1864.08.26
2,528 rows · 21,177 words · 159 turns
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 306.
Τῆς 26 Αὐγούστου 1864.
(Τετάρτη.)
Μετὰ τὴν ἀνάγνωσιν τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου εὑρεθείσης πλήρους τῆς Συνελεύσεως, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις κατὰ τῶν πρακτικῶν ὑπάρχει;
§2ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§3ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγκρίνονται. Εἰδοποιῶ τὴν Συνέλευσιν, ὅτι χθὲς συνῆλθον ἀμφότεραι αἱ ἐπιτροπαὶ, ἥ τε ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων καὶ ἡ ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως· ἡ ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων ἔθεσε τὰς βάσεις ἐπὶ τῶν ὁποίων θέλει στηριχθῆ ὁ δημοτικὸς νόμος, τὸν ὁποῖον θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν, ἓν μάλιστα τμῆμα προέβη εἰς τὴν ὑποβολὴν προτάσεως ἐγγράφου, καθόσον ἀποβλέπει τὸ ἔργον, τὸ ὁποῖον κατ’ ἰδίαν ἀνετέθη εἰς αὐτὸ τὸ τμῆμα, τὸ διοικητικόν. Ἡ πρότασις ἡ ἔγγραφος ἐτυπώθη, ὑπεβλήθη καὶ πάλιν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ γενομένης συζητήσεως, ἀπεφασίσθη κατὰ ποῖον τρόπον θέλει συνταχθῆ ἡ πρότασις. Ἡ ἐπὶ τῆς συγχωνεύσεως ἐπιτροπὴ διῃρέθη πρῶτον εἰς τμήματα. Τὸ ἐπὶ τῆς συγχωνεύσεως τῆς διοικήσεως τμῆμα ἔθεσε τὰς βάσεις τοῦ ἔργου της. Τὸ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς συγχωνεύσεως τμῆμα συνέταξεν ἔγγραφον πρότασιν, συνέταξε δὲ καὶ ἔκθεσιν, τὴν ὁποίαν θεωρῶ ὡς ἔργον σπουδαῖον. Κατόπιν συνῆλθεν ὁλόκληρος ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς συγχωνεύσεως. Τὸ διοικητικὸν τμῆμα ὑπέβαλεν εἰς τὴν ὁλομέλειαν τὰς σκέψεις του· ἡ ὁλομέλεια παρεδέχθη αὐτὰς καὶ ἀνετέθη εἰς τὸν εἰσηγητὴν τοῦ τμήματος, τὸν Κ. Ζαΐμην, νὰ συντάξῃ ἔγγραφον πρότασιν, τὴν ὁποίαν θὰ ὑποβάλῃ εἰς τὴν μέλλουσαν συνεδρίασιν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπὶ τῆς οἰκονομικῆς συγχωνεύσεως ὑπέβαλε κατόπιν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τὴν ἔκθεσιν καὶ σχέδιον ψηφίσματος, ἀπεφάσισε δὲ ἡ ἐπιτροπὴ νὰ τυπωθῇ ἡ πρότασις, θεωρῶ, ὅτι εἶναι ἀνάγκη νὰ τυπωθῇ καὶ ἡ ἔγγραφος ἔκθεσις, ἡ ὁποία εἶναι, ἐπαναλαμβάνω, ἔργον σπουδαῖον. Νομίζω, ὅτι ἡ Ἐθνοσυνέλευσις ἐγκρίνει τὴν τύπωσιν τῆς ἐκθέσεως.
§4ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§5ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πρότασις τῆς οἰκονομικῆς ἐπιτροπῆς δὲν εἶναι ὁριστική· θέλει ἀναθεωρηθῇ ἀκόμη ἀπὸ τὴν ὁλομέλειαν τῆς ἐπιτροπῆς. Ἡ ἐπὶ τῆς συγχωνεύσεως ἐπιτροπὴ ἐπὶ τέλους δὲν ἀπέκρουσε νὰ συνέλθῃ τὴν προσεχῆ Κυριακὴν διὰ νὰ προβῇ εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν ὅλων τῶν ἔργων, τὰ ὁποῖα ἀνετέθησαν εἰς αὐτήν. Ἐκ τούτου βλέπετε, Κύριοι, ὅτι δὲν ὑπάρχει καμμία πρόθεσις ἀναβολῆς τοῦ σπουδαίου ἔργου τῆς συγχωνεύσεως.
§6ΜΑΥΡΟΜΑΡΑΣ. Ἐὰν ᾖναι δυνατὸν, νὰ μᾶς παραχωρήσῃ ἡ Συνέλευσις ἀκόμη μίαν ἡμέραν, διότι ἔχομεν πολλὴν ἀνάγκην ν’ ἀσχοληθῶμεν εἰς τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐκλογικῶν νόμων.
§7ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§8ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέλει καὶ ὁ Κ. Παλαμήδης νὰ ὑποβάλῃ μίαν πρότασιν σχετικῶς μὲ τὸ ἔργον τῶν ἐκλογικῶν νόμων.
§9ΙΩ. ΑΝΝΙΝΟΣ. Περὶ τοῦ δικαστικοῦ κλάδου, ἐὰν ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τῆς ἀφομοιώσεως ἔκαμε τίποτε.
§10ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἔφθασεν ἀκόμη εἰς ἀποτέλεσμα.
§11Ρ. ΠΑΛΑΜΗΔΗΣ. Ἡ ἐπιτροπὴ τῶν ἐκλογικῶν νόμων πλησιάζει εἰς τὴν ἀποπεράτωσιν τῶν ἔργων της, ἀλλὰ θεωρεῖ, ὅτι κατὰ τὰς ἀρχὰς, τὰς ὁποίας ἔλαβεν ἐπὶ τοῦ δημοτικοῦ νόμου, εἶναι ἀνάγκη νὰ βελτιωθῇ ὁ νόμος τῶν ἐπαρχιακῶν συμβουλίων· ὁ νόμος αὐτὸς εἶναι εὐκολώτατος, καθότι καθιερωμένην θεωροῦμεν τὴν πρώτην ἀνάγκην νὰ ᾖναι διὰ προσόντων διωρισμένοι, ὥστε νὰ ᾖναι ἐξάπαντος ἄνθρωποι μὲ τ’ ἀναγκαῖα προσόντα. Ἐὰν λοιπὸν ἡ Συνέλευσις τὸ θεωρῇ ἀναγκαῖον, ἢ εἰς τὴν ἰδίαν ἐπιτροπὴν νὰ διαθέσῃ τοῦτο, ἢ εἰς μίαν ἄλλην.
§12ΑΝΝΙΝΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ νὰ γράψητε εἰς τὸ ὑπουργεῖον τῶν ἐσωτερικῶν, ὅπως κάμῃ νὰ μᾶς φέρωσι μίαν κάλπην ἀπὸ τὴν Ἑπτάνησον.
§13ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχομεν.
§14ΑΝΝΙΝΟΣ. Ὑπάρχει μία κάλπη, ἡ ὁποία εἶναι ἰδική μου ἐφεύρεσις, ἀλλὰ χρειάζεται μία ἄλλη, ἡ πρώτη.
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἀποφασίσῃ πρῶτον ἐὰν ὁρίζῃ ἡμέραν, καὶ δεύτερον ποίαν ἡμέραν ὁρίζει διὰ νὰ δυνηθῇ νὰ ἐργασθῇ ἡ ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων ἐπιτροπή.
§16ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§17ΕΤΕΡΟΙ. Τὴν τρίτην.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δύο γνῶμαι ἐκφράζονται· αὔριον καὶ τὴν τρίτην· πότε θέλει ἡ Συνέλευσις;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον.
§20ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀντίῤῥησις δὲν ὑπάρχει;
§21ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι.
§22ΘΕΟΧΑΡΗΣ. Αὔριον τί θὰ κάμῃ; πρέπει νὰ δοθῇ καιρός.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν οἱ παραδεχόμενοι τὴν αὔριον νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται ὀλίγοι)· οἱ παραδεχόμενοι τὴν τρίτην νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη· ὁ πληρεξούσιος Κ. Μπουφάντης ζητεῖ 30 ἡμερῶν ἀπουσίας ἄδειαν· νὰ δοθῇ;
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ πληρεξούσιος Κ. Καποδίστριας ἐζήτησε καὶ ἔλαβε 15 ἡμερῶν ἀπουσίας ἄδειαν· τὸ γνωστοποιῶ κατὰ χρέος εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ὑποβάλλονται πάμπολλαι προτάσεις, ἀφορῶσαι τὸ Σύνταγμα.
§26ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθοῦν.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ εἶναι μερικαὶ, αἱ ὁποῖαι κατὰ τὸν κανονισμὸν πρέπει νὰ ἀναγνωσθῶσι. Ἀναγινώσκεται μία πρότασις τοῦ Κυρίου Ἰακωβάτου καὶ Χαραλάμπους Τυπάλδου. Ἄρθρ. 14. Νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις «διατριβῶν». Ἄρθρ. 17. Τὸ «προσηκόντως» νὰ μεταβληθῇ εἰς «δικαστικῶς». Ἄρθρ. 23, προτεινόμενον ὑπὸ τοῦ πληρεξουσίου Κυρίου Ἀθ. Πετσάλη. «Ἀπαγορεύεται ἡ κατάλυσις ἀνθρώπων δημοσίας δυνάμεως ἐν ταῖς οἰκίαις τῶν ἰδιωτῶν ἀκόντων». Ἄρθρ. 24. Τοῦ αὐτοῦ. «Οἱ Ἕλληνες πολῖται δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐντὸς τῶν οἰκιῶν αὑτῶν τὰ ἀναγκαῖα ὅπλα πρὸς ἰδίαν ἄμυναν, ἄνευ ἀδείας τῆς ἀρχῆς καὶ ἄνευ φόρου». Ὁ Κ. Ἰωάννης Ἄννινος ἐνταῦθα ἀναγινώσκει τὰς ἑξῆς προτάσεις του. Ἄρθρ. 14. Ὅπου Νόμος τοῦ Κράτους. Προταχθῶσιν αἱ λέξεις. «Αἱ ὕβρεις καθάπτουσαι τὸν ἰδιωτικὸν βίον ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια». Ἄρθρ. 18. Μεταλλαχθῇ ὡς ἕπεται. «Αἱ βάσανοι ὁποίας δήποτε φύσεως καὶ ὁπουδήποτε, συμπεριλαμβανομένων καὶ τῶν δεσμῶν, ἀπαγορεύονται. Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπιτρέπεται ἐντὸς πενταετίας ἀπὸ τὸ κῦρος τοῦ Συντάγματος, κατὰ λῃστεύσεων πραττομένων διὰ φόνου, βασάνων, ἢ τραυμάτων. Παρερχομένης τῆς πενταετίας ὅλως διόλου καταργεῖται». Ἄρθρ. 19. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις. «Ἅπασα ἡ ὑπαλληλία καὶ ἐντὸς καὶ ἐκτὸς τοῦ Κράτους ὁρίζεται στερεὰ καὶ ἰσόβιος. Εἰδικὸς νόμος κανονίσει τὴν εἴσοδον καὶ ἔξωσμα κατὰ τὴν ὑπηρεσίαν». Ἄρθρ. 20. Εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου τούτου νὰ προστεθῶσιν. «Ἐκτὸς πολιτικῆς ἐπειγούσης ἀνάγκης ἀφορώσης τὴν διάσωσιν τοῦ Κράτους, καὶ ὑπὸ εὐθύνην τοῦ διατάττοντος ὑπουργοῦ, εἰδικὸς νόμος κανονίσει τὸ κῦρος». Ἄρθρ. 16. Αἱ λέξεις «εἰς δὲ τὴν Δημοτικὴν μέχρι ἀνάγκης τῶν Δήμων» μεταλλαχθοῦν «Ἡ δημοτικὴ τῇ ἀρωγῇ τοῦ Κράτους σὺν τῇ βοηθείᾳ τῶν Δήμων κατὰ τὰς δυνάμεις αὑτῶν». Ἄρθρ. 22. «Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο ν’ ἀφαιρεθῇ ἡ λέξις Γερουσία».
§28ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται τροπολογία τοῦ πληρεξουσίου Κ. Μομφεῤῥάτου. Ὁ ὑποφαινόμενος φρονῶν, ὅτι τὸ ἀδιαίρετον τῆς ἐθνικῆς κυριαρχίας ἔχει ὡς ἔλλογον καὶ ἀναγκαίαν συνέπειαν τὸ ἀδιαίρετον τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας, ἥτις εἶναι ἀπόῤῥοια τῆς κυριαρχίας, καὶ ἐντολὴν ἔχει νὰ παριστάνῃ καὶ τρέπῃ εἰς νόμον τὴν ἑνιαίαν ἐθνικὴν θέλησιν· καὶ προσέτι θεωρῶν, ὅτι μακροχρόνιον ἐναντίον σύστημα, διὰ τοῦ ὁποίου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἐδιχοτομεῖτο, ἀνεδείχθη ὄχι μόνον πλημμελὲς καθ’ ἑαυτὸ, ἀλλὰ καὶ ἀσυμβίβαστον πρὸς τὸν χαρακτῆρα τοῦ ἔθνους· προτείνω τὴν ἐπὶ τοῦ 22 ἄρθρου τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος ἑπομένην τροπολογίαν. «Ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία ἀνατίθεται εἰς τὴν ὑπὸ τοῦ λαοῦ ἐλευθέρως ἐκλεγομένην Βουλὴν τῶν ἀντιπροσώπων». Τροπολογία τῶν Κυρίων Βάσσου καὶ Μομφεῤῥάτου. Ἐπὶ τοῦ 21 ἄρθρου τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος, οἱ ὑποφαινόμενοι προτείνουσι τὴν ἑπομένην τροπολογίαν. «Ἡ κυριαρχία ἐνυπάρχει εἰς τὸ ἔθνος, καὶ εἰς αὐτὸ μόνον ἀνήκει· πᾶσα ἐξουσία πηγάζει ἐξ αὐτοῦ καὶ ἐνεργεῖται καθ’ ὃν τρόπον ὁρίζει τὸ Σύνταγμα». Τροπολογία τοῦ Κ. Χαντζερῆ. Ἐν τέλει τοῦ 17ου ἄρθρου προστεθήτωσαν ταῦτα· «...., κατὰ τὴν τρέχουσαν τιμήν». Ἐν τέλει τοῦ 19ου ἄρθρου προστεθήτωσαν ταῦτα. «ὡς πρὸς τοὺς στρατιωτικοὺς τοῦ τε κατὰ γῆν καὶ τοῦ κατὰ θάλασσαν στρατοῦ ἡ διάταξις αὕτη οὐδαμῶς ἰσχύει ἐν καιρῷ πολέμου». Πρότασις τοῦ πληρεξουσίου Κ. Ὀρφανίδου. «Ἐπειδὴ ἐξ ὑπερβολῆς ζήλου καὶ φιλοπατρίας ἐπέρχεται καθ’ ἑκάστην καταιγὶς προτάσεων, ὧν τὸ περιττὸν ἀπέδειξαν πολλάκις αἱ συζητήσεις, Προτείνω. «Οὐδεμία πρότασις ἢ τροπολογία ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Πολιτεύματος εἶναι συζητητέα, ἐὰν δὲν ᾖναι προσυπογεγραμμένη ὑπὸ εἴκοσι πέντε τοὐλάχιστον Πληρεξουσίων».
§29ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα (θόρυβος).
§30ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Νὰ τυπωθῇ καὶ νὰ τεθῇ εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§31ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι· τώρα· (θόρυβος).
§32ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει πρότασις τοῦ Κοσσονάκου καὶ Ζατουνίτη, ἡ ἑξῆς «Ἀναβάλλεται ἡ ἐκποίησις τῶν φθαρτῶν κτημάτων μέχρι διαλύσεως τῆς Συνελεύσεως». Ἀθῆναι 26 Αὐγούστου 1864.
§33ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Τὴν θεωρῶ κατεπείγουσαν, διότι αἱ δημοπρασίαι ἤρχισαν εἰς τὰς ἐπαρχίας καὶ πωλοῦνται τὰ φθαρτὰ κτήματα· ἡμεῖς θὰ συνδαυλίσωμεν τὸν συναγωνισμὸν, διότι θὰ ἀγοράσωμεν κτήματα· εἶναι δὲ δυνατὸν νὰ ἀγοράσουν καὶ οἱ Ἑπτανήσιοι, πρὸς τούτοις θὰ εἰσέλθουν χρήματα διὰ τῶν τραπεζῶν, ἑπομένως πρέπει νὰ ἀναβληθοῦν.
§34ΚΑΣΤΑΝΑΚΟΣ. Ὁ Νόμος λέγει μετὰ 3 μῆνας....
§35ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν πρόκειται νὰ συζητήσητε τὴν πρότασιν, πρόκειται νὰ ἀποφανθῆτε περὶ τοῦ κατεπείγοντος ἢ μή. Λοιπὸν ἐρωτῶ· οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη· θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ καὶ καταλάβει θέσιν εἰς τὴν ἡμερησίαν διάταξιν.
§36ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Κ. Πρόεδρε, παρακαλῶ καὶ τὴν ἰδικήν μου.
§37ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑποβάλλεται πρότασις τῶν Κυρίων πληρεξουσίων καὶ ὑπουργῶν Κουμουνδούρου, Δεληγιάννη καὶ Σωτηροπούλου. «Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις Ψηφίζει. Τὸ ἐν Κερκύρᾳ ὑπάρχον δημόσιον οἰκοδόμημα, τὸ ὁποῖον ἐχρησίμευσε μέχρι τῆς μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου ὡς Βουλευτήριον τῆς πρώην Ἰονίου Πολιτείας, παραχωρεῖται δωρεὰν εἰς τὴν ἐν Κερκύρᾳ κοινότητα τοῦ Ἀγγλικανικοῦ θρησκεύματος, ἵνα καὶ ἐφ’ ὅσον χρησιμεύῃ ὡς εὐκτήριος οἶκος τοῦ εἰρημένου θρησκεύματος.
Ὁ ἐκ Γόρτυνος πληρεξούσιος
ΘΕΟΔΩΡΟΣ ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ,
Ὑπουργὸς τῶν Ἐξωτερικῶν.
Ὁ ἐκ Μεσσήνης πληρεξούσιος
Α. ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ,
Ὑπουργὸς τῶν Ἐσωτερικῶν.
Ὁ ἐκ Τριφυλλίας πληρεξούσιος
Σ. ΣΩΤΗΡΟΠΟΥΛΟΣ,
Ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν. (Θόρυβος).
§38ΣΟΛΩΜΟΣ. Καλλίτερα νὰ καῇ.
§39ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζουν οἱ προτείναντες πρὸς ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεως;
§40Θ. ΔΗΛΙΓΙΑΝΝΗΣ. (ὑπουργὸς ἐξωτερικῶν) Τὸ Σάββατον.
§41ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Ὀρφανίδης, ὡς ἠκούσατε, προτείνει τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεώς του.
§42ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ζητῶ τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ κατεπειγόντος. Τί κατάρα εἶναι αὐτὴ ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος, νὰ σηκωθῇ ὁ Κυρ. Ὀρφανίδης, πιστεύω ἐν καλῇ πίστει, διότι τὸν τιμῶ, καὶ νὰ κάμῃ τοιαύτην πρότασιν, ὅτι πρέπει νὰ ᾖναι 25 διὰ νὰ κάμουν πρότασιν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος; Πῶς θέλετε τὸ σπουδαιότατον τῶν ἀντικειμένων, ἐνῷ κανονίζεται δι’ ἑνὸς κανονισμοῦ ὑπάρχοντος ἤδη, νὰ τὸ ἀνατρέψητε; Ἐὰν ἔχουν τινὲς τὴν πεποίθησιν, ὅτι πρέπει ἐξ ἐφόδου νὰ παραδεχθῇ τὸ Σύνταγμα, πρέπει νὰ σεβασθοῦν ὅμως καὶ τὴν γνώμην τῶν ἄλλων. Αὐτὸ εἶναι τέχνη, διὰ τοῦ ὁποίου νὰ ἀφαιρεθῇ πᾶσα συζήτησις.
§43ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Κύριοι, μακρὰν ἀπ’ ἐμὲ ἡ τοιαύτη ἰδέα, ὅτι θέλω διὰ μιᾶς προτάσεως νὰ περιστείλω τὴν συζήτησιν, ἢ τὴν ἀπολύτως ἀναγκαίαν ἀνάπτυξιν ἐπὶ τῶν ἄρθρων τοῦ Συντάγματος· ἀλλὰ μάρτυρες εἶσθε τῶν γενομένων ἀπ’ ἀρχῆς τῆς συζητήσεως τοῦ πολιτεύματος. Ὁ λαὸς παραπονεῖται....
§44ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Ὁ Δουρούτης καὶ ὁ Σκουζὲς δὲν εἶναι ὁ λαὸς (θόρυβος).
§45ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. (θόρυβος). Καθ’ ἑκάστην ἔρχονται πλεῖσται προτάσεις, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων παρεμποδίζονται αἱ συζητήσεις, αἱ ἐφημερίδες κατήγγειλαν (ἀδίκως κατ’ ἐμὲ) τὴν Συνέλευσιν, ὡς ἐπίτηδες βραδύνουσαν δι’ ἄλλους λόγους τὴν ἐπιψήφισιν τοῦ πολιτεύματος, (θόρυβος). Μὴ ταράττεσθε, Κύριοι, αἱ ἐφημερίδες κατηγόρησαν τὴν Συνέλευσιν εἰς τὸ κοινὸν καὶ εἰς τὸν ἔξω κόσμον, ὅτι διὰ πᾶν ἄρθρον τοῦ Συντάγματος καταντᾷ νὰ δαπανήσῃ δὲν ἠξεύρω πόσας χιλιάδας δραχμῶν (θόρυβος)· σκοπός μου, Κύριοι, δὲν εἶναι νὰ ἐμποδίσω τὰς προτάσεις, διότι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἔχω τὴν διάθεσιν καὶ τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, καὶ δὲν θέλω νὰ δεσμεύσω τὴν ἐλευθερίαν μου (θόρυβος). Ἔπειτα, Κύριοι, σᾶς ὑπενθυμίζω, ὅτι τὸ σχέδιον τοῦ συζητουμένου πολιτεύματος πηγάζει ἐκ τοῦ Συντάγματος τῆς 3 Σεπτεμβρίου, ἐπεξειργάσθη ἐπὶ 8 μῆνας, καὶ ὑπὸ πολυμελοῦς ἐπιτροπῆς νομομαθῶν ἀνδρῶν, δοκίμων (θόρυβος).
§46Σ. ΜΑΚΡΗΣ. Εἶναι ἀσέβεια αὐτὰ, τὰ ὁποῖα λέγεις (θόρυβος).
§47ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὴ διακόπτετε.
§48ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Ἡ πρότασίς μου, Κύριοι, μακρὰν τοῦ νὰ ἐπιφέρῃ περιορισμὸν, ἀπεναντίας εἶναι μία ἀληθὴς ἐγγύησις. Τί ἐζήτησα δι’ αὐτῆς; 25 ὁμόφρονας μιᾶς ἰδέας· ἀλλοίμονον δὲ εἰς τὴν ἰδέαν, ἡ ὁποία δὲν εὑρίσκει 25 ὀπαδοὺς, αἱ δὲ πατριωτικαὶ καὶ φιλελεύθεροι ἰδέαι εἶναι σαφεῖς καὶ εὔληπτοι, μόνον ἡ σοφιστεία καὶ ἡ ἀγυρτία εἶναι ἀκατάληπτοι (ποδοκρουτήματα ἐκ τῆς ἀριστερᾶς πτέρυγος, θόρυβος).
§49ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Οἱ ἀληθῶς ἐλεύθεροι συζητοῦν καὶ δὲν θορυβοῦν, ὅταν ἐναντία ἰδέα τοὺς ἐνοχλῇ (θόρυβος).
§50ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατὰ τὸν κανονισμὸν ἀπαγορεύονται αἱ ἀποδοκιμασίαι (θόρυβος).
§51ΚΑΛΟΣ. Κύριοι, ἂν δὲν προσεβάλλετο ἡ σπουδαιοτάτη τῶν ἀρχῶν τοῦ Συνταγματικοῦ πολιτεύματος, τοὐτέστι τὸ δικαίωμα τῆς προτάσεως, δι’ αὐτῆς τῆς πράξεως, δὲν ἤθελον λάβει τὸν λόγον· τίποτε συνταγματικώτερον, τίποτε περιορίζον τὴν ἐλευθερίαν τοῦ πολίτου, ἢ ἡ ἐλευθέρα ἐξάσκησις τῶν προτάσεων. Ὅταν ἔχω εἰς τὴν κεφαλήν μου μίαν ἰδέαν δύναμαι νὰ τὴν ἐκφέρω ἐνώπιον τοῦ Σώματος, ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως, καὶ ἡ Συνέλευσις δύναται νὰ τὴν παραδεχθῇ ἢ νὰ τὴν ἀποῤῥίψῃ· ὁ κανονισμὸς ὥρισε τὸν τρόπον τῆς ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου. Πᾶσα πρότασις, ὅσον παράλογος καὶ ἂν ᾖναι, δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν Συνέλευσιν. Ἂν παραδεχθῆτε αὐτὴν τὴν ἀρχὴν, ἀποχαιρετίσατε τὰς ἐλευθερίας καὶ παραδοθῆτε εἰς μίαν ἐξουσίαν, ἥτις δύναται νὰ σᾶς κάμνῃ ὅπως θέλει.
§52ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ κατεπεῖγον τῆς προτάσεως παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται ἐκ δεξιῶν ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη (θόρυβος μέγας, ἀποδοκιμασίαι ἐξ ἀριστερῶν.)
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκφράζω τὴν λύπην μου διὰ τὰς ἀποδοκιμασίας, αἱ ὁποῖαι γίνονται· αἱ τοιαῦται ἀποδοκιμασίαι νομίζω, ὅτι δὲν ἁρμόζουσιν εἰς τὸ Συνέδριον τοῦτο, καὶ ἐλπίζω νὰ μὴ ἐπαναληφθῶσι, καὶ δὲν πρέπει νὰ ἐπιτρέπητε εἴς τινας νὰ προσβάλλουν Συνέδριον, τὸ ὁποῖον περιλαμβάνει τοιούτους καὶ τοσούτους ἄνδρας.
§54ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Παρακαλῶ, ὁσάκις ὑποβάλλονται προτάσεις ἢ τροπολογίαι νὰ στέλλωνται ἀμέσως εἰς τύπωσιν πρὶν ἀναγνωσθῶσιν ἐνταῦθα.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς ὁρίζει, ὅτι αἱ προτάσεις αἱ ὑποβαλλόμεναι πρέπει νὰ ἀναγινώσκωνται.
§56ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὁ κανονισμὸς προβλέπει, ὁσάκις ὑποβάλλονται προτάσεις, νὰ ἐρωτᾷ τὸ προεδρεῖον ἂν ὑποστηρίζωνται παρὰ 10 πληρεξουσίων. Νομίζω, ὅτι δύναται τὸ προεδρεῖον νὰ κάμῃ χρῆσιν αὐτῆς τῆς διατάξεως, ἥτις θέλει μᾶς εὐκολύνει πολύ.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ παρατήρησις, τὴν ὁποίαν ἔκαμεν ὁ Κ. πληρεξούσιος, ἀφορᾷ τὴν περίπτωσιν, κατὰ τὴν ὁποίαν γίνεται ἡ ἀνάπτυξις μιᾶς προτάσεως, μετὰ δὲ τὴν ἀνάπτυξιν ἐρωτᾶται ἡ Συνέλευσις ἂν ὑποστηρίζηται παρὰ 10. Κύριοι, ἡ Συνέλευσις ἀποῤῥίψασα τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ὀρφανίδου, νομίζω, ὅτι ὀρθῶς ἀπεφάσισε, οὐχ ἧττον τολμῶ νὰ κάμω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν Κ. πληρεξούσιον, ὅτι τοῦ δικαιώματος νὰ ὑποβάλλουν προτάσεις πρέπει νὰ κάμουν χρῆσιν μὲ περισσοτέραν προσοχήν.
§58ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ. Τὸ κατεπεῖγον μόνον ἀπεῤῥίφθη, προσδιορίζω ὡς ἡμέραν συζητήσεως τὸ Σάββατον.
§59ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Προτείνομεν τὸ ἀπαράδεκτον (θόρυβος).
§60ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἄρχεται ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 14 ἄρθρου τοῦ Συντάγματος, πρῶτος ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καλλιγᾶς. Ὁ κύριος Βρατσάνος ζητεῖ 30 ἡμερῶν ἀπουσίας ἄδειαν· νὰ τοῦ δοθῇ;
§61ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§62ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, ἐρχόμενος νὰ πραγματευθῶ περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, νομίζω, ὅτι εἶμαι ἀπηλλαγμένος νὰ ἐπαναλάβω ὅλους τοὺς κοινοὺς τύπους καὶ τοὺς συνήθεις ἐπαίνους καὶ τοὺς διθυράμβους ὑπὲρ τοῦ μεγάλου τούτου δικαιώματος. Οὐδεὶς ἐν τοῖς ἡμετέροις χρόνοις ἀγνοεῖ, οὐδεὶς ἀμφισβητεῖ ποία εἶναι ἡ λειτουργία τοῦ ἐλευθέρου τύπου ἐν τῇ ἐλευθέρᾳ πολιτείᾳ. Ἄνευ αὐτῆς δύναταί τις νὰ εἴπῃ μετὰ θετικότητος, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἐλευθερία πνεύματος, ἂν δὲν ὑπάρχῃ ὁ ἔλεγχος πλήρης καὶ ἀπεριόριστος, μικρὰν ἔχει ἀξίαν. Ὅσοι ἐπιθυμοῦν ὅμως νὰ ὑπάρχῃ πλήρης ἐλευθερία, καταγίνονται εἰς τὸ νὰ ἴδωσι τὴν ἐλευθερίαν ταύτην ἀπηλλαγμένην τῶν παρεκτροπῶν, πρὸς ὄφελος τῆς κοινωνίας καὶ πρὸς ὄφελος τοῦ τύπου, ἀνυψουμένου πρὸς ἐκπλήρωσιν τῆς ἀποστολῆς του. Τὸ μέγα πρόβλημα ἑκάστης κοινωνίας εἶναι τὸ ἑξῆς· δύναται νὰ ὑπάρξῃ πλήρης ἐλευθερία τοῦ τύπου ἀπηλλαγμένη τῶν παρεκτροπῶν αὐτοῦ; Αἱ παρεκτροπαὶ τοῦ τύπου εἶναι ἀπαραίτητοι διὰ τὴν ἐλευθερίαν αὐτοῦ; Ἂν, κύριοι, δὲν ἤμεθα εἰς θέσιν νὰ λύσωμεν τὸ πρόβλημα τοῦτο, βεβαίως παρὰ νὰ ἐξαλείψωμεν τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου, ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἀνάγκῃ θέλομεν κύψει τὸν αὐχένα καὶ θέλομεν δεχθῆ καὶ τὰς παρεκτροπάς· θέλομεν τὰς δεχθῆ εὐχόμενοι τὴν ἐξ ὕψους ἀντίληψιν, ὅπως συνετίσῃ τοὺς ἐνόχους. Ἀλλὰ πρὶν ἐκφράσωμεν τοιαύτην ἀπελπιστικὴν γνώμην εἶναι δίκαιον νὰ δώσωμεν προσοχὴν, ἐπιτρέποντες σπουδαίαν περὶ τούτου συζήτησιν, μήπως ἀνακαλύψωμεν, ὅτι δὲν εἶναι ἀναγκαία ἡ παρεκτροπὴ διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου· δὲν εἶναι ἡ παρεκτροπὴ ἐγγύησις τῆς ἐλευθερίας. Κατὰ τὴν κρίσιν μου, νομίζω, ὅτι περιέχονται ἐν τῷ ἄρθρῳ 14 ὅροι, οἵτινες καθιεροῦν τὴν ἀτιμωρησίαν τῶν παρεκτροπῶν. Καὶ πρῶτον ἡ ἀπαγόρευσις παντὸς προληπτικοῦ μέτρου συμπεριλαμβάνει καὶ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς ἐγγυήσεως τῶν ἐφημερίδων, εἴτε χρηματικῆς, εἴτε κτηματικῆς· κατὰ δεύτερον λόγον ἀπαγορεύεται ἀπολύτως ἡ κατάσχεσις ἐντύπων δημοσιεύσεων. Θέλω λοιπὸν πραγματευθῆ περὶ ἀμφοτέρων. Διὰ ποῖον λόγον πιστεύεται, ὅτι διὰ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς ἐγγυήσεως καθιεροῦται τὸ δικαίωμα τῆς παρεκτροπῆς, τῆς ἐκτραχηλίσεως τοῦ τύπου; διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι εἰς πάντα ἐπιτρέπεται νὰ μετέρχηται τὸ ἐπάγγελμα, καὶ εἰς τὸν ἱκανὸν καὶ εἰς τὸν ἀνίκανον καὶ εἰς τὸν παραγνωρίζοντα τοὺς κοινοτέρους κανόνας τῆς ἠθικῆς, καὶ διότι ἡ ποινὴ ἡ ἐπαγγελλομένη κατὰ τοῦ πταίστου, καθίσταται ἐπὶ τέλους ἀνωφελής. Τὰ παραδείγματα δυστυχῶς ἔδειξαν, ὅτι καὶ αὐτὸς ὁ περιορισμὸς τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας διὰ τῆς φυλακίσεως τοῦ ἐνόχου, ὅταν ἐφαρμόζηται εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ὑπευθύνου συντάκτου, δὲν ἴσχυσε νὰ ἀποτρέψῃ τὰς παρεκτροπὰς τοῦ τύπου. Ἡ ἐγγύησις βεβαίως εἶναι περιορισμὸς, καὶ δὲν δυνάμεθα νὰ ἀρνηθῶμεν, δὲν δυνάμεθα νὰ τὸ εἴπωμεν, ὅτι ἡ ἐγγύησις δὲν φέρει στενοχωρίαν τινὰ, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐρωτήσωμεν, ἂν αὐτὴ ἡ στενοχωρία εἶναι τοιαύτη, ὥστε καθίσταται ἀπρόσιτον τὸ ἐπάγγελμα, ὥστε τὸ ἐπάγγελμα τοῦτο νὰ γίνηται μονοπώλιον. Δὲν δύναταί τις ν’ ἀρνηθῇ, ὅτι πᾶσα ἐφημερὶς ἔχει σκοπὸν ἐθνικὸν καὶ κερδοσκοπικόν· ὅπως μετερχόμεθα παντὸς εἴδους ἐπαγγέλματα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐλευθέρια, ὅπως μετερχόμεθα τὰ ἐπαγγέλματα τῶν ὡραίων τεχνῶν, καὶ διὰ τούτων ἐπίσης ποριζόμεθα τὰ τοῦ βίου, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ ἡ ἐφημεριδογραφία εἶναι ἐπάγγελμα βιοποριστικόν· καί τοι ἐπάγγελμα βιοποριστικὸν, ἔχει ἀνώτερον σκοπόν. Ἀλλ’ ἀμφότερα συμπλέκονται, καὶ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπιθυμοῦμεν, εἶναι, ὥστε τὸ ἠθικὸν στοιχεῖον νὰ ὑπερτερῇ· ἂν λοιπὸν ἡ ἐφημεριδογραφία ᾖναι βιοποριστικὸν, εἶναι ἐπάγγελμα, τὸ ὁποῖον ἀπαιτεῖ προκαταβολὴν κεφαλαίων, καὶ ἐπὶ καταβολῇ κεφαλαίων μέλλῃ νὰ εὐδοκιμήσῃ ἡ ἐπιχείρησις, ὡς ἐπιχείρησις ὑλικῶν συμφερόντων, ἕπεται ἐντεῦθεν, ὅτι ἡ προσθήκη τῆς ἐγγυήσεως δὲν ἔχει ἄλλην συνέπειαν, πλὴν τοῦ περιορισμοῦ τοῦ συναγωνισμοῦ. Τί εἶναι ὅμως τὸ κέρδος, ἂν εἰς ἕκαστον ᾖναι προσιτὴ ἡ ἐφημεριδογραφία; τὸ κέρδος εἶναι, ὅτι ὁ ἀπροπαρασκεύαστος, ὁ ἁπλῶς διωκόμενος ὑπὸ ἀγρίου τινὸς πάθους ἐκδικήσεως, καταφεύγει ἀμέσως εἰς τὴν ἐφημεριδογραφίαν, ἀναγγέλλει τὴν ἔκδοσιν ἐφημερίδος, τὴν ὁποίαν μόλις ἔχει σκοπὸν νὰ διατηρήσῃ, καὶ τὴν ὁποίαν πολλάκις ἐπὶ βραχυτάτῳ χρόνῳ ἐξακολουθεῖ· καὶ ἀφοῦ ἐκδικήσῃ τὸ πάθος του, ἀφοῦ ῥίψῃ τὸ βέλος, τὸ ὁποῖον εἶχε νὰ ῥίψῃ κατὰ τοῦ ἐχθροῦ του, φεύγει, ὅπως ἔφευγον οἱ Σκύθαι καὶ οἱ Σαρμάται, οἱ ὁποῖοι δὲν περιέμενον νὰ ἴδουν τὸ πρόσωπον τοῦ ἐχθροῦ των. Τοιαύτη ἐφημεριδογραφία οὐδόλως δύναται νὰ συντελέσῃ εἰς τὴν κοινωνίαν. Ἡ ἐφημεριδογραφία καθ’ ἡμέραν μεταδίδει ἰδέας καὶ ἀνακοινώνει φρονήματα, ἐπενεργοῦσα εἰς τὴν κοινὴν συνείδησιν. Ἂν ἡ ἐφημεριδογραφία δὲν ἔχῃ τὰ προσόντα τῆς ἠθικῆς, τί μέλλει νὰ διαθέσῃ; μέλλει νὰ δηλητηριάσῃ τὴν κοινὴν γνώμην. Δὲν δύναται ἡ πολιτεία νὰ ἦναι ἀδιάφορος πρὸς τοὺς δημοσίους φαρμακεῖς τῶν πνευμάτων. Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρὸ πάντων καταδεικνύει μέχρι τίνος βαθμοῦ δύναται νὰ ἐκτραχηλισθῇ ἡ δημοσιογραφία, εἶναι ἡ ἀσέβεια ὡς πρὸς τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Δυστυχῶς ἔχομεν παρελθὸν, τὸ ὁποῖον μαρτυρεῖ, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀσέβεια ἔφθασε τὸ ὑπέρτατον ὅριον, ὅτι πᾶσα πολιτικὴ συζήτησις ἐπὶ τέλους καταλήγει εἰς προσωπικότητας, διὰ τῶν ὁποίων καθάπτονται τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου· ποῖον εἶναι τὸ μέσον πρὸς περιφρούρησιν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου; διατί ἀναμιγνύεται ὁ ἰδιωτικὸς βίος εἰς τὰς πολιτικὰς συζητήσεις, τί χρεωστεῖ ὁ διατρέχων τὸν δημότιον βίον, ὁ ἀποδυόμενος εἰς τὸν ἀγῶνα τῆς πολιτείας, τί χρεωστεῖ νὰ δώσῃ λόγον περὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου του; καὶ τάχα ὁ ἐλέγχων τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἐφημεριδογράφος εἶναι ἀμερόληπτος καὶ ἀνώτερος πάθους; καὶ δύναμαι ἐγὼ καθ’ ἑκάστην νὰ ἀπολογῶμαι περὶ ὅλων τῶν πράξεων τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου μου, ἕνεκα τῶν ὁποίων χρεωστῶ λόγον εἰς μόνον τὸν πλάστην μου; Ἐνθυμεῖσθε κάλλιστα τὸ ἀξίωμα τοῦ Royer-Collard. «La vie privée doit étre mureé.»—Ὁ ἰδιωτικὸς βίος πρέπει νὰ ᾖναι περιτετειχισμένος. Ἡ ἐλευθέρα πολιτεία ὅσον ἐλευθέρα καὶ ἂν ᾖναι, δὲν ἔχει ἀνάγκην νὰ περιϋβρίζηται καθ’ ἡμέραν ὁ ἰδιωτικὸς βίος, δὲν ἔχει ἀνάγκην τοῦ νὰ εἰσδύῃ ἕκαστος εἰς τὰ ἀπόῤῥητα οἰκογενείας, εἰς τὰς ἰδιωτικὰς πράξεις, καὶ ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ἐλευθερία, τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι κατὰ τῆς ἐλευθερίας, διότι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κήδεται ἑαυτοῦ, δὲν ἐπιθυμεῖ νὰ διασύρηται, νὰ συκοφαντῆται περὶ πραγμάτων, περὶ τῶν ὁποίων τὸ κοινὸν ἀδιαφορεῖ νὰ μάθῃ ἐπακριβῶς τὴν ἀλήθειαν, τερπόμενον μᾶλλον εἰς τὸ σκάνδαλον· διότι ποῖος, ἀφοῦ κορέσῃ τὴν περιέργειάν του....... ποῖος ἔχει τὴν ὑπομονὴν νὰ ἐξετάσῃ ἂν αὐτὰ, τὰ ὁποῖα ἐδημοσιεύθησαν μὲ τρόπον εὐτράπελον καὶ ἐπίβουλον, ᾖναι ἐπὶ τέλους ἀληθῆ; Ἂν ἐξετάσητε τοὺς βίους τῶν μεγάλων ἀνδρῶν, θέλετε ἰδεῖ, ὅτι πολλάκις δὲν ἦσαν ἄμεμπτοι κατὰ τὸν ἰδιωτικὸν βίον· οὐχ ἧττον ὅμως μεγάλας ὑπηρεσίας παρέσχον εἰς τὸ κράτος. Ἐνθυμεῖσθε πόσα ἐῤῥέθησαν περὶ τοῦ ἄκρου ῥήτορος τῆς Γαλλίας, τοῦ Μιραβώ· ἐπὶ τοῦ προσώπου του ἔφερε τὰ ἴχνη βίου ἀτάκτου· ἀλλ’ ἐν τούτοις τὶς ἠμφισβήτησε τὰς μεγάλας ἐκδουλεύσεις τοῦ ἐξόχου ἀνδρός; Καὶ ὁ Φὸξ καὶ ὁ Σεριδὰν δὲν ἦσαν ἅγιοι κατὰ τὸν ἰδιωτικὸν βίον· ἐν τούτοις ἡ κοινωνία δὲν ἀπέῤῥιψε τὰς πολιτικὰς αὐτῶν ἰδέας, διὰ νὰ καταγίνῃ νὰ μάθῃ ποῖος ἦτον ὁ ἰδιωτικὸς αὐτῶν βίος. Ποῖον εἶναι τὸ μέσον νὰ περιφρουρήσωμεν τὸν ἰδιωτικὸν βίον ἀπὸ αὐτὰς τὰς καθημερινὰς ἐπιθέσεις, νὰ θέσωμεν τὸν φραγμὸν καὶ νὰ τὸν καταστήσωμεν ἀνυπέρβλητον; Μελετήσατε, ἐξετάσατε, ἀπαγγείλατε ὅσας θέλετε ποινὰς, ζητήσατε ἄλλα τινὰ οἱαδήποτε προσόντα παρὰ τοῦ ἐκδότου ἐφημερίδος, εἴτε προσόντα προλύτου, εἴτε ἄλλα οἱαδήποτε· οὐδὲν τούτων δύναται νὰ σᾶς ἀσφαλίσῃ διὰ τὸν ἁπλούστατον λόγον, ὅτι τὰ προσόντα εἶναι γενικώτατα· αὐτὰ τὰ προσόντα ἀνήκουν εἰς πολυάριθμον τάξιν ἀνθρώπων· καὶ ἅμα ἔχητε τοιαύτην πολυάριθμον τάξιν, ἑπόμενον εἶναι, ὅτι μεταξὺ αὐτῶν ἔχετε καὶ τοὺς σεβομένους τὴν ἠθικὴν καὶ τοὺς ἀσεβεῖς· ἔχετε καὶ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἠθικῆς, καὶ τοὺς ἀνθρώπους τῆς κακοηθείας· ἔχετε τοιούτους, κατὰ τῶν ὁποίων ἡ τιμωρία ἡ ὑλικὴ οὐδὲν συνεπάγεται. Εἶναι σκληρότεροι τὴν καρδίαν, ὥστε νὰ καταβάλλωνται διὰ τοῦ περιορισμοῦ τῆς ἀτομικῆς ἐλευθερίας. Ἂν ὅμως ὑποβάλητε τὴν ἐφημεριδογραφίαν εἰς τὴν χρηματικὴν ἢ κτηματικὴν ἐγγύησιν, ποία εἶναι ἡ συνέπεια; Ὅτι ἡ ἐφημερὶς, ἡ ὁποία συγχρόνως ἀποτελεῖ καὶ ἐπάγγελμα κερδοσκοπικὸν, κινδυνεύει νὰ ὑποστῇ ναυάγιον, κινδυνεύει νὰ ὑποστῇ χρηματικὴν ποινὴν, ἥτις μέλλει νὰ ἐλαττώσῃ τὰ μέσα τῆς ἐπιχειρήσεως· εἶναι ἀδύνατον ὁ διευθύνων τὴν ἐπιχείρησιν, ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἐπιπολαίως, ἀπροσέκτως, νὰ ὑποπέσῃ εἰς τοιαύτην ἀποζημίωσιν. Διὰ παντὸς τρόπου θέλει μεριμνήσει νὰ μὴ ἔχῃ καθ’ ἑαυτοῦ τοιαύτας δίκας, τοιαύτας καταμηνύσεις, τοιαύτας κατηγορίας. Ἐπὶ τέλους ἡ ἐγγύησις ἀποκλείει τάχα τινὰ τῆς ἐφημεριδογραφίας; Ἡ ἐπιχείρησις ἐν συνόλῳ ὑποβάλλεται εἰς τὴν ἐγγύησιν, οὐχὶ ὁ ἐν τῇ ἐφημερίδι γράφων· τὸ μόνον, τὸ ὁποῖον δύναταί τις νὰ εἴπῃ, εἶναι, ὅτι ὁ θέλων νὰ γράψῃ θέλει εὑρεθῆ εἴς τινας περιορισμοὺς τοῦ νὰ ἐκλέξῃ νὰ γράψῃ εἰς μίαν τῶν ὑπαρχουσῶν ἐφημερίδων· δὲν δύναται ἀπ’ εὐθείας μὲν νὰ ἐκδώσῃ ἐφημερίδα ἄνευ αὐτῆς τῆς ἐγγυήσεως, ἂν δὲν ἔχῃ κεφάλαια· ἀλλὰ πρέπει νὰ προστρέξῃ εἰς ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος ἔχει ἤδη ὑπάρχουσαν ἐφημερίδα καὶ διευθύνει τοιαύτην· ἀλλὰ δύναται νὰ εἴπῃ τις, ὅτι τοῦτο εἶναι περιορισμὸς, ἂν δὲν δύναται νὰ γράψῃ εἰς τὴν δεῖνα ἐφημερίδα, ὅταν δύναται νὰ γράψῃ εἰς τὴν ἄλλην; ἐγὼ λέγω, ὅτι δύναται νὰ ἐκδώσῃ καὶ ἐφημερίδα, ἅμα τὸ ἐπάγγελμα εἶναι ἐπικερδὲς, καὶ γνωρίζετε, ὅτι ἐν Ἀθήναις πολλαὶ οἰκίαι ἐξῆλθον ἐκ τῶν πιεστηρίων. Καταλαμβάνει τὴν ἕδραν ὡς γεροντότερος ὁ Κύριος Πυλαρινός. Ἀλλ’ ἂν δὲν δύναταί τις νὰ εὕρῃ ἀνοικτὰς τὰς στήλας τῆς μιᾶς ἐφημερίδος, δύναται νὰ εὕρῃ τὰς ἄλλας· δὲν ἀποκλείεται λοιπὸν τῆς σχέσεως πρὸς τὸ κοινὸν, τῆς μεταδόσεως πρὸς τὸ κοινὸν τῶν ἰδεῶν του· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ φοβώμεθα, εἶναι, τὸ νὰ μὴ ὑπάρχῃ φραγμὸς, ὅστις νὰ ἀποκλείῃ τὴν ἔξοδον τῶν ἰδεῶν εἰς τὸν κύκλον τὸν κοινωνικόν. Ἡ ὕπαρξις τῶν ἐφημερίδων ἐγγυᾶται, ὅτι τοιοῦτος φραγμὸς δὲν ὑπάρχει. Ἀλλ’ ἴσως παρατηρήσει τις, ἐὰν δύναμαι νὰ ἀποτανθῶ εἰς μίαν ἐφημερίδα, καὶ αὐτὴ μοὶ ἀρνηθῇ, δύναμαι τότε εἰς τὴν ἄλλην; ἀλλ’ ἐγὼ θέλω νὰ γίνω ἐφημεριδογράφος, καὶ ἐγὼ θέλω νὰ ἐκδίδω ἐφημερίδα, καὶ θέλω νὰ ἔχω ἰδίαν σημαίαν. Τάχα, ἐὰν ἔχῃ τῷ ὄντι τοιαύτην ἱκανότητα, ἐὰν ἔχῃ τοιαύτας ἀρχὰς, τὰς ὁποίας πολλοὶ ἀσπάζονται, δὲν θέλει ὑποστηριχθῆ ὑπ’ ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι διὰ τῆς συνδρομῆς των θέλουσι παράσχει τὰ μέσα καὶ τὰς ἐγγυήσεις νὰ ἐπιχειρήσῃ τὸ ἔργον; Οὐδεὶς ἄλλος ἐπέρχεται ἀποκλεισμός· καὶ ἂν ὑπάρχῃ, εἶναι ἀποκλεισμὸς τῶν ὑποκειμένων εἰς τὴν παρεκτροπὴν, ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι ἀνερυθριάστως μετέρχονται τὸ ἐπάγγελμα, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν σέβονται, οὐδὲν ἔχουν ἱερὸν, οἱ ὁποῖοι νομίζουν, ὅτι τὸ νὰ γράφῃ τις ἐφημερίδα δὲν εἶναι ἄλλο εἰμὴ τὸ νὰ ὑβρίζῃ ἐλευθέρως, νὰ σωρεύῃ τὰ πλέον βδελυρὰ ἐπίθετα ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχεν, ἄνευ κρίσεως καὶ σκοποῦ, ἄνευ συστήματός τινος ἰδεῶν, καὶ ὅτι οὐδὲν κακὸν, ἂν σήμερον φρονῇ τοῦτο καὶ αὔριον τὸ ἐναντίον. Ἡ σύγχυσις αὐτὴ, ἥτις προῆλθεν ἐκ τῆς ἀκολασίας τοῦ ἡμετέρου τύπου τοῦ νὰ ἀναμιγνύωμεν τὰ πάντα, καὶ πρὸ πάντων νὰ εἰσερχώμεθα μέχρι τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, παρατηρήσατε, ὡς ἔγγιστα, μέχρι τίνος βαθμοῦ ἐπροχώρησε, πῶς ἐσχημάτισε τὸ πνεῦμα τῆς δημοσιογραφίας· παρετηρήσατε, ὅτι ἐν Ἑλλάδι κρίνεται ὁ ἄνθρωπος οὐχὶ κατ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα πράττει, ἀλλὰ κατὰ τὰς ὑποτιθεμένας διαθέσεις του· δὲν ἐξετάζουν τί εἶπε, τί ἔπραξε, τὰ γεγονότα· οὐδέποτε· περὶ αὐτῶν οὐδένα λόγον βλέπετε, σπανιώτατα· ἀλλὰ ποία εἶναι ἡ πρόθεσίς του; Καὶ πῶς διαγινώσκεται ἡ προαίρεσις ἑκάστου; ποῖος ἠμπορεῖ νὰ ἀνακαλύψῃ τὰ ἀπόῤῥητα τῆς καρδίας, νὰ ἑξετάσῃ καρδίας καὶ νεφρούς; Ἐν τούτοις μαντεύοντες αὐτὰς τὰς προθέσεις καὶ τὴν μαντείαν μεταχειριζόμενοι ὡς ἀπόδειξιν πρὸς τὸ κοινὸν, κεραυνοβολοῦν ἀδυσωπήτως ἐν πλήρει ἀγνοίᾳ, ἂν καὶ αὐτὸς, τὸν ὁποῖον κεραυνοβολοῦν, δὲν συμμερίζεται τὰς ἰδέας ἐκείνου, ὅστις κεραυνοβολεῖ, διότι ὁμιλοῦν, ὅπως οἱ τυφλοὶ περὶ χρωμάτων. Θέλετε παρατηρήσει, ὅτι ὁσάκις γίνεται πολιτικὴ συζήτησις ἐν οἱᾳδήποτε ἐφημερίδι, τίθεται, οὕτως εἰπεῖν, τὸ ἑξῆς πρόβλημα, ἢ εἶσαι σύμφωνος μὲ τὰς ἰδέας μου, ἢ εἶσαι κακοῦργος, ἢ μετέχεις τῶν πεποιθήσεών μου, ἢ εἶσαι ἄξιος νὰ ῥιφθῇς ἀπὸ τοῦ Ταρπηΐου βράχου, μέσος ὅρος δὲν ὑπάρχει· οὐδεὶς παραδέχεται, ὅτι δύναται νὰ ὑπάρχῃ πατριωτισμὸς καὶ ἐν ἄλλῃ πεποιθήσει, ὅτι δύναταί τις νὰ φρονῇ ἄλλως περὶ τῶν μέσων, διὰ τῶν ὁποίων ἐκπληροῦται ὁ κοινὸς σκοπός· οὐδεὶς παραδέχεται, ὅτι δύναταί τις νὰ ἀντιφρονῇ καὶ περὶ τοῦ σπουδαιοτέρου πράγματος, καὶ οὐχ ἧττον νὰ κινῆται ἐκ τῶν ἁγνοτέρων προαιρέσεων· εἶναι δυνατὸν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι νὰ ἔχουν μίαν καὶ τὴν αὐτὴν ἰδέαν; Ἐνθυμοῦμαι ἐκεῖνο τὸ ἀνέκδοτον τοῦ Λαϊβνιτίου, πρὸς τὸν ὁποῖον ὁ ἡγεμὼν τῆς Πρωσσίας ἤθελε νὰ ἀποδείξῃ, ὅτι ὑπάρχουν ἐν τῷ κόσμῳ πολλὰ πράγματα τὰ αὐτά· καὶ ὁ Λαϊβνίτιος, περιπατῶν ἐν τῷ βασιλικῷ κήπῳ, τῷ εἶπε, ἐλθὲ νὰ εὕρωμεν, ἂν δυνάμεθα, δύο φύλλα τὰ αὐτὰ τοῦ αὐτοῦ δένδρου· καὶ ἐστάθη ἀδύνατον, καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ταύτης εἶναι ἀδύνατον. Καὶ ἂν ὑπάρχῃ τοιαύτη ποικιλία ἐν τῷ φυσικῷ κόσμῳ, νομίζετε, ὅτι τάχα ἐν τῷ πνευματικῷ κόσμῳ εἶναι μικροτέρα, εἶναι ὀλιγωτέρα διαφορὰ καὶ διάστασις εἰς τὸν τρόπον τοῦ σκέπτεσθαι, εἰς τὸν χαρακτῆρα, εἰς τὰ προηγούμενα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἕκαστος, εἰς τὴν ἀνατροφήν; Ὅλα ἐν τοσούτῳ συγχέονται διὰ τῆς στρεβλῆς δημοσιογραφίας, διὰ τῆς δημοσιογραφίας τοῦ πάθους, ἥτις νομίζει, ὅτι ἀρκεῖ τις νὰ ἐπιτίθηται, νὰ ἐκχέῃ χολὴν καὶ νὰ ποτίζῃ ὄξος, ὅτι ἀρκεῖ νὰ ᾖναι ὅσον ἔνεστι ὑβριστικὸς καὶ ὅσον ἔνεστι λοίδορος, διὰ ν’ ἀποδείξῃ τὴν δύναμιν τῶν πεποιθήσεων διὰ τῆς σφοδροτέρας ἀκρασίας τοῦ λόγου. Ἐὰν θέλωμεν λοιπὸν νὰ θέσωμεν μέτρον καὶ ὅριον εἰς τοιοῦτον ἐκτραχηλισμὸν, ὅστις τὰ μέγιστα βλάπτει ἠθικῶς τὴν κοινωνίαν, καὶ τὰ μέγιστα δυσφημεῖ τὴν ἐφημεριδογραφίαν καὶ τὴν καθιστᾷ τοιαύτην, ὥστε περιφρονητικῶς τις πλέον βλέπει ὅσα γράφονται, καὶ ἀδιαφορεῖ, οὔτε φροντίζει νὰ τὰ ἀναγνώσῃ, ἐὰν θέλωμεν νὰ καταστήσωμεν τὴν δημοσιογραφίαν τῷ ὄντι δύναμιν σοβαρὰν συζητήσεως, δύναμιν τοιαύτην, τῆς ὁποίας ὁ λόγος τῷ ὄντι μεταβάλλει πολλάκις τὰς γνώμας τοῦ λαοῦ, διότι στηρίζεται πάντοτε εἰς ἀναπτύξεις ἐμβριθεῖς, εἰς γεγονότα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἀκριβῆ, καὶ οὐχὶ εἰς παραμορφώσεις, ἂν θέλωμεν τοῦτο, πρέπει νὰ ζητήσωμεν, ὥστε τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δημοσιογράφου νὰ μετέρχωνται ἄνθρωποι, ἔχοντες τὰ προσόντα, κινδυνεύοντες νὰ ὑποστῶσι ζημίαν τοιαύτην, ἥτις καθιστᾷ τὴν ἐξακολούθησιν τοῦ ἐξυβριστικοῦ ἔργου ἀδύνατον. Ὅπως εἶναι ὅμως συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, ἀποκλείει τὴν ἐγγύησιν, διότι ἀπαγορεύει πᾶν προληπτικὸν μέτρον. Ἀρκεῖ λοιπὸν, διότι βεβαίως οὐδεὶς συνηγορεῖ περὶ ἄλλου τινὸς μέτρου, ἀρκεῖ νὰ καθιερώσωμεν τὴν ἐγγύησιν, κανονισθησομένην διὰ νόμου ἑκάστοτε κατὰ τὰς ἐποχάς· διότι θέλομεν ἴσως εὑρεθῆ μετὰ πολλὰ ἔτη εἰς τὴν ἀνάγκην εἴτε νὰ αὐξήσωμεν, εἴτε νὰ ἐλαττώσωμεν τὸ μέτρον· ἂν ἴδωμεν, ὅτι εἶναι βαρὺ, δυνάμεθα νὰ καταβιβάσωμεν αὐτὸ ἀναλόγως πρὸς τὰ μέσα ἡμῶν· ἐὰν εὕρωμεν, ὅτι εἶναι ἐλαφρὸν, δυνάμεθα νὰ τὸ ἀναβιβάσωμεν, ἐνῷ ἂν θελήσωμεν νὰ προσδιορίσωμεν αὐτὸ ἐκ προοιμίου διὰ τοῦ πολιτεύματος, νὰ καταστήσωμεν αὐτὸ ἀμετάβλητον, ὡς τὸ πολίτευμα, δὲν εἴμεθα πλέον εἰς καιρὸν νὰ ἐπιφέρωμεν θεραπείαν· σήμερον εἶναι ἐνδεχόμενον νὰ ὑποπέσωμεν εἰς τὸ λάθος νὰ ἀναβιβάσωμεν τὴν ἐγγύησιν πέραν τῶν δυνάμεών μας, ἢ εἰς τὸ ἀντίθετον, νὰ καταβιβάσωμεν αὐτὴν ἐπὶ τοσοῦτον, ὥστε οὐδὲν νὰ ἐπιφέρωμεν ἀποτέλεσμα. Εἶναι λοιπὸν προτιμώτερον νὰ ἀφήσωμεν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν εἰς τὸ μέλλον νὰ κανονίζῃ τὸ ποσὸν αὐτῆς τῆς ἐγγυήσεως. Πιστεύω, ὅτι δὲν θέλει ὑπάρξει σπουδαία ἀντίκρουσις περὶ αὐτῆς τῆς ἐγγυήσεως. Θέλω ἐξετάσει ἤδη τὸ δεύτερον μέρος τῆς διατάξεως, τὸ περὶ κατασχέσεως. Παρατηρεῖτε, ὅτι ἀπολύτως ἀπαγορεύεται ἡ κατάσχεσις, ἀπαγορεύεται πρὸ τῆς δημοσιεύσεως καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσιν. Ἡ ἀπαγόρευσις πρὸ τῆς δημοσιεύσεως προῆλθε βεβαίως ἐκ τῆς μερίμνης μὴ ἐπαναληφθοῦν πράξεις παράνομοι, πράξεις, τὰς ὁποίας βεβαίως ὁ νόμος δὲν ἐπιτρέπει, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι ἐγένοντο κατὰ παράβασιν τοῦ νόμου. Εἶναι πρᾶγμα ἐντελῶς ἀδιάφορον, οὔτε τὸ ἐξετάζω, οὔτε νομίζω σπουδαῖον, εἴτε τεθῇ, εἴτε ὄχι ἐν τῷ Συντάγματι. Ἡ πρὸ τῆς δημοσιεύσεως κατάσχεσις προβλέπεται ἤδη ὑπὸ τοῦ πρώτου μέρους τῆς διατάξεως· ὅταν λέγωμεν ἀπαγορεύεται πᾶν προληπτικὸν μέτρον, τί ἄλλο λέγομεν; Τοιοῦτον προληπτικὸν μέτρον εἶναι ἡ κατάσχεσις, ἄρα καὶ αὐτὴ ἀπαγορεύεται· δὲν εἶναι λοιπὸν ἄλλο εἰμὴ περιττὴ ἐπανάληψις, εἶναι ὡς νὰ ἐλέγομεν, ὅτι ἡ κατάσχεσις πρὸ τῆς δημοσιεύσεως δὲν εἶναι προληπτικὸν μέτρον, καὶ τότε ἠθέλομεν περιπίπτει εἰς τὴν πλέον φανερὰν ἀντίφασιν. Τὸ σπουδαῖον εἶναι ἡ μετὰ τὴν δημοσίευσιν κατάσχεσις. Ποίαν σημασίαν ἔχει ἡ μετὰ τὴν δημοσίευσιν κατάσχεσις; ἔχει διττὸν σκοπόν· ά) ἐὰν τῳόντι ἤρξατο δημοσιευόμενόν τι ἐπιλήψιμον, νὰ ἐμποδισθῇ ἐντοσούτῳ ἡ δημοσίευσις, ὥστε ἅμα ἐπέλθῃ καταδικαστικὴ ἀπόφασις, νὰ ἐξαφανισθῇ, νὰ καταστραφῇ. Ἔχει λοιπὸν διττὸν σκοπὸν νὰ ἐξασφαλίσῃ τὸ σῶμα τοῦ ἐγκλήματος, καὶ μετὰ ταῦτα νὰ καταστρέψῃ αὐτὸ, διὰ νὰ μὴν ἐξακολουθῇ πλέον νὰ βλάπτῃ. Διὰ ν’ ἀπαγορεύσωμεν τὴν κατάσχεσιν ἐν καιρῷ τῆς ἀνακρίσεως εἶναι πρᾶγμα μικρᾶς σημασίας. Τί σημαίνει κατάσχεσις γινομένη λόγῳ τῆς ἀνακρίσεως; ὅπως ὑπάρχει ἤδη, καὶ ἐν τῇ ἡμετέρᾳ ποινικῇ δικονομίᾳ βλέπετε, ὅτι ἡ κατάσχεσις δὲν δύναται νὰ ᾖναι ἀπεριόριστος κατὰ τὸν χρόνον, ὅτι, ἐὰν δὲν ἐπέλθῃ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς ἀνακρίσεως, αὐτοδικαίως ἀκυροῦται καὶ καταπίπτει. Ἀλλ’ ἂς ὑποθέσωμεν, ὅτι ἀποδίδει τις ἐκ μέρους τῆς ἐξουσίας σκοποὺς ἐνοχλητικοὺς κατὰ τοῦ τύπου, ὅτι θέλει ἡ ἐξουσία ὅσον ἔνεστι νὰ περιστείλῃ τὴν διάδοσιν καὶ νὰ ἐνεργῇ κατασχέσεις, ὅπως ἐγίνετο, ἅμα ἐξεδίδοντο αἱ ἐφημερίδες, κατάσχεσις τοιαύτη φύλλων, τὰ ὁποῖα οὐδὲν ἔχουν ἐπιλήψιμον, ἀλλ’ ἁπλῶς καὶ μόνον διὰ νὰ ἐμποδισθῇ ἡ ἔγκαιρος διάδοσις, πρὸς καταστροφὴν τῆς ἐφημερίδος· ἐὰν καθ’ ἡμέραν συστηματικῶς μὲ πνεῦμα πολέμιον, ἐπίβουλον, ἡ ἐξουσία κατάσχῃ ἕκαστον φύλλον ἐφημερίδος, βεβαίως αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς δὲν φθάνει εἰς χεῖρας τῶν συνδρομητῶν· οὗτοι ἔχουν ἀνάγκην εἰδήσεων, εἶναι ἔμποροι, παντὸς ἐπαγγέλματος· ἀδιαφοροῦν ἴσως καὶ περὶ τῶν πολιτικῶν πραγμάτων· εἶναι φιλολόγοι· θέλουν νὰ ἔχουν τὸ φιλολογικὸν μέρος τῆς ἐφημερίδος· ὅταν βλέπουν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς δὲν τοῖς δίδεται, θέλουν καταφύγει εἰς ἄλλην, καὶ ἴσως εἰς τὴν ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Ἐδῶ τῷ ὄντι βλέπει τις σπουδαιότητα· καὶ ἂν θέλητε, ἠδύνατο νὰ γίνῃ λόγος, ὅτι ἡ κατάσχεσις ἡ προανακριτικὴ τῶν ἐφημερίδων ἀπαγορεύεται. —Ἀλλ’ ἐρχόμεθα εἰς τὸ τρίτον στάδιον, τῆς καταδίκης. Καὶ ὅπως εἶναι συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, περιλαμβάνει καὶ τὸ στάδιον τοῦτο, ὅταν καταδικάζηται τὸ ἐπιλήψιμον φύλλον, εἴτε ἐφημερὶς εἶναι, εἴτε φυλλάδιον, εἴτε βιβλίον, πᾶν ἔντυπον. Ἂν ἀπαγορεύσητε τὴν κατάσχεσιν, ποῖον σκοπὸν ἔχει ἡ καταδίκη; οὐδένα. Ἀναγνωρίζετε τὸ ἔγκλημα, καταδικάζετε τὸ ἔγκλημα, ἐπιβάλλετε εἰς αὐτὸ τὴν ὑπὸ τοῦ νόμου ὁριζομένην ποινὴν, καὶ ἐν τούτοις ἐξασφαλίζετε τὸν σκοπὸν τοῦ ἐγκλήματος· ὁ σκοπὸς μένει πλήρης, ὅλη ἡ πικρία του διατηρεῖται, καὶ ὅλην του τὴν πικρίαν μέχρι πυθμένος ἀφίνετε νὰ διαδοθῇ ἐν τῇ κοινωνίᾳ. Μοὶ φαίνεται ὅτι εἰσάγετε ἀρχὴν πολὺ ἐπικίνδυνον καὶ ἀνήθικον. Δὲν εἶναι μόνος ὁ κίνδυνος τῶν ἐφημερίδων, ἀλλὰ καὶ τῶν συγγραμμάτων, τὰ ὁποῖα γράφονται μὲ πνεῦμα κερδοσκοπίας καὶ ἀποτείνονται εἰς ἐλαττώματα τοῦ ἀνθρώπου, κολακεύουν τὰς πλέον ταπεινὰς ὀρέξεις τοῦ ἀνθρώπου, συγγράμματα ἄσεμνα, ἀκόλαστα, ἀσεβῆ, κατὰ τῆς θρησκείας, τὰ ὁποῖα ὑποσκάπτουσι τὰς πρώτας βάσεις ἑκάστης κοινωνίας. Δὲν ἔχομεν εὐτυχῶς παρ’ ἡμῖν τοιαῦτα παραδείγματα, ἀλλὰ τὰ ἄλλα ἔθνη ἔχουν πολλά. Τοιαῦτα συγγράμματα ἀνήθικα, τὰ ὁποῖα δίδονται εἰς χεῖρας τοῦ λαοῦ καὶ πωλοῦνται ἐπὶ εὐτελεστάτῃ τιμῇ ἐπίτηδες, διότι διὰ τῆς μεγάλης διαδόσεως ἔχει τὸ κέρδος του ὁ συγγράψας, τοιαῦτα συγγράμματα καταδικαζόμενα, ἐὰν ᾖναι ἀκατάσχετα, διαδίδονται πανταχοῦ, οὐδὲν ὑπάρχει πλέον μέσον διὰ νὰ κωλυθῇ ἡ διάδοσίς των. Καὶ τὶ ἐξασφαλίζομεν; Τίνος δικαιώματα προστατεύομεν; ὅταν ἐπέλθῃ ἡ καταδίκη, τάχα πρέπει νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἐνταῦθα προσβάλλεται ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου ἐκείνου, ὅστις προσβάλλει τὴν κοινωνίαν; Μοὶ φαίνεται, ὅτι εἶναι τὸ αὐτὸ ὡς νὰ ἔλεγέ τις εἰς τὸν κλέπτην, ἔκλεψες, εἶσαι ἄξιος τοῦ δεσμωτηρίου· εἰσέρχεσαι εἰς αὐτὸ, ἀλλὰ μένεις κύριος τοῦ κλοπιμαίου. Καὶ διὰ τοῦ τύπου ἂν εἶπές τι ἄσεμνον, οὐδεὶς δύναται νὰ καταστρέψῃ τὸ ἔργον σου, θέλει μένει τοῦτο ὡς τροφὴ ἐν τῇ κοινωνίᾳ δι’ ἐκείνους, οἵτινες τέρπονται εἰς τοιαύτας ῥυπαρότητας. Μοὶ φαίνεται λοιπὸν, ὅτι πρέπει νὰ περιστείλωμεν τὴν διάταξιν καὶ νὰ διαστείλωμεν τὰς ἐποχὰς τῆς κατασχέσεως. Τὸ ἁπλούστερον εἶναι νὰ ἐκλείψῃ πᾶσα λέξις κατασχέσεως ἐκ τοῦ ἄρθρου· ἡ ἐξάλειψις αὕτη, ὡς προεῖπον, οὐδένα φέρει κίνδυνον, διότι ἀπαγορεύομεν πᾶν προληπτικὸν μέτρον, ὥστε πρὸ τῆς δημοσιεύσεως πᾶσα μνεία εἶναι πλεονασμός. Ἴσως ἡ παράλειψις φέρει κίνδυνόν τινα ὡς πρὸς τὰς κατασχέσεις ἐφημερίδων κατὰ τὴν ἀνάκρισιν· ἂν τινὲς νομίζουν, ὅτι εἶναι ἀναγκαῖον νὰ γίνῃ λόγος περὶ τούτου, δύναται ἴσως ἐξαιρετικῶς νὰ γίνῃ λόγος, ἀλλὰ νὰ μείνωμεν τοὐλάχιστον ἐκεῖ, ὥστε νὰ μὴ συμπεριλάβωμεν καὶ τὸ τῆς ἀπαγορεύσεως τῆς κατασχέσεως ἐκείνων τῶν ἐντύπων, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπῆλθεν ἡ καταδίκη. Ἄλλως τὶ σημαίνει ἡ ἀπόφασις τοῦ δικαστοῦ; Ποία εἶναι ἡ ἱκανοποίησις, τὴν ὁποίαν λαμβάνει ὁ ὑβρισθεὶς, ὅστις κατήγγειλε, καὶ τοῦ ὁποίου ὁ ὑβριστὴς κατεδικάσθη, ὅταν τὴν ἀκόλουθον ἡμέραν ἀναγινώσκωνται εἰς ὅλους τοὺς δημοσίους τόπους ἐκεῖνα τὰ ἄρθρα τὰ ἀκόλαστα, διότι εἶναι ἀκατάσχετα; πρέπει λοιπὸν αὐτὰ νὰ μείνουν αἰωνίως, καὶ πρέπει νὰ μετατυπόνωνται; Αὐτὰς τὰς παρατηρήσεις τὰς ὑπέβαλα καὶ ὅταν ἔγεινεν ἡ συζήτησις ἐν τῇ ἐπιτροπῇ, ἀλλὰ νομίζω, ὅτι δὲν ἔδωσαν πολλὴν προσοχὴν οἱ ἔντιμοι συνάδελφοί μου, ἐνόμισαν μόνον, ὅτι πρέπει νὰ δείξῃ ἡ Συνέλευσις, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ἀδιαφορῇ εἰς ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔγειναν διὰ τὰς συστηματικὰς κατασχέσεις τῶν ἐφημερίδων· ἀλλὰ μοῦ φαίνεται, ὅτι δὲν κάμνομεν αὐτὰς τὰς διατάξεις ἐν τῷ Συντάγματι ἁπλῶς καὶ ὡς ἔτυχε διὰ νὰ μεμφθῶμεν τὸ παρελθὸν, δὲν εἴμεθα ἐδῶ μόνον ἐπικριταὶ τοῦ παρελθόντος, ἀλλὰ ἔχομεν ἐντολὴν νὰ θέσωμεν βάσεις τῶν ἐλευθεριῶν καὶ τῆς τάξεως.
§63ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Τὶ ἐννοεῖτε, Κύριε Καλλιγᾶ; Ἐδημοσιεύθη μία ἐφημερὶς δὲν κατεσχέθη, οὔτε πρὸ τῆς δημοσιεύσεως, οὔτε μετά· ἐξεδόθη ἀπόφασις. Αὐτὴ ἡ ἐφημερὶς, ἥτις εἶναι σκορπισμένη εἰς ὅλην τὴν Ἑλλάδα....
§64ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχετε καθῆκον, Κ. Καλλιγᾶ, νὰ διαφωτίσητε τὴν Συνέλευσιν, ὄχι τὰ ἄτομα, διότι οἱ διάλογοι ἐμποδίζουν.
§65ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μοὶ φαίνεται, ὅτι δὲν θέλω λείψει εἰς τὸ σέβας, ὅπερ χρεωστῶ εἰς τὸν Κ. Πρόεδρον ὑπακούων εἰς τὴν παραγγελίαν του, ἐὰν συγχρόνως ἱκανοποιήσω καὶ τὸν ἐρωτῶντα· διότι μοὶ φαίνεται, ὅτι ἡ ἐρώτησίς του συντελεῖ πολὺ εἰς τὸ νὰ διευκρινήσω καὶ ἐκείνην τὴν ἰδέαν, τὴν ὁποίαν ἀφῆκα ἴσως σκοτεινήν. Ὑποθέσατε, ὅτι δὲν προηγήθη κατάσχεσις οἱαδήποτε, καὶ ὅτι ἐπῆλθε καταδίκη. Ἡ καταδίκη πάντοτε ὑποχρεοῖ τὸν δικαστὴν νὰ διατάξῃ τὴν ἐξαφάνισιν τοῦ καταδικασθέντος ἐντύπου· διὰ νὰ γίνῃ αὕτη ἡ ἐξαφάνισις, κατὰ φυσικὸν λόγον, θέλει ἔχει τις τὸ δικαίωμα, ὅπου εὑρίσκει αὐτὸ τὸ ἔντυπον νὰ τὸ κατάσχῃ, διὰ νὰ ἐξαφανίζηται· αὐτὸ εἶναι φυσικώτατον· ἐὰν εὑρίσκηται εἰς δημόσιον τόπον, ἔχει τὸ δικαίωμα ἡ διοικητικὴ Ἀρχή, ἡ Ἀστυνομία νὰ ζητήσῃ αὐτὸ τὸ ἔντυπον, καὶ νὰ τὸ ἐξαφανίσῃ. Ἐὰν ὅμως ἀπαγορεύσητε πᾶσαν κατάσχεσιν, τότε πῶς θὰ γίνῃ ἡ ἐξαφάνισις, ἀφοῦ δὲν ἔχετε τὸ δικαίωμα νὰ συλλάβητε τὸ ἔντυπον; Ἀλλὰ λέγω, ὅτι κατὰ τὴν ἰδικήν μου κρίσιν δὲν πρέπει νὰ ἀπαγορεύηται ἡ κατὰ τὴν ἀνάκρισιν κατάσχεσις· δὲν εἶμαι σύμφωνος μὲ ἐκείνους, οἵτινες ὑποστηρίζουν, ὅτι δὲν πρέπει ποτὲ κατὰ τὴν ἀνάκρισιν νὰ ὑπάρξῃ κατάσχεσις. Ἴσως ἐπιθυμήσῃ τις νὰ εἰσάξῃ ἐγγυήσεις τινὰς, ὥστε νὰ μὴ γίνηται ἡ κατάσχεσις, ὅπως μέχρι τοῦδε, κατὰ διάταξιν τῆς ἀνακριτικῆς ἀρχῆς, ἀλλὰ νὰ διατάττηται ἡ κατάσχεσις καθ’ ὑπόθεσιν ὑπὸ τοῦ Συμβουλίου. Ἂν ζητήσῃ τοιαύτην τινά ἐγγύησιν, θέλει προκύψει ἄλλη συνέπεια, ἡ βραδύτης, καὶ ἠξεύρετε, ὅτι ἡ βραδύτης χρησιμεύει, ὥστε νὰ ἐξαλειφθοῦν τὰ ἴχνη τοῦ ἐγκλήματος. Καθόσον ὁ ἰδιώτης ἔχει τὴν ἐλευθερίαν τῆς διαδόσεως, ἐννοεῖται ὅτι ἔχει τὰ πρωτεῖα τῆς ταχύτητος. Ἐὰν λοιπὸν ἐπέρχηται βραδέως ἡ κατάσχεσις, αὕτη ἐπέρχεται χωλαίνουσα, claudo peide, ὡς λέγουσιν, ὑποσκάζουσα, καὶ δὲν φθάνει. Ἀλλὰ λέγω, ὅτι, ἐὰν τοιαύτη φιλοτιμία ὑπάρχῃ τοῦ νὰ γίνῃ λόγος περὶ κατασχέσεως, ἡ ζημία δὲν εἶναι τόσον μεγάλη κοινωνικῶς· κοινωνικῶς γίνεται ἀθεράπευτος πληγὴ τῆς κοινωνίας, μεταβάλλεται ὁ τύπος εἰς πηγὴν δηλητηριάσεως, οὕτως εἰπεῖν. Ἐὰν δεχθῶμεν, ὅτι μετὰ τὴν καταδίκην ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις, δὲν δύναται νὰ καταστραφῇ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον κατεδικάσθη. Ἐλησμόνησα, ὁμιλῶν περὶ τῆς ἐγγυήσεως, νὰ ἀναφέρω εἰς τὴν Συνέλευσιν δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι πολλάκις ἐπικαλοῦνται τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἡ ἐφημεριδογραφία ὑποβάλλεται εἰς ἐγγυήσεις. Εἶναι ὁ Νόμος τοῦ Γεωργίου Γʹ. τοῦ 39 ἔτους, κατὰ τὸν ὁποῖον οὐδεμία δύναται νὰ ἐκδοθῇ ἐφημερὶς, πρὶν δώσῃ ἐγγύησιν τετρακοσίων λιρῶν· καὶ προσέτι ἐν Ἀγγλίᾳ ὑπόκειται εἰς ἐγγυήσεις καὶ πᾶς, ὅστις διαδίδει φυλλάδια· οὐδὲν φυλλάδιον ὑπερβαῖνον τὰ δύο τυπογραφικὰ φύλλα δύναται νὰ δημοσιευθῇ ἐν Ἀγγλίᾳ, ἄνευ προηγουμένης ἐγγυήσεως, ἥτις εἶναι 300 λιρῶν διὰ τὸ Λονδῖνον καὶ 200 διὰ τὰς ἐπαρχίας. Εἰς τοῦτο ὁ ἔντιμος πληρεξούσιος Σμύρνης εἶχεν ἀμφιβολίαν πρὸ ἡμερῶν, διότι εἶχε Γαλλικὴν ἔκδοσιν συγράμματος Γερμανικοῦ, ἥτις παραλείπει τὸ περὶ ἐγγυήσεως, (ἐγράφη, φαίνεται, ad usum Delphini ἐπίτηδες δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δὲν θέλουν τὴν ἐγγύησιν) καὶ ἐπίστευσεν, ὅτι δὲν ὑπάρχει αὐτὸς ὁ νόμος. Αὐτὸς ὁ νόμος λοιπὸν ὑπάρχει, καὶ πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις θέλει προτιμήσει νὰ θέσῃ τοιοῦτον φραγμόν.
§66ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Κύριε Πρόεδρε, παρακαλῶ, εἶμαι γραμμένος νὰ ὁμιλήσω.
§67ΣΟΥΪΔΑΣ (ὡς γραμματεύς). Εἶσθε ὁ 15.
§68ΙΑΛΕΜΟΣ. Σᾶς παρακαλῶ, Κύριοι, νὰ πιστεύσητε, ὅτι λαμβάνων τὸν λόγον διὰ τὸν τύπον, δὲν θέλω φέρει κἀμμίαν ἰδιαιτέραν συμπάθειαν εἰς αὐτὸν, ὅτι δὲν θέλω εἰς τὴν ὁμιλίαν μου ὁρμηθῆ ἀπὸ κανὲν ἄλλο αἴσθημα, παρὰ ἀπὸ ἐκεῖνο, ἀπὸ τὸ ὁποῖον ὅλοι σεῖς ὁρμᾶσθε. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἰδιαιτέραν εὐγνωμοσύνην ὀφείλω εἰς τὸν τύπον, διότι εἰς αὐτὸν χρεωστῶ τὴν μικρὰν πολιτικὴν ὕπαρξίν μου, ἀλλὰ τὰ αἰσθήματα ταῦτα τὰ ἄφηκα εἰς τοὺς πρόποδας τοῦ βήματος· ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἔρχομαι πρὸ πάντων νὰ κάμω, εἶναι ν’ ἀποκρούσω προκαταλήψεις τινὰς ἐν μέρει δικαίας, κατὰ τὸ πλεῖστον ὅμως λίαν ἀδίκους, αἱ ὁποῖαι ἐπεκράτησαν κατὰ τοῦ τύπου, καὶ αἱ ὁποῖαι ἐξηλείφθησαν, πρὸ πάντων εἰς τὸν τόπον, ὅπου ὑπῆρχον μέχρι τοῦδε, ἐν Γαλλίᾳ, προκαταλήψεις, αἱ ὁποῖαι δυστυχῶς μετεφέρθησαν, εἰς τὴν Ἑλλάδα, ἕνεκα, εἶναι ἀληθὲς, ὀργάνων τινῶν παρεκτραπέντων εἰς τὴν ἐξάσκησιν τοῦ ἱεροῦ τούτου ἐπαγγέλματος. Ἡ προκατάληψις αὕτη κατὰ τοῦ τύπου δὲν εἶναι μεμονωμένη, εἶναι γενικὴ εἰς ὅλα δυστυχῶς τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα· καὶ πότε ἐπικρατεῖ, Κύριοι; ὅταν ἡ ἐξάσκησις τούτων ἡ πλήρης ἀπέδειξεν, ὅτι ἀπέβη μᾶλλον ὑπὲρ τῆς τάξεως· πότε ἐπεκράτησεν; ὅταν ἡ στενὴ καὶ λίαν περιωρισμένη ἐξάσκησις αὐτῶν ἀπέδειξεν, ὅτι κατέστρεψεν Ἡγεμονίας. Ὑπάρχουν, Κύριοι, δύω παραδείγματα προχειρότατα, αἱ δύω βασιλεῖαι τῆς Γαλλίας αἱ καταστραφεῖσαι, ἡ μὲν ἕνεκα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ τύπου, ἡ δὲ ἕνεκα τοῦ περιορισμοῦ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνέρχεσθαι. Ἀλλὰ προκειμένου περὶ τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων ὅλοι δὲν ἐνθυμούμεθα δυστυχῶς παρὰ τὰς καταχρήσεις καὶ τὰ κακὰ τὰ προερχόμενα ἐκ τῶν καταχρήσεων τούτων. Δὲν εἶχεν ἀνάγκην ὁ ἔντιμος φίλος μου Κύριος Διομήδης Κυριακοῦ νὰ ἀναδράμῃ εἰς τὸν Μακώλεϋ καὶ νὰ πείσῃ ἡμᾶς, ὅτι αἱ κακαὶ χρήσεις τῆς ἐκτελεστικῆς ἐξουσίας εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔβλαψαν καὶ Βασιλείας καὶ λαοὺς, ὅτι οὐδέποτε ἡ χρῆσις τῶν ἐλευθεριῶν παρὰ τῶν λαῶν προέβη εἰς τοσοῦτον βαθμὸν, ὥστε νὰ φέρῃ ὀλέθρια ἀποτελέσματα. Ὀκτὼ αἰώνων, Κύριοι, Βασιλεία, ἡ Βασιλεία τοῦ Καρόλου 10ου κατεστράφη ἕνεκα τῶν ἀλλεπαλλήλων περιορισμῶν, καὶ ἰδίως τῶν περιορισμῶν, τοὺς ὁποίους ὁ Κ. Καλλιγᾶς ζητεῖ νὰ θέσῃ. Ἀπὸ τὰ 1814 μέχρι τοῦ 1830 θὰ ἀπαντήσητε νόμους περὶ ἐγγυήσεως, περὶ λογοκρισίας, διατάγματα περὶ λογοκρισίας ἀδιάκοπα, καὶ ὅλοι αὐτοὶ οἱ περιορισμοὶ ἀπέβησαν κατὰ τῆς τάξεως. Ἡ Γαλλία σήμερον ἐξετάζουσα τὰ ἐλατήρια τῶν καταστροφῶν της, ἀνευρίσκει, ὅτι τὸ πρῶτον, τὸ κύριον αἴτιον ἦτον ἡ ὀλιγωρία περὶ τὴν χρῆσιν τῶν δικαιωμάτων τοῦ τύπου, τῆς ἐκλογῆς, καὶ τοῦ συνέρχεσθαι. Σήμερον, ἐνθυμεῖται ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ὁ Τόκεβις κατὰ τὰ 1832 ἔγραφεν, ἐπανελθὼν ἐκ τῆς Ἀμερικῆς, ὅτι αἱ Κυβερνήσεις ὑπῆρξαν γελοῖαι νομίσασαι, ὅτι ἔπρεπε νὰ περιορίσωσι τὰ ἀτομικὰ δικαιώματα. Σήμερον ἐνθυμεῖται τὴν μεγάλην ἀλήθειαν τοῦ Τόκεβις, ἰδίως ἀναφερομένην εἰς τὸν τύπον, ὅτι δηλαδὴ αἱ Κυβερνήσεις ἀνύψωσαν τὸ δικαίωμα τοῦτο, τὸ ὁποῖον εἶναι ἁπλούστατον, τὸ ἀνύψωσαν εἰς δύναμιν διὰ νὰ ἔχουν νὰ ἀντιπαλαίσουν κατὰ μιᾶς ἐξουσίας, τὴν ὁποίαν ἐκεῖνοι ἐδημιούργησαν μὲ τὰς ἐγγυήσεις, τὰ προσόντα, τὸν περιορισμόν. Τί ἐστί, Κύριοι, χρηματικὴ ἐγγύησις; Ποίαν ἐγγύησιν παρέχει εἰς τὴν κοινωνίαν χρηματικὴ προκαταβολή; Σᾶς παρακαλῶ νὰ ἐνθυμηθῆτε, διότι οἱ πλειότεροι ὑμῶν τὸ γνωρίζετε, τὶ συνέβη ἀπὸ τοῦ 1837 μέχρι τοῦ 1843, ὅταν ἐπεκράτει ἡ χρηματικὴ ἐγγύησις. Γνωρίζετε καλλίτερον ἐμοῦ οἱ παλαιότεροι, ὅτι περισσότεραι δίκαι τοῦ τύπου ἔγειναν κατὰ τὸ διάστημα τοῦτο παρὰ ἀπὸ τοῦ 1843 μέχρι τοῦ 1862, καὶ ὄχι κατ’ ἀναλογίαν, ἀλλ’ ἐν συνόλῳ. Ὅσοι εὑρίσκουν ἐγγύησιν διὰ τὴν κοινωνίαν τὴν χρηματικὴν προκαταβολὴν ἐλησμόνησαν πρὸ πάντων μίαν μεγάλην ἀλήθειαν, ἡ ὁποία καίτοι λεχθεῖσα πρὸ πολλοῦ, θὰ μείνῃ ὅμως αἰωνίως ὀρθὴ καὶ ἀναμφισβήτητος, ὅτι le style c'est l'homme «τὸ ὕφος εἶναι ὁ ἄνθρωπος», ἀπόδειξις εἶναι, ὅτι καθ’ ὅλας τὰς φιλολογικὰς ἐκείνας ἔριδας, κατὰ τὰς ὁποίας μάλιστα δὲν ἐπεκράτει ὁ πολιτικὸς βρασμός, οἱ Κύριοι καθηγηταὶ τοῦ Πανεπιστημίου ἀνέπτυξαν, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ ἡ λέξις, πλέον βάναυσον ὕφος παρὰ οἱ χειρότεροι τῶν δημοσιογράφων. Παραδείγματα ἔχομεν τοὺς τελευταίους μῆνας, καθ’ οὓς ἔριδες φιλολογικαὶ ἐγένοντο μὲ τοσοῦτον βάναυσον τρόπον, ὥστε συστέλλεταί τις νὰ τὰς ἀναγνώσῃ. Δὲν σημαίνει λοιπόν, Κύριοι, τίποτε, οὔτε ἡ χρηματικὴ ἐγγύησις, οὔτε τὰ προσόντα τοῦ διδάκτορος, καθόσον ἀφορᾷ τὸν τρόπον τοῦ γράφειν. Ὁ τύπος εἶναι ἀληθές, ὅτι παρεξετράπη ὑπὸ πολιτικὴν ἔποψιν, ἐξεταζομένης τῆς παρεκτροπῆς· καθόσον ἀφορᾷ τὴν ἰδιωτικὴν παρεκτροπὴν θέλω σᾶς προσθέσει ὀλίγας λέξεις βραδύτερον· ἀλλ’ ἡ παρεκτροπὴ αὕτη ἦτο ἀπόῤῥοια τῆς παρεκτροπῆς τῆς κοινωνίας, τῶν παρεκτροπῶν τῆς Συνελεύσεως. Ἐξετάσατε τὸν τύπον κατὰ τὸ διάστημα τῆς μεσοβασιλείας καὶ θέλετε εὑρεῖ, ὅτι εἰς πᾶν φύλλον ἀντανακλᾷ ἓν πάθος ὑπάρχον ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως, ἀντανακλᾶται μία προκατάληψις πολιτικὴ ἐπικρατοῦσα ἐντὸς τῆς Συνελεύσεως. Τὰ πάθη μας, αἱ ἔριδές μας ἐξηκονίζοντο εἰς τὸν τύπον, καὶ ἂν μετ’ ὀλίγα ἔτη ὁ ἱστοριογράφος τῆς Ἑλλάδος ἤθελεν ἐξετάσει τὰ ἔθιμα καὶ τὰ ἤθη τῆς ἐποχῆς μας, ἤθελε βεβαίως καταφύγει εἰς τὸν τύπον, διότι ἐκεῖ ἤθελεν εὑρεῖ τὴν πιστὴν εἰκόνα καὶ τῆς Συνελεύσεως καὶ τῆς κοινωνίας. Ὁ βρασμὸς τῶν παθῶν ἦτο πολλὰ φυσικὸν νὰ μεταβῇ εἰς τὸν τύπον, καὶ δὲν εἶναι πρώτη φοράν, καθ’ ἣν συνέβη τοῦτο· ὅσοι ἐνθυμεῖσθε τὴν ἐποχὴν τοῦ 1844, ἐγὼ τὴν ἀνέγνωσα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἀλλὰ οἱ περισσότεροι θὰ τὴν ἐγνωρίσατε, διότι παρευρέθητε εἰς αὐτὴν, θὰ γνωρίζητε καλλίτερον ἐμοῦ, ὅτι ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι δὲν ὑπάρχουν σήμερον, ἀλλ’ αἱ ὁποῖαι θεωροῦνται ὡς τὸ ἄκρον αὐτῆς τῆς πολιτικῆς ἐφημεριδογραφίας, ἔκαμον χρῆσιν τοσοῦτον ἀγενοῦς γλώσσης, τὴν ὁποίαν σήμερον δὲν μεταχειριζόμεθα· αἱ δὲ ἐφημερίδες ἐκεῖναι δὲν συνεγράφοντο ὑπὸ τυχαίων ἀνθρώπων, οὔτε ἐδιευθύνοντο ὑπὸ μηδαμινῶν καὶ μὴ ἐχόντων κανένα δεσμὸν ἐν τῇ κοινωνίᾳ ἀνθρώπων, συνετάσσοντο ὑπὸ καθηγητῶν, ἰδιοκτητῶν, καὶ ὑπὸ ἄλλων, δυναμένων κατὰ τὸν Κύρ. Καλλιγᾶν νὰ παράσχωσιν ὅλας τὰς ὑλικὰς ἐγγυήσεις, ἀλλὰ, κατ’ ἐμὲ, οὐδέποτε παρασχόντων τὰς ἠθικάς· διότι ὅταν σᾶς ἀνέφερε περὶ οἰκιῶν, αἱ ὁποῖαι ᾠκοδομήθησαν ἐκ τοῦ ἐπαγγέλματος τούτου, ἔπρεπε νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι δὲν ᾠκοδομήθησαν δυστυχῶς ἐκ τοῦ ἱδρῶτος τοῦ προσώπου των, ᾠκοδομήθησαν διὰ τῶν μέσων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα σήμερον εὐτυχῶς ἐξέλιπον. Ἐὰν εἷς μικρὸς ἐφημεριδογράφος εἶχε σύμβολον τὸ «ἢ Ὑπούργημα μὲ δίδεις ἢ σὲ πολεμῶ», ὁ μέγας τὴν ἐνοχλοῦσε τὴν ἐξουσίαν μὲ ἐργολαβίας θεάτρου, μὲ ἐνοίκιον οἰκιῶν, μὲ δίκας ἐκκρεμεῖς, τὴν ἐνοχλοῦσε τέλος πάντων μὲ τοιαύτας ἀπαιτήσεις, τὰς ὁποίας ὁ μικρὸς ἐφημεριδογράφος ποτὲ δὲν ἐσυλλογίζετο. Δὲν ἐπιθυμῶ, Κύριοι, νὰ παραδοθῇ ὁ τύπος εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ παράσχωσιν ἐγγυήσεις χρηματικὰς, καὶ δὲν τὸ ἐπιθυμῶ χάριν τῆς κοινωνίας, ὄχι χάριν τῆς ὑπολήψεως τοῦ τύπου. Δὲν ἔχετε καθῆκον νὰ ἐξετάσητε τὴν ὑπόληψιν τοῦ τύπου, ἔχετε καθῆκον νὰ ἐξετάσητε μέχρι τίνος πρέπει νὰ προβαίνῃ ἡ χρῆσις τοῦ δικαιώματος τούτου, πότε πρέπει νὰ ἐπεμβαίνῃ ἡ πολιτεία εἰς τὴν ἐξάσκησίν του· τοῦτο ὀφείλετε νὰ ἐξετάσητε, πῶς δύνασθε νὰ προλάβητε τὸ κακὸν, τὸ ὁποῖον προέρχεται ἐκ τῆς εὐρείας ἐξασκήσεως τοῦ δικαιώματος τούτου. Ὅταν αὐτὸ τὸ καθῆκον ἔχητε, πρέπει νὰ εὔχησθε νὰ μὴ γεννῶνται τὰ κέντρα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐσχηματίζοντο, ὅταν καὶ ὅπου ὑπῆρχεν ἡ προκαταβολὴ ἡ χρηματικὴ, καὶ τὰ ὁποῖα θέλουν σχηματισθῆ πάλιν, ὅταν ἐπικρατήσῃ τὸ τοιοῦτον σύστημα καὶ καθιερωθῇ διὰ τοῦ Συντάγματος. Δὲν εἶναι τίποτε, Κύριοι, ἐπιφοβώτερον εἰς τὴν ἐξουσίαν, παρὰ ἐφημερὶς σχηματιζομένη διὰ συνεταιρισμοῦ· μὴ λάβητε ὑπ’ ὄψιν τί γίνεται εἰς τὰς ἐφημερίδας τοῦ Βελγίου, λ. χ. τῆς Δανίας καὶ τῆς Ἀγγλίας, διότι ἐκεῖ ὁ συνεταιρισμὸς ἀντιπροσωπεύει μίαν μεγάλην πολιτικὴν μερίδα, καὶ ἡ ἐξουσία γνωρίζει, ὅτι ἡ ἐφημερὶς π. χ. ἡ ὀνομαζομένη Βελγικὴ Ἀνεξαρτησία, ἀντιπροσωπεύει τὸ φιλελεύθερον κόμμα, μία ἄλλη τὸ κληρικὸν κόμμα κτλ. Αἱ ἐφημερίδες αὗται εἶναι σημαῖαι πολιτικῶν χρωμάτων, τὰ ὁποῖα εἶναι γνωστὰ εἰς τὴν κοινωνίαν. Εὐτυχῶς παρ’ ἡμῖν τοιαῦται πολιτικαὶ διακρίσεις μεγάλαι, ἔχουσαι βάσιν κοινωνικὰ ζητήματα, δὲν ὑπάρχουν· τοιαῦτα ζητήματα ὑπάρχουν εἰς τὴν Δανίαν, ὡς π. χ. τὸ ζήτημα τῶν χωρικῶν ἔχει σημαίαν μίαν ἐφημερίδα, τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τοῦ Σλέσβιχ, Ὁλστάϊν μὲ τὴν Δανίαν, τὸ ζήτημα τῆς ἑνώσεως τῆς Δανίας μὲ τὴν Σουηδίαν ἀντιπροσωπευόμενον ἀπὸ ἄλλην. Ἐκεῖ τέλος ὑπάρχουν κοινωνικὰ ζητήματα, ἕκαστον τῶν ὁποίων ἀντιπροσωπεύεται διὰ μιᾶς μεγάλης ἐφημερίδος, στηριζομένης εἰς ἕνα ἐμπορικὸν συνεταιρισμόν. Ἅμα ἱδρύσητε παρ’ ἡμῖν συνεταιρισμὸν χρηματικόν, θὰ ἔχητε ἓν κέντρον ἐπίφοβον, τὸ ὁποῖον ἐνῷ εἶναι ἐκτὸς τῆς ἐξουσίας, θὰ ζητῇ νὰ κερδοσκοπῇ, θὰ ζητῇ νὰ ὠφελῆται διὰ θέσεις, θὰ ζητῇ νὰ ἐπιβάλληται εἰς τὴν πολιτείαν· ἐνῷ ὅταν εἷς ἐφημεριδογράφος ἐκδώσῃ μόνος τὸ φύλλον, του, ἐὰν ᾖναι διεφθαρμένος, δὲν θὰ ζητῇ τι, παρὰ διὰ τὸν ἑαυτόν του· καὶ ἐὰν σήμερον ἐγὼ ἐργαζόμενος εἰς τὸ γραφεῖόν μου διὰ μίαν ἰδέαν, ἴσως μένω μεμονωμένος ἐν τῇ κοινωνίᾳ, αὔριον, ὅταν διὰ τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως θὰ καταφύγω εἰς τὴν συνδρομὴν τριῶν ἄλλων φίλων, πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι τὴν νύκτα συνερχόμενος νὰ ἐργασθῶ διὰ τὴν ἐφημερίδα, θὰ παρεκτραπῶ εἰς σκέψεις πολὺ διαφορωτέρας ἐκείνων, τὰς ὁποίας ἀπαιτεῖ ἡ ὑποστήριξις ἐφημερίδος, θὰ μεταβάλλω τὸν συνεταιρισμὸν τὸν ἐμπορικὸν εἰς πολιτικόν. Παράδειγμα σᾶς φέρω τὸν συνεταιρισμόν, τὸν ὁποῖον εἶχε τελευταῖον τὸ Μέλλον τῆς Ἀνατολῆς. Ἐγὼ ἐπέτρεπον εἰς τὴν ἐξουσίαν, ἅμα εἶδε τὸ πρόγραμμα τοῦ Μέλλοντος τῆς Ἀνατολῆς, τὸ ὁποῖον ἐξεδόθη δύω μῆνας πρὸ τῆς μεταπολιτεύσεως, καὶ εἶδε τὰς ὑπογραφὰς Μωραϊτίνη, Δεληγεώργη, Πέρογλου, Ἰαλέμου καὶ Πάνου Κολοτρώνη, νὰ μᾶς καταδιώξῃ, καὶ εἶχε δίκαιον νὰ τὸ πράξῃ, διότι εἰς τὸ πρόγραμμα ἐκεῖνο ὑπῆρχε ἡ ἰδέα τῆς συνωμοσίας. Εἶναι ἀληθές, Κύριοι, ὅτι ὁ τύπος παρεξετράπη, καθόσον ἀφορᾷ τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἀλλὰ πρὸ τούτου, διατί δὲν σκέπτεσθε περὶ ὁριστικῶν μέτρων, τὰ ὁποῖα νὰ ἀναπτύξουν τὴν ἰδιωτικὴν ἀνατροφήν; Διατί δὲν σκέπτεσθε περὶ θρησκευτικῆς ἀγωγῆς; Διατί δὲν σκέπτεσθε περὶ τῶν μέσων ἐκείνων τῶν ἠθικῶν, τὰ ὁποῖα τῷ ὄντι συντελοῦσιν εἰς τὴν ἠθικοποίησιν τῆς κοινωνίας; Ἀπαιτεῖτε τὴν ἠθικοποίησιν αὐτὴν ἀπὸ τὴν ἐξάσκησιν ἑνὸς ἁπλοῦ δικαιώματος, καὶ χάριν μιᾶς παρεκτροπῆς ἅπαξ τοῦ μηνός, ἢ ἅπαξ τοῦ ἔτους γινομένης, θέλετε νὰ θέσητε ὅρια εἰς τὴν ἐλευθέραν χρῆσιν τοῦ τύπου; ἄλλως τε, ἡ παρεκτροπὴ τοῦ τύπου εἰς ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα, ἐτιμωρήθη αὐστηρότατα, ὁσάκις κατεδιώχθη διὰ τῶν δικαστηρίων· διὰ τοῦτο καὶ ὁ νόμος προσδιώρισε τὰ τακτικὰ δικαστήρια πρὸς καταδίωξιν τῶν ἐγκλημάτων τούτων. Ἡ τροπολογία μου, Κύριοι, ἄρχεται εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀπὸ τοῦ δευτέρου κώλου τοῦ ὑπὸ συζήτησιν ἄρθρου διὰ τῆς ἀφαιρέσεως τῆς φράσεως «τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους»· ἐνόμισα ἀναγκαῖον νὰ ἀφαιρεθῇ ἡ φράσις αὕτη, διότι εἰς τὸ παρελθὸν, καθὼς ἠξεύρετε ὅλοι, καθὼς ἠξεύρει κάλλιστα ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ἐγένοντο πολλαὶ ἔριδες, προκαλέσασαι ἐπὶ τέλους καὶ τὴν ἔκδοσιν μιᾶς ἀποφάσεως τοῦ Ἀρείου Πάγου ἀνατρεψάσης ἐντελῶς τὸν σκοπὸν τοῦ Συντάγματος τοῦ 44. Ὁ Ἄρειος Πάγος ἐξήγησε τὴν φράσιν ταύτην, λέγων, ὅτι ὁ νομοθέτης ἠννόει τοὺς προληπτικοὺς νόμους, ἐνῷ δὲν ἠννόει βεβαίως εἰμὴ τοὺς ποινικούς. Ὥστε, ἐὰν πρόκηται νὰ μείνῃ ἡ φράσις αὕτη, πρέπει νὰ γίνῃ μὲ τὴν τροποποίησιν «τηρῶν τοὺς ποινικοὺς νόμους τοῦ κράτους». Κατόπιν, εἰς τὸ δεύτερον κῶλον «ἡ λογοκρισία ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον ἀπαγορεύεται», προσθέτω ἀπὸ τοῦδε τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ προληπτικοῦ μέτρου διὰ τοὺς λόγους, τοὺς ὁποίους ἐξέθεσα. Τὸ ζήτημα τῆς κατασχέσεως θὰ ἀναπτύξουν οἱ Κύριοι Διομήδης καὶ Σαρίπολος, οἱ ὁποῖοι εἶναι νομικώτεροι ἐμοῦ, διότι ἐγὼ δυστυχῶς δὲν εἶμαι κάτοχος τῆς ἐπιστήμης ταύτης. Τέσσαρες, Κύριοι, εἶναι αἱ κύριαι κατηγορίαι διὰ τοὺς ἐκδότας· κατὰ τὴν μίαν ὁ συντάκτης, ὁ ἐκδότης καὶ ὁ ὑπεύθυνος ἑνοῦνται εἰς ἓν καὶ τὸ αὐτὸ πρόσωπον. Ἐὰν ᾖναι ἀγράμματος, εἶναι ἀληθὲς, ὅτι δὲν παρέχει τὰς προσηκούσας ἐγγυήσεις εἰς τὴν κοινωνίαν· ἐὰν δὲν ἔχῃ τίποτε νὰ χάσῃ, ἐπίσης δὲν παρέχει κἀμμίαν ἐγγύησιν εἰς τὴν κοινωνίαν· ἀλλ’ αὐτὴ ἡ κατηγορία σχεδὸν ἐξέλιπε, σήμερον δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνον μία, ἢ δύο ἐφημερίδες τῆς τοιαύτης κατηγορίας. Ἡ δευτέρα κατηγορία εἶναι ἡ τῶν τυπογράφων, οἱ ὁποῖοι ἔχοντες ὑπευθύνους συντάκτας ἐκδίδουσιν ἐφημερίδας· αὐτοὶ ἐὰν ὑπὸ τῶν δικαστηρίων ἤθελον καταδικασθῆ εἰς πρόστιμον, αὐτοὶ δύνανται νὰ πληρώσωσι τὸ πρόστιμόν των καλλίτερον παρ’ ὅλοι ἡμεῖς ἐνταῦθα· καὶ ἂν ὁ Κ. Καλὸς, ἢ ὁ Κ. Καλλιγᾶς νομίζουν, ὅτι πρέπει νὰ τεθῇ ἡ χρηματικὴ ἐγγύησις μόνον διὰ νὰ πληρώνῃ ὁ τυπογράφος ἢ ὁ ἐκδότης τὸ πρόστιμον, αὐτὴ ἡ ἐγγύησις ὑπάρχει ἤδη, διότι πρέπει νὰ γνωρίζητε, ὅτι εἰς ὅλα τὰ συμβόλαια μεταξὺ ὑπευθύνου καὶ ἐκδότου, ὁ πρῶτος ὅρος εἶναι ἡ παρὰ τοῦ τελευταίου πληρωμὴ τοῦ προστίμου. Τρίτη κατηγορία εἶναι, ὅταν ἕνας πολιτικὸς ἢ ἕνας ἐφημεριδογράφος, θέλων ν’ ἀποφύγῃ τὰς ἐνοχλήσεις τῆς ἐξουσίας, πληρώνῃ ἕνα ὑπεύθυνον συντάκτην. Αὐτὴ εἶναι ἡ συνηθεστέρα καὶ ἡ εὐρυτέρα κατηγορία εἰς τὴν Ἑλλάδα, εἰς τὴν κατηγορίαν δὲ ταύτην ἔχετε πρῶτον τὴν ἐγγύησιν τὴν ἠθικὴν, διότι, καθὼς σᾶς εἶπον, ἐκεῖνος ὅστις ἀναλαμβάνει τὴν τοιαύτην ἔκδοσιν εἶναι πολιτικὸς, ὁ ὁποῖος θέλει πρὸς ἀποφυγὴν καταδιώξεων, νὰ κρυφθῇ ὄπισθεν ἑνὸς ὑπευθύνου, καὶ ὁ τοιοῦτος πολιτικὸς οὔτε εἰς ὕβρεις ἰδιωτικὰς παρεκτρέπεται, οὔτε ζητήματα ἀνακινεῖ, τὰ ὁποῖα θὰ βλάψωσι τὴν κοινωνίαν. Τετάρτη κατηγορία εἶναι τῶν ἐκδοτῶν ἐκείνων, οἵτινες εἶναι συντάκται καὶ ὑπεύθυνοι διπλωματοῦχοι. Ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ παρατηρήσω, ὅτι ἡ κατηγορία αὕτη παρεξετράπη περισσότερον ἀπὸ πᾶσαν ἄλλην ἐν Ἑλλάδι, καὶ ὅτι παρέχει κίνδυνον πολὺ μεγαλείτερον, παρὰ ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον θέλετε ἀνεύρει εἰς τὴν πρώτην, δευτέραν καὶ τρίτην κατηγορίαν. Οἱ ἐκδόται ἐφημερίδων, ὅταν ᾖναι τυπογράφοι στηρίζονται συνήθως εἰς ἕνα πολιτικὸν ἄνδρα, καὶ ἐὰν δὲν εὕρωσι τὸ συμφέρον των εἰς αὐτὸν, γράφουσιν εἰς τὸ φύλλον των, ὅτι ἀφήσαντες τὸν Κ. Χρηστίδην π. χ. ἐτέθησαν ὑπὸ τὰς ἐμπνεύσεις τοῦ Κ. Ῥήγα Παλαμήδου, ὅπερ καὶ συνέβη εἰς μίαν δύο ἐφημερίδας· τότε ἡ κοινωνία, καίτοι γνωρίζουσα, ὅτι γίνεται μία μετάβασις ἀπὸ μιᾶς πολιτικῆς εἰς ἄλλην, δὲν ταράττεται, διότι γνωρίζει ὅτι συμφέρον τι ὑλικὸν ἐκίνησε τὸν ἐφημεριδογράφον ἐκεῖνον ν’ ἀλλάξῃ πολιτικήν· ὁ τοιοῦτος ἐφημεριδογράφος ἢ ἐκδότης ἔχει ἰδιοκτησίαν, τὴν ὁποίαν ἐνοικιάζει σήμερον εἰς τὸν ἕνα, αὔριον εἰς τὸν ἄλλον, καὶ τοῦτο γίνεται δημοσίᾳ. Ἀλλ’ ὅταν ὁ δημοσιογράφος, ὁ ἔχων δίπλωμα, ἀλλάξῃ γνώμην, ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι ἀλλάσσει μὲ τρόπον τοσοῦτον ἐπιτήδειον, ὥστε δὲν θὰ ἐννοήσῃ ὁ ἀναγνώστης, διὰ τίνος διαδρόμου ἀφανοῦς μετέβαλε σημαίαν, καὶ ἡ κοινωνία θέλει τὸν ἀκολουθήσει παρεκτρεπόμενον, χωρὶς νὰ γνωρίζῃ τὰ ἐλατήριά του, διότι ὁ διπλωματοῦχος θὰ μετέλθῃ τοιαύτας τέχνας, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ὥστε ἡ κοινωνία θὰ τρέξῃ κατόπιν του παρασυρομένη παρ’ αὐτοῦ· ἔχετε παραδείγματα δύο τρεῖς μεγάλας ἐφημερίδας. Ἐπειδὴ εἶμαι ἐφημεριδογράφος δὲν θέλω ν’ ἀναφέρω ὀνόματα· ἀλλὰ γνωρίζετε πολὺ καλά, ὅτι δύο, τρεῖς μεγάλαι ἐφημερίδες, αἱ ὁποῖαι καὶ ἐγγύησιν ἠδύναντο νὰ παράσχωσι κ’ ὑπεγράφοντο ἀπὸ ἀνθρώπους φέροντας διπλώματα, αὐταὶ εἶναι ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι ἔσυρον τὴν κοινὴν γνώμην σήμερον οὕτω καὶ αὔριον ἄλλως, χωρὶς νὰ τὸ αἰσθανθῇ αὕτη, ὁσάκις δὲ τὸ ᾐσθάνθη, τότε δὲν ἔκαμε παρὰ νὰ ἀπελπίζηται διὰ τὸν τύπον· ἐὰν ὁ δεῖνα, λέγει, ἤλλαξε γνώμην, κατέχων τοιαύτην περίβλεπτον θέσιν, τότε τί πρέπει νὰ περιμένω ἀπὸ τὸν ἄλλον τύπον; Ὅταν λοιπὸν περιορίσητε τὸν τύπον εἰς τοὺς ἔχοντας δίπλωμα, θέλετε ἔχει τοὺς κινδύνους ἐκείνους, τῶν ὁποίων τὰς πικρίας ἐγεύθη ἡ Ἑλλάς. Ὅτε κατὰ τὸ 54 οἱ ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἀνῆκον φανατικῶς εἰς μίαν πολιτικὴν ἰδέαν, μετέβησαν αἴφνης εἰς ἄλλην, ἡ κοινωνία τοὺς παρηκολούθησε· καὶ δὲν μετέβησαν μόνον εἰς τὴν ἄλλην μερίδα, ἀλλ’ οἱ ἄνθρωποι οὗτοι, δυνάμενοι κατὰ τὸν Κ. Καλλιγᾶν νὰ προσφέρουν ἐγγυήσεις κ’ ἔχοντες διπλώματα τῆς Γερμανίας καὶ ὅλης τῆς Εὐρώπης, ὕβρισαν ἄνδρας σεβαστοὺς οὕτω βαναύσως, ὥστε πᾶς ἄλλος ἤθελεν ἐντραπῆ νὰ τὸ πράξῃ.
§69ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Εὐτυχῶς δὲν εἶχε κᾀνεὶς τούτων δίπλωμα τῆς Γερμανίας.
§70ΙΑΛΕΜΟΣ. Ὁ Κ. Λεβίδης.
§71ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Δὲν ἔχει.
§72ΙΑΛΕΜΟΣ. Τί θὰ γίνῃ ἂν ἀπαιτήσητε δίπλωμα ἀπὸ τοὺς ἐκδότας ἐφημερίδων; βεβαίως ἐγὼ, ἂν ἤθελον ἀποφασίσει, ἢ εἷς ἐκ τῶν λοιπῶν πολιτευομένων, νὰ λάβῃ διπλωματοῦχον ὡς ὑπεύθυνον συντάκτην, ἤθελον τὸν θέσει εἰς περιορισμὸν νὰ μὴ ἐπικρίνῃ, οὔτε νὰ λογοκριτῇ κᾀνὲν ἐξ ἐκείνων, τὰ ὁποῖα θὰ ἔγραφον· καὶ ἐὰν ὑπὸ τοιοῦτον ὅρον ἤθελε δεχθῆ, τότε θὰ ἐξευτελίζοντο τὰ γράμματα, καὶ ὁ ὑπεύθυνος ἐκεῖνος δὲν θὰ διέφερε παντάπασιν ἀπὸ τὸν νῦν ὑπεύθυνον συντάκτην. Εἰπέτε μοι, σᾶς παρακαλῶ, ποίαν ἐγγύησιν ἠθέλετε ἔχει κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπον; Νομίζετε, ὅτι, προκειμένου περὶ διπλώματος, πρέπει νὰ λαμβάνητε ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ δίπλωμα τῆς νομικῆς; εἶναι διπλωματοῦχοι, φιλολόγοι, ἰατροὶ, οἱ ὁποῖοι μένουν ἀργοὶ, καὶ τοὺς ὁποίους, 50 δραχ. πληρώνων, θὰ τοὺς ἔχω ὑποχειρίους. (ψιθυρισμοί) Λέγουν οἱ ζητοῦντες ἐγγύησιν, ὅτι τὴν ζητοῦν, ὥστε, ἐὰν κᾀνεὶς ἐφημεριδογράφος ἢ ἐκδότης ἤθελε παρεκτραπῆ εἰς ἰδιωτικὸν ἔγκλημα, τὸ δὲ δικαστήριον ἤθελεν ἐπιβάλει πρόστιμον, νὰ ᾖναι εἰς θέσιν νὰ τὸ πληρώνῃ· εἰς αὐτὸν κυρίως τὸν λόγον στηρίζουν τὴν χρηματικὴν προκαταβολήν. Ἀλλ’ ὅστις ἐπαγγέλλεται τὸν πολιτικὸν ἐφημεριδογράφον, δὲν ἐπαγγέλλεται τὸν βιογράφον· ἐὰν ἐπρόκειτο νὰ ἐκδώσῃ βιογραφικὸν σύγγραμμα, τότε βεβαίως ἔπρεπε νὰ μὴ ζητήσουν ἄλλας ἐγγυήσεις, διότι ἅπαξ, πεντάκις τοῦ μηνὸς, ἔστω, γίνεται τοῦτο, δὲν γίνεται συνήθως· καὶ ἐπειδὴ ἤθελον παρεκτραπῆ ποτε τυχὸν εἰς τὴν ἐξέλεγξιν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, νὰ δεσμεύσητε τὴν πολιτικὴν ἐνέργειαν; ἑπομένως δὲν ἔχει κᾀμμίαν σημασίαν ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον λέγουν, ὅτι μόνον δι’ ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα πρόκειται νὰ καταβληθῇ ἐγγύησις· ἄλλως τε, καθὼς πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀπέδειξα, ἐκ τῶν τεσσάρων κατηγοριῶν τῶν ἐφημεριδογράφων καὶ ἐκδοτῶν, οἱ περισσότεροι εἶναι εἰς θέσιν νὰ πληρώνουν τὸ πρόστιμόν των, καὶ θέλετε ἰδεῖ εἰς ὅλα τὰ συμβόλαια μεταξὺ ὑπευθύνων καὶ ἐκδοτῶν τοὺς ἑξῆς ὅρους, νὰ πληρώνῃ διπλάσιον μισθὸν ὁ ἐκδότης εἰς τὸν ὑπεύθυνον, ἐὰν ἤθελε φυλακισθῆ, νὰ τῷ προσφέρῃ τὴν τροφήν του καὶ νὰ πληρώνῃ τὸ ἐπιβληθησόμενον τυχὸν πρόστιμον. Εἶναι παρὼν ἐνταῦθα ὁ Κ. Κουμουνδοῦρος, ὁ ὁποῖος ἐχρημάτισε πολλάκις ὑπουργὸς τῶν Οἰκονομικῶν καὶ δύναται νὰ μαρτυρήσῃ ἐὰν καθυστερήθησάν ποτε τοιαῦτα πρόστιμα. Οὐδέποτε, Κύριοι, δὲν καθυστερήθησαν. Καὶ ἠξεύρετε ποῖον μέσον τυραννικὸν εἶχε προτήτερα ἡ Κυβέρνησις διὰ νὰ λαμβάνῃ εἰς τὴν στιγμὴν τὰ πρόστιμα ταῦτα; ἐὰν ὁ καταδικαζόμενος ὑπεύθυνος ἐτελείωνε τὴν ποινήν του κ’ ἐπρόκειτο νὰ ἐξέλθῃ τῶν φυλακῶν, τὸν μετέφερεν ἀμέσως εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς, κ’ ἠναγκάζετο νὰ πληρώνῃ, ἢ ὁ ἐκδότης, ἢ ὁ ἴδιος εἰς τὴν στιγμὴν τὴν χρηματικὴν ποινήν. Ὀφείλω, Κύριοι, νὰ σᾶς καθυποβάλω παρατηρήσεις τινὰς, καθόσον ἀφορᾷ τὴν προκατάληψιν τῆς κοινωνίας κατὰ τῶν παρεκτροπῶν τοῦ τύπου. Οὐδέποτε ἴσως ἡ Ἑλλὰς εὑρέθη εἰς τοσοῦτον βρασμὸν, εἰς ὃν εὑρέθη ἀπὸ τὰ 54 μέχρι τοῦ 62· οὐδέποτε εὑρέθη εἰς τοσοῦτον μεγάλον βρασμὸν, ὅσον εὑρέθη κατὰ τὰ 49, κατὰ τὰ 44· Αἱ ἐφημερίδες τῆς ἐποχῆς ἐκείνης ἀντεπροσώπευσαν καθαρῶς καὶ ἁπλῶς τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος, ὁσάκις δὲν τὴν ἀντεπροσώπευσαν, ἡ κοινωνία ἔλαβε τὴν προσήκουσαν δικαιοσύνην· τὰ δικαστήρια ἐφάνησαν δικαιότατα. Σᾶς ἀναφέρω μεταξὺ τῶν ἄλλων ἓν παράδειγμα, τὸ ὁποῖον ὑπομιμνήσκω πρὸ πάντων εἰς τὸν Κ. Καλλιγᾶν, τὴν καταδίκην τοῦ μακαρίτου Ἀλ. Σούτσου κατὰ τὰ 58. Εἶναι ἀληθὲς, ὅτι ἐὰν ὑπῆρχεν ἐν Ἑλλάδι ἓν φιλολογικὸν δικαστήριον, ἐὰν ἓν ὑπέρτατον ἐθνικὸν δικαστήριον ἐπρόκειτο ν’ ἀποφασίσῃ περὶ τῆς ἐνοχῆς ἢ μὴ τοῦ μακαρίτου Ἀλ. Σούτσου, βεβαίως ἤθελε δώσει ἀθωωτικὴν ψῆφον· ἀλλ’ ὅπως ὑπεβλήθη τότε ἐνώπιον τοῦ δικαστηρίου τῶν ἐνόρκων ἡ ὑπόθεσις ἐκείνη, οὐδεὶς εὐσυνείδητος ἠδύνατο νὰ πράξῃ ἄλλως, παρὰ ὅπως ἐγένετο, δηλαδὴ νὰ καταδικάσῃ. Τοῦτο εἶναι λυπηρὰ ἀλήθεια, ἀλλὰ πάντοτε ἀλήθεια, διότι τότε ἀκόμη ἡ κοινωνία δὲν ἦτον ἑτοίμη νὰ δεχθῇ τὰς ἰδέας τὰς ἀνατρεπτικὰς, αἱ ὁποῖαι κατόπιν ἐδικαιολογήθησαν διὰ τὴν μεγάλην ἐπέμβασιν καὶ διὰ τῶν πιέσεων τῆς ἐξουσίας. Εἶπον νὰ ἐνθυμηθῇ τὸ παράδειγμα τοῦτο ὁ Κ. Καλλιγᾶς, διότι συνηγορῶν τὸν ἀδελφόν του Παναγιώτην Σοῦτσον κατὰ τὰ 59, ἀνέβη εἰς ἀληθὲς ὕψος ποιήσεως, ὅτε κατέκρινε τὸ δεδικασμένον ἐκεῖνο, κ’ ἐνθυμοῦμαι, ὅτι τόσον παρεφέρθη, ὥστε ἔῤῥιψε χαμαὶ τὴν δικογραφίαν καὶ ὁ Πρόεδρος τὸν ὑπέβαλεν εἰς πρόστιμον, καὶ διότι προσέβαλε τὸ δεδικασμένον, καὶ δι’ ἔλλειψιν εὐπρεπείας. Ἐγὼ τὸ δεδικασμένον αὐτὸ ποτὲ δὲν ἐτόλμησα ὡς δημοσιογράφος νὰ τὸ προσβάλλω· προσέβαλον μόνον τὰ παράνομα μέσα τῆς ἐξουσίας διὰ νὰ ἐπεμβῇ εἰς τὴν συνείδησιν τῶν ἐνόρκων καὶ νὰ φοβίσῃ τὸν κόσμον μὲ ἐπιδείξεις· καὶ δὲν προσέβαλον τὸ δεδικασμένον, διότι, τὸ ἐπαναλαμβάνω, ἦτο δικαία ἡ ἀπόφασις ἐκείνη, προελθοῦσα ἀπὸ δικαστήριον, ὁποῖον τὸ σύνηθες δικαστήριον τῶν ἐνόρκων. Λοιπὸν αὐτὸ ἔπρεπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς νὰ ἐνθυμηθῇ, ὁ ὁποῖος συνηγορῶν εἰς τὰ δικαστήρια, κατηννόησεν, ὅτι ὁσάκις ἡ κοινωνία δὲν ἦτο ἑτοίμη νὰ δεχθῇ ἰδέας ἀνατροπῆς ἑνὸς καθεστῶτος, ἀπέκρουε τὰς τοιαύτας παρεκτροπὰς καὶ τὰς κατεδίκαζε χωρὶς κἀνεὶς εὐσυνείδητος πολίτης νὰ γογγύσῃ διὰ τοῦτο. Κατὰ τὸ 1859 ἐξεδόθη ἡ πλέον ῥιζοσπαστικὴ ἐφημερὶς ἀφ’ ὅσας ὑπῆρχον ἤδη ἐν Ἑλλάδι, καὶ τὴν ὁποίαν εἶχον τὴν τιμὴν νὰ διευθύνω ἐμπνεόμενος εἰς τὴν σύνταξίν της παρὰ τῆς νεολαίας τῆς Πρωτευούσης, «τὸ μέλλον τῆς Πατρίδος.» Εἶναι ἀληθέστατον, καὶ γνωρίζετε ὅλοι, ὅτι οὐδεμία ἀνεφάνη ποτὲ ἐνταῦθα ῥιζοσπαστικὴ ἐφημερίς. Θὰ ἐνθυμεῖσθε ἴσως, ὅτι διὰ μίαν πλαστὴν ἐπιστολὴν ἐκ Ναυπλίου ἐν τῷ γραφείῳ της καὶ ἡ ὁποία ἐσάρκαζε τὸν Ὄθωνα, ὁ ὑπεύθυνος αὐτῆς συντάκτης ἐφυλακίσθη· τότε ὁμολογῶ, ὅτι ᾐσθάνθην ἐλεγχομένην τὴν συνείδησίν μου, διότι ἐνόμισα, ὅτι ἐπροχώρησα περισσότερον παρ’ ὅσον ἡ κοινωνία ἤθελεν· καὶ ἐὰν ἀναγνώσητε τὰ φύλλα τὰ μετὰ ταῦτα, θὰ ἰδῆτε, ὅτι ἐμετρίασα τὸ ὕφος μου, ὥστε πολλοὶ νέοι τοῦ Πανεπιστημίου μοὶ ἀπέδωσαν πλαγίας συνεννοήσεις μὲ τὴν Κυβέρνησιν. Ἐνόμισα, ὅτι δὲν ἦτο εἰσέτι καιρὸς ὁ Ὄθων νὰ σαρκάζηται οὕτω. Ὅτε δὲ, παρευρεθεὶς ἐναγώνιος κατὰ τὴν συζήτησιν καὶ δίκην τῆς ὑποθέσεως ἐκείνης, ἤκουσα οἰκοκυραίους ἀνθρώπους, γέροντας σεβαστοὺς, οἵτινες συνεκράτουν τὸ δικαστήριον τῶν ἐνόρκων, νὰ εἴπωσιν, ὅτι ἡ ἐφημερὶς ἐκείνη καὶ ὁ συντάκτης αὐτῆς ἦτον ἀθῶος, τότε, Κύριοι, ὁμολογῶ, ὅτι ἠναγκάσθην, χωρὶς νὰ θέλω, νὰ προβῶ δέκα βήματα ἐμπρός, ἰδὼν ὅτι ἡ κοινωνία ἀπῄτει πολὺ περισσότερον παρ’ ὅ,τι ἡμεῖς ἐζητούσαμεν. Ἐνόμιζον τότε, ὅτι ἤκουσα τὴν φωνὴν τοῦ λαοῦ λέγουσαν, ὅτι οὐδένα πλέον ἐδέχετο συμβιβασμὸν μετὰ τῆς πεσούσης δυναστείας. Καὶ μ’ ὅλον τοῦτο δὲν εἴχομεν ἀπελπισθῆ περὶ τῆς διὰ νομίμων μέσων ἐπιτυχίας τῶν ἰδεῶν μας. Ὅταν εἶδον, ὅτι εἰς τὴν ἐκλογὴν ἀπεκλείσθη ὁ Ζαΐμης, ὁ Ῥοῦφος, ὁ Κουμουνδοῦρος, ὁ Δεληγεώργης, αὐτὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα παρεῖχον τὰς ἀσφαλεστέρας ἐγγυήσεις εἰς τὸν τόπον διὰ τῆς πολιτικῆς των, ὅταν εἶδον, ὅτι ἀπεκλείσθησαν ὡς ἀναρχικοὶ κατὰ τὰς ἐκλογὰς, τότε πλέον ἠννόησα, ὅτι ὁ λαὸς δὲν δύναται νὰ δεχθῇ συμβιβασμὸν, καὶ τότε προεχωρήσαμεν εἰς τὸ σημεῖον, εἰς τὸ ὁποῖον ἐπροχωρήσαμεν. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς φέρω ἕτερον παράδειγμα. Ὅτε ὁ Κ. Ζαΐμης ἐπέτυχεν ὡς πρόεδρος, ἐπρόκειτο νὰ γίνῃ φωταψία· πολλοὶ νέοι διευθύνθησαν πρῶτον εἰς τὸ γραφεῖον τοῦ Μέλλοντος τῆς Πατρίδος νομίζοντες, ὅτι, ἐὰν ἐκεῖθεν ἤθελεν ἀρχίσει ἡ φωταψία, ἤθελε διαδοθῆ εἰς ὅλην τὴν πόλιν, ἀλλὰ πιστεύσατε, ὅτι τότε ἔχυσα πικρὰ δάκρυα, διότι ἐφοβούμην, ὅτι ἤθελε παρεξηγηθῆ ἡ πρᾶξις αὕτη τῆς ἀντιπολιτεύσεως· ἐπροσπάθησα καὶ ἐγὼ καὶ ἄλλοι πολλοὶ φίλοι νὰ ἐμποδίσωμεν τὴν ἐπίδειξιν ταύτην διὰ νὰ μὴ λάβῃ χαρακτῆρα, ὁποῖον δυστυχῶς τῇ ἀπέδωσαν, ἀναρχικὸν καὶ ἀνατρεπτικόν. Βλέπετε λοιπὸν, ὅτι ἡ ἐφημεριδογραφία εἰς ἑαυτὴν ἔθεσεν ὅρια ἀφ’ ἑαυτῆς, καὶ ἤξευρε πάντοτε νὰ σεβασθῇ τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν τῇ προσδιώριζεν ἡ κοινὴ γνώμη καὶ τὸ συμφέρον τοῦ τόπου. Καθόσον ἀφορᾶ, Κύριοι, τὴν ἀπαίτησιν τῆς ἐγγυήσεως τοῦ διπλώματος, ὀφείλω εἰσέτι νὰ ὑπενθυμίσω πρὸς τιμὴν τῶν Κυρίων Παλαμήδη, Ζαΐμη καὶ Κουμουνδούρου, ὅτι κατὰ τὸ 59, ὅτε ὁ Ὄθων ἐπέμενε ζητῶν τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ νόμου τοῦ 37, τουτέστιν ἐπέμενε ζητῶν τὴν ἐγγύησιν τοῦ διπλώματος, οἱ ὑπουργοὶ οὗτοι ἀντέστησαν μέχρι παραιτήσεως, καὶ ὑπάρχει ἐγκύκλιος τοῦ Κυρίου Παλαμήδη εἰς τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, λέγουσα, ὅτι εἶναι τρομερὸς ἀναχρονισμὸς νὰ ζητῶνται διπλώματα Πανεπιστημίου κατὰ τὴν παροῦσαν ἐποχήν. Πρὸ 15 ἀκόμη ἡμερῶν ἐξεδόθη ἔγγραφον ἀπὸ τὸν ὑπουργὸν τῆς Δικαιοσύνης Κύριον Λόντον, καὶ τὸ λέγω πρὸς τιμήν του, πρὸς τὸν Νομάρχην Σύρου, ὅστις ἐζήτει τὴν γνώμην τοῦ ὑπουργοῦ, ἂν πρέπει νὰ δώσῃ ἄδειαν πρὸς πολίτην διὰ νὰ ἐκδώσῃ ἐφημερίδα. Ὁ ὑπουργὸς ἀπήντησεν, ὅτι εἶναι ἐντροπὴ κατὰ τὸ 64 νὰ ζητῇ ὁ Νομάρχης τοιαύτην γνώμην. Ἄλλως, Κύριοι, ἂν παρεξετράπη ὁ τύπος, ἂς ἐνθυμηθοῦν οἱ πολιτευόμενοι, ὅτι δὲν συνετέλεσαν ὀλίγον εἰς τοῦτο, ὅταν ἔβλεπον μὲ εὐχαρίστησιν πολλάκις καὶ αὐτὴν τὴν λιβελλογραφίαν ἐπεμβαίνουσαν εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον τῶν ἀντιπάλων των· ἂς ἐνθυμηθοῦν ἀκόμη οἱ πολιτευόμενοι, ὅτι πολλάκις ἦλθεν ἀνάγκη νὰ καταφύγωσιν εἰς τὸν τύπον, χωρὶς νὰ ἐξετάσωσιν ἂν οἱ διευθύνοντες αὐτὸν εἶχον δίπλωμα ἢ ὄχι, καὶ ἂν κατέβαλλον χρηματικὴν ἐγγύησιν ἢ ὄχι· ὅταν δὲ λέγω οἱ πολιτευόμενοι, δὲν κινῶ τὴν χορδὴν ταύτην ἵνα προκαλέσω ἐρεθισμόν· καὶ οὐχὶ μόνον οἱ πολιτευόμενοι κατέφυγον εἰς τὸν τύπον, ἀλλὰ πάντες, ὁσάκις ἐκινδύνευον, κατέφευγον εἰς αὐτὸν χωρὶς νὰ ἐξετάσωσιν ἂν τὰ ὄργανα τοῦ τύπου ἔφερον διπλώματα ἢ χρηματικὴν ἐγγύησιν. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, μὴ λησμονήσητε, ὅτι ἡ ἐφημεριδογραφία εἶναι ἓν εἶδος ποιήσεως, ὅτι εἶναι μία λυπηρὰ λυχνία, ἡ ὁποία ἔχει τὸν λόγον της εἰς μυστηριώδεις ἐμπνεύσεις, μὴ γνωστὰς εἰς ὅλους. Δὲν ἀγνοεῖτε, ὅτι ὅταν ἕνας πτωχὸς μαθητὴς ἐξέρχηται ἀπὸ τὸ Γυμνάσιον, μὴ φέρων ἄλλο διαβατήριον ἐν τῇ κοινωνίᾳ παρὰ τὰς ἐμπνεύσεις, τὰς ὁποίας ἔλαβε ἀπὸ τὸν Δημοσθένην ἢ τὸν Θουκυδίδην του, ὅταν εἰσέρχηται ἐν τῇ κοινωνίᾳ χωρὶς νὰ προλάβῃ νὰ τελειώσῃ τὴν ἐπιστήμην του, διότι ὁ σπουδαστὴς τῆς Ἀνατολῆς κυμαίνεται μεταξὺ τῶν μεγάλων πόθων καὶ τῆς ἐπιστήμης, ὅταν φέρῃ αὐτὰ ὡς πολύτιμα ἐχέγγυα, ἔχων συγχρόνως καὶ τὴν ἐπιθυμίαν νὰ συντελέσῃ ὅπως νομίζει κατάλληλον διὰ τὸ καλὸν τῆς Πατρίδος, ποίαν ἐγγύησιν καλλιτέραν θέλετε; Δὲν παρέχει βεβαίως ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἐζήτει ὁ Καλλιγᾶς καὶ οἱ φίλοι του, κατέχεται ὅμως ἀπὸ τὰς ἐμπνεύσεις ἐκείνας, τὰς ὁποίας ἤντλησεν ἀπὸ τῆς ἀρχαιότητος, καὶ τὰς ὁποίας ἀναβαπτίζει εἰς τοὺς πόθους τοῦ μέλλοντος. Ἀλλ’ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὗτος θ’ ἀνταποκριθῇ εἰς τὰς εὐχὰς τῆς πατρίδος περισσότερον παρ’ ὅσον οἱ ὑποβληθησόμενοι εἰς τοὺς ὅρους τοῦ Κ. Καλλιγᾶ ἐφημεριδογράφοι· μὴ λησμονεῖτε, ὅτι οἱ ἐφημεριδογράφοι τῆς Ἑλλάδος, ὁσάκις ἐπρόκειτο εἴτε περὶ ἐσωτερικοῦ, εἴτε περὶ οἱουδήποτε ἄλλου ζητήματος, δὲν ἀπεμακρύνθησαν τοῦ σημείου, εἰς ὃ ὅλοι τείνομεν· καὶ ἵνα βαδίσῃ τις εἰς τὸ σημεῖον ἐκεῖνο, δὲν ἔχει ἀνάγκην διπλώματος, ἀρκεῖ ὁ Δημοσθένης του καὶ τὰ αἰσθήματα, τὰ ὁποῖα ἀντλεῖ ἀπὸ τὰς μυστηριώδεις ἐκείνας πηγάς, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι γνωσταὶ εἰς ὅλους. Ἐπὶ τέλους, Κύριοι, λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς ὑπενθυμίσω, ὅτι ὁ τύπος ἔχει σύνδεσμόν τινα ἱερὸν μετὰ τῆς Ἑλλάδος, ὁ ὁποῖος ἴσως δὲν ἀπαντᾶται εἰς ἄλλα μέρη τοῦ κόσμου, ὅπου ὁ τύπος πρεσβεύεται ὡς ἀνάγκη πολιτικὴ ἢ ὡς ἀλήθεια ἀφηρημένη, πηγάζουσα ἀπὸ τὰς πολιτικὰς περιστάσεις· ἐνταῦθα ὁ τύπος συνηγωνίσθη μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ 1821, καὶ, Κύριοι, συλλογισθῆτε, ὅτι, ὅταν ὕψωσε τὴν φωνήν του ἐν τῇ Εὐρώπῃ, κἀνεὶς δὲν ἐζήτασεν ἂν ἔφερε διπλώματα ἢ ἄλλας ἐγγυήσεις. Λαμβάνω τὴν τιμὴν νὰ σᾶς παρατηρήσω, ὅτι κατὰ τὸ 27 ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐξεγέρσεως τοῦ τύπου ἐν τῇ Γαλλίᾳ ὑπὲρ τῆς Ἑλλάδος, προεκλήθη ἡ ἔκδοσις Διατάγματος ἐπαναφέροντος εἰς ἰσχὺν ἕνα ἀρχαιότερον Νόμον περὶ λογοκρισίας. Ὁ τύπος συνηγωνίσθη μετὰ τῆς Ἑλλάδος, καὶ δὲν ἐξητάσατέ ποτε ἂν ἔφερε διπλώματα ἢ ἑτέρας ἐγγυήσεις. Ὁ τύπος ἠγωνίσθη εἰς τὴν Ἑπτάνησον ἀπὸ τὰ 49 μετὰ θάῤῥους καὶ μετὰ γενναιότητος σπανίας, καὶ τὰ ὄργανά του δὲν ἐξητάσατέ ποτε, οὔτε ἔπρεπε νὰ τὰ ἐξετάσητε, ἂν ἔφερον διπλώματα ἢ ἄλλας χρηματικὰς ἐγγυήσεις. Ἡ ἀληθὴς ἐγγύησις ὑπάρχει εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον προηγουμένως σᾶς ἀνέφερον· ἡ ἐγγύησις ὑπάρχει εἰς τὸν εὐγενῆ πόθον τοῦ μέλλοντος καὶ εἰς τὴν ἀνάμνησιν τῆς ἀρχαιότητος, ἥτις εἶναι πηγὴ, ἀπὸ τὴν ὁποίαν ἀντλοῦμεν τὰ μεγαλεῖτερα παραδείγματα τὰ ἐξασφαλίζοντα τὴν κοινωνίαν. Ὁ τύπος ἠγωνίσθη κατὰ τὰ 59, καὶ δὲν ἐξητάσατε ἂν οἱ πάσχοντες καὶ κινδυνεύοντες ἐκ τῶν πιέσεων τῆς ἐξουσίας ἔφερον διπλώματα ἢ ἐγγυήσεις χρηματικάς· εἴχετε μόνον τὴν καλοσύνην νὰ τοὺς στεφανώνητε, νὰ ἐπιδοκιμάζητε τὴν πορείαν των χωρὶς νὰ ἐξετάζητε πόθεν προέρχονται, ἂν καταβαίνωσιν ἀπὸ τὰς βαθμίδας τοῦ Πανεπιστημίου, ἢ ἂν ἐξέρχωνται ἀπὸ τὰ μέγαρα πλουσίου. Δι’ ὅλους αὐτοὺς τοὺς λόγους πιστεύω, ὅτι θέλετε ἀποκρούσει πᾶν μέτρον κωλῦον καὶ δεσμεῦον τὸν τύπον, πᾶν μέτρον προληπτικὸν, καὶ ἐστὲ βέβαιοι, ὅτι οὕτω ὑπηρετεῖτε τὴν τάξιν μᾶλλον ἢ τὸν τύπον, καὶ ὅτι παρέχετε σπουδαίαν ὑπηρεσίαν εἰς τὴν πατρίδα.
§73ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πιστεύω, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐκουράσθη, καὶ δυνάμεθα, νομίζω, νὰ διακόψωμεν τὴν συνεδρίασιν ἐπὶ δέκα λεπτὰ· μετὰ ταῦτα ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Διομήδης. Γίνεται διακοπὴ τῆς συνεδριάσεως ἐπὶ 10 λεπτά.
§74ΔΙΟΜΗΔΗΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ. Κύριοι, κατὰ τὸν βίον ἑκάστου ἔθνους παρίστανται ἐποχαί τινες λίαν κρίσιμοι, ἕνεκα τῶν ὁποίων ἀναφαίνονται καὶ ἰδέαι τινὲς λίαν ὑπερβολικαί. Εὐτυχῶς τοιαῦται ἰδέαι εἶναι πρόσκαιροι, ὡς εἶναι πρόσκαιροι καὶ αἱ δειναὶ περιστάσεις. Ἀπὸ τῆς μεταπολιτεύσεως καὶ ἐντεῦθεν, ἀφοῦ εὑρέθημεν ἀβασίλευτοι καὶ ἀφοῦ ὡς ἄτομα συνετέλισαν οἱ πλεῖστοι τῶν Ἑλλήνων εἰς τὴν μεταπολίτευσιν, πολιτικὴν μεταβολὴν, τὴν ὁποίαν ἠσπάσθη ἅπασα ἡ Ἑλλὰς, ἤτοι τὴν ἐκθρόνισιν τῆς πεσούσης ἐξουσίας, ἀνεφάνησαν καὶ ἰδέαι τινὲς λίαν ὑπερβολικαὶ, αἱ ὁποῖαι πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι διαρκούσης τῆς μεσοβασιλείας ἔκλιναν μᾶλλον πρὸς τὴν ἐλευθερίαν, ἢ ἀκριβέστερον, πρὸς τὴν ἄκρατον ἐλευθερίαν, διότι ἀπεριόριστος ἐλευθερία δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ, καὶ ἐπεκράτησαν καὶ μὲ θυσίαν καὶ αὐτῶν τῶν ὑπὲρ τῆς τάξεως ἰδεῶν. Ἡ ὑπερβολὴ αὕτη τοῦ τρόπου τοῦ σκέπτεσθαι τῶν πολλῶν ἐπηῤῥέασε καὶ τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἔλαβον χώραν κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν. Κατόπιν ἔπαυσεν ἡ κατάστασις αὕτη καὶ τὴν διεδέχθη ἑτέρα ἀντιθέτων ἰδεῶν, διότι ἔσχομεν τὴν εὐτυχίαν νὰ λάβωμεν Βασιλέα, τὸν ὁποῖον ἐξελεξάμεθα ἡμεῖς αὐτοὶ, καὶ εὐχόμεθα ἵνα καὶ αὐτὸς καὶ οἱ ἀπόγονοί του μείνωσιν εἰς αἰῶνα τὸν ἅπαντα βασιλεῖς τῆς Ἑλλάδος. Μετὰ τὴν μεγάλην ταύτην μεταβολὴν, ἡ ἀνάμνησις τῶν δεινῶν, τὰ ὁποῖα ἐπῆλθον κατὰ τὴν μεσοβασιλείαν ὡς ἐκ τῶν ἀναρχικῶν ἰδεῶν, αἱ ὁποῖαι σποράδην εἶχον διαδοθῆ, καὶ ὡς ἐκ τῶν ἀταξιῶν, αἱ ὁποῖαι συνέβησαν εἰς τὰς ἐπαρχίας, οἱ πολλοὶ τῶν ἀνθρώπων ἐκ καλῆς πίστεως ἐτρόμαξαν ἀπέναντι τῆς τάσεως, τὴν ὁποίαν εἶχον λάβει αἱ περὶ ἐλευθερίας ἰδέαι καὶ ἤρχισαν ν’ ἀκολουθοῦν τὴν ἀντίθετον ὁδόν. Σήμερον ὁ συρμὸς εἶναι νὰ κηρυττώμεθα ὑπὲρ τῆς τάξεως καὶ τοσοῦτον ταχέως προβαίνομεν εἰς τοῦτο, ὥστε φρονῶ ἐγὼ, ὁ ὁποῖος παρηκολούθησα τὴν κατάστασιν ταύτην τῆς Ἑλλάδος, καὶ ὡς ἰδιώτης δὲν πιστεύω νὰ ἔδωκα ποτὲ μεγάλα δείγματα ἀναρχικῶν ἰδεῶν, ὅτι θὰ μᾶς φέρῃ εἰς ἄτοπον, ὅπως μᾶς ἔφερεν εἰς ἄτοπον καὶ τὸ ἀντίθετον σύστημα. Λέγω, ὅτι μὲ ταχέα βήματα τρέχομεν πρὸς τὸ ἀντίθετον σύστημα, διότι βλέπω καὶ πρόσωπά τινα, τὰ ὁποῖα τιμῶ, νὰ ἰσχυρίζωνται, ὅτι πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν καὶ πέραν τῶν βημάτων, τὰ ὁποῖα ὥρισε τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844, πρέπει νὰ ὀπισθοδρομήσωμεν 20 ἔτη, καὶ τρόπον τινὰ, ὅτι μόλις καὶ μετὰ δυσκολίας πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν, ὅ,τι ἐγένετο εἰς τὰ 1844. Μετὰ τὴν προεισαγωγὴν ταύτην, θεωρῶ ἀναγκαῖον νὰ ὑποβάλω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν ὅ,τι εἷς τῶν ἀξιοτίμων φίλων μου ἐπρότεινεν. Ἡ ἐπιβολὴ τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως περιορίζει ἐν μέρει τὸν τύπον, ἀλλὰ καὶ ἐπιφέρει ἀντισυνταγματικὴν ἀνισότητα μεταξὺ τῶν πολιτῶν, μὴ δεσμεύουσα κἂν τὴν ἐνέργειαν τῶν πλουσίων. Ἡ δὲ ἔλλειψις τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως ἐπροτάθη καὶ ἀνεπτύχθη ὡς μέγα κακὸν, ὡς παραίτιος παρεκτροπῶν, αἵτινες συνεκίνησαν ἴσως καρδίας τινάς· καὶ πρὸς συμπλήρωσιν τῆς θηρευθείσης ταύτης συγκινήσεως ἐγένετο μετὰ πολυλογίας, ἂς μοὶ συγχωρηθῇ νὰ τὸ εἴπω, πολὺς λόγος περὶ τῶν ἐγκλημάτων τῶν προσβαλλόντων τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Τὰ ἐντεῦθεν γενόμενα δῆθεν κακὰ ὑπὸ τοῦ τύπου εἶναι ὁ μέγας μοχλὸς, τὸν ὁποῖον μετεχειρίσθη εἰς τὴν ἀγόρευσίν του εἷς τῶν ἀξιοτίμων φίλων μου· παρέστησεν, οὕτως εἰπεῖν, ὅτι διατελοῦμεν ὑπὸ τὸ κράτος τῆς ἀσεβείας καὶ συκοφαντίας τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, καὶ ὅτι ἡ ἀκολασία αὕτη δὲν ἠδύνατο νὰ προληφθῇ δι’ ἀσθένειαν τοῦ ὑπάρχοντος Συντάγματος, καὶ ἑπομένως ὅτι πρέπει νὰ κάμωμεν συντηρητικώτερον τὸ νέον Σύνταγμα, ὥστε νὰ μὴ προσβάλλεται ὁ ἰδιωτικὸς βίος, δηλαδὴ, ὅτι ὁ ἰδιωτικὸς βίος ἔπαθε, διότι δὲν ὑπάρχουν ἐγγυήσεις, ὅτι οἱ καταδικαζόμενοι εἰς ἀποζημίωσιν διὰ προσβολὴν τῆς τιμῆς τῶν ἰδιωτῶν ἔμενον ἀκαταδίωκτοι, διότι ἐζήτουν νὰ πληρωθῶσι τὴν ἀποζημίωσιν καὶ δὲν εὕρισκον περιουσίαν τοῦ καταδίκου. Αὐτὰ εἶναι τὰ μεγάλα ἐπιχειρήματα, τὰ ὁποῖα μετεχειρίσθη ὁ προλαλήσας φίλος μου. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ θέσωμεν τὴν περὶ τούτου διάταξιν εἰς τὸ Σύνταγμα, πάντες ἐφώναζον, ὅτι ὁ τύπος πρέπει νὰ ᾖναι ἐλεύθερος. Τώρα ὅμως, ὅτε πρόκειται νὰ ἐξετάσωμεν τὰς κατὰ μέρος διατάξεις περὶ τύπου, τινὲς ἐξ ἡμῶν προβαίνουσι μέχρι τοῦ πλήρους περιορισμοῦ τοῦ τύπου, λόγῳ τῆς ἀκολασίας αὐτοῦ. Ἀλλ’ ἂς ἴδωμεν τὰς παρεκτροπὰς τοῦ τύπου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἰδιωτικὸν βίον. Τὸ παλαιὸν Σύνταγμα λέγει εἰς τὸ 93, μοὶ φαίνεται, ἄρθρον, ὅτι τὰ πολιτικὰ ἐγκλήματα καὶ τὰ τοῦ τύπου, πλὴν τῶν ἀφορώντων τὸν ἰδιωτικὸν βίον, δικάζονται ὑπὸ τῶν ἐνόρκων. Ἄρα τὰ προσβάλλοντα τὸν ἰδιωτικὸν βίον δὲν δικάζονται ἀναγκαίως ὑπὸ τῶν ἐνόρκων, ἀλλὰ δύνανται νὰ δικασθῶσι, καὶ ἀληθῶς δικάζονται νῦν, ὑπὸ τῶν δικαστῶν τῶν τακτικῶν· τὴν διάταξιν δὲ ταύτην καθιεροῦμεν καὶ εἰς τὸ σχέδιον τοῦ νέου Συντάγματος. Καὶ ὀρθῶς εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 44, ὡς καὶ εἰς τὸ νῦν συζητούμενον, ἀφίνεται εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ τοὺς δικαστὰς καὶ νὰ μεταχειρισθῇ ὅσα νομίσῃ νόμιμα μέτρα πρὸς περιστολὴν τῶν παρεκτροπῶν τοῦ τύπου περὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, διότι ἐννοοῦμεν πάντες τὸν κίνδυνον τῆς διὰ τοῦ τύπου προσβολῆς τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Ὅσον καὶ ἂν ἤμεθα φιλελεύθεροι, ἀξιοῦμεν νὰ μὴ μᾶς προσβάλλῃ τις εἰς τὸν ἰδιωτικόν μας βίον, καὶ κατὰ τοῦτο εἴμεθα πάντες συντηρητικοί. Καὶ ὅμως πρέπει νὰ ὁμολογήσωμεν, ὅτι ἔχει πολλὴν σχέσιν ὁ ἰδιωτικὸς βίος μὲ τὸν δημόσιον. Εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον δὲν εἶναι ἐπιτετραμμένον νὰ ζῇ ὅπως θέλει. Ὅταν γνωρίζω τινὰ, ὅτι ὡς ἰδιώτης ἦτο κλέπτης, τὴν ἰδέαν ταύτην θέλω ἔχει καὶ ὅταν γίνῃ ὑπάλληλος· ὅταν ὁ ὑπάλληλος μὲ μικρὸν μισθὸν κατοικῇ εἰς μεγάλην οἰκίαν, χωρὶς νὰ ἔχῃ ἰδιαιτέραν περιουσίαν, θέλει δώσει ὑπονοίας περὶ τῆς διαγωγῆς του. Ἄρα δυσδιάκριτα τὰ ὅρια τοῦ ἰδιωτικοῦ καὶ τοῦ δημοσίου βίου εἰς τὸν δημόσιον ὑπάλληλον. Οὐδὲ πρέπει νὰ ἀξιοῖ, ὅτι εἶναι ἀπαραβίαστος πάντοτε καὶ εἰς αὐτὸν τὸν ἰδιωτικόν του βίον, εἰς τὸν ὁποῖον ὀφείλει νὰ τὸν παρακολουθῇ ὁ τύπος· ἐνδέχεται νὰ γίνῃ κατάχρησις· ἀλλὰ δὲν εἶναι μέγας ὁ φόβος, ὅτι ὁ τύπος κατὰ τοῦτο θέλει μείνει ἀχαλίνωτος. Ὅταν ἡ κοινὴ γνώμη διατελῇ δυσμενὴς κατ’ ἐμοῦ τοῦ δημοσίου ὑπαλλήλου, τοῦ προσβαλλομένου ὑπὸ τοῦ τύπου εἰς τὸν δημόσιον βίον μου, δύνανται βεβαίως οἱ ἔνορκοι, οἱ ὁποῖοι εἶναι πολῖται, νὰ ἐκφέρουν ἀθωωτικὴν ὑπὲρ τοῦ δημοσιογράφου ἐτυμηγορίαν. Ὅταν ὅμως καταγγέλληται ὁ δεῖνα δημοσιογράφος, ὅτι ἐξύβρισε τὸν ἰδιωτικὸν βίον τοῦ δεῖνος ἰδιώτου, θὰ παραπεμφθῇ εἰς τοὺς πλημμελειοδίκας, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπάλληλοι τῆς Κυβερνήσεως καὶ λογίζονται ἀμέτοχοι τῶν συμπαθειῶν καὶ ἀντιπαθειῶν τῶν πολιτικῶν κομμάτων, καὶ θὰ καταδικασθῇ ὁ ὑβριστής. Ἀλλὰ καὶ ἄλλας ἐγγυήσεις πλὴν τῶν τακτικῶν δικαστῶν δύναται νὰ χορηγήσῃ ὑπὲρ τοῦ ἀπροσβλήτου τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία. Ἔχει ὅλα τὰ μέσα ἡ Κυβέρνησις νὰ περιστείλῃ τὰς παρεκτροπὰς τοῦ τύπου, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τὸν ἰδιωτικὸν βίον· πρὸς τοῦτο ὅμως πρέπει νὰ κινηθῇ, πρέπει νὰ λάβῃ διαταγὴν ὁ Εἰσαγγελεὺς, ὅτι ἅμα καταγγελθῇ ἐφημερίς τις διὰ προσβολὴν ἰδιωτικὴν, ἀμέσως νὰ τὴν παραπέμψῃ εἰς τὰ δικαστήρια, καὶ νὰ προσέξῃ εἰς τὴν δέουσαν τῆς κατηγορίας ἀνάπτυξιν καὶ εἰς ἄρσιν παντὸς, ὅ,τι δύναται νὰ φέρῃ παράνομόν τινα ἀθώωσιν. Ἂν ἐπιστήσῃ τὴν προσοχήν της ἡ κυβέρνησις, ἂν οἱ δικασταὶ παραγγελθῶσι νὰ μὴ παραβλέψωσι τὰ καθήκοντά των, οὐδεμία ἰδιωτικὴ ἐξύβρισις θέλει διαφύγει τὴν τιμωρίαν. Ἂς μὴ καταιτιώμεθα οὐδὲ τὴν ἔλλειψιν τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως, διότι δὲν ἔχομεν παραδείγματα, ὅτι κατεδικάσθησαν ὑβρισταὶ καὶ ἔμειναν ἀτιμώρητοι ὡς μὴ ἔχοντες περιουσίαν, ἐκ τῆς ὁποίας νὰ λάβῃ τὴν ἀποζημίωσίν του ὁ ὑβρισθείς. Κἀνὲν παράδειγμα δὲν ὑπάρχει καὶ τὸ σκάνδαλον δὲν προῆλθεν ἐκ τούτου· τὸ δυστύχημα εἶναι, ὅτι οὐδόλως ἐφρόντισεν ἡ Κυβέρνησις νὰ καταδιωχθῶσιν οἱ προσβάλλοντες τὸν ἰδιωτικὸν βίον, οὐδ’ ἐπέστησεν εἰς τοῦτο τὴν προσοχὴν τῶν ἁρμοδίων ἀρχῶν, αἵτινες ἐν τῇ ἀδιαφορίᾳ των ἔκαμον ἐνίοτε νὰ μετανοήσουν καὶ ἐκεῖνοι, ὅσοι κατήγγειλαν τοὺς ὑβριστάς των εἰς τὰ δικαστήρια. Ὀφείλει αὐτὴ ἡ κοινωνία νὰ λάβῃ περὶ τούτου μέτρα, τὰ δὲ πολιτικά μας κόμματα δὲν φέρουν κἀνὲν ἐμπόδιον εἰς τὸ νὰ ἐγερθῇ φωνὴ, ἐξυπνοῦσα τοὺς δικαστὰς, ὅτι πρέπει, καταγγελλομένων ὑβριστῶν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου, νὰ φανῶσιν αὐστηρότεροι ἀφ’ ὅ,τι μέχρι σήμερον ἐφάνησαν. Μία χρηματικὴ ποινὴ πέντε, δέκα χιλιάδων δραχμῶν θὰ κάμῃ νὰ περισταλῇ καὶ ὁ θρασύτερος ὑβριστής. Πρὸς τούτοις τὸ περὶ τύπου ἄρθρον τοῦ Συντάγματος δὲν ἐμποδίζει τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ὁρίσῃ διὰ τοῦ περὶ τύπου νόμου, ὅτι συνυπεύθυνος πρὸς πληρωμὴν τῆς χρηματικῆς ποινῆς, εἰς ἣν θέλει καταδικασθῆ ὁ ὑπεύθυνος συντάκτης, εἶναι καὶ ὁ ἐκδότης τῆς ἐφημερίδος ἢ ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ τυπογραφείου, μ’ ὅλον ὅτι καὶ μόνος ὁ ὑπεύθυνος συντάκτης ἀρκεῖ, διότι καταδιωκόμενος διὰ τὴν πληρωμὴν τῆς χρηματικῆς ποινῆς, δύναται νὰ κρατηθῇ ἐπὶ δύο ἔτη εἰς τὰς πολιτικὰς φυλακὰς πρὸς ἀπότισιν αὐτῆς, αἱ δὲ χρηματικαὶ ποιναὶ συνήθως δὲν εἶναι μεγάλαι καὶ ἀνώτεραι τῆς ζημίας, τὴν ὁποίαν θὰ πάθῃ ὁ ὑπεύθυνος συντάκτης ὑποβαλλόμενος εἰς προσωπικὴν κράτησιν, μετὰ τὴν ἀπότισιν τῆς ποινῆς του, πρὸς πληρωμὴν αὐτῶν. Ὥστε ὁ ἐκτραχηλισμὸς τοῦ τύπου κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου δὲν προῆλθεν ἐκ τῶν ἀκαταλλήλων διατάξεων τοῦ μέχρι τοῦδε Συντάγματος. Δὲν πρέπει λοιπὸν οἱ θέλοντες τὸν περιορισμὸν τοῦ τύπου νὰ καταφεύγωσιν εἰς τὰ ἐκ τῶν προσβολῶν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου ἐπιχειρήματα. Νομίζω λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι δὲν πρέπει νὰ παραδεχθῶμεν τὰς προτεινομένας τροπολογίας, ἀλλὰ νὰ ψηφίσωμεν τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, δηλαδὴ μὲ τὴν ἀπαγόρευσιν τῆς κατασχέσεως τῶν ἐφημερίδων πρὸ καὶ μετὰ τὴν δημοσίευσίν των. Μόνον αἱ ἐξαιρέσεις, τὰς ὁποίας ἐπρότεινα διὰ τῆς ἐντύπου ἐκθέσεώς μου, πρέπει νὰ γείνουν δεκταὶ, δηλαδὴ, ὅτι νὰ ἐπιτρέπηται ἡ κατάσχεσις, ὅταν προσβάλληται ὁ Βασιλεὺς, ἢ καθόλου θρησκεία καὶ ἡ δημοσία ἠθικὴ, οὐχὶ δὲ καὶ ὅταν ἐξυβρίζηται ὁ ἰδιωτικὸς βίος. Ἐναντιοῦμαι εἰς τὴν κατάσχεσιν τοῦ φύλλου, ὅταν προσβάλλῃ τὸν ἰδιωτικὸν βίον, διότι ὄχι μόνον, ὡς προεῖπον, ἔχομεν ἐγγύησιν κατὰ τῆς παρεκτροπῆς ταύτης τὰ τακτικὰ δικαστήρια, ἀλλὰ καὶ διότι ἂν καθιερώσωμεν καὶ κατὰ τὴν περίστασιν ταύτην τὴν κατάσχεσιν, φοβοῦμαι μήπως ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ὁ ἀνακριτὴς, οἵτινες εἶναι οἱ ἁρμόδιοι νὰ διατάξουν τὴν κατάσχεσιν, παρασυρθοῦν νὰ χαρακτηρίζουν ὡς προσβαλλούσας τὸν ἰδιωτικὸν βίον ὕβρεις ἀναγομένας εἰς τὸν δημόσιον βίον τοῦ ἐξυβριζομένου. Ὅταν π. χ. προσβάλληται διὰ τῆς ἐφημερίδος ὑπουργὸς ἢ νομάρχης, ἡ προσβολὴ αὕτη θέλει δικασθῆ ἀπὸ τοὺς ἐνόρκους καὶ δὲν δικαιολογεῖ τὴν κατάσχεσιν τοῦ φύλλου. Ἂν ὅμως θέσωμεν, ὅτι ἡ κατάσχεσις ἐπιτρέπεται ἐπὶ προσβολῶν ἀναγομένων εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, τότε αἱ προσβολαὶ κατὰ τοῦ ὑπουργοῦ καὶ τοῦ νομάρχου εἶναι πολὺ πιθανὸν ὅτι θέλουν χαρακτηρισθῆ πάντοτε ὡς ἀναγόμεναι εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον των, διὰ νὰ δικαιολογηθῇ ὑπὸ τῶν ὀργάνων τοῦ ὑπουργοῦ ἡ κατάσχεσις τοῦ φύλλου. Καὶ τῷ ὄντι εἰς τὸ προσβλητικὸν ἄρθρον μιᾶς ἐφημερίδος ἐνδέχεται νὰ παρεισήχθησαν καὶ φράσεις τινὲς ἀναγόμεναι εἰς τὸν ἰδιωτικὸν βίον, ἀλλὰ διὰ ταύτην τὴν μικρὰν καὶ ἔμμεσον προσβολὴν δὲν εἶναι δίκαιον νὰ κατασχεθῇ τὸ φύλλον καὶ νὰ ἀποσπασθῇ μάλιστα ὁ ἐφημεριδογράφος ἀπὸ τοὺς φυσικούς του δικαστὰς, τοὺς ἐνόρκους, καὶ παραδοθῇ εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια. Ἡ ἐπικρατεστέρα ὕβρις πρέπει νὰ κανονίζῃ καὶ τὴν ἁρμοδιότητα τῶν δικαστηρίων. Ἔρχομαι ἤδη νὰ δικαιολογήσω τὴν ἐν τῷ σχεδίῳ θεμελιώδη διάταξιν, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται κατάσχεσις οὔτε πρὸ τῆς δημοσιεύσεως τοῦ φύλλου, δηλαδὴ ἐν ὅσῳ εἶναι εἰς τὰ πιεστήρια, οὔτε μετὰ τὴν δημοσίευσίν του. Θέλετε, Κύριοι, νὰ ἔχωμεν ἐλευθερίαν τοῦ σκέπτεσθαι καὶ τοῦ διακοινόνειν τὰς ἰδέας μας πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας; Πρέπει ὁ τύπος νὰ μένῃ ἀληθῶς ἐλεύθερος, δηλαδὴ νὰ μὴ ἀνατεθῇ εἰς τὴν κρίσιν ὑπαλλήλων τῆς Κυβερνήσεως, νὰ ἀποφασίζουν ἂν τὸ δεῖνα ἄρθρον ἐφημερίδος εἶναι κολάσιμον καὶ νὰ διατάττωσι τὴν κατάσχεσιν αὐτοῦ. Μόνον ἀφοῦ δικασθῇ τὸ ἄρθρον ὑπὸ τοῦ ἁρμοδίου δικαστηρίου, τοῦ παρέχοντος ἐγγυήσεις ἀνεξαρτησίας, τότε δύναται παρ’ αὐτοῦ νὰ κηρυχθῇ κολάσιμον καὶ ἄξιον νὰ συλληφθῇ καὶ ἐξαλειφθῇ τὸ φύλλον, τὸ ὁποῖον τὸ περιέχει. Μόνον εἰς τὰ δεσποτικὰ κράτη πᾶσα ἡ ἐξουσία καὶ πᾶσα ἡ εὐθύνη συγκεντροῦται εἰς τὸν Βασιλέα καὶ οἱ ὑπάλληλοι αὐτοῦ εἶναι πιστευτοὶ, ὡς ἐκφράζοντες τὴν θέλησίν του, ἥτις ἀποτελεῖ νόμον τοῦ κράτους. Εἰς τὰ Συνταγματικὰ κράτη ὁ Βασιλεὺς πρέπει νὰ τίθηται ὑπεράνω τῶν κομμάτων καὶ τῶν πολιτικῶν διαιρέσεων, διὰ νὰ διατηρῆται καὶ ὑπεράνω πάσης ἠθικῆς ἐπικρίσεως. Ὑπάρχουν οἱ ὑπουργοὶ, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἐπικρέμαται ἡ εὐθύνη διὰ τὰ συμβαίνοντα, καὶ ὑπὸ τὸν ὅρον τοῦτον, τοῦ νὰ δίδωσι λόγον τῶν πράξεών των, λαμβάνουσι τὰ ὑπουργικὰ διπλώματα, καὶ πληρόνονται τὸν ὑπουργικὸν μισθόν. Αὐτοὶ λοιπὸν ἂς σπάσουν τὴν κεφαλήν των, ἂς φροντίσουν ν’ ἀπομακρύνουν τὰ κακὰ καὶ διασκεδάζουν καὶ ἀναιροῦν τὰς ψευδεῖς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως προσβολὰς τῶν ἐφημερίδων καὶ νὰ τὰς καταγγέλλουν εἰς τὰ ἁρμόδια δικαστήρια, ἀπομακρύνοντες πᾶσαν ἀφορμὴν τῶν πολιτῶν τοῦ ν’ ἀποδώσουν εἰς τὸν ἀνεύθυνον Βασιλέα καὶ τὴν ἐλαχίστην ἠθικὴν κατάκρισιν. Ὅταν λοιπὸν τοιαῦται ᾖναι αἱ βάσεις τοῦ συνταγματικοῦ πολιτεύματος, ὅταν λογίζηται, ὅτι τὸ ἔθνος κυβερνᾶται κατὰ τὴν εἰκαζομένην θέλησιν τῶν βουλευτικῶν πλειονοτήτων, τουτέστι κατὰ τὰ φρονήματα τῶν κατὰ καιροὺς ἐπικρατουσῶν πολιτικῶν μερίδων, πῶς εἶναι δυνατὸν ν’ ἀνακαλύπτηται ἑκάστοτε ἡ ἀλήθεια περὶ τοῦ ποία μερὶς ἔχει δίκαιον ἢ ἄδικον ἄνευ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου; Πῶς ἠμπορεῖ νὰ κρίνῃ τὸ ἔθνος ἂν ἡ μερὶς, ἡ κατέχουσα σήμερον τὰ πράγματα, πρέπει νὰ ἐξακολουθῇ νὰ κυβερνᾷ, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ πέσῃ καὶ νὰ τὴν διαδεχθῇ ἄλλη, ὅταν μένῃ εἰς τὴν κυβερνῶσαν μερίδα νὰ μεταχειρίζηται αὐτὴ μονομερῶς τὸν τύπον ὑπὲρ ἑαυτῆς; Ἄνευ τῶν πολιτικῶν μερίδων δὲν δύναται νὰ ὑπάρξῃ ἀληθὲς συνταγματικὸν σύστημα. Ἐὰν αὔριον, μετὰ τὴν περαίωσιν τῶν ἐργασιῶν τῆς Συνελεύσεως, περιέλθῃ εἰς τὰ πράγματα ἡ δεῖνα πολιτικὴ μερὶς, θέλει προτείνει βεβαίως νὰ ἔχῃ εἰς Ἀθήνας εἰσαγγελέα καὶ ἀνακριτὴν τῆς ἐμπιστοσύνης της. Πρέπει λοιπὸν ν’ ἀφήσωμεν εἰς τὰ ὄργανα ταῦτα τῆς ἐξουσίας νὰ ἀποφασίζωσι ποῖαι ἐφημερίδες πρέπει νὰ κυκλοφοροῦν εἰς τὸ κοινὸν καὶ ποῖαι νὰ ἐμποδισθῶσι διὰ κατασχέσεως; Λέγω δὲ, ὅτι ὁ εἰσαγγελεὺς καὶ ἀνακριτὴς θὰ ᾖναι ὄργανα τῶν κατὰ καιροὺς Κυβερνήσεων, διότι ὅσον καὶ ἂν περιβάλλωμεν μὲ ἐγγυήσεις ἀνεξαρτησίας τοὺς δικαστικοὺς ὑπαλλήλους, θὰ δύναται πάντοτε πᾶσα Κυβέρνησις ἐξ ἑκατὸν δικαστῶν νὰ εὕρῃ ἕνα ἀδυνάτου χαρακτῆρος, νὰ τὸν προτιμήσῃ ἐξ ὅλων τῶν ἄλλων καὶ νὰ τὸν διορίσῃ εἰσαγγελέα ἢ ἀνακριτὴν εἰς τὴν πρωτεύουσαν, διὰ νὰ κάμῃ τὰς κατασχέσεις τῶν ἀντιπολιτευομένων μερίδων κατὰ τὴν ἀρέσκειαν αὐτῆς. Τὸ χείριστον εἶναι, ὅτι ἡ Κυβέρνησις εἶναι δυνατὸν ἐξ ἑκατὸν δικαστῶν νὰ εὕρῃ καὶ τρεῖς δικαστὰς χειροήθεις, τὸ δικαστικὸν συμβούλιον τῆς πρωτευούσης, διὰ νὰ ἐκδίδωσι τὰ βουλεύματα κατὰ τὸ πνεῦμα αὐτῆς. Τί γίνεται λοιπὸν τότε; Ὑποθέσατε, ὅτι ἐκδίδονται δεκαπέντε ἐφημερίδες εἰς τὴν πρωτεύουσαν, αἱ μὲν συμπολιτευόμεναι καὶ παριστῶσαι, ὅτι τὰ πάντα βαδίζουσι καλῶς, αἱ δὲ ἀντιπολιτευόμεναι καὶ χαρακτηρίζουσαι τὴν κατάστασίν μας ὡς κακίστην. Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ ἐφαρμόζηται εἰλικρινῶς τὸ συνταγματικὸν σύστημα, τὸ ὁποῖον στηρίζεται εἰς τὸν ἀγῶνα πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς ἀληθείας, ὅταν ἐπιτρέπηται εἰς τὴν μίαν μερίδα, ἥτις ἐνδέχεται μετὰ τρεῖς μῆνας νὰ πέσῃ, νὰ μεταχειρίζηται τὰ ὄργανά της, τὸν εἰσαγγελέα καὶ τὸν ἀνακριτὴν, εἰς τὸ νὰ ἀφίνωσιν ἐλευθέρας τὰς συμπολιτευομένας ἐφημερίδας; Πρέπει τάχα νὰ κατάσχωνται σήμερον τὰ φύλλα τῆς ἐφημερίδος τοῦ Λεβίδου ἢ ἄλλου ἐφημεριδογράφου, διότι κακίζουν τὴν πορείαν τῆς Κυβερνήσεως, καὶ νὰ μένουν ἐλεύθεραι αἱ ἐφημερίδες αἱ ὑπερασπίζουσαι καὶ ἐκθειάζουσαι τὸ ὑπουργεῖον; Ἂν γίνῃ δευτέρα καὶ τρίτη κατάσχεσις τῆς ἐφημερίδος τοῦ Κ. Λεβίδου, βεβαίως καὶ οἱ συνδρομηταί του θὰ τὸν ἐγκαταλείψουν καὶ αὐτὸς ὁ ἴδιος θὰ ἀπελπισθῇ. Δὲν συμφέρει λοιπὸν νὰ μένῃ εἰς ἕνα ὑπάλληλον, οἷος ὁ εἰσαγγελεὺς ἢ ὁ ἀνακριτὴς, νὰ ὑπηρετῇ κατὰ καιροὺς τὰ συμφέροντα τῆς κυβερνώσης μερίδος, δηλαδὴ ν’ ἀφίνῃ ἀκαταδίωκτα τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων τῆς συμπολιτεύσεως, ὡς περιέχοντα δῆθεν ἄρθρα πατριωτικὰ, νὰ κατάσχῃ δὲ τῶν ἐναντίων, τοὺς ὁποίους καὶ νὰ ἐνοχοποιῇ διὰ τῆς καταδιώξεως ὡς ἀναρχικοὺς καὶ ὑβριστάς. Δὲν ὑπάρχει ἐκ τῶν προτέρων γνώρισμά τι, ποία ἐφημερὶς λέγει ἀλήθειαν καὶ ποία ψεύδεται καὶ παραμορφόνει τὰ πράγματα. Ἐνθυμεῖσθε πόσον εἶχον ἐξαφθῆ τὰ πνεύματα πρὸ τῆς 10 Ὀκτωβρ. 1862· τότε ἡ Κυβέρνησις ἐξέδιδε καθ’ ἑκάστην εἰς μικρὸν σχῆμα τὴν καλουμένην γενικὴν Ἐφημερίδα, διὰ τῆς ὁποίας ὄχι μόνον τὰ πράγματα καὶ τὴν κατάστασιν τῆς Ἑλλάδος καὶ τῶν ἐπαρχιῶν παρίστανεν εὐχάριστα, ἀλλὰ καὶ καταιτιᾶτο διαφόρων τότε ἀντιπολιτευομένων ὡς ἀναρχικῶν κτλ. Ἡ ἐφημερὶς αὕτη δὲν καταδιώκετο ὑπὸ τοῦ εἰσαγγελέως καὶ τοῦ ἀνακριτοῦ, διεδίδετο δὲ πανταχοῦ, στελλομένη καὶ δωρεὰν ἀκόμη εἰς τὰς πόλεις καὶ εἰς τοὺς δήμους, διὰ νὰ ἀναγινώσκηται ὅσον ἦτο δυνατὸν πλειότερον. Τοὐναντίον διαταγῇ τῆς κυβερνήσεως κατεδιώκοντο αἱ ἐφημερίδες τῆς ἀντιπολιτεύσεως, τὰς ὁποίας εἶχε καταλάβει τρόμος, διότι ἐφημεριδογράφοι τινὲς ὑπῆρχον πεφυλακισμένοι εἰς τοῦ Καρμπολᾶ. Τοιαύτη ἀνισότης τῆς κυβερνήσεως σᾶς ἀρέσκει; νὰ μένωσι δηλ. ἐλεύθερα τὰ φύλλα τῆς δεῖνα ἢ δεῖνα ἐφημερίδος, ἥτις ἀποδίδει ὅλα τὰ προσκόμματα εἰς τὴν ἀντιπολιτευομένην μερίδα; θέλετε, ἐπαναλαμβάνω, τοσοῦτον τρομερὸν ὅπλον νὰ μένῃ εἰς χεῖρας τῶν κατὰ καιροὺς κυβερνωσῶν μερίδων; Ὄχι. Πρὸς τί νὰ λέγωμεν ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι καταργοῦμεν τὴν λογοκρισίαν, ἐν ᾧ ἀφ’ ἑτέρου πραγματικῶς ζητοῦμεν νὰ τὴν καθιερώσωμεν; Λογοκρισία σημαίνει, τὸ νὰ μένῃ εἰς τὴν κρίσιν μιᾶς ὑπαλλήλου ἀρχῆς, νὰ ἐξετάζῃ πᾶν ὅ,τι γράφεται ὑπὸ τῶν ἐφημερίδων καὶ αὐτὴ νὰ ἀποφασίζῃ ἐὰν τὰ δεῖνα καὶ δεῖνα ἄρθρα ᾖναι ἐπικίνδυνα, ἐὰν προσβάλλουν τὴν δημοσίαν τάξιν, ἐὰν διερεθίζουν τὰ πνεύματα· ἡ ἠθικὴ, ἡ μεγάλη αὕτη ἐξουσία ἀνατίθεται εἰς ἕνα διακοσιόδραχμον ὑπάλληλον, τὸν ἀνακριτὴν ἢ ἀντεισαγγελέα. Ἡ ἐπὶ τὸ τυπικώτερον ἐνεργουμένη ἄλλοτε ἐν Εὐρώπῃ λογοκρισία εἶχέ τι σκανδαλωδέστερον. Διωρίζετο μία τριμελὴς ἢ πενταμελὴς ἐπιτροπὴ ἐξ ὑπαλλήλων τῆς κυβερνήσεως, εἰς ἣν ὑπεβάλλοντο ὑποχρεωτικῶς ὅλα τὰ χειρόγραφα τῶν βιβλίων καὶ ἐφημερίδων, τὰ ὁποῖα ἔμελλον νὰ τυπωθῶσιν. Αὐτὰ τὰ τρία ἢ πέντε μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, τὰ ὁποῖα, ὁσάκις προσήρχοντο εἰς τὸν ὑπουργὸν, ἔκυπτον μέχρις ἐδάφους προσκυνοῦντα αὐτὸν, τί ἔπραττον ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως; αὐτὰ ἀπεφάσιζον ἂν πρέπῃ νὰ τυπωθῶσι τὰ χειρόγραφα καὶ ποῖα μέρη αὐτοῦ ἔπρεπε νὰ ἐξαλειφθοῦν ὡς προσβάλλοντα τὴν δημοσίαν τάξιν· ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη ἦτον ὁ κριτὴς καὶ ὁ προφήτης τῆς κοινῆς γνώμης! Κατόπιν τὰ πολιτισμένα ἤθη ἀπέκρουσαν εἰς πλεῖστα μέρη τὴν σκανδαλωδεστάτην ταύτην διαδικασίαν, καὶ αἱ κυβερνήσεις κατέφυγον εἰς ἄλλα μέσα πλάγια κατὰ τοῦ τύπου. Καὶ ποῖα εἶναι αὐτά; Ἡ κτηματικὴ καὶ ἡ χρηματικὴ καταβολὴ ἐκ μέρους τῶν ἐκδοτῶν ἐφημερίδων, διὰ νὰ περισταλῇ τὸ ἐπάγγελμα τοῦ δημοσιογράφου, καὶ ὄχι τόσον ἀπὸ πρόνοιαν νὰ δύναται νὰ ἱκανοποιῆται ὁ ἐξυβρισθεὶς πολίτης ἀπὸ τὸν ὑβριστήν του κατάδικον. Διὰ τοῦτο εἰς τὴν Γαλλίαν τὸ ὁρισθὲν νὰ καταβάλληται τίμημα ὑπὸ τοῦ ἐκδότου ἢ τυπογράφου φθάνει εἰς μέγα ποσόν. Δεύτερον καὶ δραστηρικώτερον μέσον ἐπηνοήθη ἡ κατάσχεσις τοῦ ὑβριστικοῦ φύλλου. Πῶς δὲ δικαιολογεῖται τὸ τρομερὸν τοῦτο μέσον τῶν Κυβερνήσεων; Ἰδοὺ ὁ συλλογισμός. Ἡ πολιτεία ἔχει καθῆκον νὰ ἐμποδίζῃ τὴν περαίωσιν τοῦ ἀρξαμένου νὰ ἐνεργῆται κακουργήματος, καθὼς καὶ τὴν ἐπανάληψιν αὐτοῦ. Ἐὰν λοιπὸν ὁ ἀστυνομικὸς κλητὴρ ἀπαντᾷ τινα δέροντα ἄλλον, ὀφείλει νὰ δράμῃ εἰς βοήθειαν τοῦ δερομένου, διὰ νὰ παύσῃ ὁ δέρων νὰ ἐπάγῃ αἰκίας εἰς τὸν ἄλλον. Καθ’ ὁμοίωσιν λοιπὸν, ὅταν φύλλον τι ἐφημερίδος, κατὰ τὴν κρίσιν τοῦ εἰσαγγελέως, περιέχῃ ὑβριστικόν τι ἄρθρον, ἂν καὶ ἡ ὕβρις λογίζηται νομικῶς, ὅτι ἐξετελέσθη, ἅμα δημοσιευθέντος αὐτοῦ, ἐπειδὴ ὅμως ὅσον ἀναγινώσκεται τὸ φύλλον παρὰ πολλῶν προσώπων, λαμβανόντων γνῶσιν τῆς ὕβρεως, κατὰ τοσοῦτον λογίζεται ἐπαναλαμβανομένη ἡ ὕβρις, ἄρα καθῆκον τῆς κυβερνήσεως εἶναι διὰ τῆς κατασχέσεως νὰ ἐμποδίσῃ τὴν διανομὴν τοῦ φύλλου καὶ νὰ πολυπλασιασθῇ τὸ ἔγκλημα τῆς ὕβρεως. Εἶναι ὁμολογούμενον, ὅτι τὰ διὰ τοῦ τύπου πραττόμενα ἐγκλήματα εἶναι καὶ τὰ εὐχερέστερον καὶ γενικώτερον ἐνεργούμενα καὶ ἐπαναλαμβανόμενα. Ἀλλὰ τὸ μέγα ζήτημα εἶναι τοῦτο· τίς ὁ ἀλάνθαστος κριτὴς, ὅτι τὸ κατασχετέον φύλλον περιέχει ἀξιόποινον ἄρθρον; ὁ Εἰσαγγελεὺς, ἢ ὁ ἀνακριτὴς, ὅστις τρέμει μὴ τὸν μεταθέσῃ ἡ κυβέρνησις εἰς Λαμίαν; τὸ δικαστικὸν συμβούλιον, τὸ συγκείμενον ἐκ τριῶν δικαστῶν, οὓς δύναται νὰ εὕρῃ ἐξ ὅλων τῶν δικαστῶν τοῦ κράτους ἡ κυβέρνησις ἀδυνάτου χαρακτῆρος; Ἀλλ’ ὁ τύπος δύναται νὰ ἐκτραχηλισθῇ, τὸ συνομολογῶ, προσθέτων ὅτι ἔγκειται εἰς τὴν φύσιν τοῦ τύπου νὰ μὴ δύναται νὰ χαλιναγωγηθῇ διὰ προληπτικοῦ τρόπου, χωρὶς νὰ τρέχῃ τὸν κίνδυνον νὰ περισταλῇ ἀδίκως. Ἄρα ἡ συνταγματικὴ κυβέρνησις πρέπει νὰ ἀνεχθῇ τὰς προσβολὰς, καὶ μάλιστα ὅταν αἱ προσβολαὶ περιστρέφωνται κατὰ τῶν ὑπουργῶν καὶ οὐχὶ κατὰ τοῦ Βασιλέως, καὶ νὰ τὰς καταπολεμῇ πάλιν διὰ τοῦ τύπου· τὸ δὲ κοινὸν ἐκ τῆς ἐλευθέρας συζητήσεως θέλει κρίνει τίς ἔχει δίκαιον. Ἀλλὰ δὲν ἐμποδίζεται ἡ κυβέρνησις καὶ νὰ καταδιώξῃ δικαστικῶς τὸν ἀντιπολιτευόμενον τύπον, ὅτε οἱ φυσικοὶ δικασταὶ τοῦ τύπου, δηλαδὴ οἱ ἔνορκοι, θὰ ἀποφασίσωσιν ἂν τὸ ἄρθρον εἶναι κολάσιμον καὶ θὰ τιμωρήσουν τὸν ὑβριστὴν ἐφημεριδογράφον, διαταττομένης τότε καὶ τῆς ἐξαφανίσεως τῶν ὑβριστικῶν φύλλων. Διατί νὰ μὴ ἔχωμεν πεποίθησιν εἰς τοὺς ἐνόρκους, δηλαδὴ τοὺς πολλοὺς πολίτας, ἐξ ὧν σχηματίζεται ἡ κοινὴ γνώμη, ὅτι θὰ κάμωσι τὸ χρέος των καὶ θὰ τιμωρήσωσι τὰς ἀδίκους προσβολάς; Ὅταν ὅμως ἡ κυβέρνησις, δηλαδὴ τὸ ὑπουργεῖον, ἔχασε τὴν ἠθικὴν ἐπιῤῥοὴν καὶ κατακρίνωνται αἱ πράξεις της ὑπὸ τοῦ κοινοῦ, τότε βεβαίως εὑρίσκεται εἰς δεινὴν θέσιν, διότι φοβεῖται ἀντὶ καταδίκης μὴ λάβωσιν ἀθώωσιν αἱ ἀντιπολιτευόμεναι ἐφημερίδες καὶ γίνωσι θρασύτεραι. Ἀλλὰ τοῦτο εἶναι ἆράγε κακόν; Ὄχι· τὸ ὑπουργεῖον ἐκεῖνο δὲν εἶναι ἄξιον νὰ κυβερνήσῃ τὸν τόπον καὶ πρέπει ν’ ἀντικατασταθῇ δι’ ἄλλου, ἐμπνέοντος ἐμπιστοσύνην καὶ ἔχοντος τὰς συμπαθείας τοῦ κοινοῦ. Διατί νὰ δώσωμεν εἰς χεῖρας τοιούτου ὑπουργείου ἓν ὑπέρογκον μέτρον, διὰ νὰ καταθλίψῃ τὸν ἀντιπολιτευόμενον τύπον καὶ νὰ διατηρῆται εἰς τὰ πράγματα εἰς τὸ πεῖσμα τοῦ ἔθνους; Ὄχι, προτιμώτερον εἶναι νὰ ἀναγκασθῇ ἐκ τῶν κατακραυγῶν τοῦ τύπου ν’ ἀποσυρθῇ, καὶ οὕτω νὰ προληφθῶσι μεγαλείτερα δεινὰ τῆς πατρίδος. Πρέπει νὰ ἐννοήσωσιν ἅπαξ διὰ παντὸς οἱ περιερχόμενοι εἰς τὰ πράγματα, ὅτι δὲν δύνανται νὰ κυβερνῶσι παρὰ τὴν θέλησιν τοῦ ἔθνους, τὴν ἐκδηλουμένην ὑπὸ τῶν ἀντιπροσώπων αὐτοῦ καὶ ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης. Ἂν οἱ ἀντιπρόσωποι ὑποστηρίζουν τὴν Κυβέρνησιν, τότε τὸ ὑπουργεῖον δύναται ἐπί τινα καιρὸν νὰ μείνῃ εἰς τὰ πράγματα, ζητοῦν νὰ φωτίσῃ τὴν προῤῥηθεῖσαν κοινὴν γνώμην, ἀλλ’ ἐπὶ τέλους ἂν τὸ κοινὸν ᾖναι ἀμετάπειστον, τοῦτο σημαίνει ὅτι νοσεῖ καὶ τὸ νομοθετικὸν σῶμα καὶ πρέπει νὰ ληφθῇ πρόνοια πρὸς ἀνανέωσιν αὐτοῦ. Τέλος, αἱ φωναὶ ποτὲ δὲν θὰ λείψουν ἀπὸ τὴν ἀληθῶς συνταγματικὴν κυβέρνησιν, καὶ κριτὴς αὐτῶν θέλει εἶσθαι τὸ δημόσιον φρόνημα. Σᾶς ἀναφέρω, Κύριοι, καὶ τὴν γνώμην ἀνδρὸς λίαν ἀξιοσεβάστου, οὐχὶ ὡς φιλελευθέρου, ἀλλ’ ὡς συντηρητικοῦ, τοῦ Κ. Γκιζώ. Γνωρίζετε, ὅτι διέτρεξε μέγα καὶ μακρὸν πολιτικὸν στάδιον ἐν Γαλλίᾳ καὶ ὡς ὑπουργὸς καὶ ἐν τέλει ὡς πρωθυπουργός. Ὁ κ. Γκιζὼ ἕνεκα τῆς μεταπολιτεύσεως τῆς δημοκρατικῆς τοῦ 1848 καὶ τῆς κατόπιν αὐτοκρατορικῆς, ἀπεσύρθη ἐντελῶς ἀπὸ τὸ πολιτικὸν στάδιον, καὶ ἤδη ἐν γήρατι ἰδιωτεύων, ἐκδίδει περισπούδαστον σύγγραμμα, καλούμενον Ἀπομνημονεύματα τῆς ἐποχῆς μου. Εἰς τὸν τρίτον τόμον τοῦ συγγράμματος τούτου, ἐν σελ. 200 περίπου, θέλετε ἰδεῖ ποίαν ἰδέαν ἐκφράζει ὁ πολύπειρος καὶ νῦν ἀπαθὴς οὗτος ἀνὴρ περὶ τοῦ τύπου· ἐκφράζει τὴν μεταμέλειάν του διὰ τὰς συνεχεῖς δικαστικὰς καταδιώξεις, τὰς ὁποίας ἔκαμε τοῦ τύπου, καὶ λέγει, ὅτι τὸ μέσον τοῦτο δὲν εἶναι τὸ ἀσφαλέστερον εἰς τὸ νὰ ὑπερασπίσῃ ἑαυτὴν μία συνταγματικὴ κυβέρνησις· ὅτι πρέπει νὰ προτιμήσῃ ἄλλα ἠθικὰ ὅπλα, δηλαδὴ νὰ καταπολεμήσῃ καὶ αὐτὴ διὰ τοῦ τύπου τὰς γενομένας παραμορφώσεις τῶν πράξεων καὶ τῆς διαγωγῆς της ὑπὸ τοῦ ἀντιπολιτευομένου τύπου, τὸ ὁποῖον δηλοῖ, ὅτι πρέπει νὰ φροντίζῃ πᾶσα κυβέρνησις νὰ ἐνεργῇ οὕτως, ὥστε νὰ δικαιολογῶνται δημοσίᾳ αἱ πράξεις της. Ἀποκαλεῖ μὲν τὸν τύπον ὡς μίαν τρικυμιώδη ἐγγύησιν τῶν νεωτέρων χρόνων, καὶ ὡς τὴν δεινοτέραν δοκιμασίαν τῶν ἐλευθέρων κυβερνήσεων καὶ τῶν ἐλευθέρων λαῶν, ἀλλὰ προσθέτει, ὅτι αἱ συνταγματικαὶ κυβερνήσεις πρέπει ν’ ἀποδεχθῶσιν εἰλικρινῶς τὸν τύπον, ἂν καὶ δὲν πρέπῃ πολὺ νὰ τὸν περιποιηθῶσι.
§75ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Νὰ μὴ δίδουν δηλαδὴ παράδες.
§76ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Λέγει λοιπὸν ὁ Κ. Γκιζὼ, ὅτι τὰς παρεκτροπὰς τοῦ τύπου πρέπει δι’ αὐτοῦ τοῦ τύπου νὰ καταπολεμῶσιν αἱ κυβερνήσεις, ἀλλὰ δεικνύουσαι πολλὴν ἀνοχὴν καὶ μετὰ πολλῆς φειδοῦς μεταχειριζόμεναι τὴν ποινικὴν καταδίωξιν· διότι, ὡς λέγει, ὅταν οὐχὶ ἐν δέοντι καταδιώκωνται αἱ ἀντιπολιτευόμεναι ἐφημερίδες, τὸ ὁποῖον σημαίνει, ὅταν αἱ κυβερνήσεις δὲν ἔχουν ὑπὲρ ἑαυτῶν τὴν ἀγάπην καὶ τὴν συμπάθειαν τοῦ κοινοῦ, ὅταν αἱ πράξεις, τὰς ὁποίας κατακρίνει ὁ τύπος, δὲν εὐαρεστοῦν τὸ κοινὸν, τότε αἱ κατὰ τοῦ τύπου δίκαι ἀποβαίνουσι σκανδαλώδεις καὶ μᾶλλον βλάπτουσι τὰς κυβερνήσεις· τότε ὁ κατηγορούμενος ἐφημεριδογράφος, ἀντὶ νὰ συρθῇ εἰς τὴν καταδίκην, ἐξέρχεται ἀθῶος καὶ ἐν θριάμβῳ ἐκ τοῦ κακουργιοδικείου καὶ γίνεται θρασύτερος· οἱ δὲ ἔνορκοι, ὅταν τὸ αὐτὸ εἶδος τῆς προσβολῆς καταγγελθῇ πολλάκις ἐνώπιόν των, συνειθίζουν νὰ μὴ τὸ θεωροῦν ὡς ἀξιόποινον. Αὐτοὶ εἶναι οἱ λόγοι, διὰ τοὺς ὁποίους φρονῶ, ὅτι δὲν κάμνετε κἂν πολὺ τολμηρὸν βῆμα καθιεροῦντες διὰ τοῦ Συντάγματος, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις τῶν ἐφημερίδων πρὸ τῆς καταδίκης των ὑπὸ τῶν ἁρμοδίων δικαστῶν. Τὸ μέτρον τοῦτο τόσῳ μᾶλλον δὲν εἶναι ἐπικίνδυνον, ὅσῳ κατὰ τὴν πρότασίν μου ἐξαιροῦνται τῆς ἀπαγορεύσεως ταύτης αἱ κατὰ τοῦ βασιλέως προσβολαὶ, δι’ ἃς δύναται νὰ γείνῃ κατάσχεσις μετὰ τὴν δημοσίευσιν τοῦ φύλλου, διότι αἱ προσβολαὶ θὰ ἀφοροῦν τοὺς ὑπουργοὺς καὶ ἄλλους πολίτας, μὴ ἀναβιβαζόμεναι μέχρι τῆς ἀνωτάτης ἀρχῆς. Καὶ τῷ ὄντι τὸ ἴδιον Σύνταγμα, τὸ ὁποῖον κηρύττει τὸν τύπον ἐλεύθερον, κηρύττει καὶ τὸν βασιλέα ἀνεύθυνον, ἄρα καὶ ἀπρόσβλητον. Ἄρα ἀπαγορεύεται πᾶσα ἐξέλεγξις ἔστω καὶ εὔφημος τῆς διαγωγῆς τοῦ βασιλέως· διὰ τοῦτο οὔτε κολακεῖαι ἐπιτρέπονται ὑπὲρ τῆς βασιλείας, διότι αὗται προκαλοῦν κρυφὰ, ἢ καὶ φανερὰ, καὶ τὴν κατάκρισιν. Ἐπροτάθη ὑπό τινος πληρεξουσίου καὶ ἑτέρα ἐξαίρεσις, ἡ προσβολὴ κατὰ τοῦ πολιτεύματος, τὴν ὁποίαν καὶ ἐγὼ ἐγκρίνω. Ἅπας ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς θέλει τὴν συνταγματικὴν μοναρχίαν, καὶ αὐτὴν καθιεροῦμεν καὶ ἡμεῖς διὰ τοῦ Συντάγματος. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ ἐπιτραπῇ νὰ καταπολεμῆται αὐτὸ δημοσίᾳ, μολονότι οὐδένα πραγματικὸν κίνδυνον τρέχομεν, καθότι, τὸ πολὺ, ἀσθενεστάτη τις μειονοψηφία δύναται ν’ ἀναφανῇ κατὰ τῆς συνταγματικῆς μοναρχίας, δηλαδὴ δημοκρατική. Δὲν πιστεύω, ὅτι εἶναι δυνατὸν νὰ ἐπικρατήσῃ τοιαύτη τις αἵρεσις ἐν Ἑλλάδι· καθότι πάντες, καὶ αὐτοὶ οἱ κατὰ διάνοιαν δυνάμενοι νὰ προτιμῶσι τὸ δημοκρατικὸν σχῆμα, καθὸ Ἕλληνες, ὀφείλοντες νὰ συντελέσουν εἰς τὸ μεγαλεῖον τῆς Ἑλλάδος, δὲν δύνανται παρὰ νὰ ᾖναι μοναρχικοί. Διὰ τῆς μοναρχικῆς σημαίας δυνάμεθα νὰ προβῶμεν εἰς τὸ μέγα ἔργον, τὸ ἐπικείμενον εἰς τὴν παροῦσαν γενεάν. Βασιλέα πρέπει νὰ προσφέρωμεν εἰς τοὺς δεδουλωμένους ἀδελφούς μας ὡς σύμβολον τῆς μεθ’ ἡμῶν ἑνώσεώς των. Ὥστε ἀπέναντι τοῦ μεγάλου πατριωτικοῦ καθήκοντος, πρέπει νὰ σιγάσῃ εἰς τὰ στήθη μας πᾶσα ἐναντία φιλοσοφικὴ σκέψις. Εἰς ἄλλα ἔθνη, κύρια γενόμενα τῆς ὅλης των περιουσίας, ἐπιτρέπεται νὰ διαφωνῶσιν περὶ τοῦ πῶς νὰ τὴν ῥυθμίσωσιν· ἡμεῖς ἔργον μοναδικὸν ἤδη ἔχομεν, πῶς νὰ τὴν διασώσωμεν ἐκ ξένων χειρῶν. Διὰ τοῦτο παραδέχομαι καὶ ἐγὼ ὡς πολιτικὸν, τὸ νὰ μὴ ἐπιτραπῇ ἡ δημοσία κατάκρισις τοῦ πολιτεύματος τῆς συνταγματικῆς μοναρχίας. Ἀλλὰ πρέπει νὰ ἐξηγηθῇ καθαρὰ ἡ ἰδέα αὕτη, ἔστω καὶ διὰ τῶν πρακτικῶν, ὥστε ὑπὸ τὸ πρόσχημα, ὅτι καταπολεμεῖται τὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος, νὰ μὴ κατάσχωνται φύλλα περιέχοντα προσβολὰς κατὰ τῆς Κυβερνήσεως, δηλαδὴ κατὰ τῶν ἐνασκούντων τὴν κυβέρνησιν. Καὶ οἱ θεσμοὶ αὐτοὶ καὶ οἱ νόμοι δύνανται νὰ ἐπικριθῶσιν εὐσχήμως· ἐξαίρεσις πρέπει νὰ γείνῃ μόνον ὡς πρὸς τὸ εἶδος τοῦ πολιτεύματος.
§77ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ τὴν θρησκείαν;
§78ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἐννοεῖται, ὅτι ἐπιμένω εἰς τὴν ὁλοσχερῆ παραδοχὴν τῆς τροπολογίας μου. Κατ’ αὐτὴν, δύνανται νὰ κατασχεθοῦν μετὰ τὴν δημοσίευσίν των αἱ ἐφημερίδες, αἱ περιέχουσαι προσβολὰς κατὰ τοῦ βασιλέως, κατὰ τῆς καθόλου θρησκείας καὶ κατὰ τῶν ἀρχῶν τῆς ἠθικῆς. Αἱ ἰδέαι περὶ τῆς χρησιμότητος μιᾶς θρησκείας καὶ τῶν ἀρχῶν τῆς ἠθικῆς ἀποτελοῦν πεποίθησιν ὅλων τῶν πολιτισμένων λαῶν. Ἄρα ἡ ἀνασκευὴ τῶν ἀρχῶν τούτων ἐμποιεῖ σκάνδαλον καὶ ἀνησυχίαν εἰς τὸ κοινόν. Ὑπάρχουσιν ἄνθρωποι ἐν Εὐρώπῃ, οἵτινες ἐξ ἐσφαλμένης κρίσεως, ἢ ὁρμώμενοι ἐκ τῆς φιλοδοξίας τοῦ νὰ γίνωσιν ὅπως δήποτε γνωστοὶ, προάγουσιν εἰς τὴν δημοσιότητα ἀρχὰς ἀνατρεπτικὰς παντὸς ὁσίου καὶ δικαίου, θέτοντες εἰς ἀμφιβολίαν τὴν πνευματικὴν τοῦ ἀνθρώπου ὕπαρξιν, δηλαδὴ τὴν ἀνάγκην τῆς πνευματικῆς του ὑπάρξεως. Τοιαῦται λοιπὸν βλασφημίαι εἰς κοινωνίαν ἀρτισύστατον, ὡς ἡ ἰδική μας, δὲν εἶναι πολιτικὸν νὰ κυκλοφοροῦν ἀκωλύτως. Ἂς προαχθῇ ὁ πολιτισμός μας, καὶ τότε βλέπομεν, ἂν πρέπῃ νὰ ἐκτείνωμεν καὶ πέραν τοῦ γνωστοῦ ὁρίζοντος τὰς ἰδέας μας.
§79ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Μετὰ τὴν καταδίκην τοῦ φύλλου;
§80ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος περὶ τούτου δὲν λέγει τίποτε· λέγει μόνον, ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται ἡ κατάσχεσις πρὸ ἢ μετὰ τὴν δημοσίευσιν. Ἐν τῇ σιωπῇ δὲ ταύτῃ, ἀπόκειται βεβαίως εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν, δηλαδὴ εἰς τὸν νέον περὶ τύπου νόμον, νὰ ὁρίσῃ ὅτι, ὅταν κηρυχθῇ ἀξιόποινον τὸ ἄρθρον, τὸ δικαστήριον νὰ διατάττῃ τὴν σύλληψιν καὶ ἐξαφάνισιν ὅλων τῶν περιεχόντων αὐτὸ φύλλων. Εἰς τοὺς διακόπτοντάς με λέγω, ὅτι ἐγὼ ὁ καταμηνύσας τὸ ἄρθρον ὡς ἐξυβριστικὸν κατ’ ἐμοῦ, δικαιοῦμαι νὰ ζητήσω ὡς πολιτικῶς ἐνάγων παρὰ τοῦ δικαστηρίου νὰ διατάξῃ τὴν ἐξαφάνισιν τῶν φύλλων ὅπου καὶ ἂν εὑρεθῶσιν. Ἐγὼ ὁ ἔχων συμφέρον θέλω ἀναζητήσει καὶ κατάσχει τὰ φύλλα, τὰ περιέχοντα τὸ καταδικασθὲν ἄρθρον, πρὸς ἐκτέλεσιν τῆς καταδικαστικῆς ἀποφάσεως.
§81ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν, Κύριε Πρόεδρε.
§82ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητής). Ὁ Ἀντώνιος, ὁ φαῦλος Ἀντώνιος, θέλων νὰ δημαγωγήσῃ τοὺς Ῥωμαίους, καὶ νὰ πνίξῃ τὴν ἀναδυομένην ἐλευθερίαν τῆς Ῥώμης, ἦλθεν εἰς τὸν φόρον, καὶ πρὸ τῶν ἐμβόλων στὰς ἔσειε τὴν ᾑμαγμένην χλαῖναν τοῦ Καίσαρος, καὶ ὁ μωρὸς ἐκεῖνος ὄχλος ἔκλαυσε τὸν δικτάτορα τοῦ ὁποίου αἱ ῥαβδουχίαι συνεθλάσθησαν, καὶ ἔτεινε τὰς χεῖρας πρὸς νέας φαυλοτέρας ἁλύσεις. Αὐτὸ τοῦτο ἔπραξε καὶ ὁ προλαλήσας· ἔκυψε, καὶ ἀπὸ τοῦ βορβόρου ἀνεσήκωσε ἐῤῥυπωμένον τι τοῦ τύπου ῥάκος καὶ ἐν θριάμβῳ τὸ ἔσεισεν ἐνώπιόν σας ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου, ἵνα τρομάξῃ ὑμᾶς, Κύριοι, καὶ ψηφοθηρεύσῃ ὅπως δεσμεύσητε τὸν τύπον, διότι εὑρίσκονται ἐν τοῖς ὀργάνοις τοῦ τύπου ὄργανα φαῦλα καὶ ἀνάξια τῆς ὑψηλῆς ἀποστολῆς του. (Εὖγε! Εὖγε!) Ὄχι, Κύριε Καλλιγᾶ, δὲν πρέπει νὰ προβαίνητε μόνον τὸ συμβαῖνον κακὸν ἐκ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου, ἀλλ’ ὀφείλετε εἰλικρινῶς νὰ παραστήσητε καὶ πόσα κακὰ προλαμβάνει αὐτὴ ἡ τοῦ τύπου ἐλευθερία· πρέπει νὰ ἐξετάσητε ἀμερολήπτως, ἂν ἡ ἐλευθερία τοῦ τύπου δὲν δίδῃ περισσοτέραν ἔντασιν εἰς τὴν ἐν γένει ἐλευθερίαν τοῦ ἔθνους· διότι δὲ φαῦλοι τινὲς καπηλεύονται τὸ εὐγενὲς τοῦτο ὄργανον, καὶ τὸ μεταβάλλουσι εἰς κηρύκειον ἀκολασίας, ἕπεται ὅτι πρέπει σύμπας νὰ καταδικασθῇ ὁ τύπος; Κακῶς σᾶς παρέστησε, Κύριοι, ὅτι ὁ τύπος μορφόνει τὰ ἤθη, ἐγὼ τοὐναντίον φρονῶ, ὅτι ὁ τύπος ἀκολουθεῖ τὰ ἤθη, εἶναι αὐτῶν τῶν ἠθῶν τῆς κοινωνίας τὸ κάτοπτρον· ἐὰν τὰ ἤθη τόπου τινὸς ὦσι φαῦλα, φαῦλος ἔσται καὶ ὁ τύπος· ἐὰν δὲ τὰ ἤθη ὦσι σώφρονα, σωφρονέστερος γενήσεται καὶ ὁ τύπος ἐξ ἀνάγκης. Ἐὰν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου ἐλάμβανε τὸν κόπον νὰ μελετήσῃ τὰς στατιστικὰς τῆς Ἀγγλίας καὶ Ἀμερικῆς, ἤθελεν ἰδεῖ καὶ μάθει, ὅτι τὰ φύλλα τὰ κακὰ καὶ ἀκόλαστα ὁσημέραι ἐλαττοῦνται, καθόσον καὶ αἱ κοινωνίαι ἐν αἷς ζῶσιν ἠθοποιοῦνται, ἐξίστανται δ’ οἱ ξένοι ἐπὶ τοῖς συμβαίνουσιν, πῶς ὁ πασῶν τῶν λοιπῶν ἐπικρατειῶν ἐλευθερώτατος τύπος νὰ ᾖ συνάμα καὶ ὁ σωφρονέστατος. Ἐὰν ἐμελέτα τὴν ἱστορίαν ἐμβριθέστερον, οὐχὶ ὅπως ὀνθυλεύσῃ ἐξ αὐτῆς, ἀλλ’ ὅπως ἐκμεταλλεύσῃ τὸν ἀδάμαντα, ἤθελεν ἰδεῖ, ὅτι οὐδεὶς πλέον τοῦ Βασιγκτῶνος ὑβρίσθη, καὶ οὐδεὶς πλέον αὐτοῦ ἐπροπηλακίσθη ὑπὸ τῶν τεσσάρων πέμπτων τοὐλάχιστον τοῦ συγχρόνου αὐτῷ Ἀμερικανικοῦ τύπου· ἀλλ’ ἔβλαψεν ἆρά γε τὴν ὑπόληψιν τοῦ Βασιγκτῶνος ὁ τύπος ἐκεῖνος; Ὁ Τοκκεβίλλ λέγει, ὅτι τὸ πρῶτον φύλλον Ἀμερικανικῆς ἐφημερίδος, ὃ ἀποβὰς τῆς Ἀμερικῆς κατὰ τὸ 1834 ἔτυχε νὰ ἴδῃ, ἔγραφε περὶ τοῦ τότε Προέδρου τῆς Ὁμοσπονδίας Ἰάκσωνος, ἀνδρὸς, ὅστις ηὔξησε τὴν ἐπικράτειαν τῆς Ἀμερικῆς, ἐπιεικῶς δὲ καὶ σοφῶς ἐκυβέρνησεν αὐτὴν, καὶ προέδρευσεν ἐπὶ ὀκτὼ ἔτη, ὅτι ἦν μωρὸς, κακοῦργος, προδότης καὶ μυρία ὅσα ἄλλα, ἀλλ’ ἡ πατρίς του ἐτίμησεν αὐτὸν καὶ πόλεις σήμερον ἐν Ἀμερικῇ φέρουσι πρὸς τιμὴν αὐτοῦ τὸ ὄνομά του. Δὲν εἶναι λοιπὸν ἡ φαυλότης τοῦ τύπου ἡ μᾶλλον βλάπτουσα τὰς κοινωνίας· μορφώσατε τὰ ἤθη, καὶ τότε θέλει ἀφ’ ἑαυτοῦ διορθωθῆ καὶ ὁ τύπος. Ἄλλως δὲ προσέξατε, Κύριοι, μήπως ζητοῦντες νὰ ἐμποδίσητε τὸ κακὸν φύλλον, ἀδύνατον τὸ καλὸν καταστήσητε. Ἀλλὰ καὶ ἐκεῖνο εἰς οὐ μικρὰν ἐμβάλλει με ἀπορίαν ν’ ἀκούω τοὺς ἐναντίους πάντας σκεπτομένους περὶ καταστολῆς τοῦ ὑβριστοῦ τύπου, ὡσεὶ μὴ εἶχεν ἄλλην ἐντολὴν ὁ τύπος ἢ τὸ ὑβρίζειν, οὐδεὶς δ’ αὐτῶν ἀναλογίζεται ὅτι ὁ τύπος ἐστὶν ἀληθῶς ἡ τοῦ Δαμοκλέους σπάθη ἐπὶ τῆς κεφαλῆς παντὸς καταχραστοῦ κρεμαμένη. Δὲν ὠνομάσθη ἀδίκως ὁ τύπος ἡ τετάρτη ἐξουσία τοῦ Κράτους· ἐγὼ μάλιστα λέγω, ὅτι εἶναι ἡ πρώτη ἐξουσία, ἡ τὴν ἐποπτείαν ἐπὶ τῶν λοιπῶν ἐξουσιῶν ἐντεταλμένη, ἡ συνέχουσα ὅλας τὰς ἄλλας εἰς τὰς οἰκείας θέσεις των, καὶ μὴ ἀφίνουσά τινα αὐτῶν νὰ ἐκκλίνῃ τῆς διαγεγραμμένης αὐτῇ ὑπὸ τοῦ πολιτεύματος τροχιᾶς. Ῥίψατε ἐταστικὸν βλέμμα ὅπου ἐστὶ δεδεσμευμένος ὁ τύπος καὶ θέλετε ἰδεῖ ἂν ἐκεῖ βελτίων εἶναι ἡ πολιτεία. Ὁ τύπος εἶναι περιωρισμένος ἐν Ῥωσσίᾳ, ἀλλὰ φαυλότερα δικαστήρια καὶ μᾶλλον καταχρασταὶ διοικητικοὶ ὑπάλληλοι ὑπάρχουσιν ἀλλαχοῦ; Ποῦ δ’ ἐπαχθέστερα τὰ πάντα ἢ ἐν Τουρκίᾳ; ὁ τύπος πολλοὺς πάσχει περιορισμοὺς ἐν Πρωσσίᾳ, ἀλλ’ ὑπάρχει που ἀντιπολίτευσις ἰσχυροτέρα, ἀντίδρασις μᾶλλον ἐπίμονος ἢ ἐκεῖ; Σήμερον εἶναι περιωρισμένος ὁ τύπος ἐν Πρωσσίᾳ, καὶ ὅμως ἐπὶ τεσσαράκοντα καὶ ἓξ ἔτη ἐπὶ Φριδερίκου τοῦ Μεγάλου ὁ τύπος ἦν ἐλεύθερος, καί τοι ὑπὸ παμβασιλείαν, καὶ ὅμως οὐδέποτε κατεφέρθη κατὰ τοῦ μεγάλου ἐκείνου Μονάρχου, διότι ἀληθῶς ἰσχύς του ἦν ἡ ἀγάπη τοῦ λαοῦ του. (Εὖγε! Εὖγε.) Ὁ τύπος δὲν εἶναι νεκρόν τι ὄργανον, ἀλλ’ ἔστι τι τὸ σπέρμα τῆς ζωῆς ἐν ἑαυτῷ φέρον ὡς ἡ διάνοια, ἧς τὴν ἰδέαν διαδίδει, καὶ τὸ εἴδομεν ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν, ἂν μείνῃ ἐλεύθερος διδάσκει ἡμᾶς πάντας, ἂν ὅμως ἐπιχειρήσῃ τις νὰ τὸν ἐνταφιάσῃ, ὢ τότε συμβαίνει νὰ πραγματοποιηθῇ ὁ περὶ τοῦ Κάδμου μῦθος, ὅτι ἔσπειρεν ὀδόντας δράκοντος, καὶ οἱ ὀδόντες μετεβλήθησαν εἰς ἐνόπλους ἄνδρας· ναὶ, Κύριοι, εἰς δράκοντος ὀδόντας ὁ δέσμιος μεταμορφοῦται τύπος, καὶ ἐξ αὐτῶν αἴφνης ἔνοπλοι ἀναδίδουσιν ἄνδρες. Ἡ ὡραία καὶ ποιητικὴ αὕτη περὶ τοῦ τύπου εἰκὼν εἶναι τοῦ Μίλτωνος, τοῦ μεγάλου ἐκείνου ποιητοῦ, ὅστις τὸ ἐπίγειον στερηθεὶς τῶν ὀφθαλμῶν του φῶς τὸ οὐράνιον εἶδε τοῦ παραδείσου καὶ τῆς κολάσεως τὸ σκότος. Ὁ Μίλτων πρῶτος περὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ τύπου ἔγραψε, καὶ, ἂς τὸ ὁμολογήσωμεν, εἶπεν ὅλα, καὶ δὲν ἀφῆκεν εἰς ἡμᾶς νὰ εἴπωμεν τίποτε περισσότερον· ὁ Μίλτων λοιπὸν λέγει, ὁ τύπος εἶναι ὡς οἱ τοῦ μύθου ὀδόντες τοῦ δράκοντος, ἐξ ὧν φύονται ἔνοπλοι ἄνδρες· ναὶ, ἐφύησαν ἀληθῶς παρ’ ἡμῖν ἀπὸ τῶν ὀδόντων τούτων ἄνδρες, καὶ κατέβαλον τὴν μοχθηρὰν ἐκείνην κατάστασιν, ἥτις ἐκράτει πάντας ἡμᾶς ὑπὸ τὸν δυσφόρητον ἐκεῖνον ζυγὸν, ἐξηγέρθημεν δὲ καὶ ὁ ἐφιάλτης ἐκεῖνος, ὅστις ἐκάθητο ἐπὶ τῶν στηθῶν ἡμῶν, καὶ ἔπνιγε τὴν φωνὴν ἡμῶν, ἐξέλιπε, καὶ ὅμως θέλει ποτὲ ῥηθῇ περὶ ἡμῶν, ὅτι ἀγνώμονες ἤλθομεν σήμερον νὰ δεσμεύσωμεν τὸν λύσαντα τὰ δεσμὰ ἡμῶν, καὶ νὰ σβέσωμεν ἐκεῖνον, ὅστις, ὡς ἡ φαεινὴ στήλη ὡδήγησε τὸ ἔθνος τῶν Ἑβραίων εἰς τὴν ὁδὸν τὴν ἄγουσαν εἰς τὴν γῆν τῆς ἐπαγγελίας, ἔφερε καὶ ἡμᾶς ἐνταῦθα. (Εὖγε, εὖγε!) Κύριοι, περιορίζοντες τὴν ἐλευθερίαν τοῦ τύπου γινώσκετε ποῦ κεντᾶτε; ἐννοεῖτε ὅτι προσβάλλετε αὐτὴν τοῦ ἔθνους τὴν κυριαρχίαν; οὐδὲν ὀλιγώτερον! Τὸ ἔθνος εἶναι κυρίαρχον, τὸ λέγει ἡ ἐπιστήμη, τὸ ἀναγράφει τὸ Σύνταγμα, ὅθεν πρέπει καὶ νὰ ἐκφράζηται ἐλευθέρως· ὡς καὶ τὴν ψῆφον ἐλευθέρως πρέπει νὰ ἐκφέρῃ· οὐσῶν δὲ ἀλληλενδέτων τῆς κυριαρχίας τοῦ ἔθνους, τῆς ἐλευθέρας ψήφου αὐτοῦ, καὶ τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἐκφράζειν τὴν διάνοιαν καὶ τὴν ἐπὶ τῶν πολιτευομένων κρίσιν, πᾶς περιορισμὸς τοῦ τύπου, τῶν δύο ἄλλων ἀρχῶν ὁμολογουμένων, εἶναι αὐτόχρημα παραλογισμός. Καὶ ὅμως ὑβρίσθη ἀπὸ τοῦ βήματος τούτου ὁ τύπος, καὶ ἐῤῥέθη περὶ αὐτοῦ, ὅτι εἶναι βιοποριστικὸν ἐπάγγελμα· ὄχι, τοιοῦτον δὲν εἶναι, Κύριε Καλλιγᾶ, ἀλλὰ καὶ ἂν ἦτο, δὲν πρέπει νὰ θεωρηθῇ ὡς τοιοῦτον, ὡς οὐδ’ ἡ ἱερωσύνη, κἂν ὁ ἱερεὺς μισθῶται, λέγεται μισθαρνία· ὁ τύπος εἶναι ἀνάγκη τῆς πολιτείας, εἰ δέ τινες ἐκ τῶν πολιτῶν ἀναδέχονται τὸ ἔργον νὰ γίνωνται ὄργανα τῆς ἐκδηλώσεως τῆς θελήσεως τῶν συμπολιτῶν των, καὶ τὴν γνώμην τῆς πολιτείας νὰ ἐκφαίνωσι, τοῦτο εἶναι ἐπίσης ἔντιμον ὅσον καὶ δι’ ὑμᾶς τὸ νὰ γίνησθε ὄργανον τοῦ πελάτου σας, ὅστις ἐντέλλεται ὑμῖν ὡς δικηγόρῳ νὰ παρασταθῆτε εἰς τὸ δικαστήριον, ἵνα ἐκθέσητε τὰ δίκαιά του, καὶ δὲν πιστεύω ὅτι διὰ τοῦτο ταπεινοῦσθε, ἀρκεῖ νὰ πράττητε εὐσεβῶς καὶ κατὰ πεποίθησιν, οὐχὶ δ’ ἁπλῶς τοῦ ἀργυρίου χάριν, νὰ συνηγορῆτε καὶ ὑπὲρ τῆς ἀδικίας ὡς καὶ ὑπὲρ τῆς δικαιοσύνης. Μὴ ἐκφαυλίζητε λοιπὸν τοὺς δημοσιογράφους, ὅτι εἰσὶ μίσθαρνα, ἀλαλάζοντα τύμπανα, ἁπλοῖ ἐργολάβοι πρὸς διατροφὴν μόνον ἐργαζόμενοι· ἔχουσι τὴν ἐντολὴν παρὰ μερίδος τινὸς τῆς κοινωνίας νὰ ἐκφράζωνται ἐν ὀνόματι τῆς μερίδος ἐκείνης, καὶ τοὺς λόγους αὐτῶν πρέπει νὰ ἐκλαμβάνωμεν ὡς τὴν ἰδέαν τῆς μερίδος ἣν ἐκπροσωποῦσι, καὶ νὰ σεβώμεθα οὐχὶ δὲ νὰ τοὺς ὑβρίζωμεν. Ἀλλὰ προσβάλλουσί τινας, ἐπιτρέψατέ μοι νὰ εἴπω ἐγὼ, ὅστις βεβαίως δὲν εἶμαι ἐκ τῶν εὐνοουμένων ὑπὸ τοῦ τύπου, διότι κατὰ τῶν στηθῶν ὀλίγων ἐξ ὑμῶν ἴσως ἐξετοξεύθησαν ὑπὸ τοῦ τύπου τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα πεπυρωμένα βέλη, ὅσα καὶ οἷα κατ’ ἐμοῦ, ἀλλὰ οὐδὲ μικρὸν πρὸς ταῦτα προσέσχον, οὐδὲ τῆς ὁδοῦ ἣν ἐχάραξα εἰς ἐμαυτὸν ἀπετράπην, καὶ εἶδον τὰ βέλη ταῦτα νὰ πέσωσι πρὸ τῶν ποδῶν μου χωρὶς νὰ μὲ τρώσωσι, καὶ ἐκεῖνοι οἵτινες μὲ ὕβρισαν, ἠναγκάσθησαν μετ’ ὀλίγον νὰ μὲ ἐπαινέσωσι. Ἠξεύρετε δὲ ὁποίαν ἀλλόκοτον καὶ αὐθαίρετον, ὁ ἰδιότροπος ἐγώ, τοῖς ὑβρισταῖς μου ἐπιβάλλω ποινήν; καταδικάζω αὐτοὺς εἰς τὴν ἀθανασίαν, ὅσον ἔγκειταί μοι νὰ τοῖς δώσω αὐτήν, συλλέγω ἐπιμελῶς ὅλα τὰ φύλλα τῶν ἐφημερίδων, αἱ ὁποῖαι μὲ ὕβρισαν, ὡς καὶ θέλω συλλέγει καὶ τὰ ἐκείνων, αἱ ὁποῖαι ἴσως μὲ ὑβρίσουσιν εἰς τὸ μέλλον, τὰ δένω εἰς τόμους 2, 5, 10, ὅσοι ἂν γίνωσι μέχρι τοῦ θανάτου μου, διὰ νὰ τ’ ἀφήσω κληρονομίαν εἰς τὰ τέκνα μου, ὅπως διὰ τοῦ παραδείγματός μου μάθωσιν, ὅτι ἀπὸ τῶν ἐχθρῶν του ἕκαστος σοφώτερον συμβουλεύεται παρὰ ὑπὸ τῶν φίλων του, καὶ ὅτι, ὅταν ἐκπληροῖ τις τὸ καθῆκόν του δὲν πρέπει νὰ φροντίζῃ διὰ τοὺς ὑβριστὰς, ἀρκεῖ τὴν πολιτείαν, ἣν περιεσκεμμένως διέγραψεν εἰς ἑαυτὸν, ἀπαρεγκλίτως νὰ ἠκολούθησε καὶ ἀπόφασιν ἔχει ν’ ἀκολουθήσῃ μέχρι τέλους· οὐδὲν ἔχει νὰ φοβηθῇ, ἀρκεῖ αὐτῷ τῆς συνειδήσεώς του ἡ βεβαίωσις, ὅτι αἱ ὕβρεις εἰσὶν ἄδικοι (εὖγε! εὖγε).
§83ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἰδίοις ὄμμασιν εἶδον τοὺς μεγαλοσχήμους τόμους ἐν οἷς ἐπιμελῶς τὰ συλλέγετε, Κ. Σαρίπολε.
§84ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Προσβάλλεται ἡ κυριαρχία τοῦ ἔθνους, εἶπον ὑμῖν πρὸ ὀλίγου, διότι ὁ κυρίαρχος καὶ βούλεται, ὁ δὲ βουλόμενος δέον καὶ ἐλευθέρως νὰ ἐκφράζηται. Ἀλλὰ καὶ ἄλλως σωστικὸν διὰ τὴν πολιτείαν εἶναι, ὅπως ἡ κυριαρχία αὕτη καὶ προσβαλλομένη ἐκδηλῶται πρῶτον διὰ τῶν ἠπιωτέρων μέσων πρὶν ἢ φθάσῃ εἰς τὰ δριμύτερα, καὶ ἀπὸ τούτων εἰς τὰ ἔσχατα καταφύγῃ μέσα τῆς ἀπελπισίας, ὅταν περὶ τῶν ὅλων κατασταθῇ ὁ ἀγών· ποῖον δὲ τὸ ἠπιώτατον ὅλων μέσων; πάντως ὁ ἐλεύθερος τύπος· ὁ τύπος εἶναι ἡ σταγὼν τοῦ ὕδατος, ἥτις πίπτουσα ἐνδελεχῶς καὶ ἐπὶ τῆς σκληροτάτης πέτρας κοιλαίνει αὐτὴν ἐπὶ τέλους· θέλετε λοιπὸν κωλύοντες τὸ ἔθνος τῆς χρήσεως τοῦ ἠπίου καὶ λογικοῦ τούτου μέσου ν’ ἀναγκάζητε τὸν λαὸν διαμιᾶς νὰ προσφεύγῃ εἰς τὰ ὅπλα; εἴπατέ το φανερὰ, προτιμᾶτε τὰς στάσεις τῶν γιανιτζάρων καὶ τοὺς ἐκθρονισμοὺς καὶ φόνους τῶν Σουλτάνων παρὰ τὴν ἐν Ἀγγλίᾳ καὶ ὁποιαδήποτε ἄλλῃ ἐλευθέρᾳ χώρᾳ ἐκδήλωσιν τῆς κοινῆς γνώμης διὰ τοῦ τύπου; καὶ ἂν δεσμεύσητε τὸν τύπον δὲν φοβεῖσθε τὰς συνωμοσίας; διότι εἶναι ἀδύνατον εἰς οἱανδήποτε κοινωνίαν νὰ μὴ ὑπάρχῃ ἀντιπολίτευσις, καὶ ἡ ἀντιπολίτευσις ἐκζητεῖ πάντως νὰ ἐκφρασθῇ ἢ κατὰ τὸν ἕνα, ἢ κατὰ τὸν ἄλλον τρόπον· ἢ θέλει ἐκφρασθῆ διὰ τοῦ τύπου, ὅταν ᾖναι ἐλεύθερος, ἢ θέλει ἐκφρασθῆ διὰ τῶν ἄλλων μέσων καὶ τοῦ ἐγχειριδίου τοῦ Κλεμὰντ, τοῦ Ῥαβαλλιὰκ, τοῦ Ὀρσίνη. Ἐπειδὴ λοιπὸν δὲν συμφέρει, οὐδ’ ἂν συνέφερε πρέπει νὰ ἔχωμεν τὰ ἐγχειρίδια ὡς πολιτικὸν ὅπλον, — μὴ γελᾶτε, Κ. Καλλιγᾶ, διότι ἡ χροιά σας μὲ δεικνύει, ὅτι εἶναι σαρδώνειος ὁ γέλως σας (γέλως) — ἐπειδὴ λοιπὸν, λέγω, δὲν θέλομεν τὰ ἐγχειρίδια, ἄφετε ἐλευθέραν τὴν σταγόνα τῆς μελάνης νὰ πίπτῃ, καὶ νὰ πίπτῃ ἐνδελεχῶς καὶ ἀλλεπαλλήλως, καὶ εἰ μὲν λέγει καλὰ, τὰ καλὰ θέλουσι διὰ τέλους ἐπιτύχει, εἰ δὲ κακὰ, τὰ καλὰ, τὰ ὁποῖα λέγει ἡ ἄλλη ἐφημερὶς θέλουσιν ἐπιτύχει ἀναιροῦντα τῆς πρώτης τὰ κακά. Ἀλλὰ, Κύριοι, ὁ τὸν τύπον δεσμεύων πράττει καὶ αὐτοῦ τοῦ φόνου στυγερώτερον κακούργημα· βεβαίως, ὅταν φονεύσῃ τις ἕνα ἄνθρωπον, ἀφαιρεῖ μίαν ζωὴν πολύτιμον, ὁ ἐπιτυχὼν ὅμως νὰ φονεύσῃ μίαν ἰδέαν φονεύει ἴσως τὸν νοῦν ὅλου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Ἐὰν τὴν ἰδέαν τοῦ Γαλιλαίου, πρὶν ἢ τὴν ἐκφράσῃ, ἐδέσμευον αὐτὴν, ἂν ἐν ταῖς εἱρκταῖς καὶ ἐπὶ τῷ λόγῳ ὅτι προσέβαλε τὴν θρησκείαν ἐθανατοῦτο ὁ Γαλιλαῖος, τίς οἶδεν ἂν μέχρι τῆς σήμερον δὲν ἠθέλομεν πιστεύει, ὅτι ὁ ἥλιος κινεῖται περὶ τὴν γῆν. Βλέπετε λοιπὸν τὶ κινδυνεύετε νὰ πάθητε ἐπὶ τῷ προσποιητῷ λόγῳ τοῦ συμφέροντος τῆς θρησκείας ἢ τῆς πολιτείας, ἢ καὶ τῶν χρηστῶν, ἂν θέλετε, ἠθῶν, ἂν δεσμεύσητε τὸν τύπον; Ἀλλὰ ποῦ θέλετε σταθῆ, Κύριοι; Ἀκούσατε τὶ λέγει περὶ τοῦ τύπου ἀνὴρ τὰ μάλα φιλελεύθερος καὶ πολιτικὸς συντηρητικώτατος ὁ Τοκκεβίλλ. «Ἀγαπῶ, λέγει οὗτος, τὴν τοῦ τύπου ἐλευθερίαν μᾶλλον ἕνεκα τῶν κακῶν τὰ ὁποῖα ἐμποδίζει παρὰ διὰ τὰ καλὰ, τῶν ὁποίων γίνεται αἰτία. Ἄν τις ἠδύνατο νὰ μοὶ δείξῃ μέσον τι ἀσφαλὲς σύστημα μεταξὺ τῆς ἐντελοῦς ἀνεξαρτησίας καὶ τῆς παντελοῦς δουλώσεως τοῦ πνεύματος, ἤθελον ἴσως ἀσπασθῆ αὐτὸ, ἀλλὰ τίς ὁ ἀνακαλύψων τὸν μέσον τοῦτον ὅρον; Ἀναχωρῶν τις ἀπὸ τῆς διαφθορᾶς τοῦ τύπου καὶ βαδίζων πρὸς τὴν τάξιν τί κάμνει; Ὑποβάλλει τὸ πρῶτον τοὺς συγγραφεῖς εἰς τὴν δικαιοδοσίαν τῶν ἐνόρκων, ἀλλ’ οἱ ἔνορκοι ἀθωοῦσι, τότε δὲ τὸ κατ’ ἀρχὰς ἡ μεμονωμένου ἀνθρώπου γνώμη γίνεται γνώμη τοῦ ἔθνους»· διότι φυσικῶς ἡ ἐλευθέρα ὑπεράσπισις ὑπάρχει καθιερωμένη. Ὅταν λοιπὸν καθ’ ἑκάστην σύρεται ὁ τύπος ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, παρέχεται ἴσως ἀφορμὴ εἰς τὸν Κ. Καλλιγᾶν νὰ δρέπῃ δάφνας ἐν τῷ κακουργοδικείῳ, τὰς ὁποίας ὅμως θέλει ἐπιφυλάττεσθαι νὰ κηλιδώσῃ καὶ καταπατήσῃ ἐν ταῖς Βουλαῖς τοῦ Ἔθνους, τὸ Ἔθνος ὅμως καὶ ζημιοῦται καὶ συνταράσσεται (εὖγε). «Ἔπραξεν ἄρα πλέον καὶ συνάμα ἧττον τοῦ δέοντος, ὅθεν ἀνάγκη νὰ προβῇ περαιτέρω· ὑποβάλλει λοιπὸν αὐτοὺς εἰς μονίμων δικαστῶν τὴν δικαιοδοσίαν, ἀλλ’ οἱ δικασταὶ οὗτοι εἰσὶν ὑπόχρεοι ν’ ἀκούσωσι πρὶν ἢ καταδικάσωσι, τότε δὲ ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον δὲν ἐτόλμα νὰ ὁμολογήσῃ ἐν τῇ βίβλῳ, τὸ κηρύττει ἀτιμωρητὶ ἐν τῇ ἀγορεύσει τῆς ὑπερασπίσεως, τὸ δὲ ἀσαφῶς ἐν τοῖς γράμμασιν ἔχον, ἐν μυρίοις ἄλλοις σαφῶς διαθρυλλεῖται. Ἡ ἔκφρασις εἶναι τὸ ἐξωτερικὸν εἶδος, καὶ τρόπον τινὰ τὸ σῶμα τῆς ἰδέας, δὲν εἶναι ὅμως αὐτὴ ἡ ἰδέα. Τὰ δικαστήριά του λοιπὸν ἐπιλαμβάνονται τοῦ σώματος, ἀλλ’ ἡ ἰδέα διαφεύγει τῶν χειρῶν των. Πάλιν ἄρα ἔπραξε πλέον ἢ ἧττον τοῦ δέοντος· ἀνάγκη νὰ προβῇ ἔτι περαιτέρω. Παραδίδει τέλος τοὺς γράψαντας εἰς λογοκριτάς· ἄριστα! Ἰδοὺ πλησιάζει τοῦ σκοποῦ. Ἀλλὰ μήπως τὸ βουλευτικὸν βῆμα δὲν εἶναι ἐλεύθερον; ἄρα οὐδὲν εἰσέτι κατώρθωσεν, ὁ δὲ τοῦ κακοῦ τὴν θεραπείαν ἐπιδιώκων προσηύξησεν αὐτήν· ἢ μήπως ἡ ἰδέα εἶναι ὑλική τις δύναμις, ἥτις ν’ αὐξάνῃ ἀναλόγως τοῦ ἀριθμοῦ τῶν ὑφ’ ὧν ἐνεργεῖται ὀργάνων; ἢ μήπως οἱ συγγραφεῖς ἀριθμοῦνται ὡς οἱ στρατοῦ τινος στρατιῶται; Οὐχὶ, ἀλλὰ τοὐναντίον μάλιστα τοῦ ταῖς φυσικαῖς δυνάμεσι συμβαίνοντος, τὸ κράτος τοῦ λόγου αὐξάνει συνήθως ἕνεκα τοῦ μικροῦ ἀριθμοῦ τῶν δι’ ὧν ἐκφράζεται· ὁ δὲ γενναίου τινος ἀνδρὸς λόγος ἀπαγγελλόμενος ἐν τῷ μέσῳ τῶν παθῶν κωφαλάλου τινὸς Συνελεύσεως, μείζονα κτᾶται ἰσχὺν τῆς συγκεχυμένης φωνῆς χιλίων ῥητόρων· ἂν δὲ ὑπάρχῃ ἡ τοῦ λόγου ἐλευθερία εἰς ἓν καὶ μόνον δημόσιον μέρος, τοῦτο ἀρκεῖ, εἶναι δὲ τὸ αὐτὸ ὡσανεὶ δημοσίᾳ τις ἐλάλει εἰς ἕκαστον χωρίον. Ἀνάγκη ἄρα νὰ καταστραφῇ ἡ ἐλευθερία τοῦ λόγου ὡς καὶ ἡ ἐλευθερία τοῦ γράφειν. Τούτου γενομένου κατωρθώθη μὲν ὁ σκοπὸς, ὅλοι σιωπῶσιν, ἀλλὰ ποῦ κατήντησε; τὸν ἀναχωρήσαντα ἀπὸ τῶν καταχρήσεων τῆς ἐλευθερίας εὑρίσκομεν ὑπὸ τοὺς πόδας ἑνὸς δεσπότου. Ἀπὸ τῆς ἀκράτου ἐλευθερίας εἰς τὴν ἄκρατον ἔφθασε δουλείαν, χωρὶς νὰ εὕρῃ κατὰ τὸ μακρὸν τοῦτο στάδιον, ὃ διήνυσεν, ἓν καὶ μόνον μέρος εἰς τὸ ὁποῖον νὰ δυνηθῇ ἀσφαλῶς νὰ σταθῇ.» Προέβη λοιπὸν τοιουτοτρόπως καὶ ὁ πολιτικὸς Τοκκεβίλλ ἐπὶ τῇ ἐλπίδι, ὅτι θέλει εὕρῃ ποῦ νὰ σταθῇ διὰ νὰ περιορίσῃ τὴν ἀκολασίαν τοῦ τύπου, καὶ χωρὶς νὰ συναντήσῃ καθ’ ὁδὸν τόπον ἀναπαύλης, εὑρέθη εἰς τοὺς πόδας ἑνὸς δεσπότου. Ἀλλὰ μὴ φοβῆσθε, Κύριοι, ἡ ἀκολασία τοῦ τύπου, ὡς καὶ πᾶσα ἀκολασία ἄλλη, φέρει μεθ’ ἑαυτῆς τὴν τιμωρίαν της, ἐξασθενεῖ τοῦ ἀκολαστήσαντος τὰς δυνάμεις, εἰς ταχὺν δὲ καὶ ἐπαισχῆ φέρει αὐτὸν θάνατον. Βελτιώσατε λοιπὸν τὰ ἤθη καὶ ὁ τύπος θέλει παύσει τοῦ ν’ ἀκολασταίνῃ. Ἐπὶ Ὄθωνος, ὅταν ἐγίνοντο ἀλλεπάλληλοι κατασχέσεις, ἐγίνοντο ἄράγε κατὰ τῶν ἀκολάστων ἢ κατὰ τῶν πολιτικῶς ἀντιπολιτευομένων αὐτόν; Ἡ συνείδησις πάντων ὑμῶν ἂς μαρτυρήσῃ· ἀλλ’ ἐμποδίσθη κἂν ἡ διάδοσις τῶν φλογερῶν ἐκείνων ἄρθρων τοῦ Βρεταννικοῦ Ἀστέρος; δὲν εἰσήρχοντο ταῦτα ἐν Ἑλλάδι; δὲν ἀνεγινώσκοντο ὑπὸ πάντων; δὲν ἐμηχανεύετο ἡ τότε ἐξουσία, ὅτε ὁ σκνὶψ οὗτος εἰσήρχετο εἰς τοὺς ῥώθωνάς της, δὲν ἐμηχανεύετο μυρίους καταδιωγμοῦ τρόπους; δὲν προέβη μέχρι καὶ τοῦ νὰ ψηλαφίζῃ ἐπιδεξίως τὰς ἐν τοῖς ταχυδρομείοις ἰδιωτικὰς ἐπιστολὰς, ὡς μετὰ δύο ἄλλων νομομαθῶν συναδέλφων σας ἐγνωματεύσατε τότε ἄγαν φιλελεύθερε Κύριε Καλλιγᾶ, καὶ ὅμως εἰς τὸ πεῖσμα τῆς ἐξουσίας, πρὸς σύγχυσιν τῶν ὑποβολέων τῆς ψηλαφήσεως, τὰ φύλλα τοῦ Βρεταννικοῦ Ἀστέρος τότε ἤρχοντο ἐν ἐπιστολαῖς ἐπὶ χάρτου λεπτοτάτου καὶ ἐν τοῖς κιβωτίοις τῶν ὑαλικῶν σωρηδὸν, καὶ διέφευγον καί τῶν τελωνητῶν Ἄργων τὰ ὄμματα, καὶ τῶν δρομέων τῆς ἐξουσίας τὴν ἁφήν. Εἰ δ’ ἐπιμένετε νὰ κηρύξητε τὴν στασιμότητα τοῦ φρονήματος τῆς ἐλευθερίας, προσπαθήσατε πρῶτον νὰ κάμητε περὶ τὸ κράτος μίαν μεγάλην ζώνην ἐρήμου, τότε θέλετε τῳόντι κατορθώσει νὰ ἐγκαθιδρύσητε τὴν ὄασιν τοῦ ἀπολυτισμοῦ ἐν τῷ μέσῳ τῆς ἐρημίας. (εὖγε!) Ἐφόσον ὅμως δὲν δυνηθῆτε νὰ θέσητε ὡς ἄκρον τῆς ἐπικρατείας σας ὅριον τὴν ἔρημον, ἐφόσον δὲν καταντήσῃ ἀπρόσιτος πρὸς τὸ ἔθνος πᾶσα ἰδέα, ἀπελπίσθητε, αἱ ἰδέαι θέλουσι διανοίξει τὴν ὁδὸν, τὴν ὁποίαν ἐφράξατε· ὅσον θέλετε ὁπλίσατε τὴν ἐξουσίαν κατὰ τῆς ἰδέας, ἡ ἰδέα γελᾷ ἐπὶ ταῖς ἀτυχέσιν ὑμῶν ἀποπείραις, ὡς ὁ ἀνὴρ γελᾷ βλέπων νήπιον ἀγωνιζόμενον νὰ ἐκκενώσῃ διὰ κογχύλης τὴν θάλασσαν ἐν ὀπῇ, ἣν διὰ τῶν ἀδυνάτων δακτύλων του ἠνέῳξε, μεταγγίζον. Στρέψατε περὶ ὑμᾶς τὸ βλέμμα· τί κατώρθωσεν Ἰάκωβος ὁ Βʹ; τί δὲ τὸ Διευθυντήριον τῆς Γαλλίας, τὸ ὁποῖον διαμιᾶς ἐξώρισεν ὄχι ὀλιγωτέρους τῶν 120 δημοσιογράφων; ἐστὲ ἆρά γε ὑμεῖς ἰσχυρότεροι τοῦ Ναπολέοντος; δὲν τὸ πιστεύω, Κύριε Καλλιγᾶ, ὁ Ναπολέων ἦτο ὀλίγον τι ὑψηλότερος ὑμῶν· (γέλως) καὶ ὅμως ἔπεσε καὶ ὁ Ναπολέων. Τὸν δὲ Κάρολον Ι. τίς ἀνέτρεψεν; ὁ τύπος· τὸν δὲ Ὄθωνα τίς ἐδίωξεν; ὁ τοῦ τύπου σιδηροῦς μοχλὸς ἐκεῖνος ὁ ἀκαταδάμαστος· δύναμιν λοιπὸν τοιαύτην θέλετέ ποτε δυνηθῆ νὰ καταστείλητε ὑμεῖς, ὅστις δήποτε καὶ ἂν ἦσθε, ἔστω καὶ Ναπολέων! πυγμαῖοι! ἀπέναντι αὐτῆς τῆς δυνάμεως δὲν κατανοεῖτε τὴν σμικρότητά σας; (εὖγε, εὖγε, χειροκροτήματα). Ἀλλ’ ὁ τύπος καθάπτεται ἐνίοτε καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου. Δυστυχῶς δὲν εἶναι μόνον τῶν καθ’ ἡμᾶς χρόνων ἡ ἁμαρτία αὕτη, καὶ οἱ ἠθικώτατοι ἱστορικοὶ ἐμπίπτουσιν εἰς αὐτήν. Μὴ γὰρ ὁ Πλούταρχος δὲν μᾶς διετήρησεν ἐν τοῖς ἀθανάτοις αὐτοῦ παραλλήλοις βίοις, καὶ τόσα αἴσχη τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τῶν μεγάλων ἐκείνων ἀνδρῶν; μὴ γὰρ ὁ Τάκιτος δὲν ἀπεμνημόνευσε καὶ ἀπεθανάτισε τὰς αἰσχρότητας τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τῶν Ῥωμαίων; μὴ γὰρ ὁ Μακώλεϋ δὲν μᾶς δεικνύει τοὺς μεγάλους τῆς Ἀγγλίας ἄνδρας γυμνοὺς εἰσάγων ἡμᾶς εἰς τοῦ ἰδιωτικοῦ των βίου τὰ ἄδυτα; ἢ μήπως εἰς τοὺς μεγαλοφυεῖς μόνον εἶναι συγκεχωρημένον τὴν ἑλέπολιν τοῦ καλάμου των νὰ πλησιάζωσιν εἰς τὸ ὀχυρὸν τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου τεῖχος; ἵνα γνωρισθῇ ὁ χαρακτὴρ τοῦ ἀνθρώπου ἀνάγκη καὶ τοῦ ἰδιωτικοῦ αὑτοῦ βίου ἡ γνῶσις. Δὲν συμπαθῶ βεβαίως πρὸς τὸν ἐκτραχηλισμὸν τοῦ τύπου, ἐπιθυμῶ ὅπως ἡ ἀνατροφὴ ἡμῶν γένηται τοιαύτη ὥστε τὴν ἀποστροφὴν νὰ κινῇ ἐν ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν ἡ ἀποκάλυψις τῶν κατ’ οἶκον αἰσχέων, μὴ γένοιτο ὅμως ποτὲ εὐπρόσωπος τοῦτο νὰ γενῇ ἀφορμὴ διὰ νὰ δεσμευθῇ ἡ τοῦ τύπου ἐλευθερία. Ὁμολογήσατε, ὁμολογήσατέ το φανερὰ, ὅτι ὅταν ὁ ἰδιωτικὸς βίος τινὸς ᾖναι ἁγνὸς καὶ ἄμωμος, ἐπιβάλλει εἰς πάντας τὸν σεβασμόν· πολλοὶ πολλάκις διὰ πολλὰ μὲ ὕβρισαν, ἀλλ’ ὁμολογῶ, ὅτι οὐδείς ποτε εἶπέ τι διὰ τὸν ἰδιωτικόν μου βίον. Δὲν κάμνετε τὸν τύπον σώφρονα διὰ τοῦ περιορισμοῦ, ὅπως δὲν θέλετε κατορθώσει ποτὲ τὴν ἀκόλαστον γυναῖκα νὰ κάμητε τιμίαν διὰ τῶν κλειδῶν, τὰς ὁποίας θέλετε βάλει ἐν τῷ θυλακίῳ σας ὅταν ἐξέρχησθε τῆς οἰκίας· ἡ ἀκόλαστος εἶναι ἀκόλαστος, ἀλλ’ ἡ ἀκόλαστος πρώτη ἑαυτὴν ὑβρίζει, εἶναι ἡ αὐτὴ ἑαυτὴν τιμωρουμένη. Πάντοτε καὶ ἔλαβον καὶ ἐξακολουθοῦσι νὰ λαμβάνωσιν ὡς πρόσχημα τὴν ἀκολασίαν τοῦ τύπου, οἱ χωλοὶ ἐκεῖνοι Ἥφαιστοι, οἵτινες ἀγωνίζονται νὰ χαλκεύσωσι τοῦ τύπου τὰ δεσμά. Σᾶς εἶπεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχουν ἐγγυήσεις, συνάγων τοῦτο ἐκ τῆς εἰς τὸ Γερμανικὸν ἐκδόσεως τοῦ Fischel, ἀλλ’ ἡ Γαλλικὴ μετάφρασις λέγει τὸ ἐναντίον, ἴσως ἡ Γερμανικὴ ἔκδοσις εἶναι editio expurgata. Μοὶ ἐνεθύμισε τὸ περιστατικὸν τοῦτο τὸν εὐφυέστατον ἐκεῖνον τοῦ Κ. Ἰακωβάτου λόγον, ὅτι ὁ Κ. Καλλιγᾶς μελετᾷ πάντοτε ὑπὸ τὰς φιλύρας τῆς ὁμωνύμου ὁδοῦ τοῦ Βερολίνου, unter den Linden, ἐκεῖ σπουδάζει καὶ ἐκεῖθεν ἀρύεται τὰς ἰδέας του· ἔνθεν καὶ αἱ συνεχεῖς καὶ παντοτειναὶ πλάναι του, καὶ τὰ σκυθρωπὰ ἐπιχειρήματά του, διότι ἀπὸ Τροφωνίου μαντεύεται. Ἐγὼ τοὐλάχιστον οὐδαμοῦ εὗρον ὅ,τι λέγει ὁ Κ. Καλλιγᾶς· ἠξεύρετε μάλιστα τὶ συμβαίνει ἐν Ἀγγλίᾳ, ὅπου ὁ Κ. Καλλιγᾶς θέλει νὰ σᾶς εἴπῃ, ὅτι ὑπάρχει μεγάλη περιστολὴ τοῦ τύπου; ἀντιδιϊσχυρίζομαι ἐγὼ, ὅτι δὲν ὑπάρχει οὐδεμία διάταξις, οὐδεμία ἐγγύησις, οὐδὲν τέλος σημάνσεως διὰ τὸν τύπον, ὑπάρχει τοὐναντίον εἷς νόμος, ὅστις δίδει τὸ δικαίωμα εἰς τὰς ἐφημερίδας, ἐπιθετούσας τὸ δωδεκάλεπτον γραμματόσημον, νὰ κυκλοφορῶσιν οὐ μόνον ἅπαξ, ἀλλὰ καὶ πολλάκις ἐπὶ 15 ἡμέρας· ἐπὶ 15 λοιπὸν ἡμέρας κυκλοφορεῖ ἐλευθέρως καὶ ἀλλεπαλλήλως τὸ αὐτὸ φύλλον ἐφημερίδος διὰ τοῦ Ταχυδρομείου μὲ τὸ αὐτὸ γραμματόσημον, ποῖον δὲ τὸ ἀποτέλεσμα; τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ὅτι, ἐνῷ φαίνεται, ὅτι οἱ Καιροὶ the Times τοῦ Λονδίνου ἐκδίδονται καθ’ ἑκάστην εἰς ἑβδομήκοντα χιλιάδας ἀντιτύπων, πρέπει τὸν ἀριθμὸν τοῦτον νὰ πολλαπλασιάσητε μέχρις ἑνὸς ἴσως ἑκατομμυρίου, διότι, ὡς εἶπον, ἅμα ἀναγνώσῃ ὁ εἷς τὸ φύλλον τὰ στέλλει πρὸς ἄλλον καὶ οὕτως ἐφεξῆς κυκλοφορεῖ ἐπ’ ἄπειρον. Ἰδοὺ τίς ὁ περιορισμὸς τοῦ τύπου ἐν Ἀγγλίᾳ, Κύριε Καλλιγᾶ. Ἀλλὰ πρὸς Θεοῦ, μὴ νομίζητε, ὅτι παντοῦ ὁμιλεῖτε πρὸς χωρικοὺς τοῦ Μενιδίου· (γέλως). Λυποῦμαι ἀληθῶς, Κύριοι, ὅτι τυγχάνω πλειστάκις διαφωνῶν πρὸς τὸν συνάδελφόν μου Κ. Καλλιγᾶν, ἀλλ’ ἔχω τὴν δυστυχίαν νὰ τὸν βλέπω πάντοτε λαμβάνοντα τὸν ἥττονα λόγον καὶ προσπαθοῦντα νὰ τὸν καταστήσῃ κρείττονα· ἡ κακὴ ἐκλογὴ, ἣν ἑκάστοτε ποιεῖται τοῦ θέματος, μοὶ ἀφίνει τὴν κρείττονα τοῦ ζητήματος θέσιν· τί νὰ τὸν κάμω;
§85ΕΙΣ ΠΛΗΡΕΞΟΥΣΙΟΣ. Ἐφωτίσθημεν.
§86ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀκούω μιᾶς φωνῆς, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐρωτίσθη, καὶ τῳόντι, πιστεύω, ὅτι πλέον τοῦ δέοντος ἴσως ἐλάλησα εἰς ἀπόδειξιν πράγματος μακρᾶς ἀνεπιδέκτου τὴν σήμερον συζητήσεως, διότι, ὡς εὐφυέστατα εἶπέ ποτε Αἰμίλιος ὁ Γιραρδῖνος, μετά τινα ἔτη ἀκατάληπτον ὅλως ἔσται, ὅτι εὑρέθησαν δικαστήρια νὰ καταδικάσωσι συγγραφεῖς διὰ τὰς εἴτε ὀρθὰς εἴτε ἐσφαλμένας ἰδέας των, ὡς ἀποροῦμεν ἡμεῖς τὴν σήμερον, ὅτι πρὸ τοῦ ἐνεστῶτος αἰῶνος εὑρέθησαν δικασταὶ εἰς τὸν διὰ πυρὸς θάνατον καταδικάσαντες ἀνθρώπους ὡς γόητας καὶ μάγους. Ἐρωτῶ λοιπὸν τὴν Συνέλευσιν, ἂν θεωρῇ περιττὸν ν’ ἀντικρούσω τὰς διαφόρους τροπολογίας ἐννοοῦσα νὰ προβῇ εἰς τὴν ψηφοφορίαν ἀμέσως.
§87ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι, ἐμπρὸς Κύριε Σαρίπολε.
§88ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἐν πρώτοις λοιπὸν σᾶς λέγω, ὅτι τὸ ἄρθρον τοῦτο πρέπει νὰ μείνῃ οἷον ἐσχεδιάσθη παρὰ τῆς ἐπιτροπῆς. Ὁ Κ. Διομήδης σᾶς ἀπέδειξεν ἀξιόλογα, ὅτι πρέπει νὰ γείνῃ παραδεκτὸν τὸ ἄρθρον, διότι καὶ ἡ ἐγγυοδοσία καὶ αἱ κατασχέσεις, ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον συντελοῦσι μὲν εἰς τὴν καταστολὴν τῆς ἰδέας, οὐδόλως ὅμως ἱκανά εἰσιν εἰς τὸ νὰ προλάβωσι τὸν ἐκτραχηλισμὸν καὶ τὴν ἀκολασίαν τοῦ τύπου· ἐκεῖνα ὅμως δὲν συμμερίζομαι ὅσα ἐν τέλει τοῦ λόγου του πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας του εἶπεν· ἐπικαλοῦμαι ἐπὶ ὀλίγας ἔτι στιγμὰς, Κύριοι, τὴν εὐμενῆ προσοχὴν ὑμῶν, ἵνα σᾶς ἀποδείξω, ὅτι ἐν Ἑλλάδι δὲν θέλει δυνηθῇ ποτε ὁ τύπος νὰ φθάσῃ εἰς τὴν ὑψηλὴν ἐκείνην περιωπὴν, καὶ τὴν σπουδαιότητα νὰ λάβῃ τοῦ ἐν Γαλλίᾳ ἢ ἐν Ἀγγλίᾳ τύπου· παρ’ ἡμῖν ὁ τύπος θέλει φέρει πάντοτε τὸν χαρακτῆρα τοῦ τύπου τῆς Ἀμερικῆς. Ἐμελέτησα τὴν κατάστασιν τοῦ τύπου παρὰ τοῖς διαφόροις ἔθνεσι καὶ ἐπείσθην ἐμπράκτως, ὅτι τὰ ἤθη μας ὁμοιάζουσι μᾶλλον πρὸς τὰ τῆς Ἀμερικῆς, καὶ διὰ τοῦτο, ὅπως ἐκεῖ δὲν ἐπιδίδονται εἰς τὴν περιοδικὴν δημοσιογραφίαν τὰ διασημότατα τῆς κοινωνίας πρόσωπα, ἀλλὰ μένει ὁ περιοδικὸς τύπος εἰς χεῖρας μιᾶς τάξεως κατωτέρας ὡς πρὸς τὰ φῶτα καὶ τὴν πεῖραν, οὕτω καὶ παρ’ ἡμῖν θέλει συμβαίνει· διατὶ δέ; διὰ τὸν λόγον, ὅτι μὴ ὑπαρχούσης τῆς ἐγγυοδοσίας, οὐδὲ τῆς σημάνσεως, οὐδ’ ἄλλου τινὸς περιορισμοῦ, — διότι ἀδιστάκτως, πιστεύω, ὅτι πάντα τὰ προληπτικὰ μέτρα, ἅπερ ὁ Κ. Καλλιγᾶς καὶ ἄλλοι προτείνουσι θέλουσιν ἀποῤῥιφθῆ, διότι παράδοξον ἀληθῶς ἤθελεν εἶσθαι ἂν ὀπισθοδρομήσωμεν εἰς τὰ 1864 τοῦ σημείου, ὅπου ἔθετο τὸν τύπον ἡ Συνέλευσις τοῦ 1844, — πολλοὶ, καὶ μάλιστα νέοι, ὁρμῶσιν ἐπὶ τὴν δημοσιογραφίαν, πλήρεις ἐλπίδων, ὡς ἐκ τῆς ἡλικίας των, ἵνα ἀποκτήσωσι φήμην, πλήρεις ζωηρότητος, διότι ὀργᾷ αὐτῶν ἡ φύσις, ἀμέριμνοι καὶ αὐτάρκεις ἐπὶ ὀλίγοις ἀναγνώσταις, διότι καὶ ἀνάγκας ὀλίγας ἔχουσι καὶ ὀλίγα τ’ ἀπαιτούμενα ἔξοδα, παραγκωνίζουσι δ’ οὕτω τοὺς πρεσβυτέρους, ὥστε οὐδέποτε θέλει σχηματισθῆ ἐν Ἑλλάδι τύπος τοσοῦτον πλούσιος, ὅπως δύνηται ν’ ἀμείβῃ ἐπαξίως τοὺς κόπους τῶν διασημοτάτων πολιτικῶν, ἵνα γράφωσι, καὶ διὰ τῆς πείρας καὶ τῶν φώτων των ἐνασκῶσιν ἐπὶ τῆς πολιτείας ἐπιῤῥοὴν ἀξίαν λόγου. Ἐπειδὴ λοιπὸν κινδυνεύομεν, ἢ νὰ καταστήσωμεν ἀριστοκρατίαν τὸν τύπον, ἢ νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἐλεύθερον, προτιμότερον βεβαίως κατ’ ἐμὲ εἶναι νὰ τὸν ἀφήσωμεν ἐλεύθερον. Ἀλλά, Κύριοι, τοῦθ’ ὅπερ ἐκ πρώτης ὄψεως φαίνεται ὅτι εἶναι ἓν δυστύχημα διὰ τὸν τύπον, εἶναι ἀληθῶς ἓν εὐτύχημα διὰ τὴν πολιτείαν. Ὅσον περιστέλλεται ὁ τύπος, τοσοῦτον ἐνισχύεται ἡ δύναμις αὐτοῦ, διότι συγκεντροῦνται ὅλαι αἱ τοῦ λόγου δυνάμεις εἰς ὀλίγας ἐφημερίδας, συῤῥέουσι πρὸς αὐτὰς οἱ ἱκανώτατοι, καὶ οὗτοι ἐπιδρῶσιν ἀποτελεσματικώτερον ἐπὶ τοῦ πλήθους παρὰ αἱ ἥττονες ἱκανότητες· καὶ εἰς συνεχῆ μὲν ἴσως ἀντιπολίτευσιν ὁ νεάζων οὗτος τύπος διατελεῖ, ἀλλὰ καὶ μᾶλλον ἀκίνδυνος εἶναι· τὸ παρὰ τὴν Σικελίαν μικρὸν ἡφαίστειον τῆς Στρογγύλης εἰς διηνεκῆ σχεδὸν διατελεῖ ἔκρηξιν, ἀλλ’ οὐδόλως ἐπίφοβον εἶναι, τοὐναντίον δ’ ἡ Αἴτνα κατὰ μακρὰς ἐτῶν περιόδους περιέρχεται εἰς ἔκρηξιν, ἀλλ’ ὁ ὑπ’ αὐτὴν Τυφωεὺς τότε τὴν Σικελίαν ἅπασαν συνταράττει καὶ ἀπειλεῖ. Τὸ ἄρθρον ὡς ἔχει συντεταγμένον ἐν τῷ σχεδίῳ, νομίζω, ὅτι ἔχει λίαν καλῶς. Θέλω ἀποπειραθῆ ὅ,τι καὶ ἐν τῇ ἐπιτροπῇ ἀπεπειράθην καὶ ἡττήθην διὰ μιᾶς μόνης ψήφου, θέλω λοιπὸν τὸ φέρει κατ’ ἔφεσιν πρὸς τὴν Συνέλευσιν. Εἶναι δὲ αὐτὸ τοῦτο ὅπερ καὶ ἡ τροπολογία τοῦ ἀξιοτίμου φίλου μου Κ. Πύρλα, ὅστις προτείνει ὅπως ἕκαστος ἐνυπογράφως διὰ τοῦ τύπου ἐκφέρῃ τοὺς στοχασμούς του· κατὰ τὰ λοιπὰ δὲν δέχομαι τὴν τροπολογίαν του, ἀλλὰ προτείνω πρὸς ὑμᾶς νὰ συνταχθῇ οὕτω πως τὸ ἄρθρον 11 «Πᾶς τις δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς τε, ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦ τύπου ἐνυπογράφως τοὺς στοχασμούς του ... τὰ δὲ λοιπὰ μενέτωσαν ὡς ἐν τῷ σχεδίῳ.» Ἰδοὺ δὲ τίνος ἕνεκα θέλω τὴν διὰ τῆς ἑκάστου ὑπογραφῆς τῶν ἰδεῶν του δημοσίευσιν· εἶπον πολλάκις, ὅτι πρέπει νὰ μορφωθῶσι τὰ ἤθη τῆς πολιτείας, διὰ νὰ μορφώσωμεν λοιπὸν τὰ ἤθη ἡμῶν, Κύριοι, τὸ ἄριστον κατ’ ἐμὲ μέσον εἶναι ἡ παῤῥησία· ἂς παῤῥησιάζεται λοιπὸν ἕκαστος, ὅπως δ’ ὅταν λαλῇ τις, δὲν ἔχει παρ’ ἑαυτῷ τὸν ὑπεύθυνον συντάκτην, ὅστις τιθέμενος ἀνὰ μέσον τοῦ λέγοντος καὶ τοῦ ἀκούοντος ν’ ἀναδέχηται τὴν εὐθύνην τοῦ ἐξερχομένου τοῦ στόματος λόγου, οὕτω καὶ διὰ τοῦ τύπου δημοσιεύων τοὺς στοχασμούς του, αὐτὸς καὶ μόνος νὰ εὐθύνηται πρέπει. Ναὶ, Κύριοι, τότε ἀληθῶς θέλει ἔχει σπουδαιότητα ὁ τύπος, τότε ἀπὸ καιροῦ εἰς καιρὸν θέλουσι καταβαίνει καὶ σπουδαῖα πρόσωπα εἰς τὴν παλαίστραν αὐτὴν, οὐχὶ διὰ ν’ ἀνθυβρίζωνται, οὐχὶ διὰ νὰ προπηλακίζωνται, ἀλλὰ διὰ νὰ πολιτίζωνται· καὶ ἀπόδειξις τούτου εἶναι, ὅτι ὅσα σπουδαῖα πρόσωπα παρ’ ἡμῖν ἐπιχειροῦσι νὰ γράψωσιν ἐν ἐφημερίδι, γράφουσι πάντοτε σχεδὸν ἐνυπογράφως. Τὰς ἄλλας τροπολογίας ἀποκρούω, καὶ ἰδίως τὸ νὰ ἔχῃ δίπλωμα ὁ ἐκδότης ἐφημερίδος· τὸ μὲν, διότι ἐνῷ ἀπαγορεύεται ἡ λογοκρισία, θέλετε καταστήσει παρὰ τῷ ἀληθεῖ ἐκδότη λογοκριτὴν τοῦ διπλωματούχον αὐτοῦ ὑπεύθυνον συντάκτην, ὁ δὲ ὑπεύθυνος οὗτος συντάκτης, ὁ χάριν τῆς διατάξεως τοῦ νόμου προσυπογράφων, καὶ διὰ τοῦτο εὐθυνόμενος, καὶ δικαζόμενος, καὶ τιμωρούμενος ἀντὶ τοῦ συγγραφέως, τοῦ ἀληθῶς πταίστου, δὲν παριστᾷ ἆρά γέ πως τὸ ἀστεῖον πρόσωπον τοῦ παιδὸς, τὸν ὁποῖον παρ’ ἑκάστῳ μαθητευομένῳ ἡγεμονόπαιδι προσεκόλλων ἄλλοτε ἐν ταῖς αὐλαῖς, ἵνα ἀντὶ τοῦ ἀμελοῦς καὶ δυστρόπου ἡγεμονόπαιδος λαμβάνῃ τὰς πληγὰς παρὰ τοῦ διδασκάλου; (γέλως). Ἄλλως τε αὐτὸ τὸ ἀπαιτεῖν δίπλωμα καθαρῶς ἐστι προνόμιον, καὶ ὅμως τὸ δημοσιεύειν τοὺς στοχασμοὺς διὰ τοῦ τύπου, εἶναι δικαίωμα τοῦ πολίτου, ὡς εἶναι καὶ τὸ λαλεῖν καὶ τὸ γράφειν, καὶ οὐχὶ ἀποκλειστικὸν τοῦ διδάκτορος δικαίωμα. Ὁ διδάκτωρ δύναται νὰ ἔχῃ τὴν ἀξίωσιν νὰ καθίσῃ ἐπὶ τῆς ἕδρας τοῦ Πανεπιστημίου, δὲν ἔχῃ ὅμως καὶ δικαίωμα ν’ ἀξιοῖ καὶ νὰ λέγῃ εἰς ἕκαστον τῶν συμπολιτῶν του. «Σὺ δὲν εἶσαι διδάκτωρ, ἄρα δὲν ἔχεις τὸ δικαίωμα ἄνευ τῆς μεσολαβήσεώς μου νὰ ἐκφέρῃς τοὺς στοχασμούς σου, ἄνευ ἐμοῦ δὲν εἶσαι τίποτε.» Τίς δὲ δύναται νὰ βεβαιώσῃ ἀποφθεγματικῶς Κύριοι, ὅτι εἰς κεφαλὴν μὴ διδάκτορος οὐδέποτε ἀνέβη ὀρθοτέρα ἰδέα ἐκείνων ὅσαι εἰς τὴν κεφαλὴν ἑνὸς καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου ὑπάρχουσιν; (γέλως). Ἀποκρούω λοιπὸν ὅλας τὰς τροπολογίας Κύριοι, ἀποκρούω δὲ τὴν ἐγγύησιν, διότι ὡς δὲν ζητεῖται ἐγγύησις παρὰ τοῦ πολίτου, ὅταν εἴς τι καφφενεῖον λαλῇ εἰς ἐπήκοον πολλῶν, τοιουτοτρόπως δὲν πρέπει νὰ ζητηθῇ ἐγγύησις παρ’ ἐκείνου ὅστις θέλει διὰ τοῦ τύπου λαλήσει. Κύριοι, συγχωρήσατέ μοι νὰ τελειώσω τὴν ἀγόρευσίν μου, διὰ μιᾶς ἄλλης παραβολῆς ἐκ τῆς ἱερᾶς Γραφῆς, ἥτις ἀληθῶς εἶναι ἡ κυρία πηγὴ πάσης ἀληθείας. Ἐνθυμεῖσθε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ πολιορκῶν τὴν Ἱεριχὼ διέταξε τὴν πρωΐαν τῆς ἁλώσεως τοὺς σαλπιγκτὰς νὰ περιέλθωσι τὸ τεῖχος τῆς πόλεως. Περιῆλθον λοιπὸν κύκλῳ τῆς Ἱεριχὼ οἱ σαλπιγκταὶ τῶν Ἰουδαίων, ἐσάλπισαν καὶ ὁ λαὸς ἀκούων τῶν σαλπίγγων ἠλάλαξεν ἰσχυρῶς, καὶ τὰ τείχη ἐκεῖνα κατέπεσαν ὡς ἐκ θαύματος, καὶ εἰσῆλθεν ὁ λαὸς εἰς τὴν πόλιν. Ἰδοὺ, ὅ,τι καὶ ἐν ταῖς ἡμέραις ἡμῶν πράττει ὁ τύπος, σαλπίζει ὡς ὁ σαλπιγκτὴς τῆς ἐλευθερίας καὶ τὰ τείχη τοῦ ἀπολυτισμοῦ καὶ τῆς δεσποτείας καταπίπτουσιν, ὡς ἔπεσαν τὰ τείχη τῆς Ἱεριχὼ καὶ ὁ λαὸς εἰσέρχεται εἰς τὴν πόλιν τῆς εὐνομίας καὶ εὐδαιμονίας ἣν κατεκτήσατο. (εὖγε, εὖγε! χειροκροτήματα ἐκ τῶν πληρεξουσίων καὶ τοῦ ἀκροατηρίου).
§89ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§90ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη, παρακαλοῦνται νὰ σηκωθῶσιν. (ἐγείρονται σχεδὸν ὅλοι). Παρεδέχθη. Ἐπιθυμεῖτε νὰ σᾶς ἀναγνώσω τὰς τροπολογίας; (θόρυβος).
§91ΠΟΛΛΟΙ. Τὸ ἄρθρον ὅπως εἶναι (θόρυβος).
§92ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐπειδὴ ὑποθέτω, ὅτι γνωρίζετε ἁπάσας τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, καθόσον κ’ ἐτυπώθησαν καὶ διενεμήθησαν, νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ τὰς ἀναγνώσω· κ’ ἔρχομαι ἤδη εἰς τὴν θέσιν τῶν ζητημάτων.
§93ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἐδῶ κάμνω μίαν παρατήρησιν (θόρυβος).
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὲ συγχωρεῖτε, μὴ διακόπτετε. Ἐπειδὴ, Κύριοι, ἡ τροπολογία περιέχουσα διάφορα ζητήματα, ἐκ δὲ τῶν ζητημάτων αὐτῶν ἐνδεχόμενον οἱ Κ. Κ. πληρεξούσιοι νὰ παραδέχωνται τὰ μὲν, καὶ νὰ μὴ παραδέχωνται τὰ δὲ, διὰ τοῦτο, νομίζω, ὅτι δὲν πρέπει νὰ ὑποβληθῶσιν εἰς τὴν ψῆφον τῆς Συνελεύσεως τροπολογία πρὸς τροπολογίαν, ἀλλὰ νὰ ἐπιβληθῶσι διακεκριμένα ζητήματα, τὰ ὁποῖα ἐξάγονται ἐκ τῶν διαφόρων τροπολογιῶν· μετὰ τὴν λύσιν δὲ νὰ συναρμολογηθῇ τὸ ἄρθρον περὶ οὗ πρόκειται.
§95ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§96ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἐγὼ ἀνακαλῶ τὴν τροπολογίαν μου· τροπολογίαν, τὴν ὁποίαν δὲν ἀνέπτυξα, δὲν θέλω νὰ θέσω εἰς ψηφοφορίαν.
§97ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Πολὺ καλά. Ἕν ζήτημα, νὰ φέρωσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ γράφοντος τὰ δημοσιευόμενα· 2) νὰ ἔχῃ ὁ ἐκδότης δίπλωμα γυμνασίου, προλύτου ἢ διδάκτορος.....
§98ΣΑΡΑΒΑΣ. Εἶναι πρότασις ἰδική μου, αὐτὴν τὴν παρατήρησιν ἐσκόπουν νὰ ὑποβάλω κ’ ἐγώ· εἶναι τροπολογία τὴν ὁποίαν πρὸ 20 ἡμερῶν, εἶχον ὑποβάλει· ἀλλ’ ἐννοεῖται ἐὰν δὲν μοὶ δώσῃ τὸ λόγον.....
§99ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ἐφωτίσθημεν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν ἀντέκρουσαν ἄλλοι.
§101ΣΑΡΑΒΑΣ. Ἀλλ’ ἔπρεπεν ἐγὼ νὰ τὴν ἀναπτύξω. Ἐὰν ἡ Συνέλευσις δὲν μοὶ δίδῃ τὴν ἄδειαν νὰ ὑποβάλω μικράν τινα ἀνάπτυξιν, ὅπως ἐννοῶ τὴν πρότασιν αὐτὴν, δὲν θέλω οὔτε νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. γʹ) ζήτημα· ἀπαγορεύεται ἡ κατάσχεσις, ἢ ἐν γένει, ἢ ἐν μέρει· αὐτὸ ἐξάγεται ἐκ τῶν τροπολογιῶν τοῦ Κ. Μαρίνου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐπιτρέπηται ἡ κατάσχεσις καθόσον ἀποβλέπει μερικὰ ἀντικείμενα, ἐκ τῆς τροπολογίας τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου, ὁ ὁποῖος θέλει νὰ ἐπιτρέπηται ἐπίσης εἴς τινα ἀντικείμενα· δʹ) ζήτημα εἶναι εἰς ποῖα ἀντικείμενα δὲν ἐπεκτείνεται ἡ ἀπαγόρευσις τῆς τροπολογίας· έ) ἡ κατάσχεσις ἐνεργεῖται κατ’ ἀπόφασιν δικαστικοῦ συμβουλίου αὐτεπαγγέλτως, κατ’ ἔγκλησιν; ϛʹ) τοῦ Κ. Κυπαρίσση, ὅτι ὁ συντάκτης πρέπει νὰ ᾖναι Ἕλλην.
§103ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Δὲν θέλω νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν, διότι δὲν τὴν ἀνέπτυξα.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ζ) Ἀπαιτεῖται ἢ πρέπει νὰ ὑποβληθῇ εἰς χρηματικὴν ἐγγύησιν ὁ τύπος; ή) Νὰ ὁρισθῇ ποινὴ κατὰ τῶν ἐνεργούντων κατασχέσεις; θʹ) Τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, νὰ διαγραφῇ ἡ λέξις διατριβῶν.
§105ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὴν ἀνακαλῶ καὶ ἐγώ.
§106ΠΡΟΕΔΡΟΣ. ι) Αἱ κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου προσβολαὶ ὑπάγονται εἰς τὰ τακτικὰ δικαστήρια; αὐτὸ εἶναι λελυμένον ἤδη· ιά) νὰ τεθῇ ῥητὴ ἀπαγόρευσις ἐντὸς τοῦ ἄρθρου ὡς πρὸς τὴν χρηματικὴν ἐγγύησιν; ιβʹ) νὰ τεθῇ ῥητὴ ἀπαγόρευσις ὡς πρὸς τὸ διδακτορικὸν πτυχίον; Αὐτὰ τὰ ζητήματα ἐξάγονται ἐκ τῶν διαφόρων τροπολογιῶν· τὸ ἀπώτερον εἶναι, νομίζω, τὸ τῆς ἐγγυήσεως καὶ, ἂν μὲ ἐπιτρέπῃ ἡ Συνέλευσις, θέλω τὸ θέσει εἰς ψηφοφορίαν.
§107Ε. ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐπὶ τῆς θέσεως τοῦ ζητήματος ζητῶ τὸν λόγον. Ἀνεγνώσατε δώδεκα τροπολογίας· ἡ Συνέλευσις εἶναι ἀδύνατον εὐκόλως νὰ λύσῃ τὰ ζητήματα ταῦτα, καὶ ἐκτὸς τούτου, νομίζω, θὰ συμβῇ καὶ σύγχυσις γνωμῶν, ὥστε φοβοῦμαι μὴ τὸ ἀποτέλεσμα ᾖναι ἐναντίον τῆς εὐχῆς τῆς Συνελεύσεως διὰ τὴν περιπλοκὴν ταύτην. Συγχωρήσατέ μοι νὰ προτείνω τὸ ἑξῆς. Ὅλα τὰ ζητήματα ταῦτα ἀνάγονται εἰς δύο κατηγορίας· δέχεται ἢ δὲν δέχεται ἡ Συνέλευσις προληπτικὰ μέτρα; ἓν· ἐπιτρέπει ἢ δὲν ἐπιτρέπει ἡ Συνέλευσις τὴν κατάσχεσιν τῶν φύλλων; Ἴσως αὐτὰ τὰ δύω ζητήματα δὲν ἐξαντλοῦν ὅλας τὰς τροπολογίας· ἀλλ’ αἱ λοιπαὶ προτάσεις εἶναι ἢ μεταβολὴ λέξεων τοῦ κειμένου καὶ προσθῆκαι, ἢ ἓν καὶ μόνον ζήτημα τὸ ἀφορῶν τὴν ὑπογραφὴν τῶν ἄρθρων, ἂν καὶ τοῦτο δύναται ἠθικῶς τοὐλάχιστον νὰ θεωρηθῇ ὡς προληπτικόν. Νομίζω λοιπὸν, Κ. Πρόεδρε, ὅτι δύνασθε νὰ θέσητε εἰς ψηφοφορίαν αὐτὰ τὰ δύω ζητήματα· ἂν δέχηται ἡ Συνέλευσις προληπτικὰ μέτρα, ἢ ἂν ἐπιτρέπῃ τὴν κατάσχεσιν ἐφημερίδων.
§108ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κάμνω τὴν παρατήρησιν εἰς τὸν Κ. Δεληγεώργην, ὅτι τὰ ζητήματα, ὡς τὰ θέτει, εἶναι γενικὰ, καὶ γενικὰ ὄντα θὰ φέρουν εἰς δύσκολον θέσιν τοὺς Κ. πληρεξουσίους. Ἓν καὶ μόνον προληπτικὸν μέτρον προτείνεται, τὸ τῆς ἐγγυήσεως· ἑπομένως περὶ τούτου καὶ μόνου πρέπει νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν, καὶ περιττὸν εἶναι νὰ θέσω γενικὸν ζήτημα.
§109ΔΕΛΗΓΕΩΡΓΗΣ. Ἐνόμιζον, ὅτι εἶναι περισσότερα, ὡς πρὸς τὸ δεύτερον ὅμως ἐπιμένω.
§110ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Καθήσατε, Κύριοι, ἵνα θέσω εἰς ψηφοφορίαν τὸ ζήτημα περὶ τῆς ἐγγυήσεως.
§111ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§112ΔΑΓΡΕΣ. Νομίζω, ὅτι εἶναι περιττὸν νὰ γίνῃ ὀνομαστικὴ κλῆσις, διότι ὡς πρὸς τοῦτο εἴμεθα ὅλοι σύμφωνοι.
§113ΑΘ. ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Καθαρίσατε ὅμως, Κ. Πρόεδρε, τὸ ζήτημα ἂν ἐπιμένουν εἰς τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§114ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Ὄχι, ὄχι.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τοῦ νὰ τεθῇ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος διάταξις ἐπιβάλλουσα ἐγγύησιν εἰς τὸν τύπον, παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται μόνον τρεῖς). Ἀπεῤῥίφθη. — 2ον) Ζήτημα σπουδαῖον, τὸ ὁποῖον δύναται νὰ τεθῇ μετὰ τὸ ἀποῤῥιφθὲν ὡς ἀνωτέρω, εἶναι, ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιτρέπηται εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις, ποίας, θὰ τὸ εἴπωμεν ἔπειτα, ἡ κατάσχεσις. Προσέξατε. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ ἐπιτρέπηται ἡ κατάσχεσις ἐφημερίδων εἰς ὡρισμένας περιπτώσεις παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν· (ἐγείρονται ὀλίγοι). Ἀπεῤῥίφθη.
§116ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δὲν ἀπεῤῥίφθη (θόρυβος).
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τρίτον ζήτημα εἶναι ἂν πρέπῃ νὰ φέρωσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ γράφοντος. Προσέξατε.
§118ΠΟΛΛΟΙ (ἐκ δεξιῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§119ΣΑΡΑΒΑΣ. Κύριε Πρόεδρε, τὸ γραφεῖον δὲν ἦτο πλῆρες, ὅτε ἀπηγγείλατε τὸ ἀποτέλεσμα εἰς τὸ προηγούμενον ζήτημα· δύω γραμματεῖς λέγουν, ὅτι δὲν ἦσαν σύμφωνοι.
§120ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ πλειοψηφία ἀποφασίζει.
§121ΚΟΣΟΝΑΚΟΣ. Διαμαρτύρομαι, διότι ἤμην γραμματεὺς καὶ ἐπείσθην πληρέστατα, ὅτι τὸ ἀποτέλεσμα, τὸ ὁποῖον ἀπηγγείλατε δὲν ἦτο σύμφωνον πρὸς τὴν ψηφοφορίαν (θόρυβος).
§122ΜΠΑΣΤΑΣ. Καὶ ἐγὼ ὡσαύτως.
§123ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐγὼ καὶ οἱ δύω γραμματεῖς ἤμεθα σύμφωνοι· πλειοψηφία ὑπῆρχε· τί θέλετε νὰ κάμωμεν;
§124ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ σᾶς εἴπω, ὅτι ἡ γνώμη σας δὲν εἶναι ὀρθή· διότι ὁπόταν δύω τῶν γραμματέων ἔχουν τὴν ἐναντίαν γνώμην εἶναι ἀπόδειξις, ὅτι ὑπάρχει ἀμφιβολία, καὶ ἑπομένως ἔπρεπε νὰ ἐπαναληφθῇ ἡ ψηφοφορία (θόρυβος).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὸ ζήτημα, Κύριοι, εἶναι, οἱ παραδεχόμενοι τὸ νὰ φέρωσι τὰ δημοσιευόμενα διὰ τῶν ἐφημερίδων τὴν ὑπογραφὴν τοῦ γράψαντος λέγουσι ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι (θόρυβος).
§126ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ, Κ. Πρόεδρε.
§127ΖΑΪΜΗΣ. Θ’ ἀρχίσῃ τέλος πάντων ἡ ψηφοφορία;
§128ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν μὲ ἀφίνουν, διαμαρτύρονται κατὰ τῆς ἀποφάσεώς μου.
§129ΣΑΡΑΒΑΣ. Τὸν λόγον ἐπὶ τοῦ κανονισμοῦ, Κύριε Πρόεδρε, δὲν δύνασθε νὰ μοὶ τὸν ἀρνηθῆτε. Ὅταν ἰσχυρίζηταί τις, ὅτι παραβιάζεται ὁ κανονισμὸς, ἔχει τὸν λόγον καὶ μάλιστα ὅταν ἰσχυρίζηται, ὅτι τὸν παρεβίασεν ὁ Πρόεδρος.
§130ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁρίστε λοιπόν.
§131ΣΑΡΑΒΑΣ. Λαμβάνω, Κύριοι, τὸν λόγον, ὅπως ὑποβάλλω εἰς τὴν σκέψιν ὑμῶν ἓν ζήτημα κανονισμοῦ, εἰς τὸ ὁποῖον ἀφορμὴν ἔδωσεν ὁ Κ. Πρόεδρος. Κατὰ τὴν ἀπαγγελίαν τῆς ἀποφάσεως τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τοῦ ζητήματος, ἂν ἀπολύτως δὲν ἐπιτρέπηται ἡ κατάσχεσις ἐφημερίδων ἢ περιοδικῶν συγγραμμάτων, ἢ ἂν πρέπῃ νὰ ἐπιτραπῇ ἡ κατάσχεσις εἰς ἐξαιρετικάς τινας περιπτώσεις, ὁ Κ. Πρόεδρος ἀμφιβάλλων ἐσυμβουλεύθη τὸ Γραφεῖον· τὸ δὲ Γραφεῖον, ὡς ὡμολόγησε καὶ ὁ ἴδιος, διεφώνει. Δύω τῶν Γραμματέων μόνον ἦσαν τῆς γνώμης, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἀπεφάνθη ὑπὲρ τοῦ σχεδίου, οἱ δύω δὲ ἄλλοι ἦσαν ἐναντίας γνώμης· ὁ Κ. Πρόεδρος ἔχει τὴν ἰδέαν, Κύριοι, ὅτι ἐν ἰσοψηφίᾳ τοῦ Γραφείου δύναται νὰ προσθέσῃ τὴν γνώμην του εἰς ὁποίαν γνώμην θέλει καὶ νὰ σχηματίσῃ οὕτω πλειονοψηφίαν. Τὴν γνώμην ὅμως ταύτην τοῦ Κ. Προέδρου δὲν τὴν εὑρίσκω σύμφωνον μὲ τὸ πνεῦμα, τὸ ὁποῖον ὑπηγόρευσε τὴν διάταξιν ἐκείνην τοῦ κανονισμοῦ. Ἐὰν ἐπρόκειτο περὶ ἑνὸς σωματείου πενταμελοῦς ὁμοτίμων, ἤθελον ἐννοήσει πολὺ καλὰ τὴν γνώμην ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι παραδέχονται, ὅτι οἱ 3 ἀποτελοῦν τὴν πλειονοψηφίαν. Ἀλλὰ δὲν πρόκειται περὶ τούτου, Κύριοι. Τὸ Γραφεῖον ἔρχεται εἰς βοήθειαν τοῦ Προέδρου, ὁσάκις ὁ Πρόεδρος δὲν ἔχει πλήρη βεβαιότητα περὶ τοῦ ἀποτελέσματος τῆς ψηφοφορίας δι’ ἀναστάσεως. Ἐννοεῖται λοιπὸν, ὅτι διὰ νὰ ὑπάρχῃ ἡ συμβουλὴ τοῦ γραφείου ἀποτελεσματικὴ πρέπει νὰ μὴν ᾖναι διχοτομημένη· ἄλλως ἐκφράζεται ἀμφιβολία, τὴν ὁποίαν δὲν ἔχει δικαίωμα νὰ λύσῃ ὁ Πρόεδρος. (θόρυβος).
§132ΛΟΜΒΑΡΔΟΣ. Ἐπιτρέψατέ μοι νὰ κάμω μίαν ἐρώτησιν, διὰ νὰ συντομεύσω τὴν ἀγόρευσίν σας. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἔλθῃ ὀπίσω τὸ ζήτημα· δὲν νομίζετε ὅμως καλὸν εἰς τοιοῦτον σπουδαῖον ζήτημα, ὅτι ἑκάστου τὸ θάῤῥος τῶν πεποιθήσεων πρέπει νὰ φαίνηται καθαρῶς; Εἶπον τοῦτο διὰ νὰ σημειωθῇ, ὅτι διαφωνῶ καὶ δὲν δύναμαι νὰ ἴδω εἰς τὸν τύπον ἐκφράσεις κατὰ τῆς θρησκείας, κατὰ τοῦ Βασιλέως.......
§133ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅταν ἡ Συνέλευσις ψηφοφορῇ δι’ ἀναστάσεως, ὁ Πρόεδρος ἀπαγγέλλει τὸ ἀποτέλεσμα, συμβουλευόμενος τὸ γραφεῖον, καὶ ἐννοεῖται τὴν πλειονοψηφίαν τοῦ γραφείου, ἥτις δύναται νὰ σχηματισθῇ καὶ διὰ τῆς ἰδίας αὐτοῦ ψήφου· διότι δὲν δύναται αὐτὸς νὰ μὴ ἔχῃ ψῆφον.
§134ΣΑΡΑΒΑΣ. Λοιπὸν, Κύριοι, μὲ μίαν λέξιν ἡ ἑρμηνεία, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν ὁ Κ. Πρόεδρος εἶναι, ὅτι μὲ τοὺς δύο μόνον γραμματεῖς καὶ μὲ τὴν ἰδικήν του γνώμην ἠμπορεῖ νὰ σχηματίσῃ πλειονοψηφίαν· ἐγὼ δὲν τὴν εὑρίσκω ὀρθήν. Εἰς τὴν Συνέλευσιν ἀνήκει νὰ δώσῃ τὴν ἀνήκουσαν ἑρμηνείαν εἰς τὸν κανονισμόν. Προκαλῶ λοιπὸν τὴν ἑρμηνείαν τῆς Συνελεύσεως ἐπὶ τῆς διατάξεως ταύτης, ἐὰν τοὐτέστιν ἔχῃ τὴν ἔννοιαν, τὴν ὁποίαν ἔδωκεν εἰς αὐτὴν ὁ Πρόεδρος.
§135ΑΓΓΕΛΙΝΙΔΗΣ. Κύριε Σαράβα, ἐννοεῖτε διὰ τὸ μέλλον; (θόρυβος)
§136ΚΑΛΟΣ. Ἐὰν πρώτην ἤδη φορὰν ἐλάμβανε χώραν τὸ γεγονὸς, ὅπερ ἔφερε τὸν προαγορεύσαντα εἰς τὸ βῆμα, ἠδύνατο νὰ ἐγερθῇ ἀμφιβολία, ἐὰν ἡ τοιαύτη ἐφαρμογὴ τοῦ κανονισμοῦ ἡ γενομένη παρὰ τοῦ Προέδρου ἔχῃ καλῶς ἢ ὄχι. Πολλάκις ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα μὲ δύο ὑπὲρ καὶ τρεῖς κατὰ, καὶ ὁ Πρόεδρος ἠναγκάσθη νὰ ἐκφέρῃ γνώμην· οἱ τρεῖς ἀπέναντι τῶν πέντε ἀποτελοῦν πλειονοψηφίαν. Καὶ ἐγὼ ἴσως συμφωνήσω διὰ τὸ μέλλον ἄλλως· ἅμα ὅμως ὁ Πρόεδρος ἐκήρυξε τὸ ἀποτέλεσμα, δὲν δύνασθε νὰ ἔλθητε πλέον εἰς αὐτό.
§137ΠΟΛΛΟΙ. Ἔγινε καὶ προχθές.
§138ΚΑΛΟΣ. Προχθὲς ἔγινε, ἀλλ’ ὁ Πρόεδρος δὲν εἶχεν ἐκφωνήσει τὸ ἀποτέλεσμα. Ἐξανέστησαν πολλοὶ, ἀδίκως ἢ δικαίως δὲν ἐξετάζω, καὶ ἐπέβαλον ὑποχρέωσιν νὰ ζητήσῃ καὶ πάλιν τὴν ψῆφον σας. Ἀλλ’ ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἐκ πεποιθήσεως ἀπήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι ἀπρόσβλητον. Ἐὰν θέλητε νὰ ἔλθητε εἰς ἑρμηνείαν αὔριον, ἔλθετε καὶ εἴπητε, ὅτι ὁ Πρόεδρος, ὅταν βλέπῃ τέσσαρα μέλη διχογνωμοῦντα εἰς δύο, ἴσως εἶναι καλλίτερον νὰ ζητήσῃ δευτέραν ψῆφον· ἀλλ’ ἀφοῦ ἅπαξ ἀπήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα δὲν δύνασθε νὰ κάμητε τίποτε. Ἐὰν θέλητε νὰ βιάσητε τὴν θέλησιν τῆς Συνελεύσεως, θὰ φέρητε σκάνδαλα, τὰ ὁποῖα σεῖς, οἱ νομιμόφρονες καλούμενοι, πρέπει νὰ ἀποκρούσητε. (θόρυβος)
§139ΜΕΛΕΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἔχομεν προηγούμενα· εἰς προλαβούσας ψηφοφορίας τὸ Προεδρεῖον ἦτο συμφωνότατον, ἀπήγγειλε τὴν ἀπόφασιν τῆς συνεδριάσεως, καὶ μετὰ ταῦτα, ἐπειδὴ ἔγινε παρατήρησις, καὶ ἐπειδὴ τὸ ζήτημα ἐθεωρήθη σπουδαῖον, καὶ ἠγέρθησαν εἴκοσι καὶ ἐζήτησαν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἔγινε δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. Καὶ τώρα εἶναι τὸ αὐτὸ, καὶ ἐζητήσαμεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν (θόρυβος).
§140ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐπίστευόν ποτε νὰ ἐγερθῇ τοιοῦτον ζήτημα.
§141ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΕΤΙΜΕΖΑΣ. Ἡ σύγχυσις προέρχεται, Κύριοι, ὡς μὴ ὤφειλεν, ἐκ τῆς ταχύτητος, μὲ τὴν ὁποίαν ὁ Κ. Πρόεδρος διεξάγει τὰ ζητήματα τῆς ψηφοφορίας. (θόρυβος) Ἐγὼ θὰ ὁμιλήσω· εἶμαι ὑπὲρ ἐκείνης τῆς μερίδος· (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα) ἀλλ’ ἐπειδὴ ἐκηρύχθη τὸ ἀποτέλεσμα, λέγω, ὅτι πρέπει νὰ μείνῃ κυρωμένον· ἀλλὰ ἀκούσατε παρακαλῶ· ὅταν πρόκηται περὶ τοιούτων ζητημάτων τόσῳ σπουδαίων, καὶ ὅταν μάλιστα βλέπητε, ὅτι ἡ ἀπόφασις τῆς Συνελεύσεως ἀμφιταλαντεύεται μεταξὺ τῆς μιᾶς καὶ τῆς ἄλλης γνώμης, τὰ ζητήματα πρέπει νὰ καθαρίζωνται καλῶς. Ἔστω ἡ ἐλαχίστη ἀμφιβολία, ἔπρεπε νὰ κάμῃ τὸν Πρόεδρον νὰ ἐρωτήσῃ τὸ ἀνάπαλιν, νὰ βασανίσῃ καλῶς τὴν ὑπόθεσιν, διὰ νὰ ᾖναι πραγματικῶς τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πλειονοψηφίας τὸ ἄρθρον, ὅπερ γράφομεν ἐν τῷ Συντάγματι· ὅπως ὅμως βεβιασμένως ὁ Κ. Πρόεδρος ἔθεσε τὸ ζήτημα, καὶ ὅπως ἐφέρθη, δὲν δύναται πάλιν σήμερον νὰ ἐπαναληφθῇ, διότι τὸ ἀποτέλεσμα τὸ ἐκήρυξε, καὶ ὁ κανονισμὸς λέγει, ὅτι, ἀφοῦ ἀποφανθῇ ὁ Πρόεδρος τὸ ἀποτέλεσμα, ἡ ψηφοφορία δὲν δύναται νὰ ἐπαναληφθῇ. Κάμνω λοιπὸν τὴν παρατήρησιν, ὅτι ἐπὶ τοιούτων ζωτικῶν ζητημάτων δὲν πρέπει νὰ βιαζώμεθα.
§142ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗΣ. Ὑπάρχει, Κύριοι, γνωστὸν τὸ ἄρθρον τοῦ κανονισμοῦ, καθ’ ὃ ἀφοῦ ὁ Πρόεδρος ἀπαγγείλῃ τὸ ἀποτέλεσμα, βεβαίως δὲν ἐπιτρέπεται νέα ψηφοφορία. Δυστυχῶς ἔχομεν προηγούμενα, Κύριοι, κατὰ τὰ ὁποῖα τὸ ἄρθρον αὐτὸ τοῦ κανονισμοῦ τὸ παρεβιάσαμεν, οὐχὶ βεβαίως ἐκ προθέσεως, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἰδέας ὅτι ὁ Πρόεδρος δὲν ἠδύνατο ἐν μέσῳ τοῦ θορύβου καὶ τῆς ἐπισπεύσεως, τὴν ὁποίαν ἡμεῖς οἱ ἴδιοι θέλομεν, νὰ ἀντιληφθῇ τὸ ἀποτέλεσμα· τοῦτ’ αὐτὸ συνέβη καὶ πρὸ ὀλίγου· ὁ Πρόεδρος ἀπήγγειλε τὸ ἀποτέλεσμα ἐν μέσῳ κραυγῶν, ἐν μέσῳ μιᾶς ἐπισπεύσεως, ἕνεκα τῶν ὁποίων δὲν ἠδύνατο νὰ ἀντιληφθῇ· ἄλλως τε ἐπὶ τοιούτων ζητημάτων, τὰ ὁποῖα οὐσιωδῶς θὰ ἐπηρεάσουν τὴν τύχην τῆς πατρίδος, δὲν πρέπει νὰ ἐπισπεύδωμεν. Ὁ τύπος, Κύριοι, εἶναι ἀληθές, ὅτι εἶναι φρουρὸς τῶν ἐλευθεριῶν, ἀλλὰ καταντᾷ καὶ ἓν δίστομον ξίφος εἰς χεῖρας πονηρὰς ἐναντίον τῆς πατρίδος. (Θόρυβος) Μὴ βιαζώμεθα, Κύριοι! Ἡμεῖς ζητοῦμεν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν· ἐὰν ἡμεῖς ἤμεθα εἰς τὸ ἄδικον ἂς φανῶσι τὰ ὀνόματά μας, διὰ νὰ ἀπαθανατίσῃ ἡ ἱστορία τὰ ὀνόματα ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὑπὲρ τῶν ἐλευθεριῶν. Ἀπαιτῶ λοιπὸν νὰ ἐπαναληφθῇ κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν ἡ ψηφοφορία.
§143ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετά.
§144ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν) Κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§145ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οὔτε ἡ δημοκοπία, οὔτε ἡ ἀφοσίωσις δὲν μὲ ταράττει· τὸ καθῆκόν μου ἐκπληρῶ (χειροκροτήματα), δὲν μὲ γνωρίζετε φαίνεται, Κύριοι! ἔχω τὴν τιμὴν νὰ προεδρεύω ἐπὶ ἓξ μῆνας τὴν Συνέλευσιν.
§146ΠΟΛΛΟΙ. Ἀφήσατε αὐτὰ (θόρυβος).
§147ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀφήσατέ με νὰ ἐξηγήσω τὸν κανονισμόν. Ὁσάκις ἐπρόκειτο νὰ ἀπαγγείλω ἀποτέλεσμα, κατὰ τὸν κανονισμὸν συνεβουλεύθην πάντοτε τὸ γραφεῖον· ἀπήγγειλα δὲ τὸ ἀποτέλεσμα ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐδέχετο ἡ πλειοψηφία (θόρυβος)· τὸ προεδρεῖον εἶναι δικαστήριον· ἡ πλειοψηφία εἶναι ἐκείνη, ἥτις ἀποφασίζει. Μοῦ ζητεῖτε λόγον, διατὶ προχθὲς ἐπέτρεψα τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν· δὲν εἶχον ἀπαγγείλει τὸ ἀποτέλεσμα.
§148Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Τὰ στενογραφήματα εἶναι ἐδῶ, Κ. Πρόεδρε.
§149ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Προχθές, Κύριοι, εἶχον ἐρωτήσει τὴν Συνέλευσιν ἐπὶ ἑνὸς ζητήματος καὶ τὴν εἶχον προκαλέσει νὰ ψηφοφορήσῃ δι’ ἀναστάσεως· ἠγέρθη κατὰ τὴν πεποίθησίν μου ἡ πλειοψηφία· ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην πρὶν ἀπαγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα.....
§150ΠΟΛΛΟΙ. (δεξιόθεν) Ὄχι, ὄχι.
§151ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατέ μοι, λέγω πάντοτε τὴν ἀλήθειαν· πρὶν ἀπαγγείλω τὸ ἀποτέλεσμα, ἐσηκώθησαν εἷς ἢ δύο ἐντεῦθεν, (δεικνύει τὴν ἀριστερὰν πτέρυγα·) καὶ ἐζήτησαν τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, ἀλλὰ τοὺς λέγω δὲν εἶσθε εἴκοσι· τότε ἐσηκώθησαν εἴκοσι· ἀλλὰ τὸ γραφεῖον ἐφώναζεν ἐντεῦθεν, διεκρίθη τὸ ἀποτέλεσμα, Κ. Πρόεδρε, ἀπαγγείλατε τὸ ἀποτέλεσμα. Τότε πραγματικῶς εἶπον, διότι δὲν ἠμποροῦσα νὰ τὸ ἀμφισβητήσω, ὅτι παρεδέχθη· ἀλλ’ ἐπειδὴ εἶχον ἤδη κάμει τὴν ὑποχώρησιν εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι εἶχον ζητήσει τὴν ὀνομαστικὴν κλῆσιν, νομίζω, ὅτι ἦτο ἔργον εὐσυνειδησίας τὸ νὰ ἐπιτρέψω τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν, ἀφ’ οὗ μάλιστα καὶ σεῖς συνηνέσατε εἰς τοῦτο.
§152ΣΑΡΑΒΑΣ. Θέσατε, Κ. Πρόεδρε, εἰς τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως τὸ ζήτημα, τὸ ὁποῖον ὑπέβαλον καὶ τὸ ὁποῖον γεννᾶται ἐκ τῆς διαφωνίας περὶ τὴν ἐφαρμογὴν τοῦ κανονισμοῦ, ἐὰν ἡ Συνέλευσις ἐννοῇ νὰ ἐφαρμόζῃ τὸν κανονισμόν, ὅπως ὑμεῖς τὸν ἐφηρμόσατε, καὶ ἐπιμένω.
§153Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Ἰδοὺ τὰ στενογραφήματα, Κ. Πρόεδρε, ἀναγνώσατέ τα.
§154ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν ἐδίστασα οὐδὲ πρὸς στιγμήν, ὅτι εἶχε διακριθῆ ἡ πλειοψηφία.
§155Γ. ΡΟΥΦΟΣ. Λέγετε ἄλλα ἀντ’ ἄλλων, διότι τὰ στενογραφήματα λέγουν ἄλλα παρ’ ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἴπετε.
§156ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπόν, Κύριοι, θέλετε τὴν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορίαν;
§157ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§158ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι τὰ γραφόμενα πρέπει νὰ φέρωσι τὴν ὑπογραφὴν τοῦ γράψαντος λέγουσι ναὶ, οἱ δὲ μὴ παραδεχόμενοι λέγουσιν ὄχι. Γίνεται ἡ ψηφοφορία κατ’ ὀνομαστικὴν κλῆσιν.
§159ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις δὲν εἶναι πλήρης. Διαλύεται ἡ συνεδρίασις. (ὥρα 5, παρὰ 25).
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς Γ. Πετρούλιας. Σ. Λογιωτατίδης.