1864.09.02
2,695 rows · 21,791 words · 167 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 310.
Τῆς 2 Σεπτεμβρίου 1864.
(Τετάρτη)
Ὥρα 9. π. μ.
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου, εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τῶν πρακτικῶν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις, Κ. πληρεξούσιοι;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρα ἐγκρίνονται. Κύριοι πληρεξούσιοι, παρὰ τοῦ φρουραρχείου τῆς Συνελεύσεως εἶχεν ἐγκριθῆ μισθοδοτικὴ κατάστασις ἀφορῶσα τὰς πληρωμὰς τῶν ὑπαξιωματικῶν, οἱ ὁποῖοι προσεκλήθησαν εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ φρουραρχείου. Ἐπειδὴ ὁ κανονισμὸς τῆς Συνελεύσεως δὲν χορηγεῖ εἰς τὸ Προεδρεῖον τῆς Συνελεύσεως πίστωσιν, διὰ τὴν πληρωμὴν ἰδιαιτέρας φρουρᾶς, διὰ τὸν λόγον αὐτὸν καὶ ἐγὼ δὲν δύναμαι νὰ ἐγκρίνω οἴκοθεν τὴν πληρωμὴν ταύτην· ἡ ἐθνοσυνέλευσις ὅμως, νομίζω, ὅτι δύναται, καὶ παρακαλῶ νὰ ἀποφασίσῃ.
§4Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἰδοὺ τὶ τρέχει.
§5ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§6ΓΡΙΒΑΣ. Ὁ Κύριος Πρόεδρος θέλει νὰ περιορίσῃ τὸ πρᾶγμα μέχρι τέλους τοῦ μηνὸς αὐτοῦ, καὶ διὰ τοῦτο ἐπιθυμῶ, ἐπειδὴ δὲν πιστεύω νὰ διανοηθῇ ἡ Συνέλευσις νὰ τὸ ἀποφασίσῃ, μέχρι τέλους τῶν ἐργασιῶν της, διότι ἀντὶ τῆς πολυτελείας, ἡ ὁποία ὑπῆρχεν ἄλλοτε, δὲν ἔχομεν παρὰ δώδεκα ἐθνοφύλακας πληρονομένους 45 δραχμὰς κατὰ μῆνα· ἐξ αὐτῶν ὁ εἷς εἶναι ἀξιωματικὸς, ὁ ἕτερος τυμπανιστὴς, μένουν δέκα, οἱ ὁποῖοι δὲν φθάνουν οὔτε διὰ δύο ἀλλαγὰς· διὰ τοῦτο προσθέτω δύο ἀνθυπασπιστὰς, ἐκ τῶν ὁποίων θέτω εἰς ἓν θεωρεῖον ἕκαστον, οἱ ὁποῖοι ἀναπληρόνουν τὴν ἔλλειψιν τῶν ἄλλων, εἰς δὲ τὸν ἀνθυπασπιστὴν τοῦ φρουραρχείου, ὁ ὁποῖος ὅλην τὴν ἡμέραν εἶναι ἐν στολῇ καὶ τὴν φθείρει, δίδεται ἓν ἐπιμίσθιον 2 δραχμὰς τὴν ἡμέραν. Ὁ Κύριος Πρόεδρος δὲν ἔπρεπε νὰ φέρῃ ἓν τοιοῦτον ζήτημα ἐδῶ, διὰ νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι κήδεται τῶν συμφερόντων τοῦ ταμείου.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωστοποιῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι τὰ ἔξοδα τῆς Συνελεύσεως ἀναβαίνουν ἤδη εἰς 10 χιλιάδας δραχμὰς· γνωστοποιῶ δὲ πρὸς τὸν Κύριον Φρούραρχον, ὅτι ἡ φρουρὰ εἶναι ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Προεδρείου καὶ προσλαμβάνεται, ὅταν διατάττῃ ὁ Πρόεδρος. Ἐγὼ λοιπὸν ἐδήλωσα πρὸς τὸν Κύριον Φρούραρχον καὶ γνωστοποιῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι οἱ Κύριοι ὑπαξιωματικοὶ δὲν εἶναι ἀναγκαῖοι διὰ τὴν φρούρησιν τῆς Συνελεύσεως. «Ἄρθρον 59. Ἡ πρὸς φρούρησιν τῆς Συνελεύσεως ταχθησομένη κατὰ τὴν ἀπόφασιν αὐτῆς φρουρὰ θέλει διατελεῖ ὑπὸ τὰς διαταγὰς τοῦ Προέδρου, ὅστις δύναται νὰ διατάξῃ καὶ τὴν ἐπαύξησιν αὐτῆς». Λοιπὸν δὲν δύναται ὁ Κύριος Φρούραρχος, οἴκοθεν νὰ προσλαμβάνῃ ὑπαξιωματικοὺς διὰ τὴν φρούρησιν τῆς Συνελεύσεως, ὅταν δὲν ὑπάρχῃ ἀνάγκη· ὅταν ὑπάρχῃ δυνάμεθα νὰ ζητήσωμεν ἀπὸ τὸν τακτικὸν στρατὸν, ἀλλὰ νὰ ἔχωμεν ἰδιαιτέραν φρουρὰν, τὴν ὁποίαν μισθοδοτοῦμεν ἀπὸ τὰ ἔξοδα τὰ γραφικὰ, δὲν τὸ θεωρῶ ἀναγκαῖον.
§8ΔΗΜ. ΓΡΙΒΑΣ. Ἰδοὺ τὶ τρέχει. Ἐζητήθησαν ἄλλοτε ὑπαξιωματικοὶ ἀπὸ τὸ ὑπουργεῖον τῶν Στρατιωτικῶν· τὸ ὑπουργεῖον εἶπεν, ὅτι ἀναγκαιοῦν εἰς αὐτὸ καὶ μᾶς ἀπήντησε νὰ προσλάβωμεν ἐκ τῶν ἐν ἀδείᾳ ἀνθυπασπιστῶν καὶ προσελήφθησαν τέσσαρες, τῶν ὁποίων τὸ ὑπόλοιπον συμπληροῖ ἡ Συνέλευσις, τοὺς δίδει δηλ. δύο δραχμὰς τὴν ἡμέραν, ἐνῷ εἰς τὸν ἁπλοῦν ἐθνοφύλακα δίδει 1½.
§9ΚΑΛΟΣ. Ἡ φρουρὰ ἦτο ἀπεσπασμένη ἀπὸ τὰ ἄλλα σώματα. Καὶ παρὰ τοῦ παρελθόντος Προεδρείου ἐζητήθη αὐτὸ, ἀλλ’ ὅπως εἶπεν ὁ Κύριος Φρούραρχος, ὁ ἐπὶ τῶν Στρατιωτικῶν ὑπουργὸς Κύριος Ζυμβρακάκης εἶπεν, ὅτι δὲν ἔχει νὰ δώσῃ, ἀλλ’ ἡ Συνέλευσις δύναται ἐξ ἰδίων νὰ προσλάβῃ τοιούτους ἀξιωματικοὺς, καὶ ἐπειδὴ τὸ δημόσιον δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν, ἡ πρόσληψις τεσσάρων ἀξιωματικῶν εἶναι δικαία, εἶναι ἀναγκαία. Νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις παραδέχεται τὴν δαπάνην.
§10ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ὅταν δὲν ὑπάρχῃ καμμία ἀντίῤῥησις ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἔστω, ὅτι τὸ ἔξοδον ἦτο περιττὸν, ἡ Συνέλευσις τὸ ἐγκρίνει.
§11ΖΙΜΒΡΑΚΑΚΗΣ. Κύριοι, ὀφείλω νὰ δώσω ἐξηγήσεις τινὰς πρὸς τὴν Συνέλευσιν (θόρυβος).
§12ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις.
§13ΛΑΠΑΣ. Δὲν ἀξίζει ὁ κόπος· ἐπειδὴ ἅπαξ ἔγεινε τὸ ἔξοδον, πρέπει νὰ γίνῃ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς καὶ νὰ προβῶμεν εἰς τὴν συζήτησιν τοῦ Συντάγματος.
§14ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν· ὅταν τὸ ἐγκρίνῃ ἡ Συνέλευσις, δὲν ἠμπορῶ νὰ ἀντισταθῶ. Παραδέχεται λοιπὸν ἡ Συνέλευσις τὸ νὰ ἐξακολουθῶσιν ὄντες προσκεκολλημένοι εἰς τὸ Φρουραρχεῖον τῆς Συνελεύσεως οἱ προσληφθέντες ἀξιωματικοί;
§15Δ. ΓΡΙΒΑΣ. Δὲν εἶναι ἀξιωματικοί.
§16ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ μένωσι προσκεκολημένοι καὶ νὰ πληρόνωνται ἀπὸ τὸ γραφεῖον τῆς Συνελεύσεως τὸ περιπλέον τοῦ μισθοῦ των; Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται σχεδὸν πάντες). Παρεδέχθη. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι καθόσον ἀποβλέπει τὰς ἀπουσίας τῶν Κυρίων πληρεξουσίων ἔλεγχος ἀκριβὴς δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, διότι οἱ Κύριοι πληρεξούσιοι ἀναχωροῦσι χωρὶς νὰ γνωστοποιήσωσι τὴν ἡμέραν τῆς ἀναχωρήσεως, ἐπιστρέφουσι χωρὶς νὰ γνωστοποιήσωσι τὴν ἡμέραν τῆς ἀφίξεώς των, καὶ ὡς ἐκ τούτου, ἐπαναλαμβάνω, ἔλεγχος ἀκριβὴς τῆς ἀπουσίας τῶν Κυρίων πληρεξουσίων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ. Τὸ περιστατικὸν τοῦτο γεννᾷ διάφορα παράπονα ἐκ μέρους πολλῶν πληρεξουσίων, οἱ ὁποῖοι φαίνονται ἀπουσιάζοντες κατὰ τὴν μισθοδοτικὴν κατάστασιν, καὶ διϊσχυρίζονται καὶ πολλάκις ἀποδεικνύεται, ὅτι δὲν ἦσαν ἀπόντες. Ὡς ἐκ τούτου ὁ Πρόεδρος, εἰς τὸν ὁποῖον εἶναι ἀνατεθειμένη ἡ ἐξέλεγξις αὕτη, εὑρίσκεται εἰς δυσχερῆ θέσιν, δὲν γνωρίζει τί νὰ κάμῃ, νὰ μείνῃ πιστὸς εἰς τὴν κατάστασιν ἢ, πειθόμενος εἰς τὰς παραστάσεις τῶν ΚΚ. πληρεξουσίων, νὰ μεταβάλῃ αὐτήν. Νομίζω ὅθεν, ὅτι πρέπει ν’ ἀφεθῇ ἐλευθέρα ἐνέργεια εἰς τὸν Πρόεδρον, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὰς ἀπουσίας.
§17ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§18ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὰ τί ἐλευθερία;
§19Δ. ΒΟΥΔΟΥΡΗΣ. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Καΐρου ἠρώτησε, τί ἐννοοῦμεν μὲ τὴν λέξιν «ἐλευθερία». Σπεύδων νὰ ἀπαντήσω, λέγω, ὅτι μὲ τὴν λέξιν ἐλευθερία ἐννοοῦμεν, ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος χαίρει τὴν ἐμπιστοσύνην διὰ νὰ διευθύνῃ τὰς ἐργασίας τοῦ Πανελληνίου τούτου σώματος εἰς σπουδαιότερα ἀντικείμενα, βεβαίως δύναται νὰ ἔχῃ ἐκείνην, νὰ ἐκτιμήσῃ εὐσυνειδότως περιστάσεις ὅλως ἐπουσιώδεις καὶ ἀναξίας συζητήσεως. Αὐτὸ ἐννοοῦμεν «ἐλευθερίαν».
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ νὰ μὴ ἐπικρίνωμεν κατόπιν.
§21ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§22ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν παραδέχεσθε, ὅτι ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀπουσίας ἢ τῆς παρουσίας τῶν ΚΚ. Πληρεξουσίων ἀνατίθεται εἰς τὸν Πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως;
§23ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§24ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλονται, Κύριοι, διάφοροι προτάσεις. Ὑποβάλλεται πρότασις τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ πληρεξουσίου Μεσσήνης. Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει. Ἡ μεταξὺ τοῦ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν ὑπουργοῦ Κυρίου Α. Κουμουνδούρου ἀφ’ ἑνὸς, καὶ τοῦ ἀντιπροσώπου τῆς ἑταιρίας Ρ. Σ. Νιούβαλ Κυρίου Ἀδόλφου Βοῦφλεβ ἀφ’ ἑτέρου συνομολογηθεῖσα σύμβασις περὶ παραχωρήσεως ἀποκλειστικοῦ προνομίου πρὸς σύστασιν ὑποβρυχίων τηλεγραφικῶν γραμμῶν ἐν Ἑλλάδι, συγκειμένη ἐξ ἄρθρων εἴκοσι καὶ ἑνὸς, ἔχει πλήρη καὶ νόμιμον ἰσχύν.
Ὁ πληρεξούσιος Μεσσήνης
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ
Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
ΤΗΛΕΓΡΑΦΙΚΗ ΣΥΜΒΑΣΙΣ
ΜΕΤΑΞΥ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΩΣ
ΚΑΙ
ΤΩΝ ΚΚ. Ρ. Σ. ΝΙΟΥΒΑΛ ΚΑΙ Σ.
Ἡ Α. Ε. ὁ Κύριος Ἀλέξανδρος Κουμουνδοῦρος ὑπουργὸς ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν, ἐνεργῶν ἐν ὀνόματι τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως ἀφ’ ἑνὸς, καὶ ὁ Κύριος Ἀδόλφος Βοῦφλεβ, ἐνεργῶν ἐν ὀνόματι τῶν ΚΚ. Ρ. Σ. Νιούβαλ καὶ Σ. δυνάμει τοῦ προσηρτημένου πληρεξουσίου ἀφ’ ἑτέρου, συνωμολόγησαν τὰ ἑπόμενα. Ἄρθρ. 1. Ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις παραχωρεῖ εἰς τοὺς ΚΚ. Ρ. Σ. Νιούβαλ καὶ Σ. ἀποκλειστικὸν δικαίωμα νὰ κατασκευάσωσιν ἰδίαις δαπάναις καὶ ἰδίοις κινδύνοις ὑποβρυχίους τηλεγραφικὰς γραμμὰς, συνδεούσας τὰ παράλια τῆς Ἑλλάδος πρὸς ἄλληλα καὶ μετὰ τῆς ἀλλοδαπῆς. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ παραχώρησις αὕτη οὐδαμῶς θέλει προσβάλει τὰ κεκτημένα δικαιώματα τῆς ὑπὸ τὴν ἐπωνυμίαν «Mediterranean Extension telegraph» ἑταιρίας. Ἐννοεῖται προσέτι, ὅτι ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ἐπιφυλάσσεται τὸ δικαίωμα νὰ κατασκευάσῃ ὑποβρυχίους τηλεγρ. γραμμὰς μεταξὺ τῶν διαφόρων μερῶν τοῦ Κράτους, ὁσάκις ἡ ἑταιρία μετὰ προηγουμένην πρόσκλησιν ἤθελεν ἀρνηθῇ νὰ συστήσῃ τοιαύτας. Ἄρθρ. 2. Ἡ διάρκεια τοῦ προνομίου τούτου ὁρίζεται εἰς πεντήκοντα ἔτη ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς παρούσης συμβάσεως. Ἄρθρ. 3. Ἐὰν ἐντὸς ὀκτὼ ἐτῶν ἀπὸ τῆς αὐτῆς ἐποχῆς οἱ ΚΚ. Ρ. Σ. Νιούβαλ καὶ Σ. δὲν συστήσωσι τηλεγραφ. γραμμὴν μεταξὺ Ἑλλάδος καὶ Ἀσίας ἢ Ἀφρικῆς διὰ τὴν ἀνταπόκρισιν τῶν Ἰνδιῶν, ἡ Ἑλλην. Κυβέρνησις ἔσεται ἐλευθέρα νὰ συνεννοηθῇ μετ’ ἄλλης ἑταιρίας πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦτον, μὴ δυναμένων τῶν ΚΚ. Ρ. Σ. Νιούβαλ καὶ Σ. νὰ φέρωσιν ἀντίῤῥησιν. Ἐννοεῖται δὲ, ὅτι ἐν τῇ τελευταίᾳ ταύτῃ περιπτώσει οἱ ΚΚ Ρ. Σ. Νιούβαλ καὶ Σ. θέλουσι διατηρήσει τὸ δικαίωμα νὰ ῥίψωσι καλώδιον διὰ τὴν αὐτὴν ὑπηρεσίαν, καὶ ὅτι οὐδαμῶς θέλουσι στερηθῆ τοῦ ἀποκλειστικοῦ δικαιώματος, ὅπερ τοῖς παρεχωρήθη διὰ τὰς λοιπὰς τοῦ Κράτους γραμμάς. Ἄρθρ. 4. Οἱ ΚΚ. Ρ. Σ. Νιούβαλ καὶ Σ. ὑποχρεοῦνται νὰ συστήσωσιν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς ὑπογραφῆς τῆς παρούσης συμβάσεως τὰς ἀκολούθους γραμμάς. 1) Λευκάδος–Κερκύρας ἢ Βονίτζης–Κερκύρας. 2) Πειραιῶς–Σύρου ἢ Χαλκίδος–Σύρου. 3) Σύρου–Χίου. Ὑποχρεοῦνται προσέτι νὰ ῥίψωσι καὶ νὰ συντηρῶσιν ἰδίαις δαπάναις καλώδια μεταξὺ τῶν πλησιεστέρων ἀκρωτηρίων τῆς Λευκάδος καὶ Κεφαλληνίας καὶ μεταξὺ τῶν τῆς Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου ἐντὸς τριῶν ἐτῶν ἀπὸ τῆς μνησθείσης ἐποχῆς. Ἐννοεῖται, ὅτι ἡ κατασκευὴ τῶν ἐναερίων γραμμῶν τῶν συνδεουσῶν τὰ καλώδια ταῦτα μετὰ τῶν σταθμῶν τῶν τριῶν νήσων (Λευκάδος, Κεφαλληνίας καὶ Ζακύνθου), καθὼς καὶ αἱ συσκευαὶ καὶ ἡ ὑπηρεσία τῶν τελευταίων τούτων σταθμῶν, θέλουσι μείνει εἰς βάρος τῆς Ἑλληνικῆς Κυβερνήσεως. Ἡ Ἑταιρία ὑποχρεοῦται ὁμοίως νὰ συστήσῃ πᾶσαν ἄλλην ὑποβρύχιον γραμμὴν, ἣν ἡ Κυβέρνησις ἤθελεν ἀπαιτήσει, ἂν τῇ ἐγγυηθῇ αὕτη κατώτερον ὅρον τόκου 5% ἐπὶ τοῦ ἀναγκαίου διὰ τὴν ἐγκατάστασιν τῆς συγκοινωνίας ταύτης κεφαλαίου· τὸ κεφάλαιον δὲ τοῦτο δὲν δύναται νὰ λογισθῇ ὑπέρτερον τῶν τριακοσίων λιρῶν στερλινῶν κατ’ ἀπόστασιν Ἀγγλικοῦ μιλλίου. Ἄρθρ. 5. Καθ’ ἣν περίπτωσιν οἱ ΚΚ. Ρ. Σ. Νιούβαλ καὶ Σ. δὲν ἤθελον κατασκευάσει κατὰ τὰς παραδεχθείσας προθεσμίας τὰς ῥηθείσας γραμμὰς, θέλουσιν ἐκπέσει αὐτοδικαίως τοῦ παραχωρουμένου αὐτοῖς διὰ τοῦ ἄρθρου 1 τῆς παρούσης συμβάσεως προνομίου, πρὸς δὲ τούτοις ἡ χρῆσις τοῦ μεταξὺ Σύρου καὶ Χίου ὑπάρχοντος καλωδίου τῆς ἑταιρίας θέλει μεταβῆ εἰς τὸ Κράτος, δυναμένης τῆς Ἑλλην. Κυβερνήσεως ν’ ἀπαλλάσσηται ἁπασῶν τῶν ὑποχρεώσεων, ἃς ἀνέλαβε διὰ προτέρας συμβάσεως μετὰ τῶν ΚΚ. Ρ. Σ. Νιούβαλ διὰ τὴν γραμμὴν ταύτην. Ἄρθρ. 6. Οἱ ΚΚ. Ρ. Σ. Νιούβαλ καὶ Σ. ὑποχρεοῦνται νὰ ἐπανορθῶσι καὶ ἀντικαθιστῶσιν ἰδίᾳ δαπάνῃ τὰ ὑπ’ αὐτῶν τεθησόμενα καλώδια· ἡ δὲ διάρκεια τῶν πρὸς διόρθωσιν ἢ ἀντικατάστασιν αὐτῶν ἀναγκαίων ἐργασιῶν οὐδέποτε δύναται νὰ ὑπερβῇ τὸ ἔτος ἀπὸ τῆς διακοπῆς τῆς συγκοινωνίας· ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει ἡ παροῦσα σύμβασις ἀκυροῦται αὐτοδικαίως· δύναται δ’ ἐπίσης ν’ ἀκυρωθῇ, ἂν ἡ λαμβάνουσα τὸ προνόμιον ἑταιρία δὲν ἐκπληρώσῃ τὰς διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως ἐπιβαλλομένας αὐτῇ ὑποχρεώσεις. Ἄρθρ, 7. Ἡ ἑταιρία ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ παρατείνῃ ἐπὶ ξηρᾶς τὰς ὑποβρυχίους γραμμάς της, ἵνα συνδέσῃ αὐτὰς μετὰ τῶν ἐναερίων γραμμῶν τοῦ Κράτους· αἱ συνδετικαὶ αὗται γραμμαὶ ὡς καὶ τ’ ἄκρα τῶν καλωδίων, ἅτινα θέλουσιν ἐφάπτεσθαι τοῦ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους, διατελοῦσιν ὑπὸ τὴν προστασίαν τῶν Ἑλληνικῶν νόμων καὶ κανονισμῶν ὡς ἂν ἦσαν κτῆμα δημόσιον. Αἱ ἐξ ἀνωτέρας βίας βλάβαι μένουσιν εἰς βάρος τῆς Ἑταιρίας. Ἄρθρ. 8. Αἱ κατὰ τὸ προηγούμενον ἄρθρον ἱδρυθησόμεναι παρὰ τῆς ἑταιρίας γραμμαὶ ἐναέριαι θέλουσι θεωρεῖσθαι ὡς παρατάσεις τῶν ὑποβρυχίων, καὶ ἑπομένως τὰ δι’ αὐτῶν διαβιβαζόμενα τηλεγραφήματα δὲν θέλουσιν ὑπόκεισθαι εἰς πρόσθετόν τι τέλος· τὰ δὲ πρὸς διατήρησιν καὶ φύλαξιν αὐτῶν ἔξοδα θέλουν ἐπιβαρύνει τὴν ἑταιρίαν. Ἄρθρ. 9. Τῆς περὶ ἧς ὁ λόγος διαχειρίσεως χαρακτηριζομένης δημοσίου συμφέροντος, ἡ ἑταιρία ἀπολαύει παντὸς δικαιώματος παραχωρουμένου παρὰ τῶν νόμων εἰς τὸ δημόσιον διὰ τὰ παρὰ τοῦ Κράτους ἐκτελούμενα ἔργα. Ἄρθρ. 10 Ἡ Ἑταιρία δύναται νὰ συστήσῃ τηλεγραφεῖα, χάριν τῆς ὑπηρεσίας τῶν γραμμῶν, ὧν ἀναλαμβάνει τὴν κατασκευήν. Τὰ τηλεγραφεῖα ταῦτα θέλουσι χρησιμεύσει ἐπίσης εἰς ὑπηρεσίαν τῶν εἰς αὐτὰ καταληγουσῶν ἄλλων γραμμῶν τοῦ Κράτους καὶ διατελεῖ ὑπὸ τὴν ἐξέλεγξιν τῆς διευθύνσεως τῶν τηλεγράφων· πρὸς τοῦτο δ’ ὑποχρεοῦται ἡ ἑταιρία νὰ διορίζῃ παρ’ ἑκάστῳ τῶν τηλεγραφείων της ἕνα τοὐλάχιστον ὑπάλληλον γνωρίζοντα τὴν Ἑλληνικήν. Ἡ Κυβέρνησις δύναται συναινέσει τῶν Κυρίων Ρ. Σ. Νιοὔβαλ καὶ Σας ν’ ἀντικαταστήσῃ τὰ τηλεγραφεῖα ταῦτα δι’ ἰδίων αὐτῆς τηλεγραφείων καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἰδίᾳ δαπάνῃ τὴν ὑπηρεσίαν αὐτῶν, καταβάλλουσα ὅμως εἰς τὴν ἑταιρίαν τὴν ἀξίαν τῶν σκευασιῶν καὶ ἄλλων τηλεγραφικῶν ἐργαλείων, ἅτινα ἤθελον μεταβῆ εἰς τὴν κυριότητά της. Ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει δύναται ἡ ἑταιρία νὰ διορίσῃ ἕνα ὑπάλληλον εἰς τὰ γραφεῖα ταῦτα ἐπιτετραμμένον τὴν ἐξέλεγξιν τῶν διαβιβαζομένων τηλεγραφημάτων. Ἄρθρ. 11. Ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις ἔχει ἐπίσης τὸ δικαίωμα νὰ διορίζῃ ἕνα ὑπάλληλον εἰς ἕκαστον τῆς ἑταιρίας τηλεγραφεῖον, ἐπιτετραμμένον τὴν ἐφορείαν καὶ ἐξέλεγξιν τῶν ἐργασιῶν του καὶ δυνάμενον νὰ λαμβάνῃ γνῶσιν πάντων τῶν διὰ τῶν γραμμῶν τῆς ἑταιρίας διαβιβαζομένων τηλεγραφημάτων. Βασιλικὸν κανονιστικὸν διάταγμα θέλει ὁρίσει τὰ τῆς ἐξελέγξεως ταύτης. Ἄρθρ. 12. Πρὸς ἀποζημίωσιν τῶν παρὰ τῆς ἑταιρίας γενησομένων ἐργασιῶν καὶ δαπανῶν, ἅς τινας ἀναλαμβάνει αὕτη διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως, καὶ ἐπὶ τῷ ῥητῷ ὅρῳ τῆς ἀκριβοῦς ἐκπληρώσεως τῶν δι’ αὐτῆς ἐπιβαλλομένων ὑποχρεώσεων, παραχωρεῖ αὐτῇ ἡ Κυβέρνησις τὸ δικαίωμα νὰ εἰσπράττῃ τέλος ἐπὶ τῶν διὰ τῶν γραμμῶν της διερχομένων τηλεγραφημάτων. Ἄρθρ. 13. Τὸ τέλος τηλεγραφήματος 1–20 λέξεων δὲν θέλει ὑπερβαίνει τὰ 4½ φράγκα διὰ τὰς γραμμὰς Πειραιῶς– Σύρου καὶ Λευκάδος–Κερκύρας, καὶ ὁρίζεται εἰς 1½ φράγκα διὰ τὰς γραμμὰς Λευκάδος–Κεφαλληνίας καὶ Κεφαλληνίας– Ζακύνθου. Ἐπὶ τῶν τελευταίων δὲ τούτων γραμμῶν ἡ Ἑλληνικὴ Κυβέρνησις θέλει εἰσπράττει πρόσθετον τέλος ἑνὸς φράγκου δι’ ἔξοδα συντηρήσεως τῶν τηλεγραφείων. Τὰ τέλη ταῦτα θέλουσιν αὐξάνει κατὰ λόγον τοῦ μήκους τῶν τηλεγραφημάτων. Ἄρθρ. 14. Ἅμα τῇ περαιώσει τῶν γραμμῶν, ἡ Κυβέρνησις θέλει συνεννοηθῆ μετὰ τῆς ἑταιρίας πρὸς κατάστρωσιν τιμολογίου ἐπὶ τῇ βάσει τῶν ἐν τῷ προηγουμένῳ ἄρθρῳ ἐνδιαλαμβανομένων· τὸ τιμολόγιον δὲ τοῦτο θέλει ἀναθεωρεῖσθαι τὸ βραδύτερον ἀνὰ δεκαετίαν. Ἄρθρ. 15. Καθ’ ἣν περίπτωσιν ἡ Κυβέρνησις ἤθελε διατηρεῖ ἰδίᾳ δαπάνῃ τὰ τηλεγραφεῖα, ἡ ἑταιρία θέλει πληρόνει εἰς τὴν διεύθυνσιν τῶν τηλεγράφων ἓν φρ. διὰ πᾶν τηλεγράφημα 20 λέξεων. Τὸ τέλος τοῦτο θέλει αὐξάνει κατὰ ἥμισυ φρ. διὰ πᾶν τηλεγράφημα 30 λέξεων καὶ κατὰ 1 φρ. διὰ πᾶν τηλεγράφημα 40 λέξεων καὶ ὑπεράνω. Ἄρθρ. 16. Ἡ ἑταιρία θέλει ὑπόκεισθαι εἰς πάντας τοὺς ἐν ἰσχύϊ νόμους καὶ κανονισμοὺς, ὡς καὶ εἰς πάσας τὰς τὴν τηλεγραφικὴν ὑπηρεσίαν διεπούσας ἀστυνομικὰς διατάξεις. Οἱ τὴν ὑπηρεσίαν τῶν γραμμῶν ἀφορῶντες κανονισμοὶ θέλουσιν ὑποβάλλεσθαι εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως. Ἄρθρ. 17. Τὰ διὰ τῶν γραμμῶν τῆς ἑταιρίας διαβιβαζόμενα τηλεγραφήματα δύνανται νὰ ὦσι γεγραμμένα ἑλληνιστὶ, γαλλιστὶ, ἀγγλιστὶ, γερμανιστὶ καὶ ἰταλιστί. Ἄρθρ. 18. Αἱ κανονιστικαὶ διατάξεις τῆς ἀπὸ 30 Ἰουνίου 1858 συνθήκης τῶν Βρυξελλῶν θεωροῦνται ἰσχύουσαι ὡς πρὸς τὴν διάβασιν τῶν τηλεγραφημάτων διὰ τῶν γραμμῶν τῆς ἑταιρίας ὡς ἂν ἦσαν αὐτολεξεὶ κατακεχωρισμέναι εἰς τὴν παροῦσαν σύμβασιν. Ἄρθρ. 19. Ἡ ἑταιρία ἐκλέγει τόπον διαμονῆς τὰς Ἀθήνας ὡς πρὸς πᾶν τὸ ἀφορῶν τὰ ἐκ τῆς παρούσης συμβάσεως πηγάζοντα δικαιώματα καὶ ὑποχρεώσεις αὐτῆς, καὶ ὑποχρεοῦται νὰ ἐγκαταστήσῃ ἐν αὐτῇ ἀντιπρόσωπον, ἔχοντα πληρεξουσιότητα νὰ συνεννοῆται μετὰ τῆς Διευθύνσεως τῶν τηλεγράφων ἐπὶ παντὸς ἀφορῶντος τὴν ἐκτέλεσιν τῆς παρούσης. Ἄρθρον 20. Πᾶσα διαφορὰ μεταξὺ τῆς ἑταιρίας καὶ τῆς Κυβερνήσεως θέλει δικάζεσθαι ὁριστικῶς καὶ ἀνεκκλήτως ὑπὸ δύω διαιτητῶν, ὧν ἕνα μὲν θέλει διορίζει ἡ Ἑλλ. Κυβέρνησις, τὸν δ’ ἄλλον ἡ ἑταιρία· ἐν περιπτώσει διχοψηφίας οἱ διαιτηταὶ θέλουσιν ἐκλέγει ἐπιδιαιτητήν· ἂν δὲ δὲν κατορθώσωσι νὰ συνεννοηθῶσιν ὡς πρὸς τὴν ἐκλογήν του, συμφωνεῖται ἀπὸ τοῦδε, ὅτι ὁ Πρόεδρος τοῦ Ἀρείου Πάγου θέλει ἀποφασίζει ὁριστικῶς ὡς ἐπιδιαιτητής. Ἄρθρ. 21. Μετὰ τὴν λῆξιν τῆς προθεσμίας τοῦ διὰ τῆς παρούσης συμβάσεως παραχωρουμένου προνομίου, τὰ καλώδια καὶ τὸ ὑλικὸν τῶν τηλεγραφείων τῆς ἑταιρίας καθίστανται ἰδιοκτησία τοῦ Κράτους ἐπὶ ἀποζημιώσει ὁρισθησομένῃ ὑπὸ πραγματογνωμόνων, οὓς θέλουσι διορίσει ἐπὶ τούτῳ τὰ συμβαλλόμενα μέρη. Εἰς πίστωσιν τῶν ἀνωτέρω ἐγένετο ἡ παροῦσα σύμβασις εἰς διπλοῦν καὶ ὑπεγράφη σήμερον πρώτην δεκάτην τρίτην Σεπτεμβρίου ἐν Ἀθήναις ὑπὸ τῆς Α. Ε. τοῦ Α. Κουμουνδούρου, ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, καὶ τοῦ Κ. Ἀδόλφου Βοῦφλεβ, ἀντιπροσώπου τῶν Κυρίων Ρ. Σ. Νιούβαλ καὶ Σας.
ΑΔΟΛΦΟΣ ΒΟΥΦΛΕΒ. Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Ὁ Κ. ὑπουργὸς ὑποστηρίζει τὸ κατεπεῖγον;
§25ΤΙΝΕΣ. Δὲν εἶναι παρὼν· τὸ ὑποστηρίζομεν ἡμεῖς·
§26ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις ὑπάρχει;
§27ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ καταλάβει θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Ὑποβάλλεται πρότασις τοῦ Κ. Σούϊδα ἀφορῶσα τὸ Σύνταγμα. Τροπολογίαι ἐπὶ τοῦ Κεφαλαίου Βʹ. τοῦ Συντάγματος. Αʹ.) Ἐκ τοῦ 31 ἄρθρου ν’ ἀπαλειφθῇ τὸ τελευταῖον κῶλον, καὶ νὰ μείνῃ ἑπομένως ὡς εἰς τὸ παλαιὸν Σύνταγμα, δηλαδὴ ὁ Βασιλεὺς διορίζει καὶ παύει τοὺς ὑπουργούς του. Βʹ.) Τὸ ἄρθρον 37 νὰ μεταβληθῇ οὕτως. Ὁ Βασιλεὺς ἔχει τὴν ἰσχὺν τοῦ κυροῦν καὶ δημοσιεύειν τοὺς νόμους προσηκόντως. Νομοσχέδιον δὲ εἰς τρεῖς βουλευτικὰς Συνόδους ψηφισθὲν, θεωρεῖται ὡς τυχὸν ὁριστικῶς τῆς τοῦ Βασιλέως κυρώσεως.
Ὁ πληρεξούσιος
Χ. ΣΟΥΪΔΑΣ
Τροπολογία τοῦ πληρεξουσίου Ν. Σολομοῦ ἀφορῶσα τὸ ἄρθρον 17. Ὁ πληρεξούσιος Κεφαλληνίας Κ. Νέστωρ Σολομὸς ἢ Γεροδήμου. Προτείνω. Εἰς τὴν Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Ἐθνικὴν Συνέλευσιν νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 16. «οὐδεμία δημόσιος ἐκπαίδευσις ἐπιτρέπεται μὴ οὖσα σύμφωνος πρὸς τὰς ἀρχὰς τῆς ἐπικρατούσης Θρησκείας». Ἀθῆναι 2 Σεπτεμβρίου Ε. Α. 1864. ΝΕΣΤΩΡ ΣΟΛΟΜΟΣ ἢ ΓΕΡΟΔΗΜΟΥ. Πρότασις διαφόρων πληρεξουσίων Κερκύρας. «Προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 16 μετὰ τὴν φράσιν «τῆς ἀνάγκης τῶν δήμων» ἡ ῥήτρα «ἀλλ’ ἡ δημοτικὴ ἐκπαίδευσις εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἀμφότερα τὰ φύλα.
ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΣ.
Πρότασις ψηφίσματος τοῦ πληρεξουσίου Κ. Ῥοντήρη. Ἡ Βʹ. ἐν Ἀθήναις Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Ψηφίζει. Ἄρθρον 1. Παντὸς χωρίου συγκειμένου ἐξ οἰκογενειῶν πλειοτέρων τῶν 50 καὶ ὀλιγωτέρων τῶν 100 ὁ ἐφημέριος, ὅστις γίνεται καὶ Γραμματοδιδάσκαλος τοῦ χωρίου, λαμβάνει ἐπιχορήγησιν ἀπὸ τὸ δημόσιον ταμεῖον δρ. 20 κατὰ μῆνα. Ἄρθρον 2. Ὁ Γραμματοδιδάσκαλος διδάσκει εἰς τὰ παιδία ἀνάγνωσιν, γραφὴν καὶ τὰς τέσσαρας πράξεις τῆς ἀριθμητικῆς. Ἄρθρον 3. Ἡ ἀνάγνωσις γίνεται μόνον ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου καὶ τῶν πράξεων τῶν Ἀποστόλων· τὸ ἱερὸν Εὐαγγέλιον ἀποστηθίζεται καθόσον εἶναι δυνατόν· τὰ δὲ εἰρημένα ἱερὰ βιβλία χορηγοῦνται ὑπὸ τοῦ Κράτους. Ἄρθρον 4. Τῶν ἀνωτέρω πλεονεκτημάτων ἐξαιροῦνται αἱ εὔποροι κοινότητες, καί τοι τοσοῦτον μόνον ἔχουσαι πληθυσμόν. Ἄρθρον 5. Εἰδικὸς νόμος θέλει κανονίσει τὰ τῆς Διοικήσεως ἢ ἐπιτηρήσεως τῶν τοιούτων σχολείων, τὰ τοῦ διορισμοῦ τῶν τοιούτων ἐφημερίων, τὰ τῆς ἐξευρέσεως τῶν διαληφθεισῶν ἐξαιρουμένων κοινοτήτων. Ἀθῆναι 2 Σεπτεμβρίου 1864. Ὁ Πληρεξούσιος Ναυπακτίας.
Λ. ΡΟΝΤΗΡΗΣ.
Πότε προσδιορίζετε τὴν ἀνάπτυξιν;
§29ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἂν μοὶ ἐπιτρέπητε ἀμέσως.
§30ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν γίνεται· ἔχομεν τὸ σύνταγμα.
§31ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἔχει σχέσιν μὲ τὸ ἄρθρον.
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, αὔριον.
§33ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Δύω λέξεις θὰ εἴπω.
§34ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐὰν τὸ ἐπιτρέπῃ ἡ Συνέλευσις, μάλιστα.
§35ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§36ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν αὔριον μαζὺ μὲ ἄλλας προτάσεις, αἱ ὁποῖαι εἶναι εἰς ἀνάπτυξιν. Ἄρχεται ἡ ἐξακολούθησις τῆς συζητήσεως ἐπὶ τοῦ 16 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· πρῶτος ἔχει τὸν λόγον κατὰ τὴν σειρὰν τῆς ἐγγραφῆς ὁ Κ. Μαρῖνος.
§37ΜΑΡΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, μετὰ τὴν ἀγγελίαν, ἣν ἔδωσα, ὅτι ἔμελλον νὰ λάβω τὸν λόγον, διάφοροι συνάδελφοί μου ἔλαβον τὴν καλοσύνην νὰ μοὶ χορηγήσωσί τινας ἱστορικὰς πληροφορίας ἀφορώσας τὴν δημοτικὴν ἐκπαίδευσιν ἐν Ἑλλάδι, καὶ συνεπεία αὐτῶν κρίνω περιττὸν ν’ ἀγορεύσω.
§38ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπειδὴ ἔχω τὸν λόγον, καὶ εἶναι πολλαὶ προτάσεις, ἀφήσατε ἐμὲ νὰ ὁμιλήσω καὶ θὰ εἰπῶ δύω λέξεις.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Διομήδης ἔχει τὸν λόγον.
§40ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ἐγὼ, Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου, ὅπως ὑπάρχει. Ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ὁρμώμενοι ἐκ τῆς ἀνάγκης τοῦ ν’ ἀσφαλισθῇ ἡ ἐκπαίδευσις εἰς τοὺς δήμους, θέλουν νὰ τεθῇ εἰς βάρος τοῦ Δημοσίου καὶ ἡ κατωτέρα ἐκπαίδευσις, δὲν ἐννοοῦν τὰς συνεπείας, τὰς ὁποίας δύναται νὰ ἔχῃ τοῦτο ἐν τῷ μέλλοντι. Δὲν πρέπει νὰ λυθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος μέγα ζήτημα· ὁ ἔχων εἰς βάρος του τὴν μισθοδοσίαν ἔχει καὶ τὴν διεύθυνσιν τῆς ἐκπαιδεύσεως· εἶναι μέγα ζήτημα, κατὰ πόσον πρέπει ἡ Κυβέρνησις, δηλαδὴ ἡ πολιτεία, νὰ ἔχῃ τὴν διεύθυνσιν τῆς ὅλης ἐκπαιδεύσεως ἐπὶ βλάβῃ τῶν δικαιωμάτων τῶν ἰδιωτῶν. Ἡ ἀνωτέρα ἐκπαίδευσις, ὡς συνεχομένη καὶ μὲ τὴν τῶν πολιτῶν ἀνατροφὴν, πρέπει νὰ μὴν ᾖναι ξένη τῆς προνοίας τῆς Κυβερνητικῆς· ἀλλ’ ἡ κατωτέρα πρέπει μᾶλλον νὰ μένῃ ἐλευθέρα εἰς τὰ ἄτομα, εἴτε φυσικὰ, εἴτε ἠθικὰ, οἷοι εἶναι οἱ δῆμοι· πρὸ πάντων ὁ πατὴρ πρέπει νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τοῦ ἐκπαιδεύειν τὰ ἴδια τέκνα κατὰ παραπλήσιον λόγον καὶ οἱ δῆμοι πρέπει νὰ φροντίζουν, καθὰ αὐτοὶ κρίνουν, περὶ τῆς κατωτέρας ἐν τῇ περιφερείᾳ των ἐκπαιδεύσεως. Ἡ Κυβέρνησις δύναται καὶ ὀφείλει νὰ συντρέχῃ τοὺς ἀπόρους δήμους, ἀλλ’ οὐχὶ καὶ ν’ ἀναλαμβάνῃ αὐτὴ ἀποκλειστικῶς τὴν διεύθυνσιν· τοῦτο ἐψηφίσθη καὶ ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844· εἰς ὅλα δὲ τὰ φιλελεύθερα Κράτη μένει εἰς τοὺς δήμους. Ἀλλὰ ἀφοῦ ἔχομεν τὴν διάταξιν, συντρεχούσης τῆς Κυβερνήσεως, τί ἄλλο θέλετε;
§41ΠΟΛΛΟΙ. Πολὺ καλὰ, ἐφωτίσθημεν.
§42ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ὑποστηρίζονται αἱ τροπολογίαι;
§43ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§44ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει εἰς τὸ Σύνταγμα, αὐτοὶ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται σχεδὸν πάντες) Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 17ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος. «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του, εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως». Ἀναγινώσκω, Κύριοι, τὸ 17ον ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καὶ τὰς ἐπ’ αὐτοῦ τροπολογίας. Νὰ ἐπέλθῃ ἡσυχία, παρακαλῶ· εἶμαι ὀλίγον βραχνιασμένος καὶ σᾶς παρακαλῶ νὰ μὴ μὲ φέρητε εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ φωνάζω. Ἀναγινώσκονται αἱ τροπολογίαι τῶν Κ. Κ. Διομ. Κυριακοῦ, Ῥοντήρη, Παντολέοντος, Παππαδιαμαντοπούλου, Πλατῆ, Χαντζερῆ καὶ Ζέρβα. Ἐπὶ τοῦ 17 ἄρθρου προτείνομεν ά.) αἱ λέξεις «ἀνάγκην» καὶ «προσηκόντως» νὰ ἀντικατασταθῶσι διὰ τῶν λέξεων «ὠφέλειαν» καὶ «νομίμως»· βʹ.) ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου νὰ τεθῶσι διὰ χωριστοῦ ἐδαφίου τὰ ἑξῆς. «Ὁ ὑπουργὸς, ὁ διατάξας ἄνευ προηγουμένης καταβολῆς τοῦ τιμήματος τὴν κατάληψιν τῆς κατοχῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἐνεργήσας αὐτὴν, ὑπόκεινται ἀλληλεγγύως ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς ἀποζημίωσιν χιλίων μέχρι δέκα χιλιάδων δραχμῶν, ἐπιβαλλομένην ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων.
ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ.
Ἐν ἄρθρῳ 17. Ἐν τέλει γραπτέον τὰ ἑξῆς· «ἐξευρισκομένης δικαστικῶς. Περὶ δὲ τῆς σχετικῆς διαδικασίας θέλει ἐκδοθῆ
εἰδικὸς νόμος.»
ΡΟΝΤΗΡΗΣ.
Εἰς τὸ 17 ἄρθρ. προσθετέον μετὰ τὴν λέξιν «ἀποζημιώσεως» τὰ ἑξῆς· «προσδιορισθησομένης κατὰ τὸν περὶ ἀναγκαστικῆς ἐκποιήσεως διὰ δημοσίαν ἀνάγκην νόμον. Μέχρι δὲ τῆς ἐκδόσεως τοῦ νόμου τούτου οὐδεμία ἰδιοκτησία δύναται νὰ ληφ-
θῇ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην.»
ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ.
Ἄρθρ. 17. (Εἰς τὸ τέλος νὰ προστεθῶσι). «Ὁ κατὰ παράβασιν τούτων τὴν ἀφαίρεσιν διατάξας ἢ ἐκτελέσας καταδικάζεται εἰς χρηματικὴν ποινὴν ἴσην τῇ ἀποζημιώσει καὶ κηρύττεται δικαστικῶς ἀνίκανος δημοσίας ὑπηρεσίας ἀπὸ ἑνὸς μέ-
χρι πέντε ἐτῶν.»
ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ,
Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου 17. Μετὰ τὴν λέξιν «δημοσίαν» νὰ προστεθῇ «ἢ δημοτικήν». Εἰς τὸ τέλος δὲ τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ «Οἱ δὲ μέχρι τοῦδε στερηθέντες ν’ ἀποζημιωθῶσιν ἐντὸς ἑνὸς ἔτους ἀπὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ Συντάγματος, καὶ ἂν ἐντὸς τοῦ ἔτους δὲν ἐξοφληθῶσι, ν’ ἀποζημιωθῶσι διπλασίως, εὐθυνομένων τῶν ἁρμοδίων ὑπαλλήλων διὰ τὴν γενησομένην εἰς τὸ δημόσιον ἢ τὸν δῆμον ζημίαν».
ΖΕΡΒΑΣ.
Ἐν τέλει τοῦ 17ου ἄρθρου προστεθήτωσαν ταῦτα· «....
κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμήν.»
ΧΑΝΤΣΕΡΗΣ.
Προτείνω ἵνα εἰς τὸ 17 ἄρθρ. τοῦ Συντάγματος μετὰ τὴν λέξιν προηγουμένης ἀποζημιώσεως γίνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη. Πρὸ τῆς ὁλικῆς πληρωμῆς τῆς ὁποίας οὐδεμία δύναται νὰ γένῃ κατάληψις τοῦ κτήματος, οὔτε παρεμπόδισις τῆς ἐλευθέρας αὑτοῦ διαθέσεως παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, θεωρουμένη αὐτοδικαίως ἄκυρος καὶ ὑποβάλλουσα εἰς ἀποζημιώσεις τοὺς διατάξαντας αὐτήν. Νόμος ἰδιαίτερος κανονίζων ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὴν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης στέρησιν τῆς ἰδιοκτησίας θέλει ἐκδοθῇ κατὰ τὴν πρώτην Βουλευτικὴν σύνοδον.
ΠΛΑΤΥΣ.
§45ΖΕΡΒΑΣ. Κύριοι, τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ Συντάγματος δὲν εἶναι πρώτην φορὰν, καθ’ ἣν τίθεται εἰς τὸ Σύνταγμα· ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ὑποχρέωσις τοῦ ζημιωθέντος κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον πολίτου ὁρίζεται καὶ ἀπὸ ἕνα νόμον πρὸ τοῦ 43· κατόπιν ἐτέθη ἡ διάταξις αὕτη εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 43 ὅπως ὑπάρχει· ἡ δὲ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος ἐπιτροπὴ, ἂν καὶ ἔχουσα ὅλην τὴν διάθεσιν νὰ περιφρουρήσῃ τὸ μέρος αὐτὸ μὲ περισσοτέρας ἐγγυήσεις, οὐχ ἧττον ὅμως, ἐπειδὴ δὲν ἠμπόρεσεν νὰ εὕρῃ οὔτε λέξιν νὰ τὸ διασαφηνίσῃ περισσότερον, οὔτε μέσα διὰ νὰ θέσῃ καλλιτέραν ἐγγύησιν, τὸ ἄφησε ξηρὸν τὸ γράμμα, ὅπως ὑπῆρχε καὶ εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 43. Ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι ἐὰν ἡ διάταξις αὕτη μείνῃ, ὅπως εἶναι εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι ὅλως διόλου περιττὴ, δὲν βλέπω τίποτε εἰμὴ ἕνα γενικὸν κανόνα τοῦ κοινοῦ δικαίου, τιθέμενον εἰς τὸ Σύνταγμα. Τί ἄλλο λέγει ὁ νόμος ὁ γενικὸς, τὸ κοινὸν δίκαιον; Πᾶς, ὅστις προξενεῖ βλάβην εἰς ἕτερον, ὑποχρεοῦται εἰς ἀποζημίωσιν, καὶ πᾶς ζημιούμενος δικαιοῦται νὰ ἀποζημιωθῇ· αὐτὸς εἶναι ὁ γενικὸς κανών. Δὲν βλέπω λοιπὸν τίποτε περισσότερον καὶ εἰς τὴν διάταξιν αὐτὴν τοῦ Συντάγματος. Ὅταν τὸ δημόσιον ἔρχηται ν’ ἀποστερήσῃ τὸν πολίτην ἀπὸ τὴν ἰδιοκτησίαν του, πρέπει νὰ ὑποχρεοῦται καὶ αὐτὸ εἰς ἀποζημίωσιν· θὰ μὲ εἴπητε, Κύριοι, ὅτι ἰδοὺ εἰς τὸ μέρος αὐτὸ ὁ νομοθέτης ἔλαβε μίαν πρόνοιαν μεγαλειτέραν, τὸ πρᾶγμα τὸ ἐθεώρησε πολὺ σπουδαιότερον καὶ ἠθέλησε νὰ φέρῃ μίαν ἐγγύησιν μεγαλειτέραν, ποία δὲ εἶναι αὕτη ἡ ἐγγύησις; λέγει ὁ νομοθέτης, ὅτι πρέπει νὰ ἐκτιμηθῇ τὸ κτῆμα καὶ νὰ προπληρωθῇ, καὶ κατόπιν νὰ τὸ πάρῃ τὸ δημόσιον εἰς μίαν ἀνάγκην· ἀλλά, Κύριοι, τὸ παρελθὸν καὶ ἡ πεῖρα ἀπέδειξαν, ὅτι καὶ τὸ μέρος τοῦτο εἶναι ὅλως διόλου περιττὸν γράμμα, ἡ ἐξουσία ἔχει ὅλην τὴ δύναμιν καὶ νὰ ἀθετήσῃ τὰ πάντα, τότε δὲ μόνον ὑποχρεοῦται νὰ μείνῃ πιστὴ εἰς τὸ γράμμα τοῦ νόμου, ὅταν εὑρεθῇ καὶ ἡ ἀποχρῶσα ἐγγύησις καὶ ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος περὶ τοῦ ἀντικειμένου. Τριάκοντα καὶ δύω ἔτη εἴχομεν τὴν προλαβοῦσαν Βασιλείαν (θόρυβος).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπὶ τοῦ προκειμένου παρακαλῶ.
§47ΖΕΡΒΑΣ. Εἰς τὸ διάστημα αὐτὸ, Κύριοι, πλῆθος κτημάτων καὶ κυρίως οἰκιῶν κατεδαφίσθησαν καὶ ἀφῃρέθησαν· οἱ οἰκογενειάρχαι τὸ ἑσπέρας ἐσκέπτοντο καὶ ἐναβρύνοντο διὰ τὴν εὐτυχίαν, ὅτι ἡ πολυμελὴς οἰκογένειά των εὑρίσκεται ὑπὸ στέγην ἰδιόκτητον, ὅτι ἡ παραγωγὴ τῶν οἰκιῶν των προσφέρει ὅλα τὰ μέσα τῆς συντηρήσεως τῆς οἰκογενείας των, καὶ ἐν τούτοις τὸ πρωῒ εὑρέθησαν ἄστεγοι, γυμνοὶ καὶ ὅλως ἄποροι. Καὶ διὰ τί; διότι ἡ ἐξουσία ἢ ἕνας μικρὸς ὑπάλληλος τῆς Ἀστυνομίας, κηρύττων ἑτοιμόῤῥοπον τὴν οἰκίαν τοῦ πολίτου κατὰ τὴν διάθεσίν του, διέταττε τὴν κατεδάφισιν, χωρὶς νὰ προκαλέσῃ ἀποζημίωσιν, εἴτε προηγουμένην ἐκτίμησιν, καὶ οὕτω πως πλεῖσται οἰκογένειαι σήμερον διατελοῦσιν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς δυστυχίας, ἕνεκα αὐτοῦ τοῦ περιστατικοῦ, ἂν καὶ ἦτο γραμμένον εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅπως εἶναι καὶ σήμερον, ὅτι ὁ πολίτης πρέπει ν’ ἀποζημιοῦται. Ῥίψατε, Κύριοι, ἓν βλέμμα οὐχὶ μακρὰν, ἔνδον τῶν Ἀθηνῶν, καὶ θέλετε ἰδεῖ καὶ πληροφορηθῆ, ὅτι εἰς μόνην τὴν ὁδὸν τοῦ Ἑρμοῦ εἶναι πλεῖσται ὅσαι οἰκίαι κατεδαφισμέναι καὶ μένουν εἰσέτι εἰς τὴν αὐτὴν κατάστασιν, τὰ ἐνοίκια καὶ τὰς παραγωγὰς, τῶν ὁποίων στεροῦνται οἱ ἰδιοκτῆται. Ἔρχομαι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι εἶναι περιττὴ ἡ διάταξις ὅπως ὑπάρχει εἰς τὸ Σύνταγμα, διότι ὅ,τι συνέβη κατὰ τὸ 30ετὲς διάστημα τῆς παρελθούσης Βασιλείας, ἂν μείνῃ ὅπως ἔχει τὸ γράμμα, ἄνευ ἑτέρας ἐγγυήσεως, τοῦτο δύναται νὰ συμβῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον. Ἀλλά, Κύριοι, ἐγὼ θὰ περιορισθῶ εἰς δύω παρατηρήσεις ἐπὶ τῶν διατάξεων αὐτῶν. Πρῶτον λέγω, ὅτι ἡ διάταξις αὕτη λαμβάνει πρόνοιαν διὰ τὸ μέλλον, ἀλλ’ ὑπὸ τὸ αὐτὸ δικαίωμα διατελοῦσι καὶ οἱ ἄλλοι, οἵτινες στεροῦνται τὰ κτήματά των τὴν σήμερον· τὸ Σύνταγμα ἐπίσης ἐδικαίωνε καὶ αὐτοὺς νὰ τοὺς προπληρώσωσι καὶ κατόπιν νὰ κατεδαφισθῇ· σήμερον αὐτὸ δὲν θὰ δοθῇ, καὶ αὐτὴ ἡ ἐγγύησις, ἵνα ἱκανοποιηθῶσιν ὅπως καὶ εἰς τὸ μέλλον; πρέπει νὰ ἐγκαταλείψωμεν ὅλους τοὺς ζημιωθέντας κατὰ τὸ παρελθὸν εἰς τὴν μέλλουσαν τύχην των; Αὐτὸ εἶναι τὸ πρῶτον. Τὸ δεύτερον σύστημα εἶναι, ὑπάρχει ἐγγύησις ὥστε νὰ μὴν ἔλθωμεν εἰς ὑποτροπὴν, ἵνα μὴ κάμῃ καὶ ἡ μέλλουσα ἐξουσία καθὼς καὶ ἡ παρελθοῦσα, νὰ διατάξῃ τὴν ἑτοιμόῤῥοπον οἰκίαν νὰ μὴν ἐκτιμηθῇ;
§48ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν πρόκειται περὶ ἑτοιμοῤῥόπων οἰκιῶν.
§49ΖΕΡΒΑΣ. Δυνάμεθα νὰ εὕρωμεν ἀσφάλειαν ἵνα μὴ συμβῇ καὶ εἰς τὸ μέλλον τοῦτο; Ἡ ἐπιτροπὴ, ἂν καὶ παραπολὺ ἠσχολήθη, ὡς ἐκφράζεται εἰς τὴν ἔκθεσίν της, λέγει, ὅτι ἀφοῦ ἠρεύνησε, δὲν ἦτο δυνατὸν νὰ εὕρῃ λέξιν διὰ νὰ ἐξηγήσῃ σαφέστερον τὴν δύναμιν τῆς διατάξεως αὐτῆς· λέγει, ὅτι εἶχε ὅλην τὴν διάθεσιν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ εὕρῃ ἂν καὶ ἠρεύνησε. Ἐγὼ, Κύριοι, ἀπορῶ τῇ ἀληθείᾳ καὶ θαυμάζω τὴν περίνοιαν τῆς ἐπιτροπῆς, ἡ ὁποία καίπερ ἔχουσα τόσην καλὴν διάθεσιν νὰ ἀσφαλίσῃ τὸ δικαίωμα τοῦ πολίτου, ὅμως ἐχάθη μία λέξις, ἡ ὁποία νὰ δώσῃ μεγαλειτέραν ἐγγύησιν εἰς τὸ ἄρθρον αὐτό. Ἐγὼ νομίζω, ὅτι ἠδύνατο νὰ εὕρῃ, ἀλλὰ δὲν ἠθέλησε. Ἐγγύησις, Κύριοι, ὑπάρχει· καὶ ἑκάστη διάταξις, ἡ ὁποία τίθεται εἰς τὴν ἐξουσίαν πρέπει οὐχὶ μόνον νὰ θεωρῆται ἀξίωμα, ἀλλὰ πρέπει νὰ ᾖναι καὶ ἀξίωμα ἀπαράβατον, ἀκαταμάχητον, νὰ μὴ δύναται κἀνεὶς νὰ τὸ καταπολεμήσῃ. Ὅπως δύω καὶ δύω κάμνουν τέσσαρα, λέγομεν, ὅτι ἄνθρωπος οὔτε πωλεῖται οὔτε ἀγοράζεται ἐν Ἑλλάδι· ὡσαύτως λέγομεν, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀφαιρεθῇ κἀνενὸς ἡ ἰδιοκτησία ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως· τοῦτο εἶναι ἀξίωμα πραγματικὸν, καὶ χρειάζεται νὰ τεθῇ ἐγγύησις ὥστε νὰ μὴ ὑπάρξῃ τὸ ἐναντίον, ἂν θέλητε νὰ ἔχητε Σύνταγμα. Ἰδοὺ ποία εἶναι ἡ γνώμη μου. Ποῖος εἶναι ὁ παραβάτης; Κύριοι, πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν πόθεν ἔρχεται τὸ ἐναντίον, πόθεν ἀποῤῥέει ἡ πηγὴ τῆς κακίας, πρέπει νὰ σφαλίσωμεν τὴν πηγὴν, ἐξ ἧς προέρχεται ἡ ἀνατροπή· ἡμεῖς, Κύριοι, εἴμεθα οἱ ὑπάλληλοι· ὁ νόμος γράφεται εἰς τὸ χαρτί· ἅμα κυροῦται, ἐμπιστεύεται εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, εἰς ὑπαλλήλους· πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα, ὅτι ἄν τις δὲν δύναται ν’ ἀποζημιωθῇ ὅπως ἡ διάταξις λέγει, ν’ ἀποζημιοῦται διπλασίως κατόπιν ἂν ὑπάγῃ εἰς τὸ δικαστήριον. Ἀλλὰ τί θὰ μὲ εἰποῦν; ὅστις δὲν ἀποζημιοῦται, ἰδοὺ τὰ δικαστήρια, εἶναι ἕτοιμα· πήγαινε εἰς τὰ δικαστήρια ν’ ἀποζημιωθῇς· ἀλλὰ τότε ἐρχόμεθα εἰς τὸ πρῶτον· ὅταν καθιερώσωμεν τὴν διάταξιν αὐτὴν μεταξὺ τοῦ κοινοῦ δικαίου, εἶναι περιττὸν εἰς τὸ Σύνταγμα, εἶναι μέρος ὀργανικοῦ νόμου. Ὅταν ἔρχεται καὶ πέρνῃς τὸ σπῆτί μου καὶ ἐπὶ 30 χρόνια δὲν μὲ δίδεις ἀποζημίωσιν, τί τὸ θέλω τὸ Σύνταγμα; ἂν τὸ θέλετε ὡς ἀξίωμα πρέπει νὰ βληθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα καὶ νὰ τὸ καταστήσητε ἀκαταμάχητον, ἵνα μὴ ὑποθέσῃ τις τὸ ἐναντίον. Λοιπὸν παραδίδοντες αὐτὸ τὸ γράμμα εἰς χεῖρας τοῦ ἁρμοδίου ὑπαλλήλου πρέπει νὰ λάβητε παρ’ αὐτοῦ ἐγγύησιν καὶ ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις τὸν διορίζει, πρέπει εἰς πᾶσαν παραβίασιν τῆς διατάξεως αὐτῆς ν’ ἀποζημιοῦται διπλασίως ὁ ἰδιοκτήτης ἀπὸ τὸ δημόσιον καὶ ὁ ὑπάλληλος ν’ ἀποζημιώνῃ τὸ δημόσιον. Ὁ Κ. Διομήδης ἔχει διάταξιν, διὰ τῆς ὁποίας θέλει ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον τὸν ὑπάλληλον ὑποχρεούμενον εἰς τὴν ἀποζημίωσιν· ἤθελον συμφωνήσει μὲ τὸν Κ. Διομήδην, διότι ὁ παραίτιος τοῦ κακοῦ ὑποχρεοῦται εἰς τὴν ἀποζημίωσιν· ἀλλὰ κυρίως λέγω, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀμέλεια τοῦ ὑπαλλήλου γνωρίζετε ποία εἶναι; πότε ἐλάβαμεν φροντίδα νὰ ἐξετάζωμεν τὰ προσόντα τοῦ ὑπαλλήλου.
§50ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΙ. Εἶναι ἄλλο ζήτημα.
§51ΖΕΡΒΑΣ. Ὁμιλῶ ἐπὶ τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ. Ἔχει τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ἠκούσατε, διὰ τῆς ὁποίας λέγει, ὅτι νὰ ὑποχρεωθῇ ὁ ὑπάλληλος κατόπιν διὰ τὴν ἀποζημίωσιν· ἐγὼ λέγω, ὅτι ποτὲ ὑπάλληλος δὲν ὑπεχρεώθη καὶ ἂν ἤθελεν ὑποχρεωθῇ ἀπὸ τὸ δικαστήριον, τίποτε δὲν δυνάμεθα νὰ τοῦ πάρωμεν, ὡς ἕνας ὑπουργὸς εἶπεν ἀπὸ τοῦ βήματος τῆς βουλῆς «πάρετε τὸ πετζί μου» (θόρυβος).
§52ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ποῖος ἦτον αὐτός;
§53ΖΕΡΒΑΣ. Ὁ Προβελέγγιος. Διὰ νὰ ἔχῃ κἀνεὶς ἀσφάλειαν ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον ἔπρεπε πρῶτον νὰ ἔχωμεν παραδείγματα τοῦ νὰ ἐλπίσωμεν εἰς τὸ μέλλον, ὅτι ἡ Κυβέρνησις θὰ ἐξετάσῃ τοὺς ὑπαλλήλους ἂν ᾖναι τίμιοι, ἂν ᾖναι ἱκανοὶ, ἂν ᾖναι φερέγγυοι. Ἀλλὰ παρατηροῦμεν μὲ λύπην μας, ὅτι ποτὲ δὲν ἔγεινε τοιαύτη παρατήρησις. Πολλοὶ, Κύριοι, τυχοδιῶκται, ἐντελῶς ἀνέστιοι ὅλως διόλου ἀκατάλληλοι, ἄνθρωποι, εἰς τοὺς ὁποίους ἡ κοινωνία αὐτὴ δὲν ἔχει τὰ πιστὰ οὔτε πέντε λεπτὰ νὰ δανείσῃ, ἔρχονται εἰς τὴν διαχείρισιν τῶν μεγαλειτέρων οἰκονομικῶν πραγμάτων τοῦ Κράτους. Ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι ταμεῖα ὁλόκληρα ἀφηρπάσθησαν ἀπὸ τοὺς ὑπαλλήλους καὶ δὲν τὰ ἀπεζημίωσαν, διότι τὸ δημόσιον δὲν ἐφρόντισε διὰ τὸ φερέγγυον τῶν ὑπαλλήλων οὔτε διὰ τὴν ἠθικήν των κατάστασιν· ἀλλ’ ἕκαστος ἐρχόμενος ὑπουργὸς, ἐρχόμενος εἰς τὰ πράγματα, τὸν καφφετζῆ του, τὸν τζιμπουξῆ του διορίζει ὑπάλληλον, ἀδιαφορῶν ἂν ᾖναι τίμιος, ἢ ἂν ᾖναι φερέγγυος εἰς τὸ δημόσιον. Σᾶς λέγω λοιπὸν, ὅτι μὴ πιστεύητέ ποτε, ὅτι θὰ εὕρωμεν τοιούτους ὑπαλλήλους, δὲν λέγω, ὅτι δὲν ὑπάρχουν καὶ ἐξαιρέσεις, ἀποβλέπω ὅμως εἰς τὸ ἐν γένει· δὲν θὰ ἔχητε λοιπὸν ἐξασφάλισιν, ἐὰν δὲν ἔχητε φερεγγύους ὑπαλλήλους. Ἔχομεν παράδειγμα τοὺς δικαστικοὺς κλητῆρας· πόσα κακὰ γίνονται; καὶ ὅμως κανεὶς δὲν ζητεῖ παρ’ αὐτῶν ἀποζημίωσιν διὰ τοῦ δικαστηρίου, διότι πᾶς τις σκέπτεται, τί θὰ τοῦ πάρω; τὸ πετσί του; Πρέπει νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ δημόσιον εἰς διπλασίαν ἀξίαν, τὸ δὲ δημόσιον νὰ ἔχῃ ἀπαίτησιν ἀπὸ τὸν ὑπάλληλον, καὶ ὁ ὑπάλληλος, ὅστις παραβαίνει τὰ ἀξιώματα τοῦ Συντάγματος, νὰ διαγράφηται ἀπὸ τὴν βίβλον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· οὐχὶ μόνον νὰ ὑποχρεοῦται εἰς ἀποζημίωσιν πρὸς τὸ δημόσιον, τὸ ὁποῖον θὰ ἀποζημιοῖ τὸν ἀδικήσαντα, ἀλλ’ ἐκτὸς τούτου καὶ τὸ ὄνομά του νὰ διαγράφηται ἀπὸ τὴν βίβλον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων· καὶ τότε θὰ ἔχητε ἀσφάλειαν, ἄλλως, εἶναι περιττὸν νὰ ληφθῇ τοιοῦτον μέτρον. Πολλοὶ εἰς 30 ἔτη ἐστερήθησαν τῶν κτημάτων των· ὅστις ἦτον ἀφωσιωμένος ἐλάμβανεν ἀποζημίωσιν, ὁ δὲ καθαρὸς πολίτης, ὁ μὴ ἀναμιγνυόμενος εἰς τὰ πολιτικὰ, ὁ μὴ ἔχων πολιτικὴν δύναμιν, ἐκεῖνος εἰς 30 ἔτη οὐδεμίαν ἔλαβεν ἀποζημίωσιν· πρέπει λοιπὸν νὰ τεθῇ ὡσαύτως ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι οἱ ἀδικηθέντες πρέπει ἐντὸς ἑνὸς ἔτους νὰ ἀποζημιωθῶσι, καὶ νὰ ἀποζημιωθῶσιν ὅπως τότε ἐγένετο ἡ ἐκτίμησις, ἄλλως νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ καταφεύγῃ εἰς τὰ δικαστήρια διὰ νὰ ζητήσῃ νὰ ὑποχρεωθῇ τὸ δημόσιον εἰς ἀποζημίωσιν.
§54ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ὁ Κύριος συνάδελφός μας δὲν εὐχαριστεῖται εἰς τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμα, τοῦ νὰ καταδικασθῇ ὁ ὑπουργὸς ἐὰν διατάξῃ τὴν κατάληψιν τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, νὰ καταδικασθῇ ν’ ἀποζημιώσῃ τὸν ἰδιοκτήτην μὲ 1000 μέχρι 10,000 δραχμῶν, ἀλλὰ ζητεῖ νὰ καταδικασθῇ ἀντὶ τοῦ ὑπουργοῦ τὸ δημόσιον. Καὶ ἄλλοτε, Κύριοι, εἶπον, ὅτι πρέπει νὰ λάβωμεν πρόνοιαν ὑπὲρ τοῦ δημοσίου, ὥστε νὰ μὴν ὑπόκηται εἰς ἀποζημίωσιν διὰ σφάλματα τῶν ὑπαλλήλων, εἰμὴ ἀφοῦ καταδιωχθῶσιν οὗτοι καὶ δὲν εἶναι εἰς κατάστασιν ν’ ἀποζημιώσουν τὸν παθόντα· διότι ἄλλως τί συμβαίνει; Οἱ ὑπάλληλοι μὴ φοβούμενοι νὰ καταδιωχθῶσιν ἀπ’ εὐθείας διὰ τὰ σφάλματά των δὲν δεικνύουν τὸν προσήκοντα ζῆλον καὶ τὴν προσοχὴν εἰς τὴν ἀκριβῆ ἐκπλήρωσιν τῶν καθηκόντων των. Πόσαι δίκαι δὲν ἐκινήθησαν κατὰ τοῦ δημοσίου διὰ παρανομίας ἢ παραλήψεις τῶν ὑπουργῶν καὶ ἄλλων ὑπαλλήλων, οἵτινες μένουσιν ἀδιάφοροι καὶ θεαταὶ τῶν ἀποζημιώσεων, εἰς τὰς ὁποίας καταδικάζεται τὸ δημόσιον; Διὰ τοῦτο προτείνω διὰ τῆς ἐντύπου ἐκθέσεώς μου ἐπὶ τούτῳ ἄρθρον ἐν τέλει τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἡ προκειμένη προσθήκη ἐπὶ τοῦ 17 ἄρθρου δὲν ἐγένετο ἐκ φειδοῦς πρὸς τὸ δημόσιον, ἀλλὰ διὰ νὰ ἀναχαιτίσῃ τοῦ λοιποῦ τὴν αὐθαιρεσίαν τῶν ὑπουργῶν, οἵτινες, εἰς οὐδὲν λογιζόμενοι τὴν ῥητὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ 12 ἄρθρου τοῦ παλαιοῦ Συντάγματος, προέβαινον ἀναφανδὸν εἰς κατάληψιν τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας πρὶν ἢ ἀποζημιώσωσι τὸν ἰδιοκτήτην. Ἐτέθη λοιπὸν ὡς φόβητρον κατ’ αὐτῶν, ὅτι ἐὰν ἐνεργήσουν καὶ εἰς τὸ μέλλον τοιαύτας αὐθαιρέτους καταλήψεις, θὰ ὑπόκηνται προσωπικῶς εἰς ποινὴν χρηματικὴν ὑπὲρ τοῦ παθόντος ἰδιοκτήτου. Καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἅμα τεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ ἀπειλὴ αὕτη, οὐδεὶς ὑπουργὸς θέλει τολμήσει νὰ προβῇ εἰς κατάληψιν ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, καθότι δὲν ἔχει προσωπικὸν συμφέρον τὸ ὑπουργεῖον εἰς τοιαύτας αὐθαιρεσίας καὶ ὅ,τι ἔπραξε μέχρι τοῦδε τὸ ἔπραξεν ἐξ ἀδιαφορίας καὶ ἁπλῆς περιφρονήσεως πρὸς θεσμὸν τοῦ Συντάγματος, τὸν ὁποῖον ἀπ’ ἀρχῆς ἔθεσεν εἰς ἀχρηστίαν ἡ Κυβέρνησις. Ἀλλὰ καὶ ἂν παρουσιασθῇ λίαν κατεπείγουσα περίστασις τοῦ νὰ καταληφθῇ ἰδιωτικὸν κτῆμα πρὶν γίνῃ ἀποζημίωσις, ὁ ἄξιος ὑπουργὸς θὰ τὸ πράξῃ μὲ τὴν βεβαιότητα, ὅτι μετὰ τὴν ἀπολογίαν του αἱ Βουλαὶ θὰ ἐγκρίνουν τὴν λόγῳ κατεπείγοντος συμφέροντος παρανομίαν καὶ θὰ τὸν ἀποζημιώσουν διὰ τὴν καταδίκην, εἰς τὴν ὁποίαν ἐνδέχεται νὰ τὸν καταδικάσουν τὰ δικαστήρια. Ἰδοὺ λοιπὸν ὁ λόγος τῆς προσθήκης ταύτης, ὁ στερηθεὶς ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως τὴν ἰδιοκτησίαν του, ἀντὶ νὰ κινῇ μόνον κατὰ τοῦ δημοσίου τὴν κοινὴν περὶ πληρωμῆς τοῦ τιμήματος καὶ τῶν τόκων ἀγωγὴν, νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα νὰ ἐνάξῃ ἀπ’ εὐθείας εἰς τὸ δικαστήριον τόν τε διατάξαντα τὴν παράνομον κατάληψιν ὑπουργὸν καὶ τὸν ἐνεργήσαντα αὐτὴν ὑπάλληλον καὶ νὰ ζητήσῃ ἀνεξαρτήτως τοῦ τιμήματος τοῦ οἰκοπέδου, τὸ ὁποῖον θέλει πληρωθῆ παρὰ τοῦ δημοσίου, καὶ ἀποζημίωσιν παρ’ αὐτῶν ποινικὴν διὰ τὴν παρανομίαν των. Ἄλλη λοιπὸν ἡ ἀγωγὴ κατὰ τοῦ δημοσίου περὶ πληρωμῆς τοῦ τιμήματος τοῦ οἰκοπέδου, τὸ ὁποῖον θέλει πληρωθῆ παρὰ τοῦ δημοσίου, ὡς ἀποζημίωσιν παρ’ αὐτῶν ποινικὴν διὰ τὴν παρανομίαν των. Ἄλλη λοιπὸν ἡ ἀγωγὴ κατὰ τοῦ δημοσίου περὶ πληρωμῆς τοῦ τιμήματος καὶ τῶν τόκων, καὶ ἄλλο τὸ προκείμενον δικαίωμα τοῦ παθόντος νὰ ἱκανοποιηθῇ διὰ τὴν παρανομίαν τοῦ ὑπουργοῦ. Ἔχει ἄδικον ὁ Κ. Ζέρβας νὰ καταφέρηται κατὰ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος· αὐτὸ ἐλήφθη ἐκ τοῦ Βελγικοῦ καὶ τοῦ Γαλλικοῦ Συντάγματος· πᾶσα λέξις αὐτοῦ ἔχει νομικῶς ὡρισμένην σημασίαν καὶ ἀνεπίδεκτον παρεξηγήσεως· λέγει ῥητῶς τὸ ἄρθρον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κατάληψις ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως· ἄρα εἶναι σαφέστατον, ὅτι παρανομεῖ τὸ ὑπουργεῖον διατάττον τὴν κατάληψιν τοῦ δεῖνος οἰκοπέδου πρὶν πληρώσῃ τὴν ἀξίαν του εἰς τὸν ἰδιοκτήτην. Ἡ αὐτὴ διάταξις ὑπάρχει καὶ εἰς τὰ ἄρθρα τῶν συνταγμάτων τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ Βελγίου καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἔθνη ἐτηρήθη θρησκευτικῶς. Ἔλιπεν ὅμως ἡ κύρωσις τῆς διατάξεως ταύτης, δηλαδὴ μία ποινὴ κατὰ τῶν παραβιαζόντων αὐτήν, καὶ τὴν ποινὴν ταύτην προσθέτει ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν προτείνω ἐγώ, δηλαδὴ νὰ ὑπόκηται ὁ ὑπουργὸς εἰς χρηματικὴν ποινὴν ὑπὲρ τοῦ ἀδικηθέντος ἰδιοκτήτου· ὁ παρανομήσας ὑπουργὸς ὀλίγον φροντίζει ἂν κατόπιν τὸ δημόσιον θὰ πληρώσῃ τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου καὶ προσέτι τοὺς τόκους· ὅταν ὅμως ἀπειλῆται προσωπικὴ κατ’ αὐτοῦ καταδίκη, τότε θὰ ἀνοίξῃ τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ θὰ προσέξῃ νὰ μὴ παρανομήσῃ. Ἄρα, ὅπως ὑπάρχει τὸ ἄρθρον, προστιθεμένης καὶ τῆς ποινικῆς κυρώσεως, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινα, ἔχει καλῶς (θόρυβος πέριξ τῆς τραπέζης τῶν στενογράφων). Δὲν ἠμπόρεσα νὰ ἐννοήσω πῶς εἰς τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ὑπεισῆλθεν ἡ λέξις ἀνάγκη ἀντὶ τῆς λέξεως ὠφέλεια, τὴν ὁποίαν εἶχε τὸ σχέδιον τῆς τότε ἐπιτροπῆς, τῆς ὁποίας ἤμην καὶ ἐγὼ μέλος. Τὸ βέβαιον εἶναι, ὅτι ἡ ἔκφρασις δημοσία ἀνάγκη ἔχει μίαν σημασίαν συνεσταλμένην, ἐννοεῖ, ὅτι τότε ἐπιτρέπεται εἰς τὴν πολιτείαν νὰ καταλάβῃ τὸ οἰκόπεδον ἢ τὸν ἀγρὸν τοῦ πολίτου, ὅταν ἔχῃ ἀπόλυτον αὐτοῦ ἀνάγκην, ὡς λ. χ. προκειμένου περὶ κατασκευῆς φρουρίου, ἢ λιμένος ἢ καὶ δημοσίας ὁδοῦ πρὸς συγκοινωνίαν τοῦ Κράτους. Ἐν τούτοις δὲν ἦτον εἰς τὴν διάνοιαν τῶν τότε νομοθετῶν, μηδὲ τώρα ἡ Συνέλευσις ἐννοεῖ νὰ περιορισθῇ τὸ δικαίωμα τῆς πολιτείας εἰς μόνας τὰς περιστάσεις τῆς ἀπολύτου ἀνάγκης. Ἔχομεν χρείαν π. χ. πρὸς καλλωπισμὸν τῆς πρωτευούσης πλατυτέρων ὁδῶν, ἔχομεν χρείαν νὰ κατασκευάσωμεν δημόσια καταστήματα καὶ δημοσίους κήπους. Κατὰ τὰς περιστάσεις ταύτας ὑπάρχει οὐχὶ ἀνάγκη, ἀλλὰ δημοσία ὠφέλεια· πρέπει νὰ δύναται νὰ τὴν θεραπεύῃ ἡ πολιτεία μὲ τὴν ἀφαίρεσιν τῆς ἰδιοκτησίας τοῦ πολίτου, ἀρκεῖ ν’ ἀποζημιώσῃ αὐτὸν προηγουμένως. Διὰ τοῦτο εἰς ὅλα τὰ Συντάγματα τῆς Εὐρώπης μεταχειρίζονται τὴν λέξιν ὠφέλειαν οὐχὶ ἀνάγκην, μόνον εἰς τὰ πρῶτα γαλλικὰ Συντάγματα ὑπάρχει ἡ λέξις δημοσία ἀνάγκη, τεθεῖσα τότε ἐκ μεγάλης δυσπιστίας κατὰ τῶν αὐθαιρεσιῶν τῆς κυβερνήσεως καὶ ἐξ ἀπειρίας. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος συνηγορεῖ εἰς τὸ νὰ τεθῇ ἡ λέξις ὠφέλεια, διότι καὶ οἱ δῆμοι ἀκόμη καὶ ἄλλα ἠθικὰ πρόσωπα δύνανται νὰ ζητήσουν νὰ καταλάβουν διὰ προηγουμένης ἀποζημιώσεως οἰκόπεδα ἰδιωτικὰ διὰ νὰ κάμουν δημοτικὰς ὁδοὺς, σχολεῖα καὶ ἄλλα κοινωφελῆ καταστήματα· καὶ γνωρίζετε, ὅτι αἱ πλεῖσται καταλήψεις ἰδιοκτησιῶν ἐν Ἀθήναις ἔγειναν χάριν τοῦ δήμου τῶν Ἀθηναίων, καὶ ὅμως ταῦτα πάντα ἐγένοντο ἐπὶ τῇ ἀκαταλλήλῳ ἐκφράσει τοῦ Συντάγματος περὶ δημοσίας ἀνάγκης, διότι πρέπει τῷ ὄντι ἡ πολιτεία, προστατεύουσα τὰ δημοτικὰ συμφέροντα, νὰ τὰ ἐξομοιώσῃ μὲ τὰ δημόσια συμφέροντα καὶ νὰ κηρύξῃ δημοσίαν ὠφέλειαν ἢ ἀνάγκην τὸ νὰ γίνῃ ὁ δεῖνα δημοτικὸς δρόμος ἢ ὁ δεῖνα ναός. Καὶ ἡ λέξις τοῦ ἄρθρου προσηκόντως καλὸν εἶναι νὰ ἀντικατασταθῇ διὰ τῆς λέξεως νομίμως, ἥτις ὑπάρχει εἰς τὸ γαλλικὸν Σύνταγμα τοῦ 1830 καὶ ἐννοεῖ, ὅτι ἡ κατάληψις τῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας θὰ γίνῃ, ὅταν καὶ ὅπως θέλει ὁρίσει ὁ ἐκδοθησόμενος περὶ τούτου Νόμος. Παρῆλθον 20 ἔτη ἀπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, καὶ εἰσέτι δὲν ἔγεινεν ὑπὸ τῶν Βουλῶν νόμος, ὅστις νὰ ὁρίζῃ ποῖαι ἀρχαὶ θὰ ἀποφαίνωνται περὶ τῆς δημοσίας ἀνάγκης, καὶ ἐν τῇ σιωπῇ ταύτῃ ἔπραττεν ὅ,τι ἤθελεν ἡ Κυβέρνησις, στηριζομένη εἰς ἓν παλαιὸν διάταγμα. Εἶναι δὲ σπουδαιότατον τὸ ἀντικείμενον τοῦτο. Καὶ εἰς τὸ Γαλλικὸν Σύνταγμα ὑπῆρχε διάταξις περὶ τοιούτου νόμου, καὶ οἱ Γάλλοι ἔλαβον τὴν πρόνοιαν νὰ ἐκδώσουν μετὰ τὸ 1830 δύο τοιούτους νόμους, ἐνῷ εἶχον καὶ παλαιότερον· ὁ νόμος οὗτος ἔχει δύο σπουδαῖα ἀντικείμενα, θὰ ἀφεθῇ εἰς τὸ ὑπουργικὸν συμβούλιον, ἢ εἰς τὸν ἁρμόδιον ὑπουργὸν, ἢ καὶ εἰς τὸν ἁπλοῦν νομάρχην, νὰ ἐκδίδῃ διάταξιν ἢ διάταγμα, δι’ ὧν νὰ ἀποφαίνηται, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ γίνῃ ἡ δεῖνα δημοσία ὁδός, ἢ πρέπει νὰ ὑποβάλληται νομοσχέδιον εἰς τὰς Βουλὰς διὰ νὰ ἀποφαίνωνται αὗται περὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ γίνῃ τὸ δεῖνα δημόσιον ἔργον; Τοῦτο δὲ ἔχει μεγάλην σπουδαιότητα, καθότι προκειμένου περὶ ὁδῶν καὶ ἄλλων ἀντικειμένων, ὧν ἡ χρησιμότης καταφαίνεται, δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον νὰ ἀφεθῇ εἰς τὴν κυβέρνησιν νὰ ἀποφαίνηται περὶ τῆς ἀνάγκης· ὅταν ὅμως πρόκηται περὶ ἀντικειμένων ἥττονος χρησιμότητος, οἷον περὶ ναῶν, ἢ μεγάλης δαπάνης ἐκτεταμένων ἀγρῶν, οἷον περὶ δημοσίων κήπων, περὶ ἀποξηράνσεως ἑλωδῶν τόπων, τότε φαίνεται ἀσφαλέστερον νὰ μὴ δύνανται παρὰ μόνον αἱ Βουλαὶ δι’ εἰδικοῦ νόμου νὰ ἀποφαίνωνται περὶ τῆς δημοσίας ὠφελείας τοῦ νὰ καταληφθῇ ἡ ἰδιωτικὴ ἰδιοκτησία. Δεύτερον ἀντικείμενον τοῦ νόμου εἶναι, πῶς καὶ παρὰ τίνος θὰ γίνηται ἡ ἐκτίμησις τῆς ἀξίας τοῦ καταλαμβανομένου διὰ δημοσίαν ὠφέλειαν ἰδιωτικοῦ κτήματος. Παρ’ ἡμῖν ἄχρι τοῦδε, ἐπειδὴ ἐσιώπα ὁ νόμος, ἐκανονίζετο τὸ ἀντικείμενον τοῦτο κατὰ τὸ κοινὸν δίκαιον, δηλαδὴ ὑπὸ πραγματογνωμόνων διοριζομένων ὑπὸ τῶν δικαστηρίων· ἐκ τούτου δὲ πρέπει νὰ ὁμολογήσω, καὶ τὸ γνωρίζω ὡς δικηγόρος ἐπὶ πολλὰ ἔτη ἐν Ἀθήναις, ὅτι ἐκ τῆς διαδικασίας ταύτης ὠφελοῦντο οἱ ἰδιοκτῆται πρὸς βλάβην τοῦ δημοσίου. Ἐξετιμήθησαν πολλάκις τὰ οἰκόπεδα οὐχὶ κατὰ τὴν ἀξίαν, τὴν ὁποίαν εἶχον ὅταν ἦσαν ἀγροὶ, δηλ. πρὶν διαχαραχθῇ ἡ ὁδὸς, ἀλλὰ κατὰ τὴν ἀνυψωθεῖσαν τιμὴν, τὴν ὁποίαν ἔλαβον οἱ ἀγροὶ ἀφοῦ διὰ τῆς διαχαράξεως τῆς ὁδοῦ μετεβλήθησαν εἰς οἰκόπεδα· ὥστε ἐνῷ ἡ ἀληθὴς τιμὴ ἠδύνατο νὰ ᾖναι δύο δραχμῶν, οἱ πραγματογνώμονες τὴν ὥριζον πολλάκις εἰς πέντε καὶ δέκα δραχμὰς, διότι μόνοι οἱ πολῖται ἔχουν τὴν πρόνοιαν νὰ πλησιάζουν τοὺς πραγματογνώμονας καὶ προσπαθοῦν νὰ τοὺς ἐπηρεάζουν. Εἰς τὴν Γαλλίαν μετεβλήθησαν ὡς πρὸς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο οἱ νόμοι ὡς ἐκ τῶν ὑπερβολικῶν ἀποτελεσμάτων των. Ἐκεῖ δὲν ἀποφασίζουν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως πραγματογνώμονες διοριζόμενοι ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ ἔνορκοι ὁριζόμενοι ὑπὸ τοῦ νόμου. Καὶ κατὰ μὲν τὸν ἕνα νόμον αἱ ἐκτιμήσεις τῶν ἐνόρκων ἦσαν λίαν μικραὶ, γενομένων δὲ παραπόνων ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, ἐπῆλθεν ἄλλος νόμος κανονίσας ἄλλως τὰ περὶ τῆς συγκροτήσεως τοῦ ὁρκωτικοῦ δικαστηρίου, ἐπῆλθεν ὅμως τὸ ἐναντίον ἀποτέλεσμα, δηλαδὴ αἱ ἐκτιμήσεις ἐγίνοντο ἐπὶ μεγάλῃ βλάβῃ τοῦ δημοσίου, ὥστε ἔγεινε νεώτερος τρίτος νόμος, ὅστις προσπαθεῖ νὰ συνδυάσῃ καὶ προστατεύσῃ ἐξ ἴσου καὶ τῶν ἰδιωτῶν καὶ τοῦ δημοσίου τὰ συμφέροντα. Δι’ αὐτοὺς τοὺς λόγους ὁ ἐκδοθησόμενος προσεχῶς ὑπὸ τῶν Βουλῶν νόμος πρὸς ἐκτέλεσιν τῶν διατάξεων τοῦ προκειμένου ἄρθρου πρέπει ὄχι μόνον νὰ ὁρίσῃ κατὰ τὰ διάφορα ἀντικείμενα καὶ τὰς ἀρχὰς, αἵτινες θέλουν ἀποφαίνεσθαι περὶ τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἢ ὠφελείας, ἀλλὰ προσέτι καὶ τὴν εἰδικὴν διαδικασίαν περὶ τῆς ἐκτιμήσεως τῶν καταλαμβανομένων ἰδιωτικῶν ἰδιοκτησιῶν. Πρέπει νὰ ἐλπίσωμεν, ὅτι εἰς τὸ μέλλον δὲν θὰ ἐπαναληφθῇ τὸ μέγα σκάνδαλον τὸ μέχρι τοῦδε, τοῦ νὰ ἀφαιρῇ δηλαδὴ ἡ Κυβέρνησις μὲ τὴν μεγαλειτέραν ἀναλγησίαν τὴν κατοχὴν τοῦ οἰκοπέδου ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην, νὰ κάμνῃ ἐπ’ αὐτοῦ δημόσια κτήρια ἢ δημοσίας ὁδοὺς, καὶ νὰ ἀναγκάζῃ τὸν πολίτην νὰ τρέχῃ κατόπιν της δι’ ἀγωγῆς κατὰ τοῦ δημοσίου, ὅπως πληρωθῇ μετὰ δύο τρία ἔτη τὴν ἀξίαν τοῦ οἰκοπέδου καὶ τοὺς τόκους της. Εἶναι βέβαιον, ὅτι κατὰ τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου ὁ ἰδιοκτήτης, τοῦ ὁποίου κατελήφθη τὸ οἰκόπεδον, ἠδύνατο νὰ κινήσῃ ἀγωγὴν κατὰ τοῦ δημοσίου περὶ ἀποβολῆς ἐκ τῆς κατοχῆς, καὶ δὲν πιστεύω, ὅτι τὰ δικαστήρια ἀπέναντι τοῦ ἄρθρου, λέγοντος, οὐδεὶς ἀφαιρεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του ἄνευ προηγουμένης ἀποζημιώσεως, ἤθελον ἀποῤῥίψει τοιαύτην ἀγωγὴν, ὀφείλοντα νὰ ἐγκαταστήσωσι τὸν ἰδιοκτήτην εἰς τὴν ἀφαιρεθεῖσαν κατοχὴν ἅμα τὸ δημόσιον δὲν ἀπεδείκνυεν, ὅτι προκατέβαλε τὸ τίμημα. Ἀλλὰ ἂν καὶ κατὰ τοὺς τελευταίους χρόνους ἔγειναν καὶ τοιοῦτοι ἰσχυρισμοὶ ὑπὸ τῶν ἰδιοκτητῶν, τὸ σύνηθες μέσον, εἰς τὸ ὁποῖον οἱ γυμνωθέντες τῆς ἰδιοκτησίας των πολῖται κατέφευγον, ἦτο ἡ περὶ ἀποδόσεως τοῦ τιμήματος καὶ τῶν τόκων ἀγωγὴ, καὶ ἦσαν εὐτυχεῖς ἐὰν μετὰ ἐτῶν διαδικασίαν ἐξετέλει ὁ ὑπουργὸς τὴν δικαστικὴν ἀπόφασιν, ἥτις κατεδίκασεν ὑπὲρ αὐτῶν τὸ δημόσιον. Τὶ ὠφελεῖτο ὁ ἰδιοκτήτης νὰ ζητήσῃ εἰς τὸ νὰ ἐγκατασταθῇ εἰς τὸ καταληφθὲν αὐθαιρέτως οἰκόπεδόν του, ὅταν ἐπ’ αὐτοῦ ἔγεινεν ἤδη δημοσία ὁδὸς ἢ δημόσιον κτίριον; Ἡ Κυβέρνησις καὶ ἂν κατέλαβεν ὅλως αὐθαιρέτως ἓν οἰκόπεδον, ἠδύνατο κατόπιν τῆς ἀγωγῆς τοῦ ἰδιοκτήτου νὰ ἐκδώσῃ διάταγμα κηρῦττον τυπικῶς τὴν δημοσίαν ἀνάγκην· ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἤρκει νὰ καλύψῃ τὴν παράνομον κατάληψιν, διότι τὸ Σύνταγμα λέγει, ὅτι καὶ τὰ οἰκόπεδα τὰ κηρυχθέντα ὡς ἀναγκαιοῦντα εἰς δημοσίαν τινὰ ἀνάγκην δὲν ἀφαιροῦνται ἀπὸ τὸν ἰδιοκτήτην πρὶν οὗτος ἀποζημιωθῇ διὰ τὴν ἀξίαν των.
§55Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Δὲν διορθόνονται ὅλα αὐτὰ διὰ τῆς προσθήκης τῆς λέξεως δικαστικῶς;
§56ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Εἶπον νομίμως.
§57Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ὄχι νομίμως.
§58ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Διὰ ταῦτα φρονῶ, ὅτι πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὸ ἄρθρον μὲ τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν ἔκαμον.
§59ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Μίαν διασάφησιν.
§60ΠΟΛΛΟΙ. Ἀφήσατε τοὺς διαλόγους.
§61ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ, Κύριε Βάσσε, νὰ ἦσθε πρακτικὸς, νὰ ἀφήσητε τὰς θεωρίας.
§62ΒΑΣΣΟΣ. Κύριοι! Ἐγὼ εἶμαι σύμφωνος μὲ τὸν Κ. Πρόεδρον, ὅστις ἐπιθυμεῖ πρακτικὰ πράγματα καὶ ὄχι λόγια· διὰ τοῦτο ἦλθον νὰ ὑποβάλω μίαν πρότασιν πρακτικὴν, διότι πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἔχει τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐξασφαλίσῃ πράγματι τὴν ἰδιοκτησίαν. Νομίζω, ὅτι ὁ Κύριος Διομήδης ἀπατᾶται μεγάλως, ἐὰν νομίζῃ, ὅτι διὰ τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ ἐξασφαλίζεται ἡ ἰδιοκτησία τοῦ πολίτου· τὸ αὐτὸ ἄρθρον εἴχομεν εἰς τὸ παρελθὸν καὶ οὐδεμίαν ἀσφάλειαν δὲν παρεῖχεν εἰς τὴν ἰδιοκτησίαν· ἐμοῦ τοῦ ἰδίου ἐπῆραν τὴν ἰδιοκτησίαν μου καὶ μέχρι σήμερον κἀνεὶς δὲν μὲ ἀπεζημίωσεν· ἐβγῆκεν ἓν διάταγμα καὶ εἶπε, τὸ οἰκόπεδον τοῦ Βάσσου θὰ δοθῇ ἕνεκα ἀνάγκης τοῦ δημοσίου· τοὺς λέγω, πληρώσατέ με, δὲν μὲ ἐπλήρωσαν, μοῦ τὸ ἐπῆραν καὶ πάει· εἶναι τώρα δέκα χρόνια καὶ δὲν ἐπῆρα τίποτε, οὔτε θὰ πάρω. Διὰ τοῦτο νομίζω, ὅτι ἡ Συνέλευσις, ὡς ἔχουσα τὴν ἐπιθυμίαν νὰ ἐξασφαλίσῃ πραγματικῶς τὴν ἰδιοκτησίαν, νὰ μὴ λάβῃ ὑπ’ ὄψιν αὐτὰ τὰ λόγια, διότι τὰ λόγια, τὰ ὁποῖα σᾶς εἶπον ἀπ’ ἐδῶ εἶναι.... χαμπέρια τὰ λέγομεν ἡμεῖς εἰς τὸ χωρίον· ἰδοὺ ποία πρότασις ἐξασφαλίζει κατ’ ἐμὲ τὴν ἰδιοκτησίαν «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἰδιαίτερος νόμος θέλει χαρακτηρίσει, ἔτι δὲ, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης τότε μόνον θέλει στερεῖσθαι τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διαθέσεως τοῦ κτήματός του, ὅταν προηγουμένως λάβῃ τὴν δέουσαν ἀποζημίωσιν.»
§63ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἄλλο τίποτε;
§64ΒΑΣΣΟΣ. Ὄχι. Κύριοι, ἡ πρότασις αὐτὴ ἡ ἐδική μου, ἰδοὺ τί μὲ ἐκίνησε νὰ τὴν διατυπώσω τοιουτοτρόπως. Παρετήρησα, ὅτι ἡ ἀφορμὴ τῆς στερήσεως τῆς ἰδιοκτησίας τῶν πολιτῶν ἦτον ἡ δημοσία ἀνάγκη· πῶς εὕρισκον αὐτὴν, διότι δὲν ὑπάρχει νόμος νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν δημοσίαν ἀνάγκην; Καὶ ὅταν ἡ Ἀμαλία, ἡ πρώην Βασίλισσα, ἥτις ἦτο πολὺ φιλόκαλος, εἶναι ἀληθὲς, ἀλλὰ τὸ καλὸν πρέπει νὰ γίνηται χωρὶς νὰ ἀδικῆται καὶ ὁ ἄλλος, τῆς ἤρεσκε νὰ κάμῃ μίαν πλατεῖαν, ἔλεγεν εἰς τὸν ὑπουργὸν, χαρακτηρίσατε τὸ οἰκόπεδον τοῦ Κυρίου δεῖνα ὡς δημοσίαν ἀνάγκην. Τὸ ἔπερναν τὸ οἰκόπεδον. Λοιπὸν ἐνόμισα, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχῃ νόμος νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν δημοσίαν ἀνάγκην, διότι τὸ κατ’ ἐμὲ ἡ δημοσία ἀνάγκη εἶναι, ὅταν πρόκηται ἓν συμφέρον τοῦ Ἔθνους, δι’ ἀνέγερσιν φρουρίων, δι’ ἀνόρυξιν διωρύγων, κατασκευὴν ὁδῶν καὶ τὰ τοιαῦτα, ὄχι πλατεῖαι καὶ ἄλλα δημόσια καταστήματα. Ὥστε νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρξῃ νόμος, ὅστις νὰ χαρακτηρίζῃ τὴν δημοσίαν ἀνάγκην.
§65ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εἶναι ἀπὸ τοῦ 1849 εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν Ἐσωτερικῶν.
§66ΒΑΣΣΟΣ. Ἐνόμισα λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι πρέπει νὰ γίνῃ προσθήκη, ὅτι ὁ ἰδιοκτήτης δὲν στερεῖται τῆς κατοχῆς· δύναται νὰ διαθέτῃ τὸ κτῆμά του, νὰ κτίζῃ ἐπ’ αὐτοῦ, νὰ τὸ πωλῇ. Τότε δὲ μόνον νὰ στερῆται τοῦ δικαιώματος τούτου, ὅταν λαμβάνῃ ἀποζημίωσιν, ἀφοῦ πρῶτον πληρωθῇ. Λοιπὸν, Κύριοι, νομίζω, ὅτι ἡ πρότασις αὕτη τείνει εἰς τὸν σκοπόν. Ἐὰν ᾖναι ἀτελὴς, ἄλλοι εἰδημονέστεροι ἐμοῦ ἠμποροῦν νὰ κρίνουν.
§67ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Κύριοι ἀποκρούω πᾶσαν τροπολογίαν, καὶ ἔρχομαι δι’ ὀλίγων νὰ ὁμιλήσω ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχει. Μεταξὺ ἐκείνων, ὅσοι ἔλαβον τὸν λόγον, φαίνεται, ὅτι ὁ ἀξιότιμος Κ. Βάσσος ἐπλησίασε περισσότερον τὴν ἀλήθειαν. Πραγματικῶς, Κύριοι, ἐπὶ τοῦ ζητήματος τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας, διὰ λόγους δημοσίας ἀνάγκης ἢ ὠφελείας πρέπει νὰ διακρίνωμεν δύω τινά· α) τὸ ζήτημα τῆς ἀφαιρέσεως, δηλαδὴ κατὰ τίνα τρόπον δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ ἰδιοκτησία διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, καὶ βʹ) πῶς ἐπέρχεται ἡ ἀποζημίωσις τῆς ἀφαιρουμένης ἰδιοκτησίας. Εἶναι βέβαιον, Κύριοι, ὅτι ἀπαιτεῖται Νόμος διὰ νὰ ὁρίσῃ τὰς περιστάσεις τῆς δημοσίου ἀνάγκης καὶ τὴν διαδικασίαν, διὰ τῆς ὁποίας ἡ δημοσία ἀνάγκη βεβαιοῦται καὶ καθίσταται ὑποχρεωτικὴ διὰ τὸν πολίτην. Τοιοῦτος νόμος εἶναι ἀληθὲς, ὅτι εἰσέτι παρ’ ἡμῖν δὲν ἐνομοθετήθη. Ἡ διάταξις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844 ἀπέδειξε τὴν ἀνάγκην τῆς συντάξεως τοιούτου νόμου. Κατὰ τὸ 1849, ὄντος ὑπουργοῦ ἐπὶ τῶν ἐσωτερικῶν τοῦ Κ. Χρηστίδη, διωρίσθη ἐπιτροπὴ συγκειμένη ἀπὸ τοὺς Κυρίους Ζαΐμην, Μ. Ῥενιέρην καὶ ἐμέ. Ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη παρεσκεύασε νομοσχέδιον, τοῦ ὁποίου τὰς διατάξεις ἠρύσθημεν ἀπὸ τὸν Γαλλικὸν καὶ τὸν Βελγικὸν νόμον περὶ ἀπαλλοτριώσεως ἕνεκα δημοσίου ἀνάγκης. Τί ἔγινεν τὸ νομοσχέδιον τοῦτο; διὰ τί δὲν εἰσήχθη εἰς τὰ νομοθετικὰ σώματα; Διότι οἱ κατὰ καιροὺς ὑπουργοί, ἐκτὸς τοῦ Κυρίου Χρηστίδου καὶ Προβελεγγίου, ἦσαν ἄνθρωποι πολιτικοὶ μᾶλλον ἢ τῆς ὑπηρεσίας, διὰ τοῦτο, μὴ δυνάμενοι νὰ ἐννοήσωσι τὸ νομοσχέδιον καὶ νὰ τὸ ὑποστηρίξωσιν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν Βουλῶν, τὸ ἄφησαν εἰς τὰ ἀρχεῖα τοῦ ὑπουργείου τῶν ἐσωτερικῶν. Ἀλλὰ, Κύριοι, δὲν πρόκειται ἤδη περὶ τούτου, πρόκειται μόνον νὰ ἴδωμεν ποία διάταξις πρέπει νὰ καθιερωθῇ ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ἐὰν ὅλαι ἐκεῖναι αἱ προβλέψεις, τὰς ὁποίας ὁ προλαλήσας Κύριος Διομήδης ἢ ὁ Κύριος Βάσσος ἐθεώρησαν ἀναγκαίας, εἶναι σπουδαῖαι. Καὶ ἐγὼ, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἡ βεβαίωσις δὲν πρέπει νὰ ἀπόκηται εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς Κυβερνήσεως καὶ ὅτι πρέπει αἱ περιπτώσεις αὐτῆς νὰ ὁρισθῶσι διὰ νόμου. Ἀλλὰ τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος περὶ αὐτοῦ λέγει, ὅτι ἡ δημοσία ἀνάγκη πρέπει νὰ ᾖναι προσηκόντως βεβαιωμένη ὅπως ὁ Νόμος διατάττει.
§68ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Πῶς δὲν τὸ ἐκάμετε, Κύριε Χρηστίδη;
§69ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ὁ Κύριος Χρηστίδης ἔκαμε τὸ καθ’ ἑαυτόν. Εἶναι ὁ μόνος ὑπουργὸς, ὅστις ἐφρόντισε νὰ καταρτισθῇ νομοσχέδιον περὶ τούτου. Λοιπὸν, Κύριοι, ὑπάρχει ἐν τῷ σχεδίῳ τοῦ Συντάγματος ὁ ὅρος, ὅτι ἡ δημοσία ἀνάγκη πρέπει νὰ βεβαιοῦται κατὰ τὸν τρόπον ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θὰ διαγράψῃ ὁ ἐκδοθησόμενος περὶ τῆς βεβαιώσεως αὐτῆς νόμος, καὶ ἑπομένως, ἂν δὲν τηρηθῇ ἡ διαδικασία ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ νόμος αὐτὸς θέλει διαγράψει ὡς πρὸς τὴν βεβαίωσιν τῆς δημοσίας ἀνάγκης, ἡ ἀφαίρεσις τῆς περιουσίας τοῦ πολίτου δὲν θέλει ἐνεργεῖσθαι. Ἡ ὑπάρχουσα νομοθεσία θεωρεῖ τὸν δικαστὴν ἀναρμόδιον νὰ δικάσῃ περὶ τῶν λόγων τῆς δημοσίας ἀνάγκης, διότι τὴν ἀναγνώρισιν καὶ βεβαίωσιν αὐτῆς τὴν ἐθεώρησαν ἀντικείμενον τῆς νομοθετικῆς ἢ τῆς νομοτελεστικῆς ἐξουσίας, αἱ ὁποῖαι ἀμφότεραι εἶναι ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τὴν δικαστικήν. Ἀφῆκεν ὅμως εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὸ νὰ ἐπιδικάζῃ τὰς ζητουμένας ἀποζημιώσεις. Ἀλλὰ μὴ νομίσητε, Κύριοι, ὅτι τὸ στάδιον τοῦτο εἶναι τὸ μόνον, ἐφ’ οὗ ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δύναται νὰ ἔλθῃ εἰς βοήθειαν τῶν ἀδικουμένων. Βεβαίως, Κύριοι, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δὲν δύναται νὰ ἐξετάσῃ ἂν ὁ λόγος τῆς δημοσίας ἀνάγκης, τὴν ὁποίαν εἷς νόμος ἀνεγνώρισε καὶ ἐκήρυξεν, ἐβεβαιώθη ὀρθῶς ἢ ἐσφαλμένως· εἶναι ὅμως ἁρμοδία νὰ ἐξετάσῃ, καὶ ἐξετάζει καθ’ ἡμέραν καὶ ἐν Γαλλίᾳ καὶ ἐν Βελγίῳ, ἑπομένως καὶ παρ’ ἡμῖν δύναται καὶ ὀφείλει νὰ ἐξετάσῃ, ἂν ἡ διαδικασία ἡ πρὸς βεβαίωσιν τῆς δημοσίας ἀνάγκης ἀπαιτουμένη ἐτηρήθη.
§70ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ποτέ.
§71ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Λυποῦμαι, ὅτι σᾶς λανθάνουσι τὰ περὶ τούτων. Εἶναι ὁμολογούμενον, Κ. Κολιάτζε, καὶ ἂν τὸ ἀγνοῆτε, μάθετε, ὅτι, ὅταν αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ περιπέσωσιν εἰς ὑπέρβασιν ἐξουσίας, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία δικαιοῦται νὰ ἀνορθώσῃ τὸ ἀδίκημα αὐτῶν. Ὅταν λοιπὸν ἔλθῃ μία διοικητικὴ ἀρχὴ νὰ σᾶς ἀφαιρέσῃ τὴν ἰδιοκτησίαν σας ἕνεκεν ἀνάγκης οὔτε προσηκόντως οὔτε νομίμως βεβαιωθείσης, ἔλθετε εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ ἂν αὐτὰ δὲν ἐννοήσωσι καὶ δὲν προστατεύσωσι τὸ δίκαιόν σας, τότε καὶ ἐγὼ θέλω συνομολογήσει, ὅτι τοιαῦτα δικαστήρια δὲν εἶναι ἄξια τοῦ ὀνόματός των.
§72ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Τὶ ἔγεινε ἕως τώρα;
§73ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Σᾶς ἐρωτῶ πότε ὑπεστηρίχθη ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τὸ ζήτημα τοῦτο καὶ παρεγνωρίσθη;
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτητε.
§75Τ. ΒΑΣΣΟΣ. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριε Κόκκινε, τὶ συνέβη εἰς τὴν ὑπόθεσίν μας μὲ τὸν δῆμον Ἀθηναίων;
§76ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐνθυμοῦμαι πολὺ καλὰ, ὅτι καὶ ἐκ μέρους τοῦ δήμου καὶ ἐκ μέρους τοῦ δημοσίου σᾶς ἀντετάχθη ἡ ἀμφισβήτησις τῆς κυριότητος. Ἂν ἡ ἀπόδειξις τῆς κυριότητος ἐπήνεγκε βραδύτητα, εἰς τὶ σᾶς ἔπταιον αἱ διατάξεις τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844; Ἡ δυσχέρεια ἦτο δικονομικὴ καὶ ὄχι συνταγματικὴ (θόρυβος). Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ Συντάγματος εἶναι πολὺ ἀποτελεσματικώτερον πρὸς ὑποστήριξιν τοῦ δικαιώματος τῆς ἰδιοκτησίας παρὰ αἱ τροπολογίαι, τὰς ὁποίας ἔφερον ἐνώπιόν σας. Καὶ δὲν μὲ ξενίζουν τόσον αἱ τροπολογίαι τῶν λοιπῶν, μὲ ξενίζει ὅμως πολὺ ἡ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Διομήδης εἰσήγαγε καὶ ὑπεστήριξεν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου Τὸ νὰ ζητῇ ὁ Κ. Διομήδης, ὥστε ὁ Ὑπουργὸς καὶ ὁ ὑπάλληλος ὁ ἐκτελέσας τὴν κατάσχεσιν νὰ ᾖναι προσωπικῶς ὑπεύθυνος εἰς τὸν ἰδιώτην, εἶναι μία θεραπεία, ἥτις μᾶς ῥίπτει εἰς τὴν πλαγίαν ὁδὸν, διὰ νὰ φύγῃ ἀπὸ τὴν εὐθεῖαν· εἶναι θεραπεία, ἥτις δὲν ὠφελεῖ τὸν ἰδιώτην. Γεννᾶται μία ἀμφιβολία, ἂν ἡ θεραπεία, τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Διομήδης ζητεῖ νὰ εἰσαγάγῃ ἐν τῷ Συντάγματι, εἶναι ἡ μόνη θεραπεία ἡ χορηγουμένη εἰς τὸν ἰδιώτην ὑπὸ τοῦ νόμου, καὶ ἂν θεωρηθῇ τοιαύτη ἀνοίγεται στάδιον εἰς τὴν αὐθαιρεσίαν τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας. Τὸ δικαίωμα, Κύριοι, τοῦ ἰδιοκτήτου δὲν συνίσταται μόνον εἰς τὸ νὰ ἀποζημιωθῇ, ἀλλὰ νὰ μείνῃ Κύριος τῆς ἰδιοκτησίας του, νὰ κάμῃ οὐ μόνον χρῆσιν ἀλλὰ καὶ κατάχρησιν αὐτῆς, καὶ νὰ μὴ δύναται κανεὶς νὰ ἀφαιρέσῃ αὐτὴν παρὰ τὸν νόμον. Τοιαύτη εἶναι ἡ ἰδιοκτησία κατὰ τὸ ἡμέτερον ἀστικὸν δίκαιον. Εἰς τοὺς περιορισμοὺς τοῦ δημοσίου δικαίου τότε μόνον ὑποβάλλεται ἡ ἰδιοκτησία, ὅταν ἡ δημοσία ἀνάγκη ᾖναι προσηκόντως βεβαιωμένη. Τὰ δικαστήρια βλέποντα, ὅτι κατελήφθη ἡ ἰδιοκτησία τοῦ πολίτου χωρὶς νὰ φυλαχθῶσιν αἱ νόμιμοι διατυπώσεις, θέλουσι θεωρήσει, ὅτι ἔλαβε χώραν ὑπέρβασις ἐξουσίας καὶ θέλουσιν ἀποδώσει αὐτούσιον τὸ κτῆμα. Εἶναι καλὸν νὰ γνωρίζῃ τις ὅλας τὰς συνεπείας μίας προτάσεως, διὰ νὰ μὴ φέρῃ τροπολογίας, αἵτινες βλάπτουσι μᾶλλον ἢ ὠφελοῦσιν. Ἔρχομαι, Κύριοι, εἰς τὸ δικαίωμα τῆς ἀποζημιώσεως. Τὸ δικαίωμα αὐτὸ εἶναι βεβαίως ἀπαραίτητον, εἶναι τὸ ἀντίτιμον τῆς ἀξίας τῆς ἰδιοκτησίας. Καὶ βεβαίως, Κύριοι, ἡ ἰδιοκτησία δὲν δύναται νὰ ἀφαιρεθῇ, ἂν δὲν ἐπέλθῃ προηγουμένως ἀποζημίωσις. Ὅσας διατάξεις καὶ ἂν ἐγγράψητε περὶ τούτου εἰς τὸ Σύνταγμα, ποῖος θὰ εἶναι ὁ ἐγγυητὴς αὐτῶν τῶν διατάξεων; ἡ δικαστικὴ ἐξουσία· αὐτὴ προθύμως ὑπερασπίζεται ἕκαστον πολίτην, ὅστις ἀφαιρεθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν του παρανόμως· καὶ ἂν μὲν ἀφαιρεθῇ χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ δημοσία ἀνάγκη, ἡ δικαστικὴ ἐξουσία θέλει ἀποδώσει εἰς αὐτὸν πάντοτε τὴν ἰδιοκτησίαν, θέλει δὲ παραπέμψει αὐτὸν εἰς τὴν περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴν ἐναντίον τῶν δημοσίων ὑπαλλήλων, ὅταν ὡς ἐκ τῶν πράξεων αὐτῶν ἐβλάφθη· ἐὰν ὁ πολίτης ἀφαιρεθῇ τὴν ἰδιοκτησίαν του διὰ λόγον δημοσίας ἀνάγκης προσηκόντως καὶ νομίμως ὑπαρχούσης καὶ βεβαιουμένης, πάλιν ἡ ἀφαίρεσις αὕτη λογίζεται ὡς μὴ οὖσα ἐνώπιον τοῦ νόμου, ἐὰν δὲν προηγηθῇ αὐτῆς ἡ ἀνήκουσα ἀποζημίωσις. Καὶ εἰς τὴν μίαν καὶ εἰς τὴν ἄλλην περίπτωσιν ὀφείλουν καὶ θέλουν ὑποχρεώσει τὸ δημόσιον νὰ ἀπέχῃ τῆς καταλήψεως. Αὗται εἶναι, Κύριοι, αἱ συνέπειαι τῶν διατάξεων τοῦ κοινοῦ δικαίου καὶ τοῦ ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Τὸ κατ’ ἐμὲ τὰς θεωρῶ ἀποτελεσματικὰς, καὶ διὰ τοῦτο ἀποκρούω ὅλας τὰς τροπολογίας.
§77ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει ἡ Συνέλευσις νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις;
§78ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Χρηστίδης εἶναι ὑπὲρ τοῦ Νομοσχεδίου;
§80ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μάλιστα· ἐπιφυλάττομαι νὰ ὁμιλήσω κατόπιν.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἕπεται ὁ Κ. Ῥοντήρης.
§82ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Κύριοι, εἶμαι ὑπὲρ τοῦ σχεδίου, ἀλλὰ θέλω νὰ ἐννοηθῇ τὶ σημαίνει τὸ ἑξῆς· «οὐδεὶς στερεῖται τὴν ἰδιοκτησίαν του εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, ὅταν καὶ ὅπως ὁ Νόμος διατάσσῃ, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως». Μένει, Κύριοι, σκοτεινὸν πῶς θὰ ἐξευρίσκηται ἡ ἀποζημίωσις, δικαστικῶς, διοικητικῶς ἢ ἄλλως πῶς; διὰ πραγματογνωμόνων διοριζομένων ὑπὸ τοῦ Νομάρχου; Νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐξευρίσκηται δικαστικῶς.
§83ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἅμα σιωπῶ ἐννοεῖται δικαστικῶς.
§84ΡΟΝΤΗΡΗΣ. Ἐπιθυμῶ νὰ προστεθῇ, διότι εἰς ἄλλα μέρη ἐξευρίσκεται ὄχι δικαστικῶς. — Κύριοι, ἡ ἰδιοκτησία, ὡς ἠξεύρετε, εἶναι ἓν ἀπὸ τὰ πρώτιστα δικαιώματα, ἄνευ τῶν ὁποίων δὲν δύναταί τις νὰ συντηρηθῇ· καὶ δι’ αὐτὸ ὑπάρχει ἰδία ἐξουσία, ἡ δικαστικὴ, ἥτις κυρίως ἔχει αὐτὴν τὴν ἐντολὴν, τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας, τῆς ζωῆς καὶ ἄλλων τινῶν δικαιωμάτων. Ἐὰν ἀφήσωμεν τὸ ἄρθρον, νὰ ἐπέλθῃ ποτὲ νόμος, δι’ οὗ νὰ ἐξευρίσκηται ἡ ἀποζημίωσις διοικητικῶς, τὸ ά. μέρος τοῦ ἄρθρου δὲν εἶναι πλῆρες· «οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του». Ὅταν δύναται νὰ στερῆται διοικητικῶς καὶ ἡ ἀποζημίωσις διοικητικῶς νὰ ἐξευρίσκηται, τότε στερεῖται αὐθαιρέτως. Διὰ τοῦτο λέγω, εἶναι ἀνάγκη νὰ προστεθῇ τοῦτο· «ἐξευρισκομένης δικαστικῶς». Αὕτη ἡ προσθήκη ἀναγράφει μόνην τὴν ἀρχὴν τοῦ Νόμου καὶ κατόπιν θὰ ἔλθῃ ὁ Νόμος, ὅστις θὰ περιλάβῃ λεπτομερεῖς διατάξεις πῶς ἠμπορεῖ νὰ ἀσφαλισθῇ ἡ περιουσία καὶ καλλίτερον νὰ ὁρίζηται ἡ ἀποζημίωσις· ἡ ἀρχὴ ὅμως, ὅτι μόνον διὰ τῶν δικαστηρίων νὰ ἐξευρίσκηται ἡ ἀποζημίωσις, εἶναι ἀπαραίτητον νὰ καταχωρηθῇ ἐν τῷ Συντάγματι.
§85ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Κύριοι, ὀλίγας λέξεις θὰ εἴπω μόνον διὰ νὰ βεβαιώσω, ὅτι τὸ ἄρθρον ὅπως εἶναι συντεταγμένον ἐν τῷ νομοσχεδίῳ εἶναι πλῆρες, ὅτι ἐν αὐτῷ ὑπάρχουσιν ὅλαι αἱ ἐγγυήσεις, καὶ ὅσας ἐπρότειναν καὶ ὅσας δὲν ἐπρότειναν. Δὲν δύναταί τις, Κύριοι, νὰ ἀφαιρέσῃ τὴν περιουσίαν τοῦ πολίτου, οὐδεὶς ὑπουργὸς, ἐὰν προηγουμένως δὲν φέρῃ Νόμον, ὅστις νὰ ὁρίζῃ τὰς περιπτώσεις, καθ’ ἃς ἓν κτῆμα οἱονδήποτε δύναται νὰ κηρυχθῇ, νὰ ἀπαλλοτριωθῇ ἕνεκεν δημοσίας ἀνάγκης, ὠφελείας κτλ. εἴτε καὶ δημοτικῆς. Ῥητῶς λέγει τὸ ἄρθρον· «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην προσηκόντως ἀποδεδειγμένην, καὶ ὅταν καὶ ὅπως ὁ Νόμος διατάσσῃ, πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως». Εἶδον μίαν τροπολογίαν, ἥτις λέγει· «ὁλοκλήρου ἀποζημιώσεως», ἀλλ’ ἡμισείας δὲν λέγεται, ἐννοεῖται ὁλοσχεροῦς. Μέχρι τῆς στιγμῆς, καθ’ ἣν ὁ πολίτης λάβῃ καὶ τὸν τελευταῖον ὀβολὸν πρὸς συμπλήρωσιν τῆς ἀποζημιώσεώς του, ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἀναπαλλοτρίωτος καὶ δύναται ὁ πολίτης νὰ κάμῃ πᾶσαν διάθεσιν, οἱανδήποτε καὶ ἂν βούληται, δυνάμει τοῦ κειμένου ἄρθρου τοῦ Συντάγματος. Ἀλλὰ λέγει· ἔρχεται ἕνας ὑπουργὸς καὶ μοῦ τὸ πέρνει· τί νὰ κάμω; Κύριοι, τὸ Σύνταγμα ἔχει μίαν μεγάλην κύρωσιν κατ’ αὐτῆς τῆς καταχρήσεως· ἐὰν δὲν κάμνωμεν ἡμεῖς χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων μας, τῆς ἐξουσίας μας, τί πταίει ὁ ὑπουργὸς, ἢ ὁ ὑπάλληλος; Ἰδοὺ τί λέγει τὸ ἄρθρον 93. «Μέχρι τῆς ἐκδόσεως τοῦ εἰδικοῦ περὶ εὐθύνης κτλ. Ἐκίνησέ ποτε κατηγορίαν ἡ Βουλὴ ἐναντίον ὑπουργῶν, οἵτινες ἐν πλήρει μεσημβρίᾳ κατεδάφιζον τὴν οἰκίαν τῶν πολιτῶν;
§86ΤΙΝΕΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κακόν.
§87ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Αὐτὸ εἶναι τὸ κακὸν καὶ αὐτὸ θὰ ᾖναι ἀτελεύτητον! ὅσα καὶ ἂν γράψητε ἐδῶ, δὲν ἔχουσι μηδεμίαν πάντως ἀξίαν ἐν ὅσῳ δὲν ἔλθῃ μία ἀντιπροσωπεία, ἥτις νὰ ἀποβλέψῃ εἰς τὴν ἀκριβῆ καὶ θρησκευτικὴν ἐκτέλεσιν τῶν Νόμων. Ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Σπετζῶν εἶπε νὰ καταδικάζηται ὁ ὑπουργὸς, ὅστις διέταξε, καὶ ὁ ὑπάλληλος ὅστις ἐξετέλεσε. Κύριοι, τὸ ζήτημα τοῦ νὰ εἰσάγηται εἰς δίκην ὁ ὑπουργὸς, οἱ ἀνώτεροι ὑπάλληλοι, ὁσάκις ἕνας πολίτης νομίζῃ, ὅτι παραβιάζουν τὰ καθήκοντά των, δὲν πρέπει νὰ εἰσαχθῇ πλαγίως καὶ ἐν παρόδῳ· αὐτὸ τὸ ζήτημα εἶναι ῥιζικὸν, εἶναι ζήτημα, ὅπερ ἀφορᾷ τὴν ὕπαρξιν μιᾶς κυβερνήσεως, διὰ τοῦτο πρέπει νὰ ἔλθῃ καθαρῶς καὶ νὰ γίνῃ ψήφισμα, ἢ νὰ ἀναγραφῇ ῥητῶς ἐν τῷ Συντάγματι, ὅτι ὁ ὑπουργὸς, ὁ ὑπάλληλος διὰ πᾶσαν παραβίασιν τοῦ καθήκοντός του εἰσάγεται εἰς δίκην· ἐν παρόδῳ ὅμως δὲν δύνασθε νὰ φέρητε αὐτὸ, νὰ δικάσητε τὸν ὑπουργὸν, καὶ, καθὼς σᾶς εἶπε ὁ ἔντιμος ἀντιπρόσωπος Χίου, νὰ καθιερώσητε καὶ μίαν ἀποζημίωσιν σχεδὸν ἀνέφικτον. Σᾶς εἶπεν ὁ προαγορεύσας πληρεξούσιος τοῦ Κρανιδίου, ὅτι ἕνας ὑπουργὸς ἔχει τὴν τόλμην νὰ εἴπῃ εἰς μίαν Βουλήν· πάρετε τὸ πετζί μου, καὶ ἡ βουλὴ ἐσίγησε. Θέλετε λοιπὸν ἐδῶ νὰ εὕρητε ὅλας τὰς ἐγγυήσεις; Ὑπάρχουσιν ἐδῶ αἱ ἐφικταὶ ἐγγυήσεις; Ἡ ἐγγύησις ἡ τελεία ὑπάρχει εἰς τὴν ἐπέμβασιν τῆς ἀντιπροσωπικῆς ἐξουσίας τοῦ Κράτους· ἐὰν δὲν ἔχητε, Κύριοι, ἀντιπροσώπους δυναμένους, θέλοντας νὰ ἐκπληρώσωσι τὸ καθῆκόν των, ὅλα τὰ μέτρα, ὅλαι αἱ διατάξεις, τὰς ὁποίας θὰ προσθέσητε, εἶναι περιτταί. Διὰ τοῦτο, Κ. Πρόεδρε, κηρύττομαι μεθ’ ὅλης τῆς πεποιθήσεως ὑπὲρ τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχει.
§88ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Εἶναι βέβαιον, ὅτι δὲν ὑπάρχει Νόμος, ὅστις νὰ ὁρίζῃ τὰς περιπτώσεις τῆς δημοσίας ἀνάγκης. Ἐπίσης δὲν ὑπάρχει νόμος, ὁ ὁποῖος νὰ ὁρίζῃ πὼς θὰ ἀποζημιώνωνται. Τώρα θὰ δύναται ἡ ἐξουσία νὰ ἀφαιρέσῃ ἰδιοκτησίας πρὶν ψηφισθῶσιν οἱ νόμοι οὗτοι;
§89ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Δὲν δύναται κατὰ τὸν νόμον.
§90ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§91ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Μὰ εἶναι φανερὸν· «ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει.»
§92ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Κύριοι, δύω λόγους θὰ εἴπω προκειμένου εἰδικῶς ἐν τῷ Συντάγματι νὰ ὁρίσωμεν περὶ τῆς ἀσφαλείας τῆς ἰδιοκτησίας· εἶναι περιτταὶ αἱ γενικαὶ θεωρίαι καὶ ἱστορίαι, διότι σύγχυσιν μᾶλλον φέρουν παρὰ σαφήνειαν, ὅταν πρόκηται νὰ καταφύγωμεν πῶς δικάζονται ὑπουργοὶ, ἐνῷ νόμος δύναται νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ δικαίωμα. Ἔχει τὴν κυριότητα καὶ πρέπει νὰ ἔχῃ τὴν ἐξουσίαν νὰ καταλαμβάνῃ τὴν ἰδιοκτησίαν, ὁσάκις εὑρίσκηται ἀνάγκη καὶ ὁσάκις τὴν ἀποδείξῃ εἴτε ἀμέσως εἴτε μετέπειτα, ἀλλὰ προηγουμένης ἀποζημιώσεως· μὴ προηγηθείσης ἀποζημιώσεως, ἡ ἰδιοκτησία νὰ θεωρῆται ἀναπόσπαστος ἀπὸ τὸν πολίτην καὶ νὰ ᾖναι τοῦ πολίτου (θόρυβος) Οἱ ὑπάρχοντες νόμοι, Κύριε Μελᾶ, εἶσθε νομικὸς, ἀλλὰ σᾶς λέγω ἐν πράγματι, ὅτι εἶναι ἀτελεῖς. Ἐγὼ ὁ ἴδιος καὶ πλεῖστοι τῶν συμπολιτῶν μας εὑρίσκονται εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν. Λέγω προηγουμένης ἀποζημιώσεως, καὶ μὴ γενομένης ἀποζημιώσεως, ἡ κατάσχεσις θεωρεῖται ἄκυρος, καὶ ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι κάτοχος καὶ κύριος, καὶ αὐτὸς ὁ ὅρος δὲν ἐμποδίζει εἰς τίποτε τὸ δημόσιον. Εἶμαι λοιπὸν σύμφωνος μὲ τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, ἀλλὰ θέλω αὐτὴν τὴν ῥήτραν, «μὴ γενομένης τῆς ἀποζημιώσεως, ἡ κατάληψις τοῦ δημοσίου θεωρεῖται ἄκυρος καὶ ὁ ἰδιοκτήτης εἶναι κύριος καὶ κάτοχος.»
§93Ι. ΑΝΝΙΝΟΣ. Μίαν πρότασιν. Ἐν καιρῷ πολέμου, ἐν καιρῷ μεγίστης ἀνάγκης εὑρίσκεται τὸ Κράτος εἰς ἀνάγκην νὰ ἐπιβάλῃ χεῖρα, νὰ καταλάβῃ μία θέσιν ἐντὸς τῆς πόλεως διὰ νὰ ὀχυρώσῃ, δὲν ἔχει χρήματα νὰ πληρώσῃ ἀμέσως, πῶς θὰ γίνῃ τότε;
§94ΚΑΛΛΙΦΡΟΝΑΣ. Νὰ δανεισθῇ.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§96ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (Ἐγείρονται πάντες). Παρεδέχθη. Ἀνακοινώνων ἑκάστην τῶν τροπολογιῶν, θὰ ἐρωτῶ τὴν Συνέλευσιν ποίαν ὑποστηρίζει. Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Διομήδη. Κυριακοῦ ὑποστηρίζεται; ἔχει ὡς ἀκολούθως· «ά) αἱ λέξεις «ἀνάγκην» καὶ «προσηκόντως» νὰ ἀντικατασταθῶσιν διὰ τῶν λέξεων «ὠφέλειαν» καὶ «νομίμως»· βʹ) ἐν τέλει τοῦ ἄρθρου νὰ τεθῶσι διὰ χωριστοῦ ἐδαφίου τὰ ἑξῆς «Ὁ ὑπουργὸς, ὁ διατάξας ἄνευ προηγουμένης καταβολῆς τοῦ τιμήματος τὴν κατάληψιν τῆς κατοχῆς ἰδιωτικῆς ἰδιοκτησίας, καὶ ὁ ὑπάλληλος, ὁ ἐνεργήσας αὐτὴν, ὑπόκεινται ἀλληλεγγύως ὑπὲρ τοῦ ἰδιοκτήτου εἰς ἀποζημίωσιν χιλίων μέχρι δέκα χιλιάδων δραχμῶν, ἐπιβαλλομένων ὑπὸ τῶν τακτικῶν δικαστηρίων.» Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν αὐτὴν νὰ σηκωθῶσι· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη (θόρυβος).
§97ΤΙΝΕΣ. Μὴ βιάζεσθε, Κύριε Πρόεδρε, δὲν ἐννοήσαμεν.
§98ΒΕΛΙΑΝΙΤΗΣ. Μὰ Κύριε Πρόεδρε, διαιρέσατέ το.
§99ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ ἔθεσα ὑπὸ ψηφοφορίαν τὸ τελευταῖον μέρος (θόρυβος). Ἡσυχάσατε, Κύριοι, ἐρωτῶ πρῶτον ὡς πρὸς τὴν προσθήκην τὴν ἀφορῶσαν τὴν ἀποζημίωσιν ἐκ μέρους τῶν ὑπουργῶν ἢ ὑπαλλήλων· οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Ἐρωτῶ καθόσον ἀποβλέπει τὴν λέξιν «ὠφέλειαν» οἱ παραδεχόμενοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη (θόρυβος).
§100ΤΙΝΕΣ. Παρεδέχθη.
§101ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶναι κἀνὲν μεγάλο ζήτημα, καθήσατε νὰ σᾶς ἐρωτήσω πάλιν, οἱ παραδεχόμενοι ἀντὶ τῆς λέξεως «ἀνάγκην» νὰ τεθῇ «ὠφέλειαν» ἐκεῖνοι παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται πολλοὶ), θὰ ἐρωτήσω τὸ ἐναντίον, οἱ παραδεχόμενοι νὰ μείνῃ ἡ λέξις «ἀνάγκην» ὡς ἔχει εἰς τὸ σχέδιον νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι), παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ τεθῇ ἡ λέξις «νομίμως» ἀντὶ τοῦ «προσηκόντως» νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Ὁ Κ. Ῥοντήρης προτείνει νὰ τεθῇ εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει «πάντοτε δὲ προηγουμένης ἀποζημιώσεως», νὰ προστεθῇ «ἐξευρισκομένης δικαστικῶς» Ὑποστηρίζεται ἡ τροπολογία αὕτη;
§102ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι (θόρυβος).
§103ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται ὀλίγοι) ἀπεῤῥίφθη. Τροπολογία τοῦ Κ. Παντολέοντος «μέχρι τῆς ἐκδόσεως Νόμου τοιούτου, οὐδεμία ἰδιοκτησία δύναται νὰ καταληφθῇ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην». Ὑποστηρίζεται αὕτη;
§104ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§105ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Τροπολογία τοῦ Κ. Παππαδιαμαντοπούλου. «Ὁ κατὰ παράβασιν τούτου τὴν ἀφαίρεσιν διατάξας καὶ ἐκτελέσας τιμωρεῖται ποινικῶς.» Ἀλλὰ νομίζω, ὅτι ἀπεῤῥίφθη ἤδη· ὑποστηρίζεται;
§106ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρεται εἷς). Ἀπεῤῥίφθη. Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Πλατὺ ὑποστηρίζεται, ἡ λέγουσα. «Προτείνω, ἵνα εἰς τὸ 17 ἄρθρον τοῦ Συντάγματος μετὰ τὰς λέξεις προηγουμένης ἀποζημιώσεως γίνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη· «Πρὸ τῆς ὁλικῆς πληρωμῆς οὐδεμία δύναται νὰ γίνῃ κατάληψις τοῦ κτήματος, οὔτε παρεμπόδισις τῆς ἐλευθέρας αὐτοῦ διαθέσεως παρὰ τοῦ ἰδιοκτήτου, θεωρουμένη αὐτοδικαίως ἄκυρος καὶ ὑποβάλλουσα εἰς ἀποζημιώσεις τοὺς διατάξαντας αὐτήν. «Νόμος ἰδιαίτερος, κανονίζων ἐπὶ τῇ βάσει ταύτῃ ὅλα τὰ ἀφορῶντα τὴν λόγῳ δημοσίας ἀνάγκης στέρησιν τῆς ἰδιοκτησίας, θέλει ἐκδοθῇ κατὰ τὴν πρώτην βουλευτικὴν σύνοδον.» Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Τροπολογία τοῦ Κ. Βάσσου. «Οὐδεὶς στερεῖται τῆς ἰδιοκτησίας του εἰμὴ διὰ δημοσίαν ἀνάγκην, τὴν ὁποίαν ἰδιαίτερος νόμος θέλει χαρακτηρίσει· ἔτι δὲ ὁ ἰδιοκτήτης τότε θέλει στερεῖσθαι τῆς κατοχῆς καὶ τοῦ δικαιώματος τῆς διαθέσεως τοῦ κτήματός του, ὅταν προηγουμένως λάβῃ τὴν δέουσαν ἀποζημίωσιν.» Ὑποστηρίζεται αὐτή;
§108ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§109ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη. Τροπολογία τοῦ Κ. Καλλιφρονᾶ. «Μὴ γενομένης τῆς ἀποζημιώσεως, ἡ κατάληψις εἶναι ἄκυρος καὶ ὁ ἰδιοκτήτης θεωρεῖται κύριος καὶ κάτοχος.» Ὑποστηρίζεται;
§110ΤΙΝΕΣ. Μάλιστα.
§111ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ ὀλιγώτεροι).
§112ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐτελείωσεν. Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον, καθὼς εἶναι, νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ πλεῖστοι). Παρεδέχθη.
§114ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Ἔχω πρότασιν νὰ τεθῇ εἰς τὰ πρακτικά.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 18 ἄρθρου.
§116ΚΟΛΙΑΤΣΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, εἰς τὰ πρακτικὰ θέλομεν νὰ σημειωθῇ κάτι τι.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐτελείωσεν ἡ συζήτησις. Ἀκούσατε, Κύριοι, τὸ 18 ἄρθρον. «Αἱ βάσανοι καὶ ἡ γενικὴ δήμευσις ἀπαγορεύονται. Ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται. Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καταργεῖται, ἐκτὸς τῆς κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας ἀνθρωποκτονίας.» Τροπολογίαι. Τροπολογία τοῦ Κ. Σαράβα ἐπὶ τοῦ ἄρθρ. 18. Ἀντὶ τῆς φράσεως «ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται» νὰ τεθῇ «τὸ ἀπὸ Ὀκτωβρίου ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως περὶ καταργήσεως τοῦ πολιτικοῦ θανάτου διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ.» Τροπολογία τοῦ Κ. Πετσάλη. Τὸ ἄρθρον 18 νὰ τροποποιηθῇ οὕτω. Ἄρθρ. 18. «Αἱ βάσανοι καὶ ἡ γενικὴ δήμευσις καταργοῦνται. «Ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται. Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καταργεῖται, ἐκτὸς τῆς κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, τοῦ διαδόχου, τῶν τέκνων αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του ἀνθρωποκτονίας.» Τροπολογία τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ. Προτείνει τὴν ἀπάλειψιν ὁλοκλήρου τῆς περὶ καταργήσεως θανατικῆς ποινῆς ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων διατάξεως. Τροπολογία τοῦ Κ. Παππαδιαμαντοπούλου. Προτείνει τὸ 3 ἐδάφιον νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς· Ἄρθρ. 18. Τὸ 3 ἐδάφιον τροποποιεῖται ὡς ἑξῆς· «Ἡ καταψηφισθεῖσα ὑπὸ δικαστηρίου θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ἐκτελεῖται, ἐὰν κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας πραχθῇ ἔγκλημα ἀνθρωποκτονίας, ἢ ἐὰν διὰ νόμου ἐπιτραπῇ ἡ ἐκτέλεσις τῆς ἀποφάσεως. Εἰ δὲ μὴ, εἰς ἰσόβια μεταβάλλεται δεσμὰ καὶ ἄνευ βασιλικῆς χάριτος,» Τροπολογία τοῦ Κ. Καλλιγᾶ. Ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 18. «Αἱ βάσανοι καὶ ἡ γενικὴ δήμευσις ἀπαγορεύονται. Ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται.»
§118ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἔχω καὶ ἐγὼ μίαν τοιαύτην μὲ τὴν τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἀλλὰ προσθέτω τὸ «Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καταργεῖται.»
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει καὶ τοῦ Κ. Ἀννίνου. Ἄρθρ. 18. «αἱ βάσανοι ὁποιασδήποτε φύσεως καὶ ὁπουδήποτε συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν δεσμωτηρίων ἀπαγορεύονται. «Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπιτρέπεται ἐντὸς πενταετίας ἀπὸ τὸ κῦρος τοῦ Συντάγματος κατὰ λῃστεύσεων πραττομένων διὰ φόνου, βασάνων ἢ τραυμάτων. Παρερχομένης τῆς πενταετίας ὅλως διόλου καταργεῖται.» Ἔχει πρῶτος τὸν λόγον δυνάμει τῆς ἐγγραφῆς ὁ Κ. Ἀθ. Πετσάλης.
§120ΑΘ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Πολλὴν ὄρεξιν νὰ λάβω τὸν λόγον δὲν εἶχον, διότι βλέπω, ὅτι ἐξακολουθεῖ ἡ ἀνυπομονησία τῆς Συνελεύσεως νὰ φθάσωμεν τὸ ταχύτερον εἰς τὸ τέρμα τῶν ἐργασιῶν μας, καὶ συγχρόνω νομίζω, ὅτι μετὰ παρατεταμένας ἐργασίας ἤρχισε νὰ καταλαμβάνῃ ὁ κόρος τοὺς ἀνθρώπους· ἤθελον ὁμιλήσει ὀλίγον τι μᾶλλον ἐκτεταμένως, ἀλλ’ ἕνεκα τοῦ αἰσθήματος τούτου, ἀναγκάζομαι νὰ ἦμαι ὅσον ἔνεστι συντομώτερος· ἠμπορῶ μόνον νὰ εἴπω, ὅτι σχεδὸν εἶμαι μετημελημένος, διότι παρουσιάσθη ἡ τροπολογία μου, καὶ ἂν δὲν ἤθελον τὴν παρουσιάσει σήμερον δὲν ἤθελον τὴν παρουσιάσει ποτέ. Κύριοι, ἀφίνω κατὰ μέρος τὸ ζήτημα τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἐὰν ἡ ποινὴ αὕτη ᾖναι δικαιολογημένη, ἂν ᾖναι ἀναγκαία. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Κ. Πυλαρινός. Τὸ ζήτημα τοῦτο ἀπησχόλησε τὸν κάλαμον Εὐρωπαίων συγγραφέων καὶ διδασκάλων, ὡς πάντες γινώσκετε, μεταξὺ τῶν ὁποίων πολλοὶ διϊσχυρίσθησαν, ὅτι ἡ κοινωνία δὲν ἔχει τὸ δικαίωμα ν’ ἀφαιρέσῃ τὴν ζωὴν ἀπὸ ἄνθρωπον· διότι ἡ ζωὴ εἶναι δῶρον τοῦ πλάστου καὶ μόνος, ὅστις δύναται νὰ χορηγήσῃ τὴν ζωὴν αὐτὴν, ἔχει τὸ δικαίωμα καὶ τὴν ἐξουσίαν νὰ τὴν ἀφαιρέσῃ, ἑπομένως μήτε αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος δύναται νὰ παραχωρήσῃ τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς ἕτερον. Ἕτεροι φρονοῦν, καὶ μετ’ αὐτῶν συντάσσομαι καὶ ἐγὼ, ὅσον ἀσθενὴς καὶ ἂν ἦμαι, ὅτι ἡ ποινὴ αὕτη δύναται νὰ ἐπιβάλληται ὑπὸ τῶν νόμων, ἀλλ’ εἰς τὰς περιστάσεις ἐκείνας καὶ δι’ ἀποδεδειγμένην δημοσίαν ὠφέλειαν, ὅταν δύναταί τις νὰ ὑποθέσῃ, νὰ παραγάγῃ τὴν ἄδειαν ἐκείνου, ὅστις ἔδωσε τὴν ζωὴν. Ἡ ἄδεια αὕτη δύναται νὰ πηγάσῃ ἐξ ἀποκαλύψεως, ὡς ἐπίσης νὰ ἐξαχθῇ ἀπὸ τοὺς νόμους τῆς φύσεως καὶ τῆς κοινωνίας· ἐκεῖνο ὅμως, τὸ ὁποῖον ὀφείλω νὰ ἰσχυρισθῶ, εἶναι, ὅτι ἡ πολλαπλασίασις τῶν θανατικῶν ποινῶν, εἶναι ἀποδεδειγμένον, ὅτι οὐδέποτε ὠφέλησε, καὶ ταῦτα παρατηροῦμεν ὄχι μόνον εἰς τὰ πολιτισμένα ἔθνη, ἀλλ’ ἀκόμη καὶ εἰς αὐτὰ τὰ ἧττον τοιαῦτα. Ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς Ἐλισάβετ καὶ τῆς μεγάλης Αἰκατερίνης ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου πράγματι εἶχε καταργηθῆ εἰς τὸ Ῥωσσικὸν κράτος, μ’ ὅλον τοῦτο ἡ ἱστορία μᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ τὴν ἐποχὴν ἐκείνην τὸ Ῥωσσικὸν ἔθνος δὲν ἦτον οὔτε ὀλιγώτερον πολιτισμένον, οὔτε ὀλιγώτερον ἥσυχον. Γνωρίζετε ὅτι ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ὑπῆρχεν εἰς Ῥώμην ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τῆς βασιλείας καὶ ἐπὶ τῆς δεκανδρίας, ὅτε μετὰ ταῦτα ἦλθεν ὁ Portius νόμος, ὁ ὁποῖος ἀπήλλαξε τοὺς πολίτας ἀπὸ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου. Ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει ὡσαύτως, ὅτι ἡ Ῥώμη κατ’ ἐκείνην τὴν ἐποχὴν, ὅταν δὲν ἴσχυε πλέον ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου κατὰ τῶν πολιτῶν, δὲν ὑπῆρξεν ὀλιγώτερον ἀνθηρά. Ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου ἐπανῆλθεν ἐπὶ τῆς Αὐτοκρατορίας καὶ ἐπολλαπλασιάσθη· ἀλλὰ γνωρίζετε συγχρόνως, ὅτι ἔπεσεν ἡ Αὐτοκρατορία. Ταῦτα μόνον ἐν συνόψει ἤθελον νὰ ὑποβάλλω ὑμῖν ὡς πρὸς τὸ ζήτημα τοῦτο, προτάττω δὲ ταῦτα διὰ νὰ ἔλθω ἀκολούθως εἰς τὴν ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας. Ἡ τροπολογία μου καθὼς βλέπετε ἔχει σκοπὸν νὰ περιορίσῃ τὴν θανατικὴν ποινήν. Ἐὰν παραδεχθῶμεν, ὡς ἄλλοι, τὴν ἐξαίρεσιν εἰς ἐγκλήματα τῆς ἀνθρωποκτονίας κατὰ τοῦ Βασιλέως, κατὰ τοῦ διαδόχου καὶ κατὰ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας, ἐννοεῖται δὲ κατὰ τῶν τέκνων τοῦ Βασιλέως καὶ τῆς συζύγου του, προτείνω νὰ διορθωθῇ ἡ φράσις, διότι ὅπως ἔχει εἶναι πολὺ ἐλαστικὴ καὶ περιλαμβάνει πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ὑπ’ οὐδένα τρόπον δὲν διαφέρουσι τῶν ἄλλων πολιτῶν, τῶν σημαντικῶν πολιτῶν καὶ ἐν γένει τῶν πολιτῶν εἰς τὴν κοινωνίαν, ὡς πρὸς τὰ ἀποτελέσματα, τὰ ὁποῖα μετὰ τοιαύτην πρᾶξιν δύναται νὰ γεννήσῃ. Σήμερον ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸν Βασιλέα καὶ αὐτὸν ἄγαμον, δὲν ἔχομεν ἐνώπιον ἡμῶν πλήρη Βασιλικὴν οἰκογένειαν μὲ τοὺς κλάδους, ἂν ὅμως ἀνατρέξωμεν εἰς ἄλλα ἔθνη θέλομεν ἰδεῖ, ὅτι ὑπάρχει πλῆθος προσώπων, τὰ ὁποῖα συνδέονται μετὰ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας καὶ μ’ ὅλον τοῦτο εἶναι πολὺ μακράν· νομίζω, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχουν πλέον τῶν 200 προσώπων, τὰ ὁποῖα εἶναι συγγενῆ τοῦ Βασιλικοῦ θρόνου καὶ τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Ὅταν λοιπὸν ἀφήσωμεν, ὅπως ὑπάρχει, τὴν Βασιλικὴν οἰκογένειαν, τότε ἐκτείνομεν τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου καὶ εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερον, καὶ τὰ ὁποῖα δὲν βαρύνουν εἰς τὴν πλάστιγγα αὐτῆς τῆς κοινωνίας, οὔτε κατὰ μικρὸν πλησιάζουν εἰς τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα ἠθελήσαμεν νὰ θέσωμεν ὑπεράνω ὅλων τῶν ἄλλων, διότι αἱ συνέπειαι αἱ παραγόμεναι ἐκ τῶν ἐγκλημάτων αὐτῶν δὲν ἠμποροῦν νὰ ταράττουν οὔτε τὴν τάξιν τοῦ θρόνου, οὔτε τὴν τάξιν τοῦ πολιτεύματος. Αὐτὸ εἶναι ὅλη ἡ διόρθωσις, τὴν ὁποίαν ἐσκέφθην νὰ κάμω, ἀλλὰ μετὰ ταῦτα μοὶ ἦλθε μία ἄλλη ἰδέα, ὅτι τὸ ἄρθρον εἶναι πολὺ ἀόριστον, ὅπως ὑπάρχει, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ κατάχρησις εἰς τὴν ἐφαρμογὴν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ὅτι ὡς πρὸς τὸ ζήτημα αὐτὸ δικαζόμενον ὑπὸ ἐνόρκων παρουσιάζονται καὶ ἄλλης φύσεως δυσχέρειαι, σχεδὸν συγκρούσεις τῆς ἁρμοδιότητος πρὸς τὰ δύω δικαστήρια, οἱ ἔνορκοι δὲν ἀποφαίνονται περὶ τοῦ χαρακτῆρος τοῦ ἐγκλήματος ἢ οἱ σύνεδροι, καὶ διὰ τοῦτο ἐπείσθην, ὅτι ἦτον ἀνάγκη νὰ προστεθῇ παράγραφος ὥστε νὰ δώσῃ γενικὸν ὁρισμὸν τῶν ἐγκλημάτων· ἤκουσα μάλιστά τινας τῶν πληρεξουσίων τοσοῦτον συγχύζοντας αὐτὰ τὰ ἐγκλήματα τὰ πολιτικὰ, ὥστε νὰ ἐκτείνηται ὁ κύκλος αὐτῶν καὶ εἰς τὰ ἐγκλήματα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα δὲν ἔχουν διόλου αὐτὸν τὸν χαρακτῆρα καὶ τὰ ὁποῖα πηγάζουν μᾶλλον ἀπὸ προσωπικὰ συμφέροντα. Τινὲς εἶπον, ὅτι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα εἶναι ἐκ τῶν πραττομένων κατὰ τὰς ἐκλογάς. Αὐτὸ ἤθελεν εἶσθαι ἄτοπον, διότι ἂν ἡμεῖς θέλωμεν νὰ ἐκτείνωμεν τὸν κύκλον ἐκεῖ, τότε οὐδεμία τάξις δὲν δύναται νὰ φυλαχθῇ, νὰ διατηρηθῇ εἰς τὸ Κράτος. Τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ θεωρῶμεν πολιτικά, εἶναι ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα τείνουσιν ἢ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος ἢ τῆς Κυβερνήσεως· καὶ ὅταν εἰς τὸ Σύνταγμα δίδεται αὐτὸς ὁ ὁρισμός, τότε παύουν πλέον ὅλαι αἱ ἀμφιβολίαι, ὅλαι αἱ ἀμφισβητήσεις καὶ τότε δὲν εἶναι πλέον ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον μέλλει νὰ ἀποφασίσουν οἱ ἔνορκοι, διότι δύνανται νὰ εὑρεθοῦν ἔνορκοι, οἵτινες νὰ χαρακτηρίζωσι μίαν πρᾶξιν καθαρῶς τοῦ κοινοῦ δικαίου, ὡς πρᾶξιν πολιτικήν, καὶ ἐκ τούτου νὰ γεννηθῇ μέγα σκάνδαλον εἰς τὴν κοινωνίαν, νὰ ἀπαλλαγῇ τῆς ποινῆς πολίτης ἀπὸ μίαν κατάχρησιν τοῦ ὅρου αὐτοῦ. Ἐπιθυμῶ λοιπόν, συμπληρῶνων τὸ ἔργον μου, νὰ ὑποβάλλω εἰς τὴν Συνέλευσιν καὶ αὐτὴν τὴν ἰδέαν, ὅτι πρέπει νὰ προστεθῇ εἷς παράγραφος διὰ τὸν τέλειον χαρακτηρισμὸν καὶ ἰδίως τὸν ὁρισμὸν τῶν ἐγκλημάτων τῶν πολιτικῶν, περιορίζων ταῦτα εἰς τὰ τείνοντα εἰς ἀνατροπὴν τῆς διαδοχικῆς τάξεως τοῦ Θρόνου, εἰς τὴν ἀνατροπὴν τοῦ καθεστῶτος πολιτεύματος καὶ εἰς τὴν ἀνατροπὴν τῆς Κυβερνήσεως· πάντα τὰ λοιπὰ δὲν δύνανται νὰ ἔχουν τὸν χαρακτῆρα τοῦτον, ὅποιος χρωματισμὸς καὶ ἂν ἤθελε δοθῇ εἰς αὐτά.
§121ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἔρχομαι νὰ ὑποστηρίξω τὴν τροπολογίαν μου περὶ ἀπαλείψεως τοῦ πλείστου μέρους αὐτοῦ τοῦ ἄρθρου ἀπὸ τῶν λέξεων «ἡ θανατικὴ ποινὴ..... καταργεῖται κλπ.» Θέλω προτάξει προηγουμένως ὀλίγα τινὰ πρὸς ἐξήγησιν τοῦ τρόπου, καθ’ ὃν τὸ ἄρθρον τοῦτο συνετάχθη ὑπὸ τῆς ἐπιτροπῆς. Ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, καθ’ ἣν ἡμέραν ἔγεινεν ἡ συζήτησις περὶ τοῦ ἄρθρου τούτου, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τοῦ πολιτικοῦ θανάτου· τὸ πρᾶγμα ἦτον ἀσταστὸν, οὐδεὶς δὲν ἀντέλεγεν εἰς τοῦτο· ἐν τῷ μεταξὺ, δὲν ἐνθυμοῦμαι ποῖος ἔλεγε καὶ τὴν θανατικὴν ποινὴν ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Μόλις προφέρονται αἱ λέξεις, συγχρόνως σχηματίζεται πλειονοψηφία· ζητῶ τὸν λόγον ἵνα ἀντιταχθῶ, μοὶ λέγουν, εἶναι δεδικασμένον, ἀπεφάσισεν ἡ ἐπιτροπή, ἡ ἐπιτροπὴ δὲν ἐπανέρχεται πλέον εἰς τὰ ἀποφασισθέντα· τὸ δεδικασμένον βλέπετε εἶναι ἐξ ἐκείνων τῶν ἐνστάσεων, αἱ ὁποῖαι εἰσήχθησαν τώρα καὶ εἰς τὰς συζητήσεις τοῦ Συντάγματος, καὶ τὸ ὁποῖον δὲν παρεδέχθημεν, ὁσάκις ἐπρόκειτο περὶ ἄλλων σπουδαίων ζητημάτων, καθ’ ἃ πολλάκις μετεβάλομεν γνώμην. Ἀλλ’ ἐπιθυμῶ τὰ δικαιώματα τοῦ ἔθνους νὰ μὴν εὑρίσκωνται ὑπὸ δικονομικὴν ἔνστασιν καὶ ἐννοῶ, ὅτι σήμερον τὸ ἔθνος εἶναι ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως· ἐὰν ἀμφιβάλλητε, ὅτι ἀντιπροσωπεύετε τὸ ἔθνος νομίμως, τότε μάλιστα ἔχετε δίκαιον, τότε τὸ ἔθνος εἶναι ἐκτός.
§122ΚΑΛΟΣ. Νὰ διαλυθῇ.
§123ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κατὰ τὴν ἔννοιάν σας. Μοὶ ἀντέταξαν λοιπὸν τὸ δεδικασμένον· τὴν ἐπιοῦσαν ἐπανέρχομαι εἰς τὴν συζήτησιν καὶ ἐπιμένω νὰ γίνῃ ἀνάπτυξις, διὰ ν’ ἀνακοινώσωμεν πρὸς ἀλλήλους τὰς ἰδέας, εἰς μάτην, τὸ δεδικασμένον ὑπερίσχυε· τότε εὑρισκόμενος εἰς ἀμηχανίαν, προτείνω τὴν τελευταίαν περικοπὴν περὶ βασιλοκτονίας καὶ οὕτω πως εὑρίσκεται προστεθειμένη ἡ περικοπὴ αὕτη, ἡ ὁποία, ὡς θέλω λάβει τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ἀποδείξω, εἶναι εἰς πλήρη ἀντίφασιν μὲ τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς καὶ εἰς πλήρη ἀντίφασιν κατὰ τὴν ἔννοιαν, κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ ἔντιμος προλαλήσας πληρεξούσιος Ξηροχωρίου ἀνέπτυξεν ἀπὸ τοῦ βήματος. Προχωρῶ ὅμως ἀπ’ εὐθείας εἰς τὰ πράγματα. Παραδεχόμεθα διὰ τοῦ Συντάγματος, ὅπως εἶναι συντεταγμένον, τὴν θανατικὴν ποινήν, παραδεχόμεθα αὐτὴν ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων, ἐξαιροῦμεν δὲ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Πρέπει τώρα νὰ ἐρωτήσωμεν πρῶτον τὸν λόγον τῆς ἐξαιρέσεως καὶ δεύτερον νὰ ἐξετάσωμεν ποῖαι εἶναι αἱ συνέπειαι τῆς ἐξαιρέσεως διὰ τὴν κοινωνίαν· ἡ ἐξαίρεσις αὐτὴ ὑπαγορεύεται ἐκ σπουδαίας ἀνάγκης, ὑπαγορεύεται ἀπὸ αἴσθημα φιλανθρωπίας, τὸ ὁποῖον εἶναι δίκαιον νὰ ὑποστηρίξωμεν, ἢ ὄχι; Ἠξεύρω κάλλιστα, ὅτι διατρέχει ἡ θεωρία, τὴν ὁποίαν πολλοὶ ἀνέγνωσαν εἰς τὸ σύγγραμμα τοῦ Κ. Guizot, τὸ ὁποῖον ἔγραψε πρὸ τῆς Ἰουλιανῆς ἐπαναστάσεως, τὸ ὁποῖον ἔγραψε κατὰ τὴν ἐποχὴν, ὅταν ἐδικάσθησαν ἐν Γαλλίᾳ 6 ἢ 8 συνωμοσίαι καὶ ὅτε ἔπιπτον συχνάκις κεφαλαί, καὶ ἐν τοσούτῳ ἐν αὐτῇ τῇ πραγματείᾳ, ἂν παρατηρήσητε, δὲν διδάσκεται ἡ κατάργησις τῆς κεφαλικῆς ποινῆς ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων· ὁ Κ. Γκιζῶτος δὲν ζητεῖ μεταῤῥύθμισιν τοῦ νόμου, δὲν λέγει, ἐπιθυμῶ νὰ μεταβληθῇ ὁ νόμος καὶ διὰ τοῦ νόμου νὰ καταργηθῇ ἡ κεφαλικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων· ὁ Γκιζῶτος ζητεῖ νὰ δείξῃ, ὅτι κεφαλικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων ὡρισμένων δὲν ἐπιφέρει τὸ ζητούμενον ἀποτέλεσμα, οὔτε ἠθικῶς, οὔτε πραγματικῶς, δηλ. τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀποτροπῆς τῶν ἐγκλημάτων. Αὐτὴ ἡ θεωρία ἔφερε τῷ ὄντι ἀποτελέσματα μεγάλα εἰς τὸ πνεῦμα τῶν Συνταγματικῶν Ἐθνῶν, καὶ πρακτικῶς διὰ τῆς ἐφαρμογῆς τῶν νόμων εἴδομεν τῷ ὄντι, ὅτι ἔκτοτε δὲν ἐφηρμόσθη πλέον κεφαλικὴ ποινὴ ἐπὶ ἐκείνων τῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα δὲν περιέχουν στοιχεῖα ἐγκλήματος κοινοῦ, διότι γνωρίζετε, ὅτι ἡ ἐποχὴ ἡμῶν ἐκληρονόμησεν αὐστηροτάτας ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ δικαίου, καὶ ἰδίως ὡς πρὸς τὰ ἐγκλήματα τῆς ἐσχάτης προδοσίας. Ὡς λέγει εὐφυέστατα ὁ Montesqiueu, ἀρκεῖ νὰ ᾖναι ἐλαστικὸς ὁ ὅρος τοῦ ἐγκλήματος τῆς ἐσχάτης προδοσίας διὰ νὰ ὑπάρχῃ τυραννία· ἡ ἐλαστικότης τοῦ ὁρισμοῦ ἐπέφερεν, ὥστε περιλαμβάνονται ἀκόμη καὶ σήμερον πολλαὶ πράξεις ἐντὸς τοῦ κύκλου τῶν ἐγκλημάτων, διὰ τὰ ὁποῖα ποτέ τις δὲν θέλει δεχθῆ τὴν κεφαλικὴν ποινὴν, ἀλλ’ ὅταν λέγωμεν πολιτικὰ ἐγκλήματα δὲν περιοριζόμεθα εἰς στενὸν κύκλον ἐγκλημάτων, ἀλλὰ περιλαμβάνομεν ἐγκλήματα ἀναρίθμητα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι μικροῦ λόγου, ἀλλὰ λίαν ἐπικίνδυνα εἰς τὴν ἐπικράτειαν καὶ εἰς τὰ καθεστῶτα. Θέλω σᾶς φέρει παραδείγματα καὶ θέλω σᾶς ἐρωτήσει ἂν ᾖναι ἢ δὲν ᾖναι ἐπικίνδυνα, καὶ ἂν εἴπητε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπικίνδυνα, θέλω συμφωνήσει μεθ’ ὑμῶν· καὶ σεῖς ὅμως ἂν μὲ τὴν αὐτὴν εἰλικρίνειαν ἀναγνωρίσητε τὸ ἐπικίνδυνον, θέλετε συμφωνήσει μετ’ ἐμοῦ. Ἐκτείνονται λοιπὸν ἐπὶ ἀπεράντου κύκλου τὰ ἐγκλήματα ταῦτα. Ἐξετάσατε ποῖα εἶναι καὶ πόσα, ὥστε λέγετε, ὅτι δὲν εἶναι ἐπικίνδυνα; τὰ ἀπηριθμήσατε; Ἐγὼ σᾶς λέγω, ὅτι εἶσθε ἀξιωματικοὶ καὶ ἴσως εὑρέθητε εἰς θέσιν νὰ ὑπερασπισθῆτε τὴν πατρίδα ἀπέναντι ἐχθροῦ, οὐχὶ ὅπως τὴν ὑπερασπίζεσθε ἀπέναντι τοῦ ἀπολυτισμοῦ. Ὑποθέσατε, ὅτι τὰ σχέδια, τὰ ὁποῖα εἶναι τὸ ἀπόῤῥητον τοῦ στρατάρχου, ἂν οὐχὶ ὅλου τοῦ ἐπιτελείου, ὑποθέσατε, ὅτι αὐτὰ τὰ σχέδια προδίδονται εἰς τὸν ἐχθρόν. (θόρυβος). Παρακαλῶ. Μοὶ λέγετε, ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα. Τί ἔγκλημα λοιπὸν εἶναι; Ἐὰν κινῆται ἀπὸ πολιτικὴν ἰδέαν, ἢ ἀπὸ πολιτικὸν φρόνημα, εἶναι ἔγκλημα πολιτικὸν, δὲν ἀρνοῦμαι ὅμως, ὅτι δύναται νὰ γίνῃ καὶ ἐκ κερδοσκοπίας· τὸ δέχομαι, ὅτι δύναται νὰ ἐκτελεσθῇ ἀπὸ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος θέλει λάβει παρὰ τοῦ ἐχθροῦ ἀμοιβήν· ἀλλ’ ἂν γίνῃ ἀπὸ πολιτικὸν σκοπὸν, ἂν γίνῃ ἀπὸ πολιτικὰς αἰτίας, ἂν γίνῃ ἀπὸ ἄνθρωπον, ὁ ὁποῖος θέλει τὴν ἀποτυχίαν τῆς ἐκστρατείας διὰ νὰ ὑπηρετήσῃ τὰς πολιτικὰς ἰδέας του, νομίζετε, ὅτι δὲν λαμβάνει τὸν χαρακτῆρα τοῦ πολιτικοῦ ἐγκλήματος; Ἅμα προδίδωνται σχέδια, φρούρια, τί θέλετε πράξει ἀπέναντι ὅλου τοῦ στρατοῦ, ὁ ὁποῖος θυσιάζεται καὶ τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν μέλλει νὰ ῥεύσῃ τὸ αἷμά του ἐξ αἰτίας τῆς προδοσίας; Ἀλλ’ ὡς παρατηρεῖτε, πολλοὶ νομίζουν, ὅταν λέγουν πολιτικὸν ἔγκλημα, ὅτι δὲν ἐννοοῦν τὸ δεῖνα ἔγκλημα ὡς πολιτικὸν ἢ τὸ δεῖνα. Δὲν ἤλθομεν ἐδῶ, Κύριοι, νὰ ὁμιλήσωμεν περὶ ποινικοῦ δικαίου καὶ νὰ ἀνατρέξωμεν εἰς ὅλας τὰς θεωρίας ἵνα ἴδωμεν ποῖα εἶναι ἢ δὲν εἶναι πολιτικὰ ἐγκλήματα. Ὁ ἡμέτερος νομοθέτης δὲν ἐφρόντισε νὰ ὁρίσῃ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ὅπως ἔπραξαν ἄλλοι, ἐνῷ ὥρισεν, ὅτι δικάζονται, ὅπως καὶ τὰ τοῦ τύπου, παρ’ ἐνόρκων. Ἐν ἐλλείψει ὁρισμοῦ τοῦ νόμου, ποῖα εἶναι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, μόνον ἔχομεν τὸν ἑξῆς γνώμονα· ὅτι ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον δὲν ἔχει σκοπὸν ἰδιοτελῆ, εἶναι πολιτικὸν, ὅταν τουτέστιν ὁρμᾶταί τις ἐκ τῆς ἰδέας νὰ μεταβάλῃ τὸ πολίτευμα, καὶ ἂν θέλῃ νὰ τὸ μεταβάλῃ, προσκαλῶν καὶ τοὺς ἐχθροὺς τοῦ Κράτους. Ὑπῆρξαν πολλὰ τοιαῦτα παραδείγματα· πρέπει ὅλα νὰ τὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν, πρέπει νὰ γνωρίσωμεν ἐπακριβῶς τὶ ἐννοοῦμεν διὰ τῆς λέξεως πολιτικὸν ἔγκλημα. Ταῦτα εἶπον, Κύριοι, ἵνα ἀντιταχθῶ εἰς τὰς παρατηρήσεις τινῶν καὶ τὰς διακοπὰς, ὅτι τὸ δεῖνα δὲν εἶναι πολιτικὸν, διότι ταῦτα προέρχονται ἀπὸ ἀτελῆ σκέψιν περὶ τοῦ πράγματος καὶ οὐχὶ ἀπὸ μελέτην πλατυτέραν καὶ ἀνάγνωσιν ἐκείνων τῶν νόμων, ὅπου ὑπάρχουν ῥηταὶ κατηγορίαι, δι’ ὧν χαρακτηρίζονται ποῖα λογίζονται πολιτικὰ ἐγκλήματα καὶ ποῖα ὄχι. Λέγω μόνον τὸ ἑξῆς, ὅτι, ὅταν λέγωμεν πολιτικὸν ἔγκλημα, δὲν ἐννοοῦμεν, ὅτι κατὰ τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ πολιτικοῦ ἐγκλήματος προστίθεται καὶ στοιχεῖον κοινοῦ ἐγκλήματος. Νομίζουν λοιπὸν τινές, ὅτι δύναταί τις τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα νὰ χωρίσῃ εἰς δύο στοιχεῖα καὶ νὰ εἴπῃ, ἐπιβάλλω τὴν δεῖνα ποινὴν ἐπὶ τοῦ κοινοῦ ἐγκλήματος, ἀλλ’ ἐπὶ τοῦ πολιτικοῦ, ὅ ἐγένετο συνάμα, δὲν ἐπιβάλλω· καὶ διὰ τῆς διατάξεως αὐτῆς δὲν ἐννοῶ ν’ ἀπαλλάξω καὶ τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, ἀλλὰ μόνον τὰ πολιτικά. Νομίζετε, ὅτι εἶναι εὔκολον νὰ διαστείλητε τὸ κοινὸν ἔγκλημα ἀπὸ τὸ πολιτικὸν καὶ νὰ εἰπῆτε, ἂς προσθέσω μίαν ἔκφρασιν καὶ νὰ εἴπω, τὰ καθαρῶς πολιτικὰ ἐγκλήματα; Πρῶτον αὐτὴ ἡ ἔκφρασις, ἐὰν θέλῃ τις νὰ τὴν προτείνῃ, εἶναι ὅλως ἀνοίκειος, διότι οὐδὲν ἔγκλημα εἶναι καθαρὸν, ὅλα εἶναι ἀκάθαρτα· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον συνήθως λέγομεν, εἶναι, ἂν τὸ ἔγκλημα ᾖναι ἁπλοῦν ἢ σύνθετον, ἂν ᾖναι simplex ἢ qualificatum· ἂς λάβωμεν π. χ. στάσιν, ἥτις ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα, διότι γίνεται διὰ πολιτικοὺς σκοπούς· δὲν ἠξεύρω ἂν θὰ φιλονεικήσητε, ὅτι καὶ ἡ στάσις δὲν εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα· κατ’ αὐτὴν γίνονται φόνοι κατὰ διαφόρους τρόπους, δύνανται νὰ γίνουν ἐν τῇ συμπλοκῇ, ὅτε δὲν ὑπάρχει προηγουμένη πρόθεσις τοῦ φόνου, ἀλλ’ ἡ ἀλληλουχία τῶν περιστάσεων προεκάλεσεν αὐτοὺς διὰ τῆς ἐξεγέρσεως τῶν παθῶν κατὰ τὴν συμπλοκὴν, ἀλλὰ δύνανται νὰ γίνουν κατ’ αὐτὴν τὴν στάσιν φόνοι καὶ παρ’ ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ὠφελοῦνται τῆς εὐκαιρίας διὰ νὰ φονεύσωσιν ἐχθρὸν ἀπὸ ἐκδίκησιν· δύνασθε νὰ εἴπητε, ὅτι αὐτὸς ὁ στασιαστὴς, ὁ ὁποῖος ἔλαβε τὰ ὅπλα εἰς τὰς χεῖρας καὶ διὰ τῶν ὅπλων ἤθελε νὰ προχωρήσῃ εἰς τὴν στάσιν, μεταχειριζόμενος αὐτὰ εἴτε ἀμυντικῶς, εἴτε ἐπιθετικῶς, ὅτι δὲν ἔπραξε πολιτικὸν ἔγκλημα; Ὁ ἕτερος ὅμως, ὁ ὁποῖος ἐξεδικήθη πάθος, ὁ ὁποῖος ἐῤῥίφθη ἐν τῷ μέσῳ τῆς συμπλοκῆς ζητῶν τὸν ἐχθρόν του, κατὰ τοῦ ὁποίου ἔπνεεν ἐκδίκησιν καὶ τὸν ἐφόνευσε, πράττει πολιτικὸν ἢ κοινὸν ἔγκλημα; Τοιαύτη διαστολὴ ὑπάρχει εἰς τὸν νοῦν ἐκείνων, οἵτινες θέλουν νὰ ὑποστηρίξουν τὸ ἄρθρον τοῦτο; Ἐρωτῶ ἂν ἦναι εὔκολον νὰ διαχωρίσητε ἐπὶ δεδομένης στάσεως, πότε ὁ φόνος ἔγεινεν ὡς συνέπεια τῆς στάσεως καὶ ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα, ἢ ἡ στάσις ἐχρησίμευσεν ὡς εὐκαιρία. Θέλω ἐρωτήσει ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μετὰ τόσης λεπτότητος εἰσχωροῦν εἰς τὰ πράγματα καὶ εὑρίσκουν τὴν διαστολὴν, χωρίζοντες εὐκόλως τὸ κοινὸν στοιχεῖον τοῦ ἐγκλήματος ἀπὸ τὸ πολιτικόν. Ἐρωτῶ νὰ μοὶ εἴπητε τί θέλουν πράξει οἱ δικασταὶ, θέλοντες νὰ ἐφαρμόσουν τὸν Νόμον εἰς τοιαύτην περίστασιν; τί θέλουν πράξει ἂν εἶχον ἐνώπιόν των τὴν δολοφονίαν τοῦ Ῥόσσι; Τί ἦτον ὁ φόνος τοῦ Ῥόσσι; Δὲν ἦτο πολιτικὸν ἔγκλημα; Ὁ δολοφόνος τοῦ Ῥόσσι τάχα ἤθελε νὰ ληστεύσῃ τὸν Ῥόσσι, ἤθελε νὰ τοῦ ἀφαιρέσῃ χρήματα; εἶχεν αἰτίαν τινὰ ἰδιαιτέραν; Ὄχι· οὐδεμίαν εἶχε προσωπικὴν αἰτίαν, οὔτε ἐγνώριζεν αὐτὸν ὁ Ῥόσσι, οὔτε ἴσως αὐτὸς ἐγνώριζε τὸν Ῥόσσι. Ποῖος ἦτον ὁ σκοπός; Ἐνόμιζεν, ὅτι προδίδει τὴν ἑνότητα τῆς Ἰταλίας· ἐπίστευεν, ὅτι ἂν λείψῃ ἐκ τοῦ μέσου ὁ Ῥόσσι, ὁ ὁποῖος διεύθυνε τὸ πνεῦμα τοῦ Πατριάρχου τῆς Ῥώμης, ὅτι τὰ πράγματα τῆς Ἰταλίας ἤθελον βαδίσει ἄλλως· διὰ τοῦτο ἐμπήγει τὸ ἐγχειρίδιον εἰς τὸν τράχηλον τοῦ Ῥόσσι Δύνασθε νὰ διακρίνητε τὸ στοιχεῖον τὸ πολιτικὸν καὶ τὸ κοινὸν στοιχεῖον τοῦ ἐγκλήματος; Δύνασθε νὰ εἴπητε εἰς αὐτὸν, ὅτι ὡς πρὸς τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα δὲν ἐπιβάλλω τὴν κεφαλικὴν ποινὴν, ἐπειδὴ ὅμως ὑπάρχει καὶ κοινὸν τὴν ἐπιβάλλω; Ἔρχομαι τώρα νὰ ἐξετάσω ἂν τυχὸν ἔχητε καὶ τὴν ἐναντίαν γνώμην, ἂν προβαίνητε μέχρις αὐτοῦ τοῦ βαθμοῦ, ἂν, ἔχοντες ἐνώπιόν σας τὸν δολοφόνον τοῦ Ῥόσσι, διότι τὸ ἔγκλημα ἔχει πολιτικὸν χαρακτῆρα, δὲν ἐπιβάλλητε τὴν κεφαλικὴν ποινήν. Σᾶς ἐρωτῶ, ὅταν φονεύηται ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος τῆς κοινωνίας, ὅταν δολοφονῆται δι’ ἐνέδρας βδελυρᾶς καὶ ἀνάνδρου, μόνον οἱ ἄνανδροι δύνανται νὰ μεταχειρισθοῦν τὸ ἐγχειρίδιον καὶ χάριν τῆς πολιτικῆς· ὅταν φονεύηται ὁ τελευταῖος ἄνθρωπος, ἐπιβάλλετε τὴν κεφαλικὴν ποινήν· καὶ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν τὴν πολιτείαν, οἱ ὁποῖοι ἀναπτύσσουν πολιτικὸν σύστημα, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι διὰ τοιούτου πολιτικοῦ συστήματος δύνανται νὰ κατασταθοῦν ὠφέλιμοι εἰς τὴν πατρίδα, αὐτοὺς τοὺς ἀφίνετε ἐκτεθειμένους εἰς τὰ ἐγχειρίδια τῶν δολοφόνων, πρεσβεύοντες, ὅτι αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους δύναται πᾶς τις νὰ τοὺς φονεύῃ ἄνευ κινδύνου τῆς κεφαλῆς του;
§124ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Συντομώτερα.
§125ΕΤΕΡΟΙ. Ὄχι· νὰ ὁμιλήσῃ.
§126ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Δὲν ἐπίστευον, ὅτι τόσον σπουδαῖα ζητήματα δύνανται νὰ μὴ κινῶσι τὴν περιέργειαν ἑνὸς ἑκάστου, ἀλλὰ ζητῶ συγγνώμην, ὅτι δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ πραγματευθῶ τὸ ζήτημα ὡς ἁρμόζει, διότι εἶναι μέγα. Λοιπὸν λέγω, ὁποιονδήποτε ὑπηρέτην τῆς πολιτείας τὸν ἀφίνετε οὕτω πως ἐκτεθειμένον εἰς τὸν Νόμον; ἀπαιτεῖτε νὰ εἴπῃ, ἐπειδὴ εἶσαι ὑπηρέτης τῆς πολιτείας, ἐπειδὴ εἶσαι λειτουργὸς αὐτῆς, διὰ τοῦτο ἡ κεφαλὴ σου εἶναι κατωτέρας ἀξίας τῆς κεφαλῆς τοῦ τελευταίου πολίτου; Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πολλοὺς καθιστᾷ ἴσως μᾶλλον ἐπιῤῥεπεῖς εἰς τὸ νὰ θεωρήσουν, ὅτι πράττουν φιλάνθρωπόν τι, εἶναι, ὅτι καθιεροῦν κατάργησιν κεφαλικῆς ποινῆς. Ἀλλὰ τὴν φιλάνθρωπον ταύτην κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐδοκίμασάν τινα κράτη τῆς Εὐρώπης, ἀλλὰ δὲν ἔφερεν ἀποτέλεσμα, καὶ βλέπετε, ὅτι καὶ ἡ πλειοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς δὲν ἔκαμε τοιαύτην χρῆσιν, δὲν ἐνόμισεν, ὅτι πρέπει νὰ κινδυνεύσῃ τὴν κατάργησιν τῆς κεφαλικῆς ποινῆς διὰ τοῦ Συντάγματος. Εἴμεθα πάντοτε εἰς καιρὸν διὰ Νόμου νὰ καταργήσωμεν τὴν κεφαλικὴν ποινὴν καὶ δὲν ἔχομεν ἀνάγκην νὰ κάμωμεν τοῦτο διὰ τοῦ Συντάγματος. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν θέλομεν ἀπολύτως νὰ δοκιμάσωμεν αὐτὸ τὸ πείραμα ἐπὶ ὅλων τῶν ἐγκλημάτων, διατί νὰ τὸ δοκιμάσωμεν εἰδικῶς; Νομίζετε, ὅτι καθιεροῦντες τὴν κατάργησιν ὡς πρὸς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, προσφέρετε ὑπηρεσίαν εἰς τὴν κοινωνίαν, ἂν εἰπῆτε, ὅτι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα δὲν τιμωροῦνται διὰ κεφαλικῆς ποινῆς; Δὲν δύναμαι νὰ δεχθῶ αὐτὴν τὴν ἐξαίρεσιν, οὔτε εἶναι ἀληθές, ὅτι ἡ συνωμοσία μόνη ἀποτελεῖ τὸ ἐξαιρούμενον ἔγκλημα. Παραδέχομαι, ὅτι ὁ ποινικὸς Νόμος ὡς πρὸς τοῦτο εἶναι πέραν τοῦ δέοντος αὐστηρὸς, ἀλλὰ δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ πρόσφορος περίστασις νὰ διορθώσωμεν τὴν αὐστηρότητά του. Ἐν γένει εἶναι λίαν αὐστηρὸς ὁ Ποιν. ἡμῶν Νόμος, ἀπαγγέλλων εἰς μικρᾶς τάξεως ἐγκλήματα τὴν κεφαλικὴν ποινήν· ἀλλὰ διότι τοιοῦτος ποινικὸς Νόμος ὑπερβαίνει τὰ ὅρια τοῦ δέοντος, ἐνῷ κατὰ πᾶσαν ἐποχὴν δύναται νὰ διορθωθῇ καὶ διορθοῦται, ὁπότε τὸ κράτος εὑρίσκεται εἰς τοιαύτην ἄνεσιν πνεύματος, ὥστε δύναται νὰ σκεφθῇ οὐ μόνον περὶ τῶν μεγάλων συμφερόντων, ἀλλὰ καὶ περὶ παντὸς μέρους τῆς Νομοθεσίας, εἶναι ἀνάγκη, διότι εἶναι ὑπερβολικὸς ὁ ποιν. Νόμος, νὰ καταργήσωμεν τὴν κεφαλικὴν ποινὴν καὶ δι’ ἐκεῖνα τὰ ἐγκλήματα, ἅτινα εἶναι ἐπικίνδυνα εἰς τὸ Κράτος; Δὲν γνωρίζω, πῶς ἐννόησεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, ὅτι ἂν εἰς τὰς ἐκλογὰς γίνωνται ἐγκλήματα, δὲν ἔχουν χαρακτῆρα πολιτικοῦ ἐγκλήματος, ἀλλ’ ὅτι εἶναι κοινά· δὲν ἐννοῶ τὸν λόγον διὰ τί εἶναι κοινά. Ἐάν ὑποθέσητε, ὅτι ἔγεινε πλαστογραφία πρακτικῶν, παραδέχομαι, ὅτι εἶναι κοινὸν ἔγκλημα, ἂν ἡ πλαστογραφία γίνῃ ἀπὸ ἄνθρωπον, ὅστις δωροδοκεῖται νὰ πράξῃ αὐτὸ τὸ ἔγκλημα, τότε εἶναι κοινόν. Ἄν ἐνεργῆται ὅμως ἡ πρᾶξις παρ’ ἑνὸς, ὅστις ἔχει μόνην τὴν ζέσιν πολιτικοῦ συμφέροντος, δὲν βλέπω, διατὶ εἶναι κοινὸν ἔγκλημα καὶ διατὶ δὲν εἶναι σύνθετον. Ἀλλὰ δὲν ἐρωτῶ περὶ τῆς πλαστογραφίας. Εἰς τὰς ἐκλογὰς γίνονται πάντοτε συγκρούσεις, καὶ ἐνίοτε αἱματηραί, εἶναι ὅμως ἐξαισία ἡ εὐκαιρία δι’ ἐκείνους, οἵτινες θέλουν νὰ κορέσουν τὰ πάθη των. Ὅταν λοιπὸν καθιερώσωμεν, ὅτι δὲν κινδυνεύει τὴν κεφαλήν του, ὅστις εἰς αὐτὴν τὴν ἐποχὴν τῶν ἐκλογῶν ἐγκληματεῖ διὰ νὰ ἱκανοποιήσῃ τὰ πάθη του, ὁπλιζόμενος κατὰ τοῦ ἀντιπάλου του καὶ φονεύων αὐτὸν ἄνευ συμφέροντος ἰδιοτελείας, ἀλλ’ ἁπλῶς ἐκ σκοποῦ πολιτικοῦ, τότε αἱ ἐκλογαὶ θέλουν γίνει πρόσφορος εὐκαιρία ἀλληλοσφαγίας. Δὲν ἠξεύρω πῶς ὁ ἔντιμος προλαλήσας ἐννοεῖ τοῦτο, καὶ ἐπιθυμῶ ἡ Συνέλευσις νὰ ἔχῃ τὴν ὑπομονὴν νὰ δώσῃ ἐκ δευτέρου τὸν λόγον νὰ ἐξηγηθῇ, διότι ἐγὼ δὲν ἐπιθυμῶ νὰ κερδήσῃ ἡ θεωρία μου, ἀλλὰ προτιμῶ νὰ ἰσχύσῃ ἡ ἀλήθεια καὶ νὰ καταδειχθῇ, ὅτι σφάλλω. Χωρὶς νὰ ὑπάρχῃ ἰδιοτέλεια, ἀλλὰ μόνον φαίνεται πολιτικὸν πάθος, τὸ ἔγκλημα εἶναι κοινόν; Ὑποθέσατε, ὅτι πολιτικοὶ φίλοι τῆς μιᾶς μερίδος καὶ πολιτικοὶ φίλοι τῆς ἄλλης συναντώμεθα κατὰ τὰς ἐκλογὰς, ἐρεθιζόμεθα καὶ πρῶτος ἐγὼ μεταχειρίζομαι τὸ ὅπλον καὶ φονεύω· τί εἶναι αὐτὸς ὁ φόνος; εἶναι ὀλιγώτερον παρὰ ἐὰν εἰς ἄλλην περίστασιν ἐγίνετο δι’ ἄλλας ἔριδας μὴ πολιτικάς; Θέλετε εἰπεῖ, ὅτι τοῦτο εἶναι ἐλαφρυντικὴ περίστασις· ἐὰν εἰς ἄλλην ἐποχὴν, μὴ ὑπαρχουσῶν ἐκλογῶν, ἤθελον ἀπαντήσει τὸν ἴδιον ἄνθρωπον ὁπουδήποτε, καὶ ἠθέλομεν ἔλθει εἰς σύγκρουσιν καὶ ἐφόνευον αὐτόν, εἰς τὸ κοινὸν τοῦτο ἔγκλημα ἐπιβάλλεται κεφαλικὴ ποινὴ, ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶναι ἐκλογαὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιβάλληται; Συγχωρήσατε τώρα νὰ δείξω τὴν ἀντίφασιν, εἰς ἣν εὑρίσκεται τὸ πρῶτον μέρος αὐτῆς τῆς περικοπῆς πρὸς τὸ δεύτερον· τὸ βʹ. μέρος λέγει «ἐκτὸς τῆς κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ἀνθρωποκτονίας». Λοιπὸν τὴν ἀνθρωποκτονίαν ἐξαιρεῖτε ἀπὸ τὴν ἐξαίρεσιν· ἐνῷ ἔχετε τὸν κανόνα ἐπὶ κοινῶν ἐγκλημάτων τὴν κεφαλικὴν ποινὴν, δέχεσθε τὴν ἐξαίρεσιν τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, καθ’ ἃ καταργεῖτε τὴν κεφαλικὴν ποινήν· ἔπειτα ἔχετε τὴν ἐξαίρεσιν τῆς ἐξαιρέσεως, πλὴν τῆς ἀνθρωποκτονίας τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Ἀλλ’ ἐνταῦθα ἡ ἀνθρωποκτονία τί εἶναι, ἢ κοινὸν ἔγκλημα; Πρὸ ὀλίγου ἀνεφαίνετο ἡ θεωρία, ὅτι ἡ κατάργησις εἶχε σχέσιν πρὸς μόνον τὸ πολιτικὸν στοιχεῖον. Ἀλλ’ ἂν ἡ ἀνθρωποκτονία δὲν ἐξαιρῆται, πρὸς τί ἡ ἐξαίρεσις τῆς ἐξαιρέσεως ἐπὶ ἀνθρωποκτονίας τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας; δὲν ἐξαιρεῖται τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα διὰ τοῦ κειμένου· ἐξαιρεῖτε τὴν ἀνθρωποκτονίαν τοῦ Βασιλέως, δηλαδὴ τὸ κοινὸν ἔγκλημα. Λοιπὸν, ἂν δὲν ἦτο τὸ πρόσωπον τοῦ Βασιλέως καὶ ἐγίνετο ἀνθρωποκτονία, καὶ ὅπως εἶπον τὸ παράδειγμα τοῦ Ῥόσσι, καί τοι ὑπάρχοντος στοιχείου κοινοῦ ἐγκλήματος, λόγῳ τοῦ πολιτικοῦ χαρακτῆρος δὲν ἐφαρμόζεται ἡ κεφαλικὴ ποινή. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι εἶναι εἰς ἀντίφασιν τὸ ά. καὶ τὸ βʹ. μέρος τοῦ κειμένου· τότε μόνον δὲν εἶναι εἰς ἀντίφασιν, ἐὰν εἰπῆτε, ὅτι τὸ α. μέρος καταργεῖ τὴν κεφαλικὴν ποινὴν οὐ μόνον διὰ τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ καὶ διὰ τὸ κοινόν. Βλέπω, ὅτι ἀκόμη ἐπιμένουν νὰ μὴ τὸ ἐννοήσουν· ὅταν ἐξαιρῆτε τῆς ἐξαιρέσεως τὴν ἀνθρωποκτονίαν τοῦ Βασιλέως, σημαίνει, ὅτι ἔχετε ἀνάγκην νὰ ἐξαιρέσητε τὴν ἀνθρωποκτονίαν, διότι ἐὰν δὲν ἐξαιρέσητε αὐτὴν ὑπηγάγετο εἰς τὴν κατάργησιν τῆς κεφαλικῆς ποινῆς· ἐπειδὴ εἶναι ὑπὸ τὴν κατάργησιν, διὰ τοῦτο ἐξαιρεῖτε τὴν ἀνθρωποκτονίαν τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας. Τὸ συμπέρασμα εἶναι, ὅτι ἐπὶ πολιτικοῦ ἐγκλήματος, καθ’ ὃ ἔγεινε πρᾶξις τιμωρητέα διὰ τῆς κεφαλικῆς ποινῆς, ἐὰν δὲν ὑπῆρχεν ἐν τῷ μέσῳ ὁ πολιτικὸς χαρακτὴρ, καταργεῖτε τὴν κεφαλικὴν ποινήν. Ἰδοὺ, Κύριοι, ποῦ εὑρίσκω τὴν ἀντίφασιν. Σᾶς λέγω, ὅτι ἐγὼ εἶμι ὁ παραίτιος τῆς ἀντιφάσεως, καὶ ὁμολογῶ τὴν ἐνοχήν μου, φέρων ἐνώπιόν σας τὸν αὐτουργὸν, διὰ νὰ τὸν καταδικάσητε. Ἀλλὰ μὲ ἠνάγκασαν εἰς τοῦτο, προτείνοντες τὸ δεδικασμένον καὶ μὴ παραδεχόμενοι τὰς παρατηρήσεις μου, ὅτι ὑπὸ τὴν πλατυτάτην ἔννοιαν τοῦ πολιτικοῦ ἐγκλήματος οὐδεμία γίνεται διαστολὴ, ὥστε ἅμα ὑπάρχῃ στοιχεῖον κοινοῦ ἐγκλήματος, φόνος, τραῦμα, νὰ μὴ ἰσχύῃ ἡ κατάργησις τῆς κεφαλικῆς ποινῆς. Οὕτως ἐφρόνει καὶ ὁ Κ. Γκιζὼ περὶ μόνης τῆς συνωμοσίας ὁμιλῶν, ἄνευ πράξεως ἐξωτερικῆς κοινοῦ ἐγκλήματος. Συνωμοσία παρ’ ἡμῖν εἶναι τὸ ἔσχατον τῶν ἐγκλημάτων, καὶ ἐὰν ἀκόμη οὐδεμία ἐνεργηθῇ ἐξωτερικὴ πρᾶξις, ἀρκεῖ μόνον νὰ συνομολογήσουν πρὸς ἀλλήλους ἀμοιβαίαν συνδρομὴν καὶ νὰ καταρτίσουν σχέδιον. Μόνον ἡ ἀνακοίνωσις τῶν ἰδεῶν ἀποτελεῖ τὸ ἔγκλημα. Αὐτοὺς τοὺς αὐστηροὺς ὁρισμοὺς ἐλπίζω, ὅτι μίαν ἡμέραν θέλω ἰδεῖ καταπίπτοντας καὶ ἔτυχε περίστασις νὰ φέρω τὸν λόγον ὑπὲρ τῶν ἐπὶ συνωμοσίᾳ κατηγορουμένων ἔχων συναδέλφους ἐμοῦ εὐγλωττοτέρους καὶ νὰ πολεμήσω αὐτοὺς τοὺς ὁρισμοὺς, προσπαθήσας τοὐλάχιστον νὰ δοθῇ τοιαύτη νομικὴ ἑρμηνεία, ὥστε ἡ συνωμοσία νὰ ἔχῃ ὅλα τὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα καὶ ἡ σύστασις ἐπὶ τῶν κοινῶν ἐγκλημάτων. Διὰ τοῦτο καὶ μόνον, διότι συνελάβομεν τὴν ἰδέαν νὰ ῥίψωμεν τὰ καθεστῶτα καὶ ἐσχεδιάσαμεν τὸν τρόπον, μόνον διὰ τοῦτο νὰ κινδυνεύῃ ἡ κεφαλὴ ἡμῶν; Ἀλλὰ δὲν ἀνησυχῶ διὰ τὴν ὑπερβολὴν ταύτην τῆς αὐστηρότητος, ὅσον καὶ ἂν ἀποστρέτωμαι αὐτήν. Σᾶς ἐρωτῶ, ἴδετε ποτὲ ἐκτέλεσιν ποινῆς διὰ τοιαύτας πράξεις; ἔχετε παράδειγμα κεφαλικῆς ἐκτελέσεως διὰ συνωμοσίαν; Ἐν Γαλλίᾳ, ὅταν ἔγραφεν ὁ Κ. Γκιζὼ, εἶχον πέσει εἴκοσιν ἢ τριάκοντα κεφαλαὶ κατὰ τὰς διαφόρους ἐπαρχίας. Ἐπὶ Καρόλου τοῦ Ιʹ. ἦτον ἡ ἐποχὴ τῆς καταδρομῆς τοῦ δημοκρατικοῦ στοιχείου, ὅπερ καθ’ ἡμέραν ἔσειε τὴν χαίτην του καὶ ἐνόμιζον, ὅτι θέλουν τὸ ἐκφοβίσει διὰ τῆς μαχαίρας τῆς δικαιοσύνης, καὶ πάλιν, ὡς σᾶς εἶπον, ὁ Κ. Γκιζὼ δὲν ἐζήτει τὴν κατάργησιν τῆς κεφαλικῆς ποινῆς ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων· ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδὲν παράδειγμα γνωρίζω ἐκτελέσεως κεφαλικῆς ποινῆς ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ μεταγενεστέρως διὰ συνωμοσίαν, καθ’ ἣν δὲν ἐπράχθη φόνος, διότι ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα, ὅτι ἐκείνους, οἵτινες ἐπειράθησαν κατὰ τῆς ζωῆς τοῦ Φιλίππου, καί τοι καταδικασθέντας εἰς θάνατον, δὲν ἀπεκεφάλισαν, ὅταν δὲν εἶχεν ἐνεργηθῆ φόνος, δὲν ἕπεται, διότι ἀπαγγέλλει ὁ ποινικὸς Νόμος θανατικὴν ποινὴν, ὅτι θέλει ἐκτελεσθῇ. Δὲν βλέπω λοιπὸν τὴν μεγάλην ἀνάγκην, διότι ἡ μεγάλη αὐστηρότης τοῦ ποινικοῦ Νόμου μετριάζεται διὰ τῆς χάριτος. Νομίζω λοιπὸν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον εἶναι ἄξιον σπουδαίας συζητήσεως· βεβαίως δὲν ἐννοῶ, ὅτι φέρω τελευταῖος τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ θέματος, ἀλλὰ θεωρῶ ἀναγκαίαν σπουδαίαν συζήτησιν ἐπ’ αὐτοῦ διὰ νὰ διευκρινισθῇ, καὶ νομίζω, ὅτι προτιμότερον εἶναι ν’ ἀπαλείψωμεν τὴν περικοπὴν τοῦ κειμένου, ἥτις δύναται νὰ παρέξῃ μεγάλους κινδύνους διὰ τὸ μέλλον.
§127ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. (εἰσηγητὴς) Πρόκειται πραγματικῶς περὶ τοῦ πολυτιμοτάτου δώρου, ὅπερ ἔδωκεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν ἄνθρωπον, πρόκειται περὶ τῆς ζωῆς, ἐξ ἧς πάντα τὰ λοιπὰ πηγάζουσι διὰ τὸν ἄνθρωπον δίκαια, καὶ διὰ τοῦτο μετὰ συγκινήσεως ἀναβαίνω τὸ βῆμα τοῦτο ὅπως τὸ ζήτημα πραγματευθῶ. Ὁμολογῶ, ὅτι ἡ ἰδέα τῆς χύσεως τοῦ αἵματος πάντοτε συνετάραξε τὴν καρδίαν μου· ὁμολογῶ, ὅτι κλίνω πρὸς ἐκείνους, οἵτινες θέλουσι τὴν κατάργησιν τῆς κεφαλικῆς ποινῆς, καὶ διότι γνωρίζω ἐκ τῆς φιλοσοφίας πόσον ἡ τοιαύτη ποινὴ ἀντιβαίνει εἰς τὴν κοινωνικότητα καὶ τὴν φύσιν τοῦ ἀνθρώπου, καὶ διότι ἐκ τῆς ἱστορίας ἐδιδάχθην εἰς ὁποῖα καὶ ὁπόσα μεγάλα δυστυχήματα ἔδωκεν ἡ ποινὴ αὕτη χώραν, καὶ εἰς ὁπόσα λάθη δικαστικὰ ὑπέπεσαν, καὶ ἀπίθανον δὲν εἶναι καὶ εἰς τὸ μέλλον νὰ ὑποπέσωσι, τὰ ἐξ ἀνθρώπων συγκεκροτημένα δικαστήρια. Ἀλλ’ εἰ καὶ εἰσέτι δὲν ἐπέστη διὰ τὴν Ἑλλάδα ἡ ὥρα τῆς γενικῆς καταργήσεως τῆς ποινῆς ταύτης, ἂς τὴν περιορίσωμεν τοὐλάχιστον εἰς ἐκείνους μόνους τοὺς ἀδικήσαντας, περὶ τῶν ὁποίων παντὸς ἀνθρώπου λογικοῦ ἡ συνείδησις ἀδιστάκτως ἀποφαίνεται, ὅτι ἀνόσια ἔπραξαν, καὶ λαβόντες μάχαιραν μαχαίρᾳ τὰ ἐπίχειρα τῆς κακίας των λαμβάνουσι· τοιοῦτοι δ’ εἰσὶν ὅσοι ἔλαβον τὴν μάχαιραν διὰ νὰ δολοφονήσωσι τὸν ὅμοιόν των, οἱ λῃσταί, οἱ ἐμπρησταί· μὴ ταυτίσητε ὅμως τὴν τύχην τῶν πολιτικῶς ἀδικοῦντων πρὸς τοὺς τοιούτους κακούργους. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος λόγος ὑπερμαχεῖ ὑπὲρ τῆς γνώμης μου· οἱ θανατοῦντες τὸν πολιτικῶς ἀδικήσαντα δὲν θανατοῦσι τὸ ἄτομον, ἀλλὰ τὴν ἰδέαν ζητοῦσι νὰ ἐξοντώσωσιν, ἡ ἱστορία ὅμως ἀπέδειξε πάντοτε, ὅτι μάτην ζητοῦσι νὰ πνίξωσι τὴν ἰδέαν ἐν τῷ αἵματι· ἡ πολιτικὴ ἰδέα δὲν πνίγεται ἐν τῷ αἵματι, ὡς οὐδὲ ἡ θρησκευτικὴ ποτέ. Αἱ πολιτικαὶ ἰδέαι ἔχουσι τοὺς μάρτυράς των, ὅπως καὶ ἡ θρησκεία, ὡς καὶ πᾶσα ἀλήθεια ἔχει τοὺς μάρτυράς της!! καὶ ἐὰν δὲν ἐμαρτύρουν τινὲς ὑπέρ τινος ἀληθείας, ἴσως δὲν ἤθελε προβῆ ἡ ἀλήθεια αὕτη εἰς τὸ φῶς, δὲν ἤθελε κατισχύσει. Καὶ ἄλλη τις δὲ σκέψις συνηγορεῖ τοῖς λόγοις μου· εἶναι ἆρά γε δυνατὸν μία Συνέλευσις, συνελθοῦσα μετὰ πολιτικὴν ἀνατροπήν, ν’ ἀποκηρύξῃ τινὰ τῶν μελῶν αὑτῆς, ὡς ἀξίους ὁμοίας τοῖς φονεῦσιν καὶ ἐμπρησταῖς τύχης ἂν ἀπετύγχανον; Συλλογίσθητε, Κύριοι, ὅτι ὑμεῖς πάντες ἐστὲ γέννημα τῆς ἰδέας ἐκείνης τῆς λαμπρᾶς, ἥτις συνέτριψε τοὺς κρίκους τῆς ἁλύσεως τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὅμως ὑμεῖς ταύτην τὴν στιγμὴν καλεῖσθε νὰ πολεμήσητε τὴν ἰδέαν ταύτην. Συλλογίσθητε, ὅτι αὐτὴ ἡ ἰδέα, ἥτις ἐνίκησεν εἰς τὰ 1862, ἤρξατο τὴν πορείαν της ἀπὸ τοῦ 1835, εἴκοσι δὲ καὶ ἑπτὰ ὅλα ἔτη ἐχρειάσθη ὅπως ὡριμάσῃ καὶ φθάσῃ εἰς πέρας. Συλλογίσθητε, ὅτι χάριν αὐτῆς τῆς ἰδέας,—διότι κακὰ προοιωνίζοντο περὶ τῆς βασιλείας ἐκείνης ἀπὸ τῶν πρώτων αὐτῆς χρόνων καὶ ἔκτοτε ἐφαίνετο ὁποία τις ἔμελλε νὰ ᾖ εἰς τὸ μέλλον,—περὶ τὰ διακόσια θύματα ἔπεσαν διὰ τῶν ἐκτάκτων στρατιωτικῶν δικαστηρίων κατὰ τὰς στάσεις τοῦ 1835 καὶ 1836, καὶ ὅμως πόσαι στάσεις ἐξηκολούθησαν ἔκτοτε νὰ γίνωνται! δὲν ἐνθυμοῦμαι ὁπόσας πρὸ τινων ἡμερῶν ἠρίθμησα μετά τινων φίλων μου, νομίζω 17 ἢ 18. Θέλετε λοιπὸν εἰπεῖ δεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τῆς διατάξεως περὶ καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς διὰ τὰ πολιτικὰ τολμήματα, ὅτι ἐκεῖνοι, οἵτινες ἔφερον ἡμᾶς ἐνταῦθα, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι ἐγένοντο ἐμμέσως οἱ αἴτιοι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου, ἦσαν ἄξιοι ἂν ἀπετύγχανον καὶ ἐπετύγχανεν ὁ Ὄθων νὰ φέρωσι τὰς κεφαλὰς αὑτῶν εἰς τὴν λαιμητόμον; Ἐπὶ τοῦ ἰκριώματος ἠθέλετε ἰδεῖ τοὺς εὐγενεστάτους πολίτας νὰ πέσωσι θύματα ἕνεκα τῆς γενναιόφρονος ἰδέας νὰ σώσωσι τὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τοῦ ἐπὶ τῶν στηθῶν της καθημένου ἐφιάλτου; Ἀνεκτὸν ἆρά γε κρίνεται παρ’ ὑμῶν, ἂν ἐπετύγχανεν ὁ Ὄθων νὰ πέσωσιν ἐν τῷ κοφίνῳ τοῦ δημίου αἱ κεφαλαὶ τοῦ Βούλγαρη καὶ τοῦ Κανάρη, τοῦ Ζαΐμη καὶ τοῦ Κουμουνδούρου καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς; Ἄ! βεβαίως δὲν ἐκινδύνευε τοιαύτην τύχην νὰ λάβῃ ὁ Κ. Καλλιγᾶς, διότι οὐδὲν ὑπῆρχεν ἴχνος ἐνοχοποιοῦν αὐτόν, καὶ ἴσως ἤθελεν ὑπάγει τὴν ἡμέραν τῶν ἑκατομμυρίων τούτων νὰ προσφέρῃ ἀφοσίωσιν πρὸς τὸν Ὄθωνα. Τοῦ Κανάρη! τοῦ πυρπολιστοῦ ὅμως Κανάρη ἤθελε πέσει ἡ κεφαλὴ, φεῦ! ἐν μέσαις Ἀθήναις· ἡ δαφνοστεφὴς κεφαλὴ ἡ κεκαλυμμένη μὲ τὰς δάφνας τῆς Χίου καὶ τῆς Ἀλεξανδρείας, ἢ ἤθελε πέσει, ἢ ἤθελε καταισχυνθῇ, ἀξιουμένη ὡς χάριν παρὰ τοῦ Ὄθωνος, τὰς τελευταίας ἡμέρας τῆς ζωῆς του νὰ διαβῇ ἐν φυλακῇ ἢ νὰ ἐξέλθῃ ὡς ἄλλος Μακρυγιάννης! (Βαθυτάτη συγκίνησις). Ἄ! Κύριοι, εὐγνωμονεῖ ὑμῖν ἡ Ἑλλάς· ἐκ τῆς συγκινήσεως ὑμῶν προεικάζω τὴν ψῆφόν σας. Τὴν σωτήριον ταύτην ἀρχὴν θέλετε ἀναγράψει ἐν τῷ νέῳ τῆς πατρίδος ἡμῶν πολιτεύματι· τὴν ἀπαιτεῖ ὁ αἰὼν ἡμῶν, τὴν ἀπαιτεῖ ὁ πρὸς τὴν ἀνθρωπίνην ζωὴν σεβασμός, τὴν ἀπαιτεῖ ἡ ὀφειλομένη εὐγνωμοσύνη πρὸς τοὺς ἄνδρας τῆς 16 Μαΐου καὶ τῆς 10 Ὀκτωβρίου (εὖγε! εὖγε!) Καὶ ἐν Γαλλίᾳ κατὰ τὰ 1848, τὴν ἐπιοῦσαν τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ Φεβρουαρίου, ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις τῆς Γαλλίας ὡς ἓν τῶν πρωτίστων μελημάτων αὑτῆς ἔκρινε τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, καὶ ἡ θανατικὴ ποινὴ δι’ αὐτὰ δὲν ἀνωρθώθη μετὰ τὸ πραξικόπημα τῆς 2 Δεκεμβρίου 1851. Ὡς καὶ ὁ δυναστεύων τῆς Γαλλίας τὸ ὅσιον τοῦτο δόγμα ἐσεβάσθη! Ἀλλ’ αἱ δολοφονίαι, ἃς ἐνασμενίζεται ὁ Κ. Καλλιγᾶς νὰ παρασταίνῃ ὡς πολιτικὰ ἐγκλήματα, δὲν εἶναι τοιαῦτα, πολὺ ἀπέχουσιν αὗται τοῦ χαρακτῆρος τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων· μάλιστα κατ’ ἐμὴν κρίσιν δὲν ἁρμόζει οὐδὲ τὸ ὄνομα πολιτικὰ ἐγκλήματα νὰ δίδηται εἰς τὰς τοιαύτας πράξεις, ἃς τολμήματα πολιτικὰ ὀνομάζω ἐγώ· ἔγκλημα δὲν πρέπει νὰ λέγηται ὅ,τι διὰ τῆς ἀποτυχίας ἢ τῆς ἐπιτυχίας ἀλλάζει ὄνομα. Δὲν δύναμαι νὰ ὀνομάσω κακοῦργον ἐκεῖνον, ὅστις ἂν ἀποτύχῃ θανατοῦται, εἰ δ’ ἐπιτύχῃ κηρύττεται σωτὴρ τῆς πατρίδος, καὶ ψηφίζεται αὐτῷ ὁ θρίαμβος. Τίς ἐξ ἡμῶν δὲν σεμνύνεται ὀρέγων τὴν χεῖρα εἰς τὸν Ἀρτέμην, ἢ τὸν Κορωναῖον, ἢ τὸν Ζιμβρακάκην, τοὺς συνωμότας τοῦ Μαΐου 1861, εἰς τὸν Κανάρην ἢ τὸν Βούλγαρην τοὺς ἐπαναστάτας τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862; Ἂν ὅμως οὗτοι ἦσαν ἐκ τῶν συνήθων κακούργων, ὅλοι ἡμεῖς δὲν ἠθέλομεν τοὺς ἀποστρέφεσθαι; Δύνασθε λοιπὸν τὰ ἔμφυτα τῇ καρδίᾳ ὑμῶν καὶ τῇ συνειδήσει αἰσθήματα ταῦτα παραγνωρίζοντες νὰ δεχθῆτε τὰ σοφίσματα; Διότι σοφίσματα ἀληθῶς εἰσιν ἐκεῖνα πάντα, ἅπερ ὁ προαγορεύσας ἐξέθετο ὑμῖν· οὐδέποτε θέλετε δυνηθῆ ν’ ἀφομοιώσητε τὰ κοινὰ τῶν ἐγκλημάτων πρὸς τὰ πολιτικὰ τολμήματα, ἅτινα ἀφετηρίαν ἔχουσιν εὐγενῆ ἰδέαν καὶ ὁρμητήριον τὴν καρδίαν τοῦ ἔθνους. Ἀνέφερεν ὁ προλαλήσας τὸν Ῥώση, καὶ ἐνόμισεν, ὅτι εὗρε παράδειγμα προσφυὲς, ἀλλ’ ἀπατᾶται, διότι οὔτε ἐγνώρισε τὸν Ῥώση, οὔτε τὰς σοφὰς τούτου συγγραφὰς ἐμελέτησέ ποτε· ἂς ἐπιτραπῇ δ’ εἰς ἐκεῖνον, ὅστις καὶ ἔσχε τὴν τύχην νὰ διατελέσῃ μαθητὴς τοῦ Ῥώση, καὶ τὰς ἐπιστήμας, ἃς οὗτος ἐδίδαξεν ἐν Γενεύῃ καὶ Παρισίοις, νὰ διδάξῃ ἠξιώθη ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Ἐθνικοῦ ἡμῶν Πανεπιστημίου, ἂς ἐπιτραπῇ αὐτῷ νὰ ἐπικαλεσθῇ αὐτὸν τὸν διδάσκαλόν του καὶ διὰ τοῦ Ῥώση νὰ πολεμήσῃ τὸν πολεμήσαντα ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου τὰς ἰδέας τοῦ Ῥώση, καὶ μόνον τὴν δολοφονίαν τοῦ μεγάλου τούτου ἀνδρὸς μαθόντα ἐκ τῶν ἐφημερίδων. Ὁ Ῥώσης, Κ. Καλλιγᾶ, ἐὰν ηὐτυχεῖτε ὡς ἐγὼ νὰ διακούσητε αὐτοῦ ἀπὸ τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου τῆς Γαλλίας, ἠθέλετε μάθει, ὅτι δὲν ἐπρέσβευσεν ὡς πρόσφορον τὴν θανατικὴν ποινὴν διὰ τὰ πολιτικὰ τολμήματα· ἀκούσατε τί λέγει ἐν βιβ. Β. κεφ. 31 τῆς περὶ ποινικοῦ δικαίου συγγραφῆς του· «nous regardons la peine capitale comme une mauvaise peine, surtout pour les crimes politiques qui ne sont pas complèxes, qui ne sont pas accompagnés de régicide, d'assassinat, de pillage, d'incendie.» «Θεωροῦμεν, λέγει, τὴν θανατικὴν ποινὴν ὡς μίαν κακίστην ποινήν, καὶ μάλιστα διὰ τὰ ἐγκλήματα, τὰ ὁποῖα δὲν εἶναι σύνθετα, δηλαδὴ τὰ ὁποῖα δὲν συνοδεύονται ὑπὸ βασιλοκτονίας, δολοφονίας, ἐμπρησμοῦ καὶ ληστείας.»
§128ΤΙΝΕΣ. Αὐτὰ εἶπε καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς.
§129ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ὄχι! ὁ Κ. Καλλιγᾶς πᾶν τοὐναντίον εἶπε, διότι ζητῶν τὴν ἀπάλειψιν τῆς ῥήτρας, ὅτι ἡ θανατικὴ ποινὴ διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα καταργεῖται, ἐννοεῖ νὰ διατηρήσῃ τὴν ποινὴν ταύτην, ἐνῷ ἐγὼ θέλω τὴν κατάργησιν αὐτῆς. Ὅταν λοιπὸν ᾖναι σύνθετον τὸ ἔγκλημα, τότε δὲν εἶναι ἁπλῶς πολιτικόν, τότε ἡ αἰσχρότης, ἡ φαυλότης τοῦ κοινοῦ ἐγκλήματος ἀποῤῥοφᾷ τὸ εἶδος τῆς πολιτικῆς ἰδέας. Ἐὰν λοιπὸν προὔκειτο ὡς δικαστὴς νὰ δικάσω τὸν δολοφόνον τοῦ Ῥώση, ἂν ἐγίνετό ποτε γνωστός, δὲν ἤθελον διστάσει νὰ εἴπω, ὅτι εἶναι ἔνοχος συνήθους κακουργήματος, ὅπως δὲν ἐδίστασαν οἱ δικασταὶ ἐν Γαλλίᾳ,—ἔνθα ὡς εἶπον ἀπὸ τοῦ 1818 εἶναι κατηργημένη ἡ θανατικὴ ποινὴ διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα,—νὰ καταδικάσωσι τὸν Ὀρσίνην ὡς δολοφόνον, οὐδεὶς δέ ποτε, ὅσον ἐγὼ γινώσκω, παρέστησε τὸ ἔγκλημα τοῦ Ὀρσίνη ὡς πολιτικὸν τόλμημα· ἦτο ἀπόπειρα δολοφονίας. Ἐν αὐτῇ δὲ τῇ Ἀγγλίᾳ, δύο περίπου αἰῶνες ἤδη συμπληροῦνται, ἀφ’ ἧς ἡ θανατικὴ ποινὴ διὰ πολιτικὸν ἔγκλημα δὲν ἀπηγγέλθη· μετὰ τὴν εἰς θάνατον καταδίκην τοῦ ὑπὲρ Ἰακώβου τοῦ Βʹ συνωμοτήσαντος Fenwiek, οὐδεὶς ἐστερήθη τῆς ζωῆς ἕνεκα πολιτικοῦ τολμήματος, Ἀλλ’ ὁ ἐν παντὶ καιρῷ κομψευόμενος Κ. Καλλιγᾶς εἶπεν, ὅτι ὅλα τὰ ἀδικήματα εἶναι ἀκάθαρτα, παίζων μὲ τὴν λέξιν, ὅτι τινὰ αὐτῶν δὲν εἶναι καθαρῶς πολιτικὰ ἐγκλήματα· ἡ ἄκαιρος εἰρωνεία, καὶ εἶναι ἄκαιρος ὅταν περὶ σπουδαίων ὁ λόγος, καταπροδίδει τὴν ἐλαφρότητα τοῦ χρωμένου αὐτῇ, ἀλλ’ ἐγὼ σπουδάζων θέλω δώσει ἀκριβῆ τὸν ὁρισμὸν τοῦ πολιτικοῦ ἐγκλήματος, ὅτι εἶναι πᾶσα κατὰ τῆς ἐσωτερικῆς ἢ ἐξωτερικῆς ἀσφαλείας τοῦ Κράτους πρᾶξις ἀπειλοῦσα αὐτὴν τῆς πολιτείας τὴν ὕπαρξιν· ὥστε βλέπετε, Κύριοι, ὅτι ὁ μὲν ὁρισμὸς δὲν εἶναι δύσκολος, μέγας ὅμως ὁ κύκλος τῶν πολιτικῶν τολμημάτων, διότι καὶ τὴν προδοσίαν τοῦ Παυσανίου περιλαμβάνει, καὶ τοῦ Θρασυβούλου τὸ ἔργον. Καὶ εἶναι μὲν καθαρῶς πολιτικόν, ὅταν συλλαβών τις ἰδέαν, ὅτι τὰ καθεστῶτα κακῶς ἔχουσι, πρὸς ἐπίτευξιν αὐτῆς τῆς ἰδέας, καὶ διὰ νὰ ἀποδώσῃ τὴν ἐλευθερίαν εἰς τὴν πατρίδα του, τὴν ὁποίαν νομίζει καταδεδουλωμένην, ἀποπειρᾶται τρόπου τινὸς διὰ νὰ φθάσῃ εἰς τὸ ἀποτέλεσμα, οὐδόλως κατεχόμενος ὑπὸ τοῦ σκοποῦ νὰ φονεύσῃ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα ἄνθρωπον, νὰ ἐμπρήσῃ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα οἰκίαν, νὰ λῃστεύσῃ τὸν δεῖνα ἢ δεῖνα ἐχθρόν. Εἰ δέ τις τυχὸν τοιαύτας ἰδέας ἥνωσε μετὰ τῆς πολιτικῆς ἰδέας, ἐκεῖνος ἔχει δύο σκοπούς, μίαν ἰδέαν πολιτικὴν καὶ μίαν κοινοῦ ἐγκλήματος, καὶ διὰ μὲν τὸ κοινὸν ἔγκλημα ἀφίημι αὐτὸν ὅπως ὑποστῇ ὅλην τοῦ νόμου τὴν αὐστηρότητα, διὰ τὸ πολιτικὸν ὅμως αὐτοῦ φρόνημα οὐχί, ἀλλ’ ἐπικαλοῦμαι τὴν ἐπιείκειαν ὑμῶν· μάλιστα δὲ, διότι ἔχετε διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ποινικὸν νόμον τοσοῦτον αὐστηρὸν, οἷος ὁ ἡμέτερος, ὅστις πρὶν ἔτι γίνῃ ἔναρξις τῆς ἀποπείρας, τιμωρεῖ καὶ αὐτὴν τὴν ἁπλῆν συνωμοσίαν, τοὐτέστι τὴν ἁπλῶς ἰδέαν πρὶν ἢ δι’ οἱασδήποτε ἐξωτερικῆς πράξεως ἐκδηλωθῆ, τιμωρεῖ μὲ τὴν ἐσχάτην τῶν ποινῶν· οὐδεὶς δὲ κίνδυνος μὴ χαρακτηρισθῶσιν οἱ δολοφόνοι ὡς πολῖται κατατολμήσαντες πολιτικὰ τολμήματα. Εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι δὲν ἐνθυμεῖται τὶς ὁ προτείνας καὶ ἐκ συναρπαγῆς κατορθώσας ἐν τῇ ἐπιτροπῇ νὰ ψηφισθῇ ἡ κατάργησις τῆς θανατικῆς ποινῆς διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα· τοῦτο δὲν ἔχεται ἀληθείας· ἐγώ εἰμι ὁ προτείνας· εἰ δ’ ὑποκρίνεται ὅτι μ’ ἐλησμόνησε, θέλω ὅμως τῷ ἀφήσει τοιαύτας ἐντυπώσεις κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ πολιτεύματος, ὥστε ἀναγινώσκων αὐτὸ εἰς τὸ ἑξῆς νὰ μὴ μὲ λησμονήσῃ ποτέ· ἀδικεῖ δὲ μεγάλως τὴν ἐπιτροπὴν λέγων, ὅτι ἐκ συναρπαγῆς ἐπὶ τοσοῦτον σοβαροῦ ζητήματος ἠσπάσατο αὕτη τὴν γνώμην μου, ἐν ᾧ καὶ συνεζήτησεν αὐτὴν ἐμβριθῶς καὶ διὰ μακρῶν, καὶ ἐπανῆλθεν εἰς δευτέραν συνεδρίασιν· ποῦ λοιπὸν ἡ ὑφαρπαγή; ἐπικαλοῦμαι δὲ τῶν λόγων μου μάρτυρας πολλὰ τῶν μελῶν τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα εὑρίσκονται ἐνταῦθα, τοὺς Κυρίους Μωραϊτίνην, Σχινᾶν, Θεόδωρον Δηλιγιάννην, Διομήδην, Λόντον, Ῥήγαν Παλαμίδην, Παπαζαφειρόπουλον, Παππαδιαμαντόπουλον, Πλατὺν, Ἀντωνιάδην καὶ εἴ τινα ἄλλον, ἐὰν δὲν ἐγένετο μακρὰ καὶ σπουδαία συζήτησις, ἐὰν δὲν ἀνεφύησαν, ἐξητάσθησαν καὶ ἐβασανίσθησαν ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὅλα τὰ ζητήματα τὰ δυνάμενα ν’ ἀναφυῶσι. Κατὰ τὴν πρώτην συζήτησιν τὸ ἄρθρον ἐσχεδιάσθη ὅπως ἡ τροπολογία μου τὸ φέρει, εἰς δὲ τὴν δευτέραν ἀνεθεωρήθη καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς ἐποιήσατο τὴν περὶ βασιλοκτονίας προσθήκην, διὰ νὰ κατορθώσῃ οὕτω νὰ ἐξοβελίσῃ κατὰ τὴν συζήτησιν ταύτην τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, καὶ ὅμως ἀφοῦ αὐτὸς οὗτος προσέθετο τὴν βέβηλον φράσιν «ἐξαιρέσει τῆς κατὰ τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς βασιλικῆς οἰκογενείας ἀνθρωποκτονίας» τὰ πρακτικὰ τῆς ἐπιτροπῆς ἃ ἔχω ἀνὰ χεῖρας τὸ μαρτυροῦσιν, ἦλθε σήμερον νὰ παραστήσῃ ἡμᾶς τὰ λοιπὰ τῆς ἐπιτροπῆς μέλη ὡς εὑρισκομένους εἰς ἀντίφασιν. Ἡ πλειονοψηφία τῆς ἐπιτροπῆς κατὰ τὴν ἀναθεώρησιν τοῦ σχεδίου τοῦ πολιτεύματος, ἐναντίον τῆς γνώμης μου, διότι καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ὡς καὶ ἐνώπιον ὑμῶν τὴν φράσιν ταύτην ὡς ἀσεβῆ ἐπολέμησα, ἐδέξατο αὐτὴν τὴν προσθήκην διὰ μιᾶς ψήφου ἰσχυσάσης τῆς γνώμης τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἀντιτεινόντων ἐμοῦ τε καὶ ἄλλων τινῶν συναδέλφων μου, διότι ἐλέγομεν, ὅτι πᾶσα ἀνθρωποκτονία ἐκ προμελέτης γινομένη, εἶναι κακούργημα ἐκ τῶν κοινῶν, ἄρα ἀφοῦ καὶ τὸν κατὰ τοῦ ἰδιώτου τολμήσαντα φόνον τιμωρῇ ὁ νόμος διὰ τῆς κεφαλικῆς ποινῆς, πολλῷ δὴ μᾶλλον ἕπεται, ὅτι αὐτὴ ἡ ποινὴ ἐπίκειται καὶ ἐπ’ ἐκείνου, ὅστις ἤθελε φέρει χεῖρα ἀνόσιον κατὰ τῆς πολυτίμου ζωῆς τοῦ Βασιλέως· ἡμεῖς λοιπὸν, οἵτινες ἀληθῶς σεβόμεθα τὸ πρόσωπον ἐκεῖνο τὸ ἀπαραβίαστον, ὅπερ θεωροῦμεν ὅτι εἶναι τοσοῦτον ἀσπαστὸν εἰς τὰς καρδίας πάντων ἡμῶν, ὥστε δὲν δυνάμεθα νὰ ὑποθέσωμεν, ὅτι δυνατὸν εἶναι ἐν Ἑλλάδι νὰ πραχθῇ κατ’ αὐτοῦ τοιοῦτον ἀδίκημα, καὶ ἂν πραχθῇ ὁ ποινικὸς νόμος ὁ κοινὸς θέλει τιμωρήσει αὐτὸν, δεικνύομεν ἔλλειψιν σεβασμοῦ, ἢ ὁ τἀναντία λέγων; Ἀλλ’ εὑρίσκετε, Κ. Καλλιγᾶ ὁμοίαν διάταξιν εἰς οἱονδήποτε ἄλλο σύνταγμα τῆς Εὐρώπης; εἴδετέ που ἐν πολιτεύματι ν’ ἀναφέρηται ἡ βασιλοκτονία; Μὴ πρὸς Θεοῦ Κύριοι! Εἶναι ἀπάνθρωπον, εἶναι στυγερὸν νὰ κηλιδώσητε τῆς πατρίδος τὸ πολίτευμα διὰ τοιαύτης ῥήσεως, δι’ ἧς, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, ὑποστηρίζετε τὴν ἰδέαν, ὅτι δύναται Ἕλλην ν’ ἀποπειραθῇ δολοφονίαν κατὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ δικαιοῦτε τοὺς ξένους, ἂν εἴπωσιν, ὅτι ἰδοὺ πλημμυροῦσι τὰ ἀδικήματα ἐν Ἑλλάδι, ἰδοὺ ἡ Συνέλευσις θέλει νὰ θέσῃ τὸν Βασιλέα εἰς ἐξαιρετικὴν θέσιν ὡς πρὸς τοῦτο. Τὸ ἔθνος, σᾶς εἶπεν ὁ προλαλήσας, ἐστὲ ὑμεῖς· ὄχι, Κύριοι, ὑμεῖς ἐστὲ ἁπλῶς οἱ ἐντολοδόχοι τοῦ ἔθνους, ὑπεράνω ὅμως ὑμῶν ὑπάρχει τὸ ἔθνος, καὶ ὑπεράνω ὑμῶν τε καὶ τοῦ ἔθνους ἵσταται ἡ ἱστορία· εἴθε μηδέποτε παραγνωρίσητε, ὅτι πρόκειται νὰ δώσητε λόγον τῆς ψήφου σας εἰς τὴν ἱστορίαν, ἐὰν ὄχι καὶ εἰς τοὺς ἐντολεῖς σας. Πρέπει λοιπὸν μετὰ σοβαρότητος καὶ ἐμβριθείας καὶ νὰ λαλῶμεν καὶ νὰ ἐξετάζωμεν αὐτὰ τὰ ζητήματα· καὶ εὐτυχῶς, ἢ δυστυχῶς, λέγω δὲ μᾶλλον εὐτυχῶς, διότι μόνον οἱ εὐτυχοῦντες ἔχουσιν ἐχθροὺς, οὐχὶ δέ ποτε οἱ δυστυχοῦντες, βεβαίως ὅμως εὐτυχῶς ἔχομεν πολλοὺς ἐχθροὺς, καὶ πρέπει διὰ τῆς διαγωγῆς ἡμῶν νὰ φιμώνωμεν αὐτοὺς, εἰσὶ δὲ οἱ ἐχθροὶ οὗτοι εὐτύχημα διὰ τὴν Ἑλλάδα, διότι τὸ πολὺ ἐπίφθονον προδηλοῖ ὅτι τὸ φθονούμενον ἔχει μέλλον, ἐνῷ ὁ ἄθλιος καὶ ὁ δυστυχὴς δὲν ἔχει ἐχθροὺς, διότι δὲν ἔχει μέλλον, οἰκτείρεται δὲ μόνον. Μὴ δίδητε λοιπὸν λαβὴν εἰς τοὺς ἐχθρούς σας νὰ ψέγωσιν ὑμᾶς καὶ νὰ λέγωσιν, ὅτι δὲν εὑρέθησαν ἐν ὑμῖν ἄνθρωποι ὅπως θέσωσιν ὑπ’ ὄψιν σας τὰς στοιχειώδεις ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ δικαίου, ἀλλ’ ἀφῆκαν νὰ παρεξηγηθῶσιν αὗται οἰκτρῶς καὶ νὰ τεθῶσιν ἐντὸς τοῦ Συντάγματος διατάξεις ἀποτρόπαιαι, διατάξεις περιέχουσαι ἰδέας, αἱ ὁποῖαι δὲν πρέπει κἂν ν’ ἀναφερθῶσιν. Ἀλλὰ καὶ ἄλλος ὑπάρχει λόγος ὅταν τοῦ ἐγκλήματος τὸ ὄνομα ἐπαναλαμβάνηται συνεχῶς, ὡς ἀποτέλεσμα τῆς ἐπαναλήψεως ταύτης ἔσται νὰ ἐπανέρχηται συνεχῶς εἰς τὸν νοῦν ἑκάστου ἡ ἰδέα τοῦ ἐγκλήματος ἐκείνου. Τὸ πολίτευμα τοῦτο εἶναι ἡ κατήχησις τῶν τέκνων σας, εἶναι ὅ,τι τὸ carmen necessarium τῆς δωδεκαλέκτου ἦτο διὰ τῶν Ῥωμαίων τὰ τέκνα, καὶ ἂν τὰ τέκνα σας εὕρωσιν ἐν τῷ πολιτεύματι τῆς πατρίδος τοιαύτην ῥήτραν, ἐγὼ ἀπὸ τοῦδε λέγω περὶ αὐτῆς, ὅτι ἔσται ἡ lex horrendi carminis καὶ ἡ νεαρὰ αὐτῶν φαντασία θέλει προσοικειωθῇ μὲ τὸ ἀποτροπαιότατον τῶν ἐγκλημάτων, τὴν Βασιλοκτονίαν. Ἠθέλησαν λοιπὸν οἱ ἐναντίοι νὰ σᾶς πλανήσωσιν ἐντὸς λαβυρίνθου, τὸν ὁποῖον ἔπλασαν, λέγοντες, ὅτι εἶναι ἀδύνατον νὰ δοθῇ ὁ ὁρισμὸς τοῦ πολιτικοῦ ἐγκλήματος· ὁ ὁρισμὸς εἶναι, Κύριοι, δύσκολος; τοὐναντίον εὐκολώτατος. Τὸν ἔδωκα ἤδη, εἶναι ἡ τάσις πρὸς ἀνατροπὴν τῆς καθεστώσης πολιτείας· αὐτὸ εἶναι τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα. Τὸ δὲ Σύνταγμα ἀνακηρῦττον τὰς ἐλευθερίας τοῦ πολίτου, οὐδὲν ἄλλο σκοπεῖ εἰ μὴ παρὰ τῇ ἐξουσίᾳ νὰ συστήσῃ τὴν κατὰ νόμον ἀντίστασιν πρὸς πᾶσαν τῆς ἐξουσίας ἔκνομον παρέκβασιν· αὐτὰ δὲ τὰ δημόσια δίκαια, τὰ παντὶ ἐλευθέρῳ πολίτῃ ἀσφαλιζόμενα ἐν συνταγματικῇ πολιτείᾳ, εἰ γένηται αὐτῶν ἀπόπειρα ἐν παμβασιλείᾳ, χαρακτηρίζονται ὡς πολιτικὰ ἐγκλήματα· ὥστε τὰ συνταγματικὰ Κράτη πολὺ τῶν ἀπολύτων ὀλιγώτερόν εἰσιν ἐκτεθειμένα εἰς τὰ πολιτικὰ τολμήματα, ἅ τ’ εὐμοιροῦντα τῶν ἐννόμων μέσων, δι’ ὧν ἀπωθοῦσιν ἢ ἐμποδίζουσι καὶ προλαμβάνουσι τὴν παρέκβασιν· εἰ δ’ ἀτελεσφορήτως ἐγένετο τούτων χρῆσις, τότε καὶ πρὸς τὰ ἔκτακτα μέτρα καλεῖ τοὺς πολίτας αὐτὸ τὸ Σύνταγμα, λέγον, ἡ τήρησις τοῦ παρόντος Συντάγματος ἀφιεροῦται εἰς τὸν πατριωτισμὸν τῶν Ἑλλήνων, καὶ τῆς ῥήσεως ταύτης τοῦ ἄρθρου 107 τοῦ ἀρχαίου Συντάγματος ἔκαμεν ἡ Ἑλλὰς χρῆσιν κατὰ τὴν νύκτα τῆς 10 Ὀκτωβρίου 1862. Ἰδοὺ ποῖον εἶναι τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ τοῦτο οὐδέποτε συνδέεται μὲ ἐκείνας τὰς πράξεις, ἃς ὁ προαγορεύσας εἴτ’ ἐκ πλάνης, εἴτ’ ἐκ προθέσεως ἠθέλησε νὰ περιλάβῃ ἐν τῷ χαρακτηρισμῷ τοῦ πολιτικοῦ τολμήματος· οἱ δὲ φόνοι, καὶ μόνον οἱ φόνοι, οὐχὶ δὲ καὶ αἱ δῃώσεις, καὶ οἱ ἐμπρησμοὶ, καὶ αἱ λῃστεῖαι, οἱ φόνοι λέγω, οἱ δυνάμενοι νὰ συμβῶσι κατὰ τὴν διάπραξιν τοῦ πολιτικοῦ τολμήματος, ὁμοιάζουσι τοῖς συμβαίνουσι μεταξὺ δύω στρατῶν πολεμίων φόνοις· ὡς δ’ ἐκεῖ κατὰ τὴν ἀνακωχὴν οἱ ἀξιωματικοὶ τῶν δύω στρατῶν εἰσι φίλοι πρὸς ἀλλήλους, ἅμα δὲ σημάνῃ ἡ σάλπιγξ, λαμβάνουσι τὰ ὅπλα καὶ βαδίζουσι πρὸς τὸν πόλεμον, ἀγνοοῦσι δὲ τίς ὁ φονεύσων τὸν ἄλλον, οὕτω καὶ ἐν τοῖς πολιτικοῖς τολμήμασι δὲν προσημαίνονται τὰ θύματα· ὡς δὲ τὸ διεθνὲς δίκαιον διαγράφει τοὺς νόμους τοῦ πρὸς ἀλλοφύλους πολέμου, οὕτως αὐτὸ τοῦτο ἀναγνωρίζει καὶ δίκαιον τῶν ἐμφυλίων πολέμων. Ὅταν λοιπὸν ἐμφύλιος ἐκραγῇ πόλεμος, ὡς κατὰ τὰς οἰκτρὰς ἡμέρας τοῦ Ἰουνίου, δὲν γνωρίζει ὁ στρατιώτης ποῖος ἔσται ὁ ἐναντίος του; δὲν ἔχει σκοπὸν νὰ φονεύσῃ ὡρισμένον πρόσωπον τὸ δεῖνα, ὄχι, ἀλλ’ ἁπλῶς πρὸς ἐπιτυχίαν τῆς ἰδέας ὡπλίσθη χωρὶς νὰ ἔχῃ κατὰ νοῦν νὰ φονεύσῃ τὸ δεῖνα ἢ δεῖνα πρόσωπον, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ ἀορίστως πάντα πρὸς τὴν ἰδέαν του ἀντιμαχόμενον πολεμεῖ· ἐὰν δὲ, ἐπιζητῶν τὴν ἐπιτυχίαν τῆς ἰδέας του, ἔχῃ καὶ ὡρισμένον πρόσωπον νὰ φονεύσῃ, τότε ἔπραξεν ἰδιωτικὸν κακούργημα, μετεχειρίσθη δὲ μόνον τὴν πολιτικὴν ἰδέαν ὡς πρόφασιν διὰ νὰ καλύψῃ τὸ ἰδιωτικὸν κακούργημα, τὸ ὁποῖον ἐσκόπει νὰ πράξῃ, καὶ τὸ ὁποῖον εἶχε κατὰ νοῦν, πρὸ πολλοῦ ἴσως, καὶ τὴν πρόσφορον στιγμὴν ἐκείνην προσεδόκα ὅπως διαπράξῃ, ὡς οἱ κατὰ τὰς ἡμέρας τοῦ Ἰουνίου ἐπωφεληθέντες τῆς περιστάσεως ἐλῄστευσαν ἐν μέσαις Ἀθήναις τοὺς Κυρίους Λασκαρίδην, Μιντσόπουλον καὶ Ἀγγελινίδην. Σᾶς εἶπε προσέτι ὁ προαγορεύσας, ὅτι ἡ παράδοσις τοῦ φρουρίου εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα· ὄχι, διότι ὑπάρχει, καὶ ἔπρεπε νὰ τὸ γνωρίζῃ, ὑπάρχει ἀρχὴ νομικὴ, ὅτι ὑπάρχουσι καὶ στρατιωτικὰ ἐγκλήματα· τὰ στρατιωτικὰ λοιπὸν ἐγκλήματα δὲν καταργοῦνται διὰ τοῦ Συντάγματος, ἡ τροπολογία μου μάλιστα προσθέτουσα ἐκτὸς τῶν συνθέτων, περιλαμβάνει καὶ αὐτὰ εἰς τὴν ἐξαίρεσιν. Ἡ παράδοσις λοιπὸν φρουρίου τιμωρεῖται μὲ θάνατον, διότι ἐν τῷ Στρατιωτικῷ νόμῳ ὑπάρχει ἡ θανατικὴ ποινὴ καὶ δι’ ἄλλα ἐγκλήματα πολὺ κατωτέρας σημασίας, οἷα ἡ ἀπείθεια, ἡ ὕβρις κατὰ τοῦ ἀνωτέρου, ἡ λειποταξία πρὸς τὸν πολέμιον, καὶ ἄλλα· γνωστότατον δὲ τοῖς πᾶσιν εἶναι, ὅτι ἄλλα τὰ στρατιωτικὰ ἐγκλήματα, καὶ ἄλλα τὰ πολιτικά· ὅταν δὲ ᾖναι εἰς κατάστασιν πολέμου τὸ Κράτος, τότε ὁ στρατιωτικὸς ἰσχύει νόμος, καὶ ἰσχύει πολλάκις καὶ δι’ αὐτοὺς τοὺς ἰδιώτας, πολλῷ δὴ μᾶλλον διὰ τοὺς στρατιώτας. Δὲν εἶναι λοιπὸν δυνατὸν ποτὲ νὰ γίνῃ τὸ λάθος τοῦτο, νὰ χαρακτηρισθῇ δηλονότι ὡς πολιτικὸν ἔγκλημα ἡ παράδοσις φρουρίου, ἢ ἡ λειποταξία, ἢ ἡ ἐγκατάλειψις τῆς ἑαυτοῦ θέσεως, τὴν ὁποίαν κάμνει ὁ σκοπῶν στρατιώτης, ὁ ῥίπτων τὸ ὅπλον του καὶ φεύγων. Ἐκ τῶν εἰρημένων μοι λοιπὸν κατανοεῖτε, Κύριοι, ὅτι ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον χαρακτηρίζει κυρίως τὸν κατὰ τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα φόνον, καὶ τὸν διακρίνει ἀπὸ τῆς συνήθους ἀνθρωποκτονίας, εἶναι ἡ δολία πρόθεσις καθ’ ὡρισμένου προσώπου· καὶ τοιαύτη πρόθεσις βεβαίως δολιωτάτη καὶ φαυλοτάτη εἶναι, ὅταν ὁ δολοφόνος στρέψῃ τοὺς μιαιφόνους ὀφθαλμούς του κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως. Οὐδεμία ἄρα παρίσταται ἀνάγκη νὰ γείνῃ ῥητὴ μνεία τῆς βασιλοκτονίας ἐν τῷ Συντάγματι. Ὁ Κ. Καλλιγᾶς ζητῶν ν’ ἀποπλανήσῃ ὑμᾶς, καὶ ἄλλην ἐπήνεγκε σύγχυσιν εἰπὼν, ὅτι ἂν κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἢ δημοτικὰς ἐκλογὰς διαπραχθῇ πλαστογραφία τῶν πρακτικῶν, τὸ τοιοῦτον εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα. Τῇ ἀληθείᾳ, Κύριοι, αἰσχύνομαι ἀντικρούων τὸν ἐν τῷ Πανεπιστημίῳ σοφὸν συνάδελφόν μου Κ. Καλλιγᾶν περὶ τὰς τοιαύτας πλάνας. Πλαστογραφία καὶ πολιτικὸν ἔγκλημα! πρὸς Θεοῦ ὑπάρχει; Ἐξύβρισις καὶ πολιτικὸν ἔγκλημα, ὑπάρχει; δὲν ὑπάρχει, ὡς δὲν ὑπάρχει οὔτε φθορὰ, οὔτε μοιχεία καὶ πολιτικὸν ἔγκλημα· ἢ δὲν ἐννοεῖ λοιπὸν καὶ συγκεχυμένας ἔχει ἰδέας περὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἢ σοφίζεται περὶ τὰς ἁπλουστάτας ἀρχὰς τοῦ ποινικοῦ δικαίου. Ἄλλως τε ποῦ ποτε ἐν τοῖς τοιούτοις, ἔστω καὶ κατὰ τὰς βουλευτικὰς ἐκλογὰς γινομένοις ἐγκλήμασιν, εὑρίσκεται ὁ χαρακτὴρ πολιτικοῦ τολμήματος, οἷον ὡρίσαμεν αὐτὸ πρὸ ὀλίγου; πᾶσα ἡ ὕπαρξις τῆς πολιτείας δὲν ἐπαπειλεῖται ἀπὸ τοιούτων πράξεων. Μίαν καὶ μόνην ἀλήθειαν καθ’ ἅπασαν τὴν ἀγόρευσίν του εἶπεν, εἶναι δὲ, ὅ,τι ὡμολόγησεν ὁ ἴδιος, ὅτι ἡ ἀνθρωποκτονία κατὰ τοῦ Βασιλέως πραττομένη εἶναι κοινὸν ἔγκλημα. Εἰς τοῦτο καὶ ἐγὼ συμφωνῶ, πραγματικῶς εἶναι κοινὸν ἔγκλημα, δὲν εἶναι πολιτικόν. Συμπεραίνων λοιπὸν, Κύριοι, λέγω, ἀφοῦ ἡ φιλοσοφία καὶ ἡ ἐπιστήμη, ἀφοῦ ἡ ἱστορία, ἀφοῦ τὰ πλεῖστα ἔθνη, τά τε συνταγματικῶς πολιτευόμενα, καὶ τὰ μὴ, κατήργησαν τὴν θανατικὴν ποινὴν διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, εἶναι καιρὸς νὰ τὴν καταργήσωμεν καὶ ἡμεῖς· εἶναι καιρὸς τὴν ἐπιοῦσαν μιᾶς ἐπαναστάσεως νὰ τὴν καταργήσωμεν· καὶ λυποῦμαι, ὅτι ὅταν ἐπρότεινα πρὸς τὴν Προσωρινὴν Κυβέρνησιν, ἔχουσαν τότε νομοθετικὴν ἐξουσίαν, τὴν κατάργησιν τοῦ θανάτου διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, δὲν εἰσηκούσθην, ὡς εἰσηκούσθην διὰ τὴν κατάργησιν τοῦ πολιτικοῦ θανάτου. Τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, τοῦ παρὰ φύσιν παραλογισμοῦ τούτου τοῦ ποινικοῦ νόμου, τὴν κατάργησιν πρῶτος ἐζήτησα διὰ τοῦ περὶ συνταγματικοῦ δικαίου συγγράμματός μου κατὰ τὸ 1851, εἶτα δ’ ἐζητήθη παρὰ τῆς Βουλῆς κατὰ τὸ 1854 ὑπὸ τοῦ τότε ἀειμνήστου Βουλευτοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Πήλικα εἰς τὰ 1854, ἂν δὲν μ’ ἀπατᾷ ἡ μνήμη, καὶ ἐγένετο δεκτὴ παρὰ τῆς Βουλῆς, καὶ τὸ προβούλευμα αὐτῆς διεβιβάσθη πρὸς τὴν Γερουσίαν, καὶ ἐγένετο δεκτὸν καὶ παρ’ αὐτῆς, ὁ Ὄθων ὅμως δὲν ἠθέλησε νὰ τὸ κυρώσῃ, οὐχὶ διότι δὲν τὸ ἠσπάζετο, ἀλλ’ ἵνα μὴ ἀρχίσῃ ἡ κακὴ ἕξις νὰ γείνῃ δηλαδὴ μία ἀλήθεια τὸ ἄρθρον 16 τοῦ τότε συντάγματος, καθ’ ὃ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως τῶν νόμων ἀνῆκεν εἴς τε τὸν Βασιλέα, τὴν Βουλὴν καὶ τὴν Γερουσίαν· ὁ Ὄθων ἠξίου μόνος νὰ ἔχῃ τὸ δικαίωμα τῆς προεισηγήσεως τῶν νόμων. Ἐπανέλαβον λοιπὸν τὸ ἔργον καὶ ὑπέβαλον εἰς τὴν Προσωρινὴν Κυβέρνησιν πρότασιν, καὶ πραγματικῶς κατήργησε τὸν πολιτικὸν θάνατον διὰ τοῦ ψηφίσματος τῆς 31 Ὀκτωβρίου 1862 μένει δὲ ἤδη εἰς ὑμᾶς νὰ συμπληρώσητε τὸ ἔργον καταργοῦντες τὸν θάνατον διὰ τὰ καθαρῶς πολιτικὰ τολμήματα, ἐξαιρέσει τῶν συνθέτων, ὧν τὸν χαρακτηρισμὸν διὰ μακρῶν ἔσχον τὴν τιμὴν ν’ ἀναπτύξω πρὸς ὑμᾶς, καὶ διὰ τοῦτο ὑποβάλλω ὑμῖν ὡς τροπολογίαν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ τελευταίου μέρους τοῦ ἄρθρου καὶ τὴν προσθήκην τῶν δύο λέξεων ἐκτὸς τῶν συνθέτων. Καταλήγων τὸν λόγον, Κύριοι, παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν, τὸ τέκνον μιᾶς ἐπαναστάσεως τοσοῦτον ἁγνῆς, νὰ καταργήσῃ τοῦ θανάτου τὴν ποινὴν διὰ τὰ πολιτικὰ τολμήματα. Ἡ μεγίστη ποινὴ διὰ τοὺς ἀποτολμῶντας πολιτικὰς μεταβολὰς εἶναι ἡ ἀποτυχία τῆς ἰδέας ὑπὲρ ἧς ἐμαρτύρησαν, ἡ θλῖψις τῆς ἀποτυχίας βαρύνει, ἐστὲ βέβαιοι, ἐπ’ αὐτῶν πλέον ἢ τὰ κλεῖθρα τῶν φυλακῶν, ἐν αἷς θέλουσιν ἐγκαθειρχθῇ, διότι ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ προΐστανται τῶν πολιτικῶν τολμημάτων ἄνδρες διακεκριμένοι· εἰ δὲ κατορθώσωσι νὰ διαφύγωσι τὴν φυλάκισιν καὶ φύγωσιν εἰς τὰ ξένα, ἄθλιον θέλουσι βιώσει τὸ ὑπόλοιπον τῆς ζωῆς των, διότι οὐδεμία βαρυτέρα ποινὴ διὰ τὸν φιλόπατριν πολίτην τῆς ἀειφυγίας. Τέλος, ὁ αἰών μας εἶναι αἰὼν ὁ ὁποῖος βαδίζει πρὸς κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς δι’ ὅλα ἀνεξαιρέτως τὰ ἐγκλήματα· ἂς ἀρχήσωμεν τοὐλάχιστον τὴν μεταῤῥύθμισιν τοῦ ποινικοῦ ἡμῶν συστήματος ἀπὸ τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἐφ’ οἷς διατηρουμένη ἡ θανατικὴ ποινὴ, δὲν εἶναι πλέον τῆς Νεμέσεως ὁ πέλεκυς, ἀλλ’ εἶναι ὄργανον πολεμικὸν πρὸς καταστροφὴν τῶν πολιτικῶς ἀντιφρονούντων πρὸς τοὺς κατέχοντας τὴν ἐξουσίαν, καὶ ὡς τοιοῦτον μετεχειρίσθη αὐτὸ καὶ ἡ Συμβατικὴ, ἥτις ὡς μέσῳ πολέμου, ὡς μαχαίρᾳ πολιτικῇ ἐχρήσατο αὐτῷ· καὶ ὅμως καὶ ἡ Συμβατικὴ αὕτη, ἀφοῦ ἔχυσε τοσοῦτον αἷμα, τὴν στιγμὴν κατὰ τὴν ὁποίαν ἔμελλε νὰ διαλυθῇ, ὀλίγα λεπτὰ πρὶν σημάνῃ ἡ ὥρᾳ τῆς διαλύσεώς της, ἐπὶ τῇ ἐρωτήσει ποία ὥρα εἶναι, καὶ τῇ ἀπαντήσει ὅτι ἐπέστη ἡ ὥρα τῆς δικαιοσύνης, ἤτοι τῆς καταργήσεως τῆς θανατικῆς ποινῆς, ἀπεφάνθη ἐκδοῦσα τὸ τελευταῖον αὑτῆς ψήφισμα, δι’ οὗ ἅμ’ ἐπελθούσης τῆς εἰρήνης κατηργεῖτο ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου. Τέλος ἐνθυμήθητε τὸ τοῦ προφήτου «ἄνδρα αἱμάτων καὶ δόλιον βδελύσσεται Κύριος». Εἴθε τοῦ λοιποῦ οὐδὲ ῥανὶς αἵματος χυθῇ ἐν Ἑλλάδι διὰ πολιτικὴν ἀντιφροσύνην. (εὖγε! εὖγε!).
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τίς ὁ ἀντιφρονῶν πρὸς τὸν προαγορεύσαντα; Ὁ κ. Σαράβας εἶναι σύμφωνος.
§131ΣΑΡΑΒΑΣ. Ὄχι.
§132ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε νὰ ὑποβάλω δύο προτάσεις σπουδαίας πρὸς τὸν σκοπὸν νὰ τυπωθῶσιν, προτάσεις ὑποβληθείσας ἀπὸ τοὺς ὑπουργοὺς τῶν Ἐσωτερικῶν καὶ τῶν Ναυτικῶν. Ἡ μία ἀφορᾷ τὴν Ἑλληνικὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν.
§133ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Καὶ αἱ δύο.
§134ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἂν ἐπιτρέπῃ ἡ Συνέλευσις, θὰ ἀναγνωσθῶσι διὰ νὰ διαταχθῇ ἡ τύπωσις αὐτῶν.
ΕΚΘΕΣΙΣ.
Περὶ αὐξήσεως τῆς εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀτμοπλοϊκὴν Ἑταιρίαν χορηγουμένης συνδρομῆς. Πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Κύριοι! Διὰ τὴν ἐκ τῆς διατηρήσεως τακτικῆς συγκοινωνίας μεταξὺ τῶν Κυκλάδων Νήσων προσγινομένην τῇ Ἑλλην. ἀτμοπλοϊκῇ ἑταιρίᾳ ζημίαν, ἀπεφασίσθη διὰ τοῦ κατὰ τὸ 1862 ὑπὸ στοιχ. ΨΜΓ. Νόμου ἡ πρὸς αὐτὴν χορήγησις ἐτησίας χρηματικῆς συνδρομῆς ἐκ δραχ. τριακοσίων χιλιάδων, καταβλητέων ἐκ τοῦ δημοσίου Ταμείου. Μετὰ τὴν εὐτυχῶς ὅμως ἀποτελεσθεῖσαν ἕνωσιν τῶν Ἰονίων Νήσων, ἀποβαίνει ἀναγκαῖον νὰ ἐπεκταθῶσι καὶ πολλαπλασιασθῶσιν αἱ μεταξὺ τῶν Νήσων τούτων καὶ τῶν λοιπῶν μερῶν τοῦ Κράτους γραμμαὶ τῆς συγκοινωνίας. Τὰ ἐκ τῆς ἐπεκτάσεως ταύτης προκύπτοντα εἰς τὸν τόπον ὠφελήματα κρίνομεν περιττὸν νὰ ἀναπτύξωμεν ἐνταῦθα, καθόσον ἕκαστος ἐξ ὑμῶν συναισθάνεται βεβαίως τὰ ἐκ τούτου καλά· οὐχ’ ἧττον ὅμως ὀφείλομεν νὰ κάμωμεν γνωστόν, ὅτι διὰ τοῦ λίαν προσεχῶς τεθησομένου εἰς ἐνέργειαν νέου δρομολογίου πρόκειται, πλὴν τῶν ἤδη ἐν ἐνεργείᾳ, νὰ ἀναπτυχθῶσιν αἱ ἑξῆς γραμμαί. Δὶς τῆς ἑβδομάδος μεταξὺ Πειραιῶς (διὰ τοῦ Ἰσθμοῦ) καὶ Πατρῶν, ἐκεῖθεν δὲ ἑβδομαδιαίως μεταξὺ Ζακύνθου, Κεφαλληνίας καὶ Ἰθάκης, Λευκάδος, Παξῶν καὶ Κερκύρας καὶ προσεγγίσεως τῶν Κυθήρων συμπεριλαμβανομένης εἰς τὴν γραμμὴν Πελοποννήσου. Καθίσταται ὅμως ὁμολογούμενον, ὅτι, ἐνῷ ἀφ’ ἑνὸς ἡ ἐπέκτασις αὕτη τῆς συγκοινωνίας σπουδαίας πρόκειται νὰ χορηγήσῃ εἰς τὸν τόπον ὠφελείας, ἀφ’ ἑτέρου τὰ ἐντεῦθεν προκύψοντα εἰς τὴν ἑταιρίαν εἰσοδήματα δὲν δύνανται νὰ ἀνταποκριθῶσιν εἰς τὰς καταβληθησομένας παρ’ αὐτῆς ἀναποφεύκτους δαπάνας, οὐδ’ εἶναι ἐπαρκὴς πρὸς τοῦτο μόνη ἡ διὰ τοῦ μνησθέντος Νόμου κανονισθεῖσα χρηματικὴ συνδρομὴ τῶν 300,000 δραχ. Ἑπομένως ἡ Κυβέρνησις ἔχουσα καθῆκον νὰ ἐπιδιώκῃ τὴν εὐρυτέραν τῶν τῆς συγκοινωνίας μέσων ἀνάπτυξιν, ἀναγνωρίζουσα δὲ τὴν πραγματικὴν ταύτην ἀνάγκην τῆς ἑταιρίας, δὲν ἐδίστασε νὰ παραδεχθῇ, κατὰ τὰς προτάσεις τοῦ Διοικητικοῦ τῆς ἑταιρίας συμβουλίου, ἀνάλογόν τινα αὔξησιν τῆς χορηγουμένης συνδρομῆς. Πρὸς τὸν εἰρημένον λοιπὸν σκοπὸν σπεύδομεν νὰ ὑποβάλλωμεν εἰς τὴν ὑμετέραν συζήτησιν τὴν συναπτομένην πρότασιν, καθ’ ἣν ἡ διὰ τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΨΜΓʹ. Νόμου χορηγηθεῖσα ἐτησία συνδρομὴ ἐκ δραχ. 300,000, αὐξάνεται κατὰ δραχ. 70,000, καὶ πιστεύομεν, ὅτι ἐκτιμῶντες τὴν σπουδαιότητα τοῦ ἀντικειμένου θέλετε σπεύσει καὶ ὑμεῖς εἰς τὴν ταχυτέραν παραδοχὴν, ἵνα ἐπισπευθῇ οὕτω καὶ ἡ ἐκτέλεσις τοῦ νέου δρομολογίου. Ἐν Ἀθήναις τὴν 2 Σεπτεμβρίου 1864. Οἱ πληρεξούσιοι καὶ ὑπουργοὶ
Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Οἰκονομικῶν
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
Ἄρθρον 1. Ἡ διὰ τοῦ ἄρθρου 2 τοῦ ὑπὸ στοιχ. ΨΜΓʹ. Νόμου κανονισθεῖσα ἐτησία συνδρομὴ εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν ἐκ δραχμῶν 300,000 αὐξάνεται κατὰ δραχ. ἑβδομήκοντα χιλιάδας, ἀριθ. 70,000, ὅπως καλύπτηται ἐκ τούτου ἡ ἕνεκεν τῆς ἐπεκτάσεως τῆς ἐσωτερικῆς συγκοινωνίας προερχομένη εἰς τὴν ἑταιρίαν ζημία. Ἄρθρον 2. Ἡ πληρωμὴ τῆς αὐξήσεως ἄρχεται ἀφ’ ἧς ἐγκριθῇ παρὰ τῆς Κυβερνήσεως καὶ τεθῇ εἰς ἐνέργειαν τὸ νέον τῆς ἑταιρίας δρομολόγιον. Ἄρθρον 3. Πρὸς τὸν εἰρημένον σκοπὸν χορηγεῖται εἰς τὸ ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν Ὑπουργεῖον καὶ ἐπὶ τοῦ Κεφαλ. 10 ἄρθρου 3 τοῦ εἰδικοῦ αὐτοῦ προϋπολογισμοῦ τῆς χρήσεως 1864 ἀναπληρωτικὴ πίστωσις ἐκ δραχμῶν εἴκοσι τριῶν χιλιάδων ἀριθ. 23,000 Οἱ πληρεξούσιοι καὶ Ὑπουργοὶ
Ἐπὶ τῶν Ἐσωτερικῶν
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ.
Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
Πρὸς τὴν Ἐθνικὴν Συνέλευσιν. Κύριοι! Ἡ Ἑλληνικὴ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία ἐζητήσατο ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὴν παραχώρησιν τοῦ πολεμικοῦ ἀτμοκινήτου «αἱ Ἀθῆναι» καὶ τοῦ εἰς τὸ πρώην Ἰονικὸν Κράτος ἀνήκοντος «ὁ Ἅγιος Πέτρος» πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ ἐπεκτείνῃ καὶ πολλαπλασιάσῃ τὰς γραμμὰς τῆς συγκοινωνίας ἔν τε τῷ ἐσωτερικῷ καὶ τῷ ἐξωτερικῷ καὶ ἰδίως μεταξὺ τῶν Ἰονίων Νήσων. Ἡ Κυβέρνησις ἐμπνεομένη ἀφ’ ἑνὸς ἀπὸ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ παράσχῃ πᾶσαν δυνατὴν συνδρομὴν εἰς τὴν ἀνάπτυξιν τῶν ἐργασιῶν τῆς προκειμένης ἑταιρίας καὶ κρίνουσα ἀφ’ ἑτέρου, ὅτι τὰ ζητούμενα ἀτμοκίνητα, ὡς ἔχουσιν ἤδη, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ χρησιμεύωσιν ἀποτελεσματικῶς εἰς τὴν ὑπηρεσίαν τοῦ πολεμικοῦ Ναυτικοῦ, δὲν ἐδίστασε νὰ παραδεχθῇ τὴν προκειμένην αἴτησιν καθ’ ὅσον μάλιστα διὰ τῆς παραχωρήσεως ταύτης θέλει ἐλαττωθῆ κατὰ μέγα μέρος ἡ πρὸς τὴν ἑταιρίαν ὀφειλὴ τοῦ δημοσίου, προκειμένου νὰ συμβιβασθῶσιν ἀμοιβαῖαι ἀνάγκαι καὶ ὑποχρεώσεις. Ἐφ’ ᾧ συνετάχθη ἡ ἐπισυνημμένη πρότασις, τὴν ὁποίαν ὑποβάλλοντες εἰς τὴν Συνέλευσιν πεποίθαμεν, ὅτι θέλει ἐπιψηφισθῆ τάχιστα. Ἐν Ἀθήναις, τὴν 2 Σεπτεμβρίου 1864. Οἱ πληρεξούσιοι καὶ ὑπουργοὶ
Ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
Κ. ΚΑΝΑΡΗΣ.
Ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
Ἄρθρον 1. Ἐπιτρέπεται εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ παραχωρήσῃ δι’ ἐκτιμήσεως εἰς τὴν Ἑλληνικὴν ἀτμοπλοϊκὴν ἑταιρίαν τὸ πολεμικὸν ἀτμόπλοιον «αἱ Ἀθῆναι» καὶ τὸ ἕτερον «ὁ Ἅγιος Πέτρος», ὅπερ ἀνῆκεν εἰς τὸ πρώην Ἰόνιον Κράτος, κατὰ τὰς ἀπογραφὰς αὐτῶν. Ἄρθρον 2. Ἡ ἀξία ἑκάστου ἀτμοπλοίου θέλει ἐξακριβωθῆ ὑπὸ δύο πραγματογνωμόνων διορισθησομένων τοῦ μὲν παρὰ τῶν ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν καὶ τῶν Οἰκονομικῶν ὑπουργῶν, τοῦ δὲ παρὰ τοῦ διοικητικοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας· ἐν περιπτώσει δὲ διαφωνίας τῶν ἀνωτέρω δύο πραγματογνωμόνων, διορίζεται παρὰ τοῦ Προέδρου τῶν ἐν Ἀθήναις Ἐφετῶν τρίτος, τοῦ ὁποίου ἡ γνώμη εἶναι ὑποχρεωτικὴ δι’ ἀμφότερα τὰ μέρη. Ἐὰν ὁ διορισθεὶς τρίτος δὲν παρουσιάσῃ τὴν ἔκθεσίν του ἐντὸς εἴκοσιν ἡμερῶν ἀπὸ τῆς κοινοποιήσεως τοῦ διορισμοῦ του εἰς τὸν Πρόεδρον τῶν Ἐφετῶν, ἀντικαθίσταται παρ’ αὐτοῦ δι’ ἄλλου προσώπου. Ἄρθρον 3. Ἡ ἐκτίμησις ἀμφοτέρων τῶν ἀτμοπλοίων θέλει ἐνεργηθῆ ἐν τῷ λιμένι Πειραιῶς, ἔνθα ἡ ἀτμοπλοϊκὴ ἑταιρία ὑποχρεοῦται νὰ μεταφέρῃ ἰδίαις δαπάναις τὸ ἐν Κερκύρᾳ σταθμεῦον ἤδη ἀτμόπλοιον «ὁ Ἅγιος Πέτρος». Οἱ πληρεξούσιοι καὶ ὑπουργοὶ
Ὁ ἐπὶ τῶν Ναυτικῶν
Κ. ΚΑΝΑΡΗΣ.
Ὁ ἐπὶ τῶν Οἰκονομικῶν
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ.
Ἐγκρίνεται τὸ κατεπεῖγον τῶν προτάσεων;
§135ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§136ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλουν τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ καταλάβει θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν. Κ. Σαράβα, ἔχετε τὸν λόγον.
§137ΤΙΝΕΣ. Τὸ νέον δρομολόγιον νὰ κατατεθῇ εἰς τὸ γραφεῖον.
§138ΣΑΡΑΒΑΣ. Δὲν θέλω κάμει λόγον περὶ τοῦ ἀντικειμένου, περὶ τοῦ ὁποίου ἐλάλησαν δύο εὔγλωττοι ῥήτορες, διότι πραγματικῶς τὸ ἀντικείμενον τοῦτο, μετὰ τὰς ἀγορεύσεις αὐτῶν, δύναται ἴσως νὰ θεωρηθῇ ἐξηντλημένον· ἔλαβον τὸν λόγον ἁπλῶς καὶ μόνον, ὅπως δώσω ἐξηγήσεις τινὰς πρὸς τὴν Συνέλευσιν......
§139ΤΙΝΕΣ. Κάμετε ἡσυχίαν, Κ. Πρόεδρε· δὲν ἀκούομεν τίποτε.
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Νὰ παύσουν οἱ περίπατοι.
§141ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἔλαβον, ἐπαναλαμβάνω, τὸν λόγον, ὅπως δώσω ἐξηγήσεις τινὰς πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, καὶ ἡ ὁποία ἀφορᾷ τὸ μέρος τοῦ ἄρθρου τὸ περὶ καταργήσεως τοῦ πολιτικοῦ θανάτου. Ἐν τῷ ἄρθρῳ τοῦ σχεδίου καθιεροῦται ἡ κατάργησις τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, ἡ δὲ τροπολογία, τὴν ὁποίαν ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ μέρους ἔφερον, ἔχει ὡς ἀκολούθως· «Τὸ ἀπὸ 31 8βρίου 1862 ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, περὶ καταργήσεως τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, διατηρεῖται ἐν ἰσχύϊ.» Βλέπετε λοιπόν, ὅτι ἡ τροπολογία τὴν ὁποίαν ὑποβάλλω, δὲν ἔρχεται εἰς ἀντίκρουσιν τῆς ἀρχῆς, τὴν ὁποίαν τὸ σχέδιον τοῦ Συντάγματος καθιεροῖ, ἀλλὰ δίδει εἰς τὸ ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως συντακτικὸν κῦρος. Χαίρω, Κύριοι, διότι μοὶ δίδεται ἀφορμὴ νὰ ἀποδώσω δικαιοσύνην εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν, ἡ ὁποία ἐν τοῖς τότε καιροῖς ἐκρίθη πολλὰ αὐστηρῶς. Ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις, καί τοι περιστοιχιζομένη ὑπὸ ἀπείρων δυσχερειῶν, δὲν ἠμέλησε μ’ ὅλον τοῦτο νὰ κάμῃ καὶ νόμους τινὰς, οἱ ὁποῖοι ἀληθῶς φέρουσιν πολλὴν αὐτῇ τιμήν. Μεταξὺ τῶν διαφόρων νομοθετημάτων, τὰ ὁποῖα ἔκαμεν, εἶναι καὶ τὸ ἀφορῶν τὴν κατάργησιν τοῦ πολιτικοῦ θανάτου. Ὁ τότε ὑπουργὸς τῆς Δικαιοσύνης, ὁ ἔντιμος φίλος μου Κ. Κουμουνδοῦρος, ἔσχε τὴν εὐγενῆ πρωτοβουλίαν τοῦ νόμου τούτου, τοῦ ὁποίου τὴν σύνταξιν ἀνέθηκεν εἰς ἐμὲ, διατελοῦντα τότε Γενικὸν γραμματέα παρὰ τῷ αὐτῷ ὑπουργείῳ. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ πολιτικὸς θάνατος εἶναι συνέπεια τῆς καταδίκης εἰς θανατικὴν ποινὴν ἢ ἰσόβια δεσμὰ ἐπάγεται συνεπείας τόσον ἀπεχθεῖς, τόσον ἀντικειμένας εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, διότι τεκμαίρει, ὅτι ἀπέθανεν ἓν ὂν τὸ ὁποῖον ζῇ καὶ θέλει ἀποθάνει, ὥστε κἀμμία νομοθεσία δὲν ἐδυσκολεύθη νὰ τὸν καταργήσῃ· ἀλλ’ ὅταν καταργῶμεν τὰς συνεπείας, τὰς συνεπαγομένας εἰς τὴν θανατικὴν ποινὴν ἢ τὰ ἰσόβια δεσμά, πρέπει νὰ τὰς ἀντικαταστήσωμεν δι’ ἄλλων. Ἂν ὅμως παραδεχθῶμεν τὸ σχέδιον τοῦ ἄρθρου ὅπως ἔχει, παραδεχόμεθα μόνον τὴν ἀρχὴν, παραλείπομεν νὰ ὁρίσωμεν εἰς ποίαν κατάστασιν ὑπάγεται ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος μέχρι τοῦδε ὑπέκυπτεν εἰς τὰς συνεπείας τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, καὶ οὕτω θέτομεν αὐτὸν εἰς βελτίωνα θέσιν παρὰ εἰς ἣν τάσσεται ὁ καταδικασθεὶς εἰς πρόσκαιρα δεσμά, ὅστις, ὡς γνωρίζετε, στερεῖται ὅλων τῶν πολιτικῶν δικαιωμάτων, τῆς ἱκανότητος νὰ ἀποκτήσῃ αὐτά, καὶ συγχρόνως καὶ ἄλλων τινῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων. Ἰδοὺ πῶς ἐξεφράσθη τὸ ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, περὶ οὗ προανέφερον. Διὰ τῆς τροπολογίας, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, ἐσκόπουν νὰ δοθῇ συντακτικὸν κῦρος εἰς αὐτὸν τὸν νόμον, καὶ νὰ ἔχωμεν τοιουτοτρόπως ἓν πλῆρες σύστημα, διότι ἄλλως ἠμπορεῖ νὰ γεννηθῇ ἀμφιβολία, ἂν ὁ νόμος αὐτὸς ἰσχύῃ ὡς πρὸς τὰ λοιπὰ αὐτοῦ μέρη. Προτείνω ἑπομένως εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν μεταβολὴν τῆς ἐκφράσεως κατὰ τὴν τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλον, τουτέστι νὰ γίνῃ μνεία τοῦ νόμου τῆς 31 8βρίου 1862, ὅτι εἰς αὐτὸν δίδεται πλήρης ἰσχὺς συντακτική. (Ἀναγινώσκεται τὸ ψήφισμα τῆς Προσωρ. Κυβερνήσεως). «Κατὰ γνωμοδότησιν τοῦ Συμβουλίου τῶν Ὑπουργῶν τῆς Ἐπικρατείας, καὶ κατὰ πρότασιν τοῦ ἐπὶ τῆς δικαιοσύνης Ὑπουργοῦ. Ψηφίζομεν, Ἄρθρον 1. Ὁ Πολιτικὸς θάνατος μεθ’ ὅλων τῶν συνεπειῶν αὐτοῦ καταργεῖται. Ἄρθρον 2. Ἀφ’ ἧς δημοσιευθῇ ἡ τελεσίδικος ἀπόφασις, ὁ δι’ αὐτῆς εἰς θάνατον ἢ εἰς ἰσόβια δεσμὰ καταδικασθεὶς διατελεῖ εἰς κατάστασιν νομίμου ἀπαγορεύσεως. Ἐπίσης ἐφαρμόζονται ὡς πρὸς αὐτὸν αἱ διατάξεις τοῦ Ποινικοῦ νόμου καὶ τῆς Ποινικῆς δικονομίας περὶ τῶν ἀποτελεσμάτων τῆς εἰς πᾶσαν ἄλλην ἐγκληματικὴν ποινὴν καταδίκης. Ἄρθρον 3. Αἱ διατάξεις τῶν ἀνωτέρω ἄρθρων ἐφαρμόζονται καὶ ὑπὲρ τῶν πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ παρόντος Ψηφίσματος εἰς θάνατον ἢ εἰς ἰσόβια δεσμὰ καταδικασθέντων, μὴ παραβλαπτομένων ὅμως τῶν τυχὸν κεκτημένων ἀπὸ τρίτους δικαιωμάτων. Ἄρθρον 4. Τὸ ἐδάφιον 2 τοῦ ἄρθρου 1 τοῦ ἀπὸ 28 Ἰουνίου 1846 Νόμου, τὸ ἄρθρον 7 τοῦ Ποινικ. Νόμου, καὶ τὸ ἄρθρον 468 τῆς Ποινικῆς Δικονομίας, καθὼς καὶ πᾶσα ἄλλη διάταξις εἰς τὸ παρὸν Ψήφισμα ἀντικειμένη, καταργοῦνται.»
§142ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§143ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Κόκκινος θέλει νὰ ὁμιλήσῃ;
§144ΛΟΥΖΗΣ. Εἶσθε κατὰ, Κ. Κόκκινε;
§145ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐπειδὴ γεννῶνται ἀμφιβολίαι, ἐνθυμίζω εἰς τὸν φίλον Κ. Λούζην, ὅτι ἡ πρότασις τῶν Κυρίων Διομήδους καὶ Καλλιγᾶ συνίσταται εἰς τὸ νὰ διατηρήσωμεν τὰ 2 πρῶτα ἐδάφια τοῦ 18 ἄρθρου, καὶ νὰ ἀπαλείψωμεν ὅλον τὸ λοιπὸν μέρος τοῦ ἄρθρου. Καὶ ἐν πρώτοις, ἐπειδὴ προηγεῖται τὸ ζήτημα τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, φρονῶ, ὅτι ἡ πρότασις, ἣν ὑποβάλλει ὁ προλαλήσας φίλος μου Κ. Σαράβα, δὲν πρέπει νὰ ἐπιψηφισθῇ. Φρονῶ, ὅτι τὸ κείμενον εἶναι ὀρθότερον τῆς προτάσεώς του. Οὐδεὶς διστάζει, ὅτι τὸ ψήφισμα τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως, διὰ τοῦ ὁποίου κατηργήθη ὁ πολιτικὸς θάνατος, ἔχει νομοθετικὴν δύναμιν, καὶ ὅτι οἱ ὁρισμοὶ αὐτοῦ θέλουν ἰσχύει καὶ εἰς τὸ μέλλον· ἀλλὰ καθόσον ἀφορᾷ τὴν διὰ τοῦ Συντάγματος ἀνακήρυξιν τῆς καταργήσεως τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, φρονῶ, ὅτι τὸ κείμενον τοῦ ἄρθρου ἔχει καλῶς ὅπως ἔχει. Ὁ Κ. Σαράβας δὲν ἐζήτησε μόνον νὰ καθιερωθῇ ἐν τῷ Συντάγματι ἡ κατάργησις τῆς ποινῆς τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, διὰ νὰ κηρυχθῇ δημοσίᾳ ἡ τιμὴ ἡ ὀφειλομένη εἰς τὴν προσωρινὴν Κυβέρνησιν, ὅτι προῆλθεν εἰς τὸ μέτρον τοῦτο, διότι ὅλων ἡμῶν ἡ συνείδησις παραδέχεται τὴν ἀνάγκην τῆς καταργήσεως ταύτης καὶ ἐπευφημεῖ τὸ μέτρον, τὸ ὁποῖον ἡ προσωρινὴ Κυβέρνησις ἔλαβεν. Ὁ Κ. Σαράβας ὑποθέτει, ὅτι ἐνδέχεται νὰ προκύψῃ ἀμφιβολία καὶ νὰ εὑρεθῇ εἰς κρείττονα θέσιν ἐκεῖνος, ὅστις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, ὑπάγεται εἰς τὴν ποινὴν τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, ἀπὸ ἐκεῖνον, ὅστις κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ποινικοῦ νόμου, δὲν ὑπήγετο εἰς τὴν ποινὴν τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, ἀλλὰ μόνον εἰς τὴν ποινὴν τῆς ἀστικῆς ἀνικανότητος. Ἀλλ’ ἂς μὴ φοβῆται ὁ Κ. Σαράβας· καὶ ἄλλα ἔθνη ὄντα δεινὰ περὶ τὰ ἔργα τὰ νομοθετικὰ, ἔχοντα νομοθέτας καὶ δικαστὰς, ἂν οὐχὶ κρείττονας, βεβαίως ὅμως οὐχὶ κατωτέρους ἐκείνων, τοὺς ὁποίους καὶ ἡμεῖς ἔχομεν, διέταξαν ἐν τοῖς Συντάγμασιν αὐτῶν τὰς διατάξεις ταύτας. Τὸ Πρωσσικὸν Σύνταγμα φέρει ἐπὶ λέξεσι ῥηταῖς, ὅτι ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται· καὶ μολαταῦτα καὶ ἐκεῖ ἡ ποινικὴ νομοθεσία, ὅπως καὶ ἡ ἐν Γαλλίᾳ, ὑποβάλλει εἰς περιορισμοὺς τῆς ἀστικῆς ἱκανότητος, οὐχὶ μόνον ἐκεῖνον, ὅστις πρότερον ὑπεβλήθη εἰς τὴν ποινὴν τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνον, ὅστις ὑποβάλλεται εἰς ποινὰς ἄλλας ἄλλων ἰδίων ἐγκλημάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἐκτέλεσις δὲν συνεπάγεται μεθ’ ἑαυτῆς ὡς ἀναγκαῖον καὶ ἀπαράδεκτον παρακολούθημα τὸν πολιτικὸν θάνατον. Καὶ εἰς Πρωσσίαν καὶ Γαλλίαν πολλοὶ ὑπάρχουν οἱ καταδικαζόμενοι εἰς περιορισμοὺς ἀστικοὺς, οἱ μὴ δυνάμενοι λ. χ. ὅταν καταδικασθῶσιν εἰς τὴν ποινὴν τῆς εἱρκτῆς, νὰ παρουσιασθῶσιν ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων καὶ ἐν ἰδίῳ ὀνόματι νὰ παραστήσωσι πρόσωπα ἐναγόντων ἢ ἐναγομένων. Ἡ Νομοθεσία, ἡ πεῖρα τῶν διαφόρων ἐπικρατειῶν, ὑπέβαλλεν τὰ πρόσωπα αὐτὰ εἰς τὴν ἀνάγκην διὰ νὰ ἐνασκήσωσι τὰ δικαιώματα τῆς ἀστικῆς αὐτῶν καταστάσεως νὰ προσφύγωσιν εἰς τὸν διορισμὸν κηδεμόνος ἢ ἀντιλήπτορος· καὶ μολαταῦτα κατὰ τὴν κατάργησιν τῆς ποινῆς τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, ἡ Νομολογία, αἱ ἀποφάσεις τῶν δικαστηρίων ἐθεώρησαν, ὅτι καὶ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι πρότερον ὑπεβάλλοντο εἰς τὴν ποινὴν τοῦ πολιτικοῦ θανάτου, μετὰ τὴν κατάργησιν τῆς ποινῆς αὐτῆς θέλουσιν ἐξακολουθεῖ οὐχ ἧττον ὑποβαλλόμενοι εἰς τοὺς περιορισμοὺς ἐκείνους τῆς ἀστικῆς ἱκανότητος, εἰς τοὺς ὁποίους ὑπήγοντο οἱ ἀποδειχθέντες ἔνοχοι πράξεων ἀξιοποίνων, αἱ ὁποῖαι συνεπήγοντο ὅλους τοὺς περιορισμοὺς τῆς ἀστικῆς ἱκανότητος, δὲν συνεπήγοντο δὲ τὸν πολιτικὸν θάνατον. Ἐπομένως οἱ καταδικαζόμενοι εἰς τὸν πολιτικὸν θάνατον οὐχὶ διὰ νομοθετικῆς πράξεως, ἀλλὰ διὰ τῆς ἁπλῆς ἑρμηνείας τῶν Συνταγματικῶν διατάξεων, τῶν ὑπαρχόντων πολιτικῶν Νόμων, δὲν θέλουσι πλεονεκτεῖ ἀπὸ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ὑπέπεσαν εἰς ἐλαφρότερα ἐγκλήματα συνέπεια τῶν ὁποίων δὲν εἶναι ὁ πολιτικὸς θάνατος, ἀλλ’ ἡ στέρησις τῶν ἀστικῶν δικαιωμάτων. Νομίζω, ὅτι ἐνταῦθα εἶναι περιττὸν νὰ διαγράψωμεν ὅσα ὁ Κ. Σαρίπολος εἶπε καὶ δὲν πρέπει νὰ προχωρήσωμεν εἰς νεωτερισμοὺς χωρὶς νὰ γνωρίζομεν τὶ συμβαίνει εἰς ἄλλα ἔθνη. Ἤκουσα, Κύριοι, μετὰ πολλῆς προσοχῆς τὸν ἀξιότιμον Κ. Σαρίπολον, λαβόντα τὸν λόγον ἐναντίον τῆς γνώμης τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, ἀλλὰ φρονῶ, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Κυρίου Καλλιγᾶ καὶ τὸ πταῖσμα, εἰς τὸ ὁποῖον κατὰ τὴν ἰδέαν τοῦ Κυρίου Σαριπόλου ὑπέπεσε, δὲν ἦτον ἄξιον τόσης μέμψεως, τόσης ἐπιδείξεως, διότι κατήντησεν ἐπὶ τέλους ὁ Κ. Σαρίπολος, ἀναγνώσας τὸ χωρίον τοῦ διδασκάλου του Κ. Ῥόσση, εἰς τὸ αὐτὸ συμπέρασμα, εἰς τὸ ὁποῖον ὁ Κ. Καλλιγᾶς κατήντησε. Καὶ πραγματικῶς, Κύριοι, τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα εἶναι πολυειδῆ καὶ πολλαπλᾶ· ἀλλὰ βεβαίως, ὅταν τὰ ἐγκλήματα ταῦτα ᾖναι σύνθετα, ὅταν περιέχωσιν ἐν ἑαυτοῖς ἐκτὸς τῆς πολιτικῆς ἰδέας παραβάσεις κοινῶν δικαιωμάτων οὐδεὶς θέλει εὑρεθῆ νὰ ὑποστηρίξῃ αὐτὰ ὡς ὀλιγώτερον ἀξιόποινα ἀπὸ τὰ λοιπὰ κοινὰ ἐγκλήματα. Ἀλλά, Κύριοι, εἰς ἐκείνας τὰς περιπτώσεις μόνον, εἰς τὰς ὁποίας τὸ πολιτικὸν ἔγκλημα συνίσταται εἰς σύλληψιν καὶ εἰς διάδοσιν μιᾶς ἰδέας, ὁ πολιτικὸς ἐγκληματίας δικαιοῦται νὰ ἐπικαλεσθῇ ὑπὲρ ἑαυτοῦ τὴν συμπάθειαν τῶν νόμων καὶ τὴν συμπάθειαν τῶν δικαστηρίων· ἀλλὰ τοιοῦτον ἔγκλημα, τὸ ὁποῖον συνίσταται εἰς τὴν σύλληψιν καὶ τὴν διάδοσιν ἰδέας, δὲν εἶναι ἄλλο, παρ’ ἁπλῆ συνωμοσία, συνωμοσία, ἥτις μένει εἰς τὸ στάδιον αὐτῆς τῆς συλλήψεως καὶ τῆς διὰ νοερῶν μέσων διαδόσεως τῆς ἰδέας, χωρὶς νὰ προβῇ εἰς τὴν παραμικρὰν ἐξωτερικὴν πρᾶξιν τῆς ἐκτελέσεως· καὶ φρονῶ καὶ ἐγὼ, ὅτι τὴν τοιαύτην κατηγορίαν τῶν τοιούτων πολιτικῶν ἐγκλημάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐν τῇ διανοίᾳ, χωρὶς νὰ προβῶσιν καὶ εἰς ἐξωτερικὴν πρᾶξιν, εἰς μίαν ἄλλην σφαῖραν, τὴν ἁπλῆν ταύτην συνωμοσίαν τὴν προστατεύει πολὺ περισσότερον ἡ ἐπιείκεια τοῦ ποινικοῦ Νόμου, παρ’ ἄλλη ὁποιαδήποτε πρόβλεψις. Ὅλοι Κύριοι, καὶ οὐχὶ μόνον ἐν Ἑλλάδι, ἀλλὰ καὶ ἐν τοῖς νεωτέροις χρόνοις, καὶ ἐν τῇ λοιπῇ Εὐρώπῃ, ὅλοι ὁμολογοῦσιν, ὅτι εἶναι ἄδικον, ἀδικώτατον νὰ τιμωρῆται μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, ὁ ὁποῖος ἐμελέτησε τὴν μεταβολὴν τῆς πολιτείας καὶ συνέλαβε περὶ αὐτῆς τὸ σχέδιον, τὸ ὁποῖον ἀνεκοίνωσε καὶ εἰς τοὺς ἄλλους συμπολίτας του· καὶ διὰ τοῦτο, Κύριοι, εἴτε ἐν τῇ νομοθεσίᾳ, εἴτε ἐν τῇ ἐφαρμογῇ, ἐν τῇ Ἑλλάδι τοὐλάχιστον πάντες οἱ τοιοῦτοι ἀπηλλάγησαν τῆς θανατικῆς ποινῆς· ὑπάρχουν παραδείγματα πλεῖστα, ὅτι κατεγνώσθη ἡ θανατικὴ ποινὴ ὑπὸ τῶν δικαστηρίων, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐξετελέσθη.
§146ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞ. Ὁ Γρίζαλης.
§147ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Τὸ ἔγκλημα τοῦ Γρίζαλη συνωδεύετο ἴσως μὲ ληστείας καὶ φόνους.
§148ΚΑΛΟΣ. Ἦτο καθαρῶς πολιτικὸν ἔγκλημα, ἀλλὰ δὲν εἶσθε ἐν τῇ Ἑλλάδι καὶ δὲν τὸ γνωρίζετε.
§149ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐπαναλαμβάνω λοιπὸν λέγων, ὅτι οὐδεμία ὑπάρχει ἀπόδειξις, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα ἐξετελέσθη ποινὴ θανατικὴ ἐναντίον καθαρῶς πολιτικοῦ ἐγκλήματος. Ἐνθυμεῖσθε, Κύριοι, ὅτι ἐκυβέρνων ἄνδρες ἰσχυρᾶς θελήσεως, τὰ μέλη τῆς ἀντιβασιλείας, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπαιζον, ὡς δὲν ἔπαιζεν καὶ ὁ ἀοίδιμος Κυβερνήτης μὲ τὴν κυβέρνησίν του, (θόρυβος) καὶ μολαταῦτα οἱ δύο στρατηγοὶ τῆς Ἑλλάδος, οἱ ὁποῖοι κατεδικάσθησαν εἰς τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, ἐναντίον αὐτῶν ἡ ποινὴ δὲν ἐξετελέσθη, ἔλαβον τὴν Βασιλικὴν χάριν. Ἔχετε, Κύριοι, καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ νεανίου Δοσίου, ὅστις ἔλαβε καὶ αὐτὸς τὴν Βασιλικὴν χάριν.
§150ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν ἦτο πολιτικόν.
§151ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν ἐννοῶ διὰ τὶ τότε ἔφερε τὸ ψήφισμα περὶ ἀμνηστίας ὁ Κύριος Καλός;
§152ΚΑΛΟΣ. Τότε θὰ εἴπῃ, ὅτι δὲν γνωρίζετε τὴν Νομοθεσίαν.
§153ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἔχετε δίκαιον, διότι τὴν γνωρίζω διαφορετικὰ ἀπὸ ἡμᾶς. Ἐπαναλαμβάνω, ὅτι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα ἐτιμωρήθησαν μὲ τὴν ποινὴν τοῦ θανάτου, δὲν ἐξετελέσθη ὅμως ἡ ποινὴ, τὴν ὁποίαν τὰ Δικαστήρια ἐπέβαλον. Ἔχομεν, Κύριοι, καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη.
§154ΚΑΛΟΣ. Περὶ τοῦ Δοσίου ἔφερα μόνον Νόμον περὶ πολιτικῆς ἀποκαταστάσεως.
§155ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἐξέλαβε τὸ ἔγκλημα ὡς πολιτικὸν καὶ διὰ τοῦτο παρεδέχθη τὴν πρότασίν σας· ἂν ὑμεῖς τὸ ἐθεωρήσατε ὡς κοινὸν πολὺ κακὰ ἐκάμετε νὰ τὸ φέρητε. Δὲν ὑπάρχει ἑπομένως ἡ ἀνάγκη ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὑπέθεσεν ὁ Κύρ. Σαρίπολος διὰ νὰ ἐπιμείνῃ εἰς τὴν κατάργησιν τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπὶ τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων. Ἀφοῦ, Κύριοι, ἡ ἐφαρμογὴ τῶν Νόμων ἀπεδείχθη πάντοτε συμπαθὴς πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ἐμελέτησαν ἐν τῇ διανοίᾳ των νὰ μεταβάλωσι τὴν πολιτείαν καὶ ἐπεχείρησαν ἀκόμη, ὑπερακοντίσαντες ὑπὲρ τὸ ὅριον τοῦτο, καὶ τὴν ἐκτέλεσιν κοινῶν ἐγκλημάτων, ζητήσαντες νὰ ὑπηρετήσωσι τὴν πολιτικὴν ἰδέαν των, ἀφοῦ, λέγω, οἱ ἐπιτετραμμένοι τὴν ἐφαρμογὴν τῶν Νόμων ἀπέδειξαν ἐκχείλισιν συμπαθείας καὶ ἐπιεικείας πρὸς ἐκείνους, οἵτινες ταῦτα ἐμελέτησαν, δὲν ὑπάρχει ἀφορμὴ νὰ ἔρχησθε σήμερον ἐν ὀνόματι θυμάτων μὴ ὑπαρκτῶν νὰ ζητῆτε νὰ μεταβάλωμεν διατάξεις ἐν τῷ Συντάγματι καὶ ν’ ἀναγράψωμεν δίκαια, τὰ ὁποῖα ἡ λοιπὴ Εὐρώπη δὲν ἔχει εἰσέτι ἀναγράψει· ἄλλως τε μὴ νομίζητε, ὅτι ὑπηρετεῖτε τὰ θύματα ἐκεῖνα, διότι καὶ ἂν ἐν τῷ Συντάγματι ὁρίσητε, ὅτι ἡ ποινὴ τοῦ θανάτου δὲν ἐφαρμόζεται εἰς τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα, ἔχετε τὴν βαθμολογίαν τῶν λοιπῶν ποινῶν, ἔχετε τὴν ποινὴν τῶν διὰ βίου δεσμῶν, ἔχετε τὴν ποινὴν τῶν προσκαίρων δεσμῶν καὶ ὅλην τὴν λοιπὴν τῶν ποινῶν συνοδείαν· αὐτὴν τὴν συνοδείαν τῶν ποινῶν, τὴν ὁποίαν ἔχει ἡ ἐξουσία ἐναντίον τῶν παραβατῶν τῶν νόμων, αὐτὰ τὰ ὑπερβολικὰ μέσα βεβαίως ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει θέλει τὰ ἐνασκήσει, καὶ θέλει τὰ ἐνασκήσει, διότι ἀφαιρεῖται ἀπὸ τὴν βασιλικὴν πορφύραν τὸ τιμαλφέστερον τῶν δικαιωμάτων, τὸ δικαίωμα τῆς χάριτος. Ὅταν, Κύριοι, περιορίσητε τὴν χάριτα, τότε ἐξ ἀνάγκης καὶ τὸ μέτρον αὐτὸ περιστέλλεται, ὅταν ὅμως τὰ ὅρια ἀφήσητε εὐρύτατα, τότε ἡ ἐνάσκησις τοῦ δικαιώματος τῆς χάριτος θέλει εἶσθαι εὐεργετικωτέρη, προσφορωτέρα εἰς τὸν βαθμὸν τῶν πολιτικῶν ἰδεῶν. Ἀλλά, Κύριοι, τί κερδίζετε ἀφίνοντες τὸν ἄνθρωπον ἐκεῖνον, ὅστις παρηνόμησε κατὰ τῆς πολιτείας, ἀφίνοντες αὐτὸν, ἕρμαιον τῆς ποινῆς τῶν ἰσοβίων δεσμῶν, τῆς ὁποίας ἡ ἔκτασις εἶναι πολὺ δριμυτέρα ἀπὸ τὴν ἔκτασιν τῆς θανατικῆς ποινῆς; Δὲν ἐννοῶ νὰ συνηγορήσω ὑπὲρ τῆς θανατικῆς ποινῆς· σημειώσατε ὅμως, ὅτι κυροῦντες τὰς λοιπὰς ποινὰς, ἐκτὸς τῆς θανατικῆς ποινῆς, δίδετε εἰς αὐτὰς ἓν κῦρος, τὸ ὁποῖον δυσκόλως ἡ βασιλικὴ χάρις δύναται νὰ ἐξαλείψῃ· ἐν τοιαύτῃ περιπτώσει ὁ καταδικαζόμενος εἰς πρόσκαιρα δεσμὰ, ὁ καταδικαζόμενος εἰς εἱρκτὴν καὶ εἰς ἄλλας διαφόρους ποινὰς, θέλει ὑφίσταται τὴν ποινὴν αὐτὴν, διότι θέλει φανῆ, ὅτι τὸ μέτρον τῶν πολιτικῶν ἐγκλημάτων τὸ ὥρισεν ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία καὶ τὸ ἐκάρφωσεν ὡς σημεῖον ἀνυπέρβατον. Ὅταν, Κύριοι, δὲν θέσητε σημεῖον ἀνυπέρβατον, τότε ἡ τύχη τοῦ κατηγορουμένου ὑπὸ τὸ σύστημα αὐτὸ μιᾶς διακριτικωτέρας ἐξουσίας, ἡ ὁποία συναισθάνεται περισσότερον τὴν εὐθύνην, διότι ἔχει ἐκτενέστερον τὸν ὁρίζοντα τῆς ἐνεργείας, πολὺ περισσότερον ἀσφαλίζεται, πολὺ περισσότερον ἐλπίζει. Τὸ κείμενον λέγει· «Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καταργεῖται, ἐκτὸς τῆς κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ἀνθρωποκτονίας». Σᾶς εἶπεν ὁ Κύριος Σαρίπολος, ὅτι τὴν προσθήκην ταύτην θεωρεῖ περιττὴν, διότι ὅλα τὰ τοιαῦτα ἐγκλήματα θεωρεῖ ὡς ἀποτελοῦντα κοινὸν ἔγκλημα καὶ οὐχὶ πολιτικόν· ἀλλὰ φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ γνώμη τοῦ Κ. Διομήδους καὶ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, κατὰ τὴν ὁποίαν ἡ κατάργησις τῆς θανατικῆς ποινῆς ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων πρέπει νὰ ᾖναι διαρκὲς μέλημα τῆς Νομοθετικῆς ἐξουσίας, οὐδόλως δ’ ἀντικείμενον τῆς Συντακτικῆς ἐξουσίας, μᾶς φέρει εἰς ἀποτέλεσμα πολὺ πλέον ἐπιθυμητὸν, πολὺ πλέον πραγματικόν. Πραγματικῶς, Κύριοι, ὅταν ἀναθεωρηθῇ ἡ ποινικὴ νομοθεσία, καὶ δύναται εἰς πᾶσαν στιγμὴν νὰ ἀναθεωρηθῇ, εἶναι, Κύριοι, προσφορώτερον, προχειρότερον διὰ τὸν Νομοθέτην τοῦ νὰ ἀναθεωρήσῃ τὰ κεφάλαια τὰ περὶ συνωμοσίας, περὶ τῶν ἐγκλημάτων τῆς ἐσχάτης προδοσίας καὶ σύμφωνα πρὸς τὰς ἰδέας τῆς ἐπιστήμης, αἱ ὁποῖαι ἐν εὐθέτῳ χρόνῳ συζητοῦνται καὶ διαγιγνώσκονται πολὺ καλλίτερον παρὰ σήμερον, δύναται νὰ ἀναθεωρηθῇ τὸ περὶ τῆς θανατικῆς ποινῆς ζήτημα, ὥστε τὰ ἀποτελέσματα νὰ ἀποδῶσιν πλέον ἐπωφελέστερα.
§156ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Ἐφωτίσθημεν.
§157ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη. Ἐκ τῶν ὑποβληθεισῶν ἐγγράφων προτάσεων καὶ ἀναπτυχθεισῶν ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ἀπωτέρα εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ καὶ τοῦ Κ. Καλλιγᾶ, οἱ ὁποῖοι προτείνουν τὴν ἀπάλειψιν τοῦ βʹ. μέρους τοῦ ἄρθρου, τὸ ὁποῖον λέγει, ὅτι «ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καταργεῖται, ἐκτὸς τῆς κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ἀνθρωποκτονίας». Τὸ ζήτημα εἶναι τὸ ἑξῆς.
§158ΠΟΛΛΟΙ ΠΛΗΡΕΞ. Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν ἀπάλειψιν τοῦ παραγράφου γʹ. ὃν σᾶς ἀνέγνωσα, τοῦ περὶ οὗ πρόκειται ἄρθρου, λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§159ΤΙΝΕΣ ΠΛΗΡΕΞ. Δὲν ἐνοήσαμεν.
§160ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα εἶναι ἁπλούστατον. Ὑπάρχει ἐντὸς τοῦ ἄρθρου εἷς παράγραφος, ὁ ὁποῖος λέγει· «Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καταργεῖται, ἐκτὸς τῆς κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως καὶ τῶν μελῶν τῆς Βασιλικῆς οἰκογενείας ἀνθρωποκτονίας». Ὁ Κ. Διομήδης καὶ ὁ Κ. Καλλιγᾶς προτείνουν αὐτὸ τὸ μέρος τοῦ ἄρθρου νὰ λείψῃ, νὰ μείνῃ μόνον, «αἱ βάσανοι καὶ ἡ γενικὴ δήμευσις ἀπαγορεύονται. Ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται». Πρὸς τίνα σκοπόν; Πρὸς τὸν σκοπὸν τοῦ νὰ μείνῃ ἡ θανατικὴ ποινὴ καὶ διὰ τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν πρότασιν ταύτην τοῦ Κυρίου Διομήδους καὶ Καλλιγᾶ λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι.
§161ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφοφόρησαν, Κύριοι, ἐν ὅλῳ 208· 151 εἶπον ὄχι, 54 εἶπον ναὶ, 3 ἠρνήθησαν ψῆφον. Ἄρα ἡ πρότασις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ καὶ Διομήδους ἔπεσεν. Ἔχομεν τὰς ἑξῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Σαριπόλου· «Αἱ βάσανοι καὶ ἡ γενικὴ δήμευσις ἀπαγορεύονται. Ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται. Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων, ἐκτὸς τῶν συνθέτων, καταργεῖται». Τοῦ Κ. Πετζάλη «ἄρθρον 18. Αἱ βάσανοι καὶ ἡ γενικὴ δήμευσις ἀπαγορεύονται. Ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται. Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καταργεῖται, ἐκτὸς τῆς κατὰ τοῦ Βασιλέως, τοῦ διαδόχου, τῶν τέκνων του καὶ τῆς συζύγου του ἀνθρωποκτονίας. Πολιτικὰ ἐγκλήματα εἶναι τὰ πρὸς ἀνατροπὴν τῆς διαδοχικῆς τάξεως τοῦ θρόνου, πρὸς ἀνατροπὴν τοῦ πολιτεύματος καὶ τῆς Κυβερνήσεως».
§162ΠΟΛΛΟΙ. Εἶναι περιττὰ αὐτὰ νὰ τὰ ἐπαναλάβωμεν.
§163ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατέ την καὶ ἀποῤῥίψατέ την.
§164ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Νὰ ἐγγραφῇ ἐν τοῖς πρακτικοῖς ὡς ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ὅτι ἡ Συνέλευσις ψηφίζουσα, ἂν ψηφίσῃ τὴν τροπολογίαν μου, ἐν οὐδεμιᾷ περιπτώσει θεωρεῖ, ὅτι ἡ κατὰ τοῦ Βασιλέως δολοφονία ἢ ἀνθρωποκτονία εἶναι πολιτικὸν ἔγκλημα.
§165ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§166ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦτο νὰ ἐγερθῶσιν. (Ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη· καταχωρεῖται λοιπὸν εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως, ὅτι οὐδέποτε ἡ ἀνθρωποκτονία κατὰ τοῦ Βασιλέως δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πολιτικὸν ἔγκλημα. Μένει λοιπὸν τώρα, Κύριοι, ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Σαριπόλου. Οἱ παραδεχόμενοι αὐτὴν νὰ ἐγερθῶσι. (Ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη. Ἐτελείωσε καὶ τὸ ἄρθρον 18. Μεταβαίνομεν, ἐὰν θέλετε, εἰς τὸ 19.
§167ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις (ὥρα 4 καὶ 10).
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Σ. Λογιωτατίδης, Γ. Πετρούλιας.