1864.08.24
1.883 στίχοι · 15.347 λέξεις · 133 παρεμβάσεις
§0ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΙΣ 305.
Τῆς 24 Αὐγούστου 1864.
(Δευτέρα).
Ἀναγνωσθέντος τοῦ ὀνομαστικοῦ καταλόγου καὶ τῆς Συνελεύσεως πλήρους γενομένης, ἀνεγνώσθησαν τὰ πρακτικὰ τῆς προηγουμένης συνεδριάσεως.
§1ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ἄννινος ἔχει τὸν λόγον νὰ ὑποβάλῃ ἀντίῤῥησιν κατὰ τῶν πρακτικῶν.
§2Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Τὴν στιγμὴν, καθ’ ἣν ὁ ὑπουργὸς ἀνέγνωσε τὰς τροπολογίας τῆς κτηματικῆς τραπέζης, ἐγὼ ἐζήτησα τὴν ἀναβολὴν, καθότι ἐκείνην τὴν στιγμὴν διενεμήθησαν αἱ ἔντυποι τροπολογίαι, ὥστε ἡμεῖς οὔτε κἂν τὸν καιρὸν δὲν εἴχομεν ὅπως ἀναγνώσωμεν καὶ ὄχι νὰ σπουδάσωμεν, τὸ ὁποῖον καθῆκον εἴχομεν νὰ κάμωμεν, καθότι οὔτε οἰκονομολόγοι εἴμεθα, οὔτε τραπεζῖται· καὶ αὐτὰς τὰς τροπολογίας πρὶν νὰ τὰς παραδεχθῶμεν, ἔπρεπε νὰ τὰς σκεφθῶμεν· ἔκαμα αὐτὴν τὴν πρότασιν, δὲν παρεδέχθη· ἑπομένως ἐγὼ ζητῶ, ὅπως σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ἡ πρότασίς μου, ὅτι δὲν παρεδέχθη παρὰ τῆς Συνελεύσεως.
§3ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§4Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ἐκτὸς τούτου, Κύριοι, εἶχον ζητήσει τὸν λόγον πρὸ 4 ἡμερῶν, κ’ ἐπίσης καὶ ὁ ἀδελφός μου, τὴν στιγμὴν καθ’ ἣν ἀνέγνωσεν ὁ ὑπουργὸς τὰς τροπολογίας, ὁ Πρόεδρος ἠρώτησε τὴν Συνέλευσιν ἂν ἐφωτίσθη· ἐγὼ καὶ ὁ ἀδελφός μου ἐξηγέρθημεν ζητοῦντες τὸν λόγον, ἡ Συνέλευσις δὲν συνῄνεσεν εἰς τοῦτο.
§5ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. Εἶναι σημειωμένον.
§6ΑΝΝΙΝΟΣ. Ὄχι, ἔχετε τὸν Λειβαδᾶ καὶ τὸν Καπελέτον· ὅταν ἡ Συνέλευσις ἠθέλησε νὰ μᾶς φιμώσῃ τὸ στόμα, καθόσον ἡμεῖς δὲν εἴχομεν σκοπὸν ν’ ἀντιτείνωμεν εἰς τὴν ἀρχὴν, ἀλλ’ ἠθέλομεν νὰ εἴπωμεν γεγονότα, τὰ ὁποῖα σεῖς δὲν γνωρίζετε ἐπὶ τῆς Ἰονικῆς τραπέζης, ἀφορῶντα, ναὶ μὲν τὴν Ἑπτάνησον, ἀλλὰ καὶ τὴν Ἑλλάδα σήμερον. Δὲν μᾶς ἀφήσατε νὰ ὁμιλήσωμεν· τοῦτο θέλω τὸ πράξει μίαν ἄλλην ἡμέραν, καθότι σήμερον πρέπει νὰ συζητήσωμεν ἐπὶ τοῦ Συντάγματος, μᾶς ἐφιμώθη ὁ λόγος. Εἰς τὰ πρακτικὰ δὲν βλέπω τίποτε, ἐνῷ διεμαρτυρήθημεν ἀμφότεροι οἱ ἀδελφοὶ, ὅτι δὲν μᾶς ἐδόθη ὁ λόγος.
§7ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἶναι σημειωμένα εἰς τὰ στενογραφήματα ὅλα.
§8Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Πρέπει καὶ ἐδῶ.
§9ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν σημειοῦνται ὅλαι αἱ λεπτομέρειαι.
§10Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Δὲν λέγω νὰ βαλθοῦν οἱ λόγοι μου αὐτολεξεί. Ἔχω εὐθύνην, δὲν ἔχω ἐνδιαφέρον ἰδιαίτερον.
§11ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σᾶς παρατηρῶ, ὅτι αἱ διαμαρτυρήσεις κατὰ τῶν ἀποφάσεων τῆς Συνελεύσεως δὲν ἐπιτρέπονται· εἶναι μία προσβολὴ κατὰ τῆς κυριαρχίας τοῦ Ἔθνους.
§12Β. ΑΝΝΙΝΟΣ. Ὄχι δὲν εἶναι προσβολή· ἠμπορεῖ κανεὶς νὰ ἔχῃ μίαν γνώμην, καὶ ἐγὼ διαφορετικήν.
§13ΚΑΤΣΙΚΑΠΗΣ. (ὡς γραμματεὺς) Ἰδοὺ πῶς διωρθώθησαν· «μετὰ τοῦτο οἱ ἀδελφοὶ Ἄννινοι ἐζήτησαν τὴν ἀναβολὴν τῆς συζητήσεως, καὶ τούτου μὴ γενομένου δεκτοῦ ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως διεμαρτυρήθησαν».
§14ΧΡΗΣΤΙΔΗΣ. Ἡ λέξις διεμαρτυρήθησαν πρέπει νὰ διαγραφῇ (θόρυβος).
§15ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε τὰς προτάσεις, τὰς ὁποίας ἔκαμαν οἱ ἀδελφοὶ Ἄννινοι· θὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἂν ἔχωσι καλῶς τὰ πρακτικὰ, καὶ ἂν ἀποφανθῇ, ὅτι δὲν ἔχουσι καλῶς, τότε θὰ διορθωθοῦν· οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν ὅτι τὰ πρακτικὰ ἔχουσι καλῶς νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται πολλοὶ) (θόρυβος).
§16ΜΑΡΙΝΟΣ. Τὰ γεγονότα, τὰ ὁποῖα ἀνέφερεν ὁ Κ. Ἄννινος, εἶναι ἀληθῆ.
§17ΣΤΕΦΑΝΟΠΟΥΛΟΣ. Δὲν βλάπτει αὐτὸ τίποτε, Κύριε Πρόεδρε, ἂς καταχωρηθοῦν.
§18ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις παραδέχεται νὰ γείνουν αἱ διορθώσεις αἱ προταθεῖσαι παρὰ τοῦ Κυρίου Ἀννίνου;
§19ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§20ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Ἀντιλέγω, Κύριε Πρόεδρε· ἂς γραφῇ τὸ «διεφώνησαν» ἀντὶ τῆς λέξεως «διεμαρτυρήθησαν» (θόρυβος).
§21ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μετὰ τὰς γενομένας διορθώσεις ἐγκρίνονται τὰ πρακτικά;
§22ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα, μάλιστα.
§23ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωρίζετε, Κύριοι, ὅτι ὁ ἀριθμὸς καὶ τὰ καθήκοντα καὶ τῶν ὑπηρετῶν καὶ τῶν ὑπαλλήλων τῆς Συνελεύσεως προσδιορίζονται ὑπὸ τῆς Συνελεύσεως· ἀλλ’ ὁ κανονισμὸς δὲν εἶχε προσδιορίσει διὰ συντάκτην τῶν πρακτικῶν τῶν ἐπισήμων εἰμὴ ἕνα καὶ μόνον ὑπάλληλον· ὁ ὑπάλληλος αὐτὸς μέχρι τῆς ἑνώσεως τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος ἐπήρκεν εἰς τὸ ἔργον του· ἀλλ’ ἀπὸ τῆς ἐποχῆς ἐκείνης, ἐπειδὴ τὸ ἔργον τοῦ συντάκτου κατέστη δυσχερέστερον. (θόρυβος)... Ἀφήσατέ με νὰ τελειώσω, σεῖς θ’ ἀποφασίσητε, τοσοῦτον μᾶλλον καθόσον ἡ Συνέλευσις συνεδριάζει καθ’ ἑκάστην καὶ ἀποφασίζει περὶ σπουδαίων ἀντικειμένων, περὶ τοῦ Συντάγματος, ὁ προκάτοχός μου εἶχε προσλάβει ἕνα βοηθὸν τοῦ συντάκτου· νομίζω, ὅτι ἡ διατήρησις αὐτοῦ εἶναι ἀναγκαία.
§24ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§25ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀλλὰ πρὶν ἀποφασίσω ὁριστικῶς, θὰ προκαλέσω τὴν ἀπόφασιν τῆς Συνελεύσεως· ὁ κανονισμὸς εἶχε προσδιορίσει διὰ μισθὸν τοῦ συντάκτου 280 δραχ. κατὰ τὴν συζήτησιν τοῦ προϋπολογισμοῦ, ἐπειδὴ ἦτο μόνος τότε, κ’ ἐπειδὴ τὸ ἔργον του ἦτο πολὺ ἐνοχλητικὸν, ἐνόμισα ἔργον δικαιοσύνης καὶ ηὐξήθη ὁ μισθὸς εἰς 350 δραχ. Ἤδη ὅμως, ἐπειδὴ λαμβάνει ἕνα βοηθὸν, νομίζω, ὅτι εἶναι δίκαιον ὁ μισθός του νὰ προσδιορισθῇ εἰς 300.
§26ΒΟΪΔΗΣ ΜΑΥΡΟΜΙΧΑΛΗΣ. Εἰς τὸν διορθωτὴν τῆς ἐφημερίδος καὶ τοὺς στενογράφους νὰ αὐξηθῇ ἡ μισθοδοσία.
§27ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Εἰς δὲ τὸν βοηθόν του νὰ δοθῇ ὁ μισθὸς τῶν 200 δραχ. Ἡ προσθήκη εἰς τὸν προϋπολογισμὸν εἰς τὰ ἔξοδα τῆς Συνελεύσεως, θὰ ἦναι κατὰ 150 δραχ., διότι θὰ λάβωμεν τὰς 50 ἀπὸ τὸν μισθὸν τοῦ συντάκτου. Οἱ παραδεχόμενοι λοιπὸν τὴν προσθήκην τοῦ δευτέρου συντάκτου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸν κανονισμὸν τῆς μισθοδοσίας του ὡς ἐξέθεσα, νὰ ἐγερθῶσιν. (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Γνωστοποιῶ, Κύριοι, εἰς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι τὸ Προεδρεῖον ἔλαβεν ἀπάντησιν ἀπὸ μέρους τοῦ Κ. Ζερβοῦ εἰς τὴν πρόσκλησιν τὴν γενομένην παρὰ τῆς Συνελεύσεως πρὸς αὐτὸν νὰ προσέλθῃ ν’ ἀναλάβῃ τὰ καθήκοντά του ὡς πληρεξουσίου. Ἡ ἀπάντησίς του εἶναι πολύφυλλος· θὰ παρακαλέσω τὴν Συνέλευσιν, ἂν θέλῃ, ν’ ἀναγνωσθῇ τὴν προσεχῆ Πέμπτην.
§28ΤΙΝΕΣ. Νὰ τυπωθῇ.
§29ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§30ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Τὸ συμπέρασμα τῆς ἐπιστολῆς τοῦ Κυρίου Ζερβοῦ.... (θόρυβος).
§31ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐκφράζεται μὲ ἀμφιβολίαν, καὶ διὰ τοῦτο ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ τὴν ἀκούσῃ, καὶ διὰ τοῦτο θὰ μοὶ ἐπιτρέψῃ νὰ τὴν ἀναγνώσω τὴν Πέμπτην. Παρακαλῶ τὴν Συνέλευσιν νὰ ἐνθυμηθῇ, ὅτι αὔριον εἶναι ἡμέρα προσδιωρισμένη διὰ τὴν ἐργασίαν τῶν ἐπιτροπῶν ἐπὶ τῶν ἐκλογικῶν νόμων καὶ τῆς συγχωνεύσεως. Προσεκάλεσα καὶ ἐγγράφως τὴν ἐπιτροπὴν τῶν ἐκλογικῶν νόμων, διότι καθὼς ἐπληροφορήθην ἡ ἐπιτροπὴ αὕτη σχεδὸν ἀπεπεράτωσε τὸ ἔργον της, δηλ. τὰ τμήματα τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἑπομένως δύναται ἡ ὁλομέλεια τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθῃ πρὸς συναρμολόγησιν τῶν μερῶν, ἅτινα ἕκαστον τμῆμα ἰδιαιτέρως ἐπεξειργάσθη. Προσεκάλεσα δὲ καὶ τῆς ἐπιτροπῆς τῆς ἀφομοιώσεως τὰ τμήματα, διότι, ὡς ἐπληροφορήθην, τὰ περισσότερα καὶ μάλιστα ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα ἔχουν τὰ σπουδαιότερα μέρη τῆς ἀφομοιώσεως, δὲν ἔφθασαν εἰς οὐδὲν ἀποτέλεσμα· κατὰ συνέπειαν προσεκάλεσα κατ’ ἰδίαν τὰ μέλη τῶν ἐπιτροπῶν αὐτῶν νὰ προσέλθωσιν εἰς τὸ κατάστημα περὶ τὴν 10 ὥραν ἵνα προβῶσιν εἰς τὰ ἔργα των. Ἐὰν τὰ τμήματα αὐτὰ αὔριον δυνηθῶσι νὰ φθάσωσιν εἰς ἓν ἀποτέλεσμα, τότε, ἐπειδὴ ὅλα τὰ μέλη θὰ ἦναι ἐδῶ, δύναται ἡ ὁλομέλεια τῆς ἐπιτροπῆς νὰ συνέλθῃ καὶ περαιώσῃ τὸ ἔργον της.
§32ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Προχθὲς παρεκάλεσα τὸν Κύριον Πρόεδρον νὰ συγκαλέσῃ τὴν ἐπιτροπὴν, διότι μέλη τινὰ αὐτῆς ἔχουν νὰ ὑποβάλουν σπουδαίας προτάσεις.
§33ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ τὰς ὑποβάλουν αὔριον.
§34ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπάρχει ἐνέργεια νὰ μὴ συνέλθῃ ἡ ἐπιτροπή· ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ ἐργάζηται καθ’ ἑκάστην. (θόρυβος). Ἐπαναλαμβάνω νὰ εἴπω, ὅτι ἔχομεν σπουδαίας προτάσεις νὰ ὑποβάλωμεν, καὶ ἂν δὲν θέλητε νὰ τὴν συγκαλέσητε, θὰ τὴν συγκαλέσωμεν ἡμεῖς.
§35ΜΑΡΙΝΟΣ. Ἀναγκάζομαι, Κύριε Πρόεδρε, παρὰ θέλησιν νὰ λάβω τὸν λόγον, διότι, στοχασμός τις ἐκφρασθεὶς παρὰ τοῦ προαγορεύσαντος Κ. Χρηστοπούλου, εἶναι ὅλως ἀβάσιμος, ἢ τοὐλάχιστον τολμηρός. Εἶπεν, ὅτι βλέπει ἐν τῇ ἐπιτροπῇ τῆς συγχωνεύσεως τάσιν τινὰ πρὸς τὸ μὴ ἐργάζεσθαι.
§36ΤΙΝΕΣ. Ὄχι· ἀλλ’ εἰς τὸν Πρόεδρον.
§37ΜΑΡΙΝΟΣ. Πολὺ καλά· ἂν ἀορίστως ὡς πρὸς τὰ ἄτομα ὑπῆρξεν ἡ ἰδέα σας, δύναται νὰ ἐξηγηθῇ ὡς ἐφαρμοζομένη καὶ εἰς τὰ ἄτομα· ὡς μέλος ὅμως καὶ ἐγὼ δικαιοῦμαι νὰ εἴπω, ὅτι, ὅ,τι εἴπω ἐφαρμόζεται καὶ ὡς πρὸς ὅλα τὰ ἔντιμα μέλη τῆς ἐπιτροπῆς, καὶ ἑπομένως ἀπαντῶ, ὅτι αὐτὸς ὁ στοχασμὸς εἶναι ἀνυπόστατος καὶ τολμηρὸς, αὐτὴ ἡ τάσις δὲν ὑπάρχει οὐδόλως· ὁ ἀληθὴς λόγος, ἕνεκα τοῦ ὁποίου ἡ ἐπιτροπὴ δὲν δύναται νὰ ἐργασθῇ ὅσον ἐπιθυμεῖ, εἶναι ἡ διηνεκὴς καθ’ ἑκάστην ἐνασχόλησις τῆς Συνελεύσεως. Κύριοι, δυνάμεθα νὰ κάμωμεν τὸν ὑπολογισμόν· ἐνασχολούμεθα ἀπὸ τῆς 9 ἢ 10ης μέχρις τῆς 3 ἢ 4ης· κατὰ τίνα ὥραν δυνάμεθα νὰ ἐνασχοληθῶμεν εἰς τὰς ἐπιτροπάς; κατὰ τὸ ἑσπέρας; Ἀλλ’ εἴμεθα ἄνθρωποι καὶ ἔχομεν χρείαν ἀναπαύσεως. Ἡ ἀληθὴς αἰτία λοιπὸν εἶναι, ὅτι ἐλλείπει ὁ χρόνος ὁ ἀναγκαῖος, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα, ἡ ἐπιτροπὴ τῆς Συνελεύσεως ἠδυνήθη νὰ κλέψῃ ὥρας τινὰς κατὰ τὴν παρελθοῦσαν ἑβδομάδα καὶ συνῆλθε καὶ ἔφθασεν εἰς κἄποιον ἀποτέλεσμα· καὶ χθὲς, Κύριοι, τὸ τμῆμα τοῦ δικαστικοῦ κλάδου ἠδυνήθη, καί τοι οὐχὶ ἐν τῇ ὁλομελείᾳ αὑτοῦ, νὰ συνέλθῃ, καὶ ἀντήλλαξε πολλὰς ἰδέας ἐπὶ τοῦ οὐσιώδους τούτου ἀντικειμένου. Ἐνθυμηθῆτε, ὅτι δὲν πρόκειται διὰ μιᾶς τομῆς πελέκεως νὰ ἐκπεραιωθοῦν αὐτὰ τὰ ἔργα· ἀπαιτεῖται μελέτη, διότι ὑπάρχει εὐθύνη εἰς ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι ἔχουν νὰ κάμουν προτάσεις· αὐτοὶ θὰ ῥίψουν τὰ πρῶτα σπέρματα αὐτῆς τῆς ἀφομοιώσεως, ἥτις εἶναι σπουδαιοτάτη καὶ οὐσιώδης. Μὴ λοιπὸν ἔχητε ὑπονοίας, ὅτι ὑπάρχει τάσις πρὸς ματαίωσιν τοῦ σκοποῦ τῆς ἐπιτροπῆς· ἂς δώσῃ ἡ Συνέλευσις καιρὸν καὶ ἄνεσιν μίαν ἢ δύω ἡμέρας καὶ τὸ ἔργον θέλει περαιωθῆ.
§38ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ Συνέλευσις ἀρκεῖται εἰς τὰ λεχθέντα; Οἱ ἀρκούμενοι νὰ σηκωθῶσιν. (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη. Ὑπεβλήθησαν διάφοροι προτάσεις πληρεξουσίων. Πρότασις Πυλαρινοῦ καὶ λοιπῶν. «Προτείνομεν τὴν κατάργησιν τοῦ θεσμοῦ τῆς Γερουσίας καὶ τὴν διαγραφὴν αὐτῆς ἐκ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος». Θέλει τυπωθῆ, διανεμηθῆ καὶ συζητηθῆ μὲ τὸ σχετικὸν ἄρθρον. Πρότασις Σιδηροκαστρίτου· — τροπολογία ἐπὶ τοῦ 16 ἄρθρου. «Ἡ ἀνωτέρα καὶ κατωτέρα ἐκπαίδευσις ἐνεργεῖται δαπάνῃ τοῦ Κράτους. Πᾶσα συνοικία ἢ Κωμόπολις, ἀπόκεντρος οὖσα καὶ συγκειμένη ἐκ πλειόνων ἢ πεντήκοντα (50) οἰκογενειῶν, ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ κατέχειν δημοτικὸν σχολεῖον. Ἡ κατωτέρα ἐκπαίδευσις εἶναι ὑποχρεωτική. Ἕκαστος ἔχει τὸ δικαίωμα κτλ.» ὡς εὑρίσκονται ἐν τῷ ἄρθρῳ. Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἑτέρα τροπολογία Λ. Πετσάλη. «Ἄρθρον 18. Αἱ βάσανοι καὶ ἡ δήμευσις καταργοῦνται κτλ.....» Προτείνω τὰς ἑξῆς τροποποιήσεις καὶ προσθήκας ἐπὶ τοῦ σχεδίου τοῦ Συντάγματος. Τὸ ἄρθρον 18 νὰ τροποποιηθῇ οὕτω. «Ἄρθρον 18. Αἱ βάσανοι καὶ ἡ γενικὴ δήμευσις καταργοῦνται.» Ὁ πολιτικὸς θάνατος καταργεῖται. Ἡ θανατικὴ ποινὴ ἐπὶ πολιτικῶν ἐγκλημάτων καταργεῖται, ἐκτὸς τῆς κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, τοῦ διαδόχου, τῶν τέκνων αὐτοῦ καὶ τῆς συζύγου του ἀνθρωποκτονίας.» Μεταξὺ τοῦ ἄρθρου 18 καὶ 19 νὰ προστεθῶσι δύω ἕτερα ἄρθρα, τὰ ἑξῆς· «Ἄρθρον 19. Τὸ δημόσιον (fise), καθὸ πρόσωπον ἠθικὸν, δὲν πράττει ἀδίκημα οὔτε οἱονεὶ ἀδίκημα, ἑπομένως οὐδὲ εὐθύνεται εἰς ἀποζημίωσιν ἕνεκεν τῶν πράξεων τῶν διαχειριστῶν αὐτοῦ, ἐξ ὧν ἐπήγασεν ἄδικος ζημία εἰς ἕτερον. Οἱ διαχειρισταὶ οὗτοι ὡς δημόσιοι ὑπάλληλοι εὐθύνονται ἀτομικῶς ἕνεκεν τοιούτων ζημιῶν πρὸς τοὺς ὑποστάντας αὐτάς.» «Ἄρθρον 20. Τὰ δικαστήρια ἔχουν καθ’ ὅλου δικαιοδοσίαν κατὰ παντὸς ὑπευθύνου προσώπου καὶ ἐπὶ παραβιάσεως παντὸς δικαιώματος εἴτε ἀφορῶντος τὸ ἀστικὸν, εἴτε τὸ δημόσιον πολιτικὸν ἢ συνταγματικὸν δίκαιον.» Τὸ ἐν τῷ σχεδίῳ ἄρθρ. 19, λαμβάνον ἀριθ. 21, νὰ τροποποιηθῇ ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρον 21. Οὐδεμία προηγουμένη ἄδεια ἀπαιτεῖται πρὸς εἰσαγωγὴν ποινικῆς δίκης κατὰ δημοσίων ὑπαλλήλων διὰ τὰς περὶ τὴν νομοθεσίαν ἀξιοποίνους πράξεις αὐτῶν, ἐκτὸς τῶν περὶ Ὑπουργῶν εἰδικῶς διατεταγμένων. Ἡ περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγὴ ὑπάρχει πάντοτε ἐλευθέρα.» Τὸ ἄρθρον 20, λαμβάνον ἀριθ. 22, νὰ συνταχθῇ ὡς ἑξῆς. «Ἄρθρον 22. Τὸ ἀπόῤῥητον τῶν ἐπιστολῶν εἶναι ἀπαραβίαστον. Οἱ παραβάται τῆς διατάξεως ταύτης καθίστανται ἀνάξιοι εἰς τὸ μέλλον πάσης δημοσίου θέσεως, πλὴν τῆς κατ’ αὐτῶν ποινικῆς καταδιώξεως καὶ τῆς περὶ ἀποζημιώσεως ἀγωγῆς. Οὐδεὶς λόγος, οὐδεμία διαταγὴ δύνανται νὰ δικαιολογήσωσι τὴν παραβίασιν, ἐκτὸς εἰδικοῦ νομοθετικοῦ μέτρου, ἀναστέλλοντος προσωρινῶς ἐπὶ ὡρισμένον χρόνον τὴν ἀπαγόρευσιν ἐπὶ κρισίμων περιστάσεων τῆς πατρίδος.» Νὰ προστεθῇ ἄρθρον 23 τὸ ἑξῆς. «Ἄρθρον 23. Ἀπαγορεύεται ἡ κατάλυσις στρατιωτῶν ἐν οἰκίαις ἰδιωτῶν, ὁσάκις μεταβαίνουν ἀπὸ τόπου εἰς τόπον. Ὁ ἀποσπασματάρχης καταδιώκεται ὡς ἔνοχος διαταράξεως οἰκιακῆς εἰρήνης κατὰ τὸν ποινικὸν νόμον.» Ὁμοίως ἕτερον ἄρθρον 24 τὸ ἑξῆς· «Ἄρθρον 24. Οἱ Ἕλληνες δύνανται νὰ ἔχωσιν ἐντὸς τῶν οἰκιῶν των ὅπλα πρὸς ἰδίαν ἄμυναν ἀναλόγως τῆς καταστάσεως καὶ τῆς τάξεώς των, χωρὶς νὰ ὑπόκηνται εἰς ἰδιαιτέρας διατυπώσεις.» Θέλει τυπωθῆ καὶ διανεμηθῆ. Ἑτέρα πρότασις τοῦ Κ. Σαράβα. «Τροπολογία τοῦ 11ου ἄρθρου. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν». Ἑτέρα πρότασις τοῦ Παππαδιαμαντοπούλου. «Προσθήκη εἰς τὸ 11ον ἄρθρον. Νὰ προστεθῇ καὶ δεύτερον ἐδάφιον οὕτως· «Οὐδεὶς συνεταιρισμὸς δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ ἢ διαλυθῇ διοικητικῶς, ἀλλὰ μόνον διὰ τῆς δικαστικῆς ἀποφάσεως». Θέλουν ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σημερινὴν συνεδρίασιν. Ὑποβάλλεται τροπολογία τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, ἥτις θέλει ληφθῆ ὑπ’ ὄψιν κατὰ τὴν σημερινὴν συζήτησιν. —Ἑτέρα πρότασις Ψηφίσματος τοῦ Κ. Ἰακωβάτου.
ΨΗΦΙΣΜΑ.
Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ. τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. 1. Οἱ περὶ διακλήσεων ἐν Ἑπτανήσῳ νόμοι καταργοῦνται. 2. Αἱ ἐκ διακλήσεων προερχόμεναι ἐκκρεμεῖς δίκαι καὶ μὴ κατ’ οὐσίαν συζητηθεῖσαι διεκπεραιοῦνται εἴτε κατὰ τοὺς περὶ διακλήσεων νόμους, εἴτε ἀπ’ εὐθείας κατὰ μόνων τῶν ὀφειλετῶν, κατ’ ἐκλογὴν τοῦ δανειστοῦ. 3. Πᾶς ὀφειλέτης ἐν Ἑπτανήσῳ δύναται νὰ προσκαλέσῃ ἐπισήμως τὸν δανειστήν του νὰ πληρωθῇ τὸ πολιτικὸν δάνειόν του δι’ ἀκινήτων κτημάτων αὐτοῦ κατὰ τοὺς κειμένους νόμους. Πᾶν πολιτικὸν δάνειον δεδικασμένον ἢ ἀδίκαστον, μὴ ἐνεργούμενον ὑπὸ τοῦ δανειστοῦ πρὸς πληρωμὴν, ἐντὸς τριῶν μηνῶν ἀπὸ τῆς προσκλήσεως τοῦ ὀφειλέτου, παύει τοῦ νὰ ᾖναι εἰς τὸ ἑξῆς τοκοφόρον μεχρισοῦ πάλιν ἐνεργηθῇ πρὸς πληρωμὴν, ὅτε ἄρχονται πάλιν νὰ τρέχωσι τόκοι. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ὁ Κ. Ἰακωβάτος διὰ τὴν ἀνάπτυξιν τῆς προτάσεώς του ταύτης;
§39Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Τὸ προσεχὲς Σάββατον.
§40ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἑτέρα πρότασις ψηφίσματος τοῦ Κ. Σολωμοῦ καὶ Ἰακωβάτου.
ΨΗΦΙΣΜΑ.
Ἡ ἐν Ἀθήναις Βʹ Ἐθνικὴ τῶν Ἑλλήνων Συνέλευσις. Θεωροῦσα, ὅτι τὸ ἀνατολικὸν χρονολογικὸν ἔτος εἶναι τὸ μόνον, ὅπερ ἰσχύει ἐπισήμως ἐν τῇ νομοθεσίᾳ τῆς Ἑλλάδος· Λαμβάνουσα ὑπ’ ὄψιν, ὅτι ἐν ταῖς Ἰονίοις νήσοις παρὰ τὸ πάτριον καὶ ἀρχαῖον τοῦτο ἔθος προσετέθη ὡς ἐπίσημον χρονολογικὸν ἔτος καὶ τὸ νέον δυτικὸν, ἐναντίον τοῦ ἠθικοῦ καὶ ὑλικοῦ συμφέροντος τῶν Ἰονίων· Ὀφείλουσα νὰ διορθώσῃ τὰ ἀτόπως ὑπάρχοντα καὶ νὰ ἐπαναφέρῃ τὸ ὁμοιόμορφον καὶ κατὰ τοῦτο ἀνὰ πᾶσαν τὴν Ἑλλάδα· Ψηφίζει. Τὴν ἐν Ἑπτανήσῳ κατάργησιν τοῦ νέου ἔτους ἀπὸ τῆς 1ης Σεπτεμβρίου τοῦ 1864, μένοντος μόνου ἐπισήμου τοῦ ἀνατολικοῦ χρονολογικοῦ ἔτους. Ποίαν ἡμέραν ὁρίζει ὁ Κ. Σολωμός;
§41ΠΟΛΛΟΙ. Δὲν εἶναι ἀνάγκη.
§42Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Προτείνω τὸ κατεπεῖγον.
§43ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ συζητηθῇ τὴν Πέμπτην;
§44ΤΙΝΕΣ. Ὄχι, ὄχι.
§45ΕΤΕΡΟΙ. Τώρα (θόρυβος).
§46ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τροπολογία τοῦ Κ. Κυπαρίσση ἀφορῶσα τὸ Σύνταγμα. Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 14 ἡ ἑξῆς παράγραφος. «Ὅταν ὁ συντάκτης ᾖναι γνωστὸς καὶ κατοικῇ ἐν Ἑλλάδι, ὁ ἐκδότης, ὁ τυπογράφος, καὶ ὁ διανομεὺς δὲν δύναται νὰ καταδιωχθῇ». Τὸ ἄρθρον 15 νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸν τίτλον γενικαὶ διατάξεις, ὅπως εἶναι καταχωρισμένον εἰς τὸ Σύνταγμα τοῦ 1844 καὶ εἰς τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, παρ’ οὗ τὸ ἠρύσθημεν. Ὑποβάλλεται πρότασις ψηφίσματος τοῦ πληρεξουσίου Κ. Κουμουνδούρου. «Δὲν ὑπάγονται εἰς τοὺς ὅρους τοῦ ἀπὸ 12 Νοεμβρίου ὑπὸ στοιχεῖον ΟΣΤʹ. νόμου οἱ παρὰ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως ἀπὸ πολιτῶν καὶ ἀνθυπασπιστῶν βαθμολογηθέντες Ντερέκας Κωνσταντίνου, Κίσσαβος Γεωργίου, Δημητρίου Χρῆστος, Ζῖκος Ἀπόστολος, Βλαχιᾶς Πέτρος, καὶ Συναδινὸς Χρῆστος· κατὰ συνέπειαν οὗτοι ἀναγράφονται ἐκ νέου εἰς τοὺς ἐλέγχους τοῦ στρατοῦ μὲ τὸν παρὰ τῆς προσωρινῆς Κυβερνήσεως ἀπονεμηθέντα αὐτοῖς βαθμόν.»
§47ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. (ὑπουρ. ἐσωτερ.) Κ. Πρόεδρε, εἶναι ἓν πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον ἀπεφασίσθη ἀπὸ τὴν Συνέλευσιν, ἀλλ’ ὅπως ἀπεφασίσθη παροδικῶς, δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἐκτελεσθῇ· ἂν θέλῃ ἡ Συνέλευσις, πρέπει νὰ μεταβληθῇ εἰς ψήφισμα, διότι τότε μόνον ἠμπορεῖ νὰ ἐκτελεσθῇ.
§48ΒΑΛΤΙΝΟΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπιμένω ἐπ’ αὐτοῦ τοῦ ἀντικειμένου νὰ καταρτισθῇ αὐτὸ τὸ ψήφισμα, ὄχι μόνον δι’ ὅσους ἔχουν προστάτας.
§49ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Παραδέχεται ἡ Συνέλευσις νὰ συζητηθῇ τὴν Πέμπτην, θεωρηθὲν κατεπεῖγον;
§50ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§51ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Γνωστοποιῶ πρὸς τὴν Συνέλευσιν, ὅτι οἱ ἀδελφοὶ Ἄννινοι, συμφώνως μὲ τὴν προφορικὴν διακήρυξιν, τὴν ὁποίαν ἔκαμον πρὸ ἡμερῶν, παραιτοῦνται τῆς μισθοδοσίας των· (εὖγε, εὖγε.) Ἄρχεται ἡ συζήτησις τοῦ Συντάγματος.
§52ΠΑΝΤΟΛΕΩΝ. Εἶναι τὸ περὶ τῶν ἀγωνιστῶν.
§53ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Τὴν Πέμπτην ἠμπορεῖ νὰ ληφθῇ ὑπ’ ὄψιν. Ἡ Συνέλευσις θεωρεῖ, ὅτι πρέπει νὰ ἐξακολουθήσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ 11 ἄρθρου;
§54ΠΟΛΛΟΙ. Βέβαια.
§55ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Κόκκινος. Συνιστῶ εἰς τοὺς ἀγορεύοντας συντομίαν. Δὲν πρόκειται περὶ καθιερώσεως ἀρχῶν, αἱ ὁποῖαι δὲν εἶναι γνωσταί. Αἱ ἀρχαὶ, αἱ ὁποῖαι συζητοῦνται, συνεζητήθησαν καὶ ἀπεφασίσθησαν εἰς τὴν Εὐρώπην ὁλόκληρον, συνεζητήθησαν καὶ ἀπεφασίσθησαν εἰς τὴν Ἑλλάδα· πρόκειται οὐχὶ περὶ συντάξεως, ἀλλὰ περὶ ἀναθεωρήσεως τοῦ Συντάγματος· λοιπὸν παρακαλῶ τοὺς ἀγορεύοντας νὰ ᾖναι σύντομοι, νὰ ᾖναι πρακτικοὶ ἰδίως, καὶ νὰ περιορίζωνται εἰς τὸ προκείμενον.
§56ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ἐπὶ τῆς τροπολογίας μου θέλω νὰ λάβω τὸν λόγον.
§57ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Κατόπιν.
§58ΛΟΥΖΗΣ. Κύριε Πρόεδρε, ὑπάρχει πρότασις τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ περὶ ἀπαλείψεως τοῦ ἄρθρου· αὐτὴ νομίζω, ὅτι πρέπει νὰ συζητηθῇ πρώτη.
§59ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὅλαι αἱ τροπολογίαι συζητοῦνται· δι’ αὐτό ἀνακοινόνω εἰς τὴν Συνέλευσιν ὅλας τὰς τροπολογίας, ὥστε οἱ ἀγορεύοντες νὰ ἀντικρούουν ὅσας δὲν παραδέχονται καὶ νὰ ὑποστηρίζουν ὅσας παραδέχονται.
§60ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἐζήτησα τὸν λόγον πρὸς ὑποστήριξιν τῆς τροπολογίας τοῦ Κυρίου Σαράβα· τὸν ἐζήτησα ἀπὸ προχθὲς· καὶ προχθὲς ἔμελλον νὰ ὑποβάλω καὶ ἐγὼ ὁμοίαν τροπολογίαν. Χαίρω, ὅτι ὁ ἀξιότιμος φίλος μου Κ. Σαράβας μὲ προέλαβεν. Ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Σαράβα ἔχει ὡς ἑξῆς. «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν.» Τὸ σχέδιον τῆς ἐπιτροπῆς, Κύριοι, καθιεροῖ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ ὡς δικαίωμα ἀπόλυτον, ὡς δικαίωμα, διὰ τὸ ὁποῖον οὐδεὶς ἄλλος περιορισμὸς χωρεῖ, εἰμὴ ἡ διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως διάλυσις. Φρονῶ, Κύριοι, ὅτι ἡ ἐπιτροπὴ ἐσύγχυσε δύω τινὰ, τὴν ἐλευθερίαν τοῦ συνέρχεσθαι, καὶ τὴν ἐλευθερίαν τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Δὲν λέγω, ὅτι τὰ ἐσύγχυσεν ἀπολύτως, τὰ ἐσύγχυσεν ὅμως θεωρήσασα τὰ δικαιώματα ταῦτα ὡς συμφυῆ, ὡς ἐξ ἴσου εὐεργετικὰ, ὡς ἐξ ἴσου ἀκίνδυνα, καὶ διὰ τοῦτο τὰ ὑπήγαγεν εἰς ἴσας διατάξεις. Τὸ κατ’ ἐμὲ φρονῶ, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ βουλεύεσθαι συστηματικῶς περὶ πολιτικῶν πραγμάτων δὲν δύναται νὰ θεωρηθῇ ἐπίσης ἀκίνδυνον, ὡς τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι ἐλευθέρως καὶ βουλεύεσθαι περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἄνευ συστηματικῆς τάξεως, ἄνευ ὡρισμένων τρόπων καὶ τύπων, καὶ οὕτως εἰπεῖν, κατὰ συμβεβηκός. Δὲν δύναται, Κύριοι, νὰ θεωρηθῇ ἐπίσης εὐεργετικὸν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, καθ’ ὅσον ἀφορᾷ τοὺς περὶ τῶν δημοσίων ἀντικειμένων συνεταιρισμοὺς, ὅσον ἐνδέχεται νὰ ᾖναι ἐνίοτε τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι δύναται νὰ ἔχῃ τὸν χαρακτῆρα ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου ἀπέδωκεν αὐτῷ, δύναται δηλ. νὰ χρησιμεύσῃ ἐνίοτε ὡς ἀλεξικέραυνον, πρὸς διασκέδασιν τῶν πολιτικῶν παθῶν, δύναται νὰ θεωρηθῇ ὡς πάνδημος ἔκφρασις τῆς ἀληθινῆς κοινῆς γνώμης, διαλύουσα τὰ νομικὰ πλάσματα, εἰς τὰ ὁποῖα πολλάκις ὑπόκεινται τὰ νομικὰ τῆς ἐθνικῆς θελήσεως ὄργανα. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀπολήγει ὡς ἐπὶ τὸ πολὺ, καθὼς ἡ ἱστορία μᾶς διδάσκει, εἰς τὴν ἀναίρεσιν, εἰς τὴν σύγχυσιν, εἰς τὴν διαστροφὴν τῶν δημοσίων ἠθῶν. Τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ συνεταιρίζεσθαι θέτει τοὺς πολιτικοὺς συνεταιρισμοὺς ἀπέναντι ὅλων τῶν λοιπῶν δικαιωμάτων, τῶν ὁποίων ἡ ἐνάσκησις εἶναι ἐν πάσῃ ἐλευθέρᾳ καὶ εὐνόμῳ πολιτείᾳ τὸ προσὸν τοῦ πολίτου. Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν ἔχει μόνον σκοπὸν τὴν ἐπὶ τῆς Κυβερνήσεως ἐπίδρασιν τῆς γνώμης τῶν συνεταιριζομένων, ἥτις ἐξ ἀνάγκης εἶναι περιωρισμένη ἐν στενωτέρῳ κύκλῳ παρὰ τὴν κοινὴν γνώμην, ἀλλὰ σκοπὸν ἔχει πολλάκις καὶ τὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τῶν δημοτικῶν, ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν τῶν Βουλευτῶν, καὶ ἂν θέλητε ἀκόμη, τὴν ἐπίδρασιν ἐπὶ τοῦ τύπου καὶ ἐπὶ τῆς ἐλευθέρας ἐκφράσεως τῆς ἀτομικῆς γνώμης καὶ τῆς θελήσεως τῶν πολιτῶν. Δὲν φοβοῦμαι, Κύριοι, τὴν δημαγωγίαν τῶν τυχαίων συναθροίσεων, δὲν μὲ πτοεῖ ἡ δημαγωγία τοῦ βήματος τῶν ἐντετειχισμένων ἢ ἀτειχίστων βουλευτηρίων. Φοβοῦμαι ὅμως, Κύριοι, τὰς ἀποκρύφους, τὰς ἀφανεῖς, τὰς παρατόλμους, πλὴν ἄνευ παῤῥησίας, ἐνεργείας ἐναντίον ὅλων τῶν στοιχείων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα συνιστῶσι τὸν ἀληθινὸν δημόσιον βίον ἑνὸς ἔθνους. Τὰς ἀποκρύφους ταύτας ἐνεργείας οὔτε ἡ Πνὺξ τῶν ἀρχαίων, οὔτε τὰ Βουλευτήρια τῶν νεωτέρων τὰς παρεσκεύασαν. Πάντοτε ἔδωκαν γέννησιν καὶ τροφὴν εἰς αὐτὰς, πάντοτε τὰς ἔφερον εἰς ἀκμὴν ἐπὶ βλάβῃ τῆς πολιτείας οἱ πολιτικοί. Καὶ ἀπορῶ, Κύριοι, ὅτι, προσπαθῶν νὰ ἀναιρέσῃ τὸν ἀξιότιμον πληρεξούσιον Ἀττικῆς ὁ ἀξιότιμος φίλος καὶ συνάδελφός μου πληρεξούσιος τοῦ Πανεπιστημίου Κ. Σαρίπολος, ἐπεκαλέσθη τὴν Ἑλληνικὴν ἱστορίαν. Ἡ Ἑλληνικὴ ἱστορία διδάσκει ἕκαστον ἡμῶν, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, τὸ δικαίωμα τοῦ βουλεύεσθαι περὶ τῶν κοινῶν πραγμάτων ἐχρησίμευσαν πολλάκις ἐπὶ σωτηρίᾳ τῆς πατρίδος· τὸ συνεταιρίζεσθαι ὅμως, ὁσάκις καὶ ὅπου ἐνησκήθη, ἀπέβη πάντοτε πρὸς ὄλεθρον τῶν δημοσίων ἐλευθεριῶν, ἐχρησίμευσεν ὡς ἀσπὶς καὶ ὡς δορυφόρος τῆς ὀλιγαρχίας καὶ τῆς τυραννίας ἐναντίον τῶν διαδηλώσεων τῆς ἀληθινῆς ἐλευθερίας, ἐναντίον τῆς κανονικῆς ἀναπτύξεως τῶν ἐλευθέρων θεσμῶν, ἐναντίον τῆς ἀταράχου πορείας τῆς μετριοπαθοῦς δημοκρατίας.
§61ΚΑΛΟΣ. Ἓν παράδειγμα νὰ φέρητε.
§62ΚΟΚΚΙΝΟΣ. Ἰδοὺ, σᾶς φέρω παραδείγματα, ἐπειδὴ παραδείγματα ζητεῖ ὁ Κ. Καλός. Ὑπῆρχον εἰς τὰς Ἀθήνας ἑταιρίαι καὶ συνωμοσίαι ἐπὶ δίκαις καὶ ἀρχαῖς. Ὁ Θουκυδίδης, ὁ Ξενοφῶν, ὁ Δημοσθένης, ὁ Πλούταρχος, καὶ πολλοὶ ἄλλοι μᾶς τὸ λέγουσιν. Αἱ ἑταιρίαι αὗται συνεδέοντο ἢ δι’ ὅρκου, ἢ δι’ ὑποσχέσεως, καὶ τὰ μέλη αὐτῶν ὑπεχρεοῦντο συναλλήλως νὰ δικάζωσι τὰς ἐπὶ τῶν ἐκλογῶν ψήφους τοῦ δήμου διὰ δωροδοκιῶν ὑπὲρ τῶν ὑποψηφίων τῆς μερίδος των· καὶ πάλιν, ὅταν οἱ ἄρχοντες, τοὺς ὁποίους ἡ ῥᾳδιουργία τῶν πολιτικῶν συλλόγων ἔφερεν εἰς τὰ πράγματα, ἐπρόκειτο εἰς μὲν τὴν ἔναρξιν τῆς ἀρχῆς νὰ ὑποστῶσι τὴν δικαστικὴν δοκιμασίαν, εἰς δὲ τὸ τέλος αὐτῆς νὰ δώσωσιν εὐθύνας ἐνώπιον τῶν ἐθνικῶν δικαστηρίων, ὑπεχρεοῦντο οἱ ἑταῖροι νὰ παρασκευάσωσιν ὑπὲρ αὐτῶν μαρτυρίας, ἐννοεῖται καὶ ψευδομάρτυρας, καὶ νὰ δεκάσωσι τὰς ψήφους τῶν δικαστῶν, διὰ νὰ τοὺς ἀπολύσωσιν. Τοὺς τοιούτους συνεταιρισμοὺς, οἱ ὁποῖοι συνίσταντο πρὸς δεκασμὸν τῆς ψήφου τῶν πολιτῶν, εἴτε ὡς ἐκλογέων, εἴτε ὡς δικαστῶν, εἷς ἀνὴρ τοὺς ὠργάνωσεν εἰς πολιτικοὺς συλλόγους ἐπὶ καταλύσει τῆς πολιτείας. Ὁ ἀνὴρ οὗτος ἦτον ὁ Πείσανδρος, ὅστις, θέλων νὰ καταλύσῃ τὴν δημοκρατίαν καὶ ν’ ἀνεγείρῃ τὴν ὀλιγαρχίαν τῶν 400, ἔλαβεν ὅλους τοὺς πολιτικοὺς συλλόγους τῶν Ἀθηνῶν καὶ διωργάνωσεν αὐτοὺς εἰς μίαν καὶ μόνην ἑταιρίαν ἐναντίον τῆς δημοκρατίας. Ἡ ἑταιρία αὕτη εἶναι ἐκείνη, τὴν ὁποίαν ὁ μὲν Θρασύβουλος ἐπολέμησε μετὰ τοῦ ἐν Σάμῳ στρατοπέδου, εἰς δὲ τὰς Ἀθήνας συγκατήρτισαν μετὰ τοῦ Πεισάνδρου, Ἀντιφῶν ὁ ῥήτωρ, Φρύνιχος ὁ συκοφάντης, Θηραμένης ὁ ἀποστάτης καὶ ἡ λοιπὴ τῶν προδοτῶν χορεία. Οἱ τετρακόσιοι κατέλυσαν τὴν δημοκρατίαν, ἀλλὰ δὲν ἐκράτησαν ἐπὶ πολύ. Ὅταν ἡ δημοκρατία ἠνωρθώθη πάλιν καὶ ὁ Ἀλκιβιάδης κατῆλθεν εἰς Ἀθήνας, ψήφισμα τοῦ δήμου διετήρησεν ὅλας αὐτὰς τὰς ἑταιρίας. Τὰ μέλη αὐτῶν ἀφέθησαν πρὸς ἄλληλα τῶν ὅρκων, τοὺς ὁποίους εἶχον ὀμόσει. Ὅταν ἡ δημοκρατία μετὰ τὴν ἐν Αἰγοῖς ποταμοῖς ναυμαχίαν κατελύετο ὑπὸ τῆς ὑπεροχῆς τῶν Λακεδαιμονίων, βοηθουμένη ἀπὸ τὰ χρήματα τῶν Περσῶν, ποῖοι τότε πάλιν νομίζετε, ὅτι ὑπεστήριξαν καὶ κατώρθωσαν τὴν παραδοχὴν τῶν προτάσεων τῆς ξένης τυραννίας καὶ τῆς ἐνδήμου τρομοκρατίας; Τίνες ἐπηνόησαν τὴν τυραννίαν τῶν 30 τυράννων; Ὁ Θηραμένης καὶ οἱ μετ’ αὐτοῦ, δηλ. τὰ λείψανα τῶν συλλόγων, οἵτινες εἶχον καταλύσει πρότερον ἐπὶ τῶν 400 τὴν δημοκρατίαν τῶν Ἀθηναίων. Ὤφειλον νὰ ἐνθυμηθῶσιν οἱ ἀναφέροντες τὸν Πλάτωνα, ὅτι ὁ Πλάτων κατέκρινε, κατεδίκασε ῥητῶς τοὺς συλλόγους ὡς συνισταμένους πρὸς ἐξαπάτησιν τῶν πολιτῶν, ὡς μέσα, τὰ ὁποῖα μόνη ἡ τυραννία μεταχειρίζεται διὰ νὰ ἐπιτύχῃ τὰ σχέδιά της. Πρώτη εἶναι ἡ ἀρχαία Ἑλληνικὴ ἱστορία. Μήπως νομίζετε, ὅτι εἶναι ἀλλοία, ὅτι διαφέρει ἡ ἱστορία τῆς Ῥώμης; Ἀναγνώσατε αὐτὴν καὶ θέλετε ἰδεῖ τὴν αὐτὴν καταδίκην τῶν πολιτικῶν συλλόγων. Ἠναγκάσθη ἡ σύγκλητος τῆς Ῥώμης νὰ κάμῃ προσεκτικὸν τὸν δικτάτορα Μήνιον, ἂν δὲν ἀπατῶμαι, ἐπὶ τῆς ὀλεθρίας ἐπιῤῥοῆς, τὴν ὁποίαν ἐξήσκουν, καὶ αὐτὸς ἔφερε δόγμα, τὸ ὁποῖον κατεδίκαζε τοὺς συλλόγους καὶ διέταττε διοικητικὴν ἀνάκρισιν πρὸς ἀνακάλυψιν καὶ καταδίωξιν τῶν μελῶν αὐτῶν. Γνωστὴ εἶναι προσέτι εἰς ὅλους ἡμᾶς ἡ κατὰ τῆς πατρίδος ἐπιβουλὴ τοῦ Κατιλίνα, ἔργον ὡσαύτως στυγεροῦ πολιτικοῦ συνεταιρισμοῦ. Ἐν τῇ ἀρχαίᾳ λοιπὸν ἱστορίᾳ οἱ πολιτικοὶ σύλλογοι παρουσιάζονται ὡς ὄργανα, ὡς δορυφόροι, ὡς παραστάται τῆς τυραννίας ἐναντίον τῆς δημοκρατίας. Ἂν δὲν σᾶς πείθῃ ἡ γνώμη μου, ἂν δὲν ἔχητε προχείρους τὸν Ξενοφῶντα, τὸν Θουκυδίδην, ἀναγνώσατε τοὐλάχιστον σεῖς οἱ φίλοι τῶν Ἀγγλικῶν παραδειγμάτων τὸν ἄριστον τῶν νεωτέρων συγγραφέων τῆς Ἑλληνικῆς ἱστορίας, τὸν Γρότε (Grote), ἄνδρα ἐλευθέρων ἀρχῶν, καὶ θέλετε ἰδεῖ, ὅτι ἐκφέρει περὶ τῶν συλλόγων ἐκείνων τὴν αὐτὴν γνώμην, ἣν ἐκφέρουσι καὶ ὁ Θουκυδίδης καὶ ὁ Ξενοφῶν καὶ ὁ Πλούταρχος. Ἀλλ’ ἀφοῦ δὲν δύνασθε νὰ στηρίξητε τὴν ἀπόλυτον τῶν συλλόγων ἐλευθερίαν εἰς τὴν πάτριον, εἰς τὴν ἑλληνικὴν ἱστορίαν, ζητεῖτε νὰ τὴν στηρίξητε εἰς τὴν ἱστορίαν τὴν νεωτέραν. Εἶναι περιττὸν νὰ εἴπω ἐγὼ πρὸς ὑμᾶς ὅσα μὲ τόσην εὐγλωττίαν σᾶς ἀνέφερεν ὁ Κ. Καλλιγᾶς ὡς πρὸς τὰ δεινὰ τῶν πολιτικῶν συλλόγων ἀποτελέσματα ἐν τῇ Γαλλικῇ ἱστορίᾳ. Ἀλλ’ ὅταν ἐξετάσητε καὶ τὴν φύσιν τῶν συλλόγων ποία εἶναι, καὶ τί εἶναι, δὲν λέγω ὁ σκοπός των, ἀλλὰ ποῖα εἶναι τὰ ἀποτελέσματά των, θέλετε πεισθῆ βεβαίως, ὅτι οἱ σύλλογοι εἶναι ἐναντιώτεροι τῆς ἐλευθερίας, παρ’ ὅσον οἱ ὑποστηρίζοντες τὸ ἄρθρον τοῦ Συντάγματος ὑπωπτεύθησαν. Ἡ πολιτεία, Κύριοι, παρεσκεύασεν εἰς τὸν διανύοντα τὸν δημόσιον βίον ὅλα ἐκεῖνα τὰ μέσα, διὰ τῶν ὁποίων ἡ ἀληθὴς ἀρετὴ, ἡ ἀληθὴς ἱκανότης δύνανται νὰ διακριθῶσι καὶ νὰ λάβωσι τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν πραγμάτων, ὑποστηριζόμεναι ὑπὸ τῆς κοινῆς γνώμης, εἰς τὰ ἁγνὰ, εἰς τὰ ὑγιῆ τῆς ὁποίας νάματα πρέπει ἀδιαλείπτως νὰ βαπτίζωνται οἱ πολιτικοὶ ἄνδρες. Τί ἀποτέλεσμα ἔχουσι, Κύριοι, οἱ πολιτικοὶ σύλλογοι; Τὸ νὰ ἀναδείξωσι διὰ τῆς δωροδοκίας καὶ διὰ τῶν λοιπῶν ἀποκρύφων καὶ ἀθεμίτων μέσων, τὰ ὁποῖα διαθέτουσι, ν’ ἀναδείξωσι, λέγω, ὄχι τοὺς ἀληθινοὺς ἀντιπροσώπους τῆς κοινῆς γνώμης, ἐκείνους, τοὺς ὁποίους ἡ ἱκανότης, ὁ πατριωτισμός των ἠδύναντο νὰ φέρωσιν εἰς τὴν διοίκησιν τῶν κοινῶν πραγμάτων, ἀλλὰ ν’ ἀναδείξουν τοὺς ἀνθρώπους τῆς μετριότητος, τῆς μικροπραγμοσύνης, τῆς ῥᾳδιουργίας, ἐκείνους, οἵτινες εἶναι ἕτοιμοι νὰ ὑπηρετήσωσιν ἀντὶ τῶν ἐθνικῶν ἰδεῶν τὰ ἴδια καὶ τὰ τῶν φίλων συμφέροντα. Οἱ πολιτικοὶ σύλλογοι ὑποβιβάζουσι τοὺς χαρακτῆρας, διότι πιέζουσι τὴν ἀτμοσφαῖραν αὐτῶν. Αἱ πυραμίδες αὐτῶν, τὰς ὁποίας προβάλλουσιν εἰς τὸν θαυμασμὸν τοῦ κοινοῦ, δὲν εἶναι ἀπὸ λίθον, ἀλλὰ ἐξ ἄμμου. Μοὶ ἀντέταξαν τὸ παράδειγμα τῶν πολιτικῶν τῆς Ἑπτανήσου συλλόγων. Ἀλλὰ καὶ ὡς πρὸς αὐτοὺς ἀντιτάττω, ὅ,τι ὁ ἀξιότιμος Κ. Καλλιγᾶς ἀντέταξε πρὸς τοὺς διακόψαντας αὐτὸν καὶ ἀναμνήσαντας τὸν Ὀκονέλλον. Οἱ πολιτικοὶ τῆς Ἑπτανήσου σύλλογοι ἔσχον ἐπιῤῥοὴν σωτήριον ἐπὶ τοῦ ἐθνικοῦ βίου τῆς Ἑπτανήσου, διότι ὅλαι αὐτῶν αἱ ἐνέργειαι συνεμετροῦντο εἰς μίαν ἰδέαν, εἰς τὴν ἰδέαν τοῦ νὰ ὑποστηρίζωσι καὶ νὰ ἐπιτύχωσι ἐναντίον ξένης δεσποτείας τὴν ἕνωσιν τῆς Ἑπτανήσου μετὰ τῆς Ἑλλάδος ὡς προοίμιον τῆς ἑνώσεως σύμπαντος τοῦ ἑλληνισμοῦ. Ὅταν τοιοῦτον ῥεῦμα ῥέῃ εἰς ἓν ἔθνος, τὸ ῥεῦμα τοῦ ἀληθινοῦ ἐθνισμοῦ, τὸ ῥεῦμα τῆς συγκεντρώσεως ὅλων τῶν ἰδεῶν εἰς μίαν μόνην ἰδέαν ἐναντίον τῆς ἐπικαθημένης ξένης ἐξουσίας, τότε οἱ σύλλογοι αὐτοὶ εἶναι συντελεστικοὶ καὶ ὠφέλιμοι, τότε καὶ αἱ συναθροίσεις τῶν πολιτῶν ἐπὶ ἓν καὶ τὸ αὐτὸ καὶ εἰς πᾶσαν στιγμήν, ὄχι μόνον εἶναι ἀκίνδυνοι, ἀλλὰ καὶ εὐεργετικοὶ διὰ τὴν ἀνάστασιν τῆς ἐθνότητος. Ὅταν ὅμως τὸ κῦμα τοῦ ἐθνισμοῦ ἐκπλύνῃ τὸ στίγμα τῆς ξενοκρατίας, τότε καὶ οἱ σύλλογοι πρέπει νὰ λάβωσι κατὰ νοῦν, ὅτι ἐξέλιπεν ἡ αἰτία, διὰ τὴν ὁποίαν συνέστησαν. Δὲν λέγω, ὅτι πρέπει νὰ ἐκλείψωσιν ὁλοσχερῶς. Εἶναι ἐλεύθεροι νὰ στρέψωσι τὴν προσοχὴν, τὴν ἐνέργειάν των πρὸς ἄλλα ἀντικείμενα ἐπίσης εὐεργετικὰ διὰ τὴν πατρίδα των, ἐπίσης βοηθητικὰ διὰ τὸν κοινὸν βίον. Καὶ τοιαῦτα, Κύριοι, εἶναι, ὄχι αἱ κεναὶ καὶ μάταιαι περὶ πολιτικῶν πραγμάτων συζητήσεις, αἱ ὁποῖαι μόνον εἰς τὸ βῆμα τὸ ἐθνικὸν, μόνον ἐνώπιον τῆς δημοσιογραφίας δὲν εἶναι ἄνευ σκοποῦ καὶ ἀποτελέσματος, ἀλλ’ εἶναι αἱ συζητήσεις περὶ τῶν ὑλικῶν καὶ ἐθνικῶν συμφερόντων τῆς πολιτείας. Κἀνεὶς σύλλογος δὲν ἀπέδειξε τόσην ἀκατάσχετον δύναμιν, κἀνεὶς σύλλογος δὲν περιέθαλψε τὸ ὄνομά του εἰς τὴν ἱστορίαν μὲ τοσαύτας εὐλογίας, μὲ ὅσας ὁ σύλλογος, ὅστις συνέστη ἐν Ἀγγλίᾳ πρὸς κατάργησιν τῶν προστατευτικῶν νόμων, οἵτινες ἐπροστάτευον τὴν ἐγχώριον γεωργίαν, καὶ κατέστελλον τὴν ἐμπορικὴν ἐλευθερίαν. Ὁ μεγαλείτερος πολιτικὸς τῆς Ἀγγλίας ὁ Πὴλ, ἀγορεύων ὡς ὑπουργὸς ἀπὸ τοῦ βήματος τοῦ κοινοβουλίου, ὅταν ἐπρότεινε τὴν κατάργησιν τῶν νόμων ἐκείνων, ἐπλήρωσε φόρον θαυμασμοῦ πρὸς τὴν ἑταιρίαν ἐκείνην, κηρύξας αὐτὴν ἀξίαν τῆς ἐθνικῆς εὐγνωμοσύνης. Ἐὰν ὁ σύλλογος ἐκεῖνος, ἀντὶ νὰ μεριμνᾷ ὑπὲρ τῶν ἐνδεῶν τάξεων τοῦ λαοῦ διὰ τῆς καταργήσεως τῶν προστατευτικῶν νόμων, ἐξετρέπετο εἰς ματαίας πολιτικὰς συζητήσεις, ἤθελεν ἀποδειχθῇ ἀντὶ εὐεργετικοῦ ὀλέθριος διὰ τὴν Ἀγγλίαν. Τοιούτων συλλόγων τὴν σύστασιν, συλλόγων ἐνασχολουμένων εἰς ὑλικὰ καὶ ἠθικὰ ἀντικείμενα, οὐδέποτε θὰ ἐμποδίσῃ ἡ ἐξουσία, ὁποιαδήποτε ἐξουσία καὶ ἂν ᾖναι, καὶ δὲν γνωρίζω ἐν τῇ νεωτέρᾳ Ἑλλάδι παράδειγμα, ὅτι ἐπαρουσιάσθη σύλλογός τις, ἔχων ὡς βάσιν τὴν ὑποστήριξιν ὑλικῶν καὶ ἠθικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου, καὶ νὰ εὑρέθη Κυβέρνησις, ἥτις νὰ ἠρνήθη εἰς αὐτὸν τὸ δικαίωμα τῆς ὑπάρξεως. Ἀλλὰ μήπως φρονεῖτε, ὅτι ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως πολιτικῶν συλλόγων εἶναι ἀπολύτως ἐλεύθερον; Μᾶς παραπέμπετε ἀδιακόπως εἰς τὴν Ἀγγλικὴν νομοθεσίαν, καὶ ὀρθῶς μᾶς παραπέμπετε, ἀλλὰ σᾶς ἀπέδειξεν ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, ὅτι πρὶν ἢ παραπέμψητε εἰς αὐτὴν, ἔχετε ἀνάγκην νὰ κατανοήσητε τὸ πνεῦμα τῆς Ἀγγλικῆς νομοθεσίας. Εἶσθε πολὺ μακρὰν ἀπὸ τοῦ νὰ γνωρίζητε τὴν Ἀγγλικὴν νομοθεσίαν, ἢ ἂν τὴν γνωρίζητε, τὴν παραμορφόνετε. Ποῖαι διατάξεις φρονεῖτε, ὅτι ἰσχύουν ἐν Ἀγγλίᾳ ὡς πρὸς τὴν σύστασιν τῶν πολιτικῶν συλλόγων; Φρονεῖτε, ὅτι εἶναι ἀπόλυτος ἐλευθερία, ὅπως ἐπὶ τῶν συνεταιρισμῶν ἐκείνων, οἵτινες ἀντικείμενον ἔχουσι τὴν διάδοσιν τῶν θρησκευτικῶν ἰδεῶν καὶ τὴν προαγωγὴν τῶν ὑλικῶν καὶ τῶν ἠθικῶν συμφερόντων τοῦ τόπου; Πολὺ θέλετε πλανηθῆ, ἐὰν ὑποθέσητε τοιοῦτόν τι. Ὑπάρχει νόμος ψηφισθεὶς ἐπὶ Γεωργίου τοῦ 3ου, ὅστις ἀκόμη διέπει τὴν σύστασιν τῶν πολιτικῶν συλλόγων. Κατὰ τὸν νόμον τοῦτον, οἱ σύλλογοι, οἱ ἔχοντες ἀντικείμενον τὴν συζήτησιν πολιτικῶν πραγμάτων, ἔχουσιν ἀνάγκην, διὰ νὰ ἔλθωσιν εἰς ὕπαρξιν, νὰ λάβωσι τὴν προηγουμένην ἄδειαν δύω εἰρηνοδικῶν. Καὶ σημειώσατε, ὅτι ἐν τῇ Ἀγγλίᾳ οἱ ἐπιμεληταὶ τῆς Διοικητικῆς ἐξουσίας, οἱ εἰρηνοδίκαι συντρέχουσι μετὰ τοῦ Σχέριφ, δηλαδὴ μετὰ τοῦ ἀρχηγοῦ τῆς τοπικῆς Διοικήσεως, πρὸς ἐνάσκησιν καθηκόντων καθαρῶς διοικητικῶν. Λοιπὸν ὄχι ἑνός, ἀλλὰ δύω εἰρηνοδικῶν τὴν ἄδειαν ἀπαιτεῖ ὁ Ἀγγλικὸς Νόμος πρὸς σύστασιν πολιτικῶν συλλόγων. Ἀδιάφορον ἐὰν τὴν ἄδειαν ταύτην ἀπονέμωσιν οἱ εἰρηνοδίκαι, διότι ἐπαναλαμβάνω, ὅτι οἱ εἰρηνοδίκαι ἐδῶ δὲν δικάζουν, ἀλλ’ ἀποφασίζουν, ἐνεργοῦν ἑπομένως πρᾶξιν τῆς καθαρᾶς διοικήσεως, ἥτις ὡς ἐκ τῆς φύσεώς της ἀνήκει εἰς τὴν ἐκτελεστικὴν ἐξουσίαν καὶ ὄχι εἰς τὴν δικαστικήν. Ἰδοὺ λοιπόν, ὅτι καὶ εἰς τὴν Ἀγγλίαν οἱ πολιτικοὶ σύλλογοι διὰ νὰ λάβωσιν ὕπαρξιν, διὰ νὰ ἀναπνεύσουν τὸν ἀέρα τῆς ἀτμοσφαίρας, ὀφείλουσι νὰ λάβωσι τὴν ἄδειαν τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας, ἐκπροσωπουμένης εἰς τὴν περίστασιν ταύτην ὑπὸ τῶν εἰρηνοδικῶν. Ἀλλὰ θέλετε, Κύριοι, νὰ προχωρήσητε εἰς μακρύτερον; θέλετε νὰ φανῆτε πλέον φιλελεύθεροι τοῦ Ἀγγλικοῦ Νόμου; Ἔστω· ἀλλὰ μὴ ἀφοπλίζετε τὴν πολιτείαν ἀπὸ τὰ εὔλογα μέσα τῆς ἀμύνης, τὰ ὁποῖα πρέπει νὰ ἔχῃ ἐναντίον τῶν παρεκτροπῶν τῶν τοιούτων συλλόγων, καὶ ἂν δὲν ἦσθε διατεθειμένοι νὰ ψηφίσητε τὴν τελείαν τοῦ ἄρθρου ἀπάλειψιν, τὴν ὁποίαν ὁ ἀξιότιμος πληρεξούσιος Σπετζῶν, ὁ φίλος μου Κ. Διομήδης προτείνει, ψηφίσατε τοὐλάχιστον τὴν τροπολογίαν ἐκείνην, τὴν ὁποίαν προτείνει ὁ ἀξιότιμος Κ. Σαράβας, καὶ τὴν ὁποίαν ἐγὼ ὑποστηρίζω, δηλ. νὰ ἔχουν μὲν οἱ σύλλογοι τὴν ἄδειαν τοῦ νὰ συνιστῶνται ἐλευθέρως, καὶ ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ νὰ ὑποχρεοῦνται εἰς τὸ νὰ τηρῶσι τοὺς Νόμους τοῦ Κράτους, καὶ παρὰ τῶν πράξεων τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας νὰ μὴ ἀπαιτηθῇ ἄλλη ἐγγύησις, νὰ μὴ ἐπιβληθῇ οὐδεὶς ἄλλος ὅρος, παρὰ ὁ ὅρος, ὅτι δὲν θὰ ὑπαγάγουν ποτὲ τὸ δικαίωμα τῆς συστάσεως τῶν συλλόγων εἰς τὴν προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν. Ἀφήσατε τὴν ἀπόφασιν περὶ τοῦ τρόπου τῆς συστάσεως τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ περὶ τοῦ τρόπου καὶ τῶν μέσων τῆς καταστολῆς αὐτῶν, ἀφήσατε αὐτὰ εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν. Μὴ θελήσατε διὰ τοῦ Συντάγματος νὰ καταστήσητε κριτὴν αὐτοῦ τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν, διότι τότε τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν ἀναμιγνύετε εἰς τὴν πολιτείαν. Ἡ ἐγγύησις, τὴν ὁποίαν προφασίζεσθε, ὅτι δίδετε εἰς τὴν πολιτείαν διὰ τῆς τοιαύτης δικαστικῆς ἐγγυήσεως, δὲν εἶναι ἐγγύησις ἀληθής, διότι δὲν εἶναι ἀποτελεσματική. Λέγετε, ὅτι μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως πρέπει νὰ ἐπιτραπῇ τῶν συλλόγων ἡ διάλυσις. Δηλαδὴ δὲν θέλετε οὔτε ὅ,τι περιέχει ἡ νομοθεσία τῆς Ἀγγλίας, οὔτε ὅ,τι περιέχουν αἱ τῶν λοιπῶν ἐθνῶν νομοθεσίαι, τὸ νὰ ἐνεργῆται ἓν μέτρον προκαταληπτικὸν, ἀσφαλιστικὸν διὰ τὴν σύστασιν τῶν συλλόγων ἐκείνων, οἵτινες δύνανται διὰ τῆς ἐπηρείας καὶ τῶν κακῶν ἀρχῶν των ν’ ἀποδειχθῶσιν ἐξόχως ἐπικίνδυνοι διὰ τὴν πολιτείαν. Θέλετε λοιπὸν τὸ σύστημα τῆς καταστολῆς; Τὸ ἀσπάζομαι τὸ σύστημα τοῦτο, ἀλλὰ δώσατε εἰς αὐτὸ τὴν ἔκφρασιν, τὸν χαρακτῆρα, τὴν δύναμιν τῆς ἀποτελεσματικότητος, διότι ἄλλως μένει λέξις κενή. Ὁ πλέον φιλελεύθερος τῶν Γερμανῶν δημοσιογράφων, ὁ κλεινὸς τῆς Ἑϊδελβέργης καθηγητὴς Μὸλ, ἀναγράφει ὅλα τὰ δικαιώματα ταῦτα καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἄνευ προηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως ἀδείας μεταξὺ τῶν δικαιωμάτων ἐκείνων, τὰ ὁποῖα ἡ πολιτεία πρέπει νὰ ἐξασφαλίσῃ εἰς τοὺς πολίτας. Ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ Βασιλείου τῆς Βυρτεμβέργης δὲν ἀναγράφονται ῥητῶς τὰ δικαιώματα ταῦτα, ἀλλὰ καὶ δὲν τὰ ἀπαγορεύει. Ὁ Μὸλ τὰ ἐξάγει ὡς ὑφιστάμενα ἐκ τῆς λογικῆς τῶν συνταγματικῶν διατάξεων ἑρμηνείας. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἀποφαινόμενος ὡς ἀνὴρ ἐπιστήμων, ὡς ἀνὴρ ἀληθῶς φιλελευθέρων φρονημάτων, καὶ διὰ τοῦτο κηδόμενος τῶν μεγάλων, τῶν ἀναπαλλοτριώτων δικαιωμάτων τῆς πολιτείας, ἰσχυρίζεται, καὶ ὀρθῶς ἰσχυρίζεται, ὅτι τῶν συλλόγων ἡ διάλυσις πρέπει ν’ ἀνατίθηται εἰς τὴν διοικητικὴν ἐξουσίαν, καὶ διὰ τὴν ἐξάσκησιν τοῦ μέτρου τῆς διαλύσεως, εἴτε ὑπὸ τοῦ Διευθυντοῦ τῆς Ἀστυνομίας, εἴτε ὑπὸ τοῦ ὑπουργοῦ τῶν Ἐσωτερικῶν, νὰ ᾖναι ὑπεύθυνον τὸ ὑπουργεῖον ἐνώπιον τῶν Βουλευτικῶν σωμάτων, περὶ τῆς ὀρθῆς καὶ καταλλήλου χρήσεως αὐτοῦ, καὶ περὶ τοῦ ὅτι δὲν ὑπερέβησαν τὰ ὅρια τῆς ἐξουσίας των. Καὶ πῶς, Κύριοι, ἐννοεῖτε νὰ ἔχωσιν ἀποτέλεσμα αἱ διὰ δικαστικῆς ὁδοῦ διαλύσεις τῶν συλλόγων τούτων, ὅταν ὄχι μόνον αἱ πράξεις ἐκεῖναι, αἱ ὁποῖαι θέλουν ἀποδείξει τοὺς συλλόγους ἐνόχους ἐνώπιον τῆς πολιτείας, πρέπῃ προηγουμένως νὰ τελεσθῶσιν, ἀλλὰ καὶ νὰ εἰσαχθῶσιν εἰς δίκην ὅλα τὰ πρόσωπα, τὰ ἀποτελοῦντα τὸν σύλλογον, καὶ περὶ ὅλων αὐτῶν ν’ ἀποδειχθῇ καὶ ὅτι παρεβίασαν τοὺς νόμους, καὶ τότε ν’ ἀπαγορευθῶσιν οἱ σύλλογοι; Ὑποθέσατε, Κύριοι, ὅτι ἠθέλετε καταδιώξει 3, 4 ἄτομα, 5 ἢ 10, καὶ ὅτι ὁ σύλλογος σύγκειται ἐκ 200 καὶ 500, 2000. Ἡ δικαιοσύνη, Κύριοι, δὲν ἔχει τὴν ἀπόλυτον δύναμιν ν’ ἀνακαλύψῃ ὅλους τοὺς ἐνόχους. Δὲν ὑποθέτετε, ὅτι θέλουσι καὶ πολλοὶ διαφύγει τὴν καταδίωξιν; Πολλοὶ θέλουν προσποιηθῆ, ἢ ὅτι δὲν ἦσαν συνεταῖροι, ἢ ὅτι δὲν ἐνεγράφησαν νομίμως, ἢ ὅτι δὲν ἐγένοντο δεκτοὶ, καὶ πολλοὶ ἤθελον διαφύγει τὴν καταδίκην. Καὶ ἂν ἡ δικαστικὴ ἐξουσία ἀπεφαίνετο τὴν διάλυσιν, ἤθελεν ἐξακολουθεῖ νὰ βόσκῃ ἡ πυρὰ ὑπὸ τὴν ὑπόνομον φρυκτωρουμένη ἀπὸ τοὺς διαφυγόντας τὴν καταδίκην ἢ τὴν καταδίωξιν. Μετὰ τὴν διάλυσιν οἱ σύλλογοι θέλουσι κατατμηθῆ εἰς μικρότερα τμήματα, τὰ ὁποῖα θέλουν προέλθει εἰς νέον ὀργανισμόν. Τὰ τμήματα ταῦτα θέλουν ἐξακολουθεῖ ὀργανιζόμενα πρὸς γενικωτέραν σύστασιν ἐναντίον τῆς πολιτείας, ἐνῷ, Κύριοι, ἡ διὰ τῆς διοικητικῆς ὁδοῦ διάλυσις δύναται νὰ προλάβῃ τοὺς κινδύνους, καὶ νὰ φέρῃ ἀποτέλεσμα σωτήριον, διότι θέλει εἶσθαι ταχύτερον καὶ πληρέστερον. Καὶ τί ἄλλο εἶναι ἡ τῶν τοιούτων συλλόγων διάλυσις, παρὰ μέτρον ἀστυνομικὸν, τὸ ὁποῖον ἐνασκεῖται ὑπὸ τῶν φυσικῶν ὀργάνων τῆς πολιτικῆς τάξεως; Ἀλλὰ θέλετε ν’ ἀναθέσητε εἰς τὴν δικαστικὴν ἐξουσίαν τὸ τοιοῦτον; Δύνασθε νὰ κάμητε, ἂν τὴν ἐνισχύσητε μὲ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἔχει ἐν Ἀγγλίᾳ, ἐὰν δώσητε εἰς αὐτὴν τὸ δικαίωμα τῆς ἐκ τῶν προτέρων ἀπαγορεύσεως τῶν τοιούτων συλλόγων. Τότε ὅμως δὲν πρέπει νὰ ζητῆτε νὰ προηγηθῇ καταδικαστικὴ ἀπόφασις πρὸς διάλυσιν αὐτῶν, ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ ἐνδύσητε τὰ ὄργανα τῆς δικαιοσύνης μὲ τὴν διακριτικὴν ἐξουσίαν, τὴν ὁποίαν μετέρχεται εἰς τὰ ἠπειρωτικὰ τῆς Εὐρώπης Κράτη ἡ διοίκησις. Ἀλλὰ δὲν δέχεσθε τοῦτο, διότι παρ’ ἡμῖν εἶναι ἀδύνατον, διότι τὰ ἤθη ἡμῶν δὲν ἔχουσιν, ὅπως εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Ὑπάρχει μεταξὺ τῶν τροπολογιῶν, αἱ ὁποῖαι ὑπεβλήθησαν, καὶ μία τοῦ Κ. Κυπαρίσση, ἥτις λέγει. «Αἱ ἑταιρίαι τοῦ ἀστυκοῦ καὶ ἐμπορικοῦ νόμου θέλουσιν ἐξακολουθεῖ διεπόμεναι ἀπὸ τὰς διατάξεις αὐτοῦ»· ἡ γνώμη αὕτη εἶναι ὀρθοτάτη, τὴν θεωρῶ ὅμως περιττὴν ἐν τῷ Συντάγματι, συνυπονοεῖται αὐτοδικαίως. Καὶ ἐν Βελγίῳ, Κύριοι, ἐπαρουσιάσθη τὸ ζήτημα. Μετὰ τὴν ἀπόλυτον καθιέρωσιν τοῦ δικαίου τῶν συνεταιρισμῶν, τὴν ὁποίαν ἀναγράφει τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, ἐνόμισάν τινες, ὅτι αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι, τῶν ὁποίων, ὡς γνωρίζετε, ὁ ἐμπορικὸς Νόμος ὑποβάλλει τὴν σύστασιν εἰς τὴν προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν, δὲν εἶχον πλέον ἀνάγκην τῆς τοιαύτης ἀδείας. Σπουδαῖα ὄργανα τοῦ ἐπιστημονικοῦ τύπου ἰσχυρίσθησαν, ὅτι δὲν ἔχουσιν ἀνάγκην τῆς τοιαύτης προηγουμένης τῆς Κυβερνήσεως ἀδείας, οὔτε ἐμπορικαὶ ἑταιρίαι, οὔτε ὁποιαιδήποτε ἄλλαι ἑταιρίαι τοῦ ἀστικοῦ δικαίου. Ἀλλὰ, Κύριοι, τὸ ἀκυρωτικὸν τοῦ Βελγίου, τοῦ ὁποίου βεβαίως ἡ αὐθεντία εἶναι σπουδαία καὶ ἰσχυρὰ, δι’ ἀποφάσεως αὐτοῦ κατὰ τὸ 1835 παρεδέχθη, ὅτι, μολονότι ἡ ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ Βελγίου διάταξις περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι φαίνεται ἀπόλυτος, αἱ ἀνώνυμοι ἑταιρίαι ἐξακολουθοῦσιν οὐχ ἧττον ὑποκείμεναι εἰς τὰς διατάξεις τοῦ Ἐμπορικοῦ Νόμου, διότι δὲν ἀπολαμβάνουσι μόνον τῶν ὠφελειῶν τοῦ κοινοῦ δικαίου, ἀλλ’ ἀπολαμβάνουν καὶ ἑνὸς ἐξαιρετικοῦ προνομίου, καὶ τοῦτο τὸ προνόμιον εἶναι, ὅτι οἱ μέτοχοι αὐτῶν δὲν θέλουν εἶσθαι ἀλληλεγγύως ὑπεύθυνοι πρὸς τοὺς τρίτους, ἀλλὰ θέλουν ἐνέχεσθαι μόνον διὰ τὸ ποσὸν τῆς μετοχῆς. Τοῦτο εἶναι προνόμιον τοῦ ἐμπορίου, παραχωρηθὲν διὰ νὰ εὐκολύνῃ τὸ πνεῦμα τοῦ συνεταιρισμοῦ, καὶ ἵνα τὸ στρέψῃ εἰς τὴν ἐνθάῤῥυνσιν καὶ εἰς τὴν ἐπίδοσιν τῶν ἐμπορικῶν ἐπιχειρήσεων. Τὸ ἀκυρωτικὸν λοιπὸν τοῦ Βελγίου εἶπεν, ὅτι, ὅστις θέλει νὰ μεθέξῃ τοῦ προνομίου, τὸ ὁποῖον ὁ ἐμπορικὸς νόμος τῆς Γαλλίας καὶ τοῦ Βελγίου ἀπονέμουσιν εἰς τὰς ἀνωνύμους ἑταιρίας, πρέπει νὰ συμμορφωθῇ μὲ τὰς διατάξεις τοῦ νόμου τούτου καὶ νὰ ζητήσῃ τὴν ἄδειαν τῆς Κυβερνήσεως. Ἀλλ’ ἔχομεν ἕνα ἄλλον σπουδαῖον κίνδυνον, ὁ ὁποῖος πρέπει νὰ σᾶς πείσῃ, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη ν’ ἀφήσητε εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προσδιορίσῃ τὸ ἀντικείμενον τοῦτο δι’ εἰδικῶν διατάξεων. Ἰδοὺ ὁ κίνδυνος ποῖος εἶναι· εἰς τὸ Βέλγιον τὸ δίκαιον τοῦτο καθιερώθη ἀπόλυτον. Μόνον δυνάμει τῆς ὀρθοτάτης σκέψεως, τὴν ὁποίαν πρὸ ὀλίγου σᾶς ἀνέφερον, αἱ ἀνώνυμοι ἐμπορικαὶ ἑταιρίαι ἀπεκλείοντο τῶν ἀπολύτων αὐτῶν διατάξεων. Ἀλλὰ τί συνέβη; Συνέβη ὥστε ὅλαι αἱ ἑταιρίαι, ὅλοι οἱ σύλλογοι καὶ ἰδίως οἱ θρησκευτικοί, οἱ συνεταιρισμοὶ τῶν μοναχῶν ἐγένοντο δεκτοὶ ἐν τῷ Βελγίῳ, καὶ ἔγειναν δεκτοὶ οὐχὶ τόσον ὡς ἀναχωρηταί, οὐχὶ τόσον ὡς συστήματα διὰ τὴν ἄσκησιν τοῦ θρησκευτικοῦ βίου, ἀλλὰ καὶ ὡς πρόσωπα νομικὰ, ἔχοντα τὴν ἱκανότητα τοῦ ἀποκτᾷν καὶ διαθέτειν περιουσίαν, ἐνῷ εἰς τὴν Γαλλίαν, εἰς τὴν Ἀγγλίαν καὶ εἰς τὴν λοιπὸν Εὐρώπην δὲν ἠδύναντο νὰ ἀποκτήσωσι τὰ δικαιώματα νομικοῦ προσώπου, χωρὶς ἡ νομοθετικὴ ἐξουσία νὰ παραχωρήσῃ αὐτὰ ρητῶς. Διὰ τοῦτο ὅμως οἱ θρησκευτικοὶ οὗτοι σύλλογοι, οἱ σύλλογοι τῶν μοναχῶν καὶ τῆς Προπαγάνδας, δυνάμει τῶν διατάξεων τοῦ Βελγικοῦ Συντάγματος, εἰσῆλθον εἰς τὸν δημόσιον βίον τῆς Βελγικῆς πολιτείας. Καὶ βλέπετε σήμερον ποίαν, δὲν λέγω χρῆσιν, ἀλλὰ κατάχρησιν ἔκαμον τοῦ δικαιώματος τούτου, τὸ ὁποῖον ὁ πολιτικὸς ἐνθουσιασμὸς εἶχεν ἐγγράψει εἰς τὸ Σύνταγμα. Τὴν σήμερον, Κύριοι, ἐν Βελγίῳ ἡ ἐπιῤῥοὴ τῶν κληρικῶν εἶναι ἐκείνη, ἡ ὁποία ἀπαιτεῖ τὰς ἐθνικὰς ἐλευθερίας, διότι ὁ κλῆρος ἔμεινεν ἐλεύθερος νὰ ὀργανοῦται εἰς νομικὰ συστήματα, ν’ ἀποκτᾷ καὶ νὰ διαθέτῃ μεγάλην περιουσίαν. Διὰ τοῦτο, λέγω, ὅτι εἶναι ἀπαραίτητος ἀνάγκη νὰ ἀφήσωμεν τὴν ρύθμισιν τῶν λεπτομερειῶν εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν.
§63ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Κύριοι, τὰ δύω ἄρθρα τοῦ Συντάγματος, τὸ 10 καὶ τὸ 11, κατὰ λέξιν ἀντέγραψεν ἡ ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸ Σύνταγμα τῆς Δανίας· τὸ Σύνταγμα τῆς Δανίας ἀφοῦ συμπεριέλαβεν, ἀφοῦ ἔδωσε τὸ δικαίωμα εἰς τοὺς πολίτας τοῦ συνέρχεσθαι, ἔπρεπε νὰ δώσῃ εἰς αὐτοὺς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι· τοῦτο εἶναι ἀναπόσπαστον ἀπὸ τὸ ἄλλο, συνδέεται στενώτατα· φαντασθῆτε συνάθροισιν ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι ἅπαξ συνέρχονται διὰ νὰ συσκεφθῶσι περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας· κατὰ τὴν συζήτησιν αὐτὴν πολλοὶ ὑποθέτουσιν, ὅτι τὸ ἀντικείμενον, περὶ τοῦ ὁποίου συνῆλθον νὰ συσκεφθῶσι, χρήζει πολλῆς, σπουδαίας, ἐμβριθοῦς, μακρᾶς συσκέψεως· ἅμα τοῦτο ἀποφανθῶσί τινες, ἅμα τὸ ἐννοήσωσι πολλοὶ τῶν συναθροισθέντων καὶ κατὰ συνέπειαν ἀποφασίσωσι νὰ συνέρχωνται συχνότερα καὶ διαρκέστερα, ἰδοὺ ἀμέσως ἡ συνάθροισις μεταβάλλεται εἰς συνεταιρισμόν· διὰ τοῦτο εἶπον, ὅτι τὸ πρῶτον δικαίωμα εἶναι ἀναπόσπαστον ἀπὸ τὸ ἄλλο· ἀπόδειξιν δὲ παρέχει οὐχὶ μικρὰν τὸ Σύνταγμα τοῦ 1791 τῆς Γαλλίας, τὸ ὁποῖον συγχωρεῖ εἰς τοὺς Γάλλους μόνον τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, καὶ οὐδὲν λέγει περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι· καὶ ὅμως, ὡς γνωρίζετε, μετὰ τὸ Σύνταγμα ἐκεῖνο πολλοὶ ὑπῆρξαν καὶ φοβεροὶ οἱ συνεταιρισμοὶ, πολλοὶ οἱ σύλλογοι εἰς τὴν Γαλλίαν· δὲν εἰμπορεῖτε λοιπὸν καὶ σεῖς νὰ ἐμποδίσητε, νὰ μὴ περιλάβητε εἰς τὸ Σύνταγμα τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, ἀφοῦ ἐπετρέψατε τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι· ἀλλὰ, Κύριοι, οὐδὲν κακὸν ἔχουσιν αἱ ἡμέτεραι διατάξεις· ὅταν τις παραβάλῃ τὰς διατάξεις, τὰς περιεχομένας εἰς τὸ σχέδιον τὸ ἡμέτερον, τὸ ὁποῖον, ὡς εἶπον, ἀντεγράφη ἀπὸ τὸ Δανικὸν Σύνταγμα, ἂν, λέγω, τὰς παραβάλῃ μὲ τὰς διατάξεις περὶ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρισμοῦ τοῦ συντάγματος τοῦ Βελγικοῦ, θέλει ἰδεῖ ὅτι πολὺ προνοητικώτερον εἶναι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει ἐν τῷ σχεδίῳ, παρὰ ἡ διάταξις, ὅπως ἔχει ἐν τῷ Βελγικῷ συντάγματι. Τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα παρέχει ἀπολύτως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι· λέγει, ὅτι ὁ Βέλγος ἔχει τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι καὶ οὐδὲν πλέον· προσθέτει δὲ ῥητῶς, ὅτι πᾶν προληπτικὸν μέτρον τοῦ δικαιώματος τούτου ἀπαγορεύεται· διὰ τοῦτο ἀνεφύησαν πολλάκις ἀμφιβολίαι καὶ μακραὶ συζητήσεις ἐνώπιον τῶν δικαστηρίων, ἂν ἠμποροῦν νὰ ὑπάρξωσιν ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως συνεταιρισμοὶ μεταβεβλημένοι εἰς ἰδανικὰ πρόσωπα, καὶ ἂν δύνανται νὰ συστηθῶσιν ἀνώνυμοι ἑταιρίαι ἄνευ τῆς ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως· διότι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ, κατὰ τὸ Βελγικὸν Σύνταγμα, φαίνεται ἀπόλυτον· ἐρωτῶ δὲ, κατὰ τὸ ἡμέτερον Σύνταγμα εἶναι τοιοῦτον; Νομίζω, ὄχι· διὰ τῆς προσθήκης, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἔχουν οἱ Ἕλληνες πρὸς πάντα σκοπὸν μὴ ἀπαγορευόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου, νομίζω, ὅτι ὑποδεικνύεται ἀρκούντως, ὅτι δὲν δύνανται πάντοτε ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως νὰ συνεταιρίζωνται· ἀνώνυμοι ἑταιρίαι κατ’ ἐμὲ, κατὰ τὰς διατάξεις τοῦ ἡμετέρου συντάγματος δὲν δύνανται νὰ συστηθῶσι, διότι ὑπάρχει νόμος τις, ὁ ὁποῖος ὁρίζει ὅ,τι ἀπαιτεῖται πρὸς σύστασιν ἀνωνύμων ἑταιριῶν, καὶ ἀναθέτει εἰς τὴν Κυβέρνησιν ὡς δικαστὴν νὰ κρίνῃ ἂν τοῦτο, ὅπερ ἀπαιτεῖται, ὑφίσταται· ἑπομένως πρὶν ἢ κρίνῃ ἡ Κυβέρνησις, ἄν τινες, οἱ ὁποῖοι συνεταιρίζονται, θέλοντες νὰ συστήσωσιν ἀνώνυμον ἑταιρίαν, παρέχωσιν ὅλας τὰς ἀναγκαίας ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας ἀνώνυμοι ἑταιρίαι πρέπει νὰ παρέχωσι, δὲν δύναται νὰ συσταθῇ ἀνώνυμος Ἑταιρία· πρέπει λοιπὸν νὰ προσέλθητε εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ ὑποβάλητε τὸ καταστατικὸν τῆς ἑταιρίας, καὶ ἀφοῦ ἡ Κυβέρνησις ἀποφανθῇ ὅτι ὑπάρχει ὅ,τι ὁ νόμος ἀπαιτεῖ, καὶ ἑπομένως ὅτι δύνασθε νὰ συστήσητε τὴν ἀνώνυμον ἑταιρίαν, τότε ἡ σύστασις αὐτῆς δὲν δύναται νὰ ἐμποδισθῇ· ὡσαύτως δὲν δύναται συνεταιρισμὸς νὰ μεταβληθῇ εἰς ἰδανικὸν πρόσωπον· διότι τὸ ἰδανικὸν πρόσωπον εἶναι πρόσωπον διὰ νόμου ὑπάρχον· ὁ νόμος ἀναδεικνύει ὅ,τι φύσει δὲν ὑπάρχει, δὲν εἶναι πρόσωπον· νομίζω λοιπὸν, διὰ τὸν λόγον τοῦτον, ὅτι δὲν πρέπει νὰ γίνῃ πλέον μακρὰ συζήτησις περὶ τοῦ συνεταιρίζεσθαι· ἀφοῦ ἡ Συνέλευσις παρέσχε τὸ δικαίωμα εἰς τὸν Ἕλληνα νὰ συναθροίζηται, πρέπει νὰ παρακολουθῇ αὐτῷ καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἀλλὰ, Κύριοι, ἂς ἐξετάσωμεν δι’ ὀλίγων καὶ τί κακὸν δύναται νὰ προκύψῃ ἐκ τοῦ δικαιώματος τοῦ συνεταιρίζεσθαι; ἂν ὑποθέσωμεν ὅτι πολλοὶ ἀπεφάσισαν νὰ συνέρχωνται τακτικῶς καὶ νὰ συσκέπτωνται περὶ τῶν πραγμάτων τῆς πολιτείας, ποτὲ μὲν περὶ τῶν ἐπικειμένων δημοτικῶν ἐκλογῶν, ἄλλοτε δὲ περὶ ἄλλων ἀντικειμένων πολιτικῶν· τὸ δικαίωμα τοῦτο τοῦ ἐκφράζειν ἀπεριορίστως τοὺς στοχασμούς του ὁ Ἕλλην, ὀφείλων λόγον μόνον εἰς τὸν δικαστήν του, τὸ δικαίωμα τοῦτο ἔχει κατὰ τὸ παλαιὸν σύνταγμα καὶ θέλει τὸ ἔχει καὶ κατὰ τὸ νέον αὐτὸ σύνταγμα, διότι ἓν τοιοῦτον ἄρθρον συνετάχθη καὶ θέλει βεβαίως ἐπιψηφισθῆ, ὡς κατ’ οὐδένα τρόπον ἀντιβαῖνον εἰς τὰς ὑγιὰς ἀρχὰς τοῦ συντάγματος τὰς παραδεδεγμένας παρ’ ὅλων, τὰς ἀρχὰς ἐκείνας, τὰς ὁποίας παραδέχεται τὸ παλαιὸν σύνταγμα καὶ τὸ παρόν. Ὁ συνεταιρισμὸς πρέπει μόνον νὰ ἐμποδίζηται, ὅταν σκοπῇ τι ἀντιβαῖνον εἰς τοὺς κειμένους ποινικοὺς καὶ ἄλλους νόμους. Οἱ λόγοι δὲ οὗτοι ὑποστηρίζουσι τὸ ὀρθὸν τοῦ προκειμένου ἄρθρου τοῦ συντάγματος, καθ’ ὃ δὲν ἠμπορεῖ νὰ παρεμβαίνῃ ἡ διοικητικὴ ἐξουσία κωλύουσα τοὺς συνεταιρισμούς, ἀλλὰ τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον ἐπέρχεται, κωλύον ὅσους ἔχουν σκοπὸν ἀπαγορευόμενον ὑπὸ τοῦ νόμου· εἶναι μὲν ἀναγκαῖον νὰ μὴ ὑπάρξωσί ποτε τοιοῦτοι συνεταιρισμοί· καὶ διὰ τοῦτο καλὸν θεωρῶ, εἰ δυνατόν, νὰ προλαμβάνωμεν τοὺς τοιούτους παρὰ τοὺς νόμους συστηθέντας συνεταιρισμούς· πρέπει, ἂν ἐγκρίνῃ ἡ Συνέλευσις, πρέπει, λέγω, οἱ συνέταιροι νὰ ἐνεργῶσιν ἐν τῷ φανερῷ, ἵνα καταδεικνύεται ἐν καιρῷ ὁ σκοπός των, καὶ τοῦτο παραλείπει τὸ σχέδιον τοῦ συντάγματος· οἱ συνεταιρισμοί, προσθέτω, συμφέρον ἔχει ἡ πολιτεία καὶ ἡ κοινωνία νὰ ἐνεργῶσι κατὰ πάντα ἐλευθέρως εἰς τὰς ἀποφάσεις των, νὰ μὴ περιορίζηται ὁ συνέταιρος οὔτε δι’ ὅρκων, οὔτε δι’ ἄλλης ὑποχρεώσεως· νὰ δύναται νὰ ἀποσύρηται ὅταν θέλῃ, νὰ μένῃ ὅσον θέλει· ὅταν τοιοῦτοι ἦναι οἱ συνεταιρισμοί, πολλῶν καλῶν πρόξενοι δύνανται νὰ γίνωσιν εἰς τὴν πολιτείαν, οὐδόλως δὲ κακῶν· διὰ τοῦτο ἀναγκαῖον ἐθεώρησα, ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὸ παράδειγμα τῆς Ἀγγλίας, νὰ κάμω ἐκείνην τὴν προσθήκην, τὴν ὁποίαν σήμερον ἠκούσατε· ἐν Ἀγγλίᾳ τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι εἶναι ἀπόλυτον, τὸ δὲ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ὑπόκειται εἰς περιορισμούς τινας· ἀπαγορεύονται συνεταιρισμοὶ συνδεόμενοι μὲ ὅρκον, ἢ δι’ ἄλλης τινος ὑποχρεώσεως, ἐνῷ τὸ νὰ συστήσῃ τις τοιούτους ἄνευ ἐγκρίσεως, ἢ συναινέσεως τῆς κυβερνήσεως, αὐτὸ γίνεται καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ· διὰ τοῦτο ἐνόμισα καλὸν εἰς τὴν προκειμένην διάταξιν νὰ συμπεριληφθῇ καὶ τοῦτο, ὅτι ὁσάκις πρόκειται νὰ συστηθῶσι συνεταιρισμοί, ἀναγκαῖον νὰ μὴ περιορίζηται ἡ συνείδησις τοῦ συνεταίρου, νὰ μὴ ὑποβάληται ἡ συνάθροισις εἰς τοιούτους δεσμούς, ὥστε νὰ μὴ ἦναι πλέον ὁ πολίτης ἀνεξάρτητος, καὶ μὴ ἐνεργῶν ἀνεξαρτήτως νὰ δύναται νὰ κατασταθῇ ἐπιβλαβὴς εἰς τὴν πολιτείαν· τότε, Κύριοι, ὑπάρχει ἠθικὴ καὶ ὑλικὴ ἀνάγκη, ὅτε οἱ συνέταιροι εἶναι ὑποχρεωμένοι νὰ συνέρχωνται, ὑποχρεωμένοι νὰ ὑποκύπτωσιν εἰς τὰς ἀποφάσεις τῆς πλειονοψηφίας καὶ νὰ συντελῶσιν εἰς πραγματοποίησιν τῶν σκοπῶν αὐτῆς, καὶ ἐν ἐναντίᾳ περιπτώσει νὰ θεωρῶνται ἐπίορκοι, ἢ καὶ ὑπόχρεοι νὰ πληρώσωσι χρηματικὴν ποινὴν, πρόστιμον, ἢ ἄλλην ζημίαν χρημάτων· διότι τοῦτο βεβαίως θέλει τοὺς ἀναγκάσει παρὰ τὴν θέλησίν των πολλάκις νὰ συντελέσωσιν εἰς πράγματα, τὰ ὁποῖα ἀποκρούει ἡ συνείδησίς των. Εἷς τοιοῦτος συνεταιρισμὸς, οὐχὶ ἐπωφελὴς δὲν εἶναι εἰς τὴν πολιτείαν, ἀλλὰ καὶ ὀλέθριος· διὰ τοῦτο νομίζω ἀναγκαῖον πρῶτον νὰ προστεθῇ πρὸ τοῦ «διαλυθῇ» καὶ ἡ ἡ λέξις «ἀπαγορευθῇ» νὰ τροπολογηθῇ δὲ τὸ 2 ἐδάφιον οὕτω· «οὐδεὶς συνεταιρισμὸς δύναται νὰ διαλυθῇ διοικητικῶς, ἀλλὰ μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως», λέγει τὸ κείμενον· προσθέτω δὲ τροπολογῶν, «οὐδεὶς συνεταιρισμὸς δύναται ν’ ἀπαγορευθῇ ἢ διαλυθῇ διοικητικῶς, ἀλλὰ μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως». Νομίζω, Κύριοι, ὅτι τοῦτο εἶναι ἀναγκαῖον, διότι δὲν πρέπει ἡ κυβέρνησις νὰ περιμένῃ πρῶτον εἷς συνεταιρισμὸς, τοῦ ὁποίου ὁ σκοπὸς ἀντίκειται εἰς τοὺς νόμους, δὲν πρέπει, λέγω, νὰ περιμένῃ ἡ κυβέρνησις ὁ συνεταιρισμὸς οὗτος νὰ προβῇ εἰς ἔργα, καὶ τότε νὰ ἐπέλθῃ αἰτοῦσα τὴν διάλυσιν παρὰ τοῦ δικαστηρίου, ἀλλὰ νὰ δύναται εὐθὺς ἅμα προανηγγέλθη ἡ ἐνεργουμένη σύστασις συνεταιρισμοῦ, τοῦ ὁποίου ὁ σκοπὸς ἀντιβαίνει εἰς τὸν νόμον, νὰ προσφύγῃ εἰς τὸ δικαστήριον καὶ ζητήσῃ τὴν ἀπαγόρευσιν τοῦ συνεταιρισμοῦ. Εἶναι δὲ ἡ προσθήκη, τὴν ὁποίαν κατὰ τὰ λοιπὰ ἔκαμον, ὡς ἑξῆς· «Μόνοι οἱ συνεταιρισμοὶ οἱ μὴ ἐνεργούμενοι ἐν τῷ φανερῷ, ἀνωμοτὶ, καὶ ἄνευ τινὸς ὑποχρεώσεως τῶν συνεταίρων, δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι διὰ νόμου εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως».
§64ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Κύριοι, πρὸ ἡμερῶν ὑπεστήριξα ἐνώπιον τῆς Συνελεύσεως τὴν ἀπάλειψιν τῶν ἄρθρων 10 καὶ 11, ἀλλ’ ἡττήθην καὶ ἑπομένως δὲν ἐπαναλαμβάνω νὰ ὑποστηρίξω τὴν ἀπάλειψιν τοῦ τελευταίου.
§65ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἐψηφίσθη ἡ ἀπάλειψις τοῦ 10 ἄρθρου.
§66ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι ἐνικήθην καὶ εἰς τὸ 11 ἄρθρον. Κλίνω τὸν αὐχένα ἐνώπιον τῆς πλειονοψηφίας καὶ δὲν συζητῶ πλέον περὶ τῆς ὑπάρξεως τοῦ ἄρθρου 11. Ἐπιθυμῶ νὰ συζητήσω περὶ τοῦ πῶς θέλει ὑπάρξει τὸ ἄρθρον 11. Θέλει ὑπάρξει τοιοῦτον, οἷον ἐν τῷ κειμένῳ; θέλει ὑπάρξει κατὰ τὴν δεῖνα ἢ δεῖνα τροπολογίαν; ἢ πρέπει νὰ μεταβληθῇ κατὰ τὸν τρόπον, τὸν ὁποῖον ἐπιθυμῶ νὰ ὑποδείξω εἰς τὴν Συνέλευσιν; Πρῶτον ὁμιλῶ περὶ τοῦ κειμένου, ὁποῖον εἶναι· καὶ τὸ κείμενον, ὁποῖον εἶναι, μοὶ φαίνεται καὶ ἀντιπολιτικὸν καὶ μὴ λογικόν. Τινὲς ἐνόμισαν, ὅτι αὐτὰς τὰς γνώμας, τὰς ὁποίας ἐκφράζω, τὰς ἀπέκτησα τώρα κατὰ μῆνα Ἰούλιον ἢ Αὔγουστον· ἀλλὰ βεβαίως δὲν δύναμαι ν’ ἀποδώσω εἰς αὐτοὺς κακὴν προαίρεσιν, ὑποθέτων ὅτι καὶ ὁμιλοῦν καὶ γράφουν ἐν καλῇ τῇ πίστει· ἀγνοοῦν βεβαίως, ὅτι αὐτὰς τὰς γνώμας τὰς ἐξέθεσα διὰ μακρῶν ὡς μέλος τῆς ἐπιτροπῆς τοῦ Συντάγματος, καὶ μὴ ἰσχύσας ἐκεῖ νὰ ἐπιτύχω τὴν παραδοχήν των, ἐπεφυλάχθην νὰ κατορθώσω τοῦτο ἐνώπιον ὅλου τοῦ Σώματος. Δὲν σᾶς λέγω λοιπὸν νέα πράγματα δι’ ἐμὲ καὶ δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἤκουσαν. Λέγω νέα δι’ ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀκούουν σήμερον. Τί εἶναι αἱ ἑταιρίαι καὶ ποῖος ὁ σκοπὸς αὐτῶν, ἢ τῶν συλλόγων; ποῖαι αἱ ὠφέλειαι; Παρεδέχθημεν, εἶπεν ὁ ἔντιμος προλαλήσας, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι, τούτου ἀπαραίτητος συνέπεια καὶ ἀναγκαία εἶναι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι. Ἔγεινε συνάθροισις, καὶ κατ’ αὐτὴν ἡ συζήτησις, ἀνεκοινώθησαν αἱ γνῶμαι καὶ ἰδέαι· ἐγνώρισαν ὁ εἷς τὸν ἄλλον, καὶ εἶδον, ὅτι ἠμποροῦν νὰ συμβαδίσουν. Λοιπὸν, λέγουν, συνερχώμεθα συστηματικώτερον, συνερχώμεθα κατὰ περιόδους· ἡ πρώτη συνέντευξις ἦτο τυχαία· αἱ ἑπόμεναι εἶναι σταθεραί· καὶ ἰδοὺ ἡ ἑταιρία. Δὲν μοὶ φαίνεται νὰ ἦναι αὐτὸς ὁ ὁρισμὸς τῆς ἑταιρίας· καὶ ὅπου εὑρίσκομεν ὁρισμὸν περὶ ἑταιριῶν καὶ περὶ συνεταιρισμοῦ, οὗτος περιέχει πολλὰ ἄλλα στοιχεῖα. Δὲν συναινῶ εἰς τὰς παρατηρήσεις τοῦ ἐντίμου προλαλήσαντος, διότι ὁ συνεταιρισμὸς πρὸ πάντων περιέχει τὸ στοιχεῖον τῆς ἑνώσεως ὡρισμένων προσώπων· ὅπως δίδει τὸν ὁρισμὸν ὁ ἔντιμος προλαλήσας δὲν εἶναι συνεταιρισμὸς, ἀλλὰ παρατεταμένη ἐπανάληψις τυχαίων συναθροίσεων, κατὰ τὰς ὁποίας πᾶς τις δύναται νὰ προσέλθῃ· ὅταν ἀναπετῶμεν τὰς θύρας ἐν τόπῳ δημοσίῳ, καὶ ἐκεῖ συνέρχεται ὁ βουλόμενος, δὲν εἶναι ἀκόμη συνεταιρισμός· λείπει τὸ κυριώτερον στοιχεῖον αὐτοῦ, διότι ἀπαιτεῖται, νὰ ᾖναι ἀμοιβαίως γνωστὰ τὰ πρόσωπα, τὰ ὁποῖα συνέρχονται, ὥστε νὰ μὴ δύναταί τις νὰ συμμεθέξῃ εἰς τὴν συνέντευξιν, εἰμὴ ἂν γίνῃ παραδεκτὸς, ἂν εἰσαχθῇ εἰς τὴν ἕνωσιν αὐτήν· τότε ὑπάρχει συνεταιρισμός· δὲν ἔχομεν ἀνάγκην τοῦ 11 ἄρθρου, ἐὰν οἱ συνεταιρισμοὶ ᾖναι τοιοῦτοι, ὁποίους τοὺς ἐννοεῖ ὁ ἔντιμος προλαλήσας. Ἔθεσε λοιπὸν ὁ ἔντιμος συνάδελφός μου πληρεξούσιος Πατρῶν ὁρισμὸν ἐσφαλμένον περὶ τῶν ἑταιριῶν καὶ τοῦ συνεταιρισμοῦ, ἔθεσε τὸν αὐτὸν ὁρισμὸν τῶν συναθροίσεων· καὶ βλέπετε, ἅμα ἔθεσεν αὐτὸν τὸν ὁρισμὸν ἕπονται τὰ ἐπίλοιπα, ὅσα εἶπεν, ὡς ἐξαγόμενον ἀναγκαῖον τοῦ πρώτου θεμελίου, τὸ ὁποῖον ἔθεσε· τὸ πρῶτον θεμέλιόν του δὲν λέγω, ὅτι ἀπολύτως εἶναι ἐσφαλμένον, ἀλλ’ ὅτι εἶναι ἀτελές. Ἅμα λέγομεν συνεταιρισμόν, ἀμέσως ἐπέρχεται ἀναγκαίως ἡ ἰδέα τοιαύτης σταθερᾶς σχέσεως μεταξὺ ὡρισμένων προσώπων, τὰ ὁποῖα συνομολογοῦν πρὸς ἄλληλα ὅ,τι δήποτε, ἀλλὰ πρὸ πάντων τοῦτο, ὅτι ἀποκλείουν πάντα μὴ συμπεριλαμβανόμενον ἐντὸς αὐτῆς τῆς συνομολογηθείσης σχέσεως· ἀπ’ ἐκείνης τῆς στιγμῆς ἄρχεται ὁ συνεταιρισμός, ὁ σύλλογος οὗτος. Ὁ σύλλογος λοιπὸν εἶναι δεσμὸς ἀποκλειστικός, κατὰ τὰς ἀποφάσεις αὐτοῦ τοῦ ἰδίου συλλόγου, ὅστις ὑφίσταται ὡς πρὸς ὡρισμένα πρόσωπα προηγουμένως γνωστά, νέα δὲ εἰσάγονται μόνον, ἂν θελήσουν αὐτὰ τὰ ὡρισμένα πρόσωπα νὰ τὰ συμπαραλάβουν. Ὅταν ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν τοιοῦτον σύνδεσμον, τότε παρίσταται ἄλλος χαρακτήρ, διότι εἰς τοιούτους συνδέσμους βλέπετε, ὅτι ἀμέσως ἐξ ἀρχῆς προτάσσεται ὁ σκοπὸς τῆς ἑνώσεως καὶ προσδιορίζονται τὰ μέσα πρὸς ἐκτέλεσιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ. Ἔχομεν λοιπόν, Κύριοι, ὡρισμένον σκοπόν, καὶ δεύτερον μέσα, τὰ ὁποῖα κατὰ τὸ μᾶλλον ἢ ἧττον διαγράφονται· δὲν εἶναι ἀπαραίτητον νὰ διαγράφωνται ὅλα τὰ μέσα, διότι δύναται νὰ προσδιορισθῇ μόνος ὁ σκοπός, καὶ κατόπιν νὰ διαγραφοῦν τὰ μέσα. Ἔπειτα ἐπέρχονται αἱ διατυπώσεις πρὸς παραδοχὴν τινῶν μελῶν. Αὐτὰ τὰ τρία ἀποτελοῦν τὸν ὁρισμὸν τοῦ κανονισμοῦ. Τώρα αὐτὰ τὰ τρία στοιχεῖα πρέπει νὰ ἐξετάσωμεν εἰς ποίαν σχέσιν εὑρίσκονται εἰς τὴν πολιτείαν, διὰ νὰ μάθωμεν ἐὰν ἡ πολιτεία δύναται νὰ ᾖναι ἀδιάφορος, ἐὰν δὲν πρέπῃ νὰ ἔχῃ καὶ αὐτὴ τὰ μέσα της. Ἐν μέσῳ τῆς πολιτείας τίθεται σκοπός, τὸν ὁποῖον ἀσπάζονται ὡρισμένα πρόσωπα· ἡ δὲ κοινωνία ἔχει τὸν ἴδιον αὐτῆς σκοπόν, τὸν γενικόν, τὸν ὁποῖον ἐκφράζει διὰ τοῦ πολιτεύματος αὐτῆς καὶ διώκει διὰ τῆς νομίμου Κυβερνήσεως, ἥτις ὑπάρχει ἐνόσῳ ἀρέσκει εἰς τὸ ἔθνος, ἐκφράζει αὐτὸν τὸν σκοπὸν διὰ τῶν νομίμων ἀντιπροσώπων του. Ἐνῷ λοιπὸν αὐτὸς ὁ σκοπὸς ὁ γενικὸς ἔχει ὡρισμένην τὴν διεύθυνσίν του καὶ τὰ ὄργανα τὰ λειτουργοῦντα πρὸς ἐπίτευξιν αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, ἐν τῷ μέσῳ τῆς κοινωνίας ἀνεγείρεται ἄλλος τις σκοπός, ἔχων καὶ αὐτὸς μέσα ἐνεργείας. Νομίζετε, ὅτι δὲν δύναται νὰ συμβῇ, ὥστε νὰ μὴ ᾖναι σύμφωνος ὁ σκοπὸς τῆς πολιτείας πρὸς τὸν σκοπὸν αὐτὸν τοῦ συνεταιρισμοῦ καὶ νὰ μὴ ᾖναι σύμφωνα τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἡ πολιτεία παραδέχεται πρὸς ἐκτέλεσιν παντὸς οἱουδήποτε σκοποῦ, καὶ τὰ μέσα, τὰ ὁποῖα ἀποφασίζουν αὐτοὶ οἱ συνεταιρισμοί; Καὶ ἂν δὲν ᾖναι σύμφωνοι, νομίζετε, ὅτι δὲν ἠμπορεῖ νὰ ἐπέλθῃ σύγκρουσις; Πρέπει τις νὰ μὴ ἔχῃ πεῖραν ποσῶς τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων, νὰ μὴ γνωρίζῃ ποτὲ τὶ συνέβη ἐκ τῶν ἑταιριῶν, διὰ νὰ πιστεύῃ, ὅτι οὐδεὶς ὑπάρχει κίνδυνος· καὶ ἂν ὑπάρξῃ κίνδυνος, καλῶς ὑπάρχει, ἰδού, λέγουν, πόθεν προέρχεται, διότι ἡ ἐξουσία παρεκτρέπεται, καὶ πρέπει νὰ ὑπάρχῃ μέσον διὰ νὰ ἐπαναφέρουν τὴν ἐξουσίαν εἰς τὰ ὅριά της· καὶ αὐτὰ τὰ μέσα δύναται κάλλιστα νὰ τὰ πορισθῇ τις ἐκ τοιούτων συνδέσμων καὶ συνεταιρισμῶν. Ἀπ’ ἀρχῆς λοιπὸν σχηματίζουν τοιαύτην γνώμην κακὴν περὶ τῶν ὀργάνων τῆς πολιτείας καὶ θεωροῦν, ὅτι διὰ τοῦ συνεταιρισμοῦ πρέπει νὰ γίνῃ ἔκτακτος ἐνέργεια πρὸς διόρθωσιν τῶν κακῶς κειμένων ἐν τῇ πολιτείᾳ. Ἀλλ’ ἐρωτῶ, ἐὰν ὑποθέσητε, ὅτι γίνονται πολλοὶ τοιοῦτοι συνεταιρισμοὶ ἐν τῇ πολιτείᾳ, καὶ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς ἀλλήλους, καὶ δὲν λείπουν παραδείγματα, μήπως δὲν ὑπῆρξαν συνεταιρισμοὶ ὑπὲρ τῆς νομιμοφροσύνης καὶ τῆς δημοκρατίας, ὑπὲρ τῆς κληροκρατίας; δὲν ὑπῆρξαν ὑπὲρ παντὸς σκοποῦ, ὑπὲρ τοῦ κοινωνισμοῦ; ὅλοι αὐτοὶ οἱ συνεταιρισμοὶ ἔχουν ἴσα δικαιώματα· ἕκαστος αὐτῶν θέλει νὰ διορθώσῃ κατὰ τὸν ἴδιον αὑτοῦ τρόπον τὴν πολιτείαν, καὶ ἐννοεῖτε, ὅτι θέλει συναφθῆ μάχη αὐτῶν πρὸς ἀλλήλους, ὅπως θέλει ὑπάρξει σύγκρουσις αὐτῶν πρὸς τὴν πολιτείαν· ἀποδίδετε εἰς ἕκαστον τὸ δικαίωμα, μόνον, διότι σχηματίζει συνεταιρισμόν, νὰ ἐνεργῇ κατὰ τῆς πολιτείας καὶ νὰ καταβάλῃ αὐτήν; Τότε καθιστᾶτε τὸ μέρος ἀνώτερον τοῦ ὅλου· λέγετε, ἔχομεν τὸ ἔθνος, τὸ ὁποῖον ἐκλέγει τοὺς ἀντιπροσώπους του, ὅλους τοὺς λειτουργοὺς, καὶ ὅμως ὑπεράνω αὐτῶν παραδέχεσθε τὸν συνεταιρισμὸν, ὅστις ἀποφασίζει κατὰ τὴν βούλησιν ὀλίγων, καὶ ἐν τούτοις ἡ ἀπόφασίς του εἶναι ἀνωτέρα τῆς πολιτείας. Πόσοι κίνδυνοι δύνανται νὰ προέλθουν ἐκ τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν, δύναταί τις νὰ τὸ κρίνῃ, ὅταν συλλογισθῇ πόσαι πλάναι διατρέχουν τὴν ἀνθρωπίνην κοινωνίαν, πόσαι ἰδέαι ἀντικρουόμεναι· ὑποθέσατε, αὐτὸς ὁ ἴδιος κοινωνισμὸς, ὁ πόλεμος κατὰ τῆς ἰδιοκτησίας, ἡ διάδοσις εἰς τὰ κατώτερα στρώματα τῆς κοινωνίας τοιούτων ἰδεῶν ἐρεθιστικῶν, μήπως δὲν διασαλεύει τὴν τάξιν; διότι δὲν δύναμαί ποτε νὰ χωρίσω τὴν προστασίαν τῆς ἰδιοκτησίας, ὅπως δὲν χωρίζει αὐτὴν οὔτε τὸ Σύνταγμα, ἀπὸ τὴν ἰδέαν τῆς τάξεως· μετ’ ὀλίγον μέλλετε νὰ ψηφίσητε, ὅτι ἡ ἰδιοκτησία εἶναι ἱερὰ, καὶ ὅταν δέχησθε τοιούτους συνεταιρισμοὺς, οἱ ὁποῖοι εἰς τίποτε ἄλλο δὲν ἐργάζονται, εἰμὴ εἰς τὸ νὰ διαδίδουν τοιαύτας ἰδέας, αἱ ὁποῖαι ὑποσκάπτουν ἐκ βάθρων τὰς βάσεις, τὰς ὁποίας ἐθέσατε, νομίζετε, ὅτι οὐδὲν δύναται νὰ προέλθῃ κακόν; Εἶναι περιττὸν νὰ συζητῇ τις καὶ φιλονεικῇ μετ’ ἐκείνου, ὅστις δὲν ἀναγνωρίζει τοὺς κινδύνους τῶν συνεταιρισμῶν, διότι τῷ ὄντι, ἂν ὑπάρχῃ τις τοιοῦτος, εἶναι ἀδύνατον νὰ τὸν καταπείσῃ· πρέπει νὰ ᾖναι ἐλάττωμά τι τοῦ νοὸς νὰ μὴ ἐννοῇ, ὅτι ἅμα συνενοῦνται αἱ δυνάμεις τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ κακοῦ, δύναται τὸ κακὸν νὰ προέλθῃ ταχύτερον· ἂν ἦσαν οἱ συνεταιρισμοὶ ἠθικοὶ μόνον πρὸς τὸν σκοπὸν τὸν θρησκευτικὸν, διὰ νὰ διασπείρουν τὰς ἡμετέρας ἀρχὰς τῆς ἐκκλησίας, εἴτε τῆς πολιτείας, διὰ νὰ διαδώσουν τὰ ἡμέτερα πολιτικὰ δόγματα, εἴτε κοινωνικῶς διὰ τὰς ἡμετέρας ἀρχὰς τὰς κοινωνικάς, τότε μάλιστα· ἀλλ’ ὑμεῖς ἐπιτρέπετε τὸν συνεταιρισμὸν ἐξ ἴσου διὰ τὰ καλὰ καὶ διὰ τὰ κακά· ὅπως ἐπιτρέπετε διὰ νὰ διαδίδῃ τὴν ἰδέαν τῆς ἠθικῆς καὶ τῆς οἰκογενείας, κατὰ τὸν αὐτὸν λόγον καὶ τὰς ἰδέας κατὰ τῆς ἠθικῆς, κατὰ τῆς οἰκογενείας. Τί εἶναι νομίζετε αὐτὸ τὸ θρήσκευμα, τὸ ὁποῖον ἐσχηματίσθη, τῶν Μορμόνων, τὸ ὁποῖον διδάσκει τὴν πολυγαμίαν; καὶ ὀπαδοὺς τοῦ δόγματος τούτου εὑρίσκετε παντοῦ, καὶ ἐν Ἀγγλίᾳ, καὶ ἐν Δανίᾳ, καὶ ἐν Γερμανίᾳ, καὶ ἐν αὐτῇ τῇ Γαλλίᾳ, ὅπου περιέρχονται ἱεραπόστολοι τῶν Μορμόνων, οἱ ὁποῖοι οὐδὲν ἄλλο ἔχουν ἔργον, παρὰ νὰ διαδίδουν ἀρχὰς ἀντιβαινούσας εἰς τὸν γάμον; Τί νομίζετε, Κύριοι; Δὲν ἠμποροῦν ποτε νὰ προέλθουν κίνδυνοι ἐκ τῆς ἑνώσεως τῶν δυνάμεων τῶν πολλῶν; Λοιπὸν, λέγω, ὅτι πρὸ πάντων πρέπει νὰ εὕρωμεν τὰ μέσα τῆς θεραπείας. Ἔλεγέ τις προχθὲς λαλῶν ἐναντίον μου, ὅτι δὲν πρέπει νὰ καλύπτωμεν τὸ πῦρ, διὰ νὰ θερμαίνῃ καὶ νὰ φωτίζῃ, ἀλλὰ πρέπει ἐξ ἐναντίας νὰ ὑπάρχῃ εἰς τὴν ἐπιφάνειαν· μάλιστα, τὸ πῦρ ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ φωτίζῃ καὶ νὰ θερμαίνῃ, ἀλλὰ δὲν περιορίζεται μόνον εἰς τοῦτο, ὅταν δὲν προσέχωμεν, διότι προχωρεῖ καὶ περαιτέρω, ἔχον καὶ ἄλλην ἰδιότητα τοῦ νὰ καίῃ, ὥστε ἀνάπτεται πυρκαϊά. Ἐγὼ λοιπὸν δὲν ζητῶ νὰ μὴ ὑπάρξῃ πῦρ, φῶς, θερμότης, ἀλλ’ ὅταν γίνηται πυρκαϊὰ, θέλω καὶ μέσα τῆς κατασβέσεως· ἐπιθυμῶ ἐντὸς τοῦ Συντάγματος νὰ ἔχω καὶ τοὺς πυροσβέστας· καὶ βλέπετε τίποτε ἄλλο δὲν ἐργάζονται παρὰ ν’ ἀποκλείσουν τὴν διλοχίαν τῶν πυροσβεστῶν. Λοιπὸν πόσοι εἶναι οἱ συνταγματικοὶ πυροσβέσται ἐναντίον τῆς πυρκαϊᾶς; αὐτοὺς ζητῶ νὰ εὕρω· ποῖον μέσον μεταχειρίζεται τὸ κείμενον, ἢ προνοοῦν αἱ ἄλλαι τροπολογίαι αἱ δοθεῖσαι; Λέγουν τὰ δικαστήρια, ἐπιτρέπεται δηλ. ὁ συνεταιρισμός, ἀπόκειται δὲ εἰς τὰ δικαστήρια νὰ δικάσουν αὐτὰς τὰς ἑταιρίας. Ἔχομεν, λέγουν, καὶ παράδειγμα τῆς Δανίας· τὸ ἀντεγράψαμεν ἐκ τῆς Δανίας. Ἠρώτησα τότε, ὅταν ὑπεστηρίζετο αὐτὴ ἡ ἀπομίμησις τοῦ Δανικοῦ Συντάγματος, τοὺς ἐντίμους συναδέλφους μου, γνωρίζετε πῶς ἐφαρμόζεται ἐν Δανίᾳ; ἐρωτήσατέ ποτε ποῖος εἶναι ὁ ὀργανισμὸς τῶν δικαστηρίων ἐν Δανίᾳ; ποῖον δικαστήριον εἶναι ἁρμόδιον; καὶ τὸ ἁρμόδιον δικαστήριον τὶ δικάζει ἐν Δανίᾳ; Δικάζει τὴν παρεκτροπὴν ἁπλῶς; Ἐὰν τοῦτο δὲν βλέπωμεν τὴν ἀνάγκην νὰ ὑπάρχῃ ἐν τῷ Συντάγματι, διότι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ δὲν δίδει καὶ τὸ προνόμιον νὰ ἐγκληματῇ τις, ἐὰν ὑποθέσωμεν λοιπὸν, ὅτι αὐτὴ ἡ ἑταιρία ὑποπίπτει εἰς τὰ κοινὰ ἐγκλήματα, τὰ δικαστήρια βεβαίως θέλουν τιμωρήσει τοὺς συνεταίρους· τότε μόνον ἔχει τὸ δικαίωμα τὸ δικαστήριον νὰ διαλύσῃ τὴν ἑταιρίαν, ὅταν τῷ ὄντι ἔγινε τοιαύτη πρᾶξις ἐγκληματική. Κατὰ τὸν Δανικὸν Νόμον αὐταὶ αἱ ἑταιρίαι εἶναι ἀδιάλυτοι; Οὐδεὶς ἠξεύρει νὰ μὲ ἀπαντήσῃ. Ὑπάρχει ἡ διάταξις ἐν τῷ Συντάγματι τῆς Δανίας, καὶ ἐκεῖθεν ἀντεγράφη· ὅταν ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ τὸ ἐφαρμόσωμεν, τότε θὰ τὸ ἐξετάσωμεν. Τί πρέπει νὰ δικάσουν, Κύριοι, τὰ δικαστήρια; Αὐτὸ εἶναι τὸ κυριώτερον, τὸ ὁποῖον ἐρωτῶμεν. Δέχομαι, ὅτι ὁ συνεταιρισμὸς εἶναι ἐλεύθερος· δὲν ἐπιθυμῶ καὶ ἐγὼ νὰ ἔχῃ τὴν προηγουμένην ἄδειαν, καὶ δὲν ἐννοῶ, ὅ,τι ἔχει σκοπὸν ἡ ἄδεια· ἂν θέλητε ἡ προηγουμένη ἄδεια ὑποθέτει πολλὴν ὀξυδέρκειαν τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς, ν’ ἀνακαλύψῃ τὸ ἀπόῤῥητον τοῦ συνεταιρισμοῦ, καὶ πολλάκις αἱ πλέον ὀξυδερκεῖς Κυβερνήσεις ἠπατήθησαν καὶ ἐνόμισαν, ὅτι καλόν τι σκοποῦσιν οἱ συνεταιρισμοί, καὶ ἔδωκαν τὴν ἄδειαν, καὶ μ’ ὅλα ταῦτα ἀνεκάλυψαν κατόπιν τὸν ὑποκρυπτόμενον δόλον. Παραδέχομαι λοιπὸν, ὅτι αἱ ἑταιρίαι δύνανται νὰ συσταίνωνται ἄνευ ἀδείας προηγουμένης τῆς Διοικητικῆς ἀρχῆς, ἀλλ’ ἀφοῦ συνεστήθησαν, ὅταν καθιδρύθησαν καὶ ἐργάζωνται, τότε ποῖα μέσα ἔχω ν’ ἀντιτάξω ἐναντίον τῆς τὸ κακὸν κατεργαζομένης ἑταιρίας; Ἐκ τῶν ἑταιριῶν μάλιστα προῆλθον μεγάλα καλά· καὶ δὲν ὑπάρχουν τόσαι ἑταιρίαι, αἱ ὁποῖαι διέδωσαν καὶ διαδίδουν ὑγιεῖς γνώσεις, πολλὰ βιβλία διδακτικώτατα καὶ ἠθικώτατα; Ἐκ τούτου ἕπεται, ὅτι δὲν πρέπει νὰ λέγωμεν κατὰ τῶν ἑταιριῶν; Τώρα αὐτὴ ἡ δίκη τοῦ δικαστηρίου, δυοῖν θάτερον, ἢ ἔχει τὴν ἔννοιαν, ὅτι δύναται τὸ δικαστήριον διὰ ἐτυμηγορίας νὰ διαλύσῃ τὴν ἑταιρίαν, μὴ δίδον λόγον, ἀφιεμένου, οὕτως εἰπεῖν, ὡς εἰς διαιτητὴν, εἰς τὸ δικαστήριον νὰ τὴν διαλύσῃ· καὶ πρέπει νὰ ὁρίσωμεν εἰς ποῖον δικαστήριον, διότι, ὅταν δίδωμεν τοιαύτην μεγάλην ἐξουσίαν, πρέπει νὰ εἴπωμεν εἰς τὸ δεῖνα δικαστήριον· ἢ πρέπει νὰ εἴπωμεν, δύναται νὰ διαλύσῃ τὴν ἑταιρίαν, ἀλλὰ δίδον καὶ τοὺς λόγους τῆς διαλύσεως, καὶ ποίους λόγους, ἅμα ὑπάρχῃ τις ὑπόχρεως νὰ δίδῃ τοὺς λόγους τῆς διαλύσεως, πῶς νὰ κανονίζηται καὶ περὶ τίνος νὰ δίδηται λόγος, διότι ὁ λόγος μέλλει νὰ δείξῃ, ὅτι ἡ ἀπόφασις ἔχει βάσιν τινά. Λοιπὸν ποῖος θὰ ᾖναι ὁ λόγος τῆς διαλύσεως; Δὲν ἐννοῶ ποσῶς τὴν ἐπέμβασιν τῶν δικαστηρίων εἰς τὴν διάλυσιν τῶν ἑταιριῶν καὶ τὰ δικαστήρια οὐδεμίαν σχέσιν ἔχουν πρὸς τὰ τοιαῦτα· εἰς τὰ δικαστήρια ἀπόκειται νὰ ἐφαρμόσουν Νόμους, καὶ ποτὲ δὲν πρέπει ν’ ἀναθέτῃ τις εἰς αὐτὰ αὐθαίρετον ἐξουσίαν, διότι, ὅστις πράττει τοῦτο, διαφθείρει τὸν δικαστήν· τὸ μόνον πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον διαφθείρει τὴν δικαστὴν, εἶναι νὰ δύναται ν’ ἀποφασίζῃ αὐθαιρέτως. Οὐδέποτε συναινῶ εἰς τὸ νὰ δοθῇ αὐθαίρετος ἐξουσία εἰς τὸν δικαστὴν, ἀλλ’ ἐκείνη, τοῦ νὰ ἐφαρμόζῃ τοὺς Νόμους κατὰ συνείδησιν, Νόμους ὡρισμένους, διὰ νὰ μὴ ἐξέρχηταί ποτε τῶν ὁρίων αὐτῶν, ἀλλ’ οὐδέποτε ἐπιθυμῶ τὸν δικαστὴν κατὰ τὸ δοκοῦν αὐτῷ ν’ ἀποφασίζῃ· ὅταν ὁ δικαστὴς σχηματίζῃ αὐθαίρετον κρίσιν, θὰ εἰπῇ, ὅτι εἶναι κυρίαρχος, καὶ τοιοῦτος δὲν εἶναι ὁ δικαστὴς, εἶναι κυρίαρχος κατὰ τὴν ἐκτίμησιν τῶν πραγματικῶν γεγονότων, ἅμα δὲ βεβαιώσῃ αὐτὰ, εἶναι ἐκτελεστὴς, δοῦλος τοῦ Νόμου, καὶ ἅμα δὲν εἶναι τοιοῦτος, δὲν εἶναι δικαστής. Διὰ νὰ εἴπωμεν λοιπὸν, ὅτι ἀναθέτομεν εἰς τὸν δικαστήν, πρέπει νὰ εἴπωμεν τί ἔχει νὰ ἐξετάσῃ ὁ δικαστής· ἔχει νὰ ἐξετάσῃ, ἐὰν ἡ ἑταιρία ἀπαγορεύηται ἢ ὄχι ὑπὸ τοῦ Νόμου· Τότε ὑποθέτομεν Νόμον, ὅστις κανονίζει ἐξ ἀρχῆς ποῖαι ἑταιρίαι ἐπιτρέπονται· καὶ ἂν ὑποθέσωμεν τοιοῦτόν τι, σᾶς ἐρωτῶ, ποῦ εἶναι αὐταὶ αἱ μεγάλαι ἐγγυήσεις, τὰς ὁποίας νομίζετε, ὅτι ἀποκτᾶτε δι’ αὐτοῦ τοῦ 11 ἄρθρου; Διότι, ἐὰν ἔχῃ τοιοῦτον σκοπὸν ἢ ἔννοιαν, ἰδοὺ ἐπὶ τέλους εἰς τὶ ἀναλύεται, ὅτι δι’ ἑνὸς Νόμου μετ’ ὀλίγον δύνασθε νὰ εἴπητε, ἐπιτρέπονται αἱ δεῖνα καὶ δεῖνα, ἡ τῆς οἰνοποιΐας π. χ., πᾶσα ἄλλη ἀπαγορεύεται. Λοιπὸν ὁ δικαστὴς δὲν ἔχει νὰ ἐξετάσῃ, παρὰ ἐὰν ᾖναι ἑταιρία τῆς οἰνοποιΐας, καὶ ἅμα δὲν ᾖναι τοιαύτη, τότε ἀπαγορεύεται. Οὐδεμία λοιπὸν ἐξάγεται ἐγγύησις· ἐκεῖ ὅπου ζητεῖτε τὴν ἐγγύησιν, λανθάνεσθε, διότι ἐκλείπει ἀμέσως· εἶναι πολὺ μεγαλειτέρα ἡ ἐγγύησις, ὅταν αἱ ἑταιρίαι ἐπιτρέπωνται ἄνευ οἱασδήποτε ἀδείας, καὶ μόνον διαλύωνται διὰ πράξεως διοικητικῆς· Διὰ τί εἶναι μεγαλειτέρα ἐγγύησις τότε, παρὰ διὰ τῆς δικαστικῆς; διότι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ εἶναι ὑπεύθυνος, ὁ δὲ δικαστὴς δὲν εἶναι, εἰς οὐδένα δίδει εὐθύνην, διότι εἶναι ἀνεξάρτητος· καὶ ἂν ὑποθέσητε, ὅτι εἶναι ἰσόβιος, εἶναι ἐντελῶς ἀδιάφορον τί φρονεῖτε περὶ αὐτοῦ· αὐτὸς ἀποφασίζει κατὰ τὴν αὐθαιρεσίαν καὶ τὴν κρίσιν του, καὶ οὐδεὶς δύναται νὰ τὸν κατηγορήσῃ, νὰ τῷ εἴπῃ, τί ἔπραξας. Ἀλλὰ κατὰ τῆς διοικητικῆς ἀρχῆς, ἥτις εἶναι ὑπεύθυνος, δύνασθε νὰ ζητήσητε λόγον· αἱ Βουλαὶ ὑπάρχουν διὰ νὰ ἐλέγχουν τὰς πράξεις τῶν ὑπουργῶν. Δύνασθε λοιπὸν νὰ ἐρωτήσητε τὴν διοικητικὴν ἀρχὴν, καὶ τὸν προϊστάμενον αὐτῆς, διὰ ποίαν αἰτίαν διελύθη ἡ δεῖνα ἑταιρία; Ὁ ὑπουργὸς θέλει σᾶς εἰπεῖ, εἶναι ἐπικίνδυνος, κακοήθης ἡ ἑταιρία· θέλετε τοῦ ἀπαντήσει, διὰ τί; ποῦ ὁ κίνδυνος τῆς ἑταιρίας; — Εἶχε τὸν δεῖνα καὶ δεῖνα σκοπὸν, συνέκειτο ἐκ τῶν δεῖνα καὶ δεῖνα προσώπων, ἀνθρώπων τῆς τάξεως, γνωστῶν ὅτι εἶναι συντηρητικοὶ, καθ’ ὑπόθεσιν· πῶς θέλει ἀπολογηθῆ; θέλετε μοὶ εἰπεῖ, ἀλλ’ ἡ ἑταιρία διελύθη· μάλιστα, σᾶς λέγω καὶ ἐγώ· ὁ ὑπουργὸς ἀδιαφορεῖ, ἂν ψέγηται ὑπὸ τῆς νομοθετικῆς ἐξουσίας· ἂν ἐπέλθῃ ὅμως τοιοῦτος δίκαιος ψόγος, μὴ νομίζετε, ὅτι δὲν ἔχει ἀποτέλεσμα ὡς πρὸς τὴν ὑπόληψιν αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ὡς πρὸς τὴν ἠθικὴν δύναμιν αὐτοῦ τοῦ ὑπουργοῦ, καὶ ὡς πρὸς τὴν περαιτέρω ὕπαρξίν του ἐν τοῖς πράγμασιν· ἀλλ’ ἠξεύρετε; θέλομεν ἀμέσως τὰ ἀποτελέσματα· καὶ γνωρίζω πολλοὺς, οἱ ὁποῖοι εἶναι δυσηρεστημένοι περὶ τῆς δεῖνα πράξεως τοῦ ὑπουργείου, καὶ θέλουν αὐτὸς ὁ ὑπουργὸς ἐν ἀκαρεὶ νὰ ἐκλείψῃ ἐκ τῶν πραγμάτων. Αὐτὸ δὲν εἶναι πολιτικὸν, εἶναι, συγχωρήσατέ μοι νὰ τὸ εἴπω, νηπιώδης ἀνυπομονησία, διότι ὅταν θέλητε νὰ ἔχητε ἀποτέλεσμα ἐντὸς τῆς κοινωνίας, πρέπει νὰ προπαρασκευάσητε αὐτὸ διὰ τοῦ χρόνου, οὐχὶ ἐν ἀκαρεῖ, πρέπει νὰ προσμένητε νὰ σχηματισθῇ ἡ κρίσις τοῦ κοινοῦ. Καὶ μὴ νομίσητε, ὅτι ἡ κρίσις τοῦ κοινοῦ εἶναι βραδεῖα, ὅταν περιμένητε· τότε βέβαια δὲν ἐπέρχεται, ὅταν δεικνύουν ἀγῶνα ἐμπαθῆ, ὅταν διὰ τῆς ἐπιθέσεως δεικνύουν, ὅτι δὲν ὑπάρχει γενικὸς σκοπὸς πρὸ ὀφθαλμῶν, ἀλλ’ ἴδιον τέλος καὶ πάθος, ἰδία δυσαρέσκεια· ὅταν ὅμως περιμένῃ τις, ἀπαθῶς ἐκθέτων τὰ πράγματα, φέρων εἰς τὴν ἀνάγκην τῆς ἀπολογίας, καὶ θέτων εἰς τοιαύτην θέσιν τὸν ἀπολογούμενον, ὥστε νὰ μὴ δικαιολογηθῇ ἐνώπιον τοῦ κοινοῦ, εἶναι ἀλάνθαστον τὸ ἀποτέλεσμα, ἐκτὸς ἂν ὑποθέσῃ τις, ὅτι ἀποδίδει ἔλλειψιν κρίσεως εἰς ὅλον τὸ ἔθνος, καὶ ἐπιφυλάττει μόνον εἰς ἑαυτὸν τὴν ὀρθότητα τῆς κρίσεως, πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον εἰς πολλοὺς συμβαίνει· πολλοὶ νομίζουν, ὅτι μόνον αὐτοὶ ἠξεύρουν νὰ κρίνουν, καὶ ὅτι τὸ λοιπὸν κοινὸν εὑρίσκεται ἐστερημένον τῆς κρίσεως ταύτης. Λέγω λοιπὸν, ὅτι καθιεροῦντες τοιαῦτα δικαιώματα, λανθανόμεθα πολὺ, ἂν συγχρόνως δὲν συμβουλευώμεθα καὶ τὴν ἀπαιτουμένην πεῖραν, ὥστε ἡ καθιέρωσις αὐτῶν τῶν δικαιωμάτων νὰ μὴ ἐπιφέρῃ κίνδυνον εἰς τὴν πολιτείαν. Ἐννοῶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ πληρέστατα, ἀλλὰ συγχρόνως ἐπιθυμῶ ἐν ὥρᾳ κινδύνου, ἐν ὡρισμένῃ ἐποχῇ, κατὰ τὴν συγκεκριμένην περίστασιν ἡ πολιτεία νὰ ᾖναι πάντοτε τεθωρακισμένη, νὰ μὴ ᾖναι ἄοπλος· ἐπιθυμῶ λοιπὸν νὰ ᾖναι ὡπλισμένη καὶ ἡ Πολιτεία, ὅσον αἱ ἑταιρίαι. Καὶ δὲν εἶναι τὸ σύστημα, τὸ ὁποῖον σᾶς ἐκθέτω καινοφανὲς, εἶναι σύστημα, τὸ ὁποῖον εὑρίσκεται εἰς πολλὰ Συντάγματα, καὶ ἰδίως εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐπικαλοῦνται συχνὰ ὅσοι ὁμιλοῦν μετ’ εὐλαβείας περὶ τοῦ Ἀγγλικοῦ πολιτεύματος. Τί σᾶς εἶπον; Ὄχι, ὅταν ᾖναι δι’ ὅρκου ἡ ἑταιρία, ἢ ὅταν ὑπάρχῃ ὑπόσχεσις ἀποῤῥήτου, ἀπαγορεύεται· ἀλλ’ ὅταν ᾖναι ἀνωμοτὶ, εἶναι ἀβλαβὴς ἡ ἑταιρία, καὶ ἰδοὺ, λέγουν, ἀντιγράφομεν τὴν Ἀγγλίαν. Ἠξεύρετε σήμερον πόσον κοινὰ ἔγιναν ὅλα τὰ πολιτεύματα τοῦ Κόσμου; Δὲν ἔχει κἀνεὶς παρὰ νὰ ῥίψῃ ἓν βλέμμα, ὅταν ἔχῃ καλὴν βιβλιοθήκην, καὶ ὅ,τι θέλει εὑρίσκει. Λαμβάνουν λοιπὸν ὡς παράδειγμα τὸν Νόμον τοῦ Γεωργίου τρίτου καὶ λησμονοῦν τὸ σπουδαιότερον, ὅτι αὐτὸς ὁ Νόμος τοῦ Γεωργίου τρίτου δὲν εἶναι Σύνταγμα, οὔτε Νόμος καθιερωθεὶς παρὰ Συντακτικῆς Συνελεύσεως ἀμετατρέπτως. Ὄχι, εἶναι Νόμος προσωρινός. Τί σημαίνει ὅταν λέγω, ὅτι εἶναι Νόμος πρόσκαιρος; Θέλουν μὲ ἐννοήσει πολὺ καλὰ ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι γνωρίζουν ποία εἶναι ἡ σημασία τῶν πρόσκαιρων Νόμων, ὅτι ὁ πρόσκαιρος Νόμος ἔχει σκοπὸν νὰ θεραπεύσῃ τὸ προκείμενον κακόν. Εἰς τὴν ἐποχὴν Γεωργίου τρίτου κίνδυνος ἦτον ἐκ τοιούτων ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι ἐγίνοντο ὑπὸ τὸ κράτος ὅρκου, καὶ ὑπὸ τὸ κράτος ὅρκου ἔβλεπον, ὅτι ὑπάρχει ἀνήθικον, διότι πολλοὶ ἄνθρωποι εἶναι μικρόνοες καὶ ὑποπίπτουν εἰς παγίδας, σαγηνεύονται εὐκόλως, γινόμενοι μέλη τοιαύτης ἑταιρίας, ἡ ὁποία ἔχει σκοπὸν τὸ ἀγαθὸν ὅλης τῆς ἀνθρωπότητος ἐν γένει καὶ ἰδιαιτέρως τῆς Ἀγγλίας. Πολλαὶ ἑταιρίαι ἔχουν ὀγκωδέστατα προγράμματα, ὅτι μέλλουν νὰ ἀναμορφώσουν τὰ πάντα· νομίζει τις, ὅτι ὁ δημιουργὸς ἔκαμε μεγάλα λάθη, ὅτε ἔπλασε τὸν κόσμον, καὶ ὅτι τώρα μέλλουν νὰ διορθωθοῦν καὶ νὰ ἐπέλθῃ ἡ ἐσχάτη τελειότης. Λοιπὸν τί μηχανῶνται; Δίδουν ὅρκον, ὅτι θέλουν ὑπακούει εἰς ὅλα τὰ ἀποφασιζόμενα εἴτε παρὰ τοῦ προέδρου τῆς ἑταιρίας, εἴτε παρὰ τοῦ συμβουλίου τῆς ἑταιρίας, εἴτε παρὰ, δὲν ἠξεύρω, τίνος συλλόγου, εἴτε παρὰ τῆς συνελεύσεως τῆς ἑταιρίας, καὶ ἀφοῦ δώσουν αὐτὸν τὸν ὅρκον, τότε εὑρίσκεται ἐντὸς τῆς παγίδος ἡ συνείδησις τοῦ ὀμόσαντος, διότι μίαν ἡμέραν ἔρχονται καὶ ἀποφασίζουν ἐκεῖνα, τὰ ὁποῖα εἶναι ἐναντίον τῆς ἀτομικῆς πεποιθήσεώς του· τώρα τί θὰ πράξῃ; εὑρίσκεται ἀπέναντι τοῦ ὅρκου, τὸν ὁποῖον ἔδωκε, καὶ ἀπέναντι τῆς πεποιθήσεώς του, τῆς ἀκραδάντου πεποιθήσεώς του· τί θὰ πράξῃ; ἐθεώρησαν λοιπὸν τότε, ὅτι εἶναι ἀνήθικον νὰ δίδωνται τοιοῦτοι ὅρκοι, καὶ ἠθέλησαν νὰ πολεμήσουν τοιαῦτα μέσα παγιδεύσεως τῶν συνειδήσεων, καὶ ἑπομένως ἀπηγόρευσαν τοιαύτας ἑταιρίας. Ἐὰν εἶχον πρὸ ὀφθαλμῶν ἄλλου εἴδους ἑταιρίας, νομίζετε, ὅτι ἐν Ἀγγλίᾳ ἤθελον διστάσει ἐπὶ μίαν στιγμὴν νὰ ἐκδώσουν νόμον περὶ τοιούτων ἑταιριῶν; Νομίζετε, ὅτι θὰ εὑρεθῇ ποτὲ ἡ χεὶρ τῆς Ἀγγλίας πάσχουσα ῥευματισμὸν ἢ ἀρθρίτιδα τοιούτου χαρακτῆρος, ὁποία εἶναι αὐτὴ ἡ σειρὰ τῶν ἄρθρων; ποτέ! Νομίζω λοιπὸν, ὅτι εἶναι πλάνη μεγάλη νὰ δεσμεύσωμεν τὴν δύναμιν τῆς πολιτείας ἀπέναντι τοῦ κινδύνου συλλόγων καὶ ἑταιριῶν, ὥστε μόνον διὰ τῶν δικαστηρίων νὰ ἀποφασίζηται ἡ διάλυσις, ἀλλὰ πρέπει νὰ ἀρκεσθῶμεν εἰς τὸ νὰ ἀποφασίζηται ὑπὸ τῆς διοικητικῆς ἐξουσίας.
§67ΛΟΥΖΗΣ. Ποίαν τροπολογίαν θέλετε λοιπόν;
§68ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Τοῦ Κυρίου Σαράβα.
§69ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κύριος Πετσάλης ἔχει τὸν λόγον.
§70ΑΘΑΝ. ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω, Κύριοι, ὅτι βάσις ἀμφοτέρων τῶν ἄρθρων τοῦ 10 καὶ τοῦ 11 εἶναι μία καὶ ἡ αὐτὴ ἀρχὴ, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι· ἀλλ’ ἡ ἀρχὴ αὐτὴ λαμβάνει βαθμολογίας καὶ ἀναπτύξεις, ἑπομένως δὲν καθιεροῦται ἄλλη ἀρχὴ εἰς τὸ ἕνα ἄρθρον καὶ ἄλλη εἰς τὸ ἕτερον· εἶναι ἡ αὐτὴ ἐλευθερία ἀναπτυσσομένη περισσότερον. Εἰς μὲν τὴν μίαν περίστασιν εἶναι συνέλευσις ἁπλῆ, εἰς δὲ τὴν δευτέραν περίστασιν εἶναι συνάθροισις, καὶ εἰς τὴν τρίτην συνεταιρισμὸς, ὅπερ εἶναι τὸ αὐτὸ, τὸ ὁποῖον, ὁσάκις μὲν γίνεται ἅπαξ εἶναι Συνέλευσις, πολλάκις δὲ καὶ συστηματικῶς ἐπαναλαμβανόμενον, εἶναι ὁ συνεταιρισμός. Ἐκ τῆς ἀρχῆς δὲ αὐτῆς ἀναπτυσσομένης ἠμποροῦσε νὰ προκύψουν καὶ καλὰ καὶ κακὰ εἰς τὴν κοινωνίαν, διὰ τοῦτο τὰ δικαιώματα ταῦτα δὲν ὑπάρχουν εἰς κἀνὲν μέρος τοῦ κόσμου καθιερωμένα ἀπολύτως. Ἡ ἀπόλυτος χρῆσις τοιούτων δικαιωμάτων εἶναι ἀσυμβίβαστος μὲ πᾶσαν νόμιμον τάξιν πραγμάτων, ἀλλ’ ὅπως ἡ ἐπιτροπὴ συνέταξε τὰ ἄρθρα ταῦτα, ὅσα εἶπον, ὑπάγονται εἰς περιορισμὸν, ὑπάγονται εἰς ἐγγυήσεις ὑπὲρ τῆς τάξεως. Τόσον ὁ Κύριος Κόκκινος, καθὼς καὶ ὁ Κύριος Καλλιγᾶς, ᾠκοδόμησαν ὑποθέσεις καὶ ἐπ’ αὐτῶν τῶν ὑποθέσεων ἐστήριξαν τὰ ἐπιχειρήματά των, ἀλλὰ προσεκτικὴ ἀνάγνωσις τοῦ ἄρθρου 11 θὰ ἀποδείξῃ, ὅτι αὐτὸ παρέχει ὅλα τὰ μέσα εἰς τὴν κοινωνίαν τοῦ νὰ ὑπερασπισθῇ ἐναντίον τῶν καταχρήσεων τοῦ δικαιώματος, τὸ ὁποῖον τὸ ἄρθρον τοῦτο παραχωρεῖ, καθιεροῖ. Ἐὰν τὸ ἄρθρον τοῦτο ἔδιδεν ἀπολύτως τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρισμοῦ χωρὶς νὰ ὑποβάλῃ αὐτὸ ὑπὸ τὸν περιορισμὸν, ὅτι ὁ σκοπὸς τοῦ συνεταιρίζεσθαι πρέπει νὰ ᾖναι θεμιτὸς, τότε βεβαίως τοιαύτη ἀπόλυτος χρῆσις τοῦ δικαιώματος ἠμποροῦσε νὰ θέσῃ εἰς κίνδυνον τὴν κοινωνίαν. Ἀλλὰ τόσον ἡ τροποποίησις, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ Κύριος Σαράβας, καθὼς ἡ ἄλλη, τὴν ὁποίαν ἐπρότεινεν ὁ Κύριος Παππαδιαμαντόπουλος, ἀποβλέπουν τὸ αὐτὸ διὰ διαφόρων λέξεων, καὶ μάλιστα διὰ τοιούτων φράσεων, αἱ ὁποῖαι ἴσως φέρουν μεγαλειτέραν σύγχυσιν εἰς τὸ ἄρθρον ὡς ὀλιγώτερον ἀκριβεῖς, παρ’ ὅ,τι εἶναι ἡ φράσις, τὴν ὁποίαν μεταχειρίζεται τὸ σχέδιον. Ἐὰν θέσωμεν ἐντὸς τοῦ ἄρθρου, ὅτι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἀνήκει εἰς τοὺς Ἕλληνας, ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, ἀλλὰ τηροῦντας τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, τότε ἀφ’ ἑνὸς μὲν ἀφαιροῦμεν ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν τὸ δικαίωμα τοῦ νὰ τῆς ζητῆται ἡ ἄδεια διὰ τὴν χρῆσιν αὐτοῦ τοῦ δικαιώματος, ἀφ’ ἑτέρου δὲ δίδομεν αὐτῇ δι’ ἄλλης χειρὸς, ἤτοι διὰ τῆς φράσεως τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον ἠθελήσαμεν νὰ τῆς ἀφαιρέσωμεν, δηλαδὴ δίδομεν τὸ δικαίωμα εἰς αὐτὴν ἀκολούθως δι’ ἑνὸς Νόμου νὰ καθιερώσῃ διατάξεις περιοριστικὰς ἰσοδυναμούσας μὲ ἄδειαν. Τὸ νὰ λέγωμεν ἀφ’ ἑνὸς, ὅτι συσταίνονται συνεταιρισμοὶ ἄνευ ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως, τηρουμένων τῶν Νόμων τοῦ Κράτους, δὲν ἠμποροῦμεν νὰ περιορίσωμεν τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ ἐκδώσῃ ἀκολούθως νόμον ἐπιβάλλοντα περιορισμούς.
§71ΛΟΥΖΗΣ. Τηρουμένης πάντοτε τῆς ῥήτρας αὐτῆς.
§72ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Ἐγὼ θεωρῶ, ὅτι, ὅπως ὑπάρχει συντεταγμένον τὸ ἄρθρον, εἶναι λογικώτερον, δηλαδὴ ἀποφεύγομεν αὐτὴν τὴν ἀντίφασιν· ἀλλὰ καὶ ὁ σκοπὸς εἶναι ὁ αὐτὸς, διότι τί σημαίνει ὁ συνεταιρισμὸς νὰ ἔχῃ σκοπὸν θεμιτὸν, δηλαδὴ ν’ ἀποβλέπῃ ἀντικείμενον, τὸ ὁποῖον οἱ νόμοι δὲν ἀπαγορεύουν, τόσον οἱ ἠθικοὶ ὅσον καὶ οἱ πολιτικοί; Κύριοι, τὸ δικαίωμα τοῦ συνέρχεσθαι εἰς συναθροίσεις εἴτε ὑπὸ στέγην, εἴτε ἐν ὑπαίθρῳ, νομίζω, ὅτι εἶναι δικαίωμα πολὺ πλέον μεγαλείτερον ἀπὸ τὸ δικαίωμα, τὸ ὁποῖον καθιεροῦται εἰς τὸν συνεταιρισμόν. Τόσον εἶναι ἀληθὲς τοῦτο, ὥστε εἰς τὴν Ἀγγλίαν νόμος κατὰ τῶν συναθροίσεων, αἱ ὁποῖαι ἀποκλίνουν εἰς ἐγκληματικὴν στάσιν, νόμος, λέγω, τοιοῦτος ὑπῆρξε πρὸ δύω, τριῶν αἰώνων. Ἐν τούτοις ἡ Ἀγγλία, ὡς Συνταγματικὸν Ἔθνος, ἀφ’ ὅτου συνεστήθη μέχρι τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 89, ποτὲ δὲν ἔλαβεν ἀνάγκην νὰ περιορίσῃ τοὺς συνεταιρισμούς. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει μεγαλειτέρα ἀνάπτυξις τῆς ἐλευθερίας τοῦ ἀτόμου, ἐκεῖ δύναταί τις νὰ σπουδάσῃ τὴν ἱστορίαν τῶν καταχρήσεων τῆς ἐλευθερίας, ἑπομένως ἀπ’ ἐκεῖ ὀφείλει νὰ ὁδηγηθῇ ποία εἶναι ἡ μᾶλλον ἐπικίνδυνος χρῆσις τῶν ἀπολύτων δικαιωμάτων. Ἐὰν λοιπὸν μόνον κατὰ τὴν ἐποχὴν τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως, ὅταν τὸ πνεῦμα τὸ ἀνταρτικὸν ἐζήτει νὰ εἰσέλθῃ εἰς τοὺς κόλπους τῆς Ἀγγλίας, ἡ Ἀγγλικὴ Κυβέρνησις περὶ τὸ 1790 ἢ 1796 εὑρέθη εἰς τὴν ἀνάγκην νὰ ἐκδώσῃ ῥητὸν Νόμον περὶ συνεταιρισμῶν, τί σημαίνει τοῦτο; Σημαίνει, ὅτι ὅλοι οἱ φόβοι, ὅλοι οἱ κίνδυνοι, τοὺς ὁποίους ἡ εὔγλωττος φαντασία τόσον τοῦ Κυρίου Κοκκίνου καθὼς καὶ τοῦ Κυρ. Καλλιγᾶ παρέστησεν ἐνώπιον ὑμῶν, ὅτι αὐτοὶ, λέγω, οἱ φόβοι, αὐτοὶ οἱ κίνδυνοι εἶναι ἐντελῶς ἀνύπαρκτοι. Εἶναι ἀληθὲς, Κύριοι, ὅτι τόσον τὸ δικαίωμα τοῦ συναθροίζεσθαι, καθὼς καὶ τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, εἰς τὴν Ἀγγλίαν δὲν εἶναι ἐντελῶς ἀπόλυτα, ἀλλ’ ὁ περιορισμὸς, εἰς τὸν ὁποῖον ταῦτα ὑπόκεινται, εἶναι τοιοῦτος, ὥστε δύναται νὰ εἴπῃ τις ὅτι δὲν εἶναι περιορισμὸς, εἶναι μόνον ἐγγύησίς τις, τὴν ὁποίαν ἡ κοινωνία δικαιοῦται νὰ ἀπαιτήσῃ, διότι τοιαύτη εἶναι ἡ ἐγγύησις, ὥστε δὲν ἀπολήγει εἰς καταστροφὴν τοῦ δικαιώματος.— Εἰς τὰς συναθροίσεις ἀπαιτεῖται νὰ τεθῇ ἐπὶ κεφαλῆς μία ἀρχὴ, εἴτε ὁ Σερίφας, εἴτε ὁ Εἰρηνοδίκης, εἴτε ἕνας ἄλλος δικαστὴς, εἴτε ἡ πλειοψηφία τοῦ ὁρκωτικοῦ δικαστηρίου τῆς κομητείας. Ἀλλ’ ὀφείλετε νὰ παρατηρήσητε, ὅτι εἰς τὴν Ἀγγλίαν ὑπάρχει καὶ χειραφετημένη ἡ διοίκησις τῶν ἐπαρχιῶν ἀπὸ τὴν Βασιλείαν. Οἱ περισσότεροι τῶν ὑπαλλήλων, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, εἶναι ἐκ τῶν εὐκαταστάτων πολιτῶν, ἐξ ἀνδρῶν ἀνεξαρτήτου καταστάσεως καὶ περιουσίας, ἑπομένως ἔχουν τὸ αὐτὸ συμφέρον εἰς τὴν διατήρησιν τῆς τάξεως, ὁποῖον ἔχει ἡ κοινωνία καὶ ἡ Κυβέρνησις. Διὰ τοῦτο ὁσάκις παρουσιάζεται ἓν ἀντικείμενον ἐθνικῆς ἀνάγκης, μία ἀνάγκη, τὴν ὁποίαν αἰσθάνεται ἡ κοινωνία, οὐδέποτε οἱ ἄνθρωποι, τοὺς ὁποίους ἀνέφερον, ἀρκοῦνται νὰ ὑπογράψωσι διὰ νὰ γίνῃ συνάθροισις· ἑπομένως ὁ νόμος ἀνέθηκεν εἰς 3, 4, 5 ἢ 6 πρόσωπα εἰς πᾶσαν πολιτείαν, εἰς πᾶσαν πόλιν· εἶναι ἀδύνατον μεταξὺ τῶν 6 προσώπων νὰ μὴ εὑρεθῇ ἢ τὸ ἓν ἢ τὸ ἄλλο, τὸ ὁποῖον νὰ συναινέσῃ εἰς τὴν προκειμένην συνάθροισιν. Δὲν ἠμποροῦμεν ὅμως, Κύριοι, νὰ κάμωμεν νὰ ἐξαρτηθῇ τὸ δικαίωμα τοῦτο καὶ ἐνταῦθα ἐξ ἀρχῶν ὅλως ἀνεξαρτήτων, διότι, χωρὶς νὰ θέλω νὰ προσβάλλω κανένα, εἶμαι Ἕλλην ὁ ἴδιος, καὶ πᾶσα προσβολὴ, τὴν ὁποίαν ἤθελον κάμει κατὰ τῶν ὑπαλλήλων τοῦ Κράτους, εἶναι προσβολὴ, ἡ ὁποία ἀντανακλᾷ καὶ εἰς ἐμὲ, ἀλλ’ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω, ὅτι τοιούτους ὑπαλλήλους δὲν δυνάμεθα ἐπὶ τοῦ παρόντος νὰ ἔχωμεν εἰς τὴν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι μόνον νὰ ὁδηγῶνται ὑπὸ τοῦ κοινοῦ συμφέροντος, καὶ νὰ μένουν ἀνεπηρέαστοι εἴτε ἐκ τοῦ μέρους τῆς Κυβερνήσεως, εἴτε ἐκ τοῦ μέρους τῶν ζητούντων νὰ ἐνεργήσουν μίαν συνάθροισιν, ὅπερ ὑπάρχει πράγματι εἰς τὴν Ἀγγλίαν. Τὸ αὐτὸ λοιπὸν λέγω καὶ περὶ τῶν συνεταιρισμῶν. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν, καθὼς σᾶς προεῖπον, ἀπαιτεῖται ἡ ἄδεια δύω εἰρηνοδικῶν. Οἱ εἰρηνοδίκαι εἶναι ἐκ τῶν προσώπων, τὰ ὁποῖα σᾶς παρέστησα. Οὗτοι δὲ εἰς τὴν Ἑλλάδα εἶναι ἀδύνατον νὰ ἀντικατασταθῶσιν ὑπὸ τῆς ἀστυνομίας· καὶ ἤθελεν εἶσθαι γελοῖος ἐκεῖνος, ὅστις ἤθελεν ἀφομοιώσει τοὺς εἰρηνοδίκας τῆς Ἀγγλίας, ἄνδρας ἀνεξαρτήτους καὶ ἐντιμωτάτους, τὰ πρῶτα πρόσωπα τῆς κομητείας, μεγαλοκτήμονας, ἄνευ μισθοῦ ἐνεργοῦντας καὶ ἕνεκα μόνον πατριωτισμοῦ, μὲ αὐτὰ τὰ πρόσωπα τῶν ἀστυνομικῶν ἀρχῶν, τὰ ὁποῖα εἶναι ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον πρόσωπα μὴ ἐνεργοῦντα εἰμὴ καθ’ ὑπαγόρευσιν ἑτέρων. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ προέδρου ὁ Κ. Πυλαρινὸς ὡς γεροντότερος. Προσθέτω ἕτερόν τι. Εἰς τὴν Ἀγγλίαν οἱ Εἰρηνοδίκαι ἠμποροῦν νὰ ἀνακαλοῦν τὴν δοθεῖσαν παρ’ αὐτῶν ἄδειαν. Τῷ ὄντι ἔπρεπε νὰ τοῖς δοθῇ αὐτὸ τὸ δικαίωμα, ἀφοῦ εἶναι τοιαῦτα πρόσωπα. Ἀλλ’ ὅταν ἡμεῖς δὲν δυνάμεθα νὰ παραχωρήσωμεν τοιαύτην ἐξουσίαν, εὑρισκόμεθα μεταξὺ τῆς ἀνάγκης τοῦ νὰ μηδενίσωμεν τὰ δικαιώματα ταῦτα διὰ τῆς παραλείψεως πάσης ἐγγυήσεως, ἐνῷ ἄλλως νὰ τὰ καθιερώσωμεν εἰς τὸ Σύνταγμα, καὶ τῆς ἀνάγκης τοῦ ζητοῦμεν νὰ τὰ περιβάλωμεν μὲ ἀτελεῖς ἐγγυήσεις. Νομίζω, ὅτι προτιμώτερον τὸ δεύτερον, τοσούτῳ μᾶλλον, ὅσῳ ἔχομεν ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τῆς Ἑλλάδος, καὶ κάθε Ἕλλην νομοθετῶν χωρὶς νὰ ἔχῃ ὑπ’ ὄψιν τὴν ἱστορίαν τῆς πατρίδος του, ἀλλ’ ἀνατρέχων εἰς τὴν παλαιὰν διὰ νὰ ὁδηγηθῇ ἀπὸ τὰς ἰδέας τοῦ ἀρχαίου πολιτισμοῦ, ἢ παραδειγματιζόμενος ἀπὸ ξένα κράτη, ὡς ὁ Κ. Κόκκινος, ὅστις ἔφερε τὸ παράδειγμα τῆς ἐπιῤῥοῆς τοῦ Ὄκονελ, πράγματα ἀδύνατα εἰς τὴν Ἑλλάδα, ὁ τοιοῦτος πλανᾶται μεγάλως. Διὸ καὶ πρέπει νὰ νομοθετῇ ἔχων ὑπ’ ὄψιν τὰ ἤθη καὶ τὰς ἀνάγκας τῆς νῦν Ἑλλάδος, καὶ οὐχὶ ξένα ἤθη ἢ ξένας ἀνάγκας. Τὶ μᾶς ἀπέδειξε λοιπὸν ἡ ἐνεστῶσα τῆς Ἑλλάδος ἱστορία, τὴν ὁποίαν ὀφείλομεν νὰ ἔχωμεν ὑπ’ ὄψιν διὰ νὰ διορθώσωμεν τὰς καταχρήσεις τοῦ παρελθόντος, ὅπως μὴ λάβωσι χώραν ἐν τῷ μέλλοντι; Μᾶς ἐδίδαξεν, ὅτι αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ, αἱ ἀστυνομικαὶ ἀρχαὶ, οὐδέποτε ἐνήργησαν ἐλευθέρως καὶ κατὰ συνείδησιν. Ἐπικαλοῦμαι, Κύριοι, τὸ γεννηθὲν ζήτημα διὰ τὴν ἔκδοσιν τῶν ἐφημερίδων, ἢ τὸ ἄρθρον εἰς τὸν περὶ τύπου νόμον, τὸ ὁποῖον ἀπῄτει ὁ ἐκδότης ἐφημερίδος νὰ ᾖναι προλύτης. Τὸ ἄρθρον κατηργήθη ὑπὸ τοῦ Συντάγματος τοῦ 1844, τὸ πρᾶγμα ἦτο προφανέστατον, ἐν τούτοις ἡ Συνταγματικὴ ἱστορία τῆς Ἑλλάδος ἀπὸ τοῦ Βασιλέως Ὄθωνος μᾶς ἀποδεικνύει, ὅτι κατὰ καιροὺς αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ ἐζήτησαν νὰ ἀναστήσωσι τὸ νεκρὸν ἐκεῖνο ἄρθρον. Ὁ Νόμος τοῦ Γεωργίου 3ου ἐν Ἀγγλίᾳ, περὶ οὗ ὡμίλησα, εἶναι προσωρινὸς, εἶναι δὲ γενικὸς, δὲν λαμβάνει ὑπ’ ὄψιν μόνον τὸ ἐλάττωμα τοῦ ὅρκου καὶ ἀπαγορεύει τὰς ἑταιρίας, ἀλλὰ θέλει νὰ γνωρίζῃ ἡ ἀρχὴ τὸν σκοπὸν καὶ τὸν χαρακτῆρα καὶ πολλὰ ἄλλα, τὰ ὁποῖα αἱ ἀρχαὶ ὀφείλουν νὰ ἔχωσιν ὑπ’ ὄψιν, προκειμένου νὰ ἐμποδισθοῦν καταχρήσεις εἰς τὰς ἑταιρίας ταύτας. Ἑπομένως, ἐὰν εἰς τὴν Ἀγγλίαν τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι δὲν ὑπάρχῃ συνταγματικῶς καθιερωμένον, ὑπάρχει ὅμως ἐπὶ αἰῶνας πολλοὺς καθιερωμένον εἰς τὰ ἤθη τοῦ ἔθνους αὐτοῦ, εἰς τοιοῦτον δὲ τρόπον, ὥστε οὔτε καὶ νόμος περιοριστικὸς μέχρι σχεδὸν τοῦ τέλους τοῦ δεκάτου ὀγδόου αἰῶνος ὑπῆρξεν εἰς τὴν νομοθεσίαν αὐτοῦ. Τόσον ἄρα ἀπόλυτον εἶναι τὸ δικαίωμα αὐτὸ. Ὅταν δὲ ἐπαρουσιάσθη ἀνάγκη, τότε μόνον ἐζήτησαν νὰ τὸ περιορίσουν καὶ τὸ περιώρισαν, ὡς προείπομεν, ἐπὶ τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως τῶν 89. Ἀφοῦ δὲ παρῆλθεν ἡ ἀνάγκη ἔμεινεν ὁ νόμος, ἀλλὰ ὡς ἐκ τῶν ἠθῶν τοῦ Ἀγγλικοῦ ἔθνους ἀποβαίνει καὶ πάλιν περιττὸς σχεδόν. Ἀλλὰ τίς ἀντιλέγει, ὅτι εἰς τὴν Ἑλλάδα δὲν πρέπει νὰ ὑπάρξῃ οὐδεὶς νόμος κανονίζων ποῖα πρέπει νὰ ᾖναι τὰ προσόντα τῶν ἑταιριῶν, αἱ ὁποῖαι εἶναι ἀβλαβεῖς εἰς τὴν κοινωνίαν, εἴτε λόγῳ τῆς θρησκείας, εἴτε λόγῳ τῆς ἠθικῆς, εἴτε σχετικῶς πρὸς τὴν ἀσφάλειαν τοῦ Κράτους; Ποῖος τῶν ἀγορευσάντων διϊσχυρίσθη, ὅτι ἡ πολιτεία πρέπει νὰ μένῃ εἰς τοὺς κινδύνους τῶν ἀνηθίκων καὶ ἀνατρεπτικῶν τῆς τάξεως ἑταιριῶν ἄνευ προφυλάξεως; Ποῖον μέλος τῆς ἐπιτροπῆς ὑπεστήριξε τοῦτο; Οὐδεὶς λοιπὸν, Κύριοι, ἀμφισβητεῖ τὰς ἐγγυήσεις, καὶ ὅστις ἤθελεν ἀμφισβητήσει αὐτὰς, ἐκεῖνος βεβαίως δὲν ἀσπάζεται τὴν ὕπαρξιν τακτικῆς Κυβερνήσεως ἐν τῷ Κράτει. Ἀλλὰ λέγω, ὅπως τὸ ἄρθρον ὑπάρχει συντεταγμένον, ἀρκούντως ἀνταποκρίνεται εἰς τὴν ἀνάγκην, διότι λέγει, ὅτι ἡ ἑταιρία πρέπει νὰ ἔχῃ θεμιτὸν σκοπόν. Δὲν ὑπάρχει ἀνάγκη νὰ εἴπωμεν, ὅτι ἀνήκει εἰς τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν νὰ προσδιορίσῃ ποῖος ὁ θεμιτὸς σκοπὸς, διότι πάντες ἐννοοῦμεν τὸν θεμιτὸν σκοπὸν, καὶ ὄχι μόνον νὰ προσδιορίσῃ τοῦτο, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα προσόντα, τὰ ὁποῖα ἑκάστη ἑταιρία πρέπει νὰ ἔχῃ, διότι τὸ δεύτερον τοῦτο ἀφίνει ἀκώλυτον τὴν νομοθετικὴν ἐξουσίαν ἀκολούθως νὰ μηδενίσῃ τὴν ἀρχήν. Ἀλλ’ ὁ μέγας ἀγὼν ὑπάρχει διὰ τὴν ἐξάλειψιν τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, θεωρουμένης ὡς ἀναρμοδίας εἰς τὴν διάλυσιν τῶν τοιούτων συνεταιρισμῶν, καὶ σᾶς εἶπον, ὅτι τί θὰ κάμῃ αὕτη; Θὰ δικάσῃ ὡς ὁρκωτὸν δικαστήριον, χωρὶς νὰ δώσῃ λόγον; Τότε εἶναι αὐθαίρετος καὶ δὲν πρέπει νὰ δίδηται αὐθαίρετος ἐξουσία εἰς τὰ δικαστήρια. Ἦτον ἐπιχείρημα τοῦτο πρὸς ἰσχυροποίησιν τῆς ἰδέας, ὅτι ὀφείλομεν νὰ ἀναμίξωμεν ἐπὶ τοῦ ζητήματος τὰς διοικητικὰς ἀρχὰς, ἀλλὰ τὸ ἐπιχείρημα αὐτὸ εἶναι σαθρόν. Τὰ δικαστήρια βεβαίως, ὁσάκις προσκαλοῦνται νὰ ἐνεργήσουν, δὲν ἐνεργοῦν ἄνευ κανόνων καὶ οὐδὲ τοῦτο ἐννοεῖ τὸ ἄρθρον 11, ὅτι τὰ δικαστήρια ad libitum, κατὰ θέλησιν, κατὰ προαίρεσιν, ἠμποροῦν νὰ διαλύσουν ἢ νὰ μὴ διαλύσουν μίαν ἑταιρίαν, ἀλλ’ ἐννοεῖται, ὅτι τὰ δικαστήρια θὰ στηριχθοῦν ἐπὶ τῶν ἠθικῶν καὶ νομικῶν ἀρχῶν, αἵτινες προσδιορίζουν τὸν θεμιτὸν ἢ ἀθέμιτον σκοπὸν τῶν ἑταιριῶν, ἰδίως δὲ θὰ στηριχθοῦν ἐπὶ τῶν νόμων ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι προσδιορίζουν ποῖαι εἶναι αἱ ὠφέλιμοι εἰς τὴν κοινωνίαν ἑταιρίαι καὶ ποῖαι αἱ ἐπιβλαβεῖς· ὁ δικαστὴς πάντοτε ὀφείλει νὰ ἐφαρμόσῃ ἕνα νόμον, ὁ ὁποῖος εἴτε ὑπάρχει, εἴτε μέλλει νὰ συνταχθῇ. Φρονῶ λοιπὸν, Κύριοι, ὅτι οὐδὲν τῶν ἐπιχειρημάτων, τὰ ὁποῖα ὑπεβλήθησαν ἐνώπιόν σας εἶναι βάσιμον, εἶναι πραγματικὸν, ὅλα ἐξήχθησαν ἀπὸ ὑποθέσεις σφαλεράς· οὐδεὶς κίνδυνος ἐπαπειλεῖ τὴν κοινωνίαν ἐκ τῆς παραδοχῆς τοῦ ἄρθρου, ὅπως ἔχει. Ἀπορῶ μάλιστα, πῶς τινες, ἐνῷ παρεδέχθησαν χθὲς τὸ προηγούμενον ἄρθρον, τὸ ὁποῖον καθιεροῖ ἐλευθερίαν ἀνωτέραν καὶ μᾶλλον ἐπικίνδυνον, ἀμφισβητοῦν τὴν χρησιμότητα τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, διότι τὸ θεωροῦν ἐπικινδυνώτερον. Τὸ ἄρθρον λοιπὸν, ὅπως ἔχει, δύναται νὰ ψηφισθῇ ἄνευ τινὸς μεταβολῆς, διότι εἰς κἀνὲν μέρος αὐτοῦ δὲν βλέπω ἀναγκαίαν τὴν μεταβολήν. Ἐξ ἐναντίας ἀνταποκρίνεται εἰς τὰς ἀπαιτήσεις ὅλων τῶν κατ’ αὐτοῦ λαλησάντων. Σᾶς εἶπον τινὲς, ὅτι χρειάζεται νὰ θέσωμεν τὴν φράσιν «τηροῦντες τοὺς Νόμους». Εἰς τούτους ἀπαντᾷ ἡ φράσις τοῦ ἄρθρου «πρὸς πάντα σκοπὸν ὑπὸ τοῦ Νόμου μὴ ἀπαγορευόμενον», διότι τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει, ὑποθέτει τὴν ἰσχὺν ἑνὸς Νόμου. Σᾶς εἶπον, ὅτι πρέπει ν’ ἀντικαταστήσωμεν τὴν δικαστικὴν διὰ τῆς διοικητικῆς, διότι ἡ διοικητικὴ ἀρχὴ παρέχει μείζονας ἐγγυήσεις, καὶ διότι ἡ δικαστικὴ ἀρχὴ δὲν ἔχει κανόνας, κατὰ τοὺς ὁποίους πρόκειται νὰ ἐνεργήσῃ, τῶν κανόνων τούτων οὐδόλως διαγραφομένων ἐντὸς τοῦ ἄρθρου. Καὶ τοῦτο εἶναι σφαλερὸν, διότι αἱ διοικητικαὶ ἀρχαὶ οὐδέποτε δύνανται νὰ προσφέρωσι κρείττονας ἐγγυήσεις παρὰ τὰ δικαστήρια, καὶ διότι, ὡς προεῖπον, ὑπάρχουν οἱ κανόνες εἰς τὰς ἠθικὰς καὶ νομικὰς ἀρχὰς, τὰς χαρακτηριζούσας τὸ θεμιτὸν καὶ ἀθέμιτον τοῦ σκοποῦ, καὶ ταύτας θὰ ἀκολουθοῦν τὰ δικαστήρια εἰς τὴν ἐκτέλεσιν τοῦ καθήκοντός των. Ἑπομένως, Κύριοι, φρονῶ, ὅτι τὸ ἄρθρον πρέπει νὰ ψηφισθῇ, ὅπως ἔχει. Ἐνταῦθα καταλαμβάνει τὴν ἕδραν τοῦ Προέδρου ὁ Πρόεδρος τῆς Συνελεύσεως Κ. Ι. Μεσσηνέζης. Ἀφοῦ μάλιστα ἡ Συνέλευσις παρεδέχθη τὸ προηγούμενον ἄρθρον, καὶ παρεδέχθη ἀκόμη τὸ νὰ γίνωνται καὶ ἐν ὑπαίθρῳ συναθροίσεις, χωρὶς προηγουμένην ἄδειαν, τὸ ὁποῖον εἶναι τὸ μεγαλείτερον ἀφ’ ὅσα ἠδύνατο νὰ παραδεχθῇ, τώρα νὰ κάθηται νὰ φιλολογῇ, νὰ ψηλαφῇ, μικρότερα πράγματα, καὶ ἐκ τῶν ὁποίων δὲν φαίνεται, ὅτι δύναται νὰ προκύψῃ οὐδεὶς κίνδυνος, εἶναι ὡς νὰ μὴν ἐνεργῇ μετὰ σπουδαιότητος. Τὸ ἄρθρον αὐτὸ πρέπει νὰ διατηρηθῇ, διότι ἐκεῖνοι, οἱ ὁποῖοι ζητοῦν τὴν ἀπάλειψίν του ἢ τὴν τροπολογίαν του, θέλουν νὰ ἱκανοποιηθοῦν διὰ τὴν παραδοχὴν τοῦ προηγουμένου ἄρθρου.
§73ΠΟΛΛΟΙ. Ἐφωτίσθημεν.
§74ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ πληρεξούσιοι νὰ ἐξέλθουν ἀπὸ τὰ δωμάτια καὶ νὰ καταλάβουν τὰς θέσεις των διὰ νὰ ἐρωτήσω τὴν Συνέλευσιν ἐὰν ἐφωτίσθη ἢ ὄχι. Ζητεῖται νὰ κηρυχθῇ περαιωμένη ἡ ἐπὶ τοῦ 11 ἄρθρου συζήτησις.
§75ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§76ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θέτω τὸ ζήτημα οἱ παραδεχόμενοι νὰ κλείσῃ ἡ συζήτησις ἐπὶ τοῦ ἑνδεκάτου ἄρθρου παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. Σᾶς ἀναγινώσκω τὸ ἄρθρον. Ἄρθρ. 11. Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι ἄνευ προηγουμένης ἀδείας τῆς Κυβερνήσεως πρὸς πάντα σκοπὸν ὑπὸ τοῦ Νόμου μὴ ἀπαγορευόμενον· συνεταιρισμός τις ὅμως δὲν δύναται νὰ διαλυθῇ διοικητικῶς, ἀλλὰ μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως. Ὑπάρχουσιν διάφοροι τροπολογίαι· εἶναι ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ, ὅστις ἐπρότεινε τὴν ἀπάλειψιν τοῦ ἄρθρου· ἑτέρα εἶναι τοῦ Κ. Παπαδιαμαντοπούλου. «Οὐδεὶς συνεταιρισμὸς δύναται νὰ ἀπαγορευθῇ καὶ διαλυθῇ διοικητικῶς, ἀλλὰ μόνον διὰ δικαστικῆς ἀποφάσεως.» Σήμερον ὑπέβαλε καὶ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν ὡς προσθήκην. «Συνεταιρισμοὶ οἱ ἐνεργούμενοι ἐν τῷ κρυπτῷ ἀνωμοτὶ καὶ ἄνευ ὑποχρεώσεως τῶν συνεταίρων, δύνανται νὰ ὑποβληθῶσι διὰ νόμου εἰς τὴν ἔγκρισιν τῆς Κυβερνήσεως». — Ἑτέρα τροπολογία εἶναι τοῦ Κ. Σαρίπολου. «Τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι φανερῶς καὶ ἀνωμοτὶ» κτλ. ὡς τὸ ἄρθρον τοῦ κειμένου. Ἑτέρα τοῦ Κ. Κυπαρίσση· προσθέτει μετὰ τὴν λέξιν μὴ ἀπαγορευόμενον τὰς λέξεις «καὶ μὴ προσβάλλοντα τὰ χρηστὰ ἤθη καὶ τὴν δημοσίαν τάξιν.» Εἰς τὸ τέλος δὲ προτείνει νὰ γείνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη «οἱ ὁρισμοὶ τοῦ ἄρθρου 11 δὲν ἐπεκτείνονται εἰς τὰς πολιτικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἑταιρίας, ἀλλ’ αὗται θέλουσι διέπεσθαι καὶ τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὸ ἰσχύον ἀστικὸν καὶ ἐμπορικὸν δίκαιον».
§77ΠΟΛΛΟΙ. Νὰ σημειωθῇ τοῦτο εἰς τὰ πρακτικά.
§78ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ. Ἂν ἡ Συνέλευσις θέλῃ νὰ σημειωθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ ὡς ἀπόφασίς της, συναινῶ.
§79ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὑπάρχει ἑτέρα τροπολογία τοῦ Κ. Σαράβα· «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν.»
§80ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ (Ὑπουργ). Νομίζω, ὅτι τὸ δεύτερον μέρος ἀπαλείφει ὁ Κ. Σαράβας.
§81ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Σύμφωνα πρὸς τὴν παρατήρησιν τοῦ Κ. Κουμουνδούρου ὑπάρχει καὶ πρότασις τοῦ Κ. Μαυροκορδάτου. Ἀπωτέρα πασῶν τῶν τροπολογιῶν εἶναι ἡ τοῦ Διομήδους Κυριακοῦ, ἡ ἀπάλειψις τοῦ ἄρθρου. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Διομήδους Κυριακοῦ παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (οὐδεὶς ἐγείρεται) Ἀπεῤῥίφθη. Καθόσον ἀποβλέπει καὶ τὸ προκείμενον ἄρθρον πρέπει νὰ ἀκολουθήσωμεν τὴν αὐτὴν τακτικὴν, τὴν ὁποίαν παρεδέχθημεν καὶ εἰς τὸ 10, δηλαδὴ νὰ λάβωμεν ὑπ’ ὄψιν τὰς τροπολογίας, αἱ ὁποῖαι ἀφορῶσι τὸ πρῶτον μέρος καὶ μετὰ ταῦτα ἐρχόμεθα εἰς τὸ δεύτερον. Τὸ πρῶτον μέρος ἀφορῶσιν αἱ ἑξῆς τροπολογίαι· ά. ἡ τοῦ Κ. Σαριπόλου, λέγοντος νὰ προστεθῶσιν αἱ λέξεις φανερῶς καὶ ἀνωμοτί· δευτέρα εἶναι ἡ πρότασις τοῦ Κ. Κυπαρίσση.
§82ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἀπωτέρα πασῶν εἶναι ἡ τοῦ Κ. Σαράβα, διότι αὕτη δὲν παραδέχεται, παρὰ τὸ πρῶτον μόνον μέρος.
§83ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Λοιπὸν ἔρχεται ἡ πρότασις τοῦ Κυρίου Σαράβα. «Οἱ Ἕλληνες ἔχουσι τὸ δικαίωμα τοῦ συνεταιρίζεσθαι, τηροῦντες τοὺς νόμους τοῦ Κράτους, οἵτινες ὅμως οὐδέποτε δύνανται νὰ ὑπαγάγωσι τὸ δικαίωμα τοῦτο εἰς τὴν προηγουμένην τῆς Κυβερνήσεως ἄδειαν.»
§84ΤΙΝΕΣ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§85ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαράβα παρακαλοῦνται νὰ ἐγερθῶσιν. (ἐγείρονται πολλοὶ ἐκ δεξιῶν), (θόρυβος).
§86ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως.
§87ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Δὲν εἶσθε 20. Ἐνταῦθα φαίνεται (δεικνύει τὴν δεξιὰν πτέρυγα), ὅτι παρεδέχθη. (θόρυβος).
§88ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ἐρωτήσατε τὸ γραφεῖον, ἵνα ἰδῆτε ἂν παρεδέχθη.
§89ΠΡΟΕΔΡΟΣ. (Ἐρωτᾷ τοὺς γραμματεῖς, οἵτινες ἀποφαίνονται καταφατικῶς). Ἰδοὺ, ὅτι παρεδέχθη.
§90ΚΟΥΜΟΥΝΔΟΥΡΟΣ. Ἂν ἐπιμένουν, ἂς γίνῃ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως. (θόρυβος μέγας).
§91ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡ παραδοχὴ τῆς προτάσεως τοῦ Κ. Σαράβα νομίζω, ὅτι ἀπέκλεισεν ὅλας τὰς ἄλλας.
§92ΠΟΛΛΟΙ (ἐξ ἀριστερῶν). Δὲν παρεδέχθη.
§93ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Περισσότερον καιρὸν θὰ χάσωμεν, φωνάζοντες παρεδέχθη, δὲν παρεδέχθη. Ἕνα κατάλογον. Νὰ προσέλθουν παρακαλῶ δύο ψηφολέκται. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Σαράβα λέγουν ναὶ, οἱ μὴ παραδεχόμενοι ὄχι. Ἄρχεται ἡ δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως ψηφοφορία.
§94ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀκούσατε τὸ ἀποτέλεσμα· ἐψηφοφόρησαν ἐν ὅλῳ 257· 137 εἶπον ναὶ, 120 εἶπον ὄχι. Ἐγένετο λοιπὸν δεκτὴ ἡ πρότασις τοῦ Κ. Σαράβα. Νομίζω, ὅτι δὲν ὑπάρχει ἀντίῤῥησις νὰ καταχωρηθῇ εἰς τὰ πρακτικὰ, ὡς ἑρμηνεία τοῦ ἄρθρου, ἡ ἑξῆς πρότασις· «Οἱ ὁρισμοὶ τοῦ 11 ἄρθρου δὲν ἐπεκτείνονται εἰς πολιτικὰς καὶ ἐμπορικὰς ἑταιρίας, ἀλλ’ αὗται θέλουν διέπεσθαι καὶ τοῦ λοιποῦ ἀπὸ τὸ ἰσχύον ἀστικὸν καὶ ἐμπορικὸν δίκαιον.» Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 12 ἄρθρον. «Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλος· οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει.» Εἰς τὸ 12 ἄρθρον ὁ Κύριος Ῥοντίρης ἔχει τροπολογίαν.
§95ΡΟΝΤΙΡΗΣ. Ἡ τροπολογία μου ἀφορᾷ τὴν εὐκρίνειαν τῆς ἐκφράσεως τοῦ ἄρθρου. Ἐννοεῖ, ὅτι ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα δύναται νὰ γίνῃ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, οὐχὶ ὑπὸ τῆς ὑψηλῆς ἀστυνομίας, οὐχὶ ὑπὸ τῆς στρατιωτικῆς διοικήσεως κτλ. Τροπολογῶ λοιπὸν τὸ ἄρθρον οὕτως πως. «Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλος· οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰμὴ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει».
§96ΠΕΤΣΑΛΗΣ. Νομίζω καὶ ἐγὼ, ὅτι κἄτι τι πρέπει νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο· τὸ ἑξῆς· «ἀφινομένου ἀντιγράφου τῆς πράξεως, περιλαμβανούσης καὶ τοὺς λόγους.» Ὅταν ἠθέλομεν νὰ ἐξασφαλίσωμεν τὴν προσωπικὴν ἐλευθερίαν, ἀπῃτήσαμεν τὴν ἔκδοσιν ᾐτιολογημένου ἐντάλματος· ὡς πρὸς τὴν παραβίασιν ὅμως ἐνταῦθα τοῦ ἀσύλου τοῦ πολίτου τὸ ἄρθρον ἐνταῦθα εἶναι ἀπεριόριστον καὶ ἀπόλυτον. Λέγει «εἰμὴ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει.» Ὁ ποινικὸς νόμος δὲν παρέχει οὐδεμίαν ἐγγύησιν. Καὶ εἰς ἐμὲ ἐγένετο κατ’ οἶκον ἔρευνα· ὁ τυχὼν χωροφύλαξ ἤρχετο τότε μεθ’ οἱουδήποτε ὑπαλλήλου τῆς ἀστυνομίας καὶ ἔκαμνε κατ’ οἶκον ἔρευναν· τοὐλάχιστον ἐκεῖνος, κατὰ τοῦ ὁποίου ἐνεργεῖται ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα, πρέπει νὰ γνωρίζῃ ποία εἶναι ἡ ἀρχὴ, ἡ ὁποία διατάσσει, καὶ νὰ λαμβάνῃ ἀντίγραφον, περιέχον καὶ τοὺς λόγους, διὰ νὰ ὑπάρχῃ μία ἐγγύησις· διότι τὸ νὰ γίνῃ τὸ ἄρθρον, ὅπως ἔχει, εἶναι ὡς νὰ μὴ ὑπάρχῃ καθόλου.
§97ΚΩΝΣΤΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ. Ὑπέβαλον καὶ ἐγὼ τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Προτείνω νὰ προστεθῇ εἰς τὸ ἄρθρον 12 ἡ ἑξῆς περίοδος. «Οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν τὴν νύκτα ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῆς πυρκαϊᾶς, τῆς πλημμύρας καὶ τῆς κραυγῆς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς βοήθειαν.» Ἡ ἐπιτροπὴ ἐπὶ τοῦ Συντάγματος δὲν ἐφρόντισε πολὺ νὰ ἐγγράψῃ ἐν τῷ πολιτεύματι τὰ ἀτομικὰ τοῦ πολίτου δικαιώματα. Ἐσκέφθη ἐπὶ τῶν ἄλλων ἀτομικῶν δικαιωμάτων, περὶ τούτου ὅμως δὲν ἔλαβεν οὐδὲν προληπτικὸν μέτρον· ἀφίνω, ὅτι τοῦτο εἶναι μία ἀνακολουθία καὶ μία ἔλλειψις τῆς ἐπιτροπῆς. Καὶ τὸ ἄσυλον, Κύριοι, τῆς οἰκίας εἶναι δικαίωμα τοῦ πολίτου, διότι ἐν τῇ οἰκίᾳ ὑπάρχουν οἰκογένειαι, ἡ βάσις τῆς οἰκογενείας, διότι ἡ οἰκογένεια περικλείει πλεῖστα ἀπόκρυφα. Ὑπέβαλλον λοιπὸν τὴν πρότασιν τοῦ νὰ μὴ εἰσέρχηταί τις ἄνευ λόγου καὶ ἐν μὴ ἁρμοδίῳ χρόνῳ ἐν ὁποιαδήποτε οἰκίᾳ, διότι ἄλλως διαταράττεται ἡ ἡσυχία τοῦ πολίτου καὶ ἀνακαλύπτονται τὰ οἰκιακὰ ἀπόκρυφα. Τὴν ἔλλειψιν ταύτην ἔρχεται ἡ πρότασίς μου νὰ ἀναπληρώσῃ, καὶ ἀφορᾷ τοῦ νὰ ἐμποδίσῃ τὴν εἴσοδον ἐν τῇ οἰκίᾳ παντὸς εἴτε ἀνακριτικοῦ, εἴτε διοικητικοῦ ὑπαλλήλου, διαρκούσης τῆς νυκτός· καὶ τοσοῦτον μᾶλλον θεωρῶ ἀναγκαίαν τὴν προσθήκην ταύτην, καθόσον ἡ ἀρχὴ αὕτη τῆς μὴ εἰσόδου ἐν τῇ οἰκίᾳ παντὸς δημοσίου ὑπαλλήλου εἶναι ἀρχὴ παρ’ ὅλων παραδεδεγμένη, καὶ οὔτε ἡ πρᾶξις, οὔτε ἡ θεωρία ἐπέφερον κατὰ ταύτης μέχρι τοῦδε ἀντίῤῥησιν. Μέχρι τοῦδε παρετήρησα, ὅτι ἡ Συνέλευσις περιέλαβεν ἐν τῷ Συντάγματι δικονομικοὺς νόμους πρωτοφανεῖς, καὶ τῶν ὁποίων τὰς ἐλλείψεις τὸ μέλλον θέλει ἀνακαλύψει· Καὶ ἕτερος ὅμως σπουδαῖος λόγος μὲ ἔπεισε νὰ προστεθῇ εἰς τὸ Σύνταγμα ἡ προσθήκη αὕτη· αὐτὸς ὁ λόγος εἶναι, ὅτι δὲν ἀνεῦρον ἐν ταῖς ποινικαῖς διατάξεσι διάταξιν ῥητῶς καὶ σαφῶς ἀπαγορεύουσαν τὴν εἴσοδον τῶν ὑπαλλήλων ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πολίτου. Μία μόνη διάταξις ὑπάρχει εἰς τὸν κανονισμὸν τῆς χωροφυλακῆς ἀπαγορεύουσα τὴν εἴσοδον ἐν τῇ οἰκίᾳ τοῦ πολίτου τὴν νύκτα· δὲν δύναται ὅμως τις ἐκ τούτου, ἐπειδὴ ἀπαγορεύεται ἡ εἴσοδος τῆς οἰκίας τὴν νύκτα εἰς τὸν ἐνωμοτάρχην, νὰ ἀπαγορευθῇ καὶ εἰς τὸν ἀνακριτήν. Ὑπάρχει διάταξις εἰς τὸ ἄρθρον 233, κατὰ τὴν ὁποίαν δύναται..... καὶ ὁ Κ. Ἰακωβάτος ἐξέφρασε τὴν αὐτὴν ἰδέαν· διότι δύναταί τις νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν ὄχι νὰ κάμῃ κατ’ οἶκον ἔρευναν, ἀλλὰ διὰ νὰ ἐνεργήσῃ σύλληψιν, τὴν ὁποίαν προβλέπει τὸ ἄρθρον 233. Ὀφείλω δὲ νὰ κάμω καὶ παρατηρήσεις τινὰς εἰς τὰς τροπολογίας, τὰς ὁποίας ὑπέβαλεν εἰς τὴν Συνέλευσιν ὁ Κ. Ῥοντήρης, ὅστις εἶπεν, ὅτι πρέπει ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα νὰ γίνηται ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας. Πράγματι δὲν ἀντιλέγω νὰ γίνῃ ἡ προσθήκη αὕτη, νομίζω ὅμως, ὅτι ἡ ἔκφρασις «δικαστικὴ ἐξουσία» δὲν εἶναι κατάλληλος, διὰ νὰ προσδιορίσῃ τὴν ἐξουσίαν, ἡ ὁποία ἔχει δικαίωμα νὰ ἐνεργῇ ἀνακρίσεις· νομίζω προτιμωτέραν τὴν ἔκφρασιν ἀνακριτικὴ ἐξουσία· ἰδοὺ οἱ ἁρμόδιοι ὑπάλληλοι, οἱ ὁποῖοι δύνανται νὰ κάμουν ἀνακρίσεις. Καθ’ ὅσον δ’ ἀφορᾷ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετσάλη τοῦ ν’ ἀφίνηται ἀντίγραφον τῆς κατ’ οἶκον ἐρεύνης, θεωρῶ τὴν πρότασιν ταύτην ὡς ἀποκρουστέαν· καθόσον παρ’ ἡμῖν οἱ ἀνακριταὶ δὲν ὑποχρεοῦνται νὰ ἐκδώσωσιν ἐντάλματα πρὸς ἐνέργειαν τῶν διαφόρων ἀνακριτικῶν πράξεων, ὅπως ἐν Γαλλίᾳ εἴθισται. Ὁ ἀνακριτὴς προβαίνει, ὅταν ὑπάρχῃ περίστασις, χωρὶς νὰ ἐκδώσῃ ἔνταλμα. Τὸ νὰ ἀφίνηται ὅμως ἀντίγραφον τῆς ἀνακριτικῆς ἐκθέσεως, δὲν εἶναι ὀρθόν· διότι τὸ ἔγγραφον τοῦτο εἶναι ἀνακριτικὸν καὶ ἀποτελεῖ μέρος τῆς δικογραφίας, ἡ ὁποία ἐν ὅσῳ δὲν περαιωθῇ, εἶναι ὑπὸ τὴν μυστικότητα. Φρονῶ λοιπὸν, ὅτι ἡ Συνέλευσις πρέπει νὰ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν, τὴν ὁποίαν ὑπέβαλεν ὁ Κ. Ῥοντήρης, μὲ τὴν ἀλλαγὴν τῆς λέξεως ἀνακριτικὴ ἀρχὴ, ἀντὶ δικαστικὴ, καὶ νὰ μὴ παραδεχθῇ τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Πετσάλη.
§98ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ (Εἰσηγητής). Ἡ ἐπὶ τοῦ πολιτεύματος ἐπιτροπὴ πραγματικῶς ἐσκέφθη σπουδαίως κατὰ τὴν σύνταξιν τοῦ ἄρθρου τούτου, καὶ ὄχι, ὡς τινες παρέστησαν, ὅτι δὲν κατέβαλε τὴν δέουσαν προσοχὴν εἰς τὴν σύνταξιν αὐτοῦ· ἀλλ’ ἀπήντησε τοσαῦτα κενὰ ἐν τῇ νομοθεσίᾳ ἡμῶν, ὥστε ἐνόμισεν, ὅτι ἔπρεπε νὰ διατυπωθῶσιν ὁλόκληροι δικονομικαὶ διατάξεις περὶ τοῦ τρόπου τοῦ ἐνεργεῖν τὴν κατ’ οἶκον ἔρευναν. Σχοῦσα δὲ πάντοτε κατὰ τὰς ἐργασίας αὑτῆς ὡς ἀρχὴν, ὅτι ἐν τῷ Συντάγματι δὲν πρέπει νὰ ἀναγράφωνται εἰμὴ διατάξεις γενικαὶ καὶ ἀμετάβλητοι, ἀφῆκε καὶ τὸ ἄρθρον τοῦτο ὡς ἦτο συντεταγμένον ἐν τῷ Συντάγματι τοῦ 1844, ἐννοοῦσα, ὅτι νόμος εἰδικὸς πρέπει νὰ διαγράψῃ τὸν τρόπον, καθ’ ὃν θέλει ἐπιτρέπεσθαι καὶ γίνεσθαι ἡ κατ’ οἶκον ἔρευνα. Κατ’ αὐτὸν λοιπὸν τὸν τρόπον, τὴν μὲν ἀρχὴν τοῦ ἀσύλου τῆς κατοικίας ἐνεγράψαμεν, ἀλλὰ δὲν ἠδυνάμεθα νὰ παραγνωρίσωμεν καὶ τὸ δικαίωμα, ὅπερ ἔχει πᾶσα πολιτεία, κινδυνευούσης τῆς ἀσφαλείας καὶ τάξεως αὐτῆς, νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὴν οἰκίαν τοῦ κακούργου, διὰ νὰ ἀνακαλύψῃ ἔγκλημά τι. Ναὶ, ἡ οἰκία τοῦ πολίτου εἶναι ἄσυλον, ἀλλ’ ὅταν ἡ πολιτεία ἔχῃ συμφέρον νὰ ἐξετάσῃ τί γίνεται καὶ τεκταίνεται ἐν αὐτῇ, τὸ συμφέρον τοῦ πολίτου ὑποχωρεῖ ἀπέναντι τοῦ γενικοῦ συμφέροντος τῆς πολιτείας. Ὑποστηρίζει λοιπὸν δι’ ἐμοῦ ἡ ἐπιτροπὴ πρὸς τὴν Συνέλευσιν τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει, τὰ δὲ κενὰ δύναται ἡ νομοθεσία νὰ τὰ συμπληρώσῃ.
§99ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἐφωτίσθημεν.
§100ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι, ὅτι ἡ Συνέλευσις ἐφωτίσθη νὰ ἐγερθῶσιν. (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι) Παρεδέχθη. Ἀκούσατε τὸ ἄρθρον. «Ἄρθρ. 12. Ἡ κατοικία ἑκάστου εἶναι ἄσυλος· οὐδεμία κατ’ οἶκον ἔρευνα ἐνεργεῖται, εἰ μὴ, ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος διατάσσει». Ὁ Κ. Ῥοντήρης προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν· νὰ ἐκφρασθῇ ἐν τέλει οὕτω· «εἰμὴ ὑπὸ τῆς δικαστικῆς ἐξουσίας καὶ ὅταν καὶ ὅπως ὁ νόμος ὁρίζει»· Ὁ Κ. Κωνσταντόπουλος ζητεῖ νὰ γίνῃ ἡ ἑξῆς προσθήκη εἰς τὸ τέλος. «Οὐδεὶς δύναται νὰ εἰσέλθῃ εἰς ἰδιωτικὴν οἰκίαν τὴν νύκτα, ἐκτὸς τῶν περιπτώσεων τῆς πυρκαϊᾶς, τῆς πλημμύρας καὶ τῆς κραυγῆς ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ πρὸς βοήθειαν». Ὁ Κ. Πετσάλης προτείνει νὰ προστεθῶσι τὰ ἑξῆς· «ἀφιεμένου ἀντιγράφου τῆς πράξεως, περιλαμβανούσης καὶ τοὺς λόγους». Ὁ Κ. Ἰακωβάτος προτείνει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν. Νὰ προστεθῇ εἰς τὸ τέλος «οὐδέποτε δὲ νύκτα». Λοιπὸν, Κύριοι, θὰ ὑποβάλω εἰς τὴν ψῆφόν σας ἀλληλοδιαδόχως τὰς διαφόρους τροπολογίας. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Ῥοντήρη νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται ὀλίγιστοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Κωνσταντοπούλου νὰ ἐγερθῶσι (ἐγείρονται ὀλίγιστοι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Πετσάλη νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν τροπολογίαν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου, νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι). Ἀπεῤῥίφθη. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι), Παρεδέχθη. Μεταβαίνομεν εἰς τὸ ἄρθρον 13· ἔχει ὡς ἀκολούθως· «Ἐν Ἑλλάδι οὔτε πωλεῖται οὔτε ἀγοράζεται ἄνθρωπος· ἀργυρώνητος ἢ δοῦλος παντὸς γένους καὶ πάσης θρησκείας εἶναι ἐλεύθερος, ἅμα πατήσῃ ἐπὶ Ἑλληνικοῦ ἐδάφους». Ἐπὶ τοῦ ἄρθρου τούτου ὑπάρχει τροπολογία τοῦ Κ. Πύρλα· «Ἄνθρωπος ἐν Ἑλλάδι οὔτε πωλεῖται, οὔτ’ ἀγοράζεται. Πᾶς δ’ ἀργυρώνητος ἢ δοῦλος παντὸς γένους καὶ πάσης θρησκείας, ἅμα πατήσῃ τὸ Ἑλληνικὸν ἔδαφος, ἐλεύθερος εἶναι.» Ὑποστηρίζεται;
§101ΠΟΛΛΟΙ. Ὄχι, ὄχι.
§102ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει εἰς τὸ σχέδιον νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη.
§103Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀλλ’ ἔχω προσθήκην εἰς αὐτὸ τὸ ἄρθρον Κ. Πρόεδρε.
§104ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Ἰακωβάτος λέγει, εἰς τὸ τέλος τοῦ ἄρθρου νὰ προστεθῇ· «οὐδεὶς ξένος πρόσφυξ παραδίδεται».
§105ΠΟΛΛΟΙ. Ἔχομεν συνθήκας.
§106Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Νὰ προστεθῇ «πολιτικὸς πρόσφυξ».
§107ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἠκούσατε ποίαν προσθήκην προτείνει ὁ Κ. Ἰακωβάτος. «Οὐδεὶς πολιτικὸς πρόσφυξ παραδίδεται». Ὑποστηρίζεται ἡ προσθήκη αὐτή;
§108ΠΟΛΛΟΙ. Μάλιστα.
§109ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Δὲν ἠμπορεῖ νὰ τεθῇ εἰς ψηφοφορίαν χωρὶς νὰ συζητηθῇ· πρέπει νὰ τὴν ἀναπτύξῃ ὁ Κ. Ἰακωβάτος.
§110Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Ἀφίεμαι εἰς τὴν συνείδησιν τῆς Συνελεύσεως.
§111ΣΑΡΙΠΟΛΟΣ. Διὰ δύο λέξεων θέλω σᾶς ἀποδείξει, ὅτι δὲν ἔχει σημασίαν, καὶ μάλιστα μετὰ τὴν τροπολογίαν· ἡ προσθήκη αὕτη ἄνευ τῆς τροπολογίας ἤθελεν ἐννοεῖ καὶ τοὺς ἰδιωτικὰ ἐγκλήματα διαπράξαντας· καὶ πραγματικῶς τὰ διάφορα Εὐρωπαϊκὰ Κράτη, ἕνεκα τῆς ἐπιμιξίας, ἥτις ἐπικρατεῖ σήμερον μεταξὺ τῶν ἐθνῶν, ἀνεγνώρισαν, ὅτι πρέπει νὰ ἐκδίδωσι τοὺς κακουργήσαντας, ἵνα μὴ εὑρίσκωσιν οὗτοι ἄσυλον ἐν ἄλλῃ Ἐπικρατείᾳ· εἰς παλαιὰν ἐποχὴν, ὅτε τὰ ἔθνη δὲν εἶχον ἐπιμιξίαν, βεβαίως μικρὸν εἶχον συμφέρον αἱ ἐπικράτειαι εἰς τοῦτο· ἀλλὰ τὴν σήμερον πάρεστι τὸ συμφέρον, ἕνεκα τοῦ πάσας ἀπειλοῦντος κινδύνου. Ὡς πρὸς τὸ ἄλλο, ὅτι πολιτικὸς πρόσφυξ δὲν παραδίδεται, λέγω ὑμῖν, ὅτι ἐν οὐδεμιᾷ συνθήκῃ περὶ ἐκδόσεως κακούργων θέλετε εὑρεῖ νὰ περιλαμβάνηται, ὅτι καὶ οἱ πολιτικοὶ πρόσφυγες θέλουσιν ἐκδίδεσθαι· τουτέστι τὰ ἔθνη ὅλα ἀναγνωρίζουσιν, ὅτι οἱ πολιτικῶς ἁμαρτήσαντες ἔχουσιν ὁμολογουμένως ἄσυλον εἰς τὸ ἕτερον Κράτος· ἄρα ἡ προσθήκη τοῦ Κ. Ἰακωβάτου εἶναι ἀνεγνωρισμένη διὰ γενικῶς ὡμολογημένης ἀρχῆς τοῦ διεθνοῦς δικαίου.
§112ΠΟΛΛΟΙ. Ἀρκετὰ, ἀρκετά.
§113ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Θὰ θέσω τὸ ζήτημα.
§114ΖΕΡΒΑΣ. Ἐν τοσούτῳ πολλοὺς Πολωνοὺς πρόσφυγας ἠναγκάσθη ἡ Κυβέρνησις τοῦ Ὄθωνος νὰ ἐκδιώξῃ ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα.
§115ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Οἱ παραδεχόμενοι τὴν πρότασιν τοῦ Κ. Ἰακωβάτου νὰ ἐγερθῶσιν (ἀνίστανται οἱ ὀλιγώτεροι· πολλοὶ συγχρόνως φωνάζουν δι’ ὀνομαστικῆς κλήσεως). Ἀπεῤῥίφθη. — Οἱ παραδεχόμενοι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει νὰ σηκωθῶσιν (ἐγείρονται οἱ περισσότεροι). Παρεδέχθη. —Μεταβαίνομεν εἰς τὸ 14 ἄρθρον· ἰδοὺ πῶς ἔχει. «Ἄρθρον 14. Πᾶς τις δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς τε, καὶ διὰ τοῦ τύπου τοὺς στοχασμούς του, τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος· ἡ λογοκρισία ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον ἀπαγορεύεται· ἀπαγορεύεται ὡσαύτως ἡ κατάσχεσις ἐφημερίδων καὶ ἄλλων ἐντύπων διατριβῶν, εἴτε πρὶν διανεμηθῶσιν, εἴτε μετὰ τὴν δημοσίευσίν των. Οἱ ἐκδόται ἐφημερίδων θέλουσιν εἶναι πολῖται Ἕλληνες». Ἔχει τὸν λόγον ὁ Κ. Καλλιγᾶς.
§116ΚΑΛΛΙΓΑΣ. Ἂς προηγηθῇ ἄλλος.
§117ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ. Κ. Ἰάλεμος, ὅστις ἔχει καὶ τροπολογίαν.
§118ΙΑΛΕΜΟΣ. ....... (θόρυβος).
§119ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Διομήδης εἶναι ὑπὲρ ἢ κατά;
§120ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἔχω τροπολογίαν.
§121ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἀναπτύξατέ την λοιπόν. Ἰδοὺ ἡ τροπολογία τοῦ Κ. Διομήδους. Ἐπὶ τοῦ 14 ἄρθρου προτείνομεν νὰ προστεθῶσιν ἐν τέλει τῶν λέξεων «εἴτε μετὰ τὴν δημοσίευσίν των» τὰ ἑξῆς, «ἐκτὸς ἂν τὸ δικαστικὸν συμβούλιον ἐπιτρέψῃ τὴν κατάσχεσιν φύλλων περιεχόντων προσβολὰς, ἢ ἄλλα βαρύτερα ἐγκλήματα κατὰ τοῦ προσώπου τοῦ Βασιλέως, κατὰ τῆς καθόλου θρησκείας, ἢ θεότητος, ἢ κατὰ τῆς χρησιμότητος τῶν ἀρχῶν τῆς ἠθικῆς.» Ὁ Κ. Παπαδιαμαντόπουλος ἔχει τὴν ἑξῆς τροπολογίαν.
§122ΛΕΙΒΑΔΑΣ. Κἀμμίαν κρίσιν δὲν ἠμποροῦμεν νὰ κάμωμεν, ὅταν τοιαύτην βίαν μεταχειρίζησθε.
§123Γ. ΙΑΚΩΒΑΤΟΣ. Οἱ πληρεξούσιοι δὲν εἶναι κριάρια νὰ φωνάζουν μπὲ, μπέ.
§124ΠΟΛΛΟΙ. Μπὲ, μπὲ, μπὲ, μπὲ· (θόρυβος).
§125ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ἡσυχία, Κύριοι, παρακαλῶ· ἀκούσατε τὰς διαφόρους τροπολογίας. Τροπολογία τοῦ Παπαδιαμαντοπούλου. Ἄρθρον 14. Μένοντος τοῦ πρώτου ἐδαφίου, νὰ τροποποιηθῶσι τὰ λοιπὰ ὡς ἑξῆς. «Ἡ λογοκρισία ὡς καὶ πᾶσα ἐγγύησις ἢ ἄλλο προληπτικὸν μέτρον ἀπαγορεύονται. Ὁ ὑπάλληλος ὁ κατασχὼν ἐφημερίδας ἢ ἄλλας ἐντύπους διατριβὰς, οὐδὲν ἀξιόποινον περιεχούσας, τιμωρεῖται τῇ πειθαρχικῇ ποινῇ τῆς προσωρινῆς παύσεως, καὶ ἐν ὑποτροπῇ ἀποβάλλεται ὅλως τῆς ὑπηρεσίας. Οἱ ἐκδόται ἐφημερίδων θέλουσιν εἶναι πολῖται Ἕλληνες, ἀπαλλάττονται δὲ πάσης ποινικῆς καταδιώξεως, ἐὰν οἱ συντάκται ὦσι γνωστοὶ καὶ ἀποκατεστημένοι ἐν Ἑλλάδι.» Τροπολογία τοῦ Κ. Καλοῦ. «Νόμος ἰδιαίτερος θέλει κανονίσει τὰ περὶ χρηματικῆς προκαταβολῆς ἐκ μέρους τῶν ἐκδοτῶν, πρὸς ἀποζημίωσιν ἕνεκα προσβολῶν κατὰ τοῦ ἰδιωτικοῦ βίου.» Τροπολογία τοῦ Κ. Παντολέοντος. «Εἰς τὸ ἄρθρον 14 προσθετέον μετὰ τὰς λέξεις «πολῖται Ἕλληνες» «μὴ ὑποκείμενοι εἰς ἐγγυοδοσίαν ἢ παρουσίασιν διδακτορικοῦ πτυχίου.» Τροποποίησις τοῦ Κ. Καλλιγᾶ. Ἀντὶ τοῦ ἄρθρου 14 τοῦ Συντάγματος. Πᾶς τις δύναται νὰ δημοσιεύῃ προφορικῶς τε, ἐγγράφως καὶ διὰ τοῦ τύπου τοὺς στοχασμούς του, τηρῶν τοὺς νόμους τοῦ Κράτους· ὁ τύπος εἶναι ἐλεύθερος· ἡ λογοκρισία ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον ἀπαγορεύεται, πλὴν τῆς χρηματικῆς ἐγγυήσεως κανονισθησομένης διὰ νόμου. Μόνοι οἱ πολῖται Ἕλληνες δύνανται νὰ ᾖναι ἐκδόται ἐφημερίδων.
ΚΑΛΛΙΓΑΣ.
Τροπολογία Σαράβα. Εἰς τὸ ἄρθρον τοῦτο μετὰ τὴν φράσιν «ἡ λογοκρισία ὡς καὶ πᾶν ἄλλο προληπτικὸν μέτρον ἀπαγορεύεται» νὰ προστεθῶσι τ’ ἀκόλουθα· «δύναται ὅμως διὰ νόμου ν’ ἀπαιτηθῇ, ὥστε οἱ ἐκδόται ἐφημερίδων νὰ ὦσι ἐφωδιασμένοι μὲ δίπλωμα προλύτου, ἢ διδάκτορος ἡμεδαποῦ ἢ ἀλλοδαποῦ τινος Πανεπιστημίου.» Ἡ δ’ ἑπομένη παράγραφος νὰ τροπολογηθῇ οὕτω· «Ἀπαγορεύεται ὡσαύτως ἡ κατάσχεσις ἐφημερίδων καὶ ἄλλων ἐντύπων διατριβῶν, εἴτε πρὶν διανεμηθῶσιν, εἴτε μετὰ τὴν δημοσίευσίν των, ἐκτὸς ἐὰν πρόκηται περὶ τῶν ὑπὸ τοῦ Νόμου τῆς 27 Ἰουνίου 1850 προβλεπομένων παραβάσεων, ἢ
» περὶ ἐξυβρίσεων κατ’ ἰδιωτῶν.»
ΣΑΡΑΒΑΣ.
§126ΓΡΗΓΟΡΙΑΔΗΣ. Δὲν εἶναι πλῆρες τὸ σῶμα.
§127ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Διομήδης ἔχει τὸν λόγον.
§128ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Ἂς τὸν λάβῃ ἄλλος τις.
§129ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Ὁ Κ. Καλός.
§130ΚΑΛΟΣ. Ἂς προηγηθῇ ἄλλος, κατά.
§131ΠΡΟΕΔΡΟΣ. Μὰ δὲν εἶναι κἀνεὶς κατὰ τοῦ τύπου.
§132ΔΙΟΜΗΔΗΣ. Κύριοι, τὸ ἀντικείμενον εἶναι πολὺ σπουδαῖον, καὶ χρῄζει μακρᾶς ἀναπτύξεως, καθ’ ὅσον πολλοὶ ἔκαμον τροπολογίας, καὶ πρέπει αὗται νὰ παραπεμφθοῦν εἰς μίαν Ἐπιτροπὴν νὰ τὰς συγχωνεύσῃ, διότι κατὰ τὰ πλεῖστα συμφωνοῦν πρὸς ἀλλήλας· πρέπει νὰ ἀφήσωμεν κατὰ μέρος τὰς φιλοτιμίας μας τὰς προσωπικάς. Ἐγὼ παραδέχομαι τὸ ἄρθρον ὅπως ἔχει μὲ μίαν προσθήκην· ἐν τούτοις ὑπάρχουν χίλιαι ἄλλαι τροπολογίαι· ἔχω τὸ δικαίωμα διὰ νὰ σᾶς πείσω εἰς ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον ἐγὼ προτείνω, νὰ διέλθω καὶ ὅλας αὐτὰς τὰς τροπολογίας· ἀλλὰ δὲν εἶμαι εἰς κατάστασιν, διότι δὲν τὰς ἔχω προχείρους.
§133ΠΟΛΛΟΙ. Αὔριον, αὔριον· ἂς συνέλθουν οἱ ἔχοντες τὰς τροπολογίας αὐτὰς, καὶ ἂς συνεννοηθοῦν. Διαλύεται ἡ Συνεδρίασις (ὥρα 3 καὶ 5, Μ. Μ.)
Ὁ Πρόεδρος
Ι. Λ. ΜΕΣΣΗΝΕΖΗΣ.
Οἱ Γραμματεῖς. Α. Πετρούλιας. Σ. Λογιωτατίδης. Α. Ζατουνίτης.