωποι ἐκεῖνοι, ὑπὲρ ὧν οὐδεὶς ὕψωσε φωνὴν, οὐδ’ ὁ Κύριος Καραγιαννόπουλος· νομίζω ὅτι οἱ Σουλιῶται ἔχουν δικαιώματα, ἀλλ’ οὐχ ἧττον καὶ ὅλοι οἱ Ἕλληνες, οἱ ὁποῖοι οὐδὲ βαθμὸν, οὐδὲ μισθὸν ἔλαβον ποτέ. 7 ἀδελφοὶ τοῦ πατρός μου λείπουν, καὶ ὅμως οὐδὲ ὀβολὸν ἐζήτησά ποτε. Λοιπὸν ἐνῷ εὐμενῶς ἡ Συνέλευσις ἀκούει τὴν πρότασίν σας καὶ θέλει νὰ σᾶς δικαιώσῃ, ἔρχεσθε κατὰ προτίμησιν καὶ ζητεῖτε ἀπειλοῦντες τὸ ἔθνος νὰ καταλάβητε γαίας, ἐνῷ οἱ ἄλλοι σᾶς ζητοῦν νὰ τοῖς δώσητε τὰς γαίας, τὰς ὁποίας κατέστησαν περιβόλια καὶ νὰ τὰς πληρώσουν μάλιστα. Πρὸ παντὸς λοιπὸν πρέπει νὰ ἔλθῃ αὐτὸ τὸ ζήτημα τὸ σπουδαῖον καὶ κατόπιν ν’ ἀποζημιωθοῦν καὶ οἱ Σουλιῶται, τῶν ὁποίων τὰς ἐκδουλεύσεις ἤθελεν εἶσθαι ἀνίερον νὰ ἀμφισβητήσῃ τις, ἀλλὰ πρέπει νὰ προηγηθῇ τὸ ὅλον ἔθνος. Λοιπὸν προτείνω πρὸ πάσης ἄλλης προτάσεως νὰ προηγηθῇ τὸ ζήτημα περὶ φυτειῶν.
§58ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δύω λέξεις, Κύριοι.
§59ΤΙΝΕΣ. Εἰς τὸ Σύνταγμα, Κύριε Πρόεδρε.
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει νὰ δικαιολογηθῇ δι’ ὀλίγων λέξεων.
§61ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐγὼ προτείνων καὶ παρακαλῶν τὴν Συνέλευσιν ἢ μᾶλλον τὴν ἐπιτροπὴν νὰ ἐπισπεύσῃ τὴν σύνταξιν ἑνὸς ψηφίσματος, περὶ ἱκανοποιήσεως τῶν Σουλιωτῶν, δὲν παρενέβαλα ἐμπόδια εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ ἄλλου ψηφίσματος, περὶ διανομῆς τῆς ἐθνικῆς γῆς. Ἐὰν ὁ Κ. Δαγρὲς τὸ ἐπιθυμῇ μίαν φορὰν, ἐγὼ τὸ ἐπιθυμῶ ἀπειράκις· καὶ σήμερον, ἂν θέλητε, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἀπόφασιν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου. Ἀλλὰ δὲν συμφωνῶ μὲ τὸν Κ. Δαγρὲν ὡς πρὸς τοῦτο, ὅτι διαφέρει ὁ Βαλτινὸς, καὶ πρέπει νὰ τὸ μάθῃ ὁ Κ. Δαγρὲς, ἀπὸ τὸν Σουλιώτην, διότι ὁ Βαλτινὸς ἠγωνίσθη πραγματικῶς ἴσα μὲ τὸν Σουλιώτην, ἀλλ’ ὁ Βαλτινὸς ἐπανῆλθε καὶ κατέλαβε τὴν οἰκίαν τοῦ πατρός του καὶ τὴν γῆν αὐτοῦ καὶ τὴν καλλιεργεῖ καὶ ζῇ σήμερον καὶ εἶναι ἐλεύθερος πολίτης σήμερον πράγματι, ἐνῷ ὁ Σουλιώτης εἶναι ἐλεύθερος λόγῳ καὶ δὲν ἔχει γῆν ποῦ νὰ ταφῇ, ἀλλὰ περιφέρεται ἀπὸ πόλεως εἰς πόλιν· εἶναι ἄνθρωπος, ὅστις ἐπολέμησε πρὸ τοῦ Βαλτινοῦ ἕνα αἰῶνα ὁλόκληρον· ἑπομένως δὲν εἶχε δίκαιον νὰ παραβάλῃ τὸν Σουλιώτην μὲ τὸν Βαλτινὸν, ἢ τὸν Ἠπειρώτην, Θεσσαλὸν, ἢ οἱονδήποτε ἄλλον ξένον ἀπὸ τοὺς νεοελθόντας ἢ καὶ τὸν Ψαριανὸν, ἂν καὶ οἱ Ψαριανοὶ ἐπῆραν. Ἐγὼ λέγω, ὅτι τότε πρέπει νὰ διανείμωμεν τὴν ἐθνικὴν γῆν, ὅταν καταβάλλωμεν αὐτὴν, καὶ τὸ ἐννοεῖ πολὺ καλὰ ὁ Κ. Δαγρὲς, τὴν ὁποίαν κατελάβομεν ὁ μὲν καὶ ὁ δὲ, ἔχομεν ὡς ἰδιοκτησίαν, καὶ ποτὲ δὲν ὑπῆρξε μία Κυβέρνησις νὰ ἐξετάσῃ ταῦτα.
§62ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ταῦτα εἶναι ἐκτὸς τοῦ προκειμένου. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἀντικείμενον τῆς ἡμερησίας διατάξεως. Ἄρθρον 23. Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν Νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὑπουργεῖον. Πᾶς νόμος, ἀφορῶν τοὺς ἐτησίους προϋπολογισμοὺς, τὰ ἔσοδα ἢ ἔξοδα τοῦ Κράτους, διάθεσιν ἐθνικῆς περιουσίας, τὸν ἐτήσιον προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως καὶ τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν, εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζεται παρ’ αὐτῆς.
§63ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχω καὶ μίαν ἄλλην ἐρώτησιν Κύριε Πρόεδρε· σᾶς ἔδωσα μίαν ἀναφορὰν περὶ τοῦ μετατοπιζομένου....
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀναφορὰν αὐτὴν τὴν παρέδωκα εἰς τὸν ὑπουργόν.....
§65ΚΑΡΑΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ζητοῦν δικαιοσύνην· τοὐλάχιστον ἡ Κυβέρνησις πρέπει νὰ τοὺς συνοικίσῃ εἰς ἓν ἄλλο μέρος.
§66ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶς.
§67ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἐγὼ δὲν ἔχω νὰ προτείνω εἰς τὴν Συνέλευσιν, παρὰ νὰ προσθέσω εἰς τὸ ἄρθρον 23, ὅτι «τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα διὰ τῶν ὑπουργῶν»· καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος, διότι καὶ κατὰ τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως, ἡ ὁποία διέπει μέχρι τοῦδε τὰς προτάσεις, αἱ ὁποῖαι προέρχονται ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς, οὐδεμία πρότασις γίνεται ἀπὸ ὑπουργὸν, ἐὰν αὐτὸς δὲν τυγχάνῃ νὰ ᾖναι πληρεξούσιος· ἑπομένως δὲν δύναται κατὰ τὴν ἀρχὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθη ἡ Συνέλευσις, ἐὰν ὑπάρχῃ τις ὑπουργὸς χωρὶς νὰ ᾖναι Βουλευτὴς, δὲν δύναται νὰ φέρῃ πρότασιν νόμου, καὶ πᾶσαν πρότασιν νόμου, τὴν ὁποίαν φέρει, τὴν φέρει, διότι ἐντὸς τῆς Βουλῆς ἀντιπροσωπεύει τὸν Βασιλέα. Ἑπομένως θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ, ὅτι πᾶσα πρότασις προέρχεται ἀπὸ τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα διὰ τῶν ὑπουργῶν. Εἶναι ἐνδεχόμενον, καθὼς ἤκουσα, νὰ ἀντιτάξωσί τινες, ὅτι τὸ παρελθὸν μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι ὁσάκις οἱ νόμοι ἐπαρουσιάζοντο ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον, ἐπεψηφίσθησαν, διότι τὰ νομοθετικὰ σώματα ἐπηρεάζοντο τρόπον τινὰ ἀπὸ τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως καὶ δὲν ἔφερον τὰς δεούσας παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν νομοσχεδίων· ἀλλ’ αὐτὸς ὁ λόγος μοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν εἶναι καθόλου οὐσιώδης, διότι δὲν πρέπει νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι ἐπειδὴ ὑπῆρξε μία Βουλὴ κακὴ εἰς τὸ παρελθὸν, ἄρα πᾶσα Βουλὴ εἶναι κακὴ, ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἕνας βασιλεὺς κακὸς, ἄρα πᾶς βασιλεὺς εἶναι κακός· ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἓν δικαστήριον κακὸν, ἄρα πᾶν δικαστήριον εἶναι κακόν. Ὄχι, Κύριοι· καὶ ἰδοὺ ὁ λόγος· διότι ἐὰν ὁ βουλευτὴς ἐπηρεάζηται εἰς τὴν ἐκπλήρωσιν τοῦ σπουδαίου καθήκοντός του, διότι ἀναφέρεται τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως, τὸ ἐλάττωμα ἐνυπάρχει εἰς τὴν Βουλὴν, καὶ δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ἀποκλείσωμεν τῆς προτάσεως τῶν νόμων μίαν ἀρχὴν, ἥτις ἔχει δικαίωμα ἐπὶ τῆς νομοθετήσεως τοῦ τόπου.
§68ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Τί σᾶς χρησιμεύει, ἀφοῦ παραδέχεσθε ὅτι...
§69ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Δὲν τὸ παρεδέχθην ἀκόμη· εἶπον, ὅτι μέχρι σήμερον εἰς τὴν Συνέλευσιν ἐπεκράτησεν, ὥστε δὲν δύνανται οἱ ὑπουργοὶ νὰ φέρωσι νόμον παρὰ ὡς πληρεξούσιοι, καὶ διὰ τοῦτο βλέπετε, ὅτι τὰ διάφορα νομοσχέδια, τὰ ὁποῖα παρουσιάζουν, τὰ φέρουν μὲ τὴν ὑπογραφὴν, ὁ πληρεξούσιος ἐκ Γόρτυνος καὶ ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν π. χ. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἂν τυγχάνῃ τις νὰ ᾖναι ὑπουργὸς, ὡς ὁ Κ. Καρνάλης, δὲν δύναται νὰ φέρῃ νομοσχέδιον ὑπογεγραμμένον ἀπὸ τὸν ἑαυτόν του. Λέγω λοιπὸν, ὅτι ἡ πρότασις αὐτὴ εἶναι ἀναγκαία· καὶ ἰδοὺ διατί. Σήμερον, μετὰ τὴν κατάργησιν μάλιστα τῆς Γερουσίας, δὲν ἔχομεν παρὰ δύω νομοθετικὰς ἐξουσίας, τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα· ὅταν εἰς τὸν βουλευτὴν δίδωμεν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων, καὶ ὁ βουλευτὴς εἶναι τὸ 1/200, πῶς θὰ ἀρνηθῶμεν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως εἰς τὴν ἄλλην νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἥτις εἶναι ὁλοσχερής; τοῦτο εἶναι ὅλως διόλου ἐναντίον τῶν ἀρχῶν τοῦ δικαίου καὶ ἐναντίον τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον ἀνωτέρω ἐψηφίσαμεν, διότι εἴπομεν, ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ τοῦ Βασιλέως. Λοιπὸν θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ ἡ λέξις, τοῦ βασιλέως διὰ τῶν ὑπουργῶν. Μοὶ εἶπεν ὁ Κ. Δεληγεώργης, ὅτι ἀφοῦ οἱ ὑπουργοὶ λαμβάνονται ἀπὸ τῶν νομοθετικῶν σωμάτων, διατὶ νὰ γίνῃ αὐτὴ ἡ προσθήκη· ἀλλ’ ὁ λόγος περὶ τῶν ὑπουργῶν, πόθεν θὰ λαμβάνωνται, γίνεται εἰς τὸ ἄρθρον 31 καὶ ἀκόμη δὲν συνεζητήθη, καὶ μόνον ὁ πληρεξούσιος Σούτσας πρό τινων ἡμερῶν ἔφερε μίαν τροπολογίαν λέγουσαν, ὅτι πρέπει ν’ ἀπαλειφθῇ ἀπὸ τὸ ἄρθρον 31. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ἔφερεν, ἠμπορεῖ νὰ ᾖναι δικαία καὶ νὰ ψηφισθῇ ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ὥστε βλέπετε εἰς περίστασιν καθ’ ἣν ψηφισθῇ ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Σούτσα τότε ἔχομεν ὑπουργοὺς, οἱ ὁποῖοι ἐν τίνι δικαιώματι θὰ παρουσιάζωνται ἐντὸς τῆς Βουλῆς; Ὅταν οἱ ὑπουργοὶ δὲν ἔχουν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων, λέγω, ὅτι δὲν ἠμποροῦν νὰ παρασταθῶσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς, διότι ἀφοῦ δώσῃς τὸ δικαίωμα τῆς ὑποστηρίξεως τῶν νόμων εἰς τὸν ὑπουργὸν, ὀφείλεις κατ’ ἀνάγκην νὰ δώσῃς καὶ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως. Θεωρῶ λοιπὸν ὡς ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην αὐτήν· «τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα διὰ τῶν ὑπουργῶν»· τὰ δὲ ἄλλα νὰ μείνουν ὡς ἔχει.
§70ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητής). Πιστεύω, ὅτι ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος ἐκ Καλαβρύτων ἀδικεῖ τὴν ἐπιτροπὴν, ὑποθέτων, ὅτι δὲν ἐσκέφθη ἐπὶ τοῦ ζητήματος τούτου ὀρθῶς καὶ δὲν ἐσχεδίασε τὸ ἄρθρον μετὰ μεμελετημένην καὶ ὥριμον σκέψιν· ὄχι μόνον τὸ παρελθὸν καὶ ἡ κατ’ αὐτὸ γενομένη κατάχρησις τοῦ ὀνόματος τοῦ Βασιλέως κατὰ τὴν εἰσαγωγὴν τῆς προτάσεως τῶν νόμων, ἔπεισε τὴν ἐπιτροπὴν, ὅτι ἔπρεπε νὰ θέση φραγμὸν εἰς τὴν ὑπέρβασιν ταύτην, ἀλλὰ καὶ ἄλλη σκέψις ἰσχυρωτέρα ταύτης ἐπεκράτησεν, ἣν δ’ ὅτι πρέπει ἕκαστον τῶν νομοθετικῶν σωμάτων νὰ ἐνεργῇ τὰ καθ’ ἑαυτὸ ἀνεξαρτήτως καὶ οὐδαμῶς νὰ διατελῇ ὑπὸ τὴν ἠθικὴν ἐπιῤῥοὴν τοῦ προσώπου ἐκείνου, εἰς χεῖρας τοῦ ὁποίου ἔγκειται ἀποκλειστικῶς τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως ἢ τῆς ἀρνήσεως. Ἓν νομοσχέδιον λοιπὸν, εἰσαγόμενον ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, εἶναι ὁπωσδήποτε ἓν νομοσχέδιον ἐμμέσως ἐπιβάλλον τὴν παραδοχὴν αὐτοῦ εἰς τὸ νομοθετικὸν σῶμα. Παρατηρῶ δ’ ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ οὐδόλως ἐκαινοτόμησε, καθόσον αὐτὸ τοῦτο τηρεῖται ἀκριβῶς ὑπὸ τοῦ συνταγματικοῦ ἐκείνου ἔθνους, τὸ ὁποῖον εἶναι ὁ περὶ τὰ τοιαῦτα διδάσκαλος, καὶ ὄχι μόνον ὑπ’ ἐκείνου κατὰ πρᾶξιν γίνεται, ἀλλὰ καὶ κατὰ θεωρίαν σπουδαῖοι ἄνδρες ἐδογμάτισαν, ὅτι ἓν τῶν στοιχείων τῶν ἐλευθέρων λαῶν εἶναι τὸ νὰ μὴ ἀναφέρηται κἂν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως ἐν τῇ Βουλῇ, καθόσον τὸ νομοσχέδιον τὸ εἰσαγόμενον ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως ἀντικρούεται ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν, καὶ πᾶσα ἀντίκρουσις ἀντανακλᾷ ἐμμέσως κατὰ τοῦ προτείναντος προσώπου, ἤτοι τοῦ Βασιλέως.
§71ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Τὸ ὑπουργεῖον εἶναι νομοθετικὴ ἐξουσία;
§72ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Αἱ ἐνέργειαι τῶν ἐξουσιῶν, ὅσαι ἀναφέρονται ἐν τῷ πολιτεύματι, εἶναι συνταγματικαί. Τί δ’ ἄλλο εἶναι τὸ Σύνταγμα εἰμὴ ὁ κῶδηξ, καθ’ ὃν κανονίζονται τίνες ἔσονται αἱ ἐνέργειαι ἑκάστης ἐξουσίας. Ἀναλαμβάνω τὸν λόγον ὅθεν μὲ διέκοψεν ὁ Κ. Κυπαρίσσης. Τὸ Ἀγγλικὸν ἔθνος δὲν εἰσάγει ποτὲ τὰ νομοσχέδια ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, ἀλλ’ ἕκαστος ὑπουργὸς εἰς τὴν οἰκείαν Βουλὴν, ἤτοι εἰς ἐκείνην, τῆς ὁποίας εἶναι μέλος, ἐν ἰδίῳ αὐτοῦ ὀνόματι ἐνασκεῖ τὸ τῆς προτάσεως τοῦ νόμου δικαίωμα, ὡς τοῦτο γίνεται ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν καὶ ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ. Ἀλλ’ ἐκτὸς τῆς Ἀγγλίας ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς ἀναφέρω καὶ ἄλλον ἐπίσημον ἄνδρα, τὸν Barnave, ὅστις κατὰ τὴν συζήτησιν τῆς 17 Αὐγούστου 1790 ἐν τῇ Συντακτικῇ Συνελεύσει τῆς Γαλλίας εἶπε τὰ ἑξῆς· «Κατὰ τὴν ἀληθῆ ἀρχὴν παντὸς ἐλευθερίου πολιτεύματος, ἀρχὴν καθιερωμένην ἤδη ἐν Ἀγγλίᾳ, οὐδεμία πρότασις πρέπει νὰ εἰσάγηται ἐπ’ ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, καθόσον ὁ βαθὺς σεβασμὸς τῶν νομοθετῶν πρὸς τὸν ἀρχηγὸν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας δύναται ἐπιζήμιον νὰ ἐνασκήσῃ ἐπὶ τῶν συνδιασκέψεών των ἐπιῤῥοήν.» Καὶ τὴν ἐπιβλαβῆ τῳόντι ἐπιῤῥοὴν αὐτὴν τοῦ προσώπου ἐκείνου ἐγνωρίσαμεν καθ’ ὅλον τὸ παρελθόν. Δὲν καινοτομοῦμεν λοιπὸν κατ’ οὐσίαν, δὲν ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὸν Βασιλέα τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τῷ τὴν ἀφίνομεν πλήρη, ἀλλὰ θέλομεν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως νὰ ἵσταται πάντοτε ὅπου πρέπει νὰ ἵσταται καὶ νὰ μὴ μεταβαίνῃ εἰς τὴν κονίστραν τοῦ νομοθετικοῦ σώματος· θέλομεν ὥστε ὁ Βασιλεὺς νὰ θεωρῆται ἀμέτοχος ὅλως διόλου τοῦ νομοθετικοῦ ἔργου μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν αὐτὸ τὸ ἔργον συζητηθὲν, θέλει ἔλθει εἰς τὴν ἔγκρισιν ἢ ἀποδοκιμασίαν αὐτοῦ. Καθόσον μάλιστα καὶ αὐτὸς ὁ Βασιλεὺς δύναται ἐν τῷ μεταξὺ φωτιζόμενος ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, νὰ μὴ περιβάλῃ τὸ νομοθέτημα διὰ τοῦ κύρους αὐτοῦ, τοῦθ’ ὅπερ ἔσται ἄτοπον, ἂν αὐτὸς τυγχάνῃ ὁ εἰσαγαγὼν αὐτό. Καὶ δύο μάλιστα τοιαῦτα παραδείγματα ἔχομεν ἤδη ἐν Ἑλλάδι, ἔνθα δύο νομοσχέδια ὑπὸ τοῦ Βασιλέως προταθέντα καὶ ὑπὸ τῶν βουλῶν κυρωθέντα δὲ, ἔτυχον ὅμως τῆς Βασιλικῆς κυρώσεως, διότι ἐν τῷ μεταξὺ ἐξεδηλώθη ἰσχυρῶς ἐναντία ἡ κοινὴ γνώμη καὶ σφοδρὰ ἠγέρθη ἡ κατ’ αὐτῶν μομφὴ τοῦ ἐμπορίου. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι οὐδὲν ἀντισυνταγματικὸν ὑπάρχει, ἀλλ’ ἔστιν ἁπλῶς αὐτὸ τοῦτο τὸ συμβαῖνον ἐν τῇ Συνελεύσει ἡμῶν ἀπὸ τοῦ ψηφίσματος τῆς 9 Ὀκτωβρίου 1863, καθ’ ὃ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων τὸ ἔχει ἡ Συνέλευσις, ἤτοι οἱ πληρεξούσιοι· ἂν ὅμως τύχῃ ὁ ὑπουργὸς μὴ ἀποτελῶν μέρος τῆς Συνελεύσεως ταύτης, δὲν δύναται νὰ εἰσαγάγῃ ἐν ἰδίῳ αὑτοῦ ὀνόματι νομοσχέδια· ἀλλ’ ἡ δυσκολία αὕτη, ἥτις ὑπάρχει τὴν σήμερον, αἴρεται διὰ τῆς ἐπιψηφίσεως τοῦ 23 ἄρθρου, ὡς ἐσχεδιάσθη ἐπὶ τῇ προτάσει τῶν Κ. Κ. Θεοδώρου Δηλιγιάννη καὶ Καλλιγᾶ, ἣν καὶ ἐγὼ καὶ τὰ λοιπὰ τῆς ἐπιτροπῆς μέλη ὁμοφώνως παρεδέχθημεν. Ποῖον δὲ κίνδυνον ἐκ τούτου διατρέχομεν; Δυοῖν θάτερον· ἢ θέλετε ἐπιψηφίσει τὸ 31 ἄρθρον ὡς κατὰ πλειονοψηφίαν μικρὰν τῆς ἐπιτροπῆς ἐσχεδιάσθη, καὶ τότε πάντες οἱ ὑπουργοὶ ἐκ τῆς Βουλῆς λαμβανόμενοι θέλουσιν οἴκοθεν ἀπολαύει τοῦ δικαιώματος τοῦ προεισηγεῖσθαι τὸν νόμον, ἢ τοὐναντίον, διότι καὶ ἐγώ εἰμι ἐναντίος τοῦ περιορισμοῦ τοῦ Βασιλικοῦ δικαιώματος, τοῦ νὰ λαμβάνῃ ὁ Βασιλεὺς τοὺς ὑπουργοὺς αὑτοῦ ἐλευθέρως, εἴτε ἀπὸ τοῦ νομοθετικοῦ σώματος, εἴτε ἐκτὸς αὐτοῦ, καὶ τότε ἀπαλειφομένης τῆς ἀποκλειστικῆς διατάξεως τοῦ 31 ἄρθρου ἔχομεν τὸ 23 ἄρθρον, κατὰ τὸ ὁποῖον μετέχουσι τῆς προεισηγήσεως τοῦ νόμου, οὐχὶ δὲ καὶ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, καὶ οἱ ὑπουργοὶ, καί τοι μὴ ὄντες μέλη τῆς Βουλῆς. Παρακαλῶ δ’ ὑμᾶς, Κύριε Πετιμεζᾶ, σημειώσατέ το καλῶς, δὲν λέγομεν ἐν ἄρθρῳ 23 ὅτι ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐνασκεῖται ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν καὶ τῆς Βουλῆς, ἀλλὰ μόνον ὅτι τὸ δικίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἐνασκεῖται ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν καὶ τῶν ὑπουργῶν· καὶ διαφέρει πολὺ τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τὸν νόμον τοῦ δικαιώματος τοῦ ψηφίζειν αὐτὸν, ὅπερ ἀληθῶς εἶναι μόνης τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας ἴδιον. Ἠδυνάμεθα νὰ δώσωμεν τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν καὶ εἰς πάντα πολίτην, νὰ στέλλῃ δηλονότι δι’ ἀναφορᾶς τὸ νομοσχέδιόν του καὶ νὰ ὑποβάλληται τοῦτο εἰς συζήτησιν· ἤθελεν εἶσθαι τοῦτο βεβαίως ἓν πρᾶγμα ἀλλόκοτον, ἀλλὰ τὰ ὁπωσδήποτε δικαιώματα ταῦτα τῆς προτάσεως δὲν ἤθελον βεβαίως εἶσθαι μετοχὴ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἀπὸ τῶν ὀλίγων τούτων θέλετε πεισθῆ, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐφρόντισε νὰ ἄρῃ τὰ συμβαίνοντα κακὰ καὶ νὰ θεραπεύσῃ αὐτὰ διὰ μιᾶς προτάσεως, ἥτις θέλει ἀφήσει τὰ δύω νομοθετικὰ στοιχεῖα ἐλεύθερα, ἤτοι τὴν μὲν ψήφισιν εἰς τὴν Βουλὴν, τὸ δὲ δικαίωμα τῆς κυρώσεως πλῆρες εἰς τὸν Βασιλέα, καὶ τὸ προεισηγεῖσθαι τοὺς νόμους εἴτε εἰς τοὺς Βουλευτὰς, εἴτε εἰς τὸ ὑπουργεῖον.
§73Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ (ὑπουργὸς Ἐξωτερικῶν). Εἶμαι ἀπηλλαγμένος, Κύριοι, τῆς ἀνάγκης νὰ ἐπαναλάβω ἐξήγησιν, τὴν ὁποίαν εἷς τῶν συναδέλφων μου πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν, ἐπὶ τῆς συζητήσεως τοῦ Συντάγματος, σᾶς ἔκαμε, διότι ὑποθέτω, ὅτι ἐκ τῆς ἐξηγήσεως ἐκείνης δύνασθε νὰ κρίνητε, ὅτι καὶ ἡ γνώμη, τὴν ὁποίαν προτίθεμαι νὰ ἐκφέρω σήμερον κατὰ τὴν συζήτησιν, εἶναι ἀτομικὴ καθαρῶς. Εἶμαι ὅμως ἠναγκασμένος νὰ μετάσχω τῆς συζητήσεως τοῦ ἄρθρου τούτου, διότι παρετήρησα, ὅτι ὑπὸ τῶν προαγορευσάντων ἐγένετο μικρά τις σύγχυσις τοῦ οὐσιαστικοῦ δικαιώματος τοῦ προτείνειν τοὺς νόμους καὶ τοῦ τρόπου τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου, τὴν ὁποίαν νομίζω καθῆκόν μου νὰ διευκρινήσω, διὰ νὰ συντελέσω εἰς τὸ νὰ ἐκφέρητε ἀπόφασιν, ἥτις νὰ μὴ συνταράξῃ τὰς ἐπικρατούσας εἰς ὅλον τὸν συνταγματικὸν κόσμον ἰδέας. Ἡ σύγχυσις, τὴν ὁποίαν παρετήρησα, ὅτι οἱ προαγορεύσαντες ἔκαμον, εἶναι, ὅτι ἐσύγχυσαν τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τοὺς νόμους, μὲ τὸν τρόπον τοῦ ἐξασκεῖν τὸ δικαίωμα τοῦτο. Ἤμην μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, καὶ δὲν ὑπῆρξεν ἐν αὐτῇ γνώμη, οὐδὲ ὑπ’ οὐδενὸς κἄν προταθεῖσα, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων δὲν πρέπει νὰ ἀποδοθῇ εἰς τὸν Βασιλέα· ὅλοι ἀνεγνωρίσαμεν, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων πρέπει ν’ ἀποδοθῇ εἰς ὅλας ἐκείνας τὰς ἐξουσίας, αἵτινες ἔχουσι τὸ δικαίωμα καὶ τοῦ νομοθετεῖν· ἡ δὲ κρίσις αὕτη, τὴν ὁποίαν οἱ συνάδελφοί μου, τὰ μέλη τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, ἔκαμον, μοὶ φαίνεται ὀρθὴ, διότι ἀληθῶς τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν, κεχωρισμένον ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ προτείνειν τοὺς νόμους, εἶναι δικαίωμα λίαν ἰδανικὸν καὶ ἀφῃρημένον, εἶναι δικαίωμα, τὸ ὁποῖον δὲν δύναται νὰ συντελῇ οὔτε εἰς τὴν πρόνοιαν τῶν ἀναγκῶν τῆς Ἐπικρατείας, οὔτε εἰς τὴν θεραπείαν αὐτῶν. Ἐὰν μοὶ ἦτον ἐπιτετραμμένον νὰ καταστήσω πλέον καταληπτὴν τὴν κρίσιν μου, ἤθελον σᾶς κάμει μικρὰν ἀφομοίωσιν πρὸς τὸν κοινὸν βίον. Τὸ δικαίωμα τοῦ νομοθετεῖν, κεχωρισμένον ἀπὸ τοῦ δικαιώματος τοῦ προτείνειν τοὺς νόμους, δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς σῶμα, τὸ ὁποῖον ἔχει τὴν χρῆσιν πασῶν τῶν ἄλλων δυνάμεων αὐτοῦ ἐκτὸς μόνης τῆς πρακτικῆς δυνάμεως· δύναται νὰ παραβληθῇ πρὸς ἄνθρωπον, ὅστις αἰσθάνεται ὅλας τὰς ἀνάγκας, τὰς ὁποίας ὁ ἄνθρωπος αἰσθάνεται, ἀλλὰ δὲν ἔχει οὔτε χεῖρας, οὔτε δυνάμεις νὰ ζητήσῃ τὴν θεραπείαν τῶν ἀναγκῶν τούτων. Τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, ἐν τῇ Εὐρώπῃ ὑπάρχουσι δύω διακεκριμέναι σχολαὶ, ἡ τοῦ Κοινοβουλίου τοῦ Ἀγγλικοῦ καὶ τῶν Συνταγματικῶν ἐθίμων τῆς Ἀγγλίας, καὶ ἡ σχολὴ τῶν Συνταγματικῶν Ἐπικρατειῶν ὅλης τῆς ἄλλης Εὐρώπης. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν Νόμων ἀνήκει εἰς μόνον τὰ μέλη τοῦ Κοινοβουλίου· εἰς ὅλα ὅμως τὰ ἄλλα Συνταγματικὰ Ἔθνη ἀπεδόθη ἐξ ἴσου εἰς τὰ Κοινοβούλια καὶ εἰς τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν. Δὲν ἠξεύρω, Κύριοι, ἂν ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ δύνανται νὰ εὑρεθῶσι πολλοὶ θιασῶται τῶν δογμάτων τῆς Ἀγγλικῆς σχολῆς· ἐγὼ, τῇ ἀληθείᾳ, ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ἂν μοὶ ἦναι ἐπιτετραμμένον, ὅτι δὲν εἶμαι ὀπαδὸς τῆς Ἀγγλικῆς σχολῆς ἐπὶ τούτου, καὶ ἐπικαλοῦμαι τὴν πεῖραν τῶν Ἑλληνικῶν πραγμάτων. Τῇ ἀληθείᾳ, ἐν τῇ Συνελεύσει ταύτῃ, εἰς τὴν ὁποίαν ἀπεδόθη τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν Νόμων, κατ’ ἐξαίρεσιν ἐπροτάθησαν κατὰ τὸ διετὲς διάστημα τοῦτο τόσοι νόμοι, ὅσοι δὲν ἐπροτάθησαν εἰς 3 αἰῶνας ἐν Ἀγγλίᾳ· τοῦτο ἴσως μαρτυρεῖ τὴν τάσιν τὴν ἀκάθεκτον ἡμῶν πρὸς τὸ μεταβάλλειν, πρὸς τὸ νεωτερίζειν· μαρτυρεῖ τὴν προαίρεσιν, τὴν ἀξιότιμον προαίρεσιν τῆς βελτιώσεως· συγχωρήσατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ὁ πόθος τῆς βελτιώσεως τότε μόνον δύναται νὰ ἀπολήξῃ εἰς ἀποτελέσματα, ὁποῖα ὁ πόθος τῆς βελτιώσεως ἐπιζητεῖ, ὅταν ἦναι συνωδευμένος μετὰ τῆς κρίσεως καὶ τῆς σκέψεως, ἡ δὲ κρίσις καὶ ἡ σκέψις εἶναι ἀληθῶς προϊὸν τῶν κρίσεων, τὰς ὁποίας τὰ μέλη τῶν κοινοβουλίων ὡς πολῖται κάμνουσιν ἐπὶ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων, διότι ἡ ἐφαρμογὴ τῶν νόμων γίνεται ἐπὶ τῶν ἀτόμων, τὰ ἀποτελέσματα δ’ αὐτῆς γίνονται καταληπτὰ εἰς τὰ ἄτομα, καὶ ἑπομένως μεταβιβάζονται εἰς τὴν πεῖραν τῶν κοινοβουλίων, ἀλλὰ ἡ κρίσις καὶ ἡ σκέψις εἶναι εἰς ἀλάνθαστον ἀποτέλεσμα τῆς πεῖρας τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων· ἡ πεῖρα τῆς ἐκτελέσεως τῶν νόμων παριστᾷ καθ’ ἑκάστην τὰ πλημμελήματα, τὰ ὁποῖα καθ’ ὅλην τὴν ἐπικράτειαν παρουσιάζουν οἱ κείμενοι νόμοι, τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων τὰ πλημμελήματα ταῦτα δύνανται νὰ διορθωθῶσι, τὰς βελτιώσεις, αἵτινες πρέπει νὰ γίνωσιν εἰς αὐτούς. Διὰ ταῦτα λοιπὸν ὑποθέτω, ὅτι δὲν θὰ ὑπάρχωσι πολλοὶ ἐν τῷ περιβόλῳ τούτῳ, οἱ ὁποῖοι νὰ νομίζωσιν, ὅτι πρέπει νὰ εἰσαγάγουν τὸ ἀγγλικὸν σύστημα· συμφωνοῦσι δ’ οἱ πλεῖστοι, ὅτι ἀναγκαῖον νὰ παραδεχθῶμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα τὴν σχολὴν τὴν ἐπικρατοῦσαν ἐν τῇ ὅλῃ συνταγματικῇ Εὐρώπῃ, ἡ ὁποία δίδει τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων καὶ εἰς τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν. Ἡ Γαλλία μετὰ τὸ 1830, τὸ Βέλγιον, ἡ Ἱσπανία, ὅλαι αἱ ἐπικράτειαι αὗται ἀποδίδουσι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων καὶ εἰς τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν. Ἐὰν λοιπὸν συμφωνῶμεν ἐπὶ τούτου, ἐνδέχεται νὰ ὑπάρξῃ διαφωνία ἐπὶ μόνου τοῦ τρόπου, καθ’ ὅν πρέπει νὰ ἐξασκηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο ὑπὸ τοῦ Βασιλέως. Κατὰ τὸ παρελθὸν τῷ ὄντι ὁ τρόπος, καθ’ ὃν ἐξησκεῖτο τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, ἦτον διαγεγραμμένος καὶ γνωστός. Ἓν Βασιλικὸν διάταγμα ἐξεδίδετο, δι’ οὗ ἄλλοτε μὲν ἐπετρέπετο εἰς τὸν ὑπουργὸν νὰ εἰσαγάγῃ τὸν νόμον, ἄλλοτε δὲ παρηγγέλετο ὁ ὑπουργὸς νὰ εἰσαγάγῃ τὸν νόμον· ἡ τοιαύτη ἐξάσκησις ἔφερεν ἐπηρεασμόν τινα· ἀγνοῶ ἂν ὁ ἐπηρεασμὸς οὗτος προήρχετο, διότι, ἐκδιδομένου τοῦ διατάγματος τούτου, ὁ πρώην Βασιλεὺς ὑπέθετεν ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνεται μεταβολή τις εἰς τὸ εἰσαχθὲν νομοσχέδιον, ἢ ἂν αἱ ῥίζαι, ἡ κυρία ἀφορμὴ αὐτοῦ ἦτον ἡ συγκεντρωτικὴ τάσις ἡ ἐπικρατοῦσα κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην· καὶ μήπως τότε τὰ κοινοβούλια ἐπηρεάζοντο μόνον εἰς τὴν ἐπιψήφισιν τῶν Νόμων καὶ δὲν ἐπηρεάζοντο εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τῶν ἄλλων πράξεων, αἵτινες δὲν ἔφερον οὐδὲ τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως; μήπως δὲν ἐπηρεάζοντο εἰς τὴν ἔρευναν τῶν ἁπλουστάτων ἀντικειμένων τῆς τοπικῆς διοικήσεως; μήπως τὴν τοπικὴν διοίκησιν δὲν ὑπέβαλλον εἰς τὰς ἀνάγκας τῆς πολιτείας; Ἴσως τὸν ἐπηρεασμὸν τοῦτον ἐπιτυχῶς δύναταί τις νὰ ἀποδώσῃ εἰς τὴν κατάστασιν τὴν πολιτικὴν τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἀλλ’ ἐγὼ δὲν δυσκολεύομαι νὰ ὑποχωρήσω, δὲν δυσκολεύομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ ἀρθῇ πᾶσα ἀφορμὴ τοιαύτης ὑπονοίας, ὅτι καλὸν εἶναι, ἐπειδὴ ὑπῆρξε κατὰ τὸ παρελθὸν τοιοῦτόν τι γεγονὸς, καὶ ἐπειδὴ τὸ γεγονὸς τοῦτο, καί τοι δὲν εἶναι καθαρὸν, μ’ ὅλα ταῦτα ἐθεωρήθη ἐπενεγκὸν τὸν ἐπηρεασμὸν τοῦτον, δὲν δυσκολεύομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἐπιθυμῶ νὰ ἄρωμεν τὴν ἀφορμὴν, καὶ ἡ ἀφορμὴ δὲν αἴρεται ὅταν παρουσιάζωμεν τὰ Νομοσχέδια ἐν ὀνόματι τῶν ὑπουργῶν; Ἀλλὰ διὰ τοῦτο δὲν πρέπει νὰ ἀρνηθῆτε τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων εἰς τὴν Βασιλικὴν ἐξουσίαν. Ἡ τροπολογία, ἡ ὁποία σᾶς ἐπροτάθη νομίζω, ὅτι ἐκπληροῖ αὐτὸν τὸν σκοπὸν, λέγουσα, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει μὲν εἰς τὸν Βασιλέα, ἐξασκεῖται δὲ διὰ τῶν Ὑπουργῶν. Ἡ τροπολογία αὕτη δὲν ἐφάπτεται ποσῶς οὐδ’ ἀπολήγει εἰς τὸν περιορισμὸν τῶν δικαιωμάτων τῆς Βασιλείας, οὐδ’ ἐφάπτεται ποσῶς τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ Ἔθνους. Κύριοι, ἀναγκάζομαι νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν ταύτην, διότι ἡ ἐποχὴ αὕτη μοῦ ἐπιβάλλει τὴν ἀνάγκην ταύτην. Τῷ ὄντι παρατηρῶ τοσαύτην πρόνοιαν καὶ τοσαύτην ἅμιλλαν περὶ τῆς διασώσεως τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους, ὥστε τῇ ἀληθείᾳ ἤθελον εἶσθαι καὶ ἐγὼ πεπεισμένος περὶ τῆς ἀνάγκης ἐὰν ἦτο δυνατὸν νὰ ἴδω μακρόθεν ἢ ἐγγύθεν τοὺς κινδύνους τούτους. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι ἡ τροπολογία δὲν ἐφάπτεται τῶν ἐλευθεριῶν τοῦ ἔθνους, δὲν περιορίζει τὰ δικαιώματα τῆς Βασιλείας καὶ δὲν δύναται νὰ ἐπηρεάσῃ τὴν σχέσιν τῆς βασιλικῆς ἐξουσίας πρὸς τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην. Ἐπεθύμουν νὰ μάθω, καὶ ἴσως τινὲς ἐξ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παρασκευάζονται νὰ ἀντιλέξουν πρός με, ἴσως μοὶ ἐξηγήσωσι τὴν ἀπορίαν ταύτην, ἤθελον νὰ γνωρίσω ποῖα εἶναι τὰ πρακτικὰ ἄτοπα τῆς τροπολογίας ταύτης. Δὲν τὰ διαβλέπω. Εἶναι πιθανὸν, ὅταν δὲν ἤθελεν ἐπιτύχει ὑπουργός τις τῆς ἐγκρίσεως τοῦ Βασιλέως ἵνα εἰσάγῃ Νόμον τινὰ, νὰ ὑποχωρήσῃ, καίτοι πειθόμενος περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νόμου. Ὑποθέσατε, ὅτι ὁ ὑπουργὸς, ἐὰν ἔχῃ πεποίθησιν περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ Νόμου τούτου, θέλει ἐξακολουθήσει νὰ μένῃ εἰς τὴν ἐξουσίαν· καὶ νομίζετε, ὅτι ἤθελεν εἶναι τότε ὑπουργὸς συνταγματικὸς καὶ ὅτι θέλει ἀνεχθῇ αὐτὸν ἡ Βουλή; καὶ ἂν τοῦτο γίνῃ, ὅτι τοῦτο εἶναι συνέπεια τῆς διατάξεως, ἥτις λέγει, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν Νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ἐξασκεῖται δὲ διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν; Κύριοι, σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ ἀναχωρῆτε ἀπὸ τὴν ἰδέαν, ὅτι θέλει ὑπάρξει χρόνος, καθ’ ὃν θέλουν συνεδριάσει ἐν Ἀθήναις σιωπῶντες καὶ κοιμώμενοι φρουροὶ τῶν συνταγματικῶν ἐλευθεριῶν· ἐὰν ἀναχωρήσητε ἀπὸ τὴν ἰδέαν αὐτὴν, σᾶς βεβαιῶ, ὅτι ἂν γράψητε ὅλα τὰ Συντάγματα καὶ εἰς αὐτὰ μεταφέρητε ὅλας τὰς διατάξεις τῶν Νόμων, καὶ αὐτῶν τῶν ἐσχάτων τῆς ἀγροτικῆς ἀστυνομίας, οὐδαμοῦ θέλετε εὑρεῖ ἀσφάλειαν. Διὰ τοῦτο ὑποστηρίζω τὴν τροπολογίαν, κατὰ τὴν ὁποίαν τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν Νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ἐξασκεῖται δὲ διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κυριακοῦ ἔχει τὸν λόγον.
§75ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριοι, δὲν βλέπω κατ’ οὐσίαν ὅτι ὑπάρχει μεγάλη διαφορά, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, διότι καὶ κατ’ αὐτὴν οἱ ὑπουργοὶ θὰ ἔχουν τὴν εὐθύνην. Ἀλλὰ θεωρῶ ἀναγκαῖον ν’ ἀνασκευάσω λόγους τινὰς, τοὺς ὁποίους εἶπεν ὁ προλαλήσας Κ. ὑπουργός. Δὲν ὑπάρχουν δύο σχολαὶ περὶ τοῦ προκειμένου ζητήματος, τοὐλάχιστον δὲν κάμνω τὴν τιμὴν εἰς τὴν Γαλλικὴν πρᾶξιν, τὴν ἀπὸ τοῦ 1814 μέχρι τοῦ 1830, νὰ τὴν ἀποκαλέσω σχολὴν, διότι ἦτο σχολὴ οὐχὶ συνταγματικὴ, ἀλλὰ δεσποτική. Εἶναι τῷ ὄντι μεγάλη διαφορὰ μεταξὺ τοῦ δικαιώματος τοῦ νομοθετεῖν καὶ τοῦ προτείνειν νόμους. Ὁ Βασιλεὺς μετέχει τοῦ νομοθετεῖν, διότι ἔχει τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως καὶ τῆς ἀρνησικυρίας τῶν ψηφιζομένων ὑπὸ τῶν Βουλῶν νομοσχεδίων· οὐδ’ ἔχει τι κοινὸν τοῦτο μὲ τὸ ζήτημα, τίνες πρέπει νὰ ἔχουν τὸ δικαίωμα νὰ προτείνουν νόμους, πᾶσα σύγχυσις περὶ τούτου εἶναι βλασφημία. Ἡ μετοχὴ τοῦ Βασιλέως εἰς τὸ νομοθετεῖν δὲν γίνεται παρευρισκομένου αὐτοῦ ἐν ταῖς Βουλαῖς καὶ συζητοῦντος τὰ νομοσχέδια, ὅπερ ἤθελε τὸν καταβιβάσει ἐκ τῆς ὑψηλῆς περιωπῆς, εἰς ἣν πρέπει νὰ τηρῆται· ἀλλ’ ἀφοῦ ψηφισθῇ ὑπὸ τῶν Βουλῶν τὸ νομοσχέδιον, ὑποβάλλεται εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις σκέπτεται καὶ ἀποφασίζει ἂν πρέπῃ νὰ τὸ παραδεχθῇ ἢ νὰ τὸ ἀποῤῥίψῃ. Πολλάκις τὸ ἀποῤῥίπτει, διότι περιέχει διατάξεις τινὰς ἀπαρεσκούσας εἰς αὐτὸν, ἂν καὶ κατ’ οὐσίαν τὸ θεωρεῖ ἀναγκαῖον· διὰ τοῦτο καὶ ἀφοῦ ἀρνηθῇ τὴν κύρωσιν νομοσχεδίου τινὸς, εἰσάγει διὰ τῶν ὑπουργῶν του εἰς τὰς Βουλὰς νέον νομοσχέδιον ἐπὶ τοῦ αὐτοῦ ἀντικειμένου κατὰ τὴν δευτέραν Σύνοδον μὲ διαφερούσας τινὰς διατάξεις. Ἐνταῦθα ἡ βασιλεία ἐνεργεῖ ἰδίαν αὑτῆς συνταγματικὴν ἐξουσίαν, τὴν νομοθετικὴν, μολονότι ἡ ἄρνησις τῆς κυρώσεως δύναται νὰ περιπλέξῃ τὴν ὑπουργικὴν εὐθύνην. Ἔρχομαι ἤδη εἰς τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμων. Ἐπεκαλέσθησαν τινὲς τὴν γαλλικὴν νομολογίαν. Ἠξεύρετε, Κύριοι, πῶς ἐν Γαλλίᾳ ἐξετιμήθη τὸ δικαίωμα τοῦτο; Κατὰ τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1814 μόνος ὁ Βασιλεὺς εἶχε τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων, αἱ δὲ Βουλαὶ ἠδύναντο μόνον νὰ παρακαλέσωσι δι’ ἀναφορᾶς των τὸν Βασιλέα νὰ εἰσαγάγῃ αὐτὸς πρότασιν νόμου ἐπὶ ὡρισμένου τινὸς ἀντικειμένου. Τοιοῦτον ἦτο τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα μέχρι τοῦ 1830, διότι δὲν τὸ ἐψήφισε τὸ Ἔθνος, ἀλλὰ τὸ παρεχώρησεν ἐξ οἰκείας προαιρέσεως ὁ Λουδοβῖκος ιή, ὅστις ἐπεφυλάχθη εἰς ἑαυτὸν καὶ νὰ τὸ ἀνακαλέσῃ ἐν ἀνάγκῃ, ὡς ἀπεπειράθη νὰ τὸ τροπολογήσῃ ὁ διάδοχος αὐτοῦ Κάρολος 10ος, ὅστις διὰ τοῦτο καὶ ἐξεθρονίσθη. Κατὰ δὲ τὴν ἐπανάστασιν τοῦ 1830 ἡ ἀναθεώρησις τοῦ Συντάγματος τούτου ἐγένετο ἐντὸς ὀλίγων ὡρῶν ὑπὸ τῶν παρευρεθέντων τότε ἐν Παρισίοις Βουλευτῶν, διότι σοβαροὶ φόβοι μὴ παραταθῇ ἡ ἐπανάστασις δὲν ἐπέτρεψαν ἀνωτέραν καὶ πληρεστέραν τοῦ Συντάγματος τὴν ἀναθεώρησιν. Εἶναι δὲ ἤδη ἱστορικὸν γεγονὸς, ὅτι ἠδύναντο νὰ γίνουν πληρέστεραι βελτιώσεις εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ ὅτι αὐτὸ δὲν φέρει θεωρητικῶς τὸν τύπον τῆς τελειότητος. Κατὰ τὴν ἐσπευσμένην λοιπὸν ταύτην ἀναθεώρησιν ἀπεδόθη καὶ εἰς τὰς Βουλὰς τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμων. Ποῖα δὲ εἶναι τὰ ἄλλα Συντάγματα τῆς Εὐρώπης, τὰ ὁποῖα ἐπεκαλέσθη ὁ προλαλήσας ἔντιμος πληρεξούσιος; Πιστεύετε, ὅτι εἰς τὴν ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην ὑπάρχουν τέλεια Συντάγματα; Πλὴν τοῦ Βελγίου, τὸ ὁποῖον ἀντέγραψε μετὰ βελτιώσεών τινων τὸ γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1830 καὶ τὸ ὁποῖον εὐδαιμονεῖ οὐχὶ τόσον ὡς ἐκ τῆς τελειότητος τοῦ Συντάγματός του, ὅσον ὡς ἐκ τῆς ἀγαθότητος καὶ νοημοσύνης τοῦ ἡγεμόνος του, τὰ ἄλλα τῆς Εὐρώπης Συντάγματα εἶναι ἀτελῆ δοκίμια, εἰς τὴν σύνταξιν τῶν ὁποίων δὲν προήδρευσε πάντοτε ἡ δέουσα ἐκ μέρους τῶν ἡγεμόνων εἰλικρίνεια. Τὴν ἀληθῆ θεωρίαν περὶ συνταγματικοῦ πολιτεύματος ἐν τῇ ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ ἀνευρίσκομεν εἰς συγγραφὰς πολιτικῶν ἀνδρῶν, οἵτινες ἀπέκτησαν πολιτικὴν πεῖραν ἀπὸ τοῦ 1814 καὶ ἐντεῦθεν καὶ διὰ συγγραμμάτων καὶ δι’ ἄρθρων εἰς τὰς περιοδικὰς ἐπιθεωρήσεις καὶ εἰς τὰς ἐφημερίδας κατέδειξαν τὰς ἀληθεῖς ἀρχάς. Οἱ συγγραφεῖς οὗτοι δὲν θεωροῦν ὡς ἀναγκαῖον τὸ ν’ ἀποδοθῇ προσωπικῶς εἰς τὸν Βασιλέα τὸ δικαίωμα τοῦ ποιεῖν προτάσεις νόμων, ἀλλ’ εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, δηλ. εἰς τοὺς ὑπευθύνους ὑπουργούς. Τοιουτοτρόπως δὲν προσβάλλεται ἡ φιλοτιμία καὶ ἡ ἀξία τοῦ Βασιλέως, ἐὰν ἀποῤῥιφθῇ ἢ οὐσιωδῶς τροποποιηθῇ τὸ εἰσαχθὲν εἰς τὰς Βουλὰς παρὰ τῆς Κυβερνήσεως νομοσχέδιον. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι καταλληλότερον εἶναι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων νὰ ὁρισθῇ ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν ὑπουργῶν ὡς ἐκπροσωπούντων τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, καὶ ἀνεξαρτήτως ἂν ἦναι Βουλευταὶ ἢ Γερουσιασταί· δηλαδὴ καὶ ἂν δὲν ἦναι Βουλευταὶ ἢ Γερουσιασταὶ, πρέπει νὰ ἔχωσιν οἱ ὑπουργοὶ, ὡς τὰ νόμιμα ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, τὸ δικαίωμα νὰ ποιῶσι προτάσεις νόμων εἰς τὰς Βουλάς. Ἤδη μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας δὲν ἐπιμένω πλέον εἰς τὸ νὰ λαμβάνωνται οἱ ὑπουργοὶ ἀποκλειστικῶς ἐκ τῆς Βουλῆς, ὥστε καὶ μὴ Βουλευταὶ ὄντες πρέπει νὰ ἐνασκῶσι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως. Μάλιστα οἱ ὑπουργοὶ εἶναι οἱ καταλληλότεροι νὰ διαγινώσκουν τὰς ἀνάγκας τῆς κοινωνίας, αὐτοὶ δύνανται εὐχερέστερον νὰ ἐφοδιάζωνται μὲ τὰς ἀναγκαίας ἐκ τῆς ὑπηρεσίας πληροφορίας, ὅπως εἰσάγωσι τὰς προτάσεις νόμων εἰς τὰς Βουλὰς· εἰς ἕκαστος Βουλευτὴς καὶ Γερουσιαστὴς, ἂν καὶ τῷ ἀναγνωρίζεται τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, σπανίως δύναται νὰ εὑρεθῇ εἰς θέσιν νὰ εἰσαγάγῃ τέλειον νομοσχέδιον καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίξῃ δεόντως. Διὰ τοῦτο καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Ἀγγλίᾳ συνήθως οἱ νόμοι τῇ προτάσει τῶν ὑπουργῶν γίνονται, διότι αὐτοὶ καὶ μόνοι ἔχουν εἰς τὴν διάθεσίν των ὅλα τὰ κυβερνητικὰ μέσα εἰς τὸ νὰ φωτισθῶσι περὶ τῆς χρησιμότητος νέου τινὸς νόμου, ἢ περὶ τῆς ἀνάγκης τῆς καταργήσεως παλαιοῦ νόμου· εἰς αὐτοὺς διαβιβάζονται ἁρμοδίως τὰ παράπονα ἢ αἱ κοινωνικαὶ βλάβαι ὡς ἐκ τῆς ἀτελοῦς νομοθεσίας. Ἐννοῶ, ὅτι ἡ Βουλὴ διὰ τῶν κατὰ μέρος Βουλευτῶν πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως νόμων, καθὼς καὶ ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Ἡ διαφορὰ εἶναι μόνον ὡς πρὸς τὴν ἔκφρασιν. Ἐγὼ θεωρῶ ἀκριβέστερον συνταγματικῶς, τὸ νὰ εἴπωμεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ γενικῶς, ὡς τοιοῦτοι, ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ ποιεῖν προτάσεις εἰς τὴν Βουλὴν, χωρὶς ν’ ἀναμίξωμεν τὸ ὄνομα τοῦ Βασιλέως· διότι ὅσον ὀλιγωτέρας ἀφορμὰς ἔχει ἡ Βασιλεία νὰ ἔρχηται εἰς ἄμεσον ἐπαφὴν μετὰ τῶν Βουλῶν, κατὰ τοσοῦτον μένει καὶ ἀνωτέρα πάσης ἠθικῆς ἐπικρίσεως. Ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τὸ Ὑπουργεῖον δὲν δύναται νὰ κάμῃ οὐδὲν βῆμα ἄνευ τῆς συναινέσεως τοῦ Βασιλέως. Ἤκουσα χθὲς τὸ ἑσπέρας ἕνα συνάδελφον ἡμῶν, ὅστις μοὶ ἔκαμε τὴν παρατήρησιν, ὅτι εἶναι ἄτοπον νὰ εἰσάγωσιν οἱ ὑπουργοὶ νομοσχέδια εἰς τὴν Συνέλευσιν χωρὶς νὰ ἔχῃ γνῶσιν αὐτῶν ἡ Βασιλεία, ἐγὼ δὲ τῷ ἀπήντησα, ὅτι τοιοῦτον ἄτοπον δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καθότι τὸ Ὑπουργεῖον ὑφίσταται ἐνόσῳ χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην τοῦ Βασιλέως, ὅστις δύναται ν’ ἀπαιτήσῃ, ὥστε τίποτε οὐσιῶδες νὰ μὴ γίνηται ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου ἄνευ τῆς γνώσεώς του. Ὅσοι λοιπὸν λέγομεν Ὑπουργεῖον, ἐννοοῦμεν Βασιλείαν συνταγματικὴν, δηλαδὴ ἀνεύθυνον καὶ νομικῶς καὶ ἠθικῶς. Διὰ τοῦτο κατακρίνεται τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον ἰσχύει ἐν Γαλλίᾳ καὶ τοῦ ὁποίου ἐγένετο κατὰ πιθηκισμὸν ἀπομίμησις καὶ ἐν Ἑλλάδι. Ἐν Γαλλίᾳ πᾶν νομοσχέδιον εἰσήγετο εἰς τὰς Βουλὰς ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Ἐνταῦθα ἀναβαίνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος Κ. Μεσσηνέζης.
§76ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Οἱ ὑπουργοὶ παρίσταντο ὡς ὑπηρέται τῆς θελήσεως τοῦ Βασιλέως, ὃν ἀποκαλοῦν κύριόν των καὶ αὐθέντην. Παρετηρήθη δὲ παρ’ ὅλων τῶν συγγραφέων, ὅτι εἶναι ἀσεβὲς τὸ νὰ ἐπικαλῶνται οἱ ὑπουργοὶ τὸ βασιλικὸν ὄνομα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν νομοσχεδίων, ἐνῷ εἰς τὸν Βασιλέα δὲν λογίζεται, ὅτι ἀρέσκει εἰμὴ μόνον ὅ,τι καταδειχθῇ ὀρθὸν καὶ νόμιμον. Καὶ ὅμως κατὰ τὸ Γαλλικὸν σύστημα οἱ ὑπουργοὶ καλύπτουσι τὴν φιλόδοξον ἐπιμονήν των εἰς ψήφισιν τοῦ νομοσχεδίου, ἐπικαλούμενοι τὴν θέλησιν τοῦ Βασιλέως, ὅπερ σημαίνει καὶ τὴν πεισμονὴν τοῦ Βασιλέως. Ἴσως δὲ οἱ ὑπουργοί, κατ’ ἰδίαν ἀπολογούμενοι εἰς εὐλόγους παρατηρήσεις φίλων των, ἀπαντῶσι κρυφίως τὸ σύνηθες καὶ παρ’ ἡμῖν, τὶ νὰ κάμωμεν ἀφοῦ ἐπιμένει ὁ Βασιλεὺς; (θόρυβος). Ἐννοεῖται, ὅτι αἱ παρατηρήσεις μου δὲν ἔχουν τι κοινὸν μὲ τὴν σημερινὴν ἡμῶν κατάστασιν. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ φαίνεται ὅτι ἐνεργεῖ ἀπ’ εὐθείας ἡ Βασιλεία. Δὲν ἐννοῶ πρὸς τίνα σκοπὸν ὁ προλαλήσας παρέστησε τὰ ἀτοπήματα τὰ προκύπτοντα ἐκ τῆς πληθύος τῶν εἰσαγομένων ὑπὸ τῶν Βουλευτῶν νομοσχεδίων, ὑποδείξας πρὸς τοῦτο τὰ συμβαίνοντα ἐν τῇ ἐθνικῇ ταύτῃ Συνελεύσει. Πρέπει τάχα διὰ τοῦτο νὰ μείνῃ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων εἰς μόνον τὸν Βασιλέα; Ἐγὼ ἔχω ὑψηλοτέραν ἰδέαν περὶ τοῦ σεβασμοῦ, ὅστις ὀφείλεται εἰς τὴν συνταγματικὴν βασιλείαν. Εἴτε οἱ ὑπουργοὶ ἀφ’ ἑαυτῶν, ὡς ἐνασκοῦντες τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν, εἰσάγουν τὰ νομοσχέδια, εἴτε ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως, τὸ πρᾶγμα κατ’ οὐσίαν δὲν ἔχει διαφορὰν, ἀλλὰ τὴν διαφορὰν βλέπω μεγάλην ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα θὰ συμβαίνουν κατὰ τὴν συζήτησιν τῶν νομοσχεδίων. Οἱ ἐναντιοφρονοῦντες δὲν πρέπει νὰ παλαίουν κατὰ τῆς βασιλικῆς θελήσεως, ἀλλὰ κατὰ τῆς γνώμης καὶ ἐνεργείας τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Τὰ δὲ ἀτοπήματα τὰ ἐκ τῆς πληθύος τῶν προτάσεων, τῶν γενομένων τυχὸν ὑπὸ Βουλευτῶν, μὴ δὲν θὰ ὑπάρχουν καὶ κατὰ τὸ ἓν καὶ κατὰ τὸ ἄλλο σύστημα; Ὅπου χορηγεῖται ἓν δικαίωμα, ἐκεῖ δύναται νὰ γίνῃ καὶ κατάχρησις αὐτοῦ. Ἐνδέχεται νὰ εὑρεθῶσι Βουλευταὶ ἔχοντες τὴν μονομανίαν τοῦ νὰ εἰσάγουν νομοσχέδια, τὸ κακὸν τοῦτο δὲν θεραπεύεται εἰμὴ μόνον διὰ τῆς ἀποῤῥίψεως αὐτῶν, ὅταν δὲν ᾖναι κατάλληλα ἢ ὥριμα πρὸς συζήτησιν. Τελειόνω παρατηρῶν, ὅτι, ἂν συμφωνοῦμεν, ὅτι οἱ ὑπουργοὶ, καὶ ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως εἰσάγοντες τὰ νομοσχέδια, εἶναι οὐχ ἧττον ὑπεύθυνοι δι’ αὐτὰ, καὶ εἰς τοῦτο δὲν πιστεύω νὰ ὑπάρχῃ μεταξὺ ἡμῶν σπουδαία διαφωνία, δὲν βλέπω τὴν μεγάλην διαφορὰν κατ’ οὐσίαν, ἂν παραδεχθῶμεν τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετιμεζᾶ, ἢ ἂν μείνωμεν εἰς τὸ κείμενον τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος· θεωρῶ μόνον, ὅτι ἡ γλῶσσα τοῦ σχεδίου εἶναι συνταγματικωτέρα. Καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἄλλας διατάξεις τοῦ ἄρθρου 23, παρατηρῶ, ὅτι ἤδη, μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς Γερουσίας, καθίστανται ὅλως περιτταὶ, δηλαδὴ τὸ περὶ τῶν ἐτησίων προϋπολογισμῶν, περὶ τῶν ἐσόδων καὶ ἐξόδων τοῦ Κράτους κτλ. Ταῦτα ὅλα πρέπει νὰ λείψουν. (Ἴδε καὶ τὴν ὑπ’ ἐμοῦ δημοσιευθεῖσαν Ἔκθεσιν ὡς παράρτημα τοῦ ἀριθ..... Τόμ. Εʹ τῆς Ἐφημερίδος τῆς Συνελεύσεως).
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Κόκκινος.
§78ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἴθε, Κύριοι, ὁ προλαλήσας συνάδελφός μου νὰ ἔδιδε τόσον κῦρος εἰς τὰ ξένα παραδείγματα, ὅσον ἐγὼ δίδω εἰς αὐτά. Ἐμὲ τὰ γερμανικὰ παραδείγματα δὲν μὲ ἐμπόδισαν νὰ καταψηφίσω τῆς Γερουσίας. Ἐλπίζω, ὅτι καὶ τὸν φίλον μου Κ. Διομήδην, ὡς καὶ τὴν Συνέλευσιν δὲν θὰ ἐμποδίσωσι τὰ Ἀγγλικὰ παραδείγματα ἀπὸ τοῦ νὰ θέσωσι τὸ θεμέλιον τοῦ ἄρθρου ἐκεῖ ὅπου πρέπει νὰ ὑπάρχῃ. Ἀπορῶ πῶς ὁ ἀξιότιμος συνάδελφός μας Κ. Διομήδης ἠθέλησε νὰ ἀναιρέσῃ τοὺς προλαλήσαντας Κ. Πετιμεζᾶν καὶ Κ. Θεόδωρον Δηλιγιάννην ὡς πρὸς τὸ ἀνεύθυνον, τὸ ὁποῖον ὅλοι διεκδικοῦμεν ὑπὲρ τῆς Βασιλείας καὶ ἀναγνωρίζομεν εἰς αὐτήν. Ὁ Κ. Διομήδης ἔπρεπε μάλιστα, καθὸ καθηγητὴς τοῦ συνταγματικοῦ δικαίου, νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι προκειμένου λόγου περὶ πράξεων τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἡ Βασιλεία δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προτάξῃ τὸ ἀνεύθυνον αὑτῆς καὶ τὸ ὑπεύθυνον τῶν ὑπουργῶν. Μόνον ὅταν πρόκηται περὶ πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας ἐκεῖ ἡ Βασιλεία ἔχει ἀνάγκην ὑπευθύνων ὀργάνων. Δὲν δύναται νὰ λανθάνῃ τὸν Κ. Διομήδην, ὅτι τὰ ὅρια ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα χωρίζουσι τὰς διαφόρους ἐξουσίας ἀπ’ ἀλλήλων, ἐπενοήθησαν μόνον διὰ τὴν διάκρισιν τῆς ἐνεργείας αὐτῶν, οὐχὶ δὲ καὶ διὰ τὰς περιπτώσεις ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας πρόκειται περὶ τῶν διαφόρων στοιχείων μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐξουσίας. Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία εἶναι φύσει ἀνεύθυνος, ὄχι διότι λαμβάνει μέρος εἰς αὐτὴν ὁ Βασιλεὺς, ὄχι διότι λαμβάνουν μέρος εἰς αὐτὴν αἱ Βουλαὶ, ἀλλὰ διότι ὡς ἡ γενικωτέρα καὶ ἡ ἐπικρατεστέρα τῶν ἐξουσιῶν δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ εἰς τὸν ἔλεγχον ἄλλης ἐξουσίας. Τὸ ἀνεύθυνον αὐτῆς δὲν εἶναι προνόμιον, διότι δὲν εἶναι νομικὸν πλάσμα, ἀλλ’ εἶναι ἀνάγκη ἀπαραίτητος. Ὁ Βασιλεὺς μετέχων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας εἴτε διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς εἰσαγωγῆς, εἴτε διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως τῶν Νόμων, εἶναι ἐπίσης ἀνεύθυνος ὅπως εἶναι καὶ ἡ Βουλὴ καὶ Γερουσία ὅταν ψηφίζωσι τοὺς Νόμους. Εἶναι ἀδύνατον ὁ ἀξιότιμος Κ. Διομήδης νὰ μὴ γνωρίζῃ τὴν διαφορὰν τοῦ ἀνευθύνου διὰ τὰς πράξεις τῆς νομοθετικῆς, καὶ τοῦ ἀνευθύνου διὰ τὰς πράξεις τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας. Λοιπὸν δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ προστατεύσωμεν τὴν βασιλείαν εἰσάγοντες ὑπὲρ αὐτῆς ἀνεύθυνον, τοῦ ὁποίου δὲν ἔχει ἀνάγκην, καὶ ἀνάγκην δὲν ἔχει, διότι μετέχουσα τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, εἴτε διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς εἰσαγωγῆς, εἴτε διὰ τοῦ δικαιώματος τῆς κυρώσεως τῶν νόμων, εἶναι ἐπίσης ἀνεύθυνος, ὅπως καὶ ἡ Βουλή.
§79ΖΕΡΒΑΣ. Πῶς τὴν διαλύει λοιπὸν τὴν Βουλήν, ὅταν ᾖναι ἀνεύθυνος.
§80ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα. Εἶναι τὸ ζήτημα τῆς ἁρμονίας τῶν διαφόρων ἐξουσιῶν, οὐχὶ ζήτημα τῆς συμπράξεως τῶν διαφόρων στοιχείων μιᾶς καὶ τῆς αὐτῆς ἐξουσίας. Ἀλλ’ ἔρχομαι Κύριοι, εἰς τὸ παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Διομήδης Κυριακοῦ ἠρύσθη ἐκ τοῦ Ἀγγλικοῦ συντάγματος. Προτάσσω δὲ, ὅτι εἶχε δίκαιον ὁ ἀξιότιμος Κ. Δηλιγιάννης νὰ κάμῃ διάκρισιν δύω συστημάτων ἐπὶ τοῦ προκειμένου, εἶχε δίκαιον νὰ διακρίνῃ τὸ σύστημα τὸ Ἀγγλικὸν ἀπὸ τὸ σύστημα τὸ ἠπειρωτικόν. Πραγματικῶς εἰς τὴν Ἀγγλίαν ἐπεφυλάχθη εἰς τὴν Βασιλείαν μόνον τῆς κυρώσεως τῶν Νόμων τὸ δικαίωμα· καὶ ἐκεῖ οἱ ὑπουργοὶ εἰσάγοντες τοὺς Νόμους τοὺς εἰσάγουσιν ἐν ἰδίῳ ὀνόματι, καὶ τοὺς εἰσάγουσιν ὡς μέλη τοῦ Κοινοβουλίου. Ἐν τῇ λοιπῇ Εὐρώπῃ ἡ Βασιλικὴ ἐξουσία περιβάλλεται μὲ εὐρυτέραν σφαῖραν δικαιωμάτων. Ἡ φύσις αὐτῆς θεωρεῖται ἀνωτέρα ἐν τῇ ἐνεργείᾳ, εἰ μὴ ἐν τῇ δυνάμει, θεωρεῖται ἀνωτέρα ἀφ’ ὅ,τι εἶναι ἐν Ἀγγλίᾳ. Ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ Βασιλεία περιοριζομένη εἰς τὸ δικαίωμα τῆς κυρώσεως τῶν Νόμων διατηρεῖ ἁπλῶς ἀμυντικὴν θέσιν ἀπέναντι τῆς ἐξουσίας τοῦ Κοινοβουλίου. Ἀλλ’ ἐν τῇ ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ ἡ Βασιλεία συμπράττει μετὰ τῶν λοιπῶν ἐξουσιῶν, συνεργεῖ μετ’ αὐτῶν, καὶ συνεργεῖ θετικῶς διὰ τὴν παραγωγὴν καὶ ἀνάπτυξιν τοῦ πολιτικοῦ βίου τοῦ ἔθνους. Πρέπει λοιπὸν νὰ διακρίνωμεν δύω συστήματα, καὶ δὲν εἶναι ἀληθές, ὅ,τι εἶπεν ὁ Κ. Διομήδης, ὅτι δηλαδὴ τὸ Γαλλικὸν σύστημα ἠρνήθη ἐν γένει τὴν πρωτοβουλίαν εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα. Ἐπὶ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1814 τὰ Βουλευτικὰ σώματα δὲν εἶχον τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νόμων. Ἀλλὰ δὲν ἠρνήθησαν αὐτό, διότι ἡ τάσις τοῦ γαλλικοῦ πνεύματος ἔῤῥεπεν εἰς τοῦτο, ἀλλὰ διότι τὸ Σύνταγμα τοῦ 1814 ἦτο Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον προῆλθεν ἐκ τῆς Βασιλικῆς παραχωρήσεως, ἐκ τῆς Βασιλικῆς μονοβουλίας, διὰ τοῦτο καὶ στενώτατα ἡρμηνεύετο ὑπὸ τῆς Βασιλείας. Ὅταν ὅμως ἡ Γαλλία ἀπέκτησε Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον συνωμολογήθη μεταξὺ λαοῦ καὶ Βασιλέως, εἰς οὐδενὸς ὑπουργοῦ τῆς Γαλλίας τὴν διάνοιαν ἐπῆλθέ ποτε ἡ ἰδέα ν’ ἀρνηθῇ τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος δι’ ὃν ἐν Γαλλίᾳ ἠρνήθησαν μέχρι τοῦ 1830 τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος, διὰ τὸν ὁποῖον καὶ εἰς τὴν Γερμανίαν ὅσα Συντάγματα παρεχωρήθησαν ἀπὸ τοὺς Βασιλεῖς, ἐπ’ ἐκείνων δὲν ἐπετράπη εἰς τὰς Βουλὰς τὸ δικαίωμα τῆς πρωτοβουλίας. Ἅμα ὅμως εἰς τὴν Γερμανίαν ἐπῆλθεν ἡ μεταβολὴ τοῦ 1848 καὶ τὰ Συντάγματα συνωμολογήθησαν μεταξὺ λαοῦ καὶ Ἡγεμόνων, ἀνεγνωρίσθη καὶ ἐκεῖ ὄχι μόνον εἰς τὸν Ἡγεμόνα, ἀλλὰ καὶ εἰς τὰς Βουλὰς τὸ δικαίωμα τοῦ προτείνειν τοὺς νόμους. Ἀλλά, Κύριοι, ἐὰν παραδεχθῶμεν τὸ σύστημα τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ, δὲν βλέπω εἰς ποῖον ἀποτέλεσμα θέλομεν φθάσει, παρὰ μόνον εἰς τὸ νὰ προδικάσωμεν ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μείνῃ ἀκέραιον, διότι ἀκέραιον καὶ πλῆρες πρέπει νὰ συζητηθῇ καὶ ν’ ἀποφασισθῇ μετὰ ταῦτα ἐν τῷ οἰκείῳ τόπῳ, καὶ τοῦτο εἶναι τὸ ζήτημα περὶ τοῦ πόθεν πρέπει νὰ λαμβάνωνται τὰ ὄργανα τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, δηλαδὴ οἱ ὑπουργοί, ἐκ τῶν Βουλῶν μόνον, ἢ καὶ ἐκτὸς αὐτῶν. Ἐξ ἀνάγκης λοιπὸν ἐπὶ τοῦ προκειμένου πρέπει ν’ ἀποφύγωμεν πᾶσαν ἀφορμὴν, δυναμένην νὰ προδικάσῃ τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μείνῃ ἐκκρεμές. Τὸ δικαίωμα τῆς εἰσαγωγῆς τῶν νόμων δὲν δύναται ν’ ἀνήκῃ εἰς τὸ ὑπουργεῖον, διότι φθάνομεν ἐξ ἀνάγκης καὶ ἀπαραιτήτως εἰς μίαν σύγχυσιν τῶν ἐξουσιῶν. Σᾶς ἐπαναλαμβάνω, Κύριοι, ὅτι ἡ Βασιλεία δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ προασπίσῃ τὸ ἀνεύθυνον αὐτῆς δι’ ὁποιουδήποτε ὀργάνου, ὅταν ἐνασκῇ πράξεις τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἔχει ὅμως ἀνάγκην νὰ καλύψῃ τὸ ἀνεύθυνον αὐτῆς δι’ ὑπευθύνων προσώπων, ὅταν ἐνασκῇ πράξεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Διὰ τὴν ἐνέργειαν αὐτῶν καὶ μόνον αὐτῶν τῶν πράξεων τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας, λαμβάνει καὶ διορίζει ὁ Βασιλεὺς τοὺς ὑπουργούς του. Πῶς λοιπὸν θέλετε ν’ ἀφαιρέσητε προσὸν ἀναφαίρετον καὶ ἀναπαλλοτρίωτον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἅμα καὶ τοῦ Βασιλέως, καὶ νὰ τὸ δώσητε εἰς ὄργανα, προωρισμένα μόνον διὰ τὴν ὑπεύθυνον ἐκτέλεσιν τῶν νόμων; Πῶς θέλετε τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν Νόμων νὰ τὸ ἀφαιρέσητε ἀπὸ τὴν Βασιλείαν, καὶ νὰ τὸ δώσητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον; Καὶ δὲν ἐννοεῖτε τὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν ὁποίαν περιπίπτομεν; Σᾶς ἀνέφερεν ὁ Κ. Διομήδης καὶ ἄλλα ἀκόμη ἐπιχειρήματα· σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἐνεργεῖται ὑπὸ τῶν Βουλῶν καὶ τῶν ὑπουργῶν ὡς μελῶν τοῦ Κοινοβουλίου, οὐχὶ μόνον διότι καλύπτουσι τὸ ἀνεύθυνον τῆς Βασιλικῆς ἐξουσίας, ἀλλὰ διότι ἀποτελεσματικῶς δύναται νὰ ἐνεργηθῇ ἀπ’ αὐτούς. Ἀλλ’ ἐλησμόνησεν ὁ Κ. Διομήδης ποία εἶναι ἡ σύνταξις τῆς πολιτείας ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ποία εἶναι ἐν τῇ λοιπῇ Ἠπειρωτικῇ Εὐρώπῃ, καὶ ποία παρ’ ἡμῖν; Ἐλησμόνησεν, ὅτι τὸ ἔργον τῆς προτάσεως τῶν νόμων, καὶ τὸ ἔργον τῆς κατασκευῆς αὐτῶν συνδέεται μὲ πολλὰς καὶ ποικίλας δυσκολίας· εἶναι ἔργον, τὸ ὁποῖον δὲν εἶναι προσὸν ἑκάστου, ἀλλ’ ἀπαιτεῖ βαθεῖαν μελέτην, καὶ μεγάλην πεῖραν, καὶ ἰσχυρὰν θέλησιν, καὶ ὅτι τὰ σπουδαῖα νομοθετήματα καταρτίζονται ὄχι τόσον εἰς τὰ σπουδαστήρια καὶ μὲ τὰ βιβλία, ἀλλ’ ἐν τῇ σπουδῇ τοῦ κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ βίου, εἶναι προϊόντα οὐ μόνον εὐρυτάτης παιδείας, ἀλλὰ καὶ γενναίας πολιτικῆς πείρας. Εἰς τὴν Ἠπειρωτικὴν Εὐρώπην καὶ παρ’ ἡμῖν, τὰ ἔργα, ὅσα ἀπεδείχθησαν διαρκῆ, ὅσα ἀπεδείχθησαν κοινωφελῆ, παρεσκευάσθησαν ὑπὸ τῆς Κυβερνήσεως ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, διότι αἱ Κυβερνήσεις ἔχουσιν εὐκολώτερα καὶ ἀφθονώτερα τὰ μέσα πρὸς συλλογὴν τῶν ἀπαιτουμένων διὰ τὴν κατασκευὴν τῶν νόμων πληροφοριῶν, καὶ διότι αἱ Κυβερνήσεις δύνανται ὄχι μόνον νὰ συλλέξωσι πληροφορίας πανταχόθεν, ἀλλὰ καὶ τὰς διαφόρους ἀρχὰς νὰ διατάξωσι νὰ ἐνασχοληθῶσι περὶ τὰ ἀντικείμενα ταῦτα. Ἐν Ἀγγλίᾳ τὰ ἔργα τὰ νομοθετικὰ τελοῦνται ἐπίσης μετὰ μεγάλης περισκέψεως καὶ βαθείας πείρας, ἀλλὰ διέφυγε τὴν μνήμην τοῦ Κ. Διομήδους, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ αἱ Βουλαὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα ὄχι μόνον ὅταν ἀνακρίνωσιν, ἀλλὰ καὶ ὅταν νομοθετῶσι νὰ ἐπεμβαίνωσιν εἰς ἔργα διοικητικὰ, ὅτε αἱ Βουλαὶ ἔχουσι τὸ δικαίωμα νὰ διατάττωσιν ὑπαλλήλους τῆς Κυβερνήσεως καὶ τῆς τοπικῆς διοικήσεως, νὰ ὑποβάλωσιν εἰς αὐτὰς γνώμας, κρίσεις καὶ πληροφορίας. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν αἱ πύλαι τῆς διοικήσεως εἶναι ἀναπεπταμέναι εἰς τὰς Βουλὰς, ἐνῷ παρ’ ἡμῖν εἶναι κεκλεισμέναι. Δὲν δυνάμεθα λοιπὸν νὰ παραδεχθῶμεν τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας. Ὑποστηρίζω τὴν πρότασιν τοῦ ἐντίμου φίλου μου πληρεξουσίου Καλαβρύτων......
§81ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§82ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἐφωτίσθησαν, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἀμφίβολον τὸ ἀποτέλεσμα). Θὰ ἐρωτήσω τὸ ἀνάπαλιν. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις δὲν ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος ἔχει οὕτω πως. Ἄρθρ. 23. «Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν Νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸ ὑπουργεῖον. Πᾶς νόμος, ἀφορῶν τοὺς ἐτησίους προϋπολογισμοὺς, τὰ ἔσοδα ἢ ἔξοδα τοῦ Κράτους, διάθεσιν ἐθνικῆς περιουσίας, τὸν ἐτήσιον προσδιορισμὸν τῆς στρατιωτικῆς καὶ ναυτικῆς δυνάμεως καὶ τὴν στρατολογίαν καὶ ναυτολογίαν, εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζεται παρ’ αὐτῆς.» Ὑποβάλλεται ἡ ἑξῆς τροπολογία· «Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν Νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ἐξασκούμενον διὰ τῶν ὑπουργῶν.»
§83ΤΙΝΕΣ. (θόρυβος).
§84ΠΟΛΛΟΙ. Ἔκλεισεν ἡ συζήτησις.
§85ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Καθόσον ἀφορᾷ τὰς τροπολογίας τοῦ λεκτικοῦ πάντοτε δύναταί τις νὰ τὰς κάμῃ.
§86ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος μετεχειρίσθη τὴν λέξιν ἀνήκει οὐχὶ μόνον εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, ἀλλὰ καὶ εἰς τὴν ἐκτελεστικήν. Ἀφοῦ ὑπεβλήθη τροπολογία, ὑποτροπολογία δὲν δύναται νὰ ὑποβληθῇ. Ὑποβάλλω λοιπὸν εἰς ψηφοφορίαν ὑμῶν τὴν τροπολογίαν.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§88ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Ἀθ. Πετιμεζᾶ λέγουσαν ὡς ἑξῆς· «Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ εἰς τὸν Βασιλέα, ὅστις ἐξασκεῖ αὐτὴν διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν»· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὄχι.
§89ΡΕΒΕΛΑΚΗΣ. Μίαν διασάφησιν. Τὰ νομοσχέδια θὰ φέρωσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ Βασιλέως ναὶ ἢ ὄχι;
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Αὐτὰ δὲν εἶναι ἔργα τοῦ Συντάγματος, εἶναι ἔργα τῆς ἐκτελέσεως. Γίνεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 228, 133 εἶπον ναὶ, 95 ὄχι, ἄρα ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὴν τροπολογίαν...
§92ΚΑΛΟΣ. Τὸ ἐπίλοιπον μέρος νὰ ἀπαλειφθῇ, διότι ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ἄρθρον 62.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ πρῶτον λοιπὸν μέρος τοῦ ἄρθρου ἔχει ὡς ἑξῆς. «Τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν Βουλὴν καὶ τὸν Βασιλέα, ὅστις ἐξασκεῖ αὐτὸ διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Τὸ δὲ δεύτερον μέρος ἔχει ὡς ἑξῆς· «Πᾶς νόμος, ἀφορῶν τοὺς ἐτησίους προϋπολογισμοὺς, τὰ ἔσοδα ἢ ἔξοδα τοῦ Κράτους, διάθεσιν ἐθνικῆς περιουσίας, τὸν ἐτήσιον προσδιορισμὸν ναυτικῆς καὶ στρατιωτικῆς δυνάμεως καὶ τὴν στρατολογίαν, εἰσάγεται εἰς τὴν Βουλὴν καὶ ψηφίζεται παρ’ αὐτῆς.» Οἱ μὲν προτείνουσι τὴν ἀπάλειψιν, ὁ δὲ Κ. Καλὸς λέγει νὰ ἀναβληθῇ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν παρεδέχθη ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως ὅπως ἀνεγνώσθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 24. Ἄρθρον 24. Οὐδεμία πρότασις, ἀφορῶσα αὔξησιν τῶν ἐξόδων τοῦ προϋπολογισμοῦ διὰ μισθοδοσίαν ἢ σύνταξιν ἢ ἐν γένει δι’ ὄφελος προσώπου, πηγάζει ἐκ τῆς Βουλῆς. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 25. Ἐὰν πρότασις νόμου ἀποῤῥιφθῇ ὑπὸ μιᾶς τῶν δύο νομοθετικῶν ἐξουσιῶν, δὲν εἰσάγεται ἐκ νέου εἰς τὴν αὐτὴν βουλευτικὴν Σύνοδον. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 26. Ἡ αὐθεντικὴ ἑρμηνεία τῶν νόμων ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 27. Ἡ ἐκτελεστικὴ ἐξουσία ἀνήκει εἰς τὸν Βασιλέα, ἐνεργεῖται δὲ διὰ τῶν παρ’ αὐτοῦ διοριζομένων ὑπευθύνων ὑπουργῶν. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 28. Ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἐνεργεῖται διὰ τῶν δικαστηρίων, αἱ δὲ δικαστικαὶ ἀποφάσεις ἐκτελοῦνται ἐν ὀνόματι τοῦ Βασιλέως. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Περὶ τοῦ Βασιλέως. Ἄρθρον 29. Τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως εἶναι ἀνεύθυνον καὶ ἀπαραβίαστον, οἱ δὲ ὑπουργοὶ αὐτοῦ εἶναι ὑπεύθυνοι. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει· οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 30. Οὐδεμία πρᾶξις τοῦ Βασιλέως ἰσχύει, οὐδ’ ἐκτελεῖται, ἂν δὲν ᾖναι προσυπογεγραμμένη παρὰ τοῦ ἁρμοδίου ὑπουργοῦ, ὅστις διὰ μόνης τῆς ὑπογραφῆς του καθίσταται ὑπεύθυνος. Ἐν περιπτώσει δὲ ἀλλαγῆς ὁλοκλήρου τοῦ ὑπουργείου, ἂν οὐδεὶς τῶν παυσάντων ὑπουργῶν συγκατατεθῇ εἰς τὸ νὰ προσυπογράψῃ τὸ τῆς ἀπολύσεως τοῦ παλαιοῦ καὶ τοῦ διορισμοῦ τοῦ νέου ὑπουργείου διάταγμα, ὑπογράφονται ταῦτα παρὰ τοῦ Προέδρου τοῦ νέου ὑπουργείου, ἀφοῦ οὗτος, διορισθεὶς ὑπὸ τοῦ Βασιλέως, δώσῃ τὸν ὅρκον. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 31. Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργοὺς αὑτοῦ, λαμβάνει δὲ αὐτοὺς ἐκ τῆς Βουλῆς. Ἐνταῦθα πολλοὶ ζητοῦσι τὸν λόγον.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἔχει πρῶτος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ ἄρθρου.
§95ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὑποστηρίζω, ἔχει σκοπὸν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ ἄρθρου 31, κατὰ τὸ ὁποῖον ὁ Βασιλεὺς, διορίζων τοὺς ὑπουργούς του, χρεωστεῖ νὰ τοὺς ἐκλέγῃ ἐκ τῆς Βουλῆς. Ὁ ὅρος οὗτος, ὅτι πρέπει νὰ λαμβάνωνται οἱ ὑπουργοὶ ἐκ τῆς Βουλῆς, ἐτέθη βεβαίως ἐπὶ σκοπῷ τοῦ νὰ ὑπάρχῃ ὑπουργεῖον σπουδαιότερον καὶ ὑποθέτω, ὅτι τοιοῦτον σκοπὸν θέλουν ὑποστηρίξει ὅσοι ἐπιμένουν εἰς τὸ νὰ ἐπιψηφισθῇ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει· νομίζω ὅμως ὅτι, λανθάνονται πολὺ οἱ φρονοῦντες, ὅτι τότε μόνον τὰ ὑπουργεῖα ἔχουν σπουδαιότητα, ὅταν ἐκλέγωνται ἐκ τῆς Βουλῆς, καὶ τοῦτο ζητῶ τὴν ἄδειαν νὰ ἀναπτύξω ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως. Συνήθως συγχέουν δύω τινὰ, ὅτι ἐκεῖνα τὰ ὑπουργεῖα ἔχουν τῷ ὄντι συνταγματικὸν χαρακτῆρα, τὰ ὁποῖα στηρίζονται εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ, διότι ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν στηρίζεται ἐπὶ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, εἶναι ἀσθενὲς, ἀνίκανον νὰ ἐκτελέσῃ τὰ καθήκοντά του καὶ θέλει ἀπαντήσει προσκόμματα ἀνυπέρβλητα, οὔτε εἶναι εἰς κατάστασιν νὰ ἀντιπροσωπεύῃ πρεπόντως τὴν Κυβέρνησιν, δεικνύον ὅλην τὴν δύναμιν αὑτῆς κατὰ τὰ δύσκολα αὐτῆς ἔργα. Ἄλλο ὅμως τὸ νὰ λέγῃ τις, ὅτι ὑπουργεῖον λαμβανόμενον ἐκ τῆς Βουλῆς πάντοτε ἔχει καὶ τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς· αὐτὸ δὲν ἕπεται. Δύναταί τις κάλλιστα νὰ λάβῃ ἐκ τῆς Βουλῆς ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει ἄλλας ψήφους πλὴν τὰς ἰδίας, ὅτε ποσῶς δὲν ἐπέτυχεν ὁ σκοπὸς, τὸν ὁποῖον ἐπιδιώκει. Ὅσοι νομίζουν ἀναγκαῖον νὰ προσθέσουν τὸν προκείμενον ὅρον ἐντὸς τῆς διατάξεως φρονοῦν, ὅτι δύνανται ν’ ἀπαντήσωσι καὶ εἰς τοῦτο τὸ ἐπιχείρημα, τὸ τοσοῦτον προφανὲς, διὰ τῶν ἑξῆς, ὅτι ναὶ, δύναται τῷ ὄντι ὑπουργεῖον λαμβανόμενον ἐκ τῆς Βουλῆς νὰ ᾖναι ἀσθενὲς καὶ ἀντιπαθητικὸν εἰς τὴν Βουλὴν, νὰ ἔχῃ πολεμίους ὅλην τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, ἀλλ’ αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον λαμβανόμενον ἐκ τῆς Βουλῆς ἔχει πολιτικήν τινα σημασίαν. Ἀλλὰ Κύριοι, ἂν ἐφθάσαμεν μέχρι τοῦ βαθμοῦ ὥστε νὰ συλλογιζώμεθα, ὅτι δύναται νὰ ὑποστηριχθῇ ὑπουργεῖον οὐδεμίαν ἔχον συνταγματικὴν σημασίαν, ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον εἶναι ἀντιπαθητικὸν εἰς τὴν πλειονοψηφίαν τῆς Βουλῆς, τὶ διαφέρει ἂν ἐλήφθη τάχα ἐκ τῆς Βουλῆς ἢ ἄλλοθεν; Αἱ ἐκλογαὶ ἀναδεικνύουν πάντοτε τοὺς ἄνδρας ἐκείνους, οἵτινες εἶναι συμπαθητικοὶ εἰς τὴν πλειοψηφίαν τῆς Βουλῆς; Ἔχομεν ἄπειρα παραδείγματα, κατὰ τὰ ὁποῖα εἴδομεν, ὅτι εἰς ὡρισμένην περιφέρειαν, ὅσον ἐκτίθεταί τις κατὰ τὸν ἐκλογικὸν ἀγῶνα, εἰς αὐτὴν τὴν ὡρισμένην περιφέρειαν δὲν ἔχει ἐκείνας τὰς συμπαθείας, τὰς ὁποίας εὑρίσκει μεταξὺ τῶν πολιτευομένων τὰ δημόσια, μεταξὺ τῶν Βουλευτῶν. Δὲν ἀρκεῖ, ὅτι ἔχει τις μεγάλην διάνοιαν καὶ ἱκανότητα νὰ διευθύνῃ τὰ δημόσια πράγματα, διότι καὶ ἡ διάνοια καὶ ἡ ἱκανότης δὲν ἐκτιμῶνται πάντοτε ἀποχρώντως εἰς ὡρισμένας περιφερείας· ἀλλ’ ἕπεται ἐκ τούτου ὅτι δὲν ἔχει πολιτικὴν σημασίαν; Θέλω σᾶς ἀναφέρει ἓν μεταξὺ μυρίων παραδειγμάτων, ἓν καὶ μόνον προφανέστατον. Γνωρίζετε ὅλοι πόσην ἀξίαν ἀποδίδομεν εἰς τὸν μέγαν ἱστοριογράφον τῆς ἐποχῆς ἡμῶν τὸν Macaulay. Ὁ ἔξοχος οὗτος ἱστοριογράφος εἶχε πολιτικὰς ἀρχὰς ὅλως ἀνεξαρτήτους τῆς κοινῆς γνώμης καὶ δὲν ἐθυσίαζεν αὐτὰς διὰ ν’ ἀρέσκῃ εἰς τοὺς πολλοὺς, ὡς ὁ ἄνθρωπος τοῦ Ὁρατίου, ὅστις ἔλεγεν· ὄχι ἐγὼ νὰ ὑποταχθῶ εἰς τὰ πράγματα, ἀλλὰ θέλω τὰ πράγματα νὰ ὑποταχθῶσιν εἰς ἐμὲ, Non me rebus, sed mihi res. Συνέπεσε λοιπὸν ζήτημα ἐν τῷ κοινοβουλίῳ περὶ σχολείων τῶν καθολικῶν ἐν Ἰρλανδίᾳ, ὅτε ὑπεστήριξεν ἀρχὰς ἀνεξιθρησκείας. Τὸ geasgow ἠθέλησε νὰ τὸν τιμωρήσῃ καὶ δὲν τὸν ἐξέλεξε πλέον Βουλευτήν. Ὁ Macaulay λοιπὸν, ὅστις ἦτο τοιοῦτος ἔξοχος νοῦς καὶ διάσημος πολίτης καὶ τῶν συγχρόνων ἱστοριογράφων ὁ πρῶτος, ἔπρεπε νὰ θεωρῆται ἀνίκανος νὰ ἀποτελέσῃ μέλος ὑπουργείου· καὶ ἐπειδὴ ἀνέφερον αὐτὸ τὸ παράδειγμα, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἡ διάταξις ὅπως διετυπώθη δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ καθαρὰ διαστροφὴ τῶν Ἀγγλικῶν ἐθίμων. Κατὰ τὴν Ἀγγλικὴν συνήθειαν, ὡς γνωρίζετε, δὲν ἔχει εἴσοδον εἰς τὴν Βουλὴν εἰμὴ ἐκεῖνος, ὅστις εἶναι μέλος αὐτῆς· πρέπει ἑπομένως νὰ ᾖναι μέλος τῆς Βουλῆς διὰ νὰ φέρῃ τὸν λόγον ὡς ὑπουργὸς αὐτῆς, ἤ πρέπει νὰ ᾖναι Γερουσιαστὴς διὰ νὰ ἔχῃ εἴσοδον εἰς τὴν Γερουσίαν, ἀλλ’ οὐδαμοῦ εὑρίσκονται ἐν Ἀγγλίᾳ διατάξεις, ὅτι ὅλοι οἱ ὑπουργοὶ πρέπει νὰ ᾖναι μέλη, εἴτε τῆς μιᾶς, εἴτε τῆς ἄλλης Βουλῆς. Οὐδεὶς ὑπάρχει τοιοῦτος νόμος, ἀλλὰ τὸ Ἀγγλικὸν ὑπουργεῖον σύγκειται ἐκ πολλῶν μελῶν, ἐκ 12 ἢ 14, καὶ ὅλα τὰ μέλη αὐτὰ δὲν εἶναι Βουλευταὶ ἢ Γερουσιασταὶ, ἀλλ’ ὑπάρχουν μέλη, τὰ ὁποῖα οὔτε εἰς τὴν μίαν Βουλὴν ἔχουν εἴσοδον, οὔτε εἰς τὴν ἄλλην, ἐντοσούτῳ ἀποτελοῦν μέρος τοῦ ὑπουργικοῦ συμβουλίου. Συνήθως δὲν διέπουν τὰ σπουδαιότερα ὑπουργεῖα καὶ κυρίως δὲν ἔχουν τὴν διεύθυνσιν, ὅπως ὀνομάζουν, τοῦ ὑπουργείου, ἄλλο ζήτημα εἶναι ὅμως, ἂν ᾖναι ἀπολύτως ἀνίκανοι τοῦ νὰ ᾖναι ὑπουργοί. Δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι ἀπαντᾷ πάντοτε τὸ πρόσωπον σπουδαιότητά τινα, ὅταν προῆλθεν ἐκ τῆς ψήφου τῶν ἐκλογέων περιφερείας τινὸς, διότι ἐπιδοκιμάζεται καὶ παρ’ ἄλλων ἀνθρώπων ὡς ἱκανὸς νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τὰ συμφέροντα τῆς κοινωνίας, οὐδεὶς ἀρνεῖται τοῦτο, ἀλλ’ ὅταν ἐξετάσητε τὴν πορείαν τῶν πραγμάτων, καὶ μάλιστα ὅταν παραδεχώμεθα, ὅπως δὲν ἀμφιβάλλω, ὅτι θέλει γίνει δεκτὸν ἐντὸς ὀλίγου, ὅτι τριετὴς νὰ ᾖναι ἡ διάρκεια τῶν Βουλῶν, τί συμβαίνει; συμβαίνει, ὥστε καθ’ ἑκάστην τριετίαν θέλουν ἐπιτυγχάνει ἄλλοι, καὶ ἄλλοι ἀποτυγχάνει· ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ἀπέτυχον καὶ οἱ ὁποῖοι ὑπῆρξαν Βουλευταὶ εἰς 3 ἢ 5 περιόδους, θέλετε εἰπεῖ, ὅτι δὲν ἔχουν τὴν ἐλαχίστην πολιτικὴν σημασίαν καὶ ὅτι αὐτὴ ἀμέσως παρέρχεται, ἀνήκουσα εἰς μόνον τὸ ἐνεστὼς, εἰς αὐτὴν τὴν ὡρισμένην στιγμὴν, καθ’ ἣν διαρκεῖ αὐτὴ ἡ Βουλή; Ποσάκις συνέβη, ὥστε ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι διήνυσαν τὸν βίον των εἰς τὰ πολιτικὰ πράγματα, εἰς μίαν περίοδον ν’ ἀποτύχουν; αὐτὴ ἡ ἀποτυχία ἐξαλείφει τάχα πᾶσαν τὴν πολιτικὴν αὐτῶν σημασίαν; Ἀλλὰ δὲν λέγω μόνον τοῦτο, διότι ἐμποδίζεται νὰ συγκροτῶνται ὑπουργεῖα ἐξ εἰδικῶν ἀνθρώπων, ἐνῷ τὰ ὑπουργεῖα δὲν δύνανται πολλάκις νὰ διευθύνουν πάντες. Σᾶς λέγω, εἶναί τινα ὑπουργεῖα, εἰς τὰ ὁποῖα δὲν ἀπαιτοῦνται γνώσεις ἰδιαίτεραι, ἀλλὰ ὑπάρχουν καὶ ὑπουργεῖα, τὰ ὁποῖα ἐὰν θέλετε νὰ ᾖναι πραγματικῶς τοιαῦτα, ὁποῖα τὰ προσδιωρίσαμεν, πρέπει νὰ κατέχωνται παρὰ ἀνθρώπων εἰδικῶν, τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν, τῆς Παιδείας, τῶν Ναυτικῶν καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς· θὰ ᾖναι ἀστεῖον, Κύριοι, νὰ διευθύνηται τὸ Ναυτικὸν παρὰ δικηγόρων· ἔχομεν πολλάκις εὐκολίας εἰς ἄλλα πράγματα ἡμεῖς οἱ δικηγόροι, ἀλλὰ νομίζετε, ὅτι ἡ εὐκολία αὐτὴ μᾶς καθιστᾷ ἐπιτηδείους εἰς τὸ νὰ γνωρίζωμεν καὶ τὴν διεύθυνσιν τοῦ ναυτικοῦ; ἔχομεν λοιπὸν ἀνάγκην εἰδικῶν ἀνθρώπων, ἂν θέλωμεν νὰ προάξωμεν τὴν ὑπηρεσίαν κατὰ τὰς ἀνάγκας αὐτῆς, μὴ καταγινόμενοι πάντοτε νὰ εὐχαριστῶμεν πολιτικοὺς συνδυασμοὺς, διότι ὅταν παραδίδωμεν τοιοῦτον ὑπουργεῖον εἰς ἀνθρώπους μὴ εἰδικοὺς, οὐδὲν ἄλλο πράττομεν εἰμὴ νὰ ἐργαζώμεθα διὰ πολιτικοὺς συνδυασμοὺς πρὸς βλάβην τῆς ὑπηρεσίας. Ἂν ἀμέσως αὕτη δὲν φαίνηται, εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴ γίνῃ μετ’ ὀλίγον ἐπαισθητὴ, οὔτε δέχομαι, ὅτι αὐτὸ τὸ πάθημα τῆς ὑπηρεσίας εἶναι μικρὸν παραβαλλόμενον πρὸς τὸν σπουδαῖον σκοπὸν τῆς στιγμῆς τοῦ νὰ συγκροτηθῇ αὐτὸς ὁ πολιτικὸς συνδυασμός. Ἀποκλείομεν λοιπὸν τὴν εἰδικότητα ἐκ τῶν ὑπουργείων καὶ μετ’ ὀλίγον θέλει συμβῆ, ὥστε στρατιωτικοὶ νὰ ᾖναι σπάνιοι εἰς τὰς Βουλὰς, ἐὰν λάβητε πρόνοιαν εἰς τὸν ἐκλογικὸν νόμον νὰ προσδιορίσητε, ὅπως ἐπικρατεῖ ἡ γνώμη, ὅτι μόνον τοιούτου καὶ τοιούτου βαθμοῦ στρατιωτικοὶ δύνανται νὰ ἐκλέγωνται Βουλευταί, διότι σκέπτονται σπουδαῖοι ἄνθρωποι, ὅτι τῷ ὄντι, καθὼς λέγει ὁ Κύριος Χρηστίδης, δὲν εἶναι συμφέρον τοῦ στρατοῦ νὰ ἐκλέγηται λοχαγὸς βουλευτὴς, ἀλλὰ μᾶλλον ἀποβαίνει πρὸς βλάβην τοῦ στρατοῦ, ἐνῷ συμφερώτερον εἶναι, ὅταν ἐκλέγωνται εἰς τὴν Βουλὴν ἀνώτεροι στρατιωτικοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ὠθοῦνται πρὸ πάντων ἀπὸ τὸ ἐλατήριον τοῦ προβιβασμοῦ εἰς ὅλας τὰς σκέψεις των. Ἀλλὰ λέγω, ἀνεξαρτήτως αὐτοῦ τοῦ παραδείγματος, τὸ ὁποῖον ἐπροκάλεσαν ἄλλοι, καὶ ζητῶ συγγνώμην παρὰ τῶν Κυρίων λοχαγῶν, ἂν λέγω πρὸς αὐτοὺς σαφῶς τὸ φρόνημά μου, αἱ ἐκλογαὶ δὲν θέλουν ἀναδείξει τοὺς εἰδικοὺς ἀνθρώπους. Ὁ εἰδικὸς ἄνθρωπος σπανιώτατα καταγίνεται εἰς τὸ νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐπιῤῥοήν του, σπανιώτατα θηρεύει ψήφους, καὶ ἂν θέλητε νὰ σᾶς εἴπω ἀκριβέστερον τὸ πρᾶγμα, ὅστις θηρεύει ψήφους, εἶναι σημεῖον, ὅτι δὲν εἶναι εἰδικὸς ἄνθρωπος, δὲν ἀφιεροῦται δηλαδὴ εἰς τὸ ἐπάγγελμά του, ἀλλὰ πολυπραγμονεῖ, καὶ ἡ πολυπραγμοσύνη σπανίως ἀναδεικνύει εἰδικὸν ἄνδρα. Τοῦτο, Κύριοι, τὸ λέγω, ἂν θέλητε, κατ’ ἐμοῦ αὐτοῦ, δὲν ἐξαιρῶ ἐμαυτὸν, διότι καὶ ἐγὼ κατατάττομαι μεταξὺ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι πολυπραγμονοῦσι, καὶ δὲν ἀποδίδω εἰς ἐμαυτὸν κᾀμμίαν εἰδικότητα, ἀλλὰ αἰσθάνομαι ὁ ἴδιος τὸ ἐλάττωμά μου, τὴν ἔλλειψίν μου· καὶ διατὶ νὰ περιμένω, ὅπως πράττουν ἄλλοι, μετὰ θάνατον διὰ τῆς διαθήκης μου νὰ ὁμολογήσω τὰ ἁμαρτήματά μου; καὶ δὲν εἶναι προτιμητέον νὰ τὰ ὁμολογήσω ζῶν καὶ νὰ ἔχω τὴν παῤῥησίαν νὰ ὑποστῶ τὴν κατάκρισιν; καὶ μάλιστα ἐνώπιον σοβαρᾶς Ἐθνοσυνελεύσεως; Εἶναι λοιπὸν τὸ πιθανώτερον, ὅτι οἱ εἰδικοὶ ἄνθρωποι δὲν ἐκλέγονται, ἀλλ’ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι κατέρχονται εἰς τὰ δημόσια πράγματα καὶ ἐργάζονται ὑπὲρ τοῦ κοινοῦ καλοῦ, δὲν θέλω νὰ τὸ ἀρνηθῶ, ἀλλὰ ζητοῦν διὰ τῆς ὑποστηρίξεως ἄλλων νὰ φθάσουν εἰς ἀνωτέραν περιωπὴν, καὶ δὲν ἐργάζονται εἰς τὴν αὔξησιν τῶν ἰδίων αὐτῶν γνώσεων, εἰς μελέτας. Ὑποθέσατε παραδείγματος χάριν ἀνθρώπους καταγινομένους εἰς τὰ οἰκονομικά. Τίνος ἔχομεν ἀνάγκην σήμερον; βεβαίως οἰκονομολόγων. Ἄν προσθέσητε τὴν διάταξιν, διὰ τοῦ ἐκλογικοῦ νόμου, ὅτι ἀποκλείονται οἱ ὑπάλληλοι ἀπὸ τὰς ἐκλογὰς, καὶ ὑποθέτω, ὅτι πολλοὶ τὸ ὑποστηρίζουν....
§96ΠΟΛΛΟΙ. Καὶ θὰ γίνῃ δεκτὸν μάλιστα.
§97ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Καὶ βλέπετε, ὅτι ὅλοι ἔρχονται εἰς προϋπάντησιν τῆς ἰδέας μου. Σᾶς ἐρωτῶ λοιπὸν, πῶς θὰ εὕρητε τὸν εἰδικὸν οἰκονομολόγον, ἂν δὲν τὸν λάβητε ἐκ τῆς ὑπαλληλίας; Πόθεν νομίζετε, ὅτι θὰ σχηματισθῇ οἰκονομολόγος, ἂν δὲν ὑπῆρξεν ἐν τῷ Ἐλεγκτικῷ Συνεδρίῳ, ἂν δὲν ὑπῆρξε γενικὸς γραμματεὺς τοῦ ὑπουργείου τῶν Οἰκονομικῶν; Νομίζετε, ὅτι, διότι ἀνέγνωσέ τις τὸ σύγγραμμα τοῦ Smith καὶ τοῦ Say καὶ ἄλλα τοιαῦτα, εἶναι οἰκονομολόγος; Εἴδομεν παρ’ ἡμῖν ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐμελέτησαν πολλὰ συγγράμματα οἰκονομολόγων, ὅταν ὅμως ἦλθον εἰς τὰ πράγματα, δὲν ἐγνώριζον οὔτε τὸ ἄλφα τῆς οἰκονομικῆς ὑπηρεσίας καὶ ἔκαμον λάθη, διὰ τὰ ὁποῖα ἐμυκτηρίζοντο παρὰ τῶν τελευταίων ὑπαλλήλων τῶν κλάδων των. Ὅταν λοιπὸν θελήσητε ὀλίγον ν’ ἀποβλέψητε εἰς τὸ ἀποτέλεσμα τῶν ἐκλογῶν καὶ εἰς τὴν πιθανότητα ἐκλογικοῦ νόμου, ὅς τις θέλει ἀποκλείσει τινὰ ἐπαγγέλματα, ὡς ὑποτεταγμένα εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν ἢ μὴ παρέχοντα ἐγγυήσεις ἀνεξαρτησίας, ἐγγυήσεις διὰ τὸ βῆμα, διὰ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου, δὲν θὰ ἔχητε πλέον εἰδικότητας, θέλετε ἔχει ὑπουργεῖον σχηματιζόμενον κατὰ πολιτικοὺς συνδυασμοὺς, ἀπὸ ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι πρώτην φορὰν βλέπουν τὴν ὑπηρεσίαν. Καὶ ἠξεύρετε τὶ συμβαίνει; Αὐτοὶ οἱ ἐρχόμενοι εἰς τὴν ὑπηρεσίαν ἄνευ τινὸς εἰδικότητος, διοικοῦνται ἀπὸ τὸν ἐλάχιστον ὑπάλληλον. Ἅμα ἔμβητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον, εὑρίσκετε κατὰ τύχην ὑπάλληλον, εἰς τὸν ὁποῖον κατὰ περίστασιν δίδετε περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην παντὸς ἄλλου· αὐτὸς ὁ ἐλάχιστος τῶν ὑπαλλήλων διευθύνει ἀπὸ τὴν μύτην τὸν ὑπουργόν· καὶ εἴδομεν πλεῖστα τοιαῦτα παραδείγματα, νὰ διοικῆται τὸ Κράτος κατὰ τὸ δοκοῦν ὑπουργικοῦ γραμματέως. Ἐνῷ ὅμως ἀποδιώξατε ὅλας τὰς εἰδικότητας, δὲν ἐφθάσατε νὰ στερεώσητε ἐκεῖνον τὸν σκοπὸν, διὰ τὸν ὁποῖον κυρίως θέλετε νὰ διατυπώσητε αὐτὸν τὸν ὅρον, ὥστε τὰ ὑπουργεῖά σας νὰ ᾖναι μόνον ὑπουργεῖα ὑποστηριζόμενα παρὰ τῆς πλειονοψηφίας τῆς Βουλῆς, διότι ἐπιτρέπεται εἰς τὸν Βασιλέα νὰ λαμβάνῃ ὅποιον θέλει Βουλευτὴν, ἄρα καὶ ἐκ τῆς μειονοψηφίας νὰ σχηματίσῃ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει 10 ψήφους, καὶ τοιουτοτρόπως κᾀμμίαν ἐγγύησιν δὲν ἐλάβετε. Ἔλθετε ὅμως νὰ ἴδητε καὶ εἰδικώτερον τὰ πράγματα καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐπίκεινται μεγάλοι κίνδυνοι, διότι ὁ ἀγὼν τῶν ἐκλογῶν μέλλει νὰ ᾖναι πολὺ δεινότερος παρ’ ὅ,τι εἶναι συνήθως. Συνήθως ὡς βραβεῖον ὑπόσχεται τὴν τιμὴν τοῦ νὰ ἀντιπροσωπεύῃ τις τοὺς ὁμοίους του, νὰ ἔρχηται εἰς τὸ βῆμα πρὸς ὑποστήριξιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ λαοῦ καὶ νὰ ὁμιλῇ ἐλευθέρως περὶ τῶν κοινῶν καὶ γενικῶν πραγμάτων. Ὅταν ὅμως εἴπητε, ὅτι μόνον ἐκεῖνος δύναται νὰ ᾖναι ὑπουργὸς, ὅστις εἶναι Βουλευτὴς, προσετέθη καὶ ἄλλο βραβεῖον εἰς αὐτὸν τὸν ἀγῶνα, τὸ ὁποῖον θέλει καταστήσει αὐτὸν πεισματωδέστερον, ἐξάπτον ὅλας τὰς φιλοδοξίας. Ὅστις τύχῃ νὰ ᾖναι ὀλίγον φιλόδοξος, συλλογίζεται, ὅτι διὰ τρία ἔτη δὲν δύναμαι νὰ ᾖμαι ὑπουργός· καὶ νομίζετε ὅτι ἔχει τὴν ὑπομονὴν ταύτην νὰ περιμένῃ ἄλλην τριετίαν, ἢ θέλει μεταχειρισθῆ πᾶν τὸ ἐφικτὸν, οὐδὲν σεβόμενος καὶ οὐδενὸς φειδόμενος, οὔτε τῆς ζωῆς τῶν ὁμοίων του, διὰ νὰ κατορθώσῃ νὰ εἰσπηδήσῃ εἰς τὴν Βουλὴν καὶ οὕτω νὰ φθάσῃ μίαν ἡμέραν δι’ αὐτῆς τῆς βαθμίδος ἐκεῖ, ὅπου τὸν ὠθεῖ ἡ φιλοδοξία του;
§98ΠΕΠΑΣ. Εἰς τὰ 1862 δύο ὑπουργοὶ τὶ ἔκαμον; ὁ Λυκοῦργος καθ’ ὑπόθεσιν καὶ ὁ Σῖμος;
§99ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Πολὺ καλὰ, σᾶς εὐχαριστῶ, διότι μοὶ τὸ ἐνθυμήσατε· ἐπειδὴ κἄτι σοφὸν ὑπάρχει εἰς τὸν λόγον σας, θέλω νὰ τὸ ἀκούσω, διὰ νὰ ὠφεληθῶ. (γέλωτες) Βλέπετε, Κύριοι, πρὸ πάντων τὶ ταράττει τὸν νοῦν ὅλων, ὅτι εἰς τὰ 1861, οὐχὶ καὶ τότε πρώτην φορὰν ἐλήφθησαν ὑπουργοὶ, οἱ ὁποῖοι δὲν ἦσαν οὔτε Βουλευταὶ, οὔτε Γερουσιασταί· ἐντοσούτῳ ὑπῆρχον εἰς αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον Βουλευταὶ καὶ Γερουσιασταί· ἂν ἐνθυμῆσθε, αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον περιεῖχε κατὰ πλειονοψηφίαν Βουλευτὰς καὶ Γερουσιαστὰς, καὶ αὐτὸ τὸ ὑπουργεῖον διέλυσε τὴν Βουλήν. Τάχα, διότι δὲν ἦσαν Βουλευταὶ διέλυσαν αὐτήν; ἢ νομίζετε, ὅτι, ἐπειδὴ δὲν εἶναί τις Βουλευτὴς, διὰ τοῦτο εἶναι μεγαλειτέρα πιθανότης ὅτι μέλλει νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν; Τώρα ἴσα ἴσα εἰς αὐτὸ θέλω σᾶς ἀπαντήσει, καὶ εἶχον κατὰ νοῦν νὰ σᾶς τὸ φέρω ὡς παράδειγμα, ὅτι σεῖς προκαλεῖτε αὐτὸν τὸν κίνδυνον, ὅταν εἴπητε, ὅτι ὁ Βασιλεὺς δὲν δύναται νὰ λάβῃ τοὺς ὑπουργοὺς εἰμὴ ἐκ τῆς Βουλῆς, καὶ ὁ Βασιλεὺς εὑρίσκεται εἰς τὴν ἀνάγκην, ὅπως πολλάκις παριστάνονται δυσχερῆ τὰ πράγματα, νὰ στρέψῃ πρὸς ἄλλην πολιτικὴν, ὅταν ἡ Βουλὴ ᾖναι διῃρημένη τοιουτοτρόπως κατὰ τοὺς συνδυασμούς της, ὥστε δὲν δύναται νὰ σχηματίσῃ σταθερὰν πλειονοψηφίαν,—καὶ ἔχετε ἐσχάτως τὸ παράδειγμα τοῦ Βελγίου,— ὅταν ὑπάρχῃ διαφορὰ κατὰ μίαν ψῆφον μεταξὺ πλειονοψηφίας καὶ μειονοψηφίας· καὶ δὲν εἶναι σπάνια αὐτὰ τὰ παραδείγματα· πολλάκις συμβαίνει ὥστε δὲν ὑπάρχουν ἄνθρωποι ἐντὸς τῶν Βουλῶν, αἱ ἐκλογαὶ δὲν ἀναδεικνύουν τοιούτους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν τὰ πιστὰ εἰς τοιοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ ἐφελκύουν εἰς ἑαυτοὺς τὴν ἐπιῤῥοὴν, καὶ νὰ σχηματίζουν μεγάλην πλειονοψηφίαν διὰ τῆς δυνάμεως τοῦ λόγου των, διὰ τῆς εὐφυΐας των, διὰ τῆς μεγάλης των διανοίας· τὶ θὰ πράξῃ, Κύριοι, ὁ Βασιλεὺς εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν; Ἔξω τῆς Βουλῆς ἔχει ἀνθρώπους ἐπιῤῥοῆς, σπουδαίους, μεγάλης πλειονοψηφίας, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ τοὺς λάβῃ· λοιπὸν τὸν φέρετε εἰς τὴν ἀπόλυτον καὶ ἀπαραίτητον ἀνάγκην νὰ λάβῃ ὑπουργοὺς ἐκτὸς τῆς Βουλῆς καὶ νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλήν. Ἐπιταχύνετε λοιπὸν τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς, διὰ νὰ σχηματισθῇ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον νὰ δύναται νὰ κυβερνήσῃ. Ἐν ᾧ ἐξ ἐναντίας, ἂν δὲν θέσητε αὐτὸν τὸν περιορισμὸν, τότε δύναται καὶ ἐκτὸς τῶν Βουλῶν νὰ εὑρεθῇ ἄνθρωπος ἱκανὸς, καὶ ἔχων τοιαύτην πλειονοψηφίαν. Τί νομίζετε, Κύριοι; ὅτι αἱ πλειονοψηφίαι εἶναι στερεαὶ καὶ ἀμετάβλητοι; Κυμαίνονται ἀπὸ στιγμῆς εἰς στιγμὴν ἡ δυσαρέσκεια ἑνὸς μόνου σπουδαίου ἀνθρώπου ἐντὸς μιᾶς Βουλῆς σύρει 10, 15 δυσαρέστους. Ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς μετεβλήθη ἡ πλειονοψηφία πολλάκις δι’ ἁπλῆν φιλοτίμησιν, διότι ὁ ὑπουργὸς δὲν ἀπέδωκεν εἴς τινα τὴν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἀπῄτει, καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς μετεβλήθη ἡ πλειονοψηφία· τίποτε λοιπὸν στερεὸν δὲν ἔχουν αἱ πλειονοψηφίαι καὶ μειονοψηφίαι. Ἀλλ’ ὑπάρχει καὶ ἄλλο, ὅτι δὲν ἔχει τίποτε στερεὸν καὶ ἡ πολιτικὴ, καθ’ ἡμέραν μεταβάλλεται, διότι πολιτικὴ εἶναι ἡ κίνησις τῆς ζωῆς ἑνὸς ἔθνους καὶ τῶν ἰδεῶν του· συμβαίνει ὥστε αὗται αἱ ἰδέαι ἐπικρατοῦν κατὰ τὰς ἐκλογάς, καὶ τότε ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι πρεσβεύουν αὐτὰς τὰς ἰδέας· μετὰ 1, 2 μῆνας ἀποδεικνύονται, ὅτι ἦσαν πλάνη καὶ ἀπάτη. Τότε ἐννοεῖ ἕκαστος ἐκλογεὺς τὸ λάθος του. Ἰδὲ, λέγει, πῶς ἠπατήθην καὶ ἀφῆκα ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἦσαν τῷ ὄντι ἄξιοι νὰ μὲ ἀντιπροσωπεύσουν, ἀλλ’ αὐτοὶ ἔμειναν ἐκτὸς καὶ ἡ πατρὶς, ἡ κοινωνία ἔχουν ἀνάγκην αὐτῶν. Καὶ ὄχι μόνον τὰ ἐσωτερικὰ, ἀλλὰ καὶ τὰ ἐξωτερικὰ πολλάκις ἐπηρεάζουν. Δὲν βλέπετε μόνον μικρὰ Κράτη, ἀλλὰ καὶ μεγάλα· ἡ Ἀγγλία, ἡ Γαλλία αὐτὴ χάριν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς πολλάκις μετέβαλεν ὑπουργεῖα. Νομίζετε, ὅτι εἶναι ταπείνωσις νὰ ζῶσι τὰ ἔθνη ἐν τοιαύτῃ οἰκογενειακῇ σχέσει ὅλα ὁμοῦ; Εἰς τὰ μικρὰ ἔθνη φαίνεται ταπείνωσις, ἀλλ’ ἐν τοσούτῳ εἰς τὰ μεγαλεῖτερα, εἰς τὰς πρώτας δυνάμεις τῆς Οἰκουμένης σήμερον, καὶ εἰς τὴν Ῥωσσίαν, καὶ εἰς τὴν Αὐστρίαν, καὶ εἰς τὴν Πρωσσίαν, παντοῦ βλέπετε ὑπουργεῖα μεταβαλλόμενα χάριν τῆς ἐξωτερικῆς πολιτικῆς. Ἐὰν ἡ ἐξωτερικὴ πολιτικὴ δὲν εὑρίσκῃ τὸν ἄνθρωπον ἐντὸς τῆς Βουλῆς, τὸν ὁποῖον αὐτὴ ἡ περίστασις ἀπαιτεῖ, καὶ πολλάκις μία σπουδαία διεύθυνσις ἑνὸς καὶ μόνου, λ. χ. τοῦ Καβοὺρ, ἠμπορεῖ νὰ φέρῃ μεγάλα ἀποτελέσματα ὑπὲρ τοῦ ἔθνους, νὰ ἐπεκτείνῃ τὴν ἐπιῤῥοὴν, τὰς σχέσεις αὑτοῦ, τί θὰ πράξητε; Θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν ἀνάγκην ἡ Βασιλεία νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν, ἐντὸς τῆς ὁποίας δὲν ὑπάρχει ὁ ἄνθρωπος ὁ κατάλληλος. Ἐκεῖνο λοιπόν, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐκπλήττει, τὸ μαρμολύκειον αὐτό, ὅτι ἠμπορεῖ νὰ ἔλθῃ ὁ δεῖνα ἢ ὁ δεῖνα, εἶναι ὀλιγώτερον φοβερόν, παρὰ ὁ κίνδυνος, τὸν ὁποῖον ἐγγράφετε εἰς τὸ Σύνταγμά σας. Καὶ τί νομίζετε; δὲν ἐννοεῖτε, ὅτι ἐπὶ τέλους, ὅταν ἔλθῃ τοιαύτη στενοχωρία, θὰ γίνῃ πολλὴ προσπάθεια, ὥστε αὐτὸς ὁ ζητούμενος ἄνθρωπος νὰ ἐπιτύχῃ εἰς μίαν ἐκλογήν, καὶ ὅτι θὰ γίνῃ χρῆσις παντὸς μέσου; Ἂν λοιπὸν θέσητε ἐκείνην τὴν διάταξιν, δὲν βλέπω ἄλλο παρὰ κακόν· βλέπω, ὅτι βαίνετε ἐναντίον τοῦ σκοποῦ, τὸν ὁποῖον θέλετε νὰ ὑπηρετήσητε. Διὰ ταῦτα ὑποστηρίζω, ὥστε νὰ ἐξαλειφθῇ ὁ τελευταῖος παράγραφος.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κύρ. Σαρίπολος.
§101ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν προαγορεύσαντα.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύρ. Κόκκινος;
§103ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ὡσαύτως.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύρ. Καλός;
§105ΚΑΛΟΣ. Καὶ ἐγώ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύρ. Μαρίνος;
§107ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἐπίσης, Κύριε Πρόεδρε.
§108ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε, δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§109ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Εἶμαι ἐγὼ ἐναντίος, Κύριε Πρόεδρε, καὶ σᾶς ἐζήτησα τὸν λόγον.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ· ὁ Κύριος Χρηστόπουλος; ὁ Κύρ. Λομβάρδος;
§111ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Εἶμαι σύμφωνος.
§112ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται ὁ Κύριος Ἡρακλῆς Πετιμεζᾶς.
§113ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Βεβαίως δὲν ἔρχομαι νὰ παραστήσω καὶ νὰ εἴπω, ὅτι ὑπάρχουσιν οἱ μικρόσωμοι ἐκεῖνοι ἄνδρες, τοὺς ὁποίους οἱ Σουλτάνοι θέτουσιν ἐπὶ τῆς τραπέζης διὰ νὰ τοῖς προξενήσωσι γέλωτα, διότι οὐδὲ τὸ σῶμά μου, οὔτε ἡ ἀνατροφή μου, οὔτε τὸ ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον διατρέχω, μοὶ τὸ ἐπιτρέπουν. Αἴ! Κύριε Πρόεδρε, βλέπω ἀνθρώπους, οἵτινες ἔρχονται καὶ προσβάλλουσι δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ ἀναισχύντως· (θόρυβος). Πρέπει αὐτοὺς νὰ τοὺς σωφρονήσωμεν (θόρυβος). Λυποῦμαι, Κύριοι, διότι ὁ προλαλήσας μὲ φέρει εἰς τὴν στενόχωρον αὐτὴν θέσιν· βλέπετε, ὅτι σπανίως ἀναβαίνω τὸ βῆμα, δὲν τὸ ἀναβαίνω δὲ, παρ’ ὅταν ἔρχωνται ἄνθρωποι μὲ τὸ φερμάνι εἰς τὸ στόμα νὰ μᾶς ἐγγίζουν. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὰ ἐπιχειρήματά του. Διὰ νὰ σᾶς ἀποδείξῃ, ὅτι εἶναι ἐπικίνδυνον διὰ τὴν πολιτείαν, εἶναι δύσκολον διὰ τὸν Ἡγεμόνα νὰ εὕρῃ ἀνθρώπους καταλλήλους διὰ νὰ κυβερνήσωσι τὴν πολιτείαν εἰς τὸ σῶμα τῆς Βουλῆς, σᾶς ἀνέφερεν ἓν γελοιωδέστατον περιστατικὸν, σᾶς εἶπεν, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ὑπάρχει αὐτὸ τὸ σύστημα, ἐκεῖ εἷς περίφημος ἱστορικὸς, ὁ Μακώλαϋ, ἄνθρωπος σπουδαῖος, τὸν ὁποῖον ἀνεγνώρισεν ὅλος ὁ κόσμος, ἔμεινε καὶ μένει ἐκτὸς τῶν πραγμάτων καὶ τοῦτο εἶναι δυστύχημα.
§114ΤΙΝΕΣ. Ἀπέθανε πλέον.
§115ΗΡ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, τὶ σᾶς λέγει; Ἐὰν τοῦτο πράξητε, ἐντὸς τῆς Βουλῆς δὲν θὰ εἰσέλθωσιν οἱ ἄνθρωποι τῆς πείρας, τῶν πραγμάτων, καὶ ὅταν αὐτοὶ δὲν εἰσέλθουν, ἡ Βουλὴ δὲν θὰ ᾖναι πλέον τὸ σῶμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ ᾖναι διὰ νὰ δείξῃ εἰς τὴν Ἐπικράτειαν, ὅτι εἶναι ὑποχρεωμένη νὰ τοὺς λάβῃ ἀπὸ αὐτήν. Οἰκτείρω, Κύριοι, τὸν προλαλήσαντα, διότι ἔχω πεποίθησιν ἀκράδαντον, ὅτι ἐντὸς τοῦ Βουλευτηρίου θὰ παρακαθήσωσιν οἱ σπουδαιότεροι ἄνθρωποι· μόνον δὲ αὐτὸς τρέχει τὸν κίνδυνον νὰ μὴ παρακαθήσῃ· καὶ ὁ Βούλγαρης, καὶ ὁ Μαυροκορδᾶτος, καὶ ὁ Τρικούπης, καὶ ὁ Ζαΐμης, καὶ ὅλοι οἱ ἄλλοι, οἱ ὁποῖοι σήμερον παρακάθηνται, αὐτὸς ὁ γέρων ὁ σεβαστὸς, ὅστις εἶναι ἀντικρύ μου, (δεικνύει τὸν γηραιὸν Ναύαρχον Κανάρην) καὶ αὐτὸς θὰ καθήσῃ. Κἀνεὶς δὲν θέλει τολμήσει νὰ φιλονεικήσῃ τὴν ἱκανότητα αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων καὶ νὰ τοὺς ἐξώσῃ ἀπὸ τοῦ Βουλευτηρίου τῆς πατρίδος των, ἑπομένως αὐτὸν τὸν κίνδυνον δὲν τὸν βλέπω· μόνον αὐτὸς, ὡς εἶπον, τρέχει αὐτὸν τὸν κίνδυνον. Ἂς φροντίσῃ λοιπὸν ν’ ἀνακτήσῃ τὰ μεγάλα ἐκεῖνα προσόντα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ πᾶς πολίτης διὰ νὰ ᾖναι στερεὸς ἐν τῷ Βουλευτηρίῳ. Ἀνέφερε, Κύριοι, τὸν Μακώλαϋ· καὶ ἐγὼ σᾶς ἀναφέρω ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν τὸν Θουκυδίδην· οὐδέποτε οὗτος ἐδιοίκησε τὰ πράγματα, ἀλλ’ ὁ Περικλῆς, οὔτε ὑπάλληλος, οὔτε συγγραφεὺς χρηματίσας· τριάκοντα ἔτη ἐδιοίκησε τὰ πράγματα τῆς πατρίδος ὡς Αὐτοκράτωρ. Ἐφοβήθη, Κύριοι, τὶ; Μὴ τυχὸν χάσῃ ὁ Βασιλεὺς τοὺς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλθουν πεφωτισμένοι νὰ διευθετήσουν τὰ πράγματα τῆς πολιτείας, καὶ ὅτι οἱ ὑπάλληλοι οἱ μορφωμένοι, οἱ ἄνθρωποι τῆς πείρας θὰ μείνουν ἐκτὸς τῶν πραγμάτων καὶ ἑπομένως θὰ ἔρχωνται ἐν τῷ ὑπουργείῳ μορμολύκεια, τὰ ὁποῖα... (θόρυβος) Μὴ μὲ διακόπτετε· θὰ τὴν διαφιλονεικήσω αὐτὴν τὴν πικρίαν, ἥτις δὲν ἔχει ὅρια, καὶ θὰ εἴπω εἰς τὸν προλαλήσαντα, ἂς δείξῃ τὰ διπλώματα τῆς ὑπαλληλίας τοῦ Βούλγαρη, τοῦ Κανάρη, τοῦ Μαυροκορδάτου, τοῦ Ἀργυροπούλου τοῦ μακαρίτου, ὅστις ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ καθηγητοῦ ἐπήδησεν εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν καὶ ἔδειξε πόσον εἶναι ἱκανὸς καὶ ἐμόρφωσε τὴν κοινωνίαν. Τί τρέχει εἰς αὐτὰ τὰ μικρὰ καὶ δὲν ἀνοίγει τοὺς ὀφθαλμούς του νὰ ἴδῃ ποῦ κεῖνται τὰ μεγάλα; Οὐδέποτε ὁ Κουμουνδοῦρος ὑπηρέτησεν ὡς ὑπάλληλος, καὶ ὅμως εἶναι εἷς τῶν ἀξιωτέρων ὑπουργῶν ἀδιαφιλονεικήτως. Ἀλλὰ, Κύριοι, εὗρε τὸν σκόπελον ἐπὶ τοῦ ὁποίου ἤθελε νὰ ῥίψῃ αὐτὸ τὸ ἄρθρον μὲ τὴν μεγάλην του εὐφυΐαν. Καὶ ἠξεύρετε ποῖος εἶναι ὁ σκόπελος; Ὁ ὑπουργὸς τῶν στρατιωτικῶν· ἐναυάγησεν· ἐδῶ σᾶς εἶπεν, ὡς μὴ ὤφειλε, ποῦ θὰ εὕρητε στρατιωτικὸν ὑπουργὸν τῶν στρατιωτικῶν; καὶ ἐφοβήθη μήπως λοχαγοὶ ἠμποροῦν νὰ εἰσέλθουν ὡς Βουλευταί. Λοιπὸν ἔχω τὴν τιμὴν νὰ τοῦ εἴπω, ὅτι μὲ ὅλους τοὺς ἀνωτέρους ἀξιωματικοὺς τοῦ στρατοῦ τῆς Ἑλλάδος τοὺς διαφιλονεικῶ τὴν ἱκανότητα ἐγὼ ὁ λοχαγὸς καὶ τοὺς προσκαλῶ εἰς τὴν τράπεζαν ταύτην, καὶ τόσοι ἄλλοι ἐδῶ μέσα καλλίτεροι ἀπὸ ἐμὲ (θόρυβος). Μὴ νομίζετε, ὅτι ὁ βαθμὸς πρέπει νὰ καταδείξῃ τὴν ἱκανότητα, κατὰ τὸν Κύριον Καλλιγᾶν. Ἀλλ’ ἀκόμη, Κύριοι, ἀφοῦ ἠθέλησε δι’ αὐτοῦ τοῦ ἐπιχειρήματος νὰ μᾶς ἐμπαίξῃ, ὡς παρακαθημένους ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως ἡμᾶς τοὺς λοχαγοὺς, ἠθέλησεν, οὕτως εἰπεῖν, ὁρμώμενος ἀπὸ τὰ ἐλατήρια τῆς ἀνατροφῆς, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχει, νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι πολυπράγμων, νὰ εἴπῃ, ὅτι καὶ ἐγὼ εἶμαι ἄνθρωπος πολυπράγμων καὶ εἶμαι ἀνάξιος νὰ ἦμαι ὑπουργός· καὶ μολαταῦτα τρὶς ἤδη κατὰ δυστυχίαν τῆς πατρίδος ὑπούργευσεν. Ἔπρεπε λοιπὸν, ἐὰν ἔχῃς τὴν πεποίθησιν αὐτὴν, ἐὰν ἦσο ἀληθὴς, ἀγαθὸς πατριώτης, ὅταν σοῦ ἐπρόσφερον τὸ χαρτοφυλάκιον, νὰ εἴπῃς εἶμαι ἄνθρωπος πολυπράγμων. (Θόρυβος). Κύριοι, τὸ τελευταῖον ἐπιχείρημά του, καὶ τὸ σπουδαιότερον, τὸ φοβερὸν, τὸ ὁποῖον ἔπρεπε νὰ ἔλθῃ ἐν μέσῳ τῆς Συνελεύσεως διὰ νὰ τρομάξῃ, ἠξεύρετε ὁποῖον ἦτο, καὶ μᾶς ἔφερε ἓν παράδειγμα τοῦ Βελγίου; ὅτι ἐνδεχόμενον οἱ ὑπουργοὶ, μέλη τῆς Βουλῆς ὄντες, νὰ χάσουν τὴν πλειονοψηφίαν καὶ ἡ διαφορὰ νὰ ᾖναι μία ψῆφος, δύω, τρεῖς ψῆφοι· τί θέλετε τότε, σᾶς εἶπε, νὰ κάμῃ ὁ Βασιλεὺς; νὰ ἀλλάξῃ τὸ ὑπουργεῖον; Ὅταν θέλῃ, νὰ τὸ ῥίψῃ, καὶ ἐὰν δὲν ἔχῃ αὐτὴν τὴν διάθεσιν, ἐὰν αἰσθάνηται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ πράξῃ τοῦτο, διότι εἶναι δικαίωμά του, νὰ διαλύσῃ τὴν Βουλὴν καὶ νὰ κρατήσῃ τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχασε τὴν πλειοψηφίαν. Εἰς ποῖον ἔθνος, Κύριε Καλλιγᾶ, ἔχεις ἓν παράδειγμα νὰ μοῦ φέρῃς, ὅτι ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχασε τὴν πλειοψηφίαν δὲν ἐστάθη εἰς τὴν θέσιν του μετὰ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς;
§116ΚΕΧΑΓΙΑΣ. Δὲν εἶπεν αὐτό.
§117ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἔτζι εἶπε, καὶ δὲν ἦσο ἐδῶ. Τότε, εἶπεν, εἶναι ἠναγκασμένος νὰ τὸ μαζεύσῃ ἀπὸ τοὺς δρόμους. Ὄχι θὰ μείνῃ, διότι ποῖος εἶναι ὁ λόγος, ὁ ὁποῖος προκαλεῖ τὴν διάλυσιν τῆς Βουλῆς; Εἶναι, διότι τὸ ὑπουργεῖον, τὸ ὁποῖον ἔχει ὁ Βασιλεὺς, καὶ εἰς τὸ ὁποῖον ἔχει ἐμπιστοσύνην διὰ τὰς ἀρετὰς καὶ τὰ φῶτα, διὰ τὴν πεῖράν του, θέλει νὰ τὸ κρατήσῃ πρὸς ὄφελος τῆς πολιτείας, καὶ δι’ αὐτὸν καὶ μόνον τὸν λόγον διαλύει τὴν Βουλὴν, διὰ νὰ κρατήσῃ αὐτό. Λοιπὸν, Κύριοι, ἐπανέρχομαι εἰς τὸν ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν, διότι αὐτὸ ἦτον ἓν ἀπὸ τὰ συνταγματικὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, καὶ σᾶς λέγω, ὅτι ἀξιολογώτατα δύναται νὰ λάβῃ ὁ Βασιλεὺς τὸν Κ. Κουμουνδοῦρον, τὸν Κ. Κεχαγιᾶν καὶ νὰ τὸν ὀνομάσῃ ὑπουργὸν τῶν Στρατιωτικῶν καὶ νὰ διοικῇ τὰ στρατιωτικὰ πράγματα ἀξιόλογα, διότι ὀφείλετε νὰ μάθητε ἀπὸ ἐμὲ, ἐὰν δὲν ἤθελε κἀνεὶς ἄλλος νὰ τὸ εἴπῃ, ὅτι τὸ ὑπουργεῖον τῶν στρατιωτικῶν τὸ διευθύνουν οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι αὐτοῦ, καθότι κἀνεὶς ὑπουργὸς τῶν Στρατιωτικῶν, ὁποιοσδήποτε, εἴτε ἀνώτερος, εἴτε κατώτερος ἀξιωματικὸς, δὲν ἠξεύρει ὅσα ὅλοι αὐτοὶ ὁμοῦ ἠξεύρουν καὶ ἔχει ἀνάγκην τῆς ὁδηγίας των, καὶ τοῦ φωτισμοῦ των· ἐὰν λοιπὸν ἔχητε ἐκεῖ ἀνθρώπους ἱκανοὺς, ἀνθρώπους τιμίους, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι δύνανται νὰ διοικήσουν ἀξιόλογα τὰ τοῦ στρατοῦ, καὶ πολὺ καλλίτερα εἰς τὴν περίπτωσιν ταύτην, παρ’ ὅταν ᾖναι ἄνθρωποι ὑπουργοὶ τῶν στρατιωτικῶν, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουν τὴν ἀπαιτουμένην ἱκανότητα ἀλλὰ μόνον τὸν βαθμόν. Δὲν θέλω νὰ φέρω μόνον τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, τὸ ὁποῖον εἶναι ὅμοιον καὶ μὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον σᾶς ἀνέφερα, διότι ἐγὼ δὲν συνειθίζω νὰ μαζεύω σπόρους ἀπὸ τόπους καὶ ἔθνη, τῶν ὁποίων ἡ φύσις εἶναι πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν φύσιν τῆς Ἑλλάδος, καὶ νὰ τοὺς ῥίπτω ἐδῶ, διὰ νὰ τοὺς τρώγουν τὰ γουρούνια μὲ συγχώρησιν, αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα τὸ ἀφίνω εἰς τοὺς ῥήτορας, οἱ ὁποῖοι ὅλην των τὴν σοφίαν τὴν εὑρίσκουν ἀπὸ τὰ βιβλία καὶ ὄχι ἀπὸ τῆς πείρας· σᾶς λέγω δὲ, ὅτι ἐπιτυχέστατον θὰ ᾖναι τὸ σύστημα, ὃ τὸ νομοσχέδιον ὁρίζει, ἐπιτυχέστατον διὰ τὸν ἑξῆς λόγον. Ἀφοῦ σήμερον Γερουσία δὲν ὑπάρχει, εἶναι ἀναμφισβήτητον, ὅτι ὅλαι αἱ ἐπισημότητες τοῦ Κράτους θὰ ἐξέλθωσιν εἰς τὸν βουλευτικὸν ἀγῶνα, ὅλαι αἱ ἐπισημότητες θὰ παρακαθήσωσιν ἐντὸς τῆς Βουλῆς (θόρυβος). Ἐγὼ ἔχω αὐτὴν τὴν πεποίθησιν, ἐὰν δὲν τὴν ἔχητε σεῖς, μοὶ εἶναι ἀδιάφορον· ἑπομένως οὐδέποτε ὁ Βασιλεὺς θὰ εὑρεθῇ εἰς τὴν στενοχωρίαν, τὴν ὁποίαν λέγουν. Διὰ τοῦτο κηρύττομαι ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου μετὰ πεποιθήσεως πληρεστάτης, ὅτι οὐδέποτε ἡ Βασιλεία θὰ προσκόπτῃ, ἐὰν ζητήσῃ ἐντὸς τῆς Βουλῆς τοὺς ὑπουργούς. Πρέπει νὰ τοὺς ζητήσῃ καὶ διὰ τὸν ἑξῆς λόγον, διότι εἶναι ἄνθρωποι τοῦ τόπου, οἱ ὁποῖοι ἐκ πείρας γνωρίζουσι τὰς δυστυχίας, τὰς ἀνάγκας τοῦ λαοῦ, καὶ εὐκολώτερον ἔρχονται εἰς θεραπείαν οἱ ἐντόπιοι ἄνθρωποι, δηλ. ἐντοπίους ἐγὼ δὲν ἐννοῶ τοὺς αὐτόχθονας, ἀλλ’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι κατοικοῦν καὶ ἀγαποῦν νὰ ἐργάζωνται εἰς τὰς ἐπαρχίας των, καὶ οὐχὶ νὰ τὰς βλέπωσι μὲ τὸ τηλεσκόπιον· αὐτοὶ καλλίτερον ἠμποροῦν νὰ συμβουλεύσουν τὸν ἡγεμόνα πρὸς τὸ καλὸν τοῦ τόπου των. Αὐτὴ εἶναι ἡ γνώμη μου.
§118ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν. (θόρυβος).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κ. Σαρίπολος ἔχει τὸν λόγον.
§120ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Ἐπειδὴ εἶμαι εἷς τῶν ἀνωτέρων ἀξιωματικῶν, τοὺς ὁποίους προσέβαλεν ὁ προαγορεύσας, ζητῶ νὰ ὁμιλήσω.
§121ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§122ΔΑΓΡΕΣ. Οὐδεὶς προσβάλλεται ἀπὸ τοῦ βήματος, οὐδὲ εἶναι ὑπόχρεως κἀνεὶς νὰ δώσῃ λόγον.
§123ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§124ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Ἀμφισβητεῖται τὸ ἀποτέλεσμα· οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Κύριε Σαρίπολε, ἀμφιβάλλετε ἀκόμη; — Τὸ γραφεῖον δὲν ἀμφιβάλλει. Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη, ὅτι ἐφωτίσθη. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἐπρότεινε καὶ ὑποστηρίζει ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ βʹ. κῶλον τὸ λέγον «λαμβάνει δὲ αὐτοὺς ἐκ τῶν Βουλῶν».
§125ΣΟΥΪΔΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰμὶ ἐγὼ ὁ προτείνας.
§126ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μάλιστα, μὲ συγχωρεῖ ὁ Κ. Σουΐδας· θέλω ἐρωτήσει λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν ἂν παραδέχηται τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ τοῦ μέρους. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν αὐτοῦ τοῦ μέρους παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ πλείονες).
§127ΚΑΛΟΣ ΚΑΙ ΕΤΕΡΟΙ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουν ὄχι.
§129ΤΙΝΕΣ. Μὰ διατὶ ὀνομαστικὴ κλῆσις;
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πρὶν ἀπαγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα ἐζήτησε τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν (θόρυβος). Παραιτεῖσθε τῆς ὀνομαστικῆς κλήσεως;
§131ΚΑΛΟΣ. Μάλιστα.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Τὸ ἄρθρον θὰ ἔχῃ ὡς ἀκολούθως· «Ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργοὺς αὑτοῦ». Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον οὕτω νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 32. Ὁ Βασιλεὺς εἶναι ὁ ἀνώτατος ἄρχων τοῦ Κράτους, ἄρχει τῶν κατὰ ξηρὰν καὶ θάλασσαν δυνάμεων, κηρύττει πόλεμον, συνομολογεῖ συνθήκας εἰρήνης, συμμαχίας καὶ ἐμπορίας, ἀνακοινόνει δὲ αὐτὰς εἰς τὴν Βουλὴν μετὰ τῶν ἀναγκαίων διασαφήσεων, ἅμα τὸ συμφέρον καὶ ἡ ἀσφάλεια τοῦ Κράτους τὸ ἐπιτρέψωσιν· αἱ περὶ ἐμπορίας ὅμως συνθῆκαι καὶ ὅσαι ἄλλαι περιέχουσι παραχωρήσεις, περὶ τῶν ὁποίων κατ’ ἄλλας διατάξεις τοῦ παρόντος Συντάγματος δὲν δύναται νὰ ὁρισθῇ τι ἄνευ Νόμου, ἢ ἐπιβαρύνουσιν ἀτομικῶς τοὺς Ἕλληνας, δὲν ἔχουσιν ἰσχὺν ἄνευ τῆς συγκαταθέσεως τῆς Βουλῆς. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον αὐτὸ νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη.
§133ΖΕΡΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἀκούομεν τὶ λέγετε.
§134ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρός. Ἄρθρον 33. Οὐδεμία παραχώρησις ἢ ἀνταλλαγὴ χώρας δύναται νὰ γίνῃ ἄνευ νόμου· οὐδέποτε τὰ μυστικὰ ἄρθρα συνθήκης τινὸς δύνανται ν’ ἀνατρέψωσι τὰ φανερά. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§135ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 34. Ὁ Βασιλεὺς ἀπονέμει κατὰ νόμον τοὺς στρατιωτικοὺς καὶ ναυτικοὺς βαθμούς, διορίζει καὶ παύει ὡσαύτως τοὺς δημοσίους ὑπαλλήλους, ἐκτὸς τῶν παρὰ τοῦ Νόμου ὡρισμένων ἐξαιρέσεων, ἀλλὰ δὲν δύναται νὰ διορίσῃ ὑπάλληλον εἰς μὴ νενομοθετημένην θέσιν. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§137ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§138ΑΝΤ. ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Θέλω μίαν διασάφησιν (θόρυβος).
§139ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μαυρομιχάλης παραιτεῖται τοῦ λόγου.
§140ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Διὰ τὸν λόγον, ὅτι ὑπάρχει τὸ κατὰ νόμον.
§141ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει· οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 35. Ὁ Βασιλεὺς ἐκδίδει τὰ ἀναγκαῖα διατάγματα πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν νόμων· οὐδέποτε δὲ δύναται ν’ ἀναστείλῃ τὴν ἐνέργειαν, οὐδὲ νὰ ἐξαιρέσῃ τινὰ τῆς ἐκτελέσεως τοῦ Νόμου. Ὑπάρχει ἀντίῤῥησις;
§142ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἄρθρον 36. Ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς Νόμους· νομοσχέδιον, ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύο μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, λογίζεται, ἀκυρωθέν.
§144ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἡ λέξις ἀκυρωθὲν νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως μὴ κυρωθέν...
§145ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§146ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ὄχι· τὸ μὴ κυρωθὲν λογίζεται ὅτι ἐπέχει τόπον κυρώσεως.
§147ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§148ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἡ ἔκφρασις τοῦ Κ. Σαριπόλου εἶναι ἐπιστημονικωτέρα.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Μποῦσκος ἔχει τὸν λόγον.
§150ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀντὶ τοῦ μὴ κυρωθὲν, ἂς τὸ βάλλωμεν ἀργὸν (θόρυβος).
§151ΚΑΛΟΣ. Καλλίτερον νὰ γίνῃ ἀποῤῥιφθέν.
§152ΜΠΟΥΣΚΟΣ. Ἡ προθεσμία, τὴν ὁποίαν θέτει τὸ σχέδιον, τῶν 2 μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου, μοὶ φαίνεται πολλή. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι καλλίτερον εἶναι νὰ τεθῇ 2 μῆνας ἀπὸ τῆς ὑποβολῆς τοῦ νομοσχεδίου εἰς τὴν Μεγαλειότητά του. Νομίζω, ὅτι 2 μῆνες ἀρκοῦν εἰς τὴν Α. Μ. διὰ νὰ σκεφθῇ, διότι ἡ Σύνοδος δύναται νὰ διαρκέσῃ πολλοὺς μῆνας.
§153ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Σουΐδας διὰ νὰ ἀναπτύξῃ τὴν τροπολογίαν του, ἡ ὁποία ἔχει ὡς ἑξῆς. «Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὴν ἰσχὺν τοῦ κυρόνειν καὶ δημοσιεύειν τοὺς νόμους προσηκόντως. Νομοσχέδιον δὲ εἰς τρεῖς Βουλευτικὰς Συνόδους ψηφισθὲν θεωρεῖται ὡς τυχὸν ὁριστικῶς τῆς τοῦ Βασιλέως κυρώσεως.
Ὁ πληρεξούσιος,
Χ. ΣΟΥΪΔΑΣ.
§155ΣΟΥΪΔΑΣ. Ἄλλοτε ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου συζητηθέντος τοῦ περὶ ἀρνησικυρίας, ἐὰν ἦναι δικαίωμα ἄμεσον ἢ ἔμμεσον τοῦ Βασιλέως, πολλαὶ καὶ ἀντίθετοι γνῶμαι ἐλέχθησαν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου. Ὀπαδὸς δὲ ἐγὼ τῆς γνώμης αὐτῆς, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας δὲν εἶναι ἄμεσον, ἀλλ’ ἔμμεσον, διὰ τῶν ὑπευθύνων ὑπουργῶν του, θεωρῶ, ὅτι οὐδόλως προσβάλλεται ὁ βασιλεὺς, ἐὰν θεωρήσωμεν αὐτὸ ὡς ἔμμεσον· διὰ τοῦτο ὁσάκις νομίζουν Σύνοδοί τινες, καὶ ὥρισα τρεῖς — ἰδοὺ τὸ σπουδαῖον ἑνὸς νομοσχεδίου — καὶ ἐπιμένουν εἰς τὴν ἐπιψήφισιν αὐτοῦ, οὐδόλως ἐπαναλαμβάνω προσβάλλεται ὁ Βασιλεὺς, ἐὰν ὑποχρεωθῇ εἰς τὴν κύρωσιν αὐτοῦ, τὴν ὁποίαν ἠρνήθη ἅπαξ ἢ δίς· διότι ὅπως εἶπον, στηριζόμενος ἐπὶ τῆς ἀρχῆς, ὅτι τὸ δικαίωμα τῆς ἀρνησικυρίας δὲν εἶναι ἄμεσον, ἀλλ’ εἶναι ἔμμεσον, οὐδέποτε ἔχει κῦρος ἕνας νόμος, ἐὰν δὲν ἦναι προσυπογεγραμμένος ὁ ἁρμόδιος ὑπουργὸς, ἄρα αὐτὸ τὸ δικαίωμα εἶναι ἔμμεσον. Διὰ τοῦτο φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ μεταβληθῇ ὡς ἔχει ἐν τῇ τροπολογίᾳ μου, καὶ διὰ τοῦτο κηρύσσομαι ὑπὲρ τῆς προτάσεώς μου.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Πετιμεζᾶς θέλει νὰ ὁμιλήσῃ;
§157ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἐφωτίσθησαν νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι) Παρεδέχθη. Ἠκούσατε τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Σουΐδα· ὑποβάλλω πρῶτον αὐτὴν εἰς τὴν ψῆφόν σας. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται ὀλίγοι) Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται πολλοὶ).
§159ΤΙΝΕΣ. Εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Σαριπόλου.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Σαριπόλου ἔχει ὡς ἑξῆς· «Ὁ Βασιλεὺς κυρόνει καὶ δημοσιεύει τοὺς νόμους. Νομοσχέδιον ἐπιψηφισθὲν ὑπὸ τῆς Βουλῆς καὶ μὴ κυρωθὲν ὑπὸ τοῦ Βασιλέως ἐντὸς δύω μηνῶν ἀπὸ τῆς λήξεως τῆς Συνόδου λογίζεται ὡς μὴ κυρωθέν.» Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται ὀλίγοι) Τὸ ἄρθρον λοιπὸν μένει ὅπως ἔχει.
§161ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, Come sta.
§162ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρθρ. 37. Ὁ Βασιλεὺς συγκαλεῖ τακτικῶς ἅπαξ τοῦ ἔτους τὴν Βουλὴν, ἐκτάκτως δὲ, ὁσάκις τὸ κρίνῃ εὔλογον· κηρύττει αὐτοπροσώπως ἢ δι’ ἀντιπροσώπου τὴν ἔναρξιν καὶ λῆξιν ἑκάστης Βουλευτικῆς Συνόδου καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ διαλύῃ τὴν Βουλήν· ἀλλὰ τὸ περὶ διαλύσεως Διάταγμα, προσυπογεγραμμένον ὑπὸ τοῦ ὑπουργείου, πρέπει νὰ διαλαμβάνῃ συγχρόνως καὶ τὴν συγκάλεσιν τῶν μὲν ἐκλογέων ἐντὸς δύο, τῆς δὲ Βουλῆς ἐντὸς τριῶν μηνῶν. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται οἱ πάντες) Παρεδέχθη. Ἄρθρον 38. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀναβάλλῃ τὴν ἔναρξιν ἢ νὰ διακόπτῃ τὴν ἐξακολούθησιν τῆς βουλευτικῆς Συνόδου. Ἡ ἀναβολὴ ἢ ἡ διακοπὴ δὲν δύνανται νὰ διαρκέσωσιν ὑπὲρ τὰς τεσσαράκοντα ἡμέρας, οὐδὲ νὰ ἐπαναληφθῶσιν ἐντὸς τῆς αὐτῆς βουλευτικῆς συνόδου ἄνευ τῆς συναινέσεως τῆς Βουλῆς.
§163ΜΟΜΦΕΡΑΤΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἶναι ἄτοπος ὁ τρόπος αὐτὸς (θόρυβος).
§164ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρός.
§165ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ τὸν λόγον.
§166ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρός.
§167ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσῃ.
§168ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Λέγω, ὅτι πολλοὶ ἐξ ἡμῶν δὲν ἐνομίζομεν, ὅτι ἤθελε φθάσει μέχρι τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἡ συζήτησις σήμερον.
§169ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρός.
§170ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ, Κύριοι, ἀφήσατέ με νὰ προστατεύσω τὴν ἐλευθερίαν τοῦ λόγου.
§171Γ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Τὸ Σύνταγμα δὲν εἶναι ἁπλῆ πρότασις.
§172ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Δὲν ὀφείλει τις νὰ ἔλθῃ νὰ ψηφίζῃ ἐδῶ ὡς μηχανὴ, πρέπει νὰ ἔρχηται προπαρεσκευασμένος εἰς ἕκαστον ἄρθρον (θόρυβος). Ὅσοι εἶναι ὄργανα ἄλλων, ἐκεῖνοι μόνον δὲν ἔχουν ἀνάγκην νὰ σκεφθοῦν. Κ. Πρόεδρε, ὀφείλετε νὰ διακόψητε τὴν συζήτησιν, διότι δὲν εἴμεθα προπαρεσκευασμένοι.
§173ΤΙΝΕΣ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§174ΑΘ. ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Θέλω νὰ ἀπαντήσω εἰς τὸν Κ. Γλαράκην. Ἂν ὁ Κ. Γλαράκης κατεγίνετο εἰς ἄλλα ἀντικείμενα καὶ δὲν ἐμελέτησε....
§175ΣΤ. ΜΑΚΡΗΣ. Δὲν εἴμεθα πλήρεις λοιπὸν (θόρυβος).
§176ΠΕΤΜΕΖΑΣ. Δὲν εἴμεθα ὑπόχρεοι ἡμεῖς, Κ. Πρόεδρε, νὰ περιμένωμεν τὸν Κ. Γλαράκην, ἕως ὅτου ἐξαντλήσῃ τὰς μελέτας του· διότι ὁ Κ. Γλαράκης ἠμπορεῖ νὰ μὴ μελετήσῃ ποτέ. Τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος τὸ ἔχει σχεδὸν 8 μῆνας εἰς τὰς χεῖράς του. Ὁ Κ. Γλαράκης μάλιστα ὡς ἐπιστήμων ἄνθρωπος...
§177ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρός.
§178ΓΛΑΡΑΚΗΣ. Κ. Πρόεδρε, προτείνω τοιαύτην πρότασιν, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἠμπορῇ νὰ προβῇ εἰς συζήτησιν, καὶ προτείνω τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§179ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρός.
§180ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι πρότασις αὐτή.
§181ΠΥΛΑΡΙΝΟΣ. Ἐξ ἀπροόπτου δὲν ἠμποροῦμεν νὰ ψηφίσωμεν τὸ Σύνταγμα.
§182ΠΟΛΛΟΙ. Ἐμπρός. Ὁ Κ. Σαράβας ζητεῖ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ 39 ἄρθρου. Κατὰ τοῦ 38 ὑπάρχει κᾀμμία ἀντίῤῥησις;
§183ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§184ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν, οἱ παραδεχόμενοι τὸ 38 ἄρθρον νὰ ἐγερθῶσι. (ἐγείρονται πάντες) Παρεδέχθη. (Ἀναγινώσκεται τὸ 39 ἄρθρον). Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ χαρίζῃ, μεταβάλλῃ καὶ ἐλαττόνῃ τὰς παρὰ τῶν Δικαστηρίων καταγινωσκομένας ποινὰς ἐξαιρουμένων τῶν περὶ ὑπουργῶν διατεταγμένων, πρὸς δὲ καὶ νὰ χορηγῇ ἀμνηστείαν ἐπὶ τῇ εὐθύνῃ τοῦ ὑπουργείου. Ἐπὶ τοῦ 39 ἔχει πρῶτος τὸν λόγον ὁ Κ. Σαράβας.
§185ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 39 ἔχω τροπολογίαν τινὰ, διὰ τῆς ὁποίας περιορίζω τὴν ἀπονομὴν τῆς ἀμνηστείας εἰς μόνα τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα· ἐπειδὴ ὅμως παρατηρῶ, ὅτι ἡ Συνέλευσις εἶναι κουρασμένη, καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν νὰ ἀναπτύξω τὴν τροπολογίαν μου, παρακαλῶ νὰ ἀναβληθῇ διὰ τὴν προσεχῆ Παρασκευήν.
§186ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑπάρχει καὶ ἡ κηδεία, δυνάμεθα νὰ ἀναβάλλωμεν. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις ὥρα 3 καὶ 15.
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Γ. Πετρούλιας, Α. Ζατουνίτης.